text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
Αριθμός 1806/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Ιουλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) ..... και 2) ......., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελευθερία Ρίζου, περί αναιρέσεως της 949/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λασιθίου. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λασιθίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 535/2008.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως αποδεικνύεται από το υπό χρονολογία .... αποδεικτικό επιδόσεως του ....., Αρχ. Α.Τ. Αγίου Νικολάου Κρήτης ο πολιτικώς ενάγων Ψ1 κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά την αναφερόμενη παραπάνω συνεδρίαση του Δικαστηρίου τούτου, νόμιμη δικάσιμο της υπό κρίση αιτήσεως, που ασκήθηκε από τους αναιρεσείοντες. Αυτός, όμως, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε, δεν εμφανίστηκε καθόλου. Επομένως, και εφόσον οι αναιρεσείοντες εμφανίστηκαν και παραστάθηκαν δια συνηγόρου, πρέπει, κατά το άρθρο 515 παρ. 2 ΚΠοινΔ, να προχωρήσει το Δικαστήριο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Κατά το άρθρ. 474 παρ. 1 του ΚΠοινΔ "με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει σ' εκείνον που τη διευθύνει. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του, (άρθρο 465 παρ. 1) και από κείνον που τη δέχεται". Για τη δήλωση αυτή συντάσσεται έκθεση, με τον τρόπο που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 148 μέχρι 153 του ΚΠοινΔ, που υπογράφεται από κείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από κείνον που τη δέχεται. Ειδικότερα, κατά μεν τα άρθρα 148 και 151 του ίδιου Κώδικα, έκθεση είναι το έγγραφο που συντάσσει δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος εκπληρώνει καθήκοντα στην ποινική διαδικασία για να βεβαιώσει με ακρίβεια πράξεις που έκανε ο ίδιος ή άλλος αρμόδιος υπάλληλος με τον οποίο συμπράττει ή δηλώσεις τρίτων που απευθύνονται σ' αυτόν, κατά δε το άρθρο 153 αυτού, η έκθεση είναι άκυρη, όταν λείπουν η χρονολογία, (εκτός αν προκύπτει με βεβαιότητα από το όλο περιεχόμενο της έκθεσης ή από άλλα έγγραφα που επαναλαμβάνονται σ' αυτήν), η αναγραφή των ονομάτων και των επωνύμων και η υπογραφή των προσώπων που έχουν συμπράξει σύμφωνα με το άρθρο 150 ή που εξετάστηκαν ή η υπογραφή του δημόσιου υπαλλήλου που συντάσσει την έκθεση. Η σύνταξη της εκθέσεως αποτελεί συστατικό τύπο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να παρακαμφθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου ασκείται με δήλωση στο γραμματέα... ή με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και όχι με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν για την κατάθεση του δικογράφου αυτού ο γραμματέας κάτω απ' αυτό συνέταξε έκθεση για την κατάθεση αυτού. Η αναίρεση στην ποινική δίκη με κατάθεση δικογράφου, αν ήθελε εκτιμηθεί ως έγγραφη δήλωση, είναι απαράδεκτη όταν δεν περιέχει όλα τα στοιχεία τα οποία θα περιείχε και η προφορική. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 2, 476 παρ. 2, και 509 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ, οι περιεχόμενοι στην έκθεση περί ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων λόγοι, πρέπει, για να είναι τούτο παραδεκτό, να περιλαμβάνονται στους αναφερόμενους στα άρθρα 484 και 510 του ιδίου Κώδικα λόγους και να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, η δε συντασσόμενη κατά τις διατάξεις του άρθρου 148 του αυτού Κώδικα από το δικαστικό γραμματέα σχετική έκθεση πρέπει να φέρει, μεταξύ άλλων και την υπογραφή του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α' της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, "παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσής του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει, είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας". Η διάταξη αυτή εγγυάται "το δικαίωμα στο δικαστήριο", έκφανση του οποίου αποτελεί το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Το δικαίωμα τούτο δεν είναι απόλυτο, αλλά μπορεί να υπόκειται σε νομοθετικούς περιορισμούς, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού ενός ενδίκου μέσου, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να μην περιορίζουν ουσιωδώς το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, ώστε να προσβάλλεται η ιδία η ουσία του δικαιώματος αυτού. Αντιθέτως, οι περιορισμοί αυτοί είναι σύμφωνοι προς την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, εφόσον δικαιολογούνται από την εύλογη σχέση αναλογικότητας, που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των χρησιμοποιουμένων μέσων και των επιδιωκόμενων σκοπών. Εντεύθεν παρέπεται ότι το Κράτος, όταν θεσπίζει το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, έχει την υποχρέωση να διαμορφώνει τις σχετικές διαδικασίες, που αφορούν τους τύπους και τις προθεσμίες του ενδίκου τούτου μέσου, κατά τρόπο σύμφωνα προς τις απορρέουσες από το εν λόγω άρθρο 6 εγγυήσεις. Έτσι, αν το εθνικό δίκαιο προβλέπει ότι ο υπάλληλος ενώπιον του οποίου ασκείται η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να υπογράφει τη συντασσόμενη έκθεση, που περιλαμβάνει τους λόγους αυτής, η ευθύνη και οι κυρώσεις για τη μη τήρηση του τύπου τούτου αφορούν τον υπάλληλο και όχι τον αναιρεσείοντα, ο οποίος άλλως υφίσταται δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματός του να προσφύγει στο αναιρετικό δικαστήριο (βλ. την από 27-5-2004 απόφαση του ΕΔΔΑ, επί της υποθέσεως Μπουλουγούρα κατά Ελλάδας). Κατ' ακολουθία, εφόσον η ΕΣΔΑ κατισχύει των εθνικών διατάξεων βάσει της ως άνω Συνταγματικής επιταγής, πρέπει οι προαναφερθείσες διατάξεις του ΚΠοινΔ να ερμηνευθούν σύμφωνα με τη Σύμβαση αυτή και έτσι να γίνει δεκτό ότι, εάν η έκθεση αναιρέσεως, (ή το επισυναπτόμενο σε αυτήν έγγραφο του αναιρεσείοντος που περιέχει τους αναιρετικούς λόγους), φέρει μεν την υπογραφή τούτου (αναιρεσείοντος) ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, αλλ' εκ παραδρομής, δεν υπογράφτηκε και από τον οικείο γραμματέα, ο αναιρεσείων δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί υπεύθυνος για την παράλειψη του τελευταίου. Διαφορετικά, υποβάλλεται σε ένα δυσανάλογο εμπόδιο στο δικαίωμα της προσβάσεως στον Άρειο Πάγο και υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Στην προκείμενη περίπτωση, η εισαγομένη προς κρίση αίτηση αναιρέσεως των καταδικασθέντων κατά της υπ' αριθμ. 949/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λασιθίου έχει ασκηθεί με δήλωση που περιλήφθηκε στην υπ' αριθμ.1/2008 έκθεση του γραμματέα Πλημμελειοδικών Λασιθίου, την οποίαν υπογράφει η δικηγόρος των Παρασκεή Φεζίκου, ως πληρεξουσία και παραστάσα δικηγόρος ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λασιθίου, αλλά όχι και ο γραμματέας, ο οποίος την πρωτοκόλλησε με τον ως άνω αύξοντα αριθμό (1/2008), στις 29-2-2008. Κατά τα διαλαμβανόμενα στην έκθεση αυτή, η αναίρεση ζητείται διότι το Δικαστήριο "εσφαλμένως εφήρμοσε το νόμο, όπως αναφέρονται στο επισυναπτόμενο έγγραφο αίτησης αναιρέσεως". Πράγματι, στην εν λόγω έκθεση αναιρέσεως είναι συνημμένο έγγραφο του αναιρεσείοντος με τον τίτλο "Αίτηση Αναιρέσεως", το οποίο υπογράφεται από την πληρεξούσια δικηγόρο και φέρει στην πρώτη και στο τέλος της τελευταίας σελίδας πράξη κατάθεσης με αριθμό 1 και ημερομηνία 29-2-2008, υπογραφόμενη από το γραμματέα του Δικαστηρίου, που σημαίνει ότι ταυτόχρονα με τη σύνταξη της εκθέσεως αναιρέσεως εγχειρίστηκε στον αρμόδιο γραμματέα και η επισυναπτόμενη αίτηση αναιρέσεως. Το έγγραφο αυτό, επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, να θεωρηθεί ότι αποτελεί μέρος της ένδικης εκθέσεως αναιρέσεως, η οποία, παρά την υφισταμένη ως άνω ατέλεια, έχει συνταγεί νομίμως, διότι άλλως οι αναιρεσείοντες θα υφίσταντο αδικαιολόγητο και μη οφειλόμενο σε πταίσμα τους περιορισμό του δικαιώματός τους να προσφύγουν στο παρόν Δικαστήριο.
Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως θεωρείται παραδεκτή, ενώ για το ορισμένο του λόγου αρκεί η παραπομπή στο ως άνω χωριστό έγγραφο, αφού γίνεται ειδικώς μνεία της παραπομπής αυτής στην κύρια έκθεση αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 1 εδ. α' του ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 2336/1995, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζόμενων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερόμενων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζόμενων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και με χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω 25% ούτε 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές, πρέπει να αποτιμώνται με τη σχετική απόφαση σε χρήμα. 'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ (ΟλΑΠ 1/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 949/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λασιθίου, καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, για την πράξη της καθυστέρησης αποδοχών σε εργαζόμενο (άρθρο μόνο του Ν. 690/1945, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 8 παρ. 1 Ν. 2336/1995), σε ποινή φυλάκισης δύο μηνών ο καθένας, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι "από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, τις καταθέσεις στο ακροατήριο των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν, την απολογία των κατηγορουμένων και απ' όλη τη συζήτηση της υπόθεσης το δικαστήριο πείστηκε οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την παραπάνω πράξη που τους αποδίδεται με το κατηγορητήριο, και συγκεκριμένα στον..... Λασιθίου, το χρονικό διάστημα από 11-7-2000 έως 7-2-2004, ως εργοδότες, αφού διατηρούσαν επιχείρηση διανομής γαλακτοκομικών προϊόντων, δεν κατέβαλαν εμπροθέσμως εις τον εγκαλούντα Ψ1, τον οποίο απασχολούσαν στην επιχείρησή τους ως οδηγό-διανομέα, τις οφειλόμενες αποδοχές και πάσης φύσεως χορηγίες, οι οποίες καθορίζονται από την σύμβαση εργασίας, ήτοι ποσού 180.000 δρχ το πρώτο έτος και 220.000 δρχ. το 2° έτος μηνιαίως. Συγκεκριμένα αν και απασχολούσαν τον παραπάνω εργαζόμενο δεν κατέβαλαν σ' αυτόν εμπροθέσμως τα οφειλόμενα ποσά που αντιστοιχούν στις εργασίες του 6 ημέρες την εβδομάδα και 8άωρο καθημερινά και 2-3 ώρες υπερωρίες από Νοέμβριο μέχρι και Φεβρουάριο και 4-6 ώρες υπερωρίες από Μάρτη μέχρι και Οκτώβρη κάθε χρόνο, καθώς και άδειες, επιδόματα αδείας, Δώρο Χριστουγέννων και Δώρο Πάσχα κάθε χρόνο, για το ως άνω χρονικό διάστημα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο "κήρυξε αυτούς ενόχους με ελαφρυντικό 84 2β' Π.Κ. του ότι στον...... Λασιθίου το χρονικό διάστημα από 11 -7-2000 έως 7-2-2004 ως εργοδότες, δεν κατέβαλαν εμπροθέσμως στον εγκαλούντα Ψ1, τον οποίο απασχολούσαν στην επιχείρησή τους ως οδηγό-διανομέα, τις οφειλόμενες αποδοχές και πάσης φύσεως χορηγίες, οι οποίες καθορίζονται από τη σύμβαση εργασίας ή την υπαλληλική σύμβαση ή τη συλλογική σύμβαση εργασίας ή τις Διοικητικές πράξεις ή το Νόμο ή έθιμο. Συγκεκριμένα, αν και απασχολούσαν τον παραπάνω εργαζόμενο δεν κατέβαλαν σ' αυτόν εμπροθέσμως τα οφειλόμενα ποσά που αντιστοιχούν στις εργασίες του 6 ημέρες την εβδομάδα και 8αωρο καθημερινά και 2-3 ώρες υπερωρίες από Νοέμβριο μέχρι και Φεβρουάριο και 4-6 ώρες υπερωρίες από Μάρτη μέχρι και Οκτώβρη κάθε χρόνο, καθώς και άδειες, επιδόματα αδείας, Δώρο Χριστουγέννων και Δώρο Πάσχα κάθε χρόνο".
Όμως, η κατά τα άνω, από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτουσα αιτιολογία είναι ελλειπής και ασαφής. Δεν περιλαμβάνονται τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά στην κατ' είδος αναφορά των αποδεικτικών μέσων και δεν προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζονται ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό τα καθυστερούμενα χρηματικά ποσά από κάθε αιτία, όπως αποδοχές, υπερωρίες, (δεν προσδιορίζονται σε συγκεκριμένες ώρες), άδειες, επιδόματα αδείας, δώρο Χριστουγέννων και Δώρο Πάσχα, πως καθορίζονται και πότε ήταν ληξιπρόθεσμα κάθε επί μέρους ποσά. Δεν διευκρινίζεται αν οι αναιρεσείοντες ετύγχαναν εργοδότες ή η εταιρεία με την επωνυμία ..... Ο.Ε.
Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμος. Ύστερα από όλα αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 949/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λασιθίου. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραδεκτή άσκηση ενδίκου μέσου αναιρέσεως κατ’ άρθρ. 6 παρ. 1 εδ. α’ της ΕΣΔΑ. Η έκθεση του ενδίκου μέσου στην οποία ο πληρεξούσιος δικηγόρος δηλώνει ότι ασκεί την αναίρεση ως παραστάς στη δίκη ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αποτελεί ενιαίο σύνολο με την επισυναπτόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία φέρει πράξη εγχειρίσεως και υπογραφή του γραμματέα στην αρχή και στο τέλος. Αναιρείται η καταδικαστική απόφαση για καθυστέρηση καταβολής αποδοχών εργαζομένου (ΑΝ 690/1945) για ελλιπή αιτιολογία, γιατί δεν αναφέρεται το ύψος των αποδοχών και των άλλων απολαβών του εργαζομένου, ουδέ γίνεται μνεία έστω κατ’ είδος των εγγράφων, ουδέ προκύπτει ότι αυτά ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Έγγραφα, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1805/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Ιουλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Μπανιώτη, περί αναιρέσεως της 221/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Δημήτριο Χανή. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 869/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2523/1997, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 3220/2004, "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών". Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία, κοινοπραξία, κοινωνία, ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπεύθυνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αξίας (παρ. 4). Ως προς την παραγραφή ο νόμος 2523/1997, με την παρ. 10 του άρθρου 21, όριζε αρχικά ότι "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση, και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου, έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν.2528/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν έχει προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσας προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδ. α ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσας προσφυγής κλπ και κατά τούτο εναρμονίζεται με την τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ. 2 εδ. α δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19, για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με το χρόνο τέλεσης, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 προστέθηκε στο άρθρο 21 παρ. 10 του ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, κατά το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενέργησε τον έλεγχο". Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση που δεν ήρθε να καλύψει κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέστηκαν προ της ισχύος, τη 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου, η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του ΠΚ, πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως, (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του ΠΚ, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται δε υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.
Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ. ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ (ΟλΑΠ 1/2005).
Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά λόγο αναίρεσης, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε ΚΠοινΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή εφαρμογή του νόμου.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 221/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου, αφού ζήτησε και πήρε το λόγο από την πλημμελειοδίκη, υπέβαλε την εξής ένσταση περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης, εκθέτοντας τα ακόλουθα? "Α) Με την παρ. 2 άρθρ. 40 του Ν. 3220/2004, προστέθηκε εδάφιο 3 στο άρθρο 21 παρ. 2 του Ν.2523/1997, το οποίο έχει ως εξής. "Ειδικά, όταν η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων που αφορούν ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, δεν ακολουθείται η διαδικασία του προηγούμενου εδαφίου, αλλά η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου και ζητείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υπόθεσης με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου". Β) Ο κ. Προϊστάμενος της Δ. Ο. Υ. Γιαννιτσών υπέβαλλε αρμοδίως στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Γιαννιτσών την με αρ. πρωτ. 11.284/26-10-2005 μηνυτήρια αναφορά του, σε βάρος μου, για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 19 και 21 του Ν. 2523/1997, επειδή δήθεν προέβην στην αξιόποινη πράξη της εκδόσεως των αναφερομένων στο ενυπάρχον στη δικογραφία από 5-6-2005 κατηγορητήριο του κ. Εισαγγελέα Πρωτοδικών Γιαννιτσών εικονικών τιμολογίων, συνολικού ποσού 377.939,18 ευρώ, ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "........ Ε. Π. Ε.", που είχε έδρα την ....., του Ν. Πέλλας. Η παραπάνω μηνυτήρια αναφορά κατατέθηκε την 26-10-2005 στην Εισαγγελία Γιαννιτσών και με βάση αυτήν ασκήθηκε σε βάρος μου ποινική δίωξη για παράβαση των παραπάνω άρθρων. Γ) Μετά ταύτα η ασκηθείσα σε βάρος μου, κατά τα ως άνω, ποινική δίωξη είναι απαράδεκτη, διότι κατά παράβαση του ως άνω εδαφίου 2 του άρθρου 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, η μηνυτήρια αναφορά αυτή σε βάρος μου, δεν υποβλήθηκε αρμοδίως, μέσα σε ένα (1) μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου (Α.Ε.Π.) του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.), ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Πρωτοδικείου", αλλά την 26-10-2005, ήτοι αμέσως μετά την ολοκλήρωση της από ...... έκθεσης ελέγχου του εφοριακού υπαλλήλου της Δ. Ο. Υ. Γιαννιτσών κ. ........ και την έκδοση της υπ' αρ...... απόφασης επιβολής προστίμου για έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων του κ. Προϊστάμενου της Δ. Ο. Υ. Γιαννιτσών, κατά της οποίας νόμιμα και εμπρόθεσμα άσκησα την ενυπάρχουσα στην δικογραφία από 24-11-2005 προσφυγή μου, με αίτημα διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, που απευθύνονταν στο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Βέροιας, η οποία διοικητική επίλυση δεν ορίσθηκε.
Συνεπώς, η ως άνω μηνυτήρια αναφορά, έπρεπε να υποβληθεί με βάση τα προλεχθέντα, μέσα σε ένα (1) μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου (Α.Ε.Π.) του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.), η οποία δεν ορίσθηκε και σε κάθε περίπτωση, με βάση το ότι η ως άνω προσφυγή μου κατατέθηκε στην αρμόδια Δ. Ο. Υ. Γιαννιτσών την 25-11-2005, μέσα σε ένα μήνα από την κατάθεση της προσφυγής μου, ήτοι μετά την 25-11-2005, πράγμα που δεν έγινε εν προκειμένω, κατά παράβαση της παραπάνω διάταξης. Και τούτο γιατί η τεθείσα με την παρ., αρθρ.40 του Ν.3220/2004 ρύθμιση του εδαφίου 3 του άρθρου 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, η οποία επιτάσσει την άμεση υποβολή της σχετικής μηνυτήριας αναφοράς σε βάρος του εκδότη εικονικών φορολογικών στοιχείων, δεν μπορούσε να ισχύσει εν προκειμένω, διότι είναι δυσμενέστερη για μένα της ισχύουσας κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης μου (Δεκέμβριος του 2000), ως άνω ρύθμισης του εδαφίου δ του άρθρου 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997. Δ) Μετά ταύτα και ενόψει του ότι η ως άνω μηνυτήρια σε βάρος μου αναφορά του κ. Προϊστάμενου της Δ. Ο. Υ. Γιαννιτσών για παράβαση του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997, στην οποία εδράζεται η σε βάρος μου ασκηθείσα ποινική δίωξη, δεν υποβλήθηκε σύμφωνα με όσα η ως άνω ρύθμιση του εδαφίου δ του άρθρου 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997ορίζει, η σε βάρος μου ασκηθείσα με βάση αυτήν ποινική δίωξη είναι απαράδεκτη για το λόγο αυτό και γι' αυτό θα πρέπει και ζητώ να παύσει οριστικά." Την ως άνω ένσταση περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως απέρριψε το Δικαστήριο ως αβάσιμη, με το πιο κάτω σκεπτικό. "Σύμφωνα με την παρ.2 άρθρ.40 του Ν.3220/2004, προστέθηκε το τελευταίο εδάφιο στο άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997 το οποίο έχει ως εξής: "Ειδικά, όταν η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων που αφορούν ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της, ή για μέρος αυτής υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, δεν ακολουθείται η διαδικασία του προηγούμενου εδαφίου, αλλά η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου και ζητείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υπόθεσης με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου". Επομένως, για το αδίκημα της έκδοσης εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων και της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, η δίωξη ασκείται με την υποβολή μηνυτήριας αναφοράς από την αρμόδια οικονομική υπηρεσία στον Εισαγγελέα, αφού παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, που ανέκυψε με βάση την απόφαση επιβολής προστίμου. Όταν όμως η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων ξεπερνά το ποσό των 150.000 ευρώ η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται άμεσα, χωρίς την τήρηση της προαναφερθείσας προϋπόθεσης.
Εν προκειμένω, η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων, που εξέδωσε ο κατηγορούμενος, ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στην .... εταιρίας με την επωνυμία "...... Ε. Π. Ε." ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 377.939,18 ευρώ, και επομένως η άμεσα υποβληθείσα σε βάρος του μηνυτήρια αναφορά του Προϊστάμενου της Δ.Ο.Υ. Γιαννιτσών για παράβαση του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997, στην οποία εδράζεται η σε βάρος του ασκηθείσα ποινική δίωξη, υποβλήθηκε νομότυπα και σύμφωνα με τις επιταγές της παρ.2 άρθρ.40 του Ν.3220/2004, με την οποία προστέθηκε το τελευταίο εδάφιο της παρ.2 του άρθρου 21 του Ν 2523/1997. Κατόπιν τούτου πρέπει να απορριφθεί η ένσταση περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης".
Στην προκείμενη περίπτωση η μηνυτήρια αναφορά, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υποβλήθηκε νομότυπα, σύμφωνα με τις επιταγές της παρ. 2 του άρθρ. 40 του Ν. 3220/2004, με την οποία προστέθηκε το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997, αφού η διάταξη αυτή ως δικονομικού δικαίου ήταν άμεσα εφαρμοστέα, γιατί η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων ανέρχεται σε 377.939,18 ευρώ. Η διάταξη του άρθρου 40 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, θεσπισθείσα από λόγους δημοσίου συμφέροντος, είναι δικονομική και ως τέτοια έχει αναδρομική δύναμη. Λόγω δε του χαρακτήρα της αυτού η ως άνω διάταξη, με την οποία δεν θεσπίζονται εγκλήματα ούτε επαυξάνονται ποινές προβλεπομένων ήδη εγκλημάτων, δεν προσκρούει στην από το άρθρο 7 παρ. 1 του Συντάγματος καθιερωμένη αρχή της μη αναδρομικότητας του ποινικού νόμου, ούτε στην κατ' άρθρο 2 του ΠΚ αρχή της αναδρομικότητας του ηπιότερου ποινικού νόμου, οι οποίες αφορούν στις ουσιαστικές και όχι στις δικονομικές ποινικές διατάξεις.
Για τους λόγους αυτούς είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι σχετικοί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ που υποστηρίζουν τα αντίθετα, ότι δηλαδή η μηνυτήρια αναφορά έπρεπε να υποβληθεί μέσα σε ένα (1) μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επιλύσεως της διαφοράς επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, η οποία δεν ορίστηκε, και σε κάθε περίπτωση με βάση το ότι η ως άνω προσφυγή του κατατέθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Γιαννιτσών την 25-11-2005, μέσα σε ένα μήνα από την κατάθεση της προσφυγής του, ήτοι μετά την 25-11-2005. Περαιτέρω, στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών, που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάστηκαν ένορκα στο ακροατήριο, αποδείχτηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι? "ο κατηγορούμενος είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρίας περιωρισμένης ευθύνης με την επωνυμία ".... ΕΠΕ" , που εδρεύει στην ....., του Ν. Πέλλας, και έχει αντικείμενο εργασιών την εισαγωγή, εξαγωγή και εμπορία δημητριακών και αγροτικών προϊόντων. Την 20-7-2000 και την 29-12-2000, ο κατηγορούμενος, ενεργών με την ως άνω ιδιότητά του εξέδωσε, κατά τη χρήση 2000, επτά (7) φορολογικά στοιχεία, ήτοι τα υπ' αριθμούς : α) ..., β) ...., γ) ...., δ) ....., ε) ....., στ) .... και ζ) .... τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, προς την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ΚΑΚΑΡΑΝΤΖΑΣ Α.Ε., για τη διαμεσολάβησή του για την προώθηση των πωλήσεων της τελευταίας, τα οποία ήταν εικονικά, ήτοι εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, συνολικής αξίας 128.782.775 δραχμών, ή 377.939,18 ευρώ, πλέον ΦΠΑ. Το γεγονός ότι πρόκειται για ανύπαρκτες συναλλαγές αποδεικνύεται από τα ακόλουθα: α) Για την έκδοση των ως άνω τιμολογίων δεν υπάρχει συμφωνητικό συνεργασίας κατατεθειμένο στην αρμόδια ΔΟΥ, από το οποίο να προκύπτουν οι όροι συνεργασίας των δύο εταιριών κατά τη μεσολάβηση πώλησης εκκοκκισμένου βάμβακος. β) Τα έξι (6) από τα επτά (7) προαναφερόμενα τιμολόγια εκδόθηκαν όλα την 29-12-2000, ήτοι στο τέλος της φορολογικής χρήσης, ενώ οι εξαγωγές εκκοκκισμένου βάμβακος γίνονται καθ' όλη την διάρκεια της χρήσης. γ) Στα ως άνω τιμολόγια αναφέρονται αόριστα, το ύψος της προμήθειας και τα κιλά βάμβακος, ενώ δεν αναγράφονται τα δελτία αποστολής και τα ονόματα των πελατών, για τους οποίους μεσολάβησε ο κατηγορούμενος, ως διαχειριστής της ως άνω εταιρίας, να πωλήσει ποσότητες βάμβακος και έλαβε την προμήθεια. Δ) Οι αναγραφόμενες στα ως άνω τιμολόγια προμήθειες ανά κιλό εκκοκισμένου βάμβακος είναι υπερβολικά υψηλές, ήτοι από 42 έως 49 δραχμές ανά κιλό, ενώ σε ομοειδείς επιχειρήσεις η προμήθεια δεν υπερβαίνει τις 2 με 3 δραχμές ανά κιλό. ε) Όλες οι πληρωμές έγιναν με πρόχειρες αποδείξεις της επιχείρησης Γ,ΚΑΚΑΡΑΝΤΖΑΣ Α.Ε. και με αποδείξεις είσπραξης της ..... ΕΠΕ, η οποία είναι η εκδότρια των τιμολογίων, ενώ δεν υπάρχει καμία πραγματική συναλλαγή μέσω τραπεζών. στ) Ενώ η επιχείρηση ΚΑΚΑΡΑΝΤΖΑΣ Α.Ε. έχει σύνολο πωλήσεων 3.019.906 κιλά, η προμήθεια που έλαβε η εταιρία του κατηγορουμένου αναφέρεται σε 3.826.810 κιλά βάμβακος. Επομένως, τα αναφερόμενα στο κατηγορητήριο τιμολόγια εκδόθηκαν, από την εταιρία της οποίας διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος είναι κατηγορούμενος, για ανύπαρκτες συναλλαγές, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος με την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας ...... ΕΠΕ δεν υπέβαλε για την εταιρία δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος για τα έτη 1998, 1999, 2000 και 2001, ούτε και περιοδικές εκκαθαριστικές δηλώσεις ΦΠΑ, με αποτέλεσμα να μην αποδοθεί το ΦΠΑ που αναλογούσε στις ως άνω ανύπαρκτες συναλλαγές και στα εκδοθέντα γι' αυτές τιμολόγια, ποσού 23.180.000 περίπου δραχμές, να μην καταβληθεί ο ανάλογος φόρος εισοδήματος, και να καταστεί δυσχερής ο φορολογικός έλεγχος της ως άνω επιχείρησης, ενώ η εταιρία ΚΑΚΑΡΑΝΤΖΑΣ Α.Ε. εμφάνισε δαπάνες, προκειμένου να μειώσει τις φορολογικές υποχρεώσεις της και εξέπεσε το ΦΠΑ. Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, όπως κατηγορείται". Ως προς την ένσταση της παραγραφής δέχτηκε ότι "ο χρόνος τέλεσης της πράξης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος είναι το έτος 2000, ενώ η ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο είναι η 17-10-2005. Επομένως, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν συντρέχει περίπτωση παραγραφής, αφού το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο την 21-6-2006 και συνεπώς, από την 17-10-2005, ημερομηνία θεώρησης του πορίσματος, μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η προταθείσα ένσταση παραγραφής". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο, με βάση τις παραπάνω παραδοχές, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της παραβάσεως του άρθρου 19 παρ. 1,3,4 του ν. 2523/1997, όπως ισχύει, κατ' εξακολούθηση, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, την οποία μετέτρεψε προς πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1,3, 4, Ν. 2523/1997 και 26 παρ.1α, 27 παρ. 1, 98 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, ως προς το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του προδιαληφθέντος εγκλήματος της εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων, ο οποίος περιλαμβάνει και τον ενδεχόμενο, δεν ήταν αναγκαία ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Δεν υπάρχει ουσιώδης αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού από την αναφορά στην αρχή του σκεπτικού της εκδόσεως στις .... εικονικού φορολογικού στοιχείου, αφού, ακολούθως γίνεται αναφορά για κατ' εξακολούθηση έγκλημα και αναφέρονται αναλυτικά τα επτά εικονικά τιμολόγια με αύξοντα αριθμό και ημεροχρονολογία εκδόσεως. Επιπλέον, γίνεται ειδική αναφορά στη συνολική αξία αυτών και παρατίθενται τα συγκεκριμένα περιστατικά με βάση τα οποία το δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα ως άνω τιμολόγια εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές και ως εκ τούτου είναι εικονικά.
Περαιτέρω, με αυτά που δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της πενταετούς παραγραφής των αξιοποίνων πράξεων της εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων, που είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρησης του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, ορθά δέχτηκε ότι "σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη δεν συντρέχει περίπτωση παραγραφής, αφού το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 21-6-2006 και συνεπώς, από την 17-10-2005, ημερομηνία θεώρησης του πορίσματος, δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας", δεδομένου ότι η παραδοχή αυτή είναι σύμφωνη με το άρθρο 2 παρ.8 του Ν. 2954/2001, με το οποίο προστέθηκε στο άρθρο 21 παρ. 10 του Ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, κατά το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενέργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέστηκαν προ της ισχύος, τη 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου, η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του ΠΚ, πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως, (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του ΠΚ, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, και το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (περ. ε). Δεν αρκεί καλή απλώς διαγωγή του υπαιτίου, αλλά απαιτείται καλή συμπεριφορά, με έκθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται για να κριθεί αν αφορά σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα. Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και το πιο πάνω αίτημα για την αναγνώριση ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, που προτείνεται κατ' άρθρο 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, αν ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι σαφής και ορισμένος και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για την πράξη που προαναφέρθηκε, στην πιο πάνω ποινή, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, ζήτησε την αναγνώριση σ' αυτόν της ελαφρυντικής περιστάσεως, με το εξής περιεχόμενο? "Από το χρόνο τέλεσης της πράξης, δηλαδή, τα τέλη Δεκεμβρίου 2000, μέχρι σήμερα, δηλαδή επί επτά και πλέον χρόνια, ο κατηγορούμενος δεν έδωσε κανένα άλλο δικαίωμα και διάγει έκτοτε έντιμο κοινωνικό και οικογενειακό βίο, ζώντας μόνιμα στην ....., του Ν. Πέλλας, με τη σύζυγό του .... και τον ανήλικο γιό του ...., εργαζόμενος ως μεσίτης αγροτικών προϊόντων και στο φούρνο της γυναίκας του στην ...... Ως εκ τούτου ζητείται να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε του ΠΚ". Με αυτό το περιεχόμενο, ο προταθείς ισχυρισμός για τη χορήγηση του ως άνω ελαφρυντικού είναι αόριστος, αφού δεν εκτίθενται επαρκή περιστατικά που να τον θεμελιώνουν. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι ο αναιρεσείων δεν έδωσε κανένα άλλο δικαίωμα, όπως ισχυρίζεται, αποτελεί αρνητικό περιστατικό, που από μόνο του δεν δικαιολογεί τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς την επίκληση και άλλων συγκεκριμένων (θετικών) περιστατικών σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση ε της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Το Δικαστήριο της ουσίας, επομένως, αιτιολογημένα απέρριψε, ως αόριστο, τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει αιτιολογημένα, λόγω της αοριστίας του. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, περί συνδρομής της πιο πάνω ελαφρυντικής περιστάσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 19 παρ. 1, 3, 4, του Ν. 2523/1997 και 26 παρ.1α, 27 παρ. 1, 98 παρ.1 του ΠΚ, αντιστοίχως, και υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν. Κατά το μέρος δε που με τις αιτιάσεις της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου είναι απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση τις παραδοχές αυτής και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 22 του ν. 3693/1957 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 2/14-4-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 221/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, που ορίζει σε διακόσια ενενήντα (290) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Φοροδιαφυγή. Η παρ. 8 του άρθρου 2 του Ν. 2954/2001, με το οποίο τροποποιήθηκε το καθεστώς της παραγραφής για του αδίκημα του άρθρ. 19 του Ν. 2523/1997, ώστε να αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο από την παλαιότερη ρύθμιση, αφού η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της ασκηθείσας προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ισχυρισμός περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως γιατί το συνολικό ποσό υπερβαίνει τις 150.000 ευρώ. Εξάλλου η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του Ν. 2523/1997, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 40 παρ. 2 του Ν. 3220/2004 είναι δικονομική και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1803/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαϊου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σφυρή, περί αναιρέσεως της 8075/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενη την Χ2. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 607/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξένησε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγικό αίτιο, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) Βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω κι αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς επανόρθωση της
ΙΙ.-'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.8.075/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα ακόλουθα περιστατικά που έχουν άμεση σχέση με την κατηγορία. "Οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, στην ...., στις 5-11-2001, με πρόθεση, ενεργώντας από κοινού, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων, ως αληθινών. Η απάτη, που διενήργησαν, κρίνεται ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Συγκεκριμένα, ο πρώτος κατ/νος Χ1 τηλεφώνησε κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, περί ώρα 14.00 μ.μ., στην Υποδιευθύντρια του Υποκαταστήματος της Τράπεζας Εργασίας Αγ. Παρασκευής, Γ1, παρέστησε, δε, σ' αυτή ότι είναι δήθεν ο μηνυτής Ψ1, πολιτικός μηχανικός και εργοδότης της δεύτερης κατ/νης Χ2 και ζήτησε από την ανωτέρω υπάλληλο της Τράπεζας τη μεταφορά συνολικού χρηματικού ποσού 7.000.000 δρχ. από τους αριθμ. .... και .... προσωπικούς λογαριασμούς του μηνυτή στον υπ' αριθμ. ..... λογαριασμό αγνώστου προσώπου επ' ονόματι "Ζ1". Η ανωτέρω υπάλληλος πεισθείσα στις παραστάσεις του εν λόγω κατ/νου, ο οποίος απέστειλε προς τούτο και δύο σχετικά "fax" με την ανωτέρω εντολή και αφού επιβεβαίωσε την ως άνω εντολή δήθεν του μηνυτή μέσω της υπαλλήλου αυτού δεύτερης κατ/νης Χ2, η οποία ερωτηθείσα σχετικά σε τηλεφωνική επικοινωνία με τη Γ1 και σε συνεργασία με τον ως άνω συγκατηγορούμενό της, έδωσε το υπ' αριθμ. ..... τηλεφωνικό νούμερο του συγκατηγορουμένου της Χ1, ως δήθεν τηλεφωνικό νούμερο του συγκατηγορουμένου της Χ1, ως δήθεν τηλεφωνικό νούμερο του εργοδότη της και μηνυτή, μέσω του οποίου η υπάλληλος Γ1 επιβεβαίωσε τηλεφωνικά την ανωτέρω εντολή μεταφοράς των 7.000.000 δρχ., επικοινωνώντας με τον πραγματικό κάτοχο του υπ' αριθμ. ..... κινητού τηλεφώνου πρώτο κατ/νο Χ1. Με τον τρόπο αυτό προέβη στην εκτέλεση αυτής, ενώ αν εγνώριζε την πραγματικότητα, ήτοι ότι ουδέποτε ο μηνυτής Ψ1 είχε δώσει την ανωτέρω εντολή μεταφοράς των χρημάτων του, δεν θα προέβαινε στην ενέργειά της να μεταφέρει το χρηματικό ποσό των 7.000.000 δρχ. στον υπ' αριθμ. ...... λογαριασμό αγνώστου προσώπου με φερόμενα ως στοιχεία ταυτότητας "Ζ1". Στη συνέχεια, οι ως άνω κατ/νοι, από κοινού ενεργώντας, προέβησαν και στην ανάληψη του ανωτέρω ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας ποσού, κατά το οποίο ωφελήθηκαν παράνομα στην περιουσία τους, με ισόποση βλάβη στην περιουσία του μηνυτή Ψ1... ". Περαιτέρω, αφού το δικαστήριο στο σκεπτικό του αναφέρεται εκτενώς στις μαρτυρικές καταθέσεις και τι εξ αυτών προέκυψε, καταλήγει "... Ο πρώτος κατηγορούμενος είχε και κατά το παρελθόν απασχολήσει επανειλημμένα τις δικαστικές και αστυνομικές αρχές με τη διάπραξη οικονομικών εγκλημάτων. Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να απορριφθούν τα αιτήματα των κατηγορουμένων για αναβολή της δίκης, όπως έχουν εκτεθεί ανωτέρω, δεδομένου ότι έχει σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση με τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα..." Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της απάτης από κοινού και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως δύο ετών την οποία μετέτρεψε. Με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε το Δικαστήριο στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος για το οποίο τον κήρυξε ένοχο, οι αποδείξεις που το θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ο τρόπος τέλεσης από τον αναιρεσείοντα και την συγκατηγορούμενη συζυγό του της πράξεως της απάτης, προσδιορίζεται δε το ύψος της ζημίας του μηνυτή και η αντίστοιχη ωφέλεια του κατηγορουμένου και της συνεργού του, την οποία το δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, θεωρεί ότι είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήταν αναγκαία η σύγκριση και αξιολογική στάθμιση των μαρτυρικών καταθέσεων και κατά τούτο είναι αβάσιμη η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος. Το αίτημα που υπέβαλαν οι συνήγοροι των κατηγορουμένων για αναβολή της δίκης προκειμένου α) να κληθεί και να καταθέσει ο παιδίατρος ...... περί της ασθενείας του τέκνου της κατηγορουμένης Χ2 β) να προσκομισθεί από την Τράπεζα Εργασίας η καρτέλα του πολιτικώς ενάγοντος και γ) να προσκομίσει ο πολιτικώς ενάγων τη σφραγίδα του, το δικαστήριο το απορρίπτει με επαρκή αιτιολογία στο σκεπτικό του και εξηγεί για ποιόν λόγο δεν κρίνεται επιβεβλημένη η αναβολή. Τέλος, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ότι την ημέρα του συμβάντος ήταν στην εργασία του στην ΕΥΔΑΠ, ότι την ίδια ημέρα η θυγατέρα του είχε ασθενήσει και περαιτέρω οι προβληματισμοί που διατυπώνει και ανάγονται στην μη τέλεση της πράξεως, υπό την επίφαση έλλειψης αιτιολογίας, συνιστούν άρνηση της κατηγορίας και πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου και εκ του λόγου αυτού είναι απαράδεκτοι.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'του Κ.Π.Δ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ελλειπή αιτιολογία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-3-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8.075/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλημμεληματική απάτη. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 1802/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννου Χρυσού -κωλυομένου του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου-, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου......., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Αθανασόπουλο, για αναίρεση της 286/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2008, αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 577/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι- Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, για την ύπαρξη δε τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου η κατά το άρθρο 178 ΚΠοινΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα, περιλαμβάνει δε ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο την πραγματογνωμοσύνη, η οποία όμως διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠοινΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Αντίθετα, η γνωμάτευση ή γνωμοδότηση που προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο από το άρθρο 178 ΚΠοινΔ αποδεικτικό μέσο, λαμβάνεται όμως υποχρεωτικά υπόψη και συνεκτιμάται ως απλό έγγραφο μαζί με τις λοιπές αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας που την εξέδωσε, για να στηρίξει την καταδικαστική κρίση του κατά του κατηγορουμένου για πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση και χρήση πλαστού εγγράφου, διέλαβε στο προοίμιο του σκεπτικού, ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά αποδείχθηκαν " από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία". Από τα πρακτικά όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι μεταξύ των άλλων εγγράφων αναγνώσθηκαν α) η από ..... έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του Υπαστυνόμου ... και β) η από ... έκθεση γραφολογικής και εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του Υπαστυνόμου ..... οι οποίες συντάχθηκαν στο Τμήμα Εργαστηρίων της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών κατά τη διάρκεια της προανάκρισης και μετά από παραγγελία του Α.Τ. Βόλου. Περί των εκθέσεων αυτών, που αποτελούν κατά την προαναφερόμενη διάταξη ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, δεν γίνει καμία μνεία, ούτε στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια στο κυρίως σκεπτικό, όπου παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, αλλά ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνάγεται ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν. Ενόψει αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην ως άνω κρίση του και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ. σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Μετά ταύτα, και για τους προεκτεθέντες λόγους, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ.286/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο παραπάνω δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία με χρήση κατ’ εξακολούθηση. Αναίρεση της απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας. Αναγνώσθηκαν εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης νομίμως διενεργηθείσης κατά το στάδιο της προανακρίσεως και το δικαστήριο δεν τις μνημονεύει μεταξύ των κατ΄ είδος αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του, αλλ’ ούτε από το όλο περιεχόμενο του σκεπτικού προκύπτει ότι εκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Πλαστογραφία, Πραγματογνωμοσύνη.
| 0
|
Αριθμός 1801/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Δαρμάρο, περί αναιρέσεως της 8910/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καραμανλή. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαρτίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 551/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις συνδυασμένες διατάξεις ων άρθρων 361, 362 και 363 ΠΚ συνάγεται ότι παθητικό υποκείμενο των εγκλημάτων της εξύβρισης, απλής και συκοφαντικής δυσφήμησης είναι, το υπό την έννοια του άρθρου 34 ΑΚ φυσικό πρόσωπο, το οποίο προσβάλλεται δια των στα άνω άρθρα αναφερομένων τρόπων στην τιμή και την υπόληψη αυτού, ήτοι στην κοινωνική και εν γένει ηθική του αξία τις οποίες εν όψει και των άρθρων 2 παρ 1, 20 παρ 1 και 25 παρ 1 του Συντάγματος δικαιούται τούτο να απολαύσει στην Κοινωνία από τους συνανθρώπους του και να αξιώσει απ' αυτούς. Εκ τούτου προκύπτει ότι τα νομικά πρόσωπα (αρθρ. 61 επ. ΑΚ) ή οι ομάδες φυσικών προσώπων που δεν αποτελούν κατά τον Νόμο νομική προσωπικότητα (αρθρ. 62 παρ 2 ΚΠΔ) δεν μπορούν να είναι υποκείμενα των εν λόγω εγκλημάτων, εκτός αν άλλως ορίζεται από τον Νόμο, ως το άρθρο 364 Π Κ που καθιερώνει συκοφαντική δυσφήμιση του Νομικού Προσώπου της Ανώνυμης Εταιρίας. Δεν αποκλείεται όμως η προσβολή της τιμής των μελών νομικών προσώπων δι' ομαδικού χαρακτηρισμού. Εφ' όσον σ' αυτόν είναι καταληπτά τα φυσικά πρόσωπα κατά των οποίων στρέφεται η υβριστική εν γένει εκδήλωση, γιατί στην περίπτωση αυτή η καταφρονητική συμπεριφορά του δράστη, με τη συνδρομή και των λοιπών στα άνω άρθρα του ΠΚ προϋποθέσεων, στρέφεται κατ' αυτών των φυσικών προσώπων που περιλαμβάνονται στην ομάδα ως ατόμων πλέον στην κοινωνία. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 367 ΠΚ προκύπτει ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξύβρισης και της δυσφήμησης εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης άλλου εκδήλωση γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος του δράστη ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με τον απαραίτητο όμως όρο ότι η εκδήλωση αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος μέτρο, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η προστασία τους με άλλο τρόπο και ότι ο δράστης κινήθηκε στην προσβλητική εκδήλωση αποκλειστικά προς το σκοπό αυτόν. Κατ' εξαίρεση, όμως, δεν αίρεται στις περιπτώσεις αυτές ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής (ή δυσφημιστικής) εκδήλωσης και παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, όταν συντρέχει περίπτωση συκοφαντικής δυσφήμησης, καθώς και όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που να κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής άλλου. Ο ειδικός αυτός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της εξυβριστικής συμπεριφοράς, όταν δεν ήταν πραγματικά αναγκαίος ο τρόπος αυτός για να αποδοθεί, όπως έπρεπε, αντικειμενικά το περιεχόμενο της σκέψης του δράστη για την προστασία του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του και που, ενώ αυτός (ο δράστης) το γνώριζε, ωστόσο τον χρησιμοποίησε για να προσβάλλει την τιμή του άλλου. Για το λόγο αυτό το δικαστήριο της ουσίας που δέχεται ότι από τον τρόπο εκδήλωσης της εξυβριστικής συμπεριφοράς προκύπτει η ύπαρξη ειδικού σκοπού εξύβρισης, πρέπει να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος αυτός δεν ήταν αναγκαίος για να εκφραστεί ο δράστης και γενικότερα για να προστατεύσει το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 8910/2007 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με σύμβαση η οποία καταρτίστηκε την .... μεταξύ της κατηγορουμένης η οποία εκπροσωπούσε την εταιρεία Π. Βαγιωνή Α.Ε. με τον διακριτικό τίτλο "fresh line" και της εταιρείας ...... Ο.Ε. η πρώτη ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύει την δεύτερη με προϊόντα παραγωγής της και ειδικότερα καλλυντικά με τον άνω διακριτικό τίτλο τα οποία θα πωλούσε από το επί της οδού κατάστημα των. Την 21-2-05 η δεύτερη με την υπό την αυτήν ημερομηνία κατήγγειλε την άνω σύμβαση με εξώδικη δήλωση που απέστειλε στην πρώτη. Παρά την ύπαρξη όμως της άνω καταγγελίας εκ μέρους της άνω εταιρείας η κατηγορουμένη εκπροσωπώντας την εταιρεία Α. Βαγιωνή ανάρτησε σε εμφανές σημείο του επί των οδών .... και ..... στην Κηφισιά Αττικής μία έγγραφη ανακοίνωση με την οποία ανακοίνωνε στο καταναλωτικό κοινό ότι "... η διοίκηση της FRESH LINE ΕΝΗΜΕΡΩΝΕΙ ΤΟ ΠΕΛΑΤΕΙΑΚΟ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟ ΟΤΙ Η ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΠΕΣΥΡΕ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΙΔΙΟΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ... ΚΑΙ ..... ΕΠΙΠΛΕΟΝ Η FRESH LINE ΕΧΕΙ ΚΑΛΕΣΕΙ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΝΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΠΟΥ ΚΑΝΟΥΝ ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΙΔΙΟΚΤΗΤΕΣ ΝΑ ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΣΟΥΝ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΜΕ ΠΑΡΕΜΦΕΡΕΙΣ ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ ΚΑΙ ΚΑΚΕΚΤΥΠΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ". Η ανακοίνωση όμως αυτή με το άνω περιεχόμενο ήταν ψευδής αφού η σύμβαση με την οποία παρεχόταν στην εταιρεία Α. Σιδέρη κλπ να χρησιμοποιεί τον τίτλο και τα σήματα της fresh line είχε ήδη καταγγελθεί από 21-2-05 και μάλιστα με πρωτοβουλία της τελευταίας με σχετική εξώδικη δήλωση που απέστειλε στην κατηγορουμένη ως εκπρόσωπο της συγκεκριμένης εταιρείας. Επίσης ουδεμία δικαστική ενέργεια υπήρχε σε εξέλιξη εκ μέρους της συγκεκριμένης εταιρείας εναντίον εκείνης που εκπροσωπούσε η πολιτικώς ενάγουσα με αντικείμενο την παρεμπόδιση των να πωλούν παρόμοια προϊόντα. Τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα η κατηγορουμένη γνώριζε ότι ήταν ψευδή αφού λόγω της θέσεως της ως εκπροσώπου της εταιρείας Α. Βαγιωνή Α.Ε. ήταν εκείνη που είχε παραλάβει την εξώδικη δήλωση με την οποία η εταιρεία της πολιτικώς ενάγουσας κατήγγειλε την μεταξύ των σύμβαση αλλά ακριβώς λόγω της ιδιότητας της αυτής γνώριζε ότι ουδεμία δικαστική ενέργεια είχε κινηθεί σε βάρος αυτής (πολιτικώς ενάγουσας) με αντικείμενο εκείνο που ανέφερε στην ανακοίνωση που ανήρτησε στο κατάστημα της στην Κηφισσιά και με την οποία είχε ως σκοπό να μειώσει την τιμή και υπόληψη της ενάγουσας η οποία συνέχιζε την εμπορία παρεμφερών προϊόντων με εκείνα που παρήγαγε η εταιρεία της και έτσι πλήξει την επιχειρηματική της αυτή δραστηριότητα. Η ανακοίνωση αυτή περιήλθε σε γνώση μεγάλου αριθμού πελατών οι οποίοι πέρασαν από το κατάστημα της κατηγορουμένης στην Κηφισσιά και μάλιστα παρέμεινε αναρτημένη για αρκετό χρονικό διάστημα έτσι ώστε να λάβουν γνώση του περιεχομένου του όλοι οι πελάτες που διήλθαν το χρονικό αυτό διάστημα. Βέβαια η κατηγορουμένη υποστήριξε ότι δεν είχε σκοπό να βλάψει την τιμή και υπόληψη της πολιτικώς ενάγουσας ούτε άλλωστε θα μπορούσε αφού το καταναλωτικό κοινό της Κηφισσιάς με εκείνο της .... είναι τελείως διαφορετικό έτσι ώστε το δεύτερο να μη λάβει γνώση της ανακοίνωσης που έγινε στο πρώτο. Ο ισχυρισμός της όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι το καταναλωτικό κοινό δεν είναι στάσιμο ώστε οι κάτοικοι της Κηφισσιάς να κινούνται μόνο στην περιοχή της κατοικίας τους ούτε εκείνοι της .... στο χώρο πέριξ της άνω περιοχής. Εξάλλου στην περίπτωση που ίσχυε το ανωτέρω δεν θα υπήρχε λόγος εκ μέρους της να αναρτήσει την συγκεκριμένη ανακοίνωση στο κατάστημα της Κηφισσιάς όπως έκανε με πρόθεση να μειώσει την τιμή και υπόληψη της.
Συνεπώς θα πρέπει αυτή να κηρυχθεί ένοχη για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας κατ' εξακολούθηση αφού αποδείχθηκε ότι και το περιεχόμενο της ανακοινώσεως περιείχε ψευδή γεγονότα των οποίων αυτή γνώριζε το ψεύδος και είχε ως σκοπό να μειώσει την τιμή και υπόληψη της πολιτικώς ενάγουσας και εντεύθεν μειώσει την επιχειρηματική δραστηριότητα που αυτή ασκούσε από το κατάστημα της οδού ..... Αντίθετα όσα αυτή (κατηγορουμένη) περιέλαβε σε σχετική ανακοίνωση της στο περιοδικό ότι δηλαδή υπάρχουν ορισμένα καταστήματα του δικτύου τα οποία μετά την διακοπή της συνεργασίας των με την εταιρεία που εκπροσωπεί πωλούν καλλυντικά τα οποία τοποθετούν στο ψυγείο για να μπορούν να τα εμφανίζουν ως φρέσκα ενώ έχουν χημικά συντηρητικά αποδείχθηκε ότι αυτό ήταν αληθές αφού τα προϊόντα και κυρίως τα σαπούνια που διατίθεντο από το κατάστημα της πολιτικώς ενάγουσας δεν ήταν φυτικά όπως προέκυψε από τις χημικές αναλύσεις τις οποίες ή ίδια η κατηγορουμένη επιμελήθηκε ώστε να μπορεί να διαφημίζονται αυτά ως φρέσκα. Ο τρόπος όμως του όλου δημοσιεύματος παρά το ότι το περιεχόμενο του ήταν αληθές δείχνει την πρόθεση της κατηγορουμένης, η οποία ήταν και η συντάκτρια του, να εξυβρίσει την εγκαλούσα μειώνοντας την τιμή και υπόληψη της. Συντρέχει δηλαδή περίπτωση εξυβρίσεως της κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου η οποία όμως άδικη πράξη λόγω του χρόνου τελέσεως της πρέπει κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρ. 31 ν. 3346/05 να παύσει υφ'όρον η σε βάρος της ποινική δίωξη κατά τα ειδικότερο στο διατακτικό αναφερόμενα. Αθώα τέλος πρέπει να κηρυχθεί η δεύτερη των κατηγορουμένων αφού δεν προέκυψε οποιαδήποτε συμμετοχή της στην τέλεση των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται. Και τούτο διότι την μεν ανακοίνωση ανήρτησε η πρώτη όπως παραδέχθηκε απολογούμενη και μάλιστα χωρίς να γνωστοποιήσει την πρόθεση της για την ανάρτηση αυτή ή να ζητήσει την έγκριση της. Με βάση όλα τα ανωτέρω θα πρέπει η πρώτη των κατηγορουμένων να κηρυχθεί ένοχη κατά τα στο διατακτικό αναφερόμενα της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση σε βάρος των μελών της εταιρείας της πολιτικώς ενάγουσας, κηρυχθεί αθώα η δεύτερη της ίδιας άνω πράξεως ενώ παύσει η σε βάρος της πρώτης ποινική δίωξη υφ'όρον για την πράξη της εξύβρισης η οποία κατά μετατροπή της κατηγορίας της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου αποδείχθηκε ότι τέλεσε αυτή. Αναγνωριστεί δε σε βάρος της άνω κατηγορουμένης η ελαφρυντική περίσταση της παρ. 2α του άρθρ. 84 ΠΚ αφού μέχρι την τέλεση της άνω άδικης πράξης διήγε έντιμο ατομικό οικογενειακό και γενικά κοινωνικό βίο". Με τις παραδοχές και σκέψεις αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχη την πρώτη κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα 1) για συκοφαντική δυσφήμηση και 2) αφού μετέτρεψε την κατηγορία από συκοφαντική δια του τύπου δυσφήμηση σε εξύβριση δια του τύπου έπαυσε υφ'όρον την ποινική δίωξη κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 31 του ν. 3346/2005.
Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Εφετείο, που δίκασε, δεν διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλ' ούτε και στο διατακτικό της, που παραδεκτώς το συμπληρώνει, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού 1) ως προς την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, ενώ δέχεται ότι η επίδικη προσβλητική εκδήλωση ήταν μία αναρτημένη έγγραφη ανακοίνωση στην οποία αναγραφόταν ότι "..η διοίκηση της FRESH LINE ΕΝΗΜΕΡΩΝΕΙ ΤΟ ΠΕΛΑΤΕΙΑΚΟ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟ ΟΤΙ Η ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΠΕΣΥΡΕ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΙΔΙΟΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ... ΚΑΙ .... ΕΠΙ ΠΛΕΟΝ Η FRESH LINE ΕΧΕΙ ΚΑΛΕΣΕΙ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΝΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΠΟΥ ΚΑΝΟΥΝ ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΙΔΙΟΚΤΗΤΕΣ ΝΑ ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΣΟΥΝ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΜΕ ΠΑΡΕΜΦΕΡΕΙΣ ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ ΚΑΙ ΚΑΚΕΚΤΥΠΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ" δεν παραθέτει πραγματικό περιστατικό, από το οποίο να προκύπτει, ότι από αυτό καθεαυτό το ανωτέρω κείμενο, στο οποίο αναγράφεται η διεύθυνση "....." ταυτοποιείται και εξατομικεύεται κατά λογική και αντικειμενική κρίση η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...... Ο.Ε." και πολύ περισσότερο η εκ των ομορρύθμων εταίρων Ψ1 η οποία υπέβαλε την έγκληση, και 2) ως προς την πράξη της εξυβρίσεως, δεν παραθέτει πραγματικό περιστατικό από το οποίο προκύπτει ότι με το επίδικο άρθρο στο οποίο γίνεται λόγος για "κάποια καταστήματα του δικτύου" ήταν αντικειμενικά εφικτό και, in concreto, κατέστη δυνατή και με ποιο τρόπο η εξατομίκευση του φυσικού προσώπου της εγκαλούσας ούτε περαιτέρω εκθέτει ποιες λέξεις ή εκφράσεις του κειμένου της έκρινε, ότι υπερέβαιναν το αναγκαίο μέτρο, ούτε τέλος ποιες λέξεις ή εκφράσεις, αντί εκείνων που χρησιμοποίησε στο επίδικο κείμενο, μπορούσε αυτή να χρησιμοποιήσει για να διατυπώσει τη σκέψη της.
Είναι συνεπώς βάσιμος ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ και πρέπει κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένης (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 8910/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών .
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του, στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έλλειψη αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για συκοφαντική δυσφήμηση και εξύβριση. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Δυσφήμηση συκοφαντική, Εξύβριση.
| 0
|
Αριθμός 1800/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή, Βιολέττα Κυτέα, Ελευθέριο Μάλλιο (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Παναγιωτάτο, για αναίρεση της 217/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Απριλίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 734/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Υπέρβαση εξουσίας, που συνιστά τον κατά τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ. Η ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδίως όταν: α) το δικαστήριο αποφάσισε για υπόθεση που δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία του και β) έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που υπάγεται σύμφωνα με ρητή διάταξη του νόμου στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων . Στην προκειμένη περίπτωση ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως όπως αυτός εκτιμάται, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 217/2007 απόφαση με την οποία αυτή κηρύχθηκε ένοχη για υπεξαίρεση στην υπηρεσία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, και καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο ετών μετατραπείσα προς πέντε (5) ευρώ την ημέρα, υπερέβη την εξουσία του, γιατί αυτό το ίδιο έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα, υπαγόμενο στα πολιτικά δικαστήρια, κρίνοντας ότι αυτή ως επί του πλειστηριασμού υπάλληλος κατεκράτησε παράνομα από το εκπλειστηρίασμα με πρόθεση ιδιοποιήσεως ποσό 4.707000 δραχμών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 60 και 61 του ΚΠΔ το ποινικό δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάζει παρεμπιπτόντως κάθε ζήτημα που έχει σχέση με την ποινική δίκη, ακόμη και όταν υπάγεται στα πολιτικά δικαστήρια, με εξαίρεση τα αναφερόμενα στα άρθρα 329, 339 παρ.3 και 355 του ΠΚ ζητήματα, περί των οποίων δεν πρόκειται εν προκειμένω. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για την πληρότητα του από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠοινΔ λόγου αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει, αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της απόφασης στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, ενώ, αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά προβάλλεται ότι αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται με την αναίρεση επί πλέον, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες της σε σχέση με τις παραδοχές της, ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 2/2002, Ολ. ΑΠ 19/2001). Περαιτέρω, απαράδεκτος είναι και ο λόγος αναίρεσης στο μέτρο που με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου αφού αυτός δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ λόγων αναίρεσης κατά αποφάσεων. 2.- Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Συνίσταται δε ο λόγος αυτός όπως κατά πιστή μεταφορά αναφέρεται στην αίτηση ότι: "περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες και διατακτικό και αποδίδει τετραπλάσια των αιτηθέντων κατά την δίκη εις τον καθού, καταστήσασα εαυτήν παντελώς άκυρον .Ούτως: 12η σελίς αποφάσεως .Καίτοι εδόθη υπόμνημα δια την λογιστική δίκη, το οποίο ουδέ καν ανεγνώσθη και αναφέρεται ότι ανεγνώσθη, αναφέρεται ότι από 18.12.2001 μέχρι 12-2-2002 παράνομα ... παρακρατούσε 4.707000 δρχ. και μετά την είσπραξη τραπεζικής επιταγής 3.655.000 δρχ.(πόθεν ηρύσθη τούτο) απέμεινε υπόλοιπο 1.0520.000 δρχ. Τοιαύτη επιταγή δεν υπήρξε ούτε και εκ της ανακριτικής και ακροαματικής διαδικασίας προέκυψε τοιούτο τι ούτε και εις την πράξιν όταν υπάρχουν αντιρρήσεις επί του πίνακος τηρείται το άρθρο (980 Κ.Πολ.Δ.) το οποίο επικαλείται το Δικαστήριο για να μου αποδώσει δολίαν προαίρεση προς ιδιοποίηαση για να καταλήξει εις το Δια τους λόγους αυτούς .....Εις τον καθού δεν οφείλω ούτε δραχμή, καίτοι για να αποδείξω την αθωότητά μου εδαπάνησα πλείονα των υπό του ιδίου επικαλουμένων ως οφειλομένων εις αυτόν 1.050.000 δρχ. σελίς 5 της αποφάσεως που περιέχει εις την κατάθεσίν του. Μυθική απόφασις και με αντιφατικές αιτιολογίες και αυθαίρετες ". Με αυτό όμως το περιεχόμενο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, και ο παραπάνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει στην αίτησή της τις αποδιδόμενες στην πληττόμενη απόφαση πλημμέλειες και τις κατ' αυτής αιτιάσεις, περιοριζόμενη μόνο σε αιτιάσεις περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα, που έγιναν δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, πλήττοντας έτσι την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, καθ' όσον αφορά τον λόγο αυτό δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο από ποιες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει η έλλειψη αιτιολογίας και σε τι συνίσταται ακριβώς η έλλειψη αυτή. Συγκεκριμένα, δεν προσδιορίζεται ούτε ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες της και ποια πραγματικά περιστατικά, από εκείνα που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία αντικειμένου ιδαίτερα μεγάλης αξίας για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, και ενδιαφέρουν εν προκειμένω, δεν περιλαμβάνονται στην αιτιολογία της απόφασης, ούτε ποια αποδεικτικά μέσα δεν έλαβε υπόψη του ή δεν εκτίμησε το Δικαστήριο της ουσίας. Μετά από αυτά αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ. 1) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5ης Απριλίου 2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της 217/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει λόγο αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας. Αόριστος λόγος για έλλειψη αιτιολογίας. Απορρίπτει.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Υπέρβαση εξουσίας.
| 0
|
Αριθμός 1799/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του με αριθμό 1.475/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1686/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 230/6.5.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, κατ'άρθρ. 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την υπ' αριθ. 188/10-9-2007 αίτηση αναίρεσης του Χ1, κατά του υπ'αριθ. 1475/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως ησκήθη νομοτύπως και εμπροθέσμως από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο, δυνάμει της από 7-9-2007 εξουσιοδοτήσεως προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπυρίδωνα Μπακρώζη και κατά βουλεύματος υποκειμένου εις αναίρεσιν, σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1α Κ.Π.Δ., με δήλωση του αναιρεσείοντος στον αρμόδιο γραμματέα του Εφετείου Αθηνών για την οποία συνετάχθη η προδιαληφθείσα έκθεσις, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επεδόθη εις τον αναιρεσείοντα την 26-9-2007 και επομένως είναι τυπικά δεκτή. Με την υπό κρίσιν αίτησιν αναιρέσεως προβάλλονται ως λόγοι της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
ΙΙ) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθ. 3489/2006 βούλευμά του παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων) για να δικασθεί για την πράξιν της υπεξαίρεσης κατ'εξακολούθησιν, αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί εις τον υπαίτιον, λόγω της ιδιότητός του ως διαχειριστού ξένης περιουσίας. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ησκήθη έφεσις υπό του κατηγορουμένου επί της οποίας εξεδόθη το προσβαλλόμενο υπ'αριθ. 1475/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών δια του οποίου απερρίφθη κατ'ουσίαν η παραπάνω έφεσίς του αφού παραδεκτώς ανεδιετυπώθη το διατακτικόν του πρωτοδίκου ως άνω βουλεύματος δια της προσθήκης της επιβαρυντικής περίπτωσις του ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε, εκτός από την ιδιότητά του ως διαχειριστού ξένης περιουσίας και επί πλέον ως εντολοδόχος της εγκαλούσης εταιρίας και παράλληλα επεκυρώθη ως προς τις λοιπές διατάξεις του.
ΙΙΙ) 'Ελλειψις της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ., προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν εις το βούλευμα του Συμβουλίου δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικώς με την αποδιδόμενη εις τον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και αι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις δια την παραπομπή του κατηγορουμένου εις το ακροατήριο (Α.Π. 572/2005 Ποιν.Λογ. 2005 σελ. 521, Α.Π. 385/2006 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ' σελ. 902). Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τί προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλ'αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπ'όψιν του και αξιολόγησε το Συμβούλιο (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), χωρίς να απαιτείται αναλυτικά παράθεσή τους και να μνημονεύεται τι προέκυψε από το κάθε ένα. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ'αυτή από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη, στην διάταξη που εφηρμόσθη. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά λόγο αναίρεσης, κατ'άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ., υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώραν εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν, κατά την κρίσιν του Συμβουλίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού του βουλεύματος ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. IV) Κατά την έννοια του άρθρ. 375 παρ. 1 Π.Κ. για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου, ολικά ή μερικά, κινητού πράγματος, που έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη. Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με τον δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα. Τέτοια περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα τα οποία εισπράττει, με βάση σχετική συμφωνία ο ασφαλιστικός πράκτορας ως ασφάλιστρα για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης από τις ασφαλιστικές συμβάσεις, που έχει συνάψει, με την υποχρέωση να τα αποδώσει σε ορισμένο συμφωνημένο χρόνο ή όταν του ζητηθούν από την ασφαλιστική επιχείρηση. Η ιδιοποίηση του ξένου κινητού πράγματος θεωρείται παράνομη όταν γίνεται χωρίς συναίνεση του ιδιοκτήτη ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το ιδιοποιείται χωρίς δικαίωμα που αναγνωρίζεται από τον νόμο και με δόλια προαίρεση να το κάνει δικό του. Κατά την παράγρ. 2 του ίδιου άρθρ., όπως ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο μετά την αντικατάσταση της με το άρθρ. 1 παρ. 9 ν. 2408/96, η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών εάν το αντικείμενον αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και έχει εμπιστευθεί τούτο εις τον δράστη λόγω ανάγκης ή λόγω μιάς από τις περιοριστικώς αναφερόμενες ιδιότητες του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του εντολοδόχου και του διαχειριστού ξένης περιουσίας. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαιρέσεως την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας πρέπει να ενεργεί διαχείρηση, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές πράξεις, αλλά νομικές με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, με δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού. Την εξουσία αυτή μπορεί να έλκει είτε από τον νόμο είτε από σύμβαση. Για να έχουμε δε κακουργηματική υπεξαίρεση, λόγω της ιδιότητος του υπαιτίου, ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει το ιδιοποιούμενο απ'αυτό παρανόμως πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να περιέλθει στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητός του αυτής. Περαιτέρω κατά το άρθρ. 2 παρ. 1 ν. 1569/1985, ως αντικατεστάθη με το άρθρ. 11 παρ. 2 ν. 2170/1993, ο ασφαλιστικός πράκτορας που έχει ως αποκλειστικό έργο την ανάληψη με σύμβαση έναντι προμήθειας, ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μιάς ή περισσοτέρων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, παρουσιάζει, προτείνει, προπαρασκευάζει ή συνάπτει ο ίδιος ή δια μέσου άλλων διαμεσολαβούντων για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης, ασφαλιστικές συμβάσεις. Κατά δε το άρθρ. 4 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου νόμου, όπου η ασφαλιστική επιχείρηση χαρακτηρίζεται στην πρακτοριακή σύμβαση ως εντολέας, τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και αρμοδιότητες των ασφαλιστικών πρακτόρων καθορίζονται με έγγραφη σύμβαση ανάμεσα τον ασφαλιστικό πράκτορα και την ασφαλιστική επιχείρηση που προτίθεται να πρακτορεύει. Μεταξύ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που ρυθμίζονται με την σύμβαση αυτή μπορεί να είναι και η είσπραξη ή μη από τον ασφαλιστικό πράκτορα των ασφαλίστρων για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης, καθώς και ο καθορισμός του τρόπου και του χρόνου απόδοσης των ασφαλίστρων στην ασφαλιστική επιχείρηση, οπότε, με βάση την προαναφερθείσα σύμβαση και τις διατάξεις των άρθρ. 90 επ. Εμπρ. Νόμου, 713 Α.Κ. και 3 ΕισΝΑΚ ο ασφαλιστικός πράκτορας, ως προς την είσπραξη των ασφαλίστρων για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης και την απόδοση αυτών σ'αυτήν, επέχει έναντι της εντολίδας του επιχείρησης θέση εντολοδόχου. Και ναι μεν κατά το άρθρ. 3 παρ. 1 του π.δ. 298/1986 ορίζεται ότι τα ασφάλιστρα που εισπράττει ο ασφαλιστικός πράκτορας θεωρούνται παρακαταθήκη και ευθύνεται αυτός ως θεματοφύλακας, πλην όμως η πρόσθετη αυτή ευθύνη του ασφαλιστικού πράκτορα κατά τον χρόνο που έχει στην κατοχή του τα ασφάλιστρα που εισέπραξε για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης, δεν αναιρεί την ιδιότητα αυτού ως εντολοδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας ως προς την είσπραξη για λογαριασμό αυτής και την απόδοση από αυτόν των ασφαλίστρων, αφού τέτοια υποχρέωση ως θεματοφύλακα μπορεί να συμφωνηθεί επιπρόσθετα και επί κοινής εντολής ως μέρος της κύριας υποχρέωσης του εντολοδόχου (Α.Π. 2383/2004 Ποιν.Χρ. ΝΕ' σελ. 816, Α.Π. 1600/2004 Ποιν.Χρ. ΝΕ' σελ. 645, Α.Π. 769/2005 Ποιν.Χρ. ΝΕ' σελ. 1024). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, εδέχθη ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατ'είδος αναφέρονται, προέκυψαν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα περιστατικά: Την .... στην Αθήνα κατηρτίσθη σύμβαση ασφαλιστικής πρακτορείας μεταξύ της μηνύτριας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" και της υπό του κατηγορουμένου εκπροσωπουμένης μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "....... Ε.Π.Ε.". Με αυτή συνεφωνήθη, ότι ο κατηγορούμενος, ως ασφαλιστικός πράκτορας, αναλαμβάνει την υποχρέωση μεσολάβησης μεταξύ της εταιρίας (Μηνυτρίας) και του κοινού για την σύναψη ασφαλίσεων στην περιοχή Αττικής με κωδικό .... εις όλους τους κλάδους ασφαλίσεων, σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης, τις οδηγίες και εντολές της εταιρίας, τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας και τα εκάστοτε τιμολόγια ασφαλίσεων (άρθρ. 1). Ο πράκτορας (κατηγορούμενος) ενεργεί ατομικά και είναι προσωπικά υπεύθυνος για τις πράξεις των συνεργατών του, ότι δεν δικαιούται να δεσμεύει την εταιρία χωρίς έγγραφη συναίνεση ή εξουσιοδότησή της και ότι η εταιρία δεν φέρει καμία ευθύνη έναντι των συνεργατών του ή για πράξεις αυτών (άρθρ. 2). Επίσης ο πράκτορας οφείλει να παραλαμβάνει και να διαβιβάζει στην εταιρία τις αιτήσεις (προτάσεις) των ενδιαφερομένων για ασφάλιση, αφού προηγουμένως ελέγξει την συναλλακτική συμπεριφορά και την φερεγγυότητά τους. Ότι τα ασφαλιστήρια συμβόλαια και οι πρόσθετες πράξεις ασφάλισης όλων των κλάδων εκδίδονται και υπογράφονται αποκλειστικά από την εταιρία και μόνο με δική της έγγραφη εντολή μπορούν να εκδοθούν και να προσυπογραφούν από τον πράκτορα. Ο πράκτορας μπορεί να αποδέχεται ειδικά και μόνο απλές καλύψεις Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτων για σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες τρίτων μέχρι τα εκάστοτε ελάχιστα όρια υποχρεωτικής ασφάλισης. Επί πλέον είχε τη δυνατότητα, βάσει των εκάστοτε εκχωρήσεων της εταιρίας, να αποδέχεται και λοιπές προαιρετικές καλύψεις του κλάδου αυτοκινήτων μετά από έλεγχο κάθε περίπτωσης. Για δε τους λοιπούς κλάδους ασφάλισης ο πράκτορας δεν δικαιούται να αποδέχεται κινδύνους, χωρίς προηγούμενη συναίνεση της εταιρίας πριν από την έκδοση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (άρθρ. 3). Ο πράκτορας φροντίζει για την είσπραξη των ασφαλίστρων της παραγωγής του. Τα δε εισπραττόμενα από αυτόν ασφάλιστρα ανήκουν στην κυριότητα της εταιρίας και θεωρούνται παρακαταθήκη, ενώ ο ίδιος ευθύνεται ως θεματοφύλακας. Οφείλει δε να αποδίδει "αμελητί" στην εταιρία κάθε εισπραττόμενο ασφάλιστρο εντός δύο (2) μηνών από το τέλος του μήνα χρέωσης και να καταβάλει το σύνολο των μικτών ασφαλίστρων του μηνός χρέωσης, χωρίς να δικαιούται να παρακρατήσει ή να συμψηφίσει προμήθειες με τα καταβαλλόμενα ασφάλιστρα. Ακολούθως η εταιρία οφείλει να πιστώνει τον πράκτορα με τις προμήθειες που αναλογούν στα αποδιδόμενα ασφάλιστρα και με τα ποσά που αυτός κατέβαλε για λογαριασμό της εις το πλαίσιο της συμβατικής του διαχείρισης. Επίσης ο πράκτορας αποδίδει στην εταιρία αναλυτικό λογαριασμό εισπραχθέντων ασφαλίστρων κάθε διμήνου εντός του πρώτου δεκαημέρου του επόμενου διμήνου. Εάν δε τα ασφάλιστρα δεν έχουν αποδοθεί μέχρι να λήξει ο μήνας του αποδοτέου αναλυτικού λογαριασμού, οι σχετικές απαιτήσεις της εταιρίας θεωρούνται από τότε ληξιπρόθεσμες και δικαιούται αυτή να καταγγείλει αμέσως και αζημίως την σύμβαση (άρθρ. 4). Επί πλέον ο πράκτορας υποχρεούται να αποστέλλει στην εταιρία για ακύρωση, εντός δύο μηνών από την παραλαβή τους, τα ασφαλιστήρια που δεν έχουν παραληφθεί από τους ασφαλιζόμενους ή τα ασφαλιστήρια για τα οποία δεν εισεπράχθησαν ασφάλιστρα, συνοδευόμενα από τις οικείες αποδείξεις ασφαλίστρων και από επιστολή του πράκτορα που βεβαιώνει τους λόγους μη είσπραξης των ασφαλίστρων (άρθρ. 5). Τέλος εις το άρθρο 6 ορίζεται ότι η προμήθεια του πράκτορα υπολογίζεται σε ποσοστά επί των καθαρών ασφαλίστρων για τα συμβόλαια που υπογράφονται με την μεσολάβησή του βάσει πίνακα προμηθειών που έχει επισυναφθεί στην σύμβαση πρακτορείας και καταβάλλεται μετά την είσπραξη των ασφαλίστρων. Η σύμβαση λειτούργησε, από την σύναψη της (19-11-99), μέχρι την λύση της (22-12-2000), με καταγγελία της μηνύτριας, που έγινε με την από 21-12-2000 εξώδικη δήλωση της, η οποία επεδόθη στον κατηγορούμενο και αφού προηγήθη την 1-12-2000 επίδοση προς αυτόν της από 28-11-2000 εξώδικης δήλωσης-πρόσκλησης-διαμαρτυρίας αυτής, με την οποία ζητούσε την άμεση καταβολή μη αποδοθέντων μέχρι 31-9-2000 ασφαλίστρων, συνολικού ποσού 91.302.000 δρχ, επιφυλασσόμενη ρητά για επί πλέον ποσά που θα προέκυπταν από την πλήρη εκκαθάριση του σχετικού λογαριασμού. 'Ετσι κατά την διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, σύμφωνα με τις μηχανογραφημένες καταστάσεις ανεισπράκτων (για την μηνύτρια) ασφαλίστρων, κατά το υπό κρίσιν χρονικό διάστημα από 19-11-1999 μέχρι 22-12-2000, ο κατηγορούμενος εισέπραξε από ασφάλιστρα για λογαριασμό της μηνύτριας το συνολικό ποσό των 214.127,68 ευρώ (ίδετ. ιδιαίτερα τις μηχανογραφημένες καταστάσεις, που έχουν ενσωματωθεί στο προσβαλλόμενο βούλευμα), το οποίον ιδιοποιήθη παρανόμως. Ο κατηγορούμενος εξεδήλωσε την πρόθεσιν της παρανόμου ιδιοποιήσεως των χρηματικών ποσών, που αντιστοιχούν στις κατ'εξακολούθησιν μερικώτερες πράξεις, κατά το χρονικό διάστημα από την 1-2-2000 έως και την 1-3-2000, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα όρον της σύμβασης. Παράλληλα δε προκύπτει ότι με τις ως άνω κατ'εξακολούθησιν μερικώτερες πράξεις, που διατηρούν τον κακουργηματικόν τους χαρακτήρα, ο κατηγορούμενος απέβλεπε, εξ'αρχής, εις την παράνομον ιδιοποίηση του συνολικού ως άνω ποσού, όπως συνάγεται από τον τρόπο και τις συνθήκες που ενήργησε ούτος επί μακρόν χρονικό διάστημα, το οποίον είναι αντικείμενον ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορίαν και ισχυρίζεται ότι το συνολικό ως άνω ποσό που περιγράφεται εις τις ως άνω καταστάσεις ανεισπράκτων ασφαλίστρων που είναι ενσωματωμένες εις το προσβαλλόμενο βούλευμα αντιστοιχεί εις άλλον κωδικό και μάλιστα συνεργάτου του και ουχί τον δικό του καθώς και ότι κατά την διαμεσολάβησή του στην σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων ως και και κατά την είσπραξη και απόδοση των ασφαλίστρων δεν ενεργούσε, ως εντολοδόχος της μηνυτρίας ούτε ως διαχειριστής της περιουσίας της. Όμως, ως προς τον πρώτο ισχυρισμό, πρέπει να λεχθεί ότι πράγματι ο αρχικός κωδικός συνεργασίας που εχορηγήθη στην υπό του κατηγορουμένου εκπροσωπουμένη μονοπρόσωπη εταιρεία και ανεφέρετο εις τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που εξεδίδοντο με την μεσολάβηση της, ήτο, ως ανωτέρω ελέχθη, ο αριθ. ..... Μετά τον Μάιο όμως του έτους 2000, κατόπιν αιτήσεως του κατηγορουμένου, ο κωδικός αυτός αντεκατεστάθη με την αριθμ. ...., ο οποίος αναφέρεται εις όλα τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που μνημονεύονται στις προαναφερόμενες μηχανογραφημένες καταστάσεις ανεισπράκτων ασφαλίστρων, όπου επίσης αναφέρεται ότι αυτά εξεδόθησαν με την μεσολάβηση της μονοπρόσωπης, ως άνω, εταιρίας του κατηγορουμένου. Επομένως ο σχετικός ισχυρισμός είναι αβάσιμος. Περαιτέρω η πρόβλεψη του άρθρ. 4 της σύμβασης πρακτορείας, να ενεργεί ως πράκτορας την είσπραξη ασφαλίστρων από τους ασφαλιζόμενους για λογαριασμό της μηνύτριας ασφαλίστριας εταιρίας, ώστε η τελευταία να καθίσταται κυρία των ασφαλίστρων, συνιστά παροχή εντολής προς τον πράκτορα να εισπράττει τα ασφάλιστρα για λογαριασμό της μηνύτριας και συγχρόνως χορήγηση προς τον εντολοδόχο εξουσίας άμεσης αντιπροσώπευσης της κατά την αποδοχή και είσπραξη των σχετικών ποσών, με συνέπεια ο πρώτος να αποκτά μόνο κατοχή και η δεύτερη να αποκτά κυριότητα αυτών με την είσπραξη τους. Η δε πρόσθετη συνομολόγηση ότι τα ασφάλιστρα θεωρούνται παρακαταθήκη και ο πράκτορας ευθύνεται ως θεματοφύλακας, δεν αφορά την έννομη σχέση και την ιδιότητα υπό την οποίαν ενεργεί ο πράκτορας κατά το στάδιο είσπραξης των ασφαλίστρων, αλλά την υποχρέωση φύλαξης των ασφαλίστρων, τον βαθμό ευθύνης του θεματοφύλακα κλπ στο μέτρο που οι σχετικές έννομες συνέπειες δεν διαφοροποιούνται από τις ειδικότερες προβλέψεις της σύμβασης πρακτορείας. Εξάλλου, όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο 3 της σύμβασης πρακτορείας, εις τον πράκτορα εχορηγήθη η εξουσία να ενεργεί όχι μόνο υλικές αλλά και νομικές διαχειριστικές πράξεις και να αντιπροσωπεύει την ασφαλίστρια εταιρία κατά την τέλεση τους, όπως είναι η αποδοχή από τον πρώτο ασφαλίσεων αυτοκινήτων δεσμευτικών για την δεύτερη υπό τους ειδικότερους όρους της μεταξύ τους σύμβασης. Επομένως συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση το στοιχείο της εμπίστευσης των ασφαλίστρων στην μονοπρόσωπη ΕΠΕ του κατηγορουμένου λόγω της ιδιότητός της ως εντολοδόχου αλλά και ως διαχειρίστριας της περιουσίας της μηνύτριας. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την κατά τα ανωτέρω έννοια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την διάταξη του άρθρ. 375 § § 1,2 Π.Κ., την οποία ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε. Ειδικότερα με τις παραδοχές του Συμβουλίου ότι ο αναιρεσείων, με βάση την πρακτοριακή σύμβαση, εισέπραττε για λογαριασμό της μηνύτριας ασφαλιστικής εταιρίας τα ασφάλιστρα για τις ασφαλιστικές συμβάσεις που ο ίδιος συνήπτε και ότι είχε υποχρέωση να αποδίδει αυτά σε ορισμένο χρόνο, θεμελιώνεται η έναντι της παθούσης εταιρίας ιδιότητα αυτού ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, η οποία δεν αποκλείεται ούτε είναι ασυμβίβαστη με την πρόσθετη συνομολόγηση ότι τα ασφάλιστρα θεωρούνται παρακαταθήκη και ο πράκτορας ευθύνεται ως θεματοφύλακας. 'Ετσι, κατά τα εκτεθέντα ο κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα α) του διαχειριστού ξένης περιουσίας, διότι, κατά τον νόμο και την σύμβαση, ενεργούσε νομικές πράξεις, με δυνατότητα ανάπτυξις πρωτοβουλίας ως και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη του και β) του εντολοδόχου της μηνύτριας για την είσπραξη και απόδοση των ασφαλίστρων που τα κατείχε για λογαριασμό της και αποτελούν ξένο πράγμα γι'αυτόν. Περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών εδέχθη, με αναφορά στην αιτιολογία του εκκαλουμένου πρωτοδίκου βουλεύματος (υπ'αριθμόν 3489/2006) ότι το συνολικό ως άνω ποσό το παρεκράτησε παράνομα, ιδιοποιούμενος αυτό, δια πλειόνων κατ'εξακολούθησιν μερικωτέρων πράξεων, εις το οποίον ούτος απέβλεπε από την εξ αρχής τέλεσιν της μερικωτέρας πράξεως, το οποίον είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Δεν ήτο δε αναγκαίος ο προσδιορισμός του ύψους κάθε επί μέρους υπεξαιρεθέντος ποσού, ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αλλά το συνολικό ύψος αυτού, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί υπεξαίρεση κακουργηματικού χαρακτήρα, εν όψει του ότι αι επί μέρους πράξεις του κατ'εξακολούθησιν εγκλήματος έχουν τελεσθεί μετά την έναρξιν ισχύος του ν.2721/99 που αντικ. το άρθρ. 98 Π.Κ. (3-6-1999). Η επίκλησις δε ως λόγου αναιρέσεως ότι δεν ελήφθησαν υπό όψιν και δεν αξιολογήθηκαν όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων και αι αποδείξεις εξοφλήσεως των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 1999 και Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου 2000 που εξεδόθησαν από την μηνύτρια εταιρία, εις εξόφλησιν αντιστοίχων ποσών από το συνολικό ως άνω ποσό που εισέπραξε ο κατηγορούμενος, καθώς και τον από 27-6-2000 υπολογισμό της υπεραξίας της προδιαληφθείσης εταιρίας του, από την Δ.Ο.Υ. Περιστερίου είναι αβάσιμος, αφού ουδέποτε έγινε υπ'αυτού επίκλησις τοιούτων αποδείξεων αλλ'ούτε έχουν προσκομισθεί στην σχετική δικογραφία, ενώ δεν εξειδικεύεται παράλληλα αν με τη φερόμενη ως άνω καταβολή, υπονοείται μη παρακράτηση των αντίστοιχων ποσών, που δεν μνημονεύονται, εξ αρχής ή εκ των υστέρων απόδοση τους κατ'άρθρ. 379 Π.Κ. Ο δε ισχυρισμός του περί της μεταγενεστέρας μεταβιβάσεως των εταιρικών μεριδίων της υπ'αυτού εκπροσωπουμένης μονοπρόσωπου ως άνω εταιρίας, συνιστά άρνηση της κατηγορίας που αναιρείται από τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη δια του προσβαλλομένου βουλεύματος το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, τοσούτω μάλλον καθόσον η καταγγελία της μεταξύ αυτού και της μηνυτρίας εταιρίας ασφαλιστικής σύμβασης έγινε νομοτύπως και εις χρόνον μεταγενέστερου της ως άνω μεταβιβάσεως των εταιρικών μεριδίων. Με τις παροδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διορθώνοντας το εκκαλούμενο 3489/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίον κατά τα λοιπά επεκύρωσε, εδέχθη ότι προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής του αναιρεσείοντος για την σε βαθμό κακουργήματος πράξη της υπεξαίρεσης κατ'εξακολούθησιν του ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικού ποσού των 214.127, 68 ευρώ, το οποίο η παθούσα είχε εμπιστευθεί σ'αυτόν ως εντολοδόχο και επί πλέον ως διαχειριστή ξένης περιουσίας με χρόνο τελέσεως κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2000 έως 1-3-2001. Επομένως οι εκ του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. β' και δ' Κ.Π.Δ. λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και συνακόλουθα η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως εν τω συνόλω της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 188/10-9-2007 αίτησις αναιρέσεως του Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 1475/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών Και Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος.Αθήναι τη 7 Φεβρουαρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης".
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 375 παρ. 1 Π.Κ. για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου, ολικά ή μερικά, κινητού πράγματος, που έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη. Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα. Τέτοια περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα τα οποία εισπράττει, με βάση σχετική συμφωνία, ο ασφαλιστικός πράκτορας ως ασφάλιστρα για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης από τις ασφαλιστικές συμβάσεις, που έχει συνάψει, με την υποχρέωση να τα αποδώσει σε ορισμένο συμφωνημένο χρόνο ή όταν του ζητηθούν από την ασφαλιστική επιχείρηση. Η ιδιοποίηση του ξένου πράγματος θεωρείται παράνομη όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το ιδιοποιείται χωρίς δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το νόμο και με δόλια προαίρεση να το κάνει δικό του. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου η υπεξαίρεσης τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος με κάθειρξη δέκα ετών εάν το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και έχει εμπιστευθεί τούτο στο δράστη λόγω ανάγκης ή λόγω μιας από τις περιοριστικώς αναφερόμενες ιδιότητες του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του εντολοδόχου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 1969/85, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 2170/93, ο ασφαλιστικός πράκτορας, που έχει ως αποκλειστικό έργο την ανάληψη με σύμβαση, έναντι προμήθειας, ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μιας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, παρουσιάζει, προτείνει, προπαρασκευάζει ή συνάπτει ο ίδιος ή δια μέσου άλλων διαμεσολαβούντων για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης ασφαλιστικές συμβάσεις. Κατά δε το άρθρο 4 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου νόμου, όπου η ασφαλιστική επιχείρηση χαρακτηρίζεται στην πρακτοριακή σύμβαση ως εντολέας, τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και αρμοδιότητες των ασφαλιστικών πρακτόρων καθορίζονται με έγγραφη σύμβαση ανάμεσα στον ασφαλιστικό πράκτορα και την ασφαλιστική επιχείρηση που προτίθεται να πρακτορεύει. Μεταξύ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που ρυθμίζονται με τη σύμβαση αυτή μπορεί να είναι και η είσπραξη ή μη από τον ασφαλιστικό πράκτορα των ασφαλίστρων για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης, καθώς και ο καθορισμός του τρόπου και του χρόνου απόδοσης των ασφαλίστρων στην ασφαλιστική επιχείρηση, οπότε ο ασφαλιστικός πράκτορας ως προς την είσπραξη των ασφαλίστρων για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης και την απόδοση αυτών σ' αυτή, κατά τον συμφωνημένο χρόνο, επέχει έναντι της επιχείρησης η οποία του δίδει την εντολή, θέση εντολοδόχου. Και ναι μεν κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του Π.Δ. 298/1986 ορίζεται ότι τα ασφάλιστρα που εισπράττει ο ασφαλιστικός πράκτορας θεωρούνται παρακαταταθήκη και ευθύνεται ως προς αυτά ως θεματοφύλακας, πλην όμως η πρόσθετη αυτή ευθύνη του ασφαλιστικού πράκτορα κατά το χρόνο που έχει στην κατοχή του τα ασφάλιστρα που εισέπραξε για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης, δεν αναιρεί την ιδιότητα αυτού ως εντολοδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας ως προς την είσπραξη για λογαριασμό αυτής και την απόδοση από αυτόν των ασφαλίστρων, αφού τέτοια υποχρέωση ως θεματοφύλακα μπορεί να συμφωνηθεί επιπρόσθετα και επί κοινής εντολής ως μέρος της κύριας υποχρέωσης του ενδολοδόχου.
ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες κρίθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την ανάκριση, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1.475/2007 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατ' είδος αναφέρονται, προέκυψαν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα περιστατικά: "...Μεταξύ της εγκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας γενικών ασφαλειών "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" και της μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένη: ευθύνης "...... ΕΠΕ", της οποίας ο εκκαλών ήταν μόνος εταίρος, νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής, συνήφθη η από ... σύμβαση πρακτορίας με το εξής, ως προς τα ουσιώδη και κρίσιμα για την προκείμενη υπόθεση σημεία του, περιεχόμενο. Στο άρθρο 1 ορίζεται ότι ο πράκτορας αναλαμβάνει την υποχρέωση μεσολάβησης μεταξύ της εταιρίας (εγκαλούσας) και του κοινού για τη σύναψη ασφαλίσεων στην περιοχή Αττικής με κωδικό .... σε όλους τους κλάδους ασφαλίσεων, σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης, τις οδηγίες και εντολές της εταιρίας, τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας και τα εκάστοτε τιμολόγια ασφαλίστρων. Στο άρθρο 2 ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο πράκτορας κατά την εκτέλεση των εργασιών του ενεργεί ατομικά και είναι προσωπικά υπεύθυνος για τις πράξεις των συνεργατών του, ότι δεν δικαιούται να δεσμεύει την εταιρία χωρίς έγγραφη συναίνεση ή εξουσιοδότηση της και ότι η εταιρία δεν φέρει καμία ευθύνη έναντι των συνεργατών του ή για πράξεις αυτών. Στο άρθρο 3 ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο πράκτορας οφείλει να παραλαμβάνει και να διαβιβάζει στην εταιρία τις αιτήσεις (προτάσεις) των ενδιαφερομένων για ασφάλιση, αφού προηγουμένως ελέγξει τη συναλλακτική συμπεριφορά και τη φερεγγυότητα τους. Ότι τα ασφαλιστήρια συμβόλαια και οι πρόσθετες πράξεις ασφάλισης όλων των κλάδων εκδίδονται και υπογράφονται αποκλειστικά από την εταιρία και μόνο με δική της έγγραφη εντολή μπορούν να εκδοθούν και να προσυπογραφούν από τον πράκτορα. Ότι ο πράκτορας, μπορεί να αποδέχεται ειδικά και μόνο απλές καλύψεις Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτων για σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες τρίτων μέχρι τα εκάστοτε ελάχιστα όρια υποχρεωτικής ασφάλισης. Ότι αυτός θα μπορεί, βάσει των εκάστοτε εκχωρήσεων της εταιρίας, να αποδέχεται και λοιπές προαιρετικές καλύψεις του κλάδου αυτοκινήτων μετά από έλεγχο κάθε περίπτωσης. Και ότι για τους λοιπούς κλάδους ασφάλισης ο πράκτορας δεν δικαιούται να αποδέχεται κινδύνους, χωρίς προηγούμενη συναίνεση της εταιρίας πριν από την έκδοση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Στο άρθρο 4 ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο πράκτορας φροντίζει για την είσπραξη των ασφαλίστρων της παραγωγής του. Ότι τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα ανήκουν στην κυριότητα της εταιρίας, θεωρούνται παρακαταθήκη και αυτός ευθύνεται σαν θεματοφύλακας. Ότι ο πράκτορας οφείλει να αποδίδει "αμελητί" στην εταιρία κάθε εισπραττόμενο ασφάλιστρο μέσα σε δύο μήνες από το τέλος του μήνα χρέωσης και να καταβάλει το σύνολο των μικτών ασφαλίστρων του μήνα χρέωσης, χωρίς να δικαιούται να παρακρατήσει ή να συμψηφίσει προμήθειες με τα καταβαλλόμενα ασφάλιστρα. Ότι ακολούθως η εταιρία οφείλει να πιστώνει τον πράκτορα με τις προμήθειες που αναλογούν στα αποδιδόμενα ασφάλιστρα και με τα ποσά που αυτός κατέβαλε για λογαριασμό της στο πλαίσιο της συμβατικής του διαχείρισης. Ότι ο πράκτορας αποδίδει στην εταιρία αναλυτικό λογαριασμό εισπραχθέντων ασφαλίστρων κάθε διμήνου μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του επόμενου διμήνου. Και ότι, αν τα ασφάλιστρα δεν έχουν αποδοθεί μέχρι να λήξει ο μήνας του αποδοτέου αναλυτικού λογαριασμού, οι σχετικές απαιτήσεις της εταιρίας θεωρούνται από τότε ληξιπρόθεσμες και δικαιούται αυτή να καταγγείλει αμέσως και αζημίως τη σύμβαση. Στο άρθρο 5 ορίζεται ότι ο πράκτορας υποχρεούται να αποστέλλει στην εταιρία για ακύρωση, μέσα σε δύο μήνες από την παραλαβή τους, τα ασφαλιστήρια που δεν έχουν παραληφθεί από τους ασφαλιζόμενους ή τα ασφαλιστήρια για τα οποία δεν εισπράχτηκαν ασφάλιστρα, συνοδευόμενα από τις οικείες αποδείξεις ασφαλίστρων και από επιστολή του πράκτορα που βεβαιώνει τους λόγους μη είσπραξης των ασφαλίστρων. Τέλος, στο άρθρο 6 ορίζεται ότι η προμήθεια του πράκτορα υπολογίζεται σε ποσοστά επί των καθαρών ασφαλίστρων για τα συμβόλαια που υπογράφονται με τη μεσολάβηση του βάσει πίνακα προμηθειών που έχει επισυναφθεί στη σύμβαση πρακτορίας και καταβάλλεται μετά την είσπραξη των ασφαλίστρων.
Η παραπάνω σύμβαση πρακτορίας λειτούργησε μέχρι τις 22-12-2000, οπότε λύθηκε για σπουδαίο λόγο με επίδοση της από 21-12-2000 εξώδικης δήλωσης καταγγελίας της εγκαλούσας και αφού προηγήθηκε την 1-12-2000 επίδοση της από 28-11-2000 εξώδικης δήλωσης - πρόσκλησης - διαμαρτυρίας αυτής, με την οποία ζητούσε την άμεση καταβολή μη αποδοθέντων μέχρι 31-9-2000 ασφαλίστρων συνολικού ποσού 91.302.000 δρχ., επιφυλασσόμενη ρητά για επιπλέον ποσά που θα προέκυπταν από την πλήρη εκκαθάριση του σχετικού λογαριασμού (βλ. τις σχετικές εξώδικες δηλώσεις και τις οικείες εκθέσεις επίδοσης τους).
Όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως από τις μηχανογραφημένες καταστάσεις ανεισπράκτων (για την εγκαλούσα) ασφαλίστρων που ενσωματώνονται στο κατηγορητήριο και υπάρχουν στη δικογραφία και από την από 17-8-2005 ανακριτική κατάθεση του μάρτυρα και νομίμου εκπροσώπου της εγκαλούσας, ...., κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα από 19-11-1999 μέχρι 22-12-2000 που λειτούργησε η σύμβαση πρακτορίας, ο κατηγορούμενος, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρίας "...... ΕΠΕ", εισέπραξε για λογαριασμό της εγκαλούσας και δεν απέδωσε σ' αυτή μικτά ασφάλιστρα συνολικού ποσού 214.127,68 ευρώ, τα οποία ιδιοποιήθηκε παράνομα. Στην πράξη της παράνομης ιδιοποίησης ο κατηγορούμενος προέβη με ενότητα δόλου που εξαρχής καταλάμβανε το σύνολο της αξίας των ασφαλίστρων των μερικότερων πράξεων και έχοντας πλήρη γνώση ότι τα σχετικά ποσά ανήκαν από τον χρόνο είσπραξης τους στην κυριότητα της εγκαλούσας, ότι αυτός τα κατείχε έκτοτε μόνο για φύλαξη ως θεματοφύλακας και ότι όφειλε να τα είχε αποδώσει ήδη μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από τη λήξη του μήνα χρέωσης, χρονικό σημείο κατά το οποίο τελέστηκαν εξακολουθητικά οι μερικότερες πράξεις υπεξαίρεσης των ασφαλίστρων των αντιστοίχων μηνών χρέωσης της επίμαχης χρονικής περιόδου, με χρόνους τέλεσης της πρώτης μερικότερης πράξης την 1η/2/ 2000 και της τελευταίας μερικότερης πράξης την 1η/3/2001. Η παραδοχή αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν επέστρεψε για ακύρωση τα σχετικά ασφαλιστήρια συμβόλαια μέσα σε δύο μήνες από την παραλαβή τους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 5 της σύμβασης πρακτορίας, για την περίπτωση που αυτά δεν είχαν παραληφθεί από τους ασφαλισμένους ή για την περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν είχε εισπράξει τα αντίστοιχα ασφάλιστρα. Το δε συνολικό ποσό (214.127,68 ευρώ) ασφαλίστρων που ιδιοποιήθηκε παράνομα ο εκκαλών, στο οποίο εξαρχής αυτός απέβλεψε, είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Ο εκκαλών με το από 28-9-2005 απολογητικό υπόμνημα του προς τον ανακριτή και με την έφεση του αρνείται ότι αυτός εισέπραξε και ιδιοποιήθηκε παράνομα τα παραπάνω ποσά και ισχυρίζεται ότι οι καταστάσεις ανεισπράκτων ασφαλίστρων που ενσωματώνονται στο κατηγορητήριο και στο παραπεμπτικό βούλευμα αναφέρουν κωδικό άλλου συνεργάτη και όχι τον δικό του κωδικό. Επίσης ισχυρίζεται ότι κατά τη διαμεσολάβηση του στη σύναψη ασφαλίσεων και κατά την είσπραξη και απόδοση των ασφαλίστρων δεν ενεργούσε ως εντολοδόχος της εγκαλούσας ούτε ως διαχειριστής της περιουσίας της.
Ως προς τον πρώτο ισχυρισμό πρέπει να λεχθεί ότι πράγματι ο αρχικός κωδικός συνεργασίας που χορηγήθηκε στην μονοπρόσωπη ΕΠΕ του κατηγορουμένου και αναφερόταν στα ασφαλιστήρια συμβόλαια που εκδίδονταν με τη μεσολάβηση της ήταν, όπως προαναφέρθηκε, ο αριθμός ... Μετά τον Μάιο, όμως, του έτους 2000 και με σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου, ο κωδικός αυτός άλλαξε σε ...., ο οποίος και αναφέρεται σε όλα τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που μνημονεύονται στις προαναφερόμενες μηχανογραφημένες καταστάσεις ανεισπράκτων ασφαλίστρων, όπου επίσης αναφέρεται ότι αυτά εκδόθηκαν με τη μεσολάβηση της μονοπρόσωπης ΕΠΕ του κατηγορουμένου (βλ. το από ... τηλεομοιοτύπημα προς την εγκαλούσα με υπογραφή του κατηγορουμένου για αλλαγή κωδικού, το από .... εσωτερικό έγγραφο των υπηρεσιών της τελευταίας για προώθηση του σχετικού αιτήματος και σειρά αρχικών και ανανεωτηρίων ασφαλιστηρίων συμβολαίων κλάδου αυτοκινήτων που εκδόθηκαν με τη μεσολάβηση της μονοπρόσωπης ΕΠΕ του εκκαλούντος και φέρουν κωδικούς συνεργάτη τους αριθμούς ... και ..., αντίστοιχα). Επομένως, ο σχετικός ισχυρισμός είναι αβάσιμος.
Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Η πρόβλεψη του άρθρου 4 της σύμβασης πρακτορίας να ενεργεί ο πράκτορας την είσπραξη ασφαλίστρων από τους ασφαλιζόμενους για λογαριασμό της εγκαλούσας ασφαλίστριας εταιρίας, ώστε η τελευταία να καθίσταται κυρία των ασφαλίστρων, συνιστά παροχή εντολής προς τον πράκτορα να εισπράττει τα ασφάλιστρα για λογαριασμό της εγκαλούσας και συγχρόνως χορήγηση προς τον εντολοδόχο εξουσίας άμεσης αντιπροσώπευσης της εντολέα κατά την αποδοχή και λήψη των σχετικών ποσών, με συνέπεια ο πρώτος να αποκτά μόνο κατοχή και η δεύτερη να αποκτά κυριότητα αυτών με και από τη λήψη τους. Η δε πρόσθετη συνομολόγηση ότι τα ασφάλιστρα θεωρούνται παρακαταθήκη και ο πράκτορας ευθύνεται ως θεματοφύλακας, δεν αφορά την έννομη σχέση και την ιδιότητα υπό την οποία ενεργεί ο πράκτορας κατά το στάδιο είσπραξης των ασφαλίστρων, αλλά την υποχρέωση φύλαξης των ασφαλίστρων, τον βαθμό ευθύνης του θεματοφύλακα κλπ. στο μέτρο που οι σχετικές έννομες συνέπειες δεν διαφοροποιούνται από τις ειδικότερες προβλέψεις της σύμβασης πρακτορίας. Εξάλλου, όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο 3 της σύμβασης πρακτορίας, στον πράκτορα χορηγήθηκε η εξουσία να ενεργεί όχι μόνο υλικές αλλά και νομικές διαχειριστικές πράξεις και να αντιπροσωπεύει την ασφαλίστρια εταιρία κατά την τέλεση τους, όπως είναι η αποδοχή από τον πρώτο ασφαλίσεων αυτοκινήτων δεσμευτικών για τη δεύτερη υπό τους ειδικότερους όρους της μεταξύ τους σύμβασης, για τους οποίους έγινε ήδη λόγος. Επομένως, συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση το στοιχείο της εμπίστευσης των ασφαλίστρων στην μονοπρόσωπη ΕΠΕ του εκκαλούντος λόγω της ιδιότητας της ως εντολοδόχου αλλά και ως διαχειρίστριας της περιουσίας της εγκαλούσας, ο δε αντίθετος ισχυρισμός είναι αβάσιμος.
Τέλος, ο εκκαλών με την έφεση του παραπονείται κατά του εκκαλούμενου βουλεύματος, επειδή (δήθεν) δεν έλαβε υπόψη ότι η εγκαλούσα αξιώνει από αυτόν ασφάλιστρα του χρονικού διαστήματος από 1-1-1986 έως 31-5-2005, ενώ η μεταξύ τους συνεργασία άρχισε τον Νοέμβριο του έτους 1999. Και αυτός ο ισχυρισμός είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από τις μηχανογραφημένες καταστάσεις ανεισπράκτων ασφαλίστρων που ενσωματώθηκαν στο κατηγορητήριο και στο παραπεμπτικό βούλευμα, αυτές συνιστούν απόσπασμα εξηγμένο από αντίστοιχες καταστάσεις μεγαλύτερης χρονικής περιόδου (1/1/1986 - 31/5/2005), το οποίο απόσπασμα αφορά ανείσπρακτα (για την εγκαλούσα) ασφάλιστρα ασφαλιστηρίων συμβολαίων που εκδόθηκαν με τη μεσολάβηση της μονοπρόσωπης ΕΠΕ του εκκαλούντος κατά τη χρονική περίοδο της μεταξύ τους συνεργασίας (19/11/1999 έως 22/12/2000).
Το εκκαλούμενο βούλευμα, με πλήρη αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχτηκε στο., συνοπτικό σκεπτικό του ότι υπάρχουν σε βάρος του εκκαλούντος επαρκείς ενδείξεις για τέλεση απάτης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο εμπιστεύθηκαν σ' αυτόν ως εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας και ακολούθως τον παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (κακ/των) Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για τέλεση της αξιόποινης πράξης αυτής κατά το χρονικό διάστημα από 19-11-1999 έως 28-11-2000χωρίς όμως την ιδιότητα του εντολοδόχου. Η κρίση τουπρωτόδικου συμβουλίου είναι ορθή πλην των σημείων πουαναφέρονται α) στον χρόνο τέλεσης της πράξης, ο οποίοςδεν είναι από 19-11-1999 έως 28-11-2000, αλλά από 1-2-2000 έως 1-3-2001 και β) στην παράλειψη ότι το ποσό των ασφαλίστρων που ιδιοποιήθηκε ο εκκαλών το είχαν εμπιστευτεί σ' αυτόν και με την ιδιότητα του εντολοδόχου της εγκαλούσας. Συνακολούθως, πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ' ουσίαν, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα, αφού προηγουμένως αναμορφωθεί και αναδιατυπωθεί το διατακτικό του ως προς τα παραπάνω σημεία και να επιβληθούν στον εκκαλούντα τα ποινικά έξοδα ποσού 220 ευρώ, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό (άρθρα 319 παρ. 3 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).....". Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών αφού απέρριψε την υπ' αριθμ. 45/1-2-2007 έφεση του κατηγορουμένου, επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό υπ' αριθμ 3489/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με αυτά που δέχθηκε το συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκτίθενται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο και υπήγαγε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 του Π.Κ την οποία ορθώς εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, με πληρότητα και σαφήνεια δέχεται το βούλευμα ότι ο κατηγορούμενος ως ασφαλιστικός πράκτορας είχε εξουσία να ενεργεί όχι μόνο υλικές αλλά και νομικές πράξεις αφού εισέπραττε για λογαριασμό της μηνύτριας ασφαλιστικής εταιρίας τα ασφάλιστρα για τις ασφαλιστικές συμβάσεις που ο ίδιος κατάρτιζε για λογαριασμό της και ότι είχε την ιδιότητα του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, ιδιότητα την οποία δεν αναιρεί η υποχρέωση αυτού από την σύμβαση με την ασφαλιστική εταιρία, να παρακρατεί τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα, ως θεματοφύλακας, για ορισμένο χρόνο και να τα αποδίδει κατά το πρώτο δεκαήμερο εκάστου διμήνου από την κατάρτιση κάθε ασφαλιστικές συμβάσεως με τρίτα πρόσωπα. Το συμβούλιο, κρίνοντας επί του βασίμου της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξεως της υπεξαίρεσης, δεν είχε υποχρέωση, ως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, να παραθέσει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτουν τα στοιχεία του φυσικού προσώπου το οποίο ως εκπρόσωπος της ασφαλιστικής εταιρίας υπέγραψε την μετ' αυτού σύμβαση πρακτόρευσης. Η αιτίαση ότι έχει αποδώσει στην εγκαλούσα εταιρίας τα εισπραχθέντα ασφάλιστρα των μηνών Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 1999 και των μηνών Ιανουαρίου έως και Μαΐου 2000, είναι απαράδεκτη γιατί υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Για τον ίδιο λόγο απαράδεκτες είναι και οι αιτιάσεις ότι μετά τον Μάϊο 2000 δεν εισέπραξε ασφάλιστρα ως και ότι αυτός, όταν η εγκαλούσα τον Δεκέμβριο του 2000 επέδωσε την καταγγελία της συμβάσεως, είχε αποχωρήσει της εταιρίας η οποία είχε συμβληθεί με την εγκαλούσα. Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, που διαλαμβάνουν τις αντίθετες προς τα παραπάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, και με τους οποίους προσάπτονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και της εσφαλμένης εφαρμογής των άνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναι- ρέσεως και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 188/10-9-2007αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1.475/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική υπεξαίρεση από ασφαλιστικό πράκτορα ο οποίος δεν απέδωσε τα ασφάλιστρα που εισέπραξε για λογαριασμό ασφαλιστικής εταιρείας. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και επαρκής αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 1797/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Νικόλαο Ζαΐρη (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με τη με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2008 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γιώτσα, για αναίρεση της με αριθμό 65.627/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 468/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως, αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, είναι δέκα ημέρες, εκτός αν η διαμονή του δικαιουμένου είναι άγνωστη, οπότε είναι 30 ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως, η οποία πρέπει να γίνεται όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επ. του ιδίου Κώδικα. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά της σχετικής δε αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση. Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα, η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει α) το χρόνο της επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως β) εκείνον της ασκήσεως του ενδίκου μέσου, και γ) το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση (Ολομ. ΑΠ 6/1994 και 4/1995). Σε περίπτωση, όμως, κατά την οποία, με σαφή λόγο εφέσεως, αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, καθώς και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επίδοσης, απαιτείται προσθέτως, να περιλαμβάνεται στην απόφαση η σχετική αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 65.627/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών που δίκασε ως εφετείο, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 82.613/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία η αναιρεσείουσα είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ, για την έκδοση της αναφερομένης ακάλυπτης επιταγής. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση στις 17-7-2007, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι κακώς αυτή της επιδόθηκε με τις διατυπώσεις που τηρούνται για την επίδοση σε πρόσωπα άγνωστης διαμονής, διότι δεν βρέθηκε στη διεύθυνση που αναζητήθηκε, ενώ αυτή είχε γνωστή διαμονή επί της οδού .... στην ...... Αττικής. Στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εκπροσωπούμενη από την εξουσιοδοτημένη συνήγορό της επανέλαβε τον ισχυρισμό της αυτόν, προτείνοντας προς απόδειξή του την μάρτυρα ..... η οποία και εξετάσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ζήτησε την ανάγνωση εγγράφων τα οποία και ανεγνώσθησαν. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτό της εκκαλούσης κατηγορουμένης και ακολούθως ως εκπρόθεσμη την έφεσή της, με την ακόλουθη αιτιολογία: "...Όπως προκύπτει από το από ..... αποδεικτικό επίδοσης σε κατηγορούµενο µε άγνωστη διαµονή του αστυφύλακα ......, η εκκαλούσα κατηγορουµένη, κατά την επίδοση σ' αυτήν της εκκαλουµένης 82.612/2002 ερήµην της εκδοθείσας απόφασης του Μονοµελούς Πληµµελειοδικείου Αθηνών, αναζητήθηκε κατά την προαναφερόµενη ηµεροµηνία, στην επί της οδού ...... τελευταία γνωστή, από την από 24-2-00 µήνυση του Ψ1 εναντίον της, κατοικία της και δεν βρέθηκε, όπως βεβαιώνει ο ενεργήσας την επίδοση ότι διαπίστωσε µετά από σχετική έρευνα, ούτε αυτή (κατηγορουµένη), ούτε κάποιος από τους αναφερόµενους στο άρθρο 156 παρ.1 ΚΠΔ συγγενείς της (δηλαδή σύζυγος ή γονέας ή αδελφός της ή άλλος εξ αίµατος ή εξ αγχιστείας συγγενής της έως και τον τρίτο βαθµό), γι' αυτό και η επίδοση της εκκαλουµένης απόφασης έγινε, ενόψει και του ότι η διαµονή της ήταν άγνωστη στην αρµόδια για την επίδοση αρχή, στην από το Δήµαρχο του Δήµου της τελευταίας πιο πάνω κατοικίας της κατηγορουµένης (....) ορισµένη για το σκοπό αυτό δηµοτική υπάλληλο, ....., η οποία, όπως προκύπτει από τη σχετική κάτω από το αποδεικτικό επίδοσης, από 13-1-2005 βεβαίωση της, προέβη στην τοιχοκόλληση της εκκαλουµένης απόφασης το δηµοσιότερο µέρος του πιο πάνω Δήµου και έστειλε τη σχετική βεβαίωση στην αρχή που παράγγειλε την επίδοση, δηλαδή στην Εισαγγελία Πληµµελειοδικών Αθηνών. Σηµειώνεται ότι στην ίδια παραπάνω διεύθυνση είχε αναζητηθεί, χωρίς αποτέλεσµα, η εκκαλούσα στις 3-5-2001 και στη συνέχεια στις 13-5-2002 προκειµένου να της επιδοθούν το κλητήριο θέσπισµα και η κλήση αντίστοιχα για να εµφανιστεί στο πρωτοβάθµιο δικαστήριο, τα οποία (κλητήριο θέσπισµα και κλήση) επιδόθηκαν σ' αυτήν ως άγνωστης διαµονής (βλ. τα από ... και ... σχετικά αποδεικτικά επίδοσης του επιµελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ....). Ισχυρίζεται η εκκαλούσα ότι κακώς της κοινοποιήθηκε η εκκαλουµένη απόφαση ως άγνωστης διαµονής, καθόσον κατά τον κρίσιµο χρόνο της επίδοσης, την 13-1-2005, είχε γνωστή στις αρχές διαµονή, επί της οδού.... στην ..... Αττικής, όπου κατοικούσε µόνιµα µε την οικογένεια της από το έτος 2001. Από κανένα όµως στοιχείο δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιµότητα του ανωτέρω ισχυρισµού της εκκαλούσας, ότι δηλαδή αυτή κατά τον ως άνω χρόνο διέµενε πράγµατι στην ανωτέρω διεύθυνση και ότι η διεύθυνση αυτή (ακόµη και αν ήθελε θεωρηθεί τούτο ως αληθές) είχε γνωστοποιηθεί και µε ποιο τρόπο στην εισαγγελική αρχή που παράγγειλε την επίδοση, µη αρκούσας προς τούτο µόνης της κατάθεσης της εξετασθείσας στο ακροατήριο µαρτυρά της, η οποία όλως αορίστως ανέφερε ότι στην εν λόγω διεύθυνση γίνονταν "διάφορες επιδόσεις", χωρίς όµως τούτο να προκύπτει και από άλλα στοιχεία (δηλ. από επιδοθείσες στην παραπάνω διεύθυνση προς αυτήν κλήσεις, αποφάσεις κλπ). Προσκοµίζει η εκκαλούσα, προς απόδειξη του άνω ισχυρισµού της, τα αναφερόµενα πιο πάνω και αναγνωσθέντα έγγραφα και δη λογαριασµό πιστωτικής κάρτας Citibank, κινήσεις λογαριασµών δανείων Εurobank και Τραπέζης Πειραιώς, σύµβαση δανείου µε την ίδια Τράπεζα, µηχανογραφικό δελτίο για εισαγωγή στην τριτοβάθµια εκπαίδευση, λογαριασµούς ΟΤΕ και Vodafone, αποδείξεις ΕΛΠΑ, πληρωµής τελών κυκλοφορίας και καταβολής χρηµατικού ποσού για εξόφληση αυτοκινήτου, αίτηση απογραφής προς το ΙΚΑ, εκκαθαριστικό σηµείωµα της ΔΟΥ Αγ.Παρασκευής, από τα οποία άλλα έχουν αποσταλεί στο γιο της ... στην παραπάνω διεύθυνση (....) και σε άλλα (αποδείξεις, αιτήσεις κλπ) αναφέρεται ως τόπος διαµονής του τελευταίου η ίδια αυτή διεύθυνση, καθώς και βεβαίωση απόδοσης ΑΦΜ η οποία αφορά τον έτερο γιο της .... µε την ίδια ως άνω διεύθυνση. Από το γεγονός όµως ότι οι προαναφερόµενο, γιοί της εκκαλούσας πιθανόν να διέµεναν κατά τον κρίσιµο χρόνο στην εν λόγω διεύθυνση δεν µπορεί βέβαια να συναχθεί και το συµπέρασµα ότι και η ίδια διέµενε εκεί και µάλιστα ότι τούτο ήταν γνωστό στην Αρχή που παράγγειλε την επίδοση. Κάτι τέτοιο· επίσης δεν προκύπτει ούτε από το προσκοµιζόµενο 641/2006 βούλευµα του Συµβουλίου Εφετών Αθηνών, µε το οποίο, κατόπιν σχετικής αιτήσεως της, αντικαταστάθηκε επιβληθείσα σ' αυτήν (και κρατούµενη από 19-9-2005) προσωρινή κράτηση µε περιοριστικούς όρους, καθόσον σε τούτο δεν αναφέρεται ότι η εκκαλούσα κατοικούσε κατά τον κρίσιµο χρόνο (επίδοσης της εκκαλουµένης απόφασης) στην αµέσως παραπάνω διεύθυνση, αλλά ότι αυτή διέµενε εκεί κατά το χρόνο υποβολής της έγκλησης και άσκησης σε βάρος της ποινικής δίωξης για κακουργηµατική απάτη (παραπεµφθείσα να δικαστεί γι' αυτή µε το 6121/2002 βούλευµα του Συµβουλίου Πληµµελειοδικών Αθηνών), δηλαδή σε χρόνο κατά πολύ προγενέστερο της επίδοσης της εκκαλουµένης απόφασης, ενώ, σηµειωτέον, στο ίδιο παραπάνω βούλευµα (641/2006) αναφέρεται ότι αυτή και ο σύζυγος της κατά το παρελθόν εγκατέλειψαν τη χώρα και µετέβησαν στο εξωτερικό λόγω των ποινικών διώξεων που είχαν ασκηθεί σε βάρος τους. Επίσης στην (προσκοµιζόµενη) από 27-4-07 κλήση µε την οποία καλείται η εκκαλούσα να εµφανιστεί για να δικαστεί για την ανωτέρω πράξη στο Τριµελές Εφετείο Αθηνών αναφέρεται µεν αυτή ως κάτοικος ...., οδός ....., όµως η κρίση για το άγνωστο ή µη της διαµονής της δεν αφορά τον ως άνω χρόνο αλλά τον Ιανουάριο του 2005. Εξάλλου, ούτε και από τις προσκοµιζόµενες από την εκκαλούσα ... και .... εκθέσεις αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων της εκκαλούσας δεν προκύπτει η βασιµότητα του ανωτέρω ισχυρισµού της, καθόσον αφενός µεν αυτές αφορούν το έτος 2000, αφετέρου δε σε καµία απ' αυτές δεν αναφέρεται ως διεύθυνση της ή οδός ...., αλλά στη µεν πρώτη η ..... στη δε δεύτερη η οδός ..... στο ...., γεγονός το οποίο ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι για µεγάλο χρονικό διάστηµα η διαµονή της εκκαλούσας ήταν άγνωστη και δη στην Αρχή που παράγγειλε την επίδοση (Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών)..." Με τις παραδοχές αυτές το Τριµελές Πληµµελειοδικείο, σε σχέση µε την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα, ως εκκαλούσα, αµφισβήτηση της διεύθυνσης της κατοικίας της, στην οποία αναζητήθηκε ως τελευταία γνωστή στις αρχές διαµονή, καθώς και της ιδιότητας αυτής ως άγνωστης διαµονής, διέλαβε στην προσβαλλόµενη απόφαση αντιφατική και ασαφή αιτιολογία. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα αναζητήθηκε στην διεύθυνση της κατοικίας που ο µηνυτής Ψ1 ανέφερε στην από 24-2-2000 µήνυσή του και στην οποία δεν βρέθηκε και για τον λόγο αυτό η επίδοση της απόφασης του Μονοµελούς Πληµ/κείου έγινε στη διεύθυνση αυτή ως διεύθυνση της τελευταίας γνωστής διαµονής, στη συνέχεια δέχεται ότι η αναιρεσείουσα κατοικούσε στη .... Αττικής στην οδό ....., στην οποία και γινόταν από την εισαγγελική αρχή κλήσεις για άλλες ποινικές υποθέσεις της. Δέχεται δηλαδή ότι η αναιρεσείουσα, είχε πέρα από την διεύθυνση της κατοικίας της που αναφερόταν στην µήνυση, στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε, και άλλη γνωστή στην αρχή που έκανε την επίδοση της απόφασης κατοικία, αφού και στην κατοικία της αυτή γινόταν διάφορες επιδόσεις, χωρίς όµως να αιτιολογεί ειδικώς γιατί δεν αναζητήθηκε και στη γνωστή στις αρχές οικογενειακή της κατοικία επί της οδού .... όπου εμμέσως δέχεται ότι διέμενε με τα τέκνα της. Το δε γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δεν δήλωσε ως κατοικία, σύµφωνα µε το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, και την οικογενειακή της κατοικία στη ....., δεν σηµαίνει ότι όλες οι επιδόσεις έπρεπε να γίνονται στην κατοικία στην οδό ....., αφού δεν υπάρχει παραδοχή στην απόφαση ότι αυτή είχε εξετασθεί στην προανακριτική διαδικασία και είχε δηλώσει την διεύθυνση αυτή ως κατοικία της, ώστε κατά τους ορισμούς του άρθρου 272 ΚΠΔ να ανακύπτει υποχρέωση δηλώσεως της τυχόν μετά ταύτα επελθούσης μεταβολής. Εποµένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως αναίρεσης, µε τον οποίο προβάλλεται η ως άνω πληµµέλεια, είναι βάσιµος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόµενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, και να παραπεµφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουµένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Το δικαστήριο αυτό αφού κρίνει επί του παραδεκτού της εφέσεως θα ελέγξει και αν συντρέχει νόµιµη περίπτωση παύσεως οριστικώς της ποινικής διώξεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθµ. 65.627/2007 απόφαση του Τριµελούς Πληµµελειοδικείου Αθηνών.
Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη εφέσεως ως εκπρόθεσμης και απαράδεκτης. Αναίρεση της απόφασης για ελλιπή αιτιολογία. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1796/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Νικόλαο Ζαΐρη (που ορίσθηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με τη με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις, δύο (2) τον αριθμό, του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φραγκίσκο Ραγκούση, για αναίρεση της με αριθμό 502,503/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορουμένους τους Χ2 και Χ3. Με πολιτικώς ενάγοντες τους Ψ1, Ψ2 και Ψ3, κατοίκους ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7 Φεβρουαρίου 2008 και 8 Φεβρουαρίου 2008 δύο (2), αυτοτελείς, αιτήσεις του, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 390/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά της υπ' αριθμ. 502,503/2007 καταδικαστικής αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκαν από τον αναιρεσείοντα Χ1 οι από 7-2-2008 και 8-2-2008 δύο αιτήσεις αναιρέσεως με δηλώσεις των πληρεξουσίων δικηγόρων του που επιδόθηκαν στις 8.2.2008 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Οι ανωτέρω αναιρέσεις πρέπει να συνεκδικασθούν η δε δευτέρα εφόσον δεν έχει κριθεί η προηγούμενη κατά της ίδιας αποφάσεως θεωρείται ως συμπληρωματική της πρώτης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, του ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για την πληρότητα των από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγων αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, αντιστοίχως, πρέπει: 1) στην πρώτη περίπτωση, αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της απόφασης στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, ενώ, αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά προβάλλεται ότι αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται με την αναίρεση επί πλέον, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες της σε σχέση με τις παραδοχές της, ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 2/2002, Ολ. ΑΠ 19/2001) και 2) στη δεύτερη περίπτωση, να αναφέρεται η διάταξη που παραβιάστηκε και να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίασή της, σε σχέση με τις παραδοχές της απόφασης. Περαιτέρω, απαράδεκτος είναι και ο λόγος αναίρεσης στο μέτρο που με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου αφού αυτός δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ λόγων αναίρεσης κατά αποφάσεων. Εξάλλου, η αίτηση αναίρεσης που δεν περιέχει λόγους, ή περιέχει λόγους ασαφείς και αόριστους, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 Κ.Π.Δ. την ύπαρξη παραδεκτού λόγου αναίρεσης (ΟλΑ.Π. 2/2002). 2. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους λόγους που περιέχονται στην κρινόμενη πρώτη από 7.2.2008 αίτηση αναίρεσης, αποδίδονται στην ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Όμως, τόσο με τον πρώτο λόγο, όσο και με τον δεύτερο ο αναιρεσείων αφού αναλίσκεται στην νομική ανάπτυξη των απόψεών του, περαιτέρω ισχυρίζεται ότι "το περιεχόμενο της απόφασης δεν περιέχει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν κατά την κύρια διαδικασία για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία, με τη μορφή των σοβαρών ενδείξεων προς στήριξη ενοχής στο ακροατήριο, ούτε σαφείς και συγκεκριμένες σκέψεις, με βάση τις οποίες κρίθηκε ότι τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν συνιστούν πράγματι τέτοιες ενδείξεις. Η προσβαλλομένη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθώς αναφέρεται ανελέγκτως μεν σε πραγματικά περιστατικά την ορθότητα όμως των οποίων αμφισβητεί ο αναιρεσείων ως ένα συνονθύλευμα στοιχείων και ως αποτέλεσμα επαγωγικών συλλογισμών, μη ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα όχι μόνο γιατί έρχονται σε ευθεία αντίθεση με όσα αυτός υποστηρίζει, αλλά κυρίως με όσα προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία με αποτέλεσμα να οδηγείται σε συμπεράσματα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν λογικοί ακροβατισμοί .Επί πλέον στερείται και νομίμου βάσεως αφού το πόρισμά του, ως συνδυασμός σκεπτικού και διατακτικού, είναι ασαφές, ελλιπές και με λογικά κενά". Με αυτό όμως το περιεχόμενο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, και οι δύο παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και συνεπώς απαράδεκτοι, διότι ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει στην αίτησή του τις αποδιδόμενες στην πληττόμενη απόφαση πλημμέλειες και τις κατ' αυτής αιτιάσεις, περιοριζόμενος μόνο σε αιτιάσεις περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα, που έγιναν δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, πλήττοντας έτσι την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, καθ' όσον αφορά τον πρώτο λόγο δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο από ποιες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει η έλλειψη αιτιολογίας και σε τι συνίσταται ακριβώς η έλλειψη αυτή. Συγκεκριμένα, δεν προσδιορίζεται ούτε ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες της και ποια πραγματικά περιστατικά, από εκείνα που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία, και ενδιαφέρουν εν προκειμένω, δεν περιλαμβάνονται στην αιτιολογία της απόφασης. Ως προ το δεύτερο λόγο, δεν εκθέτει τις παραδοχές της απόφασης, δηλαδή ποία πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο σχετικά με την ως άνω πράξη για την οποία καταδικάσθηκε για να μπορέσει το Δικαστήριο αυτό να ελέγξει αναιρετικά την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 47 παρ. 1 και 299 παρ.1 Π.Κ. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει, ως απαράδεκτη, ν' απορριφθεί, συνεπεία της παντελούς αοριστίας των προαναφερόμενων από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχεία Δ' και Ε' ΚΠΔ αναιρετικών λόγων, αλλά και κατά το μέρος που με αυτούς πλήσσεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του παραπάνω Δικαστηρίου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη. Αν η πράξη αποφασίσθηκε και εκτελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Περαιτέρω ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 ΠΚ, ότι όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στ. β' του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι απλός συνεργός σε τελεσμένη ανθρωποκτονία από πρόθεση είναι όποιος με θετική ή αποθετική του ενέργεια, με πρόθεση παρέχει στον αυτουργό πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως, την οποία ο τελευταίος τελεί, οποιαδήποτε υλική ή ψυχική συνδρομή, η οποία, χωρίς να είναι άμεση, συντελεί στην τέλεση της πράξεως από τον αυτουργό. Ο δόλος του απλού συνεργού συνίσταται στη γνώση του για την από τον αυτουργό τέλεση ορισμένης άδικης πράξεως, που αντικειμενικά συνιστά έγκλημα (ανθρωποκτονία εκ προθέσεως) και τη βούληση να συμβάλει στην τέλεση αυτής από τον αυτουργό. Η συνδρομή του απλού συνεργού δύναται να είναι είτε υλική είτε ψυχική. Η ψυχική συνδρομή δύναται να παρασχεθεί με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξεως, με την ενίσχυση της αποφάσεως που ο αυτουργός έχει πάρει για την τέλεση της πράξεως καθώς και η ενθάρρυνση αυτού καθ' οιονδήποτε τρόπο, όπως αυτή που γίνεται με φωνές, χειρονομίες, με την παρότρυνση για την τέλεση της πράξεως ή την παροχή υποσχέσεως για συγκάλυψη του εγκλήματος με την εξάλειψη των ιχνών του. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 51 0 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη του και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι καταρχήν αναγκαίο να δικαιολογείται, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περιπτ. Ε' του ΚΠΔ, συνιστά επίσης και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, καταδίκασε, τον αναιρεσείοντα Χ1, για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία από πρόθεση, που τελέστηκε από τον συγκατηγορούμενό του Χ2, παράνομη κατοχή όπλου και λαθρεμπορία. Όπως δε προκύπτει από τα αλληλοσυμπληρούμενα σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, το Δικαστήριο δέχθηκε, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, ότι αποδείχθηκαν, ως προς την πρώτη πράξη της απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση, η οποία και μόνο αυτή πλήττεται δια του δευτέρου αναιρετηρίου κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 22-9-2003, απογευματινές ώρες, οι κατηγορούμενοι μετέβησαν στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής, πλησίον των υφισταμένων στην οδό ..., αθλητικών εγκαταστάσεων (γηπέδου ποδοσφαίρου 5X5), προκειμένου να συναντήσουν ομοεθνείς τους (Αρμένιους), μεταξύ των οποίων ήταν και ο Α, προς επίλυση διαφορών τους, που είχαν μ' αυτούς, το είδος των οποίων δεν κατέστη δυνατόν να διακριβωθεί μέχρι σήμερα. Η συνάντηση αυτή πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία του ως άνω Α και του αδελφού του Ψ1, ενεργώντας ως ειρηνοποιοί, οι οποίοι σε τηλεφωνική επικοινωνία τους με τον πρώτο κατηγορούμενο καθόρισαν το σημείο και την ώρα της συναντήσεως τους. Κατά τη συνάντηση όμως αυτή, στην οποία οι κατηγορούμενοι μετέβησαν, φέροντας μαζί τους και πυροβόλα όπλα, δημιουργήθηκε επεισόδιο, εξαιτίας του ότι οι παραπάνω ομοεθνείς τους, μεταξύ των οποίων ήταν, όπως προαναφέρθηκε, και ο Α, που αποτελούσαν μία ομάδα από 10-15 περίπου άτομα, κινήθηκαν απειλητικά εναντίον τους. Τότε ο πρώτος κατηγορούμενος, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, πυροβόλησε με πυροβόλο όπλο εναντίον της ανωτέρω ομάδας, μ' αποτέλεσμα να πλήξει τον ως άνω Α στην περιοχή της κεφαλής, τραυματίζοντας αυτόν σοβαρά και προξενώντας του βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, συνεπεία της οποίας, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε, την 26-9-2003, ο θάνατος του. Ο παραπάνω κατηγορούμενος, πυροβολώντας προς το μέρος της ανωτέρω ομάδας, προέβλεπε ως δυνατό το εγκληματικό αυτό αποτέλεσμα, διότι ο πυροβολισμός έγινε από κοντινή απόσταση (είκοσι περίπου μέτρων), εντούτοις αδιαφόρησε για την επέλευση του και αποδέχτηκε τούτο, διαπράττοντας έτσι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο. Οι δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, μετέβησαν μαζί με τον πρώτο κατηγορούμενο προς συνάντηση της ανωτέρω ομάδας προσώπων, παρείχαν με την ένοπλη παρουσία τους ψυχική συνδρομή στον τελευταίο πριν από την τέλεση και κατά την τέλεση της άδικης πράξης της ανθρωποκτονίας, που τέλεσε αυτός, σε βάρος του Α, τελώντας εν γνώσει ότι ο πρώτος κατηγορούμενος θα τελέσει την εν λόγω ανθρωποκτονία και θέλοντας να συμβάλουν με τον ως άνω τρόπο στην τέλεση της από τον ως άνω αυτουργό. Τα στοιχεία δε α)της γνώσης τους, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος θα τελέσει την άδικη πράξη της ανθρωποκτονίας και β)εκείνο της βουλήσεως τους να συμβάλουν στην τέλεση αυτής, που συνιστούν και το δόλο τους, συνάγονται και από τα εξής περιστατικά: 1)από το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος οπλοφορούσε, πράγμα το οποίο αυτοί γνώριζαν και ήταν ενδεχόμενο να κάνει χρήση του όπλου του σε περίπτωση επεισοδίου και 2)από την παραμονή τους στον τόπο του επεισοδίου, θέλοντας με την ένοπλη παρουσία τους να συμβάλουν στην τέλεση της παραπάνω άδικης πράξης από τον αυτουργό, ενθαρρύνοντας αυτόν, ενώ θα μπορούσαν να διαφοροποιήσουν τη θέση τους και να τον εγκαταλείψουν, οπότε ήταν αμφίβολο εάν εκείνος (πρώτος κατηγορούμενος) θα είχε το θάρρος να πυροβολήσει εναντίον των ομοεθνών του " .
Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, που δίκασε, δεν διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλ' ούτε και στο διατακτικό της, που παραδεκτώς το συμπληρώνει, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού α) δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η "παρουσία" του αναιρεσείοντος κατά τη διάπραξη της ανθρωποκτονίας, η οποία αναφέρεται στην απόφαση, ως πράξη συνδρομής του, ήταν ενεργός, δηλαδή δεν εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει με ποιό τρόπο η παρουσία αυτού ενθάρρυνε αντικειμενικά την τέλεση της πιο πάνω πράξεως από τον αυτουργό και β) δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η γνώση αυτού για την από τον αυτουργό τέλεση του εγκλήματος που αυτός διέπραξε, δηλαδή δεν προκύπτει η γνώση του αναιρεσείοντος περί της ανθρωποκτόνου επιδιώξεως του αυτουργού συγκατηγορουμένου του, καθώς και η βούληση του να συμβάλει με την συμπεριφορά του στην τέλεση της πράξεως αυτής από τον αυτουργό. Το μόνο περιστατικό, που αναφέρεται σχετικά, είναι το ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι ο συγκατηγορούμενός του οπλοφορούσε, πλην όμως, από το γεγονός και μόνο αυτό, δεν δύναται να συναχθεί η γνώση του αναιρεσείοντος ότι ο συγκατηγορούμενός του εμφορείτο από δόλο τελέσεως ανθρωποκτονίας και όχι ότι αυτός απέβλεπε με την ενέργειά του αυτή να εκφοβίσει τον παθόντα ή να του προκαλέσει επικίνδυνες ή άλλες σωματικές βλάβες .
Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς τον αναιρεσείοντα εν μέρει και δη καθ' ο μέρος καταδικάσθηκε για την πράξη της απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση, και κατά συνέπεια και ως προς την διάταξή της για την συνολική ποινή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 502, 503/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ
Αναιρεί εν μέρει την ως άνω υπ' αριθμ. 502, 503/2007 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, μόνο ως προς τον ίδιο ως άνω αναιρεσείοντα και δη:
Α) Ως προς τη διάταξή της με την οποία κηρύχθηκε ένοχος για τη πράξη της απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση .
Β) Ως προς την διάταξή της για την συνολική ποινή που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, δικαστές και ενόρκους, για νέα συζήτηση και μόνον του ανωτέρω εγκλήματος και για νέα επιμέτρηση της συνολικής ποινής.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανεπάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία από πρόθεση. Απορρίπτει δευτέρα αίτηση αναιρέσεως του ιδίου αναιρεσείοντος διότι οι λόγοι είναι αόριστοι.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Συνέργεια.
| 2
|
Αριθμός 1794/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο (ο οποίος ορίσθηκε, προς συμπλήρωση της συνθέσεως, με τη με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Παναγιωτόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 3.657/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΠΟΤΟΕΜΠΟΡΙΚΗ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στο Λάκκωμα Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 337/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την κατ' είδος μνεία των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα επόμενα:"....Ο κατηγορούμενος στις 11.6.2001 ήταν μέλος του Δ.Σ. της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ .......", συντομογραφικά ".....". Το εν λόγω σωματείο είχε εργασιακές διαφορές με την πολιτικώς ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "ΠΟΤΟΕΜΠΟΡΙΚΗ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ ΑΕ", που έχει την έδρα της στο Λάκκωμα Χαλκιδικής στη θέση "Κρυονέρι" και αντικείμενο την εμπορία ποτών και αναψυκτικών και συγκεκριμένα με τον ........, Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο και κύριο μέτοχο αυτής. Ο τελευταίος αρχικά ήταν μέλος του ως άνω σωματείου, αλλά το έτος 1994 αποχώρησε από αυτό λόγω διαφωνιών του. Από την αποχώρηση του τελευταίου και μετά άρχισε μεταξύ του σωματείου αυτού και αυτού σφοδρή αντιδικία με αποτέλεσμα να γίνουν πολλές μηνύσεις, διώξεις, αγωγές και γενικά πολλές δίκες. Στο προαύλιο της εν λόγω εταιρίας στις 11-6-2001 ήταν, μεταξύ άλλων, σταθμευμένο το υπ' αριθμ. κυκλ. ...... παλιό φορτηγό αυτοκίνητο της, το οποίο κυκλοφόρησε το έτος 1995 και ήταν αξίας 4.200 ευρώ. Ο κατηγορούμενος με πρόθεση, μαζί με άλλα τουλάχιστον τέσσερα άτομα, των οποίων η ταυτότητα δεν εξακριβώθηκε μέχρι σήμερα, περί ώρα 03.50 της ως άνω ημερομηνίας (11-6-2001) εισήλθαν στο προαύλιο χώρο της εν λόγω εταιρίας, αφού προηγουμένως έκοψαν με κοπτικό εργαλείο το συρματόπλεγμα της περίφραξης αυτής από τη δυτική πλευρά του εργοστασίου της, και αφού έριξαν εύφλεκτο υγρό στην καμπίνα του άνω φορτηγού αυτοκινήτου, στη συνέχεια έβαλαν με γυμνή φλόγα φωτιά, συνεπεία της οποίας καταστράφηκε ολοσχερώς αυτό (φορτηγό). Από την αποτέφρωση του φορτηγού αυτοκινήτου της η ζημία της εγκαλούσας εταιρίας ανέρχεται στο ισόποσο ποσό της αξίας του των 4200 ευρώ. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και κυρίως από την σαφή κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως Γ1, ο οποίος ο οποίος με βεβαιότητα κατέθεσε ότι είδε τον κατηγορούμενο, μαζί με άλλα άτομα, σε απόσταση 5-10 μέτρων, να εξέρχονται του προαυλίου, όταν αυτός βγήκε για να ιδεί γιατί φώναζαν τα σκυλιά που υπήρχαν στο εργοστάσιο. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται τόσο αντικειμενικά όσο και υποκειμενικά σε βάρος του κατηγορουμένου η νομοτυπική μορφή της αποδιδομένης σ' αυτόν πράξης (διακεκριμένης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και συγκεκριμένα του αυτοκινήτου, δια πυρός από δύο ή περισσότερους) (άρθρο 382 παρ.2 περ.γ', 3 σε συνδυασμό με 381 παρ.1 ΠΚ). Άρα ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής.
Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι το προαναφερθέν ως άνω αυτοκίνητο κατά τη στιγμή της φθοράς του (11-6-2001, που ήταν ημέρα Σάββατο) ήταν φορτωμένο με εμπορεύματα και ότι συνεπεία της φωτιάς καταστράφηκαν και αυτά.
Συνεπώς ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος της φθοράς των εμπορευμάτων, με τα οποία φέρεται ότι το ως άνω αυτοκίνητο ήταν φορτωμένο....". Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο για την πράξη της διακεκριμένης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας η οποία έγινε με τη χρήση φωτιάς και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 382 παρ. 2γ και 3 σε συνδ. με εκείνη του άρθρου 381 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ώστε να στερήσει την απόφασή του νομίμου βάσεως. Η αιτίαση ότι η απόφαση αναφέρεται μόνο στην κατάθεση του μάρτυρα Γ1 και δεν αξιολογείται η κατάθεση των λοιπών μαρτύρων είναι αβάσιμη. Από το γεγονός ότι εξαίρεται η κατάθεση του ανωτέρω, δεν συνάγεται ότι αγνοήθηκαν οι καταθέσεις των άλλων μαρτύρων και δεν αξιολογήθηκαν τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω ουδεμία αντίφαση δημιουργείται από το ότι το δικαστήριο, δέχεται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο το φορτηγό αυτοκίνητο το οποίο ο κατηγορούμενος και οι άγνωστοι συνεργοί του πυρπόλησαν, δεν ήταν φορτωμένο με εμπορεύματα, κατά τούτο δε διαφοροποιούμενο από την πρωτόδικη απόφαση, περιέλαβε στο διατακτικό του αντίστοιχη απαλλακτική διάταξη.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' λόγος αναιρέσεως για ελλειπή αιτιολογία της αποφάσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠοινΔ, αν, κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει, να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προσκλήθηκε από αυτή. Εξάλλου η από τις προαναφερθείσες διατάξεις επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή, αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς είναι απαράδεκτοι οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος περί υπάρξεως δεδικασμένου που προβλέπεται από το άρθρο 57 παρ. 1 του ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ο κατηγορούμενος πρόβαλε την ένσταση του δεδικασμένου επικαλούμενος ότι α) κατά του Ζ1 είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για ηθική αυτουργία στην ίδια πράξη για την οποία και αυτός κατηγορείται και β) επί αιτήσεως αναιρέσεως του ανωτέρω, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1648/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) με την οποία έπαυσε ως προς αυτόν οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Με τα περιστατικά αυτά ζήτησε να κηρυχθεί απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου η κατ' αυτού ποινική δίωξη κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 469 ΚΠΔ. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η περί δεδικασμένου ένσταση απαραδέκτως προβλήθηκε, αφού ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν επικαλέσθηκε αμετάκλητη και ως προς αυτόν δικαστική απόφαση ή βούλευμα για την ίδια πράξη ή ότι η προαναφερθείσα απόφαση του Αρείου Πάγου επεξέτεινε και ως προς αυτόν τα αποτελέσματα εκ της ασκήσεως αναιρέσεως από τον Ζ1. Εξάλλου, δεν συνέτρεχε περίπτωση και το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο δεν είχε εξουσία να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 469 ΚΠΔ αφού έκρινε επί της δικής του εφέσεως.
Συνεπώς, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου, έστω και με άλλη αιτιολογία, το Εφετείο Θεσσαλονίκης απέρριψε την περί δεδικασμένου ένσταση του αναιρεσείοντος και είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ του ΚΠΔ σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 12/12-2-2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3.657/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διακεκριμένη φθορά ξένης ιδιοκτησίας. Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος γιατί έβαλε φωτιά και έκαψε αυτοκίνητο. Δεδικασμένο. Απαράδεκτη προβολή σχετικής ενστάσεως. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φθορά ξένης ιδιοκτησίας.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1793/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο (ο οποίος ορίστηκε, προς συμπλήρωση της συνθέσεως, με την 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντώνιου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2 , που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Γαλετζά, περί αναιρέσεως της 117/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ορεστιάδας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1610/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 1 εδ. α' του ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 2336/1995, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζόμενων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερόμενων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζόμενων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και με χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω 25% ούτε 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές, πρέπει να αποτιμώνται με τη σχετική απόφαση σε χρήμα.
ΙΙ. 'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ.(Ολ.ΑΠ 1/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.117/2007 απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδος, καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, για την πράξη της καθυστέρησης αποδοχών σε εργαζόμενους (άρθρο μόνο του Ν. 690/1945, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 8 παρ.1 Ν.2336/1995), σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών ο καθένας, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι από τα κατ' είδος προσδιοριζόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: Οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου ο πρώτος και αντιπρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ο δεύτερος, αμφότεροι δε σύμφωνα με το καταστατικό νόμιμοι εκπρόσωποι της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΕΟ ΑΕ", με έδρα την Ορεστιάδα, με την άνω ιδιότητά τους απασχόλησαν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τους στους παρακάτω πίνακες αναφερόμενους εκατόν σαράντα (140) εργαζόμενους, οι οποίοι απασχολήθηκαν κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους μήνες και αμείβονταν με μηνιαίο μισθό, ο οποίος για το μήνα Νοέμβριο του 2004 έπρεπε να καταβληθεί μέχρι την 10-12-2004, για το μήνα Δεκέμβριο 2004 μέχρι την 10-1-2005, σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας, ενώ το δώρο Χριστουγέννων 2004 μέχρι την 31-12-2005, σύμφωνα με τη με αριθμό 19040/1981 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "περί χορηγήσεως επιδόματος εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα". Στους εν λόγω εργαζόμενους δεν κατέβαλαν κατά την 11-12-2004, 11-1-2005 και 1-1-2005 το μισθό Νοεμβρίου 2004, το μισθό Δεκεμβρίου 2004 και το δώρο Χριστουγέννων 2004 αντίστοιχα, όπως αναλυτικά αναφέρεται παρακάτω: Παρατίθεται στη συνέχεια στο σκεπτικό της αποφάσεως αναλυτικός πίνακας των μισθωτών της εταιρίας με τα οφειλόμενα σε καθένα από αυτούς χρηματικά ποσά για μη καταβληθείσες αποδοχές των μηνών Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου και επιδόματος Χριστουγέννων 2004 και ακολούθως δέχεται το δικαστήριο και τα επόμενα. Συνεπώς, το οφειλόμενο ποσό των αποδοχών ανέρχεται στο ποσό των 298.761,50 ευρώ. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι, με την άνω ιδιότητά τους, οφείλουν σε εργαζόμενους τους, ορισμένοι από τους οποίους ανήκουν και στους δικαιούχους εργαζόμενους της κρινόμενης υποθέσεως, αποδοχές των μηνών Αυγούστου, Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2004, συνολικού ποσού 257.635,00 ευρώ. Εναντι της τελευταίας οφειλής οι κατηγορούμενοι σταδιακά κατέβαλαν μέρος των οφειλόμενων αποδοχών και έχουν καταβάλει συνολικά έναντι των οφειλών το ποσό των 230.000,00 ευρώ, πλην, όμως, λόγω του τρόπου καταβολής δεν καθίσταται δυνατός ο προσδιορισμός των οφειλόμενων σε καθένα εργαζόμενο χωριστά, δεδομένου ότι στις επιμέρους αποδείξεις των μερικών καταβολών δεν αναφέρεται σε ποιο χρονικό σημείο αναφέρονται και αφορούν. Η μη καταβολή της ως άνω οφειλής των 298.761,50 ευρώ για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2004 και το δώρο των Χριστουγέννων 2004 οφείλεται σε οικονομική δυσπραγία της εταιρία "ΕΤΕΟ ΑΕ", της οποίας οι κατηγορούμενοι είναι νόμιμοι εκπρόσωποι και η οποία έχει ανεξόφλητες απαιτήσεις από τρίτους, ύψους περίπου 1.000.000,00 ευρώ και ως εκ τούτου αδυνατεί να ανταπεξέλθει στις οικονομικές υποχρεώσεις της προς τους εργαζομένους, πλην, όμως, οι παραπάνω νόμιμοι εκπρόσωποί της καταβάλουν προσπάθειες πλήρους εξοφλήσεως και ήδη έχουν καταβάλει το μεγαλύτερο μέρος της οφειλής. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι για την πράξη της μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών, κατ' εξακολούθηση. Εξάλλου, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι, ωθήθηκαν στην τέλεση του άνω αδικήματος, λόγω έντονων οικονιμικών δυσχερειών της ανωνύμου εταιρίας "ΕΤΕΟ Α.Ε.", της οποίας είναι νόμιμοι εκπρόσωποι και όχι από ταπεινά αίτια και επομένως πρέπει να τους αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ...".
Όμως, η κατά τα άνω, από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτουσα αιτιολογία είναι ελλειπής καθόσον ειδικότερα αφορά την μη καταβολή του επιδόματος Χριστουγέννων. Τούτο δε διότι, ενόψει του ότι κατά τα άρθρα 1 παρ.1,2,3 και 10 της 19.040/1981 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του Ν. 1082/1980, το επίδομα αυτό, υπολογιζόμενο με βάση τις πραγματικές αποδοχές (μισθό ή ημερομίσθιο), καταβάλλεται στο ακέραιο την 21η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου για όσους εργάσθηκαν ολόκληρο το από 1ης Μαϊου και επέκεινα μέχρι το τέλος του έτους χρονικό διάστημα ή αναλογία αυτού κατά την ημερομηνία λύσεως της εργασιακής σχέσης, για όσους εργάσθηκαν λιγότερο, δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε στους ενσωματούμενους στο σκεπτικό πίνακες, έστω και με γενική αναφορά για όλους τους μισθωτούς ότι είχαν προσληφθεί και εργάζονταν τουλάχιστον από την 1-5-2004 ώστε να δικαιούνται για επίδομα Χριστουγέννων, ποσό ίσον με τις μηνιαίες αποδοχές τους. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμος.Ύστερα από όλα αυτά,'παρελκούσης δε της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 117/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδος.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί όμως από άλλους δικαστές, από εκείνο που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδίκη για μη καταβολή αποδοχών εργαζομένων. Αναίρεση για ελλιπή αιτιολογία. Δεν μνημονεύεται στο σκεπτικό ή στο διατακτικό της καταδικαστικής αποφάσεως εάν οι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας απασχολούμενοι μισθωτοί είχαν προσληφθεί πριν από την 1η Μαΐου ώστε να δικαιούνται κατά την ΥΑ 19040/1980 ολόκληρο το ποσό του Επιδόματος Χριστουγέννων που η απόφαση δέχεται ότι οφείλεται. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
| 1
|
Αριθμός 1795/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Νικόλαο Ζαΐρη (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με τη με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2008 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δαμασκόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 357/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή της, καθώς και στο από 27 Φεβρουαρίου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1755/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, για την ύπαρξη δε τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου η κατά το άρθρο 178 ΚΠοινΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα, περιλαμβάνει δε ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο την πραγματογνωμοσύνη, η οποία όμως διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 ΚΠοινΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Εάν υπάρχουν δύο ή περισσότερες ιατροδικαστικές πραγματογνωμοσύνης, αντίθετες κατά περιεχόμενο, το δικαστήριο της ουσίας, οφείλει να αιτιολογήσει την κρίση του, αναφορικά με την αποδοχή της μίας από τις δύο ή από τις πολλές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να ελεγχθεί το συμπέρασμά του, παραθέτοντας εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, τα οποία αποκλείουν αυτά που άλλοι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους που δεν έγινε αποδεκτή. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 357/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη α) ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία δύο ιδιόγραφων διαθηκών και β) απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με μνεία κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Η κατηγορουµένη προσκόµισε στο Τµήµα Διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών προς δηµοσίευση δύο ιδιόγραφες διαθήκες της αποβιώσασας Γ1, η οποία ήταν εν ζωή γειτόνισσά της και διέµενε σε διπλανό διαµέρισµα της ίδιας πολυκατοικίας και συγκεκριµένα την από 20-3-2000 ιδιόγραφη διαθήκη της Γ1, µε την οποία την εγκαθιστούσε κληρονόµο της επί του διαµερίσµατος της στην οδό .... και στο αριθµό .... και η οποία δηµοσιεύθηκε µε τα υπ' αριθµ. 2464/2001 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 27-4-2001 και την από .... ιδιόγραφη διαθήκη της ως άνω διαθέτιδος, µε την οποία εγκαθιστούσε κληρονόµο, τόσο στο ως άνω διαµέρισµα στην οδό ....., όσο και σε µία ισόγεια γκαρσονιέρα της στο .... και επί της οδό ... στον αριθµό ..., η οποία δηµοσιεύθηκε µε τα υπ' αριθµ. 2666/2001 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 11-5-2001. Οι ως άνω ιδιόγραφες διαθήκες δεν έχουν συνταχθεί από την ιδία την αποβιώσασα διαθέτιδα Γ1, αλλά πλαστογραφήθηκαν από άγνωστο πρόσωπο µε τη µέθοδο της αντιγραφής, κατόπιν συνδυαστικής δουλικής και ζωγραφικής αποµιµήσεως των επί µέρους γραφικών στοιχείων της γνήσιας γραφής της Γ1, γράµµα προς γράµµα, ούτε έχουν υπογραφεί από την αποβιώσασα διαθέτιδα Γ1 αλλά η υπογραφή που έχει τεθεί σε αυτές ως υπογραφή της είναι πλαστή και έχει χαραχτεί µε την ίδια ως άνω µέθοδο της αντιγραφής µε δουλική και ζωγραφική αποµίµηση και µε πρότυπο την γνήσια υπογραφή της Γ1 που υπάρχει στο δελτίο της αστυνοµικής της ταυτότητας και απέχει έτσι τόσο φυσιογνωµικά, όσο και ποιοτικά από τις σύγχρονες υπογραφές της. Στο συµπέρασµα ότι οι ως άνω ιδιόγραφες διαθήκες είναι πλαστές καταλήγουν µε επιχειρήµατα και αιτιολογίες που πείθουν το Δικαστήριο αυτό, τόσο η γραφολόγος πραγµατογνώµονας ..... που διορίστηκε νόµιµα ως πραγµατογνώµονας µε την υπ' αριθµ. 1154/9-12-2003 Διάταξη του Ανακριτή του 12°u Τακτικού Ανακριτικού Τµήµατος του Πρωτοδικείου Αθηνών στα πλαίσια της κύριας ανακρίσεως που έγινε για τις αξιόποινες πράξεις που κατηγορείται η κατηγορουµένη (βλ. την αναγνωσθείσα από .... έκθεση γραφολογικής πραγµατογνωµοσύνης της γραφολόγου .....), όσο και η γραφολόγος πραγµατογνώµονας ...... που διορίστηκε νόµιµα ως πραγµατογνώµονας µε την υπ' αριθµ. 2055/2004 απόφαση του Πολυµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στα πλαίσια πολιτικής δίκης, στην οποία τέθηκε θέµα πλαστότητας των ως άνω διαθηκών (βλ. την αναγνωσθείσα από .... έκθεση γραφολογικής πραγµατογνωµοσύνης της γραφολόγου ..... Στο ίδιο συµπέρασµα περί πλαστότητας των ως άνω διαθηκών καταλήγει και ο γραφολόγος...... που διορίσθηκε ως γραφολόγος τεχνικός σύµβουλος της πολιτικώς ενάγουσας ..... (βλ. τις αναγνωσθείσες από ....έγγραφες παρατηρήσεις του στην από .... πραγµατογνωµοσύνη της γραφολόγου ..... Σε αντίθετο συµπέρασµα περί γνησιότητας και µη πλαστότητας των ως άνω διαθηκών, αλλά µε αιτιολογίες και επιχειρήµατα που δεν πείθουν το Δικαστήριο αυτό, κατέληξαν οι διορισθέντες από την κατηγορουµένη και γνωµοδοτήσαντες κατ' εντολή της γραφολόγοι .... και ..... (βλ. την αναγνωσθείσα από ... γραφολογική έκθεση του γραφολόγου .....και την αναγνωσθείσα από .... έκθεση του γραφολογικής γνωµοδότησης του γραφολόγου .....). Τις ως άνω πλαστές διαθήκες τις κατήρτισε και τις πλαστογράφησε άγνωστος δράστης κατά το µήνα Απρίλιο και τουλάχιστον µέχρι τις 27-42001 την πρώτη και κατά το µήνα Μάιο και τουλάχιστον µέχρι τις 11-5-2001 τη δεύτερη, µε σκοπό να παραπλανήσει µε την χρήση τους άλλους σχετικά µε το γεγονός ότι η κατηγορούµενη είχε εγκατασταθεί ως εκ διαθήκης κληρονόµος της αποβιώσασας Γ1. Την απόφαση στον άγνωστο δράστη να πλαστογραφήσει τις ως άνω διαθήκες, µε περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήµατος, την προκάλεσε µε παροτρύνσεις, πειθώ και φορτικότητα η κατηγορουµένη, η οποία ήθελε να τις χρησιµοποιήσει για να εµφανισθεί ως εκ διαθήκης κληρονόµος της ως άνω αποβιώσασας Γ1 και στην οποία ο άγνωστος δράστης παρέδωσε τις ως άνω πλαστές διαθήκες και µάλιστα σε διαφορετικό χρόνο την κάθε µία, γεγονός που επιµαρτυρείται και από το ότι η κατηγορουµένη δεν κατείχε και δεν δηµοσίευσε ταυτόχρονα τις δύο διαθήκες, αλλά δηµοσίευσε πρώτα την από .... ιδιόγραφη της Γ1, µε την οποία την εγκαθιστούσε κληρονόµο της µόνον επί του διαµερίσµατος της στην οδό ... και στον αριθµό ....και ακολούθως, µετά από δύο εβδοµάδες, δηµοσίευσε και την από ...1 ιδιόγραφη διαθήκη της ως άνω διαθέτιδος, µε την οποία την εγκαθιστούσε κληρονόµο, τόσο στο ως άνω διαµέρισµα στην οδό ...., όσο και σε µία ισόγεια γκαρσονιέρα της στο .... Περαιτέρω, από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, αποδείχθηκε ότι η κατηγορουµένη, στην Αθήνα και κατά το χρονικό διάστηµα από τον µήνα Απρίλιο έως και το µήνα Σεπτέµβριο του έτους 2001, µε περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήµατος, µε σκοπό να αποκοµίσει η ίδια παράνοµο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιους σε πράξη µε την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η δε ζηµία που προξενήθηκε από την κατ' εξακολούθηση αυτή πράξη της είναι ιδιαίτερα µεγάλη. Συγκεκριµένα, ενώ γνώριζε ότι οι ως άνω διαθήκες ήταν πλαστές και ότι δεν είχε εγκατασταθεί ως εκ διαθήκης κληρονόµος της αποβιώσασας Γ1, αφού πρώτα δηµοσίευσε τις ως άνω πλαστές διαθήκες, τις προσκόµισε και τις χρησιµοποίησε σε εφοριακούς υπαλλήλους, σε συµβολαιογράφο και σε δικαστικούς λειτουργούς και τους παρέστησε ψευδώς και εν γνώσει της αναληθείας ότι µε αυτές είχε εγκατασταθεί και ήταν κληρονόµος εκ διαθήκης της αποβιώσασας Γ1 και είχε αποκτήσει ως κληρονόµος της ένα διαµέρισµα στα ... και επί της οδού ....στον αριθµό ...., αντικειμενικής αξίας 10.788.360 δραχµών και ένα άλλο διαµέρισµα στο ..... και επί των οδών ... και ...., αντικειµενικής αξίας 4.678.128 δραχµών. Συγκεκριµένα, στις 29-5-2001 χρησιµοποίησε τις ως άνω πλαστές διαθήκες στους εφοριακούς υπαλλήλους της Δ. Ο. Υ. Αθηνών και τους παρέστησε ψευδώς ότι κληρονόµησε µε αυτές τα ως άνω δύο διαµερίσµατα και τους παραπλάνησε και τους έπεισε να της χορηγήσουν αντίγραφο δηλώσεως φόρου κληρονοµιάς, στις 25-6-2001 χρησιµοποίησε τις ως άνω πλαστές διαθήκες στη συµβολαιογράφο Αθηνών Καλλιόπη Δοµάζου και της παρέστησε ψευδώς ότι κληρονόµησε µε αυτές τα ως άνω δύο διαµερίσµατα και την παραπλάνησε και την έπεισε να συντάξει την υπ' αριθµ. .... συµβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονοµίας, στις 5-4-2001 χρησιµοποίησε τις ως άνω πλαστές διαθήκες στον Ειρηνοδίκη Αθηνών και παρέστησε ψευδώς ότι κληρονόµησε µε αυτές τα ως άνω διαµερίσµατα και τον παραπλάνησε και τον έπεισε να εκδώσει την υπ' αριθµ. 213/2001 απόφαση του µε την οποία δέχθηκε αίτησή της για σφράγιση του κληρονοµιαίου διαµερίσµατος επί της οδού ... στα ..... και των κινητών πραγµάτων που βρίσκονταν σε αυτό και την όρισε µεσεγγυούχο αυτών, στις 29-6-2001 χρησιµοποίησε τις ως άνω πλαστές διαθήκες στον Ειρηνοδίκη Αθηνών και του παρέστησε ψευδώς ότι κληρονόµησε µε αυτές τα ως άνω δύο διαµερίσµατα και τον παραπλάνησε και τον έπεισε να εκδώσει την υπ' αριθµ. 406/2001 απόφασή του µε την οποία δέχθηκε αίτησή της για ανάκληση της υπ' αριθµ. 312/2001 αποφάσεώς του µε την οποία είχε διαταχθεί η αποσφράγιση του κληρονοµιαίου διαµερίσµατος επί της οδού .... στα ..., στις 20-7-2001 χρησιµοποίησε τις ως άνω πλαστές διαθήκες στον Ειρηνοδίκη Αθηνών και του παρέστησε ψευδώς ότι κληρονόµησε µε αυτές τα ως άνω δύο διαµερίσµατα και τον παραπλάνησε και τον έπεισε να εκδώσει την υπ' αριθµ. 459/2001 απόφασή του µε την οποία απέρριψε αίτηση της εγκαλούσας µηνύτριας Ψ1 για ανάκληση της άνω υπ' αριθµ. 406/2001 αποφάσεως του περί ανακλήσεως της ως άνω υπ' αριθµ. 312/2001 αποφάσεώς του και στις 6-9-2001 χρησιµοποίησε τις ως άνω πλαστές διαθήκες ενώπιον του Πρωτοδίκη Αθηνών και του παρέστησε ψευδώς ότι κληρονόµησε µε αυτές τα ως άνω δύο διαµερίσµατα και τον παραπλάνησε και τον έπεισε να εκδώσει την υπ' αριθµ. 8809/2001 απόφασή του µε την οποία δέχθηκε αίτησή της για θέση υπό µεσεγγύηση του κληρονοµιαίου διαµερίσµατος επί της οδού ... στα .... και διόρισε την εγκαλούσα µηνύτρια Ψ1 ως µεσεγγυούχο τούτου. Τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις ότι µε τις πλαστές διαθήκες ήταν κληρονόµος της Γ1 έπραξε µε σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό της παράνοµο περιουσιακό όφελος ίσο µε την κατά τα ανωτέρω αξία των ως άνω δύο κληρονοµιαίων διαµερισµάτων, βλάπτοντας έτσι την περιουσία της εγκαλούσας µηνύτριας στην οποία περιήλθαν από κληρονομία εκ διαθήκης και από δωρεά εν ζωή τα ως άνω διαµερίσµατα κατά την αξία τους, αλλά και προκαλώντας σε αυτήν ιδιαίτερα µεγάλη ζηµία από τα δικαστικά έξοδα και τις αµοιβές δικηγόρων που κατέβαλε για να αποδείξει την πλαστότητα των ως άνω πλαστών διαθηκών και να αντιµετωπίσει στα δικαστήρια τις κατά τα ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις της κατηγορουµένης ότι είναι εκ διαθήκης κληρονόµος της Γ1, η οποία υπερβαίνει τουλάχιστον τα 2.000.000 δραχµές, δηλαδή τα 5.869,41 ευρώ. Εποµένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η κατηγορουµένη τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της κατ' εξακολούθηση ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία και κατ' εξακολούθηση απάτης ιδιαίτερα µεγάλης ζηµιάς που κατηγορείται ότι διέπραξε και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη αυτών, σύµφωνα µε το διατακτικό. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, η κατηγορουµένη Χ1, µέχρι και το χρονικό διάστηµα που τέλεσε τις ως άνω αξιόποινες πράξεις της κατ' εξακολούθηση ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία και της κατ' εξακολούθησης απάτης ιδιαίτερα µεγάλης ζηµίας, έζησε έντιµη ατοµική, οικογενειακή, επαγγελµατική και γενικά κοινωνική ζωή και για αυτό πρέπει να της αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του Π.Κ. και να γίνει δεκτό ότι µέχρι της τελέσεως των ως άνω αξιόποινων πράξεων που διέπραξε έζησε έντιµη ατοµική, οικογενειακή επαγγελµατική και γενικά κοινωνική ζωή...". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, δεν διέλαβε στην απόφασή του την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, την κρίση του ότι οι ιδιόγραφες διαθήκες της Γ1 είναι πλαστές, το δικαστήριο στηρίζει αποκλειστικά και μόνον στις γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες της ..., .... και ...., τις οποίες με την αιτιολογία και τα επιχειρήματά τους κρίνει ότι είναι πειστικές, ενώ, συνεχίζει, οι γνωμοδοτήσεις των γραφολόγων ... και ..... δεν πείθουν. Εφόσον, όμως, το δικαστήριο για το κρίσιμο ζήτημα της πλαστότητας ή μη των διαθηκών στηρίχθηκε, ως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών του, στις άνω γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες και γνωμοδοτήσεις που έχουν αντίθετο αποδεικτικό συμπέρασμα και δεν διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά προκύπτοντα από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, έπρεπε το δικαστήριο της ουσίας να αιτιολογήσει την κρίση του, αναφορικά με την αποδοχή των δύο πρώτων εκθέσεων, μη αρκούσης της δογματικής αναφοράς "πείθουν" ενώ για τις δεύτερες "δεν πείθουν", προκειμένου να ελεγχθεί το συμπέρασμά του, παραθέτοντας εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, τα οποία στηρίζουν το πόρισμα των πρώτων εκθέσεων για την πλαστότητα των διαθηκών και αποκλείουν αυτά που δέχονται στις γνωμοδοτήσεις τους οι ... και ....
Συνεπώς, είναι βάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Πρέπει, επομένως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και κατά το μέρος που κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της κατ' εξακολούθηση απάτης, αφού αυτή φέρεται ότι έχει τελεσθεί με την χρήση των πλαστών διαθηκών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 357/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο πιο πάνω δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ηθική αυτουργία σε πλαστογράφηση ιδιόγραφων διαθηκών. Χρήση πλαστών εγγράφων κατ’ εξακολούθηση. Απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ’ εξακολούθηση με χρήση των άνω διαθηκών. Αντίθετες κατά περιεχόμενο γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για ελλιπή αιτιολογία διότι το δικαστήριο δεν αιτιολογεί την κρίση του, αναφορικά με την αποδοχή της μίας πραγματογνωμοσύνης και την απόρριψη της άλλης. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Πλαστογραφία, Ηθική αυτουργία, Πραγματογνωμοσύνη.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1808/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ- ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Αντώνιο Αθηναίο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Ιουλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με κατηγορούμενους τους: 1. Χ1 και 2. Χ2. Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 17109/20.3.2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 508/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη με αριθμό 310/6.6.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον σας, μετά της σχετικής δικογραφίας, την υπ'αριθ. πρωτ. 17109/20-3-2008 αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, προκειμένου να αρθεί η αποφατική σύγκρουση αρμοδιότητος που προέκυψε για την εκδίκαση της κατά του κατηγορουμένου Χ2, και λόγω συνάφειας εις βάρος του Χ1, κατηγορίας της παράβασης Εισαγγελικής Διατάξεως (άρθ. 22 § 4 ν. 1539/38), μεταξύ του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος και του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων), που συνεδρίασε στην Μεταβατική έδρα Χαλκίδος και επάγομαι τα ακόλουθα:
Ι) Κατά το αρθρ. 132§§ 1,2 Κ.Π.Δ., αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων εξίσου αρμοδίων που δεν υπάγονται το ένα εις το άλλο ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα είτε για συναφή εγκλήματα, ή αν με βουλεύματα του ιδίου ή διαφορετικών συμβουλίων απεφασίσθη η παραπομπή για το ίδιο έγκλημα στο ακροατήριο δύο ή περισσοτέρων εξίσου αρμοδίων Δικαστηρίων, η αρμοδιότητα καθορίζεται από τον Άρειο Πάγο, που συνέρχεται σε Συμβούλιο, αν τα δικαστήρια μεταξύ των οποίων εδημιουργήθη η αμφισβήτηση υπάγονται σε διαφορετικά Εφετεία ή αν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το εφετείο ή αν η σύγκρουση εδημιουργήθη μεταξύ των κοινών ποινικών δικαστηρίων και των Στρατιωτικών, ύστερα από νομότυπη αίτηση του Εισαγγελέα, του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντος, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι υφίσταται περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητος, με την διαδικασία και τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι εν λόγω διατάξεις και επί αποφατικής σύγκρουσης αρμοδιότητος μεταξύ του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και του Τριμελούς Εφετείου επί πλημμελημάτων, καλουμένων να δικάσουν έφεση κατ'αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου. Περαιτέρω, κατά το αρθρ. 112 αρ. 3 Κ.Π.Δ., το Τριμελές Δικαστήριο Πλημμελημάτων δικάζει τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου.
Εξ άλλου κατά το αρθρ. 114 του ίδιου Κώδικα, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο δικάζει τα πλημμελήματα που αναφέρονται εις αυτό, εξαιρουμένων των υπαγομένων εις το Εφετείο, μεταξύ των οποίων διαλαμβάνονται και οι Δήμαρχοι, σύμφωνα με το αρθρ. 145§1 ν. 3463/2006, κατά το άρθρ 111 του ίδιου κώδικα.
Τέλος κατά το άρθρ. 119 Κ.Π.Δ., την αρμοδιότητα, σύμφωνα με τα άρθρ. 109-115 την προσδιορίζει ο χαρακτηρισμός της πράξεως από τον ποινικό κώδικα ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος, που βασίζεται στα πραγματικά περιστατικά, τα οποία περιέχονται στο παραπεμπτικό βούλευμα ή στην κλήση του εισαγγελέα. Εκ των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η αρμοδιότητα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου προς εκδίκαση των εφέσεων κατ'αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου στηρίζεται αποκλειστικώς και μόνο στο γεγονός ότι η υπόθεση εισήχθη από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος απέκτησε μεταγενεστέρως ιδιότητα, η οποία, αν υπήρχε κατά τον χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξεως ή κατά τον χρόνο της εκδικάσεως της σε πρώτο βαθμό, θα είχε ως συνέπεια την εισαγωγή της υποθέσεως εις το Τριμελές Εφετείο και μετά από άσκηση εφέσεως εις το Πενταμελές Εφετείο. Και τούτο διότι αφ'ενός δεν υπάρχει σχετική ρύθμιση και αφ'ετέρου δεν προβλέπεται σε καμία περίπτωση η εκδίκασις εφέσεως κατ' αποφάσεως Μονομελούς Πλημμελειοδικείου από το Πενταμελές Εφετείο (Ολ.Α.Π. 10/2005 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ" σελ. 120). II) Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο Χ2 καθώς και ο συγκατηγορούμενός του Χ1, αρμοδίως εισήχθησαν εις το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδος, με βάση το ισχύον νομοθετικό καθεστώς, κατά τον χρόνον παραπομπής των, πλην όμως εκηρύχθησαν αθώοι με την υπ'αριθ. 9485/2005, απόφαση του για παραβίαση Εισαγγελικής Διατάξεως (αρθρ. 22§4 ν. 1539/38), τελεσθείσαν κατά τις αρχές Ιανουαρίου 2001. Κατά της ως άνω αποφάσεως ησκήθη έφεσις υπό του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Χαλκίδος, ενώ επηκολούθησε η δημοσίευση του νόμου 3463/2006, σύμφωνα με την διάταξη του αρθρ. 145§ 1 του οποίου ορίσθη ότι οι Δήμαρχοι, Πρόεδροι Κοινοτήτων και Πρόεδροι Συνδέσμων Δήμων και Κοινοτήτων υπάγονται στην ιδιάζουσα δωσιδικία των αρθρ. 111 §7 και 112§2 Κ.Π.Δ. το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδος, εις το οποίο εισήχθη η εν λόγω έφεσις, έκρινε εαυτό αναρμόδιο δια της υπ'αριθ. 2333/2007, ως συνεπληρώθη με την υπ'αριθ. 4886/2007 απόφαση του και παρέπεμψε την υπόθεση εις το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (επί πλημμελημάτων), θεωρηθέν αρμόδιον λόγω της ιδιότητος του εκ των κατηγορουμένων Χ2. Το δικαστήριο τούτο που επελήφθη μετά ταύτα της υποθέσεως, έκρινε, με την υπ'αριθ. 49/2008 απόφαση του, εαυτό αναρμόδιο, αρμόδιο δε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδος.
Δια των αποφάσεων αυτών των παραπάνω Δικαστηρίων, αρνηθέντων να δικάσουν την ανωτέρω έφεση προέκυψε αποφατική σύγκρουση αρμοδιότητος και εδημιουργήθη έτσι θέμα κανονισμού αρμοδιότητος, κατά τα εκτεθέντα. Επομένως, δεκτής γενομένης της αιτήσεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, να αρθεί η προκύψασα αρνητική σύγκρουση αρμοδιότητος και να ορισθεί ως αρμόδιο καθ'ύλην δικαστήριο, για εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ---------------------- Προτείνω: Να γίνει δεκτή η υπ'αριθ. πρωτ. 17109/20-3-2008 αίτησις του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ώστε, αιρομένης της προκυψάσης αρνητικής σύγκρουσης αρμοδιότητος μεταξύ του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος και του Τριμελούς Εφετείοιυ Αθηνών επί πλημμελημάτων), να ορισθεί ως αρμόδιον καθ'ύλην Δικαστήριο το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδος.
Αθήναι τη 21-5-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 132 παρ. 1, 2 Κ.Π.Δ., αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων, εξίσου αρμοδίων που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων, αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα, είτε για συναφή εγκλήματα, ή εάν με βουλεύματα του ιδίου ή διαφορετικών συμβουλίων, αποφασίσθηκε η παραπομπή για το ίδιο έγκλημα στο ακροατήριο δύο η περισσοτέρων δικαστηρίων, η αρμοδιότητα καθορίζεται από τον Αρειο Πάγο, που συνέρχεται σε συμβούλιο, αν τα δικαστήρια μεταξύ των οποίων δημιουργήθηκε η αμφισβήτηση υπάγονται σε διαφορετικά Εφετεία, ή εάν ένα από τα Δικαστήρια αυτά είναι το Εφετείο ή εάν η σύγκρουση δημιουργήθηκε μεταξύ των κοινών ποινικών δικαστηρίων και των στρατιωτικών, ύστερα από νομότυπη αίτηση του Εισαγγελέα, του κατηγορουμένου, ή του πολιτικώς ενάγοντος, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υφίσταται περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας, με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι εν λόγω διατάξεις και επί αποφατικής σύγκρουσης αρμοδιότητας μεταξύ του Τριμελούς Πλημ/δικείου και του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων), καλουμένων να δικάσουν έφεση κατ' απόφασης Μονομελούς Πλημμελειοδικείου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 112 αρ. 3 Κ.Π.Δ., το Τριμελές Δικαστήριο Πλημ/δικών δικάζει τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του Μονομελούς Πλημ/δικείου. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 114 του ίδιου Κώδικα, το Μονομελές Πλημ/δικείο δικάζει τα Πλημ/ματα που αναφέρονται σ' αυτό, εξαιρουμένων των υπαγομένων στο Εφετείο, μεταξύ των οποίων διαλαμβάνονται και αυτά των Δημάρχων, σύμφωνα με το άρθρο 145 παρ. 1 του ν. 3463/2006, κατά το άρθρο 111 αρ. 7 του ιδίου Κώδικα. Τέλος κατά το άρθρο 119 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η αρμοδιότητα, σύμφωνα με τα άρθρα 109-115, προσδιορίζεται εκ του χαρακτηρισμού της πράξεως από τον ποινικό κώδικα, ως κακουργήματος, πλημ/ματος ή πταίσματος, που βασίζεται στα πραγματικά περιστατικά, τα οποία περιέχονται στο παραπεμπτικό βούλευμα ή την κλήση του Εισαγγελέα. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η εξουσία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προς εκδίκαση εφέσεων κατ' αποφάσεων του Μονομελούς Πλημ/δικείου στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στο γεγονός ότι η υπόθεση εισήχθη πρωτοδίκως στο τελευταίο αυτό δικαστήριο και δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος απέκτησε μεταγενεστέρως, κατά νομοθετικό χαρακτηρισμό ή επαγγελματική εξέλιξη, ορισμένη ιδιότητα, είτε η πράξη χαρακτηρίσθηκε αλλιώς από το νομοθέτη, εκ συνδρομή του οποίου κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης ή κατά το χρόνο εκδίκασης της στον πρώτο βαθμό, η υπόθεση θα ανήκε σε άλλο δικαστήριο και μετά από άσκηση έφεσης στο αντίστοιχο διαφορετικό Εφετείο. Επομένως στην περίπτωση αυτή το Εφετείο, στο οποίο υπάγεται το διαγνώσαν ορισμένη υπόθεση πρωτόδικο δικαστήριο, έχει εξουσία προς εκδίκαση της κατ' αποφάσεως του τελευταίου εφέσεως, εφόσον η υπόθεση αρμοδίως εισήχθη, σύμφωνα με τα ισχύοντα, κατά το χρόνο εισαγωγής της στο πρωτόδικο δικαστήριο, τυχόν δε αντιθέτως κρίνον, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του (Ολ. ΑΠ 10/2005 Π.Χ. ΝΣΤ, 120-121). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο Χ2 καθώς και ο συγκατηγορούμενός του, Χ1, αρμοδίως εισήχθησαν στο Μονομελές Πλημ/δικείο Χαλκίδας, με βάση το ισχύον νομοθετικό καθεστώς, κατά το χρόνο παραπομπής τους και κηρύχθηκαν αθώοι, για την πράξη της παραβίασης Εισαγγελικής Διάταξης (άρθρο 22 παρ. 4 ν. 1539/1938), που φέρεται ότι τελέσθηκε απ' αυτούς στις αρχές Ιανουαρίου 2001. Κατά της ως άνω απόφασης άσκησε έφεση ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Χαλκίδας, ακολούθως μετά επακολούθησε η δημοσίευση του ν. 3463/2006, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 145 παρ. 1 του οποίου ορίσθηκε ότι οι Δήμαρχοι, Πρόεδροι Κοινοτήτων και Πρόεδροι Συνδέσμων Δήμων και Κοινοτήτων υπάγονται στην ιδιάζουσα διαδικασία των άρθρων 111 παρ. 7 και 112 παρ. 2 Κ.Π.Δ. το Τριμελές Πλημ/δικείο Χαλκίδας, στο οποίο εισήχθη η εν λόγω έφεση, έκρινε εαυτό αναρμόδιο με την υπ' αριθμ. 2333/2007 απόφασή του, όπως συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. 4886/2007 όμοια απόφασή του και παρέπεμψε την υπόθεση στο Τριμελές Εφετείο (Πλημ/μάτων) Αθηνών, το οποίο θεώρησε ως καθύλην αρμόδιο δικαστήριο. Το τελευταίο επιλήφθηκε μετά απ' αυτά της υπόθεσης και έκρινε με την υπ' αριθμ. 49/2008 απόφασή του, ότι ήταν υλικά αναρμόδιο και ότι ήταν καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο, το προαναφερθέν Τριμελές Πλημ/δικείο Χαλκίδας. Με τις αποφάσεις αυτές των παραπάνω δικαστηρίων, τα οποία αρνήθηκαν να δικάσουν την ως άνω έφεση, προέκυψε ζήτημα αποφατικής σύγκρουσης αρμοδιότητας και δημιουργήθηκε έτσι θέμα κανονισμού αρμοδιότητας. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η κατ' αριθμ. 17109/20-3-2008 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, να αρθεί η προκύψασα αρνητική σύγκρουση αρμοδιότητας και να ορισθεί ως αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο για εκδίκαση της προκειμένης υπόθεσης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ την υπ' αριθμ. 17109/20-3-2008 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών.
ΑΙΡΕΙ την προκύψασα αρνητική σύγκρουση αρμοδιότητας μεταξύ του Τριμελούς Πλημ/δικείου Χαλκίδας και του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/μάτων) Αθηνών. Και
ΟΡΙΖΕΙ ως αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο, το Τριμελές Πλημ/δικείο Χαλκίδας, προς εκδίκαση της αναφερομένης στο αιτιολογικό έφεσης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αρνητική σύγκρουση αρμοδιότητας μεταξύ του τριμελούς Πλημμελειοδικείου και του Εφετείου. Κανονισμός αρμοδιότητας από τον Άρειο Πάγο. Η αρμοδιότητα καθ’ ύλη κρίνεται σύμφωνα με το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 1792/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ειρήνη Αθανασίου (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντα Χ1, που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 3585/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 336/07.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 267/28.6.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
I. Eισάγω υπό την κρίση του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 § 1+4, 138 § 2β, 525 §1 περ. 2,3 Κ.Π.Δ. την από 28-2-2007 (εγχειρισθείσα την 5-3-2007) αίτηση του Χ1. 'Αρεως περί επαναλήψεως υπέρ αυτού της ποινικής διαδικασίας για (ως εκθέτει): αναίρεση διόρθωση και συμπλήρωση της υπ'αρ. 3585/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών προκειμένου να του δοθεί η δυνατότητα να υποστηρίξει δια συνηγόρου του όλους τους αναιρετικούς λόγους της υποθέσεως αυτής. Με την εν λόγω απόφαση κατεδικάσθη σε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών για υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας η οποία ετελέσθει στην Αθήνα τον Οκτώβριο 1948 σε βάρος της Ψ1 για τους αναφερόμενους στην διάταξη των άρ. 525 § 1 περ. 2,3 ΚΠΔ λόγους και εκθέτω τ'ακόλουθα:
ΙΙ. Κατά το άρθρο 525 § 1 περ. 2α Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ως νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες που δεν υποβλήθηκαν, έστω κι αν προϋπήρχαν, στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για τον λόγο αυτόν ήταν άγνωστες στους δικαστές που τον δίκασαν κατ'εκείνο τον χρόνο, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της προαναφερόμενης δίκη και από τα έγγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας. Τέτοιες νέες, αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, καταθέσεις παλαιών μαρτύρων με τις οποίες ανακαλούνται ή τροποποιούνται ή συμπληρώνονται οι προηγούμενες καταθέσεις τους, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί ήδη στο εκδώσαν την καταδικαστική απόφαση δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε (Α.Π. 1708/2004 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΕ σελ. 698, Α.Π. 1612/2002 σε Συμβούλιο Π. Χρ. ΝΓ σελ. 597 Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 177 επ.). Αντιθέτως δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, καθ'όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ'έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 137/2004 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΔ 1070, ΑΠ 557/2002 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΓ/37, Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 233-234). Οι προβλεπόμενοι από την περ. 3 της παρ. 1 και προβαλλόμενοι λόγοι για δωροληψία και παράβαση καθήκοντος των μετασχόντων του απαγγείλαντος την καταδίκη δικαστηρίου δικαστών που είχαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου, για να ληφθεί υπόψη και να θεμελιώσει λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να είναι αποδεδειγμένοι με αμετάκλητη δικαστική απόφαση (Α.Π. 4/70 Π.Χρ. 1970/126, Θ. Δαλακούρα ενθ. ανωτέρω σελ. 157 επ.). Αν στην περίπτωση του αρ. 525 § 1 αρ. 3 δεν εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση επειδή δεν μπορούσε να εκδικασθεί στην ουσία της η υπόθεση ή επειδή υπήρχαν λόγοι που ανέστειλαν την ποινική δίωξη, τηρείται η διαδικασία των επομένων παραγράφων (3-5) Εξ'άλλου κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή τη σύζυγό του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από τον συνήγορό του που παρέστη στην συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αμετακλήτως περατώσασα την διαδικασία καταδικαστική απόφαση ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον κατεδίκασε. Όπως δε αναφέρεται στην επί του αντίστοιχου άρθρου 427 του Σχεδίου ΚΠΔ του έτους 1934 αιτιολογική έκθεση, είναι το δικαίωμα εκάστου εκ των αναφερομένων στην ως άνω διάταξη προσώπων και αυτοτελές και δεν αναιρείται ούτε από την αντίθετη δήλωση του καταδικασμένου (Μπουροπούλου Ερμ. ΚΠΔ τομ. Β σελ. 318). Επιπροσθέτως, μπορεί να ασκηθεί η πιο πάνω αίτηση σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία και τη νομολογία άποψη, και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δικαιούχου που έχει ειδική εντολή τούτου, κατ'ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 465 § 2 του Κ.Π.Δ. (ΑΠ 428/1993 σε συμβ. Π.Χρ. ΜΓ σελ. 266 ΑΠ 117/1982 σε συμβ. Π.Χρ. ΛΒ/799 Θ. Δαλακούρα "επανάληψη δ/σίας" σελ. 337, Μπουρ. Ερμ. Κ.Π.Δ. τόμ. Β σελ. 138, Ζησιάδη Ποιν. Δικον. Τομ. 5 σελ. 384).
Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 527 Κ.Π.Δ. η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, υποβάλλεται δε στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο Εισαγγελέας στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο την βασιμότητά της, είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα και κατόπιν την εισάγει στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 του ίδιου Κώδικα Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο, όπου υπηρετεί.
Τέλος, κατά το άρθρο 528 § 1 του αυτού Κώδικα, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι, κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 527, το Συμβούλιο Εφετών ή Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το Συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αιτήσεως. Αν δεχθεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση, και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που κατεδίκασε δικαστήριο και στην περίπτωση του άρθρου 525 § 1 αρ. 4 σε άλλο δικαστήριο ομοιόβαθμό με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις δεν είναι όσες ερευνήθηκαν ευθέως ή εμμέσως από τους δικάσαντες δικαστές και απορρίφθηκαν, έστω και με εσφαλμένη εκτίμηση ή δεν άσκησαν επιρροή στον σχηματισμό δικαστικής κρίσεως. Λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας δεν θεμελιώνουν παραλείψεις ή πλημμέλειες του Δικαστηρίου, όπως η μη λήψη υπόψη προταθέντων πραγματικών περιστατικών, η μη απάντηση σε ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, η απόρριψη αιτημάτων του για ευρύτερη έρευνα και για χρήση και άλλων αποδεικτικών μέσων (Συμβ. ΑΠ 964/2006 Ποιν. Δικ/σύνη σελ. 1347).
ΙΙΙ. Στην υπό κρίση περίπτωση ο αιτών Χ1 κατεδικάσθη κατ'έφεση με την υπ'αρ. 3585/04 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Συγκεκριμένα, παράνομα ιδιοποιήθηκε ποσό δραχμών 5.850.000 που του παρέδωσε η μηνύτρια Ψ1 για να το καταβάλει στην πωλήτρια ιδιοκτήτρια διαμερίσματος του οποίου την αγορά διαπραγματευόταν η μηνύτρια και της οποίας (ιδιοκτήτριας) παρουσιαζόταν ο κατηγορούμενος ως εκπρόσωπος, ποσό που ουδέποτε κατάβαλε σ'αυτή, ιδιοποιηθείς αυτό παράνομα και δεν το επέστρεψε παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ψ1, το αντικείμενο δε της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως ο αιτών υπέβαλε αίτηση για διόρθωση ή συμπλήρωσή της, η οποία, με την υπ'αρ. 3590/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών παρεπέμφθη προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στο οποίο εκκρεμούσε αίτηση αναιρέσεως μετά προσθέτων λόγων που είχε υποβάλει ο Χ1 κατά της υπ'αρ. 3585/94 καταδικαστικής (για υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας) αποφάσεως. Η αναίρεση απερρίφθη ως ανυποστήρικτη, με την υπ'αρ. 92/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου Με την ίδια επίσης απόφαση απερρίφθη και η αίτηση του Χ1 για διόρθωση ή συμπλήρωση της αποφάσεως διότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για διόρθωση ή συμπλήρωση της αποφάσεως.
IV) Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας για: 1) συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως 2) διόρθωση-συμπλήρωση κατ'αρ. 145 Κ.Π.Δ. της υπ'αρ. 3585/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (με την οποία, ως εξετέθη, κατεδικάσθη σε φυλάκιση 15 μηνών για υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας) προκειμένου να του δοθεί η δυνατότητα να υποστηρίζει δια συνηγόρου του όλους τους αναιρετικούς λόγους της υποθέσεως αυτής.
Στην εν λόγω αίτηση (ως εισαγωγή) αναφέρει τον εγκλεισμό του Εφέτη δικαστή Γ1 στην Δικ. Φυλακή Κορυδαλλού ως εμπλεκομένου στα παραδικαστικά κυκλώματα, διότι στις 17-6-2002 που τον δίκασε χωρίς να τον ακούσει αποκρύπτοντας κύρια υπερασπιστικά στοιχεία της δικογραφίας, ώστε να τον καταδικάσει και ν'αποτελέσει η καταδίκη του αυτή την απαρχή πολλών δεινών γι'αυτόν φθάνοντας ακόμη και στην παράνομη προσωποκράτησή του, μέχρι που το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά διέταξε την απόλυσή του. Αναφέρεται στην ενώπιον του Α.Π. ερήμην συζήτηση την 9-12-2005 των αιτήσεών του (αναιρέσεως και διορθώσεως, αντίστοιχα) της υπ'αρ. 3585/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ότι ήταν επιβεβλημένη η διόρθωση ή συμπλήρωση της άνω αποφάσεως και δεν εξηγεί για ποιό λόγο δεν παρέστη κατά την συζήτηση. Υποστηρίζει ότι στην συνέχεια προσετέθησαν νεώτερα στοιχεία που αφορούν την συγκεκριμένη περίπτωση όπως:
Τα στοιχεία της απάτης του δικηγόρου του Τ.Ε.Ε. Δ1 σε βάρος του που στοιχειοθετούνται με τις ακόλουθες αποφάσεις : α) 6022/2003 Τριμελούς Εφετείου Αθηνών β) 6240/2002 Μον. Πρ.Αθηνών, γ) 8590/2007 Τρ Πλημ. Αθηνών, τα στοιχεία τη αποφάσεως του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος (ΤΕΕ) που αποφαίνεται επί της οφειλής 20.000.000 δρχ. από του έτους 1994 του δικηγόρου αυτού Δ1 (13046/15-6-2006) που αρνείται να τον πληρώσει και καταφεύγει σε παράνομες πράξεις σε βάρος του. Οι λόγοι που καθιστούν την απόφαση 3585/2005 αναιρετέα είναι ότι ο Δ1 με τις από 20-11-2002 προτάσεις του προς το Μον. Πρωτ/κείο Αθηνών επί αγωγής του αιτούντος χαράσσει γραμμή συναλλαγής με την μηνύτρια και με παραδικαστικούς κύκλους της εποχής εκείνης.
Με το υπ'αρ. .... έγγραφο της Πολεοδομίας Αθηνών προς ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ για παράνομες συνδέσεις αυτών με διαμερίσματα της πολυκατοικίας οδού ..... μεταξύ των οποίων και της μηνύτριας Ψ1 φανερώνεται η δολιότητά τους σε όλο το μεγαλείο για την μη ενεργοποίηση του πινακίου αμοιβών επιβλέψεως που εκδόθηκε από το Τ.Ε.Ε. για την πολυκατοικία στις 19-11-1997.
Επικαλείται στοιχεία της υποθέσεως Δ2 δικηγόρου Αθηνών με τις προεκτάσεις αυτής και τις συνδέσεις με το σύμπλεγμα δολιότητας του Δ1 και της μηνύτριας Ψ1.
Ο Δ2 είναι δικηγόρος και το έτος 2000 του είχε αναθέσει με την σύζυγό του Δα, την σύνταξη μελετών για το διατηρητέο και σεισμόπληκτο κτίριο της οδού .... στην Περιοχή ..... Στην συνέχεια προκειμένου να εξαπατήσουν τα δικαστήρια, και για να βοηθήσει μ'αυτόν τον τρόπο τον Δ1, ώστε να μην του πληρώσουν τα οφειλόμενα σ'αυτόν ποσά πλαστογράφησε την Υπ. Δήλωση, εξαπάτησε τον δικηγόρο της για να την επικυρώσει πλαστογραφημένη και όταν αντελήφθη πως αυτός (αιτών) το αντελήφθη αφαίρεσε αυτή (δήλωση) από την δικογραφία. Στις 8-5-2003 έγινε το πρώτο δικαστήριο, που δεν έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω τον κατεδίκασε με την υπ'αρ. 37164/2003 απόφαση, ούτε το Εφετείο το έλαβε υπόψη του και πάλι τον κατεδίκασε με την υπ'αρ. 9442/20-10-2004 απόφαση. Υπέβαλε μηνυτήριες αναφορές για τα παραπάνω αδικήματα και δικαιώθηκε πλήρως. Την 12-1-2007 ο Δ2 δικηγόρος κατεδικάσθη στο Εφετείο Αθηνών για πλαστογραφία, απάτη, υπεξαγωγή.
Πρόεδρος του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στις 17-6-2002 που δίκασε την υπόθεση της μηνύσεως της Ψ1 ήταν ο δικαστής Γ1 που κρίθηκε προσωρινά κρατούμενος στις δικ. Φυλακές Κορυδαλλού ως εμπλεκόμενος στα παραδικαστικά κυκλώματα. Στο δικαστήριο στις 17-6-2002, αρνήθηκε επιμόνως να εξετάσει το αίτημά του, ως κατηγορουμένου, αν και ήταν νόμιμο αλλά και απαραίτητο ώστε να έρθει στο φως όλη η αλήθεια αφού με αυτό ζητούσε την διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, για να διαπιστωθεί εάν είχαν γίνει ή όχι, οι εργασίες στο διαμέρισμα της Ψ1 στο χρονικό διάστημα Απρίλιος 1997 - Ιούνιος 1998, ήτοι σε χρονικό διάστημα 14 μηνών. Να αιτιολογηθεί από την μηνύτρια για ποιόν λόγο αρνείτο να υποβάλλει μήνυση κατά υπεργολάβων - τεχνιτών, που εργάστηκαν στο διαμέρισμά της και ορκίστηκαν δίνοντας ένορκες καταθέσεις, πως είχαν εργασθεί στο διαμέρισμά της το ανωτέρω διάστημα; Για ποιό λόγο απέκρυψε ο δικαστής την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανικού ......., που είχε γίνει για λογαριασμό της Ψ1 (μηνύτριας) το έτος 2001 για να αποδείξει...... το κακότεχνο των εργασιών που είχε κάνει (αιτών) και ύστερα ισχυρίστηκε πως δεν είχε κάνει και αφού δεν είχε κάνει εργασίες τα έφαγε τα λεφτά υπεξαιρώντας απ'αυτήν. Στο δικαστήριο που εξεδίκασε την έφεσή του κατά της πρωτόδικης αποφάσεως στις 19-4-2004 συνέβησαν παρόμοια γεγονότα με την προσθήκη όμως και μιάς ψευδομάρτυρος (.......) που μηνύθηκε και ασκήθηκε δίωξη κατ'αυτής.
VI) Από τα στοιχεία που προσεκόμισε και επικαλείται ο αιτών. Προέκυψε ότι μεταξύ αυτού και της Ψ1 ανεφύη διαφορά λόγω καταβολής σ'αυτόν από την Ψ1 ποσού 5.850.000 δρχ. για να το δώσει ως προκαταβολή στην ιδιοκτήτρια ενός διαμερίσματος (Ζ1) επί της οδού .... στα ...... Αθηνών, το οποίο ήθελε να αγοράσει η Ψ1. Επειδή ο αιτών δεν έδωσε το ποσό αυτό στην ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος (Ζ1) η Ψ1 υπέβαλε έγκληση, ασκήθηκε κατ'αυτού ποινική δίωξη για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και με την υπ'αρ. 56689/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατεδικάσθη σε φυλάκιση 2 ετών. Πρόεδρος της συνθέσεως ήταν ο νυν Εφέτης Γ1 ήδη κατηγορούμενος για συμμετοχή στο παραδικαστικό κύκλωμα (και δεν συνάγεται οιαδήποτε σχέση του με την Ψ1).
Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών άσκησε έφεση και με την υπ'αρ. 3585/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (με εκ του νόμου διαφορετική σύνθεση) κατεδικάσθη σε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών για την προαναφερθείσα πράξη της υπεξαιρέσεως σε βάρος της Ψ1. Ακολούθως υπέβαλε αίτηση διορθώσεως και συμπληρώσεως της άνω αποφάσεως η οποία διεβιβάσθη στον 'Αρειο Πάγο όπου εκκρεμούσε η σχετική δικογραφία λόγω ασκήσεως αναιρέσεως. Με την υπ'αρ. 92/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου απερρίφθη η αίτηση αναιρέσεως και αίτηση διορθώσεως συμπληρώσεως της αποφάσεως.
Ο αιτών προς επίρρωση των ισχυρισμών του επικαλείται αποφάσεις επί διαφορών του με τους δικηγόρους Δ1, Δ2, όμως οι αποφάσεις αυτές δεν έχουν καμμία σχέση με τη διαφορά που είχε με την Ψ1. Ειδικότερα με την υπ'αρ. 6022/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ο Δ1 κατηγορούμενος για απάτη σε βάρος του αιτούντος Χ1 απηλλάγη από κάθε ποινή κατ'άρ. 393 παρ. 2 ΠΚ (διότι υπήρξε κοινή δήλωση περί επιλύσεως των διαφορών τους). Με την υπ'αρ. 9442/20-10-2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κατ'έφεση της υπ'αρ. 37164/2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) ο αιτών Χ1 κατεδικάσθη σε ποινή φυλακίσεως 5 μηνών για απάτη σε βάρος της Δα.
Με την υπ'αρ. 75326/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο αιτών απηλλάγη από την κατηγορία της πλαστογραφίας με χρήση των πλαστών κατ'εξακολούθηση με βάση άλλη καταγγελία της Δα. Με την υπ'αρ. 195/12-1-2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών (κατ'έφεση της υπ'αρ. 75328/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο Δ2 κατεδικάσθη σε συνολική ποινή φυλακίσεως 11 μηνών για πλαστογραφία μετά χρήσεως, υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, υπεξαγωγή εγγράφου. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η εργασία που ανέθεσε το ζεύγος Δ2,Δα στον αιτούντα (ως συνάγεται από την σελ. 3 της αιτήσεως) αφορούσε άλλη οικοδομή στην οδό .... στην περιοχή ..... και δεν είχε σχέση με την πολυκατοικία επί της οδού ...... όπου το διαμέρισμα το οποίο αγόρασε η Ψ1. Ούτε αναφέρει ο αιτών ποιές οι σχέσεις μεταξύ της Ψ1 με το ζεύγος Δ2,Δα και ποιά η συνάφεια του άνω ζεύγους με την καταδίκη του για την υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ούτε, πράγμα που ενδιαφέρει πρωτίστως την υπό κρίση υπόθεση, ποιά είναι τα νέα στοιχεία, ποιές οι νέες καταθέσεις μαρτύρων, ή δικαστικές αποφάσεις, από τα οποία είτε αυτοτελώς, είτε σε συνδυασμό με εκείνα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομισθεί στο εκδώσαν την καταδικαστική απόφαση δικαστήριο, καθιστούν φανερό ότι αυτός είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που τέλεσε πραγματικά.
Δεν επεκαλέσθη ούτε προσεκόμισε κάποια αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για ψευδορκία μάρτυρα ή ψευδή καταμήνυση σε βάρος της αντιδίκου του ή άλλων μαρτύρων εκείνης της υποθέσεως. Το έγγραφο της Πολεοδομίας Αθηνών προς ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ για ανάκληση θεωρήσεων συνδέσεων αυτών με διαμερίσματα της πολυκατοικίας οδού ....... λόγω μη καταβολής αμοιβών επιβλέψεων του μηχανικού ....... (προσκομισθέν σχετ. 11) δεν προκύπτει ότι έχει σχέση με την πράξη της υπεξαιρέσεως.
Η Ψ1 εις το κατ'έφεση δικαστήριο είχε καταθέσει μεταξύ άλλων (σελ. 3 πρακτικών υπ'αρ. 3585/2004 αποφάσεως: ".............κατόπιν μου είπε ότι είχε χαλάσει τα λεφτά σε υποχρεώσεις δικές του και τα ζητά η κα Ζ1. Πήρα τηλέφωνο την Ζ1 ήρθε στο σπίτι και είπαμε τι έγινε. Από τότε δεν τον ξανάδα. Δεν του είχα δώσει εντολή για τίποτα. 6.000.000 δρχ. μου έφαγε. 'Εχει γράψει μία απόδειξη μόνος του, εγώ δεν την ήξερα. Εάν μου έλεγε την αλήθεια δεν θα του έδινα ποτέ λεφτά..........". Γι'αυτή την κατάθεση ο αιτών δεν υπέδειξε κάποιο στοιχείο από το οποίο θα μπορούσε να αμφισβητηθεί. Βεβαίως κατά την πρωτόδικο εκδίκαση της υποθέσεως Πρόεδρος του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ήταν ο νυν Εφέτης Γ1 κατά του οποίου έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για συμμετοχή του στο παραδικαστικό κύκλωμα, η απόφαση αυτή εξαφανίστηκε από την προσβαλλομένη υπ'αρ. 3585/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία κατεδικάσθη πάλι ο αιτών για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και του επεβλήθη μικρότερη ποινή (φυλ. 15 μηνών) σε σχέση με την πρωτοδίκως επιβληθείσα. Τέλος από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο ανωτέρω δικαστής απέκρυψε την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανικού ..... . Σημειωτέον ότι στην σύνθεση μετείχαν και έτεροι δύο δικαστές και ο αιτών κατηγορούμενος παρέστη με συνήγορο, συνεπώς δεν ήταν δυνατόν να αποκρυφθεί έγγραφο από τον Πρόεδρο του δικαστηρίου.
Επίσης η υπ'αρ. 6240/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που προσεκόμισε ο αιτών με την οποία ανεβλήθη συζήτηση αγωγής του κατά του Δ1 αφορά διαφορά στην οποία δεν είχε ανάμειξη η Ψ1 ή ο δικαστής Γ1.
Με την υπ'αρ. 4078/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο αιτών Χ1 υποχρεώθηκε να καταβάλει στην Ψ1 το ποσό των 49.127,79 ευρώ και απαγγέλθηκε σε βάρος του προσωπική κράτηση διαρκείας τριών μηνών, ενώ με την υπ'αρ. 4279/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά εκηρύχθη άκυρη η προσωπική του κράτηση.
Όμως οι λόγοι τους οποίους επικαλείται ο αιτών για διαφορές του με τον δικηγόρο Δ1, το ζεύγος Δ1,Δα , την προσωπική του κράτηση, αλυσιτελώς προβάλλονται σε σχέση με το αίτημα για επανάληψη της διαδικασίας επί της οποίας εξεδόθη η υπ'αρ. 3585/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και ουδέν νεότερο στοιχείο προσεκόμισε και κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα.
Για τους λόγους αυτούςΠ ρ ο τ ε ί ν ω------------------
Ι) Να απορριφθεί η από 28-2-2007 (εγχειρισθείσα την 5-3-2007) αίτηση του Χ1. 'Αρεως, περί επαναλήψεως υπέρ αυτού της ποινικής διαδικασίας για αναίρεση διόρθωση-συμπλήρωση της υπ'αρ. 3585/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
ΙΙ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον Χ1.
Αθήνα 31-5-2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 528 τταρ.1 του ΚΠοινΔ αρμόδιο να αποφασίσει την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι, κατά τις διακρίσεις του άρθρου 527 παρ.3 του ίδιου Κώδικα, το συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Προς τούτο, προκειμένου για το συμβούλιο του Αρείου Πάγου, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αιτούντα. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με χρονολογία .... αποδεικτικό επιδόσεως της δικατικής επιμελήτριας ....., ο αιτών κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αρχικώς ορισθείσα για την 16-11-2007 δικάσιμο προς συζήτηση της αιτήσεως του, κατά την οποία, με την υπ'αριθμ.2032/2007 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης. Ωστόσο, αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την πιο πάνω μετ' αναβολή συνεδρίαση και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο). Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να συζητηθεί ερήμην του αιτούντος.
II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠοινΔ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις αναφερόμενες σ' αυτήν περιπτώσεις μεταξύ των οποίων και εκείνη κατά την οποία, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υπόθεσης, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορο του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο). Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να III. Στην προκείμενη περίπτωση, εισάγεται ενώπιον του δικαστηρίου τούτου η από 28-2-2007 αίτηση του Χ1 για επανάληψη της διαδικασίας, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3585/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 92/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την παραπάνω απόφαση του Εφετείου, ο αιτών έχει καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών για υπεξαίρεση, πράξη η οποία συνίσταται στο ότι παρανόμως ιδιοποιήθηκε ποσό 5.850.000 δραχμών το οποίο του είχε δώσει η μηνύτρια Ψ1 να το καταβάλλει στην ιδιοκτήτρια διαμερίσματος, την αγορά του οποίου διαπραγματευόταν η μηνύτρια. Την επανάληψη της διαδικασίας και την ακύρωση της άνω αποφάσεως, ζητεί ο αιτών με την ένδικη αίτηση το κείμενο της οποίας παρατίθεται αυτούσιο και έχει ως ακολούθως.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με αφορμή, τον πρόσφατο εγκλεισμό του εφέτη-δικαστή, Γ1, στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού, ως εμπλεκόμενου στα παραδικαστικά κυκλώματα, προβαίνω στην παρούσα ενέργειά μου, με έναν κύριο λόγο παραπάνω, πέρα από εκείνους τους αναιρετικούς λόγους, που επικαλέσθηκα στην ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ, κατά της υπ' αριθ. 3585/2004 Απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων, που εκδικάσθηκε χωρίς την υποστήριξή μου.
- Ο ανωτέρω δικαστής, Γ1, ήταν Πρόεδρος του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στις 17.6.2002, που με δίκασε .......Χωρίς να με ακούσει (!) ..... , αποκρύπτοντας κύρια υπερασπιστικά στοιχεία της δικογραφίας, ώστε να με καταδικάσει και ν' αποτελέσει η καταδίκη μου αυτή, την απαρχή πολλών δεινών για μένα, φθάνοντας ακόμα και στην παράνομη προσωποκράτησή μου (!!!), μέχρι που το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, διέταξε την απόλυσή μου.....κηρύσσοντας άκυρη, μια ολόκληρη διαδικασία, νεώτερης παραδικαστικής εμπλοκής των αντιδίκων μου παλαιών και νεωτέρων Κύριε Εισαγγελέα Ι. Συζητήθηκαν στις 9 Δεκεμβρίου 2005, από το Δικαστήριό Σας, οι ακόλουθες αιτήσεις μου, που αφορούσαν:
α) Στην από 18 Ιουνίου 2004, ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ, κατά της υπ' αρ. 3585/19.4.2004 Απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων, που επιδόθηκε νόμιμα προς τον κ. Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 21 Ιουνίου 2004.
β) Στην από 27 Ιουλίου 2004, ΑΙΤΗΣΗ για ΔΙΟΡΘΩΣΗ ή ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ της ανωτέρω υπ' αριθ. 3585/19.4.2004 Απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων, που υποβλήθηκε νόμιμα, κατ' άρθρο 145 Κ.Π.Δ., στο δικαστήριο του Ε' Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, στις 29.7.2004 με (αριθ. πρωτ. 37766/2004).
Στην ανωτέρω συζήτηση δεν παραστάθηκα δια συνηγόρου ή πληρεξουσίου δικηγόρου μου, προς υποστήριξη των αδιαμφισβήτητων ΜΕΧΡΙ ΤΟΤΕ, 9.12.2005, αναιρετικών λόγων, ως και των λόγων που καθιστούσαν επιβεβλημένη την διόρθωση ή συμπλήρωση της υπ' αριθμ. 3585/19.4.2004 Απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και κατ' επέκταση θα καθιστούσαν βεβαία την αναίρεση της ανωτέρω απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
2. Επειδή στην συνέχεια του χρόνου, προστέθηκαν νεώτερα στοιχεία, που αφορούν στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως:
(2.1) Τα στοιχεία της απάτης του δικηγόρου του Τ. Ε. Ε., Δ1, σε βάρος μου, οι οποίες με τις ακόλουθες αποφάσεις των δικαστηρίων, στοιχειοθετούνται:
Απόφαση 6022/9.6.2003 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών Απόφαση 6240/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών Απόφαση 8590/2007 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (2.2) Τα στοιχεία της απόφασης του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος (Τ.Ε.Ε.) που αποφαίνεται επί της οφειλής 20.000.000 Δρχ., από του έτους 1999, του δικηγόρου αυτού, Δ1 (αριθ. πρωτ. 13046/15.6.2006), που αρνείται να μου πληρώσει και καταφεύγει σε παράνομες πράξεις σε βάρος μου
•Από τα ανωτέρω προκύπτουν, οι λόγοι που καθιστούν την απόφαση 3585/19.4.2005 αναιρετέα καθόσον:
-Ο Δ1 με τις από 20.11.2002 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επί Αγωγής μου, χαράσσει γραμμή συναλλαγής με την μηνύτρια και με παραδικαστικούς κύκλους της εποχής εκείνης.
• Με το υπ' αριθμ. πρωτ. ..... Έγγραφο της Πολεοδομίας Αθηνών, προς ΔΕΗ και ΕΥΔΑΠ, για παράνομες συνδέσεις αυτών με διαμερίσματα της Πολυκατοικίας οδού.....(...), μεταξύ των οποίων και της μηνύτριας Ψ1, φανερώνεται η δολιότητά τους σε όλο το μεγαλείο, για μη ενεργοποίηση του ΠΙΝΑΚΙΟΥ ΑΜΟΙΒΩΝ ΕΠΙΒΛΕΨΕΩΝ που εκδόθηκε από το Τ.Ε.Ε. για την πολυκατοικία, στις 19.11.1997.
•Συμπληρώνεται, έτσι, το ΙΣΤΟΓΡΑΜΜΑ της δολιότητας και της διαπλοκής του Δ1 σε βάρος μου (2.3) Τα στοιχεία της υπόθεσης του Δ2, δικηγόρου Αθηνών, με τις προεκτάσεις αυτής και τις συνδέσεις αυτής με το σύμπλεγμα της δολιότητας του Δ1 και της μηνύτριας Ψ1.Σημείωση:
-Ο Δ2, είναι δικηγόρος (συνταξιούχος) και το έτος 2000 μου είχε αναθέσει με την σύζυγό του, Δα, την σύνταξη των μελετών για το διατηρητέο και σεισμόπληκτο κτίριο της οδού ..... στην περιοχή της ...., για δε τις ανάγκες λήψης δανείου ως σεισμόπληκτο, η Δα υπέγραψε ΚΑΤΑ ΝΟΜΟ, υπεύθυνη Δήλωση του Ν. 1566/86 και θεώρησε το γνήσιο της υπογραφής της (= δημόσιο έγγραφο: Ν. 2690/99).
Στη συνέχεια, προκειμένου να εξαπατήσουν τα Δικαστήρια και για να "βοηθήσει" μ' αυτόν τον παράνομο τρόπο τον Δ1, ώστε να μην μου πληρώσουν τα οφειλόμενα σε μένα ποσά (20.000.000 δρχ., από Δ1, του έτους 1999) όπως και (11.500.000 δρχ., από το 2000, που όφειλε η ίδια) :
Πλαστογράφησε την Υπ. Δήλωση (= δημόσιο έγγραφο) • Εξαπάτησε το δικηγόρο της, για να την επικυρώσει πλαστογραφημένη και όταν αντιλήφθηκε πως εγώ το κατάλαβα • Αφαίρεσε αυτή από τη δικογραφία (!)- Στις 8.5.2003 έγινε το πρώτο δικαστήριο, που δεν έλαβε υπ' όψη του τα ανωτέρω και με καταδίκασε (Απόφαση 37164/2003) (!) .
- Στις 20.10.2004 έγινε το Εφετείο, το οποίο ούτε αυτό έλαβε υπ' όψη του τα ανωτέρω και πάλι με καταδίκασε (Απόφαση 9442/2004) (!!!!) ....
- Έκανα μηνυτήριες αναφορές, για τα παραπάνω αδικήματα και δικαιώθηκα πλήρως.
- Στις 1.12.2005, έγιναν τα δικαστήρια, στο Θ! Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών:
• Ένα σε βάρος μου, για δήθεν πλαστογραφία και • Ένα σε βάρος των για: πλαστογραφία, απάτη και υπεξαγωγή Στο δικό μου: αθωώθηκα (Απόφαση 75326/2005) Στο άλλο: ο Δ2, δικηγόρος (!) καταδικάστηκε και για τα τρία αδικήματα (Απόφαση 75328/2005). - Στις 12.1.2007, στο Εφετείο Αθηνών γράφτηκε ο Επίλογος.
Ο Δ2, δικηγόρος, καταδικάστηκε πάλι και για τα τρία (3) αδικήματα.
ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΚΑΙΩΣΗ ΜΟΥΑΠΟ ΤΗΝ ΑΔΕΚΑΣΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ 3. Πρόεδρος του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στις 17.6.2002, που δίκασε την υπόθεση της μήνυσης της Ψ1, ήταν ο δικαστής κ. Γ1, που κρίθηκε προσωρινά κρατούμενος στις δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού, ως εμπλεκόμενος στα παραδικαστικά κυκλώματα.
Στο δικαστήριο, στις 17.6.2002, αρνήθηκε επιμόνως (!) να εξετάσει το αίτημα μου, ως κατηγορουμένου, αν και ήταν νόμι μ ο .... αλλά και απαραίτητο ώστε να έρθει στο φως όλη η αλήθεια, αφού με αυτό ζητούσα :
•Την διενέργεια, τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, για να διαπιστωθεί εάν είχαν γίνει ή όχι, οι εργασίες στο διαμέρισμα της Ψ1 (μηνύτριας), στο χρονικό διάστημα: Απρίλιος 1997 -Ιούνιος 1998, ήτοι σε χρονικό διάστημα (14) μηνών (!!!) •Να αιτιολογηθεί από την μηνύτρια, για ποιο λόγο αρνιόταν να υποβάλει μήνυση κατά υπεργολάβων -τεχνιτών, που εργάστηκαν στο διαμέρισμα της και ορκίστηκαν δίνοντας ΕΝΟΡΚΕΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ, πως είχαν εργασθεί στο διαμέρισμά της, το ανωτέρω διάστημα; Για ποιο λόγο απέκρυψε, ο ανωτέρω δικαστής, την Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του μηχανικού ....., που είχε γίνει για λογαριασμό της Ψ1 (μηνύτριας) το έτος 2001 για να αποδείξει.....το κακότεχνο των εργασιών που είχα κάνει και ύστερα ισχυρίσθηκε πως ..... δεν είχα κάνει .... και αφού δεν είχα κάνει εργασίες τα "έφαγα" τα λεφτά υπεξαιρώντας απ' αυτήν; Τώρα που ο ανωτέρω δικαστής βρίσκεται στα χέρια της ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ θα κληθεί, με νόμιμο τρόπο, να απαντήσει και για την ανωτέρω περίπτωση καταδίκη μου, αφού πρώτα απαντηθούν όλα τα ανωτέρω :
Στο Δικαστήριο του Εφετείου Αθηνών που εκδίκασε την έφεση μου κατά της πρωτόδικης απόφασης στις 19.4.2004 συνέβησαν παρόμοια γεγονότα, με την προσθήκη όμως και μιας ψευδομάρτυρος (.....) που μηνύθηκε και ασκήθηκε δίωξη κατ' αυτής.
ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣΑΙΤΟΥΜΑΙ Την επανάληψη της διαδικασίας συζήτησης για Αναίρεση και - Διόρθωση - Συμπλήρωση,της υπ' αριθ. 3585/2004 Απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλη μ/των Αθηνών.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η ένδικη αίτηση είναι ασαφής, αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως εν πολλοίς δε και ακατάληπτη. Ενόψει του ότι με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 3585/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ο αιτών καταδικάσθηκε για υπεξαίρεση εις βάρος Ψ1, από την εκτίμηση του συνόλου των διαλαμβανομένων στην ένδικη αίτηση, δεν προκύπτει ότι επικαλείται νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αδίκως καταδικάσθηκε. Η επικαλούμενη απάτη του δικηγόρου Δ1, η προς αυτόν οφειλή από εκείνον ποσού 20.000.000 δραχμών, η αναφορά στην υπόθεση του δικηγόρου Δ2 και των μεταξύ τους δικαστικών διενέξεων και η επικαλούμενη εμπλοκή του αναφερόμενου δικαστή στο λεγόμενο "παραδικαστικό κύκλωμα" δεν διευκρινίζεται στην αίτηση κατά ποίο τρόπο σχετίζονται αιτιωδώς με την πράξη της υπεξαίρεσης για την οποία καταδικάσθηκε και ως προς τι αποτελούν νέα στοιχεία, άγνωστα στους δικαστές που δίκασαν την κατ' αυτού κατηγορία.
Συνεπώς, η ένδικη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση του Χ1 για επανάληψη της διαδικασίας και ακύρωση της υπ' αριθμ. 3585/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Και.
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας. Απόρριψη της αιτήσεως ως αόριστης. Απορρίπτει.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 1791/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ειρήνη Αθανασίου (η οποία ορίσθηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως, με την 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κουμουτσάρη, για αναίρεση της 2909/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καλαϊτζή. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 371/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 216 παρ.1 ΠΚ, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικά μεν η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος εμφανίζει τούτο ως καταρτισμένο από άλλον, υποκειμενικά δε δόλος του υπαιτίου που ενέχει τη γνώση και την θέληση των περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη, επί πλέον δε ως πρόσθετο υποκειμενικό στοιχείο και σκοπό του δράστη με την χρήση του πλαστού εγγράφου να παραπλανήσει άλλον για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξένησε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγικό αίτιο, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) Βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω κι αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς επανόρθωση της. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, το έγκλημα της απάτης μπορεί να τελεσθεί και με παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, κάθε φορά που υποβάλλεται σ' αυτόν ψευδής ισχυρισμός που υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν, αλλά με ανακριβές περιεχόμενο. Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν, με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών στοιχείων, εκδίδεται οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη ή άλλου σε βάρος του αντιδίκου του, απόπειρα δε αυτής συντρέχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαστής δεν παραπλανάται από τους ψευδείς ισχυρισμούς και τα ανακριβή αποδεικτικά στοιχεία και απορρίπτει ως αβάσιμη την αγωγή ή όταν δεν εκδίδεται οριστική απόφαση Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1α του ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε.
ΙΙ.- Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ.(Ολ.ΑΠ 1/2005). Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.2909/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα ακόλουθα περιστατικά "... αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος αφενός κατάρτισε τα πλαστά έγγραφα που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, διότι όσον αφορά στις 3 εξουσιοδοτήσεις η Γ1 (γιαγιά) η Ψ1 και η Γ2 δεν είχαν λόγο να εξουσιοδοτήσουν το Δικηγόρο του αντιδίκου τους Θρασύβουλο Φιλιππίδη να διορίσει ο τελευταίος Δικηγόρο για λογαριασμό τους, ο οποίος θα ομολογούσε την βάση της αγωγής του αντιδίκου τους, τη στιγμή που η κόρη της Ψ1 ήταν ασκούμενη Δικηγόρος σε γνωστό Δικηγόρο της Κατερίνης. Επιπλέον η Ψ1 και η Γ2 όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας αλλά και από την ίδια την κατάθεση της Ψ1 τόσο κατά την 21-12-2000, ημερομηνία που φέρει το πλαστό ιδιωτικό συμφωνητικό, όσο και κατά τον 7° του 2000, ημερομηνία που φέρουν οι εξουσιοδοτήσεις, βρίσκονταν στο εξωτερικό και συνεπώς ούτε γνώριζαν οτιδήποτε για το περιεχόμενο των πλαστών εγγράφων, ούτε ήταν δυνατό γι' αυτές να τα υπογράψουν. Ο κατηγορούμενος δεν αρνείται ότι οι αδελφές του ήταν στο εξωτερικό και ισχυρίζεται ότι η ηλικίας, κατά το έτος 2000, 75 ετών μητέρα του είναι αυτή που προσκόμισε τα ως άνω πλαστά έγγραφα στον Δικηγόρο του, ισχυρισμός που εν όψει των καταθέσεων των μαρτύρων, της ηλικίας και του μορφωτικού επιπέδου της Γ1 δεν κρίνεται πειστικός. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατάρτισε τα ανωτέρω πλαστά έγγραφα προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει, όπως και έκανε, στα πλαίσια δίκης, αναγνώρισης κυριότητας κατά της μητέρας του και των αδελφών του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κολινδρού. Επιπρόσθετα ο κατηγορούμενος εξαπάτησε τόσο το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης, το οποίο με την 178/2000 απόφασή του έκανε δεκτή αγωγή του κατηγορουμένου την οποία αυτός είχε ασκήσει κατά του ήδη αποβιώσαντος πατέρα του και της ηλικιωμένης μητέρας του, εμφανίζοντας τον πατέρα του ζωντανό, προκειμένου να μην στρέψει την αρχική αγωγή του κατά των κληρονόμων του πατέρα του αδελφών του και στη συνέχεια μειώνοντας την αξία του επίδικου ακινήτου από τα 21.500.000 δρχ., όπως ανέφερε στην πρώτη αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς, στο ποσό των 3.500.000 δρχ., και χρησιμοποιώντας και το από .... πλαστό ιδιωτικό συμφωνητικό παρέκτασης κατά τόπο αρμοδιότητας, που δήθεν το υπέγραψαν οι αντίδικοί του μητέρα και αδερφές του, εξαπάτησε και το Ειρηνοδικείο Κολινδρού, το οποίο με την 56/2001 απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή του, και τον αναγνώρισε κύριο στα επίδικα ακίνητα (κληρονομιαία) με σκοπό να αποκτήσει (ο κατηγορούμενος) τα ακίνητα αυτά. Επομένως πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων της απάτης και της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση...".
Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις πράξεις της κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίας με χρήση και της κατ' εξακολούθηση απάτης στο δικαστήριο και επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι δύο (22) μηνών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε το Δικαστήριο στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων για τα οποία τον κήρυξε ένοχο, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 216 παρ.1, 386 παρ.1 τις οποίες οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ο τρόπος τέλεσης από τον αναιρεσείοντα της πράξεως της κατάρτισης πλαστού ιδιωτικού συμφωνητικού και τριών πλαστών εξουσιοδοτήσεων, οι σκέψεις από τις οποίες το δικαστήριο πείσθηκε ότι τα παραπάνω έγγραφα είναι πλαστά και συντάκτης αυτών ο αναιρεσείων, αναφέρεται στην απόφαση ο τρόπος κατά τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν τα έγγραφα και προσδιορίζεται ο σκοπός παραπλάνησης των δικαστών του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης και του Ειρηνοδίκη Κολυνδρού ο οποίος και επιτεύχθηκε. Ειδικότερα, οι άνω δικαστές οδηγήθηκαν στην έκδοση αποφάσεως με την οποία έγινε δεκτή αγωγή του αναιρεσείοντος γιατί αυτός έκαμε χρήση πλαστών εξουσιοδοτήσεων με τις οποίες οι εναγόμενες (μητέρα και τρείς αδελφές του) φέρονται ότι έχουν εξουσιοδοτήσει δικηγόρο να συνομολογήσει το περιεχόμενο των αγωγών, ο οποίος και πράγματι εμφανίσθηκε ενώπιον των άνω δικαστηρίων για λογαριασμό των εναγομένων και συνομολόγησε τις αγωγές κατ' αυτών. Τέλος, δε, προσδιορίζεται το από το έγκλημα της απάτης επιδιωχθέν όφελος και η απειληθείσα εις βάρος των εγκαλούντων ζημία, ο χρόνος επελεύσεως αυτής και σε τι η ζημία αυτή συνίσταται. Οι αιτιάσεις ότι δεν διαλαμβάνονται στην απόφαση σκέψεις από τις οποίες το δικαστήριο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό συμπέρασμα α) ότι τα αναφερόμενα ακίνητα αποτελούν κληρονομιαία περιουσία του πατέρα του β) δεν προσδιορίζεται ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας από εκείνον (πατέρα) και γ) ότι το δικαστήριο δεν εξετίμησε σωστά τους ισχυρισμούς του ότι κύριος των άνω ακινήτων είναι ο ίδιος, είναι απαράδεκτες γιατί πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'του Κ.Π.Δ λόγος αναιρέσεως με τον οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ελλειπή αιτιολογία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς εναγούσης Ψ1 (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ και 176 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ.2.909/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς εναγούσης την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία με χρήση κατ’ εξακολούθηση και απάτη στο δικαστήριο κατ’ εξακολούθηση. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.
| 2
|
Αριθμός 1790/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ειρήνη Αθανασίου (η οποία ορίστηκε, προς συμπλήρωση της συνθέσεως, με την 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 , που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου, για αναίρεση της 55366/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 17 Μαρτίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 167/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 1 του α.ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενος σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διατάξεως του α.ν. 690/1945, για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προαναφερομένων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κλπ), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο εργοδότη αποδοχές στον εργαζόμενο, αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή από συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο, σε περίπτωση δε μερικότερων πράξεων να προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα ποσά που οφείλονται για κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις, εφόσον για μερικές από αυτές προκύπτει ζήτημα παραγραφής. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 55.366/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση του πιο πάνω α.ν. 690/1945 σε φυλάκιση τεσσάρων (4) μηνών η οποία ανεστάλει. Το Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική αυτή κρίση, δέχθηκε, με μνεία κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων τα ακόλουθα. "ο εκκαλών-κατηγορούμενος ως πληρεξούσιος δικηγόρος της Γ1, η οποία παρέμενε για μεγάλα χρονικά διαστήματα νοσηλευόμενη στην κλινική ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, προσέλαβε κατά το μήνα Δεκέμβριο 2003 ως αποκλειστικές νοσηλεύτριες αυτής τις Ζ1 και Ζ2. Καθόλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησης τους, που διήρκεσε έως και τον Απρίλιο του 2004 ο κατηγορούμενος κατέβαλλε σ' αυτές ανελλιπώς τα ανάλογα ημερομίσθια, εκτός από έξι ημερομίσθια προς την πρώτη εξ αυτών, που αφορούσαν, το χρονικό διάστημα από 1-4-04 έως 6-4-04, συνολικού ύψους 407,02 ευρώ και τέσσερα ημερομίσθια προς τη δεύτερη εξ αυτών που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 23-3-04 έως 31-3-04 και την 7-4-04, συνολικού ύψους 212 ευρώ. Εξαιτίας αυτού οι ανωτέρω προσέφυγαν στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, χωρίς όμως να πετύχουν την εξόφληση τους. Τούτο δε συνεχίσθηκε και μετά το διορισμό ως προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη της Γ1, δυνάμει της 4662/04 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, του δικηγόρου Αθηνών Παναγιώτη Γαλετσέλη, αφού ο τελευταίος ουδέποτε διαχειρίσθηκε χρήματα της τελευταίας. Ο κατηγορούμενος τόσο με την απολογία, όσο και με την από 18-10-2007 επιστολή του προς το Δικαστήριο τούτο ισχυρίζεται ότι ουδέποτε προσέλαβε τις προαναφερόμενες νοσηλεύτριες, δεν αρνείται όμως ότι τους κατέβαλλε τα δεδουλευμένα ημερομίσθιά τους. Ισχυρίζεται δε περαιτέρω ότι μετά το διορισμό του προσωρινού και ήδη οριστικού συμπαραστάτη Π. Γαλετσέλη, δυνάμει της 1088/07 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ο τελευταίος ήταν υποχρεωμένος για τις ανωτέρω καταβολές. Όπως όμως προέκυψε από την περιεχόμενη στην εκκαλουμένη απόφαση κατάθεση της πρώτης μάρτυρος ο εκκαλών κατηγορούμενος τις "κάλεσε για δουλειά". Γεγονός που επιβεβαιώνεται και: 1] από την από .... επιστολή του τελευταίου προς τον Π. Γαλετσέλη, στην οποίαν αναγράφει ότι κατέβαλε τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά στις τρεις νοσηλεύτριες, ότι δε μετά την αναχώρησή τους το απόγευμα της 7-4-04, αναγκάσθηκε να αποταθεί σε άλλο αναγνωρισμένο Πρακτορείο, το οποίο έστειλε στην κλινική αποκλειστική νοσηλεύτρια στις 23.00 και 2] την από .... επιστολή του προς τον ....., με την οποίαν ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά "προς άμεσον και οριστική διευθέτηση της υφιστάμενης εκκρεμότητας". Από τις ανωτέρω ενέργειες του κατηγορούμενου με βεβαιότητα προκύπτει ότι ο τελευταίος προσέλαβε και απασχόλησε τις προαναφερόμενες νοσηλεύτριες.
Συνεπώς, αυτός είχε και την υποχρέωση καταβολής των οφειλομένων ημερομισθίων τους. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος με την από 8-2-2007 αίτησή του προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ανέφερε κατά λέξη τα ακόλουθα: "Κατόπιν τούτου δηλώ και εγώ ότι αναλαμβάνω να καταβάλω εξ ιδίων τα οφειλόμενα προς τις ως άνω νοσηλεύτριες δια τις υπηρεσίες των προς την κα Γ1, ώστε να περατωθεί η σχετική εκκρεμότης, ή δυνατόν και προ της ως άνω δικασίμου", δηλαδή της 15-2-2007, χωρίς όμως έως και σήμερα να προβεί σε οποιαδήποτε για το σκοπό αυτό ενέργεια. Αντίθετα, με την απολογία του ζήτησε εκ νέου αναβολή, προκειμένου να καταθέσει τα χρήματα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ενέργεια στην οποία ασφαλώς μπορούσε να προβεί έως και την 18-10-07. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται".
Με τις παραδοχές όμως αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, δεν εκτίθεται σ' αυτή, ούτε στο σκεπτικό αλλά ούτε και στο διατακτικό, η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως εργοδότη ή διευθυντή κ.λ.π , ο χρόνος πρόσληψης των αναφερομένων αποκλειστικών νοσοκόμων και το ύψος των αποδοχών αυτών, τούτου μη δυναμένου να εξαχθεί εκ του συνολικού ποσού το οποίο δέχεται ότι οφείλεται σε κάθε μια από αυτές, τοσούτο μάλλον, αφού ,για την δεύτερη εξ αυτών Ζ2, υπάρχει και ασάφεια διότι ενώ γίνεται δεκτό ότι αυτή εργάσθηκε από 23-3-2004 έως 31-3-2004 και την 7-4-2004 προσδιορίζει κατ' αριθμό τα ημερομίσθια μόνο σε 4 και το συνολικώς οφειλόμενο ποσό σε 212 ευρώ. Και περαιτέρω, ενώ δέχεται ότι κατά την πρόσληψη των ανωτέρω ενήργησε ως πληρεξούσιος δικηγόρος της νοσηλευομένης σε κλινική ασθενούς Γ1 και ότι οι φροντίδες των αποκλειστικών νοσοκόμων παρασχέθηκαν στην τελευταία, δεν εξηγείται από πού απορρέει η υποχρέωση του κατηγορουμένου να καταβάλλει αυτός ως εργοδότης και όχι ως διαχειριστής των χρημάτων της Γ1. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βασίμου του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ τρίτου λόγου (ως εκτιμάται) του δικογράφου των προσθέτων λόγων, ο οποίος παραδεκτά εξετάζεται, εφόσον στο δικόγραφο της αναιρέσεως περιέχεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Γ' του Κ.Π.Δ λόγος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ.55.366/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και,
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή αποδοχών σε εργαζομένους. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για ελλιπή αιτιολογία.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
| 0
|
Αριθμός 1788/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ειρήνη Αθανασίου (η οποία ορίσθηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως, με την 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τριμίντζιο, για αναίρεση της 111/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που συνεδρίασε στη μεταβατική έδρα της Χαλκίδας. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1)Ψ1 και 2)Ψ2, που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, (μεταβατική έδρα Χαλκίδας), με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 21 Μαρτίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 257/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικώς η κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠΔ, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου επέρχεται απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη. Η ακυρότητα, όμως αυτή, που δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος, ή όταν δεν τηρήθηκε η επιβαλλόμενη από το άρθρο 68 του ίδιου κώδικα διαδικασία ως προς τον τρόπο και τον χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι για άλλες πλημμέλειες (Ολ. ΑΠ 762/1992) μεταξύ των οποίων και εκείνη που δημιουργείται στην περίπτωση, κατά την οποία η ασκούμενη αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδίκημα έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, όταν ο κατηγορούμενος δεν πρότεινε ένσταση παραγραφής, αφού η εκ του λόγου αυτού απόσβεση της σχετικής αξίωσης λαμβάνεται υπόψη και από το ποινικό δικαστήριο κατόπιν προβολής ενστάσεως παραγραφής και όχι αυτεπαγγέλτως, έστω και αν προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 63 και 68 παρ.2 ΚΠΔ η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου από τον δικαιούμενο κατά τις διατάξεις του Α.Κ (άρθρο 932 ΑΚ), μέχρι να αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 933 του ΑΚ η κατά το άρθρο 932 αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, δεν εκχωρείται ούτε κληρονομείται, εκτός αν αναγνωρίσθηκε με σύμβαση ή επιδόθηκε αγωγή. Κατά συνέπεια, η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου, μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του, εάν αυτός, ενόσω ζούσε, με νομότυπη δήλωση στην προδικασία ή ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, είχε παραστεί ως πολιτικώς ενάγων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 63, 64, 68 παρ.1 και 2 και 82 παρ.1 ΚΠΔ, αφού η κατά την ποινική διαδικασία νομότυπη και παραδεκτή δήλωση άσκησης πολιτικής αγωγής εξομοιώνεται με την άσκηση αγωγής ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου. Εξάλλου, στο άρθρο 937 του Α.Κ ορίζεται ότι η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε την ζημία και τον υπαίτιο σε αποζημίωση... εάν δε η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημιώσεως. Για την διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξίας κολάσιμης πράξης είναι μακρότερη ό όχι της αστικής παραγραφής, θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξης ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη από τον ποινικό κώδικα ή σε άλλους ποινικούς νόμου παραγραφή, όπως αυτή ως προς τη διάρκειά της καθορίζεται στο άρθρο 111 του Π.Κ ή άλλου ειδικού ποινικού νόμου και η οποία προκειμένου για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και κατά τη διάταξη του άρθρου 17 του Π.Κ αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή, η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από εκείνη της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως κατά το άρθρο 937 παρ.1 Α.Κ. Για τη διακρίβωση εάν, προκειμένου περί πλημμελημάτων, η ποινική παραγραφή είναι μακρότερη ή όχι σε σύγκριση με την αστική παραγραφή, δεν υπολογίζεται το οριζόμενο από την παρ.3 του άρθρου 113 του Π.Κ μέγιστο διάστημα της τριετούς αναστολής, κατά το οποίο διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση ( Πολ. Ολ. ΑΠ 21/2003). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 Α.Κ την παραγραφή διακόπτει η έγερση αγωγής η δε με τον τρόπο αυτό διακοπείσα παραγραφή αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου και κατά το άρθρο 270 ΑΚ αν η παραγραφή διακόπηκε ο χρόνος που πέρασε έως τότε δεν υπολογίζεται και αφότου περατώθηκε η διακοπή αρχίζει νέα παραγραφή. Τέτοια άσκηση αγωγής που διακόπτει την παραγραφή, συνιστά και η κατά την ποινική διαδικασία με τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής εισαγωγή προς δικαστική κρίση της αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επισκοπούνται για τον έλεγχο της βασιμότητας του από τον αναιρεσείοντα προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω κακής παράστασης της πολιτικής αγωγής, ο Ψ2 την 9-8-1999 κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών την από 20-7-1999 έγκλησή του κατά του ήδη αναιρεσείοντος με την οποία τον κατεμήνυε για υπεξαίρεση και στην οποία είχε δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής για ποσό 10.000 δραχμών (με επιφύλαξη), λόγω ηθικής βλάβης την οποία επικαλέσθηκε ότι υπέστη από τα παραπάνω εγκλήματα. Στις 15-12-1999 ο παραπάνω πολιτικώς ενάγων απεβίωσε (βλ. την ..... ληξιαρχική πράξη του Ληξίαρχου Παλαμά Καρδίτσας) και η άνω για χρηματική αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης αξίωση για την οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είχε ασκήσει πολιτική αγωγή, μεταβιβάσθηκε με κληρονομική διαδοχή στους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγό του Ψ1 και τον υιό του Ψ2. Οι τελευταίοι, μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε καμία σε από τις διαδικαστικές πράξεις που μεσολάβησαν (βλ. τις 4169/9-9-03, 555/27-1-2004, 4035/5-10-2004 αναβλητικές αποφάσεις του Τριμελούς Πλημ/κείου Χαλκίδας) δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής, ούτε προκύπτει ότι εξετάσθηκαν ως μάρτυρες στην προδικασία και περιέλαβαν στην κατάθεσή τους σχετική δήλωση. Το πρώτον εμφανίσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την 5-4-2005, και ως κληρονόμοι του Ψ2, δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και για το ποσό των τριάντα (30) ευρώ. Κατά της άνω παραστάσεως αντέλεξε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ 2156/5-4-2005 απόφασή του απέρριψε την ένσταση του κατηγορουμένου και επέτρεψε την παράσταση αυτών. Ενώπιον του Εφετείου Αθηνών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, τα αυτά πρόσωπα και για την ίδια αιτία δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής. Και κατά της παραστάσεώς τους ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αντέλεξε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με έγγραφη ένσταση την οποία και προφορικώς ανέπτυξε, ισχυριζόμενος ότι η αξίωση των πολιτικώς εναγόντων την οποία για πρώτη φορά άσκησαν την 5-4-2005 στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είχε υποπέσει σε παραγραφή, αφού παρήλθε χρόνος πέραν της πενταετίας από την κατάθεση της έγκλησης (8-9-1999) από τον σύζυγο και πατέρα τους Ψ2. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο Αθηνών απέρριψε την ένσταση και επέτρεψε την παράσταση των πολιτικώς εναγόντων, με την παραδοχή ότι αυτοί νομιμοποιούνται ως κληρονόμοι η δε αξίωση αυτών από αδικοπραξία που συνιστά συνάμα κολάσιμη πράξη δεν έχει παραγραφεί διότι δεν παρήλθε οκταετία. Εφόσον, όμως, η δήλωση παραστάσεως πολιτικής των παραπάνω κληρονόμων έγινε το πρώτον ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την 5-4-2005 και μετά παρέλευση πενταετίας από την 9-8-1998 που κατετέθηκε η έγκληση από τον Ψ2, η αξίωσή τους για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είχε υποπέσει σε παραγραφή, το δικαστήριο δε, με το να απορρίψει την σχετική ένσταση του κατηγορουμένου, παρά το νόμο έκρινε ότι νομιμοποιούνται τα ανωτέρω πρόσωπα ως πολιτικώς ενάγοντες και επέτρεψε την παράσταση αυτών.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α'του ΚΠΔ συναφής λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της δαδικασίας στο ακροατήριο, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ.β', 370εδ.β'και 511 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Ποιν.Δ (Ολ.ΑΠ 7/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, η πράξη της υπεξαίρεσης για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος ( άρθρα 18, 375 παρ.1 Π.Κ ), φέρεται δε ότι τελέσθηκε στην Αθήνα στις 4-3-1999, έκτοτε δε και μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως (11-4-2008) παρήλθε οκταετία και εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο της πράξεως αυτής. Επομένως, αφού η ένδικη αίτηση περιέχει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως ο οποίος κρίθηκε και βάσιμος, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για την άνω πράξη, λόγω παραγραφής, κατά τα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 111/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του Χ1 για την πράξη της υπεξαίρεσης, που φέρεται ότι τελέσθηκε στην Αθήνα την 4η Μαρτίου 1999.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση για απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής παράστασης πολιτικής αγωγής. Οι κληρονόμοι του αρχικώς εγκαλέσαντος δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μετά την πάροδο πενταετίας από την υποβολή της εγκλήσεως. Αναιρεί και ΠΟΠΔ.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Πολιτική αγωγή.
| 1
|
Αριθμός 1787/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Διαλινάκη, για αναίρεση της 1114-1115/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2083/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος, και η οποία (βλάβη) υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Κατά δε την παράγραφο 3 εδάφ.α' του ίδιου πιο πάνω άρθρου 386 ΠΚ, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατά το άρθρο 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/96, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 372 παρ.1α με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριώ μηνών τιμωρείται εκείνος ο οποίς αφαιρεί από την κατοχή άλλου ξένο κινητό πράγμα με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα.
ΙΙ.- Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα υπάρχει προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, όταν περιέχονται σ' αυτήν τα περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ειδική δε και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Στην τελευταία αυτή περίπτωση υπάγεται και η παραδοχή από το δικαστήριο μιας ή περισσοτέρων από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 84 ΠΚ ελαφρυντικές περιστάσεις. Για την πληρότητα όμως προτεινόμενου ισχυρισμού περί συνδρομής ελαφρυντικής περιστάσεως δεν αρκεί ο κατηγορούμενος να επικαλεσθεί τις σχετικές μόνο διατάξεις του Π.Κ. αλλά πρέπει και να αναφέρει τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που τον θεμελιώνουν, ώστε ο δικαστής ύστερα από αξιολόγηση αυτών να κρίνει αν συντρέχει περίπτωση συνδρομής της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής εσφαλμένη είναι η ερμηνεία όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής της διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού με διατακτικό έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το κατ' έφεση δικάσαν Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα απεδείχθησαν τα ακόλουθα: "Η κατηγορουμένη, κατά το χρονικό διάστημα από του μηνός Οκτωβρίου 1999 έως και τον μήνα Απρίλιο 2000, με περισσότερες πράξεις, οι οποίες συνιστούν την εξακολούθηση των ιδίων εγκλημάτων, ετέλεσε τα εγκλήματα της κλοπής (άρθρον 372 § 1α Π.Κ) και της απάτης με ζημίαν υπερβαίνουσαν συνολικώς το ποσόν των 5.000.000 δρχ. (15.000 €) κατ' επάγγελμα και κατά συνήθειαν (άρθρον 386 §§ 1, 3α Π.Κ). Ειδικότερα απεδείχθη, Α)ότι κατά τους αναφερόμενους στο διατακτικό τόπους και χρόνους αφήρεσε από τις οικίες των Γ1, ..... και ....., ως και από το αυτοκίνητο του ....... και από την κατοχήν αυτών το χρηματικό ποσόν των 40.000 δρχ., ως και τα επίσης αναφερόμενα στο διατακτικό ενδύματα και έγγραφα (δελτίο αστυν. Ταυτότητας, βιβλιάριο ασθενείας, έγγραφο φορολογικής ενημερότητος, βιβλιάριο καταθέσεων, πιστωτικές κάρτες και κάρτα SIM κινητού τηλεφώνου), τα οποία ιδιοποιήθηκε παρανόμως. Και β)απεδείχθη περαιτέρω, ότι κατηγορουμένη εμφανιζομένη στους αναφερομένους στο διατακτικό 17 εμπόρους και μη και χρησιμοποιούσα ψευδή στοιχεία ταυτότητας, ήτοι άλλοτε μεν τα στοιχεία των ως άνω θυμάτων των κλοπών, άλλοτε δε άλλων αγνώστων προσώπων και επιδεικνύουσα πολλές φορές και τα ως άνω κλαπέντα έγγραφα, αγόραζε προϊόντα (ηλεκτρικές συσκευές, ενδύματα κ.λ.π) και έσπευδε να εξαφανισθεί, χωρίς να καταβάλλει το εκάστοτε οφειλόμενο τίμημα, ή εχρέωνε την αξία των αγοραζομένων αγαθών, με κλεμμένες πιστωτικές κάρτες, σε Τράπεζες ή εμίσθωνε οικίες ή δωμάτια ξενοδοχείων, στα οποία διέμενε για διάφορα χρονικά διαστήματα και κατόπιν έσπευδε να εξαφανισθεί, χωρίς να καταβάλλει το εκάστοτε οφειλόμενο μίσθωμα ή εδανείζετο σεβαστά χρηματικά ποσά υπογράφουσα συναλλαγματικές με ψευδή στοιχεία ταυτότητος, ήτοι με το ονοματεπώνυμ0ο της ως άνω παθούσης Γ1 ή με άλλο ονοματεπώνυμο και έσπευδε να εξαφανισθεί, χωρίς να πληρώνει τα οφειλόμενα δάνεια ή τις αποδεχθείσες από την ιδίαν την κατηγορουμένην συναλλαγματικές. Από τις ως άνω κατ' εξακολούθηση τελεσθείσες απάτες οι παθόντες εζημιώθησαν συνολικώς 5.424.182 δρχ. με αντίστοιχο όφελος της κατηγορουμένης, από την κατ' επανάληψη δε τελεσθείσαν πράξη της απάτης προκύπτουν αφ' ενός μεν σκοπός της κατηγορουμένης για πορισμόν εισοδήματος, αφ' ετέρου δε σταθερή ροπή της προς διάπραξη της εν λόγω πράξεως. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη των αποδιδομένων σ' αυτήν πράξεων, όπως αυτές αναφέρονται λεπτομερώς στο διατακτικό και να αναγνωρισθεί στην ιδίαν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2 δ' Π.Κ., η οποία ανεγνωρίσθη και πρωτοδίκως, να απορριφθεί δε κατ' ουσίαν ο αυτοτελής ισχυρισμός της κατηγορουμένης περί αναγνωρίσεως στην ιδίαν και της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου....".
Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης στο διατακτικό του, που αποτελεί ενιαίο σύνολο με το σκεπτικό και αλληλοσυμπληρώνονται, κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα των πράξεων της κλοπής και της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2δ'του Π.Κ και επέβαλε σ' αυτήν συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών και έξι (6) μηνών. Με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε το Δικαστήριο στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων για τα οποία κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή αυτού, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 372 παρ1α και 386 παρ.1,3 του Π.Κ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, για μεν την πράξη της κλοπής προσδιορίζονται τα παθόντα πρόσωπα και τα κινητά πράγματα (χρήματα, είδη ενδύσεως και έγγραφα) που αφαιρέθηκαν από καθένα από τα πρόσωπα αυτά, για δε την κακουργηματική απάτη με σαφήνεια και πληρότητα προσδιορίζονται τα υποκειμενικά και ανικειμενικά στοιχεία της κατ' εξακολούθηση τέλεσης της πράξεως αυτής και συγκεκριμένα διαλαμβάνεται ότι η κατηγορουμένη, κάνοντας χρήση του διαβατηρίου της Γ1 και εγγράφου φορολογικής ενημερότητας της τελευταίας τα οποία προηγουμένως είχε κλέψει, εμφανιζόταν με το παραπάνω όνομα, αλλά και διάφορα άλλα ψευδή ονόματα, ως φερέγγυο πρόσωπο και παρέπειθε τους συναλλασσόμενους με αυτήν είτε να της πωλήσουν διάφορα κινητά πράγματα με πίστωση μέρους ή του όλου τιμήματος το οποίο όμως στη συνέχεια δεν εξοφλούσε, είτε να της εκμισθώσουν ακίνητα των οποίων έκαμε χρήση χωρίς να καταβάλλει το συμφωνημένο μίσθωμα. Ακόμη, προσδιορίζεται η συνολική ζημία των παθόντων και το αντίστοιχο όφελος της κατηγορουμένης στο ποσό των 5.424.182 δραχμών και τέλος διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι από την κατ' επανάληψη τέλεση της πράξεως της απάτης η κατηγορουμένη απέβλεπε στον πορισμό εισοδήματος είχε δε αποκτήσει σταθερή ροπή στη διάπραξη της εν λόγω πράξεως. Η αιτίαση ότι το δικαστήριο χωρίς αιτιολογία απέρριψε αίτημα αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2α'και 2ε'του Π.Κ είναι αβάσιμη, αφού ως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην απόφαση πρακτικά, ο ισχυρισμός αυτός, χωρίς την επίκληση, παντάπασι, πραγματικών περιστατικών που να τον θεμελιώνουν, αορίστως προβλήθηκε και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απορριπτική κρίση του. Τέλος, ο ισχυρισμός-λόγος αναιρέσεως της κατηγορουμένης περί ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο (ως εκτιμάται) συνιστάμενος στη μη ανάγνωση του δελτίου του ποινικού της μητρώου είναι αβάσιμος, αφού τούτου, μη περιλαμβανομένου στον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων, δεν προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως ότι ζητήθηκε η ανάγνωση.
Συνεπώς, οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Α' του ΚΠΔ με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι αβάσιμοι.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ.26/26-11-2007 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1114-1115/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλημμεληματική κλοπή και κακουργηματική απάτη. Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως. Αόριστη προβολή ισχυρισμού για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Κλοπή.
| 1
|
Αριθμός 1786/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), που ορίσθηκε με τη με αριθμό 57/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της με αριθμό 490, 491, 492/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ1, που εκπρο-σωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Σπηλιώτη. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χρυσικόπουλο. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό "2" και ημερομηνία "4 Ιανουαρίου 2008" έκθεσή του, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 31/2008.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 22 του ΠΚ, δεν είναι άδικη η πράξη που τελείται σε περίπτωση άμυνας, δηλαδή η αναγκαία προσβολή του επιτιθέμενου στην οποία προβαίνει το άτομο για να υπερασπισθεί τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον του. Το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από το βαθμό επικινδυνότητας της επίθεσης, από το είδος της βλάβης που απειλούσε, από τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και από τις λοιπές περιστάσεις. Κατά δε το άρθρο 23 του ίδιου Κώδικα, όποιος υπερβαίνει τα όρια της άμυνας τιμωρείται, αν η υπέρβαση έγινε με πρόθεση, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83) και αν έγινε από αμέλεια, σύμφωνα με τις διατάξεις τις σχετικές με αυτήν. Μένει ατιμώρητος και δεν του καταλογίζεται η υπέρβαση, αν ενήργησε μ' αυτόν τον τρόπο εξαιτίας του φόβου ή της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι υπέρβαση άμυνας, η οποία έχει τις παραπάνω έννομες συνέπειες, είναι εκείνη που εξέρχεται από τα όρια και υπερβαίνει το αναγκαίο στην ειδική περίπτωση μέτρο προσβολής των δικαιωμάτων του επιτιθεμένου. Το ζήτημα αν συντρέχει περίπτωση υπέρβασης των ορίων της άμυνας είναι πραγματικό και ποιό είναι το αναγκαίο μέτρο κρίνεται αντικειμενικά, όχι μόνο από τα τρία πρώτα πιο πάνω στοιχεία που ενδεικτικώς αναφέρει η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 ΠΚ, αλλά όπως στη συνέχεια η ίδια διάταξη αναφέρει, και από τις λοιπές περιστάσεις. Ο δικαστής από όλα τα πραγματικά περιστατικά θα σταθμίσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση άμυνας ποιο ήταν το αναγκαίο μέτρο άμυνας και ο αμυνόμενος το υπερέβη. Σύμφωνα με τα παραπάνω επί καταδίκης για υπέρβαση των ορίων άμυνας, πρέπει να καθορίζεται από το δικαστήριο στην απόφαση, ποιό το αναγκαίο μέτρο άμυνας και κατά ποιό άλλο τρόπο μπορούσε να αποκρουστεί η επίθεση. Περαιτέρω, πρέπει να διασαφηνίζεται και να αιτιολογείται στην απόφαση αν η υπέρβαση έγινε από πρόθεση ή αμέλεια, δεδομένου ότι είναι διαφορετική η ποινική μεταχείριση του υπαιτίου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., μεταξύ των οποίων και της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιασιαστικής ποινικής διατάξεως και της έλλειψης της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, περιλαμβάνει και τη μνεία των αποδεικτικών μέσων κατά το είδος τους, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, για το σχηματισμό της καταδικαστικής ή απαλλακτικής του ή όποιας άλλης (παρεμπίπτουσας) κρίσης. Ειδικότερη αναφορά των αποδεικτικών μέσων (όπως τα ονόματα των μαρτύρων κ.λ.π.), δεν είναι αναγκαία, όπως δεν είναι αναγκαία και αναφορά των περιστατικών που προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Η κατά το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ. απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα μόνον από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' ΚΠΔ, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος είναι μεν διάδικος κατά την ποινική διαδικασία, είναι όμως και βασικός μάρτυρας κατηγορίας, δεν είναι αναγκαίο η κατάθεσή του να μνημονεύεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, εφόσον γίνεται μνεία ότι Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν και εφόσον, προκύπτει με βεβαιότητα από το όλο περιεχόμενο της αιτιολογίας της απόφασης, ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη. Τέτοια δε βεβαιότητα σαφώς υφίσταται όταν το Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του και στα περιεχόμενα στην κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος δυσμενή για τον κατηγορούμενο πραγματικά περιστατικά. Όταν, όμως, το Δικαστήριο κατέληξε σε αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση, δεχόμενο περιστατικά αντίθετα από εκείνα που κατέθεσε ο πολιτικώς ενάγων, τότε, απαιτείται να προκύπτει ότι το Δικαστήριο συνεκτίμησε και την κατάθεση αυτού, αναφέροντας μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, εφόσον τούτο δεν προκύπτει κατ' άλλο τρόπο από την απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 490-492/2007 απόφασή του, κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο για την πράξη της θανατηφόρου σωματικής βλάβης του Ψ, καθ'υπέρβαση των ορίων της άμυνας από αμέλεια ( άρθρο 311, 22 παρ. 1 23 Π.Κ.). Ειδικότερα, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε ότι " από την κυρία αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, την απολογία του κατηγορουμένου και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Στις 13-9-2002 ο κατηγορούμενος εκινείτο με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο του στην παράπλευρη οδό της Ε.Ο. ... -..., στο ρεύμα προς ... . Λίγο πριν το 49° χιλιόμετρο της πιο πάνω οδού, πριν τον διασταθμό "...", ο κατηγορούμενος προσπέρασε το με αριθμό κυκλοφορίας .... ΙΧΦ το οποίο οδηγούσε ο Ψ με συνοδηγό τον πατέρα του Ψ1.Λόγω της προσπέρασης αυτής, την οποία ο Ψ θεώρησε αντικανονική και ενδεχομένως προσβλητική για τον οδηγικό του εγωισμό, ακολούθησε τον κατηγορούμενο επί 600 περίπου μέτρα, κορνάροντας και αναβοσβήνοντας τα φώτα, επιδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό ανάρμοστη οδηγική συμπεριφορά. Φθάνοντας στο 49° χιλιόμετρο της πιο πάνω οδού, ο κατηγορούμενος, έχοντας αντιληφθεί από την αρχή τη συμπεριφορά του θύματος (κόρνα και φώτα) και βλέποντας την επιμονή του και τον εκνευρισμό του, εκνευρισμένος προφανώς και ο ίδιος, σταμάτησε το όχημα του δεξιά στο χωμάτινο έρεισμα του δρόμου, ενώ ο Ψ σταμάτησε το δικό του όχημα 9,65 μέτρα μπροστά του. Ο κατηγορούμενος βγήκε από το αυτοκίνητο του, ενώ συγχρόνως βγήκαν πρώτος ο συνοδηγός - πατέρας του θύματος Ψ1 και, εν συνεχεία, το θύμα Ψ. Οι δύο τελευταίοι, καλύπτοντας το μεγαλύτερο μέρος της απόστασης των δύο αυτοκινήτων, κινήθηκαν απειλητικά προς τον κατηγορούμενο, εξυβρίζοντας τον. Τα τρία αυτά άτομα συναντήθηκαν εν τέλει κοντά στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, όπου, μετά από εξυβριστικές φράσεις μεταξύ τους, συνεπλάκησαν. Ο κατηγορούμενος, δεχόμενος επίθεση με γροθιές από το θύμα και από τον πατέρα του, αμύνθηκε καταφέροντας γροθιά στο πρόσωπο του θύματος. Το θύμα από το χτύπημα, αλλά και λόγω της αστάθειας που είχε από χτύπημα στο πόδι από παλιότερο αυτοκινητικό ατύχημα (στο πόδι είχε λάμες) παραπάτησε και έπεσε στο οδόστρωμα σε κάθετη στάση με το κεφάλι προς το δρόμο σε απόσταση 1,45 μέτρων από το χωμάτινο έρεισμα και μεταξύ του δικού του οχήματος και του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου ( 3,85 μ. από το πρώτο και 5,62 μ. από το δεύτερο), όπου τελικώς παρασύρθηκε και τραυματίστηκε θανάσιμα από το τυχαίως διερχόμενο όχημα της .... (αρχικής 2ης κατηγορουμένης, η οποία, με την εκκαλουμένη, αθωώθηκε για την ανθρωποκτονία από αμέλεια που της αποδιδόταν). Ο εκκαλών κατηγορούμενος δεν αποδείχθηκε ότι υπέπεσε σε κάποια τροχαία παράβαση διενεργώντας προσπέραση του θύματος, ενόψει του ότι, η οδός ήταν ευθεία, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, τα ρεύματα χωρίζονταν με διακεκομμένη γραμμή και, επομένως, το προσπέρασμα επιτρεπόταν. Εξ αιτίας όμως αυτής της έστω κανονικής προσπέρασης από τον κατηγορούμενο, το θύμα προέβη σε μια αποδεδειγμένη παράβαση, ήτοι την επίμονη και συνεχή χρήση των οπτικών και ακουστικών σημάτων του αυτοκινήτου του, η οποία δείχνει και διάθεση συμπλοκής. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι, και αν ακόμη ο κατηγορούμενος είχε επιδείξει παραβατική συμπεριφορά, το θύμα δεν είχε δικαίωμα να παρανομήσει και αυτό, αναπτύσσοντας υπερβολική ταχύτητα για να τον προφθάσει και να τον αναγκάσει να σταματήσει, αλλά έπρεπε να χρησιμοποιήσει νόμιμα μέσα (π.χ. να κρατήσει τον αριθμό του και να τον δώσει στην Τροχαία),πράγμα που και αυτό δείχνει ότι σκοπός του δεν ήταν απλώς να του ζητήσει να είναι πιο προσεκτικός κατά την οδήγηση, αλλά να δημιουργήσει φασαρία μαζί του με όλα τα (απρόβλεπτα ή όχι) επακόλουθα της. Χαρακτηριστικό είναι ότι, ενώ το θύμα είχε πέσει στο οδόστρωμα, ο πατέρας του συνέχιζε να διαπληκτίζεται με τον κατηγορούμενο και δεν το είχε αντιληφθεί μέχρι που ο τελευταίος του είπε "μπάρμπα το παλικάρι χτύπησε".Υπό τις συνθήκες αυτές, οι οποίες πληρούν τους όρους της άδικης και παρούσας επίθεσης του άρθρου 22 ΠΚ, αναγκάστηκε να υπερασπισθεί τον εαυτό του προκειμένου να αποτρέψει αυτήν την άδικη επίθεση σε βάρος του και τον συνακόλουθο κίνδυνο που διέτρεχε. Κατάφερε λοιπόν μια γροθιά εναντίον του θύματος, η οποία ήταν το αναγκαίο μέσο άμυνας για την υπεράσπιση του από την παρούσα και άδικη επίθεση που δέχθηκε. Υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου της άμυνας δεν προκύπτει ούτε όσον αφορά το μέσον, δηλαδή το χτύπημα με γροθιά εκ μέρους του κατηγορουμένου, ούτε όσον αφορά την ένταση του χτυπήματος αυτού ούτε όσον αφορά το μέρος του σώματος που επλήγη, δηλαδή το πρόσωπο, δεδομένου ότι το θύμα είχε ύψος 1,93 μέτρα και ο κατηγορούμενος δεχόταν επίθεση από δυό ταυτόχρονα και χτυπήματα στο θώρακα, αλλά και στο πρόσωπο, ενώ αγνοούσε ότι το θύμα είχε πρόβλημα στο πόδι από προηγούμενο ατύχημα. Το ότι ο κατηγορούμενος υπέστη μικροτραυματισμούς από την επίθεση που δέχθηκε προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθ. .... και από ...... βεβαιώσεις του Διευθυντή του Ορθοπεδικού Τμήματος του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Θηβών ..... και του Διευθυντή του Τμήματος Ω. Ρ.Λ. του Γενικού Νοσοκομείου Λειβαδιάς ....., αντιστοίχως, που τον εξέτασαν στις 18.9.02 και 20.9 02 (εκδορές θώρακα, θλάση θώρακα, εκδορές αριστεράς παρειάς, ρήξη τυμπανικού υμένος, οίδημα πτερυγίου και ζυγωματικής χώρας αριστερά). Η υπ' αριθ. ..... ιατροδικαστική έκθεση του Ιατροδικαστή ......, κατά την οποία "ουδέν το ίδιον παρατηρήθηκε κατά την αντικειμενική εξέταση", δεν οδηγεί σε διαφορετική κρίση λόγω της αοριστίας της (εφόσον, μάλιστα, δεν αναγράφει αν ο εξεταζόμενος παραπονείται για πόνους, ζάλη κ.λπ., όπως συνηθίζεται να αναγράφεται στις εκθέσεις αυτές), αλλά και γιατί από τη συμπλοκή μεταξύ του κατηγορουμένου, του θύματος και του πατέρα του δεν είναι δυνατόν, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, ο πρώτος να μην έπαθε απολύτως τίποτε. Τα ανωτέρω δεν ανατρέπονται από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 2173/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ο κατηγορούμενος και τότε 1ος εναγόμενος κρίθηκε συνυπαίτιος για τον εν λόγω θάνατο κατά ποσοστό 70% (και το ίδιο το θύμα κατά 30%), γιατί αφενός η απόφαση αυτή δεν είναι τελεσίδικη και αφετέρου, όπως προκύπτει από την ανάγνωση της, στηρίχθηκε κατά βάση στο σκεπτικό της εκκαλουμένης περί υπερβάσεως του αναγκαίου μέτρου άμυνας από αμέλεια....".
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα. Α) Από τα πρακτικά, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αναγνώσθηκε, πλην άλλων, "8) η υπ αριθ ..... ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής, του Ιατροδικαστή Αθηνών Ζ1, που αφορά τον θανόντα Ψ". Από τη γενόμενη δε παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τον έλεγχο του παραδεκτού των λόγων της κρινόμενης αναιρέσεως, προκύπτει ότι η πιο πάνω έκθεση αφορά έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε από ιατροδικαστή, κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ. Περί της εκθέσεως αυτής, που αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στη ποινική διαδικασία, δεν γίνεται καμία μνεία, ούτε στην αρχή της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ' είδος τα ληφθέντα αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια, όπου παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Δικαστήριο, στην αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση του, αλλά ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται ότι η έκθεση αυτή λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Μνεία της εκθέσεως αυτής γίνεται στην παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία διατυπώθηκε αμέσως μετά την διατύπωση του αθωωτικού για τον κατηγορούμενο σκεπτικού της απόφασης, με την οποία απορρίπτεται αίτημα της πολιτικής αγωγής για αναβολή της δίκης, προκειμένου να προσέλθουν και εξετασθούν τα αναφερόμενα σε αυτό πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο ιατροδικαστής Ζ1, με την αιτιολογία ότι "δεν είναι δυνατόν να γίνει διαχωρισμός ανάμεσα στο πλήθος των τραυμάτων - σωματικών βλαβών του θύματος ποια τυχόν προέρχονται από γροθιά". Από την γενόμενη κατ' αυτόν τον τρόπο αναφορά της εκθέσεως αυτής δεν δημιουργείται βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο την έλαβε υπόψη του, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι ουδόλως αναφέρονται τα πορίσματα αυτής, σε σχέση με την αιτία του θανάτου του Ψ. Β) Δεν προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 αφού όχι μόνο αυτή δεν μνημονεύεται στην αρχή του αθωωτικού για τον κατηγορούμενο σκεπτικού της απόφασης , αλλά και δεν προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης ότι το Δικαστήριο την έλαβε υπόψη του καθ' οιονδήποτε τρόπο, δεδομένου ότι τα κατατεθέντα από αυτόν πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις συνθήκες που προηγήθηκαν του θανάτου του Ψ , είναι διαφορετικά από εκείνα που δέχθηκε το Δικαστήριο. Και Γ) Δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά ,από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν υπερέβη το αναγκαίο μέτρο της άμυνας, αφού η διαλαμβανόμενη στο σκεπτικό τη αποφάσεως σχετική παραδοχή, ότι δεν προκύπτει υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου της άμυνας ως προς την ένταση του κτυπήματος στο πρόσωπο "δεδομένου ότι το θύμα είχε ύψος 1,93 μέτρα και ο κατηγορούμενος δεχόταν επίθεση από δύο ταυτόχρονα και χτυπήματα στο θώρακα, αλλά και στο πρόσωπο, ενώ αγνοούσε ότι το θύμα είχε πρόβλημα στο πόδι από προηγούμενο ατύχημα", δεν συνιστά επαρκή προς τούτο αιτιολογία, αφού η ένταση του κτυπήματος του κατηγορουμένου, η οποία κατά τις παραδοχές της απόφασης, ήταν τόσο ισχυρή, ώστε το θύμα να πέσει στο οδόστρωμα, είναι άσχετη με το ύψος του θύματος και την αναφερόμενη ταυτόχρονη επίθεση. Τα περιστατικά δε αυτά, δύνανται να αιτιολογήσουν, ενδεχομένως, εφόσον συνέτρεχαν οι προς τούτο προϋποθέσεις (φόβος ή ταραχή του κατηγορουμένου εξαιτίας των περιστατικών αυτών) περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του τελευταίου εδαφίου του αρ. 23 του ΠΚ και όχι να αποκλείσουν την εξ αμελείας υπέρβαση των ορίων της άμυνας. Πρέπει δε να παρατηρηθεί ότι, κατά τις παραδοχές της απόφασης, το θύμα έπεσε στο οδόστρωμα "και λόγω της αστάθειας που είχε από χτύπημα στο πόδι από παλιότερο αυτοκινητικό ατύχημα", όμως, όπως προκύπτει από τα γενόμενα στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, το θύμα δεν έχασε απλώς την ισορροπία του λόγω της πιο πάνω αστάθειας, άλλα παρέμεινε κτυπημένο στο οδόστρωμα (προφανώς ανίκανο να σηκωθεί), όσο χρόνο συνέχισε ο κατηγορούμενος να διαπληκτίζεται με τον πατέρα του θύματος. Έτσι, όμως δεν καθίσταται σαφές τί ακριβώς δέχεται το Δικαστήριο ως προς την ένταση του κτυπήματος του κατηγορουμένου, (ένταση η οποία προσδιορίζει, αν το εν λόγω κτύπημα ήταν το αναγκαίο μέτρο άμυνας) και πιο ακριβώς αποτέλεσμα είχε το κτύπημα αυτό επί του θύματος. Ενόψει των ελλείψεων αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και οι από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως της αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με τους οποίους προβάλλονται οι πλημμέλειες αυτές της απόφασης, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του Κ.Π.Δ., για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 490, 491, 492/2007 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου κατά απόφασης του ΜΟΕ με την οποία κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο για την πράξη της θανατηφόρου σωματικής βλάβης καθ’ υπέρβαση των ορίων της άμυνας από αμέλεια (άρθρ. 311, 22 § 1, 23 ΠΚ). Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν μνημονεύει μεταξύ των αποδεικτικών μέσων της έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής, που διενεργήθηκε κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ και δεν προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης ότι το Δικαστήριο την έλαβε υπόψη του καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος είναι και βασικός μάρτυρας κατηγορίας, δεν είναι δε αναγκαίο να μνημονεύεται ειδικά, εφόσον γίνεται μνεία ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, και εφόσον προκύπτει με βεβαιότητα από το όλο περιεχόμενο της αιτιολογίας της απόφασης, ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη. Όταν όμως το Δικαστήριο κατέληξε σε αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση, δεχόμενο περιστατικά αντίθετα από εκείνα που κατέθεσε ο πολιτικώς ενάγων. Τότε απαιτείται να προκύπτει σαφώς ότι το Δικαστήριο συνεκτίμησε και την κατάθεση αυτού. Έλλειψη αιτιολογίας ως προς το αν το κτύπημα του κατηγορουμένου ήταν το αναγκαίο μέτρο άμυνας. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Άμυνα, Σωματική βλάβη θανατηφόρα.
| 0
|
Αριθμός 1785/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού) ορισθέντος με την υπ' αριθμ, 57/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χ1, 2)Χ2, που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο και 3)Χ3, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευτύχιο Αλιγιζάκη, για αναίρεση της 112/2007, 184/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με συγκατηγορούμενους τους 1)Χ4, 2)Χ5, 3)Χ6, 4)Χ7, 5)Χ8 και πολιτικώς ενάγοντες τους 1)......., ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδάκη και 2)......., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον αυτό ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η παραστάσα αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2021/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν ως ανυποστήρικτες οι από 12 Νοεμβρίου 2007 δύο αυτοτελείς αιτήσεις αναιρέσεως των δύο πρώτων αναιρεσειουσών και να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση της παραστάσης αναιρεσείουσας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες από 9/11/2007, 12/11/2007 και 12/11/2007 αιτήσεις (δηλώσεις) αναιρέσεως ( με αρ. πρωτ.9990/9-11-2007, 10121/13-11-2007 και 10128/13-11-2007, αντίστοιχα), των 1) Χ3, 2) Χ1 και 3) Χ2, αντίστοιχα, στρεφόμενες κατά της 184/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 . Κατά το άρθρο 514 εδ.α του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνία ..... και .... αποδεικτικά επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου....., οι αναιρεσείουσες 1) Χ1 και 2)Χ2, κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθούν δια του συνηγόρου τους στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκαν κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές αιτήσεις αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν, ως ανυποστήρικτες.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του αυτού Κώδικα, από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε, ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε, κατ' αντικειμενική κρίση, την προσοχή που κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός μπορούσε με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα των τελεσθέντων εγκλημάτων. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε, ως επακόλουθο της αμέλειάς του. Όταν, όμως, τα πιο πάνω εγκλήματα είναι απότοκα της συντρέχουσας αμέλειας περισσοτέρων του ενός προσώπων, καθένα από αυτά κρίνεται, ως προς την ευθύνη του, αυτοτελώς και ανεξάρτητα από τα άλλα, κατά το λόγο της αμέλειάς του και εφόσον το αποτέλεσμα, που επήλθε, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτή. Περαιτέρω, η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδους αμέλεια, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, κατά το οποίο, όπου κατά νόμο, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως, απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου ή από εκουσία ανάληψη της υποχρεώσεως παροχής προστασίας (από σύμβαση ή και σιωπηρώς) ή από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου που εδημιούργησε άμεσα τον κίνδυνο επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά δε επί εγκλήματος εξ αμελείας, που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της απόφασης και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους , ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Τέλος, η αιτιολογία της απόφασης παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. IIΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 184/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα Χ3 καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριάντα (30) μηνών για ανθρωποκτονία από μη συνειδητή αμέλεια κατά συρροή με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης αυτής, όπως προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο, τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων και την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, ως προς την κατηγορουμένη αναιρεσείουσα, τα εξής. "Η Χ3, στον Κορυδαλλό Αττικής 31η Δεκεμβρίου 2002, τυγχάνουσα υπάλληλος και δη υπαρχιφύλακας στη Κλειστή Κεντρική Φυλακή Γυναικών Κορυδαλλού, από αμέλειά της, ήτοι από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις, λόγω της ανωτέρω ιδιότητας της και του καθήκοντος της ως προς την τάξη και εκπλήρωση των υποχρεώσεων εκ μέρους των κρατουμένων στην ως άνω φυλακή, και μπορούσε να καταβάλει, ως μη εμποδιζόμενη από κάποιο περιστατικό ή προσωπικό της λόγο, επέφερε τον θάνατο περισσοτέρων προσώπων και δη δύο (2) γυναικών, κρατουμένων στο ίδιο κελί του ως άνω σωφρονιστικού καταστήματος, ήτοι της Γ1,ηλικίας τότε 41 ετών και της Γ2, ηλικίας τότε 22 ετών, αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο δεν προέβλεψε. Συγκεκριμένα, ενώ εκτελούσε βάρδια Υπαρχιφύλακα στην Κλειστή Κεντρική Φυλακών Κορυδαλλού από ώρας 21.00 της 30ης Δεκεμβρίου 2002 μέχρι την 07.00' πρωϊνή της επομένης 31ης Δεκεμβρίου 2002, ειδοποιήθηκε περί ώρα 02.50' τα ξημερώματα από την κρατούμενη Γ3, η οποία πάτησε το κουμπί (μπουτόν) που υπάρχει σε κάθε κελί προς χρήση σε ώρα ανάγκης, ότι κάτι συμβαίνει στο δεύτερο κελί αριστερά, στον δεύτερο όροφο της τρίτης (Γ') πτέρυγας, στο οποίο, εκτός της προαναφερόμενης, εκρατούντο και η Γ4 που γεννήθηκε το έτος 1983, ηλικίας δέκα εννέα (19) ετών, η Γ1, που γεννήθηκε το έτος 1961, ηλικίας σαράντα ενός (41) ετών, η Γ2, που γεννήθηκε το έτος 1980, ηλικίας είκοσι δύο (22) ετών και η Χ4. Αυτή μετέβη στο κελί αυτό, μαζί με τις σωφρονιστικές υπαλλήλους Χ1 και Χ2, ξεκλείδωσε την πόρτα του θαλάμου και βρήκαν την κρατούμενη Γ4 αναίσθητη και λερωμένη από εμετούς, να υποβαστάζεται από τις συγκροτούμενές της, οι οποίες ζητούσαν βοήθεια. Τότε η μεν Χ1 πήγε να φέρει το φορείο, η δε Χ2 ειδοποίησε την νοσοκόμο Ζ1. Όταν ήλθε το φορείο, τοποθετήθηκε επ' αυτού η Γ4, μεταφέρθηκε στην είσοδο του θυρωρείου και από κει η εξωτερική φρουρά, με την συνοδεία της ανωτέρω νοσοκόμου, την μετέφερε στο νοσοκομείο κρατουμένων "Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ", όπου περί ώραν 03.40' π.μ. διαπιστώθηκε ο θάνατός της. Αυτή όμως από αμέλεια της, ήτοι από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, αρκέσθηκε στην πρόχειρη εξέταση μόνο της Γ3 και Γ1 από τον εφημερεύοντα Ιατρό ...... και δεν μερίμνησε για την άμεση μεταφορά στο νοσοκομείο προς εξέταση και παροχήν ιατρικής φροντίδος, και των λοιπών τεσσάρων συγκρατουμένων της θανούσης, ενέργεια την οποία επέβαλαν οι εξής περιστάσεις: α) Η κωματώδης κατάσταση, στην οποία βρισκόταν η αποβιώσασα, μετ' ολίγον, Γ4 και β) Η εμφανής κακή κατάσταση των υπολοίπων τεσσάρων κρατουμένων γυναικών, οι οποίες, αν και ήσαν ξύπνιες και όρθιες, εν τούτοις είχαν τα χάλια τους λόγω της προηγηθείσης χρήσεως υπ' αυτών ναρκωτικών ουσιών και δη ηρωίνης και "φιξακίων" με κοκτέιλ ναρκωτικών χαπιών. Αντί της ως άνω ενέργειας, η οποία επιβαλλόταν και από τα υπηρεσιακά της καθήκοντα ως σωφρονιστικής υπαλλήλου με τον βαθμό της Υπαρχιφύλακα, αυτή κλείδωσε τις υπόλοιπες κρατούμενες στο κελί τους μέχρι την 07.00' πρωινή ώρα, οπότε προβλέπεται το άνοιγμα των κελιών. Η παράλειψή της αυτή είχε ως άμεση συνέπεια τον θάνατο των δύο κρατουμένων Γ1 και Γ2, ο οποίος επήλθε τελικά περί ώραν 04.30' έως 05.30 πρωινή της αυτής ημέρας 31ης Δεκεμβρίου 2002" . IV. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, το οποίο καταδίκασε την αναιρεσείουσα (όπως και τις πιο πάνω συγκατηγορούμενές της, Χ2, Ζ1 και Χ1, που υπηρετούσαν ως σωφρονιστικοί υπάλληλοι της Κλειστής Κεντρικής Φυλακής Γυναικών Κορυδαλλού), για ανθρωποκτονία από αμέλεια, που τελέστηκε, με τις συγκλίνουσες παραλείψεις αυτών, δεν διέλαβε στην απόφασή του, ως προς την αναιρεσείουσα, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση της αναιρεσείουσας υπαρχιφύλακα, που εκτελούσε χρέη εκείνο το βράδυ αρχιφύλακα, προς ενέργεια των πιο πάνω πράξεων , η παράλειψη των οποίων, κατά τις παραδοχές της απόφασης είχε ως άμεση συνέπεια τον θάνατο των δύο κρατουμένων. Επίσης δεν αιτιολογείται επαρκώς, αν η αναιρεσείουσα μπορούσε, με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές της, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα του τελεσθέντος εγκλήματος και ειδικότερα να διαγνώσει ότι, όχι μόνο ότι οι κρατούμενες ήταν "χάλια", αλλά αυτό οφειλόταν σε "προηγηθείσα χρήση υπ' αυτών ναρκωτικών ουσιών", και μάλιστα ότι θα μπορούσε να προβλέψει ότι εξαιτίας της χρήσεως αυτής υπήρχε κίνδυνος για τη ζωή τους, όταν, κατά τις παραδοχές της απόφασης, αυτό δεν κατόρθωσε να διαγνώσει ο γιατρός, ο οποίος με πρωτοβουλία της αναιρεσείουσας και των συγκατηγορουμένων της σωφρονιστικών υπαλλήλων, εξέτασε δύο από τις κρατούμενες ( η μία των οποίων στη συνέχεια πέθανε) και ο οποίος δεν διέγνωσε τον κίνδυνο αυτό και δεν έκρινε ότι ήταν αναγκαία η διακομιδή και περαιτέρω εξέταση αυτών στο νοσοκομείο. Επίσης δεν καθίστανται σαφές αν, κατά τις παραδοχές της απόφασης, γίνεται δεκτό (και από πια πραγματικά περαστικά προκύπτει) ότι, αν η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη μεριμνούσε για την άμεση μεταφορά στο νοσοκομείο προς εξέταση και παροχήν ιατρικής φροντίδας και των λοιπών τεσσάρων συγκρατουμένων της θανούσης, η φροντίδα που θα παρεχόταν θα ήταν πληρέστερη από εκείνη του γιατρού, ο οποίος εξέτασε τις δύο πιο πάνω κρατούμενες και, κυρίως, ότι δεν θα επήρχετο ο θάνατος της Γ1 και της Γ2 δηλαδή, αν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αποδιδόμενης στην αναιρεσείουσα παραλείψεως και του αποτελέσματος του θανάτου των δύο κρατουμένων. Ενόψει των ελλείψεων αυτών και ασαφειών η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά τον προβαλλόμενο από την αναιρεσείουσα από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσία. V. Μετά από αυτά, πρέπει, ως προς την αναιρεσείουσα Χ3, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς αυτή, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, και να απορριφθούν οι αιτήσεις των δύο λοιπών αναιρεσειουσών και να τους επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ, 186, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις αναφερόμενες στο σκεπτικό αιτήσεις.
Απορρίπτει, την 12/11/2007 και 12/11/2007 αιτήσεις (δηλώσεις) αναιρέσεως ( με αρ. πρωτ. 10121/13-11-2007 και 10128/13-11-2007, αντίστοιχα), των 1) Χ1 και 2)Χ2, αντίστοιχα, για αναίρεση της 184/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τις πιο πάνω αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για την καθεμία, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Δέχεται την από 9/11/2007, αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως ( με αρ. πρωτ.9990/9-11-2007 της Χ3. Αναιρεί, ως προς την πιο πάνω αναιρεσείουσα, την 112/2007, 184/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια δια παραλείψεως. Συνεκδίκαση τεσσάρων αιτήσεων. Απόρριψη των δύο ως ανυποστήρικτων. Πότε τελείται δια παραλείψεως (άρθ. 15 ΠΚ). Στοιχεία εγκλήματος. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Πότε υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση κατά την έννοια του άρθρου 15 ΠΚ. Πρέπει να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση και να αιτιολογείται η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των παραλείψεων και του θανατηφόρου αποτελέσματος. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας. Απορρίπτει τις αιτήσεις των Χ1 και Χ2. Αναιρεί για την Χ3 και Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.
| 0
|
Αριθμός 1784/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Χαράλαμπο Παπαηλιού (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βασιλάκο, περί αναιρέσεως της 10/2008 αποφάσεως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3.3.2008 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 21.4.2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 533/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 314 τταρ.Ί εδάφ. α' του Π.Κ. "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποίαν όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και, αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψη. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται τι ακριβώς προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο. Δεν αποτελούν, επίσης, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο (Πενταμελές) με την προσβαλλόμενη 10/2008 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο και παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο στρατιώτης (ΚΔ) Ψ1, την 14-7-2000 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης λεμφαδένων (ΑΡ) τραχηλικής χώρας, στο 401 ΓΣΝΑ, προκειμένου να εκτελεσθεί στη συνέχεια ανοικτή βιοψία λεμφαδένων, καθόσον ο ανωτέρω στρατιώτης είχε εμφανίσει λεμφαδενίτιδα (φλεγμονή λεμφαδένων) πιθανώς ως επιπλοκή αντιφυματικού εμβολιασμού του με το ΒCG εμβόλιο. Την επέμβαση πραγματοποίησε ο κατηγορούμενος, ο οποίος υπηρετούσε τότε στο 401 ΓΣΝΑ ως ιατρός ειδικότητος χειρουργού, επιμελητής της χειρουργικής κλινικής του εν λόγω Νοσοκομείου. Ως εκ της υπηρεσίας του αυτής ήταν συνεπώς υπόχρεος σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή και ακριβώς λόγω της υπηρεσίας του αυτής (ένεκα της οποίας, και του ανετέθη από το 401 ΓΣΝΑ η πραγματοποίηση της εν λόγω επέμβασης) είχε θέση εγγυητού του εννόμου αγαθού της υγείας και της σωματικής ακεραιότητας του ως άνω στρατιώτη, λόγος για τον οποίο είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψει την επέλευση βλάβης στην υγεία και σωματική ακεραιότητα τούτου, (στρατιώτη). Συνεπεία της ως άνω ιδιότητος και ειδικότητός του, αν και γνώριζε ότι πίσω ή ανάμεσα από τους λεμφαδένες αυτούς διέρχεται το παραπληρωματικό νεύρο και όφειλε συνεπώς, σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και τέχνης (lege artis) να προβεί σε αναζήτηση, εντοπισμό και παραμερισμό του εν λόγω νεύρου ώστε, στη συνέχεια, να προχωρήσει στην των λεμφαδένων, αυτός προέβη στην προαναφερθείσα χειρουργική επέμβαση χωρίς καμία απολύτως ενέργεια από τις ως άνω αναφερθείσες ως προς το παραπληρωματικό νεύρο, οι οποίες αποσκοπούν ακριβώς στο να το προστατεύσουν από ενδεχόμενο τραυματισμό του, με αποτέλεσμα κατά τη διάρκεια των χειρουργικών χειρισμών να τρωθεί το νεύρο αυτό, να κοπεί ο κάτω κλάδος αυτού, να καταστραφεί η αρχιτεκτονική του υπολοίπου νεύρου, να ανασταλεί η λειτουργικότητά του και να παραλύσει ο τραπεζοειδής μυς (μεγάλος μυς της ωμοπλάτης), ο οποίος νευρώνεται από αυτό και μόνο το νεύρο, συνεπεία δε αυτού να παρουσιάσει ο ασθενής στρατιώτης μετά την χειρουργική επέμβαση σοβαρότατα λειτουργικά-κινητικά προβλήματα στο (ΑΡ) άνω άκρο και στην ωμοπλάτη, καθώς και ασυμμετρία των δύο ώμων. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι κατά την επέμβαση τήρησε όλους τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και το επελθόν αποτέλεσμα δεν οφείλετο σε δικό του εσφαλμένο χειρισμό. Σύμφωνα όμως με την κατάθεση του εξετασθέντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ιατρού Γ1, χειρουργού-ορθοπεδικού, με εξειδίκευση στη μικροχειρουργική, lege artis, ο χειρουργός που διενεργεί επέμβαση, όπως αυτή που διενήργησε ο κατηγορούμενος, οφείλει πρώτα να αναζητήσει το παραπληρωματικό νεύρο, να το βρει και να το παραμερίσει για να αφαιρέσει ακολούθως τους λεμφαδένες, (βλ. κατάθεσή του). Αυτή τη διαδικασία όμως δεν την ακολούθησε ο κατηγορούμενος, ο οποίος παραδέχεται πράγματι ότι δεν ασχολήθηκε καθόλου με το συγκεκριμένο νεύρο, διότι κατά την άποψή του δεν απαιτείται κάτι τέτοιο. Άλλωστε και ο παριστάμενος στην επέμβαση αυτή ειδικευόμενος (τότε) ιατρός ....., καταθέτει ότι δεν "παρασκευάσθηκε" οποιοδήποτε νεύρο, διότι κατά την άποψη και αυτού κάτι τέτοιο δεν απαιτείται. Οι ισχυρισμοί αυτοί όμως, τόσο του κατηγορουμένου, όσο και του ανωτέρω μάρτυρα ιατρού, θεωρούνται αίωλοι και αστήρικτοι. Έτσι κατά την χειρουργική διερεύνηση που διεξήγαγε την 13-1-2001 ο ιατρός Γ1, διευθυντής της Κλινικής Χειρουργικής του χεριού-Μικροχειρουργικής του ΚΑΤ, προς αποκατάσταση της λειτουργίας του εν λόγω νεύρου, διαπιστώθηκε διακοπή της συνέχειας του κάτω κλάδου του παραπληρωματικού νεύρου με έλλειμμα νευρικής ουσίας 4 εκατοστών το οποίο και γεφυρώθηκε με νευρικό μόσχευμα του αισθητικού κλάδου (βλ. σχετική ιατρική βεβαίωση του ΚΑΤ). Ο κλάδος αυτός του νεύρου, σύμφωνα με την κατάθεσή του είχε κοπεί. Ο κύριος κορμός του νεύρου ήταν βέβαια σε βαριά ίνωση, πλην όμως η πάθηση αυτή (ίνωση) οφειλομένη σε άλλα αίτια, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να κόψει έστω και ένα κλάδο νεύρου. Η τρώση συνεπώς και η αποκοπή του ως άνω κλάδου του παραπληρωματικού νεύρου έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επεμβάσεως που διενήργησε ο κατηγορούμενος στον παθόντα στρατιώτη χωρίς να προβεί, ως όφειλε, στις περιγραφείσες προ της αφαιρέσεως των λεμφαδένων ενέργειες, κάτι που αποδείχθηκε από την συνεκτίμηση και συναξιολόγηση όλων των προαναφερθέντων αποδεικτικών μέσων. Σημειώνεται όμως στο σημείο αυτό ότι ο κατηγορούμενος, όπως ισχυρίζεται, έλαβε το πρώτον γνώση περί του προβλήματος του παθόντος στρατιώτη τον Αύγουστο του 2001, οπότε και διετάχθη η διενέργεια σχετικής ένορκης διοικητικής εξετάσεως (ΕΔΕ) και συνεπώς δεν αποσιώπησε το γεγονός της βλάβης του νεύρου με αποτέλεσμα, όπως εδέχθη η πρωτόδικη απόφαση, να χαθεί πολύτιμος χρόνος επτά (7) μηνών μέχρι την υποβολή του παθόντος σε επέμβαση μικροχειρουργικής στο ΚΑΤ, κατά τα προαναφερθέντα. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου κρίνεται βάσιμος, καθόσον, όπως και ο ίδιος ο παθών αλλά και ο πατέρας του ....... καταθέτουν, ουδέποτε συνάντησαν τον κατηγορούμενο μετά την επέμβαση, ενώ ήδη από τον Οκτώβριο του ιδίου έτος (2000), ο κατηγορούμενος μετετέθη στο ΝΙΜΤΣ. Άλλωστε ο κατηγορούμενος ουδέποτε εκλήθη στα ιατρικά συμβούλια που πραγματοποιήθηκαν στο 401 ΓΣΝΑ με πρωτοβουλία του διευθυντή του εν λόγω Νοσοκομείου για να αποφασισθεί πώς θα μπορούσε να βοηθηθεί ο παθών στρατιώτης ως προς την αποκατάσταση της υγείας του. Αντίθετα κλήθηκε και συμμετείχε ο ιατρός Γ1 ως ο πλέον ειδικός επί του θέματος, γεγονός που τονίζει έτι περαιτέρω την βαρύτητα της ιατρικής απόψεώς του, όπως αυτή έχει περιγραφεί. Με βάση συνεπώς τα προαναφερθέντα, θα πρέπει, κατά την κρατήσασα γνώμη των μελών του Δικαστηρίου, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της αποδιδομένης σ' αυτόν πράξεως, βελτιούμενης όμως της κατηγορίας ως προς το παραπάνω τμήμα της (ενώ δηλαδή η εκκαλουμένη απόφαση δέχεται ότι αποσιώπησε ο κατηγορούμενος το γεγονός της βλάβης του νεύρου, με αποτέλεσμα να χαθεί χρόνος επτά μηνών μέχρι την υποβολή του παθόντος για αποκατάσταση του προβλήματος σε επέμβαση στο ΚΑΤ, αντιθέτως το παρόν Εφετείο δέχεται, κατά τα προεκτεθέντα, ότι ο κατηγορούμενος δεν αποσιώπησε την βλάβη αυτή του νεύρου, καθόσον το πρώτον έλαβε γνώση του προβλήματος του παθόντος τον Αύγουστο του 2001, η δε ως άνω σωματική βλάβη του παθόντος οφείλεται σε μη συνειδητή αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του και έτσι το επέφερε, αν και λόγω της υπηρεσίας του ήταν υπόχρεος σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή)...".
Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία. Περαιτέρω δε, στο διατακτικό του, για την περίπτωση της άρσης ή ανακλήσεως της αναστολής, την άνω επιβληθείσα ποινή μετέτρεψε και όρισε το ποσό της μετατροπής στο ποσό των 4,40 ευρώ ημερησίως. Με αυτά που δέχθηκε το Αναθεωρητικό Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 315 παρ.1α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές, ώστε να στερήσει την απόφασή του νομίμου βάσεως. Η αιτίαση ότι η απόφαση αναφέρεται μόνο στην κατάθεση του μάρτυρα Γ1 και δεν αξιολογείται η κατάθεση των λοιπών μαρτύρων είναι αβάσιμη. Από το γεγονός ότι εξαίρεται η κατάθεση του ανωτέρω, δεν συνάγεται ότι αγνοήθηκαν οι καταθέσεις των άλλων μαρτύρων και δεν αξιολογήθηκαν τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω δε, με τις εκ του πράγματος παραδοχές της, αιτιολογεί για ποιόν λόγο θεωρεί περισσότερο αξιόπιστο τον μάρτυρα αυτόν και τέλος με τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, αλλά και ρηματικώς, την αμέλεια του αναιρεσείοντος χαρακτηρίζει ως μη συνειδητή.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. Ί στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλιπούς αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των άνω ουσιαστικών διατάξεων και που προβάλλονται με τον τρίτο λόγο του κυρίως δικογράφου και με τους προσθέτους λόγους, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
ΙΙ.- Από τα άρθρα 170 παρ. 2, 171 παρ. 1δ του ΚΠΔ, προκύπτει ότι στην διαδικασία στο ακροατήριο, μόνον η έλλειψη ακροάσεως του κατηγορουμένου και του εισαγγελέα όχι δε και του πολιτικώς ενάγοντος ιδρύουν τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' λόγο αναιρέσεως της σχετικής ακυρότητας. Επομένως ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, προβαλλόμενος με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου, ότι δεν δόθηκε ο λόγος στον πολιτικώς ενάγοντα κατά το άρθρο 369 ΚΠΔ, είναι κατά τα ανωτέρω απαράδεκτος αλλά και για τον πρόσθετο λόγο ότι ελλείπει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος το έννομο συμφέρον για την προβολή του, δεν θεμελιώνει δε έννομο συμφέρον η επικαλούμενη "ενδεχόμενη" παραίτηση του πολιτικώς ενάγοντος ή την από τον τελευταίο συνομολόγηση της έλλειψης ευθύνης του κατηγορουμένου.
III.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369 παρ. 1 και 3 και 371 παρ. 3 εδ. β' του ΚΠΔ, σαφώς προκύπτει ότι, μετά την κήρυξη ενόχου του κατηγορουμένου, γίνεται ευθύς αμέσως συζήτηση για την ποινή και τη μετατροπή ή μη αυτής, κατά την οποία ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να λάβει το λόγο τελευταίος. Από την παράβαση των διατάξεων αυτών, που αφορούν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των παρεχομένων σε αυτόν δικαιωμάτων, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, η οποία ιδρύει λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα. Ο κατηγορούμενος, στον οποίο δεν δόθηκε από τον διευθύνοντα τη συζήτηση ο λόγος επί της μετατροπής ή μη της στερητικής της ελευθερίας της ποινής και του ποσού της μετατροπής, έχει το κατά άρθρο 463 του ΚΠΔ έννομο συμφέρον να ζητήσει την αναίρεση και όταν ακόμη η προσβαλλομένη απόφαση μετέτρεψε την ποινή σε χρηματική με το προβλεπόμενο στην παρ. 3 του άρθρου 82 του ΠΚ κατώτατο ποσό των 4,40 ευρώ, αφού έτσι στερείται του δικαιώματος να ζητήσει τη μείωση του κατωτάτου ποσού της μετατροπής μέχρι του ενός τρίτου, αν, ενόψει της οικονομικής του καταστάσεως, αδυνατεί να καταβάλει το κατώτατο ποσό της μετατροπής και το έγκλημά του δεν οφείλεται σε φιλοκέρδεια. Στην ένδικη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο, ενόψει της επιβληθείσης ποινής των οκτώ (8) μηνών και των παραδοχών του περί της συνδρομής των ουσιαστικών όρων του άρθρου 99 του ΠΚ, ανέστειλε την ποινή επί τριετία. Ακολούθως, όμως, και για την περίπτωση άρσης ή ανάκλησης της χορηγηθείσας αναστολής, μετέτρεψε την ποινή και καθόρισε το ποσό της μετατροπής σε 4,40 ευρώ ημερησίως, χωρίς από τα πιο πάνω πρακτικά να προκύπτει ότι, για την μετατροπή και τον προσδιορισμό του ποσού της μετατροπής, δόθηκε προηγουμένως ο λόγος στον συνήγορο του κατηγορουμένου. Επομένως η απόφαση, κατά μέρος αυτό, πρέπει να αναιρεθεί, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ και τον βάσιμο δεύτερο αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ). Το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να ασχοληθεί με το ζήτημα της τυχόν παραγραφής του εγκλήματος κατά την ενώπιόν του επανασυζήτηση της υποθέσεως, καθόσον η προσβαλλόμενη, κατά το κεφάλαιο της ενοχής του κατηγορουμένου, έχει καταστεί αμετάκλητη μετά την απόρριψη της αναιρέσεως ως προς το κεφάλαιο αυτό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 10/2008 απόφαση του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών και μόνον κατά τη διάταξη αυτής περί μετατροπής και του ύψους της μετατροπής της επιβληθείσας ποινής στον κατηγορούμενο και απορρίπτει την αναίρεση κατά τα λοιπά. Και
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως. Εάν δεν δοθεί ο λόγος στον κατηγορούμενο επί της μετατροπής και του ποσού της μετατροπής της ποινής δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα. Αναίρεση και παραπομπή ως προς την διάταξη περί μετατροπής και καθορισμού του ποσού της μετατροπής. Αναιρεί εν μέρει. Παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ποινή, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 1783/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Χαράλαμπο Παπαηλιού, ορισθέντα με την υπ' αριθμό 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Τρίπολης, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα, περί αναιρέσεως της 387, 388, 414, 426, 427/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσες τις 1) Ψ1 και 2) Ψ2, που δεν παρέστησαν. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 431/08.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ζήτησαν ν' ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους αρνήθηκε ή παρέλειψε ν' αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 333 παρ. 2 του ΚΠΔ υποβάλλει αίτημα για την κατ' αντιπαράσταση εξέταση μαρτύρων. Εξάλλου η παράλειψη της κατ' αντιπαράσταση εξέτασης μαρτύρων από το διευθύνοντα τη συζήτηση δεν συνιστά απόλυτη ακυρότητα κατ' αρθρ. 171 παρ. 1δ' του ΚΠΔ, αλλά παρέχει στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 335 παρ. 2 του ΚΠΔ, δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο προς άσκηση τούτου, σε περίπτωση δε άρνησης απόφασης ή παρά το νόμο απόρριψης του σχετικού αιτήματος του κατηγορουμένου, υφίσταται έλλειψη ακρόασης και δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης στα οποία έχει ενσωματωθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων δεν υπέβαλε κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας αίτημα για την κατ' αντιπαράσταση εξέταση των μαρτύρων Γ1, Ψ2 και Γ2 αλλά απλώς πρόταση για την κατ' αντιπαράσταση εξέταση των ανωτέρω μαρτύρων έκανε η Εισαγγελέας της έδρας και ο συνήγορος του κατηγορουμένου δήλωσε ότι δεν έχει καμία αντίρρηση προς τούτο και ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα σε μη υποβληθέν αίτημα ούτε εντεύθεν συνέτρεξε περίπτωση ελλείψεως ακροάσεως. Ακόμη και αν ήθελε εκτιμηθεί ότι ο ίδιος ο αναιρεσείων υπέβαλε αίτημα για κατ' αντιπαράσταση εξέταση των ως άνω μαρτύρων ενόψει του ότι περαιτέρω δεν επικαλείται ότι μετά την παράλειψη του Προέδρου να εξετάσει κατ'αντιπαράστση τους ως άνω μάρτυρας, προσέφυγε στο δικαστήριο και αυτό παρέλειψε να αποφασίσει ή απέρριψε το αίτημα της κατ' αντιπαράσταση εξέτασης των άνω μαρτύρων και πάλι στην περίπτωση αυτή δεν συνέτρεξε έλλειψη ακρόασης.
Συνεπώς οι αντίθετοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και Δ' του ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως για σχετική ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο γιατί το εκδόσαν την προσβαλλομένην απόφαση δικαστήριο παρέλειψε ν' αποφανθεί επί του αιτήματος του αναιρεσείοντος για κατ' αντιπαράσταση εξέταση των ως άνω μαρτύρων και για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αυτού είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος, οι συνεδριάσεις κάθε δικαστηρίου είναι δημόσιες, κατά την διάταξη του άρθρου 329 παρ.1 εδ. α' του Κ.Π.Δ., η συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και η απαγγελία της αποφάσεως, γίνεται δημόσια σε όλα τα ποινικά δικαστήρια, και επιτρέπεται στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 330 παρ.1 του ιδίου κώδικα, αν η δημοσιότητα της συνεδρίασης είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή συντρέχουν ειδικοί λόγοι να προστατευθεί ο ιδιωτικός ή οικογενειακός βίος των διαδίκων, ιδίως αν η δημοσιότητα σε δίκη εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής έχει ως συνέπεια την ιδιαίτερη ψυχική ταλαιπωρία ή το διασυρμό του θύματος και μάλιστα ανηλίκου, το δικαστήριο διατάσσει τη διεξαγωγή της δίκης ή ενός μέρους της χωρίς δημοσιότητα . Με το τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι καίτοι το δικαστήριο διέταξε τη διεξαγωγή του συνόλου της δίκης κεκλεισμένων των θυρών, εν τούτοις η προσβαλλομένη απόφαση απαγγέλθηκε δημόσια. Όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, το δικαστήριο διέταξε μόνο την διεξαγωγή της αποδεικτικής διαδικασίας κεκλεισμένων των θυρών ,όχι δε και την απαγγελία της αποφάσεως .Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' τρίτος λόγος αναίρεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης τιμωρείται με κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως" που συντρέχει όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέλησή του, υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή σε επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξεως και β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου ή με σωματική βία που είναι η φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς τη θέληση του σαρκική συνάφεια ή να επιχειρήσει ή ανεχθεί ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει με καθένα από τους παραπάνω τρόπους ή και με τους δύο, δηλαδή και τη χρήση σωματικής βίας και με απειλή κατά τα προεκτεθέντα. Ως ασελγής πράξη νοείται εκείνη που αντικειμενικώς προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και διακρίνεται από τη συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των άνω στοιχείων του εγκλήματος του βιασμού, δηλαδή στη βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί εξαναγκάσει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο "άλλος" δεν συναινεί στη συνουσία ή την ασελγή πράξη. Περαιτέρω από την διάταξη του άρθρου 339 παρ. Ι ΠΚ που έχει ως σκοπό την προστασία της αγνότητας της παιδικής ηλικίας, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, απαιτείται η τέλεση ασελγούς από οποιαδήποτε άποψη πράξεως με πρόσωπο νεότερο των δεκαπέντε ετών, κατά τις σχετικές ως προς την ηλικία διακρίσεις, η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και την περί των ηθών κοινή αντίληψη, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη. Με την έννοια αυτή έχει κριθεί ότι αποτελεί ασελγή πράξη όχι μόνον η συνουσία και η παρά φύση ασέλγεια, αλλά η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, ο εναγκαλισμός και η καταφίληση στο πρόσωπο και το σώμα του παιδιού, εφ' όσον κατατείνουν στην διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, αφού και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας. Υποκειμενικούς απαιτείται δόλος άμεσος ή ενδεχόμενος και πρέπει να καταλαμβάνει όλα τα στοιχεία και ιδίως γνώση της ηλικίας του παθόντος δηλ. θεμελιώνεται ενδεχόμενος δόλος αν ο δράστης αμφιβάλλει και αδιαφορεί συνάμα περί της ηλικίας του παθόντος. Η συναίνεση του ανηλίκου ή η παρ1 αυτού πρωτοβουλία ή και πρόκληση δενέχει σημασία. Όταν η πράξη του δράστη δεν είναι μια ήσσονος σημασίας ερωτική πράξη (ως στιγμιαίος εναγκαλισμός και ασπασμός) αλλά είναι μια πράξη με έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα, που κατέτεινε στην διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του και η οποία προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, αλλά και την ακώλυτη γενετήσια εξέλιξη της παθούσας τότε δεν συντρέχει προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας κατά το άρθρο 337 ΠΚ. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 337 παρ. 1 του Π.Κ. όποιος με ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή, που περιλαμβάνεται στο δέκατο ένατο κεφάλαιο του Ποινικού κώδικα με τον τίτλο "εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας αρκεί να λάβουν χώρα ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, προσβλητικές κατά τρόπο βάναυσο της αξιοπρέπειας του άλλου στη σφαίρα της γενετήσιας ζωής του. Σε αντίθεση με τις ασελγείς πράξεις, "οι ασελγείς χειρονομίες" είναι ελαφρότερες ερωτικές πράξεις που δεν φθάνουν στο σημείο της "ασελγούς πράξεως", αλλά πάντως τελούνται με σωματική επαφή, όπως λ.χ. ψαύσεις, ή θωπείες στο στήθος, στους μηρούς κ.λ.π. της παθούσας. Οι "προτάσεις" μπορούν να γίνουν ρητά ή με χειρονομίες και πρέπει να αφορούν στην τέλεση ασελγών πράξεων και δεν προϋποθέτουν σωματική επαφή. Για την στοιχειοθέτηση δε της υποκειμενικής υποστάσεως του ως άνω εγκλήματος απαιτείται δόλος, συνιστάμενος στη γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως .
Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδους τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης με αριθμ. 387,388,414,426,427/2007 αποφάσεως τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ1 έχει γεννηθεί το έτος 1958 είναι οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου και σύζυγος της αδελφής της μητέρας των παθουσών και πολιτικώς εναγουσών και μάρτυρος Γ3 . Η οικογένεια του κατηγορουμένου αποτελείται από τον ίδιο, την σύζυγό του και μάρτυρα υπεράσπισης Γ1 και τα δύο άρρενα τέκνα του Γα και Γβ που γεννήθηκαν στις 1/11/1989 και 15/9/1987, αντίστοιχα (βλ. ...... Πιστοποιητικό Οικογενειακής Δημάρχου Κύμης), και εξετάσθηκαν επίσης ως μάρτυρες υπεράσπισης. Η οικογένεια της Γ3, αποτελείται από την ίδια τον σύζυγό της Γ2 συνάδελφο του κατηγορουμένου και τα δύο θήλεα τέκνα τους παθούσες και πολιτικώς ενάγουσες, Ψ2 και Ψ1, που γεννήθηκαν σης 27-1-1988 και 18-10-1989, αντίστοιχα. Οι δύο οικογένειες διέμεναν στην ίδια περιοχή των ....., τα παιδιά που είναι συνομήλικα, φοιτούσαν στο αυτό σχολείο και μέχρι την αποκάλυψη, των κατωτέρω γεγονότων και της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου διατηρούσαν πολύ στενές κοινωνικές σχέσεις, αντάλλασσαν συχνά επισκέψεις και πολλές φορές, κυρίως τις Κυριακές, συνέτρωγαν μαζί, ιδίως μεσημβρινές ώρες, στο σπίτι της οικογένειας του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος δεν διαφοροποιούσε τα παιδιά του από τα παιδιά του σύγγαμβρού του (παθούσες), οι οποίες ουδόλως τον ξεχώριζαν από τον πατέρα τους. Έπαιζαν μαζί του, όταν τους δινόταν η ευκαιρία, ξάπλωναν μαζί του σε ώρες μεσημβρινής ανάπαυσης, όπως και τα δικά του παιδιά και γενικά είχε αναπτυχθεί μεταξύ του κατηγορούμενου και των παθουσών μεγάλη οικειότητα, στο πλαίσιο της οποίας ο κατηγορούμενος μπορούσε να πλησιάσει σωματικώς τις παθούσες χωρίς αυτές να αντιδράσουν ή να τον παρεξηγήσουν. Στενές σχέσεις είχαν αναπτυχθεί και μεταξύ των δύο οικογενειών, στο πλαίσιο των οποίων, πέραν της ανταλλαγής επισκέψεων των κοινών γευμάτων, κάθε έτος επί μερικές μέρες οι γονείς των παθουσών και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα οι ίδιες έκαναν τις θερμές τους διακοπές στο εξοχική κατοικία της οικογένειας του κατηγορουμένου στην ...... Ευβοίας, τόπο καταγωγής του κατηγορουμένου. Επίσης στο πλαίσιο των στενών αυτών σχέσεων οι οποίες ξεπερνούσαν εκείνες και μεταξύ ακόμη συγγενών, η σύζυγος του κατηγορουμένου φρόντισε τις παθούσες όπως και τα παιδιά της, τις βοηθούσε στα μαθήματά τους, διότι η μητέρα τους εργαζόταν και δεν είχε πολύ ελεύθερο χρόνο. Τις σχέσεις αυτές με τις ανήλικες ανεψιές του εκμεταλλεύθηκε ο κατηγορούμενος για να διενεργήσει σε βάρος τους τις ακόλουθες ασελγείς πράξεις, κατά την ανωτέρω έννοια, ορισμένες από τις οποίες, κατά τις κατωτέρω διακρίσεις, τις επιχείρησε, κατά την πλειοψηφίσασα γνώμη του Δικαστηρίου, με την άσκηση σωματικής βίας, με την οποία εξανάγκασε τα ανήλικα θύματά του να ανεχθούν αυτές, για άλλες δε, κατά την πλειοψηφίσασα γνώμη του Δικαστηρίου, δεν χρησιμοποίησε βία και τέλος ορισμένες απ αυτές, κατά την πλειοψηφίσασα γνώμη του Δικαστηρίου, δεν φέρουν τον χαρακτήρα ασελγών πράξεων, αλλ εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 337 παρ.1, όπως αυτή αναλύθηκε στη μείζονα σκέψη. Ειδικότερα, ως προς μεν την παθούσα Ψ2, που αποτέλεσε πρώτη αντικείμενο των σεξουαλικών ορέξεων του κατηγορουμένου, κατά μη προσδιορισθείσα επακριβώς ημερομηνία περί τις αρχές του μηνός Δεκεμβρίου 2001, ημέρα Κυριακή, οι δύο οικογένειες βρισκόντουσαν στην οικία του κατηγορουμένου, προκειμένου να συμφάγουν. Μετά το φαγητό και ενώ είχαν αποχωρήσει οι γονείς των ανηλίκων και αυτές παρέμειναν στο σπίτι για να παίξουν με τα εξαδέλφια τους, ο κατηγορούμενος πήγε να ξαπλώσει για να ξεκουραστεί και κάλεσε, όπως είχε γίνει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πολλές φορές στο παρελθόν, τις δύο ανήλικες να ξαπλώσουν μαζί του, οι οποίες και ξάπλωσαν στο κρεβάτι εκατέρωθεν αυτού, η Ψ2 δεξιά και η Ψ1 αριστερά του. Ξαφνικά ο κατηγορούμενος άρχισε, χωρίς να γίνει αντιληπτός από την Ψ1, διότι προφανώς ήταν στραμμένη προς την άλλη πλευρά, να χαϊδεύει στο στήθος πάνω από την μπλούζα την Ψ2, ενώ ταυτόχρονα πήρε το αριστερό χέρι της και το έβαλε πάνω από τον παντελόνι του επάνω στα γεννητικά του όργανα, όταν δε η ανήλικη αντέδρασε και επιχείρησε να απομακρύνει το χέρι της αυτός το κράτησε με την υπέρτερη δύναμη του σε επαφή με τα γεννητικά του, όργανα. Η σεξουαλική επίθεση του κατηγορουμένου σταμάτησε στο σημείο, εκείνο, διότι η σύζυγός του κάλεσε τις ανήλικες για να φύγουν. Η Ψ2 δεν ανέφερε το περιστατικό στους γονείς της διότι της δημιουργήθηκε η εσφαλμένη εντύπωση ότι ο κατηγορούμενος τα έκανε αυτά ενώ κοιμόταν και ενδεχομένως να νόμιζε ότι δίπλα του ήταν η γυναίκα του και επιπλέον δεν επιθυμούσε να διαταραχθούν οι πολύ καλές σχέσεις των δύο οικογενειών. Μετά 15 ημέρες περί τα τέλη του μηνός Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, ημέρα Κυριακή ο κατηγορούμενος επανέλαβε ακριβώς τα ίδια σε βάρος της Ψ2 στην κρεβατοκάμαρά του και αυτή τη φορά, ενώ οι δύο οικογένειες είχαν συμφάγει και αυτός είχε αποσυρθεί και πάλι για να αναπαυθεί κάλεσε δε την Ψ2 και το γιο του Γα να ξαπλώσουν μαζί, όπως και έγινε και στα δεξιά του ξάπλωσε η Ψ2 και αριστερά του ο γιος του, ο οποίος δεν αντιλήφθηκε τα όσα επιχειρούσε, με ήσυχες, αλλά αποφασιστικές κινήσεις ο πατέρας του σε βάρος της εξαδέλφης του, διότι ήταν σκεπασμένοι. Η Ψ2 τότε για να τον αποφύγει γύρισε πλάγια, πλην όμως γύρισε και ο κατηγορούμενος την κράτησε σφιχτά επάνω του και για να διεγείρει και ικανοποιήσει την γενετήσια επιθυμία του, έτριψε πάνω από τα ρούχα τους τα γεννητικά του όργανα στον πρωκτό της, όταν όμως μπήκε στο δωμάτιο ο πατέρας της για να την καλέσει να φύγουν. Ό κατηγορούμενος ανέκοψε την σεξουαλική του επίθεση, η οποία βέβαια και δεν έγινε αντιληπτή από τον πατέρα της, που δεν μπορούσε να φαντασθεί ποτέ ότι ο κατηγορούμενος θα προέβαινε σε μια τέτοια πράξη σε βάρος της ανήλικης κόρης του και ανεψιάς του ιδίου. Η Ψ2 αυτή τη φορά σοκαρίστηκε πάρα πολύ, διότι υπέστη μη αναμενόμενη, όλως προσβλητική, γι αυτήν σεξουαλική επίθεση από έναν άνθρωπο που τον θεωρούσε ως πατέρα της. Παρόλα αυτά όμως και την οργή που την κατέλαβε, φοβήθηκε μήπως η αποκάλυψη της σε βάρος της ως άνω σεξουαλικής επιθέσεως του θείου της θα αποτελούσε την αιτία δημιουργίας προβλημάτων στις σχέσεις των δύο οικογενειών και θα οδηγούσε σε διάρρηξή τους, για την οποία, όπως νόμιζε, θα θεωρούταν υπεύθυνη και έτσι δεν αποκάλυψε ούτε στη μητέρα της ούτε πολύ περισσότερο στη θεία της, (για τον πατέρα της δεν γινόταν λόγος διότι φοβήθηκε βιαία αντίδρασή του με πολύ δυσάρεστα αποτελέσματα) τα όσα είχε επιχειρήσει κατά τα άνω σε βάρος της ο κατηγορούμενος, πίστευε δε ότι ο θείος της με την μη αποκάλυψη, θα είχε την ευχέρεια να συναισθανθεί το μέγεθος του ατοπήματός του, να μετανοήσει και να μη επαναλάβει στο μέλλον παρόμοια συμπεριφορά και οι σχέσεις τους να επανέλθουν στην προηγούμενη ως άνω κατάσταση, κάτι το οποίο ενδόμυχα ευχόταν και επιθυμούσε, και το όλο συμβάν θα αποτελούσε μία δυσάρεστη παρένθεση στις πολύ καλές κατά τα άλλα μέχρι τότε σχέσεις των δύο οικογενειών, αλλά και της ιδίας με τον κατηγορούμενο. Οι ελπίδες της όμως διαψεύσθηκαν γιατί μετά ένα περίπου μήνα και δη περί τα τέλη του μηνός Ιανουαρίου 2002, ενώ βρισκόταν οι δύο οικογένειες στο σπίτι των γονέων της Ψ2, στο πλαίσιο ανταλλαγής επισκέψεων, όπως λέχθηκε, αφού είχαν γευματίσει ο κατηγορούμενος με το πρόσχημα ότι δήθεν ήθελε να ξαπλώσει κάλεσε την Ψ2 να του ετοιμάσει το κρεβάτι στο δωμάτιο της, οπού βρισκόταν και ο γιος του Γα. Όταν έγινε αυτό και αφού της είπε να κλείσει το παραθυρόφυλλο και στη συνέχεια, κατόπιν προτροπής του ιδίου και του εξαδέλφου της να πάει κοντά τους, ξάπλωσε δίπλα τους και δη στα δεξιά του κατηγορουμένου, ο οποίος, επωφεληθείς του ότι ο γιος του είχε το κεφάλι στραμμένο από την άλλη πλευρά, πήρε πάλι το χέρι της ανήλικης και το τοποθέτησε πάνω στα γεννητικά του όργανα πάνω από το παντελόνι του, όπου και επέμενε να το κρατά με την χρήση σωματικής βίας, διότι η Ψ2 αντέδρασε αμέσως και επιχείρησε ανεπιτυχώς να το τραβήξει. Η σεξουαλική όμως επίθεση δεν συνεχίσθηκε και αυτή τη φορά, διότι ο γιος του κατηγορουμένου έστρεψε το κεφάλι του προς την πλευρά τους και φοβούμενος μήπως γίνει αντιληπτός σταμάτησε. Η ανήλικη και πάλι δεν απεκάλυψε στους γονείς της τα όσα είχαν συμβεί, για τους αυτούς ως άνω λόγους, από τότε όμως άρχισε να αποφεύγει τον κατηγορούμενο και ουδέποτε βρέθηκε μαζί του, έστω και με την παρουσία των εξαδέλφων της. Η σιωπή της αυτή όμως, εξαιτίας της οποίας οι σχέσεις των δύο οικογενειών, οι ανταλλαγές επισκέψεων, τα κοινά γεύματα, οι ολιγοήμερες κοινές διακοπές στην οικία του κατηγορουμένου στην ..... Ευβοίας και η παρέα των παιδιών συνεχίσθηκαν, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, αντί να δώσει την ευκαιρία στον κατηγορούμενο να συναισθανθεί το μέγεθος την σοβαρότητα της εγκληματικής συμπεριφοράς του και των πολύ δυσμενών επιπτώσεων που είχε στον ψυχικό κόσμο της ανήλικης, αλλά και στην εν γένει μελλοντική πορεία της στην εκπαίδευσή της στις σχέσεις της με τους συμμαθητές της, τους συνομηλίκούς της και φυσικά να αποτραπεί από παρόμοιες συμπεριφορές, τον αποθράσυνε, με αποτέλεσμα να επιχειρήσει παρόμοιες πράξεις και πλέον σοβαρές σε βάρος της άλλης ανήλικης ανεψιάς του Ψ1, που, όπως λέχθηκε, ήταν μικρότερη της Ψ2. Συγκεκριμένα, κατά μη εξακριβωθείσα ημέρα περί τα τέλη του μηνός Ιουνίου του 2002 οι δύο οικογένειες βρισκόντουσαν στο σπίτι του κατηγορουμένου προκειμένου να συμφάγουν. Μέχρι να ετοιμασθεί το φαγητό από τις δύο αδελφές ο κατηγορούμενος ξάπλωσε στο υπνοδωμάτιό του με την Ψ1 και τον γιο του. Όταν ο γιος του αποκοιμήθηκε αυτός άρχισε να θωπεύει την ανήλικη αρχικά πάνω από την μπλούζα της και στη συνέχεια κάτω απ αυτήν όπως και το γεννητικό της όργανο κάτω από το εσώρουχο της. Αυτή, αιφνιδιασθείσα από την μη αναμενόμενη εν λόγω ενέργεια του κατηγορουμένου, αντέδρασε, αλλά για να μη δημιουργήσει περαιτέρω ζήτημα, ευρισκομένη στα δεξιά του κατηγορουμένου, γύρισε στο δεξιό πλευρό, προκειμένου αν αποφύγει τις θωπείες στα ανωτέρω σημεία του σώματος της. Ο κατηγορούμενος όμως γύρισε και αυτός στο ίδιο πλευρό, βρέθηκε πίσω της και αφού αθόρυβα κατέβασε το παντελόνι και το εσώρουχο της ανήλικης, έθεσε το εν στύσει πέος του μεταξύ των γλουτών της άρχισε να το προστρίβει στην περιπρωκτική χώρα και το πίεσε στον σφιγκτήρα του πρωκτού, πράγμα το οποίο προκάλεσε μετρίας εντάσεως πόνο, για τον οποίο καταθέτει η ανήλικη, χωρίς βέβαια να εισέλθει εντός αυτού και να παραβιάσει τον σφιγκτήρα. Και ναι μεν η παθούσα καταθέτει για μερική είσοδο του πέους εντός του πρωκτού, πλην όμως, λόγω της απειρίας της, έχει εσφαλμένη αντίληψη του τι της συνέβη, διότι, ενόψει της μικράς ηλικίας της, της ηλικίας του κατηγορουμένου, αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, όπως καταθέτει και ο μάρτυρας υπερασπίσεως ......, καθηγητής ιατροδικαστικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, εκθέτει δε και στην αναγνωσθείσα ιατρική γνωμοδότησή του, πέραν του ότι ο πόνος θα ήταν πολύ ισχυρός και δεν θα μπορούσε η παθούσα να παραμείνει σιωπηλή, θα είχε επέλθει ρήξη του δακτυλίου και αλλοιώσεις και κακώσεις στο βλεννογόνο του πρωκτού και οι ουλές θα ήσαν μόνιμες στο σημείο εκείνο και θα τις επισήμανε ο ιατροδικαστής ....., ο οποίος, κατόπιν παραγγελίας του Α.Τ., στο οποίο, κατά τα κατωτέρω καταγγέλθηκαν τα συμβάντα μετά αρκετό χρονικό διάστημα, όπως θα λεχθεί, στις 10-4-2003 εξέτασε την ανήλικη, δεν παρατήρησε αλλοιώσεις στον πρωκτό και την περιπρωκτική χώρα, όπως αναφέρει στην .... έκθεσή του, η οποία επίσης αναγνώσθηκε. Άλλωστε η ανήλικη καταθέτει ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος την κρατούσε σφικτά για να μη φύγει και με τις υπέρτερες δυνάμεις του την ακινητοποίησε, σταμάτησε τις ασελγείς αυτές πράξεις, λόγω του ότι η σύζυγός του τους κάλεσε από την ευρισκομένη δίπλα σχεδόν στο δωμάτιο κουζίνα για να φάνε και όλοι μαζί μετά απ αυτό πήγανε στην τραπεζαρία και γευμάτισαν, πράγμα το οποίο δεν θα μπορούσε να κάνει η ανήλικη αν είχε ταλαιπωρηθεί από μια τέτοια βίαιη και τραυματική του ευαίσθητου εκείνου σημείου του σώματός της ενέργεια, η οποία όπως αναφέρεται στην ανωτέρω ιατροδικαστική γνωμοδότηση, απαιτούσε για την επούλωσή της 15-20 μέρες. Δεν υπήρξε λοιπόν παρά φύση ασέλγεια, αλλά η ανήλικη με την χρήση σωματικής βίας εξαναγκάσθηκε να ανεχθεί την ανωτέρω ασελγή πράξη. Η ανήλικη, όπως και η αδελφή της και για τους αυτούς όπως και εκείνη λόγους, δεν αποκάλυψε στους γονείς της την βίαιη και βάναυση εν λόγω σεξουαλική κακοποίηση, που απετέλεσε γι αυτήν, λόγω της μικρής ηλικίας της, του στενού συγγενικού δεσμού με τον δράστη, μεγάλη τραυματική εμπειρία, η οποία την σημάδεψε στην μετέπειτα ζωή της και επηρέασε δυσμενώς την εκπαίδευσή της και τις σχέσεις της με τους συμμαθητές της και τους συνομηλίκους της. Η μη αποκάλυψη όμως του συμβάντος στην οικογένειά της αντί να συνετίσει τον κατηγορούμενο, όπως συνέβη και με την προηγηθείσα, κατά τα άνω, περίπτωση της Ψ2, τον αποθράσυνε. Συγκεκριμένα το θέρος του ίδιου έτους η ανήλικη με την αδελφή της και τους γονείς της βρισκόντουσαν στο εξοχικό σπίτι του κατηγορουμένου για να περάσουν εκεί μερικές μέρες διακοπών. Σε μη εξακριβωθείσα ημερομηνία του χρονικού διαστήματος των διακοπών της εορτής της Παναγίας (14-18 Αυγούστου), κατά τις βράδυνες ώρες, είχαν ξαπλώσει στον έμπροσθεν της κατοικίας χώρο, που είχε διαμορφωθεί σε βεράντα, σε δύο πτυσσόμενα κρεβάτια, τα οποία χρησιμοποιούσαν για να κοιμούνται έξω λόγω της ζέστης, ο κατηγορούμενος η ανήλικη και ο γιος του Γα για να κοιμηθούν. Η ανήλικη ήταν ξαπλωμένη στο ένα κρεβάτι και στο άλλο ο κατηγορούμενος με τον γιο του, κατόπιν προτροπής του τελευταίου άλλαξαν θέση και η ανήλικη ξάπλωσε δίπλα στον κατηγορούμενο. Στην εύλογη ερώτηση γιατί δέχθηκε να κοιμηθεί στο ίδιο κρεβάτι με τον κατηγορούμενο, ενόψει των όσων κατά τα ανωτέρω είχαν προηγηθεί σε βάρος της, προσήκει η απάντηση, την οποία και η ίδια έδωσε, ότι λόγω του νεαρού της ηλικίας της του φόβου από τον οποίου κατεχόταν έναντι του κατηγορουμένου θείου της, τον οποίο και θεωρούσε ικανό να κάνει κακό και στους γονείς της όπως ο ίδιος της είχε δηλώσει, δεν αρνήθηκε, πιστεύοντας βέβαια ότι ο κατηγορούμενος θα είχε συνετισθεί και δεν θα επαναλάμβανε τα ίδια, αλλ αντιθέτως θα επωφελούταν από την μη αποκάλυψη της προηγούμενης κατά τα άνω ασελγούς πράξεως του. Γρήγορα όμως ο κατηγορούμενος την διέψευσε, διότι μόλις ο γιος του αποκοιμήθηκε, χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες δυνάμεις του, για να διεγείρει και ικανοποιήσει την γενετήσια επιθυμία του, πήρε το χέρι της και το τοποθέτησε στα γεννητικά του όργανα πάνω από το παντελόνι της πιζάμας του και ο ίδιος έβαλε το χέρι κάτω από το εσώρουχο της ανήλικης και άρχισε, με τη χρήση σωματικής βίας διότι αυτή αντιδρούσε να την θωπεύει στα γεννητικά όργανα σταμάτησε δε όταν ο γιος του ξύπνησε και φοβήθηκε μήπως τον αντιληφθεί, αλλά παραλλήλως και η ανήλικη άλλαξε θέση σε τρόπο ώστε να μη μπορεί να συνεχίσει τις ασελγείς πράξεις του, χωρίς τον κίνδυνο να γίνει αντιληπτός από τους ευρισκομένους εντός της οικίας σύζυγό του, τον άλλο γιο του την αδελφή της. Σημειωτέον ότι λόγω του σκότους, του μειωμένου φωτισμού, διότι διαφορετικά δεν θα μπορούσαν να κοιμηθούν έξω, αλλά και του προχωρημένου της ώρας κατά την οποία όλοι κοιμούνταν και δεν παρακολουθούσαν τι γινόταν έξω, αφού, κατά τα προελεχθέντα δεν είχαν κάποιο λόγο για να το κάνουν αυτό, δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτός ούτε από τους εντός της οικίας κοιμώμενους, ούτε από το σε κοντινή απόσταση ευρισκόμενο σπίτι της αδελφής του, η οποία εξετάσθηκε ως μάρτυρας και διαβεβαιώνει ότι μεταξύ του σπιτιού της και της οικίας του κατηγορουμένου υπήρχε οπτική επαφή και αν γινόταν κάτι στην βεράντα θα το έβλεπε, πλην όμως δεν δίδει απάντηση στο εύλογο ερώτημα αν είχε κάποιο ιδιαίτερο λόγο να παρακολουθεί εκείνη την προχωρημένη νυκτερινή ώρα τα τεκταινόμενα στον ως άνω χώρο της οικίας του αδελφού της. Εκ του ασφαλούς λοιπόν ο κατηγορούμενος διενήργησε την ανωτέρω ασελγή πράξη, όσα δε περί του αντιθέτου υποστηρίζει τυγχάνουν αβάσιμα. Και αυτή την σεξουαλική επίθεση η ανήλικη, για τους αυτούς ως άνω λόγους, όπως και η αδελφή της, αλλά και η ίδια στην κατά τα άνω προηγηθείσα πλέον βάναυση και σοβαρή επίθεση, σε βάρος της, απέκρυψε από τους γονείς της. Μετά την πάροδο 6 και πλέον μηνών και δη τον μήνα Μάρτιο του 2003 η Ψ2, με την ευκαιρία συζητήσεως που είχε με φίλες της για το ζήτημα σεξουαλικής κακοποίησής τους, απεκάλυψε ότι το αυτό είχε συμβεί και στην ίδια από τον θείο της και αυτές όπως και ο νέος με τον οποίο συνδεόταν αισθηματικά την συμβούλευσαν να αποκαλύψει ό,τι της συνέβη στους γονείς της, όπως και έγινε και απεκάλυψε στην μητέρα της όλα τα ανωτέρω και αυτή τα είπε στο πατέρα της, ο οποίος δεν μπορούσε να τα πιστέψει. Το ίδιο και η θεία της στην οποία στη συνέχεια μίλησε η μητέρα της και στη συνέχεια και η ίδια, η οποία (θεία της), παρότι η ανήλικη ορκίστηκε έξω από εκκλησία στην οποία την οδήγησε, δεν πίστεψε και τάχθηκε με το μέρος του κατηγορουμένου, ο οποίος αντιμετώπισε με ψυχραιμία την αποκάλυψη των γεγονότων από την Ψ2 και φυσικά αρνήθηκε τα πάντα. Η μητέρα των παθουσών στη συνέχεια ερεύνησε και προς την κατεύθυνση της Ψ1 και στην ερώτηση μήπως ο θείος της την είχε παρενοχλήσει σεξουαλικά, αρχικά η ανήλικη άρχισε να κλαίει και αμέσως μετά διηγήθηκε λεπτομερώς όσα κατά τα ανωτέρω την υποχρέωσε με σωματική βία να κάνει και να ανεχθεί. Αμέσως το είπαν και στην Ψ2 και στον πατέρα της, ο οποίος άρχισε να απειλεί τον κατηγορούμενο και επακολούθησε η υποβολή εγκλήσεως που κατέληξε στην άσκηση σε βάρος του κατηγορουμένου της ποινικής διώξεως για βιασμό κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση των ανηλίκων ανεψιών του. Βέβαια ο κατηγορούμενος αρνείται τις κατηγορίες, ισχυριζόμενος ότι είναι μυθεύματα των ανηλίκων, αρχικά της Ψ2, η οποία, για να γίνει περισσότερο πιστευτή, επιστράτευσε και την Ψ1. Υπέρ του κατηγορουμένου καταθέτουν η σύζυγός του και τα δύο παιδιά του και ιδίως ο Γα, ο οποίος όπως καταθέτουν οι παθούσες ήταν παρών ορισμένες φορές κατά την σεξουαλική τους κακοποίησή τους από τον πατέρα του, ο οποίος βέβαια και τις διαψεύδει, όπως αρνείται κατηγορηματικά, το ίδιο και ο αδελφός του και η μητέρα τους, ότι ο πατέρας τους ξάπλωνε με τις ανήλικες ανεψιές του και τον ίδιο, πράγμα όμως το οποίο πρωτοδίκως το παραδέχθηκε και ο κατηγορούμενος, ανεξάρτητα του ότι τώρα άλλα ισχυρίζεται, προς κατάδειξη δε των αντιφάσεων του επισημάνθηκαν αποσπάσματα της πρωτόδικης απολογίας του, υποστηρίζοντας, πράγμα που επιβεβαιώνουν και οι ως άνω μάρτυρες υπερασπίσεως, ότι ουδέποτε ξάπλωσε με τις ανήλικες, ούτε συνήθιζε να ξαπλώνει το μεσημέρι κατά τις συναντήσεις των δύο οικογενειών, ενώ κάτι τέτοιο θα ήταν, ενόψει, πέραν των στενών συγγενικών, και ιδιαίτερα φιλικών σχέσεων που είχαν αναπτυχθεί μεταξύ τους, απολύτως φυσιολογικό, πλην όμως ο κατηγορούμενος, για ευνόητους λόγους αποκλείει αυτό που κάτω από διαφορετικές συνθήκες θα αποδεχόταν και δεν θα δίσταζε να δεχθεί οποιοσδήποτε που δεν θα τον βάρυνε παρόμοια δραστηριότητα και δεν θα προσπαθούσε να αποσείσει τις ευθύνες του για σοβαρές αξιόποινες πράξεις. Η σύζυγός του πάντως καταθέτουσα στο πρωτόδικο Δικαστήριο δέχεται ότι ο σύζυγος της πήγαινε για να κοιμηθεί και πολλές φορές τον ακολουθούσαν στο δωμάτιο και τα παιδιά. Βέβαια στο παρόν Δικαστήριο διαφοροποιείται ως προς το σημείο αυτό, όταν δε της επισημάνθηκε τούτο, καταθέτει ότι εννοούσε τα δικά τους παιδιά και όχι τις ανεψιές της για τις οποίες καταθέτει επίσης, όπως και η αδελφή του κατηγορουμένου, ότι δεν ήταν στο σπίτι τους το διάστημα της εορτής της Παναγίας, και λέει ότι ούτε η ίδια ήταν εκεί, ενώ στο πρωτόδικο Δικαστήριο κατέθεσε ότι ήταν αυτή ο άνδρας της και τα παιδιά τους. Όμοια είναι και η κατάθεση των παιδιών της. Ο θείος της μητέρας των παθουσών και της αδελφής της ..... στην αναγνωσθείσα, κατόπιν αιτήσεως του κατηγορουμένου, ...... ένορκη βεβαίωση του ενώπιον της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Ναταλίας Αγγελοπούλου αναφέρει ότι το διήμερο 14 και 15 Αυγούστου 2002 δεν βρισκόταν στην .... Ευβοίας η οικογένεια Γ2 και βεβαίως και οι ανήλικες, αλλά στο σπίτι του κατηγορουμένου φιλοξενήθηκε αυτός με την σύζυγό του. Την φιλοξενία όμως δεν επιβεβαιώνει η σύζυγος του κατηγορουμένου, η οποία καταθέτει επί του ζητήματος αυτού τα ανωτέρω. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο εν λόγω προτάθηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης και τελικά δεν εξετάσθηκε, διότι ο κατηγορούμενος παραιτήθηκε της εξετάσεώς του, και προτίμησε να αναγνωσθεί η ένορκη βεβαίωσή του, που δόθηκε προ έτους περίπου. Αντιθέτως οι γονείς των ανηλίκων, με ορισμένες διαφοροποιήσεις στις καταθέσεις τους μεταξύ τους αλλά και με την κατάθεση της συζύγου του κατηγορουμένου, τόσον επί του ζητήματος αυτού, όσον και επί άλλων, που δικαιολογούνται λόγω του χρόνου που πέρασε, για το λόγο αυτό το Δικαστήριο δεν έκρινε απαραίτητη την κατ' αναπαράσταση εξέτασή τους, εκτός αυτής που έγινε μεταξύ τους και με την σύζυγο του κατηγορουμένου όπως πρότεινε η Εισαγγελέας, χωρίς να υπάρξει αντίρρηση από τον κατηγορούμενο και την πολιτική αγωγή. Οι διαφοροποιήσεις όμως αυτές συνηγορούν υπέρ της μη προσυνεννοήσεως μεταξύ τους, απότοκος της οποίας είναι η ταυτότητα μεταξύ των καταθέσεων, που παρατηρείται στις καταθέσεις των μελών της οικογενείας του κατηγορουμένου επί καθοριστικών ζητημάτων (ξάπλωμα στο ίδιο κρεβάτι του κατηγορουμένου με τα παιδιά και τις ανήλικες, παρουσία των τελευταίων στο εξοχικό της .... το δεκαπενταύγουστο του 2002, συνήθεια του κατηγορουμένου να ξαπλώνει μετά το φαγητό το μεσημέρι κ.α.). Και οι ίδιες όμως οι παθούσες καταθέτουν ότι τις ημέρες εκείνες της εορτής της Παναγίας ήταν εκεί και έγινε ό,τι ανωτέρω αναφέρεται. Το δικαστήριο επί του ζητήματος αυτού κρίνει, ενόψει των ανωτέρω, πειστικές τις καταθέσεις των παθουσών και των γονέων τους. Υπέρ της βασιμότητας των καταθέσεων των εν λόγω μαρτύρων επί του ζητήματος τούτου συνηγορεί και το ότι, κατά δίδαγμα κοινής πείρας, οι παθούσες δεν είχαν κάποιο ιδιαίτερο λόγο να επιμένουν ότι βρισκόντουσαν οικογενειακώς το διάστημα εκείνο στην εξοχική κατοικία, η δε Ψ1 να τοποθετεί τότε χρονικώς την σεξουαλική επίθεση του κατηγορουμένου και όχι τον μήνα Ιούλιο του ίδιου έτους, που και ο κατηγορούμενος και όλοι οι εν λόγω μάρτυρές του δέχονται ότι βρισκόντουσαν εκεί οι ανήλικες και οι γονείς τους. Το ότι οι ανήλικες αναγκάσθηκαν με τη χρήση σωματικής βίας να ανεχθούν τις ανωτέρω ασελγείς πράξεις του κατηγορουμένου, κατά τις κατωτέρω διακρίσεις, κατατίθεται από τις ίδιες με κάθε λεπτομέρεια και μάλιστα χωρίς ιδιαίτερη διάθεση επιβαρύνσεως της θέσεως του κατηγορουμένου, όπως αυτός ισχυρίζεται, αφού καταθέτουν για ασελγείς πράξεις διαφορετικής βαρύτητας και σοβαρότητας, ενώ, αν σκοπός τους ήταν αυτός που τους καταλογίζει ο κατηγορούμενος, θα μπορούσαν, ενόψει του ότι δεν υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες, να ισχυρισθούν ότι οι ασελγείς πράξεις που αναγκάσθηκαν να υποστούν ήταν μεγαλύτερης σοβαρότητας και εξ εκείνων που εμπίπτουν στον "σκληρό πυρήνα" των πράξεων αυτών, όπως εξειδικεύονται στη μείζονα σκέψη, σε τρόπο ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι τελέσθηκε σε βάρος τους η πράξη του βιασμού ή σε κάθε περίπτωση της αποπλανήσεως, κατά τα ειδικότερα κατωτέρω αναφερόμενα, και να μη εμπίπτουν ορισμένες απ αυτές στην έννοια των "ηπιώτερων" πράξεων του άρθρου 337 ΠΚ., όπως αυτές αναλύθηκαν ανωτέρω και θα λεχθεί στη συνέχεια κατά την ποινική αξιολόγηση της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Τα γεγονότα αυτά τα επιβεβαιώνουν και οι γονείς των κατηγορουμένων στους οποίους τα διηγήθηκαν οι παθούσες, κάτω από τις ανωτέρω συνθήκες, με αρκετή καθυστέρηση, οφειλόμενη στους ανωτέρω λόγους, πέραν όμως τούτου η σεξουαλική κακοποίησή τους επιβεβαιώνεται και από την αναγνωσθείσα .... γνωμάτευση των παιδοψυχιάτρων του Κέντρου Ψυχικής Υγείας (Κ.Ψ.Υ) του Γ.Ν. Αθηνών "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", οι οποίοι και παρακολούθησαν τις ανήλικες, κατόπιν αιτήσεως των γονέων τους, στους επόμενους της κατά τα άνω αποκαλύψεως της σε βάρος τους ως άνω σεξουαλικής επιθέσεως του κατηγορουμένου μήνες, αλλά και επί χρονικό διάστημα δύο και ημίσεως ετών και κατέγραψαν τις αντιδράσεις τους, τα συναισθήματά τους, τις διαθέσεις και τα αισθήματά τους έναντι των συμμαθητών τους, των φίλων τους και του εν γένει κοινωνικού περίγυρού τους, με βάση δε τις λίαν λεπτομερείς καταγραφές αυτές, αλλά και τις εν γένει ψυχικές και συναισθηματικές καταστάσεις που βίωναν, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι: "Τα συμπτώματα της Ψ1 και οι συναισθηματικές δυσκολίες της Ψ2 συνηγορούν με την εικόνα της σεξουαλικής κακοποίησης όπως αναφέρεται στην παιδοψυχιατρική βιβλιογραφία. Διαγνωστικά η Ψ1 παρουσιάζει διαταραχή στρες μετά από ψυχοτραυματική εμπειρία. Η Ψ2 τους πρώτους μήνες μετά την αποκάλυψη παρουσίαζε διαταραχή προσαρμογής ..." Το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να αναιρέσει η από .... παιδοψυχολογική και ψυχιατρική γνωμάτευση του ψυχιάτρου - παιδοψυχολόγου ......, ο οποίος με βάση το περιεχόμενο της ανωτέρω γνωμάτευσης που τέθηκε υπόψη του, το οποίο και σχολιάζει, καταλήγει σε συμπέρασμα που αμφισβητεί την βασιμότητα του συμπεράσματος της γνωματεύσεως. Τούτο δε διότι η δεύτερη γνωμάτευση έχει καθαρά αξιολογικό χαρακτήρα της πρώτης και δεν παρέχει την αξιοπιστία της αξιολογούμενης, η οποία βασίζεται σε επί μεγάλο χρονικό διάστημα συνεντεύξεις μετά των παθουσών, αποτέλεσμα των οποίων ήταν η λεπτομερής καταγραφή όλων εκείνων των στοιχείων που εκτίθενται σ' αυτήν και αποτέλεσαν την βάση του ανωτέρω πορίσματός της, το οποίο και κατά τούτο διαθέτει μεγαλύτερη αντικειμενικότητα και παρέχει μεγαλύτερου βαθμού αξιοπιστία. Άλλωστε, κατά δίδαγμα κοινής πείρας σε παρόμοιες περιπτώσεις οι γονείς φροντίζουν τέτοιες συμπεριφορές σε βάρος των ανηλίκων παιδιών τους, αν έχουν την παραμικρή αμφιβολία, να τις αποσιωπούν και να μη τις δίδουν έκταση και να μη κινητοποιούν τις διωκτικές και δικαστικές αρχές, γεγονός το οποίο συνεπάγεται, ευλόγως, ψυχική ταλαιπωρία διασυρμό και εκ νέου ψυχικό "βιασμό" των ανηλίκων. Δεν καταλείπεται λοιπόν η παραμικρή αμφιβολία ότι οι ανήλικες αναγκάσθηκαν να ανεχθούν τις ανωτέρω σεξουαλικές επιθέσεις του,κατηγορουμένου, ανεξάρτητα από το πως χαρακτηρίζονται, κατά τις κατωτέρω διακρίσεις, οι πράξεις του, που αποτέλεσαν περιεχόμενο αυτών (επιθέσεων). Κατ' ακολουθία τούτων αξιολογούμενη ποινικώς η προεκτεθείσα συμπεριφορά του κατηγορουμένου, όσον αφορά την παθούσα πολιτικώς ενάγουσα Ψ1, κατά την πλειοψηφίσασα γνώμη του Δικαστηρίου φέρει τον χαρακτήρα του βιασμού κατ εξακολούθηση, ο οποίος, όσον αφορά την πρώτη πράξη, τελέσθηκε όχι με παρά φύση ασέλγεια, όπως κατηγορήθηκε και καταδικάσθηκε πρωτόδικα, αλλά με τις προαναφερθείσες ασελγείς πράξεις (τοποθέτηση του σε στύσει πέους του μεταξύ των γλουτών της, προστριβή του στην περιπρωκτική χώρα και πίεση αυτού στον εξωτερικό σφιγκτήρα - δακτύλιο, για -να γίνει εισαγωγή δια του πρωκτού), χωρίς με την μεταβολή αυτή, όπως λέχθηκε στη μείζονα σκέψη, να επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, τις οποίες, όπως και τις λοιπές ως άνω ασελγείς πράξεις οι οποίες κατέτειναν στην διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του κατηγορουμένου, υποχρεώθηκε να ανεχθεί η παθούσα με τη χρήση σωματικής βίας, με αποτέλεσμα να συντρέχουν όλα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία για την πλήρη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος, όπως αυτά εκτέθηκαν και αναλύθηκαν στη μείζονα σκέψη.
Συνεπώς, κατά τη γνώμη αυτή, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος κατ' εξακολούθηση τελέσεως του εγκλήματος αυτού. Κατά την γνώμη όμως του ενόρκου Μιχαήλ Βοσκάκη οι σε βάρος της εν λόγω παθούσης πράξεις φέρουν τον χαρακτήρα της πράξεως που προβλέπεται και τιμωρείται από την διάταξη του άρθρου 337 ΠΚ, της οποίας και έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος. Όσον αφορά την παθούσα Ψ2, κατά την πλειοψηφίσασα γνώμη του Δικαστηρίου, οι μεν πρώτη και τρίτη από τις ως άνω σε βάρος της πράξεις, φέρουν τον χαρακτήρα της πράξεως του άρθρου 337 ΠΚ, αφού δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως ασελγείς πράξεις αλλ ως ασελγείς χειρονομίες, ελλείψει των οποίων, δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά η πράξη του βιασμού, συνεπώς, κατά τη γνώμη αυτή, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 337 παρ.1 ΠΚ και επειδή η ποινή που απειλείται για την πράξη αυτή δεν υπερβαίνει το έτος πρέπει, ενόψει και του ότι τελέσθηκαν το έτος 2001 και η ποινή που απειλείται για την πράξη αυτή δεν υπερβαίνει το έτος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 31 παρ.1 β' του Ν. 3346/2005 (ΦΕΚ Α' 140/17-6-2005), να παύσει η ποινική δίωξη υφόρον. Όσον όμως αφορά την δεύτερη από τις ανώτερο πράξεις, κατά την πλειοψηφίσασα γνώμη του Δικαστηρίου, αυτή φέρει τον χαρακτήρα της αποπλανήσεως ανηλίκου, αφού εμπίπτει μεν στην έννοια της ασελγούς πράξεως, όπως αυτή αναλύθηκε στη μείζονα σκέψη, πλην όμως δεν συντρέχει το απαραίτητο για την στοιχειοθέτησή του βιασμού στοιχείο της σωματικής βίας ή απειλής σπουδαίου και αμέσου κινδύνου δια των οποίων επιχείρησε ή υποχρεώθηκε να ανεχθεί τις ασελγείς πράξεις, που προβλέπεται και τιμωρείται, ενόψει της ηλικίας της ως άνω παθούσης, από τη διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 γ ΠΚ.
Συνεπώς, κατά την γνώμη αυτή, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της εν λόγω πράξεως, χωρίς εκ του λόγου αυτού να επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, όπως λέχθηκε στη μείζονα σκέψη. Κατά την γνώμη όμως του Προέδρου του Δικαστηρίου όλες οι πράξεις σε βάρος της εν λόγω παθούσης εμπίπτουν στην έννοια του βιασμού, αφού και ασελγείς, κατά την ανωτέρω έννοια είναι, και η ανήλικη, όπως κατηγορηματικά καταθέτει, υποχρεώθηκε να τις επιχειρήσει ή ανεχθεί με την χρήση σωματικής βίας.
Συνεπώς, κατά τη γνώμη αυτή, έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως του βιασμού και σε βάρος της ανήλικης τότε Ψ2 κατ' εξακολούθηση. Κατά την γνώμη όμως του ενόρκου Μιχαήλ Βοσκάκη και η δεύτερη πράξη φέρει τον χαρακτήρα της πράξεως που προβλέπεται και τιμωρείται από την διάταξη του άρθρου 337 παρ. Ι ΠΚ και έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος και για την πράξη αυτή του εν λόγω εγκλήματος. Τέλος πρέπει να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που πρόβαλε αγορεύοντας ο συνήγορος του κατηγορουμένου. Περαιτέρω στον κατηγορούμενο πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού του ως βάσιμου, να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε ΠΚ, διότι, επί μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση των ανωτέρω πράξεων, συμπεριφέρθηκε καλώς". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ1 των αξιοποίνων πράξεων του βιασμού κατ' εξακολούθηση, της αποπλάνησης παιδιού που έχει συμπληρώσει το 13° όχι όμως το 15° έτος της ηλικίας του και προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας και αφού κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 31 παρ.1β του Ν.3346/2005 έπαυσε την κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για την τελευταία πράξη της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας του επέβαλε, αφού δέχθηκε ότι συντρέχει υπέρ του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' ΠΚ , συνολική ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών. Με αυτά που δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών στο σκεπτικό του, που συμπληρώνεται από το διατακτικό με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο, διέλαβε στις προσβαλλόμενες αποφάσεις του την απαιτουμένη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94, 98, 336 παρ.1, 339 παρ.1 και 337 Π.Κ. τις οποίες εφάρμοσε. Ειδικότερα προσδιορίζονται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά υπό τα οποία έλαβαν χώρα, οι ασελγείς πράξεις (της τοποθέτησης του σε στύσει πέους του αναιρεσείοντος μεταξύ των γλουτών της παθούσης Ψ1, προστριβή τούτου στην περιπρωκτική χώρα και πίεση αυτού στον εξωτερικό σφιγκτήρα -δακτύλιο, για να γίνει εισαγωγή δια του πρωκτού), στις οποίες, με σωματική βία, υποχρέωσε την ανωτέρω παθούσα σε ανοχή. Περαιτέρω, προσδιορίζονται στις ίδιες αποφάσεις τα πραγματικά περιστατικά της χρήσεως σωματικής βίας την οποία ο κατηγορούμενος άσκησε κατά της ανωτέρω παθούσας και της αδυναμίας της τελευταίας να αντιδράσει στις υπέρτερες σωματικές δυνάμεις εκείνου. Επίσης γίνεται σαφής αναφορά στο χρονικό διάστημα, μέσα στο οποίο ο αναιρεσείων τέλεσε τις μερικότερες πράξεις του εγκλήματος του βιασμού, χωρίς να προκύπτει ασάφεια, αφού προσδιορίζεται επαρκώς ότι αυτές τελέσθηκαν περί τα τέλη Ιουνίου 2002 και σε ημερομηνία που δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορισθεί επακριβώς και κατά το χρονικό διάστημα από 14 έως 18 Αυγούστου 2002. Δεν ήταν μεν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας και ο καθορισμός επακριβώς της ημερομηνίας τελέσεως ενόψει μάλιστα και του ότι δεν δημιουργείται ζήτημα παραγραφής των μερικότερων πράξεων.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις που υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, "το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή" (περ.α). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών ο αναιρεσείων, κατέθεσε εγγράφως τον κατωτέρω ισχυρισμό για την αναγνώριση σ' αυτόν ελαφρυντικής περιστάσεως, τον οποίο ανέπτυξε και προφορικώς: "Όπως προκύπτει από το ποινικό μου μητρώο, αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων είμαι ηλικίας 49 ετών, έγγαμος με τη Γ1 και πατέρας δύο αρρένων τέκνων. Μέχρι το χρόνο που φέρομαι ότι τέλεσα τις αποδιδόμενες σε μένα κατηγορίες (τις οποίες αρνούμαι ως μη γενόμενες) διήγα έντιμο ατομικό, οικογενειακό, κοινωνικό και επαγγελματικό βίο. Στην εργασία μου ως οδηγός, ήμουν εργατικός, φιλότιμος και συνεργάσιμος σε σημείο που ο επί έξι περίπου έτη εργοδότης μου ....., με την προσκομισθείσα και αναγνωσθείσα από το δικαστήριο σας βεβαίωσή του, δηλώνει ότι μετά την έκτιση της ποινής μου επιθυμεί τη συνέχιση της συνεργασίας μας, γεγονός που αποδεικνύει το ήθος και τη συνέπειά μου στην εργασία μου και στις σχέσεις μου με το εργασιακό μου περιβάλλον. Επίσης, ήμουν καλός οικογενειάρχης, με ενδιαφέρον για τα παιδιά μου και τη σύζυγό μου, η οποία μου συμπαραστάθηκε από την πρώτη στιγμή (μέχρι και σήμερα) που κατηγορήθηκα άδικα, πιστεύοντας στην αθωότητά μου. Πάντα αγαπούσα και φρόντιζα τα παιδιά μου, εκ των οποίων ο Γα είναι απόφοιτος ΤΕΕ τμήματος ηλεκτρολογίας και ο Γβ απόφοιτος του ΤΕΕ τμήματος πληροφορικής ασχολούμαι μαζί τους, όπως και με τις μηνύτριες ανιψιές μου, τις οποίες πάντα περιέλαβα με ιδιαίτερη αγάπη και στοργή, όπως οι ίδιες έχουν καταθέσει προανακριτικά και ανακριτικά. Η αγάπη τόσο εμού όσο και της συζύγου μου για τα παιδιά, προέκυψε εκτός των άλλων και από την αναγνωσθείσα και ευρισκόμενη στη δικογραφία από .... βεβαίωση του Κέντρου Κοινωνικής Αλληλεγγύης του Δήμου Μελισσιών, από την οποία προκύπτει ότι κατά τα έτη 1996,1997 και 1998 συμμετείχαμε στη φιλοξενία ξένων παιδιών από την πρώην Γιουγκοσλαβία. Ουδέποτε έδωσα αφορμή με τον ατομικό και κοινωνικό μου βίο για δημιουργία αρνητικών σχολίων σε βάρος μου" . Τον πιο πάνω ισχυρισμό το Δικαστήριο της ουσίας τον απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την εξής αιτιολογία: "Δεν πρέπει όμως να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 α Π.Κ. ,διότι δεν έζησε έντιμη ατομική και οικογενειακή ζωή, αφού μέσα στο σπίτι του και στο σπίτι των ανηλίκων ανεψιών του προέβη στις ανωτέρω ασελγείς πράξεις και χειρονομίες, σε βάρος πρώτα της μίας και στη συνέχεια της άλλης, χωρίς να τον αποτρέψει από τη διάπραξη αυτών η παρουσία στον ίδιο χώρο του ανηλίκου γιου του, αλλά και στο χώρο της οικίας των λοιπών ως άνω συγγενών του.
Συνεπώς ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά το διατακτικό". Σε σχέση με τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος που ήταν σαφής και ορισμένος η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη ειδική αιτιολογία, ενόψει του ότι δεν εκθέτει αρνητικά περιστατικά που ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο του χρόνου της τελέσεως των πράξεων που να δικαιολογούν την μη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως αφού τα ως άνω αρνητικά περιστατικά ανάγονται στο χρονικό διάστημα που ο αναιρεσείων τέλεσε τις πράξεις.
Συνεπώς ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη της ως άνω ελαφρυντικής περιστάσεως αναιτιολόγητα, είναι βάσιμος.
Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον όσον αφορά την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού περί συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ. (και όχι ως προς την περί ενοχής διάταξη,) ως και προς την περί ποινής διάταξη και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την με αριθμ. 387, 388, 414, 426, 427/2007 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος Χ1 περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου, καθώς και ως προς την περί ποινής διάταξη της αποφάσεως αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, κατά το ως άνω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 25-2-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για βιασμό κατ’ εξακολούθηση, αποπλάνηση και προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας. Έλλειψη αιτιολογίας ως προς τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 § 2α ΠΚ. Αναιρεί εν μέρει. Παραπέμπει. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ποινή, Αναίρεση μερική, Βιασμός, Αποπλάνηση ανηλίκου, Προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1782/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Χαράλαμπο Παπαηλιού, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Νικολόπουλο -Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαϊου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 14655/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Παναγιώτη Πανάγο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 8 Φεβρουαρίου 2008 και 18 Φεβρουαρίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, καθώς και στους από 23 Απριλίου 2008 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 402/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τ ο ν Α ν τ ε ι σ α γ γ ε λ έ α Που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 8 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του πρώτου αναιρεσείοντος και να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του δευτέρου αναιρεσείοντος και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Η υπ' αριθμ. 12/8-2-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ1κατά της υπ' αριθμ. 14.655/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και η από 18-2-2008 αίτηση του Χ2 και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως του τελευταίου κατά της αυτής αποφάσεως, έχουν νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθεί και πρέπει, συνεκδικαζόμενες, να ερευνηθούν και κατ' ουσία.
Α.- Επί της αιτήσεως του Χ1.
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνία .... και .... αποδεικτικά επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών ... και ....... αντίστοιχα, ο αναιρεσείων Χ1 κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής προς συζήτηση της αναιρέσεως, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η αίτησή του πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
Β.- Επί της αιτήσεως του Χ2 'Ελλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
ΙΙ.- Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 ''περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία '', όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, ορίζονται τα επόμενα. " Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν. 2523/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδαφ. α' ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π. και κατά τούτο εναρμονίζεται με τη τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ.2 εδαφ.α' δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 ''περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.'', στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή μεταγενέστερη ρύθμιση, που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της την 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι όπως αναφέρθηκε θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του Π.Κ., πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 14.655/2007 απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος, για την πράξη της κατ' εξακολούθηση παράβασης του άρθρου 19 του ν. 2523/1997 που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 2-2-1999 έως 11-2-1999 και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών. Από τα πρακτικά της απόφασης αυτής προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, ο κατηγορούμενος πρότεινε την ένσταση τις παραγραφής της αξιοποίνου πράξεως και ζήτησε να παύσει οριστικά η κατ' αυτού ποινική δίωξη δεδομένου ότι παρήλθε πενταετία από τον χρόνο τέλεσης κάθε μερικότερης πράξης και μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος. Επί του ζητήματος αυτού η προσβαλλόμενη, ενώ ορθώς δέχθηκε στην παρεμπίπτουσα για το ζήτημα της παραγραφής απόφασή της ότι χρονική αφετηρία της παραγραφής είναι η 6-12-2005 που θεωρήθηκαν τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου, στην συνέχεια, όμως, τόσο στο κύριο σκεπτικό αλλά και στο διατακτικό της αποφάσεως, ως χρόνο τελέσεως του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος για το οποίο δίκασε τελικώς τον κατηγορούμενο, αντιφατικώς δέχεται το χρονικό διάστημα από 2-2-1999 έως 11-2-1999. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στην προκείμενη περίπτωση είναι αντιφατική και καθιστά έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή του νόμου επί ζητήματος που σχετίζεται με την εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής. Τούτο δε διότι εάν, ως δέχεται στην παρεμπίπτουσα απόφασή του, ο χρόνος έναρξης της παραγραφής είναι η 6-12-2005, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο δίκασε (23-11-2007), δεν είχε παρέλθει πενταετία, πολύ περισσότερο δε οκταετία, εάν όμως ο χρόνος τέλεσης της πράξης αρχίζει από την 2-2-1999, ως δέχεται στο κύριο σκεπτικό και το διατακτικό, τότε κατά τον άνω χρόνο εκδικάσεως της υποθέσεως (23-11-2007), συνυπολογιζομένου και του χρόνου της τριετούς αναστολής, είχαν υποπέσει σε παραγραφή όλες οι μερικότερες πράξεις του εξακολουθούντος εγκλήματος.
Μετά από αυτά, κατά παραδοχή ως βασίμου του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'του Κ.Π.Δ προσθέτου λόγου αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας [παρέλκει μετά ταύτα η έρευνα των λοιπών λόγων τόσο του κυρίου δικογράφου όσο και εκείνου των προσθέτων λόγων] πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφεί η υπόθεση για νέα έρευνα στο δικαστήριο που την εξέδωσε το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 Κ.Π.Δ ).
ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 469 Κ.Ποιν.Δ αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με τον νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνον σ'αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους. Στην προκείμενη υπόθεση, εφόσον κατά παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ2 αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, ήτοι για λόγο που δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, πρέπει να ωφεληθεί και να έχει η αναίρεση αυτού επεκτατικό αποτέλεσμα και για τον αναιρεσείοντα Χ1, για τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι από κοινού τέλεσαν την ίδια πράξη και του οποίου η αναίρεση, κατά της αυτής αποφάσεως απορρίφθηκε, κατά τα ανωτέρω, λόγω της ερημοδικίας του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από υπ' αριθμ. 12/8-2-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 14.655/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Δέχεται την από 18-2-2008 αίτηση και τους 23-4-2008 προσθέτους λόγους του Χ2 και αναιρεί την άνω υπ' αριθμ. 14.655/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Αποφαίνεται όπως η αναίρεση του Χ2, έχει επεκτατικό αποτέλεσμα και για τον συγκατηγορούμενο αυτού Χ1.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαϊου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως του ενός αναιρεσείοντος λόγω της ερημοδικίας του. Έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων. Δεκτή η αναίρεση του δευτέρου αναιρεσείοντος για αντιφατική αιτιολογία. Επεκτατικό αποτέλεσμα και για τον πρώτο.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
| 0
|
Αριθμός 1781/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Χαράλαμπο Παπαηλιού, (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Δομοκού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημοσθένη Παπατζελίδη, περί αναιρέσεως της 296/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4 Φεβρουαρίου 2008 και 8 Φεβρουαρίου 2008 αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 365/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά της υπ' αριθμ. 296/20-12-2007 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, ασκήθηκαν από τον αναιρεσείοντα Χ1 οι από 8-2-2008 και 4-2-2008 δύο αιτήσεις αναιρέσεως με δήλωσή του η πρώτη στο γραμματέα Εφετών Θράκης και η δεύτερη που επιδόθηκε στις 13-2-2008 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Οι ανωτέρω αναιρέσεις πρέπει να συνεκδικασθούν η δε δευτέρα εφόσον δεν έχει κριθεί η προηγούμενη κατά της ίδιας αποφάσεως θεωρείται ως συμπληρωματική της πρώτης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1, 473 παρ. 1 και 3 και 474 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά αποφάσεως, δια δηλώσεως στο γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε είναι 10ήμερη, αρχόμενη από τις εκδόσεως της αποφάσεως παρόντος του δικαιούχου, άλλως από της νομίμου επιδόσεώς της στον έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή δικαιούμενο σε αναίρεση, που ήταν απών κατά την απαγγελία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, χωρίς όμως να αρχίζει η προθεσμία αυτή σε κάθε περίπτωση πριν από την καταχώρηση της τελεσίδικης απόφασης στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου (αρθρ. 473 παρ. 3). Εξ άλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ιδίου κώδικα, το ένδικο μέσο που ασκήθηκε εκπρόθεσμα απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Τότε μόνο συγχωρείται εκπρόθεσμη άσκηση της αναίρεσης, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεώς της, γίνεται επίκληση των περιστατικών τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκησή της, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 296/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης η οποία εκδόθηκε παρόντος του αναιρεσείοντος καταχωρήθηκε στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ειδικό βιβλίο την 24-1-2008. Η κρινόμενη πρώτη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση στις 8-2-2008, ήτοι μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας των δέκα ημερών η οποία στην προκειμένη περίπτωση αρχίζει από της καταχωρήσεως της πληττομένης αποφάσεως στο ως άνω ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ, χωρίς μάλιστα ο αναιρεσείων να επικαλείται στη σχετική έκθεση αναιρέσεώς του λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος και χωρίς να προσκομίζει και τα μέσα αποδείξεως τέτοιου λόγου, προκειμένου να κριθεί το δικαιολογημένο της εκπρόθεσμης ασκήσεως της. Επομένως η κρινόμενη ως άνω αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 παρ. 1 εδ. δ' του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι την έλλειψη ακροάσεως του εισαγγελέα δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος ως λόγος αναιρέσεως. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α και ε Π.Κ. χωρίς προηγουμένως να προτείνει επί των ισχυρισμών αυτών ο Εισαγγελέας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος πέραν του ότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ταυτάριθμων προς την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικών του άνω Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας δόθηκε ο λόγος στον εισαγγελέα ο οποίος και πρότεινε να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος. Από τις διατάξεις των άρθρων 577 παρ. 2, και 364 ΚΠΔ προκύπτει ότι το ποινικό μητρώο δεν είναι εκ των εγγράφων εκείνων, που, σύμφωνα με το τελευταίο άρθρο, έπρεπε να αναγνωστεί στο ακροατήριο, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα (ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο) της από το αρ. 84 παρ. 2 εδ. α' ΚΠΔ ελαφρυντικής περιστάσεως, όταν μάλιστα δεν υπάρχει και σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου, αφού η ύπαρξη ή ανυπαρξία των στοιχείων που καταχωρούνται στο έγγραφο αυτό, δεν είναι από εκείνα που μπορούν να στηρίξουν κρίση του δικαστηρίου, αναφορικά με τη συνδρομή οποιουδήποτε από τους όρους που θέτει η εν λόγω διάταξη (αρ. 84 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ), προκειμένου να δικαιολογηθεί η επιβολή μειωμένης ποινής στον κατηγορούμενο. Επομένως, ο αντίθετος από το αρ. 510 παρ. 1 εδ. Α' ΚΠΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, α) "το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή" (περ. α), και β) "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του" (περ. ε). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών ο αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για παράβαση των άρθρων 1 στοιχ. α' περ. ιι, β, γ, 2 παρ. ια, δ', 6, 8, 10 ν. 2331/1995 σε συνδυασμό με άρθρο 372 παρ. 1β Π.Κ. σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών, κατέθεσε εγγράφως τους πιο κάτω ισχυρισμούς για την αναγνώριση σ' αυτόν ελαφρυντικών περιστάσεων, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς: "Στον κατηγορούμενο θα πρέπει να συντρέξουν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 Π.Κ. και συγκεκριμένα: 1) να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου διότι ο κατηγορούμενος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και αυτό προκύπτει από τα εξής πραγματικά περιστατικά: Είχε διαφημιστική εταιρεία στην .... της Γεωργίας με υψηλό εισόδημα και θεωρούνταν εξέχον και ευηπόληπτο μέλος της Γεωργιανής κοινωνίας, έχει μία καθόλα αξιόλογη οικογένεια - έγγαμος με δύο θυγατέρες 14 και 10 ετών, ενδιαφέρθηκε γι' αυτόν επανειλημμένα το Προξενείο της Γεωργίας που τον θεωρεί σημαίνον μέλος της κοινωνίας της Γεωργίας, έχει λευκό ποινικό μητρώο και δεν απασχόλησε ποτέ μέχρι σήμερα τις Αρχές. 2) Να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς μετά την θεωρούμενη άδικη πράξη του. Τούτο διότι: αμέσως μετά την καταδίκη του από το Τριμελές Πλημ/κείο Αλεξανδρούπολης για χρήση πλαστού εγγράφου, σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών με τριετή αναστολή και με την έφεση του να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα και παρά το γεγονός ότι ήταν ελεύθερος να φύγει αμέσως από τη χώρα μας, αυτός την 20-5-2005 προέβη στη σύνταξη και υπογραφή του υπ' αριθμ. ..... ειδικού πληρεξουσίου της συμ/φου Αλεξανδρούπολης Μηλίτσας Καρυωτάκη προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημοσθένη Παπατζελίδη προκειμένου αυτός να παραστεί και τον εκπροσωπήσει στο Εφετείο Θράκης κατά την εκδίκαση της έφεσής του κατά της παραπάνω απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αλεξανδρούπολης. Κατόπιν τούτου ζήτησε από δικηγόρο που ομιλεί την γερμανική και συγκεκριμένα τον Γεώργιο Παπαδόπουλο δικηγόρο Πρωτοδικείου Ορεστιάδας και κάτοικο Ορεστιάδας να μάθει ότι στοιχείο μπορεί για το επίδικο αυτοκίνητο προκειμένου να έλθει σε επαφή με τον πραγματικό ιδιοκτήτη του, να μάθει τι ακριβώς συνέβη και να διαπραγματευθεί με αυτόν σε σχέση με το επίδικο όταν συνελήφθη την δεύτερη φορά στη χώρα μας την 29-9-2006 στο τελωνείο των Κήπων, έφερε μαζί του αυτοκίνητο πάλι από Γερμανία, καθόλα νόμιμο, όπως παραδέχονται και οι μάρτυρες αστυνομικοί". Τους πιο πάνω ισχυρισμούς το Δικαστήριο της ουσίας τους απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, με την εξής αιτιολογία: "Τέλος πρέπει να απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του περί αναγνωρίσεως του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου και ότι αυτός επέδειξε καλή συμπεριφορά μετά την τέλεση της πράξεως διότι ο κατηγορούμενος δεν διαμένει στην Ελλάδα ώστε να προκύπτει εάν αυτός έχει πρότερο έντιμο βίο, ούτε προέκυψε ότι επέδειξε καλή συμπεριφορά μετά την τέλεση της άνω πράξεως". Σε σχέση με τους ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος που ήταν σαφείς και ορισμένοι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη ειδική αιτιολογία, ενόψει του ότι: 1) δεν είναι προϋπόθεση η διαμονή του κατηγορουμένου στην ημεδαπή για να συντρέξει στο πρόσωπο του η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου και 2) δεν εκθέτει αρνητικά περιστατικά που να δικαιολογούν την μη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των εν λόγω ελαφρυντικών περιστάσεων.
Συνεπώς ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων αναιτιολόγητα, είναι βάσιμος.
Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον όσον αφορά την απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών περί συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α και ε' ΠΚ. (και όχι ως προς την περί ενοχής διάταξη), ως και προς την περί ποινής διάταξη και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 5/8-2-2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 296/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Αναιρεί εν μέρει την 296/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του ως άνω αναιρεσείοντος Χ1, περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, καθώς και ως προς την περί ποινής διάταξη της απόφασης αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, κατά το ως άνω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 4-2-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ1. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008. Και,
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έλλειψη αιτιολογίας ως προς τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 § 2α΄ και ε΄ του ΠΚ. Απορρίπτει την από 8-2-2008 πρώτη αίτηση. Αναιρεί εν μέρει. Παραπέμπει. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 4-2-2008 δεύτερη αίτηση.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αναίρεση μερική, Νομιμοποίηση εσόδων.
| 0
|
Αριθμός 1780/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Χαράλαμπο Παπαηλιού, ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 , που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Φωτόπουλο, για αναίρεση της 458/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σάμου, με πολιτικώς ενάγοντες τους 1)Ψ1 και 2)Ψ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κούκνη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σάμου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 22 Απριλίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2054/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ. προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου σ' αυτές εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλον, ''γεγονότος'' που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του και είναι ψευδές, ο δε υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Στην έννοια του ''γεγονότος'' εντάσσεται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, εμπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, η οποία προσάπτεται σε ορισμένο πρόσωπο, με συνέπεια να επέρχεται εμφανής υποτίμηση της τιμής ή της υπόληψής του. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος, στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου, του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαία. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένων περιστατικών, στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, η ύπαρξη δηλαδή άμεσου δόλου η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που την δικαιολογούν. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, εν σχέσει με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 458/2007 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σάμου, καταδικάσθηκε ανεκκλήτως ο αναιρεσείων για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο, με μνεία των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων και κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " ... ο κατηγορούμενος Χ1 διατηρεί γειτονική οικία με τους πολιτικώς ενάγοντες (ζεύγος Ψ) στο ..... Σάμου, έχει εγκατασταθεί δε και κατοικεί μόνιμα στο ......, κατά την τελευταία πενταετία, μετά την αγορά της εν λόγω οικίας από τη συγγενή του ....., ενώ καθόλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα διέμενε μόνιμα στην Αθήνα, χωρίς να διατηρεί προηγούμενη επαφή με τους ήδη αντιδίκους του και την ευρύτερη περιοχή, που είναι ο τόπος καταγωγής του. Κατά το έτος 1998 οι πολιτικώς ενάγοντες αγόρασαν μία ερειπωμένη οικία, η οποία βρίσκεται μεταξύ της οικίας τους και της οικίας του κατηγορουμένου, την οποία επιθυμούσε να αγοράσει και ο τελευταίος, γεγονός στο οποίο θα πρέπει να αποδοθεί η έριδα και διάθεση του κατηγορουμένου για υποβολή μηνύσεων και καταγγελιών στην Πολεοδομία σε βάρος των αντιδίκων του. Οι πολιτικώς ενάγοντες κατά το έτος 2001 εξέδωσαν οικοδομική άδεια για ανακατασκευή της εν λόγω παλαιάς, προϋπάρχουσας του έτους 1955, οικίας και εκτέλεση λοιπών εργασιών (προσθήκες, κατασκευή περίφραξης κ.λ.π). Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος διατηρώντας την πεποίθηση ότι οι πολιτικώς ενάγοντες κατά την ανακατασκευή της μάνδρας της οικίας τους προέβησαν σε καταπάτηση τμήματος του έμπροσθεν αυτής δημόσιου δρόμου κατέθεσε την από 23-7-2001 σχετική μήνυση του στην Εισαγγελία Πλημ/κών Σάμου, σχετική δε παράγραφο συμπεριέλαβε και στην από 2002 (με αριθμ. έκθ. καταθ. 916/86ΤΠ/2002) αγωγή του ενώπιον του Πολ/λούς Πρωτοδικείου Σάμου, που απορρίφθηκαν (τόσο η μήνυση όσο και η αγωγή). Στη πεποίθησή του αυτή συνέτεινε και το γεγονός ότι η εν λόγω μάνδρα, (όπως προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες) ανακατασκευάσθηκε σε επαφή με το σημείο, όπου βρισκόταν αποκοπείσα κολώνα της Δ.Ε.Η, για την εξακρίβωση δε της καταπάτησης ή μη του δημοσίου δρόμου, η Πολεοδομία προέβη σε αυτοψία με μέτρηση του πλάτους του δρόμου και σύγκριση με προγενέστερα διαγράμματα, όπως διαλαμβάνεται και στο υπ' αριθμ. 9/2002 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Σάμου. Εξάλλου, δε διακριβωθείσες πολεοδομικές παραβάσεις κατά την ανακατασκευή της παλαιάς οικίας, καθ' υπέρβαση της οικοδομικής άδειας (....) εκ μέρους των πολιτικώς εναγόντων (συνέβαλαν και ενίσχυαν τη πεποίθησή του αυτή περί κατάληψης δηλαδή και του δημόσιου δρόμου. Πρέπει, συνεπώς, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος της δεύτερης αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης (Β' πράξη, σελ. 19 κατά το κατηγορητήριο) ελλείψει δόλου, καθόσον αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο που ισχυρίστηκε τα ανωτέρω περιστατικά σε βάρος των αντιδίκων του πίστευε ότι είναι αληθή. Ομοίως, αθώος, πρέπει να κηρυχθεί και για τους ισχυρισμούς του ότι οι πολιτικώς ενάγοντες του έκλεψαν ένα ξυλόγλυπτο χειροποίητο σαλόνι, καθόσον προέκυψε, όπως και ο ίδιος ομολόγησε απολογούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ότι ήταν "ατυχής" η έκφραση κλοπή, υπονοώντας ότι πράγματι αφαιρέθηκε το εν λόγω σαλόνι από την κατοχή του, όχι όμως τελικά αναγκαίως με πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης αλλά πιστεύοντας ότι στην πράξη αυτή προέβησαν οι αντίδικοί του, οι οποίοι διέμεναν μόνιμα στο ..... και διατηρούσαν στενούς δεσμούς με τη δικαιοπάροχό του, με αποτέλεσμα να επισκέπτονται συχνά την οικία και να οικειοποιηθούν καθοιονδήποτε τρόπο το σαλόνι, το οποίο τελικά δεν ανευρέθηκε στην αγορασθείσα από αυτόν οικία. Πρέπει, συνεπώς, να απαλλαγεί και της αποδιδόμενης σ' αυτόν πρώτης πράξης (Α' πράξη κατηγορητηρίου), λόγω αμφιβολιών ως προς τη πρόθεσή του, εάν δηλαδή γνώριζε το ψεύδος όσων ισχυριζόταν για το ζεύγος Ψ. Πρέπει, όμως, να κηρυχθεί ένοχος της τρίτης πράξης, καθόσον αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε πλήρη γνώση των ψευδών ισχυρισμών του περί απόπειρας απαγωγής του από Αλβανούς, καθοδηγούμενους από τους αντιδίκους του, οι οποίοι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, τους παρέχουν "προστασία", περιστατικά τα οποία από κανένα απολύτως στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψαν τόσο δηλαδή ως προς το σκέλος της απόπειρας απαγωγής όσο και ως προς τα πρόσωπα, που φέρεται ότι την οργάνωσαν και αποπειράθηκαν να την εκτελέσουν, ούτε βέβαια αποδείχθηκε οποιαδήποτε σχέση αυτών ή καθοδήγηση για διάπραξη τέτοιας εγκληματικής πράξης από τους πολιτικώς ενάγοντες. Πρέπει, συνεπώς, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της τρίτης αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης (Γ' πράξη κατηγορητηρίου), διότι στοιχειοθετείται, κατά τα ανωτέρω, στο πρόσωπό του η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ., τις οποίες εφάρμοσε ορθά και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, αλλά ούτε και εκ πλαγίου. Ειδικότερα δε, αναφέρονται στο σκεπτικό και διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αλληλοσυμπληρώνονται, τα περιστατικά που περιέλαβε ο κατηγορούμενος στην απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου υπ' αριθμ. 916/2002 αγωγή του και έτσι διέδωσε για τους εγκαλούντες, τα οποία είναι πράγματι γεγονότα κατά την έννοια των αναφερόμενων διατάξεων και επίσης ότι τα περιστατικά αυτά είναι ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη τους. Σε σχέση δε με τον άμεσο δόλο του κατηγορούμενου, ο οποίος επί του προκειμένου περιλαμβάνει, όχι μόνο τη γνώση του ότι τα γεγονότα που διέδωσε ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων και τη θέλησή του να τα διαδώσει, αλλά και τη γνώση ότι τα γεγονότα αυτά είναι ψευδή, αναφέρεται στην απόφαση ότι αυτός (κατηγορούμενος) τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των αναφερόμενων περιστατικών και κατά ποιο τρόπο προκύπτει η γνώση του αυτή, αφού ο ίδιος φέρεται ως το θύμα της δήθεν απόπειρας απαγωγής, εμπνευστές της οποίας κατήγγειλε ότι ήσαν οι πολιτικώς ενάγοντες. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, προβαλλόμενοι με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου και με τους πρώτο, δεύτερο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη της την υπ' αριθμ. καταθέσεως 916/86 ΤΠ/2002 αγωγή, χωρίς να την αναγνώσει, αφού από την επισκόπηση των πρακτικών της αποφάσεως προκύπτει το αντίθετο.
ΙΙ.- Έλλειψη ακροάσεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 510 παρ. Β' ΚΠΔ αναιρετικό λόγο, υπάρχει, σύμφωνα με το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, όταν το δικαστήριο παρέλειψε ν' αποφανθεί επί αιτήματος του κατηγορουμένου ν' ασκήσει δικαίωμα, που του παρέχεται από τον νόμο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 79 ΠΚ, η επιμέτρηση της ποινής μέσα στα όρια, τα οποία διαγράφει ο νόμος, ανήκει στην αποκλειστική και κυριαρχική κρίση του δικάζοντος δικαστηρίου και δεν αποτελεί δικαίωμα του κατηγορουμένου, που του παρέχει ο νόμος. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου και τρίτος των προσθέτων λόγων (όπως εκτιμάται ) από το άρθρο 510 παρ. 1 Β' ΚΠΔ, κατά τον οποίο παραβιάσθηκε το δικαίωμα ακρόασης του αναιρεσείοντος, καθόσον το δικαστήριο δεν απάντησε στο αίτημά του για την επιβολή εφέσιμης ποινής, πρέπει ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτος. Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και την δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων Ψ1 και Ψ2 (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ, 176 Κ.Πολ.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-11-2007 αίτηση και τους από 22-4-2008 προσθέτους λόγους του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 458/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σάμου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδίκη για συκοφαντική δυσφήμηση. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και επάρκεια αιτιολογίας. Η επιμέτρηση της ποινής στα όρια του άρθρου 79 ΠΚ ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου. Δεν δημιουργείται ακυρότητα για έλλειψη ακροάσεως εάν το δικαστήριο δεν απαντήσει σε αίτημα του κατηγορουμένου για την επιβολή εφέσιμης ποινής. Απορρίπτει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή.
| 2
|
Φ.Π
Αριθμός 1779/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Χαράλαμπο Παπαηλιού, ορισθέντα με την υπ' αριθμό 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στο Ψυχιατρείο των Φυλακών Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημακόπουλο, περί αναιρέσεως της 447,464, 480,481/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Γεωργίου. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Απριλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από 21 Δεκεμβρίου 2007 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 751/07.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του Π.Κ., όπως ισχύει μετά τη κατάργηση της ποινής του θανάτου με το άρθρο 33 παρ. 1 του ν. 2172/1993, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη. Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 299 Π.Κ. προκύπτει, ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Και στη μεν πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, στη δεύτερη δε περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας. Αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής της παραγράφου 2 του άρθρου 299 Π.Κ. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 42 ΠΚ, όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πράξη περιέχουσα αρχή εκτελέσεως είναι κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία αποτελώντας τμήμα, ολικώς ή μερικώς, της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, οδηγεί ευθέως και αναμφισβητήτως στην πραγμάτωσή του ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη, να θεωρείται ως τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 34 Π.Κ.: "Η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν, όταν την διέπραξε, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησης, δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό". Υπό τον όρο "νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών" νοούνται όλες οι μορφές παραφροσύνης ή φρενοβλάβειας ή ολιγοφρενίας (ψυχώσεις, ψυχοπάθειες, νευρώσεις), ενώ στην έννοια της "διατάραξης της συνείδησης" συγκαταλέγονται όλες οι ψυχικές διαταραχές που δεν πηγάζουν από παθολογικά αίτια του εγκεφάλου, αλλά εμφανίζονται σε κατ' αρχήν ψυχικώς υγιή άτομα και είναι εξ ορισμού παροδικές. Νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργών προκαλούν, πλην άλλων, οι ψυχώσεις, των οποίων η σωματική αιτία δεν είναι ειδικώς εντοπισμένη, όπως είναι ιδίως η μανιοκαταθλιπτική ψύχωση και η σχιζοφρένεια. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρ. 36 Π.Κ.: "Αν εξαιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34, δεν έχει εκλείψει εντελώς, μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό που απαιτείται κατά το άρθρο αυτό, επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη (άρθρ. 83)". Η διάταξη αυτή δεν καθιερώνει μία τρίτη αυτόνομη κατηγορία ανάμεσα στην ικανότητα και την ανικανότητα για καταλογισμό, αλλά αποτελεί μία ιδιαίτερη, ειδική μορφή της ικανότητας για καταλογισμό, μέσω της οποίας λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι και στον ικανό για καταλογισμό δράστη μπορεί να είναι ευκολότερο ή δυσκολότερο να επιτύχει την αναμενόμενη (και απαιτούμενη) από το δίκαιο αντίληψη του αδίκου, καθώς και την αντίστοιχη ποδηγέτηση-ηνιόχηση της συμπεριφοράς του.
Συνεπώς, ελαττωμένη ικανότητα για καταλογισμό δεν σημαίνει ότι ο δράστης μόνον εν μέρει είχε την ικανότητα για διάκριση του αδίκου ή ότι θα μπορούσε να κυριαρχηθεί μόνο μέχρις ενός ορισμένου βαθμού. Τουναντίον είναι ικανός για καταλογισμό, αφού θα μπορούσε να είχε διακρίνει το άδικο και να ελέγξει τη συμπεριφορά του, καταβάλλοντας όμως γι' αυτό σημαντικά μεγαλύτερη προσπάθεια πνεύματος και βούλησης από ό,τι ο πλήρως ικανός για καταλογισμό. Έτσι η ειδική σημασία του άρθρ. 36 Π.Κ. έγκειται στο ότι, σε περίπτωση αμφιβολιών σχετικά με την ικανότητα για καταλογισμό του συγκεκριμένου προσώπου και εν όψει της αδυναμίας για διαλεύκανση αυτών των αμφιβολιών το Δικαστήριο θα πρέπει να δεχθεί την ανικανότητα για καταλογισμό του δράστη, εφαρμόζοντας τη θεμελιώδη δικονομική αρχή "in dubio pro reo" και, να απαλλάξει το δράστη , χωρίς να αποκλείεται η εφαρμογή του μέτρου ασφαλείας της φύλαξης κατ' άρθρο 69 Π.Κ., εφόσον ο ακαταλόγιστος κατηγορούμενος είναι επικίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, μέτρο το οποίο μπορεί να επιβληθεί από το Δικαστήριο. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή της αποφάσεως πρέπει να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς, ήτοι εκείνους που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή τον αποκλεισμό ή τη μείωση του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ,το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ1 γεννήθηκε στην Αθήνα το έτος 1959. Αφού αποφοίτησε από το Γυμνάσιο παρακολούθησε μαθήματα θεατρικών σπουδών στο Πειραϊκό Θέατρο και κατά τα έτη 1981 - 1982 υπηρέτησε κανονικά την θητεία του στον Ελληνικό στρατό. Κατά τα έτη 1989 - 1991 φοίτησε σε σχολή διακοσμητών και από το έτος 1993 ασχολείτο συστηματικά με την αγιογραφία. Το έτος 1987 τέλεσε γάμο, ο οποίος διήρκεσε μέχρι του έτους 1993, οπότε λύθηκε για το λόγο ότι η σύζυγος του δεν επιθυμούσε την απόκτηση τέκνων. Το έτος 1996 γνώρισε την δεύτερη σύζυγο του .... με την οποία τέλεσε γάμο το έτος 1997 από τον οποίο απέκτησαν ένα παιδί. Ο κατηγορούμενος ζήλευε την γυναίκα του και είχε υποψία ότι αυτή είχε ερωτικές σχέσεις με άλλους άνδρες. Πίστευε μάλιστα ότι το παιδί δεν είναι δικό του. Οι υποψίες αυτές του κατηγορουμένου σε συνδυασμό με την ερωτική αντιζηλία που αισθανόταν για την γυναίκα του,διατάραξαν τις συζυγικές σχέσεις από τους πρώτους σχεδόν μήνες της έγγαμης συμβίωσης τους. Με την πάροδο του χρόνου τα προβλήματα αυτά έγιναν εντονότερα και πολυπλοκότερα, με αποτέλεσμα να επηρεάζουν αρνητικά την ,συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ο οποίος άρχισε σταδιακά να πιστεύει ότι η γυναίκα του είχε ερωτικές σχέσεις με τον αδελφό του, τον οποίο μάλιστα θεωρούσε πατέρα του παιδιού του. Εξετάστηκε τότε από διάφορους ψυχιάτρους, οι οποίοι διέγνωσαν "κατάθλιψη", "παρερμηνευτικό επεισόδιο", "διπολική διαταραχή", "παρανοϊκό σύνδρομο". Τον Ιανουάριο του 1999 νοσηλεύτηκε στο δημόσιο ψυχιατρείο στο Δαφνί επί δίμηνο και εξήλθε υγιής, ακολουθώντας την φαρμακευτική αγωγή που του είχαν συστήσει οι θεράποντες ιατροί -ψυχίατροι. Η παραπάνω προβληματική συμβίωση του με τη γυναίκα του και το παιδί τους συνεχίστηκε με διάφορες διακυμάνσεις μέχρι τις αρχές του μηνός Σεπτεμβρίου 2001, οπότε η γυναίκα του απαίτησε απ' αυτόν να φύγει από την κοινή συζυγική οικία, διότι γινόταν συνεχώς επιθετικότερος απέναντι της, λόγω μη τακτικής λήψεως των φαρμάκων που του είχαν χορηγήσει οι ψυχίατροι. Έτσι ο κατηγορούμενος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την επί της οδού ... στην περιοχή .... Αττικής κοινή συζυγική κατοικία και να εγκατασταθεί στην επί της οδού .... στην περιοχή .... Αττικής οικία της μητέρας του. Η αναγκαστική αυτή μεταστέγαση στενοχώρησε τον κατηγορούμενο, ο οποίος προσπάθησε επανειλημμένα να πείσει την γυναίκα του να αποκαταστήσουν τις σχέσεις τους. Όλες, όμως, αυτές οι προσπάθειες του απέτυχαν, γεγονός που τον εξόργισε. Για τη διάλυση του γάμου του θεωρούσε υπεύθυνο τον αδελφό του Γ1, τον οποίο, όπως προαναφέρθηκε, θεωρούσε και εραστή της γυναίκας του και πατέρα του παιδιού του. Έτσι, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, αποφάσισε να διαλύσει και την οικογένεια εκείνου, σκοτώνοντας τόσο τον αδελφό του όσο και την σύζυγο αυτού Ψ1. Για να πραγματοποιήσει την ανθρωποκτόνο πρόθεση του, το πρωί της 29.9.2001 πήγε στο σπίτι του αδελφού του Γ1, που βρίσκεται στο ..... Αττικής και επί της οδού..., φέροντας μαζί του παράνομα ένα οδοντωτό μαχαίρι μήκους 28 εκατοστών, με λεπίδα 16 εκατοστών, το οποίο προηγουμένως είχε προς τούτο εφοδιαστεί και το είχε τοποθετήσει σε σακίδιο με τα προσωπικά του είδη που κρατούσε στα χέρια του. Όταν έφθασε στο σπίτι του αδελφού του κτύπησε το κουδούνι και του άνοιξε η νύφη του Ψ1, η οποία του είπε να περάσει στη βεράντα του διαμερίσματος και του έφτιαξε καφέ. Από την βεράντα ο κατηγορούμενος έβλεπε προς το δρόμο και παρακολουθούσε τις κινήσεις του αδελφού του, τον οποίο είχε προηγουμένως συναντήσει στο πεζοδρόμιο. Περί ώρα 9.45', όταν ο κατηγορούμενος είδε τον αδελφό του να έρχεται προς το διαμέρισμα, σηκώθηκε από τη θέση του, μπήκε στο σπίτι και πήρε από το σακίδιο το μαχαίρι προκειμένου να εκτελέσει τον ανθρωποκτόνο σκοπό του. Με το μαχαίρι στα χέρια βγήκε πάλι στην βεράντα χωρίς να γίνει αντιληπτός από τη νύφη του, την οποία πλησίασε από πίσω, της έβαλε το μαχαίρι στο λαιμό και της είπε "θα κάνεις ό,τι σου λέω". Στη συνέχεια έδωσε εντολή σ' αυτήν να ανοίξει την πόρτα στο σύζυγο της, την οποία εκείνη άνοιξε υπό τις απειλές του κατηγορουμένου. Μόλις άνοιξε η πόρτα και εισήλθε ο Γ1 στο σπίτι, ο κατηγορούμενος επιτέθηκε κατά της νύφης του και της κατάφερε μια μαχαιριά για να την σκοτώσει μπροστά στα μάτια του εμβρόντητου αδελφού του, ο οποίος του είπε "τί πας να κάνεις;". Όμως η Ψ1 αντέδρασε ενστικτωδώς και έβαλε μπροστά το αριστερό της χέρι, στο οποίο τραυματίστηκε σοβαρά, αφού προκλήθηκε σ' αυτό πλήρης διατομή μέσου νεύρου, κερκιδικού νεύρου και βραχιονίου αρτηρίας στο ύψος του κάτω τρητομορίου του αριστερού βραχίονα (βλ. την υπ' αριθμ. ..... βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου "ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ"). Παράλληλα ο αδελφός του κατηγορουμένου προσπάθησε να αφοπλίσει τον κατηγορούμενο και να τον εμποδίσει να σκοτώσει την γυναίκα του, καλώντας συγχρόνως σε βοήθεια τους ενοίκους των άλλων διαμερισμάτων της πολυκατοικίας. Δεν τα κατάφερε όμως και ο κατηγορούμενος του επιτέθηκε με το μαχαίρι και του κατάφερε τουλάχιστον ένδεκα (11) μαχαιριές σε διάφορα σημεία του σώματος του. Οι μαχαιριές αυτές ήταν θανάσιμες και προκάλεσαν βαριές κακώσεις του θώρακα που είχαν ως αποτέλεσμα να επιφέρει τον θάνατο του Γ1 (βλ. την υπ' αριθμ. ....ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομίας), τον οποίο και επεδίωκε ο κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από τις πολλαπλές και θανάσιμες μαχαιριές που κατάφερε κατά του αδελφού του. Στις εκκλήσεις του θύματος προσέτρεξαν οι ένοικοι της πολυκατοικίας .... και ......, οι οποίοι αντίκρισαν ένα λουτρό αίματος, την Ψ1 βαριά τραυματισμένη να καταρρέει στο δάπεδο λέγοντας τους "πάρτε του το μαχαίρι" και τον Γ1 επίσης αιμόφυρτο να τους λέει και αυτός την ίδια φράση. Πριν όμως αυτοί προλάβουν να αφοπλίσουν τον κατηγορούμενο κτυπώντας τον στο κεφάλι με καρέκλα και ένα βάζο, ο κατηγορούμενος πρόλαβε και ξανακτυπησε θανάσιμα το θύμα. Και ενώ ο κατηγορούμενος έχασε προς στιγμή τις αισθήσεις του, τις ανέκτησε και με ένα σπασμένο καρεκλοπόδαρο προσπάθησε να αποτελειώσει την πεσμένη στο δάπεδο νύφη του, πράγμα που δεν κατάφερε, διότι τον ακινητοποίησαν οι παραπάνω προστρέξαντες σε βοήθεια γείτονες. Και αυτή η προσπάθεια του κατηγορουμένου φανερώνει την πρόθεση του να σκοτώσει και την νύφη του. Κατά τη διάρκεια της παραπάνω συμπλοκής ο κατηγορούμενος έλεγε "μου τα πήραν όλα, δεν μου άφησαν τίποτα", καθώς και άλλες ακατάληπτες εκφράσεις, θέλοντας με αυτές να δικαιολογήσει την ανθρωποκτόνο απόφαση του. Τελικά, κατέφθασε και η αστυνομία και συνελήφθη ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατά την απολογία που έδωσε στην αστυνομία αρκέστηκε να πει ότι "ό,τι έχω να πω θα το πω στο δικαστήριο παρουσία του δικηγόρου μου", γεγονός που φανερώσει ότι είχε επίγνωση των πράξεων του και των συνεπειών τους. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου που προεβλήθη κατά την απολογία του στον ανακριτή ότι δεν είχε σκοπό να σκοτώσει τον αδελφό του και την νύφη του, αλλά ήθελε μόνο να τους απειλήσει για να μεσολαβήσουν στην αποκατάσταση των σχέσεων του με τη γυναίκα του δεν είναι βάσιμος, καθόσον από τον τρόπο που οργάνωσε και εκτέλεσε την ανθρωποκτόνο απόφαση του, τις αλλεπάλληλες θανατηφόρες μαχαιριές που με μένος κατάφερε κατά του αδελφού του και τις φράσεις με τις οποίες συνόδευε αυτές, προκύπτει αναμφίβολα η πρόθεση του να σκοτώσει τα θύματα του. Ο κατηγορούμενος με την έφεση και το υπόμνημα που κατέθεσε ισχυρίζεται ότι κατά τον χρόνο που τέλεσε τις παραπάνω πράξεις για τις οποίες παραπέμθηκε με το ένδικο βούλευμα δεν ήταν ικανός προς καταλογισμό, άλλως είχε ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό, διότι έπασχε από σχιζοφρένεια παρανοϊκού τύπου. Για το κρίσιμο αυτό περιστατικό της ικανότητας ή μη του κατηγορουμένου προς καταλογισμό ο Ανακριτής διέταξε τη διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης και διόρισε ως πραγματογνώμονες τους ψυχιάτρους Ζ1, Ζ2 και Ζ3, οι οποίοι κλήθηκαν να εξετάσουν τον κατηγορούμενο και να αποφανθούν "εάν αυτός κατά το χρόνο τελέσεως των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων βρισκόταν σε νοσηρή διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών και διατάραξη της συνειδήσεως του και δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο αυτό". Οι εν λόγω πραγματογνώμονες, αφού εξέτασαν κατ' επανάληψη τον κατηγορούμενο στις δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού, συνέταξαν την από .... πλήρως αιτιολογημένη έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, στην οποία αναφέρονται αναλυτικά στο ατομικό ιστορικό του κατηγορουμένου, στο ιστορικό του χρόνου τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων και στα ευρήματα που προέκυψαν από τις ψυχιατρικές συνεντεύξεις που είχαν με τον κατηγορούμενο, αποφαίνονται δε ομόφωνα ότι κατά τον χρόνο που ο κατηγορούμενος τέλεσε τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις αυτός έπασχε από σχιζοφρένεια παρανοϊκού τύπου, η οποία δεν του στερούσε μεν την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του, παρέβλαπτε όμως ουσιωδώς την ικανότητα του να συγκρατήσει την επιθετικότητα του και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο αυτό. Δηλαδή οι πραγματογνώμονες αποφαίνονται ότι ο κατηγορούμενος είχε ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό κατ' άρθρο 36 Π.Κ. Το Δικαστήριο αυτό δεν έχει λόγους να αμφισβητήσει την επιστημονική πληρότητα, εγκυρότητα και ακρίβεια της αιτιολογίας και του πορίσματος της πραγματογνωμοσύνης, η οποία είναι σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολίες, ώστε αυτές να ερμηνευθούν υπέρ του κατηγορουμένου δια της παραδοχής πλήρους ανικανότητας αυτού προς καταλογισμό (άρθρο 34 Π.Κ.), κατ' εφαρμογή της θεμελιώδους δικονομικής αρχής ΙΝ DUBIO PRO REO. Ο μειωμένος, όμως, καταλογισμός αποτελεί λόγο επιβολής στον δράστη μειωμένης ποινής κατ' άρθρο 83 Π.Κ. και δεν αίρει την ικανότητα προς καταλογισμό, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει το Δικαστήριο και εν όψει των εξής γεγονότων: 1) Στην άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης ρητά αναφέρονται τα ακόλουθα κρίσιμα στοιχεία "...Δεν διαπιστώθηκαν διαταραχές προσανατολισμού σε χώρο - χρόνο - πρόσωπα, ούτε διαταραχές στην άμεση, πρόσφατη και παλαιά μνήμη. Από την εξέταση της σκέψης δεν διαπιστώθηκαν διαταραχές στη δομή, ροή, έλεγχο ή κατοχή αυτής...Δεν ελέγχονται διαταραχές της αντίληψης, ενώ το συναίσθημα του είναι ελαφρά καταθλιπτικόμορφο... Η όλη μεθόδευση και οι συνθήκες του εγκλήματος δεν δείχνουν ένα δράστη ο οποίος δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της επίδικης πράξης του. Σίγουρα ήταν σε έξαρση της παρανοϊκής σχιζοφρένειας του κατά την χρονική περίοδο που προηγήθηκε του εγκλήματος, όμως αυτή δεν του στερούσε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της επίδικης πράξης. Είναι ωστόσο πολύ πιθανό ότι η ψυχική αυτή νόσος του μείωνε ουσιωδώς την ικανότητα να συγκρατήσει την επιθετικότητα του και διευκόλυνε την παρορμητική εκδήλωση της αδελφοκτονικής συμπεριφοράς". 2) Ο μάρτυς Ζ3, ένας εκ των τριών πραγματογνωμόνων, ο οποίος υπηρετεί ως ψυχίατρος στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού και είναι ο μοναδικός που τον εξέτασε τις πρώτες μέρες μετά το έγκλημα, οπότε και εισήχθη στο άνω ψυχιατρείο, ρητά αναφέρει στην ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου κατάθεση του: "Ο κατηγορούμενος πάσχει από παρανοϊκή διατάραξη σχιζοφρενικού τύπου. Έψαχνα να βρω την κατάσταση του τη στιγμή του αδικήματος. Σίγουρα τότε είχε ελαττωμένη δυνατότητα για καταλογισμό... Ήταν δύσκολο για τον κατηγορούμενο να μπορέσει να συγκρατηθεί...Είναι δύσκολο να σας πω το ποσοστό αντίδρασης της συγκράτησης στην περίπτωση του κατηγορουμένου...Για εμάς είναι βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος είχε ελαττωμένο καταλογισμό... Η δυνατότητα του κατηγορουμένου να σταματήσει ήταν ελαττωμένη λόγω της διαταραχής και, προφανώς και οι δυνάμεις του ήταν ελαττωμένες... Η συναισθηματική του φόρτιση ήταν μεγάλη, όμως μπορούσε να καταλαβαίνει τι κάνει...". Ομοίως ο εκ των πραγματογνωμόνων Ζ2, ομοίως ψυχίατρος, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην ένορκη ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου κατάθεση του κατέθεσε σχετικά: "...Εξέτασα τον κατηγορούμενο δέκα - δώδεκα μέρες μετά το συμβάν μαζί με τους άλλους δύο πραγματογνώμονες. Τον εξετάσαμε συνολικά δύο - τρεις φορές...Μπορούσε να καταλάβει τι έκανε και να συγκρατηθεί με βοήθεια άλλων...Δεν ήταν ακαταλόγιστος...Κατά την άποψη μου ο κατηγορούμενος είχε τη δύναμη να καταβάλει αυτή την προσπάθεια (να αποφύγει δηλαδή την πράξη), αλλά δεν τον βοηθάει ο χρόνος και τα ερεθίσματα...Το μυαλό μου πηγαίνει περισσότερο στο ότι μπορούσε μερικά να ελέγξει τον εαυτό του...Η οργάνωση του με κάνει να κλίνω προς το ότι μπορούσε μερικώς να ελέγξει τον εαυτό του...". Οι άνω πραγματογνώμονες στις προαναφερθείσες καταθέσεις ρητά, κατηγορηματικά και μετά λόγου γνώσεως καταθέτουν ότι, συνεπεία της άνω διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών του κατηγορουμένου, μειώθηκε ουσιωδώς, αλλά δεν εξέλειπε εντελώς η ικανότητα του να αντιληφθεί το άδικο των άνω πράξεων του και να ενεργήσει σύμφωνα με την σχετική αντίληψη περί αυτού. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αχθεί σε αντίθετο συμπέρασμα από την κατάθεση ενώπιον του του ....., Αστυνομικού - ψυχιάτρου, ο οποίος μέχρι προ ενός έτους εργαζόταν στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, από το οποίο παραιτήθηκε προ ενός έτους και ο οποίος κατέθεσε σχετικά: "...Ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να αντιληφθεί το άδικο...Ο κατηγορούμενος εκείνη την ώρα ήταν, κατά τη γνώμη μου, πλήρως ακαταλόγιστος.,.". Και τούτο διότι το πρώτον σήμερα ένα χρόνο μετά την παραίτηση του από το άνω Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού δίνει κατάθεση και ενώ από του θέρους του έτους 2006 τυγχάνει προσωπικός ιδιώτης θεράπων ιατρός του κατηγορουμένου. 3) Οργάνωσε τις άνω αξιόποινες πράξεις επιμελώς, ήτοι, προμηθεύτηκε ένα μαχαίρι, εφοδιάστηκε με ένα ζευγάρι χειροπεδών, αμφότερα δε αυτά τοποθέτησε εντός ενός σάκου, ανέμενε επί μακρού έξω από το διαμέρισμα στο οποίο τέλεσε τις άνω αξιόποινες πράξεις του για να εξέλθει του διαμερίσματος ο αδελφός του, γνωρίζοντας την ώρα που έβγαζε συνήθως τον σκύλο βόλτα για να απομακρυνθεί ο σκύλος για ευνόητους λόγους από το διαμέρισμα, όση ώρα αυτός θα εξεδήλωνε την εγκληματική συμπεριφορά του, είπε επιτακτικά στον αδελφό του, όταν επέστρεψε με το σκύλο από τη βόλτα "να αφήσει έξω το σκύλο", κατάφερε δεκατρείς μαχαιριές στο σώμα του αδελφού του, κατακρεουργώντας τον. Την ώρα του συμβάντος γειτόνισσα και εξετασθείσα μάρτυρας, ήτοι η ....., ρώτησε το τηλέφωνο του κατηγορουμένου και εκείνος της είπε τον αριθμό τρεις μάλιστα φορές. 4) Η παθούσα Ψ1 στην ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατάθεση της κατέθεσε "...Εκείνη τη στιγμή έκανε λογικές ενέργειες. Είχε τη δύναμη εκείνη την ώρα να σταματήσει να σκοτώνει τον αδελφό του...Δεν θα πίναμε καφέ, ούτε θα με έλεγε κουμπάρα, αν δεν ήταν στα καλά του...Είχε κάνει σχέδιο ο κατηγορούμενος για τη δολοφονία μας...Ο κατηγορούμενος είχε μαζί του χειροπέδες για να μας δέσει...Αν ο κατηγορούμενος ήθελε να τα φτιάξει με τη γυναίκα του, τότε θα πήγαινε στην αδελφή του και όχι σ' εμάς...Η συμπεριφορά του εκείνη την ημέρα ήταν φυσιολογική". 5) Την ώρα που μετέφερε ο κατηγορούμενος αυτός είπε, όπως ρητά κατέθεσε ο μάρτυρας αστυνομικός .....: "...Ένα ασθενοφόρο για τον αδελφό μου...". Ομοίως στους Αστυνομικούς όταν ρωτήθηκε, είπε τα πλήρη στοιχεία της ταυτότητας του, καθώς επίσης δήλωσε σ' αυτούς ότι το θύμα είναι αδελφός του. Ενόψει όλων αυτών το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση ότι ο κατηγορούμενος είχε μειωμένη ικανότητα για καταλογισμό και όχι πλήρη ανικανότητα και ως εκ τούτου ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός αυτού περί συνδρομής στην προκειμένη περίπτωση των προϋποθέσεων του άρθρου 34 και όχι του άρθρου 36 Π.Κ., πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος."
Έτσι κρίνοντας το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων της τετελεσμένης και σε απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση , για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 38, 94 παρ. 1 και 299 παρ.1 ΠΚ τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου αφού με πλήρη , σαφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος αποφάσισε την ανθρωποκτονία και την απόπειρα της ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση .Οι παραδοχές της αποφάσεως ότι ο κατηγορούμενος " το έτος 1997 εξετάστηκε από διάφορους ψυχιάτρους, οι οποίοι διέγνωσαν "κατάθλιψη", "παρερμηνευτικό επεισόδιο", "διπολική διαταραχή", "παρανοϊκό σύνδρομο και ότι τον Ιανουάριο του 1999 νοσηλεύτηκε στο δημόσιο ψυχιατρείο στο Δαφνί επί δίμηνο και εξήλθε υγιής, ακολουθώντας την φαρμακευτική αγωγή που του είχαν συστήσει οι θεράποντες ιατροί -ψυχίατροι δεν αντιφάσκουν με την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος αποφάσισε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση γιατί οι μεν πρώτες παραδοχές ανάγονται στον καταλογισμό, η δε δεύτερη στο δόλο, λογικώς δε δεν αποκλείεται και πρόσωπο με μειωμένο καταλογισμό να έχει τη δυνατότητα να σταθμίσει τα αίτια που κινούν στην τέλεση της ανθρωποκτονίας και που απωθούν από αυτή.. Περαιτέρω την απαιτούμενη ως άνω αιτιολογία περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το μέρος, με το οποίο απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος της έλλειψης ικανότητας προς καταλογισμό, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και που αποκλείουν την εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως του άρθρου 34 Π.Κ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε του ΚΠΔ μοναδικός του κυρίου δικογράφου και πρώτος πρόσθετος λόγοι με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις, που υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτες και απορριπτέες. Από τις διατάξεις των άρθρων 94 και 38 παρ.2 Π.Κ. προκύπτει ότι η προβλεπομένη για τους επικινδύνους στη δημόσια ασφάλεια με ελαττωμένο καταλογισμό εγκληματίες ποινή του περιορισμού σε ψυχιατρικό κατάστημα ή ψυχιατρικό παράρτημα φυλακής είναι ιδιόμορφη σκοπό δε έχει να επιτύχει την θεραπευτική αγωγή του περιοριζομένου ασθενούς και δεν είναι δυνατόν να συρρεύσει και να αποτελέσει ποινή - βάση και να υπολογιστεί συνολική ποινή προσαυξανομένη της ποινής βάσης με τμήμα άλλων επί μέρους ποινών. Έτσι σε περίπτωση συρροής εγκλημάτων, καθορίζεται το ελάχιστο όριο που προβλέπεται στο ανωτέρω άρθρο 38 παρ.2 Π.Κ. με βάση την απειλούμενη για το βαρύτερο έγκλημα ποινή. Η ύπαρξη των άλλων εγκλημάτων αποτελεί λόγο για καθορισμό μεγαλύτερου ελάχιστου ορίου μέσα στα πλαίσια που το παραπάνω άρθρο θέτει. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 447, 464 ,480 ,481/2006 απόφαση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών αφού κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα με ελαττωμένο καταλογισμό των πράξεων της τετελεσμένης και σε απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας και έκρινε αυτόν επικίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια στη συνέχεια καθόρισε το ελάχιστο όριο διάρκειας περιορισμού του στο Ψυχιατρικό κατάστημα Κορυδαλλού ως εξής α) για τη πρώτη πράξη (τετελεσμένης ανθρωποκτονίας) σε δώδεκα έτη, β) για την δεύτερη πράξη (απόπειρας ανθρωποκτονίας) σε δέκα έτη, γ) για την τρίτη πράξη σε δύο έτη και έξι μήνες και δ) για την τέταρτη πράξη σε δύο έτη και έξι μήνες και συνολική ποινή περιορισμού δέκα εννέα έτη. Έτσι όμως που έκρινε το δικαστήριο και καθόρισε για κάθε συρρέον έγκλημα ελάχιστον όριο διάρκειας περιορισμού στο ψυχιατρικό κατάστημα και στη συνέχεια συνολική ποινή, αντί να καθορίσει το ελάχιστο όριο με βάση την απειλούμενη για το βαρύτερο έγκλημα ποινή, η δε ύπαρξη των λοιπών εγκλημάτων αποτελεί λόγο για καθορισμό μεγαλύτερου ελαχίστου ορίου, εσφαλμένα ερμήνευσε τις αναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 94 και 38 παρ. 2 Π.Κ. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Ε' Κ.Π.Δ. δεύτερος πρόσθετος λόγος που πλήττει την προσβαλλομένη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι βάσιμος.
Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον όσον αφορά τον καθορισμό του ελαχίστου ορίου διάρκειας του περιορισμού του αναιρεσείοντος στο ψυχιατρικό κατάστημα, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την με αριθμ.447,464,480,481/2006 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, μόνο ως προς τον καθορισμό του ελαχίστου ορίου διάρκειας του περιορισμού του αναιρεσείοντος στο ψυχιατρικό κατάστημα.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, κατά το ως άνω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 17-4-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 και τους από 21-12-2007 προσθέτους αυτής λόγους.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για ανθρωποκτονία από πρόθεση τετελεσμένη και σε απόπειρα σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Επάρκεια αιτιολογίας αυτοτελούς ισχυρισμού της έλλειψης ικανότητας προς καταλογισμό. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 94 και 38 § 2 ΠΚ. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ποινή, Αναίρεση μερική, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Καταλογισμού έλλειψη.
| 0
|
Αριθμός 1778/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Χαράλαμπο Δημάδη (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του με αριθμό 1229/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1363/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 114/11.3.2008 έγγραφη πρόταση της Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., την υπ' αριθ. 147/2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 , η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του από την δικηγόρο Αθηνών Αργυρούλα Δημήτογλου, δυνάμει της από 9-7-2007 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του αριθ. 1229/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το αριθ. 115/2007 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξεως της απάτης με πρόκληση ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και με συνολική ζημία άνω των 15000 ευρώ. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εξεδόθη το με αριθμό 1229/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα, αφού προηγουμένως προσδιόρισε ως χρόνο τελέσεως του εν λόγω εγκλήματος το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2002, διόρθωσε το διατακτικό του πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος και επαναδιατύπωσε την κατηγορία, ως προς τον χρόνο τελέσεως, της εν λόγω αξιόποινης πράξης. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 29-6-2007 με θυροκόλληση, επειδή συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 155 ΚΠΔ. Στη συνέχεια επιδόθηκε στις 6-7-2007 και στον διορισθέντα αντίκλητό του δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο Μπόλη, η δε αίτηση ασκήθηκε στις 9-7-2007 ενώπιον της Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Γεωργίας Αράπω, συνετάγη δε από εκείνη η αριθ. 147/9-7-2007 έκθεση στην οποία διατυπώνεται αναλυτικά ο λόγος για τον οποίο ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως. Από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το παραπεμπτικό βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η ίδια αιτιολογία απαιτείται και ως προς την κρίση του συμβουλίου για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τέλεσης από το δράστη του εγκλήματος, η οποία επιτείνει την τιμώρηση αυτού. Η αιτιολογία δε αυτή επιτρεπτώς γίνεται και με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1687/2002 σε Συμβούλιο, ΠΧρ. ΝΓ 638, ΑΠ 336/2002 σε Συμβούλιο Π.Χρ., ΝΒ, 978, ΑΠ 348/1996 σε Συμβούλιο Π.Χρ., ΜΖ, 33). Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς το σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή τρίτου, ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συγχρόνως να υπερβαίνει το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ του ΠΚ, όπως το εδάφιο στ' προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 573/2003 σε Συμβούλιο Π.Χρ ΝΔ, 123, ΑΠ 692/2000 σε Συμβούλιο, Π. Χρ. ΝΑ, 47 κ.λ.π.). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο με αριθμό 1229/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν και από όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εγκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "SPACEPHONE Τηλεπικοινωνίες Πληροφορική Ανώνυμη Εμπορική Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και είναι κύρια εμπορική αντιπρόσωπος της επίσης εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης, εταιρείας με την επωνυμία "COSMOTE", από το έτος 1998 είχε εμπορικές συναλλαγές με τον εκκαλούντα κατηγορούμενο Χ1, είτε αυτός ενεργούσε ατομικά, είτε ως νόμιμος εκπρόσωπος κάποιας εταιρείας. Η μεταξύ τους συνεργασία συνεχίστηκε κανονικά μέχρι 1-1-2002, οπότε και διεκόπη για μικρό χρονικό διάστημα. Κατά το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου του έτους 2002 ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε εκ νέου στους αρμόδιους υπαλλήλους της εγκαλούσης εταιρείας Γ1, Γ2 και Γ3 και ως διαχειριστής της εταιρείας με την επωνυμία "...... Ε.Π.Ε." ζήτησε να αγοράσει με πίστωση και επ' ονόματι της διάφορες ποσότητες εμπορευμάτων. Μετά την αρχική άρνηση των ως άνω υπαλλήλων της εγκαλούσης για την πώληση εμπορευμάτων με πίστωση, τελικά, κατόπιν σχετικών διαβουλεύσεων, έκαναν δεκτό το αίτημα του. Έτσι ο κατηγορούμενος: α) στις 11-10-2002 αγόρασε εμπορεύματα συνολικής αξίας με Φ.Π.Α. 14.832,60 ευρώ, εκδόθηκε από την εγκαλούσα το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο στο όνομα της αγοράστριας εταιρείας ".... Ε.Π.Ε ", για την εξόφληση του οποίου εκδόθηκε από την εν λόγω εταιρεία η υπ' αριθ. .... επιταγή επί της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 14.832,00 ευρώ, σε διαταγή του ίδιου του κατηγορουμένου β) στις 17-10-2002 αγόρασε εμπορεύματα συνολικής αξίας με το Φ.Π.Α. 6.132,97 ευρώ, εκδοθέντος εκ μέρους της πωλήτριας και ήδη εγκαλούσης εταιρείας του υπ' αριθ. .... ισόποσου τιμολογίου, για την εξόφληση του οποίου ο ίδιος ο κατηγορούμενος παρέδωσε στην εν λόγω εταιρεία, ως διαχειριστής της αγοράστριας εταιρείας "... Ε.Π.Ε.", την υπ' αριθ.1..... επιταγή για το ίδιο ποσόν, επί της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, εκδόσεως της ως άνω αγοράστριας εταιρείας και γ) στις 31-10-2002 αγόρασε εκ νέου εμπορεύματα συνολικής αξίας με Φ.Π.Α. 37.067,34 ευρώ, εκδοθέντος εκ μέρους της πωλήτριας εταιρείας στο όνομα της αγοράστριας του υπ' αριθ. .... τιμολογίου, για την εξόφληση του οποίου συμφωνήθηκε να καταβάλει ο ίδιος σε μετρητά το ποσόν των 8.120,00 ευρώ, ενώ για το υπόλοιπο ποσόν της οφειλής ύψους 28.948,00 ευρώ εκδόθηκε η υπ' αριθ. ..... ισόποση επιταγή. Τα εμπορεύματα που αγοράστηκαν με την παραγγελία αυτή παραδόθηκαν στον ίδιο τον κατηγορούμενο από τον υπάλληλο της εγκαλούσης εταιρείας Γ1, στο κατάστημα της αγοράστριας εταιρείας ".....Ε.Π.Ε" στην οδό .... και παρέλαβε από τον ίδιο (δηλ. τον κατηγορούμενο) σε μετρητά το ποσόν των 8.120,00 ευρώ, όπως είχε συμφωνηθεί, καθώς και την υπ' αριθ. ......τραπεζική επιταγή επί της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, εκδόσεως της ως άνω αγοράστριας εταιρείας, ποσού 28.948,00 ευρώ, ενώ ο ίδιος υπάλληλος παρέδωσε στον κατηγορούμενο την υπ' αριθ. ...... απόδειξη εισπράξεως ποσού 37.068,00 ευρώ. Όλα τα παραπάνω εμπορεύματα που αγοράστηκαν για λογαριασμό της εταιρείας ".... E.Π.E." και παραδόθηκαν στον κατηγορούμενο ως νόμιμο εκπρόσωπο της, δεν εξοφλήθηκαν και για το λόγο αυτό η πωλήτρια εταιρεία "SPACEPHONE Τηλεπικοινωνίες Πληροφορική Ανώνυμη Εμπορική Α.Ε.", κατέφυγε ενώπιον των αρμοδίων Πολιτικών Δικαστηρίων με την κατάθεση αγωγών αποζημιώσεως και αιτήσεων για την έκδοση Διαταγών Πληρωμής κατά του κατηγορουμένου και της εταιρείας "..... Ε.Π.Ε.". Όμως στις 14-4-2003 ο κατηγορούμενος με εξώδικη γνωστοποίηση του προς την εγκαλούσα εταιρεία της γνώρισε ότι οι Διαταγές Πληρωμής που εκδόθηκαν σε βάρος της εταιρείας ".... Ε.Π.Ε." δεν τον αφορούσαν, επειδή με την υπ' αριθ. .... Συμβολαιογραφική Πράξη της Συμβολαιογράφου Αικ. ΚΥΠΡΙΩΤΑΚΗ, πούλησε τα εταιρικά μερίδια που είχε στην εν λόγω εταιρεία, ουδεμία σχέση είχε πλέον με αυτήν μετά την ως άνω ημερομηνία και κατ' επέκταση ουδεμία υποχρέωση να εξοφλήσει οποιαδήποτε οφειλή της, ερχόμενος έτσι σε πλήρη αντίθεση με όσο ο ίδιος είχε παραστήσει στους αρμόδιους υπαλλήλους της και τους είχε διαβεβαιώσει περί της αληθείας τους. Ο εκκαλών κατηγορούμενος στο σχετικό δικόγραφο της εφέσεως του, πλην του γενικού λόγου εφέσεως περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών στοιχείων που προέκυψαν κατά την ανάκριση, ισχυρίζεται επίσης ότι "... δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την εις αυτόν αποδιδόμενη κατηγορία, εφόσον το επίδικο χρονικό διάστημα δεν ήταν εταίρος ή διαχειριστής ή κατά νόμο εκπρόσωπος και υπεύθυνος της εταιρείας με την επωνυμία " .... Ε.Π.Ε ...". Όμως από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας (μάρτυρες, έγγραφα) προκύπτει ότι αυτός και μόνο ήλθε σε προσωπική επαφή με τα αρμόδια διευθυντικά στελέχη της εγκαλούσης εταιρείας και υπαλλήλους της, διαπραγματεύθηκε με αυτούς και συμφώνησε μαζί τους την αγορά και παραλαβή των διαφόρων εμπορευμάτων. Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι τις διαπραγματεύσεις και τις εν γένει συζητήσεις για τη συγκεκριμένη εμπορική συναλλαγή έκαναν για λογαριασμό της αγοράστριας εταιρείας οι νέοι εταίροι της Ζ1 και Ζ2. Άλλωστε ούτε ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, αφού οι νέοι εταίροι της ως άνω εταιρείας, αγοραστές των εταιρικών μεριδίων του ίδιου και της μητέρας του, ουδέποτε έχουν εμφανιστεί σε οποιαδήποτε συναλλαγή της εταιρείας με οποιονδήποτε άλλο προμηθευτή της, είναι άγνωστοι στις διευθύνσεις κατοικίας που έχουν δηλώσει, και δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Ανακριτή στην παρούσα υπόθεση, αν και κλήθηκαν νόμιμα, για να απολογηθούν ως κατηγορούμενοι για άλλη αξιόποινη πράξη. Η πωλήτρια και ήδη εγκαλούσα εταιρεία δέχτηκε, τελικά, έστω και με δυσκολία, να πουλήσει στην αγοράστρια εμπορεύματα και μάλιστα με πίστωση, επειδή γνώριζε τον κατηγορούμενο, αφού με αυτόν είχε εμπορικές συναλλαγές κατά το παρελθόν, μάλιστα δε όπως αναφέρεται σχετικά το γεγονός αυτό το επικαλέστηκε και εκμεταλλεύτηκε κατά κόρο ο κατηγορούμενος για να κάμψει τους δισταγμούς των αρμοδίων υπαλλήλων της πωλήτριας να δεχτούν να πωλήσουν τα συγκεκριμένα εμπορεύματα με πίστωση. Πέραν τούτων πρέπει να επισημανθεί και το γεγονός ότι ενώ οι σχετικές συζητήσεις και διαπραγματεύσεις για την πώληση των εμπορευμάτων και η παράδοση τους στον κατηγορούμενο έγιναν το μήνα Οκτώβριο του έτους 2002 και συγκεκριμένα στις 11-10-2002, 17-10-2002 και 31-10-2002, ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην από 14-4-2003 Εξώδικη Γνωστοποίηση-Δήλωση-Πρόσκληση-Διαμαρτυρία του προς την πωλήτρια και ήδη εγκαλούσα εταιρεία "SPACEPHONE Τηλεπικοινωνιακές Υπηρεσίες Α.Ε." αναφέρει, μεταξύ των άλλων, ότι "Η τροποποίηση άλλωστε του καταστατικού της εταιρείας ..... Ε.Π.Ε. δημοσιεύτηκε και εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αριθμός Φύλλου 5738/25-6-2002, ενώ αντίγραφα αφενός του ως άνω συμβολαιογραφικού εγγράφου αλλά και του ως άνω φύλλου της Κυβερνήσεως, παρέδωσα εις την εταιρεία σας τον Φεβρουάριο του 2003 και εις τον Διευθυντή Πωλήσεων της εταιρείας σας κ. Γ3, διότι μου κοινοποιήσατε αγωγές οι οποίες επίσης ουδόλως με αφορούν." Από το γεγονός αυτό ενισχύεται η βασιμότητα των ισχυρισμών της εγκαλούσης εταιρείας ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα των διαπραγματεύσεων, της κατάρτισης των σχετικών συμβάσεων αγοραπωλησίας μεταξύ αυτής και του κατηγορουμένου αλλά και της παράδοσης σ' αυτόν των εμπορευμάτων (δηλ. τον Οκτώβριο του έτους 2002), δεν είχε ενημερωθεί από τον κατηγορούμενο, με οποιονδήποτε τρόπο, ούτε είχε πληροφορηθεί από πουθενά αλλού για την απoχώρησή του από την αγοράστρια εταιρεία, λόγω της μεταβίβασης των εταιρικών του μεριδίων σε άλλους και συγκεκριμένα στους επίσης κατηγορουμένους Ζ1 και Ζ2, αλλά το πληροφορήθηκε το Φεβρουάριο του επόμενου έτους 2003. Αν το γνώριζε ασφαλώς και δεν θα δεχόταν να πουλήσει σε άγνωστα γι' αυτήν πρόσωπα εμπορεύματα και μάλιστα σημαντικής αξίας με πίστωση. Avτίθετα ο κατηγορούμενος δεν προσκομίζει, ούτε επικαλείται οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο με βάση το οποίο να ενισχύεται η βασιμότητα του ισχυρισμού του ότι κατά το προαναφερόμενο κρίσιμο χρονικό διάστημα (Οκτώβριο του έτους 2002), κατά το οποίο αγόρασε και παρέλαβε ο ίδιος τα εμπορεύματα, είχε πράγματι ενημερώσει, με οποιονδήποτε τρόπο, την πωλήτρια και ήδη εγκαλούσα εταιρεία για την πώληση των εταιρικών του μεριδίων και την αποχώρηση του από την αγοράστρια εταιρεία, αφήνοντας έτσι στην πωλήτρια την πεπλανημένη εντύπωση ότι αυτός ήταν πράγματι ο συναλλασσόμενος μαζί της, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας του "..... Ε.Π.Ε." και ως εκ τούτου υπόλογος για την εξόφληση των οφειλών της. Για το λόγο αυτό άλλωστε, ευθύς εξ' αρχής, η πωλήτρια για την ικανοποίηση των αστικών απαιτήσεων της από τη συγκεκριμένη αγοραπωλησία εστράφη εναντίον του και όχι φυσικά σε βάρος των νέων εταίρων της αγοράστριας, τους οποίους ουδόλως γνώριζε, αφού ουδέποτε είχε έλθει με οποιονδήποτε τρόπο σε οποιαδήποτε επαφή ή επικοινωνία μαζί τους. Με βάση τα προαναφερόμενα προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ότι ο κατηγορούμενος παρέστησε ψευδώς, εν γνώσει της αναληθείας των ισχυρισμών του, στους υπευθύνους της ανώνυμης εταιρείας "SPACEPHONE Τηλεπικοινωνίες Πληροφορική Ανώνυμη Εμπορική Α.Ε.", ότι είναι εκπρόσωπος της εταιρείας "...... Ε.Π.Ε." και είχε την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει τα εμπορεύματα που η εν λόγω εταιρεία ζήτησε να αγοράσει με πίστωση, ενώ ο ίδιος κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο της αγοραπωλησίας είχε ήδη πουλήσει τα εταιρικά μερίδιά του στην εν λόγω εταιρεία σε τρίτα πρόσωπα και ατομικά ουδεμία οικονομική" δυνατότητα είχε προς τούτο. Η ενέργειά του αυτή, ως μόνη και αποκλειστική αιτία, είχε ως αποτέλεσμα την παραπλάνηση των αρμοδίων για τη συγκεκριμένη αγοραπωλησία υπαλλήλων της ως άνω πωλήτριας εταιρείας, οι οποίοι αφού πείσθηκαν στις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις του, παραπλανήθηκαν και δέχτηκαν να του πουλήσουν, με πίστωση του σχετικού τιμήματος, εμπορεύματα συνολικής αξίας άνω των 15.000 ευρώ και συγκεκριμένα 49.913,58 ευρώ, ποσόν κατά το οποίο ζημιώθηκε η περιουσία της παραπάνω πωλήτριας και ήδη εγκαλούσης εταιρείας, αφού η σχετική οφειλή ουδέποτε εξοφλήθηκε εκ μέρους του, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της αγοράστριας εταιρείας " .... Ε.Π.Ε.", αλλά και του ίδιου. Εκτός όμως από τα προαναφερόμενα πρέπει να επισημανθεί ότι το εκκαλούμενο βούλευμα εσφαλμένα δέχτηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε το καταγγελλόμενο σε βάρος του έγκλημα κατ' εξακολούθηση και τούτο για τους εξής λόγους. Όπως γίνεται δεκτό, όταν ο δράστης προέβη διαδοχικά σε απατηλές διαβεβαιώσεις, κάθε μία από τις οποίες οδήγησε και σε ιδιαίτερη περιουσιακή διάθεση από τον ίδιο τον παθόντα, υφίσταται έγκλημα απάτης κατ' εξακολούθηση. Αντίθετα, υπάρχει μία μόνο πράξη απάτης, όταν συνεπεία της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατηθείς προβαίνει σε πλείονες και σε διάφορους χρόνους επιζήμιες πράξεις (Βλ. και Α.Π. 471/03 ΝοΒ 51, σελ. 1705, Α.Π. 2251/02 ΝοΒ. 51, σελ.1081, Α.Π. 1639/02 Συμβ. ΠΧρ. ΝΓ, σελ. 609). Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο ιστορικό της υπό κρίση υποθέσεως, ο κατηγορούμενος, κατά το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου του έτους 2002, εμφανίστηκε στους αρμοδίους υπαλλήλους της εγκαλούσης εταιρείας και τους παρέστησε τα συγκεκριμένα ψευδή γεγονότα ως αληθή, με αποτέλεσμα αυτοί έχοντας πάντοτε κατά νου τις συγκεκριμένες αρχικές ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του, να παραπλανηθούν, να δεχτούν να του πουλήσουν και να του παραδώσουν εμπορεύματα στις 11-10-2002, 17-10-2002 και 31-10-2002, χωρίς να προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, κάθε φορά που έδινε παραγγελία για αγορά νέων εμπορευμάτων και τα παρελάμβανε στη συνέχεια, τους επανελάμβανε τα ίδια ψευδή γεγονότα ή τους παριστούσε άλλα νεότερα, επίσης ψευδή, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα την εκ νέου παραπλάνηση τους. Κατόπιν τούτων ως προς το σημείο αυτό, δηλ. ως προς το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, πρέπει να διορθωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να θεωρηθεί ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται όχι κατ' εξακολούθηση αλλά άπαξ. Επομένως συγκροτείται τόσο κατά την αντικειμενική όσο και κατά την υποκειμενική του υπόσταση το έγκλημα της απάτης και μάλιστα με τις επιβαρυντικές περιστάσεις σε βαθμό κακουργήματος, λόγω της κατ' επάγγελμα τελέσεως του, καθόσον από την επανειλημμένη παραλαβή εκ μέρους του των εμπορευμάτων (τρεις φορές σε χρονικό διάστημα δύο, περίπου, μηνών) αλλά και την εν γένει συμπεριφορά του κατά τις συγκεκριμένες συναλλαγές, σαφώς προκύπτει ότι αυτός δεν ενήργησε ευκαιριακά, αλλά με οργανωμένο σχέδιο και με σκοπό για απόκτηση τόσο εκ μέρους του ίδιου όσο και εκ μέρους τρίτου, δηλ. της προαναφερόμενης εταιρείας "..... Ε.Π.Ε." παράνομου περιουσιακού οφέλους, ισόποσου με την αξία των εμπορευμάτων που αγοράστηκαν και δεν εξοφλήθηκαν. Με βάση όσα αναφέρονται παραπάνω, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών επί της ουσίας δεν έσφαλε, αλλά ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και δέχτηκε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του κατηγορουμένου για το έγκλημα της απάτης με πρόκληση ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, από δράστη που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και με συνολική ζημία άνω των 15.000. ευρώ και ορθώς τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος αυτού.
Συνεπώς η έφεση που άσκησε ο κατηγορούμενος κατά του παραπεμπτικού Βουλεύματος, υποστηρίζοντας από ουσιαστικής πλευράς, τα αντίθετα, είναι ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, αφού προηγουμένως διορθωθεί αυτό όσον αφορά την τέλεση εκ μέρους του κατηγορουμένου μίας πράξεως απάτης και όχι κατ' εξακολούθηση καθώς και ως προς το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, προσδιοριζόμενου αυτού κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2002, όταν δηλ. έγιναν οι σχετικές συζητήσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ των αντιδίκων και ως εκ τούτου να επαναδιατυπωθεί, σύμφωνα με το άρθρο 145 του ΚΠοινΔ, η σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου κατηγορία για την πράξη αυτή, τέλος δε να επικυρωθεί το εκκαλούμενο παραπεμπτικό Βούλευμα κατά το κεφάλαιο που αφορά τον εκκαλούντα κατηγορούμενο. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθ. 115/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά (η μη ειδική μνεία της απολογίας του κατηγορουμένου αναπληρώνεται από το όλο περιεχόμενο του σκεπτικού του βουλεύματος, από το οποίο προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι ελήφθη υπόψη) και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα διαλαμβάνεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξης της απάτης, καθόσον στηρίχθηκε η κρίση του εκδώσαντος το βούλευμα αυτό Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στην υποδομή, την οποία είχε διαμορφώσει αυτός με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της απάτης (ενώ είχε αποχωρήσει από την εταιρία με την επωνυμία ".... ΕΠΕ" λόγω μεταβίβασης των εταιρικών του μεριδίων σε άλλους, με οργανωμένο σχέδιο, εμφανίσθηκε ως διαχειριστής αυτής στα αρμόδια διευθυντικά στελέχη της εγκαλούσας εταιρίας και τους υπαλλήλους της κατά το χρόνο των διαπραγματεύσεων και της κατάρτισης των σχετικών συμβάσεων αγοραπωλησίας και συνέχισε επανειλημμένα - τρεις φορές σε χρονικό διάστημα δύο περίπου μηνών - να παραλαμβάνει εμπορεύματα με την ιδιότητα του διαχειριστή) από την οποία προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς. Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η υπ' αριθ. 147/9-7-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του αριθ. 1229/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 31/12/2007 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΕΥΤΕΡΠΗ ΚΟΥΤΖΑΜΑΝΗ".
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος, και η οποία (βλάβη) υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Κατά δε την παράγραφο 3 εδάφ. α' του ίδιου πιο πάνω άρθρου 386 ΠΚ, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ.
ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό αυτού ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση και με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά: "....Η εγκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "SPACEPHONE Τηλεπικοινωνίες Πληροφορική Ανώνυμη Εμπορική Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και είναι κύρια εμπορική αντιπρόσωπος της επίσης εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης, εταιρείας με την επωνυμία "COSMOTE ", από το έτος 1998 είχε εμπορικές συναλλαγές με τον εκκαλούντα κατηγορούμενο Χ1 , είτε αυτός ενεργούσε ατομικά, είτε ως νόμιμος εκπρόσωπος κάποιας εταιρείας. Η μεταξύ τους συνεργασία συνεχίστηκε κανονικά μέχρι 1-1-2002, οπότε και διεκόπη για μικρό χρονικό διάστημα. Κατά το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου του έτους 2002 ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε εκ νέου στους αρμόδιους υπαλλήλους της εγκαλούσης εταιρείας Γ1, Γ2 και Γ3 και ως διαχειριστής της εταιρείας με την επωνυμία "..... Ε.Π.Ε." ζήτησε να αγοράσει με πίστωση και επ' ονόματι της διάφορες ποσότητες εμπορευμάτων. Μετά την αρχική άρνηση των ως άνω υπαλλήλων της εγκαλούσης για την πώληση εμπορευμάτων με πίστωση, τελικά, κατόπιν σχετικών διαβουλεύσεων, έκαναν δεκτό το αίτημα του. Έτσι ο κατηγορούμενος: α) στις 11-10-2002 αγόρασε εμπορεύματα συνολικής αξίας με Φ.Π.Α. 14.832,60 ευρώ, εκδόθηκε από την εγκαλούσα το υπ' αριθ. .... τιμολόγιο στο όνομα της αγοράστριας εταιρείας "... Ε.Π.Ε ", για την εξόφληση του οποίου εκδόθηκε από την εν λόγω εταιρεία η υπ' αριθ. .... επιταγή επί της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 14.832,00 ευρώ, σε διαταγή του ίδιου του κατηγορουμένου β) στις 17-10-2002 αγόρασε εμπορεύματα συνολικής αξίας με το Φ.Π.Α. 6.132,97 ευρώ, εκδοθέντος εκ μέρους της πωλήτριας και ήδη εγκαλούσης εταιρείας του υπ' αριθ. .... ισόποσου τιμολογίου, για την εξόφληση του οποίου ο ίδιος ο κατηγορούμενος παρέδωσε στην εν λόγω εταιρεία, ως διαχειριστής της αγοράστριας εταιρείας "..... Ε.Π.Ε.", την υπ' αριθ..... επιταγή για το ίδιο ποσόν, επί της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, εκδόσεως της ως άνω αγοράστριας εταιρείας και γ) στις 31-10-2002 αγόρασε εκ νέου εμπορεύματα συνολικής αξίας με Φ.Π.Α. 37.067,34 ευρώ, εκδοθέντος εκ μέρους της πωλήτριας εταιρείας στο όνομα της αγοράστριας του υπ' αριθ. .... τιμολογίου, για την εξόφληση του οποίου συμφωνήθηκε να καταβάλει ο ίδιος σε μετρητά το ποσόν των 8.120,00 ευρώ, ενώ για το υπόλοιπο ποσόν της οφειλής ύψους 28.948,00 ευρώ εκδόθηκε η υπ' αριθ. ..... ισόποση επιταγή. Τα εμπορεύματα που αγοράστηκαν με την παραγγελία αυτή παραδόθηκαν στον ίδιο τον κατηγορούμενο από τον υπάλληλο της εγκαλούσης εταιρείας Γ1, στο κατάστημα της αγοράστριας εταιρείας "..... Ε.Π.Ε" στην οδό..... στη ..... και παρέλαβε από τον ίδιο (δηλ. τον κατηγορούμενο) σε μετρητά το ποσόν των 8.120,00 ευρώ, όπως είχε συμφωνηθεί, καθώς και την υπ' αριθ. ..... τραπεζική επιταγή επί της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, εκδόσεως της ως άνω αγοράστριας εταιρείας, ποσού 28.948,00 ευρώ, ενώ ο ίδιος υπάλληλος παρέδωσε στον κατηγορούμενο την υπ' αριθ. .... απόδειξη εισπράξεως ποσού 37.068,00 ευρώ. Όλα τα παραπάνω εμπορεύματα που αγοράστηκαν για λογαριασμό της εταιρείας "..... E.Π.E." και παραδόθηκαν στον κατηγορούμενο ως νόμιμο εκπρόσωπο της, δεν εξοφλήθηκαν και για το λόγο αυτό η πωλήτρια εταιρεία "SPACEPHONE Τηλεπικοινωνίες Πληροφορική Ανώνυμη Εμπορική Α.Ε.", κατέφυγε ενώπιον των αρμοδίων Πολιτικών Δικαστηρίων με την κατάθεση αγωγών αποζημιώσεως και αιτήσεων για την έκδοση Διαταγών Πληρωμής κατά του κατηγορουμένου και της εταιρείας "......Ε.Π.Ε.".
Όμως στις 14-4-2003 ο κατηγορούμενος με εξώδικη γνωστοποίηση του προς την εγκαλούσα εταιρεία της γνώρισε ότι οι Διαταγές Πληρωμής που εκδόθηκαν σε βάρος της εταιρείας ".....Ε.Π.Ε." δεν τον αφορούσαν, επειδή με την υπ' αριθ. ......Συμβολαιογραφική Πράξη της Συμβολαιογράφου Αικ. ΚΥΠΡΙΩΤΑΚΗ, πούλησε τα εταιρικά μερίδια που είχε στην εν λόγω εταιρεία, ουδεμία σχέση είχε πλέον με αυτήν μετά την ως άνω ημερομηνία και κατ' επέκταση ουδεμία υποχρέωση να εξοφλήσει οποιαδήποτε οφειλή της, ερχόμενος έτσι σε πλήρη αντίθεση με όσο ο ίδιος είχε παραστήσει στους αρμόδιους υπαλλήλους της και τους είχε διαβεβαιώσει περί της αληθείας τους. Ο εκκαλών κατηγορούμενος στο σχετικό δικόγραφο της εφέσεως του, πλην του γενικού λόγου εφέσεως περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών στοιχείων που προέκυψαν κατά την ανάκριση, ισχυρίζεται επίσης ότι "... δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την εις αυτόν αποδιδόμενη κατηγορία, εφόσον το επίδικο χρονικό διάστημα δεν ήταν εταίρος ή διαχειριστής ή κατά νόμο εκπρόσωπος και υπεύθυνος της εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε ...". Όμως από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας (μάρτυρες, έγγραφα) προκύπτει ότι αυτός και μόνο ήλθε σε προσωπική επαφή με τα αρμόδια διευθυντικά στελέχη της εγκαλούσης εταιρείας και υπαλλήλους της, διαπραγματεύθηκε με αυτούς και συμφώνησε μαζί τους την αγορά και παραλαβή των διαφόρων εμπορευμάτων. Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι τις διαπραγματεύσεις και τις εν γένει συζητήσεις για τη συγκεκριμένη εμπορική συναλλαγή έκαναν για λογαριασμό της αγοράστριας εταιρείας οι νέοι εταίροι της Ζ1 και Ζ2. Άλλωστε ούτε ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, αφού οι νέοι εταίροι της ως άνω εταιρείας, αγοραστές των εταιρικών μεριδίων του ίδιου και της μητέρας του, ουδέποτε έχουν εμφανιστεί σε οποιαδήποτε συναλλαγή της εταιρείας με οποιονδήποτε άλλο προμηθευτή της, είναι άγνωστοι στις διευθύνσεις κατοικίας που έχουν δηλώσει, και δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Ανακριτή στην παρούσα υπόθεση, αν και κλήθηκαν νόμιμα, για να απολογηθούν ως κατηγορούμενοι για άλλη αξιόποινη πράξη. Η πωλήτρια και ήδη εγκαλούσα εταιρεία δέχτηκε, τελικά, έστω και με δυσκολία, να πουλήσει στην αγοράστρια εμπορεύματα και μάλιστα με πίστωση, επειδή γνώριζε τον κατηγορούμενο, αφού με αυτόν είχε εμπορικές συναλλαγές κατά το παρελθόν, μάλιστα δε όπως αναφέρεται σχετικά το γεγονός αυτό το επικαλέστηκε και εκμεταλλεύτηκε κατά κόρο ο κατηγορούμενος για να κάμψει τους δισταγμούς των αρμοδίων υπαλλήλων της πωλήτριας να δεχτούν να πωλήσουν τα συγκεκριμένα εμπορεύματα με πίστωση. Πέραν τούτων πρέπει να επισημανθεί και το γεγονός ότι ενώ οι σχετικές συζητήσεις και διαπραγματεύσεις για την πώληση των εμπορευμάτων και η παράδοση τους στον κατηγορούμενο έγιναν το μήνα Οκτώβριο του έτους 2002 και συγκεκριμένα στις 11-10-2002, 17-10-2002 και 31-10-2002, ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην από 14-4-2003 Εξώδικη Γνωστοποίηση-Δήλωση-Πρόσκληση-Διαμαρτυρία του προς την πωλήτρια και ήδη εγκαλούσα εταιρεία "SPACEPHONE Τηλεπικοινωνιακές Υπηρεσίες Α.Ε." αναφέρει, μεταξύ των άλλων, ότι "Η τροποποίηση άλλωστε του καταστατικού της εταιρείας ..... Ε.Π.Ε. δημοσιεύτηκε και εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αριθμός Φύλλου 5738/25-6-2002, ενώ αντίγραφα αφενός του ως άνω συμβολαιογραφικού εγγράφου αλλά και του ως άνω φύλλου της Κυβερνήσεως, παρέδωσα εις την εταιρεία σας τον Φεβρουάριο του 2003 και εις τον Διευθυντή Πωλήσεων της εταιρείας σας κ. Γ3, διότι μου κοινοποιήσατε αγωγές οι οποίες επίσης ουδόλως με αφορούν." Από το γεγονός αυτό ενισχύεται η βασιμότητα των ισχυρισμών της εγκαλούσης εταιρείας ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα των διαπραγματεύσεων, της κατάρτισης των σχετικών συμβάσεων αγοραπωλησίας μεταξύ αυτής και του κατηγορουμένου αλλά και της παράδοσης σ' αυτόν των εμπορευμάτων (δηλ. τον Οκτώβριο του έτους 2002), δεν είχε ενημερωθεί από τον κατηγορούμενο, με οποιονδήποτε τρόπο, ούτε είχε πληροφορηθεί από πουθενά αλλού για την απoχώρησή του από την αγοράστρια εταιρεία, λόγω της μεταβίβασης των εταιρικών του μεριδίων σε άλλους και συγκεκριμένα στους επίσης κατηγορουμένους Ζ1 και Ζ2, αλλά το πληροφορήθηκε το Φεβρουάριο του επόμενου έτους 2003. Αν το γνώριζε ασφαλώς και δεν θα δεχόταν να πουλήσει σε άγνωστα γι' αυτήν πρόσωπα εμπορεύματα και μάλιστα σημαντικής αξίας με πίστωση. Avτίθετα ο κατηγορούμενος δεν προσκομίζει, ούτε επικαλείται οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο με βάση το οποίο να ενισχύεται η βασιμότητα του ισχυρισμού του ότι κατά το προαναφερόμενο κρίσιμο χρονικό διάστημα (Οκτώβριο του έτους 2002 ), κατά το οποίο αγόρασε και παρέλαβε ο ίδιος τα εμπορεύματα, είχε πράγματι ενημερώσει, με οποιονδήποτε τρόπο, την πωλήτρια και ήδη εγκαλούσα εταιρεία για την πώληση των εταιρικών του μεριδίων και την αποχώρηση του από την αγοράστρια εταιρεία, αφήνοντας έτσι στην πωλήτρια την πεπλανημένη εντύπωση ότι αυτός ήταν πράγματι ο συναλλασσόμενος μαζί της, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας του "..... Ε.Π.Ε." και ως εκ τούτου υπόλογος για την εξόφληση των οφειλών της. Για το λόγο αυτό άλλωστε, ευθύς εξ' αρχής, η πωλήτρια για την ικανοποίηση των αστικών απαιτήσεων της από τη συγκεκριμένη αγοραπωλησία εστράφη εναντίον του και όχι φυσικά σε βάρος των νέων εταίρων της αγοράστριας, τους οποίους ουδόλως γνώριζε, αφού ουδέποτε είχε έλθει με οποιονδήποτε τρόπο σε οποιαδήποτε επαφή ή επικοινωνία μαζί τους. Με βάση τα προαναφερόμενα προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ότι ο κατηγορούμενος παρέστησε ψευδώς, εν γνώσει της αναληθείας των ισχυρισμών του, στους υπευθύνους της ανώνυμης εταιρείας "SPACEPHONE Τηλεπικοινωνίες Πληροφορική Ανώνυμη Εμπορική Α.Ε.", ότι είναι εκπρόσωπος της εταιρείας "..... Ε.Π.Ε." και είχε την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει τα εμπορεύματα που η εν λόγω εταιρεία ζήτησε να αγοράσει με πίστωση, ενώ ο ίδιος κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο της αγοραπωλησίας είχε ήδη πουλήσει τα εταιρικά μερίδιά του στην εν λόγω εταιρεία σε τρίτα πρόσωπα και ατομικά ουδεμία οικονομική δυνατότητα είχε προς τούτο. Η ενέργειά του αυτή, ως μόνη και αποκλειστική αιτία, είχε ως αποτέλεσμα την παραπλάνηση των αρμοδίων για τη συγκεκριμένη αγοραπωλησία υπαλλήλων της ως άνω πωλήτριας εταιρείας, οι οποίοι αφού πείσθηκαν στις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις του, παραπλανήθηκαν και δέχτηκαν να του πουλήσουν, με πίστωση του σχετικού τιμήματος, εμπορεύματα συνολικής αξίας άνω των 15.000 ευρώ και συγκεκριμένα 49.913,58 ευρώ, ποσόν κατά το οποίο ζημιώθηκε η περιουσία της παραπάνω πωλήτριας και ήδη εγκαλούσης εταιρείας, αφού η σχετική οφειλή ουδέποτε εξοφλήθηκε εκ μέρους του, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της αγοράστριας εταιρείας " ..... Ε.Π.Ε. ", αλλά και του ίδιου. Εκτός όμως από τα προαναφερόμενα πρέπει να επισημανθεί ότι το εκκαλούμενο βούλευμα εσφαλμένα δέχτηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε το καταγγελλόμενο σε βάρος του έγκλημα κατ' εξακολούθηση και τούτο για τους εξής λόγους: Όπως γίνεται δεκτό, όταν ο δράστης προέβη διαδοχικά σε απατηλές διαβεβαιώσεις, κάθε μία από τις οποίες οδήγησε και σε ιδιαίτερη περιουσιακή διάθεση από τον ίδιο τον παθόντα, υφίσταται έγκλημα απάτης κατ'εξακολούθηση. Αντίθετα, υπάρχει μία μόνο πράξη απάτης, όταν συνεπεία της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατηθείς προβαίνει σε πλείονες και σε διάφορους χρόνους επιζήμιες πράξεις (Βλ. και Α.Π. 471/03 ΝοΒ 51, σελ. 1705, Α.Π. 2251/02 ΝοΒ. 51, σελ.1081, Α.Π. 1639/02 Συμβ. ΠΧρ. ΝΓ, σελ. 609). Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο ιστορικό της υπό κρίση υποθέσεως, ο κατηγορούμενος, κατά το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου του έτους 2002, εμφανίστηκε στους αρμοδίους υπαλλήλους της εγκαλούσης εταιρείας και τους παρέστησε τα συγκεκριμένα ψευδή γεγονότα ως αληθή, με αποτέλεσμα αυτοί έχοντας πάντοτε κατά νου τις συγκεκριμένες αρχικές ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του, να παραπλανηθούν, να δεχτούν να του πουλήσουν και να του παραδώσουν εμπορεύματα στις 11-10-2002, 17-10-2002 και 31-10-2002, χωρίς να προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, κάθε φορά που έδινε παραγγελία για αγορά νέων εμπορευμάτων και τα παρελάμβανε στη συνέχεια, τους επανελάμβανε τα ίδια ψευδή γεγονότα ή τους παριστούσε άλλα νεότερα, επίσης ψευδή, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα την εκ νέου παραπλάνηση τους. Κατόπιν τούτων ως προς το σημείο αυτό, δηλ. ως προς το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, πρέπει να διορθωθεί το εκκαλούμενο Βούλευμα και να θεωρηθεί ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται όχι κατ' εξακολούθηση αλλά άπαξ. Επομένως συγκροτείται τόσο κατά την αντικειμενική όσο και κατά την υποκειμενική του υπόσταση το έγκλημα της απάτης και μάλιστα με τις επιβαρυντικές περιστάσεις σε βαθμό κακουργήματος, λόγω της κατ' επάγγελμα τελέσεως του, καθόσον από την επανειλημμένη παραλαβή εκ μέρους του των εμπορευμάτων (τρεις φορές σε χρονικό διάστημα δύο, περίπου, μηνών) αλλά και την εν γένει συμπεριφορά του κατά τις συγκεκριμένες συναλλαγές, σαφώς προκύπτει ότι αυτός δεν ενήργησε ευκαιριακά, αλλά με οργανωμένο σχέδιο και με σκοπό για απόκτηση τόσο εκ μέρους του ίδιου όσο και εκ μέρους τρίτου, δηλ. της προαναφερόμενης εταιρείας ".....Ε.Π.Ε." παράνομου περιουσιακού οφέλους, ισόποσου με την αξία των εμπορευμάτων που αγοράστηκαν και δεν εξοφλήθηκαν. Με βάση όσα αναφέρονται παραπάνω, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών επί της ουσίας δεν έσφαλε, αλλά ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και δέχτηκε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του κατηγορουμένου για το έγκλημα της απάτης με πρόκληση ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, από δράστη που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και με συνολική ζημία άνω των 15.000. ευρώ και ορθώς τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος αυτού.
Συνεπώς η έφεση που άσκησε ο κατηγορούμενος κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος, υποστηρίζοντας από ουσιαστικής πλευράς, τα αντίθετα, είναι ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, αφού προηγουμένως διορθωθεί αυτό όσον αφορά την τέλεση εκ μέρους του κατηγορουμένου μίας πράξεως απάτης και όχι κατ' εξακολούθηση καθώς και ως προς το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, προσδιοριζόμενου αυτού κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2002, όταν δηλ. έγιναν οι σχετικές συζητήσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ των αντιδίκων και ως εκ τούτου να επαναδιατυπωθεί, σύμφωνα με το άρθρο 145 του ΚΠοινΔ, η σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου κατηγορία για την πράξη αυτή, τέλος δε να επικυρωθεί το εκκαλούμενο παραπεμπτικό Βούλευμα κατά το κεφάλαιο που αφορά τον εκκαλούντα κατηγορούμενο". Με αυτά που δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα και απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθμ.115/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκτίθενται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο και υπήγαγε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ.1,3 του Π.Κ την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία. Επομένως, κατά το μέρος κατά το οποίο το βούλευμα πλήττεται για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της πράξης, ο συναφής λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/96, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Το παραπεμπτικό βούλευμα για να έχει την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης του άρθρου 13 στοιχ. στ' εδ.α' του ΠΚ, πρέπει να διαλαμβάνει σαφή και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την έννοια της κατ' επάγγελμα τέλεσης και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στον κανόνα που εφάρμοσε και δεν αρκεί η κατά λέξη επανάληψη της διατύπωσης του κειμένου του νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση, το πληττόμενο βούλευμα, με όσα παραπάνω δέχθηκε για την από τον κατηγορούμενο κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης της απάτης, δεν διέλαβε στο σκεπτικό του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία είναι αντιφατική και ελλειπής. Ειδικότερα, δέχεται την κατ' επάγγελμα τέλεση, την οποία συνάγει από την επανειλημμένη εκ μέρους του κατηγορουμένου παραλαβή των εμπορευμάτων τα οποία υπήρξαν προϊόν της απάτης. Όμως, κατά τούτο, το Συμβούλιο αντιφάσκει σε προηγούμενη παραδοχή του, αφού ορθώς έκρινε ότι νομικώς κρίσιμο για την ύπαρξη εξακολουθούντος εγκλήματος είναι ο χρόνος κατά την οποίο εκδηλώνεται η απατηλή συμπεριφορά και η εξ αυτής πλάνη του παθόντος και όχι τα συγκεκριμένα μεταγενέστερα χρονικά σημεία κατά τα οποία ο τελευταίος προβαίνει συνεπεία της πλάνης του σε περιουσιακή διάθεση και ο δράστης αποδέχεται αυτήν. Παρά ταύτα, όμως, την επανειλημμένη παραλαβή των εμπορευμάτων την αξιολογεί ως επανειλημμένη τέλεση. Περαιτέρω δε, τα αναφερόμενα στο βούλευμα ότι ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε ευκαιριακά αλλά με οργανωμένο σχέδιο, συνιστούν παραδοχή για την οποία το Συμβούλιο δεν επικαλείται πραγματικά περιστατικά και δεν εκθέτει τις σκέψεις με τις οποίες καταλήγει στο άνω αποδεικτικό συμπέρασμα. Επομένως, κατά τούτο, το βούλευμα στερείται της κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει, κατά παραδοχή του συναφούς λόγου αναιρέσεως κατά το σκέλος αυτό, να αναιρεθεί το βούλευμα κατά το μέρος αυτό που προσδίδει στην πράξη κακουργηματικό χαρακτήρα, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει το υπ' αριθμ. 1.229/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, κατά το μέρος που δέχθηκε την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης της απάτης από τον κατηγορούμενο και απορρίπτει κατά τα λοιπά την αναίρεση.
Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο που εξέδωσε το βούλευμα, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπομπή για κακουργηματική απάτη. Αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ’ επάγγελμα τέλεσης. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό.
| 1
|
Αριθμός 1775/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Χαράλαμπο Δημάδη, ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Πανάγο, για αναίρεση της 113-113α-114-115-116-116α/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28 Σεπτεμβρίου 2007 και 22 Οκτωβρίου 2007 δύο αιτήσεις του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1857/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 514 εδ.γ'του ΚΠΔ, κατά της ίδιας αποφάσεως δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναιρέσεως. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση του απαραδέκτου της δεύτερης αίτησης είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτώς ασκείται εντός της νόμιμης προθεσμίας δεύτερη αίτηση αναιρέσεως η οποία θεωρείται συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτήν. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά της υπ' αριθμ. 113-113α-114-115-116-116α/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς, ο αναιρεσείων εμπροθέσμως άσκησε την από 28-9-2007 αίτηση αναιρέσεως με δήλωση ενώπιον του Διευθυντή της δικαστικής φυλακής Λάρισας. Κατά της αυτής αποφάσεως άσκησε αναίρεση, με την από 22-10-2007 δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 24-10-2007 και ο δικηγόρος Αθηνών Θεόδωρος Πανάγος ως αντιπρόσωπος του αναιρεσείοντος, δυνάμει της επισυναπτόμενης στην έκθεση αναιρέσεως από 22-10-2007 εξουσιοδοτήσεως του τελευταίου. Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι έχει συζητηθεί η πρώτη αίτηση και έχει εκδοθεί απόφαση επ' αυτής, αλλά το πρώτον και οι δύο εισάγονται να συζητηθούν στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο.
Συνεπώς και η δεύτερη αίτηση είναι παραδεκτή και πρέπει να συνεξετασθεί με την πρώτη. Α.- Επί της από 28-9-2007 πρώτης αιτήσεως.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 1, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένοι οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων πλήττει την παραπάνω απόφαση και ζητεί την αναίρεσή της διαλαμβάνων στην αίτησή του, κατά πιστή αντιγραφή, τα ακόλουθα " Δεν λήφθηκαν υπόψη μαρτυρίες βασικών μαρτύρων τόσον κατά την προανάκριση αλλά κυρίως κατά την ακροαματική διαδικασία στο Μ.Ο.Ε Πειραιά. Και συγκεκριμένα ο μάρτυρας Ψ1 ανέφερε στο δικαστήριο ότι δεν γνωρίζει τον δράστη, εξ αιτίας συμπλοκής ή επίθεσης που έγινε από πολλούς επήλθε ο θάνατος. Δεν λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι κατά το συμβάν στις 4-3-04 βρισκόμουν στη ... . Φιλοξενούμενη με τη θέλησή της όπου έμενε. Στη ..... γυρνώντας μου είπε ότι την βίαζε ο ίδιος ο πατέρας και συγκεκριμένα τα ήξερε και η θεία της. Το έχω πεί και στην κατάθεσή μου όμως δεν λήφθηκε υπόψη.... Στις φυλακές έμαθα ότι 1 μήνα πριν το συμβάν είχε πάει στην Αίγινα με άλλον όπου βρίσκεται και η ταυτότητα που είχε αφήσει..." Με το περιεχόμενο αυτό η αίτηση δεν περιέχει σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως αλλά πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς, η αίτηση αυτά είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.
Β.- Επί της από 22-10-2007 δεύτερης αιτήσεως Ι.- Κατά το άρθρο 299 του Π.Κ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, αν δε η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενεργείας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως που συντρέχει, όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέλησή του υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξεως, β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία που είναι φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς τη θέλησή του σαρκική ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει και με δύο τρόπους, δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Ως ασελγής πράξη νοείται η αντικειμενικώς προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και διακρίνεται από τη συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Για την εξ υποκειμένου συγκρότηση του εγκλήματος απαιτείται δόλος που συνίσταται στη βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο άλλος δεν συναινεί στη συνουσία ή σε ασελγή πράξη. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 327 παρ.1 του Π.Κ όποιος με σκοπό τον γάμο ή την ακολασία απάγει ή κατακρατεί παράνομα γυναίκα χωρίς τη θέλησή της.... τιμωρείται αν τέλεσε την πράξη αυτή με σκοπό τον γάμο, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και αν την διέπραξε με σκοπό την ακολασία, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.
ΙΙ.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
ΙΙΙ.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό με συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιώς, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η παθούσα Ψ ηλικίας 21 ετών περίπου ζούσε με τον πατέρα της και τον αδελφό της στη Μύκονο. Στις 8-9-2003 γνωρίστηκε με τον κατηγορούμενο και σύνηψε ερωτικό δεσμό μαζί του. Στη συνέχεια και δη: το Νοέμβριο 2003 μετά από έντονες παροτρύνσεις του τελευταίου εγκατέλειψε την οικία της και τον ακολούθησε στην Αθήνα, όπου εγκαταστάθηκε μαζί του σε διάφορα ξενοδοχεία της πόλης αυτής, καθώς και της πόλης του Πειραιώς. Με τις απατηλές υποσχέσεις - παροτρύνσεις του ο κατηγορούμενος διαβεβαίωσε ψευδώς την παθούσα ότι με το να την ακολουθήσει θα έχει μια καλύτερη ζωή μαζί του σε σχέση με εκείνη που ζούσε στο νησί της Μυκόνου κοντά στην οικογένεια της. Έτσι λοιπόν πείστηκε και τον ακολούθησε. Όμως οι πραγματικές του προθέσεις ήταν να την απομακρύνει από τον τόπο που διέμενε και να την θέσει υπό την επιρροή του, με σκοπό να την οδηγήσει στην ακολασία. Πράγματι το σχέδιο του πέτυχε, γιατί η παθούσα μη γνωρίζοντας τις πραγματικές προθέσεις του κατηγορουμένου τον ακολούθησε με τη θέληση της και επικοινωνούσε με τον πατέρα της μόνο τηλεφωνικά κάθε δέκα πέντε ημέρες περίπου, χωρίς να του αναφέρει τον ακριβή τόπο της διαμονής της, γιατί ο κατηγορούμενος δεν της το επέτρεψε. Η παθούσα τηλεφωνούσε στον πατέρα της πάντοτε με την παρουσία του κατηγορουμένου και μόνον όταν είχε ανάγκη χρημάτων, τα οποία ο πατέρας της τα έστελνε δια της Εμπορικής Τράπεζας σε λογαριασμό που αυτή του έδωσε και ανήκε στον κατηγορούμενο. Πρέπει να επισημανθεί ότι ο τελευταίος δεν εργαζόταν και δεν είχε εισοδήματα από καμιά νόμιμη πηγή και ζούσε με τα χρήματα της παθούσας που της έστελνε ο πατέρας της. Όπως προαναφέρθηκε από το μήνα Νοέμβριο 2003 μέχρι και την 8-3-2004 η παθούσα και ο κατηγορούμενος διέμεναν σε διάφορα ξενοδοχεία και ειδικά 4-5 φορές διέμειναν στο ξενοδοχείο"..." στον Πειραιά, που Βρίσκεται στην οδό ...... Στο τελευταίο ξενοδοχείο διέμειναν για προτελευταία φορά περί τα μέσα του μηνός Φεβρουαρίου 2004. Τότε η παθούσα προσήλθε στον υπάλληλο του ξενοδοχείο με μώλωπες στο μάτι, που είχαν προκληθεί από κτυπήματα του κατηγορουμένου. Από τότε η παθούσα διαπίστωσε ότι οι πραγματικές προθέσεις του κατηγορουμένου ήταν η ακολασία σε βάρος της και αμέσως εκδήλωσε την πρόθεση της να φύγει και να επιστρέψει στο σπίτι της. Ο κατηγορούμενος όμως δεν της το επέτρεψε και για να πετύχει τον σκοπό του την κακομεταχειριζόταν και την κρατούσε, χωρίς την θέλησή της και συγχρόνως προέβαινε σε βάρος της σε ακόλαστες πράξεις και ειδικά σε συνουσία χωρίς τη θέλησή της. Παρά τις έντονες αντιρρήσεις της να φύγει, αυτός συνέχισε με την άσκηση βίας και απειλή της ζωής της σε εξώγαμη συνουσία κατ' εξακολούθηση, χωρίς να της επιτρέπει να απομακρυνθεί από το χώρο που ζούσαν. Έτσι κατά τον ανωτέρω χρόνο την εξανάγκαζε να έλθει σε εξώγαμη συνουσία μαζί του εισάγοντας το σε στύση πέος του στο αιδοίο της προκειμένου να ικανοποιήσει κάθε φορά την γενετήσια ορμή και επιθυμία του. Ειδικότερα τη βίαζε κατά διαστήματα, τελευταία φορά, που τη βίασε και τη κτύπησε, ήταν στις 8-3-2004 περί ώρα 00.30' σε δωμάτιο του ξενοδοχείου....... Συγκεκριμένα για να προβεί στην πράξη αυτή, όπως και σε προηγούμενες πράξεις βιασμού, παρά τις παρακλήσεις και τις αντιρρήσεις της, την κτυπούσε με τα χέρια και τα πόδια σε διάφορα σημεία του σώματός της και δη σε κοιλιά, στο κεφάλι, στα στήθη, στα γεννητικά της όργανα κτλ., την έκοβε με ξυράφια στα χέρια, στα πόδια και σε όλο της το σώμα. Επιπλέον την γρονθοκοπούσε σε καίρια σημεία του σώματός της και έσβηνε αναμμένα τσιγάρα στα χέρια και σε διάφορα σημεία του σώματός της. Η παθούσα υπέμεινε την συνεχή αυτή κακομεταχείρισή της από έντονο φόβο για την ζωή της, αφού ο κατηγορούμενος την απειλούσε σοβαρά ότι αν ειδοποιούσε την Αστυνομία για να καταγγείλει την ως άνω συμπεριφορά του θα την σκότωνε. Με τον τρόπο αυτόν επιτύγχανε το σχέδιό του, που ήταν να την κατακρατεί παράνομα χωρίς την θέλησή της με σκοπό την ακολασία και να την εξαναγκάζει σε εξώγαμη συνουσία καθόλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα παρά τις έντονες αντιρρήσεις της. Επομένως αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε σε βάρος της παθούσας τις πράξεις της ακούσιας απαγωγής και του βιασμού κατ' εξακολούθηση κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα και δη: από τα μέσα Φεβρουαρίου 2004 μέχρι την 8-3-2004 που η παθούσα αντέδρασε, για την παράνομο κατακράτησή της, και του γνωστοποίησε συγχρόνως ότι δεν επιθυμεί να έχει μαζί του πράξεις συνουσίας. Εκτός αυτών, ο κατηγορούμενος στις 8-3-2004 από πρόθεση προκάλεσε το θανάσιμο τραυματισμό της παθούσης Ψ, όπως αναλυτικά αναφέρεται και στο διατακτικό της παρούσης. Συγκεκριμένα, όπως προαναφέρθηκε ανωτέρω, ενώ βρισκόταν με την παθούσα σε δωμάτιο του ξενοδοχείου .... στον Πειραιά, όπου την είχε μεταφέρει και την κατακρατούσε παράνομα και χωρίς την θέλησή της, αρχικά τέλεσε σε βάρος της την προαναφερομένη πράξη του βιασμού με τον ανωτέρω τρόπο και δη: αφού την τραυμάτισε σοβαρά σε διάφορα σημεία του σώματός της, δεδομένου ότι :1) την κτύπησε με τα χέρια και τα πόδια του στην κοιλιά στο κεφάλι, στα στήθη, κτλ., 2) την έκοψε με ξυράφι στα χέρια, στα πόδια και σε όλο της το σώμα και 3) της έσβησε αναμμένα τσιγάρα σε διάφορα σημεία του σώματός της και στα χέρια, στην κοιλιά, στα πόδια, στα στήθη κτλ. Νωρίτερα και δη : κατά το εις το διατακτικό της παρούσης αναφερόμενο χρόνο προκάλεσε στην παθούσα, όπως πιστοποιείται και στις εκθέσεις του ιατροδικαστή ....., και στα σχετικά έγγραφα των νοσοκομείων Κορίνθου και Ασκληπιείου Βούλας, πολλαπλές σωματικές κακώσεις και δη : πολλαπλά κατάγματα στη μύτη, στα πλευρά στην περιοχή της κοιλιάς, τομή στη μέση υπερομφάλια περιοχή της κοιλιάς, πολλαπλές κυκλοτερείς εγκαυματικές περιοχές διαμέτρου 0,5 εκ. από κάψιμο τσιγάρων, που έσβηνε σε διάφορα σημεία του σώματός της και ειδικότερα τρεις στην κοιλιακή χώρα, δύο στη ραχιαία επιφάνεια του δεξιού άνω άκρου με επιμόλυνση, και μια στο αντιβράχιο, θλαστικό τραύμα της μεσότητας του δεξιού αντιβραχίου και εκτεταμένους μώλωπες στους οφθαλμούς και στην κοιλιά. Επίσης της προκάλεσε κατά το ίδιο χρονικό διάστημα εκτεταμένα εγκαύματα στο υπογάστριο, στη γεννητική περιοχή, στον αριστερό μαστό και τη στοματική κοιλότητα τα οποία προκλήθηκαν από χημική ουσία, που έριξε επάνω της .Τις εν λόγω πράξεις, με τις οποίες επιδίωκε τον θάνατο της παθούσας ο κατηγορούμενος τις διέπραξε επί μακρό χρονικό διάστημα (περίπου επί ένα μήνα). Όπως δε προαναφέρθηκε την βασάνιζε συστηματικά και με ιδιαίτερη σκληρότητα της προκάλεσε τις ως άνω σωματικές κακώσεις με τον ανωτέρω σκοπό. Ωσαύτως, ο κατηγορούμενος αμέσως, μετά την ως άνω πράξη του βιασμού, που διέπραξε κατά της παθούσης στις 8-3-2004 και περί ώρα 00.30' στο ως άνω ξενοδοχείο, την χτύπησε και πάλι με γροθιές στην κοιλιά της, με αποτέλεσμα να της προκαλέσει και περαιτέρω σωματικές κακώσεις, στην ευαίσθητη αυτή περιοχή του σώματός της. Το πρωί της 8-3-2004 ο κατηγορούμενος έφυγε με την παθούσα από το ξενοδοχείο, αφού την υποχρέωσε να φορέσει σκούφο και γυαλιά ηλίου για να μη γίνει αντιληπτή η κατάστασή της από τον υπάλληλο του ξενοδοχείου. Ο τελευταίος διαπίστωσε την σοβαρότητα της κατάστασής της παθούσας πλην όμως ο κατηγορούμενος του απάντησε ψευδώς σε σχετική ερώτησή του ότι η εν λόγω κατάστασή της οφείλεται σε πτώση της από μηχανάκι. Μόλις ξέφυγε της προσοχής του υπαλλήλου του ξενοδοχείου, πήρε την παθούσα και αναχώρησε κρυφά από το ξενοδοχείο, σε άγνωστο προορισμό. Όταν όμως η παθούσα διερχόταν μαζί με τον κατηγορούμενο μπροστά από το κατάστημα του μάρτυρα Γ1 στο πεζοδρόμιο της οδού ...... στον Πειραιά, αυτός έδειξε ενδιαφέρον για την εμφανή άσχημη κατάστασή της και παρά τις αντιρρήσεις του κατηγορουμένου κάλεσε την αστυνομία. Όμως μέχρι να φθάσει η Αστυνομία η παθούσα έπεσε στο έδαφος και δέχτηκε τις πρώτες βοήθειες περαστικού γιατρού. Η παθούσα στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Αθηνών "Ασκληπιείο Βούλας", όπου διαπιστώθηκε η βαρύτατη κλινική κατάσταση της, αφού παρουσίαζε: 1)πολλαπλά κατάγματα ρινός, πλευρών, 2) εκτεταμένα αιματώματα και τραύματα από ρωγμώδες όργανο εις τον κορμό, τα άκρα και την κεφαλή καθώς και ουλές από κάψιμο, 3) βαρύτατη αναιμία και νεφρική ανεπάρκεια με ανουρία. Λόγω της κατάστασής της αυτής, που ήταν άμεσα απειλητική για τη ζωή της μεταφέρθηκε στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Γ.Ν. Κορίνθου γιατί είχε ανάγκη νοσηλείας σε τέτοια μονάδα (βλ. σχετ. το ιατρικό σημείωμα του Γ.Ν. "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ", που υπογράφει η ιατρός .....-Επιμελήτρια Β', και το από ..... έγγραφο του νοσοκομείου Κορίνθου προς το Α.Τ. Κορίνθου). Στο Γ.Ν. Κορίνθου η παθούσα παρουσίαζε εικόνα σήψης και την 10-3-2004 διασωληνώθηκε, λόγω οξείας αναπνευστικής ανεπάρκειας και τέθηκε σε μηχανική υποστήριξη της αναπνοής. Εκεί νοσηλεύτηκε με βαρειά πολυοργανική ανεπάρκεια πλην όμως αποβίωσε την 31-3-2004 και περί ώρα 08.55'. Ο θάνατος της παθούσας επήλθε από πνευμονικό οίδημα και ισχαιμικού τύπου αλλοιώσεις του μυοκαρδίου, επί εδάφους πολυοργανικής ανεπάρκειας συνεπεία των ανωτέρω βαρειών κακώσεων, όπως πιστοποιείται και από τον ιατροδικαστή ....., 1)στην από .... ιατροδικαστική του έκθεση και 2) στην από .... ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής, καθώς επίσης και από τον ιατρό ..... (Διευθυντή της Μ.Ε.Θ.) στο από .... έγγραφο του Γ.Ν. Κορίνθου.
Συνεπώς ο θάνατος της ανωτέρω οφείλεται στις ανωτέρω σοβαρές σωματικές κακώσεις οι οποίες προκάλεσαν σ' αυτήν: 1) βαριά πολυοργανική ανεπάρκεια σε σημείο που να μην λειτουργούν εκτός άλλων τα νεφρά το συκώτι το γαστρεντερικό και το αιμοποιητικό της σύστημα και 2) όλες τις υπόλοιπες προαναφερόμενες κακώσεις της και τα εκτεταμένα χημικά εγκαύματα. Όλες τις ανωτέρω πράξεις τις εκτέλεσε ο κατηγορούμενος με πρόθεση να προκαλέσει το θάνατό της, ο οποίος και επήλθε εξαιτίας αυτών ως μόνων ενεργών αιτιών, ως συμπεραίνει και ο ανωτέρω ιατροδικαστής στις προαναφερθείσες εκθέσεις του. Κατά τη διάρκεια που αποφάσισε και εκτέλεσε όλες τις ανωτέρω πράξεις ο κατηγορούμενος τελούσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, αφού από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι, κατά το χρονικό σημείο λήψης της απόφασης και τέλεσης των ανωτέρω πράξεων, συνέβη κάποια επιλήψιμη συμπεριφορά της παθούσας, που να δημιούργησε ψυχική υπερδιέγερση στον κατηγορούμενο. Υπόψη ότι τέτοιο ισχυρισμό δεν προέβαλε ούτε ο κατηγορούμενος. Αντίθετα η επί μακρό χρονικό διάστημα συστηματική βασανιστική συμπεριφορά του κατηγορουμένου προς την παθούσα αποδεικνύει ότι όλα τα ανωτέρω τα διέπραττε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση με σκοπό, εκτός των ανωτέρω, και το θάνατο της παθούσας. Όλα τα ανωτέρω αποδείχτηκαν από τη χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας. Ειδικότερα ο μάρτυρας ......, υπάλληλος του ξενοδοχείου "...." κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι ένα μήνα προ της 8-3-2004 είχε δει την παθούσα με μαυρισμένο μάτι, και τα ξημερώματα της 7-3-2004 και περί ώρα 01.00' άκουσε φωνές και γδούπους από το δωμάτιο του κατηγορουμένου, σαν κάποιος να κτυπούσε άλλον. Αλλά και ο μάρτυρας κατηγορίας ..... -αστυνομικός υπάλληλος κατέθεσε, μεταξύ άλλων, για την άσχημη κατάσταση στην οποία βρήκε την παθούσα, όταν μετέβη για βοήθειά της, προσθέτοντας ότι 1)σ' αυτήν περιήλθε κατόπιν βασανιστηρίων και όχι από ξυλοδαρμό, και 2)ο κατηγορούμενος παρουσιαζόταν ως αρραβωνιαστικός της παθούσας και είπε ότι έπεσαν από μηχανάκι για να δικαιολογήσει τα τραύματά της. Τα παραπάνω αποδείχτηκαν επίσης από όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα και δη: 1) από τις άνω εκθέσεις του ιατροδικαστή ...., όπου περιέχονται όλες οι ως άνω κακώσεις που βρέθηκαν στο σώμα της παθούσας, καθώς και η γνωμάτευσή του για το θάνατο αυτής, 2) από τις ως άνω ιατρικές γνωματεύσεις του Νοσοκομείου Κορίνθου για την προαναφερθείσα άσχημη κατάσταση της παθούσας, 3) από τις
ΙΙ φωτογραφίες της παθούσας 4)την από 13-5-2004 ένορκη εξέταση του απολειπομένου μάρτυρα Γ1 που αναγνώσθηκε δεδομένου ότι δεν έφερε καμία αντίρρηση ο κατηγορούμενος για την ανάγνωσή της, 5) την εκκαλουμένη απόφαση με τα πρακτικά της, όπου οι μεν μάρτυρες κατηγορίας επιβεβαιώνουν με τις καταθέσεις τους την από τον κατηγορούμενο τέλεση των ανωτέρω πράξεων, ενώ ο κατηγορούμενος με την απολογία δεν αντέκρουσε τις εις βάρος του πράξεις κατά τρόπο σαφή, προσθέτοντας, μεταξύ άλλων ότι "νομίζει ότι δεν είναι υπεύθυνος για τον θάνατό της, φταίει, αλλά όχι για τόσο βαριά κατηγορία, μια φορά την είχε κτυπήσει στο μπράτσο και όχι στο κεφάλι και ότι έχει κατηγορηθεί ξανά για βιασμό", και 6) την από .... έκθεση ένορκης κατάθεσης της παθούσας Ψ, η οποία κατέθεσε για την ανωτέρω τραγική περιπέτειά της, ενώπιον του Αρχ/κα ...... στις 8-3-2ΰ04 και ώρα 23.30'. Η ανωτέρω, μεταξύ άλλων, κατέθεσε, για το ότι ο κατηγορούμενος την κρατούσε κοντά του χωρίς την θέλησή της, ότι την βίαζε κατά καιρούς, με τελευταία φορά την 8-3-2004, στις 00.30', ότι φοβόταν να τον καταγγείλει στην Αστυνομία, γιατί την είχε απειλήσει πολλές φορές ότι θα την σκότωνε, ότι την κτυπούσε συχνά, ότι την έκοβε, στα χέρια, στα πόδια στο πρόσωπο και σ' όλο το σώμα με μαχαίρια και ξυράφι, ότι της έσβηνε αναμμένα τσιγάρα στα χέρια και σε διάφορα άλλα σημεία του σώματος, όπως στην κοιλιά, στα πόδια, με τελευταία φορά την ημέρα της 8-3-2004 και ώρα 01.00' περίπου στο ξενοδοχείο ..... έπειτα από τον βιασμό της από τον ίδιο. Η εν λόγω κατάθεση αναγνώστηκε νομίμως κατ' άρθρο 365 παρ. 1 ΚΠΔ, δεδομένου ότι η εξετασθείσα παθούσα αποβίωσε στις 31-3-2004 κατά τα ανωτέρω και επιπλέον ο κατηγορούμενος δεν έφερε καμιά αντίρρηση για την ανάγνωσή της. Ο κατηγορούμενος με την απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού δεν εντέκρουσε τα ανωτέρω κατά τρόπο πειστικό, ενώ προσπάθησε να αποδώσει τις ανωτέρω κακώσεις της σε όλο το σώμα της σε πτώση της από μηχανάκι. Ο ισχυρισμός του αυτό δεν αποδείχτηκε από κανένα στοιχείο όπως δεν προέκυψε ο ισχυρισμός του ότι κάποιος άλλος της τα προκάλεσε. Αντίθετα από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι τις ανωτέρω πράξεις της διέπραξε ο κατηγορούμενος με σκοπό να προκαλέσει το θάνατό της, τον οποίο και επέφερε κατά τα ανωτέρω. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των ανωτέρω πράξεων, και δη: 1) της ακούσιας απαγωγής, 2) του βιασμού κατ' εξακολούθηση και 3) της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, και να απορριφθεί το αίτημα του συνηγόρου του κατηγορουμένου να μετατραπεί η κατηγορία από ανθρωποκτονία από πρόθεση σε βαριά σωματική βλάβη, ενόψει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν...". Με τις παραδοχές αυτές κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο α) ακούσιας απαγωγής με σκοπό την ακολασία β) βιασμού κατ' εξακολούθηση και γ) ανθρωποκτονίας από πρόθεση και επέβαλε σ' αυτόν ποινή ισόβιας κάθειρξης για την ανθρωποκτονία και συνολική ποινή κάθειρξης είκοσι (20) ετών για τις λοιπές πράξεις. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων για τα οποία τον κατεδίκασε, οι αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 299 παρ.1, 336 παρ.1 και 327 παρ.1β του ΠΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι ναι μεν αρχικώς η παθούσα με τη θέλησή της ακολούθησε τον κατηγορούμενο από τη Μύκονο στην Αθήνα και Πειραιά, όμως από κάποιο χρονικό σημείο και μετά διείδε τις πραγματικές προθέσεις του τελευταίου και θέλησε να επιστρέψει στη Μύκονο, εκείνος όμως, παρά τη θέλησή της παράνομα την κατακρατούσε έγκλειστη σε διάφορα ξενοδοχεία γιατί σκοπό είχε όχι τον γάμο αλλά την ακολασία. Εκτίθεται περαιτέρω ότι την έγκλειστη στα ξενοδοχεία παθούσα, με τη χρήση σωματικής βίας αλλά και ψυχολογικής απειλής, κατά διάφορα χρονικά διαστήματα την εξανάγκαζε, παρά τη θέλησή της να έλθει σε εξώγαμη συνουσία μαζί του. Τέλος και αναφορικά με την ανθρωποκτονία, διαλαμβάνεται ότι για χρονικό διάστημα ενός μηνός ο κατηγορούμενος με πρόθεση και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση προκάλεσε στην παθούσα τις αναφερόμενες εκτεταμένες σωματικές κακώσεις από τις οποίες τελικώς και επήλθε ο θάνατος αυτής τον οποίο και επιδίωξε, ενώ εξάλλου, με τις εκ του πράγματος παραδοχές, αιτιολογείται η απόρριψη του ισχυρισμού του κατηγορουμένου για την από αυτόν τέλεση της πράξης της βαριάς σωματικής βλάβης.
Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ανυπαρξία αιτιολογίας ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου και περί μεταβολής της κατηγορίας, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Κατ' ακολουθία, οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ με τους οποίους πλήττεται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί και η δεύτερη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 157/28-9-2007 και από 22-10-2007 αιτήσεις του Χ1 , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 113-113α-114-115-116-116α/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνεκδίκαση δύο αιτήσεων αναιρέσεως του αυτού αναιρεσείοντος. Απόρριψη της πρώτης ως απαράδεκτης (αόριστης). Έννοια και στοιχεία ανθρωποκτονίας από πρόθεση, βιασμού και ακούσιας απαγωγής με σκοπό την ακολασία. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και αιτιολογημένη καταδίκη.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Βιασμός, Απαγωγή ακούσια.
| 0
|
Αριθμός 1776/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Χαράλαμπο Δημάδη (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεώργιο Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ......, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταθαρά, για αναίρεση της 821/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λιβαδειάς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 319/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρον 30 § 12 του Αγορανομικού Κώδικος (ΝΔ 136/1946 τιμωρούνται με τις εις αυτό αναφερόμενες ποινές "οι μη συμμορφούμενοι με τις υπό της αρμοδίας χημικής υπηρεσίας εκδιδόμενες οδηγίες, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις με τις οποίες καθορίζονται οι όροι τους οποίους πρέπει να πληρούν τα εδώδιμα και ποτά που προσφέρονται προς κατανάλωση όπως και τα αντικείμενα χρήσεως και οι όροι οι οποίοι πρέπει να τηρούνται κατά την κατεργασία και τη συντήρησή τους προς φύλαξη της δημοσίας υγείας και αποφυγή απάτης των αγοραστών. Εξ άλλου κατά το άρθρο 31 § 4 του αυτού Κώδικος με τις εις αυτό ποινές φυλάκιση και χρηματική ποινή τιμωρείται "όστις εκτός της περιπτώσεως του άρθρου 292 του Ποινικού Νόμου, (νυν 281 του Π.Κ), παραποιεί ή νοθεύει τρόφιμα και γενικά είδη βιωτικών αναγκών προωρισμένα προς εμπορία. Η υπό του δράστου πώληση θέσις εις κυκλοφορίαν ή κατοχή προς πώλησιν ή χρήσιν του κοινού τοιούτων αντικειμένου αποτελεί ιδιαιτέραν επιβαρυντικήν περίστασιν και κατά το άρθρο 33 του ιδίου κώδικος, εάν αι άνω παραβάσεις όπως και εκείναι του άρθρου 32 ετελέσθησαν εξ αμελείας επιβάλλεται φυλάκιση το πολύ έξη μηνών ή χρηματική ποινή. Εξάλλου μετά από την κατάργηση της παραγράφου 2 του άρθρου 36 του Αγορανομικού Κώδικα (ν.δ. 136/1946, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 11 του ν. 802/1978), με το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου 1401/1983, η οποία καθιέρωνε την ποινική ευθύνη των συμβατικώς οριζομένων ως αγορανομικώς υπευθύνων των επιχειρήσεων, σύμφωνα με την ισχύουσα παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 36, για κάθε αγορανομική παράβαση στα αναφερόμενα καταστήματα, εργοστάσια και εργαστήρια καθώς και στα δημόσια κέντρα, τιμωρούνται ως αυτουργοί "ο κύριος της επιχειρήσεως, ο διευθυντής και ο επόπτης του εστιατορίου ή ξενοδοχείου και λοιπών καταστημάτων, εργοστασίων εργαστηρίων κλπ". Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως δημιουργεί η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως ήδη ισχύει. Τοιαύτη έλλειψη αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης υπάρχει όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικά η καταδικαστική, για τις ως άνω αγορανομικές παραβάσεις, απόφαση, στερείται αιτιολογίας και όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν ότι ο κατηγορούμενος είχε, κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, μία από τις τρεις ως άνω ιδιότητες, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που απεδείχθησαν και προσδίδουν σ' αυτόν μία από τις ιδιότητες αυτές. Επίσης η απόφαση αυτή στερείται αιτιολογίας και όταν, ενώ οι άνω αξιόποινες πράξεις τιμωρούνται είτε από πρόθεση είτε από αμέλεια τελούμενες, δεν εκτίθενται, στην καταδικαστική για τις πράξεις αυτές απόφαση, περιστατικά που να στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου ότι οι πράξεις αυτές ετελέσθησαν από πρόθεση και όχι από αμέλεια. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λιβαδειάς που δίκασε κατ' έφεση και μετ' αναίρεση της υπ' αριθμ. 87/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς, κήρυξε, με την υπ' αριθμ. 821/2007 απόφασή του, τον αναιρεσείοντα ένοχο για τις αναφερόμενες εκεί αγορανομικές παραβάσεις που προβλέπονται από τα άρθρα 31 παρ. 4 και 30 παρ. 12 του Αγορανομικού Κώδικα και συγκεκριμένα για το ότι: ο κατηγορούμενος την 6η Οκτωβρίου στο 7ο χιλιόμετρο της Ε.Ο. ...... - ...... ως αγορανομικός υπεύθυνος πρατηρίου υγρών καυσίμων που εδρεύει στην ανωτέρω θέση δεν συμμορφώθηκε με τις οδηγίες, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις της αρμόδιας Χημικής Υπηρεσίας, με τις οποίες καθορίζονται οι όροι που πρέπει να πληρούν τα εδώδιμα που προσφέρονται στην κατανάλωση, προς φύλαξη της δημόσιας υγείας και ειδικότερα από την δειγματοληψία που έγινε από υπαλλήλους του τμήματος εμπορίου ..... σε δείγμα βενζίνης κίνησης και εξετάσθηκε από την Δ' Χημική Υπηρεσία Πειραιά διαπιστώθηκε ότι το δείγμα βρέθηκε ΜΗ ΚΑΝΟΝΙΚΟ-ΝΟΘΕΥΜΕΝΟ τόσο στην πρώτη εξέταση όσο και στην κατ' έφεση, με αμόλυβδη βενζίνη σε ποσοστό 99% επειδή περιέχει τον ιχνοθέτη κινιζαρίνη σε ποσοστό 5,9 ppm αντί καθόλου.
Περαιτέρω από την ίδια προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι και στο σκεπτικό ο αναιρεσείων αναφέρεται ως αγορανομικώς υπεύθυνος. Ούτως, ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό, τα οποία αλληλοσυμπληρώνουν παραδεκτώς την αιτιολογία της αποφάσεως αναφέρεται εάν ο αναιρεσείων κατά τον ανωτέρω χρόνο τελέσεως της περιής ο λόγος αγορανομικής παραβάσεως είχε μία από τις προαναφερθείσες ιδιότητες, δηλαδή του κυρίου της επιχειρήσεως ή του διευθυντού ή του επόπτου αυτής, αφού η μόνη αναφερομένη ιδιότης του αγορανομικώς υπεύθυνου δεν μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη του για την αγορανομική αυτή παράβαση. Επίσης η προσβαλλομένη απόφαση δεν διέλαβε ούτε στο σκεπτικό της ούτε στο διατακτικό της αιτιολογία, ως απαιτείται, ειδική και εμπεριστατωμένη, ως προς την μορφήν της υπαιτιότητος του αναιρεσείοντος εν όψει του ότι τα άνω αγορανομικά αδικήματα τιμωρούνται και από αμέλεια (άρθρ. 33 Ν. 136/1946) με ηπιότερη ποινική μεταχείριση του δράστου και δεν εκτίθεται ποία από τις δύο μορφές εδέχθη το δικαστήριο, ούτε εκτίθενται περιστατικά τα οποία να στηρίζουν την κρίση ότι τα αδικήματα αυτά ετέλεσε ο αναιρεσείων από πρόθεση ή από αμέλεια.
Επομένως είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ο οποίος, άλλωστε, ερευνάται και αυτεπαγγέλτως εφόσον η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως κρίνεται παραδεκτή (άρθρο 511 Κ.Ποιν.Δικ) και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο του οποίου η συγκρότηση είναι δυνατή από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 821/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο άνω δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς εκτός εκείνων, οι οποίοι εδίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μετά την κατάργηση της ευθύνης των αγορανομικώς υπευθύνων (άρθρο 36 §2) τιμωρούνται ως αυτουργοί ο κύριος της επιχειρήσεως, ο διευθυντής και ο επόπτης του εστιατορίου, κτλ. Έχει αιτιολογία η καταδικαστική απόφαση για τις άνω παραβάσεις όταν ο δράστης έχει μία από τις άνω ιδιότητες. Ενόψει του άρθρου 33 πρέπει για την αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως να προσδιορίζεται και εάν η πράξη ετελέσθη από πρόθεση ή αμέλεια. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αγορανομικός Κώδικας.
| 0
|
Αριθμός 1777/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Χαράλαμπο Δημάδη, που ορίσθηκε με τη με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2008 προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1, κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή Κορυδαλλού, που δεν παρέστη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τη με αριθμό 721/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Απριλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 915/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 27/28.1.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την με ημερομηνία 17- 4-2007 αίτηση του Χ1 κρατουμένου στο Ψυχιατρείο των Φυλακών Κορυδαλλού με την οποία διώκει την ακύρωση της με αριθμ. 721/2004 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 9 ετών και χρηματική ποινή 3000 ευρώ για διακεκριμένες κλοπές και καλλιέργεια ναρκωτικών και την επανάληψη της διαδικασίας και εκθέτω τ' ακόλουθα: Η αίτηση αυτή η οποία υποβάλλεται στο αρμόδιο κατ' άρθρο 528 § 1 ΚΠΔ Συμβούλιο του Αρείου Πάγου από τον ίδιο και η οποία περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητά την επανάληψη της διαδικασίας κατά το άρθρο 527 § 1 ΚΠΔ, οι οποίοι είναι η επίκληση νέων γεγονότων αγνώστων στους δικαστές που δίκασαν τα οποία προέκυψαν μετά την δίκη και τα οποία καθιστούν φανερό ότι είναι αθώος των κατηγοριών βάσει των οποίων καταδικάστηκε και η οποία στρέφεται κατά της με αριθμ. 721/2004 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών όπως προκύπτει από την με αριθμ. 2253/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε αίτηση αναίρεσης του κατά της απόφασης αυτής είναι νόμιμη και παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί στην ουσία της, για την οποία εκθέτω τα παρακάτω: Από τη διάταξη του άρθρου 525§1 αριθμ. 2 κατά την οποία "Η ποινική διαδικασία η οποία περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημ/μα η κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις 1).... 2) Εάν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε ....... 3........" προκύπτει ότι κατ' αληθή έννοια τής διάταξης αυτής για να υπάρξει περίπτωση επανάληψης διαδικασίας η οποία είναι έκτακτο ένδικο βοήθημα και αποσκοπεί στην κατά το δυνατό αποτροπή αδικιών σε βάρος των καταδικασμένων, την απονομή ουσιαστικής δικαιοσύνης και την αποτροπή απαραδέκτων για το συναίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων πρέπει να συντρέξουν οι κατά την παραπάνω διάταξη περιοριστικά αναφερόμενες προϋποθέσεις μεταξύ των οποίων είναι, 1) ο κατηγορούμενος να έχει καταδικασθεί για πλημμέλημα ή κακούργημα, 2) η απόφαση να είναι αμετάκλητη και 3) να προκύψουν μετά την οριστική καταδίκη του νέα γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία είτε μόνα είτε σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέα δε γεγονότα και αποδείξεις κατά την έννοια τής διάταξης αυτής θεωρούνται και εκείνα τα οποία υπήρχαν μεν κατά τον χρόνο τής εκδίκασης πλην όμως δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο που τον δίκασε και έτσι παρέμειναν άγνωστα στους δικαστές που δίκασαν. Τέτοια δε είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων, ακόμη και νεώτερες εκείνων που έχουν εξετασθεί προηγουμένως, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές όσων είχαν τεθεί υπ' όψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης με την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που τον καταδίκασε καθιστούν φανερό και όχι πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερη πράξη (ΑΠ 842/1994 ΠΧ ΜΔ 810, ΑΠ 1239/1998 ΠΧ ΜΘ 682 Α Π 816/1999 ΠΧ Ν 343 Α Π 760/1998 ΠΧ ΜΘ 341, ΑΠ 70/1999 Π Χ ΜΘ 313 ΑΠ 9/ 1999 ΠΧ ΜΘ 218 ΑΠ 408/1998 ΠΧ ΜΗ 1059 ΑΠ 428/ 1998 Π Χ ΜΗ 1067 Α Π 216 ΠΧ ΜΗ 801 ΑΠ 18/1998 ΠΧ ΜΗ 661 AΠ 476/2005 Π.Χ ΝΕ 2005-987). Επίσης μπορούν να είναι και νέες καταθέσεις μαρτύρων, δικαστικές αποφάσεις από τις οποίες προκύπτουν διαφορετικά απ' ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση περιέχονται, όπως και πιστοποιητικά κράτησης φυλακών από τα οποία προκύπτει ότι ο αιτών ήταν φυλακισμένος κατά τον χρόνο για τον οποίο κατηγορήθηκε ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη και γενικά κάθε τι σχετικό το οποίο είτε μόνο του ή σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που λήφθηκαν υπ' όψη από τους δικαστές που δίκασαν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης καθιστά βέβαιο ότι ο καταδικασμένος ήταν αθώος. Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών όπως προκύπτει από το σκεπτικό και το διατακτικό της με αριθμ. 721/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 9 ετών και χρηματική ποινή 3000 ευρώ για διακεκριμένες κλοπές οι οποίες τελέστηκαν τις 25-1-1985, 24-1-1985, 14-15/12-1984, 22-11-84 22-12-1985, 8-11-1984, 5-6/1-1985 και για καλλιέργεια ινδικής κάνναβης την 13-8-1985. Ο αιτών προσβάλλοντας την παραπάνω απόφαση αναφέρει ότι είναι αθώος των κλοπών γιατί κατά τον χρόνο αυτό ήταν κρατούμενος στις φυλακές όπως και το ότι στο σπίτι στο .... που βρέθηκαν τα ναρκωτικά δεν κατοικούσε αυτός άλλα ο Γ και για ευδοκίμηση της αίτησης του προσκομίζει σε ανεπικύρωτη φωτοτυπία την με ημερομηνία 11-7-2006 υπεύθυνη δήλωση του κρατουμένου στις φυλακές Πατρών Ζ1 με την οποία ο παραπάνω κρατούμενος βεβαιώνει ότι είναι φίλος του αιτούντος και γνωρίζει ότι ο αιτών είχε ενοικιάσει το σπίτι στο ..... για λογαριασμό του Γ και ότι στο σπίτι αυτό έμενε ο Γ και όχι ο αιτών και ότι μια μέρα που ο Γ έλειπε και είχε δώσει το κλειδί στο αιτούντα για να μείνει πήγαν και το συνέλαβαν οι αστυνομικοί εκεί. Από τις με ημερομηνίες όμως 14-8-1985 και 1-4-1986 απολογίες του αιτούντος ενώπιον του 5ου και 4ου τακτικών Ανακριτών Αθηνών προκύπτει ότι ο αιτών απολογούμενος σχετικά με τις κατηγορίες των κλοπών και την καλλιέργεια των δενδρυλλίων της ινδικής κάνναβης που βρέθηκαν στο σπίτι του στο .... δεν αναφέρει τέτοιο γεγονός, τουναντίον αναφερόμενος για την καλλιέργεια των δενδρυλλίων που βρέθηκαν στο σπίτι του στο ... όπου και συνελήφθη δεχόμενος ότι είναι δικό του αναφέρει επί λέξει απολογούμενος ότι "Στο σημείο που βρέθηκαν στο σπίτι μου στο ... τα φερόμενα σαν δενδρύλλια ........... προήρχοντο προφανώς από την τροφή που έχω για το πλήθος των πτηνών που διατηρώ στο σπίτι μου......" δηλώνοντας με τον τρόπο αυτό ότι το σπίτι στο .... όπου συνελήφθη ήταν δικό του και κατοικούσε αυτός, κατά συνέπεια τα αναφερόμενα από τον Ζ1 στην υπεύθυνη δήλωση του της 11-7-2006 είναι αν όχι αναληθή τουλάχιστο στερούνται βασιμότητας. Περαιτέρω ως προς τα αναφερόμενα από τον αιτούντα ότι κατά τον χρόνο που κατηγορείται ότι διέπραξε τις κλοπές αυτός ήταν φυλακισμένος, προκύπτει από το με αριθμ. ..... πιστοποιητικό του Διευθυντή της φυλακής Χαλκίδας ότι ο αιτών συνελήφθη την 13-8-1985 και κρατήθηκε προσωρινά μέχρι της 9-6-1986. Από την παραβολή του χρόνου τέλεσης των κλοπών για τις οποίες καταδικάστηκε και του χρόνου κατά τον οποίο τελούσε σε προσωρινή κράτηση και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατόν να τις έχει τελέσει προκύπτει ότι όλες έχουν τελεστεί σε προηγούμενο χρόνο από τον χρόνο που αυτός ήταν κρατούμενος και μόνο μία κλοπή, η κλοπή του με αριθμ. ..... ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας B M W τύπου ... χρώματος άσπρου μοντέλο του 1980 από την διασταύρωση των οδών .... και ... από την περιοχή ... Αττικής ιδιοκτησίας του ..... που φέρεται ότι τελέστηκε με ημερομηνία 22-12-1985 δημιουργείται πρόβλημα γιατί η φερόμενη με την ημερομηνία αυτή κλοπή συμπίπτει με τον χρόνο που ο αιτών φέρεται κρατούμενος. Από τις παραπάνω όμως αναφερθείσες απολογίες του αιτούντος ενώπιον του 5 ου και του 4 ου τακτικών Ανακριτών Αθηνών προκύπτει ότι η παραπάνω κλοπή τελέστηκε την 22-12-1984 και όχι όπως αναγράφεται από παραδρομή στο διατακτικό της με αριθμ. 721/2004 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών την 22-12-1985 και ως εκ τούτου ο πραγματικός χρόνος της κλοπής αυτής είναι αυτός της 22-12-1984 και τελέστηκε σε χρόνο που ο αιτών δεν ήταν προφυλακισμένος. 'Αλλωστε και από απλή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι πρόκειται περί προφανούς αριθμητικού λάθους γιατί αρχικά είχε αναγραφεί ως χρονολογία τέλεσης η του 1984 και στην συνέχεια πάνω στο αριθμό 4 της χρονολογίας αυτής χαράχτηκε ο αριθμός 5. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα αποδεικτικά στοιχεία όχι μόνο δεν προκύπτουν στοιχεία από τα οποία να καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος άλλα τουναντίον από τα στοιχεία αυτά ούτε κάν πιθανολογείται περίπτωση αθωότητας του λαμβανομένων υπ' όψη και των όσων προκύπτουν από τις ενώπιον των προανακριτικών και ανακριτικών αρχών απολογιών του για τις αιτίες αυτές και για τον λόγο αυτό η αίτηση του πρέπει ν' απορριφθεί στην ουσία της. Δια ταύτα. Προτείνω όπως Να γίνει δεκτή τυπικά και να απορριφθεί στην ουσία της η με ημερομηνία 17- 4-2007 αίτηση του Χ1 κρατουμένου στο Ψυχιατρείο των Φυλακών Κορυδαλλού για ακύρωση της με αριθμ. 721/2004 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 9 ετών και χρηματική ποινή 3000 ευρώ για διακεκριμένες κλοπές και καλλιέργεια ναρκωτικών και την επανάληψη της διαδικασίας. Αθήνα την 15-12-2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 528 παρ.1 του ΚΠοινΔ αρμόδιο να αποφασίσει την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι, κατά τις διακρίσεις του άρθρου 527 παρ.3 του ίδιου Κώδικα, το συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Προς τούτο, προκειμένου για το συμβούλιο του Αρείου Πάγου, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αιτούντα. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με χρονολογία .... αποδεικτικό επιδόσεως του ...., υπαλλήλου στο νοσοκομείο κρατουμένων των φυλακών Κορυδαλλού, ο αιτών κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής. Ωστόσο, αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την πιο πάνω συνεδρίαση και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο). Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να συζητηθεί ερήμην του αιτούντος.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠοινΔ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις αναφερόμενες σ' αυτήν περιπτώσεις μεταξύ των οποίων και εκείνη κατά την οποία, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υπόθεσης, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο). Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη.
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, η από 17-4-2007 αίτηση του Χ1, για επανάληψη της διαδικασίας, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 721/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 2253/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την παραπάνω απόφαση του Εφετείου, ο αιτών έχει καταδικασθεί σε συνολική ποινή κάθειρξης εννέα (9) ετών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ, για διακεκριμένη κλοπή κατ'εξακολούθηση και για καλλιέργεια ναρκωτικής ουσίας. Η πράξη της διακεκριμένης κλοπής συνίσταται στο ότι ενώθηκε με άλλα πρόσωπα και κατά τους αναφερόμενους στην παραπάνω απόφαση χρόνους, αφήρεσε από την κατοχή τρίτων τα προσδιοριζόμενα αυτοκίνητα, πινακίδες αυτοκινήτων και τα εντός αυτών κινητά πράγματα, η δε παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών στο ότι την 13-8-1985, στην περιοχή ....στο ... Αττικής κατελήφθη να καλλιεργεί τριάντα δύο (32) δενδρύλλια ινδικής κάνναβης. Για την παραδοχή της αιτήσεώς του, ως νέα γεγονότα και αποδείξεις επικαλείται και προσκομίζει α) την με ημερομηνία .... υπεύθυνη δήλωση του κρατούμενου στην Κ.Φ.Πατρών Ζ1 και β) το με αριθμό ...... πιστοποιητικό του γραμματέα της Κ.Φ.Χαλκίδος. Τα ανωτέρω επικαλούμενα νέα γεγονότα-αποδείξεις, από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία τα οποία είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση της οποίας ζητείται η ακύρωση, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο που να δικαιολογεί την επανάληψη της διαδικασίας. Ειδικότερα δε στην πιο πάνω υπεύθυνη δήλωση, αναφέρεται ότι η οικία στην περιοχή ...., στον περιβάλοντα χώρο της οποίας βρέθηκαν τα δενδρύλλια της ινδικής κάνναβης, την είχε τυπικά μεν μισθώσει ο Χ1 στο όνομα του, κατά παράκληση του φίλου του Γ επειδή ο τελευταίος ήταν καταζητούμενος, στην πραγματικότητα όμως την χρησιμοποιούσε ως άνω Γ ο οποίος είχε δώσει το κλειδί στον Χ1 να μεταβαίνει εκεί με την φίλη του όποτε το επιθυμούσε. Όμως, και το στοιχείο αυτό να είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου που καταδίκασε τον αιτούντα, η κρίση του δεν θα ήταν διαφορετική, αφού από τη δυνατότητα που είχε να μεταβαίνει στον άνω χώρο, είχε και τη δυνατότητα να καλλιεργεί τα δενδρύλλια, παρεκτός του ότι στις από 14-8-1985 και 1-4-1986 ανακριτικές απολογίες του, ο ίδιος αναφέρει ότι αυτός είχε το σπίτι στο......και απλώς δίνει διαφορετική εξήγηση του πως βρέθηκαν εκεί τα δενρύλλια της ινδικής κάνναβης. Περαιτέρω ως προς τα αναφερόµενα από τον αιτούντα ότι κατά τον χρόνο που κατηγορείται και καταδικάσθηκε ότι διέπραξε τις κλοπές αυτός ήταν φυλακισµένος, προκύπτει από το µε αριθµ. ... πιστοποιητικό του Γραμματέα της φυλακής Χαλκίδας ότι ο αιτών συνελήφθη την 13-8-1985 και κρατήθηκε προσωρινά µέχρι της 9-6-1986. Από την παραβολή του χρόνου τέλεσης των κλοπών για τις οποίες καταδικάστηκε και του χρόνου κατά τον οποίο τελούσε σε προσωρινή κράτηση και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατόν να τις έχει τελέσει προκύπτει ότι όλες έχουν τελεστεί σε προηγούµενο χρόνο από τον χρόνο που αυτός ήταν κρατούµενος και µόνο µία κλοπή, εκείνη του µε αριθµ. .... ΙΧΕ αυτοκινήτου µάρκας Β Μ W τύπου ... χρώµατος άσπρου µοντέλο του 1980 από την διασταύρωση των οδών .... και ... από την περιοχή .... Αττικής, ιδιοκτησίας του ... που φέρεται ότι τελέστηκε µε ηµεροµηνία 22-121985, εμπίπτει στον χρόνο που ο αιτών φέρεται κρατούµενος. Από τις παραπάνω όµως αναφερθείσες απολογίες του αιτούντος ενώπιον του 5 ου και του 4 ου τακτικών Ανακριτών Αθηνών προκύπτει ότι η παραπάνω κλοπή τελέστηκε την 22-12-1984 και όχι όπως αναγράφεται από παραδροµή στο διατακτικό της µε αριθµ. 721/2004 απόφασης του Πενταµελούς Εφετείου Αθηνών την 22-121985 και ως εκ τούτου ο πραγµατικός χρόνος της κλοπής αυτής είναι αυτός της 22-12-1984 χρόνος κατά τον οποίο ο αιτών δεν ήταν προφυλακlσµένος. 'Αλλωστε και από απλή επισκόπηση της προσβαλλόµενης απόφασης προκύπτει ότι πρόκειται περί προφανούς αριθµητικού λάθους γιατί αρχικά είχε αναγραφεί ως χρονολογία τέλεσης η του 1984 και στην συνέχεια πάνω στο αριθµό 4 της χρονολογίας αυτής χαράχτηκε ο αριθµός 5.
Από τα ανωτέρω, σαφώς προκύπτει, ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών, τόσο από μόνα τους όσο και σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με βάση τις οποίες το δικαστήριο έκρινε ότι ο τότε κατηγορούμενος και ήδη αιτών τέλεσε τις άνω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες δικάσθηκε, δεν καθιστούν φανερό, σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα, ότι είναι αθώος των πράξεων αυτών.
Συνεπώς, η ένδικη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Απριλίου 2007 αίτηση του Χ1 για επανάληψη της διαδικασίας και ακύρωση της υπ' αριθμ. 721/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Και.
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2008.Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση επανάληψης διαδικασίας. Απόρριψη της αιτήσεως ως αβάσιμης διότι τα προσκομιζόμενα νέα στοιχεία σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως δεν καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 1789/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ειρήνη Αθανασίου (η οποία ορίσθηκε, προς συμπλήρωση της συνθέσεως, με τη με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μηνακάκη, για αναίρεση της με αριθμό 669/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο αυτοπροσώπως, χωρίς δικηγόρο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαΐου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 921/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 314 παρ.1 εδάφ. α' του Π.Κ. "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποίαν όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και, αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο "όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Δεν αποτελούν, επίσης, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξ άλλου η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν αφορά μόνο την κυρία απόφαση αλλά και την παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το δικαστήριο απορρίπτει αίτημα αναβολής της δίκης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπερασπίσεως που εξετάστηκαν ενόρκως στο δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά και την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που αναγνώσθηκαν, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχτηκε ότι: Ο παθών Ψ1 από το έτος 1991 εργαζόταν ως μηχανοξυλουργός στο εργοστάσιο που διατηρούσε στον ...... Αττικής η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "........ Ο.Ε.", η οποία είχε ως αντικείμενο την κατασκευή ξύλινων επίπλων και της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής ήταν ο κατηγορούμενος Χ1. Στις 6- 4-2001 ο κατηγορούμενος ανέθεσε στον παθόντα την επεξεργασία ενός κομματιού ξύλου από δρυ διαστάσεων 1.000 Χ 60 Χ 23 χιλιοστών στο μηχάνημα της σβούρας που υπήρχε στο πιο πάνω εργοστάσιο. Όμως ο κατηγορούμενος, αν και ήταν υπόχρεος από το πιο πάνω επάγγελμά του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν μερίμνησε, όπως όφειλε, να διαθέτει το πιο πάνω μηχάνημα προφυλακτήρα (άρθρα 5, 6, 7 και 8 β.δ.10-9/14-10-1937) και ξύλινο ή ηλεκτρικό προωθητήρα του προς κατεργασία υλικού (π.δ. 377/1993, παράρτημα Ι παράγραφοι 1.1.2 στ και 1.3.7), με αποτέλεσμα, το οποίο δεν προέβλεψε, στις 9.30' της ίδιας ημέρας (6-4-2001) και ενώ ο παθών επιχειρούσε την κατεργασία του παραπάνω ξύλου στο προαναφερθέν μηχάνημα, να βρεθεί το αριστερό του χέρι σε επαφή με το κοπτικό εργαλείο της σβούρας και να υποστεί τραυματικό ακρωτηριασμό του αντίχειρος, μέσου και παραμέσου δακτύλου αριστεράς άκρας χειρός και έλλειμμα ονυχοφόρου κοίτης με αποκάλυψη της τρίτης φάλαγγος του αριστερού δείκτου δακτύλου. Τα πιο πάνω προκύπτουν ιδίως από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του παθόντος Ψ1 σε συνδυασμό με την αναγνωσθείσα έκθεση έρευνας των τεχνικών επιθεωρητών .... και ......, ενισχύονται δε και από την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας ....., συζύγου του κατηγορουμένου. Αντίθετα η κρίση του δικαστηρίου για τα πιο πάνω, δεν αναιρείται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ενόψει και του ότι οι μεν καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας .... και υπερασπίσεως .... και ...... δεν κρίνονται αρκετά πειστικές, αφού δεν φαίνονται ανεπηρέαστες από την ιδιότητα των πρώτου και τρίτου ως εργαζομένων στην πιο πάνω επιχείρηση της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο κατηγορούμενος και του δεύτερου ως τεχνικού ασφαλείας της ίδιας επιχειρήσεως, ο δε κατηγορούμενος με την απολογία του δεν έδωσε εύλογες και πειστικές εξηγήσεις για τα αίτια του ατυχήματος. Ενόψει όλων αυτών πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο, η οποία του αποδίδεται, όπως τα πραγματικά περιστατικά που την θεμελιώνουν αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό..." Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα τεσσάρων (14) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος (28, 314 παρ.1α, 315 παρ. 1 του Π.Κ), καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση η αιτία πρόκλησης του τραυματισμού του παθόντος και από πού απορρέει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου να έχει προστατευτικό εξάρτημα το χρησιμοποιούμενο μηχάνημα επεξεργασίας των ξύλων ως και η υποχρέωση να έχει εφοδιάσει τους χρήστες του μηχανήματος με κατάλληλο προωθητήρα του προς κατεργασία υλικού. Για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήταν αναγκαίο, ως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, να αναφέρεται στην απόφαση α) εάν εκ κατασκευής είχε ή δεν είχε το μηχάνημα προφυλακτήρα β) ένα είχαν παρασχεθεί στον τραυματισθέντα οδηγίες ασφαλούς χρήσεως του μηχανήματος και δεν ήταν αναγκαίο να έχει η απόφαση ειδικές σκέψεις για ποιόν λόγο ο παθών παρά την εμπειρία του δεν απέφυγε τον τραυματισμό του. Περαιτέρω, το δικαστήριο για να καταλήξει στο περί της ενοχής του κατηγορουμένου αποδεικτικό πόρισμα, συνεκτίμησε και αξιολόγησε τις αναφερόμενες στο σκεπτικό του μαρτυρικές καταθέσεις, είναι δε ανέλεγκτη η κρίση του περί του ότι θεώρησε ως μη αρκετά πειστικές τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως. Τέλος, ως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της αποφάσεως, ο συνήγορος του κατηγορουμένου υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης με το ακόλουθο κατά λέξη περιεχόμενο " ... ο συνήγορος .... ζήτησε να αναβληθεί η δίκη προκειμένου να κληθούν και εμφανισθούν σε νέα δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου, οι συντάξαντες την έκθεση έρευνας τεχνικοί επιθεωρητές...". Με αυτό το περιεχόμενο και ενόψει του ότι στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων περιείχετο και αναγνώσθηκε η .... έκθεση έρευνας των τεχνικών επιθεωρητών .... και ....., το αίτημα αναβολής, χωρίς να εκτίθενται οι λόγοι που καθιστούσαν αναγκαία την προσέλευση των ανωτέρω προσώπων συντακτών της έκθεσης, ήταν αόριστο και το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και πολύ περισσότερο να διαλάβει στην παρεμπίπτουσα απορριπτική απόφασή του ειδική αιτιολογία. Έτσι, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο μοναδικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ.Δ του ΚΠΔ, αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας, τόσον ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής όσον και ως προς την κρίση της για την ενοχή του κατηγορουμένου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Μαϊου 2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ.669/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως. Αίτημα αναβολής αόριστο. Όχι υποχρέωση του δικαστηρίου να το απορρίψει με ειδική αιτιολογία. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναβολής αίτημα, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 1
|
Αριθμός 1774/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Χαράλαμπο Δημάδη (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλου-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδάμ Πολύδωρα, για αναίρεση της 6556/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους 1)Χ2 και 2)Χ3.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1850/2006.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ.1 και 2 του άρθρου 216 Π.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου απαιτείται αντικειμενικώς μεν η χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο, περαιτέρω δε και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.
ΙΙ.- Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ.(Ολ.ΑΠ 1/2005). Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.6.556/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα ακόλουθα περιστατικά "... ο τρίτος κατηγορούμενος Χ1 στην .... στις 13-3-2002 προσκόμισε την ..... ελληνική άδεια ικανότητος οδήγησης, η οποία είχε εκδοθεί στο όνομά του στην προϊσταμένη του τμήματος έκδοσης αδειών οδήγησης της Δ/νσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχίας Αθηνών ......, εν γνώσει του ότι αυτή ήταν νοθευμένη ως προς την επέκτασή της στην κατηγορία των μοτοσικλετών αφού είχαν αποσβεσθεί στις σελίδες 3 και 4 στα τετραγωνίδια "ΑΠΟ ΕΩΣ", στη δεύτερη κατά σειρά γραμμή και στην ένδειξη "ΑΑ", της αρχικής εγγραφής και της προσθήκης και αναγραφής στην ίδια γραμμή "......." καθώς και της θέσεως επ' αυτής της σφραγίδας του Υπουργείου Μεταφορών και υπογραφής υπαλλήλου αυτού, με σκοπό να παραπλανήσει αυτήν ότι η άνω άδεια είναι γνήσια ως προς την επέκτασή της στην κατηγορία των μοτοσικλετών και ότι ως εκ τούτου αυτός έχει την ικανότητα κατά το νόμο να οδηγεί δίκυκλη μοτοσικλέτα, ώστε να επιτύχει τη μετατροπή της σε επαγγελματική. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι λοιποί κατηγορούμενοι Χ2 και Χ3 στην ... τον Σεπτέμβριο του 2000 παρείχαν με πρόθεση συνδρομή στον κατηγορούμενο Χ1, πριν από την άνω πράξη που αυτός διέπραξε ήτοι της χρήσης νοθευθέντος εγγράφου ως άνω και συγκεκριμένα ο Χ2 παρέδωσε στον Χ3 και αυτός στον Χ1 την ..... ως άνω άδεια ικανότητος οδήγησης, που είχε εκδοθεί στο όνομα του Χ1 εν γνώσει τους ότι αυτή είχε νοθευτεί ως προς την επέκτασή της στην κατηγορία των μοτοσικλετών, με τον τρόπο που αναφέρεται ως άνω ως και ότι αυτή θα εχρησιμοποιείτο από τον Χ1 για την παραπλάνηση των αρμοδίων υπαλλήλων του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχίας Αθηνών ή κάθε αρμοδίου κρατικού λειτουργού ότι είναι γνήσια και ότι αυτός έχει κατά τον νόμο την ικανότητα να οδηγεί δίκυκλη μοτοσικλέτα, παρέχοντας έτσι με πρόθεση σε αυτόν συνδρομή (απλή) στην πράξη που αυτός διέπραξε (χρήση νοθευθέντος εγγράφου) στις 13-3-2002.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των άνω πράξεων. Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο στο διατακτικό του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δεν διέλαβε στην απόφασή του την κατά το Σύνταγμα και το νόμο απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, η οποία στην προκείμενη περίπτωση είναι ελλειπής και ανεπαρκής. Ειδικότερα, ενόψει του ότι πρόκειται για χρήση εγγράφου η νόθευση του οποίου είχε γίνει από τρίτο πρόσωπο, δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο οδηγείται στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της νοθεύσεως της αδείας ικανότητας οδηγού αυτοκινήτου η οποία είχε νομίμως εκδοθεί στο όνομά του. Περαιτέρω, δεν διευκρινίζεται γιατί ο κατηγορούμενος, την γνήσια άδεια ως προς την οδήγηση αυτοκινήτου, αλλά νοθευμένη κατά την επέκταση ως προς την ικανότητα οδήγησης μοτοσικλέτας, προσκόμισε στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Μεταφορών, τι επεδίωκε με την εμφάνιση της νοθευμένης αδείας, εις τι συνίσταται ο σκοπός παραπλάνησης της υπηρεσίας αυτής και εάν η έννομη συνέπεια των υπαλλήλων του αρμοδίου γραφείου μπορούσε να πραγματοποιηθεί. 'Ετσι, όμως, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του και εξετίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και την κατάθεση της μάρτυρος υπαλλήλου της άνω υπηρεσίας, η οποία κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος προσήλθε στην υπηρεσία για να κάνει επέκταση της ερασιτεχνικής αδείας οδηγού αυτοκινήτου σε επαγγελματική, για την οποία, όμως, δεν ήταν προϋπόθεση να έχει και άδεια ικανότητας μοτοσικλέτας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας και της εκ πλαγίου παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 216 παρ.2 του ΠΚ είναι βάσιμοι.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ.6.556/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Χρήση νοθευμένου εγγράφου (αδείας ικανότητας οδηγήσεως ΙΧΕ αυτοκινήτου). Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για ανεπάρκεια αιτιολογίας. Δεν αιτιολογείται η γνώση της νόθευσης και η έννομη συνέπεια από τη χρήση του νοθευμένου εγγράφου. Εις τι συνίσταται και πως μπορούσαν να παραπλανηθούν οι υπάλληλοι της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Μεταφορών.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Πλαστογραφία.
| 0
|
Αριθμός 1773/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2789/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25.10.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1888/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού, με αριθμό 503/17.12.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω την με αριθμ. 51/25-10-2007 αίτηση - αναίρεσης του Χ1 κατά της με αριθμ. 2789/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 12 μηνών (6+3+3) για ψευδή καταμήνυση κατ' εξακολούθηση, ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση και εκθέτω τα παρακάτω: Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων το άρθρο 465 παρ. 1 εδ. α-δ ΚΠΔ, 474 &1 και 476&1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη "ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1 ΚΠΔ. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Στις περιπτώσεις άσκησης ενδίκου μέσου κατά βουλεύματος καθώς και κατά αποφάσεως όταν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία τους, το πληρεξούσιο μπορεί να προσκομισθεί στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο μέσα σε είκοσι μέρες από την άσκησή του. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο ''κατά δε την δεύτερη ότι το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στον γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος ή ενώπιον του διευθυντή της φυλακής αν αυτός κρατείται ..... και κατά την τρίτη "..... Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκηση του...... ή ....... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο(ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί.. και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο .....". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο διάδικος μπορεί ν' ασκήσει ένδικα μέσα στις περιπτώσεις που προβλέπεται από τον νόμο είτε αυτοπρόσωπα είτε δια πληρεξουσίου ο οποίος έχει την προς τούτο πληρεξουσιότητα της οποίας το έγγραφο προσαρτάται στην έκθεση του ενδίκου μέσου εκτός από την περίπτωση κατά την ποία αυτός που ασκεί το ένδικο μέσο πληρεξούσιος στρέφεται κατά καταδικαστικής απόφασης. Στην άσκηση ενδίκου μέσου δικαιούται και ο πληρεξούσιος δικηγόρος που παρέστη κατά την εκδίκαση της υπόθεσης συνήγορος υπεράσπισης χωρίς την προσκόμιση πληρεξουσίου, ότι η δήλωση για άσκηση του ενδίκου μέσου γίνεται ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή τον γραμματέα του ειρηνοδικείου του τόπου κατοικίας ή διαμονής ή του προϊσταμένου της προξενικής αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής αν βρίσκεται στο εξωτερικό ή στον διευθυντή της φυλακής αν κρατείται και ότι αν ασκηθεί αναίρεση ένδικο μέσο από πληρεξούσιο που δεν έχει ή δεν προσκόμισε το προς τούτο πληρεξούσιο στις περιπτώσεις που επιτρέπεται από τον νόμο εντός 20 ημερών ή η δήλωση γίνει σε πρόσωπα πλην των παραπάνω το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο σε συμβούλιο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και επιβάλλει τα έξοδα στον ασκήσαντα το απαράδεκτο ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινομένη αναίρεση στρέφεται κατά της με αριθμ. 2789/4-9-2007 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά την εκδίκαση της οποίας ο αναιρεσείων παρέστη δια του πληρεξουσίου Γ1 και η οποία καθαρογράφηκε την 15-1-2007. Την 25-1-2007 εμφανίστηκε στον Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και όχι στον Γραμματέα του Εφετείου που ήταν το δικαστήριο που εξέδωσε την παραπάνω καταδικαστική απόφαση η δικηγόρος Θεσσαλονίκη Αικατερίνη Νίγδελη και άσκησε αναίρεση για λογαριασμό του καταδικασθέντα χωρίς όμως να έχει ή να προσκομίσει πληρεξούσιο στον γραμματέα εντός 20 ημερών. Κατ' ακολουθία των παραπάνω η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη το μεν γιατί ασκήθηκε από πληρεξούσιο που στερούνταν ή δεν προσκόμισε πληρεξούσιο εντός 20 ημερών από την ημέρα σύνταξης της έκθεσης της αναίρεσης, όπως και ότι η δήλωση για άσκηση της αναίρεσης έγινε στο Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και όχι στον κατά τα' άνω αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και ως εκ τούτου η αίτηση αναίρεσης του παραπάνω πρέπει να απορριφθεί σαν απαράδεκτη εκ των λόγων αυτών και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα.
Δια ταύτα Προτείνω όπως: Α. Απορριφθεί σαν απαράδεκτη η με αριθμ. 51/25-10-2007 αίτηση - αναίρεσης του Χ1 κατά της με αριθμ 2789/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 12 μηνών (6+3+3) για ψευδή καταμήνυση κατ' εξακολούθηση, ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση. Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στην παραπάνω Αθήνα την 3-12-2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η διάταξη του άρθρου 465 παρ. 1 εδ. α - δ ΚΠοινΔ ορίζει ότι ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1 Κ.Π.Δ. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Στις περιπτώσεις ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά βουλεύματος καθώς και κατά αποφάσεως, όταν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία τους, το πληρεξούσιο μπορεί να προσκομιστεί στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο μέσα σε είκοσι μέρες από την άσκησή του. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στον γραμματέα του ειρηνοδικείου η στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί η διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος ή ενώπιον του διευθυντή της φυλακής αν αυτός κρατείται... Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του ...ή ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Από τις παραπάνω διατάξεις, σαφώς προκύπτει ότι ο διάδικος μπορεί να ασκήσει ένδικα μέσα σε όσες περιπτώσεις προβλέπει ο νόμος, είτε αυτοπροσώπως η είτε δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ο οποίος έχει την σχετική πληρεξουσιότητα, της οποίας το έγγραφο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσεται, εκτός από την περίπτωση, κατά την οποία, ο πληρεξούσιος που ασκεί το ένδικο μέσο στρέφεται εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως, είχε δε παραστεί κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ως συνήγορος υπερασπίσεως. Η δήλωση για την άσκηση του ένδικου μέσου γίνεται ενώπιον του γραμματέως του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή ενώπιον του γραμματέως του ειρηνοδικείου του τόπου κατοικίας ή διαμονής του αναιρεσείοντος ή η του προϊσταμένου της προξενικής αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής αν ο αναιρεσείων βρίσκεται στο εξωτερικό ή ενώπιον του διευθυντή της φυλακής αν κρατείται. Αν ασκηθεί αναίρεση από πληρεξούσιο που δεν έχει ή δεν προσκόμισε το προς τούτο πληρεξούσιο στις περιπτώσεις που επιτρέπεται από τον νόμο μέσα σε είκοσι μέρες ή η δήλωση γίνει σε πρόσωπα εκτός από τα αναφερόμενα παραπάνω, τότε το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο σε συμβούλιο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και επιβάλλει σε αυτόν που το άσκησε τα έξοδα.
Εν προκειμένω, η κρινόμενη αίτηση στρέφεται κατά της 2789/4.9.2007 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά την εκδίκαση της οποίας ο αναιρεσείων παρέστη δια του πληρεξουσίου του Γ1 και η οποία καθαρογραφήθηκε την 15/1/2007. Στις 25 Ιανουαρίου 2007 εμφανίστηκε ενώπιον του γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και όχι ενώπιον του γραμματέως του Εφετείου, το οποίο ήταν το δικαστήριο που εξέδωσε την παραπάνω καταδικαστική απόφαση η δικηγόρος Θεσσαλονίκης Αικατερίνη Νίγδαλη και άσκησε αναίρεση για λογαριασμό του καταδικασθέντος, χωρίς όμως να έχει το σχετικό πληρεξούσιο ή να έχει προσκομίσει τέτοιο στον γραμματέα μέσα σε είκοσι μέρες από τότε που συντάχθηκε η έκθεση αναιρέσεως. Ενόψει των όσων ορίζουν οι παραπάνω διατάξεις, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, το μεν διότι ασκήθηκε από πληρεξούσιο που δεν είχε ούτε προσκόμισε πληρεξούσιο έγγραφο εντός της παραπάνω προθεσμίας των 20 ημερών, το δε διότι η δήλωση για την άσκηση της αναιρέσεως έγινε στο γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και όχι στον αρμόδιο γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, δηλαδή του Δικαστηρίου που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Ως εκ τούτου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.10.2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 2789/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση ως απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε από πληρεξούσιο που δεν είχε πληρεξουσιότητα, αλλά και για τον πρόσθετο λόγο ότι η δήλωση για την άσκηση της αναιρέσεως έγινε σε αναρμόδιο γραμματέα.
|
Πληρεξουσιότητα
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πληρεξουσιότητα.
| 0
|
Αριθμός 1772/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παρέστη αυτοπροσώπως, περί αναιρέσεως της 1654/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16.2.2005 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 5.10.2006 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1218/2005.
Αφού άκουσε Τον αυτοπροσώπως παραστάντα αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 161 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, εκείνος που ενεργεί την επίδοση οφείλει να συντάξει αποδεικτικό στον τόπο όπου αυτή γίνεται. Στο αποδεικτικό, με ποινή ακυρότητας της επίδοσης, σημειώνεται ο τόπος, το έτος, ο μήνας, η ημέρα κλπ. Υπογράφεται δε το αποδεικτικό αυτό από το πρόσωπο προς το οποίο παραδόθηκε το επιδοθέν έγγραφο και από εκείνον που ενήργησε την επίδοση. Ως υπογραφή νοείται η ιδιόχειρη γραφή του ονόματος και του επωνύμου, χωρίς να αποκλείεται η συγκοπή συλλαβών, εφόσον αυτή συνηθίζεται από τον υπογράφοντα, δεν μεταπίπτει σε μονογραφή και δεν αποκλείει τη διακρίβωση της ταυτότητάς του. Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι η έλλειψη της υπογραφής του προσώπου που ενήργησε την επίδοση του εγγράφου στο συνταχθέν απ' αυτό αποδεικτικό καθιστά τούτο άκυρο με εντεύθεν συνέπεια την ακυρότητα της επιδόσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1654/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό,απορρίφθηκαν οι αντιρρήσεις του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την πρόοδο της δίκης (κατ' άρθρο 174 παρ. 2 ΚΠοινΔ), εκ του λόγου ότι στα αποδεικτικά επιδόσεως του υπ' υπ' αριθ. 1871/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στον ίδιο και τον αντίκλητο δικηγόρο του ελλείπουν τα στοιχεία υπογραφής του επιδόσαντος οργάνου με την εξής αιτιολογία: "Από την επισκόπηση των από .... αποδεικτικών επιδόσεως του ...., επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, που ευρίσκονται στη δικογραφία, προκύπτει ότι αντίγραφο του υπ' αριθμ. 1871/21-8-2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που απέρριψε την προσφυγή του κατηγορουμένου κατά του υπ' αριθμ. 26/2002 κλητηρίου θεσπίσματος, που τον καλούσε να δικαστεί απευθείας στο ακροατήριο, έχει επιδοθεί από τον άνω επιμελητή τόσο στον ίδιο, στην οδό ......., όπου είναι το γραφείο του, όσο και στον αντίκλητό του δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο Μπαγιώργα, στην οδό...... (στον τελευταίο με θυροκόλληση νομίμως). Στα εν λόγω δύο αποδεικτικά επιδόσεως αναφέρεται το επιδίδον όργανο με το ως άνω ονοματεπώνυμο και την ιδιότητα του, στο τέλος δε του αποδεικτικού και υπό την ένδειξη "Ο Επιδούς" έχει τεθεί ιδιοχείρως η υπογραφή του από τον επιδόσαντα. Έτσι, ουδεμία αμφιβολία προκαλείται ως προς τα στοιχεία ταυτότητας και της ιδιότητας του άνω επιδόσαντος επιμελητή, επειδή δεν αναφέρεται και το ονοματεπώνυμο αυτού (επιδόσαντος) κάτω από την υπογραφή του, αφού αρκεί το γεγονός ότι το στοιχείο αυτό περιλαμβάνεται στο αποδεικτικό επιδόσεως. Περαιτέρω, και συναφώς με τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι ποτέ δεν του επιδόθηκε το προαναφερόμενο βούλευμα, από την επισκόπηση του ως άνω αποδεικτικού επιδόσεως του προαναφερομένου βουλεύματος στον κατηγορούμενο, σημειωτέον δεν προσβάλλεται για πλαστότητα, και δη τη συμπλήρωση των εις αυτό (αποδεικτικό) εντύπων κενών ιδιοχείρως από το δικαστικό επιμελητή και τη θέση της υπογραφής του υπό την ένδειξη "Ο Επιδούς", που έχουν γραφεί με το ίδιο χρώμα (γαλάζιο) μελάνης, όπως και η υπάρχουσα υπογραφή υπό την ένδειξη "Ο Λαβών", προκύπτει ότι το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών επιδόθηκε στον ίδιο τον κατηγορούμενο, ενώ η κάτω από την ένδειξη "Ο Λαβών" του αποδεικτικού επιδόσεως αναγραφή του ονόματος "......", η αναγραφή της λέξεως "δεν" μεταξύ των εντύπων λέξεων "και επειδή" και "βρήκα" κλπ, καθώς και η γραφή μετά την έντυπη φράση "βρήκα τον ίδιο έδωσα το πιο πάνω βούλευμα στον" τα γράμματα και της λέξης "του", έχουν γραφεί με διαφορετικής απόχρωσης μελάνη από άλλο άτομο. Επομένως, οι αντιρρήσεις του κατηγορουμένου στην πρόοδο της δίκης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση αιτιολογημένα απέρριψε τις ανωτέρω αντιρρήσεις του αναιρεσείοντος και συνεπώς ο σχετικός λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, και συγκεκριμένα από τα από .... αποδεικτικά επιδόσεως του ......, επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, προκύπτει ότι αντίγραφο του υπ' αριθ. 1871/21.8.2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που απέρριψε την προσφυγή του κατηγορουμένου κατά του υπ' αριθ. 26/2002 κλητηρίου θεσπίσματος, που τον καλούσε να δικαστεί απευθείας στο ακροατήριο, έχει επιδοθεί από τον άνω επιμελητή τόσο στον ίδιο, στην οδό ......, όπου είναι το γραφείο του, όσο και στον πιο πάνω αντίκλητό του δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο Μπαγιώργα, στην οδό ...... (στον τελευταίο με θυροκόλληση νομίμως). Στα εν λόγω δύο αποδεικτικά επιδόσεως αναφέρεται το επιδίδον όργανο με το πιο πάνω ονοματεπώνυμο και την ιδιότητά του, στο τέλος δε του αποδεικτικού και υπό την ένδειξη "Ο Επιδούς" έχει τεθεί ιδιοχείρως η υπογραφή του από τον επιδόσαντα. Με βάση τα ανωτέρω, δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία αναφορικά με τα στοιχεία ταυτότητας και την ιδιότητα του άνω επιμελητή που ενήργησε τις εν λόγω επιδόσεις, επειδή δεν αναφέρεται και το ονοματεπώνυμο αυτού κάτω από την ιδιόχειρη υπογραφή του, αφού αρκεί το γεγονός ότι το στοιχείο αυτό αναφέρεται, κατά τα ανωτέρω, στα άνω αποδεικτικά επιδόσεως, εντεύθεν δε οι ειρημένες επιδόσεις του πιο πάνω βουλεύματος προς τον αναιρεσείοντα και τον αντίκλητο δικηγόρο του είναι έγκυρες. Κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που προχώρησε στην πρόοδο της δίκης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως της εξουσίας και επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι της αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος αντέλεξε στην εξέταση του μάρτυρα κατηγορίας Γ1, για το λόγο ότι "δεν έλαβε γνώση της από τον Εισαγγελέα κλητεύσεως του μάρτυρα αυτού στο ακροατήριο για να εξετασθεί". Το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε με παρεμπίπτουσα απόφασή του την άνω αντίρρηση του αναιρεσείοντος, με την εξής αιτιολογία: "Από την επισκόπηση των από ..... δύο αποδεικτικών επιδόσεως του επιμελητή Δικαστηρίου Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών (......), που βρίσκονται στη δικογραφία και αναγνώσθηκαν, προκύπτει ότι την παραπάνω ημεροχρονολογία και περί ώρα 15.00, ο εν λόγω επιμελητής πήγε στο επί της οδού ......, γραφείο του κατηγορουμένου για να επιδώσει σ' αυτόν και στο συστεγαζόμενο δικαστικό του αντίκλητο Ιορδάνη Τσοπάνογλου, Δικηγόρο, τον υπ' αριθ. 1130/03 συμπληρωματικό κατάλογο μαρτύρων (στον οποίο περιλαμβάνονταν ο πιο πάνω μάρτυρας κατηγορίας) και επειδή δεν βρήκε τον κατηγορούμενο στο γραφείο του, ούτε τον άνω δικαστικό αντίκλητό του, ούτε άλλο από τα πρόσωπα του άρθρου 155 παρ. 2 ΚΠοινΔ, κόλλησε τον παραπάνω συμπληρωματικό κατάλογο στην πόρτα του άνω γραφείου του επί παρουσία του μάρτυρα Γ2, επιμελητή δικαστηρίου της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, ο οποίος (μάρτυρας) και υπέγραψε κάτω από την ένδειξη "Ο Μάρτυς". Επομένως, η πιο πάνω αντίρρηση του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση, αιτιολογημένα απέρριψε την άνω αντίρρηση του αναιρεσείοντος και, συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ. 1, 174 παρ. 2, 320 παρ. 2, 321 παρ.1 στοιχ. δ', ε' και 4 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται, μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του Εισαγγελέα, που εξέδωσε το κλητήριο θέσπισμα. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, εμφανισθεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδο αυτής. Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή. Η σφραγίδα και η υπογραφή του Εισαγγελέα, στην περίπτωση που το κλητήριο θέσπισμα αποτελείται από περισσότερο του ενός φύλλα, αρκεί να υπάρχουν στο τέλος του τελευταίου φύλλου και σε κάθε ουσιώδη παραπομπή, όχι όμως και κάτω από τα παρατιθέμενα στο τέλος αυτού αναγνωστέα έγγραφα, αφού ακόμη και η μη αναγραφή αυτών στο κλητήριο θέσπισμα δεν συνεπάγεται ακυρότητα. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), 31 παρ. 2, 105 παρ. 2 και 223 παρ. 4 του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι απαγορεύεται η αποδεικτική αξιοποίηση εις βάρος του κατηγορουμένου της έγγραφης εξετάσεώς του, που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή ανώμοτης καταθέσεως που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Συνακόλουθα η κατά παράβαση της απαγορεύσεως αυτής αποδεικτική αξιοποίηση εις βάρος εκείνου που κατέθεσε και στη συνέχεια κατέστη κατηγορούμενος της πιο πάνω καταθέσεώς του, είτε στην προδικασία είτε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο επάγεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠοινΔ και θεμελιώνει έτσι τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 1/2004 και 2/1999). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η αξιοποίηση-εκτίμηση-αξιολόγηση ενός πορίσματος, το οποίο εκτίμησε και τη μαρτυρική κατάθεση του μετέπειτα κατηγορουμένου, δεν εμπίπτει στις ανωτέρω διατάξεις, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αυτοτελές και ανεξάρτητο από την εν λόγω κατάθεση αποδεικτικό μέσο και δη έγγραφο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος εμφανίστηκε και προέβαλε ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, συνιστάμενη α) στο ότι δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το δόλο του, β) στην έλλειψη υπογραφής του Εισαγγελέα στα αναγνωστέά έγγραφα και γ) στο ότι κατά τη σύνταξή του λήφθηκε υπόψη το από 2-5-2001 πόρισμα προκαταρκτικής εξέτασης, στο οποίο περιλαμβάνονται μαρτυρικές καταθέσεις του. Η αντίρρησή του αυτή απορρίφθηκε με την 9107/2003 απόφαση, ενώ στη συνέχεια προτάθηκε η εν λόγω ακυρότητα ως λόγος εφέσεως και απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το από 11-2-2002 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, που επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, κλητεύθηκε αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση. Το κλητήριο αυτό θέσπισμα αποτελείται από ένα φύλλο. Στο πρώτο μέρος του φύλλου, που περιέχεται η κλήση προς εμφάνιση στο ακροατήριο, δεν υπάρχει υπογραφή και σφραγίδα. Στο δεύτερο μέρος του φύλλου, που περιέχει την αξιόποινη πράξη και τα άρθρα του ΠΚ, υπάρχει η υπογραφή του Εισαγγελέα και η σφραγίδα, ενώ στο πρώτο μέρος υπάρχει η υπογραφή του Εισαγγελέα και η σφραγίδα σε μία παραπομπή. Επίσης το άνω κλητήριο θέσπισμα περιέχει τον ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται ο αναιρεσείων, και δεν ήταν απαραίτητο να περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το δόλο αυτού, δεδομένου ότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως που του αποδίδεται. Με βάση δε τα προαναφερθέντα, η υπάρχουσα σφραγίδα και υπογραφή του Εισαγγελέα καλύπτουν όλο το περιεχόμενο του κλητηρίου θεσπίσματος, ενώ η αξιοποίηση του άνω πορίσματος της προκαταρκτικής εξετάσεως για τη σύνταξη του κατηγορητηρίου δεν συνεπάγεται καμιά ακυρότητα και κατά συνέπεια όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους σχετικούς λόγους αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Β' ΚΠοινΔ, της κρινόμενης αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που αναφέρονται στην πιο πάνω πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατασκευή) από τον αυτουργό, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή, η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή την εξάλειψη, ή και με τα δύο, λέξεων, αριθμών ή σημείων, για την υποκειμενική δε θεμελίωσή του απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και επί πλέον το σκοπό του δράστη (υπερχειλή δόλο) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, αδιαφόρου όντος αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1654/2004 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθ. 26413/1997 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο Χα και η σύζυγός του Χβ καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών για απάτη ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, έγκλημα φερόμενο ότι τελέστηκε από κοινού, συνιστάμενο στο ότι, ύστερα από κοινή αυτών συναπόφαση, παρέστησαν ψευδώς ότι το ακίνητου που πουλήθηκε στον ......, ήταν ελεύθερο παντός βάρους, ενώ στην πραγματικότητα ήταν βεβαρυμένο με υποθήκη υπέρ του δανειστή ......., τον οποίον κατ' αυτόν τον τρόπο ζημίωσαν. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε η δεύτερη την υπ' αριθ. 1903/1.4.1997 έφεση, ενώ ο τότε συγκατηγορούμενός της Χα, που δικάστηκε ερήμην γιατί δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο, δεν είχε ασκήσει έφεση μέχρι την 30.3.01 (ημέρα Παρασκευή). Επί της εφέσεως της Χβ, η οποία, σημειωτέον, στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών είχε διορίσει ως συνήγορό της τον κατηγορούμενο, ο οποίος την εκπροσώπησε και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 501 παρ. 3 ΚΠοινΔ), εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1772-1773/7.2.2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η εκκαλούσα αθωώθηκε, επειδή, κατά τα δεκτά γενόμενα, ο ενυπόθηκος δανειστής δεν υπέστη ζημία από την πώληση του ενυποθήκου ακινήτου, αφού αυτό μεταβιβάζεται στο νέο κτήτορα βεβαρυμένο. Η απόφαση του Εφετείου δεν περιείχε στο διατακτικό της διάταξη περί επεκτάσεως του αθωωτικού αποτελέσματος και στον μη ασκήσαντα έφεση συναυτουργό της, Χα, αλλ' ούτε και στο σκεπτικό της διαλάμβανε αυτή (απόφαση) σκέψη για επεκτακτικό αποτέλεσμα. Την 1.4.2001, ημέρα Κυριακή, ο Χα, όταν εμφανίστηκε στο Α/Τ Κολωνού (όπου η κατοικία του), σε εκπλήρωση των περιοριστικών όρων που του είχαν επιβληθεί με το υπ' αριθ. 58/01 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας για την υπό όρους απόλυσή του από τις φυλακές, όπου εξέτιε ποινή φυλάκισης με καταδικαστικές αποφάσεις για καθυστέρηση καταβολής εργοδοτικών εισφορών στο ΙΚΑ, συνελήφθη, με βάση την προαναφερομένη σε βάρος του (ερήμην) καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Ο Χα επικοινώνησε αμέσως με τον κατηγορούμενο, με τον οποίον συνδεόταν από παλιά και ήταν νομικός του σύμβουλος, και ο τελευταίος (κατηγορούμενος), με τη σειρά του, επικοινώνησε με τον συστεγαζόμενο συνεργάτη του Ιωάννη Τσοπάνογλου, επίσης δικηγόρο, και του ζήτησε να μεριμνήσει ώστε την επομένη (2.4.01, Δευτέρα) να λάβει αντίγραφο της αποφάσεως του Εφετείου, χωρίς να του αναφέρει τον αριθμό της, διότι δεν τον γνώριζε. Την επομένη 2.4.01, ο κατηγορούμενος έλαβε από τον Χα την με ίδια ημερομηνία αναγνωσθείσα εξουσιοδότηση, με την οποία έδωσε στον κατηγορούμενο την εντολή να ασκήσει έφεση κατά της υπ' αριθ. 26413/97 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και περαιτέρω "να ενεργήσει πάντα τα νόμιμα, όπως και προς συμπλήρωσιν, δια του επεκτατικού αποτελέσματος της υπ' αριθ. 1772-1773/2000 αποφάσεως (αθωωτικής) και δι' αυτόν", όπως διαλαμβάνεται στην εξουσιοδότηση αυτή. Από την τελευταία αυτή περικοπή της εξουσιοδότησης προκύπτει, ως πρόσθετο στοιχείο, ότι η εν λόγω απόφαση και συγκεκριμένα το συνταχθέν και από τον Προεδρεύοντα Εφέτη και τη Γραμματέα της έδρας υπογραφέν πρωτότυπο αυτής, δεν περιείχε διάταξη, περί επεκτάσεως του αθωωτικού της αποτελέσματος και στον Χα και για τη συμπλήρωση αυτής ακριβώς της παραλείψεως (με την κατ' άρθρο 469 ΚΠοινΔ βεβαία, νόμιμη διαδικασία) εδίδετο από τον τελευταίο η εντολή και περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος, όταν στις 2.4.2001 εδίδετο σ' αυτόν η, ως άνω, εντολή, είχε ήδη στην κατοχή του αντίγραφο της αποφάσεως αυτής του Εφετείου, το οποίο (αντίγραφο αυτό) είχε λάβει από τον προαναφερόμενο συνεργάτη του Ιορδάνη Τσοπάνογλου, στον οποίο χορηγήθηκε αυτό από το Αρχείο του Εφετείου. Έχοντας ο κατηγορούμενος στην κατοχή του το άνω ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο του πρωτοτύπου της άνω αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μετέβη στις 2.4.2001, στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, Τμήμα Εκτελέσεων, και ζήτησε την αποφυλάκιση του Χα, αίτημα όμως που δεν έγινε δεκτό, επειδή η απόφαση δεν περιείχε διάταξη επεκτάσεως του αθωωτικού αποτελέσματος και σ' εκείνον. Τότε ο κατηγορούμενος, προκειμένου να επιτύχει την άμεση απόλυση του Χα, πράγμα που αποκλειόταν αν ακολουθούσε τη διαδικασία συμπλήρωσης της απόφασης, κατά το άρθρο 469 εδ. δ' ΚΠοινΔ, τελών εν γνώσει της μη υπάρξεως στην άνω απόφαση διάταξης περί επεκτατικού αποτελέσματος και στον εντολέα του Χα, αποφάσισε να νοθεύσει το εκ του πρωτοτύπου της άνω αποφάσεως ακριβές επικυρωμένο φωτοαντίγραφο που είχε στα χέρια του, με σκοπό να παραπλανήσει τα αρμόδια όργανα (Εισαγγελέα Τμήματος εκτελέσεως του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών) και να διατάξουν την αποφυλάκιση του Χα. Έτσι, στο άνω επίσημο φωτοαντίγραφο της υπ' αριθ. 1772-1773/2000 (αποφάσεως) που είχε χορηγηθεί, όπως από αυτό προκύπτει, στον δικηγόρο Ιορδάνη Τσομπάνογλου στις 2.4.2001, κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης του κατηγορουμένου, που ήταν ο παραστάς στη δίκη δικηγόρος, πρόσθεσε, στις 3.4.2001, στο μεν σκεπτικό της τη φράση: "Όπως αθώος πρέπει να κηρυχθεί ο συμμέτοχος Χα" και στο διατακτικό της τη φράση: "Επεκτείνει αποτέλεσμα Χα (469 ΚΠοινΔ)". Στη συνέχεια με, απλή (ανεπικύρωτη) φωτοτυπία του νοθευμένου αυτού αντιγράφου, μετέβη στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών - Τμήμα Εκτελέσεως και ζήτησε την αποφυλάκιση του Χα, λόγω της περιεχομένης πλέον σ' αυτό διατάξεως επεκτατικού αποτελέσματος με τη φράση, που ο ίδιος είχε προσθέσει. Ο επιληφθείς εισαγγελικός λειτουργός ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του9 προσκομίσει επίσημο αντίγραφο της αποφάσεως και σχετική εντολή του (αρμοδίου) Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Ύστερα από αυτό, αποφασισμένος να επιτύχει το σκοπό του, ο κατηγορούμενος και επειδή η νόθευση, που είχε αυτός κάνει στο επικυρωμένο από το πρωτότυπο της απόφασης (επίσημο) φωτοαντίγραφο, που κατά τα άνω είχε χορηγηθεί στον Ιορδάνη Τσοπάνογλου, ήταν έκδηλα εμφανής, μετέβη ο ίδιος (κατηγορούμενος) στο Αρχείο του Εφετείου Αθηνών, στις 4.4.2001 και ζήτησε από τον Ζ1 (μάρτυρα κατηγορίας) επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αποφάσεως. Ο υπάλληλος, αφού κράτησε την ταυτότητα του κατηγορουμένου, του παρέδωσε τον τόμο στον οποίον περιεχόταν και η εν λόγω απόφαση για να την φωτοτυπήσει, γιατί τότε δεν υπήρχε στο Τμήμα του Αρχείου υπηρεσιακό φωτοτυπικό μηχάνημα και οι δικηγόροι έβγαζαν φωτοτυπίες στο φωτοτυπικό μηχάνημα του Δικηγορικού Συλλόγου στο Εφετείο. Ο κατηγορούμενος αποχώρησε με τον τόμο για την έκδοση φωτοτυπίας και επανήλθε μετά πάροδο 15-20 λεπτών περίπου. Μέσα στο διάστημα αυτό, ο κατηγορούμενος νόθευσε το πρωτότυπο της απόφασης με την προσθήκη στο τέλος του σκεπτικού της φράσης: "Όπως αθώος πρέπει να κηρυχθεί ο συμμέτοχος Χα", στο δε διατακτικό αυτής τη φράση: "Επεκτείνει αποτέλεσμα Χα (469 ΚΠοινΔ), στη συνέχεια έβγαλε φωτοτυπία της νοθευμένης πλέον αποφάσεως και επέστρεψε τον τόμο στο Αρχείο, όπου ο υπάλληλος Ζ1 επικύρωσε τη φωτοτυπία δίχως να αντιληφθεί τη νόθευση στο πρωτότυπο της απόφασης. Το εν λόγω φωτοαντίγραφο χορηγήθηκε στον ίδιο τον κατηγορούμενο, όπως προκύπτει από την σ' αυτό σχετική επισημείωση του δικαστικού γραμματέα. Από την αντιπαραβολή των δύο φωτοαντιγράφων, και συγκεκριμένα, εκείνου που είχε χορηγηθεί στον Ιορδάνη Τσοπάνογλου, όπως νοθεύτηκε, και εκείνου που χορηγήθηκε, κατά τα ανωτέρω στον κατηγορούμενο, διαπιστώνεται ότι στο μεν πρώτο ο Χα αναγράφεται ως "Χα", ενώ στο δεύτερο ως "Χα". Περαιτέρω, στο πρώτο (στο διατακτικό) αναγράφεται: "άρθ. 469 ΚΠοινΔ", ενώ στο δεύτερο δεν αναγράφεται η λέξη: "άρθ." προ του αριθμού 469. Έτσι, είναι προφανές ότι τα δύο αυτά φωτοαντίγραφα δεν εκδόθηκαν από το ίδιο πρωτότυπο. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος εξέδωσε επικυρωμένο φωτοαντίγραφο εκ του εις χείρας του κατά τα ανωτέρω ληφθέντος από αυτόν επισήμου φωτοαντιγράφου και μετέβη με αυτό στο Τμήμα Εκτελέσεων της Εισαγγελίας Εφετών και κάνοντας χρήση αυτού, πέτυχε την παρά του παραπλανηθέντος από την επίδειξη του αναφερομένου επισήμου αντιγράφου της απόφασης, Προϊσταμένου υπαλλήλου ......., σύνταξη του υπ' αριθ. 18030/4.4.2001 εγγράφου του Εισαγγελέα Εφετών προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών για τις δικές του νόμιμες ενέργειες, προκειμένου να αποφυλακισθεί ο Χα. Το εν λόγω έγγραφο υπεγράφη αμέσως, από τον επίσης παραπλανηθέντα, με την επίδειξη του αυτού αντιγράφου της απόφασης, Εισαγγελέα Υπηρεσίας (κατ' εκείνη την ημέρα) της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών Κων. Νίκας και παραδόθηκε αμέσως στον κατηγορούμενο, ο οποίος στη συνέχεια πήγε και το παρέδωσε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών (Τμήμα Εκτελέσεων) για εκτέλεση. Το έγγραφο όμως αυτό δεν εκτελέσθηκε και επεστράφη στην Εισαγγελία Εφετών, την 6.4.2001, από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σπ. Μουζακίτη. Με τα πιο πάνω προκύψαντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει αβίαστα ότι ο κατηγορούμενος, αν και ως δικηγόρος γνώριζε ότι για να έχει η άνω αθωωτική για την ασκήσασα έφεση Χβ (απόφαση) επεκτατικό αποτέλεσμα και στον μη ασκήσαντα έφεση (μέχρι τότε) συναυτουργό της Χα, θα έπρεπε να αποφανθεί το Δικαστήριο συναφώς και να περιλαμβάνεται έτσι στην απόφασή του σχετική διάταξη, σε περίπτωση δε που παρέλειψε να αποφανθεί για το επεκτατικό αποτέλεσμα θα έπρεπε να ακολουθήσει τη διαδικασία της συμπλήρωσης της απόφασης κατ' άρθρο 469 εδ. τελευταίο ΚΠοινΔ, αυτή, άλλωστε, ήταν και η εντολή που δόθηκε σ' αυτόν από τον Χα, εν τούτοις ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε τα ανωτέρω με πρόθεση και με σκοπό να παραπλανήσει τα αρμόδια όργανα περί της αληθείας των βεβαιουμένων στα, ως άνω, νοθευμένα από αυτόν έγγραφα περί γεγονότων, που έχουν έννομες συνέπειες, θέτοντας με τον τρόπο αυτό σε κίνδυνο την πίστη, την ασφάλεια και την ακεραιότητα των εγγράφων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν δικαστική απόφαση. Με τα πιο πάνω πλήρως αποδειχθέντα περιστατικά, πρέπει ν' απορριφθεί το αίτημα του κατηγορουμένου περί διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, διότι η διενέργεια αυτής δεν θα οδηγούσε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε διαφορετικό του ανωτέρω αποδεικτικού πορίσματος συναφώς με την τέλεση από τον κατηγορούμενο της αποδιδομένης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης, αλλ' απλώς θα καθυστερούσε τη δίκη.
Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος πλαστογραφίας (νόθευσης) μετά χρήσεως, κατ' εξακολούθηση". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν, το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ1 για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία (3) έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των 26 παρ. 1α, 27, 98 και 216 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία, αφού τα δεκτά γενόμενα πιο πάνω περιστατικά συνιστούν νόθευση εγγράφων, δια της χρήσεως των οποίων μπορούσε να παραπλανηθεί άλλος περί του ότι η υπ' αριθ. 1772-1773/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών επεξέτεινε το αποτέλεσμα της εφέσεως και στον ειρημένο Χα και τον κήρυξε αθώο της πράξεως της απάτης, ενώ, εξάλλου, κατά τις ίδιες παραδοχές της αποφάσεως υπάρχει και χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων από τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι χρησιμοποίησε αυτά στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών και στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών για να επιτύχει την αποφυλάκιση του ανωτέρω Χα. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Περαιτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογείται επαρκώς, αφενός μεν ο δόλος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στην τέλεση της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως, και δη η γνώση της νοθεύσεως των πιο πάνω εγγράφων, αφετέρου δε ο σκοπός του να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους ως προς το προαναφερόμενο γεγονός. Επίσης, με την, κατά τα προεκτεθέντα, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, καθόσον αναφέρει τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες ήχθη στο απορριπτικό πόρισμά του. Οι ειδικότερες δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο Α) δεν απάντησε στο αίτημά του α) να κληθούν και να εξετασθούν ως μάρτυρες οι ...., ..... και ..... και β) να αναγνωσθεί και να συνεκτιμηθεί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία η υπ' αριθ. 9555/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, είναι απορριπτέες ως ερειδόμενες επί αναληθούς προϋποθέσεως, καθόσον από την επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκαν τέτοια αιτήματα, και Β) σιωπηρώς απέρριψε τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του α) περί ελλείψεως ικανότητας προς καταλογισμό, ένεκεν καρδιολογικής παθήσεως, ισχαιμικών κρίσεων μετά συμπτωμάτων απωλείας συνειδήσεως και β) επικουρικώς περί άρσεως του αδίκου της πράξεως λόγω συγκρούσεως καθηκόντων, είναι αόριστες και εντεύθεν απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, της κρινόμενης αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει, να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά δε, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 5.10.2006 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Φεβρουαρίου 2005 αίτηση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 5.10.2006 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, τον Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 1654/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2008. Και
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδίκη για πλαστογραφία (νόθευση) μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση. Νόθευση από κατηγορούμενο-δικηγόρο: α) πρωτοτύπου, β) επικυρωμένου φωτοαντιγραφικού ποινικής αποφάσεως. Υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ορθώς εφάρμοσε τις σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Απορριπτέοι λόγοι: άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ. Απορριπτέες αιτιάσεις για ακυρότητα αποδεικτικών επιδόσεως βουλεύματος, καθώς και για ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος για διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Λοιπές αιτιάσεις πλήττουν ουσία υπόθεσης. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Πραγματογνωμοσύνη, Δικηγόροι.
| 0
|
Αριθμός 1771/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της 11158/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19.1.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 358/2006.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αφετέρου δε ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια συνίσταται σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος) μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 παρ. 8 του π.δ. 17/1996 "Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ", "Με την επιφύλαξη των άλλων διατάξεων του παρόντος διατάγματος, ο εργοδότης οφείλει, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των δραστηριοτήτων της επιχείρησης: α) ..... δ) Να φροντίζει ώστε να έχουν πρόσβαση στις ζώνες σοβαρού και ειδικού κινδύνου μόνο οι εργαζόμενοι που έχουν λάβει τις κατάλληλες οδηγίες". Κατά δε το άρθρο 4 παρ. 1 του ίδιου π.δ. - του οποίου οι διατάξεις, κατά το άρθρο 1 παρ. 3, εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις, εγκαταστάσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα (βιομηχανικές κλπ) -, "Στις επιχειρήσεις που απασχολούν 50 και άνω εργαζομένους, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες τεχνικού ασφαλείας και γιατρού εργασίας, σύμφωνα με το κεφ. Α' του ν. 1568/1985 .....". Ο εν λόγω δε τεχνικός ασφαλείας έχει τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 6 του ν. 1568/1985 και "υπάγεται απευθείας στη διοίκηση της επιχείρησης" (άρθρο 5 παρ. 4 του εν λόγω νόμου). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 11158/2005 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ1 ως τεχνικός διευθυντής στην εταιρία "ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΗ ΑΕ" την 27-8-2001, στην Αθήνα, ενώ είχε την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση ορισμένου αποτελέσματος, παρέλειψε την αποτροπή του. Ειδικότερα, ενώ ήταν υποχρεωμένος, λόγω της ως άνω ιδιότητάς του, να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλεια, δηλ. από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προκάλεσε σωματική βλάβη σε τρίτον, χωρίς, όμως, να προβλέψει το από την πράξη του αυτή παραχθέν αξιόποινο αποτέλεσμα. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο εργαζόταν στην "ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΗ Α. Ε.", ως ηλεκτροτεχνίτης ο Γ1, προϊστάμενος του οποίου ήταν ο ως άνω κατηγορούμενος, Την ώρα που ο εν λόγω ηλεκτροτεχνίτης εργαζόταν σε εργασίες συντήρησης, στο χώρο διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας, στον οποίο (χώρο) γίνεται η διανομή της ηλεκτρικής ενέργειας σε διάφορα φορτία, μέσω μαχαιρωτών, τηλεχειριζόμενων διακοπτών, που βρίσκονται μέσα σε συστοιχίες κυψελών, καθώς εισήλθε στην κυψέλη, όπου οι σταθερές επαφές προσαρμογής διακόπτη βρίσκονταν υπό τάση και επιχειρώντας να πραγματοποιήσει εργασίες συντήρησης, με γυμνό χέρι, επάνω στις επαφές, προκλήθηκε ηλεκτρικό τόξο, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση στον ανωτέρω ηλεκτροτεχνίτη εγκαυμάτων σε διάφορα σημεία του σώματος του και ειδικότερα στο πρόσωπο, στον τράχηλο, στα άνω άκρα, στη ράχη και στους μηρούς, συνολικής έκτασης 70%. Το ανωτέρω αποτέλεσμα οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου Χ1, ήτοι σε αμέλειά του, καθόσον, αν και ως τεχνικός διευθυντής και άμεσος προϊστάμενος του παθόντος , Γ1 είχε, με την ιδιότητά του αυτή, την υποχρέωση να λάβει τα απαραίτητα μέτρα ασφάλειας και προστασίας των εργαζομένων στον άνω χώρο, δεν φρόντισε ώστε: α) να ενημερώσει τους εργαζομένους για την ύπαρξη τάσεως στον χώρο που εργαζόταν ο παθών, ο οποίος πίστευε ότι είναι χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, β) δεν έδωσε τις κατάλληλες οδηγίες στο προσωπικό που εργαζόταν εκεί (μεταξύ των οποίων και ο παθών), ενόψει της υπάρξεως ηλεκτρικής τάσης και γ) δεν τοποθέτησε κατάλληλες προς τούτο προειδοποιητικές πινακίδες ώστε να αποτραπεί ενδεχόμενο ατύχημα, με συνέπεια να επέλθει το ως άνω αξιόποινο σε βάρος του παθόντος, αποτέλεσμα, το οποίο, όμως, αυτός (κατηγορούμενος) δεν προέβλεψε.
Συνεπώς, ο ως άνω κατηγορούμενος, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης, η οποία όμως συνδέεται όχι με την ιδιότητά του, ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΗ ΑΕ" και αυτή του εργοδότου, αλλά του τεχνικού διευθυντή, ο οποίος, ως άμεσος προϊστάμενος του παθόντος, είχε δώσει την εντολή σ' αυτόν να προβεί στις ως άνω εργασίες, χωρίς όμως κατά τα ανωτέρω να λάβει τα αναγκαία μέτρα, προς αποτροπή ατυχήματος. Εξάλλου, πρέπει να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό ότι μέχρι την τέλεση της ως άνω πράξης, διήγε βίο έντιμο, οικογενειακό και επαγγελματικό (άρθρο 84 παρ. 2α). Τέλος, πρέπει να απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του ως άνω κατηγορουμένου". Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο (Χ1) του ότι: "Στην Αθήνα στις 27.8.2001 ως τεχνικός διευθυντής στην εταιρεία "ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΗ ΑΕ", ενώ είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση ορισμένου αποτελέσματος, παρέλειψε την αποτροπή του και έτσι, ενώ ήταν υπόχρεος λόγω του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει προκάλεσε σωματική κάκωση άλλου, χωρίς να προβλέψει το ως άνω αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω πράξη του. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο και με την ανωτέρω ιδιότητά του στην εταιρία "ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΗ Α.Ε.", στην οποία απασχολείτο ως ηλεκτροτεχνίτης ο παθών Γ1 και έχοντας, και από την κείμενη νομοθεσία (π.δ.17/96), αλλά και από τη φύση του επαγγέλματός του, την υποχρέωση για επιμέλεια, δηλαδή για τη λήψη και τήρηση μέτρων ασφαλείας και προστασίας των εργαζομένων στη συγκεκριμένη επιχείρηση, δεν φρόντισε, ώστε να έχουν πρόσβαση στις ζώνες σοβαρού και ειδικού κινδύνου μόνο οι εργαζόμενοι, που έχουν λάβει τις κατάλληλες οδηγίες και περαιτέρω δεν φρόντισε να θέσει στις επαφές προσαρμογής διακόπτη στο χώρο διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας προειδοποιητική πινακίδα για την ύπαρξη τάσεως και για τον κίνδυνο ηλεκτροπληξίας και δεν ενημέρωσε σχετικά τους εργαζομένους για την παρουσία τάσεως στο εσωτερικό κυψέλης, που είχε σταθερές επαφές προσαρμογής διακόπτη, με αποτέλεσμα, την ώρα που ο ως άνω παθών εργαζόταν σε εργασίες συντήρησης στο χώρο διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας, στον οποίο γίνεται η διανομή της ηλεκτρικής ενέργειας στα διάφορα φορτία μέσω μαχαιρωτών τηλεχειριζόμενων διακοπτών, που βρίσκονται μέσα σε συστοιχίες κυψελών, εισερχόμενος στην κυψέλη, όπου οι σταθερές επαφές προσαρμογής διακόπτη βρίσκονταν υπό τάση και επιχειρώντας να πραγματοποιήσει εργασίες συντήρησης με γυμνό χέρι επάνω στις επαφές, να προκληθεί ηλεκτρικό τόξο και να υποστεί αυτός υπό την επίδραση του ηλεκτρικού τόξου εγκαύματα σε διάφορα σημεία του σώματος (ολικού και κατά τόπου μερικού πάχους, προσώπου τραχήλου, άνω άκρων, κορμού, ράχης, μηρών, συνολικής έκτασης 70%), αποτέλεσμα το οποίο ο κατηγορούμενος δεν προέβλεψε εξαιτίας της ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς του" και επέβαλε στον εν λόγω κατηγορούμενο, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντικής περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ, ποινή φυλακίσεως 5 μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη.
Με βάση, όμως, τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 15, 28, 314 παρ. 1α του ΠΚ και του άρθρου 7 παρ. 8 του π.δ. 17/1996, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεώς τους, αφού η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση επελεύσεως του πιο πάνω εγκληματικού αποτελέσματος αφορά τον εργοδότη της ειρημένης βιομηχανικής επιχειρήσεως, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 8 του άνω Π.Δ. (με την επιφύλαξη άλλων διατάξεων του Προεδρικού αυτού Διατάγματος, που παραπέμπουν στις αναφερόμενες στη νομική σκέψη σχετικές με τον τεχνικό ασφαλείας της επιχειρήσεως διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 1568/1985) και όχι τον Τεχνικό Διευθυντή της επιχειρήσεως, ιδιότητα την οποία είχε ο αναιρσεείων κατηγορούμενος, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, κατά το χρόνο του ειρημένου ατυχήματος, και από την οποία (ιδιότητα) πηγάζει, κατά τις ίδιες παραδοχές, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος προς αποτροπή της επελθούσας σωματικής βλάβης του παθόντος εργαζομένου. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή του μοναδικού από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 11158/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Ιουλίου 2008.
Ο ?ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ?Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη εξ αμελείας παρ’ υποχρέου. Καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ως Τεχνικός Διευθυντής της «ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΗΣ Α.Ε.» γιατί είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση (άρθρο 7 § 8 ΠΔ 17/96) προς παρεμπόδιση επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Δεκτός ο μοναδικός λόγος εσφαλμένης εφαρμογής της άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (που αφορά τον εργοδότη της επιχειρήσεως) με την επιφύλαξη άλλων διατάξεων του π.δ. που παραπέμπουν στις διατάξεις για τεχνικό ασφαλείας του ν. 1568/85). Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 1770/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, κρατούμενου στη Κλειστή Φυλακή Κέρκυρας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαμαρά, για αναίρεση της 89/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 498/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β', ς' και ζ' του Νόμου 1729/1987, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Νόμου 2161/1993 και ίσχυε, κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεων, "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών τιμωρείται όποιος α) εισάγει στην επικράτεια ή εξάγει από αυτή ή διαμετακομίζει ναρκωτικά, ζ) Κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο είτε στο έδαφος της επικράτειας είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο". Με την παραπάνω διάταξη της περιπτώσεως α' τιμωρείται με την ως άνω ποινή η εισαγωγή ναρκωτικών ουσιών στην χώρα, το έγκλημα δε τούτο πραγματοποιείται με την εισαγωγή εντός των ορίων του Κράτους από την αλλοδαπή ναρκωτικών ουσιών. Επομένως η είσοδος και μόνο στο ελληνικό έδαφος του δράστη, ο οποίος έχει αποκρύψει εντός του μεταφορικού του μέσου ποσότητα ναρκωτικών, συνιστά συντελεσμένη εισαγωγή ναρκωτικής ουσίας στην επικράτεια και όχι απόπειρα εισαγωγής, διότι η είσοδος του δράστη στην ελληνική επικράτεια με το μεταφορικό του μέσο έχει ήδη συντελεσθεί πλήρως κατά τη στιγμή της έρευνας, που διενεργείται μέσα στο ελληνικό έδαφος. Εξ άλλου, από τη διάταξη της περιπτώσεως ζ' τιμωρείται η κατοχή των ναρκωτικών. Η έννοια της κατοχής στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από τις έννοιες της νομής και της κατοχής του Αστικού Δικαίου. (ΟλΑΠ 1093/91). Στο ειδικότερο πεδίο της ποινικής καταστολής των εγκλημάτων που αφορούν τις ναρκωτικές ουσίες, έχει επικρατήσει στη Νομολογία ο ακόλουθος βασικός τύπος ορισμού της έννοιας της "κατοχής ναρκωτικών": Κατοχή ναρκωτικών ουσιών είναι η φυσική εξουσίασή τους από τον δράστη, κατά τρόπο ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει πραγματικά. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικής ουσίας είναι αναγκαία η εξακρίβωση και η διαπίστωση της πραγματικής πρακτικής κυριαρχίας πάνω στην ναρκωτική ουσία, διότι στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου έχει σημασία η πραγματική και όχι πλασματική σχέση με το πράγμα που είναι το αντικείμενο της κατοχής και δεν υπάρχει κατοχή χωρίς υλικό στοιχείο.
Συνεπώς είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός του προσώπου που έχει την πραγματική εξουσία διαθέσεως της ναρκωτικής ουσίας. Ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, πρέπει να παρατηρηθεί ότι για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας της κατοχής ναρκωτικής ουσίας είναι αναγκαία, αλλά και επαρκής η βούληση του προσώπου για φυσική εξουσίαση της ναρκωτικής ουσίας. Περαιτέρω, από την ίδια διάταξη τιμωρείται και η μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών, δηλαδή η μετακίνησή τους από τόπο σε τόπο μέσα στα όρια της ελληνικής επικράτειας με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Εξάλλου, Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, πρέπει, επί καταδικαστικών αποφάσεων, να υπάρχει, όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Χαρακτήρα αυτοτελούς ισχυρισμού έχει και το αίτημα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, για επιβολή μειωμένης ποινής στην περίπτωση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο, ελαφρυντική περίσταση θεωρείται και "το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή", για την προβολή δε του ισχυρισμού αυτού, είναι προφανές το έννομο συμφέρον του κατηγορουμένου. Εξ άλλου, το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α' και ε' της Ευρωπαϊκής συμβάσεως Δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), (Ν.Δ. 53/1974 ΦΕΚ Α'256/20.9.1974) ορίζει τα ακόλουθα: "Πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: α) όπως πληροφορηθή, εν τη βραχυτέρα προθεσμία εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί και εν λεπτομερεία την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας......... ε) να τύχη δωρεάν παραστάσεως διερμηνέως, εάν δεν εννοεί ή δεν ομιλεί την χρησιμοποιουμένην εις το δικαστήριον γλώσσαν". Η παράβαση από το δικαστήριο των παραπάνω διατάξεων ιδρύει τον από το άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ αναιρετικό λόγο της απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 171 παρ. δ' ΚΠΔ)), η οποία επέρχεται όταν, παρά τη διαπίστωση ότι ο κατηγορούμενος δεν ομιλεί την ελληνική γλώσσα, δεν διορισθεί διερμηνέας ή αν διορισθεί δεν γίνεται διερμήνευση της όλης διαδικασίας στη γλώσσα του κατηγορουμένου και αντιστρόφως, δεν γίνεται διερμήνευση των όσων εκείνος λέγει στην γλώσσα του, στην ελληνική. Απόλυτη ακυρότητα επέρχεται επίσης και όταν λαμβάνεται υπόψη του δικαστηρίου έγγραφο, το οποίο δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι αυτό αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 89/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό, για εισαγωγή στην Ελληνική Επικράτεια, κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών, υπό περιστάσεις ιδιαίτερης επικινδυνότητας και καταδικάστηκε σε ποινή ισόβιας καθείρξεως και χρηματική ποινή 200.000 ευρώ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, η οποία προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, διαλαμβάνεται ότι "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που περιέχονται παραπάνω, όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά τη διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 5.5.2002, ημέρα Κυριακή του Πάσχα, ο κατηγορούμενος κατελήφθη στο χώρο του Τελωνείου Κακαβιάς, σε έλεγχο που πραγματοποίησαν οι τελωνειακοί υπάλληλοι, να κατέχει 1962 κιλά και 400 γραμμάρια ακατέργαστη ινδική κάνναβη, τα οποία βρέθηκαν να είναι κρυμμένα σε ειδικά διαμορφωμένη κρύπτη στην μπροστινή πλευρά του θαλάμου - ψυγείου του με αριθμό κυκλοφορίας ..... φορτηγού ψυγείου αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο ίδιος. Την ποσότητα αυτή της ναρκωτικής ουσίας, ο κατηγορούμενος την εισήγαγε από την Αλβανία και την μετέφερε με το ως άνω φορτηγό αυτοκίνητο στην Αθήνα, προκειμένου να τη διαθέσει σε τρίτους. Ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι αγνοούσε την ύπαρξη της ναρκωτικής ουσίας και πίστευε ότι το ως άνω αυτοκίνητο που οδηγούσε ήταν άδειο, προκειμένου να το φορτώσει με άλευρα στον ...... και συνεπώς δεν μπορούν να καταλογιστούν σ' αυτόν οι πράξεις για τις οποίες κατηγορείται ή το πολύ πρέπει να αποδοθούν οι εν λόγω αξιόποινες πράξεις σε αμέλειά του, επειδή δεν ήλεγξε το αυτοκίνητό του πριν την αναχώρησή του από την Αλβανία. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός, με τον οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί πραγματική πλάνη του (άρθρου 30 παρ. 1 και 2 Π.Κ.), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί αποδείχτηκε ότι αυτός γνώριζε ότι μεταφέρει ινδική κάνναβη, κρίση του Δικαστηρίου που ενισχύεται και εκ του γεγονότος ότι η ανωτέρω ποσότητα ήταν πολύ μεγάλη, οπότε ήταν εύκολο σε κάθε έμπειρο οδηγό, όπως είναι και ο ίδιος, να διαπιστώσει ότι το αυτοκίνητο δεν ήταν άδειο και ακολούθως με σχετικό έλεγχο να ανακαλύψει την ύπαρξη της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας, τον οποίο όμως έλεγχο δεν πραγματοποίησε, όχι από αμέλειά του, αλλά επειδή τελούσε σε γνώση της γενόμενης ως άνω μεταφοράς, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο για την τυχόν σύλληψή του, αφού το κέρδος του από τη διακίνηση της ανωτέρω ναρκωτικής ουσίας θα ήταν μεγάλο. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι ήταν αδύνατη η τέλεση των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται και συνεπώς πρέπει να επιβληθεί σ' αυτόν μειωμένη ποινή, κατ' άρθρο 83 Π.Κ., δηλαδή ότι υπάρχει απρόσφορη απόπειρα (άρθρο 43 Π.Κ.), για το λόγο ότι η παραπάνω ναρκωτική ουσία ήταν "μουχλιασμένη" και δεν μπορούσε να γίνει διακίνηση αυτής. Τα ανωτέρω, όμως, υποστηριζόμενα απ' αυτόν, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, καθόσον αποδείχθηκε ότι η εν λόγω ναρκωτική ουσία ήταν κατάλληλη για περαιτέρω διάθεση και ως εκ τούτου ήταν δυνατή η τέλεση των προαναφερομένων αδικημάτων και ειδικότερα η εμπορία, για την οποία προοριζόταν η κατασχεθείσα ινδική κάνναβη. Τέλος, ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια ναρκωτικών ουσιών, αλλά εκείνο της απόπειρας εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών, επειδή, κατά την ανακάλυψη της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας και τη σύλληψή του, δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί ο τελωνειακός έλεγχος. Όμως, και ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το αυτοκίνητο, που μετέφερε την ανωτέρω ναρκωτική ουσία, είχε ήδη εισέλθει στο ελληνικό έδαφος και δεν έχει καμία σημασία το ως άνω υποστηριζόμενο γεγονός για την τέλεση του αδικήματος της εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών στην Ελληνική Επικράτεια. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχτεί ένοχος των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, ήτοι α) της εισαγωγής στην ελληνική Επικράτεια ναρκωτικών ουσιών, β) της κατοχής ναρκωτικών ουσιών και γ) μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 8 Ν. 1729/87, διότι οι περιστάσεις των πράξεων αυτών, ο επιμελημένος τρόπος απόκρυψης και η πολύ μεγάλη ποσότητα των ναρκωτικών, που θα επέφερε τεράστια ζημία σε ανθρώπους, κυρίως νέους, οι οποίοι θα έκαναν χρήση αυτών (ναρκωτικών), μαρτυρούν ότι αυτός (κατηγορούμενος) είναι άτομο με ιδιαίτερη επικινδυνότητα και μάλιστα χωρίς τα αιτούμενα ελαφρυντικά των άρθρων 84 παρ. 2α και ε Π.Κ., διότι α) δεν αποδείχτηκε ότι ζούσε έως το χρόνο που τέλεσε τις παραπάνω πράξεις έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, το δε λευκό ποινικό μητρώο του, από μόνο του, χορηγηθέν από τις Αλβανικές Αρχές, δεν αποδεικνύει οπωσδήποτε και ότι αυτός είχε πρότερο έντιμο βίο, ενόψει μάλιστα του είδους, της βαρύτητας και του τρόπου τελέσεως των ανωτέρω αδικημάτων και β) μετά τις πράξεις του ήταν κρατούμενος στις φυλακές, οπότε δεν αποδεικνύεται καλή διαγωγή του σε ελεύθερη στην κοινωνία διαβίωση, κατά την έννοια της δεύτερης ως άνω διατάξεως". Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων, για τα οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω αναφερόμενες και αναλυόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που ορθώς ερμήνευσε και αιτιολογημένα εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ακόμη, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' είδος, όλα τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη καταδικαστική κρίση, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και στο τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, αφού αρκεί ότι τα εκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, το Δικαστήριο, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό της πραγματικής πλάνης και της από αμέλεια τελέσεως των πράξεων. Ομοίως αιτιολογημένα απέρριψε και τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, α) ότι η πράξη της εισαγωγής της ναρκωτικής ουσίας στην Ελληνική Επικράτεια δεν είχε τελεσθεί, αλλ' υπήρχε απόπειρα, διότι δεν είχε ολοκληρωθεί ο τελωνειακός έλεγχος, β) της απρόσφορης απόπειρας, λόγω της κακής ποιότητας των ναρκωτικών ουσιών και γ) περί αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών του πρότερου έντιμου βίου και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (άρθρο 84 παρ. 2 α' και ε' Π.Κ.), ενώ έχει διαλάβει ειδική αιτιολογία και ως προς την ύπαρξη στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της επιβαρυντικής περιστάσεως του ιδιαίτερα επικινδύνου.
Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που προβάλλονται ως λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Περαιτέρω είναι αβάσιμοι και οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως, σχετικά με την πλημμελή διερμήνευση των όσων συζητήθηκαν στην διαδικασία στο ακροατήριο και ότι λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεως του Δικαστηρίου τα πρακτικά της πρωτόδικης αποφάσεως και η ταυτάριθμη με αυτά πρωτόδικη απόφαση, χωρίς να έχουν αναγνωσθεί στο ακροατήριο, αφού, από τα ταυτάριθμα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Πενταμελούς Εφετείου, προκύπτουν τα αντίθετα, ότι δηλαδή διορίσθηκε και ορκίσθηκε ως διερμηνέας ο ευρισκόμενος στο ακροατήριο ....., ο οποίος μετάφρασε προς το Δικαστήριο και τον κατηγορούμενο, όλα όσα ειπώθηκαν κατά τη διαδικασία, καθώς και τις αποφάσεις του Δικαστηρίου και ότι μεταξύ των αναγνωστέων εγγράφων ήταν και τα πρακτικά και η πρωτόδικη απόφαση. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Μαρτίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ1, κατά της 89/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λόγοι αναιρέσεως: 1) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία εκτείνεται και στην απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών και του αιτήματος για αναγνώριση ελαφρυντικών υπέρ του αναιρεσείοντος, 2) Απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη στο ακροατήριο διότι έγινε ατελής διερμήνευση όσων έλαβαν χώρα στο ακροατήριο, 3) Απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, διότι ελήφθησαν υπόψη τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που δεν αναγνώσθηκαν. Απορρίπτεται η αναίρεση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη.
| 1
|
Αριθμός 1769/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Δήμητρα Μιχαλοπούλου, για αναίρεση της 333/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουνίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1087/2006.
Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 2910/2001 "Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου
και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν την μεταφορά ή προώθηση τους, ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου έως πέντε εκατομμυρίων δραχμών για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο.....Συνιστά επιβαρυντική περίπτωση και επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή πέντε εκατομμυρίων έως οκτώ εκατομμυρίων δραχμών για κάθε μεταφερόμενο άτομο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα ή με σκοπό το παράνομο κέρδος, ή αν ο υπαίτιος είναι δημόσιος υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας ή είναι υπότροπος". Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το κατ' έφεση δίκασαν Τριμελές Εφετείο Θράκης δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθησαν τα ακόλουθα: "Στο 10ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού ... - .... στις 6/12/2000 ο κατηγορούμενος, ως οδηγός του υπ' αριθμόν .... ΙΧΕ αυτοκινήτου (ιδιοκτησίας 50% του ιδίου και 50% του υιού του) προώθησε στο εσωτερικό της χώρας με προορισμό την Αθήνα τους αλλοδαπούς ...., ....., ...., και ...., οι οποίοι είχαν εισέλθει στο ελληνικό έδαφος χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις ελέγχου και χωρίς να έχουν απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα έναντι αμοιβής 250 δολαρίων Η ΠΑ, που θα εισέπραττε (παράνομα) από κάθε αλλοδαπό. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι, στις 19 μ.μ., οι συνοριοφύλακες ..... και ......., που ήταν σε υπηρεσία, αντιλήφθηκαν το TIGRA των κατηγορουμένων (χρώματος μπλε - γαλάζιου) να επιχειρεί αιφνίδια αναστροφή μόλις τους είδε. Καταδιώχθηκε με αναμμένους τους φάρους και τις σειρήνες του περιπολικού, στον επαρχιακό δρόμο προς ....., χωρίς οι συνοριοφύλακες με χάνουν το αυτοκίνητο οπτικά. Κοντά στο ύψος που ......, βρήκαν το αυτοκίνητο το οποίο στο μεταξύ έχασαν από την οπτική τους επαφή γιατί μπήκε μέσα σε στενά, ανοιχτό, τον οδηγό να λείπει και, μέσα σ' αυτό, τους τέσσερις πιο πάνω λαθρομετανάστες, οι οποίοι αναγνώρισαν τον κατηγορούμενο από φωτογραφία του στην άδεια ικανότητάς του, που βρέθηκε στο αυτοκίνητο, όπως και η άδεια κυκλοφορίας. Οι αλλοδαποί κάθονταν τρεις πίσω και ένας μπροστά και είπαν ότι τους συζήτησε 250 δολάρια (από τον καθένα) για να τους πάρει στην Αθήνα. Οι αλλοδαποί διεκπεραιώθηκαν στη χώρα λαθραία από ένα Τούρκο (αγνώστων στοιχείων) και τους είπε ότι θα τους παραλάβει ένας Έλληνας οδηγός, ο οποίος τους παρέλαβε, στις 16 μ.μ., με το συγκεκριμένο αυτοκίνητο (τον οποίο στη συνέχεια αναγνώρισαν από τη φωτογραφία του διπλώματος του κατηγορουμένου) και του έδωσαν από 250 δολάρια ο καθένας. Όταν είδε την αστυνομία έστρεψε επί τόπου και στη συνέχεια τους μετέφερε στο ως άνω σημείο στον ..... . Οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, ότι την ημέρα εκείνη είχε φύγει με λεωφορείο για τη ..... και γύρισε την Παρασκευή, οπότε το έμαθε ότι είχε κλαπεί το αυτοκίνητο του, μετά τα κλειδιά επάνω σ' αυτό, χωρίς όμως να ειδοποιηθεί για την κλοπή, γιατί οι θυγατέρες του εργάζονταν και δεν βρήκαν χρόνο να τον ειδοποιήσουν, δεν αποδείχθηκαν καθόλου, καθόσον και ο μάρτυρας υπεράσπισής του Γ1, που κατέθεσε πρωτόδικα, δεν ανέφερε την ώρα που έφθασε ο κατηγορούμενος στην οικία του και φιλοξενήθηκε, ανεξαρτήτως του ότι δεν αξιολογείται ως πειστική η κατάθεσή του. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σε αυτόν αξιόποινης πράξεως". Οι παραπάνω παραδοχές περιέχουν την απαιτούμενη, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ειδική και εμπεριστατωμένη, αιτιολογία, που απαιτούν τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 129 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αφού κατά τρόπο σαφή και πλήρη αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της προωθήσεως αλλοδαπών στην χώρα, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που σωστά ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν αντιφάσεις, λογικά κενά ή ασάφειες και χωρίς να παραβιαστούν αυτές ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τα δε αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων, με τους δυο πρώτους λόγους αναιρέσεως, είναι αβάσιμα. Ειδικότερα, η αναγραφή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως των ονομάτων μόνο τριών από τους τέσσερις αλλοδαπούς οφείλεται σε προφανή παραδρομή και δεν αποτελεί ασάφεια ή αντίφαση, ενόψει της συμπλήρωσής του από το σκεπτικό, στο οποίο αναγράφονται τα ονόματα και των τεσσάρων, όπως και η από παραδρομή επίσης εσφαλμένη αναγραφή του ονόματος του μάρτυρα υπερασπίσεως ...... που εξετάστηκε πρωτοδίκως, σε Γ1. ΕΠΕΙΔΗ, η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, όπως είναι και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 Π Κ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα ποινής. Ως ελαφρυντική περίσταση, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, θεωρείται, μεταξύ άλλων, (εδάφιο β'), "το ότι ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη του από όχι ταπεινά αίτια". Για την περίσταση αυτή, ως μη ταπεινά αίτια νοούνται εκείνα, που δεν μαρτυρούν διαστροφή χαρακτήρα και δεν αντιτίθενται στην κοινή περί ηθικής ή κοινωνικής τάξεως συνείδηση. Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελούς ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για αναγνώριση της ως άνω ελαφρυντικής περιστάσεως, που προτείνεται, κατ' άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, αν ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι σαφής και ορισμένος, με την έννοια ότι δεν συνοδεύεται με επίκληση των θεμελιούντων τούτον πραγματικών περιστατικών. Επομένως, είναι, ως αβάσιμος, απορριπτέος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Β' ΚΠΔ τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά τον οποίο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη, παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτηθέντος ελαφρυντικού του αρθρ. 84 παρ. 2 β' ΠΚ, δεδομένου ότι, καθώς διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση, η συνήγορος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναγνώριση του προμνημονευθέντος ελαφρυντικού, απλώς επικαλούμενη το αρθρ. 84 παρ. 2 β ΠΚ, χωρίς να αναφέρει και να επικαλεσθεί τα θεμελιούντα τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό, πραγματικά περιστατικά, αναφέροντας μόνο ότι "δεν βρέθηκαν χρήματα" και, έτσι, δεν υποχρεούνταν το Δικαστήριο να απαντήσει και δη να αιτιολογήσει τη σιγή απόρριψή του. Κατ' ακολουθίαν τούτων και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-6-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 333/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στα διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση άρθρου 33 παράγραφος 1 νόμου 1975/1991. Το Δικαστήριο της ουσίας καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 18 μηνών τον αναιρεσείοντα για παράνομη προώθηση στο εσωτερικό της χώρας τεσσάρων αλλοδαπών. Η αναγραφή στο σκεπτικό 4 αλλοδαπών και στο διατακτικό 3, οφείλεται σε παραδρομή και δεν καθιστά αναιρετέα την απόφαση, η οποία έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Λαθρομεταναστών μεταφορά.
| 0
|
Αριθμός 1767/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στις Αγροτικές Φυλακές Κασσαβέτειας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Δημάκη, για αναίρεση της 20/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1850/2006.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 88 παρ. 1 εδ. α' και β' του Νόμου 3386/2005 "1. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθηση τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, β) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα ή αν ο υπαίτιος είναι δημόσιος υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας". Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 5 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), που κυρώθηκε με τον νόμο 2696/1999 "όποιος οδηγεί αυτοκίνητο ή τρίτροχο όχημα ή μοτοσυκλέτα χωρίς να έχει εκδοθεί νόμιμα στο όνομα του η κατάλληλη άδεια οδήγησης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο παρόν άρθρο, τιμωρείται με φυλάκιση από ένα (1) μέχρι δώδεκα (12) μήνες και με χρηματική ποινή τουλάχιστον πενήντα χιλιάδων (50.000) δραχμών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος οδηγεί, ενώ η άδεια του έχει αφαιρεθεί ή ανακληθεί για οποιοδήποτε λόγο", σύμφωνα δε με την παράγραφο 1 του παραπάνω άρθρου, οι εκδιδόμενες άδειες οδηγήσεως διακρίνονται στις αναφερόμενες στην ως άνω παράγραφο κατηγορίες και δίνουν στους κατόχους το δικαίωμα της οδηγήσεως οχημάτων, όπως αναφέρονται στις κατηγορίες αυτές. Έτσι, στην κατηγορία Β', περιλαμβάνονται αυτοκίνητα φορτηγά με μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος μέχρι 3.500 χιλιόγραμμων ή αυτοκίνητα επιβατηγά, των οποίων ο μέγιστος αριθμός θέσεων καθήμενων (χωρίς τη θέση του οδηγού) δεν υπερβαίνει τις οκτώ. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ως άνω Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα), που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλόμενη 20/2007 απόφαση του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ένοχο, με την ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται από τη διάταξη του ' άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του Ποινικού Κώδικα, για το ότι "στη θέση "....." Αιτωλοακαρνανίας, στις 7.9.2006, κατελήφθη επ' αυτοφώρω από αστυνομικά όργανα του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης Άρτας α) να μεταφέρει προωθώντας στο εσωτερικό της χώρας ξένους υπηκόους, οι οποίοι, κατά τις κείμενες διατάξεις, δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, στην πράξη του δε αυτή προέβη κατ' επάγγελμα και συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ως οδηγός επιβατηγού οχήματος, ήτοι, - του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκινήτου, αγνώστου ιδιοκτησίας, μετέφερε, προωθώντας στο εσωτερικό της χώρας, από περιοχή ....., όπου τους είχε παραλάβει, προς Αθήνα, οχτώ (8) τον αριθμό Αλβανούς λαθρομετανάστες, ήτοι τους: 1) Γ1, 2) ...., 3) ..., 4) ..., 5) ...., 6) ...., 7) ...., 8) ...., οι οποίοι στερούνταν ταξιδιωτικών εγγράφων και άδειας παραμονής. Β) Οδηγούσε το ΙΧΕ αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας......, χωρίς να έχει εκδοθεί νόμιμα στο όνομα του η κατάλληλη άδεια οδήγησης". Στην κρίση του αυτή κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του, ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων, που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τις 7.9.2006 και περί ώρα 14.00, άνδρες του τμήματος συνοριακής φύλαξης της Αστυνομικής Διεύθυνσης Άρτας που ήταν σε διατεταγμένη υπηρεσία στη θέση ..... Αιτωλοακαρνανίας, επεχείρησαν να σταματήσουν για έλεγχο α) το υπ' αριθ...... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας ΦΙΑΤ και β) το υπ' αριθ. ..... αυτοκίνητο μάρκας ΣΙΤΡΟΕΝ, που ακολούθησε το πρώτο, τα οποία θεώρησαν ύποπτα, διότι εκινούντο σε αγροτικό χωμάτινο δρόμο, πίσω ακριβώς από το σημείο, όπου συνήθως υπάρχει "μπλόκο"της άνω υπηρεσίας. Οι οδηγοί των άνω οχημάτων, μόλις αντιλήφθηκαν το περιπολικό της αστυνομίας, έκαναν αναστροφή επί της οδού, στην οποία εκινούντο, ανέπτυξαν ταχύτητα με σκοπό να διαφύγουν. Επακολούθησε, για διάστημα ενός περίπου χιλιομέτρου καταδίωξη, κατά την οποία το δεύτερο, που πρώτο έκανε αναστροφή, έπεσε σε αρδευτικό αυλάκι και ακινητοποιήθηκε, πλην όμως ο οδηγός του κατόρθωσε να διαφύγει. Το πρώτο αυτοκίνητο οι αστυνομικοί κατόρθωσαν να το ακινητοποιήσουν επί του οδοστρώματος, αφού βρέθηκε μπροστά του το άλλο αυτοκίνητο. Κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι ο οδηγός του πρώτου αυτοκινήτου ήταν ο κατηγορούμενος και συνεπιβάτες ήταν τα αναφερόμενα στο διατακτικό οκτώ (8) άτομα. Από αυτά δύο κάθονταν στο κάθισμα του συνοδηγού, τέσσερα άτομα (γυναίκες) κάθονταν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και δύο βρίσκονταν στο πορτ μπαγκάζ, ενώ κανένα από αυτά δεν είχε δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, καθόσον εστερούντο των νόμιμων ταξιδιωτικών εγγράφων. Τα ανωτέρω περιστατικά δεν τα αμφισβητεί ο κατηγορούμενος. Όμως, αυτός ισχυρίζεται ότι δεν ήταν οδηγός του άνω οχήματος, αλλά απλά συνεπιβάτης αυτού και μάλιστα, καθόλη τη διάρκεια του ταξιδιού από την Αλβανία μέχρι την ..., καθόταν στο πίσω κάθισμα του εν λόγω αυτοκινήτου, στο οποίο, κατ' αυτόν, επέβαιναν συνολικά 10 άτομα, καθώς και ότι, τη στιγμή που η αστυνομία ακινητοποίησε το αυτοκίνητο, αστυνομικός τον απείλησε να καθίσει στη θέση του οδηγού. Ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται αληθής και ως εκ τούτου δεν παρέχει πίστη στο δικαστήριο, αφού οι προσδραμόντες αστυνομικοί καταθέτουν με βεβαιότητα ότι οδηγός του εν λόγω αυτοκινήτου ήταν ο κατηγορούμενος και όχι άλλος, ο οποίος να διέφυγε, αφού, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, εκείνοι θα έβλεπαν, δεδομένου ότι, μετά την ακινητοποίηση του αυτοκινήτου, αυτοί προσήλθαν αμέσως σε αυτό και δεν μεσολάβησε χρονικό διάστημα που να επέτρεψε στον κατηγορούμενο να διαφύγει, όπως ισχυρίζεται ο τελευταίος.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν ήταν αυτός οδηγός και για τον λόγο ότι δεν ξέρει να οδηγεί, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι είναι προφανώς, αδύνατο να κάθονται στο πίσω κάθισμα αυτοκινήτου πέντε άτομα, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Τα ανωτέρω περιστατικά αποδεικνύονται από την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα ....., που κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι "κανείς από το αυτοκίνητο δεν κουνήθηκε, ήμασταν συνεχώς από πίσω", περιστατικά τα οποία κατέθεσε και προανακριτικώς (Τα άτομα συνελήφθηκαν όπως ακριβώς ήταν. Στη θέση του οδηγού ήταν ο κατηγορούμενος...είμαι σίγουρος ότι είναι αυτός οδηγός, αφού τον είδα καλά...). Επίσης αποδεικνύεται και από την κατάθεση του μάρτυρα ......, συνοριοφύλακα, που εξετάστηκε στο δικαστήριο κατά πρόταση της Εισαγγελέως παραδεκτά κατ' άρθρο 353 παρ. 1 ΚΠΔ (απορριπτόμενης συνεπώς της σχετικής ενστάσεως του κατηγορουμένου) και ήταν παρών στο επεισόδιο. Κατέθεσε δε ο μάρτυρας αυτός ότι "ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο, δεν βγήκε καθόλου έξω από αυτό, δεν πρόλαβε να φύγει...καθόταν στη θέση του οδηγού...". Έτσι, η κατάθεση της μάρτυρος υπερασπίσεως Γ1, συζύγου του κατηγορουμένου, που ήταν και αυτή στο εν λόγω αυτοκίνητο και καταθέτει τα ίδια περιστατικά με αυτόν, δεν κρίνεται πειστική, καθόσον έρχεται σε αντίθεση με τα άνω αποδειχθέντα. Ούτε δε αποδεικνύεται κάτι διαφορετικό από τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων υπερασπίσεως, καθόσον αυτοί δεν ήσαν παρόντες στο αναφερθέν επεισόδιο. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος, που ζούσε νομίμως στην Ελλάδα επί πολύ χρόνο, επέστρεψε στην Αλβανία οικογενειακώς. Όμως η κόρη του, που είχε μεγαλώσει στην Ελλάδα, δεν μπορούσε να προσαρμοστεί στο νέο περιβάλλον και γι' αυτό ο κατηγορούμενος αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα οικογενειακώς. Επειδή είχε λήξει η άδεια παραμονής του, συνεννοήθηκε με κάποιον άγνωστο Αλβανό, ο οποίος είχε εντός του ελληνικού εδάφους στη διάθεση του τα ανωτέρω δύο αυτοκίνητα, το πρώτο με ξένες πινακίδες και το δεύτερο με ελληνικές. Έτσι, οι επιβάτες και των δύο αυτοκινήτων, αφού εισήλθαν στην Ελλάδα από αφύλακτη διάβαση, επιβιβάστηκαν στα ως άνω αυτοκίνητα, λίγο μετά την ...., με τελικό προορισμό την Αθήνα. Το αυτοκίνητο με τις ελληνικές πινακίδες (που ακινητοποιήθηκε πέφτοντας σε αρδευτικό αυλάκι) το οδηγούσε οδηγός ο οποίος διέφυγε τη σύλληψη, το δε άλλο ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατευθύνονταν στην Αθήνα, προωθώντας έτσι τους συνεπιβάτες του στο εσωτερικό της χώρας. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την άνω πράξη κατ' επάγγελμα και γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της παραγράφου 88 παρ. 1 α' του ν. 2286/2005. κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας. Τέλος, αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το άνω αυτοκίνητο χωρίς να έχει την απαιτούμενη άδεια οδήγησης". Με τις παραδοχές όμως αυτές, το Εφετείο δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αυτό δε διότι, αναφορικά με το πρώτο αδίκημα (παράβαση άρθρου 88 του νόμου 3386/2005), όπως προκύπτει από τον συνδυασμό του αιτιολογικού και του διατακτικού, ενώ δέχεται, ως προς την αιτιολογία, ότι, από την αποδεικτική διαδικασία, δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη κατ' επάγγελμα και κατά συνέπεια ότι πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που προβλέπεται από την ως άνω διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 περ. α' του Νόμου 3386/2005, εν τούτοις στο διατακτικό διαλαμβάνεται ότι η πράξη τελέσθηκε από τον αναιρεσείοντα κατ' επάγγελμα. Συνεπεία των ως άνω αντιφατικών παραδοχών, η απόφαση στερείται, αφ' ενός μεν, της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και, αφ' ετέρου, νόμιμης βάσεως, αφού δεν καθίσταται σαφές ποια από τις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις εφαρμόσθηκε, δηλαδή εκείνη του άρθρου 88 παρ. 1 περίπτ. α' ή εκείνη του άρθρου 88 παρ. 1 περ. β' του Νόμου 3386/2005. Περαιτέρω, και αναφορικά με το αδίκημα της παραβάσεως του άρθρου 94 του Κ.Ο.Κ., όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για την ως άνω παράβαση, με την αναφερόμενη παραπάνω αιτιολογία, ότι δηλαδή οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ..... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο χωρίς να έχει εκδοθεί νόμιμα στο όνομα του η κατάλληλη άδεια οδηγήσεως. Η αιτιολογία όμως αυτή ούτε ειδική είναι ούτε εμπεριστατωμένη, διότι δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, ούτε επίσης αναφέρονται οι σκέψεις, με τις οποίες υπήχθησαν τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, αφού δεν προσδιορίζεται, ενόψει του ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο αναιρεσείων έφερε ξένες πινακίδες, με ποια από τις παραπάνω κατηγορίες αδείας ικανότητας υποχρεούνταν να εφοδιασθεί. Επομένως είναι βάσιμος και ο από τις αυτές ως άνω διατάξεις του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ τέταρτος λόγος του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως. Μετά από αυτά, και ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του Κ.Π.Δ., για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 20/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μεταφορά αλλοδαπών, παράβαση ΚΟΚ. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ακυρότητες. Δέχεται την αναίρεση.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρομεταναστών μεταφορά, Κ.Ο.Κ..
| 1
|
Αριθμός 1766/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Λαμπράκη, περί αναιρέσεως της 424/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3.3.2006 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 31.1.2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1236/2006.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 του Ποινικού Κώδικα, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του νόμου 2408/1996, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν, ιδιοποίηση, χωρίς δικαίωμα, ξένου κινητού πράγματος, που περιήλθε στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, υποκειμενικώς δε, δόλος του δράστη, που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει, καθώς και τη θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Η υπεξαίρεση περιλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα (παρ. 2), όταν το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον συντρέχουν στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις καταστάσεις ή ιδιότητες, που προβλέπονται περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο, όπως και εκείνη του εντολοδόχου. Η νέα διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 2408/1996, είναι επιεικέστερη από την αρχική, αφού η κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ενώ στην προηγούμενη διάταξη η απαρίθμηση των περιπτώσεων αυτών ήταν ενδεικτική. Επομένως, η νέα αυτή διάταξη έχει, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, εφαρμογή και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την ισχύ της. Ειδικά, όμως, για τις πράξεις αυτές, όταν ο κακουργηματικός χαρακτήρας της υπεξαιρέσεως με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας βασίζεται, αποκλειστικά, στην ιδιότητα του δράστη ως εντολοδόχου, η προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, διότι, για τη στοιχειοθέτηση του κακουργήματος, αξιώνει και το επί πλέον στοιχείο της καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, σε αντίθεση με τη νεότερη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 9 του Νόμου 2408/1996, η οποία αποβαίνει αυστηρότερη για τον κατηγορούμενο, διότι αρκείται μόνο στην ιδιότητα του εντολοδόχου, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να θεωρείται πάντοτε ως δράστης κακουργηματικής υπεξαιρέσεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που απαιτείται, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ως άνω Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα τελευταία. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 424/2006 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του, ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής: Στις 9 Ιουνίου 1993, ο κατηγορούμενος, εμφανισθείς ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "....... ΟΕ", συμφώνησε με τον εγκαλούντα Ψ1, να επενδύσει ο πρώτος τα χρήματα του τελευταίου σε μετοχές. Προς τούτο ο εγκαλών κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό των 5.000.000 δραχμών, προκειμένου να αγοραστούν στο όνομα και για λογαριασμό του εγκαλούντα μετοχές των εταιρειών "ΑΣΠΙΣ - ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ" και "ΑΣΠΙΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ". Στα πλαίσια της παραπάνω συμφωνίας τους, ο εγκαλών την 1.9.1994 κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό των 10.000.000 δραχμών, προκειμένου το ποσό αυτό να επενδυθεί σε αμοιβαία κεφάλαια και μετοχές εταιρειών εισηγμένων ή μη στο Χρηματιστήριο Αθηνών με τέτοιο τρόπο ώστε να επιτυγχάνεται η βελτιστοποίηση του κέρδους, ενώ ρητά συμφωνήθηκε ότι η τοποθέτηση του εν λόγω ποσού βρίσκεται στην απόλυτα ελεύθερη και ανέλεγκτη κρίση της παραπάνω εταιρείας του κατηγορουμένου, η οποία όφειλε σε τακτά χρονικά διαστήματα να δίνει στον εγκαλούντα πλήρη ανάλυση για την πορεία της επενδύσεως, ο δε εγκαλών είχε δικαίωμα να ζητήσει τη ρευστοποίηση και επιστροφή του ως άνω ποσού μετά από 20ήμερη προειδοποίηση. Για τον ίδιο ως άνω σκοπό, ο εγκαλών κατέβαλε στον κατηγορούμενο στις 19.1.1995 1.000.000 δραχμές και στις 3.4.1995 1.000.000 δραχμές. Ήτοι, συνολικά, ο εγκαλών κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό των 17.000.000 δραχμών. Ωστόσο, καίτοι παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα από την καταβολή εκ μέρους του εγκαλούντος των ως άνω ποσών, ο κατηγορούμενος δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα και δεν τον ενημέρωσε για την πορεία των επενδύσεων, παρά μόνο τον καθησύχαζε αορίστως. Τότε ο εγκαλών άρχισε να ανησυχεί και κάλεσε τον κατηγορούμενο αρχές Νοεμβρίου 1995 να τον ενημερώσει για τις επενδύσεις που πραγματοποίησε και να του επιστρέψει τα χρήματά του την 30.11.1995, πράγμα που δεν έπραξε ο τελευταίος, παρά μόνο τον καθησύχαζε με διάφορες δικαιολογίες μέχρι τις 10.4.1996, οπότε υπογράφηκε μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: α) Ότι το ποσό των 17.000.000 δραχμών, που έλαβε ο κατηγορούμενος από τον εγκαλούντα (το οποίο με τους τόκους ανέρχεται σε 22.000.000 δραχμές) θα το εξοφλήσει τμηματικά, ήτοι από 30.9.1996 μέχρι 28.2.1997 και β) ότι προς εξασφάλιση της ως άνω απαιτήσεως ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε αντίστοιχες συναλλαγματικές, τις οποίες τριτεγγυήθηκε ο ...... Όμως, ο κατηγορούμενος δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα, με αποτέλεσμα ο εγκαλών να ασκήσει την από 9.12.1996 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 2970/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και με την οποία διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση μεταξύ άλλων, και της περιουσίας του κατηγορουμένου, καθώς και την από 9.12.1996 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Σημειώνεται ότι στο προαναφερόμενο από ..... ιδιωτικό συμφωνητικό αναγράφεται μεν κατά λέξη "έτσι στα χέρια του πρώτου συμβαλλομένου βρίσκεται σήμερα το συνολικό ποσό των 17.000.000 δραχμών, με το οποίο αυτός έχει αγοράσει κατά δήλωσή του ανάλογο αριθμό μετοχών στο όνομά του. Τις μετοχές αυτές αρνήθηκε να παραλάβει ο δεύτερος συμβαλλόμενος, δεδομένου ότι η αξία είναι σήμερα πολύ χαμηλή και δεν ανταποκρίνεται προς τα συμφωνηθέντα", πλην όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος αγόρασε με το ως άνω ποσό, που του κατέβαλε ο εγκαλών, μετοχές. Άλλωστε και στον τελευταίο δεν επέδειξε μετοχές, γι' αυτό αναγράφεται και στο ως άνω συμφωνητικό "έχει αγοράσει κατά δήλωσή του". Επίσης, η προαναφερθείσα ομόρρυθμη εταιρεία (ως εκπρόσωπος της οποίας εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος στον εγκαλούντα) συνεστήθη μεν με το από .... ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό....., μεταξύ του κατηγορουμένου και του ....., πλην όμως στην πραγματικότητα η εν λόγω εταιρεία ουδέποτε λειτούργησε ούτε τέλεσε από της συστάσεώς της εμπορικές πράξεις, δεν θεώρησε βιβλία στην αρμόδια ΔΟΥ και γενικά δεν έπραξε τίποτε για την πραγματοποίηση του σκοπού της, γι' αυτό, οι ως συμβληθέντες και ομόρρυθμοι εταίροι, με το από ..... ιδιωτικό συμφωνητικό τους, που καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών, έλυσαν και τυπικά τη μεταξύ τους εταιρεία. Ο κατηγορούμενος ψευδώς παρέστησε στον εγκαλούντα ότι ενεργεί με την ιδιότητα του εκπροσώπου της άνω εταιρείας, ενώ στην πραγματικότητα ενεργούσε για δικό του λογαριασμό και τούτο έπραξε, προκειμένου να τον εμπιστευθεί ο εγκαλών, ο οποίος του έδωσε δικαιώματα και πρωτοβουλίες να διαχειρίζεται τα χρήματά του και συγκεκριμένα να τα επενδύει σε αμοιβαία κεφάλαια και μετοχές εταιρειών, εισηγμένων ή μη στο χρηματιστήριο, κατά την απόλυτα ελεύθερη και ανέλεγκτη κρίση του. Επομένως, το ως άνω ποσό ο εγκαλών το εμπιστεύθηκε στον κατηγορούμενο ως εντολοδόχο διαχειριστή και ο τελευταίος δεν του παρέδωσε ούτε τις μετοχές ούτε και το ως άνω ποσό, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το οποίο παράνομα ιδιοποιήθηκε ο κατηγορούμενος. Χρόνος δε τελέσεως της παραπάνω πράξεως είναι η 30.11.1995, οπότε ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να επιστρέψει το ως άνω ποσό, εκδηλώνοντας έτσι εμφανώς την πρόθεσή του να ιδιοποιηθεί τούτο. Ενόψει, συνεπώς, των παραπάνω πραγματικών περιστατικών, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος κακουργηματικής υπεξαίρεσης, που τέλεσε την 30.11.1995, δεδομένου ότι ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 17.000.000 δραχμών, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το οποίο του εμπιστεύθηκε ο εγκαλών, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου - διαχειριστή ξένης περιουσίας. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος υπεβλήθη υπό του συνηγόρου του κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, περί πλημμεληματικού χαρακτήρα της ως άνω πράξεως και παύσεως ως εκ τούτου της ποινικής δίωξης (αφού η πράξη τελέστηκε την 30.11.1995 και έκτοτε παρήλθε μέχρι σήμερα χρονικό διάστημα πλέον της οκταετίας), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατ' ουσίαν, διότι όπως και ο κατηγορούμενος παραδέχεται, η πράξη της υπεξαίρεσης τελέστηκε απ' αυτόν υπό διττήν ιδιότητα, ήτοι αυτήν του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, και όχι με μόνη την ιδιότητα του εντολοδόχου και ως εκ τούτου η υπεξαίρεση του κατηγορουμένου έχει κακουργηματικό χαρακτήρα, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 375 Π.Κ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 3408/1996. Άλλωστε, κατά την έννοια της παλαιάς διάταξης του άρθρου 375 παρ. 2 Π.Κ. (πριν την ως άνω αντικατάστασή της) και η ιδιότητα του εντολοδόχου περιλαμβανόταν στις περιπτώσεις καταχρήσεως , αφού η απαρίθμηση ήταν ενδεικτική, ενώ με τον ως άνω νόμο, η ιδιότητα αυτή περιλαμβάνεται ρητά, μεταξύ άλλων περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων (βλ. Α.Π. 237/1997)". Οι παραπάνω παραδοχές περιέχουν την απαιτούμενη, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ειδική και εμπεριστατωμένη, αιτιολογία που απαιτούν τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 129 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αφού κατά τρόπο σαφή και πλήρη αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που σωστά ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες ή να στερηθεί η απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, με το να γίνει δεκτό ότι ο αναιρεσείων εισέπραξε, για λογαριασμό του εγκαλούντος, τα προμνημονευθέντα χρηματικά ποσά, τα οποία όμως, παρανόμως ιδιοποιήθηκε, διότι δεν τα απέδωσε στον ανωτέρω δικαιούχο εγκαλούντα, ως διαχειριστής της περιουσίας του και εντολοδόχος με εντολή και ρητή συμφωνία για την τοποθέτηση των ποσών αυτών σε επωφελείς για τον εγκαλούντα επενδύσεις (αγορά μετοχών και αμοιβαίων κεφαλαίων), κατά την απόλυτα ελεύθερη και ανέλεγκτη κρίση του αναιρεσείοντος, ως εκπροσώπου της εταιρείας του, δεν χώρησε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 375 του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτή ίσχυε πριν από τον Νόμο 2408/1996 ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, ορθώς δε έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι εφαρμόζεται εν προκειμένω η παραπάνω διάταξη, αφού η πράξη της υπεξαιρέσεως τελέστηκε από τον αναιρεσείοντα υπό διττήν ιδιότητα, δηλαδή εκείνη του εντολοδόχου και εκείνη του διαχειριστή ξένης περιουσίας, αφού η ύπαρξη της τελευταίας αρκεί για τη θεμελίωση της ευθύνης από κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης. Κατόπιν αυτών, πρέπει, ως αβάσιμοι να απορριφθούν οι περί του αντιθέτου σχετικοί από το άρθρο 510 περ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και εκείνου των προσθέτων. ΕΠΕΙΔΗ, η σύμφωνα με τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται όσοι τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, της ικανότητας προς καταλογισμό, τη μείωση της ικανότητας αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Πρέπει όμως, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός να είναι ορισμένος, δηλαδή, κατά περίπτωση, να αναφέρονται κατά τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη συγκρότηση της νομικής εννοίας του συγκεκριμένου ισχυρισμού, έτσι, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αξιολογήσεως, και σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει στους αόριστους αυτούς ισχυρισμούς, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος "ζήτησε την επιείκεια του Δικαστηρίου και να του αναγνωρισθούν (του αναιρεσείοντος) τα ελαφρυντικά των άρθρων 84 παρ. 2α' Π.Κ. και 84 παρ. δ Π.Κ. και κατέθεσε γραπτώς τον παρακάτω αυτοτελή ισχυρισμό, που έχει ως εξής: <<.....μέχρι το χρόνο τελέσεως (30.11.1995) της αποδιδόμενης σε μένα πράξεως έζησα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή. Ειδικότερα, μέχρι τότε δεν είχα διαπράξει άλλη αξιόποινη πράξη, είχα συγκροτημένη οικογένεια (ήμουν παντρεμένος με την .... και είχα αποκτήσει ένα τέκνο τον ......, ηλικίας σήμερα πέντε (5) ετών, εργαζόμουν έντιμα ως ασφαλιστικός πράκτορας στις εταιρείες .... και ...., χωρίς ποτέ να δημιουργηθεί το παραμικρό πρόβλημα στην εργασία μου και γενικά συμπεριφέρθηκα κατά τον τρόπο που θεωρείται ως ορθός, σύμφωνα με τα αξιολογικά κριτήρια του κοινωνικού συνόλου (βλ. προσαγόμενο με αριθμ. πρωτ. ..... πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως και την κατάθεση της επ' ακροατηρίω εξετασθείσης μάρτυρος μητέρας μου) και Β) επέδειξα ειλικρινή μετάνοια, καθόσον προσπάθησα να μειώσω τις συνέπειες της αποδιδόμενης σε μένα πράξεως. Ειδικότερα προσπάθησα να επιστρέψω στον μηνυτή το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων του, γι' αυτό άλλωστε υπέγραψα και το από .... ιδιωτικό συμφωνητικό και ήδη του έχω καταβάλει το ποσό των 13.205 €, αλλ' όμως η οικονομική μου καταστροφή, η οποία οδήγησε και στην πτώχευσή μου (βλ. σχετ. ..... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών) και πολύ περισσότερο το σημαντικό πρόβλημα υγείας (ανίατος ασθένεια που μου έχει προκαλέσει εγκεφαλικό) που μου παρουσιάσθηκε (βλ. τις προσαγόμενες βεβαιώσεις νοσηλείας), το οποίο με κατέστησε ανίκανο προς εργασία με ποσοστό αναπηρίας 67% (βλ. σχετικά την με αριθμ. πρωτ. ..... γνωμάτευση Νομαρχίας Αθηνών), δεν μου επιτρέπουν πλέον να άρω ακόμη περισσότερο τις συνέπειες της αποδιδόμενης σε μένα πράξεως...>>. Όμως, τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς δεν ανέπτυξε ο συνήγορος του αναιρεσείοντος προφορικά στο ακροατήριο, αρκεσθείς μόνο στην αριθμητική αναφορά των άρθρων του Ποινικού Κώδικα, που προβλέπουν τις ως άνω ελαφρυντικές περιστάσεις. Επομένως το Δικαστήριο, αν και δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στους ως άνω ισχυρισμούς, η αοριστία των οποίων, έτσι όπως προφορικώς διατυπώθηκαν, δεν θεραπεύθηκε από την γραπτή και μόνο ανάπτυξή τους, αφού δεν καλύφθηκε η προφορικότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (Ολ. ΑΠ 2/2005), εν τούτοις, αιτιολογημένα απάντησε και στους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, δεχόμενο την ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μετανοίας και απορρίπτοντας την ελαφρυντική περίσταση του προηγούμενου έντιμου βίου, ως ακολούθως: "Τέλος, πρέπει να αναγνωριστεί ότι συντρέχει εν προκειμένω η ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μετάνοιας (άρθρ. 84 παρ. 2 δ' Π.Κ.), διότι ο κατηγορούμενος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, δεδομένου ότι έχει καταβάλει στον εγκαλούντα, όπως και ο τελευταίος παραδέχεται, το ποσό των 2.000.000 δραχμών, έναντι του υπεξαιρεθέντος ποσού, ενώ λόγοι ασθενείας τον εμπόδισαν να εξοφλήσει ολοσχερώς το υπεξαιρεθέν ποσό. Ο έτερος ισχυρισμός του κατηγορουμένου, να του αναγνωριστεί και το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, διότι από το αντίγραφο ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου (που αναγνώσθηκε μετά την περί ενοχής απαγγελία της απόφασης του δικαστηρίου), προκύπτει ότι αυτός έχει καταδικαστεί αμετάκλητα επανειλημμένα για σοβαρά εγκλήματα (έκδοση ακάλυπτων επιταγών, υπεξαίρεση, ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση)". Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών - αιτημάτων του αναιρεσείοντος, για την αναγνώριση υπέρ αυτού των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 34/3.3.2006 αίτηση του Χ1 και τους από 31.1.2007 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της 424/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Η διάταξη του άρθρου 375 § 2 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 2408/1996, εφαρμόζεται ως επιεικέστερη και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την ισχύ της, εφόσον η κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, δεν βασίζεται αποκλειστικώς στην ιδιότητα του δράστη ως εντολοδόχου. Απορρίπτει την αναίρεση και τους πρόσθετους λόγους.
|
Υπεξαίρεση
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Νόμος επιεικέστερος, Υπεξαίρεση, Πρόσθετοι λόγοι.
| 1
|
Αριθμός 1764/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αναστάσιο Λιανό (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητή και Αντώνιο Αθηναίο (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 87/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ουρούμπεη, για αναίρεση της 1667/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 5 Μαρτίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 550/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι ακόλουθες αιτήσεις αναιρέσεως: 1) υπ' αριθμ.19/2008 του Χ1 και 2) υπ' αριθμ.20/2008 της Χ2, οι οποίες στρέφονται κατά της υπ' αριθμ.1667/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 337 παρ.1 ΠΚ "όποιος με ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή". Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών τιμωρείται η πράξη της προηγούμενης παραγράφου, αν ο παθών είναι νεότερος των 12 ετών". Από τη διάταξη αυτή, που περιλαμβάνεται στο δέκατο ένατο κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα με τον τίτλο "εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της προσβολής τη γενετήσιας αξιοπρέπειας αρκεί να λάβουν χώρα ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, προσβλητικές κατά τρόπο βάναυσο της αξιοπρέπειας του άλλου στη σφαίρα της γενετήσιας ζωής. Σε αντίθεση με τις ασελγείς πράξεις "οι ασελγείς χειρονομίες" είναι ελαφρότερες ερωτικές πράξεις που δεν φθάνουν στο σημείο της ασελγούς πράξεως", αλλά πάντως τελούνται με σωματική επαφή, όπως λ.χ. ψαύσεις ή θωπείες στο στήθος, στους μηρούς, η εισαγωγή του δακτύλου στον πρωκτό του παθόντα κλπ. Για τη στοιχειοθέτηση δε της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού απαιτείται δόλος συνιστάμενος στη γνώση και θέληση πραγματώσεως των στοιχείων της πράξεως.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Περαιτέρω, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα οποία, ως αποτελούντα ενιαίο σύνολο αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία κατ' είδος προσδιορίζει, αποδείχθηκαν, τα ακόλουθα: "Η εγκαλούσα και ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 τέλεσαν νόμιμο γάμο στη ... την 28-5-1989, από τον οποίο απέκτησαν δύο άρρενα δίδυμα τέκνα, το Α και το Β, που γεννήθηκαν την 11-1-1996. Η έγγαμη συμβίωση του ζεύγους διασπάσθηκε το μήνα Νοέμβριο του 1999, δυνάμει δε της υπ' αριθ. 9327/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ανατέθηκε προσωρινά στην εγκαλούσα η άσκηση της γονικής μέριμνας των δύο ανωτέρω ανηλίκων τέκνων της, ενώ παράλληλα ρυθμίστηκε προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας του πρώτου κατηγορουμένου με αυτά κάθε Τρίτη από ώρα 17.00 μ.μ. μέχρι 20.00 μ.μ., κάθε Σαββατοκύριακο από 17.00 μ.μ. του Σαββάτου μέχρι 17.00 μ.μ. της Κυριακής και κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα σύμφωνα με το διατακτικό της ως άνω απόφασης. Σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης η εγκαλούσα το Μάϊο του 2000 εγκαταστάθηκε με τ' ανήλικα τέκνα της στην οικία των γονέων της στην πόλη της ..., ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος μαζί με τους γονείς του μετέβαιναν στην ... παρελάμβαναν τα παιδιά, τα μετέφεραν στη ... κι ακολούθως τα επέστρεφαν στην ... σύμφωνα με το διατακτικό της ως άνω απόφασης. Ωστόσο, τόσο ο πρώτος κατηγορούμενος όσο και οι συγκατηγορούμενοι γονείς του με τους οποίους διέμενε μετά τη διάστασή του με την εγκαλούσα, αλλά και κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους ουδέποτε αποδέχθηκαν ότι η τελευταία θα είχε την επιμέλεια των δύο ανηλίκων τέκνων του ζεύγους, διότι την θεωρούσαν ανίκανη κι' ακατάλληλη προς τούτο, γιαυτό επινόησαν να επιτύχουν δικαστικά την αφαίρεση της γονικής μέριμνας απ' αυτήν με τη δήθεν σεξουαλική κακοποίησή τους από άτομο του οικογενειακού περιβάλλοντος της μητέρας. Για την επίτευξη του ανίερου αυτού σκοπού τους σε μη εξακριβωθείσα ημερομηνία κατά το χρονικό διάστημα από 22 έως 27-8-2000, ήτοι κατά το διάστημα της επικοινωνίας του πρώτου κατηγορουμένου με τ' ανήλικα τέκνα του στην οικία του, ηλικίας τότε πέντε ετών περίπου ενήργησαν ο πρώτος κατηγορούμενος - πατέρας τους και η τρίτη κατηγορουμένη - γιαγιά τους ασελγείς πράξεις σε βάρος τους και συγκεκριμένα ο μεν Χ εισήγαγε στον πρωκτό του ανήλικου Α το δάκτυλο του, ενώ η Χ2 ενήργησε την ίδια πράξη σε βάρος του ανήλικου Β. Τυχόν εμπλοκή του δευτέρου κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της απεχθούς αυτής πράξεως των συγκατηγορουμένων του δεν αποδείχτηκε. Στη συνέχεια ο πρώτος κατηγορούμενος κατήγγειλε ψευδώς στην ασφάλεια Θεσσαλονίκης ότι η μητέρα των ανηλίκων και το άμεσο συγγενικό περιβάλλον της ενεργούν σε βάρος τους ασελγείς πράξεις κι έτσι έλαβαν την υπ' αριθ. 1047/4/28 έγγραφη παραγγελία του Α' τμήματος Ασφαλείας Θεσσαλονίκης για τη διενέργεια ιατροδικαστικής εξέτασης από τον ιατροδικαστή κύριο Γ, ο οποίος με τις υπ' αριθμ. 2378 και 2379/2000 ιατροδικαστικές του εκθέσεις ύστερα από εξέταση των δύο ανηλίκων τέκνων αναφέρει μεταξύ άλλων ότι τα ανήλικα του ανέφερον ενοχλήσεις από άλλα άτομα στον πρωκτό τους, ότι δεν παρατηρούνται σημεία παρά φύση ασέλγειας, πλην όμως δεν μπορεί να διαπιστώσει αν έγιναν ασελγείς προστριβές στο παραπάνω σημείο. Είναι προφανές ότι οι ενέργειες του πρώτου και της τρίτης των κατηγορουμένων με την εισαγωγή του δακτύλου τους στον πρωκτό των ανωτέρω ανηλίκων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ήταν πολύ προσεκτικές για να μην τους προκληθεί κάποια ανήκεστη βλάβη στην υγεία τους, στόχευαν όμως με τον τρόπο αυτό να υπάρχουν ιατροδικαστικά ευρήματα για να μπορέσει ο πρώτος κατηγορούμενος να επικαλεστεί στο Δικαστήριο τη σεξουαλική κακοποίηση των τέκνων του από το οικογενειακό περιβάλλον της εγκαλούσας-μητέρας τους και να επιτύχει την ανάθεση της γονικής μέριμνας αυτών στον ίδιο όπως και πράγματι έπραξε, αφού κατέθεσε την υπ' αριθ. 31441/5-9-2000 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αίτημα την ανάκληση της ανωτέρω απόφασης και την ανάθεση της γονικής μέριμνας των ανηλίκων τέκνων του ζεύγους στον ίδιο, επικαλούμενος τις δήθεν ασελγείς πράξεις που διενεργεί το οικογενειακό περιβάλλον της εγκαλούσας σε βάρος αυτών. Το ίδιο χρονικό διάστημα η μητέρα των ανηλίκων όταν πληροφορήθηκε το περιεχόμενο της ανωτέρω αιτήσεις σε σχετική συνομιλία με τα ανήλικα τέκνα της πληροφορήθηκε απ' αυτά ότι ο πατέρας τους κι η γιαγιά τους εισήγαγαν το δάκτυλό τους στον πρωκτό τους, όπως περιγράφεται παραπάνω και μάλιστα τα απειλούσαν ότι αν τολμούσαν να το πουν θα τους συμβεί κάτι κακό, δηλαδή ότι θα πάνε φυλακή κι' άλλα παρόμοια. Τα ανωτέρω επιβεβαίωσε η εγκαλούσα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου καταθέτοντας τα εξής: "Ο Β μου είπε ότι η γιαγιά έβαλε ένα χαλάκι στην τουαλέτα και με έβαλε ένα δάκτυλο. Ο Α μου είπε ότι πόνεσε, το έκανε ο μπαμπάς και του είπε ότι δεν θα ξαναγίνει". Η κατάθεση αυτή της εγκαλούσας ενισχύεται από το από 15-9-2000 έγγραφο του Κέντρου Ψυχικής Υγείας Κατερίνης, όπου κατέφυγε η ανωτέρω. Στο έγγραφο αυτό, το οποίο επισυνάφθηκε στην έγκληση της εγκαλούσας με βάση την οποία ασκήθηκε η παρούσα ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι εξετάσθηκαν τα ανήλικα. Τα οποία μετά από επίμονες ερωτήσεις αναφέρθηκαν σε σεξουαλική παρενόχληση από μέρους των κατηγορουμένων, οι υπογράφοντες δε το έγγραφο αυτό Δ, ψυχίατρος, υπεύθυνος του ανωτέρω Κέντρου Ψυχικής Υγιεινής Κατερίνης και η Ε, κοινωνική λειτουργός, σχημάτισαν την πεποίθηση ότι τα παιδιά ήταν ειλικρινή σ' αυτά που τους ανέφεραν. Επίσης, αξιόπιστο κρίνεται και το από 14-9-2000 έγγραφο της ΣΤ-Λογοθεραπεύτριας, η οποία παρακολουθούσε τ' ανήλικα στα πλαίσια λογοπεδικής παρέμβασης και υποστήριξης, λόγω της μη ικανοποιητικής για την ηλικία τους άρθρωσης, η οποία μεταφέρει πρόσφατη τότε δήλωση των παιδιών σχετικά με την μεταχείριση από τον πατέρα τους και τους γονείς του και συγκεκριμένα τη δήλωσή τους, υπό το κράτος φόβου και δισταγμού και μετά από αρκετή συζήτηση μαζί της, ότι ο πατέρας τους τα απειλεί ότι θα τα βάλει φυλακή, αν πούνε ότι τους "έβαλε δάκτυλο στο κωλαράκι τους" και στην ίδια δηλώνουν ότι φοβούνται να πάνε στη ... . Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δυνάμει της υπ' αριθ. 5243/2006 παρεμπίπτουσας απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσ/νίκης διατάχθηκε διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης κι ορίσθηκε πραγματογνώμονας η παιδοψυχίατρος Ζ, προκειμένου ν' αποφανθεί αν τα ανήλικα υπέστησαν σεξουαλική κακοποίηση το έτος 2000 ή πράξεις που συνιστούν προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας και από ποιόν και να διαγνωσθεί αν οι διηγήσεις των ανωτέρω ανηλίκων είναι αληθείς, δηλαδή στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα ή είναι προϊόντα επηρεασμού κι' υποβολής από κάποιον από το οικείο περιβάλλον. Η ανωτέρω παιδοψυχίατρος μετά από συνεδρίες που είχε με τα ανήλικα δεν μπόρεσε να βεβαιώσει αν όντως αυτά υπέστησαν σεξουαλική κακοποίηση τον Αύγουστο του 2000, πλην όμως πιστεύει ότι οι καταθέσεις τους είναι όντως αληθείς κι' ότι κατά τη γνώμη της δεν είναι προϊόντα υποβολής από μέρους της μητέρας τους ή άλλου οικείου προσώπου, προκειμένου ν' αποξενώσουν τον πατέρα τους από την επικοινωνία τους μαζί του ή για άλλο λόγο. Εξάλλου, κι οι δύο τεχνικοί σύμβουλοι της εγκαλούσας Η και Θ, παιδοψυχίατροι, που συμμετείχαν μαζί με την τεχνική σύμβουλο που όρισε ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης που διενήργησε η ίδια ως άνω παιδοψυχολόγος δυνάμει της από 24-6-2003 διάταξης της ανακρίτριας Κατερίνης στην από 19-1-2004 παιδοψυχιατρική της έκθεση κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ναι μεν η κακοποίηση των ανηλίκων δεν μπορεί να διαπιστωθεί μετά την πάροδο τόσων ετών, τα τραυματικά γεγονότα όμως που βίωσαν και βιώνουν τ' ανήλικα με την εμμονή και τον αυτοσκοπό του πατέρα τους να τα οδηγεί επί δύο χρόνια περίπου σε ειδικούς ιατρούς κι εφημερεύοντα προκειμένου να αποδείξει ότι έχουν υποστεί ψυχολογική, σωματική και σεξουαλική κακοποίηση από το περιβάλλον της μητέρας τους θα έχουν μακροπρόθεσμες πιθανές συνέπειες. Ενόψει όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι τ' ανωτέρω ανήλικα υπέστησαν ασελγείς πράξεις από τους πρώτο και τρίτη των κατηγορουμένων, προέβησαν δε στην πράξη τους αυτή προκειμένου ν' αποδείξουν σεξουαλική κακοποίησή τους από το περιβάλλον της εγκαλούσας μητέρας τους, προκειμένου να υπάρξουν ιατροδικαστικά ευρήματα για να της αποσπάσουν τη γονική τους μέριμνα, μάλιστα δε επειδή δεν το κατάφεραν το επανέλαβαν πιο βίαια το έτος 2002, οπότε να υπάρξουν ιατροδικαστικά ευρήματα (βλ. την από 20-4-2002 ιατροδικαστική εξέταση του ιατροδικαστή Ι). Με βάση τα ευρήματα αυτά και κατόπιν σχετικής καταγγελίας ασκήθηκε κατά της εγκαλούσας ποινική δίωξη για αποπλάνηση ανηλίκων κάτω των 10 ετών κι εκδόθηκε το υπ' αριθ. 92/2005 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, που κατέληξε να μην γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων μεταξύ των οποίων και η εγκαλούσα.
Συνεπώς πρέπει ο πρώτος και η τρίτη των κατηγορουμένων να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης σ' αυτούς αξιόποινης πράξης...σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο διατακτικό". Με αυτό (διατακτικό) κηρύχτηκε ένοχος ο Χ1 του ότι: "στη ..., σε ανεξακρίβωτη ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από 22 έως 27 Αυγούστου 2000, με ασελγείς χειρονομίες πρόσβαλλε βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του, είναι δε ο παθών νεότερος των 12 ετών. Συγκεκριμένα, όντας πατέρας του ανηλίκου Α, που διήγε το πέμπτο έτος της ηλικίας του, υιού δικού του και της εγκαλούσας Ψ, κατοίκου ..., εισήγαγε το δάκτυλο του χεριού του στον πρωκτό του πιο πάνω ανηλίκου, προσβάλλοντας βάναυσα την αξιοπρέπειά του στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του". Επίσης κηρύχτηκε ένοχη η Χ2 του ότι : "στη ...σε ανεξακρίβωτη ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από 22 έως 27 Αυγούστου 2000, με ασελγείς χειρονομίες πρόσβαλλε βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του, είναι δε ο παθών νεότερος των 12 ετών. Συγκεκριμένα, όντας γιαγιά του ανηλίκου Β, που διήγε το πέμπτο έτος της ηλικίας του, υιού του πρώτου κατηγορουμένου και της εγκαλούσας Ψ, κατοίκου ..., εισήγαγε το δάκτυλο του χεριού της στον πρωκτό του πιο πάνω ανηλίκου, προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό βάναυσα την αξιοπρέπειά του στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του". Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σε σχέση με το έγκλημα της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για την αντικειμενική και υποκειμενική θεμελίωση του προαναφερόμενου εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1 και 337 παρ.1 και 2 του ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, από την προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη του, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες κρίση του, μόνο την κατάθεση της εγκαλούσας και το περιεχόμενο μόνο ορισμένων εγγράφων, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αλλά συνεκτίμησε και αξιολόγησε τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων που εξετάστηκαν, καθώς και όλα τα έγγραφα που ανεγνώσθησαν, χωρίς να εξαιρέσει κανένα από αυτά. Εξάλλου, δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας να γίνει χωριστή αναφορά τι προέκυψε από το καθένα από αυτά ή (να γίνει) αξιολογική συσχέτιση αυτών. Με βάση τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 337 παρ. 2-1 του ΠΚ, αφού εκτίθεται σ' αυτήν με σαφήνεια ότι ο μεν αναιρεσείων Χ1 εισήγαγε στον πρωκτό του ανηλίκου Α το δάκτυλό του, η δε αναιρεσείουσα Χ2 ενήργησε την ίδια πράξη σε βάρος του ανηλίκου Β, περιστατικά από τα οποία καθαρά προκύπτει ότι προσβλήθηκε βάναυσα η αξιοπρέπεια των ανωτέρω ανηλίκων στο πεδίο της γενετήσιας ζωής τους. Η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες κρίση της, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων: α) την από 28-6-2006 τεχνική έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του παιδοψυχιάτρου Κ, η οποία συντάχτηκε με την ιδιότητα αυτού ως τεχνικού συμβούλου των αναιρεσειόντων, β) την υπ' αριθμ.1350/1351/2002 παιδοψυχιατρική έκθεση της παιδοψυχιατρικής ομάδας του ΓΠΝ "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ", Τομέας Ψυχικής Υγείας, Τμήμα παιδιών-εφήβων, η οποία συντάχτηκε ύστερα από αίτηση του Ιδρύματος ΦΙΛΟΞΕΝΕΙΟ, που είχε την προσωρινή επιμέλεια των ανηλίκων παθόντων, γ) την από 22-2-2001 παιδοψυχιατρική έκθεση της Κ, η οποία συντάχτηκε ύστερα από αίτηση του αναιρεσείοντος Χ1, και δ) την από 26-1-2004 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης της παιδοψυχιάτρου Μ, η οποία συντάχτηκε ύστερα από αίτηση του Χ1, με την ιδιότητα δηλαδή των δύο τελευταίων ως τεχνικών συμβούλων. Σημειώνεται ειδικότερα εδώ ότι οι ως άνω αναγνωσθείσες εκθέσεις, οι οποίες προκαλούνται από τους διαδίκους και συντάσσονται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση, αναφορικά με γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, δεν ταυτίζονται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων από ανακριτικό υπάλληλο ή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, ώστε να μνημονεύονται χωριστά στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά, ως έγγραφα, (άρθρ. 178 εδ. στ του ΚΠοινΔ), συνεκτιμώνται μαζί με τις άλλες αποδείξεις, για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του. Ως εκ τούτου δεν είναι ανάγκη, εάν το δικαστήριο καταλήγει σε διαφορετική κρίση από το πόρισμα της γνωμοδοτήσεως, να αιτιολογήσει το αντίθετο προς αυτήν πόρισμά του.
Περαιτέρω, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ανεγνώσθησαν και δύο εκθέσεις ιατρικής πραγματογνωμοσύνης της Ζ, οι οποίες συντάχτηκαν η μεν μία ύστερα από την από 24-6-2003 Διάταξη του Ανακριτή Πλημμελειοδικών Κατερίνης, η δε άλλη ύστερα από την υπ' αριθμ. 5243Α/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Οι εκθέσεις αυτές, που αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, δεν περιλαμβάνονται ως τέτοιο στην αρχή της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ' είδος τους τα αποδεικτικά μέσα. Εν τούτοις όμως από το σύνολο της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθίσταται αναμφίβολο ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τις εν λόγω δύο εκθέσεις ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, αφού ρητώς τις μνημονεύει ως τέτοιες στην αιτιολογία του. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ότι αυτή στερείται νομίμου βάσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του σχετικά με την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων, που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε το πρόσωπο που τα προσκόμισε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του, και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο αναφέρεται απλώς διηγηματικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Επίσης, δεν επέρχεται η εν λόγω ακυρότητα όταν τα περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο προκύπτουν όχι μόνον από έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε, αλλά και από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που χρησιμοποίησε.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το Εφετείο που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής των αναιρεσειόντων κρίση του σε όλα τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα υπ' αύξοντα αριθμό : 1) το υπ' αριθμό 30/2006 Βούλευμα Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, 2) η υπ' αριθμό 41800/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, 3) η υπ' αριθμό ΕΓ 15-01/91 Εισαγγελική παραγγελία, 4) η από 19-9-2000 μήνυση της Ψ, 5) η υπ' αριθμό 19/2005 Διάταξη Ανακριτή Α Τμήματος Θεσσαλονίκης, 6) το με αριθμό 233/05 γραμμάτιο εγγυοδοσίας, 7) το από 15-9-2000 έγγραφο του Κέντρου Ψυχικής Υγείας Κατερίνης, 8) το από 14-9-2000 έγγραφο της ΣΤ, Λογοθεραπεύτριας, 9) το με αριθμό 92/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κατερίνης, 10) η με αριθμό 1542/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, Ζ πολιτικό Τμήμα, 11) το με αριθμό 4/20002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κατερίνης, 12) το με αριθμό 97/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κατερίνης, 13) η από 28/6/2006 Τεχνική Έκθεση Ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του Κ, Παιδοψυχιάτρου, 14) η από 20-4-2000 ιατρική βεβαίωση του ιατρού νευρολόγου-ψυχιάτρου Ν, 15) η από 24-4-2000 ιατρική γνωμάτευση της ιατρού παιδοψυχιάτρου, Ξ, 16) η από 18-7-2000 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού -παιδοψυχιάτρου Ο, 17) η με αριθμό πρωτ. 1350/1351/2002 Παιδοψυχιατρική έκθεση της παιδοψυχιατρικής ομάδας του ΓΠΝ "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ" Τομέας Ψυχικής Υγείας, Τμήμα παιδιών-εφήβων,18) η από 22/2/2001 παιδοψυχιατρική έκθεση της ιατρού- ειδικής παιδοψυχιάτρου Λ, 19) η από 19-7-2000 γνωμάτευση του ιατρού νευρολόγου-ψυχιάτρου Π, 20) η από 18-7-2001 γνωμάτευση του ιατρού νευρολόγου-ψυχιάτρου Π, 21) η από 15-9-2000 βεβαίωση του ΔΕΤΚ, Τμήμα Αρωγής, 22) η από 10-2-2003 έκθεση κοινωνικής έρευνας της Δημοτικής Επιχείρησης Αρωγής Καλαμαριάς, 23) η από 26-1-2004 τεχνική έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης της παιδοψυχιάτρου Μ, 24) παιδοψυχιατρική έκθεση των παιδοψυχιάτρων Η και Θ, 25) απόσπασμα της με αριθμό 68533/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 26) απόσπασμα της με αριθμό 2411/2004 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, 27) η με αριθμό 16462/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, 28) το με αριθμό 563/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, και 29) δύο (2) εκθέσεις ιατρικής πραγματογνωμοσύνης της Ζ, παιδοψυχιάτρου-πραγματογνώμονος. Υπό τη διατύπωση αυτή επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα των εν λόγω εγγράφων και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν ανεγνώσθησαν, με την πραγματική δε ανάγνωση αυτών, κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στους αναιρεσείοντες, οι οποίοι είχαν έτσι τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επ' αυτών, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά. Επίσης προβάλλεται η αιτίαση με τον πρώτο λόγο των ενδίκων αιτήσεων στοιχ. β' ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως τα ακόλουθα έγγραφα που δεν ανεγνώσθησαν, ήτοι? τις με αριθμούς 2377 και 2379/2000 ιατροδικαστικές εκθέσεις του ιατροδικαστή κ. Γ, (η πρώτη από τις ως άνω αιτήσεις από προφανή παραδρομή αναφέρεται με αριθμό 2378), την με αριθμό 31441/5-9-2000 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την υπ' αριθμ. 5243/2006 παρεμπίπτουσα απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 24-6-2003 διάταξη της Ανακρίτριας Κατερίνης και την από 20-4-2008 ιατροδικαστική εξέταση του ιατροδικαστή Ι. Πράγματι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά της προσβαλλόμενης 1667/2007 αποφάσεως, δεν ανέγνωσε τα ως άνω έγγραφα. Όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων αυτών προκύπτουν τα εξής. Το πόρισμα των υπ' αριθμούς 2377 και 2379/2000 ιατροδικαστικών εκθέσεων με το περιεχόμενο που αναφέρθηκε παραπάνω δεν είναι καταδικαστικό. Η από 20-4-2002 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Ι δεν αναφέρεται στο επίδικο χρονικό διάστημα από22 έως 27-8-2000 και συνεπώς δεν έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο. Διηγηματικά αναφέρονται η υπ' αριθμ. 5243Α/2006 απόφαση, με την οποία διατάχτηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από την Ζ, η από 5-9-2000 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και η από 24-6-2003 διάταξη της Ανακριτρίας Κατερίνης. Ανεξαρτήτως του ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται στις λοιπές αποδείξεις, εκτός δηλαδή από αυτές που αναφέρθηκαν αμέσως παραπάνω. Επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα, λόγω παραβιάσεως διατάξεων που αναφέρονται στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου.
Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις υπ' αριθμ.19 και 20/2008 από 5-3-2008 αιτήσεις των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 1667/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για καθένα απ' αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας με παθόντες νεότερους των 12 ετών. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβιάσεως διατάξεων που αναφέρονται στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας.
| 0
|
Αριθμός 1763/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αναστάσιο Λιανό (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Μάλλιο και Αντώνιο Αθηναίο (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 87/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου)-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης X1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κανέλλο, περί αναιρέσεως της 13419/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24.12.2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 152/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1, 2 ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι παραδεκτή η άσκηση αναίρεσης για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσης για το απαράδεκτο. Εξ άλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης, ως απαράδεκτο, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλομένης με την έφεση απόφασης και εκείνον της άσκησης αυτής καθώς και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς ειδικώτερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός και αν προβάλλεται με την έφεση, λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως "αγνώστου διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, λόγω της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας) δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση εκ μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της έφεσης. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1, 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που είχε εκδώσει το προορισμένο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική ή Αστυνομική ή οποιαδήποτε Δημόσια Αρχή. Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. 1382/7.5.2007 έκθεση έφεσης, που επισκοπείται επιτρεπτώς από τον Άρειο Πάγο, προκύπτει ότι η εκκαλούσα X1, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσής της, προέβαλε ότι ουδέποτε μέχρι τη 2α Μαΐου 2007 έλαβε γνώση της προσβαλλομένης απόφασης, αλλ' έλαβε γνώση αυτής μόλις τη 2.5.2007, ούτε ήταν άγνωστης διαμονής, αλλά από το έτος 1980 κατοικούσε μονίμως στη γνωστή σε όλους οδό ......., .... Θεσσαλονίκης και όχι στην οδό ......, όπου έγιναν οι σχετικές επιδόσεις ως άγνωστης διαμονής. Προέβαλε, δηλαδή, με την έφεση, ακυρότητα της επίδοσης, ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία άσκησης της έφεσης, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε, και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως άγνωστης διαμονής. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το από .... αποδεικτικό επίδοσης, της δικαστικής επιμελήτριας ......, η τελευταία βεβαίωσε σ' αυτό ότι μετέβη για επίδοση της πρωτόδικης υπ' αριθ. 49340/1998 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, στην οδό ........., περιοχής ......Θεσσαλονίκης, τελευταία δε γνωστή κατοικία της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας, X1, και δεν βρήκε αυτή στην εν λόγω κατοικία της, από την οποία απουσίαζε και ήταν άγνωστη η διαμονή της και ότι διαπίστωσε, ύστερα από έρευνα, ότι δεν υπάρχει στην παραπάνω κατοικία ή αλλού συγγενής της κατηγορουμένης, απ' αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 156 ΚΠοινΔ, δηλαδή σύζυγος ή γονέας ή αδελφός ή άλλος συγγενής εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τρίτου βαθμού. Έτσι πήγε και παρέδωσε την ανωτέρω απόφαση στην ορισθείσα για το σκοπό αυτό, από τον Δήμαρχο Θεσσαλονίκης, δημοτική υπάλληλο ..... . Από το ανωτέρω αποδεικτικό επίδοσης, το οποίο έχει αποδεικτική ισχύ, μέχρι προσβολής του ως πλαστό, προκύπτει ότι το όργανο που ενήργησε την επίδοση βεβαίωσε το άγνωστο της διαμονής της κατηγορουμένης και την ανυπαρξία συγγενών του άρθρου 156 ΚΠοινΔ. Εξ άλλου, στην αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης διαλαμβάνονται τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα - κατηγορουμένη, καταδικάσθηκε με την υπ' αριθ. 49340/3.11.1998 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, για παράβαση ΑΝ 86/1987, για πράξη που τελέστηκε στη Θεσσαλονίκη από 1.4.1995 έως 1995, σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, μετατρεπόμενη προς 1500 δρχ. ημερησίως και σε συνολική χρηματική ποινή τριακοσίων χιλιάδων (300.000) δρχ. και στα έξοδα της δίκης, ποσού δέκα χιλιάδων (10.000) δρχ. Η κατηγορουμένη δεν ήταν παρούσα στο πρωτόδικο Δικαστήριο, παρ' ότι κλήθηκε ως πρώην κάτοικος Θεσσαλονίκης, οδός ...... (.....), και ήδη (τότε) αγνώστου διαμονής και η κλήση τοιχοκολλήθηκε στο οικείο Δημοτικό Διαμέρισμα Δήμου Θεσσαλονίκης, όπως αναφέρεται στο σχετικό από ...... αποδεικτικό επιδόσεως (βλ. σχ. έγγραφο). Η εκκαλουμένη απόφαση, όπως προκύπτει από το αναγνωσθέν στο ακροατήριο, από .... αποδεικτικό επίδοσης απόφασης κατηγορουμένου άγνωστης διαμονής της δικαστικής επιμελήτριας ......., επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 2-7-1999, δια τοιχοκολλήσεως στην έδρα του Δήμου Θεσσαλονίκης, σαν σε κατηγορουμένη άγνωστης διαμονής, αφού αναζητήθηκε στην τελευταία γνωστή κατοικία της στην οδό ........ . Η εκκαλούσα ασκεί την υπό κρίση έφεση στις 7-5-2007, όπως προκύπτει από την ανάγνωση στο ακροατήριο της σχετικής έκθεσης ασκήσεως εφέσεως, δηλαδή μετά την παρέλευση των δέκα ημερών από την ως άνω ημερομηνία επιδόσεως της εκκαλουμένης απόφασης (2-7-1999). Από δε τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι η εκπρόθεσμη άσκησή της οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, ώστε να συγχωρηθεί το εκπρόθεσμο. Ειδικότερα, η εκκαλούσα υποστηρίζει, για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της έφεσής της, ότι για πρώτη φορά έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως στις 2-5-2007, ενώ προηγουμένως κλήθηκε για να δικασθεί και της επιδόθηκε η εκκαλουμένη σαν άγνωστης διαμονής, ενώ ήταν γνωστής και συγκεκριμένα διέμενε από το έτος 1980 στην οδό ......., γεγονός που ήταν γνωστό στις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές. Όμως, όπως προκύπτει από την εκτίμηση των αποδείξεων, η εκκαλούσα - κατηγορούμενη ορθώς αναζητήθηκε (πριν την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης ως άγνωστης διαμονής) στην οδό ....., που ήταν η τελευταία γνωστή της στην Εισαγγελία διεύθυνση από το ΙΚΑ, όπου προφανώς την είχε δηλώσει η κατηγορουμένη (βλ. και την κατάθεση της μάρτυρος του ΙΚΑ). Τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα -κατηγορούμενη, για τα οποία, καταθέτει και ο μάρτυράς της ......, ότι δηλαδή η κατηγορουμένη είχε γνωστή διεύθυνση στην οδό ...... κατά το χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης (και του κλητηρίου θεσπίσματος), δεν κρίνονται πειστικά, παρά τα έγγραφα που προσκομίζει η εκκαλούσα, αλλά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν αποδεικνύεται ότι η παραπάνω διεύθυνση της εκκαλούσας ήταν γνωστή, κατά το χρόνο επίδοσης της απόφασης στην Εισαγγελική αρχή που παρήγγειλε την επίδοση. Και τούτο διότι από τα παραπάνω έγγραφα, εκείνα μεν που θα μπορούσαν να είναι σε γνώση της Εισαγγελίας (έγγραφα προερχόμενα από αυτήν και έγγραφα που κατατέθηκαν σε αυτήν, όπως κλήσεις, επιδοθείσες αποφάσεις και εκθέσεις εφέσεων) δεν αναφέρονται στο χρόνο που επιδόθηκε η εκκαλουμένη (2-7-1999), τα δε λοιπά (αντίγραφα συμβολαίων κλπ) αφορούν σχέσεις της εκκαλούσας με τρίτους, έστω και αν αναφέρονται στο παραπάνω έτος". Η ανωτέρω αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, ως προς την απόρριψη της έφεσης, ως εκπρόθεσμης, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή η χρονολογία επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης στην εκκαλούσα (2.7.1999), το σχετικό αποδεικτικό επίδοσης και η χρονολογία άσκησης της έφεσης (7.5.2007), που κείται εκτός της νόμιμης προθεσμίας άσκησής της. Τέλος, στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρονται κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα) τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του για την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι ήταν γνωστής διαμονής και συνεπώς η επίδοση, ως άγνωστης διαμονής, ήταν άκυρη. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.12.2007 αίτηση της X1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 13419/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη έφεσης ως εκπρόθεσμης. Για την ύπαρξη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της έφεσης ως εκπρόθεσμης πρέπει να αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου ο χρόνος επίδοσης στον εκκαλούντα της πρωτόδικης απόφασης κατά της οποίας αυτός άσκησε έφεση, ο χρόνος άσκησης αυτής (έφεσης) και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς τον ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού ή της επίδοσης, εκτός και αν προβλήθηκε με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, χωρίς στο λόγο γι’ αυτή (ανώτερη βία) να εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης. Ποιος θεωρείται ως άγνωστης διαμονής. Αιτιολογημένη απόρριψη έφεσης ως εκπρόθεσμης γιατί προσβαλλομένη απόφαση περιείχε τα προαναφερθέντα στοιχεία (χρόνο επίδοσης πρωτόδικης απόφασης, χρόνο άσκησης έφεσης, καθώς και το αποδεικτικό επίδοσης της προσβαλλομένης με την έφεση απόφασης). Απορρίπτεται ο σχετικός από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
Αριθμός 1762/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αναστάσιο Λιανό (ο οποίος ορίσθηκε με τη με αριθμό 44/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Μάλλιο και Αντώνιο Αθηναίο (ο οποίος ορίσθηκε με τη με αριθμό 87/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Αρβανιτόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 2634/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημελλειοδικείου Καλαμάτας.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΚΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ", με το διακριτικό τίτλο "ΕΚΟ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από το νόμιμο εκπρόσωπό της Ψ, ο οποίος παρέστη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Μανιάτη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 515/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν.5960/1933 "περί επιταγής" (κατά την αρχική του διατύπωση) και πρό της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο 1 του ν.δ.1325/1972) "εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα, επί πληρωτή παρά του οποίου δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 και ορίσθηκε ότι "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή, παρά του οποίου δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγούμενης ρύθμισης, προκύπτει ότι, το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν Ι) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο,
ΙΙ) υπογραφή του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλο της εταιρείας που εκπροσωπείται απ' αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρείας,
ΙΙΙ) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και IV) έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή τόσο κατά το χρόνο της έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, της έκδοσης δηλαδή επιταγής, που είναι ακάλυπτη. Με την νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν.2048/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέτοια πρόσθετα στοιχεία δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο, στην περίπτωση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, όπως αναφέρθηκε. Ακόμη η κατά τα ανωτέρω αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους προτείνει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή εκείνους που τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην έλλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, ισχυρισμός όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και εντεύθεν της κατηγορίας, δεν είναι αυτοτελής και το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό, ούτε να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του, με αποτέλεσμα στην περίπτωση αυτή να μην τίθεται ζήτημα έλλειψης ακρόασης. Τέλος, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναγράφονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά, πρέπει όμως να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και συνεκτιμηθεί. Η επανάληψη του διατακτικού στο σκεπτικό δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, εφόσον σ' αυτό εκτίθενται τα περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στην περίπτωση αυτή, με την επίκληση του λόγου της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, δέχθηκε ότι από τη συνεκτίμηση των μέσων απόδειξης που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος, αποδείχθηκε ότι: "Δυνάμει της από 6.4.1999 σύμβασης εμπορικής συνεργασίας που καταρτίσθηκε μεταξύ του κατηγορουμένου και της εγκαλούσας, παραχωρήθηκε στον κατηγορούμενο η εκμετάλλευση δύο πρατηρίων υγρών καυσίμων στην ..., με την υποχρέωση να προμηθεύεται από την εγκαλούσα τα καύσιμα που διέθετε προς πώληση, καταβάλλοντας το τίμημα αυτών με μετρητά ή με επιταγές, εκδιδόμενες χάριν εξοφλήσεως των εμπορευμάτων κατά την ημέρα παράδοσης αυτών. Στα πλαίσια αυτά εκδόθηκαν από τον κατηγορούμενο οι 18 επίδικες επιταγές, σε διαταγή της εγκαλούσας, οι 16 εξ αυτών χάριν εξοφλήσεως των παραδοθέντων σ' αυτόν εμπορευμάτων και οι 2 έναντι λογαριασμού. Οι επιταγές αυτές δεν πληρώθηκαν κατά την εμφάνισή τους προς πληρωμή και σφραγίσθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Μεταγενέστερα όμως εξοφλήθηκαν δια συμψηφισμού οι εξής επιταγές και αποζημιώθηκε πλήρως η εγκαλούσα από τη ζημία που υπέστη από την καθυστερημένη πληρωμή τους, ήτοι.......". Περαιτέρω, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι: "Στην προκειμένη περίπτωση ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί εξοφλήσεως των υπολοίπων οκτώ (δ) εκ των επιδίκων επιταγών δια συμψηφισμού, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος διότι τα ποσά των εγγυήσεων που είχαν δοθεί, σύμφωνα με τις κατωτέρω συμβάσεις, ήτοι την από 24.2.1999 σύμβαση παραχώρηση χρήσης με την οποία δόθηκε εγγύηση ποσού 1.720.000 δρχ., την από 6.4.1999 σύμβαση παραχώρησης χρήσης με την οποία δόθηκε εγγύηση ποσού 1.000.000 δρχ., την από 24.2.1899 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας με την οποία δόθηκε εγγύηση ποσού 20, 500.000 δρχ. και την από 6.4.1999 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας με την οποία δόθηκε εγγύηση ποσού 8.000.000 δρχ., ήτοι συνολικά 31.520.000 δρχ, έχει συμψηφιστεί με άλλες απαιτήσεις της εγκαλούσας που αναφέρονται αναλυτικά στην από 27.10.06 εξώδικη δήλωση της, μεταξύ αυτών και οι ανωτέρω αναφερόμενες δέκα επίδικες επιταγές για τις οποίες έγινε ήδη δεκτό ότι εξοφλήθηκαν δια συμψηφισμού. Τα πιστωτικά τιμολόγια των μηνών Ιουλίου 2000 ποσού 2.803.833 δρχ, Αυγούστου 2000 ποσού 3.048.452 δρχ, και Σεπτεμβρίου 2000 ποσού 2.191.589 δρχ. ήτοι συνολικά 8.044.874 δρχ., έχουν συμψηφιστεί με άλλες απαιτήσεις της εγκαλούσας κατά του κατηγορουμένου, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 4282/01 απόφαση -του ΜΠΑ, (τακτική διαδικασία). Ενώ αναφορικά με τις επικαλούμενες απαιτήσεις του κατηγορουμένου από καύσιμα που υπήρχαν κατά την παράδοση των δύο πρατηρίων στις 5.11.2001 αγορασθέντα από τον κατηγορούμενο που παρέλαβε η εγκαλούσα ευρισκόμενα εντός των 12 δεξαμενών συνολικού ποσού 2.000.000 δρχ και από την αγορά εξοπλισμού στερεά συνδεδεμένου με τα κτίρια των -πρατηρίων τα οποία παρέμειναν σε όφελος της εγκαλούσης ποσού 4.313.936 δρχ σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα -τιμολόγια, ο ισχυρισμός περί συμψηφισμού πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι δεν αποδείχθηκε με κάποιο πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής που ασφαλώς θα είχε φροντίσει ο κατηγορούμενος να συνταχθεί κατά την παράδοση των πρατηρίων για την διασφάλιση των δικαιωμάτων του αλλά και γιατί προτείνεται για πρώτη φορά στην παρούσα δίκη, ενώ αν ήταν αληθινός, ασφαλώς θα είχε προταθεί στις αστικές δίκες έστω και επικουρικά και οπωσδήποτε θα είχε προταθεί στην δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4232/01 απόφαση του ΜΠΑ κατά την οποία ο κατηγορούμενος πρότεινε σε συμψηφισμό άλλες ανταπαιτήσεις του. Εξάλλου και αληθής υποτιθέμενος ο εν λόγω ισχυρισμός δεν επιφέρει την εξάλειψη του αξιοποίνου, αφού, σύμφωνα με όσα παραπάνω προαναφέρθηκαν, για να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, ο νόμος δεν αρκείται στην εξόφληση αλλά απαιτεί την αποκατάσταση και πάσης άλλος ζημίας την οποία υπέστη ο κομιστής από την καθυστερημένη πληρωμή της επιταγής, στοιχείο, που δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει ο κατήγορου μένος. Πρέπει επομένως ενόψει των παραπάνω και της ρητής αρνήσεως της εγκαλούσας να απορριφθεί, ως προς αυτές ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός. Οι επιταγές αυτές είναι οι εξής 1) η υπ' αριθμό ..... επιταγή της Ιονικής Τράπεζας της Ελλάδος με ημερομηνία εκδόσεως 30.7.2000, ποσού 1.547.768 δραχμών, 2) η υπ' αριθμό ..... επιταγή της ιονικής Τράπεζας της Ελλάδος με ημερομηνία εκδόσεως 5.8.2000, ποσού 2.437.333 δραχμών, 3} η υπ' αριθμό ..... επιταγή της Ιονικής Τράπεζας της Ελλάδος με ημερομηνία εκδόσεως 6.8.2000, ποσού 2.435.722 δραχμών, 4) η υπ' αριθμό ..... επιταγή της Ιονικής Τράπεζας της Ελλάδος με ημερομηνία εκδόσεως 6.8.2000, ποσού 697.229 δραχμών, 5) η υπ' αριθμό ..... επιταγή της Ιονικής Τράπεζας της Ελλάδος με ημερομηνία εκδόσεως 8.8.2000, ποσού 2.537.062 δραχμών, 6) η υπ' αριθμό ..... επιταγή της Ιονικής Τράπεζας της Ελλάδος με ημερομηνία εκδόσεως 18.8.2000, ποσού 1.088.931 δραχμών, 7) η υπ' αριθμό ..... επιταγή της Ιονικής Τράπεζας της Ελλάδος με ημερομηνία εκδόσεως 22.8.2000, ποσού 1.456.274 δραχμών και 8) η υπ' αριθμό ..... επιταγή της Ιονικής Τράπεζας της Ελλάδος με ημερομηνία εκδόσεως 31.8.2000, ποσού 13.604.702 δραχμών. 0ι ανωτέρω επιταγές εκδόθηκαν από πρόθεση από τον κατηγορούμενο εν γνώσει του ότι δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στον πληρωτή, στον ως άνω τόπο και κατά το χρονικό διάστημα από 23.7.2000 έως 31.8.2000, σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρίας "ΕΚΟ ΕΛΔΑ ΑΒΕΕ", οι οποίες εμφανίστηκαν από αυτή (εγκαλούσα εταιρία) ως νόμιμη κομίστριά τους στην πληρώτριά τράπεζα προς πληρωμή την 28.7.2000, 28.7.2000, 28.7.2000, 1.8.2000, 1.8.2000, 1.8.2000, 1.82000, 2.8.2000, 2.8.2000, 2.8.2000, 2.8.2000, 8.8.2000, 7.8, 2000, 8.8.2000, 8.82000, 21.8.2000, 22.8.2000 και 1.9.2000 αντίστοιχα, πλην όμως δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, όπως βεβαιώνεται από την πληρώτρια τράπεζα στο σώμα κάθε επιταγής.
Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των παραπάνω επιμέρους πράξεων". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της ως άνω αξιόποινης πράξης, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. Ια, 27 παρ. 1, 98 Π.Κ. και 79 του Ν.5960/1933 όπως ήδη ισχύει, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το αιτιολογικό δεν αποτελεί επανάληψη του διατακτικού, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αλλά περιέχει ιδιαίτερες αναλυτικές σκέψεις. Περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκούσε η αναφορά των αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη, κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Εξ άλλου δεν ήταν αναγκαία και ιδιαίτερη αναφορά στην αιτιολογία της από μέρους του κατηγορουμένου γνώσης του ακαλύπτου των αναφερομένων στην προσβαλλομένη απόφαση επιταγών, καθώς και της βούλησής του να μην προβεί στην κάλυψη αυτών, αφού, όπως ήδη εκτέθηκε, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, αρκεί πλέον (μετά δηλαδή την ισχύ του ν.δ. 1325/1972) ο απλός και δεν είναι αναγκαίος ο άμεσος δόλος, η εν γνώσει δηλαδή ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης. Τέλος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ο αναιρεσείων υπέβαλε στο δικαστήριο γραπτό σημείωμα ισχυρισμών, το οποίο καταχωρήθηκε στα πρακτικά. Μεταξύ των εν λόγω ισχυρισμών ήταν και εκείνος περί μη πλήρωσης της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν αυτοτελής, κατά την προαναφερθείσα έννοια, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, αφού περιείχε απλώς άρνηση του υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Επομένως το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει αιτιολογημένα στον ως άνω αρνητικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, πολύ δε περισσότερο, που όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, αυτός (ανωτέρω ισχυρισμός) δεν προβλήθηκε παραδεκτά, ενόψει του ότι δεν διαλαμβάνεται στα πρακτικά, ότι αναπτύχθηκε και προφορικά, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 141 και 331 Κ.Π.Δ. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ.), είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν. Τέλος οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, υπό την επίκληση έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, δοθέντος ότι η εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων, δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7.3.2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2634/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Το στοιχείο του δόλου ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, χωρίς να είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ειδικώς μετά την απάλειψη του στοιχείου της «εν γνώσει» έκδοσης ακάλυπτης επιταγής με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972. Απορρίπτεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ (έλλειψη αιτιολογίας) ως αβάσιμος γιατί δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογείται ειδικώς ο δόλος του κατηγορουμένου για την υπ’ αυτού έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Η αιτιολογία εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, η έλλειψη της οποίας ιδρύει εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ αναιρετικό λόγο (για έλλειψη αιτιολογίας). Δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να αιτιολογήσει αρνητικό ισχυρισμό, ούτε να απαντήσει α’ αυτόν, χωρίς να υφίσταται έλλειψη αιτιολογίας ή έλλειψη ακρόασης. Απορρίπτεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας γιατί ο προβληθείς εκ μέρους του κατηγορουμένου ήταν αρνητικός, αλλ’ ούτε αναπτύχθηκε προφορικά στο ακροατήριο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Απορρίπτονται και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τις οποίες πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Τραπεζική επιταγή, Δόλος.
| 0
|
Αριθμός 1761/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αναστάσιο Λιανό (ο οποίος ορίσθηκε με τη με αριθμό 44/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Μάλλιο και Αντώνιο Αθηναίο (ο οποίος ορίσθηκε με τη με αριθμό 87/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Πρωτέκδικο, για αναίρεση της με αριθμό 1105/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1289/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν.2468/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 519 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη δε της ανωτέρω αιτιολογίας (ειδικής και εμπεριστατωμένης), είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναγράφονται, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Η επανάληψη του διατακτικού στο σκεπτικό, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, εφόσον σ' αυτό εκτίθενται τα περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του αιτιολογικού. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, δέχθηκε ότι από τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος, αποδείχθηκε ότι: "Ο κατηγορούμενος στο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στο διατακτικό, εγκατέστησε σταθμό βάσης κινητής τηλεφωνίας στην οροφή κτιρίου, ενώ για την με Vodafone είχε εκδοθεί η με αριθμό 248/18/15.3.2002 άδεια της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικ/νιών και Ταχυδρομείων, χωρίς όμως να υπάρχει αφ' ενός μεν έκκριση από την Πολεοδομία ..... για την κατασκευή, αφετέρου δε θεώρηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Μ.Π.Ε.) και Έγκριση Περιβαλλοντικών 'Ορων (Ε.Π.Ο.) από την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηρακλείου, όπως τούτο προβλέπεται από Κ.Υ.Α. με αριθμό Η.Π. 15393/2332/02 "Κατάταξη δημόσιων και ιδιωτικών έργων και δραστηριοτήτων σε κατηγορίες σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν.1650/06, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.3010/2002, ενώ για την εταιρεία ΤΙΜ δεν είχε εκδοθεί καμία σχετικά άδεια. Επίσης στο φάκελο Μ.Π.Ε. της Vodafone καθώς και στην άδεια κατασκευής κεραίας σταθμού ξηράς της Ε.Ε.Τ.Τ. και στη γνωμάτευση για τη μελέτη ραδιοεκπομπών της Ε.Ε.Α.Ε., δεν γίνεται αναφορά στη χρήση του συγκεκριμένου σταθμού βάσης κινητής τηλεφωνίας από κοινού από τις δύο παραπάνω εταιρείες, ούτε σε άλλης μορφής συνεργασία των δύο εταιρειών στη συγκεκριμένη θέση εγκατάστασης. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος υπό τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2δ' Π.Κ., καθώς έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιζήτησε η συνήγορός του να άρη ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 239 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 Π.Κ., 1 παρ. 5 εδ. Α' του α.ν. 2801/2000, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το αιτιολογικό δεν αποτελεί εξ ολοκλήρου πιστή αντιγραφή του διατακτικού. Το γεγονός ότι στα περισσότερα σημεία του είναι ταυτόσημο με το διατακτικό, δεν στερεί από την προσβαλλομένη απόφαση την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο όμως περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του αιτιολογικού.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τον μοναδικό λόγο αυτής, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που στηρίζεται στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12 Οκτωβρίου 2007 αίτηση του X για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1105/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Υπάρχει τέτοια όταν γίνεται αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και του διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η επανάληψη του διατακτικού στο αιτιολογικό δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας εφόσον σ’ αυτό (διατακτικό) εκτίθενται τα περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση. Απορρίπτεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, γιατί το διατακτικό, το οποίο επαναλαμβάνεται στο αιτιολογικό αυτής (προσβαλλομένης) περιέχει, εκτός των τυπικών στοιχείων του κατηγορητηρίου και άλλα πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με πληρότητα, ώστε καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του αιτιολογικού.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια.
| 1
|
Αριθμός 1760/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη, Γεώργιο Χρυσικό και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μπαλαφούτη, περί αναιρέσεως της 9809/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Θεόδωρο Τσιρά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8.11.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1923/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2523/1997, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 3220/2004, "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών". Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία, κοινοπραξία, κοινωνία, ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπεύθυνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αξίας (παρ. 4). Ως προς την παραγραφή ο νόμος 2523/1997, με την παρ. 10 του άρθρου 21, όριζε αρχικά ότι "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση, και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου, έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν.2528/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν έχει προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσας προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδ. α ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσας προσφυγής κλπ και κατά τούτο εναρμονίζεται με την τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ. 2 εδ. α δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με το χρόνο τέλεσης, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 προστέθηκε στο άρθρο 21 παρ. 10 του ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, κατά το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενέργησε τον έλεγχο". Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση που δεν ήρθε να καλύψει κατά τα προεκτεθέντα , νομικό κενό, είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέστηκαν προ της ισχύος, τη 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου, η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του ΠΚ, πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως, (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του ΠΚ, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται δε υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.
Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ. ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005).
Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά λόγο αναίρεσης, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή εφαρμογή του νόμου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Α Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάστηκαν ένορκα στο ακροατήριο, αποδείχτηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι? "ο εκκαλών-κατηγορούμενος Χ1 στη ......., κατά τους κάτωθι χρόνους, τέλεσε περισσότερες πράξεις, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος της εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων. Ειδικότερα, ως ιδιοκτήτης και υπεύθυνος της επιχειρήσεως υπό την επωνυμία ......., με έδρα επί της οδού......., εξέδωσε τα κάτωθι εικονικά τιμολόγια, συνολικής αξίας 758.394.202 δραχμών (2.225.661,63 ευρώ), ήτοι? 1) την 3-3-2000, τιμολ. υπ' αριθμ. 1, αξίας 39.990 ευρώ, 2)την7-4-2000, τιμολ. υπ' αριθμ.2, αξίας 73.470 ευρώ, 3)την 21-4-2000, τιμολ. υπ' αρίθμ. 3, αξίας 89.280 ευρώ, 4)την 26-4-2000,τιμολ. υπ αριθμ. 4, αξίας 82.305 ευρώ, 5)την 5-5-200, τιμολ. υπ' αρίθμ.5, αξίας 77.190 ευρώ, 6)την 12-5-2000, τιμολ. υπ' αριθμ. 6, αξίας 87.420 ευρώ, 7)την 26-5-2000, τιμολ. υπ' αριθμ.7, αξίας 72.540 ευρώ, 8)την 2-6-2000, τιμολ. υπ' αριθμ.8, αξίας 115.320 ευρώ, 9)την 16-6-2000,τιμολ. υπ' αριθμ.9, αξίας 108.810 ευρώ, 10)την 29-6-2000, τιμολ. υπ' αριθμ.10, αξίας 122.760 ευρώ, 11)την 7-7-2000,τιμολ. υπ' αριθμ.11, αξίας126.300 ευρώ, 12)την 21-7-2000, τιμολ. υπ' αριθμ. 12, αξίας 119.685 ευρώ,13)την 28-7-2000, τιμολ. υπ' αριθμ.13, αξίας 124.230ευρώ, 14)την 4-8-2000, τιμολ. υπ' αριθμ. 14, αξίας 117500 ευρώ,15)την 11-8-2000, τιμολ. υπ' αριθμ.15, αξίας 114.680 ευρώ, 16)την 25-8-2000, τιμολ. υπ' αριθμ.16, αξίας110.920 ευρώ, 17)την 8-9-2000, τιμολ. υπ' αριθμ.17, αξίας 102.460 ευρώ, 18)την 15-9-2000, τιμολ. υπ' αριθμ.18 αξίας 114.680 ευρώ, 19)την 22-9-2000, τιμολ. υπ' αριθμ. 19, αξίας108.100 ευρώ, 20)την 6-10-2000, τιμολ. Υπ' αριθμ. 20, αξίας 112.800 ευρώ, 21)την 13-10-2000, τιμολ. υπ' αριθμ. 21, αξίας 101.990 ευρώ, και 22)την 27-10- 2000, τιμολ. υπ' αριθμ.22, αξίας123.610 ευρώ. Τα τιμολόγια αυτά υπήρξαν εικονικά, διότι αφορούσαν ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές, η δε φερομένη ως εκδότρια επιχείρηση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου ουδέποτε απέκτησε πραγματική υπόσταση και οντότητα, ουδέποτε διακίνησε εμπορεύματα και ουδέποτε απασχόλησε προσωπικό. Μάλιστα η φερομένη ως παραλήπτρια εταιρεία υπό την επωνυμία ......, μετά από έρευνα των Βρετανικών αρχών, απεδείχθη ότι ουδέποτε συνηλλάγη με την επιχείρηση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η θεώρηση της εκτελέσεως ελέγχου του ελεγκτού υπαλλήλου του ΣΔΟΕ, (περιφερειακή Δ/ση Κεντρικής Μακεδονίας), ...... έλαβε χώρα την ...., η δε επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο Χ1 έλαβε χώρα την 30-1-2007, (βλ. την από .... έκθεση επιδόσεως του επιμελητή ......).
Συνεπώς δεν παρήλθε πενταετία από την 4-6-2003, δοθέντος ότι σύμφωνα με το άρθρ. 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001, περί φορολογικών ρυθμίσεων κλπ, στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997 προσετέθη διάταξη, κατά την οποία "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο της διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής, η οποία διενήργησε τον έλεγχο", απορριπτομένης της ενστάσεως παραγραφής (άρθρ. 111 παρ. 3 του ΠΚ) ως αβασίμου". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο, με βάση τις παραπάνω παραδοχές, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της παραβάσεως των άρθρων 19 παρ. 1,3,4,20,21 παρ. 2, 10 του ν. 2523/1997, όπως ισχύει, κατ' εξακολούθηση, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, την οποία μετέτρεψε προς πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1,3, 4, 20, 21 παρ.2, 10 Ν. 2523/1997 και 27 παρ. 1, 98 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, ως προς το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του προδιαληφθέντος εγκλήματος της εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων, ο οποίος περιλαμβάνει και τον ενδεχόμενο, δεν ήταν αναγκαία ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή.
Περαιτέρω, το γεγονός ότι το σκεπτικό είναι εν μέρει, και όχι στο σύνολό του, ταυτόσημο του διατακτικού δεν καθιστά την αιτιολογία της απόφασης ανεπαρκή, αφού το διατακτικό είναι στην προκείμενη περίπτωση εκτεταμένο και λεπτομερές. Εξάλλου, η σύμπτωση των περιστατικών που αναγράφονται στο κατηγορητήριο, το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού τα περιστατικά αυτά του κατηγορητηρίου αποδείχτηκαν και όχι άλλα διαφορετικά, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι αυτός δεν είχε καμιά ανάμειξη στις επίδικες συναλλαγές, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 19 παρ. 1, 3, 4, 20, 21 παρ.2,10 του Ν. 2523/1997 και 27 παρ. 1, 98 παρ.1 του ΠΚ, αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν.
Η ως άνω πράξη διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος, και φέρεται να έχει τελεστεί κατά το χρονικό διάστημα από 3-3-2000 έως 27-10-2000, διαπιστώθηκε δε στις ....., με την έκθεση ελέγχου του Σ.Δ.Ο.Ε., Περ/κή Δ/νση Δυτικής Μακεδονίας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για όλες τις ως άνω πράξεις. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ο συνήγορος του κατηγορουμένου προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, λόγω παρόδου πενταετίας, από 3-3-2000 μέχρι και 27-10-2000 και μέχρι της επιδόσεως του κλητήριου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο στις 30-1-2007. Επί του ζητήματος αυτού η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση για την πράξη της παράβασης του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, (έκδοση εικονικών τιμολογίων, κατ' εξακολούθηση), τελεσθείσα από τον κατηγορούμενο με την έκδοση των πιο πάνω είκοσι δύο (22) εικονικών τιμολογίων, ο χρόνος διαπίστωσης αυτής προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον Προϊστάμενο της Αρχής που τον ενήργησε, ήτοι την ..... και συνεπώς έκτοτε μέχρι του χρόνου επίδοσης του κλητήριου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο στις 30-1-2007 δεν παρήλθε πενταετία, ώστε να έχει υποπέσει σε παραγραφή. Κατ' ακολουθία αυτών ο αυτοτελής ισχυρισμός του συνηγόρου του κατηγορουμένου, που τον εκπροσωπεί στην παρούσα δίκη, περί παραγραφής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με αυτά που δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της πενταετούς παραγραφής για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης από τον κατηγορούμενο εικονικών φορολογικών στοιχείων, που είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρησης του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, και με την παραδοχή της ότι μέχρι την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος δεν είχε παρέλθει πενταετία για τις είκοσι δύο (22) ως άνω μερικότερες πράξεις σωστά τις προαναφερόμενες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα.
Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 22 του ν. 3693/1957 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-11-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμό 9809/2007 αποφάσεως του Α Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, που ορίζει σε διακόσια ενενήντα (290) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Φοροδιαφυγή. Η παράγραφος 8 του άρθρου 2 του Ν. 2954/2001 με την οποία τροποποιήθηκε το καθεστώς της παραγραφής για το αδίκημα του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997, ώστε να αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο από την παλαιότερη ρύθμιση, αφού σύμφωνα με την τελευταία η παραγραφή αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της ασκηθείσας προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος ότι το διατακτικό αποτελεί αντιγραφή του αναγνωσθέντος κατηγορητηρίου και επανάληψη αυτού και στο σκεπτικό. Το τελευταίο έχει και δικές του σκέψεις, ανεξαρτήτως του ότι είναι επαρκές. Ο λόγος περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων είναι απαράδεκτος. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παραγραφή, Νόμος επιεικέστερος.
| 0
|
Αριθμός 1758/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη, Γεώργιο Χρυσικό και Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Φούσα, για αναίρεση της 4935/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Θεόδωρο Τσιρά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1425/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2523/1997, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 3220/2004, "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών". Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία, κοινοπραξία, κοινωνία, ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπεύθυνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αξίας (παρ. 4). Ως προς την παραγραφή ο νόμος 2523/1997, με την παρ. 10 του άρθρου 21 όριζε αρχικά ότι "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση, και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου, έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν.2528/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν έχει προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσας προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδ. α ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσας προσφυγής κλπ και κατά τούτο εναρμονίζεται με την τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ. 2 εδ. α δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με το χρόνο τέλεσης, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 προστέθηκε στο άρθρο 21 παρ. 10 του ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, κατά το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενέργησε τον έλεγχο". Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση, που δεν ήρθε να καλύψει κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέστηκαν προ της ισχύος, τη 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου, η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του ΠΚ, πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του ΠΚ, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται δε υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4935/2007 απόφασή του, κατά τα άρθρα 98 ΠΚ και 19 παρ.1, 3,4,21 παρ. 2, 4, 5, 6, 7, 8, 10, του ν. 2523/1997, για κατ' εξακολούθηση έκδοση των αναφερομένων σ' αυτή δέκα τεσσάρων (14) εικονικών φορολογικών στοιχείων (Τιμολογίων Πώλησης), και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών. Η πράξη αυτή διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος, και φέρεται να έχει τελεστεί κατά το χρονικό διάστημα από 9-1-1998 έως 22-5-1998, διαπιστώθηκε δε στις 25-10-2005, με την έκθεση ελέγχου της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.) της Περιφερειακής Διεύθυνσης Κεντρικής Μακεδονίας του Υπουργείου Οικονομικών και Οικονομίας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για όλες τις ως άνω πράξεις. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο οι συνήγοροι υπεράσπισης του κατηγορουμένου προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, λόγω παρόδου πενταετίας, από τις 9-1-1998 έως 22-5-1998 και μέχρι της επιδόσεως του κλητήριου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο στις 15-9-2006. Επί του ζητήματος αυτού η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την παράθεση του νομικού μέρους του εγκλήματος της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων και της παραγραφής, δέχτηκε τα επόμενα? " Στον κατηγορούμενο αποδίδεται ότι ενεργώντας από κοινού και με πρόθεση με το Γ1, με περισσότερες πράξεις, που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος? Α) προέβη στην έκδοση 14 εικονικών τιμολογίων πώλησης (ενδοκοινοτικές παραδόσεις) της ατομικής επιχείρησης του ανωτέρω προσώπου, συνολικής καθαρής αξίας 301.798.851 δρχ. ή 885.682 ευρώ, τα οποία εξέδωσε η ανωτέρω επιχείρηση κατά τους χρόνους 9-1-1998, 16-1-1998, 31-1-1998, 6-2-1998, 20-2-1998, 27-2-1998, 6-3-1998, 20-3-1998, 27-3-1998, 3-4-1998, 10-4-1998, 24-4-1998, 8-5-1998 και 15-5-1998 και ήταν εικονικά, καθόσον ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν οι αναφερόμενες σ' αυτά ενδοκοινοτικές παραδόσεις έτοιμων ενδυμάτων, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος.
Συνεπώς οι πράξεις για τις οποίες κατηγορείται και συνιστούν το έγκλημα του άρθρου 19 παρ. 1-4 του Ν 2523/1997, φέρεται ότι τελέσθηκαν, κατά τους ως άνω μερικότερους χρόνους, κατά το χρονικό διάστημα από 9-1-1998 μέχρι και 22-5-1998. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, η παραγραφή του αδικήματος αυτού, τελεσθέντος κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, εφαρμοζόμενης, ως ευμενέστερης (άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ), της διάταξης του άρθρου 21 παρ.1 δεύτερο εδάφιο του Ν 2523/1997, όπως το δεύτερο εδάφιο προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του Ν 2954/2001, αρχίζει από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο και όχι από τον χρόνο έκδοσης των εικονικών φορολογικών στοιχείων, όπως αβάσιμα διατείνεται ο κατηγορούμενος δια των ανωτέρω δικηγόρων του. Όπως δε προκύπτει από το αναγνωστέο με αριθμό ..... υπηρεσιακό σημείωμα ελέγχου, (έκθεση ελέγχου του ΠΔ 186/92 (ΚΒΣ), το ως άνω πόρισμα του φορολογικού ελέγχου που διενεργήθηκε από την Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ. Ε. Ε) της Περιφερειακής Διεύθυνσης Κεντρικής Μακεδονίας του Υπουργείου Οικονομικών και Οικονομίας, θεωρήθηκε από τον προϊστάμενο της ανωτέρω αρχής, που διενήργησε τον έλεγχο, την 25-10-2005. Επομένως από το χρόνο αυτό της 25-10-2005, που αποτελεί το εναρκτήριο σημείο της παραγραφής, μέχρι την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, που έλαβε χώρα την 15-9-2006, (βλ. το από ...... αποδεικτικό επίδοσης κλητήριου θεσπίσματος του επιμελητή δικαστηρίων ...), δεν παρήλθε το χρονικό διάστημα της πενταετίας, που ορίζεται στο άρθρο 111 του ΠΚ για την παραγραφή των πλημμελημάτων.
Συνεπώς και ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός περί παραγραφής των πράξεων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο πρέπει να απορριφθεί". Με αυτά που δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της πενταετούς παραγραφής για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργιας του κατηγορουμένου στην έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση, που είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρησης του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου και με την παραδοχή ότι έκτοτε μέχρι του χρόνου επίδοσης του κλητήριου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο στις 15-9-2006 δεν είχε παρέλθει πενταετία για τις δέκα τέσσερις (14) ως άνω μερικότερες πράξεις , ώστε να έχει υποπέσει σε παραγραφή, σωστά τις προαναφερόμενες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, περ. Α, που υποστηρίζει τα αντίθετα.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο, περ. Β, ισχυρίζεται ότι, ενώ με την υπ' αριθμ. 30828/2006 απόφασή του το Μονομελές Πλημμελειοδικείο θεσσαλονίκης τον κήρυξε αθώο για την πράξη της έκδοσης τεσσάρων εικονικών και πλαστών δελτίων αποστολής-τιμολογίων πώλησης με φερόμενο εκδότη την επιχείρηση ....... Ο.Ε. -ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΕΣΩΡΟΥΧΩΝ-...... και λήπτρια την ατομική επιχείρηση του Γ1, όπως αυτά εμφανίζονται κατ' αύξοντα αριθμό, είδος στοιχείου, αριθμό και ημερομηνία, αξία σε δραχμές και ΦΠΑ στον πίνακα που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παραπάνω απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης υπερέβη την εξουσία του με το να τον κηρύξει ένοχο για την ίδια πράξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος για τους πιο κάτω λόγους? Δεν μεταβιβάστηκε η υπόθεση κατά το μέρος τούτο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού ο κατηγορούμενος κατά το μέρος αυτό απαλλάχτηκε από το Δ Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, και δεν ασκήθηκε κατά το απαλλακτικό μέρος έφεση από τον Εισαγγελέα ή τον κατηγορούμενο. Εξάλλου, από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, και ιδίως από το σκεπτικό, (16η σελίδα), όπου διαλαμβάνεται ότι "θα πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, ως άμεσος συνεργός του Γ1 στο αδίκημα της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση, που ο τελευταίος τέλεσε με την έκδοση των προαναφερθέντων δέκα τεσσάρων εικονικών τιμολογίων πώλησης", σαφώς προκύπτει ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε μόνο για την πράξη της άμεσης συνέργειας στην έκδοση των δέκα τεσσάρων εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση, και η επιβληθείσα ποινή των τεσσάρων (4) ετών αναφέρεται στην πράξη αυτή, η αναφορά δε στο διατακτικό της απόφασης και της πράξης της έκδοσης τεσσάρων εικονικών και πλαστών δελτίων αποστολής-τιμολογίων πώλησης οφείλεται σε παραδρομή.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 31 παρ. 2 του ΚΠΔ, "προηγούμενη έγγραφη εξέταση του προσώπου αυτού που έγινε ενόρκως ή χωρίς τη δυνατότητα παράστασης με συνήγορο δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 174 του Ν. 2960/2001, "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", οποιοσδήποτε οικονομικός υπάλληλος, (Οικονομικός Επιθεωρητής, υπάλληλος Τελωνείου, Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών, Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος), όταν ενεργεί ανακριτικές πράξεις για λαθρεμπορία ή συμμετέχει σ' αυτές, δεν αποκλείεται να εξετασθεί ως μάρτυρας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο). Με το άρθρο 30 παρ. 23 του Ν. 3296/14.12.2004, "Φορολογία εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, φορολογικοί έλεγχοι και άλλες διατάξεις, (ΦΕΚ 254/14.12.2004), ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού, (174 του ν. 2960/2001), όπως ισχύουν, εφαρμόζονται ανάλογα κατά περίπτωση και στο σύνολο των υποθέσεων του προσωπικού της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (πρώην ΣΔΟΕ), ανεξάρτητα από τον κλάδο που ανήκουν.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η μάρτυρας Ζ1 κλήθηκε, από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης προκειμένου να καταθέσει, ως μάρτυρας, όλα όσα περιήλθαν σε γνώση της κατά την έρευνα της υπόθεσης. Η επαφή της με τον κατηγορούμενο έγινε στα πλαίσια της έρευνας αυτής, το δε γεγονός ότι μέρος όσων γνωρίζει, είτε λόγω της προηγούμενης επαφής της με τον κατηγορούμενο. είτε λόγω των προσωπικών επαφών της με άλλα πρόσωπα, περισσότερα από πενήντα, που έχουν εμπλακεί στη συγκεκριμένη υπόθεση, έχουν καταγραφεί στις από .... και .... ένορκες καταθέσεις του κατηγορουμένου ενώπιον του ΣΔΟΕ Κεντρικής Μακεδονίας, (οι οποίες δεν είναι έγκυρα αποδεικτικά μέσα), δεν καθιστούν την κατάθεσή της άκυρο αποδεικτικό μέσο, δεδομένου ότι η γνώση της περί την κρινόμενη υπόθεση δεν περιορίζεται στις προαναφερόμενες καταθέσεις του κατηγορουμένου, αλλά στη γενικότερη έρευνα που διεξήγαγε ως υπάλληλος του ΣΔΟΕ Κεντρικής Μακεδονίας. Επομένως, πρέπει η σχετική ένσταση του κατηγορουμένου να απορριφθεί. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης δεν έσφαλε, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με τη λήψη υπόψη και αξιολόγηση της καταθέσεως της Ζ1.
Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 22 του ν. 3693/1957 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-6-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμό 4935/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, που ορίζει σε διακόσια ενενήντα (290) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Φοροδιαφυγή. Η παράγραφος 8 του άρθρου 2 του Ν. 2954/2001 με την οποία τροποποιήθηκε το καθεστώς της παραγραφής για το αδίκημα του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997, ώστε να αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο από την παλαιότερη ρύθμιση, αφού σύμφωνα με την τελευταία η παραγραφή αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της ασκηθείσας προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Με την πρωτόδικη απόφαση κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος για έκδοση τεσσάρων εικονικών και πλαστών δελτίων αποστολής - τιμολογίων πώλησης. Η πράξη αυτή δεν μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με έφεση και από παραδρομή περιελήφθη στο διατακτικό. Δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα με την κατάθεση μάρτυρα υπαλλήλου ΔΟΥ. Απορρίπτει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή.
| 2
|
Αριθμός 1757/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αναστάσιο Λιανό (ο οποίος ορίσθηκε με τη με αριθμό 44/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Μάλλιο και Αντώνιο Αθηναίο (ο οποίος ορίστηκε με τη με αριθμό 87/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή Αλικαρνασσού, που δεν παρέστη, για αναίρεση της υπ' αριθμ.2697/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου (Αναστολών) Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο (Αναστολών) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 274/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 183/14.4.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ'αριθμ. 5/2007 αίτηση του Χ1, κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή Αλικαρνασσού, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2697/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου (αναστολών) Αθηνών, με την οποία καθορίστηκε στον αιτούντα συνολικά ποινή καθείρξεως δεκαεννέα (19) ετών και εννέα (9) μηνών και συνολική χρηματική ποινή 1.850 ευρώ και εκθέτω τα εξής: Από τις διατάξεις των άρθρων 148-153, 462, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 479 παρ. 2 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και, κατ'ακολουθία, για το παραδεκτό, της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στην έκθεση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ'αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος από τους αναφερόμενους περιοριστικώς στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και, ως τέτοια, απορριπτέα (αρ. 513 ΚΠΔ). Για να είναι δε σαφής και ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή επίκλησή του στο αναιρετήριο, αλλά προσαπαιτείται συγκεκριμένη μνεία των νομικών πλημμελειών σε σχέση με αυτόν. Προκειμένου δε περί του αναιρετικού λόγου της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, στην οποία περιλαμβάνεται και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, πρέπει να αναφέρεται η διάταξη που παραβιάστηκε και να προσδιορίζεται σε τί ακριβώς συνίσταται η παραβίασή της, σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την ανωτέρω υπ' αριθμ. 5/2007 αίτησή του ζητάει ο αναιρεσείων την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2697/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου (αναστολών) Αθηνών, εκθέτοντας κατά λέξη: ".....κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της αριθμ. 2697/07 απόφασης του 5/λες Αναστολών Εφ.Αθηνών, που καταδικάσθηκε Συγχωνευτική 7/11/2007 σε ποινή 19 έτη + 9 μήνες χ.π. 1850 € για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει ότι το 5/μελές Εφετείο Αθηνών προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων σύμφωνα με το άρθρ. 510 παρ. 1 Ε', ΣΤ' Κ.Π.Δ. α ι τ ο ύ μ α ι την αναίρεση της υπ'αρ. 2697/7-11-2007 απόφαση του 5/λούς Εφετείου Αναστολών Αθήνας. (Α.Π. 1255/98, Α.Π. 378/2001 Ποιν.Χρον. ΝΑ/1096 = Πραξ.Λογ. Π.Δ. 2001/223, Α.Π. 286/1999, Α.Π. 1486/1996, Α.Π. 201/1996).". Με βάση τα παραπάνω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως δεν διαλαμβάνει ένα σαφή, ορισμένο και νόμιμο λόγο αναιρέσεως και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Για τους λόγους αυτούς. Π ρ ο τ ε ί ν ω να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 5/2007 αίτηση αναίρεσης του Χ1, κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή Αλικαρνασσού, κατά της υπ'αριθμ. 2697/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου (αναστολών) Αθηνών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 9 Απριλίου 2008.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ'αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερομένους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, στην οποία περιλαμβάνεται και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, πρέπει να αναφέρεται η διάταξη που παραβιάσθηκε και να προσδιορίζεται σε τί ακριβώς συνίσταται η παραβίασή της σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 5/2007 αίτησή του, ζητεί ο αναιρεσείων την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2697/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου (αναστολών) Αθηνών, αναφέροντας κατά λέξη: "....κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθμ. 2697/07 απόφασης του 5/λες Αναστολών Εφ.Αθηνών. που καταδικάστηκε. Συγχωνευτική 7/11/2007 σε ποινή 19 έτη + 9 μήνες χ.π. 1850 € για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει ότι το 5/μελές Εφετείο Αθηνών προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1, Ε', ΣΤ' Κ.Π.Δ. αιτούμαι την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2697/7.11.2007 απόφασης του 5/λούς Εφετείου Αναστολών Αθήνας (Α.Π. 1255/98, Α.Π. 378/2001 Ποιν.Χρον. ΝΑ/1096= Πραξ.Λογ. Π.Δ. 2001/223, Α.Π. 286/1999, Α.Π.1486/1996, Α.Π. 201/1996)". Όμως έτσι διατυπούμενος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι εντελώς αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και συνακόλουθα και η κρινόμενη αίτηση, αφού δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, σε τί συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ποιες είναι αυτές. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της ένδικης αίτησης, ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του, στο Συμβούλιο αυτό, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ. 1 εδ. τελευταίο ΚΠΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθμ. 5/16.11.2007 αίτηση του Χ1 και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή Αλικαρνασσού, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2697/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου (αναστολών) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης. Πρέπει να περιέχει τουλάχιστον έναν ορισμένο λόγο, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Απορρίπτεται αναίρεση ως απαράδεκτη κατά απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου (αναστολών) με την οποία έγινε συγχώνευση ποινών που είχαν επιβληθεί με αποφάσεις άλλων δικαστηρίων, καθόσον δεν περιέχει κανένα ορισμένο λόγο.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 1759/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη, Γεώργιο Χρυσικό και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιάπη, περί αναιρέσεως της 9659/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1.3.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 449/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη, ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 375 και 386 του ΠΚ προκύπτει ότι αν τα εγκλήματα της απάτης και της υπεξαίρεσης στρέφονται κατά του αυτού υλικού αντικειμένου υφίσταται μεταξύ τους φαινομένη πραγματική συρροή. Στην περίπτωση δε που ο δράστης απέκτησε το εν συνεχεία ιδιοποιούμενο πράγμα δεν τιμωρείται η υπεξαίρεση, διότι αυτή απορροφάται από την απάτη.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στην ερμηνευόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όχι μόνον όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, ως αποδεδειγμένα, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, διότι το πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού προς το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 9659/2006 απόφασή του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της, συμπληρούμενο παραδεκτώς από το διατακτικό της, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στη συνεκτίμηση των μέσων αποδείξεως, που αναφέρει και προσδιορίζει κατ' είδος, τα εξής? "Μετά τον θάνατο του Γ1, ο οποίος με τον κατηγορούμενο ήταν μέλη της εταιρείας "...... ΟΕ", με ποσοστό 67,5 αυτός (κατηγορούμενος) και κατά το υπόλοιπο ο θανών και "....... ΕΕ", στην οποία ο μεν κατηγορούμενος μετείχε με ποσοστό 30% όπως και ο θανών (30%), υπεισήλθαν, βάσει σχετικού άρθρου του καταστατικού των, οι κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγος και τα τέκνα του, ....., και Γ και ...., αντίστοιχα. Επειδή υπήρξαν μεταξύ των διενέξεις ως προς τη διαχείριση των εταιρειών, μετά από αίτηση των κληρονόμων, εκδόθηκαν οι 5627 και 5628/1997 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες ορίστηκε ο εκ των κληρονόμων του Γ1, Γ, συνεκκαθαριστής των μαζί με τον κατηγορούμενο. Παρά την ύπαρξη του άνω όμως διορισμού ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε την 12-10-2001 στους αρμόδιους υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ. Αγ. Αναργύρων και αφού τους παρέστησε ότι ήταν μονός αυτός εκκαθαριστής της πρώτης των άνω εταιρειών, εμφανίζοντάς τους το καταστατικό της, και αποκρύπτοντάς τους ότι με την άνω απόφαση είχε οριστεί συνεκκαθαριστής και ο Γ, πέτυχε να τους πείσει να του καταβάλουν για λογαριασμό της συγκεκριμένης εταιρείας το ποσό των 975.460 δρχ. το οποίο όμως δεν κατέθεσε στο ταμείο της, με αποτέλεσμα να μην αποτελέσουν τμήμα των διαθεσίμων αυτών και στερηθούν οι μέτοχοι (κληρονόμοι Γ1 ) το ανάλογο της άνω μετοχικής των συμμετοχής μερίδιο. Το ίδιο έπραξε εμφανιζόμενος ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της ίδιας Δ.Ο.Υ. την 19-2-1998, και αφού τους παρέστησε ψευδώς ότι αυτός ήταν μόνος εκκαθαριστής της εταιρείας ...... ΕΕ, τους έπεισε να του καταβάλουν το οφειλόμενο σ' αυτή ποσό των 938.405 δρχ., το οποίο όμως δεν κατέβαλε στο ταμείο της, με αποτέλεσμα να στερηθούν οι κληρονόμοι του Γ1 και μέτοχοι της εταιρείας το ποσό που αντιστοιχεί στην κατά τα άνω συμμετοχική των μερίδα. Με βάση τα ανωτέρω προέκυψε ότι αυτός τέλεσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται και θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα". Ακολούθως τον κήρυξε ένοχο απάτης και του επέβαλε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερομένων σ' αυτή αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατά κατηγορία εξειδικεύει, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1α του ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της πληττόμενης αποφάσεως προηγήθηκε η απατηλή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και ακολούθησε η ιδιοποίηση των χρημάτων που απέκτησε από τις απατηλές ενέργειές του. Εξάλλου, αυτή αφορά ιδιοποίηση από τον αναιρεσείοντα του αυτού ως άνω χρηματικού ποσού. Επομένως, ορθώς καταδικάστηκε για την πράξη της απάτης, και όχι αυτήν της υπεξαίρεσης, που συρρέει μόνον φαινομενικά και απορροφάται από αυτήν. Περαιτέρω, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνονται στην καταδικαστική απόφαση τα ακριβή στοιχεία ταυτότητας των παραπλανηθέντων υπαλλήλων της Δ.Ο.Υ., ενώ ρητώς προσδιορίζεται στην απόφαση ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο τελέστηκε η πράξη της απάτης και συγκεκριμένα αυτός της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Επίσης, προσδιορίζεται και το ακριβές ύψος της ζημίας που υπέστησαν οι δύο παθούσες εταιρίες, χωρίς να είναι απαραίτητος ο καθορισμός της αναλογίας των μετόχων τους. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-3-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9659/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη. Επάρκεια αιτιολογίας εφόσον προηγήθηκε η απατηλή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και ακολούθησε η ιδιοποίηση των χρημάτων που απέκτησε από τις απατηλές ενέργειες. Ορθά καταδικάστηκε για την πράξη της απάτης και όχι αυτήν της υπεξαίρεσης. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 2
|
Αριθμός 1768/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη και Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 594/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θες/νίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "GREEN OIL AEBE ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΑ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ ΤΟΥ ΑΙΜΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25.6.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1231/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 396/22.10.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθ. 17/25-6-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ'αριθ. 594/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα ακόλουθα:
Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη η υπ'αριθ. 7/7-2-2007 έφεση του αναιρεσείοντες κατά του υπ'αρ. 33/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, δια του οποίου παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, κατ'εξακολούθηση με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτο, το συνολικό όφελος του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρα 98 και 216 § § 1 και 3α Π.Κ.).
Το βούλευμα τούτο επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 17-6-2007 και στον αντίκλητο δικηγόρο του Δημ. Χηνιτίδη, στις 3-7-2007 (δείτε αποδεικτικά επιδόσεως) και κατ' αυτού άσκησε ο ίδιος στις 25-6-2007, ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την υπ'αριθμ. 17/2007 αίτηση αναίρεσης, η οποία περιέχει συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης και δη της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας της ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα (άρθρο 484 § ιβ Κ.Π.Δ.). Είναι συνεπώς νομότυπη και εμπρόθεσμη η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης (άρθρα 473 § 1 και 474 Κ.Π.Δ.) και πρέπει να εξετασθεί κατ'ουσία.
Από το συνδυασμό των παραγράφων 1α και 3α του άρθρου 216 ΠΚ (όπως η παραγρ.3 αυτού τροποπ. με το άρθρο 14 παρ. 2 α και 2 β του Ν.2721/1999), προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της κακουργηματικής πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξ αρχής κατάρτιση εγγράφου πλαστού ή η νόθευση γνησίου έγγράφου , υποκειμενικά δε δόλος του δράστη συνιστάμενος στη γνώση και θέληση των περιστατικών που θεμελιώνουν την πράξη , συνάμα δε ο σκοπός αυτού όπως με τη χρήση του πλαστού εγγράφου παραπλανηθεί άλλος για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες προστατευομένου δικαιώματος , με την πρόσθετη επιδίωξη του δράστη να περιποιήσει τον εαυτό του ή σε άλλο τρίτο περιουσιακό όφελος , εφόσον το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 Ε) χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός αν επιτεύχθηκε τελικώς η παραπλάνηση και το περιουσιακό όφελος ή η βλάβη του τρίτου. Η περαιτέρω χρήση του πλαστού νοθευμένου εγγράφου στοιχειοθετείται αντικειμενικά , όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενό του τρίτο και να του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πραγματικά γνώση του εν λόγω εγγράφου και να παραπλανηθεί από αυτό ο τρίτος (ΑΠ 184/2002 Π.Χρ.ΝΒ/898, ΑΠ 1383/2001 Π.Χρ.ΝΒ/787).
Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 § § 1 και 2 Π.Κ. όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 1 του Ν.2721/1999 και άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, "1. Αν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 § 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων.
2. Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ'εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε".
Εξάλλου κατά το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως του βουλεύματος συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμά του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με καθολική παραδεκτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του παρ'αυτώ Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται κατ'είδος, προέκυψαν τα εξής:
Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος "στη Θεσσαλονίκη την 25-04-2004, 04-05-2004, 13-05-2004, 14-05-2004, 15-05-2004, 16-05-2004, 17-05-2004, 27-05-2004, 30-05-2004, 28-06-2004 και 03-11-2004 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, νόθευσε έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε έκανε χρήση αυτών των νοθευμένων εγγράφων. Στις πράξεις δε αυτές προέβη με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει τις 73.000 ΕΥΡΩ με αντίστοιχη βλάβη άλλου, αποτέλεσμα στο οποίο απέβλεπε ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις του. Ειδικότερα, στη Θεσσαλονίκη, αφού παρέλαβε: α) από τον Γ1, στις 04-05-2004, 15-05-2004, 27-05-2004 και 28-06-2004, τις με αριθμό ...., ....., ..... και ..... τραπεζικές επιταγές της Γενικής Τράπεζας αντίστοιχα, εκδόσεως του τελευταίου, ποσού 52.500 ΕΥΡΩ, 52.500 ΕΥΡΩ, 20.600 ΕΥΡΩ και 31.800 ΕΥΡΩ αντίστοιχα, και με ημερομηνία έκδοσης 04-05-2004, 15-05-2004, 27-05-2004 και 28-06-2004 αντίστοιχα, β) από τον Γ2, στις 25-04-2004, 13-05-2004, 14-05-2004, 15-05-2004, 16-05-2004 και 17-05-2004, τις με αριθμό ...., ....., ....., ......, ...... και ..... τραπεζικές επιταγές της Τράπεζας ALPHA BANK αντίστοιχα, εκδόσεως του τελευταίου, ποσού 52.500 ΕΥΡΩ, 15.600 ΕΥΡΩ, 15.600 ΕΥΡΩ, 15.600 ΕΥΡΩ, 23.000 ΕΥΡΩ και 22.000 ΕΥΡΩ αντίστοιχα, και με ημερομηνία έκδοσης 25-04-2004, 13-05-2004, 14-05-2004, 15-05-2004, 16-05-2004 και 17-05-2004 αντίστοιχα, και γ) από τον Γ3, στις 30-05-2004, τη με αριθμό ..... τραπεζική επιταγή της Τράπεζας EUROBANK, εκδόσεως του τελευταίου, ποσού 53.750 ΕΥΡΩ, και με ημερομηνία έκδοσης 30-05-2004, άπασες (υπό στοιχεία α' + β'+ γ') σε διαταγή του ιδίου του κατηγορουμένου Χ1, έθεσε την υπογραφή του στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης και στη συνέχεια, ενεργώντας εν αγνοία της εγκαλούσας και χωρίς δικαίωμα, εντολή ή συναίνεση της τελευταίας, έθεσε κάτω από τη δική του, πρώτη οπισθογράφηση, πλαστή σφραγίδα με τα στοιχεία της εταιρίας της εγκαλούσας με την επωνυμία "GREEN OIL Α.Ε.Β.Ε." και κατ' απομίμηση την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου αυτής ώστε να φαίνεται ότι δήθεν εγκύρως υπογράφηκαν οι επιταγές από την εγκαλούσα και ότι αυτή ανέλαβε την εκ της οπισθογραφήσεως ευθύνη. Ακολούθως δε, έκανε χρήση αυτών των επιταγών, καθώς παρέδωσε τις υπό στοιχείο α', την πρώτη και έκτη από το υπό στοιχείο β ', και την από στοιχείο γ' επιταγή στον εκπρόσωπο της Μονής ...., Ζ1, προς εξασφάλιση πληρωμής απαίτησης της (της Μονής) από τη χορήγηση δανείου προς αυτόν, ποσού 180.000 ΕΥΡΩ, ενώ τις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη από τις υπό στοιχείο β' επιταγές παρέδωσε στον Β1, και δι' αυτού στον Β2, την δε πέμπτη από τις υπό στοιχείο β' επιταγές παρέδωσε στον Β1 και δι' αυτού στη Β3, προς εξασφάλιση πληρωμής ισόποσης απαίτησης των ανωτέρω, από τη χορήγηση δανείου προς αυτόν, συνολικού ποσού 125.640 ΕΥΡΩ περίπου. Επίσης, την 03-11-2004 αφού παρέλαβε από τον Γ2 την με αριθμό ...... τραπεζική επιταγή της Τράπεζας ALPHA BANK, εκδόσεως του τελευταίου, ποσού 13.440 ΕΥΡΩ, με ημερομηνία έκδοσης 03-11-2004, σε διαταγή του Ε1, έθεσε την υπογραφή του τελευταίου στη θέση πρώτου οπισθογράφου και στη συνέχεια ενεργώντας εν αγνοία της εγκαλούσας και χωρίς δικαίωμα, εντολή ή συναίνεση της τελευταίας, έθεσε κάτω από την πρώτη οπισθογράφηση, πλαστή σφραγίδα με τα στοιχεία της εταιρίας της εγκαλούσας με την επωνυμία "GREEN OIL Α.Ε.Β.Ε." και κατ' απομίμηση την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου αυτής ώστε να φαίνεται ότι δήθεν εγκύρως υπογράφηκαν οι επιταγές από την εγκαλούσα και ότι αυτή ανέλαβε την εκ της οπισθογραφήσεως ευθύνη. Ακολούθως δε έκανε χρήση αυτής της επιταγής, καθώς την παρέδωσε στον Ε1, προς εξασφάλιση πληρωμής ισόποσης απαίτησής του από τη χορήγηση του ως άνω δανείου προς αυτόν, με τη μεσολάβηση του Β1, συνολικού ποσού 125.640 ΕΥΡΩ. Στις πράξεις δε αυτές προέβη ο πρώτος των κατηγορουμένων Χ1 με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ισάξιο των ποσών των επιταγών περιουσιακό όφελος που ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των 368.890 ΕΥΡΩ, με αντίστοιχη βλάβη της εγκαλούσας εταιρίας με την επωνυμία "GREEN OIL Α.Ε.Β.Ε. ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΑ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ ΤΟΥ ΑΙΜΟΥ" αποτέλεσμα στο οποίο απέβλεπε ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις του. Επειδή από τη διενεργηθείσα κύρια ανάκριση και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου προέκυψαν και κατά τη δική μας κρίση (σε βαθμό επαρκών ενδείξεων) τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την προεκτεθείσα κατηγορία για την οποία το Συμβούλιo Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης παρέπεμψε τον εκκαλούντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης με το εκκαλούμενο βούλευμα. Η αξιόποινη πράξη για την οποία κρίθηκε (σε πρώτο βαθμό) ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο ως άνω κατηγορούμενος, εναρμονίζεται με το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας (και σε σύνολη εκτίμηση και αναφορικά με τα κατ' ιδίαν αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύονται και ορθά αξιολογούνται στο εκκαλούμενο βούλευμα). Δηλαδή τα προκύψαντα περιστατικά που αναφέρονται στο προεκτεθέν κατηγορητήριο και ακόμα αναλυτικότερα εκτίθενται στο εκκαλούμενο βούλευμα, ορθώς έχουν υπαχθεί στις ποινικές διατάξεις που σημειώθηκαν. Συμπληρωματικά επισημαίνουμε ότι ο εκκαλών στην απολογία και το εφετήριο έγγραφο αναγνωρίζει την οφειλή -άρα και την γνησιότητα των επιταγών που παρέδωσε - προς τον Β1 και τους συνεργάτες του, πλην όμως αρνείται ότι πλαστογράφησε τις υπόλοιπες επίδικες επιταγές που παρέδωσε στον Ζ1 (πατέρα Ζ1) ισχυριζόμενος ότι έθεσε στη θέση του οπισθογράφου την σφραγίδα και υπογραφή της εγκαλούσας εταιρείας, ύστερα από εντολή της, προκειμένου να την εξυπηρετήσει- να μην πηγαινοέρχεται Αθήνα, Θεσσαλονίκη.- Όμως οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου είναι έωλοι και αβάσιμοι και τούτο διότι α) ενώ αναγνωρίζει ότι έλαβε προσωπικό δάνειο 125640 ευρώ από τον Β1 και τους συνεργάτες του -βλ. το από ...... ιδιωτικό συμφωνητικό- δεν διευκρινίζει για ποιο λόγο έθεσε στις επιταγές που παρέδωσε και στην θέση του οπισθογράφου την σφραγίδα και την υπογραφή της εγκαλούσας εταιρείας; Ποία δηλαδή η σχέση -συναλλακτική-της εγκαλούσας με τους δανειστές του κατηγορουμένου; Και β) όσον αφορά τις επιταγές -πλαστογραφημένες- που παρέδωσε στον πατέρα Ζ1, ο τελευταίος αρνείται ότι είχε οποιαδήποτε συναλλαγή με την εγκαλούσα εταιρεία, οι εκπρόσωποι της οποίας μάλιστα ξαφνιάστηκαν όταν εκείνος επικοινώνησε τηλεφωνικά για την τακτοποίηση του χρέους και ακόμα ότι τα χρήματα υπό μορφή δανείου τα παρέδωσε -ο πατήρ Ζ1- στον εκκαλούντα. Ύστερα από τις παραπάνω επισημάνσεις και αφού παραδεκτώς αναφερθούμε ευθέως στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του εκκαλούμενου βουλεύματος (βλ. ΑΠ 348/1996 Ποιν. Χρον. ΜΖ 33) θεωρούμε ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης ορθώς έκρινε ότι υφίστανται επαρκείς ενδείξεις που επιβάλλουν τον έλεγχο της υποθέσεως με την αποδεικτική διαδικασία του ακροατηρίου και παρέπεμψε τον εκκαλούντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, αβασίμως δε ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα (ότι δηλαδή έσφαλε στην κρίση του το πρωτοβάθμιο δικαστικό συμβούλιο) με την κρινόμενη έφεση, η oποία πρέπει να απορριφθεί στην ουσία.
Με τις παραδοχές του αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 216 § § 1 και 3α και 98 του Π.Κ., αφού αναφέρονται σ'αυτό οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στις ουσιαστικές αυτές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα περιγράφονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με σκοπό το όφελος και την αντίστοιχη ζημία του ύψους του ποσού ανωτέρου των 25.000.000 δραχμών (73.000 €). Περαιτέρω οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ότι: α) "Δεν συνιστά πλαστογραφία αυτός που συμπληρώνει επιταγή μετά από εντολή του εκδότη" και β) ".......η επίθεση της σφραγίδος της εγκαλούσας στις επίδικες επιταγές από τον αναιρεσείοντα και η υπογραφή από αυτόν για λογαριασμό της εγκαλούσας δεν συνιστά πλαστογραφία, διότι έγινε με εντολή και συναίνεση της εγκαλούσας", έτσι όπως εκτίθενται αποτελούν άρνηση της ουσίας της κατηγορίας και πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ'ακολουθία των παραπάνω εκτιθεμένων είναι αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και πρέπει ως τέτοια να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: α) Να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ'ουσία η υπ αριθ.17/25-6-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 594/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και β) να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 17 Σεπτεμβρίου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 216 του Ποινικού Κώδικα, στοιχείο του εγκλήματος της πλαστογραφίας είναι μεν η κατάρτιση πλαστού ή η νόθευση εγγράφου, προκειμένου με τη χρήση του να παραπλανηθεί άλλος, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομη συνέπεια, δηλαδή είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος, ή έννομης σχέσεως. Η πλαστογραφία έχει κακουργηματική μορφή και ο δράστης τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και β) αν διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Ως περιουσιακό όφελος θεωρείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας εκείνου που ωφελείται ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με αποσόβηση μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ. Η περαιτέρω χρήση του πλαστού εγγράφου στοιχειοθετείται αντικειμενικά όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον τρίτο, που πρόκειται να παραπλανηθεί από το περιεχόμενό του και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πραγματικά γνώση του εν λόγω εγγράφου και να παραπλανηθεί απ' αυτό ο τρίτος. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 και 2 του Π. Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999 και άρχισε να ισχύει από τις 3 Ιουνίου 1999, ορίζει τα ακόλουθα: "1. Αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. 2. Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Εξάλλου, κατά το άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφάρμοσε το βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμά του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το βούλευμα, το οποίο αναιρεσιβάλλεται, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με καθολική και παραδεκτή αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει κατ' είδος, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος "στη Θεσσαλονίκη, την 25.04.2004, 04.05.2004, 13.05.2004, 14.05.2004, 15.05.2004, 16.05.2004, 17.05.2004, 27.05.2004, 30.05.2004, 28.06.2004 και 03.11.2004, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, νόθευσε έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε έκανε χρήση αυτών των νοθευμένων εγγράφων. Στις πράξεις δε αυτές προέβη με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ, με αντίστοιχη βλάβη άλλου, αποτέλεσμα, στο οποίο απέβλεπε ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις του. Ειδικότερα, στη Θεσσαλονίκη, αφού παρέλαβε: α) από τον Γ1, στις 04.05.2004, 15.05.2004, 27.05.2004 και 28.6.2004, τις με αριθμό ...., ...., .... και ...... τραπεζικές επιταγές της Γενικής Τράπεζας, αντίστοιχα, εκδόσεως του τελευταίου, ποσού 52.000 ευρώ, 52.500 ευρώ, 20.600 ευρώ και 31.900 ευρώ, αντίστοιχα, και με ημερομηνία έκδοσης 04.05.2004, 15.05.2004, 27.05.2004 και 28.06.2004, αντίστοιχα, β) από τον Γ2, στις 25.04.2004, 13.5.2004, 14.05.2004, 15.05.2004, 16.05.2004 και 17.05.2004, τις με αριθμό ....., ...., ....., ....., ....., ...... και .... τραπεζικές επιταγές της Τράπεζας ΑLPHA ΒΑΝΚ, αντίστοιχα, εκδόσεως του τελευταίου, ποσού 52.500 ευρώ, 15.600 ευρώ, 15.600 ευρώ, 15.600 ευρώ, 23.000 ευρώ και 22.000 ευρώ, αντίστοιχα, και με ημερομηνία εκδόσεως 25.04.2004, 13.05.2004, 14.05.2004, 15.5.2004, 16.5.2004 και 17.05.2004 αντίστοιχα και γ) από τον Γ3, στις 30.05.2004, τη με αριθμό ..... τραπεζική επιταγή της Τράπεζας ΕURΟΒΑΝΚ, εκδόσεως του τελευταίου, ποσού 53.750 ευρώ και με ημερομηνία έκδοσης 30.05.2005, άπασες (υπό στοιχεία α' + β' + γ') σε διαταγή του ίδιου του κατηγορουμένου Χ1, έθεσε την υπογραφή του στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης και στη συνέχεια, ενεργώντας εν αγνοία της εγκαλούσας και χωρίς δικαίωμα, εντολή ή συναίνεση της τελευταίας, έθεσε κάτω από τη δική του, πρώτη οπισθογράφηση, πλαστή σφραγίδα με τα στοιχεία της εταιρείας της εγκαλούσας με την επωνυμία "GREEN OIL Α.Ε.Β.Ε." και, κατ' απομίμηση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου αυτής, ώστε να φαίνεται ότι δήθεν εγκύρως υπογράφηκαν οι επιταγές από την εγκαλούσα και ότι αυτή ανέλαβε την εκ της οπισθογραφήσεως ευθύνη. Ακολούθως δε, έκανε χρήση αυτών των επιταγών, καθώς παρέδωσε τις υπό στοιχεία α', την πρώτη και έκτη από το υπό στοιχείο β' και την από στοιχείο γ' επιταγή στον εκπρόσωπο της Μονής ....., Ζ1, προς εξασφάλιση πληρωμής απαίτησής της (της Μονής) από τη χορήγηση δανείου προς αυτόν, ποσού 180.000 ευρώ, ενώ τις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη από τις υπό στοιχείο β' επιταγές, παρέδωσε στον Β1, και δι' αυτού στον Β2, την δε πέμπτη από τις υπό στοιχείο β' επιταγές παρέδωσε στον Β1 και δι' αυτού στη Β3, προς εξασφάλιση πληρωμής ισόποσης απαίτησης των ανωτέρω, από τη χορήγηση δανείου προς αυτόν, συνολικού ποσού 125.640 ευρώ περίπου. Επίσης, την 03.11.2004, αφού παρέλαβε από τον Γ2 την με αριθμό ..... τραπεζική επιταγή της Τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, εκδόσεως του τελευταίου, ποσού 13.440 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 03.11.2004, σε διαταγή του Ε1, έθεσε την υπογραφή του τελευταίου στη θέση πρώτου οπισθογράφου και στη συνέχεια, ενεργώντας εν αγνοία της εγκαλούσας και χωρίς δικαίωμα, εντολή ή συναίνεση της τελευταίας, έθεσε κάτω από την πρώτη οπισθογράφηση, πλαστή σφραγίδα με τα στοιχεία της εταιρείας της εγκαλούσας με την επωνυμία "GREEN OIL Α.Ε.Β.Ε." και, κατ' απομίμηση. την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου αυτής, ώστε να φαίνεται ότι δήθεν εγκύρως υπογράφηκαν οι επιταγές από την εγκαλούσα και ότι αυτή ανέλαβε την εκ της οπισθογραφήσεως ευθύνη. Ακολούθως δε, έκανε χρήση αυτής της επιταγής, καθώς την παρέδωσε στον Ε1, προς εξασφάλιση πληρωμής ισόποσης απαίτησής του από τη χορήγηση του ως άνω δανείου προς αυτόν, με τη μεσολάβηση του Β1, συνολικού ποσού 125.640 ευρώ. Στις πράξεις δε αυτές προέβη ο πρώτος των κατηγορουμένων Χ1 με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ισάξιο των ποσών των επιταγών περιουσιακό όφελος, που ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των 368.890 ευρώ, με αντίστοιχη βλάβη της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "GREEN OIL Α.Ε.Β.Ε. ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΑ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ ΤΟΥ ΑΙΜΟΥ", αποτέλεσμα στο οποίο απέβλεπε ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις του. Επειδή, από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν και κατά τη δική μας κρίση (σε βαθμό επαρκών ενδείξεων) τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την προεκτεθείσα κατηγορία, για την οποία το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης παρέπεμψε τον εκκαλούντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με το εκκαλούμενο βούλευμα. Η αξιόποινη πράξη, για την οποία κρίθηκε (σε πρώτο βαθμό) ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο ως άνω κατηγορούμενος, εναρμονίζεται με το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας (και σε σύνολη εκτίμηση και αναφορικά με τα κατ' ιδίαν αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύονται στο βούλευμα). Δηλαδή, τα προκύψαντα περιστατικά, που αναφέρονται στο προεκτεθέν κατηγορητήριο και ακόμη αναλυτικότερα εκτίθενται στο εκκαλούμενο βούλευμα, ορθώς έχουν υπαχθεί στις ποινικές διατάξεις που σημειώθηκαν. Συμπληρωματικά επισημαίνουμε ότι ο εκκαλών στην απολογία και το εφετήριο έγγραφο αναγνωρίζει την οφειλή - άρα και την γνησιότητα των επιταγών που παρέδωσε - προς τον Β1 και τους συνεργάτες του, πλην όμως αρνείται ότι πλαστογράφησε τις υπόλοιπες επίδικες επιταγές, που παρέδωσε στον Ζ1 (πατέρα Ζ1), ισχυριζόμενος ότι έθεσε στη θέση του οπισθογράφου την σφραγίδα και υπογραφή της εγκαλούσας εταιρείας, ύστερα από εντολή της, (προκειμένου να την εξυπηρετήσει - να μην πηγαινοέρχεται Αθήνα-Θεσσαλονίκη -. Όμως, οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου είναι έωλοι και αβάσιμοι και τούτο διότι α) ενώ αναγνωρίζει ότι έλαβε προσωπικό δάνειο 125.640 ευρώ από τον Β1 και τους συνεργάτες του -βλ. το από ...... ιδιωτικό συμφωνητικό - δεν διευκρινίζει για ποιο λόγο έθεσε στις επιταγές που παρέδωσε και στη θέση του οπισθογράφου την σφραγίδα και την υπογραφή της εγκαλούσας εταιρείας; Ποία δηλαδή η σχέση - συναλλακτική - της εγκαλούσας με τους δανειστές του κατηγορουμένου; και β) όσον αφορά τις επιταγές - πλαστογραφημένες - που παρέδωσε στον πατέρα Ζ1, ο τελευταίος αρνείται ότι είχε οποιαδήποτε συναλλαγή με την εγκαλούσα εταιρεία, οι εκπρόσωποι της οποίας μάλιστα ξαφνιάστηκαν όταν εκείνος επικοινώνησε τηλεφωνικά για την τακτοποίηση του χρέους και ακόμα ότι τα χρήματα υπό μορφή δανείου τα παρέδωσε - ο πατήρ Ζ1 - στον εκκαλούντα. Ύστερα από τις παραπάνω επισημάνσεις και αφού παραδεκτώς αναφερθούμε ευθέως στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του εκκαλούμενου βουλεύματος (βλ. Α.Π. 348/1996 Ποιν. Χρον. ΜΖ 33), θεωρούμε ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης ορθώς έκρινε ότι υφίστανται επαρκείς ενδείξεις που επιβάλλουν τον έλεγχο της υποθέσεως με την αποδεικτική διαδικασία του ακροατηρίου και παρέπεμψε τον εκκαλούντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, αβασίμως δε ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα (ότι δηλαδή έσφαλε στην κρίση του το πρωτοβάθμιο δικαστικό συμβούλιο) με την κρινόμενη έφεση, η οποία πρέπει να απορριφθεί στην ουσία". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 98 και 216 παρ. 1 και 3α του Ποινικού Κώδικα, αφού αναφέρονται σ' αυτό οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, αφού περιγράφονται στο αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση, με σκοπό το όφελός του και την αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσας ως άνω εταιρείας, ποσού ανώτερου των 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι "η επίθεση της σφραγίδος της εγκαλούσας στις επίδικες επιταγές από τον αναιρεσείοντα και η υπογραφή επίσης από αυτόν για λογαριασμό της εγκαλούσας δεν συνιστά πλαστογραφία, διότι έγινε με εντολή και συναίνεση της εγκαλούσας", αποτελεί άρνηση της ουσίας της κατηγορίας και πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστικού συμβουλίου. ΕΠΕΙΔΗ, ενόψει αυτών, είναι αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 17/25.6.2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του 594/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2008.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία μετά χρήσεως με σκοπό όφελος ποσού άνω των 73.000 ευρώ. Λόγος αναιρέσεως: Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Ο ισχυρισμός ότι η επίθεση της σφραγίδας της εγκαλούσας στις επίδικες επιταγές από τον αναιρεσείοντα και η υπογραφή απ’ αυτόν για λογαριασμό της εγκαλούσας δεν συνιστά πλαστογραφία, διότι έγινε με τη συναίνεση της εγκαλούσας, αποτελεί άρνηση της κατηγορίας και πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του συμβουλίου. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Πλαστογραφία
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.
| 0
|
Αριθμός 1756/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αναστάσιο Λιανό (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) Ελευθέριο Μάλλιο και Αντώνιο Αθηναίο (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 87/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 6656/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5.12.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 47/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, με αριθμό 181/14.4.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Eισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρ. 473 παρ. 2, 474 παρ. 1, 509, 513 Κ.Π.Δ., την από 7-12-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, που ησκήθη δια δηλώσεώς του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την οποίαν υπέγραψε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, κατά της υπ'αριθ. 6656/28-9-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και επάγομαι τα ακόλουθα:
Ι) Το άρθρο 473 παρ. 2 εδ. α' Κ.Π.Δ. ορίζει ότι "η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που κατεδικάσθη και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται εις τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει, σύμφωνα με την παράγρ. 1". Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρ. 474 παρ. 1 εδ. α'Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι μόνο ο καταδικασθείς κατηγορούμενος έχει την δυνατότητα να πλήξει την καταδικαστική απόφαση με αίτηση αναιρέσεως, που ασκείται υπό του ιδίου με δήλωση, επιδιδομένη προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου υπό δικαστικού επιμελητού μέσα σε εικοσαήμερη προθεσμία, η οποία αρχίζει με βάση τις υπό του άρθρ. 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ. καθοριζόμενες προϋποθέσεις.
Όμως, σύμφωνα με το άρθρ. 371 παρ. 3,4 του ιδίου κώδικα, δεν θεωρείται καταδικαστική απόφαση και εκείνη που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη, γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αλλά διαπιστώνει το τυπικώς απαράδεκτο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου (Α.Π 143/ 2004 Ποιν. Χρ. ΝΔ'σελ. 881, Α.Π 302/2000 Ποιν. Χρ. Ν'σελ. 887).
ΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ'αριθ. 6656/2007 απόφασή του, απέρριψε, ως απαράδεκτη, την υπ'αριθ. 7902/24-11-2006 έκθεσιν εφέσεως του αναιρεσείοντος, ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, κατά της υπ'αριθ. 59087/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που είχε α) κηρύξει ένοχον τον ίδιο για την πράξιν της ηθικής αυτουργίας σε απάτη β) καταδικάσει αυτόν για την προαναφερόμενη πράξη σε φυλάκιση 2 ετών, που μετετράπη προς 5 ευρώ. Ο αναιρεσείων ήσκησε κατά της προδιαληφθείσης αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου την από 7-12-2007 αίτηση αναιρέσεως, που συνετελέσθη με δήλωση, επιδοθείσα αυθημερόν υπό του αρμοδίου δικαστικού επιμελητού, προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και εις χρόνον μεταγενέστερον της εικοσαημέρου προθεσμίας. Επομένως η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως πρέπει, εν όψει των αναφερθεισών διατάξεων, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ'αρθρ. 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., γιατί η πλησσομένη απόφαση δεν είναι καταδικαστική και να επιβληθούν τα έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η από 7-12-2007 αίτηση αναιρέσεως του Αντωνίου Χ1, κατά της υπ'αριθ. 6656/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων). Να επιβληθούν τα έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήναι 7/3/08
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αντώνιος Μύτης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα), ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον Προϊστάμενο της προξενικής αρχής, που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος, αν δε ο τελευταίος κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει. Για τη δήλωση αυτή συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που τη δέχεται. Όπως δε προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης μπορεί, κατ' εξαίρεση, να ασκηθεί παραδεκτά με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αλλά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι καταδικαστική. Η απόφαση, όμως, με την οποία απορρίπτεται η έφεση, ως απαράδεκτη, δεν είναι καταδικαστική, γιατί στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 6656/2007 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, Χ1, κατά της υπ' αριθ. 59087/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε αυτός σε φυλάκιση 2 ετών για ηθική αυτουργία σε απάτη, που μετετράπη προς 5 ευρώ ημερησίως.
Συνεπώς, αφού η πληττόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, η με δήλωση ασκηθείσα και επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κρινόμενη από 7.12.2007 αίτηση αναίρεσης, εφόσον στρέφεται κατά της εν λόγω απόφασης, χωρίς να τηρηθούν, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, οι διατυπώσεις του άρθρου 474 παρ. 1 ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ. 1 εδ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.12.2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 6656/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης. Παραδεκτά ασκείται κατ’ άρθρο 473 § 2 ΚΠΔ με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά απόφασης καταδικαστικής. Απόφαση που απορρίπτει έφεση ως απαράδεκτη δεν είναι καταδικαστική. Απορρίπτεται αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε κατά απόφασης του Εφετείου που απέρριψε σχετική έφεση ως απαράδεκτη κατά απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος για ηθική αυτουργία σε απάτη.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
Αριθμός 1755/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αναστάσιο Λιανό (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Μάλλιο και Αντώνιο Αθηναίο-Εισηγητή, (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 87/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ......., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Ζαμπίτη, για αναίρεση της 1220/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1763/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού και ναι μεν το αιτιολογικό, μαζί με το διατακτικό της απόφασης, στο οποίο, ως λογικό συμπέρασμα, καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση τους, πλην όμως η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φτάσει μέχρι του σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά που περιγράφονται στο διατακτικό της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε ότι από την συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος, αποδείχθηκε ότι: "Ο κατηγορούμενος τέλεσε την αναφερομένη στο διατακτικό πράξη της κατά συναυτουργία κλοπής και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Η αιτιολογία όμως αυτή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν μπορεί να θεωρηθεί ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά είναι εντελώς τυπική, αφού δεν διαλαμβάνει καθόλου τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, ούτε τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη και εφαρμόσθηκε. Οι ελλείψεις δε αυτές δεν μπορούν να συμπληρωθούν από όσα περιέχονται στο διατακτικό, στο οποίο παραπέμπει το αιτιολογικό.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί όμως από άλλους δικαστές, εκτός απ' αυτούς που δίκασαν προηγουμένως, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 1220/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ειδική αιτιολογία. Δεν αποτελεί τέτοια όταν είναι εντελώς τυπική, προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού με πλήρη αναφορά σ’ αυτό. Αναιρείται καταδικαστική απόφαση με την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων για κλοπή κατά συναυτουργία λόγω παντελούς έλλειψης αιτιολογίας. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Κλοπή.
| 1
|
Αριθμός 1754/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αναστάσιο Λιανό (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Μάλλιο και Αντώνιο Αθηναίο-Εισηγητή, (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 87/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ......., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κοψαχείλη, για αναίρεση της 1262/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2017/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της έφεσης, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης της προσβαλλομένης απόφασης, αν απαλλάχθηκε απόντος αυτού, το χρόνο άσκησης του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικώτερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία των κατά τα άρθρα 154 παρ. 1, 155 και 156 και 161 παρ. 1 ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητας της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του δικαστηρίου, άλλως ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω πρέπει να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, στην αξιολόγηση των οποίων προέβη το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για την απόρριψη της έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, που την εξέδωσε, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε ως εκπρόθεσμη την έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της υπ' αριθμ. 323/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, που συνεδρίασε στην μεταβατική έδρα του, στον Παλαμά. Με την υπ' αριθμ. 14/31-1-2007 έφεση του, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος επικαλέσθηκε και προέβαλε, ότι δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπροθέσμως την έφεση του, για λόγους ανώτερης βίας και συγκεκριμένα λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας του. Κατά τη συζήτηση της έφεσης στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας ο αναιρεσείων, προκειμένου να αποδείξει τη βασιμότητα του προβληθέντος απ' αυτόν λόγου ανώτερης βίας, ζήτησε και εξετάσθηκαν δύο μάρτυρες και επί πλέον προσκόμισε και αναγνώσθηκαν πέντε έγγραφα και ειδικώτερα ιατρικές βεβαιώσεις. Στη συνέχεια το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας απέρριψε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ως εκπρόθεσμη την έφεση του αναιρεσείοντος, παραθέτοντας την ακόλουθη αιτιολογία: "Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος-εκκαλών εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Πηνελόπη Μπακαβέλου και ως εκ τούτου έλαβε άμεσα γνώσει της απόφασης, όπως η μάρτυράς του κατέθεσε. Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι άσκησε εκπρόθεσμα την έφεση, λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, υποβαλλόμενος έως σήμερα σε απίστευτη ταλαιπωρία, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός, κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν συνιστά ανυπέρβλητο κώλυμα ή λόγο ανώτερης βίας, που τον εμπόδισε να ασκήσει την έφεση του εμπρόθεσμα, είτε ο ίδιος, είτε δι' αντιπροσώπου". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, για την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι η έφεσή του ασκήθηκε εκπροθέσμως λόγω ανώτερης βίας και συγκεκριμένα λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Και τούτο γιατί μολονότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, ο αναιρεσείων για την απόδειξη του πιο πάνω ισχυρισμού του, πρότεινε και εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο οι μάρτυρες ..... και ......, καθώς και αναγνώσθηκαν τα αναφερόμενα σ' αυτά πέντε έγγραφα (ιατρικές βεβαιώσεις), δεν μνημονεύονται στην προσβαλλομένη απόφαση, ούτε κατά το είδος τους τα αποδεικτικά μέσα, στην αξιολόγηση των οποίων προέβη το Δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του για την απόρριψη της έφεσης, ως εκπρόθεσμης. Κατ' ακουλουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, ως προς το ως άνω σκέλος του, που στηρίζεται στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ παρελκούσης της έρευνας του ίδιου λόγου της ανωτέρω αίτησης, και κατά το έτερο σκέλος του, στη συνέχεια πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί όμως από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 1262/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στην προσβαλλομένη με αναίρεση απόφαση πρέπει να μνημονεύονται κατά το είδος τους τα αποδεικτικά μέσα, στην αξιολόγηση των οποίων προέβη το Δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, διαφορετικά υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας κατά τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ αναιρετικό λόγο. Αναιρείται η απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείο Τριμελούς Πλημμελειοδικείου για έλλειψη αιτιολογίας γιατί δεν μνημονεύονται σ’ αυτή ούτε κατ’ είδος τα αποδεικτικά μέσα που αξιολογήθηκαν (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα που αναγνώσθηκαν) για να καταλήξει το ως άνω δικαστήριο σε απορριπτική κρίση της έφεσης που ασκήθηκε ως εκπρόθεσμης. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1753/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν.Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αναστάσιο Λιανό (ορισθέντα με την υπ'αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Μάλλιο και Αντώνιο Αθηναίο (ορισθέντα με την υπ'αριθμ. 87/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου)-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (λόγω κωλύματος του Εισαγγελέα) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 383/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου με κατηγορούμενο τον Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη και πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, η οποία παρέστη αυτοπροσώπως.
Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 383/2007 απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του, που συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 2103/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από το συνδυασμό των άρθρων 505 παρ.2, 479 παρ.2 και 510 παρ.1 περ.Ε, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης, μέσα σε προθεσμία 30 ημερών, από την καταχώρηση της στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 ΚΠΔ, μεταξύ δε των λόγων αναίρεσης περιλαμβάνεται και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εξ άλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 362 και 363 ΠΚ συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από κάποιον ενώπιον τρίτου γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη τρίτου, το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνωρίζει ότι είναι ψευδές. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, εμπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, που αναφέρεται στο παρόν ή στο παρελθόν και αντίκειται στην ηθική ή την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική δε υπόσταση του εγκλήματος αυτού απαιτείται η πράξη να τελείται εν γνώσει ορισμένου περιστατικού, δηλαδή απαιτείται άμεσος δόλος (άρθρο 27 παρ.2 ΠΚ), και δεν αρκεί ο ενδεχόμενος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 367 παρ.2 ΠΚ, η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού (κατά την οποία δεν αποτελούν άδικη πράξη, μεταξύ άλλων και οι εκδηλώσεις που γίνονται για τη διαφύλαξη -προστασία -δικαιώματος ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος), δεν εφαρμόζεται όταν οι κρίσεις και εκδηλώσεις αυτές περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 ΠΚ, δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης. Τέλος εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠΔ, υπάρχει όταν η απόφαση δεν υπάγει σωστά τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση, ο κατηγορούμενος, Χ1, Αντισυνταγματάρχης (ΜΧ), κηρύχθηκε αθώος κατά πλειοψηφία για το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος της εν διαστάσει συζύγου του Ψ1, κατ'εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 367 ΠΚ. Συγκεκριμένα το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο με την προσβαλλομένη, υπ'αριθμ. 383/2007 απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, συνεκτιμώντας όλα τα αναφερόμενα σ'αυτή, κατ'είδος αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, ενώ ήταν στρατιωτικός, δηλαδή Αντισυνταγματάρχης (ΜΧ) και υπηρετούσε στο Γραφείο ΜΑΒΑ, στην ...., την 2-4-2003 ισχυρίστηκε για κάποιον άλλον, ενώπιον τρίτου, γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του και το οποίο ήταν ψευδές, αν και γνώριζε ότι ήταν ψευδές. Συγκεκριμένα κατά την ανωτέρω ημερομηνία άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αγωγή διαζυγίου σε βάρος της συζύγου του, Ανθυπασπιστού (ΠΒ) Ψ1 στο κείμενο της οποίας περιέλαβε το ακόλουθο γεγονός, όπως αυτό κατεγράφη, στο ανωτέρω κείμενο: "Από το 1996 η εναγομένη, αν και λάμβανε ικανοποιητικό μισθό, δεν συμμετείχε στις δαπάνες διαβίωσης της οικογενείας μας, ούτε ενημέρωνε για τα χρήματα που εισέπραττε, και μου απέκρυπτε το φύλλο μισθοδοσίας". Ο ως άνω ισχυρισμός, ο οποίος είναι αναληθής και ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση της αναληθείας του σχετικού γεγονότος, το οποίο περιήλθε σε γνώση τρίτου προσώπου (δικαστών, δικαστικών υπαλλήλων και λοιπών παραγόντων της διαδικασίας) ήταν σε θέση να βλάψει την τιμή και υπόληψη της εν διαστάσει συζύγου του Ψ1. Ο προβληθείς υπό του κατηγορουμένου ισχυρισμός, περί μη συμμετοχής της πολιτικώς εναγούσης στις δαπάνες της οικογένειας κάτω από τις συνθήκες υπό τις οποίες προεβλήθη, δεν απεδείχθη ότι αποσκοπούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη αυτής, αλλά ενήργησε αποκλειστικά και μόνο στα πλαίσια της ικανοποιήσεως του ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος που είχε για την λύση του γάμου του ως ασκήσας την αγωγή διαζυγίου, ενώ παράλληλα από το περιεχόμενο της αγωγής δεν προκύπτει, ούτε σκοπός εξυβρίσεως της πολιτικώς εναγούσης, δηλαδή πρόθεση του κατηγορουμένου που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής της, ως αμφισβήτηση της κοινωνικής ή ηθικής αξίας αυτής. Το επίμαχο τούτο περιστατικό ήταν απαραίτητο αντικειμενικά και αποτελούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση το ενδεδειγμένο μέτρο για την επίτευξη του σκοπού αυτού, δεδομένου ότι η ενδοοικογενειακή αντιδικία είχε δυστυχώς λάβει τέτοια οξύτητα, ώστε να μπορεί κατά κάποιο τρόπο να δικαιολογηθεί η χρησιμοποίηση στο δικόγραφο της αγωγής ορισμένων ίσως φραστικών υπερβολών προς υποστήριξη της αγωγής. Επομένως το Δικαστήριο, κατά τη γνώμη των μελών του που πλειοψήφησαν, δεν πείστηκε ότι στοιχειοθετείται υποκειμενικώς η αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, αλλ'ούτε και της απλής δυσφημήσεως και της εξυβρίσεως". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο (Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο) κατά την πλειοψηφούσε γνώμη του, εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 363 και 367 ΠΚ, αφού ενώ έκρινε ότι ο κατηγορούμενος περιέλαβε στην αγωγή του, που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τα προαναφερθέντα περιστατικά, σε βάρος της εν διαστάσει συζύγου του, τα οποία ήσαν ψευδή και ότι αυτός τελούσε σε γνώση της αναλήθειας αυτών, δηλαδή τέλεσε αυτός το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης., περαιτέρω δέχθηκε ότι αυτός ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, που συνίσταται στην λύση του γάμου του, και ότι δεν είχε σκοπό να δυσφημήσει απλώς ή να εξυβρίσει τη σύζυγό του, και ακολούθως τον κήρυξε αθώο, κατ'εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 367 ΠΚ, μολονότι στην παράγραφο 2 της ως άνω διάταξης (367 ΠΚ), ορίζεται ρητώς ότι δεν εφαρμόζεται αυτή, αν συντρέχουν τα στοιχεία του άρθρου 363 ΠΚ, δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης. Επομένως, πρέπει, κατ'αποδοχή ως βασίμου, του μοναδικού λόγου αναίρεσης, της από 18-12-2007 αίτησης που άσκησε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, και στηρίζεται στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του (άρθρο 519 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 383/2007 απόφαση του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμηση, στοιχεία αυτής: Ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτων, που μπορεί να βλάψει την τιμή και υπόληψη τρίτου, το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνωρίζει ότι αυτό είναι ψευδές. Δεν αποτελούν άδικη πράξη μεταξύ των άλλων και εκδηλώσεις που γίνονται για τη διαφύλαξη δεδικαιολογημένου ενδιαφέροντος κατά το άρθρο 367 §1 ΠΚ. Η παράγραφος αυτή του ως άνω άρθρου δεν εφαρμόζεται όταν οι κρίσεις και εκδηλώσεις έχουν τα στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης. Αναιρείται απόφαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου που κήρυξε αθώο κατηγορούμενο για συκοφαντική δυσφήμηση γιατί ενώ δέχθηκε ότι αυτός τέλεσε το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, εφάρμοσε εσφαλμένα τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 367 ΠΚ και κατέληξε σε απαλλακτική κρίση λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος. Παραπέμπει.
|
Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας, Δυσφήμηση συκοφαντική, Δικαστήριο Αναθεωρητικό.
| 2
|
Αριθμός 1752/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσακανίκα, για αναίρεση της 611/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας, με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "INFO - QUEST Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία Προϊόντων και Υπηρεσιών Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Ανδριόπουλο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1695/2006.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2408/1996 προστέθηκε στο άρθρο 79 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" παράγραφος 5, κατά την οποία η ποινική δίωξη (του εκδότη ακάλυπτης επιταγής) ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Στη σχέση με την υποβολή της εγκλήσεως επί της επιταγής ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 Κ.Ποιν.Δ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του άρθρου 42, η έγκληση γίνεται απευθείας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα, είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της εγκλήσεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ 1 του ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ 174/1963, ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρείαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ, 1 ότι "το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/1995, "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρίας ή τρίτους", Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα Δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρείας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (18 παρ. 1) το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο (22 παρ. 1) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκαταστάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσωπήσεως της ΑΕ. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρίας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχειρίσεως όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας. Αντίθετα, όμως, προς το άρθρο 18 παρ. 2, το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη, με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ, 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασισθεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3 μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του ΔΣ ή διευθυντές της εταιρίας. Προϋποθέτει, όμως, σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας (Ολ.ΑΠ 1096/1976). Υποκατάσταση του Διοικητικού Συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο, προς το οποίο το όργανο της εταιρίας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατο του Διοικητικού Συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης, αντίστοιχα, πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του Διοικητικού Συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρίας, δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας η εξουσιοδοτήσεως και βεβαιώσεως του γνησίου της υπογραφής των μελών του ΔΣ, όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή της εγκλήσεως ή για τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση, όμως, που το Διοικητικό Συμβούλιο Ανώνυμης Εταιρίας για την υλοποίηση σχετικής αποφάσεώς του, αναθέσει σε τρίτον, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του ν. 2190/1920, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξεως που τελέσθηκε σε βάρος της εταιρίας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος-εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ (Ολ.ΑΠ 5/2006, 6/2006). Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμο όροι.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό και ζήτησε την απαλλαγή του, λόγω μη νόμιμης κατ' άρθρο 42 παρ. 2 ΚΠοινΔ υποβολής έγκλησης της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρίας, για τον λόγο ότι: "Η ποινική δίωξη για την έκδοση των επίμαχων ακάλυπτων επιταγών ασκήθηκε εναντίον του με την από 27-5-2004 μήνυση, την οποία υπέγραψε και εγχείρησε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, η δικηγόρος Θεσσαλονίκης Μαριλένα Θ. Κυριακή, υποβάλλοντας συνημμένα και απόσπασμα του από ..... πρακτικού του Δ. Σ. της Α.Ε. Από το προαναφερόμενο απόσπασμα πρακτικού, προκύπτει ότι το διοικητικό συμβούλιο της ανωτέρω ΑΕ, κατά τη συνεδρίασή του της ...., στην οποία συμμετείχαν ο Πρόεδρος και τα λοιπά τέσσερα μέλη, "μετά από σχετική εισήγηση του Προέδρου αποφάσισε ομόφωνα να εξουσιοδοτήσει τους Δικηγόρους Θεσσαλονίκης Σιδηρόπουλο Ι. Λεωνίδα και Κυριάκη Θ. Μαριλένα να προβούν σε κάθε απαραίτητη ενέργεια προκειμένου να διωχθεί ποινικώς και ειδικότερα να υποβάλουν για λογαριασμό της εταιρείας έγκληση για το αδίκημα της ακάλυπτης επιταγής, να δηλώσουν παράσταση πολιτικής αγωγής και να παραστούν στη δικάσιμο για την υποστήριξη της έγκλησης". Εξάλλου, από το γεγονός ότι δεν επισυνάφθηκαν στην έγκληση το καταστατικό της Α.Ε. και οι τυχόν τροποποιήσεις του, δεν προκύπτει αν υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό, που επιτρέπει στο διοικητικό συμβούλιο την κατά το άρθρο 22 παρ. 3 μεταβίβαση εξουσιών του, Ειδικότερα, σύμφωνα με τα επισυναφθέντα στην άνω μήνυση ... και ..... πρακτικά του Δ.Σ. της εταιρίας και τα ΦΕΚ [τεύχη ΑΕ και ΕΠΕ] με αριθμούς ...... και ...... ορίζονται συγκεκριμένα μέλη του ΔΣ και τρίτοι, τα οποία ανά δύο ή ένα από αυτά, αλλά με τη σύμπραξη ενός εκ των κατονομαζόμενων τρίτων, στα οποία δεν περιλαμβάνεται η προαναφερόμενη δικηγόρος, "..... να ορίζουν δικηγόρους για την εκπροσώπηση της εταιρίας ενώπιον δικαστικών αρχών και να εκπροσωπούν την εταιρία ενώπιον παντός δικαστηρίου......". Περαιτέρω οι ..... και ....... εξουσιοδοτούνται να εκπροσωπούν την εταιρία ενώπιον κάθε Δικαστικής Αρχής και να υποβάλλουν εγκλήσεις και μηνύσεις για λογαριασμό της εταιρίας. Με τα δεδομένα αυτά, είναι φανερό, ότι η προαναφερόμενη δικηγόρος ενήργησε ως απλός εντολοδόχος του Δ.Σ. της Α.Ε. για την εκτέλεση της συγκεκριμένης πράξης που της ανατέθηκε, και όχι ως υποκατάστατος του Δ.Σ. αυτής, (ως όργανο εκπροσώπησης της Α.Ε), και επομένως ήταν αναγκαίο το εξουσιοδοτικό του έγγραφο, που υποβλήθηκε μαζί με τη μήνυση, να φέρει τις υπογραφές όλων των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής τους από Αρχή ή δικηγόρο. Το εξουσιοδοτικό όμως έγγραφο που υποβλήθηκε μαζί με τη μήνυση, το οποίο είναι απόσπασμα του από ..... πρακτικού του Δ.Σ. που επικύρωσε ο Πρόεδρος του ΔΣ και η Δικηγόρος Καλλιόπη Καστελλάκη βεβαίωσε το γνήσιο της υπογραφής του επικυρώσαντος Προέδρου, σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στα οριζόμενα από το άρθρο 42 παρ. 2 του ΚΠΔ. Η μόνη περίπτωση που θα μπορούσε να ενέχει και βεβαίωση της γνησιότητας των υπογραφών, όλων των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, θα ήταν η επικύρωση από το δικηγόρο, ακριβούς αντιγράφου του πρακτικού του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, το οποίο θα έφερε τις υπογραφές όλων των μελών του διοικητικού συμβουλίου της και το οποίο ως εξουσιοδοτικό έγγραφο, θα είχε προσαρτηθεί στη μήνυση που υπέγραψε και εγχείρισε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, η δικηγόρος Θεσσαλονίκης Μαριλένα Θ. Κυριάκη. Εφόσον λοιπόν η έγκληση δεν υποβλήθηκε νομότυπα από την εγκαλούσα άνω εταιρία, για τους λόγους που αναλυτικά έχουν εκτεθεί ανωτέρω, συντρέχει λόγος απαραδέκτου της ποινικής δίωξης για το αδίκημα που φέρεται ότι τελέστηκε σε βάρος της". Τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμός του κατηγορουμένου η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 611/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει οπό τα έγγραφα της δικογραφίας, που αφορούν την υποβολή της έγκλησης, η ποινική δίωξη για την έκδοση των επίδικων ακάλυπτων επιταγών από τον κατηγορούμενο, ασκήθηκε εναντίον του, μετά την υποβολή της από 27-5-2004 εγκλήσεως, που υπέγραψε και εγχείρισε στην Εισαγγελία Δράμας η δικηγόρος Θεσσαλονίκης Μαριλένα Κυριάκη, υποβάλλουσα συνημμένως αντίγραφα των ακάλυπτων επιταγών, το από ..... πρακτικό του Δ.Σ της ανωνύμου εταιρίας-νομίμου κομίστριας των επιδίκων επιταγών, καθώς και τα από 7-8-2003, 12-11-2003 ΦΕΚ (Τεύχη ΑΕ και ΕΠΕ) και τα από ...., ..... πρακτικά του ΔΣ της ΑΕ, έγγραφα που αφορούν την εκπροσώπηση της εταιρίας. Από το από ...... πρακτικό του Δ.Σ. της ανωνύμου εταιρίας-νομίμου κομιστρίας των επιδίκων επιταγών, που προσκομίζεται σε ακριβές αντίγραφο του πρωτοτύπου, προκύπτει ότι το διοικητικό, συμβούλιο της ανωτέρω ΑΕ, κατά τη συνεδρίασή του την 21η-5-2004, στην οποία συμμετείχαν ο Πρόεδρος και τα λοιπά τέσσερα μέλη, μετά από σχετική εισήγηση αποφάσισε ομόφωνα και παμψηφεί να εξουσιοδοτήσει τη δικηγόρο Θεσσαλονίκης Κυριάκη Μαριλένα, να προβεί, εκτός των άλλων, στην κατάθεση της έγκλησης κατά του κατηγορουμένου για την έκδοση των ακαλύπτων επιταγών. Εξάλλου, από τα επισυναφθέντα στην έγκληση ως άνω έγγραφα (ΦΕΚ και πρακτικά του Δ.Σ) η ως άνω δικηγόρος που υπέβαλε την έγκληση δεν περιλαμβάνεται στα πρόσωπα που προβλέφθηκαν από το καταστατικό της εταιρίας να εκπροσωπούν αυτήν ενώπιον των Δικαστικών Αρχών και να έχουν το δικαίωμα υποβολής έγκλησης για λογαριασμό της εταιρίας και δεν συντρέχουν ως προς αυτήν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του Ν. 2190/20. Ως εκ τούτων η προαναφερόμενη δικηγόρος κατά την υποβολή της έγκλησης ενήργησε ως απλή εντολοδόχος του Δ. Σ. της Α.Ε. για την εκτέλεση της συγκεκριμένης πράξης που της ανατέθηκε, και όχι ως υποκατάστατος του Δ.Σ. αυτής, (ως όργανο εκπροσώπησης της ΑΕ) και, επομένως, ήταν αναγκαίο το εξουσιοδοτικό της έγγραφο, που υποβλήθηκε μαζί με την έγκληση, να φέρει τις υπογραφές όλων των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής τους από Αρχή ή δικηγόρο. Πράγματι το απόσπασμα του από ..... πρακτικού του ΔΣ της ανωνύμου εταιρίας που της παρείχε την εξουσιοδότηση για την υποβολή της έγκλησης, είναι επικυρωμένο δια της ιδιοχείρου υπογραφής του Προέδρου του ΔΣ της ΑΕ, έχοντος του τελευταίου αυτήν την εξουσία, ως προκύπτει από το συνημμένο στην έγκληση από ..... πρακτικό του ΔΣ της ΑΕ, η δε γνησιότητα της υπογραφής του Προέδρου της ΑΕ, επί του από .... αποσπάσματος του πρακτικού του ΔΣ της ΑΕ, βεβαιούται από την υποβάλλουσα την έγκληση δικηγόρο, και ως εκ τούτου ενέχεται και βεβαίωση της γνησιότητας των υπογραφών, όλων των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας.
Συνεπώς, η έγκληση εγκύρως υποβλήθηκε από την εξουσιοδοτηθείσα με το άνω πρακτικό του Δ.Σ. δικηγόρο, και είναι αβάσιμος ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός που προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, από τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα που αναγνωστηκαν, την απολογία του κατηγορουμένου και απ' όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος την 28-2-2004 εξέδωσε τη με αρ. ...... επιταγή ποσού 5.000€, την 15-3-2Ο04 εξέδωσε τη με αρ. ..... επιταγή ποσού 5.000€, την 20-4-2004 εξέδωσε τη με αρ. ..... επιταγή ποσού 8.700€ και την 7-5- 2004 εξέδωσε τη με αρ. .... επιταγή ποσού 3.000€, σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας με το διακριτικό τίτλο ΙΝFO-QUEST Α.Ε.Β.Ε. και με πληρώτρια Τράπεζα την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", ήτοι το Υποκατάστημα της πιο πάνω Τράπεζας στη Δράμα, γνωρίζοντας ότι στο λογαριασμό του δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαιά του για την πληρωμή τους, τόσο κατά το χρόνο που εκδόθηκαν οι επιταγές, όσο και κατά το χρόνο πληρωμής αυτών".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν υπερέβη την εξουσία του με το να δεχθεί ότι η ανωτέρω έγκληση είχε υποβληθεί νομότυπα και συνακόλουθα να απορρίψει τον περί του αντιθέτου πιο πάνω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, να κηρύξει αυτόν ένοχο για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' του ΠΚ, και να του επιβάλλει ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του βασίμου του προβαλλόμενου αναιρετικού λόγου, η ποινική δίωξη για την έκδοση των επίμαχων ακάλυπτων επιταγών ασκήθηκε εναντίον του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ύστερα από έγκληση της εταιρίας με την επωνυμία "INFO-QUEST ΑΕΒΕ". Την έγκληση αυτή υπέγραψε και ενεχείρισε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης η δικηγόρος Θεσσαλονίκης Μαριλένα Κυριάκη ως ειδική πληρεξούσια της εγκαλούσας και πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας, δυνάμει του από ......πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής. Από το προαναφερόμενο πρακτικό που προσκομίζεται σε ακριβές απόσπασμα του βιβλίου πρακτικών ΔΣ, αποτελεί δε ακριβές αντίγραφο του πρωτοτύπου, προκύπτει ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ανωτέρω ΑΕ κατά τη συνεδρίαση του της 21.5.2004, στην οποία συμμετείχαν ο Πρόεδρος και τα λοιπά τέσσερα (4) μέλη, "μετά από σχετική εισήγηση, αποφάσισε ομόφωνα και παμψηφεί να εξουσιοδοτήσει τους δικηγόρους Θεσσαλονίκης Σιδηρόπουλο Ι. Λεωνίδα ή Κυριάκη Θ. Μαριλένα να προβούν σε κάθε απαραίτητη ενέργεια προκειμένου να διωχθεί ποινικώς ο Χ1..... Ειδικότερα δε, να υποβάλουν για λογαριασμό της εταιρίας έγκληση για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής που τέλεσε ο εγκαλούμενος. Συγκεκριμένα για τέσσερις (4) επιταγές της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", σε διαταγή της "INFO-QUEST Α.Ε.Β.Ε" με χρέωση του υπ' αριθμ. ..... λογαριασμού που διατηρεί στην εν λόγω τράπεζα και ειδικότερα: α) την υπ' αριθμ. .... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης 28-2-2004, ποσού 5.000 ευρώ, β)την υπ' αριθμ. .... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης την 15.3.2004, ποσού 5.000 ευρώ, γ)την υπ' αριθμ . ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης την 20.4.2004, ποσού 8.700 ευρώ και δ)την υπ' αριθμ. .... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης την 7-5-2004, ποσού 3.000 ευρώ. Οι ως άνω επιταγές εμφανίστηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή, αλλά δεν πληρώθηκαν, λόγω έλλειψης επαρκούς υπολοίπου στον λογαριασμό που διατηρεί ο εγκαλούμενος στην πληρώτρια τράπεζα. Επί πλέον, τους εξουσιοδότησε να δηλώσουν παράσταση πολιτικής αγωγής για ποσό 440 ευρώ, με επιφύλαξη, όπως επίσης να παραστούν στην ορισθείσα ή σε οποιαδήποτε μει' αναβολή δικάσιμο για την υποστήριξη της ως άνω έγκλησης". Εξάλλου, από τα επισυναφθέντα στην ως άνω έγκληση τρία ΦΕΚ (τεύχη ΑΕ και ΕΠΕ), με αριθμ. 8601/7-8-2003, 12034/12-11-2003 και 10242/12-8-2004, στα οποία διαλαμβάνονται, αντιστοίχως, ανακοινώσεις καταχωρήσεως στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών. Πρακτικά της γενικής συνελεύσεως των μετόχων και του Διοικητικού Συμβουλίου και αφορούν ζητήματα εκπροσωπήσεως της εταιρείας, δεν προκύπτει ότι υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό που επιτρέπει στο διοικητικό συμβούλιο την κατά το άρθρο 22 παρ. 3 μεταβίβαση εξουσιών του. Με τα δεδομένα αυτά είναι φανερό, σύμφωνα και με όσα έχουν αναπτυχθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη, ότι η προαναφερόμενη δικηγόρος ενήργησε ως απλή εντολοδόχος του ΔΣ της ΑΕ για την εκτέλεση της συγκεκριμένης πράξεως που της ανατέθηκε και όχι ως υποκατάστατος του ΔΣ αυτής, (ως όργανο εκπροσωπήσεως της ΑΕ), και επομένως ήταν αναγκαίο το εξουσιοδοτικό του έγγραφο, που υποβλήθηκε μαζί με την έγκληση να φέρει τις υπογραφές όλων των μελών του ΔΣ της εταιρείας, και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής τους από Αρχή ή δικηγόρο. Το ανωτέρω ακριβές απόσπασμα του βιβλίου πρακτικών του ΔΣ της εγκαλούσας εταιρίας, που περιλαμβάνει ακριβές αντίγραφο των πρακτικών συνεδριάσεως του ΔΣ της ....., επικυρώθηκε από τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της εταιρείας ......, (ο οποίος, σύμφωνα με το από .... πρακτικό του Δ.Σ της εταιρίας αυτής, είχε τέτοια εξουσία) η γνησιότητα της υπογραφής του οποίου βεβαιώθηκε στη συνέχεια από τη δικηγόρο Καλλιόπη Καστελλάκη. Η επικύρωση αυτή από τη εν λόγω δικηγόρο του αναφερομένου αντιγράφου του πρακτικού του ΔΣ της εταιρίας, το οποίο φέρει τις υπογραφές όλων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της και το οποίο ως εξουσιοδοτικό έγγραφο προσαρτήθηκε στην έγκληση, ενέχει και βεβαίωση της γνησιότητας των υπογραφών όλων των μελών του ΔΣ της εταιρίας.
Συνεπώς, εγκύρως υποβλήθηκε από την εξουσιοδοτηθείσα με το πιο πάνω πρακτικό του ΔΣ δικηγόρο Θεσσαλονίκης Μαριλένα Κυριάκη η σχετική έγκληση. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "INFO-QUEST AEBE" (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25 Σεπτεμβρίου 2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 611/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα α)στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και β)στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "INFO-QUEST AEBE" εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Αυγούστου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ’ εξακολούθηση, των οποίων νόμιμη κομίστρια ήταν η εγκαλούσα πολιτικώς ενάγουσα ΑΕΒΕ. Εκπροσώπηση της τελευταίας κατά την υποβολή της σχετικής εγκλήσεως από την Μ.Κ., απλή εντολοδόχο του Δ.Σ. της ΑΕ. Νόμιμη υποβολή της εν λόγω εγκλήσεως. Απορρίπτεται ο μοναδικός λόγος από το άρθρο 510 § 1 Η΄ ΚΠΔ.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση, Ανώνυμη εταιρία.
| 0
|
Αριθμός 1751/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αναστάσιο Λιανό (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Μάλλιο και Αντώνιο Αθηναίο (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 87/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ινέγλη, περί αναιρέσεως της 3646/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14.2.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 336/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 349 παρ. 3 ΠΚ, όποιος κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία προάγει στην πορνεία γυναίκες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 18 μηνών και με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η προαγωγή στην πορνεία συνίσταται στην παρακίνηση με οποιονδήποτε τρόπο γυναίκας, που δεν έχει ακόμη πορνευθεί, να παρέχει κατά συνήθεια σαρκικές ηδονές σε αόριστο αριθμό προσώπων αντί χρημάτων ή άλλης αμοιβής, χωρίς να απαιτείται και το άμεμπτο των ηθών της ή η ανηλικότητά της. Στις σαρκικές ηδονές με την έννοια των ακολάστων πράξεων, περιλαμβάνεται κάθε ασελγής επαφή των προσώπων και όχι μόνο αποκλειστικά η κατά φύση συνουσία. Ο δράστης ενεργεί από κερδοσκοπία όταν αποβλέπει σε πορισμό εισοδήματος που αρκεί να προέρχεται και από μία μόνο γυναίκα, ανήλικη ή ενήλικη, έστω και μία φορά. Επίσης, δεν απαιτείται η υπόδειξη και αναφορά στην απόφαση του συγκεκριμένου προσώπου, στο οποίο, έναντι αμοιβής, παρέσχε η παρακινούμενη σαρκικές ηδονές. Περαιτέρω, η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, με τα αντικειμενικά ή υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά, πρέπει όμως να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Η επανάληψη του διατακτικού στο σκεπτικό δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, εφόσον σ' αυτό εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, δέχθηκε ότι από την συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος, αποδείχθηκε ότι: "Ο κατηγορούμενος, στην αγροτική περιοχή του ......, την 27 27.11.2002, ως ιδιοκτήτης καταστήματος καφέ-μπαρ, παρακίνησε τις αλλοδαπές ....... και ......, οι οποίες εργάζονταν στο κατάστημά του, να εκδίδονται με αμοιβή, χωρίς να είναι αυτές πόρνες. Ειδικότερα, αυτές κατελήφθησαν να ενεργούν ασελγείς πράξεις (ετεροαυνανισμό) στον αστυνομικό ....., ο οποίος προσποιήθηκε πελάτη του καταστήματος. Ο κατηγορούμενος προέβη στην παραπάνω πράξη από κερδοσκοπία, αφού εισέπραξε από τον προαναφερόμενο το ποσό των (45) ευρώ, ενώ μέρος του ποσού αυτού που δεν προσδιορίσθηκε κατά την προανάκριση, κατέβαλε στις λοιπές κατηγορούμενες.
Συνεπώς, ο κατηγορούμενος τέλεσε την άνω πράξη που του αποδίδεται κατ' εξακολούθηση και γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής".Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την κατά την ανωτέρω έννοια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 349 παρ. 3 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα,ναι μεν το αιτιολογικό είναι ως προς τη διατύπωσή του σχεδόν ταυτόσημο με το διατακτικό, πλην όμως το γεγονός αυτό δεν στερεί την προσβαλλομένη απόφαση από την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο τελευταίο (διατακτικό) εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται άσκοπη και περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του αιτιολογικού. Περαιτέρω, την προσβαλλομένη απόφαση αναφέρονται με πληρότητα όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα η με παρακινήσει προώθηση στην πορνεία των αναφερομένων σ' αυτή (απόφαση) δύο γυναικών, που δεν είχαν προηγουμένως εκπορνευθεί, καθώς και η τέλεση της πράξης αυτής από κερδοσκοπία, αφού ο αναιρεσείων εισέπραττε από κάθε πελάτη το ποσό των 45 ευρώ, μέρος του οποίου παρέδιδε στις γυναίκες, το δε υπόλοιπο παρακρατούσε ο ίδιος. Επομένως, οι υπό του αναιρεσείοντος προβληθέντες δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης που στηρίζονται στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν ως τέτοιοι.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Περαιτέρω, στα πρακτικά της δίκης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρείται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει όμως να αναφέρονται τα στοιχεία που εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το συγκεκριμένο έγγραφο πράγματι αναγνώσθηκε. Διαφορετικά, παραβιάζονται οι ως άνω διατάξεις που επιβάλλουν την ανάγνωση στο ακροατήριο των εγγράφων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της κρίσης του περί ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί με δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, μεταξύ των εγγράφων που φέρονται ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, περιλαμβάνονται και τα εξής έγγραφα: 1) έκθεση σύλληψης, 2) έκθεση αστυνομικής σύλληψης, 3) φωτοαντίγραφα προσημειουμένων χαρτονομισμάτων, 4) το υπ' αριθ. ..... γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης, 5) η βεβαίωση απόδοσης ΑΦΜ και 6) το μισθωτήριο συμφωνητικό κατοικίας του ...... Η κατά τον τρόπο αυτό καταχώριση στα πρακτικά των εν λόγω εγγράφων, δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, ενόψει μάλιστα του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό, δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, ο οποίος είχε έτσι τη δυνατότητα να προβάλλει τις παρατηρήσεις του επ' αυτών, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης.
Συνεπώς, και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ ΚΠοινΔ, με την προεκτεθείσα έννοια, που στηρίζεται στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ως τέτοιος, και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.2.2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3646/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογία. Υπάρχει τέτοια όταν το διατακτικό αλληλοσυμπληρώνεται από το αιτιολογικό γιατί αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας όταν το αιτιολογικό είναι ταυτόσημο με το διατακτικό, εάν στο τελευταίο περιλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να είναι περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του αιτιολογικού. Απορρίπτεται σχετικός λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος αφού το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ, ενόψει του ότι υπάρχει στην προσβαλλομένη απόφαση πλήρης αιτιολογία με την προαναφερθείσα έννοια. Απορρίπτεται επίσης ως αβάσιμος και ο λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ, ενόψει του ότι περιλαμβάνονται στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης όλα τα αναγκαία στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της μαστροπείας από κερδοσκοπία. Έγγραφα που αναγνώσθηκαν δεν απαιτείται να γίνεται καταχώριση του περιεχομένου τους στα πρακτικά της δίκης, πρέπει όμως να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που εξατομικεύουν αυτά, διαφορετικά παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 § 2, 358, 364, 369 ΚΠΔ που επιβάλλουν την ανάγνωση αυτών (εγγράφων) στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη το Δικαστήριο για την κρίση του. Απορρίπτεται ο συναφής λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Μαστροπεία.
| 0
|
Αριθμός 1750/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντώνιος Αθηναίος (ο οποίος ορίστηκε με τη με αριθμό 87/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του με αριθμό 345/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδας με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 276/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 189/15.4.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 §1 του Κ.Π.Δ., την υπ' αριθ. 1/29-1-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ' αριθ. 345/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας και εκθέτω τα εξής: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδας με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος από τις πράξεις αυτές υπερβαίνει το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ (15.000) (άρθρα 98 §1, 216 §§1 και 3β' Π.Κ.). Κατά του βουλεύματος αυτού στρέφεται ήδη ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς από δικαιούμενο στην άσκησή της πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 463, 465 §1, 473 §1, 474 §1 και 482 §1 εδ. α' του Κ.Π.Δ., όπως η παράγραφος 1 του άρθρου 482 αντικ. με το άρθρο 41 §1 του Ν.3160/2003, καθόσον α) ασκήθηκε στις 29-1-2008, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 16-1-2008 (ασκήθηκε εντός της εικοσαήμερης προθεσμίας που ορίζει η διάταξη του άρθρου 473 §1 εδ. τελευταίο Κ.Π.Δ.) και β) διαλαμβάνονται στην ίδια ως άνω αίτηση αναίρεσης σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναίρεσης και συγκεκριμένα αυτός της απόλυτης ακυρότητας και της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 §1Α και Δ Κ.Π.Δ.). Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Συμβουλίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Π.Δ., δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά τα άρθρα 171 §1δ' και 484 §1α' Κ.Π.Δ., διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη" που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και στο δικαίωμά του από το άρθρο 223 §4 Κ.Π.Δ. να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποίησης διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 §3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν.2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 §1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά των κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής (Ολομ. Α.Π. 1/2004 Π.Χρ. ΝΕ/113). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος να δικασθεί αρμοδίως για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, το δικαστικό Συμβούλιο αναφέρθηκε ειδικά στο περιεχόμενο ενόρκου μαρτυρικής καταθέσεως του αναιρεσείοντος, η οποία είχε ληφθεί πριν απαγγελθεί σε βάρος του κατηγορία την 16-6-2006 για την παραπάνω αξιόποινη πράξη και συγκεκριμένα της από ... ένορκης κατάθεσής του που δόθηκε ενώπιον του Αρχιφύλακα Γ1 του Τ.Α. Χαλκίδας κατά την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης επί της υποθέσεως αυτής. Κατ' ακολουθία των παραπάνω εκτιθεμένων είναι βάσιμος ο προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναίρεσης της απόλυτης ακυρότητας και πρέπει ως εκ τούτου να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση ενώπιον του ιδίου Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, συντιθέμενου από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485 §1 και 519 Κ.Π.Δ.), ενώ παρέλκει κατά συνέπεια η έρευνα του δευτέρου λόγου αναίρεσης της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Για τους λόγους αυτούς. Προτείνω: Να γίνει δεκτή ως βάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση ενώπιον του ιδίου Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, συντιθέμενου από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως.Αθήνα 17-3-2008
Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος".
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 105 ΚΠΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του, με το άρθρο 2 του ν.2408/1996, όταν ενεργείται προανάκριση, σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 2 ΚΠΔ, η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274, κι εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104. Η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα άλλα εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31. Στο τελευταίο εδάφιο που αναφέρεται στην προκαταρκτική εξέταση (όπως ίσχυε, πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο 2 παρ. 1 του ν.3160/2003) ορίζεται ότι "αν όμως έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας". Με την αντικατάσταση αυτή του άρθρου 105 με τον παραπάνω Ν.2408/1996 σκοπήθηκε, όπως από την Εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού προκύπτει, να τερματισθεί το απαράδεκτο καθεστώς της παραβιάσεως των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης (αστυνομικής) προανάκρισης, που, συνίσταται κυρίως στην απαγόρευση της επικοινωνίας του, με συνήγορο πριν από την εξέτασή του ως "μάρτυρα", γεγονός που θάλπει, κατά την κοινή πείρα, την πρακτική αυθαιρέτων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δημιουργεί αρνητική προδιάθεση σε βάρος των αστυνομικών οργάνων. Έτσι με την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθίσταται πλέον υποχρεωτικό εκείνος που έχει συλληφθεί, ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στην πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση, χωρίς προηγούμενη Εισαγγελική παραγγελία, να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για την εξέταση κάθε κατηγορουμένου, ώστε να αποκλείεται το τέχνασμα της μαρτυροποίησης και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ με τη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου, ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη που έχει συλληφθεί ή του υπόπτου, είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη, εφαρμοζομένης κατά τα άλλα της παραπάνω διατάξεως του δευτέρου εδαφίου τη παρ. 2 του άρθρου 31 ΚΠΔ. Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2β ΚΠΔ ναι μεν δεν απαγγέλλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξέτασης, η οποία μετά την ισχύ του ν.3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής δίωξης για συγκεκριμένη πράξη, εφόσον μετά την λήψη αυτών στο ανακριτικό στάδιο προέκυψαν τυχόν ενδείξεις ενοχής κατά του προσώπου που κατέθεσε αρχικώς ως μάρτυρας, ως δράστης της διωχθείσας πράξης. Όμως, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρεται στο άρθρο 72 ΚΠΔ δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' και 484 παρ. 1 περ. α' ΚΠΔ, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ.4 ΚΠΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποίησης διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν.2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσης της ιδιότητας αυτής (Ολ.ΑΠ 1/2004, Ολ.ΑΠ 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό του προσβαλλομένου βουλεύματος με το οποίο παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορουμένος να δικασθεί αρμοδίως για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδας αναφέρθηκε ειδικά και αξιολόγησε, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του για το ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, για την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για να δικασθεί για την ανωτέρω πράξη, στο περιεχόμενο ένορκης μαρτυρικής κατάθεσης αυτού, η οποία είχε ληφθεί πριν απαγγελθεί σε βάρος του κατηγορία την 16.6.2006 για την εκτεθείσα αξιόποινη πράξη και συγκεκριμένα της από .... ένορκης κατάθεσης που δόθηκε ενώπιον του Αρχιφύλακα Γ1 του Τ.Α. Χαλκίδος κατά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης επί της υπόθεσης αυτής. Κατ' ακολουθία, των παραπάνω εκτιθεμένων, είναι βάσιμος ο προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναίρεσης της απόλυτης ακυρότητας που στηρίζεται στο άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠΔ και πρέπει, ως εκ τούτο να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, ενώπιον του ιδίου Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, συντιθέμενου όμως από άλλους δικαστές, εκτός εκείνους που δίκασαν προηγουμένως αφού αυτό είναι δυνατόν (άρθρα 485 παρ. 1, 519 ΚΠΔ), παρελκούσης της έρευνας και του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ το υπ' αριθμ. 345/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημελειοδικών Χαλκίδας. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου ως άνω Συμβουλίου, συντιθεμένου από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η λήψη υπόψη και η αποδεικτική αξιοποίηση εκ του δικαστηρίου ή δικαστικού συμβουλίου μαρτυρικών καταθέσεων που δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 73 ΚΠΔ, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, επειδή αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, ήτοι το δικαίωμα σιωπής και αυτοενοχοποίησής του. Αναιρείται το προσβαλλόμενο παραπεμπτικό βούλευμα για πλαστογραφία με χρήση κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, λόγω απόλυτης ακυρότητας.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Κατηγορούμενος.
| 0
|
Αριθμός 1749/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αναστάσιο Λιανό (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Μάλλιο και Αντώνιο Αθηναίο (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 87/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καρρά, περί αναιρέσεως της 3763/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12.6.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1199/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των άρθρων 399, 331, 333, 964 παρ. 1 και 369 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού μέσου, προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου ή για την επιβλητέα ποινή, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα παρεχομένου στον κατηγορούμενο δικαιώματος να προβαίνει σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν στήριξε την κρίση του, για την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου σε έγγραφο που αναφέρει στην αιτιολογία του, χωρίς αυτό να αναγνωσθεί, απλώς διηγηματικώς. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη της, για το σχηματισμό της κρίσης της, περί της ενοχής του, για το αδίκημα της παράνομης κατοχής εκρηκτικών υλών, έγγραφο, που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, και συγκεκριμένα την υπ' αριθ. Φ26.6. και Φ29.4α/2551/13.12.1995 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής. Πλην όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, και ειδικότερα στο τμήμα αυτής που διαλαμβάνει την αιτιολογία για την ενοχή του αναιρεσείοντος, η ανωτέρω απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, η οποία πράγματι δεν προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, ότι αναγνώσθηκε, δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, για την ενοχή του αναιρεσείοντος, αλλά, όπως διηγηματικώς αναφέρεται σ' αυτή (προσβαλλομένη) σε σχέση με τη λειτουργία του λατομείου της εταιρείας που εκπροσωπούσε αυτός (αναιρεσείων).
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο ανωτέρω λόγος, ως αβάσιμος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 27 επ., 43, 49, σε συνδυασμό προς αυτές των άρθρων 57 επ., 246 επ., 250 και 321 ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο μπορεί να αποφαίνεται μόνο για την πράξη, για την οποία ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα ποινική δίωξη, όχι δε και για κάποια άλλη, έστω και συναφή, αλλιώς παράγεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. β ΚΠοινΔ, λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας, η οποία υπάρχει και όταν η πράξη για την οποία διώχθηκε και παραπέμφθηκε στο ακροατήριο ο κατηγορούμενος, είναι διαφορετική κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις τέλεσης, από εκείνη για την οποία καταδικάσθηκε αυτός. Τέτοια όμως ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο προσδιορίζει ακριβέστερα, σύμφωνα με τα πορίσματα της ακροαματικής διαδικασίας, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τον τρόπο τέλεσης της πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αίτησής του, πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. β' ΚΠοινΔ, που ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α και συγκεκριμένα για το ότι καταδικάσθηκε για άλλη πράξη απ' αυτή για την οποία ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη και ειδικότερα .......... με το υπ' αριθ. ΕΓ 159-04/12/26.4.2003 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε να δικασθεί για παράνομη κατοχή εκρηκτικών υλών κατά συναυτουργία, με την προσβαλλομένη απόφαση, καταδικάσθηκε για την ίδια ως άνω πράξη, αλλά ως μόνος αυτουργός. Πλην όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος, που γίνεται παραδεκτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος και παραπέμφθηκε αυτός να δικασθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για παράνομη κατοχή εκρηκτικών υλών, που τελέσθηκε κατά συναυτουργία και η οποία συνίσταται στο ότι "την 29.5.2003, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού κατείχε άνευ αδείας της αστυνομικής αρχής του τόπου της κατοικίας του εκρηκτικές ύλες, ήτοι στερεά ή υγρά σώματα, τα οποία από οποιαδήποτε αιτία υφίστανται χημική μεταβολή και μετατρέπονται σε αέριες μάζες με συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών και πιέσεων με βλητικά ή ρηκτικά αποτελέσματα και συγκεκριμένα, υπό την ιδιότητά του, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρεία με την επωνυμία "ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ ΑΕΒΕ", ενεργώντας από κοινού, ήτοι κατόπιν συναπόφασης με τους ...., ....., ......, .... και ..... κατείχε άνευ της προειρημένης αδείας εκτός του χώρου του ευρισκομένου στη θέση ".... - ....." λατομείου της ανωτέρω εταιρείας εκρηκτικές ύλες και ειδικότερα: α) δώδεκα (12) σάκκους εκρηκτικού υλικού ΑΝFΟ της ..... συνολικού βάρους 290 κιλών, β) εκατόν τριάντα επτά (137) φύσιγγες εκρηκτικού υλικού ζελατοδυναμίτιδας POWER GELL, MAGNUM 365 ORIKA, συνολικού βάρους 41 κιλών, επτά (7) φύσιγγες εκρηκτικού υλικού ζελατοδυναμίτιδας POWER GELL MAGNUM 365 ORIKA συνολικού βάρους 21 κιλών και δ) ένα (1) καρούλι 200 μέτρων ακαριαίας θρυαλίδος". Για την ίδια ακριβώς πράξη, που τελέσθηκε κατά συναυτουργία, καταδικάσθηκε με την υπ' αριθ. 25861/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Μετά από άσκηση έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλομένη (υπ' αριθ. 3763/2007) απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε επίσης για την ίδια ακριβώς πράξη κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις, όχι όμως τελεσθείσα κατά συναυτουργία. Η απάλλειψη όμως από την προσβαλλομένη απόφαση του περιστατικού της κατά συναυτουργία τέλεσης της πράξης εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, δεν μεταβάλει την ταυτότητά της, αλλ' απλώς προσδιορίζει ακριβέστερα τον τρόπο τέλεσής της, με αποτέλεσμα να μην επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας. Άλλωστε η ανωτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος προβάλλεται και αλυσιτελώς, ενόψει του ότι δεν ασκεί έννομη επιρροή ο ειδικότερος αυτός προσδιορισμός, αφού ο συναυτουργός και ο αυτουργός έχουν την ιδία κοινή μεταχείριση. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 470 εδ. α ΚΠοινΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να χειροτερεύσει η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Από τη διάταξη αυτή, η παράβαση της οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, προκύπτει ότι χειροτερεύει η θέση του κατηγορουμένου και όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που κρίνει επί ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος ή ασκήθηκε υπέρ αυτού, δεν αναγνώρισε ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συντρέχει ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, την οποία αναγνώρισε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η οποία ελαφρυντική περίσταση συνιστά λόγο μείωσης της ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 ΠΚ, έστω και αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του επέβαλε την ίδια ή ακόμη και μικρότερη ποινή, από εκείνη που επιβλήθηκε πρωτοδίκως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της πρωτόδικης και της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία γίνεται παραδεκτώς, για τον αναιρετικό έλεγχο, το μεν πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών), αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β ΠΚ, ότι δηλαδή ωθήθηκε αυτός στην πράξη του από αίτια μη ταπεινά, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών) που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, τον κήρυξε ένοχο, χωρίς να δεχθεί την ως άνω ελαφρυντική περίσταση. Έτσι όμως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, έστω και αν τελικά επέβαλε στον ανωτέρω αναιρεσείοντα κατηγορούμενο μικρότερη ποινή, από εκείνη που είχε επιβάλει το πρωτοβάθμιο. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο τελευταίος λόγος της κρινομένης αίτησης αναίρεσης που αναφέρεται στην ανωτέρω πλημμέλεια, (αρνητική υπέρβαση εξουσίας), και στηρίζεται στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠοινΔ, και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση κατά τη διάταξή της αυτή, αλλά και ως προς αυτή που αφορά την επιμέτρηση της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, ως προς τα ανωτέρω ζητήματα, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί όμως από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, εφόσον είναι εφικτή η συγκρότησή του (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), προκειμένου να αναγνωρισθεί υπέρ του αναιρεσείοντος η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ.β ΠΚ και να λάβει χώρα νέα επιμέτρηση της ποινής που επιβλήθηκε σ' αυτόν, και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 3763/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, κατά τη διάταξή της, ως προς την συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 β ΠΚ και ως προς αυτή (διάταξή της) περί της ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο πιο πάνω μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί όμως από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης κατά της ανωτέρω αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου ή για την επιβλητέα ποινή, διαφορετικά δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργείται εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Αντιθέτως δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως εάν το έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη του, δεν στήριξε την κρίση του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου αλλά αναφέρθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση αφηγηματικά. Απορρίπτεται σχετικός αναιρετικός λόγος γιατί στην αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης αναφέρθηκε διηγηματικά απόφαση του Νομάρχη, που συνιστά ατομική διοικητική πράξη. Δεν υπάρχει ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε πρωτοδίκως για παράνομη κατοχή ναρκωτικών κατά συναυτουργία, για την οποία και ασκήθηκε η ποινική δίωξη. Στο Εφετείο καταδικάσθηκε για την ίδια ως άνω πράξη ως μόνος αυτουργός. Απορρίπτεται ο σχετικός λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ σε συνδυασμό προς άρθρο 171 § 1 εδ. β΄ ΚΠΔ. Χειροτέρευση της θέσης του εκκαλούντος - κατηγορουμένου ιδρύεται εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η΄ ΚΠΔ (υπέρβαση εξουσίας). Τέτοιος λόγος ιδρύεται αν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε υπέρ του εκκαλούντος-κατηγορουμένου τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 § 2 εδ. β΄ ΠΚ, το δε Εφετείο παρέλειψε να δεχθεί το ίδιο ελαφρυντικό. Αναιρείται εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση με την ως άνω αιτία.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Έγγραφα, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική, Κατηγορίας μεταβολή, Κατηγορούμενος.
| 0
|
Αριθμός 1748/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Φουντουλάκη, για αναίρεση της με αριθμό 46/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΟΙΚΟΣ ΝΑΥΤΟΥ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αναστασία Δούκα.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1805/2006.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2, 68 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και 914, 932 του ΑΚ: 1)Απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, συνιστά η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. 2) Η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό Δικαστήριο από τους δικαιούμενους κατά τον Αστικό Κώδικα. 3) Κατ' εξαίρεση, εκείνος που κατά τον Α.Κ. δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, μπορεί να υποβάλει την απαίτηση του στο ποινικό Δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. 4)Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Και 5) Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα δημιουργεί η παράσταση ως πολιτικώς ενάγοντος προσώπου για το οποίο δεν έχει γεννηθεί απαίτηση ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ΚΠοινΔ ως προς το χρόνο και τον τρόπο άσκησης της πολιτικής αγωγής και όχι όταν ο παραστάς ως εκπρόσωπος ή αντιπρόσωπος άλλου δεν είχε την αναγκαία εξουσία εκπροσώπησης ή αντιπροσώπευσης. Εξάλλου, η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ, να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους, στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για το νομότυπο της παράστασης δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης, που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Η δήλωση δε αυτή, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή απ' αυτό. Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει απόλυτη ακυρότητα για παράνομη παράσταση πολιτικής αγωγής, με την αιτίαση ότι, αν και προέβη σε ολοσχερή εξόφληση του ποσού της ζημίας, το Δικαστήριο αντί να αποβάλει την πολιτική αγωγή του "ΟΙΚΟΥ ΝΑΥΤΟΥ ΝΠΔΔ", περιορίστηκε, μετά την έκδοση απόφασης περί ενοχής, να μην επιδικάσει την αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση. Ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος, γιατί, ανεξαρτήτως του ότι η αποζημίωση διακρίνεται της χρηματικής ικανοποιήσεως, το θέμα αυτό (της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης), ανάγεται στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως. Οσάκις δε υπάρχει, σύμφωνα με τη δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος και την αξιόποινη πράξη που τελέσθηκε εις βάρος του, ενεργητική νομιμοποίηση αυτού, αλλ' όμως αυτή κατ' ουσίαν εξαρτάται από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, μπορεί το Δικαστήριο να αποφασίσει για την αποβολή της πολιτικής αγωγής μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και τις αγορεύσεις των συνηγόρων και κατά συνέπεια η παραμονή του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου μέχρι το πιο πάνω χρονικό όριο, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως για παρά το νόμο παράσταση αυτού, όπως συνέβη και στην προκείμενη περίπτωση, που τελικά, απορριφθείσης της πολιτικής αγωγής του, δεν επιδικάσθηκε στο πολιτικώς ενάγον νομικό πρόσωπο με την επωνυμία "ΟΙΚΟΣ ΝΑΥΤΟΥ ΝΠΔΔ" η αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατασκευή) από τον αυτουργό, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή και με τα δύο, λέξεων, αριθμών ή σημείων, για' την υποκειμενική δε θεμελίωση του απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και επί πλέον το σκοπό του δράστη (υπερχειλή δόλο) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, αδιάφορου όντος αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και αυτός περί δεδικασμένου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 του ΚΠοινΔ "αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί, ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να υπάρχει: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας, ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου (κατηγορουμένου) και γ) ταυτότητα πράξεως, που υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, δηλαδή από τα ίδια κατά το χρόνο και τον τρόπο τελέσεως ιστορικά γεγονότα, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία αυτής και η προηγούμενη κατηγορία.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθ. 46/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, κατά πλειοψηφία, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Σε σχέση με τις μη υποκύψασες σε παραγραφή επί μέρους πράξεις πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση του κατηγορουμένου, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε και το Δικαστήριο, κατά πλειοψηφία, πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος, έχοντας στην κατοχή του τα ως κατωτέρω συνταγολόγια πελατών του, που είχαν χορηγηθεί σ' αυτούς, από το ασφαλιστικό τους Ταμείο με την επωνυμία "ΟΙΚΟΣ ΝΑΥΤΟΥ ΝΠΔΔ" καθώς και αντιβιογράμματα απαραίτητα για την αιτιολόγηση της χορηγήσεως συγκεκριμένων αντιβιοτικών φαρμάκων, στον Πειραιά και στις ακόλουθες ημερομηνίες κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους για γεγονότα που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες και, στη συνέχεια, έκανε χρήση των εγγράφων αυτών και δη, με την ιδιότητα του φαρμακοποιού, που διατηρούσε φαρμακείο στον Πειραιά και επί της οδού ......, Ι) έχοντας στην κατοχή του, κατά τα διαληφθέντα, συνταγολόγια πελατών του τού ΟΙΚΟΥ ΝΑΥΤΟΥ, ανέγραψε στις παρακάτω αναφερόμενες ημερομηνίες> ιδιόχειρα και μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις ο εκάστοτε βοηθός του, στα πλαίσια των καθηκόντων του και χωρίς να γνωρίζει την έκνομη δραστηριότητα του κατηγορουμένου, σε ασυμπλήρωτα φύλλα αυτών, φάρμακα που δεν αντιστοιχούσαν σε ασθένεια που είχε ο κάτοχος του αντίστοιχου συνταγολογίου, κάτω δε από την ένδειξη "ο θεράπων ιατρός", έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή και τη σφραγίδα των ιατρών Γ1, Γ2, Γ3, Γ4, Γ5 και Γ6 και Γ7, εν αγνοία τους και παρά τη θέληση τους, καθώς και την υπογραφή και τη σφραγίδα των ανύπαρκτων ιατρών Γ8 και Γ9, όπως οι εν λόγω συνταγές αναλυτικά αναφέρονται κατωτέρω? με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους τούς αρμόδιους ελεγκτές του Οίκου Ναύτου, ενώπιον των οποίων τα εμφάνιζε η Χ προς θεώρηση, ότι ήταν δήθεν γνήσιες και είχαν εκδοθεί από τους αναφερόμενους σ'αυτές ιατρούς. Στη συνέχεια, και αφού η Χ του παρέδιδε τα συνταγολόγια θεωρημένα, επικολλούσε στο οπισθόφυλλο των συνταγών αυτών τις ταινίες γνησιότητας των φαρμάκων και στην ένδειξη "Στοιχεία παραλήπτου", ανέγραφε τα πλήρη στοιχεία του κατόχου του κάθε συνταγολογίου, εν αγνοία του και παρά τη θέληση του, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους, τους αρμόδιους υπαλλήλους του Φαρμακευτικού Συλλόγου Πειραιώς και της Φαρμακευτικής Υπηρεσίας του Οίκου Ναύτου, ότι οι συνταγές αυτές αφορούσαν σε φάρμακα που πράγματι είχαν χορηγηθεί από τους φερόμενους ως θεράποντες ιατρούς και είχαν παραληφθεί από τους κατόχους των συνταγολογίων. Ακολούθως έκανε χρήση αυτών, καταθέτοντας αυτές τις συνταγές μέσω του αρμοδίου υπαλλήλου του Φαρμακευτικού Συλλόγου Πειραιώς, στον οποίο ο κατηγορούμενος υπάγεται, και στον αρμόδιο υπάλληλο του Οίκου Ναύτου προκειμένου να εισπράξει το αντίτιμο των αναγραφομένων στις ταινίες γνησιότητας φαρμάκων, τα οποία δήθεν είχε παραδώσει στους δικαιούχους ενώ τούτο δεν είχε συμβεί. Αναλυτικά οι προαναφερόμενες συνταγές έχουν αναγραφεί στα συνταγολόγια των ασφαλισμένων : 1) ...... Για τον ασφαλισμένο αυτόν εκδόθηκαν οι εξής συνταγές: Αριθ. συντ. Ημερομηνία Ιατρός Αξία σε δρχ.
1)34
12-10-1998 .... 111.9112)1
17-11-1998 .....
81.7783)13
24-5-1998
..... 180.210 Σύνολο
273,899 Από τις παραπάνω συνταγές η πρώτη εκδόθηκε από το υπ'αριθ..... και οι λοιπές από το υπ'αριθ. ..... συνταγολόγια, που χορηγήθηκαν στον ασφαλισμένο αυτόν από τον ΟΙΚΟ ΝΑΥΤΟΥ (Ο.Ν.). 2) ...... Για την ασφαλισμένη αυτή εκδόθηκαν οι εξής συνταγές :
Αριθ. συντ. Ημερομηνία Ιατρός
Αξία σε δρχ.
1)6
15-6-1998
Γ4
121.4782)9
21-8-1998 Γ8
43.0033)18
11-12-1998 Γ8
58.6814)19
26-11-1999 Γ5
49.9495)27
25-5-1999 (Α) Π.Γ.Ν.Ν.Π.
30.986 Σύνολο
304.097Οι παραπάνω συνταγές εκδόθηκαν από το υπ' αριθ. ..... συνταγολόγιο, που χορηγήθηκαν στην ασφαλισμένη αυτή από τον Ο.Ν. 3)....... Για την ασφαλισμένη αυτή εκδόθηκαν οι εξής συνταγές:
Αριθ. συντ. Ημερομηνία Ιατρός Αξία σε δρχ1)39
28-5-19,98
(Α) Συγγρός
52.1642)15 2-7-1998 Γ4
13.5463)16 20-7-1998 (Α) Τζάνειο 6.1094)32 26-8-1998 Γ5 38.338 Σύνολο 110.157Οι παραπάνω συνταγές εκδόθηκαν από το υπ' αριθ. .... συνταγολόγιο, που χορηγήθηκαν στην ασφαλισμένη αυτή από τον Ο.Ν.
4) ........ Για τον ασφαλισμένο αυτόν εκδόθηκαν οι εξής συνταγές:
Αριθ. συντ. Ημερομηνία
Ιατρός
Αξία σε δρχ.
1)33
21-9-1998
Γ4
40.7202)34
6-11-1998
Γ3
24.4443)35
1-2-1999
Γ4
55.1474)36
26-3-1999
Γ8
26.5485)38
16-6-1998
(Α) Τζάνειο
8.574 Σύνολο 155.443Οι παραπάνω συνταγές εκδόθηκαν από το υπ' αριθ. ..... συνταγολόγιο, που χορηγήθηκαν στον ασφαλισμένο αυτόν από τον Ο.Ν.
5)......: Για την ασφαλισμένη αυτή εκδόθηκαν οι εξής συνταγές:
Αριθ. συντ. Ημερομηνία
Ιατρός
Αξία σε δρχ.
1)31
7-7-1998
Γ3
25.2522)32
14-7-1998
Γ1
17.856 Σύνολο 40.108Οι παραπάνω συνταγές εκδόθηκαν από το υπ' αριθ. ..... συνταγολόγιο,που χορηγήθηκαν στην ασφαλισμένη αυτή από τον Ο.Ν.
6).....: Για την ασφαλισμένη αυτή εκδόθηκαν οι εξής συνταγές:
Αριθ. συντ. Ημερομηνία
Ιατρός Αξία σε δρχ.
1)17
29-11-1998 Γ8 37.1192)23 12-8-1999 Γ5 12.081 Σύνολο 49.200Οι παραπάνω συνταγές εκδόθηκαν από το υπ' αριθ. ..... συνταγολόγιο, που χορηγήθηκαν στην ασφαλισμένη αυτή από τον Ο.Ν.
7)......: Για την ασφαλισμένη αυτή εκδόθηκε η εξής συνταγή:
Αριθ. συντ.
Ημερομηνία
Ιατρός
Αξία σε δρχ.
1)5 5-7-1998 Γ5 42.743 Σύνολο 42.743Η παραπάνω συνταγή εκδόθηκε από το υπ' αριθ. ..... συνταγολόγιο, που χορηγήθηκε στην ασφαλισμένη αυτή από τον Ο.Ν.
8)......: Για τον ασφαλισμένο αυτόν εκδόθηκε η εξής συνταγή:
Αριθ. συντ. Ημερομηνία Ιατρός Αξία σε δρχ.
1)6 7-7-1998 Γ6 9.660 Σύνολο 9.660Η παραπάνω συνταγή εκδόθηκε από το υπ' αριθ. .... συνταγολόγιο, που χορηγήθηκε στον ασφαλισμένο αυτόν από τον Ο.Ν.
9).......: Για τον ασφαλισμένο αυτόν εκδόθηκε η εξής συνταγή:
Αριθ.συντ. Ημερομηνία Ιατρός Αξία σε δρχ1)50 25-5-1998 Γ5 58.658 Σύνολο 58.658Η παραπάνω συνταγή εκδόθηκε από το υπ' αριθ....... συνταγολόγιο, που χορηγήθηκε στον ασφαλισμένο αυτόν από τον Ο.Ν.
10).......: Για την
ασφαλισμένη αυτή εκδόθηκαν οι εξής συνταγές:
Αριθ. συντ. Ημερομηνία Ιατρός Αξία σε δρχ1)12 29-6-1998 Γ5 108.9022)13 13-7-1998 Γ7 13.4823)15 14-7-1998 Γ7 14.1244)16 27-7-1998 Γ4 70.7285)17 21-9-1998 Γ3 21.1706)20 4-11-1998 Γ8 45.9357)29 18-3-1999 Γ8 38.0658)32 11-6-1999 Γ4 215.6929)33 13-7-1999 Γ1 261.583 Σύνολο 789.681 Οι παραπάνω συνταγές εκδόθηκαν από το υπ' αριθ...... συνταγολόγιο, που χορηγήθηκαν στην ασφαλισμένη αυτή από τον Ο.Ν.
11).........: Για τον ασφαλισμένο αυτόν εκδόθηκαν οι εξής συνταγές:
Αριθ. συντ. Ημερομηνία Ιατρός
Αξία σε δρχ1)8 9-6-1998 Γ4 32.0622)11 7-12-1998 Γ4 66.162 Σύνολο 98.224Οι παραπάνω συνταγές εκδόθηκαν από το υπ' αριθ. ...... συνταγολόγιο, που χορηγήθηκαν στον ασφαλισμένο αυτόν από τον Ο.Ν. 12).......: Για την ασφαλισμένη αυτή εκδόθηκαν οι εξής συνταγές:
Αριθ. συντ. Ημερομηνία Ιατρός
Αξία σε δρχ.
1)9 13-1-1999 Γ8 35.8782)10 14-1-1999 Γ8 8.442 Σύνολο 44.320Οι παραπάνω συνταγές εκδόθηκαν από το υπ' αριθ. ..... συνταγολόγιο, που χορηγήθηκαν στον ασφαλισμένη αυτή από τον Ο.Ν.
13).......: Για την ασφαλισμένη αυτή εκδόθηκαν οι εξής συνταγές:
Αριθ. συντ.
Ημερομηνία Ιατρός
Αξία σε δρχ1)39
8-9-1998 Γ3 30.6372)43
25-1-1999 Γ8 59.047 Σύνολο 89.684 Οι παραπάνω συνταγές εκδόθηκαν από το υπ' αριθ. ..... συνταγολόγιο, που χορηγήθηκαν στην ασφαλισμένη αυτή από τον Ο.Ν.
14).......: Για την ασφαλισμένη αυτή εκδόθηκαν οι εξής συνταγές:
Αριθ. συντ.
Ημερομηνία Ιατρός
Αξία σε δρχ.
1)31 11-6-1998 (Α) Συγγρός 49.6572)32
24-8-1998 Γ3 14.974 Σύνολο 64.631Οι παραπάνω συνταγές εκδόθηκαν από το υπ' αριθ. ....... συνταγολόγιο, που χορηγήθηκαν στην ασφαλισμένη αυτή από τον Ο.Ν.
15) .......: Για τον ασφαλισμένο αυτόν εκδόθηκαν οι εξής συνταγές:
Αριθ. συντ.
Ημερομηνία
Ιατρός
Αξία σε δρχ1)14
18-6-1999 (Α) Συγγρός 189.608
28-7-1999 (Α)Συγγρός 531.054 30-8-1999 (Α)Συγγρός 531.054 Σύνολο 1.251.716 Οι παραπάνω συνταγές εκδόθηκαν από το υπ' αριθ. ...... συνταγολόγιο,που χορηγήθηκαν στον ασφαλισμένο αυτόν από τον Ο.Ν.
16) ......: Για τον ασφαλισμένο αυτόν εκδόθηκαν οι εξής συνταγές:
Αριθ. συντ. Ημερομηνία Ιατρός Αξία σε δρχ1)3 20-10-1998 Γ5 21.5902)8 29-12-1998 Γ5 21.411 Σύνολο 43.001 Οι παραπάνω συνταγές εκδόθηκαν από το υπ' αριθ. ...... συνταγολόγιο, που χορηγήθηκαν στον ασφαλισμένο αυτόν από τον Ο.Ν.
17).......: Για τον ασφαλισμένο αυτόν εκδόθηκε η εξής συνταγή: Αριθ. συντ.
Ημερομηνία
Ιατρός
Αξία σε δρχ1)13 18-1-1999 Γ3 40.250Η παραπάνω συνταγή εκδόθηκε από το υπ' αριθ. ..... συνταγολόγιο που χορηγήθηκε στον ασφαλισμένο αυτόν από τον Ο.Ν18).......: Για την ασφαλισμένη αυτή εκδόθηκαν οι εξής συνταγές:
Αριθ. συντ.
Ημερομηνία
Ιατρός
Αξία σε δρχ. 1)16
17-12-1998
Γ5
17.8502)25 7-6-1999
Γ1 20.6513)28 12-7-1999 Γ5 26.4514)29 19-7-1999 Γ2 28.562 Σύνολο 93.414Οι παραπάνω συνταγές εκδόθηκαν από το υπ' αριθ. ..... συνταγολόγιο,που χορηγήθηκαν στην ασφαλισμένη αυτή από τον Ο.Ν.
19)........: Για την ασφαλισμένη αυτή εκδόθηκε η εξής συνταγή:
Αριθ.συντ. Ημερομηνία Ιατρός Αξία σε δρχ1)21 24-5-1999 Γ8 42.112Η παραπάνω συνταγή εκδόθηκε από το υπ' αριθ. ..... συνταγολόγιο που χορηγήθηκε στην ασφαλισμένη αυτή από τον Ο.Ν.
20).......: Για τον ασφαλισμένο αυτόν εκδόθηκαν οι εξής συνταγές:
Αριθ. συντ. Ημερομηνία Ιατρός
Αξία σε δρχ1)8 29-9-1998 Γ4
14.1242)10 5-11-1998 Γ9
9.9503)11 5-11-1998 Γ4
14.1244)15 29-12-1998 Γ9
8.569 Σύνολο 46.767Οι παραπάνω συνταγές εκδόθηκαν από το υπ' αριθ. ..... συνταγολόγιο, που χορηγήθηκαν στον ασφαλισμένο αυτόν από τον Ο.Ν.
21)........: Για την ασφαλισμένη αυτή εκδόθηκαν οι εξής συνταγές:
Αριθ. συντ. Ημερομηνία Ιατρός Αξία σε δρχ1)34 6-7-1998 Γ4 34.5142)35 25-8-1998 Γ4 49.2093)38 21-10-1998. Γ4 45.6044)41 23-11-1998 Γ1 54.4385)49 12-7-1999 Γ8
43.2666)1 26-8-1999 Γ8 23.253 Σύνολο 250.284Οι παραπάνω συνταγές εκδόθηκαν, οι πέντε πρώτες από το υπ' αριθ. ...... και η τελευταία από το υπ' αριθ. .......,συνταγολόγια, που χορηγήθηκαν στην ασφαλισμένη αυτή από τον Ο.Ν.
22).....: Για τον ασφαλισμένο αυτόν εκδόθηκε η εξής συνταγή:
Αριθ. συντ. Ημερομηνία Ιατρός Αξία σε δρχ1)6 22-10-1998 Γ8 82.692
Η παραπάνω συνταγή εκδόθηκε από το υπ' αριθ. .... συνταγολόγιο, που χορηγήθηκε στον ασφαλισμένο αυτόν από τον Ο.Ν.
23) ......: Για την ασφαλισμένη αυτή εκδόθηκαν οι εξής συνταγές:
Αριθ.συντ.
Ημερομηνία Ιατρός Αξία σε δρχ1)16 21-12-1998 Γ8 25.5662)20 23-3-1999 Γ8 34.0823)22 15-6-1999 Γ3 27.362 Σύνολο
87.010Οι παραπάνω συνταγές εκδόθηκαν από το υπ' αριθ. .... συνταγολόγιο, που χορηγήθηκε στην ασφαλισμένη αυτή από τον Ο.Ν.
24)........: Για την ασφαλισμένη αυτή εκδόθηκαν οι εξής συνταγές:
Αριθ. συντ. Ημερομηνία Ιατρός Αξία σε δρχ1)42 1-9-1998 Γ5 30.3142)50 5-5-1999 Γ5 16.685 Σύνολο 46.999Οι παραπάνω συνταγές εκδόθηκαν από το υπ' αριθ. ..... συνταγολόγιο, που χορηγήθηκε στην ασφαλισμένη αυτή από τον Ο.Ν.
25)......: Για την ασφαλισμένη αυτή εκδόθηκε η εξής συνταγή:
Αριθ. συντ.Ημερομηνία Ιατρός Αξία σε δρχ1)34 1-6-1999 Γ5 27.596Η παραπάνω συνταγή εκδόθηκε από το υπ' αριθ. ..... συνταγολόγιο, που χορηγήθηκε στην ασφαλισμένη αυτή από τον Ο.Ν.
26)......: Για την ασφαλισμένη αυτή εκδόθηκαν οι εξής συνταγές:
Αριθ. συντ. Ημερομηνία Ιατρός Αξία σε δρχ1)29 11-5-1999 Γ5 32.0342)30 4-6-1999 Γ5 24.842Σ Σύνολο 56.876Οι παραπάνω συνταγές εκδόθηκαν από το υπ' αριθ. ..... συνταγολόγιο, που χορηγήθηκε στην ασφαλισμένη αυτή από τον Ο.Ν.ι27).......: Για την ασφαλισμένη αυτή εκδόθηκαν οι εξής συνταγές:
Αριθ.συντ. Ημερομηνία Ιατρός Αξία σε δρχ1)45 4-6-1998 Γ1 13.3832)46 6-7-1998 Γ1 13.9653)48 15-10-1998 Γ1 23.0044)1 22-12-1998 Γ1 6.1125)2) 23-12-1998 Γ1 7.998 Σύνολο 64.462Οι παραπάνω συνταγές εκδόθηκαν, οι τρεις πρώτες εξ αυτών από το υπ' αριθ. .... και οι λοιπές από το υπ' αριθ. ....., συνταγολόγια, που χορηγήθηκαν στην ασφαλισμένη αυτή από τον Ο.Ν.
28)......: Για τον ασφαλισμένο αυτόν εκδόθηκε η εξής συνταγή:
Αριθ. συντ. Ημερομηνία Ιατρός Αξία σε δρχ1)5 23-2-1999 Γ1 22.095Η παραπάνω συνταγή εκδόθηκε από το υπ' αριθ. ..... συνταγολόγιο, που χορηγήθηκε στον ασφαλισμένο αυτόν από τον Ο.Ν.
29)........: Για την ασφαλισμένη αυτή εκδόθηκε η εξής συνταγή:
Αριθ. συντ. Ημερομηνία Ιατρός Αξία σε δρχ1)40 7-7-1998 Γ8 27.504Η παραπάνω συνταγή εκδόθηκε από το υπ' αριθ. .... συνταγολόγιο, που χορηγήθηκε στην ασφαλισμένη αυτή από τον "ΟΙΚΟ ΝΑΥΤΟΥ". Και
ΙΙ) Την 2-7-1998, 7-7-1998 και 9-6-1998 κατήρτισε αντιβιογράμματα, απαραίτητα, κατά τα διαληφθέντα, για την αιτιολόγηση της χορηγήσεως συγκεκριμένων αντι-βιοτικών φαρμάκων και συγκεκριμένα κατήρτισε τα με ημερομηνία ..... και ..... αντιβιογράμματα της ιατρού μικροβιολόγου Δ1 καθώς και το με ημερομηνία ...... αντιβιόγραμμα της ιατρού - μικροβιολόγου Δ2, στα οποία έθεσε τη σφραγίδα τους και κατ' απομίμηση την υπογραφή τους, εν αγνοία τους και παρά τη θέληση τους, προκειμένου να παραπλανήσει με τη χρήση τους τούς αρμοδίους υπαλλήλους του Φαρμακευτικού Συλλόγου Πειραιώς και της Φαρμακευτικής Υπηρεσίας του "ΟΙΚΟΥ ΝΑΥΤΟΥ" ότι αυτά είναι γνήσια, ως προερχόμενα από τις παραπάνω ιατρούς, ως εκ τούτου νομίμως είχαν χορηγηθεί τα συνοδεύοντα τα εν λόγω αντιβιογράμματα φάρμακα και, στη συνέχεια, έκανε χρήση αυτών, προσκομίζοντας στους παραπάνω υπαλλήλους του ΟΙΚΟΥ ΝΑΥΤΟΥ το με ημερομηνία .... αντιβιόγραμμα της ως άνω ιατρού Δ1, με τη με αριθμό ..... συνταγή, που εκδόθηκε από το με αριθμό .... συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ......, το με ημερομηνία ..... αντιβιόγραμμα της ίδιας ιατρού, με τη με αριθμό .... συνταγή, που εκδόθηκε από το με αριθμό ... συνταγολόγιο της ..... και το με ημερομηνία .... αντιβιόγραμμα της Δ2 με τη με αριθμό ..... συνταγή, που εκδόθηκε από το με αριθμό .... συνταγολόγιο της ..... . Συνεπώς, κατά την κρατήσασα γνώμη του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος διέπραξε την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση σε βαθμό πλημμελήματος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και των προπαρατεθεισών νομικών σκέψεων πρέπει 1ον) να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί δεδικασμένου, προκύπτοντος εκ των υπ' αριθμούς 1877/2002 και 119/2003 βουλευμάτων των Συμβουλίων Πλημμελειοδικών και Εφετών Πειραιώς, αντιστοίχως, καθότι δεν υπόκειται περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 57 του ΚΠοινΔ, αφού δεν έχουν ασκηθεί δύο ποινικές διώξεις κατ' αυτού για την ίδια πράξη του (Συμβ. ΑΠ 2309/2003 Ποιν. Χρ. 2004, σελ. 814 - Συμβ. ΑΠ 138/2004 Ποιν.Δικ. 2004, σελ. 622) και να γίνουν δεκτοί κατά τα λοιπά οι αυτοτελείς ισχυρισμοί τούτου, 2ον) να κηρυχθεί ένοχος, κατά πλειοψηφία, ο κατηγορούμενος της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση σε βαθμό πλημμελήματος, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό της παρούσας,... του Δικαστηρίου, όμως, δεχομένου ότι, στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συντρέχουν τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και της ειλικρινούς μετάνοιας". Ακολούθως με βάση όσα αναφέρθηκαν το Πενταμελές Εφετείο (κατά πλειοψηφία) κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ1 για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πιο πάνω αξιόποινη πράξη της πλημμεληματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του οι άνω ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' και δ' του ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27, 98 και 216 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Περαιτέρω μεταξύ των άλλων εγγράφων που αναγνώσθηκαν περιλαμβάνεται (με τον αύξ. αριθμό 19 στη σελίδα 25 της αποφάσεως) και η υπ' αριθ. 4.300/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, η οποία λήφθηκε υπόψη και αξιολογήθηκε. Τούτο προκύπτει εκ του πράγματος, με τον προσδιορισμό, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, της παράλληλης συνδρομής της ειρημένης Χ. Συγκεκριμένα, αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων "έχοντας στην κατοχή του συνταγολόγια πελατών του τού Οίκου Ναύτου ανέγραψε στις παρακάτω αναφερόμενες ημερομηνίες, ιδιόχειρα και μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις ο εκάστοτε βοηθός του, στα πλαίσια των καθηκόντων του και, χωρίς να γνωρίζει την έκνομη δραστηριότητα του κατηγορουμένου, σε ασυμπλήρωτα φύλλα αυτών φάρμακα που δεν αντιστοιχούσαν σε ασθένεια που είχε ο κάτοχος του αντίστοιχου συνταγολογίου, κάτω δε από την ένδειξη "ο θεράπων ιατρός" έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή και τη σφραγίδα των ιατρών....με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους τούς αρμόδιους ελεγκτές του Οίκου Ναύτου, ενώπιον των οποίων τα εμφάνισε η Χ προς θεώρηση....Στη συνέχεια και αφού η Χ του παρέδιδε τα συνταγολόγια θεωρημένα, επικολλούσε στο οπισθόφυλλο των συνταγών αυτών τις ταινίες γνησιότητας των φαρμάκων". Δεν απαιτείτο δε περαιτέρω εξειδίκευση της υπαιτιότητας εκάστου απ' αυτούς. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλει πλημμέλειες σε σχέση με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί δεδικασμένου, που προκύπτει από τα υπ' αριθ. 1877/2002 και 119/2003 βουλεύματα των Συμβουλίων Πλημμελειοδικών και Εφετών Πειραιώς, αντίστοιχα, τα οποία είχαν κηρύξει απαράδεκτη την εις βάρος της κατηγορουμένης Χ ποινική δίωξη, γιατί υπήρχε η εις βάρος της εκκρεμοδικία και ήδη σήμερα δεδικασμένο με την έκδοση εις βάρος της τής υπ' αριθ. 4.300/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, το οποίο παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, διέλαβε το Πενταμελές Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δέχθηκε ότι δεν έχουν ασκηθεί δύο ποινικές διώξεις κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την ίδια πράξη και συνακόλουθα δεν συντρέχει περίπτωση δεδικασμένου, με την εξής ειδικότερη παραδοχή: "Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και των προπαρατεθεισών νομικών σκέψεων πρέπει: 1) να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί δεδικασμένου, προκύπτοντος εκ των υπ' αριθμούς 1877/2002 και 119/2003 βουλευμάτων των Συμβουλίων Πλημμελειοδικών και Εφετών Πειραιώς, αντιστοίχως, καθότι δεν υπόκειται περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 57 του ΚΠοινΔ, αφού δεν έχουν ασκηθεί δύο ποινικές διώξεις κατ' αυτού για την ίδια πράξη του...". Με την αναφορά δε "κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω" το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και την ανωτέρω αμετάκλητη υπ' αριθ. 4.300/2001 απόφαση, την οποία εκτίμησε ελευθέρως, όπως ήδη προαναφέρθηκε. Εξάλλου, δεν παραβιάζεται το δεδικασμένο, όταν το Δικαστήριο εκτιμά ελευθέρως και περιστατικά αμετακλήτως κριθέντα με προηγούμενη απόφαση εις βάρος άλλου κατηγορουμένου.
Συνεπώς, εν προκειμένω δεν παραβιάστηκε το δεδικασμένο που απορρέει από την τελευταία απόφαση. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και ΣΤ ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). Τέλος, δεν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη στο πιο πάνω πολιτικώς ενάγον νομικό πρόσωπο, γιατί η παράστασή του στην παρούσα δίκη είναι απαράδεκτη, αφού, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η ειρημένη αγωγή του περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης του απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30 Οκτωβρίου 2006 (υπ'αριθ. πρωτ. 2655/31.10.2006) αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 46/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Και
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Αυγούστου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 4 Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πολιτική αγωγή. Οσάκις υπάρχει σύμφωνα με τη δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος και την αξιόποινη πράξη που τελέσθηκε εις βάρος του ενεργητική νομιμοποίηση αυτού, αλλ’ όμως αυτή κατ’ ουσία εξαρτάται από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, μπορεί το Δικαστήριο να αποφασίσει για την αποβολή της πολιτικής αγωγής μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Πλαστογραφία με χρήση. Διέλαβε η απόφαση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εντεύθεν δε απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως ο περί του αντιθέτου λόγος (άρ. 510 § 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ). Επίσης απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως περί δεδικασμένου, αφού δεν έχουν ασκηθεί δύο ποινικές διώξεις κατά κατηγορουμένου για την ίδια πράξη.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία, Δεδικασμένο.
| 1
|
Αριθμός 1744/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ-Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ραζέλο, περί αναιρέσεως της 2476/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως χωρίς δικηγόρο.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Απριλίου 2006 αίτησή του καθώς και στους από 30 Ιουνίου 2007 προσθέτους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 952/2006.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος και τον αυτοπροσώπως εμφανισθέντα πολιτικώς ενάγοντα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 27 Απριλίου 2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση 2476/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικαστούν και οι από 30 Ιουνίου 2007 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
ΙΙ. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 308 και 309 του ΠΚ, αν η σωματική βλάβη τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη (άρθρ. 310 παρ. 2), επιβάλλεται στον υπαίτιο φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, συνίσταται στην πρόκληση της κατά το 308 παρ. 1 σωματικής βλάβης, κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη, όπως ενδεικτικά αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 310 παρ.2 του ΠΚ. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη εξειδίκευση του δόλου, αρκεί να προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνο από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως, λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για να προσκομισθούν νέες αποδείξεις. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του. Διαφορετικά, αν, δηλαδή, απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη (ουσιαστικού δικαίου) που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό αυτής σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής: "Τις απογευματινές ώρες της 13-9-2003 ο εγκαλών Ψ1, συνοδευόμενος από τα εξαδέλφια του Ψα και Ψβ, καθώς και από τη δικηγόρο Γ1 και το σύζυγό της ......, μετέβησαν στην περιοχή "...." .... Αττικής για να επισκεφθούν αγρόκτημα που βρίσκεται στη θέση "....." της εν λόγω περιοχής ιδιοκτησίας των Ψ, κατά τους ισχυρισμούς του εγκαλούντος, προκειμένου να επιδείξουν αυτό στη δικηγόρο Γ1 και τον ως άνω σύζυγό της, πολιτικό μηχανισμό, και να προβούν στη λήψη φωτογραφιών, ενόψει ασκήσεως αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων νομής ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου. Στην είσοδο του εν λόγω αγροκτήματος συνάντησαν τον κατηγορούμενο και τον συγκατηγορούμενο του πρωτοδίκως ......, τους οποίους είχε εγκαταστήσει εκεί ο φερόμενος ως καταπατητής και αγοραστής αυτού (αγροκτήματος) μάρτυρας Ζ1, που τους απασχολούσε ως φύλακες και υπαλλήλους. Οι ως άνω κατηγορούμενοι αρνήθηκαν να επιτρέψουν στον εγκαλούντα και την παρέα του την είσοδο στο αγρόκτημα, τελικά όμως, ορισμένοι απ'αυτούς, εισήλθαν στο αγρόκτημα και ο εγκαλών προχώρησε προς το βάθος αυτού προκειμένου να λάβει τις φωτογραφίες που ήθελε από τον ευρύτερο χώρο που γινόντουσαν οικοδομικές εργασίες. Μετά παρέλευση ολίγων λεπτών της ώρας, ο εγκαλών, ο οποίος την εποχή εκείνη εργαζόταν σε φωτογραφείο, αφού είχε πάρει τις φωτογραφίες που επιθυμούσε, επέστρεψε προς την είσοδο του αγροκτήματος, προκειμένου, να αναχωρήσουν όλοι (η παρέα τους) από αυτό. 'Όταν ο εγκαλών έφθασε πλησίον της εισόδου-εξόδου του αγροκτήματος αντελήφθη ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος διαπληκτιζόταν φραστικά με τον εξάδελφό του Ψ1 και έκανε νόημα σε αυτόν ότι τελείωσε και φεύγανε. Τη στιγμή εκείνη, ο κατηγορούμενος έριξε μια γροθιά στο μάτι του εγκαλούντος, με αποτέλεσμα να πέσει η φωτογραφική μηχανή που κρατου'σε αυτός στο έδαφος και να επακολουθήσει συμπλοκή μεταξύ των δύο ανδρών. Κατά τη συμπλοκή αυτή, ο κατηγορούμενος, αρχικά με τα χέρια του και τη στιγμή που ο εγκαλών έσκυψε να πάρει τη φωτογραφική μηχανή, με μία ευμεγέθη πέτρα, βάρους δύο (2) κιλών περίπου, κατάφερε στον εγκαλούντα κτυπήματα σε διάφορα μέρη του σώματός του και τον δάγκωσε στο δεξί χέρι, προκαλώντας του έτσι, από πρόθεση, σωματικές κακώσεις και ειδικότερα θλαστικό τραύμα αριστεράς βρεγματοϊνιακής χώρας χειρουργικώς συρραφέν, μώλωπα επί της μέσης ινιακής χώρας, θλαστικό τραύμα επί της ονυχοφόρου φάλαγγος του δεξιού αντίχειρα, θλάση του αριστερού γόνατος και οιδηματική θλάση και εκχυμώσεις επί του βλεφάρου του δεξιού οφθαλμού. Η πράξη δε αυτή του κατηγορουμένου, ο οποίος έδρασε ελεύθερα και με πλήρη επίγνωση των ενεργειών του, χωρίς να επηρεασθεί από προηγούμενη συμπεριφορά του παθόντος, λόγω του μέσου που χρησιμοποιήθηκε (ευμεγέθη πέτρα και γροθιά) και των σημείων του σώματος πουν έπληξε τον παθόντα (πίσω μέρος της κεφαλής, οφθαλμό και μέση) μπορούσε να προκαλέσει γι'αυτόν (παθόντα) κίνδυνο της ζωής του. Ο κατηγορούμενος, απολογούμενος, τόσο πρωτοδίκως όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, συνομολογεί ότι κτύπησε τον εγκαλούντα ισχυριζόμενος ότι τον είχαν πιάσει δύο άνδρες και τον κτυπούσαν, χωρίς να επικαλείται ορισμένως κατάσταση αμύνης και ότι πράγματι ο εγκαλών κτυπήθηκε και με πέτρα, ισχυρίζεται, όμως ότι την πέτρα αυτή (μεγάλη, κατά τη πρώτη απολογία του και μικρές πέτρες κατά την απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου) την πήρε η Ψβ για να κτυπήσει τον ίδιο, αλλά δεν τον πέτυχε γιατί έσκυψε αυτός και κτύπησε τελικά τον παθόντα (χωρίς να προσδιορίζει σε ποιο σημείο) εξάδελφό της. Ο ισχυρισμός του αυτός δεν αποδεικνύεται από την (αόριστη) κατάθεση της μάρτυρα υπερασπίσεως ....., η οποία καταθέσει "την Αστυνομία την κάλεσαν οι Ψ. Την πέτρα την έφεραν (στην Αστυνομία) οι Ψ ούτε επιβεβαιώνεται αυτό από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, αλλά προσκρούει και στην κοινή πείρα και λογική να επιχειρήσει η εν λόγω Ψβ να πλήξει τον κατηγορούμενο με την ως άνω ευμεγέθη πέτρα, αγνοώντας τον κίδνυνο ζωής που συνεπαγόταν τούτο και για τον (παθόντα) εξάδελφο της Ψ1 ο οποίος τη στιγμή εκείνη δεν αποδεικνύεται ότι βρισκόταν σε κάποια ασφαλή απόσταση από τον κατηγορούμενο, με τον οποίο είχε συμπλακεί, όπως ο τελευταίος ισχυρίζεται.
Συνεπώς, ενόψει της σε βαθμό πλήρους δικανικής πεποίθησης βεβαιότητας για την αλήθεια της κατηγορίας, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης που του αποδίδεται, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών αυτού, οι οποίοι συνιστούν αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς. Να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο τούτο σχημάτισε πλήρη πεποίθηση για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αναφερόμενα παραπάνω αποδεικτικά μέσα και δεν κρίνει αναγκαία την εμφάνιση της απολιπομένης μάρτυρα Ψβ, η οποία εξετάσθηκε πρωτόδικα και η κατάθεσή της αυτή περιέχεται στην εκκαλούμενη απόφαση, που αναγνώσθηκε, απορριπτομένου του σχετικού αιτήματος για αναβολή της δίκης, για το λόγο αυτό. Εξάλλου, κατ'άρθρο 31 παρ.1 α του ν.3346/2005, παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη υφ'όρον των πλημμελημάτων, που έχουν τελεσθεί μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού (17-6-2005), κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή. Στην προκείμενη περίπτωση, έχει ασκηθεί κατά του κατηγορουμενου ποινική δίωξη και για την πράξη της εξύβρισης, για την οποία ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, ενώ η προβλεπόμενη από το νόμο (άρθρο 361 ΠΚ) ποινή δεν υπερβαίνει το ένα έτος φυλάκισης.
Συνεπώς, συντρέχει νόμιμος λόγος να παύσει υφ' όρον η ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορουμένου, για την πράξη αυτή. λόγω παραγραφής". Ακολούθως, κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, ένοχο επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος του ανωτέρω παθόντος και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια, ενώ έπαυσε υφ' όρον την ποινική δίωξη εναντίον του για την πράξη της εξυβρίσεως σε βάρος του ίδιου παθόντος λόγω παραγραφής. Με αυτά που δέχθηκε το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 309-308 ΠΚ που εφάρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται ότι λήφθηκε υπόψη και η "ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και δήθεν θύματος Ψ1", πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Και τούτο διότι, εφόσον το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του, ότι για τον σχηματισμό της παραπάνω κρίσης του, έλαβε υπόψη του, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων "και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν στο δικαστήριο" παρέπεται, ότι έλαβε υπόψη του και την κατάθεση του άνω παθόντος-πολιτικώς ενάγοντος που δόθηκε χωρίς όρκο και δεν είναι απαραίτητο για την πληρότητα της απολογίας να μνημονεύεται ειδικώς τούτου ούτε να αναφέρεται ποιοι μάρτυρες εξετάσθηκαν χωρίς όρκο ή με όρκο. Τόσο μάλλον καθόσον ο πολιτικώς ενάγων αναφέρεται στα πρακτικά ως μάρτυρας κατηγορίας. Περαιτέρω η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνεται ότι αυτός ομολόγησε ότι χτύπησε τον εγκαλούντα τόσο κατά την απολογία του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλομένη πράγμα που δεν συνέβη, πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου και γι'αυτό είναι απαράδεκτη, αφού ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τις παραδοχές αυτής και δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Πέρα τούτων από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν στο Εφετείο, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατά την απολογία του κατέθεσε, εκτός άλλων, ότι "Μ'άρπαξαν απ'το γιακά τρία άτομα και με κτυπούσαν.Τον κτύπησα κι εγώ". Εξάλλου η αιτίαση του αναιρεσείοντος κατά την οποία το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπερέβη την εξουσία του, καθόσον τον καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε νόμιμα η απαιτούμενη έγκληση, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού το έγκλημα για το οποίο καταδικάστηκε αυτός, διώκεται αυτεπαγγέλτως και όχι κατ'έγκληση, όπως τούτο προκύπτει από το άρθρο 315 ΠΚ, όπου ορίζονται ποία είδη σωματικών βλαβών και υπό ποίες προϋποθέσεις διώκονται κατ'έγκληση. Περαιτέρω η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο απέρριψε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υποβληθέν αίτημα αναβολής της δίκης, προκειμένου να κληθεί κατά τη νέα δικάσιμο η μάρτυρας Ψβ, είναι αβάσιμη, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, και τα πρακτικά της, το δικαστήριο της ουσίας, στην ανέλεγκτη κρίση του οποίου ανάγεται η απόφαση για το αν έπρεπε να κληθεί ή όχι η ως άνω μάρτυρας, απέρριψε το ανωτέρω αίτημα με την καταληκτική του σκεπτικού αιτιολογία και συγκεκριμένα ότι "Να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο τούτο σχημάτισε πλήρη πεποίθηση για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αναφερόμενα παραπάνω αποδεικτικά μέσα και δεν κρίνει αναγκαία την εμφάνιση της απολιπομένης μάρτυρα Ψβ, η οποία εξετάσθηκε πρωτόδικα και η κατάθεσή της αυτή περιέχεται στην εκκαλούμενη απόφαση, που αναγνώσθηκε, απορριπτομένου του σχετικού αιτήματος για αναβολή της δίκης για το λόγο αυτό". Τέλος η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ουδόλως αιτιολόγησε γιατί δεν τον απήλλαξε πλήρως για την πράξη της εξυβρίσεως αλλά έπαυσε υφ' όρον την ποινική δίωξη παρά την δεδομένη δικαστική ομολογία του μηνυτή ότι ουδέποτε τον εξύβρισε, είναι αβάσιμη, διότι λόγω της υπό του άρθρου 31 παρ.1 του ν.3346/2005 καθιερωθείσης παραγραφής του αξιοποίνου των αναφερομένων σ'αυτό πράξεων (πλημμελημάτων) κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αξιόποινη πράξη της εξυβρίσεως (άρθρ.361 παρ.1 ΠΚ), το Δικαστήριο δεν είχε τη δικονομική δυνατότητα να ερευνήσει την ουσία της υπόθεσης, αλλά να αποφανθεί ως ανωτέρω. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' Δ', Ε και Η' του ΚΠοινΔ λόγοι αναίρεσης του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ.1, 2 της ΕΣΔΑ, με τις αντίθετες προς τα ανωτέρω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, Οι αιτιάσεις δε, κατά τα λοιπά που προβάλλονται με τους ίδιους λόγους αναίρεσης, ανάγονται σε παραδοχές του Εφετείου περί τα πράγματα, ήτοι σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη και έτσι είναι απαράδεκτες.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 139 παρ.1 ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά και στην κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, η οποία επίσης, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας. 'Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολόγηση, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ή αόριστο ισχυρισμό, ενώ αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς εμπεριέχεται από τα πράγματα, στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, οι οποίοι περιλαμβάνονται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στο διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε και ενσωματώθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχουν προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή τους κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς του (Ολ.ΑΠ 2/2005). Διαφορετικά οι ισχυρισμοί αυτοί θεωρούνται ότι δεν έχουν προβληθεί παραδεκτώς και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σ'αυτούς. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης οι συνήγοροι του κατηγορουμένου πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας κατέθεσαν πολυσέλιδο (16 σελίδες) σημείωμα "αυτοτελών υπερασπιστικών ισχυρισμών", το οποίο ενσωματώθηκε στα πρακτικά. Δεν προκύπτει όμως από τα ίδια πρακτικά ότι αναπτύχθηκε προφορικά οιοσδήποτε ισχυρισμός του κατηγορουμένου. Με τον τρόπο όμως αυτό που υποβλήθηκαν οι φερόμενοι ως αυτοτελείς του κατηγορουμένου ισχυρισμοί, δηλαδή με έγγραφο σημείωμα χωρίς την ανάπτυξή τους και προφορικά, προβλήθηκαν απαραδέκτως και το δικαστήριο δεν είχε, όπως προαναφέρθηκε, υποχρέωση να απαντήσει σε απαράδεκτους ισχυρισμούς. Επομένως ο συναφής από το άρθρο 510 παρ1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αναιτιολόγητη απόρριψη των αυτοτελών του κατηγορουμένου ισχυρισμών είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ. Με τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων ο αναιρεσείων προβάλλει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α'ΚΠοινΔ, με την αιτίαση α) ότι η συμμετοχή της συνέδρου (εφέτη) Μαρίας Νικολοπούλου στη σύνθεση του Δικαστηρίου, εναντίον της οποίας αυτός είχε υποβάλλει αίτηση εξαιρέσεως, για υπόνοιες μεροληψίας και μετά την απόρριψη αυτής με παρεμπίπτουσα ταυτάριθμη με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθιστά κακή την σύνθεση αυτού "γιατί το Δικαστήριο περιλάμβανε σύνεδρο προκατειλημμένη που μερολήπτησε εις βάρος του" και β) ότι μετά την απόρριψη της ως άνω αιτήσεως εξαιρέσεως το Δικαστήριο δεν εχώρησε στη συνέχιση και ολοκλήρωση της διακοπείσας εξέτασης του μάρτυρα Ζ1, ούτε έδωσε το λόγο σ'αυτόν (κατηγορούμενο) ούτε στους συνηγόρους του για την εξέταση του εν λόγω μάρτυρα. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η συμμετοχή στη σύνθεση του Δικαστηρίου, που δικάσει την υπόθεση μέλους, για το οποίο απορρίφθηκε αίτηση εξαιρέσεως με απόφαση του Δικαστηρίου, δεν συνιστά απόλυτη ακυρότητα, ενώ κατά το δεύτερο σκέλος είναι αβάσιμος. και τούτο διότι από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι κατά την υποβολή της αιτήσεως εξαιρέσεως της άνω συνέδρου δεν είχε ολοκληρωθεί η κατάθεση του προαναφερόμενου μάρτυρα, ώστε να συνεχιστεί η κατάθεση του ούτε ο κατηγορούμενος ή οι συνήγοροί του ζήτησαν το λόγο από τον διευθύνοντα τη συζήτηση να υποβάλλουν ερωτήσεις προς τον εν λόγω μάρτυρα. Αντίθετα από αυτά (πρακτικά) προκύπτει ότι μετά την απαγγελία της απόφασης επί της αιτήσεως εξαιρέσεως συνεχίστηκε η διακοπείσα δίκη και ο διευθύνων τη συζήτηση αφού βεβαιώθηκε για την παρουσία στην αίθουσα συνεδριάσεως όλων των παραγόντων της δίκης (Δικαστήριο με την ίδια σύνθεση, Πρόεδρο και μέλη, Εισαγγελέα και γραμματέα, κατηγορούμενο, πληρεξούσιο δικηγόρου πολιτικώς ενάγοντος και συνήγοροι κατηγορουμένου), διέταξε να συνεχιστεί η διακοπείσα συνεδρίαση, στο σημείο που αυτή διακόπηκε και μετά από πρόταση της Εισαγγελέως και χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από τους παράγοντες της δίκης προέβη στην ανάγνωση των αναγνωσθέντων εγγράφων.
iV. Από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ.1 εδάφιο τελευταίο του ΚΠοινΔ, που ορίζει ότι "το κεφάλαιο της απόφασης για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή από τον Εισαγγελέα εξετάζεται από το Εφετείο, και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων" προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επιλαμβανόμενο της ουσιαστικής έρευνας της υποθέσεως, εξετάζει και το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της απόφασης που αφορά στις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που επιδικάστηκε πρωτοδίκως και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων. Το Εφετείο, στην περίπτωση αυτή, ερευνώντας το κεφάλαιο αυτό αποφαίνεται για τη βασιμότητα του χωρίς να δικαιούται μόνον να αυξήσει το ποσό που επιδικάσθηκε πρωτοδίκως. Στην προκείμενη περίπτωση από την πρωτόδικη 59410/2003 και την αναιρεσιβαλλόμενη 2476/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αντιστοίχως, και τα ενσωματωμένα σ'αυτές πρακτικά προκύπτουν τα ακόλουθα: Ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο παθών Ψ1 είχε παραστεί ως πολιτικώς ενάγων και ζήτησε να του επιδικαστεί το ποσό των 44 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από το αδίκημα με την πρωτόδικη δε απόφαση αφού καταδικάστηκε ο αναιρεσείων για τις αξιόποινες πράξεις της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και της εξύβρισης σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών και τριών (3) μηνών αντιστοίχως, και συνολικά σε ποινή φυλακίσεως ένδεκα (11) μηνών, επιδικάστηκε σ'αυτόν (πολιτικώς ενάγοντα) ολόκληρο το ως άνω ποσό. Ο ίδιος (Ψ1) παρέστη ως πολιτικώς ενάγων και ενώπιον του δευτεροβάθμίου δικαστηρίου (Τριμελές Εφετείο Αθηνών) κατά τη συζήτηση της έφεσης του κατηγορουμένου και ζήτησε να του επιδικαστεί το ποσό των 44 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τις κρινόμενες ως άνω πράξεις. Το τελευταίο, αφού κήρυξε, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο μόνο για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, εχώρησε και στην έρευνα του εκκληθέντος κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης για τις πολιτικές απαιτήσεις και επιδίκασε στον άνω παθόντα-πολιτικώς ενάγοντα το ποσό των 44 ευρώ, ήτοι το αυτό επιδικασθέν πρωτοδίκως ποσό. 'Ετσι κρίνοντα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας καθόσον κατέστησε χείρονα τη θέση του κατηγορουμένου. Επομένως, πρέπει κατά παραδοχή ως βασίμου του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠοινΔ προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, να αναιρεθεί μερικώς και μόνον όσον αφορά το περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, υπέρ του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 κεφάλαιο της η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση κατά το εν λόγω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠοινΔ. Κατά τα λοιπά, απορριπτομένων όλων των άλλων λόγων αναιρέσεως και μη υπάρχοντος ετέρου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως μαζί με τους πρόσθετους λόγους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθμ. 2476/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ως προς τη διάταξή της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης υπέρ του παραστάντος, ως πολιτικώς ενάγοντος Ψ1.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 26 Απριλίου 2006 αίτηση και τους από 30 Ιουνίου 2007 πρόσθετους επ'αυτής λόγους αναίρεσης του Χ1, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2476/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Ιουλίου 2008.
O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επικίνδυνη σωματική βλάβη. Στοιχεία του εγκλήματος. Απαιτείται δόλος για το επικίνδυνο του τρόπου τέλεσης. Αιτιολογημένη η απόφαση. Το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σε αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου ο οποίος αν και είχε περιληφθεί σε υπόμνημα του αναιρεσείοντος που ενσωματώθηκε στα πρακτικά, δεν αναπτύχθηκε και προφορικά ούτε προκύπτει ότι έγινε προφορική αναφορά του αναιρεσείοντος ή του συνηγόρου του στο ουσιώδες περιεχόμενο αυτού. Αιτιολογημένη η απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις προκειμένου να κληθεί και να καταθέσει απολιπόμενος μάρτυρας. Εφόσον το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι για το σχηματισμό της παραπάνω κρίσης του, έλαβε υπόψη του, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων «και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν στο δικαστήριο», παρέπεται ότι εκτίμησε και την ανώμοτι κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος. Αναιρείται εν μέρει λόγω θετικής υπέρβασης εξουσίας η προσβαλλόμενη απόφαση, που επιδίκασε στον πολιτικώς ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το αυτό με το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσόν, μολονότι έπαυσε οριστικά υφ’ όρον την ποινική δίωξη για τη μία από τις δύο πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε πρωτοδίκως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Υπέρβαση εξουσίας, Σωματική βλάβη επικίνδυνη, Πολιτική αγωγή, Αναβολής αίτημα, Πρακτικά συνεδρίασης, Προφορική ανάπτυξη.
| 2
|
Αριθμός 1742/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Καββάγια, περί αναιρέσεως της 12407/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3.12.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2110/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τα άρθρα 148 - 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2 και 509 παρ. 1α ΚΠΔ, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως ή δηλώσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι οι περιεχόμενοι σ' αυτές λόγοι, από εκείνους που διαλαμβάνονται περιοριστικώς στο άρθρο 510 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, γιατί διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη, από την ανωτέρω δε αξίωση του νόμου, να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι αναιρετικοί λόγοι, δεν εξαιρείται και ο προβλεπόμενος στο άρθρο 510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Ενόψει τούτων, για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει: να μνημονεύεται ποίες είναι οι παραβιασθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και σε τι αφορά η πλημμέλεια αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με την κρινόμενη αίτηση, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός των άλλων και - κατά πιστή μεταφορά - γιατί "κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της την υπ' αρ. 12511/06 έφεση κατά της υπ' αριθ. 11388/02 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για τους εις αυτήν αναφερόμενους λόγους, ενώ, αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τον νόμο, θα έκρινε ως αποδεδειγμένο το γεγονός ότι (όπως κατέθεσε ο μάρτυς -πληρεξούσιος δικηγόρος μου Π. Καββάγιας) έλαβαν γνώση της υποθέσεως τον Σεπτέμβριο του 2006 από τον Α/Τ Π ....., ο τόπος δε κατοικίας και διαμονής μου ήταν στο ..... (.....) εδώ και είκοσι χρόνια και πλέον ενώ το εργοστάσιο μου στον ..... (.....) έκλεισε από την 4/5/99, οπότε πτώχευσα, επομένως εσφαλμένως και όχι νομότυπα επιδόθηκε εκεί τόσο το κλητήριο θέσπισμα την 1/2/2001 και κλήση για το δικαστήριο την 5/12/2001, όσον και η υπ' αριθ. 11388/02 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και με 21/4/2004 ως αγνώστου διαμονής (ενώ ήμουν γνωστής διαμονής, στο ..... στην ανωτέρω διεύθυνση). Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται σ' αυτόν ποια είναι οι παραβιασθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και σε τι αναφέρεται η πλημμέλεια αυτής. Μετά την απόρριψη του λόγου αυτού και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσειων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3/12/2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ για αναίρεση της 12.407/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσόν των διακοσίων είκοσι (220 €) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως ως αόριστη, διότι δεν περιέχει ορισμένους λόγους και δεν έχει συγκεκριμένη επίκληση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εσφαλμένα ερμηνεύθηκε και εφαρμόστηκε. Πότε είναι ορισμένοι οι αναιρετικοί λόγοι της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 1741/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητη, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πλεύρη, περί αναιρέσεως της 6434/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19.10.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1781/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν αυτόκλητοι, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί. Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, κατά της αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνον αναίρεση. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται και για την απόφαση αυτή, η οποία απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη, Στην περίπτωση αυτή, τέτοια αιτιολογία, που ·να πληροί δηλαδή τις απαιτήσεις των διατάξεων αυτών, προϋποθέτει ότι διαλαμβάνεται στην απόφαση ή το βούλευμα του εφετείου, ο χρόνος της νόμιμης επιδόσεως και εκείνος της ασκήσεως του ένδικου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση (ΟλΑΠ 5/1995, 6, 7/1994), χωρίς να απαιτείται ο ειδικότερος προσδιορισμός των κατ' άρθρο 161 παρ. 1 ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητας του, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως, οπότε η αιτιολογία θα πρέπει να καλύπτει και το θέμα αυτό. Τέλος, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων, που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από τον νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου.
Εν προκειμένω, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η 1781/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε ως απαράδεκτη, καθ' ό εκπρόθεσμη, την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 96.259/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που τον καταδίκασε ερήμην για απάτη, σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών. Στην κρινόμενη έκθεση αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως θεωρήθηκε "ως έγκυρη η επίδοση της εκκαλουμένης υπ' αριθμόν 96259/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία διενεργήθηκε την .... από τον Αρχιφύλακα ....., με την διαδικασία της επίδοσης σε αγνώστου διαμονής πρόσωπο, καθόσον στο ως άνω αποδεικτικό επιδόσεως αναφέρεται ότι αυτή διενεργήθηκε στον ..... και όχι στον Χ1, όπως είναι το ορθό, ήτοι διενεργήθηκε επίδοση σε ανύπαρκτο πρόσωπο και όχι σε μένα και ως εκ τούτου πάσχει απολύτου ακυρότητας η προμνησθείσα έκθεση επίδοσης και η γενόμενη επίδοση και η έφεση μου έπρεπε να γίνει δεκτή ως εμπροθέσμως και προ πάσης επιδόσεως ασκηθείσα και το Δικαστήριο να εξετάσει την ουσία της υποθέσεως". Με την προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του, ότι "από τα όσα εξέθεσε ο αιτών - κατηγορούμενος ενώπιον του δικαστηρίου, τα νομίμως αναγνωσθέντα έγγραφα (βλ. τα ανωτέρω πρακτικά) και την όλη διαδικασία, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε ερήμην, με την υπ' αριθμ. 96259/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών για απάτη, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη (αρθρ. 386 παρ. 1β - α Π.Κ.) της τυχόν ασκηθησομένης εφέσεως μη εχούσης ανασταλτικό αποτέλεσμα. Η απόφαση αυτή (υπ' αριθμ. 96259/2000) επεδόθη νομίμως στην δηλωθείσα υπό του ιδίου κατά την απολογία του ενώπιον της 25ης Τακτικής Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Αθηνών στις 19.4.1999 (βλ. την σχετική έκθεση, νομίμως αναγνωσθείσα) διεύθυνση κατοικίας του, στην οδό ....., στα ...... Αττικής στις ... (βλ. αρθρ. 273 παρ. 1γ' ΚΠΔ και το υπό την αυτήν ημεροχρονολογίαν αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακας ......), ησκήθη δε κατ' αυτής έφεση στις 25.6.2007, ήτοι εκπροθέσμως (αρθρ. 473 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ). Εκ των στοιχείων της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας, οι οποίοι (λόγοι) διήρκεσαν μέχρι και της 22.6.2007, οπότε, κατά τον εκκαλούντα έλαβε γνώση της αποφάσεως (βλ. εφετήριο)". Οι παραπάνω παραδοχές περιέχουν την απαιτούμενη, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ειδική και εμπεριστατωμένη, αιτιολογία, που απαιτούν τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 129 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αφού κατά τρόπο σαφή και πλήρη αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και από τα οποία προκύπτει με σαφήνεια ότι η ασκηθείσα έφεση ήταν εκπρόθεσμη, αφ' ετέρου δε, ορθώς εφαρμόσθηκε η διάταξη του άρθρου 498 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο δε παραπάνω λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι, ναι μεν δεν γίνεται λόγος στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για το πρόσωπο στο οποίο έγινε η επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, πλην δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για ένα και το αυτό πρόσωπο, δηλαδή τον αναιρεσείοντα, άποψη άλλωστε, την οποία έχει ο ίδιος δεχθεί με την άσκηση της εφέσεως. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αριθμό 371/2007 και με ημερομηνία 19 Οκτωβρίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, που συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Αθηνών κατά της 6.434/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πότε υπάρχει αιτιολογία στην απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως εκπρόθεσμη. Αιτιολογημένη η απόρριψη της εφέσεως του κατηγορουμένου ως εκπρόθεσμης, αφού αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο χρόνος της νόμιμης επιδόσεως και εκείνος της ασκήσεως του ένδικου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει αυτή, ενώ ο κατηγορούμενος δεν αναφέρει στην έκθεση εφέσεώς του λόγους που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της, ο δε λόγος ότι η επίδοση έγινε σε ανύπαρκτο πρόσωπο, ήτοι στον Κυριάκου Κωνσταντίνον και όχι στον Κυριάκο Κωνσταντίνου, είναι αβάσιμος, διότι πρόκειται για γραφική παραδρομή και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για ένα και το αυτό πρόσωπο, ήτοι τον κατηγορούμενο.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Επιδόσεως αποδεικτικό, Κατηγορούμενος, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1739/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Παπαβασιλείου, περί αναιρέσεως της 3580/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ....., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημ/κείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 711/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η αξιόποινη αυτή πράξη διωκόταν αρχικά αυτεπαγγέλτως, αλλά, με το άρθρο 4 παρ.1 περ.Α του ν.2408/1996, που ισχύει από 4-6-1996, ορίστηκε ότι στο άρθρο 79 του Ν. 5960/1933, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972, προστίθεται η παράγραφος 5, κατά την οποία "η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής, που δεν πληρώθηκε". Περαιτέρω, με την παράγραφο 1 του άρθρου 22 του Νόμου 2721/1999, προστέθηκε εδάφιο στην πιο πάνω παράγραφο 5, κατά το οποίο για πράξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου", ενώ στην παράγραφο 2 εδάφ. α' του πιο πάνω άρθρου 22 ορίζεται ότι "αν η δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1γ του άρθρου 4 του Νόμου 2408/1996, όπως παραπάνω αντικαταστάθηκε, δεν υπάρχει και δεν υποβληθεί μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης της έγκλησης, η ποινική δίωξη παύει οριστικά". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 40 - 47 του Νόμου 5960/1933, συνάγεται ότι δικαιούχος της εγκλήσεως δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίστηκε η επιταγή στον πληρωτή, αλλά και κάθε άλλος υπογραφέας αυτής, που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής αυτής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή. Τούτο δε, διότι το δικαίωμα αυτό του προηγούμενου κομιστή, που δικαιούται σε έγκληση δεν αποκρούεται από τις ανωτέρω διατάξεις, αφού σε αυτές δεν γίνεται αναφορά στο πρόσωπο του τελευταίου κομιστή της επιταγής ως δικαιούμενου αποκλειστικά σε υποβολή της, ούτε προκύπτει περαιτέρω από κανένα στοιχείο, ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής στη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 5 του Νόμου 5960/1933, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, χρησιμοποιείται μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' περ. δ' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν το δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση (άρθρο 56 ΚΠΔ).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, που παραδεκτώς επισκοπούνται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, ο συνήγορος του κατηγορουμένου ανέπτυξε προφορικά και κατέθεσε τον κάτωθι αυτοτελή ισχυρισμό: "Δικαιούχος της έγκλησης μπορεί να είναι μόνον ο τελευταίος κομιστής της επιταγής, που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίστηκε η επιταγή στον πληρωτή και όχι οποιοσδήποτε άλλος, που έγινε κομιστής εξ αναγωγής, όπως ακριβώς στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, δεν εφαρμόζεται και δεν είναι δυνατόν να έχει αναδρομική ισχύ στη συγκεκριμένη υπόθεση, και αν εφαρμοσθεί φέρνει σε δυσμενέστερη θέση τον κατηγορούμενο. Τυχόν ισχυρισμός, ότι η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, είναι ερμηνευτική, δεν ευσταθεί, γιατί κανείς νόμος δεν είναι ερμηνευτικός. Άλλωστε, με το άρθρο 21 του ίδιου Νόμου, η ισχύς αυτού άρχεται από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, εκτός αν σε επί μέρους διατάξεις ντου ορίζεται διαφορετικά, γεγονός το οποίο, γραμματικά ερμηνευμένο, αποκλείει τη αναδρομική ισχύ". Το Πλημμελειοδικείο απέρριψε, κατά πλειοψηφία τον ως άνω ισχυρισμό, με τις εξής σκέψεις: "Με το άρθρο 4 παρ. 1α ν. 2408/1006 (ΦΕΚ Α' 104/4.6.2006) προστέθηκε η παράγραφος 5 στο άρθρο 79 ν. 5960/1033, κατά την οποία "η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε". Στη συνέχεια, η ως άνω παράγραφος αντικαταστάθηκε από το άρθρο 22 ν. 2721/1999 (ΦΕΚ Α' 112/3.6.1999) και πρόσφατα από το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 3472/2006 (ΦΕΚ Α' 135/4.7.2006), σήμερα δε έχει το εξής περιεχόμενο: Η ποινική δίωξη ασκείται με έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε ή του εξ αναγωγής υποχρέου, ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της. Ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος εξόφλησε την επιταγή δικαιούται να λάβει αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 επ.). Με την τελευταία ως άνω διάταξη, αίρεται η νομολογιακή διάσταση σχετικά με το δικαιούμενο να υποβάλει έγκληση κομιστή της επιταγής και καθίσταται πλέον σαφές ότι και οι προηγούμενοι κομιστές της επιταγής έχουν δικαίωμα προς υποβολή εγκλήσεως, διότι, αφ' ενός μεν, η ερμηνεία αυτή δεν προσκρούει στο γράμμα του άρθρου 4 παρ. 1α του ν. 2408/1996, όπου δεν γίνεται λόγος για τελευταίο κομιστή της επιταγής, αφ' ετέρου δε, συνάδει με το σύνολο των διατάξεων του ν. 5960/1933, ιδίως δε με αυτές των άρθρων 19 (κατά το οποίο ως κομιστής θεωρείται όποιος στηρίζει το δικαίωμά του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων, νόμιμος δε κομιστής είναι ακόμη και ο απλός κάτοχος) και 40, 42, 44 και 46 (με τα οποία θεσμοθετείται το καθεστώς όλων των προηγούμενων κομιστών της επιταγής, οι οποίοι, εφόσον τους επιστραφεί η επιταγή, γίνονται εκ νέου κομιστές αυτής και κατά τούτο αμέσως παθόντες εκ της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και δη συγχρόνως με την τέλεση αυτής). Με την πρόσφατη νομοθετική αντικατάσταση της διάταξης, η κατά νόμο έννοια του κομιστή δεν ταυτίζεται απολύτως με τον τελευταίο νόμιμο κάτοχο αυτής, που εμφανίζει την επιταγή προς πληρωμή, η δε κατοχή της επιταγής, μετά τη βεβαίωση περί της μη πληρωμής της από άλλο υπόχρεο εξ αυτής (οπισθογράφο), καθιστά αυτόν κομιστή της επιταγής, δικαιούμενο σε έγκληση και όχι απλώς κάτοχο έγγραφης απόδειξης οφειλής κατά των λοιπών υποχρέων. Κατά συνέπεια ο ν. 3472/2006 δεν κατέστησε τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 9 ν. 5960/1933 δυσμενέστερη για τους εκδότες ακάλυπτων επιταγών, αφού δικαίωμα έγκλησης, κατά νόμο, είχαν και οι εξ αναγωγής υπόχρεοι προς πληρωμή ορισμένης επιταγής, οι οποίοι είχαν εξοφλήσει την επιταγή και είχαν γίνει κομιστές της, η δημιουργηθείσα δε "ευμενής" για τον εκδότη ακάλυπτης επιταγής χορήγηση δικαιώματος εγκλήσεως μόνο στον τελευταίο κομιστή, οφειλόταν αποκλειστικά στη νομολογιακή διάσταση". Ακολούθως, το Δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως και κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική, προς 4,40 ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή χιλίων (1000) ευρώ, δεχόμενο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της 3580/2006 αποφάσεως, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που σχηματίστηκε από τα μνημονευόμενα σε αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος, στη ...., ως πρόεδρος ΔΣ και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ''ΙΝΤΕΡΦΑΡΜΑ ΑΕ'', την 20 Δεκεμβρίου 2001, εν γνώσει του, εξέδωκε επιταγή που δεν πληρώθηκε στον πληρωτή, διότι δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής, δηλαδή εξέδωκε την υπ' αριθμ. ....... επιταγή πληρωτέα παρά της Αγροτικής Τράπεζας για δραχμές 5.000.000, η οποία ενώ εμφανίστηκε εμπρόθεσμα στην πληρώτρια Τράπεζα την 24.12.2001 δεν πληρώθηκε ελλείψει αντικρίσματος. Στη διάρκεια της δίκης τούτης, ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε καθόλου, διαμέσου του συνηγόρου του, τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, ήτοι το γεγονός ότι στις 20.12.2001, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΙΝΤΕΡΦΑΡΜΑ ΑΕ, εξέδωσε την επίδικη τραπεζική επιταγή, ποσού 5.000.000 δραχμών, σε διαταγή του, και ότι στη συνέχεια μεταβίβασε την επιταγή αυτή στην ήδη εγκαλούσα - πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία ..... ΟΕ, και ότι, μολονότι η επιταγή αυτή εμφανίστηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα, δεν πληρώθηκε, διότι δεν είχαν τεθεί αντίστοιχα χρηματικά ποσά στη διάθεση της πληρώτριας. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε καθόλου ότι υπήρχε κάποιος σοβαρός λόγος, ο οποίος κατέστησε αδύνατη την πληρωμή της επίδικης επιταγής και ο οποίος μπορεί να αξιολογηθεί ως ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 Π.Κ.". Δηλαδή, δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας ότι ο εξ αναγωγής υπόχρεος νομιμοποιείται προς υποβολήν εγκλήσεως κατ' εκείνου που εξέδωσε ακάλυπτη επιταγή και, επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας, δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, με το να μη κηρύξει τη, με βάση την έγκληση της εταιρείας "........ Ο.Ε." (για την οποία, άλλωστε δεν γίνεται λόγος αν αυτή ήταν εξ αναγωγής κομίστρια), ασκηθείσα εναντίον του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη απαράδεκτη. Κατ' ακολουθίαν αυτών, ο μοναδικός ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' περ. δ' του ΚΠΔ είναι αβάσιμος και ως τέτοιος απορριπτέος.
ΕΠΕΙΔΗ, μετά από όλα αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29 Μαρτίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου χ1, κατά της 3580/2006 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επιταγή. Λόγος αναιρέσεως: Υπέρβαση εξουσίας, ήτοι το Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, διότι, ενώ κατά τον αναιρεσείοντα η ποινική δίωξη ήταν απαράδεκτη ως εκ του ότι η έγκληση δεν ασκήθηκε από τον τελευταίο κομιστή, αλλά από τον εξ αναγωγής υπόχρεο, εν τούτοις το Δικαστήριο την έκρινε παραδεκτή και προχώρησε στην ουσιαστική εκδίκαση της υποθέσεως και κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.
| 0
|
Αριθμός 1738/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιτλιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παπαθανάση, περί αναιρέσεως της 3306/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγουσα τη "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαρτίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 588/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1993 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή, η οποία δεν πληρώθηκε από τον πωλητή, γιατί αυτός δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με τις ποινές που προβλέπονται στη διάταξη αυτή αθροιστικώς. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προαναφερόμενου εγκλήματος απαιτείται, εκτός άλλων, και γνώση του εκδότη για την έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, αντίστοιχων με την αξία της επιταγής στον πληρωτή της τελευταίας, κατά τον χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, εάν ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, απαιτείται να αναφέρεται στην απόφαση η γνώση του κατηγορουμένου για την έλλειψη των διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή της επιταγής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, που την εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για το ότι, στη ..., με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, στις 28/2/2002, 21/2/2002, 5/7/2002, 20/6/2002, 15-2002, 14/3/2002 και 5/3/2002, εξέδωκε επιταγές που δεν πληρώθηκαν από τους πληρωτές, διότι δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής, δηλαδή εξέδωκε τις υπ' αριθμ. 1/ ..... επιταγή για ευρώ 17.608, 22 πληρωτέα παρά της EFG ΕUROBANK ERGASIAS A.Ε. σε διαταγή "ΤΥΡΟΚΟΜΙΚΗ ΕΥΡΥΤΑΝΊΑΣ ΑΕ", 2/..... επιταγή για ευρώ 17.608,22, πληρωτέα από την EFG ΕUROBANK ERGASIAS A.Ε σε διαταγή "ΤΥΡΟΚΟΜΙΚΗ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ ΑΕ", 3/ ..... για ευρώ 20.542,90, 4/..... για ευρώ 20.542,90, 5/ ..... για ευρώ 20.542,90, πληρωτέες παρά της ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΕ σε διαταγή "ΑΦΟΙ ΔΙΚΟΥ ΑΕ", 6/....., 6/12001694-0 για ευρώ 19.975,50, και 7/..... για ευρώ 19.075, πληρωτέες παρά της ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΕ σε διαταγή "ΤΥΡΟΚΟΜΙΚΗ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ ΑΕ", οι οποίες, ενώ εμφανίστηκαν εμπρόθεσμα στις πληρώτριες Τράπεζες, στις 15/2/2002, 15/2/2002, 14/2/2002, 14/2/2002, 14/2/2002, 15/2/2002 και 14/2/2002 αντίστοιχα, δεν πληρώθηκαν ελλείψει αντικρίσματος". Όμως ούτε στο σκεπτικό ούτε και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι δεν είχε στην πληρώτρια Τράπεζα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά τον χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής των παραπάνω επιταγών. Γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, οπότε παρέλκει η έρευνα και του δεύτερου λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί προς νέα συζήτηση η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3.306/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Νόμος περί επιταγής. Αναιρείται η απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρεται σ’ αυτή ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Τραπεζική επιταγή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1740/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βικέντιο Χαριτάτο - Τυπάλδο, περί αναιρέσεως της 392/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1238/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, η διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ορίζει ότι "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη" Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον εισαγγελέα εφέσεως κατ' αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου αυτού μέσου. Γίνεται πλέον φανερό ότι ο νομοθέτης δεν αρκείται στην τυπική επίκληση ως λόγου εφέσεως της κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων, αλλά αξιώνει από τον εισαγγελέα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση του λόγου εφέσεως, στον οποίο πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Αν, παρά ταύτα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετάσει την ουσία της υποθέσεως, αν και δεν υπήρχε αιτιολογία στην έκθεση εφέσεως, και εκδώσει καταδικαστική απόφαση σε βάρος του κατηγορουμένου, υπερβαίνει την εξουσία του και η απόφασή του είναι αναιρετέα, για θετική υπέρβαση εξουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε, δέχτηκε τυπικά την έφεση της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Βέροιας κατά της με αριθμό 2.184/2005 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας και στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ένοχο πλαστογραφίας με χρήση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Στην 209/2005 έκθεση εφέσεως της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Βεροίας, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την εξέταση του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, αναφέρεται ότι η παραπάνω Εισαγγελεύς δήλωσε ότι "εκκαλεί σήμερα σύμφωνα με το άρθρο 489 Κ.Π.Δ. στο Εφετείο Θεσσαλονίκης την υπ' αρ. 2184/14.10.2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας, με την οποία, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος Χ1 για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση, ενώ, κατ' ορθή εκτίμηση αυτών, έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτόν πράξης της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και να του επιβληθεί η ανάλογη ποινή, καθ' όσον, όπως προέκυψε από την ακροαματική διαδικασία και δη από τις μαρτυρικές καταθέσεις της εκκαλούσας Ψ1, του Γ1, Υποδιευθυντή της Τράπεζας Πειραιώς, του Γ2 και της Γ3, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο κατηγορούμενος Χ1, κατά το χρονικό διάστημα από 25.1.2000 έως 30.8.2000, νόθευσε έγγραφα, κάνοντας και χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων. Ειδικότερα, παρέλαβε από την Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης μπλοκ επιταγών στο όνομα της εγκαλούσας Ψ1 και συμπλήρωσε εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεσή της τα στοιχεία των υπ' αριθμ. ...., ..., ...., ...., ...., ....., ...., ....., ...., ...., ...., ...., ....., ...., ....., ...., ....., ....., ....., ...., ... και .... επιταγών, θέτοντας στη θέση του ποσού αντίστοιχα τα παρακάτω ποσά, σε δραχμές 6.000.000, 4.000.000, 4.400.000, 5.000.000, 5.150.000, 5.000.000, 5.000.000, 3.300.000, 5.000.000, 3.000.000, 4.500.000, 3.500.000, 4.310.000, 2.000.000, 5.000.000, 5.955.394, 3.000.000, 5.000.000, 6.000.000, 4.500.000, 5.500.000 και 2.000.000 αντίστοιχα, στη θέση του εις διαταγή δικαιούχου το όνομα Χ1 και στη θέση του εκδότη το όνομα της εγκαλούσας Ψ1 και κατ' απομίμηση την υπογραφή της εγκαλούσας και την σφραγίδα της και στη συνέχεια τις χρησιμοποίησε περαιτέρω για την κάλυψη οφειλών του ιδίου και της επιχείρησής του. Η έφεση αυτή της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Βεροίας είναι παραδεκτή, διότι περιέχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτεί ο νόμος (άρθρο 486 παρ. 3 ΚΠΔ), αφού εκτίθενται σ' αυτήν οι συγκεκριμένες πλημμέλειες της αθωωτικής αποφάσεως, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και από ποια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία δικαιολογείται η άσκηση της εφέσεως, το γεγονός δε ότι στην αρχή της εφέσεως προσδιορίζεται ως δικαστήριο, στο οποίο αυτή απευθύνεται, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, χωρίς να αναφέρεται αν πρόκειται για το Τριμελές ή Πενταμελές Εφετείο, συνιστά προδήλως γραφική παραδρομή της Εισαγγελέως, η οποία δεν επάγεται ακυρότητα ή απαράδεκτο του ως άνω ένδικου μέσου και είναι χωρίς έννομη επιρροή, διότι η έκθεση που συντάσσεται για την άσκηση της εφέσεως αρκεί να περιλαμβάνει τη δήλωση ότι ασκείται έφεση και τους λόγους της, ο δε εκκαλών δεν υποχρεούται να προσδιορίσει το αρμόδιο για την εκδίκαση της εφέσεως δικαστήριο.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Δικαστήριο που την εξέδωσε υπερέβη την εξουσία του, επειδή, δέχτηκε την έφεση της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών κατά της πρωτόδικης αθωωτικής αποφάσεως κατ' ουσίαν και κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για πλαστογραφία με χρήση, ενώ αυτή ήταν αναιτιολόγητη και έπρεπε να την απορρίψει, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ. 3 του ΚΠΔ, ως απαράδεκτη, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλου σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και ο σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από τον νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί και η παράδοση, ως και η αποστολή του πλαστού εγγράφου σε τρίτους, ανεξαρτήτως αν αυτό έγινε με αμοιβή ή όχι, για να παραπλανηθεί άλλος με τη χρήση του σε γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, πρέπει να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους, έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η συμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, το οποίο περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 392/2007 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο), δέχθηκε, κατά πλειοψηφία, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση, όπως ειδικότερα περιγράφεται στο διατακτικό και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος και η μηνύτρια ήταν σύζυγοι. Αυτός δε, κατά τη διάρκεια του γάμου του, που λύθηκε ήδη, διατηρούσε και λειτουργούσε δύο καταστήματα, το ένα εκ των οποίων στο όνομα της εγκαλούσας. Κατά το χρονικό διάστημα από το καλοκαίρι 1999 έως αρχές Ιανουαρίου 2000 μετέβη στην Τράπεζα Πειραιώς, υποκατάστημα Βέροιας και, αφού άνοιξε λογαριασμό επιταγών στο όνομα της εγκαλούσας, παρέλαβε ένα μπλοκ επιταγών αυτής, χωρίς όμως η εγκαλούσα να είναι ενήμερη και να συναινεί προς τούτο. Ακολούθως με πρόθεση και με σκοπό να παραπλανήσει άλλον για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, νόθευσε, κατά το χρονικό διάστημα από 25.1.2000 έως 30.8.2000, είκοσι δύο (22) στελέχη του ανωτέρω μπλοκ επιταγών της εγκαλούσας, συμπληρώνοντας τα στοιχεία των επιταγών με αριθμούς ..., ...., ...., ...., ...., ...., ...., ..., ..., ...., ...., ...., ...., ...., ...., ...., ...., ...., ...., ...., .... και ..... και ειδικότερα, θέτοντας σε καθεμία εκ των επιταγών αυτών στην ένδειξη ''ποσό'' σε δραχμές ανέγραψε τα κάτωθι ποσά: 6.000.000, 4.000.000, 4.400.000, 5.000.000, 5.150.000, 5.000.000, 5.000.000, 3.300.000, 5.000.000, 3.000.000, 4.500.000, 3.500.000, 4.310.000, 2.000.000, 5.000.000, 5.955.394, 3.000.000, 5.000.000, 6.000.000, 4.500.000, 5.500.000 και 2.000.000 αντίστοιχα. Στην ένδειξη δε ''σε διαταγή'' ανέγραψε το όνομά του Χ1, ενώ στη θέση του ''εκδότη'' τοποθέτησε σφραγίδα με το ονοματεπώνυμο της εγκαλούσας και έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της, χωρίς να υπάρχει συναίνεση της ίδιας προς τούτο, αλλά ούτε και μεταγενέστερη έγκριση αυτής, δεδομένου ότι, από το καλοκαίρι του έτους 1999, επήλθε διατάραξη του συζυγικού τους δεσμού, που τους οδήγησε σε διάσταση και τελικά στην αμετάκλητη λύση του γάμου τους. Στη συνέχεια έθεσε αυτός σε κυκλοφορία τις εν λόγω επιταγές, προκειμένου να καλύψει οφειλές του ιδίου και της επιχείρησής του. Οι επιταγές αυτές κατ' αρχήν δεν πληρώθηκαν και σφραγίσθηκαν με αποτέλεσμα η εγκαλούσα να καταχωρηθεί στον ''Τειρεσία''. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν ανενδοίαστα από τις καταθέσεις των μαρτύρων και ειδικότερα αυτής του μάρτυρα κατηγορίας Γ1, υπαλλήλου της πληρώτριας Τράπεζας, ο οποίος χαρακτηριστικά αναφέρει ότι ο λογαριασμός των επιταγών ανοίχθηκε από τον κατηγορούμενο στο όνομα της συζύγου του (εγκαλούσας), με την υπόσχεση απ' αυτόν ότι η σύζυγός του θα πήγαινε στην Τράπεζα να υπογράψει για την έκδοση του μπλοκ επιταγών εκ των οποίων και οι επίμαχες, χωρίς όμως ποτέ η σύζυγός του να μεταβεί στην Τράπεζα αυτή. Και αυτής (κατάθεσης) της εγκαλούσας, ότι, από το καλοκαίρι του 1999, είχαν προβλήματα στην συζυγική τους σχέση, και ότι οι επιταγές αυτές εκδόθηκαν από τον κατηγορούμενο χωρίς την προς τούτο εντολή αυτής, κατάθεση η οποία ενισχύεται από τα έγγραφα της δικογραφίας, καθώς και από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Γ2, ο οποίος αναφέρει ότι η εγκαλούσα έμαθε για τις επιταγές αυτές όταν ειδοποιήθηκε από την Τράπεζα για την μη πληρωμή μίας εξ αυτών και δεν ανατρέπεται από κάποιο αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο. Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, την οποία εφάρμοσε σωστά, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, αφού τα δεκτά γενόμενα ως άνω περιστατικά συνιστούν νόθευση γνήσιων εγγράφων, με τη χρήση των οποίων μπορούσε να παραπλανηθεί άλλος περί του ότι οι παραπάνω επιταγές ήσαν γνήσιες και βάσει αυτών ο κατηγορούμενος δικαιούνταν να εισπράξει τα αναγραφόμενα σ' αυτές χρηματικά ποσά, ενώ, εξάλλου, έγινε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων από τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι η θέση των επιταγών σε κυκλοφορία έγινε με δόλο για να χρησιμοποιηθούν αυτές προς παραπλάνηση άλλων τρίτων προσώπων. Περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογείται επαρκώς αφενός μεν ο δόλος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στην τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξεως και δη η γνώση της πλαστότητας των νοθευμένων πλαστών εγγράφων και αφετέρου ο σκοπός του να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους ως προς τα προαναφερόμενα γεγονότα. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της παραπάνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, πρέπει, να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ, καθ' ό μέρος, οι λόγοι αυτοί αφορούν σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, σε παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και σε παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, είναι απαράδεκτοι, διότι πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. ΚΠοινΔ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 34/2.7.2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 392/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (Πλημμελημάτων). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία μετά χρήσεως του πλαστού εγγράφου και απόρριψη των λόγων αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία.
| 0
|
Αριθμός 1737/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αργυρούλη Ευάγγελο, περί αναιρέσεως της 12957/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18.12.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 104.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 1 του Α.Ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές κάθε εργοδότης ή διευθυντής η επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης και της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από τον νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του νόμου 3.198/1995, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στον δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σε αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από τον νόμο ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διατάξεως του Α.Ν. 690/1945, για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προαναφερομένων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κ.λ.π.), ο χρόνος επί τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και για έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο εργοδότη αποδοχές στον εργαζόμενο, αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή από συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση ή από τον νόμο ή από το έθιμο, σε περίπτωση δε μερικότερων πράξεων, να προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα ποσά που οφείλονται για κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις, εφόσον για μερικές από αυτές προκύπτει ζήτημα παραγραφής. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 12.957/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση του πιο πάνω αναγκαστικού νόμου σε συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών και δέκα ημερών, το δε Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική αυτή κρίση, δέχθηκε, αναφέροντας και τα αποδεικτικά μέσα, τα εξής, τα οποία περιέχονται στο σκεπτικό, που παραδεκτώς συμπληρώνεται με το διατακτικό της αποφάσεως: "Αποδείχθηκε ότι, στη ..., το καλοκαίρι του 2004, ως εργοδότης και δη ως υπεύθυνος επιχείρησης γενικών καθαρισμών με έδρα ... - Ιωάννινα, η οποία είχε αναλάβει τον καθαρισμό των χώρων του Λιμένα Θεσσαλονίκης, δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα, δηλαδή μέχρι και την παραπάνω χρονολογία, σε αυτούς που απασχολήθηκαν από αυτόν με μισθό, τις οφειλόμενες από τη σχέση εργασίας αποδοχές και χορηγίες που καθορίστηκαν από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, αφενός και τον Α.Ν. 539/45 "περί αδείας", αφετέρου και συγκεκριμένα δεν κατέβαλε στους αναφερόμενους λεπτομερώς στο διατακτικό 23 εργαζόμενους (δεν οφείλει πλέον στους Α και Β), το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο με το παρόν σκεπτικό, που απασχολήθηκαν ως καθαριστές στους χώρους του Λιμένα Θεσσαλονίκης, τα αναφερόμενα αναλυτικώς στο διατακτικό οφειλόμενα στον καθένα ποσά, το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο με το παρόν σκεπτικό, που προέρχονται από αποδοχές άδειας έτους 2004, συνολικού ποσού 14.596, 83 ευρώ. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, να του αναγνωριστεί όμως το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων (αρθρ. 84 παρ. 2 ΠΚ) αφού, όπως προέκυψε, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα". Με αυτά τα δεδομένα, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της παραβάσεως του άρθρου 1 του αναγκαστικού νόμου 690/1945 και επέβαλε σ' αυτόν την παραπάνω συνολική ποινή, την οποία ανέστειλε επί μία τριετία. Όμως, με τις παραδοχές αυτές, το ως άνω Δικαστήριο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. διότι δεν καθορίζεται ο χρόνος που απασχολήθηκαν οι αναφερόμενοι εργαζόμενοι, ώστε να κριθεί εάν δικαιούται ο καθένας το μη καταβληθέν επίδομα αδείας. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, οπότε παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, ως αλυσιτελής, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 12.957/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
ΑΝ 690/1945. Αναιρείται η καταδικαστική απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρεται σ’ αυτή ο χρόνος απασχολήσεως των εργαζομένων ώστε να κριθεί εάν καθένας απ’ αυτούς δικαιούται να λάβει επίδομα αδείας.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1736/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 3310/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Απριλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 745/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 349/2-10-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ.1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθ. 98/23-4-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ' αριθ. 3310/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα:
1.Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθ. 2319/2005 βούλευμά του παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ1 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, άνω των 73.000 Ευρώ, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου. Εναντίον του παραπάνω βουλεύματος ο παραπεμφθείς αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με το υπ' αριθ. 3310/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και τον αντίκλητό του την 12-4-2007, με θυροκόλληση, σύμφωνα με τις επιταγές των διατάξεων των άρθρων 155 παρ. 2 και 273 Κ.Π.Δ., η δε αίτηση ασκήθηκε την 23η Απριλίου 2007, ημέρα Δευτέρα, αυτοπροσώπως από τον ίδιο ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον η υπ' αριθ. 98/23-4-2007 έκθεση, όπου διατυπώνονται αναλυτικώς οι λόγοι, για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 Π.Χρ., όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 14 παρ. 3, Ν. 2721/1999, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3, Ν. 2721/1999 προστέθηκε στην παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου 375 εδάφιο, κατά το οποίο "αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, και στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 375 εδάφιο, κατά το οποίο "αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγουμένου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τις 73.000 Ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίσταση". Με τη νέα αυτή ρύθμιση καθιερώθηκαν δύο μορφές κακουργηματικού χαρακτήρα της υπεξαιρέσεως (έναντι μίας του προηγούμενου δικαίου), η πρώτη όταν και μόνο η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ και η δεύτερη όταν το συνολικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και συντρέχει παράλληλα μια από τις αναφερόμενες πλέον περιοριστικές έξι περιπτώσεις καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ενώ η συνδρομή στην τελευταία περίπτωση και συνολικής αξίας του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως μεγαλύτερης των 73.000 Ευρώ, συνιστά επιβαρυντική περίσταση (Α.Π. 347/2006). Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει περαιτέρω ότι για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτείται, αντικειμενικώς: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι αυτό, ολικά ή εν μέρει, ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νομίμου δικαιολογητικού λόγου, ε) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και, επιπλέον, να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικές στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου, ή, ανεξαρτήτως αυτών, αν η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη θέληση ή αποδοχή του δράστη να ενσωματώσει το ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα στην περιουσία του, που καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, με την οποία εκδηλώνεται η πρόθεσή του αυτή. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαιρέσεως καθίσταται και ο εντολοδόχος, ο οποίος, κατά τα άρθρα 713 και 719 Α.Κ., έχει την υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση, νομικής ή υλικής φύσεως, που του ανατέθηκε από τον εντολέα και αρνείται να αποδώσει στον τελευταίο το ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας κινητό πράγμα, που αυτός του εμπιστεύθηκε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων, τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται σε μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές, είτε με κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό. Τέλος το έγκλημα της υπεξαιρέσεως θεωρείται τετελεσμένο αφότου ο υπαίτιος επιχείρησε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, με την οποία εκδηλώνεται και εξωτερικεύεται η χωρίς δικαίωμα ιδιοποίηση του ξένου κινητού πράγματος (Α.Π. 1882/2006, Α.Π. 1571/2006, Α.Π. 1364/2006, Α.Π. 960/2006, Α.Π. 825/2006).
3. To παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 544/2005 ΠΧ ΝΣΤ 19, ΑΠ 114/2004 ΠΧ ΝΒ'29), β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 286/2006 ΠΧ ΝΣΤ'819, ΑΠ 345/2006 ΠΧ ΝΣΤ' 829). Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 1071/2005 ΠΧ ΝΣΤ 135, ΑΠ 1364/2006).
Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση) καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης (Α.Π. 1074/2006).
4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, έκρινε, με επιτρεπτή εξ' ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, την απολογία του κατηγορουμένου και τα έγγραφα, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Ο εκκαλών Χ1 διατηρεί κατάστημα εμπορίας αυτοκινήτων ταξί στην Αθήνα και επί της οδού ..... αριθ. ..... Ο εγκαλών Ψ1, ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης ενός ΤΑΞΙ με αριθμό κυκλοφορίας ..., μάρκας ASTRA GL, με αριθμό πλαισίου ......και αριθμό κινητήρα ......., καθώς και της άδειας κυκλοφορίας αυτού, επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο στο ανωτέρω κατάστημά του την 11-12-2002 με σκοπό να πωλήσει το παραπάνω ΤΑΞΙ. Προς τούτο υπέγραψαν αμφότεροι το από ...... ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου συμφωνήθηκε μεταξύ τους η πώληση από τον εγκαλούντα στον κατηγορούμενο του ανωτέρω ΤΑΞΙ αντί του συνολικού τιμήματος των 107.116 Ευρώ. Από το ποσό αυτό 2.116 Ευρώ καταβλήθηκε από τον τελευταίο στον μηνυτή ως αρραβώνας, το δε υπόλοιπο ποσό 105.000 Ευρώ συμφωνήθηκε να του καταβληθεί με την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης, το οποίο δεσμεύθηκε ο εκκαλών να υπογραφεί μέχρι την 15/1/2003.
Σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας ο εγκαλών προέβη στη σύνταξη του υπ' αριθ........ πληρεξουσίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου, Ευθυμίας Μαστραποστόλη-Κουσαή, με το οποίο χορήγησε στον κατηγορούμενο, την πληρεξουσιότητα και εντολή να πωλήσει για λογαριασμό του σε οποιονδήποτε τρίτο ή στον εαυτό του ακόμη, με αυτοσύμβαση, το ανωτέρω TAXI. Δυνάμει του προαναφερόμενου πληρεξουσίου ο κατηγορούμενος ενεργώντας ως ειδικός πληρεξούσιος, εντολοδόχος και αντιπρόσωπος του εγκαλούντα, στις 14/1/2003 προέβη στην πώληση και μεταβίβαση του ανωτέρω αυτοκινήτου, καθώς και της άδειας κυκλοφορίας του προς τους Γ1 και Γ2, κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου στον καθένα και συντάχθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. ....... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Ζόγκαρη-Νούση. Την ίδια ημέρα δε ο κατηγορούμενος παρέδωσε στους ανωτέρω αγοραστές το εν λόγω όχημα, οι δε τελευταίοι κατέβαλαν σ' αυτόν το συμφωνηθέν τίμημα. Όμως για την ως άνω συντελεσθείσα μεταβίβαση ο κατηγορούμενος ουδόλως ενημέρωσε τον εγκαλούντα και δεν κατέβαλε σ' αυτόν το τίμημα που έλαβε για λογαριασμό του. Σε επανειλημμένες τηλεφωνικές δε επαφές που είχε ο τελευταίος με τον κατηγορούμενο, αυτός τον διαβεβαίωνε ότι δεν είχε βρει αγοραστή για να μεταβιβάσει το ανωτέρω αυτοκίνητο του. Στις 17/2/2003 ο εγκαλών επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο στο προαναφερόμενο κατάστημα του, ότε για πρώτη φορά αποκάλυψε ο τελευταίος σ' αυτόν (εγκαλούντα) ότι το TAXI είχε μεταβιβασθεί, αλλά αδυνατούσε να του καταβάλει το συμφωνηθέν τίμημα, διότι βρισκόταν σε δυσχερή οικονομική κατάσταση. Στη Συνέχεια και δη στις 28/2/2003, κατόπιν συνεχών πιέσεων του εγκαλούντα, αναγκάσθηκε ο κατηγορούμενος να υπογράψει με αυτόν νέο ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να του καταβάλει μέχρι την 24/3/2003, το οφειλόμενο ποσό των 105.000 ευρώ, καθώς επίσης και το ποσό των 3.000 ευρώ ως αποζημίωση για τα εισοδήματα που απώλεσε για το χρονικό διάστημα που στερήθηκε ο εγκαλών τη χρήση του TAXI μέχρι την αποπληρωμή του πιστούμενου τιμήματος. Ο κατηγορούμενος στα πλαίσια της ανωτέρω συμφωνίας παραχώρησε στον εγκαλούντα ως εγγύηση για την καταβολή του ανωτέρω ποσού των 108.000 ευρώ τρεις επιταγές και δη: α) τη με αριθ. .... μεταχρονολογημένη της Πανελλήνιας τράπεζας, ποσού 30.000 ευρώ με ημερομηνία 15/4/2003 β) τη με αριθμό......μεταχρονολογημένη της ίδιας ως άνω τράπεζας ποσού 54.000 ευρώ, με ημερομηνία 23/9/2003 γ) τη με αριθ. ..... μεταχρονολογημένη, της ίδιας επίσης τράπεζας, ποσού 8.000 ευρώ, με ημερομηνία 23-9-2003 και δ) τη με αριθμ. ..... επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας, μεταχρονολογημένη, με ημερομηνία 23/9/2003, ποσού 16.000 ευρώ. Συμφωνήθηκε δε μεταξύ τους οι ανωτέρω επιταγές να παραμείνουν στην κατοχή του εγκαλούντα ως εγγύηση για την καταβολή του οφειλόμενου τιμήματος και να επιστραφούν την 24/3/2003 με την εμπρόθεσμη και προσήκουσα καταβολή αυτού. Παράλληλα δε συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση που δεν καταβληθεί το ανωτέρω ποσό στον εγκαλούντα μέχρι την 24/3/2003 ο τελευταίος δικαιούται την είσπραξη των επιταγών αυτών με κάθε νόμιμο τρόπο, όχι όμως ότι θα μπορούσε να εμφανίσει αυτές προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα πριν τη φερομένη ως ημερομηνία εκδόσεως τους. Επειδή όμως παρήλθε η συμφωνηθείσα ημερομηνία καταβολής, του ανωτέρω τιμήματος και δη η 24/3/2003, χωρίς να καταβάλει αυτό ο κατηγορούμενος στον εγκαλούντα, ο τελευταίος εμφάνισε την 15/4/03 στην τράπεζα τη με αριθ. ..... επιταγή ποσού 30.000 Ευρώ, καθώς και τη με αριθμό .... επιταγή, ποσού 16.000 Ευρώ, πριν από την ημερομηνία εκδόσεως της τελευταίας. Έτσι με την εμφάνιση των ως άνω δύο επιταγών ο εγκαλών εισέπραξε το συνολικό ποσό των 46.000 ευρώ, ενώ η με αριθ. ..... επιταγή, ποσού 54.000 ευρώ και η με αριθ. ...... επιταγή, ποσού 8.000 ευρώ, δεν πληρώθηκαν, διότι ανακλήθηκαν την 16/5/2003 από τον εκδότη τους, αν και υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια.
Ο κατηγορούμενος κατά την απολογία του στον Ανακριτή αρνείται τη σε βάρος του κατηγορία και διατείνεται ότι ελλείπει στο πρόσωπο του το στοιχείο της δόλιας προαίρεσης να ενσωματώσει στην περιουσία του το ανωτέρω ποσό των 105.000 ευρώ και ότι ενημέρωσε αμέσως τον εγκαλούντα για την πώληση του TAXI και για τούτο υπεγράφη μεταξύ τους το από .... συμφωνητικό, βάσει του οποίου του μεταβίβασε τις προαναφερόμενες τέσσερεις επιταγές, τις οποίες όμως ο εγκαλών εμφάνισε πριν την ημερομηνία εκδόσεως τους, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων και εξ αιτίας αυτού του λόγου ανακλήθηκαν οι προαναφερόμενες λοιπές δύο επιταγές, ποσού 54.000 και 8.000 ευρώ αντίστοιχα, ενώ ο ίδιος πίστευε ότι είχε εξοφληθεί πλήρως η οφειλή του.
'Ομως η δόλια προαίρεση του κατηγορουμένου, σαφώς συνάγεται από το γεγονός ότι, ενώ είχε πωλήσει στους παραπάνω αγοραστές το TAXI από την 14/1/2003 και ενώ ωχλήθηκε κατ' επανάληψη από τον εγκαλούντα να του αποδώσει το απολειπόμενο τίμημα των 105.000 ευρώ, παρά ταύτα αυτός δεν ενημέρωσε προς τούτο τον τελευταίο και αρνείτο ότι είχε προβεί στην πώληση του, γεγονός που αναγκάσθηκε να ομολογήσει περί τα μέσα Φεβρουαρίου του έτους 2003, παρουσία της ξαδέλφης του εγκαλούντα, Ζ1. Η πρόθεση δε ιδιοποίησης του ανωτέρω ποσού από τον κατηγορούμενο εκδηλώθηκε από την ημέρα πώλησης του ανωτέρω οχήματος στις 14/1/2003, ότε παρέλειψε ως όφειλε, να ενημερώσει τον εντολέα του σχετικά με την πώληση αυτού και ενθυλάκωσε στην περιουσία του το εισπραχθέν τίμημα. Η παράλειψη του αυτή να ενημερώσει αμέσως τον εγκαλούντα περί της πωλήσεως του εν λόγω αυτοκινήτου καθιστά ακριβώς εμφανή την πρόθεση του να ενσωματώσει το εισπραχθέν τίμημα πωλήσεως, στην περιουσία του, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τη μετέπειτα συμπεριφορά του που συνίσταται, παρά τις συνεχείς ενοχλήσεις και πιέσεις του εγκαλούντα, στην απόκρυψη από αυτόν της πώλησης του ανωτέρω οχήματος. Συνεπώς ως χρόνος τέλεσης, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, της εν λόγω πράξεως είναι η 14/1/2003 και όχι αυτός της 24/3/2003, όπως αναφέρεται στο εκκαλούμενο βούλευμα, το οποίο συμπληρώθηκε ως προς το χρόνο τέλεσης της πράξης αυτής με το υπ' αριθ. 2649/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών χωρίς η μεταβολή αυτή, ως προς το χρόνο τέλεσης να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, αφού τούτο δεν επιδρά επί της παραγραφής.
Αντίθετα οι ρυθμίσεις που επακολούθησαν στη συνέχεια προς τακτοποίηση της οφειλής του κατηγορουμένου προς τον εγκαλούντα, εκτός του ότι δεν είχαν ως αποτέλεσμα την απόδοση του εισπραχθέντος τιμήματος πώλησης στον εγκαλούντα, δεν αποδυναμώνουν την κατηγορία, αφού ήδη ο εκκαλών είχε εκδηλώσει, όπως προαναφέραμε, την πρόθεση ιδιοποίησης του εν λόγω ποσού και είχε ήδη παράνομα ενσωματώσει αυτό στην περιουσία του. Ούτε βεβαίως είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι υπάρχει εν προκειμένω μερική εξάλειψη του αξιοποίνου κατά το ποσό των 46.000 ευρώ, που εισέπραξε ο εγκαλών με τις δύο ως άνω επιταγές, ώστε να τύχει εφαρμογής το άρθρο 379§1 ΠΚ σύμφωνα με το οποίο "Το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαίρεσης εξαλείφεται αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν ακόμη εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς το ζημιωμένο. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως της υπεξαίρεσης λόγω εμπράκτου μετανοίας, που ισχύει ακόμη και για την κακουργηματική υπεξαίρεση, δεν αρκεί μόνο η ικανοποίηση (ακόμη και μερική) εκείνου που ζημιώθηκε από την πράξη αυτή, προτού εξετασθεί ο υπαίτιος από τις αρχές, όπως εν προκειμένω, αλλά απαιτείται επί πλέον, η ικανοποίηση αυτή να έγινε με την ελεύθερη θέληση του ίδιου του δράστη, δηλαδή εκουσίως και αυθορμήτως και να μην προκλήθηκε από εξωτερικά και ανεξάρτητα της βουλήσεως του αίτια. Στην προκειμένη περίπτωση η είσπραξη του ανωτέρω ποσού από τον εγκαλούντα έγινε αυτοβούλως και χωρίς την ελεύθερη βούληση του κατηγορουμένου, ο οποίος αναγκάσθηκε μετά τις συνεχείς πιέσεις του πρώτου (εγκαλούντα) και υπό το βάρος της επικείμενης καταμηνύσεώς του και της σχεδόν βεβαίας καταδίκης του να υπογράψει το από ..... ιδιωτικό συμφωνητικό δυνάμει του οποίου μετεβίβασε δι' οπισθογραφήσεως τις ανωτέρω επιταγές.
Επομένως η μερική ως άνω ικανοποίηση του μηνυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μερική εξάλειψη του αξιοποίνου κατά το αντίστοιχο μέρος αυτής του ποσού των 46.000 ευρώ, πολύ δε περισσότερο να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι πίστευε ότι εξοφλήθηκε πλήρως η απαίτηση του εγκαλούντα, αφού, όπως προαναφέραμε, οι δύο ως άνω τελευταίες επιταγές ανακλήθηκαν από τον εκδότη τους.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, το οποίο είχε εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, η οποία θεμελιώνεται κατά την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση και τιμωρείται και προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 26§1α, 27§1, 375§2 περ. α-β σε συνδ. με άρθρο 375§ 1 β ΠΚ, όπως η παράγραφος 2 του άρθρου 375 τροποπ. με άρθρο 1 § 1 Ν. 2408/96 και προστέθηκε σ' αυτήν εδάφιο β με το άρθρο 14§3 του Ν. 2721/99 και η οποία πράξη φέρεται ότι τελέσθηκε.
Συνεπώς οι υπό κρίση εφέσεις πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσία και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα με την παρατήρηση ότι πρέπει να απαλειφθεί στο διατακτικό του ανωτέρω βουλεύματος, όπως αυτό συμπληρώθηκε με το υπ' αριθ. 2649/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ο χρόνος που φέρεται ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος την πράξη αυτή και να τεθεί ως χρόνος τέλεσης αυτής η 14-1-2003, καθώς και να συμπληρωθεί ο τόπος τέλεσης της ίδιας πράξης που είναι η Αθήνα.
Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου Χ1 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ και το οποίο έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου.
Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διενεργηθείσα ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις οικίες ποινικές διώξεις των άρθρων 26, 27 και 375 παρ. 1 εδ.α' και 2 εδ. α και β' Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα στο προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ρητώς εκτίθεται ότι ο αναιρεσείων παραπέμπεται για την πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας υπερβαίνουσας τα 73.000 Ευρώ, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγο της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου. Αναλύεται δηλαδή με σαφήνεια ότι υφίσταται κακουργηματική υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, με την επιβαρυντική περίσταση ότι η αξία του αντικειμένου της υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ. Άλλωστε για αυτήν ακριβώς την πράξη παραπέμφθηκε και με το πρωτοβάθμιο υπ' αριθ. 2319/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπως αυτό καθαρά προκύπτει από το διατακτικό του. Για τον λόγο μάλιστα αυτό το ανωτέρω πρωτοβάθμιο βούλευμα επικυρώθηκε στο σύνολό του, αναφορικά με το είδος της αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως, με το προσβαλλόμενο βούλευμα.
Περαιτέρω για την πληρότητα της αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος αρκούσε η κατά το είδος τους αναφορά των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών για τον σχηματισμό της παραπεμπτικής κρίσεώς του και δεν ήταν αναγκαία η αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, ενώ, περαιτέρω, επιτρεπτώς το Συμβούλιο έκανε καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, και για τον λόγο αυτό είναι αβάσιμες οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ--------------------- Προτείνω:
Α) Να απορριφθεί η υπ' αριθ. 98/23-4-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ' αριθ. 3310/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών καιΒ) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 9 Μαΐου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 του Ποινικού Κώδικα, όπως ίσχυε, πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 14 παρ. 3 του Νόμου 2721/1999, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν πρόκειται για αντικείμενο, ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Νόμου 2721/1999, προστέθηκε στην παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου 375 εδάφιο, κατά το οποίο "αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών" και στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 375 εδάφιο, κατά το οποίο "αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγουμένου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τις 73.000 ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίσταση". Με τη νέα αυτή ρύθμιση, καθιερώθηκαν δύο μορφές κακουργηματικού χαρακτήρα της υπεξαιρέσεως (έναντι μίας του προηγούμενου δικαίου), η πρώτη όταν και μόνο η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και η δεύτερη όταν το συνολικό αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και συντρέχει παράλληλα μία από τις αναφερόμενες πλέον περιοριστικώς έξι περιπτώσεις καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ενώ η συνδρομή στην τελευταία περίπτωση και συνολικής αξίας του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως μεγαλύτερης των 73.000 ευρώ, συνιστά επιβαρυντική περίσταση. Από τις ίδιες παραπάνω διατάξεις, προκύπτει επίσης ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτείται αντικειμενικώς: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι αυτό ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, ε) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και, επί πλέον να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικές στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου, ή, ανεξαρτήτως αυτών, αν η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη θέληση ή αποδοχή του δράστη να ενσωματώσει το ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα στην περιουσία του, που καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, με την οποία εκδηλώνεται η πρόθεση του αυτή. επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαιρέσεως καθίσταται και ο εντολοδόχος, ο οποίος, κατά τα άρθρα 713 και 719 του Αστικού Κώδικα, έχει την υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση, νομικής ή υλικής φύσεως, που του ανατέθηκε από τον εντολέα και αρνείται να αποδώσει στον τελευταίο το ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας κινητό πράγμα, που αυτός του εμπιστεύθηκε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων, τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται σε μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές, είτε με κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό. Τέλος, το έγκλημα της υπεξαιρέσεως θεωρείται τελεσμένο, από τότε που ο υπαίτιος επιχείρησε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, με την οποία εκδηλώνεται και εξωτερικεύεται η χωρίς δικαίωμα ιδιοποίηση του ξένου κινητού πράγματος. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται το περιεχόμενο κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προκύπτει απ' αυτό, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθ' όσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Πρέπει επίσης να προσδιορίζονται οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία επιτρεπτώς γίνεται με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, καλύπτει δε η αναφορά αυτή και το στοιχείο της μνείας των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή. Είναι επίσης επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση) καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το βούλευμα, το οποίο αναιρεσιβάλλεται, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική και παραδεκτή αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει κατ' είδος, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών Χ1 διατηρεί κατάστημα εμπορίας αυτοκινήτων ταξί στην Αθήνα και επί της οδού ........ Ο εγκαλώνΨ1, ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης ΤΑΞΙ με αριθμό κυκλοφορίας ....., μάρκας ...., με αριθμό πλαισίου.......και αριθμό κινητήρα ....., καθώς και της άδειας κυκλοφορίας αυτού, επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο στο ανωτέρω κατάστημα του την 11.12.2002 με σκοπό να πωλήσει το παραπάνω ΤΑΞΙ. Προς τούτο υπέγραψαν αμφότεροι το από ...... ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου συμφωνήθηκε μεταξύ τους η πώληση από τον εγκαλούντα στον κατηγορούμενο του ανωτέρω ΤΑΞΙ αντί του συνολικού τιμήματος των 107.116 ευρώ. Από το ποσό αυτό, 2.116 ευρώ καταβλήθηκε από τον τελευταίο στον μηνυτή ως αρραβώνας, το δε υπόλοιπο ποσό 105.000 ευρώ συμφωνήθηκε να του καταβληθεί με την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης, το οποίο δεσμεύθηκε ο εκκαλών να υπογραφεί μέχρι την 15.1.2003. Σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας, ο εγκαλών προέβη στη σύνταξη του υπ' αριθ. ..... πληρεξουσίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου, Ευθυμίας Μαστραποστόλη - Κουσαή, με το οποίο χορήγησε στον κατηγορούμενο την πληρεξουσιότητα και εντολή να πωλήσει για λογαριασμό του σε οποιονδήποτε τρίτο ή στον εαυτό του ακόμη με αυτοσύμβαση, το ανωτέρω ΤΑΞΙ. Δυνάμει του προαναφερόμενου πληρεξουσίου, ο κατηγορούμενος, ενεργώντας ως ειδικός πληρεξούσιος, εντολοδόχος και αντιπρόσωπος του εγκαλούντα, στις 14.1.2003 προέβη στην πώληση και μεταβίβαση του ανωτέρω αυτοκινήτου, καθώς και της άδειας κυκλοφορίας του προς τους Γ1 και Γ2, κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου στον καθένα και συντάχθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. ....... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Ζόγκαρη - Νούση. Την ίδια ημέρα δε ο κατηγορούμενος παρέδωσε στους ανωτέρω αγοραστές το εν λόγω όχημα, οι δε τελευταίοι κατέβαλαν σ' αυτόν το τίμημα. Όμως για την ως άνω συντελεσθείσα μεταβίβαση ο κατηγορούμενος ουδόλως ενημέρωσε τον εγκαλούντα και δεν κατέβαλε σ' αυτόν το τίμημα που έλαβε για λογαριασμό του. Σε επανειλημμένες τηλεφωνικές δε επαφές που είχε ο τελευταίος με τον κατηγορούμενο, αυτός τον διαβεβαίωνε ότι δεν είχε βρει αγοραστή για να μεταβιβάσει το ανωτέρω αυτοκίνητο του. Στις 17.2.2003, ο εγκαλών επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο στο προαναφερόμενο κατάστημα του, όταν, για πρώτη φορά αποκάλυψε ο τελευταίος σ' αυτόν (εγκαλούντα) ότι το ΤΑΧΙ είχε μεταβιβασθεί, αλλά αδυνατούσε να του καταβάλει το συμφωνηθέν τίμημα, διότι βρισκόταν σε δυσχερή οικονομική κατάσταση. Στη συνέχεια και δη στις ....., κατόπιν συνεχών πιέσεων του εγκαλούντα, αναγκάσθηκε ο κατηγορούμενος να υπογράψει με αυτόν νέο ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο, ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να του καταβάλει, μέχρι την 24.3.2003, το οφειλόμενο ποσό των 105.000 ευρώ, καθώς επίσης και το ποσό των 3.000 ευρώ ως αποζημίωση για τα εισοδήματα που απώλεσε για το χρονικό διάστημα που στερήθηκε ο εγκαλών τη χρήση του ΤΑΧΙ μέχρι την αποπληρωμή του πιστούμενου τιμήματος.Ο κατηγορούμενος, στα πλαίσια της ανωτέρω συμφωνίας, παραχώρησε στον εγκαλούντα ως εγγύηση για την καταβολή του ανωτέρω ποσού των 108.000 ευρώ τρεις επιταγές και δη: α) τη με αριθ. .... μεταχρονολογημένη της Πανελλήνιας Τράπεζας, ποσού 30.000 ευρώ με ημερομηνία 15.4.2003 β) τη με αριθμό.... μεταχρονολογημένη της ίδιας ως άνω τράπεζας, ποσού 54.000 ευρώ, με ημερομηνία 23.9.2003 γ) τη με αριθ. .... μεταχρονολογημένη της ίδιας επίσης Τράπεζας, ποσού 8.000 ευρώ, με ημερομηνία 23.9.2003 και δ) τη με αριθ. ..... επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας, μεταχρονολογημένη με ημερομηνία 23.9.2003, ποσού 16.000 ευρώ. Συμφωνήθηκε δε μεταξύ τους, οι ανωτέρω επιταγές να παραμείνουν στην κατοχή του εγκαλούντα ως εγγύηση για την καταβολή του οφειλόμενου τιμήματος και να επιστραφούν την 24.3.2003 με την εμπρόθεσμη και προσήκουσα καταβολή αυτού. Παράλληλα δε συμφωνήθηκε ότι, σε περίπτωση. που δεν καταβληθεί το ανωτέρω ποσό στον εγκαλούντα μέχρι την 24.3.2003, ο τελευταίος δικαιούται την είσπραξη των επιταγών αυτών με κάθε νόμιμο τρόπο, όχι όμως ότι θα μπορούσε να εμφανίσει αυτές προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα πριν τη φερομένη ως ημερομηνία εκδόσεως τους. Επειδή όμως παρήλθε η συμφωνηθείσα ημερομηνία καταβολής του ανωτέρω τιμήματος και δη η 24.3.2003, χωρίς να καταβάλει αυτό ο κατηγορούμενος στον εγκαλούντα, ο τελευταίος εμφάνισε την 15.4.03 στην τράπεζα τη με αριθ. ... επιταγή, ποσού 30.000 ευρώ καθώς και τη με αριθμό .... επιταγή, ποσού 16.000 ευρώ, πριν από την ημερομηνία εκδόσεως της τελευταίας. Έτσι, με την εμφάνιση των ως άνω δύο επιταγών, ο εγκαλών εισέπραξε το συνολικό ποσό των 46.000 ευρώ, ενώ η με αριθμό ...... επιταγή, ποσού 54.000 ευρώ και η με αριθμό...... επιταγή, ποσού 8000 ευρώ δεν πληρώθηκαν, διότι ανακλήθηκαν την 16/5/2003 από τον εκδότη τους, αν και υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια. Ο κατηγορούμενος, με την απολογία του στον ανακριτή, αρνείται την σε βάρος του κατηγορία και διατείνεται ότι ελλείπει στο πρόσωπο του το στοιχείο της δόλιας προαίρεσης να ενσωματώσει στην περιουσία του το ανωτέρω ποσό των 105.000 ευρώ και ότι ενημέρωσε αμέσως τον εγκαλούντα για την πώληση του ταξί και για τούτο υπεγράφη μεταξύ τους το από ..... συμφωνητικό, βάσει του οποίου του μεταβίβασε τις προαναφερόμενες 4 επιταγές, τις οποίες όμως ο εγκαλών εμφάνισε πριν την ημερομηνία εκδόσεως τους, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων και εξ αιτίας αυτού του λόγου ανακλήθηκαν οι προαναφερόμενες λοιπές δύο επιταγές, ποσού 54.000 και 8000 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ ο ίδιος πίστευε ότι είχε εξοφληθεί πλήρως η οφειλή του. Όμως η δόλια προαίρεση του κατηγορουμένου, σαφώς συνάγεται από το γεγονός ότι, ενώ είχε πωλήσει στους παραπάνω αγοραστές το ταξί από την 14/1/2003 και ενώ οχλήθηκε κατ' επανάληψη από τον εγκαλούντα να του αποδώσει το απολειπόμενο τίμημα των 105.000 ευρώ, παρά ταύτα, αυτός δεν ενημέρωσε προς τούτο τον τελευταίο και αρνείτο ότι είχε προβεί στην πώληση του, γεγονός που αναγκάστηκε να ομολογήσει περί τα μέσα Φεβρουαρίου του έτους 2003, παρουσία της ξαδέρφης του εγκαλούντα Ζ1. Η πρόθεση δε ιδιοποίησης του ανωτέρω ποσού από τον κατηγορούμενο εκδηλώθηκε από την ημέρα πώλησης του ανωτέρω οχήματος, στις 14/1/2003, ότε παρέλειψε, ως μη όφειλε, να ενημερώσει τον εντολέα του σχετικά με την πώληση αυτού και ενθυλάκωσε στην περιουσία του το εισπραχθέν τίμημα. Η παράλειψη του αυτή να ενημερώσει αμέσως τον εγκαλούντα περί της πωλήσεως του εν λόγω αυτοκινήτου καθιστά ακριβώς εμφανή την πρόθεση του να ενσωματώσει το εισπραχθέν τίμημα πωλήσεως στην περιουσία του, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τη μετέπειτα συμπεριφορά του, που συνίσταται, παρά τις συνεχείς ενοχλήσεις και πιέσεις του εγκαλούντα, στην απόκρυψη από αυτόν της πώλησης του ανωτέρω οχήματος.
Συνεπώς, ως χρόνος τέλεσης, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, της εν λόγω πράξεως είναι η 14/1/2003 και όχι αυτός της 24/3/2003, όπως αναφέρεται στο εκκαλούμενο βούλευμα, το οποίο συμπληρώθηκε ως προς τον χρόνο τέλεσης της πράξης αυτής με το υπ' αριθ. 2649/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, χωρίς η μεταβολή αυτή, ως προς το χρόνο τέλεσης, να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, αφού τούτο δεν επιδρά επί της παραγραφής. Αντίθετα οι ρυθμίσεις που επακολούθησαν στη συνέχεια προς τακτοποίηση της οφειλής του κατηγορουμένου προς τον εγκαλούντα, εκτός του ότι δεν είχαν αποτέλεσμα την απόδοση του εισπραχθέντος τιμήματος πώλησης στον εγκαλούντα, δεν αποδυναμώνουν την κατηγορία, αφού ήδη ο εκκαλών είχε εκδηλώσει, όπως προαναφέραμε, και πρόθεση ιδιοποίησης του εν λόγω ποσού και είχε ήδη παράνομα ενσωματώσει αυτό στην περιουσία του. Ούτε βεβαίως είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι υπάρχει εν προκειμένω μερική εξάλειψη του αξιοποίνου κατά το ποσό των 46.000 €, που εισέπραξε ο εγκαλών με τις δύο ως άνω επιταγές, ώστε να τύχει εφαρμογής το άρθρο 379 παρ. 1 Π.Κ, σύμφωνα με το οποίο "το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαίρεσης εξαλείφεται αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν ακόμη εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς το ζητούμενο. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως της υπεξαίρεσης λόγω εμπράκτου μετανοίας, που ισχύει ακόμη και για την κακουργηματική υπεξαίρεση, δεν αρκεί μόνο η ικανοποίηση (ακόμη και μερική) εκείνου που ζημιώθηκε από την πράξη αυτή, προτού εξετασθεί ο υπαίτιος από τις αρχές, όπως εν προκειμένω, αλλά απαιτείται επιπλέον, η ικανοποίηση αυτή να έγινε με την ελεύθερη θέληση του ίδιου του δράστη, δηλαδή εκουσίως και αυθορμήτως και να μην προκλήθηκε από εξωτερικά και ανεξάρτητα της βουλήσεως του αιτία. Στην προκειμένη περίπτωση η είσπραξη του ανωτέρω ποσού από τον εγκαλούντα έγινε αυτοβούλως και χωρίς την ελεύθερη βούληση του κατηγορουμένου, ο οποίος αναγκάστηκε, μετά τις συνεχείς πιέσεις του πρώτου (εγκαλούντα) και υπό το βάρος της επικείμενης καταμηνύσεώς του και της σχεδόν βεβαίας καταδίκης του να υπογράψει το από .... ιδιωτικό συμφωνητικό δυνάμει του οποίου μετεβίβασε δι' οπισθογραφήσεως τις ανωτέρω επιταγές. Επομένως η μερική ως άνω ικανοποίηση του μηνυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μερική εξάλειψη του αξιοποίνου, κατά το αντίστοιχο μέρος αυτής, του ποσού των 46.000 €, πολύ δε περισσότερο να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι πίστευε ότι εξοφλήθηκε πλήρως η απαίτηση του εγκαλούντα, αφού, όπως προαναφέραμε, οι δύο ως άνω τελευταίες επιταγές ανακλήθηκαν από τον εκδότη τους. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €, το οποίο είχε εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, η οποία θεμελιώνεται κατά την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση και τιμωρείται και προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 375 παρ. 2 περ. α - β σε συνδυασμό με άρθρο 375 παρ. 1 β Π.Κ., όπως η παράγραφος 2 του άρθρου 375 τροποπ. με άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 2408/96 και προστέθηκε σε αυτήν εδάφιο β με το άρθρο 14 παρ. 3 του Ν. 2721/99 και η οποία πράξη φέρεται ότι τελέστηκε.
Συνεπώς οι υπό κρίση εφέσεις πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσία και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα, με την παρατήρηση ότι πρέπει να απαλειφθεί στο διατακτικό του ανωτέρω βουλεύματος, όπως αυτό συμπληρώθηκε με το υπ' αριθ. 2649/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ο χρόνος που φέρεται ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος την πράξη αυτή και να τεθεί ως χρόνος τέλεσης αυτής η 14/1/2003, καθώς και να συμπληρωθεί ο τόπος τέλεσης της ίδιας πράξης που είναι η Αθήνα. Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ1 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 € και το οποίο έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, απορρίπτοντας στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, τις εφέσεις του αναιρεσείοντος κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, διέλαβε σ' αυτό (προσβαλλόμενο βούλευμα του) την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της κακουργηματικής απάτης, για την οποία παραπέμφθηκε να δικασθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, 27 και 375 παρ. 1 εδ. α' και β' του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες το Συμβούλιο Εφετών ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα ρητώς αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων παραπέμπεται για την πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου. Αναλύεται δηλαδή με σαφήνεια ότι υφίσταται κακουργηματική υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της παραπάνω ιδιότητας του με την επιβαρυντική περίσταση ότι η αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Άλλωστε για αυτήν ακριβώς την πράξη παραπέμφθηκε και με το πρωτόδικο βούλευμα, όπως αυτό καθαρά προκύπτει από το διατακτικό του. Περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος, αρκούσε η κατά το είδος τους αναφορά των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών για τον σχηματισμό της παραπεμπτικής κρίσεως του και δεν ήταν αναγκαία η αναλυτική παράθεση τους και η μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, ενώ, περαιτέρω, επιτρεπτώς το Συμβούλιο έκανε καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα πρόταση του εισαγγελέως, και για τον λόγο αυτό είναι αβάσιμες οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος.
ΕΠΕΙΔΗ, ενόψει αυτών, είναι αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 98/23.4.2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του 3.310/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Λόγοι αναιρέσεως: έλλειψη αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπεξαίρεση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1735/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασίλειο Καπερνάρο και Γρηγόριο Πανταζή περί αναιρέσεως της 82, 83, 84/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1 ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της ..... και ......., ως ασκούσα την γονική μέριμνα, κάτοικο ...., που δεν παραστάθηκε. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 444/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 299 του Ποινικού Κώδικα, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του πιο πάνω άρθρου 299 του Π.Κ., προκύπτει ότι, για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση, κατά την έννοια της διατάξεως, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της πράξεως, γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παραγράφου 2 του άρθρου 299 Π.Κ., για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή, για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας καθείρξεως. Για την ύπαρξη του στοιχείου της ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φθάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή, τη δυνατότητα σταθμίσεως των αιτίων που κινούν την πράξη ή απωθούν από αυτήν. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εφόσον, δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Β' του ίδιου Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, τo Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 82-83-84/2007 απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι, ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση (άμεσο δόλο), της παράνομης οπλοφορίας και παράνομης οπλοχρησίας. Ειδικότερα δέχθηκε τα εξής: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και αναφέρονται ονομαστικώς στα πρακτικά, την χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας Ψ1, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και από το σύνολο των εγγράφων που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικώς την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχτηκαν τα εξής: Στα ....., την 17.10.2002, σε ανοιχτό χώρο, κοντά στο σπίτι του θύματος, Ψ, είχαν συγκεντρωθεί συγγενείς αυτού και άλλα άτομα, γείτονες και φίλοι, προκειμένου να συμμετάσχουν στο γεύμα που τους παρέθετε ο οικοδεσπότης, όπως και η ανωτέρω σύζυγός του, η οποία και το παρασκεύαζε. Στην παρέα, συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, και οι Ψα και Ψβ, αδελφοί του κατηγορουμένου, ο ......, πατέρας του θύματος, ο ......., εξάδελφός του, ο Ψγ, γιος του και ο Ψδ, ανιψιός του. Αργότερα προσήλθε και ο κατηγορούμενος και ενσωματώθηκε κανονικά στην παρέα. Αίφνης, ο Ψ αντιλήφθηκε ότι ο μικρός γιος του Ψα, έσπαγε κενά μπουκάλια και, φοβούμενος μήπως αυτός τραυματιστεί από τα γυαλιά, συνέστησε έντονα στον πατέρα του να τον απομακρύνει, προσφωνώντας των "μαλάκα". Ο τελευταίος τότε, εκμανείς, τον χαστούκισε και άρχισε μεταξύ τους φιλονικία. Προκειμένου δε αυτή να μη ενταθεί και να πάρει έκταση, οι Ψγ, Ψδ και η σύζυγός του απομάκρυναν τον Ψ και τον οδήγησαν στο παρακείμενο σπίτι του, όπου τον ακινητοποίησαν. Όμως, αμέσως κατέφθασαν εκεί οι αδελφοί Ψα,Ψβ και ακολούθησε συμπλοκή, κατά τη διάρκεια της οποίας, ο κατηγορούμενος έσυρε από τη μέση του ένα πιστόλι και πυροβόλησε δύο φορές στον αέρα. Στη συνέχεια δε, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, που του επέτρεπε την πλήρη σκέψη, πλησίασε τον Ψ και τον πυροβόλησε σχεδόν εξ επαφής στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα να υποστεί βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, από τις οποίες επήλθε ο θάνατός του, πράγμα που επιδίωξε αυτός. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των αδίκων πράξεων που του αποδίδονται, της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, της παράνομης οπλοφορίας, αφού έφερε το προαναφερθέν όπλο, χωρίς να έχει σχετική άδεια από την αρμόδια αστυνομική αρχή και της οπλοχρησίας" Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, που τελέστηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κήρυξε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα ένοχο για το ότι αποφάσισε και εκτέλεσε την ανθρωποκτονία σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, που του επέτρεπε την πλήρη σκέψη, ότι πλησίασε τον παθόντα και τον πυροβόλησε σχεδόν εξ επαφής στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα να υποστεί βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, από τις οποίες επήλθε ο θάνατός του, πράγμα που επιδίωξε αυτός, δηλαδή ο κατηγορούμενος, αποκλείοντας έτσι τη συνδρομή του βρασμού ψυχικής ορμής. Περαιτέρω, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής στο σκεπτικό, ότι ο αναιρεσείων πυροβόλησε δύο φορές στον αέρα και, στη συνέχεια, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, πλησίασε τον παθόντα και τον πυροβόλησε σχεδόν εξ επαφής στο πρόσωπο και της αναφοράς στο διατακτικό, ότι πυροβόλησε σχεδόν εξ επαφής στο πρόσωπο δύο φορές τον παθόντα. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. δεύτερος και τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εμφιλοχωρήσεως ασαφειών, αντιφάσεων και λογικών κενών, αναφορικά με την ως άνω παραδοχή, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει την απαιτούμενη αιτιολογία και ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος για αναγνώριση στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων, ότι έζησε, έως τον χρόνο που τελέστηκαν τα ως άνω εγκλήματα, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του και ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις πράξεις του, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, είναι απορριπτέο το αίτημα "για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α', δ' και ε' Π.Κ. και δη κατά πλειοψηφία ως προς το εδ. α', δεδομένου ότι δεν επικαλέστηκε αυτός ούτε αποδείχτηκαν περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι, πριν την τέλεση των πράξεών του, έζησε πράγματι έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και εν γένει κοινωνικό βίο, μη αρκούσης της έλλειψης καταδίκης στο ποινικό του μητρώο. Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι αυτός έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του, με συγκεκριμένη συμπεριφορά και ενέργειες, τις οποίες και δεν επικαλείται, ενώ, από μόνη τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ως κρατουμένου στις φυλακές και μόνο για το χρονικό διάστημα της κράτησής του, χωρίς τη συνδρομή άλλων περιστατικών, δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσής του, μετά τις πράξεις του, δε μπορεί να θεμελιώσει και να αιτιολογήσει την απαιτούμενη καλή συμπεριφορά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά από αυτές". Επομένως, απορριπτέος είναι και ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα. Με τις σκέψεις αυτές και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 6/5.3.2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Τρικάλων, κατά της 82,83,84/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από πρόθεση. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτεται η αίτηση, διότι η προσβαλλόμενη έχει επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος για αναγνώριση ελαφρυντικών.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από πρόθεση.
| 0
|
Αριθμός 1733/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ......, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ιωάννη Παντελίδη, Ανδρέα Αναγνωστάκη και Αλεξάνδρα Σπανάκη, περί αναιρέσεως της 3/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δωδεκανήσου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..... , που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3.5.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 963/2007.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, συνεπάγεται και παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Η ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του παραπάνω κώδικα, επέρχεται, όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής η παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία, που επιβάλλεται από το άρθρο 68 επ. του ίδιου Κώδικα ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως της πολιτικής αγωγής. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 63, 64 65 και 68 του Κ.Π.Δ. και του άρθρου 932 του Αστικού Κώδικα, η πολιτική αγωγή για ψυχική οδύνη ασκείται από τα μέλη της οικογένειας του θύματος στο ποινικό δικαστήριο με δήλωση με την οποία ο δικαιούχος προβάλλει την απαίτησή του. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι πρέπει να προσδιορίζεται στην απόφαση ο δικαιούχος της αποζημιώσεως για ψυχική οδύνη και να παρατίθεται η δήλωσή του, η οποία πρέπει να περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με τον αστικό κώδικα για τη θεμελίωση τις απαιτήσεως. Τα παραπάνω απαιτούνται για να υπάρχει η δυνατότητα του δικαστηρίου που εξετάζει τη δήλωση στην αρχή της διαδικασίας (κατά την υποβολή της) να ερευνήσει αν ο αιτών είναι δικαιούχος και η απαίτηση σύννομη. Στην προκειμένη περίπτωση, από το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, δεν προκύπτει ποιοι είναι οι πολιτικώς ενάγοντες, σε καθένα από τους οποίους επιδίκασε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δωδεκανήσου χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, το ποσό των 293 ευρώ, αφού αυτοί δεν προσδιορίζονται ούτε κατά τα στοιχεία της ταυτότητάς τους ούτε ως προς τις ιδιότητες, που θα δικαιολογούσαν και θα στήριζαν την ενεργητική τους νομιμοποίηση. Ο προσδιορισμός αυτός δεν γίνεται ούτε στο σκεπτικό, αλλ' ούτε και από τα επιτρεπτώς επισκοπούμενα πρακτικά προκύπτει η ταυτότητα των πολιτικώς εναγόντων. Έτσι, από τα πρακτικά, δεν φαίνεται να έχει γίνει δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής από οποιονδήποτε, αλλ' ούτε και αναφορά σ' αυτά ότι η δήλωση αυτή έγινε στο πρωτόδικο Δικαστήριο. Αντιθέτως, υπάρχουν αντιφατικές παραδοχές και ειδικότερα, σύμφωνα με τα πρακτικά, ο μάρτυς ....... εξετάσθηκε χωρίς όρκο, ως πολιτικώς ενάγων (βλ. σελ. 8 πρακτικών), στη συνέχεια, ο Πρόεδρος φέρεται να δίνει τον λόγο στον πληρεξούσιο της πολιτικώς ενάγουσας (βλ. σελ. 22 πρακτικών), χωρίς όμως από τα πρακτικά αυτά να προκύπτει ότι παρέστη πληρεξούσιος δικηγόρος πολιτικώς ενάγουσας, που δεν προσδιορίζεται, κατά τα στοιχεία της ταυτότητάς του και τέλος, ο Εισαγγελεύς πρότεινε και το Δικαστήριο αποφάσισε (βλ. σελ. 32 των πρακτικών) να καταβληθεί στους πολιτικώς ενάγοντες η χρηματική ικανοποίηση που επιδικάσθηκε πρωτοδίκως, χωρίς να προσδιορίζεται ποιοι είναι αυτοί οι πολιτικώς ενάγοντες. Ενόψει αυτών, επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και υπέρβαση εξουσίας και πρέπει, κατά παραδοχή των από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Η' περ. γ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, οπότε παρέλκει η έρευνα των λοιπών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3/2007 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δωδεκανήσου.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από πρόθεση. Αναιρείται η απόφαση, λόγω ακυρότητας και υπερβάσεως εξουσίας, διότι το ΜΟΕ έκρινε για την πολιτική αγωγή, αν και δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι παρέστη πολιτική αγωγή.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Πολιτική αγωγή.
| 0
|
Αριθμός 1732/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπατσίκη, περί αναιρέσεως της 46825/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2112/07.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη των άρθρων 170 παρ. 2, 171 παρ. 1 εδ. δ', 349, 501 παρ. 1 και 510 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, απόκειται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου, το οποίο, αν υποβληθεί τέτοιο αίτημα, οφείλει να απαντήσει σ' αυτό, διότι άλλως δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως από τα άρθρα 170 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα. Για την απόρριψη του αιτήματος αυτού, μέχρι μεν την ισχύ (4.6.1996) του Νόμου 2408/1996, που με το άρθρο του 2 παρ. 5 συμπλήρωσε το άρθρο 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στην απόφαση του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, μετά δε την ισχύ του νόμου αυτού, ο οποίος (συμπληρώνοντας το άρθρο 139 ΚΠΔ) ρητώς όρισε ότι αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, το δικαστήριο, προκειμένου να απορρίψει ως αβάσιμο το αίτημα αυτό, οφείλει να διαλάβει στην απόφαση του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι διαφορετικά δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ως άνω Κώδικα. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003 Ί το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και εκ της εκπρόθεσμης ασκήσεως του. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 46.825/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση του αναιρεσείοντος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά της 2399/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (που κήρυξε αυτόν ένοχο και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως 4 ετών και χρηματική ποινή 11.738,81 ευρώ, για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών), μετά την απόρριψη αιτήματος αυτού (εκκαλούντος) για αναβολή της δίκης, λόγω σημαντικών αιτίων. Από την πληττόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, κατά την παρούσα αναιρετική διαδικασία, αποδεικνύεται ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκαζε ως εφετείο, δεν εμφανίσθηκε ο εκκαλών -κατηγορούμενος, αλλ' η δικηγόρος Βασιλική Σταϊκούρα, ως άγγελος, η οποία ανήγγειλε ότι ο κατηγορούμενος αδυνατεί, λόγω αυτοκινητικού ατυχήματος, που του συνέβη στην ....., να εμφανισθεί στο ακροατήριο. Είπε επίσης ότι δεν μπορεί να παραστεί ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος, Θρασύβουλος Κονταξής, διότι βρίσκεται στο εξωτερικό για εξετάσεις και ζήτησε την αναβολή της δίκης και προσκομίστηκε ιατρική βεβαίωση, η οποία αναγνώσθηκε (βλ. 2η σελίδα των ταυτάριθμων με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρακτικών συνεδριάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών). Το Δικαστήριο, ακολούθως απέρριψε το αίτημα αναβολής με την αιτιολογία: "Επειδή το Δικαστήριο δεν πείστηκε για την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων αναβολής, πρέπει το κρινόμενο αίτημα να απορριφθεί και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης της παρούσας υπόθεσης, η οποία σημειωτέον ευρίσκεται σε κίνδυνο παραγραφής". Η παραπάνω παρεμπίπτουσα απόφαση δεν είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, διότι δεν αναφέρει το περιεχόμενο του προσκομισθέντος και αναγνωσθέντος εγγράφου, δεν σταθμίζει τους λόγους αδυναμίας εμφανίσεως του κατηγορουμένου και του συνηγόρου του ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ημέρα της δικασίμου και δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 349 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, των οποίων η έλλειψη επιβάλλει την απόρριψη του αιτήματος αναβολής. Μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 46825/2007 απόφαση του, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, τον αναιρεσείοντα - εκκαλούντα - κατηγορούμενο, που εκπροσωπήθηκε στη δίκη εκείνη από συνήγορο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 2399/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Έτσι όμως, το Δικαστήριο, δικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος και απορρίπτοντας αυτήν ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της χωρίς να ακουσθεί ο αναιρεσείων, που, με την έφεσή του, προέβαλε ότι εμπροθέσμως είχε ασκηθεί αυτή (έφεση) υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, είναι βάσιμοι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, και πρέπει αυτή να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που προηγουμένως δίκασαν (άρθρο 519 ΚΠΔ). Το ίδιο Δικαστήριο θα εξετάσει και αν τυχόν έχει χωρήσει παραγραφή της υποθέσεως, εφόσον κρίνει πρώτα παραδεκτή την έφεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 46.825/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογία. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται να υπάρχει σε όλες, χωρίς εξαίρεση τις δικαστικές αποφάσεις, επομένως και στις παρεμπίπτουσες. Αναιτιολόγητη απόφαση ως προς απόρριψη αιτήματος αναβολής, διότι δεν αναφέρεται το περιεχόμενο του προσκομισθέντος και αναγνωσθέντος εγγράφου, δεν σταθμίζονται οι λόγοι αδυναμίας εμφανίσεως του κατηγορουμένου και του δικηγόρου του κατά την ημέρα της δικασίμου στο Δικαστήριο και δεν αιτιολογείται για ποιο λόγο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 349 ΚΠΔ. Αναιρείται η απόφαση και παραπέμπεται η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα εξετάσει και την παραγραφή της υποθέσεως, εφ’ όσον κρίνει παραδεκτή την έφεση.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναβολής αίτημα.
| 1
|
Αριθμός 1730/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή, Γεώργιο Χρυσικό και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της με αριθμό 574/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με κατηγορούμενους τους: 1. Χ1, ο οποίος παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελευθερία Παλυβού και 2. Χ2, η οποία εκπροσωπήθηκε από την ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σκλαβουνάκο .
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό "57" και ημερομηνία 5 Νοεμβρίου 2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1855/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωώτητας που θεσπίζεται από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωώτητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και αποκλείουν την συνδρομή κάποιου ή όλων των αντικειμενικών ή υποκειμενικών όρων του εγκλήματος, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο, με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά, τα οποία έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του. Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως που άσκησε την 5.11.2007 ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, για έλλειψη αιτιολογίας, κατά της 584/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠοινΔ στις 5.10.2007, σύμφωνα με την επ' αυτής βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα, έχει ασκηθεί εμπροθέσμως και είναι παραδεκτή. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη, που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να αποσκοπούσε με αυτή στην εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή, άσκηση ποινικής ή πειθαρχικής διώξεως. Περαιτέρω από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την πραγμάτωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη αυτού, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δολία προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Τέλος από τις άνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 366 παρ. 1 και 3 και 367 παρ. 1 και 2β του ΠΚ προκύπτουν τα εξής: α) αν το δυσφημιστικό γεγονός που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος δεν είναι ψευδές, καταλειπομένων αμφιβολιών περί της αληθείας ή αναληθείας αυτού , δε στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως (άρθρ. 363), δεν τιμωρείται δε ούτε ως απλή δυσφήμηση, αρκεί να μην απαγορεύεται η απόδειξη της αλήθειας, η οποία όμως επιτρέπεται πάντοτε στον κατηγορούμενο για συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρ. 366 παρ. 1). Δεν αποκλείεται όμως να τιμωρηθεί ο υπαίτιος για εξύβριση, αν από τον τρόπο που εκδηλώθηκε ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η δυσφήμηση προκύπτει σκοπός εξύβρισης (άρθρ. 366 παρ. 3), β) αν το δυσφημιστικό γεγονός που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος είναι ψευδές, αλλά ο υπαίτιος δεν γνώριζε την αναλήθεια, δεν στοιχειοθετείται μεν πάλι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, στοιχειοθετείται όμως το έγκλημα της απλής δυσφημήσεως (362), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 παρ. 1 περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως. Αλλά και στην περίπτωση συνδρομής κάποιας από τις περιπτώσεις αυτές του άρθρου 367 παρ. 1 δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημήσεως, όταν από τον τρόπο της εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως (άρθρ. 367 παρ. 3-β). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι όταν το δικαστήριο, κρίνει ότι αποδεικνύεται μεν η αναλήθεια του δυσφημιστικού γεγονότος, δεν αποδεικνύεται όμως ότι ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναληθείας, όταν το ισχυριζόταν ή το διέδιδε, οφείλει, να ερευνήσει περαιτέρω, αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις άρσεως του αδίκου της πράξεως της δυσφημήσεως που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 367. Αν δεν συντρέχει καμία από τις περιπτώσεις αυτές που επικαλείται ο κατηγορούμενος, οφείλει να κηρύξει τον κατηγορούμενο ένοχο δυσφημήσεως. Αν όμως συντρέχει κάποια από αυτές, οφείλει να ερευνήσει περαιτέρω αν από τον τρόπο της εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, οπότε σε καταφατική περίπτωση υποχρεούται πάλι να κηρύξει τον κατηγορούμενο ένοχο, διότι δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως, μη εφαρμοζομένης της παρ. 1 του άρθρου 367, κατά τη ρητή διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου. Ειδικότερα, η απόφαση, με την οποία το δικαστήριο απαλλάσσει τον κατηγορούμενο από την κατηγορία της συκοφαντικής δυσφημήσεως, με την αιτιολογία ότι δεν τελούσε εν γνώσει της αναληθείας του δυσφημιστικού γεγονότος και δέχεται περαιτέρω ότι δεν είναι άδικη η πράξη ως απλή δυσφήμηση κατ' εφαρμογή του άρθρου 367 παρ. 1γ ΠΚ, διότι έκρινε ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε έτσι προς διαφύλαξη δικαιώματος ή από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, πρέπει, για να έχει την από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ απαιτούμενη αιτιολογία, να διαλαμβάνει: α) τα γεγονότα, τα οποία αποδείχθηκαν και στηρίζουν την έλλειψη της γνώσεως από τον κατηγορούμενο της αναληθείας του ισχυρισθέντος ή διαδοθέντος δυσφημιστικού γεγονότος, β) ποιό είναι το δικαίωμα του κατηγορουμένου για την προστασία του οποίου ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το δυσφημιστικό γεγονός ή ποιό είναι το δικαιολογημένο ενδιαφέρον και γ) τα γεγονότα εκείνα από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για τη συνδρομή του επικαλουμένου δικαιώματος ή δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, καθώς και για την έλλειψη σκοπού εξυβρίσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι - κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 με την προσβαλλόμενη απόφαση κηρύχθηκαν αθώοι των αποδιδομένων εις αυτούς αξιοποίνων πράξεων α) της ψευδούς καταμηνύσεως και β) της συκοφαντικής δυσφημήσεως αμφότεροι και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως ο πρώτος. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δικάσαν δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Πειραιώς) διέλαβε στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Αρχές Σεπτεμβρίου 2000 ο Γ1, παλιός συνάδελφος και φίλος του πρώτου κατηγορουμένου, του σύστησε τη μηνύτρια Ψ1 ως δικηγόρο προκειμένου να χειριστεί αυτή επείγουσες νομικές υποθέσεις του. Ο Γ1 είχε γνωρίσει τη μηνύτρια στο "πολιτικό γραφείο" του θείου της (......) ως δικηγόρο και μάλιστα αυτή (μηνύτρια) του είχε δώσει και επαγγελματική κάρτα στην οποία αναγραφόταν η ιδιότητα της ως δικηγόρου. Έτσι, αρχές Οκτωβρίου του 2000 ο πρώτος κατηγορούμενος συναντήθηκε με τη μηνύτρια στο επί της οδού ..... στον Πειραιά οργανωμένο δικηγορικό γραφείο της δικηγόρου Κυριακής Κουντούρη, όπου στεγαζόταν και αυτή, και της ανέθεσε τον έλεγχο τίτλων και την παράσταση σε συμβόλαιο αγοράς από αυτόν διαμερίσματος. Μάλιστα η μηνύτρια πρότεινε στον κατηγορούμενο να αναλάβει τη σύνταξη των συμβολαίων η συμβολαιογράφος και θεία της ...... . Όμως η μηνύτρια κατά τον ως άνω χρόνο αλλά και μετέπειτα, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, δεν ήταν δικηγόρος, αφού όχι μόνο δεν είχε άδεια δικηγόρου, αλλά αυτέ είχε συμμετάσχει ακόμη στις εξετάσεις των υποψηφίων δικηγόρων. Αλλά ήταν ασκούμενη στο γραφείο της δικηγόρου Πειραιώς Κυριακής Κουντούρη. Την έλλειψη της παραπάνω ιδιότητας της μηνύτριας δεν γνώριζαν οι κατηγορούμενοι πόσω μάλλον που ο κοινός τους φίλος Γ1 τη γνώριζε ο ίδιος σα δικηγόρο και τη σύστησε ως τέτοια σ' αυτούς. Αλλά και η ίδια στην επαγγελματική της κάρτα που έδωσε στους κατηγορουμένους φερόταν ως δικηγόρος και όχι ως ασκούμενη δικηγόρος, όπως η ίδια ισχυρίζεται, αφού και αν ακόμη υπήρχε στην κάρτα αυτή το "α" προς της λέξεως δικηγόρος, δεν ήταν δυνατό ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος να αντιληφθεί εξ αυτού και μόνο την ιδιότητα της ασκούμενης. Προσέτι όμως και η συμπεριφορά της μηνύτριας δημιούργησε σ' αυτούς [κατηγορουμένους] την πεποίθηση ότι ήταν πράγματι δικηγόρος τους, αφού και κατά την υπογραφή του πιο πάνω συμβολαίου αγοραπωλησίας στις 12-10-2000 προφασίστηκε ότι δε θα υπογράψει αυτή το συμβόλαιο επειδή ήταν δικηγόρος Αθηνών, αλλά θα υπέγραφε αυτό προς εξυπηρέτηση της η δικηγόρος Πειραιώς Κυριακή Κουντούρη. Ας σημειωθεί δε, ότι παρόλο ότι το παραπάνω συμβόλαιο υπογράφηκε από την Κυριακή Κουντούρη, εισέπραξε η μηνύτρια ως αμοιβή το ποσό των 250.000 δραχμών (για έλεγχο τίτλων και παράσταση κατά τη σύνταξη του συμβολαίου) υπογράφοντας και σχετική απόδειξη την οποία είχε συντάξει ο πρώτος κατηγορούμενος, ενώ στη συνέχεια κατ' απαίτηση των κατηγορουμένων η μηνύτρια τους παρέδωσε το υπ' αριθμ. ..... ανυπόγραφο φορολογικό στοιχείο (απόδειξη παροχής υπηρεσιών) της δικηγόρου Κυριακής Κουντούρη. Αρχές Νοεμβρίου του ιδίου έτους (2000) και εξακολουθώντας οι κατηγορούμενοι να πιστεύουν ότι η μηνύτρια (Ψ1) ήταν "η δικηγόρος τους" την επισκέφθηκαν στο πιο πάνω δικηγορικό γραφείο, όπου συστεγαζόταν και της ανέθεσαν τη διευθέτηση διαφορών τους με τη Ζ1, θυγατέρα του πρώτου κατηγορουμένου και αδελφή της δεύτερης και συγκεκριμένα τη σύνταξη και κατάθεση ασφαλιστικών μέτρων περί νομής κινητών και τη σύνταξη και κατάθεση αγωγής διανομής κοινού, προκειμένου ειδικότερα να χωριστεί το επί της οδού ...... στον Κορυδαλλό διαμέρισμα που ανήκε κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου στις δύο αδελφές (δεύτερη κατηγορουμένη και Ζ1) σε δύο ίσα μέρη με ξεχωριστή είσοδο για κάθε διαμέρισμα. Όμως, παρότι οι κατηγορούμενοι επέστησαν την προσοχή στη μηνύτρια περί του εφικτού της αυτούσιας διανομής του παραπάνω διαμερίσματος, δοθέντος ότι αυτοί είχαν συμβουλευθεί περί αυτού αρχιτέκτονα και της το είχαν γνωρίσει αυτό, η τελευταία κατά παράβαση της δοθείσας εντολής συνεργαζόμενη με τη δικηγόρο Κυριακή Κουντούρη συνέταξε στις 13-11-2000 σχετική αγωγή ζητώντας τη δια πλειστηριασμού πώληση του ακινήτου (μάλιστα από παραδρομή έγραφε αυτοκινήτου). Όταν το γεγονός αυτό έγινε γνωστό στον πρώτο κατηγορούμενο στις 29-11-2000, που αυτός κατά την επιστροφή από το Υποθηκοφυλακείο Νίκαιας, όπου είχε μεταβεί κατ' εντολή της μηνύτριας για να μεταγράψει την αγωγή διανομής ανέγνωσε το "δικόγραφο, οι κατηγορούμενοι της εξέφρασαν για μια ακόμη φορά τα παράπονα τους, τις πιο πάνω πλημμελείς ενέργειες της και της ζήτησαν να συντάξει νέα αγωγή. Για τις όποιες νομικές της ενέργειες η μηνύτρια ζήτησε ως αμοιβή και έλαβε κατά τα διαστήματα και δη από τις 3-11-2000 έως 12-12-2000 διάφορα χρηματικά ποσά και συνολικά το ποσό των 160.000 δρχ. Αλλά και οι συμβουλές και οι υποδείξεις της μηνύτριας προς τους κατηγορουμένους να παραλάβουν στις 12-11-2000 από μόνοι τους - χωρίς δηλαδή να εμπλακούν σε δικαστικές περιπέτειες, όπως τους είπε η μηνύτρια - τα διεκδικούμενα από τη Ζ1 κινητά πράγματα που βρίσκονταν στο "κοινό" διαμέρισμα επί της οδού ......, είχαν ως αποτέλεσμα να μηνυθούν αυτοί στις 23-12-2000 από την αντίδικο τους Ζ1. Ενώ όταν οι κατηγορούμενοι, μετά την ανάγνωση της από 15-1-2001 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων προς το Ειρηνοδικείο Νικαίας, διαπίστωσαν ότι κατά παράβαση της δοθείσας εντολής προς τη μηνύτρια αναγραφόταν το αναληθές γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος με δικά του χρήματα είχε αποκτήσει το προαναφερθέν διαμέρισμα (το οποίο ήταν προίκα της συζύγου του) διαφώνησαν με το περιεχόμενο αυτό και της ζήτησαν επιμόνως τη διόρθωση της αιτήσεως, ενόψει και του ότι κινδύνευαν να κατηγορηθούν από τη Ζ1 για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Ο δε αδελφός του πρώτου κατηγορουμένου ..... που θα εξεταζόταν ως μάρτυρας στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, όταν διαπίστωσε, κατά τη συζήτηση αυτών, ότι η μηνύτρια είχε γράψει στη σχετική ένορκη κατάθεση το παραπάνω αναληθές γεγονός αρνήθηκε κατηγορηματικά να υπογράψει, με αποτέλεσμα να αναβληθεί η δίκη σε άλλη δικάσιμο. Το γεγονός ότι στα πιο πάνω δικόγραφα (αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και αγωγή διανομής) είχε υπογράψει και θέσει την σφραγίδα της η δικηγόρος Πειραιώς Κ. Κουντούρη, δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση ότι δηλαδή οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι η μηνύτρια ήταν ασκούμενη, αφού η τελευταία κατά την υπογραφή του παραπάνω συμβολαίου (12-1-2000) τους είχε δηλώσει ότι είναι δικηγόρος Αθηνών και την εξυπηρετούσε σε υποθέσεις της του Πειραιά η δικηγόρος Πειραιώς Κυριακή Κουντούρη, όπως και αυτή την εξυπηρετούσε σε υποθέσεις της των Αθηνών. Αλλά η μηνύτρια είχε υπογράψει και την έκθεση ελέγχου τίτλου του ως άνω διαμερίσματος ως πληρεξούσια δικηγόρος των κατηγορουμένων. Εξάλλου, λόγω της συστεγάσεως της μηνύτριας στο ίδιο γραφείο με την Κυριακή Κουντούρη και της προφανούς συνεργασίας τους και του επιμερισμού εν γένει των εργασιών του δικηγορικού γραφείου της τελευταίας, οι κατηγορούμενοι,· στερούμενοι, βέβαια νομικών γνώσεων, δυσχερώς θα ηδύναντο να αντιληφθούν ότι η μηνύτρια ήταν απλώς ασκούμενη. Ενόψει της παραπάνω συμπεριφοράς της μηνύτριας και της αρνήσεως της να προβεί στη διατύπωση των ανωτέρω δικογράφων σύμφωνα με τις δοθείσες εντολές των κατηγορουμένων αλλά τελικά και της μη επιτεύξεως της διαφοράς με τη δικηγόρο της Ζ1, ο πρώτος κατηγορούμενος έστειλε στις 20-2-2001 φαξ στη μηνύτρια με το οποίο της γνώριζε ότι λύεται οριστικά η συνεργασία τους και της ζητούσε να του γνωρίσει εγγράφως ποια ήταν η αμοιβή της για την κατάθεση της αιτήσεως των ασφαλιστικών μέτρων και την αναβολή της δίκης στις 6-2-2001. Στη συνέχεια δε οι κατηγορούμενοι, για τις παραπάνω πλημμέλειες και αντισυμβατική συμπεριφορά της μηνύτριας, κατάγγειλαν αυτή στο Δικηγορικό Σύλλογο Πειραιώς την 5-3-2001. Στην καταγγελία αυτή, η οποία λεπτομερώς αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσης, αναφέρεται ειδικότερα ότι δικηγόρος και εντολέας των κατηγορουμένων ήταν η Ψ1 (μηνύτρια), ότι η τελευταία αυτή δεν επέτρεπε στον πρώτο κατηγορούμενο να λάβει γνώση του περιεχομένου του δικογράφου της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, ότι παραβίασε την εντολή που της παρέδωσε για λογαριασμό της κόρης του (δεύτερης κατηγορουμένης) να ζητήσει την αυτούσια διανομή του κοινού ακινήτου και ζήτησε τη δια πλειστηριασμού πώληση του, ότι στην αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων, χωρίς δική του τέτοια εντολή ισχυριζόταν ότι είχε συμμετοχή στα αποκτήματα της θανούσης συζύγου του, ότι η άρνηση της να διορθώσει τις παραπάνω πλημμέλειες των δικογράφων οφειλόταν στα πλαίσια της εξωδικαστικής επιλύσεως των διαφορών τους με τη Ζ1, τον συμβούλευε προς το συμφέρον της τελευταίας ν' αφήσει σ' αυτήν το μεγαλύτερο μέρος των κινητών πραγμάτων και να μεταβιβάσει η δεύτερη κατηγορουμένη σε τιμή πολύ κατώτερη της αγοραίας αξίας του το μερίδιο της στο κοινό (διαμέρισμα). Ότι για τη σύνταξη της αγωγής διανομής της έδωσε συνολικά 160.000 δραχμές, παρότι δεν ανταποκρινόταν αυτή με τις εντολές τους, ενώ οι ίδιοι κατέθεσαν την ως άνω αγωγή στο Υποθηκοφυλακείο Νικαίας την 29-11-2000. Επίσης, ανέφεραν ότι καταγγέλλουν τη μηνύτρια για αντιεπαγγελματική, αντιδεοντολογική συμπεριφορά και για απαίτηση είσπραξης υπέρογκων και εξωφρενικών αμοιβών που προσέφερε και αυτών που δήθεν προσέφερε. Όμως, με βάση τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά, παρέμειναν στο Δικαστήριο σημαντικές αμφιβολίες για την υποκειμενική υπόσταση των αποδιδόμενων στους κατηγορουμένους αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως. Ειδικότερα, παρέμειναν σημαντικές αμφιβολίες αν οι κατηγορούμενοι με τις αιτιάσεις εναντίον της μηνύτριας προς το Δικηγορικό Σύλλογο είχαν σκοπό να προκαλέσουν την πειθαρχική δίωξη της και να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της, αφού αυτοί δικαιολογημένα πίστευαν ότι η τελευταία, στην οποία είναι πλέον βέβαιο ότι δεν θα ανέθεταν τις πιο πάνω οικογενειακές διαφορές αν γνώριζαν ότι είναι ασκούμενη, εισέπραξε μεγάλη αμοιβή για τις πλημμελείς νομικές υπηρεσίες που τους προσέφερε και αυτές που επρόκειτο να τους προσφέρει, γι' αυτό και το αίτημα της καταγγελίας τους απέβλεπε στην επιστροφή σ' αυτούς από τη μηνύτρια του ποσού των 337.000 δραχμών, το οποίο είχαν καταβάλει ως αμοιβή πλέον αυτού που, κατά τους αδόκιμους, έστω υπολογισμούς τους, δικαιούταν αυτή να λάβει. Με άλλα λόγια η προσφυγή των κατηγορουμένων στο Δικηγορικό Σύλλογο, όπως είχαν δικαίωμα (άρθρο 10 του Συντάγματος), απέβλεπε στην προάσπιση των δικαιωμάτων ή των συμφερόντων τους και όχι στην προσβολή της τιμής και της υπόληψης της μηνύτριας. Αφού μοναδικό σκοπός τους ήταν η επιστροφή της κατ' αυτών επιπλέον δοθείσας αμοιβής. Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, δεν προέκυψε και το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι ο 1ος κατηγορούμενος νόθευσε την ημερομηνία και μάλιστα μέχρι την 5-3-2001, όπως αναφέρεται στο κατηγορητήριο, σε απόδειξη πληρωμής ποσού 250.000 δρχ., δοθέντος ότι οι κατηγορούμενοι είχαν αναθέσει στη μηνύτρια όλες τις οικογενειακές τους διαφορές και είχαν καταβάλει σ' αυτήν ως αμοιβή διάφορα χρηματικά ποσά, άλλοτε χωρίς αποδείξεις και άλλοτε με αποδείξεις. Κατά την τελευταία δε συνάντηση του 1ου κατηγορουμένου με τη τελευταία του ζήτησε αμοιβή για τις νομικές ενέργειες στις οποίες επρόκειτο να προβεί, όπως μεταξύ άλλων ήταν και η αναβληθείσα συζήτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής κινητών κατά της Ζ1 οπότε ο 1ος κατηγορούμενος (22-1-2001) συνέταξε την επίδικη απόδειξη η οποία και υπεγράφη από αυτή. Με βάση λοιπόν όλα τα παραπάνω πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν αθώοι των αποδιδόμενων σ' αυτούς πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως και επιπλέον ο 1ος κατηγορούμενος της πλαστογραφίας (νόθευση) με χρήση". Με αυτά που δέχεται το δικαστήριο και καταλήγει σε απαλλακτική κρίση δεν περιέχει την απαιτούμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αλλά περιέχει ασαφή και ελλιπή τοιαύτη, αφού : α) δεν καθίσταται σαφές τι δέχεται σε σχέση με την αλήθεια ή όχι των φερόμενων ως διαδοθέντων-ισχυρισθέντων και καταμηνυθέντων γεγονότων η ασάφεια αυτή επιτείνεται και από το γεγονός ότι β) απαλλάσσει τους κατηγορουμένους γιατί "παρέμειναν στο δικαστήριο σημαντικές αμφιβολίες για την υποκειμενική υπόσταση των αποδιδόμενων στους κατηγορούμενους αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως" - πράγμα που προϋποθέτει ότι τα διαδοθέντα-ισχυρισθέντα (καταμηνυθέντα) είναι ψευδή. Επομένως, στοιχειοθετείται πλήρως το έγκλημα της απλής δυσφημήσεως ή εξυβρίσεως και μόνον όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 367 §§ 1, 3 ΠΚ είναι δυνατή η αθώωση, για τα οποία όμως δεν προβαίνει σε καμία έρευνα.
Εξάλλου, η άνω αιτιολογία και περί την εκτίμηση των αποδείξεων, στις οποίες στηρίζει την απαλλακτική κρίση είναι ελλιπής και αντιφατική διότι: Ενώ δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι "δικαιολογημένα πίστευαν ότι η τελευταία (μηνύτρια) ... εισέπραξε μεγάλη αμοιβή ... γι' αυτό και το αίτημα της καταγγελίας τους απέβλεπε στην επιστροφή σ' αυτούς από τη μηνύτρια του ποσού των 337.000 δραχμών" - δεν εξηγεί πού στηρίζεται το δικαιολογημένο των κατηγορουμένων ότι η αμοιβή ήταν υπερβολική, αφού όντως παρασχέθηκαν, όπως δέχεται και η απόφαση, νομικές συμβουλές-ενέργειες. Ενώ δέχεται ότι "η προσφυγή των κατηγορουμένων στο Δικηγορικό Σύλλογο, όπως είχαν δικαίωμα (άρθρο 10 του Συντάγματος), απέβλεπε στην προάσπιση των δικαιωμάτων ή των συμφερόντων τους ... αφού μοναδικός σκοπός τους ήταν η επιστροφή της κατ' αυτών επιπλέον δοθείσας αμοιβής" δεν εξηγεί πού στηρίζεται τέτοια αρμοδιότητα του Δικηγορικού Συλλόγου στην οποία και "δικαιολογημένα" πίστευαν σ' αυτήν οι κατηγορούμενοι, αφού δεν υφίσταται τέτοια αρμοδιότητα αυτού. Ενώ δέχεται ότι "στην οποία (μηνύτρια) είναι πλέον ή βέβαιο ότι δεν θα ανέθεταν τις πιο πάνω οικογενειακές διαφορές αν γνώριζαν ότι είναι ασκούμενη", δεν εξηγεί ποιά η συνέπεια αυτής της διαφοράς σε σχέση με τη νομική αντιμετώπιση αυτών από την ίδια τη μηνύτρια, αφού όντως δεν στερήθηκε και των νομικών γνώσεων της τελευταίας και πραγματικής δικηγόρου. Αλλά και σε σχέση με το ότι οι κατηγορούμενοι δεν γνώριζαν ότι η μηνύτρια ήταν δικηγόρος και δη Αθηνών η απόφαση περιέχει ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία, αφού : α) δεν δέχεται σαφώς ότι η ίδια η μηνύτρια παρέστησε σ' αυτούς ότι είναι δικηγόρος, β) οι φερόμενες ενέργειες που της ανάθεσαν και δη ο έλεγχος τίτλων δεν προϋποθέτει την ιδιότητα του δικηγόρου, γ) τις ανέθεσαν υποθέσεις που ανήκαν στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του Πειραιά, τα σχετικά δικόγραφα υπεγράφησαν από άλλον δικηγόρο εν γνώσει τούτου. Τέλος σε σχέση με το έγκλημα της νόθευσης η άνω αιτιολογία είναι ελλιπής και αντιφατική αφού : α) δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που φέρονται ότι στοιχειοθετούν το έγκλημα αυτό, β) ενώ δέχεται ότι η επίμαχη απόδειξη υπογράφηκε από τη μηνύτρια στις 22.1.2001 και αφορούσε αμοιβή για "νομικές ενέργειες στις οποίες επρόκειτο να προβεί", πιο πάνω δέχεται ότι "κατά την υπογραφή του πιο πάνω συμβολαίου αγοραπωλησίας στις 12.10.2000 εισέπραξε η μηνύτρια ως αμοιβή το ποσό των 250.000 δραχμών (για έλεγχο τίτλων και παράσταση κατά τη σύνταξη του συμβολαίου) υπογράφοντας και σχετική απόδειξη την οποία είχε συντάξει ο 1ος κατηγορούμενος", ήτοι αφενός μεν η αυτή απόδειξη είχε ήδη υπογραφεί από την μηνύτρια στις 12.10.2000 και αφορούσε την αναφερόμενη αμοιβή, αφετέρου ότι υπογράφηκε και στις 22.1.2001 και αφορούσε την αναφερόμενη αμοιβή, ήτοι αντιφατικά πράγματα. Κατ' ακολουθίαν, ο λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 574/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχεία ψευδούς καταμηνύσεως. Στοιχεία συκοφαντικής δυσφημήσεως. Σχέση συκοφαντικής δυσφημήσεως, απλής δυσφημήσεως και διαφυλάξεως δεδικαιολογημένου συμφέροντος. Περιπτωσιολογία. Πότε υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας σε αθωωτική απόφαση. Δέχεται αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου. Αναιρείται η προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Δυσφήμηση συκοφαντική, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
M.K.
Αριθμός 1729/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη προσωρινά κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή Χαλκίδας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημοσθένη Βλήτα, περί αναιρέσεως της 1898,1901/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ομόρρυθμη Εταιρία με την επωνυμία "......Ο.Ε.", που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στα δικόγραφα των από 23 Απριλίου 2007 και 20 Απριλίου 2007 προσθέτων λόγων αυτής (αναιρέσεως), που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 122/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί στο σύνολό της η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 375 παραγρ. 1 εδ. α' και 2 εδάφ. α' του ΠΚ, όπως η παραγρ. 2 αυτού αντικ. από το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1995 ο οποίος εφαρμόζεται εν προκειμένω ως επιεικέστερος κατ' άρθρο 2 παρ. 2 ΠΚ, συνάγεται ότι το έγκλημα της υπεξαιρέσεως πραγματούται αντικειμενικώς μεν με την από το δράστη παράνομη, ήτοι χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο, ιδιοποίηση ξένου (ολικά ή εν μέρει) κινητού πράγματος, που περιήλθε και βρίσκεται με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή αυτού, υποκειμενικώς δε με τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το πράγμα είναι ξένο, δηλαδή δεν ανήκει στην κυριότητα του δράστη, κατά την έννοια του Αστικού Κώδικα, και τη θέληση ή την αποδοχή, αυτού να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα (παράγραφος 2), όταν το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο προβλεπόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Σε περίπτωση υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος, αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη και για τον ποινικό χαρακτηρισμό της πράξης, ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, λαμβάνεται υπόψη η αξία του αντικειμένου εκάστης των επιμέρους πράξεων, αν οι μερικότερες πράξεις τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 2721/1999. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατασκευή) από τον αυτουργό, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή και με τα δύο, λέξεων, αριθμών ή σημείων, για την υποκειμενική δε θεμελίωσή του απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και επί πλέον το σκοπό του δράστη (υπερχειλή δόλο) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, αδιάφορου όντος αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Τα παραπάνω εγκλήματα είναι αυτοτελή και διαφέρουν μεταξύ τους, λόγω της ετερότητας του πληττομένου με το καθένα από αυτά εννόμου αγαθού. Ενόψει τούτου, αλλά και γιατί το καθένα από αυτά δεν αποτελεί μέσο τελέσεως ή αναγκαία συνέπεια του άλλου, τελούν μεταξύ τους σε σχέση, αληθινής πραγματικής συρροής και όταν ακόμη η πλαστογραφία διαπράττεται προς συγκάλυψη της υπεξαιρέσεως. Περαιτέρω, για την κακουργηματική μορφή της καταρτίσεως ή νοθεύσεως εγγράφου, απαιτείται επί πλέον, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7α του ν. 2408/1996, ο υπαίτιος να σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον να σκόπευε να βλάψει άλλον και το όφελος ή η βλάβη να υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Τέλος, κακουργηματική πλαστογραφία υπάρχει και όταν, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, όπως αντικ. από τα άρθρα 4 παρ. 5 του ν. 1738/1987 και 36 του ν. 2172/1993, σε συνδ. με το άρθρο 4 παρ. 3 εδ. δ' του ν. 2408/1996, το έγκλημα αυτό στρέφεται κατά του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή κατ' άλλου νομικού προσώπου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 263α του ΠΚ όπως αντικ. από το άρθρο 4 παρ. 4 του ν. 1738/1987, και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα ανωτέρω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών. Το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε προσδιορίζεται επί εγκλήματος που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση κατά του Δημοσίου και των ανωτέρω νομικών προσώπων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ΝΔ 2576/1953, η οποία, ως ειδική, κατισχύει του άρθρου 98 ΠΚ, όπως αυτό ίσχυε υπό το κράτος της ισχύος του ν. 2408/1996, με βάση το όλο περιεχόμενο των επί μέρους πράξεων και όχι καθεμιάς από αυτές. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 εδ. ζ' του ν. 1591/1986, ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως των κατηγορουμένων εγκλημάτων, αδίκημα φοροδιαφυγής, τιμωρούμενο κατά τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον έξι (6) μηνών, διαπράττει και όποιος εκδίδει πλαστό ή εικονικό ή νοθεύει τιμολόγιο πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών ή οποιοδήποτε από τα φορολογικά στοιχεία που αναφέρονται στην περίπτωση γ' της παραγράφου αυτής. Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγισθεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησης και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υποχρέου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται επίσης ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. Θεωρείται, περαιτέρω, εικονικό και το φορολογικό στοιχείο που εκδόθηκε για συναλλαγή, διακίνηση ή οποιαδήποτε άλλη αιτία ανύπαρκτη στο σύνολο ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο φορολογικό στοιχείο. Οι ειδικές αυτές διατάξεις που αναφέρονται στην αξιόποινη φοροδιαφυγή αποκλείουν, ως ειδικές, την εφαρμογή των γενικών περί πλαστογραφίας και απάτης διατάξεων των άρθρων 216 και 386 του ΠΚ. Αν όμως η κατάρτιση των πλαστών φορολογικών στοιχείων ή η απατηλή ενέργεια του δράστη κατατείνουν, όχι μόνο στη φοροδιαφυγή, αλλά και στην παράνομη ωφέλεια ή βλάβη τρίτων ή την πρόκληση και άλλης περαιτέρω ζημίας του Δημοσίου ή στον προσπορισμό και άλλου οφέλους του, εκτός της μειώσεως ή της αποφυγής της φορολογικής του επιβαρύνσεως, τότε οι ειδικές διατάξεις περί αξιόποινης φοροδιαφυγής δεν εμποδίζουν την εφαρμογή των γενικών πιο πάνω περί πλαστογραφίας και απάτης διατάξεων, γιατί τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της φοροδιαφυγής, δεν συμπίπτουν πλήρως με εκείνα που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της πλαστογραφίας και της απάτης, τα οποία περιέχουν και άλλη εγκληματική διαγωγή του υπαιτίου, την απαξία της οποίας (αντικειμενική και υποκειμενική) δεν καλύπτουν οι ειδικές περί φοροδιαφυγής πιο πάνω διατάξεις. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, και για την παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία το Δικαστήριο απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης προς διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, έστω και αν αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 183 του ΚΠοινΔ, εναπόκειται στη διακριτική και ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 2 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανοίγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 1898, 1901/2006 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα γενικώς, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος ετύγχανε διαχειριστής της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης υπό την επωνυμία "...... Ε.Π.Ε.", με αντικείμενο εργασιών την τήρηση λογιστικών και φορολογικών βιβλίων διαφόρων εταιριών, εμπορικών αλλά και αστικών μη κερδοσκοπικών (εταιριών). Ούτως, οι διάφοροι επιτηδευματίες (φυσικά ή νομικά πρόσωπα) του ανέθεταν τον χειρισμό των φορολογικών των υποθέσεων, την τήρηση των βιβλίων των εσόδων - εξόδων, ως και την εμπρόθεσμη καταβολή των πάσης φύσεως φόρων και τελών, ως και του Φ.Π.Α. Με την άνω ιδιότητα του ελάμβανε από τους νομίμους εκπροσώπους των ως υποκατάστατος των εντολοδόχος, στην εκπλήρωση των αντιστοίχων υποχρεώσεών των, διάφορα ποσά κατά μήνα, με την εντολή να τα καταβάλει στην αρμοδία Δ.Ο.Υ., για λογαριασμό εκάστης εταιρίας, για την εξόφληση Φ.Π.Α., (άλλως, σε περίπτωση μη καταβολής των, να επιστρέψει τα ποσά στην εταιρία που τα παρέδιδε κάθε φορά). Ούτως, ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 10-12-1990 μέχρι 31-12-1994 ιδιοποιήθηκε παρανόμως ποσά ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που του παρέδωσαν κατά καιρούς οι εντολείς του εταιρίες και τα ενεπιστεύθησαν λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου, για να τα καταβάλει για λογαριασμό των στην Δ.Ο.Υ. κάθε εταιρίας. Για την επίτευξη του σκοπού της ιδιοποιήσεως παρανόμως των ποσών και, για να αποκρύψει από τις εντολείς του εταιρίες, προηγούμενες κατόχους των ποσών, το γεγονός αυτής, κατεσκεύασε πλαστά τιμολόγια άλλων πελατών του, με τα οποία ενεφανίζετο ότι εκείνοι που του είχαν παραδώσει τα χρήματα του αποδοτέου Φ.Π.Α., είχαν κάνει αγορές από τους φερομένους ως εκδότες των πλαστών τιμολογίων και είχαν δήθεν καταβάλει τον ανάλογο με τις αγορές αυτές πλασματικό φόρο προστιθέμενης αξίας, συγχρόνως δε ενόθευσε με αντίστοιχες ψευδείς εγγραφές τα βιβλία των πιο πάνω εταιριών, χωρίς βέβαια τη συναίνεση των νομίμων εκπροσώπων τους: α) με καταχώρηση των αγορών, για τις οποίες τα άνω πλαστά τιμολόγια και β) με καταχώρηση ανύπαρκτων επίσης αγορών, για τις οποίες όμως δεν εξεδόθησαν αντίστοιχα πλαστά τιμολόγια. Η καταχώρηση εγένετο τόσο στα βιβλία των φερομένων ως αγοραστών, όσο και στα βιβλία των φερομένων ως πωλητών ή μόνο στα βιβλία των πρώτων, έτσι ώστε, συμψηφιζομένου του Φ.Π.Α. των εν λόγω πλασματικών αγορών, με εκείνο των πραγματικών πωλήσεων, του οποίου οφείλετο η απόδοση, να μηδενίζεται ή πάντως να ελαττώνεται ουσιωδώς το ποσό του Φ.Π.Α. Τα πλαστά τιμολόγια, τα οποία εξέδωσεν ο κατηγορούμενος προκειμένου να συγκαλύψει την παράνομη ιδιοποίηση, ως άνω, φέρουν κατ' αρχήν ως εκδότρια την εταιρία ".... Ο.Ε." και αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό, στην κατηγορία της πλαστογραφίας. Τα πλαστά αυτά έγγραφα τιμολόγια εξεδόθησαν κατά τον ακόλουθο τρόπο: ο κατηγορούμενος, έχων εις χείρας του το σύνολο των λογιστικών στοιχείων και βιβλίων της εταιρίας "..... Ο.Ε.", τα οποία τηρούσε στην επιχείρησή του, παρήγγειλε δύο σφραγίδες με τη φίρμα της εταιρίας, από τις οποίες μόνο την μια παρέδωσε στην εταιρία αυτή, ενώ την δεύτερη, την κράτησε κρυφά στο γραφείο του, για να την χρησιμοποιεί για την κατάρτιση των πλαστών τιμολογίων. Επίσης, είχε θεωρήσει στην αρμοδία Δ.Ο.Υ. Αμαρουσίου δύο (2) μπλοκ τιμολογίων και δελτίων αποστολής, από τα οποία παρέδωσε μόνο το ένα στην εταιρία, ενώ το άλλο, το οποίο θεώρησε εν αγνοία της εταιρίας, το κράτησε κρυφά στο γραφείο του, όπου το εύρον και το κατέσχεσαν τα ελεγκτικά όργανα. Από το δεύτερο αυτό μπλοκ τιμολογίων και δελτίων αποστολής ο κατηγορούμενος ήρχισε να εκδίδει τιμολόγια πώλησης για ανύπαρκτες πωλήσεις, τις οποίες δήθεν πραγματοποίησε η εταιρία ".... Ο.Ε." σε διάφορες άλλες εταιρίες, με τις οποίες συνεργάζετο αυτός επίσης, τηρών τα λογιστικά τους βιβλία. Προκειμένου δε να εμφανίσει ότι εκδότρια των πλαστών αυτών τιμολογίων ήτο η τελευταία εταιρία "..... Ο.Ε." έθετε κάτω από την ένδειξη "ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ" σε κάθε τιμολόγιο, μία σφραγίδα με την επωνυμία της εταιρίας αυτής, χωρίς βέβαια τη συναίνεση του νομίμου εκπροσώπου της, χρησιμοποιώντας την σφραγίδα που είχε κρυφά και εν αγνοία της εταιρίας κατασκευάσει, συγχρόνως δε έθετε στο ίδιο σημείο των πλαστών τιμολογίων την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας, χωρίς τη γνώση ή συναίνεση του τελευταίου. Επίσης, έχων στην κατοχή του, κατά τα άνω εκτεθέντα, τα εμπορικά βιβλία της εταιρίας ""......Ο.Ε.", προέβη χωρίς τη συναίνεση του νομίμου εκπροσώπου της, σε εγγραφές εις αυτά ανύπαρκτων συναλλαγών, με σκοπό να εμφανίσει: α) ότι είχαν γίνει δήθεν πωλήσεις εις τρίτους, με αποτέλεσμα να παραπλανηθούν οι Φορολογικές Αρχές με τον ίδιο τρόπο που έγινε και με την έκδοση των προηγουμένων τιμολογίων (στις περιπτώσεις αυτές δεν εξεδόθηκαν αντίστοιχα τιμολόγια) και με επιτευχθέντα σκοπό το παράνομο περιουσιακό όφελος του ιδίου και τη ζημία της εταιρίας με τον ίδιο ως άνω τρόπο και β) ότι είχαν γίνει δήθεν αγορές από τρίτους, με αποτέλεσμα να παραπλανηθούν οι φορολογικές αρχές ως προς το ύψος του σκέλους των εξόδων της ιδίας εταιρίας το οποίο ενεφανίζετο έτσι διογκωμένο, ώστε να ισοσκελισθεί η προκύπτουσα εκ των προηγουμένων εικονικών πωλήσεων οφειλή Φ.Π.Α. εκ μέρους της εν λόγω εταιρίας και να συγκαλυφθεί ούτως η προηγουμένη πλαστογραφία ως προς το σκέλος των πωλήσεων - εξόδων της ιδίας και πραγματοποιηθεί ευχερέστερα ο παράνομος σκοπός του κατηγορουμένου της, χωρίς δικαίωμα ιδιοποιήσεως. Στη συνέχεια, η ιδιοποίηση έγινε μέσω των εταιριών που είχαν παραδώσει στον κατηγορούμενο χρηματικά ποσά για να τα παραδώσει στο Δημόσιο, δηλαδή μέσω των: α) Α. Γλυνός ΑΒΕΕ, β) Δέσποινα ΑΒΕΕ, γ) Ζωή Μπαρτζιώτη Α.Ε., 6) ..... Ε.Π.Ε., ε) ..... Ε.Ε στ) ..... αστική μη κερδοσκοπική εταιρία για την Ελλάδα και τη Μεσόγειο των Πολιτισμών και ..... Ε.Π.Ε. Επί πλέον, πραγματοποίησε και άλλες ψευδείς εγγραφές για ανύπαρκτες πωλήσεις και εξέδωσε και άλλα πλαστά τιμολόγια για ορισμένες από αυτές προς τις εταιρίες Α. ΓΛΥΝΟΣ ΑΒΕΕ και ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΑΒΕΕ, με φερόμενους ως εκδότες πωλητές, εκτός από την εταιρία ".......Ο.Ε." και τις εξής εταιρίες και ατομική επιχείρηση: αα) ...... Ε.Π.Ε., ββ) ...... Ο.Ε., γγ) EVROVIT ΑΒΕΕ, δδ) Ι. ΛΑΓΟΥΝΑΡΗΣ Α.Ε, εε) ...... Ε.Π.Ε, στστ) ..... (ατομική επιχείρηση), Ζζζ) ..... Ε.Ε. και ηη) ..... Ε.Ε. Οι ψευδείς αυτές εγγραφές εκτίθενται αναλυτικά στους παρατιθεμένους στο διατακτικό του παρόντος πίνακες με στοιχεία "Α" και "Β". Με τα τιμολόγια αυτά και τις αντίστοιχες ψευδείς εγγραφές για πωλήσεις και αντίστοιχες αγορές που δεν πραγματοποιήθηκαν, έγινε συγκάλυψη ιδιοποιήσεως αντίστοιχων ποσών Φ.Π.Α. που είχαν παραδοθεί στον κατηγορούμενο για να τα καταβάλει στη Δ.Ο.Υ. για λογαριασμό των εταιριών Α. ΓΛΥΝΟΣ ΑΒΕΕ, ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΑΒΕΕ και .... ΕΠΕ. Τα ποσά που ιδιοποιήθηκε με αυτόν τον τρόπο είναι: 1) Μέσω της εταιρίας Α. ΓΛΥΝΟΣ ΑΒΕΕ 27.541.440 δρχ., 2) μέσω της εταιρίας ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΑΒΕΕ 38.886.924 δρχ., σύμφωνα με την από .... έκθεση ελέγχου της ΥΠΕΔΑ, 3) μέσω της εταιρίας ..... ΕΠΕ ποσό 641.739 δρχ., που αφορά ψευδή εγγραφή στα βιβλία αυτής ανύπαρκτης αγοράς από την εταιρία ..... Ο.Ε. ποσού 3.565.217 δρχ., πλέον του εν λόγω ΦΠΑ στις 19-9-1994, σύμφωνα με την από .... έκθεση ελέγχου της ΥΠΕΔΑ και 4) μέσω της εταιρίας ..... Ο.Ε. ποσού 2.970.000 δρχ., που του είχε παραδοθεί με την εντολή εξόφλησης οφειλής της αποδόσεως Φ.Π.Α. και το οποίο παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα, χωρίς να χρησιμοποιηθούν πλαστά τιμολόγια ή ψευδείς εγγραφές στα βιβλία της εταιρίας αυτής. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι για την καταβολή στη Δ.Ο.Υ., του ΦΠΑ της εταιρίας "Α. ΓΛΥΝΟΣ Α.Β.Ε.Ε." έχει καταδικασθεί με την υπ' αριθμ. 6556-6557/2000 Απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για υπεξαίρεση ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας για ποσόν 15.260.000 δραχμών και όχι για το μεγαλύτερο ποσό των 27.541.440 δραχμών, που ανεφέρετο στη μήνυση, όπερ αποδεικνύεται ότι είναι το αυτό με το εις την κρινομένη υπόθεση φερόμενου ως υπεξαιρεθέν υπ' αυτού ως εντολοδόχου, το οποίο του το είχε εμπιστευθεί, με την παράδοση του, η άνω εταιρία, για να καταβάλει τον ΦΠΑ προς την Δ.Ο.Υ. Εντεύθεν και πρέπει να γίνει δεκτή η Ένσταση Εκκρεμοδικίας ως προς το ποσό αυτό (άρθρο 57 Κ. Ποιν. Δικ.). Περαιτέρω ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι για τα τιμολόγια τα οποία φέρεται ότι έχει εκδώσει ή εταιρία ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΑΒΕΕ έχει καταδικαστεί δια της υπ' αριθμ. 10947-10948-10949/1998 Αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Όμως, οι παραβάσεις αυτές, ναι μεν έχουν σχέση με την καταχώρηση των πλαστών ψευδών και εικονικών στοιχείων που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσης και ειδικά στον πίνακα "Β", πλην αφορούν παραβάσεις των άρθρων 49 παρ. 1-3 και 54 παρ. 4 ν. 2065/1992 και 22 παρ. 6 ν. 1599/1986, και εντεύθεν, ο κατηγορούμενος σ' αυτές ως αυτουργός δεν είχε την ιδιότητα του υπόχρεου δηλώσεως και αποδόσεως του Φ.Π.Α., ούτε με την ίδια συμπεριφορά του επέτυχε τη μη καταβολή του τελευταίου αυτού (ΑΠ 1005/1996 Ποιν. Χρον ΜΖ', 1294) δι' ό και ο ισχυρισμός του και εδώ περί εκκρεμοδικίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι με τις υπ' αριθμ. 6180 και 6190/2000 Αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών έχει καταδικαστεί για πλαστογραφία σε βάρος της εταιρίας ..... ΕΠΕ και για τρία τιμολόγια, ως τα αναφέρει, για τα οποία και τώρα κατηγορείται. Όμως ταύτα, όπως από την εκκαλουμένη προκύπτει, πουθενά δεν υπάρχουν εις αυτήν και πρέπει ο σχετικός περί εκκρεμοδικίας ισχυρισμός του να απορριφθεί. Μετά πάντα ταύτα, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της κακουργηματικής υπεξαίρεσης του άρθρου 375 παρ. 2 Π.Κ. ως εντολοδόχος (όχι εις βάρος του Δημοσίου) και κακουργηματικής πλαστογραφίας εις βάρος του Δημοσίου". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων α) της υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας από εντολοδόχο και β) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, αμφοτέρων σε βαθμό κακουργήματος, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 375 παρ. 1 εδ. α' και 2 εδ. α' ΠΚ, όπως η παρ. 2 αντικ. από το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, 216 παρ. 1 και 3 ΠΚ, όπως η παρ. 3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7α του ν. 2408/1996, 1 παρ. 1 ν. 1608/1950, όπως αντικ. από τα άρθρα 4 παρ. 5 ν. 1738/1987 και 36 ν. 2172/1993, σε συνδ. με το άρθρο 4 παρ. 3 εδ. δ' του ν. 2408/1996, 16 παρ. 2 ΝΔ 2576/1953, 98 και 94 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Περαιτέρω, σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου αναφορικά με την εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, το Πενταμελές Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του ΠΚ με το να δεχθεί ότι τα εγκλήματα της υπεξαιρέσεως και της προς συγκάλυψη αυτής τελεσθείσας πλαστογραφίας συρρέουν αληθινά και όχι κατά φαινόμενο και τούτο λόγω της ετερότητας των προσβαλλομένων με αυτά εννόμων αγαθών, αφού επί υπεξαιρέσεως πλήττεται το έννομο αγαθό της ιδιοκτησίας (κυριότητας), επί δε πλαστογραφίας η ασφάλεια και η ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών, δηλαδή η δημόσια πίστη περί τα υπομνήματα, και γιατί το καθένα από αυτά δεν αποτελεί μέσο τελέσεως ή αναγκαία συνέπεια του άλλου, ούτε παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 3 του ΠΚ με το να μην εφαρμόσει αντ' αυτής τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 εδ. ζ' του ν. 1591/1986, ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας, αφού τα καταρτισθέντα επίμαχα πλαστά τιμολόγια δεν κατέτειναν μόνο στη φοροδιαφυγή και δη στην αποφυγή της πληρωμής του οφειλόμενου στο Δημόσιο από τους φερόμενους σ'αυτά ως αγοραστές Φ.Π.Α., αλλά περαιτέρω στην παράνομη βλάβη εκείνων που εφέροντο ότι είχαν εκδώσει τα πλαστά τιμολόγια και εισπράξει από τον υποτιθέμενο αγοραστή τον αναλογούντα Φ.Π.Α., οι οποίοι ήταν υποχρεωμένοι κατά το νόμο να τον αποδώσουν στο Δημόσιο. Ούτε, επίσης, το άνω Δικαστήριο παραβίασε το άρθρο 98 ΠΚ, όπως αυτό ίσχυε υπό το κράτος ισχύος του ν. 2408/1996, τόσο ως προς το έγκλημα της κατ' εξακολούθηση κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, αφού το αντικείμενο κάθε μερικότερης πράξεως αυτής, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και είχε γίνει εμπίστευσή του στον κατηγορούμενο, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, όσο και ως προς το έγκλημα της κατ' εξακολούθηση κακουργηματικής πλαστογραφίας, ενόψει του ότι, ως υπαγόμενο αυτό στο ρυθμιστικό πεδίο του ν. 1608/1950, δεν εφαρμόζεται επ' αυτού το άρθρο 98 ΠΚ, αλλά ως ειδική διάταξη η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ΝΔ 2576/1953. Ούτε, περαιτέρω, το Πενταμελές Εφετείο εσφαλμένως εφάρμοσε, αναφορικά με το έγκλημα της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, όπως ισχύει σήμερα, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Επίσης έχων στην κατοχή του, κατά τα άνω εκτεθέντα, τα εμπορικά βιβλία της εταιρίας "..... Ο. Ε", προέβη χωρίς τη συναίνεση του νομίμου εκπροσώπου της, σε εγγραφές εις αυτά ανύπαρκτων συναλλαγών, με σκοπό να εμφανίσει: α) ότι είχαν γίνει δήθεν πωλήσεις εις τρίτους, με αποτέλεσμα να παραπλανηθούν οι Φορολογικές Αρχές με τον ίδιο τρόπο που έγινε και με την έκδοση των προηγουμένων τιμολογίων (στις περιπτώσεις αυτές δεν εξεδόθηκαν αντίστοιχα τιμολόγια) και με επιτευχθέντα σκοπό το παράνομο περιουσιακό όφελος του ιδίου και τη ζημία της εταιρίας με τον ίδιο ως άνω τρόπο και β) ότι είχαν γίνει δήθεν αγορές από τρίτους, με αποτέλεσμα να παραπλανηθούν οι φορολογικές αρχές ως προς το ύψος του σκέλους των εξόδων της ιδίας εταιρίας το οποίο ενεφανίζετο έτσι διογκωμένο, ώστε να ισοσκελισθεί η προκύπτουσα εκ των προηγουμένων εικονικών πωλήσεων οφειλή Φ.Π.Α. εκ μέρους της εν λόγω εταιρίας και να συγκαλυφθεί ούτως η προηγουμένη πλαστογραφία ως προς το σκέλος των πωλήσεων - εξόδων της ιδίας και πραγματοποιηθεί ευχερέστερα ο παράνομος σκοπός του κατηγορουμένου της, χωρίς δικαίωμα ιδιοποιήσεως. Στη συνέχεια η ιδιοποίηση έγινε μέσω των εταιριών που είχαν παραδώσει στον κατηγορούμενο χρηματικά ποσά για να τα παραδώσει στο Δημόσιο, δηλαδή μέσω των: α) Α. Γλυνός ΑΒΕΕ, β) Δέσποινα ΑΒΕΕ, γ) Ζωή Μπαρτζιώτη Α.Ε., δ) ..... Ε.Π.Ε., ε) .... Ε.Ε. στ) ...... αστική μη κερδοσκοπική εταιρία για την Ελλάδα και τη Μεσόγειο των Πολιτισμών και ...... Ε.Π.Ε. πλέον, πραγματοποίησε και άλλες ψευδείς εγγραφές για ανύπαρκτες πωλήσεις και εξέδωσε και άλλα πλαστά τιμολόγια για ορισμένες από αυτές προς τις εταιρίες Α. ΓΛΥΝΟΣ ΑΒΕΕ και ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΑΒΕΕ, με φερόμενους ως εκδότες πωλητές, εκτός από την εταιρία "..... Ο.Ε." και τις εξής εταιρίες και ατομική επιχείρηση: αα) ...... Ε.Π.Ε., ββ) ...... Ο.Ε., γγ) EVROVIT ΑΒΕΕ, δδ) Ι. ΛΑΓΟΥΝΑΡΗΣ Α.Ε., εε) ..... Ε.Π.Ε., στστ) ...... (ατομική επιχείρηση), ζζ) ..... Ε.Ε. και ηη) ..... Ε.Ε. Οι ψευδείς αυτές εγγραφές εκτίθενται αναλυτικά στους παρατιθεμένους στο διατακτικό του παρόντος πίνακες με στοιχεία "Α" και "Β". Με τα τιμολόγια αυτά και τις αντίστοιχες ψευδείς εγγραφές για πωλήσεις και αντίστοιχες αγορές που δεν πραγματοποιήθηκαν, έγινε συγκάλυψη ιδιοποιήσεως αντίστοιχων ποσών Φ.Π.Α. που είχαν παραδοθεί στον κατηγορούμενο για να τα καταβάλει στη Δ.Ο.Υ. για λογαριασμό των εταιριών Α. ΓΛΥΝΟΣ ΑΒΕΕ, ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΑΒΕΕ και ..... ΕΠΕ. Τα ποσά που ιδιοποιήθηκε με αυτόν τον τρόπο είναι: 1) Μέσω της εταιρίας Α. ΓΛΥΝΟΣ ΑΒΕΕ 27.541.440 δρχ., 2) μέσω της εταιρίας ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΑΒΕΕ 38.886.924 δρχ., σύμφωνα με την από ..... έκθεση ελέγχου της ΥΠΕΔΑ, 3) μέσω της εταιρίας .... ΕΠΕ ποσό 641.739 δρχ., που αφορά ψευδή εγγραφή στα βιβλία αυτής ανύπαρκτης αγοράς από την εταιρία ...... Ο.Ε. ποσού 3.565.217 δρχ., πλέον του εν λόγω ΦΠΑ στις 19-9-1994, σύμφωνα με την από .... έκθεση ελέγχου της ΥΠΕΔΑ...", τα οποία υπερβαίνουν συνολικώς το ποσό των 50.000.000 δραχμών, ενώ, τέλος, η καταχώρηση στα εμπορικά βιβλία ανύπαρκτων συναλλαγών αποτελεί νόθευση εγγράφου, δεδομένου ότι αυτά αποτελούν συνολικά έγγραφα, δηλαδή, περισσότερα έγγραφα που εκλαμβάνονται ως ενιαίο έγγραφο. Οι ειδικότερες δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο δεν ανάγνωσε την από .... έκθεση "ελέγχου εφαρμογής διατάξεων του ΠΔ 1861/1992" και έτσι δεν την έλαβε υπόψη και δεν τη συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και ότι δεν απάντησε στο αίτημά του για διενέργεια γραφολογικής και λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, είναι απορριπτέες ως ερειδόμενες επί αναληθούς προϋποθέσεως, καθόσον από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκαν τέτοια αιτήματα. Με βάση τις σκέψεις αυτές οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι συναφείς λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και των δικογράφων των προσθέτων λόγω, με τους οποίους πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένης απόφαση για: α) έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν, κατά το μέρος δε που με αυτούς, με την επίκληση, κατ' επίφαση, α) ελλείψεως της επιβαλλόμενης πιο πάνω αιτιολογίας και β) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμησή τους, είναι απαράδεκτοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Η παράσταση αυτή είναι παράνομη, όταν στο πρόσωπο εκείνου που δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, δεν συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεως του για την άσκηση πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάσεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠοινΔ ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα, ως προς τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 ΚΠοινΔ, 914 και 932 του ΑΚ, προκύπτει ότι δικαιούνται να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες μόνο εκείνοι που ζημιώνονται άμεσα από το έγκλημα ή υφίστανται ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη απ' αυτό και όχι και εκείνοι που βλάπτονται έμμεσα, όπως τα μέλη νομικού προσώπου, τα οποία δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώς στην άσκηση ατομικώς της πολιτικής αγωγής από αδίκημα που στρέφεται κατά νομικού προσώπου, το οποίο και μόνο ζημιώνεται άμεσα απ' αυτό (Ολ.ΑΠ. 5/1994). Ειδικότερα, σε περίπτωση αξιόποινης πράξης, που στρέφεται ευθέως κατά εταιρίας που έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα, επομένως και κατά ομόρρυθμης εταιρίας, εφόσον έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις δημοσιότητας του Εμπορικού Νόμου (άρθρα 42 έως 44) για τη σύσταση της, μόνο η εταιρία δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα στη σχετική ποινική διαδικασία, όχι δε και οι εταίροι της, που υφίστανται (αντανακλαστική) υλική ζημία ή ηθική βλάβη από την εν λόγω πράξη και, συνεπώς, δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώς να προβούν στην παράσταση αυτή ατομικώς. Ειδικώς επί πλαστογραφίας ως πολιτικώς ενάγων μπορεί να παραστεί: α) επί καταρτίσεως πλαστού εγγράφου ο φερόμενος ως εκδότης αυτού, β) επί νοθεύσεως γνήσιου εγγράφου, ο εκδότης του εγγράφου, εκτός αν τη νόθευση έκανε ο εκδότης σε χρόνο που δεν είχε την εξουσία διαθέσεως του εγγράφου και γ) ο ζημιούμενος από τη χρήση του εγγράφου.
Στην προκείμενη περίπτωση, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, εμφανίστηκε ο Ψ, ο οποίος δήλωσε στο Δικαστήριο ότι "υπό την ιδιότητά του ως εκπρόσωπος και διαχειριστής της ομόρρυθμης εταιρίας ".... ΟΕ" με έδρα την Αθήνα, ....., δηλώνει ότι η παραπάνω εταιρία παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα κατά του παραπάνω κατηγορουμένου, για τις πράξεις της υπεξαίρεσης και της πλαστογραφίας στα τιμολόγια του Ψ και ζητά χρηματική ικανοποίηση 44 ευρώ, με επιφύλαξη, λόγω ηθικής βλάβης που της προκλήθηκε από τις κρινόμενες πράξεις του". Διόρισε δε, πληρεξούσιο, τον παρόντα δικηγόρο Αθηνών Ευάγγελο Πετρόπουλο. Ακολούθως, οι συνήγοροι της υπερασπίσεως υπέβαλαν ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής, την οποία απάντησαν προφορικά και κατέθεσαν και εγγράφως και έχει εξής: "Σύμφωνα με παγία θέση της νομολογίας, πολιτική αγωγή ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί μόνον από τα πρόσωπα που ζημιώνονται αμέσως από το έγκλημα (ΑΠ 1177/91 ΠΧρ ΜΒ/146, ΑΠ 1083/91 ΝοΒ 40/129, ΑΠ 510/91 ΠΧρ ΜΑ/987) και όχι από κάθε άλλον, εμμέσως ζημιωθέντα, στον οποίον αντανακλούν οι υλικές ή ηθικές συνέπειες του εγκλήματος [ΑΠ (Ολομ) 402/81 ΠΧρ ΛΑ/664, ΣυμβΑΠ 2005/03 ΠραξΛογΠΔ 2003/532 και 300/03 ΠΧρ ΝΓ/993, ΑΠ 1083/91 ΝοΒ 40/129, ΣυμβΕφΝαυπλ 71/90 ΑρχΝομολ/1990 578]. Ο Ψ, που δήλωσε, πρωτοδίκως και τώρα, παράσταση πολιτικής αγωγής ως νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..... ΟΕ", δεν ενομιμοποιείτο, ούτε νομιμοποιείται, να προβεί σε τέτοια δήλωση, καθώς η εκπροσωπούμενη απ' αυτόν εταιρία δεν είναι (σύμφωνα με το διατακτικό του παραπεμπτικού βουλεύματος, αλλά και το διατακτικό της εκκαλουμένης αποφάσεως) αμέσως παθούσα από οποιαδήποτε από τις αποδιδόμενες σε μένα πράξεις, αλλά ούτε και επικαλείται, στη δήλωσή του για παράσταση πολιτικής αγωγής, οποιαδήποτε περιστατικά ή σκέπεις, που να συνδέουν τις κατηγορίες με, δήθεν, άμεση ζημία της εταιρίας του. Εξάλλου, όπως εισάγεται η κατηγορία (ΑΠ 300/03 ΠΧρ ΝΓ/993) και δέχθηκε η εκκαλουμένη, κύριος των, προς απόδοση ΦΠΑ, χρημάτων και, ως εκ τούτου, άμεσως ζημιωθείς, είναι το Ελλ. Δημόσιο. Συνακολούθως, μοναδικός και αποκλειστικός, αμέσως ζημιωθείς, από τις φερόμενες πράξεις μου, είναι το Ελλ. Δημόσιο και όχι η οποιαδήποτε εταιρία, υπόχρεη προς καταβολή ΦΠΑ, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση η ανωτέρω εταιρία. Στην προκειμένη, συνεπώς, περίπτωση η ενώπιον του πρωτοδίκου δικαστηρίου, αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, γενομένη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης σε βάρος μου είναι, σύμφωνα με τα παραπάνω, άκυρη, καθώς, κατά τα προεκτεθέντα, η ανωτέρω εταιρία δεν είναι αμέσως ζημιωθείσα από τις φερόμενες πράξεις μου, γι' αυτό και η εκκαλουμένη απόφαση, που δεν απέβαλε την πολιτική αγωγή, υπέπεσε σε (αρνητική) υπέρβαση εξουσίας, η οποία πρέπει να κηρυχθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου Σας, το οποίο, ούτως ή άλλως, πρέπει να αποβάλει την και τώρα δηλώσασα την εν λόγω παράσταση εταιρία. Επομένως, η εταιρία ..... ΟΕ δεν νομιμοποιείται να παρασταθεί, δια του νομίμου εκπροσώπου της, ως πολιτικώς ενάγουσα σε βάρος μου, γι' αυτό και πρέπει να αποβληθεί". Ακολούθως, το Δικαστήριο απέρριψε την ανωτέρω ένσταση με την εξής αιτιολογία: "Κατ' άρθρο 63 Κ.Ποιν.Δικ. νομιμοποιούνται να ασκήσουν πολιτική αγωγή στο ποινικό δικαστήριο οι παθόντες και οι άμεσα ζημιωθέντες από την αξιόποινη πράξη. Τα νομικά πρόσωπα έχουν την δυνατότητα να ασκήσουν πολιτική αγωγή και να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όταν προσβάλλονται στην πίστη τους, την επαγγελματική τους υπόληψη και στο μέλλον των και συνεπώς η νομιμοποίηση των ως πολιτικώς ενάγοντες, όπως και επί φυσικών προσώπων, εξαρτάται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως των, αφού τα άνω περιστατικά είναι αυτά τα οποία συγκροτούν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αξιόποινης πράξης και της ηθικής βλάβης (Α.Π. 921/1990 ΝοΒ 38, 1990, Α.Π. 959/1989 Ποιν. Χρον. 1990, 373.). Ούτω τα νομικά πρόσωπα μπορούν να υποστούν ηθική βλάβη από τον αντίκτυπο που έχει στην πίστη των και στο κύρος των η αξιόποινη πράξη που έγινε σε βάρος των, διό και στη δήλωση παραστάσεως ως πολιτικώς ενάγοντος δεν απαιτείται ιδιαίτερη εξειδίκευση του τρόπου, με τον οποίον επήλθε η βλάβη αυτή, γιατί αναφέρεται προφανώς στον παραπάνω αντίκτυπο (Α.Π. Συμβ. 575/1986 Ποιν. Χρον. 1986.692 ΝοΒ 34.1267). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αποδοθείσα εις τον κατηγορούμενο κατηγορία και όπως έγινε δεκτή και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του, αμέσως παθούσα από τις πράξεις είναι (και) η εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "....... Ο.Ε.", η οποία παρέδωσε την κατοχή του ποσού του Φ.Π.Α. εις τον λογιστήν της κατηγορούμενο με την εντολή να το καταβάλει στην αρμοδία Δ.Ο.Υ., και ο οποίος το παρακράτησε, νυν δε παρίσταται ο Ψ, ως νόμιμος εκπρόσωπος της άνω εταιρίας, αιτούμενος δι' αυτήν χρηματικήν ικανοποίηση δια την αυτονόητο ηθική βλάβη, την οποία αυτή υπέστη (Α.Π. 921/1990 ΝοΒ. 38, 1191) ως εκ της φύσεως της πράξεως, υπεξαιρέσεως εις βάρος της ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας (Α.Π. 1333/2000 Ποιν. Δικ. 2001 σελ. 218) και πλαστογραφίας, εφ' όσον φέρεται εκδότης του νοθευθέντος εγγράφου και συντάκτης των πλαστών (Συμβ. Α.Π. 773/1993 Ποιν. Χρον. ΜΓ' 539, Α.Π. 88/1992 Ποιν. Χρον. ΜΒ' 393)". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της συμπροσβαλλόμενης παρεμπίπτουσας υπ'αριθ. 1898/2006 αποφάσεώς του, διέλαβε την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη της ενστάσεως αποβολής της πολιτικής αγωγής, αφού δέχεται ότι αμέσως παθόν από τα άνω εγκλήματα της υπεξαιρέσεως και της πλαστογραφίας τόσο με τη μορφή της καταρτίσεως των πλαστών τιμολογίων, όσο και με τη μορφή της νοθεύσεως των εμπορικών του βιβλίων, είναι το νομικό πρόσωπο της εταιρίας με την επωνυμία "..... Ο.Ε.", ενόψει του ότι η εν λόγω εταιρία παρέδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό του ΦΠΑ με την εντολή να το καταβάλει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., ο οποίος το ιδιοποιήθηκε παράνομα, και του ότι η εταιρία αυτή φέρεται ως εκδότης των καταρτισθέντων από τον κατηγορούμενο πλαστών τιμολογίων, πραγματικός δε εκδότης των νοθευθέντων από τον τελευταίο εμπορικών της βιβλίων, και επομένως νομίμως παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα η ανωτέρω εταιρία δια του νομίμου εκπροσώπου της για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από τις ανωτέρω εγκληματικές πράξεις του κατηγορουμένου. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι με το κύριο δικόγραφο και τα δικόγραφα των προσθέτων λόγω συναφείς λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η συμπροσβαλλόμενη πιο πάνω παρεμπίπτουσα απόφαση για: α) απόλυτη ακυρότητα, λόγω παράνομης παραστάσεως της πολιτικώς ενάγουσας στο ακροατήριο και β) έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν. Τέλος, πρέπει να απορριφθεί, ως ερειδόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, και ο λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας του Δικαστηρίου, επειδή αυτό αντί να απορρίψει ως απαράδεκτη την πολιτική αγωγή, τη δέχθηκε και προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο κακουργηματικής υπεξαιρέσεως από εντολοδόχο και πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου.
Τέλος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο δια του δευτέρου δικογράφου των προσθέτων λόγων προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του δεδικασμένου, γιατί, πέραν της αοριστίας του, πλήττεται με την κατ' επίφαση επίκληση αυτού η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 23-4-2007 και 20-4-2007 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22 Δεκεμβρίου 2006 (υπ' αριθ. πρωτ. 11.651/28-12-2006) αίτηση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 23-4-2007 και 20-4-2007 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 1898,1901/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδίκη: α) για κακουργηματική υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο και β) για κακουργηματική πλαστογραφία εις βάρος Ελληνικού Δημοσίου. Αυτοτελή εγκλήματα - υπάρχει αληθινή πραγματική συρροή. Το άρθρο 16 § 2 ΝΔ 2576/53 κατισχύει ως ειδική διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ, όπως αυτό ίσχυε υπό το κράτος ισχύος Ν. 2408/96. Οι ειδικές διατάξεις για αξιόποινη φοροδιαφυγή (άρθρ. 31 Ν. 1591/86) αποκλείουν ως ειδικές την εφαρμογή των άρθρ. 216 και 386 ΠΚ, πλην όμως δεν εμποδίζουν αυτές την εφαρμογή των τελευταίων γενικών διατάξεων, όταν η κατάρτιση πλαστών φορολογικών στοιχείων και απατηλή ενέργεια του δράστη κατατείνουν όχι μόνο στη φοροδιαφυγή αλλά και στην πρόκληση και άλλης περαιτέρω ζημίας του Δημοσίου, κλπ. Αιτιολογημένη η καταδίκη, χωρίς να παραβιαστούν οι εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, εντεύθεν δε απορριπτέοι οι συναφείς λόγοι Δ’ και Ε’. Νόμιμη παράσταση της ομόρρυθμης εταιρείας ως πολιτικώς ενάγουσας, αφού είναι η αμέσως ζημιωθείσα, ενόψει του ότι αυτή παρέδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό του ΦΠΑ για να το καταβάλει στη ΔΟΥ, εκείνος το ιδιοποιήθηκε και επιπλέον φέρεται ως εκδότρια των πλαστών τιμολογίων, ενώ ο πραγματικός εκδότης των νοθευθέντων εμπορικών βιβλίων της ήταν ο κατηγορούμενος. Απορρίπτονται συναφείς λόγοι Α΄, Δ΄ και Η΄ του άρθρου 510 Κ.Π.Δ. . Απορρίπτεται λόγος ΣΤ΄ ανεξαρτήτως αοριστίας του, αφού με την κατ’ επίφαση επίκληση αυτού πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς εκτίμηση αποδείξεων. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Υπεξαίρεση, Καταχραστές Δημοσίου, Συρροή εγκλημάτων, Νόμος ειδικότερος.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1728/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαϊου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Οικονομόπουλο, περί αναιρέσεως της 182/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Χ2 και 2. Χ3. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαϊου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1032/2000.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1γ' και 4 του ν. 1756/1988, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο συγκροτείται από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών και δύο Πρωτοδίκες με τη συμμετοχή στη σύνθεση, και του Εισαγγελέα, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1γ' του ίδιου νόμου, αν δεν υπάρχει, απουσιάζει ή κωλύεται ο Πρόεδρος του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, αναπληρώνεται κατά σειρά αρχαιότητας από άλλον δικαστή της ίδιας συνθέσεως ή του ίδιου δικαστηρίου, ο Εισαγγελέας δε αναπληρώνεται από Αντεισαγγελέα. Στην περίπτωση, όμως, αυτή πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση ότι δεν υπάρχουν Πρόεδροι και Εισαγγελείς ή ότι οι υπάρχοντες απουσιάζουν ή κωλύονται. Δεν είναι αναγκαίο, όμως, να αναφέρεται στην απόφαση και ποιο ήταν το συγκεκριμένο κώλυμα του Προέδρου ή του Εισαγγελέα, καθόσον τούτο είναι θέμα εσωτερικής υπηρεσίας του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 3 και 171 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι κακή σύνθεση του Δικαστηρίου της ουσίας, η ύπαρξη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, δεν υφίσταται όταν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που δικάζει έφεση του κατηγορουμένου, εκτελεί καθήκοντα Εισαγγελέα ο Αντεισαγγελέας Πλημμελειοδικών, ο οποίος με την αυτή ιδιότητα είχε ασκήσει καθήκοντα Εισαγγελέα κατά την εκδίκαση της ίδιας υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση. Ο κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 14 του ΚΠοινΔ αποκλεισμός του Δικαστή στην εκδίκαση υπόθεσης κατ' έφεση προϋποθέτει ότι αυτός έχει συμπράξει στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης.
Ο Εισαγγελέας, όμως, ο οποίος είναι μεν δικαστικός λειτουργός, με τη συμμετοχή του στη σύνθεση του Δικαστηρίου, όπου, αναφορικά με την εκδιδόμενη από αυτό απόφαση, περιορίζεται απλώς να αναπτύξει την κατηγορία και να προτείνει την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεν συμπράττει στην έκδοση της αποφάσεως, η οποία προϋποθέτει ψήφο του Δικαστή. Στην προκείμενη περίπτωση, προβάλλεται με το σχετικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως "κακή σύνθεση του Δικαστηρίου", γιατί δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ποιο ήταν το συγκεκριμένο κώλυμα των πιο κάτω μελών της συνθέσεως. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, αφού ρητώς αναγράφεται στην εν λόγω απόφαση ότι η αναπλήρωση της Προέδρου από Πλημμελειοδίκη έγινε (επειδή κωλύονται η Πρόεδρος και οι αρχαιότεροι Δικαστές) και η αναπλήρωση του Εισαγγελέα από Αντεισαγγελέα έγινε "επειδή κωλύεται ο Εισαγγελέας", χωρίς περαιτέρω να είναι αναγκαίο να μνημονεύεται στην απόφαση και το είδος του κωλύματος της Προέδρου και του Εισαγγελέα, αντίστοιχα. Αναφορικά δε με την παράσταση του ίδιου Αντεισαγγελέα στην πρωτόδικη και την κατ' έφεση δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αποτελεί τούτο λόγο κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου, αφού ο Εισαγγελέας δεν συμπράττει όπως προαναφέρθηκε στην έκδοση της αποφάσεως. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ. 1, 174 παρ. 2, 320 παρ. 2 (όπως η παράγραφος αυτή αναριθμήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 15 του Ν. 2408/1996), 321 παρ. 1 στοιχ. δ', ε' και 4 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται, μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του Εισαγγελέα, που εξέδωσε το κλητήριο θέσπισμα. Διαφορετικά, υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης, αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 182/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος υπέβαλε δια του συνηγόρου του, που τον εκπροσώπησε την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, την οποία ανέπτυξε προφορικά και κατέθεσε εγγράφως με το από 27-1-2006 ακόλουθο σημείωμά του: "ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ, (άρθρο 141 παρ. 2 ΚΠοινΔ) Ο κατ/νος, Χ1, δια της υπερασπίσεώς του, είπε τα εξής: Α!/α! 1.- Σύμφωνα με την ΑΠ 1652/05 [ΠρΛογΠΔ 6/2005: 373] αν από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απορριφθεί η ένσταση του κατηγορουμένου για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, ο κατηγορούμενος πρέπει στην έφεσή του να προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση με ειδικό λόγο εφέσεως ως προς την απόρριψη της ενστάσεως. Α!/β! 2.- Στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εγκαίρως και εγκύρως, προβλήθηκε η ένσταση και οι λόγοι της ακυρότητος του υπ' αριθμ. 7942/05.10.04 Κλητηρίου Θεσπίσματος του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Χανίων.- 3.- Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χανίων με προπαρασκευαστική απόφασή του, η οποία συμπεριλαμβάνεται στην υπ' αριθμ. 11540/14.12.04 απόφασή του, απέρριψε την ένσταση ακυρότητος του υπ' αριθμ. 7942/05.10.04 Κλητηρίου Θεσπίσματος [οράτε σελ. 17 εκκαλουμένης].- 4.- Ο κατηγορούμενος, δια την συνηγόρων του, τόσο στην, αυθημερόν, Έκθεση Εφέσεώς του με αριθμό πρωτοκόλλου 466/14.12.04 όσο και με την εμπρόθεσμη και συμπληρωματική - παραπληρωματική προς την πρώτη Εκθεση Εφέσεώς του με αριθμό πρωτοκόλλου 488/23.12.04, προσέβαλε με ειδικό λόγο εφέσεως την απόρριψη της ανωτέρω ενστάσεως ακυρότητος του υπ' αριθμ. 7942/05.10.04 κλητηρίου θεσπίσματος.- 5.- Παρομοίως, και στο κατ' έφεσιν, σήμερα, δικάζον Δικαστήριό Σας, ο κατηγορούμενος ζητά να αναγνωρισθεί και να κηρυχθεί άκυρο το υπ' αριθμ. 7942/05.10.04 Κλητήριο Θέσπισμα για όλους τους λόγους, οι οποίοι προτάθηκαν στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο και, μάλιστα, υπό το πρίσμα της νέας, από 17.06.05, νομοθετικής παρέμβασης. Συγκεκριμένως: 6.- Με το άρθρο 26 του ν. 3346/17.06.05:
"Η παράγραφος 2 του άρθρου 186 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: "2. Οποιος προκαλεί ή παροτρύνει με οιονδήποτε τρόπο κάποιον να διαπράξει ορισμένο πλημμέλημα, καθώς και όποιος προσφέρεται γι' αυτό και όποιος αποδέχεται τέτοια πρόκληση ή προσφορά, τιμωρείται με την ποινή που προβλέπεται για το σχεδιαζόμενο πλημμέλημα ελαττωμένη κατά το άρθρο 83. Για την ποινική δίωξη του αδικήματος αυτού απαιτείται έγκληση του προσώπου κατά του οποίου σχεδιαζόταν η τέλεση του πλημμελήματος, αν το υπό εκτέλεση πλημμέλημα διώκεται κατ' έγκληση".- Β!/β! 7.- Σύμφωνα με: α) το υπ' αριθμ. 7942/05.10.04 Κλητήριο Θέσπισμα του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Χανίων και β) το Διατακτικό της υπ' αριθμ. 11540/14.12.04 Εκκαλουμένης Απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων (σελ. 42): "Ο Χ1 και ο Χ3 κατηγορούνται για το ότι το Σεπτέμβριο του 2000 στα .... προκάλεσαν ή παρότρυναν με οποιοδήποτε τρόπο κάποιον να διαπράξει κάποιο πλημμέλημα και ειδικότερα των [sic] ανωτέρω τόπο και χρόνο έχοντας στην κατοχή τους 554 γνήσια κουπόνια διαφόρων φαρμάκων και 18 άδεια κουτιά φαρμάκων με επικολλημένα τα κουπόνια προκάλεσαν και παρότρυναν εννέα φαρμακοποιούς των Χανίων μεταξύ των οποίων και την Χ2 να τα αγοράσουν εξαπατώντας έτσι το ταμείο ασφάλισης του δημοσίου και άλλους φορείς ασφάλισης από τους οποίους θα έπαιρναν την αξία των φαρμάκων χωρίς στην πραγματικότητα να τα έχουν διαθέσει στους ασθενείς πελάτες τους".- Β!/γ!/I! 8.-To άρθρο 321 παρ. 1 εδ. δ! του ΚΠοινΔ αναφέρει ότι: "Το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει: [...], δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού που την προβλέπει".- 9.-Τα άρθρα 173 παρ. 1 και 174 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ αναφέρουν ότι: "1. Κάθε σχετική ακυρότητα μπορεί να προταθεί από τον εισαγγελέα ή από τον διάδικο που έχει συμφέρον. Αν η σχετική ακυρότητα αναφέρεται σε πράξη της προδικασίας, πρέπει να προταθεί έως το τέλος της. Αν αναφέρεται σε πράξη της διαδικασίας στο ακροατήριο, κυρίας ή προπαρασκευαστικής, πρέπει να προταθεί ωσότου εκδοθεί για την κατηγορία οριστική απόφαση σε τελευταίο βαθμό" [173].- "1. Ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται. 2. Η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου και του αστικώς υπευθύνου και του καταλόγου μαρτύρων, η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησής τους και της πολιτικής αγωγής, καθώς και η ακυρότητα που αναφέρεται στο άρθρο 166 παρ. 3 καλύπτονται, αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της [...]."[174].- Β!/γ!/ii! 10.- Το πιο σημαντικό από τα περιλαμβανόμενα στο κλητήριο θέσπισμα στοιχεία είναι εκείνο που προβλέπεται στην περ. δ! της παρ. 1 του άρθρου 321 του ΚΠοινΔ, αφού με τη συγκεκριμένη απαίτηση του νόμου για ακριβή καθορισμό στο κλητήριο θέσπισμα της αξιόποινης πράξεως και μνεία της προβλέπουσας αυτήν ουσιαστικής ποινικής διατάξεως αφ' ενός μεν καθιερώνεται και σε νομοθετικό επίπεδο το δικαίωμα του κατηγορουμένου να πληροφορείται "λεπτομερειακώς" την κατηγορία, που του αποδίδεται [βλ. περ. α! παρ. 3 άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (Ν.Δ. 53/74) και περ. α! παρ. 3 άρθρου 14 του ΔΣΑΠΔ (Ν. 2462/97)], αφ' ετέρου δε επιτυγχάνεται ο θεματικός προσδιορισμός του αντικειμένου της δίκης [ΑΠ 1489/02 ΠΧρ ΝΓ/525, ΑΠ 68/02 ΠρΛογΠΔ 2001/577, ΤριμΠλημΒόλου 3304/01 ΠρΛογΠΔ 2002/23, ΤριμΠλημΒόλου 1381/98 ΠΧρ ΜΗ/298, Ζαχαριάδης σε Μαργαρίτης - Ζαχαριάδης Το κλητήριο Θέσπισμα, εκδ. 1996, σελ. 114].- Β!/δ! 11.- Το υπ' αριθμ. 7942/05.10.04 Κλητήριο Θέσπισμα του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Χανίων πάσχει ακυρότητα, διότι: Β!/δ!/I! 12.- Δεν αναφέρει τον ακριβή χρόνο της φερομένης ως τελεσθείσας πράξης της παρ. 2 του άρθρου 186 του ΠΚ. Αναφέρει, απλώς και ασαφώς, τον μήνα Σεπτέμβριο του 2000.- 12.1- Το στοιχείο του χρόνου τελέσεως ανήκει, αναμφιβόλως, στα συστατικά - δομικά στοιχεία της εγκληματικής πράξεως, αφού η τελευταία μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι, αναπόφευκτα, προσδιορίζεται χρονικά. Ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, γαρ, αποτελούν το "στίγμα" της εγκληματικής πράξεως. Η εγκληματική πράξη αποτελεί προσβολή ή διακινδύνευση μιας μονάδας ενός εννόμου αγαθού. Ο χρονικός προσδιορισμός της, κατά τη σύνταξη του κατηγορητηρίου, είναι απόλυτα αναγκαίος, προκειμένου να μην αιωρείται καμία αμφιβολία αναφορικά με την ταυτότητα της μονάδας του εννόμου αγαθού, που στη συγκεκριμένη περίπτωση προσβλήθηκε.- 12.2.- Το αν και πότε μπορεί να προκύψει ζήτημα παραγραφής δεν μπορεί κανένας να προοικονομήσει. Όταν, όμως, προκύψει ζήτημα παραγραφής, ο συγκεκριμένος χρονικός προσδιορισμός της φερομένης πράξης της παρ. 2 του 186 ΠΚ στο υπ' αριθμ. 7942/05.10.04 Κλητήριο Θέσπισμα είναι ασαφής και αβέβαιος [πως].- Β!/δ!/ii! 13.- Δεν εξειδικεύει τη δράση κάθε συναυτουργού.- 13.1.- Η εξειδίκευση της δράσης κάθε συναυτουργού είναι απαραίτηση, αλλιώς ακριβής περιγραφή της πράξεως δεν υπάρχει. Για τον ακριβή καθορισμό της πράξεως αξιώνεται η μνεία υπάρξεως συναυτουργικού δόλου [Ολ. ΑΠ 50/90 ΠΧρ Μ (1990)/949=ΝοΒ 1990/320 με παρατ. Χ. Αργυρόπουλου]. Εν όψει της διαφοράς απλού δόλου μοναυτοργίας και κοινού δόλου συναυτουργίας, αξιώνεται η αναφορά του κοινού δόλου συναυτουργίας. Μόνον έτσι μπορεί να θεωρηθεί ακριβής η περιγραφή της συναυτουργικής δραστηριότητας.- 13.2.- Πράγματι, στην συναυτουργία δεν αρκεί ο απλός δόλος, δηλαδή η γνώση και η θέληση ή αποδοχή τελέσεως πράξεως αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος με τον άλλο συναυτουργό. Χρειάζεται η μνεία στο κλητήριο ότι ο κάθε συναυτουργός γνωρίζει και θέλει ή αποδέχεται τη σύμπραξη, ότι έχει δηλαδή τον ίδιο με τον άλλο δόλο σχετικά με την από κοινού ολοκλήρωση του εγκλήματος. Η συναυτουργία (: στα πλαίσια προσβολής της ίδιας μονάδος εννόμου αγαθού) καταφάσκεται αντικειμενικά τόσο στις περιπτώσεις παράλληλης ή διαδοχικής πραγματώσεως όλων των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος από καθένα δράστη χωριστά όσο και στις περιπτώσεις παράλληλης ή διαδοχικής πραγματώσεως ενός τμήματος της αντικειμενικής υποστάσεως από τον ένα και του υπολοίπου τμήματος από τον άλλο δράστη. Τι από όλα αυτά έχει συμβεί στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να αναφέρεται στο κλητήριο θέσπισμα. Διαφορετικά δεν μπορεί στα σοβαρά να γίνει λόγος για ακριβή περιγραφή της πράξεως του κάθε συναυτουργού.- 13.3.- Η παραδοχή της φερομένης συναυτουργίας, στην δική μας περίπτωση, συνέχεται, αναπόσπαστα, με την εξειδίκευση των ενεργειών καθενός δράστη, του Χ1 και του Χ3. Στο περί ού ο λόγος Κλητήριο δεν αναφέρεται: πώς ο κάθε συναυτουργός γνώριζε και ήθελε η αποδεχόταν τη σύμπραξη, πώς είχαν τον ίδιο δόλο για την από κοινού ολοκλήρωση του εγκλήματος.
13.4.- Μάλιστα, εκτός από την παράλειψη αναφοράς στον κοινό δόλο και τη σύμπραξη, υπάρχει και αοριστία για το τι ακριβώς έγινε, διότι, ενώ από το υλικό της προανακρίσεως προκύπτει: ότι στην Αθήνα στην κατοικία του Χ1 βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 499 γνήσια κουπόνια και 18 άδεια κουτιά φαρμάκων (βλ. υπ' αριθμ. 1 αναγνωστέο) και ότι ο Χ1 ουδέποτε εμφανίστηκε στα Χανιά Κρήτης με κουπόνια ή άδεια κουτιά φαρμάκων σε κανέναν από τους οκτώ ανώνυμους και άγνωστους φαρμακοποιούς, αλλά ούτε και στην κ. Χ2 (βλ. μαρτυρική κατάθεση Χ2 και .....), το κλητήριο εμφανίζει τον Χ1 να περιφέρεται μαζί με τον Χ3 στα Χανιά από φαρμακείο σε φαρμακείο με 554 κουπόνια και 18 άδεια κουτιά φαρμάκων και να προκαλεί και να παροτρύνει οκτώ (8) ανωνύμους φαρμακοποιούς αλλά και την Χ2.- 13.5.- Η παραδοχή της συναυτουργίας συνδέεται, αναπόσπαστα, με την εξειδίκευση των ενεργειών καθενός δράστη, διαφορετικά περιγραφή πράξεως δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνον η υπόνοια ότι είτε κάποια άλλη μορφή συμμετοχής βαπτίζεται ως συναυτουργία είτε ότι επιχειρείται ο καταλογισμός ολόκληρης της ευθύνης στους ώμους καθενός κατηγορουμένου, επειδή στάθηκε αδύνατο να διαπιστωθεί ο ένας δράστης.- Β!/δ!/iii! 14.- Πρώτον, δεν μνημονεύει το άρθρο 45 ή 47 του ΠΚ για τη συναυτουργία των Χ1 και Χ3. Δεύτερον, δεν μνημονεύει το άρθρο του ορισμένου πλημμελήματος προς το οποίο κατέτεινε η πρόκληση και η παρότρυνση (186 παρ. 2 ΠΚ).
15.1.- Οπου η συναυτουργία έχει τη μορφή της κατανομής εργασίας η παράθεση του άρθρου 45 ΠΚ στο κλητήριο θέσπισμα είναι απολύτως αναγκαία, διότι είναι η μόνη διάταξη που επιτρέπει εκείνο που διαφορετικά δεν θα συναγόταν από πουθενά: την απειλή, δηλαδή, ολόκληρης της ποινής του αυτουργού σε πρόσωπο που δεν πραγμάτωσε ολόκληρη την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος.- 15.2.- Αλλωστε, το ίδιο το κλητήριο θέσπισμα μνημονεύει το άρθρο 83 του ΠΚ. Οι περιπτώσεις "ελαττωμένης ποινής" του Γενικού Μέρους του ΠΚ είναι περιοριστικά δέκα τρεις (13), ήτοι: 42 παρ. 1, 43 παρ.1, 44 παρ. 2, 47 παρ. 1, 49 παρ. 1, 36 παρ. 1, 35 παρ. 2, 33 παρ. 2, 133, 130 παρ. 1,23, 25 παρ. 3 και 32 παρ. 2 του ΠΚ (Σταμάτης στο συλλ. Συστηματική Ερμηνεία του ΠΚ, εκδ. 1993, σελ. 9-10). Οταν, ακριβώς, μνημονεύεται το άρθρο 83 του ΠΚ στο κλητήριο της συγκεκριμένης ποινικής δίωξης γεννάται αμφιβολία για το είδος της συμμετοχής. Μήπως υπάρχει περίπτωση απλής συνέργειας; Αυτή είναι λανθάνουσα εντύπωση που μπορεί να αποκομίσει κάποιος. Για τούτο και χρειάζεται η μνεία του 45 ή του 47 του ΠΚ. Το κλητήριο δεν δικαιούται να παλινδρομεί και παιχνιδίζει μεταξύ των μορφών συμμετοχής. Η μνεία αυτή του άρθρου 83 του ΠΚ καταδεικνύει τις εγγενείς παραλείψεις του κλητηρίου. Ετσι, γεννάται η ασάφεια.- Β!/δ!/iii!/b! 16.1.- Kάθε ουσιαστική διάταξη του ΠΚ, που τυποποιεί τα στοιχεία του συγκεκριμένου εγκλήματος και καθορίζει την απειλούμενη ποινή, πρέπει να μνημονεύονται στο κλητήριο θέσπισμα. Το ορισμένο πλημμέλημα προς το οποίο κατέτεινε η πρόκληση και παρότρυνση (186 παρ. 2) πρέπει να μνημονεύεται. Ποια είναι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος προς το οποίο κατέτεινε η απόπειρα ηθικής αυτουργίας του 186 παρ. 2; [Αιτιολογική Εκθεση που συνοδεύει το άρθρο 26 του ν. 3346/17.06.05, Αεροδ. Λαρ. 19/1992 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών - Νόμος, Μανωλεδάκης σε Συστηματική Ερμηνεία ΠΚ, εκδ. 1999, σελ. 192], να τιμωρείται αυστηρότερα από το όποιο τετελεσμένο ή σε απόπειρα ορισμένο, πάντως, πλημμέλημα [Κωνσταντινίδης, Σύσταση και Συμμορία, σελ. 60 και Μορφές εμφανίσεως, σελ. 115 και 162, όπως αναφέρεται από Μανωλεδάκη σε Συστηματική Ερμηνεία ΠΚ, εκδ. 1999, σελ.192].
16.3.- Αυτή ακριβώς η θέση γίνεται δεκτή στην Αιτιολογική Εκθεση που συνοδεύει το άρθρο 26 του ν. 3346/17.06.05:
"Με το άρθρο 26 αντικαθίσταται η παρ. 2 του άρθρου 186 του ΠΚ, ώστε να τιμωρείται ουσιαστικά και η απόπειρα ηθικής αυτουργίας τέλεσης ορισμένου πλημμελήματος. Ενώ, δε, η ηθική ή φυσική αυτουργία του πλημμελήματος που σχεδιάζεται μπορεί να τιμωρείται με μικρότερη ποινή και να απαιτείται έγκληση για τη δίωξή του, στην περίπτωση αυτή, κατά δογματική αντίφαση αλλά και παραβίαση της αναλογικότητος της ποινής, η πράξη τιμωρείται και αυστηρότερα και αυτεπάγγελτα π.χ η φυσική και ηθική αυτουργία της απειλής τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους και μετά από έγκληση, ενώ η απόπειρα ηθικής αυτουργίας ή προπαρασκευή φυσικής αυτουργίας του ιδίου πλημμελήματος διώκεται με φυλάκιση μέχρι 5 ετών και αυτεπάγγελτα".- 17.- Σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 291/29.07.04 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων [οράτε φύλλα 3β και 4α]:
"[...] σε βάρος του αιτούντος [: Χ1] και του Χ3 έχει ασκηθεί κατ' αυτών ποινική δίωξη με ΑΒΜ Ζ01/127 για πρόκληση για την εκτέλεση πλημμελήματος (άρθρο 186 παρ. 2 ΠΚ) και όχι για περιουσιακά σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου αδικήματα, για τα οποία είχαν δημιουργηθεί σε βάρος τους υπόνοιες κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξετάσεως της σχετικής υποθέσεως, ήτοι για απάτη (άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ) και για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος (394 παρ. 1 ΠΚ). [...] Με την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του αιτούντος αποδίδεται σε αυτόν η τέλεση πλημμελήματος - συγκεκριμένα η πρόκληση για την εκτέλεση πλημμελήματος κατ' άρθρον 186 παρ. 2 ΠΚ-. το οποίο δεν αφορά προσβολή περιουσιακού εννόμου αγαθού, συνισταμένου στην προκείμενη περίπτωση σε νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα. [...] Διατάσσει την αποδέσμευση του υπ' αριθμ. ...... κοινού λογαριασμού της Εθνικής Τράπεζας και την απόδοση της κατάθεσης στους δικαιούχους του, δηλαδή στον αιτούντα και στη μητέρα του .....".- 17.1.- Το υπ' αριθμ. 291/29.07.04 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων έχει καταστεί, προ πολλού, αμετάκλητο. Η ακριβώς προηγούμενη παρατιθέμενη διάταξή του αποτελεί δεδικασμένο ή, έστω, οιονεί δεδικασμένο ότι ο κατηγορούμενος Χ1 δεν έχει προκαλέσει κάποιον ή/και περισσοτέρους να τελέσουν το αδίκημα της απάτης (386 παρ. 1 ΠΚ) ή της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος (394 παρ. 1 ΠΚ) σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου.- Β!/δ!/iv! 18.- Δεν αναφέρεται ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία, πειστικά και φορτικά, ο κατ/νος προκάλεσε την απόφαση.- 18.1. Η διάταξη του 186 παρ. 2 του ΠΚ αποτελεί αναγωγή απόπειρας ηθικής αυτουργίας [Αιτιολογική Εκθεση που συνοδεύει το άρθρο 26 του ν. 3346/17.06.05, Αεροδ. Λαρ. 19/1992 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών - Νόμος, Μανωλεδάκης σε Συστηματική Ερμηνεία ΠΚ, εκδ. 1999, σελ. 192]. Στην ηθική αυτουργία πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία πειστικά και φορτικά ο κατ/νος προκάλεσε την απόφαση [ΑΠ 1623/00 ΠΧρ ΝΑ/712, ΣυμβΑΠ 1719/99 ΠΧρ Ν/748, ΑΠ 447/99 ΠΧρ Ν/59, ΑΠ 229/99 ΠΧρ ΜΘ/1009], πρέπει να αναφέρεται ο βαθμός επίδρασης ή της εξάρτησης [ΑΠ 811/01 ΠΧρ ΝΒ/251] και σε καμμία περίπτωση δεν αρκεί η γενική και αόριστη επίκληση πειθούς και παραινέσεων [ΣυμβΑΠ 1779/99 ΠΧρ Ν/802]. Πρέπει να αποδεικνύονται τα χρησιμοποιηθέντα μέσα τα οποία χρησιμοποίησε ο δράστης και προκάλεσε έτσι την απόφαση στον φυσικό αυτουργό να τελέσει συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη [ΣυμβΠλημΣερ 37/04 ΠρΛογΠΔ 5/77]. Σε τι συνίστανται οι προτροπές, να προσδιορίζεται ο βαθμός επίδρασης ή η εξάρτηση, η φορτικότητα και η πειθώ [ΑΠ 740/04 ΠρΛογΠΔ 5/2004:274].- 18.2.- Στο ανά χείρας κλητήριο θέσπισμα δεν αναφέρεται ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία πειστικά και φορτικά ο κατ/νος Χ1 προκάλεσε την απόφαση, δεν αναφέρεται ο βαθμός της επίδρασης ή της εξάρτησης, αλλά, απλώς, αναφέρεται, γενικώς και αορίστως, ότι προκάλεσε και παρότρυνε.- Γ!/α! 19.- Το επίμαχο κλητήριο θέσπισμα, λοιπόν, για όλους τους παραπάνω, παραδεκτούς και βάσιμους, λόγους είναι και πρέπει να κηρυχθεί άκυρο.- Γ!/β! 20.- Η διαδρομή της παραγραφής του αδικήματος δεν αναστέλλεται στην περίπτωση, κατά την οποία κατά της απ' ευθείας εισαγωγής των κατ/νων σε δίκη ασκήθηκε προσφυγή με το 322 και εγένετο αυτή δεκτή, ασχέτως της εκ μέρους του Συμβουλίου εκδόσεως απαλλακτικού ή παραπεμπτικού βουλεύματος, διότι η αρχική παραπομπή δι' απευθείας κλήσεως των κατ/νων ανατρέπεται και ακυρούται με τη θετική διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών επί της προσφυγής [ΣυμβΑΠ 13/05 ΠρΛογΠΔ 6/2005:7]. Η αρχική παραπομπή δι' απευθείας κλήσεως του κατ/νου ανατρέπεται και ακυρούται με τη θετική διάταξη του Εισαγγελέως επί της προσφυγής [ΣυμβΑΠ 13/05 ΝοΒ 53:1337]. Μόνον στην περίπτωση απόρριψης της προσφυγής από τον εισαγγελέα εφετών διατηρούνται οι συνέπειες της επίδοσης του κλητηρίου για την έναρξη της κύριας διαδικασίας και την αναστολή της παραγραφής [ΣυμβΑΠ 463/04 ΠρΛογΠΔ 5/2004: 237].- Γ!/γ! 21.- Της ακυρότητος του υπ' αριθμ. 7942/05.10.04 Κλητηρίου Θεσπίσματος του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Χανίων αποφασισθείσης, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, τη στιγμή που από τον φερομένο ως χρόνο τελέσεως (Σεπτέμβριο του 2000) μέχρι και σήμερα (Ιανουάριο 2006) έχει παρέλθει η κρίσιμη της παραγραφής πενταετία άνευ επερχομένης της αναστολής που ανετράπη με την κήρυξη της ακυρότητος [άρθρα: 171, 173, 321, 322, 370 περίπτ. β! ΚΠοινΔ, 111 παρ. 3, 112 και 113 του ΠΚ]". Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο με την προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφασή του απέρριψε την άνω περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος ένσταση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου με την εξής αιτιολογία: "Η υποβληθείσα από τον εκπροσωπούντα τον 3ο εκκαλούντα (Χ1) ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος προβλήθηκε παραδεκτά, αφού προβλήθηκε παραδεκτά και στο πρωτόδικο δικαστήριο και απορρίφθηκε και αποτελεί ειδικό λόγο της εφέσεως του (αρχικής και συμπληρωματικής) - βλ. οικείες εκθέσεις, όμως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη διότι: από το περιεχόμενο (κείμενο) του προσβαλλομένου κλητηρίου θεσπίσματος προκύπτει ότι αναφέρονται σ' αυτό τα απαιτούμενα κατ' άρθρο 321 παρ. 1 ΚΠΔ στοιχεία και δη τα αμφισβητούμενα από τον ενιστάμενο (καθορισμός αξιόποινης πράξεως και μνεία του άρθρου που την προβλέπει). Ειδικότερα, στους εκκαλούντες - κατηγορουμένους Χ3 και Χ1 αποδίδεται η αξιόποινη πράξη της πρόκλησης για την εκτέλεση πλημμελήματος (άρ. 186 παρ. 2 ΠΚ) και στο κλητήριο θέσπισμα αναφέρεται ότι αυτοί... τον Σεπτέμβριο του 2000 στα Χανιά προκάλεσαν ή παρότρυναν με οποιονδήποτε τρόπο κάποιον να διαπράξει κάποιο πλημμέλημα και ειδικότερα έχοντας στην κατοχή τους 554 γνήσια κουπόνια διαφόρων φαρμάκων και 18 κουτιά φαρμάκων με επικολλημένα τα κουπόνια προκάλεσαν και παρότρυναν εννέα φαρμακοποιούς των Χανίων να τα αγοράσουν εξαπατώντας έτσι το ταμείο ασφάλισης δημοσίου και άλλους φορείς ασφάλισης από τους οποίους θα έπαιρναν την αξία των φαρμάκων χωρίς στην πραγματικότητα να τα έχουν διαθέσει στους ασθενείς πελάτες τους και παρατίθεται το άρθρο 186 παρ. 2 ΠΚ που προβλέπει την αποδιδόμενη στους κατηγορουμένους πράξη. Επομένως, παρατίθενται τα στοιχεία του εγκλήματος, ήτοι η με πρόθεση (που ενυπάρχει στις ενέργειες των κατηγορουμένων) πρόκληση και παρότρυνση προς τους ανωτέρω φαρμακοποιούς να διαπράξουν πλημμέλημα, το οποίο μάλιστα προσδιορίζεται και περιγράφεται (απάτη σε βάρος των ασφαλιστικών ταμείων). Επίσης, παρατίθενται στο κλητήριο θέσπισμα τα άρθρα 26 παρ.1, 25, 51, 53, 83, 186 παρ. 2 ΠΚ που προβλέπουν την ανωτέρω αξιόποινη (πράξη). Η επικαλούμενη από τον εκκαλούντα μη παράθεση του άρθρου 386 παρ. 1 α που προβλέπει την πράξη της απάτης δεν δημιουργεί ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού η αποδιδόμενη στους εκκαλούντες πράξη της πρόκλησης για τέλεση πλημμελήματος μπορεί να αναφέρεται σε οποιοδήποτε πλημμέλημα και επομένως η ερευνόμενη εν λόγω αξιόποινη πράξη δεν προβλέπεται από το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ (Συμβ. Πλημ. Θεσ. 679/1987 Αρμ. 1987 698). Περαιτέρω, ρητά προσδιορίζεται ο χρόνος τελέσεως της πράξεως, η δε παράλειψη αναφοράς συγκεκριμένης ημερομηνίας δεν δημιουργεί ακυρότητα, αφού ο χρόνος τελέσεως είναι ο Σεπτέμβριος 2000 και η υπόθεση ήδη εκδικάστηκε σε πρώτο βαθμό το έτος 2004, με συνέπεια να μην τίθεται θέμα παραγραφής ή συνδρομής άλλου λόγου εξαλείψεως του αξιοποίνου, συναρτώμενου με την παραληφθείσα συγκεκριμένη ημερομηνία (ΑΠ 1504/1994 Ποιν. Χρ. ΜΔ 1251). Εξάλλου, ο ισχυρισμός για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος επειδή δεν παρατίθεται το άρθρο 45 ΠΚ και η συμμετοχική δράση κάθε εκκαλούντος είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι οι κατηγορούμενοι δεν παραπέμφθηκαν ως συναυτουργοί. Τέλος είναι επίσης αβάσιμος ο ισχυρισμός για μη προσδιορισμό του τρόπου και των μέσων που προκάλεσαν και παρότρυναν τους φαρμακοποιούς (η ειδικότερη εξειδίκευση των οποίων πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση), αφού στο κλητήριο θέσπισμα αναφέρεται ότι " ...θα έπαιρναν την αξία των φαρμάκων χωρίς στην πραγματικότητα να τα έχουν διαθέσει στους ασθενείς πελάτες τους... Η Χ2 ... αγόρασε... γνήσια κουπόνια φαρμάκων έναντι ποσού 82.500 που αντιστοιχούσε στο 20% της νόμιμης αξίας τους... ", ήτοι προσδιορίζονται ο τρόπος και τα μέσα προκλήσεως (παράδοσης κουπονιών φαρμάκων, υπόσχεση και παροχή παράνομων οικονομικών ανταλλαγμάτων)".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς απέρριψε την ένσταση περί ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού αναφέρονται σ' αυτό τα απαιτούμενα, κατά το άρθρο 321 παρ. 1 ΚΠοινΔ, στοιχεία, και συγκεκριμένα περιέχει το εν λόγω κλητήριο θέσπισμα, ακριβή καθορισμό των πραγματικών περιστατικών που πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της με πρόθεση προκλήσεως για την εκτέλεση πλημμελήματος, που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 186 παρ. 2 του ΠΚ, το οποίο παρατίθεται στο κλητήριο θέσπισμα (καθώς και τα άρθρα 1, 14, 16, 17, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 51, 53, 79, 83 ΠΚ), και δη του πλημμελήματος της απάτης εις βάρος των ασφαλιστικών ταμείων, ενώ προσδιορίζονται ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος και ο συγκατηγορούμενός του προκάλεσαν και παρότρυναν τους άνω φαρμακοποιούς με την πιο πάνω παράδοση κουπονιών φαρμάκων, υπόσχεση και παροχή παράνομων οικονομικών ανταλλαγμάτων. Δεν ήταν δε αναγκαία εν προκειμένω για την εγκυρότητα του άνω κλητηρίου θεσπίσματος η παράθεση και του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ., που προβλέπει την πράξη της απάτης, αλλ' ούτε και του άρθρου 45 ΠΚ, αφού ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν κατηγορείτο ως συναυτουργός, αλλά το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επιτρεπτώς χαρακτήρισε την αποδιδόμενη σ' αυτόν και το συγκατηγορούμενό του πιο πάνω αξιόποινη πράξη ως τελεσθείσα από κοινού απ' αυτούς (άρθρ. 45 ΠΚ). Περαιτέρω, ρητά προσδιορίζεται στο κλητήριο θέσπισμα ο χρόνος τελέσεως του άνω πλημμελήματος (Σεπτέμβριος 2000). Εφόσον δε επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα έγκυρο κλητήριο θέσπισμα εντός της πενταετίας, δεδομένου μάλιστα ότι η υπόθεση εκδικάσθηκε σε πρώτο βαθμό στις 14-12-2004 και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 11540/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, δεν επηρεάζεται η ταυτότητα της άνω πράξεως και ο χρόνος της παραγραφής της με τον ειρημένο προσδιορισμό του χρόνου τελέσεως αυτής. Επομένως, είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Β' του ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στην κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 ΠΚ, αφού από την αναγνώριση ή μη τέτοιων περιστάσεων εξαρτάται και η μείωση της προβλεπόμενης από την εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη ποινής. Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και ε' του ΠΚ προκύπτει ότι για να συντρέξουν οι προβλεπόμενες από τις περιπτώσεις αυτές ελαφρυντικές περιστάσεις, πρέπει ο υπαίτιος, αντίστοιχα: α) να έζησε έως το χρόνο που έλαβε χώρα το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, δηλαδή πρέπει ο έντιμος βίος να ανάγεται σε όλες τις μορφές της κοινωνικής συμπεριφοράς και β) να συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του. Στην προκείμενη περίπτωση, από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 182/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ανωτέρω κατηγορούμενοι τέλεσαν από κοινού την πράξη που τους αποδίδεται και συγκεκριμένα: Στα Χανιά το Σεπτέμβριο 2000, ενεργούντες από κοινού, μετά από συναπόφαση, προκάλεσαν εννέα φαρμακοποιούς των Χανίων, μεταξύ των οποίων και την Χ2, να διαπράξουν το πλημμέλημα της απάτης (αρ. 386 παρ. 1 ΠΚ). Συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι λόγω της επαγγελματικής δραστηριότητάς τους, (εμπορία παραφαρμακευτικών προϊόντων), είχαν γνώση του τρόπου είσπραξης από τους φαρμακοποιούς του τιμήματος των πωλουμένων σε ασφαλισμένους φαρμάκων από τα ασφαλιστικά ταμεία, (με την υποβολή στα ταμεία των επικολλημένων στα πωλούμενα στους ασφαλισμένους φάρμακα κουπονιών, που αντιπροσώπευαν την αξία των φαρμάκων), ο μεν Χ1 μερίμνησε και συγκέντρωσε μεγάλο αριθμό γνήσιων κουπονιών διαφόρων φαρμάκων, τα οποία δεν είχαν πωληθεί σε ασφαλισμένους και επομένως δεν είχαν χρησιμοποιηθεί τα επικολλημένα σ' αυτά κουπόνια και ακολούθως αμφότεροι, δια του πρώτου (Χ3), ο οποίος βρισκόταν στα Χανιά, με την υπόσχεση και την παροχή οικονομικών ανταλλαγμάτων από την παράνομη διακίνηση των κουπονιών αυτών, προκάλεσαν τους ανωτέρω φαρμακοποιούς να διαπράξουν το πλημμέλημα της απάτης σε βάρος των ασφαλιστικών ταμείων. Ειδικότερα τους προκάλεσαν να αγοράσουν κουπόνια από τα ανωτέρω σε χαμηλή τιμή και ακολούθως να τα υποβάλλουν στα ασφαλιστικά ταμεία, ως δήθεν αντιπροσωπεύοντα την αξία πωληθέντων από αυτούς σε ασφαλισμένους φαρμάκων για να εισπράξουν την αξία τους αυτή αποκομίζοντες παράνομο περιουσιακό όφελος, (αναγραφόμενη στα κουπόνια αξία, μείον την προβλεπόμενη συμμετοχή των ασφαλισμένων), με αντίστοιχη ζημία των ταμείων. Μάλιστα, είχαν πωλήσει στη φαρμακοποιό Χ2 35 από τα προαναφερθέντα γνήσια κουπόνια, αντί τιμήματος 82.500 δρχ. που αντιπροσώπευε το 20% της αναγραφομένης στα κουπόνια αξίας των φαρμάκων, προκειμένου η φαρμακοποιός να υποβάλλει τα κουπόνια αυτά σε ασφαλιστικά ταμεία, εμφανίζουσα ψευδώς ότι αφορούσαν πωληθέντα σε ασφαλισμένους φάρμακα, και να εισπράξει την αναγραφόμενη αξία, (μείον την προβλεπόμενη συμμετοχή των ασφαλισμένων), αποκομίζουσα έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη των ταμείων. Ο δόλος των κατηγορουμένων συνάγεται από τις προαναφερόμενες ενέργειές τους. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου (Χ3) ότι η φαρμακοποιός Χ2 του ζήτησε να της προμηθεύσει τα κουπόνια, λόγω απώλειας άλλων, είναι αβάσιμος, ενόψει της απολογίας της τελευταίας στο πρωτόδικο Δικαστήριο και της καταθέσεως στο ίδιο Δικαστήριο και κατά την προανάκριση της μάρτυρος ....., από τις οποίες συνάγεται το αντίθετο, προσέτι δε εν όψει ότι η δραστηριότητα των κατηγορουμένων δεν εξαντλήθηκε στην ως άνω φαρμακοποιό. Από τις καταθέσεις της ανωτέρω μάρτυρος συνάγεται ότι η δραστηριότητα αυτή των κατηγορουμένων έγινε αντικείμενο συζητήσεως στον διοικητικό συμβούλιο του φαρμακευτικού συλλόγου Χανίων και αποφασίστηκε να γίνει καταγγελία στις αρμόδιες αρχές. Εξάλλου, στην κατοχή του κατηγορουμένου Χ3 βρέθηκαν και κατασχέθηκαν επί πλέον 20 κουπόνια συγκεκριμένου φαρμάκου (Claricid 250), ποσό 149.500 δρχ. προερχόμενο από την παράνομη δραστηριότητά του, και σημειώματα με ονομασίες φαρμάκων που δεν είχαν σχέση με την επαγγελματική του δραστηριότητα, (βλ. από ... οικείες εκθέσεις του Α/Β .....), στοιχεία που αναιρούν τον ανωτέρω ισχυρισμό του, καθώς και τον ισχυρισμό του ότι δεν συμμετείχε στη διάπραξη της πράξης που του αποδίδεται. Σημειώνεται ότι στην κατοχή του ίδιου κατηγορουμένου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 24 φιάλες, 350 γρ. εκάστης, καθαρού οινοπνεύματος, που διακινούσε παράνομα, καθώς και δύο κουτιά (110 τεμάχια) κροτίδες, τύπου "MEFISTO MANNA", που κατείχε παράνομα. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου Χ1 ότι δεν συμμετείχε στην ως άνω αξιόποινη πράξη είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, πέραν της απολογίας του συγκατηγορουμένου του Χ3, (ο οποίος ανέφερε ότι ο ανωτέρω - Χ1 - βρήκε και του παρέδωσε τα κουπόνια), η συμμετοχή του τελευταίου αποδεικνύεται πρωτευόντως από το γεγονός ότι μόλις καταλήφθηκαν στα Χανιά οι Χ3 και Χ2 και δραστηριοποιούνται ως ανωτέρω, έγινε έρευνα στην οικία αυτού (Χ1) στην Αθήνα και καταλήφθηκε να κατέχει 499 κουπόνια διαφόρων φαρμάκων και επί πλέον 18 άδεια κουτιά φαρμάκων με επικολλημένα κουπόνια, (βλ. από ... οικεία έκθεση του ανθ/μου .....). Τα αντίστοιχα φάρμακα (517 συνολικά) είχαν πωληθεί (όχι σε ασφαλισμένους, αφού δεν είχαν χρησιμοποιηθεί τα κουπόνια) και η συγκέντρωση και κατοχή τόσο μεγάλου αριθμού κουπονιών δεν μπορεί να δικαιολογηθεί παρά μόνο για την παράνομη διακίνησή τους από τους κατηγορουμένους, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε. Ο ισχυρισμός του ίδιου κατηγορουμένου ότι τα κουπόνια που βρέθηκε να κατέχει ήταν από φάρμακα που χρησιμοποιούσαν οι γονείς του είναι αβάσιμος, αφού πέραν της κατοχής μεγάλου αριθμού κουπονιών διαφόρων φαρμάκων, οι γονείς του ήταν ασφαλισμένοι, (όπως συνομολογεί ήταν φαρμακοποιός ο πατέρας του) και τα κουπόνια των φαρμάκων που τυχόν χρησιμοποιούσαν αποστέλλοντο στο οικείο ασφαλιστικό ταμείο. Τέλος, τα συνομολογούμενα από τον κατηγορούμενο Χ1 στοιχεία της επιστημονικής και επαγγελματικής καταρτίσεώς του, (πανεπιστημιακές σπουδές στα οικονομικά, προϋπηρεσία 2,5 ετών ως φαρμακοϋπάλληλος, εμπορία παραφαρμακευτικών προϊόντων), συνδυαζόμενα με το μεγάλο αριθμό κουπονιών που κατείχε, αποδεικνύουν ότι αυτός είχε σαφή γνώση των πράξεών του και των συνεπειών τους και ανατρέπουν τους ανωτέρω ισχυρισμούς τους για πραγματική πλάνη. Κατ' ακολουθία τούτων πρέπει να απορριφθεί ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός και οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι για την αξιόποινη πράξη που τους αποδίδεται, η οποία επιτρεπτώς, (αφού πρόκειται για τον τρόπο συμμετοχής τους στην ίδια αξιόποινη πράξη), πρέπει να χαρακτηριστεί ως τελεσθείσα από κοινού από αυτούς". Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ1 (καθώς και ο συγκατηγορούμενός του Χ3) του ότι: "Στα ....., το Σεπτέμβριο του 2000, ενεργούντες από κοινού, με πρόθεση προκάλεσαν με οποιοδήποτε τρόπο κάποιον να διαπράξει πλημμέλημα και δη αυτό της απάτης. Συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι, έχοντες γνώση του τρόπου είσπραξης από τους φαρμακοποιούς του τιμήματος των πωλουμένων σε ασφαλισμένους φαρμάκων από τα ασφαλιστικά ταμεία, (με τη υποβολή στα ταμεία των επικολλημένων στα πωλούμενα στους ασφαλισμένους φάρμακα κουπονιών), ο μεν Χ1 μερίμνησε και συγκέντρωσε μεγάλο αριθμό γνήσιων κουπονιών διαφόρων φαρμάκων, τα οποία δεν είχαν πωληθεί σε ασφαλισμένους και επομένως δεν είχαν χρησιμοποιηθεί τα επικολλημένα σ' αυτά κουπόνια, και ακολούθως αμφότεροι, δια του πρώτου (Χ3), ο οποίος βρισκόταν στα Χανιά, με την υπόσχεση και την παροχή οικονομικών ανταλλαγμάτων από την παράνομη διακίνηση των κουπονιών αυτών, προκάλεσαν εννέα φαρμακοποιούς των Χανίων, μεταξύ των οποίων την Χ2, να διαπράξουν το πλημμέλημα της απάτης σε βάρος των ασφαλιστικών ταμείων. Ειδικότερα τους προκάλεσαν να αγοράσουν κουπόνια από τα ανωτέρω σε χαμηλή τιμή και ακολούθως να τα υποβάλλουν στα ασφαλιστικά ταμεία, ως δήθεν αντιπροσωπεύοντα την αξία πωληθέντων από αυτούς σε ασφαλισμένους φαρμάκων για να εισπράξουν την αξία τους αυτή, (μείον την προβλεπόμενη συμμετοχή των ασφαλισμένων), αποκομίζοντες παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη ζημία των ταμείων. Μάλιστα πώλησαν στην ανωτέρω φαρμακοποιό Χ2 35 από τα προαναφερθέντα γνήσια κουπόνια, αντί τιμήματος 82.500 δρχ. που αντιπροσώπευε το20% της αναγραφόμενης στα κουπόνια αξίας των φαρμάκων, προκειμένου η φαρμακοποιός να υποβάλλει τα κουπόνια αυτά σε ασφαλιστικά ταμεία, εμφανίζουσα ψευδώς ότι αφορούσαν πωληθέντα από αυτή σε ασφαλισμένους φάρμακα, και να εισπράξει την αναγραφόμενη αξία, (μείον την προβλεπόμενη συμμετοχή των ασφαλισμένων), αποκομίζουσα έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη των ασφαλιστικών ταμείων". Μετά την απαγγελία της άνω αποφάσεως ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς στο πρόσωπο του εν λόγω κατηγορουμένου, τον οποίο ανέπτυξε και προφορικά και κατέθεσε εγγράφως, με το ακόλουθο σημείωμά του: "ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ, (ΚΠοινΔ 141 ΠΑΡ.2) Ο κατ/νος, Χ1, διά του συνηγόρου του, ζήτησε την υπέρ αυτού αναγνώριση των κατωτέρω ελαφρυντικών περιστάσεων:
1.- Ότι μέχρι την τέλεση του αδικήματος, για το οποίο σήμερα δικάζομαι, έζησα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (ΠΚ 84 παρ. 2 στοιχ. α!).- 1.1.- Τούτο πιστοποιείται από το δελτίο ποινικού μου μητρώου, αλλά και από τις καθόλου, θετικές και σταθερές, εκδηλώσεις κάθε μορφής της, μέχρι τότε, οικογενειακής, επαγγελματικής, κοινωνικής, κλπ ζωής μου. Συγκεκριμένως:
• Από την οικογένειά μου [: ήμουν και είμαι μέλος μιας τετραμελούς οικογενείας, ασχέτως αν οι γονείς μου είναι χωρισμένοι, ο πατέρας μου είναι φαρμακοποιός (συνταξιούχος πιά), η μητέρα μου ήταν μαία (απεβίωσε), ο αδελφός μου εκείνη την περίοδο σπούδαζε Νομικές Επιστήμες στην Parma της Ιταλίας (δικηγόρος πιά και, νυν, συνήγορός μου)].- • Από τις σπουδές μου [: έχω σπουδάσει Οικονομικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο La Verne, μιλάω τρεις (3) ξένες γλώσσες γερμανικά, γαλλικά και αγγλικά].- • Από την εργατικότητά μου [: παράλληλα με τις σπουδές μου εργαζόμουν ως φαρμακοϋπάλληλος στο φαρμακείο του πατέρα μου].- • Από την προσφορά μου στο κοινωνικό σύνολο και την άμυνα της χώρας [: Υπηρέτησα την δεκαοκτάμηνη (18) θητεία μου ως οπλίτης με την ιδιότητα του ταχυδρόμου στις τάξεις του Πεζικού του στρατού ξηράς. Σημειώνω ότι βρέθηκα για μια εβδομάδα στην πρώτη γραμμή με το δάκτυλο κυριολεκτικά στη σκανδάλη εξαιτίας του επεισοδίου στις Νήσους Ίμια].- 2.- Το έγκλημα, για το οποίο κατηγορούμαι, δεν μπορεί, πιστεύω, να μου στερήσει την ανωτέρω ελαφρυντική περίσταση, την οποία μια φορά στη ζωή του δικαιούται κάθε άνθρωπος να ζητήσει.- 3.- Ότι από τότε μου καταλογίζεται η πράξη συμπεριφέρθηκα καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα (ΠΚ 84 παρ. 2 στοιχ. ε!).- 3.1.- Συγκεκριμένως: Από τον Σεπτέμβριο του 2000 μέχρι και σήμερα έχουν περάσει έξι (6), σχεδόν, ολόκληρα χρόνια, στη διάρκεια των οποίων: • Ξεκίνησα τη δημιουργία δικής μου οικογενείας [: είμαι, γαρ, αρραβωνιασμένος και συζώ με την ..... - ετών 35, ιδιωτική υπάλληλο: account manager στην εταιρεία δημοσίων σχέσεων: "Out of the Box".- • Παράλληλα, δε, ήμουν στο πλευρό της αποβιωσάσης μητρός μου, η οποία ταλαιπωρήθηκε από συνεχείς μεταστάσεις καρκίνου και είμαι, πάντα, στο πλευρό του πατρός μου, ο οποίος πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη με επιπλοκές στα κάτω άκρα: κατακλίσεις, απώλεια ισορροπίας, αδυναμία όρθιας θέσης και περιπάτου, καρδιακή ανεπάρκεια - φέρει εμφυτευμένο βηματοδότη και υψηλή αρτηριακή πίεση.- • Επιδιώκω τη δια βίου εκπαίδευσή μου [: μελέτησα ασκήσεις και εξασκήθηκα σε πρακτικές κατασκευών ναύλων, αεροπορικών εισιτηρίων, τουριστικών πακέτων, τελικού κόστους διακοπών, κλπ. και διαγωνίστηκα, επιτυχώς, στις διεθνείς εξετάσεις της ΙΑΤΑ (: International Association of Travel Agency)], εργάζομαι [: Αρχικώς και για δέκα - τέσσερις (14) μήνες, ήσκησα το επάγγελμα του εμπόρου παραφαρμακευτικών προϊόντων. Στη συνέχεια, εργάστηκα, ήδη, για τέσσερα (4) χρόνια, στο τουριστικό γραφείο .... (οδός ....., Πλάκα) ως tour operator. Μάλιστα, αξιοποιώντας την εμπειρία μου και τις επαφές μου στον χώρο των τουριστικών επιχειρήσεων, οργάνωσα και λειτουργώ, ήδη, ιδιόκτητο τουριστικό γραφείο: το ....., στην ....., Σύνταγμα].- 4.- Επισημαίνεται, άλλωστε, πως οι ελαφρυντικές περιστάσεις θεσπίστηκαν και κρίνονται με βάση την προσωπικότητα του δράστη και την καθόλου συμπεριφορά του, πριν και μετά τις πράξεις, ανεξαρτήτως της βαρύτητάς τους. Οι συνθήκες αυτές δικαιολογούν απολύτως την αναγνώριση, στο πρόσωπό μου, των ελαφρυντικών περιστάσεων, που ζητώ και πρέπει να μου αναγνωρισθούν, αφού συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις". Ακολούθως το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε τον πιο πάνω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος με την εξής αιτιολογία: "Ο αυτοτελής ισχυρισμός περί συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του πρότερου έντιμου βίου και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς στο πρόσωπο του 3ου κατηγορουμένου παραδεκτώς υποβλήθηκε μετά την απόφαση για την ενοχή και κατά το στάδιο της συζήτησης για την ποινή, όμως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι από τα εκτεθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν συνάγεται προηγούμενος έντιμος βίος του κατηγορουμένου ως προς όλες τις εκφάνσεις του, (ατομική, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή), ούτε ότι για ικανό χρονικό διάστημα μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε καλά (αρ. 84 παρ. 2 α και ε ΠΚ). Ειδικότερα, τα προσκομισθέντα από τον ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία (έγγραφα) αναφέρονται στην οικογενειακή και επαγγελματική του κατάσταση (εργασία, ασφάλισή του κ.ο.κ.), όμως δεν συνάγεται από αυτά, ούτε από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, (κατάθεση μάρτυρος, απολογία του κατηγορουμένου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε και στο πρωτόδικο δικαστήριο κ.ο.κ.) η συνδρομή των ως άνω στοιχείων που απαιτούνται για την αναγνώριση των αιτουμένων ελαφρυντικών περιστάσεων, εν όψει μάλιστα του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τις επαγγελματικές του γνώσεις, εμπειρία και υποδομή για την παράνομη δραστηριότητά του και την αποκόμιση παράνομου οικονομικού οφέλους, στοιχεία που υποδηλώνουν όχι μεμονωμένη παράνομη συμπεριφορά".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45 και 186 παρ. 2 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του παρόντος κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Περαιτέρω, διέλαβε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με την απόρριψη του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την αναγνώριση στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα. Ειδικότερα, με τις άνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον εν λόγω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αφού έκρινε ότι τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό στοιχεία "υποδηλώνουν όχι μεμονωμένη παράνομη συμπεριφορά" και ότι συνακόλουθα δεν συνέτρεχαν οι άνω ελαφρυντικές περιστάσεις και πριν (αναφορικά με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ) και μετά την τέλεση του εγκλήματος για το οποίο ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε (σε σχέση με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' ΠΚ). Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19 Μαϊου 2006 (υπ' αριθ. πρωτ. 1333/19-5-06) αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 182/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πρόκληση για την εκτέλεση πλημμελήματος (άρθρ. 186 § 2 ΠΚ). Απορρίπτονται ως αβάσιμοι: Α) λόγοι (Α’ & Β’) περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, β) λόγος περί κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου (Όχι αναγκαία η μνεία του είδους του κωλύματος Δικαστών και Εισαγγελέα. Ο Εισαγγελέας, εφόσον δεν συμπράττει στην έκδοση της αποφάσεως, δεν κωλύεται να μετάσχει στις δίκες του Α’ και Β’ βαθμού) και γ) περί ελλείψεως αιτιολογίας ως προς την ενοχή και την απόρριψη αιτήματος για παροχή ελαφρυντικών (άρθρ. 84 § 2 α΄ και ε΄ ΠΚ). Απορρίπτει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Πρόκληση για τέλεση πλημμελήματος.
| 1
|
Αριθμός 1726/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θωμά, για αναίρεση της 229/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιανουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 19 Ιανουαρίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 402/2006.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. α του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων και του νόμου περί μικτών ορκωτών Δικαστηρίων για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.1 περ. δ του ίδιου Κώδικα, το Πενταμελές Εφετείο συντίθεται από τον Πρόεδρο Εφετών και από τέσσερις Εφέτες. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 229/2005 απόφασης μετά των πρακτικών του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, από προφανή παραδρομή της Γραμματέα της έδρας, κατά την εκ μέρους της σύνταξη των εν λόγω πρακτικών, αναφέρονται ως μέλη της σύνθεσης του πιο πάνω Δικαστηρίου, που συνεδρίασε κατά τη δικάσιμο της 8ης Δεκεμβρίου 2005, οι εξής Δικαστές: "Αντώνιος Αθηναίος, Πρόεδρος Εφετών, Γεώργιος Σπυριδάκης, ως αναπληρώνων τον Εφέτη Νικόλαο Λιβανό, ο οποίος είναι ασθενής, Δήμητρα Τσαπρούνη, Ιωάννα Βρεττού, Εφέτες". Τα πρακτικά αυτά συμπληρώθηκαν στη συνέχεια με την, παραδεκτώς επισκοπούμενη, υπ' αριθ. 20/17-2-2006 απόφαση του άνω Προεδρεύοντος του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, κατόπιν παραδοχής της από 1-2-2006 αιτήσεως του Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης, και δη ως προς τη σύνθεση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, κατά την άνω δικάσιμο της 8-12-2005, και συγκεκριμένα από την ειρημένη ελλιπή σύνθεση στην ορθή και πλήρη τοιαύτη που ήταν η εξής: "Αντώνιος Αθηναίος Πρόεδρος Εφετών, Γεώργιος Σπυριδάκης, αναπληρώνων τον Εφέτη Νικόλαο Λιβανό, ο οποίος είναι ασθενής, Δήμητρα Τσαπρούνη, Ιωάννα Βρεττού, Κωνσταντίνος Γεωργιάδης, Εφέτες. Η πιο πάνω αρχική παράλειψη δεν αποτελεί μη τήρηση της ανωτέρω διατάξεως του ΚΠοινΔ, που καθορίζει τη σύνθεση του Πενταμελούς Εφετείου και δεν δημιούργησε καμιά ακυρότητα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εφόσον, όταν απαγγέλθηκε αυτή δημόσια στο ακροατήριο, οπότε και έλαβε ύπαρξη, - της σύνταξης και υπογραφής της αποτελούσης μόνο πιστοποίηση του περιεχομένου της - υπήρχε αναμφίβολα η αμέσως προαναφερθείσα πλήρης σύνθεση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Επομένως, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση λήψεως υπόψη αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 511 ΚΠοινΔ, του προβλεπόμενου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, λόγου αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170, παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα και του επέβαλε ποινή κάθειρξης δέκα πέντε (15) ετών και χρηματική ποινή 150.000 ευρώ. Από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 229/2005 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 2-6-2000 σε συνήθη έλεγχο που διενήργησε η Αστυνομία, για τυχόν ανεύρεση δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης, ανεύρε στην αγροτική περιοχή του οικισμού ..... Δήμου Κουλούκωνα Ρεθύμνης, έκτασης περίπου 1 και 1/2 στρέμματος, χωρισμένο σε έξι επίπεδα, στην οποία είχαν φυτευτεί και καλλιεργούνταν τρεις χιλιάδες τετρακόσια ενενήντα δενδρύλλια ινδικής κάνναβης, τα οποία από την περιποίηση που δέχονταν είχαν αναπτυχθεί σε ύψος 0,30 έως 0,60 εκατοστά του μέτρου. Στην ως άνω καλλιέργεια προέβη ο κατηγορούμενος, πράγμα που αποδεικνύεται από όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα και ιδίως από τα εξής: 1) από τα δακτυλικά αποτυπώματα αυτού και συγκεκριμένα από την ταύτιση των αποτυπωμάτων των δεξιού, μεσαίου και παράμεσου εκείνου με εκείνα που βρέθηκαν σε μία κονσέρβα "Λάντσιον Μητ", μάρκας DACOR, που βρέθηκε και κατασχέθηκε στο χώρο της φυτείας (βλ. αναγνωσθέντα στο ακροατήριο από .... φαξ από Δ.Ε.Ε. προς Γ.Ε.Ε. Ρεθύμνου, καθώς έγγραφο Αστυνομικής Δ/νσης Ρεθύμνου, περί των αποτελεσμάτων σε αντικείμενα που βρέθηκαν εκτός χώρου καλλιέργειας δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης). Από το ότι βρέθηκε και κατασχέθηκε στο χώρο της φυτείας των δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης ποσότητα λιπάσματος, όμοιο με αυτό που βρέθηκε στο υπόστεγο του κατηγορουμένου (βλ. αναγνωσθείσα στο ακροατήριο από ..... έκθεση αυτοψίας, από την οποία προκύπτει η ανεύρεση στο χώρο της φυτείας ποσότητας λιπάσματος). Ο ίδιος δε ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη του λιπάσματος στο υπόστεγό του όμοιο με αυτό που βρέθηκε και κατασχέθηκε στο χώρο της φυτείας. Ισχυρίσθηκε όμως ότι δεν ήταν δικό του, αλλά τρίτων αγνώστων και ότι σε κάθε περίπτωση ήταν διαφορετικής σύστασης από αυτό που βρέθηκε στο χώρο της φυτείας. 3) Από το ότι όπως προκύπτει από την προεκτεθείσα έκθεση αυτοψίας, η φυτεία ποτιζόταν από λάστιχο, που συνδέεται με ένα βυτίο νερού, χρώματος μαύρου, χωρητικότητας ενός τόνου και μετά απ' αυτό συνέχιζε άλλο λάστιχο, το οποίο σε ορισμένα σημεία του εδάφους, στα οποία μπορούσαν να είναι ορατά, ήταν επιμελώς σκεπασμένο με χώμα, κατέληγε δε σε άλλο λάστιχο, με το οποίο συνδεόταν και το οποίο λειτουργούσε με τη χρήση βάνας. Το τελευταίο δε αυτό λάστιχο (άρδευσης-ύδρευσης) ήταν απλωμένο και εκτείνονταν επί υπάρχοντος αγροτικού δρόμου με τελικό προορισμό ποτίστρες αιγοπροβάτων που βρίσκονταν σε παρακείμενο χώρο, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου, στον εξωτερικό χώρο της οποίας υπάρχει η σύνδεση του λάστιχου που έρχεται από το χώρο της φυτείας των δενδρυλλίων της ινδικής κάνναβης με αυτό (λάστιχο) που έχει προορισμό τις ποτίστρες αιγοπροβάτων του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος ρητά και κατηγορηματικά αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξή του, με την καλλιέργεια των ανωτέρω δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης, ισχυριζόμενος περαιτέρω ότι αφενός το λάστιχο παροχής ύδατος (άρδευσης-ύδρευσης) προοριζόταν και για άλλες ποτίστρες, πλην της δικής του, και αφετέρου ότι το ευρεθέν αποτύπωμά του στην πιο πάνω κονσέρβα δεν αποτελεί αψευδή μάρτυρα ότι ήταν αυτός ο καλλιεργητής της φυτείας, αφού ήταν δυνατόν να την είχε αρχικά επιλέξει να την αγοράσει από ένα σούπερ μάρκετ, πλην όμως μετά άλλαξε γνώμη και αγόρασε μια άλλη. Πλην όμως και αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό του και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο στην πιο πάνω έκθεση αυτοψίας δεν αναιρείται η κρίση του Δικαστηρίου, για το ότι αυτός ήταν ο καλλιεργητής, καθόσον υπήρχαν και άλλα στοιχεία σε βάρος του, όπως το λίπασμα και το αποτύπωμα πάνω στην κονσέρβα. Αναφορικά δε με το δεύτερο ισχυρισμό του, δεν εξηγεί ο ίδιος πως βρέθηκε πάνω στην ως άνω κονσέρβα μόνο το δικό του αποτύπωμα και όχι και του άλλου αγνώστου, ο οποίος προφανώς αγόρασε και κατανάλωσε την κονσέρβα αυτή που βρέθηκε στο χώρο της φυτείας. Η κρίση δε αυτή ενισχύεται και από τη διαπίστωση που αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας ότι εντοπίσθηκε η διάνοιξη δρόμου-διόδου, από το χώρο της φυτείας, που οδηγεί σε μονοπάτι, που δημιουργήθηκε προφανώς από διέλευση ζώων και ανθρώπων με κατεύθυνση προς το υπόστεγο του κατηγορουμένου, αλλά και απ' αυτή (διαπίστωση) ότι η φυτεία της κάνναβης βρίσκονταν σε χώρο που αποτελεί στο μεγαλύτερο τμήμα της, προέκταση του περιφραγμένου βοσκοτόπου της ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος της καλλιέργειας των προαναφερθέντων δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης και να απορριφθεί ο υπ' αυτού προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός περί αναγνώρισης υπέρ αυτού του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου. Και τούτο γιατί, και ανεξάρτητα από το γεγονός μόνο η έλλειψη ποινικής καταδίκης στο ποινικό μητρώο, χωρίς να εκτίθενται και άλλα περιστατικά και να προσκομίζονται αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος διήγε πράγματι έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και εν γένει κοινωνικό βίο, πριν από την τέλεση της ως άνω πράξης, δεν αποδείχθηκε ότι αυτός είχε πράγματι προηγούμενο έντιμο βίο, αφού πριν γίνει αντιληπτό από τις αστυνομικές αρχές ότι αυτός ήταν ο καλλιεργητής της εκτεθείσας φυτείας προέβαινε και ενωρίτερα σε πράξεις καλλιέργειας, κρίση που προκύπτει από την ανάπτυξη των δενδρυλλίων σε ύψος από 0,30 έως 0,60 εκατοστών του μέτρου". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα και των άρθρων 4 παρ.1, 3 Πιν. Α6, 5 παρ.1, εδ. στ' του ν. 1729/1987, όπως το άρθρο 5 αντικ. με άρθρο 10 Ν. 2161/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα, (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Περαιτέρω, στην οικεία θέση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου αριθμούνται όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, περιλαμβάνεται ως αναγνωσθέν έγγραφο, με αριθ. "13) η από .... έκθεση αυτοψίας", και ως τέτοιο περιλαμβάνεται στα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, εντεύθεν δε είναι αβάσιμος και απορριπτέος τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που υποστηρίζει τα αντίθετα. Επίσης, στα ίδια πρακτικά αριθμούνται ως αναγνωσθέντα έγγραφα με αριθ. "2) η υπ' αριθ. .... ιατροδικαστική έκθεση... 4) η υπ' αριθ. .... τοξικολογική έκθεση, 5) η από ..... έκθεση εργαστηριακής εξέτασης". Οι εκθέσεις αυτές, που αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, δεν περιλαμβάνονται ως τέτοιο στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα. Εντούτοις όμως, από το σύνολο της αιτιολογίας της εν λόγω αποφάσεως, καθίσταται αναμφίβολο ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τις εν λόγω εκθέσεις. Τούτο προκύπτει ως προς την από .... έκθεση από τη ρητή αναφορά της στο σκεπτικό και του περιεχομένου της. Ειδικότερα, οι υπ' αριθμ... και ... εκθέσεις λήφθηκαν υπόψη με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων καλλιεργούσε τα αναφερόμενα στο διατακτικό δενδρύλλια ινδικής κάνναβης, "χωρίς να είναι τοξικομανής", ανεξαρτήτως του ότι το περιεχόμενό τους αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, εντεύθεν δε είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που υποστηρίζει τα αντίθετα. Περαιτέρω, διέλαβε το Πενταμελές Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση στο πρόσωπό του του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου. Ειδικότερα, με τις πιο πάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο τον εν λόγω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αφού έκρινε ότι και πριν από το χρόνο τελέσεως της άνω πράξεως, (2-6-2000), δηλαδή "πριν γίνει αντιληπτό από τις αστυνομικές αρχές ότι αυτός ήταν ο καλλιεργητής της φυτείας, προέβαινε και ενωρίτερα σε πράξεις καλλιέργειας, κρίση που προκύπτει από την ανάπτυξη των δενδρυλλίων σε ύψος από ο,30 έως 0,60 εκατοστών του μέτρου". Ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας και κατά την κρίση του άνω Δικαστηρίου δεν αποδείχθηκε θετική προς τούτο συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, ενώ δέχθηκε αυτό την πριν της 2-6-2000 αρνητική συμπεριφορά του τελευταίου. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως που περιέχεται στο κύριο αναιρετήριο και οι πρόσθετοι λόγοι, τέταρτος και πέμπτος, από το άρθρο 510 παρ.1, στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από τη διάταξη του άρθρου 365 παρ.1 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι καμία ακυρότητα δεν δημιουργείται αν το Δικαστήριο, αυτεπάγγελτα ή ύστερα από αίτηση, αναγνώσει στο ακροατήριο κατάθεση μάρτυρα που λήφθηκε κατά την προδικασία και αν ακόμη δεν βεβαιώσει στην απόφασή του ότι συνέτρεξε νόμιμη προς τούτο περίπτωση (αδυναμία εμφάνισης του μάρτυρα κλπ.), εφόσον δεν αντέλεξε σχετικά ο κατηγορούμενος. Η λήψη υπόψη τέτοιας κατάθεσης από το Δικαστήριο παραβιάζει το παρεχόμενο από τα άρθρα 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ και 6 παρ.3 στοιχ. δ της ΕΣΔΑ δικαίωμα του κατηγορουμένου να υποβάλει ερωτήσεις στο μάρτυρα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η κατάθεση αναγνώστηκε και λήφθηκε υπόψη παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου. Εξάλλου, η παράλειψη αναφοράς στην απόφαση της συνδρομής νόμιμης προϋπόθεσης για την ανάγνωση μιας τέτοιας κατάθεσης δεν δημιουργεί έλλειψη αιτιολογίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται: α) ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί αναγνώστηκαν και λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των απόντων μαρτύρων Γ1 και ....., που είχαν ληφθεί κατά την προδικασία, χωρίς να συντρέχουν οι σχετικές, από το νόμο (άρθρο 365 του ΚΠοινΔ) οριζόμενες, προϋποθέσεις, αλλιώς β) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί δεν αναφέρει ότι συνέτρεχαν οι εν λόγω προϋποθέσεις για την ανάγνωση και λήψη υπόψη των παραπάνω καταθέσεων. Όπως, όμως, προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η πιο πάνω απόφαση, ο κατηγορούμενος, ήδη αναιρεσείων, που είχε παρασταθεί στη δίκη αυτή, δεν αντέλεξε στην ανάγνωση των καταθέσεων που προαναφέρθηκαν. Άρα, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, δεν δημιουργήθηκε ακυρότητα στο ακροατήριο από την αιτία αυτή, ενόψει δε του ότι δεν ήταν αναγκαία, για την ανάγνωση και τη λήψη υπόψη των καταθέσεων, η αναφορά ότι συνέτρεχαν οι προς τούτο νόμιμες προϋποθέσεις, η απόφαση δεν πάσχει από έλλειψη, ως προς το σημείο αυτό, αιτιολογίας. Συνακόλουθα, ο εξεταζόμενος πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α 'και Δ' του ΚΠοινΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο, για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ, του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν, δηλαδή, η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Φωτογραφίες ή άλλες απεικονίσεις δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, στους οποίους επιδεικνύονται για το σκοπό αυτό από τον διευθύνοντα τη συζήτηση.
Συνεπώς, όταν στα πρακτικά αναγράφεται ότι αναγνώσθηκαν και τέτοια έγγραφα, είναι προφανές ότι η αναγραφή αυτή τίθεται με την πρόδηλη έννοια ότι επισκοπήθηκαν από τους διαδίκους, οι οποίοι έτσι έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους και τους παρασχέθηκε η δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με αυτό. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και "...16) το από ... ενημερωτικό σημείωμα, 24)έκθεση ένορκης εξέτασης του απόντος μάρτυρα αστυνομικού Γ1, με χρονολογία 6-9-2000 και 3-6-2000, 22) είκοσι δύο (22) φωτογραφίες". Υπό τη διατύπωση αυτή επαρκώς προσδιορίζεται τόσο η ταυτότητα των εν λόγω εγγράφων, όσο και των φωτογραφιών, οι οποίες αριθμήθηκαν. Ως προς τις τελευταίες δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους και δη του χρόνου λήψεως αυτών και του τι απεικονίζουν, υπό δε τον όρο ανάγνωση των φωτογραφιών εννοεί η απόφαση την επίδειξη και επισκόπησή τους από τους παράγοντες της δίκης, άρα και από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος έτσι έλαβε γνώση των σ' αυτές απεικονίσεων και είχε εντεύθεν τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, γιατί το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσεώς του τα πιο πάνω έγγραφα και τις ανωτέρω είκοσι δύο φωτογραφίες, ως προς τα οποία, όμως, όπως ισχυρίζεται, δεν προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά τους και δεν διαλαμβάνεται στα πρακτικά ότι έγινε επίδειξη των φωτογραφιών αυτών στον αναιρεσείοντα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 19-1-2007 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26 Ιανουαρίου 2006 αίτηση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 19-1-2007 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 229/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Σεπτεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως (άρθ. 510 § 1 στοιχ. Δ’ & Ε’) ως προς την ενοχή και απόρριψη ελαφρυντικού προτέρου έντιμου βίου. Στα πρακτικά, όπου αριθμούνται όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, περιλαμβάνεται η έκθεση αυτοψίας και ως τέτοιο (έγγραφο) μνημονεύεται στα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα. Οι αναφερόμενες εκθέσεις (ιατροδικαστική, κλπ), που αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ναι μεν δεν περιλαμβάνονται ως τέτοιες εκεί που προσδιορίζονται κατ’ είδος τα αποδεικτικά μέσα, πλην όμως από το σύνολο της αιτιολογίας καθίσταται αναμφίβολο ότι το Δικαστήριο τις έλαβε υπόψη και τις συνεκτίμησε. Όχι ακυρότητα από την εκ παραδρομής αναγραφή 4μελούς αντί 5μελούς σύνθεσης (συμπλήρωση πρακτικών). Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα.
| 1
|
Αριθμός 1725/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή, Γεώργιο Χρυσικό και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, που ο μεν πρώτος παρέστη ο δε δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χατζηγιάννη, περί αναιρέσεως της 441/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Καρβέλλη. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.4.2007 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 697/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 224 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, όπως η παρ. 1 ίσχυε κατά το χρόνο που φέρεται ότι τελέστηκε από τους κατηγορουμένους η αξιόποινη πράξη που τους αποδίδεται, τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον τριών μηνών, όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας, ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τον απαρτισμό της έννοιας του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται, αντικειμενικώς, α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση και β) τα κατατιθέμενα πραγματικά περιστατικά να είναι αντικειμενικώς ψευδή, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν την γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (πλήρους - εντελούς γνώσης - επίγνωσης), ότι τα κατατιθέμενα είναι ψευδή ή τη γνώση με την ανωτέρω έννοια, των αληθινών, τα οποία σκοπίμως αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει και αφετέρου, τη θέληση καταθέσεως ψευδών πραγματικών περιστατικών ή αποκρύψεως των αληθινών ή αρνήσεως καταθέσεως των αληθινών. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικά, όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος απαιτείται η εν γνώσει τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος), όπως στην ψευδορκία μάρτυρα, απαιτείται για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφορικά με την ανωτέρω μορφή δόλου, να εκτίθενται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που κατέθεσε στην Αρχή. Για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Όταν εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, ούτε προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, παραδεκτώς επισκοπούμενα από τον Άρειο Πάγο για την εξέταση των λόγων αναιρέσεως προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθ. 1835/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που δίκασε κατ' έφεση, οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 κηρύχθηκαν αθώοι, ο μεν πρώτος των αποδιδομένων σ' αυτόν αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδορκίας μάρτυρα, ο δε δεύτερος της ψευδορκίας μάρτυρα, ενώ έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη κατά του πρώτου κατηγορουμένου για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης. Κατά της απόφασης αυτής ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου άσκησε αναίρεση μόνο ως προς τις αθωωτικές διατάξεις και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2063/2006 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (ΣΤ' Ποινικό Τμήμα), με την οποία, αφού αναιρέθηκε η πιο πάνω απόφαση, έπαυσε οριστικώς η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου Χ1 για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως (για πλαστογραφία) την οποία φέρεται ότι τέλεσε στην Πάτρα στις 19.11.1998 σε βάρος του εγκαλούντος Ψ1 και παραπέμφθηκε η υπόθεση ως προς την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που φέρονται ότι τέλεσαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Πατρών). Το τελευταίο με την προσβαλλόμενη 441/2007 απόφασή του κήρυξε ένοχους τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και επέβαλε στον καθένα ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται, ότι από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, την ανάγνωση της υπ' αριθ. 2063/2006 απόφασης Δικαστηρίου Αρείου Πάγου (ΣΤ' Ποινικό Τμήμα), καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία κάθε κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος εργάσθηκε ως οδηγός βυτιοφόρου αυτοκινήτου στην επιχείρηση μεταφοράς υγρών καυσίμων διαφόρων εταιρειών που διατηρεί ο μηνυτής Ψ1, από την 1.1.1981 μέχρι 30.6.1997, οπότε και αποχώρησε λόγω συνταξιοδοτήσεως. Την 15.12.1997, ο κατηγορούμενος κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών κατά του μηνυτή την από 1.12.1997 αγωγή του, με την οποία ισχυριζόμενος κατά βάσιν ότι ο εργοδότης του καθ' όλον το χρονικό διάστημα των 16 ετών της εργασιακής τους σχέσεως κατέβαλλε σ' αυτόν μόνο μέρος των βασικών του αποδοχών (μισθούς) και ουδέν άλλο (αποδοχές και επιδόματα αδειών, επιδόματα εορτών, αποζημίωση για παράνομη υπερωριακή εργασία), ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος - ήδη μηνυτής να καταβάλει σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 38.356.391 δρχ. Ως διαφορές αποζημιώσεως απολύσεως και μισθών και ως ? αποδοχές - αποζημίωση για μη λήψη αδειών και επιδομάτων αδειών, επιδομάτων εορτών και παράνομης υπερωριακής απασχόλησης της τελευταίας προ της αποχωρήσεως του πενταετίας. Κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών την 19-11-1999, ο εναγόμενος αρνήθηκε την αγωγή και προέβαλε ένσταση εξοφλήσεως των δεδουλευμένων εν γένει αποδοχών του ενάγοντος (μισθοί, επιδόματα, αμοιβή υπερωριών κ.λπ.), επικαλούμενος και τις προσκομισθείσες από αυτόν εξοφλητικές αποδείξεις των σχετικών ποσών που έφεραν την υπογραφή του ενάγοντος πρώτου κατηγορουμένου. Ο τελευταίος προέβαλε δια του πληρεξουσίου του ένσταση πλαστότητας των προσκομισθεισών αποδείξεων, ισχυριζόμενος ότι οι μεν υπογραφές στη θέση "ο λαβών" των αποδείξεων είναι δικές του, το περιεχόμενο όμως των αποδείξεων, τις οποίες ο ίδιος είχε υπογράψει λευκές, είναι αναληθές κατά το ποσό που υπερέβαινε τις πραγματικά καταβληθείσες σ' αυτόν αποδοχές, συμπληρωθείσες από τον εναγόμενο, τον οποίο και κατονόμασε ως πλαστογράφο, για την αντίκρουση της αγωγής. Τα πρακτικά της σχετικής αυτής δίκης με την προαναφερθείσα ένσταση του ενάγοντος διαβιβάστηκαν στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών, ο οποίος άσκησε ποινική δίωξη κατά του εναγομένου - ήδη μηνυτή για πλαστογραφία μετά χρήσεως των ειρημένων εξοφλητικών αποδείξεων, κατά την προανάκριση δε που διενεργήθηκε εις βάρος του μηνυτή για την ανωτέρω πράξη εξετάστηκαν ενόρκως ως μάρτυρες ο ίδιος ο Χ1, ενάγων και ήδη πρώτος κατηγορούμενος, και ο γιος του Χ2. δεύτερος κατηγορούμενος, οι οποίοι και έδωσαν στην Πταισματοδίκη Πατρών, αρμόδια προς τούτο ανακριτική υπάλληλο, την από 28-4-1999 ο πρώτος, και την από 6-5-1999 ο δεύτερος ένορκη κατάθεσή τους, που έχουν ως εξής, ήτοι α) του Χ1..."Κάθε μήνα μας κατέβαλε με επιταγές κάποιο ποσό έναντι του ποσού και η εξόφληση γινόταν μια φορά το χρόνο, συνήθως το Μάρτιο. Για τα ποσά που παίρναμε έναντι δεν υπογράφαμε καμία απόδειξη. Όμως το Μάρτιο κάθε έτους ο κατηγορούμενος μας υποχρέωνε να υπογράφουμε δέκα πέντε περίπου λευκές αποδείξεις, τις οποίες θα τις συμπλήρωνε ο λογιστής του, όπως μας έλεγε, με τις ληφθείσες αποδοχές. Στο σύστημα αυτό αντιδρούσαμε, αλλά δεν είχαμε άλλη επιλογή, διότι θα απολυόμαστε. Με την τακτική αυτή εργάστηκα από τον παραπάνω χρόνο της προσλήψεώς μου έως το 1997, που αποχώρησα από την εργασία μου οικειοθελώς, χωρίς να μου καταβληθεί το συνολικό ποσό των 38.000.000 δραχμών περίπου, που αντιστοιχεί σε υπερωριακή εργασία, επιδόματα άδειας κ.λπ., με τα οποία συμπληρώθηκαν οι αποδείξεις που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο από τον εργοδότη μου, φωτοαντίγραφα των οποίων υπάρχουν στη δικογραφία. Τις αποδείξεις αυτές τις συμπλήρωσε ο ίδιος ο εργοδότης μου ή κάποιος υπάλληλός του, τα στοιχεία ταυτότητας του οποίου δεν γνωρίζω, καθ' υπόδειξή του", και β) του Χ2 "Στην ίδια επιχείρηση και με την ίδια ιδιότητα εργάστηκα και εγώ από το 1985 έως το 1987. Έτσι γνωρίζω από προσωπική αντίληψη ότι ο κατηγορούμενος με πρόσχημα ότι κάθε μήνα μας κατέβαλε κάποιο ποσό έναντι του μισθού μας χωρίς την έκδοση σχετικών αποδείξεων μια φορά το χρόνο, μας υποχρέωνε να υπογράφουμε κάποιο αριθμό λευκών αποδείξεων, τον οποίο δεν θυμάμαι ακριβώς, ήταν πάντως πάνω από δώδεκα, προκειμένου να συμπληρωθούν από το λογιστή του, όπως μας έλεγε, με τις ληφθείσες αποδοχές. Στον τρόπο αυτό αντιδράσαμε, πλην όμως αναγκαστήκαμε να τις υπογράψουμε διότι διαφορετικά θα, απολυόμαστε. Το σύστημα αυτό εφαρμοζόταν από τον κατηγορούμενο καθ' όλο το διάστημα που εργαζόταν στην εταιρεία του ο πατέρας μου, όπως μας έλεγε ο ίδιος σε συζητήσεις που είχαμε σε ανύποπτο χρόνο. Έτσι, ενώ η εταιρεία όφειλε στον πατέρα μου το συνολικό ποσό των 38.000.000 δρχ. από δώρα, επιδόματα, υπερωριακή απασχόληση κ.λπ., συμπληρώθηκαν με κάποια ποσά οι λευκές αποδείξεις που είχε υπογράψει ο πατέρας μου και τις εμφάνισαν στο δικαστήριο, ότι δήθεν έχουν εισπραχθεί από τον πατέρα μου. Η συμπλήρωση των αποδείξεων δεν γνωρίζω από ποιον έγινε. Προφανώς έγινε από κάποιον υπάλληλο του εργοδότη κατόπιν υποδείξεως αυτού". Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος - μηνυτής Ψ1 ήταν συνεπής στην πληρωμή του προσωπικού του, που αριθμούσε περί τους 22 οδηγούς, πληρώνοντάς τους στο τέλος του κάθε μηνός, στα γραφεία της επιχείρησής του, στην Αθήνα, ειδικότερα δε όσους διέμεναν στην ...., όπως ο κατηγορούμενος Χ1, πληρώνοντάς τους είτε στα γραφεία των Αθηνών, όταν οι τελευταίοι βρίσκονταν στην Αθήνα για παραλαβή καυσίμων, είτε στην Πάτρα, όπου ερχόταν ο εργοδότης τους Ψ1, ιδίως ημέρες Σαββάτου και Κυριακής, ενίοτε δε και με έναντι των αποδοχών καταβολές τοις μετρητοίς ή με επιταγές και με εκκαθάριση στο τέλος του κάθε μηνός ή και ανά δεύτερο μήνα, και λαμβάνοντας σε κάθε εκκαθάριση τις αντίστοιχες εξοφλητικές αποδείξεις, συμπληρωμένες κατά το περιεχόμενό τους από τον λογιστή της επιχείρησης ή και από τον ίδιο και υπογεγραμμένες από τους εργαζομένους και εν προκειμένω από τον Χ1. Πληρωμή του προσωπικού αυτού με έναντι καταβολές καθ' όλη τη διάρκεια του έτους και εκκαθάριση των ετήσιων αποδοχών μία φορά κατ' έτος κατά τον Μάρτιο, συνήθως, μήνα και παράδοση στον εργοδότη κατά την εκκαθάριση αυτή λευκών κατά το περιεχόμενο εξοφλητικών αποδείξεων, δέκα πέντε περίπου στον αριθμό, υπογεγραμμένων από τους εργαζομένους, δεν αποδείχθηκε από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, όπως δεν αποδείχθηκε καμμία "αντίδραση" των εργαζομένων στο σύστημα πληρωμής τους εκ μέρους του εργοδότη Ψ1, όπως κατέθεσαν οι κατηγορούμενοι. Τα προαναφερθέντα αποδεικνύονται ιδίως από τις ένορκες καταθέσεις του Γ1 και Γ2 ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, από τους οποίους ο δεύτερος είχε καταθέσει τα αυτά και κατά την πολιτική δίκη (υπ' αριθμ. 49/1999 πρακτικά Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών) και κατά την πρωτοβάθμια ποινική (υπ' αριθμ. 559/03 πρακτικά Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών - εκκαλουμένη), καθώς και τις αναγνωσθείσες ως άνω προανακριτικές καταθέσεις των Γ3 και Γ4, τους οποίους είχε προτείνει ο ίδιος ο (πρώτος) κατηγορούμενος. Ο τελευταίος ούτε κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσεως με τον μηνυτή ούτε μετά την αποχώρησή του από την εργασία είχε διαμαρτυρηθεί για τις αποδοχές που ελάμβανε από τον εργοδότη του, και μόνο μετά την παρέλευση πεντέμισι μηνών από τη συνταξιοδότησή του άσκησε κατά του μηνυτή την προρρηθείσα αγωγή του, με τη μεσολάβηση δε του ιδίου είχε προσληφθεί και ο γιος του - δεύτερος κατηγορούμενος στην επιχείρηση του μηνυτή, όπου και εργάστηκε επί διετία (1985-1987), χωρίς καμμία επίσης διαμαρτυρία για την καταβολή των αποδοχών του (αποχώρησε οικειοθελώς για να ασχοληθεί σε δική του εργασία). Σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί, εν όψει των ανωτέρω, να αχθεί το δικαστήριο από την κατάθεση του μάρτυρα Γ5, ο οποίος είχε ασκήσει κατά του μηνυτού όμοια αγωγή για ποσό 34.829.700 δρχ. και ο οποίος εξέτασε ως μάρτυρα στη σχετική δίκη τον ήδη πρώτο κατηγορούμενο Χ1 (υπ' αριθμ. 727/2000 πρακτικά Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών), σημειωμένου ότι από όλο το προαναφερθέν προσωπικό του μηνυτή μόνον ο μάρτυρας αυτός και ο κατηγορούμενος ήγειραν αξιώσεις κατά του μηνυτή, και τούτο μετά τη συνταξιοδότησή τους και χωρίς μέχρι τότε καμμία διαμαρτυρία ή όχληση, κατά τα προεκτεθέντα. Η αποδοθείσα άλλωστε στον μηνυτή πλαστογραφία δεν αποδεικνύεται ούτε από την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της γραφολόγου ,...... που διατάχθηκε κατά την αστική (εργατική) δίκη επί των υπ' όψιν εξοφλητικών αποδείξεων (67 τον αριθμό) των ετών 1992 - 1997, αφού και ιδίως, ως προς τα ταχθέντα στην πραγματογνώμονα θέματα, α) το βεβαιούμενο στην έκθεση αυτή ότι οι χειρόγραφες συμπληρώσεις (περιεχόμενο) της κάθε απόδειξης έγιναν με διαφορετικό στυλογράφο από αυτόν που χρησιμοποιήθηκε για την χάραξη της υπογραφής του Χ1 δικαιολογείται, ενόσω δεν αποδεικνύεται ότι ο Χ1 υπέγραφε με τον ίδιο στυλογράφο που χρησιμοποιούσε ο λογιστής ή ο μηνυτής κατά τη συμπλήρωση του κειμένου των αποδείξεων, ενώ δεν βεβαιώνεται (στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης) η ταυτόχρονη θέση υπογραφής από τον Χ1 σε περισσότερες αποδείξεις, β) δεν προκύπτει αν η υπογραφή του Χ1 τέθηκε πριν ή μετά τη συμπλήρωση του κειμένου των αποδείξεων, γ) δεν προκύπτει επίσης, και ειδικά για τις αποδείξεις του έτους 1997, αν το περιεχόμενο των αποδείξεων αυτών χαράχθηκε περί τα μέσα του 1997 (αποχώρηση ενάγοντος από την εργασία του), καθώς και η χρονική απόσταση της συμπληρώσεως του περιεχομένου κατά από την υπογραφή του Χ1, ενώ δ) το βεβαιούμενο ότι οι δύο αποδείξεις με ημερομηνία 30-6-1997 και ποσά, αντίστοιχα, δραχμών 247.600 (αποδοχές Ιουνίου) και 650.000 (άδεια κ.λπ. 1997) έχουν συμπληρωθεί από τον ...... (λογιστή), ενώ η υπό την αυτή ημερομηνία απόδειξη δραχμών 1.200.000 (αποζημίωση απολύσεως) έχει συμπληρωθεί από τον ίδιο τον Ψ1, δεν διαφοροποιεί τα πράγματα, αφού και όπως άλλωστε προεκτέθηκε, ενίοτε συμπλήρωνε τις αποδείξεις και ο εργοδότης Ψ1 (όμοιες κατά βάσιν και οι παρατηρήσεις του τεχνικού συμβούλου του εναγομένου - μηνυτή .......). Για την αποδοθείσα στον μηνυτή ως άνω κατηγορία της πλαστογραφίας το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πατρών, στηριζόμενο ιδίως στις προμνησθείσες προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων του ίδιου του ενάγοντος · πρώτου κατηγορουμένου Γ3 και Γ4, αποφάνθηκε με το αμετάκλητο ήδη υπ' αριθμ. 162/2000 βούλευμά του ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου (τότε) Ψ1, ελλείψει επαρκών ενδείξεων, ενώ το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών με την υπ' αριθμ. 773/04 απόφαση του, λαμβάνοντας υπ' όψιν και τις αναφερόμενες σ' αυτήν ένορκες βεβαιώσεις, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή του πρώτου κατηγορουμένου, πλην των ποσών των 241 287 και 135.282 δρχ. που του επιδίκασε για διαφορές αδείας κλπ 1997 και διαφορά αποζημιώσεως λόγω συνταξιοδοτήσεως, αντίστοιχα (επί της ασκηθείσης εφέσεως δεν έχει εκδοθεί ακόμη οριστική απόφαση του Εφετείου). Παρόμοια τύχη και μάλιστα τελεσίδικη είχε εξάλλου και η ομοίου περιεχομένου ως άνω από 1-12-1997 αγωγή του Γ5, ο οποίος είχε εξετάσει ως μάρτυρα τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1 (υπ' αριθμ. 17/2005 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 1.192.534 δρχ. έναντι του αιτηθέντος ποσού των 34.829.700 δρχ., που προαναφέρθηκε, υπ' αριθμ. 981/06 απόφαση Εφετείου Πατρών), περαιτέρω δε με το υπ' αριθμ. 208/2001 αμετάκλητο βούλευμα του, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πατρών αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του μηνυτή Ψ1 (και) για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως που εφέρετο ότι είχε διαπράξει εις βάρος του ενάγοντος Γ5 με την προσκόμιση κατά την εκδίκαση της αγωγής του αντίστοιχων εξοφλητικών αποδείξεων, ενώ με την υπ' αριθμ. 2026/06 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών οι ανωτέρω δύο Χ1 και Γ5 καταδικάστηκαν για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως ο δεύτερος και της ψευδορκίας μάρτυρα ο πρώτος, που εφέρετο ότι είχαν διαπράξει εις βάρος του μηνυτή - εναγομένου Ψ1 κατά την εκδίκαση της προρρηθείσης εργατικής διαφοράς του Γ5 κατά του τελευταίου (Ψ1). Ο συμβιβασμός, τέλος, τον οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου Χ1, πρότεινε σ' αυτόν ο μηνυτής σχετικά με την εργατική διαφορά τους, ως στοιχείο ενδεικτικό της μη πληρωμής των ένδικων αποδοχών, το ποσόν του οποίου δεν επιβεβαιώνεται από άλλο αποδεικτικό μέσον (ο μάρτυρας ..... πηγή της γνώσεως του έχει τον κατηγορούμενο), δεν οδηγεί στην κατάφαση της μη πληρωμής, αφού και όπως άλλωστε προεκτέθηκε υπήρξε πάντως κάποια διαφορά μεταξύ των διαδίκων, για την οποία και επιδικάστηκαν στον ενάγοντα Χ1 τα προαναφερθέντα ποσά. Κατ' ακολουθίαν, και ενόψει των ανωτέρω αποδεικνυομένων αληθών πραγματικών περιστατικών, το αντίθετο ως άνω και στο διατακτικό αναφερόμενο περιεχόμενο των υπ' όψιν προανακριτικών καταθέσεων των κατηγορουμένων είναι αναληθές, οι κατηγορούμενοι δε εγνώριζαν την αναλήθεια των κατατιθεμένων και δη εξ ιδίας αντιλήψεως, λόγος για τον οποίο και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης σ' αυτούς πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρα, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε καταδικαστική για τους κατηγορουμένους κρίση για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και τους επέβαλε την αναφερόμενη ποινή φυλάκισης στον καθένα. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο, κατά τα ανωτέρω, καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 2 και 224 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα και σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τους αναιρεσείοντες αιτιάσεις: α) εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο τελέστηκε από τους αναιρεσείοντες η αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, για την οποία καταδικάστηκα, ήτοι με το περιεχόμενο των προανακριτικών καταθέσεών τους ενώπιον του Πταισματοδίκη Πατρών, β) διαλαμβάνονται με σαφήνεια τα αληθινά γεγονότα που γνώριζαν οι αναιρεσείοντες και οι οποίοι όμως κατέθεσαν τα προεκτεθέντα ψευδή τοιαύτα, γ) αιτιολογείται ειδικώς ο άμεσος δόλος των αναιρεσειόντων, αφού παρατίθενται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (επίγνωσης - εντελούς γνώσης) των αναιρεσειόντων των ψευδών γεγονότων που αναφέρουν και κατέθεσαν ενόρκως ο καθένας κατά την εξέτασή τους ενώπιον του Πταισματοδίκη Πατρών, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τις οποίες οι αναιρεσείοντες εγνώριζαν εξ ιδίας αντιλήψεως ότι υπέγραφαν συμπληρωμένες και όχι λευκές εξοφλητικές αποδείξεις και κατά τη διάρκεια της δεκαεξάχρονης εργασίας του στον μηνυτή Ψ1 ο πρώτος των αναιρεσειόντων ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε, άσκησε δε την εργατική αγωγή του πεντέμισυ μήνες μετά τη συνταξιοδότησή του, ενώ ταυτόχρονα, με τη μεσολάβησή του, προσελήφθη και ο δεύτερος αναιρεσείων - υιός του - από αυτόν (μηνυτή), ο οποίος εργάσθηκε επί διετία, χωρίς καμία απολύτως διαμαρτυρία, αποχώρησε δε οικειοθελώς από την εργασία του αυτή για να ασχοληθεί με δική του εργασία και ότι οι αναιρεσείοντες εγνώριζαν την αναλήθεια των κατατεθέντων από αυτούς και των αληθινών γεγονότων εξ ιδίας αντιλήψεως και δ) αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση και δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας του να αναφέρει κάθε ένα αποδεικτικό μέσο χωριστά ως και ποία παραδοχή προκύπτει από το καθένα από αυτά χωριστά, αρκεί ότι τα εξετίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Η αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στις αναγνωσθείσες, χωρίς αντίρρηση εκ μέρους των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων Γ3 και Γ4, στα αναγνωσθέντα απαλλακτικά βουλεύματα για το αδίκημα της πλαστογραφίας σε βάρος του εγκαλούντος Ψ1, στις αποφάσεις πολιτικού δικαστηρίου και στις καταθέσεις των μαρτύρων Γ1, Γ2 και Γ5, δεν έγινε, όπως από το περιεχόμενο αυτού προκύπτει επιλεκτικώς προς αποκλεισμό των λοιπών αποδεικτικών μέσων, ούτε υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη για το σχηματισμό της παραπάνω καταδικαστικής κρίσης του δικαστηρίου και τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως της ένδικης αίτησης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις, με τις οποίες πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση ελλείψεως της επιβαλλόμενης ως άνω αιτιολογίας, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθούν. Περαιτέρω οι λόγοι αναιρέσεως της ένδικης αίτησης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' και Η' του ΚΠοινΔ πλημμέλεια της παραβίασης του δεδικασμένου και της υπέρβασης εξουσίασης, με την αιτίαση ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων Χ1 με την προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάστηκε, εκτός από την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως (για πλαστογραφία) σε βάρος του εγκαλούντος Ψ1, για την οποία με την υπ' αριθ. 2063/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου είχε παύσει οριστικά η ποινική δίωξη και συνεπώς ως προς αυτή δεν είχε εισαχθεί προς νέα κρίση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από το σκεπτικό αυτής, όπου στο τέλος του διαλαμβάνεται ότι οι κατηγορούμενοι "πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης σ' αυτούς πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρα, όπως ορίζεται στο διατακτικό", σαφώς προκύπτει ότι ο παραπάνω αναιρεσείων καταδικάστηκε μόνο για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και η επιβληθείσα ποινή των έξι (6) μηνών αναφέρεται στην πράξη αυτή, η αναφορά δε στο διατακτικό της απόφασης και της πράξης της ψευδούς καταμήνυσης οφείλεται σε παραδρομή. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση στην κρινόμενη αίτηση, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 10 Απριλίου 2007 αίτηση των 1) Χ1 και 2) Χ2, για αναίρεση της υπ' αριθ. 441/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ τον καθένα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, την προσδιορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδορκία μάρτυρα. Στοιχεία του εγκλήματος. Άμεσος δόλος. Απαιτείται αιτιολόγηση της γνώσης του ψευδούς των γεγονότων. Αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 1724/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την κοινή αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κοσμάτο, για αναίρεση της με αριθμό 11.447/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ευριπίδης Τσιτσέλης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Νοεμβρίου 2007 κοινή αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1921/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ.1 και 4 του Ν.2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται ότι τελέσθηκε η εν προκειμένω φοροδιαφυγή, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν.3220/2004 ορίζονται τα επόμενα: "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών (παρ. 1). Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετικά διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται..." (παρ. 4). Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου, έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3' του Ν.2523/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 ν.2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 εδ. α' ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π. και κατά τούτο εναρμονίζεται με την τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ. 2 εδ. α' δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν.2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.", στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν.2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή μεταγενέστερη ρύθμιση, που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως, θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέστηκαν προ της ισχύος της την 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου, η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν.2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του ΠΚ κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως προς εμφάνιση στο ακροατήριο επί παραπεμπτικού βουλεύματος, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 11.447/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της παράβασης του άρθρου 19 του ν.2523/1997 και συγκεκριμένα για κατ' εξακολούθηση αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων (Δελτίων Αποστολής - Τιμολογίων Πώλησης) που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 17.2.1999 έως 7.6.2001 και καταδικάστηκαν σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών ο καθένας, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Από τα πρακτικά της απόφασης αυτής προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, ο συνήγορος των κατηγορουμένων πρότεινε την ένσταση παραγραφής των αξιοποίνων πράξεων και ζήτησε να παύσει οριστικά η κατ' αυτών (κατηγορουμένων) ποινική δίωξη δεδομένου ότι παρήλθε πενταετία από τον χρόνο τέλεσης κάθε μερικότερης πράξης και μέχρι την 22.1.2004 που επιδόθηκε στους κατηγορουμένους το κλητήριο θέσπισμα. Επί του ζητήματος αυτού, η προσβαλλόμενη απόφαση μετά την παράθεση του νομικού μέρους του εγκλήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων και της παραγραφής, δέχθηκε ότι η υπ' αριθμ. ..... έκθεση του πορίσματος φορολογικού ελέγχου του Σ.Δ.Ο.Ε. Κεντρικής Μακεδονίας θεωρήθηκε από τον προϊστάμενο αυτής την 21.7.2003 με χρονική δε αφετηρία την ημερομηνία αυτή για την έναρξη της παραγραφής και μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως στο δικαστήριο (25.9.2007) δεν παρήλθε πενταετία για την κατά το άρθρο 111 του Π.Κ. παραγραφή της πράξεως. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τη χρονική αρμονία της πενταετούς παραγραφής για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής από τους κατηγορούμενους εικονικών φορολογικών στοιχείων, που είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρησης του πορίσματος φορολογικού ελέγχου και με την παραδοχή της ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως δεν είχε παρέλθει πενταετία, σωστά τις προαναφερόμενες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και με το να προχωρήσει και καταδικάσει τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας.
Συνεπώς, οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Η' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 και 4 του Ν.2523/1997 προκύπτει ότι επί του προβλεπομένου από το άρθρο 19 του αυτού νόμου αδικήματος της φοροδιαφυγής, δια της εκδόσεως ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (ΔΟΥ) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν.2343/1995. Στις περιπτώσεις αυτές, κατά την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών δεν είναι απαραίτητη η σύνταξη εκθέσεως καταθέσεως, αφού κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις του ν.2523/1997. Εξάλλου, η μηνυτήρια αναφορά του άρθρου 19 του ανωτέρω ν.2523/1997, δεν ταυτίζεται με την αίτηση διώξεως του άρθρου 41 ΚΠοινΔ, ώστε να απαιτείται σύνταξη εκθέσεως καταθέσεως. Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο συναφής λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, με τον οποίον προβάλλεται ότι το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο υπερέβη την εξουσία του με το να μη κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 19 του ν.2523/1997, που ασκήθηκε κατά των αναιρεσειόντων, λόγω μη συντάξεως εκθέσεως καταθέσεως της μηνυτήριας αναφοράς.
ΙΙΙ. Η ποινική δίωξη για τα αδικήματα του άρθρου 19 του ν.2523/1997, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ασκείται με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και ύστερα από απλή μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της υπηρεσία που διενήργησε τον έλεγχο.
Συνεπώς, δεν αποτελεί προϋπόθεση η έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσας προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής. Έτσι η έκδοση τελεσίδικης απόφασης από το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο επί προσφυγής που ασκήθηκε από τον ελεγχόμενο, με την οποία (απόφαση) ακυρώθηκαν οι αποφάσεις περί επιβολής προστίμου που εκδόθηκαν από την αρμόδια φορολογική αρχή σε βάρος του τελευταίου για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων καμία έννομη συνέπεια δεν έχει ως προς την ασκηθείσα για το εν λόγω αδίκημα ποινική δίωξη και δεν δεσμεύει το ποινικό δικαστήριο ως προς το αν τελέσθηκε ή όχι η άνω άδικη πράξη. Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο συναφής λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, με τον οποίον προβάλλεται ότι το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο υπερέβη την εξουσία του με το να μη κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 19 του ν.2523/1997, που ασκήθηκε κατά των αναιρεσειόντων, για το λόγο ότι ύστερα από προσφυγές των τελευταίων ακυρώθηκαν με αποφάσεις του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης οι πράξεις επιβολής προστίμου. Άλλωστε, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, οι αποφάσεις αυτές ακυρώθηκαν για καθαρά τυπικούς λόγους (δεν κλητεύθηκαν οι εκπρόσωποι (αναιρεσείοντες) της προσφεύγουσας ομόρρυθμης εταιρίας "..... Ο.Ε." να εκθέσουν τις απόψεις τους σχετικά με τις αποδιδόμενες σ'αυτήν παραβάσεις στα αρμόδια ελεγκτικά όργανα. IV. Από τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του ν.2523/1997 προκύπτει ότι επί του προβλεπομένου από το άρθρο 19 του νόμου αυτού αδικήματος της φοροδιαφυγής, δια της εκδόσεως ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων η ποινική δίωξη ασκείται με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανο του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν.2343/1995, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο εδ. 3 της ίδιας παραγράφου, όπως το εν λόγω εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 12 Ν.2753/1999. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτώς επισκοπούνται προκειμένου να ελεγχθεί η βασιμότητα του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι η ποινική δίωξη κατά των αναιρεσειόντων, για αποδοχή εικονικών τιμολογίων, ασκήθηκε μετά την υποβολή προς τον ασκήσαντα τη δίωξη αυτή Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης της από ...... πορισματικής αναφοράς του Σ.Δ.Ο.Ε. Κεντρικής Μακεδονίας, που ήταν αρμόδια Αρχή να ενεργήσει τον φορολογικό έλεγχο, αφού η ελεγχόμενη εταιρία είχε την έδρα της στην περιοχή ευθύνης της εν λόγω υπηρεσίας.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο συναφής λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο υπερέβη την εξουσία του με το να μη κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 19 του ν.2523/1997, που ασκήθηκε κατά των αναιρεσειόντων, μολονότι δεν είχε υποβληθεί η προβλεπόμενη προς τούτο μηνυτήρια αναφορά από τον προϊστάμενο του Ελεγκτικού Κέντρου του άρθρου 3 του ν.2343/1995.
V. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιό αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε το πρόσωπο που το προσκόμισε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά από το αν αυτά αναγνώσθηκαν. Διαφορετικό είναι το ζήτημα αν από την αόριστη αναφορά ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε δημιουργείται ασάφεια στο αιτιολογικό της απόφασης, ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σ'αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα έγγραφα: "1) τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα αναγνωσθέντα σ' αυτήν αναγνωστέα έγγραφα....7) έκθεση ελέγχου ......9) έκθεση ελέγχου....". Περαιτέρω από τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 16.924/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη περιλαμβάνται τα ακόλουθα: "..... 5) έκθεση ελέγχου εφαρμογής Διατάξεων Π.Δ. 186/92 (ΚΒΣ) .....7) η υπ' αριθμ. .... ειδική έκθεση ελέγχου, 8) τρείς (3) εκθέσεις ελέγχου και επεξεργασίας....". Η κατά τον τρόπο αυτό καταχώρηση στα πρακτικά των εν λόγω εγγράφων δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, ενόψει του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στους αναιρεσείοντες κατηγορούμενους, οι οποίοι είχαν έτσι τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επ' αυτών, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά. Πέραν τούτων, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι εκτός από τις ανωτέρω πέντε εκθέσεις ελέγχου, δεν υπάρχουν άλλα έγγραφα με τον ίδιο προσδιορισμό της ταυτότητάς του. Σημειώνεται ότι εφόσον στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνεται ότι αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα αναφερόμενα σ'αυτήν έγγραφα, τούτο έχει την έννοια και της αναγνώσεως του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων. Επομένως, ο συναφής εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδ. με άρθρ. 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. VI. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1δ', 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, αναφορικά με την ενοχή του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του περιεχομένου σ' αυτόν από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματος, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Όμως, η ανάγνωση του εγγράφου δεν απαιτείται να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία στο οικείο μέρος των πρακτικών, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά αρκεί να προκύπτει αυτή (ανάγνωση) από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ή από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης. Εξάλλου, η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το περιεχόμενο των εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως. Στην προκείμενη περίπτωση από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης έλαβε υπόψη του, για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσεώς του και τις φορτωτικές της μεταφορικής εταιρίας του ....., που εδρεύει στην ..... Τα έγγραφα αυτά δεν αναφέρονται πράγματι στην οικεία θέση των πρακτικών της δίκης, όπου απαριθμούνται όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, πλην όμως η ανάγνωσή τους προκύπτει από το περιεχόμενο: α) της από...... εκθέσεως ελέγχου εφαρμογής διατάξεων ΠΔ.186/1992 της επιχειρήσεως με την επωνυμία "...... ΕΠΕ" (σελ.8), β) της από .... εκθέσεως ελέγχου εφαρμογής διατάξεων ΠΔ.186/1992 της επιχειρήσεως με την επωνυμία "..... Ο.Ε." (σελ. 4) και γ) της από ..... εκθέσεως ελέγχου και επεξεργασίας της επιχειρήσεως με την επωνυμία "..... - ΕΠΕ ......" (σελ. 21). Όπως δε προαναφέρθηκε, οι ανωτέρω τρείς εκθέσεις ελέγχου αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και έτσι οι αναιρεσείοντες είχαν τη δυνατότητα να προβούν σε παρατηρήσεις σχετικά με τις παραπάνω φορτωτικές. Συνακόλουθα, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο έλαβε υπόψη του έγγραφα μη αναγνωσθέντα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. VII. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε και παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία απέρριψε τους υποβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων. Οι τελευταίοι, με τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως της ένδικης αίτησης αιτιώνται ότι το Δικαστήριο για να καταλήξει στην ανωτέρω απορριπτική κρίση του έλαβε υπόψη α) τις υπ' αριθμ. 276/2003, 277/2003 και 278/2003 αποφάσεις επιβολής προστίμου, β) τις υπ' αριθμ. 2341/2007, 2342/2007 και 2343/2007 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, γ) την υπ' αριθμ. 17.209/2003 μηνυτήρια αναφορά, δ) την υπ' αριθμ. ...... εντολή του Δ/ντή ΣΔΟΕ Κεντρικής Μακεδονίας, ε) την υπ' αριθμ. .... έκθεση και στ) την εκκαλούμενη απόφαση 16.926/2004, από δε τα έγγραφα αυτά μόνο το τελευταίο υπό στοιχείο στ' αναγνώσθηκε και μάλιστα μετά την έκδοση της ως άνω παρεμπίπτουσας απόφασης. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα υπό στοιχεία α' έγγραφα αναγνώσθηκαν, αφού αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα αναφερόμενα σ' αυτά ως αναγνωσθέντα έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνονται και εκείνα. Επίσης, οι υπό στοιχ. β' αποφάσεις, ρητώς προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 22) ότι αναγνώσθηκαν. Τα υπό στοιχ. γ' και δ' έγγραφα είναι καθαρώς διαδικαστικά και δεν ήταν αναγκαία η ανάγνωσή τους, αφού αυτά δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας. Τέλος, η εκκαλούμενη υπ'αριθ. 16.926/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ρητώς αναφέρεται ότι αναγνώσθηκε (σελ. 28 των πρακτικών αυτής). Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση στην κρινόμενη αίτηση, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος νομίμως ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) περιοριζομένη, όπως στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν.3693/1957 όπως ισχύει.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Νοεμβρίου 2007 αίτηση των 1) Χ1 και 2)Χ2, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 11.447/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου την οποία προσδιορίζει σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Φοροδιαφυγή κατ’ εξακολούθηση με την αποδοχή εικονικών τιμολογίων. Έννοια και στοιχεία του εγκλήματος. Παραγραφή του αδικήματος, χρόνος έναρξης αυτής. Εφαρμογή επιεικέστερου νόμου. Στα εγκλήματα του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997 η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ή … Στις περιπτώσεις αυτές κατά την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών δεν είναι απαραίτητη η σύνταξη εκθέσεως καταθέσεως. Η έκδοση τελεσίδικης απόφασης του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου επί προσφυγής που ασκήθηκε δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στα αδικήματα του άρθρου 19 Ν. 2523/1997. Η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται στον Αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών από την Αρχή που ενήργησε τον φορολογικό έλεγχο. Δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα αν το περιεχόμενο των εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, αλλά λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ή από άλλα αποδεικτικά μέσα. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Φοροδιαφυγή.
| 2
|
Αριθμός 1723/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Κουδρόγλου, για αναίρεση της με αριθμό 128/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαΐου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1044/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες δηλαδή παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, λόγο αναιρέσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ'αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε στο αιτιολογικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα και την απολογία της κατηγορουμένης) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η κατηγορουμένη, περί τα τέλη Σεπτεμβρίου με αρχές Οκτωβρίου του 2000, στη ......., κατήρτισε ένα καταστατικός αστικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία ".......", θέλοντας να εισπράξει, μέσω του ΟΑΕΔ επιδότηση της ΕΟΚ για προγράμματα απασχολήσεως ανέργων. Έτσι, στις μηνύτριες είπε ότι θα τις προσελάμβανε ως υπαλλήλους, και τις έβαλε να υπογράψουν σε λευκό χαρτί. Ύστερα κατήρτισε τα αναφερόμενα στο διατακτικό έγγραφα, ένθα έθεσε την υπογραφή των εγκαλουσών - μηνυτριών, εμφανίζουσα αυτές ως συνιδρυτικά του Συνεταιρισμού μέλη. Τα έγγραφα αυτά τα προσήγαγε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης με την από 8.10.2000 αίτησή της, ζητούσα την έγκριση του Καταστατικού, γεγονός το οποίο αγνοούσαν παντελώς οι μηνύτριες, οι οποίες δεν είχαν δώσει τη συγκατάθεσή τους για τοιαύτη χρήση της υπογραφής τους, αφού ουδέποτε μετείχαν σε συνέλευση, ουδέποτε είδαν το ιδρυτικό του άνω Συνεταιρισμού έγγραφο και ούτε γνώριζαν ότι θα επιδίωκε η κατηγορουμένη να συστήσει με τις υφαρπασθείσες υπογραφές τους Αστικό Συνεταιρισμό για είσπραξη επιδοτήσεως. Άλλωστε, στο καταστατικό υπάρχουν υπογραφές ατόμων ανυπάρκτων κατά την κατάθεση της μάρτυρος ........ Κατόπιν αυτών, η κατηγορουμένη κρίνεται ένοχος κατά τα μνημονευόμενα στο διατακτικό". Στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελεί ενιαίο σύνολο με το αιτιολογικό διαλαμβάνεται: "
Κηρύσσει την κατηγορουμένη ένοχη του ότι: Στη Θεσσαλονίκη, κατά μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία του χρονικού διαστήματος 1 έως 8 Οκτωβρίου 2000, κατάρτισε πλαστά έγγραφα για να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που ήταν δυνατόν να έχει έννομες συνέπειες. Τα έγγραφα αυτά κατόπιν τα χρησιμοποίησε. Συγκεκριμένα, κατάρτισε ένα καταστατικό αστικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "......" καθώς και ένα Πρακτικό με Νο 1 της Γενικής Συνέλευσης Ιδρυτικών Μελών Αστικού Συνεταιρισμού με θέματα ημερήσιας διάταξης: α) ανάγνωση σχεδίου καταστατικού άρθρο προς άρθρο, έγκριση και υπογραφή του, β) εκλογή προσωρινού διοικητικού συμβουλίου, γ) νομιμοποίηση του καταστατικού, εκμίσθωση και οργάνωση γραφείων, δηλαδή έναρξης και θεώρησης των κατά νόμον βιβλίων και στοιχείων, στα οποία έθεσε χωρίς δικαίωμα της υπογραφή της εγκαλούσας
......... καθώς και των ....., ....., ......., ......, ......, ...... . Την πλαστογραφία αυτή των υπογραφών έκανε με την πρόθεση να παραπλανήσει το αρμόδιο δικαστήριο και τους τρίτους σχετικά με τη γνησιότητα του καταστατικού και του πρακτικού Νο 1 της γενικής συνέλευσης των ιδρυτικών μελών, παρουσιάζοντας ως τέτοιες, τόσο την εγκαλούσα, όσο και τις λοιπές, των οποίων πλαστογράφησε, δηλ. έθεσε κατ' απομίμηση και χωρίς δικαίωμα την υπογραφή τους. Κατόπιν, τα παραπάνω έγγραφα τα χρησιμοποίησε, δηλ. τα προσκόμισε και τα επικαλέστηκε στο Ειρηνοδικείο, στο οποίο προσέφυγε με την από 8 Οκτωβρίου 2000 αίτησή της ζητώντας έγκριση του καταστατικού σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.1667/1986 και καταχώρηση του συνεταιρισμού στα Μητρώα Αστικών Συνεταιρισμών του Ειρηνοδικείου. Στην πράξη της αυτή προέβη με σκοπό να επιτύχει την χρηματοδότηση του συνεταιρισμού από την Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω του ΟΑΕΔ". Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο κήρυξε την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη ένοχη πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συρροή και της επέβαλε κατά πλειοψηφία ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Με τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές σκεπτικού και διατακτικού το δικάσαν Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε για τη συνδρομή τους και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 216 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζονται σαφώς τα καταρτισθέντα πλαστά έγγραφα (καταστατικό αστικού συνεταιρισμού και πρακτικό γενικής συνέλευσης ιδρυτικών μελών τούτου). Η αναφορά στο σκεπτικό της απόφασης "Έτσι, στις μηνύτριες είπε ότι θα τις προσελάμβανε ως υπαλλήλους, και τις έβαλε να υπογράψουν σε λευκό χαρτί" είναι χωρίς έννομη επιρροή, αφού δεν υπάρχει παραδοχή από την οποία να προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα συμπλήρωσε εκ των υστέρων το εν λόγω λευκό χαρτί, ώστε να αποτελέσει έγγραφο και να είναι δυνατή η τέλεση του εγκλήματος της πλαστογραφίας δια της καταχρήσεως της υπογραφής άλλου. Περαιτέρω, ως προς το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του προδιαληφθέντος εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, ο οποίος περιλαμβάνει και τον ενδεχόμενο δόλο, δεν ήταν αναγκαία ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, ενώ στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογούνται αφενός μεν ο σκοπός της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης να παραπλανήσει με τη χρήση των μνημονευομένων πλαστών εγγράφων τον Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, σχετικά με τη γνησιότητα του καταστατικού και του πρακτικού Νο1 της γενικής συνέλευσης των ιδρυτικών μελών και αφετέρου προσδιορίζονται οι έννομες συνέπειες του εν λόγω εγκλήματος (έγκριση κατασταστικού του άνω συνεταιρισμού και ακολούθως χρηματοδότηση τούτου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω του ΟΑΕΔ). Επίσης προσδιορίζεται στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης ο χρόνος τέλεσης των πράξεων (1 έως 8 Οκτωβρίου 2000). Περαιτέρω, από τις παραδοχές της απόφασης σαφώς συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη τέλεσε το έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συρροή, στο δε διατακτικό αυτής αναφέρεται ως εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη το άρθρο 94 παρ. 1 του Π.Κ. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της ένδικης αίτησης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, κατά το μέρος δε που με αυτούς με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και νομίμου βάσεως πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠοινΔ ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Όμως από τις διατάξεις των άρθρων 333, 358 ή άλλη διάταξη του ΚΠοινΔ, δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστή, όπως μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα δώσει, χωρίς αίτηση των διαδίκων, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο κατηγορούμενος, το λόγο σε αυτούς για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν και συντείνουν στη συναγωγή συμπερασμάτων για την αξιοπιστία αυτών και τη σχέση τους προς τη δικαζόμενη υπόθεση.
Συνεπώς, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από τη μη παροχή εκ μέρους του διευθύνοντος τη συζήτηση, αυτεπαγγέλτως, χωρίς αίτηση της αναιρεσείουσας, το λόγο σε αυτή, μετά την κατάθεση του κάθε μάρτυρα, για να εκθέσει τις απόψεις και παρατηρήσεις της σχετικά με την αξιοπιστία του και έτσι, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της ένδικης αίτησης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν.2497/1997, αν κάποιο που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία έτη ούτε ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο, στην περίπτωση που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, υποχρεούται να αποφασίσει συγχρόνως πριν από τη μετατροπή της ποινής και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος εκ μέρους του κατηγορουμένου για την αναστολή της ποινής, αφού διαπιστώσει αυτεπαγγέλτως, αν υπάρχει προηγούμενη καταδίκη σε στερητική της ελευθερίας ποινή (ή ποινές) πάνω από έξι μήνες και αποφανθεί για τη συνδρομή ή όχι της προϋποθέσεως αυτής, συγχρόνως δε να αιτιολογήσει ειδικώς την αρνητική του κρίση. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας στην περίπτωση αυτή δεν αιτιολογήσει ειδικά την μη αναστολή εκτέλεσης της ποινής ή απορρίψει χωρίς τέτοια αιτιολογία σχετικό αίτημα του καταδικαζομένου, υποπίπτει στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠοινΔ πλημμέλειες της έλλειψης της απαιτούμενης αιτιολογίας και της αρνητικής υπέρβασης της εξουσίας του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, ενώ καταδίκασε την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη για την προαναφερόμενη πράξη, σε ποινή φυλάκισης δύο ετών, παρέλειψε, παρόλο που η αναιρεσείουσα υπέβαλε σχετικό αίτημα, να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής εκτέλεσης της ποινής και προέβη στη μετατροπή της προς 4,40 ευρώ την ημέρα, με την αιτιολογία ότι "από την έρευνα του χαρακτήρα της καταδίκου, και τις υπόλοιπες περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μετατροπή της ποινής φυλάκισης που της επιβλήθηκε, αρκεί για να την αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Συντρέχει επομένως περίπτωση μετατροπής της παραπάνω ποινής κατά το άρθρο 82 ΠΚ σε χρηματική και πρέπει, λαμβάνοντας υπόψη και τους οικονομικούς όρους της καταδικασθείσας η κάθε μέρα φυλάκισης να υπολογισθεί προς 4,40 ευρώ", η οποία δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη όπως απαιτεί ο νόμο. Έτσι, το ως άνω Δικαστήριο υπέπεσε στις πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπέρβασης εξουσίας, που θεμελιώνουν τους κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, οι οποίοι εξετάζονται και αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 511 του ίδιου Κώδικα). Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει κατά παραδοχή των σχετικών από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠΔ λόγων αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, κατά το εν λόγω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠοινΔ. Κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθμ. 128/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τη διάταξή της για μετατροπή της ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 16 Μαΐου 2007 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της 128/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχεία πλαστογραφίας (κοινής). Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη της αναιρεσείουσα για πλαστογραφία μετά χρήσεως. Δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από τη μη παροχή εκ μέρους του διευθύνοντος τη συζήτηση αυτεπαγγέλτως, χωρίς αίτηση της αναιρεσείουσας του λόγου σε αυτή, μετά την κατάθεση κάθε μάρτυρα, για να εκθέσει τις απόψεις και τις παρατηρήσεις της σχετικά με την αξιοπιστία του. Αναιρείται λόγω ελλείψεως αιτιολογίας και υπερβάσεως εξουσίας η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη διάταξή της με την οποία επέβαλε στην αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ποινή φυλάκισης δύο ετών παραλείποντας να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής της ποινής κατ’ άρθρ. 99 παρ. 1 ΠΚ και προβαίνοντας με ελλιπή αιτιολογία στη μετατροπή. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή.
| 0
|
Αριθμός 1722/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Α' τύπου Μαλανδρίνου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπακωνσταντίνου, για αναίρεση της με αριθμό 33/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1278/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Εξάλλου κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. ζ' του ν.1729/1987, όπως ισχύει, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι εκατό εκατομμύρια (100.000.000) δραχ. τιμωρείται, όποιος εκτός των άλλων, κατέχει ναρκωτικά, στα οποία περιλαμβάνεται και η ινδική κάνναβη (άρθρο 4 παρ. 3 πιν. Α' αριθμ. 6 του ίδιου νόμου). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η κατοχή ναρκωτικών ουσιών πραγματώνεται με την φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά την δική του βούληση να τις διαθέσει πραγματικά και δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της κατοχής των ναρκωτικών ουσιών η προς περαιτέρω διάθεση ή προς ιδία αποκλειστική χρήση κατοχή αυτών από το δράστη, ούτε απαιτείται για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης η αναφορά σ' αυτή ότι ο δράστης και κάτοχος της ναρκωτικής ουσίας προόριζε αυτή προς εμπορία ή δική του αποκλειστική χρήση. Μόνο αν υποβληθεί πλήρης και ορισμένος αυτοτελής ισχυρισμός από τον κατηγορούμενο για προμήθεια ή κατοχή ναρκωτικού προς ιδία αποκλειστική χρήση οφείλει το δικαστήριο να διαλάβει στην απόφασή του την παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη αυτού. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 33/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάστηκε για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, σε ποινή καθείρξεως δέκα τεσσάρων (14) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, ενώ αθωώθηκε για τις πράξεις της αγοράς και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό της, το Δικαστήριο δέχθηκε, αναφορικά με την πράξη της κατοχής από τον αναιρεσείοντα ναρκωτικής ουσίας, ως προς την οποία ενδιαφέρει εδώ, ότι, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριό του, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη γενικά αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα εξής: 'Την 5.12.2004 ημέρα Κυριακή και περί ώρα 09.30' ο αστυνομικός ..... του Τμήματος Ασφαλείας Μυτιλήνης εντόπισε μπροστά στο Δημαρχείο Καλλονής στην άκρη του πεζοδρομίου της κεντρικής πλατείας ένα "σακβουαγιάζ", το οποίο περιείχε 14.129,36 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, επιμελώς συσκευασμένης σε 16 συσκευασίες του ενός κιλού περίπου η καθεμία. Αμέσως από το ως άνω Τμήμα Ασφαλείας οργανώθηκε επιχείρηση εντοπισμού του παραλήπτη των ναρκωτικών και τέθηκε ο χώρος υπό συνεχή και άμεση παρακολούθηση. Περί ώρα 12.25' εμφανίσθηκε από το απέναντι ρεύμα πορείας ο κατηγορούμενος οδηγώντας το υπ'αρ. κυκλ. ..... δίκυκλο μοτοποδήλατο, ο οποίος όταν έφθασε στο ύψος του "σακβουαγιάζ" διέσχισε κάθετα το οδόστρωμα και βαίνοντας με υπερβολικά μεγάλη ταχύτητα πλησίασε στο σημείο εκείνο, σταμάτησε στιγμιαία, άρπαξε τα "σακβουαγιάζ" και χωρίς να το ανοίξει ξεκίνησε να φύγει πάλι με μεγάλη ταχύτητα. Τότε οι αστυνομικοί του έκλεισαν το δρόμο, αυτός δε προσπαθώντας να διαφύγει έπεσε με το μοτοποδήλατό του πάνω στο περιπολικό και έτσι κατόρθωσαν οι αστυνομικοί και τον ακινητοποίησαν. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν αβίαστα ιδίως από τις ένορκες καταθέσεις στο ακροατήριο των δύο αστυνομικών οργάνων που συνέλαβαν τον κατηγορούμενο, σε συνδυασμό με την ανάγνωση των ουσιωδών εγγράφων της δικογραφίας και δεν αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό της στοιχείο. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενο του "σακβουαγιάζ", δεν μπορεί να ευσταθήσει, ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων περιστατικών και ειδικότερα των ότι ο κατηγορούμενος κινήθηκε με το μοτοποδήλατό του στο αντίθετο ρεύμα, κινήθηκε με υπερβολική ταχύτητα, κυριολεκτικά "άρπαξε" το "σακβουαγιάζ" και κινήθηκε να φύγει αμέσως και ακόμη επιχείρησε να διαφύγει τη σύλληψή του πέφτοντας με το μοτοποδήλατό του πάνω στο περιπολικό της Αστυνομίας. Όλες οι πιο πάνω ενέργειες του κατηγορουμένου δείχνουν άτομο που γνώριζε πολύ καλά το περιεχόμενο του και γνωρίζοντας τις συνέπειες που θα είχε γι' αυτόν η σύλληψή του επιχείρησε να διαφύγει. Ενόψει, συνεπώς, του ότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στις 5.12.2004 και περί ώρα 12.30' με πρόθεση κατείχε, ευρισκόμενος στο υπ' αρ. κυκλοφ. .... δίκυκλο μοτοποδήλατο την παραπάνω ποσότητα ινδικής κάνναβης στοιχειοθετείταιι αντικειμενικά και υποκειμενικά το έγκλημα της κατοχής ναρκωτικών ουσιών (με σκοπό την εμπορία) και πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξης αυτής, όπως στο διατακτικό. Επίσης, πρέπει ν' απορριφθεί το αίτημα του κατηγορουμένου ν' αναγνωρισθεί σ' αυτόν το αίτημα του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ., επειδή δεν συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις. Ειδικότερα, το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δεν αποτελεί από μόνο του στοιχείο για να γίνει αποδεκτό το παραπάνω αίτημά του. Τούτο δε διότι από το σύνολο των στοιχείων που αφορούν τη ζωή του κατηγορουμένου, όπως αυτή προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, αυτός δεν είχε πρότερο έντιμο βίο, όπως αυτό μαρτυρεί και η προσπάθειά του να διαφύγει τη σύλληψη. Επομένως, ο συναφής αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου πρέπει ν' απορριφθεί...". Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο κρίση και του επέβαλε την αναφερόμενη ποινή κάθειρξης και χρηματική ποινή. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους, στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. ζ' του ν.1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις: α) αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το είδος τους τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα αναφερόμενα περιστατικά και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, δεν ήταν δε απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρει ποιά συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά προέκυψαν από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε, ενόψει του αντίθετου περιεχομένου της απολογίας του αναιρεσείοντος, να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, β) αναφέρεται στην αιτιολογία ο τρόπος με τον οποίο η ως άνω ποσότητα ναρκωτικής ουσίας περιήλθε στην κατοχή του αναιρεσείοντος (με την έννοια της φυσικής επ' αυτής εξουσίας), γ) αιτιολογείται μη πληρότητα ο δόλος του κατηγορουμένου με την αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι "...ο κατηγορούμενος κινήθηκε με το μοτοποδήλατό του στο αντίθετο ρεύμα, κινήθηκε με υπερβολική ταχύτητα, κυριολεκτικά "άρπαξε" το "σακβουαγιάζ" και κινήθηκε να φύγει αμέσως και ακόμη επιχείρησε να διαφύγει τη σύλληψή του πέφτοντας με το μοτοποδήλατό του πάνω στο περιπολικό της Αστυνομίας. Όλες οι πιο πάνω ενέργειες του κατηγορουμένου δείχνουν άτομο που γνώριζε πολύ καλά το περιεχόμενο του "σακβουαγιάζ" και γνωρίζοντας τις συνέπειες που θα είχε γι' αυτόν η σύλληψή του επιχείρησε να διαφύγει". Η αιτιολογία αυτή ως προς το στοιχείο του δόλου, δεν ήταν απαραίτητη, αφού, όπως προαναφέρθηκε, για την τιμώρηση του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, αρκεί και ενδεχόμενος δόλος, ο οποίος ενυπάρχει στη θέληση πραγματώσεως των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, γ) δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας η αναφορά ότι ο αναιρεσείων κατείχε την ως άνω ποσότητα ναρκωτικής ουσίας με σκοπό περαιτέρω διάθεσης (εμπορία) ως και έκθεση των περιστατικών από τα οποία να προκύπτει ο άνω σκοπός, αφού, όπως προαναφέρθηκε, δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικών ουσιών η προς περαιτέρω διάθεση κατοχή αυτών από το δράστη. Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν προσδιορίζονται ποιά είναι τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο "ουσιώδη έγγραφα της δικογραφίας", τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του, είναι αβάσιμη, διότι από την αναφορά στην αρχή του σκεπτικού της απόφασης των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων τα οποία συνεκτίμησε και αξιολόγησε το δικαστήριο και δη "...τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά" σαφώς συνάγεται ότι η μνεία στη συνέχεια στο σκεπτικό "....την ανάγνωση των ουσιωδών εγγράφων της δικογραφίας" δεν σημαίνει ότι υπάρχουν και άλλα μη ουσιώδη έγγραφα, αλλά μόνον αυτά τα έγγραφα που αναφέρονται στο οικείο μέρος των πρακτικών της δίκης. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως κατ' εκτίμηση της ένδικης αίτησης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι αιτιάσεις δε, κατά τα λοιπά, που προβάλλονται με τους ίδιους λόγους αναίρεσης, ανάγονται σε παραδοχές του Εφετείου περί τα πράγματα, ήτοι σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη και έτσι είναι απαράδεκτη. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το σύνηγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή ασκούν επιρροή στον καταλογισμό, ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, όπως στην τελευταία περίπτωση είναι και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 Π.Κ. ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προτείνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή να συνοδεύεται η επίκλησή τους με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού, με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία. Η αόριστη προβολή των ισχυρισμών αυτών δεν υποχρεώνει το δικαστήριο, όχι μόνο να τους απορρίψει αιτιολογημένα, αλλά και να απαντήσει σ' αυτούς. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και εντεύθεν της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής και το δικαστήριο επί του ισχυρισμού αυτού δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει, ούτε να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος "ζήτησε να κηρυχθεί αυτός αθώος για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις. Επικουρικώς αν κηρυχθεί ένοχος, μόνο για κατοχή εξ αμελείας, να του αναγνωρισθεί δε το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (84 παρ. 2α Π.Κ.)". Όμως, όσον αφορά τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπό τους της άνω ελαφρυντικής περίστασης είναι αόριστος γιατί δεν θεμελιώνεται επί συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, δηλωτικών εντίμου ατομικού, οικογενειακού, επαγγελματικού και εν γένει κοινωνικού βίου και επομένως το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα, εκ περισσού δε διέλαβε σκέψη και απορριπτική διάταξη αναφορικά με τον άνω ισχυρισμό. Ο έτερος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος να κηρυχθεί αυτός ένοχος κατοχής ναρκωτικών ουσιών από αμέλεια, ως βάλλων κατά της συγκροτήσεως της υποκειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος (κατοχής ναρκωτικών ουσιών), το οποίο τιμωρείται μόνο από δόλο τελούμενο, δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας.
Συνεπώς το δικαστήριο δεν όφειλε να απαντήσει επ' αυτού και μάλιστα αιτιολογημένα, η δε αιτιολογία της απορρίψεως του εν λόγω ισχυρισμού ενυπάρχει στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον μεν πρώτο των ως άνω ισχυρισμών με ελλιπή αιτιολογία, τον δε δεύτερο χωρίς καμία αιτιολογία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση στην κρινόμενη αίτηση, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Ιουνίου 2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 33/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατοχή ναρκωτικών ουσιών - έννοια. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αποφάσεως, με την οποία ορθά καταδικάστηκε ο αναιρεσείων για το έγκλημα της κατοχής ποσότητας 14.129,36 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης. Έννοια αυτοτελών ισχυρισμών. Αν ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προτείνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει. Δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της κατηγορίας καθώς και υπερασπιστικά επιχειρήματα και ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει επ’ αυτών και μάλιστα αιτιολογημένα. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά.
| 0
|
Αριθμός 1720/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του με αριθμό 2182/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2091/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την με αριθμό 201/18.4.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ' άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., με τα της σχετικής δικογραφίας, την υπ' αριθμ. 292/3-12-2007 αίτηση αναίρεσης του Χ1, , κατά του υπ' αριθμ. 2182/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ' ουσία η υπ' αριθμ. 156/07 έφεση του κατηγορουμένου Χ1 , κατά του υπ' αριθμ. 1401/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών να δικασθεί για ηθική αυτουργία σε απόπειρα εκβίασης κατά συρροή (άρθρο 1, 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 46 παρ. 1α', 94, 385 παρ.1 - 380 παρ. 1 ΠΚ ως ισχύουν) και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ., με την ως άνω από 3/12/2007 δήλωση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών και για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 292/2007 έκθεση αναίρεσης, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα του επιδόθηκε στις 23/11/2007 και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή. Ως λόγοι αναίρεσης προβάλλονται (α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος (άρθρο 93 παρ. 3 Συντ. και 139 και 484 παρ. 1 δ' Κ.Π.Δ.) και (β) υπέρβαση (αρνητική) εξουσίας, διότι αγνόησε και δεν αξιολόγησε τα αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης, που οδηγούν στην έλλειψη κάθε σχέσεως και συνδέσμου του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου με την σε βάρος του Ψ1 απόπειρα εκβιάσεως ( βλ. σελ. 2 έκθεσης αναίρεσης και ΑΠ 9/2001 Π.Χρ. ΝΑ'/788). Επειδή ο Άρειος Πάγος δεν είναι τρίτου βαθμού ουσιαστικής δικαιοδοσίας δικαστήριο αλλά ακυρωτικό τοιούτο και γι' αυτό ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος (ή απόφασης) και με βάση τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανάκρισης, τουτέστι, πραγματικών περιστατικών περί των οποίων κρίνει κυριαρχικώς το συμβούλιο (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Ποιν.Δ. τομ. β σελ 95, ΑΠ 990/80, ΑΠ 88/82 κ.ά.). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει τα εκτιθέμενα στα πρακτικά και στην απόφαση αναφερόμενα (βλ. ΑΠ 580/79) και τα οποία θεωρεί ως γενόμενα. Γι' αυτό και λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που δεν γίνονται δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (βλ. και ΑΠ 1349/2002, ΑΠ 2231/2002 Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία Γ (1977) σελ. 289 κ.α.). Έτσι και λόγος αναίρεσης που αναφέρεται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 1918/2001, ΑΠ 1999/2002, ΑΠ 956/2003, ΑΠ 859/2001, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 2405/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 1449/2000, ΑΠ 635/2001 κ.ά.). Δεν δύναται ο Άρειος Πάγος να ελέγξει αν το συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα, αν εκ της ανακρίσεως προέκυψαν και άλλα πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν δέχθηκε (βλ. ΑΠ 86/82, ΑΠ 85/82, ΑΠ 1663/84 κ.ά.) κλπ. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η μνεία του είδους τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) και δεν απαιτείται ειδική αναφορά καθενός από αυτά και τι συνήγαγε από το καθένα (βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 86/2004, ΑΠ 1753/2002 κ.ά.) -πράγμα και που πρακτικά δεν είναι δυνατό - ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους (βλ. ΑΠ 1/2005 ολ, ΑΠ 159/2003, ΑΠ 1128/2002 κ.ά.) - πράγμα που όντως γίνεται πρακτικά για να βγει το αποτέλεσμα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα ή ορισμένο από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα (βλ. ΑΠ 570/2006 κ.ά.). Έτσι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από το άρθρο 93 § 3 Συντ. και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και για το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, τα αποδεικτικά μέσα (αποδείξεις) από τα οποία προέκυψαν τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς-σκέψεις με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και ότι προέκυψαν αποχρώσες (επαρκείς-) ενδείξεις ενοχής , για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 1459/2004, ΑΠ 861/2004, ΑΠ 234/2003, ΑΠ 272/2002, ΑΠ 570/2006, ΑΠ 2413/2005, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 1269/2006 κ.ά.), όταν τουτέστιν καθίσταται δυνατόν να ελεγχθεί πόθεν και πως ήχθη ο δικαστής στο εξαχθέν συμπέρασμα. Βέβαια ελέγχει ο Άρειος Πάγος αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, και όπως αυτά εκτίθενται, αντίκεινται στους κανόνες της κοινής λογικής, διότι άλλως το εξαχθέν συμπέρασμα θα εμφανίζεται να είναι προϊόν αυθαίρετης-εσφαλμένης κρίσης, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτόν. 'Άλλο δηλαδή ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και άλλο αυθαίρετη εκτίμηση των αποδείξεων. Ill) Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα με την υιοθέτηση της πρότασης του παρ' αυτώ εισαγγελέα δέχθηκε ανέλεγκτα, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει και εξειδικεύει τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 385 παρ. Ι Π.Κ., όποιος εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημιά στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου τιμωρείται με τις ποινές που προβλέπονται στην διάταξη αυτή. Για την θεμελίωση του εγκλήματος της εκβιάσεως απαιτείται (α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημιά στην περιουσία αυτού που εξαναγκάζεται ή άλλου, (β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης, και (γ) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος έχει τη συνείδηση ότι, το περιουσιακό όφελος που επιδιώκεται δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης του (Α.Π. 1592/87 Ποιν.Χρον. ΛΗ σελ. 244), ή όταν η πράξη ή η παράλειψη αυτού δεν αποτελεί έκφραση του περιεχομένου της αυτονομίας της βουλήσεως και της ελευθερίας στις συναλλαγές, όπως αυτά θεμελιώνονται στα άρθρα 5 παρ. Ι και II του Συντάγματος και 361 Α.Κ. (Α.Π. 747/86 Π.ΧΡ. ΛΣΤ σελ. 735). Η απειλή, δηλ. η εξαγγελία ή και το δηλωτικό κάποιας συμπεριφοράς για την επέλευση κακού στην περιουσία αυτού προς τον οποίον κατευθύνεται, αν αυτός δεν ενεργήσει ή δεν απέχει από κάποια ενέργεια, ή δεν ανεχθεί κάτι, σύμφωνα με την διάθεση του απειλούντα, προϋποθέτει αδυναμία του απειλουμένου να αποφύγει τις απειλούμενες ζημίες, οι οποίες αποτρέπονται μόνο με τη συμμόρφωση του στις υποδείξεις του απειλούντος, καθ' όσον αν μπορεί με κάποιο τρόπο να εξουδετερώσει την απειλή και να απαλλαγεί απ' αυτήν, δεν νοείται εκβίαση. Η προαγγελία δε μιας παράλειψης συνιστά απειλή κατά την έννοια του άρθρου 385 Π.Κ., όταν υπάρχει νόμιμη υποχρέωση ενεργείας (Α.Π. 1145/2006 ΠΟΙΝ. ΛΟΓ. Έτους 2004 σελ. 1171, Α.Π. 477/2006 δημοσίευση στη NOMOS, Α. Π. 475/2005 (Ποιν. Δικ/νη έτους 2006 σελ. 837), Α.Π. 535/2002 Ποιν. Χρον. ΝΓ σελ. 29, Α.Π. 582/2001 Ποιν. Χρον. ΝΒ σελ. 129). Απειλή θεωρείται κατά την έννοια της ανωτέρω αναλυόμενης διατάξεως και η ψυχολογική βία που στρέφεται εναντίον οιουδήποτε εννόμου αγαθού του παθόντος, δηλαδή όχι μόνο κατά της ζωής αλλά και κατά της περιουσίας, της ελευθερίας, της τιμής ή της υπολήψεως αυτού, προαναγγέλουσα άμεση ή και στο προσεχές μέλλον επαγωγή κακού εξαρτώμενη από τη θέληση του απειλούντος (ΑΠ 419/90 Ποιν. Χρον Μ' σελ. 1122). Αν όμως ο φερόμενος ως δράστης προειδοποιεί απλώς το φερόμενο ως παθόντα ότι θα επιδιώξει δικαστικά την ικανοποίηση απαίτησης του, γίνεται φανερό ότι δεν διαπράττεται εκβίαση αφού η επιδίωξη ικανοποίησης της απαίτησης του, και μάλιστα δικαστικώς, δεν συνιστά παράνομο περιουσιακό όφελος, ούτε η ζημία που απειλείται στο φερόμενο ως εξαναγκαζόμενο είναι παράνομη (Α.Π. 730/1998 Ποιν. Χρον. 1999 σελ. 251). Παράνομο περιουσιακό όφελος υπάρχει, όταν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα δεν αποτελεί νόμιμη αξίωση του δράστη ή του άλλου που ωφελείται, κατά του παθόντος. Το έγκλημα αυτό είναι τελειωμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, σαν επακόλουθο της βίας ή της απειλής, που ασκήθηκε σε αυτόν, συνεπεία της οποίας εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Αν δε, η ασκηθείσα, για τον προαναφερόμενο σκοπό, βία ή απειλή βίας, δεν προκαλέσουν στον απειλούμενο φόβο και δεν επιφέρουν σε αυτόν περιουσιακή ζημία, το έγκλημα της εκβίασης δεν ολοκληρώνεται, αλλά η βία ή απειλή που ασκήθηκε συνιστούν απόπειρα εκβίασης, εφόσον περιέχουν τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του (ΑΠ 256/1996 Ποιν. Χρον. ΜΣΤ σελ. 1638, ΑΠ 234/1996 Ποιν. Χρον. ΜΣΤ σελ. 1107, ΑΠ 1632/1995 Ποιν. Χρον. ΜΣΤ σελ. 1032, ΑΠ 1575/1995 Ποιν. Χρον. ΜΣΤ σελ. 911). Κατά την διάταξη του άρθρου 42 παρ. Ι Π.Κ. όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται αν το κακούργημα ή το πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 Π.Κ.). Ως απόπειρα δεν χαρακτηρίζεται κάθε πράξη η οποία τείνει στην εκτέλεση του εγκλήματος, αλλά μόνο εκείνη που περιέχει "αρχή εκτελέσεως". Σαν τέτοια πρέπει να θεωρηθεί κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία αποτελεί τμήμα εν όλω ή εν μέρει της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και άγει αναμφισβήτητα κατ' ευθεία στην πραγμάτωση του, ή τελεί προς αυτή σε αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη, να θεωρείται τμήμα αυτής, προς την οποία αμέσως άγει κατά τρόπο άμεσο, εάν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιοδήποτε λόγο (Α.Π. 2187/2002 Ποιν. Χρον. ΝΓ σελ. 787, Α.Π. 144/2002 Πλογ 2002 σελ. 105, Α.Π. 1280/99 Ποιν. Χρον. Ν σελ. 631, Α.Π. 1105/98 Ποιν. Χρον. ΜΘ σελ. 601, Α.Π. 1368/98 Ποιν. Χρον. ΜΘ σελ. 731, Α.Π. 20/1995 Ποιν. Χρον. ΜΕ σελ. 307). Τέλος κατά το άρθρο 46 § 1 α Π.Κ. με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πρόκληση και η παραγωγή σε άλλον της απόφασης για την εκτέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε αυτός μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, πρέπει όμως ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε την απόφαση αυτή να αναφέρονται σαφώς στην καταδικαστική απόφαση στην οποία πρέπει να αναφέρεται και ο δόλος του ηθικού αυτουργού που συνίσταται στην συνείδηση ότι παράγει σε άλλον την απόφαση για να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της πράξης που προκαλεί στον ηθικό αυτουργό να εκτελέσει (Α.Π. 180/2007 δημοσίευση στη NOMOS, Α.Π. 159/2007 δημοσίευση στη NOMOS, Α.Π. 671/2006 δημοσίευση στη NOMOS, Α.Π. 560/2005 ΠΟΙΝ. ΛΟΓ 2005/515, Α.Π. 900/2004 ΠΟΙΝ. ΛΟΓ. Έτους 2004 σελ. 1171, Α.Π. 1469/2003 Ποιν. Χρον. ΝΓ σελ. 1073, Α.Π. 64/2003 Ποιν. Χρον. ΝΓ σελ. 1070). Στην κρινομένη περίπτωση από το αποδεικτικό υλικό που συγκέντρωσε η κυρία ανάκριση, η οποία διενεργήθηκε και περατώθηκε νομότυπα κατ' άρθρο 308 Κ.Π.Δ., με την λήψη απολογίας του κατηγορουμένου, από τις καταθέσεις του ίδιου του παθόντα - μηνυτή Ψ1, και των μαρτύρων Ζ1 και Ζ2, καθώς και από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, σε συνδυασμό με την απολογία, υπομνήματα και τους λόγους εφέσεως του εκκαλούντος -κατηγορουμένου, προκύπτουν τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη για την υπόθεση πραγματικά περιστατικά: Την 28-6-2003 ο Ψ1 προσήλθε στο Τμήμα Εκβιαστών της Ασφάλειας Αττικής και κατήγγειλε ότι την προηγουμένη ημέρα (27-6-03) και ώρα 22:30 λίγο πριν την επιβίβαση του στο Ι.Χ.Ε. αυτ/το του, που είχε σταθμεύσει σε πρατήριο υγρών καυσίμων, στην οδό ......, στην ......, απέναντι από τον χώρο εργασίας του, δέχτηκε επίθεση από τέσσερα άγνωστα άτομα, τα οποία αφού του έριξαν σπρέι στο πρόσωπο, το γρονθοκόπησαν και του προκάλεσαν σωματικές βλάβες. Επίσης του ανάφεραν κατά λέξη ότι " ...την επιταγή των 91.000.000 θα την πληρώσεις ...". Εννοούσαν δε λευκή επιταγή εκδόσεως του (του παθόντος) ποσού 91.723.000 δραχμών που τότε κατείχε ο εκκαλών - κατηγορούμενος Χ1. Την επιταγή αυτή δεν είχε εξοφλήσει ο παθών θεωρώντας ότι είναι πλαστή, καθόσον συμπληρώθηκε αντισυμβατικά (κατά την άποψή του, εκκρεμούσης της υπόθεσης τόσο στα αστικά όσο και στα ποινικά δικαστήρια. Την ίδια σχεδόν ώρα που έγινε η εναντίον του επίθεση άγνωστος άνδρας τηλεφώνησε στη σύζυγο του Γ1 και της είπε κατά λέξη "να δεις τον άνδρα σου πως τον καταντήσαμε, σειρά έχεις εσύ και η κόρη σου" (Βλέπ. σχετικώς την από 28-6-2003 ένορκη κατάθεση Ψ1). Μία μέρα αργότερα (δηλαδή την 28-6-2003) ο παθών δέχτηκε τηλεφώνημα από άγνωστο άνδρα ο οποίος απαίτησε απ' αυτόν την καταβολή του ανωτέρω ποσού απειλώντας την σωματική του ακεραιότητα. Συγκεκριμένα του είπε κατά λέξη ότι "... φέρε μας τα χρήματα, γιατί το σημερινό ήταν ένα χαΐδεμα, την επομένη φορά θα σε κτυπήσουμε πολύ άσχημα ..." (Βλέπ. σχετικώς την από 3-7-2003 ένορκη κατάθεση Ψ1). Ακολούθησαν κι άλλα τηλεφωνήματα μέχρι που ορίστηκε (μεταξύ φυσικών αυτουργών και μηνυτή) συνάντηση για την καταβολή μέρους του αιτούμενου ποσού, την 16:00 ώρα της 3-7-2003 στην περιοχή του ... Αττικής. Προσημειώθηκαν χαρτονομίσματα και οργανώθηκε αστυνομική επιχείρηση για την επ' αυτοφώρω σύλληψη των δραστών. Ακολουθώντας τις εντολές του δράστη ο μηνυτής Ψ1 μετέβη με ταξί στην περιοχή του ..... και μέσω του χώρου της Πανεπιστημιούπολης κατέληξε έξω από το νεκροταφείο της ίδιας περιοχής αναμένοντας, χωρίς όμως να προσέλθει κανείς για την παραλαβή των χρημάτων. Σημειωτέον δε ότι, όλα τα παραπάνω (προσημείωση χαρτονομισμάτων κλπ) έγιναν υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του τμήματος δίωξης εκβιαστών της Ασφάλειας Αττικής (Βλέπ. σχετικώς τις από 4-7-2003 και 4-9-2003 ένορκες καταθέσεις του αστυνομικού Ζ2). Την επομένη (5-7-2003) ο παραπάνω Ψ1 δέχτηκε νεότερο τηλεφώνημα από τον ίδιο δράστη με απειλητικό περιεχόμενο. Συγκεκριμένα ο δράστης του είπε κατά λέξη ".... ρε μουνί, πήγες στους μπάτσους, ξέχνα τα λεφτά και θα δεις τι θα πάθεις". Έκτοτε δεν ενοχλήθηκε ξανά (Βλέπ. σχετικώς την από 26-7-2003 ένορκη κατάθεση Ψ1). Σημειωτέον ότι, ο παθών Ψ1 σε όλες του τις ένορκες καταθέσεις, θεωρεί ότι, "πίσω από τις πράξεις" που καταγγέλλει βρίσκεται ο ήδη εκκαλών κατηγορούμενος Χ1, με τον οποίο έχει οικονομικές διαφορές, τον οποίο (κατηγορούμενο) ρητώς κατονομάζει ως ηθικό αυτουργό των αγνώστων μέχρι τώρα φυσικών αυτουργών Βλέπ. τις από 28-6-2003, 3-7-2003, 4-7-2003, 26-7-2003 και 7-3-2005 ένορκες καταθέσεις Ψ1). Εκτιμώντας τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κυρία ανάκριση το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών δέχθηκε με το προσβαλλόμενο με αριθμό 1401/2006 Βούλευμα του (για όσους λόγους αναφέρονται σ' αυτό) ότι, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής κατά του εκκαλούντος κατηγορουμένου και παρέπεμψε αυτόν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι: Στην .... Αττικής, στις 27-6-2003 και περί ώρα 22.30' , με πρόθεση, προκάλεσε σε τέσσερις (4) άγνωστος (ακόμη) δράστες, με φορτικότητα, πειθώ, παραινέσεις και προτροπές, έναντι οικονομικού ανταλλάγματος, την απόφαση να εκτελέσουν από κοινού και με πρόθεση, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του κακουργήματος της απόπειρας εκβίασης σε βάρος του παθόντος, Ψ1, με εξαναγκασμό του, με βία και απειλή, σε πράξη από την οποία να επέρχεται περιουσιακή του ζημία, που όμως, από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της βουλήσεως των τεσσάρων (4) αγνώστων αυτών δραστών, δεν ολοκληρώθηκε, αφού δεν επήλθε περιουσιακή ζημία του παθόντος, που δεν υπέκυψε. Πιο συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο εξερχόμενος ο παθών της επί της οδού Λεωφόρου ..... επιχειρήσεως δομικών έργων Ε1, όπου εργάζονταν, ως πολιτικός μηχανικός, δέχθηκε την επίθεση των παραπάνω τεσσάρων (4) αγνώστων δραστών, που από κοινού και με κοινό δόλο, με σκοπό να του προσπορίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, επιτέθηκαν στον παθόντα, για να τον εξαναγκάσουν, με βία και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος η ζωής, σε πράξη από την οποία να επέρχεται περιουσιακή του ζημία, τον ακινητοποίησαν, με χρήση αναισθητικού σπρέι, τον γρονθοκόπησαν και τον απείλησαν, λέγοντας του επί λέξει "την επιταγή των 91.000.000 θα την πληρώσεις" εννοούσαν δε λευκή επιταγή εκδόσεως του παθόντος ποσού 91.723.000 δραχμών που τότε κατείχε, δεν ολοκλήρωσαν όμως τον εγκληματικό τους σκοπό από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της βουλήσεως τους, διότι δεν επήλθε περιουσιακή ζημία του παθόντος, που δεν εξαναγκάστηκε στη ζητούμενη συμπεριφορά, ήτοι στην καταβολή των χρημάτων, με την οποία θα επερχόταν ζημία στην περιουσία του και θα επιτυγχανόταν αντίστοιχα η σκοπούμενη από αυτόν περιουσιακή του ωφέλεια, αλλά ειδοποίησε την αστυνομία (βλέπ. σχετικώς το με αριθμό 1401/2006 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών). Με την κρινομένη έφεση του ο εκκαλών - κατηγορούμενος Χ1υποστηρίζει ότι, δεν εκτιμήθηκαν ορθώς από το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης με αποτέλεσμα να παραπεμφθεί αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών, για πράξη που δεν τέλεσε. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος υποστηρίζει (αντιγραφή κατά λέξη από του ισχυρισμούς του) ότι: "... (1)Ο Ψ1, με όρους τεχνοκρατικούς, κατασκευάζει τον εαυτό του ως "θύμα", όλων των αληθών θυμάτων του, των οποίων λεηλάτησε τις οικονομίες. Και σε ένα βαθμό κατορθώνει να εξαπατά τα Δικαστήρια. Είναι μάλιστα τέτοια η ικανότητα του στην κατασκευή συνθηκών "θυματοποίησής" του, ώστε πέτυχε να αντιστρέψει το αυτονόητο και μάλιστα να διαφύγει αυτό της προσοχής όλων.....Συμπέρασμα: Είτε πρόκειται για σκηνοθετημένη "επίθεση" εναντίον του, ώστε να με εμπλέξει και να με τρομοκρατήσει αναφορικά με την υπόλοιπη αντιδικία μας (γίνεται αντιληπτό πόσο "αξιόπιστος" καθίσταται ένας εκβιαστής), είτε το επεισόδιο αφορά σε άλλο θέμα και το χρησιμοποιεί εναντίον μου. Ένα μόνον δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν: Να σχετίζεται με το πρόσωπο μου και μάλιστα για την επίδικη επιταγή των 91.000.000 δρχ., η οποία όμως δεν σχετίζεται με εμέ. (Βλέπ. 6η σελίδα λόγων εφέσεως), (2) Ενώ ευρισκόμεθα σε σκληρή αντιδικία σε σχέση με τις επιταγές ύψους 47.893.000 δρχ., την εξόφληση των οποίων πράγματι διεκδικώ, δεν ισχυρίστηκε ο μηνυτής ότι έγινε οποιαδήποτε αναφορά σ' αυτές, εκ μέρους των εκβιαστών (Βλέπ. 4η σελίδα λόγων εφέσεως), (3) Ισχυρίζεται ο μηνυτής ότι, τον κακοποίησαν τρεις σωματώδεις άνδρες. Ότι συγκεκριμένα του κατέφεραν γροθιές στο πρόσωπο , στο κεφάλι και στο στήθος (ορ. από 28-6-2003 κατάθεση του). Στην ιατροδικαστική έκθεση αναφέρεται όμως ότι δεν φέρει εμφανείς κακώσεις. Και περιέργως δεν προσκόμισε ούτε την ακτινογραφία (Βλέπ. 4η σελίδα λόγων εφέσεως ),(4) Ο αυτόπτης μάρτυρας του Ζ1, ιδιοκτήτης του βενζινάδικου, ο οποίος είδε το επεισόδιο από απόσταση 30 μέτρων, κατέθεσε ότι είδε τέσσερα άτομα να φωνάζουν, εκ των οποίων το ένα ήταν ο μηνυτής. Και ότι "... δεν είδα να χτυπάνε το Ψ1...". Από το συνδυασμό λοιπόν της ιατροδικαστικής έκθεσης με την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα, προκύπτει ότι δεν χτυπήθηκε ο μηνυτής (Βλέπ. 4η σελίδα λόγων εφέσεως),.... " (Βλέπ. σχετικώς λόγους εφέσεως). Από την εκτίμηση των λόγων εφέσεως σε συνδυασμό και με τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας που αναφέρθηκαν παραπάνω, με βεβαιότητα συνάγεται -κατά την κρίση μου, όπως αυτή διαμορφώνεται κατ' άρθρο 177 Κ.Π.Δ. - ότι:(α)το ότι έλαβε πράγματι χώρα συμβάν - επεισόδιο κατά το οποίο ο μηνυτής ήταν "κλαμένος και αναστατωμένος" προκύπτει με βεβαιότητα από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ζ1, σύμφωνα με την οποία (αντιγραφή κατά λέξη) "....ενώ έβαζα βενζίνη σε διερχόμενα αυτοκίνητα, άκουσα φωνές από τη γωνία του μαγαζιού, σε απόσταση γύρω στα τριάντα μέτρα από το σημείο που βρισκόμουν. Γύρισα προς το μέρος που άκουγα τις φωνές και είδα το αυτοκίνητο του Ψ1, που ήταν σταθμευμένο στην άκρη του μαγαζιού, πάνω στο πεζοδρόμιο.....να είναι με την πόρτα του οδηγού ανοικτή και δίπλα από αυτό τέσσερα άτομα να φωνάζουν..... Φώναξα προς το μέρος τους και αμέσως τότε τα τρία άτομα έφυγαν τρέχοντας προς την αντίθετη κατεύθυνση, ενώ το τέταρτο άτομο που τελικά ήταν ο Ψ1 παρέμεινε. Όταν τον πλησίασα αυτός ήταν κλαμένος και αναστατωμένος....." (Βλέπ. σχετικώς την από 1- 7-2003 ένορκη κατάθεση Ζ1).Σημειωτέον δε ότι, δεν αμφισβητείται από οποιοδήποτε στοιχείο της δικογραφίας (πλην από τον κατηγορούμενο) η αλήθεια της καταθέσεως του παραπάνω αυτόπτη μάρτυρα Ζ1 (β)το γεγονός ότι ο μηνυτής δεν φέρει "εμφανείς κακώσεις σώματος" (Βλέπ. σχετικώς την με αριθμό ..... ιατροδικαστική έκθεση) δεν σημαίνει ότι, η επίθεση εναντίον του είναι "σκηνοθετημένη" από τον ίδιο, όπως υποστηρίζει ο εκκαλών - κατηγορούμενος. Και αυτό γιατί, λόγω της ξαφνικής εμφάνισης του μάρτυρα Ζ1 και των φωνών που έβαλε αυτός, είναι ευνόητο ότι, οι φυσικοί αυτουργοί - δράστες (οι οποίοι τράπηκαν τρέχοντας σε φυγή) δεν πρόφθασαν να του προκαλέσουν εμφανείς σωματικές κακώσεις, πλην όμως πρόφθασαν να του προκαλέσουν τρόμο και ανησυχία. Πλέον τούτου, είναι (νομικώς) αδιάφορο εάν προκλήθηκαν ή όχι σωματικές βλάβες ή κακώσεις στον παθόντα, αφού για την θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εκβίασης, δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη σωματικών βλαβών, αλλά αρκεί και η ύπαρξη απειλής, κατά την έννοια του άρθρου 333 Π.Κ., η οποία (απειλή) είναι πλέον ή βέβαιο ότι, προκλήθηκε στην κρινομένη περίπτωση, τόσο με λόγια, όσο και με έργα, (γ) της επιθέσεως ακολούθησαν και άλλες ενέργειες από πλευράς των αγνώστων δραστών, όπως π.χ. το απειλητικό τηλεφώνημα στη σύζυγο του μηνυτή κατά την 27-6-2003, (δ) βέβαιον είναι ότι, ο μηνυτής οφείλει διάφορα χρηματικά ποσά (όπως αυτά αναφέρονται και προσδιορίζονται στην δικογραφία) στον κατηγορούμενο, ο οποίος (κατηγορούμενος ) επιδιώκει την είσπραξη αυτών. Το γεγονός ότι, ο μηνυτής δεν έχει διαφορές (όπως προκύπτει από την δικογραφία) με άλλα άτομα, ενδυναμώνει τις ενδείξεις ενοχής κατά του κατηγορουμένου και καθιστά βέβαιον ότι, αυτός είναι ο ηθικός αυτουργός, εν όψει και των λοιπών επιμέρους περιστατικών που αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά παραπάνω (π.χ. οι φυσικοί αυτουργοί είπαν στον παθόντα μηνυτή κατά λέξη ότι "την επιταγή των 91.000.000 θα την πληρώσεις"), (ε) το γεγονός ότι, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ο ακριβής τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο εκκαλών κατηγορούμενος προκάλεσε στους άγνωστους δράστες την απόφαση να απειλήσουν τον παθόντα -μηνυτή και να προκαλέσουν σ' αυτόν τις αναφερόμενες στην με αριθμό ...... ιατροδικαστική έκθεση σωματικές βλάβες, ουδόλως μειώνει την αξιοπιστία του. Και αυτό γιατί, τα αναφερόμενα στις από 28-6-2003, 3-7-2003, 4-7-2003, 26-7-2003 και 7-3-2005 ένορκες καταθέσεις του, ουδόλως έρχονται σε αντίθεση με κάποια άλλα στοιχεία της δικογραφίας, στ)το γεγονός ότι, ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία που του αποδίδεται και θεωρεί "σκηνοθετημένα" τα όσα καταγγέλλει (ενόρκως) ο μηνυτής, ουδόλως μπορεί να δημιουργήσει αμφιβολίες κατά της αξιοπιστίας του μηνυτή. Την άποψη αυτή ενισχύει και το (λογικό) γεγονός ότι, ο μηνυτής ουδέν ωφελείται (τουλάχιστον νομικώς), με το να "σκηνοθετήσει" μια απόπειρα εκβίασης. Κατά τα λοιπά δε νομικά και πραγματικά περιστατικά της κρινομένης υποθέσεως αναφερόμαστε εξ ολοκλήρου στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του με αριθμό 1401/2006 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, καθόσον η οποιαδήποτε παραπομπή σ' αυτά, θα κατέληγε αναπόφευκτα σε άσκοπη και ανεπίτρεπτη επανάληψη της αιτιολογίας του εκκαλουμένου Βουλεύματος. Λόγω δε της αρνήσεως της κατηγορίας από τον κατηγορούμενο και της αμφισβητήσεως υπάρξεως επαρκών ενδείξεων ενοχής σε βάρος του, κρίνεται αναγκαίο, για τη νομική πληρότητα της συγκεκριμένης υποθέσεως να σημειωθεί ότι: Όσον αφορά την εκτίμηση περί υπάρξεως ή μη επαρκών ενδείξεων ενοχής, από τις διατάξεις των αρ. 309 παρ. 1α', 310 παρ. 1α', 313 και 318 ΚΠΔ προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο (πλημμελειοδικών ή εφετών) αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και όταν δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις ή αυτές που υπάρχουν δεν είναι σοβαρές για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Οι ενδείξεις θεωρούνται σοβαρές όταν πιθανολογούν την ενοχή του κατηγορουμένου ή όταν από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε προκύπτει με βεβαιότητα ότι, το δικαστήριο θα πρέπει να επιληφθεί και να υποβάλει στη δοκιμασία της επ' ακροατηρίου διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζονται οι ενδείξεις. Αντιθέτως οι ενδείξεις δεν θεωρούνται σοβαρές όταν, αυτές καθαυτές κρινόμενες, δεν πιθανολογούν σοβαρά την ενοχή του κατηγορουμένου και κλονίζονται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία που είναι επαρκή για να οδηγήσουν το δικαστήριο στην απαλλαγή του. Για να κρίνει το συμβούλιο αν υπάρχουν ή όχι επαρκείς ενδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου ή για την απαλλαγή του, θα συνεκτιμήσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν, αξιολογώντας και σταθμίζοντας τόσο τα στοιχεία που ενισχύουν τις άνω ενδείξεις, όσο και εκείνα που τις αποδυναμώνουν. Σημειώνεται ότι οι ενδείξεις για τις οποίες γίνεται λόγος στις παραπάνω διατάξεις των αρ. 310 παρ. 1α' και 313 ΚΠΔ ανάγονται στην κρίση σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου για ορισμένο έγκλημα και διαφέρουν από τις "ενδείξεις" που αναφέρονται στο αρ. 179 ΚΠΔ, ως ένα από τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα, οι οποίες αποτελούν κατηγορία των αποδεικτικών μέσων από τις οποίες μπορεί να συναχθεί, με βάση τους κανόνες της λογικής, η ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος. Επομένως η κρίση του δικαστικού συμβουλίου για την ύπαρξη σοβαρών ή επαρκών ενδείξεων (υπονοιών) ενοχής του κατηγορουμένου μπορεί να στηρίζεται και στις "ενδείξεις" (αποδεικτικό μέσο) τις οποίες λαμβάνει υπόψη και αξιολογεί το συμβούλιο μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Το συμβούλιο, εξάλλου, οφείλει να λάβει υπόψη και να αξιολογήσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκομίσθηκαν και υπερβαίνει γι' αυτό (αρνητικά) την εξουσία που του παρέχουν τα αρ. 309, 310 και 313 ΚΠΔ, αν περιορισθεί στον έλεγχο και την αξιολόγηση μόνο των στοιχείων που ενισχύουν τις ενδείξεις ή μόνον εκείνων που τις αποδυναμώνουν (Βλέπ. Ολομ. Α.Π. 9/2001 Ποιν. Χρον. ΝΑ σελ. 788 επόμ και Α.Π. 290/2002 Ποιν. Χρον. ΝΒ σελ. 922). Απ' όλα τα παραπάνω νομικά και πραγματικά περιστατικά σαφέστατα συνάγεται ότι, τα καταγγελλόμενα από τον μηνυτή πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν τόσο την αντικειμενική, όσο και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εκβίασης κατά συρροή, είναι αληθή και ότι, αυτός που προκάλεσε την απόφαση στους άγνωστους δράστες να τελέσουν τα πραγματικά περιστατικά που αναλυτικώς αναφέρονται παραπάνω είναι ο εκκαλών κατηγορούμενος. Κατά συνέπεια, οι υπάρχουσες ενδείξεις κατά του ως άνω κατηγορουμένου είναι επαρκείς (εγγίζουν σχεδόν τα όρια της πλήρους βεβαιότητας, για το ότι τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται) και επιβάλουν την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου το δικαστήριο να υποβάλει στη δοκιμασία της επ' ακροατηρίου διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζονται οι ενδείξεις. Η πράξη αυτή του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, όπως αυτή περιγράφηκε παραπάνω θεμελιώνει τόσο την αντικειμενική, όσο και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εκβίασης κατά συρροή, πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 1, 14, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 42 §1, 46 §1α , 94, 385 παρ. 1 σε συνδ. με 380 §1 Π.Κ., όπως το άρθρο 385 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 Ν. 495/1976 και τροπ. με αρθ. 1 παρ. 10 Ν. 2408/96. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το προσβαλλόμενο με αριθμό 1401/2006 βούλευμα του, αποφάνθηκε με τις ίδιες παραδοχές την παραπομπή του εκκαλούντος - κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, διότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής εναντίον του, δεν έσφαλε αλλά προέβη σε σωστή ερμηνεία του νόμου και ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν. Επομένως η με αριθμό 156/4-4-2007 έφεση του κατηγορουμένου Χ1 , κατά του με αριθμό 1401/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία και κατ' εφαρμογή του άρθρου 319 § 3 ΚΠΔ πρέπει να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (άρθρο 93 παρ. 3 Συντ. και 139 Κ.Π.Δ.), αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, όλα, χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, που προσδιορίζονται κατ' είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά (ορθώς) στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ. 1, 42 παρ.1, 46 παρ.1α, 94, 385 παρ. 1 - 380 παρ. 1 ΠΚ ως ισχύουν, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Συνεπώς οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά μέσα, αβασίμως προβάλλονται, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά εκτίθενται και αναπτύσσονται αναλυτικά και εμπεριστατωμένα, τα δε αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά αναφέρονται κατ' είδος αναλυτικά (βλ. φύλλα 3 έως και 6 βουλεύματος). Κατ' ακολουθία τούτων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Τέλος, το από 3/12/2007 αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας πρέπει να απορριφθεί, διότι έχει αναπτύξει επαρκώς την αίτησή του για αναίρεση του εν λόγω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και με πληρότητα τους ισχυρισμούς του επί των λόγων αναίρεσης που επικαλείται.
Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω : (Α) Να απορριφθεί το περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης του αναιρεσείοντος αίτημά του, (Β) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 292/3-12-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ' αριθμ. 2182/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και (Γ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 28 Φεβρουαρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης".
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 309 παρ.2 ΚΠοινΔ που εφαρμόζεται και στον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 485 του ίδιου Κώδικα, το δικαστικό συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, διατάσσει υποχρεωτικά την ενώπιον αυτού εμφάνιση του αιτούντος για να παράσχει κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Στην προκείμενη περίπτωση, το αίτημα του αναιρεσείοντος διατυπούμενο κατά λέξη στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως " αιτείται δε συγχρόνως την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου " παρεκτός της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρει τους λόγους για τους οποίους ζητεί την ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου εμφάνισή του σε περίπτωση δε που ήθελε υποτεθεί ότι ζητεί αυτή προκειμένου να παράσχει διευκρινήσεις για ζητήματα που αφορούν την κατηγορία, προεχόντως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί με το δικόγραφο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων διεξοδικά προβάλλει και αναλύει τους λόγους αναιρέσεως του βουλεύματος, ώστε να παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο για περαιτέρω διευκρίνιση αυτών.
Κατά το άρθρο 385 παρ. 1 περ. α' ΠΚ, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, τιμωρείται κατά τις αναφερόμενες σ' αυτό διακρίσεις. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εκβιάσεως απαιτείται: α) Εξαναγκασμός με βία ή απειλή, ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της λαμβανόμενης αποφάσεως, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου και β) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Αν ο απειλούμενος δεν υπέκυψε στην απειλή, δεν προέβη δηλαδή στην, ενέχουσα για τον ίδιο ή άλλον επιζήμια περιουσιακή διάθεση, επιζητούμενη (εκβιαζόμενη) συμπεριφορά, το έγκλημα της εκβιάσεως δεν πραγματώνεται πλήρως, αλλά, σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 1 ΠΚ, υπάρχει απόπειρα τελέσεως αυτού. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 στοιχ. α' του Π.Κ. προκύπτει ότι η πρόκληση και παραγωγή σε άλλον της αποφάσεως για την εκτέλεση της άδικης πράξεως που εκείνος διέπραξε, μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, πρέπει όμως ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε την απόφαση, να αναφέρονται σαφώς και με πληρότητα, καθώς επίσης και ο δόλος του ηθικού αυτουργού, που συνίσταται στη συνείδηση ότι παράγει της άδικης πράξεως. 'Ετσι η πρόκληση και παραγωγή στον άλλον της αποφάσεως για εκτέλεση της άδικης πράξεως, μπορεί να γίνει από τον ηθικό αυτουργό με πειθώ, φορτικότητα, παραινέσεις και ανταλλάγματα, διαβλέποντας αυτός τη ροπή του γρήγορου και εύκολου πλουτισμού του φυσικού αυτουργού. Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό του προσβαλλόμενου υπ' αριθμ. 2182/2007 βουλεύματός του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σε αυτό εισαγγελική πρόταση δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικών καταθέσεων, εγγράφων και απολογία κατηγορουμένου) τα εξής κατά πιστή μεταφορά ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Την 28-6-2003 ο Ψ1 προσήλθε στο Τμήμα Εκβιαστών της Ασφάλειας Αττικής και κατήγγειλε ότι την προηγουμένη ημέρα (27-6-03) και ώρα 22:30 λίγο πριν την επιβίβαση του στο Ι.Χ.Ε. αυτ/το του, που είχε σταθμεύσει σε πρατήριο υγρών καυσίμων, στην οδό ......, στην ....., απέναντι από τον χώρο εργασίας του, δέχτηκε επίθεση από τέσσερα άγνωστα άτομα, τα οποία αφού του έριξαν σπρέι στο πρόσωπο, το γρονθοκόπησαν και του προκάλεσαν σωματικές βλάβες. Επίσης του ανάφεραν κατά λέξη ότι " ...την επιταγή των 91.000.000 θα την πληρώσεις ...". Εννοούσαν δε λευκή επιταγή εκδόσεως του (του παθόντος) ποσού 91.723.000 δραχμών που τότε κατείχε ο εκκαλών - κατηγορούμενος Χ1. Την επιταγή αυτή δεν είχε εξοφλήσει ο παθών θεωρώντας ότι είναι πλαστή, καθόσον συμπληρώθηκε αντισυμβατικά (κατά την άποψη του, εκκρεμούσης της υπόθεσης τόσο στα αστικά όσο και στα ποινικά δικαστήρια. Την ίδια σχεδόν ώρα που έγινε η εναντίον του επίθεση άγνωστος άνδρας τηλεφώνησε στη σύζυγο του Γ1 και της είπε κατά λέξη "να δεις τον άνδρα σου πως τον καταντήσαμε, σειρά έχεις εσύ και η κόρη σου" (Βλέπ. σχετικώς την από 28-6-2003 ένορκη κατάθεση Ψ1). Μία μέρα αργότερα (δηλαδή την 28-6-2003) ο παθών δέχτηκε τηλεφώνημα από άγνωστο άνδρα ο οποίος απαίτησε απ' αυτόν την καταβολή του ανωτέρω ποσού απειλώντας την σωματική του ακεραιότητα. Συγκεκριμένα του είπε κατά λέξη ότι "... φέρε μας τα χρήματα, γιατί το σημερινό ήταν ένα χαΐδεμα, την επομένη φορά θα σε κτυπήσουμε πολύ άσχημα ..." (Βλέπ. σχετικώς την από 3-7-2003 ένορκη κατάθεση Ψ1). Ακολούθησαν κι άλλα τηλεφωνήματα μέχρι που ορίστηκε (μεταξύ φυσικών αυτουργών και μηνυτή) συνάντηση για την καταβολή μέρους του αιτούμενου ποσού, την 16:00 ώρα της 3-7-2003 στην περιοχή του .... Αττικής. Προσημειώθηκαν χαρτονομίσματα και οργανώθηκε αστυνομική επιχείρηση για την επ' αυτοφώρω σύλληψη των δραστών. Ακολουθώντας τις εντολές του δράστη ο μηνυτής Ψ1 μετέβη με ταξί στην περιοχή του ..... και μέσω του χώρου της Πανεπιστημιούπολης κατέληξε έξω από το νεκροταφείο της ίδιας περιοχής αναμένοντας, χωρίς όμως να προσέλθει κανείς για την παραλαβή των χρημάτων. Σημειωτέον δε ότι, όλα τα παραπάνω (προσημείωση χαρτονομισμάτων κλπ) έγιναν υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του τμήματος δίωξης εκβιαστών της Ασφάλειας Αττικής (Βλέπ. σχετικώς τις από 4-7-2003 και 4-9-2003 ένορκες καταθέσεις του αστυνομικού Ζ2). Την επομένη (5-7-2003) ο παραπάνω Ψ1 δέχτηκε νεότερο τηλεφώνημα από τον ίδιο δράστη με απειλητικό περιεχόμενο. Συγκεκριμένα ο δράστης του είπε κατά λέξη ".... ρε μουνί, πήγες στους μπάτσους, ξέχνα τα λεφτά και θα δεις τι θα πάθεις". Έκτοτε δεν ενοχλήθηκε ξανά (Βλέπ. σχετικώς την από 26-7-2003 ένορκη κατάθεση Ψ1). Σημειωτέον ότι, ο παθών Ψ1 σε όλες του τις ένορκες καταθέσεις, θεωρεί ότι, "πίσω από τις πράξεις" που καταγγέλλει βρίσκεται ο ήδη εκκαλών κατηγορούμενος Χ1, με τον οποίο έχει οικονομικές διαφορές, τον οποίο (κατηγορούμενο) ρητώς κατονομάζει ως ηθικό αυτουργό των αγνώστων μέχρι τώρα φυσικών αυτουργών Βλέπ. τις από 28-6-2003, 3-7-2003, 4-7-2003, 26-7-2003 και 7-3-2005 ένορκες καταθέσεις Ψ1).
Εκτιμώντας τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κυρία ανάκριση το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών δέχθηκε με το προσβαλλόμενο με αριθμό 1401/2006 Βούλευμα του (για όσους λόγους αναφέρονται σ' αυτό) ότι, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής κατά του εκκαλούντος κατηγορουμένου και παρέπεμψε αυτόν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι: Στην .... Αττικής, στις 27-6-2003 και περί ώρα 22.30" , με πρόθεση, προκάλεσε σε τέσσερις (4) άγνωστος (ακόμη) δράστες, με φορτικότητα, πειθώ, παραινέσεις και προτροπές, έναντι οικονομικού ανταλλάγματος, την απόφαση να εκτελέσουν από κοινού και με πρόθεση, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του κακουργήματος της απόπειρας εκβίασης σε βάρος του παθόντος, Ψ1, με εξαναγκασμό του, με βία και απειλή, σε πράξη από την οποία να επέρχεται περιουσιακή του ζημία, που όμως, από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της βουλήσεως των τεσσάρων (4) αγνώστων αυτών δραστών, δεν ολοκληρώθηκε, αφού δεν επήλθε περιουσιακή ζημία του παθόντος, που δεν υπέκυψε. Πιο συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο εξερχόμενος ο παθών της επί της οδού Λεωφόρου....... επιχειρήσεως δομικών έργων Ε1, όπου εργάζονταν, ως πολιτικός μηχανικός, δέχθηκε την επίθεση των παραπάνω τεσσάρων (4) αγνώστων δραστών, που από κοινού και με κοινό δόλο, με σκοπό να του προσπορίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, επιτέθηκαν στον παθόντα, για να τον εξαναγκάσουν, με βία και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος η ζωής, σε πράξη από την οποία να επέρχεται περιουσιακή του ζημία, τον ακινητοποίησαν, με χρήση αναισθητικού σπρέι, τον γρονθοκόπησαν και τον απείλησαν, λέγοντας του επί λέξει "την επιταγή των 91.000.000 θα την πληρώσεις" εννοούσαν δε λευκή επιταγή εκδόσεως του παθόντος ποσού 91.723.000 δραχμών που τότε κατείχε, δεν ολοκλήρωσαν όμως τον εγκληματικό τους σκοπό από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της βουλήσεως τους, διότι δεν επήλθε περιουσιακή ζημία του παθόντος, που δεν εξαναγκάστηκε στη ζητούμενη συμπεριφορά, ήτοι στην καταβολή των χρημάτων, με την οποία θα επερχόταν ζημία στην περιουσία του και θα επιτυγχανόταν αντίστοιχα η σκοπούμενη από αυτόν περιουσιακή του ωφέλεια, αλλά ειδοποίησε την αστυνομία (βλέπ. σχετικώς το με αριθμό 1401/2006 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών). Με την κρινομένη έφεσή του ο εκκαλων - κατηγορούμενος Χ1 υποστηρίζει ότι, δεν εκτιμήθηκαν ορθώς από το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης με αποτέλεσμα να παραπεμφθεί αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών, για πράξη που δεν τέλεσε. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος υποστηρίζει (αντιγραφή κατά λέξη από του ισχυρισμούς του) ότι: "... (1)Ο Ψ1, με όρους τεχνοκρατικούς, κατασκευάζει τον εαυτό του ως "θύμα", όλων των αληθών θυμάτων του, των οποίων λεηλάτησε τις οικονομίες. Και σε ένα βαθμό κατορθώνει να εξαπατά τα Δικαστήρια. Είναι μάλιστα τέτοια η ικανότητα του στην κατασκευή συνθηκών "θυματοποίησής" του, ώστε πέτυχε να αντιστρέψει το αυτονόητο και μάλιστα να διαφύγει αυτό της προσοχής όλων. Συμπέρασμα: Είτε πρόκειται για σκηνοθετημένη "επίθεση" εναντίον του, ώστε να με εμπλέξει και να με τρομοκρατήσει αναφορικά με την υπόλοιπη αντιδικία μας (γίνεται αντιληπτό πόσο "αξιόπιστος" καθίσταται ένας εκβιαστής), είτε το επεισόδιο αφορά σε άλλο θέμα και το χρησιμοποιεί εναντίον μου. Ένα μόνον δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν: Να σχετίζεται με το πρόσωπο μου και μάλιστα για την επίδικη επιταγή των 91.000.000 δρχ., η οποία όμως δεν σχετίζεται με εμέ. (Βλέπ. 6η σελίδα λόγων εφέσεως), (2) Ενώ ευρισκόμεθα σε σκληρή αντιδικία σε σχέση με τις επιταγές ύψους 47.893.000 δρχ., την εξόφληση των οποίων πράγματι διεκδικώ, δεν ισχυρίστηκε ο μηνυτής ότι έγινε οποιαδήποτε αναφορά σ' αυτές, εκ μέρους των εκβιαστών (Βλέπ. 4η σελίδα λόγων εφέσεως), (3) Ισχυρίζεται ο μηνυτής ότι, τον κακοποίησαν τρεις σωματώδεις άνδρες. Ότι συγκεκριμένα του κατέφεραν γροθιές στο πρόσωπο, στο κεφάλι και στο στήθος (ορ. από 28-6-2003 κατάθεση του). Στην ιατροδικαστική έκθεση αναφέρεται όμως ότι δεν φέρει εμφανείς κακώσεις. Και περιέργως δεν προσκόμισε ούτε την ακτινογραφία (Βλέπ. 4η σελίδα λόγων εφέσεως ),(4) Ο αυτόπτης μάρτυρας του Ζ1. ιδιοκτήτης του βενζινάδικου, ο οποίος είδε το επεισόδιο από απόσταση 30 μέτρων, κατέθεσε ότι είδε τέσσερα άτομα να φωνάζουν, εκ των οποίων το ένα ήταν ο μηνυτής. Και ότι "... δεν είδα να χτυπάνε το Ψ1...". Από το συνδυασμό λοιπόν της ιατροδικαστικής έκθεσης με την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα, προκύπτει ότι δεν χτυπήθηκε ο μηνυτής (Βλέπ. 4η σελίδα λόγων εφέσεως),.... " (Βλέπ. σχετικώς λόγους εφέσεως).
Από την εκτίμηση των λόγων εφέσεως σε συνδυασμό και με τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας που αναφέρθηκαν παραπάνω, με βεβαιότητα συνάγεται -κατά την κρίση μου, όπως αυτή διαμορφώνεται κατ' άρθρο 177 Κ.Π.Δ. - ότι:(α)το ότι έλαβε πράγματι χώρα συμβάν - επεισόδιο κατά το οποίο ο μηνυτής ήταν "κλαμένος και αναστατωμένος" προκύπτει με βεβαιότητα από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ζ1, σύμφωνα με την οποία (αντιγραφή κατά λέξη) "....ενώ έβαζα βενζίνη σε διερχόμενα αυτοκίνητα, άκουσα φωνές από τη γωνία του μαγαζιού, σε απόσταση γύρω στα τριάντα μέτρα από το σημείο που βρισκόμουν. Γύρισα προς το μέρος που άκουγα τις φωνές και είδα το αυτοκίνητο του Ψ1, που ήταν σταθμευμένο στην άκρη του μαγαζιού, πάνω στο πεζοδρόμιο
να είναι με την πόρτα του οδηγού ανοικτή και δίπλα από αυτό τέσσερα άτομα να φωνάζουν
. Φώναξα προς το μέρος τους και αμέσως τότε τα τρία άτομα έφυγαν τρέχοντας προς την αντίθετη κατεύθυνση, ενώ το τέταρτο άτομο που τελικά ήταν ο Ψ1 παρέμεινε. Όταν τον πλησίασα αυτός ήταν κλαμένος και αναστατωμένος" (Βλέπ. σχετικώς την από 1- 7-2003 ένορκη κατάθεση Ζ1). Σημειωτέον δε ότι, δεν αμφισβητείται από οποιοδήποτε στοιχείο της δικογραφίας (πλην από τον κατηγορούμενο) η αλήθεια της καταθέσεως του παραπάνω αυτόπτη μάρτυρα Ζ1 (β)το γεγονός ότι ο μηνυτής δεν φέρει "εμφανείς κακώσεις σώματος" (Βλέπ. σχετικώς την με αριθμό ..... ιατροδικαστική έκθεση) δεν σημαίνει ότι, η επίθεση εναντίον του είναι "σκηνοθετημένη" από τον ίδιο, όπως υποστηρίζει ο εκκαλών - κατηγορούμενος. Και αυτό γιατί, λόγω της ξαφνικής εμφάνισης του μάρτυρα Ζ1 και των φωνών που έβαλε αυτός, είναι ευνόητο ότι, οι φυσικοί αυτουργοί - δράστες (οι οποίοι τράπηκαν τρέχοντας σε φυγή) δεν πρόφθασαν να του προκαλέσουν εμφανείς σωματικές κακώσεις, πλην όμως πρόφθασαν να του προκαλέσουν τρόμο και ανησυχία. Πλέον τούτου, είναι (νομικώς) αδιάφορο εάν προκλήθηκαν ή όχι σωματικές βλάβες ή κακώσεις στον παθόντα, αφού για την θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εκβίασης, δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη σωματικών βλαβών, αλλά αρκεί και η ύπαρξη απειλής, κατά την έννοια του άρθρου 333 Π.Κ., η οποία (απειλή) είναι πλέον ή βέβαιο ότι, προκλήθηκε στην κρινομένη περίπτωση, τόσο με λόγια, όσο και με έργα, (γ) της επιθέσεως ακολούθησαν και άλλες ενέργειες από πλευράς των αγνώστων δραστών, όπως π.χ. το απειλητικό τηλεφώνημα στη σύζυγο του μηνυτή κατά την 27-6-2003, (δ) βέβαιον είναι ότι, ο μηνυτής οφείλει διάφορα χρηματικά ποσά (όπως αυτά αναφέρονται και προσδιορίζονται στην δικογραφία) στον κατηγορούμενο, ο οποίος (κατηγορούμενος) επιδιώκει την είσπραξη αυτών. Το γεγονός ότι, ο μηνυτής δεν έχει διαφορές (όπως προκύπτει από την δικογραφία) με άλλα άτομα, ενδυναμώνει τις ενδείξεις ενοχής κατά του κατηγορουμένου και καθιστά βέβαιον ότι, αυτός είναι ο ηθικός αυτουργός, εν όψει και των λοιπών επιμέρους περιστατικών που αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά παραπάνω (π.χ. οι φυσικοί αυτουργοί είπαν στον παθόντα μηνυτή κατά λέξη ότι "την επιταγή των 91.000.000 θα την πληρώσεις"), (ε) το γεγονός ότι, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ο ακριβής τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο εκκαλών κατηγορούμενος προκάλεσε στους άγνωστους δράστες την απόφαση να απειλήσουν τον παθόντα -μηνυτή και να προκαλέσουν σ' αυτόν τις αναφερόμενες στην με αριθμό ...... ιατροδικαστική έκθεση σωματικές βλάβες, ουδόλως μειώνει την αξιοπιστία του. Και αυτό γιατί, τα αναφερόμενα στις από 28-6-2003, 3-7-2003, 4-7-2003, 26-7-2003 και 7-3-2005 ένορκες καταθέσεις του, ουδόλως έρχονται σε αντίθεση με κάποια άλλα στοιχεία της δικογραφίας, στ)το γεγονός ότι, ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία που του αποδίδεται και θεωρεί "σκηνοθετημένα" τα όσα καταγγέλλει (ενόρκως) ο μηνυτής, ουδόλως μπορεί να δημιουργήσει αμφιβολίες κατά της αξιοπιστίας του μηνυτή. Την άποψη αυτή ενισχύει και το (λογικό) γεγονός ότι, ο μηνυτής ουδέν ωφελείται (τουλάχιστον νομικώς), με το να "σκηνοθετήσει" μια απόπειρα εκβίασης.
Κατά τα λοιπά δε νομικά και πραγματικά περιστατικά της κρινομένης υποθέσεως αναφερόμαστε εξ ολοκλήρου στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του με αριθμό 1401/2006 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, καθόσον η οποιαδήποτε παραπομπή σ' αυτά, θα κατέληγε αναπόφευκτα σε άσκοπη και ανεπίτρεπτη επανάληψη της αιτιολογίας του εκκαλουμένου Βουλεύματος. Λόγω δε της αρνήσεως της κατηγορίας από τον κατηγορούμενο και της αμφισβητήσεως υπάρξεως επαρκών ενδείξεων ενοχής σε βάρος του, κρίνεται αναγκαίο, για τη νομική πληρότητα της συγκεκριμένης υποθέσεως να σημειωθεί ότι: Όσον αφορά την εκτίμηση περί υπάρξεως ή μη επαρκών ενδείξεων ενοχής , από τις διατάξεις των αρ. 309 παρ. 1α', 310 παρ. 1α', 313 και 318 ΚΠΔ προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο (πλημμελειοδικών ή εφετών) αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και όταν δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις ή αυτές που υπάρχουν δεν είναι σοβαρές για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Οι ενδείξεις θεωρούνται σοβαρές όταν πιθανολογούν την ενοχή του κατηγορουμένου ή όταν από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε προκύπτει με βεβαιότητα ότι, το δικαστήριο θα πρέπει να επιληφθεί και να υποβάλει στη δοκιμασία της επ' ακροατηρίου διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζονται οι ενδείξεις. Αντιθέτως οι ενδείξεις δεν θεωρούνται σοβαρές όταν, αυτές καθαυτές κρινόμενες, δεν πιθανολογούν σοβαρά την ενοχή του κατηγορουμένου και κλονίζονται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία που είναι επαρκή για να οδηγήσουν το δικαστήριο στην απαλλαγή του. Για να κρίνει το συμβούλιο αν υπάρχουν ή όχι επαρκείς ενδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου ή για την απαλλαγή του, θα συνεκτιμήσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν, αξιολογώντας και σταθμίζοντας τόσο τα στοιχεία που ενισχύουν τις άνω ενδείξεις, όσο και εκείνα που τις αποδυναμώνουν. Σημειώνεται ότι οι ενδείξεις για τις οποίες γίνεται λόγος στις παραπάνω διατάξεις των αρ. 310 παρ. 1α' και 313 ΚΠΔ ανάγονται στην κρίση σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου για ορισμένο έγκλημα και διαφέρουν από τις "ενδείξεις" που αναφέρονται στο αρ. 179 ΚΠΔ, ως ένα από τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα, οι οποίες αποτελούν κατηγορία των αποδεικτικών μέσων από τις οποίες μπορεί να συναχθεί, με βάση τους κανόνες της λογικής, η ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος. Επομένως η κρίση του δικαστικού συμβουλίου για την ύπαρξη σοβαρών ή επαρκών ενδείξεων (υπονοιών) ενοχής του κατηγορουμένου μπορεί να στηρίζεται και στις "ενδείξεις" (αποδεικτικό μέσο) τις οποίες λαμβάνει υπόψη και αξιολογεί το συμβούλιο μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Το συμβούλιο, εξάλλου, οφείλει να λάβει υπόψη και να αξιολογήσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκομίσθηκαν και υπερβαίνει γι' αυτό (αρνητικά) την εξουσία που του παρέχουν τα αρ. 309, 310 και 313 ΚΠΔ, αν περιορισθεί στον έλεγχο και την αξιολόγηση μόνο των στοιχείων που ενισχύουν τις ενδείξεις ή μόνον εκείνων που τις αποδυναμώνουν (Βλέπ. Ολομ. Α.Π. 9/2001 Ποιν. Χρον. ΝΑ σελ. 788 επόμ και Α.Π. 290/2002 Ποιν. Χρον. ΝΒ σελ. 922).
Απ' όλα τα παραπάνω νομικά και πραγματικά περιστατικά σαφέστατα συνάγεται ότι, τα καταγγελλόμενα από τον μηνυτή πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν τόσο την αντικειμενική, όσο και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εκβίασης κατά συρροή, είναι αληθή και ότι, αυτός που προκάλεσε την απόφαση στους άγνωστους δράστες να τελέσουν τα πραγματικά περιστατικά που αναλυτικώς αναφέρονται παραπάνω είναι ο εκκαλών κατηγορούμενος. Κατά συνέπεια, οι υπάρχουσες ενδείξεις κατά του ως άνω κατηγορουμένου είναι επαρκείς (εγγίζουν σχεδόν τα όρια της πλήρους βεβαιότητας, για το ότι τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται) και επιβάλουν την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ1 ύλη και κατά τόπο Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου το δικαστήριο να υποβάλει στη δοκιμασία της επ' ακροατηρίου διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζονται οι ενδείξεις. Η πράξη αυτή του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, όπως αυτή περιγράφηκε παραπάνω θεμελιώνει τόσο την αντικειμενική, όσο και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εκβίασης κατά συρροή, πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 1, 14, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 42 §1, 46 §1α , 94, 385 παρ. 1 σε συνδ. με 380 §1 Π.Κ., όπως το άρθρο 385 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 Ν. 495/1976 και τροπ. με αρθ. 1 παρ. 10 Ν. 2408/96. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το προσβαλλόμενο με αριθμό 1401/2006 βούλευμα του, αποφάνθηκε με τις ίδιες παραδοχές την παραπομπή του εκκαλούντος - κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, διότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής εναντίον του, δεν έσφαλε αλλά προέβη σε σωστή ερμηνεία του νόμου και ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν.
Επομένως η με αριθμό 156/4-4-2007 έφεση του κατηγορουμένου Χ1, κατά του με αριθμό 1401/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ1 ουσία και κατ' εφαρμογή του άρθρου 319 § 3 ΚΠΔ πρέπει να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα.".
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων42 , 46 παρ. 1 α,94 παρ 1, 385 παρ.1 -380 παρ. 1 Π.Κ. τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε . Η προβαλλόμενη αιτίαση του αναιρεσείοντος κατά ορθή εκτίμηση αυτής ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν έλαβε και δεν εκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα που οδηγούν στην ανυπαρξία επαρκών ενδείξεων ενοχής του είναι αβάσιμη διότι για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητο να εκτίθεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα τι προέκυψε από το κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά αρκεί ότι αναφέρονται αυτά γενικώς κατά το είδος τους και ότι όλα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το Συμβούλιο για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του. Από το γεγονός ότι στο βούλευμα εξαίρονται ορισμένες αποδείξεις δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι αγνοήθηκαν οι λοιπές, αφού βεβαιώνεται σ' αυτό, ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη για τη διαπίστωση της υπάρξεως ή ανυπαρξίας επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που υπό την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Συμβουλίου Εφετών είναι απαράδεκτες, εφόσον ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 484 ΚΠΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών. Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ. 1 και δ' του Κ.Π.Δ. λόγοι της αναιρέσεως , με τους οποίους αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της ειδικής αιτιολογίας είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά ταύτα αφού δεν υπάρχει άλλος προς έρευνα λόγος αναιρέσεως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο αίτημα του αναιρεσείοντος .
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 292/3-12-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 2182/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επαρκής αιτιολογία παραπεμπτικού βουλεύματος για ηθική αυτουργία σε απόπειρα εκβίασης. Απορρίπτει αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Απόπειρα, Ηθική αυτουργία, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Εκβίαση.
| 1
|
Αριθμός 1721/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της με αριθμό 977/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γκουρογιάννη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Έδεσσας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιανουαρίου 2007 αίτησή του, καθώς και στο από 23 Αυγούστου 2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 74/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 2.1.2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 977/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, πρέπει να συνεκδικαστούν και οι από 23.8.2007 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, είναι τυπικό και γι'αυτό απαιτείται για τη στοιχειοθέτησή του, αντικειμενικώς, αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής που συντελείται με τη συμπλήρωση των απαιτούμενων από το νόμο στοιχείων και τη θέση της υπογραφής του εκδότη επί του εντύπου και αφετέρου, έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής, υποκειμενικώς δε γνώση του εκδότη, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας της ελλείψεως αυτής (ανυπαρξία διαθεσίμων κεφαλαίων) και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεώς της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Ειδικότερα, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διατάξεως της παρ. 1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει" του δράστη, άφηνε έξω από την περιγραφή της αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος υπαιτιότητας του εκδότη τον ενδεχόμενο δόλο. Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση όταν περιέχονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη ου εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους και χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται στο δικαστήριο της ουσίας είτε από τον ίδιο, είτε από τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος περί συγγνωστής πλάνης που προβλέπεται από το άρθρο 31 παρ. 2 του Π.Κ. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων) στην Έδεσσα με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εξέδωσε με πρόθεση επιταγές που δεν πληρώθηκαν γιατί δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο έκδοσης και πληρωμής και πιο συγκεκριμένα, εξέδωσε στις 30.10.2001 την υπ'αριθμ. ..... επιταγή και στις 30.12.2001 τις υπ' αριθμ. .... και ...... επιταγές της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 5.000.000 δραχμ. εκάστη, σε διαταγή του εγκαλούντος Ψ1, ο οποίος εμφάνισε αυτές, την μεν πρώτη στις 5.11.2001, τις δε λοιπές στις 2.1.2002 στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως αυτές δεν πληρώθηκαν λόγω ανάκλησης της εντολής προς πληρωμή τους από τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, διότι οι επίδικες επιταγές είναι, όπως ισχυρίζεται, προϊόν εκβιασμού και εκδόθηκαν για παράνομη και ανήθικη αιτία και συνεπώς ο εγκαλών δεν υπέστη ζημία από τη μη πληρωμή αυτών. Πλην όμως ο νόμος τιμωρεί αυτόν που προβαίνει στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής χωρίς να εξετάζεται το έγκυρο ή άκυρο ή υποστατό της υποκείμενης σχέσεως και η επέλευση ή μη ζημίας από την έκδοση της ακάλυπτης επιταγής, γιατί το έγκλημα αυτό ενόψει της φύσεως της επιταγής ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών, πραγματώνεται με μόνη την έκδοση ή μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής και συνεπώς, είναι απορριπτέος ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι τελούσε σε συγγνωστή νομική πλάνη, διότι πίστευε δικαιολογημένα ότι δεν είχε υποχρέωση να πληρώσει τις επίδικες επιταγές. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι οι επιταγές ήταν προϊόν εκβιασμού και ότι τις εξέδωσε σε διαταγή του εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος προκειμένου να μην καταθέσει η κοινοπραξία που ο τελευταίος εκπροσωπούσε προσφυγή ενώπιον της Τριμελούς Επιτροπής Ελέγχου των πράξεων των συλλογικών οργάνων των ΟΤΑ κατά της απόφασης του Δ.Σ. του Συνδέσμου Καθαριότητας ".......", με την οποία (απόφαση) το έργο "Χώρος Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων (ΧΥΤΑ) Δήμου και Κοινοτήτων ...." ανατέθηκε στην κοινοπραξία "......", της οποίας εκπρόσωπος ήταν ο κατηγορούμενος, προσφυγή η οποία θα έθετε σε κίνδυνο τη χρηματοδότηση του έργου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς δεν θα μπορούσε το έργο να εκτελεστεί στις προθεσμίες που είχαν ταχθεί. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου όμως ελέγχεται ως αβάσιμος και συνεπώς είναι απορριπτέος, διότι δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά την τέλεση της πράξης του τελούσε σε συγγνωστή νομική πλάνη, καθώς ο ίδιος ο κατηγορούμενος ομολογεί ότι εξέδωσε τις επιταγές προκειμένου να προλάβει η κοινοπραξία την προθεσμία του έργου και όχι με σκοπό να τις πληρώσει...". Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το πιο πάνω Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτό που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1 ΠΚ και 79 παρ. 1 του Ν.5960/1933 ως και του άρθρου 31 παρ. 2 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις: α) δεν ήταν αναγκαία και ιδιαίτερη αναφορά στην αιτιολογία ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος γνώριζε την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα κατά τον χρόνο της έκδοσης και πληρωμής των επίμαχων επιταγών, αφού, όπως εκτίθεται στη νομική σκέψη της παρούσας, η αναφορά αυτή σε "γνώση" δεν είναι απαραίτητη πλέον για την πληρότητα της αιτιολογίας, και ειδικότερα για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος, για την οποία αρκεί η μνεία ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε από πρόθεση, αφού αρκεί, όπως προαναφέρθηκε, ενδεχόμενος δόλος για την υποκειμενική θεμελίωσή του, β) ουδεμία αντίφαση υπάρχει στην απόφαση εκ του ότι στην αρχή του σκεπτικού αναφέρεται ότι οι επιταγές δεν πληρώθηκαν γιατί δεν είχε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο έκδοσης και πληρωμής τους και στη συνέχεια δέχεται ότι δεν πληρώθηκαν λόγω ανάκλησης της εντολής προς πληρωμή τους από τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα, αφού προσδιορίζεται επακριβώς με την τελευταία παραδοχή ο λόγος της μη πληρωμής των επιταγών, δεδομένου ότι έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων συντρέχει και στην περίπτωση ανακλήσεως από τον εκδότη πριν από την εμφάνιση της επιταγής της εντολής προς πληρωμή. Επίσης, δεν υπάρχει αντίφαση στην απόφαση εκ του ότι, στο μεν σκεπτικό αναφέρεται ότι οι επιταγές δεν πληρώθηκαν κατά την εμφάνισή τους διότι ο κατηγορούμενος "δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο έκδοσης και πληρωμής" στο δε διατακτικό "δεν πληρώθηκαν γιατί δεν υπήρχε αντίκρυσμα", διότι με την τελευταία παραδοχή δεν διαφοροποιείται η αιτία της μη πληρωμής των επίμαχων επιταγών και γ) το δικαστήριο ως εκ περισσού αιτιολόγησε τον εκ του άρθρου 31 παρ. 2 ΠΚ ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης, δεδομένου ότι με τον ισχυρισμό αυτό ο αναιρεσείων κατηγορούμενος προβάλλει ότι δικαιολογημένα πίστευε ότι εδικαιούτο να μη πληρώσει τις επίμαχες επιταγές και όχι να εκδόσει τις επιταγές, η έκδοση των οποίων αρκεί για τη θεμελίωση του αξιοποίνου της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα επέρχεται από την παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στην επ' ακροατηρίου διαδικασία, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ. Τέτοια δε ακυρότητα, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, δημιουργείται και όταν δεν νομιμοποιείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠοινΔ, ο παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων. Περαιτέρω, από το ίδιο άρθρο 63 προκύπτει ότι η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί μόνο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό κατά τα άρθρα 914 και 932 του Α.Κ., δηλαδή από εκείνα που ζημιώθηκαν αμέσως από το αδίκημα. Στο έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής άμεσα ζημιωθείς είναι ο νόμιμος κομιστής της επιταγής, ο οποίος δικαιούται σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις του Α.Κ να ασκήσει την πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στο ποινικό δικαστήριο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την με αριθμό 3364/2004 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Μονομελές Πλημμελειοδικείο Έδεσσας) με τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, με την οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος για το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας "εμφανίσθηκε η Μαρία Στολικίδου, δικηγόρος Έδεσσας δυνάμει του υπ' αριθμ. ... πληρεξουσίου και δήλωσε ότι ο Ψ1, κάτοικος....παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά του μηνυομένου και ζητεί να υποχρεωθεί να του καταβάλει 40 ευρώ με επιφύλαξη για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που του προκάλεσε το αδίκημα". Κατά της παράστασης αυτής του πολιτικώς ενάγοντος δεν προβλήθηκε αντίρρηση από τον κατηγορούμενο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την παράσταση πολιτικής αγωγής και επιδίκασε στον άνω πολιτικώς ενάγοντα, για την ως άνω αιτία, το ποσό των 40 ευρώ. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Έδεσσας, όπου ήχθη κατόπιν εφέσεως του κατηγορουμένου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ'αυτή πρακτικά "εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο ο Ψ1, κάτοικος ..... και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων στη δίκη αυτή κατά του κατηγορουμένου, για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από το αδίκημα και ζητεί να του καταβάλλει ο κατηγορούμενος το ποσό των σαράντα (40) ευρώ, με επιφύλαξη, ως προς το υπόλοιπο ποσό, για τη χρηματική του ικανοποίηση και ότι διορίζει πληρεξούσιά του τη δικηγόρο του Δ.Σ.Έδεσσας Μαρία Στολικίδου". Κατά της εν λόγω παραστάσεως αντέλεξε ο κατηγορούμενος δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του και "ζήτησε την αποβολή της πολιτικής αγωγής, για το λόγο ότι έχει εκδοθεί απόφαση πολιτικού δικαστηρίου που έκρινε ότι δεν υπάρχει απαίτηση και επομένως δεν έχει υποστεί ηθική βλάβη και συνεπώς δεν δικαιούται να ασκήσει πολιτική αγωγή". Από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι ο εγκαλών πολιτικώς ενάγων Ψ1 άσκησε κατά του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου την από 4.3.2002 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος και με προσωπική του κράτηση να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 15.000.000 δραχμών (44.020,55 ευρώ) ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη αυτός (πολιτικώς ενάγων) από την αδικοπραξία (έκδοση των επίμαχων τριών ακάλυπτων επιταγών) που τέλεσε σε βάρος του.
Συνεπώς, εφόσον ο άνω εγκαλών πολιτικώς ενάγων με την άνω αγωγή του δεν ζήτησε να του επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την άνω αδικοπραξία, είχε δικαίωμα να παρασταθεί ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ως πολιτικώς ενάγων και να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη που έπαθε από το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, δεν επηρεάζεται δε το παραδεκτό της δήλωσης πολιτικής αγωγής, ως εκ του ότι η ως άνω αγωγή τούτου (πολιτικώς ενάγοντος) απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την υπ' αριθμ. 128/2004 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 3118/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αφού στην πολιτική δίκη είχε εισαχθεί μόνο η αξίωση του ήδη αναιρεσείοντος πολιτικώς ενάγοντος για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και όχι η απαίτηση τούτου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία είναι απαίτηση διαφορετική κατ' είδος από εκείνη για την οποία εκδόθηκε οριστική απόφαση και περί αυτής δεν έκρινε το πολιτικό δικαστήριο.
Συνεπώς, ορθώς το Τριμελές Πλημμελειοδικείο με την ταυτάριθμη με την προσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του, έκρινε ότι η άνω δήλωση του παθόντος ήταν νομότυπη και απέρριψε τη σχετική ένσταση του κατηγορουμένου. Κατ' ακολουθίαν, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από την παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η εμπεριεχομένη στον αυτό λόγο αναιρέσεως αιτίαση, ότι εφόσον η προαναφερόμενη αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία του πολιτικώς ενάγοντος απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, ο τελευταίος δεν υπέστη καμία ζημία ούτε και ηθική βλάβης από το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, και επομένως το Δικαστήριο έπρεπε να μη επιδικάσει στον πολιτικώς ενάγοντα για ηθική βλάβη το αιτηθέν χρηματικό ποσό, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, γι' αυτό είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 366 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση καλεί τον κατηγορούμενο να απολογηθεί για την κατηγορία που του αποδίδεται. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 138 παρ. 2 και 369 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας ο διευθύνων την συζήτηση δίνει το λόγο στον Εισαγγελέα και στους διαδίκους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο κατηγορούμενος, επί της ενοχής και έπειτα επί της ποινής. Η παράλειψη του διευθύνοντος τη συζήτηση, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠοινΔ, διότι αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των δικαιωμάτων, που παρέχονται σε αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο, για την οποία παράβαση ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, η διευθύνουσα την συζήτηση, μετά την ανάγνωση των εγγράφων, κάλεσε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σε απολογία και μετά την απολογία τούτου, αφού κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, έδωσε τελευταία το λόγο στη συνήγορο του αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, η οποία συντάχθηκε με την πρόταση της Εισαγγελέως 9αφού είχε προτείνει την αθώωση του κατηγορουμένου ελλείψει δόλου) και επικουρικά ζήτησε την αναγνώριση των ελαφρυντικών των μη ταπεινών αιτίων στο πρόσωπο του κατηγορουμένου.
Συνεπώς δόθηκε πράγματι ο λόγος στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για να απολογηθεί και για να αναπτύξει την υπεράσπισή του. Περαιτέρω, μετά την απαγγελία της απόφασης επί της ενοχής του κατηγορουμένου και αφού η Εισαγγελέας πρότεινε να επιβληθεί στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, δόθηκε ο λόγος στη συνήγορο του κατηγορουμένου για την επιβλητέα ποινή, η οποία ζήτησε το ελάχιστο όριο της ποινής.
Συνεπώς, δόθηκε πράγματι ο λόγος στον κατηγορούμενο να αναπτύξει την υπεράσπισή του και επί της ποινής. Ακολούθως, εκδόθηκε η απόφαση με την οποία επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο η προαναφερθείσα ποινή. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, διότι δεν δόθηκε ο λόγος στον αναιρεσείοντα να απολογηθεί, ούτε στη συνήγορό του να αναπτύξει την υπεράσπισή του για την ενοχή, ούτε δόθηκε ο λόγος σ' αυτόν ή στη συνήγορό του επί της ποινής, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως μαζί με τους πρόσθετους λόγους και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος νομίμως ως πολιτικώς ενάγοντος, Ψ1 (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Ιανουαρίου 2007 αίτηση και τους από 23 Αυγούστου 2007 πρόσθετους επ' αυτής λόγους αναιρέσεως του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 977/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, την οποίαν προσδιορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ακάλυπτη τραπεζική επιταγή. Στοιχεία του εγκλήματος. Αιτιολογημένη καταδίκη του αναιρεσείοντος για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Δεν ήταν αναγκαία η ιδιαίτερη αναφορά στην εκ μέρους του κατηγορουμένου γνώση του ακαλύπτου των επίμαχων επιταγών, αφού για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος, αρκεί ο απλός και δεν είναι αναγκαίος ο άμεσος δόλος, η εν γνώσει δηλαδή ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως. Πολιτική αγωγή. Στην άσκησή της νομιμοποιείται ο αμέσως ζημιωθείς από το έγκλημα. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από την παρά το νόμο παράσταση πολιτικής αγωγής. Απορρίπτεται ο λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος επειδή και απολογήθηκε ο κατηγορούμενος και δόθηκε ο τελευταίος λόγος στο συνήγορο υπεράσπισης να αναπτύξει την υπεράσπισή του και επί της ενοχής και επί της ποινής. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Πολιτική αγωγή, Τραπεζική επιταγή.
| 0
|
Αριθμός 1734/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2676/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 386/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού, με αριθμό 326/14-9-07, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 20-2-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 2676/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής: Δια του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά του υπ'αριθμ. 3559/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, δια του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), δια να δικασθή δι'υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, υπερβαινούσης το ποσό των 73.000 ευρώ. Προβάλλει δε αυτός, ως λόγους αναιρέσεως, την εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β', δ'ΚΠΔ). Επειδή, κατά το άρθρ. 375 παρ. 1 ΠΚ, ο παρανόμως ιδιοποιούμενος ξένο (εν όλω ή εν μέρει) κινητό πράγμα περιελθόν με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Εξάλλου, ως προκύπτει εκ της διατάξεως του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, λόγω εμφιλοχωρήσεως στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασαφειών, αντιφάσεων ή λογικών κενών, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ 418/1999, εις ΠΧ/Ν/41). Περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά εκάστου αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί η κατ'είδος αναφορά αυτών. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπ'όψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά (ΑΠ 685/2004, εις ΠΧ/ΝΕ/233). Η αιτιολογία αυτή επιτρεπτώς γίνεται με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, καλύπτει δε η αναφορά αυτή και το στοιχείο της μνείας των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή (ΑΠ 861/2004, εις ΠΧ/ΝΕ'/408). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα, το εκδόσαν αυτό Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από την εκτίμηση των αναφερομένων στην εισαγγελική πρόταση αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ'είδος, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ1 στην Αθήνα στις 21/5/2002, δυνάμει του με αρ. ...... πληρεξουσίου της συμβ/φου Αθηνών Μαρίας Διγαλάκη έλαβε την εντολή και πληρεξουσιότητα από τον εγκαλούντα Ψ1 να πωλήσει για λογαριασμό και στο όνομά του (του εντολέως Ψ1) σε οποιονδήποτε, εισπράττοντας το αντίστοιχο τίμημα, ένα αυτοκίνητο - ΤΑΧΙ μάρκας VOLKSWAGEN, τύπου ...., με στοιχεία κυκλοφορίας ....., ιδιοκτησίας του εντολέα του και εγκαλούντος Ψ1, ως και την άδεια κυκλοφορίας του εν λόγω οχήματος ως δημοσίας χρήσεως (ΤΑΧΙ). Πράγματι ο κατηγορούμενος στις 23/5/2002, δυνάμει του προρρηθέντος πληρεξουσίου, πώλησε και μεταβίβασε με το με αρ. ...... πωλητήριο συμβόλαιο της ως άνω συμβ/φου, επ'ονόματι και για λογαριασμό του εγκαλούντα το εν λόγω αυτοκίνητο (ΤΑΧΙ) μετά της αντιστοίχου αδείας κυκλοφορίας του ως δημοσίας χρήσεως στους Γ1 και Γ2, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα τους. Το τίμημα δε που καταβλήθηκε αμέσως από τους ως άνω αγοραστές του αυτοκινήτου στον εντολοδόχο κατηγορούμενο, υπό την ιδιότητά του ως αμέσου αντιπροσώπου του εγκαλούντα ανήλθε συνολικά, δηλαδή για το αυτοκίνητο και για την άδειά του ως δημοσίας χρήσεως, σε 103.301 ευρώ. Ειδικότερα σε 6.456 ευρώ για το αυτοκίνητο και σε 96.845 ευρώ για την άδειά του ως δημοσίας χρήσεως. Ο κατηγορούμενος όμως μολονότι έλαβε στην κατοχή του, το εν λόγω τίμημα από την πώληση του αυτοκινήτου του εγκαλούντα, υπό την προρρηθείσα ιδιότητά του, ως εντολοδόχου του εγκαλούντα (πωλητή), δεν του το απέδωσε όπως όφειλε, βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας, μολονότι αυτό είχε περιέλθει στην κυριότητα του εγκαλούντα αμέσως από την καταβολή του (23-5-2002) από τους αγοραστές στον κατηγορούμενο (εντολοδόχο), αλλά το κατακράτησε και το ενσωμάτωσε με πρόθεση, παράνομα στην περιουσία του, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήμονος του ποσού εγκαλούντα Ψ1, δηλαδή το ιδιοποιήθηκε το ανωτέρω ποσόν παράνομα, αποδώσας τελικά στον εγκαλούντα μόνο ένα μικρό μέρος από το τίμημα και δη το ποσό των 6.845 ευρώ, ιδιοποιηθείς, κατά τα προεκτεθέντα, το υπόλοιπο του τιμήματος το ανερχόμενο σε 96.456 ευρώ. Ακολούθως, με τις παραδοχές και σκέψεις αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ικανές να στηρίξουν επ'ακροατηρίω κατηγορία δια την ως άνω αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως και, εν συνεχεία, απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου και επεκύρωσε το ως άνω παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με αυτά που εδέχθη το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών, ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε την ως άνω εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, περί κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, του άρθρ. 375 παρ. 1 ΠΚ και δεν παρεβίασε αυτή ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ουδεμία δε ασάφεια ή αντίφαση εμφιλοχωρεί μεταξύ του ως άνω σκεπτικού και της διά του διατακτικού επικυρώσεως του ανωτέρω βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, δεδομένου ότι, ως προκύπτει εκ της επισκοπήσεως του τελευταίου, ο αναιρεσείων παραπέμπεται δι'αυτού δια την υπό του άρθρ. 375 παρ. 1 ΠΚ προβλεπομένη κακουργηματική υπεξαίρεση και, επομένως, ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι από αυτό δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι ελήφθη υπ'όψη η χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, εγκαλούντος. Όμως, ουδόλως προσδιορίζεται στην αιτίαση αυτή, σε ποιά σημεία η εν λόγω χωρίς όρκο κατάθεση ωφελεί τον αναιρεσείοντα και ποιά η βλάβη του από την μη αναφορά ή μη λήψη υπ'όψη αυτής (άρθρ. 463 ΚΠΔ), ώστε να θεμελιώνεται το έννομο συμφέρον αυτού γι'αυτό τον λόγο. Επομένως, η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (βλ. ΑΠ 800/2005). Πάντως, εκ του περιεχομένου του προσβαλλομένου βουλεύματος σαφώς συνάγεται ότι ελήφθη υπ'όψη και η χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος. Τέλος, δια του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ότι η άρνησή του να αποδώση το υπόλοιπο οφειλομένου ποσού είναι δικαιολογημένη, αφού άσκησε δικαίωμα επισχέσεως λόγω μη εκπληρώσεως ληξιπροθέσμων οφειλών του εγκαλούντος προς αυτόν και, έτσι, δεν υπάρχει δόλος τελέσεως υπεξαιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως, υπό την επίκληση αναιρετικού λόγου εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 περ. β' ΚΠΔ, η ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου. Αλλ'υπό τα δεδομένα αυτά, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω ------------------- Να απορριφθή η από 20-2-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 2676/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 28 Μαΐου 2007 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 375 παρ. 1 Π.Κ., ο παρανόμως ιδιοποιούμενος ξένο (εν όλω ή εν μέρει) κινητό πράγμα περιελθόν με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Εξάλλου, ως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ, 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, λόγω εμφιλοχωρήσεως στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό η στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασαφειών, αντιφάσεων ή λογικών κενών, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος, δεν απαιτείται χωριστή αναφορά κάθε αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί η κατά είδος αναφορά αυτών. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά μόνο από αυτά. Η αιτιολογία αυτή επιτρεπτώς γίνεται με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του εισαγγελέα και καλύπτει και το στοιχείο της μνείας των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή. Η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος είναι μεν διάδικος κατά την ποινική διαδικασία, είναι όμως και βασικός μάρτυρας κατηγορίας, δεν είναι αναγκαίο (η κατάθεση του) να μνημονεύεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το συμβούλιο, εφόσον γίνεται μνεία ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν και εφόσον προκύπτει με βεβαιότητα από το όλο περιεχόμενο της αιτιολογίας του βουλεύματος ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα το συμβούλιο εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, ότι, από την εκτίμηση των αναφερομένων στην εισαγγελική πρόταση αποδεικτικών μέσων τα οποία προσδιορίζονται κατά το είδος τους, προέκυψαν τα εξής πραγματικά μέρες θετικά: Ο εκκαλών κατηγορούμενος, Χ1 στην Αθήνα στις 21/5/2002, δυνάμει τα του με αρ. ....... πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Διγαλάκη έλαβε την εντολή και πληρεξουσιότητα από τον εγκαλούντα Ψ1 να πωλήσει για λογαριασμό και στο όνομά του (του εντολέως Ψ1) σε οποιονδήποτε, εισπράττοντας το αντίστοιχο τίμημα, ένα αυτοκίνητο - ταξί μάρκας VOLKSWAGEN τύπου ...., με στοιχεία κυκλοφορίας ....., ιδιοκτησίας του εντολέα του και εγκαλούντος Ψ1, ως και την άδεια κυκλοφορίας του εν λόγω οχήματος ως δημοσίας χρήσεως (ταξί). Πράγματι ο κατηγορούμενος, στις 23/5/2002, δυνάμει του προρρηθέντος πληρεξουσίου, πώλησε και μεταβίβασε με το με αριθμό ..... πωλητήριο συμβόλαιο της ως άνω συμβολαιογράφου, επ' ονόματι και για λογαριασμό του εγκαλούντα το εν λόγω αυτοκίνητο (ταξί) μετά της αντιστοίχου άδειας κυκλοφορίας του ως δημοσίας χρήσεως στους Γ1 και Γ2, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα τους. Το τίμημα δε που καταβλήθηκε αμέσως από τους ως άνω αγοραστές του αυτοκινήτου στον εντολοδόχο κατηγορούμενο, υπό την ιδιότητά του ως άμεσου αντιπροσώπου του εγκαλούντα ανήλθε συνολικά, δηλαδή για το αυτοκίνητο και για την άδειά του ως δημοσίας χρήσεως, σε 103.301 ευρώ. Ειδικότερα σε 6.456 ευρώ για το αυτοκίνητο και σε 96.845 ευρώ για την άδεια του δημοσίας χρήσεως. Ο κατηγορούμενος όμως, μολονότι έλαβε στην κατοχή του, το εν λόγω τίμημα από την πώληση του αυτοκινήτου του εγκαλούντα, υπό την προρρηθείσα ιδιότητα του, ως εντολοδόχου του εγκαλούντα (πωλητή), δεν του το απέδωσε όπως όφειλε, βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας, μολονότι αυτό είχε περιέλθει στην κυριότητα του εγκαλούντα αμέσως από την καταβολή του (23/5/2002) τους αγοραστές στον κατηγορούμενο (εντολοδόχο), αλλά το κατακράτησε και το ενσωμάτωσε με πρόθεση, παράνομα στην περιουσία του, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήμονος του ποσού εγκαλούντα Ψ1, δηλαδή το ιδιοποιήθηκε το ανωτέρω ποσόν παράνομα, αποδώσας τελικά στον εγκαλούντα μόνο ένα μικρό μέρος από το τίμημα και δη το ποσό των 6.845 ευρώ, ιδιοποιηθείς, κατά τα προεκτεθέντα, το υπόλοιπο του τιμήματος, το ανερχόμενο σε 96,456 ευρώ. Κατά ακολουθία των ανωτέρω, φρονούμε ότι υπάρχουν αποχρώσεις ενδείξεις ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία για την ως άνω αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης που αποδίδεται στον εγκαλούντα κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, φρονούμε ότι πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 317, 318, 319 και 431 ΚΠΔ, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ως άνω έφεση του εγκαλούντα κατηγορουμένου Χ1. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε την παραπάνω ουσιαστική ποινική διάταξη για κακουργηματική υπεξαίρεση του άρθρου 375 παρ. 1 Π.Κ. και δεν παραβίασε αυτή ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού με το οποίο επικυρώθηκε το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών δεν εμφιλοχωρεί καμία ασάφεια η αντίφαση, και, επομένως, ο περί του αντιθέτου προσβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 484 παρ. στοιχ. β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι από αυτό δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι λήφθηκε υπόψη η κατάθεση του εγκαλούντος, που δόθηκε χωρίς όρκο, λόγω της ιδιότητας του, ως πολιτικώς ενάγοντος. Όμως, στην αιτίαση αυτή δεν προσδιορίζεται σε ποια σημεία η εν λόγω χωρίς όρκο κατάθεση οφέλη των αναιρεσείοντα και ποια είναι η βλάβη του από τη μη αναφορά η μη λήψη υπόψη αυτής ώστε να θεμελιώνεται το έννομο συμφέρον αυτού για τον λόγο αυτό. Επομένως, η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Αλλά, και από το περιεχόμενο του προσβαλλόμενου βουλεύματος προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη η παραπάνω χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος. Τέλος, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι η άρνησή του να αποδώσει το υπόλοιπο οφειλόμενου ποσού είναι δικαιολογημένη, διότι άσκησε δικαίωμα επισχέσεως, λόγω μη εκπληρώσεως ληξιπρόθεσμων οφειλών του εγκαλούντος προς αυτόν και, επομένως, ότι δεν υπήρχε δόλος για την τέλεση της υπεξαιρέσεως, πλήττει απαραδέκτως, με την επίκληση αναιρετικού λόγου από το άρθρο 484 παρ 1 περ. β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, την ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρου 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την 32/20.2.2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του 2676/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται το ποσό των διακοσίων είκοσι (220 €) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008 Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Λόγοι αναιρέσεως: έλλειψη αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπεξαίρεση.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1719/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια και Ελευθέριο Μάλλιο (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1, η οποία δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 5244/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1868/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 210/18-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου σας την με αριθμό 322/4-9-2007 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1, κατά της υπ' αριθμ. 5244/14-6-06 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεσή της που στρέφεται κατά της υπ' αρ. 79798/2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε αυτή, σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών(3) ετών για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση και εκθέτω τα εξής:
Από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ. 1, 473 παρ. 1-3 και 474 ΚΠΔ προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης είναι (10) ημέρες και αν η δημοσίευση της απόφασης έγινε με παρόντα τον κατηγορούμενο αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται για το σκοπό αυτό από τη Γραμματεία του ποινικού Δικαστηρίου.
Εξ άλλου, κατά το αρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ το ένδικο μέσο που ασκήθηκε εκπροθέσμως απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Τότε μόνο συγχωρείται εκπρόθεσμη άσκηση αναίρεσης, όταν στη κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση άσκησής της γίνεται επίκληση περιστατικών συνιστώντων ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκησή της, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά (βλ. ΑΠ 836/05 Π. Χρ. ΝΣΤ'/36, ΑΠ 2234/02 Π. Χρ. ΝΓ'/791 και ΑΠ 1451/03 Πρ. και Λόγος ΠΔ 2003/308). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 6/9/07 συνημμένη βεβαίωση του αρμοδίου Γραμματέα η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αναίρεση υπ' αριθμ. 5244/14-6-2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε έφεσή της ως απαράδεκτη, απαγγέλθηκε παρουσία της ήδη αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο Ειδικό Βιβλίο του Εφετείου Αθηνών στις 29/6/2006 με αριθμό καταχώρησης 4483 (βλ. συνημμ. υπηρεσιακή βεβαίωση αρμοδίου Γραμμ. του Εφετείου Αθηνών). Η κρινομένη αναίρεση ασκήθηκε δια πληρεξουσίου, εχούσης της από 4/9/07 σχετικής εξουσιοδότησης, με δήλωση ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Αθηνών και γι' αυτή έχει συνταχθεί η υπ' αρ. 322/4-9-2007 έκθεση. Έτσι όμως η άσκησή της έγινε μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας των δέκα ημερών από την καταχώρηση της απόφασης αυτής στο ειδικό βιβλίο και για το λόγο αυτό είναι εκπρόθεσμη. Μετά ταύτα και δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται κανένα λόγο για την δικαιολόγηση της εκπρόθεσμης άσκησης της αναίρεσης, πρέπει η αναίρεση αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ.1, 485 παρ. 1 και 583 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς- Προτείνω: (Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αρ. 322/4-9-2007 αίτηση αναίρεσης της Χ1, κατά της υπ' αρ. 5244/14-6-2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών και (Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ στην αναιρεσείουσα.
Αθήνα 11-2-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΜιλτιάδης Ανδρειωτέλης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στην προστεθείσα με το άρθρο 9 του Ν.969/1979 παρ.3 στο άρθρο 473, ΚΠοινΔ ορίζεται ότι "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου". Ο όρος "τελεσίδικη απόφαση" που απαντάται στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας μόνο στην ανωτέρω διάταξη χρησιμοποιείται με την γενική έννοια της αποφάσεως που δεν μπορεί να προσβληθεί με τα προβλεπόμενα από τον νόμο τακτικά ένδικα μέσα, όπως είναι μόνο η έφεση. Ο σκοπός της ανωτέρω διατάξεως, συνίσταται στην ανάγκη να έχει λάβει ο ενδιαφερόμενος διάδικος πλήρη γνώση του αιτιολογικού της αποφάσεως, ώστε να είναι σε θέση να θεμελιώσει προβλεπομένους από το άρθρο 510 παρ.1 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως και ιδίως αυτόν της ελλείψεως αιτιολογίας, να αποφεύγηται δε η άσκηση ματαίως αιτήσεως αναιρέσεως, όταν δεν προκύπτει νόμιμος λόγος, ώστε να αποτρέπεται η εντεύθεν ταλαιπωρία και οικονομική επιβάρυνση του διαδίκου (Ολ.ΑΠ 6/2002). Ούτως από την διάταξη της άνω παρ.3 του άρθρου 473 ΚΠοινΔ , σε συνδυασμό με την της παρ.2 του ιδίου άρθρου προκύπτει ότι όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκου μέσου και δη αναιρέσεως, η οποία γίνεται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (άρθρο 474 παρ.1 ΚΠοινΔ) είναι δέκα ημέρες από της ανωτέρω καταχωρίσεως στο ειδικό βιβλίο. Εξ άλλου κατά συναγομένη από το άρθρο 255 ΑΚ γενική αρχή του δικαίου, ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, ο αναιρεσείων μπορεί να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως τον λόγο εξ αιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που τον στηρίζουν. Τέλος κατ'άρθρον 513 παρ.1 σε συνδ. με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠοινΔ όταν η αναίρεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα ασκεί την κρινόμενη από 4-9-2007 αναίρεση κατά της υπ'αριθμ. 5244/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν απερρίφθη ως απαράδεκτη η έφεσή της κατά της υπ'αριθμ. 3671/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η προσβαλλομένη δε απόφαση κατά της οποίας επιτρέπεται αναίρεση κατ' άρθρον 476 παρ.2 ΚΠοινΔ, κατεχωρίσθη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ την 29-6-2006, όπως προκύπτει από την υπό ημερομηνία .... υπηρεσιακή βεβαίωση της Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών. Εντεύθεν και η αναίρεση ησκήθη μετά την πάροδο της νομίμου δεκαημέρου προθεσμίας από την καταχώριση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο του δικαστηρίου, χωρίς να εκτίθενται στην έκθεση αναιρέσεως λόγοι ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της.
Συνεπώς και μετά την ειδοποίηση της αντικλήτου της αναιρεσειούσης να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την μη εμφάνισή της, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 /9/2007 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ'αριθμ. 5244/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η προθεσμία προς άσκηση αναιρέσεως αρχίζει από της καταχωρίσεως της τελεσιδίκου αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία (άρθρ. 473§3) και είναι δέκα ημέρες από αυτής (άρθρ. 473§1). Απορρίπτεται η εκπρόθεσμη αναίρεση αφού δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος ως απαράδεκτη (άρθρο 513 § 1 ΚΠΔ.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1718/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως Ελευθέριο Νικολόπουλο και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-πολιτικώς ενάγουσας Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΪΡΑΝΗ ΑΕ", που εδρεύει στο Κιλκίς και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1470/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενο τον Χ1. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - πολιτικώς ενάγουσα ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 136/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την με αριθμό 121/11-3-2008 πρότασή του, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 513 § ια Κ.Π.Δ., την υπ'αριθ. 32/20-12-2007 έκθεση αναίρεσης της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΪΡΑΝΗ ΑΕ" η οποία εδρεύει στο Δήμο Κιλκίας, ΒΙ.ΠΕ Σταυροχωρίου, κατά του υπ'αριθ. 1470/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα ακόλουθα:
Από τη διάταξη του άρθρου 482 § 1 Κ.Π.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 § 1 του Ν.3160/2003, και 483 του ιδίου Κώδικα, σαφώς προκύπτει ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν έχει πλέον το δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος. Τυχόν δε ασκηθείσα αναίρεση από πολιτικώς ενάγοντα, που είναι μη δικαιούμενο στην άσκηση αυτής πρόσωπο, απορρίπτεται ως απαράδεκτη, κατ'εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 476 §1 και 513 § 1 του Κ.Π.Δ.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα παραπάνω εταιρεία άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά του υπ'αριθμ. 1470/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης διότι παρά το νόμο έγινε εν μέρει μόνο δεκτή η υπ'αριθμ. 64/2007 έφεσή της κατά του υπ'αριθ. 805/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος Χ1 ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης προκειμένου να δικασθεί για απιστία σε βαθμό πλημμελήματος και όχι σε βαθμό κακουργήματος και αποφασίσθηκε να μη γίνει κατηγορία για το αδίκημα της υπεξαίρεσης κατ'εξακολούθηση από πρόσωπο που ενεργεί ως διαχειριστής ξένης περιουσίας (άρθρα 309 εδ. α', β', 375 § § 1 και 2 και 98 Π.Κ.).
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως είναι σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα απαράδεκτη, διότι η αναιρεσείουσα δεν έχει το δικαίωμα άσκησης αναίρεσης κατά του μνημονευομένου βουλεύματος και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοσα (άρθρα 476 § 1 και 583 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 32/20-12-2007 αίτηση αναίρεσης της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΪΡΑΝΗ ΑΕ" που εδρεύει στο Δήμο Κιλκίς, ΒΙ.ΠΕ Σταυροχωρίου, κατά του υπ'αριθμ. 1470/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα.Αθήνα 12 Φεβρουαρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 463 εδ.α' ΚΠοινΔ το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Μετά δε την αντικατάσταση του άρθρου 482 παρ.1 ΚΠοινΔ με το άρθρο 41 παρ.1 Ν.3160/2003 που ισχύει κατά το άρθρο 61 αυτού από 30-6-2003, ο πολιτικώς ενάγων δεν έχει πλέον δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος. Εξ άλλου κατά το άρθρο 476 παρ.1 ιδίου Κώδικος ως άνω "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως της πολιτικώς εναγούσης εταιρίας υπό την επωνυμία "ΔΟΪΡΑΝΗ ΑΕ προσβάλλεται το υπ'αριθμ. 1470/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίον έγινε εν μέρει δεκτή η έφεσή της κατά του υπ'αριθμ. 805/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία για κακουργηματική απιστία και κακουργηματική υπεξαίρεση, και παρεπέμφθη ο κατηγορούμενος Χ1 ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης για να δικασθεί για απιστία σε βαθμό πλημμελήματος. Η αναίρεση ησκήθη την 20/12/2007 ήτοι μετά την έναρξη της ισχύος του Ν.3160/2003 και συνεπώς το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπόκειται σε αναίρεση. Ούτω και μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου της αναιρεσειούσης να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την μη εμφάνισή του, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-12-2007 αίτηση της εις Κιλκίς ΒΙ.ΠΕ Σταυροχωρίου ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμίαν "ΔΟΪΡΑΝΗ ΑΕ" για αναίρεση του υπ'αριθμ. 1470/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Όχι αναίρεση από πολιτικώς ενάγοντα κατά βουλεύματος μετά τον Ν. 3160/2003 (30-6-2003) κατ’ άρθρο 482 § 1 ΚΠΔ. Απορρίπτεται η αναίρεση ως απαράδεκτη (άρθρ. 476 § 1, 513 ΚΠΔ).
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
Αριθμός 1717/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-πολιτικώς εναγόντων: 1)Ψ1 και 2)Ψ2, που δεν παρέστησαν στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 197/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, με κατηγορουμένη την Χ1. Το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες-πολιτικώς ενάγοντες, ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7 Ιανουαρίου 2008 και 11 Ιανουαρίου 2008, δύο αυτοτελείς αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 324/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 173/10-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Συμβούλιό Σας τις υπ'αρ. 4/2008 και 8/2008 αιτήσεις αναιρέσεως των 1)Ψ1 και 2) Ψ2, αντιστοίχως, τις οποίες άσκησαν με την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος, κατά του υπ'αρ. 197/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, το οποίο απέρριψε στην ουσία τις υπ'αριθμ. 2/2007 και 168/2007 εφέσεις των πολιτικώς εναγόντων α) Ψ1 και β) Ψ2 αντίστοιχα κατά του 18/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών 'Αρτας και εκθέτω τα εξής: -Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων, περιπτώσεων, εναντίον βουλεύματος ή απόφασης που δεν προβλέπεται, το δικαστικό Συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν μετά προηγούμενη ειδοποίηση προ 24 ωρών από τον Γραμματέα της Εισαγγελίας, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη του ασκήσαντος αυτό στα έξοδα. Εξ άλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρ. 41 § 1, 54 § 3 και 61 του Ν. 3160/30.6.03 που τροποποίησε το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι ο πολιτικώς ενάγων στερείται του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά βουλευμάτων, όταν όμως έχει ασκηθεί μέχρι την 30.6.03 (ημερομηνία δημοσιεύσεως του ως άνω νόμου) εισάγονται και κρίνονται από το αρμόδιο δικαστικό Συμβούλιο. Στην υπό κρίση περίπτωση οι ανωτέρω αναιρεσείοντες με την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος άσκησαν οι ίδιοι τις υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως κατά του προσβαλλομένου βουλεύματος την 7/1/2008 και την 11/1/2008 αντιστοίχως ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών (βλ. συνημμ. υπ'αρ. 8/2008 και 4/2008 εκθέσεις αναιρέσεως).
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθούν απαράδεκτες οι υπό κρίση αναιρέσεις και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες.
Για τους λόγους αυτούς ---------------------- Προτείνω να κηρυχθούν απαράδεκτες οι υπ'αρ. 4/2008 και 8/2008 αντίστοιχες αναιρέσεις των πολιτικώς εναγόντων (1) Ψ1 και (2) Ψ2, , κατά του υπ'αρ. 197/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες.
Αθήνα 18 Μαρτίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος των αναιρεσειόντων,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 463 εδ. α' Κ.Ποιν.Δικ. το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Μετά δε την αντικατάσταση του άρθρου 482 § 1 Κ.Ποιν.Δικ. με το άρθρο 41 § 1 Ν.3160/2003 που ισχύει κατά το άρθρο 61 αυτού από 30-6-2003, ο πολιτικώς ενάγων δεν έχει πλέον δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος. Εξάλλου κατά το άρθρο 476 § 1 ιδίου Κώδικος ως άνω "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται .......το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Στην προκειμένη περίπτωση με τις κρινόμενες αναιρέσεις 4 και 8/2008 των πολιτικώς εναγόντων Ψ1 και Ψ2 προσβάλλεται το υπ' αριθμ. 197/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων με το οποίο απερρίφθησαν οι εφέσεις των κατά του υπ' αριθμ. 18/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Άρτας το οποίο απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία κατά της Χ1 για την πράξη της θανατηφόρας έκθεσης. Οι αναιρέσεις ησκήθησαν την 7/1/2008 και 11/1/2008, ήτοι μετά την έναρξη της ισχύος του Ν. 3160/2003 και συνεπώς το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπόκειται σε αναίρεση. Ούτω και μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου των αναιρεσειόντων να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την μη εμφάνισή του πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως να απορριφθούν ως απαράδεκτες, καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 § 1 και 583 § 1 Κ.Ποιν.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις υπ' αριθμ. 4/7-1-2008 και 8/11-1-2008 αιτήσεις των Ψ1 και Ψ2 αντιστοίχως, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 197/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει έκαστον των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Όχι αναίρεση από πολιτικώς ενάγον-τα κατά βουλεύματος μετά τον Ν. 3160/2003 (30-6-2003) κατ’ άρθρο 482 § 1 ΚΠΔ. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αναίρεση (άρθρ. 476 § 1, 513 ΚΠΔ).
|
Πολιτική αγωγή
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή, Βούλευμα απαλλακτικό.
| 0
|
Αριθμός 1716/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια και Ελευθέριο Μάλλιο (που ορίσθηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως, με την με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ........, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Λώλη, για αναίρεση της ΑΤ 7127/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 645/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Β' Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι η σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 § 1). Ούτω κατά την παρ. 2 του τελευταίου άρθρου (170) η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο, και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τοιούτο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου όταν κατ' άρθρο 352 Κ.Ποιν.Δικ. υποβάλλει αίτημα αναβολής της δίκης για να προσέλθουν και εξετασθούν οι (κλητευθέντες) μάρτυρες που δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο. Ανεξαρτήτως του ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος αυτού, υπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει αυτό να απαντήσει στο εν λόγω αίτημα. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποίαν εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος εζήτησε την αναβολή της δίκης όπως από τον σχετικό ισχυρισμό του προκύπτει, για να προσέλθει ο μάρτυς αστυνομικός ο οποίος να εξετασθεί στο ακροατήριο για το συγκεκριμένο θέμα που διατυπώνεται στα πρακτικά. Το δικαστήριο όμως δεν απήντησε στο αίτημα αυτό, δημιουργηθέντος, εντεύθεν, λόγου αναιρέσεως εκ του άνω άρθρου 510 § 1 στοιχ. Β' Κ.Ποιν.Δικ. και πρέπει, κατά παραδοχήν του οικείου λόγου της κρινομένης αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων, οι οποίοι εδίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Ποιν.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. ΑΤ 7127/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το αίτημα περί αναβολής υπόκειται εις την κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αλλά τούτο οφείλει να απαντήσει, άλλως δημιουργείται ακυρότης σχετική (άρθρο 170 §1 ΚΠΔ). Πότε ακυρότης της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 170 § 2, ΚΠΔ, 510 § 1 στοιχ. Β΄ ΚΠΔ). Αναιρεί διότι το Εφετείο δεν απήντησε σε σχετικό αίτημα αναβολής για να προσέλθει μάρτυρας.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Αναβολής αίτημα.
| 0
|
Αριθμός 1714/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο (που ορίστηκε προς συμπλήρωση συνθέσεως με την με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) ..... και 2)......, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 8473/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 549/08.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 501 παρ.1 εδ.1. του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 48 παρ.1 του ν.3160/2003, "Αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη". Ορίζει δε η παράγραφος 2 του άρθρου 340, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 παρ.1 του ν.3160/2003 και ακολούθως με το άρθρο 13 του ν.3346/2005, ότι "σε πταίσματα, πλημμελήματα και (από την 17-6-2005, ημέρα ενάρξεως της ισχύος του ν.3346/2005) κακουργήματα, επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του... Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι θεωρείται πως είναι παρών ο εκκαλών, στην περίπτωση κατά την οποία, προς υποστήριξη της εφέσεώς του, δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Εφετείου αυτοπροσώπως, αλλά δια του συνηγόρου του, τον οποίο ο ίδιος διόρισε με έγγραφη δήλωσή του για να τον εκπροσωπήσει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ.1 εδ.1 ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ.1 του ν.3160/2003, "Αν ο εκκαλών εμφανισθεί ο ίδιος ή ο συνήγορός του στην περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση", κατά δε το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ.2 του ν.3160/2003, "Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329-338, 340, 344, 347, 348, 349, 352, 357-363, 366-373". Από τις διατάξεις αυτές, η διάταξη του άρθρου 344 παρ.1 εδάφ. α' ορίζει ότι "η αποχώρηση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης δεν κωλύει καθόλου την πρόοδο της διαδικασίας". Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 501 ΚΠοινΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 48 παρ.3 του ν.3160/2003, "Αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή η αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανισθεί όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών". Από τις τελευταίες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι αν ο εκκαλών-κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίστηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης για να υποστηρίζει την έφεσή του και στη συνέχεια, μετά την έναρξη της συζητήσεως, αποχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεσμευόμενο από την εμφάνιση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρο 501 ΚΠοινΔ, αλλά οφείλει να την ερευνήσει στην ουσία. Το ίδιο ισχύει, για την ομοιότητα της περιπτώσεως, κατά μείζονα λόγο και όταν ο εκκαλών-κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης, αλλά στη συνέχεια, μετά τη λήψη της ταυτότητάς του, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, η δίκη αναβλήθηκε και στη νέα, μετ' αναβολή, δικάσιμο ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο. Η άποψη αυτή συνάδει και με τη σκέψη που διατυπώνεται στην αιτιολογική έκθεση του σχεδίου ΚΠοινΔ για την αιτιολόγηση της ρυθμίσεως του άρθρου 501 παρ.1 ΚΠοινΔ, σύμφωνα με την οποία εκείνος ο οποίος αδικαιολόγητα δεν εμφανίζεται για να υποστηρίξει την έφεσή του παραιτείται σιωπηρά από αυτήν, αναγνωρίζοντας την ορθότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, υπό την έννοια ότι δεν είναι νοητό η μετ' αναβολή μη εμφάνιση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, ο οποίος είχε εμφανισθεί και υποστηρίξει την έφεσή του σε προγενέστερη συζήτησή της, να θεωρείται ως σιωπηρή παραίτησή του από την έφεσή του και αναγνώριση της αποφάσεως που προσέβαλε. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, η αναβολή θεωρείται ότι έγινε μετά την έναρξη της διαδικασίας και της συζητήσεως της εφέσεως, οπότε ο κατηγορούμενος λογίζεται σαν να ήταν παρών στη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, και το δικαστήριο, δεσμευόμενο από την αρχική εμφάνιση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, αλλά οφείλει να τη δικάσει στην ουσία. Διαφορετικά, η απόφαση του εφετείου είναι αναιρετέα, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, για υπέρβαση εξουσίας (Ολ. ΑΠ 8/2006, 3/3006).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για τον αναιρετικό έλεγχο, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες (κατηγορούμενοι) με την 20622/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλακίσεως 3 ετών ο καθένας, για παράβαση του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990. Κατά της πιο πάνω αποφάσεως άσκησαν αυτοί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης τις υπ' αριθμ. 1619 και 1620/15-6-2006 εφέσεις τους, κατά την εκδίκαση των οποίων μετά από αναβολή, που είχαν ορισθεί για τις 3-5-2007, δεν εμφανίσθηκαν αυτοπροσώπως, αλλά εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Ζιάκα, τον οποίο οι ίδιοι είχαν διορίσει με ειδικές εξουσιοδοτήσεις τους. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο με την 5447/2007 απόφασή του επέτρεψε στον ανωτέρω συνήγορο να εκπροσωπήσει τους απόντες κατηγορουμένους και στη συνέχεια, η Πρόεδρος εκφώνησε τα ονόματα των μαρτύρων κατηγορίας και βρέθηκε απών ο πρώτος και παρούσα η δευτέρα εξ' αυτών. Στο σημείο αυτό της δίκης ο συνήγορος των κατηγορουμένων αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο δήλωσε στο Δικαστήριο ότι είναι απασχολημένος και ζήτησε την αναβολή της δίκης. Ακολούθησε πρόταση του Εισαγγελέα και το Τριμελές Εφετείο με την προαναφερθείσα απόφασή του ανέβαλε, λόγω σημαντικών αιτίων, τη δίκη σε ρητή δικάσιμο, και συγκεκριμένα για τις 29-6-2007, χωρίς κλήτευση των κατηγορουμένων και της δευτέρας μάρτυρα. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο οι κατηγορούμενοι-αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν πάλι αυτοπροσώπως, ούτε εκπροσωπήθηκαν από συνήγορο. Λόγω δε της απουσίας των αυτής, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την αναιρεσιβαλλόμενη 8473/2007 απόφασή του απέρριψε τις εφέσεις ως ανυποστήρικτες, κατ' εφαρμογή του άρθρου 501 παρ. 1 του ΚΠοινΔ. Όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, κατά τη δικάσιμο της 3-5-2007 η δίκη αναβλήθηκε, αφού προηγουμένως οι αναιρεσείοντες είχαν εμφανισθεί δια συνηγόρου για να υποστηρίξει τις εφέσεις τους και είχε αρχίσει πλέον η διαδικασία και η συζήτηση των εφέσεων, αφού το Δικαστήριο είχε φθάσει τουλάχιστον στην εκφώνηση του καταλόγου των μαρτύρων. Άρα, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με το να απορρίψει τις ανωτέρω εφέσεις ως ανυποστήρικτες, υπερέβη την εξουσία του, αφού όφειλε, κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, να θεωρήσει παρόντες τους αναιρεσείοντες και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν.
Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 8473/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και,
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρεί απόφαση που απέρριψε τις εφέσεις ως ανυποστήρικτες μετά από αναβολή σε ρητή δικάσιμο και μετά την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων λόγω υπέρβασης εξουσίας.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 0
|
Αριθμός 1713/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο (που ορίστηκε προς συμπλήρωση συνθέσεως με την με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Πολυζόπουλο και 2) χ2, που εκπροσωπήθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, περί αναιρέσεως της 1155/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ψ1, που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 6 Δεκεμβρίου 2007 δύο αυτοτελείς αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 11/08.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου δυο αιτήσεις αναιρέσεως, ήτοι α) η πρώτη με αριθμό 94/6-12-2007 του κατηγορουμένου χ1 και β) η δεύτερη με αριθμό 93/6-12-2007, της κατηγορουμένης χ2, οι οποίες (αιτήσεις) στρέφονται κατά της αυτής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό 1155/2007, πρέπει δε να συνεκδικασθούν ως συναφεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η γενόμενη καταμήνυση είναι ψευδής. Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 224 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος, απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι αντικειμενικώς ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει. Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι, το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης προϋποθέτει, είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται, κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος, στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου, του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος, αλλά απαιτείται άμεσος δόλος. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαία. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση, όσο και το σκοπό. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1155/2007 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 21-7-2001,ο 1ος των κατηγορουμένων χ1 μετέβη στο Αστυνομικό Τμήμα Πειραιώς και υπέβαλε κατά του ήδη εγκαλούντος (και παρισταμένου ως πολιτικώς ενάγοντος) ψ1 και κατά του θετού γιου του τελευταίου ψ έγκληση, με την οποία τους κατεμήνυσε για το αδίκημα της κλοπής από κοινού, ήτοι, ειδικότερα, για το ότι κατά το διήμερο από 19-7-2001 μέχρι 21-7-2001, αφαίρεσαν με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης από το κατάστημα-κομμωτήριο, το οποίο διατηρούσε μαζί με τη συγκατηγορουμένη και σύζυγό του χ2 κείμενο στον Πειραιά (........), και το οποίο είχε μισθώσει από τον ψ, τον εξοπλισμό του κομμωτηρίου και διάφορα εμπορεύματα συνολικής αξίας 20.000.000 δραχμών. Ακολούθως, και οι δύο κατηγορούμενοι, αυθημερόν, εξεταζόμενοι ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον των αρμοδίων προανακριτικών υπαλλήλων (αστυνομικών) του ανωτέρω Αστυν. Τμημάτων, επιβεβαίωσαν το περιεχόμενο της εγκλήσεως ως αληθές. Όμως τα διαλαμβανόμενα στην προκαλέσασα την καταδίωξη των τότε καταμηνυθέντων εν λόγω έγκληση περιστατικά τα οποία επιβεβαίωσαν ενόρκως με τις καταθέσεις τους οι δύο κατ/νοι αποδείχθηκε ότι ήταν απολύτως ψευδή και αυτοί το γνώριζαν, αφού από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι καταμηνυθέντες είχαν διαπράξει την ανωτέρω κλοπή, πράγμα που έχει ήδη γίνει δεκτό με το υπ' αριθμ. 1047/2004 βούλευμα του συμβουλίου Πλη/κων Πειραιώς, το οποίο έχει καταστεί αμετάκλητο (βλ. τις αναγνωσθείσες και αναφερόμενες στα πρακτικά, όπως και το εν λόγω βούλευμα, υπ' αριθμού ..... και ..... βεβαιώσεις του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς και του Γραμματέα του Αρείου Πάγου αντιστοίχως) και με το οποίο το ως άνω Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των τότε κατηγορουμένων ψ1 και ψ για κλοπή από κοινού, μπορούσαν δε να βλάψουν, όπως πράγματι έβλαψαν, την τιμή και την υπόληψη τόσο του ήδη εγκαλούντος ψ1, όσο και του ετέρου των τότε καταμηνυθέντων ψ, αφού (τα ως άνω ψευδή περιστατικά) αντίκεινται στην έννοια της ευπρέπειας και προσδίδουν κοινωνική απαξία, έγιναν δε γνωστά σε ευρύτερο κύκλο προσώπων (προανακριτικούς υπαλλήλους). Στην προκειμένη αξιόποινη συμπεριφορά τους οι δύο κατ/νοι (σύζυγοι) προέβησαν ελαυνόμενη από εκδικητικά κίνητρα, ήτοι για το λόγο ότι ο εκ των καταμηνυθέντων ψ είχε ασκήσει κατά της 2ης των κατ/νων (χ2) την από 2-1-2001 αριθμ. εκθ. καταθ. 337/2001), αγωγή αποδόσεως του καταστήματος (κομμωτηρίου), που της είχε εκμισθώσει, λόγω δυστροπίας περί την καταβολή των μισθωμάτων, η οποία είχε γίνει δεκτή με την 6278/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς - εκτελεσθείσα στις 14-12-2001 δυνάμει την .... εκθέσεως αποβολής του δικαστ. Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .... - καθώς και τις 419/20-6-2001 και 462/9-7-2001 διαταγές πληρωμής μισθωμάτων. Με βάση τα προεκτεθέντα, οι εκκαλούντες κατ/νοι πρέπει κηρυχθούν ένοχοι ο μεν 1ος α) ψευδούς καταμηνύσεως, β) ψευδορκίας μάρτυρα και γ) συκοφαντικής δυσφημήσεως, η δε 2η α) ψευδορκίας μάρτυρα και β) συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά το κατηγορητήριο). Με τις παραδοχές και σκέψεις αυτές το Εφετείο κήρυξε ενόχους τον πρώτο κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα για ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδορκία μάρτυρα και την δεύτερη κατηγορουμένη -αναιρεσείουσα σε ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Εφετείο, που δίκασε, δεν διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλ' ούτε και στο διατακτικό της, που παραδεκτώς το συμπληρώνει, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που δικαιολογούν και ακολούθως θεμελιώνουν την από τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους γνώση της αναλήθειας του μεν πρώτου των καταμηνυθέντων και ενόρκως βεβαιωθέντων της δε δευτέρας των ενόρκως κατατεθέντων καίτοι η γνώση αυτή δεν είναι καθόλου αυτονόητη από όσα στο σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης εκτίθενται, αφού μόνη η αναφορά σ' αυτή ότι εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 1047/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του πολιτικώς ενάγοντος και του ψ για κλοπή από κοινού δεν αρκεί για να καταδείξει τη γνώση αφού το προμνησθέν βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς εκδόθηκε μεταγενέστερα της μηνύσεως και των ενόρκων βεβαιώσεων. Σε σχέση με το στοιχείο αυτό του άμεσου δόλου (γνώσης), η προσβαλλόμενη απόφαση περιορίζεται να παραθέσει στο διατακτικό απλώς τη φράση "εν γνώσει", που περιέχεται στο νόμο χωρίς όμως να αιτιολογεί από ποια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά συνάγεται η γνώση αυτή. Είναι συνεπώς βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι των αιτήσεων αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ και πρέπει κατά παραδοχή των λόγων αυτών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1155/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έλλειψη αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 1
|
Αριθμός 1711/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη,
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1)x1 και 2) x2, περί αναιρέσεως του με αριθμό 224/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Σεπτεμβρίου 2007 και 10 Σεπτεμβρίου 2007, αιτήσεις τους, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1643/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 157/04.4.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, τις υπ'αριθ. 12/3-9-2007 και 15/10-9-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: 1) x1 και 2) x2, αντιστοίχως, δικηγόρων και κατοίκων Λάρισας, κατά του υπ'αριθ. 224/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, εκθέτω δε τα ακόλουθα: 1.- Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λάρισας με το υπ'αριθ. 378/2005 βούλευμά του αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον των ανωτέρω αναιρεσειόντων κατηγορουμένων x1 και x2 για την πράξη της υπεξαιρέσεως κατά συναυτουργία αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, το οποίο έχουν εμπιστευθεί στους υπαιτίους, λόγω της ιδιότητάς τους ως εντολοδόχων, που φέρονται ότι διέπραξαν στη Λάρισα την 27-3-1997 και 23-5-1997, σε βάρος των πολιτικώς εναγόντων 1) ψ1, 2) ψ2, 3) ψ3, 4) ψ4, 5) ψ5 και 6) ψ6. Κατά του απαλλακτικού αυτού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας οι ανωτέρω πολιτικώς ενάγοντες άσκησαν εφέσεις, οι οποίες με το υπ'αριθ. 62/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας έγιναν δεκτές τυπικά και ουσιαστικά και παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι της ως άνω αξιόποινης πράξεως. Κατά του εν λόγω υπ'αριθμ. 62/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας άσκησαν αναίρεση οι αναιρεσείοντες και με την υπ'αριθ. 854/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) αναιρέθηκε το βούλευμα αυτό και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως. Στη συνέχεια το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με το υπ'αριθ. 224/2007 βούλευμά του έκανε και πάλι δεκτές τυπικά και ουσιαστικά τις εφέσεις των πολιτικώς εναγόντων κατά του υπ'αριθ. 378/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας και παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι της ως άνω αξιόποινης πράξεως. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφονται πλέον οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι με τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες ασκήθηκαν νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε νομίμως στον πρώτο αναιρεσείοντα χ1 την 23-7-2007, και στον δεύτερο αναιρεσείοντα χ2 την 30-7-2007, οι δε αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν την 3-9-2007, ημέρα Δευτέρα και 10-9-2007, ημέρα επίσης Δευτέρα, αντιστοίχως. Πρέπει στο σημείο αυτό να τονισθεί ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 4 ΚΠΔ, οι προθεσμίες ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων και αποφάσεων ανταστέλλονται κατά το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου. Για τις αιτήσεις αυτές συνετάγησαν από τον Γραμματέα του Τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Λάρισας οι υπ'αριθ. 12/3-9-2007 και 15/10-9-2007 εκθέσεις, όπου διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκαν και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και η απόλυτη ακυρότητα. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και περαιτέρω να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.2.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 εδ. α'ΠΚ όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντα ή μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτείται αντικειμενικώς: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι αυτό ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νομίμου δικαιολογητικού λόγου, ε) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και, επί πλέον, να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή, ανεξαρτήτως αυτών, αν η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, κατά το άρθρο 5 Ν. 2943/2001, με το οποίο δόθηκε η επίσημη αντιστοιχία, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη θέληση ή αποδοχή του δράστη να ενσωματώσει το ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα στην περιουσία του, που καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, με την οποία εκδηλώνεται η πρόθεσή του αυτή. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαιρέσεως καθίσταται και ο εντολοδόχος, ο οποίος, κατά τα άρθρα 713 και 719 ΑΚ, έχει την υποχρέωση να διεξαγάγει την υπόθεση, νομικής ή υλικής φύσεως, που του ανατέθηκε από τον εντολέα και αρνείται να αποδόσει στον τελευταίο το ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας κινητό πράγμα, που αυτός του εμπιστεύθηκε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται σε μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές, είτε με κατάθεση σε προσωπικό λογαριασμό. Σχέση έμμισθης εντολής καθιδρύεται και μεταξύ το δικηγόρου και του πελάτη του όταν ο πρώτος, κατά την άσκηση του λειτουργήματός του, αναλαμβάνει να προβεί σε δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για λογαριασμό του εντολέα και να δέχεται καταβολές οφειλόμενες στον τελευταίο. Εξάλλου κατά το άρθρο 92 παρ. 1 και 3 ΝΔ 3024/1954 "εκ της αμοιβής του Δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του, περιλαμβάνουσαν είτε την όλην διεξαγωγήν της δίκης, είτε μέρους, είτε κατ' ιδίαν πράξεις αυτών ή άλλης πάσης φύσεως νομικής εργασίας, εν ουδεμιά όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθρω 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αυτής. Επιτρέπεται συμφωνία, εξαρτώσα την αμοιβήν ή το είδος αυτής εκ της εκβάσεως της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή εξ οιασδήποτε άλλης αιρέσεως, ως και συμφωνία περί αμοιβής δι'εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας. Η τοιαύτη συμφωνία δεν δύναται να υπερβαίνει τα 20% του αντικειμένου της δίκης" (ΑΠ 922/2007, ΑΠ 1882/2006, ΑΠ 1571/2006, ΑΠ 1364/2006, ΑΠ 94/2006). Για την αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως, που δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, κρίνει κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας, καθόσον ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου ως ιδιαιτέρως μεγάλης ή μικρής, είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο έχει βάση τις συνθήκες της αγοράς κατά τον χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, από τις οποίες διαμορφώνεται κάθε φορά η αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, αν αυτή (αξία) είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής (ΑΠ 1571/2006, ΑΠ 311/2005). Περαιτέρω το έγκλημα της υπεξαιρέσεως θεωρείται τετελεσμένο αφότου ο υπαίτιος επιχείρησε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, με την οποία εκδηλώνεται και εξωτερικεύεται η χωρίς δικαίωμα ιδιοποίηση του ξένου κινητού πράγματος. Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 45 ΠΚ συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους, είτε κατά την τέλεσή τους, ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεσή τους και γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τελέσεως της πράξεως και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της προθέσεως μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος. Ειδικότερα επί υπεξαιρέσεως υπάρχει συναυτουργία όταν το ιδιοποιούμενο αντικείμενο περιέρχεται στην συγκατοχή των πλειόνων δραστών, οι οποίοι ενεργούν από κοινού, λόγω της μεταξύ τους ιδιαίτερης σχέσεως και των ειδικών στη συγκεκριμένη περίπτωση συνθηκών (ΑΠ 1317/2001), χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση και η μνεία των επί μέρους ενεργειών καθενός από τους συναυτουργούς, αλλά αρκεί η αναφορά στο βούλευμα των πραγματικών περιστατικών, βάσει των οποίων το Συμβούλιο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός (ΑΠ 1174/2007, ΑΠ 980/2007, ΑΠ 1166/2006). 3.- Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος να δικασθεί στο αρμόδιο δικαστήριο ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις, από τις οποίες τα περιστατικά αυτά προέκυψαν, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 870/2007, ΑΠ 628/2007, ΑΠ 544/2005). β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. 'Ετσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 286/2006, ΑΠ 345/2006). Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις, που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 1071/2005, ΑΠ 1364/2006). Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως (ΑΠ 1074/2006). 4.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, που το εξέδωσε, έκρινε, με δικές του αποκλειστικά σκέψεις, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει και προσδιορίζει κατ'είδος, και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των νομίμως εξετασθέντων μαρτύρων, όλα τα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, καθώς και εκείνα που εκτίθενται από αυτούς στα απολογητικά τους υπομνήματα και όσα οι διάδικοι υποστήριξαν ενώπιον του Συμβουλίου, προέκυψαν τα ακόλουθα: "Οι κατηγορούμενοι χ2 και χ1 είναι δικηγόροι του Δ.Σ. Λάρισας. Στις .... συνήψαν στη Λάρισα με τους εκκαλούντες έγγραφο εργολαβικό δίκης και έλαβαν από αυτούς την εντολή "να επιδιώξουν δικαστικά, διοικητικά και εξώδικα την είσπραξη κάθε ποσού που θα προκύψει σχετικά με την υπόθεση τροχαίου αυτοκινητιστικού ατυχήματος που συνέβη την 22 Ιουλίου 1993 στη .... και είχε σαν αποτέλεσμα τη θανάτωση του συζύγου της και πατρός των ανηλίκων τέκνων της ψ1 από αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης ως και αποζημιώσεως των από οποιαδήποτε αιτία κατά του Γ1, ως και κατά παντός ετέρου υπευθύνου ενεχομένου εκ του ανωτέρω ατυχήματος, ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου ήθελε κριθεί αρμόδιο κατά τόπο και καθ' ύλη". Με το ίδιο εργολαβικό για την αμοιβή τους ορίσθηκαν τα εξής: "Η αμοιβή η οποία θα καταβληθεί στους δεύτερους των ώδε συμβαλλομένων (δικηγόρους) για όλες τις ενέργειες τους μέχρι την τελεσίδικη αναγνώριση και καταβολή των αξιώσεων της πρώτης.....συμφωνείται ποσοστό 20% και για τους δύο αφετέρου ώδε συμβαλλομένους επί παντός ποσού το οποίο θα εισπραχθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Ρητά συμφωνείται επίσης μεταξύ των συμβαλλομένων ότι οι τυχόν δικαστικές δαπάνες που θα επιδικασθούν ανήκουν στους δεύτερους δικηγόρους χωρίς καμία αξίωση της πρώτης στα ποσά αυτά, ως επίσης και οι αναλογούντες σε οποιοδήποτε επιδικασθησόμενο ποσό τόκοι. Το συμφωνηθέν ποσό που θα προκύψει από το παραπάνω ποσό, τις δαπάνες και τους τόκους η πρώτη το εκχωρεί από σήμερα στους δεύτερους και έτσι οι δεύτεροι μπορούν να το εισπράξουν απ' ευθείας από τους υπόχρεους για την καταβολήν". Επειδή η πρώτη εκκαλούσα που συμβλήθηκε τόσο για λογαριασμό της, όσο και για λογαριασμό των λοιπών εκκαλούντων (οι Ψ2, Ψ3, Ψ4 και Ψ5 είναι ανήλικα τέκνα της και ο Ψ6 είναι πατέρας της) αγνοούσε την ελληνική γλώσσα, κλήθηκε να ερμηνεύσει τα συμφωνηθέντα στη γλώσσα της (ρουμανική) ως διερμηνέας ο Δημήτριος Παναγούνης του Αριστοτέλη, ο οποίος βεβαιώνει το γεγονός αυτό στο τέλος του εργολαβικού. Έτσι λοιπόν, σε εκτέλεση της εντολής αυτής οι κατηγορούμενοι εντολοδόχοι κατέθεσαν ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Λάρισας αγωγή αποζημιώσεως κατά του υπαίτιου οδηγού και του Επικουρικού Κεφαλαίου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 679/1996 οριστική απόφαση. Με την απόφαση αυτή επιδικάστηκε υπέρ των εναγόντων χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και συγκεκριμένα 5.150.000 δρχ. για την πρώτη, 5.000.000 δρχ. για καθένα από τα 4 ανήλικα τέκνα της και 2.000.000 δρχ. για τον πατέρα της. Συνολικά 27.150.000 δρχ. με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για 5.000.000 δρχ., ποσό το οποίο εισέπραξε στις 24-1-1997 ο κατηγορούμενος Χ2 από το Επικουρικό Κεφάλαιο. Απ' αυτό κατέβαλε στην πρώτη εκκαλούσα 2.000.000 δρχ., ενώ το υπόλοιπο ποσό των 3.000.000 δρχ. το παρακράτησε γι' αυτόν και το συγκατηγορούμενό του Χ2 έναντι της αμοιβής τους. Στις 20-5-1997 ο κατηγορούμενος Χ2 ζήτησε από την πρώτη εκκαλούσα και αυτή του χορήγησε το υπ' αριθμ. ..... πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Μητρέλη με την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να προέλθει σε συμβιβασμό με το Επικουρικό Κεφάλαιο και να εισπράξει το ποσό που θα συμφωνηθεί συμβιβαστικά. Έτσι οι κατηγορούμενοι, αφού συνεννοήθηκαν με την πρώτη εκκαλούσα και έλαβαν τη συναίνεση της, ήλθαν σε εξώδικο συμβιβασμό με το Επικουρικό Κεφάλαιο. Κατά τις διαπραγματεύσεις και την υπογραφή του συμφωνητικού του συμβιβασμού (20-5-1997) παρευρίσκονταν η πρώτη εκκαλούσα συνοδευόμενη από φιλικό της πρόσωπο (τον Ε1 ο οποίος ενεργούσε και ως διερμηνέας της), λαμβάνοντας έτσι πλήρη γνώση των συμφωνηθέντων όρων. Ο συμβιβασμός που επιτεύχθηκε, καταργώντας τη δίκη, ήταν στο ύψος των ποσών που επιδικάσθηκαν πρωτόδικα. Σε εκτέλεση του συμβιβασμού το Επικουρικό Κεφάλαιο κατέβαλε στον πρώτο κατηγορούμενο Χ2 για λογαριασμό των εκκαλούντων (πέραν του ήδη καταβληθέντος την 24-1-1997 προσωρινά εκτελεστού ποσού 5.000.000 δρχ.) και το ποσό των 27.512.500 δρχ. με την έκδοση της υπ' αριθμ. ...... τραπεζικής επιταγής της ΕΤΕ, την οποία ο ίδιος εισέπραξε. Από το ποσό αυτό 4.312.500 δρχ. αντιστοιχούσαν στους τόκους υπερημερίας και 1.050.000 δρχ. στη δικαστική δαπάνη. Το υπόλοιπο (22.150.000 δρχ.) αντιστοιχούσε στο κεφάλαιο, έναντι του οποίου είχαν καταβληθεί, όπως προαναφέρθηκε, άλλα 5.000.000 δρχ. Μετά την είσπραξη της επιταγής στις 23-5-1997 έγινε συνάντηση της πρώτης εκκαλούσας με τον κατηγορούμενο Χ2 στο γραφείο του. Εκεί η πρώτη εκκαλούσα, ενεργώντας και για λογαριασμό των λοιπών, εισέπραξε το ποσό των 15.750.000 δρχ., από το οποίο 12.000.000 δρχ. είχαν κατατεθεί την ίδια ημέρα από τονΧ2 στον υπ' αριθμ. .... τραπεζικό λογαριασμό της στην Τράπεζα Εργασίας και 3.750.000 δρχ. έλαβε σε μετρητά (βλ. την από ....απόδειξη πληρωμής, την οποία προσυπογράφουν, εκτός από τους συμβαλλομένους, και οι μάρτυρες Ε1 και Ε2, φίλοι της πρώτης εκκαλούσας που τη συνόδευαν στο δικηγορικό γραφείο για να της μεταφράζουν στη γλώσσα της τα διαμειβόμενα). Επομένως, οι κατηγορούμενοι από το συνολικό ποσό των 32.512.000 δρχ. που εισέπραξαν από το Επικουρικό κεφάλαιο για λογαριασμό των εκκαλούντων (5.000.000 δρχ. για το προσωρινά εκτελεστό και 27.512.000 δρχ. με την επιταγή) δικαιούνταν, σύμφωνα με το προαναφερόμενο εργολαβικό δίκης, να λάβουν: α. Ποσοστό 20% επί του κεφαλαίου (27.150.000 δρχ.), δηλαδή 5.430.000 δρχ. β. Τους τόκους υπερημερίας 4.312.000 δρχ. Και γ. την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη 1.050.000 δρχ. Συνολικά 10.792.500 δρχ. Αντίστοιχα έπρεπε να αποδώσουν στους εντολείς τους εκκαλούντες το υπόλοιπο ποσό, δηλαδή 21.719.500 δρχ. (32.512.000-10.792.500 = 21.719.500 δρχ.). Αυτοί όμως τους κατέβαλαν ποσό μικρότερο και συγκεκριμένα 17.750.000 δρχ. (2.000.000 + 15.750.000 = 17.750.000 δρχ.). Είναι λοιπόν φανερό ότι παρακράτησαν χωρίς νόμιμη αιτία και επομένως ιδιοποιήθηκαν παράνομα το ποσό των 3.969.500 δρχ. (21.719.500 - 17.750.000 = 3.969.500 δρχ.) Οι κατηγορούμενοι, προσπαθώντας να δικαιολογήσουν την παράνομη ιδιοποίηση του επί πλέον ποσού των 3.969.500 δρχ., ισχυρίζονται ότι το παρακράτησαν με τη σύμφωνη γνώμη της πρώτης εκκαλούσας ως αμοιβή τους για τον χειρισμό του ποινικού μέρους της υποθέσεως διότι είχαν συμφωνήσει δήθεν προφορικά με τους εντολείς του επιπρόσθετη αμοιβή για να υποστηρίξουν την παράσταση τους ως πολιτικοί ενάγοντες στο ποινικό δικαστήριο κατά του υπαίτιου οδηγού. Πράγματι παρέστησαν στις 12.6.1996 ενώπιον του τριμελούς πλημμελειοδικείου Λάρισας και οι δύο κατηγορούμενοι ως συνήγοροι πολιτικής αγωγής της πρώτης εκκαλούσας. Επίσης στις 10.3.1998 ενώπιον του τριμελούς εφετείου Λάρισας, όπου η καταδικαστική πρωτόδικη απόφαση ήχθη με έφεση του κατηγορουμένου, παρέστη για τον ίδιο σκοπό μόνον ο πρώτος κατηγορούμενος. Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός, με τον οποίο επιχειρούν να δικαιολογήσουν την παρακράτηση του ανωτέρου ποσού, ελέγχεται ως αβάσιμος για τους εξής λόγους: Α) Οι ίδιοι ρητά συμφώνησαν στο εργολαβικό δίκης, το οποίο αυτοί συνέταξαν, ότι η (υπερβαίνουσα μάλιστα τα νόμιμα όρια) αμοιβή τους αναφέρεται σε "όλες τις ενέργειες τους", άρα και στο ποινικό μέρος της υπόθεσης. Στο εργολαβικό, το οποίο είναι ιδιαίτερα λεπτομερές και σαφές, προέβλεψαν με σαφήνεια τα πάντα. Β) Αν πράγματι είχαν συμφωνήσει ιδιαίτερη αμοιβή για το ποινικό μέρος της υποθέσεως (πράγμα δεν συνηθίζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις), θα έπρεπε να περιλάβουν αναφορά περί αυτού στο εργολαβικό και να μη αρκεσθούν σε μία "προφορική συμφωνία". Ας σημειωθεί ότι τέτοια συμφωνία δεν επαληθεύθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Γ) Αν υπήρχε τέτοια προφορική συμφωνία και είχε παραλειφθεί από το εργολαβικό, έπρεπε να αναφερθεί τουλάχιστον στο από 23.5.1997 τετρασέλιδο συμφωνητικό, με το οποίο αφενός αποδόθηκαν, μετά το συμβιβασμό, τα εισπραχθέντα από το Επικουρικό κεφάλαιο στην πρώτη εκκαλούσα και αφετέρου έγινε η παρακράτηση της αμοιβής από τους δικηγόρους. Στο συμφωνητικό αυτό τεχνηέντως παραλείπεται οποιαδήποτε αναφορά για το ένδικο ποσό των 3.969.500 δρχ. και δεν περιλαμβάνεται από τους συντάκτες του (κατηγορουμένους) ούτε μεταξύ των ποσών που αποδίδονται στην πρώτη εκκαλούσα ούτε στα ποσά που αυτοί παρακρατούν ως αμοιβή. Εξάλλου και ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι το συνολικό ποσό που τους υπεξαιρέθηκε είναι μεγαλύτερο και ανέρχεται σε 12.000.000 δρχ. δεν είναι βάσιμος. Είναι αλήθεια ότι με το προαναφερόμενο εργολαβικό συμφωνήθηκε αμοιβή μεγαλύτερη από το ανώτατο νόμιμο ποσοστό 20% που προβλέπεται από το άρθρο 92 παρ. 3 Κώδικα Δικηγόρων, δεδομένου ότι, εκτός από το ποσοστό αυτό, συμφωνήθηκε ότι οι εντολοδόχοι δικηγόροι θα λάβουν επί πλέον όλους τους τόκους υπερημερίας και τα δικαστικά έξοδα που θα επιδικαστούν έτσι ώστε η αμοιβή του τελικά να ανέρχεται στο 33,20% του συνόλου των εισπραχθέντων. Ως προς το υπερβάλλον το εργολαβικό είναι άκυρο και γεννά υποχρέωση των κατηγορουμένων για απόδοση των επί πλέον ληφθέντων κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η παρακράτηση όμως του επί πλέον αυτού ποσού (5.362.000 δρχ.), παρά την ανωτέρω ακυρότητα, δε συνιστά εν προκειμένω υπεξαίρεση διότι ναι μεν για την αμοιβή του ο δικηγόρος έχει κατά κανόνα μόνο ενοχική απαίτηση κατά του εντολέα του, πλην όμως δικαιούται να παρακρατήσει το συμφωνημένο ποσοστό της αμοιβής του από το ποσό που εισέπραξε για λογαριασμό του εντολέα του ως προϊόν της δίκης εφόσον υφίσταται άλλη σχέση, βάσει της οποίας θα είχε τέτοιο δικαίωμα (λ.χ. εκχώρηση). Ειδικότερα, στα πλαίσια της μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου συμφωνίας για διεξαγωγή της δίκης εργολαβικά, είναι δυνατόν να συμφωνηθεί ότι ο εντολέας εκχωρεί στον εντολοδόχο δικηγόρο, προς είσπραξη της συμφωνηθείσης αμοιβής του, ποσοστό της απαίτησης του κατά του αντιδίκου του. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για καταπιστευτική εκχώρηση που αποσκοπεί στην εξασφάλιση του δικηγόρου προς είσπραξη της αμοιβής του αμέσως από το προϊόν της δίκης μετά τη τελεσιδικία, χωρίς η εκχωρηθείσα απαίτηση να διέλθει από την περιουσία του εκχωρητή (ΑΠ 418/2003 Ελλ.Δνη 44 (2003) σελ. 1597). Στην προκείμενη περίπτωση στο προαναφερόμενο εργολαβικό είχε προβλεφθεί τέτοια εκχώρηση διότι ρητά αναφέρεται ότι "το συμφωνηθέν ποσό που θα*1 προκύψει από το παραπάνω ποσό, τις δαπάνες και τους τόκους η πρώτη το εκχωρεί από σήμερα στους δεύτερους και έτσι οι δεύτεροι μπορούν να το εισπράξουν απ' ευθείας από τους υπόχρεους για την καταβολήν". Σε κάθε περίπτωση η παρακράτηση του όλου του ποσού από τους κατηγορούμενους (μέχρι το νόμιμο όριο και το υπερβάλλον) έγινε με τη ^ συγκατάθεση της πρώτης εκκαλούσας που ενεργούσε και για τους λοιπούς, η δε συγκατάθεση αυτή, έστω και αν εξ αιτίας της υπέστη η ίδια και οι λοιποί οικείοι της ζημία, αναιρεί την έννοια του παρανόμου της ιδιοποιήσεως. Είναι διαφορετικό το ζήτημα των αστικών αξιώσεων της κατά των κατηγορουμένων για το άκυρο μέρος της εργολαβίας.
Συνεπώς οι κατηγορούμενοι, από κοινού ενεργώντας, τέλεσαν σε βάρος των εκκαλούντων εντολέων τους υπεξαίρεση συνολικά ποσού 3.969.500 δρχ. Η ιδιοποίηση τελέσθηκε στις 23.5.1997 που έγινε η τελική εκκαθάριση των μεταξύ τους λογαριασμών. Και είναι αλήθεια ότι στις 27.3.1997 είχαν κρατήσει έναντι της αμοιβής τους από το προσωρινά εκτελεστό ποσό που εισέπραξαν, αλλά η παρακράτηση του ποσού αυτού (που σε κάθε περίπτωση έγινε με τη συναίνεση των εντολέων τους) δεν ήταν παράνομη αφού η αμοιβή τους που ακόμη δεν είχε συνολικά προσδιορισθεί ήταν σαφώς μεγαλύτερη από το ποσό που τότε παρακράτησαν.
Συνεπώς δεν πρόκειται για δύο πράξεις υπεξαιρέσεως (η μία στις 27.3.197 και η άλλη στις 23.5.1997), όπως κατηγορήθηκαν. Εξάλλου, παθόντες είναι όλοι οι εκκαλούντες εντολείς και από καθένα υπεξαιρέθηκε (ανάλογο με το κεφάλαιο που του επιδικάσθηκε) μέρος του συνολικά υπεξαιρεθέντος ποσού, το οποίο (μέρος) ανέρχεται, ενόψει του αρχικού ύψους του κεφαλαίου που επιδικάσθηκε στον καθένα, σε 792.617 δρχ. για την πρώτη εκκαλούσα, 730.806 δρχ. για καθένα από τα τέκνα της (2° έως 5° εκκαλούντες) και 292.155 δρχ. για τον πατέρα της (6° εκκαλούντα). Ωστόσο, αν και οι παθόντες είναι περισσότερα από ένα πρόσωπα, δεν πρόκειται για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, πράγμα κρίσιμο για τη διαχρονική εφαρμογή του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 98 με το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. 1 του ν. 2721/1999- βλ. ενδεικτικά ΑΠ 113/2005 ΝοΒ 53 (2005) σελ. 1481), αλλά για μία πράξη υπεξαιρέσεως ποσού 3.969.500 δρχ. με περισσότερους από ένα παθόντες, δεδομένου ότι το εξακολουθητικό έγκλημα απαρτίζεται από περισσότερες χρονικώς χωρισμένες μεταξύ τους αξιόποινες πράξεις που τελούνται από το ίδιο πρόσωπο.
Εν προκειμένω, η ιδιοποίηση του συνολικού ποσού των 3.969.500 δρχ. έγινε από τους κατηγορουμένους με μία μόνο πράξη στις 23.5.1997 και δεν ασκεί καμία επιρροή το γεγονός ότι τα μερικότερα ποσά που απαρτίζουν το συνολικά υπεξαιρεθέν ανήκουν σε περισσότερους από ένα πρόσωπα, διότι για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως αρκεί η από το δράστη ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος που είχε περιέλθει στην κατοχή του, η δε εξειδίκευση του κυρίου του πράγματος δεν είναι αναγκαίο στοιχείο του εγκλήματος (ΑΠ.Ολομ 1093/1991 ΕλλΔνη 32 (1991) σελ. 1169).
Συνεπώς για να κριθεί αν το ποσό που υπεξαίρεσαν είναι "ιδιαίτερα μεγάλης αξίας" το συμβούλιο θα αποβλέψει στο συνολικά υπεξαιρεθέν ποσό των 3.969.500 δρχ. και όχι στα επί μέρους ποσά που ζημίωσε κάθε παθών. Γίνεται δε δεκτό ότι για το ζήτημα αν το αντικείμενο μίας υπεξαιρέσεως είναι "ιδιαίτερα μεγάλης αξίας" κρίνει το δικαστήριο ή το συμβούλιο ανέλεγκτα ανάλογα με την αξία που έχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση το υπεξαιρεθέν αντικείμενο και δεν προσδιορίζεται από το νόμο κάποιο συγκεκριμένο ποσό ως μέτρο για το χαρακτηρισμό της αξίας ως ιδιαίτερα μεγάλης (ΑΠ 1846/1997 ΠοινΧρ ΜΗ'(1998) σελ. 619), ενώ για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο ποσοτικός σε χρήμα προσδιορισμός της αξίας (ΣυμβΑΠ 1666/1998 ΠοινΧρ ΜΘ'(1999) σελ. 354). Στην προκείμενη περίπτωση με κριτήρια α) το χρόνο τελέσεως της πράξεως (1997), β) το σύνολο της απαιτήσεως των εντολέων, γ) το ύψος της αμοιβής που έλαβαν οι κατηγορούμενοι με βάση το εργολαβικό δίκης και δ) την (κακή) οικονομική κατάσταση των παθόντων εκκαλούντων το συμβούλιο κρίνει ότι το ¦ προαναφερόμενο ποσό των 3.969.500 δρχ. συνιστά αξία ιδιαίτερα μεγάλη κατά την έννοια του άρθρου 375 ΠΚ. Επομένως, εφόσον το ποσό αυτό οι παθόντες το είχαν εμπιστευθεί στους κατηγορουμένους λόγω της ιδιότητας τους ως εντολοδόχους, κατά τα προαναφερόμενα, στοιχειοθετείται σε βάρος τους το αδίκημα της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος όχι όμως κατ' εξακολούθηση όπως ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη, αλλά (κατ' ορθή μεταβολή της κατηγορίας) με μία μόνο πράξη, όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Υπάρχουν λοιπόν επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν κατηγορία εναντίον τους για την ανωτέρω πράξη.
Συνεπώς, οι κατηγορούμενοι έπρεπε σύμφωνα με τα άρθρα 309, 313, 317, 318 ΚΠοινΔ να παραπεμφθούν για να δικασθούν για την πράξη αυτή που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 26, 27, 45, 51, 52, 53,, 57, 59, 60, 61, 63, 79, 80, 81, 375 παρ. 1, 2α ΠΚ ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Λάρισας που είναι υλικά και τοπικά αρμόδιο λόγω της κατοικίας των κατηγορουμένων, αλλά και του τόπου τελέσεως του αδικήματος (άρθρα 111, 119, 122 ΚΠοινΔ).
Συνεπώς, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λάρισας, το οποίο με το εκκαλούμενο βούλευμα έκρινε αντίθετα και αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων γιατί η παρακράτηση του ανωτέρω ποσού έγινε για την ικανοποίηση της απαιτήσεως τους για συμφωνημένη ιδιαίτερη αμοιβή για την παράστασή τους στα ποινικά δικαστήρια, έσφαλε και δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις. Γι' αυτό η υπό κρίση έφεση με την οποία οι εκκαλούντες υποστηρίζουν ότι το συνολικά υπεξαιρεθέν σε βάρος τους ποσό ανέρχεται σε 12.000.000 δρχ., πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη. Περαιτέρω, πρέπει να εξαφανισθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να παραπεμφθούν οι κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Λάρισας, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι της παραπάνω αξιόποινης πράξεως που συνίσταται στο ότι στη Λάρισα την 23-5-1997 ενεργώντας από κοινού ως πληρεξούσιοι δικηγόροι των εγκαλούντων Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4, Ψ5 και Ψ6, ενώ δυνάμει της υπ'αριθ. 679/1996 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας εισέπραξαν για λογαριασμό τους από το Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων", ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το θανάσιμο τραυματισμό σε τροχαίο ατύχημα, στις 22-7-1993, του Ψ, συζύγου της πρώτης, πατέρα των δευτέρου, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης και γαμπρού του έκτου από αυτούς, το συνολικό ποσό των 32.510.000 δραχμών και ειδικότερα στις 24-1-1997 το ποσό των 5.000.000 δραχμών, για προσωρινά εκτελεστό κεφάλαιο και στις 10-5-1997 τα ποσά των 22.150.000 δραχμών για επιδικασθέν κεφάλαιο, 4.312.500 δραχμών για τόκους και 1.050.000 δραχμών για δικαστική δαπάνη, απέδωσαν μέρος αυτού (εισπραχθέντος ποσού) στην Ψ1, η οποία ενεργούσε για λογαριασμό και των λοιπών εκκαλούντων και συγκεκριμένα στις 27-3-1997 το ποσό των 2.000.000 δραχμών και στις 23-5-1997 το ποσό των 15.750.000 δραχμών, ιδιοποιούμενοι στις 23-5-1997 παρανόμως το ποσό των 3.969.500 δραχμών σε βάρος των παθόντων και δη 792.617 δραχμών σε βάρος της πρώτης εκκαλούσας, 730.806 δραχμών σε βάρος καθενός από τους 2ο έως 5ο εκκαλούντες και 292.155 δραχμών σε βάρος του 6ου εκκαλούντα. Το ποσό αυτό (3.969.500 δραχμών), τους το είχαν εμπιστευθεί οι παθόντες λόγω της ιδιότητάς τους ως εντολοδόχων και είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας.
Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με αυτά που δέχθηκε διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι κρίθηκαν παραπεμπτέοι, τα αποδεικτικά μέσα, κατ'είδος, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26,27, 45 και 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αρκούσαν για την πληρότητα της αιτιολογίας οι παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι το ιδιοποιηθέν χρηματικό ποσό περιήλθε στην συγκατοχή των αναιρεσειόντων, οι οποίοι ενεργούσαν από κοινού λόγω της μεταξύ τους υφισταμένης ιδιαίτερης σχέσεως, καθώς και των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Δεν ήταν δε απαραίτητη η εξειδίκευση και η μνεία των επί μέρους ενεργειών καθενός από τους αναιρεσείοντες συναυτουργούς, αλλά αρκούσε η αναφορά στο προσβαλλόμενο βούλευμα των αναφερομένων σ'αυτό πραγματικών περιστατικών, βάσει των οποίων το Συμβούλιο δέχθηκε ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) συμμετείχαν στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργοί. Περαιτέρω δεν ήταν απαραίτητο να αιτιολογηθεί ειδικά η κρίση του Συμβουλίου για την αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως ως ιδιαίτερα μεγάλης, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά αρκεί ο ποσοτικός (σε χρήματα) προσδιορισμός της αξίας, ο οποίος περιέχεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα με ειδικές σκέψεις κατέληξε στην παραδοχή ότι η εκ μέρους των αναιρεσειόντων παράνομη ιδιοποίηση του χρηματικού ποσού των 3.969.500 δραχμών έγινε στις 23-5-1997 με μία μόνο πράξη και δεν ασκεί καμία επιρροή το γεγονός ότι συγκύριοι του ανωτέρω υπεξαιρεθέντος ποσού και συνεπώς παθόντες από την πράξη είναι περισσότερα πρόσωπα, αφού η εξειδίκευση του κυρίου του πράγματος ή του αριθμού των δραστών δεν είναι αναγκαίο στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως. Επομένως οι συναφείς περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής διατάξεως λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
5.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον 'Αρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Τέτοια περίπτωση αποτελεί και η μη εξήγηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου από τον ανακριτή ενώπιον του οποίου καλείται να απολογηθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 103 του ίδιου Κώδικα αμέσως μετά βεβαίωση της ταυτότητας του κατηγορουμένου, ο ανακριτής του εξηγεί με σαφήνεια όλα τα δικαιώματά του που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 101 και 102 του εν λόγω Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση των από 12-4-2005 δύο εκθέσεων απολογιών κατηγορουμένου, ο Ανακριτής Α' Τμήματος Πλημμελειοδικών Λάρισας, ενώπιον του οποίου κλήθηκαν να απολογηθούν για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, αμέσως μετά τη βεβαίωση της ταυτότητάς τους, καταχώρησε περικοπή σε κάθε μία από τις εκθέσεις αυτές με το εξής περιεχόμενο: "Στο σημείο αυτό γνωρίσαμε στον εξεταζόμενο ότι είναι κατηγορούμενος για υπεξαίρεση από κοινού και κατ'εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στους υπαιτίους λόγω της ιδιότητάς τους ως εντολοδόχων και εξηγήσαμε σαφώς σ'αυτόν τα κατ'άρθρα 101-103 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σύμφωνα με τα οποία συγχωρείται σ'αυτόν ή τον συνήγορό του να λάβει γνώση για όλα τα έγγραφα περί την ανάκριση και ότι μετά από γραπτή αίτησή του και με δική του δαπάνη του χορηγούνται αντίγραφα των εγγράφων αυτών και ότι δικαιούται, με έγγραφη αίτησή του που θα υποβάλλει με απόδειξη, να ζητήσει προθεσμία 48 ωρών, πριν από την παρέλευση της οποίας δεν είναι υποχρεωμένος να απολογηθεί, καθώς επίσης να ζητήσει και νέα προθεσμία κλπ". Μετά το τέλος της περικοπής αυτής ακολούθησαν υπογραφές του Ανακριτή του αρμοδίου Γραμματέα και των αναιρεσειόντων. Περαιτέρω από τις ίδιες ως άνω εκθέσεις απολογίας προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες ζήτησαν προθεσμία οκτώ ημερών, προκειμένου να προετοιμάσουν την υπεράσπισή τους και στη συνέχεια να απολογηθούν, ο δε Ανακριτής τους χορήγησε την αιτηθείσα προθεσμία, μετά την παρέλευση της οποίας προσήλθαν και δήλωσαν ότι θέλουν να απολογηθούν αμέσως, παρέστησαν δε αυτοπροσώπως, χωρίς δηλαδή την παρουσία άλλου δικηγόρου, αφού και οι ίδιοι είναι δικηγόροι του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας. Από τα ανωτέρω καθαρά προκύπτει ότι στους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους εξηγήθηκαν από τον οικείο Ανακριτή όλα τα κατά τα άρθρα 101 και 102 ΚΠΔ δικαιώματά τους και έτσι δεν στερήθηκαν αυτοί των δικαιωμάτων που αφορούν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση, την υπεράσπιση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από το νόμο. Βέβαια στα δικαιώματα του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και εκείνο της σιωπής και της μη αυτοενοχοποιήσεως, ως ειδικότερης εκφράσεως του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη. Όμως το δικαίωμά του αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και προστατεύεται από τη διάταξη του άρθρου 273 παρ. 2 Κ.Π.Δ. Επομένως, αφού το δικαίωμα αυτό δεν αναφέρεται στις διατάξεις των άρθρων 101 και 102 Κ.Π.Δ., δεν υφίστατο υποχρέωση του ανακριτή, από το άρθρο 103 ή από κάποια άλλη διάταξη του εν λόγω κώδικα, να εξηγηθεί ειδικώς στους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους. 'Αλλωστε οι αναιρεσείοντες ήταν δικηγόροι, δηλαδή γνώστες των οικείων διατάξεων του Κ.Π.Δ. και δεν ήταν ανάγκη να τους εξηγήσει ο ανακριτής τα δικαιώματά τους ως κατηγορουμένων, ενώ το πέρας της κυρίας ανακρίσεως γνωστοποιήθηκε ειδικώς σ'αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 308 Κ.Π.Δ. και συνεπώς είχαν την ευχέρεια να ασκήσουν όλα τα δικαιώματα που τους παρέχονται από τις οικείες διατάξεις του ΚΠΔ. Επομένως ο συναφής λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 6.- Από τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 3, 171 παρ. 1 εδ. α', 485 παρ. 1 και 523 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι δεν υπάρχει κακή σύνθεση του μετ'αναίρεση και παραπομπή δικάζοντος δικαστικού συμβουλίου όταν συμμετέχει σ'αυτό, υποβάλλων σχετική πρόταση, ο Εισαγγελέας που είχε υποβάλει τη πρόταση στο δικαστικό συμβούλιο, το οποίο είχε εκδόσει το αναιρεθέν βούλευμα (ΑΠ 364/2007). Επομένως ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ. συναφής λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της κακής συνθέσεως του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας που εξέδωσε το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 224/2007 βούλευμα, λόγω του ότι συμμετείχε σ'αυτό ο Αντεισαγγελέας Εφετών Λάρισας Ευάγγελος Ζαχαρής, ο οποίος υπέβαλε την πρόταση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών που είχε εκδόσει το αναιρεθέν 62/2006 βούλευμα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 7.- Το αίτημα του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου Χ1, που υποβλήθηκε με την από 14-3-2008 αίτησή του για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, δεδομένου ότι αυτός με την κρινόμενη πολυσέλιδη αίτηση αναιρέσεως ανέπτυξε επαρκώς και διεξοδικώς τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματά του, ώστε η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας να κρίνεται εντελώς άσκοπη και περιττή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθούν οι υπ'αριθ. 12/3-9-2007 και 15/10-9-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, αντιστοίχως, δικηγόρων και κατοίκων Λάρισας, κατά του υπ'αριθμ. 224/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών. Β) Να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου Χ1 για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας. Και Γ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον καθένα από τους αναιρεσείοντες. Αθήνα 3 Δεκεμβρίου 2007.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος".
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, οι υπ' αριθμ. 12/3-9-2007 και 15/10-9-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2 .αντιστοίχως, κατά του 224/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας Αθηνών, το οποίο παρέπεμψε αυτούς στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας για να δικαστούν για κακουργηματική υπεξαίρεση κατά συναυτουργία, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές .
Κατά το άρθρο 309 παρ.2 ΚΠοινΔ που εφαρμόζεται και στον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 485 του ίδιου Κώδικα, το δικαστικό συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, διατάσσει υποχρεωτικά την ενώπιον αυτού εμφάνιση του αιτούντος για να παράσχει κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Στην προκείμενη περίπτωση, το αίτημα του πρώτου αναιρεσείοντος να παρασταθεί ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου για να εκθέσει τις απόψεις του και να παράσχει διευκρινήσεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί με το δικόγραφο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων διεξοδικά προβάλλει και αναλύει τους λόγους αναιρέσεως του βουλεύματος, ώστε να παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του στο Συμβούλιο για περαιτέρω διευκρίνιση αυτών.
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 του Π.Κ. "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν δε πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι, ολικά η μερικά, ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα του ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στο δράστη, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη του ή χωρίς να υφίσταται άλλο νόμιμο δικαίωμα του δράστη, δ) συνδρομή μιας τουλάχιστον περίπτωσης από τις αναφερόμενες περιοριστικά στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 375 του Π.Κ., μεταξύ των οποίων και εκείνης που ο ιδιοκτήτης έχει εμπιστευθεί το πράγμα στο δράστη λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου και ε) το πράγμα κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης να έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία. Ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου, ως μεγάλης ή μικρής αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το οποίο έχει βάση τις συνθήκες της αγοράς κατά το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, από τις οποίες διαμορφώνεται κάθε φορά η αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, αν αυτή είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιανδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της βούλησης του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Από τη διάταξη δε του άρθρου 719 του Α.Κ. προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής και γι' αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 του Π.Κ. Σχέση έμμισθης εντολής καθιδρύεται και μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του όταν ο πρώτος, κατά την άσκηση του λειτουργήματος του, αναλαμβάνει να προβεί σε δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για λογαριασμό του εντολέα του και να δέχεται καταβολές οφειλόμενες στον τελευταίο. Τέλος κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 45 του ΠΚ, συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους, είτε κατά την τέλεση τους, ώστε καθένας θέλει ή αποδέχεται την τέλεση τους και γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τελέσεως της πράξεως και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτήν ενέργεια, αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του αυτού εγκλήματος. Ειδικότερα επί υπεξαιρέσεως υπάρχει συναυτουργία όταν το ιδιοποιούμενο αντικείμενο περιέρχεται στην συγκατοχή των πλειόνων δραστών, οι οποίοι ενεργούν από κοινού, λόγω της μεταξύ των ιδιαίτερης σχέσεως και των ειδικών στη συγκεκριμένη περίπτωση συνθηκών, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση και η μνεία των επί μέρους ενεργειών καθενός από τους συναυτουργούς, αλλά αρκεί η αναφορά στο βούλευμα των πραγματικών περιστατικών, βάσει των οποίων το Συμβούλιο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός.
Περαιτέρω η απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από καθένα απ' αυτά ούτε και να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα για το σχηματισμό της δικαστικής του πεποίθησης και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. Εξάλλου, η έλλειψη αξιολόγησης των αποδείξεων και η εσφαλμένη εκτίμηση αυτών δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά βουλευμάτων από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 του ΚΠΔ, αφού περί αυτών κρίνει κυριαρχικά το δικαστικό συμβούλιο, κάθε δε αιτίαση, διαλαμβανόμενη σε αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος, σχετική με την από το τελευταίο εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτη, διότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του βουλεύματος, όχι δε και την ουσιαστική, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, κρίση αυτού. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, λόγος για να αναιρεθεί το βούλευμα είναι και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του με δικές τους σκέψεις δέχθηκε ανελέγκτως κατά πιστή μεταφορά ότι "Οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ1 είναι δικηγόροι του Δ.Σ. Λάρισας. Στις ...... συνήψαν στη Λάρισα με τους εκκαλούντες έγγραφο εργολαβικό δίκης και έλαβαν από αυτούς την εντολή "να επιδιώξουν δικαστικά, διοικητικά και εξώδικα την είσπραξη κάθε ποσού που θα προκύψει σχετικά με την υπόθεση τροχαίου αυτοκινητιστικού ατυχήματος που συνέβη την 22 Ιουλίου 1993 στη Λάρισα και είχε σαν αποτέλεσμα τη θανάτωση του συζύγου της και πατρός των ανηλίκων τέκνων της Ψ1 από αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης ως και αποζημιώσεως των από οποιαδήποτε αιτία κατά του Γ1, ως και κατά παντός ετέρου υπευθύνου ενεχομένου εκ του ανωτέρω ατυχήματος, ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου ήθελε κριθεί αρμόδιο κατά τόπο και καθ' ύλη". Με το ίδιο εργολαβικό για την αμοιβή τους ορίσθηκαν τα εξής: "Η αμοιβή η οποία θα καταβληθεί στους δεύτερους των ώδε συμβαλλομένων (δικηγόρους) για όλες τις ενέργειες τους μέχρι την τελεσίδικη αναγνώριση και καταβολή των αξιώσεων της πρώτης
συμφωνείται ποσοστό 20% και για τους δύο αφετέρου ώδε συμβαλλομένους επί παντός ποσού το οποίο θα εισπραχθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Ρητά συμφωνείται επίσης μεταξύ των συμβαλλομένων ότι οι τυχόν δικαστικές δαπάνες που θα επιδικασθούν ανήκουν στους δεύτερους δικηγόρους χωρίς καμία αξίωση της πρώτης στα ποσά αυτά, ως επίσης και οι αναλογούντες σε οποιοδήποτε επιδικασθησόμενο ποσό τόκοι. Το συμφωνηθέν ποσό που θα προκύψει από το παραπάνω ποσό, τις δαπάνες και τους τόκους η πρώτη το εκχωρεί από σήμερα στους δεύτερους και έτσι οι δεύτεροι μπορούν να το εισπράξουν απ' ευθείας από τους υπόχρεους για την καταβολήν". Επειδή η πρώτη εκκαλούσα που συμβλήθηκε τόσο για λογαριασμό της, όσο και για λογαριασμό των λοιπών εκκαλούντων (οι Ψ2, Ψ3,Ψ4 και Ψ5είναι ανήλικα τέκνα της και ο Ψ6 είναι πατέρας της) αγνοούσε την ελληνική γλώσσα, κλήθηκε να ερμηνεύσει τα συμφωνηθέντα στη γλώσσα της (ρουμανική) ως διερμηνέας ο Δημήτριος Παναγούνης του Αριστοτέλη, ο οποίος βεβαιώνει το γεγονός αυτό στο τέλος του εργολαβικού. Έτσι λοιπόν, σε εκτέλεση της εντολής αυτής οι κατηγορούμενοι εντολοδόχοι κατέθεσαν ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Λάρισας αγωγή αποζημιώσεως κατά του υπαίτιου οδηγού και του Επικουρικού Κεφαλαίου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 679/1996 οριστική απόφαση. Με την απόφαση αυτή επιδικάστηκε υπέρ των εναγόντων χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και συγκεκριμένα 5.150.000 δρχ. για την πρώτη, 5.000.000 δρχ. για καθένα από τα 4 ανήλικα τέκνα της και 2.000.000 δρχ. για τον πατέρα της. Συνολικά 27.150.000 δρχ. με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για 5.000.000 δρχ., ποσό το οποίο εισέπραξε στις 24-1-1997 ο κατηγορούμενος Χ2 από το Επικουρικό Κεφάλαιο. Απ' αυτό κατέβαλε στην πρώτη εκκαλούσα 2.000.000 δρχ., ενώ το υπόλοιπο ποσό των 3.000.000 δρχ. το παρακράτησε γι' αυτόν και το συγκατηγορούμενό του Χ1 έναντι της αμοιβής τους. Στις 20-5-1997 ο κατηγορούμενος Χ2 ζήτησε από την πρώτη εκκαλούσα και αυτή του χορήγησε το υπ' αριθμ........ πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Μητρέλη με την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να προέλθει σε συμβιβασμό με το Επικουρικό Κεφάλαιο και να εισπράξει το ποσό που θα συμφωνηθεί συμβιβαστικά. Έτσι οι κατηγορούμενοι, αφού συνεννοήθηκαν με την πρώτη εκκαλούσα και έλαβαν τη συναίνεση της, ήλθαν σε εξώδικο συμβιβασμό με το Επικουρικό Κεφάλαιο. Κατά τις διαπραγματεύσεις και την υπογραφή του συμφωνητικού του συμβιβασμού (20-5-1997) παρευρίσκονταν η πρώτη εκκαλούσα συνοδευόμενη από φιλικό της πρόσωπο (τον Ε1, ο οποίος ενεργούσε και ως διερμηνέας της), λαμβάνοντας έτσι πλήρη γνώση των συμφωνηθέντων όρων. Ο συμβιβασμός που επιτεύχθηκε, καταργώντας τη δίκη, ήταν στο ύψος των ποσών που επιδικάσθηκαν πρωτόδικα. Σε εκτέλεση του συμβιβασμού το Επικουρικό Κεφάλαιο κατέβαλε στον πρώτο κατηγορούμενο Χ2 για λογαριασμό των εκκαλούντων (πέραν του ήδη καταβληθέντος την 24-1-1997 προσωρινά εκτελεστού ποσού 5.000.000 δρχ.) και το ποσό των 27.512.500 δρχ. με την έκδοση της υπ' αριθμ. ...... τραπεζικής επιταγής της ΕΤΕ, την οποία ο ίδιος εισέπραξε. Από το ποσό αυτό 4.312.500 δρχ. αντιστοιχούσαν στους τόκους υπερημερίας και 1.050.000 δρχ. στη δικαστική δαπάνη. Το υπόλοιπο (22.150.000 δρχ.) αντιστοιχούσε στο κεφάλαιο, έναντι του οποίου είχαν καταβληθεί, όπως προαναφέρθηκε, άλλα 5.000.000 δρχ. Μετά την είσπραξη της επιταγής στις 23-5-1997 έγινε συνάντηση της πρώτης εκκαλούσας με τον κατηγορούμενο Χ2 στο γραφείο του. Εκεί η πρώτη εκκαλούσα, ενεργώντας και για λογαριασμό των λοιπών, εισέπραξε το ποσό των 15.750.000 δρχ., από το οποίο 12.000.000 δρχ. είχαν κατατεθεί την ίδια ημέρα από τον Χ2 στον υπ' αριθμ. ...... τραπεζικό λογαριασμό της στην Τράπεζα Εργασίας και 3.750.000 δρχ. έλαβε σε μετρητά (βλ. την από...... απόδειξη πληρωμής, την οποία προσυπογράφουν, εκτός από τους συμβαλλομένους, και οι μάρτυρες Ε1 και Ε2, φίλοι της πρώτης εκκαλούσας που τη συνόδευαν στο δικηγορικό γραφείο για να της μεταφράζουν στη γλώσσα της τα διαμειβόμενα). Επομένως, οι κατηγορούμενοι από το συνολικό ποσό των 32.512.000 δρχ. που εισέπραξαν από το Επικουρικό κεφάλαιο για λογαριασμό των εκκαλούντων (5.000.000 δρχ. για το προσωρινά εκτελεστό και 27.512.000 δρχ. με την επιταγή) δικαιούνταν, σύμφωνα με το προαναφερόμενο εργολαβικό δίκης, να λάβουν: α. Ποσοστό 20% επί του κεφαλαίου (27.150.000 δρχ.), δηλαδή 5.430.000 δρχ. β. Τους τόκους υπερημερίας 4.312.000 δρχ. Και γ. την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη 1.050.000 δρχ. Συνολικά 10.792.500 δρχ. Αντίστοιχα έπρεπε να αποδώσουν στους εντολείς τους εκκαλούντες το υπόλοιπο ποσό, δηλαδή 21.719.500 δρχ. (32.512.000-10.792.500 = 21.719.500 δρχ.). Αυτοί όμως τους κατέβαλαν ποσό μικρότερο και συγκεκριμένα 17.750.000 δρχ. (2.000.000 + 15.750.000 = 17.750.000 δρχ.). Είναι λοιπόν φανερό ότι παρακράτησαν χωρίς νόμιμη αιτία και επομένως ιδιοποιήθηκαν παράνομα το ποσό των 3.969.500 δρχ. (21.719.500 - 17.750.000 = 3.969.500 δρχ.) Οι κατηγορούμενοι, προσπαθώντας να δικαιολογήσουν την παράνομη ιδιοποίηση του επί πλέον ποσού των 3.969.500 δρχ., ισχυρίζονται ότι το παρακράτησαν με τη σύμφωνη γνώμη της πρώτης εκκαλούσας ως αμοιβή τους για τον χειρισμό του ποινικού μέρους της υποθέσεως διότι είχαν συμφωνήσει δήθεν προφορικά με τους εντολείς του επιπρόσθετη αμοιβή για να υποστηρίξουν την παράσταση τους ως πολιτικοί ενάγοντες στο ποινικό δικαστήριο κατά του υπαίτιου οδηγού. Πράγματι παρέστησαν στις 12.6.1996 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας και οι δύο κατηγορούμενοι ως συνήγοροι πολιτικής αγωγής της πρώτης εκκαλούσας. Επίσης στις 10.3.1998 ενώπιον του τριμελούς εφετείου Λάρισας, όπου η καταδικαστική πρωτόδικη απόφαση ήχθη με έφεση του κατηγορουμένου, παρέστη για τον ίδιο σκοπό μόνον ο πρώτος κατηγορούμενος. Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός, με τον οποίο επιχειρούν να δικαιολογήσουν την παρακράτηση του ανωτέρου ποσού, ελέγχεται ως αβάσιμος για τους εξής λόγους: Α) Οι ίδιοι ρητά συμφώνησαν στο εργολαβικό δίκης, το οποίο αυτοί συνέταξαν, ότι η (υπερβαίνουσα μάλιστα τα νόμιμα όρια) αμοιβή τους αναφέρεται σε "όλες τις ενέργειες τους", άρα και στο ποινικό μέρος της υπόθεσης. Στο εργολαβικό, το οποίο είναι ιδιαίτερα λεπτομερές και σαφές, προέβλεψαν με σαφήνεια τα πάντα. Β) Αν πράγματι είχαν συμφωνήσει ιδιαίτερη αμοιβή για το ποινικό μέρος της υποθέσεως (πράγμα δεν συνηθίζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις), θα έπρεπε να περιλάβουν αναφορά περί αυτού στο εργολαβικό και να μη αρκεσθούν σε μία "προφορική συμφωνία". Ας σημειωθεί ότι τέτοια συμφωνία δεν επαληθεύθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Γ) Αν υπήρχε τέτοια προφορική συμφωνία και είχε παραλειφθείαπό το εργολαβικό, έπρεπε να αναφερθεί τουλάχιστον στοαπό ..... τετρασέλιδο συμφωνητικό, με το οποίοαφενός αποδόθηκαν, μετά το συμβιβασμό, τα εισπραχθέντααπό το Επικουρικό κεφάλαιο στην πρώτη εκκαλούσα καιαφετέρου έγινε η παρακράτηση της αμοιβής από τουςδικηγόρους. Στο συμφωνητικό αυτό τεχνηέντωςπαραλείπεται οποιαδήποτε αναφορά για το ένδικο ποσό των3.969.500 δρχ. και δεν περιλαμβάνεται από τους συντάκτεςτου (κατηγορουμένους) ούτε μεταξύ των ποσών πουαποδίδονται στην πρώτη εκκαλούσα ούτε στα ποσά πουαυτοί παρακρατούν ως αμοιβή. Εξάλλου και ο ισχυρισμόςτων εκκαλούντων ότι το συνολικό ποσό που τουςυπεξαιρέθηκε είναι μεγαλύτερο και ανέρχεται σε 12.000.000δρχ. δεν είναι βάσιμος. Είναι αλήθεια ότι με τοπροαναφερόμενο εργολαβικό
συμφωνήθηκε αμοιβή μεγαλύτερη από το ανώτατο νόμιμο ποσοστό 20% που προβλέπεται από το άρθρο 92 παρ. 3 Κώδικα Δικηγόρων, δεδομένου ότι, εκτός από το ποσοστό αυτό, συμφωνήθηκε ότι οι εντολοδόχοι δικηγόροι θα λάβουν επί πλέον όλους τους τόκους υπερημερίας και τα δικαστικά έξοδα που θα επιδικαστούν έτσι ώστε η αμοιβή του τελικά να ανέρχεται στο 33,20% του συνόλου των εισπραχθέντων. Ως προς το υπερβάλλον το εργολαβικό είναι άκυρο και γεννά υποχρέωση των κατηγορουμένων για απόδοση των επί πλέον ληφθέντων κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η παρακράτηση όμως του επί πλέον αυτού ποσού (5.362.000 δρχ.), παρά την ανωτέρω ακυρότητα, δε συνιστά εν προκειμένω υπεξαίρεση διότι ναι μεν για την αμοιβή του ο δικηγόρος έχει κατά κανόνα μόνο ενοχική απαίτηση κατά του εντολέα του, πλην όμως δικαιούται να παρακρατήσει το συμφωνημένο ποσοστό της αμοιβής του από το ποσό που εισέπραξε για λογαριασμό του εντολέα του ως προϊόν της δίκης εφόσον υφίσταται άλλη σχέση, βάσει της οποίας θα είχε τέτοιο δικαίωμα (λ.χ. εκχώρηση). Ειδικότερα, στα πλαίσια της μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου συμφωνίας για διεξαγωγή της δίκης εργολαβικά, είναι δυνατόν να συμφωνηθεί ότι ο εντολέας εκχωρεί στον εντολοδόχο δικηγόρο, προς είσπραξη της συμφωνηθείσης αμοιβής του, ποσοστό της απαίτησης του κατά του αντιδίκου του. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για καταπιστευτική εκχώρηση που αποσκοπεί στην εξασφάλιση του δικηγόρου προς είσπραξη της αμοιβής του αμέσως από το προϊόν της δίκης μετά τη τελεσιδικία, χωρίς η εκχωρηθείσα απαίτηση να διέλθει από την περιουσία του εκχωρητή (ΑΠ 418/2003 Ελλ.Δνη 44 (2003) σελ. 1597). Στην προκείμενη περίπτωση στο προαναφερόμενο εργολαβικό είχε προβλεφθεί τέτοια εκχώρηση διότι ρητά αναφέρεται ότι "το συμφωνηθέν ποσό που θα*1 προκύψει από το παραπάνω ποσό, τις δαπάνες και τους τόκους η πρώτη το εκχωρεί από σήμερα στους δεύτερους και έτσι οι δεύτεροι μπορούν να το εισπράξουν απ' ευθείας από τους υπόχρεους για την καταβολήν". Σε κάθε περίπτωση η παρακράτηση του όλου του ποσού από τους κατηγορούμενους (μέχρι το νόμιμο όριο και το υπερβάλλον) έγινε με τη συγκατάθεση της πρώτης εκκαλούσας που ενεργούσε και για τους λοιπούς, η δε συγκατάθεση αυτή, έστω και αν εξ αιτίας της υπέστη η ίδια και οι λοιποί οικείοι της ζημία, αναιρεί την έννοια του παρανόμου της ιδιοποιήσεως. Είναι διαφορετικό το ζήτημα των αστικών αξιώσεων της κατά των κατηγορουμένων για το άκυρο μέρος της εργολαβίας.
Συνεπώς οι κατηγορούμενοι, από κοινού ενεργώντας, τέλεσαν σε βάρος των εκκαλούντων εντολέων τους υπεξαίρεση συνολικά ποσού 3.969.500 δρχ. Η ιδιοποίηση τελέσθηκε στις 23.5.1997 που έγινε η τελική εκκαθάριση των μεταξύ τους λογαριασμών. Και είναι αλήθεια ότι στις 27.3.1997 είχαν κρατήσει έναντι της αμοιβής τους από το προσωρινά εκτελεστό ποσό που εισέπραξαν, αλλά η παρακράτηση του ποσού αυτού (που σε κάθε περίπτωση έγινε με τη συναίνεση των εντολέων τους) δεν ήταν παράνομη αφού η αμοιβή τους που ακόμη δεν είχε συνολικά προσδιορισθεί ήταν σαφώς μεγαλύτερη από το ποσό που τότε παρακράτησαν.
Συνεπώς δεν πρόκειται για δύο πράξεις υπεξαιρέσεως(η μία στις 27.3.197 και η άλλη στις 23.5.1997), όπως κατηγορήθηκαν. Εξάλλου, παθόντες είναι όλοι οι εκκαλούντες εντολείς και από καθένα υπεξαιρέθηκε (ανάλογο με το κεφάλαιο που του επιδικάσθηκε) μέρος του συνολικά υπεξαιρεθέντος ποσού, το οποίο (μέρος) ανέρχεται, ενόψει του αρχικού ύψους του κεφαλαίου που επιδικάσθηκε στον καθένα, σε 792.617 δρχ. για την πρώτη εκκαλούσα, 730.806 δρχ. για καθένα από τα τέκνα της (2° έως 5° εκκαλούντες) και 292.155 δρχ. για τον πατέρα της (6° εκκαλούντα). Ωστόσο, αν και οι παθόντες είναι περισσότερα από ένα πρόσωπα, δεν πρόκειται για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, πράγμα κρίσιμο για τη διαχρονική εφαρμογή του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 98 με το άρθρο 14 παρ1 εδ. 1 του ν. 2721/1999- βλ. ενδεικτικά ΑΠ 113/2005 ΝοΒ 53 (2005) σελ. 1481), αλλά για μία πράξη υπεξαιρέσεως ποσού 3.969.500 δρχ. με περισσότερους από ένα παθόντες, δεδομένου ότι το εξακολουθητικό έγκλημα απαρτίζεται από περισσότερες χρονικώς χωρισμένες μεταξύ τους αξιόποινες πράξεις που τελούνται από το ίδιο πρόσωπο.
Εν προκειμένω, η ιδιοποίηση του συνολικού ποσού των 3.969.500 δρχ. έγινε από τους κατηγορουμένους με μία μόνο πράξη στις 23.5.1997 και δεν ασκεί καμία επιρροή το γεγονός ότι τα μερικότερα ποσά που απαρτίζουν το συνολικά υπεξαιρεθέν ανήκουν σε περισσότερους από ένα πρόσωπα, διότι για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως αρκεί η από το δράστη ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος που είχε περιέλθει στην κατοχή του, η δε εξειδίκευση του κυρίου του πράγματος δεν είναι αναγκαίο στοιχείο του εγκλήματος (ΑΠ Ολομ 1093/1991 ΕλλΔνη 32 (1991) σελ. 1169).
Συνεπώς για να κριθεί αν το ποσό που υπεξαίρεσαν είναι "ιδιαίτερα μεγάλης αξίας" το συμβούλιο θα αποβλέψει στο συνολικά υπεξαιρεθέν ποσό των 3.969.500 δρχ. και όχι στα επί μέρους ποσά που ζημίωσε κάθε παθών. Γίνεται δε δεκτό ότι για το ζήτημα αν το αντικείμενο μίας υπεξαιρέσεως είναι "ιδιαίτερα μεγάλης αξίας" κρίνει το δικαστήριο ή το συμβούλιο ανέλεγκτα ανάλογα με την αξία που έχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση το υπεξαιρεθέν αντικείμενο και δεν προσδιορίζεται από το νόμο κάποιο συγκεκριμένο ποσό ως μέτρο για το χαρακτηρισμό της αξίας ως ιδιαίτερα μεγάλης (ΑΠ 1846/1997 ΠοινΧρ ΜΗ'(1998) σελ. 619), ενώ για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο ποσοτικός σε χρήμα προσδιορισμός της αξίας (ΣυμβΑΠ 1666/1998 ΠοινΧρ ΜΘ'(1999) σελ. 354).
Στην προκείμενη περίπτωση με κριτήρια α) το χρόνο τελέσεως της πράξεως (1997), β) το σύνολο της απαιτήσεως των εντολέων, γ) το ύψος της αμοιβής που έλαβαν οι κατηγορούμενοι με βάση το εργολαβικό δίκης και δ) την (κακή) οικονομική κατάσταση των παθόντων εκκαλούντων το συμβούλιο κρίνει ότι το | προαναφερόμενο ποσό των 3.969.500 δρχ. συνιστά αξία ιδιαίτερα μεγάλη κατά την έννοια του άρθρου 375 ΠΚ. Επομένως, εφόσον το ποσό αυτό οι παθόντες το είχαν εμπιστευθεί στους κατηγορουμένους λόγω της ιδιότητας τους ως εντολοδόχους, κατά τα προαναφερόμενα, στοιχειοθετείται σε βάρος τους το αδίκημα της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος όχι όμως κατ' εξακολούθηση όπως ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη, αλλά (κατ' ορθή μεταβολή της κατηγορίας) με μία μόνο πράξη, όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Υπάρχουν λοιπόν επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν κατηγορία εναντίον τους για την ανωτέρω πράξη.
Συνεπώς, οι κατηγορούμενοι έπρεπε σύμφωνα με τα άρθρα 309, 313, 317, 318 ΚΠοινΔ να παραπεμφθούν για να δικασθούν για την πράξη αυτή που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 26, 27, 45, 51, 52, 53,, 57, 59, 60, 61, 63, 79, 80, 81, 375 παρ. 1, 2α ΠΚ ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Λάρισας που είναι υλικά και τοπικά αρμόδιο λόγω της κατοικίας των κατηγορουμένων, αλλά και του τόπου τελέσεως του αδικήματος (άρθρα 111, 119, 122 ΚΠοινΔ).
Συνεπώς, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λάρισας, το οποίο με το εκκαλούμενο βούλευμα έκρινε αντίθετα και αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων γιατί η παρακράτηση του ανωτέρω ποσού έγινε για την ικανοποίηση της απαιτήσεως τους για συμφωνημένη ιδιαίτερη αμοιβή για την παράσταση τους στα ποινικά δικαστήρια, έσφαλε και δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις. Γι' αυτό η υπό κρίση έφεση με την οποία οι εκκαλούντες υποστηρίζουν ότι το συνολικά υπεξαιρεθέν σε βάρος τους ποσό ανέρχεται σε 12.000.000 δρχ., πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη. Περαιτέρω, πρέπει να εξαφανισθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να παραπεμφθούν οι κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Λάρισας, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι της παραπάνω αξιόποινης πράξεως που συνίσταται στο ότι στη Λάρισα την 23-5-1997 ενεργώντας από κοινού ως πληρεξούσιοι δικηγόροι των εγκαλούντων Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4, Ψ5 και Ψ6, ενώ δυνάμει της υπ'αριθ. 679/1996 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας εισέπραξαν για λογαριασμό τους από το Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων", ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το θανάσιμο τραυματισμό σε τροχαίο ατύχημα, στις 22-7-1993, του Ψ, συζύγου της πρώτης, πατέρα των δευτέρου, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης και γαμπρού του έκτου από αυτούς, το συνολικό ποσό των 32.510.000 δραχμών και ειδικότερα στις 24-1-1997 το ποσό των 5.000.000 δραχμών, για προσωρινά εκτελεστό κεφάλαιο και στις 10-5-1997 τα ποσά των 22.150.000 δραχμών για επιδικασθέν κεφάλαιο, 4.312.500 δραχμών για τόκους και 1.050.000 δραχμών για δικαστική δαπάνη, απέδωσαν μέρος αυτού (εισπραχθέντος ποσού) στην Ψ1, η οποία ενεργούσε για λογαριασμό και των λοιπών εκκαλούντων και συγκεκριμένα στις 27-3-1997 το ποσό των 2.000.000 δραχμών και στις 23-5-1997 το ποσό των 15.750.000 δραχμών, ιδιοποιούμενοι στις 23-5-1997 παρανόμως το ποσό των 3.969.500 δραχμών σε βάρος των παθόντων και δη 792.617 δραχμών σε βάρος της πρώτης εκκαλούσας, 730.806 δραχμών σε βάρος καθενός από τους 2° έως 5° εκκαλούντες και 292.155 δραχμών σε βάρος του 6ου εκκαλούντα. Το ποσό αυτό (3.969.500 δραχμών), τους το είχαν εμπιστευθεί οι παθόντες λόγω της ιδιότητας τους ως εντολοδόχων και είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας.". Με τις παραδοχές του αυτές, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση που διενεργήθηκε και από τα οποία συνήγαγε τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι κρίθηκαν παραπεμπτέοι, τα αποδεικτικά μέσα , κατ' είδος από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26,27,45, και 375 παρ.1 και 2 Π.Κ. τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αρκούν για την πληρότητα της αιτιολογίας οι παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος ότι το ιδιοποιηθέν χρηματικό ποσό περιήλθε στην συγκατοχή των αναιρεσειόντων, οι οποίοι ενεργούσαν από κοινού λόγω της μεταξύ τους υφισταμένης ιδιαίτερης σχέσεως, καθώς και των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Δεν ήταν δε απαραίτητη η εξειδίκευση και η μνεία των επί μέρους ενεργειών καθενός από τους αναιρεσείοντες συναυτουργούς, αλλά αρκούσε η αναφορά στο προσβαλλόμενο βούλευμα των αναφερομένων σ' αυτό πραγματικών περιστατικών, βάσει των οποίων το Συμβούλιο δέχθηκε ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) συμμετείχαν στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργοί. Περαιτέρω δεν ήταν απαραίτητο να αιτιολογηθεί ειδικά η κρίση του Συμβουλίου για την αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως ως ιδιαίτερα μεγάλης, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά αρκεί ο ποσοτικός (σε χρήματα) προσδιορισμός της αξίας, ο οποίος περιέχεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα με ειδικές σκέψεις κατέληξε στην παραδοχή ότι η εκ μέρους των αναιρεσειόντων παράνομη ιδιοποίηση του χρηματικού ποσού των 3.969.500 δραχμών έγινε στις 23-5-1997 με μία μόνο πράξη και δεν ασκεί καμία επιρροή το γεγονός ότι συγκύριοι του ανωτέρω υπεξαιρεθέντος ποσού και συνεπώς παθόντες από την πράξη είναι περισσότερα πρόσωπα, αφού η εξειδίκευση του κυρίου του πράγματος ή του αριθμού των δραστών δεν είναι αναγκαίο στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως. Επομένως οι συναφείς από το άρθρο 484 παρ 1 β και δ λόγοι περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής διατάξεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται,στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Τέτοια περίπτωση αποτελεί και η μη εξήγηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου από τον ανακριτή ενώπιον του οποίου καλείται να απολογηθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 103 τουίδιου Κώδικα αμέσως μετά βεβαίωση της ταυτότητας τουκατηγορουμένου, ο ανακριτής του εξηγεί με σαφήνεια όλα τα δικαιώματα του που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 101 και 102 του εν λόγω Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως,επισκόπηση των από 12-4-2005 δύο εκθέσεων απολογιών κατηγορουμένου, ο Ανακριτής Α' Τμήματος Πλημμελειοδικών Λάρισας, ενώπιον του οποίου κλήθηκαν να απολογηθούν για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, αμέσως μετά τη βεβαίωση της ταυτότητας τους, καταχώρησε περικοπή σε κάθε μία από τις εκθέσεις αυτές με το εξής περιεχόμενο: "Στο σημείο αυτό γνωρίσαμε στον εξεταζόμενο ότι είναι κατηγορούμενος για υπεξαίρεση από κοινού και κατ'εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στους υπαιτίους λόγω της ιδιότητας τους ως εντολοδόχων και εξηγήσαμε σαφώς σ'αυτόν τα κατ'άρθρα 101-103 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σύμφωνα με τα οποία συγχωρείται σ'αυτόν ή τον συνήγορο του να λάβει γνώση για όλα τα έγγραφα περί την ανάκριση και ότι μετά από γραπτή αίτηση του και με δική του δαπάνη του χορηγούνται αντίγραφα των εγγράφων αυτών και ότι δικαιούται, με έγγραφη αίτηση του που θα υποβάλλει με απόδειξη, να ζητήσει προθεσμία 48 ωρών, πριν από την παρέλευση της οποίας δεν είναι υποχρεωμένος να απολογηθεί, καθώς επίσης να ζητήσει και νέα προθεσμία κλπ". Μετά το τέλος της περικοπής αυτής ακολούθησαν υπογραφές του Ανακριτή του αρμοδίου Γραμματέα και των αναιρεσειόντων. Περαιτέρω από τις ίδιες ως άνω εκθέσεις απολογίας προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες ζήτησαν προθεσμία οκτώ ημερών, προκειμένου να προετοιμάσουν την υπεράσπιση τους και στη συνέχεια να απολογηθούν, ο δε Ανακριτής τους χορήγησε την αιτηθείσα προθεσμία, μετά την παρέλευση της οποίας προσήλθαν και δήλωσαν ότι θέλουν να απολογηθούν αμέσως, παρέστησαν δε αυτοπροσώπως, χωρίς δηλαδή την παρουσία άλλου δικηγόρου, αφού και οι ίδιοι είναι δικηγόροι του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας. Από τα ανωτέρω καθαρά προκύπτει ότι στους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους εξηγήθηκαν από τον οικείο Ανακριτή όλα τα κατά τα άρθρα 101 και 102 ΚΠΔ δικαιώματα τους και έτσι δεν στερήθηκαν αυτοί των δικαιωμάτων που αφορούν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση, την υπεράσπιση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από το νόμο. Βέβαια στα δικαιώματα του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και εκείνο της σιωπής και της μη αυτοενοχοποιήσεως, ως ειδικότερης εκφράσεως του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη. Όμως το δικαίωμα του αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και προστατεύεται από τη διάταξη του άρθρου 273 παρ. 2 Κ.Π.Δ. Επομένως, αφού το δικαίωμα αυτό δεν αναφέρεται στις διατάξεις των άρθρων 101 και 102 Κ.Π.Δ., δεν υφίστατο υποχρέωση του ανακριτή, από το άρθρο 103 ή από κάποια άλλη διάταξη του εν λόγω κώδικα, να εξηγηθεί ειδικώς στους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους. Άλλωστε οι αναιρεσείοντες ήταν δικηγόροι, δηλαδή γνώστες των οικείων διατάξεων του Κ.Π.Δ. και δεν ήταν ανάγκη να τους εξηγήσει ο ανακριτής τα δικαιώματα τους ως κατηγορουμένων, ενώ το πέρας της κυρίας ανακρίσεως γνωστοποιήθηκε ειδικώς σ'αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 308 Κ.Π.Δ. και συνεπώς είχαν την ευχέρεια να ασκήσουν όλα τα δικαιώματα που τους παρέχονται από τις οικείες διατάξεις του ΚΠΔ. Επομένως ο συναφής λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, εφόσον ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερομένους στη διάταξη του άρθρου 484 Κ.Ποιν.Δ., η εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Από τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 3, 171 παρ. 1 εδ. α', 485 παρ. 1, 519 και 523 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι δεν υπάρχει κακή σύνθεση του μετ' αναίρεση και παραπομπή δικάζοντος δικαστικού συμβουλίου όταν συμμετέχει σ' αυτό, υποβάλλων σχετική πρόταση, ο Εισαγγελέας που είχε υποβάλει την πρόταση στο δικαστικό συμβούλιο, το οποίο είχε εκδώσει το αναιρεθέν βούλευμα. Επομένως, ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. α' ΚΠοινΔ συναφής λόγος αναιρέσεως της δευτέρας υπό κρίση αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της κακής συνθέσεως του δικαστικού συμβουλίου Εφετών Λάρισας που εξέδωσε το προσβαλλόμενο 224/2007 βούλευμα, λόγω του ότι συμμετείχε σ' αυτό ο Εισαγγελέας Εφετών Ευάγγελος Ζάχαρης, ο οποίος υπέβαλε την πρόταση στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο που είχε εκδώσει το αναιρεθέν 62/2006 βούλευμα, είναι αβάσιμος και, πρέπει, να απορριφθεί. Μετά ταύτα αφού δεν υπάρχει άλλος προς έρευνα λόγος αναιρέσεως οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το περί αυτοπρόσωπου εμφανίσεως ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο αίτημα του πρώτου αναιρεσείοντος.
Απορρίπτει τις υπ' αριθμ. 12/3-9-2007 και 15/10-9-2007 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 , για αναίρεση του υπ' αριθμ. 224/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή αναιρεσειόντων για κακουργηματική υπεξαίρεση κατά συναυτουργία. Απορρίπτει αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Υπεξαίρεση.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1710/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο (ο οποίος ορίστηκε, προς συμπλήρωση της συνθέσεως, με την 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Σιέτο, περί αναιρέσεως της 2919/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2037/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 397 του ΠΚ, ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνονται χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξιες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών είναι υπαλλακτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι τελέσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος μπορούν να εναλλαχθούν. Εξάλλου, μεταβολή της κατηγορίας, που συνεπάγεται, κατά το άρθρο 171 παρ.1β' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και καθιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα αναιρετικό λόγο, συνεπεία της μη τήρησης των διατάξεων των άρθρων 27 και 43 ΚΠΔ, οι οποίες καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα, υπάρχει, όταν η πράξη, για την οποία επήλθε η καταδίκη του κατηγορουμένου, είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, και παραπέμφθηκε αυτός σε δίκη, κατά χρόνο, τόπο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις που θεμελιώνουν το έγκλημα, για το οποίο η κατηγορία, και όχι όταν, κατ' άρθρο 371 παρ.3 ΚΠΔ, προσδιορίζονται με περισσότερη ακρίβεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία ή υπό τα αυτά περιστατικά δίδεται ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της ιδίας πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή για τον έλεγχο της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι κατά του αναιρεσείοντος ασκήθηκε ποινική δίωξη και με το από 23-6-2004 κλητήριο θέσπισμα παραπέμφθηκε να δικασθεί, καταδικάσθηκε δε με την υπ'αριθμ. 289/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για το ότι " .... Την 13-12-2001 μεταβίβασε χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα το με αρ. κυκλοφορίας ...... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο μάρκας CITROEN τύπου .... ιδιοκτησίας του στον πατέρα του Γ1 με αποτέλεσμα να ματαιώσει ολικά την ικανοποίηση της ως άνω εγκαλούσας... ". Ακολούθως, επί εφέσεώς του εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 2919/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία στο διατακτικό της και σε συνέπεια των παραδοχών της στο σκεπτικό, ο κατηγορούμενος κηρύσσεται ένοχος του ότι " ... την 13-12-2001 απέκρυψε από την εγκαλούσα Ψ1 το με αριθμό κυκλοφορίας ...... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο μάρκας CITROEN τύπου .... ιδιοκτησίας του, το οποίο βρισκόταν ακόμη στην κυριότητά του με αποτέλεσμα να ματαιώσει ολικά την ικανοποίηση της άνω εγκαλούσας...". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, την καταδικαστική κρίση στήριξε στα ίδια πραγματικά περιστατικά, κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις που θεμελιώνουν το έγκλημα για το οποίο παραπέμφθηκε σε δίκη ο κατηγορούμενος, εκτιμώντας δε ορθότερα τα περιστατικά αυτά, ως προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, δέχεται ότι η ολική ματαίωση της ικανοποιήσεως της παθούσας επήλθε όχι δια της μεταβιβάσεως του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου που αυτός εξακολουθούσε να έχει στην κατοχή του, αλλά δια της αποκρύψεως και μη ανευρέσεως αυτού από τον δικαστικό επιμελητή ο οποίος επρόκειτο να εκτελέσει δικαστική απόφαση. Δέχεται, δηλαδή, το δικαστήριο άλλο τρόπο από τους υπαλλακτικώς οριζομένους στο άρθρο 397 ΠΚ και δη εκείνο της απόκρυψης, χωρίς από τον κατά τρόπο αυτό πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος να επέρχεται μεταβολή της κατηγορίας, υπό την έννοια ότι ο κατηγορούμενος δικάστηκε για άλλη πράξη από εκείνη για την οποία ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη.
Συνεπώς, όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ότι δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση επήλθε ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας και κατά συνέπεια απόλυτη ακυρότητα, είναι αβάσιμα, και πρέπει ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ.- Η κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια, και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις στις οποίες θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατ' είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή των διατάξεων αυτών, που συνιστά τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υφίσταται, όταν ο δικαστής προσδίδει σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη, που έχουν πραγματικά, ή όταν δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στις εφαρμοσθείσες διατάξεις, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής τους συντρέχει και όταν η παράβαση των διατάξεων αυτών γίνεται εκ πλαγίου, για το ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ".. ο κατηγορούμενος στις 13-12-2001 όταν μετέβη στην οικία του, που βρίσκεται στο .....και επί της οδού ......., ο δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Πειραιώς ...., προκειμένου να προβεί στην εκτέλεση των κατωτέρω απαιτήσεων σύμφωνα με τις υπ' αριθ. 6837 και 6836/2001 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας Ασφαλιστικών μέτρων), με τις οποίες είχαν επιδικάσει στην εγκαλούσα μηνιαία διατροφή και έξοδα τοκετού και στο ανήλικο τέκνο της διατροφή, σε βάρος του (κατηγορουμένου), και οι οποίες αποφάσεις είχαν επιδοθεί σ' αυτόν στις ..... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού Αθηνών .....) και επομένως είχε λάβει γνώση των εις βάρος του απαιτήσεων της πολιτικώς ενάγουσας, εκδήλωσε στον ανωτέρω, δικαστικού Επιμελητή ......, ότι το υπ' αριθμ. ...... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του, το είχε μεταβιβάσει την ίδια ημέρα δηλαδή στις 13-12-2001 στον πατέρα του Γ1 αρνηθείς μάλιστα να του παραδώσει τα κλειδιά του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να αποχωρήσει ο εν λόγω δικαστικός επιμελητής χωρίς να προβεί σε εκτέλεση των απαιτήσεων της πολιτικώς ενάγουσας. Όπως, όμως αποδείχτηκε τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ο κατηγορούμενος την ως άνω ημεροχρονολογία (15-12-2001) είχε στην κατοχή του του ως άνω αυτοκινήτου του και το μεταβίβασε στη Ι.Δ. ΜΕΡΚΟΥΡΑΚΗΣ ΑΕΕ στις 20-12-2001, δηλαδή μετά το χρόνο που ο δικαστικός επιμελητής........προσπάθησε να εκτελέσει τις παραπάνω αποφάσεις. Με τη δήλωση του κατηγορούμενου προς τον δικαστικό επιμελητή ότι έχει μεταβιβάσει το αυτοκίνητο στο πατέρα του γ1 την μη παράδοση σ' αυτόν των κλειδιών του ανωτέρω αυτοκινήτου, απέκρυψε από την δανείστρια εγκαλούσα περιουσιακό του στοιχείο, με εντεύθεν συνέπεια την ματαίωση της αξιώσεως κατ' αυτού της τελευταίας, καθόσον αυτός δεν είχε άλλα περιουσιακά στοιχεία. Με βάση τα ανωτέρω πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος διότι απέκρυψε περιουσιακά του στοιχεία ματαιώνοντας ειδικά την ικανοποίηση της απαιτήσεως της δανείστριας εγκαλούσας. Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της καταδολίευσης δανειστών, για την οποία, κατά επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, όπως εκτέθηκε, καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ειδικότερη αιτίαση ότι κακώς δέχεται το δικαστήριο απόκρυψη του αυτοκινήτου ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι τούτο είχε μεταβιβασθεί χωρίς αντάλλαγμα στον πατέρα του είναι απαράδεκτη και απορριπτέα διότι πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, και οι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια αφενός της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι.
Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 426/29-11-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 2919/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έννοια και στοιχεία καταδολίευσης δανειστών. Υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα. Η παραδοχή από το εφετείο άλλου τρόπου τελέσεως του εγκλήματος (απόκρυψη αντί μεταβίβαση) από εκείνον με τον οποίο έγινε η παραπομπή σε δίκη και καταδικάστηκε πρωτοδίκως ο κατηγορούμενος, δεν συνιστά μεταβολή της κατηγορίας. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Κατηγορίας μεταβολή, Καταδολίευση δανειστών.
| 0
|
Αριθμός 1709/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Τελώνη, περί αναιρέσεως της 1896/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του καθώς και στους από 24 Απριλίου 2008 προσθέτους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1949/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος) που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα, που γενικώς κατ1 είδος αναφέρει και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου, και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, "ο κατηγορούμενος, κατά τους αναφερόμενους στο διατακτικό τόπους και χρόνους, ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων για τον εγκαλούντα, Ψ1, τα αναφερόμενα στο διατακτικό ψευδή γεγονότα, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτού, χωρίς να γνωρίζει, ότι αυτά ήσαν ψευδή, διότι έδιδε πίστη σε αναπόδεικτες πληροφορίες τρίτων προσώπων.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, τον κήρυξε ένοχο της πράξεως της απλής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης πέντε(5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας, ανέστειλε για τρία έτη. Εξ' άλλου, σύμφωνα με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος του ότι α) στο Τορόντο του Καναδά, κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 2002 σε μη επακριβώς εξακριβωμένη ημερομηνία, ως μέτοχος της εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΚΤΟΠΛΟΙΑ Σ.Ε.Τ.Α ΑΕ", η οποία έχει ως αντικείμενο την εκμετάλλευση του πορθμείου Β1, εις την γραμμή Ρίου-Αντιρρίου, σε συνάντησή του με το Γ1, μετόχου και αυτού της ως άνω εταιρείας καθώς και άλλων μετόχων αυτής, για τη συζήτηση διαφόρων θεμάτων, που αφορούσαν την εταιρεία, διέδωσε για τον εγκαλούντα Ψ1, μέτοχο και αυτό της εταιρείας και Α' μηχανικό στο προαναφερόμενο πλοίο, τα κάτωθι: 1) ότι ως Α' μηχανικός στο εν λόγω πορθμείο προμηθευόταν από το κατάστημα της ... των αδελφών Ζ1, είδη για το σπίτι του και χρέωνε την εταιρεία, ενώ τούτο ήταν ψευδές και β) στο Ρίο κατά το τέλος του μηνός Ιουνίου του έτους 2002, όταν απευθυνόμενος ο εγκαλών προς τον Πρόεδρο του Δ. Σ της άνω εταιρείας και διευθύνοντα σύμβουλο αυτής Γ2 για σχετικές εξηγήσεις επί του παραπάνω θέματος, αυτός (Πρόεδρος) του παρέδωσε τα εξής φωτοαντίγραφα των επιστολών του κατηγορουμένου: 1)την από .... επιστολή, με την οποία διέδιδε για τον εγκαλούντα γεγονότα σχετικά με την δήθεν αγορά των εμπορευμάτων για το σπίτι του από το κατάστημα των αδελφών Ζ1 στην ..., αναφέρω επί λέξει σ' αυτή: " ...αν θέλει ο κύριος Ψ1, μπορούμε να πάμε πίσω στα τιμολόγια της εταιρείας Ζ1 στην οδό ..... την ..., να δούμε πόσα αντικείμενα από αυτά που αγόραζε, ήταν για την κατασκευή του σπιτιού του και πόσα για το φέρυ-μπότ "Β1".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πατρών, σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της, διέλαβε στην απόφαση του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ.1 εδ. α και 2, 362 ΠΚ.Ειδικότερα, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται από το διατακτικό, και τα οποία θεμελιώνουν την κρίση του Δικαστηρίου, ότι τα προαναφερθέντα δυσφημιστικά γεγονότα είναι ψευδή. Αιτιολογείται επίσης, η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία, η διάδοση σε βάρος του εγκαλούντος, των ως άνω περιστατικών, έγινε ενώπιον τρίτων προσώπων και συγκεκριμένα, στην πρώτη μεν περίπτωση, ενώπιον του Γ1, μετόχου της εταιρείας, στη δεύτερη δε ενώπιον Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου της αυτής ως άνω εταιρείας, του Γ2.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς, και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με τον πρώτο λόγο, πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί την εκτίμηση των ως άνω αποδείξεων, αναιρετικώς, ανέλεγκτη κρίση, του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 367 του ΠΚ, προκύπτει ότι αίρεται κατ' αρχή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβρίσεως και απλής δυσφημήσεως, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης άλλου εκδήλωση γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος του δράστη ή από άλλο δικαιολογημένη ενδιαφέρον, με τον απαραίτητο όμως όρο, ότι η εκδήλωση αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένο ενδιαφέροντος μέτρο, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η προστασία τους, με άλλον τρόπο και ότι ο δράστης κινήθηκε στην προσβλητική εκδήλωση αποκλειστικά προς το σκοπό αυτό. Κατ' εξαίρεση, όμως, δεν αίρεται στις περιπτώσεις αυτές, ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως και παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, όταν συντρέχουν τα συστατικά στοιχεία της δυσφήμησης, ή στις ως άνω περιπτώσεις, από τον τρόπον εκδήλωσης ή τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή, σκοπός που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, που, κηρύχθηκε ένοχος της πράξεως της απλής δυσφήμησης, με όσα ισχυρίστηκε ενώπιον των τρίτων σε βάρος του εγκαλούντος, απέβλεπε σύμφωνα με τις παραδοχές της, να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, και, δεν απέβλεπε στη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος του ίδιου ή άλλου, ούτε, όσα αυτός ισχυρίστηκε, έγιναν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Ε' του Κ.Π.Δ, δεύτερος λόγος των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει, να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).
ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-11-2007 αίτηση και τους από 24-4-2008 πρόσθετους λόγους, του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμό 1896/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδίκη για απλή δυσφήμηση από συκοφαντική (άρθρο 363 ΠΚ). Στοιχεία του αδικήματος. Υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 367 ΠΚ. Απορρίπτει την αναίρεση, καθώς και τους πρόσθετους λόγους.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δυσφήμηση συκοφαντική, Πρόσθετοι λόγοι.
| 2
|
Αριθμός 1707/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 , που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Κατσαντώνη, για αναίρεση της 4551/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1120/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ.2 και 156 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη εισαγγελική ή αστυνομική αρχή και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ.1 εδ. δ προσώπων, προς τον δήμαρχο ή αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος, της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων, που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1 ΚΠΔ . Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στη αρμόδια εισαγγελική αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ'αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Όταν δε το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση (476 παρ1 και 2 ΚΠΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απηγγέλθη απόντος εκκαλούντος, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία των κατά τα άρθρα 154 παρ.1, 156 και 161 παρ.1 ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται διά της εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως, ή ανωτέρας βίας, εκ της οποίας απολέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως αγνώστου διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠΔ, με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση. Για τη δήλωση αυτή συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρ. 465 παρ. 1) και από εκείνον που τη δέχεται. Κατά δε το άρθρο 153 του ίδιου Κώδικα η έκθεση του άρθρου 148, όπως είναι και η παραπάνω έκθεση, είναι άκυρη αν δεν έχει την υπογραφή του υπαλλήλου που την έχει συντάξει.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 4551/2007 απόφασή του, απέρριψε ως εκπρόθεσμη την 1327/20-2-2007 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 75941/1997 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία εκείνος είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 1500 δραχμές ημερησίως για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με την ακόλουθη αιτιολογία "...Στην κρινόμενη υπόθεση από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε με όρκο στο ακροατήριο και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία αποδεικνύοντας τα εξής: Ο εκκαλών - κατηγορούμενος, με την 75941/1997 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάσθηκε για την πράξη και υπεξαίρεσης, αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, από κοινού τελεσθείσης με τον Χ, σε φυλάκιση δεκαπέντε (15) μηνών, μετατραπείσα προς 1500 δρχ. για κάθε ημέρα φυλάκισης. Ο εκκαλών - κατηγορούμενος δικάσθηκε ερήμην στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αφού είχε κλητευθεί ως αγνώστου διαμονής στη διεύθυνση επί της οδού ......, ενώ στην ίδια διεύθυνση αναζητήθηκε στις 26-3-1998 για επιδοθεί η εκκαλούμενη και ενόψει του ότι δεν βρέθηκε εκεί, επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής στον διορισμό προς τούτο από το Δήμαρχο Αθηναίων, υπάλληλο του Δήμου, ....... Η εν λόγω διεύθυνση είχε δηλωθεί από το μηνυτή με την υποβληθείσα στον Εισαγγελέα Αγρινίου, στις 8-1-1996 μήνυσή του. Ο εκκαλών δεν εμφανίστηκε κατά την προανάκριση, αν και αναζητήθηκε δύο φορές με σχετικές παραγγελίες του Πταισματοδίκη Αθηνών, οι οποίες δεν επιδόθηκαν καθόσον δεν βρέθηκε στην ως άνω διεύθυνση. Ο εκκαλών στην έφεσή του ισχυρίζεται ότι δεν (ήταν) αγνώστου διαμονής, κατά τους χρόνους που αναζητήθηκε, αλλά γνωστής, δηλαδή ότι κατοικούσε ..... στην Αθήνα. Δεν ισχυρίζεται όμως ότι η διεύθυνση αυτή ήταν γνωστή, με έναν από τους νομίμους τρόπους, που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, στις αρχές (Εισαγγελέα, Πταισματοδίκη κλπ) που παράγγειλαν τις επιδόσεις. Εξάλλου, ο ισχυρισμός ότι το πρώτο πληροφορήθηκε την σε βάρος του καταδικαστική απόφαση στις 16-2-07 δεν εμπίπτει στην έννοια της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος. Ενόψει αυτών η κρινόμενη έφεση μη περιέχουσα συγκεκριμένο λόγο που να δικαιολογεί το εμπρόθεσμο είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί. Σε κάθε περίπτωση στην εν λόγω διεύθυνση (.....) ο κατηγορούμενος συνάγεται ότι είχε την επαγγελματική του εγκατάσταση. Τούτο προκύπτει από τη βεβαίωση, με ημερομηνία 31-7-96 της δικαστικής επιμελήτριας του Πταισματοδικείου Αθηνών, η οποία πήγε στη διεύθυνση αυτή για να επιδώσει την από 30-7-1996 κλήση του Πταισματοδίκη Αθηνών. Σύμφωνα με βεβαίωση αυτή, η δικαστική επιμελήτρια, συνάντησε εκεί τον Γ1, εργάτη φορτηγών, που είχαν ως αφετηρία επιχείρηση καφενείου εγκατεστημένης στην ως άνω διεύθυνση, την οποία (επιχείρηση) διατηρούσαν από κοινού ο Χ και ο εκκαλών - κατηγορούμενος, μέχρι ένα χρόνο πριν (30-7-1995) την επιχειρηθείσα επίδοση. Ο ίδιος ως άνω (Γ1) διαβεβαίωσε τη δικαστική επιμελήτρια ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε μετοικήσει ένα χρόνο πριν σε άλλη διεύθυνση. Αντίθετη άποψη δεν συνάγεται από την προγενέστερη (.....) βεβαίωση της ίδιας ως άνω επιμελήτριας, που την τελευταία ημερομηνία επιχείρησε να επιδώσει άλλη κλήση του Πταισματοδίκη Αθηνών κατά την οποία συνάντησε εκεί τον Χ1 ο οποίος την πληροφόρησε ότι ο εκκαλών δεν κατοικούσε στην εν λόγω διεύθυνση". Από την 1327/20-2-2007 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 75941/1997 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία, ασκήθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου και η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βάσιμου των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς της, είχε προβάλει με αυτή, επί λέξει, τα εξής: "την παρούσα έφεση την ασκεί εκπροθέσμως, διότι το πρώτον επληροφορήθην την 16/2/2007 ότε μετέβην εις το οικείο αστυνομικό τμήμα για την αλλαγή ταυτότητάς μου ότι κατεδικάσθην ερήμην και ως αγνώστου διαμονής εις την ανωτέρω ποινή".
Με όσα εξέθεσε ο κατηγορούμενος αναιρεσείων στην πιο πάνω έφεσή του δεν προβάλλει ακυρότητα του αποδεικτικού ή της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής, ούτε και λόγους ανώτερης βίας για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως (η επίκληση μόνο της μη γνώσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, δεν συνιστά λόγο ανώτερης βίας). Εκτός του κειμένου της πιο πάνω εκθέσεως, η οποία υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα στο πίσω σελίδα αυτής (δια παραπομπής), υπάρχει ανυπόγραφο κείμενο, στο οποίο διαλαμβάνονται, ως λόγοι εφέσεως, ότι ο αναιρεσείων 1) είναι μόνιμος κάτοικος από το έτος 1983 έως και το έτος 1998 και διέμενε στην διεύθυνση ...... στην ...., η οποία και αναγράφεται στο δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας και στη συνεχεία από το έτος 1998 μέχρι σήμερα διαμένει με τη σύζυγό του στην διεύθυνση ...... και, επομένως, κατά το χρόνο που του κοινοποιήθηκε το κλητήριο θέσπισμα και ακολούθως καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ήταν αγνώστου διαμονής, και ότι, 2) από τα προσκομιζόμενα και αναφερόμενα, στο εν λόγω κείμενο δικαιολογητικά, σαφώς προκύπτει η μόνιμη κατοικία του κατά το κρίσιμο χρόνο της κλητεύσεώς του. Το ανυπόγραφο αυτό κείμενο δεν δύναται να συμπληρώσει τις ελλείψεις της εκθέσεως της εφέσεως, αφού δεν δύναται να θεωρηθεί (συμπληρωματικό) κείμενο αυτής, διότι λείπουν τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για την εγκυρότητα της εκθέσεως, δηλαδή υπογραφή του αναιρεσείοντος ή του πληρεξουσίου και του γραμματέως ενώπιον του οποίου αυτή ασκήθηκε.
Συνεπώς, εφόσον ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, δεν επικαλείτο με την έφεσή του ακυρότητα της επιδόσεως, ούτε επικαλείτο λόγους ανώτερης βίας, εξαιτίας των οποίων παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, το Δικαστήριο δεν είχε την υποχρέωση να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφασή του αιτιολογία για την εγκυρότητά της επιδόσεως ή για την ύπαρξη ή όχι λόγου ανώτερης βίας. Ανεξαρτήτως αυτού, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ούτε με όσα διαλαμβάνονται το πιο άνω ανυπόγραφο κείμενο, προβάλλεται ορισμένος λόγος εφέσεως, τον οποίο είχε υποχρέωση να ερευνήσει το Δικαστήριο. Ειδικότερα, δεν αναφέρεται κατά τρόπο σαφή η διεύθυνση της γνωστής, κατά τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα, κατοικίας του, κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή κατά το χρόνο της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, η οποία έγινε, όπως ρητώς αναφέρεται και στην προσβαλλόμενη απόφαση, στις 26/3/1998. Συγκεκριμένα ο αναιρεσείων δεν διευκρινίζει μέχρι πια ημερομηνία του έτους 1998 διέμενε στην οδό .... στην .... και από πότε στην οδό ...... (σε πόλη ή περιοχή που δεν αναφέρει). Επιπλέον δε, δεν αναφέρει αν η κατοικία του αυτή ήταν γνωστή στην αρχή που διέταξε την επίδοση. Παρά την αοριστία αυτή της εφέσεως, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς του αναιρεσείοντος, τους απέρριψε- εκ περισσού- ως ουσιαστικά αβάσιμους, με την πιο πάνω πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Οι προβαλλόμενες δε κατά της αποφάσεως αυτής σχετικές αιτιάσεις, κατά τις οποίες το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα, από τα οποία προκύπτει, κατά τον αναιρεσείοντα, ότι αυτός διέμενε στις πιο πάνω διευθύνσεις και ότι ουδέποτε διέμενε ή άσκησε επάγγελμα στην οδό ....., όπου αναζητήθηκε, ως τελευταία γνωστή αυτού κατοικία, είναι αβάσιμες, αφού το Δικαστήριο, όπως ρητώς αναφέρεται στο πάνω σκεπτικό του, έλαβε υπόψη του όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, ενώ η, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών μέσων δεν ιδρύει παραδεκτό λόγο αναίρεσης.
Συνεπώς, με όσα δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε ΚΠΔ λόγος, για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (αρ. 114 ΠΚ, περί παραγραφής της ποινής), απαραδέκτως προβάλλεται κυρίως διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Τριμελές Εφετείο δεν εκδίκασε (ούτε ήταν δυνατόν να εκδικάσει) έφεση επί υποθέσεως επί της οποίας είχε επιβληθεί αμετακλήτως ποινή που παράμεινε ανεκτέλεστη επί δεκαετία. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 259/14-6-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 , για αναίρεση της 4551/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογία αποφάσεως που απορρίπτει ένδικο μέσο (έφεση) ως εκπρόθεσμο. Αγνώστου διαμονής. Λόγοι έφεσης: ακυρότητα επίδοσης - ανώτερη βία. Διαφορετικοί λόγοι πρέπει να περιέχονται στην έφεση. Επίκληση λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Επίκληση λόγου ακυρότητας επιδόσεως εκκαλουμένης αποφάσεως, που δεν αναφέρεται στην έφεση, αλλά με ανυπόγραφη παραπομπή στην πίσω σελίδα της εφέσεως. Απαράδεκτος. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
Αριθμός 1706/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, που ορίσθηκε με τη με αριθμό 57/01.4.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ανδρουλάκη, για αναίρεση της με αριθμό 225/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Με πολιτικώς ενάγουσα τη ........ που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεώργογλου. Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1368/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1, 96 παρ. 2 και 42 παρ. 2 του ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Ειδικότερα η παραπάνω εντολή παρέχεται σε συνήγορο και με απλή έγγραφη δήλωση του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντος κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ.2 εδ. β' και γ' ΚΠΔ, στο οποίο παραπέμπει το παραπάνω άρθρο 96 ΚΠΔ. Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 42, η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα επί της απλής έγγραφης δηλώσεως, με την οποία παρέχεται η πληρεξουσιότητα για άσκηση ενδίκου μέσου, πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή από δικηγόρο. Η βεβαίωση αυτή της εντολής κατέστη απαραίτητη, για να εξασφαλισθεί το κύρος αυτής και να αποτραπεί οποιαδήποτε ενδεχόμενη αμφισβήτηση του γεγονότος της παρασχεθείσας εντολής και υπογραφής, από τον ίδιο τον εντολέα, καθώς και της χρονολογίας αυτής, πράγμα το οποίο θα έχει επιπτώσεις στην εγκυρότητα της ενεργηθείσας πράξεως. Με την βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εντολέα από τα προαναφερθέντα πρόσωπα ολοκληρώνεται η εντολή, αφότου και θεωρείται υπάρχουσα αυτή.
Συνεπώς αν δεν συντρέξει και αυτή η προϋπόθεση, η πληρεξουσιότητα-εξουσιοδότηση ασκήσεως ενδίκου μέσου είναι ελλιπής και ως εκ τούτου το τυχόν ασκηθέν ένδικο μέσο με αυτή την παράλειψη, δεν είναι παραδεκτό και απορρίπτεται, για έλλειψη νομίμου πληρεξουσιότητας, ως απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 9 Ιουλίου 2007 αίτηση αναιρέσεως κατά της 225/2007 αποφάσεως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (Πενταμελούς), με την οποία ο αναιρεσείων Χ1, καταδικάστηκε για σωματική βλάβη εξ αμελείας και άμεση συνεργεία σε ανυποταξία, ασκήθηκε ενώπιον του γραμματέως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου από τον Δικηγόρο Αθηνών Νικόλαο Ανδρουλάκη, με την ιδιότητα του εκπροσώπου, δυνάμει ειδικής εξουσιοδοτήσεως, δικηγόρου του αναιρεσείοντος. Στη δήλωση αναιρέσεως προσαρτάται εξουσιοδότηση, με την οποία ο αναιρεσείων φέρεται να εξουσιοδοτεί τον πιο πάνω δικηγόρο να ασκήσει αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως και "γενικά όπως πράττει ό,τι δει προς περαίωση της ανωτέρω εντολής". Το γνήσιο της υπογραφής του εξουσιοδοτούντος βεβαιώνεται από τον Δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Κλεφτοδήμο, ως εξής: "Βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του Χ1 καίτοι δεν υπέγραψε ενώπιόν μου, ως προκύψαν από τηλεφωνική επικοινωνία με τον ίδιο και σχετικές βεβαιώσεις μαρτύρων, οικείων του". Κατ' αυτόν, όμως, τον τρόπο ο βεβαιών Δικηγόρος δεν βεβαιώνει ο ίδιος την γνησιότητα της υπογραφής του αναιρεσείοντος (ούτε δύναται, άλλωστε, να το πράξει, αφού η υπογραφή δεν τέθηκε ενώπιόν του), αλλά, κατ' ουσία, φέρεται να βεβαιώνει και μάλιστα όχι αυτοπροσώπως, αλλά τηλεφωνικώς, (αν και δηλώνει ως κατοικία του την ..... Αττικής) το γνήσιο της υπογραφής του ο ίδιος ο αναιρεσείων (αλλά και οι μη κατονομαζόμενοι μάρτυρες - οικείοι). Επομένως ο πιο πάνω Δικηγόρος απλώς επιβεβαιώνει το πιο πάνω περιστατικό, χωρίς να βεβαιώνει ανεπιφύλακτα το γνήσιο της υπογραφής του αναιρεσείοντος, αφού κρίνει απαραίτητο να αναφέρει τα πιο πάνω και, συνακόλουθα, δεν δύναται να γίνει δεκτό ότι βεβαιώνεται στην πιο πάνω εξουσιοδότηση, το γνήσιο της υπογραφής του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, προκειμένου να εξασφαλισθεί το κύρος της και να αποτραπεί οποιαδήποτε ενδεχόμενη αμφισβήτηση της υπογραφής της από τον ίδιο τον εντολέα, καθώς και της χρονολογίας της (ο εξουσιοδοτών μάλιστα φέρεται να την υπογράφει στις 29/6/2007 και ο "βεβαιών" δικηγόρος στις 5/7/2007). Έτσι, όμως, χωρίς την τήρηση της εν λόγω διατυπώσεως, η πληρεξουσιότητα - εξουσιοδότηση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως είναι ελλιπής και ως εκ τούτου η ασκηθείσα αναίρεση είναι απαράδεκτη και συνεπώς απορριπτέα για το λόγο αυτό. Μετά από αυτά , η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς εναγούσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 08/9-7-2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 225/2007 αποφάσεως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (Πεντα-μελούς). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς εναγούσης εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άσκηση αναίρεσης δια πληρεξουσίου. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Η εντολή παρέχεται σε συνήγορο και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή από δικηγόρο. Άλλως το τυχόν ασκηθέν ένδικο μέσο δεν είναι παραδεκτό. Η βεβαίωση της υπογραφής δεν δύναται να δοθεί με την τηλεφωνική διαβεβαίωση της υπογραφής από τον εξουσιοδοτούντα προς τον βεβαιούντα δικηγόρο. Απορρίπτει αναίρεση ως απαράδεκτη.
|
Πληρεξουσιότητα
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πληρεξουσιότητα.
| 0
|
Αριθμός 1705/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ορισθέντα με την 57/1.4.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας -κατηγορουμένης Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2181/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα -κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2.11.2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1874/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 62/11.2.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., την υπ'αριθ. 244/2-11-2007 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1 , κατά του υπ'αριθ. 2181/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθ. 3539/2006 βούλευμά του, παρέπεμψε την αναιρεσείουσα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί σ'αυτήν λόγω της ιδιότητάς της ως εντολοδόχου (άρθρο 375 παρ. 2α και 1 Π.Κ., όπως η παράγραφος 2 του άρθρου 375 αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/96 και 14 παρ. 3 εδ. β' Ν. 2721/1999).
Κατά του παραπάνω παραπεμπτικού βουλεύματος άσκησε η αναιρεσείουσα την από 6-2-2007 και με αριθμό 53/6-2-2007 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο υπ'αριθ. 2181/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο έγινε αυτή τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσία. Κατά του ως άνω εφετειακού βουλεύματος στρέφεται ήδη η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως η οποία ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς από δικαιούμενο στην άσκησή της πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 463, 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 παρ. 1 και 482 παρ. ια του Κ.Π.δ., όπως η παράγραφος 1 του άρθρου 482 αντικ. με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/2003. Διαλαμβάνονται δε στην αίτηση αυτή αναίρεσης σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναίρεσης και συγκεκριμένα αυτοί της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της απόλυτης ακυρότητας και της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 375 παρ. 2α του Π.Κ.
Επειδή για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος απαιτούνται εκτός των άλλων, και τα εξής στοιχεία:
Το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, τέτοιο είναι και το χρήμα (βλ. ΑΠ 1600/2004, ΑΠ 537/2003, ΑΠ 1253/2000), να είναι αυτό μερικά ή ολικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητά του ανήκει κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από το δράστη, η κατοχή του πράγματος αυτού να έχει περιέλθει στον δράστη, παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νομίμου δικαιολογητικού λόγου, το αντικείμενο αυτής (υπεξαίρεσης) να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον να συντρέχει στο πρόσωπο του δράστη μία από τις περιοριστικά διαλαμβανόμενες στην παράγραφο 2 του άρθρου 375 Π.Κ. περιπτώσεις, όπως εκείνη του εντολοδόχου, ή ανεξαρτήτως αυτών, αν η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ). Η δολία προαίρεση συνίσταται στη θέληση ή αποδοχή του δράστη να ενσωματώνει το ξένο κινητό πράγμα στην περιουσία του, που καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, με την οποία εκδηλώνεται η πρόθεσή του αυτή (βλ. ΑΠ 1320/05 Ποιν.Λ. 1230, ΑΠ 1336/05 Ποιν.Λ. 1254, ΑΠ 115/04 Π.Χρ. ΝΕ/34). Πότε το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κρίνεται ανέλεγκτα (ΑΠ 954/06 Π.Χρ. ΝΖ/328) και κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης (ΑΠ 1425/2002 Π.Χρ. ΝΓ/510).
Από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 245 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η αιτιολογία δε αυτή επιτρεπτώς γίνεται και με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ'αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ'αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 2464/2005 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ/627, ΑΠ 1687/2002 Ποιν. Χρ. ΝΓ/638). Όταν όμως στο συμβούλιο προσκομίσθηκαν νέα στοιχεία απαιτείται να προκύπτει αξιολόγηση και αυτών. Λόγο αναίρεσης, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 177 Κ.Π.Δ., δεν συνιστά η κακή εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 474/2004 Π.Χρ. ΝΕ/152).
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση του προσβαλλομένου βουλεύματος δέχθηκε ότι από το σύνολο του συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα από τις καταθέσεις της εγκαλούσας Ψ1 και των μαρτύρων Γ1, Γ2, Γ3, Γ4, ...., ..... και ...., όλα τα έγγραφα που είναι συνημμένα στη δικογραφία, σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης και τα διαλαμβανόμενα στα υπομνήματα αυτής και της εγκαλούσας, προκύπτουν τα εξής, κρίσιμα και ουσιώδη, πραγματικά περιστατικά:
Η εγκαλούσα Ψ1 διατηρεί πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ, ΛΑΧΕΙΩΝ και ΙΠΠΟΔΡΟΜΟΥ στο .... Αττικής και συγκεκριμένα επί της οδού ..... Ταυτόχρονα, έχει συνάψει συμβάσεις με τις Δημόσιες Επιχειρήσεις Κοινής Ωφέλειας ΔΕΗ, ΟΤΕ και ΕΥΔΑΠ, με βάση τις οποίες της έχει ανατεθεί η έναντι προμηθείας είσπραξη από καταναλωτές του αντιτίμου των εκδιδομένων από τις ανωτέρω επιχειρήσεις λογαριασμών και η εν συνεχεία απόδοσή του σ'αυτές. Η κατηγορουμένη-εκκαλούσα Χ1 εργάστηκε ως υπάλληλος στο ως άνω πρακτορείο κατά το χρονικό διάστημα από 7-11-2001 μέχρι 8-6-2004. Πέραν των άλλων καθηκόντων της ως υπαλλήλου, στην ως άνω κατηγορουμένη-εκκαλούσα είχε χορηγηθεί από την εργοδότριά της - εγκαλούσα η ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να αναλαμβάνει από το ταμείο του πρακτορείου τα εισπραχθέντα από καταναλωτές χρηματικά ποσά και να τα αποδίδει στις δικαιούχους ΔΕΚΩ, καταθέτοντάς τα σε συγκεκριμένους λογαριασμούς, που οι επιχειρήσεις αυτές διατηρούσαν στην Εμπορική Τράπεζα. Παρά ταύτα αυτή, ενώ στα πλαίσια της πιο πάνω εντολής, κατά το χρονικό διάστημα από 4-5-2004 μέχρι 25-5-2004, κατά το οποίο η εγκαλούσα-ιδιοκτήτρια του πρακτορείου απουσίαζε εκτός Αθηνών, εισέπραξε λογαριασμούς καταναλωτών πελατών των ως άνω ΔΕΚΩ, συνολικού ποσού 18.676,81 ευρώ, στην συνέχεια δεν απέδωσε, όπως όφειλε, το ως άνω χρηματικό ποσό, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, στις ως άνω δικαιούχους ΔΕΚΩ, αλλά το κατακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα, με συνέπεια να αναγκασθεί να το καταβάλει εξ ιδίων η εγκαλούσα. Πλέον συγκεκριμένα, με τον ως άνω τρόπο, η εκκαλούσα-κατηγορουμένη ενσωμάτωσε στην περιουσία της και ιδιοποιήθηκε παράνομα: α) ποσό 6.997,50 ευρώ, που αφορούσε εξοφλημένους στο πρακτορείο λογαριασμούς του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΟΤΕ). Μάλιστα, προς συγκάλυψη της ανωτέρω πράξεώς της αυτή προέβη στο εξής τέχνασμα. Κάνοντας χρήση έγγραφης εξουσιοδότησης που της είχε παραχωρήσει η εγκαλούσα, προέβη σε ανάληψη ποσού 6.990 ευρώ από λογαριασμό που διατηρούσε η τελευταία στην Εμπορική Τράπεζα, το οποίο στην συνέχεια κατέθεσε στον υπ'αριθμ. ..... λογαριασμό που διατηρεί στην ίδια Τράπεζα, ο ΟΤΕ, έτσι ώστε να φαίνεται ότι λογαριασμοί αντίστοιχης αξίας του πιο πάνω Οργανισμού είχαν εξοφληθεί απ'αυτήν κανονικά. Β) Ποσό 11.266,31 ευρώ, που αφορούσε εξοφλημένους στο πρακτορείο λογαριασμούς καταναλωτών της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και γ). Ποσό 413 ευρώ, που αφορούσε λογαριασμούς καταναλωτών, εξοφλημένους στο πρακτορείο, της Εταιρείας 'Υδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτευούσης (ΕΥΔΑΠ).
Απολογούμενη η κατηγορουμένη - εκκαλούσα ισχυρίστηκε ότι πράγματι από την προηγουμένη (7-6-2004) είχε παραλάβει από το Ταμείο του Πρακτορείου το πιο πάνω χρηματικό ποσό, μαζί με τις σχετικές αποδείξεις-συγκεντρωτικές καταστάσεις και το είχε μεταφέρει στην οικία της που βρίσκεται στην .... Αττικής και επί της οδού ..., προκειμένου την επομένη (8-6-2004) να το καταθέσει στο κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας, που βρίσκεται πλησίον της οικίας της και επί της οδού ...., προς εξόφληση των αντιστοίχων λογαριασμών. Ότι μάλιστα το μεγαλύτερο μέρος του ως άνω ποσού και συγκεκριμένα ποσό 16.000 ευρώ είχε παραδώσει σ'αυτήν ιδιοχείρως για τον πιο πάνω σκοπό η ίδια η εγκαλούσα την 23.30' ώρα της 3ης-6-2004, παρουσία της επίσης εργαζομένης στο ίδιο πρακτορείο μάρτυρος Γ2. Ότι, όμως, την επομένη (8-6-2004) και περί ώρα 12.00, ενώ μετέβαινε πεζή από την οικία της στην Εμπορική Τράπεζα της οδού .... για την κατάθεση του πιο πάνω ποσού και ενώ περπατούσε στην οδό ....., την πλησίασαν εντελώς ξαφνικά δύο άτομα, που επέβαιναν σε δίκυκλη μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού, χωρίς πινακίδες κυκλοφορίας και της άρπαξαν την τσάντα της, η οποία, εκτός άλλων προσωπικών της αντικειμένων και εγγράφων, περιείχε και το πιο πάνω χρηματικό ποσό καθώς και τις αντίστοιχες αποδείξεις εξοφλημένων λογαριασμών, γεγονός το οποίο αμέσως κατήγγειλε στο οικείο Τμήμα Ασφαλείας Νέας Ιωνίας.
Η ως άνω όμως καταγγελία της εκκαλούσας περί δήθεν κλοπής κρίνεται κατά την γνώμη μας αναληθής, έχουσα ως σκοπό την δικαιολόγηση και συγκάλυψη της ήδη τελεσθείσης υπ'αυτής υπεξαιρέσεως και τούτο, εκτός των άλλων, διότι: 1) παρότι η οδός .... είναι σχετικά κεντρική και τα καταστήματα ήσαν ανοικτά, ουδείς τρίτος αντελήφθη το περιστατικό της αρπαγής της τσάντας της εκκαλούσας, ενώ είναι σύνηθες και εύλογο η αρπαγή μίας τσάντας να συνοδεύεται από τις κραυγές του θύματος, οι οποίες εξάπτουν την περιέργεια και προκαλούν την προσέλευση των περιοίκων στο συγκεκριμένο σημείο. 2) Στην καταγγελία περί κλοπής που υπέβαλε αμέσως μετά η εκκαλούσα στο Τμήμα Ασφαλείας Νέας Ιωνίας, ανέφερε ότι οι άγνωστοι δράστες αφαίρεσαν απ'αυτήν το ποσόν των 15.000 ευρώ, που αφορούσε εξοφλημένους λογαριασμούς ΔΕΚΩ, αντί του πραγματικού ποσού των 18.676,81 ευρώ, το ύψος του οποίου αυτή βεβαίως και θα εγνώριζε επακριβώς, εάν επρόκειτο να το καταθέσει εντός ολίγου στην Εμπορική Τράπεζα. 3) Οι περισσότεροι από τους ως άνω εξοφληθέντες στο εν λόγω πρακτορείο λογαριασμούς, το αντίτιμο των οποίων η εκκαλούσα-κατηγορουμένη υποτίθεται ότι μετέβαινε να καταθέσει στην Εμπορική Τράπεζα στις 8-6-2004, είχαν λήξει από 25-5-2004 και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τις σχετικές συμβάσεις, τα αντίστοιχα ποσά έπρεπε να έχουν αποδοθεί στις δικαιούχους ΔΕΚΩ το αργότερο την επομένη της λήξεως της προθεσμίας εξόφλησής τους, δηλαδή στις 26-5-2004. 4) Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι δήθεν η εγκαλούσα της παρέδωσε ιδιοχείρως την 23.30' ώρα της 3-6-2004 το ποσό των 16.000 ευρώ, με σκοπό να το καταθέσει αυτή στην Εμπορική Τράπεζα και μάλιστα παρουσία της επίσης εργαζομένης στο ίδιο πρακτορείο μάρτυρος Γ2, διαψεύδεται όχι μόνον από την τελευταία αυτή μάρτυρα αλλά και από το φωτοτυπικό αντίγραφο του ακτοπλοϊκού εισιτηρίου που προσεκόμισε η εγκαλούσα, από το οποίο προκύπτει ότι αυτή, μετά από σύντομη άφιξη και παραμονή της στην Αθήνα, την 17.30' ώρα της 3ης-6-2004 ανεχώρησε και πάλι για τη νήσο .... 'Αλλωστε, ακόμη και να θεωρηθεί ως αληθής η παράδοση του πιο πάνω χρηματικού ποσού στην εκκαλούσα, δεν δικαιολογείται η μη άμεση κατάθεσή του από αυτήν στην Τράπεζα καθώς και η κατοχή του μετά παρέλευση ενός ολόκληρου πενθημέρου. 5) Οι μάρτυρες Γ1, Γ2, Γ3 και Γ4 βεβαιώνουν με τις ένορκες καταθέσεις τους ότι ουδέποτε στο παρελθόν είχε επιτραπεί στην εκκαλούσα-κατηγορουμένη να πάρει στην οικία της χρηματικά ποσά από εξοφληθέντες λογαριασμούς καταναλωτών, με σκοπό να τα καταθέσει την επομένη στο κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας Νέας Ιωνίας, ενώ αντίθετα, κατά πάγια πρακτική, οι εισπράξεις αυτές κατετίθεντο είτε από την εκκαλούσα, είτε από την εγκαλούσα, στο κατάστημα Γαλατσίου της Εμπορικής Τράπεζας και μάλιστα, με την συνοδεία πάντοτε, για λόγους ασφαλείας, και δευτέρου προσώπου, το οποίο συνήθως ήταν ο τελευταίος από τους πιο πάνω μάρτυρες Γ4. Και 6) Η ίδια η εκκαλούσα, την επομένη της δηλώσεώς της περί κλοπής, αποδέχθηκε συναλλαγματικές με τις οποίες ανέλαβε την υποχρέωση να επιστρέψει σταδιακά στην εγκαλούσα το ως άνω χρηματικό ποσό, αναγνωρίζοντας έτσι, τουλάχιστον έμμεσα, την πράξη της, ενώ οι μεταγενέστεροι ισχυρισμοί της ότι δήθεν εκβιάστηκε να προβεί στην πράξη αυτή από την εγκαλούσα και τον σύζυγό της είναι αναπόδεικτοι.
Με τα δεδομένα αυτά, σαφώς προκύπτει ότι υφίσταται επαρκείς ενδείξεις ενοχής της κατηγορουμένης για την αποδιδόμενη σ'αυτήν πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου.
Συνεπώς, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το εκκαλούμενο βούλευμά του και για τους ίδιους λόγους παρέπεμψε την κατηγορουμένη στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου προκειμένου να δικαστεί ως υπαίτια της πράξεως αυτής, ορθώς εκτίμησε και αξιολόγησε τα εκ του αποδεικτικού υλικού προκύπτοντα πραγματικά περιστατικά και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Πρέπει, συνακόλουθα, να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, να επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα εκ 210 ευρώ σε βάρος της εκκαλούσας (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ)".
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθεται στο βούλευμα αυτό ότι έλαβε υπόψη του και το υπ'αριθ. 49229/21-9-2007 υπόμνημα της αναιρεσείουσας που αυτή κατέθεσε μετά την υποβολή (3-9-2007) της προτάσεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα. Ούτε δε αιτιολογεί γιατί δεν το έλαβε υπόψη του το υπόμνημα αυτό και δεν το εξετίμησε, αν και το περιεχόμενό του αποτελεί σχολιασμό και αντίκρουση των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η εισαγγελική πρόταση και δι'αυτής το Συμβούλιο Εφετών και επιτρεπτώς υπεβλήθη μετά την υποβολή της προτάσεως του Εισαγγελέως Εφετών. Η αναφορά στην εισαγγελική πρόταση της φράσης "....σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης και τα διαλαμβανόμενα στα υπομνήματα αυτής", δεν περιλαμβάνει και το πιο πάνω υπόμνημα, αφού όπως παραπάνω αναφέρεται το τελευταίο κατατέθηκε στις 21-9-2007, μετά δηλαδή την υποβολή της εισαγγελικής προτάσεως η οποία έγινε στις 3-9-2007 και δεν αναφέρεται σ'αυτό ούτε προκύπτει ότι το αξιολόγησε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών.
Κατ'ακολουθία των παραπάνω εκτιθεμένων πρέπει να κριθεί κατά τούτο βάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ιδρυομένου του εκ του άρθρου 510 παρ. 1Δ' Κ.Π.Δ. λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση ενώπιον του ιδίου Συμβουλίου, συντιθέμενου από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως. Περαιτέρω να απορριφθεί κατά τα λοιπά κεφάλαιά της ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τούτο διότι, α) μετά την τροποποίηση του άρθρου 484 Κ.Π.Δ. με το άρθρο 42 του Ν. 3160/2003, η παράλειψη αναγραφής στο παραπεμπτικό βούλευμα του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου, εν προκειμένω της διατάξεως του άρθρου 375 παρ. 2α και 1 Π.Κ., δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως και β) η κρίση του αν η αναιρεσείουσα ενήργησε ως εντολοδόχος πλήρως αιτιολογείται.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να γίνει μερικώς δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και δη για τον αναιρετικό λόγο της έλλειψης της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση ενώπιον του ιδίου Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, συντιθέμενου από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως και να απορριφθεί κατά τα λοιπά κεφάλαιά της.
Αθήνα 8 Ιανουαρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ προκύπτει ότι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την από τις διατάξεις αυτές απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και του τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία, το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού και του διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 2181/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απορρίφθηκε η έφεση της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά του υπ' αριθ. 3539/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε για να δικαστεί για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί σ' αυτήν λόγω της ιδιότητάς της ως εντολοδόχου (άρθρο 375 παρ. 2α και 1 ΠΚ). Το προσβαλλόμενο βούλευμα, με καθολική αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι, από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, κατ' είδος προσδιοριζόμενα, προέκυψαν, ως προς την ως άνω αξιόποινη πράξη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εγκαλούσα Ψ1 διατηρεί πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ, ΛΑΧΕΙΩΝ και ΙΠΠΟΔΡΟΜΟΥ στο ....Αττικής και συγκεκριμένα επί της οδού .... Ταυτόχρονα, έχει συνάψει συμβάσεις με τις Δημόσιες Επιχειρήσεις Κοινής Ωφέλειας ΔΕΗ, ΟΤΕ και ΕΥΔΑΠ, με βάση τις οποίες της έχει ανατεθεί η έναντι προμηθείας είσπραξη από καταναλωτές του αντιτίμου των εκδιδομένων από τις ανωτέρω επιχειρήσεις λογαριασμών και η εν συνεχεία απόδοση του σ'αυτές. Η κατηγορουμένη-εκκαλούσα Χ1 εργάστηκε ως υπάλληλος στο ως άνω πρακτορείο κατά το χρονικό διάστημα από 7-11-2001 μέχρι 8-6-2004. Πέραν των άλλων καθηκόντων της ως υπαλλήλου, στην ως άνω κατηγορουμένη-εκκαλούσα είχε χορηγηθεί από την εργοδότριά της - εγκαλούσα η ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να αναλαμβάνει από το ταμείο του πρακτορείου τα εισπραχθέντα από καταναλωτές χρηματικά ποσά και να τα αποδίδει στις δικαιούχους ΔΕΚΩ, καταθέτοντάς τα σε συγκεκριμένους λογαριασμούς, που οι επιχειρήσεις αυτές διατηρούσαν στην Εμπορική Τράπεζα. Παρά ταύτα αυτή, ενώ στα πλαίσια της πιο πάνω εντολής, κατά το χρονικό διάστημα από 4-5-2004 μέχρι 25-5-2004, κατά το οποίο η εγκαλούσα-ιδιοκτήτρια του πρακτορείου απουσίαζε εκτός Αθηνών, εισέπραξε λογαριασμούς καταναλωτών πελατών των ως άνω ΔΕΚΩ, συνολικού ποσού 18.676,81 ευρώ, στην συνέχεια δεν απέδωσε, όπως όφειλε, το ως άνω χρηματικό ποσό, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, στις ως άνω δικαιούχους ΔΕΚΩ, αλλά το κατακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα, με συνέπεια να αναγκασθεί να το καταβάλει εξ ιδίων η εγκαλούσα. Πλέον συγκεκριμένα, με τον ως άνω τρόπο, η εκκαλούσα- κατηγορουμένη ενσωμάτωσε στην περιουσία της και ιδιοποιήθηκε παράνομα: α) ποσό 6.997,50 ευρώ, που αφορούσε εξοφλημένους στο πρακτορείο λογαριασμούς του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΟΤΕ). Μάλιστα, προς συγκάλυψη της ανωτέρω πράξεώς της αυτή προέβη στο εξής τέχνασμα. Κάνοντας χρήση έγγραφης εξουσιοδότησης που της είχε παραχωρήσει η εγκαλούσα, προέβη σε ανάληψη ποσού 6.990 ευρώ από λογαριασμό που διατηρούσε η τελευταία στην Εμπορική Τράπεζα, το οποίο στην συνέχεια κατέθεσε στον υπ' αριθμ. .... λογαριασμό που διατηρεί στην ίδια Τράπεζα, ο ΟΤΕ, έτσι ώστε να φαίνεται ότι λογαριασμοί αντίστοιχης αξίας του πιο πάνω Οργανισμού είχαν εξοφληθεί απ' αυτήν κανονικά. Β) Ποσό 11.266,31 ευρώ, που αφορούσε εξοφλημένους στο πρακτορείο λογαριασμούς καταναλωτών της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και γ). Ποσό 413 ευρώ, που αφορούσε λογαριασμούς καταναλωτών, εξοφλημένους στο πρακτορείο, της Εταιρείας Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτευούσης (ΕΥΔΑΠ). Απολογούμενη η κατηγορουμένη - εκκαλούσα ισχυρίστηκε ότι πράγματι από την προηγουμένη (7-6-2004) είχε παραλάβει από το Ταμείο του Πρακτορείου το πιο πάνω χρηματικό ποσό, μαζί με τις σχετικές αποδείξεις- συγκεντρωτικές καταστάσεις και το είχε μεταφέρει στην οικία της που βρίσκεται στην ....... Αττικής και επί της οδού ...., προκειμένου την επομένη (8-6-2004) να το καταθέσει στο κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας, που βρίσκεται πλησίον της οικίας της και επί της οδού ...., προς εξόφληση των αντιστοίχων λογαριασμών. Ότι μάλιστα το μεγαλύτερο μέρος του ως άνω ποσού και συγκεκριμένα ποσό 16.000 ευρώ είχε παραδώσει σ' αυτήν ιδιοχείρως για τον πιο πάνω σκοπό η ίδια η εγκαλούσα την 23.30' ώρα της 3ης-6-2004, παρουσία της επίσης εργαζομένης στο ίδιο πρακτορείο μάρτυρος Γ2. Ότι, όμως, την επομένη (8-6-2004) και περί ώρα 12.00, ενώ μετέβαινε πεζή από την οικία της στην Εμπορική Τράπεζα της οδού .... για την κατάθεση του πιο πάνω ποσού και ενώ περπατούσε στην οδό ...., την πλησίασαν εντελώς ξαφνικά δύο άτομα, που επέβαιναν σε δίκυκλη μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού, χωρίς πινακίδες κυκλοφορίας και της άρπαξαν την τσάντα της, η οποία, εκτός άλλων προσωπικών της αντικειμένων και εγγράφων, περιείχε και το πιο πάνω χρηματικό ποσό καθώς και τις αντίστοιχες αποδείξεις εξοφλημένων λογαριασμών, γεγονός το οποίο αμέσως κατήγγειλε στο οικείο Τμήμα Ασφαλείας Νέας Ιωνίας. Η ως άνω όμως καταγγελία της εκκαλούσας περί δήθεν κλοπής κρίνεται αναληθής, έχουσα ως σκοπό την δικαιολόγηση και συγκάλυψη της ήδη τελεσθείσης υπ' αυτής υπεξαιρέσεως και τούτο, εκτός των άλλων, διότι: 1) παρότι η οδός ..... είναι σχετικά κεντρική και τα καταστήματα ήσαν ανοικτά, ουδείς τρίτος αντελήφθη το περιστατικό της αρπαγής της τσάντας της εκκαλούσας, ενώ είναι σύνηθες και εύλογο η αρπαγή μίας τσάντας να συνοδεύεται από τις κραυγές του θύματος, οι οποίες εξάπτουν την περιέργεια και προκαλούν την προσέλευση των περιοίκων στο συγκεκριμένο σημείο. 2) Στην καταγγελία περί κλοπής που υπέβαλε αμέσως μετά η εκκαλούσα στο Τμήμα Ασφαλείας Νέας Ιωνίας, ανέφερε ότι οι άγνωστοι δράστες αφαίρεσαν απ' αυτήν το ποσόν των 15.000 ευρώ, που αφορούσε εξοφλημένους λογαριασμούς ΔΕΚΩ, αντί του πραγματικού ποσού των 18.676,81 ευρώ, το ύψος του οποίου αυτή βεβαίως και θα εγνώριζε επακριβώς, εάν επρόκειτο να το καταθέσει εντός ολίγου στην Εμπορική Τράπεζα. 3) Οι περισσότεροι από τους ως άνω εξοφληθέντες στο εν λόγω πρακτορείο λογαριασμούς, το αντίτιμο των οποίων η εκκαλούσα-κατηγορουμένη υποτίθεται ότι μετέβαινε να καταθέσει στην Εμπορική Τράπεζα στις 8-6-2004, είχαν λήξει από 25-5-2004 και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τις σχετικές συμβάσεις, τα αντίστοιχα ποσά έπρεπε να έχουν αποδοθεί στις δικαιούχους ΔΕΚΩ το αργότερο την επομένη της λήξεως της προθεσμίας εξόφλησής τους, δηλαδή στις 26-5-2004. 4) Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι δήθεν η εγκαλούσα της παρέδωσε ιδιοχείρως την 23.30' ώρα της 3-6-2004 το ποσό των 16.000 ευρώ, με σκοπό να το καταθέσει αυτή στην Εμπορική Τράπεζα και μάλιστα παρουσία της επίσης εργαζομένης στο ίδιο πρακτορείο μάρτυρος Γ2, διαψεύδεται όχι μόνον από την τελευταία αυτή μάρτυρα αλλά και από το φωτοτυπικό αντίγραφο του ακτοπλοϊκού εισιτηρίου που προσεκόμισε η εγκαλούσα, από το οποίο προκύπτει ότι αυτή, μετά από σύντομη άφιξη και παραμονή της στην Αθήνα, την 17.30' ώρα της 3ης-6-2004 ανεχώρησε και πάλι για τη νήσο ..... Άλλωστε, ακόμη και να θεωρηθεί ως αληθής η παράδοση του πιο πάνω χρηματικού ποσού στην εκκαλούσα, δεν δικαιολογείται η μη άμεση κατάθεσή του από αυτήν στην Τράπεζα καθώς και η κατοχή του μετά παρέλευση ενός ολόκληρου πενθημέρου. 5) Οι μάρτυρες Γ1, Γ2, Γ3 και Γ4 βεβαιώνουν με τις ένορκες καταθέσεις τους ότι ουδέποτε στο παρελθόν είχε επιτραπεί στην εκκαλούσα-κατηγορουμένη να πάρει στην οικία της χρηματικά ποσά από εξοφληθέντες λογαριασμούς καταναλωτών, με σκοπό να τα καταθέσει την επομένη στο κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας Νέας Ιωνίας, ενώ αντίθετα, κατά πάγια πρακτική, οι εισπράξεις αυτές κατετίθεντο είτε από την εκκαλούσα, είτε από την εγκαλούσα, στο κατάστημα Γαλατσίου της Εμπορικής Τράπεζας και μάλιστα, με την συνοδεία πάντοτε, για λόγους ασφαλείας, και δευτέρου προσώπου, το οποίο συνήθως ήταν ο τελευταίος από τους πιο πάνω μάρτυρες Γ4. Και 6) Η ίδια η εκκαλούσα, την επομένη της δηλώσεώς της περί κλοπής, αποδέχθηκε συναλλαγματικές με τις οποίες ανέλαβε την υποχρέωση να επιστρέψει σταδιακά στην εγκαλούσα το ως άνω χρηματικό ποσό, αναγνωρίζοντας έτσι, τουλάχιστον έμμεσα, την πράξη της, ενώ οι μεταγενέστεροι ισχυρισμοί της ότι δήθεν εκβιάστηκε να προβεί στην πράξη αυτή από την εγκαλούσα και τον σύζυγο της είναι αναπόδεικτοι", κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών ότι, μετά από αυτά, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν επ' ακροατηρίω κατηγορία σε βάρος της εκκαλούσας, για την αποδιδόμενη σ' αυτήν, ως άνω, αξιόποινη πράξη και ότι ορθά παραπέμφθηκε με το πρωτόδικο βούλευμα.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την αξιούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε, ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2α-1 του ΠΚ την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Αβασίμως υποστηρίζεται ότι το βούλευμα δεν έχει αιτιολογία, για το λόγο ότι το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού, η αναφερόμενη πρόταση, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συναφείς συλλογισμοί με τους οποίους κρίνεται ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο, και ως εκ τούτου επιτρεπτώς συντάσσεται με αυτή και η κρίση του Συμβουλίου. Πλήρως αιτιολογείται η κρίση του Συμβουλίου ότι η αναιρεσείουσα ενήργησε ως εντολοδόχος, με την διεξοδική παράθεση των περιστατικών, ότι η κατηγορουμένη, στα πλαίσια της ειδικής εντολής που της είχε δώσει η εργοδότριά της Ψ1, να εισπράττει από το ταμείο της επιχείρησής της, στην οποία εργάζονταν η αναιρεσείουσα, τα εισπραχθέντα από τους καταναλωτές χρηματικά ποσά που αφορούσαν τους λογαριασμούς των Δημοσίων Επιχειρήσεων ΟΤΕ, ΔΕΗ και ΕΥΔΑΠ, με τις οποίες ήταν συμβεβλημένη η εγκαλούσα και να καταθέτει (τα ποσά αυτά) στους λογαριασμούς που τηρούσαν αυτές στην Εμπορική Τράπεζα και παρόλα αυτά, παρακράτησε το συνολικό ποσό των 18.676,81 ευρώ, που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα που αναφέρθηκε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Αναφορικά με την αιτίαση ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν έλαβε υπόψη του το υπ' αριθ. πρωτ. 49229/21.9.2007 υπόμνημα της αναιρεσείουσας, με το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, αντέκρουσε την από 3.9.2007 πρόταση, προς το ως άνω Συμβούλιο, του Εισαγγελέα Εφετών, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα. Τα υπομνήματα, όπως προκύπτει από το άρθρο 178 ΚΠοινΔ, δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και επομένως, η μη συνεκτίμησή τους, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας του βουλεύματος. Τέτοια έλλειψη να υφίστατο στην περίπτωση κατά την οποία τα υπομνήματα περιείχαν αυτοτελείς ισχυρισμούς, πλην, όμως, κάτι τέτοιο δεν ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, απλώς τονίζει ότι διεξοδικά αντέκρουσε με το υπόμνημά της τα όσα διαλαμβάνει η Εισαγγελική πρόταση.
Συνεπώς και η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη. Επομένως, οι εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠοινΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
ΙΙ. Επειδή, μετά την τροποποίηση του άρθρου 484 ΚΠοινΔ με το άρθρο 42 του Ν. 3160/2003, η παράλειψη αναγραφής στο παραπεμπτικό βούλευμα του σχετικού άρθρου του ποινικού κώδικα και εν προκειμένω της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 375 παρ. 2α - 1 ΠΚ, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως. Επομένως, ο τρίτος και τελευταίος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται σχετική αιτίαση έλλειψης της ως άνω ποινικής διάταξης, είναι απαράδεκτος. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 244/2.11.2007 αίτηση της Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθ. 2181/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί σε εντολοδόχο. Λόγοι αναίρεσης: 1) Έλλειψη αιτιολογίας, 2) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, 3) Μη αναγραφή άρθρου. Μη λήψη υπόψη υπομνήματος. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 1704/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή- Εισηγητή και Νικόλα Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ράπτη, περί αναιρέσεως της 7929/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 118/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, και τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως. που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ'αρ. 7929/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ'είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετίαν, για τις αξιόποινες πράξεις της σωματικής βλάβης από αμέλεια και της παράβασης του άρθρου 43 παρ.2 εδ.α' και 4 εδ.α' Ν.2696/1999, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στις 10-10-02 και περί ώραν 23.15 έως 23.30, στο .......... Αττικής, οδηγώντας δίκυκλο μοτοποδήλατο ιδιοκτησίας του και κινούμενος επί της οδού ......, δεν κατέβαλε, κατ'αντικειμενική κρίση, την προσοχή την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος οδηγός οχήματος ώφειλε και μπορούσε να καταβάλει, κάτω από τις ίδιες συνθήκες οδηγήσεως προς αποφυγή του ατυχήματος με βάση τους ειδικούς νομικούς κανόνες που διαλαμβάνονται στον Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999), αλλά και τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, με αποτέλεσμα να τραυματίσει πεζό. Το αξιόποινο αυτό αποτέλεσμα δεν προέβλεψε αν και είχε τη δυνατότητα, ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων γνώσεων και ικανοτήτων από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής του. Ειδικότερα στον ως άνω τόπο και χρόνο οδηγούσε το δίκυκλο του και έβαινε στην οδό ..... στο ........ Αττικής, με κατεύθυνση από την πλατεία του οικισμού προς την Αθήνα. Η οδός αυτός έχει πλάτος οδοστρώματος 4,20 μ. και είναι διπλής κατεύθυνσης, χωρίς διαγράμμιση. Την ίδια ώρα ο ...... βάδιζε στο πεζοδρόμιο, δεξιά της πορείας του δικύκλου στην ίδια με αυτόν κατεύθυνση. Σε απόσταση τριάντα (30) μέτρων από την πλατεία επεχείρησε ο πεζός να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της εν λόγω οδού. 'Όταν βρισκόταν στο κέντρο του οδοστρώματος (σε απόσταση 2,10 μ. από το πεζοδρόμιο), έφθασε ο κατηγορούμενος με το όχημά του. Ο τελευταίος οδηγούσε τούτο εντελώς απερίσκεπτα, καθόσον κινιόταν στο μέσο του οδοστρώματος και όχι στο δεξιό αυτού, αν και από τίποτα δεν εμποδιζόταν, ενώ δεν είχε στραμμένη την προσοχή του προς τα εμπρός, όπως επιβάλλουν οι κανόνες του ΚΟΚ (άρθρ. 12 παρ.1 και 16 παρ.1 νόμου 2696/1999) αλλά και οι κανόνες της συνετής οδήγησης, έτσι ώστε να μπορεί να ενεργήσει τους ενδεδειγμένους ελιγμούς για να αποφύγει οποιοδήποτε εμπόδιο που τυχόν θα εμφανιζόταν στην πορεία του οχήματός του. Εξαιτίας της συμπεριφοράς του αυτής και παρόλο που δεν υπήρχε κίνηση οχημάτων και η ορατότητα στο σημείο εκείνο δεν περιορίζεται, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως τον πεζό που βρισκόταν στο μέσο του οδοστρώματος και επέπεσε επ'αυτού χωρίς καν να τροχοπεδήσει και χωρίς να επιχειρήσει οποιαδήποτε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά αν και μπορούσε, δεδομένου ότι: α) το πλάτος της λωρίδας κυκλοφορίας του, ήταν 2.10 μ. χωρίς να περιορίζεται από κάποιο σταθμευμένο όχημα ή άλλο εμπόδιο και β) ο πεζός απείχε από το πεζοδρόμιο, δεξιά του, 2,10 μέτρα (έχοντας δηλ. διανύσει όλο το εύρος της λωρίδας κυκλοφορίας που προοριζόταν για την κίνηση του δίκυκλου). Η πρόσκρουση του μοτοποδηλάτου επί του πεζού προκάλεσε σ'αυτόν αμφισφύριο κάταγμα δεξιάς ποδοκνημικής για το οποίο και νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο μέχρι τις 17-10-2002. Αμέσως μετά το συμβάν ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος, χωρίς να δώσει την αναγκαία βοήθεια στον παθόντα. 'Όλα τα παραπάνω προκύπτουν αβίαστα από την κατάθεση του παθόντος ο οποίος στο πρόσωπο του οδηγού του μοτοποδηλάτου αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, τον οποίο γνώριζε και προηγουμένως ως διαμένοντα στην ίδια με αυτόν περιοχή. Η εμπλοκή του κατηγορουμένου στο ατύχημα επιβεβαιώνεται και από τις αναγνωσθείσες προανακριτικές καταθέσεις του αυτόπτη μάρτυρα ........ Ο τελευταίος αντιληφθείς το ατύχημα προσέτρεξε για βοήθεια στον παθόντα και άκουσε από δύο ηλικιωμένους που και αυτοί αντιλήφθηκαν το ατύχημα να λένε "Τι έκανες ρε χ1. Δεν σου είπαμε να μη τρέχεις...". Τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν αναιρούνται από την κατάθεση (περιέχεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης) ......, θείας του κατηγορουμένου, κατά την οποία αυτή με τον κατηγορούμενο από τις 22.15 μέχρι τις 24.30 της ημέρας αυτής ήταν μαζί στο αυτοκίνητο της, οπότε και γύρισαν στο ........, μετά από επίσκεψη συγγενών τους στο ...... . Ενόψει αυτών, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδομένων πράξεων με τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2 α ΠΚ, καθόσον μέχρι τη διάπραξη των άνω πράξεων έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική ζωή".
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομενη απόφαση, διέλαβε την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ως άνω άδικων πράξεων, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα απ'αυτό προμνησθέντα περιστατικά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 26 παρ.1, 27 παρ.1, 94, 314 παρ.1 α, 315 παρ.1 ΠΚ και 43 παρ.2 εδ.α' και 4 εδ.α' Ν.2696/1999, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, με αποτέλεσμα η προσβαλλομένη να μη στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα αναφέρεται η θέση του πεζού κατά την ώρα του ατυχήματος, η οποία ήταν στο κέντρο της οδού ......., η αντικανονική πορεία, δια του μοτοποδηλάτου, του αναιρεσείοντος, ο οποίος, αντί να κινείται στο άκρο δεξιό της ανωτέρω οδού, όπως ήταν υπόχρεος, έβαινε στο κέντρο αυτής, με αποτέλεσμα εξ αδιαφορίας και απερισκεψίας, να επιπέσει επί του ισταμένου στο κέντρο της οδού πεζού και να τον τραυματίσει, μολονότι μπορούσε όταν αντελήφθηκε την παρουσία του, να προβεί, εκτός από τη διόρθωση της αντικανονικής του πορείας και σε αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό, ενόψει του ότι ο προς τα δεξιά χώρος της οδού είχε πλάτος 2,10 μέτρα και ήταν αρκετός για την πραγματοποίηση του συγκεκριμένου αποφευκτικού ελιγμού, ή ακόμη και ακινητοποίηση αυτού δια τροχοπεδήσεως μετά δε τον τραυματισμό εγκατέλειψε το θύμα, μη απαιτουμένων άλλων στοιχείων για τη στοιχειοθέτηση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων. Η επικαλούμενη αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι στο αιτιολογικό αναφέρεται το είδος των ελιγμών που μπορούσε να πραγματοποιήσει ο αναιρεσείων, κάτι όμως που δεν επαναλαμβάνεται στο διατακτικό, είναι αβάσιμη, ενόψει του ότι το διατακτικό συμπληρώνεται από το αιτιολογικό, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου περί την εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αρ. 462/2007 αίτηση του χ1, για αναίρεση της υπ'αρ. 7929/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια, παράβαση του άρθρ. 43 παρ. 2 εδ. α΄, 4 Ν. 2696/1999. Απορρίπτει αναίρεση κατά καταδικαστικής αποφάσεως για έλλειψη αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1702/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού) ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1628/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με συγκατηγορούμενους τους 1. Χ2 και 2. Χ3.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1681/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 54/5-2-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 178/6-9-2007 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου ..., η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό της από τον δικηγόρο Αθηνών Μιχάλη Τέλκη, δυνάμει της από 5-9-2007 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του υπ'αριθμ. 1628/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα:
1. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών παρέπεμψε με το υπ'αριθμ. 4113/2004 βούλευμά του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους : 1) Χ2, 2) Χ3 και 3) Χ1 (αναιρεσείουσα), προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι της πράξεως της απάτης κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση, από δράστες που διαπράττουν απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, η δε συνολική ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ.
Κατά του παραπάνω βουλεύματος όλοι οι παραπεμφθέντες κατηγορούμενοι (μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα) άσκησαν στη συνέχεια εφέσεις. Επί των εφέσεων αυτών εξεδόθη το υπ'αριθμ. 738/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο έγιναν δεκτές τυπικά και απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες οι εν λόγω εφέσεις, επικυρώθηκε δε το πρωτόδικο υπ'αριθμ. 4113/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ως προς όλες τις διατάξεις του. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών άσκησαν αναιρέσεις όλοι οι κατηγορούμενοι, εξεδόθη δε στη συνέχεια το υπ'αριθμ. 1968/2006 βούλευμα του Αρείου Πάγου, με το οποίο αναιρέθηκε στο σύνολό του το εν λόγω βούλευμα και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως. Στη συνέχεια το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 1628/2007 βούλευμά του έκανε και πάλι τυπικά δεκτές τις εφέσεις των ανωτέρω κατηγορουμένων κατά του πρωτοδίκου υπ'αριθμ. 4113/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και ακολούθως τις απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες. Κατά του τελευταίου αυτού εφετειακού βουλεύματος στρέφεται πλέον η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ1 με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα κατηγορουμένη την 28-8-2007 με θυροκόλληση, σύμφωνα με τις επιταγές των διατάξεων των άρθρων 155 παρ. 2 και 273 Κ.Π.Δ. Επακολούθησε την ίδια ημέρα (28-8-2007) νομότυπη επίδοση του βουλεύματος στον αντίκλητό της δικηγόρο Αθηνών Μιχάλη Τέλκη. Η αίτηση ασκήθηκε την 6-9-2007 (άρθρ. 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ.) ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον η υπ'αριθμ. 178/6-9-2007 έκθεση, όπου διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι, για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. 2. Κατά τη διάταξη του 386 παρ. 1 Π.Κ. όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσως της περιουσίας του παθόντα, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου 386 Π.Κ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 Ν.2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ. Κατά δε το άρθρο 13 εδ. στ' Π.Κ., όπως το τελευταίο αυτό (στ) προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν.2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του (ΑΠ 1074/2006, ΑΠ 1445/2004, ΑΠ 1820/2003). Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και στην περίπτωση διαπράξεως του εγκλήματος κατ'εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής, δεν είναι δε απαραίτητο να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη (ΑΠ 865/2003). Επίσης κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 937/2007). Περαιτέρω κατά την παρ. 2 του άρθρου 98 Π.Κ., όπως αυτή προστέθηκε με την υποπαρ. 1.1. της παρ. 1 του άρθρου 14 Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ'εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που, ανάλογα με το έγκλημα, επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην περίπτωση της απάτης κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 98 Π.Κ, που προστέθηκε με την υποπαρ. 1.1. της παρ. 1 του άρθρου 14 Ν.2721/1999, για το άθροισμα του ποσού και για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από το Ν.2721/1999, αφού ο νέος αυτός νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη, πριν από την έναρξη ισχύος του Νόμου αυτού, ρύθμιση δεν προβλεπόταν καθόλου περιορισμός ποσού (Α.Π. 895/2007, ΑΠ 817/2007, ΑΠ 1074/2006, ΑΠ 1944/2003). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 45 Π.Κ. αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη (ΑΠ 1174/2007, ΑΠ 980/2007).
3. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1095/2007, ΑΠ 842/2007, ΑΠ 544/2005). β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. 'Ετσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 286/2006, ΑΠ 345/2006). Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 770/2007, ΑΠ 1071/2005). Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παράβαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως (ΑΠ 1074/2006).
4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό (βούλευμα) εισαγγελική πρόταση, τα ακόλουθα:
Η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων ασκήθηκε με βάση τις με αριθμούς Α.Β.Μ. Δ-2002/24/3-1-2002 και Α.Β.Μ. Δ-2002/2635/4-8-2002 μηνύσεις της Ψ1 (η πρώτη), και του Ψ2 και της συζύγου του Ψ1 (η δεύτερη). Αναφέρονται όμως (εννοείται οι μηνύσεις) σε πραγματικά περιστατικά μεταξύ των μηνυτών και των κατηγορουμένων και όχι μεταξύ των κατηγορουμένων και του παραπάνω αναφερομένου μάρτυρα Α, ο οποίος έχει διαφορές με τους κατηγορουμένους, οι οποίες όμως (ενν. διαφορές) είναι άσχετες με την κρινομένη υπόθεση. Συγκεκριμένα, αμφότερες οι κρινόμενες μηνύσεις στρέφονται και κατά των τριών κατηγορουμένων, δηλαδή του Χ2, της συζύγου του Χ3, και της αδελφής της συζύγου του Χ1. Οι μηνύσεις αυτές συσχετίστηκαν λόγω συνάφειας (άρθρα 128 -129 Κ.Π.Δ) κατά την κυρία ανάκριση και διατάχθηκε η συνένωση των με το εκκαλούμενο.4114/2004 Βούλευμα (Βλέπ. 90 φύλλο αυτού).
Με την Α.Β.Μ. Δ-2002/24/3-1-2002 μήνυση, η μηνύτρια Ψ1 υποστηρίζει ότι, περί τα μέσα του Φεβρουαρίου του έτους 1998 επισκέφθηκε μαζί με τον σύζυγο της Ψ2, μια πολυτελέστατη έκθεση αυτοκινήτων που λειτουργούσε στην Αθήνα (...), προκειμένου να αγοράσει ένα καινούργιο αυτοκίνητο τύπου τζίπ. Στην είσοδο της εκθέσεως αυτής υπήρχε μια φωτεινή πινακίδα μεγάλων διαστάσεων με τον τίτλο "ΑΘΗΝΑ Α.Ε". Η εταιρεία αυτή ήταν συμφερόντων αποκλειστικώς των τριών κατηγορουμένων, δεδομένου ότι αυτοί αποτελούσαν το Διοικητικό της Συμβούλιο. Κατά τον χρόνο που επισκέφθηκαν (οι μηνυτές) την παραπάνω έκθεση αυτοκινήτων, υπήρχαν σ' αυτήν πανάκριβα και πολυτελέστατα αυτοκίνητα, τόσο εντός του καταστήματος, όσο και στον ιδιωτικό χώρο που βρισκόταν έξω από αυτόν. Τα αυτοκίνητα αυτά ήταν μάρκας Μερσεντές, Πόρσε, Φεράρι, BMW, αξίας συνολικώς πάνω από 400.000.000 δραχμών. Στον εκθεσιακό αυτό χώρο οι μηνυτές συνάντησαν την δεύτερη και την τρίτη των εκκαλούντων κατηγορουμένων, οι οποίες τους συστήθηκαν ως αδελφές, τους είπαν ότι είναι επιχειρηματίες και οι οποίες προσφέρθηκαν να τους εξυπηρετήσουν αμέσως με μεγάλη προθυμία, παρουσιάζοντας τους τα διάφορα αυτοκίνητα που βρισκόταν εκτεθειμένα προς πώληση. Αμφότερες οι κατηγορούμενες, τους διαβεβαίωσαν ότι, όλα τα αυτοκίνητα ήταν της πλήρους ιδιοκτησίας τους, ότι ήταν προς πώληση και ότι ήταν οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι της Μερσεντές στην Ελλάδα, μεγαλοεισαγωγείς παντός τύπου ΙΧΕ αυτοκινήτων από το εξωτερικό και ότι είχαν την δυνατότητα και την υποδομή να τους προμηθεύσουν οποιοδήποτε αυτοκίνητο μικρό ή μεγάλο. Τους διαβεβαίωσαν επίσης ότι, είχαν την δυνατότητα λόγω μεγάλων γνωριμιών που διέθεταν στο εξωτερικό και κυρίως στην Γερμανία, να εισάγουν σε σύντομο χρονικό διάστημα οποιοδήποτε αυτοκίνητο. Και αυτό γιατί, θα το εισήγαγαν οι ίδιοι μόνοι τους, χωρίς να μεσολαβήσουν άλλα πρόσωπα. Επίσης τους διαβεβαίωσαν ότι, η επιχείρηση τους ήταν οικονομικά βιώσιμη, με πολλά κέρδη και ότι, οι ίδιοι βρισκόταν σε ανθηρή οικονομική κατάσταση. Μεταξύ των μηνυτών και των κατηγορουμένων αναπτύχθηκε αρχικώς κοινωνική γνωριμία, η οποία στη συνέχεια εξελίχθηκε σε οικογενειακό και φιλικό δεσμό, που τελικώς κατέληξε έξι μήνες αργότερα (τον Αύγουστο του έτους 1998) στο να γίνουν κουμπάροι, βαπτίζοντας ο πρώτος και η δεύτερη των εκκαλούντων κατηγορουμένων το ένα από τα δίδυμα παιδιά των μηνυτών. Την 12-5-1998 οι μηνυτές παρήγγειλαν στους κατηγορουμένους ένα αυτοκίνητο μάρκας ROVER τύπου FREECANDER JEEP 1800 cc σε πεντάθυρο, συνολικής αξίας 13.000.000 δραχμών, έναντι της οποίας προκατέβαλαν, (στις 12-5-1998), το ποσό των 8.000.000 δραχμών, υπογράφοντας προς τούτο σχετικό Δελτίο Παραγγελίας αυτοκινήτου (Βλέπ. αυτό στην δικογραφία). Επειδή όμως το παραγγελθέν αυτοκίνητο, αργούσε να παραδοθεί, οι μηνυτές άρχισαν να διαμαρτύρονται. Οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι τους διαβεβαίωναν πότε ότι το αυτοκίνητο "είναι στον δρόμο και έρχεται", πότε ότι "είναι στο τελωνείο και θα εκτελωνισθεί εντός των ημερών", πότε ότι "έχουν πρόβλημα με τον εκτελωνιστή τους" και πότε ότι, θα τους παραδώσουν προς εξασφάλιση των μεταχρονολογημένες επιταγές (βλέπ. 5η και 6η σελίδα της Α. Β. Μ. Δ-2002/24/3-1-2002 μηνύσεως). Την 3-11-1998 οι μηνυτές δέχθηκαν να υπογράψουν ένα ιδιωτικό συμφωνητικό με τον πρώτο εκκαλούντα κατηγορούμενο για τις οικονομικές ανάγκες της εταιρείας, με το οποίο αμφότεροι οι μηνυτές συνδράμουν οικονομικά την πορεία των εργασιών της εταιρείας με παροχή προς αυτήν (την εταιρεία) χρηματικής βοήθειας. Δηλαδή συμφωνήθηκε η υπογραφή συμβάσεως εκχωρήσεως-απαιτήσεων με τίτλους ΑΥΛΑ ΕΓΕΔ, ονομαστικής αξίας 44.000.000 δραχμών. Με την σύμβαση αυτή οι μηνυτές αφ' ενός μεν παραχωρούσαν στην δανείστρια τράπεζα του πιστούχου COMMERCIAL BANK OF GREECE (GERMANY) GMBH απεριόριστη εξουσία διάθεσης της άνω εκχωρούμενης απαίτησης της, αφ' ετέρου δε με την εκ μέρους αυτών απευθείας χορήγηση του χρηματικού ποσού των γερμανικών μάρκων 50.000 σε Γερμανό προμηθευτή και συνεργάτη του πιστούχου. Προκειμένου να υπογραφεί το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος δήλωνε τότε στο συμφωνητικό ότι έχει εισαγάγει τέσσερα (4) πολυτελή αυτοκίνητα εργοστασίου κατασκευής MERCEDES τύπου CLK 200, ΜΙ Jeep 320, ΜΙ Jeep 230 και ΜΙ Jeep 230 και συμφωνήθηκε ότι, μετά την πώληση των τεσσάρων αυτών αυτοκινήτων ουδεμία ευθύνη θα υπάρχει πλέον για τους μηνυτές. Ο ίδιος (ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος) ανέλαβε την υποχρέωση (ως εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρείας) να αποδώσει σ' αυτούς (δηλαδή στους μηνυτές) χρηματικό ποσό ίσο προς τους ενσωματωμένους τίτλους που αναφέρονται στη σύμβαση εκχωρήσεως κατά τον χρόνο της καταγγελίας ποσού όπως και του χρηματικού ποσού των 50.000 γερμανικών μάρκων (Βλέπ. σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό στην δικογραφία). Οι εκκαλούντες -κατηγορούμενοι όμως, μολονότι εισήγαγαν τα ως άνω αυτοκίνητα και τα πώλησαν, δεν απέδωσαν στους μηνυτές το σύνολο των χρημάτων που αντιστοιχούσαν στην αξία των άϋλων τίτλων και των 50.000 Γερμανικών Μάρκων.
Τον Ιανουάριο του έτους 1999 οι μηνυτές επισκέφθηκαν τους εκκαλούντες - κατηγορουμένους συνοδευόμενοι από τον Β παρουσία του οποίου και οι τρεις εκκαλούντες-κατηγορούμενοι τους διαβεβαίωσαν ότι, μπορούν να καταβάλλουν στην τράπεζα τα λεφτά που αντιστοιχούν στους άϋλους τίτλους και στα 50.000 γερμανικά μάρκα. Μετά από έντονες διαμαρτυρίες των μηνυτών (δεδομένου ότι, δεν είχαν λάβει ακόμα τα οφειλόμενα χρήματα), ο πρώτος των κατηγορουμένων κατέβαλλε τον Μάιο του 1999 10.500.000 δρχ., 500.000 τον Απρίλιο του 2000 και 200.000 δρχ. τον Ιούλιο του 2000, για να καλύψει μέρος των οφειλομένων. Κάθε φορά δε που οι μηνυτές διαμαρτυρόταν για την μη επιστροφή των οφειλομένων χρημάτων, οι κατηγορούμενοι διαβεβαίωναν ότι θα τακτοποιήσουν το θέμα των. Τον μήνα Μάιο του 1999 οι μηνυτές επισκέφθηκαν εκ νέου τους κατηγορουμένους συνοδευόμενοι από τον Γ, οπότε και πάλι δέχθηκαν τις διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων, ότι θα τακτοποιούσαν την υποχρέωση τους, επικαλούμενοι εκ νέου τις στενές των σχέσεις. Μετά από τις συνεχείς οχλήσεις των μηνυτών οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι τους έδωσαν (δια χειρός του πρώτου κατηγορουμένου) ονομαστικές (ενν. επιταγές) τρίτου πελάτη και έτσι εισέπραξαν 9.000. 000 δρχ. Μετά από όλα αυτά οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι εξαφανίστηκαν, μεταβαίνοντας σε άλλη περιοχή, όπου άνοιξαν νέα έκθεση αυτοκινήτων (βλέπ. 3η και 4η σελίδα της Α. Β. Μ. Δ-2002/263 5/2-8-2002 μηνύσεως). Την 17-11-2000 η τράπεζα COMMERCIAL BANK με έγγραφο της πληροφόρησε τους μηνυτές ότι, ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος δεν τήρησε τις συμφωνίες μαζί της. Έτσι, η τράπεζα προέβη στην ρευστοποίηση των εξασφαλίσεων, δηλαδή των άϋλων τίτλων που είχαν (οι μηνυτές) δώσει. Σύμφωνα με τους μηνυτές " ... στην πορεία αποκαλύφθηκε ότι οι μηνυόμενοι μας εξαπάτησαν. Και τούτο διότι η εταιρεία ΑΘΗΝΑ Α.Ε. και δη η πολυτελής έκθεση αυτοκινήτων, ήταν βιτρίνα για να παρασύρουν κόσμο, να λαμβάνουν ως προκαταβολές διάφορα χρηματικά ποσά και στη συνέχεια να μην πραγματοποιούν τις υποσχέσεις τους. Ειδικότερα αποκαλύφθηκε ότι όλα τα πολυτελή αυτοκίνητα που μας έδειξαν οι μηνυόμενοι στην έκθεση τους, δεν ανήκαν κατά κυριότητα στην εταιρεία τους, αλλά στην κυριότητα τρίτων προσώπων τα οποία ενδιαφερόντουσαν να τα πουλήσουν. Οι ίδιοι οι μηνυόμενοι δεν είχαν κανένα περιουσιακό στοιχείο στο όνομα τους και ασφαλώς δεν έχουν καμία οικονομική επιφάνεια. Έκαναν μεγάλη ζωή από τα χρήματα που εισέπρατταν εξαπατώντας τον κόσμο και με σκοπό να πιάσουν κι άλλα θύματα. Άλλωστε το ποιόν των μηνυομένων αποκαλύφθηκε σε μας σιγά-σιγά όταν, αφού πέρασε καιρός και το αυτοκίνητο δεν ερχόταν, αρχίσαμε να ρωτάμε δεξιά και αριστερά για το τι είδους άνθρωποι είναι. Τότε ανακαλύψαμε ότι οι μηνυόμενοι έχουν εξαπατήσει πάρα πολύ κόσμο όπως τον Α, τον Δ κ. λ. π. Μέχρι σήμερα οι μηνυόμενοι ούτε το αυτοκίνητο που παραγγείλαμε μας έχουν δώσει, αλλά ούτε και τα χρήματα της προκαταβολής ... " (Βλέπ. την από 3-11-2003 ένορκη κατάθεση Ψ2).
Οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι αρνούνται την κατηγορία (για την οποία έχουν παραπεμφθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών) και 'υποστηρίζουν (κατά την κύρια αυτών Υπερασπιστική βάση) ότι, ουδεμία αξιόποινη πράξη διέπραξαν. Ειδικότερα: α) ο πρώτος υποστηρίζει ότι, ".......από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει ότι, η οικογενειακή μου εταιρεία κάθε άλλο παρά "μαϊμού" -κατά την ρήση της αντιδίκου- εταιρεία ήταν, αφού οι πραγματοποιηθέντες τζίροι και πωλήσεις ήσαν αρκετών εκατοντάδων εκατομμυρίων. Εξ άλλου εάν είχε σκοπούς άνομους όπως η μήνυση αναφέρει, δεν θα "έβαζα" σε αυτή (την εταιρεία) μέτοχο την σύζυγο μου και μέλος του Δ.Σ. την κουνιάδα μου (τις συγκατηγορούμενες). Ο έχων απατηλή ροπή έχει το μυαλό και την πρόνοια να μην "μπλέκει" την οικογένεια του, αλλά μόνον τον εαυτόν του. Η μεν σύζυγος μου Χ3 κατείχε το 30% των μετοχών και η κουνιάδα μου Χ1 δεν είναι μέτοχος, απλώς και μόνο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και όπως σε όλες τις οικογενειακές επιχειρήσεις συμβαίνει, έτσι κι εδώ την όλη διαχείριση, διοίκηση και ευθύνη της εταιρείας είχα μόνον εγώ και αυτές "τυπικά" και μόνον συμμετείχαν στην εταιρεία. Έρχονται όμως συγκατηγορούμενες εντέχνως για να στερηθώ εγώ δύο βασικών μαρτύρων. Ποτέ και σε καμία περίπτωση δεν είχαν ενεργή ανάμειξη στην εταιρεία και τις εργασίες της....." (Βλέπ. το απ622-12-2003 απολογητικό υπόμνημα πρώτου κατηγορουμένου), β) η δεύτερη. Εκκαλούσα - κατηγορουμένη (σύζυγος του) υποστηρίζει ότι, ".......στην εταιρεία ΑΘΗΝΑ Α.Ε. συμμετείχα τυπικά με ποσοστό 30%, αλλά την όλη ευθύνη και. διαχείριση της επιχείρησης την είχε αποκλειστικά ο σύζυγος μου Χ2. Ουδέποτε αναμείχθηκα στην εταιρεία, ούτε βέβαια γνωρίζω τις συμφωνίες που έκανε ο σύζυγος μου με το ζεύγος Ψ ... " (Βλέπ. την από 3-12-2003 ανακριτική απολογία της), γ) η τρίτη εκκαλούσα- κατηγορουμένη (αδελφή της δευτέρας) υποστηρίζει ότι, " ........ιδρυτικά μέλη και ιδιοκτήτες της ΑΘΗΝΑ Α.Ε ήταν οι Χ2 Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος και Χ3 Αντιπρόεδρος, οι οποίοι ήσαν και οι αποκλειστικοί μέτοχοι και ιδιοκτήτες αυτής και η ανωτέρω εταιρεία ήτο αποκλειστικών συμφερόντων των δύο ανωτέρω, οι οποίοι κατ' έτος 1994 ,όταν συνεστήθη η ως άνω Α. Ε με παρεκάλεσαν να με τοποθετήσουν τυπικά απλό μέλος του Δ.Σ αυτής, εγώ δε εδέχθην από αδελφική αγάπη και μόνο, αφού πρώτα έλαβα την διαβεβαίωση ότι η συμμετοχή μου ήτο τυπική και μόνο.........
Σημειωτέον ότι η Χ3 είναι αδελφή μου και ο Χ2 σύζυγος της και γαμβρός μου .. Έκτοτε εγώ ουδεμία συμμετοχή και ουδεμία οικονομική απολαβή είχα και ούτε επιθυμούσα να έχω, με την ως άνω εταιρεία, ουδεμία δε πράξη διαχείρισης η διοίκησης της ανωτέρω εταιρείας έχω ασκήσει και δεν γνώριζα καμία, ούτε εμπορική ούτε άλλη πράξη της, αφού Πρόεδρος και Διευθύνων σύμβουλος ήταν ο Χ2 ο οποίος και διενεργούσε όλες τις πράξεις της εταιρείας. Κατά την επίσκεψη της μηνύτριάς μου με τον σύζυγο της τον Φεβρουάριο του έτους 1998 δεν ήμουν παρούσα και κατ' επέκτασιν δεν της επέδειξα κανένα αυτοκίνητο και ούτε την διαβεβαίωσα , δια το εάν ήμουν επιτυχημένη επιχειρηματίας κλπ αφού ούτε ήμουν παρούσα ούτε την συνήντησα εις την ως άνω εταιρεία γιατί ουδέποτε πήγα εις αυτήν, έχω δε μαύρα μεσάνυκτα και από αυτοκίνητα και από εταιρείες. Με την ως άνω μηνύτριά μου ουδέποτε μέχρι σήμερα είχα οιαδήποτε συναλλαγή είτε εμπορική είτε όχι και ουδεμία απολύτως σχέση, και ούτε ποτέ ήμουν παρούσα σε καμία από τις πράξεις που έκανε με την ως άνω εταιρεία, άλλωστε εγώ την εγνώρισα αυτήν και τον σύζυγο της το πρώτον τον Αύγουστο του έτους 1998 , όταν εκλήθην από την αδελφή μου Χ3 να παρευρεθώ σε βάπτιση κατά την οποία η κόρη της και ανιψιά μου, θα βάπτιζε την κόρη της μηνύτριάς ....." (Βλέπ. το από 22-12-2003 απολογητικό υπόμνημα της).
Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί των κατηγορουμένων δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια καθότι έρχονται σε πλήρη αντίθεση, τόσο με τις κρινόμενες δύο μηνύσεις, το περιεχόμενο των οποίων έχει και ενόρκως βεβαιωθεί κατά την κατάθεση των, όσο και με τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Γ και Α, τους οποίους οι μηνυτές προτείνουν προς υποστήριξη των ισχυρισμών των. Συγκεκριμένα: 1) 0 μηνυτής Ψ2 καταθέτει ότι, (αντιγραφή των ισχυρισμών του κατά λέξη) ".......είμαι σύζυγος της Ψ2. Τους μηνυόμενους τους γνώρισα για πρώτη φορά τον Φεβρουάριο του 1998 όταν επισκέφθηκα την επί της οδού ... πολυτελή έκθεση αυτοκινήτων που εκείνου διατηρούσαν με την επωνυμία ΑΘΗΝΑ Α.Ε. γιατί ενδιαφερόμουν να αγοράσω ένα αυτοκίνητο Τζίπ τύπου ROVER. Η παραπάνω έκθεση αυτοκινήτων ήταν πολυτελέστατη και, έδινε την εντύπωση ότι οι ιδιοκτήτες της ήταν ιδιαίτερα εύποροι. Εγώ εκεί βρήκα την Χ3 και την Χ1, οι οποίες μου συστήθηκαν ως συνιδιοκτήτριες της εκθέσεως αυτοκινήτων. Εγώ τους είπα ότι ενδιαφέρομαι για την αγορά ενός τζιπ κι εκείνες με ξενάγησαν στο χώρο της έκθεσης, η οποία σημειωτέον είχε προς πώληση μόνο πολυτελή αυτοκίνητα πολύ μεγάλης αξίας. Τα αυτοκίνητα αυτά μου είπα ότι ανήκουν στην κυριότητα της εταιρείας ΑΘΗΝΑ Α.Ε., την οποία μου παρουσίασαν ως οικονομικά, εύρωστη και ανθηρή επιχείρηση. Στην πορεία γνώρισα και τον Χ2, επίσης συνιδιοκτήτη της εταιρείας, ο οποίος μου είπε όλα όσα μου είχαν πει αρχικά οι δύο μηνυόμενες. Όλες οι συναντήσεις και οι συζητήσεις με τους μηνυόμενους γινόντουσαν παρουσία μου και παρουσία της συζύγου μου. Εγώ και η σύζυγος μου επειδή είχαμε επισκεφθεί την αντιπροσωπεία της ROVER στην Ελλάδα για να. αγοράσουμε το τζιπ κι εκείνη μας ανέφερε ότι θα χρειαστεί ένας χρόνος για την εισαγωγή και την παράδοση του, επειδή βιαζόμαστε να έχουμε το αυτοκίνητο νωρίτερα, απευθυνθήκαμε στην έκθεση αυτοκινήτων ΑΘΗΝΑ Α. Ε. γνωστοποιώντας το πρόβλημα μας. Οι μηνυόμενοι μας διαβεβαίωσαν ότι είναι αντιπρόσωποι της MERCEDES, ότι έχουν οργανωμένο δίκτυο στη Γερμανία και ότι μέσω αυτού θα μπορούσαν να μας φέρουν το αυτοκίνητο που ζητούσαμε σε 4 μήνες περίπου και κατά 1.000.000 δρχ, φθηνότερο. Μας ανέφεραν επίσης ότι έχουν εμπειρία στις εισαγωγές και πωλήσεις αυτοκινήτων και ότι οι ίδιο\ προσωπικά είναι ιδιαίτερα εύρωστοι οικονομικά. Στην πορεία εγώ και η σύζυγος μου αναπτύξαμε φιλικές σχέσεις με τους μηνυόμενους και αρχίσαμε και βγαίναμε μαζί. Οι μηνυόμενοι ζούσαν πολυτελέστατα, κυκλοφορούσε ο καθένας τους με ακριβά αυτοκίνητα, διατηρούσαν πολυτελέστατη μονοκατοικία στη ... και γενικά μας έδιναν την εντύπωση ότι είχαν τεράστια οικονομική επιφάνεια ο καθένας τους. Έτσι η σύζυγος μου προκατέβαλε στους μηνυόμενους τον Μάιο του 1998 το ποσό των 8.000.000 δραχμών σε μετρητά προκειμένου η εταιρεία των μηνυομένων να εισάγει για λογαριασμό της ένα τζιπ ROVER. Την παραπάνω προκαταβολή η σύζυγος μου την έδωσε επειδή πείστηκε στις διαβεβαιώσεις των μηνυομένων, όπως σ' αυτές παραπάνω αναφέρθηκα, δηλ. ότι η εταιρεία τους είναι οικονομικά εύρωστη, ότι έχουν τη δυνατότητα να εισάγουν το αυτοκίνητο που παραγγέλθηκε κ.λ..π. Στην πορεία όμως αποκαλύφθηκε ότι οι μηνυόμενοι μας εξαπάτησαν. Και, τούτο διότι η εταιρεία. ΑΘΗΝΑ Α. Ε. και δη η πολυτελής έκθεση αυτοκινήτων, ήταν βιτρίνα για να παρασύρουν κόσμο, να λαμβάνουν ως προκαταβολές διάφορα χρηματικά ποσά και στη συνέχεια να μην πραγματοποιούν τις υποσχέσεις τους. Ειδικότερα αποκαλύφθηκε ότι όλα τα πολυτελή αυτοκίνητα που μας έδειξαν οι μηνυόμενοι στην έκθεση τους, δεν ανήκαν κατά. κυριότητα, στην εταιρεία τους, αλλά στην κυριότητα τρίτων προσώπων τα οποία ενδιαφερόντουσαν να τα πουλήσουν. Οι ίδιοι οι μηνυόμενοι δεν είχαν κανένα περιουσιακό στοιχείο στο όνομα τους και ασφαλώς δεν έχουν καμία οικονομική επιφάνεια. Έκαναν μεγάλη ζωή από τα χρήματα που εισέπρατταν εξαπατώντας τον κόσμο και με σκοπό να πιάσουν κι άλλα θύματα. Άλλωστε το ποιόν των μηνυομένων αποκαλύφθηκε σε μας σιγά - σιγά όταν, αφού πέρασε καιρός και το αυτοκίνητο δεν ερχόταν, αρχίσαμε να. ρωτάμε δεξιά και αριστερά για το τι είδους άνθρωποι είναι. Τότε ανακαλύψαμε ότι οι μηνυόμενοι έχουν εξαπατήσει πάρα πολύ κόσμο όπως τον Α, τον Δ, κ. λ. π. Μέχρι σήμερα οι μηνυόμενοι ούτε το αυτοκίνητο που παραγγείλαμε μας αλλά ούτε και τα χρήματα της προκαταβολής .... }} (Βλέπ. την από 3-11-2003 ένορκη κατάθεση Ψ2), 2)Η μηνύτρια Ψ1 υποστηρίζει ότι, (αντιγραφή των ισχυρισμών της κατά λέξη) ".....κατά τον χρόνο που επισκεφθήκαμε την έκθεση αυτή, υπήρχαν πανάκριβα πολυτελέστατα αυτοκίνητα, τόσον εντός του καταστήματος αυτού, όσον και στον ιδιωτικό χώρο που ευρίσκετο έξωθεν αυτού και ήσαν μάρκας Μερσεντές, Πόρσε, Φεράρι , BMW Κ.ά αξίας συνολικώς πάνω από 400.000.000 δρχ και πρωτοσυναντήσαμε στον εκθεσιακό αυτόν χώρο, τις 2η και 3η όύί μηνυομένων που μας συστήθηκαν ως αδελφές επιχειρηματίες και οι οποίες προσφέρθηκαν να μας εξυπηρετήσουν αμέσως με μεγάλη προθυμία, επιδείχνοντας μας διάφορα αυτοκίνητα που ήσαν εκεί, αφού μας διαβεβαίωσαν ότι όλα τα αυτοκίνητα ήσαν της πλήρους ιδιοκτησίας τους και τα οποία ήσαν προς πώληση και ότι ήσαν και οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι της Μερσεντές στην Ελλάδα, μεγαλοεισαγωγείς παντός τύπου ΙΧΕ αυτοκινήτων από το εξωτερικό και είχαν την δυνατότητα και την υποδομή να μας προμηθεύσουν οποιοδήποτε αυτοκίνητο μικρό ή μεγάλο θελήσουμε να αγοράσουμε, πέραν του ότι μας διαβεβαίωσαν ότι θα αγοράζαμε σε πιο συμφέρουσα τιμή από την τρέχουσα, και ότι ήταν επίσης σε θέση και είχαν την δυνατότητα λόγω μεγάλων γνωριμιών που είχαν στο εξωτερικό και κυρίως στην Γερμανία, οποιοδήποτε αυτοκίνητο να μας το φέρουν πιο γρήγορα χρονικά από οποιαδήποτε άλλο παραεισαγωγέα, δεδομένου ότι θα το εισήγαγαν αυτοί μόνοι τους από το εξωτερικό και δεν θα παρεμβάλλοντο άλλα πρόσωπα" (Βλέπ. σελ 2η της Α.Β.Μ. Α-2002/24 μηνύσεως). έτσι πεισθείσα εγώ και ο σύζυγος μου σύμφωνα με τις παραπάνω διαβεβαιώσεις τους, υπογράφηκε μεταξύ μας το από 12-5-1998 δελτίο παραγγελίας αυτοκινήτου μάρκας ROVER τύπου FREECANDER JEEP 5θυρο, 1800 C συνολικής αξίας 13.000.000 δρχ., καταβάλλοντος αμέσως με την υπογραφή του δελτίου παραγγελίας αυτού στους τρεις μηνυομένους που ήταν και οι τρεις παρόντες κατά τον χρόνο που κατέβαλα το ποσό των 8.000.000 δρχ σε μετρητά, αφού είχα κάνει ανάληψη από την τράπεζα πίστεως της Κηφισιάς, παρουσία του συζύγου μου, τον οποίο προτείνω ως μάρτυρα αποδείξεως των καταγγελλομένων σε βάρος των κουμπάρων μας και τούτο το ποσό ως προκαταβολή μου απεσπάσθη βέβαια δόλια, για την αγορά του αυτοκινήτου αυτού....." (Βλέπ. σελ 5η της Α.Β.Μ. Α2002/24 μηνύσεως), 3) 0 μάρτυρας Γ καταθέτει ότι, (αντιγραφή κατά λέξη) " ....τρεις - τέσσερις μήνες από τότε που το ζεύγος Ψ1-Ψ2 είχε δώσει τα χρήματα στον Χ2, κι επειδή και το αυτοκίνητο που είχε παραγγείλει το ζεύγος Ψ1-Ψ2 για δικό του, αλλά και τα υπόλοιπα 4 που προανέφερα δεν είχαν εισαχθεί στην Ελλάδα και λόγω του ότι ο Χ2 τους διαβεβαίωνε ότι ήταν θέμα χρόνου η εισαγωγή των αυτ/των, εγώ και το ζεύγος Ψ1-Ψ2, πήγαμε στην έκθεση αυτοκινήτων και την βρήκαμε κλειστή. Όταν ρωτήσαμε κάποιον γείτονα τι έχει γίνει και που είναι ο Χ2 εκείνος μας απάντησε χαρακτηριστικά "όχι Χ2 αλλά Κατεγκληματίας", θέλοντας προφανώς να δηλώσει ότι το ποιόν του δεν ήταν καθόλου καλό και ότι όλη η γειτονιά χάρηκε που είχε φύγει. Στην πορεία το ζεύγος Ψ1-Ψ2 ανακάλυψε ότι ο Χ2 είχε ανοίξει καινούργια έκθεση αυτοκινήτων στη Λεωφ. ... σε άλλο σημείο από την προηγούμενη καθώς και ότι είχε εισάγει τα 4 αυτοκίνητα MERCEDES για τα οποία του είχαν δοθεί οι άϋλοι τίτλοι και τα γερμανικά μάρκα. Ύστερα από τηλεφωνική επικοινωνία του Ψ2 με τον Χ2,ο τελευταίος παραδέχθηκε ότι είχε εισάγει τα αυτοκίνητα, του έλεγε ότι ήταν στη διαδικασία ανεύρεσης πελατών και ότι θα τον ειδοποιούσε όταν αυτά θα πωλούντο για να του καταβάλλει τα χρήματα που του αναλογούσαν, δηλ. την αξία αγοράς τους από το εξωτερικό συν 1.000.000 δραχμές κέρδος για κάθε αυτοκίνητο. Αυτό συνεχίστηκε αρκετές φορές, παρότι εκ των υστέρων αποκαλύφθηκε ότι ο Χ2 είχε ήδη πουλήσει 2 από τα 4 αυτοκίνητα Όταν έμαθε τα παραπάνω ο Ψ2 κι έβαλε τις φωνές στον Χ2, θεωρώντας ότι ο τελευταίος τον είχε εξαπατήσει με σκοπό να καρπωθεί τα χρήματα που είχε λάβει, ο Χ2 προσπαθώντας να αποφύγει ποινικέςευθύνες, έδωσε στον Ψ2 συνολικά περί τα 20.000.000 δραχμές. Εγώ προσωπικά ήμουν παρών όταν ο Χ2 κατέβαλε γύρω στα 11.000.000 δραχμές τμηματικά. Έκτοτε ο Χ2 δεν έχει επιστρέψει τα υπόλοιπα χρήματα στο ζεύγος Ψ2 παρότι 15 τουλάχιστον φορές είχε συναντηθεί με την Ψ1 την οποία εγώ συνόδευα και υποστήριζε ότι δεν πρόκειται να φάει τα χρήματα της. Σε κάποια ραντεβού που έγιναν στη δεύτερη έκθεση του Χ2 ήταν παρούσα και η σύζυγος του Ψ2 Είμαι πεπεισμένος ότι το ζεύγος Ψ1-Ψ2 εξαπατήθηκε από τον Χ2, τη σύζυγο του και την αδελφή της συζύγου του γιατί όλοι μαζί παρουσιάστηκαν ως οικονομικά εύρωστοι επιχειρηματίες, ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν, με σκοπό να κερδίσουν την εμπιστοσύνη τους, όπως κι έγινε και να τους αποσπάσουν τα παραπάνω χρηματικά ποσά που προανέφερα και να τα καρπωθούν οι ίδιοι ... " (Βλέπ. την από 31-10-2003 ένορκη ανακριτική κατάθεση Γ), 4) Ο μάρτυρας Α καταθέτει ότι, (αντιγραφή κατά λέξη) "......περί τα τέλη του έτους του 1993 γνώρισα για πρώτη φορά τους μηνυόμενους, οι οποίοι στην οδό ... διατηρούσαν πολυτελέστατη έκθεση ακριβών αυτοκινήτων. Εγώ περνώντας από εκείνο το δρόμο με το αυτοκίνητο μου, τύπου MERCEDES, παλαιό μοντέλο, εντυπωσιάστηκα από την έκθεση, σταμάτησα και μπήκα μέσα γιατί ενδιαφερόμουν να αγοράσω καινούργιο αυτοκίνητο του παραπάνω τύπου. Εκεί συνάντησα για πρώτη φορά την Χ3, η οποία μου συστήθηκε ως επιχειρηματίας και μετά από λίγη ώρα ήλθε και ο Χ2, ο οποίος επίσης μου συστήθηκε ως επιχειρηματίας. Οι ως άνω μου παρέστησαν ψευδώς, όπως εκ των υστέρων ανακάλυψα, ότι έχουν εταιρεία η οποία ασχολείται με την εισαγωγή πολυτελών αυτοκινήτων από το εξωτερικό παντός τύπου, ότι η εταιρεία τους ήταν φερέγγυα και οικονομικά εύρωστη, ότι τα αυτοκίνητα που υπήρχαν ήδη στο κατάστημα τους ήταν δικά τους και ότι οι ίδιοι ατομικά είχαν σημαντική κινητή και ακίνητη περιουσία. Τα ίδια ως άνω μου ανέφερε μετά από λίγες ημέρες και η Χ1, δοθέντος του ότι και με τους τρεις μηνυόμενους με τον καιρό είχε αναπτυχθεί μεταξύ μας φιλική και οικογενειακή σχέση. Θέλοντας να αγοράσω ένα καινούργιο αυτοκίνητο MERCEDES και δεδομένου ότι οι μηνυόμενοι μου είχαν αποσπάσει την εμπιστοσύνη μου, τους έδωσα προκαταβολή το παλιό μου αυτοκίνητο .και συμφώνησα μαζί τους προφορικώς, να εισάγουν για λογαριασμό μου ένα τετράθυρο MERCEDES. Περί το έτος 1998, θέλοντας να πουλήσω το αυτοκίνητο που είχα αγοράσει από τους μηνυόμενους, ανακάλυψα ότι, αυτό ήταν μαϊμού, δηλ. ήταν κομμένη σειρά. Εξ αφορμής του γεγονότος αυτού και δοθέντος του ότι το 1996 είχα καταβάλλει στους μηνυόμενους τοις μετρητοίς, 28.000.000 για να μου εισάγουν αυτοκίνητα OPEL CORSA για τις ανάγκες της επιχειρήσεως μου, τα οποία μέχρι τότε δεν μου είχαν παραδώσει, άρχισα να ερευνώ το παρελθόν των μηνυομένων, φοβούμενος ότι είχα πέσει σε κύκλωμα απατεώνων. Στην πορεία ανακάλυψα ότι, η εταιρεία ΑΘΗΝΑ Α.Ε. που φέρεται ότι εισήγαγε τα αυτοκίνητα, ήταν μια εταιρεία μαϊμού με μηδενικά περιουσιακά στοιχεία, ότι οι μηνυόμενοι δεν ήταν φερέγγυοι και δεν είχαν κανένα περιουσιακό στοιχείο στο όνομα τους, ότι τα αυτοκίνητα που είχαν στην έκθεση αυτοκινήτων της οδού ... ήταν όλα ξένης ιδιοκτησίας και ότι ο Χ2, που εμφανιζόταν ως εκπρόσωπος της εταιρείας ΑΘΗΝΑ Α.Ε. ήταν πτωχός και μη συγγνωστός από το έτος 1982 και είχε ιδιαίτερα βεβαρημένο ποινικό παρελθόν. Ανακάλυψα επίσης ότι με τον ίδιο τρόπο είχε εξαπατήσει και πολλούς άλλους, μεταξύ των οποίων και το ζεύγος Ψ1-Ψ2 .... " (Βλέπ. την από 21-10-2003 ένορκη ανακριτική κατάθεση Α).
Από την εκτίμηση (κατ' άρθρο 177 Κ.Π.Δ.) και την λογική αξιολόγηση των παραπάνω καταθέσεων σαφέστατα συνάγεται η θεμελίωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας από κοινού και από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το συνολικό όφελος της οποίας ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.368 και από τους τρεις προσφεύγοντες -κατηγορουμένους. Και αυτό γατί: α)Στην έκθεση της οδού ... οι μηνυτές "βρήκαν" την Χ3 και την Χ1 (δηλαδή την δεύτερη και τρίτη των προσφευγουσών κατηγορουμένων), β)οι παραπάνω Χ3 και η Χ1 τους συστήθηκαν ως συνιδιοκτήτριες της εκθέσεως αυτοκινήτων, γ) αμφότερες οι Χ3 και Χ1 τους ανέφεραν ότι, τα αυτοκίνητα ανήκουν στην κυριότητα της εταιρείας ΑΘΗΝΑ Α.Ε., την οποία παρουσίασαν(στους μηνυτές) ως οικονομικά εύρωστη και ανθηρή επιχείρηση, δ) ο πρώτος εκκαλών κατηγορούμενος Χ2 επανέλαβε στους μηνυτές, όλα τα παραπάνω, δηλαδή όσα τους είχαν διαβεβαιώσει αρχικώς και οι δρο συγκατηγορούμενες του, ε) και οι τρεις μηνυόμενοι διαβεβαίωσαν τους μηνυτές ότι, είναι αντιπρόσωποι της MERCEDES, ότι έχουν οργανωμένο δίκτυο στη Γερμανία και ότι μέσω αυτού θα μπορούσαν να τους φέρουν το αυτοκίνητο που ζητούσαμε σε 4 μήνες περίπου και κατά 1.000.000 δρχ, φθηνότερο, στ) και οι τρεις μηνυόμενοι διαβεβαίωσαν τους μηνυτές ότι, έχουν εμπειρία στις εισαγωγές και πωλήσεις αυτοκινήτων και ότι οι ίδιοι προσωπικά είναι ιδιαίτερα εύρωστοι οικονομικά.
Ειδικότερα δε όσον αφορά την τρίτη εκκαλούσα - κατηγορουμένη Χ1, της οποίας ο κύριος υπερασπιστικός ισχυρισμός συνιστάται (όπως ήδη ελέχθη παραπάνω) στο ότι, η συμμετοχή της στην εταιρεία είναι παντελώς τυπική, χωρίς οποιαδήποτε ουσιαστική συμμετοχή, η θεμελίωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που της αποδίδεται προκύπτει από τα παρακάτω επιμέρους πραγματικά περιστατικά: α)από το γεγονός ότι, τον Φεβρουάριο του 1998 που ο μηνυτής Ψ2 μαζί με την επίσης μηνύτρια σύζυγο του Ψ1 επισκέφθηκαν την επί της οδού ... πολυτελή έκθεση αυτοκινήτων, αυτή, δηλαδή η τρίτη εκκαλούσα - κατηγορουμένη βρισκόταν στην έκθεση και είχε ουσιαστική συμμετοχή στην λειτουργία αυτής, β)τους συστήθηκε ως συνιδιοκτήτρια της εκθέσεως, γ)τους "ξενάγησε" στο χώρο της εκθέσεως επιδείχνοντας τους τα αυτοκίνητα που ήταν εκεί εκτεθιμένα για πώληση, δ)τους διαβεβαίωσε (από κοινού με την αδελφή της δεύτερη κατηγορουμένη Χ3) ότι όλα τα αυτοκίνητα ήταν της πλήρους ιδιοκτησίας τους ε) τους διαβεβαίωσε (από κοινού με την αδελφή της δεύτερη κατηγορουμένη Χ3) ότι ήσαν οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι της Μερσεντές στην Ελλάδα, μεγαλοεισαγωγείς παντός τύπου ΙΧΕ αυτοκινήτων από το εξωτερικό, στ) τους διαβεβαίωσε (από κοινού με την αδελφή της δεύτερη κατηγορουμένη Χ3) ότι είχαν την δυνατότητα και την υποδομή να τους; προμηθεύσουν οποιοδήποτε αυτοκίνητο μικρό ή μεγάλο επιθυμούν να αγοράσουμε, ζ)τους διαβεβαίωσε (από κοινού με την αδελφή της δεύτερη κατηγορουμένη Χ3) ότι θα αγόραζαν σε πιο συμφέρουσα τιμή από την τρέχουσα, η) τους διαβεβαίωσε (από κοινού με την αδελφή της δεύτερη κατηγορουμένη Χ3) ότι ήταν σε θέση και είχε την δυνατότητα λόγω μεγάλων γνωριμιών που διέθεταν ως εταιρεία στο εξωτερικό και κυρίως στην Γερμανία, να τους προμηθεύσουν οποιοδήποτε αυτοκίνητο πιο γρήγορα χρονικά, αλλά και πιο φθηνά από οποιαδήποτε άλλο εισαγωγέα.
Από τα παραπάνω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει με πλήρη βεβαιότητα, κατά την κρίση μου, όπως αυτή διαμορφώνεται κατ' άρθρο 177 Κ.Π.Δ., η θεμελίωση όχι μόνον της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το συνολικό όφελος της οποίας και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.368 ευρώ, αλλά και η θεμελίωση του κοινού (κατ' άρθρο 45 Π.Κ.) υποκειμενικού στοιχείου του δόλου και των τριών κατηγορουμένων.
Στα παραπάνω πραγματικά περιστατικά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη: α)το γεγονός ότι, ο πρώτος εκκαλών -κατηγορούμενος Χ2 είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης με την αριθμ. 2721/82 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ με την αριθμ. 3197/92 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου διετάχθη η παύση των εργασιών και κηρύχθηκε συγγνωστός. Όλα δε αυτά έγιναν πριν από την γνωριμία του με τους μηνυτές, β) το γεγονός ότι, με το με αριθμό 348/2001 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών παραπέμπονται ο πρώτος και η δεύτερη των κατηγορουμένων ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας από κοινού και από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ' εξακολούθηση, πράξη που φέρεται ότι τελέστηκε στην Αθήνα σε βάρος του Α1 τον μήνα Νοέμβριο του 1993 και τον Ιανουάριο του 1998. Σημειωτέον δε ότι, η απάτη αυτή φέρεται ότι τελέστηκε σχεδόν με πανομοιότυπο τρόπο (Modus Operandi) με αυτήν της κρινομένης υποθέσεως. Σημειωτέον επίσης ότι, με το ίδιο (348/2001 ) Βούλευμα παραπέμπεται η τρίτη εκκαλούσα - κατηγορουμένη ... ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών) για να δικαστεί ως υπαίτια παραβίασης σφραγίδων που έθεσε η Αρχή, από κοινού και κατ' εξακολούθηση (Βλέπ. σκεπτικό και διατακτικό του με αριθμό 348/2001 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών), γ) το γεγονός ότι, με αριθμό 1688/2002 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών παραπέμπονται και οι τρεις κατηγορούμενοι ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας από κοινού και από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ' εξακολούθηση, πράξη που φέρεται ότι τελέστηκε στην Αθήνα σε βάρος του Α1 τον μήνα Σεπτέμβριο του 1998. Σημειωτέον δε ότι, η απάτη αυτή φέρεται ότι τελέστηκε σχεδόν με πανομοιότυπο τρόπο (Modus Operandi) με αυτήν της κρινομένης υποθέσεως και ότι, το Βούλευμα αυτό τροποποιεί το με αριθμό 1828/2002 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο είχε κρίνει να μη γίνει κατηγορία κατά της τρίτης κατηγορουμένης Χ1 (Βλέπ. σκεπτικό και διατακτικό του με αριθμό 1688/2002 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών).
Η κατ' επάγγελμα και η κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος της απάτης από τους εκκαλούντες κατηγορουμένους προκύπτει: α)για τον πρώτο Χ2 και την δεύτερη Χ3 από το γεγονός ότι αυτοί έχουν παραπεμφθεί με το με αριθμό 348/2001 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για (άλλη) απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας από κοινού και από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ' εξακολούθηση, πράξη που φέρεται ότι τελέστηκε στην Αθήνα σε βάρος του Α1 τον μήνα Νοέμβριο του 1993 και τον Ιανουάριο του 1998. Σημειωτέον δε ότι, η απάτη αυτή φέρεται ότι τελέστηκε σχεδόν με πανομοιότυπο τρόπο (Modus Operandi) με αυτήν της κρινομένης υποθέσεως. Ειδικότερα δε ως προς τον πρώτο κατηγορούμενο πρέπει να προστεθεί και το ότι, από το ποινικό μητρώο του προκύπτει η απ' αυτόν τέλεση άλλων απατών, αλλά και παρόμοιων εγκλημάτων όπως της υπεξαίρεσης και της παράβασης του Ν. 5960/1933 (Βλέπ. σχετικώς το ποινικό του μητρώο στην δικογραφία), β)για την τρίτη εκκαλούσα - κατηγορουμένη Χ1 η κατ' επάγγελμα και η κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος της απάτης προκύπτει από το γεγονός ότι, με αριθμό 1688/2002 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών παραπέμπεται (μαζί με τους δυο πρώτους κατηγορουμένους) ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας από κοινού και από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ' εξακολούθηση, πράξη που φέρεται ότι τελέστηκε στην Αθήνα σε βάρος του Α1 τον μήνα Σεπτέμβριο του 1998. Σημειωτέον δε ότι, η απάτη αυτή φέρεται ότι τελέστηκε σχεδόν με πανομοιότυπο τρόπο (Modus Operandi) με αυτήν της κρινομένης υποθέσεως και ότι, το Βούλευμα αυτό τροποποιεί το με αριθμό 1828/2002 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο είχε κρίνει να μη γίνει κατηγορία κατά της τρίτης κατηγορουμένης Χ1 (Βλέπ. σκεπτικό και διατακτικό του με αριθμό 1688/2002 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών). Σημειωτέον επίσης ότι, με το ίδιο (348/2001) Βούλευμα παραπέμπεται η τρίτη εκκαλούσα - κατηγορουμένη Χ1 ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών) για να δικαστεί ως υπαίτια παραβίασης σφραγίδων που έθεσε η Αρχή, από κοινού και κατ' εξακολούθηση με τους δυο πρώτους συγκατηγορουμένους της (Βλέπ. σκεπτικό και διατακτικό του με αριθμό 348/2001 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών).
Με τις ανωτέρω πράξεις των οι κατηγορούμενοι έβλαψαν την περιουσία των εγκαλούντων κατά τα ποσά των 69.846 € και των 50.000 γερμανικών Μάρκων, ποσά που είναι (κατά το υποκειμενικό και αντικειμενικό κριτήριο) ιδιαίτερα μεγάλα με αντίστοιχη δική τους (προσωπική-ατομική) παράνομη ωφέλεια, αλλά και της εταιρίας "ΑΘΗΝΑ Α.Ε." της οποίας τυγχάνουν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της. Από την επανειλημμένη δε τέλεση των πράξεων αυτών, προκύπτει αφ' ενός μεν σκοπός των άνω κατηγορουμένων για πορισμό εισοδήματος, αφ' ετέρου δε σταθερή ροπή τους προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητα τους, ενώ το συνολικό όφελος τους και η συνολική ζημία των εγκαλούντων υπερβαίνει κατά τα ως άνω το πόσον των 73.368 €.
Ως προς τη νομική κατάσταση της εταιρείας "ΑΘΗΝΑΣ Α.Ε." πρέπει να λεχθεί ότι: Αυτή φέρει τον πλήρη τίτλο "Ανώνυμος Εισαγωγική και Εξαγωγική Εμπορική Εταιρία Αθήνα Α.Ε.". Στην ίδια διεύθυνση (...) , είχε την έδρα της και η εταιρεία με την επωνυμία "Αθηνά Εφοπλιστική Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης", η οποία είχε συσταθεί από την Ε και τον Ζ με το υπ' αριθμ. .../2-7-1985 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Τσοκανά (Φ.Ε.Κ. 2708/11-7-1985 Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) και είχε σκοπό, εκτός των άλλων, και την εμπορία αυτοκινήτων που εισήγαγε από το εξωτερικό ή αγόραζε από το εσωτερικό. Με το υπ' αριθμ. .../21-4-86 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Στεφάνου Καταπόδη, ο Ζ πώλησε το εταιρικό μερίδιο του στην δεύτερη κατηγορουμένη Χ3 και έτσι από τότε μέλη της εταιρείας ήταν η μητέρα του πρώτου κατηγορουμένου Ε και η σύζυγος του Χ3. Με το ίδιο συμβόλαιο ορίστηκε διαχειριστής και εκπρόσωπος της εταιρείας καθ' όλη την (20ετή) διάρκεια της ο (πρώτος κατηγορούμενος) Χ2. Ο τελευταίος είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ' αριθμό 2721/26-7-1982 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ, με την υπ' αριθμ. 3197/5.11.1992, απόφαση του ίδιου δικαστηρίου διατάχθηκε η παύση των εργασιών και κηρύχθηκε ο πτωχεύσας μη συγγνωστός. Την 17 Μαΐου 1994 ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 και η Δευτέρα (σύζυγος του) Χ3 συνέστησαν με το υπ' αριθμ. .../1994 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευσταθίας συζ. Θεοδ. Αβαρκιώτη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία, "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΘΗΝΑ Α.Ε.", η οποία είχε την έδρα της στην ίδια ως άνω διεύθυνση (...) ενώ σκοπός και αυτής ήταν, εκτός των άλλων, και η εμπορία καινούργιων και μεταχειρισμένων αυτοκινήτων. Το καταστατικό της εταιρείας δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 7453/199Λ Φ.Ε.Κ., τεύχος Α.Ε. και ΕΠΕ το πρακτικό της Γ.Σ. της 30.6.1996 περί εκλογής του Δ.Σ. που συγκροτήθηκε σε σώμα και αποτελείτο από τους α) Χ2, πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο, β) Χ3, αντιπρόεδρο και γ) Χ1 (τρίτη κατηγορουμένη και αδελφή της δευτέρας), μέλος. Η θητεία του Δ.Σ. ορίστηκε για πέντε χρόνια ενώ την εταιρεία εκπροσωπούσε ο Χ2.
Από όλα τα παραπάνω πραγματικά και νομικά περιστατικά, σαφέστατα συνάγεται ότι, οι υπάρχουσες ενδείξεις κατά των κατηγορουμένων είναι επαρκείς (εγγίζουν σχεδόν τα όρια της πλήρους βεβαιότητας, για το ότι τέλεσαν τις πράξεις που τους αποδίδονται) και επιβάλουν την παραπομπή των στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου το δικαστήριο να υποβάλει στη δοκιμασία της επ' ακροατηρίου διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζονται οι ενδείξεις. Σημειωτέον δε ότι, οι πράξεις αυτές των κατηγορουμένων, όπως περιγράφηκαν παραπάνω θεμελιώνουν τόσο την αντικειμενική, όσο και την υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας από κοινού και από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το συνολικό όφελος της οποίας ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.368 ευρώ. Σημειωτέον επίσης ότι, οι πράξεις των αυτές προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 1, 12, 13 στ, 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 98, 386 παρ. Ιβα, 3α Π.Κ., όπως αντικ. με άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999.
Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το προσβαλλόμενο με αριθμό 4113/2004 βούλευμα του, αποφάνθηκε με τις ίδιες παραδοχές την παραπομπή των εκκαλούντων κατηγορουμένων στο ακροατήριο για τις ως άνω πράξεις, διότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής εναντίον των, δεν έσφαλε αλλά προέβη σε σωστή ερμηνεία του νόμου και ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν. Επομένως οι με αριθμούς 548/26-10-2004,547/26-10-2004 και 533/2210-2004 αντίστοιχα εφέσεις των κατηγορουμένων: α) Χ2, κατοίκου ..., β) Χ3, κατοίκου ... και γ) Χ1, κατοίκου ..., κατά του με αριθμό 4113/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ'ουσία και, κατ'εφαρμογή του άρθρου 319 παρ. 3 Κ.Π.Δ. και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα. Mε αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών στέρησε το προσβαλλόμενο βούλευμά του από την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει, ούτε κατά το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την παραπεμπτική κρίση του. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, για να στηρίξει την παραπεμπτική κρίση του, εκτός από τις απολογίες των κατηγορουμένων, έλαβε υπόψη του: 1) την από 3-11-2003 ένορκη κατάθεση του μηνυτή Ψ2, 2) την από 31-10-2003 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Γ και 3) την από 21-10-2003 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Α. Όμως από την επιτρεπτή επισκόπηση της δικογραφίας προκύπτει ότι κατέθεσαν στην κυρία ανάκριση και οι μάρτυρες Η και Θ, οι καταθέσεις των οποίων δεν ελήφθησαν υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε: 1) την υπ'αριθμ. ΑΒΜ Δ-2002/24/3-1-2002 μήνυση, 2) την υπ'αριθμ. Δ-2002/2635/2-8-2002 μήνυση, 3) την υπ'αριθ. 2721/1982 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 4) την υπ'αριθμ. 3197/1992 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 5) το υπ'αριθμ. 348/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, 6) το υπ'αριθμ. 1688/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, 7) το υπ'αριθμ. .../2-7-1985 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Τσοκανά, 8) το υπ'αριθ. .../21-4-1986 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Στεφάνου Κατοπόδη και 9) το υπ'αριθμ. .../1994 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευσταθίας Αβαρκιώτη. Όμως στη δικογραφία υφίστανται και άλλα έγγραφα που προσκομίσθηκαν από την αναιρεσείουσα και τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψη, ούτε συνεκτιμήθηκαν από το Συμβούλιο Εφετών. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει, κατά παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα όσον αφορά την παραπεμπτική για την αναιρεσείουσα Χ1 διάταξή του, περί κακουργηματικής από κοινού απάτης κατ'εξακολούθηση. Στη συνέχεια πρέπει η αναίρεση να επεκταθεί και στους λοιπούς παραπεμπόμενους κατηγορουμένους Χ2 και Χ3, οι οποίοι δεν άσκησαν αναίρεση, καθόσον ο λόγος αναιρέσεως που προτείνεται να γίνει δεκτός δεν αναφέρεται αποκλειστικώς στο πρόσωπο της ανωτέρω αναιρεσείουσας Χ1 (άρθρ. 469 εδ. α' Κ.Π.Δ.) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρ. 485 παρ. 1 και 519 Κ.Π.Δ.).
Τέλος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο το αίτημα της αναιρεσείουσας Χ1 περί αυτοπρόσωπης εμφανίσεώς της ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου για παροχή εξηγήσεων και διευκρινήσεων, δεδομένου ότι με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τα κατατεθέντα υπομνήματά της εκθέτει διεξοδικώς τις απόψεις και τα επιχειρήματά της, ώστε κάθε περαιτέρω διευκρίνηση να καθίσταται εντελώς άσκοπη και περιττή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω:
Α) Να γίνει δεκτή η υπ'αριθμ. 178/6-9-2007 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 1628/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Β) Να αναιρεθεί στο σύνολό του το ανωτέρω υπ'αριθμ. 1628/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Γ) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Δ) Να απορριφθεί το αίτημα της εν λόγω αναιρεσείουσας για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο.
Αθήνα 4 Δεκεμβρίου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΣτέλιος Κ. Γκρόζος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ.1 οτοιχ.δ' του ΚΠΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, βάσει των οποίων το Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο (ή το Δικαστήριο) έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικής του πεποιθήσεως και όχι μερικά από αυτ' κατ' επιλογήν. Εξάλλου πάγια η νομολογία και η επιστήμη δέχονται ότι η αιτιολογία δεν δύναται να είναι "επιλεκτική", να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σ' αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί να κρίνεται μια τέτοια αιτιολογία ως εμπεριστατωμένη. 'Ετσι, για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της αποφάσεως ή του βουλεύματος, δεν αρκεί η τυπική ρηματική αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αλλά πρέπει να συνάγεται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά εξ αυτών κατ' επιλογή. Η δε υποχρέωση για συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ. Βεβαίως το αποτέλεσμα του συσχετισμού, της συνεκτίμησης, της συγκριτικής στάθμισης και της συναξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή από ποιό αποδεικτικό μέσο πείσθηκε τελικά το Δικαστήριο, δεν ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο. Πλην, όμως, πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται, γιατί πείσθηκε από το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και όχι από άλλο αντίθετο, αντιφατικό ή απλώς διαφορετικό. Ο δε αναιρετικός έλεγχος επ' αυτού εστιάζεται, στο αν το Δικαστήριο πραγματοποίησε λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων και όχι επιλεκτική λήψη μερικών μόνο εξ αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αρ. 1628/2007 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Τον Ιανουάριο του έτους 1999 οι μηνυτές επισκέφθηκαν τους εκκαλούντες - κατηγορουμένους συνοδευόμενοι από τον Β, παρουσία του οποίου και οι τρεις εκκαλούντες-κατηγορούμενοι τους διαβεβαίωσαν ότι, μπορούν να καταβάλλουν στην τράπεζα τα λεφτά που αντιστοιχούν στους άϋλους τίτλους και στα 50.000 γερμανικά μάρκα. Μετά από έντονες διαμαρτυρίες των μηνυτών (δεδομένου ότι, δεν είχαν λάβει ακόμα τα οφειλόμενα χρήματα), ο πρώτος των κατηγορουμένων κατέβαλλε τον Μάιο του 1999 10.500.000 δρχ., 500.000 τον Απρίλιο του 2000 και 200.000 δρχ. τον Ιούλιο του 2000, για να καλύψει μέρος των οφειλομένων. Κάθε φορά δε που οι μηνυτές διαμαρτυρόταν για την μη επιστροφή των οφειλομένων χρημάτων, οι κατηγορούμενοι διαβεβαίωναν ότι θα τακτοποιήσουν το θέμα των. Τον μήνα Μάιο του 1999 οι μηνυτές επισκέφθηκαν εκ νέου τους κατηγορουμένους συνοδευόμενοι από τον Γ, οπότε και πάλι δέχθηκαν τις διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων, ότι θα τακτοποιούσαν την υποχρέωση τους, επικαλούμενοι εκ νέου τις στενές των σχέσεις. Μετά από τις συνεχείς οχλήσεις των μηνυτών οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι τους έδωσαν (δια χειρός του πρώτου κατηγορουμένου) ονομαστικές (ενν. επιταγές) τρίτου πελάτη και έτσι εισέπραξαν 9.000. 000 δρχ. Μετά από όλα αυτά οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι εξαφανίστηκαν, μεταβαίνοντας σε άλλη περιοχή, όπου άνοιξαν νέα έκθεση αυτοκινήτων (βλέπ. 3η και 4η σελίδα της Α. Β. Μ. Δ-2002/263 5/2-8-2002 μηνύσεως). Την 17-11-2000 η τράπεζα COMMERCIAL BANK με έγγραφο της πληροφόρησε τους μηνυτές ότι, ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος δεν τήρησε τις συμφωνίες μαζί της. Έτσι, η τράπεζα προέβη στην ρευστοποίηση των εξασφαλίσεων, δηλαδή των άϋλων τίτλων που είχαν (οι μηνυτές) δώσει. Σύμφωνα με τους μηνυτές " ... στην πορεία αποκαλύφθηκε ότι οι μηνυόμενοι μας εξαπάτησαν. Και τούτο διότι η εταιρεία ΑΘΗΝΑ Α.Ε. και δη η πολυτελής έκθεση αυτοκινήτων, ήταν βιτρίνα για να παρασύρουν κόσμο, να λαμβάνουν ως προκαταβολές διάφορα χρηματικά ποσά και στη συνέχεια να μην πραγματοποιούν τις υποσχέσεις τους. Ειδικότερα αποκαλύφθηκε ότι όλα τα πολυτελή αυτοκίνητα που μας έδειξαν οι μηνυόμενοι στην έκθεση τους, δεν ανήκαν κατά κυριότητα στην εταιρεία τους, αλλά στην κυριότητα τρίτων προσώπων τα οποία ενδιαφερόντουσαν να τα πουλήσουν. Οι ίδιοι οι μηνυόμενοι δεν είχαν κανένα περιουσιακό στοιχείο στο όνομα τους και ασφαλώς δεν έχουν καμία οικονομική επιφάνεια. Έκαναν μεγάλη ζωή από τα χρήματα που εισέπρατταν εξαπατώντας τον κόσμο και με σκοπό να πιάσουν κι άλλα θύματα. Άλλωστε το ποιόν των μηνυομένων αποκαλύφθηκε σε μας σιγά-σιγά όταν, αφού πέρασε καιρός και το αυτοκίνητο δεν ερχόταν, αρχίσαμε να ρωτάμε δεξιά και αριστερά για το τι είδους άνθρωποι είναι. Τότε ανακαλύψαμε ότι οι μηνυόμενοι έχουν εξαπατήσει πάρα πολύ κόσμο όπως τον Α, τον Δ, κ. λ. π. Μέχρι σήμερα οι μηνυόμενοι ούτε το αυτοκίνητο που παραγγείλαμε μας έχουν δώσει, αλλά ούτε και τα χρήματα της προκαταβολής ... " (Βλέπ. την από 3-11-2003 ένορκη κατάθεση Ψ2).
Οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι αρνούνται την κατηγορία (για την οποία έχουν παραπεμφθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών) και 'υποστηρίζουν (κατά την κύρια αυτών Υπερασπιστική βάση) ότι, ουδεμία αξιόποινη πράξη διέπραξαν. Ειδικότερα: α) ο πρώτος υποστηρίζει ότι, ".......από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει ότι, η οικογενειακή μου εταιρεία κάθε άλλο παρά "μαϊμού" -κατά την ρήση της αντιδίκου- εταιρεία ήταν, αφού οι πραγματοποιηθέντες τζίροι και πωλήσεις ήσαν αρκετών εκατοντάδων εκατομμυρίων. Εξ άλλου εάν είχε σκοπούς άνομους όπως η μήνυση αναφέρει, δεν θα "έβαζα" σε αυτή (την εταιρεία) μέτοχο την σύζυγο μου και μέλος του Δ.Σ. την κουνιάδα μου (τις συγκατηγορούμενες). Ο έχων απατηλή ροπή έχει το μυαλό και την πρόνοια να μην "μπλέκει" την οικογένεια του, αλλά μόνον τον εαυτόν του. Η μεν σύζυγος μου Χ3 κατείχε το 30% των μετοχών και η κουνιάδα μου Χ1 δεν είναι μέτοχος, απλώς και μόνο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και όπως σε όλες τις οικογενειακές επιχειρήσεις συμβαίνει, έτσι κι εδώ την όλη διαχείριση, διοίκηση και ευθύνη της εταιρείας είχα μόνον εγώ και αυτές "τυπικά" και μόνον συμμετείχαν στην εταιρεία. Έρχονται όμως συγκατηγορούμενες εντέχνως για να στερηθώ εγώ δύο βασικών μαρτύρων. Ποτέ και σε καμία περίπτωση δεν είχαν ενεργή ανάμειξη στην εταιρεία και τις εργασίες της....." (Βλέπ. το από 22-12-2003 απολογητικό υπόμνημα πρώτου κατηγορουμένου), β) η δεύτερη. Εκκαλούσα - κατηγορουμένη (σύζυγος του) υποστηρίζει ότι, ".......στην εταιρεία ΑΘΗΝΑ Α.Ε. συμμετείχα τυπικά με ποσοστό 30%, αλλά την όλη ευθύνη και. διαχείριση της επιχείρησης την είχε αποκλειστικά ο σύζυγος μου Χ2. Ουδέποτε αναμείχθηκα στην εταιρεία, ούτε βέβαια γνωρίζω τις συμφωνίες που έκανε ο σύζυγος μου με το ζεύγος Ψ1-Ψ2 ... " (Βλέπ. την από 3-12-2003 ανακριτική απολογία της), γ) η τρίτη εκκαλούσα Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος και Χ3- κατηγορουμένη (αδελφή της δευτέρας) υποστηρίζει ότι, " ........ιδρυτικά μέλη και ιδιοκτήτες της ΑΘΗΝΑ Α.Ε ήταν οι Χ2,, Αντιπρόεδρος, οι οποίοι ήσαν και οι αποκλειστικοί μέτοχοι και ιδιοκτήτες αυτής και η ανωτέρω εταιρεία ήτο αποκλειστικών συμφερόντων των δύο ανωτέρω, οι οποίοι κατ' έτος 1994 ,όταν συνεστήθη η ως άνω Α. Ε με παρεκάλεσαν να με τοποθετήσουν τυπικά απλό μέλος του Δ.Σ αυτής, εγώ δε εδέχθην από αδελφική αγάπη και μόνο, αφού πρώτα έλαβα την διαβεβαίωση ότι η συμμετοχή μου ήτο τυπική και μόνο.........
Σημειωτέον ότι η Χ3 είναι αδελφή μου και ο Χ3 σύζυγος της και γαμβρός μου .. Έκτοτε εγώ ουδεμία συμμετοχή και ουδεμία οικονομική απολαβή είχα και ούτε επιθυμούσα να έχω, με την ως άνω εταιρεία, ουδεμία δε πράξη διαχείρισης η διοίκησης της ανωτέρω εταιρείας έχω ασκήσει και δεν γνώριζα καμία, ούτε εμπορική ούτε άλλη πράξη της, αφού Πρόεδρος και Διευθύνων σύμβουλος ήταν ο Χ3 ο οποίος και διενεργούσε όλες τις πράξεις της εταιρείας. Κατά την επίσκεψη της μηνύτριάς μου με τον σύζυγο της τον Φεβρουάριο του έτους 1998 δεν ήμουν παρούσα και κατ' επέκτασιν δεν της επέδειξα κανένα αυτοκίνητο και ούτε την διαβεβαίωσα , δια το εάν ήμουν επιτυχημένη επιχειρηματίας κλπ αφού ούτε ήμουν παρούσα ούτε την συνήντησα εις την ως άνω εταιρεία γιατί ουδέποτε πήγα εις αυτήν, έχω δε μαύρα μεσάνυκτα και από αυτοκίνητα και από εταιρείες. Με την ως άνω μηνύτριά μου ουδέποτε μέχρι σήμερα είχα οιαδήποτε συναλλαγή είτε εμπορική είτε όχι και ουδεμία απολύτως σχέση, και ούτε ποτέ ήμουν παρούσα σε καμία από τις πράξεις που έκανε με την ως άνω εταιρεία, άλλωστε εγώ την εγνώρισα αυτήν και τον σύζυγο της το πρώτον τον Αύγουστο του έτους 1998 , όταν εκλήθην από την αδελφή μου Χ3 να παρευρεθώ σε βάπτιση κατά την οποία η κόρη της και ανιψιά μου, θα βάπτιζε την κόρη της μηνύτριάς ....." (Βλέπ. το από 22-12-2003 απολογητικό υπόμνημα της).
Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί των κατηγορουμένων δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια καθότι έρχονται σε πλήρη αντίθεση, τόσο με τις κρινόμενες δύο μηνύσεις, το περιεχόμενο των οποίων έχει και ενόρκως βεβαιωθεί κατά την κατάθεση των, όσο και με τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Γ και Α, τους οποίους οι μηνυτές προτείνουν προς υποστήριξη των ισχυρισμών των. Συγκεκριμένα: 1) 0 μηνυτής Ψ2 καταθέτει ότι, (αντιγραφή των ισχυρισμών του κατά λέξη) ".......είμαι σύζυγος της Ψ1. Τους μηνυόμενους τους γνώρισα για πρώτη φορά τον Φεβρουάριο του 1998 όταν επισκέφθηκα την επί της οδού ... πολυτελή έκθεση αυτοκινήτων που εκείνου διατηρούσαν με την επωνυμία ΑΘΗΝΑ Α.Ε. γιατί ενδιαφερόμουν να αγοράσω ένα αυτοκίνητο Τζίπ τύπου ROVER. Η παραπάνω έκθεση αυτοκινήτων ήταν πολυτελέστατη και, έδινε την εντύπωση ότι οι ιδιοκτήτες της ήταν ιδιαίτερα εύποροι. Εγώ εκεί βρήκα την Χ3 και την Χ1, οι οποίες μου συστήθηκαν ως συνιδιοκτήτριες της εκθέσεως αυτοκινήτων. Εγώ τους είπα ότι ενδιαφέρομαι για την αγορά ενός τζιπ κι εκείνες με ξενάγησαν στο χώρο της έκθεσης, η οποία σημειωτέον είχε προς πώληση μόνο πολυτελή αυτοκίνητα πολύ μεγάλης αξίας. Τα αυτοκίνητα αυτά μου είπα ότι ανήκουν στην κυριότητα της εταιρείας ΑΘΗΝΑ Α.Ε., την οποία μου παρουσίασαν ως οικονομικά, εύρωστη και ανθηρή επιχείρηση. Στην πορεία γνώρισα και τον Χ3, επίσης συνιδιοκτήτη της εταιρείας, ο οποίος μου είπε όλα όσα μου είχαν πει αρχικά οι δύο μηνυόμενες. Όλες οι συναντήσεις και οι συζητήσεις με τους μηνυόμενους γινόντουσαν παρουσία μου και παρουσία της συζύγου μου. Εγώ και η σύζυγος μου επειδή είχαμε επισκεφθεί την αντιπροσωπεία της ROVER στην Ελλάδα για να. αγοράσουμε το τζιπ κι εκείνη μας ανέφερε ότι θα χρειαστεί ένας χρόνος για την εισαγωγή και την παράδοση του, επειδή βιαζόμαστε να έχουμε το αυτοκίνητο νωρίτερα, απευθυνθήκαμε στην έκθεση αυτοκινήτων ΑΘΗΝΑ Α. Ε. γνωστοποιώντας το πρόβλημα μας. Οι μηνυόμενοι μας διαβεβαίωσαν ότι είναι αντιπρόσωποι της MERCEDES, ότι έχουν οργανωμένο δίκτυο στη Γερμανία και ότι μέσω αυτού θα μπορούσαν να μας φέρουν το αυτοκίνητο που ζητούσαμε σε 4 μήνες περίπου και κατά 1.000.000 δρχ, φθηνότερο. Μας ανέφεραν επίσης ότι έχουν εμπειρία στις εισαγωγές και πωλήσεις αυτοκινήτων και ότι οι ίδιο\ προσωπικά είναι ιδιαίτερα εύρωστοι οικονομικά. Στην πορεία εγώ και η σύζυγος μου αναπτύξαμε φιλικές σχέσεις με τους μηνυόμενους και αρχίσαμε και βγαίναμε μαζί. Οι μηνυόμενοι ζούσαν πολυτελέστατα, κυκλοφορούσε ο καθένας τους με ακριβά αυτοκίνητα, διατηρούσαν πολυτελέστατη μονοκατοικία στη ... και γενικά μας έδιναν την εντύπωση ότι είχαν τεράστια οικονομική επιφάνεια ο καθένας τους. Έτσι η σύζυγος μου προκατέβαλε στους μηνυόμενους τον Μάιο του 1998 το ποσό των 8.000.000 δραχμών σε μετρητά προκειμένου η εταιρεία των μηνυομένων να εισάγει για λογαριασμό της ένα τζιπ ROVER. Την παραπάνω προκαταβολή η σύζυγος μου την έδωσε επειδή πείστηκε στις διαβεβαιώσεις των μηνυομένων, όπως σ' αυτές παραπάνω αναφέρθηκα, δηλ. ότι η εταιρεία τους είναι οικονομικά εύρωστη, ότι έχουν τη δυνατότητα να εισάγουν το αυτοκίνητο που παραγγέλθηκε κ.λ..π. Στην πορεία όμως αποκαλύφθηκε ότι οι μηνυόμενοι μας εξαπάτησαν. Και, τούτο διότι η εταιρεία. ΑΘΗΝΑ Α. Ε. και δη η πολυτελής έκθεση αυτοκινήτων, ήταν βιτρίνα για να παρασύρουν κόσμο, να λαμβάνουν ως προκαταβολές διάφορα χρηματικά ποσά και στη συνέχεια να μην πραγματοποιούν τις υποσχέσεις τους. Ειδικότερα αποκαλύφθηκε ότι όλα τα πολυτελή αυτοκίνητα που μας έδειξαν οι μηνυόμενοι στην έκθεση τους, δεν ανήκαν κατά. κυριότητα, στην εταιρεία τους, αλλά στην κυριότητα τρίτων προσώπων τα οποία ενδιαφερόντουσαν να τα πουλήσουν. Οι ίδιοι οι μηνυόμενοι δεν είχαν κανένα περιουσιακό στοιχείο στο όνομα τους και ασφαλώς δεν έχουν καμία οικονομική επιφάνεια. Έκαναν μεγάλη ζωή από τα χρήματα που εισέπρατταν εξαπατώντας τον κόσμο και με σκοπό να πιάσουν κι άλλα θύματα. Άλλωστε το ποιόν των μηνυομένων αποκαλύφθηκε σε μας σιγά - σιγά όταν, αφού πέρασε καιρός και το αυτοκίνητο δεν ερχόταν, αρχίσαμε να. ρωτάμε δεξιά και αριστερά για το τι είδους άνθρωποι είναι. Τότε ανακαλύψαμε ότι οι μηνυόμενοι έχουν εξαπατήσει πάρα πολύ κόσμο όπως τον Α, τον Δ, κ. λ. π. Μέχρι σήμερα οι μηνυόμενοι ούτε το αυτοκίνητο που παραγγείλαμε μας αλλά ούτε και τα χρήματα της προκαταβολής .... }} (Βλέπ. την από 3-11-2003 ένορκη κατάθεση Ψ2), 2)Η μηνύτρια Ψ1 υποστηρίζει ότι, (αντιγραφή των ισχυρισμών της κατά λέξη) ".....κατά τον χρόνο που επισκεφθήκαμε την έκθεση αυτή, υπήρχαν πανάκριβα πολυτελέστατα αυτοκίνητα, τόσον εντός του καταστήματος αυτού, όσον και στον ιδιωτικό χώρο που ευρίσκετο έξωθεν αυτού και ήσαν μάρκας Μερσεντές, Πόρσε, Φεράρι , BMW Κ.ά αξίας συνολικώς πάνω από 400.000.000 δρχ και πρωτοσυναντήσαμε στον εκθεσιακό αυτόν χώρο, τις 2η και 3η όύί μηνυομένων που μας συστήθηκαν ως αδελφές επιχειρηματίες και οι οποίες προσφέρθηκαν να μας εξυπηρετήσουν αμέσως με μεγάλη προθυμία, επιδείχνοντας μας διάφορα αυτοκίνητα που ήσαν εκεί, αφού μας διαβεβαίωσαν ότι όλα τα αυτοκίνητα ήσαν της πλήρους ιδιοκτησίας τους και τα οποία ήσαν προς πώληση και ότι ήσαν και οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι της Μερσεντές στην Ελλάδα, μεγαλοεισαγωγείς παντός τύπου ΙΧΕ αυτοκινήτων από το εξωτερικό και είχαν την δυνατότητα και την υποδομή να μας προμηθεύσουν οποιοδήποτε αυτοκίνητο μικρό ή μεγάλο θελήσουμε να αγοράσουμε, πέραν του ότι μας διαβεβαίωσαν ότι θα αγοράζαμε σε πιο συμφέρουσα τιμή από την τρέχουσα, και ότι ήταν επίσης σε θέση και είχαν την δυνατότητα λόγω μεγάλων γνωριμιών που είχαν στο εξωτερικό και κυρίως στην Γερμανία, οποιοδήποτε αυτοκίνητο να μας το φέρουν πιο γρήγορα χρονικά από οποιαδήποτε άλλο παραεισαγωγέα, δεδομένου ότι θα το εισήγαγαν αυτοί μόνοι τους από το εξωτερικό και δεν θα παρεμβάλλοντο άλλα πρόσωπα" (Βλέπ. σελ 2η της Α.Β.Μ. Α-2002/24 μηνύσεως). έτσι πεισθείσα εγώ και ο σύζυγος μου σύμφωνα με τις παραπάνω διαβεβαιώσεις τους, υπογράφηκε μεταξύ μας το από 12-5-1998 δελτίο παραγγελίας αυτοκινήτου μάρκας ROVER τύπου FREECANDER JEEP 5θυρο, 1800 C συνολικής αξίας 13.000.000 δρχ., καταβάλλοντος αμέσως με την υπογραφή του δελτίου παραγγελίας αυτού στους τρεις μηνυομένους που ήταν και οι τρεις παρόντες κατά τον χρόνο που κατέβαλα το ποσό των 8.000.000 δρχ σε μετρητά, αφού είχα κάνει ανάληψη από την τράπεζα πίστεως της Κηφισιάς, παρουσία του συζύγου μου, τον οποίο προτείνω ως μάρτυρα αποδείξεως των καταγγελλομένων σε βάρος των κουμπάρων μας και τούτο το ποσό ως προκαταβολή μου απεσπάσθη βέβαια δόλια, για την αγορά του αυτοκινήτου αυτού....." (Βλέπ. σελ 5η της Α.Β.Μ. Α2002/24 μηνύσεως), 3) 0 μάρτυρας Γ καταθέτει ότι, (αντιγραφή κατά λέξη) " ....τρεις - τέσσερις μήνες από τότε που το ζεύγος Ψ1-Ψ2 είχε δώσει τα χρήματα στον Χ2, κι επειδή και το αυτοκίνητο που είχε παραγγείλει το ζεύγος Ψ1-Ψ2 για δικό του, αλλά και τα υπόλοιπα 4 που προανέφερα δεν είχαν εισαχθεί στην Ελλάδα και λόγω του ότι ο Χ2 τους διαβεβαίωνε ότι ήταν θέμα χρόνου η εισαγωγή των αυτ/των, εγώ και το ζεύγος Ψ1-Ψ2, πήγαμε στην έκθεση αυτοκινήτων και την βρήκαμε κλειστή. Όταν ρωτήσαμε κάποιον γείτονα τι έχει γίνει και που είναι ο Χ2 εκείνος μας απάντησε χαρακτηριστικά "όχι Χ2 αλλά Κατεγκληματίας", θέλοντας προφανώς να δηλώσει ότι το ποιόν του δεν ήταν καθόλου καλό και ότι όλη η γειτονιά χάρηκε που είχε φύγει. Στην πορεία το ζεύγος Ψ1-Ψ2 ανακάλυψε ότι ο Χ2 είχε ανοίξει καινούργια έκθεση αυτοκινήτων στη Λεωφ. ... σε άλλο σημείο από την προηγούμενη καθώς και ότι είχε εισάγει τα 4 αυτοκίνητα MERCEDES για τα οποία του είχαν δοθεί οι άϋλοι τίτλοι και τα γερμανικά μάρκα. Ύστερα από τηλεφωνική επικοινωνία του Ψ2 με τον Χ2, ο τελευταίος παραδέχθηκε ότι είχε εισάγει τα αυτοκίνητα, του έλεγε ότι ήταν στη διαδικασία ανεύρεσης πελατών και ότι θα τον ειδοποιούσε όταν αυτά θα πωλούντο για να του καταβάλλει τα χρήματα που του αναλογούσαν, δηλ. την αξία αγοράς τους από το εξωτερικό συν 1.000.000 δραχμές κέρδος για κάθε αυτοκίνητο. Αυτό συνεχίστηκε αρκετές φορές, παρότι εκ των υστέρων αποκαλύφθηκε ότι ο Χ2 είχε ήδη πουλήσει 2 από τα 4 αυτοκίνητα Όταν έμαθε τα παραπάνω ο Ψ2 κι έβαλε τις φωνές στον Χ2, θεωρώντας ότι ο τελευταίος τον είχε εξαπατήσει με σκοπό να καρπωθεί τα χρήματα που είχε λάβει, ο Χ2 προσπαθώντας να αποφύγει ποινικέςευθύνες, έδωσε στον Ψ2 συνολικά περί τα 20.000.000 δραχμές. Εγώ προσωπικά ήμουν παρών όταν ο Χ2 κατέβαλε γύρω στα 11.000.000 δραχμές τμηματικά. Έκτοτε ο Χ2 δεν έχει επιστρέψει τα υπόλοιπα χρήματα στο ζεύγος Ψ1-Ψ2 παρότι 15 τουλάχιστον φορές είχε συναντηθεί με την Ψ1 την οποία εγώ συνόδευα και υποστήριζε ότι δεν πρόκειται να φάει τα χρήματα της. Σε κάποια ραντεβού που έγιναν στη δεύτερη έκθεση του Χ2 ήταν παρούσα και η σύζυγος του Ψ2. Είμαι πεπεισμένος ότι το ζεύγος Ψ1-Ψ2 εξαπατήθηκε από τον Χ2, τη σύζυγο του και την αδελφή της συζύγου του γιατί όλοι μαζί παρουσιάστηκαν ως οικονομικά εύρωστοι επιχειρηματίες, ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν, με σκοπό να κερδίσουν την εμπιστοσύνη τους, όπως κι έγινε και να τους αποσπάσουν τα παραπάνω χρηματικά ποσά που προανέφερα και να τα καρπωθούν οι ίδιοι ... " (Βλέπ. την από 31-10-2003 ένορκη ανακριτική κατάθεση Γ), 4) Ο μάρτυρας Α καταθέτει ότι, (αντιγραφή κατά λέξη) "......περί τα τέλη του έτους του 1993 γνώρισα για πρώτη φορά τους μηνυόμενους, οι οποίοι στην οδό ... διατηρούσαν πολυτελέστατη έκθεση ακριβών αυτοκινήτων. Εγώ περνώντας από εκείνο το δρόμο με το αυτοκίνητο μου, τύπου MERCEDES, παλαιό μοντέλο, εντυπωσιάστηκα από την έκθεση, σταμάτησα και μπήκα μέσα γιατί ενδιαφερόμουν να αγοράσω καινούργιο αυτοκίνητο του παραπάνω τύπου. Εκεί συνάντησα για πρώτη φορά την Χ3, η οποία μου συστήθηκε ως επιχειρηματίας και μετά από λίγη ώρα ήλθε και ο Χ2, ο οποίος επίσης μου συστήθηκε ως επιχειρηματίας. Οι ως άνω μου παρέστησαν ψευδώς, όπως εκ των υστέρων ανακάλυψα, ότι έχουν εταιρεία η οποία ασχολείται με την εισαγωγή πολυτελών αυτοκινήτων από το εξωτερικό παντός τύπου, ότι η εταιρεία τους ήταν φερέγγυα και οικονομικά εύρωστη, ότι τα αυτοκίνητα που υπήρχαν ήδη στο κατάστημα τους ήταν δικά τους και ότι οι ίδιοι ατομικά είχαν σημαντική κινητή και ακίνητη περιουσία. Τα ίδια ως άνω μου ανέφερε μετά από λίγες ημέρες και η Χ1, δοθέντος του ότι και με τους τρεις μηνυόμενους με τον καιρό είχε αναπτυχθεί μεταξύ μας φιλική και οικογενειακή σχέση. Θέλοντας να αγοράσω ένα καινούργιο αυτοκίνητο MERCEDES και δεδομένου ότι οι μηνυόμενοι μου είχαν αποσπάσει την εμπιστοσύνη μου, τους έδωσα προκαταβολή το παλιό μου αυτοκίνητο .και συμφώνησα μαζί τους προφορικώς, να εισάγουν για λογαριασμό μου ένα τετράθυρο MERCEDES. Περί το έτος 1998, θέλοντας να πουλήσω το αυτοκίνητο που είχα αγοράσει από τους μηνυόμενους, ανακάλυψα ότι, αυτό ήταν μαϊμού, δηλ. ήταν κομμένη σειρά. Εξ αφορμής του γεγονότος αυτού και δοθέντος του ότι το 1996 είχα καταβάλλει στους μηνυόμενους τοις μετρητοίς, 28.000.000 για να μου εισάγουν αυτοκίνητα OPEL CORSA για τις ανάγκες της επιχειρήσεως μου, τα οποία μέχρι τότε δεν μου είχαν παραδώσει, άρχισα να ερευνώ το παρελθόν των μηνυομένων, φοβούμενος ότι είχα πέσει σε κύκλωμα απατεώνων. Στην πορεία ανακάλυψα ότι, η εταιρεία ΑΘΗΝΑ Α.Ε. που φέρεται ότι εισήγαγε τα αυτοκίνητα, ήταν μια εταιρεία μαϊμού με μηδενικά περιουσιακά στοιχεία, ότι οι μηνυόμενοι δεν ήταν φερέγγυοι και δεν είχαν κανένα περιουσιακό στοιχείο στο όνομα τους, ότι τα αυτοκίνητα που είχαν στην έκθεση αυτοκινήτων της οδού ... ήταν όλα ξένης ιδιοκτησίας και ότι ο Χ2, που εμφανιζόταν ως εκπρόσωπος της εταιρείας ΑΘΗΝΑ Α.Ε. ήταν πτωχός και μη συγγνωστός από το έτος 1982 και είχε ιδιαίτερα βεβαρημένο ποινικό παρελθόν. Ανακάλυψα επίσης ότι με τον ίδιο τρόπο είχε εξαπατήσει και πολλούς άλλους, μεταξύ των οποίων και το ζεύγος Ψ1-Ψ2 .... " (Βλέπ. την από 21-10-2003 ένορκη ανακριτική κατάθεση Α).
Από την εκτίμηση (κατ' άρθρο 177 Κ.Π.Δ.) και την λογική αξιολόγηση των παραπάνω καταθέσεων σαφέστατα συνάγεται η θεμελίωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας από κοινού και από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το συνολικό όφελος της οποίας ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.368 και από τους τρεις προσφεύγοντες -κατηγορουμένους. Και αυτό γατί: α)Στην έκθεση της οδού ... οι μηνυτές "βρήκαν" την Χ3 και την Χ1 (δηλαδή την δεύτερη και τρίτη των προσφευγουσών κατηγορουμένων), β)οι παραπάνω Χ3 και η Χ1 τους συστήθηκαν ως συνιδιοκτήτριες της εκθέσεως αυτοκινήτων, γ) αμφότερες οι Χ3 και Χ1 τους ανέφεραν ότι, τα αυτοκίνητα ανήκουν στην κυριότητα της εταιρείας ΑΘΗΝΑ Α.Ε., την οποία παρουσίασαν(στους μηνυτές) ως οικονομικά εύρωστη και ανθηρή επιχείρηση, δ) ο πρώτος εκκαλών κατηγορούμενος Χ2 επανέλαβε στους μηνυτές, όλα τα παραπάνω, δηλαδή όσα τους είχαν διαβεβαιώσει αρχικώς και οι δρο συγκατηγορούμενες του, ε) και οι τρεις μηνυόμενοι διαβεβαίωσαν τους μηνυτές ότι, είναι αντιπρόσωποι της MERCEDES, ότι έχουν οργανωμένο δίκτυο στη Γερμανία και ότι μέσω αυτού θα μπορούσαν να τους φέρουν το αυτοκίνητο που ζητούσαμε σε 4 μήνες περίπου και κατά 1.000.000 δρχ, φθηνότερο, στ) και οι τρεις μηνυόμενοι διαβεβαίωσαν τους μηνυτές ότι, έχουν εμπειρία στις εισαγωγές και πωλήσεις αυτοκινήτων και ότι οι ίδιοι προσωπικά είναι ιδιαίτερα εύρωστοι οικονομικά.
Ειδικότερα δε όσον αφορά την τρίτη εκκαλούσα - κατηγορουμένη Χ1, της οποίας ο κύριος υπερασπιστικός ισχυρισμός συνιστάται (όπως ήδη ελέχθη παραπάνω) στο ότι, η συμμετοχή της στην εταιρεία είναι παντελώς τυπική, χωρίς οποιαδήποτε ουσιαστική συμμετοχή, η θεμελίωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που της αποδίδεται προκύπτει από τα παρακάτω επιμέρους πραγματικά περιστατικά: α)από το γεγονός ότι, τον Φεβρουάριο του 1998 που ο μηνυτής Ψ2 μαζί με την επίσης μηνύτρια σύζυγο του Ψ1 επισκέφθηκαν την επί της οδού ... πολυτελή έκθεση αυτοκινήτων, αυτή, δηλαδή η τρίτη εκκαλούσα - κατηγορουμένη βρισκόταν στην έκθεση και είχε ουσιαστική συμμετοχή στην λειτουργία αυτής, β)τους συστήθηκε ως συνιδιοκτήτρια της εκθέσεως, γ)τους "ξενάγησε" στο χώρο της εκθέσεως επιδείχνοντας τους τα αυτοκίνητα που ήταν εκεί εκτεθιμένα για πώληση, δ)τους διαβεβαίωσε (από κοινού με την αδελφή της δεύτερη κατηγορουμένη Χ3) ότι όλα τα αυτοκίνητα ήταν της πλήρους ιδιοκτησίας τους ε) τους διαβεβαίωσε (από κοινού με την αδελφή της δεύτερη κατηγορουμένη Χ3) ότι ήσαν οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι της Μερσεντές στην Ελλάδα, μεγαλοεισαγωγείς παντός τύπου ΙΧΕ αυτοκινήτων από το εξωτερικό, στ) τους διαβεβαίωσε (από κοινού με την αδελφή της δεύτερη κατηγορουμένη Χ3) ότι είχαν την δυνατότητα και την υποδομή να τους; προμηθεύσουν οποιοδήποτε αυτοκίνητο μικρό ή μεγάλο επιθυμούν να αγοράσουμε, ζ)τους διαβεβαίωσε (από κοινού με την αδελφή της δεύτερη κατηγορουμένη Χ3) ότι θα αγόραζαν σε πιο συμφέρουσα τιμή από την τρέχουσα, η) τους διαβεβαίωσε (από κοινού με την αδελφή της δεύτερη κατηγορουμένη Χ3) ότι ήταν σε θέση και είχε την δυνατότητα λόγω μεγάλων γνωριμιών που διέθεταν ως εταιρεία στο εξωτερικό και κυρίως στην Γερμανία, να τους προμηθεύσουν οποιοδήποτε αυτοκίνητο πιο γρήγορα χρονικά, αλλά και πιο φθηνά από οποιαδήποτε άλλο εισαγωγέα.
Από τα παραπάνω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει με πλήρη βεβαιότητα, κατά την κρίση μου, όπως αυτή διαμορφώνεται κατ' άρθρο 177 Κ.Π.Δ., η θεμελίωση όχι μόνον της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το συνολικό όφελος της οποίας και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.368 ευρώ, αλλά και η θεμελίωση του κοινού (κατ' άρθρο 45 Π.Κ.) υποκειμενικού στοιχείου του δόλου και των τριών κατηγορουμένων.
Στα παραπάνω πραγματικά περιστατικά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη: α)το γεγονός ότι, ο πρώτος εκκαλών -κατηγορούμενος Χ2 είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης με την αριθμ. 2721/82 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ με την αριθμ. 3197/92 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου διετάχθη η παύση των εργασιών και κηρύχθηκε συγγνωστός. Όλα δε αυτά έγιναν πριν από την γνωριμία του με τους μηνυτές, β) το γεγονός ότι, με το με αριθμό 348/2001 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών παραπέμπονται ο πρώτος και η δεύτερη των κατηγορουμένων ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας από κοινού και από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ' εξακολούθηση, πράξη που φέρεται ότι τελέστηκε στην Αθήνα σε βάρος του Α1 τον μήνα Νοέμβριο του 1993 και τον Ιανουάριο του 1998. Σημειωτέον δε ότι, η απάτη αυτή φέρεται ότι τελέστηκε σχεδόν με πανομοιότυπο τρόπο (Modus Operandi) με αυτήν της κρινομένης υποθέσεως. Σημειωτέον επίσης ότι, με το ίδιο (348/2001 ) Βούλευμα παραπέμπεται η τρίτη εκκαλούσα - κατηγορουμένη Χ1 ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών) για να δικαστεί ως υπαίτια παραβίασης σφραγίδων που έθεσε η Αρχή, από κοινού και κατ' εξακολούθηση (Βλέπ. σκεπτικό και διατακτικό του με αριθμό 348/2001 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών), γ) το γεγονός ότι, με αριθμό 1688/2002 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών παραπέμπονται και οι τρεις κατηγορούμενοι ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας από κοινού και από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ' εξακολούθηση, πράξη που φέρεται ότι τελέστηκε στην Αθήνα σε βάρος του Α1 τον μήνα Σεπτέμβριο του 1998. Σημειωτέον δε ότι, η απάτη αυτή φέρεται ότι τελέστηκε σχεδόν με πανομοιότυπο τρόπο (Modus Operandi) με αυτήν της κρινομένης υποθέσεως και ότι, το Βούλευμα αυτό τροποποιεί το με αριθμό 1828/2002 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο είχε κρίνει να μη γίνει κατηγορία κατά της τρίτης κατηγορουμένης Χ1 (Βλέπ. σκεπτικό και διατακτικό του με αριθμό 1688/2002 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών).
Η κατ' επάγγελμα και η κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος της απάτης από τους εκκαλούντες κατηγορουμένους προκύπτει: α)για τον πρώτο Χ2 και την δεύτερη Χ3 από το γεγονός ότι αυτοί έχουν παραπεμφθεί με το με αριθμό 348/2001 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για (άλλη) απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας από κοινού και από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ' εξακολούθηση, πράξη που φέρεται ότι τελέστηκε στην Αθήνα σε βάρος του Α1 τον μήνα Νοέμβριο του 1993 και τον Ιανουάριο του 1998. Σημειωτέον δε ότι, η απάτη αυτή φέρεται ότι τελέστηκε σχεδόν με πανομοιότυπο τρόπο (Modus Operandi) με αυτήν της κρινομένης υποθέσεως. Ειδικότερα δε ως προς τον πρώτο κατηγορούμενο πρέπει να προστεθεί και το ότι, από το ποινικό μητρώο του προκύπτει η απ' αυτόν τέλεση άλλων απατών, αλλά και παρόμοιων εγκλημάτων όπως της υπεξαίρεσης και της παράβασης του Ν. 5960/1933 (Βλέπ. σχετικώς το ποινικό του μητρώο στην δικογραφία), β)για την τρίτη εκκαλούσα - κατηγορουμένη Χ1 η κατ' επάγγελμα και η κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος της απάτης προκύπτει από το γεγονός ότι, με αριθμό 1688/2002 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών παραπέμπεται (μαζί με τους δυο πρώτους κατηγορουμένους) ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας από κοινού και από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ' εξακολούθηση, πράξη που φέρεται ότι τελέστηκε στην Αθήνα σε βάρος του Α1 τον μήνα Σεπτέμβριο του 1998. Σημειωτέον δε ότι, η απάτη αυτή φέρεται ότι τελέστηκε σχεδόν με πανομοιότυπο τρόπο (Modus Operandi) με αυτήν της κρινομένης υποθέσεως και ότι, το Βούλευμα αυτό τροποποιεί το με αριθμό 1828/2002 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο είχε κρίνει να μη γίνει κατηγορία κατά της τρίτης κατηγορουμένης Χ1 (Βλέπ. σκεπτικό και διατακτικό του με αριθμό 1688/2002 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών). Σημειωτέον επίσης ότι, με το ίδιο (348/2001) Βούλευμα παραπέμπεται η τρίτη εκκαλούσα - κατηγορουμένη Χ1 ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών) για να δικαστεί ως υπαίτια παραβίασης σφραγίδων που έθεσε η Αρχή, από κοινού και κατ' εξακολούθηση με τους δυο πρώτους συγκατηγορουμένους της (Βλέπ. σκεπτικό και διατακτικό του με αριθμό 348/2001 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών).
Με τις ανωτέρω πράξεις των οι κατηγορούμενοι έβλαψαν την περιουσία των εγκαλούντων κατά τα ποσά των 69.846 € και των 50.000 γερμανικών Μάρκων, ποσά που είναι (κατά το υποκειμενικό και αντικειμενικό κριτήριο) ιδιαίτερα μεγάλα με αντίστοιχη δική τους (προσωπική-ατομική) παράνομη ωφέλεια, αλλά και της εταιρίας "ΑΘΗΝΑ Α.Ε." της οποίας τυγχάνουν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της. Από την επανειλημμένη δε τέλεση των πράξεων αυτών, προκύπτει αφ' ενός μεν σκοπός των άνω κατηγορουμένων για πορισμό εισοδήματος, αφ' ετέρου δε σταθερή ροπή τους προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητα τους, ενώ το συνολικό όφελος τους και η συνολική ζημία των εγκαλούντων υπερβαίνει κατά τα ως άνω το πόσον των 73.368 €.
Ως προς τη νομική κατάσταση της εταιρείας "ΑΘΗΝΑΣ Α.Ε." πρέπει να λεχθεί ότι: Αυτή φέρει τον πλήρη τίτλο "Ανώνυμος Εισαγωγική και Εξαγωγική Εμπορική Εταιρία Αθήνα Α.Ε.". Στην ίδια διεύθυνση (...) , είχε την έδρα της και η εταιρεία με την επωνυμία "Αθηνά Εφοπλιστική Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης", η οποία είχε συσταθεί από την Ε και τον Ζ με το υπ' αριθμ. .../2-7-1985 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Τσοκανά (Φ.Ε.Κ. 2708/11-7-1985 Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) και είχε σκοπό, εκτός των άλλων, και την εμπορία αυτοκινήτων που εισήγαγε από το εξωτερικό ή αγόραζε από το εσωτερικό. Με το υπ' αριθμ. .../21-4-86 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Στεφάνου Καταπόδη, ο Ζ πώλησε το εταιρικό μερίδιο του στην δεύτερη κατηγορουμένη Χ3 και έτσι από τότε μέλη της εταιρείας ήταν η μητέρα του πρώτου κατηγορουμένου Ε και η σύζυγος του Χ3. Με το ίδιο συμβόλαιο ορίστηκε διαχειριστής και εκπρόσωπος της εταιρείας καθ' όλη την (20ετή) διάρκεια της ο (πρώτος κατηγορούμενος) Χ2. Ο τελευταίος είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ' αριθμό 2721/26-7-1982 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ, με την υπ' αριθμ. 3197/5.11.1992, απόφαση του ίδιου δικαστηρίου διατάχθηκε η παύση των εργασιών και κηρύχθηκε ο πτωχεύσας μη συγγνωστός. Την 17 Μαΐου 1994 ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 και η δευτέρα (σύζυγος του) Χ3 συνέστησαν με το υπ' αριθμ. .../1994 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευσταθίας συζ. Θεοδ. Αβαρκιώτη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία, "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΘΗΝΑ Α.Ε.", η οποία είχε την έδρα της στην ίδια ως άνω διεύθυνση (...) ενώ σκοπός και αυτής ήταν, εκτός των άλλων, και η εμπορία καινούργιων και μεταχειρισμένων αυτοκινήτων. Το καταστατικό της εταιρείας δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 7453/199Λ Φ.Ε.Κ., τεύχος Α.Ε. και ΕΠΕ το πρακτικό της Γ.Σ. της 30.6.1996 περί εκλογής του Δ.Σ. που συγκροτήθηκε σε σώμα και αποτελείτο από τους α) Χ2, πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο, β) Χ3, αντιπρόεδρο και γ) Χ1 (τρίτη κατηγορουμένη και αδελφή της δευτέρας), μέλος. Η θητεία του Δ.Σ. ορίστηκε για πέντε χρόνια ενώ την εταιρεία εκπροσωπούσε ο Χ2.
Από όλα τα παραπάνω πραγματικά και νομικά περιστατικά, σαφέστατα συνάγεται ότι, οι υπάρχουσες ενδείξεις κατά των κατηγορουμένων είναι επαρκείς (εγγίζουν σχεδόν τα όρια της πλήρους βεβαιότητας, για το ότι τέλεσαν τις πράξεις που τους αποδίδονται) και επιβάλουν την παραπομπή των στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου το δικαστήριο να υποβάλει στη δοκιμασία της επ' ακροατηρίου διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζονται οι ενδείξεις. Σημειωτέον δε ότι, οι πράξεις αυτές των κατηγορουμένων, όπως περιγράφηκαν παραπάνω θεμελιώνουν τόσο την αντικειμενική, όσο και την υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας από κοινού και από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το συνολικό όφελος της οποίας ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.368 ευρώ. Σημειωτέον επίσης ότι, οι πράξεις των αυτές προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 1, 12, 13 στ, 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 98, 386 παρ. Ιβα, 3α Π.Κ., όπως αντικ. με άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999.", στη συνέχεια δε, μετά την τυπική παραδοχή, απέρριψε τις υπ'αριθ. 548/26-10-2204, 547/26-10-2004 και 533/22-10-2004, αντίστοιχα, εφέσεις των κατηγορουμένων α) Χ2, β) Χ3 και γ) Χ1, κατά του υπ'αρ. 4113/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, στέρησε το προσβαλλόμενο βούλευμά του από την, κατά των προεκτεθείσα έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, προς σχηματισμό της εξανεχθείσας κρίσης του, δεν εκθέτει, ούτε κατά το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την παραπεμπτική αυτή κρίση. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του ως άνω βουλεύματος, το Συμβούλιο των Εφετών, προκειμένου να στηρίξει την παραπεμπτική του κρίση, εκτός από τις απολογίες των κατηγορουμένων, έλαβε υπόψη του, επιλεκτικά: α) την από 3-11-2003 ένορκη κατάθεση του μηνυτή Ψ2, 2) την από 31-10-2003 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Γ και 3) την από 21-10-2003 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Α. Πλην, όμως, από την επιτρεπτή επισκόπηση της δικογραφίας προκύπτει ότι κατέθεσαν στην κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και οι μάρτυρες Η και Θ, οι καταθέσεις των οποίων δεν ελήφθησαν υπόψη και κατ'επέκταση δεν συνεκτιμήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Πέρα από αυτά, το Συμβούλιο των Εφετών, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε: 1) την υπ'αριθ. ΑΒΜ Δ-2002/24/3-1-2002 μήνυση, 2) την υπ'αρ. Δ-2002/2635/2-8-2002 μήνυση, 3) την υπ'αρ. 2721/1982 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 4) την υπ'αρ. 3197/1992 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 5) το υπ'αρ. 348/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, 6) το υπ'αρ. 1688/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, 7) το υπ'αρ. .../1985 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Τσοκανά, 8) το υπ'αρ. .../21-4-1986 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Στέφανου Καταπόδη και 9) το υπ'αρ. .../1994 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευσταθίας Αβαρκιώτη. 'Όμως, στη δικογραφία υπάρχουν και άλλα έγγραφα που προσκομίσθηκαν από την αναιρεσείουσα και συνετάγη η από 22-12-2003 έκθεση εγχειρίσεως στον 27ο Τακτικό Ανακριτή Αθηνών και είναι τα εξής: 1) το υπ'αρ. πρωτ. 26/27/1996 έγγραφο της Νομαρχίας Αθηνών περί καταχωρήσεως το Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της "ΑΘΗΝΑ Α.Ε." 2) η από 1-12-1998 αίτηση συντηρητικής κατάσχεσης της Ψ1 κατά της "Α.Ε. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ", 3) Η από 4-1-1998 μηνυτήρια αναφορά του Α κατά των Χ3 και Χ2 4) Η από 28-12-1998 μηνυτήρια αναφορά του Α κατά των Χ3 και Χ2, 5) Η από 22-4-2002 έγκληση του Α κατά του Χ2, Χ3, Χ1 και Κ, 6) το από 30-7-1994 ιατρικό ιστορικό του διαγνωστικού και θεραπευτικού κέντρου Αθηνών, 7) την από 23-7-1994 έκθεση ιστολογικής εξετάσεως του Κέντρου ΥΓΕΙΑ και 8) την από 27-6-1995 έκθεση ιστολογικής εξετάσεως του διαγνωστικού και θεραπευτικού Κέντρου Αθηνών, τα οποία, όμως, δεν ελήφθησαν υπόψη, ούτε συνεκτιμήθηκαν από το Συμβούλιο Αθηνών,. Μάλιστα, τα ως άνω έγγραφα η εκκαλούσα-αναιρεσείουσα, τα επικαλέσθηκε, με γενική αναφορά, στην από 22-10-2004 έφεσή της, προκειμένου να υποστηρίξει τον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό της, ότι αυτή δεν είχε καμία συμμετοχή στην αξιόποινη πράξη, για την οποία κρίθηκε παραπεμπτέα με το εκκαλούμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ.δ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, όσον αφορά την παραπεμπτική για την αναιρεσείουσα Χ1 διάταξή του, περί κακουργηματικής από κοινού απάτης κατ'εξακολούθηση. Στη συνέχεια πρέπει η αναίρεση να επεκταθεί και στους λοιπούς παραπεμπτόμενους κατηγορουμένους Χ2 και Χ3, οι οποίοι δεν άσκησαν αναίρεση, καθόσον ο λόγος αναιρέσεως που γίνεται δεκτός, δεν αναφέρεται αποκλειστικώς στο πρόσωπο της ως άνω αναιρεσείουσας Χ1 (άρθρο 469 εδ.α'ΚΠΔ) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, γιατί είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθρο 485 παρ.1 και 519 ΚΠΔ). Τέλος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο το αίτημα της αναιρεσείουσας περί αυτοπρόσωπης εμφανίσεώς της ενώπιον του Αρείου Πάγου, για παροχή εξηγήσεως και διευκρινήσεων, γιατί με την αίτηση αναιρέσεως και τα κατατεθέντα υπομνήματά της, διεξοδικώς εκθέτει τις απόψεις και τα επιχειρήματά της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα της αναιρεσείουσας για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο.
Αναιρεί το υπ'αρ. 1628/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως προς την αναιρεσείουσα Χ1, κάτοικον ..., και ως προς τους συγκατηγορούμενους της ως άνω, που δεν άσκησαν αναίρεση, Χ2 και Χ3, κατοίκων ... . Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 ΜαΙου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και συνήθεια. Δεκτή η αναίρεση κατά βουλεύματος για έλλειψη αιτιολογίας (δεν αναφέρονται κατ’ είδος τα αποδεικτικά μέσα, ενώ γίνεται επιλεκτική αναφορά σε καταθέσεις μαρτύρων και έγγραφα, ενώ παραλείπονται καταθέσεις άλλων μαρτύρων και άλλων εγγράφων της δικογραφίας). Αναιρεί και ως προς τους συγκατηγορούμενους. Παραπέμπει. Απορρίπτει αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Συναυτουργία, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1703/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1443/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ2 και 2) Χ3.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1698/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 33/29-1-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Το συμβούλιο πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 3863/2006 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του ΜΟΔ της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών και την Χ1 για απλή συνέργεια σε σωματεμπορία κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα, με αυτουργό τον Χ2, ειδικώτερα δε διότι: "Στην Αθήνα....α) στο χρονικό διάστημα από την 27-11-2000 έως και την 17-2-2005 φιλοξένησε στην επί της οδού ..... οικία της στην Αθήνα, αόριστο αριθμό αλλοδαπών γυναικών και σε κάθε περίπτωση τις Γ1, Γ2 και Γ3, οι οποίες εν συνεχεία προωθούνταν στην πορνεία από τον Χ2 και β) προσέφερε τις υπηρεσίες της ως διερμηνέας κατά τη σύνταξη των ψευδών κατά το περιεχόμενό τους πράξεων αναγνώρισης τέκνου και στους χρόνους που αναφέρονται" και (τις οποίες πράξεις αναγνώρισης) που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Αθηνών Η1 - 351 § § 2,1,4 δ Π.Κ. όπως αντικ. με το άρθρο 8 ν.3064/2002, 94 § 1, 98 § 1, 41 § 1 Π.Κ.- Η κύρια δε πράξη του Χ2 συνίσταται στο ότι αυτός " 1α) Στην Αθήνα, στους κάτωθι αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, απέσπασε τη συναίνεση προσώπων, παρασύροντας τα και εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση τους με υποσχέσεις για πληρωμές και άλλα ανταλλάγματα , με σκοπό να προβεί ο ίδιος στη γενετήσια εκμετάλλευση τους . Στις πράξεις δε αυτές προέβαινε κατ' επάγγελμα. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο απέσπασε τη συναίνεση α) της Γ4, για το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του έτους 2004 έως και την 17-2-2005 , β) της Γ5, για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του έτους 2003 έως τον Ιούνιο του ίδιου έτους καθώς και για το χρονικό διάστημα από τον Μάιο 2004 έως και την 17-2-2005, γ) της Γ6 ,για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του έτους 2004 έως και την 17-2-2005 , δ) της Γ3, για το χρονικό διάστημα από 23-6-2003 έως και την 17-2-2005, ε) της Γ7, για το χρονικό διάστημα από 27-11-2000 έως και την 17-2-2005, στ.)της Γ1 ,για το χρονικό διάστημα από 27-11-2000 έως και την 17-2-2005, ζ) της Γ8 για το χρονικό διάστημα από 8-7-2004 έως και την 17-2-2005, η) της Γ9 ,για το χρονικό διάστημα από 4-6-2004 έως και την 17-2-2005, θ) της Γ10, για το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο του 2004 έως και την 17-2-2005, ι) της Γ11 για το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του έτους 2004 έως και την 17-2-2005, κ) της Γ12, για το χρονικό διάστημα από το Φεβρουάριο του 2004 έως την 8-2-2005, λ) της Γ13 για το χρονικό διάστημα από 23-11-2001 έως και την 25-10-2002 και μ) της Γ14 για το χρονικό διάστημα από 23-12-2001 έως και την 31-10-2002, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι ήταν αλλοδαπές, δεν γνώριζαν την ελληνική γλώσσα, δεν έβρισκαν άλλη" δουλειά ούτε και διέθεταν χρήματα για την επιβίωση τους, είχαν δε μόλις έρθει στην Ελλάδα, τους υποσχέθηκε ότι αν εργαστούν ως πόρνες γι' αυτόν στους οίκους ανοχής που διέθετε από κοινού με τον Χ3 , θα φρόντιζε, πράγμα που και έκανε, για την νόμιμη παραμονή τους στη χώρα ενώ για κάθε ερωτική τους συνεύρεση θα τους απέδιδε κατά κανόνα από τα είκοσι (20) ευρώ που θα εισέπρατταν από ποσό των τριών (3) ευρώ, το οποίο ήταν για τις αλλοδαπές - θύματα του αρκετά σημαντικό ποσό. Σκοπός του δε ήταν η γενετήσια εκμετάλλευση των γυναικών αυτών ενώ τις ανωτέρω πράξεις τελούσε κατ' επάγγελμα, ήτοι επανειλημμένως ενώ είχε αναπτύξει και την υποδομή, που συνίστατο στην οργάνωση πέντε οίκων ανοχής με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος από τη ανωτέρω δραστηριότητα".
Κατά του άνω βουλεύματος άσκησαν εφέσεις οι Χ2........ Χ1...... και δη η τελευταία την υπ'αριθμ. 40/2007, οι οποίες και απερρίφθησαν ως αβάσιμες στην ουσία τους με το υπ'αριθμ. 1443/2007 βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο, εκτός τούτου, έπαυσε οριστικώς λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη για μερικώτερες πράξεις της σωματεμπορίας κατά των ανωτέρω (αυτουργού-απλού συνεργού) για το χρονικό διάστημα μέχρι 21-5-2002 και επαναδιατύπωσε, την κατ'αυτών κατηγορία.
Συγκεκριμένα το ανωτέρω συμβούλιο έκρινε, με καθολική αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, ότι: "Από το συλλεγέν από την διενεργηθείσα κυρία ανάκριση αλλά και την προηγηθείσα αυτής αυτεπάγγελτη προανάκριση (άρθρ. 243 παρ.2 ΚΠΔ) αποδεικτικό υλικό και δη τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα, εν συνδυασμό και προς τις απολoγίες τωv κατηγορουμένων και των συγκατηγορουμένων τους που δεν άσκησαν εφέσεις κατά του ως άνω αναφερομένου παραπεμπτικού βουλεύματος, προέκυψαν τα κάτωθι εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά: Στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, στις 14-7-2004 περιήλθε έγγραφη ανώνυμη καταγγελία, σύμφωνα με την οποία ο πρώτος εκκαλών Χ2 λειτουργούσε στην Αθήνα, στην οδό ..... οίκο ανοχής στο όνομα της Ζ1 ήδη θανούσης, στον οίκο δε αυτόν εργάζονταν γυναίκες στερούμενες αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος. Ακριβώς δε απέναντι από τον οίκο αυτόν, στην οδό ...., σε διαμέρισμα του τρίτου ορόφου της εκεί ευρισκομένης πολυκατοικίας, ήταν η κατοικία του ανωτέρω Χ2, στην οποία εκρατούντο οι ιερόδουλες παρά τη θέληση των. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, με την Γ2004/2775/12-7-2004 παραγγελία του προς το Τμήμα Ηθών της Διευθύνσεως Ασφαλείας Αττικής, παρήγγειλε τη διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως προς διακρίβωση της αληθείας ή μη των καταγγελλομένων. Ήδη δε από τον μήνα Απρίλιο του έτους 2004, η καταγγελία αυτή, είχε περιέλθει τηλεφωνικά και στο Τμήμα Ηθών της Διευθύνσεως Ασφαλείας Αττικής. Από την διενεργηθείσα από αστυνομικούς του Τμήματος Ηθών έρευνα προέκυψε, ότι σε κτίριο στην οδό ..... λειτουργούσαν δύο οίκοι ανοχής, ένας στο ισόγειο και έτερος στον πρώτο όροφο. (Βλ. σχετ. την από 1-12-2004 ένορκη μαρτυρική κατάθεση του Ανθυπαστυνόμου Β1). Τον οίκο του ισογείου φερόταν να εκμεταλλεύεται η Ζ1, γεννηθείσα στις 24-2-1954 στο Καζακστάν, κάτοικος ...... Αττικής(οδός .....), θανούσα ήδη από τις 3-2-2004, (σχετ. η κατάθεση του ως άνω αστυνομικού), ενώ τον οίκο του πρώτου ορόφου φερόταν να εκμεταλλεύεται η Γ7, γεν. στις 23-3-1975 στο Καζακστάν, κάτοικος Αθηνών (οδός .....). Η Γ7 ήταν εφοδιασμένη με την ..... άδεια παραμονής, εκδοθείσα στις 9-6-1999 από το Τμήμα Αλλοδαπών Αθηνών, ως μητέρα ανηλίκου ημεδαπού. Από δε το Αρχείο του Τμήματος Ηθών προέκυπτε ότι στον οίκο ανοχής του ισογείου είχαν σε προγενέστερο χρόνο καταληφθεί επ' αυτοφώρω να εκδίδονται η ως άνω αναφερομένη Γ7 (φερομένη ως λειτουργούσα σύμφωνα με τα προλεχθέντα τον οίκο ανοχής του πρώτου ορόφου) καθώς και η Γ14, γεν. στις 8-1-1969 στη Ρωσία, κάτοικος Αθηνών, στην οδό ...... (ως η ....), η οποία ήταν εφοδιασμένη με την ..... άδεια παραμονής, εκδοθείσα στις 15-4-2002 από τον Δήμο Αθηναίων, ως μητέρα ανηλίκου ημεδαπού. Στον δε οίκο ανοχής του πρώτου ορόφου είχαν σε προγενέστερο χρόνο καταληφθεί επ' αυτοφώρω να εκδίδονται η ως άνω αναφερομένη Γ14 καθώς και οι: Γ1, γεν. στις 24-11-1973 στην Ουκρανία, κάτοικος Αθηνών (οδός .......), η οποία ήταν εφοδιασμένη με την ...... άδεια παραμονής, εκδοθείσα στις 11-3-2002 από τον Δήμο Αθηναίων ως μητέρα ανηλίκου ημεδαπού, η Γ5 , γενν. στις 6-3-1976 στη Λευκορωσία, κάτοικος Αθηνών (οδός ....), εφοδιασμένη με την .... άδεια παραμονής, εκδοθείσα στις 12-8-2002 από τον Δήμο Αθηναίων, ως μητέρα ανηλίκου ημεδαπού και η Γ15, γενν. στις 25-8-1982 στο Ουζμπεκιστάν, κάτοικος Αθηνών (οδός .....), η οποία είχε καταθέσει δικαιολογητικά για χορήγηση πολιτικού ασύλου. Περαιτέρω από έρευνα των ανακριτικών υπαλλήλων του Τμήματος Ηθών προέκυψε ότι ο Χ2 διέμενε στην οδό .... και στην οδό ......, ήτοι δηλαδή στις ίδιες διευθύνσεις με τις παραπάνω αλλοδαπές. Προέκυψε επίσης ότι οι ως άνω αναφερόμενες αλλοδαπές είχαν λάβει άδεια παραμονής στην ημεδαπή ως μητέρες ανηλίκων ημεδαπών, δυνάμει συμβολαιογραφικών πράξεων εκουσίας αναγνωρίσεως τέκνων, οι οποίες είχαν συνταχθεί στον ίδιο συμβολαιογράφο, Η1, κάτοικο Αθηνών (οδός .....)..... Περαιτέρω από την διενεργηθείσα στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξετάσεως έρευνα, προέκυψε ότι στον ίδιο ως άνω αναφερόμενο συμβολαιογράφο είχαν συνταχθεί και άλλες πράξεις εκουσίας αναγνωρίσεως τέκνων αλλοδαπών γυναικών, τις οποίες αυτές εν συνεχεία χρησιμοποίησαν προκειμένου να εφοδιασθούν με άδειες παραμονής στην Ελλάδα, ως μητέρες ανηλίκων ημεδαπών και δη οι κάτωθι πράξεις........(και δη) ......οι πράξεις εκουσίας αναγνώρισης ανηλίκων τέκνων των Γ1, Γ7, Γ11, Γ9, Γ10, KΓ4, Γ13, Γ5, Γ3, Γ12, Γ8, Γ6, Γ16 και Γ14, συνετάγησαν επί τη βάσει πλαστών πιστοποιητικών γεννήσεως......................
...............Από τις παραπάνω δε πράξεις αναγνωρίσεως συνάγεται ότι οι περισσότερες των αλλοδαπών γυναικών, των φερομένων ως μητέρων ανηλίκων τέκνων που απέκτησαν δήθεν από σχέση τους με ημεδαπούς, δήλωσαν κατά τη σύνταξη των πράξεων ως τόπο κατοικίας των, την οδό ....., ή την οδό ....., Αθήνα, ήτοι τον τόπο κατοικίας του Χ2 (βλ. σχετ. πράξεις εκούσιας αναγνωρίσεως που αφορούν τις Γ1, Γ7, Γ11, Γ10, Γ4, Γ13, Γ5, Γ3, Γ12). Περαιτέρω από τις απολογίες ορισμένων από τις ανωτέρω αλλοδαπές, τις ληφθείσες στα πλαίσια της αυτεπαγγέλτου προανακρίσεως, εν συνδυασμώ και προς τα προεκτεθέντα, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος Χ2 είχε εγκαταστήσει τις γυναίκες αυτές στις ανωτέρω οικίες (... και .....) όπου ο ίδιος διέμενε και προκειμένου να εξασφαλίσει τη νόμιμη παραμονή των γυναικών αυτών στην Ελλάδα, φρόντιζε πριν λήξει η VISA τους, να εντοπίζει σε χώρους ναρκομανών, Έλληνες ναρκομανείς ή ευρισκομένους σε κακή οικονομική κατάσταση στους οποίους υποσχόταν χρήματα (από πενήντα έως διακόσιες χιλιάδες δραχμές) και τους οδηγούσε στον συμβολαιογράφο Η1 όπου συντάσσονταν πράξεις εκουσίας αναγνωρίσεως ανηλίκων τέκνων που αυτές δήθεν είχαν αποκτήσει από τις εκτός γάμου σχέσεις των με τους ημεδαπούς αυτούς, επί τη βάσει των οποίων οι αλλοδαπές αποκτούσαν εν' συνεχεία άδειες παραμονής. Ο Χ2 επικολλούσε στα διαβατήρια των αλλοδαπών γυναικών φωτογραφίες ανηλίκων παιδιών, τα οποία δεν ήταν παιδιά των γυναικών αυτών, τούτο δε έπραττε για να επιδεικνύουν αυτές το διαβατήριο με το ανήλικο, δήθεν δικό τους παιδί, στους αστυνομικούς που διενεργούσαν ελέγχους αλλοδαπών και να βεβαιώνεται ότι αυτές ήσαν μητέρες ημεδαπών ανηλίκων και παρέμεναν νόμιμα στη χώρα. Ορισμένες δε αλλοδαπές τις προέτρεπε να κρατούν στην αγκαλιά τους ένα μικρό ανήλικο, και να κυκλοφορούν με αυτό στα μαγαζιά της περιοχής που διέμεναν ώστε να δουν οι περίοικοι ότι έχουν παιδιά. Αφού αποκτούσαν άδειες παραμονής, κατέθεταν εν συνεχεία αίτηση για να χαρακτηριστούν ιερόδουλες και ο Χ2 λόγω της ευάλωτης θέσης που είχαν περιέλθει, των εγγράφων τους που είχε στην κατοχή του, την παροχή στέγης, τροφής ως ωφελημάτων, τις ανάγκαζε ή αποσπούσε τη συναίνεσή τους προκειμένου να εργάζονται στους οίκους ανοχής του και νοίκιαζε σπίτια όπου τις εγκαθιστούσε ομαδικά. Μάλιστα σε πολλές γνώριζε ότι είναι υποχρεωμένες, αφού τις είχε εφοδιάσει με άδειες παραμονής, να δουλεύουν ως ιερόδουλες για τους οίκους ανοχής του και τους υποσχόταν ότι θα ελάμβαναν τρία (3) ευρώ για κάθε πελάτη, ποσό που θα έπαιρναν συνολικά στο τέλος της συνεργασίας τους, ενώ τους χορηγούσε λίγα χρήματα για την κάλυψη των μικροεξόδων τους. Ορισμένες, μετά παρέλευση χρονικού διαστήματος τις τοποθετούσε στους οίκους ως εκμεταλλεύτριες αυτών και αύξαινε το ποσοστό συμμετοχής τους στα κέρδη. Εξετασθείσες οι εννέα(9) από τις δεκατέσσερις (14) αλλοδαπές που τους είχε βγάλει άδειες παραμονής με αναγνωρισμένα τέκνα, παραδέχτηκαν ότι οι πράξεις αυτές είναι ψευδείς κατά περιεχόμενο, αφού δεν είχαν αποκτήσει παιδιά με τους ημεδαπούς, τους φερομένους ως πατέρες των παιδιών αυτών, τα δε πιστοποιητικά γεννήσεως ήσαν πλαστά. Τα ανωτέρω επιβεβαίωσαν και πέντε από τους ημεδαπούς που αναγνώρισαν τέκνα που ουδέποτε απέκτησαν με τις αλλοδαπές και οι οποίοι κατέθεσαν ότι τους πλησίασε ο Χ2 και με την παροχή χρημάτων τους έπεισε να προβούν στις παραπάνω ψευδείς δηλώσεις αναγνωρίσεως τέκνων.........................
Ο Χ2 επομένως προκύπτει ότι απέσπασε τη συναίνεση των αλλοδαπών γυναικών παρασύροντας αυτές, εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση τους με υποσχέσεις για πληρωμές και άλλα ανταλλάγματα, με σκοπό να προβεί ο ίδιος στην γενετήσια εκμετάλλευσή τους, κατ' επάγγελμα, για τα παρακάτω χρονικά διαστήματα: .......
Υπό τα δεδομένα αυτά προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου Χ2 για την αξιόποινο πράξη της σωματεμπορίας κατ' επάγγελμα, κατ' εξακολούθηση, εφόσον τέλεσε επανειλημμένα την πράξη αυτή προκειμένου να πορίζεται εισόδημα, και ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για την εν λόγω πράξη........ Ο συμβολαιογράφος Η1 αρνήθηκε κάθε συμμετοχή του στις πράξεις του πελάτη του Χ2, και ισχυρίστηκε ότι όλα εκεί γίνονταν νόμιμα και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά προσκομίζονταν, μη έχοντας τη δυνατότητα να ελέγξει τη γνησιότητα τους. Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τις απολογίες των παραπάνω αλλοδαπών γυναικών προκύπτει ότι αυτός γνώριζε την εγκληματική δραστηριότητα του Χ2 αφού ορισμένες από τις πράξεις αυτές συντάσσονταν χωρίς να διαβάζονται και να μεταφράζονται συγχρόνως από διερμηνέα, είναι δε βέβαιον ότι και ο μετρίας εμπειρίας συμβολαιογράφος θα αρνούταν να προβεί στη σύνταξη τόσου μεγάλου αριθμού πράξεων εκούσιας αναγνωρίσεως τέκνων αλλοδαπών γυναικών από ημεδαπούς, επί τη βάσει πιστοποιητικών γεννήσεως της ίδιας κοινότητος του νομού Ομσκ Ρωσίας, όπως επίσης και να προβαίνει στη σύνταξη τοιούτων πράξεων επί τη βάσει δηλώσεων του ιδίου προσώπου, σε ορισμένες περιπτώσεις, φερομένου να έχει αποκτήσει παιδιά από τις σχέσεις του με διαφορετικές αλλοδαπές και να. αναγνωρίζει αυτά. Επί πλέον τον μέτριο, συνετό συμβολαιογράφο θα προβλημάτιζε και το γεγονός ότι τις αλλοδαπές οδηγούσαν στο συμβολαιογραφείο τα ίδια πρόσωπα (Χ2-Χ1). Εξ άλλου ο Δ1, που προέβη σε εκούσια αναγνώριση τέκνου, ισχυρίζεται στην απολογία του ότι κατά τη σύνταξη της σχετικής πράξεως βρισκόταν υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών. ................ O Χ2 ήταν κάτοχος των τηλεφωνικών συνδέσεων ......, ...... και ..... οι οποίες λειτουργούσαν στην οδό ...... στην Αθήνα. Από διασταύρωση μέσω του ΟΤΕ προκύπτει πως το πρώτο τηλέφωνο φερόταν να κατέχει τον Δεκέμβριο του έτους 2004 ο Ε1 στην οδό .... στη Αθήνα, ενώ τα άλλα δύο λειτουργούσαν τότε στην ίδια διεύθυνση (.....) επ' ονόματι της Χ1. Η Χ1 δηλαδή κατείχε τηλέφωνα που ανήκαν πρότερον στον Χ2η ενώ χρησιμοποιήθηκε ως διερμηνέας σε όλες τις ανωτέρω συμβολαιογραφικές πράξεις που έγιναν για τη νομιμοποίηση των αλλοδαπών γυναικών που εκδίδονταν στους οίκους ανοχής που εκμεταλλευόταν ο Χ2. Η παρουσία της στο γραφείο του συμβολαιογράφου δεν είχε ως σκοπό την τήρηση του τύπου της καταρτίσεως των πράξεων με πρόσωπα τα οποία αγνοούσαν την ελληνική γλώσσα, αλλά την παροχή συνδρομής στον Χ2 κατά την εκτέλεση της παρασύρσεως των αλλοδαπών γυναικών υπό του ανωτέρω, για την γενετήσια εκμετάλλευσή τους. Διέμενε δε μετά του ανωτέρω στο επί της οδού ...... διαμέρισμα τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2005 (βλ. σχετ. κατάθεση Β2, διαχειριστή της επί της οδού ...... πολυκατοικίας).
Προκύπτουν επομένως αποχρώσεως ενδείξεις ενοχής εναντίον της για απλή συνέργεια στην πράξη της σωματεμπορίας". Και, αφού έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για τις μερικώτερες πράξεις της σωματεμπορίας κατά του άνω αυτουργού και της άνω απλής συνεργού αυτού μέχρι 21-5-2002, επαναδιατύπωσε, την κατ'αυτών κατηγορία ως εξής: "α) Ο Χ2: Στην Αθήνα, στους κάτωθι αναφερομένους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, απέσπασε τη συναίνεση προσώπων, παρασύροντάς τα και εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση τους με υποσχέσεις για πληρωμές και άλλα ανταλλάγματα, με σκοπό να προβεί ο ίδιος στη γενετήσια εκμετάλλευσή τους. Στις πράξεις δε αυτές προέβαινε κατ' επάγγελμα. Συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο απέσπασε τη συναίνεση: της Γ1 για το χρονικό διάστημα από τις 22-5-2002 έως και την 17-2-2005, της Γ7, για το χρονικό διάστημα από τις 22-5-2002 έως τις 17-2-2005, της Γ11 για το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του έτους 2004 έως και την 17-2-2005, της Γ9 για το χρονικό διάστημα από 4-6-2004 έως και την 17-2-2005, της Γ2 για το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο του έτους 2004 έως την 17-2-2005, της Γ4 για το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του έτους 2004 έως την17-2-2005, της Γ13 για το χρονικό διάστημα από τις 22-5-2002 έως και την 25-10-2002, της Γ5 για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του έτους 2003 έως και τον Ιούνιο του ιδίου έτους, της Γ3 για το χρονικό διάστημα από 23-6-2003 έως και την 17-2-2005, της Γ12 για το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του έτους 2004 έως και την 8-2-2005, της Γ8 για το χρονικό διάστημα από 8-7-2004 έως και την 17-2-2005, της Γ6 για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του έτους 2004 έως και την 17-2-2005, της Γ14 για το χρονικό διάστημα από τις 22-5-2002 έως και την 31-10-2002. Την πράξη δε αυτή τέλεσε επανειλημμένα με σκοπό πορισμού εισοδήματος. Η Χ1: Στην Αθήνα, στους ίδιους ως άνω υπό στοιχ. α αναφερομένους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, με πρόθεση παρέσχε οποιαδήποτε συνδρομή στον κατηγορούμενο Χ2 πριν και κατά την τέλεση της αξιοποίνου πράξεως της σωματεμπορίας κατ'εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και ειδικότερα φιλοξένησε στην επί της οδού ..... οικία της αόριστο αριθμό αλλοδαπών γυναικών και σε κάθε περίπτωση τις Γ1, Γ2 και Γ3, οι οποίες εν συνεχεία προωθούνταν στην πορνεία από τον κατηγορούμενο Χ2 ενώ χρησιμοποιήθηκε ως διερμηνέας σε όλες τις συμβολαιογραφικές πράξεις που έγιναν για τη νομιμοποίηση των αλλοδαπών γυναικών που εκδίδονταν στους οίκους ανοχής που εκμεταλλευόταν ο Χ2. Η παρουσία της δε στο γραφείο του συμβολαιογράφου δεν είχε ως σκοπό την τήρηση του τύπου της καταρτίσεως των πράξεων με πρόσωπα τα οποία αγνοούσαν την ελληνική γλώσσα, αλλά την παροχή συνδρομής στον Χ2 κατά την εκτέλεση της παρασύρσεως των αλλοδαπών γυναικών υπό του ανωτέρω, για την γενετήσια εκμετάλλευση τους".
-άρθρα 13 στ, 47 § 1, 98 § 1, 351 § § 2-1, 4δ Π.Κ., όπως τούτο αντικ. με το άρθρο 8 ν.3064/2002. Το άνω βούλευμα επιδόθηκε στην Χ1 στις 18-9-2007 και δη στην ίδια (βλ. το από .... αποδεικτικό επιδόσεως του Επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών .....). Κατ'αυτού άσκησε αυτή δια του από 26-9-2007 πληρεξουσίου, στο οποίο γίνεται βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της από τον αρχιφύλακα ...... (άρθρο 24 ΠΔ 75/87), από την ..... ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών στις 28-9-2007 την υπ'αριθμ. 200/2007 αναίρεση προβάλλουσα στο βούλευμα αυτό α) 'Ελλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, γ) υπέρβαση εξουσίας, δ) απόλυτη ακυρότητα. Συγκεκριμένα διότι με όσα έγιναν δεκτά σε σχέση με αυτή, αα) δεν αναφέρει σαφή και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να θεμελιώνονται οι ενδείξεις ενοχής της και ειδικότερα στη γνώση της περί (δήθεν) τελέσεως από τον αυτουργό της πράξεως αυτού και τη θέλησή της να τον συνδράμει,ββ) δεν περιέχει αναφορά των αποδεικτικών στοιχείων από τα οποία να προκύπτουν οι παραδοχές του (σε σχέση με αυτά),γγ) δεν αναφέρει από πού προκύπτει ότι η παρουσία της είχε σκοπό την παροχή συνδρομής? τούτο μάλιστα έχει σημασία αφού η συμπεριφορά του συμβολαιογράφου έχει χαρακτηριστεί ως ψευδής βεβαίωση και μόνο, ο δε έτερος κάτοχος μιας από τις αναφερόμενες τηλεφωνικές συνδέσεις δεν είναι καν κατηγορούμενος. δδ) δεν γίνεται μνεία -και συνεπώς δεν ελήφθησαν υπόψη- όλων των αποδεικτικών μέσων της δικογραφίας και δη δεν προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη τα υπομνήματα των κατηγορουμένων και οι απολογίες των κατηγορουμένων που δεν παραπέμφθησαν με το πρωτόδικο βούλευμα. εε) Ελήφθησαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μετέπειτα κατηγορουμένων (31 § 2 Κ.Π.Δ.). στ) δεν ερεύνησε στην ουσία την έφεση και δη των λόγων της. Ενόψει τούτων και των άρθρων 18,19, 351 § § 1,2,4δ ΠΚ., 462, 463, 465, 473, 474, 484 Κ.Ποιν.Δ, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξεταστεί στην ουσία της.
ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 47 Π.Κ. "όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β'του προηγουμένου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός.....".
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή, υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, παρεχόμενη στον αυτουργό, η οποία δεν είναι άμεση, εν γνώσει του παρέχοντος αυτή ότι ο αυτουργός τελεί ορισμένο έγκλημα και θέληση ή αποδοχή να συμβάλει με αυτή στην πραγμάτωση του εγκλήματος αυτού.
-βλ. ΑΠ 385/2000, ΑΠ 540/2006, ΑΠ 543/2000, ΑΠ 878/93, ΑΠ 1132/78, ΑΠ 885/77, Ζησιάδη Γεν. Ποινικό τόμ. β'σελ. 87.
Η απλή συνέργεια είναι πράξη που συντελεί στην τέλεση της κύριας πράξης από τον αυτουργό -πρβλ ΑΠ 1228/2001 ΠΧρ ΝΒ 428- στην παροχή βοηθείας προς τον φυσικόν αυτουργό- Γάφος ΓενΜ σελ. 409- η οποία πρέπει να παρέχεται είτε προ της τελέσεως της κυρίας πράξεως (δηλ. της προπαρασκευής αυτού) είτε κατά την τέλεση αυτής, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση δεν είναι άμεση (άρθρο 47 § ΠΚ -"εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β'του προηγουμένου άρθρου, παρέσχε ......συνδρομή"-).
Η άνω συνδρομή πρέπει να παρέχεται με τη θέληση του συνεργού εν γνώσει ότι ο αυτουργός τελεί ή θα τελέσει ορισμένο έγκλημα (βλ. ΑΠ 543/2000, ΑΠ 885/77, ΑΠ 1132/78 κ.ά.) υπό την έννοια όχι συγκεκριμένου εγκλήματος, με λεπτομέρειες τόπου, χρόνου, τρόπου τελέσεως, ταυτότητα του θύματος κλπ αλλά συγκεκριμένης πράξης κατά το είδος της (βλ. Δημάκη υπό 47 Νο 26, Ανδρουλάκη ΓενΜ
ΙΙ (2004) σελ. 272, Βαθιώτη Γεν Ποιν (2007) σελ. 517 Schonke- schroder-cramer § 27 Νο 19, Roxin L K § 27 Νο3), άποψη που ανταποκρίνεται και στα πράγματα ως εκ της φύσεως και του χρόνου (=προ της τελέσεως) της παρεχομένης συνδρομής.
Η ανωτέρω γνώση μπορεί να συναχθεί και από το σύνολο των δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών -πρβλ ΑΠ 1465/2005.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 351 § 2 Π.Κ. -όπως αντικ. με το άρθρο 8 ν.3064/2002, ΦΕΚ 248 Α/15-10-2002-"Με την ποινή της προηγούμενης παραγράφου (=με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ) τιμωρείται ο υπαίτιος αν, για να πετύχει τον ίδιο σκοπό (=προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικρατείας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει με ή χωρίς αντάλλαγμα σε άλλον ή παραλαμβάνει από άλλον πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος στη γενετήσια εκμετάλλευσή του) αποσπά τη συναίνεση προσώπου με τη χρήση απατηλών, μέσων ή το παρασύρει, εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του με υποσχέσεις, δώρα, πληρωμές ή παροχή άλλων ωφελημάτων", κατά δε την § 4 εδ. δ' ιδίου άρθρου "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ, τιμωρείται ο υπαίτιος σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, αν η πράξη τελείται κατ'επάγγελμα". Η § 4 συνιστά διακεκριμένη περίπτωση της πράξης των § § 1-3 του ίδιου άρθρου το οποίο προστατεύει την εκμετάλλευση της γενετήσιας ελευθερίας της γυναίκας. Παρασύρω σημαίνει οδηγώ μεθ'εαυτού και απομακρύνω εκ του συνήθους τόπου της διατριβής ή κατοικίας του, έστω και με τη συναίνεσή του, θήλυ προς τον σκοπό πορνείας (βλ. ΑΠ 326/78 ΠΧρ ΚΗ 526, Μπουρόπουλο Ερμ. ΠΚ τομ. β' σελ. 619 Νο3 α στο τέλος, Γάφο, Ειδ. Ποινικό τεύχος Ε σελ. 78) ή προβαίνω σε τέτοιες ενέργειες που σκοπούν να πείσουν πρόσωπο το οποίο πιθανώς χωρίς αυτές δεν θα αποφάσιζε (βλ. Γαρδικά Π Χρ β 224, Τούση - Γεωργίου ΠΚ (1967) 911 Νο2 Καρανίκας, Εγχειρίδιο Ποινικού Δικαίου, τομ. β'σελ. 188, ΑΠ 233/61 ΠΧρ ΙΑ 518, πρ βλ Μαγκάκη-Εγκλήματα περί την γενετήσιον......ζωήν (1967) σελ. 153). Με τον όρο "ευάλωτη θέση" νοείται η θέση ανάγκης-ενδείας στην οποία βρίσκεται το θύμα πχ έλλειψη των προς το ζην [βλ. Συμεωνίδου-Καστανίδου-Εγκλήματα κατά προσωπικών αγαθών (2006) σελ. 269].
Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από το άρθρο 93 § 3 Συντ. και άρθρο 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκτίθενται σ'αυτό -ή στην ενσωματωμένη και υιοθετούμενη υπ'αυτού εισαγγελική πρόταση (βλ. ΑΠ 570/2006, ΑΠ 540/2006, ΑΠ 658/2006, ΑΠ 2464/2005 κ.ά.) - με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση σε σχέση με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος για τα οποία χώρησε η παραπομπή, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο-βλ. ΑΠ 2228/2005, ΑΠ 1698/2007, ΑΠ 1668/2007, ΑΠ 1573/2007 κ.α.-Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία το συμβούλιο στήριξε την παραπεμπτική του κρίση, αρκεί να γίνεται συγκεκριμένη αναφορά και προσδιορισμός κατά κατηγορία (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται και ιδιαίτερη μνεία του καθενός από αυτά ή το συγκεκριμένο περιστατικό που προκύπτει από αυτά, ούτε η ξεχωριστή αξιολόγηση του περιεχομένου τους, αλλ' αρκεί να προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι τα έλαβε υπόψη όλα. -βλ. ΑΠ 2124/2006, ΑΠ 1/2005 Ολ. -πράγμα που προκύπτει από την άνω κατά το είδος τους αναφορά όλων. Λαμβανομένου υπόψη ότι ο 'Αρειος Πάγος δεν είναι δικαστήριο ουσίας και δη τρίτου βαθμού, αλλ'ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα των δεκτών γενομένων από το συμβούλιο πραγματικών περιστατικών, τα οποία τούτο κρίνει κυριαρχικά, δεν αποτελούν λόγον αναίρεσης η (φερόμενη) κακή εκτίμηση των αποδείξεων (βλ. ΑΠ 1531/2007, ΑΠ 567/2006, ΑΠ 501/2006, ΑΠ 540/2006, ΑΠ 1668/2007 κ.α.). 'Ετσι δεν απαιτείται να αναφέρεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα από πού προκύπτει η κάθε συγκεκριμένη παραδοχή του (βλ. ΑΠ 2/2003 Ολ, ΑΠ 567/2006, ΑΠ 561/2006 κ.α.). Επίσης ο ισχυρισμός ότι η απόφαση δεν ερείδεται επί του αποδεικτικού υλικού -βλ. ΑΠ 1542/2006-. Η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων κρίνεται κυριαρχικώς -βλ. ΑΠ 1340/2006.
Επειδή τα υπομνήματα των διαδίκων ως τέτοια δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα, αφού περιέχουν ισχυρισμούς-επιχειρήματα αυτών (βλ. ΑΠ 896/2001, ΑΠ 100/2004) -αντίστοιχα με τις αγορεύσεις στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 208/77)- σε κάθε περίπτωση όμως περιλαμβάνονται στην έννοια των εγγράφων, αφού δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (βλ. άρθρο 178 Κ.Π.Δ.) -πρ.βλ. ΑΠ 752/2000.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 105, 223 § 4, 171 § ιδ Κ.Π.Δ., 6 § 1 Ευρ. ΣΔΑ συνάγεται ότι η λήψη υπόψη, ένορκης ή ανώμοτης, μαρτυρικής κατάθεσης που έδωσε ο μετέπειτα κατηγορούμενος συνεπάγεται ακυρότητα (βλ. ΑΠ 2/99 ολ, ΑΠ 610/2004, ΑΠ 90/2006, ΑΠ 129/2006 κ.α.) αφού έτσι παραβιάζονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου. Η άνω ακυρότητα προϋποθέτει, όπως ελέχθη, να έχει ληφθεί υπόψη (βλ. ΑΠ 1918/2001) και μάλιστα πρέπει να αναφέρεται από εκείνον που προτείνει την ακυρότητα αυτή, κατά ποιό τρόπο αξιολογήθηκε και δη σε βάρος του (βλ. ΑΠ 104/2003, ΑΠ 1824/2002), διότι άλλως δεν τον αφορά.
Ενόψει όλων των ανωτέρω καθίσταται σαφώς ότι οι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι - απαράδεκτοι διότι:
Το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (=προανάκριση, κύρια ανάκριση) και προκαταρκτική εξέταση που αναφέρονται αφενός μεν στον αυτουργό (-αφού απαραίτητη προϋπόθεση της ύπαρξης συνέργειας είναι η τέλεση κύριας πράξης, εξ ού και η αναφορά σ'αυτή, και η οποία συνίσταται στο ότι ο αυτουργός Χ2 εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση -δηλ. την έλλειψη νόμιμης άδειας παραμονής στην Ελλάδα, την έλλειψη στέγης τροφής, των αναφερομένων αλλοδαπών γυναικών, τις απέσπασε τη συναίνεση και τις παρέσυρε και τις οδήγησε στην πορνεία με σκοπό την απόκτηση εισοδήματος για λογαριασμό του με υποσχέσεις νομιμοποίησης της παραμονής τους στην Ελλάδα και εξασφάλισης στέγης-τροφής και χρημάτων-) αφετέρου στην αναιρεσείουσα απλή συνεργό, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά αυτά περιστατικά και οι σκέψεις περί υπαγωγής αυτών στις διατάξεις που εφήρμοσε (=351 § § 2-1, 4 εδ. δ, 98 Π.Κ.) και ύπαρξης αποχρωσών ενδείξεων ενοχής αυτών. Ειδικώτερα δε εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην αναιρεσείουσα και τα οποία όντως συνιστούν απλή συνέργεια και που δόθηκε πριν από την τέλεση της κύριας πράξης από τον αυτουργό και εν γνώσει αυτής. (=φιλοξενία στην οικία της και χρησιμοποιήση ως δήθεν- διερμηνέας στις πράξεις αναγνώρισης). Το τελευταίο προκύπτει σαφώς από την αποδοχή ότι "Η παρουσία της στο γραφείο του συμβολαιογράφου δεν είχε σκοπό την τήρηση του τύπου της καταρτίσεως των πράξεων με πρόσωπα τα οποία αγνοούσαν την Ελληνική γλώσσα, αλλά την παροχή συνδρομής στον Χ2 κατά την εκτέλεση της παρασύρσεως των αλλοδαπών γυναικών υπό του ανωτέρω, για την γενετήσια εκμετάλλευση τους" -πράγμα που προϋποθέτει γνώση από αυτή του σκοπού του αυτουργού και θέληση συνδρομής σ'αυτόν στην επιτυχία του σκοπού αυτού.
Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το δεκτό γενόμενο από το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι "ορισμένες από τις πράξεις αυτές (που συντάσσονται από τον συμβολαιογράφο με διερμηνέα την αναιρεσείουσα) συντάσσονταν χωρίς να διαβάζονται και μεταφράσονται συγχρόνως από διερμηνέα" -δηλ. την αναιρεσείουσα. Από την ανωτέρω περικοπή προκύπτει επίσης και η συγκεκριμενοποίηση του εγκλήματος και η γνώση αυτού από την αναιρεσείουσα.
'Ετσι οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης αα, γγ είναι αβάσιμοι απαράδεκτοι αντίστοιχα.
Επίσης αβάσιμος-απαράδεκτος είναι και ο ββ λόγος αναίρεσης αφού αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη, χωρίς όμως να απαιτείται να αναφέρει από πού προέκυψαν οι παραδοχές του.
Επίσης αβάσιμος είναι και ο δδ λόγος αφού αναφέρει κατ'είδος τα ληφθέντα αποδεικτικά μέσα και δη όλα όσα υπάρχουν στη δικογραφία και δη και τις "απολογίες των κατηγορουμένων και των συγκατηγορουμένων που δεν άσκησαν εφέσεις" -αφού δεν υπάρχουν κατηγορούμενοι που δεν παρεπέμφθησαν με το πρωτόδικο βούλευμα.
Για τα υπομνήματα δεν απαιτείται, όπως ελέχθη ειδική μνεία.
Επίσης ο λόγος αναίρεσης εε είναι απαράδεκτος αφού δεν αναφέρεται τίνος μετέπειτα κατηγορουμένου ή τίνων μετέπειτα κατηγορούμενων η προηγούμενη μαρτυρική κατάθεση ελήφθη υπόψη και δη σε βάρος της αναιρεσείουσας. Τέλος ο στ λόγος είναι αβάσιμος αφού δεν υπάρχει λόγος εφέσεως που να μην επελήφθη το συμβούλιο Εφετών, δεδομένου ένας και μόνον λόγος εφέσεως υπήρχε και δη η κακή εκτίμηση των αποδείξεων με τον οποίο και όντως ασχολήθηκε και δη επί της ουσίας το προσβαλλόμενο βούλευμα. Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Προτείνω όπως απορριφθεί η υπ'αριθμ. 200/2007 αναίρεση της Χ1 κατά του υπ'αριθμ. 1443/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος αυτής. Αθήνα 4 Νοεμβρίου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΑθανάσιος Κ. Κονταξής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 47 του ΠΚ "όποιος, εκτός από την περίπτωση της παραγράφου 1 στοιχ.Β' του προηγουμένου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελλατωμένη". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής απλη συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή, υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, η οποία παρέχεται στον αυτουργό και η οποία δεν είναι άμεση, εν γνώσει όμως του παρέχοντος αυτών ότι ο αυτουργός τελεί ορισμένο έγκλημα και θέληση ή αποδοχή θα συμβάλει με αυτή στην πραγμάτωση του εγκλήματος αυτού.
Περαιτέρω, η εκ του άρθρ. 93 παρ.3 του Συντάγματος και του άρθρ. 139 του ΚΠΔ επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν όλω ή εν μέρει την ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αρκεί να εκτίθενται σ'αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση, πραγματικά περιστατικά, ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται εν όλω ή εν μέρει και η κρίση του Συμβουλίου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρ. 484 παρ.1 στοιχ.Β' ΚΠΔ, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη πο πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, λόγω εμφιλοχωρήσεως στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασαφειών, αντιφάσεων ή λογικών κενών, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο υπ'αρ. 1443/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απορρίφθηκαν οι εφέσεις των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1, ήδη αναιρεσείουσας, κατά του υπ'αρ. 3863/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο οι αναφερόμενοι παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του ΜΟΔ της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών για να δικαστούν για σωματεμπορία κατ'εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα ο πρώτος και για απλή συνέργεια στην ως άνω πράξη η αναιρεσείουσα, αφού πρώτα έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη για μερικώτερες πράξεις της σωματεμπορίας κατά την ανωτέρω, για το χρονικό διάστημα μέχρι 21-5-2002. Το προσβαλλόμενο βούλευμα, με καθολική αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση δέχθηκε ότι, από τα αναφερόμενα αποδείκτικά μέσα, κατ'είδος προσδιοριζόμενα, προέκυψαν, ως προς την ως άνω αξιόποινη πράξη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, στις 14-7-2004 περιήλθε έγγραφη ανώνυμη καταγγελία, σύμφωνα με την οποία ο πρώτος εκκαλών Χ2 λειτουργούσε στην Αθήνα, στην οδό ...... οίκο ανοχής στο όνομα της Ζ1, ήδη θανούσης, στον οίκο δε αυτόν εργάζονταν γυναίκες στερούμενες αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος. Ακριβώς δε απέναντι από τον οίκο αυτόν, στην οδό ...., σε διαμέρισμα του τρίτου ορόφου της εκεί ευρισκομένης πολυκατοικίας, ήταν η κατοικία του ανωτέρω Χ2, στην οποία εκρατούντο οι ιερόδουλες παρά τη θέληση των. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, με την Γ2004/2775/12-7-2004 παραγγελία του προς το Τμήμα Ηθών της Διευθύνσεως Ασφαλείας Αττικής, παρήγγειλε τη διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως προς διακρίβωση της αληθείας ή μη των καταγγελλομένων. Ήδη δε από τον μήνα Απρίλιο του έτους 2004, η καταγγελία αυτή, είχε περιέλθει τηλεφωνικά και στο Τμήμα Ηθών της Διευθύνσεως Ασφαλείας Αττικής. Από την διενεργηθείσα από αστυνομικούς του Τμήματος Ηθών έρευνα προέκυψε, ότι σε κτίριο στην οδό ...... λειτουργούσαν δύο οίκοι ανοχής, ένας στο ισόγειο και έτερος στον πρώτο όροφο. (Βλ. σχετ. την από 1-12-2004 ένορκη μαρτυρική κατάθεση του Ανθυπαστυνόμου Β1). Τον οίκο του ισογείου φερόταν να εκμεταλλεύεται η Ζ1, γεννηθείσα στις 24-2-1954 στο Καζακστάν, κάτοικος ..... Αττικής(οδός ......), θανούσα ήδη από τις 3-2-2004, (σχετ. η κατάθεση του ως άνω αστυνομικού), ενώ τον οίκο του πρώτου ορόφου φερόταν να εκμεταλλεύεται η Γ7, γεν. στις 23-3-1975 στο Καζακστάν, κάτοικος Αθηνών (οδός......). Η Γ7 ήταν εφοδιασμένη με την ..... άδεια παραμονής, εκδοθείσα στις 9-6-1999 από το Τμήμα Αλλοδαπών Αθηνών, ως μητέρα ανηλίκου ημεδαπού. Από δε το Αρχείο του Τμήματος Ηθών προέκυπτε ότι στον οίκο ανοχής του ισογείου είχαν σε προγενέστερο χρόνο καταληφθεί επ' αυτοφώρω να εκδίδονται η ως άνω αναφερομένη Γ7 (φερομένη ως λειτουργούσα σύμφωνα με τα προλεχθέντα τον οίκο ανοχής του πρώτου ορόφου) καθώς και η Γ14, γεν. στις 8-1-1969 στη Ρωσία, κάτοικος Αθηνών, στην οδό .....(ως η .....), η οποία ήταν εφοδιασμένη με την .... άδεια παραμονής, εκδοθείσα στις 15-4-2002 από τον Δήμο Αθηναίων, ως μητέρα ανηλίκου ημεδαπού. Στον δε οίκο ανοχής του πρώτου ορόφου είχαν σε προγενέστερο χρόνο καταληφθεί επ' αυτοφώρω να εκδίδονται η ως άνω αναφερομένη Γ14 καθώς και οι: Γ1, γεν. στις 24-11-1973 στην Ουκρανία, κάτοικος Αθηνών (οδός ......), η οποία ήταν εφοδιασμένη με την ..... άδεια παραμονής, εκδοθείσα στις 11-3-2002 από τον Δήμο Αθηναίων ως μητέρα ανηλίκου ημεδαπού, η Γ5, γενν. στις 6-3-1976 στη Λευκορωσία, κάτοικος Αθηνών (οδός .....), εφοδιασμένη με την ..... άδεια παραμονής, εκδοθείσα στις 12-8-2002 από τον Δήμο Αθηναίων, ως μητέρα ανηλίκου ημεδαπού και η Γ15, γενν. στις 25-8-1982 στο Ουζμπεκιστάν, κάτοικος Αθηνών (οδός ......), η οποία είχε καταθέσει δικαιολογητικά για χορήγηση πολιτικού ασύλου. Περαιτέρω από έρευνα των ανακριτικών υπαλλήλων του Τμήματος Ηθών προέκυψε ότι ο Χ2 διέμενε στην οδό ..... και στην οδό ...., ήτοι δηλαδή στις ίδιες διευθύνσεις με τις παραπάνω αλλοδαπές. Προέκυψε επίσης ότι οι ως άνω αναφερόμενες αλλοδαπές είχαν λάβει άδεια παραμονής στην ημεδαπή ως μητέρες ανηλίκων ημεδαπών, δυνάμει συμβολαιογραφικών πράξεων εκουσίας αναγνωρίσεως τέκνων, οι οποίες είχαν συνταχθεί στον ίδιο συμβολαιογράφο, Η1, κάτοικο Αθηνών (οδός .....)..... Περαιτέρω από την διενεργηθείσα στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξετάσεως έρευνα, προέκυψε ότι στον ίδιο ως άνω αναφερόμενο συμβολαιογράφο είχαν συνταχθεί και άλλες πράξεις εκουσίας αναγνωρίσεως τέκνων αλλοδαπών γυναικών, τις οποίες αυτές εν συνεχεία χρησιμοποίησαν προκειμένου να εφοδιασθούν με άδειες παραμονής στην Ελλάδα, ως μητέρες ανηλίκων ημεδαπών και δη οι κάτωθι πράξεις........(και δη) ......οι πράξεις εκουσίας αναγνώρισης ανηλίκων τέκνων των Γ1, Γ7, Γ11, Γ9, Γ10, Γ4, Γ13, Γ5, Γ3, Γ12, Γ8, Γ6, Γ16 και Γ14, συνετάγησαν επί τη βάσει πλαστών πιστοποιητικών γεννήσεως......................
...............Από τις παραπάνω δε πράξεις αναγνωρίσεως συνάγεται ότι οι περισσότερες των αλλοδαπών γυναικών, των φερομένων ως μητέρων ανηλίκων τέκνων που απέκτησαν δήθεν από σχέση τους με ημεδαπούς, δήλωσαν κατά τη σύνταξη των πράξεων ως τόπο κατοικίας των, την οδό ...., ή την οδό ......, Αθήνα, ήτοι τον τόπο κατοικίας του Χ2 (βλ. σχετ. πράξεις εκούσιας αναγνωρίσεως που αφορούν τις Γ1, Γ7, Γ11, Γ10, Γ4, Γ13, Γ5, Γ3, Γ12). Περαιτέρω από τις απολογίες ορισμένων από τις ανωτέρω αλλοδαπές, τις ληφθείσες στα πλαίσια της αυτεπαγγέλτου προανακρίσεως, εν συνδυασμώ και προς τα προεκτεθέντα, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος Χ2 είχε εγκαταστήσει τις γυναίκες αυτές στις ανωτέρω οικίες (.... και ......) όπου ο ίδιος διέμενε και προκειμένου να εξασφαλίσει τη νόμιμη παραμονή των γυναικών αυτών στην Ελλάδα, φρόντιζε πριν λήξει η VISA τους, να εντοπίζει σε χώρους ναρκομανών, Έλληνες ναρκομανείς ή ευρισκομένους σε κακή οικονομική κατάσταση στους οποίους υποσχόταν χρήματα (από πενήντα έως διακόσιες χιλιάδες δραχμές) και τους οδηγούσε στον συμβολαιογράφο Η1 όπου συντάσσονταν πράξεις εκουσίας αναγνωρίσεως ανηλίκων τέκνων που αυτές δήθεν είχαν αποκτήσει από τις εκτός γάμου σχέσεις των με τους ημεδαπούς αυτούς, επί τη βάσει των οποίων οι αλλοδαπές αποκτούσαν εν' συνεχεία άδειες παραμονής. Ο Χ2 επικολλούσε στα διαβατήρια των αλλοδαπών γυναικών φωτογραφίες ανηλίκων παιδιών, τα οποία δεν ήταν παιδιά των γυναικών αυτών, τούτο δε έπραττε για να επιδεικνύουν αυτές το διαβατήριο με το ανήλικο, δήθεν δικό τους παιδί, στους αστυνομικούς που διενεργούσαν ελέγχους αλλοδαπών και να βεβαιώνεται ότι αυτές ήσαν μητέρες ημεδαπών ανηλίκων και παρέμεναν νόμιμα στη χώρα. Ορισμένες δε αλλοδαπές τις προέτρεπε να κρατούν στην αγκαλιά τους ένα μικρό ανήλικο, και να κυκλοφορούν με αυτό στα μαγαζιά της περιοχής που διέμεναν ώστε να δουν οι περίοικοι ότι έχουν παιδιά. Αφού αποκτούσαν άδειες παραμονής, κατέθεταν εν συνεχεία αίτηση για να χαρακτηριστούν ιερόδουλες και ο Χ2, λόγω της ευάλωτης θέσης που είχαν περιέλθει, των εγγράφων τους που είχε στην κατοχή του, την παροχή στέγης, τροφής ως ωφελημάτων, τις ανάγκαζε ή αποσπούσε τη συναίνεσή τους προκειμένου να εργάζονται στους οίκους ανοχής του και νοίκιαζε σπίτια όπου τις εγκαθιστούσε ομαδικά. Μάλιστα σε πολλές γνώριζε ότι είναι υποχρεωμένες, αφού τις είχε εφοδιάσει με άδειες παραμονής, να δουλεύουν ως ιερόδουλες για τους οίκους ανοχής του και τους υποσχόταν ότι θα ελάμβαναν τρία (3) ευρώ για κάθε πελάτη, ποσό που θα έπαιρναν συνολικά στο τέλος της συνεργασίας τους, ενώ τους χορηγούσε λίγα χρήματα για την κάλυψη των μικροεξόδων τους. Ορισμένες, μετά παρέλευση χρονικού διαστήματος τις τοποθετούσε στους οίκους ως εκμεταλλεύτριες αυτών και αύξαινε το ποσοστό συμμετοχής τους στα κέρδη. Εξετασθείσες οι εννέα(9) από τις δεκατέσσερις (14) αλλοδαπές που τους είχε βγάλει άδειες παραμονής με αναγνωρισμένα τέκνα, παραδέχτηκαν ότι οι πράξεις αυτές είναι ψευδείς κατά περιεχόμενο, αφού δεν είχαν αποκτήσει παιδιά με τους ημεδαπούς, τους φερομένους ως πατέρες των παιδιών αυτών, τα δε πιστοποιητικά γεννήσεως ήσαν πλαστά. Τα ανωτέρω επιβεβαίωσαν και πέντε από τους ημεδαπούς που αναγνώρισαν τέκνα που ουδέποτε απέκτησαν με τις αλλοδαπές και οι οποίοι κατέθεσαν ότι τους πλησίασε ο Χ2 και με την παροχή χρημάτων τους έπεισε να προβούν στις παραπάνω ψευδείς δηλώσεις αναγνωρίσεως τέκνων.........................
Ο Χ2 επομένως προκύπτει ότι απέσπασε τη συναίνεση των αλλοδαπών γυναικών παρασύροντας αυτές, εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση τους με υποσχέσεις για πληρωμές και άλλα ανταλλάγματα, με σκοπό να προβεί ο ίδιος στην γενετήσια εκμετάλλευσή τους, κατ' επάγγελμα, για τα παρακάτω χρονικά διαστήματα: .......
Υπό τα δεδομένα αυτά προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου Χ2 για την αξιόποινο πράξη της σωματεμπορίας κατ' επάγγελμα, κατ' εξακολούθηση, εφόσον τέλεσε επανειλημμένα την πράξη αυτή προκειμένου να πορίζεται εισόδημα, και ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για την εν λόγω πράξη........ Ο συμβολαιογράφος Η1 αρνήθηκε κάθε συμμετοχή του στις πράξεις του πελάτη του Χ2, και ισχυρίστηκε ότι όλα εκεί γίνονταν νόμιμα και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά προσκομίζονταν, μη έχοντας τη δυνατότητα να ελέγξει τη γνησιότητα τους. Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τις απολογίες των παραπάνω αλλοδαπών γυναικών προκύπτει ότι αυτός γνώριζε την εγκληματική δραστηριότητα του Χ2, αφού ορισμένες από τις πράξεις αυτές συντάσσονταν χωρίς να διαβάζονται και να μεταφράζονται συγχρόνως από διερμηνέα, είναι δε βέβαιον ότι και ο μετρίας εμπειρίας συμβολαιογράφος θα αρνούταν να προβεί στη σύνταξη τόσου μεγάλου αριθμού πράξεων εκούσιας αναγνωρίσεως τέκνων αλλοδαπών γυναικών από ημεδαπούς, επί τη βάσει πιστοποιητικών γεννήσεως της ίδιας κοινότητος του νομού Ομσκ Ρωσίας, όπως επίσης και να προβαίνει στη σύνταξη τοιούτων πράξεων επί τη βάσει δηλώσεων του ιδίου προσώπου, σε ορισμένες περιπτώσεις, φερομένου να έχει αποκτήσει παιδιά από τις σχέσεις του με διαφορετικές αλλοδαπές και να. αναγνωρίζει αυτά. Επί πλέον τον μέτριο, συνετό συμβολαιογράφο θα προβλημάτιζε και το γεγονός ότι τις αλλοδαπές οδηγούσαν στο συμβολαιογραφείο τα ίδια πρόσωπα (Χ2-Χ1). Εξ άλλου ο Δ1, που προέβη σε εκούσια αναγνώριση τέκνου, ισχυρίζεται στην απολογία του ότι κατά τη σύνταξη της σχετικής πράξεως βρισκόταν υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών. ................ O Χ1 ήταν κάτοχος των τηλεφωνικών συνδέσεων ....., ..... και .... οι οποίες λειτουργούσαν στην οδό ..... στην Αθήνα. Από διασταύρωση μέσω του ΟΤΕ προκύπτει πως το πρώτο τηλέφωνο φερόταν να κατέχει τον Δεκέμβριο του έτους 2004 ο Ε1 στην οδό ......στη Αθήνα, ενώ τα άλλα δύο λειτουργούσαν τότε στην ίδια διεύθυνση (.....) επ' ονόματι της Χ1. Η Χ1 δηλαδή κατείχε τηλέφωνα που ανήκαν πρότερον στον Χ2 ενώ χρησιμοποιήθηκε ως διερμηνέας σε όλες τις ανωτέρω συμβολαιογραφικές πράξεις που έγιναν για τη νομιμοποίηση των αλλοδαπών γυναικών που εκδίδονταν στους οίκους ανοχής που εκμεταλλευόταν ο Χ2. Η παρουσία της στο γραφείο του συμβολαιογράφου δεν είχε ως σκοπό την τήρηση του τύπου της καταρτίσεως των πράξεων με πρόσωπα τα οποία αγνοούσαν την ελληνική γλώσσα, αλλά την παροχή συνδρομής στον Χ2 κατά την εκτέλεση της παρασύρσεως των αλλοδαπών γυναικών υπό του ανωτέρω, για την γενετήσια εκμετάλλευσή τους. Διέμενε δε μετά του ανωτέρω στο επί της οδού ..... διαμέρισμα τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2005 (βλ. σχετ. κατάθεση Β2, διαχειριστή της επί της οδού ..... πολυκατοικίας).
Προκύπτουν επομένως αποχρώσεως ενδείξεις ενοχής εναντίον της για απλή συνέργεια στην πράξη της σωματεμπορίας", κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών ότι, μετά από αυτά, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν επ'ακροατηρίω κατηγορία, σε βάρος του αυτουργού και σε βάρος της απλής συνεργού αναιρεσείουσας, για την ως άνω αξιόποινη πράξη, ήτοι για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 13 στ, 47 παρ.1, 98 παρ.1, 351 παρ.2-1, 4 δ ΠΚ.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, σε σχέση με την αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα κατηγορουμένη αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας σε σωματεμπορία κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την αξιούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο Βούλευμα αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προανάκριση και κυρία ανάκριση και τα οποία (πράγματικά περιστατικά) αναφέρονται και εξειδικεύονται, αφενός μεν στον αυτουργό, ενόψει του ότι απαραίτητη προϋπόθεση της ύπαρξης συνέργειας είναι η τέλεση της κύριας πράξης από τον αυτουργό Χ2, και αφετέρου στην αναιρεσείουσα απλή συνεργό, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε, ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αυτουργού και της αναιρεσείοσυας στο ακροατήριο, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεςι των άρθρων 351 παρ.2-1, 4δ, 94 παρ.1 , 98 παρ.1, 47 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου και έτσι το βούλευμα δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν την αναιρεσείουσα και τα οποία πράγματι συνιστούν απλή συνέργεια, η οποία δόθηκε, πριν από την τέλεση της κυρίας πράξης από τον αυτουργό και εν γνώσει αυτής, όπως είναι η φιλοξενία στην οικία της αναιρεσείοσυας αλλοδαπών γυναικών, οι οποίες δεν είχαν την απαιτούμενη κάρτα παραμονής στην Ελλάδα, καθώς και η χρησιμοποίησή της, ως δήθεν διερμηνέας, στις πράξεις αναγνώρισης φερομένων εξωγάμων τέκνων. Μάλιστα, αναφορικά με την παρουσία της αναιρεσείουσας στο γραφείο του συμβολαιογράφου στο προσβαλλόμενο βούλευμα υπάρχιε η παραδοχή ότι "η παρουσία της στο γραφείο δεν είχε σκοπό την τήρηση του τύπου της καταρτίσεως των πράξεων με πρόσωπα τα οποία αγνοούσαν την Ελληνική γλώσσα, αλλά στην παροχή συνδροής στον Χ2 κατά την εκτέλεση της παρασύρσεως των αλλοδαπών γυναικών υπό του ανωτέρω, για τη γενετήσια εκμετάλλευσή τους, από την οποία (παραδοχή), προκύπτει ανενδοίαστα, ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε το σκοπό (γενετήσια εκμετάλλευση) του αυτουργού, καθώς και ότι είχε τη θέληση να συνδράμει τον Χ2 στην επίτευξη του ως άνω σκοπού. Είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι το βούλευμα δεν .έχει αιτιολογία, για το λόγο ότι το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού, η αναφερόμενη πρόταση, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προανάκριση και κυρία ανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συναφείς συλλογισμοί με τους οποίους κρίνεται ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο, και ως εκ τούτου επιτρεπτώς συντάσσεται με αυτή και η κρίση του Συμβουλίου Εφετών. Ο ισχυρισμός ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα υπομνήματα των κατηγορουμένων, είναι αβάσιμος, διότι τα υπομνήματα δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά περιλαμβάνονται στην έννοια των εγγράφων και ως τέτοια, εκ της αναφοράς "των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων" προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη. Είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και οι απολογίες των μη παραπμεφθέντων κατηγορουμενων, αφού δεν υπάρχουν κατηγορούμενοι που δεν παραπέμφθηκαν με το πρωτόδικο βούλευμα. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται σε (φερόμενη) κακή εκτίμηση των αποδείξεων, κάτι που δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ.β' και δ' του ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
ΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 105, 223 παρ.4, 171 παρ.1 δ' ΚΠΔ και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι η λήψη υπόψη, ένορκης ή ανώμοτης, μαρτυρικής κατάθεσης που έδωσε ο μετέπειτα κατηγορούμενος, συνεπάγεται ακυρότητα, αφού έτσι παραβιάζονται τα δικαιώματα του τελευταίου. Η ακυρότητα αυτή προϋποθέτει να έχει ληφθεί υπόψη η κατάθεση αυτή και μάλιστα πρέπει να αναφέρεται από εκείνον που προτείνει την ακυρότητα, κατά ποιο τρόπο αξιολογήθηκε αυτή σε βάρος του, διότι, διαφορετικά, δε τον αφορά. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα, διότι ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, οι ένορκες καταθέσεις των μετέπειτα κατηγουρμένων. Ο λόγος αυτός, εκ του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ.α' ΚΠΔ, είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται ποίου ή ποίων μετέπειτα κατηγορουμένων λήφθηκε υπόψη η προηγούμενη μαρτυρική κατάθεση και μάλιστα σε βάρος της αναιρεσείουσας.
ΙΙΙ. Τέλος, αναφορικά με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Συμβούλιο υπερέβη την εξουσία του, (άρ. 484 παρ.1 στοιχ.στ' ΚΠΔ), απορρίπτοντας την έφεσή της, χωρίς την ουσιαστική έρευνα των λόγων της, αυτός είναι αβάσιμος, διότι δεν υπάρχει λόγος εφέσεως που να μην επελήφθη το Συμβούλιο, ενόψει και του ότι, στην υπ'αρ. 40/26-1-2007 έφεσή της, ένας και μοναδικός λόγος υπήρχε, αυτός της κακής εκτίμησης των αποδείξεων, με τον οποίο και πράγματι ασχολήθηκε επί της ουσίας το προσβαλλόμενο βούλευμα.
Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 200/2007 αίτηση της Χ1, για αναίρεση του υπ'αριθμ. 1443/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απλή συνέργεια σε σωματεμπορία κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα. Λόγοι: α) έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, β) λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των μετέπειτα κατηγορουμένων και έτσι επήλθε ακυρότητα, γ) το Συμβούλιο υπερέβη την εξουσία του διότι δεν ερεύνησε όλους τους λόγους έφεσης. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Σωματεμπορία.
| 1
|
Αριθμός 1708/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Πετρίδη, περί αναιρέσεως της 3909/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενους ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1701/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 315 του ΠΚ, στις περιπτώσεις των άρθρων 308 και 314 του ΠΚ, η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Δεν απαιτείται έγκληση (και συνεπώς η πράξη διώκεται αυτεπαγγέλτως) αν ο υπαίτιος της πράξεως του αρθρ. 314 ήταν υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή. Η οδήγηση οχήματος εμπίπτει στο προηγούμενο εδάφιο όταν εξυπηρετεί τη βιοποριστική μεταφορά επιβατών ή πραγμάτων. Στην περίπτωση του άρθρου 314, αν η πράξη τελέσθηκε κατά την οδήγηση οχήματος και δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του δευτέρου εδαφίου του παρόντος (δηλαδή ιδιαίτερης επιμέλειας ένεκα του επαγγέλματος ή της υπηρεσίας του δράστη), η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως, ο εισαγγελέας όμως με διάταξή του απέχει από την ποινική δίωξη, αν ο παθών δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη. Αν η δήλωση αυτή του παθόντος υποβληθεί μετά την άσκηση ποινικής διώξεως, το δικαστήριο παύει οριστικά αυτήν. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι, επί επελεύσεως σωματικής βλάβης σε τρίτον κατά την οδήγηση οχήματος που εξυπηρετεί τη βιοποριστική μεταφορά επιβατών ή πραγμάτων, η δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως. Κατά την έννοια του νόμου, όπως διαγράφεται και στην αιτιολογική έκθεση, η οδήγηση οχήματος συνιστά επάγγελμα όταν ο οδηγός του το χρησιμοποιεί ως βιοποριστικό μέσο για τη μεταφορά επιβατών ή πραγμάτων, δηλαδή όταν το όχημα, οποιασδήποτε κατηγορίας, αποτελεί κατά την κύρια και συνήθη χρήση του αμέσως ή εμμέσως αναγκαίο μέσο για βιοπορισμό. Όταν η σωματική βλάβη σε τρίτον προκλήθηκε κατά την οδήγηση αυτοκινήτου, το οποίο ο οδηγός του δεν το χρησιμοποιεί ως βιοποριστικό μέσο, κατά την παραπάνω έννοια πάλι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως, λόγω της επικινδυνότητας του μηχανικού μέσου και της άμεσης ανάγκης συλλογής των αποδεικτικών στοιχείων. Παρέχεται όμως το δικαίωμα στον παθόντα, μετά την επέλευση της βλάβης, να δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη. Υποκρύπτεται δηλαδή δικαίωμα εγκλήσεως, το οποίο υλοποιείται με την εκ των υστέρων δήλωση του παθόντος. Αποτέλεσμα της δηλώσεως αυτής είναι ότι ο αρμόδιος εισαγγελέας δεν ασκεί ποινική δίωξη, δεσμευόμενος από τη δήλωση του παθόντος. Αν έχει ασκηθεί η ποινική δίωξη και επακολουθήσει μετά ταύτα η δήλωση του παθόντος, το δικαστήριο οφείλει να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη. Η δήλωση αυτή είναι απρόθεσμη και μπορεί να λάβει χώρα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είναι δε ουσιαστικού περιεχομένου, εφόσον καταλύει το δικαίωμα της πολιτείας προς περαιτέρω ενέργεια, με συνέπεια την αποχή του εισαγγελέα από την ποινική δίωξη ή την έκδοση αποφάσεως που παύει οριστικά την ποινική δίωξη. Επομένως, το δικαστήριο όταν προβάλλεται ή προκύπτει ότι έχει υποβληθεί δήλωση από τον παθόντα ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη, οφείλει να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της πιο πάνω διατάξεων του άρ. 315 παρ.1 του ΠΚ, δηλαδή, αν το ζημιογόνο όχημα εξυπηρετεί ή όχι βιοποριστική μεταφορά επιβατών ή πραγμάτων, κατά την παραπάνω έννοια, και σε αρνητική περίπτωση να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 3909/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά μηνών με τριετή αναστολή, για παράβαση των άρθρων 314 παρ. 1α, 315 παρ. 1 και 224 παρ.2 Π.Κ., διότι κρίθηκε, αφενός μεν, ότι ήταν υπαίτιος σωματικής βλάβης του Μ1 κατά την οδήγηση του ...... ΙΧΦ αυτοκινήτου, που τελέσθηκε στην ..... στις 2/1/2001 και, αφετέρου , διότι στην ...... εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας αρχής, σχετικά με το πιο πάνω τροχαίο ατύχημα, δήλωσε ότι δεν οδηγούσε αυτός το προαναφερόμενο όχημα, αλλά ο πατέρας του ...... . Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε στο ακροατήριο ότι ο παθών Μ1 δήλωσε, ότι δεν επιθυμεί την ποινική του δίωξη για τις σωματικές βλάβες που φέρεται ότι του προξένησε κατά την οδήγηση του πιο πάνω αυτοκινήτου του, το οποίο δεν το χρησιμοποιούσε για βιοπορισμό. Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό του κατηγο-ρουμένου, ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι η δήλωση του παθόντος ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου δεν ασκεί επιρροή στην άσκηση της ποινικής διώξεως, διότι σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 315 του ΠΚ, "η σωματική βλάβη που προκαλείται κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου το οποίο εξυπηρετεί τη βιοποριστική μεταφορά πραγμάτων, όπως το οδηγούμενο από τον κατηγορούμενο ιδιωτικής χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητο, διώκεται αυτεπαγγέλτως, ανεξάρτητα από το αν ο οδηγός είναι κύριος αυτού". Έτσι που έκρινε όμως το δικαστήριο δεν διέλαβε στην απόφασή του την από το Σύνταγμα και το νόμο απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για το κρίσιμο περιστατικό που δέχθηκε, ότι, δηλαδή, το ζημιογόνο αυτοκίνητο εξυπηρετούσε τη βιοποριστική μεταφορά πραγμάτων, προκειμένου να αποκρούσει ως άνευ εννόμου επιρροής τη δήλωση του παθόντος. Τούτο δε, διότι δεν αναφέρει καθόλου από ποια περιστατικά και στοιχεία συνήγαγε την κρίση του αυτή, ούτε προσδιορίζει το είδος των εκτελούμενων μεταφορών και ιδίως ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο το χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος, κυρίως και συνήθως για το επάγγελμα του (το οποίο επίσης δεν προσδιορίζει) ως αναγκαίο μέσο βιοπορισμού. Τα περιστατικά αυτά, ενόψει της παραδοχής του δικαστηρίου ότι ο παθών δήλωσε ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη, ήταν αναγκαία για να θεμελιώσουν το αυτεπάγγελτο της ποινικής διώξεως, άλλως το δικαστήριο όφειλε να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη. Κατ' ακολουθία και κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού πρώτου λόγου της αιτήσεως του κατηγορουμένου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όπως αυτός εκτιμάται από το όλο περιεχόμενο αυτού, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος αυτής που κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της σωματικής βλάβης του παθόντος Μ1.
ΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη, όπως κατά λέξη αναφέρει, "όχι μόνο τον προταθέντα ισχυρισμό μου τον αναφερόμενο στο αδίκημα της ψευδορκίας κατ' άρθρο 224 παρ. 2 και τη προϋπόθεση άρσης της άδικης εγκληματικής ενέργειας που θέτει η διάταξη του άρθρου 227 παρ. 3, αλλά και την ίδια τη διάταξη ούτε φυσικά το ότι ζήτησα συγγνώμη και το γεγονός ότι κατά τη τέλεση του αδικήματος ήμουν σε νεαρή ηλικία και φοβήθηκα τις συνέπειες της πράξης μου". Οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες, προεχόντως, ως αόριστες, αφού δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενο των συγκεκριμένων ισχυρισμών που προέβαλε ο κατηγορούμενος αναιρεσείων ενώπιον του εκδόντος την καταδικαστική, για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος, απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Ανεξαρτήτως αυτού, από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων υπέβαλε οποιονδήποτε αυτοτελή ισχυρισμό, σχετικά με την πράξη της ψευδορκίας και το Δικαστήριο δεν του απάντησε. Τέλος, σχετικά με την αναφερόμενη από τον αναιρεσείοντα διάταξη του άρθρου 227 παρ. 3 του ΠΚ, η οποία ορίζει ότι, αν ο υπαίτιος των πράξεων των άρθρων 224 παρ.2 και 225 του Ποινικού Κώδικα τις τέλεσε για να αποφύγει ποινική ευθύνη είτε δική του είτε κάποιου από τους οικείους του το Δικαστήριο μπορεί να τον απαλλάξει από κάθε ποινή, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η διάταξη αυτή εισάγει δυνητικό λόγο απαλλαγής του κατηγορουμένου και για την πράξη του άρθρου 224 παρ.2 ( ψευδορκία μάρτυρα) και, συνεπώς, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει την απόφασή του περί μη εφαρμογής της διάταξης αυτή , λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν είχε υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μετά την παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου αναιρέσεως, που αφορά την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια και την απόρριψη του δευτέρου λόγου της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το μέρος αυτής που κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πρώτη πράξη, καθώς και κατά την περί συνολικής ποινής διάταξή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο ( άρθ. 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως,
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 3909 /2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, μόνο κατά το μέρος αυτής που κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια και κατά την περί συνολικής ποινής διάταξή της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 27-9-2007 αίτηση αναίρεσης του ..... για αναίρεση της 3909/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματικές βλάβες από αμέλεια (τροχαίο) οδηγού ΙΧΦ βυτιοφόρου αυτοκινήτου. Ψευδορκία μάρτυρος. Αυτεπάγγελτη και κατ’ έγκληση δίωξη της σωματικής βλάβης εξ αμελείας που τελείται κατά την οδήγηση οχήματος. Αναιρείται η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για σωματική βλάβη εξ αμελείας που τελέστηκε κατά την οδήγηση οχήματος που εξυπηρετούσε την βιοποριστική μεταφορά πραγμάτων λόγω ελλείψεως αιτιολογίας, διότι δεν προσδιορίζεται το είδος των εκτελούμενων μεταφορών, ιδίως δε ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο κυρίως και συνήθως για το μη προσδιοριζόμενο επάγγελμά του ως αναγκαίο μέσο βιοπορισμού. Απόρριψη αιτιάσεων που αφορούν την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος, ως αορίστων. Δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων υπέβαλε οποιονδήποτε αυτοτελή ισχυρισμό σχετικά με την πράξη αυτή. Με τη διάταξη του άρθρου 227 παρ. 3 του ΠΚ εισάγεται δυνητικός λόγος απαλλαγής. Το δικαστήριο δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει την απόφασή του περί μη εφαρμογής της διάταξης αυτής, αν δεν είχε υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον κατηγορούμενο. Αναιρεί εν μέρει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναίρεση μερική, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Ψευδορκία μάρτυρα, Έγκληση.
| 0
|
Αριθμός 1712/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Νικόλαο Ζαΐρη (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή Τρικάλων, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κάκο, περί αναιρέσεως της 286/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Πενταμελές Εφετείου Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 275/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρον 474 § 1 Κ.Ποιν.Δικ., με την επιφύλαξη της § 2 του άρθρου 473 Κ.Ποιν.Δικ. κατά το οποίο η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει. Για την δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρ. 465 § 1) και από εκείνον που την δέχεται. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών των άρθρων, τα οποία, κατ' άρθρον 509 § 1 Κ.Ποιν.Δικ., εφαρμόζονται και στην αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως δικαστηρίου, συνάγεται ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως ασκεί αυτήν ή με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή με δήλωση στο διευθυντή των φυλακών, όπου, ο δικαιούμενος εις αναίρεση, κρατείται, για την οποίαν συντάσσεται έκθεση, στην οποία διατυπώνονται οι λόγοι ασκήσεως του ενδίκου μέσου και υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και εκείνον που την δέχεται, και όχι με δικόγραφο που κατατίθεται ή εγχειρίζεται στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο διευθυντή των φυλακών όπου κρατείται ο αναιρεσείων, έστω και αν για την κατάθεση ή εγχείριση του δικογράφου αυτού ο γραμματεύς ή ο διευθυντής των φυλακών συνέταξε έκθεση με τον τρόπο που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 148 έως 153 Κ.Ποιν.Δικ. Και τούτο διότι οι άνω διατάξεις του Κ.Ποιν.Δικ., περί του τρόπου ασκήσεως του ενδίκου μέσου, επομένως και της αναιρέσεως, ως ειδικές κατισχύουν της γενικής διατάξεως του άρθρου 74 Κ.Ποιν.Δικ. κατά την οποίαν οι αιτήσεις και δηλώσεις των κρατουμένων κατηγορουμένων υποβάλλονται δι' εγγράφου εγχειριζομένου στον διευθυντή του καταστήματος συντασσομένης εκθέσεως, διαβιβάζονται δε αυτές αμέσως προς την αρμοδία αρχή ως προς δε τα νόμιμα αποτελέσματα αυτών θεωρούνται ως να είχαν ληφθεί απ'ευθείας παρά της αρμοδίας αρχής. Εξ άλλου κατ' άρθρο 476 § 1 Κ.Ποιν.Δικ. όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο... και κατ' άρθρον 513 § 1 αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 476, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατεδικάσθη δια της υπ' αριθμ. 286/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, για κατοχή ναρκωτικών εις κάθειρξη δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ, κατ' αυτής δε της αποφάσεως ασκεί την από 16/11/07 αίτηση αναιρέσεως με δικόγραφο, το οποίο (απευθύνει στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) και κατέθεσε στον Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής Χανίων, όπου ο αναιρεσείων κρατείται και για το οποίο κατηρτίσθη πράξη εγχειρίσεως. Ούτως ησκήθη όχι με δήλωση και έκθεση περί αυτής στην οποία να δηλώνονται οι αναιρετικοί λόγοι και εντεύθεν δεν ετηρήθησαν οι επιβαλλόμενες ως άνω διατυπώσεις από τον νόμον για την άσκηση της αναιρέσεως, η οποία και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 § 1 και 583 § 1 ΚΠοινΔικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16/11/2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 286/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Όχι αναίρεση με δικόγραφο στον Διευθυντή των Φυλακών, το οποίο εγχειρίζεται σ’ αυτόν, ήτοι χωρίς να συνταχθεί έκθεση περί δηλώσεως αναιρέσεως ενώπιον του (άρθρο 474 § 1 ΚΠΔ). Απορρίπτεται ως απαράδεκτη ( άρθ. 476 § 1, 513 § 1 ΚΠΔ).
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Κ.M.
ΑΡΙΘΜΟΣ 1715/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαϊου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χαραλαμπίδη, περί αναιρέσεως της ΒΤ4214/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΡΑΝΕΑΝ ΣΙΠΠΙΝΓΚ ΚΟΜΠΑΝΥ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, της οποίας ο εντεταλμένος σύμβουλος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας Περικλής Κατσίνας παραστάθηκε στο ακροατήριο και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Στυλιανό Στυλιανού. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 602/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του ν.5960/1933 "περί επιταγής", (όπως αντικαταστάθηκε με το ν.δ. 1325/1972), "ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον, της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 εδ.α' του ν.2408/1996 προστέθηκε στο άρθρο 79 του ν.5960/1933, όπως αυτό ισχύει μετά την παραπάνω αντικατάστασή του, παράγραφος 5, κατά την οποία η ποινική δίωξη (του εκδότη ακάλυπτης επιταγής) ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Σε σχέση με την υποβολή της εγκλήσεως ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 ΚΠοινΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου, η έγκληση γίνεται απ'ευθείας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αλλά και στους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα, είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της εγκλήσεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ.1 του ν.2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ 174/1963, ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει ότι εν ή πλείοντα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρείαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ.1 ότι "το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν'αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ.3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ.4 του ν.2339/1995, "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν.2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα Δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρείας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (18 παρ.1 ) το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο (22 παρ.1) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ.2 και 22 παρ.3 του άνω ν.2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκαταστάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ.2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσωπήσεως της ΑΕ. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρίας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ.3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχειρίσεως όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας. Αντίθετα όμως προς το άρθρο 18 παρ.2, το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ.3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασισθεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ.3 μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του ΔΣ ή διευθυντές της εταιρίας. Προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας (Ολ.ΑΠ 1096/1976). Υποκατάσταση του Διοικητικού Συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ.2 ή 22 παρ.3, το τρίτο πρόσωπο, προς το οποίο το όργανο της εταιρίας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατο του Διοικητικού Συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του Διοικητικού Συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρίας, δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδοτήσεως και βεβαιώσεως του γνησίου της υπογραφής των μελών του ΔΣ, όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή της εγκλήσεως ή για τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση όμως που το Διοικητικό Συμβούλιο Ανώνυμης Εταιρίας για την υλοποίηση σχετικής αποφάσεώς του, αναθέσει σε τρίτον, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ.2 ή 22 παρ.3 του ν.2190/1920, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξεως που τελέσθηκε σε βάρος της εταιρίας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος-εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ.1 εδ.γ' ΚΠοινΔ (Ολ.ΑΠ 5/2006, 6/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον 'Αρειο Πάγο για την έρευνα του βασίμου των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη ΒΤ 4214/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά , που δίκασε ως Εφετείο, για το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ'εξακολούθηση σε φυλάκιση δύο(2) ετών και χρηματική ποινή 3000 ευρώ, μετά από έγκληση που υπέβαλε κατ'αυτού ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά η δικηγόρος Πειραιά Α1, ως νόμιμος εκπρόσωπος της κομίστριας των επίμαχων επιταγών ανώνυμης πρακτορειακής εταιρίας με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΡΑΝΕΑΝ ΣΗΠΙΝΓΚ ΚΟΜΠΑΝΥ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.". Με την έγκληση επισύναψε: α] : Το από 10 Απριλίου 2000 ειδικό πληρεξούσιο του Ψ που ως νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω ανώνυμης εταιρείας εξουσιοδότησε τους δικηγόρους Α2, Α3, Α1 και Α4, κατοίκους Πειραιώς , οδός ..., ενεργούντες ο καθένας χωριστά να καταθέσουν αντ' αυτού και για λογαριασμό της ως άνω εταιρίας μήνυση κατά του Χ, κατοίκου ..., για την έκδοση δώδεκα (12) ακάλυπτων επιταγών. Σημειώνεται ότι το γνήσιο της υπογραφής του ως άνω εξουσιοδοτούντος βεβαιώνεται από τον Δικηγόρο Α2 με ημεροχρονολογία βεβαιώσεως την 10-4-2000. β) επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του υπ' αριθμ. 8419/26 Οκτωβρίου 1998 ΦΕΚ Τ. ΑΕ και ΕΠΕ, από το οποίο προκύπτει εκ της Ανακοίνωσης καταχώρησης στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών στοιχείων της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία " ΜΕΝΤΙΤΕΡΡΑΝΕΑΝ ΣΗΠΙΝΓΚ ΚΟΜΠΑΝΥ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.". ότι ο Ψ Αντιπρόεδρος και εντεταλμένος Σύμβουλος" εκπροσωπεί μεμονωμένα την εταιρία, 2) επικυρωμένα φωτοαντίγραφα των επιδίκων επιταγών που αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως. Εκ τούτων συνάγεται ότι, η εντολή του ανωτέρω Ψ, που εκπροσωπούσε νομίμως την εγκαλούσα ως άνω εταιρία, που δόθηκε προς την πληρεξούσια δικηγόρο με ειδικό πληρεξούσιο και βεβαιώνεται η γνησιότητα της υπογραφής του από δικηγόρο για να "καταθέσει μήνυση" ήταν ειδική ήτοι ολοκληρωμένη διότι στον όρο αυτό (κατάθεση μηνύσεως) ενυπάρχει η αναμφισβήτητη βούληση του προαναφερομένου με την ανωτέρω ιδιότητά του, για ποινική δίωξη του αναιρεσείοντος για την ως άνω αξιόποινη πράξη, χωρίς να απαιτείται και πρακτικό του Δ.Σ.στο οποίο να βεβαιώνεται η γνησιότητα των υπογραφών των μελών αυτού.
Συνεπώς, η έγκληση εγκύρως υποβλήθηκε από την εξουσιοδοτηθείσα με το άνω ειδικό πληρεξούσιο Α1, γι' αυτό και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι ήταν νομότυπη η υποβληθείσα για λογαριασμό της άνω Α.Ε. έγκληση σε βάρος του κατηγορουμένου, δεν υπερέβη την εξουσία του και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 79 § 1 του ν. 5.960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1.325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η αξιόποινη αυτή πράξη διωκόταν αρχικά αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά την από 4.6.1996 ισχύ του ν. 2.408/1996 ορίζεται στο άρθρο 4 § 1 περ. Α, ότι στο άρθρο 79 του ν. 5960/1933, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρ. 1 του ν.δ. 1.325/1972, προστίθεται η § 5, κατά την οποία "η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής, που δεν πληρώθηκε". Περαιτέρω, με την § 1 του άρθρου 22 του ν. 2.721/1999, προστέθηκε εδάφιο στην πιο πάνω § 5, κατά το οποίο "για πράξεις που προβλέπονται στις §§ 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται, αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει, ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου", ενώ στην § 2 εδαφ. α του πιο πάνω άρθρου 22 ορίζεται, ότι "αν η δήλωση που προβλέπεται στην § 1γ του άρθρου 4 του ν. 2.408/1996, όπως παραπάνω αντικαταστάθηκε, δεν υπάρχει και δεν υποβληθεί μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης της έγκλησης, η ποινική δίωξη παύει οριστικά". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 40 - 47 του ν. 5.960/1933, συνάγεται, ότι δικαιούχος της έγκλησης δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίστηκε η επιταγή στον πληρωτή, αλλά και κάθε άλλος υπογραφέας αυτής, που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής αυτής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή. Τούτο δε, διότι το δικαίωμα αυτό του δικαιουμένου σε έγκληση προηγουμένου κομιστή δεν αποκρούεται από τις ανωτέρω διατάξεις, αφού σε αυτές δεν γίνεται αναφορά στο πρόσωπο του τελευταίου κομιστή της επιταγής ως δικαιούμενου αποκλειστικά σε υποβολή της, ούτε προκύπτει περαιτέρω από κανένα στοιχείο, ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής στη διάταξη του άρθρου 79 § 5 του ν. 5.960/1933, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4 § 1 του ν. 2.408/1996, χρησιμοποιείται μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν τούτο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της υπ' αριθ. 1.040/2006 απόφασης του ως εφετείου δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, το εν λόγω Δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση ου, που προέκυψε από τα μνημονευόμενα σε αυτή κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο (αναιρεσείων) κατηγορούμενος στο ... στις 22-2-2000,26-2-2000 ,20-3-2000 ,24-3-2000,26-3-2000 ,2-4-2000 ,8-4-2000, 10-4-2000 ,12-4-2000 ,15-4-2000 ,22-4-2000 και 24-4-2000 ως νόμιμος εκπρόσωπος της ''HYDE HELLAS Μονοπρόσωπη ΕΠΕ και ''ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΠΕ'' από πρόθεση εξέδωκε σε διαταγή της ''ΜΕΝΤΙΤΕΡΡΑΝΕΑΝ ΣΗΠΠΙΝΓΚ ΚΟΜΠΑΝΥ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.''επιταγές που δεν πληρώθηκαν επί πληρωτή στον οποίο δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής ήτοι τις με αριθμ.1) ..., 2)..., 3)..., 4)..., 5)608312, 6)..., 7)..., 8)..., 9)..., 10)..., 11)..., 12)... επιταγές ποσού 2937663, 2247196 802151, 5650000, 2394594, 2802151, 532570, 7247314, 5650000, 721965, 5493469, 1586922 δραχμών αντίστοιχα, πληρωτέες από την ΑΝΖ Grideays Bank. Η ως άνω λήπτρια των επιταγών τις δύο πρώτες τις μεταβίβασε στην Τράπεζα Μακεδονίας -Θράκης και τις υπόλοιπες σε φυσικό πρόσωπο. Ακολούθως, η ως άνω τράπεζα και το φυσικό πρόσωπο τις εμφάνισαν εμπρόθεσμα για να πληρωθούν η πρώτη μέσω του γραφείου συμψηφισμού (στις 22-2-2000, 29-2-2000, 15-3-2000, 15-3-2000, 15-3-2000, 15-3-2000, 15-3-2000, 15-3-2000, 15-3-2000, 15-3-2000, 15-3-2000 και 15-3-2000), πλην όμως δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως αντικρύσματος. Στη συνέχεια η Τράπεζα και το φυσικό πρόσωπο επέστρεψαν τις επιταγές στην ως άνω οπισθογράφο η οποία καταβάλλοντας στην Τράπεζα και στο φυσικό πρόσωπο κατέστη κομίστρια αυτών. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, κρίνοντας ότι η ως άνω αναφερόμενη από αναγωγή υπόχρεος, που εξόφλησε τις επίμαχες επιταγές, είχε δικαίωμα υποβολής έγκλησης κατά του εκδότη των επιταγών και ως εκ τούτου η βάσει της από 8-5-2000 εγκλήσεώς της ασκηθείσα σε βάρος του κατηγορούμενου ποινική δίωξη ήταν παραδεκτή, αφού απέρριψε την περί του αντιθέτου ένσταση του αναιρεσείοντος, κήρυξε αυτόν ένοχο εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, και επέβαλε σε τούτον ποινή φυλάκισης δύο ετών και χρηματική ποινή 3000 ευρώ.
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν ανωτέρω Δικαστήριο ορθά, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν και στην αρχή της παρούσας ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 79 § 5 του ν. 5.960/1933, όπως αυτό ίσχυε μετά την προσθήκη σε αυτό της § 5 με το άρθρο 4 § 1 περ. Α του ν. 2.408/1996 και στην § 5 εδαφίου με το άρθρο 22 του ν. 2.721/1999, δεχόμενο ότι η εξ αναγωγής υπόχρεος "ΜΕΝΤΙΤΕΡΡΑΝΕΑΝ ΣΗΠΠΙΝΓΚ ΚΟΜΠΑΝΥ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", που πλήρωσε τις επιταγές είχε δικαίωμα υποβολής έγκλησης κατά του αναιρεσείοντος κατηγορούμενου εκδότη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Ε ΚΠΔ σχετικός λόγος που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος λόγος και συνακολούθως και η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ ) και να καταδικασθεί αυτός στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς εναγούσης "ΜΕΝΤΙΤΕΡΡΑΝΕΑΝ ΣΙΠΠΙΝΓΚ ΚΟΜΠΑΝΥ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Μαρτίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της ΒΤ 4214/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς εναγούσης "ΜΕΝΤΙΤΕΡΡΑΝΕΑΝ ΣΙΠΠΙΝΓΚ ΚΟΜΠΑΝΥ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", που ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικαίωμα υποβολής έγκλησης για ακάλυπτη επιταγή έχει και ο εξ αναγωγής υπόχρεος. Απορρίπτει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.
| 0
|
Αριθμός 1701/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με τη με αριθμό 57/1.4.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή Τρικάλων, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αγγελάκο, για αναίρεση της με αριθμό ΒΤ.3023/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώ με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, καθώς και στο από 18 Μαρτίου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 19/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν στο σύνολό τους η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 1 του Π.Δ. 913/1978, ο εργοδότης πλοιοκτήτης υποχρεούται να καταβάλλει στο Ν.Α.Τ., όχι μόνο την παρά του ιδίου παρακρατούμενη εισφορά των ασφαλισμένων που εργάζονται στο πλοίο του, αλλά και τη δική του (εργοδοτική) εισφορά, για την καταβολή της οποίας ευθύνεται και ο εκπρόσωπος της πλοιοκτήτριας εταιρείας στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 86 παρ. 6 εδ. β' του ιδίου, ως άνω, Προεδρικού Διατάγματος. Η ποινική κύρωση των κατά τα άνω παραβατών, καθιερώθηκε με το Ν.1711/1987, με το άρθρο 1 παρ. 5 εδ. β' του οποίου, που τροποποίησε την παρ. 7 του άρ. 86 του Ν.792/1978, ορίσθηκε δε ότι, για τις καθυστερούμενες εισφορές, ασχέτως εάν είναι εργοδοτικές ή μη, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Α.Ν. 86/1967, που καθιερώνουν την ποινική ευθύνη για τους καθυστερούντες την καταβολή αυτών. Εξάλλου, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, τιμωρείται με τις στη διάταξη αυτή οριζόμενες αθροιστικές ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγομένους κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικού Λογαριασμού και δεν τις καταβάλλει στους παραπάνω Οργανισμούς, εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 της προδιαληφθείσας διάταξης, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη προβλεπόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων, με σκοπό να τις αποδώσει στους ανωτέρω, κατά την παρ. 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους Οργανισμούς τούτους εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, προς στοιχειοθέτηση του μη γνησίου εγκλήματος παραλείψεως της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και ασφαλιστικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η οφειλή του υποχρέου, η ιδιότητά του, ως εργοδότη, που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές, που τον βαρύνουν ατομικώς, καθώς και εκείνων που προέρχονται από παρακράτηση υπό τούτου των βαρυνουσών εργατικών εισφορών και η μη καταβολή τους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τον Ασφαλιστικό Οργανισμό, στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό, ενώ, ως χρόνος καταβολής των τοιούτων εισφορών και συγκεκριμένα προς το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (Ν.Α.Τ.), ορίζεται, κατά μεν την παρ. 4 του άρθρου 86 του Π.Δ. 913/1978, μόλις λήξει το εξάμηνο από την έκδοση του ναυτολογίου, κατά δε τις παρ. 6 και 7 του ιδίου άρθρου, ορίζεται ότι ο υπόχρεος (πλοιοκτήτης, εφοπλιστής, συμπλοιοκτήτης, διευθυντής, διαχειριστής και εν γένει εκπρόσωπος της εταιρείας) πρέπει να καταβάλλει προς το Ν.Α.Τ. τις εισφορές εντός δέκα ημερών από της λήξεως εκάστου εξαμήνου από της εκδόσεως του ναυτολογίου και ασχέτως αντικαταστάσεων ή μη τούτου. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αρ. 3023/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι έξι (26) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως και σε συνολική χρηματική ποινή επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ, για μη καταβολή εργοδοτικών και ασφαλιστικών εισφορών στο Ν.Α.Τ. (άρθρα 1 παρ. 1-2 Α.Ν. 86/1967, 84, 86, 89, 98 Π.Δ. 913/1978, 1 παρ.5 εδ. β' Ν.1711/1987 σε συνδ. με άρθρο 375 παρ. 1 Π.Κ.0, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Όπως συνάγεται από το από ...... προσύμφωνο που υπογράφηκε μεταξύ Γ1 και του κατηγορουμένου, οι παραπάνω συμφώνησαν την είσοδο του κατηγορουμένου στην εταιρία "......" που εδρεύει στο ... Αττικής (....), πλοιοκτήτρια του πλοίου "Δ1
" νηολογίου Βόλου ..., κοχ 498,60, αρχικά με τη μεταβίβαση σ' αυτόν ποσοστού 51% των μετοχών της εταιρίας και, μετά την αποπληρωμή του σ' αυτό (συμφωνητικό) αναφερομένου τιμήματος, του υπόλοιπου ποσοστού 49% των μετοχών, με απώτερο σκοπό να περιέλθει ουσιαστικά στον κατηγορούμενο η εκμετάλλευση του παραπάνω πλοίου, αφού τύποις πλοιοκτήτρια θα ήταν η εταιρία. Με το από ..... πρακτικό Γενικής Συνέλευσης της πλοιοκτήτριας εταιρίας που καταχωρήθηκε στην Υπηρεσία Μητρώου ναυτικών εταιριών στις 5.9.2000 πρόεδρος ανέλαβε ο κατηγορούμενος. Την 3.3.2001 το ίδιο ως άνω πλοίο που όμως έφερε σημαία Σάο Τόμε και όνομα "Δ2" κατασχέθηκε από τους λιμενικούς Λέρου διότι χρησιμοποιήθηκε για την τέλεση του αδικήματος της μεταφοράς λαθρομεταναστών, η δε κατάσχεση επικυρώθηκε με την 362/8.3.2001 απόφαση Τριμελούς Πλημ/κείου Κω με την οποία διατάχθηκε επιπρόσθετα η δήμευση του πλοίου. Με το με αριθμ. 25/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Κω ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε να δικαστεί ως υπαίτιος του αδικήματος της διευκόλυνσης της μεταφοράς αλλοδαπών από το εξωτερικό στην Ελλάδα, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, που τελέστηκε στη .... στις 3.3.2001. πρόκειται δηλ. για το ίδιο ένδικο περιστατικό στα πλαίσια της προανάκρισης για το οποίο κατασχέθηκε το παραπάνω πλοίο. Το πλοίο μετά τη δήμευση του πλαγιοδετήθηκε στο λιμάνι ..... της Λέρου όπου και παρέμεινε δημευμένο μέχρι τον εκπλειστηρίασμα του στις 24.3.2003 από τον ΟΔΔΥ.
Ο κατηγορούμενος καθ'όλο το αναφερόμενο στο κατηγορητήριο διάστημα δηλ. από 10.6.2001 έως 2.3.2006 παρέμενε, εκ της ιδιότητας του ως εκπροσώπου της πλοιοκτήτριας, υπεύθυνος έναντι του Ν.Α.Τ. για τις ασφαλιστικές εισφορές του ναυτολογηθέντος στο πλοίο πληρώματος αποτελούμενου από 7 μέλη, ύψους 122.04141 ευρώ εργοδοτικές και 106.317,39 ευρώ εργατικές, όπως αυτές έχουν υπολογιστεί με το 10 (ΦΕ 30/06) ναυτολόγιο Λιμένος Φούρνων Ικαρίας. Οι εισφορές αυτές οφείλονται ως έχουν μέχρι σήμερα, επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος όπως κατηγορείται.
Ο κατηγορούμενος αιτούμενος την απαλλαγή του εκτιμάται ότι διατυπώνει τους εξής ισχυρισμούς: 1) ότι στις 19.9.2000 δηλ. 7 σχεδόν μήνες πριν την κατάσχεση του πλοίου, αυτός ως εκπρόσωπος της πλοιοκτήτριας μεταβίβασε το πλοίο στην εταιρία "ΡLAYA NEGRA SΗΙΡΡΙΝG C0 SΑ", την οποία επίσης εκπροσωπεί, και ότι κατά το αναφερόμενο στο κατηγορητήριο χρονικό διάστημα το πλοίο δεν ήταν πλέον εξοπλισμένο με το ναυτολόγιο με βάση το οποίο υπολογίστηκαν οι επίδικες οφειλές ούτε υπήρχε επ'αυτού ναυτικός υπόχρεος στο ΝΑΤ, 2) περαιτέρω ότι από 3.3.2001 το πλοίο ήταν κατασχεμένο και ήδη στις 24.3.2003 πωλήθηκε με δημοπρασία, οπότε τουλάχιστον από 3.3.2001 κι εξής δεν υπηρετούσε σ'αυτό κανένας ναυτικός.
Όσον αφορά τον 1° από τους παραπάνω ισχυρισμούς, αυτός δεν είναι αληθής και τούτο διότι η μεταβίβαση του πλοίου στην αλλοδαπή εταιρία και η αλλαγή σημαίας δεν έγιναν νόμιμα, αφού ο κατηγορούμενος ενήργησε χωρίς την έγκριση των λοιπών μετόχων της πλοιοκτήτριας εταιρίας. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος αυθαίρετα με το από 18.9.2000 "bill of sale" μεταβίβασε το επίδικο πλοίο στην "ΡLAYA NEGRA SΗΙΡΡΙΝG C0 SΑ", που εδρεύει στην Ονδούρα και την οποία εκπροσωπεί ο ίδιος και στη συνέχεια προέβη στην αλλαγή σημαίας σε Σάο Τόμε και ονόματος του πλοίου σε "Δ2", σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως της νομιμότητας της εν λόγω μεταβίβασης, χωρίς πρώτα να διαγράψει το πλοίο από το ελληνικό νηολόγιο. Απόδειξη των παραπάνω αποτελεί το γεγονός ότι ο έτερος μέτοχος της πλοιοκτήτριας, Γ1, την 1.3.2001 δηλ. 2 ημέρες πριν την κατάσχεση του πλοίου, έστειλε επιστολή προς το ΥΕΝ στην οποία ανέφερε πως είχε πληροφορηθεί τις παραπάνω ενέργειες του κατηγορουμένου και παρακαλούσε για τον εντοπισμό του πλοίου. Το γεγονός της μη διαγραφής του πλοίου από το ελληνικό νηολόγιο δέχθηκε και το Συμβούλιο Πλημ/κών Κω που στο 25/2002 βούλευμα του κάνει σκέψη περί του ότι "Το πλοίο που κατέστειλε την ελληνική σημαία υψώνοντας σημαία SΑΟ ΤΟΜΕ και άλλαξε όνομα από "Δ1" (νηολογίου Βόλου 55) σε "Δ2" χωρίς όμως να έχει διαγραφεί από τα ελληνικά νηολόγια ...". Περαιτέρω, όσον αφορά τον 2° ισχυρισμό, πράγματι, σύμφωνα με την κοινή λογική, από την ημερομηνία της κατάσχεσης κι εξής δεν υπήρχε λόγος να υπηρετεί προσωπικό στο πλοίο, εκτός ίσως από προσωπικό φυλακής, που όμως δεν αποδείχθηκε κάτι τέτοιο στη προκειμένη περίπτωση. Ωστόσο κατά την έρευνα που διενεργήθηκε στο πλοίο δεν ανευρέθηκε πάνω σ'αυτό το ναυτολόγιο, γι' αυτό και δεν περιλαμβάνεται στα κατασχεθέντα που μνημονεύονται στο από 3.3.2001 πρακτικό καταγραφής - κατάσχεσης που συνέταξαν τα αρμόδια λιμενικά όργανα, αλλά ούτε τηρήθηκε η προβλεπόμενη σε περίπτωση απώλειας του ναυτολογίου διαδικασία ανασύνταξης ναυτολογίου από το ΥΕΝ με μαρτυρικές καταθέσεις, ώστε να γίνει "κλείσιμο" αυτού και εκκαθάριση των εισφορών.
Συνεπώς, όπως βεβαιώνει η μάρτυρας υπάλληλος Ν.Α.Τ., η πλοιοκτήτρια εταιρία, μη ανευρεθέντος του ναυτολογίου ή μη ανασυνταχθέντος, παραμένει υπόλογος έναντι του Ταμείου για όσο διάστημα δεν γίνεται εκκαθάριση των εισφορών. Επομένως, αφού κρίσιμο για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης για την τέλεση του συγκεκριμένου αδικήματος της μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών είναι η ύπαρξη η όχι οφειλής, όπως αυτή προσδιορίζεται από το Ταμείο, η οποία κατά τα παραπάνω υφίσταται, αμφότεροι οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθούν στην ουσία". Με αυτά που εδέχθη το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην πληττομένη απόφασή του την από τα άρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματικής διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείστηκε για την ενοχή του, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα απ' αυτό προμνησθέντα περιστατικά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρ. 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 86/1967, 84, 86, 89, 98 Π.Δ. 917/1978, σε συνδ. με άρ. 375 παρ. 1 Π.Κ., τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, παραβίασε. Ειδικότερα, αναφέρεται στην πληττομένη απόφαση το ύψος των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών, το πλοίο στο οποίο ήταν ναυτολογημένοι οι ναυτικοί και παρείχαν υπηρεσίες ανάλογες με την ιδιότητά τους, η εργοδότρια - πλοιοκτήτρια εταιρεία, νόμιμοι εκπρόσωποι της οποίας ήταν ο κατηγορούμενος, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι ασφαλισμένοι στο Ν.Α.Τ. ναυτικοί αυτοί, εκ του οποίου αναγκαίως εξάγεται και ο χρόνος τελέσεως των πράξεων, κατά τα προαναφερθέντα, μη απαιτουμένης ειδικότερης αναφοράς του χρόνου τελέσεως των μερικοτέρων πράξεων, η οποία (αναφορά τελέσεως αυτών) είναι αναγκαία όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα εξαλείψεως του αξιοποίνου λόγω παραγραφής, το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (Ν.Α.Τ.) στο οποίο ήταν ασφαλισμένοι οι ναυτικοί και η ιδιότητα του αναιρεσείοντος από την οποία (νόμιμος εκπρόσωπος της πλοιοκτήτριας) απορρέει και η υποχρέωσή του για την καταβολή των εισφορών, η οποία (υποχρέωση καταβολής) υφίσταται ακόμη και κατά το διάστημα που το πλοίο κατασχέθηκε από το Λιμεναρχείο της Λέρου, για μεταφορά λαθρομεταναστών από την Τουρκία. Εκτός από τα παραπάνω στοιχεία δεν ήταν απαραίτητο για την επάρκεια της αιτιολογίας, να προσδιορίζεται και ο αριθμός των μισθωτών, ο χρόνος που εργάσθηκε καθένας απ' αυτούς, το ύψος των αποδοχών ενός εκάστου και άλλα στοιχεία της ναυτικής σχέσης τους με τον οφειλέτη των εισφορών αναιρεσείοντα. Η ύπαρξη δε του δόλου δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία της προσβαλλομένης, η οποία αφορά την ενοχή του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου. Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες διότι πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., πρώτος και μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου της ένδικης αναίρεσης και ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα δεύτερος λόγος των προσθέτων λόγων αυτής, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
ΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 174 παρ. 1 ΚΠΔ η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησης αυτών στον κατηγορούμενο, καλύπτεται αν αυτός που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη και δικαστεί ερήμην, η ως άνω ακυρότητα της επίδοσης της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξης, που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής απόφασης. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο έφεσης, καλύπτεται, με επακόλουθο η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος να θεωρείται έγκυρη και να αρχίζει από τότε η κυρία διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας λόγου αναίρεσης, με την υπ' αρ. 7571/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε με απόντα τον αναιρεσείοντα, καταδικάστηκε αυτός σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και σε συνολική χρηματική ποινή είκοσι δύο χιλιάδων (22.000) ευρώ, για μη καταβολή ασφαλιστικών και εργοδοτικών εισφορών ασφαλισμένων στο Ν.Α.Τ. ναυτικών. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την από 21.7.2006 έφεση, στην οποία, όμως, δεν προέβαλε με λόγο έφεσης ακυρότητα της επίδοσης προς αυτόν του κλητηρίου θεσπίσματος, με βάση το οποίο αυτός καταδικάστηκε πρωτοδίκως, κάτι τέτοιο έκανε κατά την εκδίκαση της έφεσης αυτής, όπου, για πρώτη φορά, προέβαλε ακυρότητα της προς αυτόν επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος. Ενόψει των ανωτέρω, η τυχόν ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος προς τον αναιρεσείοντα, που για πρώτη φορά αυτός προέβαλε με τον ως άνω τρόπο, δηλαδή χωρίς λόγο έφεσης, καλύφθηκε και συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σωστά απέρριψε την ως άνω ένσταση του αναιρεσείοντος, ο δ εκ του αρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, να απορριφθούν ως αβάσιμοι και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αρ. 701/2007 αίτηση και τους από 18.3.2008 πρόσθετους λόγους του Χ1, κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή Τρικάλων, για αναίρεση της υπ' αρ. 3023/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση ΑΝ 86/67 σε συνδυασμό με ΠΔ 913/78. Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση. Η ακυρότητα της κοινοποίησης του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο πρέπει να προτείνεται με λόγο έφεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Ακυρότητα σχετική.
| 0
|
Αριθμός 1700/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 57/2008 πράξη του Προέδρου Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1571/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1835/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμό 163/7-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
I) Το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 1571/2007 βούλευμά του απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της την υπ'αριθμ. 85/2007 έφεση του Χ1 κατά του υπ'αριθμ. 320/2007 βουλεύματος του συμβούλιο πλημμελειοδικών Αθηνών. Με το τελευταίο αυτό βούλευμα είχε παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως απάτης κατεπάγγελμα και της οποίας το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Το άνω βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις ... (βλ. το από .... αποδεικτικό του επιμελητή ....) και κατ' αυτού άσκησε ο ίδιος στις 25-10-2007 ενώπιον του γραμματέα Εφετών Αθηνών την υπ'αριθμ. 229/2007 αναίρεση προβάλλων ως λόγους αναίρεσης εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (βλ. παρακάτω):
ΙΙ) Το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του -με επιτρεπτή καθ'ολοκληρίαν παραπομπή στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών και συμπληρωματικά, δια της τελευταίας, στις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος- δέχθηκε ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων, την απολογία του κατηγορουμένου και από όλα τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα προέκυψαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος που είναι νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στην Ελλάδα εταιρείας με την επωνυμία "Κ.ΚΑΡΔΑΣΙΛΑΡΗΣ και Υιοί Α.Ε.Β.Ε." και το διακριτικό τίτλο "CARDICO", η οποία δραστηριοποιείτο κατά κύριο λόγο στις εισαγωγές και το χονδρεμπόριο ξηρών καρπών στην Ελλάδα και τα τελευταία έτη έχει επεκτείνει το αντικείμενο των δραστηριοτήτων της και στον τομέα της συγκέντρωσης, συσκευασίας και εξαγωγής καρυδόψιχας από τη Δημοκρατία της Μολδαβίας, μέσω τρίτου προσώπου και δη του Γ1, ο οποίος ήταν κοινός γνωστός των διαδίκων, ήλθε σε επαφή προσέγγισε κατά το έτος 2000 τον εγκαλούντα Ψ1 στην Αθήνα και με τη δικαιολογία ότι ενδιαφέρεται να αποκτήσει η εταιρεία του ηγετική θέση στην αγορά της Μολδαβίας και το εξαγωγικό εμπόριο καρυδόψιχας, του πρότεινε να εξαγοράσει η εταιρεία "CARDICO" που εκπροσωπούσε, την εταιρία του εγκαλούντα ".....", συμφερόντων του εγκαλούντα, προκειμένου με τη συνεργασία και την παράλληλη λειτουργία των δύο εταιρειών να πετύχει να καλύψει σχεδόν το σύνολο της εξαγωγικής δραστηριότητας καρυδόψιχας στη χώρα αυτή. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο εγκαλών Ψ1 είναι επιχειρηματίας από πολλών ετών με κύρια έδρα των επιχειρήσεων του τη Δημοκρατία της Μολδαβίας. Κατά τα τελευταία χρόνια αντικείμενο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του υπήρξε μεταξύ των άλλων και η συγκέντρωση , επεξεργασία και εξαγωγή από τη χώρα αυτή καρυδόψιχας, δραστηριότητα που ασκούσε μέσω της πιο πάνω εταιρείας "...... (.....), που είχε την έδρα της στη Μολδαβία και ήταν θυγατρική της εδρεύουσας στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας με την επωνυμία "....". Η ως άνω θυγατρική εταιρεία, την οποία εκπροσωπούσε ο εγκαλών ως διευθύνων σύμβουλος αυτής, κατέχοντας και το 95% των μεριδίων της, πραγματοποιούσε εξαγωγές καρυδόψιχας προς την Γαλλία, την Ελλάδα και άλλες χώρες και είχε κατά τα τελευταία έτη πετύχει να συγκεντρώνει και να συσκευάζει το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής. Η εταιρία του κατηγ/νου ανταγωνιζόταν τη δραστηριότητα της εταιρίας του εγκαλούντα, με μικρότερο όμως κύκλο εργασιών, είχε δε πετύχει κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα των ετών 2000-2001 να εξασφαλίσει άδεια του Μολδαβικού κράτους για την εξαγωγή μόλις 200 τόννων καρυδόψιχας, παρόλο που η δυναμικότητα της ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη. Ο εγκαλών απέρριψε κατ'αρχήν την πρόταση εξαγοράς, πλην όμως ο. κατηγορούμενος επανήλθε με νέες βελτιωμένες ως προς το τίμημα προεχόντως και δελεαστικές κατά συνέπεια προτάσεις και έτσι άρχισαν κατά τον μήνα Ιούνιο του έτους 2001 διαπραγματεύσεις. Κατά το χρονικό στάδιο αυτό λοιπόν, ο κατηγορούμενος διαβεβαίωνε τον πιο πάνω εγκαλούντα τόσο για τη δική του φερεγγυότητα και αξιοπιστία, όσο και για τη σοβαρή πρόθεση και την δυνατότητα της εταιρείας του να προβεί στην εν λόγω αγορά και την περαιτέρω επικερδή λειτουργία των δύο εταιρειών, παριστάνοντας ψευδώς στον Ψ1 ότι η εταιρία του είχε πράγματι ενδιαφέρον να εξαγοράσει με πίστωση την εταιρία του έναντι του ποσού των 7.000.000 δολαρίων ΗΠΑ με σκοπό να τη συνεχίσει για 8 έτη τουλάχιστον. Επίσης του παρέστησε ψευδώς ότι ο ίδιος ήταν αξιόπιστος και φερέγγυος επιχειρηματίας και είχε την πρόθεση και την ικανότητα να συνεχίσει τη λειτουργία και των δύο ως άνω εταιρειών για το άνω χρονικό διάστημα και συνεπώς δεν κινδύνευε η απαίτηση του εγκαλούντα επί του πιστουμένου τιμήματος. Τα ανωτέρω όμως ήταν καθ' ολοκληρίαν ψευδή, καθώς ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν ήταν αξιόπιστος και φερέγγυος επιχειρηματίας και η εταιρία του δεν ενδιαφερόταν πράγματι για την εξαγορά της εταιρείας του εκκαλούντος, αλλά επιθυμούσε να εκτοπίσει αυτή από τη δεσπόζουσα θέση που κατείχε στην αγορά καρυδόψιχας στη Μολδαβία και να τη θέσει εκτός λειτουργίας και ανταγωνισμού, καταλαμβάνοντας τη θέση της με την εταιρεία "ΞΗΡΟΦΡΟΥΤ" ιδίων συμφερόντων, χωρίς να καταβάλλει στον εγκαλούντα και το τίμημα για την εξαγορά της. Εξ αιτίας των διαβεβαιώσεων αυτών πείσθηκε ο εγκαλών για τη σοβαρότητα της πρότασης και την αξιοπιστία του εγκαλούντα και συμφώνησε στην πώληση της εταιρείας του. Έτσι συνέταξαν το από ..... μνημόνιο συνεργασίας τους το οποίο και προσυπέγραψαν για λογαριασμό της αγοράστριας εταιρείας "CARDICO" ο κατηγορούμενος και για λογαριασμό της πωλήτριας μητρικής εταιρείας "....." ο Ψ1. Σύμφωνα με τους όρους του μνημονίου αυτού η πωλήτρια θα μεταβίβαζε το σύνολο των εταιρικών μεριδίων της υπό μεταβίβαση εταιρείας στην αγοράστρια εταιρεία και η τελευταία θα κατέβαλε στην πωλήτρια με την υπογραφή της οριστικής σύμβασης το ποσό των 100.000 δολλαρίων ΗΠΑ (όρος 1), και με την ολοκλήρωση του νομικού και οικονομικού ελέγχου της υπό μεταβίβαση εταιρείας, στον οποίο θα προέβαινε η αγοράστρια εντός δέκα πέντε (15) ημερών θα κατέβαλε επιπλέον το ποσό των 100.000 δολλαρίων ΗΠΑ (όρος 2), καθώς και μετοχές της αγοράστριας "CARDICO" αξίας 200.000 δολλαρίων ΗΠΑ, με βάση τη χρηματιστηριακή τους τιμή, (δεδομένου ότι η πωλήτρια ήταν εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών), κατά την ημέρα της μεταβίβασης(όρος 3). Επίσης, η αγοράστρια θα κατέβαλε στην πωλήτρια κατά τον μήνα Οκτώβριο των ετών 2002 και 2003 το ποσό των 300.000 δολλαρίων ΗΠΑ κάθε φορά (όρος 4) υπό τη μορφή αμοιβών του εκπροσώπου της Ψ1, η οποία θα ανερχόταν σε 0,25 δολλάρια ΗΠΑ ανά κιλό εξαγόμενης, από τις δύο ως άνω εταιρείες, καρυδόψιχας για τους πρώτους 2000 τόνους και θα κυμαινόταν κατά τα διαλαμβανόμενα στον παρατιθέμενο στο μνημόνιο σχετικό πίνακα για κάθε επιπλέον εξαγώγιμη ποσότητα. Με το ίδιο μνημόνιο και προκειμένου να αποκρύβει το πραγματικό τίμημα, το οποίο ανήρχετο στο ποσό των 7.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ, συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι, ταυτόχρονα με την υπογραφή της οριστικής συμβάσεως πωλήσεως, θα υπογραφόταν μεταξύ της αγοράστριας και του εγκαλούντος Ψ1 σύμβαση παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών, σύμφωνα με την οποία ο εγκαλών θα παρείχε υποστήριξη και προώθηση των εργασιών της αγοράστριας έναντι αμοιβής, που θα τελούσε σε συνάρτηση με το συνολικό όγκο των ετήσιων εξαγωγών καρυδόψιχας των δύο εταιρειών (CARPICO και ......) , αφού αυτή θα κυμαινόταν ανάλογα με τα εξαγώμενα από αυτές κιλά καρυδόψιχας, όπως ειδικότερα στον παρατιθέμενο στο μνημόνιο πίνακα αναφέρεται (όροι 5,6). Η διάρκεια της ως άνω συμβάσεως παροχής υπηρεσιών θα ήταν οκταετής και θα έληγε τον Οκτώβριο του έτους 2009, εκτός αν το άθροισμα των ετήσιων αμοιβών του εγκαλούντος ανήρχετο συνολικά στο ποσό των 6.600.000 δολλαρίων ΗΠΑ πριν από την ως άνω καταληκτική ημερομηνία, οπότε με τη συμπλήρωση του ποσού αυτού η σύμβαση θα ελύετο αυτομάτως ( όρος 7).Στη συνέχεια στις 10-9-2001 υπεγράφη και η σύμβαση μεταβίβασης και παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών .'Ετσι με το πιο πάνω μνημόνιο και την επακολουθήσασα σύμβαση, πεισθείς στις προαναφερθείσες ψευδείς διαβεβαιώσεις του κατηγ/νου, ο Ψ1 δέχτηκε να παραδώσει το πελατολόγιο, τις εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό της εταιρείας του στην εταιρία του κατηγ/νου πριν την υπογραφή της οριστικής συμβάσεως, διακόπτοντας τη λειτουργία της , με την καταβολή μέρους μόνο του τιμήματος, της τάξης των 200.000 δολλαρίων Η.Π.Α. Επίσης συμφώνησε να πάρει το υπόλοιπο τίμημα, μετά την υπογραφή της οριστικής, σύμβασης μεταβίβασης τμηματικά, και δη 200.000 δολλάρια σε μετοχές της εταιρείας του κατηγ/νου "CARDΙCO" και το υπόλοιπο σε ποσοστά επί των ετήσιων εξαγωγών των δύο εταιριών, για τα επόμενα οκτώ έτη, κάτι που δεν θα δεχόταν αν γνώριζε την αλήθεια. Με τον τρόπο αυτό πέτυχε ο κατηγορούμενος να βλάψει τον Ψ1 και την εταιρία του, κατά το ποσό του υπολοίπου τιμήματος των 6.800.000 δολλαρίων Η.Π.Α. που ποτέ δεν κατέβαλε ο κατηγ/νος, με αντίστοιχο δικό του αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος, αφού αυτός όταν υπογράφηκαν οι προαναφερθείσες συμβάσεις, κατέβαλε στους εγκαλούντες έναντι του συνολικού ως άνω τιμήματος, δύο δόσεις των 100.000 δολλαρίων ΗΠΑ η κάθε μία, έτσι ώστε να ενεργοποιηθούν οι σχετικοί όροι της συμβάσεως περί παράδοσης της υπό μεταβίβαση εταιρείας και όταν αυτή του παραδόθηκε διέκοψε τη διαδικασία της αγοράς, αλλά και τη λειτουργία των δύο εταιρειών, δηλαδή της "......", και της "CARDICO" και μετέφερε τα μηχανήματα και τον κινητό εξοπλισμό της πρώτης εκτός Μολδαβίας, έτσι ώστε να ματαιωθεί η αξίωση του εγκαλούντα επί του όγκου των εξαγωγών των δύο εταιρειών, ο ίδιος δε συνέχισε τη δραστηριότητα του στον τομέα της εξαγωγής καρυδόψιχας με την εταιρεία "ΞΗΡΟΦΡΟΥΤ". Την πράξη της πιο πάνω απάτης, η οποία είναι ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας και υπερβαίνει το ποσό των-15.000 ευρώ, τέλεσε ο κατηγ/νος κατ' επάγγελμα, αφού σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αυτός είχε διαμορφώσει υποδομή, ιδίως με την ετοιμότητα του για συνέχιση της δραστηριότητας του μέσω τρίτης εταιρείας, με εκτόπιση από την αγορά της πιο πάνω εταιρίας "......." με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως αυτής, αφού συνέχισε, προς επίτευξη του προαναφερθέντος σκοπού του, επί μακρό χρόνο να επιμένει στις ψευδείς διαβεβαιώσεις του προς τον εγκαλούντα, με περαιτέρω σκοπό να πορισθεί εισόδημα" και "Ενόψει αυτών, ορθώς κρίθηκαν, εν όψει των προεκτεθέντων, ως επαρκείς οι ενδείξεις σε βάρος του εκκαλούντα με το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, στις ορθές και νομίμους σκέψεις του οποίου συμπληρωματικά αναφερόμεθα και συνεπώς τα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα με την πιο πάνω έφεση του, ελέγχονται ως ουσιαστικά αβάσιμα.
Συνεπώς πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί κατ' ουσίαν και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα". Οι λόγοι αναίρεσης που προβάλλει κατά του βουλεύματος αυτού συνίστανται: 1) Εσφαλμένη ερμηνεία διότι δεν αναφέρει (υπάρχει) στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού η απαιτούμενη σχέση υλικής αντιστοιχίας μεταξύ οφέλους-ζημίας επικαλείται μάλιστα στο σημείο αυτό την ΑΠ 2151/2006. Σε σχέση με την εσφαλμένη εφαρμογή διότι υπήγαγε στην έννοια του όρου "γεγονότα" του άρθρου 386 ΠΚ πραγματικά περιστατικά που δεν υπάγονται σ'αυτή και δη ο ισχυρισμός ότι είναι "αξιόπιστος και φερέγγυος επιχειρηματίας" και ότι "η εταιρεία του δεν ενδιαφερόταν πράγματι για την εξαγορά της εταιρείας..." και "η πρόθεσή του...." -συνιστούν διαβεβαιώσεις για περιστατικά αναγόμενα στο μέλλον, που δεν υπάγονται στην έννοια των γεγονότων του άρθρου 386 Π.Κ. 2) Υπάρχει αντίφαση διότι ενώ δέχεται ότι "σκοπός των δήθεν απατηλών του ήταν να εκτοπίσει τον εγκαλούντα από τη δεσπόζουσα θέση που αυτός κατείχε στην αγορά καρυδόψιχας στη Μολδαβία και να θέσει την επιχείρησή του εκτός λειτουργίας και ανταγωνισμού καταλαμβάνοντας τη θέση της με την εταιρεία "ΞΗΡΟΦΡΟΥΤ"- συγχρόνως όμως δέχεται και ότι "με την παράνομη πράξη για την οποία υποτίθεται ότι ετέλεσε, επέτυχε να βλάψει τον εγκαλούντα και την εταιρεία του κατά το ποσό του υπολοίπου τιμήματος των έξι εκατομμυρίων οκτακοσίων χιλιάδων (6.800.000) δολαρίων ΗΠΑ με αντίστοιχο δικό του παράνομο περιουσιακό όφελος" και έτσι δεν καθίσταται δυνατόν να ελεγχθεί μετά βεβαιότητας ποιός ο σκοπός παρανόμου περιουσιακού οφέλους. Επίσης-σε σχέση με τον πρώτο σκοπό - δεν ήταν βέβαιος και προσδοκώμενος μετά βεβαιότητας έτσι ώστε να συνιστά περιουσιακή βλάβη και ότι θα προερχόταν από την περιουσία του εγκαλούντος -το λεγόμενο ότι και μετά το κλείσιμο της "...." και ο αναιρεσείων απεχώρησε από Μολδαβία και ουδεμία εμπορική δραστηριότητα άσκησε εκεί ούτε αμέσως ούτε εμμέσως μέσω της "ΞΗΡΟΦΡΟΥΤ" ή οποιασδήποτε άλλης εταιρείας - δεν γίνεται δεκτόν από το προσβαλλόμενο βούλευμα. 3) Ότι δεν αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων ενήργησε εν γνώσει της αναληθείας των σχετικών πραγματικών περιστατικών. Επίσης δεν αξιολόγησε το γεγονός ότι μετά την καταγγελία της σύμβασης η εταιρία του "....." αδρανοποιήθηκε, πράγμα που προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό. 'Ετσι και διάφοροι ισχυρισμοί του εγκαλούντος. Επίσης το ότι το ποσό των 6.800.000 δολλαρίων ΗΠΑ αποτελεί προϊόν σύμβασης παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών και όχι τίμημα της πώλησης. Τέλος, ότι δεν αξιολογείται το άρθρο 1 της σύμβασης μεταβίβασης από το οποίο προκύπτει το δικαίωμα της εταιρείας του αναιρεσείοντος να υπαναχωρήσει της άνω σύμβασης.
ΙΙ) Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 386 § § 1,3 Π.Κ. -όπως ισχύουν- προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της απάτης -σε βαθμό κακουργήματος- απαιτείται η προς το σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους, εν γνώσει παράσταση από το δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών (ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών) εξ αιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος (=παραπλανηθείς) και πείθεται να προβεί σε πράξη (παράλειψη ή ανοχή) ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου (όταν ο παραπλανηθείς έχει από το νόμο ή τα πράγματα μπορεί να διαθέσει την περιουσία αυτού, του τρίτου)- βλ. ΑΠ 293/2006, ΑΠ 1296/2002, ΑΠ 2140/2006-και το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (=73.000 ευρώ) ή όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα (ή κατά συνήθεια) και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (=15.000 ευρώ). Κατά την έννοια της άνω διάταξης ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή υπάρχουν τουλάχιστον στο παρόν ή συμβαίνουν τη στιγμή της βεβαιώσεως (βλ. ΑΠ 1855/2001, ΑΠ 247/2002, ΑΠ 945/2006, ΑΠ 1167/2006, ΑΠ 1820/2003 κ.α.) -δηλ. κάθε συμβάν (κατάσταση, σχέση, συμπεριφορά) που αναφέρεται η προσωπική κατάσταση λ.χ. φερεγγυότητα κλπ του δράστη ή άλλου βλ. ΑΠ 60/2005- Χρόνος τελέσεως της απάτης είναι ο χρόνος καθ'όν ο υπαίτιος, με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του (βλ. ΑΠ 98/2004, ΑΠ 405/2004, ΑΠ 1155/2000, ΑΠ 1639/2002 κ.α.). Ζημιά υπάρχει έστω και αν δημιουργήθηκε ενεργός αξίωση αποζημίωσης (βλ. ΑΠ 1220/2005 κ.α.). Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 § 3 Συντ. και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ'αυτό - ή την ενσωματωμένη σ'αυτό και υιοθετουμένη εισαγγελική πρόταση- με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση τα οποία αναφέρονται στα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες προέκυψαν (θεμελιώνουν) τα περιστατικά αυτά, και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο -βλ. ΑΠ 2415/2005, ΑΠ 732/2005, ΑΠ 48/2007, ΑΠ 2203/2006, ΑΠ 1371/2006, ΑΠ 570/2006 κ.α. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα ειδικώτερα, αρκεί ο προσδιορισμός του είδους των, ενώ η μη ορθή εκτίμησή τους δεν συνιστά ή δημιουργεί λόγον αναιρέσεως αφού περί αυτών κρίνει κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας -βλ. ΑΠ 2415/2005, ΑΠ 1573/2007, ΑΠ 1668/2007, ΑΠ 2/2003 Ολ, ΑΠ 2203/2006, ΑΠ 829/2006 κ.ά. Η έλλειψη νόμιμη βάσης αναφέρεται σε πραγματικά περιστατικά στα οποία το συμβούλιο στήριξε την παραπομπή του για το συγκεκριμένο έγκλημα, ενώ η παράλειψη της αναφοράς (στη μείζονα σκέψη) των διατάξεων που εφαρμόστηκαν ή ερμηνεία αυτών δεν αποτελεί λόγον αναίρεσης (βλ. ΑΠ 1020/2005- Ελ Δνη 2005 σελ. 1064), δεδομένου ότι το εάν τα πραγματικά περιστατικά υπάγονται ή όχι σε ορισμένη διάταξη το κρίνει ο 'Αρειος Πάγος. Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει την άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους λόγους σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στη διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ που ορθά εφήρμοσε. Ειδικώτερα σαφώς δέχεται ότι ο αναιρεσείων παρέστησε, κατά το χρονικό διάστημα από Ιουνίου έως 10-9-2001, ότε και υπεγράφη η σύμβαση, ψευδή γεγονότα ως αληθή, ήτοι ότι ήταν ο ίδιος φερέγγυος και αξιόπιστος επιχειρηματίας. Η φερεγγυότητα και η αξιοπιστία αυτή δεν αναφέρεται στη τήρηση των λεγομένων ως τοιούτων -δηλ. "για αθέτηση του λόγου"- αλλά στην οικονομική τοιαύτη. Από τα ψευδή αυτά γεγονότα παραπλανήθηκε ο εγκαλών και δέχθηκε την πώληση και δη υπέγραψε το μνημόνιο και τη σύμβαση πώλησης και παρέδωσε τον πλήρη εξοπλισμό και τη διοίκηση της εταιρίας έναντι του τιμήματος των 7.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ από τα οποία έλαβε μόνο 200.000- Επίσης σαφώς δέχεται ότι ο αναιρεσείων ενήργησε, όπως ενήργησε, με σκοπό το περιουσιακό όφελος που συνίσταται στη μη καταβολή του τιμήματος που ανέρχεται στο ποσό των 6.800.000 δολλαρίων ΗΠΑ το οποίο συνιστά και τη βλάβη του εγκαλούντος (βλ. 5ο φύλλο αυτού). Ρητά δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι το τίμημα ανέρχονταν στο ποσό των 7.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ, από τα οποία ο αναιρεσείων κατέβαλε 200.000 δολλάρια ΗΠΑ και ότι στην οικεία συμφωνία εμφανίζεται τούτο ως δήθεν αμοιβή της σύμβασης παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών. Δεν δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι η βλάβη και το αντίστοιχο όφελος έγκειται στη μη λειτουργία και απώλεια κερδών για την εταιρεία του εγκαλούντος αφενός και στη λειτουργία και απόκτηση κερδών για την εταιρία του αναιρεσείοντος αφετέρου-αντίστοιχα. Η αναφορά στο προσβαλλόμενο βούλευμα για τις περαιτέρω ενέργειες του αναιρεσείοντος μετά την υπογραφή του μνημονίου και της σύμβασης αναφέρονται ως αποτελέσματα της γενομένης ήδη πωλήσεως και επιβεβαίωση του τελικού-απωτέρου σκοπού αυτού, δηλ. του εκτοπισμού της εταιρείας του εγκαλούντος, δεν αποτελούν όμως στοιχείο του εγκλήματος της απάτης, αλλά είναι αποτέλεσμα αυτού. Το έγκλημα είναι το μέσο και δη το αναγκαίο προηγούμενο μέσο του τελικού σκοπού με αποδοχή όλων των στοιχείων αυτού (εγκλήματος) και ειδικώτερα την μη καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος που αποτελούσε μέρος της σύμβασης αγοραπωλησίας. Η αναφορά λοιπόν του "σκοπού του εκτοπισμού" δεν ενέχει αναφορά αυτού ως στοιχείου του εγκλήματος της απάτης αλλά έμφαση του σκοπού του τελευταίου που συνίσταται στην μη καταβολή του τιμήματος και δη του υπολοίπου αυτού ως στοιχείο της αγοραπωλησίας που ήταν αποτέλεσμα της απάτης και χωρίς την οποία δεν μπορούσε να επιτευχθεί ο τελικός αυτός σκοπός. Επομένως ο τελικός σκοπός αυτός βαίνει παράλληλα αλλά ανεξάρτητα από τον σκοπό του εγκλήματος της απάτης. Έτσι η αναφορά και αυτού δεν ενέχει κάποια αντίφαση ή ασάφεια σε σχέση με τον ρηθέντα και ρητά αναφερόμενο σκοπό της απάτης. Έτσι ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι όχι μόνον αβάσιμος αλλά στηρίζεται και σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι δηλ. η ζημία του εγκαλούντος έγκειται στην απώλεια κερδών κλπ -πράγμα που δεν δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως ελέχθη. Έτσι είναι αλυσιτελής η επίκληση της 2151/2006 απόφασης του Αρείου Πάγου. Επίσης ο αυτός λόγος αναίρεσης σε σχέση με τον όρο "γεγονότα" είναι αβάσιμος αφού η παράσταση αναφέρεται σε ενεστώτα-παρόντα πραγματικά περιστατικά, δηλ. στην οικονομική ικανότητα του αναιρεσείοντος η οποία απεδείχθη ψευδής, αφού δεν κατεβλήθη το τίμημα. Επίσης ο δεύτερος λόγος αναίρεσης- σε σχέση με την δήθεν αντίφαση- είναι, όπως ελέχθη αβάσιμος. Επίσης με το σκέλος αυτού που αναφέρεται στο κέρδος-ζημία στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όπως ελέχθη. Σε σχέση με το άλλο σκέλος αυτού περί του ότι το δεκτόν γενόμενο ότι μετά το κλείσιμο της "....", ο αναιρεσείων συνέχισε τη δραστηριότητά του με άλλη εταιρία- είναι ψευδές, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων. Τέλος, ο τρίτος λόγος αναίρεσης -σε σχέση με την αναφορά της γνώσεως του αναιρεσείοντος περί της αναληθείας των φερομένων ψευδών πραγματικών περιστατικών - είναι αβάσιμος διότι η γνώση αυτή προκύπτει αφ'εαυτής αφού πρόκειται περί συμπεριφοράς και κατάστασης του ιδίου του αναιρεσείοντος.
Σε σχέση με τα άλλα σκέλη αυτού ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος αφού ανάγεται σε φερόμενη δήθεν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά, όσον αφορά δε ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα είναι αβάσιμος αφού, σαφώς προκύπτει ότι για τον σχηματισμό της κρίσεώς του το συμβούλιο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως ρητά αναφέρει αυτά κατά το είδος τους. Επομένως η υπό κρίση αναίρεση πρέπει να απορριφθεί. Επίσης πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα αυτού για να παραστεί στο συμβούλιο του Αρείου Πάγου προς παροχή περαιτέρω διευκρινίσεων επί της αναιρέσεως, διότι το αίτημα αυτό είναι και αόριστο και αβάσιμο αφού έχει ήδη πλήρως εκθέσει τις απόψεις του. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω όπως απορριφθεί η υπ'αριθμ. 229/2007 αναίρεση του Χ1 κατά του υπ'αριθμ. 1571/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών να απορριφθεί το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο συμβούλιο Αρείου Πάγου και επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος του.
Αθήνα 3 Δεκεμβρίου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου, "προς παροχή περαιτέρω διευκρινήσεων επί της αιτήσεώς του", ανεξαρτήτως της αοριστίας αυτού, αφού δεν εξειδικεύονται τα προς διευκρίνηση θέματα, είναι απορριπτέος και ως ουσιαστικώς αβάσιμο, αφού με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, αλλά και με τα τρία υπομνήματα που υπέβαλε στο Συμβούλιο αυτό, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τις πλημμέλειες που αποδίδει στο προσβαλλόμενο βούλευμα και οι απόψεις του και οι ισχυρισμοί του αναπτύσσονται εκτεταμένα σε αυτά. II. Η κρινόμενη 229/25-10-2007 έκθεση αναίρεσης του Χ1, κατά του. 1571/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση αυτού κατά του 320/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για τις πράξεις της κακουργηματικής απάτης από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες και απάτες, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, ήτοι για παράβαση των άρθρων 1,13 περ. στ, 14 §1, 18α, 26 § 1α, 27 § 1, 60, 79 και 386 § 3α -1 του ΠΚ, όπως η § 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 4 του ν. 2721/1999, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. III. Κατά το άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ, το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη παράλειψη ανοχή σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, προς τον σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός. Δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο εκείνου που εξαπατήθηκε με εκείνου που ζημιώθηκε. Για την κακουργηματική μορφή τη απάτης απαιτείτο επιπλέον, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Μετά όμως την αντικατάσταση της παρ.3 του άρθρου 386 του ΠΚ με το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, για την κακουργηματική μορφή της απάτης δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε αυτός, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ (15.000 ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη αντιστοιχία που καθορίστηκε με άρθρο 5 του Ν. 2943/2001). Κατά την έννοια της άνω διάταξης ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή υπάρχουν τουλάχιστον στο παρόν ή συμβαίνουν τη στιγμή της βεβαιώσεως -δηλ. κάθε συμβάν (κατάσταση, σχέση, συμπεριφορά) που αναφέρεται η προσωπική κατάσταση λ.χ. φερεγγυότητα κλπ του δράστη ή άλλου. Η υπόσχεση εκπληρώσεως παροχής σε μελλοντικό χρόνο συνδυαζόμενη με ψευδή παράσταση ενός εσωτερικού γεγονότος ως αληθινού, όπως είναι η ενδιάθετη πρόθεση του δράστη να μην εκτελέσει την συμβατική υποχρέωσή του στο μέλλον, δεν εμπίπτει στην έννοια του γεγονότος και άρα με αυτήν δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της απάτης, αφού στη περίπτωση αυτή ανακύπτει μόνον αστική διαφορά, για το λόγο ότι η υπόσχεση εκπληρώσεως παροχής στο μέλλον με την πρόθεση αθετήσεως της, δεν έχει εξωτερική υπόσταση και δεν υποπίπτει στις αισθήσεις εκείνου προς τον οποίο δίνεται. Όταν όμως οι υποσχέσεις και οι συμβατικές υποχρεώσεις συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από τον δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Χρόνος τελέσεως της απάτης είναι ο χρόνος κα κατά τον οποίο ο υπαίτιος, με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης τέλεσης του εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Εξάλλου, κατ' επάγγελμα τέλεση υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτον, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάση σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και της οργανωμένης ετοιμότητας του, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Λόγο αναίρεσης , κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ..β του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά. "...Ο κατηγορούμενος που είναι νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στην Ελλάδα εταιρείας με την επωνυμία "Κ.ΚΑΡΔΑΣΙΛΑΡΗΣ και Υιοί Α.Ε.Β.Ε." και το διακριτικό τίτλο "CARDICO", η οποία δραστηριοποιείτο κατά κύριο λόγο στις εισαγωγές και το χονδρεμπόριο ξηρών καρπών στην Ελλάδα και τα τελευταία έτη έχει επεκτείνει το αντικείμενο των δραστηριοτήτων της και στον τομέα της συγκέντρωσης, συσκευασίας και εξαγωγής καρυδόψιχας από τη Δημοκρατία της Μολδαβίας, μέσω τρίτου προσώπου και δη του Γ1, ο οποίος ήταν κοινός γνωστός των διαδίκων, ήλθε σε επαφή προσέγγισε κατά το έτος 2000 τον εγκαλούντα Ψ1 στην Αθήνα και με τη δικαιολογία ότι ενδιαφέρεται να αποκτήσει η εταιρεία του ηγετική θέση στην αγορά της Μολδαβίας και το εξαγωγικό εμπόριο καρυδόψιχας, του πρότεινε να εξαγοράσει η εταιρεία "CARDICO" που εκπροσωπούσε, την εταιρία του εγκαλούντα "......", συμφερόντων του εγκαλούντα, προκειμένου με τη συνεργασία και την παράλληλη λειτουργία των δύο εταιρειών να πετύχει να καλύψει σχεδόν το σύνολο της εξαγωγικής δραστηριότητας καρυδόψιχας στη χώρα αυτή. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο εγκαλών Ψ1 είναι επιχειρηματίας από πολλών ετών με κύρια έδρα των επιχειρήσεων του τη Δημοκρατία της Μολδαβίας. Κατά τα τελευταία χρόνια αντικείμενο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του υπήρξε μεταξύ των άλλων και η συγκέντρωση, επεξεργασία και εξαγωγή από τη χώρα αυτή καρυδόψιχας, δραστηριότητα που ασκούσε μέσω της πιο πάνω εταιρείας "..... (.....), που είχε την έδρα της στη Μολδαβία και ήταν θυγατρική της εδρεύουσας στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας με την επωνυμία ".....". Η ως άνω θυγατρική εταιρεία, την οποία εκπροσωπούσε ο εγκαλών ως διευθύνων σύμβουλος αυτής, κατέχοντας και το 95% των μεριδίων της, πραγματοποιούσε εξαγωγές καρυδόψιχας προς την Γαλλία, την Ελλάδα και άλλες χώρες και είχε κατά τα τελευταία έτη πετύχει να συγκεντρώνει και να συσκευάζει το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής. Η εταιρία του κατηγορουμένου ανταγωνιζόταν τη δραστηριότητα της εταιρίας του εγκαλούντα, με μικρότερο όμως κύκλο εργασιών, είχε δε πετύχει κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα των ετών 2000-2001 να εξασφαλίσει άδεια του Μολδαβικού κράτους για την εξαγωγή μόλις 200 τόννων καρυδόψιχας, παρόλο που η δυναμικότητα της ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη. Ο εγκαλών απέρριψε κατ' αρχήν την πρόταση εξαγοράς, πλην όμως ο κατηγορούμενος επανήλθε με νέες βελτιωμένες, ως προς το τίμημα προεχόντως, και δελεαστικές κατά συνέπεια προτάσεις και έτσι άρχισαν κατά τον μήνα Ιούνιο του έτους 2001 διαπραγματεύσεις. Κατά το χρονικό στάδιο αυτό λοιπόν, ο κατηγορούμενος διαβεβαίωνε τον πιο πάνω εγκαλούντα τόσο για τη δική του φερεγγυότητα και αξιοπιστία, όσο και για τη σοβαρή πρόθεση και την δυνατότητα της εταιρείας του να προβεί στην εν λόγω αγορά και την περαιτέρω επικερδή λειτουργία των δύο εταιρειών, παριστάνοντας ψευδώς στον Ψ1 ότι η εταιρία του είχε πράγματι ενδιαφέρον να εξαγοράσει με πίστωση την εταιρία του έναντι του ποσού των 7.000.000 δολαρίων ΗΠΑ με σκοπό να τη συνεχίσει για 8 έτη τουλάχιστον. Επίσης του παρέστησε ψευδώς ότι ο ίδιος ήταν αξιόπιστος και φερέγγυος επιχειρηματίας και είχε την πρόθεση και την ικανότητα να συνεχίσει τη λειτουργία και των δύο ως άνω εταιρειών για το άνω χρονικό διάστημα και συνεπώς δεν κινδύνευε η απαίτηση του εγκαλούντα επί του πιστουμένου τιμήματος. Τα ανωτέρω όμως ήταν καθ' ολοκληρίαν ψευδή, καθώς ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν ήταν αξιόπιστος και φερέγγυος επιχειρηματίας και η εταιρία του δεν ενδιαφερόταν πράγματι για την εξαγορά της εταιρείας του εκκαλούντος, αλλά επιθυμούσε να εκτοπίσει αυτή από τη δεσπόζουσα θέση που κατείχε στην αγορά καρυδόψιχας στη Μολδαβία και να τη θέσει εκτός λειτουργίας και ανταγωνισμού, καταλαμβάνοντας τη θέση της με την εταιρεία "ΞΗΡΟΦΡΟΥΤ" ιδίων συμφερόντων, χωρίς να καταβάλλει στον εγκαλούντα και το τίμημα για την εξαγορά της. Εξ αιτίας των διαβεβαιώσεων αυτών πείσθηκε ο εγκαλών για τη σοβαρότητα της πρότασης και την αξιοπιστία του εγκαλούντα και συμφώνησε στην πώληση της εταιρείας του. Έτσι συνέταξαν το από 5/9/2001 μνημόνιο συνεργασίας τους, το οποίο και προσυπέγραψαν, για λογαριασμό της αγοράστριας εταιρείας "CARDICO" ο κατηγορούμενος και για λογαριασμό της πωλήτριας μητρικής εταιρείας "......" ο Ψ1. Σύμφωνα με τους όρους του μνημονίου αυτού, η πωλήτρια θα μεταβίβαζε το σύνολο των εταιρικών μεριδίων της υπό μεταβίβαση εταιρείας στην αγοράστρια εταιρεία και η τελευταία θα κατέβαλε στην πωλήτρια με την υπογραφή της οριστικής σύμβασης το ποσό των 100.000 δολλαρίων ΗΠΑ (όρος 1), και με την ολοκλήρωση του νομικού και οικονομικού ελέγχου της υπό μεταβίβαση εταιρείας, στον οποίο θα προέβαινε η αγοράστρια εντός δέκα πέντε (15) ημερών θα κατέβαλε επιπλέον το ποσό των 100.000 δολλαρίων ΗΠΑ (όρος 2), καθώς και μετοχές της αγοράστριας "CARDICO" αξίας 200.000 δολλαρίων ΗΠΑ, με βάση τη χρηματιστηριακή τους τιμή, (δεδομένου ότι η πωλήτρια ήταν εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών), κατά την ημέρα της μεταβίβασης (όρος 3). Επίσης, η αγοράστρια θα κατέβαλε στην πωλήτρια κατά τον μήνα Οκτώβριο των ετών 2002 και 2003 το ποσό των 300.000 δολλαρίων ΗΠΑ κάθε φορά (όρος 4) υπό τη μορφή αμοιβών του εκπροσώπου της Ψ1, η οποία θα ανερχόταν σε 0,25 δολλάρια ΗΠΑ ανά κιλό εξαγόμενης, από τις δύο ως άνω εταιρείες, καρυδόψιχας για τους πρώτους 2000 τόνους και θα κυμαινόταν κατά τα διαλαμβανόμενα στον παρατιθέμενο στο μνημόνιο σχετικό πίνακα για κάθε επιπλέον εξαγώγιμη ποσότητα. Με το ίδιο μνημόνιο και προκειμένου να αποκρυβεί το πραγματικό τίμημα, το οποίο ανήρχετο στο ποσό των 7.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ, συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι, ταυτόχρονα με την υπογραφή της οριστικής συμβάσεως πωλήσεως, θα υπογραφόταν μεταξύ της αγοράστριας και του εγκαλούντος Ψ1 σύμβαση παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών, σύμφωνα με την οποία ο εγκαλών θα παρείχε υποστήριξη και προώθηση των εργασιών της αγοράστριας έναντι αμοιβής, που θα τελούσε σε συνάρτηση με το συνολικό όγκο των ετήσιων εξαγωγών καρυδόψιχας των δύο εταιρειών (CARPICO και .....), αφού αυτή θα κυμαινόταν ανάλογα με τα εξαγώμενα από αυτές κιλά καρυδόψιχας, όπως ειδικότερα στον παρατιθέμενο στο μνημόνιο πίνακα αναφέρεται (όροι 5,6). Η διάρκεια της ως άνω συμβάσεως παροχής υπηρεσιών θα ήταν οκταετής και θα έληγε τον Οκτώβριο του έτους 2009, εκτός αν το άθροισμα των ετήσιων αμοιβών του εγκαλούντος ανήρχετο συνολικά στο ποσό των 6.600.000 δολλαρίων ΗΠΑ πριν από την ως άνω καταληκτική ημερομηνία, οπότε με τη συμπλήρωση του ποσού αυτού η σύμβαση θα ελύετο αυτομάτως ( όρος 7). Στη συνέχεια στις .... υπεγράφη και η σύμβαση μεταβίβασης και παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών. Έτσι με το πιο πάνω μνημόνιο και την επακολουθήσασα σύμβαση, πεισθείς στις προαναφερθείσες ψευδείς διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου, ο Ψ1 δέχτηκε να παραδώσει το πελατολόγιο, τις εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό της εταιρείας του στην εταιρία του κατηγορουμένου πριν την υπογραφή της οριστικής συμβάσεως, διακόπτοντας τη λειτουργία της, με την καταβολή μέρους μόνο του τιμήματος, της τάξης των 200.000 δολλαρίων Η.Π.Α. Επίσης συμφώνησε να πάρει το υπόλοιπο τίμημα, μετά την υπογραφή της οριστικής, σύμβασης μεταβίβασης τμηματικά, και δη 200.000 δολλάρια σε μετοχές της εταιρείας του κατηγορουμένου "CARDΙCO" και το υπόλοιπο σε ποσοστά επί των ετήσιων εξαγωγών των δύο εταιριών, για τα επόμενα οκτώ έτη, κάτι που δεν θα δεχόταν αν γνώριζε την αλήθεια. Με τον τρόπο αυτό πέτυχε ο κατηγορούμενος να βλάψει τον Ψ1 και την εταιρία του, κατά το ποσό του υπολοίπου τιμήματος των 6.800.000 δολλαρίων Η.Π.Α. που ποτέ δεν κατέβαλε ο κατηγορούμενος, με αντίστοιχο δικό του αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος, αφού αυτός όταν υπογράφηκαν οι προαναφερθείσες συμβάσεις, κατέβαλε στους εγκαλούντες έναντι του συνολικού ως άνω τιμήματος, δύο δόσεις των 100.000 δολλαρίων ΗΠΑ η κάθε μία, έτσι ώστε να ενεργοποιηθούν οι σχετικοί όροι της συμβάσεως περί παράδοσης της υπό μεταβίβαση εταιρείας και όταν αυτή του παραδόθηκε διέκοψε τη διαδικασία της αγοράς, αλλά και τη λειτουργία των δύο εταιρειών, δηλαδή της "......", και της "CARDICO" και μετέφερε τα μηχανήματα και τον κινητό εξοπλισμό της πρώτης εκτός Μολδαβίας, έτσι ώστε να ματαιωθεί η αξίωση του εγκαλούντα επί του όγκου των εξαγωγών των δύο εταιρειών, ο ίδιος δε συνέχισε τη δραστηριότητα του στον τομέα της εξαγωγής καρυδόψιχας με την εταιρεία ".....". Την πράξη της πιο πάνω απάτης, η οποία είναι ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας και υπερβαίνει το ποσό των-15.000 ευρώ, τέλεσε ο κατηγορούμενος κατ' επάγγελμα, αφού σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αυτός είχε διαμορφώσει υποδομή, ιδίως με την ετοιμότητα του για συνέχιση της δραστηριότητας του μέσω τρίτης εταιρείας, με εκτόπιση από την αγορά της πιο πάνω εταιρίας "......" με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως αυτής, αφού συνέχισε, προς επίτευξη του προαναφερθέντος σκοπού του, επί μακρό χρόνο να επιμένει στις ψευδείς διαβεβαιώσεις του προς τον εγκαλούντα, με περαιτέρω σκοπό να πορισθεί εισόδημα....... Όσον αφορά, πέραν των άλλων αποδεικτικών μέσων, ειδικά τους εξετασθέντες μάρτυρες κατηγορίας, εξ αυτών προεχόντως οι Γ2, Γ3, αλλά και ο μεσολαβητής στις προαναφερθείσες μεταξύ των διαδίκων διαπραγματεύσεις Γ1, καταθέτουν, μεταξύ των άλλων, προς την κατεύθυνση της συναγωγής επαρκών ενδείξεων για στήριξη δημόσιας στο ακροατήριο κατηγορίας, κατά του κατηγορουμένου για την πιο πάνω πράξη και τα εξής : Ο μάρτυς Γ1 στην από 1-10-2003 κατάθεσή του ενώπιον της 9ης Πταισματοδίκου Αθηνών (αναφέρει) ότι ο κατηγορούμενος μετά τη συμφωνία σταμάτησε κάθε δραστηριότητα, επικαλούμενος εκ των υστέρων κάποιες φορολογικές εκκρεμότητες στη Μολδαβία οι οποίες όμως, ως εκθέτει προϋπήρχαν της συμφωνίας με τον μηνυτή και του τις απέκρυψε, αν δε τις γνώριζε ο μηνυτής δεν θα προχωρούσε σε συμφωνία, η ζημία του ότι είναι και πέραν του τιμήματος των 6.800.000 δολλαρίων που δεν εισέπραξε και τέλος ότι κατά τη γνώμη του ο κατηγορούμενος κινήθηκε με σκοπό να εξουδετερώσει την ανταγωνίστρια εταιρία "...." από την αγορά. Ο μάρτυς Γ2 στην από 14-10-2003 κατάθεση του ενώπιον της πιο πάνω Πταισματοδίκου αναφέρει ότι υπήρχαν προβλήματα με τις φορολογικές αρχές και οικονομικές εκκρεμότητες της επιχείρησης του κατηγορουμένου εξ αιτίας των οποίων δεν μπορούσε να δουλέψει εκτιμά δε ότι αυτό το γνώριζε ο κατηγορούμενος όταν ξεκινούσε τις διαπραγματεύσεις και ότι από την μικρή του πείρα σε επιχειρήσεις και την ελεύθερη αγορά, σχημάτισε την εντύπωση ότι ο κατηγορούμενος ενεργούσε εξ αρχής βάσει σχεδίου, αποκρύπτοντας τα προβλήματα και εμφανιζόμενος με καλές προθέσεις ενώ σκοπός του ήταν να εξουδετερώσει το μηνυτή από την αγορά της Μολδαβίας και των άλλων χωρών που εξήγαγε καρυδόψιχα. Τέλος ο μάρτυς Γ3 στην από 1-10-2003 κατάθεση του στην πιο πάνω Πταισματοδίκη αλλά και κυρίως ενώπιον του 14ου Ανακριτού καταθέτει σαφώς ότι ο κατηγορούμενος είχε προβλήματα με τις οικονομικές - φορολογικές αρχές της Μολδαβίας, και ενώ γνώριζε τα προβλήματα του με τις αρχές αυτές που προϋπήρχαν της συμφωνίας για την εξαγορά τα απέκρυψε και παρέστησε στον Ψ1 ότι έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει την παραγωγή του εργοστασίου της επιχείρησης αν δε ο Ψ1 ήξερε την πραγματικότητα δεν θα συμφωνούσε στην πώληση της επιχείρησής του. Κατόπιν τούτου, εν όψει και του προεκτεθέντος περιεχομένου αυτών των καταθέσεων, δεν φαίνεται να υπάρχει μόνον αθέτηση υπόσχεσης από πλευράς κατηγορουμένου, αλλά και συνδυασμός με παράσταση ψευδούς γεγονότος, σχετικά δηλαδή με την αξιοπιστία, φερεγγυότητα του κατηγορουμένου και την πρόθεση του για συνέχιση της λειτουργίας των πιο πάνω δύο εταιριών, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στο νομικό μέρος της παρούσης......Τα όσα δε καταθέτουν, οι μάρτυρες υπεράσπισης του κατηγορουμένου ...... και ....... εκθέτουν, αργότερα, και δη στις από 31-3-2006 ενώπιον του 14ου Ανακριτή σχετικά με ανάγκη από φόβο απλώς, από πλευράς κατηγορουμένου για μη συνέχιση της συνεργασίας με τον εγκαλούντα, στερούνται, εν όψει των προεκτεθέντων και των αντιφατικών θέσεων του ιδίου του κατηγορουμένου στα απολογητικά του υπομνήματα, ουσιαστικής βασιμότητας και δεν μπορούν να απαλείψουν.....τις ως άνω προκύψασες επαρκείς ενδείξεις ενοχής........". IV. Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί ως υπαίτιος των αξιόποινων πράξεων της κακουργηματικής απάτης, κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες, κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, ( άρθρα 13στ, 26 παρ.1α, 27 παρ.1α, 386 παρ.3α-1 ΠΚ). Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου 320/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Το ίδιο Συμβούλιο κατέληξε στην κρίση του αυτή, αφού, με την επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά του στην εισαγγελική πρόταση, εξετίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, με επιτρεπτή αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα πιο πάνω αξιόποινη πράξη και από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης αυτής πράξεως, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντα στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13γ, 26 παρ.1α, 27 παρ.1α, και 386 παρ.3α-1 ΠΚ, όπως ισχύουν, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο. Για την πληρότητα δε της πιο πάνω αιτιολογίας δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν και τα αναφερόμενα στην αίτηση επί πλέον στοιχεία. Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα με τις πιο πάνω παραδοχές του περιέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ 'επάγγελμα τέλεσης της κακουργηματικής πράξεως της απάτης που του αποδίδεται .
V. Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο από τη διάταξη του άρθρου 484 § 1 περ.β' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως, προβάλει την αιτίαση ότι το Συμβούλιο Εφετών, ερμήνευσε εσφαλμένα την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 § 1 ΠΚ, καθόσον παρέθεσε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού τα στοιχεία της απάτης, αλλά ελλιπή, "καθόσον δεν αναφέρει τον αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο και κυρίως την ανάγκη σχέσης υλικής αντιστοιχίας μεταξύ του σκοπηθέντος οφέλους και της προκληθείσας ζημίας". Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα, προεχόντως, ως απαράδεκτη. Η ελλιπής παράθεση των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος στην μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ή και η εξ ολοκλήρου έλλειψη μείζονος πρότασης, όπως ακόμη και η μη παράθεση του σχετικού άρθρου στο οποίο στηρίζεται η κατά του κατηγορουμένου κατηγορία, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άθρο 484 παρ.1 του ΚΠΔ, και ειδικότερα τον αναφερόμενο από τον αναιρεσείοντα της περ' β του παρ.1 του άρθρου αυτού. Αρκεί ότι εκτίθενται στο παραπεμπτικό βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα αυτό. Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
VI. Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενη αιτήσεως, ο αναιρεσείων προβάλει την αιτίαση ότι, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχεται ότι σκοπός των απατηλών ενεργειών του ήταν να εκτοπίσει τον εγκαλούντα από τη δεσπόζουσα θέση που αυτός κατείχε στην αγορά καρυδόψιχας στη Μολδαβία και να θέσει την επιχείρηση του εκτός λειτουργίας και ανταγωνισμού καταλαμβάνοντας τη θέση της με την εταιρεία "ΞΗΡΟΦΡΟΥΤ"", συγχρόνως, όλως αντιφατικά, δέχεται ότι, με την παράνομη πράξη που τέλεσε, πέτυχε να βλάψει τον εγκαλούντα και την εταιρεία του κατά το ποσό του υπολοίπου τιμήματος των έξι εκατομμυρίων οκτακοσίων χιλιάδων (6.800.000) δολαρίων ΗΠΑ, με αντίστοιχο δικό του παράνομο περιουσιακό όφελος. Έτσι, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων, δεν δύναται να ελεγχθεί μετά βεβαιότητος, εάν το Εφετείο με τα παραπάνω δέχεται ότι ο σκοπός παράνομου περιουσιακού οφέλους ήταν η εκτόπιση του εγκαλούντος από την αγορά καρυδόψιχας της Μολδαβίας ή η μη πληρωμή γι' αυτό των έξι εκατομμυρίων οκτακοσίων χιλιάδων (6.800.000) δολαρίων ΗΠΑ. Όμως, όπως προκύπτει από τις σαφείς παραδοχές του βουλεύματος, γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσείων ενήργησε, με σκοπό το περιουσιακό όφελος που συνίσταται στη μη καταβολή του τιμήματος που ανέρχεται στο ποσό των 6.800.000 δολλαρίων ΗΠΑ, το οποίο συνιστά και τη βλάβη του εγκαλούντος. Δηλαδή, κατά τα εκτιθέμενα στο βούλευμα περιστατικά, υφίσταται η απαιτούμενη για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης υλική αντιστοιχία, αφού το σκοπούμενο περιουσιακό όφελος συμπίπτει με την προκληθείσα περιουσιακή ζημία. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχεται ότι το τίμημα ανέρχονταν στο ποσό των 7.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ, από τα οποία ο αναιρεσείων κατέβαλε 200.000 δολλάρια ΗΠΑ και ότι στην σχετική συμφωνία εμφανίζεται το τίμημα αυτό ως δήθεν αμοιβή της σύμβασης παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών. Δεν δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι η βλάβη και το αντίστοιχο όφελος έγκειται, αφενός στη μη λειτουργία και απώλεια κερδών για την εταιρεία του εγκαλούντος και αφετέρου, στη λειτουργία και απόκτηση κερδών για την εταιρία του αναιρεσείοντος αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος εξαπάτησε τον εγκαλούντα κατά τον πιο πάνω τρόπο με τελικό σκοπό την εκτόπιση αυτού από την αγορά καρυδόψιχας της Μολδαβίας. Ο "σκοπός δε του εκτοπισμού" δεν αποτελεί στοιχείο του εγκλήματος της απάτης, έγινε δε σχετική αναφορά στο βούλευμα προς επισήμανση της εξαρχής, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως αγοραπωλησίας, αποφάσεως του κατηγορουμένου να μη καταβάλει το υπόλοιπο τίμημα, της αγοραπωλησίας, η οποία ήταν αποτέλεσμα της απάτης και χωρίς την οποία δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί ο τελικός αυτός σκοπός, ο οποίος είναι διαφορετικός και ανεξάρτητος από το σκοπό του εγκλήματος της απάτης. Έτσι η αναφορά και αυτού του σκοπού ουδεμία ενέχει κάποια αντίφαση ή ασάφεια. Η περαιτέρω δε αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι ενέχει αντίφαση η παραδοχή του βουλεύματος ότι σκοπός του αναιρεσείοντος ήταν να μην καταβάλει στον εγκαλούντα τα έξι εκατομμύρια οκτακόσιες χιλιάδες (6.800.000) δολλάρια ΗΠΑ, με την παραδοχή ότι το ποσό αυτό αποτελούσε προϊόν σύμβασης παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών, χωρίς μάλιστα να παραθέτει το προσβαλλόμενο βούλευμα σκέψεις, από τις οποίες να προκύπτει ότι υπήρχε υψηλή πιθανότητα επίτευξης αυτού του στόχου, είναι απορριπτέα, ως στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού ρητώς αναφέρεται στο σκεπτικό του βουλεύματος, ότι, στην σχετική συμφωνία το τίμημα των 6.800.000 δολαρίων, εμφανίζεται ως "δήθεν αμοιβή" της σύμβασης παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών.
Συνεπώς ο δεύτερος, από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νομίμου βάσεως του βουλεύματος με τις πιο πάνω αιτιάσεις είναι αβάσιμος και απορριπτέος. VII. Ο τρίτος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, κατά το οποίο το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς το αν το έγκλημα της απάτης τελέστηκε από τον αναιρεσείοντα εν γνώσει της αναληθείας των σχετικών πραγματικών περιστατικών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η γνώση του αναιρεσείοντος, περί της αναληθείας των φερομένων ψευδών πραγματικών περιστατικών, προκύπτει από τις σαφείς παραδοχές του βουλεύματος, κατά τις οποίες οι ψευδείς αυτές παραστάσεις αφορούν συμπεριφορές και καταστάσεις του ιδίου του αναιρεσείοντος.
VIII. Με τον τέταρτο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, για εσφαλμένη εφαρμογή της ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 ΠΚ, διότι, όπως αναφέρει ο αναιρεσείων, οι κατά τις παραδοχές του βουλεύματος ψευδείς παραστάσεις, ότι αυτός είναι "αξιόπιστος και φερέγγυος επιχειρηματίας", συνιστούν αξιολογικές κρίσεις και όχι γεγονότα, όπως και ο ισχυρισμός ότι η εταιρεία του αναιρεσείοντος δεν ενδιαφερόταν πράγματι για την εξαγορά της εταιρείας του εγκαλούντος, αλλά επιθυμούσε να εκτοπίσει αυτή χωρίς να καταβάλλει στον εγκαλούντα και το τίμημα για την εξαγορά της, η δε πρόθεση και ικανότητα συνέχισης της λειτουργίας των δύο εταιριών, καθώς και η πρόθεση του αναιρεσείοντος να προβεί στην εν λόγω αγορά και την περαιτέρω επικερδή λειτουργία των δύο εταιριών, αποτελούν διαβεβαιώσεις για περιστατικά αναγόμενα στο μέλλον και δεν συνιστούν "γεγονότα". Ο λόγος αυτός αναίρεσης με τις πιο πάνω αιτιάσεις πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού η ψευδής παράσταση αναφέρεται σε ενεστώτα και παρόντα πραγματικά περιστατικά, δηλαδή στην οικονομική ικανότητα του αναιρεσείοντος, η οποία αποδείχθηκε ψευδής, αφού δεν καταβλήθηκε το τίμημα. Ειδικότερα, κατά τις σαφείς παραδοχές του βουλεύματος, τις υποσχέσεις του ο αναιρεσείων ότι θα πράξει όσα τελικά δεν έπραξε, τις συνόδευσε, προκειμένου να εξαπατήσει τον εγκαλούντα, με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις ψευδών γεγονότων, δηλαδή ότι ο αναιρεσείων ήταν αξιόπιστος και φερέγγυος, που αποτελούν πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρόν.
IX. Κατά τα λοιπά ,οι διαλαμβανόμενες, τόσο στον δεύτερο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ως προς τις παραδοχές του βουλεύματος, ότι μετά την καταγγελία της σύμβασης η εταιρεία "....", αδρανοποιήθηκε και έπαυσε να λειτουργεί, όσο και ως προς τα διαλαμβανομένα περαιτέρω στον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά τα οποία το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έλαβε υπόψη του και δε αξιολόγησε τα αναφερόμενα στην αίτηση γεγονότα, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων η της ελλείψεως ακροάσεως, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Συμβουλίου. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 229/25-10-2007 έκθεση αναίρεσης του Χ1, για αναίρεση του 1571/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα , στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική απάτη. Αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση. Στοιχεία κακουργηματικής απάτης από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες και απάτες, κατ’ επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Αιτιολογία βουλεύματος. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 386 παρ. 3α του Π.Κ. . Η ελλιπής παράθεση των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος στην μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ή και η εξ ολοκλήρου έλλειψη μείζονος πρότασης, όπως ακόμη και η μη παράθεση του σχετικού άρθρου στο οποίο στηρίζεται η κατά του κατηγορουμένου κατηγορία, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Λόγος αναίρεσης για ασάφειας ως προς τον σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους, της γνώσεως της αναληθείας των σχετικών πραγματικών περιστατικών. Λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 386 ΠΚ, διότι οι ψευδείς παραστάσεις, ότι ο αναιρεσείων είναι «αξιόπιστος και φερέγγυος επιχειρηματίας» κλπ, συνιστούν αξιολογικές κρίσεις και όχι γεγονότα, ή αποτελούν διαβεβαιώσεις για περιστατικά αναγόμενα στο μέλλον. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
| 2
|
Αριθμός 1699/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, που ορίσθηκε με τη με αριθμό 57/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την κοινή αίτηση (έκθεση) των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο και 3) Χ3, που παρέστη με τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του, για αναίρεση της με αριθμό 7282/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πρόκο. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 114/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις του άρθρου 224 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος, απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι αντικειμενικώς ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του ΠΚ, κατά το οποίο, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση του κατηγορουμένου ότι η γενόμενη καταμήνυση είναι ψευδής και τα πραγματικά περιστατικά, που κατέθεσε, ήταν επίσης ψευδή. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κλπ. β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση, θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική κατά το είδος καθενός αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. Πρέπει ,όμως, να προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά απ' αυτά για να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων. 'Οταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως επί των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρος, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, δηλαδή άμεσος δόλος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 7282/2007 απόφασής του, ύστερα από εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, μεταξύ των άλλων, τα ακόλουθα: "Ο πρώτος από τους κατηγορουμένους Χ1 υπέβαλε στις 3-11-2000 στο Α.Τ. Αγίου Δημητρίου την από 2-11-2000 μήνυσή του σε βάρος της εγκαλούσας Ψ1 και της μητέρας του Γ1 κατηγορώντας τες, εν γνώσει του ψευδώς ότι του αφαίρεσαν τα αναφερόμενα στη μήνυση κινητά πράγματα, με αποτέλεσμα να ασκηθεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για το αδίκημα της υφαίρεσης αντικειμένων συνολικής αξίας πάνω από 25.000.000 δραχμές. Η ανωτέρω μηνύτρια αθωώθηκε με την με αριθμό 1378/06 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών (σχ. Το 3662/4-10-2006 και 383/28-9-2006 πιστοποιητικά του γραμματέα του Αρείου Πάγου και Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα).
Συνεπώς και με δεδομένο ότι η εγκαλούσα αθωώθηκε από την κατηγορία της υφαίρεσης, που προκλήθηκε εξ αιτίας της παραπάνω μήνυσης του πρώτου κατηγορουμένου, συνεκτιμωμένων και των προαναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 είχε σκοπό και πρόθεση να προκαλέσει την καταδίωξη της μηνύτριας που ήταν πρώην σύζυγος του, μολονότι γνώριζε ότι τα αναφερόμενα στη μήνυσή του, ήταν ψέματα. Όσον αφορά τους δεύτερο και τέταρτη από τους κατηγορουμένους (Χ3 και Χ2) που κατέθεσαν ένορκα ως μάρτυρες ότι είχαν αφαιρεθεί τα κινητά πράγματα που αναφέρονται στη μήνυση, αποδείχθηκε ότι ενώ γνώριζαν την αλήθεια της μη αφαίρεσης των κινητών πραγμάτων, παρόλα αυτά εν γνώσει τους κατέθεσαν ψέματα ότι αφαιρέθηκαν. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος που συνδεόταν με αυτούς με μακροχρόνια φιλία και συνεργασία, προκάλεσε σε αυτούς την απόφαση να ψευδομαρτυρήσουν, όπως αναλυτικά αναφέρεται στο διατακτικό.
Συνεπώς ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ψευδούς καταμηνύσεως και της ηθικής αυτουργίας σε δύο ψευδορκίες μαρτύρων και οι 2ος και 4η από τους κατηγορουμένους για ψευδορκία". Με τις σκέψεις αυτές οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι των πιο πάνω πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρος (ο δεύτερος και η τρίτη) και της ψευδούς καταμηνύσεως και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος, κατά συρροή, ο πρώτος. Ειδικότερα ο πρώτος (Χ1), κηρύχθηκε ένοχος του ότι υπέβαλε, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, στις 3-11-2000 στο Α.Τ. Αγίου Δημητρίου την από 2-11-2000 μήνυσή του σε βάρος της εγκαλούσας Ψ1 και της μητέρας του Γ1 και κατεμήνυσε εν γνώσει της αναλήθειας την εγκαλούσα, ως δράστη παρανόμων ενεργειών και συγκεκριμένα κλοπής (υφαίρεσης) σε βαθμό κακουργήματος, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη της γι' αυτήν, το κρίσιμο δε περιεχόμενο της μηνύσεως του , λεπτομερώς εκτίθεται στο διατακτικό της αποφάσεως, όπου και απαριθμούνται τα υφαιρεθέντα κινητά πράγματα και οι συνθήκες υφαιρέσεως αυτών, η συνολική αξία των οποίων προσδιορίζεται, πλην των εγγράφων των οποίων η αξία υπερβαίνει το ποσό των 100.000.000 δρχ, στο ποσό των 27.750.000 δραχμών. Η αλήθεια όμως, όπως αναφέρεται στο διατακτικό της αποφάσεως, την οποία γνώριζε ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, ήταν ότι η εγκαλούσα εν διαστάσει σύζυγος του Ψ1 ουδέποτε αφαίρεσε την οικοσκευή ή το αρχείο του από τη συζυγική τους οικία και τα λοιπά διαμερίσματα της πολυκατοικίας του πρώτου κατηγορουμένου και ότι ουδέποτε τη συνέδραμε η μητέρα του Γ1 σε τέτοια ενέργεια. Ότι την 25-10-2000 που αποχώρησε η εγκαλούσα πήρε μαζί της μόνο τα προσωπικά της αντικείμενα και του παρέδωσε τα κλειδιά του αρχείου του. Ότι την οικοσκευή, που ισχυρίζεται ο πρώτος κατηγορούμενος πως λείπει από το διαμέρισμα όπου κατοικούσε, τη μετέφεραν ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ3 και ο τρίτος Χ σε άλλο διαμέρισμα της ίδιας πολυκατοικίας. Ότι την ίδια ημέρα (25-10-2000 ) έφθασε μετά την αποχώρηση της εγκαλούσας στην οικία του πρώτου κατηγορουμένου ένα φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του τρίτου κατηγορουμένου Χ, στο οποίο φορτώθηκαν αντικείμενα του πρώτου κατηγορουμένου. Ότι τα έγγραφα που ισχυρίζεται ο πρώτος κατηγορούμενος πως έλειπαν από το αρχείο του βρίσκονταν στα χέρια των Χ3 και Χ. Αποτέλεσμα δε της ως άνω ψευδούς μηνύσεως του πρώτου κατηγορουμένου, το οποίο επεδίωξε, ήταν να ασκηθεί ποινική δίωξη στην εγκαλούσα για κλοπή (υφαίρεση ) αντικειμένων συνολικής αξίας άνω των 25.000.000 δραχμών, να διενεργηθεί κυρία ανάκριση από τον Ανακριτή του 6ου(tm) Τακτικού Τμήματος Αθηνών και να παραπεμφθεί αυτή να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Επίσης ο αυτός κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος του ότι στην Αθήνα στις 19/4/2001 με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν τις άδικες πράξεις που διέπραξαν. Ειδικότερα με προτροπές, παραινέσεις και επικαλούμενος τις συμβουλές που οι λοιποί κατηγορούμενοι του είχαν δώσει υποδεικνύοντας του πως η σύζυγος του και νυν εγκαλούσα Ψ1, επιθυμούσε δήθεν να τον βλάψει, έπεισε τους συγκατηγορουμένους του Χ3 και Χ2 να εκτελέσουν τις πιο κάτω αναφερόμενες άδικες πράξεις τους. Ο δεύτερος αναιρεσείων Χ3, κηρύχθηκε ένοχος του ότι στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2001, ενώ εξετάζονταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα αποκρύπτοντας την αλήθεια. Ειδικότερα εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας κατηγορίας ενώπιον του Ανακριτή Αθηνών του 6ου Τακτικού Τμήματος, εν γνώσει του κατέθεσε τα εξής ψευδή "...... οπότε και έγινε αντιληπτό ότι η γυναίκα του με τη βοήθεια της μητέρας του είχε αφαιρέσει από το σπίτι τους στο ..... όλη την οικοσκευή καθώς και τα προσωπικά του αρχεία. ..Στην υφαίρεση της οικοσκευής αυτής συμμετείχε και η μητέρα του Χ1... Η αξία της οικοσκευής που αφαίρεσε η γυναίκα του μηνυτή και η μητέρα του είναι περίπου 30.000.000 δρχ...". Η αλήθεια όμως, την οποία γνώριζε ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ3 ήταν ότι η εγκαλούσα ουδέποτε αφαίρεσε την οικοσκευή ή το αρχείο του πρώτου κατηγορουμένου από τη συζυγική τους οικία και τα λοιπά διαμερίσματα της πολυκατοικίας και ότι ουδέποτε τη συνέδραμε η μητέρα του Γ1 σε τέτοια ενέργεια. Ότι την 25-10-2000 που αποχώρησε η εγκαλούσα πήρε μαζί της μόνο τα προσωπικά της αντικείμενα και παρέδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο τα κλειδιά του αρχείου του. Ότι την οικοσκευή, που ισχυρίζεται ο δεύτερος κατηγορούμενος πως λείπει από το διαμέρισμα όπου κατοικούσε ο πρώτος κατηγορούμενος, τη μετέφεραν ο ίδιος ο δεύτερος κατηγορούμενος και ο τρίτος Χ σε άλλο διαμέρισμα της ίδιας πολυκατοικίας. Ότι την ίδια ημέρα ( 25-10-2000 ) έφθασε μετά την αποχώρηση της εγκαλούσας στην οικία του πρώτου κατηγορουμένου ένα φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του τρίτου κατηγορουμένου Χ, στο οποίο φορτώθηκαν αντικείμενα του πρώτου κατηγορουμένου. Ότι τα έγγραφα που διαπιστώθηκε πως έλειπαν από το αρχείο του πρώτου κατηγορουμένου βρίσκονταν στα χέρια των Χ3 και Χ . Η τρίτη αναιρεσείουσα Χ2 κηρύχθηκε ένοχη του ότι στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2001 ενώ εξετάζονταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα αποκρύπτοντας την αλήθεια. Ειδικότερα εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας κατηγορίας ενώπιον του Ανακριτή Αθηνών του 6ου Τακτικού Τμήματος, στην αυτή υπόθεση, εν γνώσει της κατέθεσε τα εξής ψευδή ".....και εκεί διαπιστώσαμε ότι εκτός από τα έπιπλα και κουρτίνες είχαν αφαιρεθεί όλα τα πράγματα. του σπιτιού, όπως σερβίτσια, χαλιά, σεντόνια κ.λ.π.". Η αλήθεια όμως, την οποία γνώριζε η τέταρτη κατηγορουμένη Χ2, ήταν, όπως αυτή αναφέρεται και πιο πάνω. Για τις πράξεις τους δε αυτές, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 46 παρ. 1α , 94, 224 παρ.2- 1 , 227 παρ.1 και 229 ΠΚ ο πρώτος αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκατριών (13) μηνών οι 2ος και 3η σε ποινή φυλακίσεως και έξι (6) μηνών, η εκτέλεση των οποίων ανεστάλη για όλους για τρία (3) χρόνια.
ΙΙ. Με τις πιο πάνω παραδοχές του, το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνει την αιτιολογία της, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα το Τριμελές Εφετείο με τις παραδοχές του ότι η εγκαλούσα την 25-10-2000 που αποχώρησε από τη συζυγική οικία πήρε μαζί της μόνο τα προσωπικά της αντικείμενα και παρέδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο τα κλειδιά του αρχείου του, ότι την οικοσκευή, που ισχυρίσθηκαν οι κατηγορούμενοι πως λείπει από το διαμέρισμα όπου κατοικούσε ο πρώτος κατηγορούμενος, τη μετέφεραν ο ίδιος ο δεύτερος κατηγορούμενος (Χ3) και ο τρίτος Χ σε άλλο διαμέρισμα της ίδιας πολυκατοικίας, ότι την ίδια ημέρα ( 25-10-2000 ) έφθασε μετά την αποχώρηση της εγκαλούσας στην οικία του πρώτου κατηγορουμένου ένα φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του τρίτου κατηγορουμένου (Χ), στο οποίο φορτώθηκαν αντικείμενα του πρώτου κατηγορουμένου, ότι τα έγγραφα που διαπιστώθηκε πως έλειπαν από το αρχείο του πρώτου κατηγορουμένου βρίσκονταν στα χέρια των Χ3 και του τρίτου Χ, εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη γνώση του ψεύδους του περιεχομένου της από 2-11-2000 εγκλήσεως του ήδη αναιρεσείοντος Χ1 κατά των Ψ1 και Γ1 και των από 19-4-2001 και από 19-4-2001, αντίστοιχα, ενόρκων καταθέσεων των αναιρεσειόντων Χ3 και Χ2 ενώπιον του Ανακριτή του 6ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών, καθώς και το σκοπό καταδιώξεως των ως άνω εγκαλουμένων από τον αναιρεσείοντα Χ1. Επίσης το Τριμελές Εφετείο με τις παραδοχές του ότι ο πρώτος κατηγορούμενος αναιρεσείων που συνδεόταν με τον Χ3 και την Χ2 με μακροχρόνια φιλία και συνεργασία, προκάλεσε σε αυτούς την απόφαση να ψευδομαρτυρήσουν, με προτροπές, παραινέσεις και επικαλούμενος πως η εγκαλούσα σύζυγος του, επιθυμούσε δήθεν να τον βλάψει, έπεισε τους συγκατηγορουμένους αυτούς να εκτελέσουν την πράξη της ψευδομαρτυρίας μάρτυρος, πλήρως αιτιολογείται με την προσβαλλόμενη απόφαση (και συγκεκριμένα στο διατακτικό, στο οποίο παραπέμπει το σκεπτικό της) και αναφέρεται ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο αναιρεσείων Χ1 προκάλεσε στους συγκατηγορουμένους του Χ3 και Χ2 την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, την οποία αυτοί διέπραξαν καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το Τριμελές Εφετείο συνήγαγε την κρίση ότι ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στους ως άνω συγκατηγορουμένους του φυσικούς αυτουργούς την απόφαση του αυτή. Επομένως ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων Χ1, προβάλλει τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελείως τυπική και στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στοιχειοθετούν αντικειμενικά και υποκειμενικά τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος, ότι οι ελλείψεις αυτές δεν μπορούν να αναπληρωθούν από όσα περιέχονται στο διατακτικό, στο οποίο παραπέμπει, και ότι ειδικότερα όσον αφορά τη γνώση του και το δόλο μου, δεν εκτίθεται πως προκύπτει ότι γνώριζε ότι όσα κατεμήνυσε ήταν ψευδή και ότι παρέπεισε τους συγκατηγορουμένους μου να καταθέσουν επίσης ψευδή, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Με το δεύτερο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως, οι αναιρεσείοντες Χ3 και την Χ2 αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τη μοναδική πλημμέλεια ότι αυτή στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας , διότι "δεν παρατίθενται τα αποδεικτικά στοιχεία ούτε διαλαμβάνονται σκέψεις ώστε να αποδεικνύεται ότι πράγματι τελέσαμε την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα όταν μάλιστα τα ίδια στοιχεία της κατηγορίας που το Εφετείο δέχθηκε ως ψευδή και μας καταδίκασε για ψευδορκία, τα ίδια αυτά στοιχεία της κατηγορίας εκρίθησαν αμετακλήτως αληθή από την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου το οποίο μας έχει κηρύξει αθώους της συκοφαντικής δυσφήμησης με τα ίδια στοιχεία που κηρυχθήκαμε ένοχοι από την αναιρεσιβαλλομένη". Οι αιτιάσεις αυτές, κατά το πρώτο μεν σκέλος αυτών, είναι αβάσιμες, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και ιδιαιτέρα από την αρχή του σκεπτικού της, γίνεται ρητή αναφορά όλων των αποδεικτικών μέσων στα οποία στηρίχθηκε η καταδικαστική για τους κατηγορούμενους αναιρεσείοντες κρίση του, χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. Κατά τα λοιπά οι προβαλλόμενες πιο πάνω αιτιάσεις, πρέπει, να απορριφθούν, ως απαράδεκτες, αφενός μεν, λόγω παντελούς αοριστίας αυτών, αφού δεν προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας, σε σχέση με τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως και ποία πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με πληρότητα σ' αυτήν, αφετέρου δε, διότι με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν απαραδέκτως την περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο εκ του αρθρ. 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, για τους προαναφερόμενους λόγους.
ΙV. Μετά από αυτά και την απόρριψη των πιο πάνω λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα ( άρ.583 παρ.1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που παραστάθηκε ( 186, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 455/ 20-12-2007 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως των: 1) Χ1, 2) Χ3 και 3) Χ2για αναίρεση της 7282/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που παραστάθηκε, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση. Ψευδορκία μάρτυρος. Ηθική αυτουργία σε ψευδορκία. Στοιχεία εγκλημάτων. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Αιτιολογία δόλου - γνώσεως ψεύδους. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα, Δόλος.
| 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.