text
stringlengths
2.14k
585k
summary
stringlengths
1
6.5k
case_category
stringclasses
399 values
case_tags
stringlengths
5
295
subset
float64
0
2
Αριθμός 1949/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποιν. Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιοτέρου μέλους της συνθέσεως, Θεοδώρας Γκοϊνη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 30/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. 75/2008 ομοία), Βιολέττα Κυτέα (ορισθείσα με την υπ' αριθ. 44/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαϊου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) χ1, και 2) χ2, που παραστάθηκαν στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Δάσκα, για αναίρεση της 334/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Και με πολιτικώς ενάγουσα την ψ1, που παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Κάσση. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες ζητάνε την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Οκτωβρίου 2007 αίτησή τους, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 2119/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώματος αυτού στον κατηγορούμενο ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Β και 170 παρ.2 του ΚΠοινΔ. Έλλειψη ακροάσεως υπάρχει όταν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου το λόγο προκειμένου να προτείνουν την ανάγνωση εγγράφων και εκείνος ή το Δικαστήριο τους τον αρνηθεί. Η υποβολή του σχετικού αιτήματος πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προβάλλει με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως έλλειψη ακροάσεως, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το δικαστήριο αρνήθηκε την άσκηση δικαιώματος για την ανάγνωση εγγράφων που αυτός υπέβαλε και συγκεκριμένα δια του συνηγόρου του για την ανάγνωση απομαγνητοφωνημένης συνομιλίας της 20-5-2005 του πρώτου εξ αυτών με το ...., κουμπάρο του ζεύγους, ( δηλαδή του πρώτου αναιρεσείοντος και της πολιτικώς ενάγουσας ψ1), καθώς και τη σχετική μαγνητοταινία, στην οποία αποτυπώνεται η εν λόγω συνομιλία, πλην όμως τούτο δεν έγινε δεκτό από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου, των λοιπών μελών της συνθέσεως μη αντιλεξάντων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση των πρακτικών δεν προκύπτει ότι καταχωρήθηκε σ' αυτά αίτημα για ανάγνωση απομαγνητοφωνημένου κειμένου τηλεφωνικής συνομιλίας και της σχετικής μαγνητοταινίας, και ότι το Δικαστήριο απέρριψε τέτοιο αίτημα, η δε από 9-10-2007 αίτηση συμπληρώσεως ή διορθώσεως των ως άνω πρακτικών απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1504/2007 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Κατά το άρθρο 224 παρ.2 ΠΚ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο που φέρεται ότι τελέσθηκαν από τους κατηγορουμένους οι πράξεις που τους αποδίδονται, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι τα ενόρκως απ' αυτόν κατατιθέμενα είναι ψευδή. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή. Περαιτέρω, κατά το αρ. 46 παρ. 1 περ. α' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση και παραγωγή της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του παθόντος, με πειθώ ή φορτικότητα ή προτροπές ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινείται ο φυσικός αυτουργός, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος, και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις , τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά αυτών, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του καθένα εκ των αποδεικτικών μέσων και το προκύψαν εξ αυτού συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό. Ωστόσο πρέπει να συνάγεται, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, και όχι μόνο μερικά εξ αυτών, για να μορφώσει την κρίση του περί της ενοχής του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά? " Ο δεύτερος κατηγορούμενος έδωσε την από ..... ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αθηνάς-Ιωάννας Καρανάσιου, για την οποία συντάχθηκε η απ' αριθ. ..... πράξη της τελευταίας, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί η ένορκη αυτή βεβαίωση από τον πρώτο κατηγορούμενο ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση της προαναφερομένης αγωγής περί διατροφής της τότε συζύγου του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Δίνοντας την ένορκη αυτή βεβαίωση κατέθεσε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της πιο πάνω αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση αρχής (συμβολαιογράφου) ότι ο πρώτος κατηγορούμενος και η εγκαλούσα είχαν προβλήματα ως σύζυγοι, που προήρχοντο, πλην άλλων εκ του ότι η εγκαλούσα διατηρούσε εξωσυζυγικούς δεσμούς τόσο με τον εξάδελφο του πρώτου κατηγορούμενου γ1, όσο και με τον κουμπάρο τους. Όμως τα ανωτέρω είναι ψευδή, καθόσον ουδόλως αποδείχτηκε ότι η εγκαλούσα διατηρούσε εξωσυζυγικούς δεσμούς. Ακόμη και οι μάρτυρες υπερασπίσεως το μόνο που κατέθεσαν προκειμένου να υποστηρίξουν την άποψη αυτή είναι ότι ο εξάδελφος του πρώτου κατηγορουμένου επισκεπτόταν την οικία του ζεύγους όταν ο πρώτος κατηγορούμενος έλειπε από αυτήν. Όμως και αν αυτό είναι αληθινό μόνον οι επισκέψεις ενός συγγενικού προσώπου δεν μπορούν να οδηγήσουν σε ασφαλή συμπεράσματα ότι πράγματι είχε συναφθεί ερωτικός δεσμός μεταξύ της εγκαλούσας και των ανωτέρω προσώπων. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορούμενου ότι η ίδια η εγκαλούσα το έτος 1996 του αποκάλυψε ότι επί δώδεκα έτη διατηρούσε εξωσυζυγικό δεσμό με τον εξάδελφό του και επί δύο έτη με τον κουμπάρο τους είναι αναληθής, αφού κείται πέραν πάσης λογικής, να μην έχει ο ίδιος αντιληφθεί ότι πράγματι η σύζυγός του διατηρούσε επί δεκατέσσερα έτη εξωσυζυγικούς δεσμούς και όταν δε (δήθεν) του το αποκάλυψε να παραμείνει μαζί της έως και το Σεπτέμβριο του έτους 1999, οπότε και διασπάστηκε, το πρώτον η έγγαμη συμβίωσή τους. Τα ανωτέρω δε ψευδή γεγονότα ο δεύτερος κατηγορούμενος τα κατέθεσε γνωρίζοντας ότι είναι ψέματα, δεδομένου ότι δεν γνώριζε καν την εγκαλούσα. Επίσης αποδείχτηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος με πρόθεση προκάλεσε σ' αυτόν (δεύτερο κατηγορούμενο), με πειθώ και φορτικότητα να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που αυτός διέπραξε". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο κήρυξε τους κατηγορουμένους ενόχους του ότι: "Στον Πειραιά την 1-9-2000 τέλεσαν με πρόθεση της επόμενες αξιόποινες πράξεις: Α) Ο δεύτερος κατηγορούμενος, χ2, ενώ εξεταζόταν ένορκα σαν μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Ειδικότερα, ενώ εξεταζόταν ένορκα σαν μάρτυρας ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Καρανάσιου, προκειμένου η με αρ. ....., ένορκη κατάθεση αυτού να χρησιμοποιηθεί για την απόκρουση της από 27-6-2000 αγωγής της μηνύτριας ψ1 κατά του πρώτου κατηγορουμένου, χ1, κατέθεσε εν γνώσει του τα εξής ψευδή γεγονότα: "Ξέρω ότι με την γυναίκα του είχε προβλήματα που προήρχοντο κυρίως από τον χαρακτήρα της και όπως έμαθα από τον ίδιο το χ1, αλλά και από κοινούς φίλους της οικογενείας χ, η ψ1 διατηρούσε εξωσυζυγικούς δεσμούς, τόσον με τον εξάδελφο του χ1, γ1, όσο και με τον κουμπάρο του ζεύγους. Το γεγονός αυτό το έμαθα λόγω των συγγενικών δεσμών των προσώπων αυτών με το χ1. Ενώ η αλήθεια, την οποία καλά γνώριζε ο ίδιος είναι ότι ουδέποτε η μηνύτρια διατηρούσε εξωσυζυγικούς δεσμούς. Β) Ο πρώτος κατηγορούμενος χ1, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Ειδικότερα, με πειθώ και φορτικότητα, έπεισε το συγκατηγορούμενό του, χ2, να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, την οποία αυτός, όπως προεκτέθηκε (με στοιχ. Α) τελικά διέπραξε". Με τις παραδοχές και σκέψεις αυτές το Εφετείο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και τους επέβαλε ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών στον καθένα και δη για ψευδορκία μάρτυρα στον δεύτερο και ηθική σ' αυτήν αυτουργία στον πρώτο. Όμως, η ως άνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, καθόσον ούτε στο ανωτέρω σκεπτικό, αλλά ούτε και στο διατακτικό της εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν και εντεύθεν να θεμελιώνουν την εκ μέρους του δευτέρου κατηγορουμένου γνώση ότι αυτά που κατέθεσε ενόρκως ήταν ψευδή, καίτοι η γνώση αυτή δεν είναι καθόλου αυτονόητη από όσα στο σκεπτικό και το διατακτικό της αποφάσεως εκτίθενται. Η αιτιολογία ότι "τα ανωτέρω δε γεγονότα ο δεύτερος κατηγορούμενος τα κατέθεσε γνωρίζοντας ότι είναι ψέματα, δεδομένου ότι δεν γνώριζε καν την εγκαλούσα", είναι ελλιπής, και μόνη αυτή δεν μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του δευτέρου αναιρεσείοντος, αφού είτε γνωρίζει κανείς, είτε δεν γνωρίζει το πρόσωπο του εγκαλούντος, τούτο, ως γεγονός, δεν αποτρέπει αφ' εαυτού ή δεν οδηγεί στην τέλεση του αδικήματος της ψευδορκίας μάρτυρα. Επιπλέον ελλιπής είναι η αιτιολογία και ως προς την ενοχή του πρώτου κατηγορουμένου, ως ηθικού αυτουργού, αφού είναι τυπική και αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών. Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος των ενδίκων αιτήσεων, οι οποίες μετά ταύτα πρέπει να γίνουν δεκτές, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 519, ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ.334/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣΚαι Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1 Αυγούστου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδορκία μάρτυρα. Ηθική αυτουργία σ’ αυτήν. Για τη θεμελίωση ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση του δράση ότι όσα καταθέτει ενόρκως είναι ψευδή. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αναιρείται η απόφαση, διότι δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν τη γνώση του κατηγορουμένου ότι αυτά που κατέθεσε ενόρκως ήταν ψευδή και ως προς ηθικό αυτουργό γιατί η αιτιολογία είναι τυπική.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ηθική αυτουργία, Ψευδορκία μάρτυρα, Δόλος.
0
Αριθμός 1948/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αναστάσιο Λιανό (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αντώνιο Αθηναίο (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 87/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, περί αναιρέσεως της 3399/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα τη Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 291/2008. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμο όροι. Επομένως, υπέρβαση εξουσίας και μάλιστα θετική, υπάρχει και όταν το δικαστήριο, αντί να κηρύξει τη συζήτηση της υπόθεσης, ως απαράδεκτη ή να παύσει οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη, προχωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης και καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 500 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας κλητεύει εμπρόθεσμα (άρθρ. 166 ΚΠοινΔ) εκείνον που ασκεί την έφεση και όλους τους διαδίκους που παραστάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη. Για την επίδοση της κλήσεως αυτής στον εκκαλούντα συντάσσεται, σύμφωνα με το άρθρο 161 του ίδιου Κώδικα, αποδεικτικό επίδοσης στο οποίο πρέπει να σημειώνεται με ακρίβεια ο τόπος, το ονοματεπώνυμο του προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση, καθώς και ο τρόπος της επίδοσης. Με το αποδεικτικό αυτό επίδοσης και με βάση τα βεβαιούμενα σ' αυτό περιστατικά που υπέπεσαν στην αντίληψη του ενεργήσαντος την επίδοση αρμοδίου οργάνου αποδεικνύεται σύμφωνα με το άρθρο 162 του ΚΠοινΔ, η προς τον εκκαλούντα επίδοση της κλήσεως για εμφάνισή του στο δικαστήριο προς υποστήριξη της εφέσεώς του. Εάν από το αποδεικτικό της επίδοσης δεν προκύπτει νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εκκαλούντος στο ακροατήριο του Εφετείου και τούτο, παρά την ακυρότητά της επίδοσης, προχώρησε στην εκδίκαση της έφεσής του, αντί να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση, υποπίπτει στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, παρά την έλλειψη νόμιμης κλήτευσης του κατηγορουμένου και τη μη εμφάνισή του, προχώρησε στην εκδίκαση της έφεσής του και καταδίκασε τον κατηγορούμενο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεστεί κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του που δηλώθηκε αρχικά. Εκτός εάν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση. Τέτοια δήλωση ως προς την μεταβολή της κατοικίας ή της διαμονής, μαζί με την ακριβή διεύθυνση πρέπει να γίνεται εγγράφως στον Εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη. Αντίγραφο της σχετικής δήλωσης μαζί με τη σχετική έκθεση για την παράδοσή της εντάσσεται χωρίς χρονοτριβή στην οικεία δικογραφία. Ως τέτοια δήλωση κατοικίας ή διαμονής θεωρείται και εκείνη που αναγράφεται στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου ή της προσφυγής κατά της απευθείας κλήσεως ή στην περί αναιρέσεως δήλωση της παρ. 2 του άρθρου 473. Στην τελευταία περίπτωση η περί αναιρέσεως δήλωση του κατηγορουμένου ή αντίγραφο αυτής επισυνάπτεται στην οικεία δικογραφία με μέριμνα του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, συνδυαζομένη και με εκείνη του άρθρου 498 ΚΠοινΔ, επί ασκήσεως εφέσεως στην οποίαν ο εκκαλών δηλώνει την κατοικία ή διαμονή του, κάθε έγγραφο της διαδικασίας στο ακροατήριο, όπως είναι και η κλήση του εκκαλούντος προς εμφάνιση στο δικαστήριο για την υποστήριξη της εφέσεώς του, θεωρείται ότι επιδίδεται εγκύρως αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής που δηλώθηκε με την έφεση και αν ακόμη ο εκκαλών, κατά το χρόνο της επίδοσης της κλήσης, είχε μεταβάλει τη δηλωθείσα κατοικία ή διαμονή, εκτός εάν είχε δηλώσει τη μεταβολή αυτή αρμοδίως πριν από την επίδοση. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η επίδοση προς τον εκκαλούντα της κλήσεως του Εισαγγελέα για να εμφανισθεί στο ακροατήριο του δικαστηρίου προκειμένου να υποστηρίξει την έφεσή του γίνεται από εκείνον που ενεργεί την επίδοση, αφού προηγουμένως διαπιστώσει τη μεταβολή της κατοικίας, στη δηλωθείσα διεύθυνση της νέας κατοικίας ή διαμονής του με παράδοση στα χέρια του, και αν δεν βρεθεί σ' αυτή ούτε αυτός ούτε τα στο άρθρο 155 παρ. 1 ΚΠοινΔ αναφερόμενα πρόσωπα με θυροκόλληση αυτής. Αν παρά την ως άνω μεταβολή της κατοικίας ή διαμονής του εκκαλούντος και τη δήλωση αυτής, η κλήση αυτού προς εμφάνιση στο ακροατήριο του Εφετείου, επιδοθεί στην αρχικώς δηλωθείσα με την έφεση κατοικία του η επίδοση αυτή τυγχάνει, κατ' άρθρο 155 παρ. 2 ΚΠοινΔ, άκυρη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, με την υπ' αριθμ. 8257/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης καταδικάστηκε ο αναιρεσείων για την πράξη της απάτης και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών. Εναντίον της αποφάσεως αυτής άσκησε την υπ' αρίθμ. 911/7-3-2004 έφεσή του. Στο δικόγραφο της εν λόγω εφέσεως δήλωσε ως διεύθυνση κατοικίας την οδό ..., της πόλεως ...και αντίκλητο το δικηγόρο Θεσσαλονίκης Χαράλαμπο Αποστολίδη. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2045/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε, παρών, για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της απάτης και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών. Εναντίον της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την από 15-11-2006 αίτηση αναιρέσεως, η οποία επιδόθηκε νομοτύπως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 20-11-2006. Στο δικόγραφο της εν λόγω αιτήσεως προέβη σε δήλωση μεταβολής της διευθύνσεως κατοικίας της δηλωθείσας με την ως άνω ασκηθείσα έφεση και δήλωσε ως νέα διεύθυνση κατοικίας τον οικισμό ..., αντίκλητο δε τη δικηγόρο Θεσσαλονίκης Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου. Επί της αιτήσεως αυτής αναιρέσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1647/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η ανωτέρω υπ' αριθμ. 2045/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, στο οποίο και προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο αυτού της 23-10-2007, κατά την οποία ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο. Για την επίδοση της σχετικής κλήσεως με την οποία ο αναιρεσείων κλητεύθηκε να εμφανισθεί στο ακροατήριο κατά την ως άνω δικάσιμο της 23-10-2007, το αρμόδιο όργανο επιδόσεως και συγκεκριμένα ο αστυφύλακας Α αναζητήσας αυτόν στην ως άνω με την έφεσή του δηλωθείσα κατοικία του, δηλαδή στην οδό ..., της πόλεως ..., και εφόσον δεν τον βρήκε εκεί, ούτε κανέναν άλλον από τα αναφερόμενα στο άρθρο 155 παρ. 1 ΚΠοινΔ πρόσωπα, προέβη την 28-9-2007 στη θυροκόλληση της κλήσεως, με την παρουσία του μάρτυρα αστυφύλακα Β, επακολούθησε δε την 2-10-2007 η επίδοση της κλήσεως προς τον με την έφεση δηλωθέντα ως αντίκλητο δικηγόρο Θεσσαλονίκης Χαράλαμπο Αποστολίδη. Ενόψει όμως των προεκτεθέντων, εφόσον ο αναιρεσείων με την ως άνω από 15-11-2006 δήλωσή του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί ασκήσεως αναιρέσεως κατά της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. 2045/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία παραδεκτώς επίσης επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για τον έλεγχο της βασιμότητας του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, μεταβολής της διευθύνσεως κατοικίας της δηλωθείσας με την ως άνω ασκηθείσα έφεσή του και δήλωσε ως νέα τοιαύτη τον οικισμό ..., διόρισε δε ως αντίκλητό του τη δικηγόρο Θεσσαλονίκης Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, έπρεπε η κλήτευσή του για να παραστεί στη συζήτηση της εφέσεώς του κατά τη δικάσιμο της 23-10-2007, να γίνει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 273 παρ. 1 εδ. ε' του ΚΠοινΔ, με επίδοση της σχετικής κλήσεως στη νέα διεύθυνση κατοικίας του και συγκεκριμένα στο ... και όχι κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, με θυροκόλληση στη δηλωθείσα με την έφεση διεύθυνση της κατοικίας του, ενώ περαιτέρω η επακολουθήσασα επίδοση της εν λόγω κλήσεως έπρεπε να γίνει προς τη νέα, με την αίτηση αναιρέσεως δηλωθείσα, αντίκλητό δικηγόρο Θεσσαλονίκης Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου και όχι κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, με θυροκόλληση στη δηλωθείσα με την έφεση διεύθυνση κατοικίας του παλαιού αντικλήτου του Χαράλαμπου Αποστολίδη. Επομένως οι επιδόσεις αυτές της κλήσεως στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά τη δικάσιμο της 23-10-2007 τυγχάνουν άκυρες και συνακόλουθα, εφόσον αυτός δεν παρουσιάσθηκε στο ακροατήριο, ουχί ορθώς επακολούθησε η συζήτηση της υποθέσεως και η έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ενώ έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση, λόγω μη νόμιμης κλητεύσεως. Με τα δεδομένα αυτά είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, με την αιτίαση ότι ενόψει της ακυρότητας της επίδοσης της κλήσεως προς συζήτηση της εφέσεως και συνακόλουθα της μη εμφανίσεως του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο κακώς επακολούθησε η συζήτηση της υποθέσεως, αντί να κηρυχθεί αυτή απαράδεκτη (η συζήτησή της), και πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά τα άρθρα, 111, 112 και 113 του ΠΚ το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη, αρχομένη από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν από τα τρία έτη για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1β, 370 εδαφ. β και 511 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 του Ν. 3160/2003) του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ειδικότερα δε ο Άρειος Πάγος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωσή της, αν κριθεί και βάσιμος ένας λόγος αναίρεσης και εμφανιστεί ο αναιρεσείων, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, κατά ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 εδ. β' του ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση η αξιόποινη πράξη της απάτης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση, φέρεται τελεσθείσα στη ... στις 23 Δεκεμβρίου 1999, συνιστά πλημμέλημα. Έτσι το αξιόποινο της πράξεως αυτής εξαλείφθηκε με παραγραφή, η οποία συμπληρώθηκε στις 23-12-2007. Συνεπώς, αφού η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και περιέχει τον παραπάνω από, το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Η του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, ο οποίος κρίθηκε κατά τα άνω και βάσιμος πρέπει να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη η κατά τα άνω επελθούσα παραγραφή (άρθρο 511 του ΚΠοινΔ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 του Ν. 3160/2003) και να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη που ασκήθηκε για την άνω αξιόποινη πράξη κατά του ως άνω κατηγορουμένου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την προσβαλλόμενη με αριθμό 3399/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Παύει οριστικά την κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ασκηθείσα ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της απάτης, που φέρεται ότι τελέστηκε στη Θεσσαλονίκη, στις 23-12-1999, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθ. 3399/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης εκτιθέμενα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επίδοση. Μεταβολή δηλωθείσας διευθύνσεως. Υπέρβαση εξουσίας. Εφόσον ο κατηγορούμενος δηλώσει νέα διεύθυνση, η επίδοση κλήσης προς εμφάνιση στο Εφετείο μετ’ αναίρεση γίνεται στη διεύθυνση και στον αντίκλητο που δηλώθηκε με την έκθεση αναιρέσεως, και όχι στη διεύθυνση και στον αντίκλητο που δηλώθηκε με την έκθεση εφέσεως. Περαιτέρω κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα παύει οριστικά την ποινική δίωξη.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Επίδοση.
0
Αριθμός 1946/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αναστάσιο Λιανό (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητή και Αντώνιο Αθηναίο (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 87/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της 435/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 23 Απριλίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1114/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠοινΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των δικαιωμάτων που προσήκουν στον κατηγορούμενο αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Από τις διατάξεις, όμως, των άρθρων 333 παρ. 2 και 358 ή άλλη διάταξη του ΚΠοινΔ δεν προκύπτει υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση να δίδει το λόγο στους διαδίκους, χωρίς αίτησή τους, για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν. Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την μη παροχή από τη διευθύνουσα τη συζήτηση, αυτεπάγγελτα, χωρίς αίτηση του αναιρεσείοντος, του λόγου σε αυτόν, μετά την κατάθεση του κάθε μάρτυρα κατηγορίας και υπερασπίσεως, να εκθέσει τις απόψεις και παρατηρήσεις του σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 229 § 1 του ΠΚ, "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίκη του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικά κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε απ' αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση πως η καταμήνυση είναι ψευδής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για τα οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, και ιδία του απαιτούμενου επί του παραπάνω εγκλήματος του αρθρ. 229 § 1 του ΠΚ άμεσου δόλου, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας απαιτείται η γενική κατ' είδος αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και ιδιαίτερη μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα και τι προέκυψε από καθένα από αυτά. Πρέπει όμως να συνάγεται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του. Περαιτέρω, ύπαρξη αμέσου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, διαφορετικά, η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. Τέλος, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου ανεγνώσθησαν: 1) Αντίγραφο της υπ' αρίθμ.4878/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών (πρόκειται για την πρωτόδικη απόφαση), 2) Η από 8-9-2003 επιστολή του Παναγιώτη Τατούδη, 3) Η από 3-12-2003 απόφαση Αστυνομικού Διευθυντή Σερρών, 4) Η από 20-11-2003 αναφορά του Αστυνομικού Υποδιευθυντή Σερρών προς την Αστυνομική Διεύθυνση Σερρών, 5) Δύο ανώνυμες επιστολές, 6) Η από 10-12-2004 αναφορά προς τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, 7) Φωτοτυπία από το φύλλο της 25-5-2004 της Εφημερίδας "Σημερινή", 8) Φωτοτυπίες από φύλλα της εφημερίδας "Σερραϊκό Θάρρος". Στο σκεπτικό διαλαμβάνεται ότι το Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, έλαβε υπόψη του "την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που κατέθεσαν ένορκα στο ακροατήριο, το έγγραφο που διαβάστηκε στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου και από την όλη συζήτηση της υποθέσεως". Από την περικοπή αυτή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας περιλαμβάνονται και τα ανωτέρω έγγραφα που ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο. Η αναφορά στην παραπάνω περικοπή ότι ελήφθη υπόψη "το έγγραφο που διαβάστηκε στο ακροατήριο", ενώ, όπως προαναφέρθηκε, ανεγνώσθησαν οκτώ έγγραφα, οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή. Εξάλλου, και με την εκδοχή που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι ελήφθη υπόψη μόνο η αναγνωσθείσα πρωτόδικη υπ' αριθμ. 4878/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, εξάγεται το συμπέρασμα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της όλα τα ανωτέρω έγγραφα. Πράγματι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της ως άνω απόφασης, στο ακροατήριο του εν λόγω Δικαστηρίου ανεγνώσθησαν όλα τα παραπάνω έγγραφα. Επομένως, η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι αναγνώστηκε η πρωτόδικη απόφαση, που προαναφέρθηκε, έχει την έννοια και της αναγνώσεως του περιεχομένου των αναφερομένων σ' αυτή εγγράφων. Για τους λόγους αυτούς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως που αιτιάται έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 435/2007 απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, ότι, από τη συνεκτίμηση των μέσων αποδείξεως που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος , ο οποίος είναι καθηγητής μέσης εκπαίδευσης και διετέλεσε δήμαρχος ... του Ν. Σερρών κατά την περίοδο 1998-2002, απέστειλε, στις 8-9-2003, την ακόλουθη επιστολή του στην Αστυνομική Διεύθυνση Σερρών, στην οποία ανέφερε ότι ο εγκαλών Ψ, Διευθυντής του Αστυνομικού Τμήματος (Α.Τ.) ..., ενήργησε κατά τον ακόλουθο τρόπο, που συνιστά πειθαρχική παράβαση, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου των δημοτικών εκλογών του έτους 2002 και συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων ανέφερε ότι ο πολιτικώς ενάγων κατά την περίοδο αυτή βοήθησε τη σύζυγό του ως υποψήφια δημοτική σύμβουλο στο Δήμο ... Σερρών, με το να βρίσκεται επί εικοσιτετραώρου βάσεως στα χωριά του εν λόγω Δήμου, κάνοντας λυσσαλέο αγώνα για την εκλογή της, ότι υποσχόταν ειδική μεταχείριση στις παραβάσεις των πολιτών, ότι ανέφερε για τον κατηγορούμενο, ως τότε Δήμαρχο ..., ότι ήταν άχρηστος και ανίκανος, ότι ο πολιτικώς ενάγων κυκλοφορούσε το τελευταίο διάστημα, αλλά και κατά την προεκλογική περίοδο, με ένα αυτοκίνητο, χωρίς πινακίδες και ότι ο ίδιος τον είδε τουλάχιστον πέντε φορές να κυκλοφορεί με το άνευ πινακίδων όχημα, ότι ο πολιτικώς ενάγων έκανε κάποιες απειλητικές δηλώσεις σε άλλα άτομα εναντίον του κατηγορουμένου. Όλα τα παραπάνω όμως αποδεικνύονται ψευδή από τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα δε, είναι αλήθεια ότι η σύζυγος του πολιτικώς ενάγοντος ήταν υποψήφια δημοτική σύμβουλος του Δήμου ... κατά την ίδια προεκλογική περίοδο του έτους 2002, κατά την οποία είχε θέσει υποψηφιότητα και ο κατηγορούμενος. Κατά την περίοδο εκείνη ο πολιτικώς ενάγων συμπαραστάθηκε στη σύζυγό του, όπως ήταν αναμενόμενο και όφειλε από τη συζυγική σχέση, χωρίς όμως η συμπεριφορά του να μπορεί να χαρακτηριστεί "λυσσαλέος αγώνας επί εικοσιτετραώρου βάσεως", στον οποίο άλλωστε (αγώνα) δεν θα μπορούσε να επιδοθεί, λόγω και των υπηρεσιακών του υποχρεώσεων, ως διοικητού του Α.Τ. ..., η οποία απέχει 30 χιλιόμετρα από την περιοχή του Δήμου ... . Στο χωριό "...", το οποίο ανήκει στον ανωτέρω Δήμο, έμενε η μητέρα του πολιτικώς ενάγοντος, αλλά και βρίσκονται αγροί του, τους οποίους φροντίζει, λόγοι για τους οποίους αυτός το επισκεπτόταν συχνά. Κατά τις επισκέψεις του στην εκλογική περίοδο του έτους 2002 καθόταν στην καφετέρια του χωριού και συμμετείχε στις συζητήσεις, με αφορμή την επικαιρότητα των εκλογών. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο όμως δεν προκύπτει ότι τηρούσε ψηφοθηρική στάση υπέρ της εκλογής της συζύγου του. Τέτοια στάση δεν μπορεί να θεωρηθεί το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος συνόδευσε μερικές φορές τη σύζυγό του στις προεκλογικές της δραστηριότητες. Ακόμη , το γεγονός ότι ζήτησε από το μάρτυρα Α, συνυποψήφιο της συζύγου του, να την ψηφίσει, όπως κατέθεσε ο ίδιος στο ακροατήριο, δεν σημαίνει και συμμετοχή του πολιτικώς ενάγοντος στην προεκλογική της κίνηση. Σε κάθε περίπτωση δεν αποδεικνύεται συνεχής και επίμονη συμπεριφορά αυτού, η οποία να κατευθύνεται στην εκλογική νίκη της συζύγου του, όπως την αποδίδουν οι παραπάνω εκφράσεις της επιστολής. Τη συμπεριφορά του μάλιστα αυτή χαρακτηρίζουν οι εξετασθέντες μάρτυρες στο ακροατήριο ο μεν Β "κανονική", ο Α "φυσιολογική". Ακόμη, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο πολιτικώς ενάγων υποσχόταν ειδική μεταχείριση στις παραβάσεις των πολιτών, δεδομένου και ότι αυτό δεν υπέπεσε στην αντίληψη κανενός, ενώ αντίθετα , αν ο πολιτικώς ενάγων έδινε οποιαδήποτε παράνομη υπόσχεση, είναι προφανές, αλλά και προκύπτει από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων ότι θα γινόταν γνωστό αμέσως στη μικρή κοινωνία του χωριού. Περαιτέρω, ο πολιτικώς ενάγων είχε ένα αυτοκίνητο, τύπου ΖΑSTAVΑ, χωρίς αριθμό κυκλοφορίας, ακινητοποιημένο στην αυλή της οικίας της μητέρας του, στο άνω χωριό. Το όχημα όμως αυτό, από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι κινήθηκε οδηγούμενο από τον πολιτικώς ενάγοντα, άλλωστε η οδήγησή του θα γινόταν ευχερώς αντιληπτή και γνωστή στους κατοίκους του χωριού, αν συνέβαινε, ή θα διαπιστωνόταν από τον αστυνομικό έλεγχο. Εξάλλου, ούτε απειλητικές δηλώσεις εις βάρος του κατηγορουμένου έκανε ο πολιτικώς ενάγων. Ο μάρτυρας Α κατέθεσε στο ακροατήριο ότι ο πολιτικώς ενάγων σε κάποια από τις συζητήσεις στο καφενείο, πιέζοντάς τον να συμμετέχει σε συνδυασμό του είπε με μίσος, "αν σε είχα στο ... δύο φορές την ημέρα θα σ' έδερνα". Το περιστατικό αυτό , όμως, και με την παραδοχή ότι συνέβη και ο πολιτικώς ενάγων απηύθυνε απειλή, δεν αφορά τον κατηγορούμενο, αλλά τον πιο πάνω μάρτυρα. Πέραν αυτού καμία απειλητική συμπεριφορά του ανωτέρω προς τον κατηγορούμενο έλαβε χώρα, άλλωστε ούτε ο ίδιος αναφέρθηκε στην απολογία του σε κάποια απειλή του πολιτικώς ενάγοντος. Τέλος, δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ότι ο πολιτικώς ενάγων ανέφερε και μάλιστα ενώπιον τρίτων ότι ο κατηγορούμενος είναι άχρηστος και ανίκανος. Υπό τις περιστάσεις αυτές αποδεικνύονται ψευδή τα παραπάνω, τα οποία ανέφερε ο κατηγορούμενος στην εν λόγω επιστολή του, τα οποία γνώριζε αυτός και εν τούτοις τα περιέλαβε σ' αυτή. Τούτο δε το έπραξε για να προκαλέσει την πειθαρχική δίωξη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία και πράγματι προκάλεσε (βλ. την από 20-11-2003 αναφορά του Αστυνομικού Υποδιευθυντή Γ προς την Αστυνομική Διεύθυνση Σερρών και την από 3-12-03 απόφαση του Αστυνομικού Διευθυντή Σερρών Δ, με την οποία τέθηκε από πειθαρχικής πλευράς η υπόθεση στο αρχείο), τόσο λόγω της πολιτικής αντιπαλότητας με τη σύζυγο αυτού, όσο και για να τον εκδικηθεί, επειδή είχε πληροφορίες ότι είχε κατηγορηθεί απ' αυτόν ως άχρηστος και ανίκανος. Πρέπει, κατά συνέπεια να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη". Με τις σκέψεις αυτές ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος του ότι: "στις ..., στις 8-9-2003, εν γνώσει του ανέφερε για άλλον ενώπιον της αρχής ψευδώς ότι τέλεσε πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του. Συγκεκριμένα, "στον πιο πάνω τόπο και χρόνο απέστειλε επιστολή στην Αστυνομική Διεύθυνση Σερρών και έτσι στο Διευθυντή αυτής γνωστοποίησε ότι ο εγκαλών Ψ, ως Διευθυντής του Α.Τ. ..., κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου των δημοτικών εκλογών του έτους 2002 βοήθησε τη σύζυγό του, ως υποψήφια δημοτική σύμβουλο στο Δήμο ... Σερρών, με το να βρίσκεται επί εικοσιτετραώρου βάσεως στα χωριά του εν λόγω Δήμου, κάνοντας λυσσαλέο αγώνα για την εκλογή της, ότι υποσχόταν ειδική μεταχείριση στις παραβάσεις των πολιτών, ότι ανέφερε για τον κατηγορούμενο ως τότε Δήμαρχο ... ότι ήταν άχρηστος και ανίκανος, ότι ο εγκαλών κυκλοφορούσε το τελευταίο διάστημα, αλλά κατά την προεκλογική περίοδο, με ένα αυτοκίνητο, χωρίς πινακίδες και ότι ο ίδιος τον είδε τουλάχιστον πέντε φορές να κυκλοφορεί με το άνευ πινακίδων όχημα, ότι ο εγκαλών έκανε κάποιες απειλητικές δηλώσεις σε άλλα άτομα εναντίον του κατηγορουμένου, τα οποία ήταν εν γνώσει του ψευδή, καθώς η αλήθεια ήταν ότι ο εγκαλών Ψ δεν ανέπτυξε δημόσιες πρωτοβουλίες υποστήριξης της συζύγου του κατά την προεκλογική περίοδο του έτους 2002 σε ότι αφορά την εκλογή της ως υποψήφια δημοτική σύμβουλος του Δήμου ..., ότι ουδέποτε υποσχέθηκε σε τρίτο, ειδική μεταχείριση από την πλευρά του ως Διευθυντής του Α.Τ. ..., ότι ουδέποτε ανέφερε σε άλλα άτομα ότι ο κατηγορούμενος, ως δήμαρχος ..., ήταν άχρηστος και ανίκανος, ότι ουδέποτε ο εγκαλών έθεσε σε κυκλοφορία, ως οδηγός, όχημα χωρίς κρατικές πινακίδες, ότι ουδέποτε ο εγκαλών προέβη σε απειλητικές δηλώσεις σε άλλα άτομα εναντίον του κατηγορουμένου. Ο δε σκοπός του κατηγορουμένου, με βάση όσα ανέφερε με την ανωτέρω επιστολή του, ήταν να ασκηθεί πειθαρχική δίωξη βάρος του προαναφερθέντος εγκαλούντος για το παράπτωμα της ανάρμοστης συμπεριφοράς αυτού ως Διευθυντή Α.Τ. ...". Με αυτές τις παραδοχές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, ως προς τη γνώση από τον αναιρεσείοντα της αναλήθειας των καταμηνυθέντων από αυτόν πραγματικών περιστατικών υπάρχει πλήρης αιτιολογία από τη σαφή παραδοχή της αποφάσεως ότι ο αναιρεσείων προέβη στην ψευδή καταμήνυση του εγκαλούντος γνωρίζοντας την αναλήθεια των καταμηνυθέντων, "τόσο λόγω της πολιτικής αντιπαλότητας με τη σύζυγο αυτού, όσο και για να τον εκδικηθεί, επειδή είχε πληροφορίες ότι είχε κατηγορηθεί από αυτόν ότι ήταν άχρηστος και ανίκανος", ενώ, περαιτέρω η ίδια γνώση του αναιρεσείοντος ως προς το ψευδές του ισχυρισμού του ότι ο εγκαλών-πολιτικώς ενάγων "κυκλοφορούσε το τελευταίο διάστημα, αλλά και κατά την προεκλογική περίοδο με ένα αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες και ότι ο ίδιος τον είδε τουλάχιστον πέντε φορές να κυκλοφορεί με το άνευ πινακίδων όχημα", αιτιολογείται πλήρως από το ότι ο ισχυρισμός αυτός φέρεται να στηρίζεται σε προσωπική του αντίληψη, παραδοχή, ως εκ της οποίας δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών. Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, οι οποίοι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη θεμελίωση του άμεσου δόλου του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατ' ακολουθία πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-5-2007 αίτηση του Χ και τους από 23-4-2008 πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της 435/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδής καταμήνυση. Δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από το γεγονός ότι ο διευθύνων τη συζήτηση δεν έδωσε αυτεπαγγέλτως το λόγο στον κατηγορούμενο, μετά από την κατάθεση του κάθε μάρτυρα κατηγορίας να προβεί σε δηλώσεις κλπ, χωρίς αίτημα. Αβάσιμος ο λόγος για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα κατ’ είδος. Αναγνώστηκαν οκτώ έγγραφα και από παραδρομή αναγράφεται «το έγγραφο που διαβάστηκε». Εξάλλου, ανεγνώσθη η πρωτόδικη απόφαση, όπου περιλαμβάνονται τα έγγραφα αυτά και έχει την έννοια ότι ανεγνώσθη το περιεχόμενό τους. Αιτιολογείται η γνώση της αναληθείας, η οποία στηρίζεται στην επικαλούμενη δική του αντίληψη. Απορρίπτει.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αποδεικτικά μέσα, Ψευδής καταμήνυση.
0
Αριθμός 1945/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 30/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την ομοία 75/2008 Πράξη), Βιολέττα Κυτέα (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 44/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αρκουμάνη, για αναίρεση της με αριθμό 222/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 592/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλειπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης (ΟλΑΠ 5/1995), εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανωτέρας βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ποινική Ολομέλεια Α.Π. 6&7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ''ως αγνώστου διαμονής'', χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε ''γνωστή διαμονή''. Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως, την υπ' αριθμ. 8668/12-11-2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 27781/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δύο ετών, για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας. Από την ανωτέρω έφεση, επιτρεπτώς επισκοπούμενη κατά την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου του λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της, είχε προβάλει ότι " την παρούσα έφεση ασκεί εκπροθέσμως, διότι από το έτος 2000 η διεύθυνση της κατοικίας του είναι επί της οδού....... στην Αθήνα. Της εκκαλούμενης απόφασης έλαβε γνώση στις 5-11-2007". Έτσι διατυπωθείσα η εν λόγω έφεση, δεν περιέχει κατά τρόπο ορισμένο λόγους ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, και επομένως ήταν απορριπτέα, εκ του λόγου αυτού, ως απαράδεκτη, όπως δέχτηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, η απόφαση αυτή, εκδοθείσα παρόντος του εκπροσωπήσαντος τον εκκαλούντα συνηγόρου του, αναφέρει στο ιστορικό τα ακόλουθα. "Επειδή κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκηθεί εκπρόθεσμα, το Δικαστήριο, με πρόταση του Εισαγγελέα, το κηρύσσει απαράδεκτο και διατάζει να εκτελεστεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στην κρινόμενη περίπτωση ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε ερήμην, με την απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 27781/2005. Η απόφαση αυτή του κοινοποιήθηκε στις ...., όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα ΜΠΣ του Α.Τ. Χαϊδαρίου ....., που βρίσκεται στη δικογραφία, και άσκησε την κρινόμενη έφεση στις 12-11-2007, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας, και χωρίς να αναφέρει στο έγγραφο της έφεσης λόγο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως κατά της άνω αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως εκπρόθεσμης και απαράδεκτης είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, όπως ο χρόνος της νομίμου επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο χρόνος ασκήσεως του ενδίκου μέσου και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση. Ο αναιρεσείων αόριστα ισχυρίζεται στην αίτηση αναιρέσεως ότι "δεν ήταν αγνώστου διαμονής, αλλά γνωστής τοιαύτης και δη ότι διέμενε στην οδό ... στον ....". Εφόσον ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή την ως άνω διεύθυνση και στην Εισαγγελική αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή τη διεύθυνση αυτή της κατοικίας του κατά το επικαλούμενο διάστημα, νομίμως αναζητήθηκε, (χωρίς αποτέλεσμα), στη διεύθυνση που αναφέρεται στη μήνυση, και δεν υποχρεούταν το Δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το αν αυτός διέμενε στην ως άνω διεύθυνση στον ...., εκ περισσού δε εξετάστηκε σχετικά με το ζήτημα αυτό ως μάρτυρας στο ακροατήριο ο ........, ο οποίος κατέθεσε ότι "είχε και μία επιχείρηση, συγκεκριμένα μία μάνδρα αυτοκινήτων, στην οδό ... στο ..... Έκλεισε την επιχείρησή του από το έτος 2000". Εξάλλου, από το ως άνω από 22-12-2006 αποδεικτικό επιδόσεως, που υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας, αποδεικνύεται ότι η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε νόμιμα στον εκκαλούντα ως αγνώστου διαμονής, καθώς ο ως άνω αστυνομικός αναζήτησε αυτόν στην οδό ... στο ....., τελευταία γνωστή στην αρμόδια Εισαγγελική αρχή διεύθυνσή του από τη μήνυση. Κατά την ημέρα της επίδοσης (22-12-2006) διαπιστώθηκε ότι ο εκκαλών δεν ευρίσκετο εκεί και είχε μετοικήσει σε άγνωστη διεύθυνση. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο, η ελλειπής δηλαδή αιτιολογία της απόφασης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-3-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ'αριθμ.222/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 31 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πότε η απόφαση η απορρίπτουσα την έφεση ως απαράδεκτη είναι αιτιολογημένη. Έννοια ανωτέρας βίας και ανυπερβλήτου κωλύματος. Η αιτιολογία της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη πρέπει να εκτείνεται και στους τυχόν υποβληθέντες λόγους εκπρόθεσμης ασκήσεως αυτής υπό την προϋπόθεση να αναφέρονται στη δήλωση ασκήσεως σαφώς και ορισμένως οι λόγοι εκπρόθεσμης άσκησης. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1943/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Αντώνιο Αθηναίο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιουλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Κλούρα, περί αναιρέσεως της 71/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1134/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για το ότι δεν αναγράφεται σ' αυτήν εάν είναι το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αιγαίου, το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ή το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αιγαίου, αλλά και την υπ' αριθμ. 348/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 3/2007 προηγούμενη απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, που ομοίως με την προσβαλλομένη απόφαση κήρυξε ένοχο ανθρωποκτονίας από αμέλεια του αναιρεσείοντα, για το λόγο ότι δεν αναγράφεται και σ' αυτή ποιο ήταν το δικαστήριο του, οποίου αναιρέθηκε η απόφαση (Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αιγαίου ή Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αιγαίου), με αποτέλεσμα να δημιουργείται ως προς την καθ' ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου που εξέδωσε τις ως άνω προσβαλλόμενες αποφάσεις,σύγχυση αλλά και γιατί η ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου δεν δημοσιεύθηκε αυθημερόν και δημόσια, από δε τις ως άνω πλημμέλειες δημιουργήθηκε ακυρότητα της διαδικασίας. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος και ως προς μεν τις αιτιάσεις αναφορικά με τις πλημμέλειες της ανωτέρω απόφασης του Αρείου Πάγου, ως απαράδεκτες, καθόσον οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου, ως αμετάκλητες δεν υπόκεινται σε αναίρεση. Ως προς δε την αιτίαση αναφορικά με τις πλημμέλειες του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριου (Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου), αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει αβιάστως, ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε ήταν το Τριμελές Εφετείο Πλημ/μάτων Αιγαίου, το οποίο νομίμως επιλήφθηκε της υπόθεσης, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο ύστερα από έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 904/05 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημ/δικείου Μυτιλήνης. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης της απόφασης είναι και η έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν. 1947/1991 και το άρθρο 34 παρ. 2 του ν. 2172/1993 στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα. Τέτοιο δικαίωμα είναι και εκείνο του κατηγορουμένου, σύμφωνα με το άρθρο 352 ΚΠΔ, να υποβάλει αίτημα αναβολής της δίκης για να κληθούν και να εξετασθούν μάρτυρες στο ακροατήριο. Ανεξάρτητα, από το ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος αυτού απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει αυτό να απαντήσει στο εν λόγω αίτημα, διότι, διαφορετικά προκαλείται σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη (170 παρ. 2 ΚΠΔ) και ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα. Εξ' άλλου, η άτακτη τήρηση των πρακτικών της δίκης ή η άτακτη τήρηση των πρακτικών της δίκης ή η ύπαρξη αλλοιώσεων, σ' αυτά ώστε να μην αποτυπώνεται πιστά η εικόνα των όσων έχουν λεχθεί ή λάβει χώρα, στο ακροατήριο κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, δεν ιδρύουν κάποιον από τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από το άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ., αυτά δε (πρακτικά της δίκης) αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' εκείνα, μέχρις όταν να προσβληθούν ως πλαστά. Επίσης, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος η κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Αρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται εάν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Κατά δε το άρθρο 173 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο, κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των ακυροτήτων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της προπαρασκευαστικής διαδικασίας το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας, πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 192 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκείνος που διόρισε τους πραγματογνώμονες, πρέπει να ανακοινώσει ταυτόχρονα τα ονοματεπώνυμά της και στους διαδίκους, ώστε να ασκήσουν αυτά το δικαίωμα της εξαίρεσης αυτών, καθώς και εκείνο (δικαιώματος) διορισμού τεχνικού συμβούλου. Αν παραλειφθεί η ως άνω ανακοίνωση των ονομάτων των πραγματογνωμόνων, στον κατηγορούμενο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα και εντεύθεν λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ, και τούτο γιατί έτσι παρεμποδίζεται αυτός στο δικαίωμα υπεράσπισής του, κατά της κατ' αυτού κατηγορίας. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, που στηρίζεται στο άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, για τους εξής λόγους: 1) Δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, το αίτημα να ασκηθεί ποινική διάταξη κατά των καταθεσάντων στη δίκη αυτή μαρτύρων, Α και Β, για ψευδορκία μάρτυρα, καθώς και τις επισημάνσεις του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ως προς την αντίθεση της ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, κατάθεσης του μάρτυρα Γ, με αυτή κατά το στάδιο της προανάκρισης, αλλ' ούτε όσων κατέθεσαν οι ως άνω μάρτυρες αρχικώς στο ακροατήριο σε σχέση με τους υάλους που βρέθηκαν σπασμένοι στο οδόστρωμα, καθώς και τις σχετικές επισημάνσεις αυτού (αναιρεσείοντος) σε σχέση με τις καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων, 2) λόγω του ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του έκθεση πραγματογνωμοσύνης που ήταν άκυρη εξ αιτίας του ότι δεν γνωστοποιήθηκαν σ' αυτόν τα ονόματα των πραγματογνωμόνων που διορίσθηκαν ώστε να μπορέσει αυτός να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του (αίτησης εξαίρεσης αυτών, διορισμός τεχνικών συμβούλων), 3) λόγω του ότι το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε χωρίς αιτιολογία σχετικό αίτημά του αναβολής της δίκης, προκειμένου να εμφανισθούν και εξετασθούν οι φερόμενοι ως αυτόπτες μάρτυρες κατά τη στιγμή που επεσυνέβη το τροχαίο ατύχημα, ΣΤ και η σύζυγος του μάρτυρα Γ, 4) δεν απάντησε το δικαστήριο της ουσίας, επί του αιτήματός του, για εξαίρεση των πραγματογνωμόνων που διορίσθηκαν προανακριτικώς, και να ασκηθεί ποινική δίωξη για ψευδορκία, σε βάρος των προαναφερθέντων μαρτύρων (Β και Γ). Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως προς όλα τα σκέλη του. Και ως προς μεν το υπ' αριθμ. 1 σκέλος, ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι οι τυχόν ελλείψεις και η άτακτη τήρηση των πρακτικών της δίκης δεν ιδρύουν κανένα λόγο αναίρεσης απ' αυτούς που περιοριστικά προβλέπονται από το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ. Ως προς το υπ' αριθμ. 2 σκέλος, ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της δικογραφίας για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, οι ως άνω πραγματογνώμονες διορίσθηκαν από προανακριτικό υπάλληλο (ανθυπαστυνόμο), κατά το στάδιο της προδικασίας, με αποτέλεσμα η οποία απόλυτη ακυρότητα, δημιουργήθηκε από την παράλειψη του διορίσαντος τους πραγματογνώμονες και γνωστοποιήσει τα ονόματά του στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου αυτός να ασκήσει τα δικαιώματα που του παρέχει ο νόμος, έχει ήδη καλυφθεί μετά την αμετάκλητη παραπομπή του στο ακροατήριο, και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον η απόλυτη ακυρότητα της προαναφερθείσας έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, είχε καλυφθεί, με τα να τις λάβει υπόψη του το Εφετείο, δεν υπέπεσε σε καμμία πλημμέλεια. Ως προς το υπ' αριθμ. 4 σκέλος αυτού, που δημιουργεί σχετική και όχι απόλυτη ακυρότητα, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας απήντησε στο αίτημα αυτό και το απέρριψε, με την αιτιολογία ότι επρόκειτο περί πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε στα πλαίσια αστυνομικής προανάκρισης που απαιτούσε ταχεία ενέργεια προς άμεση βεβαίωση των υπό έρευνα στοιχείων, ως προς δε το αίτημα για να ασκηθεί ποινική δίωξη κατά των παραπάνω μαρτύρων, για ψευδορκία μάρτυρα ο λόγος αυτός της αναίρεσης, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι δεν παράγεται καμμία ακυρότητα από την παράλειψη αυτή του δικαστηρίου, αλλά και ως αβάσιμος, δοθέντος ότι δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προβαλλομένη, ότι διατυπώθηκε τέτοιο αίτημα, ως προς το υπ' αριθμ. 3 σκέλος του, ο λόγος αυτός που δημιουργεί σχετική ακυρότητα (έλλειψη ακρόασης) και όχι απόλυτη, με την εξής αιτιολογία: "Επειδή, τέλος, το Δικαστήριο κρίνει, ότι δεν συντρέχει περίπτωση αναβολής της παρούσας ποινικής δίκης, κατ' άρθρ. 352 παρ. 1, 4 ΚΠοινΔ, για νέες (κρείσσονες) αποδείξεις και συγκεκριμένα, προκειμένου να εξετασθούν οι μάρτυρες ΣΤ και η σύζυγος του μάρτυρα Γ. Τούτο δε, γιατί για τον πρώτο από αυτούς, προκύπτει από το υπόμνημα του κατηγορουμένου, ότι δεν γνωρίζει τίποτα για την κρινόμενη υπόθεση και, συνεπώς, η μαρτυρία του δεν θα εισφέρει κάτι νέο στην εκδικαζόμενη υπόθεση. Αναφορικά δε για τη σύζυγο του μάρτυρα Γ προκύπτει από την κατάθεση τούτου, ότι αυτή δεν αντελήφθη τις συνθήκες του επισυμβάντος ατυχήματος. Συνεπώς, το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμο, δεδομένου, ότι υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (βλ. ΑΠ 362/1995 ΠοινΧρ 1995, 736). Επειδή, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει, πως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της αξιόποινης πράξης, η οποία αποδίδεται σ' αυτόν με το κατηγορητήριο. Ωστόσο το Δικαστήριο δέχεται στο πρόσωπό του την ελαφρυντική περίσταση του άρθ. 84 παρ. 2 α' ΠοινΚ, δεδομένου, ότι από το αντίγραφο του ποινικού του μητρώου, το οποίο επισυνάπτεται στη δικογραφία, αποδεικνύεται, ότι μέχρι την τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης, για την οποία κηρύχθηκε αυτός ένοχος, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Η ως άνω αιτιολογία, κατά την έννοια της οποίας δεν ήταν αναγκαία η αναβολή της δίκης, για να εξετασθούν οι ως άνω μάρτυρες, αφού από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία το Εφετείο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για την ενοχή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ήταν η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη, γι' αυτό και το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 περ. β (έλλειψη ακρόασης), αλλ' ούτε σ' αυτή (πλημμέλεια) του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' (έλλειψη αιτιολογίας). Ολες δε οι λοιπές αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται υπό το πρόσχημα της επίκλησης ακυροτήτων, η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επειδή, κατά το άρθρο 470 εδ. α' ΚΠΔ, επί ενδίκου μέσου που ασκήθηκε εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε, η υπέρ αυτού, δεν επιτρέπεται να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την προσβαλλομένη απόφαση. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου, με οποιοδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχείρισης αυτού, δηλαδή κυρίως αν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (νομική χειροτέρευση), διαπιστουμένη με τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών, αφενός της απόφασης που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται επί του ενδίκου μέσου. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης αποτελεί υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η' ΚΠΔ. Δεν υπάρχει δε μεταβολή της κατηγορίας και συνακόλουθα και χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου, όταν το δικαστήριο του δεύτερου βαθμού προβαίνει σε εξειδίκευση και συμπλήρωση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την πράξη κατά τρόπο, τόπο και χρόνο, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση δεν επηρεάζεται η παραγραφή, όπως όταν επιμηκύνεται ο χρόνος αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση, για το ότι με το να δεχθεί το Εφετείο στο σκεπτικό του, ότι αυτός κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του και το επισυμβάν αυτοκινητικό ατύχημα τελούσε υπό την επίδραση αλκοόλης, η οποία ανιχνεύθηκε στο αίμα σε ποσοστό 1,14 gr/lt, χωρίς αυτή η παραδοχή να περιέχεται ούτε στο κατηγορητήριο, αλλ' ούτε στο σκεπτικό του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Ο λόγος όμως αυτός, είναι αβάσιμος και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως τέτοιος, καθόσον ούτε πραγματική χειροτέρευση υπήρξε, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της πρωτόδικης (υπ' αριθμ. 904/2005) απόφασης του Τριμελούς Πλημ/δικείου Μυτιλήνης, το πρωτόδικο δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, την οποία ανέστειλε για 3 χρόνια, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 15 μηνών, την οποία επίσης ανέστειλε για 3 χρόνια, δηλαδή ποινή ελαφρύτερη, από δε την επισκόπηση των διατακτικών των ανωτέρω αποφάσεων, (πρωτόδικης και προσβαλλομένης), προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος της ίδιας αξιόποινης πράξης (ανθρωποκτονία από αμέλεια). Η ανωτέρω δε περικοπή (περί το ότι ο αναιρεσείων τελούσε, κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του, όταν συνέβη το αυτοκινητικό ατύχημα, υπό την επίδραση αλκοόλης) συνιστά, όχι μετατροπή της κατηγορίας, αλλά εξειδίκευση του τρόπου τέλεσης του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας, από αμέλεια, από τον αναιρεσείοντα, και της υπαιτιότητας αυτού. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 Β' του ν. 2408/1996 και 109 παρ. 1 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι στην έκθεση, με την οποία ασκείται το ένδικο μέσο της έφεσης κατά δικαστικής απόφασης, πρέπει να περιέχονται αναγκαίως, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο, διότι αν δεν περιέχεται κάποιος λόγος ή όλοι είναι αόριστα το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο. Οι λόγοι πρέπει να αναφέρονται στην έκθεση και όχι σε άλλο έγγραφο, έστω και αν αυτό μνημονεύεται στην έκθεση, ούτε η παραπομπή σε άλλη έκθεση ή υπόμνημα. Εξ' άλλου, από την παράγραφο 2 του άρθρου 502 ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει την εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι, διαφορετικά διαπράττει υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η' ΚΠΔ). Τέλος υπέρβαση εξουσίας που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης υπάρχει, με βάση το γενικό αριθμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με το τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για το ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας, εφόσον δεν απάντησε στους λόγους της έφεσης που άσκησε κατά της καταδικαστικής υπ' αριθμ. 904/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/δικείου Μυτιλήνης, για απόλυτες ακυρότητες που έλαβαν χώρα κατά την προδικασία και την προπαρασκευαστική και κύρια, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, διαδικασία, ως προς τη μη γνωστοποίηση σ' αυτόν των ονομάτων των πραγματογνωμόνων που διόρισε ο προανακριτικός υπάλληλος Ανθυπαστυνόμος ΣΤ, για να γνωματεύσουν για την κατάσταση των εμπλακέντων στο τροχαίο ατύχημα και συνακόλουθα την συνταχθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, τη λήψη αίματος απ' αυτόν, για την εξέταση, εάν τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, την σύνταξη της ιατροδικαστικής εξέτασης, την έκθεση τοξικολογικής εξέτασης του θανόντος, την έκθεση αυτοψίας και του σχεδιαγράμματος, που συνέταξαν αστυνομικά όργανα του Αστυνομικού Σταθμού Παπάδου Λέσβου. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση των ενσωματωθέντων στην προσβαλλομένη απόφαση πρακτικών της δευτεροβάθμιας δίκης, αλλά και της υπ' αριθμ. 31/2005 έκθεσης έφεσης που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της προαναφερθείσας καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Μυτιλήνης, κανένας από τους παραπάνω λόγους έφεσης δεν ήταν καταχωρημένος σ' αυτή (ως άνω έκθεση), πλην μιας παραπομπής, στην οποία ανέφερε επί λέξει τα εξής: "Επίσης και διότι παραβιάσθηκαν ουσιώδεις δικονομικές διατάξεις και υπερασπιστικά δικαιώματα μου, όπως αναλυτικά αναφέρω στις αιτήσεις μου που είναι καταχωρημένες στα πρακτικά συνεδρίασης και θα επαναλάβω στην κατ' έφεση δίκη". Με αυτή όμως τη διατύπωση δεν προκύπτει παραδεκτή διατύπωση των ως άνω λόγων στην έκθεση έφεσης, με παράθεση μάλιστα των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλουμένη αιτίαση, ούτε δικονομικές πλημμέλειες που προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση, μη αρκούσης μόνο της απλής επίκλησης του περιεχομένου των διατάξεων που προβλέπουν τις ανωτέρω πλημμέλειες, ούτε της παραπομπής για τη διατύπωση αυτών σ' άλλη έκθεση υπόμνημα, πρακτικά δίκης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κ.λ.π. Για πρώτη φορά δε ο αναιρεσείων διετύπωσε και ανέπτυξε τους ως άνω λόγους έφεσης κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε τους ανωτέρω λόγους έφεσης, με πλήρη αιτιολογία, ως απαράδεκτους. Ετσι που έκρινε όμως, δεν υπέπεσε σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η ΚΠΔ, ως αβάσιμος. Επειδή η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, με τα αντικειμενικά ή υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά, πρέπει όμως να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Εξ άλλου, η ακυρότητα για τη μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 321 ΚΠΔ είναι σχετική, διότι ανάγεται σε προπαρασκευαστική πράξη της κύριας διαδικασίας και πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, να προταθεί μέχρι της οριστικής, σε τελευταίο βαθμό, απόφασης για την κατηγορία, αφού διαφορετικά καλύπτεται. Τέλος, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 52/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη και στην παρ. 3 περ. γ' αυτού προβλέπεται ειδικά ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να υπερασπίσει ο ίδιος τον εαυτόν του ή να αναθέσει την υπεράσπισή του σε συνήγορο της επιλογής του. Από τη διάταξη αυτή που καθιερώνει, την αρχή της δίκαιης δίκης, συστατικό στοιχείο της οποίας είναι το δικαίωμα δικαστικής ακρόασης του κατηγορουμένου, δεν δημιουργείται ιδιαίτερος λόγος αναίρεσης των ποινικών αποφάσεων, πέραν από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 ΚΠΔ (βλ. Ολ. Α.Π. 464/1992). Μπορεί όμως θεμελιωθεί λόγος από την παραβίαση των άρθρων της δίκαιης δίκης σε συνδυασμό με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους ως άνω λόγους. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης του, πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ως προς το κεφάλαιο της κήρυξης της ενοχής του, και ως προς αυτό της απόρριψης των αιτιάσεων του, για απόλυτη ακυρότητα και κατά στο στάδιο της προδικασίας, αλλά και σ' αυτό (στάδιο) της κυρίας και προπαρασκευαστικής διαδικασίας αιτιώμενος περαιτέρω ότι αυτή (προσβαλλομένη απόφαση), δεν έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως την ανωτέρω απόλυτη ακυρότητα και δεν προέβη στην ακύρωση των ήδη αναφερθεισών πράξεων της προδικασίας, όπως επίσης και στην ακύρωση του υπ' αριθμ. Β1-2001/1433/4-3-2003 κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης για ανθρωποκτονίας από αμέλεια, και το οποίο συντάχθηκε δύο φορές, καθώς και της από 15-3-2005 κλήσης. Περαιτέρω όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης και των ενσωματωθέντων σ' αυτήν πρακτικών της δίκης, το Εφετείο δέχθηκε ότι, και σε σχέση με το κεφάλαιο της καταδικαστικής κρίσης, από τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που μνημονεύει κατά το είδος τους, συμπεριλαμβανομένης σ' αυτά (αποδεικτικά μέσα) που έλαβε υπόψη του και της από 21-8-2000 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, την οποία από το περιεχόμενο των αιτιολογιών της προκύπτει επίσης ότι έλαβε υπόψη, τα εξής: 1) Αναφορικά με τις αιτιολογίες και σε σχέση με το κεφάλαιο της καταδικαστικής του κρίσεως. "Τις νυκτερινές ώρες της 20 Αυγούστου 2000 και περί ώρα 22.45' ο κατηγορούμενος οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Φ.Ι.Χ. αυτοκίνητο όχημα εκινείτο στην επαρχιακή οδό από ... με κατεύθυνση προς ... της Μυτιλήνης. Πρόκειται για οδό διπλής κατευθύνσεως με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 6,90 μ., ήτοι 3,45 μ. για κάθε ρεύμα πορείας, χωρίς, όμως, να υπάρχει σ' αυτή διαγράμμιση. Οι συνθήκες ορατότητας, οι οποίες επικρατούσαν ήταν αυτές της νύκτας, η δε κατάσταση της οδού ξηρά και η κυκλοφορία των οχημάτων αραιή (βλ. πρόχειρο σχεδιάγραμμα και έκθεση αυτοψίας, που συντάχθηκαν για το συγκεκριμένο αυτοκινητικό ατύχημα). Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι ο κατηγορούμενος από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα να προκαλέσει το θάνατο άλλου. Ειδικότερα, αυτός περί ώρα 22.45' εκινείτο και βρισκόταν στο 1ο χιλιόμετρο της ανωτέρω οδού, όπου υπάρχει καμπύλη και μικρή κλίση του οδού με κατωφέρεια προς την πλευρά του αυτοκινήτου, ενώ προσέγγιζε κλειστή δεξιά γι' αυτόν στροφή με περιορισμένη ορατότητα, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Εξαιτίας δε της αμελούς του αυτής συμπεριφοράς συγκρούσθηκε πλαγιομετωπικά με το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, το οποίο οδηγούσε ο Δ, ηλικίας 29 ετών. Ο τελευταίος εκινείτο κανονικά επί της ανωτέρω οδού και μάλιστα δεξιά στο ρεύμα πορείας του και με μικρή ταχύτητα, σε αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδη, από ... προς ... . Σημειώνεται, ότι ο κατηγορούμενος επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του ως άνω αυτοκινήτου του στο εμπρόσθιο τμήμα του μοτοποδηλάτου, ο οποίος υπέστη "βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση" εκ μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος αυτού (βλ. την από 21.8.2000 έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής του ιατροδικαστή Ε). Μετά την πρόσκρουση το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου ξέφυγε από την πορεία του και αφού διήνυσε απόσταση 20 μ. περίπου, ανατράπηκε μαζί με το μοτοποδήλατο σε βάτα, που υπήρχαν εκτός του δεξιού μέρους του οδοστρώματος πορείας του παθόντος, μέσα σε έναν παρακείμενο αγρό με βάτα. Σε απόσταση δε 2 μ. περίπου από το ανατραπέν αυτοκίνητο βρέθηκε πεσμένος και ο παθών, εκτός, δηλαδή, του οδοστρώματος και στα δεξιά, ενώ το ένα χέρι του βρισκόταν στο δρόμο. Το ατύχημα αντιλήφθηκε ο μάρτυρας κατηγορίας Γ, ο οποίος, οδηγώντας το επιβατικό αυτοκίνητό του με συνεπιβαίνουσα τη σύζυγό του, ακολουθούσε το μοτοποδήλατο και έβλεπε την κανονική του πορεία. Εφθασε αμέσως στον τόπο του ατυχήματος, είδε την τελική θέση των δύο οχημάτων και τοποθέτησε το χέρι του παθόντος πάνω στο σώμα του, για να μην είναι εκτεθειμένο στο οδόστρωμα και ειδοποίησε την Αστυνομία και το ΕΚΑΒ. Από τα ευρήματα προκύπτει, ότι πράγματι η σύγκρουση έλαβε χώρα μέσα στην πορεία του μοτοποδηλάτου, όπως ακριβώς παρίσταται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα με σημείο συγκρούσεως το γράμμα "Ε" και τη μετά ταύτα πορεία των δύο οχημάτων με παράσυρση του μοτοποδηλάτου από το αυτοκίνητο και τελική θέση στα γράμματα "Γ" και "Δ" και "Η" το πτώμα του παθόντος οδηγού. Ο κατηγορούμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά την απολογία του είπε, ότι πριν τη στροφή "έχασε τον κόσμο... η σύγκρουση ήταν σφοδρή και ότι το μοτοποδήλατο έπεσε επάνω του". Όμως, τέτοια συμπεριφορά του οδηγού του μοτοποδηλάτου, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν αποδεικνύεται. Σημειώνεται, ότι για τις υλικές ζημίες που προκλήθηκαν στα δύο οχήματα διενεργήθηκε η από 21.8.2000 πραγματογνωμοσύνη, σύμφωνα με την οποία το μεν αυτοκίνητο παρουσίασε τέτοιες ζημίες στο εμπρόσθιο και αριστερό τμήμα του, ενώ το μοτοποδήλατο καταστράφηκε ολοσχερώς. Στον τόπο του ατυχήματος μετέβη ο αδελφός του θύματος και μάρτυρας κατηγορίας Β, ο οποίος μετέβη και πάλι εκεί, όπου διαπίστωσε την ύπαρξη σπασμένων γυαλιών από τον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου στην άκρη της ασφάλτου, καθώς και τα δύο οχήματα στις θέσεις, που προεκτέθηκαν. Τόσο το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, όσο και η έκθεση αυτοψίας ως δημόσια έγγραφα είναι πλήρη και περιέχουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία, με βάση τα οποία γίνεται ορθή περιγραφή των συνθηκών του επισυμβάντος ατυχήματος. Από κανένα δε στοιχείο δεν προκύπτουν ενδείξεις πλαστότητας των παραπάνω εγγράφων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Τούτο δεν αναιρείται ούτε και από τη σημείωση του συντάκτη αστυνομικού υπαλλήλου στην έκθεση αυτοψίας (σελ. 3), σύμφωνα με την οποία "την αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα αυτό φέρει ο οδηγός του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, που μπήκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και προκάλεσε αυτό, ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όπως τελικά αργότερα διαπιστώθηκε". Η άποψη αυτή έχει τεθεί στο κεφάλαιο, που αφορά στις "παρατηρήσεις και διαπιστώσεις" και δικαιολογεί την πορεία του αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα. Ισως, η φρασεολογία, που χρησιμοποιείται να μην είναι η πρέπουσα, γιατί, όπως ορθώς επισημαίνεται και στο παραπάνω, υπ' αριθ. 13/2003, βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, η κρίση ανήκει στο Δικαστήριο, το οποίο θα σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση και βάσει και της αρχής περί ηθικής αποδείξεως (άρθ. 177 ΚΠοινΔ). Όμως, πρόθεση του συντάκτη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν είναι να αναδείξει την ενοχή, αλλά να συγκεκριμενοποιήσει την αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, σε συνδυασμό και με το κεφάλαιο περί ερμηνείας των πειστηρίων και των ιχνών, όπου διαλαμβάνονται οι σχετικές διατάξεις της παραβατικότητας αμφοτέρων των οδηγών και να βοηθήσει, έτσι, το αρμόδιο ποινικό Δικαστήριο για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Η αυτοψία δε αυτή έλαβε χώρα και περατώθηκε αυθημερόν, δηλαδή, στις 20.8.2000. Όμως, όπως συνηθίζεται, το πόρισμα δεν συντάσσεται αμέσως, αλλ' αργότερα. Συνεπώς, όταν έλαβε χώρα η σύνταξη της εκθέσεως, ήδη είχαν γίνει γνωστά τα αποτελέσματα της εξετάσεως του αίματος του κατηγορουμένου, στο οποίο βρέθηκε η παραπάνω ποσότητα αλκοόλης σε ποσοστό 1,14 gr/lt και γι' αυτό επισημαίνεται, ότι ο κατηγορούμενος βρέθηκε υπό την επίδραση οινοπνεύματος "όπως τελικά αργότερα διαπιστώθηκε". Συνεπώς, η μεν αυτοψία διενεργήθηκε στις 20.8.2000, η δε σύνταξη της εκθέσεως έγινε μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων της εξετάσεως του αιτήματος και, επομένως, η παρατήρηση αυτή δεν συνιστά νόθευση. Με τα δεδομένα αυτά, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί πλαστότητας πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος". Ακολούθως το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου. Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, αφού εκτίθενται σ' αυτή όλα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 28, 302 παρ. 1 Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Δεν ήταν δε ανάγκη για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, να αναφέρεται στην προσβαλλομένη, ποια ήταν η ταχύτητα του αυτοκινήτου που οδηγούσε αυτός και το όριο αυτής (ταχύτητας) στο τόπο του ατυχήματος, καθώς και εάν ο ίδιος προέβη σε κάποια ενέργεια για την αποφυγή του ατυχήματος. Και τούτο γιατί αφενός και σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, αιτία του ως άνω ατυχήματος δεν ήταν η ταχύτητα με την οποία κινούνταν το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος, αλλά το γεγονός ότι αυτός εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου εκινείτο ο θανών, οδηγώντας το δίκυκλο μοτοποδήλατό του και αφετέρου το γεγονός της μη αναφοράς καμμίας αποφευκτικής ενέργειας εκ μέρους αυτού (αναιρεσείοντος) ανάγεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξ άλλου οι αιτιάσεις περί αντιφατικών αιτιολογιών, υπό αυτό το πρόσχημα επίσης πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. 2) Αναφορικά δε με τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης και σε σχέση με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για την προεκτεθείσα απόλυτη ακυρότητα των πιο πάνω πράξεων. "1.- Επειδή, κατ' άρθ. 364 παρ. εδ. α' ΚΠοινΔ, στο ακροατήριο διαβάζονται οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων, οι οποίες συντάχθηκαν σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα, τα οποία υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους. Εξάλλου, κατ' άρθ. 338 παρ. 1 ΚΠοινΔ, αν κατά την ποινική δίκη προσβληθεί ως πλαστό κάποιο έγγραφο, το δικαστήριο ερευνά κατά το δυνατό τη γνησιότητα αυτού και, αν παρουσιασθούν ενδείξεις κατά ορισμένου προσώπου, αυτός που διευθύνει τη συζήτηση διατάσσει τη σύλληψη και την παραπομπή του στον αρμόδιο εισαγγελέα. Αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, το δικαστήριο πράττει, όσα ορίζονται στο άρθ. 38, χωρίς με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου να ερευνήσει το βάσιμο της κατηγορίας. Κατά δε την παρ. 2, αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, το έγγραφο είναι αναγκαίο για την απόφαση στην κύρια υπόθεση, το δικαστήριο ερευνά σε κάθε περίπτωση τη γνησιότητα αυτού και μόνο όταν κρίνει, ότι υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις για την πλαστότητά του, αναβάλλει με ειδικώς αιτιολογημένη απόφασή του τη δίκη, ωσότου περατωθεί η διαδικασία για την πλαστογραφία. Αλλως, απορρίπτει το σχετικό αίτημα για την κήρυξη του εγγράφου ως πλαστού και προχωρεί στην έρευνα του βασίμου της κατηγορίας (βλ. για την ένσταση πλαστότητας του σχεδιαγράμματος της Τροχαίας ad hoc ΑΠ 845/2002 Πραξ. κ' Λόγος ΠοινΔ 2002, σελ. 30 - επίσης, ΑΠ 1840/2007 (πολιτική) Πραξ. κ' Λόγος Ιδιωτ. Δ 2008, σελ. 278). 2.- Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση οι συνήγοροι υπεράσπισης του κατηγορουμένου αντιλέγουν στην ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων. Πρόκειται, ειδικότερα: 1) Για την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, τα οποία συντάχθηκαν στις 20.8.2000 ενόψει του επισυμβάντος αυτοκινητικού ατυχήματος και επισυνάπτονται στην ποινική δικογραφία και για τα οποία επισημαίνονται τα ακόλουθα: Τα έγγραφα αυτά έχουν προσβληθεί από τον κατηγορούμενο ως νοθευμένα (πλαστά) για τους λόγους, που αναφέρονται στην ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αίτηση και ανάγονται αφ' ενός μεν σε διαλαμβανόμενες υποκειμενικές κρίσεις του συντάξαντος αστυνομικού υπαλλήλου και αφ' ετέρου σε ανύπαρκτα στοιχεία. Αναμφισβήτητα πρόκειται για δύο σοβαρά δημόσια έγγραφα, τα οποία αφορούν στην κρινομένη υπόθεση και, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν είναι αναγκαία για την απόφαση επ' αυτής. Το Δικαστήριο επιτρέπει την ανάγνωσή τους (το σχεδιάγραμμα θα επιδειχθεί) και θα ερευνήσει τη γνησιότητά τους, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. 2) Οσον αφορά στη διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη από τους διορισμένους Ζ, ηλεκτρολόγο και Η, μηχανικό αυτοκινήτων πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Η παραγγελία για τη διενέργεια της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης και τα ονόματα των πραγματογνωμόνων δεν γνωστοποιήθηκαν ταυτόχρονα, δηλαδή στις 21.8.2000 στον κατηγορούμενο, ο οποίος, σημειωτέον, νοσηλευόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Μυτιλήνης "Βοστάνειο" και ανέκτησε τις αισθήσεις του την επομένη, 22.8.2000. Είναι, λοιπόν, σαφές, ότι πρόκειται για διενέργεια προκαταρκτικής πραγματογνωμοσύ-νης, κατ' άρθ. 187 ΚΠοινΔ (βλ. ΑΠ 992/1976 ΠοινΧρ ΚΖ', 342). Λαμβανομένου δε υπόψη, ότι η εν λόγω πραγματογνωμοσύνη αποσκοπούσε στην άμεση βεβαίωση των υπό έρευνα στοιχείων, όπως άλλωστε συνηθίζεται σε όλες τις παρόμοιες περιπτώσεις, συνάγεται, ότι δεν χωρούσε αίτηση εξαιρέσεως, αλλ' ούτε και γνωστοποίηση στους διαδίκους των διοριζομένων πραγματογνωμόνων, λόγω του επείγοντος χαρακτήρα και η επίμαχη έκθεση εκτιμάται ελεύθερα (βλ. ΑΠ 992/1976 ΠοινΧρ ΚΖ', 342 - ΑΠ 781/1973 ΠοινΧρ ΚΓ', 820 - Αγγ. Μπουρόπουλος, ΕρμΚΠοινΔ, στο αρθ. 191, σελ. 266, Γ. Σταθέας, Η πραγματογνωμοσύνη εις την ποινικήν δίκην, εκδ. 1981, παρ. 29, σελ. 83). Ο επιληφθείς δε της προανακρίσεως Ανθυπαστυνόμος Θ διέλαβε στις σχετικές εκθέσεις διορισμού και ορκωμοσίας των ως άνω πραγματογνωμόνων τις απαιτούμενες για το θέμα διατάξεις των άρθρ. 183 έως 186 ΚΠοινΔ και, συνεπώς, δεν τίθεται θέμα τυπικότητας αυτών. 3) Το ίδιο δε ισχύει και για την από 21.8.2000 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής του θύματος, η οποία διενεργήθηκε και εγχειρίσθηκε αυθημερόν από τον ιατροδικαστή Ε και περιέχει όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία. Πάντα τα θέματα δε αυτά διεξοδικώς αναπτύχθηκαν και κρίθηκαν με το υπ' αριθ. 13/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, το οποίο αντιμετώπισε το θέμα της ακυρότητας των προανακριτικών πράξεων, όπως λεπτομερώς εκτίθεται παρακάτω στο υπό στοιχείο 2 της υπ' αριθ. 71α'/2008 αιτιολογίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει, πως πρέπει ν' απορριφθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου και να αναγνωσθούν τα έγγραφα αυτά. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει το αίτημα του κατηγορουμένου για τη μη ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων... "1. Επειδή, νομίμως επανεισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η προκειμένη ποινική υπόθεση, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 348/2008 απόφασης του Ε' Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 3/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Ηδη, έχει γίνει δεκτή τυπικά η ασκηθείσα από τον κατηγορούμενο υπ' αριθ. 31/9.6.2005 έφεσή του κατά της υπ' αριθ. 904/2005 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης και, συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί το βάσιμο και παραδεκτό των λόγων της. 2.- Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 321 παρ. 1 ΚΠοινΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει α) το ονοματεπώνυμο και, αν υπάρχει ανάγκη, και άλλα στοιχεία, τα οποία καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, β) τον προσδιορισμό του δικαστηρίου, στο οποίο καλείται, γ) τη χρονολογία, την ημέρα της εβδομάδας και την ώρα που πρέπει να εμφανιστεί, δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται, και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει και ε) τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα, του δημόσιου κατηγόρου ή του πταισματοδίκη (άρθρ. 27 παρ. 2) που εξέδωσε το θέσπισμα. Τα ίδια στοιχεία πρέπει να περιέχει και το κλητήριο θέσπισμα που επιδίδεται στον αστικώς υπεύθυνο (άρθρ. 89). Κατά δε τις παρ. 4 και 5, η τήρηση των προαναφερόμενων διατάξεων και της κλήσης. Τέλος η έλλειψη στοιχείου του κύρους του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως αποδεικνύεται από το κλητήριο θέσπισμα ή την κλήση, που επιδόθηκε στο κατηγορούμενο ή από το υπάρχον στη δικογραφία αντίτυπό του και σε έλλειψή του από το αποδεικτικό επιδόσεως. Κατά δε τις διατάξεις των άρθ. 245 παρ.1, 344, 308 παρ. 3, 322, 323, 326 παρ. 1 εδ. β' ΚΠοινΔ, το κλητήριο θέσπισμα εκδίδεται άπαξ και, αν δεν ασκηθεί κατ' αυτού προσφυγή ή ασκηθεί και απορριφθεί, καθίσταται πλέον αμετάκλητη η παραπομπή του κατηγορουμένου. Ετσι, δημιουργείται ένα "οιονεί παραπεμπτικό δεδικασμένο" από τη σχετική πράξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και mutates mutandis για τον Εισαγγελέα Εφετών στις περιπτώσεις του αρ. 111 ΚΠοινΔ, με αποτέλεσμα να κωλύει την έκδοση δεύτερου κλητηρίου θεσπίσματος. Στην αντίθετη περίπτωση, το πρώτο είναι πλέον το έγκυρο, βάσει του οποίου πρέπει να προχωρήσει η ποινική διαδικασία, ενώ το δεύτερο καθίσταται πλέον ανενεργό. Τούτο ενισχύεται από το γεγονός, ότι η προσφυγή ασκείται μία φορά, κατ' αρθ. 322 παρ. 1 ΚΠοινΔ (βλ. παρατ. Ν. Κορφιατης, Ποιν. Χρ. Ζ', 44 επ.). Εξάλλου, η οποιαδήποτε ακυρότητα από τη μη τήρηση των διατάξεων των άρθ. 320 και 321 ΚΠοινΔ και 6 παρ. 3 εδ. α' και β', της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4.11.1950 είναι σχετική, αναγόμενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κύριας διαδικασίας και πρέπει, κατ' άρθρ. 173 ΚΠοινΔ, να προταθεί μέχρι την οριστική και σε τελευταίο βαθμό απόφαση για την κατηγορία, διαφορετικά, καλύπτεται (βλ. ΑΠ 798/1990 ΝοΒ 38, 1485 - ΑΠ 5/1985 ΠοινΧρ ΛΣΤ', 41). Εφόσον δε, προβληθεί η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος και απορριφθεί, θα πρέπει να προταθεί με ειδικό λόγο εφέσεως, ώστε να κριθεί από το Εφετείο στα πλαίσια εφαρμογής της διατάξεως του άρθρ. 502 παρ. 2 ΚΠοινΔ), άλλως, καλύπτεται (βλ. ΑΠ 1489/2002 ΛογΠοινΔ, Β', 1519 - ΑΠ 591/1994 ΠοινΧρ. ΜΔ', 652 - ΑΠ 783/1987 ΠοινΧρ ΛΖ', 640 - ΑΠ 572/1985 ΠοινΧρ ΛΣΤ', 41). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθ. 473 παρ. 2, άρθ. 474 παρ. 2, 476 παρ.2, 484 και 509 παρ. 1 εδ. α', 510 ΚΠοινΔ, οι λόγοι, οι οποίοι περιέχονται στην έκθεση περί ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά βουλεύματος ή αποφάσεως, πρέπει, για να είναι τούτο παραδεκτό, να διατυπώνονται με ποινή απαραδέκτου κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα οποιασδήποτε συμπληρώσεως (βλ. Ολομ. ΑΠ 644/1985 Ποιν. Χρ. ΛΕ', 899 - ΑΠ 1197/1998 ΠοινΧρ ΜΘ', 673 - ΑΠ 1665/1994 Ποιν. Χρ. ΜΔ', 141 - ΑΠ 1478/1989 ΠοινΧρ Μ', 712 - ΑΠ 29/1989 ΠοινΧρ ΛΘ', 653 - ΑΠ 1397/1987 ΠοινΧρ. ΛΗ', 121). Καθίσταται σαφές, ότι καθιερώνεται ο γενικός και επιτακτικός, για όλα τα ένδικα μέσα, κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο, για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου, πρέπει να εκτίθενται στην ίδια την έκθεση ασκήσεως αυτού και οι κατ' ιδίαν λόγοι, για τους οποίους ασκείται το συγκεκριμένο ένδικο μέσο. Θα πρέπει, δηλαδή, στην έκθεση να εκτίθεται ένας τουλάχιστον λόγος, ο οποίος πρέπει να είναι και ορισμένος, δηλαδή να εξειδικεύει το ουσιαστικό ή νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα. Επομένως, λόγοι, οι οποίοι αναφέρονται σε άλλο έγγραφο, έστω και αν αυτό μνημονεύεται στην έκθεση του ενδίκου μέσου, δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο με την αιτιολογία, ότι αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί συνέχεια της εκθέσεως του ενδίκου μέσου. Εξάλλου, κατά το άρθ. 6 παρ. 1 εδ. α' ΕΣΔΑ, η οποία, σημειωτέον, κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και, ως εκ τούτου, έχει, σύμφωνα με το άρθρ. 28 παρ. 1 Συντ., υπερνομοθετική ισχύ "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας". Σημειώνεται, ότι οι διατάξεις του παραπάνω άρθρου συνιστούν μία απόπειρα προσδιορισμού της υπερκείμενης "δίκαιης δίκης", καθ' όσον αφορά στη διεξαγωγή των ποινικών υποθέσεων. Δεν πρόκειται για εξαντλητική αναφορά, αλλά για μία ενδεικτική περιγραφή ενός minimum εγγυήσεων υπέρ του κατηγορουμένου. Όμως, πέραν από αυτές, έχουν διαμορφωθεί και γίνει αποδεκτές από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και μία σειρά άλλων προϋποθέσεων της δίκαιης δίκης, οι οποίες, λόγω έλλειψης συγκεκριμένης αναφοράς τους στο σχετικό άρθρο, θεωρείται, ότι υπονοούνται στην παρ. 1, δηλαδή στον όρο "όπως δικασθεί δικαίως" και ανάλογα με την περίπτωση, συνδυάζονται με κάποια άλλη διάταξη του ίδιου άρθρου. Οι σημαντικότερες από αυτές είναι η ισότητα των όπλων, το δικαίωμα αυτοπρόσωπης παρουσίας του κατηγορουμένου, η υποχρέωση αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων, καθώς και το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Ετσι, η διάταξη αυτή εγγυάται "το δικαίωμα στο δικαστήριο", έκφανση του οποίου αποτελεί, όπως σημειώθηκε, και το δικαίωμα προσβάσεως στο αρμόδιο, καθ' ύλην και κατά τόπον, δικαστήριο. (βλ. σχετ. Ι. Ανδρουλάκης, Κριτήρια της δίκαιης ποινικής δίκης, εκδ. 2000, σελ. 7 - Χρ. Αργυρόπουλος, Η δικαιότητα της ποινικής δίκης, ΤιμΤομ Γ. Α. Μαγκάκη, εκδ. 1999, σελ. 431 επ. - Κων. Βουγιούκας, "Ισότης των όπλων" μεταξύ υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, πολιτικής αγωγής και κατηγορούσας αρχής, στο Δίκαιο και Πολιτική, τομ. 7, εκδ. 1984, σελ. 15 επ.). Το δικαίωμα δε αυτό δεν είναι απόλυτο, αλλά μπορεί να υπόκειται σε νομοθετικούς περιορισμούς, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού ενός ενδίκου μέσου, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να μην περιορίζουν ουσιωδώς το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, ώστε να προσβάλλεται η ιδία η ουσία του δικαιώματος αυτού. Εντεύθεν, παρέπεται, ότι το Κράτος, όταν θεσπίζει το ένδικο μέσο της εφέσεως, έχει την υποχρέωση να διαμορφώνει τις σχετικές διαδικασίες, οι οποίες αφορούν τους τύπους και τις προθεσμίες του ενδίκου μέσου και μάλιστα κατά τρόπο, ώστε να είναι σύμφωνος προς τις απορρέουσες από το άρθ. 6 παρ. 1 εδ. α' ΕΣΔΑ εγγυήσεις. Σημειώνεται, ότι στην περίπτωση αυτή η αρχή in dubio pro reo τίθεται υπέρ του προσφεύγοντος, με την έννοια, ότι οποιαδήποτε αμφιβολία, θα πρέπει να ερμηνεύεται, υπέρ τούτου, αφού στα πλαίσια εφαρμογής της ανωτέρω διεθνούς διατάξεως θα πρέπει να έχει μία δίκαιη πρόσβαση στο αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο θα κρίνει, αν ο λόγος του ενδίκου μέσου είναι παραδεκτός. Στην προκειμένη περίπτωση, εναντίον του κατηγορουμένου ασκήθηκε ποινική δίωξη για 1) ανθρωποκτονία από αμέλεια και 2) οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος. Ο κατηγορούμενος άσκησε την από 29.10.2001 αίτηση ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, με την οποία ζήτησε την κήρυξη από των διαλαμβανομένων δικονομικών ακυροτήτων, κατ' άρθρ. 173 ΚΠοινΔ, που αφορούσαν α) στην κατά το στάδιο της προδικασίας λήψη αίματός του για την ανίχνευση αλκοόλης, β) στην έκθεση αυτοψίας και σχεδιαγράμματος για διαλαμβανόμενες υποκειμενικές κρίσεις του συντάκτη και ότι συμπεριελήφθησαν ανύπαρκτα σ' αυτή στοιχεία, γ) στη διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη ως προς τη συμμετοχή των συγκεκριμένων πραγματογνωμόνων και της αιτήσεως εξαιρέσεώς τους και δ) στη νεκροψία και νεκροτομή του θανόντος. Επ' αυτής εκδόθηκε το υπ' αριθ. 13/2003 βούλευμα, το οποίο έκρινε, ότι κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του και το επισυμβάν αυτοκινητικό ατύχημα ο κατηγορούμενος τελούσε υπό την επίδραση αλκοόλης, η οποία ανιχνεύθηκε στο αίτημα του σε ποσοστό 1,14 gr/lt. Η σχετική, όμως, έκθεση δεν κοινοποιήθηκε σ' αυτόν, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις εντός τριμήνου. Ετσι, το Συμβούλιο δέχθηκε την αίτησή του μόνο κατά το αίτημα αυτό ακυρώνοντας τη σχετική πράξη της προδικασίας και απορρίπτοντας κατά τα λοιπά αυτή (αίτηση) με τις διαλαμβανόμενες αιτιολογίες. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε, για να δικασθεί απευθείας με το υπ' αριθ. Β1 2001/1433 κλητήριο θέσπισμα ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης κατά τη δικάσιμο της 10.3.2005. Το εν λόγω δε κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε νομίμως σ' αυτόν στις 13.9.2004 και ο τελευταίος άσκησε κατ' αυτού την υπ' αριθ. 25/22.9.2004 προσφυγή του ζητώντας την ακύρωσή του για τους διαλαμβανόμενους σ' αυτή κατ' ιδίαν λόγους. Η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε στο σύνολό της με την υπ' αριθ. 36/2004 διάταξη του Αντεισαγγελέα Εφετών Αιγαίου. Όμως, μέχρι την παραπάνω δικάσιμο της 10.3.2005 δεν είχε γίνει επίδοση στον κατηγορούμενο της ως άνω απορριπτικής διατάξεως του Αντεισαγγελέα Εφετών Αιγαίου και γι' αυτό το λόγο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 458/2005 απόφασή του (βλ. απόσπασμα) ορθώς κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση και ανέβαλε την υπόθεση για τη δικάσιμο της 12.5.2005. Κατ' αυτή, η υπόθεση αναβλήθηκε και πάλι, κατ' άρθρ. 349 ΚΠοινΔ, με την υπ' αριθ. 689/2005 απόφαση (βλ. απόσπασμα) στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισης για τη δικάσιμο της 9.6.2005 διατάσσοντας συγχρόνως τη κλήτευση του μάρτυρα κατηγορίας Γ, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Με τα δεδομένα αυτά είναι σαφές, ότι κατέστη πλέον αμετάκλητη η παραπομπή του κατηγορουμένου ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου, προκειμένου να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, βάσει του προαναφερόμενου πρώτου κλητηρίου θεσπίσματος. Όμως, από πρόδηλη παραδρομή ο Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Μυτιλήνης συνέταξε νέο (δεύτερο) ταυτάριθμο κλητήριο θέσπισμα, το οποίο επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 11.4.2005 και κλήθηκε και πάλι αυτός, για να δικασθεί για την ίδια αξιόποινη πράξη στις 12.5.2005, στο οποίο (κλητήριο θέσπισμα) προστέθηκε το όνομα του μάρτυρα κατηγορίας Γ. Από τα παραπάνω είναι σαφές, ότι δεν έλαβε χώρα καμία παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται, δεδομένου, ότι με το πρώτο κλητήριο θέσπισμα, που ήταν έγκυρο κατέστη αμετάκλητη η παραπομπή του και με αυτό έλαβε χώρα η επ' ακροατηρίου διαδικασία. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς έκρινε το πρώτο ως έγκυρο, ενώ δεν έλαβε καθόλου υπόψη του το δεύτερο, το οποίο εκ των πραγμάτων κατέστη εντελώς ανενεργό κατά τη δικάσιμο της 9.6.2005, οπότε εκδικάσθηκε η υπόθεση. Ετσι, απέρριψε ορθώς τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί ακυρότητας του πρώτου, χωρίς, όμως, να προχωρήσει στην ακύρωση του δεύτερου. Το γεγονός, όμως, αυτό δεν ασκεί καμία επιρροή στην ένδικη υπόθεση, αφού, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το πρώτο ήταν το έγκυρο, το οποίο, σημειωτέον, περιείχε όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία. Η εκγυρότητά του δε, δεν αναιρείται από το γεγονός, ότι δεν αναγραφόταν ο παραπάνω μάρτυρας κατηγορίας, αφού η αναγραφή των μαρτύρων δεν αποτελεί προαπαιτούμενο από το νόμο στοιχείο. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος άσκησε την υπ' αριθ. 31/2005 έκθεση της εφέσεώς του κατά της ανωτέρω, υπ' αριθ. 904/2005, καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης, στην οποία, πέραν του βασικού λόγου, με τον οποίο παραπονείται για το ότι κηρύχθηκε ένοχος της παραπάνω αξιόποινης πράξης, διαλαμβάνει και ότι "...Επίσης και διότι παραβιάσθηκαν ουσιώδεις δικονομικές διατάξεις και υπερασπιστικά δικαιώματά μου όπως αναλυτικά αναφέρω στις αιτήσεις μου που είναι καταχωρημένες στα πρακτικά συνεδριάσεως και θα επαναλάβω στην κατ' έφεση δίκη". Ο λόγος, όμως, αυτός της εφέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν είναι σαφής και ορισμένος, αλλά παραπέμπει αορίστως σε άλλα έγγραφα. Επιπλέον, δεν προκύπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, καμία αμφιβολία περί αυτού, ώστε να ερευνηθεί και να ερμηνευθεί υπέρ του εκκαλούντος κατηγορουμένου, ο οποίος από δική του παράλειψη στερήθηκε του, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, νομίμου δικαιώματος της προσβάσεως προς το Δικαστήριο, το οποίο δεν μπορεί να επιληφθεί και να διερευνήσει το λόγο αυτό, ο οποίος είναι ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως, χωρίς να συντρέχει απολύτως καμία περίπτωση παραβιάσεως της παραπάνω διατάξεως του άρθ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, δεδομένου, ότι δεν μπορεί να γίνει συμπλήρωση πλέον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Κατά την επ' ακροατηρίου δε συζήτηση της ποινικής υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αμφότεροι οι συνήγοροι υπεράσπισης του κατηγορουμένου επανέφεραν και προέβαλαν όλους τους παραπάνω λόγους 1) απόλυτης ακυρότητας, η οποία έλαβε χώρα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, 2) έλλειψης ακροάσεως, 3) παράβαση των διατάξεων για την δημοσιότητα της διαδικασίας ακροατήριο, 4) έλλειψη στην προσβαλλόμενη απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, 5) αρνητική υπέρβαση εξουσίας, 6) εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών και δικονομικών ποινικών διατάξεων, 7) κακή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, 8) κακή σύνθεση του Δικαστηρίου και 9) παράβαση του άρθ. 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. Οι λόγοι αυτοί κρίνονται ως απαράδεκτοι, πλην του έβδομου, ο οποίος αναφέρεται στον πρώτο λόγο της εφέσεως και αφορά στην κρίση επί της ενοχής του κατηγορουμένου, ο οποίος έχει κριθεί ως παραδεκτός". Με βάση αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο, διέλαβε, ως προς την απορριπτική του κρίση, σε σχέση με τις προαναφερθείσες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ακυρότητες που έλαβαν χώρα στην προδικασία και την κύρια και προπαρασκευαστική διαδικασία, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να απορριφθεί, ο τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ.Δ' ΚΠΔ, ως αβάσιμος καθώς και όλες οι αιτιάσεις, που υπό το πρόσχημα της μη ύπαρξης αιτιολογίας, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως απαράδεκτες. Επίσης και σε σχέση με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ως προς το ότι το Εφετείο δεν ακύρωσε αυτεπαγγέλτως όλες τις πράξεις της προδικασίας και της κύριας και προπαρασκευαστικής διαδικασίας, που δημιουργούν απόλυτη ακυρότητα, αυτές είναι απορριπτέες και αβάσιμες. Και τούτο γιατί, όπως ήδη αναφέρθηκε, η απόλυτη ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας μπορεί να προταθεί μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορούμενου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, αρμόδιο δε για την ακύρωση αυτών είναι το Συμβούλιο Πλημ/δικών. Ως προς δε τις ακυρότητες που έλαβαν χώρα κατά το στάδιο της κύριας και προπαρασκευαστικής διαδικασίας, αυτές εντοπίζονται από τον αναιρεσείοντα μόνο ως προς την ακύρωση των προαναφερθέντων κλητηρίων θεσπισμάτων και κλήσης, οι οποίες αφορούν την προπαρασκευαστική διαδικασία, η δε ακυρότητα που δημιουργείται εντεύθεν είναι σχετική και όχι απόλυτη, με συνέπεια να μην μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από δικαστήριο. Τέλος και αναφορικά με την αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε την από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αρχή της δίκαιης δίκης στην οποία συνάπτει με καθένα από τους προεκτεθέντες λόγους αναίρεσης, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, μετά την κατά τα παραπάνω απόρριψη όλων των αναιρετικών λόγων που πρότεινε, ενόψει του ότι δεν ιδρύεται αυτοτελής λόγος αναίρεσης από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής (περί δίκαιης δίκης). Ακολούθως και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-6-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 71/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/μάτων Αιγαίου. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ του αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποφάσεις του Αρείου Πάγου δεν υπόκεινται σε αναίρεση. Ακυρότητες κατά την προδικασία καλύπτονται εφόσον δεν προταθούν μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή στο ακροατήριο. Η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος είναι σχετική και εφόσον δεν προταθεί νομίμως καλύπτεται, μη λαμβανόμενη υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Η παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ από μόνη της δεν ιδρύει κάποιο λόγο αναίρεσης. Πότε υπάρχει χειροτέρευση της θέσης του εκκαλούντος καταδικασμένου κατηγορουμένου. Για να είναι παραδεκτή η έφεση πρέπει να αναφέρεται στην έκθεση αυτής ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, μη επιτρεπομένης της παραπομπής, για την θεραπεία της αοριστίας, σε άλλη έκθεση ή υπόμνημα ή σε άλλο έγγραφο. Πότε ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος για αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Απαράδεκτες οι αιτιάσεις, οι οποίες υπό το πρόσχημα της έλλειψης αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Ακυρότητα σχετική.
0
Αριθμός 1942/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αναστάσιο Λιανό (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή και Αντώνιο Αθηναίο (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 87/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου χ1 και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή Χαλκίδας, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 86339/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28.11.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2115/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού, με αριθμό 169/8.4.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την με αριθμ. 124/ 28-11-2007 έκθεση αναίρεσης του χ1, κατά της με αριθμ. 86339/2002 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του κατά της με αριθμ. 145684/2001 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 4 ετών (3+3) για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο και εκθέτω τα παρακάτω. Από τις διατάξεις των άρθρων 473 § 1 και 476 § 1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη ''&1 '0που διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από την δημοσίευση της απόφασης. 'Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. ..... & 2 Η αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνο που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία 20 ημερών η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1 ........... και &3 Η προθεσμία τα για την άσκηση αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του ποινικού Δικαστηρίου......'' κατά δε την δεύτερη '' Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε ............. ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα, η.......... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο(ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί.. και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο .....'' προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά των αποφάσεων των δικαστηρίων είναι δέκα μέρες από την εκδίκαση της υπόθεσης αν ο δικαιούχος του ενδίκου μέσου ήταν παρών ή από την επίδοση της απόφασης αν είναι γνωστής διαμονής ή τριάντα ημερών, αν η διαμονή του είναι άγνωστη ή διαμένει στην αλλοδαπή ή 20 ημέρες αν η άσκηση γίνεται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και περιέχει ένα τουλάχιστον δικαιολογητικό λόγο και ότι η προθεσμίες αυτές αρχίζουν από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου η προθεσμία δε αυτή δεν παρεκτείνεται, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση, οι οποίοι πρέπει να εκτίθενται στην δήλωση ή στην αίτηση άσκησης αναίρεσης και να συνοδεύονται από τα υποστηρίζοντα την ύπαρξη της ανωτέρας βίας αποδεικτικά μέσα προκειμένου εξ αυτών να είναι δυνατή η εκτίμηση περί του αν συντρέχει η όχι η επικαλούμενη κατάσταση ανωτέρας βίας άλλως η ασκηθείσα αναίρεση είναι απαράδεκτη σαν εκπρόθεσμη, και το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο απορρίπτει την αναίρεση σαν απαράδεκτη ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα αφού ακούσει τούς διαδίκους που θα εμφανιστούν και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος και επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα σ' αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο (ΑΠ 1026/2004 ΠΧ ΝΕ 2005 -436,ΑΠ 1876 Π.Χ ΝΕ 2005-716, ΑΠ 1976/2004 ΠΧ ΝΕ 2005-726, ΑΠ 310/2005 ΠΧ ΝΕ 2005 2005-930 ΑΠ 477/2005 ΠΧ ΝΕ 2005 -988). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αναίρεση με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ο οποίος είχε την προς τούτο εξουσιοδότηση η οποία προσαρτάται στην έκθεση αναίρεσης στον Γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση την 28-11-2007 και συντάχθηκε προς τούτου η με αριθμ. 124/28-11-207 έκθεση αναίρεσης. Από δε την με αριθμ. 86339/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η με αριθμ. 7166/2002 έφεση του σαν ανυποστήρικτη προκύπτει ότι από τα με ημερομηνία ..... και ... αποδεικτικά επίδοσης των Αρχιφύλακα .... του Α/Τ Ν. Φιλαδέλφειας και Αστυφύλακα ..... του Α/Τ Εξαρχείων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είχε επιδοθεί στον αναιρεσείοντα και στον αντίκλητο δικηγόρο του κανονικά τις παραπάνω ημερομηνίες και η καθαρογραφή και καταχώρηση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο είχε γίνει τις 23-1-2003 και ο κατηγορούμενος άσκησε αναίρεση την 28-11-2007 ήτοι μετά πάροδο της προθεσμίας άσκησης αναίρεσης χωρίς να αναφέρει τι περί ανωτέρας βίας για την δικαιολόγηση του εκπροθέσμου. Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι εκπρόθεσμη αφού στην αίτηση αναίρεσης δεν εκτίθενται λόγοι ανωτέρας βίας που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την εκπρόθεσμη άσκησή της. Κατ' ακολουθία των παραπάνω αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί σαν απαράδεκτη και να της επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης. Δια ταύταΠροτείνω όπως: Α. Να κηρυχθεί απαράδεκτη ή με αριθμ. 124/ 28-11-2007 έκθεση αναίρεσης του χ1, κατά της με αριθμ. 86339/2002 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών λόγω του ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στον παραπάνω. Αθήνα την 15-1-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρ.507 παρ. 1 και 473 παρ. 1και 3 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατ' αποφάσεως που εκδόθηκε με απόντα τον κατηγορούμενο είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση μεν της απόφασης αν αυτή έγινε μετά την καταχώρισή της καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, από την καταχώριση δε αυτή, αν η επίδοσή της προηγήθηκε. Εξάλλου, η εκπρόθεσμη αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρ.476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ. Τέλος, εν όψει της γενικής αρχής του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, επιτρέπεται η εκπρόθεσμη άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου, όταν υπάρχει λόγος ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος. Σ' αυτή την περίπτωση όμως εκείνος ,που ασκεί το εκπρόθεσμο ένδικο μέσο οφείλει, κατά την έννοια του άρθρ.474 παρ. 2 του ΚΠοινΔ , να παραθέσει στη σχετική έκθεση ή αίτηση τα πραγματικά περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπροθέσμως το ένδικο μέσο και συγχρόνως να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύονται τα περιστατικά αυτά (ΟλΑΠ 15/1987). Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη με αριθμό 86339/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο στις 23-1-2003, όπως αυτό προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση του γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Ακολούθως δε, επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση, στη διεύθυνση που αυτός είχε δηλώσει με την έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως, στις 12-3--2004, και στον αντίκλητό του δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Τουρλούκη, σε σύνοικό του, στη διεύθυνση που αυτός είχε δηλώσει με την έκθεση εφέσεως, στις 10-3-2004, (βλ. τα από .... και .... αποδεικτικά του Αρχιφύλακα ..... του Α/Τ Ν. Φιλαδέλφειας και του Αστυφύλακα ..... του Α/Τ Εξαρχείων, αντίστοιχα). Έτσι η δεκαήμερη προθεσμία της αναιρέσεως, κατά της επιδοθείσας πιο πάνω αποφάσεως, που άρχισε από την επομένη της χρονικώς δεύτερης ως άνω επιδόσεως (...), έληξε στις 22-3-2004, ενώ η κατ' αυτής αναίρεση ασκήθηκε στις 28-11-2007, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης για την άσκησή της δεκαήμερης προθεσμίας. Στην έκθεση αναιρέσεως ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα λόγο ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 124/28-11-2007 αίτηση του χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 86339/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτο αναίρεσης εκ της εκπρόθεσμης άσκησης.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
2
Αριθμός 1941/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αναστάσιο Λιανό (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή και Αντώνιο Αθηναίο (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 87/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Διαλινάκη, περί αναιρέσεως της 184/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγον το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού ΟΑΕΔ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Καρλόττα Κουτσομητοπούλου. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12.3.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 503/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 259 του ΠΚ, υπάλληλος, που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη. Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της υπηρεσίας, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, αυτουργός του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' και 263Α' του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται: α)παράβαση, όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται από το νόμο ή τη διοικητική πράξη ή τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας, β)η παράβαση αυτή να γίνει από πρόθεση, ήτοι ο υπαίτιος να γνωρίζει ότι ενεργώντας παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, και να θέλει να παραβεί αυτά και γ)ο υπαίτιος να ενεργεί με σκοπό, είτε να ωφελήσει παράνομα τον εαυτό του ή άλλον είτε να βλάψει το κράτος ή άλλον χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη του εν λόγω σκοπού. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες έγγραφα κλπ), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η αιτιολογία τέλος της απόφασης παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Επίσης, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 184/2008 απόφασής του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ1 τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και εξειδικεύεται στο διατακτικό της παρούσας. Ειδικότερα ο ίδιος υπηρετούσε στην υπηρεσία του ΟΑΕΔ ως υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ. α του ΠΚ και στο αντικείμενό του ανήγετο η διαδικασία (έλεγχος αιτήσεων κλπ δικαιολογητικών) για τη χορήγηση επιδομάτων ανεργίας. Τέτοια επιδόματα ανεργίας δεν εδικαιούντο τα τέκνα του, Α1 και Α2, καθόσον εργοδότης τους ήταν η μητέρα τους και σύζυγός του Β. Τούτο ο ίδιος το γνώριζε. Παρόλα αυτά εν γνώσει του παρέβη τα καθήκοντά του με μόνο σκοπό και πρόθεση να προσπορίσει όφελος παράνομο σε τρίτους (στα ως άνω τέκνα του), με βλάβη του οργανισμού. Έτσι σε συνεννόηση με το συγκατηγορούμενό του Χ2, (υπάλληλο επίσης του ανωτέρω οργανισμού), επικόλλησε πλαστά ένσημα του ΙΚΑ στα ασφαλιστικά τους βιβλιάρια, τα οποία δεν προέρχονταν από νόμιμη αγορά, ούτε ανταποκρίνονται σε πραγματική τους απασχόληση. Παράλληλα, εκτύπωσε το μπλοκ των αποδείξεων της κόρης του προκειμένου να πάει στην τράπεζα να πληρωθεί και έδωσε στον ως άνω συγκατηγορούμενό του, τα δικαιολογητικά για το επίδομα ανεργίας του γιου του, μολονότι γνώριζε ότι αυτός δεν εδικαιούτο επιδόματος ανεργίας. Τα παραπάνω αβίαστα προκύπτουν από την ίδια την απολογία του, τα όσα δήλωσε στη διενεργηθείσα ένορκη διοικητική εξέταση στον αρμόδιο υπάλληλο Γ (ΟΑΕΔ Ν. Λευκάδας), τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο παρόν δικαστήριο και στο πρωτοβάθμιο επίσης και περιέχονται στην εκκαλουμένη. Πρέπει συνακόλουθα να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που κατηγορείται, ήτοι της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 ΠΚ)". Ακολούθως, με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της παράβασης καθήκοντος και του επέβαλε φυλάκιση πέντε (5) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της παράβασης καθήκοντος, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1 και 259 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο του κατηγορουμένου και τον περαιτέρω σκοπό τούτου να προσπορίσει σε άλλον και συγκεκριμένα στα τέκνα του, παράνομο όφελος και να βλάψει άλλον, με την έκθεση στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του των πραγματικών περιστατικών από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος εκ του πράγματος γνώριζε ότι τα τέκνα του αυτά δεν εδικαιούντο να λαμβάνουν επίδομα ανεργίας, "καθόσον εργοδότης τους ήταν η μητέρα τους και σύζυγός του Β ... επικόλλησε πλαστά ένσημα του ΙΚΑ στα ασφαλιστικά τους βιβλιάρια, τα οποία δεν προέρχονταν από νόμιμη αγορά, ούτε ανταποκρίνονταν σε πραγματική τους απασχόληση", ότι παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, και ότι με την ενέργειά του αυτή ωφελούσε τα τέκνα του και έβλαπτε τον ΟΑΕΔ. Περαιτέρω σαφής είναι η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο αναιρεσείων "υπηρετούσε στην υπηρεσία του ΟΑΕΔ ως υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α'του ΠΚ και στο αντικείμενό του ανήγετο η διαδικασία (έλεγχος αιτήσεων και δικαιολογητικών) για τη χορήγηση επιδομάτων ανεργίας", παραδοχή από την οποία αυτονόητα προκύπτει και ποια ήταν τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, τα οποία στη συνέχεια παρέβη. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης - έλλειψη νόμιμης βάσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθία, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, καθώς και στα έξοδα του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ και 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ.9/12-3-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 184/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος ΟΑΕΔ από διακόσια ενενήντα (290) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση καθήκοντος. Η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογεί τον άμεσο δόλο του κατηγορουμένου και το σκοπό τούτου να προσπορίσει σε άλλον και συγκεκριμένα στα τέκνα του επίδομα ανεργίας που δεν εδικαιούντο. Περαιτέρω σαφής είναι η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων υπηρετούσε στην υπηρεσία του ΟΑΕΔ ως υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρ. 13 στοιχ. α΄ ΠΚ και στο αντικείμενό του αναγόταν η διαδικασία (έλεγχος αιτήσεων και δικαιολογητικών) για τη χορήγηση επιδομάτων ανεργίας παραδοχή από την οποία αυτονόητα προκύπτει και ποια ήταν τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, τα οποία στη συνέχεια παρέβη. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Παράβαση καθήκοντος.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1937/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη και Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο (ορισθέντα με την υπ'αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ'αριθμ. 75 πράξη)-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 62/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας. Το Συμβούλιο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 13/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 88/15-2-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Το συμβούλιο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας με το υπ'αριθμ. 86/2006 βούλευμά του απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την υπ'αριθμ. 3/2006 έφεση του Αντωνίου Σαρρή κατά του υπ'αριθμ. 16/2006 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κοζάνης με το οποίο είχε παραπεμφθεί αυτός στο ακροατήριο του ΜΟΔ της περιφέρειας του άνω Εφετείου για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως α) αποπλάνησης παιδιού που συμπλήρωσε το 10ο έτος της ηλικίας του, όχι όμως το 13ο, β) βάναυσης προσβολής της αιδούς δι'ακολάστου πράξεως και αποπλάνησης παιδιού νεώτερου των 10 ετών κατεξακολούθηση. - Ειδικώτερα δε πράξη της βάναυσης προσβολής της αιδούς αυτή φέρεται ότι τελέστηκε αφενός μεν σε βάρος της Α στις 4-4-2004, αφετέρου σε βάρος της Β κατ'εξακολούθηση και δη το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου 2004 και στις 27-6-2004 από τις οποίες η πρώτη γεννήθηκε στις 25-9-94, η δε δεύτερη στις 6-9-1994, ήτοι σε βάρος ανηλίκων 9 ετών και 6 μηνών και 9 ετών και 9 μηνών περίπου αντίστοιχα. Κατά του άνω βουλεύματος ασκήθηκε αναίρεση από τον κατηγορούμενο η οποία με το υπ'αριθμ. 1561/2007 βούλευμα του Αρείου Πάγου απερρίφθη σε σχέση με την πράξη της αποπλάνησης και έγινε δεκτή για τις πράξεις της βάναυσης προσβολής της αιδούς για τον λόγο ότι, επειδή το άνω έγκλημα αυτό διώκεται κατ'έγκληση, η οποία πρέπει να υποβληθεί εντός της προθεσμίας του άρθρου 117 παρ. ΠΚ, ήτοι εντός τριών μηνών από της ημέρας που ο δικαιούχος έλαβε γνώση της πράξης και του δράστη (αυτουργού ή συμμετόχου) αυτής, και επειδή εδώ η ποινική δίωξη ασκήθηκε συνεπεία των από 28-9-2004 εγκλήσεων των γονέων των ανηλίκων παθουσών - ως ασκούντες την γονική μέριμνα επ'αυτών - ήτοι μετά την παρέλευση των τριών μηνών από της τελέσεως των άνω πράξεων, χωρίς να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα ο χρόνος κατά τον οποίο οι εγκαλούντες έλαβαν γνώση της τελέσεως των παραπάνω πράξεων και του δράστη αυτών ώστε να κριθεί το εμπρόθεσμο των εγκλήσεων αυτών, μάλιστα δε υπήρχε και σχετικό παράπονο του αναιρεσείοντος στην οικεία (= 3/2006) έφεσή του για τον άνω λόγο. Πάντως ο λόγος αυτός εφέσεως ήταν γενικά αόριστος αφού δεν γίνεται επίκληση του χρόνου γνώσεως των δικαιουμένων εγκλήσεως αλλά των, πράγμα που εδώ δεν ενδιαφέρει, "φερομένων θυμάτων" (βλ. σελ. 50-51 της άνω εφέσεως). ΙΙ) 'Ετσι το συμβούλιο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, στο οποίο επανήλθε η υπόθεση μόνο για τις άνω πράξεις και για έρευνα του άνω μόνου λόγου, εξέδωσε το υπ'αριθμ. 62/2007 βούλευμά του, με το οποίο γίνονται δεκτά τα εξής με καθ'ολοκληρίαν αποδοχή της πρότασης της Εισαγγελέα Εφετών: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν για το ζήτημα του εμπροθέσμου ή μη των εγκλήσεων των ασκούντων την γονική μέριμνα γονέων των παθόντων ανηλίκων τα εξής": Στη συνέχεια γίνεται ειδική μνεία των ανώμοτων καταθέσεων των ανηλίκων παθόντων Β, Α και Γ στις οποίες στηρίζει την κρίση ότι οι γονείς των ανηλίκων, ως ασκούντες την γονική μέριμνα έλαβαν γνώση των υπό κρίση πράξεων "εντός του Αυγούστου 2004", διότι τότε τους ανέφεραν οι ανήλικες παθούσες αυτές και τον δράστη τους και αυτή η γνώση είναι η μοναδική πηγή πληροφοριών τους. Δεδομένου δε ότι υπέβαλαν τις εγκλήσεις γι'αυτές (πράξεις) στις 28-9-2004, αυτές (εγκλήσεις) είναι εμπρόθεσμες. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 2-12-2007 (βλ. το από 2-12-2007 αποδεικτικό του αστυφύλακα Α προς την σύνοικο σύζυγό του) και κατ'αυτού άσκησε ο ίδιος ενώπιον του γραμματέα Βουλευμάτων του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας στις 11-12-2007 την υπ'αριθμ. 1/2007 αναίρεση προβάλλων έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι α) δεν αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, η δε ολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση προϋποθέτει ότι σ'αυτή (=εισαγγελική πρόταση) υπάρχει αυτή η αναφορά, πράγμα που εδώ δεν συμβαίνει, β) δεν περιλαμβάνει πραγματικές παραδοχές όσον αφορά το χρόνο γνώσεως του δικαιουμένου σε έγκληση της αξιόποινης πράξης και του πράξαντος. Ειδικότερα το συμβούλιο δεν αναφέρει ποιά αποδεικτικά μέσα έλαβε υπόψη του, από δε τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει ουδέν προκύπτει για τον χρόνο γνώσεως των γονέων των ανηλίκων, όπως και η παραδοχή του βουλεύματος ότι ο χρόνος της κρίσιμης αυτής γνώσης είναι ο μήνας Αύγουστος 2004 είναι αυθαίρετος και αναιτιολόγητος. ΙΙΙ) Επειδή προ πάσης έρευνας της ουσίας του άνω λόγου αναίρεσης πρέπει να έχει καταφαθεί ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται σε αναίρεση, διότι άλλως η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη -476 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 482 ΚΠΔ (όπως αντικ. με το άρθρο 41 παρ. 1 ν. 3160/2003) ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν τον παραπέμπει για κακούργημα, σε εγκλήματα δε που συρρέουν ή είναι συναφή, ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα, έστω και αν το ένδικο αυτό μέσο επιτρέπεται μόνο για ένα από αυτά. Αν το συμβούλιο Εφετών επιλήφθηκε μετά από έφεση, κατά του βουλεύματος που εκδίδεται από αυτό μπορεί να ασκηθεί αναίρεση μόνο υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις. Η άνω διάταξη καθορίζει περιοριστικά τα βουλεύματα που υπόκεινται σε αναίρεση (βλ. Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία, τόμ. γ (1977) σελ. 280, ΑΠ 610/2004, ΑΠ 2275/2002, ΑΠ 1944/2002, ΑΠ 535/95 κ.α.) Από τη διατύπωση της άνω διάταξης "μπορεί να ζητήσει" συνάγεται σαφώς ότι ο κατηγορούμενος όταν ασκεί αναίρεση για το κακούργημα, αυτή δεν επεκτείνεται αυτοδικαίως και στο συρρέον ή συναφές πλημμέλημα αλλά για να γίνει αυτό πρέπει να υποβληθεί αντίστοιχο αίτημα. Επομένως ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να ασκήσει ούτε αυτοτελή αναίρεση μόνο για πλημμέλημα που είναι συναφές ή συρρέον με κακούργημα για το οποίο δεν άσκησε αναίρεση (βλ. ΑΠ 1878/83 ΠΧρ ΛΔ 660 πρβλ ΑΠ 1064/2000) ή για το οποίο δεν επιτρέπεται αναίρεση. Επίσης δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά βουλεύματος που παραπέμπει τον κατηγορούμενο μόνο για πλημμέλημα (βλ. και ΑΠ 684/2004, ΑΠ 238/2003, ΑΠ 497/2003 κ.α.), αφού έτσι ενισχύεται η παρέλκυση της εκδίκασης αυτών γι'αυτό και δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά πλημμελημάτων. Ως παραπεμπτικό βούλευμα - κατά την έννοια της άνω διατάξεως - νοείται και το βούλευμα του συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει ως αβάσιμη την κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών, αφού ενσωματώνεται σ'αυτό (βούλευμα του συμβουλίου Εφετών) το πρωτόδικο βούλευμα - βλ. ΑΠ 53/92, ΑΠ 466/94, ΑΠ 1107/95, ΑΠ 106/97, ΑΠ 1944/2002 κ.α.- Ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά του βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών υπό τις αυτές προϋποθέσεις ασκήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών, όπως ρητά ορίζει η παρ. 2 του άρθρου 482 ΚΠοινΔ. Το άνω ζήτημα δεν αλλάζει όταν έχει ασκηθεί αναίρεση κατά βουλεύματος που παραπέμπει για κακούργημα και πλημμέλημα και ο 'Αρειος Πάγος απορρίψει αυτή ως αβάσιμη (και επομένως η παραπομπή γίνει αμετάκλητη) για το κακούργημα και αναιρέσει, ήτοι παραπέμψει για νέα συζήτηση για το πλημμέλημα και το συμβούλιο (Εφετών) απορρίψει την έφεση ως αβάσιμη γι'αυτό, αφού και στην περίπτωση αυτή λαμβάνει χώρα παραπομπή μόνο για πλημμέλημα - βλ. Ζησιάδη Ποινική Δικονομία τομ. γ (1977) σελ. 283, ΑΠ 470/70 ΠΧρ ΚΑ 37. Δεν πρόκειται για "οιονεί" συνέχεια της πρώτης αναίρεσης αφού όχι μόνο δεν έχουμε προσβολή για κακούργημα (με συνέπεια να μπορεί ο κατηγορούμενος να ζητήσει αναίρεση και για το συρρέον ή συναφές πλημμέλημα) - αφού ήδη η παραπομπή γι'αυτό είναι αμετάκλητη- αλλά και διότι συνεπώς δεν συντρέχει ούτε ο δικαιολογητικός λόγος καθιερώσεως του δικαιώματος αναιρέσεως και για το συρρέον ή συναφές πλημμέλημα, ήτοι σύγχρονος εκτίμηση της όλης υπόθεσης, εχώρησε ήδη νέα κρίση αυτοτελής και ανεξάρτητη της πρώτης. Ο κατηγορούμενος με την πρώτη αναίρεση εξάντλησε το δικαίωμά του, η δε νέα κρίση είναι αποτέλεσμα αυτής και πέτυχε συνεπώς με αυτή την επανεκτίμηση της υπόθεσης για το αναιρεθέν πλημμέλημα. Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση είναι απαράδεκτη διότι στρέφεται κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση. IV) Εάν ήθελε γίνει δεκτόν ότι η αναίρεση ασκήθηκε νομοτύπως, πρέπει να σημειωθούν τα εξής σε σχέση με τον λόγον αναίρεσης. Επειδή ο χρόνος γνώσεως αποτελεί πραγματικό ζήτημα, πρόκειται για κρίση περί πράγματος, και συνεπώς δεν ελέγχεται αναιρετικά (βλ. ΑΠ 1511/2005, ΑΠ 1505/2005, ΑΠ 1536/97, ΑΠ 1299/95 κ.α., Ζησιάδη ΓενΜ, τομ. β σελ. 585) απαιτείται όμως να εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις οι αποδείξεις που θεμελιώνουν τη γνώση (βλ. ΑΠ 1840/87, ΑΠ 1274/2007, ΑΠ 1304/2006, ΑΠ 141/2006, ΑΠ 237/2004 κ.α.). Εξ άλλου, επειδή ο 'Αρειος Πάγος δεν είναι τρίτου (ουσιαστικού) βαθμού δικαιοδοσίας και συνεπώς δεν ελέγχει την ουσία της υπόθεσης και συνεπώς δεν προβαίνει σε εκτίμηση των αποδείξεων, έπεται ότι δεν συνιστά λόγον αναίρεσης η (τυχόν) εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (βλ. ΑΠ 2078/2005, ΑΠ 1880/2005 στο τέλος, ΑΠ 540/2006, ΑΠ 567/2006, ΑΠ 2203/2006, ΑΠ 1668/2007 κ.α.), πράγμα που συμβαίνει και όταν επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων -βλ. ΑΠ 829/2006. Ο 'Αρειος Πάγος δεν μπορεί να ελέγξει αν το συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα. Η ειδική μνεία ορισμένων αποδεικτικών μέσων δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και τα άλλα αποδεικτικά μέσα -βλ. ΑΠ 570/2006, ΑΠ 1101/2006 κ.ά.- Τέλος, το συμβούλιο Εφετών μπορεί να αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην πρόταση του Εισαγγελέα, εφ'όσον σ'αυτή περιέχονται τα απαιτούμενα στοιχεία, αφού στην περίπτωση αυτή η εισαγγελική πρόταση καθίσταται τμήμα του ίδιου του βουλεύματος, το οποίο, μετά από έλεγχο της υπόθεσης, αποδέχεται τα ίδια και συνεπώς δεν έχει νόημα η επανάληψη από αυτό των αυτών γενομένων δεκτών περιστατικών, αποδείξεων, συλλογισμών (βλ. ΑΠ 65/2007, ΑΠ 1762/2006, ΑΠ 501/2006, ΑΠ 658/2006, ΑΠ 540/2006, ΑΠ 2464/2005 κ.α.). Ενόψει των ανωτέρω ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος αφού ρητά στο προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται μνεία των αποδεικτικών μέσων αφενός μεν και τονίζεται ειδικώτερα που στηρίζεται η σχετική κρίση του συμβουλίου για το κρίσιμο ζήτημα αφετέρου. Η άλλη αιτίαση είναι απαράδεκτη αφού πρόκειται για κρίση πράγματος που δεν ελέγχεται αναιρετικά. Να σημειωθεί εδώ ότι η αναφορά των αποδεικτικών μέσων δεν αναφέρεται στον έλεγχο της ουσίας της υποθέσεως - έτσι ώστε να μπορεί κάποιος να ισχυρισθεί ότι δεν αναφέρονται όλα - αλλά για το κρίσιμο ζήτημα της γνώσεως? ούτε άλλωστε υπάρχει ισχυρισμός για κάποιο αποδεικτικό μέσο που δεν ελήφθη υπόψη και δεν αναφέρεται και αφορά το άνω κρίσιμο ζήτημα. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως απορριφθεί η υπ'αριθμ. 1/2007 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του υπ'αριθμ. 62/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας και να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος αυτού. Αθήνα 11 Φεβρουαρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ.18 του ν.2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός άλλων περιπτώσεων, εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει σχετικά Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ παραπέμφθηκε αμετάκλητα στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, προκειμένου να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της αποπλάνησης παιδιών κατά συρροή και κατ'εξακολούθηση, που φέρει χαρακτήρα κακουργήματος, ενώ για την πλημμεληματικού χαρακτήρα αξιόποινη πράξη της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας προσώπου νεότερου των δώδεκα ετών, το 86/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση του ως άνω κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, αναιρέθηκε με την 1569/2007 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού και παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ως άνω δευτεροβάθμιο Συμβούλιο, το οποίο με το υπ'αριθ. 62/2007 βούλευμα του απέρριψε τους λόγους εφέσεως και κατά το μέρος που αφορούσαν το ανωτέρω συναφές πλημμέλημα, επικυρώνοντας έτσι το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του ανωτέρω δευτεροβαθμίου βουλεύματος ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος άσκησε και πάλι την υπό κρίση από 11-12-2007 αίτηση αναιρέσεως, η οποία, σύμφωνα με την πρόταση του Εισαγγελέα, πρέπει ν'απορριφθεί, κατ'άρθρο 482 ΚΠΔ, ως απαράδεκτη, γιατί στρέφεται κατά βουλεύματος, το οποίο δεν υπόκειται σε αναίρεση. 'Όμως, παρότι ανακύπτει ζήτημα απαραδέκτου της αναιρέσεως, δεν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας ότι ο αναιρεσείων ή ο αντίκλητός του έχουν ειδοποιηθεί από τον εισαγγελέα, όπως επιτάσσει το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ, προκειμένου να προσέλθουν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (σε Συμβούλιο) για να εκθέσουν τις απόψεις τους, Συνεπώς, εφόσον είναι, εν προκειμένω, υποχρεωτική η ειδοποίηση-ακρόαση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και δεν έγινε, το Συμβούλιο πρέπει να απόσχει να αποφανθεί επί της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, προκειμένου να ειδοποιηθεί ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ή ο αντίκλητός του. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απέχει να αποφανθεί επί της υπό κρίση από 11-12-2007 αιτήσεως του Χ για αναίρεση του υπ'αριθμ. 62/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, προκειμένου να ειδοποιηθεί από τον Εισαγγελέα αυτός ή ο αντίκλητός του για να προσέλθουν ενώπιον του Συμβουλίου αυτού και να εκθέσουν τις απόψεις τους, αναφορικά με το παραδεκτό ή μη της ως άνω αναιρέσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απέχει να αποφανθεί προκειμένου να κληθούν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ο αναιρεσείων και ο αντίκλητος δικηγόρος του για να εκθέσουν τις απόψεις τους.
Αποχή αποφάσεως
Αποχή αποφάσεως.
0
Αριθμός 1938/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοϊνη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. 75/2008 πράξη), Βιολέτα Κυτέα (ορισθείσα με την υπ' αριθ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, κάτοικοι ..., που δεν παρέστησαν, περί αναιρέσεως της 3084/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 30/08. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 188/14-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την με ημερομηνία αριθμ. 68/6-12-2007 έκθεση αναίρεσης των Χ1 και της Χ2, συζύγου Χ1, κατοίκων ..., κατά της με αριθμ. με αριθμ. 3084/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκαν σαν ανυποστήρικτες οι με αριθμ. 18 και 19/ 2005 εφέσεις τους κατά της με αριθμ. 187/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Έδεσσας, με την οποία καταδικάστηκαν σε ποινή συνολικής φυλάκισης ο πρώτος των 2 ετών και 4 μηνών και η δεύτερη 2 ετών και 1 μηνός και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ ο πρώτος για μαστροπεία κατ' επάγγελμα και κερδοσκοπία και οι δύο και ο πρώτος επιπλέον και για οπλοκατοχή και εκθέτω τα παρακάτω. Από τις διατάξεις των άρθρων 473§1 και 476§1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη & 1 Όπου διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από την δημοσίευση της απόφασης. 'Αν ο δικαιούμενος είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη , εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του , οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης . ..... Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του ποινικού Δικαστηρίου......'' και ότι κατά το άρθρο168 ΚΠΔ ο υπολογισμός των προθεσμιών γίνεται σύμφωνα με το καθιερωμένο ημερολόγιο κατά δε την δεύτερη '' Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή ... ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ,η.... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο(ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά , ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί.. και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο .....'' προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά των αποφάσεων των δικαστηρίων είναι δέκα μέρες από την εκδίκαση της υπόθεσης αν ο δικαιούχος του ενδίκου μέσου ήταν παρών ή από την επίδοση της απόφασης αν είναι γνωστής διαμονής ή τριάντα ημερών , αν η διαμονή του είναι άγνωστη ή διαμένει στην αλλοδαπή και περιέχει ένα τουλάχιστον δικαιολογητικό λόγο και ότι η προθεσμίες αυτές αρχίζουν από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, η προθεσμία δε αυτή δεν παρεκτείνεται, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση , οι οποίοι πρέπει να εκτίθενται στην έκθεση αναίρεσης και να συνοδεύονται από τα υποστηρίζοντα την ύπαρξη της ανωτέρας βίας αποδεικτικά μέσα προκειμένου εξ αυτών να είναι δυνατή η εκτίμηση περί του αν συντρέχει η όχι η επικαλουμένη κατάσταση ανωτέρας βίας, άλλως η ασκηθείσα έφεση είναι απαράδεκτη σαν εκπρόθεσμη , και το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο απορρίπτει την αναίρεση σαν απαράδεκτη ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, αφού ακούσει τούς διαδίκους που θα εμφανιστούν και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος και επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα σ' αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο (ΑΠ 1026/2004 ΠΧ ΝΕ 2005 - 436,ΑΠ 1876 Π.Χ ΝΕ 2005-716, ΑΠ 1976/2004 ΠΧ ΝΕ 2005-726, ΑΠ 310/2005 ΠΧ ΝΕ 2005 2005-930 ΑΠ 477/2005 ΠΧ ΝΕ 2005 -988). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες άσκησαν, με δήλωση του πληρεξουσίου τους ο οποίος είχε προς τούτο ειδική εντολή, αναίρεση και συντάχθηκε προς τούτο η με αριθμ. 68/6-12-2007 έκθεση και η οποία δήλωση έγινε εκπρόθεσμα λόγω του ότι η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε και δημοσιεύθηκε στο ειδικό βιβλίο την 22-10-2007 και επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες την 23-10-2007 όπως προκύπτει από τα με ημερομηνία 23-10-2007 αποδεικτικά επίδοσης του αστυφύλακα ..., από δε την με αριθμ. 68/6-12-2007 έκθεση αναίρεσης προκύπτει ότι η άσκηση της αναίρεσης έγινε μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας , στην έκθεση δε αυτή δεν αναφέρεται και δεν διαλαμβάνεται τίποτε σχετικά για την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου. Επομένως η άσκηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων είναι εκπρόθεσμη αφού στην έκθεση δεν εκτίθενται λόγοι ανωτέρας βίας που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την εκπρόθεσμη άσκηση αυτής. Κατ' ακολουθία των παραπάνω η υπό κρίση αναίρεση των Χ1 και Χ2, συζύγου Χ1, κατοίκων ..., κατά της με αριθμ. με αριθμ 3084/2007, απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης πρέπει ν' απορριφθεί σαν απαράδεκτη και να τους επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης. Δια ταύταΠροτείνω όπως: Α. Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με αριθμ. 68/6-12-2007 αναίρεση των Χ1 και Χ2, συζύγουΧ1, κατοίκων ..., κατά της με αριθμ 3084/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης λόγω του ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα . Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στους παραπάνω. Αθήνα την 5-3-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου δικογραφία σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ, ο αντίκλητος των αναιρεσειόντων ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 και 3 του Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατ' αποφάσεως που εκδόθηκε με απόντα τον κατηγορούμενο είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση μεν της απόφασης αν αυτή έγινε μετά την καταχώρησή της καθαρογραφημμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, από την καταχώρηση δε αυτή, αν η επίδοσή της προηγήθηκε. Εξάλλου, η εκπρόθεσμη αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. Τέλος, εν όψει της γενικής αρχής του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, επιτρέπεται η εκπρόθεσμη άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου, όταν υπάρχει λόγος ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος. Σ' αυτή την περίπτωση όμως εκείνος, που ασκεί το εκπρόθεσμο ένδικο μέσο οφείλει κατά την έννοια του άρθρου 474 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ, να παραθέσει στη σχετική έκθεση ή αίτηση τα πραγματικά περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπροθέσμως το ένδικο μέσο και συγχρόνως να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύονται τα περιστατικά αυτά (ΟλΑΠ 15/1987). Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη με αριθμό 3084/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης καταχωρήθηκε καθαρογραφημμένη στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ ειδικό βιβλίο στις 22-10-2007, όπως αυτό προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση του γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ακολούθως δε, επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες στις 23-10-2007, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνία 23-10-2007 αποδεικτικά επιδόσεως του αστυφύλακα .... Έτσι η δεκαήμερη προθεσμία της αναιρέσεως, κατά της επιδοθείσας πιο πάνω αποφάσεως, που άρχισε από την επομένη της ως άνω επιδόσεως (24-10-2007), έληξε στις 2-11-2007, ενώ η κατ' αυτής αναίρεση ασκήθηκε στις 6-12-2007, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζομένης για την άσκησή της δεκαήμερης προθεσμίας. Στην έκθεση αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται κανένα λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6-12-2007 αίτηση των: α) Χ1 και β) Χ2, συζύγου Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3084/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτονται ως απαράδεκτες οι αιτήσεις αναιρέσεως γιατί ασκήθηκαν εκπρόθεσμα.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1944/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Αντώνιο Αθηναίο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιουλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: Χ1, κατοίκου ..., Χ2 , κατοίκου ... και Χ3, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Μαντά, περί αναιρέσεως της 421/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Μαϊου (τρεις) αιτήσεις τους αναιρέσεως, καθώς και στους από 4 Ιουλίου 2008 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1021/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148, 153, 473 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεως πρέπει στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει τον λόγο αναίρεσης χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια, δεν αρκεί ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σ' άλλα έγγραφα. Ειδικότερα, για την πληρότητα των λόγων αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης πρέπει 1) στην πρώτη περίπτωση εάν προβάλλεται ότι η αιτιολογία δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση επί πλέον, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής, σε σχέση με τις παραδοχές της ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 2/2002, Ολ. ΑΠ 19/2001) και 2) στη δεύτερη περίπτωση να αναφέρεται η διάταξη που παραβιάσθηκε και να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίασή της, σε σχέση με τις παραδοχές της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τις κρινόμενες από 26-5-2008 τρεις αιτήσεις αναίρεσης, πλήττεται η υπ' αριθμ. 421/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/μάτων Ναυπλίου, με την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες σε φυλάκιση 4 μηνών ο Χ1 για ψευδορκία μάρτυρα σε φυλάκιση επίσης 4 μηνών, ο Χ2 για ψευδορκία μάρτυρα, και σε συνολική ποινή φυλάκισης 5 μηνών ο Χ3, για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή. Οι ως άνω αναιρέσεις ασκήθηκαν με δήλωση των αναιρεσειόντων στο Γραμματέα του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση και συντάχθηκαν οι με αριθμούς 6, 7 και 8/26-5-2008 εκθέσεις. Στις δηλώσεις αυτές και σε σχέση με τους λόγους αναίρεσης διαλαμβάνονται τα εξής: " ...αιτείται την αναίρεση της υπ' αριθμ. 421/16-4-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/μάτων Ναυπλίου δια τους κάτωθι ορθούς, νομίμους και βασίμους λόγους και για όσους θέλει προσθέσει νομίμως δια δικογράφου προσθέτων λόγων αναιρέσεως" αλλά και για τους ακόλουθους: 1) "Διότι η ύπερθεν απόφαση στερείται της κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και της κατά το άρθρο 139 ΚΠΔ επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, άλλως περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες και τούτο τουλάχιστον όσον αφορά την επαρκή αιτιολόγηση του δόλου όπου αναφέρεται γενικώς και χωρίς να εξηγεί σε τι ακριβώς συνίσταται", 2) "Το Δικαστήριο ευθέως παραβίασε αρχές σχετικές με την εμφάνιση, εκπροσώπηση και δια την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται και έτσι ολίσθησε σε απόλυτη ακυρότητα προβλεπομένη εις το άρθρον 171 παρ. δ ΚΠΔ", 3) "Για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης". Ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι εντελώς αόριστος και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν διαλαμβάνεται στις ανωτέρω δηλώσεις, πλην της αορίστου αναφοράς ως προς τη μη επαρκή αιτιολόγηση του δόλου από ποιες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, στην οποία πάντως παρατίθεται αιτιολογία, προκύπτει η ως άνω έλλειψη. Επίσης δεν προσδιορίζεται καθόλου ποιές είναι οι ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες και ποιά πραγματικά περιστατικά από εκείνα που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδορκία μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας στις ως άνω πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, δεν περιλαμβάνονται στην αιτιολογία της απόφασης, αλλά ούτε ποιά αποδεικτικά μέσα δεν έλαβε υπόψη του ή δεν εκτίμησε το Δικαστήριο της ουσίας. Εξ άλλου, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο είναι ομοίως εντελώς αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν διαλαμβάνεται στα αναιρετήρια σε τι ακριβώς συνίσταται η παράβαση της διάταξης του άρθρου 17 περ. δ ΚΠΔ, που αφορά την εμφάνιση, εκπροσώπηση, την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται. Τέλος και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι επίσης αόριστος, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί και αυτός ως απαράδεκτος, γιατί δεν προσδιορίζεται ποια είναι ακριβώς η πλημμέλεια της κρίσης του Εφετείου, ούτε καθορίζεται ποια είναι η ουσιαστική ποινική διάταξη που εσφαλμένως εφαρμόσθηκε ή ερμηνεύθηκε. Επειδή ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης του αναιρεσείοντος Σπυρίδωνος Παπαγεωργόπουλου, περί του ότι το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην πλημμέλεια, αληθώς της απόλυτης ακυρότητας, με το να μη δοθεί ο λόγος στους πληρεξουσίους δικηγόρους αυτού, αλλά μόνο στους παρόντες κατηγορουμένους, όπως τούτο προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης και ειδικότερα στις σελίδες 10 παρ. 4 (οι παρόντες κατηγορούμενοι... αρνητικά) και 14 παρ. 6 (οι παρόντες κατηγορούμενοι... ποινής), ανεξαρτήτως της αοριστίας του, καθόσον δεν εξειδικεύεται επί ποίου ζητήματος δεν δόθηκε ο λόγος στους πληρεξουσίους δικηγόρους του, είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος. Και τούτο γιατί όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, και συγκεκριμένα στις προαναφερθείσες σελίδες και παραγράφους που παραπέμπει ο ως άνω αναιρεσείων, και οι οποίες αφορούν, η μεν πρώτη στις αγορεύσεις των δικηγόρων για την ενοχή ή μη των κατηγορουμένων, δόθηκε ο λόγος στους δικηγόρους του ως άνω αναιρεσείοντος ο οποίος πρέπει να λεχθεί, δεν παραστάθηκε στο Δικαστήριο, αλλά εκπροσωπήθηκε απ' αυτούς (πληρεξουσίους δικηγόρους του Αριστείδη Γαλιώτο και Χριστίνα Μελίδου, δικηγόρους ΔΣ Ναυπλίου, σύμφωνα με το άρθρο 340 παρ. 2 ΚΠΔ, όπως τούτο προκύπτει επίσης από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, δεν ήταν δε αναγκαίο να δοθεί εκ νέου ο λόγος σ' αυτούς ενόψει του ότι ρωτήθηκαν οι παρόντες λοιποί κατηγορούμενοι αναιρεσείοντες, εάν έχουν να προσθέσουν τίποτα για την υπεράσπισή τους, αφού ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ3 δεν ήταν παρών και εκπροσωπούνταν από τους ανωτέρω πληρεξουσίους δικηγόρους τους, που δεν φέρουν την ιδιότητα του κατηγορουμένου και στους οποίους όπως ήδη αναφέρθηκε είχε δοθεί ο λόγος, για την ενοχή ή μη και αυτού, αυτοί δε ζήτησαν την απαλλαγή του. Επίσης όπως προκύπτει από τα ως άνω πρακτικά δόθηκε ο λόγος στους δικηγόρους του αναιρεσείοντος αυτού και αγορεύσουν ως προς το ύψος της ποινής, αυτοί δε ζήτησαν να επιβληθεί το ελάχιστο όριο αυτής, δεν ήταν δε αναγκαίο να δοθεί εκ νέου ο λόγος σ' αυτούς, ενόψει του ότι δόθηκε και στους παρόντες λοιπούς αναιρεσείοντες κατηγορουμένους να τοποθετηθούν ως προς το ύψος της επιβλητέας ποινής για τους ήδη αμέσως προαναφερθέντες λόγους. Επειδή, κατά τη διάταξη της παρ. 2 εδ. α του άρθρου 509 ΚΠΔ εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση για την αναίρεση (άρθρα 473 παρ. 2 και 474 παρ. 2), μπορεί να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι με έγγραφο που κατατίθεται δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για τη συζήτηση της αναίρεσης προθεσμία στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, και συντάσσεται ατελώς σχετική έκθεση επάνω στα έγγραφα που κατατίθενται? αν δεν τηρηθεί η παραπάνω προθεσμία, οι πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι. Εξ άλλου, στην προαναφερθείσα προθεσμία, δεν συνυπολογίζονται, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 108 και 241 και 242 Α.Κ., ούτε η ημέρα συζήτησης της αναίρεσης, ούτε η ημέρα κατάθεσης του εγγράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης στο Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες άσκησαν με το από 4-7-2008 έγγραφό τους, που κατατέθηκε στον Γραμματέα της Εισαγγελία του Αρείου Πάγου την 7-7-2008 και συντάχθηκε και υπογράφηκε η ταυτόχρονη σχετική έκθεση, προσθέτους λόγους αναίρεσης. Πλην όμως οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναίρεσης κατατέθηκαν εκπρόθεσμα, δηλαδή όχι τουλάχιστον 15 ημέρες από τη συζήτηση των αναιρέσεών τους η οποία είχε προσδιορισθεί για την 22-7-2008, όπως τούτο προκύπτει από το έκθεμα ποινικών υποθέσεων, καθώς και από τα από 10-6-2008 αποδεικτικά επίδοσης προς τους τρεις αναιρεσείοντες και την πολιτικώς ενάγουσα Ψ να παραστούν κατά τη συζήτηση των αναιρέσεων των κατηγορουμένων, κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία (22-7-2008), που παραδεκτώς επισκοπούνται. Και τούτο γιατί η ως άνω ημέρα της συζήτησης των αναιρέσεων, καθώς και αυτή της κατάθεσης του εγγράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης, δεν υπολογίζονται στην προεκτεθείσα προθεσμία των 15 ημερών, με αποτέλεσμα να έχει κατατεθεί το έγγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης πριν από 14 ημέρες, ενώ για να ήταν παραδεκτό και εμπρόθεσμο θα έπρεπε, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά το εν χρήσει ημερολόγιο του 2008 η 5η και η 6η Ιουλίου του ως άνω έτους (2008) ήταν μη εργάσιμες ημέρες (Σάββατο και Κυριακή αντίστοιχα), να κατατεθεί την 4-7-2008, ημέρα Παρασκευή. Επομένως πρέπει να απορριφθούν οι πρόσθετοι λόγοι της αναίρεσης ως απαράδεκτοι και συνακόλουθα εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης και οι τρεις αναιρέσεις (θα πρέπει να απορριφθούν) στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις από 26-5-2008 αιτήσεις και τους από 4-7-2008 προσθέτους λόγους του Χ1, Χ2 και Χ3 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 421/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/μάτων Ναυπλίου. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Λόγοι αναίρεσης. Εάν είναι αόριστοι απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Κατηγορούμενος εκπροσωπούμενος στο Δικαστήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο. Ο τελευταίος δεν φέρει την ιδιότητα του κατηγορουμένου επομένως δεν απαιτείται να του δίδεται ο λόγος εκ νέου μετά την αγόρευσή του και επί της επιβλητέας ποινής, εφόσον ερωτηθούν οι παρόντες συγκατηγορούμενοί του, εάν έχουν να προσθέσουν τίποτα άλλο, μετά τις αγορεύσεις των δικηγόρων τους επί των ανωτέρω ζητημάτων. Απαράδεκτο δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης εάν δεν κατατεθεί πριν από 15 ημέρες από τη δικάσιμο. Δεν υπολογίζεται στην προθεσμία η ημέρα κατάθεσης καθώς και η ημέρα συζήτησης. Απορρίπτει.
Ψευδορκία μάρτυρα
Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Κατηγορούμενος, Ψευδορκία μάρτυρα, Πρόσθετοι λόγοι.
0
Αριθμός 1947/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μιχαήλ Δέτση) Θεοδώρα Γκοΐνη, Νικόλαο Ζαΐρη, ορισθέντα με την υπ'αριθμό 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, ορισθείσα με την υπ'αριθμό 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου και Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Σαράκη, περί αναιρέσεως της 2196/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενη την ....... Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαρτίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 883/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠοινΔ, "στην έκθεση (άσκησης ένδικου μέσου) πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 462 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως ή βουλεύματος είναι να περιέχεται σ' αυτή λόγος αναιρέσεως, διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ. Απλή επίκληση του περιεχομένου της οικείας διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά σχετικών περιστατικών και, ειδικότερα, χωρίς προσδιορισμό των περιστατικών που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δεν αρκεί (ΟλΑΠ 19/2001). Εξάλλου, οι ανύπαρκτοι λόγοι αναιρέσεως και οι εξομοιούμενοι με αυτούς ασαφείς και αόριστοι λόγοι, που είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως, δεν μπορούν να συμπληρωθούν παραδεκτώς με πρόσθετους λόγους ή με λόγους που βρίσκονται έξω από την έκθεση αναιρέσεως. Ειδικότερα, για το ορισμένο των από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και Δ' ΚΠοινΔ λόγων αναιρέσεως? α) της σχετικής ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ. 1) και δεν καλύφτηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 και β) της ελλείψεως της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αντιστοίχως, απαιτούνται τα ακόλουθα. Στην πρώτη περίπτωση, η σχετική ακυρότητα να συνέβη στο ακροατήριο και να προσδιορίζεται με έκθεση των πραγματικών περιστατικών που τη θεμελιώνουν. Τέτοια ακυρότητα συνιστά και η κατά παράβαση του άρθρου 211 περ. α του ΚΠοινΔ εξέταση μάρτυρα που δεν έπρεπε να εξετασθεί. Κατά τη διάταξη αυτή με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο όσοι άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση... Στη δεύτερη περίπτωση αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, πρέπει να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως και αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς για τη συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 ΠΚ, αφού από την αναγνώριση ή μη τέτοιων περιστάσεων εξαρτάται και η μείωση της προβλεπόμενης από την εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη ποινής. Το δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να απαντήσει και, επιπλέον να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση προτεινομένων αυτοτελών ισχυρισμών, αν αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και δεν συνοδεύονται από αναφορά των πραγματικών περιστατικών τα οποία αληθή υποτιθέμενα, δικαιολογούν πράγματι τη συνδρομή των περιστάσεων αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με την κρινόμενη αίτηση, πλήττει την υπ' αριθμ. 2196/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε, κατ' έφεση, σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκατριών (13) μηνών, για τα αδικήματα της απλής συνέργειας σε μαστροπεία, τελεσθείσας κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία, και της απλής συνέργειας σε παράβαση του άρθρου 5 παρ. 1α του Ν.2734/1999, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Αυτός, με δήλωση ενώπιον της Γραμματέα του ποινικού τμήματος του Εφετείου Αθηνών, άσκησε αναίρεση κατά της ως άνω αποφάσεως, για τους παρακάτω λόγους? "α) Σύμφωνα με το άρθρο 510 1Β υπάρχει σχετική ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ. 1) που δεν καλύφτηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 ΚΠοινΔ, αφού προτάθηκε η ένσταση του άρθρου 211 εδ. α ΚΠοινΔ εγγράφως και προφορικά ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 5/3/2007 και απορρίφτηκε. β) Σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1Δ υπάρχει έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, αφού απορρίφθηκε η συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α, 84 παρ. 2ε ΠΚ αναιτιολόγητα". Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, όπως διατυπώθηκαν στην έκθεση αναιρέσεως, είναι αόριστοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως, η δε επιχειρούμενη συμπλήρωσή τους με το από 18-4-2008 σημείωμα, που κατέθεσε ο αναιρεσείων μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, είναι ανεπίτρεπτη. Ειδικότερα, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, γιατί δεν αναφέρονται στην αίτηση αναιρέσεως συγκεκριμένες παραλείψεις που τον συνιστούν. Μόνη δε η αναφορά στην αίτηση αναιρέσεως των διατάξεων του ΚΠοινΔ που προβλέπουν τη σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο δεν αρκεί. Περαιτέρω από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε ζητήσει, δια του συνηγόρου του, "να του αναγνωρισθούν ελαφρυντικά 84 παρ. 2α ή 84 παρ. 2ε". Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, γιατί ο αναιρεσείων δεν επικαλείται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αληθή υποτιθέμενα δικαιολογούν πράγματι τη συνδρομή των περιστάσεων αυτών. Επομένως το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συνράγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα αιτήματα προς αναγνώριση των από το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ ελαφρυντικών περιστάσεων, που προτείνονται, εκ περισσού δε το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν με την αιτιολογία ότι δεν υφίστανται οι απαιτούμενες προς τούτο νόμιμες προϋποθέσεις. Επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, κατά τον οποίο το εκδόσαν την πληττόμενη απόφαση Δικαστήριο αναιτιολόγητα απέρριψε τα ζητηθέντα ως άνω ελαφρυντικά. Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6-3-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2196/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουλίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Για το ορισμένο των αναιρετικών λόγων από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ και Δ΄ του ΚΠΔ απαιτούνται : στην πρώτη περίπτωση η σχετική ακυρότητα να συνέβη στο ακροατήριο και να προσδιορίζεται με έκθεση των πραγματικών περιστατικών που τη θεμελιώνουν. Στη δεύτερη περίπτωση η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Το Δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να απαντήσει και επιπλέον να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, αν αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και δεν συνοδεύονται από αναφορά πραγματικών περιστατικών, τα οποία αληθή υποτιθέμενα, δικαιολογούν τη συνδρομή των περιστατικών αυτών και του ελαφρυντικού. Απορρίπτει την αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Ακυρότητα σχετική.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1953/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη και Ελευθέριο Μάλλιο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 126/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1796/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 161/7-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης με το υπ'αριθμ. 126/2007 βούλευμά του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 25/10/2006 αίτηση του Χ1, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ'αριθμ. 23044/2002 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου-Κρήτης. Το άνω βούλευμα επιδόθηκε σ'αυτόν στις 4/10/2007 και κατ'αυτού άσκησε, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βενιζέλου Γ. Κάββαλου, σύμφωνα με το συνημμένο υπ'αρ. ..... ειδικό πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ιωάννη Αλεξάνδρου Μαναβάκη, στις 8/10/2007, ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Κρήτης, την υπ'αριθμ. 13/8-10-2007 έκθεση αναίρεσης προβάλλων ως λόγον αναίρεσης απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβιάσεως διατάξεως που αναφέρεται στην εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του αιτούντα (άρθρ. 171 παρ. 1 περ. δ', 484 παρ. 1Α' και 528 ΚΠΔ), καθόσον κατά την συζήτηση της από 25/10/2006 αίτησής του για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ'αρ. 23044/2002 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης δεν εκλήθη να παραστεί ενώπιόν του. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 528 παρ. 1 ΚΠΔ ".... αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επανάληψης είναι κατά τις διακρίσεις της παρ. 3 του άρθρου 527 ΚΠΔ το Συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου αφού ακούσει τον οικείο Εισαγγελέα και τον αιτούντα" προκύπτει ότι η κλήτευση του αιτούντος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 525 επ., προκειμένου να εκθέσει τις απόψεις του και να υποστηρίξει την αίτησή του, ανεξαρτήτως του παραδεκτού ή μη αυτής, είναι υποχρεωτική και η παράλειψή της παρακωλύει την έρευνα της αίτησης, ενόψει της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 528 παρ. 1, η οποία κατισχύει εκείνης του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, η οποία αναφέρεται στο απαράδεκτο των ενδίκων μέσων. Αν το Συμβούλιο χωρήσει στην έρευνα της αίτησης, αν και δεν είχε κλητευθεί ο αιτών και δεν παρέστη κατά τη συζήτησή της, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρ. 171 παρ. 1δ' ΚΠΔ) η οποία ιδρύει λόγον αναίρεσης του βουλεύματος σύμφωνα με το άρθρ. 484 παρ. 1α' ΚΠΔ. Στη προκειμένη περίπτωση ο αιτών την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την ως άνω αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου-Κρήτης, δεν κλητεύθηκε να παραστεί ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 24/5/2007 και το Συμβούλιο απέρριψε την αίτησή του, χωρίς να ακουσθεί ο αιτών (αναιρεσείων) λόγω της μη κλητεύσεώς του. Συνεπώς πρέπει κατά παραδοχή ως βασίμου του μοναδικού λόγου της κρινομένης αίτησης αναίρεσης να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα (βλ. ΑΠ 1778/91 Π.Χρ. ΜΒ'/371) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 485 παρ. 1 - 519 ΚΠΔ. Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω ---------------------- (Α) Να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η υπ'αριθμ. 13/8-10-2007 αίτηση αναίρεσης του Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 126/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης το οποίο να αναιρεθεί και (Β) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Αθήνα 30 Ιανουαρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 528 του ΚΠοινΔ, η οποία ορίζει ότι "αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επανάληψης είναι κατά τις διακρίσεις του άρθρου 527 παρ. 3 το Συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο Εισαγγελέα και τον αιτούντα", προκύπτει, ότι η κλήτευση του αιτούντος την επανάληψη της διαδικασίας κατά τις διατάξεις των άρθρων 525 επ. προκειμένου να εκθέσει τις απόψεις του και υποστηρίξει την αίτησή του, είναι υποχρεωτική και η παράλειψή της παρακωλύει την έρευνα της αιτήσεως. Αν το συμβούλιο χωρήσει στην έρευνα της αιτήσεως, αν και δεν είχε κλητευθεί ο αιτών και δεν παρέστη κατά τη συζήτησή της, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1 περ. α' του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών, ο οποίος με την αίτησή του επιδιώκει την επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 23044/2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, δεν κλητεύθηκε να παραστεί ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, κατά την ορισθείσα συνεδρίαση της 24-5-2007 και το Συμβούλιο με το προσβαλλόμενο υπ'αριθ. 126/2007 βούλευμά του απέρριψε την αίτησή του, χωρίς να ακουστεί από αυτό ο αιτών, λόγω της μη κλητεύσεώς του. Συνεπώς πρέπει κατά παραδοχή ως βασίμου του μοναδικού λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί το εν λόγω βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθρ. 485 παρ.1 και 519 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το υπ' αριθμ. 126/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1 Αυγούστου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Αυγούστου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η κλήτευση του αιτούντος κατά τη συζήτηση της αιτήσεως στο Συμβούλιο Εφετών για επανάληψη της διαδικασίας είναι υποχρεωτική και η παράλειψή της παρακωλύει την έρευνα της αιτήσεως, άλλως επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατ’ άρθρο 171 παρ. 1δ΄ ΚΠΔ. Αναιρείται το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά τα ανωτέρω, διότι απορρίφθηκε η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας χωρίς να ακουσθεί, λόγω της μη κλητεύσεώς του, ο αιτών.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
Αριθμός 1932/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, για αναίρεση της 284-289/2005 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουνίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1248/2006. Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117 παρ. 1 και 118 παρ. 2 ΠΚ συνάγεται ότι, σε όσες περιπτώσεις ο νόμος απαιτεί έγκληση για την άσκηση της ποινικής διώξεως, ο δικαιούμενος σε υποβολή της πρέπει να την υποβάλει μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση της αξιόποινης πράξεως και του προσώπου που την τέλεσε ή κάποιου από τους συμμέτοχους της. Αν ο παθών είναι πρόσωπο που δεν έχει συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας του, δικαίωμα για υποβολή της εγκλήσεως έχει ο νόμιμος αντιπρόσωπός του, μετά δε τη συμπλήρωση του έτους αυτού της ηλικίας του και μέχρι να συμπληρώσει το 17ο έτος, το δικαίωμα της εγκλήσεως έχουν και ο παθών και ο νόμιμος αντιπρόσωπός του και μετά τη συμπλήρωση του 17ου έτους της ηλικίας του μόνον ο παθών. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1510 ΑΚ, νόμιμοι αντιπρόσωποι του ανηλίκου είναι οι γονείς του, που έχουν τη γονική μέριμνα του τέκνου τους, την οποία ασκούν από κοινού. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει, εκτός άλλων, και την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου, της οποίας περιεχόμενο αποτελεί και το δικαίωμα της εγκλήσεως. Έτσι, σε περίπτωση εγκλήματος, το οποίο στρέφεται κατά ανηλίκου πού δεν έχει συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας του, το δικαίωμα υποβολής της απαιτούμενης για την κίνηση της ποινικής διώξεως εγκλήσεως επιφυλάσσεται από το νόμο στους γονείς του ανηλίκου, οι οποίοι πρέπει, κατ' αρχήν, να υποβάλουν την έγκληση αυτή από κοινού, αφού σταθμίσουν αν το αληθές συμφέρον του τέκνου είναι να διωχθεί ο δράστης ή, δια της άπρακτης παρόδου της τρίμηνης προθεσμίας, να μείνει ατιμώρητος. Όμως, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1516 ΑΚ, μεταξύ των οποίων και εκείνη που αφορά σε πράξεις με επείγοντα χαρακτήρα, καθένας από τους γονείς επιχειρεί και μόνος του πράξεις αναγόμενες στην άσκηση της γονικής μέριμνας. Επομένως, προκειμένου για αξιόποινη πράξη εις βάρος ανηλίκου κάτω των 12 ετών, την έγκληση, ως αποτελούσα πράξη επιμέλειας του προσώπου του με επείγοντα χαρακτήρα, που δικαιολογείται από την πιο πάνω τρίμηνη προθεσμία για υποβολή της, μπορεί να υποβάλει εγκύρως και ο ένας μόνο γονέας. Το αυτό ισχύει και όταν δράστης κατ' έγκληση διωκομένου εγκλήματος εις βάρος ανηλίκου είναι ο ένας γονέας του ανηλίκου, ο οποίος βρίσκεται σε διάσταση με τον άλλο γονέα. Και στην περίπτωση αυτή, δηλαδή, εγκύρως υποβάλλεται η έγκληση από τον άλλο (αμέτοχο) γονέα και δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 1517 ΑΚ, που ορίζει ότι αν τα συμφέροντα του τέκνου συγκρούονται με τα συμφέροντα του πατέρα του ή της μητέρας του, που ασκούν τη γονική μέριμνα, καθώς και των συζύγων ή των συγγενών τους εξ αίματος ή εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή, διορίζεται ειδικός επίτροπος, διότι, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, όταν έχει επέλθει διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως των γονέων του ανηλίκου, ο μη διαπράξας την κατά του ανηλίκου αξιόποινη πράξη γονέας του δεν βρίσκεται προ διλήμματος να αποσιωπήσει την εις βάρος του τέκνου του τελεσθείσα από τον άλλο γονέα αξιόποινη πράξη ή να καταμηνύσει το δράστη γονέα και σύζυγο του και δεν συντρέχει εντεύθεν ο δικαιολογητικός λόγος, για τον οποίο θεσπίστηκε η διάταξη του άρθρου 1517 ΑΚ, της συγκρούσεως συμφερόντων. Τέλος, κατά το άρθρο 344 εδ. α' ΠΚ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της κατωτέρω πράξεως, πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο 4 του Ν. 3064/15-10-2002, και έχει εν προκειμένω εφαρμογή ως ευμενέστερο για τον κατηγορούμενο (άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ), για να ασκηθεί ποινική δίωξη για αποπλάνηση παιδιών (άρθρο 339 ΠΚ) απαιτείται έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 284-289/2005 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης ο κατηγορούμενος, και ήδη αναιρεσείων, κηρύχθηκε ένοχος αποπλανήσεως παιδιών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, και συγκεκριμένα: α)των ανηλίκων θυγατέρων του Γ1 και Γ2, ηλικίας 12 και 10 ετών, αντίστοιχα, και β)της ανήλικης Ζ, ηλικίας 12 ετών, εξώγαμης θυγατέρας της Ψ2, η οποία (αποπλάνηση) τελέσθηκε στη ...... κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη του έτους 1999 μέχρι τις 31-3-2002 και για τη δίωξή της απαιτείτο, όπως προεκτέθηκε στη νομική σκέψη, έγκληση, σύμφωνα με το άρθρο 344 του ΠΚ. Η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος ασκήθηκε, στην πρώτη περίπτωση, ύστερα από την από 5-4-2002 έγκληση (ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης) της Ψ1, εν διαστάσει συζύγου του αναιρεσείοντος και μητέρας των πιο πάνω ανηλίκων παθουσών (Γ1 και Γ2), οι οποίες ως γεννηθείσες στις 13-4-1990 και 16-7-1992, αντίστοιχα, δεν είχαν συμπληρώσει τότε το δωδέκατο έτος της ηλικίας τους και εξαιτίας αυτού στερούντο, κατ' άρθρο 118 παρ. 2 του ΠΚ, αυτοτελούς δικαιώματος προς έγκληση. Η εν λόγω έγκληση της ειρημένης μητέρας των ανηλίκων παθουσών, ως περιλαμβανόμενη στην επιμέλεια του προσώπου των τελευταίων, εγκύρως υποβλήθηκε μόνο απ' αυτήν (αμέτοχη, σχετικά με το έγκλημα, γονέα) κατά του δράστη συζύγου της και πατέρα των ανηλίκων παθουσών, αφού τούτο επιβαλλόταν από τη φύση και τον επείγοντα χαρακτήρα της εγκλήσεως, και δεν απαιτείτο εν προκειμένω, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, ο διορισμός, κατ' άρθρο 1517 ΑΚ, ειδικού επιτρόπου προκειμένου να υποβάλλει αυτός κατά του αναιρεσείοντος έγκυρη έγκληση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο τελευταίος, δοθέντος ότι ήδη είχε επέλθει τότε διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως των γονέων των ανηλίκων παθουσών και η αμέτοχη μητέρα αυτών δεν βρισκόταν προ διλήμματος και καταμηνύσει ή όχι το δράστη πατέρα τους και σύζυγό της, εντεύθεν δε δεν συνέτρεχε περίπτωση συγκρούσεως συμφερόντων, ώστε να τίθεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 1517 ΑΚ. Περαιτέρω, στη δεύτερη περίπτωση, σε σχέση δηλαδή με την ανήλικη παθούσα Ζ, η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ασκήθηκε, μετά την έγκυρη υποβολή εγκλήσεως εναντίον του δια της από 16-4-2002 ένορκης καταθέσεως της μητέρας της εν λόγω ανήλικης, Ψ2 , ενώπιον της Ανακρίτριας του Δ' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, η οποία (ανήλικη), ως γεννηθείσα στις 3-7-1990, δεν είχε συμπληρώσει τότε το δωδέκατο έτος της ηλικίας της και εξ αιτίας αυτού στερείτο, κατ' άρθρο 118 παρ. 2 του ΠΚ, αυτοτελούς δικαιώματος προς έγκληση. Όπως δε προκύπτει από την ειρημένη ανακριτική κατάθεσή της η εγκαλούσα Ψ2 ζήτησε σαφώς, ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της πιο πάνω ανήλικης εξώγαμης θυγατέρας της Ζ, και όχι ατομικά ως έχουσα ίδιο δικαίωμα, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, την ποινική δίωξη αυτού για την περιγραφόμενη συνοπτικά στην κατάθεσή της αυτή αξιόποινη πράξη της αποπλανήσεως κατ' εξακολούθηση που διέπραξε στη ..... εις βάρος του εν λόγω παιδιού της και για την οποία καταδικάσθηκε αυτός με την προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση. Επομένως, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τις ενστάσεις του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περί απαραδέκτου ασκήσεως των άνω εγκλήσεων α)της Ψ1 για λογαριασμό των ανηλίκων θυγατέρων της Γ1 και Γ2 και β) της Ψ2 για λογαριασμό της εξώγαμης ανήλικης θυγατέρας της Ζ και εντεύθεν περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως που ασκήθηκε εις βάρος του με βάση τις εγκλήσεις αυτές και καταδίκασε στη συνέχεια αυτόν σε ποινές καθείρξεως, που αναφέρονται στην απόφαση, για αποπλάνηση παιδιών σε βαθμό κακουργήματος, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας και κατά συνέπεια ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων πιο πάνω εκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 339 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 56 παρ. 2 του ν. 3160/2003, "όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο από 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη, τιμωρείται ως εξής: α)αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, β)αν ο παθών συμπλήρωσε τα δέκα, όχι όμως και δεκατρία έτη, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και γ)αν συμπλήρωσε τα δεκατρία έτη, με φυλάκιση. Κατά δε το άρθρο 346 του ΠΚ "Παρ. 1. Η επιχείρηση άλλης ασελγούς πράξης που γίνεται μεταξύ των συγγενών που αναφέρονται στο άρθρο 345 τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Παρ. 2. Η παρ. 2 του άρθρου 345 έχει εφαρμογή και σ' αυτήν εδώ την περίπτωση". Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς, τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δε προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Ως ελαφρυντικές δε περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, (υπό στοιχ. α') "το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή" και (υπό στοιχ. ε') "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Για τη δεύτερη από τις ανωτέρω ελαφρυντικές περιστάσεις απαιτείται, μετά την αξιόποινη πράξη, καλή, γενικά, στην κοινωνία συμπεριφορά του υπαιτίου, που να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα και να είναι συνέπεια ελεύθερης επιλογής του και όχι μόνο εξαναγκασμένης συμμορφώσεώς του προς τους κανόνες συμπεριφοράς των κρατουμένων στη φ υ λ α κ ή. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 284-289/2005 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο, παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ1 με την ήδη εν διαστάσει σύζυγό του Ψ1 απέκτησαν δύο παιδιά, την Γ1 (...) και την Γ2 (...), ηλικίας κατά τους κατωτέρω ένδικους χρόνους περίπου 12 και 9 ετών, αντίστοιχα, δεδομένου ότι είχαν γεννηθεί στις 13-4-1990 η πρώτη και στις 16-7-1992 η δ ε ύ τ ε ρ η. Ο ανωτέρω γάμος διασπάσθηκε οριστικά εξαιτίας της εξωσυζυγικής σχέσης της συζύγου του κατηγορουμένου, η οποία εγκατέλειψε τη συζυγική στέγη. Με την υπ' αριθμ. 20912/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ανατέθηκε προσωρινά η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων στον κατηγορούμενο - πατέρα τους και με την υπ' αριθμ. 3040/1999 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης ανατέθηκε οριστικά η εν λόγω επιμέλεια στον τελευταίο. Την άσκηση της γονικής μέριμνας κατά τα λοιπά ασκούσαν και οι δύο γονείς των ανηλίκων τέκνων. Μετά τις ανωτέρω εξελίξεις ο κατηγορούμενος ζούσε μαζί με τα δύο ανήλικα παιδιά του και τη μητέρα του στην..... Θεσσαλονίκης, Όμως από το έτος 1999 και μέχρι την 31-3-2002 ενεργούσε σε βάρος των παιδιών του ασελγείς πράξεις, αφού εκμεταλλεύτηκε την αγάπη των παιδιών του που έτρεφαν γι' αυτόν, καθώς επίσης και την παιδική ανωριμότητα και την έλλειψη καθαρής κρίσης και εκτίμησης σχετικά με καταστάσεις και περιστατικά που αφορούν την γενετήσια σφαίρα. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος εμφανιζόταν ως δήθεν φιλελεύθερο και απελευθερωμένο άτομο, κυκλοφορούσε πολλές φορές μέσα στο μικρό του σπίτι γυμνός μπροστά στις ανήλικες θυγατέρες του και τις περισσότερες φορές, κατ' απαίτησή του, κοιμόντουσαν όλοι μαζί στο ίδιο κρεβάτι. Επίσης, "δήθεν" μάθαινε τις δύο κόρες του να τον φιλούν στο στόμα, τις φιλούσε και αυτός στο στόμα με τη γλώσσα του μέσα στο στόμα τους, έπιανε και χάιδευε το στήθος της θυγατέρας του Γ1 (....) λέγοντας της με "πονηρό" ύφος "μεγαλώνουν", τους χάιδευε τα γεννητικά τους όργανα και ενώ χάιδευε τα γεννητικά όργανα της κόρης του Γ1 έλεγε "έβγαλε τρίχες". Εκτός αυτών, τις έκανε μπάνιο ο ίδιος, καίτοι, λόγω της ηλικίας τους, μπορούσαν να αυτοεξυπηρετηθούν, και ταυτόχρονα τις χάιδευε και έβαζε το δάκτυλό του στο εσωτερικό μέρος του αιδοίου, με αποτέλεσμα η μικρή του κόρη Γ2 [.....] να πονάει. Επιπλέον ο κατηγορούμενος ζητούσε από την κάθε μία χωριστά να χαϊδεύει το πέος του, να το φιλάει, να το γλείφει και στη συνέχεια (ο κατηγορούμενος) εκσπερμάτωνε βογκώντας. Σε περίπτωση δε που αυτές αρνούνταν να το πράξουν έβγαζε το χάρακα για να τις κτυπήσει, οπότε αυτές υπάκουσαν. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι οι ανωτέρω θυγατέρες του κατηγορουμένου κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα ήτοι: από τον Ιανουάριο του έτους 2002 και μετέπειτα ανέπτυξαν στενή φιλική σχέση με την ανήλικη Ζ, ηλικίας 12 ετών περίπου, δεδομένου ότι είχε γεννηθεί στις 3-7-1990. Η ανήλικη αυτή, που ήταν συμμαθήτρια στο ίδιο σχολείο με τη θυγατέρα του κατηγορουμένου Γ1 (....) επισκεπτόταν τακτικά, κυρίως τα απογεύματα, αλλά και τα πρωινά κατά τα Σαββατοκύριακα τις φίλες της στην κατοικία του κατηγορουμένου και μάλιστα από 18-3-2002 και μετέπειτα σχεδόν καθημερινά. Ο κατηγορούμενος άρχισε, με διάφορες εκδηλώσεις και περιποιήσεις, να επιδεικνύει, δήθεν, στην Ζ πατρική στοργή. Έτσι απέκτησε την εμπιστοσύνη αυτής - Ζ, σε σημείο που αυτή κατέληξε να τον αποκαλεί "μπαμπά" κατ' απαίτηση του κατηγορουμένου. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος άρχισε να ασελγεί σε βάρος και της ανήλικης φίλης των θυγατέρων του με πράξεις που προσβάλλουν το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, αφού εν τω μεταξύ εκμεταλλεύτηκε την παιδική της ανωριμότητα και την έλλειψη καθαρής κρίσης σχετικά με καταστάσεις και περιστατικά που αφορούν την γενετήσια σφαίρα, όπως επίσης και την προαναφερομένη εμπιστοσύνη της ανήλικης, που έτρεφε σ' αυτόν (κατηγορούμενο). Ο τελευταίος της μάθαινε να τον φιλάει στο στόμα, την φιλούσε στο στόμα με τη γλώσσα μέσα σ' αυτό, έπιανε και χάιδευε το στήθος της, με πρόφαση το μασάζ που της έκανε στην πλάτη, έβαζε το χέρι του κάτω από το εσώρουχό της, χάιδευε το αιδοίο της και απαιτούσε να του γλείψει το πέος του, ενώ σε μερικές φορές εκσπερμάτωνε. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος το απόγευμα της 29-3-2002 ημέρα Παρασκευή, ενώ όλοι μαζί είχαν ξαπλώσει στο κρεβάτι της μιας θυγατέρας του, ζήτησε: 1)από την ανήλικη Ζ και 2)από τις θυγατέρες του να του γλείψουν το γεννητικό του όργανο. Οι παθούσες υπάκουσαν στην επιθυμία του, με αποτέλεσμα να ικανοποιηθεί σεξουαλικά και να εκσπερματώσει μπροστά στα μάτια των τριών ανηλίκων. Στις 30-3-2002 ο κατηγορούμενος και οι ανωτέρω τρεις ανήλικες πήγαν βόλτα με το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου στο δάσος του ..... στην περιοχή του ξενοδοχείου ".....". Κατά τη διαδρομή ο κατηγορούμενος τοποθέτησε δίπλα του στη θέση του συνοδηγού την ανήλικη Ζ μαζί με την κόρη του Γ1. Κατά τη διαδρομή ο κατηγορούμενος θώπευε και χάιδευε του μηρούς της, το αιδοίο και τον πρωκτό της μέσα από το εσώρουχό της. Επίσης, το ίδιο απόγευμα της 30-3-2002, όταν επέστρεψαν στο σπίτι του κατηγορούμενου, και ξάπλωσαν να κοιμηθούν όλοι μαζί σε ένα κρεβάτι και δη: ο κατηγορούμενος, η Γ1, η Ζ και η μικρή του κόρη Γ2, έγλειψε με τη γλώσσα του την Ζ στο στόμα της και έβαζε τη γλώσσα του στο στόμα της, έγλειψε και χάιδευε το στήθος της, ενώ στη συνέχεια, αφού της έβγαλε το κάτω μέρος της πιζάμας της, άρχισε να πιάνει το αιδοίο της με τα δάκτυλά του, βάζοντας και πιέζοντας με το δάκτυλό του το εσωτερικό του μέσα από τα εσωτερικά χείλη και να τρίβει το όργανό του στο αιδοίο της μικρής-Ζ- και στον πρωκτό της, με αποτέλεσμα να εκσπερματώσει και πάλι μπροστά της. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε σε βάρος των ανηλίκων θυγατέρων του, αλλά και της ανήλικης φίλης τους Ζ, και όλες εκείνες τις ασελγείς πράξεις, οι οποίες αναφέρονται λεπτομερώς στο διατακτικό της παρούσας και της εκκαλουμένης απόφασης. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδείχτηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και από όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Ιδίως τα ανωτέρω πιστοποιούνται, από τις χωρίς όρκο καταθέσεις των τριών ανηλίκων - παθουσών, οι οποίες με σαφήνεια και με πειστικό τρόπο, κατέθεσαν, μεταξύ των άλλων, για την επανειλημμένη ενέργεια των προαναφερομένων ασελγών πράξεων σε αυτές, από τον κατηγορούμενο, αφού η μεν ανήλικη Γ1 κατέθεσε ότι ο πατέρας της, που κυκλοφορούσε στο σπίτι τους χωρίς εσώρουχα για να προκαλεί τις ανήλικες, τη φιλούσε στο στόμα, στα γεννητικά όργανα της και σε όλο το σώμα όταν της έκανε μπάνιο, ότι της ζητούσε να του το φιλάει και μάλιστα πολλές φορές της είχε πει "σήκωσέ μου την, φίλα την" και αυτή το έκανε, γιατί φοβόταν, ενώ περισσότερες φορές το ζήτησε από τη Γ1, την οποία είχε αντιληφθεί να του φιλάει το γεννητικό του όργανο κατ' απαίτησή του, προσθέτοντας ότι τα ίδια είχε κάνει και στην Ζ και δη: χάδια στο στήθος μέσα από την μπλούζα, φιλιά στο στόμα, στα γεννητικά του όργανα, είσοδο του δακτύλου του βιαίως στο γεννητικό όργανό της, η δε Γ1 κατέθεσε ότι από την Τετάρτη δημοτικού μέχρι την έκτη δημοτικού άρχισε να της κάνει μπάνιο και να την τρίβει στην ευαίσθητη περιοχή και να της κάνει μασάζ στο στήθος, ενώ στη συνέχεια του φιλούσε το γεννητικό του όργανο, όπως και οι άλλες, το οποίο κατ' απαίτηση του το έπαιζαν κιόλας, το οποίο στη συνέχεια έβγαζε ένα άσπρο υγρό που κολλούσε, της ζητούσε δε να βγάζει το μπλουζάκι για να φαίνεται το στήθος της, ενώ έβαλε το δάκτυλό του στο γεννητικό όργανο της Ζ, όταν όλοι μαζί είχαν ξαπλώσει στο ίδιο κρεβάτι. Πολλές δε φορές προέβαλε ταινίες "τσόντες" που είχε προηγουμένως αγοράσει, προσθέτοντας ότι όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που κατηγορείται ο πατέρας της είναι αληθινά και δεν τα είπε εξ αρχής γιατί φοβόταν και την "απειλούσε" ότι θα αυτοκτονήσει αν πάει στη φυλακή. Πρέπει να επισημανθεί ότι η τελευταία μάρτυς - παθούσα αρχικά και δη: κατά την ανάκριση δεν καταφέρθηκε κατά του κατηγορουμένου πατέρα της. Αυτό οφείλεται στο ότι μεταξύ των, αυτής και του πατέρα της, δημιουργήθηκε ειδική σχέση με ερωτική χροιά, την οποία ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε και απειλούσε την ανήλικη κόρη του, με το ότι θα αυτοκτονούσε αν πήγαινε στη φυλακή. Μετά ταύτα όμως και βλέποντας το μέγεθος της ζημιάς που της είχε κάνει εγκατέλειψε τη σιωπή της και κατέθεσε λεπτομερώς και άκρως πειστικώς τις ασελγείς πράξεις που τέλεσε σε βάρος της ο κατηγορούμενος και σε βάρος των λοιπών ανηλίκων - παθουσών. Ωσαύτως η ανήλικη παθούσα Ζ επιβεβαίωσε τα ανωτέρω, αφού κατέθεσε, μεταξύ των άλλων, ότι ο κατηγορούμενος άρχισε να κυκλοφορεί με ένα μπουρνούζι μετά το μπάνιο, που το άφηνε ανοικτό μπροστά και να είναι γυμνός από κάτω, χάιδευε τις κόρες του και άρχισε και μένα, τις χάιδευε στον πισινό και στο στήθος, στη βόλτα προς το ....., την έβαλε δίπλα του, και άρχισε να την χαϊδεύει και να την τρίβει στα μπούτια, όταν δε κάθησαν κάτω στο δάσος ο κατηγορούμενος έβγαλε το παντελόνι του χωρίς να φοράει εσώρουχο και της είπε να πάει να του την σηκώσει για να παίξουν, ενώ στην επιστροφή την έβαλε στη θέση του συνοδηγού και άρχισε να την "τσιμπά", προσθέτοντας ότι την πίεσε στο σπίτι να του γλύψει το όργανό του και το έκανε αυτή, οπότε έβγαλε ένα άσπρο υγρό και της είπε ότι το έχουν κάνει πολλές φορές και οι κόρες του. Άλλες φορές της έκανε μασάζ στους ώμους και στο στήθος και της έβαζε το δάκτυλο στο γεννητικό της όργανο, ενώ πολλές φορές τον είδε να χαϊδεύει το γεννητικό όργανο της Γ1 και μία φορά της Γ2, στην δε ίδια μία φορά της είπε "πιάσε με τον πούτσο και γλύψτο", ενώ είδε την Γ2 να φιλάει το γεννητικό όργανο του μπαμπά της και τη Γ1 να τον χαϊδεύει. Επίσης η εις βάρος της ανήλικης Ζ συμπεριφορά του κατηγορουμένου, προκύπτει από: 1)την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Ε1, πατριού της Ζ, στον οποίο ομολόγησε την πράξη του λέγοντας του "Ε1 σε παρακαλώ κολάστηκα, την αγαπώ την κοπέλα", 2)από την κατάθεση της μητέρας του κατηγορουμένου Β1 , η οποία αντιλήφθηκε τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου σε βάρος της Ζ. Ωσαύτως τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από την κατάθεση του ....., παιδοψυχολόγου, ο οποίος, μεταξύ των άλλων, κατέθεσε ότι οι ανήλικες είναι ειλικρινείς και κατέθεσαν την αλήθεια, καθώς και από την κατάθεση της ....., ιατρού παιδοψυχολόγου, η οποία διαπίστωσε την ανωτέρω σχέση των ανήλικων θυγατέρων του κατηγορουμένου με αυτόν, τονίζοντας ότι η μεγάλη κόρη του (Γ1) είχε μεγάλο δέσιμο μαζί του, γεγονός το οποίο δεν ήταν φυσιολογικό, και ως εκ τούτου ήταν δύσκολο να καταθέσει κάτι εναντίον του και επιπλέον βρισκόταν σε μεγάλη απόγνωση μη τυχόν χάσει την προστασία που είχε από αυτόν, με τον οποίο βρισκόταν σε μία ερωτική τάση, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε με τη μικρή (Γ2), προσθέτοντας ότι όταν τα παιδιά μεγάλωσαν αντιλήφθηκαν τι συνέβαινε και έτσι κατέθεσαν αυτά που είχαν συμβεί και δήλωσαν ότι δεν είναι μυθομανή και έλεγαν την αλήθεια. Τέλος, και η μάρτυς ......., ιατρός ψυχολόγος, κατέθεσε, μεταξύ των άλλων, ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου είχε υπερβεί κάποιο όριο σωστής συμπεριφοράς απέναντι στα παιδιά του από σεξουαλικής απόψεως και ότι τα παιδιά αρχικά ήταν επιφυλακτικά, γιατί θεωρούσαν ότι αν έλεγαν κάτι εναντίον του ήταν δυνατόν να διασπάσουν την οικογενειακή κατάσταση που υπήρχε μέχρι τότε, καθώς και την οικογενειακή θαλπωρή, ενώ προσέθεσε ότι τα κορίτσια, ό,τι συνέβαινε δεν το θεωρούσαν ένα ευχάριστο γεγονός, ήθελαν δε να το πουν. Επισημαίνεται ότι και οι τρεις [3) τελευταίοι μάρτυρες για την εξέταση των ανηλίκων - παθουσών συνέταξαν και τις ως άνω αναγνωσθείσες εκθέσεις τους, με τις οποίες αιτιολογημένα επιβεβαιώνουν τα ανωτέρω περιστατικά που κατέθεσαν. Τέλος και οι μάρτυρες 1)Ψ1 και 2)Ψ2, μητέρες των ανηλίκων παθουσών, μεταξύ των άλλων, επιβεβαίωσαν στις καταθέσεις τους τις προαναφερόμενες ενέργειες - ασελγείς πράξεις - του κατηγορουμένου σε βάρος των ανήλικων παιδιών τους και η μεν πρώτη, αφού κατέθεσε για την περιπέτεια των θυγατέρων της, προσέθεσε ότι ο κατηγορούμενος είχε κατηγορηθεί και πάλι για ασέλγεια σε βάρος μίας θείας του, αλλά αυτή (μάρτυρας) βοήθησε να αθωωθεί και ότι βρέθηκαν σημειώματα στα οποία η Γ1 έλεγε ότι ήθελε να αυτοκτονήσει, η δε δεύτερη εξιστόρησε τα όσα η θυγατέρα της Ζ της μετέφερε για την περιπέτεια της από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Περαιτέρω τα ανωτέρω προκύπτουν και από όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα και δη: 1)τις άνω εκθέσεις των προαναφερομένων επιστημόνων, 2)την υπ' αριθμ. 19246/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, από την οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε καταδικαστεί αρχικώς για την πράξη της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας της ...... (που τελούσε υπό απαγόρευση, λόγω διανοητικού προβλήματος), πλην όμως αθωώθηκε, λόγω προφανώς επιθυμίας των συγγενών της για επίλυση της δημιουργηθείσης διαφοράς, με την εν λόγω απόφαση, 3)τις φωτογραφίες των παιδιών του κατηγορουμένου σε παραλία, τα σημειώματα και τα ημερολόγια και τα φύλλα από τετράδιο, 4)το φάκελο από γράμμα, και 5)τα πρακτικά και την εκκαλούμενη απόφαση. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ......, που είχε εξεταστεί και πρωτοδίκως κατά πρόταση του κατηγορουμένου, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως ......, Β1, μητέρας του κατηγορουμένου, και ......, οι οποίοι δεν είχαν ιδία αντίληψη των ανωτέρω γεγονότων, και ειδικά ο πρώτος και ο τρίτος απ' αυτούς, ενώ η δεύτερη μητέρα του κατηγορουμένου κατέθεσε, μεταξύ των άλλων, ότι αντιδρούσε για την παρουσία της Ζ στο σπίτι τους και ο κατηγορούμενος μία φορά της έκλεισε το στόμα της για να μη μιλήσει σχετικά με την Ζ, την οποία η μάρτυρας την αποκαλούσε στις εγγονές της με τη φράση "τι το θέλετε αυτό το πουτανί" και του κάνετε παρέα. Εξάλλου, τα ανωτέρω δεν αναιρούνται ούτε και από τα έγγραφα τα οποία προσκόμισε ο κατηγορούμενος και αναγνώσθηκαν από το Δικαστήριο, καθώς και από την απολογία του με την οποία προσπαθεί όλως αβασίμως να αποδώσει την εις βάρος του κατηγορία στο ότι τα παιδιά του έχουν επηρεασθεί από το περιβάλλον της μητέρας τους και κατέθεσαν σε βάρος του, ενώ για την Ζ ισχυρίστηκε ότι αυτή του έκανε άσεμνες ερωτικές χειρονομίες και όχι αυτός και τον κοιτούσε όχι παιδικά αλλά με άλλο τρόπο υπονοώντας ερωτικό. Οι ισχυρισμοί δεν είναι βάσιμοι ενόψει των ανωτέρω και ως εκ τούτου δεν γίνονται πιστευτοί από το Δικαστήριο, αφού πλήρως προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις ανωτέρω πράξεις, γεγονός που ενισχύεται κατά τρόπο σαφή και από την απολογία του. Περαιτέρω ο συνήγορος του κατηγορουμένου προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών: 1) του προτέρου εντίμου βίου και 2) της καλής συμπεριφοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα, μετά την τέλεση των πράξεών του. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Αυτό γιατί, ως προς μεν το πρώτο αίτημά του, δεν αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος μέχρι την τέλεση των ανωτέρω πράξεων έζησε έντιμο οικογενειακό και κοινωνικό βίο, αφού από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και ειδικά από τις καταθέσεις των θυγατέρων του - παθουσών προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος είχε διαπράξει σοβαρές αξιόποινες πράξεις σε βάρος των ανηλίκων τέκνων του και πολύ πριν από την τέλεση των ως άνω ενδίκων πράξεων. Επίσης, ως προς το δεύτερο αίτημα, δεν αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε καλή διαγωγή στην κοινωνία μετά την τέλεση των ως άνω πράξεων. Ναι μεν επικαλείται καλή συμπεριφορά στον τόπο κράτησης του, πλην όμως η εν λόγω συμπεριφορά στη φυλακή δεν αρκεί και δεν αποδεικνύει την καλή συμπεριφορά, αφού η σχετική διάταξη (άρθρο 84 παρ.2 ε' ΠΚ) αναφέρεται στη διαγωγή του στην κοινωνία και όχι στη φυλακή. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των ανωτέρω πράξεων και δη: 1)της αποπλάνησης παιδιών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και 2) της ασέλγειας μεταξύ συγγενών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, και να απορριφθούν οι ανωτέρω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι". Ακολούθως, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ1, του ότι: "1)Στους πιο κάτω τόπους και χρόνους με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, όπως περιγράφονται ειδικά πιο κάτω, ήτοι αποπλάνηση παιδιών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και ασέλγεια μεταξύ συγγενών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση. Συγκεκριμένα: 1) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενήργησε ασελγείς πράξεις με πρόσωπα νεώτερα από 15 ετών και ειδικότερα, με τρία (3) κορίτσια-παθούσες, εκ των οποίων η μία δεν συμπλήρωσε τα δέκα (10) έτη της ηλικίας της και οι δύο (2) τα δεκατρία (13) τους έτη και παραπλάνησε, με αποτέλεσμα να υποστούν τέτοιες πράξεις. Ειδικότερα: Α)Στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Μαρτίου έως 31 Μαρτίου 2002, σε μη επακριβώς προσδιορισθείσες κατά την ανάκριση ημερομηνίες, καθώς και στις συγκεκριμένες ημερομηνίες που αναφέρονται ειδικά πιο κάτω (κατά περίπτωση), όντας σε διάσταση με τη σύζυγο του, Ψ1, έχοντας αναλάβει ο ίδιος αποκλειστικά, την άσκηση της επιμέλειας του προσώπου των δύο (2) ανηλίκων θυγατέρων του, Γ1 (....)και Γ2 (....), που φοιτούν στο Δημοτικό Σχολείο (στην ΣΤ' και Δ' τάξη αντίστοιχα), με τις οποίες κατοικούσε στην επί της ενταύθα (...) οδού, ....., οικία του, οι οποίες κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα (από τον Ιανουάριο του 2002 και μετέπειτα) έκαναν στενή παρέα με την συνομήλικη της κόρης του, Γ1 (δωδεκαετή) ανήλικη, Ζ (μαθήτρια της ΣΤ' τάξης του Δημοτικού Σχολείου, γεννηθείσα στις 3.7.90) που επισκεπτόταν τακτικά (κυρίως τα απογεύματα, αλλά και τα πρωινά, κατά τα Σαββατοκύριακα) τις παραπάνω δύο (2) φίλες της - θυγατέρες του στην ως άνω κατοικία τους στην ...... και σχεδόν καθημερινά, από τις 18 Μαρτίου και μετέπειτα και ιδίως, κατά την τελευταία βδομάδα, κατά τη διάρκεια των εν λόγω επισκέψεων της στην κατοικία του, αφού προηγουμένως, με διάφορες περιποιήσεις και εκδηλώσεις πατρικής αγάπης ενδιαφέροντος και θαυμασμού, απέκτησε την εμπιστοσύνη της προαναφερομένης ανήλικης φίλης των θυγατέρων του, Ζ, στη συνέχεια, εκμεταλλευόμενος την επιρροή που προοδευτικά απέκτησε πάνω της, όπως και την παιδικότητα και ανωριμότητα της, καθώς και την συνακόλουθη έλλειψη καθαρής κρίσης, εκτίμησης και ηθικής αξιολόγησης εκ μέρους της, σχετικά με καταστάσεις και περιστατικά που αφορούν την γενετήσια σφαίρα, όπως επίσης και τα συναισθήματα σεβασμού, αγάπης, εμπιστοσύνης που έτρεφε για τον ίδιο, λόγω της ηλικίας του και της ιδιότητας του, ως πατέρα των δύο (2) καλύτερων φίλων της, εμφανιζόμενος ως πολύ φιλελεύθερο και απελευθερωμένο άτομο (κυκλοφορώντας πολλές φορές γυμνός μπροστά τους ή μόνο με το κάτω εσώρουχο του), παρακινώντας και τα τρία (3) ανωτέρω παιδιά να φέρονται και να συμπεριφέρονται ανάλογα, αφού την παραπλανούσε με σκοπό τη διέγερση και την ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας και ορμής του, επιχείρησε επανειλημμένα μ' αυτήν (και επ' αυτής) τις παρακάτω πράξεις που ανάγονται στην γενετήσια σφαίρα και που αντικειμενικά προσβάλλουν το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών και ειδικότερα, της μάθαινε να τον φιλάει στο στόμα, την φιλούσε στο στόμα (με τη γλώσσα του μέσα σ' αυτό), έπιανε και χάιδευε το στήθος της, με πρόφαση το μασάζ που της έκανε στην πλάτη (ή έβαζε το χέρι του κάτω από την μπλούζα της και της το χάιδευε), έβαζε το χέρι του κάτω από το εσώρουχο της και χάιδευε το αιδοίο της, της ζητούσε να ξεντυθεί μπροστά του για να τη βλέπει και να τη χαϊδεύει ή την ξέντυνε ο ίδιος, ειδικότερα το απόγευμα της Παρασκευής 29/3 που είχανε ξαπλώσει όλοι μαζί στο κρεβάτι της μιας κόρης του, της ζήτησε (όπως και τις δύο κόρες του) να φιλήσει και να γλείψει το γεννητικό του όργανο (το πέος του), πράξεις που έκανε (όπως και οι δύο κόρες του), υπακούοντας στην επιθυμία και παραγγελία του, έτσι ώστε να ικανοποιηθεί σεξουαλικά και να εκσπερματώσει μπροστά στα μάτια και των τριών (3) παιδιών, περαιτέρω, όταν πήγανε βόλτα οι τρεις [3] τους με το αυτοκίνητο του (το Σάββατο 30.3) στο δάσος του .... στην περιοχή του ξενοδοχείου "....", στην διαδρομή, την έβαλε να καθίσει δίπλα του, στη θέση του συνοδηγού, ώστε να απλώνει το χέρι του και να της χαϊδεύει τους μηρούς, το αιδοίο και τον πρωκτό μέσα από το εσώρουχό της (πράξεις που επανέλαβε και το πρωί της επομένης ημέρας, Κυριακής 31/3 που πήγανε ξανά όλοι μαζί περίπατο με το αυτοκίνητο του μέσα στην πόλη της ...) και να την τσιμπά στους μηρούς και τον πρωκτό, φθάνοντας δε στο δάσος, όπου ακινητοποίησε το αυτοκίνητο του, έβγαλε τη βερμούδα που φορούσε (χωρίς να φορά εσώρουχο από κάτω) και ύστερα το γεννητικό του όργανο σε κοινή θέα των τριών (3) παιδιών και ζήτησε πρώτα από τη μικρή του κόρη, Γ2 να "του την σηκώσει, γιατί ήταν πεσμένη...", μετά δε την άρνηση της τελευταίας ζήτησε το ίδιο πράγμα από τη προδιαλαμβανόμενη Ζ, η οποία έσκυψε να του το φιλήσει, αλλά την τράβηξε η ως άνω κόρη του και απομακρύνθηκαν για να παίξουν, στη συνέχεια, το ίδιο απόγευμα (Σάββατο 30.3) όταν επιστρέψανε στην οικία του και ξαπλώσανε να κοιμηθούν όλοι μαζί σ' ένα κρεβάτι (ο κατηγορούμενος, η Ζ και η μικρή του κόρη Γ2) έγλυψε με τη γλώσσα του τη Ζ στο στόμα της και έβαζε τη γλώσσα του στο στόμα της, της σήκωσε την μπλούζα (της πιτζάμας) που φορούσε και χάιδευε και έγλειφε το στήθος της, αμέσως μετά, ξεντύθηκε από το εσώρουχο του, έβγαλε και το κάτω μέρος της πιτζάμας της Ζ και άρχισε να πιάνει το αιδοίο της με τα δάκτυλα του βάζοντας και πιέζοντας με το δάκτυλο του το εσωτερικό του, μέσα από τα εσωτερικά χείλη με αποτέλεσμα να την διακορεύσει και να τρίβει το γεννητικό του όργανο στο αιδοίο της μικρής και στον πρωκτό της, έτσι ώστε να εκσπερματώσει και πάλι μπροστά της, Β)Στη Θεσσαλονίκη σε επακριβώς προσδιορισθείσες ημερομηνίες, πάντως κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων δύο ετών και έξι (6) μηνών τουλάχιστον (ήτοι, από τα τέλη του 1999 μέχρι τις 31.3.2002), καθώς και στις ημερομηνίες που αναφέρονται ειδικά πιο κάτω, όντας σε διάσταση με τη σύζυγο του - εγκαλούσα, Ψ1, έχοντας αναλάβει ο ίδιος αποκλειστικά τελικώς, δυνάμει της υπ' αριθμ. 3040/1999 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την άσκηση της επιμέλειας (εδώ και μια οκταετία περίπου) του προσώπου των δύο (2) ανηλίκων θυγατέρων τους, Γ1 (....) και Γ2 (....) που γεννήθηκαν στις: 13.4.1990 και 16.7.1992, αντίστοιχα (ηλικίας σήμερα δώδεκα (12) ετών η πρώτη και δέκα (10) περίπου ετών η δεύτερη, έχοντας αποφοιτήσει από την ΣΤ' τάξη του Δημοτικού Σχολείου η μεγάλη και από την Δ' τάξη η μικρή), με τις οποίες κατοικούσε στην επί της ενταύθα (...) οδού ...., οικία του οι οποίες κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα (από τον Ιανουάριο του 2002 και μετέπειτα) έκαναν στενή παρέα με την προαναφερομένη Ζ (δώδεκα περίπου ετών) εκμεταλλευόμενος την ιδιαίτερη επιρροή που προοδευτικά απέκτησε πάνω στις δύο (2) κόρες του (δημιουργώντας τους σιγά-σιγά, με τη μέθοδο της κατασυκοφάντησης, αισθήματα αποστροφής, μίσους και τελικά απόρριψης της ως άνω μητέρας τους και απόλυτης αντίθετα εξάρτησης τους από το πρόσωπο του ιδίου), όπως και την παιδικότητα και ανωριμότητα τους, καθώς και τη συνακόλουθη έλλειψη καθαρής κρίσης, εκτίμησης και ηθικής αξιολόγησης εκ μέρους τους, σχετικά με καταστάσεις και περιστατικά που αφορούν τη γενετήσια σφαίρα, όπως επίσης και τα συναισθήματα σεβασμού, αγάπης και απόλυτης εμπιστοσύνης που έτρεφαν για τον ίδιο, λόγω της ηλικίας του και της πατρικής του ιδιότητας, αλλά και την ολική τους εξάρτηση από το πρόσωπο του, εμφανιζόμενος παράλληλα, ως πολύ φιλελεύθερο και απελευθερωμένο άτομο (κυκλοφορώντας πολλές φορές γυμνός μπροστά τους ή μόνο με το κάτω εσώρουχο του, ενώ κοιμόντουσαν τις περισσότερες φορές όλοι μαζί σε ένα κρεβάτι), προτρέποντας και τις δύο (2) ανήλικες κόρες του να συμπεριφέρονται ανάλογα, αφού τις παραπλανούσε, με σκοπό τη διέγερση και την ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας και ορμής του, τόσο κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους (από τα τέλη 1999 και ολόκληρο το 2001) όσο και κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους (2002), επιχείρησε επανειλημμένα μ' αυτές (και επ' αυτών) τις παρακάτω πράξεις που ανάγονται στη γενετήσια σφαίρα και που αντικειμενικά προσβάλλουν το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών. Ειδικότερα, στην ως άνω κατοικία του, στη ..., μάθαινε και τις δύο τους να τον φιλούν στο στόμα, τις φιλούσε και ο ίδιος στο στόμα τους (με τη γλωσσά του μέσα σ' αυτό), έπιανε, έγλειφε και χάιδευε το στήθος της μεγάλης του κόρης, Γ1 (λέγοντας την "μεγαλώνουν"), ζητούσε και από τις δύο (2) να ξεντυθούν μπροστά του νια να τις βλέπει και να χαϊδεύει τα γεννητικά τους όργανα ή τις ξέντυνε ο ίδιος, χάιδευε το αιδοίο της μεγάλης του κόρης, λέγοντας "έβγαλε τρίχες", της έκανε μπάνιο (παρότι, λόγω της ηλικίας της, είχε τη δυνατότητα να κάνει μπάνιο μόνη της), για να της χαϊδεύει το στήθος και τα γεννητικά της όργανα, όταν έκανε μπάνιο την μικρή του κόρη, Γ2, χάιδευε τα γεννητικά της όργανα και έβαζε το δάκτυλο του στο εσωτερικό μέρος του αιδοίου της, μέχρι που το παιδί του πόνεσε ζητούσε από κάθε μια τους, συνήθως, όταν βρισκόταν μόνη στο σπίτι μαζί του (και η άλλη έλειπε), να χαϊδεύουν το πέος του, να το φιλούν και να το γλείφουν, επίσης, το απόγευμα της Παρασκευής 29.3.2002 που είχαν ξαπλώσει όλοι μαζί (οι κόρες του, ο ίδιος και η ανωτέρω ανήλικη φίλη τους Ζ) στο κρεβάτι της μιας του κόρης (της Γ2) στην παραπάνω οικία του στη ...., ζήτησε και από τις τρεις (3) ανήλικες να φιλήσουν και να γλείψουν το γεννητικό του όργανο (το πέος του), πράγμα που έκαναν αμφότερες οι κόρες του (όπως και η Ζ) υπακούοντας στην επιθυμία και παραγγελία του, με συνέπεια να φθάσει σε σεξουαλική κορύφωση και να εκσπερματώσει μπροστά στα μάτια τους, ακόμη όταν την επόμενη μέρα (το Σάββατο 30.3.2002), πήγανε περίπατο οι τρεις (3) τους με το αυτοκίνητο του στο δάσος του ...., στην περιοχή του ξενοδοχείου "...", κατά την διαδρομή, έβαλε να καθίσουν δίπλα του, στη θέση του συνοδηγού, η κόρη του Γ1 και η ανωτέρω Ζ, έτσι ώστε να τις θωπεύει και να τις τσιμπά στους μηρούς, στη συνέχεια δε, όταν φθάσανε στο δάσος και σταμάτησαν, έβγαλε τη βερμούδα που φορούσε (χωρίς να φορά εσώρουχο από κάτω) και ύστερα το γεννητικό του όργανο σε κοινή θέα των τριών (3) παραπάνω παιδιών και ζήτησε από την μικρή του κόρη, Γ2να "του την σηκώσει, γιατί ήταν πεσμένη......", αλλά η τελευταία αρνήθηκε (και μετά συνέβη η σκηνή που προπεριγράφεται με την μικρή Ζ). 2)Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας συγγενής εξ αίματος α' βαθμού (ανιών), επιχείρησε ασελγείς πράξεις με συγγενείς του (κατιόντες] και δη με τις ανήλικες κόρες του. Ειδικότερα, στη ...., σε μη επακριβώς προσδιορισθείσες ημερομηνίες, πάντως κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων δύο ετών και έξι [6] μηνών τουλάχιστον (ήτοι, από τα τέλη του 1999 μέχρι τις 31.3.2002), όντας σε διάσταση με την ανωτέρω σύζυγο του εγκαλούσα .έχοντας αναλάβει ο ίδιος αποκλειστικά (δυνάμει προμνημονευομένης τελεσίδικης δικαστικής απόφασης) την άσκηση τη επιμέλειας (εδώ και μια οκταετία περίπου) του προσώπου των προαναφερομένων δύο (2) ανηλίκων θυγατέρων τους, ήτοι, της Γ1 (...) και της Γ2 (.....), που γεννήθηκαν στις 13.4.1990 και 16.7.1992, αντίστοιχα (ηλικίας, σήμερα, δώδεκα -12- ετών και δέκα -10- περίπου ετών, αντίστοιχα), με σκοπό τη διέγερση και την ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας και ορμής του, τόσο κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος από τα τέλη 1999 και ολόκληρο το 2001, όσο και κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους (2002) επιχείρησε, επανειλημμένα, τις προπεριγραφείσες στο πιο πάνω, υπό στοιχ. 1β', αδίκημα ασελγείς πράξεις (ήτοι πράξεις που ανάγονται στη γενετήσια σφαίρα και που αντικειμενικά προσβάλλουν το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών) με τις δύο (2) ως άνω θυγατέρες του Γ1 και Γ2". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' και ε' του ΠΚ, του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως 22 ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, αναφορικά με την αξιόποινη πράξη της αποπλανήσεως παιδιών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 98 και 339 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Διέλαβε, επίσης, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του πιο πάνω σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, λόγω της, με βάση τις ειρημένες οικείες παραδοχές του, μη συνδρομής στη συγκεκριμένη περίπτωση της ελαφρυντικής περιστάσεως, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 εδάφ. ε' του ΠΚ, την οποία, επίσης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Περαιτέρω, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Το γεγονός δε ότι εξαίρονται οι καταθέσεις ορισμένων μαρτύρων δεν υποδηλώνει ότι το Δικαστήριο δεν συνεκτίμησε τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων σε συνδυασμό με τα αναγνωσθέντα έγγραφα (μεταξύ των οποίων είναι η πρωτόδικη υπ' αριθ. 125-132, 134-138/2003 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά) και την απολογία του κατηγορουμένου, ενώ δεν παραβίασε η προσβαλλόμενη απόφασή, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται, το αθωωτικό δεδικασμένο της 19246/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων και είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ πρώτος και τέταρτος (β' σκέλος) λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α)της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β)της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, σε σχέση τόσο με την κατηγορία, όσο και με τον πιο πάνω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά δε με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Περαιτέρω, όσον αφορά την απόρριψη του, επίσης κατά τα ανωτέρω, υποβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του της πιο πάνω ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδάφ. α' του ΠΚ (του προτέρου εντίμου βίου), το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, με βάση τις ειρημένες οικείες παραδοχές του, δεν αναφέρεται καθόλου στα περιστατικά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων προς θεμελίωση της ανωτέρω ελαφρυντικής περιστάσεως (ποινικό μητρώο με δύο μόνο καταδίκες για παραβάσεις του ΚΟΚ σε ποινές φυλακίσεως 15 ημερών και 3 μηνών, ανυπαρξία οιασδήποτε άλλης εκκρεμούς ποινικής διώξεως και οιασδήποτε άλλης καταδικαστικής αποφάσεως κατ' αυτού, σταθερή και μόνιμη εργασία, από την οποία παρείχε τα αναγκαία μέσα βιοπορισμού στην οικογένειά του) και δεν παραθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και το οδήγησαν στην αρνητική περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου κρίση του. Αντιθέτως, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο αναφέρεται αορίστως σε "σοβαρές αξιόποινες πράξεις που είχε διαπράξει ο κατηγορούμενος σε βάρος των ανηλίκων τέκνων του και πολύ πριν από την τέλεση των ως άνω ενδίκων πράξεων", χωρίς να προσδιορίζει περαιτέρω ποια είναι η νομοτυπική μορφή αυτών "των άλλων" (εκτός των ενδίκων) αξιοποίνων πράξεων, πότε τελέσθηκαν αυτές απ' αυτόν, αν για τις εν λόγω πράξεις ασκήθηκε εις βάρος του ποινική δίωξη ή αν καταδικάσθηκε ήδη αυτός για οποιαδήποτε απ' αυτές. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ τέταρτος (α' σκέλος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη της άνω ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδάφ. α' του ΠΚ αναιτιολόγητα, είναι βάσιμος, όπως και κατωτέρω περί του άνω λόγου αναιρέσεως εκτίθεται. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, επέρχεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του για να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, γιατί έτσι ο κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματος να ασκήσει το από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαίωμά του να προβεί σε εξηγήσεις και δηλώσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, και παραβιάζονται οι αμέσως προς το υπερασπιστικό δικαίωμα αυτού συναπτόμενες αρχές της προφορικότητας της διαδικασίας και της κατ' αντιδικία διεξαγωγής της δίκης. Δεν επέρχεται, όμως, τέτοια ακυρότητα, όταν τα από το μη αναγνωσθέν έγγραφο προκύπτοντα περιστατικά προέκυψαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος προβάλλει την αιτίαση ότι από την περικοπή του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης πιο πάνω αποφάσεως, που έχει ως εξής: "...Πρέπει να επισημανθεί ότι η τελευταία μάρτυς - παθούσα (Γ1) αρχικά και δη κατά την ανάκριση δεν καταφέρθηκε κατά του κατηγορουμένου πατέρα της. Αυτό οφείλεται στο ότι μεταξύ των, αυτής και του πατέρα της, δημιουργήθηκε ειδική σχέση με ερωτική χροιά, την οποία ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύθηκε και απειλούσε την ανήλικη κόρη του ότι θα αυτοκτονούσε αν πήγαινε στην φυλακή. Μετά ταύτα όμως και βλέποντας το μέγεθος της ζημίας που της είχε κάνει εγκατέλειψε τη σιωπή της και κατέθεσε λεπτομερώς και άκρως πειστικώς τις ασελγείς πράξεις που τέλεσε σε βάρος της ο κατηγορούμενος και σε βάρος των λοιπών ανηλίκων παθουσών....", προκύπτει ότι το Μικτό Ορκωτό Εφετείο για να καταλήξει στην περί ενοχής αυτού κρίση του έλαβε υπόψη του αμέσως και κυρίως και συνεκτίμησε, εκτός άλλων αποδεικτικών μέσων, την από 23-4-2002 κατάθεση της άνω θυγατέρα του Γ1 ενώπιον της Ανακρίτριας του Δ' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, στην οποία κατέθεσε ότι αποτελούν ψευδολογίες όλα τα καταγγελλόμενα σε βάρος του και ότι ουδέποτε έλαβαν χώρα οι ασελγείς πράξεις που περιγράφονται στην έγκληση της μητέρας της, η οποία (κατάθεση) δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, με αποτέλεσμα να επέλθει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, προκύπτει μεν ότι η ανωτέρω ανακριτική κατάθεση της μάρτυρα - παθούσας Γ1 δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Εφετείου, πλην όμως τα από το έγγραφο αυτό προκύπτοντα πιο πάνω περιστατικά προέκυψαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις που έδωσαν στο ακροατήριο: α)η ίδια πιο πάνω παθούσα, β)η μάρτυρας (μητέρα της) Ψ1 και γ)οι μάρτυρες ...., ..... και ..... Επομένως, εφόσον το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα περιεχόμενο της ειρημένης ανακριτικής καταθέσεως της άνω μάρτυρα-παθούσας Γ1 προκύπτει από τις καταθέσεις των πιο πάνω μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, τις οποίες και έλαβε υπόψη του το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, δεν επήλθε καμιά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ τρίτος λόγος αναιρέσεως. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, σε σχέση με τη βασιμότητα του ειρημένου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ τέταρτου (α' σκέλος) λόγου αναιρέσεως, πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την καταδίκη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της αποπλανήσεως παιδιών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, μόνο ως προς την διάταξή της περί απορρίψεως του πιο πάνω αυτοτελούς ισχυρισμού του για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο αυτού της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδάφ. α' του ΠΚ (και όχι ως προς την περί ενοχής διάταξη), κατ' ανάγκη δε και ως προς τις διατάξεις της για την επιβολή ποινών και συνολικής ποινής. Στη συνέχεια δε πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 519 του Κ.Ποιν.Δ, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο πιο πάνω μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 31 παρ. 1 και 3 του ν. 3346/2005, 2 παρ. 1 ΠΚ, 320 παρ. 3 και 370 περ. β' του Κ.Ποιν.Δ προκύπτει, μεταξύ άλλων, και ότι το αξιόποινο των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλή ποινή φυλακίσεως μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές και τα οποία έχουν τελεσθεί μέχρι τις 17-6-2005, είτε δεν εισήχθησαν στο ακροατήριο για εκδίκαση και εκκρεμούν μέχρι την εν λόγω ημερομηνία, είτε εισήχθησαν αλλά δεν έχει εκδοθεί επ' αυτών μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία αμετάκλητη απόφαση, παραγράφεται υπό τον όρο ότι ο κατηγορούμενος ή ο καταδικασθείς δεν θα υποπέσει μέσα σε ένα έτος από τις 17-6-2005 σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος, για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των δύο μηνών ή σε χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατόν πενήντα (150) ευρώ, ενώ οι δικογραφίες που αφορούν στα ανωτέρω πλημμελήματα τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου Εισαγγελέα. Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπ' αριθ. 125-132, 134-138/2003 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, εκτός των άλλων, και για την αξιόποινη πράξη της ασέλγειας μεταξύ συγγενών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, ήτοι για πλημμέλημα, για το οποίο ο νόμος απειλεί ποινή φυλακίσεως μέχρι ένα έτος (άρθρο 346 § 1 ΠΚ) και καταδικάσθηκε αυτός σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους για καθεμιά από τις δύο πράξεις του ειρημένου πλημμελήματος. Κατά της άνω αποφάσεως άσκησε ο κατηγορούμενος έφεση, η οποία εκδικάσθηκε από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης στις 10-10-2005, το οποίο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 284-289/2005 απόφασή του εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και καταδίκασε τον εκκαλούντα κατηγορούμενο στις ίδιες πιο πάνω ποινές φυλακίσεως. Όμως, λόγω της, κατά τα ανωτέρω, κατά το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 3346/2005, από την, κατά την 17-6-2005, έναρξη ισχύος αυτού επελθούσας παραγραφής του αξιοποίνου της άνω πλημμεληματικής πράξεως, έπρεπε με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης και κατ' εφαρμογή της ήδη κατά την έκδοσή της ισχύουσας επιεικέστερης πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 31 παρ. 1 του ν. 3346/2005, να παύσει η κατά του κατηγορουμένου για την πιο πάνω πράξη ασκηθείσα ποινική δίωξη. Επομένως, με το να προχωρήσει το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης στην κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη της ασέλγειας μεταξύ συγγενών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, αντί να παύσει, όπως κατά τα ανωτέρω όφειλε, την κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, υπερέβη την εξουσία του και χειροτέρευσε τη θέση του κατηγορουμένου και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός από τα άρθρα 470 και 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ πέμπτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση του άνω Δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικά με την καταδίκη του αναιρεσείοντος για την άνω αξιόποινη πράξη της ασέλγειας μεταξύ συγγενών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, και, κατ' ανάλογη εφαρμογή της γενικής διατάξεως του άρθρου 370 περ. β' του Κ.Ποιν.Δ, να παύσει η κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη για την άνω πράξη και με τον προδιαληφθέντα όρο της παρόδου του άνω διαστήματος του ενός έτους από τη δημοσίευση του άνω ν. 3346/2005 (17-6-2005), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 284-289/2005 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης α) αναφορικά με την καταδίκη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ1 για την αξιόποινη πράξη της αποπλανήσεως παιδιών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, μόνο ως προς τη διάταξή της περί απορρίψεως του αυτοτελούς ισχυρισμού του για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο αυτού της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδάφ. α' του ΠΚ, καθώς και ως προς τις διατάξεις της για την επιβολή ποινών και συνολικής ποινής, και β)αναφορικά με την καταδίκη του αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της ασέλγειας μεταξύ συγγενών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, αναφορικά με την ανωτέρω πράξη της αποπλανήσεως παιδιών, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, και δη κατά το αναιρούμενο πιο πάνω μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΠΑΥΕΙ την κατά του άνω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη για την αναφερόμενη στο διατακτικό της προσβαλλόμενης πιο πάνω αποφάσεως αξιόποινη πράξη της ασέλγειας μεταξύ συγγενών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, όπως αυτή επακριβώς σ' αυτό περιγράφεται, με τον όρο ότι αυτός δεν θα υποπέσει μέσα σε ένα έτος από την, κατά τη 17-6-2005, δημοσίευση του ν. 3346/2005 σε νέα από δόλο προερχόμενη αξιόποινη πράξη (κακουργήματος ή πλημμελήματος), για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των δύο μηνών ή σε χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατόν πενήντα (150) ευρώ. Και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την από 1 Ιουνίου 2006 αίτηση του ανωτέρω Χ1 για αναίρεση της πιο πάνω υπ' αριθ. 284-289/2005 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιουλίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Ι) Αποπλάνηση (3) παιδιών που δεν έχουν συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας τους, κατά συρροή και κατ΄ εξακολούθηση. Τα 2 εξ αυτών είναι θυγατέρες του δράστη που τελούσε σε διάσταση με τη σύζυγο και μητέρα των ανηλίκων παθουσών. Εγκύρως υποβλήθηκε η έγκληση από την αμέτοχη μητέρα των τελευταίων ενόψει του επείγοντος χαρακτήρα της πράξης και του ότι δεν έχει εφαρμογή εδώ, ενόψει της διασπάσεως της έγγαμης συμβιώσεως των γονέων των παθουσών, η ΑΚ 1517 για διορισμό ειδικού επιτρόπου προς υποβολή της εγκλήσεως. Απορρίπτεται ο 2ος λόγος για υπέρβαση εξουσίας (άρθρ. 510 § 1 στοιχ. Η΄ ΚΠΔ). Έγκυρη υποβολή εγκλήσεως από N.K. ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της εξώγαμης ανήλικης θυγατέρας της Ντ.K. για τη συνοπτικά περιγραφόμενη αποπλάνηση, για την οποία και καταδικάστηκε. (ΙΙ) Υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κατηγορία και για την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2ε΄ ΠΚ για την οποία απαιτείται, μετά την αξιόποινη πράξη, καλή στην κοινωνία συμπεριφορά του υπαιτίου, που να είναι συνέπεια ελεύθερης επιλογής του και όχι μόνο εξαναγκασμένης συμμορφώσεώς του προς του κανόνες συμπεριφοράς των κρατουμένων στη φυλακή. Απορρίπτονται οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ πρώτος και τέταρτος (β΄ σκέλος) λόγοι αναιρέσεως. Αναιτιολόγητη απόρριψη ελαφρυντικού του άρθρου 84 § 2 α΄ ΠΚ. Δεκτός ο τέταρτος λόγος (α΄ σκέλος) αναιρέσεως. (ΙΙΙ) Όχι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί τα προκύπτοντα από το μη αναγνωσθέν έγγραφο (ανακριτική κατάθεση παθούσας θ.σ.) προέκυψαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων). Απορρίπτει τον τρίτιο λόγο (άρθρ. 510 § 1 Α΄ ΚΠΔ). (IV) Στις 17-6-2005 (έναρξη ισχύος Ν. 3346/2005) ήδη είχε εκδοθεί η πρωτόδικη απόφαση και είχε καταδικασθεί ο κατηγορούμενος για β΄ έγκλημα. (346 § 1 ΠΚ). Το ΜΟΕ έδει να παύσει υφ΄ όρο την ποινική δίωξη κατ’ άρθρο 31 § 1 του άνω νόμου και όχι να προχωρήσει στην κατ’ ουσία έρευνα της υποθέσεως και στην καταδίκη του αναιρεσείοντος. Δεκτός ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως (άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η΄ ΚΠΔ).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Αποπλάνηση ανηλίκου, Έγκληση, Παραγραφή υφ' όρο, Ασέλγεια μεταξύ συγγενών.
2
Αριθμός 1925/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. 75/2008 πράξη), Βιολέττα Κυτέα (ορισθείσα με την υπ' αριθ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κλουδά, περί αναιρέσεως της 3979/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14.1.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 354/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Περαιτέρω, ως αδικήματα που τελούνται δια του τύπου νοούνται τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από τον ποινικό κώδικα ή από τους ειδικούς ποινικούς νόμους, όταν τελούνται με κατάχρηση του τύπου ως μέσου για την εκδήλωσή τους. Επί συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου, όταν πρόκειται για εφημερίδα ή περιοδικό, μεταξύ άλλων τιμωρείται ο συγγραφέας του δημοσιεύματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στ5οιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για συκοφαντική δυσφήμηση αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ενώ η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγησή τους, καθώς και ο έλεγχος της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος που συνήγαγε εξ αυτών το δικαστήριο της ουσίας, δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε στο αιτιολογικό της, μετά από εκτίμηση των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα: "Ο εγκαλών Ψ1 ήταν δήμαρχος ..... κατά την τετραετία 1999-2002. Κατά τις δημοτικές εκλογές του Οκτωβρίου του 2002 εξελέγη δημοτικός σύμβουλος της μειοψηφίας για την τετραετία 2003-2006. Κατά την τελευταία περίοδο (2003-2006) δημοτικός σύμβουλος της πλειοψηφίας και μέλος της δημαρχιακής επιτροπής υπήρξε ο κατηγορούμενος. Ο εγκαλών δημοσίευσε τον Ιούνιο του 2005 άρθρο στην τοπική εφημερίδα της ... ".......", με το οποίο ασκούσε κριτική στις πράξεις του δημάρχου .... και της πλειοψηφίας του δημοτικού συμβουλίου ...., στην οποία πλειοψηφία, όπως προαναφέρθηκε, ανήκε και ο κατηγορούμενος. Ο τελευταίος θεώρησε τον εαυτό του θιγέντα από το εν λόγω δημοσίευμα και στο τεύχος του Αυγούστου του 2005 της διμηνιαίας τοπικής ενημερωτικής έκδοσης του δήμου ..., με το διακριτικό τίτλο "...... - .... - ....." δημοσίευσε άρθρο στο οποίο, αναφερόμενος στο πρόσωπο του εγκαλούντος, ισχυρίσθηκε γι' αυτόν εγγράφως, μεταξύ άλλων και τα εξής: "Το θράσος του κ. Ψ1 έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Τόλμησε να μας κατηγορήσει για προσωπικά συμφέροντα. Αλήθεια κ.Ψ1 ποιές σκοτεινές δυνάμεις έκοψαν το ..... στα δύο; Ποιός Νονός βάπτισε τα ενδιάμεσα χωράφια υψηλής παραγωγικότητας; Ποιοί έδωσαν αυτή την κατεύθυνση στο σχέδιο πόλεως; Ποιοί κολλητοί σας, εντελώς συμπτωματικά, θησαύρισαν από αυτή την ιστορία εις βάρος άλλων δημοτών; Ποιοί διοικούσαν εκείνη την εποχή; Άφθονη και αμαρτωλή η δημιουργία σας, βγάζει τη σήψη εκείνης της αλησμόνητης εποχής". Η περικοπή αυτή του δημοσιεύματος αφορούσε το χειρισμό από μέρους του εγκαλούντος κατά την προαναφερόμενη τετραετία 1999-2002 που διετέλεσε δήμαρχος Ν. Μηχανιώνας του θέματος της επεκτάσεως του σχεδίου πόλεως του εν λόγω Δήμου. Ειδικότερα ως προς το θέμα αυτό αποδείχθηκε από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ότι το δημοτικό συμβούλιο ... με την ..... απόφασή του είχε αποφασίσει την επέκταση του σχεδίου πόλεως και στα τρία δημοτικά διαμερίσματα του δήμου, δηλαδή της ..., της ... και του ..... Ειδικότερα ως προς το τελευταίο δημοτικό διαμέρισμα προτεινόταν με την επέκταση η συνένωση του κυρίως οικισμού .... με την παραλία ...... Η απόφαση αυτή του Δημοτικού συμβουλίου ήταν ομόφωνη στο μεγαλύτερο μέρος της. Μόνη διαφωνία των δημοτικών συμβούλων της μειοψηφίας ήταν στο θέμα δημιουργίας Βιοτεχνικού Πάρκου (ΒΙ.ΠΑ.). Συγκεκριμένα οι σύμβουλοι της τότε μειοψηφίας, δηλαδή της δημοτικής παρατάξεως που έγινε πλειοψηφία στις εκλογές του 2002 και μέλος της είναι ο κατηγορούμενος, ψήφισαν να μη δημιουργηθεί ΒΙΠΑ και στη θέση του να επεκταθεί η οικιστική περιοχή. Η απόφαση αυτή του δημοτικού συμβουλίου δεν έγινε αποδεκτή από τον Οργανισμό Θεσσαλονίκης (οργανισμό ρυθμιστικού σχεδίου και προγράμματος προστασίας περιβάλλοντος). Ο Οργανισμός αυτός, με το ...... έγγραφό του προς το Δήμο ...., γνωστοποίησε ότι δεν συμφωνεί με την πρόταση του δημοτικού συμβουλίου για επέκταση του σχεδίου πόλεως του δημοτικού διαμερίσματος ..... σε έκταση υπερδιπλάσια της υπάρχουσας και πρότεινε να μειωθούν ουσιαστικά οι περιοχές επέκτασης, ώστε να μη επέρχεται ένωση του κυρίως οικισμού και της παραλίας. Εκτός από τον Οργανισμό Θεσσαλονίκης και η Νομαρχιακή Επιτροπή Χωροταξίας και Περιβάλλοντος (ΝΕΧΩΠ) της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης με την από ..... γνωμοδότησή της, η οποία διαβιβάσθηκε στο δήμο .... με το ...... έγγραφο της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, γνωμοδότησε όσον αφορά την επέκταση του σχεδίου του δημοτικού διαμερίσματος .... ότι "όλο το αγρόκτημα .... είναι περιοχή υψηλής παραγωγικότητας. Επομένως η επέκταση του οικισμού θα γίνει κατ' εξαίρεση για την εξυπηρέτηση των οικιστικών αναγκών. Η επέκταση του κυρίως οικισμού πρέπει να γίνει κύρια βόρεια και ανατολικά αυτού, όπου οι εκτάσεις είναι λιγότερο γόνιμες και δεν υπάρχουν πάγιες εγκαταστάσεις του πρωτογενούς τομέα παραγωγής (θερμοκήπια, γεωτρήσεις κλπ). Σε περίπτωση που από τον Οργανισμό Ρυθμιστικού Θεσσαλονίκης κριθεί σκόπιμη, για πολεοδομικούς λόγους, η συνένωση του παραλιακού με τον κυρίως οικισμό και επειδή σε τμήμα της μεταξύ των οικισμών έκτασης υπάρχει αυθαίρετη δόμηση εξ αιτίας της οποίας έχει αλλάξει ουσιαστικά ο χαρακτήρας της γεωργικής γης, δεν έχουμε αντίρρηση για την επέκταση των οικισμών στην περιοχή αυτή". Με βάση τη γνωμοδότηση αυτή της ΝΕΧΩΠ και τις υποδείξεις του Οργανισμού Ρυθμιστικού Θεσσαλονίκης έγινε η Β' φάση της μελέτης επέκτασης του σχεδίου πόλεως του Δήμου .... σε όλα τα δημοτικά διαμερίσματα δηλαδή και στο δημοτικό διαμέρισμα ....., η οποία εγκρίθηκε με την ..... απόφαση του δημοτικού συμβουλίου. Η απόφαση αυτή του δημοτικού συμβουλίου εκτός από το μέρος της που αφορούσε το ΒΙΠΑ ήταν ομόφωνη. Στην περιληφθείσα στην επέκταση περιοχή υπήρχαν και δύο αγροτεμάχια ένα, εκτάσεως τριών στρεμμάτων της ....., δημοτικής συμβούλου της παρατάξεως του εγκαλούντος, προερχόμενο από κληρονομιά και άλλο κάποιου συγγενούς του εγκαλούντος εκτάσεως δύο στρεμμάτων. Η ύπαρξη των δύο αυτών στρεμμάτων στη συνολική έκταση των 2.200 στρεμμάτων της επέκτασης ήταν εντελώς συμπτωματική, όπως ήταν και η ύπαρξη άλλων κτημάτων που ανήκαν σε δημοτικούς συμβούλους της μειοψηφίας, όπως υπήρχαν επίσης και άλλα κτήματα συμβούλων της πλειοψηφίας, όπως της .... και του ...... ή συγγενών αυτών που δεν περιελήφθησαν στην έκταση που επεκτάθηκε το σχέδιο πόλεως. Ο κατηγορούμενος, αφενός μεν λόγω της επαγγελματικής του ενασχόλησης ως μεσίτη ακινήτων, που είχε ενδιαφέρον και πληροφόρηση για τη διαδικασία εντάξεως των περιοχών στο σχέδιο πόλεως και τη διαμόρφωση ανάλογα με το αν είναι υπό ένταξη ή όχι μια περιοχή των τιμών των ακινήτων, αφετέρου δε λόγω της ιδιότητάς του ως δημοτικού συμβούλου της πλειοψηφίας και μέλους της δημαρχιακής επιτροπής κατά την περίοδο 2003-2006, που είχε πληροφορηθεί το περιεχόμενο των προαναφερομένων υποδείξεων του Οργανισμού Θεσσαλονίκης και της ανωτέρω γνωμοδοτήσεως της ΝΕΧΩΠ και των αποφάσεων του δημοτικού συμβουλίου, που αναφέρονταν στη διαδικασία επεκτάσεως του σχεδίου πόλεως αλλά και λόγω της μεγάλης δημοσιότητας που είχε λάβει το θέμα της επέκτασης του σχεδίου πόλεως, γνώριζε όλη την πορεία της διαδικασίας επέκτασης του σχεδίου πόλεως που περιγράφηκε ανωτέρω. Γνώριζε δηλαδή ότι παρά την επιθυμία του εγκαλούντος ως δημάρχου, αλλά και όλων των ενδιαφερομένων ιδιοκτητών του δημοτικού διαμερίσματος ..... για την επέκταση του σχεδίου πόλεως του οικισμού αυτού σύμφωνα με την αρχική απόφαση του δημοτικού συμβουλίου (.....), τούτο δεν ήταν δυνατόν ύστερα από την αντίθετη άποψη του Οργανισμού Ρυθμιστικού και ότι ο χαρακτηρισμός της μεταξύ του κυρίως οικισμού και της παραλίας εκτάσεως ως υψηλής παραγωγικότητας με τις ανωτέρω διαφοροποιήσεις έγινε από την ΝΕΧΩΠ, η οποία και υποδείκνυε με τη γνωμοδότησή της προς ποιά κατεύθυνση έπρεπε να επεκταθεί το σχέδιο του οικισμού και ότι η τελική έκταση που περιελήφθη στην εγκριθείσα μελέτη έγινε καθ' υπόδειξη των ως άνω υπηρεσιών με ομόφωνη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, όπως προαναφέρθηκε και δεν ήταν μονομερής απόφαση του εγκαλούντος, ούτε ήταν ο τελευταίος μέλος σκοτεινών δυνάμεων ή επικεφαλής (Νονός) εγκληματικής ομάδας, που είχε ως σκοπό τον αθέμιτο πλουτισμό ορισμένων μελών της ομάδας ή συγγενών και φίλων του όπως τον εμφάνιζε το δημοσίευμα με το ανωτέρω περιεχόμενο του. Παρά τη γνώση του όμως αυτή δημοσίευσε το προαναφερόμενο άρθρο με το ανωτέρω περιεχόμενο, γνωρίζοντας ότι τα αναφερόμενα στο άρθρο του γεγονότα ήταν ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, έλαβε δε γνώση αυτών απροσδιόριστος αριθμός ατόμων-αναγνωστών του περιοδικού ".... - .... -....." καθώς το τελευταίο διανέμεται σε 4.000 αντίτυπα σε δημότες της ..., της ... και του ... και αποστέλλεται σε Έλληνες της Γερμανίας, της Αμερικής και της Αυστραλίας καθώς και σε δημόσιες υπηρεσίες της Ελλάδας. Το άρθρο το δημοσίευσε ο κατηγορούμενος με μοναδικό σκοπό να μειώσει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, λόγω της παραταξιακής αντιθέσεως με αυτόν. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου, για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε, του άρθρου 363 σε συνδυασμό προς το άρθρο 362 ΠΚ και του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1994. Ειδικότερα, παρέθεσε στην απόφασή του το δυσφημιστικό για τον εγκαλούντα γεγονός που περιλαμβάνεται στο άρθρο που συνέταξε ο αναιρεσείων και καταχωρήθηκε στο μνημονευόμενο περιοδικό, καθώς και τα περιστατικά από τα οποία συνήγαγε την αναλήθεια του ως άνω γεγονότος και εκείνα από τα οποία πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το γεγονός αυτό ήταν ψευδές. Ο άμεσος δόλος, ειδικώς, του αναιρεσείοντος πλήρως αιτιολογείται με την αναφορά ότι αυτός, λόγω της ιδιότητάς του ως δημοτικού συμβούλου και μέλους της δημαρχιακής επιτροπής ... κατά την περίοδο 2003-2006, είχε πληροφορηθεί το περιεχόμενο των υποδείξεων του Οργανισμού Ρυθμιστικού Σχεδίου Θεσσαλονίκης στο θέμα της επεκτάσεως του σχεδίου πόλεως του οικισμού - δημοτικού διαμερίσματος ......, καθώς και το περιεχόμενο της γνωμοδοτήσεως της Νομαρχιακής Επιτροπής Χωροταξίας και Περιβάλλοντος Θεσσαλονίκης για το ίδιο θέμα και εκείνο των αποφάσεων του δημοτικού συμβουλίου, ήτοι γνώριζε ότι η κατεύθυνση προς την οποία έπρεπε να επεκταθεί το σχέδιο του οικισμού δεν ήταν μονομερής απόφαση του τότε δημάρχου εγκαλούντος. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα των ανωτέρω και προσάπτεται στην απόφαση έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία κατά την ανωτέρω έννοια απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, υπό την προϋπόθεση ότι προτάθηκαν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων δεν προέβαλε κανέναν απολύτως αυτοτελή ή άλλο ισχυρισμό. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως και κατά ένα μέρος και ο πρώτος, που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι "δεν απήντησε και σιγή απέρριψε" τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του που αναφέρει σχετικώς, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει να απορριφθούν. Όπως προκύπτει από το άρθρο 364 παρ. 1 ΚΠοινΔ, στο ακροατήριο διαβάζονται οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων που συντάχθηκαν σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους. Περαιτέρω, έλλειψη ακροάσεως του κατηγορουμένου, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ζητήθηκε η ανάγνωση ορισμένου εγγράφου από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και το δικαστήριο αρνήθηκε την ανάγνωση αυτή ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ίδια ως άνω πρακτικά, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων δεν προσκόμισε κατά την αποδεικτική διαδικασία έγγραφα, των οποίων ζήτησε την ανάγνωση. Εξάλλου, δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο να αναγνώσει τα έγγραφα που ο κατηγορούμενος είχε επισυνάψει σε υπόμνημά του κατά την προκαταρκτική εξέταση για την ίδια υπόθεση, όπως ισχυρίζεται, εφόσον αυτά δεν υποβλήθηκαν στο ακροατήριο κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Επομένως, και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14 Ιανουαρίου 2008 αίτηση του Χ1, περί αναιρέσεως της 3979/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου. Έννοια γεγονότος. Αβάσιμος κατ’ ουσία ο περί ελλείψεως αιτιολογίας λόγος αναιρέσεως ως προς την κατηγορία και επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ως προς αυτοτελείς ισχυρισμούς (δεν προτάθηκαν τέτοιοι). Αβάσιμος ο περί ελλείψεως ακροάσεως λόγος αναιρέσεως διότι ο κατηγορούμενος δεν προσκόμισε κατά την αποδεικτική διαδικασία έγγραφα με αίτημα αναγνώσεως αυτών, δεν είχε δε υποχρέωση το δικαστήριο να αναγνώσει έγγραφα που ο κατηγορούμενος είχε επισυνάψει σε προδικαστικό υπόμνημά του, εφόσον αυτά δεν υποβλήθηκαν στο ακροατήριο κατά την αποδεικτική διαδικασία. Απορρίπτει.
Ακροάσεως έλλειψη
Αιτιολογίας επάρκεια, Έγγραφα, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ακροάσεως έλλειψη, Τύπος.
0
Κ.M. ΑΡΙΘΜΟΣ 1924/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοϊνη - Εισηγήτρια, Αναστάσιο Λιανό, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ελένη Σπίτσα, η οποία ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γιώτσα, περί αναιρέσεως της 4767/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελούς Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 193/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως αβάσιμη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 329, 331 και 333 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη του έγγραφο, προς στήριξη της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, διότι, άλλως, παραβιάζεται η άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο και δημιουργείται έτσι λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως, για απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, κατά τα άρθρα 171 παρ. 1δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ. Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, έγγραφα, όπως αναφέρει (αορίστως) στο σκεπτικό της αποφάσεώς του, χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά της ίδιας αποφάσεως ότι έχουν αναγνωσθεί στο ακροατήριο έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη ΒΤ 4767/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε ως εφετείο, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, κατά παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 Ν 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε, πράξη που τέλεσε υπό την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2β' ΠΚ, σε φυλάκιση τεσσάρων μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της εν λόγω αποφάσεως, το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, έλαβε υπόψη αφενός "τον 4/2001 πίνακα χρεών που είχε συνταχθεί από τη Δ' ΔΟΥ Πειραιά" σε βάρος του κατηγορουμένου, αφετέρου "τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν", χωρίς, όμως, να προκύπτει από τα πρακτικά της ίδιας αποφάσεως ότι αναγνώσθηκε στο ακροατήριο ο ανωτέρω πίνακα χρεών ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο. Επομένως, ενόψει και του ότι ούτε από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στα πρακτικά και έλαβε υπόψη το Δικαστήριο, προκύπτει και μάλιστα κατά τρόπο σαφή και πλήρη το περιεχόμενο του ως άνω πίνακα χρεών, ούτε αποτελεί ο εν λόγω πίνακας τη βάση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, περαιτέρω δε δεν αναφέρεται στα αυτά πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης, αναφορά η οποία, όταν γίνεται, έχει την έννοια ότι αναγνώσθηκαν και τα προσδιοριζόμενα σ' αυτά έγγραφα, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, που πλήττει την απόφαση για απόλυτη ακυρότητα από την ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ακολούθως η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, δεδομένου ότι η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη ΒΤ 4767/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόλυτη ακυρότητα επέρχεται και όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του, ως αποδεικτικό μέσο, μη αναγνωστέο έγγραφο. Αναιρείται η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση γιατί έλαβε υπόψη τέτοιο έγγραφο.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1923/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδάμ Στεφανάδη, περί αναιρέσεως της 1816/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Απριλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 812/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 261 περ. α' ΠΚ, υπάλληλος που προσπαθεί να πείσει άλλον υπάλληλο ο οποίος είναι υφιστάμενός του ή βρίσκεται υπό τον υπηρεσιακό του έλεγχο να διαπράξει κάποιο από τα εγκλήματα των άρθρων 235 έως και 260 τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη δεν υπάγεται σε άλλη διάταξη του ποινικού νόμου η οποία την τιμωρεί με βαρύτερη ποινή. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η παρότρυνση συνίσταται στην ανεπιτυχή προσπάθεια του δράστη υπαλλήλου και τέτοιος θεωρείται και ο δήμαρχος, να πεισθεί ο υφιστάμενος ή ο υπό τον υπηρεσιακό του έλεγχο τελών υπάλληλος να διαπράξει κάποιο έγκλημα περί την υπηρεσία εκ των προβλεπομένων στα αναφερόμενα άρθρα του ΠΚ. Δεν εξετάζεται ούτε η αποδοχή ή μη της παροτρύνσεως, ούτε η τυχόν υπάρχουσα βούληση του υφισταμένου να τελέσει το συγκεκριμένο έγκλημα. Αν όμως η προσπάθεια πέτυχε, τότε ο δράστης προϊστάμενος του παροτρυνόμενου ή τελούντος υπό τον υπηρεσιακό του έλεγχο τιμωρείται ως ηθικός αυτουργός της πράξεως που τέλεσε ο τελευταίος και η εφαρμογή του άρθρου 261 ΠΚ αποκλείεται, εφόσον συγχρόνως για την τελεσθείσα πράξη προβλέπεται ποινή φυλακίσεως μεγαλύτερη από δύο έτη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 31 παρ. 2 ΠΚ, η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι νομική πλάνη υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει τι πράττει, αλλά είτε αγνοεί ότι η πράξη του είναι κατ' αρχήν άδικη, είτε πιστεύει πεπλανημένα ότι δικαιούται να προβεί σ' αυτή και η πλάνη συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνος δικαίου. Η προβολή της πλάνης αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό και οφείλει το δικαστήριο να αιτιολογήσει την κρίση του για την παραδοχή ή την απόρριψή του, αφού η ανάγκη υπάρξεως της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1816/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων αφενός κηρύχθηκε αθώος κατασκευής αυθαιρέτου κτίσματος, ενόψει της νομιμοποιήσεως τούτου, ήτοι κτίσματος που είχε κατασκευάσει χωρίς άδεια της πολεοδομικής υπηρεσίας, με την ιδιότητα του Δημάρχου ...., στην περιοχή .... , πλησίον και προς εξυπηρέτηση του υπάρχοντος εκεί αθλητικού κέντρου και προς δημιουργίαν κολυμβητικής δεξαμενής, αφετέρου κηρύχθηκε ένοχος της παραβάσεως του άρθρου 261 περ. α' ΠΚ, υπό την ελαφρυντική περίσταση των μη ταπεινών αιτίων, για την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Κηρύχθηκε, ειδικότερα, ένοχος ο αναιρεσείων, διότι με την ως άνω ιδιότητα του Δημάρχου ....., με τα .... και ..... έγγραφα που υπέγραψε και απηύθυνε προς το υπ' αυτού Τμήμα Πολεοδομίας του Δήμου ....., προσπάθησε να πείσει τους υφισταμένους του υπαλλήλου, που υπηρετούσαν στο εν λόγω τμήμα, ...., ...., ...., ..... και ..... να μην συντάξουν έκθεση αυτοψίας αυθαιρέτου και να μην επιβάλουν τα πρόστιμα ανεγέρσεως και διατηρήσεως των ανωτέρω αυθαιρέτων, ήτοι να παραβούν τα καθήκοντα της υπηρεσίας τους. Όπως περαιτέρω προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων, δια του συνηγόρου του, προέβαλε εγγράφως "υπερασπιστικούς - αυτοτελείς ισχυρισμούς", οι οποίοι αναπτύχθηκαν και προφορικώς, δια των οποίων, σε σχέση με την παράβαση του άρθρου 261 ΠΚ, προέβαλε, στην πραγματικότητα, αυτοτελή ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης, διότι υποστήριξε ότι, στερούμενος ο ίδιος γνώσεων πολεοδομικής νομοθεσίας και ενόψει του ότι είχε προβεί στην κατασκευή των υπόψη αυθαιρέτων με την υπόδειξη των τεχνικών υπαλλήλων του Δήμου και με τη διαβεβαίωσή τους εξ αρχής ότι ήταν δυνατή η εκ των υστέρων νομιμοποίηση αυτών, την οποία και ανέλαβαν να διεκπεραιώσουν αυτοί τεχνικά και διαδικαστικά, οι οποίοι παραλλήλως, επί 3,5 έτη, απείχαν από το να χαρακτηρίσουν τα κτίσματα αυτά ως αυθαίρετα, σχημάτισε την εντύπωση, κατά συγγνωστή νομική πλάνη, ότι ήταν επιτρεπτό στους υπαλλήλους αυτούς να συνεχίσουν, επικειμένης και της νομιμοποιήσεως των εν λόγω αυθαιρέτων, την ίδια συμπεριφορά (της αποχής από το χαρακτηρισμό των αυθαιρέτων κατασκευών ως τέτοιων), ως εκ τούτου δε ότι δικαιούτο να αποστείλει σ' αυτούς τα έγγραφα με το περιεχόμενο που κατηγορείτο. Επί του ισχυρισμού αυτού η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε αιτιολογία, παρά μόνον ότι "πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου". Είναι, συνεπώς βάσιμος ο περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το καταδικαστικό μέρος της, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, δεδομένου ότι η συγκρότησή του από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη 1816/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών κατά το καταδικαστικό μέρος της. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παρότρυνση από υπάλληλο υφισταμένων του να διαπράξουν παράβαση καθήκοντος (άρθρο 261 ΠΚ). Στοιχεία. Αναιρείται η προσβαλλόμενη καταδικαστική για την πράξη αυτή απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί συγγνωστής νομικής πλάνης.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Πλάνη, Παρότρυνση υφισταμένων.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1922/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Αναστάσιο Λιανό (ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Μάλλιο και Αντώνιο Αθηναίο (ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 87/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Μαϊου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 67831/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 218/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 186/14-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Συμβούλιο σας την 128/5-12-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και εκθέτω τα εξής: Ι. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την 67831/30-11-2007 απόφαση, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης την από 22-8-2007 έφεση του ..., κατά της 73241/2002 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που τον είχε καταδικασει σε φυλάκιση 15 μηνών με μετατροπή προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα και χρηματική ποινή 700 ευρώ για μη έγκαιρη καταβολή εισφορών ΤΕΒΕ (βλ. αποφάσεις και έφεση). ΙΙ. Από το περιεχόμενο της 128/5-12-2007 αίτησης αναίρεσης προκύπτει ότι αυτή δεν ασκήθηκε νομοτύπως, αφού σ'αυτή δεν εκτίθεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ούτε ένας λόγος αναίρεσης από αυτούς που προσδιορίζονται στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ. Συγκεκριμένα από τη σχετική έκθεση προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά της 67831/30-11-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε για μη έγκαιρη καταβολή εισφορών ΤΕΒΕ, ενώ η απόφαση αυτή δεν τον καταδίκασε, αλλά απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεσή του. Περαιτέρω στην έκθεση ο αναιρεσείων εκθέτει ως λόγους αναίρεσης τα εξής: "1ος λόγος αναίρεσης: Στην δ/νση ..., όπου μου επεδόθη η απόφαση 73241/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν έλαβα γνώση αυτής ποτέ καθόσον γιατί από την άνω διεύθυνση είχα μετοικίση από το 1996. 2ος λόγος αναιρέσεως: ότι έγινε δεκτή η από 22-8-07 αίτηση του κατηγορουμένου Αναστολής εκτέλεσης της 73241/02 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ. Αθηνών (46544/07 απόφαση)". Τα παραπάνω δεν μπορούν να εκτιμηθούν, με οποιαδήποτε λογική προσέγγισή τους ως σαφείς και ορισμένοι λόγοι και για τον λόγο αυτό η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρα 476 § 1 και 513 ΚΠΔ) και επί πλέον πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρ. 583 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούςΠροτείνω Ι. Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 128/5-12-2007 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., κατά της 67831/30-11-2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα και τέλη στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 13 Μαρτίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται στη δήλωση ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται κατά το άρθρο 513 του ίδιου κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 67831/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία, όπως απ' αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη η από 22-8-2007 έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κατά της 73241/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που καταδίκασε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα για μη έγκαιρη καταβολή εισφορών ΤΕΒΕ. Ως λόγους αναιρέσεως προβάλλει ο αναιρεσείων τα εξής, κατά λέξη: "1ος λόγος αναίρεσης: Στην δ/νση ..., όπου μου επεδόθη η απόφαση 73241/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν έλαβα γνώση αυτής ποτέ καθόσον γιατί από την άνω διεύθυνση είχα μετοικήσει από το 1996. 2ος λόγος αναιρέσεως: ότι έγινε δεκτή η από 22.8.2007 αίτηση του κατηγορουμένου αναστολής εκτέλεσης της 73241/02 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ. Αθηνών (46544/07 απόφαση)". Η αίτηση αυτή, στην οποία δεν προβάλλεται κανένας λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της 67831/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουλίου 2008.- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτεται ως απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως μη περιέχουσα κανένα σαφή και ορισμένο λόγο.
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1921/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Παπουτσή, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σιδέρη, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαϊου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φρίξο Βασιλειάδη, περί αναιρέσεως της 40408/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Απριλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1218/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως δημιουργεί η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ. Τέτοια έλλειψη αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως υπάρχει και όταν η έκθεση των πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος είναι ασαφής ή αντιφατική, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος. Ελλειψη αιτιολογίας λόγω αντιφάσεως υπάρχει και όταν η αντίφαση δημιουργείται μεταξύ των εκτιθεμένων στο σκεπτικό της αποφάσεως περιστατικών και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό της, εφόσον τα τελευταία εκείνα του σκεπτικού αποτελούν παραδοχές της αποφάσεως, στις οποίες στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό και κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών του ΤΕΒΕ, δέχθηκε στο σκεπτικό της εν λόγω αποφάσεώς του τα εξής " ... το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο εκτός από το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του έτους 1997 μέχρι Απρίλιο του έτους 1998, για το οποίο πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Ως προς το υπόλοιπο χρονικό διάστημα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος καθόσον οφείλει ολόκληρο το ποσό των εργοδοτικών εισφορών και δεν προέβη σε κάποια μικρή έστω καταβολή ή ρύθμιση αυτού". Στο διατακτικό της αποφάσεως το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο αν και έπαυσε οριστικώς την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για το διάστημα από 1/1997 έως 4/1998 λόγω παραγραφής κήρυξε, εντούτοις ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα διότι ενώ ασκεί το επάγγελμα του αρτοποιού και διατηρεί κατάστημα στο όνομά του στην οδό ....., κατά το χρονικό διάστημα από 1/1997 έως 4/2001, κατά το οποίο είχε νόμιμη υποχρέωση καταβολής, μέσα στο πρώτο δεκαήμερο κάθε μήνα, των βαρυνουσών τον ίδιο ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) προς το ΤΕΒΕ, δεν κατέβαλε τις εισφορές αυτές μέσα σε ένα μήνα από τότε που έγιναν απαιτητές και ανέρχονται κατά το προαναφερθέν διάστημα στο ποσόν των 3.629.900. Από αυτές, όμως, τις παραδοχές σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως δημιουργείται αντίφαση που καθιστά την αιτιολογία της ελλιπή, κατά την προεκτεθείσα έννοια, αφού το μεν ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για μη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών ολοκλήρου του διαστήματος (1/1997 έως 4/2001) το δε έπαυσε κατ' αυτού η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για το διάστημα από 1/1997 έως 4/1998, όπως, για το τελευταίο, είχε γίνει δεκτό στο σκεπτικό. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχήν του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως (αν και προβαλλομένου με την επίκληση άλλων σαφών αιτιάσεων και όχι και της συγκεκριμένης αντιφάσεως), αλλά και κατ' αυτεπάγγελτη εξέταση της πλημμέλειας αυτής (άρθρο 511 ΚΠοινΔ), ενόψει του ότι η ένδικη αίτηση είναι παραδεκτή και περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 40408/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2008. O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ασφαλιστικές εισφορές. Αναιρείται η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας λόγω αντιφάσεως, καθόσον για το αυτό μέρος του επιδίκου χρονικού διαστήματος το μεν κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, το δε έπαυσε οριστικώς λόγω παραγραφής, η κατ’ αυτού ποινική δίωξη.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
0
Αριθμός 1920/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη- Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή Αλικαρνασσού Κρήτης, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Δημήτριο Παρασκευόπουλο και Γεωργία Τατάγια, περί αναιρέσεως της 13-14/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1.Ψ1, ατομικά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα του ανηλίκου παιδιού της, Ψ και 2. Ψ2, που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Στεφόπουλο. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Απριλίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 836/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσιους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.2 ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά τον νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, από τα άρθρα 63, 82-84 και 87 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι νομιμοποιείται ενεργητικά να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων κατά την ποινική διαδικασία εκείνος που δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση ως παθών από το έγκλημα, ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, τέτοιος δε είναι, όπως συνάγεται από τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, εκείνος που άμεσα ζημιώθηκε ή υπέστη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από την αξιόποινη πράξη του δράστη. 'Ετσι, ειδικότερα, επί θανατώσεως προσώπου νομιμοποιείται ενεργητικά να παραστεί ως πολιτικώς ενάγον για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το τέκνο του θύματος, ως ανήκον στην, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, οικογένεια τούτου. Η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, από το περιεχόμενο της οποίας κρίνεται η νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος, πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ, να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως. Η δήλωση αυτή, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνεται στο πλαίσιο που διατύπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο μέτρο που έγινε δεκτή απ'αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπετι από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Λασιθίου, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, εμφανίσθηκαν και δήλωσαν ότι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες, 1) Η Ψ1, για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα επί του ανηλίκου τέκνου της Ψ και 2) Ο Ψ2, οι οποίοι ζήτησαν να υποχρεωθεί ο ήδη αναιρεσείων-κατηγορούμενος να καταβάλει σε καθένα εξ αυτών 200.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία τους προκάλεσε η δικαζόμενη πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση με θύμα το σύζυγο και πατέρα τους Ψα, κατά της παραστάσεως δε αυτής δεν προβλήθηκε καμία αντίρρηση από κανένα. Το ανωτέρω δικαστήριο, με την 56-57-58-59/2003 απόφασή του, προχώρησε στη διαδικασία και στην καταδίκη του αναιρεσείοντος για το ως άνω έγκλημα και για παράνομη κατοχή όπλου, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία και τον υποχρέωσε να πληρώσει στους πολιτικώς ενάγοντες 150.000 ευρώ στον καθένα για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση ο αναιρεσείων, στην επ'ακροατηρίου συζήτηση της οποίας, ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης, παρέστησαν ομοίως ως πολιτικώς ενάγοντες οι ανωτέρω, αφού επανέλαβαν, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, την ίδια ακριβώς, όπως και πρωτοδίκως, δήλωση για το επιδικασθέν ποσόν, επιδικάσθηκε δε σε καθένα, με την προσβαλλόμενη 13-14/2006 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης, το ποσόν των 100.000 ευρώ για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Ενόψει όλων αυτών, ο ανήλικος, ειδικότερα, Ψ ενομιμοποιείτο ενεργητικά να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η δε σχετική δήλωση ήταν σύννομη και τον νομιμοποιούσε προς τουτο, καθόσον, αντιθέτως προς τα υπό του αναιρεσείοντος υποστηριζόμενα, α) είναι σαφές από την ανωτέρω δήλωση, ότι ο εν λόγω ανήλικος παρέστη ως πολιτικώς ενάγων με την ιδιότητα του τέκνου της Ψ1 και του φονευθέντος συζύγου της Ψα, δεν απαιτείτο δε περαιτέρω διευκρίνιση ότι ο ανήλικος είναι τέκνο των ανωτέρω εκ νομίμου γάμου τούτων, β) δεν ήταν, επίσης, αναγκαίο να διεκρινισθεί ότι η μητέρα του ανηλίκου ήταν η αποκλειστικώς ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτού, αφού, κατά νόμον, αν η γονική μέριμνα του ενός γονέα έχει παύσει λόγω θανάτου του, αυτή ανήκει αποκλειστικά στον άλλο γονέα (άρθρο 1510 παρ.1 εδ. β' ΑΚ) και γ) στην ανωτέρω δήλωση περιλαμβάνεται αυτονοήτως ο ισχυρισμός περί θανατώσεως του πατρός του ανηλίκου από τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, λόγος για τον οποίο και παρέστη ο ανήλικος ως πολιτικώς ενάγων και, επομένως, τυχόν απαίτηση περαιτέρω διευκρινίσεως στη δήλωση αυτή για πιο λόγο δεν παρέστησαν, για λογαριασμό του πολιτικώς ενάγοντος ανηλίκου, αμφότεροι οι γονείς του, θα παραβίαζε την κοινή λογική. Εξάλλου, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα, εμμέσως πλην σαφώς, από τον αναιρεσείοντα, δεν δημιουργήθηκε καμία ακυρότητα από την παράλειψη του Προέδρου του δικάσαντος Μικτού Ορκωτού Εφετείου να δώσει τον λόγο στον αναιρεσείοντα, μετά τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, για να προβάλει τυχόν αντιρρήσεις κατ'αυτής, καθόσον από τα ως άνω πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε σχετικώς ο λόγος από τον αναιρεσείοντα ή το συνήγορό του, ο δε Πρόεδρος του Δικαστηρίου δεν είχε υποχρέωση να δώσει προς τούτο τον λόγο αυτεπαγγέλτως. Τέλος, η παράλειψη επισημάνσεως στα αυτά πρακτικά, ότι δεν προβλήθηκε αντίρρηση από κανέναν κατά της ανωτέρω παραστάσεως πολιτικής αγωγής, δεν καθιστά τη δίκη μη δικαία, όπως αντιθέτως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, καθόσον η μεν επισήμανση αυτή δεν επιβάλλεται από καμία διάταξη νόμου, στα δε πρακτικά της δίκης καταχωρούνται κατά νόμον (άρθρα 140, 141 ΚΠοινΔ), όλα όσα έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως και όχι τα μη γενόμενα κατ'αυτήν. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η παράσταση του ανωτέρω ανηλίκου πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης ήταν παράνομη, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 371 παρ.2 ΚΠοινΔ "οι αποφάσεις των πολυμελών δικαστηρίων καταρτίζονται από την ψήφο των δικαστών που συγκρότησαν το δικαστήριο σε μυστική διάσκεψη, στην οποία παρίσταται ο γραμματέας. Εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση συγκεντρώνει τις ψήφους, αρχίζοντας από τον κατώτερο στο βαθμό, ενώ ο ίδιος ψηφίζει τελευταίος, Αν υπάρχει διχογνωμία επικρατεί η γνώμη της πλειοψηφίας...". Κατά δε το άρθρο 404 παρ.1 εδ.α' "το μικτό ορκωτό δικαστήριο αποφασίζει για την κατηγορία", ως μικτού ορκωτού νοουμένου του εκ τακτικών δικαστών και ενόρκων δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά την κήρυξη του πέρατος της συζητήσεως της υποθέσεως από τον Πρόεδρο, "οι τακτικοί δικαστές και οι ένορκοι του δικαστηρίου αποσύρθηκαν στο δωμάτιο των διασκέψεων και αφού συσκέφθηκαν μυστικά, με παρουσία και του γραμματέα, κατάρτισαν και όταν επέστρεψαν στην έδρα, παρουσία του Εισαγγελέα, του γραμματέα και πάντων των διαδίκων, δημοσίευσαν δια του προέδρου του δικαστηρίου, σε δημόσια συνεδρίαση, την υπ'αριθμό 14 απόφασή του που έχει ως εξής...". Από την περικοπή αυτή των πρακτικών και ιδίως από τη φράση "οι τακτικοί δικαστές και οι ένορκοι κατήρισαν την απόφαση", η οποία σημαίνει, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 371 παρ.2 ΚΠοινΔ, ότι έγινε ψηφοφορία, κατόπιν της οποίας καταρτίσθηκε η απόφαση, προκύπτει αναμφιβητήτως το νομότυπο της καταρτίσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ήτοι δια ψηφοφορίας των τακτικών δικαστών και των ενόρκων, οι οποίοι συγκρότησαν το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης. Ούτε προκύπτει το αντίθετο από το ότι δεν γίνεται μνεία στην απόφαση αν λήφθηκε ομόφωνα ή κατά πλειοψηφίαν, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, καθόσον η μη διατύπωση στην απόφαση ότι υπήρξε μειοψηφία δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από το ότι η απόφαση λήφθηκε ομόφωνα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ. με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, διότι, κατ'εκτίμηση, οι τακτικοί δικαστές του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης αποφάσισαν επί της κατηγορίας και των λοιπών ζητημάτων που ανήκαν, κατά το άρθρο 404 παρ.1 ΚΠοινΔ, στην αρμοδιότητα του Μικτού Ορκωτού Εφετειου, χωρίς τη σύμπραξη των ενόρκων και χωρίς να γίνει ψηφοφορία μεταξύ αυτών, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 ΚΠοινΔ). Κατά το τελευταίο αυτό άρθρο, τέτοια ακυρότητα, λαμβανόμενη και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον 'Αρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Τέτοια διάταξη είναι και η παρέχουσα στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με έγγραφο, ως αποδιεκτικό μέσο, μετά την ανάγνωση τούτου. Εντεύθεν παρέπεται ότι δημιουργείται η ως άνω ακυρότητα αν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε έλαβε υπόψη, για το σχηματισμό της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίσεώς του, έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε και δη το δελτίο ποινικού μητρώου του αναιρεσείοντος. Η περικοπή του ανωτέρω αιτιολογικού, την οποία επικαλείται ο υποστηρίζων το αντίθετο αναιρεσείων, όπου μνημονεύεται το δελτίο ποινικού μητρώου τούτου, το οποίο πράγματι δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά ότι ανεγνώσθηκαν, ήτοι η περικοπή "...Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί αυτός ένοχος όλων των αδίκων πράξεων που του αποδίδονται και να απορριφθεί το αίτημά του για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α'.β',γ',δ' και ε' του ΠΚ, αφού, ανεξαρτήτως ης ύπαρξης λευκού ποινικύ μητρώου, ο κατηγορούμενος, άνθρωπος μονήρης και ιδιόρρυθμος, ο οποίος, όπως κατατέθηκε, εγκαταλείφθηκε από τη σύζυγό του λόγω της κακομεταχείρισής της από αυτόν, ακολούθησε δε η λύση του γάμου τους, δεν απέδειξε συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι πριν από την τέλεση των ως άνω άδικων πράξεων διήγε πράγματι έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και εν γένει κοινωνικό βίο...", αφορά στα μετά την κατάφαση του Δικαστηρίου περί της ενοχής του αναιρεσείοντος και ειδικότερα στον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί αναγνωρίσεως του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, ο οποίος, όπως προκύπτει από την ως άνω περικοπή του αιτιολογικού, απορρίφθηκε διότι κρίθηκε ότι και αληθούς υποτιθεμένης της υπάρξεως λευκού ποινικού μητρώου του αναιρεσείοντος, όπως αυτός είχε ισχυρισθεί, αυτό δεν εξαρκούσε για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, δηλαδή παραθεωρηθέντος του ποινικού μητρώου του αναιρεσείοντος και κατά το στάδιο αυτό, κατά το οποίο, πάντως, επιτρεπτώς συνεκτιμάται και το δελτίο ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου για τη στάθμιση του καθόλου προτέρου βίου του, καίτοι μη αναγνωσθέν, χωρίς να επέρχεται εκ τούτου απόλυτη ακυρότητα. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠοινΔ. που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, από τη λήψη υπόψη για την ενοχή του αναιρεσείοντος του μη αναγνωσθέντος στο ακροατήριο δελτίου ποινικού μητρώου αυτού, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 299 παρ.1 ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με την ποινή της ισόβιας καθείρξεως, κατά δεν την παραγ. 2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίσθηκε και εκτελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης καθείρξεως. Θεωρείται ότι υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής οσάκις λαμβάνει χώρα αιφνίδια υπερδιέγερση ενός συναισθήματος, η οποία φθάνει σε ψυχική κατάσταση τέτοια που αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα σταθμίσεως των αιτίων που ωθούν στην πράξη ή συγκρατούν από αυτήν. Περαιτέρω κατά το άρθρο 22 ΠΚ "1. Δεν είναι άδικη η πράξη που τελείται σε περίπτωση άμυνας. 2. Άμυνα είναι η αναγκαία προσβολή του επιτιθεμένου στην οποία προβαίνει το άτομο για να υπερασπισθεί τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον τους. 3. Το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από το βαθμό της επικινδυνότητας της επιθέσεως, από το είδος της βλάβης που απειλούσε, από τον τρόπο και την ένταση της επιθέσεως και από τις λοιπές περιστάσεις". Κατά το άρθρο 23 του ίδιου Κώδικα "όποιος υπερβαίνει τα όρια της άμυνας τιμωρείται, αν η υπέρβαση έγινε με πρόθεση με ποινή ελαττωμένη και αν έγινε από αμέλεια σύμφωνα με τις διατάξεις τις σχετικές με αυτήν, ενώ μένει ατιμώρητος και δεν του καταλογίζεται η υπέρβαση αν ενήργησε μ'αυτόν τον τρόπο εξαιτίας του φόβου ή της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση". Κατά δε το άρθρο 32 ΠΚ "δεν καταλογίζεται στο δράστη η πράξη που τελεί για να αποτρέψει παρόντα και αναπότρεπτο με άλλα μέσα κίνδυνο, ο οποίος απειλεί χωρίς δική του υπαιτιότητα το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου ή συγγενούς του, ανιόντος ή κατιόντος ή αδελφού ή συζύγου του, αν η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλον από την πράξη είναι κατά το είδος και τη σπουδαιότητα ανάλογη με τη βλάβη που απειλήθηκε". Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν αναφέρονται σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδιεκτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνται κι στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογουνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορούμένου ότι διέπραξε την αξιόποινη πράξη ευρισκόμενος σε κατάσταση άμυνας και εντός των κατά νόμον ορίων αυτής ή καθ'υπέρβαση των ορίων αυτών, οφειλόμενη σε φόβο ή ταραχή που του προκάλεσε η επίθεση, ότι προέβη στην πράξη ευρισκόμενος σε κατάσταση ανάγκης που αναγνωρίζει το άρθρο 32 ΠΚ, επί ανθρωποκτονίας δε εκ προθέσεως το ότι ενήργησε ευρισκόμενος σε βρασμό ψυχικής ορμής. Επίσης, αυτοτελής είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμενου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ.1 του ίδιου άρθρου, στη επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται (υπό α') "το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή", (υπό β) "το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή του προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξαρτήσεως", (υπό γ') "το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη", (υπό δ') "το ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του" και (υπό ε') "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Για την τέταρτη από τις περιστάσεις αυτές, πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης που την εξέδωσε δέχθηκε ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, Χ1 και ο θανών, Ψα, ήσαν αδέλφια και δη γιοι του Ψ2, μετά το θάνατο του οποίου κληρονόμησαν ένα ποιμνιοστάσιο εμβαδού 3.000 περίπου στρεμμάτων στην αγροτική περιοχή "....." του Δήμου Καστελίου Πεδιάδος. Αρχικά, οι σχέσεις τους ήταν καλές, αργότερα όμως αυτές οξύνθηκαν, μέχρι σημείου να διαπληκτίζονται σχεδόν καθημερινά με διάφορες, συνήθως ασήμαντες, αφορμές και να ανταλλάσσουν ύβρεις και απειλές. Έτσι, μοίρασαν με προφορική συμφωνία την ανωτέρω κληρονομιαία έκταση, έκτοτε δε καθένας από αυτούς έβοσκε το ποίμνιο του στο δικό του μέρος. Περί τα τέλη Ιουλίου 2002 τα ζώα του Ψα κατέστρεψαν την περίφραξη του περιβολιού του κατηγορούμενου και έφαγαν τα κηπευτικά προϊόντα που καλλιεργούσε αυτός εκεί, από την πώληση των οποίων κερδοσκοπούσε. Την καταστροφή αυτή της περίφραξης του περιβολιού του και την εντεύθεν ζημία του απέδωσε ο τελευταίος σε σκοπιμότητα του αδελφού του. Έτσι, την 2-8-2002, έχοντας αποφασίσει να τον φονεύσει, όταν τον συνάντησε στο ποιμνιοστάσιο, τον σημάδευσε και τον πυροβόλησε δύο φορές και από απόσταση 15 περίπου μέτρων με κυνηγετική καραμπίνα, με αποτέλεσμα να τον πλήξει με τη δεύτερη βολή στη θωρακική χώρα και να του προξενήσει τις αναφερόμενες στην αναγνωσθείσα ιατροδικαστική έκθεση σωματικές κακώσεις, συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατος του. Την απόφαση να φονεύσει τον αδελφό του είχε λάβει προηγουμένως ο κατηγορούμενος με ήρεμη ψυχική διάθεση, προσχεδιάζοντας και προκαθορίζοντας το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο, που θα υλοποιούσε την απόφαση του αυτή. Ο ισχυρισμός αυτού, ότι κατά την ημέρα εκείνη αιφνιδιάσθηκε από το θύμα, το οποίο, κατά τη διάρκεια φραστικού μεταξύ τους επεισοδίου, του επιτέθηκε, αρχικά με πέτρες και στη συνέχεια κρατώντας τσεκούρι και έτσι, φοβούμενος ότι θα τον σκότωνε, μπήκε στο πλησίον ευρισκόμενο σπίτι του και ξαναβγήκε συναποκομίζοντας την κυνηγετική του καραμπίνα, οπλισμένη, ευρισκόμενος δε σε άμυνα και σε κατάσταση ανάγκης, αλλά και σε βρασμό ψυχικής ορμής εξαιτίας της απώλειας των κηπευτικών του προϊόντων, πυροβόλησε μια φορά στον αέρα για να το φοβίσει και στη συνέχεια πυροβόλησε για δεύτερη φορά κατ' αυτού και το εφόνευσε, δεν αποδεικνύεται αληθής, ενόψει και του ότι, όπως προελέχθη, ο κατηγορούμενος είχε ήδη αποφασίσει σε προηγούμενο χρόνο και αμέσως μετά την απώλεια των προϊόντων του να φονεύσει τον αδελφό του, γι' αυτό και είχε προσφάτως αγοράσει την ως άνω καραμπίνα από τον ιδιοκτήτη της και εξετασθέντα μάρτυρα ....... αντί 240€, όπως αυτός κατέθεσε και στη συνέχεια είχε προμηθευτεί φυσίγγια με χονδρά σκάγια για αγριογούρουνα, ικανά να φονεύσουν και άνθρωπο. Ο ίδιος, αμέσως μετά την απώλεια των προϊόντων του, είχε τηλεφωνήσει στη μητέρα του και της είχε πει "να ετοιμάζει και άλλη κάσα" (η τελευταία είχε χάσει προσφάτως την θυγατέρα της), υπονοώντας ότι σύντομα θα εφόνευε τον αδελφό του, όπως κατέθεσαν σχετικώς οι εξετασθέντες μάρτυρες Ψ1, ....... και Ψ2. Εξάλλου, έστω και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο φονευθείς επιτέθηκε στον κατηγορούμενος, όπως ο ίδιος ισχυρίσθηκε, κρατώντας το τσεκούρι που βρέθηκε πλησίον του πτώματος του, το οποίο, όμως, πτώμα είχε μετακινηθεί, άγνωστο από ποιον, σε ικανή απόσταση από τον τόπο του εγκλήματος και πάλι δεν στοιχειοθετείται συνδρομή περίπτωσης άμυνας, ούτε και κατάστασης ανάγκης, ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος, όπως και ο ίδιος εξέθεσε στην απολογία του, πέτυχε να εισέλθει στην οικία του, η οποία του παρείχε πλήρη προστασία και δεν υπήρχε κανένας λόγος να εξέλθει στη συνέχεια από αυτή και να πυροβολήσει τον διώκτη του. Περαιτέρω, ούτε και σε βρασμό ψυχικής ορμής ήταν δυνατόν να βρισκόταν κατά τη στιγμή εκείνη ο κατηγορούμενος, προέχοντως διότι από την απώλεια των κηπευτικών του είχε παρέλθει αρκετός χρόνος. Μόνο, συνεπώς, κίνητρο της άδικης πράξης που ετέλεσε αυτός ήταν τα κακά αισθήματα, που επεφύλασσε για τον αδελφό του και η επίταση τούτων κατά τα τελευταία έτη εξαιτίας και των σχεδόν καθημερινών συγκρούσεων των δύο ανδρών, ενώ αναμφισβητήτως καταλυτικό ρόλο έπαιξε η πίστη του κατηγορούμενου ότι το θύμα σκοπίμως κατέρριψε την περίφραξη του περιβολιού του, προκειμένου να τον ζημιώσει. Έτσι, η απόφαση για την αφαίρεση της ζωής του τελευταίου δεν ελήφθη λίγο πριν αυτός πυροβολήσει, αλλά κατά τον προαναφερθέντα πρότερο χρόνο και ενόσω ήταν σε ήρεμη ψυχική διάθεση. Κατά ταύτα, οι περί του αντιθέτου ανωτέρω αυτοτελείς του κατηγορουμένου ισχυρισμοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος, προκειμένου να διαπράξει την ανθρωποκτονία, έκανε χρήση του περιγραφόμενου στο διατακτικό δίκαννου κυνηγετικού όπλου, όπως επίσης κατείχε και έφερε τούτο πριν την διάπραξη αυτής, χωρίς να έχει άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί αυτός ένοχος όλων των άδικων πράξεων , που του αποδίδονται και να απορριφθεί το αίτημα του για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84§2 εδ. α', β',γ',δ' και ε' του Π.Κ. αφού, ανεξαρτήτως της ύπαρξης λευκού ποινικού μητρώου, ο κατηγορούμενος. άνθρωπος μονήρης και ιδιόρρυθμος, ο οποίος, όπως κατατέθηκε, εγκαταλείφθηκε από τη σύζυγο του λόγω της κακομεταχείρισης της από αυτόν, ακολούθησε δε η λύση του γάμου τους, δεν απέδειξε συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι πριν από την τέλεση των ως άνω άδικων πράξεων διήγαγε πράγματι έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και εν γένει κοινωνικό βίο. Ομοίως, δεν προέκυψε ότι αυτός ωθήθηκε στις πράξεις του από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή από την επιβολή προσώπου, στο οποίο όφειλε υπακοή ή με το οποίο βρισκόταν σε σχέση εξάρτησης ή από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντα ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη, ή ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του, μη αρκούντος του ότι ζήτησε απλώς συγγνώμη ή έδειξε καλή διαγωγή στη φυλακή, ενώ ούτε καλή αυτού συμπεριφορά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις πράξεις του αποδείχθηκε, μη αρκούσας, γενικά, της παθητικής αυτού συμπεριφοράς, ούτε και του πιστοποιητικού καλής διαγωγής στη φυλακή, διότι οράται και κρίνεται η διαγωγή σε ελεύθερη διαβίωση στην κοινωνία". Μετά από τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο, αφού απέρριψε όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προέβαλε ο αναιρεσείων, κήρυξε αυτόν ένοχο ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, παράνομης κατοχής κυνηγετικού όπλου, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας και επέβαλε σ'αυτόν ποινή ισόβιας καθείρξεως για την πράξη της ανθρωποκτονίας και συνολικές ποινές φυλακίσεως δύο ετών και χρηματικής ποινής 900 ευρώ για τις λοιπές πράξεις. Με αυτά που δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολοφία, αφού εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, όσον αφορά ειδικότερα στο κακούργημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, ως προς το οποίο και πλήττεται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, τα αποδιεκτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 299 παρ.1 ΠΚ. Περαιτέρω, ενόψει των ως άνω εκτιθεμένων παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ειδική και εμπεριστατωμένη είναι η αιτιολογία της και όσον αφορά στην απόρριψη των προβληθέντων από τον αναιρεσείοντα, σε σχέση με την πράξη της ανθρωποκτονίας, αυτοτελών ισχυρισμών περί άμυνας και υπερβάσεως των ορίων αυτής, περί καταστάσεως ανάγκης του άρθρου 32 ΠΚ και περί βρασμού ψυχικής ορμής. Ειδικότερα, επαρκώς αιτιολογείται η απόρριψη των εν λόγων αυτοτελών ισχυρισμών με την αναφορά περιστατικών που αναιρούν το περιεχόμενο των προβληθέντων σχετικώς από τον αναιρεσείοντα και οδήγησαν στην απορριπτική κρίση του Δικαστηρίου, ήτοι περιστατικών σύμφωνα με τα οποία, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, α) δεν συνέτρεξε επίθεση του θύματος, άμεση και παρούσα, με το τσεκούρι που κρατούσε στα χέρια του, κατά του αναιρεσείοντος, στην επίκληση της οποίας (επιθέσεως) και στον εντεύθεν παρόντα και άλλως αναπότρεπτο κίνδυνο για τη ζωή του στήριξε ο αναιρεσείων τον ισχυρισμό ότι κατά την τέλεση της πράξεως ευρίσκετο σε άμυνα, επικουρικώς δε ότι υπερέβη τα όρια της άμυνας εξαιτίας του φόβου και της ταραχής που του προκάλεσε η εναντίον του επίθεση του θύματος και τον ισχυρισμό περί καταστάσεως ανάγκης του άρθρου 32 ΠΚ και β) δεν συνέτρεξε αιφνίδια υπερδιέγερση συναισθημάτων φόβου και οργής του αναιρεσείοντος οφειλόμενη στην άνω ισχυριζόμενη επίθεση και στην προηγηθείσα καταστροφή των κηπευτικών του αναιρεσείοντος από το θύμα, στην επίκληση των οποίων στήριξε ο αναιρεσείων τον ισχυρισμό ότι ενήργησε ευρισκόμενος σε βρασμό ψυχικής ορμής. Επαρκώς, επίσης, αιτιολογείται, με την αναφορά των αυτών ως άνω περιστατικών, η απόρριψη των ελαφρυντικών περιστάσεων των εδαφίων β' και γ' της παρ.2 του άρθρου 84 ΠΚ, για τη θεμελίωση των οποίων προέβαλε ο αναιρεσείων ότι ωθήθηκε στην πράξη του γιατί διατελούσε υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κατά της ζωής του και της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω της κατ'αυτού επιθέσεως του θύματος με τσεκούρι και ότι παρασύρθηκε από οργή και βίαιη θλίψη που του προκάλεσε η ίδια συμπεριφορά του θύματος, ενώ ειδική και εμπεριστατωμένη είναι η αιτιολογία απορρίψεως του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου του εδαφίου α' της παρ.2 του ίδιου άρθρου 84 ΠΚ. Επομένως, ο τέταρτος (τελευταίος) λόγος της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλίομενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την κατηγορία και ως προς την απόρριψη των ανωτέρω αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων προέβαλε, δια του συνηγόρου του, και τον αυτοτελή ισχυρισμό της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως της ειλικρινούς μετάνοιας (άρθρο 84 παρ.2 εδάφ.δ' ΠΚ), επικαλέσθηκε δε για τη θεμελίωσή του ότι "εξιστόρησε στην ανάκριση τις αληθείς συνθήκες υπό τις οποίες έλαβαν χώρα τα γεγονότα, ανέλαβε τις ευθύνες που του ανήκουν, συνέδραμε την ανάκριση στη διαλεύκανση της υποθέσεως, επεχείρησε να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του, προσπάθησε με νόμιμα μέσα και ενέργειες να φωτίσει το έργο της δικαιοσύνης, δεν προέβαλε αναληθείς ισχυρισμούς, υπήρξε πρόθυμος αρωγός και διευκόλυνε το έργο της δικαιοσύνης" και, ακόμη, ότι είχε μέχρι του συμβάντος λευκό ποινικό μητρώο, δεν είχε κατηγορηθεί για άλλη εγκληματική συμπεριφορά και "ζήτησε έμπρακτα συγνώμη" από την οικογένεια του αδελφού του (θύματος), από τη μητέρα του και τα αδέλφιά του. Ο ισχυρισμός αυτός δεν θεμελιώνεται στα ως άνω επικληθέντα από τον αναιρεσείοντα, καθόσον δι'αυτών δεν τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας πραγματικά περιστατικά που να μαρτυρούν ειλικρινή προσπάθεια του αναιρεσείοντος άρσεως ή μειώσεως των συνεπειών των πράξεών του, αλλά και διότι η διευκόλυνση του έργου της ανακρίσεως δια της αληθούς εξιστορήσεως των συνθηκών τελέσεως της πράξεως δεν συνιστά εκδήλωση έμπρακτης μετάνοιας, όπως επίσης δεν συνιστά έμπρακτη μετάνοια ούτε η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου, ούτε η έλλειψη άλλης προηγούμενης κατηγορίας, ούτε η καλή διαγωγή στη Φυλακή (επικληθείσα απ'τον αναιρεσείοντα ως ένδειξη ειλικρινούς μετάνοιας κατά την ανάπτυξη άλλου αυτοτελούς ισχυρισμού του). Επομένως, το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο που απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σ'αυτόν, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του με την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία πλεοναστικώς αναφέρει ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος "έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του, μη αρκούντος του ότι ζήτησε απλώς συγγνώμη ή έδειξε καλή διαγωγή στη φυλακή". Συνεπώς, ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί και κατά το σκέλος του, που προβάλλει ότι χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκε ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5 Απριλίου 2006 αίτηση του Χ1, περί αναιρέσεως της 13-14/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία εκ προθέσεως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Αιτιολογημένη καταδίκη του κατηγορουμένου ο οποίος πυροβόλησε το θύμα στο στήθος με κυνηγετική καραμπίνα δύο φορές με αποτέλεσμα το θάνατό του. Αιτιολογημένη απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών περί άμυνας, καταστάσεως ανάγκης άρθρου 32 ΠΚ και βρασμού ψυχικής ορμής. Πότε υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής. Αιτιολογημένη απόρριψη ελαφρυντικών περιστάσεων άρθρου 84 §2α΄, β΄ και γ΄ ΠΚ. Αυτοτελής ισχυρισμός περί έμπρακτης μετάνοιας. Πότε είναι ορισμένος. Τι συνιστά έμπρακτη μετάνοια. Δεν υποχρεούται το δικαστήριο να απαντά σε μη ορισμένο αυτοτελή ισχυρισμό. Πολιτική αγωγή. Περιεχόμενο δηλώσεως, δια λογαριασμού ανηλίκου, δικαιουμένου, από την ασκούσα τη γονική μέριμνα μητέρα του. όταν η δήλωση επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο κρίνεται κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από παρά τον νόμο παράσταση ως πολιτικώς ενάγοντος ανηλίκου, στη δίκη για ανθρωποκτονία από πρόθεση με θύμα τον πατέρα του, εκ του ότι η συναφής δήλωση της μητέρας του για λογαριασμό του δεν διευκρίνιζε γιατί ασκούσε αυτή αποκλειστικά τη γονική του μέριμνα, και ότι ο ανήλικος είναι τέκνο αυτής και του θύματος από νόμιμο γάμο αυτών. Δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από τη συνεκτίμηση του μη αναγνωσθέντος δελτίου ποινικού μητρώου κατά την κρίση περί της βασιμότητας ελαφρυντικών προτέρου εντίμου βίου μετά την περί ενοχής κατάφασης του δικαστηρίου. Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο. Κατάρτιση αποφάσεως δια ψηφοφορίας μεταξύ τακτικών δικαστών και ενόρκων. Η μη διατύπωση στην απόφαση αν λήφθηκε ομόφωνα ή κατά πλειοψηφία δεν σημαίνει ότι λήφθηκε από τους τακτικούς μόνο δικαστές χωρίς τη σύμπραξη των ενόρκων και χωρίς να γίνει ψηφοφορία. Απορρίπτεται ο περί του αντιθέτου λόγος υπερβάσεως εξουσίας εκ μέρους των τακτικών δικαστών.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Υπέρβαση εξουσίας, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Πολιτική αγωγή, Άμυνα, Ανάγκης κατάσταση.
0
Αριθμός 1917/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητής, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιουλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη, για αναίρεση της 1363/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με Πολιτικώς ενάγοντα το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Θεόδωρο Τσιρά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1180/2008 Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2523/1997, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 3220/2004, "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών". Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία, κοινοπραξία, κοινωνία, ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπεύθυνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αξίας (παρ. 4). Ως προς την παραγραφή ο νόμος 2523/1997, με την παρ. 10 του άρθρου 21, όριζε αρχικά ότι "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση, και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου, έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν.2528/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν έχει προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσας προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδ. α ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσας προσφυγής κλπ και κατά τούτο εναρμονίζεται με την τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ. 2 εδ. α δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με το χρόνο τέλεσης, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 προστέθηκε στο άρθρο 21 παρ. 10 του ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, κατά το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενέργησε τον έλεγχο". Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση που δεν ήρθε να καλύψει κατά τα προεκτεθέντα , νομικό κενό, είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέστηκαν προ της ισχύος, τη 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου, η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του ΠΚ, πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως, (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του ΠΚ, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται δε υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως πρόβαλε τον ισχυρισμό της παραγραφής των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται για τον πιο κάτω λόγο? " Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2523/1997 , όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών . Καθόσον αφορά την ποινική δίωξη , το άρθρο 21 παρ. 2 του ως άνω νόμου ορίζει ότι ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής , πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής , με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (εδ. 1 και 2) , ενώ "κατ' εξαίρεση", στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου , η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (ΔΟΥ) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995 , κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο εδάφιο 3 της άνω παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 2423/1997, όπως το εν λόγω εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 12 του ν. 2753/1999 . Ως προς την παραγραφή ο νόμος 2523/1997 , με την παρ. 10 του άρθρου 21 όριζε αρχικά ότι "η παραγραφή των αδικημάτων τον παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση της". Η εν λόγω διάταξη δεν έχει εφαρμογή στα πλημμελήματα που προβλέπονται στο άρθρο 19 του ν. 2523/1997, για τα οποία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 21 παρ. 12 του ιδίου νόμου, που ορίζει ότι κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του γενικού μέρους του ποινικού κώδικα , εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 17, 111 και 112 του ΠΚ , κατά τις οποίες η παραγραφή επί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τέλεσης τους, δηλαδή από την ημέρα που ο δράστης ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει . Τούτο προκύπτει και από το ότι, με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 προστέθηκε στο άρθρο 21 παρ. 10 του ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο , κατά το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο" . Η με το ν. 2954/2001 ως άνω προσθήκη, με την οποία επιμηκύνεται ο χρόνος της παραγραφής των εγκλημάτων του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, αφού η έναρξη της , αντί του χρόνου τέλεσης της πράξης , που έως τότε ίσχυε κατά τα προαναφερόμενα , αφετεριάζεται στο μετέπειτα χρόνο διαπίστωσης αυτής, με αποτέλεσμα η συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής και η εξάλειψη του αξιοποίνου να επέρχεται βραδύτερα από ότι προβλεπόταν με τις προηγούμενες διατάξεις, δεν εφαρμόζεται σε πράξεις που τελέστηκαν από την έναρξη ισχύος του ν. 2523/1997 (1-1-1998 κατ' άρθρο 38 παρ. 5 του νόμου αυτού) έως την έναρξη ισχύος του ν. 2954/2001, αφού οι ρυθμίσεις του αρθρ. 2 παρ. 8 του τελευταίου αυτού νόμου , είναι δυσμενέστερες ως προς το θέμα της παραγραφής για τον κατηγορούμενο και δεν εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 616/2006 ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2006/427). Στην υπό κρίση περίπτωση το αδίκημα φέρεται τελεσθέν κατά το χρονικό διάστημα από 14-6-1999 μέχρι 27-10-2000, δηλαδή πολύ πριν την ισχύ του νόμου 2954/2001 . Το κλητήριο θέσπισμα κοινοποιήθηκε την 3-6-2005 και συνεπώς οι μέχρι την 3-6-2000 φερόμενες μερικότερες πράξεις έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 111 ΠΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 112, 113 τταρ.1 έως 3 ΠΚ , άρθρο 7 παρ.1 του Συντάγματος , άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, άρθρο 15 παρ. 1 του Πρωτοκόλλου του ΟΗΕ (ν. 2462/1997) και άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ". Επικουρικώς δε ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι σε περίπτωση που κριθεί ότι η διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997 καταλαμβάνει και τα αδικήματα του άρθρου 19 του ιδίου νόμου , προβάλλεται ο ακόλουθος λόγος αναίρεσης : "Κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ν. 2523/1997 "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής , από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής , λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Στη συνέχεια στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997 , προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου , η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής , αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής , σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π Κ. Η παραγραφή της πράξεως είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική της διάρκεια ορίζεται για τα πλημμελήματα , σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του ΠΚ , πενταετής , αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ιδίου Κώδικα , από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα , κατά τη διάρκεια της κυρίας διαδικασίας , που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος , λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα και πολύ περισσότερο όταν προβάλλεται (με αυτοτελή ισχυρισμό) - η αιτιολογία δε της καταδικαστικής απόφασης, όταν τίθεται ζήτημα παραγραφής της πράξεως, πρέπει να εκτείνεται και στα περιστατικά που αφορούν την έναρξη και τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής. Ότι με την προσβαλλόμενη 1363/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, καταδικάστηκα σε δεύτερο βαθμό για την πράξη της παράβασης του άρθρου 19 του ν. 2523/1997 (έκδοση και αποδοχή εικονικών τιμολογίων) , φερόμενη ως τελεσθείσα από 14-6-1999 μέχρι 27-10-2000 , σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών. Από τα πρακτικά της απόφασης προκύπτει ότι εκπροσωπήθηκα στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης από συνήγορο , που πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό για παραγραφή της πράξεως , σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδ. 2 του ν. 2523/1997 , εν όψει της επίδοσης του κλητήριου θεσπίσματος την 3-6-2005 και το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό , με την αιτιολογία ότι "δεν τίθεται θέμα παραγραφής της κρινόμενης υποθέσεως", χωρίς να διαλάβει αναφορά για το χρόνο διαπίστωσης του διωκόμενου εγκλήματος, προσδιοριζόμενο από την ημερομηνία θεώρησης του φορολογικού ελέγχου από τον Προϊστάμενο της Αρχής που τον ενήργησε , αλλά και το χρόνο επίδοσης του θεσπίσματος". Την ως άνω ένσταση της παραγραφής, η οποία διαλαμβάνεται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, είχε προβάλει ο αναιρεσείων και στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο, μετά την παράθεση του νομικού μέρους του εγκλήματος της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων και της παραγραφής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, με το να δεχθεί ότι στην προκείμενη περίπτωση η παραγραφή δεν αρχίζει από το χρονικό διάστημα από 14-6-1999 έως 27-10-2000, αλλά από το μεταγενέστερο χρόνο της διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως που αποδίδει πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ. Ειδικότερα, ορθά δέχτηκε ότι δεν τίθεται θέμα παραγραφής και απέρριψε τη σχετική ένσταση ως μη νόμιμη, με την παραδοχή ότι "σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001 περί φορολογικών ρυθμίσεων κλπ, στην παρ. 10 του άρθρου 21 του Ν.2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση που δεν ήρθε να καλύψει κατά τα προεκτεθέντα , νομικό κενό, είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέστηκαν προ της ισχύος, τη 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου, η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του ΠΚ, πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του ΠΚ, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα (ΑΠ 1771/2007)".( Ας σημειωθεί ότι από την επισκόπηση των εγγράφων προκύπτει ότι το ως άνω αδίκημα διαπιστώθηκε στις 27-1-2004, που θεωρήθηκε το οικείο πόρισμα του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο (στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται και η 223/2004 έκθεση ελέγχου, οπότε σημειώνεται ο χρόνος διαπίστωσης του αδικήματος) και συνεπώς, έκτοτε, μέχρι του χρόνου επιδόσεως του κλητήριου θεσπίσματος στον αναιρεσείοντα στις 3-6-2005, δεν παρήλθε πενταετία, ώστε να έχει υποπέσει σε παραγραφή και να έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει αυτεπάγγελτα, αιτιολογημένα). Τα διαλαμβανόμενα επικουρικώς στο δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, δηλαδή σε περίπτωση που κριθεί ότι η διάταξη της παρ. 10,εδ. β του Ν. 2523/1997, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν.2954/2001, καταλαμβάνει και τα αδικήματα του άρθρου 19 του ιδίου νόμου, το ουσιαστικό Δικαστήριο δεν διέλαβε την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το θέμα της παραγραφής, δεν προβλήθηκαν με οριμένο λόγο εφέσεως, ούτε όπως προαναφέρθηκε συνέτρεχε κατά το νόμο τέτοια περίπτωση. Συνεπώς, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούταν να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, προς απόκρουση αυτοτελούς ισχυρισμού, όπως είναι και αυτός της παραγραφής, αν ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι σαφής και ορισμένος και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών. Για τους λόγους αυτούς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ που υποστηρίζει τα αντίθετα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συναυτουργοί πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος, άρα μετά από συναπόφαση πριν ή κατά την τέλεση της πράξης (ΟλΑΠ 50/1990). Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου και οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς. Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ. ΚΠονΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (ΟλΑΠ 1/2005). Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠοινΔ, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά και στην κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση ελαφρυντικών, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, με την προϋπόθεση βέβαια ότι αυτός προβάλλεται κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά λόγο αναίρεσης, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε ΚΠοινΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή εφαρμογή του νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της πληττομένης αποφάσεως, το Α Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε , κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τη συνεκτίμηση των μέσων αποδείξεως που αναφέρει και προσδιορίζει κατ' είδος, αποδείχτηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι? " κατά το χρονικό διάστημα από 14-6-1999 μέχρι 27-10-2000, ο κατηγορούμενος ενεργώντας από κοινού με τον Γ1, ο οποίος εμφανιζόταν ως ιδιοκτήτης της εδρεύουσας επί της οδού ....... του Δήμου Σταυρούπολης Θεσσαλονίκης ατομικής επιχείρησης, με φερόμενο ως αντικείμενο εργασιών την εμπορία ετοίμων ενδυμάτων, εξέδωσαν για λογαριασμό, της προαναφερθείσης επιχειρήσεως εικονικά φορολογικά στοιχεία, ήτοι διεθνείς φορτωτικές (CMR) και τιμολόγια που αφορούσαν ανύπαρκτες ενδοκοινοτικές παραδόσεις ετοίμων ενδυμάτων, δηλαδή συναλλαγές που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ στο σύνολο τους. Ειδικότερα, κατά τη χρήση του 1999, ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο προέβη στην έκδοση είκοσι (20) τιμολογίων πώλησης που αφορούσαν όλα ενδοκοινοτικές παραδόσεις ετοίμων ενδυμάτων, συνολικής αξίας 605.212.952 δραχμών που αντιστοιχούν σε 1.776.120,13 ευρώ. Ως λήπτρια των προϊόντων εμφανιζόταν η εδρεύουσα στο Μόναχο γερμανική επιχείρηση "ΜITTELMEER WEIN SPEZIALITAETEN IMPORT-EXPORT". Επίσης ο κατηγορούμενος κατήρτισε και χρησιμοποίησε από κοινού με τον προαναφερθέντα συνεργό του, είκοσι (20) πλαστά φορτωτικά έγγραφα για αντίστοιχες ανύπαρκτες μεταφορές συνολικής αξίας 7.140,00 ευρώ, προκειμένου να προσδώσει αληθοφάνεια στις ανωτέρω συναλλαγές. Κατά την χρήση του 2000, ο κατηγορούμενος εξέδωσε τριάντα (30) τιμολόγια πώλησης που αφορούσαν επίσης ενδοκοινοτικές παραδόσεις ετοίμων ενδυμάτων προς την αυτή ως άνω γερμανική επιχείρηση, συνολικής αξίας 1.098.370.180 δραχμών, που αντιστοιχούν σε 3.222.803,17 ευρώ και ισάριθμα πλαστά φορτωτικά έγγραφα για ανύπαρκτες μεταφορές συνολικής αξίας 11.310,00 ευρώ, προκειμένου να προσδώσει αληθοφάνεια στις προαναφερόμενες συναλλαγές, αναλυτικώς δε, τα εκδοθέντα τιμολόγια και οι αντίστοιχες διεθνείς φορτωτικές, αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσης αποφάσεως. Όλα όμως τα παραπάνω τιμολόγια πώλησης που φέρονται να απεικονίζουν ενδοκοινοτικές πωλήσεις - παραδόσεις ετοίμων ενδυμάτων από την ανωτέρω επιχείρηση προς την προαναφερθείσα αλλοδαπή επιχείρηση είναι εικονικά και οι συναλλαγές που αναφέρονται σ' αυτά δεν έχουν πραγματοποιηθεί, καθώς η φερόμενη ως παραλήπτρια επιχείρηση ασχολείται με εισαγωγές και εξαγωγές κρασιού και προϊόντων διατροφής και όχι με είδη ένδυσης, οι μεταφορικές εταιρίες είναι ανύπαρκτες και όλα τα αυτοκίνητα που φέρεται ότι χρησιμοποιήθηκαν για την μεταφορά των εμπορευμάτων παρουσιάζουν προβλήματα, υπό την έννοια ότι έχουν διαφορετικούς ιδιοκτήτες από τους εμφανιζόμενους, άλλα δεν έχουν γερμανικούς αριθμούς κυκλοφορίας ή έχουν δοκιμαστικούς αριθμούς, ενώ ουσιαστικά ανύπαρκτη είναι και η εκδότρια επιχείρηση, αφού ουδέποτε λειτούργησε στο μισθωμένο κατάστημα, ούτε κάπου αλλού, μιας και δημιουργήθηκε αποκλειστικά για την έκδοση και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, με μοναδικό σκοπό την παράνομη είσπραξη επιστροφής ΦΠΑ. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος εν γνώσει του αποδέχθηκε για λογαριασμό και καταχώρησε στα βιβλία της παραπάνω ατομικής επιχείρησης, εικονικά φορολογικά στοιχεία με την έννοια ότι αφορούν συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, καθ' όσον κατά τη χρήση του έτους 1999, αποδέχθηκε δύο (2) τιμολόγια πώλησης και συγκεκριμένα, 1) το υπ' αριθμ. ..... αξίας 25.500.000 δραχμών ή 74.834,92 ευρώ, πλέον αναλογούντος ΦΠΑ 4.590.000 δραχμών, με φερόμενη ως εκδότρια την εταιρία "..... ΕΠΕ" και εμπόρευμα 8.500 τεμάχια ενδυμάτων (μπλούζες φούτερ 100% βαμβάκι) και 2) το υπ' αριθμ. ......αξίας 36.450.000 δραχμών ή 106.969,92 ευρώ, με αναλογούντα ΦΠΑ 6.561.000 δραχμών, με φερόμενη ως εκδότρια την εταιρία "......" και εμπόρευμα 12.150 τεμάχια ενδυμάτων (μπλούζες φούτερ). Τα παραπάνω τιμολόγια πώλησης υποβλήθηκαν από την ελεγχόμενη επιχείρηση με σκοπό να προσδώσουν αληθοφάνεια σε άλλα τιμολόγια ενδοκοινοτικής παράδοσης, χρησιμοποιήθηκαν δε, ως δικαιολογητικά επιστροφής ΦΠΑ και είναι εικονικά, καθ' όσον δεν πραγματοποιήθηκε διακίνηση των εμπορευμάτων που αναφέρονται σε αυτά και δεν έγινε καμία εμπορική συναλλαγή μεταξύ εκδότη και λήπτη. Τέλος, η φερόμενη ως εκδότρια μονοπρόσωπη ΕΠΕ, είναι επίσης εικονική και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της εικονικότητας, προέβη δε, στις παραπάνω πράξεις του αποβλέποντας στην παράνομη οικειοποίηση σε βάρος του Δημοσίου του αναλογούντος στα ανωτέρω εικονικά φορολογικά στοιχεία ΦΠΑ που ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 301.172.263 δραχμών ή 883.851,10 ευρώ και συνεπώς, πρέπει, αφού απορριφθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ξεγελάσθηκε από το ζεύγος ....., δεδομένου ότι διατηρούσε κοινό λογαριασμό με τον προαναφερθέντα Γ1 (βλ. το 4° φύλλο της ως άνω υπ' αριθμ. .... εκθέσεως ελέγχου), ενώ σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν δεν τίθεται θέμα παραγραφής της κρινόμενης υποθέσεως, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των σχετικών ως άνω πράξεων που αποδίδονται σ' αυτόν". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο, με βάση τις παραπάνω παραδοχές , κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο έκδοσης από κοινού κατ' εξακολούθηση εικονικών φορολογικών στοιχείων και αποδοχής από κοινού κατ' εξακολούθηση των εικονικών φορολογικών στοιχείων, τα οποία αναφέρονται λεπτομερώς στο διατακτικό ως προς τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω πράξεως, για την οποία τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1α, 4, 21 παρ.2, 5, 10, 11 του Ν. 2523/1997, όπως ισχύουν και 26 παρ.1α, 27 παρ. 1, 45, 94 και 98 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Περαιτέρω, δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη σκέψη ως προς την ύπαρξη κοινού δόλου, δεδομένου ότι, αυτός, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, εμπεριέχεται στην έννοια της συναυτουργίας, ενυπάρχει δε περαιτέρω στη θέληση των συναυτουργών να πραγματώσουν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προδιαληφθέντος εγκλήματος της εκδόσεως και αποδοχής από κοινού κατ' εξακολούθηση εικονικών φορολογικών στοιχείων, ο οποίος περιλαμβάνει και τον ενδεχόμενο, και επομένως, εξυπακούεται ότι προκύπτει από αυτά. Συνεπώς δεν ήταν αναγκαία ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού αυτός (κοινός δόλος) ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (κοινού δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Από το σύνολο των παραδοχών προκύπτει ότι το ουσιαστικό Δικαστήριο δέχεται πως ο αναιρεσείων ενήργησε από κοινού με άλλον στην τέλεση των πραξεων για τις οποίες δικάστηκε, και δεν δημιουργεί ασάφεια η αναφορά ότι "κατά τη χρήση του 1999 ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο προέβη στην έκδοση είκοσι τιμολογίων πώλησης...", η οποία γίνεται μέσα στα πλαίσια των συγκλινουσών επί μέρους πράξεων των συμμέτοχων. Περαιτέρω, αβάσιμα ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το σκεπτικό αποτελεί απλή επανάληψη του διατακτικού. Το γεγονός ότι το σκεπτικό είναι εν μέρει, και όχι στο σύνολό του, ταυτόσημο του διατακτικού δεν καθιστά την αιτιολογία της απόφασης ανεπαρκή, αφού το διατακτικό είναι στην προκείμενη περίπτωση εκτεταμένο και λεπτομερές. Εξάλλου, η σύμπτωση των περιστατικών που αναγράφονται στο κατηγορητήριο, το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού τα περιστατικά αυτά του κατηγορητηρίου αποδείχτηκαν και όχι άλλα διαφορετικά. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που, υπό την επίκληση του λόγου της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την ουσιαστική κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, είναι απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τις παραδοχές αυτής και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Συνεπώς, και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 19 παρ. 1, 3, 4, 20, 21 παρ.2,10 του Ν. 2523/1997 και 27 παρ. 1, 98 παρ.1 του ΠΚ, αντιστοίχως, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Ενόψει αυτών που έχουν εκτεθεί , πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 22 του ν. 3693/1957 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6-6-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμό 1363/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, που ορίζει σε διακόσια ενενήντα (290) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φορολογικές Παραβάσεις. Στοιχεία εγκλήματος έκδοσης και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων από κοινού κατ’ εξακολούθηση (άρθρ. 19 Ν. 2525/1997). Η διάταξη του άρθρ. 21 παρ. 10 εδ. δεύτερο του ως άνω νόμου, όπως προστέθηκε με το άρθρ. 8 παρ. 2 του Ν. 2954/2001, που ορίζει ότι η παραγραφή αρχίζει από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο, είναι ευμενέστερη της προηγούμενης, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Απορρίπτεται ως μη νόμιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα. Το δικαστήριο δεν υποχρεούτο να απαντήσει αιτιολογημένα στον επικουρικό ισχυρισμό περί παραγραφής, με βάση την κρατούσα άποψη, γιατί δεν προβλήθηκε σχετικός ισχυρισμός, ουδέ ετίθετο θέμα παραγραφής, ώστε να απαντήσει το Δικαστήριο της ουσίας σχετικά. Η απόφαση έχει την απαιτούμενη αιτιολογία και δεν έχει αντιφάσεις.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παραγραφή, Νόμος επιεικέστερος, Συναυτουργία.
1
Αριθμός 1915/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιουλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γαβριήλ Ντούγια, περί αναιρέσεως της 254, 262/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσπρωτίας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1124/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 171 § 1 και 364 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι αν ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικά στοιχεία για την στήριξη της κατηγορίας, έγγραφα που δεν ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότης της διαδικασίας στο ακροατήριο. Δεν είναι όμως αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπ'όψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Εξ άλλου από τις διατάξεις και του άρθρου 170 § 2 ιδίου Κώδικος προκύπτει ότι η ανάγνωση από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως... ή κατά πρόταση του Εισαγγελέως εγγράφου που δεν αναφέρεται στο κατηγορητήριο, χωρίς να αμφισβητηθεί η γνησιότητα και χωρίς να αντιλέξει ο κατηγορούμενος στην ανάγνωσή του, ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επιφέρει. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσπρωτίας ανέγνωσε κατά την διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας φωτοτυπία της επιμάχου επιταγής υπάρχουσα στη δικογραφία, ως έγγραφο, χωρίς μάλιστα ουδεμία αντίρρηση να προβάλει ο εκπροσωπών τότε τον αναιρεσείοντα συνήγορός του, στην ανάγνωσή της. Εντεύθεν και ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του ότι, καίτοι αναφέρεται στα αναγνωστέα η επίμαχη επιταγή, δεν ανεγνώσθη το σώμα της επιταγής ("αλλά κάποιο αντίγραφό της"), υπαρχούσης της πλημμελείας της απολύτου ακυρότητος του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τις διατάξεις του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 1 ΝΔ. 1325/1972 και συνεπληρώθη με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α' Ν. 2408/1996, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 40-47 Ν. 5.960/1933, συνάγεται ότι δικαιούχος προς υποβολή εγκλήσεως για έκδοση ακαλύπτου επιταγής μπορεί να είναι όχι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίσθηκε η επιταγή στον πληρωτή αλλά και οποιοσδήποτε άλλος που έγινε κομιστής της επιταγής εξ αναγωγής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 23 του ν. 5960/1993, σύμφωνα με την οποία "οσάκις η οπισθογράφησις περιέχει την μνείαν "αξία εις κάλυψιν" "προς είσπραξιν", "κατά πληρεξουσιότητα", ή πάσαν άλλην μνείαν ενέχουσαν απλήν εντολήν, ο κομιστής δύναται να ασκήσει πάντα τα εκ της επιταγής απορρέοντα δικαιώματα, αλλά δεν δύναται να οπισθογραφήσει αυτήν ειμή λόγω πληρεξουσιότητας" συνάγεται ότι η λόγω πληρεξουσιότητας οπισθογράφηση (όπως είναι η περιέχουσα τη ρήτρα αξία προς είσπραξη) δεν επάγεται μεταβιβαστικά ή εγγυητικά αποτελέσματα. Ούτε η κυριότητα της επιταγής μεταβιβάζεται ούτε ο οπισθογράφος ευθύνεται. Απλώς ο δυνάμει οπισθογραφήσεως λόγω πληρεξουσιότητας κομιστής μπορεί να ασκήσει τα από την επιταγή απορρέοντα δικαιώματα επ'ονόματι και για λογαριασμό του οπισθογράφου, ο οποίος παραμένει νόμιμος κομιστής της επιταγής και συνεπώς αυτός δικαιούται να υποβάλει την έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως εκ του σκεπτικού σε συνδυασμό με το διατακτικό της, αποτελούντων ενιαίο σύνολο, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ήδη αναιρεσείων, εκηρύχθη ένοχος του εγκλήματος της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής (άρθρο 79 Ν. 5960/1933), διότι την 31/7/2000 ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, ως πρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρίας με την επωνυμίαν "ΑΝΩΝΥΜΗ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΑΛΙΕΙΑΣ και ΥΔΑΤΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ - ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗ - ΕΜΠΟΡΙΑ ΙΧΘΥΩΝ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ - ΕΞΑΓΩΓΕΣ", εξέδωσε στην ..... από πρόθεση την υπ'αριθμ. ..... επιταγή επί της "ALPHA BANK A.E." ποσού 13.449.200 δραχμών σε διαταγή της εταιρίας "ΕΛΛΑΣ ΜΟΝΑ ΕΠΕ" της οποίας (επιταγή) η εγκαλούσα Ιταλική εταιρία κατέστη νόμιμη κομίστρια εξ οπισθογραφήσεως και η οποία (επιταγή) εμφανίσθηκε νόμιμα για πληρωμή εις την πληρώτρια Τράπεζα, πλην δεν επληρώθη. Νυν ο αναιρεσείων ισχυρίζεται το μεν ότι από το υπάρχον φωτοαντίγραφο της επιταγής προκύπτει ότι "τελευταίος εξ οπισθογραφήσεως κομιστής είναι η CASSA DI RISPARMIO DI FERRARA της Ιταλίας που δεν είναι εγκαλούσα και όχι η εγκαλούσα που δεν είναι τελευταία κομίστρια", το δε, κατ' εκτίμηση ότι το δικαστήριο δεν έκαμε δεκτό το αίτημα του αναιρεσείοντος "για προσκομιδή του σώματος της επιταγής, για να ελεγχθεί και το νομότυπο της εγκλήσεως διότι από το υπάρχον αντίγραφο η εκκαλούσα στερείται της ιδιότητος της τελευταίας κομίστριας", μη τηρηθεισών δε των διατάξεων που καθορίζουν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, υπάρχει εντεύθεν, απόλυτος ακυρότης. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση του φωτοαντιγράφου αυτής, επί του όπισθεν μέρους, προκύπτει ότι η άνω οπισθογράφηση προς την CASSA DI RISPARMIO DI FERRARA εγένετο με την επ'αυτής επισημείωση "αξία προς είσπραξη" (ή του VELUTA DER LINCASSO) η οποία έχει την έννοια της κατά πληρεξουσιότητα μεταβιβάσεως της επιταγής κατά τ' άνω εκτεθέντα και η εγκαλούσα πάντα κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ήτο η τελευταία εξ οπισθογραφήσεως νόμιμη κομίστρια. Εντεύθεν και ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το έτερον σκέλος του είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά ταύτα και ο συναφής με τα ανωτέρω αυτά δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ότι με το να μη διατάξει το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσπρωτίας την προσκομιδή του πρωτοτύπου της επιταγής και να προχωρήσει στην κατ' ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως, υπέπεσεν εις την πλημμέλεια της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας κατ' άρθρον 510 § 1 στοιχ. Θ Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τα άρθρα 111, 112, 113 Π.Κ. όπως το τελευταίο ισχύει νυν το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για τα πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 § 1 εδ. β', 370 στοιχ. β' και 511 όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 50 § 5 Ν. 3160/2003 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας ακόμη και στον Άρειο Πάγο. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατεδικάσθη πρωτοδίκως μεν δια της υπ'αριθμ. 1463/22-11-2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηγουμενίτσας, κατ' έφεση δε δια της υπ'αριθμ. 602/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας δια το πλημμέλημα της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής κατ' άρθρον 79 Ν. 5960/1933, πράξη τελεσθείσα την 31/7/2000. Κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως κατά της τελευταίας αποφάσεως, εξεδόθη η υπ'αριθμ. 208/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία ανήρεσε αυτήν (υπ'αριθμ. 602/2004) και παρέπεμψε την υπόθεση να δικασθεί σε νέα συζήτηση του άνω Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας (ως εφετείου δικάζοντος, υπό του οποίου εξεδόθη η υπ'αριθμ. 254-262/28-3-2008 απόφαση και η οποία νυν προσβάλλεται. Ούτως από της τελέσεως της πλημμεληματικόν χαρακτήρα εχούσης πράξεως της παραβάσεως του άρθρου 79 Ν. 5960/1933 μέχρι σήμερα, δημοσίευση της παρούσης αποφάσεως, δεν έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της οκταετούς παραγραφής, συνυπολογιζομένου και του χρόνου της τριετούς αναστολής, κατά τ' άνω εκτεθέντα. Συνεπώς ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, κατά τον οποίον "με την έκδοση της υπ'αριθμ. 208/2008 αποφάσεως του Αρείου Πάγου δεν κατέστη αμετάκλητος η υπ'αριθμ. 1463/2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηγουμενίτσας, από της δημοσιεύσεως της οποίας, μέχρι της δημοσιεύσεως της αναιρετικής, παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον της πενταετίας και υφίσταται παραγραφή εν επιδικία", είναι αβάσιμος και απορριπτέος, απορριπτέος δε και ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως. Κατ' άρθρον 15 § 3 Ν. 3472/ΦΕΚ Α'/35/4-7-2006, η § 5 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, όπως προστέθηκε με το άρθρο 4 § 1 α του Ν. 2408/1996 και αντικαταστάθηκε από το άρθρο 22 Ν. 2721/1999, αντικατεστάθη και έχει ως εξής: "Η ποινική δίωξη ασκείται με έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε ή του εξ αναγωγής υποχρέου ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της...". Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση ο αναιρεσείων κατεδικάσθη κατόπιν εγκλήσεως της εγκαλούσης εταιρίας "VALLE CA' ZYLIANI s.r.?.", ούσης τελευταίας εξ οπισθογραφήσεως νομίμου κομίστριας της επιδίκου επιταγής, και όχι ως εξ αναγωγής δικαιούχου, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, ο οποίος, εντεύθεν, ισχυρίζεται ότι εφηρμόσθη ο άνω νόμος, επί πράξεως τελεσθείσης προ της κατά την 4/7/2006 ενάρξεως της ισχύος του, σχετικά με το ποίος δικαιούται εις έγκληση και έτσι "κατέστη χείρων ή θέση του κατηγορουμένου". Ο τοιούτος ισχυρισμός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ερειδόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, πέραν του ότι το μεν ουδεμία αναφορά εις την προσβαλλομένην απόφαση γίνεται του Νόμου αυτού, ειμή των προγενεστέρως ισχυσάντων και εφαρμοσθέντων, το δε κατ' ουδέν κατέστη χείρων η θέση του κατηγορουμένου, διότι και η επί της προσβαλλομένης πρωτόδικος απόφασης εκήρυξε ένοχον αυτόν, δεχθέν την εγκαλούσα νόμιμον εξ οπισθογραφήσεως κομίστρια. Συνεπώς και ο συναφής τέταρτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά πάντα ταύτα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28/5/2008 αίτηση του Χγια αναίρεση της υπ'αριθμ. 255, 262/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πότε απόλυτη ακυρότητα. Όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ’ όψη του για την ενοχή έγγραφα που δεν ανεγνώσθησαν. Δεν είναι αναγκαίο να αναγνωσθεί το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, ως είναι η επιταγή (για την παράβαση άρθρου 79 Ν. 5960/1933), ούτε τα διαδικαστικά έγγραφα κλήσης και αποδεικτικά, κτλ. Εάν αναγνωσθεί έγγραφο αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση του Εισαγγελέως, χωρίς εναντίωση του κατηγορουμένου, όχι ακυρότητα. Δικαιούχος προς υποβολή εγκλήσεως για έκδοση ακαλύπτου επιταγής είναι όχι μόνον ο τελευταίος κομιστής αλλά και οιοσδήποτε εξ αναγωγής κομιστής (Ν. 3472/2006 άρθρ. 15§3). Όταν η ρήτρα της οπισθογραφήσεως «αξία προς είσπραξη» κτλ, αυτή (οπισθογράφηση) δεν επάγεται μεταβιβαστικά ή εγγυητικά αποτελέσματα. Ο λόγω πληρεξουσιότητας κομιστής ασκεί τα δικαιώματα για λογαριασμό του οπισθογράφου (άρθρ. 23 Ν. 5960/1933). Άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ - παραγραφή πλημμελημάτων με τριετή αναστολή της προθεσμίας για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι του αμετακλήτου καταδικαστικής αποφάσεως επέρχεται μετά πάροδο οκταετίας από της τελέσεως. Απορρίπτει.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.
0
Αριθμός 1914/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσιωτάκη και Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιουλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη, για αναίρεση της 6750/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουνίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1126/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μέτρια συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Σ' αυτή την περίπτωση, πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πηγάζει. Περαιτέρω, στα άρθρα 2 έως 15 του ΠΔ 778/1980 "μέτρα ασφάλειας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών", προβλέπεται, στα πλαίσια λήψης μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, η χρήση ικριωμάτων (σταθερών, κινητών, μεταλλικών, ξύλινων κλπ) και ο τρόπος κατασκευής και τοποθέτησής τους στην ανεγειρόμενη οικοδομή, ενώ στο άρθρο 17 παρ. 1 ορίζεται ότι τα πέρατα των ξυλοτύπων και πλακών πρέπει να εξασφαλίζονται με ανθεκτικά προσωρινά κιγκλιδώματα και θωράκια ή με δίκτυα, να ελέγχονται περιοδικά ως προς την αντοχή τους και να αποξηλώνονται μετά το πέρας των εργασιών, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 3 του ίδιου ΠΔ, άπαντα τα ικριώματα επιθεωρούvται υπό του επιβλέποντος μηχανικού? α) προ της εγκαταστάσεως εκάστου συνεργείου και β) άπαξ της εβδομάδας. Εξάλλου, στο άρθρο 7 του Ν. 1396/1983 "μέτρα ασφάλειας σε οικοδομές και σε ιδιωτικά έργα" προβλέπονται οι υποχρεώσεις του επιβλέποντος μηχανικού, μεταξύ των οποίων είναι και η επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει τις σχετικές οδηγίες. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες προβλέπουν ειδικώς και τις υποχρεώσεις του επιβλέποντος μηχανικού οικοδομικού έργου, αναφορικά με τα μέτρα ασφαλείας, συνάγεται ότι οι υποχρεώσεις αυτές συνίστανται στην επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης μέτρων ασφαλείας και εξειδικεύονται περαιτέρω στην επιθεώρηση των ικριωμάτων πριν από την εγκατάσταση κάθε συνεργείου στην ανεγειρόμενη οικοδομή και στη συνέχεια περιοδικά μία φορά την εβδομάδα. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε ΚΠοινΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή εφαρμογή του νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα οποία, ως αποτελούντα ενιαίο σύνολο αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία κατ' είδος προσδιορίζει, αποδείχθηκαν, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η Γ1, ως ιδιοκτήτρια της επί της ..... στην Άνω Γλυφάδα οικοδομής ανέθεσε στο γραφείο του Ζ1 την έκδοση οικοδομικής αδείας για την προσθήκη δύο ορόφων και δώματος επί της άνω οικοδομής, καθώς και την επίβλεψη εκτελέσεως του έργου. Ο Ζ1 είχε τεχνικό γραφείο και ανελάμβανε τη μελέτη σχεδίων και κτιρίων, καθώς και την επίβλεψη ανεγέρσεως αυτών, πλην όμως δεν είχε τα προσόντα του μηχανικού ή αρχιτέκτονος μηχανικού και το δικαίωμα των σχετικών υπογραφών. Για το λόγο αυτό πρότεινε στην κατηγορουμένη αρχιτέκτονα μηχανικό να συνεργαστούν για το έργο της Γ1, που είχε αναλάβει. Η κατηγορουμένη συμφώνησε και έτσι ο Ζ1, χρησιμοποιώντας το δικαίωμα της υπογραφής της, προχώρησε στην έκδοση της υπ' αριθμ. ..... άδειας οικοδομής, με την ίδια να έχει, κατά την άδεια, τη γενική επίβλεψη του έργου. Με το από ..... ιδιωτικό συμφωνητικό, τα καθήκοντα του εργολάβου είχαν ανατεθεί από την ιδιοκτήτρια στο Β1, ο οποίος ήταν υποχρεωμένος έναντι αυτής να λαμβάνει όλα τα προβλεπόμενα από τους κανονισμούς μέτρα ασφαλείας, ενώ τη γενική επίβλεψη είχε, κατά τα ανωτέρω, η κατηγορουμένη. Λόγω της ιδιότητός της ως επιβλέπουσας μηχανικού είχε υποχρέωση να υποδείξει στην ιδιοκτήτρια τα ενδεικνυόμενα μέτρα ασφαλείας και ειδικότερα την τοποθέτηση και χρήση ικριωμάτων (σταθερών, κινητών, μεταλλικών, ξύλινων κλπ) κατά τα άρθρα 2-15 του ΠΔ 778/1980 περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών και να επιθεωρεί τα ικριώματα αυτά κατά το άρθρο 21 παρ. 3 του ΠΔ, οι δε κλίμακες να εξασφαλιζόταν με ανθεκτικό ξύλινο ή μεταλλικό κιγκλίδωμα με χειρολλισθήρα σε ύψος ενός μέτρου από τη γραμμή αναβάσεως και ράβδο μεσοδιαστήματος σε ύψος μισού μέτρου από αυτής και θωράκιο ύψους δεκαπέντε εκατοστών. Εξάλλου, με το άρθρο 7 του Ν.1396/1983, υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα προβλέπονται οι υποχρεώσεις του επιβλέποντος μηχανικού μεταξύ των οποίων είναι και η επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει τις σχετικές οδηγίες. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες προβλέπουν ειδικώς και τις υποχρεώσεις του επιβλέποντος μηχανικού οικοδομικού έργου αναφορικά με τα μέτρα ασφαλείας, συνάγεται ότι οι υποχρεώσεις αυτές συνίστανται στην επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης μέτρων ασφαλείας και εξειδικεύονται περαιτέρω στην επιθεώρηση των ικριωμάτων πριν από την εγκατάσταση κάθε συνεργείου στην ανεγειρόμενη οικοδομή και στη συνέχεια περιοδικά μία φορά την εβδομάδα. Η κατηγορουμένη επιβλέπουσα μηχανικός, παρά τις ανωτέρω υποχρεώσεις της, εμπιστεύθηκε τον Ζ1, έθεσε μόνο την υπογραφή της στα σχετικά έγγραφα, όπου απαιτείτο και δεν επισκέφτηκε ποτέ την οικοδομή, όπως και η ίδια χαρακτηριστικά ανέφερε στην απολογία της, ότι δεν είχε ιδέα για την οικοδομή, ούτε πότε άρχισε, ούτε πότε τελείωσε. Έτσι, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να καταβάλει, ήτοι από αμέλειά της, παρέλειψε τις ως άνω υποχρεώσεις της, που απέρρεαν από τις προαναφερόμενες διατάξεις, με αποτέλεσμα, όταν στις 7-8-2000 ο σύζυγος της ιδιοκτήτριας Β1 κατέβαινε τις σκάλες του τρίτου ορόφου προς το δεύτερο να πέσει και να υποστεί βαρύτατες κακώσεις αυχένος, αριστερού κάτω άκρου και πυέλου, εκ των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του. Σύμφωνα με τα άνω αποδειχθέντα περιστατικά η κατηγορουμένη, από αμέλειά της, δεν προέβλεψε το άνω αξιόποινο αποτέλεσμα, δηλαδή τον θάνατο του Β1, ο οποίος προήλθε από την προπεριγραφόμενη αμελή συμπεριφορά της. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του Β1, όπως κατηγορείται". Με βάση τις παραδοχές αυτές το πιο πάνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη ανθρωποκτονίας από αμέλεια, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό του, και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Με τις παραδοχές του αυτές το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερόμενων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατά κατηγορία εξειδικεύει, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά και ειδικότερα η αναφορά της αξιολόγησης εκάστου και της συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους και ο προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, όπως γι' αυτήν καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 302 παρ. 1ΠΚ, όπως και στις λοιπές διατάξεις που αναφέρονται παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν τις παραβίασε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο. Ειδικότερα, το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού και έχει την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο επιβαλλόμενη αιτιολογία. Η απόφαση προσδιορίζει τους επιτακτικούς κανόνες δικαίου, ήτοι τις διατάξεις του ΠΔ 778/1980 και του Ν. 1396/1983 από τους οποίους πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση της αναιρεσείουσας μηχανικού προς ενέργεια των παραπάνω διαλαμβανομένων, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Είναι λοιπόν σαφές ότι οι εν λόγω διατάξεις ανάγονται στις υποχρεώσεις της αναιρεσείουσας, τις οποίες παρέλειψε. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο ουσιαστικό Δικαστήριο η αναιρεσείουσα δεν πρόβαλε ισχυρισμό περί ανώτερης βίας και συνακόλουθα το Τριμελές Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει ειδική αιτιολογία περί της επικαλούμενης αόριστα εγκυμοσύνης, εφόσον δεν προβλήθηκε σ' αυτό τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, κατά τρόπο ορισμένο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για: α) έλλειψη της επιβαλλόμενης κατά τα άνω ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, υπό την έννοια της ελλείψεως νομίμου βάσεως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του σχετικά με την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων, που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ίδια ακυρότητα δημιουργείται και στην περίπτωση αναγνώσεως εγγράφου , εάν δεν προκύπτει επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν, δηλαδή, η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Φωτογραφίες ή άλλες απεικονίσεις δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, στους οποίους επιδεικνύονται για το σκοπό αυτό από το διευθύνοντα τη συζήτηση. Συνεπώς, όταν στα πρακτικά αναγράφεται ότι αναγνώσθηκαν και τέτοια έγγραφα, είναι προφανές ότι η αναγραφή αυτή τίθεται με την πρόδηλη έννοια ότι επισκοπήθηκαν από τους διαδίκους, οι οποίοι έτσι έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους και τους παρασχέθηκε η δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το περιεχόμενό τους. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και "7) φωτοτυπίες φωτογραφιών δύο". Υπό τη διατύπωση αυτή επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα των εν λόγω φωτογραφιών και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους και δη του χρόνου λήψεως αυτών και του τι απεικονίζουν, υπό δε τον όρο ανάγνωση των φωτογραφιών εννοεί η απόφαση την επίδειξη και επισκόπησή τους από τους παράγοντες της δίκης, άρα και από την αναιρεσείουσα, η οποία έτσι έλαβε γνώση των σ' αυτές απεικονίσεων και είχε εντεύθεν τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, κατά το σχετικό σκέλος του, προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, διότι το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσεώς του τις ανωτέρω δύο φωτοτυπίες φωτογραφιών, ως προς τις οποίες, όμως, όπως ισχυρίζεται, δεν προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά τους και δεν διαλαμβάνεται στα πρακτικά ότι έγινε επίδειξή τους στην αναιρεσείουσα είναι αβάσιμος. Σε σχέση, εξάλλου, με τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από την αναιρεσείουσα λεκτέον ότι από καμία διάταξη νόμου ή αρχή του Συνταγματικού Δικαίου δεν επιβάλλεται στα δικαστήρια να ερμηνεύουν το νόμο σύμφωνα με την ερμηνεία στην οποία προέβησαν με προηγούμενες αποφάσεις τους. Περαιτέρω, ως προς το άλλο σκέλος του ιδίου λόγου, η ως άνω ακυρότητα αποτρέπεται αν το έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο αναφέρεται απλώς διηγηματικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Επίσης, δεν επέρχεται η εν λόγω ακυρότητα όταν τα περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο προκύπτουν όχι μόνον από έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε, αλλά και από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που χρησιμοποίησε. Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται επιπλέον και η αιτίαση ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το από .... έγγραφο, που δεν ανεγνώσθη. Πράγματι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά της προσβαλλόμενης 6750/2007 αποφάσεως, δεν ανέγνωσε το ως άνω έγγραφο. Όμως από την παραδεκτή επισκόπηση του εγγράφου αυτού προκύπτει ότι δεν έχει ληφθεί αμέσως υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως περί της ενοχής, αλλά διηγηματικά αναφέρεται και αφορά τις συμβατικές σχέσεις της ιδιοκτήτριας της οικοδομής με τρίτο πρόσωπο. Ανεξαρτήτως του ότι το διατακτικό στηρίζεται στις λοιπές αποδείξεις, εκτός δηλαδή από το ανωτέρω έγγραφο. Επομένως είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, κατά το σχετικό σκέλος του, που υποστηρίζει τα αντίθετα. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4-6-2008 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6750/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια κατηγορουμένου - επιβλέποντος μηχανικού. Δεν παραβιάστηκε ο νόμος ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Απορρίπτει δεύτερο λόγο αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα και ως προς τα δύο σκέλη του.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
1
Αριθμός 1913/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Πολυζω-γόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέτα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιουλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την κοινή αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) χ1 και 2) χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Κουτσούκο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 59/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ψ1, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαΐου 2008 κοινή αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1054/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη) το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικά μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον ενώπιον τρίτου γεγονότος, το οποίο μπορεί (είναι κατάλληλο-επιτήδειο) να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικά δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας (πλήρους- εντελούς γνώσεως-επιγνώσεως), ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Δεν αρκεί απλός ή ενδεχόμενος δόλος. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρόν ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Δεν αποκλείεται στην έννοια του "γεγονότος" να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί, όταν συνδέονται και σχετίζονται με συγκεκριμένα περιστατικά που συνιστούν γεγονός και στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Επομένως, απλές κρίσεις και γνώμες και χαρακτηρισμοί που ενέχουν αμφισβήτηση, κατά την κοινή αντίληψη, της κοινωνικής ή ηθικής αξίας του παθόντος ή εκδήλωση καταφρόνησης ή ονειδισμού αυτού είναι δυνατόν να θεμελιώσουν το έγκλημα της εξύβρισης, όχι όμως και εκείνο της δυσφήμησης (απλής ή συκοφαντικής). Σε περίπτωση καταδίκης για συκοφαντική δυσφήμηση επιβάλλεται το δικαστήριο να αναφέρει στην απόφασή του ειδικά και συγκεκριμένα τα φερόμενα ως προσαπτόμενα σε ορισμένο πρόσωπο γεγονότα, με τις τυχόν συναφείς κρίσεις, εκτιμήσεις ή χαρακτηρισμούς, έτσι ώστε να κριθεί αντικειμενικά αν τα γεγονότα αυτά προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψή του ή οι χαρακτηρισμοί και οι κρίσεις συνάπτονται με γεγονότα ή αν διατυπώθηκαν κατά τρόπο που να μη συνάπτονται με γεγονότα. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση του οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως, κατά τα ανωτέρω, επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσος δηλαδή δόλος, πρέπει η ύπαρξη τέτοιου δόλου να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, για να αποκλειστεί ότι ο δράστης ενήργησε με ενδεχόμενο δόλο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν θα θεμελιωνόταν η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 59/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά τα ουσιώδη μέρη, πραγματικά περιστατικά? "Ο εγκαλών είναι πολιτικός μηχανικός και εργολάβος δημοσίων έργων. Το έτος 2000 συνεργαζόταν με την κατασκευαστική εταιρεία ΤΕΚ Θεσσαλονίκης ΑΕ, η οποία ενδιαφέρθηκε να συμμετάσχει σε μειοδοτικό διαγωνισμό που προκήρυξε η ΔΕΥΑ Καλύμνου για το έργο εγκατάστασης επεξεργασίας λυμάτων του Δήμου Καλύμνου. Την πρόταση της παραπάνω. εταιρείας για τον εν λόγω διαγωνισμό έκανε ο εγκαλών, ο οποίος καταγόμενος από την .... και διατηρών εκεί οικία, επισκεπτόταν συχνά το νησί και είχε λάβει γνώση του εν λόγω διαγωνισμού. Ο εγκαλών έκανε πράγματι για λογαριασμό. της εταιρείας τη μελέτη του εν λόγω έργου, πλην όμως, κατά το διαγωνισμό που θα ελάμβανε χώρα στην ....., στις 11-9-2000, η εταιρεία τελικά δεν έλαβε μέρος, διότι ο προϋπολογισμός του έργου υπολειπόταν πολύ από το απαιτούμενο ποσό για την κατασκευή του έργου. Την παραπάνω ημέρα διεξαγωγής του διαγωνισμού για την ανάδειξη εργολάβου κατασκευής του εν λόγω έργου ο εγκαλών υπέβαλε στη ΔΕΥΑ Καλύμνου δήλωση περί μη συμμετοχής της παραπάνω εταιρείας στον εν λόγω διαγωνισμό. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας (11-9-2000), κατά τη διάρκεια περιπάτου του εγκαλούντος στην πλατεία ..... με τον γ1 (επίσης εκπρόσωπο ΤΕΚ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΕ), ο οποίος ήταν κι αυτός στο νησί, πλησίασε τον εγκαλούντα ο κατηγορούμενος χ1, ο οποίος ήταν Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου ... και μεγαλόφωνα του είπε ότι έμαθε ότι πήρε το έργο και στη συνέχεια τον ρώτησε "πόσα σου πήρε ο Δήμαρχος;", Αυτά όλα ειπώθηκαν ενώπιον του γ1 και της παρέας του κατηγορουμένου. Ο εγκαλών του απάντησε "τι είναι αυτά που λες, αφού εγώ δεν έλαβα καν μέρος στο διαγωνισμό". Στη συνέχεια ο εγκαλών ενημέρωσε το Δήμαρχο ....... για το παραπάνω περιστατικό με τον κ. χ1 κι εκείνος του ζήτησε να του τα καταθέσει εγγράφως. Ο εγκαλών πράγματι συνέταξε και παρέδωσε στο Δήμαρχο την από ...... επιστολή του, στην οποία εξιστορούσε τα ανωτέρω, που συνέβησαν στην πλατεία ...... και την οποία προσυπέγραψε ως αυτήκοος μάρτυρας ο γ1. Την εν λόγω επιστολή, που περιέχεται στα πρακτικά της από ..... συνεδρίασης του Δ.Σ. .... τη διάβασε ο Δήμαρχος στο Δημοτικό Συμβούλιο, .στο οποίο παρευρίσκονταν και οι κατηγορούμενοι, ο 1ος κατηγορούμενος ως Πρόεδρος του Δ.Σ. και ο 2ος ως Δημοτικός Σύμβουλος. Ο 1ος κατηγορούμενος χ1 όταν τον ρώτησε ο Δήμαρχος αν αποδέχεται το περιεχόμενο της επιστολής είπε μεταξύ άλλων για τον εγκαλούντα ότι "ο συγκεκριμένος άνθρωπος, που έρχεται μια φορά το χρόνο, ήταν ψευτομάρτυρας σε δικαστήρια μέσα, σε δύο δικαστήρια..... ας βάλει λοιπόν νερό στο κρασί του ο κύριος και να ζητήσει συγνώμη γιατί δεν είμαστε του ίδιου επιπέδου. Ο συγκεκριμένος άνθρωπος θέλει να πουλήσει εκδούλευση στο δήμαρχο, αυτός ήταν ο σκοπός του .....". Ο εγκαλών, με την από 25-10-2000 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία, που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο χ1, τον κάλεσε να του γνωστοποιήσει σε ποιά δικαστήρια ήταν ψευδομάρτυρας. Ο κατηγορούμενος χ1, με την από 14-11-2000 εξώδικη απάντηση, που κοινοποιήθηκε στον εγκαλούντα, του απάντησε ότι "η θέση μου ήταν ότι εφόσον αυτά που αναφέρατε στην επιστολή σας δεν ευσταθούσαν για το πρόσωπό μου τότε γιατί να μην έχετε καταθέσει και ως ψευδομάρτυρας, σε Δικαστήριο". Επίσης, στην ίδια συνεδρίαση του ΔΣ (.....), ο 2ος κατηγορούμενος αναφέρθηκε στο πρόσωπο του εγκαλούντος με την εξής φράση. "Τώρα, όσον αφορά την επιστολή, διότι ως μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου, εφόσον μπήκα κι εγώ στο βασανιστήριο το να ακούσω την επιστολή του κοριού αυτού, εγώ θα σας θυμίσω αυτό που λέει ο λαός μας. Έρποντας και γλείφοντας και με κάτι άλλο, προσπαθούμε να κάνουμε τη δουλειά μας. Ο συγκεκριμένος κύριος 12/9 αν δεν απατώμαι είναι μειοδότης στη ΔΕΥΑΚ για κάποιο έργο του βιολογικού καθαρισμού, περιμένει δηλαδή κάτι και νομίζω ότι 12/9 .....". Όλα τα παραπάνω λεχθέντα από τους κατηγορουμένους είναι ψευδή και προσβλητικά για τη τιμή του εγκαλούντος, ο οποίος ουδέποτε έχει καταδικαστεί ή παραπεμφθεί σε δίκη για ψευδομαρτυρία. Με την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 1093/20-3-1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ο εγκαλών καταδικάστηκε για ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία με χρήση της ....... και όχι για ψευδομαρτυρία. Άλλωστε, από το περιεχόμενο της παραπάνω από 14.1.2000 εξώδικης απάντησης του 1ου κατηγορουμένου προκύπτει ότι αυτός δεν γνώριζε τότε για την ανωτέρω καταδίκη του εγκαλούντος με την υπ' αριθμ. 1093/1997 προαναφερθείσα απόφαση. Εξάλλου, ο εγκαλών δεν ήταν μειοδότης έργου του Δήμου Καλύμνου, ενώ η εταιρεία που εκπροσωπούσε δεν ανέλαβε τελικά το έργο, γεγονός που το γνώριζαν οι κατηγορούμενοι. Καταθέτοντας δε τα παραπάνω δημόσια κατά τη συνεδρίαση του Δ.Σ. Καλύμνου οι κατηγορούμενου πρόσβαλαν και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, αφού τον παρουσίασαν ο 1ος ως ψευδομάρτυρα, γεγονός εν γνώσει του ψευδές, ο δε 2ος, με τη φράση "έρποντας και γλείφοντας κάνει τη δουλειά του", ως άνθρωπο που δεν έχει κάποιο έρμα, ως καιροσκόπο και διαπλεκόμενο, ως άνθρωπο που με αδιαφανή και υπόγειο τρόπο διεκδίκησε και ανέλαβε την εκτέλεση δημοτικού έργου, γεγονός εν γνώσει του ψευδές. Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της πράξης που τους αποδίδεται με το κατηγορητήριο και αναφέρεται στο διατακτικό". Με βάση αυτές τις παραδοχές το Δικαστήριο κήρυξε τους κατηγορουμένους ενόχους του ότι "στις 25-10-2000 με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίστηκε ή διέδωσε για κάποιον άλλο γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του και το οποίο ήταν εν γνώσει του ψευδές και ειδικότερα: στην ...., στις 25-10-2000, κατά τη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου, ανέφεραν για το μηνυτή ψ1 μεταξύ άλλων τα κάτωθι? 1) Ο πρώτος κατηγορούμενος: "... ο συγκεκριμένος ήταν ψευδομάρτυρας σε δύο δικαστήρια. Ας ζητήσει συγγνώμη, γιατί δεν είμαστε του ιδίου επιπέδου. Μου είπε χ1 προχώρα και είμαι μαζΐ σου. Και την άλλη μέρα στέλνει επιστολή, ... ο συγκεκριμένος άνθρωπος ήθελε να πουλήσει εκδουλεύσεις στο Δήμαρχο..." 2) Ο δεύτερος κατηγορούμενος "... έρποντας και γλύφοντας προσπαθεί να κάνει τη δουλειά του. Αυτός ο κύριος είναι διεκδικητής έργου της ΔΕΥΑΚ...". Όλα τα ανωτέρω υπό στοιχεία 1 και 2 του κατηγορητηρίου γεγονότα ήταν εν γνώσει τους ψευδή και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του μηνυτή". Με τις παραδοχές όμως αυτές το δικαστήριο της ουσίας, αφ' ενός μεν δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις προδιαλειφθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά τη διεξαχθείσα στο ακροατήριο διαδικασία, επί τη βάσει των οποίων κατέληξε στην ως άνω κρίση του, αφ' ετέρου δε στέρησε αυτήν νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, δεν αιτιολογείται ειδικώς στην προσβαλλόμενη απόφαση ο άμεσος δόλος των αναιρεσειόντων, δηλαδή η γνώση τους, με την έννοια της βεβαιότητας (επίγνωσης - εντελούς γνώσης), ότι τα κατατεθέντα και ισχυρισθέντα, ως άνω, από αυτούς, ήταν ψευδή, αφού δεν αναφέρονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η ανωτέρω γνώση τους, μη αρκούσης για την πληρότητα της αιτιολογίας, ως προς το ζήτημα αυτό, της αναφοράς στο σκεπτικό, ότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι, τα ανωτέρω κατατεθέντα και ισχυρισθέντα από αυτούς, ήταν ψευδή. Προκειμένου η προσβαλλόμενη απόφαση να αιτιολογήσει την απόδοση στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσείοντος της επιβαλλόμενης από τη διάταξη του άρθρου 363 ΠΚ γνώσης της αναληθείας του ισχυρισμού του επικαλέστηκε την αναγνωσθείσα από 14-1-2000 εξώδικη απάντηση που απέστειλε ο αναιρεσείων στον εγκαλούντα, "από την οποία προκύπτει ότι αυτός δεν γνώριζε τότε για την ανωτέρω καταδίκη του εγκαλούντος με την υπ' αριθμ. 1093/1997 προαναφερθείσα απόφαση". Όμως, με την παραδοχή αυτή της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος συνέτρεχε η αναγκαία θετική γνώση του ισχυρισμού του, ούτε αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα από ποια συγκεκριμένα περιστατικά πείστηκε το Δικαστήριο ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την αναλήθεια του σχετικού του ισχυρισμού. Δεν εκθέτει με ποιους συλλογισμούς έκρινε ότι όσα ισχυρίστηκε ο δεύτερος αναιρεσείων εμπίπτουν στην έννοια του γεγονότος, γιατί διαφορετικά, δηλαδή αν εκφράζονται ή εκδηλώνονται αυτοτελώς, ανεξάρτητα και άσχετα από συγκεκριμένο γεγονός, συνιστούν άλλη πράξη. Δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι "ο εγκαλών δεν ήταν μειοδότης έργου του Δήμου Καλύμνου, ενώ η εταιρεία που εκπροσωπούσε δεν ανέλαβε τελικά το έργο, γεγονός που το γνώριζαν οι κατηγορούμενοι", χωρίς να εκθέτει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ως προς τον τρόπο της γνώσεως. Ακολούθως, αναφερόμενη στο δεύτερο κατηγορούμενο, αντιφατικά δέχεται ότι "διεκδίκησε και ανάλαβε την εκτέλεση δημοτικού έργου, γεγονός εν γνώσει του ψευδές". Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για? α)έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των εφαρμοσθεισών ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως αυτών, είναι βάσιμοι ως τέτοιοι, πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο για νέα συζήτηση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ.519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ.59/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στοιχεία συκοφαντικής δυσφήμησης. Έννοια γεγονότος. Αναιρείται λόγω ελλείψεως αιτιολογίας και νομίμου βάσεως η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Δυσφήμηση συκοφαντική.
0
Αριθμός 1911/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, και Αντώνιο Αθηναίο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιουλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδου Ανδρειωτέλλη και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νικολακόπουλο, για αναίρεση της ΑΤ2652/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 840/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 παρ. 1 και 2 του άρθρου 139 ΚΠΔ, όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 2408/1996 όλες οι αποφάσεις χωρίς εξαίρεση ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες πρέπει να αιτιολογούνται ειδικώς και εμπεριστατωμένως. Η ως άνω αιτιολογία εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς εάν δε δεν υπάρχει τέτοια αιτιολογία (ειδική και εμπεριστατωμένη), τότε ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ.. Δ' Κ.Π.Δ αναιρετικός λόγος. Εξ άλλου και ειδικότερα ως προς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη τους, εφόσον όμως προτάθηκαν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης ότι όντως προτάθηκαν και έλαβε χώρα και προφορική ανάπτυξη αυτών στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, δικάσαν αίτηση του αναιρεσείοντος, με περιεχόμενο και αίτημα αντιρρήσεις κατά την εκτέλεση, κατ' άρθρον 665 Κ.Π.Δ και συγκεκριμένα να θεωρηθεί ότι δεν διακόπηκε η έκτιση της συνολικής ποινής των 9 ετών κάθειρξης, που επέβαλε σε βάρος του το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 1574α-1833α-1834/2006 απόφαση, από το γεγονός ότι διατάχθηκε μεν η διακοπή της έκτισης της ποινής του, λόγω ανηκέστου βλάβης της υγείας του, με την υπ' αριθμ. ΑΤ4328/07 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε αυτή, με τις υπ' αριθμ. 6350/2007 και 7177/07 αποφάσεις του ιδίου δικαστηρίου, πλην όμως με τον τεθέντα παράνομο όρο της φρούρησης αυτού, στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος από 21-11-07 έως 22-1-08, και συνακόλουθα πρέπει να συνυπολογισθεί το ανωτέρω χρονικό διάστημα των δύο μηνών στην προαναφερθείσα προς έκτιση ποινή και να λογισθεί ως χρόνος έκτισης ποινής" απέρριψε αυτή, με την υπ' αριθμ. ΑΤ652/2008 απόφαση του, λόγω του ότι, στερούνταν δικαιοδοσία, διαλαμβάνοντας ως απολογία τα εξής: "Από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης που εξετάσθηκε στο ακροατήριο, και από όλη γενικά τη διαδικασία το Δικαστήριο πείσθηκε, ότι με την υπ' αριθ. ΑΤ 4328/07 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, όπως συμπληρώθηκε -τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. ΑΤ 6350/07 και ΑΤ 7177/07 όμοιες του ιδίου Δικαστηρίου, έλαβε χώρα διακοπή της εκτίσεως της ποινής κατ' άρθ. 557 του ΚΠΔ που επιβλήθηκε στον αντιλέγοντα με την υπ' αριθ. 1574α- 1833α - 1839/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Σ' εκτέλεση των παραπάνω αποφάσεων του Δικαστηρίου τούτου ο αντιλέγων νοσηλεύθηκε αρχικά στο νοσοκομείο "Κρόμβουελ" Μ. Βρετανίας και στη συνέχει κατά το διάστημα από 21-11-07 έως 22-1-08, στο "Ιπποκράτειο" Νοσοκομείο Αθηνών. Κατά το προαναφερόμενο δίμηνο διάστημα περίπου της νοσηλείας του αντιλέγοντος στο ελληνικό νοσοκομείο που μνημονεύθηκε, αυτός εφρουρείτο από αστυνομική δύναμη. Το γεγονός αυτό, ανεξάρτητα της νομιμότητάς ή όχι της φρουρήσεως του αντιλέγοντος κατά το χρόνο που είχε λάβει χώρα, διακοπή της εκτίσεως της ποινής, δεν επιφέρει το ανενεργό ή άλλως τη κατάργηση της πιο πάνω διακοπής που διατάχθηκε, εφόσον κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στο άτοπο συμπέρασμα της ακυρώσεως ή εξαφανίσεως δικαστικών αποφάσεων (στην προκειμένη περίπτωση οι προαναφερόμενες με τις οποίες διατάχθηκε η διακοπή της έκτισης της ποινής) από ενέργειες ή παραλείψεις αστυνομικών οργάνων. Επομένως, το αίτημα του αντιλέγοντος, όπως εμπεριέχεται στις κρινόμενες αντιρρήσεις του, να προσμετρηθεί το προεκτιθέμενο χρονικό διάστημα από 21-11-07 έως 22-1-2008 στο χρόνο εκτίσεως της ποινής που του επιβλήθηκε με την ως άνω εφετειακή απόφαση (θεωρουμένου ότι κατά το προεκτιθέμενο διάστημα δεν έλαβε χώρα διακοπή της έκτισης της ποινής του εξ αιτίας του περιστατικού της φρουρήσεώς του από αστυνομικούς) υπερβαίνει προφανώς τα όρια της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και κατά συνέπεια πρέπει για το λόγο αυτό να απορριφθεί". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας, ως προς την απόρριψη της ανωτέρω αίτησης για αντιρρήσεις περί την εκτέλεση, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αναφορικά δε με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς όπως τους χαρακτηρίζει ο αναιρεσείων, περί του ότι 1)η φρούρηση μετατρέπει το καθεστώς της ελεγχόμενης ελευθερίας που χαρακτηρίζει την διακοπή της ποινής σε καθεστώς αποκλεισμού κάθε μορφής προσωπικής ελευθερίας και κατά συνέπεια δεν συνάδει με τη διακοπή εκτέλεσης της ποινής και 2)η νομική και πραγματική κατάσταση, η οποία διαμορφώθηκε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα της νοσηλείας του στο νοσοκομείο Ιπποκράτειο, ταυτίζεται απόλυτα με το καθεστώς κράτησης και ουδεμία σχέση έχει με το καθεστώς διακοπής της εκτέλεσης της ποινής, την οποία ήδη εκτίει, το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ούτε να αιτιολογήσει την απάντηση της αφού όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, οι ως άνω ισχυρισμοί δεν προτάθηκαν από τους εκπροσωπούντες τον αναιρεσείοντα πληρεξουσίους δικηγόρους του, ούτε έλαβε χώρα προφορική ανάπτυξη αυτών στο ακροατήριο. Μετά απ' αυτά, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, που στηρίζεται στο άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ, ως αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 565 ΚΠΔ κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση σχετικά με την εκτελεστότητα της απόφασης και το είδος ή τη διάρκεια της ποινής λύεται από το δικαστήριο των πλημμελειοδικών του τόπου που εκτίεται η ποινή. Κατά της απόφασης αυτής επιτρέπεται να ασκηθεί αναίρεση από τον Εισαγγελέα και τον καταδικασμένο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το πλημμελειοδικείο το οποίο επιλαμβάνεται της εκδικάσεως τέτοιων αντιρρήσεων του καταδικασμένου λόγω του ότι αναφέρονται σε ζητήματα σχετικά με την εκτελεστότητα αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, που προέκυψαν κατά την εκτέλεση και μετά το αμετάκλητο αυτής, δεν μπορεί να εξετάσει αιτιάσεις του αντιλέγοντος, οι οποίες εκτείνονται στον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης, ως προς την επιβολή της ποινής ή σε πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την έκδοση της απόφασης αυτής. Εξάλλου υπέρβαση εξουσίας που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης υπάρχει, με βάση το γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια του ορισμού αυτού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, την από 4-3-2008 αίτηση του αναιρεσείοντος για αντιρρήσεις ως προς την εκτέλεση, με το ειδικότερο περιεχόμενο και αίτημα, που προσδιορίσθηκε ανωτέρω, δεχόμενο ότι δεν έχει δικαιοδοσία να κρίνει το ζήτημα της νομιμότητας της υπ' αριθμ. ΑΤ7177/2007 απόφασης, του ίδιου ως άνω δικαστηρίου και με την οποία τροποποιήθηκαν οι υπ' αριθμ. ΑΤ 4387/2007 αποφάσεις του και διατάχθηκε η παράταση (συνέχιση) της διακοπής της εκτέλεσης της ποινής που του επιβλήθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση (1574α - 1833α - 18434/2007) του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, λόγω ανήκεστης βλάβης της υγείας του, επί δύο μήνες, ως προς τον όρο που έθεσε για την φρούρηση του αναιρεσείοντος κατά την παραμονή του προς νοσηλεία στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο και συνακόλουθα ότι το ως άνω χρονικό διάστημα λογίζεται ως χρόνος έκτισης ποινής και γι' αυτό πρέπει να συνυπολογισθεί στην έκτιση της πιο πάνω ποινής, και για το λόγο αυτό απέρριψε την αίτηση. Έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, δεν υπέπεσε σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας, αφού όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε δικαίωμα να ερευνήσει και να κρίνει για το νομότυπο της υπ' αριθμ. ΑΤ 7177/2007 απόφασης του και ειδικότερα ως προς τον επιβληθέντα όρο της φρούρησης του αναιρεσείοντος κατά την επί δίμηνο παραμονή του προς νοσηλεία στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, που στηρίζεται στο άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η' ΚΠΔ, ως αβάσιμος, και συνακόλουθα αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης, να απορριφθεί αυτή (αίτηση αναίρεσης) στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2-5-2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΑΤ2652/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αντιρρήσεις περί την εκτέλεση. Παράταση διακοπής έκτισης ποινής λόγω ανήκεστης βλάβης (άρθρο 517 ΚΠΔ), με τον όρο να φρουρείται στο νοσοκομείο ο ασθενής κατάδικος. Το δικαστήριο που δικάζει σχετικές αντιρρήσεις περί την εκτέλεση, δεν έχει δικαιοδοσία να ερευνήσει το νομότυπο ή όχι του ως άνω όρου, που όρισε το δικαστήριο που διέταξε την παράταση της διακοπής της έκτισης της ποινής. Απορρίπτει λόγο αναίρεσης για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, καθώς και λόγο για έλλειψη αιτιολογίας.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή, Αντιρρήσεις σχετικά με την εκτέλεση.
1
Αριθμός 1910/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιουλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδου Ανδρειωτέλλη και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μπραβάκο, για αναίρεση της 1333/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 968/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 174 παρ. 2 ΚΠοινΔ η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησης αυτών στον κατηγορούμενο καλύπτεται αν αυτός που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι σε περίπτωση άκυρης επίδοσης της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο εφόσον αυτός εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει, κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, την ακυρότητα αυτή, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, οπότε καλύπτεται η ακυρότητα, η επίδοση θεωρείται έγκυρη. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη και δικασθεί ερήμην, η ως άνω ακυρότητα της επίδοσης της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξης, που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής απόφασης. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο έφεσης καλύπτεται με επακόλουθο η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος να θεωρείται έγκυρη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, με την υπ' αριθμ. ΒΤ 7071/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε με απόντα τον ήδη αναιρεσείοντα, αυτός καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως ενός έτους, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ την ημέρα και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, για την πλημμεληματική πράξη της παραβάσεως του άρθρου 4, 28 παρ. 1β του Ν. 1650/1986. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την με αριθμό έκθεσης 669/2007 έφεση, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα, στην οποία δεν πρόβαλε με ειδικό λόγο εφέσεως ακυρότητα της επιδόσεως προς αυτόν του κλητηρίου θεσπίσματος, ως αγνώστου διαμονής, με το από ..... αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακα ......., με βάση το οποίο αυτός δικάστηκε πρωτοδίκως. Είχε προηγηθεί επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ως αγνώστου διαμονής στις 8-7-2004 για να δικασθεί για το παραπάνω αδίκημα ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πόρου. Αυτό, ερήμην του, κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλη και παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Στη συνέχεια επιδόθηκε νέο κλητήριο θέσπισμα στις 21-1-2005, αλλά η δίκη κατά την ορισθείσα δικάσιμο αναβλήθηκε ερήμην του. Στο δικόγραφο της εφέσεώς του ο αναιρεσείων εκθέτει ότι ασκεί έφεση κατά της υπ' αριθμ. ΒΤ 7071/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς "γιατί δεν εκτιμήθηκαν ορθά από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τα αποδεικτικά μέσα που προεβλήθησαν (μάρτυρες έγγραφα) και έτσι κηρύχτηκε ένοχος πράξης που δεν έκανε. Ουδέποτε έλαβε γνώση της εκκαλούμενης απόφασης...Η έφεση ασκείται εμπροθέσμως, αφού η εκκαλουμένη μου επιδόθηκε ακύρως ως αγνώστου διαμονής, ενώ έπρεπε να μου επιδοθεί ως γνωστής διαμονής, στη διεύθυνση κατοικίας που δήλωσα κατά την προανάκριση, με αποτέλεσμα να λάβω γνώση της απόφασης αυτής όταν στις 22-6-2007 οχλήθηκα από το αστυνομικό τμήμα". Κατά την εκδίκαση της έφεσης αυτής ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, που έγινε στις 22-10-2007, ο αναιρεσείων, δια του συνηγόρου του, πρόβαλε, για πρώτη φορά, τον ισχυρισμό της παραγραφής, λόγω άκυρης επιδόσεως προς αυτόν του κλητηρίου θεσπίσματος, τον οποίο ανάπτυξε και προφορικά, το περιεχόμενο του οποίου έχει όπως ακολουθεί? "Το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλήθηκα να εμφανισθώ ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, μου επιδόθηκε ακύρως ως αγνώστου διαμονής, ενώ ήμουν γνωστής διαμονής, εφόσον, κατά την προδικασία, είχα δηλώσει ορισμένη διεύθυνση και ουδέποτε είχα δηλώσει εν συνεχεία, άλλη διεύθυνση. Συνεπώς η άκυρη επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος (απόλυτη ακυρότητα κατ' αρθρ. 171 ΚΠΔ) είχε ως αποτέλεσμα να μην ανασταλεί η παραγραφή του πλημμελήματος για το οποίο κατηγορούμαι. Έτερο αποτέλεσμα της ως άνω άκυρης διαδικαστικής πράξης είναι και η ακυρότητα όλων των μεταγενεστέρων πράξεων της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και της ερήμην εκκαλουμένης αποφάσεως. Επειδή δεν εκλήθην νομοτύπως και γ' αυτό δεν παρέστην στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο για να προβάλλω την ακυρότητα της ως άνω επίδοσης. Επειδή προβάλλω, το πρώτον ενώπιόν σας την ακυρότητα αυτή, που κατ' άρθρ. 502 παρ. 4 ΚΠοινΔ θα πρέπει να ακυρώσει την εκκαλουμένη και να δικάσει την υπόθεση στην ουσία. Επειδή, εντεύθεν, και εφόσον δεν έχει ανασταλεί η παραγραφή του πλημμελήματος για το οποίο κατηγορούμαι και αυτό έχει ήδη υποκύψει στην παραγραφή (χρόνος τελέσεως Νοέμβριος 2000),..ζητώ να παύσει η ποινική μου δίωξη, λόγω παραγραφής". Το Εφετείο επί του ισχυρισμού του αυτού δέχτηκε τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 474 παρ.1 εδ.γ ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που τη δέχεται, ενώ κατά τη διάταξη της παρ. 2 του αυτού άρθρου ΚΠοινΔ, στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο. Οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι επί ποινή απαραδέκτου (ΑΠ 44/1996 ΙΜοΒ 1996.876, ΑΠ 1622/2001 Ποιν Λογ 1990, ΑΠ 1018/2000 ΠοινΔ 2000.1204). Λόγοι κείμενοι εκτός της ως άνω συντασσόμενης εκθέσεως ασκήσεως του ενδίκου μέσου, δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο (ΑΠ 738/1994, ΑΠ 1226/1988 ΠΧρ ΛΘ'207, ΑΠ 1359/1988). Εν προκειμένω ο κατηγορούμενος, χωρίς να έχει περιλάβει τούτο ως λόγο έφεσης κατά της εκκαλουμένης υπ' αριθμ ΒΤ-7071/2005 αποφάσεως Β' Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς στην υπ' αριθ 669/25.6.2006 έκθεση εφέσεώς του, στην οποία ως μόνο λόγο προκειμένου να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη προβάλλει την κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ισχυρίζεται επί πλέον προς εξαφάνιση της εκκαλουμένης ότι το κλητήριο θέσπισμα για να εμφανισθεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε σ' αυτόν ακύρως ως αγνώστου διαμονής, ενώ αυτός ήταν γνωστής διαμονής, με συνέπεια να μην έχει ανασταλεί η παραγραφή του πλημμελήματος για το οποίο κατηγορείται και ως εκ τούτου να έχει υποκύψει η πράξη που του αποδίδεται σε παραγραφή. Ο λόγος αυτός όμως, που κείται εκτός της εκθέσεως εφέσεώς του, προβαλλόμενος το πρώτο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα". Ενόψει των ανωτέρω, η τυχόν ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος προς τον αναιρεσείοντα, που για πρώτη φορά αυτός πρόβαλε με τον ως άνω τρόπο, δηλαδή χωρίς λόγο έφεσης, καλύφθηκε και η στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προβολή εκ μέρους του αναιρεσείοντος ήταν απαράδεκτος και δεν όφειλε το Δικαστήριο να απαντήσει αιτιολογημένα. Όμως παρά ταύτα έπραξε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού με σαφή διάταξή του απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, ο οποίος εμπεριέχεται στην ένσταση της ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Συνακόλουθα ορθά δεν απάγγειλε ακυρότητα και δεν έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για την προαναφερόμενη πράξη, αφού με την ως άνω επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος και από την ημέρα επιδόσεως άρχισε η κύρια διαδικασία, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να ανασταλεί η προθεσμία της παραγραφής. Για τους λόγους αυτούς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως. Κατ' ακολουθία, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος προς έρευνα, πρέπει, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-4-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1333/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εφόσον η εκ της τυχόν μη εγκύρου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος απορρέουσα ακυρότητα καλύφθηκε, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων πρωτοδίκως δικάστηκε ερήμην και δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος εφέσεως, με συνέπεια να επέλθει αναστολή της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής, είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος από του άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠΔ που υποστηρίζει τα αντίθετα. Απορρίπτει.
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κλητήριο θέσπισμα, Ακυρότητα σχετική.
0
Αριθμός 1907/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Πολυζω-γόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε, σε συμβούλιο, σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 και 29 Ιουλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου χ1, κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο αυτοπροσώπως χωρίς δικηγόρο, κατά της με αριθμό 38/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στο κράτος της Αλβανίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία "517/30.5.2008" έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής Κορυδαλλού και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1151/2008. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον αυτοπροσώπως παραστάντα εκκαλούντα - εκζητούμενο, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή του και να μην εκδοθεί και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκδοθεί αυτός στο κράτος της Αλβανίας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον 515β) παρ. 1 ΚΠΔ "Με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις ν'αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο"....Στην προκειμένη περίπτωση ο προβαλλόμενος υπό του εκκαλούντος λόγος αναβολής, ότι ο δικηγόρος του Ευάγγελος Καλαμπαλίκης κωλύεται να παραστεί λόγω οικογενειακών προβλημάτων, δεν συνιστά εξαιρετική περίπτωση και πρέπει γι' αυτό να απορριφθεί το σχετικό αίτημα αναβολής ως κατ' ουσίαν αβάσιμον. Κατά το άρθρο 451 παρ.1 ΚΠΔ κατά της οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών με την οποία τούτο γνωμοδοτεί επί αιτήσεως εκδόσεως επιτρέπεται στον εκζητούμενο και τον Εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση ενώπιον του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, μέσα σε είκοσι τέσσερις (24) ώρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από τον γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Συνεπώς, η κρινομένη έφεση κατά της υπ' αριθμ. 38/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποίαν αυτό εγνωμοδότησεν υπέρ της εκδόσεως στις Αλβανικές Αρχές του εκζητουμένου - εκκαλούντος Αλβανού υπηκόου για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη του "λαθρεμπορίου ανηλίκων", εις εκτέλεση της υπ' αριθμ. 54/11.3.2008 αποφάσεως του Πρωτοδικείου Βαριών Κακουργημάτων Τιράνων Αλβανίας, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν (άρθρ. 451 παρ. 1 ΚΠΔ). Κατά το άρθρο 436 Κ.Π.Δ, εάν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 437-456 Κ.Π.Δ., οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση. Εξάλλου, η από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως που υπεγράφη στο Παρίσι και εκυρώθη από την Ελλάδα την 6-5-1961 με τον Ν. 4165/1961 και από την Αλβανία την 19-5-1998 με έναρξη ισχύος από 17-8-1998, από δε της κυρώσεώς της διέπει το δίκαιο της εκδόσεως μεταξύ των ως άνω Κρατών, στο άρθρο 2 παρ.1 αυτής ορίζει, ότι η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους τόσο του Κράτους που ζητεί την έκδοση, όσο και του Κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με μέτρο ασφαλείας ανωτάτου ορίου ενός (1) τουλάχιστον έτους ή με αυστηρότερη ποινή, ενώ οσάκις έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή ή επεβλήθη μέτρον ασφαλείας εις το έδαφος του αιτούντος Κράτους, η απαγγελθείσα κύρωση πρέπει να είναι διαρκείας τεσσάρων (4) μηνών κατ' ελάχιστο όριο. Περαιτέρω, στο άρθρο 12 της ιδίας συμβάσεως με τον τίτλο "αιτήσεις και δικαιολογητικά στοιχεία " ορίζονται τα ακόλουθα. Η αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση, πρέπει, εάν δεν έχει συμφωνηθεί δι' απευθείας συνεννοήσεως μεταξύ των μερών άλλο μέσο, να διατυπωθεί εγγράφως και να υποβληθεί δια της διπλωματικής οδού και προς υποστήριξή της να προσαχθούν α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο είτε εκτελεστής δικαστικής αποφάσεως είτε εντάλματος συλλήψεως ή άλλης πράξεως που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους, β) έκθεση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και χρόνου τέλεσης αυτών, του κατά νόμο χαρακτηρισμού τους και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή, οι οποίες πρέπει να εμφανίζονται κατά το δυνατόν ακριβέστερα και γ) αντίγραφο των διατάξεων που προβλέπουν την πράξη ή εφόσον τούτο δεν καθίσταται εφικτό, δήλωση περί του εφαρμοστέου δικαίου, καθώς και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος καθορισμός του προσώπου που καταζητείται και κάθε άλλη πληροφορία που μπορεί να καθορίσει την ταυτότητα και την εθνικότητα αυτού. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις της άνω Ευρωπαϊκής Συμβάσεως εκδόσεως και περί εκδόσεως του Κ.Π.Δ. (436 έως 456), το συμβούλιο εφετών δεν μπορεί να προβεί σε έρευνα για την ύπαρξη ή όχι στοιχείων ενοχής του εκζητουμένου για το νομότυπο ή μη της κλητεύσεώς του ενώπιον του εκδόσαντος την καταδικαστική απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου και να καταλήξει σε κρίση αντίθετη εκείνης της εκτελεστής αποφάσεως του αλλοδαπού δικαστηρίου, προς εκτέλεση της οποίας ζητείται η έκδοση του εκζητουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβαθμίου δίκης, τα οποία όλα ανεγνώσθησαν, σε συνδυασμό και με όσα εξέθεσε ο παραστάς εκζητούμενος ενώπιον του Συμβουλίου τούτου και δια του διερμηνέως, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, εγνωμοδότησε για την έκδοση στις Αλβανικές δικαστικές αρχές του Αλβανού υπηκόου χ1, ο οποίος διώκεται με το από 13.3.2008 ένταλμα συλλήψεως του Εισαγγελέως του Πρωτοδικείου Βαριών Κακουργημάτων Τιράνων Αλβανίας, σε εκτέλεση της με αριθμό 54 από 11.3.2008 αποφάσεως για "καθορισμό μέτρου ασφαλείας" του Πρωτοδικείου Βαριών Κακουργημάτων Τιράνων Αλβανίας, προκειμένου να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη του "λαθρεμπορίου ανηλίκων", όπως προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 128/Β του Ποινικού Κώδικος της Αλβανίας. Για την έκδοση του εκκαλούντος, ο οποίος συνελήφθη και κρατείται στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού με το υπ' αριθμ. 30/2008 ένταλμα συλλήψεως του Προέδρου Εφετών Αθηνών, έχει υποβληθεί νομίμως από το κράτος της Αλβανίας με την υπ' αριθμ. 809/1/29.4.2008 ρηματική διακοίνωση της Αλβανικής Πρεσβείας στην Αθήνα, η υπ' αριθμ. .... σχετική αίτηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας, η οποία διεβιβάσθη στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με το υπ'αριθμ. ... ΦΕΑ .... έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Με την αίτηση αυτή συνυποβάλλονται και όλα τα κατά νόμον απαιτούμενα έγγραφα σε αντίγραφα στην Αλβανική γλώσσα, η μετάφραση της οποίας στην Ελληνική έγινε επισήμως από το πρωτότυπο αλβανικό κείμενο και συγκεκριμένα: 1) η προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 54/11.3.2008 απόφαση, τελεσίδικη και εκτελεστή, του Πρωτοδικείου Βαριών Κακουργημάτων Τιράνων Αλβανίας, 2) η εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη του Αλβανικού Ποινικού Κώδικος που αφορά την πράξη για την οποία διώκεται ο εκζητούμενος και συγκεκριμένα η διάταξη του άρθρου 128/β του Ποινικού Κώδικος που αναφέρει την αξιόποινη πράξη "λαθρεμπόριο ανηλίκων", για την οποία ζητείται ο εκζητούμενος ως και την προβλεπόμενη γι' αυτή ποινή, η διάταξη δε αυτή επισυνάπτεται στην αίτηση σε πρωτότυπο και σε μετάφραση στην ελληνική, η οποία, όπως βεβαιώνεται έγινε επισήμως από το Αλβανικό κείμενο, 3) το από .... πιστοποιητικό γεννήσεως του εκζητουμένου της Κοινότητας Τιράνων (Ληξιαρχείο αριθμ....). Δηλαδή προσκομίζονται όλα τα έγγραφα που προβλέπονται από τις άνω διατάξεις. Πρέπει να σημειωθεί ότι η πράξη για την οποία διώκεται ο εκζητούμενος είναι αξιόποινη και κατά την ημεδαπή νομοθεσία και συγκεκριμένα προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 385 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικος (παρ. 1α) σε βαθμό κακουργήματος με ποινή καθείρξεως. Περαιτέρω από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας συνάγεται ότι ο εκκαλών είναι το αυτό πρόσωπο με τον εκζητούμενο από τις Αλβανικές αρχές, γεγονός που και ο ίδιος δεν αμφισβητεί, ούτε τέλος, προκύπτει ότι η έκδοση αυτού ζητείται για πολιτικούς λόγους, αλλά ζητείται αποκλειστικά και μόνον εις εκτέλεση της άνω υπ' αριθμ. 54/11.3.2008 αποφάσεως του Πρωτοδικείου Βαριών Κακουργημάτων Τιράνων Αλβανίας, προκειμένου να δικασθεί για την άνω αξιόποινη πράξη, που φέρεται τελεσθείσα κατά τα έτη 2001 - 2007 στην Αθήνα. Τέλος οι προβληθέντες στο ακροατήριο λόγοι, αναγόμενοι στην οικογενειακή του κατάσταση, δεν ασκούν νόμιμη επιρροή επί του αντικειμένου της εκδόσεως. Συμφώνως προς τις προηγούμενες σκέψεις συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις κατά την άνω σύμβαση και το άρθρο 438 ΚΠΔ για την έκδοση του εκκαλούντος προς τον ανωτέρω σκοπόν. Συνεπώς το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφαση εγνωμοδότησεν υπέρ της εκδόσεως του εκκαλούντος, δεν έσφαλε και οι τ' αντίθετα υποστηρίζοντες λόγοι της εφέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, απορριπτέα δε και αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν στον εκκαλούντα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την υπ' αριθμ. 517/30.5.2008 έφεση κατά της υπ' αριθμ. 38/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποίαν αυτό εγνωμοδότησεν υπέρ της εκδόσεως στις Αλβανικές Αρχές του εζητουμένου εκκαλούντος χ1. Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 29 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ευρωπαϊκή Σύμβαση εκδόσεως (Ν. 4165/1961 περί κυρώσεως από την Ελλάδα της από 13-12-1957 Ευρωπαϊκής Σύμβασης εκδόσεως) - άρθρ. 451§1 ΚΠΔ. Προϋποθέσεις εκδόσεως. Πότε αποκλείεται η έκδοση. Υποβολή ρηματικής διακοίνωσης της Αλβανικής Πρεσβείας στην Αθήνα προς έκδοση Αλβανού υπηκόου, διωκόμενου για αξιόποινη πράξη «λαθρεμπόριο ανηλίκων» (άρθρ. 128/β Αλβανικού Ποινικού Κώδικος), η οποία είναι αξιόποινη και κατά το Ελληνικό Ποινικό Δίκαιο (άρθρο 385 ΠΚ). Απορρίπτεται η έφεση κατά της οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, με την οποίαν αυτό γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του εκκαλούντος στην Αλβανία. Ισχυρισμοί αναγόμενοι στην οικογενειακή κατάσταση του εκκαλούντος, ουδεμία ασκούν έννομο επιρροή επί του αντικειμένου της εκδόσεως.
Έκδοση
Έκδοση.
0
Αριθμός 1906/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΔΙΑΚΟΠΩΝ (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 και 29 Ιουλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλη και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου χ1 , ήδη προσωρινά κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με την πληρεξουσία δικηγόρο του Ζαχαρούλα Βαρβέλη, κατά της υπ' αριθμ. 1245/2007 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Ρωσίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 3/24-10-2007 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Θεολόγου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1844/2007. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και την πληρεξουσία δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να μην γίνει δεκτή η έφεση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπ' αριθμ. 1245/2007 απόφαση (βούλευμα) το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης εγνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως στις Αρχές του Κράτους της Ρωσικής Ομοσπονδίας του Γεωργιανού υπηκόου (επ.) χ1. Κατ' αυτής της αποφάσεως ο εκζητούμενος ήσκησε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου και σχετικώς εξεδόθη το υπ' αριθμ. 2279/2007 βούλευμα, το οποίο έκρινε αυτήν ως παραδεκτώς και νομίμως ασκηθείσα, αλλ' ανέβαλε την έκδοση της οριστικής αποφάσεως και εζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες από το αιτούν την έκδοση κράτος. Ήδη μετά την παροχή των σχετικών πληροφοριών από το τελευταίο νομίμως επιλαμβάνεται το Συμβούλιο τούτο της εκδικάσεως της εφέσεως του εκζητουμένου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 436 ΚΠΔ οι όροι και η διαδικασία εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματιών, αν δεν υπάρχει σύμβαση ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επομένων άρθρων. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται συμπληρωματικά και αν υπάρχει διεθνής σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Πολιτείας και του εκζητούντος κράτους, εφ' όσον δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και για ζητήματα για τα οποία δεν προβλέπει η σύμβαση. Εξ άλλου η από 21/5/1981 Σύμβαση δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις, μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της άλλοτε ενώσεως των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, η οποία εκυρώθη δια του Ν. 1242 της 29/3-6/4/1982 από την Ελλάδα και εξακολουθεί να ισχύει τις επόμενες πενταετείς περιόδους από την ημερομηνία θέσεώς της σε ισχύ και να έχει εφαρμογή και ως προς την Ρωσική Ομοσπονδία (Ρ.Ο), αφού δεν κατηγγέλθη ούτε από αυτή μετά την διάλυση της ΕΣΣΔ (ΑΠ 293/2004, 155/2000 και 2015/2001) ορίζει στα άρθρα 37 και 42 αυτής τα εξής: Τα Συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνται μετά από αίτηση και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως να εκδίδουν αμοιβαίως πρόσωπα που ευρίσκονται στο έδαφός τους, για άσκηση ποινικής διώξεως ή εκτέλεση ποινής. Η έκδοση πραγματοποιείται για πράξεις που, σύμφωνα με τη νομοθεσία και των συμβαλλομένων μερών, αποτελούν εγκλήματα για τα οποία προβλέπεται ποινή στερητική της ελευθερίας άνω του ενός έτους ή βαρύτερη (37 παρ. 1, 2 εδ. α'), 2) Η αίτηση εκδόσεως πρέπει να συντάσσεται εγγράφως και να περιλαμβάνει α) την ονομασία του οργάνου από το οποίο προέρχεται η αίτηση, β) το κείμενο του νόμου του Συμβαλλομένου Μέρους από το οποίο προέρχεται η αίτηση που χαρακτηρίζει την πράξη ως έγκλημα, γ) το ονοματεπώνυμο του προσώπου, του οποίου ζητείται η έκδοση, πληροφορίες για την υπηκοότητά του, τον τόπο κατοικίας ή διαμονής του και άλλες πληροφορίες για το πρόσωπό του όπως και, αν είναι δυνατό, περιγραφή της εξωτερικής του εμφανίσεως, φωτογραφία και τα δακτυλικά του αποτυπώματα, δ) εκτίμηση του μεγέθους της ζημίας, εφόσον το έγκλημα προκάλεσε υλική ζημία (42 παρ. 1), 3) Στην αίτηση εκδόσεως για άσκηση ποινικής διώξεως επισυνάπτεται κυρωμένο αντίγραφο της δικαστικής αποφάσεως που διατάσσει προσωρινή κράτηση και περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την εγκληματική πράξη (42 παρ. 2). 4) Το Συμβαλλόμενο Μέρος από το οποίο προέρχεται η αίτηση, δεν υποχρεούται να επισυνάψει στην αίτηση εκδόσεως τις αποδείξεις ενοχής του εκζητουμένου (42 § 3). Περαιτέρω κατά το άρθρο 2 § 1 της από 13/12/1957 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως εκδόσεως η οποία εκυρώθη δια του Ν. 4165/1961 από την Ελλάδα και την άλλοτε Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών με νόμο του οποίου η ισχύς ήρχισε την 7/11/1966, η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους, τόσο του κράτους που ζητεί την έκδοση, όσο και του κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή με αυστηρότερη ποινή, κατά δε τα άρθρα 3, 4, 5, 6, 9 και 10 αυτής της (Ευρωπαϊκής) Συμβάσεως εκδόσεως ως άνω η έκδοση είναι ανεπίτρεπτη εάν πρόκειται για πολιτικές πράξεις και συναφείς με τοιαύτες πράξεις παραβάσεις, αν η σχετική αίτηση για την έκδοση αποβλέπει στη δίωξη του εκζητουμένου για τα πολιτικά φυλετικά ή θρησκευτικά φρονήματά του, αν η θέση του ατόμου διατρέχει κίνδυνο να επιδεινωθεί από τον ένα ή τον άλλον των ως άνω λόγων, αν αφορά στρατιωτικές και φορολογικές παραβάσεις (με τη Διεθνή Σύμβαση Schengen, που εκυρώθη από την Ελλάδα με τον Ν. 2514/1997 η έκδοση είναι επιτρεπτή και για ορισμένες φορολογικές παραβάσεις), αν αναφέρεται σε υπηκόους του κράτους παρά του οποίου ζητείται η έκδοση οσάκις το καταζητούμενο άτομον εδικάσθη ήδη οριστικώς από των αρμοδίων Αρχών του μέρους παρ' ου ζητείται η έκδοση, δια την πράξη ή τας πράξεις δι' ας ζητείται αυτή και αν κατά την νομοθεσία της αιτούσης χώρας ή εκείνης προς την οποίαν υποβάλλεται η αίτηση εχώρησε παραγραφή της πράξεως. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες εν όψει και του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερισχύουν κάθε αντιθέτου διατάξεως του ημεδαπού δικαίου, συνάγεται με σαφήνεια, ότι σε περίπτωση εκδόσεως αλλοδαπού, κατά τις διατάξεις της "Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως", ως κατηγορουμένου, πρέπει τα εγκλήματα για τα οποία, αυτός διώκεται, να είναι αξιόποινα, τόσο κατά το νόμο του αιτούντος κράτους, όσο και κατά το νόμο του κράτους παρά του οποίου ζητείται η έκδοση και να τιμωρούνται με ποινή στερητική της ελευθερίας, ανωτάτου ορίου τουλάχιστον ενός έτους. Αποδεικτικά στοιχεία της ενοχής του εκζητουμένου, δεν είναι αναγκαίο να προσκομίζονται, αφού τα στοιχεία αυτά δεν διαλαμβάνονται στην αναφερομένη διάταξη, ούτε το Συμβούλιο που επιλαμβάνεται της σχετικής αιτήσεως, έχει την εξουσία να ερευνήσει τη βασιμότητα της κατηγορίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 450 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., το Συμβούλιο γνωμοδοτεί αιτιολογημένα για την αίτηση της εκδόσεως και αποφαίνεται, για το αν εκείνος που έχει συλληφθεί και δικάζεται, είναι το ίδιο πρόσωπο με εκείνο που εκζητείται (εκείνο δηλαδή του οποίου ζητείται η έκδοση), υπάρχουν τα απαιτούμενα για την έκδοση δικαιολογητικά έγγραφα, το έγκλημα που αποδίδεται στον εκζητούμενο ή για το οποίο αυτός έχει καταδικασθεί, είναι από εκείνα για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση και αν έχει προκύψει λόγος που εμποδίζει τη δίωξη ή την έκδοση ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1245/2007 απόφασή του (βούλευμα) και κατά παραδοχή αιτήσεως εκδόσεως του Κράτους της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η οποία υπεβλήθη στις Ελληνικές αρχές με το με αριθμό ... από ... έγγραφο του Προξενείου της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Αθήνα και διεβιβάσθη με την υπ' αριθμ. .... από .... αίτηση της Γενικής Εισαγγελίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας, εγνωμοδότησεν υπέρ της εκδόσεως στις αρχές του Κράτους της Ρωσικής Ομοσπονδίας του Γεωργιανού υπηκόου χ1, συλληφθέντος στην Ελλάδα με την υπ' αριθμ. πρωτ. 149α/5-9-07 εντολή προσωρινής συλλήψεως του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης και φυλακισθέντος με την από 9/10/2007 έκθεση φυλακίσεως του Γραμματέως της Δικαστικής Φυλακής Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί για τα εγκλήματα, τα οποία προβλέπονται από τα άρθρα 144 εδ. 2 και 3, 15 εδ. 2 και 149 εδ. 1 του Ποινικού Κώδικος της Ρωσικής Ομοσπονδίας (κλοπή ξένου πράγματος μεγάλης αξίας διαπραχθείσα με συναυτουργία ομάδος προσώπων δια διαρρήξεως οικίας με αποτέλεσμα την πρόκληση σημαντικής ζημίας στο θύμα, κλοπή διαπραχθείσα κατά συρροή, με συναυτουργία ομάδος προσώπων, δια διαρρήξεως οικίας με αποτέλεσμα την πρόκληση σημαντικής ζημίας στο θύμα, απόπειρα κλοπής κατά συρροή με προηγούμενη συμφωνία ομάδος προσώπων και φθορά ξένου πράγματος με πρόκληση σημαντικής ζημίας). Συγχρόνως (το Συμβούλιο Εφετών) αποφάνθηκε ότι: α) ο εκζητούμενος είναι το ίδιο πρόσωπο με εκείνο που είχε συλληφθεί και κρατείται, β) υπάρχουν όλα τα έγγραφα που απαιτούνται για την εκδοσή του, γ) τα εγκλήματα που του αποδίδονται είναι από εκείνα για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση και δ) δεν υπάρχει λόγος που να εμποδίζει τη δίωξη ή να αποκλείει ή να εξαλείφει το αξιόποινο. Από όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται από το κράτος που υποβάλλει την αίτηση εκδόσεως αρχικά και συμπληρωματικά και τον εκζητούμενο και υπάρχουν στη δικογραφία, συμπεριλαμβανομένων των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης ως και του εκεί υποβληθέντος υπομνήματος, καθώς και όσα εξέθεσαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο τόσον ο εκζητούμενος όσον και η πληρεξουσία δικηγόρος του, προκύπτει ότι η έκδοση ζητείται, όπως αναφέρθηκε, για να δικασθεί για τα εγκλήματα της 1) κλοπής ξένου πράγματος μεγάλης αξίας διαπραχθείσης με συναυτουργία ομάδος προσώπων δια διαρρήξεως οικίας με αποτέλεσμα την πρόκληση σημαντικής ζημίας στο θύμα, 2) κλοπής διαπραχθείσης κατά συρροή, με συναυτουργία ομάδος προσώπων, δια διαρρήξεως οικίας με αποτέλεσμα την πρόκληση σημαντικής ζημίας στο θύμα, 3)αποπείρας κλοπής κατά συρροή με προηγούμενη συμφωνία ομάδος προσώπων και 4) φθοράς ξένου πράγματος με πρόκληση σημαντικής ζημίας. Εν σχέσει με τις άνω πράξεις έχουν εκδοθεί από τις Δικαστικές Αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας και συνυπεβλήθησαν με την αίτηση εκδόσεως αλλ' υπεβλήθησαν και μεταγενεστέρως ως συμπληρωματικά στοιχεία: 1)αντίγραφο σε επίσημη μετάφραση της από 20/6/1995 διαταγής ασκήσεως ποινικής διώξεως της ανακριτικής υπαλλήλου της Ανακριτικής Διευθύνσεως Περιφερείας Αστραχάν, η οποία εξεδόθη εις βάρος του εκκαλούντος εκζητουμένου, στην οποία εκτίθενται με λεπτομέρεια, τα πραγματικά περιστατικά των πράξεων που του αποδίδονται 2)αντίγραφο σε επίσημη μετάφραση του από 23/1/1996 εντάλματος του Δικαστηρίου περιοχής Κίροβ Αστραχάν, το οποίον εξεδόθη εις βάρος του εκκαλούντος-εκζητουμένου και διατάσσει την αναβολή της δίκης μέχρι την προσαγωγή του εκζητουμένου, τον κηρύσσει καταζητούμενο και διατάσσει την κράτησή του, αφού ευρεθεί, 3)πιστοποίηση με όλα τα στοιχεία που μπορούν να χρησιμεύσουν στην εξακρίβωση της ταυτότητος και της εθνικότητος του εκζητουμένου, 4)αποσπάσματα σε επίσημη μετάφραση από τα άρθρα 144 εδ. 2 και 3, 15 εδ. 2 και 149 εδ. 1 του ποινικού κώδικος της Ρωσικής Ομοσπονδίας ισχύοντος από του έτους 1960, από τα οποία προκύπτει ότι οι ανωτέρω πράξεις για τις οποίες διώκεται ο εκζητούμενος τιμωρούνται με ποινές στερητικές της ελευθερίας α)από 2 μέχρι 7 έτη και κατάσχεση περιουσίας ή άνευ αυτής, β) από 4 μέχρι 10 έτη και κατάσχεση της περιουσίας γ)από 2 μέχρι 7 έτη και δ)μέχρι 5 έτη αντιστοίχως, ως και από τα άρθρα 158 για την κλοπή όπως ετροποποιήθη με τον Ομοσπονδιακό Νόμο 162/08-12-2003, 30 του Ποινικού Κώδικος της Ρωσικής Ομοσπονδίας που ισχύει από του έτους 1996 για την απόπειρα κλοπής και 167 αυτού για την φθορά από τα οποία προκύπτει ότι τα άνω εγκλήματα εξακολουθούν να είναι μεγάλης βαρύτητος. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο συλληφθείς την 5/9/2007 δυνάμει της άνω εντολής προσωρινής συλλήψεως του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης και εν συνεχεία, δυνάμει του υπ' αριθμ. 2/2007 εντάλματος του Προέδρου Εφετών Θεσσαλονίκης, κρατούμενος δε έκτοτε στην Δικαστική Φυλακή Θεσσαλονίκης με σκοπό την έκδοσή του, είναι το ίδιο πρόσωπο με τον εκζητούμενο, ο οποίος επιβεβαίωσε τα στοιχεία της ταυτότητός του ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου και ο οποίος εδήλωσεν ότι δεν επιθυμεί να εκδοθεί στις Ρωσικές Αρχές. Επίσης απεδείχθη ότι αυτός διώκεται ως φυγόδικος για τις ανωτέρω πράξεις σύμφωνα με το από 23/1/1996 ένταλμα, ο χρόνος παραγραφής δε των πράξεων αυτών που ετελέσθησαν τον Μάρτιο 1995, ορίζεται σε δέκα πέντε (15) έτη. Οι άνω πράξεις είναι αξιόποινες και κατά τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα διωκόμενες σε βαθμό κακουργήματος (διακεκριμένες κλοπές) κατά τη διάταξη του άρθρου 374 στοιχ. δ' Π.Κ (κλοπές τελεσθείσες από δύο ή περισσοτέρους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες) και τιμωρούνται με κάθειρξη 5 έως 10 ετών δηλαδή στερητική της ελευθερίας ποινή, για την οποίαν επιτρέπεται η έκδοση, ο δε χρόνος παραγραφής κατά το άρθρο 111 περ. 2 β' ΠΚ είναι δέκα πέντε (15) έτη από της τελέσεως της πράξεως, ενώ και η πράξη της φθοράς πράγματος ή δολίας καταστροφής αξιόποινος και κατά το Ελληνικό δίκαιο είναι έγκλημα μεγάλης βαρύτητος, με βάση τα πραγματικά περιστατικά αυτής κατά το δίκαιο του εκζητούντος κράτους. Προσθέτως ούτε κατά την νομοθεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ούτε κατά την ημεδαπή έχει λάβει χώρα παραγραφή των πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο εκκαλών, και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της κρινομένης εφέσεως. Επίσης ούτε έχει προκύψει άλλος λόγος που να εμποδίζει την δίωξη ή αποκλείει η εξαλείφει το αξιόποινο, ενώ δεν καταδιώκεται ούτε έχει καταδικασθεί στην Ελλάδα για άλλη πράξη, για την οποία εκκρεμεί ή εκτίει την επιβληθείσα ποινή (άρθρο 441 ΚΠΔ και 8 της Συμβάσεως). Τέλος ούτε υπάρχει λόγος που να μην επιτρέπει την παροχή εκδόσεως, αφού δεν απεδείχθη ότι ο εκζητούμενος εδικάσθη ήδη οριστικώς εις την Ρωσική Ομοσπονδία. Και τούτο διότι η από 4/9/1995 απόφαση του Δικαστηρίου Κίροβσκι του Νομού Αστραχάν προσκομιζομένη σε επίσημη μετάφραση και που τον έχει καταδικάσει μάλιστα μόνο για παράβαση του άρθρου 144 εδ. 2 ΠΚ, έχει ακυρωθεί από την δικαστική επιτροπή ποινικών υποθέσεων του δικαστηρίου του ιδίου Νομού και το ίδιο ως άνω δικαστήριο την 23/1/1996 διέκοψε την ποινική αυτή υπόθεση και εκήρυξε την καταδίωξη του εκζητουμένου. Δι' ό και ο σχετικός δεύτερος λόγος της εφέσεώς του ότι για τις ίδιες πράξεις για τις οποίες ζητείται η έκδοσή του έχει δικασθεί από το Λαϊκό Δικαστήριο Αστραχάν, και εντεύθεν, δεν πρέπει να εκδοθεί, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης δεν συντρέχει περίπτωση απαγορεύσεως της εκδόσεως με την προδιαληφθείσα σύμβαση αφού δεν προέκυψε ότι οι πράξεις για τις οποίες ζητείται η έκδοση θεωρούνται ως πολιτικό έγκλημα, ούτε πιθανολογείται ότι ο εκζητούμενος θα αντιμετωπίσει στο κράτος που ζητεί την έκδοσή του δίωξη για άλλες πράξεις εκτός από εκείνη την οποία αφορά η έκδοση ή ότι η τελευταία αυτή αποβλέπει στην δίωξη του εκζητουμένου για τις πολιτικές θρησκευτικές, φυλετικές κλπ πεποιθήσεις του ή ότι η θέση του διατρέχει κίνδυνο επιδεινώσεως και θα υποστεί βασανισμούς εξ αιτίας ακριβώς αυτών των πεποιθήσεών του. Δι' ό και η σχετική αιτίαση με τον άνω λόγον της εφέσεώς του κατά το έτερον σκέλος του, ο τρίτος λόγος κατά το εν σκέλος του ως και ο τέταρτος λόγος της εφέσεως, υποστηρίζοντες τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος ο ισχυρισμός του εκζητουμένου εκκαλούντος, ότι η έκδοσή του αντιστρατεύεται τα άρθρα 6 και 8 της Ε.Σ.Δ.Α κατά το πρώτο των οποίων έχει δικαίωμα να δικασθεί εντός λογικής προθεσμίας, η οποία δεν είναι η πάροδος των 10 και πλέον ετών από της τελέσεως των πράξεων και το δεύτερο, να γίνει σεβαστή η ιδιωτική και επαγγελματική του ζωή, είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι και μεν παν πρόσωπον, όπως είναι ο κατηγορούμενος δικαιούται να δικασθεί συντόμως η υπόθεσή του και με σεβασμό στις άνω εκφάνσεις της ζωής του, εφ' όσον όμως έχει τεθεί στην διάθεση των Δικαστικών και συνεργαζομένων με αυτάς αρχών και όχι όταν φυγοδικεί, ώστε να αποφύγει να λογοδοτήσει για την πράξη και να μην καταστεί δυνατή η διεξαγωγή της δίκης του. Δι' ό και πρέπει να απορριφθεί και ο σχετικός τρίτος λόγος εφέσεως κατά το έτερον σκέλος του. Συντρεχουσών, επομένως, όλων των απαιτουμένων από τον Νόμο, την διμερή σύμβαση και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση εκδόσεως για την έκδοση του αναφερομένου αλλοδαπού, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε με την προσβαλλομένη απόφασή του (βούλευμα) και εγνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως αυτού. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη έφεση στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Δικαστικά έξοδα εις βάρος του εκκαλούντος- εκζητουμένου δεν επιβάλλονται, αφού αυτά φέρει κατά τη διάταξη του άρθρου 24 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης εκδόσεως το Ελληνικό Δημόσιο. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24/10/2007 υπ' αριθμ. 3 έφεση του εκζητουμένου (όν.) χ1 κατά της 1245/2007 αποφάσεως (βουλεύματος) του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία εγνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεώς του στο Κράτος της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση εκδόσεως Ρωσικών Αρχών για Γεωργιανό υπήκοο. Μετ’ έκδοση αναβλητικής αποφάσεως επί εφέσεως εκζητουμένου για να υπάρξουν από την Ρωσική Ομοσπονδία περισσότερα στοιχεία. Ν. 1242/1982 περί κυρώσεως από την Ελλάδα της από 21-5-1981 Συμβάσεως δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και άλλοτε ΕΣΣΔ. Προϋποθέσεις εκδόσεως. Πότε ανεπίτρεπτη η έκδοση. Συμπληρωματικώς εφαρμοζόμενες διατάξεις της από 13-12-1957 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως εκδόσεως (Ν. 4165/1961) άρθρ. 3, 4, 5, 6, 9 και 10 αυτής. Απορρίπτονται οι ισχυρισμού του εκκαλούντος: α) ότι οι πράξεις για τις οποίες εκζητείται έχουν υποπέσει σε παραγραφή, β) ότι έχει καταδικασθεί στην Ρωσία για τις ίδιες πράξεις, γ) ότι ο εκζητούμενος θα αντιμετωπίσει στο Ρωσικό κράτους που ζητεί την έκδοσή του δίωξη και για άλλες πράξεις, εκτός εκείνων που αφορά η έκδοση, και ότι η τελευταία αυτή αποβλέπει στη δίωξη του εκζητουμένου για πολιτικές, θρησκευτικές, φυλετικές, εθνικές πεποιθήσεις, και ότι η θέση του διατρέχει κίνδυνο επιδεινώσεως και θα υποστεί βασανισμούς εξ’ αιτίας ακριβώς αυτών των πεποιθήσεών του. Όχι αντίθεση στα άρθρα 6 & 8 ΕΣΔΑ, αφού από το 1996 ήτο φυγόδικος. Απορρίπτεται η έφεση κατά της οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεώς του.
Έκδοση
Έκδοση.
1
Αριθμός 1901/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/01.04.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βλαμάκη, περί αναιρέσεως της 460-461/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Με συγκατηγορούμενους τους Χ2 και Χ3. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από α) 22 Απριλίου 2008, πρόσθετους λόγους αυτής (αίτησης αναίρεσης) και β) 22 Απριλίου 2008 πρόσθετους λόγους του Χ3 (συγκατηγορούμενο), που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 40/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ'αρ. 460-461/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, για μεταφορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών, δεχθέντος ειδικότερα του δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Κατά τις 11-11-2004 και ώρα 18.30' περίπου, αστυνομικοί του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών Αγρινίου, ενεργώντας στα πλαίσια εξακρίβωσης υπηρεσιακών πληροφοριών τους για διακίνηση ποσοτήτων ινδικής κάνναβης, από τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1, τον εντόπισαν με το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητό του να κινείται σε (χωμάτινη) αγροτική οδό, κάθετη στην εθνική οδό Αγρινίου - Εμπεσού, λίγο έξω από το Καστράκι, να μεταβαίνει στο Αγρίνιο σε ταβέρνα όπου κάθησε για λίγο με εμφανή ανήσυχη αναμονή, και την ώρα 20.10' να επιστρέφει δια της εθνικής οδού Αγρινίου-Εμπεσού, μετά δε το χωριό Καστράκι να εισέρχεται στην ίδια αγροτική οδό, από όπου προ δύο ωρών περίπου είχε εξέλθει. Μετά από λίγα λεπτά της ώρας ήλθε από την ίδια κατεύθυνση (από το Αγρίνιο) και στάθμευσε στην προαναφερόμενη διασταύρωση της εθνικής οδού με την αγροτική οδό το υπ' αριθ. ... αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαιναν ο τρεις λοιποί κατηγορούμενοι, οδηγούμενο από τον τρίτο από αυτούς Χ3 (και ιδιοκτησίας του), αφού προηγουμένως έκανε αναστροφή και έλαβε κατεύθυνση πορείας προς Αγρίνιο. Από το αυτοκίνητο αυτό αποβιβάσθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, εισήλθε στην αγροτική οδό και πεζός κατευθύνθηκε στο σημείο όπου είχε σταθμευμένο το αυτοκίνητό του ο πρώτος κατηγορούμενος, σε απόσταση περίπου τριακοσίων μέτρων από τη διασταύρωση. Εκεί ο πρώτος κατηγορούμενος παρέδωσε στο δεύτερο κατηγορούμενο ποσότητα 985 γραμμαρίων ακατέργαστης ινδικής κάνναβης σε συσκευασία σακκούλας απορριμμάτων και ο δεύτερος κατέβαλε στον πρώτο κατηγορούμενο, ως τίμημα, το ποσό των 4.200 €. Αμέσως επενέβησαν οι ενεδρεύοντες αστυνομικοί και συνέλαβαν τους δύο αυτούς κατηγορούμενους, όπως και τους δύο λοιπούς που ανέμεναν στο σημείο της διασταύρωσης, χωρίς να αντιληφθούν τη σύλληψη των δύο πρώτων που προηγήθηκε. Δηλαδή ο πρώτος κατηγορούμενος είχε τη φυσική εξουσία της άνω ποσότητας ναρκωτικών, (με δυνατότητα διάθεσής της κατά βούληση), μετέφερε αυτή με το αυτοκίνητό του στο σημείο παράδοσής της, προς εκτέλεση συμβατικής υποχρέωσής του από πώλησή της στον δεύτερο κατηγορούμενο, η οποία πώληση είχε καταρτισθεί προηγουμένως μεταξύ τους προφορικώς και επιβεβαιώθηκε ο συγκεκριμένος τρόπος εκπλήρωσης των εκατέρωθεν υποχρεώσεων με τηλεφωνική επικοινωνία τους δια μέσου των κινητών τηλεφώνων τους, αλλά και διαμέσου του κινητού τηλεφώνου του τρίτου κατηγορουμένου που χρησιμοποιήθηκε από τον ίδιο και τον δεύτερο κατηγορούμενο (συνεπιβάτη του αυτοκινήτου εκείνου), παραδόθηκε από τον πρώτο προς τον δεύτερο κατηγορούμενο η ποσότητα των ναρκωτικών και καταβλήθηκε από τον δεύτερο προς τον πρώτο κατηγορούμενο το τίμημα πωλήσεως και τέλος ο τρίτος κατηγορούμενος γνωρίζοντας την μεταξύ των δύο πρώτων υπό εκτέλεση σύμβαση πωλήσεως των ναρκωτικών, παρέλαβε με το αυτοκίνητό του και μετέφερε τον δεύτερο κατηγορούμενο στο σημείο εκτέλεσης της συμβάσεως πωλήσεως, αναμένοντας αυτόν για να επιστρέψουν μαζί στο Αγρίνιο και αποβλέποντας πιθανώς σε κάποιο μερίδιό του από τα αγοραζόμενα ναρκωτικά. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται την κατηγορία της αγοραπωλησίας των 985 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης και προβάλλουν αυτοτελείς ισχυρισμούς ο μεν πρώτος ότι είναι τοξικομανής και προόριζε τα ναρκωτικά για ιδία χρήση, άλλως διέθεσε μικροποσότητα για ιδία χρήση του δευτέρου κατηγορουμένου υποβάλλοντας και αίτημα χορήγησης σ' αυτόν ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 § 2 εδ. δ' και ε' Π.Κ., ο δε δεύτερος ότι προμηθεύθηκε τα ναρκωτικά για ιδία χρήση και ότι ενώ ήταν τοξικομανής και αποτοξινώθηκε. Όμως από τις στηριζόμενες σε άμεση αντίληψή τους ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας αστυνομικών Α και Β (βλ. πρακτικά συνεδρίασης πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για τον τελευταίο) και τις εκθέσεις έρευνας, κατάσχεσης, ζύγισης και χημικής ανάλυσης που αναγνώσθηκαν αποδεικνύονται οι αποδιδόμενες στους τρεις πρώτους κατηγορούμενους κατηγορίες, για τους εξής λόγους: 1) Κατ' αρχήν όσον αφορά την πώληση των ναρκωτικών (και τις με αυτή συνδεόμενες κατοχή και μεταφορά για τον πρώτο κατηγορούμενο), το μέγεθος της ποσότητας (985 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης) καθεαυτό αποκλείει να είχε προορισμό ιδίας χρήσης, είτε για τον πωλητή, είτε για τον αγοραστή, ο οποίος άλλωστε κατείχε στην οικία του και άλλες ποσότητες (6,9 και 6,5 γραμμαρίων) ινδικής κάνναβης (βλ. από 12-11-2004 έκθεση κατ' οίκον έρευνας και κατάσχεσης ναρκωτικών) ανεξαρτήτως του ότι δεν συνέτρεχε και στα πρόσωπα αυτών (λόγω επαγγέλματος, συνθηκών διαβίωσης κ.λ.π.) κάποιος ιδιαίτερος λόγος εξασφάλισης σημαντικού αποθέματος τέτοιου είδους ναρκωτικών για δική τους χρήση. 2) Βεβαίως η συναλλαγή των δύο πρώτων κατηγορουμένων, δεν ήταν θεατή λόγω του σκότους της νύκτας, από τους μάρτυρες αστυνομικούς, αλλά τα υπόλοιπα στοιχεία που υπέπεσαν στην αντίληψή τους και τα ευρήματα (μετάβαση του δευτέρου κατηγορουμένου πεζού και χωρίς να φέρει μαζί του κάποιο αντικείμενο προς συνάντηση του δευτέρου, προσέγγισή τους σε απόσταση μισού μέτρου, σύλληψή τους, όταν ο δεύτερος κρατούσε τη σακκούλα με τα ναρκωτικά και ο πρώτος έφερε επάνω του το ποσό των 4.200 €) δεν καταλείπουν αμφιβολίες για το ότι μεταξύ των δύο πρώτων κατηγορουμένων εκτελέσθηκε, κατά το εμπράγματο μέρος της, ενοχική συμφωνία τούτων αγοραπωλησίας ναρκωτικών ουσιών διότι: α) Εάν πρόθεση του πρώτου κατηγορουμένου ήταν να δώσει μικρή ποσότητα ινδικής κάνναβης στον δεύτερο για δική του χρήση, όπως αμφότεροι διατείνονται, θα είχε αποχωρήσει ο ίδιος αυτή τη μικροποσότητα και δεν θα την παρέδιδε ολόκληρη μαζί με τη συσκευασία της προς τον δεύτερο κατηγορούμενο β) Η επίκληση πρόθεσης μεταξύ των δύο πρώτων κατηγορουμένων για διάθεση μικροποσότητας ινδικής κάνναβης (από τον 1° στον 2°), για ιδία χρήση του δευτέρου, αυτοαναιρείται με την από 12-11-2004 απολογία του δευτέρου κατηγορουμένου στην προανάκριση, με την οποία, αφού στην αρχή ισχυρίζεται ότι τηλεφωνικά ζήτησε από τον πρώτο κατηγορούμενο να του δώσει "οποιαδήποτε ποσότητα, για να καπνίσει" (και ενώ είχε στην οικία του 13,4 γραμμάρια ινδικής κάνναβης), στη συνέχεια αναγνωρίζει ότι παραδόθηκε σ' αυτόν από τον πρώτο κατηγορούμενο ολόκληρη η κατεχόμενη ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών με τη φράση "Δεν μπορώ να δικαιολογήσω γιατί ο Χ1 μου έδωσε τόσο μεγάλη ποσότητα χασίς...... γ) Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι το ποσό των 4.200 € το προόριζε για ζωοτροφές και δεν αποτελούσε τίμημα της πώλησης των ναρκωτικών, είναι μη πειστικός και αναπόδεικτος, γιατί κατά πρώτο λόγο συνδυάζεται με τον συναφή ισχυρισμό του ότι είχε σκοπό να δώσει στον δεύτερο κατηγορούμενο μικροποσότητα και όχι το σύνολο της ποσότητας των 985 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης, για την οποία όμως δεν υπάρχει καμμία ένδειξη ότι θα δινόταν δωρεάν, όπως επίσης δεν προκύπτει η ύπαρξη πιθανότητας να μετέφερε από σύμπτωση τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό αυτός όταν μετέβαινε για πώληση της άνω σημαντικής ποσότητας ινδικής κάνναβης, σε καιρό νύκτας, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για αγορά ζωοτροφών στο μέλλον. 3) Ο τρίτος κατηγορούμενος παρέλαβε και μετέφερε με το αυτοκίνητό του τον δεύτερο κατηγορούμενο στον τόπο παραλαβής των ναρκωτικών και τον ανέμενε για να επιστρέψουν μαζί στο Αγρίνιο. Επί πλέον στο κινητό τηλέφωνό του (μάρκας PANASONIC με κάρτα SIM), που κατασχέθηκε, έχουν καταγραφεί τηλεφωνικές κλήσεις προς το επίσης κατασχεθέν κινητό του πρώτου κατηγορουμένου (μάρκας ΝΟΚΙΑ με κάρτα SIM), στο οποίο έγινε αντίστοιχη καταγραφή των κλήσεων αυτών, κατά τη διάρκεια μετάβασης των κατηγορουμένων στον τόπο συναλλαγής και κατά το χρόνο διενέργειάς της. Παρά την προσπάθεια του τρίτου κατηγορουμένου να αποδώσει τις κατά τη διαδρομή κλήσεις του κινητού τηλεφώνου του (προς το κινητό τηλέφωνο του πρώτου κατηγορουμένου) στο δεύτερο κατηγορούμενο (λόγω προβαλλόμενης βλάβης του κινητού τηλεφώνου του τελευταίου), οι τηλεφωνικές κλήσεις κατά το χρόνο που ανέμενε την επιστροφή του δευτέρου κατηγορουμένου προδίδουν τη γνώση του για τη διενεργούμενη αγοραπωλησία των ναρκωτικών και την παροχή υλικής και ψυχικής συνδρομής στο δεύτερο κατηγορούμενο. Γιατί, αν είχε βάση αληθείας ο ισχυρισμός του τρίτου κατηγορουμένου ότι δεν είχε σχέση ο ίδιος με τον πρώτο κατηγορούμενο και πίστευε ότι σκοπός αποβίβασης από το αυτοκίνητο του δευτέρου κατηγορουμένου ήταν η κατά δήλωση τούτου "σωματική του ανάγκη", τότε δεν εξηγείται λογικά το ότι: α) Μετά την αποβίβαση του δευτέρου κατηγορουμένου από το αυτοκίνητο αυτός (τρίτος κατηγορούμενος) ενήργησε αναστροφή και έδωσε στο αυτοκίνητο του αντίστροφη (προς Αγρίνιο) από την μέχρι τότε κατεύθυνση πορείας του, καθιστώντας έτσι εμφανές ότι εκεί ήταν ο τερματικός προορισμός τους, όπου θα αναζητούσε ο δεύτερος τον "φίλο του" πρώτο κατηγορούμενο σύμφωνα με το σχέδιο μεταφοράς που εκείνος (γ' κατηγορούμενος) κατά τις απολογίες του, είχε αναλάβει και συνεπώς είναι ανακριβής ο ισχυρισμός του ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος αποβιβάσθηκε για σωματική του ανάγκη, β) Στην επικαλούμενη ανησυχία του τρίτου κατηγορουμένου για την καθυστέρηση επιστροφής του δευτέρου λογική διέξοδος θα ήταν - εάν ο δηλούμενος σκοπός αποβίβασης ήταν ακριβής ή καθ' υπόθεση πιστευτός από τον τρίτο κατηγορούμενο - η προσπάθειά του προσωπικής αναζήτησης του δευτέρου κατηγορουμένου (με χρήση ή μη του αυτοκινήτου) προς την αγροτική οδό, όπου ο τελευταίος κατευθύνθηκε και όχι η επίμονη προσπάθεια άντλησης πληροφοριών από "φίλο" που συμπτωματικά ήταν ο πωλητής, των ναρκωτικών ουσιών, γ) Το ότι ο τρίτος κατηγορούμενος παρέμεινε στο ίδιο σημείο με το αυτοκίνητό του αναμένοντας την επιστροφή του δευτέρου κατηγορουμένου, δεν οφείλεται σε άγνοια του προορισμού του, αλλά σε άγνοια της σύλληψής του από τους αστυνομικούς, όπως προκύπτει αυτό, τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας αστυνομικών, όσο και (εμμέσως) από τις ομολογίες των δύο τελευταίων κατηγορουμένων. 4) Ο πρώτος κατηγορούμενος δεν είναι τοξικομανής, διότι από την αναγνωσθείσα από 30-11-2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιατροδικαστή του Ψυχιατρικού Παραρτήματος Φυλακών Κορυδαλλού Γ προκύπτει ότι δεν πληρεί τουλάχιστον τρία από τα κριτήρια της απόφασης του υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Α2β/οικ. 3982/7-10-1987 (ΦΕΚ Β 577/4-11-1987) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 13 § 2 Ν. 1729/1987 (πρβλ. και Α.Π. 1468/2004 Ποιν.Δικ. 2004, 450) αλλά πληροί με βεβαιότητα μόνον δύο από αυτά τα κριτήρια και αφήνει απλώς ένα ενδεχόμενο πιθανότητας πλήρωσης ενός τρίτου (αρ. 6) κριτηρίου για το οποίο δεν υπήρχαν στοιχεία διακρίβωσής του και δεν ανετράπη αυτή η διαπίστωση από άλλα μεταγενέστερα περιστατικά. 5) Ο δεύτερος κατηγορούμενος ο οποίος είναι τοξικομανής (βλ. από 6-12-2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αυτού ως άνω ιατροδικαστή) "παρακολούθησε από 2-10-2006 έως και τις 18-10-2007 το Θεραπευτικό Πρόγραμμα Υποκατάστασης με βουπρενορφίνη που λειτουργεί στο Γενικό Νοσοκομείο Αγρινίου σε συνεργασία με τον ΟΚΑΝΑ... όπου και αποτοξινώθηκε επιτυχώς. Συνεχίζει τη θεραπεία του από 23-10-2007 ως καθαρός στη φάση της προεπανένταξης, στην οποία βρίσκεται μέχρι σήμερα" (βλ. αρ. πρωτ. 874/29-10-2007 βεβαίωση της ψυχιάτρου Δ, ως υπευθύνου εξωτερικού ιατρείου απεξαρτήσεων του Γ. Νοσοκομείου Αγρινίου. ΟΚΑΝΑ Αγρινίου), δηλαδή δεν ολοκλήρωσε το θεραπευτικό πρόγραμμα συντήρησης και απεξάρτησης. Κατά συνέπεια πρέπει α) ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος κατοχής, μεταφοράς και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, (της αυτής ποσότητας) με το ελαφρυντικό του ότι επί σχετικώς μακρό χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις του συμπεριφέρθηκε καλώς (αρθρ. 84 § 2ε' Π.Κ.) και να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημά του για χορήγηση σ' αυτόν και του ελαφρυντικού της ειλικρινούς μεταμέλειας, (άρθρο 84 παρ. 2δ' Π.Κ.) καθ' όσον δεν αποδεικνύεται αυτή, β) ο δεύτερος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος αγοράς ναρκωτικών ουσιών ως τοξικομανής (χωρίς να έχει ολοκληρώσει το θεραπευτικό πρόγραμμα), γ) Ο τρίτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος απλής συνέργειας στην αγορά ναρκωτικών από το δεύτερο (μεταφοράς του και ψυχικής ενθάρρυνσής του) με το ελαφρυντικό του ότι επί σχετικά μακρό χρονικό διάστημα συμπεριφέρθηκε καλώς (αρθρ. 84 § 2ε' Π.Κ.) και δ) Ο τέταρτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος λόγω αμφιβολιών, γιατί ναι μεν συνεπέβαινε στο αυτοκίνητο του τρίτου κατηγορουμένου (φίλου του) και ανέμενε με αυτόν την επιστροφή του δευτέρου κατηγορουμένου, αλλά δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία, πέρα από την απλή παρουσία του, είτε ότι γνώριζε τις ενέργειες του δευτέρου και την παρεχόμενη σ' αυτόν συνδρομή του τρίτου, είτε ότι αντιλήφθηκε ως ενδεχόμενη την ως άνω εγκληματική δραστηριότητα των συγκατηγορουμένων του και παρείχε με οποιονδήποτε τρόπο ψυχική ή υλική συνδρομή σ' αυτούς, δεν αρκεί δε για τη θεμελίωση κατηγορίας εναντίον του μόνο το γεγονός ότι η απολογία του περιέχει ανακρίβειες, συστοιχιζόμενη σε σημαντικό βαθμό με την απολογία του τρίτου κατηγορουμένου". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της μεταφοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και του επιβλήθηκε όμως μια ποινή διότι τα εγκλήματα αφορούσαν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών (άρθ. 20 παρ. 2 Ν. 3459/2006), τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 Π.Κ. 4 παρ. 1, 3 πιν. Α6, 5 παρ. 1β, περ. ζ Ν. 1729/87 όπως ισχύει σήμερα, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό, το οποίο δεν είναι ταυτόσημο με το διατακτικό, υπάρχει πληρότητα αιτιολογίας με αναφορά σε περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του, ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε ποσότητα ναρκωτικής ουσίας και συγκεκριμένα 985 γραμμάρια ινδικής κάνναβης, από το δημοτικό διαμέρισμα Καστρακίου του Δήμου Στράτου Αιτωλοακαρνανίας, προς το Αγρίνιο, εξειδικεύεται πλήρως η φυσική εξουσίαση του αναιρεσείοντα επί της ποσότητας αυτής, εις τρόπον ώστε να μπορεί αυτός, σε κάθε στιγμή, να διαπιστώνει την ύπαρξή της, καθώς και το ότι αυτός, με παράθεση πραγματικών περιστατικών και συναφή αιτιολογία, πώλησε και παρέδωσε την ποσότητα αυτή της ινδικής κάνναβης στους συγκατηγορουμένους του Χ2, Θεμιστοκλή Χ3 και Χ4, έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος των 4.200 Ευρώ, μη απαιτουμένων επιπρόσθετων στοιχείων για την πληρότητα της αιτιολογίας. Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ., πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου και τέταρτος και πέμπτος λόγοι, των προσθέτων λόγων αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. ΙΙ. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν αυτό, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο από τα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο 26 έγγραφα, τα οποία προσδιορίζονται, τόσο κατά τη χρονολογία εκδόσεώς τους, όσο και κατά το περιεχόμενό τους. Η κατ' αυτόν τον τρόπο περιγραφή των αναγνωσθέντων εγγράφων είχε σαν συνέπεια ο κατηγορούμενος να μην στερηθεί του δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με αυτά, αφού τα έγγραφα αναγνώσθηκαν, με συνέπεια, ο δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. και με συναφή αιτίαση ότι τα αναγνωσθέντα έγγραφα αναφέρονται αορίστως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος ακυρότητας, που προβάλλεται με το δεύτερο λόγο των προσθέτων λόγων αναίρεσης και με την αιτίαση ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης, τις εκθέσεις ζύγισης και χημικής ανάλυσης, οι οποίες δεν αναγνώσθηκαν, με συνέπεια να στερηθεί τον εκ του άρθρου 358 Κ.Π.Δ. απορρέοντος δικαιώματός του, αυτός είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, από τα πρακτικά που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι τα έγγραφα αυτά αναγνώσθηκαν, κάτι το οποίο ρητά (περί της ανάγνωσής τους) επαναλαμβάνεται και στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης. ΙΙΙ. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρ. 211 του Κ.Π.Δ. "Με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο: α) όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση...". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι άσκηση ανακριτικών καθηκόντων νοείται, η ενέργεια οποιασδήποτε ανακριτικής ή προανακριτικής πράξεως, από τακτικό ή ειδικό ανακριτή ή γενικό ή ειδικό προανακριτικό υπάλληλο, κατά τη διάρκεια της ανάκρισης ή προανάκρισης και όχι η ενέργεια οιουδήποτε υπαλλήλου, που δεν είναι ειδικός προανακριτικός υπάλληλος, στα πλαίσια ένορκης ή μη διοικητικής εξέτασης. Η ακυρότητα πάντως που δημιουργείται από την εξέταση στο ακροατήριο του ασκήσαντος εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα, δεν είναι απόλυτη, ούτε εξ αυτής δημιουργείται λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του Κ.Π.Δ., αλλά σχετική και εξ αυτής ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εκ του άρθ. 510 παρ. 1 περ. Β' του ίδιου Κώδικα, μόνον αν δεν καλυφθεί, κατά τα άρ. 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο των προσθέτων λόγων αναίρεσης ο αναιρεσείων διατείνεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι εξετάσθηκαν στο ακροατήριο οι δύο αστυνομικοί οι οποίοι συνέλαβαν τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και τους συγκατηγορουμένους του. Κατ' αρχήν, πρέπει να σημειωθεί ότι, εναντίον της εξέτασης αυτής δεν υποβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα ή το συνήγορό του σχετική εναντίωση, με τη μορφή της ακυρότητας που διαλαμβάνει η διάταξη του άρθρου 211 Κ.Π.Δ., και συνεπώς, η οποιαδήποτε (σχετική) ακυρότητα, καλύφθηκε, πέρα από το γεγονός ότι, μόνη η σύλληψη του αναιρεσείοντος και των συγκατηγορουμένων του από τους δύο αστυνομικούς, δεν συνιστά και άσκηση ανακριτικών καθηκόντων. Συνεπώς, ο λόγος αυτός (άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Β' Κ.Π.Δ.) είναι απαράδεκτος. IV. Κατά το άρθρο 105 Κ.Π.Δ., όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 2 του ν. 2408/1996, όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με ο άρθρο 243 παρ. 2 Κ.Π.Δ., η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104. Η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα άλλα εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31. Στο δεύτερο αυτό εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31 Κ.Π.Δ., που αναφέρεται στην προκαταρκτική εξέταση (όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3160/2003) ορίζεται ότι "αν όμως έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δε μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας". Με την αντικατάσταση αυτή του άρθρου 105 Κ.Π.Δ. με τον παραπάνω Ν. 2408/1996 σκοπήθηκε, όπως από την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού προκύπτει, να τερματισθεί το απαράδεκτο καθεστώς της παραβιάσεως των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης (αστυνομικής) προανακρίσεως, που συνίσταται κυρίως στην απαγόρευση της επικοινωνίας του με συνήγορο πριν από την εξέταση του ως "μάρτυρα", γεγονός που θάλπει, κατά την κοινή πείρα, την πρακτική αυθαίρετων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δημιουργεί αρνητική προδιάθεση σε βάρος των αστυνομικών οργάνων. Έτσι με την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθίσταται πλέον υποχρεωτικός εκείνος που έχει συλληφθεί ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στην πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση χωρίς προηγούμενη Εισαγγελική παραγγελία, να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για την εξέταση κάθε κατηγορουμένου, ώστε να αποκλείεται το τέχνασμα της "μαρτυροποίησης" και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ με τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη που έχει συλληφθεί ή του υπόπτου, είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη, εφαρμοζόμενης κατά τα άλλα της παραπάνω διατάξεως του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 31 Κ.Π.Δ. Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 εδ. β' του Κ.Π.Δ. ναι μεν δεν απαγγέλλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξέτασης, η οποία μετά την ισχύ του ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, εφόσον μετά την λήψη αυτών στο ανακριτικό στάδιο προέκυψαν τυχόν ενδείξεις ενοχής κατά του προσώπου που κατέθεσε αρχικώς ως μάρτυρας, ως δράστη της διωχθείσας πράξεως. Όμως, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Συμβουλίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Π.Δ. δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περίπτ. Δ' και 481 παρ. 1 περίπτ. β' Κ.Π.Δ., διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και στο δικαίωμα του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Π.Δ. να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του (ΟΛ. Α.Π. 1/2004). Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο των προσθέτων λόγων αναίρεσης, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, διότι το Πενταμελές Εφετείο Πατρών που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, έλαβε υπόψη του και προέβη σε αποδεικτική αξιολόγησή τους, ανάμεσα στα άλλα αποδεικτικά μέσα και τις προανακριτικές καταθέσεις του ιδίου και του συγκατηγορουμένου του Χ2. Όπως, όμως, προκύπτει από τα πρακτικά της εκκαλουμένης, αλλά και από το αιτιολογικό αυτής, δεν λήφθηκαν υπόψη καταθέσεις του αναιρεσείοντος και του ως άνω συγκατηγορουμένου του, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 105 του Κ.Π.Δ. και ως εκ τούτου, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά ταύτα και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να απορριφθούν και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). V. Επειδή, εκ του άρθρου 469 Κ.Π.Δ., στο οποίο ρητώς διαλαμβάνεται ότι στις αναφερόμενες σε αυτό περιπτώσεις οι λόγοι αναίρεσης που άσκησε κάποιος από τους κατηγορουμένους, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους, του άρθρου 509 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, το οποίο προβλέπει την εκ μέρους του αναιρεσείοντος άσκηση προσθέτων λόγων δια δικογράφου, το οποίο, με ποινή ακυρότητας, κατατίθεται 15 τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ημέρα, και του άρθρου 513 του ιδίου Κώδικα, το οποίο ορίζει ότι για τη συζήτηση της αναίρεσης καλούνται και οι υπόλοιποι διάδικοι και συνεπώς και ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος, εντός των προβλεπομένων στο άρθρο 166 του ιδίου Κώδικα προθεσμιών, σαφώς προκύπτει ότι ο μη ασκήσας αίτηση αναίρεσης συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος ωφελείται μόνον εκ των λόγων αναίρεσης του αναιρεσείοντος, τους οποίους μπορεί και να αναπτύξει κατά τη συζήτηση, αλλά δεν έχει δικαίωμα να ασκήσει προσθέτους λόγους και κατά μείζονα λόγο να επιδιώξει με αυτούς την ως προς αυτόν, και μόνον, εξαφάνιση της απόφασης. Εάν με το ως άνω άρθρο 469, δίνονταν στον συγκατηγορούμενο το δικαίωμα να ασκήσει πρόσθετους λόγους, αυτό θα αναφέρονταν ρητά στο άρθρο αυτό ή στο προαναφερόμενο άρθρο 509 ή σε κάποια άλλη διάταξη και επιπρόσθετα θα προβλέπονται ή η έγκαιρη γνωστοποίηση στον συγκατηγορούμενο της άσκησης της αναίρεσης, ώστε να είναι δυνατή και η από την πλευρά του άσκηση των προσθέτων λόγων, μέσα στην εκ του άρθρου 509 παρ. 2 Κ.Π.Δ. οριζόμενη προθεσμία ή έστω μέσα σε προθεσμία μικρότερης της αναφερομένης. Τέλος, θα προβλέπονταν ότι ο συγκατηγορούμενος θα είχε το δικαίωμα να υποστηρίξει τους δικούς του πρόσθετους λόγους κατά τη συζήτηση, στην περίπτωση κατά την οποία ο αναιρεσείων θα παραιτείτο της αναίρεσης, καθώς και όταν θα εγκατέλειπε αυτήν ανυποστήρικτη, με το να μην εμφανιστεί κατά τη συζήτηση. Κατά ταύτα, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, οι πέντε λόγοι των από 23 Απριλίου 2008 προσθέτων λόγων αναίρεσης, του μη ασκήσαντος αναίρεση συγκατηγορουμένου Χ3, οι οποίοι έχουν το ίδιο περιεχόμενο με τους λόγους του κυρίου δικογράφου αναίρεσης και αυτών των προσθέτων λόγων αναίρεσης του αναιρεσείοντος και θα καταδικαστεί αυτός, επίσης, στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αρ. 682/2007 αίτηση, καθώς και τους από 22 Απριλίου 2008 προσθέτους λόγους του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αρ. 460-461/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ. Απορρίπτει τους από 22 Απριλίου 2008 πρόσθετους λόγους του μη ασκήσαντος αναίρεση Χ3, κατοίκου ..., κατά της ιδίας ως άνω αποφάσεως. Και Καταδικάζει αυτόν στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μεταφορά, κατοχή, πώληση ναρκωτικής ουσίας. Λόγοι αναίρεσης: 1) Έλλειψη αιτιολογίας, 2) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ποινικής διάταξης, 3) Ακυρότητα από λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε για το σχηματισμό της περί της ενοχής κρίσης, 4) Ακυρότητα από την εξέταση ως μαρτύρων όσων άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα, και στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αστυνομικοί που συνέλαβαν τους κατηγορούμενους. Απορρίπτει. Απαράδεκτοι οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που άσκησε συγκατηγορούμενος, ο οποίος δεν είχε ασκήσει αίτηση αναίρεσης.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Πρόσθετοι λόγοι.
0
Αριθμός 1900/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/01.04.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 2) Χ2 και 3) Χ3, που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αργυρούλα Τσακανίκα, περί αναιρέσεως της υπ' αρ. 1575/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) ..... και 2) ......., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Βολιώτη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 5 Νοεμβρίου 2007 (τρεις) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1906/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Οι υπ' αρ. 9, 10 και 11/2007 αιτήσεις αναίρεσης των Χ1, Χ2 και Χ3, αντίστοιχα, κατά της ιδίας καταδικαστικής απόφασης, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω πρόδηλης συνάφειας μεταξύ τους. ΙΙ. Κατά το άρθρο 330 Π.Κ., για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παράνομης βίας, απαιτείται ο εξαναγκασμός άλλου με χρήση από το δράστη σωματικής βίας ή απειλής σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξεως ή παραλείψεως, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή το αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστό τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αρ. 1575/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλακίσεως σαράντα (40) ημερών ο καθένας, ανασταλείσαν επί τριετία, για την πράξη της παράνομης βίας από κοινού, δεχθέντος ειδικότερα του δικαστηρίου, ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά: "Οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι στη ....Μαγνησίας, στις 20-12-2001, από κοινού ενεργώντας και με τη σύμπραξη και άλλων αγνώστων, τέλεσαν την πράξη της παράνομης βίας. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι Χ2, Χ3 και Χ1 στη ...... Βόλου στις 20/12/2001 από κοινού ενεργούντες χρησιμοποιώντας απειλή σωματικής βίας εξανάγκασαν άλλους σε πράξη και παράλειψη για τις οποίες οι παθόντες δεν είχαν υποχρέωση. Συγκεκριμένα, αν και γνώριζαν ότι δυνάμει των ... και .... αποφάσεων των δημοτικών συμβουλίων των Δήμων Βόλου και Νέας Ιωνίας, αντίστοιχα, και της .... απόφασης του Νομάρχη Μαγνησίας, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 722/20-9-1993, ιδρύθηκε Σύνδεσμος ..... με σκοπό την ίδρυση και λειτουργία νέου κοιμητηρίου στη θέση ..... της Ε.Ο. ...-..... και ότι στην παρ. 5 της άνω απόφασης ορίζεται ότι "υφιστάμενοι στο Κεντρικό Κοιμητήριο του Δήμου .... οικογενειακοί τάφοι χρησιμοποιούνται από τους δικαιούχους μέχρις ότου αποσβεσθούν τα υπάρχοντα επ' αυτών δικαιώματα", όπως το περιεχόμενο αυτό της άνω παραγράφου επιβεβαιώθηκε και με την ...... κανονιστικού περιεχομένου απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Βόλου, εντούτοις, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο και ενώ είχε αρχίσει η λειτουργία του νέου Κοιμητηρίου, οι ανωτέρω κατηγορούμενοι προσήλθαν έξωθεν της κεντρικής εισόδου του επί της οδού .... ευρισκόμενου Κοιμητηρίου (Κεντρικού του Δήμου ...), επί της οποίας (εισόδου) μάλιστα είχε τοποθετηθεί από νωρίτερα μια υδροφόρα του Δήμου Νέας Ιωνίας και με τη σύμπραξη και άλλων 100 περίπου συγκεντρωθέντων αγνώστων προσώπων, τους οποίους προέτρεπε και καλούσε με τη χρήση τηλεβόα ο κατηγορούμενος Χ2 να μην επιτρέψουν την είσοδο της πομπής συνόδευσης της νεκρής Γ1 στο άνω Κοιμητήριο, εμπόδισαν τη διέλευση των οχημάτων της πομπής κινούμενοι με απειλητικές διαθέσεις κατά των επιβατών κτυπώντας με τα χέρια τους τα αυτοκίνητα και χειρονομώντας απειλητικά και φωνάζοντας "στον ...... στον ....... ουστ κοπρόσκυλα" και ματαίωσαν έτσι την παρά των συγγενών ταφή της νεκρής Γ1, δικαιούχου της ιδίας και της οικογένειάς της οικογενειακού τάφου στο εν λόγω Κοιμητήριο, όπως επιδίωκαν με τις παραπάνω ενέργειές τους οι κατηγορούμενοι. Τέλος, σημειωτέον ότι ουδείς αυτοτελής ισχυρισμός προβλήθηκε από τους κατηγορούμενους κατά τρόπο ορισμένο. Επομένως, αυτοί πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της τελέσεως της αξιόποινης πράξης της παράνομης βίας". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παράνομης βίας από κοινού, για το οποίο κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45 και 330 του Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών ή ελλιπών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις, αβασίμως υποστηρίζεται ότι το αιτιολογικό αποτελεί απλή αντιγραφή του διατακτικού, καθόσον, στο αιτιολογικό διαλαμβάνονται σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας, αναφορικά με την αξιολόγηση του συνόλου των αποδείξεων, σχημάτισε την κρίση του για την ενοχή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων. Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, αποδέχεται την ύπαρξη του υποκειμενικού στοιχείου του ως άνω εγκλήματος, δι' αναφοράς σε πραγματικά περιστατικά, σχετικώς με του, εκ μέρους των κατηγορουμένων, εξαναγκασμό των νομίμων δικαιούχων οικογενειακού τάφου στο παλαιό κοιμητήριο του ...., να μην πραγματοποιηθεί η ταφή σ'αυτόν (οικογενειακό τάφο) της νεκρής συγγενούς τους Γ1. Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες διότι πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου περί την εκτίμηση των αποδείξεων. Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. δεύτερος και τρίτος λόγοι των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. ΙΙ. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά και στην κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, η οποία επίσης πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρ. 170 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, εκ της οποίας ιδρύεται ιδιαίτερος λόγος αναίρεσης, εκ του αρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Β' Κ.Π.Δ. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολόγηση, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ή αόριστο ισχυρισμό. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρ. 331 του Κ.Π.Δ., "η διαδικασία στο ακροατήριο γίνεται προφορικά και για τη συζήτηση συντάσσονται πρακτικά", κατά δε τη διάταξη του άρ. 141 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, "ο Εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώρηση (στα πρακτικά) κάθε δήλωσης όσων εξετάζονται ή εκείνων που μετέχουν στη δίκη, αν έχουν συμφέρον και δεν είναι αντίθετο στο νόμο και να παραδίδουν γραπτώς σ'αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση, τις δηλώσεις τους, που αναπτύχθηκαν προφορικά". Με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές, καθιερώνεται η αρχή της προφορικότητας της διαδικασίας της ποινικής δίκης, η οποία, όχι μόνο δεν κάμπτεται, αλλά αντίθετα ενισχύεται με τη δεύτερη, αφού η παράδοση γραπτώς των δηλώσεων, προϋποθέτει (κατά τη διάταξη αυτή) προφορικά ανάπτυξή τους. Έτσι, η προβολή αυτοτελών του κατηγορουμένου ισχυρισμών, με μόνη τη διατύπωσή τους σε έγγραφο που καταχωρίζεται και ενσωματώνεται στα πρακτικά, χωρίς δηλαδή και την προηγούμενη προφορικά προβολή και ανάπτυξή τους, προκύπτουσα από τα ίδια πρακτικά, ώστε αυτοί να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση, στα πλαίσια της προφορικότητας και της αμεσότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, παραβιάζει την αναφερόμενη αρχή της ποινικής διαδικασίας και οδηγεί στο απαράδεκτο του ισχυρισμού (ΟΛ. Α.Π. 2/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, οι συνήγοροι των αναιρεσειόντων, αφού έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο, προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι δεν έχει τελεσθεί η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, σύμφωνα με το άρθρο 20 Π.Κ., για τον οποίο ο συνήγορος του τρίτου κατηγορουμένου (Χ3) κατέθεσε σημείωμα αυτοτελούς ισχυρισμού, το οποίο ενσωματώθηκε στα πρακτικά. Δεν προκύπτει, όμως, από τα ίδια πρακτικά, ότι αναπτύχθηκε προφορικά ο ως άνω ισχυρισμός, που απορρέει από το άρθρο 20 του Π.Κ. και αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες. Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον ο φερόμενος αυτοτελής ισχυρισμός προβλήθηκε με τον προαναφερόμενο τρόπο, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε απαράδεκτο ισχυρισμό. Περαιτέρω, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης, προκύπτει ότι οι συνήγοροι των αναιρεσειόντων, κατά το στάδιο των αγορεύσεων "προέβαλαν τον αυτοτελή ισχυρισμό του άρθρου 20 Π.Κ. και του άρθρου 31 Π.Κ. και ζήτησαν την απαλλαγή των πελατών τους". Οι αυτοτελείς αυτοί ισχυρισμοί, περί συνδρομής των προϋποθέσεων των ως άνω διατάξεων των άρθρων 20 και 31 Π.Κ., δεν ήταν ορισμένοι, καθόσον, δεν αναφέρονταν κατά τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά, που, κατά νόμο, απαιτούνται για τη συγκρότηση της νομικής έννοιας των ισχυρισμών αυτών, έτσι, ώστε, να παρέχεται η δυνατότητα αξιολόγησης και, σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγήσουν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τους αναιρεσείοντες αποτέλεσμα και ως εκ τούτου, και πάλι το Δικαστήριο της ουσίας, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στους αόριστους αυτούς ισχυρισμούς. Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β', κατά το πρώτο μέρος του, και κατά τα στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., κατά το δεύτερο μέρος του, πρώτος λόγος των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙΙ. Επειδή κατά το αρ. 112 αρ. 3 του ΚΠΔ, το τριμελές δικαστήριο πλημμελημάτων δικάζει τις εφέσεις κατά αποφάσεων του μονομελούς πλημμελειοδικείου. Εξάλλου, κατά το άρ. 114 του αυτού Κώδικα, το μονομελές πλημμελειοδικείο δικάζει τα πλημμελήματα που αναφέρονται σ'αυτό, εξαιρουμένων των υπαγομένων στο εφετείο, μεταξύ των οποίων είναι και τα πλημμελήματα των αρχιερέων, δικηγόρων κ.λπ., κατά το άρ. 111 του ιδίου Κώδικα. Τέλος, κατά το άρ. 119 ΚΠΔ, την αρμοδιότητα σύμφωνα με τα άρ. 109-115 την προσδιορίζει ο χαρακτηρισμός της πράξεως από τον ποινικό κώδικα ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος, που βασίζεται στα πραγματικά περιστατικά, τα οποία περιέχονται στο παραπεμπτικό βούλευμα ή στην κλήση του εισαγγελέα. Εκ των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η αρμοδιότητα του τριμελούς πλημμελειοδικείου προς εκδίκαση των εφέσεων κατ' αποφάσεων του μονομελούς πλημμελειοδικείου στηρίζεται αποκλειστικώς και μόνον στο γεγονός ότι η υπόθεση εισήχθη πρωτοδίκως στο τελευταίο τούτο δικαστήριο και δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος απέκτησε μεταγενεστέρως ιδιότητα η οποία, αν υπήρχε κατά το χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξεως ή κατά το χρόνο της εκδικάσεως της σε πρώτο βαθμό, θα είχε ως συνέπεια την εισαγωγή της υποθέσεως στο τριμελές εφετείο και μετά από άσκηση εφέσεως στο πενταμελές εφετείο. Και τούτο διότι αφενός δεν υπάρχει σχετική ρύθμιση και αφετέρου δεν προβλέπεται σε καμία περίπτωση η εκδίκαση εφέσεως κατά αποφάσεως του μονομελούς πλημμελειοδικείου από το πενταμελές εφετείο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν με την υπ' αρ. 7655/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, ο καθένας, ανασταλείσαν επί τριετίαν, για την πράξη της παράνομης βίας από κοινού. Εναντίον της απόφασης αυτής άσκησαν τις υπ' αρ. 1099, 1101, 1102/12-12-2005 εφέσεις, οι οποίες εισήχθησαν προς εκδίκαση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το ανωτέρω Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, είχε αρμοδιότητα να προβεί στην κατ' ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως, αφού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 112 παρ. 3 του Κ.Π.Δ., αυτό ήταν αρμόδιο για την εκδίκαση των εφέσεων κατά των αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου. Και μπορεί μεν, με το άρθρο 145 του Ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων), οι δήμαρχοι να υπήχθησαν στην ιδιάζουσα δωσιδικία του άρθρου 111 παρ. 7 του Κ.Π.Δ., ιδιότητα την οποία είχε ο εκ των αναιρεσειόντων Χ2 ως Δήμαρχος ...., πλην, όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 Π.Κ. και 596 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η ως άνω νέα δικονομική διάταξη του άρθρου 145 του Ν. 3463/2006, με την οποία μεταβλήθηκε η αρμοδιότητα για την εκδίκαση των πλημμελημάτων που τελούνται από τους δημάρχους και να υπήχθησαν στην ιδιάζουσα δωσιδικία του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων και κατ' έφεση στο Πενταμελές Εφετείο, δεν έχει αναδρομική ισχύ, διότι είχε εκδοθεί επί της ουσίας απόφαση στον πρώτο βαθμό. Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος των αιτήσεων αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, δεν ήταν καθύλην αρμόδιο για εκδίκαση των εφέσεων, συνεπεία της υπαγωγής των πλημμελημάτων, που διαπράττουν οι δήμαρχοι, στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου, απορρίπτοντας δε τη σχετική ένσταση, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ζ' του Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙV. Επειδή, ο πέμπτος λόγος των ενδίκων αιτήσεων αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο "μη νόμιμα κατατέθηκε κατά τη διάρκεια της εξέτασης των μαρτύρων και καταχωρήθηκε στα πρακτικά το από 30.5.2007 σημείωμα των πολιτικώς εναγόντων", είναι απαράδεκτος, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., οι διάδικοι, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο πολιτικώς ενάγων, έχουν δικαίωμα να παραδίδουν γραπτώς σ'αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση τις δηλώσεις τους και να καταχωρίζονται στα πρακτικά, η δε τοιαύτη καταχώρηση δεν δημιουργεί, άνευ ετέρου, κάποιου, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ., αναιρετικό λόγο. Επειδή, η αυτεπάγγελτη από το Δικαστήριο ανάγνωση των αναφερομένων στα άρθρα 364 και 365 Κ.Π.Δ. εγγράφων χωρίς εναντίωση του κατηγορουμένου και έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης, μη επιφέρουσα απόλυτη ή σχετική ακυρότητα, δεν εμπίπτει σε κανέναν από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ. λόγους αναίρεσης. Συνεπώς, είναι αβάσιμος και γι'αυτό απορριπτέος, ο πέμπτος και τελευταίος λόγος των ενδίκων αιτήσεων αναίρεσης, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι δεν εναντιώθηκαν στην ανάγνωση της αναφερόμενης στον ως άνω λόγο μαρτυρικής κατάθεσης. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει οι ένδικες αιτήσεις αναίρεσης να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), καθώς και στη δικαστική δαπάνη των νομίμως παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρ. 176 Κ.Πολ.Δικ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις υπ' αρ. 9, 10 και 11/2007 αιτήσεις των Χ1, Χ2 και Χ3, αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ' αρ. 1575/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ τον καθένα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράνομη βία από κοινού. Λόγοι αναίρεσης: 1) Έλλειψη αιτιολογίας, 2 ) εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, 3) Αυτοτελής ισχυρισμός, ο οποίος πρέπει να αναπτύσσεται προφορικά και να περιέχει τα θεμελιωτικά για την παραδοχή του γεγονότα, 4) Η καθ’ ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου παραμένει εφόσον εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό απόφαση επί της κατηγορίας. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Προφορική ανάπτυξη, Βία παράνομη.
2
Αριθμός 1918/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΔΙΑΚΟΠΩΝ (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Αντώνιο Αθηναίο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδου Ανδρειωτέλλη και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Ιουλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, δεν παρέστη στο ακροατήριο για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τις υπ' αριθμ. 1555/2004, 1664/2004, 2301/2004, 2967/2004 και 3/2003 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 608/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης, εισήγαγε: α)την από 9 Ιουλίου 2008 δήλωση του αιτούντος ότι δεν επιθυμεί να παραστεί στο συμβούλιο, η οποία κοινοποιήθηκε με το υπ' αριθμ. 11493/15-7-2008 έγγραφο του Προϊσταμένου Διευθύνσεως του Καταστήματος Κράτησης Τρικάλων και β) για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού με αριθμό 285/26-5-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων την από 17-12-2007 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., περί επαναλήψεως της διαδικασίας, επί της οποίας εξεδόθησαν οι κατωτέρω καταδικαστικές αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκθέτω τα εξής: Κατά το άρθρο 525 § 1 περίπτ. 2 Κ.Π.Δ., η δι'αμετακλήτου αποφάσεως περατωθείσα ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασθέντος διά πλημμέλημα ή κακούργημα, και εάν, μετά την οριστική καταδίκη, απεκαλύφθησαν νέα, άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή εν συνδυασμώ προς τις προηγουμένως προσκομισθείσες καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος, ή κατεδικάσθη δι'έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι εξετέλεσε. Εξ'άλλου, κατά το άρθρ. 527 § § 1 και 3 Κ.Π.Δ., η αίτηση περί επαναλήψεως της διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος πρέπει να περιέχη τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη (ΑΠ 1094/2006). Προϋπόθεση δε του παραδεκτού της επαναλήψεως της διαδικασίας, κατ'άρθρ. 525 § 1 Κ.Π.Δ., αποτελεί το αμετάκλητο της καταδικαστικής αποφάσεως (ΑΠ 428/1993, εις ΠΧ/ΜΓ'/266). Περαιτέρω, για να είναι παραδεκτή η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας εκείνου που κατεδικάσθη αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα και επικαλείται νέα γεγονότα ή αποδείξεις, πρέπει να εκθέτη στην αίτηση με σαφήνεια και πληρότητα τα νέα στοιχεία που είναι σχετικά με την πράξη για την οποία εχώρησε η καταδίκη, καθώς και το περιεχόμενο αυτών, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητος της αιτήσεως (ΑΠ 1219/2002, ΑΠ 185/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών υπέβαλε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας επί της οποίας εξεδόθησαν οι εξής αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης: α) Η υπ'αριθμ. 1555/6-5-04, διά της οποίας κατεδικάσθη εις φυλάκιση 15 μηνών για απάτη και έκδοση ακαλύπτου επιταγής. β) Η υπ'αριθμ. 1664/13-5-04, διά της οποίας κατεδικάσθη εις φυλάκιση 14 μηνών για παράβαση Ν.5960/33. γ) Η υπ'αριθμ. 2301/6-7-04, διά της οποίας κατεδικάσθη εις φυλάκιση 6 μηνών για έκδοση ακαλύπτων επιταγών κατ'εξακολούθηση. δ) Η υπ'αριθμ. 2967/13-10-04, διά της οποίας κατεδικάσθη εις φυλάκιση 15 μηνών για υπεξαίρεση ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Και ε) η υπ'αριθμ. 3/8-1-03, διά της οποίας κατεδικάσθη εις φυλάκιση 2 ετών για υπεξαίρεση. 'Όμως, αυτός ούτε ισχυρίζεται ότι οι ανωτέρω καταδικαστικές αποφάσεις είναι αμετάκλητες, ούτε στην υπό κρίση αίτηση περιέχονται στοιχεία που βεβαιώνουν το αμετάκλητο αυτών. Εξ'άλλου, αυτός ισχυρίζεται ότι το ως άνω δικαστήριο δεν έλαβε υπ'όψη τους ισχυρισμούς του, ότι ως φυλακισμένος δεν είχε την δυνατότητα να προσκομίση σχετικά στοιχεία που να δείχνουν ότι άλλα άτομα εξέδιδαν τιμολόγια και επιταγές και άλλα αξιόγραφα για λογαριασμό του, ως και της εμπορικής εταιρείας που διατηρούσε, τα οποία είναι οι α) Ηλίας Παπαδόπουλος, β) Μιχαήλ Μιχαηλίδης και γ) Κων/νος Πρασσάς, επικαλείται δε, ως νέο στοιχείο, αποδεικτικό της αθωώτητός του και του αδίκου της καταδίκης του, το οποίο δεν προσκομίζει, την πρώτη "έκθεση ελέγχου" της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.) της Περιφερειακής Διευθύνσεως Κεντρικής Μακεδονίας του Υπουργείου Οικονομικών και Οικονομίας, θεωρηθείσης στις 26-6-2007 και υπογραφομένης από τους υπαλλήλους Α, Β, Γ και Δ, ισχυριζόμενος ότι αυτή επιβεβαιώνει τους ανωτέρω ισχυρισμούς του, δηλαδή ότι αυτός απλά είχε πέσει "θύμα εκμεταλλεύσεως των τριών προαναφερθέντων, που χωρίς οιαδήποτε εντολή έκαναν διαχειριστικές και εμπορικές πράξεις για λογαριασμό υποτίθεται" αυτού και της εταιρίας του, εξαπατώντας και αυτόν και τρίτους, με συνέπεια να οδηγηθή πλειστάκις ενώπιον των Δικαστηρίων και να καταδικασθή "συνολικά σε πολυετή φυλάκιση". Αλλά, με το ως άνω περιεχόμενο, η υπό κρίση αίτηση πρέπει, συμφώνως προς τις προαναφερόμενες διατάξεις, να απορριφθή ως απαράδεκτη, διότι εκτός του ότι ουδέν αναφέρει περί του αμετακλήτου των ανωτέρω αποφάσεων, είναι και τελείως αόριστη, αφού δεν προσδιορίζονται σ'αυτή, ούτε τα περιστατικά διά τα οποία κατεδικάσθη ο αιτών, ούτε το συγκεκριμένο περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου και η σχέση τούτου (εγγράφου) με εκάστη των αξιοποίνων πράξεων διά τις οποίες εξεδόθησαν οι ανωτέρω καταδικαστικές αποφάσεις, τις οποίες, άλλως τε, ως και το προαναφερόμενο έγγραφο, δεν προσεκόμισε ο αιτών. Περαιτέρω, δεν συντρέχει περίπτωση αναστολής εκτελέσεως της ποινής κατ'άρθρ. 529 Κ.Π.Δ. αφού, αφ'ενός μεν η υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι απαράδεκτη, αφ'ετέρου δε εξ ουδενός στοιχείου προκύπτει ότι ο αιτών κρατείται στην ανωτέρω φυλακή προς έκτιση των διά των ως άνω αποφάσεων επιβληθεισών σ'αυτόν ποινών. Τέλος, πρέπει να καταδικασθή ο αιτών στα δικαστικά έξοδα, κατ'άρθρ. 583 Κ.Π.Δ. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Να απορριφθή η από 17-12-2007 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., περί επαναλήψεως της διαδικασίας, επί της οποίας εξεδόθησαν οι υπ'αριθμ. α) 1555/6-5-04, β) 1664/13-5-04, γ) 2301/6-7-04, δ) 2967/13-10-04 και ε) 3/8-1-03 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Να μη ανασταλή η εκτέλεση της ποινής που εκτίει ο ανωτέρω αιτών. Να καταδικασθή ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 2 Απριλίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περιπτ. 2 ΚΠΔ η με αμετάκλητη απόφαση περατωθείσα ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασθέντος δια πλημμέλημα ή κακούργημα και εάν, μετά την οριστική καταδίκη απεκαλύφθησαν νέα άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή εν συνδυασμώ προς τις προηγουμένως προσκομισθείσες, καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή κατεδικάσθη δι' έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι εξετέλεσε. Εξ' άλλου κατά το άρθρο 527 παρ.1, 2 και 3 ΚΠΔ η αίτηση περί επαναλήψεως της διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος, πρέπει να περιέχει τους λόγους, για τους οποίους ζητείται η επανάληψη και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Προϋπόθεση δε του παραδεκτού της επαναλήψεως διαδικασίας, κατ' άρθρον 525 παρ. 1 ΚΠΔ, αποτελεί το αμετάκλητο της καταδικαστικής αποφάσεως. Τέλος για να είναι παραδεκτή η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας εκείνου που καταδικάσθηκε αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα και επικαλείται νέα γεγονότα ή αποδείξεις, πρέπει να εκθέτει στην αίτηση με σαφήνεια και πληρότητα τα νέα στοιχεία που είναι σχετικά με την πράξη για την οποία εχώρησε η καταδίκη, καθώς και το περιεχόμενό τους, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητος της αιτήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών, ο οποίος αν και κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (βλ. από 4-6-2008 αποδεικτικό επίδοσης του Ε, γραμματέα της Κ.Κ. Τρικάλων) δεν εμφανίσθηκε, αλλ' απέστειλε δια του διευθυντή του Κ.Κ. Τρικάλων την από 9-7-08 υπεύθυνη δήλωση, με την οποία δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να παραστεί στη συζήτηση της αίτησης του, κατά τη σημερινή δικάσιμο (22-7-08) και συνεπώς πρέπει να δικασθεί αυτή (αίτηση) κατ' ουσίαν, ζητεί με την κρινομένη αίτησή του, την επανάληψη της διαδικασίας, επί της οποίας εκδόθηκαν οι εξής αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης: α)Η υπ' αριθμ. 1555/6-5-04, με την οποία καταδικάσθηκε αυτός σε φυλάκιση 11 μηνών για απάτη και έκδοση ακάλυπτης επιταγής, β)η υπ' αριθμ. 1664/13-5-04, με την οποία καταδικάσθηκε αυτός σε φυλάκιση 14 μηνών για παράβαση του Ν. 5960/1933, γ)η υπ' αριθμ. 2301/6-7-04 με την οποία καταδικάσθηκε αυτός σε φυλάκιση 6 μηνών για έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση, δ) η υπ' αριθμ. 2967/13-10-04, με την οποία καταδικάσθηκε αυτός σε φυλάκιση 15 μηνών για υπεξαίρεση ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και ε)η υπ' αριθμ. 3/8-1-03 με την οποία καταδικάσθηκε αυτός σε φυλάκιση 2 ετών για υπεξαίρεση, για το λόγο ότι αποκαλύφθηκε νέο στοιχείο και συγκεκριμένα η προσφάτως συνταχθείσα από την Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων της Περιφερειακής Διευθύνσεως Κεντρικής Μακεδονίας έκθεση ελέγχου κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 186/1992 (ΚΒΣ) που θεωρήθηκε στις 26-6-07, με την οποία επιβεβαιώνονται οι ισχυρισμοί του, ότι αυτός είχε "πέσει θύμα" εκμετάλλευσης των Α, Β και Γ, οι οποίοι χωρίς εντολή του έκαναν διαχειριστικές και εμπορικές πράξεις για λογαριασμό αυτού και της εταιρείας του, εξαπατώντας και τον ίδιο (αιτούντα) και τρίτους, με συνέπεια να οδηγηθεί πλειστάκις ενώπιον των δικαστηρίων και να καταδικασθεί συνολικά σε πολυετή φυλάκιση. Τέλος διαλαμβάνει στην κρινομένη αίτησή του ότι από το παραπάνω νέο στοιχείο, που ήταν άγνωστο στους δικαστές που τον δίκασαν, είναι φανερό ότι αυτός είναι αθώος όλων των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Πλην όμως, η αίτηση αυτή με το ανωτέρω περιεχόμενο είναι απαράδεκτη για τους εξής λόγους: Ο αιτών αναφέρει ότι καταδικάσθηκε με τις ανωτέρω καταδικαστικές αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες δεν προσκομίζονται, χωρίς όμως να κάνει μνεία ότι αυτές έχουν καταστεί αμετάκλητες αλλ' ούτε προκύπτει από άλλα στοιχεία της αίτησης, ότι αυτές έχουν καταστεί αμετάκλητες. Περαιτέρω, ο αιτών δεν εκθέτει τα περιστατικά τα οποία συγκροτούν τα εγκλήματα για τα οποία καταδικάσθηκε, αλλ' ούτε και το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων της Περιφερειακής Διεύθυνσης Κεντρικής Μακεδονίας, που δεν προσκομίζεται, και τη σχέση αυτού με κάθε μία από τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες εκδόθηκαν οι εκτεθείσες καταδικαστικές αποφάσεις ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί η βασιμότητα της αίτησης του. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει να απορριφθεί αυτή (κρινόμενη αίτηση) ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, μη συντρεχούσης περίπτωσης αναστολής εκτέλεσης των ως άνω ποινών, κατ' άρθρο 529 ΚΠΔ, ενόψει της ως άνω απόρριψης της αίτησής της ως απαράδεκτης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρο 585 ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-12-2007 αίτηση του Χ, για επανάληψη της διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. α)1555/6-5-04, β)1664/13-5-04, γ)2301/6-7-04, δ)2967/13-10-04 και ε) 3/8-1-03 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επανάληψη διαδικασίας. Αίτηση επανάληψης διαδικασίας. Πρέπει να είναι ορισμένη, περιέχουσα τους λόγους αυτής, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Προϋπόθεση δε του παραδεκτού αυτής είναι επίσης το αμετάκλητο της απόφασης με την οποία καταδικάσθηκε ο αιτών. Απορρίπτει.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
Αριθμός 1899/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ορισθέντα με την 57/1.4.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Τρικάλων, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Βαλτούδη, περί αναιρέσεως της 45-47/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λαρίσης. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Χ2 και 2) Χ3. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11.7.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1341/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 45-47/2007 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και ενός (1) μηνός, για τις πράξεις της σωματεμπορίας κατά συναυτουργία και της απλής σωματικής βλάβης, δεχθέντος ειδικότερα του δικαστηρίου ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Η εγκαλούσα Ψ1, αλλοδαπή υπήκοος Λευκορωσίας, ήλθε στην Ελλάδα με τουριστική βίζα το έτος 2002, προκειμένου να εργασθεί, μετά δε τη λήξη του καθορισμένου χρόνου παραμονής της εξακολούθησε να παραμένει παράνομα στη Χώρα και για το λόγο αυτό είχε καταχωρηθεί στον Κατάλογο Ανεπιθύμητων στη Χώρα Αλλοδαπών μετά από σχετική καταχώρηση για απέλαση, η οποία δεν είχε πραγματοποιηθεί, με βάση την από 18.4.2003 υπ' αριθμ. ...... απόφαση της Υποδιεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής/2ο Τμήμα Απελάσεων, καθόσον της δόθηκε προθεσμία 30 ημερών προς αναχώρηση από τη Χώρα, πλην όμως αυτήν δεν συμμορφώθηκε και παρέμενε παράνομα στην Ελλάδα. Αρχικά, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και εργαζόταν σε διάφορα μπαρ και τον Ιούνιο 2003 μετέβη στη ..... Φθιώτιδος, όπου σύχναζε στο μπαρ με την επωνυμία ".....", στο οποίο εργάζονταν ως σερβιτόρα μία ομοεθνής φίλη της, η οποία και την φιλοξενούσε στο σπίτι της. Στο μπαρ αυτό, περί τα τέλη Ιουνίου 2003, γνώρισε κάποιον Γ1, αγνώστων λοιπών στοιχείων, Αλβανό υπήκοο, ο οποίος της υποσχέθηκε ότι, αν τον ακολουθήσει στη ...., αυτός θα την εφοδιάσει με τα απαραίτητα έγγραφα παραμονής της στη Χώρα. Αρνηθείσα η εγκαλούσα να τον ακολουθήσει, αυτός μετέβη στις 3.7.2003, στην οικία όπου διέμενε και έχοντας ως σκοπό την εξαναγκαστική εκμετάλλευση της γενετήσιας ζωής της, με απειλές και χρήση βίας σε βάρος της, την παρέλαβε και τη μετέφερε αυθημερόν με Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο στην παραλία της ....., όπου και την εξανάγκασε να συνουσιαστεί επάνω στην άμμο με έναν άγνωστο άνδρα, αντί αμοιβής 40 ευρώ, το οποίο έλαβε ο ίδιος, και ακολούθως στις 8.7.2003, μέσω Δελφών με τρένο την μετέφερε στη ..... και την υποχρέωνε να διαμένει σε διάφορα διαμερίσματα ομοεθνών του, με απώτερο σκοπό τη γενετήσια εκμετάλλευσή της, έχοντας προηγουμένως αποσπάσει από την κατοχή της και το διαβατήριό της, ώστε να μην μπορεί να διαφύγει. Ακολούθως, στις αρχές Αυγούστου 2003, την παρέδωσε στον ομοεθνή του πρώτο κατηγορούμενο Χ2 , ο οποίος την παρέλαβε από εκείνον, γνωρίζοντας ότι αυτή παρέμενε παράνομα στην Χώρα, αντί ανταλλάγματος 1.000 ευρώ και έχοντας αμφότεροι τον ίδιο σκοπό της γενετήσιας εκμετάλλευσής της. Έκτοτε και έως τις 23.8.2003, ο πρώτος κατηγορούμενος κατακρατούσε παρά τη θέλησή της την εγκαλούσα σε διάφορα διαμερίσματα της Θεσσαλονίκης και δη επί τριήμερον σε ένα υπόγειο διαμέρισμα επί της οδού ...... και στη συνέχεια από 10.8.2003 και για ένα μήνα περίπου, αφού τη μίσθωσε τότε, σε μία ισόγεια γκαρσονιέρα του πρώτου ορόφου πολυκατοικίας επί της οδού ......, στερώντας της κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα την ελευθερία κινήσεώς της, διότι την κλείδωνε στα ανωτέρω διαμερίσματα και συγχρόνως την απειλούσε ότι, αν προσπαθήσει να διαφύγει, ο Γ1 θα ασκήσει σε βάρος της σωματική βία, αφού "αυτός ξέρει μόνον από πιστόλι και μαχαίρι", Στο χρονικό αυτό διάστημα ο πρώτος κατηγορούμενος έκανε αλλεπάλληλες προσπάθειες για τη γενετήσια εκμετάλλευσή της. Προσπαθούσε να της βρει δουλειά, δήθεν ως σερβιτόρας σε μπαρ, αλλά στην πραγματικότητα για την παροχή υπηρεσιών αποσκοπουσών στη γενετήσια διέγερση των θαμώνων των εν λόγω καταστημάτων, με σκοπό ο ίδιος να αποκομίζει τα σχετικά κέρδη. Επειδή όμως δεν μπορούσε να επιτύχει την αμοιβή που αυτός επιθυμούσε, στις 23.8. 2003, παράδωσε την εγκαλούσα αντί ανταλλάγματος 1.500 ευρώ, στον δεύτερο κατηγορούμενο Χ1, με σκοπό αμφοτέρων να προβεί και αυτός, που γνώριζε την παράνομη παραμονή της στην Ελλάδα, στη γενετήσια εκμετάλλευσή της. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, αμέσως οδήγησε την εγκαλούσα σε ένα μισθωμένο από τον ίδιο διαμέρισμα στον τρίτο όροφο πολυκατοικίας επί της οδού .... (περιοχή ..... στη Θεσσαλονίκη), όπου και την κατακράτησε χωρίς τη θέλησή της, έως τις 6.10.2003. Στο χρονικό αυτό διάστημα την εξανάγκαζε, με άσκηση σωματικής βίας και με απειλή βίας, να συνευρίσκεται με μεγάλο αριθμό ανδρών, ικανοποιώντας τη γενετήσια διέγερσή τους, αντί αμοιβής κυμαινόμενης από 50 έως 200 ευρώ κάθε φορά, ποσό το οποίο και λάβαινε ο ίδιος αμέσως μετά την πράξη από τους πελάτες, τους οποίους ο ίδιος ανεύρισκε και στην οικία των οποίων με ταξί οδηγούσε την εγκαλούσα, στην οποία μάλιστα απαρχής παραδέχθηκε ότι, για να την "πάρει" είχε πληρώσει στον Χ2 (πρώτο κατηγορούμενο) 1.500 ευρώ, για να προσθέσει ακόμη ότι, αυτή όφειλε να του εξοφλήσει το τίμημα της αγοράς της με την πειθαναγκαστικά από αυτόν ερωτική της με τρίτους συνεύρεση. Στο χρονικό διάστημα της παράνομης κατακράτησής της από τον δεύτερο κατηγορούμενο, αυτός της στερούσε την ελευθερία κινήσεως, κρατώντας την κλειδωμένη μέσα στο διαμέρισμα και υπό την φύλαξη πάντοτε του ιδίου, είτε φίλων του κατ' εντολήν του, ώστε να μην μπορεί να διαφύγει, ενώ πολλές φορές είχε χειροδικήσει και σε βάρος της. Η εγκαλούσα, μη αντέχοντας την γενετήσια εκμετάλλευσή της, στις 5.10.2003, επεχείρησε να αυτοκτονήσει πηδώντας από τη βεράντα του ανωτέρω διαμερίσματος, χωρίς όμως και να το κατορθώσει, διότι ο κατηγορούμενος βίαια την τράβηξε από το μπαλκόνι μέσα στο διαμέρισμα και στη συνέχεια της επιτέθηκε με γροθιές στο πρόσωπο, στο κεφάλι και στο σώμα, προκαλώντας της τα τραύματα, που ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό και την αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. ...... ιατροδικαστική έκθεση της ιατροδικαστού ...... Την ίδια ημέρα μετά το εν λόγω συμβάν, ο δεύτερος κατηγορούμενος ανακοίνωσε στην εγκαλούσα ότι θα πάει "για δουλειά" στη ..... με κάποιον Χ3. Την επαύριο, 6.10.2003, ο τρίτος κατηγορούμενος Χ3, Αλβανός υπήκοος, μετά από προσυνεννόηση με εκείνον, με σκοπό και αυτός τη γενετήσια εκμετάλλευση της εγκαλούσας, την παρέλαβε από τον δεύτερο κατηγορούμενο, γνωρίζοντας και αυτός την παράνομη παραμονή της στη Χώρα, άγνωστον με ή χωρίς αντάλλαγμα. Ο τρίτος κατηγορούμενος, όταν παρέλαβε από την οικία του δεύτερου κατηγορουμένου την εγκαλούσα, με τρένο την μετέφερε στη ..... και, όταν τις πρώτες πρωινές ώρες της 6/7.10.2003 κατέφθασαν στη ...., την οδήγησε στο ξενοδοχείο "....." και την επομένη το πρωί, με το υπ' αριθμ. .... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας SΕΑΤ ΙΒΙΖΑ, ιδιοκτησίας του, τη μετέφερε στο ξενοδοχείο ".....", πλησίον της Πλατείας του ...... Μόλις στο τελευταίο αυτό ξενοδοχείο κατέλυσαν, ο εν λόγω κατηγορούμενος ανακοίνωσε στην εγκαλούσα ότι, "για το βράδυ έχω κανονίσει να κάνεις έρωτα με 4 πελάτες" και εν σπουδή πήγε και πήρε ο ίδιος το διαβατήριό της από τον υπάλληλο της ρεσεψιόν ......, ώστε να μην κατορθώσει η εγκαλούσα και διαφύγει και έτσι αποτύχει ο σκοπός του της γενετήσιας εκμετάλλευσής της (ιδ. αναγνωσθείσα κατάθεση ανωτέρω μάρτυρος κατηγορίας από τα πρακτικά της υπ' αριθμ. 60-63/2005 εκκαλουμένης αποφάσεως). Το απόγευμα της ίδιας ημέρας (7.10.2003) η εγκαλούσα με τη βοήθεια του ....., δευτέρου υπαλλήλου της ρεσεψιόν του ίδιου ξενοδοχείου, κατόρθωσε να εξέλθει του ξενοδοχείου και έτσι, τρομαγμένη, φοβισμένη και ανήσυχη, εντοπίσθηκε να περιφέρεται πέριξ της Πλατείας του ..... από περιπολικό της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας Λάρισας, ως στερούμενη δε ταξιδιωτικών εγγράφων συνελήφθη και οδηγήθηκε στην εν λόγω Υπηρεσία. Η εγκαλούσα δεν γνώριζε τα στοιχεία ταυτότητος των δραστών της σε βάρος της σωματεμπορίας. Γνώριζε μόνον τα ψευδώνυμα τους Γ1 (αγνώστων λοιπών στοιχείων), Χ2 (πρώτος κατηγορούμενος), Χ1 (δεύτερος κατηγορούμενος), Χ3 (τρίτος κατηγορούμενος), αλλά και τις διευθύνσεις των διαμερισμάτων που παράνομα την κατακρατούσαν. Έτσι, με τις υποδείξεις της, κλιμάκιο της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας Λάρισας, σε συνεργασία και με την Διεύθυνση Ασφάλειας Θεσσαλονίκης - Τμήμα Ηθών, στις 23.10.2003 μετέβησαν σε όλα τα εν λόγω διαμερίσματα, αρχικά, σε εκείνο της οδού ...... και στη συνέχεια, σε εκείνα .... και ..... και έτσι με βάση τις πληροφορίες που έλαβαν από τους εκμισθωτές των διαμερισμάτων, τα στοιχεία των κατηγορουμένων στα μισθωτήρια συμβόλαια και φωτοαντίγραφα των ατομικών τους εγγράφων (διαβατήρια, κάρτες παραμονής κ.λ.π.), εντοπίσθηκαν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, του πρώτου εξ αυτών ρητέον Χ2, όντος κρατουμένου από 3.10.2003 στη Δικαστική Φυλακή Κομοτηνής για παράβαση του Νόμου περί Ναρκωτικών, καθώς επίσης εντοπίσθηκε και ο τρίτος κατηγορούμενος Χ3 στις 11.11.2003 στη Λάρισα. Όλοι τους αναγνωρίσθηκαν, με απόλυτη βεβαιότητα, από την εγκαλούσα, βάσει φωτοαντιγράφων φωτογραφιών και φωτοτυπιών των διαβατηρίων τους και αδειών παραμονής τους (να σημειωθεί ότι ήσαν κάτοχοι, οι πρώτος και δεύτερος των υπ' αριθμ. .... και ..... Π.Α.Π. της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και ο τρίτος της υπ' αριθμ. ....... άδειας παραμονής της Περιφέρειας Θεσσαλονίκης). Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται από την ενώπιον του Ανακριτού του Β' Τμήματος Πλημμελειοδικών Λάρισας και επ' ακροατηρίου νομίμως αναγνωσθείσα από 18.11.2003 ένορκη κατάθεση της εγκαλούσας σε συνδυασμό και με τις επίσης νομίμως αναγνωσθείσες και στο περιεχόμενο των οποίων αναφέρεται προανακριτικές της καταθέσεις από 8.10.2003 (αρχική) ενώπιον της Αστυνόμου Α' ..... και τις Συμπληρωματικές εκείνες από 9, 10, 23, 29.10 και 11.11/2003 ενώπιον της ίδιας και των Αστυνομικών Α' ...., Β' ..... και Ανθ/μου ....., στις οποίες λεπτομερώς, χωρίς αντιφάσεις και με λογική μεταξύ τους αλληλουχία εξιστορεί όλα τα πραγματικά περιστατικά της γενετήσιας εκμετάλλευσής της από ένα έκαστο των κατηγορουμένων και τον ανωτέρω συνεργό τους Γ1, α.λ.σ., καθώς και την επενεχθείσα σε βάρος της απλή σωματική βλάβη από το δεύτερο κατηγορούμενο Χ1. Οι καταθέσεις αυτές της εγκαλούσας επιρρωνύονται από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Αστυνομικών .... και ιδία του ...., ο οποίος, κατά μη αναιρούμενο από αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο τρόπο, κατέθεσε και αυτός την από κερδοσκοπία και από κοινού από τους κατηγορουμένους μαζί με τον συνεργό τους δόλια και εξαναγκαστική εκμετάλλευση, κατά τους ανωτέρω και στο διατακτικό χρόνους, της γενετήσιας ζωής της παθούσας, συνδεόμενη με την παράνομη παραμονή της στη Χώρα, γεγονότα τα οποία και είναι σε θέση καλώς να γνωρίζει, με βάση τις βάσιμες πληροφορίες που είχε από τους αξιωματικούς που επελήφθησαν του έργου της αστυνομικής προανάκρισης και ιδία του εξ αυτών Α' ....., ενώπιον των οποίων αυθορμήτως τα κατέθεσε η εγκαλούσα και οι οποίες πληροφορίες επιβεβαιώθηκαν και στη συνέχεια από τον ίδιο, γιατί και ο εν λόγω μάρτυς κατηγορίας συμμετείχε στο κλιμάκιο εντοπισμού των δραστών και είχε τότε και προσωπική επαφή με την εγκαλούσα, ώστε να πεισθεί απόλυτα, διαπιστώνοντας και ο ίδιος το φόβο και την ταραχή, που και τότε την διακατείχε, ότι όσα αυτή εξιστορούσε ήσαν αληθή, ήταν θύμα των κατηγορουμένων και του συνεργού τους και ακόμη ότι αυτή δεν ήταν ιερόδουλος. Τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι έσπευσαν να εξαφανιστούν από τα διαμερίσματα που διέμεναν, το ίδιο δε και το τρίτος κατηγορούμενος Χ3, αμέσως μετά την προανακριτική του στις 12.11.2003 απολογία (δεν εμφανίστηκε ούτε καν στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) δεν δύνανται να αναιρεθούν από τις ασαφείς και εν πολλοίς αόριστες καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως Ζ1, ....., ......, ....., .... και ...., συγγενών στην πλειοψηφία τους με τους κατηγορουμένους, ούτε και από τις απολογίες των τελευταίων, που αρνούνται την σε βάρος τους κατηγορία, αντιφάσκοντες μάλιστα μεταξύ τους (ο πρώτος ισχυρίζεται ότι δεν γνωρίζει τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο τελευταίος και ο αδελφός του Χ2, αντίθετα, ότι είναι φίλοι μεταξύ τους), ενώ περαιτέρω δεν γίνεται πιστευτός, ως αναπόδεικτος βάσιμα και σε κάθε περίπτωση ως μη αντέχων στη λογική, ο ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορούμενου Χ1 ότι, η παθούσα, που φιλοξενήθηκε δήθεν στο σπίτι του, μετά τον χωρισμό της από τον πρώτο κατηγορούμενο, από λόγους εκδίκησης και μόνον κινήθηκε εναντίον του, γιατί δήθεν αυτός δεν ενέδωσε στις ερωτικές της ορέξεις, όταν αυτή κάποια στιγμή, γυμνή, εφόρμησε στην κρεβατοκάμαρα του και απαίτησε από αυτόν και την με πολιτικό ρητέον γάμο στην Αλβανία τελεσθέντα το 2001 σύζυγο του Ζ1 να κάνουν και οι τρεις ομαδικό μεταξύ τους έρωτα. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει ομόφωνα άπαντες οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι για την πράξη της σωματεμπορίας κατά συναυτουργία, η οποία συνδέεται με την παράνομη παραμονή της παθούσας στη Χώρα, απορριπτόμενου του αυτοτελούς ισχυρισμού του συνηγόρου των δεύτερου και τρίτου κατηγορουμένων Χ1 και Χ3, περί μη συνδρομής της διακεκριμένης περίπτωσης του άρθρου 351 §4 εδ. γ ΠΚ και επιπλέον, ο δεύτερος εξ αυτών Χ1 κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της απλής σωματικής βλάβης, με την αναγνώριση ομόφωνα του και του πρωτοδίκως χορηγηθέντος στους δεύτερο και τρίτο κατηγορουμένους ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' ΠΚ (μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς)". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της σωματεμπορίας κατά συναυτουργία και της απλής σωματικής βλάβης, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 351 παρ. 1, 4 περ. γ' και 308 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών ή ελλιπών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Αβασίμως υποστηρίζεται ότι η απόφαση στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στην κατάθεση της απολειπόμενης παθούσας, αφού, με την προσβαλλομένη, εξειδικεύονται πλήρως οι καταθέσεις όλων των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, συσχετίζονται αυτές με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, αιτιολογείται πλήρως στη συνέχεια γιατί δεν γίνονται πιστευτές οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, καθώς και το ότι η κατάθεση της απολειπόμενης παθούσας επιβεβαιώνεται πλήρως, σε όλα της τα σημεία, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις των αστυνομικών, που έλαβαν μέρος στην εξακρίβωση των αξιοποίνων πράξεων που τέλεσε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος και οι άλλοι συναυτουργοί. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας, ζήτησε την αναβολή της δίκης, λόγω απουσίας της εγκαλούσας μάρτυρος Ψ1, προς το σκοπό εμφάνισης και εξέτασής της στο ακροατήριο. Το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε το ως άνω αίτημα, με την εξής αιτιολογίας: "Το αίτημα του κατηγορουμένου είναι νόμιμο, αλλά πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσία, διότι, η εμφάνιση στο ακροατήριο της εγκαλούσας είναι ανέφικτη, λόγω ανυπερβλήτου κωλύματος, αφού αυτή, όπως προκύπτει και από την αναγνωσθείσα περικοπή στο τέλος του υπ' αριθ. ..... εγγράφου της Υ.Α. Λάρισας, έχει απελαθεί διοικητικά από τη χώρα και έχει απαγορευθεί η είσοδός της σε αυτήν, για λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας". Και η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, έχει την από τις προαναφερθείσες διατάξεις απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, πλήρως αιτιολογείται, γιατί το αίτημα της αναβολής δεν έγινε δεκτό, ενόψει του ότι η απολειπόμενη είχε απελαθεί από την Ελλάδα ως ανεπιθύμητο πρόσωπο και συγχρόνως είχε απαγορευθεί η εκ νέου είσοδός της σ' αυτήν για λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας. Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου περί την εκτίμηση των αποδείξεων. Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ πρώτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. ΙΙ. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, προκαλείται, όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί η ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη, για τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη αυτή. Δεν δημιουργείται όμως καμμία ακυρότητα, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα διάταξη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 354 του ΚΠΔ, όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως αναγνώσει την ένορκη κατάθεση μάρτυρα της προδικασίας, έστω και αν εναντιωθεί στην ανάγνωση της καταθέσεώς του ο κατηγορούμενος, αφού, όμως προηγουμένως, κρίνει αιτιολογημένα, ότι η εμφάνιση του μάρτυρα στο ακροατήριο είναι αδύνατη για κάποιον από τους αναφερόμενους στο άρθρο 365 παρ. 1 του ΚΠΔ λόγους, ούτε δε και προσκρούει η ανάγνωση αυτή στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. δ' της ΕΣΔΑ, κατά την οποία ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να εξετάσει ή να ζητήσει να εξετασθούν οι μάρτυρες κατηγορίας και να επιτύχει την πρόσκληση και εξέταση των μαρτύρων υπερασπίσεως, καθόσον, το τελευταίο, προϋποθέτει, ότι η εμφάνιση του μάρτυρα στο ακροατήριο είναι δυνατή. Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε στην εκ μέρους του κατηγορουμένου απόλυτη επιλογή των μαρτυρικών καταθέσεων που λήφθηκαν ενόρκως κατά την προδικασία και τη μη αξιολόγηση και αχρήστευση των καταθέσεων της προδικασίας, που δεν θα επιθυμούσε να ληφθούν υπόψη. Όπως προαναφέρθηκε και προκύπτει, άλλωστε, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζήτησε την αναβολή της δίκης, προκειμένου να εμφανιστεί και εξεταστεί στο ακροατήριο η απολειπόμενη μάρτυρας εγκαλούσα Ψ1 και το Δικαστήριο της ουσίας, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε το αίτημα αυτό, διότι η εμφάνιση της τελευταίας στο ακροατήριο ήταν αδύνατη, συνεπεία της απελάσεώς της από την Ελλάδα και της απαγόρευσής της να επανέλθει σ' αυτήν για λόγους δημοσίας τάξης και ασφάλειας. Στη συνέχεια δε, παρά τις προς τούτο αντιρρήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης του αναιρεσείοντος, αναγνώσθηκαν αυτεπάγγελτα οι ένορκες καταθέσεις (προανακριτική, συμπληρωματική και ενώπιον του Ανακριτή) της ως άνω απολειπόμενης. Με την ανάγνωση αυτή των αναφερομένων καταθέσεων της Ψ1, μετά δηλαδή τη διαπίστωση του αδυνάτου εμφάνισής της στο ακροατήριο, ουδεμία, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ακυρότητα επήλθε. Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδ. με το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. δ της ΕΣΔΑ δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙΙ. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης της απόφασης είναι και η έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα. Εκ των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, η επικαλούμενη ακυρότητα της διαδικασίας, δια να επέλθει, προϋποθέτει την υποβολή αιτήματος προς το δικαστήριο και το τελευταίο να αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι, υπέβαλε στον Εισαγγελέα της έδρας αίτημα όπως, με δική του παρέμβαση προς την εταιρεία ....., υποχρεώσει την τελευταία να χορηγήσει αντίγραφο συναλλαγής της εγκαλούσας με το γιό της, στον οποίο, στις 30.9.2003, μέσω της ως άνω εταιρείας, απέστειλε έμβασμα, στο ..... της Λευκορωσίας, ύψους 1000 ευρώ, ο δε Εισαγγελέας δεν προέβη σε κάποια ενέργεια επί του αιτήματος αυτού. Πέρα από το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τέτοιο αίτημα ούτε στον Εισαγγελέα της έδρας υποβλήθηκε, το μόνο το οποίο έλαβε χώρα ήταν η, κατόπιν αιτήσεως του συνηγόρου υπεράσπισης του αναιρεσείοντος, ανάγνωση της από 2.3.2007 αίτησης του τελευταίου προς τον Εισαγγελέα, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι σχετικό αίτημα προς το δικαστήριο δεν υποβλήθηκε και ως εκ τούτου και αντίστοιχη υποχρέωση αυτού προς απάντηση δεν δημιουργήθηκε. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 4/2007 αίτηση του Χ1, κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Τρικάλων, για αναίρεση της υπ' αριθ. 45-47/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λαρίσης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σωματεμπορία κατά συναυτουργία. Απλή σωματική βλάβη. Λόγοι αναίρεσης: 1) Έλλειψη αιτιολογίας, 2) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, 3) Ακυρότητα από ανάγνωση παρά τις αντιρρήσεις του κατηγορουμένου, προανακριτικών καταθέσεων απολειπόμενου μάρτυρα, 4) Ακυρότητα από μη απάντηση του Δικαστηρίου σε αίτημα του κατηγορουμένου. Απορρίπτει την αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία, Σωματική βλάβη απλή, Σωματεμπορία.
2
Αριθμός 1898/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), που ορίστηκε με την με αριθμό 57/01.04.20082008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε ΣΕ δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 2301/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Με κατηγορούμενους τους: 1) ....... 2) ....... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπαπέτρου. Με πολιτικώς ενάγουσα τηνΨ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσιουράκη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 3/11.01.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 56/2008. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 117 παρ. 1 και 383 του Π.Κ. προκύπτει, ότι το αξιόποινο του εγκλήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, που προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 381 του ίδιου Κώδικα, εξαλείφεται αν ο αμέσως εκ της φθοράς ή καταστροφής του πράγματος παθών δεν υποβάλλει έγκληση ενός τριών μηνών από την ημέρα που έλαβε γνώση της πράξεως που τελέστηκε και του προσώπου που την τέλεσε ή ενός από τους συμμετόχους της. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 370 του Κ.Π.Δ. η ποινική δίκη τελειώνει α)... β)... γ) με την κήρυξη της ποινικής δίωξης απαράδεκτης, εκτός των άλλων περιπτώσεων και όταν δεν υπάρχει η έγκληση, περίπτωση στην οποία υπάγεται και η υποβολή έγκλησης από μη δικαιούμενο πρόσωπο. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως, οποιουδήποτε δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνη της εκ πλαγίου παράβασης της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 2301/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η εναντίον των κατηγορουμένων ασκηθείσα ποινική δίωξη για φθορά ξένης ιδιοκτησίας κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση και μεμονωμένα, έπαυσε οριστικά, κατ' άρθρον 370 περ. β Κ.Π.Δ. Για να αχθεί στην κρίση του αυτή, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την εξής αιτιολογία: "Σύμφωνα με το άρθρο 117 του Π.Κ., όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο αποτέλεσμα εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμέτοχους της. Το ίδιο αποτέλεσμα συνεπάγεται και η ρητή δήλωση του δικαιούχου της έγκλησης ενώπιον της αρμόδιας αρχής, ότι παραιτείται από το δικαίωμα της έγκλησης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δικαιούμενο πρόσωπο να υποβάλλει έγκληση για το αδίκημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας είναι ο γιος της εγκαλούσας, Ψ, στον οποίο η εγκαλούσα Ψ1 μεταβίβασε με γονική παροχή την ψιλή κυριότητα του ακινήτου της, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. ...... συμβόλαιο του συμ/φου Βόλου Ιωάννη Γαλλέα, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βόλου, στον τόμο ... και αριθμό .... και φέρεται ως κύριος των συστατικών του ακινήτου, ήτοι των τοποθετηθέντων πασσάλων, του συρματοπλέγματος και των σωλήνων υδροδότησης, ενώ η εγκαλούσα έχει δικαίωμα επικαρπίας, δηλαδή χρήσης και κάρπωσης του ακινήτου. Επομένως, επειδή δεν έχει υποβληθεί από το δικαιούμενο πρόσωπο έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που τελέστηκε η πράξη, πρέπει, σύμφωνα με το παραπάνω άρθρο και σε συνδυασμό με το άρθρο 370 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων για την ως άνω πράξη". Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση της, ότι δικαιούμενο πρόσωπο προς υποβολή της σχετικής έγκλησης σε βάρος των κατηγορουμένων, για την αναφερόμενη πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, είναι ο Ψ και όχι η μητέρα του Ψ1, η οποία και είχε υποβάλει την έγκληση, με βάση την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη. Το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης, έγκειται εις το ότι, μετά την κατά τα άνω διαπίστωση του δικαιούμενου προσώπου προς υποβολή της σχετικής έγκλησης, έπρεπε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 370 παρ. γ' του Κ.Π.Δ., να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη, ως εκ του ότι η έγκληση υποβλήθηκε από μη δικαιούμενο πρόσωπο και όχι να παύσει αυτήν οριστικά, κατ' εφαρμογή της παρ. β του ως άνω άρθρου. Το γεγονός ότι άλλος είναι ο δικαιούμενος να υποβάλει την έγκληση και αν αυτός έλαβε γνώση των παρανόμων ενεργειών των κατηγορουμένων ή όχι και εάν υπάρχει ακόμη στάδιο υποβολής της σχετικής έγκλησης, δεν διαφοροποιεί τα πράγματα, αφού, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ποινική μεταχείριση των κατηγορουμένων είναι πάντοτε συνδεδεμένη με την, κατά τα άνω, υποβληθείσα έγκληση από τη μη δικαιούμενη προς τούτο Ψ1 , με βάση την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη, κάθε άλλη δε κρίση, πέραν της, έστω με λανθασμένη εφαρμογή της παρ. β αντί της παραγ. γ του άρθρου 370 του Κ.Π.Δ., εξανεχθείσας, θα σήμαινε υπέρβαση εξουσίας, ήτοι παράβαση του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ. Με τα δεδομένα αυτά, ο μοναδικός λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι προκύπτει ασάφεια από τις παραδοχές της, για το αν και πότε το δικαιούμενο σε υποβολή εγκλήσεως πρόσωπο, έλαβε γνώση της αξιόποινης πράξεις των κατηγορουμένων και αν παρήλθε άπρακτη η τρίμηνη προθεσμία για την υποβολή της, προκειμένου να εξαλειφθεί το αξιόποινο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, όπως πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση αναίρεσης.- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αρ. 3/2008 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αρ. 2301/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φθορά ξένης ιδιοκτησίας κατά συναυτουργία και κατ΄ εξακολούθηση και μεμονωμένα. Λόγος αναίρεσης: Έλλειψη νόμιμης βάσης. Σε περίπτωση που υποβληθεί η έγκληση από μη δικαιούμενο πρόσωπο, το δικαστήριο πρέπει, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 370 παρ. γ΄ ΚΠΔ, να κηρύξει απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη. Κάθε άλλη ενέργεια αυτού, όπως εάν ο δικαιούμενος έλαβε γνώση της αξιόποινης πράξης και αν παρήλθε το τρίμηνο για την υποβολή της, δεν διαφοροποιεί τα πράγματα, γιατί η ποινική δίωξη κινήθηκε με βάση την έγκληση του μη δικαιούμενου προς υποβολή προσώπου. Απορρίπτει.
Φθορά ξένης ιδιοκτησίας
Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Νομίμου βάσεως έλλειψη, Έγκληση, Φθορά ξένης ιδιοκτησίας.
0
Αριθμός 1897/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), που ορίστηκε με την με αριθμό 57/01.04.20082008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Θεσσαλονίκης, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο και 2) Χ2 και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σακάλογλου, περί αναιρέσεως της 233-237/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, 2) Ψ2 και 3) Ψ3, που δεν παρέστησαν. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7 Νοεμβρίου 2007 και 13 Οκτωβρίου 2007 αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντίστοιχα, καθώς και στο από 16 Απριλίου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων του Χ1, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2030/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Αρείου Πάγου, οι από 9-11-2007 και 14-11-2007, δυο αιτήσεις αναιρέσεως, που ασκήθηκαν από τους κατηγορούμενους, Χ1 και Χ2 και οι, επ' αυτής (αναιρέσεως του πρώτου), με χρονολογία 16-4-2008, πρόσθετοι λόγοι, στρεφόμενες κατά της υπ' αριθμό 233-237/2007 καταδικαστικής αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, των οποίων οι λόγοι είναι ταυτόσημοι και πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της συνάφειάς τους, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 299 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του αυτού άρθρου 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι, για τη ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση, κατά τη έννοια της διάταξης, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη, είτε κατά την απόφαση, είτε κατά την εκτέλεση της πράξης. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης. Για την ύπαρξη του στοιχείου της ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φθάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα στάθμισης των αιτίων που κινούν την πράξη ή απωθούν από αυτήν. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνη του άλλου, προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως, μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Επειδή, η, κατά το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ, απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 του Κ.Π.Δ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 του Κ.Π.Δ, πρέπει δε, για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Εξ' άλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, υπάρχει, όταν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να αναγράφεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ των. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο προσδιορισμός τους γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, που, σε δεύτερο βαθμό, δίκασε και την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, αναιρετικά κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ΕΠΕΙΔΗ, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης εκείνης και αυτής, την ..... ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη του Ιατροδικαστή ......, την από .... έκθεση αυτοψίας ως αυτοτελή - αποδεικτικά μέσα [άρθρο 178 Κ.Π.Δ.], τις απολογίες των κατηγορουμένων στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Οι κατηγορούμενοι, γεννηθέντες η μεν πρώτη το έτος 1953, ο δεύτερος δε το έτος 1965, γνωρίστηκαν το καλοκαίρι του 1981, όταν ο τελευταίος βρέθηκε εργαζόμενος στην συγκομιδή φρούτων στην Κοινότητα ...... Ν. Πέλλας, όπου είχε γεννηθεί και διέμενε με την πατρική της οικογένεια η συγκατηγορούμενή του. Η γνωριμία τους, φιλική και σε επίπεδο "φλερτ" κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, συνεχίστηκε δι' αλληλογραφίας πλέον και όταν ο κατηγορούμενος Χ1 επέστρεψε στο χωριό του ..... Χαλκιδικής, μέχρι και τον Μάρτιο του 1982, ότε διεκόπη. Περί τα τέλη του ιδίου έτους η κατηγορουμένη Χ2 παντρεύτηκε μετά από γνωριμία τον ατυχή Ψ ήσυχο, πράο και κατά γενική ομολογία άριστο οικογενειάρχη, με τον οποίο απέκτησε δύο κόρες, την .... και την ....., ενώ ο συγκατηγορούμενός της, υπαξιωματικός του Ελληνικού Στρατού από το 1984, παντρεύτηκε το 1986 την επίσης εξαίρετη ...., με την οποία απέκτησε δύο κόρες, την .... και τη ...... Τον Ιούνιο του 2000 οι κατηγορούμενοι συναντήθηκαν στο χωριό ..... Ν. Πέλλας, όπου ο εξ' αυτών Χ1 είχε μεταβεί με την οικογένεια του στο γάμο ενός εξαδέλφου του. Και ενώ και οι δύο είχαν δημιουργήσει από μια ωραία οικογένεια, με άριστους συντρόφους, γύρισαν πίσω το ρολόι του χρόνου κατά 19 ολόκληρα χρόνια με σκοπό να ζήσουν τον μεγάλο έρωτα. Έτσι μετά την πρώτη συνάντηση τους, μακράν των συζύγων τους, στην Κατερίνη, τον Αύγουστο του 2000, η Χ2, τον Οκτώβριο του ιδίου έτους μετέβη στην Σάμο, όπου υπηρετούσε ήδη ο Χ1 [η οικογένεια του δεν τον είχε ακολουθήσει, αλλά παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη λόγω του σχολείου των παιδιών του], προφασιζόμενη στον σύζυγο της ότι μεταβαίνει σε μοναστήρι, και διέμεινε στο σπίτι του για τέσσερις [4] ημέρες, ότε και δημιούργησαν πλήρεις σαρκικές σχέσεις. Επακολούθησαν και άλλες ερωτικές συνευρέσεις των κατηγορουμένων, τον χειμώνα του 2000-2001 στα Γιαννιτσά και στη Σκύδρα [εκεί διέμενε η κατηγορουμένη με την οικογένεια της], όπου ερχόταν ο κατηγορούμενος Χ1 [από τη Σάμο, όπου υπηρετούσε], αλλά και στη Σάμο την Άνοιξη και το Θέρος του 2001, όπου μετέβαινε η συγκατηγορούμενή του συνοδευόμενη, ενίοτε και από τις κόρες της, εναλλάξ [δυο φορές έγινε αυτό], ηλικίας τότε 18 και 14 ετών, αντίστοιχα. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος Χ1 άρχισε να απομακρύνεται από την σύζυγο του από το χειμώνα του 2001, ενώ τον Ιούλιο του ιδίου έτους κοινοποίησε εξώδικο σ' αυτή, με την οποία της γνωστοποιούσε την επιθυμία του για έκδοση διαζυγίου. Κατά τις προαναφερόμενες συναντήσεις τους το παράνομο σατανικό ζευγάρι των εραστών έλαβε από κοινού την απόφαση να βγάλουν από τη μέση τον σύζυγο της κατηγορουμένης Ψ που τον θεωρούσαν εμπόδιο στην απόλαυση του παράνομου ερωτικού τους δεσμού. Έτσι κατέστρωσαν από κοινού το σχέδιο της δολοφονίας του, ως τόπο δε υλοποίησης του επέλεξαν την εξοχική κατοικία του θύματος στον ....., όπου με την πρόφαση της ερωτικής συνευρέσεως θα το παρέσυρε η σύζυγος του, κατηγορουμένη Χ2 και ημερομηνία την 22-9-2001, ημέρα Σάββατο, ώρα 21:00', η οποία τους "εξυπηρετούσε", καθόσον τον ισόγειο χώρο της κατοικίας μόλις τον είχε εκμισθώσει το θύμα ως κατάστημα, σε κάποιον ....., ο οποίος δεν είχε εγκατασταθεί ακόμα στο μίσθιο. Έτσι ο Χ1 την 21-9-2001 ημέρα Παρασκευή, αναχώρησε από τη Σάμο, χωρίς μάλιστα να λάβει άδεια από τον Διοικητή της μονάδας του [αυτό το ομολόγησε ο ίδιος απολογούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου] για το λιμάνι του Πειραιά, δηλώσας κατά την έκδοση των εισιτηρίων ως ονοματεπώνυμο Χ1 και αριθμό αυτοκινήτου διαφοροποιημένο κατά ένα αριθμό από τον πραγματικό αριθμό του αυτοκινήτου του [δήλωσε ......] και όλα τα ανωτέρω βάσει προμελετημένου σχεδίου για να διαθέτει άλλοθι, και αφού έφθασε στον Πειραιά, οδηγώντας το αυτοκίνητο του έφθασε στα Γιαννιτσά, όπου και σε αγροτική περιοχή νωρίς το απόγευμα συνευρέθη ερωτικά με την συγκατηγορούμενή του. Εκεί συζήτησαν πάλι με κάθε λεπτομέρεια το σχέδιο δολοφονίας του ατυχούς Ψ μέσα στην ίδια του την κατοικία, της οποίας ο κατηγορούμενος είχε κλειδί, αφού, για το σκοπό αυτό, του το είχε δώσει η ερωμένη του από τον Ιούνιο. Περί ώρα 20:30' της ιδίας ημέρας, ο κατηγορούμενος Χ1 έφθασε με το αυτοκίνητο του στην εξοχική κατοικία του θύματος [περίμενε να νυχτώσει για να μην τον αντιληφθούν], άφησε αυτό σε απόσταση μέσα στους αγρούς για τον ίδιο λόγο, και εισήλθε σ' αυτή από το πίσω μέρος όπου υπάρχει η γκαραζόπορτα, τραβώντας απέξω το σχοινάκι που υπήρχε για να σηκώνεται ο εσωτερικός συρτής και να ανοίγει [είχε μάθει τον ιδιόρρυθμο αυτό τρόπο ανοίγματος της πόρτας, που γνώριζαν μόνον οι ιδιοκτήτες, από την συγκατηγορούμενή του, απλώς αυτός μέσα στην αγωνία του για τη δολοφονία του θύματος, ξέχασε να βγάλει απέξω πάλι το σχοινάκι, ώστε εύκολα να μπουν με τον ίδιο τρόπο το θύμα με την συγκατηγορούμενή του Χ2]. Διέσχισε το υπόγειο, ανέβηκε την σιδερένια σκάλα [επτά σκαλοπατιών] που οδηγούσε από την καταπακτή στο διάδρομο πλατύσκαλο του ισογείου στο βάθος του οποίου υπήρχε η ξύλινη πόρτα της κεντρικής εισόδου, φέρουσα κάθετο υάλινο φεγγίτη [πλάτους 30 εκατοστών και ύψους ενός μέτρου περίπου, που επέτρεπε τον αμυδρό φωτισμό του διαδρόμου από την απέναντι καφετέρια], και στη συνέχεια ανέβηκε στο διαμέρισμα του 1ου ορόφου, όπου άφησε το τσαντάκι με τα προσωπικά του είδη. Ακολούθως αυτός, και με βάση το από κοινού με την συγκατηγορούμενή του καταστρωθέν σχέδιο δολοφονίας του θύματος, κατέβασε τον γενικό διακόπτη του ηλεκτρικού ρεύματος [για να μην υπάρχει φως σε ολόκληρο το σπίτι], φόρεσε τα γάντια που είχε φέρει μαζί του [για να μην αφήσει τα δακτυλικά του αποτυπώματα στον τόπο του εγκλήματος], και αφού πήρε στα χέρια του ένα σιδερένιο αντικείμενο επίμηκες, σιδηρολοστό, το οποίο οι δράστες είχαν φυλαγμένο από πριν για το σκοπό αυτό σε ένα βαρέλι του σπιτιού, ανέμενε το θύμα, παραμονεύοντας αυτό στο διάδρομο και μάλλον στο σημείο που αρχίζει η μαρμάρινη σκάλα που οδηγεί στο διαμέρισμα του 1ου ορόφου [τούτο συνάγεται από το σημείο του διαδρόμου που βρέθηκε το πτώμα, σύμφωνα με την επισκόπηση των φωτογραφιών και την αναγνωσθείσα έκθεση αυτοψίας]. Ο ατυχής Ψ που νωρίτερα παρακολουθούσε ποδοσφαιρικό αγώνα στο καφενείο του χωριού ....., μετά τη λήξη του, δέχθηκε τηλεφώνημα από τη σύζυγό του-κατηγορουμένη Χ2, η οποία και τον έπεισε, προδήλως με την πρόφαση της ερωτικής συνευρέσεώς τους, να μεταβούν στην εξοχική τους κατοικία. Έτσι περί ώρα 21:00' περίπου έφθασαν εκεί με το αυτοκίνητο τους, όπου το θύμα, αφού με προσπάθεια άνοιξε την γκαραζόπορτα [γιατί ο Χ1 πάνω στην αγωνία του για τη δολοφονία προδήλως ξέχασε να βγάλει απέξω το σχοινάκι που προαναφέρθηκε], ανέβηκε προπορευόμενος τη σιδερένια σκάλα, χωρίς να υπάρχει ηλεκτρικό φως [τον διακόπτη εσκεμμένα τον είχε κατεβάσει ο κατηγορούμενος Χ1], γι' αυτό και άναψε ένα σπίρτο για να μην χτυπήσει στα σκαλοπάτια [το καμένο σπίρτο και το κουτόσπιρτο βρέθηκαν δίπλα στο θύμα-βλ. φωτογραφίες και έκθεση αυτοψίας], πάτησε στο πλατύσκαλο που υπάρχει στην καταπακτή, και ενώ έκανε ανυποψίαστος ένα - δύο βήματα [τούτο συνάγεται από το σημείο που βρέθηκε το πτώμα και η λίμνη αίματος-βλ. επιδειχθείσες φωτογραφίες και αναγνωσθείσα έκθεση αυτοψίας], ο κατηγορούμενος Χ1 που καιροφυλακτούσε στο επιλεγμένο ως καταλληλότερο ως άνω σημείο για το έγκλημα [διότι εκεί σχηματίζεται γωνία, δηλαδή βγαίνοντας κανείς από την καταπακτή, ο διάδρομος εκτείνεται δεξιά του, όπου και αρχίζει και η σκάλα που οδηγεί στον 1° όροφο], κατάφερε με αγριότητα και βαρβαρότητα και με ανθρωποκτόνο πρόθεση πολλαπλά χτυπήματα με το σιδηρολοστό στο κεφάλι του θύματος, καταρρίπτοντάς τον στο δάπεδο. [Ο ίδιος βέβαια ισχυρίζεται, παντελώς αβάσιμα, ότι κατάφερε δύο μόνο χτυπήματα με το σιδηρολοστό στο θύμα και χωρίς να έχει ανθρωποκτόνο δόλο -τα υπόλοιπα, από τα πολλαπλά που έφερε το θύμα, ισχυρίζεται ότι τα κατάφερε η συγκατηγορουμένη του, γεγονός που η ίδια με την σειρά της αρνείται παντελώς- και γι' αυτό ο εν λόγω κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι είχε πρόθεση να προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη ή μη σκοπούμενη θανατηφόρα σωματική βλάβη στο θύμα]. Η συγκατηγορουμένη που ακολουθούσε το θύμα, διακατεχόμενη από τα ίδια άγρια δολοφονικά αισθήματα και τον ίδιο ανθρωποκτόνο δόλο, με τη σειρά της έλαβε στα χέρια της τον ίδιο σιδηρολοστό και κατάφερε και αυτή σφοδρά χτυπήματα στο κεφάλι του άτυχου θύματος [η ίδια βέβαια αρνείται κατηγορηματικά τούτο, ισχυριζόμενη, παντελώς αβάσιμα, ότι ευθύνεται "για την απόφαση όχι όμως για τη συνεκτέλεση της δολοφονίας", βλέπε χαρακτηριστικά την απολογία της]. Από τα χτυπήματα αυτά το θύμα υπέστη βαρείες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και ακατάσχετη αιμορραγία, συνεπεία των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός του [βλ. αναγνωσθείσα ιατροδικαστική έκθεση του Ιατροδικαστή......, στην οποία περιγράφονται λεπτομερώς ο αριθμός, η φορά κ.τ.λ. των χτυπημάτων]. Το θύμα χαλαρό και ανυποψίαστο, αιφνιδιάστηκε από τα βίαια και μανιώδη χτυπήματα που δέχθηκε στο κεφάλι του από τον Χ1 και δεν πρόλαβε καθόλου να αντιδράσει, για το λόγο δε αυτό δεν μπορεί κανείς να δεχθεί "συμπλοκή" μεταξύ των δύο ανδρών, όπως θέλει να εμφανίσει ο παραπάνω κατηγορούμενος. Οι κάποιες εκδορές στον αριστερό αγκώνα, τον αριστερό βραχίονα, την πλάτη του θύματος που διαπιστώθηκαν από τον ως άνω ιατροδικαστή και βεβαιώνονται στην ιατροδικαστική έκθεση, προδήλως έγιναν στην ενστικτώδη προσπάθεια του θύματος [και κάθε θύμα που θα βρισκόταν στην άμοιρη θέση του, θα έκανε το ίδιο] να σηκώσει τα χέρια του, και να σκύψει για να προφυλάξει το κεφάλι του από τα χτυπήματα και όχι από την "πάλη" που υποστηρίζει ο Χ1 ότι έγινε μεταξύ τους. Θα πρέπει δε να τονιστεί και πάλι ότι ο χώρος του μικρού διαδρόμου -πλατύσκαλου- όπου έγινε το έγκλημα, φωτιζόταν, έστω και αμυδρά και μπορούσε ο κατηγορούμενος Χ1 να διακρίνει στοιχειωδώς το θύμα, από το φως που έμπαινε από το γυάλινο φεγγίτη της πόρτας της κεντρικής εισόδου, που σημαίνει ότι τόσον αυτός [Χ1], όσον και η συγκατηγορουμένη του στη συνέχεια, έβλεπαν που χτυπούσαν το θύμα [στο κεφάλι βέβαια, όπου τα χτυπήματα είναι θανατηφόρα]. Ενδεικτικό δε στοιχείο που αποκλείει την υποστηριζόμενη από τον κατηγορούμενο άποψη "περί πάλης" μεταξύ αυτού και του θύματος είναι και το γεγονός ότι μέσα στο χέρι του θύματος [κλεισμένο σε γροθιά] βρέθηκαν τα κλειδιά του, σύμφωνα με την αναγνωσθείσα ως άνω έκθεση αυτοψίας. Μετά την στυγνή δολοφονία οι δράστες, αφού πήραν μαζί τους τα πειστήρια του εγκλήματος [σιδηρολοστό και γάντια, τα οποία φρόντισαν να εξαφανίσουν, διότι δεν βρέθηκαν], εγκαταλείψαντες το θύμα, επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο του Χ1, και κατευθύνθηκαν προς την Σκύδρα, όπου και αποβιβάστηκε η κατηγορουμένη Χ2 και μετέβη στην οικία της, ενώ ο συγκατηγορούμένος της συνέχισε την πορεία του, πιστεύοντας ότι είχαν διαπράξει το τέλειο έγκλημα. Μάλιστα η Χ2 το ίδιο βράδυ γνωστοποίησε τηλεφωνικά σε συγγενείς και φίλους, με κυνικότητα και ψυχραιμία, την "εξαφάνιση" του συζύγου της, τον οποίο η ίδια μαζί με τον εραστή της πριν από λίγη ώρα είχαν σκοτώσει. Όπως δε η ίδια κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου [βλ. απολογία της] την επόμενη ημέρα του φόνου [23-9-2001 Κυριακή] έδωσε κατάθεση στην αστυνομία, όπου δήλωσε την "εξαφάνιση" του θύματος αποκρύψασα το έγκλημα, ενώ μετά την κηδεία, στις 25-9-2001 έδωσε νέα κατάθεση όπου ιστορούσε τα της δολοφονίας του συζύγου της [όταν βέβαια άρχισε να σφίγγει ο κλοιός γύρω της]. Όπως δε γίνεται συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις, οι σατανικοί εραστές έριξαν ο ένας το βάρος στον άλλον, κατά την απολογία τους δε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου [όπως και ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου], πέραν του ότι περιέπεσαν σε αντιφάσεις προβάλλοντας ο καθένας για τον εαυτό του ανυπόστατες δικαιολογίες για την παρουσία του στο σπίτι του θύματος [ο μεν Χ1 ισχυριζόμενος για να συνευρεθεί ερωτικά με την Χ2, με την οποία είχε κλείσει ερωτικό ραντεβού περί ώρα 21:00' - προς τι τότε ο εφοδιασμός του με γάντια, σιδηρολοστό, κατέβασμα του διακόπτη ηλεκτρικού ρεύματος, για να αντιμετωπίσει όπως απλά ισχυρίζεται το "διαρρήκτη;" - η δε Χ2, αρνούμενη το ερωτικό ραντεβού με εκείνον, ισχυριζόμενη ότι μετέβη εκεί με το σύζυγο της για να συνευρεθεί ερωτικά μαζί του], αναίρεσαν τις αρχικές τους απολογίες ενώπιον του Ανακριτή - γεγονός που τους επισημάνθηκε από το παρόν Δικαστήριο - όπου ο μεν Χ1 ομολόγησε, πλην των άλλων, ότι την ημέρα εκείνη [22-9-2001] του είπε η Χ2 ότι "είναι η καταλληλότερη για να σκοτώσουν το θύμα, διότι θα νομίζουν ότι το έκανε Αλβανός", [καθότι την περίοδο εκείνη δούλευαν πολλοί Αλβανοί στα χωράφια και στο παρελθόν την εξοχική τους κατοικία είχαν διαρρήξει], η δε Χ2 ότι "όλα έγιναν όπως τα είχαμε σχεδιάσει, με την διαφορά ότι ο φόνος έγινε στο πλατύσκαλο και όχι στον 1° όροφο, όπως είχαμε συμφωνήσει αρχικά". Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν από την συνεκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων "που προαναφέρθηκαν, το Δικαστήριο πείσθηκε ότι οι κατηγορούμενοι έχοντες ανθρωποκτόνο πρόθεση, από κοινού ενεργούντες συναποφάσισαν και συνεκτέλεσαν την ανθρωποκτονία σε βάρος του Ψ. Για την κατά συναυτουργία δε τέλεση της πράξεως αυτής, είναι αδιάφορο ποιος από τους δύο κατηγορουμένους αποτελείωσε με το δικό του χτύπησα το θύμα, αφού και οι δύο δράστες επεχείρησαν πράξεις ικανές να προκαλέσουν τον θάνατό του [βλ. Α.Π. 1158/01 Ποιν. Λόγος 2001 1435]. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συναυτουργία". Από την παραδεκτή δε επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα, από την παράθεση των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία το Δικαστήριο δέχθηκε, προκειμένου να στηρίξει την ενοχή του πρώτου αναιρεσείοντος Χ1, αναμφισβήτητα προκύπτει, ότι ναι μεν δεν γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στη με αριθμό ...... έκθεση εξετάσεως αίματος, για τον προσδιορισμό αλκοόλης του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, και στην υπ' αριθμό ....., έκθεση εξέτασης της υπεύθυνης αναλύσεων του αυτού Εργαστηρίου, ως αυτοτελών αποδεικτικών μέσων, όπως γίνεται αντίστοιχη αναφορά, στην υπ' αριθμό .... έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης, του ιατροδικαστού ......, η οποία διενεργήθηκε, συνεπεία της .... παραγγελίας του Α.Τ. Σκύδρας, και την από ..... έκθεση αυτοψίας, όμως, τόσο η έκθεση εξετάσεως αίματος για τον προσδιορισμό αλκοόλης, όσο και η έκθεση αναλύσεων αίματος, δεν θεωρούνται ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια του άρθρου 178 του Κ.Π.Δ, ανεξάρτητα της παραγγελίας που δόθηκε από το Α.Τ. Σκύδρας, για τη διενέργειά τους, αλλά ως έγγραφα, τα οποία, όπως, και ο αναιρεσείων ομολογεί αναγνώσθηκαν, και, ορθώς, επίσης, δεν εκτιμήθηκαν, ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, τα πειστήρια ή οι φωτογραφίες, που επισκοπήθηκαν. Πέραν αυτών, προκύπτει με βεβαιότητα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αξιολόγησε και συνεκτίμησε, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί της ενοχής, και τις παραπάνω εκθέσεις, οι οποίες δεν φέρουν τα στοιχεία ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης, όπως αβασίμως παραπονείται ο αναιρεσείων. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους-αναιρεσείοντες, για την πράξη της τετελεσμένης ανθρωποκτονίας, από πρόθεση, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κατά συναυτουργία και επέβαλε στον καθένα απ' αυτούς την ποινή της ισοβίου καθείρξεως. Με τις παραδοχές της αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, διαλαμβάνει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω αδικήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους, στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, και 299 παρ. 1 του Π.Κ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και όχι σε εκείνες των άρθρων 310 και 311 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, είναι αρκετό ότι αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, γενικώς κατά το είδος τους και δεν είναι αναγκαία η αναφορά, για κάθε περιστατικό που δέχεται, του αποδεικτικού μέσου από το οποίο προκύπτει, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Εξ' άλλου, στην αρχή του σκεπτικού της απόφασης αναφέρονται, όλα τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση και δεν ήταν αναγκαία η αναφορά σε σχέση με κάθε περιστατικό που δέχεται, αφού, με πληρότητα αναφέρεται στην απόφαση, ότι οι αναιρεσείοντες, με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις τους και με κοινή συναπόφαση, τέλεσαν την ανθρωποκτονία, σε βάρος του Ψ. Συγκεκριμένα, αιτιολογείται η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία, οι κατηγορούμενοι, παρά το γεγονός ότι καθένας απ' αυτούς είχε δημιουργήσει μια ολοκληρωμένη οικογένεια, αποφάσισαν, μετά πάροδο πολλών ετών, από της αρχικής γνωριμίας τους, και ενώ, είχαν δημιουργήσει οικογένειες, να αναθερμάνουν τις προσωπικές τους σχέσεις, με απώτερο σκοπό την από κοινού συμβίωσή τους. Προς τον σκοπό, όμως, αυτό και, προκειμένου να εξουδετερωθεί οποιοδήποτε εμπόδιο, από μέρους του συζύγου της Χ2, η παρουσία του οποίου προφανώς δυσχέραινε την υλοποίηση του σχεδίου τους, αυτού της από κοινού συμβιώσεώς τους, αποφάσισαν από κοινού την εξουδετέρωσή του, με την αφαίρεση της ζωής του. Έτσι, συναποφάσισαν, να δράσουν από κοινού, και, αφού προηγουμένως, ο κατηγορούμενος Χ1, μετέβη στο χωριό ..... Σκύδρας, όπου και η μόνιμη κατοικία του ζεύγους Ψ, ενώ, ήδη αυτός, αυθαίρετα είχε εγκαταλείψει την στρατιωτική του μονάδα στη Σάμο, όπου υπηρετούσε. Μάλιστα δε, ο ίδιος ο κατηγορούμενος Χ1, προκειμένου να μην καταστήσει φανερή την απουσία του και δημιουργήσει ενδεχομένως άλλοθι, δήλωσε, κατά την έκδοση του εισιτηρίου με το πλοίο, από τη Σάμο με προορισμό τον Πειραιά, διαφορετικό όνομα (Χ1), όπως και διαφορετικό αριθμό κυκλοφορίας του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου του. Αιτιολογείται, επίσης, η παραδοχή κατά την οποία, με την άφιξή του, στο χωριό της συγκατηγορούμενής του, και μετά τη συνεύρεση των κατηγορουμένων, σε αγροτική περιοχή των Γιαννιτσών, οι κατηγορούμενοι στη συνέχεια, συζήτησαν στην εξοχική κατοικία του ζεύγους Ψ,Χ2 όπου είχαν μεταβεί, τον τρόπο της δολοφονίας του Ψ. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος Χ1, που ήδη είχε μεταβεί στην παραπάνω οικία, περί ώρα 20.30 μ.μ. της ημέρας εκείνης, ανέμενε με τη συγκατηγορούμενή του, την άφιξη του συζύγου της, προκειμένου να υλοποιηθεί το σχέδιο, που είχαν προσυμφωνήσει μεταξύ τους, και ενώ, η Χ2, προσχηματικά, είχε προτείνει προηγουμένως στο σύζυγό της, να μεταβεί αυτός, στην εξοχική τους κατοικία, όπου αυτή τον ανέμενε, προκειμένου να συνευρεθούν ερωτικά. Πράγματι, με την άφιξη του Χ1 στην εξοχική κατοικία, του ζεύγους Χ1, ο κατηγορούμενος αυτός, κατόπιν προσυνεννόησης με τη συγκατηγορούμενή του, φρόντισε να διακόψει την παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος, σύμφωνα με το κοινό σχέδιο τους, ώστε, να είναι πλέον πρόσφορη η εξουδετέρωσή του, με τον αιφνιδιασμό που θα υφίστατο. Επίσης, αιτιολογείται η παραδοχή, κατά την οποία, ο κατηγορούμενος αυτός, αφού πήρε στα χέρια του ένα μεταλλικό αντικείμενο και μάλιστα ένα σιδηρολοστό, τον οποίον είχαν αποκρύψει σε ένα βαρέλι, με τη συγκατηγορούμενή του, αρχικά ο Χ1, του κατάφερε με ιδιαίτερη σκληρότητα και με πρόθεση να τον αποκτείνει, αλλεπάλληλα χτυπήματα στο κεφάλι, εξαιτίας των οποίων αυτός(παθών), έχασε την ισορροπία του και κατέπεσε στο δάπεδο. Την εγκληματική τους βούληση στη συνέχεια, ολοκλήρωσε η συγκατηγορούμενή του, η οποία με την πτώση του συζύγου της, στο δάπεδο, κατάφερε με τη σειρά της, αρκετά χτυπήματα με το ίδιο μεταλλικό αντικείμενο, στην περιοχή της κεφαλής, που ως αποτέλεσμα, αυτών των χτυπημάτων, ήταν η πρόκληση βαριών κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων, με ακατάσχετη αιμορραγία, και την, εξ' αυτών, ως μόνης ενεργού αιτίας, την κατάληξη του παθόντος συζύγου της. Στην επέλευση της θανατώσεως του Ψ, συνυπήρξε κοινή απόφαση και κοινή ενέργεια των κατηγορουμένων, αιτιολογείται δε στην προσβαλλόμενη απόφαση και ο κοινός δόλος των δραστών, που συνίστατο στην αφαίρεση της ζωής του Χ1, και όχι στην πρόκληση σ' αυτόν βαριάς σωματικής βλάβης ή θανατηφόρου βλάβης, όπως αβασίμως ισχυρίζεται αυτός. Αιτιολογείται, επίσης, η παραδοχή, με την οποία, οι κατηγορούμενοι, τόσο κατά τη στιγμή της συναποφάσεώς τους, όσο και κατά την τελέσεως της πράξεως αυτής, βρίσκονταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Μετά από αυτά, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε' του Κ.Π.Δ, σχετικοί, πρώτος λόγος αναιρέσεως του κύριου δικογράφου και ο αντίστοιχος των προσθέτων λόγων, των αναιρέσεων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας, ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, πρέπει, επί καταδικαστικών αποφάσεων, να υπάρχει, όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους προτείνει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 αρ. 2 του Κ.Π.Δ, δηλαδή εκείνους που τείνουν στην άρση του άδικου του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Χαρακτήρα αυτοτελούς ισχυρισμού, έχει και το αίτημα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, για επιβολή μειωμένης ποινής, στην περίπτωση του άρθρου 84 παρ. 2α, 2δ, και 2ε του Π.Κ, της συνδρομής δηλαδή των ελαφρυντικών περιστάσεων, του προτέρου εντίμου βίου, της ειλικρινούς μετανοίας και της καλής συμπεριφοράς, για σχετικά μεγάλο διάστημα, μετά την τέλεση της πράξης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών και ειδικότερα για τη μη συνδρομή, στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων, ελαφρυντικών περιστάσεων, δέχθηκε κατά την αναιρετική ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του τα ακόλουθα: Περαιτέρω το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να απορρίψει τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84§2 α', δ', ε' Π.Κ., που ζήτησε ο κατηγορούμενος Χ1, Α) της μεν παραγράφου 2 ε' Π.Κ. ομόφωνα, διότι η άριστη συμπεριφορά του στη φυλακή όπου κρατείται και η πειθαρχία του στον κανονισμό της [αλλά και η αφοσίωσή του στα καθήκοντα του αρχιμάγειρα που του έχουν ανατεθεί σ' αυτή και η συγγραφή βιβλίου τον Ιούνιο του 2006 με συνταγές μαγειρικής για το οποίο έλαβε έπαινο από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, η δημιουργία με πρωτοβουλία του, χώρου άθλησης και η συντήρηση κτιριακών εγκαταστάσεων όπως τα ανωτέρω βεβαιώνονται στα αναγνωσθέντα έγγραφα), δεν είναι συνέπεια ελεύθερης επιλογής, αλλά εξαναγκασμένης συμμόρφωσης του προς τους κανόνες συμπεριφοράς των κατηγορουμένων στη φυλακή, ενώ περαιτέρω τα επικαλούμενα και θεωρούμενα από αυτόν ως θετικά στοιχεία [καθήκοντα αρχιμάγειρα, συγγραφή βιβλίου μαγειρικής και λοιπά], δεν δύναται να θεμελιώσουν την αναγνώριση του ελαφρυντικού, καθόσον κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι αποτέλεσμα του φόβου του ενόψει της δίκης και της εκκρεμότητας της εναντίον του κατηγορίας [βλ. σχετικά και Α.Π. 1643/06 Ποιν.Δικ. 2007 378, Α.Π. 2048/2003 Π.Χ. ΝΔ 745, Α.Π. 1258/02 Π.Χ. ΝΓ 423], Β) της δε παραγράφου 2α' Π.Κ. κατά πλειοψηφία [μειοψηφούντων του Εφέτη κ. Γκορέζη και των ενόρκων Κ. Μελά και Π. Ιωαννίδη], διότι από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να συντρέξει η θεσπιζόμενη από αυτή ελαφρυντική περίσταση η οποία επιφέρει μείωση της ποινής κατά το άρθρο 83 Π.Κ., πρέπει ο υπαίτιος να έζησε έως το χρόνο τελέσεως της πράξης, έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, δηλαδή ο έντιμος βίος να ανάγεται σε όλες τις παραπάνω μορφές της ανθρώπινης συμπεριφοράς [Α.Π. 900/2000 Ποιν.Δικ. 2002, 484]. Ο έντιμος ατομικός, ο οικογενειακός, επαγγελματικός, κοινωνικός βίος δεν εξαρτάται απολύτως από την ύπαρξη λευκού δελτίου ποινικού μητρώου του κηρυχθέντος ενόχου. Είναι βέβαια ένδειξη σοβαρή η έλλειψη προηγούμενων καταδικών, πλην όμως το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο του δελτίου του ποινικού μητρώου [Α.Π. 2042/01 Ποιν.Δικ. 2002, 484]. Επί του προκειμένου από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος Χ1 είχε λευκό ποινικό μητρώο, πλην όμως αυτός μέχρι το χρόνο τελέσεως της πράξεως [22-9-2001] δεν έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή και γενικότερα κοινωνική ζωή, αφού αυτός από το Φθινόπωρο του 2000 που δημιούργησε εξωσυζυγική σχέση με την συγκατηγορουμένη του, άρχισε να παραμελεί την οικογένεια του, να μην τους στέλνει χρήματα [δαπάνησε το μισθό του σε δώρα της ερωμένης του, κατά την απολογία του], να φέρεται ψυχρά στην άριστη κατά τον ίδιο σύζυγο του, κοινοποιήσας σ' αυτήν την Άνοιξη του 2001 εξώδικη δήλωση για χωρισμό πληγώνοντας αυτή και τις ευρισκόμενες σε τρυφερή ηλικία θυγατέρες του, δεχόμενος στην μικρή κατοικία του στη Σάμο την συγκατηγορουμένη του με τις θυγατέρες της, εκ των οποίων η μικρότερη ήταν ηλικίας 14 ετών, γενόμενες έτσι οι νεαρές κοινωνοί της παράνομης σχέσης τους, ενώ μία τουλάχιστον φορά [την τελευταία, 19-9-2001], έφυγε κρυφά από την μονάδα του [στη Σάμο] χωρίς να πάρει άδεια από τον Διοικητή του [παραμεθόρια περιοχή], όπως ομολόγησε και ο ίδιος. Και τέλος Γ) κατά πλειοψηφία την ελαφρυντική περίσταση της παραγράφου 2 δ', μειοψήφησε ο ένορκος κ. Κ. Μελάς], διότι δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά τα οποία να δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος Χ1 μεταμελήθηκε ειλικρινά και έμπρακτα για την πράξη του, δηλαδή ζήτησε ή επεδίωξε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει της συνέπειες αυτής, και μάλιστα με συγκεκριμένη ειλικρινή συμπεριφορά και πράξεις έναντι της οικογένειας του θύματος, μόνο δε το γεγονός ότι αυτός την 29-6-2005 [πολύ μετά το πρωτόδικο Δικαστήριο που έγινε 3,4-12-2002 έστειλε μέσα από τη φυλακή στον πατέρα του θύματος μια λακωνική επιστολή ζητώντας απλά συγνώμη] δεν αρκεί για να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό αυτό [βλ. και Α.Π. 809/97 Π.Χ. ΜΗ 248]. Εξάλλου ειλικρινή μεταμέλεια σημαίνει να μεταμελείται κάποιος και να ζητά ειλικρινά συγνώμη για την πράξη που διέπραξε και του καταλογίζεται, και επί του προκειμένου ο κατηγορούμενος αυτός, κατά την κρίση της πλειοψηφίας, δεν μετάνιωσε για την πράξη που του αποδίδεται και κηρύχθηκε ένοχος, αφού και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, εμμένει στον ισχυρισμό ότι δεν είχε ανθρωποκτόνο πρόθεση, αλλά πρόθεση να προκαλέσει στο θύμα βαρεία σωματική βλάβη άλλως μη σκοπούμενη θανατηφόρα βλάβη". Με αυτά που δέχθηκε, το δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφασή του και κατά το σκέλος που, απέρριψε την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων, διαλαμβάνει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 του Σ και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τούτο, γιατί, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα Χ1, για τον οποίο απορρίφθηκε, ι) ομόφωνα, η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς, για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της πράξεώς του,(άρθρο 84 παρ. 2ε του Π.Κ), αιτιολογείται η παραδοχή, ότι η επίδειξη από μέρους του καλής συμπεριφοράς, κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στις δικαστικές φυλακές, δεν υπήρξε αποτέλεσμα ελεύθερης διαβίωσής του στην κοινωνία, όπου καθημερινά δοκιμάζεται η παραβατικότητά του, αλλά προϊόν εξαναγκαστικής συμπεριφοράς του, ενόψει του κανονισμού λειτουργίας του σωφρονιστικού καταστήματος και πειθαναγκασμού του, ιι) κατά πλειοψηφία, η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α του ίδιου Κώδικα, αιτιολογείται η παραδοχή, ότι, ανεξάρτητα του γεγονότος, ότι στο δελτίο του ποινικού του μητρώου, δεν σημειώνεται οποιαδήποτε καταδίκη, μέχρι του χρόνου τελέσεως της πράξεως, δεν έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή και γενικότερα κοινωνική ζωή. Τούτο, γιατί, όντας έγγαμος και πατέρας 2 τέκνων, ανέπτυξε, χωρίς οποιαδήποτε από μέρους της συζύγου του αφορμή, εξωσυζυγική σχέση με τη συγκατηγορούμενή του, ενώ άρχισε να αδιαφορεί για την οικογένειά του και τέλος να της κοινοποιήσει την άνοιξη του έτους 2001, πρόσκληση για συμβιβαστική λύση του γάμου τους. Πέραν αυτών, όντας μόνιμος υπαξιωματικός του ελληνικού στρατού και ενώ υπηρετούσε στη Σάμο, εγκατέλειπε αδικαιολόγητα την Μονάδα του, προκειμένου να συναντηθεί με τη συγκατηγορούμενή του, κάτοικο του χωρίου ..... 'Εδεσσας, και ιιι) κατά πλειοψηφία, η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2δ του Π.Κ, ότι δηλαδή επέδειξε ειλικρινή μεταμέλεια. Τούτο, γιατί, μόνη η ενέργειά του, να εκφράσει τη συγγνώμη του, με την αποστολή σχετικής επιστολής, μετά παρέλευση 3 και πλέον ετών, από την κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν είναι ικανή να οδηγήσει στην παραδοχή του ελαφρυντικού αυτού, χωρίς να συνδυάζεται με οποιαδήποτε άλλη ειλικρινή και έμπρακτη ενέργειά του. Επομένως, η αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ1, με την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το σκέλος τούτο της ελλείψεως της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμη και ο σχετικός πρώτος, των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του Κ.Π.Δ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η αιτίαση του ιδίου, με την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, και σύμφωνα με την οποία, απορρίφθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός του, περί αμύνης, και ότι κατά την τέλεση της πράξεως, δεν βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, προεχόντως είναι απαράδεκτοι, ενόψει του ότι, δεν υποβλήθηκαν εγγράφως και δεν αναπτύχθηκαν προφορικά, το πρώτο μόνο με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, γίνεται σχετική αναφορά, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία αυτών, ανεξάρτητα του ότι το Δικαστήριο, διέλαβε σχετική αιτιολογία, ως προς το στοιχείο της ψυχικής ηρεμίας, στην οποία τελούσε ο αναιρεσείων. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορούμενου, εγγράφων που δεν είναι βεβαία η ανάγνωσή τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται, ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του Κ.Π.Δ., γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας, να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 358 του Κώδικα, σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Από την άποψη δε αυτή, στην έννοια του εγγράφου περιλαμβάνονται και οι προανακριτικές και ανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων, καθώς και η προανακριτική και ανακριτική του κατηγορούμενου απολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 233, 234, 235, 236, 237/2007 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συναυτουργία, στην ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Από την αιτιολογία της καταδικαστικής αυτής απόφασης προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και εγγράφων και την απολογία του, ενώπιον του Ανακριτή, χωρίς αυτή να έχει αναγνωσθεί. Όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι, ναι μεν δεν αναγνώσθηκε η ανακριτική του απολογία, στο στάδιο εκείνο της αναγνώσεως των εγγράφων, όμως, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 366 παρ. 2 του Κ.Π.Δ, σύμφωνα με την οποία, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά το στάδιο της απολογίας του κατηγορουμένου, ενώπιον αυτού, και, προκειμένου να διευκρινίσει ορισμένα σημεία, σε σχέση με όσα είχε καταθέσει προηγουμένως απολογούμενος, στο στάδιο της προδικασίας, επιτρεπτώς, προέβη στην ανάγνωση περικοπών, από την ανακριτική απολογία του. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Α' του Κ.Π.Δ, δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, του Χ1, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 211Α του Κ.Π.Δ, μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορούμενου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής κρίση του, όσον αφορά την αναιρεσείουσα Χ2, στο σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, που είχαν προκύψει, (όπως μάρτυρες, έγγραφα, απολογία της ίδιας), και σε καμία περίπτωση μόνο στην απολογία του συγκατηγορούμενού της, Χ1, όπως αβασίμως υποστηρίζει αυτή. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από αυτήν σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, λόγος περί απολύτου ακυρότητας, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις με τις οποίες, υπό την επίκληση του λόγου ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Συνακόλουθα, και μη υπάρχοντος προς εξέταση, άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, και, οι επ' αυτής (αναιρέσεως του πρώτου) πρόσθετοι λόγοι, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ), τα οποία θα επιβληθούν χωριστά για τον καθένα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, με αριθμό 9980 από 9 Νοεμβρίου 2007, αίτηση του Χ1 καθώς και τους επ' αυτής από 16-4-2008 πρόσθετους λόγους, και, την υπ' αριθμό 10150 από 14 Νοεμβρίου 2007, αίτηση της Χ2 και ήδη κρατουμένων στις δικαστικές Φυλακές Θεσσαλονίκης και Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού, αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ' αριθμό 233-237/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα αναιρεσείοντα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από πρόθεση, κατά συναυτουργία, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς την κατηγορία και ως προς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, για την αναγνώριση ελαφρυντικών. Δεν επάγεται ακυρότητα η χρήση περικοπών από την ανακριτική απολογία ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (άρθρο 366 παρ. 2 ΚΠΔ). Αοριστία ισχυρισμών για άμυνα και για ήρεμη ψυχική κατάσταση. Απορρίπτει αναιρέσεις.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Ανθρωποκτονία από πρόθεση.
0
Αριθμός 1896/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), που ορίστηκε με την με αριθμό 57/01.04.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Πέτρο Προκοπίδη και Μιχαήλ Ρέλλο, 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μιχαλόπουλο και 3) Χ3, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγιάννη, περί αναιρέσεως της 531/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΜΑΤΑΡΑΓΚΙΩΤΗΣ Α.Β.Ε.Ε.", που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Οκτωβρίου 2007 (δύο) και 12 Οκτωβρίου 2007 αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1806/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Οι υπό κρίση από 10 Οκτωβρίου 2007 αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2 και η υπ' αρ. 610/2007 δήλωση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ3, κατά της ίδιας, με αριθμό 531/2007, καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας. ΙΙ. Από τη διάταξη του αρ. 386 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστης. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται ατό παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ, 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη υπ' αρ. 531/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι ενός (21) μηνών έκαστος, ανασταλείσαν επί 3ετίαν, για τις αξιόποινες πράξεις της απάτης από κοινού και της πλαστογραφίας και χρήσης πλαστού εγγράφου από κοινού, δεχθέντος ειδικότερα του δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι στη Λάρισα, ενεργώντας από κοινού α) με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και β) νόθευσαν έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες καθώς επίσης, έκαναν χρήση του εγγράφου αυτού και συγκεκριμένα: Α) το Δεκέμβριο του 2001 εμφανίστηκαν στα γραφείο της εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΤΑΡΑΓΚΙΩΤΗΣ ΑΒΕΕ" που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Χ3, και η οποία είχε υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 2601/98, με απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης, (αρ. πρωτ. ...... έγγραφο Υπουργείου Ανάπτυξης) για την πραγματοποίηση ειδικής επένδυσης, με χρόνο ολοκλήρωσης την 31.12.2000 μετά από παράταση την 30.6.01, και απόρριψη του αιτήματος για περαιτέρω παράταση, αφού παρουσιάστηκαν οι κατηγορούμενοι ως σύμβουλοι επιχειρήσεων με γνωριμίες στο Υπουργείο Ανάπτυξης και τη δυνατότητα να πετύχουν την παράταση του χρόνου πραγματοποίησης της επένδυσης της ως άνω εταιρίας, μέχρι 30.6.02, έναντι ανταλλάγματος ποσού 20.000.000 δρχ., έπεισαν το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας Χ3, να εκδώσει την υπ' αρ. ...... μεταχρονολογημένη επιταγή, Τράπεζας Κύπρου, με ημερομηνία έκδοσης 30.6.02, ποσού 58.694 ευρώ, σε διαταγή του Χ2, με τη συμφωνία ότι, το ποσό αυτό, θα εισπραχθεί μόνο στην περίπτωση που θα επιτευχθεί η παράταση του χρόνου της επένδυσης. Στη συνέχεια δε, αφού διαβεβαίωσαν το νόμιμο εκπρόσωπο της ως άνω εταιρίας ότι, έχουν ήδη προβεί σε όλες τις ενέργειες με το Υπουργείο Ανάπτυξης και επίκειται η έκδοση της απόφασης για την παράταση, έως 30.6.02, ζήτησαν και πέτυχαν το Μάρτιο του 2002 την αντικατάσταση της ανωτέρω αναφερόμενης επιταγής, με άλλες τρεις επιταγές, μεταχρονολογημένες, έκδοσης της ως άνω εταιρίας και συγκεκριμένα: α) την υπ' αρ. ...., ποσού 28.664,94 ευρώ, β) την υπ' αρ: ......, ποσού 15.356,51 ευρώ και γ) την υπ' αρ. ....., ποσού 14.673,51 ευρώ Τράπεζας Εργασίας, με ημερομηνία έκδοσης 30.6.02, ενώ παράλληλα, απέστειλαν με FΑΧ στα γραφεία της εταιρίας το με αρ: ..... έγγραφο του Υπουργείου Ανάπτυξης, για την υπαγωγή ειδικής επένδυσης, με προσθήκη δικών τους σημειώσεων, που παρίσταναν ψευδή γεγονότα ως αληθή και ειδικότερα, ανέγραψαν επί του εγγράφου ότι, αποφασίστηκε η έγκριση του προγράμματος για την εταιρία. Τα παραπάνω γεγονότα, ψευδώς παρέστησαν οι κατηγορούμενοι, αφού στην πραγματικότητα, ουδεμία ενέργεια έγινε από μέρους τους, και ο φάκελος της εταιρίας, στο Υπουργείο είχε κλείσει οριστικά. Με τον τρόπο αυτό, οι κατηγορούμενοι με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, πετυχαίνοντας τη μεταβίβαση των ως άνω επιταγών σ' αυτούς, έβλαψαν την περιουσία της εταιρίας, αφού δεν επέστρεψαν ως όφειλαν τις επιταγές, αλλά τις μεταβίβασαν περαιτέρω, με αποτέλεσμα, να σφραγιστούν αυτές, να διακόψουν οι τράπεζες τη χορήγηση μπλοκ επιταγών στην ως άνω εταιρία - εκδότρια των επιταγών, και να καταστεί αδύνατη η συνεργασία της εταιρίας με τους προμηθευτές της. Επίσης, σχετικά με την υπ' αρ. ..... επιταγή ποσού 14.673 ευρώ, εκδόθηκε σε βάρος της εταιρίας η υπ' αρ. 5714/02 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητο της εταιρίας. Β) Κατά το χρονικό διάστημα από το Μάρτιο του 2002 έως την 30.7.02, παραποίησαν την ημερομηνία έκδοσης, της υπ' αρ. ..... επιταγής και συγκεκριμένα, από την πραγματική ημερομηνία της 30.6.02 νόθευσαν αυτή, στην 30.8.02 και έκαναν χρήση αυτής, μεταβιβάζοντάς την στην εταιρία "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΠΕΤΡΕΛΑΪΚΗ ΑΕ", από την οποία και εμφανίστηκε την 30.7.02 στην Αγροτική Τράπεζα. Με τον τρόπο αυτό, είχαν σκοπό να παραπλανήσουν την ως άνω εταιρία, ότι, η επιταγή νόμιμα έχει εκδοθεί την 30.8.02 και μπορεί να εμφανισθεί εμπροθέσμως. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω το Δικαστήριο δέχεται 1) ομόφωνα, ότι οι πρώτος και τρίτος κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις που αναφέρονται παραπάνω από κοινού και 2) κατά πλειοψηφία, ότι στην τέλεση των άνω πράξεων συμμετείχε ως συναυτουργός και ο δεύτερος κατηγορούμενος και γι' αυτό πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι ομόφωνα οι πρώτος και τρίτος κατηγορούμενοι και κατά πλειοψηφία και ο δεύτερος κατηγορούμενος των αποδιδόμενων σ' αυτούς πράξεων. Εξάλλου το Δικαστήριο δέχεται ομόφωνα ότι και οι τρεις κατηγορούμενοι έζησαν έως το χρόνο που έγιναν τα εγκλήματα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και γι' αυτό πρέπει να τους αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 α' ΠΚ)". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45, 216 παρ. 1 και 386 παρ. 1 Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών ή ελλιπών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις, το εν λόγω Δικαστήριο δεν περιορίστηκε σε απλή αντιγραφή του διατακτικού, αλλά διέλαβε στην απόφασή του ειδική αιτιολογία σε σχέση με την κρίση του για την ενοχή των αναιρεσειόντων, αιτιολογείται επαρκώς, γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, διέπραξαν την αξιόποινη πράξη της απάτης, μολονότι οι υποσχέσεις τους προς την εγκαλούσα εταιρεία, για διευθέτηση της διαφοράς της με το Υπουργείο Ανάπτυξης ανάγονταν στο μέλλον, καθόσον αυτές (υποσχέσεις), συνοδεύτηκαν ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων του παρόντος, όπως ότι αυτοί ήσαν σύμβουλοι επιχειρήσεων και ότι είχαν γνωριμίες μέσα στο Υπουργείο Ανάπτυξης, που μπορούσαν να διευθετήσουν οποιαδήποτε πρόβλημα με το Υπουργείο και με βάση αυτές δημιουργήθηκε η εντύπωση στην εγκαλούσα ότι στον απώτερο χρόνο πράγματι θα πετύχαιναν οι αναιρεσείοντες να παραταθεί εκ νέου ο χρόνος πραγματοποίησης της ειδικής επένδυσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2601/98. Αναφέρεται επίσης το παράνομο περιουσιακό όφελος που επεδίωξαν οι αναιρεσείοντες, αφού πέτυχαν τη μεταβίβαση σ'αυτούς, από την εγκαλούσα εταιρεία των κάτωθι επιταγών, α) υπ'αρ. ...., ποσού 28.664 Ευρώ, β) υπ'αρ. ....., ποσού 15.356,51 Ευρώ και γ) ....., ποσού 14.673,51 Ευρώ, τις οποίες δεν επέστρεψαν αλλά τις μεταβίβασαν σε τρίτα πρόσωπα, με αποτέλεσμα να εκδοθεί η υπ' αρ. 5714/2002 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για την υπ' αρ. ..... επιταγή και θα κατασχεθεί ακίνητο της εγκαλούσας εταιρείας, πέρα από το γεγονός ότι η συνεργασία της εταιρείας με τους προμηθευτές της κατέστη προβληματική, διότι οι Τράπεζες διέκοψαν τη χορήγηση μπλοκ επιταγών. Περαιτέρω και αναφορικά με το δόλο των αναιρεσειόντων, σχετικά με την αποδιδόμενη σ'αυτούς δεύτερη πράξη της παράβασης του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ. ρητώς το Εφετείο αποδέχεται ότι οι τελευταίοι, δια της νοθεύσεως της υπ' αρ. ..... επιταγής, ήτοι την πραγματική ημερομηνία εκδόσεως της 30.6.2002, τη νόθευσαν σε 30.8.2002, σκοπό είχαν να παραπλανήσουν την εταιρεία με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΠΑΤΡΑΪΚΗ Α.Ε.", στην οποία, κάνοντας χρήση, την μεταβίβασαν με οπισθογράφηση, ότι η επιταγή έχει νόμιμα εκδοθεί την 30.8.2002 και ως εκ τούτου μπορούσε να εμφανισθεί εμπροθέσμως για πληρωμή. Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες διότι πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης των Χ1 και Χ2 και τρίτος λόγος της αναίρεσης του Χ3, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. ΙΙ. Στο άρθρο 17 υπό Β' του Ν. 1756/88 που περιλαμβάνει τον Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων και κατάσταση των Δικαστικών Λειτουργών, ορίζονται: Στην παράγραφο 1: Σε όσα Πρωτοδικεία και Εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε (15) τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες Εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών Δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση. Στην παράγραφο 3, ο δικαστής ή ο Πρόεδρος του Συμβουλίου που διευθύνει το Δικαστήριο και ο Εισαγγελέας που διευθύνει την Εισαγγελία καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά του ονόματα, Στο Εφετείο: α)... β) των αρχαιοτέρων Εφετών από τους οποίους κληρώνονται οι Πρόεδροι των Τριμελών Εφετείων, γ)... κ.λ.π. Στην Εισαγγελία Εφετών, α)... β) κλπ. Επίσης, στην παρ. 4 ορίζεται: Με βάση τους ως άνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα Δικαστήρια του μηνός. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όπου προβλέπεται οργανισμός τουλάχιστον 15 Εφετών και Εισαγγελέων, το Τριμελές Ποινικό Εφετείο συγκροτείται νομίμως υπό την Προεδρία του Εφέτη που κληρώθηκε, χωρίς μάλιστα να είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην εκδιδόμενη απόφαση ότι εκείνοι που μετείχαν στη σύνθεση του Δικαστηρίου είναι αυτοί που κληρώθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης του Χ3, υποστηρίζεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, καθόσον, το Τριμελές Εφετείο της Λάρισας, συγκροτήθηκε από Εφέτη Προεδρεύοντα και από Αντεισαγγελέα Εφετών και όχι από Πρόεδρο Εφετών και από Εισαγγελέα Εφετών, χωρίς να αναφέρεται η πράξη αναπλήρωσης αυτών, ούτε και ότι κωλυόταν ο Πρόεδρος Εφετών, ο Εισαγγελέας Εφετών και οι αρχαιότεροι Εφέτες, δηλαδή κατά παράβαση των άρθρων 4 παρ. 1 εδ. δ' και 5 παρ. 1 περ. α, εδ. γ' και 2 του ν. 1756/1988. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι, στο Εφετείο Λάρισας, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων γίνεται με κλήρωση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 17 παρ. Β του ως άνω νόμου η δε παράβαση αυτών και η επελθούσα ακυρότητα, θα έπρεπε να προταθεί με σχετική αίτηση πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας της υπόθεσης (παρ. 10 του ως άνω άρθρου) και όχι με πράξη του Προέδρου που διευθύνει το ως άνω Δικαστήριο, προϋπόθεση απαραίτητη για να έχουν εφαρμογή οι φερόμενες από τον αναιρεσείοντα ως παραβιασθείσες διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του ιδίου νόμου. ΙΙΙ. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 365 του Κ.Π.Δ. συνάγεται, ότι ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Α' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, δημιουργείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον Εισαγγελέα ή τον κατηγορούμενο, δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη για τους λόγους που ενδεικτικώς αναφέρονται σε αυτή τη διάταξη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, δεν υποβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα Χ3 αίτημα για ανάγνωση της κατάθεσης του απολειπομένου μάρτυρα ......, απλώς ευχή διατυπώθηκε για την ανάγνωση της κατάθεσης αυτού και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, είτε θετικά, είτε αρνητικά. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης του Χ3 εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ. με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει οι ένδικες αιτήσεις αναίρεσης να απορριφθούν και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 10 Οκτωβρίου 2007 αιτήσεις του Χ1, Χ2 και την υπ' αρ. 610/2007 δήλωση του Χ3 για αναίρεσης της υπ' αρ. 531/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Απορρίπτει αυτές. Και Καταδικάζει ένα έκαστον των α ναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη από κοινού. Πλαστογραφία και χρήση από κοινού. Λόγοι αναίρεσης: α) Έλλειψη αιτιολογίας, β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, γ) ακυρότητα από κακή σύνθεση του Δικαστηρίου, δ) ακυρότητα από μη ανάγνωση κατάθεσης μάρτυρα, η εμφάνιση του οποίου στο Δικαστήριο ήταν αδύνατη. Αιτιολογείται γιατί η πράξη φέρει τον ποινικό χαρακτήρα της απάτης: οι φερόμενες ψευδείς βεβαιώσεις και υποσχέσεις ανάγονταν στο μέλλον και όχι στο παρελθόν ή στο παρόν. Όταν κατά τη διάταξη του άρ. 17 υπό Β΄ του Ν. 1756/88 οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων γίνονται με κλήρωση, δεν υπάρχει υποχρέωση να αναφέρεται στην απόφαση ότι εκείνοι που μετείχαν στη σύνθεση είναι αυτοί που κληρώθηκαν. Τέτοια υποχρέωση υπάρχει μόνον όταν κατ’ εφαρμογή των άρθρων 4 και 5 του ως άνω νόμου, η σύνθεση των ποινικών δικαστηρίων γίνεται με πράξη του προέδρου. Απορρίπτει αναίρεση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Συναυτουργία.
1
Αριθμός 1895/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου X1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κώνστα, για αναίρεση της 851/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με συγκατηγορούμενο τον X2 και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος. Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1646/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος και τον αυτοπροσώπως παραστάντα (ως δικηγόρος) πολιτικώς ενάγοντα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά τη διάταξη του αρ. 46 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ., με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κλπ. β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση, θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του Κ.Ποιν.Δ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δραστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου επειδή δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λάρισας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 851/2007 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 στην Καρδίτσα στις 17.3.2003 με πρόθεση προξένησε σ' άλλον σωματική βλάβη με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του και βαριά σωματική βλάβη. Συγκεκριμένα αφού, με πρόθεση επιτέθηκε εναντίον του Ψ1, δικηγόρου, κάτοικο ..... δια της χρήσεως ξύλινης ράβδου, μήκους 40 εκ. περίπου, έπληξε αυτόν εις την κεφαλήν με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει προκαλώντας του θλαστικό τριχωτού κεφαλής και εκδορές μετωπιαίας χώρας. Η πράξη του δε αυτή λόγω του μέσου που χρησιμοποιήθηκε για την τέλεσή της, της ευπάθειας των μερών όπου καταφέρθηκαν τα πλήγματα και της σφοδρότητας αυτών, τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του και βαριά σωματική βλάβη αυτού. Η παραπάνω πράξη φέρει το χαρακτήρα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και όχι της απόπειρας ανθρωποκτονίας, που ισχυρίζεται ο πολιτικώς ενάγων. Άρα πρέπει, αφού απορριφθεί ο σχετικός αντίθετος ισχυρισμός του πολιτικώς ενάγοντος ως αβάσιμος, να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης που του αποδίδεται. Επίσης ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 κατά τον ίδιο παραπάνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο με πρόθεση προκάλεσε στον ανωτέρω Α' συγκατηγορούμενό του την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης αφού παρακίνησε αυτόν με πειθώ, φορτικότητα, συμβουλές και παραινέσεις να πλήξει δια της χρήσης ξύλινης ράβδου τον Ψ1 με τρόπο που να τον προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη. Άρα πρέπει, αφού απορριφθεί ο σχετικός αντίθετος ισχυρισμός του πολιτικώς ενάγοντος περί ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας ως αβάσιμος, να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος ηθικής αυτουργίας στην πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης που του αποδίδεται", στη συνέχεια δε επεβλήθηκε, στο μεν αυτουργό της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και έξι (6) μηνών, ανασταλείσαν επί 3ετία, στο δε ηθικό αυτουργό και ήδη αναιρεσείοντα, ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Με τις πιο πάνω παραδοχές το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αναφορικά με τον αναιρεσείοντα ηθικό αυτουργό, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά τα περιστατικά, χωρίς το Δικαστήριο να έχει την υποχρέωση να προσδιορίσει τι συγκεκριμένα έχει προκύψει από το καθένα από αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την εισαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1α και 308, 309 Π.Κ., τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, με την παραδοχή του Δικαστηρίου, ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, έπεισε τον συγκατηγορούμενό του Χ2, με πειθώ και φορτικότητα να διαπράξει σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, δικηγόρου, την άδικη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, με το να πλήξει αυτόν, εντός του γραφείου του, δια ξυλίνης ράβδου στην περιοχή της κεφαλής, με τα αναφερόμενα στο σκεπτικό αποτελέσματα του τραυματισμού, πλήρως αιτιολογείται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος προκάλεσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, στον πιο πάνω φυσικό αυτουργό, την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης. Ο ισχυρισμός ότι δεν τελέσθηκε από τον αναιρεσείοντα η προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη, είναι αρνητική της κατηγορίας ισχυρισμός και όχι αυτοτελής και συνεπώς το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν τον ισχυρισμό με ιδιαίτερη αιτιολογία. Αβασίμως υποστηρίζεται ότι το σκεπτικό είναι αντιγραφή του διατακτικού, αφού, πέρα από το γεγονός ότι το διατακτικό περιέχει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας, στο σκεπτικό διαλαμβάνονται και ιδιαίτερες σκέψεις ότι ορθώς χαρακτηρίστηκε η άδικη πράξη του αυτουργού ως επικίνδυνη σωματική βλάβη και όχι ως απόπειρα ανθρωποκτονίας, με συναφή παρακολουθηματικό χαρακτήρα και για την πράξη του ηθικού αυτουργού, όπως αβάσιμα υποστηρίχθηκε από την πλευρά της πολιτικής αγωγής. Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες διότι πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ πρώτος και δεύτερος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρ. 583 παρ,. 1 Κ.Π.Δ) και στη δικαστική δαπάνη του νομίμως παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (αρ. 176 Κ.Πολ.Δικ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αρ. 35/2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αρ. 851/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ηθική αυτουργία σε επικίνδυνη σωματική βλάβη. Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση ποινικής διάταξης. Πειθώ και φορτικότητα ήταν τα μέσα που χρησιμοποίησε ο ηθικός αυτουργός έναντι του αυτουργού.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ηθική αυτουργία, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.
0
Αριθμός 1890/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου χ1, περί αναιρέσεως του με αριθμό 1998/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1985/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 214/22.4.2008 έγγραφη πρόταση της Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., την αριθμ. 230/25-10-2007 αίτηση αναιρέσεως του χ1, η οποία ασκήθηκε στο όνομά του και για λογαριασμό του από το δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο Γιώτσα, δυνάμει της από 24-10-2007 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του αριθμ. 1998/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το αριθμ. 381/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί α) για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημιάς από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και β) πλαστογραφία με χρήση κατά συρροή, από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων άσκησε την από 12-4-2007 έφεσή του. Επί της εφέσεως αυτής εξεδόθη το αριθμ. 1998/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα, αφού προηγουμένως επαναδιατύπωσε την κατηγορία ως προς την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα χ1 στις 24-10-2007 με θυροκόλληση, επειδή συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 155 Κ.Π.Δ. και στον διορισθέντα αντίκλητό του δικηγόρο Δημήτριο Γιώτσα την 15-10-2007 (Α.Π.1936/2007), η δε αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από αυτόν στις 25-10-2007, ενώπιον της γραμματέα Αικατερίνης Σωφρόνη, συνετάγη δε από αυτήν η αριθμ. 230/25-10-2007 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η απόλυτη ακυρότητα, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα (άρθρο 482 παρ. 1α Κ.Π.Δ.). Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 309 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. το Συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του με την παρουσία και του Εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το Συμβούλιο οφείλει να απαντήσει επί της αιτήσεως αυτής του κατηγορουμένου και σε περίπτωση απορρίψεώς της να αιτιολογήσει με την αναφορά των συγκεκριμένων λόγων οι οποίοι δικαιολογούν την μη εμφάνιση σ' αυτό του κατηγορουμένου για την παροχή διευκρινίσεων. Αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει επί του αιτήματος αυτού ή αν απορρίψει τούτο χωρίς να εκθέσει τους ορισμένους αυτούς λόγους, ήτοι χωρίς αιτιολογία, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' Κ.Ποιν.Δ., που ιδρύει τον κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. α' του ίδιου Κώδικα (αναιρετικό λόγο) για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Τέτοια ακυρότητα υφίσταται όχι μόνο όταν το Συμβούλιο απέρριψε το παραπάνω αίτημα του κατηγορουμένου χωρίς αιτιολογία αλλά και όταν οδηγήθηκε στην απόρριψη αυτού χωρίς να υπάρχει έγγραφη, επ' αυτού πρόταση του Εισαγγελέα (Α.Π. 1173/2005 ΠΧ, ΝΣΤ, 154, 1280/2005 ΠΧ, ΝΣΤ, 233, Α.Π. 1610/2001, ΠΧ, ΝΒ, 624). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αριθμ. 166/12-4-2007 έκθεση εφέσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του αριθμ. 381/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο επικυρώθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα, ζήτησε αυτός όπως εμφανισθεί ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που επιλήφθηκε, προς παροχή εξηγήσεων επί της υποθέσεως. Το αίτημα όμως αυτό απορρίφθηκε από το Συμβούλιο ως ουσία αβάσιμο, χωρίς έγγραφη πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, με την αιτιολογία "απορριπτομένου του αιτήματος του εκκαλούντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση". Με την αιτιολογία όμως αυτή δεν εκτίθενται οι λόγοι που δικαιολογούν την άρνηση του Συμβουλίου για την αυτοπρόσωπη ενώπιον αυτού εμφάνιση του αναιρεσείοντος-εκκαλούντος. Εφόσον λοιπόν το ως άνω αίτημα απορρίφθηκε χωρίς την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και χωρίς έγγραφη πρόταση επ' αυτού του Εισαγγελέα, το Συμβούλιο Εφετών, παραβίασε με την άνω απόφασή του τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 2 και 318 εδ. α' του Κ.Ποιν.Δ. που αποβλέπουν στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που ανήκουν εις αυτόν και επήλθε ως εκ τούτου απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. α' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, σύμφωνα με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως, η οποία πρέπει να γίνει κατά τούτο δεκτή ως βάσιμη και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα έρευνα στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, αφού αυτό είναι δυνατόν να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Καθόσον αφορά την αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Συμβούλιο δεν απήντησε στα αιτήματά του για διενέργεια συμπληρωματικής κυρίας ανάκρισης και διενέργεια γραφολογικής πραγματο-γνωμοσύνης, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη διότι τόσο η διενέργεια συμπληρωματικής κυρίας ανάκρισης, όσο και η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης υπόκεινται στην απόλυτη κρίση του συμβουλίου και δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ενώ η αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος για πραγματογνωμοσύνη δεν συνεπάγεται ακυρότητα, ούτε ιδρύει αναιρετικό λόγο κατά το άρθρο 484 Κ.Π.Δ. (Α.Π. 874/2004 ΠΧ, ΝΕ, 414). Οι υπόλοιποι λόγοι αναίρεσης (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων) είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να γίνει δεκτή η με αριθμό 230/25-10-2007 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο χ1 κατά του αριθμ. 1998/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα. 2) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων δικαστών. Αθήνα 17-4-2008 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ. "το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του με την παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση.....Τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 138 παρ. 2 εδ. β' ιδίου Κώδικος, "Τα βουλεύματα του δικαστικού συμβουλίου....εκδίδονται ύστερα από γραπτή πρόταση του εισαγγελέα, ο οποίος την αναπτύσσει και προφορικά". Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 484 παρ. 1 περίπτ. α' και 171 παρ. 1 περίπτ. δ' και 138 παρ. 3 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι δημιουργείται λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα, όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, προς δε υπάρχει απόλυτη ακυρότης αν το βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου εκδοθεί χωρίς να υπάρχει έγγραφη εισαγγελική πρόταση προς αυτό. Ούτως η αποδοχή ή η απόρριψη του προβλεπομένου από το άνω άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ αιτήματος σχετικά με το δικαίωμα του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη ενώπιον του συμβουλίου εμφάνισή του, προκειμένου να αναπτύξει τις απόψεις του επί της κατηγορίας που τον βαρύνει, αποδοχή η οποία αποτελεί τον κανόνα και απόρριψη η οποία αποτελεί την εξαίρεση, πρέπει να είναι αιτιολογημένη, διότι η σιωπηρή ή αναιτιολόγητη απόρριψή του οδηγεί σε απόλυτη ακυρότητα του βουλεύματος για παράβαση του άρθρου 309 παρ.2, όπως επίσης υφίσταται ακυρότης του βουλεύματος όταν το συμβούλιο οδηγήθη εις αυτήν την απόρριψη, χωρίς να υπάρχει επί του αιτήματος αυτού σχετική πρόταση από τον εισαγγελέα. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 1998/2007 βούλευμά του, απέρριψεν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 12.4.2007 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθμ. 381/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αφού επαναδιατύπωσε την κατηγορία της κακουργηματικής απάτης δια την οποία ούτος παρεπέμφθη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, απέρριψε δε το αίτημα αυτού για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο αυτό προς παροχήν διασαφήσεων επί της υποθέσεως, χωρίς έγγραφη πρόταση του Εισαγγελέως εφετών και με την αιτιολογία "απορριπτομένου του αιτήματος του εκκαλούντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση". Εντεύθεν όμως το βούλευμα δεν διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος του αναιρεσείοντος, ενώ εχώρησε στην άνω απορριπτική του κρίση για το εξεταζόμενο αίτημα χωρίς έγγραφη πρόταση του παρ' αυτώ Εισαγγελέως. Με αυτά παρεβιάσθησαν από το Συμβούλιο οι διατάξεις που αποβλέπουν στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του ανήκουν και ως εκ τούτου επήλθε απόλυτος ακυρότης κατ' άρθρα 171 παρ. 1δ' και 138 παρ. 3 ΚΠΔ, δεκτού, μετά ταύτα, καθισταμένου του σχετικού πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ. και αυτής ως και κατ' ουσίαν βασίμου. Δι' ό και πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, παραπεμφθεί δε η υπόθεση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το υπ' αριθμ. 1998/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εδίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόλυτη ακυρότης: άρθρ. 171 §1 στοιχ. δ΄, 138 §§2 και 3, 484 §1 στοιχ. α΄ ΚΠΔ. Αίτημα περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως στο Συμβούλιο (309§2). Επέρχεται απόλυτη ακυρότης όταν το Συμβούλιο απέρριψε σιωπηρά ή αναιτιολόγητα το εκ του άρθρου 309§2 αίτημα του κατηγορουμένου , ως και όταν το Συμβούλιο απεφάνθη για την απόρριψη αυτή χωρίς πρόταση του παρ’ αυτώ Εισαγγελέως. Αναιρεί το βούλευμα για τον άνω λόγο της απολύτου ακυρότητος και παραπέμπει στο ίδιο Συμβούλιο.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό.
0
Αριθμός 1889/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Νικόλαο Ζαΐρη (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Νεστορίδη, περί αναιρέσεως της 4/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 30 Απριλίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 621/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 333 §§2 και 3 και 335 § 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι οσάκις ο διευθύνων την συζήτηση δίδει, κατ' αίτηση των διαδίκων τον λόγο σ' αυτούς, προκειμένου να προβούν σε δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις, για κάθε θέμα που αφορά την συζητουμένη υπόθεση, αν εκείνος που εζήτησε και έλαβε το λόγο, είναι ο κατηγορούμενος, δεν υποχρεούται μετά την απάντηση του Εισαγγελέως και των διαδίκων να δώσει εκ νέου σ'αυτόν (κατηγορούμενο) τελευταία τον λόγο. Μόνο δε εάν ζητήσει ο κατηγορούμενος και πάλι τον λόγο και δεν του δοθεί από τον διευθύνοντα την συζήτηση και προσφύγει αυτός αμέσως, μη αποδεχόμενος την προεδρική διάταξη, σε ολόκληρο το δικαστήριο και τούτο αρνηθεί να του δώσει τον λόγο, επέρχεται ακυρότης κατ' άρθρο 170 § 2 Κ.Π.Δ., ιδρύουσα τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι μετά την απορριπτική πρόταση της εισαγγελέως επί της δια του συνηγόρου του, που τον εξεπροσώπει, υποβληθείσης ενστάσεώς του, περί μη αναγνώσεως της από 29/12/2001 εκθέσεως ενόρκου καταθέσεως της μάρτυρος Α, η διευθύνουσα την συζήτηση δεν του έδωσε τον λόγο και το δικαστήριο απεφάσισε την απόρριψη της άνω ενστάσεως. Όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης υπ'αριθμ. 4/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, μετά την κατά τ' άνω πρόταση της Εισαγγελέως επί της υποβληθείσης ενστάσεως του αναιρεσείοντος, η συνήγορός του δεν εζήτησε τον λόγο παρά της διευθυνούσης την συζήτηση, ούτε, άλλωστε, και αυτός επικαλείται τούτο, πριν από την επ' αυτού έκδοση της απορριπτικής αποφάσεως του δικαστηρίου. Επομένως εκ του ότι δεν εδόθη ο λόγος στον αναιρεσείοντα εκ νέου, μετά την υποβολήν της άνω ενστάσεως και την επ'αυτού πρόταση της Εισαγγελέως, ουδεμία ακυρότης εδημιουργήθη και συνεπώς ο σχετικός περί του αντιθέτου λόγος της κρινομένης εφέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τις διατάξεις των άρθρων 171 § 1 και 364 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι αν ληφθούν υπ'όψη από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικά στοιχεία για την στήριξη της κατηγορίας έγγραφα που δεν ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότης της διαδικασίας στο ακροατήριο. Δεν είναι όμως αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα αποδεικτικά της κλήσεως των μαρτύρων και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπ'όψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικαστήριο έκρινε ότι "πρέπει να ανακληθεί η υπ' αριθμ. 808/2007 παρεμπίπτουσα απόφασή του, με την οποία διατάχθη η κλήτευση της μάρτυρος Α και να αναγνωσθεί κατόπιν αιτήσεως της Εισαγγελέως η από 29/12/2001 έκθεση ένορκης κατάθεσης αυτής, καθ' όσον δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία του τόπου διαμονής και της διεύθυνσής της για να κλητευθεί. Ειδικότερα, στην από 29-12-2001 έκθεση εξέτασης μάρτυρος ενώπιον του Υ/Α' ..... του Τ.Α. ....., η προαναφερομένη δήλωσε ως τόπο προσωρινής διαμονής την ..... του Νομού ..... και ως τόπο μόνιμης κατοικίας τη ....., χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό της πόλης και της διεύθυνσης κατοικίας της. Επίσης στο υπ'αριθμ. ..... έγγραφο του Τ.Α. ....., φέρεται ως κάτοικος προσωρινά ....., όπως είχε δηλώσει εξεταζόμενη στις 29-12-2001, χωρίς να προσδιορίζεται η κατοικία ή προσωρινή διαμονή της από την 11-2-2002 και εντεύθεν, όταν αφέθηκε ελεύθερη λόγω αναστολής εκτέλεσης της υπ'αριθμ. 04/000125310-81/7-1-2002 απόφασης του ΑΕΑ/ΚΑΤ/Δ.ΑΛ/1ο Τ.Μ.-Δ.Μ/Γραφείο 3° περί διοικητικής απέλασής της, κατόπιν της υπ'αριθμ. 1/1-2-2002 διατάξεως της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Καβάλας, η οποία εγκρίθηκε με την υπ'αριθμ. 450-12/6-2-2002 απόφαση του Εισαγγελέα Εφετών Θράκης". Εντεύθεν και τα έγγραφα αυτά από τα οποία βεβαιώνεται ότι δεν είναι εφικτή η κλήτευσή της, διότι οι διωκτικές αρχές δεν έχουν στοιχεία του τόπου κατοικίας ή διαμονής της, είναι απλά διαδικαστικά έγγραφα και όχι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας. Συνεπώς ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι ελήφθησαν υπ' όψη τα άνω έγγραφα χωρίς να αναγνωσθούν, είναι αβάσιμος αφού ουδεμία ακυρότης εξ αυτού εδημιουργήθη και οι σχετικοί λόγοι περί απολύτου ακυρότητος, από την μη ανάγνωσή τους ως και περί παραβάσεως των διατάξεων για την δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' και Γ' Κ.Π.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Από τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι, ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικος λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, προκαλείται, όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί η ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη, για τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη αυτή. Δεν δημιουργείται όμως καμμία ακυρότητα, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα διάταξη σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 354 του Κ.Ποιν.Δ., όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως αναγνώσει την ένορκη κατάθεση μάρτυρα της προδικασίας, έστω και αν εναντιωθεί στην ανάγνωση της καταθέσεώς του ο κατηγορούμενος, αφού όμως προηγουμένως κρίνει αιτιολογημένα ότι η εμφάνιση του μάρτυρος στο ακροατήριο είναι αδύνατη για κάποιον από τους αναφερομένους στο άρθρο 365 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. λόγους, ούτε δε και προσκρούει η ανάγνωση αυτή στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. δ' της ΕΣΔΑ, κατά την οποία ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να εξετάσει ή να ζητήσει να εξεταστούν οι μάρτυρες κατηγορίας (και να επιτύχει την πρόσκληση και εξέταση των μαρτύρων υπερασπίσεως), καθόσον το τελευταίο προϋποθέτει ότι η εμφάνιση του μάρτυρος στο ακροατήριο είναι δυνατή. Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε στην εκ μέρους του κατηγορουμένου απόλυτη επιλογή των μαρτυρικών καταθέσεων που ελήφθησαν ενόρκως κατά την προδικασία και την μη αξιολόγηση και αχρήστευση των καταθέσεων της προδικασίας που δεν θα επεθύμει να ληφθούν υπ' όψη. Στην προκειμένη περίπτωση το εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, έκρινε ότι η εμφάνιση στο ακροατήριο της ενόρκως κατά την προδικασία εξετασθείσης μάρτυρος Α είναι αδύνατη, αφού ουδόλως υπήρχαν στοιχεία για τον τόπο διαμονής ως και της διεύθυνσής της και δεν ήτο εφικτή η κλήτευσή της, στη συνέχεια δε παρά τις αντιρρήσεις του (συνηγόρου του) αναιρεσείοντος και μετ' απόρριψη σχετικής ενστάσεώς του προέβη στην ανάγνωση της ενόρκου καταθέσεώς της, η οποία εδόθη στην προδικασία. Με την ανάγνωση της ενόρκου αυτής καταθέσεως της ανωτέρω μάρτυρος, της οποίας η κλήτευση δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ανάγνωσή της, αλλ' αρκεί μόνον η βεβαίωση του αδυνάτου της εμφανίσεώς της στο ακροατήριο, δοθέντος ότι στην αδυναμία εμφανίσεώς της εντάσσεται πρωτίστως και η αδυναμία κλητεύσεώς της, ουδεμία εδημουργήθη ακυρότης και συνεπώς ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος μόνος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' άρθρον 349 § 3 εδ. α' Π.Κ. όποιος κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία προάγει στην πορνεία γυναίκες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δέκα οκτώ μηνών και με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η προαγωγή στην πορνεία συνίσταται στην καθ'οιονδήποτε τρόπο (παροτρύνσεις, πιέσεις κλπ) και με οποιαδήποτε μέσα (παροχή καταλύματος, ανεύρεση ερωτικών συντρόφων κλπ) παρακίνηση της γυναίκας που δεν είναι ακόμη πόρνη, να τραπεί στην πορνεία ή και η ενίσχυση της τυχόν ειλημμένης και μη πραγματοποιηθείσης ακόμη αποφάσεως αυτής να πράξει τούτο. Δράστης μπορεί να είναι είτε άνδρας είτε γυναίκα, θύμα όμως μόνο γυναίκα, αδιακρίτως ηλικίας. Δεν είναι αναγκαίο να υπάρχουν πλείονες γυναίκες θύματα (εκ της χρήσεως του όρου "γυναίκες", δεν προκύπτει το αντίθετο), ούτε η γυναίκα να είναι "αμέμπτων" ηθών, είναι όμως αναγκαίο να μην είναι ήδη πόρνη και επομένως στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της μαστρωπείας είναι η προαγωγή στην πορνεία να αφορά γυναίκα που δεν είναι ήδη πόρνη. Πορνεία είναι η παράδοση του ιδίου σώματος, σε πλείονα πρόσωπα άνευ εκλογής δηλ. η παροχή κατά συνήθεια σαρκικών ηδονών σε αόριστο αριθμό προσώπων, αντί χρηματικής ή άλλης υλικής αμοιβής. Η προαγωγή στην πορνεία πρέπει επίσης να γίνεται κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία. Κατ' επάγγελμα ενεργεί ο δράστης όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, από κερδοσκοπία δεν ενεργεί ο δράστης με κίνητρο και σκοπό τον προσπορισμό αθεμίτου περιουσιακού οφέλους ή ενός αθεμίτου κέρδους θετικού ή αποθετικού, αποτιμητού όμως σε χρήμα, ανεξαρτήτως της επιτεύξεώς του, ενώ δεν δημιουργείται ασάφεια από την παραδοχή της τελέσεως της πράξεως και κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία. Εξ άλλου η απαιτουμένη κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο ετροποποιήθη με το άρθρο 2 § 5 Ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στήριξαν την κρίση του δικαστήριο για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις γενικώς, που τα θεμελίωσαν, κατά το είδος των και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, που απεδείχθησαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος των χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θράκης, το οποίο εδίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετ' εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και δη όπως κατά λέξη αναφέρει "από την ανάγνωση της από 29/12/2001 έκθεση ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος Α ενώπιον του Υ/Α' του Α.Τ. ..... ....., των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής και την όλη αποδεικτική διαδικασία (λόγος για απολογία του κατηγορουμένου δεν έγινε διότι ούτος παρέστη δια πληρεξουσίου), εδέχθη όπως προκύπτει τόσο από το σκεπτικό όσο και το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως τα εξής πραγματικά περιστατικά σε σχέση με αμφότερα τα αδικήματα, δια τα οποία εκηρύχθη ένοχος, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος στις 2 Αυγούστου 2001 με βάρκα την οποία οδηγούσε ο ίδιος πέρασε την αλλοδαπή Α, η οποία δεν είχε άδεια εισόδου στην Ελλάδα και ο ίδιος γνώριζε, από την ..... μέσω του ποταμού ....., πλησίον της παρέβριας περιοχής των ..... και την προώθησε στο εσωτερικά της χώρας με προορισμό τις ..... και με σκοπό να την απασχολήσει στο κέντρο διασκέδασης με την επωνυμία "....." που ο ίδιος διατηρούσε και την αποκόμιση κέρδους από την εργασία της σ'αυτόν. Περαιτέρω, κατά το χρονικό διάστημα από 2-8-2001 και επί ένα τρίμηνο μετά προήγαγε σε πορνεία την ως άνω αλλοδαπή γυναίκα και συγκεκριμένα αφού την προσέλαβε ως σερβιτόρα στο κατάστημά του με την επωνυμία "....." την εξανάγκασε να παρέχει κατά συνήθεια σαρκικές ηδονές σε άνδρες πελάτες αυτού (καταστήματος) αντί χρημάτων, στα οποία αυτός (κατηγορούμενος) απέβλεπε για πορισμό εισοδήματος, αποδίδοντας σ' αυτήν μικρό μόνο μέρος (5.000 δρχ.) για κάθε ερωτική συνεύρεση και ειδικότερα να εκδίδεται αντί χρημάτων στο άνω κατάστημα με την επωνυμία ".....". Τα ανωτέρω, αποδείχθηκαν από την άνω ένορκη κατάθεση της μάρτυρος και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν χωρίς να αναιρούνται από άλλα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο κατηγορούμενος τέλεσε αντικειμενικά και υποκειμενικά τις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό της παρούσας, στο οποίο το Δικαστήριο αναφέρεται". Μετά ταύτα εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "..... με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα: Α) Την 2 Αυγούστου 2001 με σκοπό το παράνομο περιουσιακό κέρδος παρέλαβε προώθησε και διευκόλυνε την μεταφορά και προώθηση της παρακάτω αναφερομένης αλλοδαπής, ρωσικής υπηκοότητας που δεν έχει δικαίωμα εισόδου στην Χώρα. Συγκεκριμένα ο ανωτέρω παρέλαβε από την παρέβρια περιοχή των ..... την Α, η οποία είχε εισέλθει μέσω του ποταμού ..... και την προώθησε στο εσωτερικό της Χώρας με προορισμό τις ..... και με σκοπό την απασχόλησή της στο κέντρο διασκέδασης του ιδίου με την επωνυμία "....." και την αποκόμιση κέρδους από την εργασία της σ'αυτόν. Β) Κατά τον ως άνω τόπο και κατά το χρονικό διάστημα από 2-8-2001 και ένα τρίμηνο μετά με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, από κερδοσκοπία προήγαγε στην πορνεία γυναίκα και συγκεκριμένα ενώ προσέλαβε την παραπάνω αναφερόμενη αλλοδαπή ως σερβιτόρα, την προήγαγε σε πορνεία με σκοπό την κερδοσκοπία και ειδικότερα την εξανάγκασε να εκδίδεται με διαφόρους πελάτες του καταστήματός του έναντι του χρηματικού ποσού το ύψος του οποίου δεν καθορίζεται, λαμβάνοντας η Α το ποσό των 5.000 δρχ. ως αμοιβή της". Με αυτά που εδέχθη το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό αν η αναφερομένη αλλοδαπή, την οποίαν ο κατηγορούμενος προήγαγε στην πορνεία, δεν ήτο και προηγουμένως πόρνη, υπό την προαναφερθείσα έννοια πράγμα, όπερ συνιστά στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του άρθρου 349 § 3 εδ. α' Π.Κ., κατά τα άνω εκτεθέντα. Δι'ο και ο σχετικός τρίτος λόγος, που αφορά την έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός όσον αφορά μόνο το αδίκημα της μαστρωπείας άρθρον 349 § 3 Π.Κ. Μετά ταύτα πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η κρινομένη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση εν μέρει και δη καθ'ο μέρος ο αναιρεσείων κατεδικάσθη για την άνω πράξη της μαστρωπείας και κατά συνέπεια και ως προς την διάταξή της για την συνολική ποινή, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων που εδίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθμ. 4/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και δη: α) ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες εκηρύχθη ένοχος και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων για παράβαση του άρθρου 349 § 3 Π.Κ. και β) ως προς την διάταξή της για την συνολική ποινή η οποία επεβλήθη στον αναιρεσείοντα. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων που εδίκασαν προηγουμένως, και μόνον του άνω εγκλήματος και για νέα επιμέτρηση της συνολικής ποινής. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 11/3/2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της αυτής ως άνω αποφάσεως ως και τους από 30/4/2008 προσθέτους λόγους αυτής. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρ. 333 §§2 & 3, 335§2 ΚΠΔ. Πότε δικαίωμα δευτερολογίας κατηγορουμένου. Πότε απόλυτη ακυρότητα. Η λήψη υπ’ όψη εγγράφων που δεν ανεγνώσθησαν συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα. Απαιτείται όμως να είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι απλά διαδικαστικά έγγραφα. Άρθρ. 365 § 1 ΚΠΔ. Πότε ακυρότητα. Δεν δημιουργείται ακυρότητα όταν το δικαστήριο αναγνώσει ένορκη κατάθεση μάρτυρα παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου, αφού προηγουμένως κρίνει αιτιολογημένα ότι η εμφάνιση του μάρτυρος στο ακροατήριο είναι αδύνατη για κάποιον από τους λόγους του άρθρου 365 § 1 ΚΠΔ. Μαστροπείας αιτιολογία κατ’ άρθρο 349 § 3 ΠΚ. Απαιτείται να αναφέρει η απόφαση ότι η γυναίκα την οποία ο δράστης προήγαγε στην πορνεία δεν ήτο προηγουμένως πόρνη. Αναιρείται εν μέρει η απόφαση ως προς το αδίκημα της μαστροπείας και ως προς τη συνολική ποινή, αφού κατεδικάσθη και δι’ άλλον αδίκημα ο αναιρεσείων. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αναίρεση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ποινή, Αναίρεση μερική, Μαστροπεία.
0
Αριθμός 1888/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό , Νικόλαο Ζαΐρη (που ορίσθηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γιώτσα, για αναίρεση της 65626/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 465/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 § 1 ΚΠΔ "όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης". Εξάλλου ως άγνωστης διαμονής θεωρείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 §§ 1 και 2 ΚΠΔ εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για την Δικαστική (Εισαγγελική Αρχή) που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση γίνεται ως αγνώστου διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 § 1 εδ. α' προσώπων προς τον δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η άνω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Τέλος κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 § 1 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε ..........εκπρόθεσμα το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο ως συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά .....το απορρίπτει ως απαράδεκτο", κατά της σχετικής δε αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση (άρθρο 476 § 2 ΚΠΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα, η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει α) το χρόνο της επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως β) εκείνον της ασκήσεως του ενδίκου μέσου, και γ) το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση (Ολομ. ΑΠ 6/1994 και 4/1995). Σε περίπτωση, όμως, κατά την οποία, με σαφή λόγο εφέσεως, αμφισβητούντα ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, καθώς και η εντεύθεν αδυναμία γνώσεως της επιδόσεως απαιτείται προσθέτως, να περιλαμβάνεται στην απόφαση η σχετική αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 65.626/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που δίκασε ως εφετείο, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η από 17/7/2007 έφεση της αναιρεσειούσης κατά της υπ' αριθμ. 82.614/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και χρηματική ποινή 21.000 ευρώ, για την έκδοση της αναφερομένης ακάλυπτης επιταγής. Με την έφεση της, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη επεκαλέσθη και προέβαλε κατ' εκτίμηση, ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως η οποία της επεδόθη ως αγνώστου διαμονής και ότι κακώς της επεδόθη με τις διατυπώσεις που τηρούνται για την επίδοση σε πρόσωπα αγνώστου διαμονής διότι δεν ευρέθη στη διεύθυνση που ανεζητήθη (.....), ενώ αυτή είχε γνωστή διαμονή επί της οδού.... στην .... Αττικής. Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκπροσωπουμένη από τον εξουσιοδοτημένο συνήγορό της (η νυν αναιρεσείουσα) επανέλαβε τον ισχυρισμό της αυτόν, προτείνουσα προς απόδειξή του την μάρτυρα ....., η οποία και εξητάσθη ενώπιον του άνω Δικαστηρίου. Με την προσβαλλομένη απόφασή του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτό της τότε εκκαλούσης κατηγορουμένης και ακολούθως την έφεση ως εκπρόθεσμη με την εξής αιτιολογία: "Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1 ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ.1 και 2 του ίδιου κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση (βλ. ΑΠ 745/1006 ΝΟΜΟΣ). Η επίδοση προς το πρόσωπο του οποίου η διαμονή δεν είναι γνωστή, γίνεται προς αυτό ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερόμενων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ.1 εδ. α' προσώπων, προς το δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η ως άνω προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 161 παρ.1 του ίδιου παραπάνω κώδικα, για την επίδοση που ενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 155-158, εκείνος που την ενεργεί οφείλει να συντάξει αποδεικτικό στον τόπο όπου αυτή γίνεται. Στο αποδεικτικό, με ποινή ακυρότητας της επίδοσης, σημειώνεται ο τόπος, το έτος, ο μήνας, η ημέρα και το ονοματεπώνυμο του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο, υπογράφεται δε το αποδεικτικό από το πρόσωπο αυτό και εκείνον που ενεργεί την επίδοση. Στην προκειμένη περίπτωση, από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο, καθώς και από τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από το από .... αποδεικτικό επίδοσης σε κατηγορούμενο με άγνωστη διαμονή του αστυφύλακα ....., η εκκαλούσα-κατηγορουμένη, κατά την επίδοση σ' αυτήν της εκκαλουμένης 82614/2002 ερήμην της εκδοθείσας απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αναζητήθηκε κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία, στην επί της οδού ..... τελευταία γνωστή, από την από 24-2-00 μήνυση της .... εναντίον της, κατοικία της και δεν βρέθηκε, όπως βεβαιώνει ο ενεργήσας την επίδοση ότι διαπίστωσε μετά από σχετική έρευνα, ούτε αυτή (κατηγορουμένη), ούτε κάποιος από τους αναφερόμενους στο άρθρο 156 παρ.1 ΚΠΔ συγγενείς της (δηλαδή σύζυγος ή γονέας ή αδελφός της ή άλλος εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συγγενής της έως και τον τρίτο βαθμό), γι' αυτό και η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης έγινε, ενόψει και του ότι η διαμονή της ήταν άγνωστη στην αρμόδια για την επίδοση αρχή, στην από το Δήμαρχο του Δήμου της τελευταίας πιο πάνω κατοικίας της κατηγορουμένης (....) ορισμένη για το σκοπό αυτό δημοτική υπάλληλο ......, η οποία, όπως προκύπτει από τη σχετική κάτω από το αποδεικτικό επίδοσης, από ... βεβαίωσή της, προέβη στην τοιχοκόλληση της εκκαλουμένης απόφασης στο δημοσιότερο μέρος του πιο πάνω Δήμου και έστειλε τη σχετική βεβαίωση στην αρχή που παράγγειλε την επίδοση, δηλαδή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών. Σημειώνεται ότι στην ίδια παραπάνω διεύθυνση είχε αναζητηθεί, χωρίς αποτέλεσμα, η εκκαλούσα στις 3-5-2001 και στη συνέχεια στις 13-5-2002 προκειμένου να της επιδοθούν το κλητήριο θέσπισμα και η κλήση αντίστοιχα για να εμφανιστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τα οποία (κλητήριο θέσπισμα και κλήση) επιδόθηκαν σ αυτήν ως άγνωστης διαμονής (βλ. τα από ... και .... σχετικά αποδεικτικά επίδοσης του επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ...). Ισχυρίζεται η εκκαλούσα ότι κακώς της κοινοποιήθηκε η εκκαλουμένη απόφαση ως άγνωστης διαμονής, καθόσον κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης, την ...., είχε γνωστή στις αρχές διαμονή, επί της οδού ... στην .... Αττικής, όπου κατοικούσε μόνιμα με την οικογένειά της από το έτος 2001. Από κανένα όμως στοιχείο δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα του ανωτέρω ισχυρισμού της εκκαλούσας, ότι δηλαδή αυτή κατά τον ως άνω χρόνο διέμενε πράγματι στην ανωτέρω διεύθυνση και ότι η διεύθυνση αυτή (ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί τούτο ως αληθές) είχε γνωστοποιηθεί και με ποιο τρόπο στην εισαγγελική αρχή που παράγγειλε την επίδοση, μη αρκούσας προς τούτο μόνης της κατάθεσης της εξετασθείσας στο ακροατήριο μάρτυρά της, η οποία όλως αορίστως ανέφερε ότι στην εν λόγω διεύθυνση γίνονταν "διάφορες επιδόσεις", χωρίς όμως τούτο να προκύπτει και από άλλα στοιχεία (δηλ. από επιδοθείσες στην παραπάνω διεύθυνση προς αυτήν κλήσεις, αποφάσεις κλπ). Προσκομίζει η εκκαλούσα, προς απόδειξη του άνω ισχυρισμού της, τα αναφερόμενα πιο πάνω και αναγνωσθέντα έγγραφα και δη λογαριασμό πιστωτικής κάρτας Citibank, κινήσεις λογαριασμών δανείων Eurobank και Τραπέζης Πειραιώς, σύμβαση δανείου με την ίδια Τράπεζα, μηχανογραφικό δελτίο για εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, λογαριασμούς ΟΤΕ και Vodafone, αποδείξεις ΕΛΠΑ, πληρωμής τελών κυκλοφορίας και καταβολής χρηματικού ποσού για εξόφληση αυτοκινήτου, αίτηση απογραφής προς το ΙΚΑ, εκκαθαριστικό σημείωμα της Δ0Υ Αγ. Παρασκευής, από τα οποία άλλα έχουν αποσταλεί στο γιο της ...στην παραπάνω διεύθυνση (.....) και σε άλλα (αποδείξεις, αιτήσεις κλπ) αναφέρεται ως τόπος διαμονής του τελευταίου η ίδια αυτή διεύθυνση, καθώς και βεβαίωση απόδοσης ΑΦΜ η οποία αφορά τον έτερο γιο της ..... με την ίδια ως άνω διεύθυνση. Από το γεγονός όμως ότι οι προαναφερόμενοι γιοι της εκκαλούσας πιθανόν να διέμεναν κατά τον κρίσιμο χρόνο στην εν λόγω διεύθυνση δεν μπορεί βέβαια να συναχθεί και το συμπέρασμα ότι και η ίδια διέμενε εκεί και μάλιστα ότι τούτο ήταν γνωστό στην Αρχή που παράγγειλε την επίδοση. Κάτι τέτοιο επίσης δεν προκύπτει ούτε από το προσκομιζόμενο 641/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο, κατόπιν σχετικής αιτήσεώς της, αντικαταστάθηκε επιβληθείσα σ' αυτήν (και κρατούμενη από 19-9-2005) προσωρινή κράτηση με περιοριστικούς όρους, καθόσον σε τούτο δεν αναφέρεται ότι η εκκαλούσα κατοικούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο (επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης) στην αμέσως παραπάνω διεύθυνση, αλλά ότι αυτή διέμενε εκεί κατά το χρόνο υποβολής της έγκλησης και άσκησης σε βάρος της ποινικής δίωξης για κακουργηματική απάτη (παραπεμφθείσα να δικαστεί γι' αυτή με το 6121/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών), δηλαδή σε χρόνο κατά πολύ προγενέστερο της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης, ενώ, σημειωτέον, στο ίδιο παραπάνω βούλευμα (641/2006) αναφέρεται ότι αυτή και ο σύζυγός της κατά το παρελθόν εγκατέλειψαν τη χώρα και μετέβησαν στο εξωτερικό λόγω των ποινικών διώξεων που είχαν ασκηθεί σε βάρος τους. Επίσης στην (προσκομιζόμενη) από 27-4-07 κλήση με την οποία καλείται η εκκαλούσα να εμφανιστεί για να δικαστεί για την ανωτέρω πράξη στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών αναφέρεται μεν αυτή ως κάτοικος ...., οδός ....., όμως η κρίση για το άγνωστο ή μη της διαμονής της δεν αφορά τον ως άνω χρόνο αλλά τον Ιανουάριο του 2005. Εξάλλου, ούτε και από τις προσκομιζόμενες από την εκκαλούσα .... και .... εκθέσεις αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων της εκκαλούσας δεν προκύπτει η βασιμότητα του ανωτέρω ισχυρισμού της, καθόσον αφενός μεν αυτές αφορούν το έτος 2000, αφετέρου δε σε καμία απ' αυτές δεν αναφέρεται ως διεύθυνσή της ή οδός ...., αλλά στη μεν πρώτη η .... στη δε δεύτερη η οδός .... στο ..., γεγονός το οποίο ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα η διαμονή της εκκαλούσας ήταν άγνωστη και δη στην Αρχή που παράγγειλε την επίδοση (Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών)". Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, σε σχέση με την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα, ως εκκαλούσα, αμφισβήτηση της διευθύνσεως της κατοικίας της, στην οποία ανεζητήθη, ως τελευταία γνωστή στις αρχές διαμονή, καθώς και της ιδιότητας αυτής ως αγνώστου διαμονής, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση αντιφατική και ασαφή αιτιολογία. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα ανεζητήθη στην διεύθυνση της κατοικίας που ο μηνυτής ..... ανέφερε στην από 24-2-2000 μήνυσή του και στην οποία δεν βρέθηκε και για τον λόγο αυτό η επίδοση της αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου έγινε στη διεύθυνση αυτή ως διεύθυνση της τελευταίας γνωστής διαμονής, στη συνέχεια δέχεται ότι η αναιρεσείουσα κατοικούσε στη .... Αττικής στην οδό ..., στην οποία και εγίνοντο από την εισαγγελική αρχή κλήσεις για άλλες ποινικές υποθέσεις της. Δέχεται δηλαδή ότι η αναιρεσείουσα, είχε πέρα από την διεύθυνση της κατοικίας της που ανεφέρετο στην μήνυση, στην οποία ανεζητήθη και δεν ευρέθη και άλλη γνωστή στην αρχή που έκανε την επίδοση της αποφάσεως κατοικία, αφού και στην κατοικία της αυτή εγίνοντο διάφορες επιδόσεις, χωρίς όμως να αιτιολογεί ειδικώς γιατί δεν ανεζητήθη και στη γνωστή στις αρχές οικογενειακή της κατοικία επί της οδού .... όπου εμμέσως δέχεται ότι διέμενε με τα τέκνα της. Το δε γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δεν δήλωσε ως κατοικία, σύμφωνο με το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, και την οικογενειακή της κατοικία στη.....οδός ..., δεν σημαίνει ότι όλες οι επιδόσεις έπρεπε να γίνονται στην κατοικία στην οδό ...., αφού δεν υπάρχει παραδοχή στην απόφαση ότι αυτή είχε εξετασθεί στην προανακριτική διαδικασία και είχε δηλώσει την διεύθυνση αυτή ως κατοικία της, ώστε κατά τους ορισμούς του άρθρου 272 ΚΠΔ να ανακύπτει υποχρέωση δηλώσεως τής τυχόν μετά ταύτα επελθούσης μεταβολής. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εδίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Το δικαστήριο αυτό αφού κρίνει επί του παραδεκτού της εφέσεως θα ελέγξει και αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παύσεως οριστικώς της ποινικής διώξεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ 65.626/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου (άρθρ. 473 ΚΠΔ). Πότε πρόσωπο αγνώστου διαμονής. Αιτιολογία αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως εκπρόθεσμη. Τι πρέπει να περιλαμβάνει. Αναιρείται δι’ έλλειψη αιτιολογίας (ασαφή και αντιφατική) η απορρίπτουσα έφεση ως εκπρόθεσμη.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Προθεσμία, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 1886/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο (ο οποίος ορίστηκε, προς συμπλήρωση της συνθέσεως, με την 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ - Μηνά Σταύρου, περί αναιρέσεως της 405/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29.1.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 306/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον 349 παρ. 3 εδ. α' ΠΚ όποιος κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία προάγει στην πορνεία γυναίκες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δέκα οκτώ μηνών και με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ή προαγωγή στην πορνεία συνίσταται στην καθ' οιονδήποτε τρόπο (παροτρύνσεις, πιέσεις κλπ) και με οποιαδήποτε μέσα (παροχή καταλύματος, ανεύρεση ερωτικών συντρόφων κλπ) παρακίνηση της γυναίκας που δεν είναι ακόμη πόρνη, να τραπεί στην πορνεία ή και η ενίσχυση της τυχόν ειλημμένης και μη πραγματοποιηθείσης ακόμη αποφάσεως αυτής να πράξει αυτό. Δράστης μπορεί να είναι είτε άνδρας είτε γυναίκα, θύμα όμως μόνο γυναίκα, αδιακρίτως ηλικίας. Δεν είναι αναγκαίο να υπάρχουν πλείονες γυναίκες θύματα (εκ της χρήσεως του όρου "γυναίκες", δεν προκύπτει το αντίθετο ούτε η γυναίκα να είναι "αμέμπτων" ηθών, είναι όμως αναγκαίο να μην είναι ήδη πόρνη και επομένως στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της μαστρωπείας είναι η προαγωγή στην πορνεία να αφορά γυναίκα που δεν είναι ήδη πόρνη. Πορνεία είναι η παράδοση του ιδίου σώματος, σε πλείονα πρόσωπα, άνευ επιλογής, δηλαδή η παροχή κατά συνήθεια σαρκικών ηδονών σε αόριστο αριθμό προσώπων, αντί χρηματικής ή άλλης υλικής αμοιβής. Η προαγωγή στην πορνεία πρέπει επίσης να γίνεται κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία. Κατ' επάγγελμα ενεργεί ο δράστης όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, από κερδοσκοπία δε ενεργεί ο δράστης με κίνητρο και σκοπό τον προσπορισμό αθεμίτου περιουσιακού οφέλους ή ενός αθεμίτου κέρδους θετικού ή αποθετικού, αποτιμητού όμως σε χρήμα, ανεξαρτήτως της επιτεύξεώς του, ενώ δεν δημιουργείται ασάφεια από την παραδοχή της τελέσεως της πράξεως και κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία. Εξ άλλου, η απαιτουμένη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο ετροποποιήθη με το άρθρο 2 παρ. 5 Ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στήριξαν την κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις γενικώς, που τα θεμελίωσαν, κατά το είδος των και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, που απεδείχθησαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, το οποίο εδίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετ' εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, κατάθεση μάρτυρος κατηγορίας που εξετάστηκε στο δικαστήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης (λόγος για απολογία του κατηγορουμένου δεν έγινε, διότι ούτος παρέστη δια πληρεξουσίου), όπως προκύπτει τόσο από το αιτιολογικό όσο και το διατακτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθ. 405/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, από το τέλος Αυγούστου 2001 μέχρι και το τέλος Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους, απασχολείτο, ως σερβιτόρος, σε μπαρ με ζωντανή μουσική, στο .....-Ιωαννίνων, ιδιοκτησίας των ....... και ...... . Παράλληλα, συνεργαζόμενος με άλλα άτομα από Θεσσαλονίκη και αλλοδαπούς εκ FYRΟΜ και Αλβανίας, φρόντιζαν για την είσοδο στην Ελλάδα γυναικών αλλοδαπής προέλευσης, τις οποίες τις προωθούσαν για εργασία στα διάφορα μπαρ καθώς και στην πορνεία, αποκομίζοντας σημαντικά περιουσιακά οφέλη. Ούτω την 26η Αυγούστου 2001, με την βοήθεια Αλβανού υπηκόου, ονόματι ......., εισήλθαν παράνομα, από αφύλακτη διάβαση της Ελληνικής μεθορίου που συνορεύει με την FYRΟΜ, τρεις νέες γυναίκες, Ουκρανικής υπηκοότητας, ήτοι οι Β1, Β2 και Β3. Τις γυναίκες αυτές παρέλαβε στην ...... ο Γ1, ο οποίος την επομένη ημέρα (27-08-2001) τις επιβίβασε σε αεροπλάνο με προορισμό τα ...... Εκεί τις περίμενε ο κατηγορούμενος, ο οποίος και τις παρέλαβε, αφού είχε υπάρξει προσυνεννόηση μεταξύ αυτού και του Γ1, (βλ. καταθέσεις των τριών αλλοδαπών γυναικών που εδόθησαν την 22-11-2001 στην ..... κατά την γενόμενη προανάκριση). Ακολούθως, τις επιβίβασε στο αυτοκίνητο που είχε υπό την κατοχή του τότε και τις μετέφερε σε ξενοδοχείο στο ...... Ιωαννίνων, ιδιοκτησίας Ζ1, όπου και τις εγκατέστησε σε δωμάτιο του ξενοδοχείου αυτού. Ως καταθέτει προανακριτικώς και επιβεβαιώνει κατά την ακροαματική διαδικασία, ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου Ζ1, το πρόσωπο που μετέφερε και εγκατέστησε στο ξενοδοχείο τις ως άνω αλλοδαπές, ταυτίζεται με την φωτογραφία που υπάρχει στη δικογραφία και του υποδείχθηκε και πάλιν κατά την ακροαματική διαδικασία, το δε όχημα, με το οποίο τις μετέφερε στο ξενοδοχείο του και κατά το διάστημα της παραμονής των αλλοδαπών στο ξενοδοχείο του εξυπηρετούσε αυτές στις μετακινήσεις τους, ήταν χωρίς σταθερό ουρανότύπου "CAMPRIO" με κουκούλα σκούρου χρώματος, (βλ. σχετ. προανακριτική κατάθεση εν συναρτήσει με την κατάθεση του ενώπιον παρόντος Δικαστηρίου, ως και πρωτοδίκως). Το όχημα αυτό, που είναι εξειδικευμένο όχημα και ελάχιστα τα ίδια κυκλοφορούν στην περιοχή των ....., οδηγούσε αυτό το διάστημα ο κατηγορούμενος, ως ομολογεί και ο ίδιος στην δοθείσα προανακριτικώς ένορκη κατάθεσή του την .... ενώπιον του Υπ/μου της Υ.Α Ιωαννίνων ......., ήταν δε ιδιοκτησίας του αδελφού του ....... . Συνεπώς, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται περί της ταυτότητας του προσώπου που παρέλαβε στο αεροδρόμιο των ....και μετέφερε και εγκατέστησε στο ξενοδοχείο του Ζ1 στο ...... Ιωαννίνων τις ως άνω αλλοδαπές, που είναι ο κατηγορούμενος. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία (ένορκες καταθέσεις αλλοδαπών και ένορκες καταθέσεις των δύο πρώτων μαρτύρων), αποδεικνύονται τα ακόλουθα. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος, αφού πήρε από τις αλλοδαπές τα διαβατήριά τους, τα προσκόμισε για μετάφρασή τους στις δύο πρώτες μάρτυρες, οι οποίες είναι δικηγόροι Ιωαννίνων και έχουν δικαίωμα μεταφράσεως. Η περιγραφή των μαρτύρων αυτών, ως προς τα στοιχεία του προσώπου που τους έφερε τα διαβατήρια προς μετάφραση, ταυτοποιεί το πρόσωπο του κατηγορουμένου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από της εγκαταστάσεως των αλλοδαπών (27-08-2001) μέχρι και την 10-09-2001, υποχρέωνε τις αλλοδαπές αυτές, να δέχονται στο δωμάτιό τους άνδρες που τους υπεδείκνυε αυτός και να συνουσιάζονται μ' αυτούς. Είχε συνεννοηθεί με τους άνδρες αυτούς να καταβάλλουν σ' αυτόν, για κάθε φορά που συνουσιάζονταν με τις γυναίκες αυτές (αλλοδαπές) το ποσό των 25.000 δραχμών, εκ δε του ποσού αυτού, απέδιδε σε κάθε αλλοδαπή το ποσό των 5.000 δραχμών. Το δε υπόλοιπο των 20.000 δραχμών προσπορίζονταν ο ίδιος. Εκ των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος, εν γνώσει του προήγαγε τις ανωτέρω γυναίκες στην πορνεία, με προφανή σκοπό τον πορισμό εισοδήματος εκ της ως άνω προαγωγής των γυναικών στην πορνεία. Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτόν πράξεως της μαστροπείας κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, όπως στο διατακτικό". Μετά ταύτα εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι "στα ....., κατά το χρονικό διάστημα που προσδιορίζεται από τις αρχές Σεπτεμβρίου μέχρι την 10-9-2001, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος προήγαγε στην πορνεία γυναίκες. Πιο συγκεκριμένα, αφού οδήγησε και υπέδειξε στις αλλοδαπές Β1, Β2 και Β3, οι οποίες είχαν εισέλθει παράνομα στην Ελλάδα από αφύλακτο σημείο της μεθορίου, να διαμένουν στο Ξενοδοχείο "....", στο ..... Ιωαννίνων, τις επισκεπτόταν καθημερινά καθ' όλο το διάστημα της παραμονής τους και τις προέτρεπε να δέχονται στο δωμάτιο όπου διέμεναν άντρες, με σκοπό την επ' αμοιβή συνουσία με αυτούς, προάγοντάς τις κατά τον τρόπο αυτό στην πορνεία. Από την επανειλημμένη δε τέλεση της πράξεώς του αυτής, με δεδομένο ότι από την αμοιβή των 25.000 δρχ. που εισέπραττε κάθε μια εκ των προαναφερομένων γυναικών για κάθε άντρα-πελάτη, με τον οποίο αυτές εξεδίδοντο, ο κατηγορούμενος παρακρατούσε τις 20.000 δρχ., προκύπτει σαφής σκοπός του για πορισμό εισοδήματος από την ως άνω πράξη της προαγωγής γυναικών στην πορνεία". Με αυτά που εδέχθη το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό αν οι αναφερόμενες αλλοδαπές, τις οποίες ο κατηγορούμενος προήγαγε στην πορνεία, δεν ήσαν και προηγουμένως πόρνες, υπό την προαναφερθείσα έννοια, πράγμα, όπερ συνιστά στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του άρθρου 349 παρ. 3 εδ. α' ΠΚ, κατά τα άνω εκτεθέντα. Δι' ό και ο σχετικός τρίτος λόγος, κατ' εκτίμηση δι' έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός να αναιρεθεί δε η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων που εδίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 405/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εδίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μαστροπεία κατ’ επάγγελμα και από κερδοσκοπία (349§3 ΠΚ). Στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος είναι η προαγωγή στην πορνεία γυναίκας η οποία δεν είναι ήδη πόρνη. Αναιρείται η προσβαλλομένη απόφαση διότι ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό που αλληλοσυμπληρώνονται αναφέρεται ότι οι γυναίκες που προήγαγε ο αναιρεσείων στην πορνεία δεν ήταν ήδη πόρνες. Τι είναι πορνεία, κατ’ επάγγελμα και από κερδοσκοπία.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Μαστροπεία.
0
Αριθμός 1885/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποιν. Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο (ο οποίος ορίστηκε, προς συμπλήρωση της συνθέσεως, με την 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Σαράκη, για αναίρεση της 2917/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε, όσα λεπτομερώς, αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της απόφασης αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 187/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, που ανέπτυξε και προφορικά όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, άλλως, εάν κριθεί παραδεκτή, να απορριφθεί ως αβάσιμη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στην προστεθείσα με το άρθρο 9 του Ν.969/1979 παρ.3 του άρθρου 473 Κ.Ποιν.Δικ., ορίζεται ότι "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Ο όρος τελεσίδικη απόφαση που απαντάται στον Κ.Ποιν.Δικ., μόνο στην ανωτέρω διάταξη χρησιμοποιείται με τη γνωστή έννοια της αποφάσεως που δεν μπορεί να προσβληθεί με τα προβλεπόμενα από τον νόμο τακτικά ένδικα μέσα, όπως προβλεπόμενο από τον Κ.Ποιν.Δικ. είναι μόνο η έφεση. Ο σκοπός της ανωτέρω διατάξεως συνίσταται στην ανάγκη να έχει λάβει ο ενδιαφερόμενος διάδικος πλήρη γνώση του αιτιολογικού της αποφάσεως, ώστε να είναι σε θέση να θεμελιώσει προβλεπομένους από το άρθρο 510 παρ.1 Κ.Ποιν.Δικ. λόγους αναιρέσεως, και ιδίως αυτόν της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, να αποφεύγεται η άσκηση ματαίως αιτήσεως αναιρέσεως όταν δεν προκύπτει νόμιμος λόγος, ώστε να αποτρέπεται η εντεύθεν ταλαιπωρία και οικονομική επιβάρυνση του διαδίκου (Ολ.Α.Π. 6/2002). Ούτως από την διάταξη της άνω παρ.3 Κ.Ποιν.Δικ. σε συνδ. με την της παρ.2 του ιδίου άρθρου, προκύπτει ότι η προθεσμία για αναίρεση της καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάστηκε με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι είκοσι ημέρες από της ανωτέρω καταχωρίσεως εις το ειδικό βιβλίο. Το ότι η άνω προθεσμία αρχίζει από αυτής της καταχωρίσεως και όχι από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως δεν έρχεται σε αντίθεση με την διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης, αντιθέτως δε εάν η προθεσμία αρχίσει από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως φαλκιδεύεται το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου και τότε παραβιάζεται το άνω άρθρο της ΕΣΔΑ. Περαιτέρω κατά συναγομένη από το άρθρο 255 Α.Κ. γενική αρχή του δικαίου, ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, ο αναιρεσείων μπορεί να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως τον λόγον εξ αιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που τον στηρίζουν. Τέλος κατ' άρθρο 513 παρ.1 σε συνδ. με άρθρο 476 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. όταν η αναίρεση ησκήθη εκπρόθεσμα, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατεδικάσθη δια της υπ'αριθμ.2917/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, για παράβαση του Ν. περί Ναρκωτικών, παραστάς με πληρεξούσιο δικηγόρο τον Παύλο Σαράκη, η απόφαση δε αυτή, κατά της οποίας επιτρέπεται στον καταδικασθέντα αναίρεση (άρθρο 504 παρ.1, 505 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. κατεχωρίσθη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 Κ.Ποιν.Δ. την 10/12/2007 όπως προκύπτει από την υπό ημερομηνία 14/1/2008 υπηρεσιακή βεβαίωση της Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών. Κατ' αυτής ο ανωτέρω καταδικασθείς ήσκησε την από 7/1/2008 αίτηση αναιρέσεως δια του ανωτέρω πληρεξουσίου του δικηγόρου, την οποίαν επέδωσε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την αυτήν, 7/1/2008 όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση, της επιδοσάσης, επί της αιτήσεως αναιρέσεως, Δικαστικής Επιμελητρίας Αθηνών ... . Ούτως η αίτηση ησκήθη μετά την πάροδο της νομίμου 20ημέρου προθεσμίας από την καταχώριση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο του δικαστηρίου. Ο αναιρεσείων για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο αυτής ισχυρίζεται στο δικόγραφο της αναιρέσεώς του ότι συνέτρεχε λόγος και δη αυτός του ανυπερβλήτου κωλύματος, που συνίστατο εις το ότι ο άνω πληρεξούσιος δικηγόρος του Παύλος Σαράκης (ο οποίος και παρέστη κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ανεφέρθη), ενοσηλεύθη εις το Διαγνωστικό και Θεραπευτικό Κέντρο Αθηνών ΥΓΕΙΑ Α.Ε. κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 21/12/07 μέχρι 31/12/07 ότε εξήλθε, για χημικό έγκαυμα (Α) οφθαλμού (κερατοειδούς) και ενδοοφθαλμικές επιπλοκές (καταρράκτης, γλαύκωμα), όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 4/1/2008 Αναλυτικό Σημείωμα εξόδου του άνω Θεραπευτηρίου. 'Όμως ο αναιρεσείων, και μετά την άρση της άνω καταστάσεως, δεν ήσκησε την αναίρεση κατά την αμέσως επομένη εργάσιμο ημέρα 2/1/2008, ημέρα Τετάρτη, και η οποία δεν ήτο ημιαργία, όπως αβασίμως υποστηρίζει ούτος, ούτε και τις επόμενες 3/1 και 4/1/2008 Πέμπτη και Παρασκευή αντιστοίχως, αλλά την ήσκησε την 7/1/2008 ημέρα Δευτέρα. Εξάλλου και από το γεγονός ότι συνεστήθη εις τον άνω δικηγόρο του αναιρεσείοντος ανάπαυση και αποχή από εργασία για ένα μήνα, σύμφωνα με το άνω ιατρικό σημείωμα, δεν σημαίνει ότι διήρκει το κώλυμα αυτού, όπως επίσης αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αφού ούτος δεν επικαλείται, πολλώ μάλλον δεν αποδεικνύει, ότι καθίστατο αδύνατη η ειδοποίησή του ή άλλου συνεργάτου τού δικηγόρου του, ώστε να φροντίσουν για την έγκαιρη άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Μετά πάντα ταύτα αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ.583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δικ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7/1/2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθμ.2917/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η προθεσμία αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως με δήλωση στον Εισαγγελέα Α.Π. είναι είκοσι (20) ημέρες από της καταχωρίσεως της τελεσιδίκου αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο δικαστηρίου. Εκτός εάν αποδεικνύεται η επικαλούμενη περίπτωση ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Δεν αποδεικνύεται το ανυπέρβλητο κώλυμα του συνηγόρου του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατά το 20ήμερο κρίσιμο διάστημα, αποδεικνύεται μεν ότι ενοσηλεύετο ασθενής, δεν άσκησε όμως την αναίρεση ευθύς μόλις εξήλθε του θεραπευτηρίου. Απορρίπτει ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη -άρθρ. 476, 513§1 ΚΠΔ).
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Ανωτέρα βία.
1
Α.M. Αριθμός 1882/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μαρκούλη, περί αναιρέσεως της 62/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20.12.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 238/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον 5 παρ. 1 περ. α' και ζ' Ν. 1729/1987, όπως ίσχυε προ του ΚΝΝ 3459/2006, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών τιμωρείται όποιος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, ........ α) εισάγει στην επικράτεια ......... ναρκωτικά και ζ) ......... μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο είτε στο έδαφος της επικράτειας ........... Εξ αυτών προκύπτει ότι δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως των άνω εγγράφων η διάγνωση και η κρίση ότι τα ναρκωτικά εισήχθησαν και μετεφέρθησαν προς εμπορίαν υπό του δράστου και όχι προς προσωπικήν αυτού χρήση. Εξ άλλου κατ' άρθρον 47 παρ. 1 Ποινικού Κώδικος όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του προηγουμένου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Εκ της διατάξεως του τελευταίου άρθρου συνάγεται ότι η αντικειμενική υπόσταση της απλής συνεργείας πραγματώνεται με οποιαδήποτε βοηθητική της κυρίας πράξεως ενέργεια ή παράλειψη, θετική ή αποθετική, υλική ή ψυχική. Για να υπάρχει απλή συνέργεια θα πρέπει ο αυτουργός να τέλεσε ή να απεπειράθη τουλάχιστον να τελέσει την ποινικά άδικη πράξη, για την εξ υποκειμένου δε στοιχειοθέτηση της απλής συνέργειας απαιτείται δόλος του συνεργού, συνιστάμενος εις την γνώση της υπό του αυτουργού τελέσεως ορισμένης αξιοποίνου πράξεως και εις την βούληση ή αποδοχή να συμβάλει δια της συνδρομής του εις την πραγμάτωση του εγκλήματος, χωρίς να είναι ανάγκη να γνωρίζει λεπτομέρειες της πράξεως και ιδίως πότε, πού και υπό ποίες ειδικές συνθήκες θα τελεσθεί από τον αυτουργό της πράξεως. Περαιτέρω, κατ' άρθρον 45 ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζων ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, λόγον αναιρέσεως όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέλος λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' ΚΠΔ (και) η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετ' αναφορά κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπ' αριθ. 62/2007, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Περί τα τέλη Αυγούστου 2005 περιήλθαν στο Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών Βέροιας πληροφορίες ότι κάποιος Χ1, Αλβανός υπήκοος, εισάγει στην Ελλάδα ινδική κάνναβη και την διακινεί στη ... και την ... . Κατόπιν αυτού τα αστυνομικά όργανα της εν λόγω Υπηρεσίας, με προφορική εντολή του προϊσταμένου τους και έγκριση του αρμόδιου Εισαγγελέα, συνεργάσθηκαν με κάποιο άτομο, το οποίο αποτέλεσε τον σύνδεσμο και ήλθε σε επαφή με τον κατηγορούμενο αλλοδαπό Χ1 για αγορά ινδικής κάνναβης. Μετά δεκαήμερο περίπου μεταξύ τους συνομιλιών στη ... και στον ... Ημαθίας και αφού βεβαιώθηκε ο Χ1 ότι η συμφωνηθείσα ποσότητα ινδικής κάνναβης θα ήταν στα Ελληνοαλβανικά σύνορα, ο σύνδεσμος συμφώνησε με τον Χ1 να μεταβούν μαζί με τον αστυνομικό μάρτυρα Α στα σύνορα, για να παραλάβουν 100 χιλιόγραμμα ινδικής κάνναβης [χασίς]. Για το σκοπό αυτό νυκτερινές ώρες της 7/9/2005 ξεκίνησαν από τη ... για την περιοχή ... Καστοριάς [Ελληνοαλβανικά σύνορα] με τα υπ' αριθ. ... και ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητα, στο πρώτο από τα οποία επέβαιναν οι κατηγορούμενοι Χ2, ως οδηγός και ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου, και Χ1, ως συνοδηγός, και στο δεύτερο ο συνεργαζόμενος σύνδεσμος της ΕΛ.ΑΣ, ως οδηγός, και ο αστυνομικός Α, ως συνοδηγός. Καθ' όλη τη διαδρομή προς ..., ο Χ1 συνομιλούσε τηλεφωνικά στα αλβανικά με τον σύνδεσμο και καθοδηγούσε την πορεία των αυτοκινήτων. Παράλληλα, ο σύνδεσμος ενημέρωνε τον συνοδό του αστυνομικό Α. Μόλις τα αυτοκίνητα έφθασαν στο προκαθορισμένο από τον Χ1 σημείο της Ελληνοαλβανικής μεθορίου, στην περιοχή ... Καστοριάς, περί ώρα 03.20, πετάχθηκαν μέσα από τους θάμνους τέσσερα άγνωστα άτομα με επτά σάκους, τους οποίους άνοιξαν και επέδειξαν στον σύνδεσμο και τον αστυνομικό. Στη συνέχεια, αφού διαπιστώθηκε ότι οι σάκοι περιείχαν ινδική κάνναβη, φορτώθηκαν στο αυτοκίνητο του συνδέσμου. Ο Χ1 και ο συνοδός του παρακολουθούσαν από απόσταση την φόρτωση των ναρκωτικών στο αυτοκίνητο του συνδέσμου. Ο αστυνομικός δεν προέβη σε καμία κίνηση συλλήψεως των κατόχων και φορτωτών της ινδικής κάνναβης στο αυτοκίνητο του, διότι ήταν μόνος, επικρατούσε σκότος, δεν γνώριζε τον αριθμό των κατόχων της κάνναβης ούτε και τα όπλα που ενδεχομένως είχαν μαζί τους και κινδύνευε η ζωή του από μια τέτοια κίνηση. Μόλις πραγματοποιήθηκε η φόρτωση των ναρκωτικών στο αυτοκίνητο του συνδέσμου, ο Χ1 έδωσε τηλεφωνικά εντολή στον σύνδεσμο να ξεκινήσουν για τη ... και αυτός ενημέρωσε τον αστυνομικό Α. Παράλληλα, ο αστυνομικός ενημέρωσε τους άλλους συναδέλφους του-μεταξύ των οποίων ήταν και ο μάρτυρας Β και οι οποίοι από απόσταση ασφαλείας παρακολουθούσαν, με συμβατικά αυτοκίνητα την όλη επιχείρηση- ότι αναχωρούσαν για τη ... . Κατά την επιστροφή προς τη ... το αυτοκίνητο των κατηγορουμένων ήταν προπομπός, με σκοπό να ελέγχουν την κατάσταση και να ειδοποιούν τον σύνδεσμο, που ακολουθούσε με το συμβατικό αυτοκίνητο, για ενδεχόμενο αστυνομικό έλεγχο. Συνεχώς ο Χ1 ενημέρωνε τηλεφωνικά τον σύνδεσμο στην αλβανική γλώσσα για την πορεία και ταυτόχρονα ο σύνδεσμος ενημέρωνε τον συνοδό του αστυνομικό Α. Πριν φθάσουν στη ..., τηλεφώνησε ο Χ1 στον σύνδεσμο και του είπε ότι άλλαξε το δρομολόγιο και ότι δεν θα πήγαιναν για ..., αλλά για ... . Αμέσως ο σύνδεσμος ενημέρωσε τον συνοδό αστυνομικό Α και αυτός ενημέρωσε τους συναδέλφους του, οι οποίοι παρακολουθούσαν από απόσταση και αποφάσισαν να αποκλείσουν το δρόμο και να τους σταματήσουν για έλεγχο [να στήσουν μπλόκο] στον οδικό κόμβο ..., στη θέση ... . Μόλις το προπορευόμενο αυτοκίνητο των κατηγορουμένων έφθασε στην πιο πάνω θέση, οι αναμένοντες αστυνομικοί το σταμάτησαν και διαπίστωσαν ότι επέβαιναν σ' αυτό οι κατηγορούμενοι. Τότε διαπίστωσαν ότι οδηγός του αυτοκινήτου αυτού ήταν ο κατηγορούμενος Χ2. Στη συνέχεια συνελήφθησαν οι κατηγορούμενοι και μεταφέρθηκαν στην αρμόδια Αστυνομική Υπηρεσία Βέροιας, όπου ο δεύτερος κατηγορούμενος, παρουσία του αστυνομικού Β, ομολόγησε ότι για την υπηρεσία του προπομπού θα του κατέβαλλε ο δεύτερος κατηγορούμενος ως αμοιβή το ποσό των 500 ευρώ. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίσθηκαν ότι μετέβησαν στην ... για μεταφορά λαθρομεταναστών και όχι για παραλαβή και μεταφορά ναρκωτικών και ο καθένας ότι παρασύρθηκε από τον άλλο. Ειδικότερα, ο Χ1 ισχυρίσθηκε ότι τον παρέσυρε ο Χ2, ο οποίος έκανε και τις συνομιλίες με τον Αλβανό, ενώ ο Χ2 ισχυρίσθηκε ότι ο συγκατηγορούμενός του υποσχέθηκε να του καταβάλει 500 ευρώ για την συμμετοχή του στην παράνομη μεταφορά λαθρομεταναστών. Ο ανωτέρω ισχυρισμός των κατηγορουμένων είναι αβάσιμος και αντικρούεται από τις καταθέσεις των αστυνομικών μαρτύρων Α και Β, οι οποίοι έλαβαν μέρος στην όλη επιχείρηση, έχουν άμεση γνώση και ιδία αντίληψη και με επίγνωση κατέθεσαν ότι ο Χ1 έκανε τις συζητήσεις με τον σύνδεσμο για την αγορά και μεταφορά των ναρκωτικών και ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι συμμετείχαν στην παράνομη διακίνηση ινδικής κάνναβης. Οι μάρτυρες αυτοί κατέθεσαν με λεπτομέρεια όσα υπέπεσαν στην αντίληψη τους από τη συμμετοχή τους στην επιχείρηση και την παρακολούθηση των ενεργειών των κατηγορουμένων, δεν στηρίζονται δε σε πληροφορίες από το ενδιάμεσο άτομο που χρησιμοποιήθηκε για την εξιχνίαση της διακίνησης των ναρκωτικών. Οι εν λόγω καταθέσεις ενισχύονται έμμεσα και από τις απολογίες των κατηγορουμένων, οι οποίοι ομολόγησαν ότι γνώριζαν ότι ήταν προπομποί του αυτοκινήτου που ακολουθούσε. Σημειώνεται ότι η εμφάνιση του ενδιάμεσου προσώπου και του αστυνομικού στον αλλοδαπό κατηγορούμενο ως ενδιαφερομένων για την αγορά και μεταφορά ναρκωτικών, δεν είναι άδικες πράξεις, δεδομένου ότι έγιναν με εντολή του αρμόδιου για τη δίωξη ναρκωτικών προϊσταμένου και με σκοπό την ανακάλυψη και σύλληψη των διακινητών των ναρκωτικών [βλ. άρθρο 28 Ν. 3459/2006 ΚΝΝ]. Από τα εν λόγω περιστατικά αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι, κατά τους αναφερόμενους στο διατακτικό τόπους και χρόνους, με πρόθεση και από κοινού παρέσχον σε δράστες, των οποίων τα στοιχεία δεν έγιναν γνωστά, οποιαδήποτε συνδρομή, ο πρώτος κατηγορούμενος, πριν από την τέλεση και κατά την τέλεση της εισαγωγής και της μεταφοράς στο έδαφος της επικράτειας απαγορευμένης από το νόμο ναρκωτικής ουσίας, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια και κατά την τέλεση της παραπάνω μεταφοράς, με σκοπό την εμπορία αυτής". Μετά ταύτα, εκήρυξεν ενόχους τους κατηγορουμένους του ότι "στους παρακάτω τόπους και χρόνο από κοινού με περισσότερες πράξεις τέλεσαν με πρόθεση περισσότερα εγκλήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας και χρηματικές ποινές. Συγκεκριμένα δε την 7-9-2005, στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους με πρόθεση και από κοινού και με κοινό προς τούτο δόλο παρέσχον σε δράστες, των οποίων τα στοιχεία δεν έγιναν γνωστά, οποιαδήποτε συνδρομή, ο πρώτος κατηγορούμενος, πριν από την τέλεση και κατά την τέλεση της εισαγωγής και της μεταφοράς στο έδαφος της επικράτειας απαγορευμένης από το νόμο ναρκωτικής ουσίας, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια και κατά την τέλεση της παραπάνω μεταφοράς, με σκοπό την εμπορία αυτής. Ειδικότερα: στον ... Ημαθίας κατά τον παραπάνω χρόνο, με πρόθεση και από κοινού και με κοινό προς τούτο δόλο ήρθαν αρχικά σε τηλεφωνική επικοινωνία με δράστες, των οποίων τα στοιχεία δεν έγιναν γνωστά, προκειμένου να κανονίσουν τις λεπτομέρειες για την εξεύρεση ατόμων που θα παρελάμβαναν και θα μετέφεραν την κατωτέρω αναφερόμενη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας και στη συνέχεια μετέβησαν στην περιοχή ... του νομού Καστοριάς (Ελληνοαλβανικά σύνορα), απ' όπου ξεκινώντας ο Χ2 ως οδηγός και ο Χ1 ως συνοδηγός του με αριθμ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μάρκας AUDI Α3, ιδιοκτησίας του Χ1, έβαιναν επί της Ε.Ο. (τμήμα ...) και προπορεύονταν του με αριθμ. κυκλ. ΚΖΚ 4115 Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, που οδηγούσε συνεργαζόμενος σύνδεσμος της ΕΛ.ΑΣ. (Ομάδα Δίωξης Ναρκωτικών) και στο οποίο τα άγνωστα άτομα είχαν φορτώσει ποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, βάρους ενενήντα πέντε (95) κιλών και τετρακοσίων ενενήντα δύο (492) γραμμαρίων, συσκευασμένης σε επτά (7) σάκους, περιέχοντας συνολικά εκατόν πέντε (105) δέματα σε πεπιεσμένη μορφή, με σκοπό την εμπορία αυτής (κάνναβης), και ο Χ1 έδινε τηλεφωνικά πληροφορίες στον ως άνω οδηγό του αυτοκινήτου που τους ακολουθούσε σχετικά με παρεμβαλλόμενα στην πορεία των οχημάτων τους μπλόκα ελέγχου της Αστυνομίας, ώστε να τα αποφεύγει". Με αυτά που εδέχθη, το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες έκανε την υπαγωγή αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 περ. α' και ζ' και παρ. 2 Ν. 1729/1987 (άρθρο 20 ΚΝΝ 3459/2006), τις οποίες εφήρμοσε και τις οποίες δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα σ' αυτήν περιλαμβάνονται τα στοιχεία της από κοινού απλής συνέργειας στην εισαγωγή και μεταφορά στην επικράτεια των ναρκωτικών, η γνώση και η θέληση του ενός να τελέσει την πράξη της απλής συνεργείας στην εισαγωγή και μεταφορά των ναρκωτικών, σε σύμπραξη με τον άλλον ως και η γνώση του αναιρεσείοντος της υπό των αυτουργών τελέσεως της εισαγωγής και μεταφοράς ναρκωτικών. Συνεπώς, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες σχετικοί λόγοι της κρινομένης αναιρέσεως υπό στοιχ. Ι και ΙΙ, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η κατά τα άνω άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ήτοι με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, ώστε να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγησή τους, να τους κάμει δεκτούς η να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Ούτως είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός περί συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων των διατάξεων του άρθρου 84 παρ. 2 α' και ε' ΠΚ, δηλαδή ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, είναι δε ορισμένος ο τελευταίος ισχυρισμός αυτός όταν περιλαμβάνει τα αναγκαία περιστατικά για την θεμελίωσή του καλή γενικά συμπεριφορά στην κοινωνία που να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη και να είναι αποτέλεσμα ελευθέρας βουλήσεως και όχι φόβου ή καταναγκασμού. Η έλλειψη της άνω αιτιολογίας, εις αμφοτέρας τας άνω περιπτώσεις, ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ λόγον αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποίαν εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, οι συνήγοροι του ήδη αναιρεσείοντος - πρώτου τότε κατηγορουμένου Χ1, προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, αφού έλαβαν τον λόγο εζήτησαν την αναγνώριση της συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α' και ε' ΠΚ, τις οποίες ανέπτυξαν προφορικώς και κατέθεσαν στο δικαστήριο έγγραφο σημείωμα, το οποίο ενσωματώθη στα πρακτικά της αποφάσεως και έχει ως εξής: "Α) Γεννήθηκα την 24.11.1979 στο ... της ... . Η οικογένεια μου αποτελείται από εμένα, την σύζυγο μου Γ και τον υιό μου Δ, που σήμερα είναι ηλικίας περίπου δύο ετών. Από μικρή ηλικία ασχολήθηκα εργαζόμενος σκληρά στην Αλβανία ενώ κατόρθωσα και άνοιξα κοντά στην οικία μου στην Αλβανία ένα μικρό κατάστημα λιανικής πώλησης φρούτων προς εξασφάλιση των αναγκαίων προς το ζην. Μάλιστα για τον σκοπό αυτό εξασφάλισα και σχετική άδεια εμπορίου φρούτων, όπως προκύπτει από την υπ' αρ. 684 άδεια του Υπουργείου Υγείας της Αλβανίας. Μάλιστα για την εξασφάλιση της απαιτούμενης ποσότητας φρούτων προέβην στην έκδοση προξενικής θεώρησης εισόδου από το Ελληνικό προξενείο στην Αλβανία. Η οικονομική στενότητα, την οποία αντιμετώπιζα εγώ και η οικογένειά μου, κατέστησε επιτακτική την επίσκεψή μου στην Ελλάδα για την εξασφάλιση ποσοτήτων φρούτων τα οποία θα εισήγαγα στην Αλβανία για Λιανεμπόριο. Τέλος, και προς συνολική και ενδελεχή διερεύνηση της προσωπικότητάς μου, εκ της οποίας θεμελιώνεται ο νυν προτεινόμενος αυτοτελής ισχυρισμός μου, δέον όπως υπογραμμισθεί το γεγονός ότι, προ της τελέσεως της άδικης πράξης δεν είχα προβεί στην τέλεση οποιασδήποτε άδικης πράξης (οράτε ποινικό μητρώο) ενώ και μετά τον χρόνο κατά τον οποίον φέρομαι να έχω τελέσει την πράξη, έχω επιδείξει διαγωγή άμεμπτη, εν τη εννοία της απολύτου πειθαρχίας προς τους νομικούς κανόνες, του σεβασμού προς τους συμπολίτες μου και της ορθής συμπεριφοράς προς αυτούς) (οράτε σχετικώς). Β) Μετά τον εγκλεισμό μου στις Δικαστικές φυλακές επέδειξα διαγωγή αρίστη, όπως προκύπτει από το υπ' αρ. .../30-10-07 πιστοποιητικό των φυλακών Λάρισας, ενώ επιπροσθέτως, όπως προκύπτει από το υπ' αρ. πιστοποιητικό έχω πραγματοποιήσει 136 ημερομίσθια εντός των φυλακών (βλ. Κ- 00391 απόσπασμα Δ.Φ.Λάρισας). Επιπροσθέτως και λόγω της αγάπης μου στην Ελληνική γλώσσα, όπως προκύπτει από την υπ' αρ. .../07 βεβαίωση, έχω παρακολουθήσει και ειδικά μαθήματα "συμβουλευτικής Κρατουμένων" και "Ελληνική Γλώσσα". Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε τους άνω κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος με την εξής αιτιολογία: "Περαιτέρω το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πρέπει να αναγνωρισθούν στους κατηγορουμένους τα ελαφρυντικά των άρθρων 84 παρ. 2 α, ε ΠΚ και 29 του Ν. 3459/2006. Και τούτο διότι από την όλη προσωπικότητα των κατηγορουμένων, την βαρύτητα και τις συνθήκες τελέσεως των αδικημάτων, προκύπτει ότι ο μέχρι τώρα βίος τους και η συμπεριφορά τους συμπτωματικά φέρονται ως έντιμοι [βλ. ΑΠ 5/05 Νομ]", ήτοι χωρίς να γίνεται αναφορά στα επικαλούμενα περιστατικά υπό του αναιρεσείοντος και χωρίς να εκτίθενται ειδικώς και συγκεκριμένως τα αρνητικά περιστατικά, τα οποία οδήγησαν στην απορριπτική του κρίση. Συνεπώς, το άνω Εφετείο υπέπεσε κατ' αυτό το μέρος στην εκ του άνω άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πλημμέλεια της ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση. Δι' ό και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως (αριθμός ΙΙΙ), που προβάλλει αιτίαση της ελλείψεως αιτιολογίας για την απόρριψη των άνω ελαφρυντικών περιστάσεων και πρέπει να αναιρεθεί η πληττομένη απόφαση ως προς τις διατάξεις περί απορρίψεως των άνω αυτοτελών ισχυρισμών περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων και αναγκαίως και ως προς την διάταξη περί επιβολής ποινής. Εν συνεχεία δε, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 62/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας ως προς τις διατάξεις περί απορρίψεως των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη ως και ως προς την επιβολή της ποινής διάταξη αυτής. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα κρίση ως προς το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστάς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εισαγωγή στην επικράτεια και μεταφορά ναρκωτικών. Δεν απαιτείται για την αιτιολογία να αναφέρεται ότι γίνονται με σκοπό την εμπορία. Πότε απλή συνέργεια και πότε αυτή από κοινού. Κοινός δόλος και συναπόφαση. Σύμπραξη. Αιτιολογία ειδική: δεν απαιτείται αιτιολογία του δόλου εκτός εάν από τον νόμο αξιώνονται τα ιδιαίτερα στοιχεία (άμεσος δόλος ή ορισμένος σκοπός). Πότε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Η ειδική αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι προβάλλονται ορισμένως. Αναιρείται ως προς την αναιτιολόγητη απόρριψη αυτών και ως προς την ποινή.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική, Δόλος.
0
Αριθμός 1883/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1886/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Οκτωβρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1858/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, με αριθμό 50/4-2-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω υπό τη κρίση του Δικαστηρίου σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 660/2007 βούλευμα παρέπεμψε στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών "για κακουργήματα"την κατηγορουμένη χ1, για κατ'εξακολούθηση κακουργηματική απάτη σε βάρος της ....... (βλ. βούλευμα). Κατά του βουλεύματος αυτού η κατηγορουμένη άσκησε έφεση και το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 1886/2007 βούλευμα, δέχθηκε τυπικά την έφεση, αλλά την απέρριψε ουσιαστικά και επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα (βλ. 1886/2007 βούλευμα). ΙΙ. Το εφετειακό αυτό βούλευμα επιδόθηκε νομοτύπως στην κατηγορουμένη στις 16-10-2007 στην ίδια και στις 19-10-2007 στον αντίκλητο δικηγόρο της Σταμάτη Τερεζάκη (βλ. σχετικά αποδεικτικά). Στις 26-10-2007 εμφανίσθηκε στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών ο δικηγόρος Σταμάτης Τερεζάκης και δήλωσε ότι ως πληρεξόυσιος της κατηγορουμένης ασκεί αναίρεση κατά του 1886/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έτσι συντάχθηκε η 232/26-10-2007 έκθεση αναίρεσης (βλ. έκθεση). Η αναίρεση αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ουσιαστικά, γιατί πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκήθηκε εμπροθέσμως και νομοτύπως από διάδικο που είχε το σχετικό δικαίωμα, αφού με το προσβαλλόμενο βούλευμα η αναιρεσείουσα παραπέμπεται για κακούργημα (άρθρα 462, 463, 473, 474, 482 § 1 α' Κ.Π.Δ. και 98, 386 § § 1, 3 Π.Κ.). III. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. ε' του ΚΠΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, βάσει των οποίων το Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο (ή το Δικαστήριο) έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικής του πεποιθήσεως και όχι μερικά από αυτ' κατ' επιλογήν. Εξάλλου πάγια η νομολογία και η επιστήμη δέχονται ότι η αιτιολογία δεν δύναται να είναι "επιλεκτική", να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σ' αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί να κρίνεται μια τέτοια αιτιολογία ως εμπεριστατωμένη. Έτσι για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της αποφάσεως ή του βουλεύματος, δεν αρκεί η τυπική ρηματική αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αλλά πρέπει να συνάγεται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά εξ αυτών κατ' επιλογή. Η δε υποχρέωση για συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ. Βεβαίως το αποτέλεσμα του συσχετισμού, της συνεκτίμησης, της συγκριτικής στάθμισης και της συναξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή από ποιο αποδεικτικό μέσο πείσθηκε τελικά το Δικαστήριο, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πλην όμως πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται, γιατί πείσθηκε από το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και όχι από άλλο αντίθετο, αντιφατικό ή απλώς διαφορετικό. Ο δε αναιρετικός έλεγχος επ' αυτού εστιάζεται, στο αν το Δικαστήριο πραγματοποίησε λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων και όχι επιλεκτική λήψη μερικών μόνο εξ αυτών (βλ. ΑΠ 129/2007). IV.- Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1886/2007 βούλευμα του, επικύρωσε το εκκληθέν υπ' αριθμ. 660/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο η αναιρεσείουσα είχε παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για να δικασθεί για κακουργηματική απάτη κατ'εξακολούθηση. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το Συμβούλιο Εφετών, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, όπως κατά λέξη αναφέρει "Τα στοιχεία της δικογραφίας, τα οποία συνελέγησαν από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε, αλλά και την προκαταρτική εξέταση που προηγήθηκε αυτής, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης". Όμως, η εκκαλούσα, που δεν είχε εξεταστεί ή απολογηθεί σε κανένα στάδιο της προδικασίας, προς υποστήριξη της εφέσεως της κατέθεσε στις 27-7-2007 υπόμνημα με το οποίο αρνήθηκε την σε βάρος της κατηγορία και προς επίρρωση του αρνητικού ισχυρισμού επικαλέστηκε ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών με το υπόμνημα αυτό κρίσιμα κατ'αυτή έγγραφα και συγκεκριμένα: 1) To από ...... ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, μεταξύ των εταιρειών ...... και ADVANCE BUSINESS SERVICES, 2) Το από ..... ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης μεταξύ της ...... και ADJUST ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΑΣΚΗΣΗΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΙΤΗΣ ΑΕ, 3) Την υπ'αριθμ. ..... πράξη τροποποίησης του ...... καταστατικού της εταιρείας ADJUST ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΑΣΚΗΣΗΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΙΤΗΣ ΑΕ, 4) Το 10281/22-12-1999 ΦΕΚ ΤΑΕ και ΕΠ, 5) Τα από ....... πρακτικά του Δ.Σ. της εταιρείας ADVANCE BUSINESS SERVICES Ν. ΑΥΓΕΡΙΝΟΠΟΥΛΟΥ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ. Έτσι, ενόψει της ανωτέρω αναφοράς του πληττομένου βουλεύματος στα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του, προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών που το εξέδωσε, δεν εξετίμησε και τα παραπάνω έγγραφα, τα οποία, κατά την άποψη αυτής (της αναιρεσείουσας) ήταν καταλυτικά της κατηγορίας, οπότε προκύπτει ότι το Συμβούλιο αυτό δεν αξιολόγησε όλα τα μέσα αποδείξεως και ειδικότερα τα προμνημονευθέντα έγγραφα, αρκεσθέντος του Συμβουλίου στην αναφορά και λήψη υπόψη μόνον των εγγράφων που είχαν προκύψει κατά την προκαταρκτική εξέταση και την κυρία ανάκριση. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το βούλευμα που προσβάλλεται, στερείται της ως άνω απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί το πληττόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, διότι είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν αποφανθεί προηγουμένως (αρθρ. 485 παρ.1 και 519 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Ι) Να γίνει δεκτή η 232/26-10-2007 αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από την κατηγορουμένη χ1, δια του πληρεξουσίου της Σταμάτη Τερεζάκη, κατά του 1886/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. ΙΙ) Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό και ΙΙΙ) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Αθήνα 12 Δεκεμβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία ιδρύει λόγον αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστικού συμβουλίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν κατηγορία. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας α)είναι επιτρεπτή ή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β)αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογήν. Εξάλλου παγίως η επιστήμη και η νομολογία δέχονται ότι η αιτιολογία δεν δύναται να είναι "επιλεκτική" να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας (ή της ακροαματικής διαδικασίας), χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισεφέρθησαν σ' αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί να κρίνεται μια τέτοια αιτιολογία ως εμπεριστατωμένη. Έτσι για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της αποφάσεως ή του βουλεύματος, δεν αρκεί η τυπική ρηματική αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αλλά πρέπει να συνάγεται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά εξ αυτών κατ' επιλογή. Η δε υποχρέωση για συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Βεβαίως το αποτέλεσμα του συσχετισμού, της συνεκτιμήσεως της συγκριτικής σταθμίσεως και της συναξιολογήσεως των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή από ποίο αποδεικτικό μέσο επείσθη τελικά το Δικαστήριο, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πλην όμως πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται, γιατί επείσθη από το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και όχι από άλλο αντίθετο, αντιφατικό ή απλώς διαφορετικό. Ο δε αναιρετικός έλεγχος επ' αυτού εστιάζεται, στο αν το Δικαστήριο πραγματοποίησε λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων και όχι επιλεκτική λήψη μερικών μόνο εξ αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1886/2007 βούλευμά του, επεκύρωσε το εκκληθέν υπ' αριθμ. 660/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο η αναιρεσείουσα είχε παραπεμφθεί για απάτη κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος με την αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το Συμβούλιο έλαβεν υπ' όψη του και συνεκτίμησε, όπως κατά λέξη αναφέρει "τα στοιχεία της δικογραφίας, τα οποία συνελέγησαν από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε αλλά και την προκαταρκτική εξέταση που προηγήθηκε αυτής ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης". Όμως η (νυν αναιρεσείουσα) τότε εκκαλούσα που δεν είχε εξετασθεί, ούτε απολογηθεί σε κανένα στάδιο της προδικασίας, προς υποστήριξη της εφέσεώς της κατέθεσε την 27/7/2007 το από 26/7/2007 υπόμνημά της με το οποίο αρνήθηκε την εις βάρος της κατηγορία και προς επίρρωση των αρνητικών της ισχυρισμών επεκαλέσθη ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών τα εξής έγγραφα: 1)το από ....ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως μεταξύ αφενός της εταιρίας με την επωνυμία JURΒY INTERNATIONAL ΔΙΑΙΤΟΛΟΓΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΔΥΝΑΤΙΣΜΑΤΟΣ ΑΕ και αφ' ετέρου της εταιρίας με την επωνυμία "ADVANCE BUSINESS SERVICES Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών Ν. Αυγερινοπούλου Σύμβουλοι Επιχειρήσεων Ανώνυμος Εταιρία, 2)το από ......, επίσης ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, μεταξύ αφενός της αυτής ως άνω εταιρίας και αφ' ετέρου της εταιρίας με την επωνυμίαν ADJUST Ινστιτούτο Άσκησης Αισθητικής και Διαίτης Ανώνυμος Εταιρία, 3)την υπ' αριθμ. ..... πράξη τροποποίησης του υπ' αριθμ. ....... συμβολαίου καταστατικού της ανωνύμου εταιρίας ADJUST του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κυριακούλη Π. Πραστάκου 4)το υπ' αριθμ. 10281/22-12-1999 ΦΕΚ Τ.Α. και ΕΠΕ 5)Τα από ..... πρακτικά του ΔΣ της εταιρίας ADVANCED BUSINESS SERVICES AE 6)τις υπ' αριθμ. 71/2007 και 7769/2003 αποφάσεις των Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης και Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 7)την από 23/7/2007 έγκληση της αναιρεσειούσης κατά της εγκαλούσης. Ούτω εν όψει της ανωτέρω αναφοράς του πληττομένου βουλεύματος στα αποδεικτικά μέσα που έλαβεν υπ' όψη του το Συμβούλιο Εφετών που το εξέδωσε δεν προκύπτει ότι αυτό εξετίμησε και τα υποβληθέντα με την έφεση της αναιρεσειούσης ως άνω έγγραφα τα οποία, κατά την άποψη αυτής, ήσαν καταλυτικά της κατηγορίας, οπότε δεν προκύπτει ότι το Συμβούλιο αυτό αξιολόγησε όλα τα μέσα αποδείξεως και ειδικότερα τα προμνημονευθέντα έγγραφα, αρκεσθέντος τούτου στην αναφορά και λήψη υπόψη "των στοιχείων της δικογραφίας εκ της κυρίας ανακρίσεως και της προκαταρκτικής εξετάσεως και των εγγράφων". Κατ' ακολουθίαν το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται της ως άνω απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο σχετικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 § 1 ΚΠΔ είναι βάσιμος,. Δι' ό και πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο δι' αυτής βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστάς εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 485 § 1 και 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το υπ' αριθμ. 1886/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2008 Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πότε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία βουλεύματος. Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ’ είδος χωρίς να είναι ανάγκη να αναφέρεται τι προέκυψε από καθένα. Αρκεί να προκύπτει ότι ελήφθησαν όλα υπόψη, όχι μερικά επιλεκτικά. Το αποτέλεσμα του συσχετισμού και της αξιολόγησης αυτών δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Όμως πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται γιατί επείσθη το συμβούλιο από το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και όχι από άλλο διαφορετικό ή αντιφατικό. Αναιρείται το παραπεμπτικό βούλευμα διότι δεν προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του το απολογητικό υπόμνημα και τα υποβληθέντα με την έφεση έγγραφα.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Βούλευμα παραπεμπτικό, Κατηγορούμενος.
0
Αριθμός 1887/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό , Νικόλαο Ζαΐρη (που ορίσθηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γιώτσα, για αναίρεση της 65623/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 464/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 § 1 ΚΠΔ "όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης". Εξάλλου ως άγνωστης διαμονής θεωρείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 §§ 1 και 2 ΚΠΔ εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για την Δικαστική (Εισαγγελική Αρχή) που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση γίνεται ως αγνώστου διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 § 1 εδ. α' προσώπων προς τον δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η άνω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Τέλος κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 § 1 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε ..........εκπρόθεσμα το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο ως συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά .....το απορρίπτει ως απαράδεκτο", κατά της σχετικής δε αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση (άρθρο 476 § 2 ΚΠΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα, η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει α) το χρόνο της επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως β) εκείνον της ασκήσεως του ενδίκου μέσου, και γ) το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση (Ολομ. ΑΠ 6/1994 και 4/1995). Σε περίπτωση, όμως, κατά την οποία, με σαφή λόγο εφέσεως, αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, καθώς και η εντεύθεν αδυναμία γνώσεως της επιδόσεως απαιτείται προσθέτως, να περιλαμβάνεται στην απόφαση η σχετική αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 65.623/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που δίκασε ως εφετείο, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η από 17/7/2007 έφεση της αναιρεσειούσης κατά της υπ' αριθμ. 82.610/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και χρηματική ποινή 6.000 ευρώ, για την έκδοση της αναφερομένης ακάλυπτης επιταγής. Με την έφεσή της, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη επεκαλέσθη και προέβαλε κατ' εκτίμηση, ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως η οποία της επεδόθη ως αγνώστου διαμονής και ότι κακώς της επεδόθη με τις διατυπώσεις που τηρούνται για την επίδοση σε πρόσωπα αγνώστου διαμονής διότι δεν ευρέθη στη διεύθυνση που ανεζητήθη (.....), ενώ αυτή είχε γνωστή διαμονή επί της οδού ... στην ..... Αττικής. Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκπροσωπουμένη από τον εξουσιοδοτημένο συνήγορό της (η νυν αναιρεσείουσα) επανέλαβε τον ισχυρισμό της αυτόν, προτείνουσα προς απόδειξή του την μάρτυρα ....., η οποία και εξητάσθη ενώπιον του άνω Δικαστηρίου. Με την προσβαλλομένη απόφασή του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτό της τότε εκκαλούσης κατηγορουμένης και ακολούθως την έφεση ως εκπρόθεσμη με την εξής αιτιολογία: "Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1 ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ.1 και 2 του ίδιου κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση (βλ. ΑΠ 745/1006 ΝΟΜΟΣ). Η επίδοση προς το πρόσωπο του οποίου η διαμονή δεν είναι γνωστή, γίνεται προς αυτό ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερόμενων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ.1 εδ. α' προσώπων, προς το δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η ως άνω προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 161 παρ.1 του ίδιου παραπάνω κώδικα, για την επίδοση που ενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 155-158, εκείνος που την ενεργεί οφείλει να συντάξει αποδεικτικό στον τόπο όπου αυτή γίνεται. Στο αποδεικτικό, με ποινή ακυρότητας της επίδοσης, σημειώνεται ο τόπος, το έτος, ο μήνας, η ημέρα και το ονοματεπώνυμο του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο, υπογράφεται δε το αποδεικτικό από το πρόσωπο αυτό και εκείνον που ενεργεί την επίδοση. Στην προκειμένη περίπτωση, από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο, καθώς και από τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από το από .... αποδεικτικό επίδοσης σε κατηγορούμενο με άγνωστη διαμονή του αστυφύλακα ....., η εκκαλούσα-κατηγορουμένη, κατά την επίδοση σ' αυτήν της εκκαλουμένης 82610/2002 ερήμην της εκδοθείσας απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αναζητήθηκε κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία, στην επί της οδού ..... τελευταία γνωστή, από την από 24-2-00 μήνυση της ..... εναντίον της, κατοικία της και δεν βρέθηκε, όπως βεβαιώνει ο ενεργήσας την επίδοση ότι διαπίστωσε μετά από σχετική έρευνα, ούτε αυτή (κατηγορουμένη), ούτε κάποιος από τους αναφερόμενους στο άρθρο 156 παρ.1 ΚΠΔ συγγενείς της (δηλαδή σύζυγος ή γονέας ή αδελφός της ή άλλος εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συγγενής της έως και τον τρίτο βαθμό), γι' αυτό και η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης έγινε, ενόψει και του ότι η διαμονή της ήταν άγνωστη στην αρμόδια για την επίδοση αρχή, στην από το Δήμαρχο του Δήμου της τελευταίας πιο πάνω κατοικίας της κατηγορουμένης (....) ορισμένη για το σκοπό αυτό δημοτική υπάλληλο ...., η οποία, όπως προκύπτει από τη σχετική κάτω από το αποδεικτικό επίδοσης, από 13-1-2005 βεβαίωσή της, προέβη στην τοιχοκόλληση της εκκαλουμένης απόφασης στο δημοσιότερο μέρος του πιο πάνω Δήμου και έστειλε τη σχετική βεβαίωση στην αρχή που παράγγειλε την επίδοση, δηλαδή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών. Σημειώνεται ότι στην ίδια παραπάνω διεύθυνση είχε αναζητηθεί, χωρίς αποτέλεσμα, η εκκαλούσα στις 3-5-2001 και στη συνέχεια στις 13-5-2002 προκειμένου να της επιδοθούν το κλητήριο θέσπισμα και η κλήση αντίστοιχα για να εμφανιστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τα οποία (κλητήριο θέσπισμα και κλήση) .επιδόθηκαν σ αυτήν ως άγνωστης διαμονής (βλ. τα από ... και ... σχετικά αποδεικτικά επίδοσης του επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ....). Ισχυρίζεται η εκκαλούσα ότι κακώς της κοινοποιήθηκε η εκκαλουμένη απόφαση ως άγνωστης διαμονής, καθόσον κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης, την 13-1-2005, είχε γνωστή στις αρχές διαμονή, επί της οδού .... στην .... Αττικής, όπου κατοικούσε μόνιμα με την οικογένειά της από το έτος 2001. Από κανένα όμως στοιχείο δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα του ανωτέρω ισχυρισμού της εκκαλούσας, ότι δηλαδή αυτή κατά τον ως άνω χρόνο διέμενε πράγματι στην ανωτέρω διεύθυνση και ότι η διεύθυνση αυτή (ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί τούτο ως αληθές) είχε γνωστοποιηθεί και με ποιο τρόπο στην εισαγγελική αρχή που παράγγειλε την επίδοση, μη αρκούσας προς τούτο μόνης της κατάθεσης της εξετασθείσας στο ακροατήριο μάρτυρά της, η οποία όλως αορίστως ανέφερε ότι στην εν λόγω διεύθυνση γίνονταν "διάφορες επιδόσεις", χωρίς όμως τούτο να προκύπτει και από άλλα στοιχεία (δηλ. από επιδοθείσες στην παραπάνω διεύθυνση προς αυτήν κλήσεις, αποφάσεις κλπ). Προσκομίζει η εκκαλούσα, προς απόδειξη του άνω ισχυρισμού της, τα αναφερόμενα πιο πάνω και αναγνωσθέντα έγγραφα και δη λογαριασμό πιστωτικής κάρτας Citibank, κινήσεις λογαριασμών δανείων Eurobank και Τραπέζης Πειραιώς, σύμβαση δανείου με την ίδια Τράπεζα, μηχανογραφικό δελτίο για εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, λογαριασμούς ΟΤΕ και Vodafone, αποδείξεις ΕΛΠΑ, πληρωμής τελών κυκλοφορίας και καταβολής χρηματικού ποσού για εξόφληση αυτοκινήτου, αίτηση απογραφής προς το ΙΚΑ, εκκαθαριστικό σημείωμα της Δ0Υ Αγ. Παρασκευής, από τα οποία άλλα έχουν αποσταλεί στο γιο της ..... στην παραπάνω διεύθυνση (...) και σε άλλα (αποδείξεις, αιτήσεις κλπ) αναφέρεται ως τόπος διαμονής του τελευταίου η ίδια αυτή διεύθυνση, καθώς και βεβαίωση απόδοσης ΑΦΜ η οποία αφορά τον έτερο γιο της ..... με την ίδια ως άνω διεύθυνση. Από το γεγονός όμως ότι οι προαναφερόμενοι γιοι της εκκαλούσας πιθανόν να διέμεναν κατά τον κρίσιμο χρόνο στην εν λόγω διεύθυνση δεν μπορεί βέβαια να συναχθεί και το συμπέρασμα ότι και η ίδια διέμενε εκεί και μάλιστα ότι τούτο ήταν γνωστό στην Αρχή που παράγγειλε την επίδοση. Κάτι τέτοιο επίσης δεν προκύπτει ούτε από το προσκομιζόμενο 641/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο, κατόπιν σχετικής αιτήσεώς της, αντικαταστάθηκε επιβληθείσα σ' αυτήν (και κρατούμενη από 19-9-2005) προσωρινή κράτηση με περιοριστικούς όρους, καθόσον σε τούτο δεν αναφέρεται ότι η εκκαλούσα κατοικούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο (επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης) στην αμέσως παραπάνω διεύθυνση, αλλά ότι αυτή διέμενε εκεί κατά το χρόνο υποβολής της έγκλησης και άσκησης σε βάρος της ποινικής δίωξης για κακουργηματική απάτη (παραπεμφθείσα να δικαστεί γι' αυτή με το 6121/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών), δηλαδή σε χρόνο κατά πολύ προγενέστερο της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης, ενώ, σημειωτέον, στο ίδιο παραπάνω βούλευμα (641/2006) αναφέρεται ότι αυτή και ο σύζυγός της κατά το παρελθόν εγκατέλειψαν τη χώρα και μετέβησαν στο εξωτερικό λόγω των ποινικών διώξεων που είχαν ασκηθεί σε βάρος τους. Επίσης στην (προσκομιζόμενη) από 27-4-07 κλήση με την οποία καλείται η εκκαλούσα να εμφανιστεί για να δικαστεί για την ανωτέρω πράξη στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών αναφέρεται μεν αυτή ως κάτοικος ...., οδός ....., όμως η κρίση για το άγνωστο ή μη της διαμονής της δεν αφορά τον ως άνω χρόνο αλλά τον Ιανουάριο του 2005. Εξάλλου, ούτε και από τις προσκομιζόμενες από την εκκαλούσα ... και .... εκθέσεις αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων της εκκαλούσας δεν προκύπτει η βασιμότητα του ανωτέρω ισχυρισμού της, καθόσον αφενός μεν αυτές αφορούν το έτος 2000, αφετέρου δε σε καμία απ' αυτές δεν αναφέρεται ως διεύθυνσή της ή οδός ...., αλλά στη μεν πρώτη η .... στη δε δεύτερη η οδός ..... στο ...., γεγονός το οποίο ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα η διαμονή της εκκαλούσας ήταν άγνωστη και δη στην Αρχή που παράγγειλε την επίδοση (Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών)". Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, σε σχέση με την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα, ως εκκαλούσα, αμφισβήτηση της διευθύνσεως της κατοικίας της, στην οποία ανεζητήθη, ως τελευταία γνωστή στις αρχές διαμονή, καθώς και της ιδιότητας αυτής ως αγνώστου διαμονής, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση αντιφατική και ασαφή αιτιολογία. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα ανεζητήθη στην διεύθυνση της κατοικίας που ο μηνυτής ..... ανέφερε στην από 24-2-2000 μήνυσή του και στην οποία δεν βρέθηκε και για τον λόγο αυτό η επίδοση της αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου έγινε στη διεύθυνση αυτή ως διεύθυνση της τελευταίας γνωστής διαμονής, στη συνέχεια δέχεται ότι η αναιρεσείουσα κατοικούσε στη .... Αττικής στην οδό ......, στην οποία και εγίνοντο από την εισαγγελική αρχή κλήσεις για άλλες ποινικές υποθέσεις της. Δέχεται δηλαδή ότι η αναιρεσείουσα, είχε πέρα από την διεύθυνση της κατοικίας της που ανεφέρετο στην μήνυση, στην οποία ανεζητήθη και δεν ευρέθη και άλλη γνωστή στην αρχή που έκανε την επίδοση της αποφάσεως κατοικία, αφού και στην κατοικία της αυτή εγίνοντο διάφορες επιδόσεις, χωρίς όμως να αιτιολογεί ειδικώς γιατί δεν ανεζητήθη και στη γνωστή στις αρχές οικογενειακή της κατοικία επί της οδού ... όπου εμμέσως δέχεται ότι διέμενε με τα τέκνα της. Το δε γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δεν δήλωσε ως κατοικία, σύμφωνο με το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, και την οικογενειακή της κατοικία στη ... οδός ..., δεν σημαίνει ότι όλες οι επιδόσεις έπρεπε να γίνονται στην κατοικία στην οδό ....., αφού δεν υπάρχει παραδοχή στην απόφαση ότι αυτή είχε εξετασθεί στην προανακριτική διαδικασία και είχε δηλώσει την διεύθυνση αυτή ως κατοικία της, ώστε κατά τους ορισμούς του άρθρου 272 ΚΠΔ να ανακύπτει υποχρέωση δηλώσεως τής τυχόν μετά ταύτα επελθούσης μεταβολής. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εδίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Το δικαστήριο αυτό αφού κρίνει επί του παραδεκτού της εφέσεως θα ελέγξει και αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παύσεως οριστικώς της ποινικής διώξεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ 65.623/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Προθεσμία για άσκηση ενδίκου μέσου (άρθρ. 473 ΚΠΔ). Πότε πρόσωπο αγνώστου διαμονής. Αιτιολογία αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως εκπρόθεσμη. Τι πρέπει να περιλαμβάνει. Αναιρείται δι’ έλλειψη αιτιολογίας (ασαφή και αντιφατική) η απορρίπτουσα έφεση ως εκπρόθεσμη.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Προθεσμία, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 1891/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια και Ελευθέριο Μάλλιο (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Όθωνα Παπαδόπουλο, περί αναιρέσεως της 1455-1456/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με συγκατηγορούμενη την Χ2. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 295/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η απαιτουμένη κατά το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δικ., όπως ετροποποιήθη το τελευταίο με το άρθρο 2 § 5 του Ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δικ. υπάρχει όταν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, περιέχονται σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στήριξαν την κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που απεδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 § 2 και 332 § 2 Κ.Ποιν.Δικ. στο δικαστήριο της ουσίας, από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, τον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, εφ' όσον όμως προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για την θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνον η επίκληση της νομικής διατάξεως, η οποία τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίον είναι γνωστοί αυτοί στην νομική ορολογία· και τούτο δια να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγηση να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τοιούτος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και η επίκληση από τον κατηγορούμενο για παραβάσεις του Νόμου 1729/1987 "καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών, προστασία των νέων και άλλες διατάξεις", ή τον συνήγορό του της συνδρομής της περιπτώσεως του άρθρου 13 § 1 του ιδίου νόμου όπως ισχύει, η οποία καλύπτει εκείνους που απέκτησαν την έξη της χρήσεως των ναρκωτικών (ουσιών) και την οποία δεν μπορούν να αποβάλλουν με τις δικές τους δυνάμεις και έχει ως συνέπεια την ηπιότερη ποινική μεταχείριση του δράστου (παράγρ. 4). Δια να είναι όμως σαφής και ορισμένος αυτός ο ισχυρισμός και να προκύπτει εντεύθεν υποχρέωση του δικαστηρίου να τον εξετάσει και να αιτιολογήσει την σχετική κρίση του, δεν αρκεί μόνον η επίκληση του όρου ότι εκείνος είναι "τοξικομανής", αλλά πρέπει για την θεμελίωσή του να γίνεται επίκληση και των κατά την άνω διάταξη πραγματικών περιστατικών, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος από την χρήση των ναρκωτικών ουσιών απέκτησε την έξη της χρήσεως αυτών, την οποίαν δεν μπορεί να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις. Περαιτέρω είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός περί της συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως της διατάξεως του άρθρου 84 § 2ε' Π.Κ., δηλαδή ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, είναι δε ορισμένος ο ισχυρισμός αυτός όταν περιλαμβάνει τα αναγκαία περιστατικά για την θεμελίωσή του καλή γενικά συμπεριφορά στην κοινωνία που να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο χρονικό διάσημα μετά την αξιόποινη πράξη και να είναι αποτέλεσμα ελευθέρας βουλήσεως και όχι φόβου ή καταναγκασμού, οπότε το δικαστήριο έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει και εδώ ειδικώς και εμπεριστατωμένως την παραδοχή ή την απόρριψή του. Η έλλειψη της τοιαύτης αιτιολογίας, εις αμφοτέρας τας άνω περιπτώσεις ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποίαν εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος εζήτησε δια του συνηγόρου του, εκτός από την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2α Π.Κ., την οποίαν του ανεγνώρισε το δικαστήριο, (μετά την πρόταση του εισαγγελέως περί της ενοχής), την αναγνώριση και της συνδρομής της περιπτώσεως του άρθρου 13 § 1 Ν. 1729/1987 και της ελαφρυντικής περιστάσεως άρθρου 84 § 2ε' Π.Κ., τις οποίες ανέπτυξε προφορικώς και παρέδωσε γραπτώς στον διευθύνοντα την συζήτηση (άρθρ. 141 § 2 ΚΠΔ) έχουν δε ως εξής: "Αναγνώριση στο πρόσωποτου κατηγορουμένου της ιδιότητας του ως τοξικομανούς. Επειδή ο κατηγορούμενος, κατά τον χρόνο της συλλήψεώς του, είχε αποκτήσει την έξη της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών την οποία δεν μπορούσε να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, για τον λόγο δε αυτό θα πρέπει να υποβληθεί στην ειδική μεταχείριση που προβλέπεται στο άρθρο 13 ν. 1729/87. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, στην από 15-2-2003 προανακριτική του απολογία ενώπιον των αστυνομικών της Διευθύνσεως Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, η οποία ακολούθησε την σύλληψή του, δήλωσε την ιδιότητά του ως τοξικομανούς ("κάνω χρήση ηρωίνης 4 μήνες περίπου"). Αλλά και κατά την από 17-2-2003 ανακριτική του απολογία ενώπιον της κ. Ανακρίτριας Γ' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης επανέλαβε κατά τρόπο σαφή και άμεσο την δήλωση αυτή ("είμαι τοξικομανής... επειδή δεν με έπιανε το χασίς άρχισα την ηρωίνη"). Ωστόσο, μετά τον εγκλεισμό του στην φυλακή, που ακολούθησε αμέσως μετά την ανακριτική του απολογία (είχε κριθεί προφυλακιστέος) παρουσίασε στερητική συμπτωματολογία από την απότομη διακοπή της χρήσης ναρκωτικών, στοιχείο που αποτελεί κατ'εξοχήν γνώρισμα των εχόντων αποκτήσει την έξη της χρήσεως των ναρκωτικών ουσιών σε βαθμό να μην μπορούν να την αποβάλουν με δικές τους δυνάμεις, το δε γεγονός αυτό προκύπτει από την από 27-10-2003 ιατρική βεβαίωση του ιατρού της Δικαστικής Φυλακής Θεσσαλονίκης κ. Α, που κατατέθηκε από τον κατηγορούμενο και αναγνώσθηκε από το Δικαστήριό Σας. Από το ανωτέρω έγγραφο προκύπτει ότι από τις επιπλοκές που προκάλεσε στην υγεία του η απότομη (λόγω του εγκλεισμού του) διακοπή της χρήσεως ηρωίνης προέκυψε η απόκτηση της έξης και της εξάρτησης που είχε αποκτήσει ο κατηγορούμενος πριν και μέχρι τον χρόνο της συλλήψεώς του. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος προσάγει και επικαλείται και το με αριθμό πρωτ. 13283/24-9-2003 πιστοποιητικό του Δημοσίου Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης, το οποίο αναγνώσθηκε από το Δικαστήριό Σας, και από το οποίο προκύπτει η νοσηλεία του στο συγκεκριμένο νοσοκομείο λόγω χρήσης τοξικών ουσιών σε χρόνο προγενέστερο της συλλήψεώς του. Αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε'. Επειδή ο κατηγορούμενος με την υπ'αριθ. 302/2004 απόφαση του Δικαστηρίου Σας που διέταξε την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, εξήλθε των φυλακών την 17η Μαρτίου 2004. Έκτοτε, και για το σοβαρό χρονικό διάστημα των 3,5 ετών (συγκεκριμένα τριών ετών και οκτώ μηνών), διήγαγε βίο καθ'όλα έντιμο εργαζόμενος ως μικροπωλητής και συντηρώντας την οικογένειά του που αποτελείται από την σύζυγο και τα τρία ανήλικα τους τέκνα, το κυριότερον δε, δεν έδωσε την παραμικρή αφορμή, δεν απασχόλησε τις Αρχές για καμία απολύτως αξιόποινη πράξη και επέδειξε αρίστη διαγωγή, όπως προκύπτει τόσο από την κατάθεση των αστυνομικών οργάνων όσο και από το αντίγραφο του ποινικού του μητρώου". Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 1455-1456/2007 απόφασή του απέρριψε τους άνω κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, χωρίς αιτιολογία, αφού μετά το περί ενοχής σκεπτικό είπε: "Αντιθέτως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν ο ισχυρισμός του Χ1 περί του ότι αυτός κατά τον χρόνο τέλεσης της ως άνω πράξεώς του είχε αποκτήσει την έξη της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορούσε να αποβάλει αυτή με τις δικές του δυνάμεις. Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ'ουσίαν το αίτημα των ως άνω κατηγορουμένων περί αναγνωρίσεως της συνδρομής στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περίστασης του ότι αυτοί συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη τους", χωρίς δηλαδή να αναφερθεί στα συγκεκριμένα περιστατικά, των οποίων έγινε επίκληση υπό του κατηγορουμένου και χωρίς να αναφέρει ειδικά και συγκεκριμένα αρνητικά περιστατικά που οδήγησαν στην απορριπτική του κρίση. Εντεύθεν και το άνω Εφετείο, υπέπεσε, κατ' αυτό το μέρος, στην εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. πλημμέλεια της ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση. Δι'ό και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός μόνος λόγος της κρινομένης αναιρέσεως, εν αναφορά με την αιτίαση της ελλείψεως αιτιολογίας για την απόρριψη αμφοτέρων των ανωτέρω αυτοτελών ισχυρισμών, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη δι' αυτής (αναιρέσεως) απόφαση ως προς τις διατάξεις, με τις οποίες απερρίφθησαν αυτοί οι ισχυρισμοί, αναγκαίως δε και ως προς τις διατάξεις τόσον περί επιβολής ποινής δι' εκάστην των πράξεων δια τας οποίας κατεδικάσθη ο αναιρεσείων ήτοι κατοχής αγοράς, πωλήσεως ναρκωτικών ως μιας πράξεως και αντιστάσεως όσον και περί επιβολής συνολικής ποινής. Εν συνεχεία να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Π.Δ.), για να κριθεί εάν στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου συντρέχουν και οι ελαφρυντικές περιστάσεις των άρθρων 13 § 1 Ν. 1729/1987 και 84 § 2ε' Π.Κ. και σε καταφατική περίπτωση να συνεκτιμηθούν και αυτές κατά την επιμέτρηση των ποινών που θα επιβληθούν. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθμ. 1455-1456/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, και μόνο ως προς τις στο σκεπτικό της παρούσης διατάξεις. Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα κρίση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων, οι οποίοι εδίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως κατ’ άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Ποιοι είναι αυτοτελείς ισχυρισμοί. Είναι οι εκ του άρθρου 13 § 1 Ν. 1729/87 ως και οι περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων άρθρου 84 § 2 ΠΚ. Δεν αρκεί η αιτιολογία ότι αυτοί «πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι», χωρίς αναφορά αρνητικών περιστατικών. Αναιρείται ως προς το μέρος περί απορρίψεως αυτών των ισχυρισμών και ως προς την ποινή, ανεξαρτήτως εάν είχε ήδη ζητηθεί και αναγνωρισθεί ένα ελαφρυντικό.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ποινή.
0
Αριθμός 1879/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), που ορίσθηκε με τη με αριθμό 57/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος X1, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βενέτη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τη με αριθμό 1753 - 1754/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Αυγούστου 20006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 406/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 174/10.4.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων την από 7/10-8-2006 αίτηση του X1, περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης αμετακλήτως διά της υπ'αριθμ. 1753-1754/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, εκθέτω τα εξής: Ο αιτών κατεδικάσθη, διά της ανωτέρω αποφάσεως, εις συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι τριών (23) μηνών και αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων διά δύο (2) έτη, διά ψευδορκία μάρτυρος και πλαστογραφία (νόθευση) μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση, αμετακλήτως, απορριφθείσης της αιτήσεως αναιρέσεως την οποία ήσκησε κατά της ανωτέρω αποφάσεως, διά της υπ'αριθμ. 2157/2002 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Ήδη δε ζητεί, διά της υπό κρίση αιτήσεως, την επανάληψη της διαδικασίας, επικαλούμενος νέα στοιχεία υπέρ της αθωώτητός του και ειδικότερα τα κατωτέρω έγγραφα, ως και ότι η ανωτέρω καταδικαστική απόφαση εστηρίχθη επί ψευδών καταθέσεων μαρτύρων. Επειδή, κατά το άρθρο 525§1 περιπτ. 2 Κ.Π.Δ., η δι' αμετακλήτου αποφάσεως περατωθείσα ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασθέντος δια πλημμέλημα ή κακούργημα, και εάν, μετά την οριστική καταδίκη, απεκαλύφθησαν νέα, άγνωστα τους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή εν συνδυασμώ προς τις προηγουμένως προσκομισθείσες καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος, ή κατεδικάσθη αδίκως δι έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι εξετέλεσε. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνα τα οποία ήσαν άγνωστα στο δικαστήριο ώστε να μη δύναται να τα λάβη υπόψη, και στον καταδικασθέντα, ώστε να μη δύναται να τα προβάλη, γιατί αν ήσαν γνωστά έπρεπε να έχουν προβληθή ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Τέτοιες αποδείξεις δύνανται να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, άγνωστες στους εκδόσαντες την καταδικαστική απόφαση δικαστές, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε εν συνδυασμώ προς τα ήδη ληφθέντα υπ'όψιν αποδεικτικά στοιχεία, καθιστούν πρόδηλο, εις σημείο εγγίζον την βεβαιότητα, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως δι' έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι ετέλεσε (ΑΠ 1703/05, ΑΠ 446/06, εις ΠΧ/ΝΣΤ/444, 975 αντιστοιχ.).Επίσης, κατά το άρθρ. 525 παρ. 1, περίπτ. 3, και 2 ΚΠΔ, λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας δύναται να θεμελιώσουν και οι ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων "αν βεβαιωθή ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου" και αν αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση διά ψευδορκία, εκτός αν δεν εξεδόθη τέτοια απόφαση επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υποθέσεως στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη (βλ. ΑΠ 580/1996, εις ΠΧ/ΜΖ/243, ΑΠ 612/1989, εις ΠΧ/Μ'/67). Κατά δε το άρθρ. 527 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, η αίτηση περί επαναλήψεως της διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος, πρέπει να περιέχη τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη καθώς και τα στοιχεία που την βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη (ΑΠ 1094/2006).Στην προκειμένη περίπτωση, εκ των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει, ότι ο αιτών, διά της ως άνω αμετακλήτου αποφάσεως, εκηρύχθη ένοχος των προαναφερομένων αξιοποίνων πράξεων, διότι στον Πειραιά, την 24-2-1997, α) εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον αξιωματικών του Λιμεναρχείου Πειραιώς, εν σχέσει προς την προσάραξη του πλοίου B1 στα βόρεια της Μοζαμβίκης, κατέθεσε εν γνώσει ψευδώς ότι υπηρέτησε ως πλοίαρχος του ανωτέρω σκάφους από 10-6-1996 μέχρι 28-1-1997, ενώ, στην πραγματικότητα, κατά το ανωτέρω διάστημα δεν ευρίσκετο στο ως άνω πλοίο, και β) ενόθευσε, αφ'ενός μεν το ναυτικό φυλλάδιό του, στην σελίδα 74, αφ'ετέρου δε το ναυτολόγιο του ανωτέρω πλοίου, στο οποίο είχε προσληφθή την 1-2-1991, αλλάζοντας την ημερομηνία απολύσεώς του από το εν λόγω πλοίο (B1) εις 12-2-1996, διά να παραπλανήση άλλους και ιδίως τις λιμενικές αρχές, ότι από το έτος 1991 μέχρι 12-2-1996 εργαζόταν διαρκώς στο πλοίο αυτό. Όμως, από την επικαλουμένη, υπό χρονολογία ....., βεβαίωση του Λιμεναρχείου της Μοσιμπόα ντά Πράϊα (Μοζαμβίκη) προκύπτει ότι, στις 28-9-1996, το πλοίο B1 απέπλευσε από τον λιμένα του Quelimane, με προορισμό τον λιμένα της Palma, στην βόρεια περιοχή της Μοζαμβίκης, με πλοίαρχο τον αιτούντα, ότι το πλοίο αυτό, την 3-10-1996, προσήραξε σε βράχο πλησίον της Mocimboa da Praia και ότι τον Φεβρουάριο 1997 το πλήρωμα (στο οποίο ανήκε και ο αιτών) αναγκάστηκε να εγκαταλείψη το πλοίο. Το τελευταίο περιστατικό προκύπτει και από την επικαλουμένη, υπό χρονολογία ....., βεβαίωση του λιμενάρχου του ανωτέρω λιμεναρχείου.Εξ άλλου, από την επίσης επικαλουμένη, υπό χρονολογία ......, βεβαίωση του Επ. Γενικού Προξένου της Ελλάδος, εις Νταρ Ελ Σαλαάμ της Τανζανίας, προκύπτει ότι ο αιτών απελύθη από την θέση του πλοιάρχου του πλοίου "B1" την 12 Φεβρουαρίου 1996 και ότι οι γενόμενες στο ναυτολόγιο του ανωτέρω πλοίου και στο ναυτικό φυλλάδιο του αιτούντος εγγραφές και διορθώσεις έγιναν παρουσία του εν λόγω προξένου και καθ'υπόδειξή του, διότι ήσαν οι αληθώς ανταποκρινόμενες στην πραγματικότητα. Διά δε του από ...... εγγράφου του διοικητού του λιμένος του Νταρ ελ Σαλαάμ-Τανζανία πιστοποιείται ότι ο αιτών παρέμεινε ως καπετάνιος του πλοίου "B1" μέχρι την αναχώρησή του στις 12-2-1996.Τα ανωτέρω έγγραφα αποτελούν νέα στοιχεία, τα οποία ήσαν άγνωστα στους δικαστές του εκδόντος την ανωτέρω καταδικαστική απόφαση Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, αφού έχουν εκδοθή μετά από αυτή, και τα οποία, εκτιμώμενα εν συνδυασμώ προς τα προσκομισθέντα στο δικαστήριο εκείνο, καθιστούν φανερό ότι ο αιτών, ούτε ψευδή κατέθεσε, κατά την ανωτέρω ένορκη εξέτασή του, ούτε είχε σκοπό παραπλανήσεως οιουδήποτε, με τις εγγραφές και διορθώσεις στα προαναφερόμενα έγραφα, αφού αυτές έγιναν καθ'υπόδειξη του ανωτέρω Προξένου, ενώπιόν του και απέδιδαν την πραγματικότητα και, συνεπώς, αυτός είναι αθώος των αξιοποίνων πράξεων διά τις οποίες, ως άνω, κατεδικάσθη. Επομένως, είναι βάσιμος ο επικαλούμενος λόγος, εκ του άρθρ. 525 παρ. 1 περίπτ. 2 ΚΠΔ, δι'επανάληψη της διαδικασίας και πρέπει να γίνη δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να ακυρωθή, συμφώνως προς το άρθρ. 528 παρ. 1 ΚΠΔ, η προσβαλλομένην υπ'αριθμ. 1753-1754/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Πλημμελημάτων). Σημειωτέον, αφ'ενός μεν ότι το, εκτός των ανωτέρω εγγράφων, επικαλούμενο πιστοποιητικό υπηρεσίας του γραφείου νηολογίου του Υπουργείου Επικοινωνιών και Μεταφορών της Ενωμένης Δημοκρατίας της Τανζανίας δεν δύναται να εκτιμηθή ως νέο στοιχείο, αφού δεν φέρει ημερομηνία εκδόσεώς του, αφ'ετέρου δε ότι ο εκ του άρθρ. 525 παρ. 1 περίπτ. 3 ΚΠΔ προαναφερόμενος έτερος λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας προβάλλεται απαραδέκτως, αφού ο αιτών δεν επικαλείται στοιχεία περί του αμετακλήτου της δικαστικής αποφάσεως, διά της οποίας αποδεικνύεται η ψευδορκία των μαρτύρων, στις καταθέσεις των οποίων εστηρίχθη η καταδικαστική εις βάρος του απόφαση. Περαιτέρω, ακυρουμένης της προσβαλλομένης, δεν είναι αναγκαία η επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως αυτής στο ακροατήριο άλλου ομοιοβάθμου δικαστηρίου, διότι το αξιόποινο των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, φερομένων ως τελεσθεισών την 24-2-1997, έχει εξαλειφθή, λόγω παραγραφής, αφού αυτές είναι πλημμελήματα και έχει ήδη συμπληρωθή, συμφώνως προς τα άρθρ. 111, 112 και 113 ΠΚ, ο προβλεπόμενος επί πλημμελημάτων χρόνος παραγραφής. Ακολούθως, πρέπει να παύση οριστικώς (άρθρ. 370 περ. β' ΚΠΔ) η ασκηθείσα κατά του αιτούντος ποινική δίωξη, διά της προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις. Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να γίνη δεκτή η από 7/10-8-2006 αίτηση του X1, περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης αμετακλήτως διά της υπ'αριθμ. 1753-1754/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.Να ακυρωθή η ανωτέρω απόφαση. Να παύση οριστικώς η ποινική δίωξη κατά του αιτούντος X1, διά ψευδορκία μάρτυρος και πλαστογραφία (νόθευση) μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση, πράξεις φερόμενες ως τελεσθείσες από αυτόν, στον Πειραιά, την 24-2-1997.Αθήναι 26 Μαρτίου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 περίπτ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ1 αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Επίσης, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περίπτ. 3 του Κ.Π.Δ. λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας μπορούν να θεμελιώσουν και οι ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων "αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου, αν, όμως, αποδεικνύονται με αμετάκλητη απόφαση για ψευδορκία, εκτός αν δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση, επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υποθέσεως στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη. Συνεπώς, η υπό κρίση από 7.8.2006 αίτηση, με την οποία ο αιτών X1, επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη 1753 - 1754/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι τριών (23) μηνών, για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της νόθευσης εγγράφου μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 98, 216 παρ. 1, 224 παρ. 1-2 Π.Κ.), ισχυριζόμενος ότι, από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτήν, γίνεται φανερό ότι είναι αθώος, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη (άρ. 525 παρ. 1 περ. 2 Κ.Π.Δ.) παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ. και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία. Αντίθετα, κατά το μέρος που δι' αυτής επιδιώκεται η επανάληψη της διαδικασίας, διότι, η ως άνω καταδικαστική απόφαση, στηρίχθηκε στις καταθέσεις των μαρτύρων ..... και ....., οι οποίες, όμως, ήταν ψευδείς, όπως έκρινε η υπ' αρ. 8762/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, αυτή (αίτηση), είναι απαράδεκτη, διότι ο αιτών δεν επικαλείται ότι η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, με την υπ' αρ. 1753 - 1754/2000 απόφασή του, που κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, με την υπ' αρ. 2157/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι τριών (23) μηνών, για ψευδορκία μάρτυρα και νόθευσης εγγράφου μετά χρήσης κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα του ότι, α) στον Πειραιά, την 24.2.1997 εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον αξιωματικών του Λιμεναρχείου Πειραιώς, εν σχέσει προς την προσάραξη του πλοίου "B1" στα βόρεια της Μοζαμβίκης, κατέθεσε εν γνώσει ψευδώς ότι υπηρέτησε ως πλοίαρχος του ανωτέρω σκάφους από 10.6.1996 μέχρι 28.1.1997, ενώ, στην πραγματικότητα, κατά το ανωτέρω διάστημα, δεν ευρίσκετο στο ως άνω πλοίο και β) με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος νόθευσε έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και εν συνεχεία έκανε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων και συγκεκριμένα, νόθευσε τη σελίδα 74 του ναυτικού του φυλλαδίου και άλλαξε την ημερομηνία απολύσεώς του από το ως άνω πλοίο, στο οποίο είχε προσληφθεί την 1.2.1991, από άγνωστη ημεροχρονολογία, πάντως των ετών 1991 - 1992 ή 1993, σε 12.2.1996, καθώς και το ναυτολόγιο του ανωτέρω πλοίου, στο οποίο άλλαξε την ημερομηνία απολύσεώς του σε 12.2.96 με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους και ιδίως τις λιμενικές αρχές ότι από το έτος 1991 έως 12.2.1996 εργαζόταν διαρκώς στο ανωτέρω πλοίο και ότι δήθεν διέκοψε την εργασία του για λίγους μήνες και επανήλθε την 10.6.1996, εργασθείς μέχρι την 28.1.1997, έκανε δε και χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων ενώπιον των λιμενικών αρχών. Ήδη, ο αιτών, προς υποστήριξη της αίτησής του, επικαλείται και προσκομίζει, ως νέα στοιχεία, από τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, καθίσταται φανερή η αθωότητά του, τα ακόλουθα έγγραφα: 1) την από ...... βεβαίωση του Λιμεναρχείου της Μοσίμποα ντα Πράϊα (Μοζαμβίκης), από την οποία προκύπτει ότι, στις 28.9.1996, το πλοίο "B1", απέπλευσε από το λιμένα Qyelimane, με προορισμό το λιμένα της Palma, στη Βόρεια περιοχή της Μοζαμβίκης, με πλοίαρχο τον αιτούντα, ο οποίος είχε αριθμό ναυτικού φυλλαδίου 20029, 2) την από ..... Βεβαίωση του Λιμενάρχη της Μοσίμποα ντα Πράϊα (Μοζαμβίκης), από την οποία προκύπτει ότι τον Φεβρουάριο μήνα του 1997, σε ύδατα της δικαιοδοσίας της περιοχής του, υπέστη σοβαρή ζημία στις μηχανές του το ως άνω πλοίο "B1", το οποίο διέθετε 6μελές πλήρωμα, αποτελούμενο από 3 Έλληνες και 3 αλλοδαπούς ναυτικούς, στο οποίο συγκαταλέγονταν και ο αιτών, με τον αναφερόμενο αριθμό του ναυτικού του φυλλαδίου, 3) την από ..... Βεβαίωση του Επίτιμου Γενικού Προξένου της Ελλάδος στο Νταρ Ελ Σαλαάμ της Τανζανίας από την οποία προκύπτει ότι οι γενόμενες στο ναυτολόγιο του πλοίου "B1", καθώς και στο ναυτικό φυλλάδιο του αιτούντα εγγραφές και διορθώσεις, έγινα παρουσία του εν λόγω Προξένου και καθ' υπόδειξή του και ότι ο αιτών απολύθηκε από τη θέση του πλοιάρχου του αναφερόμενου πλοίου την 12.2.1996 και 4) το από ..... έγγραφο του διοικητού του λιμένος του Νταρ Ελ Σαλαάμ, με το οποίο πιστοποιείται, μετά από έλεγχο των σχετικών αρχείων, ότι ο αιτών κατέφθασε ως καπετάνιος του πλοίου "B1", και παρέμεινε σ' αυτό, με την προαναφερθείσα ιδιότητα, μέχρι την αναχώρησή του στις 12.2.1996. Τα ως άνω έγγραφα αποτελούν νέα στοιχεία, τα οποία ήταν άγνωστα στους δικαστές του Δικαστηρίου που εξέδωσε την υπ' αρ. 1753-1754/2000 καταδικαστική απόφαση, αφού, αυτά, έχουν εκδοθεί μετά από αυτή, και τα οποία, εκτιμώμενα σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί στο Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, καθιστούν φανερό, ότι ο αιτών, ούτε ψευδή κατέθεσε, κατά την προμνησθείσα ένορκη εξέτασή του, ούτε είχε σκοπό να παραπλανήσει οιονδήποτε με τις εγγραφές και διορθώσεις στο ναυτολόγιο του πλοίου "B1", και στο ναυτικό φυλλάδιό του, αφού, οι εγγραφές αυτές, έγιναν καθ' υπόδειξη του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στο Ντάρ Ελ Σαλαάμ της Τανζανίας και ως εκ τούτου απέδιδαν την πραγματικότητα, με συνακόλουθη συνέπεια, αυτός να είναι αθώος των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες, κατά τα άνω καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι τριών (23) μηνών. Επομένως, είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 525 παρ. 1 περιπτ. 2 του ΚΠΔ επικαλούμενος λόγος, για επανάληψη της διαδικασίας και πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να ακυρωθεί, σύμφωνα με το άρθρο 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 1753-1754/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Περαιτέρω, ακυρουμένης της αποφάσεως αυτής, δεν συντρέχει λόγος να παραπεμφθεί η υπόθεση για επανάληψη της συζήτησης, σύμφωνα με το άρθρο 528 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., σε άλλο ομοιόβαθμο Δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του Π.Κ., λόγω της πλημμεληματικής μορφής των αδικημάτων αυτών, αφού, από την προαναφερθείσα ημερομηνία, από την οποία φέρεται ότι τελέσθηκαν αυτές (24.2.1997) και μέχρι την ημερομηνία διασκέψεως της υποθέσεως (5.6.2008), παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον των οκτώ (8) ετών, συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου αναστολής της παραγραφής. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 7.8.2006 αίτηση του X1, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας της υπόθεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 1753 - 1754/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Ακυρώνει την ως άνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος του αιτούντος X1, για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και νόθευσης εγγράφων μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, που φέρονται ότι τελέσθηκαν από αυτόν στον Πειραιά, την 24.2.1997. Συγκεκριμένα α) ενώ εξεταζόταν ενόρκως ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέμματα και συγκεκριμένα, ενώ εξεταζόταν ενώπιον των αξιωματικών του Λιμεναρχείου Πειραιά, σχετικά με την προσάραξη του πλοίου "B1" στα Βόρεια της Μοζαμβίκης, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ότι υπηρέτησε ως πλοίαρχος του σκάφους "B1" από 10.6.1996 μέχρι 28.1.1997, ενώ στην πραγματικότητα δεν βρισκόταν στο ως άνω πλοίο κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, β) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, νόθευσε έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και εν συνεχεία έκανε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων. Συγκεκριμένα νόθευσε τη σελίδα 74 του ναυτικού του φυλλαδίου και άλλαξε την ημερομηνία απολύσεώς του από το πλοίο "B1", όπου είχε προσληφθεί την 1.2.1991, από άγνωστη ημεροχρονολογία, πάντως των ετών 1991-1992 ή 1993 σε 12.2.1996, καθώς και το ναυτολόγιο του ανωτέρω πλοίου, στο οποίο άλλαξε την ημερομηνία απολύσεώς του σε 12.2.1996 με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους και ιδίως τις λιμενικές αρχές, ότι από το έτος 1991 έως 12.2.1996 εργαζόταν διαρκώς στο ανωτέρω πλοίο και ότι δήθεν διέκοψε την εργασία του για λίγους μήνες και επανήλθε την 10.6.1996 μέχρι την 28.1.1997, έκανε δε και χρήση των πλαστών εγγράφων ενώπιον των λιμενικών αρχών. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση επανάληψης διαδικασίας κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 525 παρ. 1 περίπτ. 2 του ΚΠΔ συνεπεία προσκόμισης νέων αποδείξεων.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1877/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Αντώνιο Αθηναίο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Ιουλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 166/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με κατηγορούμενο τον ............., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημακόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 20/3-4-2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 580/2008. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 505 παρ. 2. Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, καταδικαστικής ή αθωωτικής, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι είχαν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα απ' αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα απ' αυτόν δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτικά και αφορά τα κυριότερα απ'αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερομένη διάταξη του άρθρου 178 ΚΠΔ, πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητος ότι έλαβε και αυτά υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην απολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα και ιδρύεται ο αναφερόμενος ανωτέρω λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 166/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/μάτων) Ναυπλίου, κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος για την πράξη της παράβασης καθήκοντος, κατ' εξακολούθηση. Στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της αναφέρεται σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του "τις ένορκες καταθέσεις του μηνυτού, των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που περιέχονται στα πρακτικά, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται ομοίως στα πρακτικά, σε συνδυασμό προς την απολογία του κατηγορουμένου". Δεν αναφέρεται όμως καθόλου το Δικαστήριο και στην από ....... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ........, που διενεργήθηκε κατόπιν παραγγελίας του Ανακριτή Ναυπλίου, η οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Περί της εκθέσεως αυτής, που αποτελεί κατά την προαναφερομένη διάταξη ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, δεν γίνεται καμμία μνεία, ούτε στην αρχή της αιτιολογίας της ως άνω απόφασης (προσβαλλομένης), όπου προσδιορίζονται και κατ' είδος τα ληφθέντα αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια που παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Τριμελές Εφετείο στην αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση του, αλλ' ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε, ώστε να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η αθωωτική κρίση του Δικαστηρίου δεν στηρίχθηκε στην προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος με το υπόμνημα που υπέβαλε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου. Ενόψει αυτών η προσβαλλομένη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην ως άνω κρίση του και συνεπώς πρέπει, εφόσον η αίτηση αναίρεσης, είναι παραδεκτή, να γίνει δεκτός, ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ ΚΠΔ, δεύτερος λόγος με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ακολούθως δε πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, παρελκούσης της έρευνας, των λοιπών δύο λόγων αναίρεσης (πρώτου και τρίτου). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 166/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/μάτων) Ναυπλίου. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πραγματογνωμοσύνη διαταχθείσα από τον Ανακριτή. Αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και δεν συγκαταλέγεται στα έγγραφα. Εφόσον δεν προκύπτει από τα πρακτικά της απόφασης ότι λήφθηκε υπόψη μια τέτοια πραγματογνωμοσύνη, δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ΄ ΚΠΔ.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Πραγματογνωμοσύνη.
0
Αριθμός 1871/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 75/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, ορισθείσα με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, και Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ........., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, για αναίρεση της 2759/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 297/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ. ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα. Πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους, (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία του κατηγορουμένου), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά, κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (ΟλΑΠ 1/2005). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με την εμπρόθεσμα ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως πλήττει την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2759/2007 απόφαση του δικάσαντος κατ' έφεση Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχτηκε ένοχος για τα αδικήματα της χρήσης πλαστού εγγράφου και της απάτης, και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως οχτώ (8) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ αιτιολογίας, που καθιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα αναιρετικό λόγο, προσδιορίζοντας ορισμένως την έλλειψη αυτής. Στην τελευταία, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση του περιεχομένου της, διαλαμβάνεται ότι το δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στην περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, δέχτηκε ότι: " Από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχτηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της χρήσης πλαστού εγγράφου και την απάτη κατ' εξακολούθηση ...". Δεν αναφέρεται όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για να σχηματίσει την κρίση του όλα τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή και την απολογία του κατηγορουμένου, αφού αυτή δεν αναφέρεται καθόλου μεταξύ τούτων, ούτε κατά το είδος της ως αποδεικτικού μέσου στην εισαγωγή του σκεπτικού, ούτε στο σύνολο του περιεχομένου της αιτιολογίας, με αποτέλεσμα να καθίσταται αβέβαιο ότι το δικαστήριο την έλαβε υπόψη του. Συνεπώς , ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, είναι βάσιμος και, πρέπει, κατά παραδοχή αυτού να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2759/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Για την πληρότητα της αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, αρκεί δε ο κατ’ είδος προσδιορισμός όλων των αποδεικτικών μέσων. Αναιρείται λόγω ελλείψεως αιτιολογίας η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για χρήση πλαστού εγγράφου και απάτη, διότι στην προσβαλλομένη δεν αναφέρεται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε κατά το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και την απολογία του κατηγορουμένου. Δεν αναφέρεται στην εισαγωγή του σκεπτικού στα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα, ούτε στο σύνολο του περιεχομένου της αιτιολογίας, με αποτέλεσμα να καθίσταται αβέβαιο ότι το Δικαστήριο την έλαβε υπόψη του.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Πλαστογραφία, Κατηγορούμενος.
0
Αριθμός 1870/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - (Σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο (ο οποίος ορίσθηκε με τη με αριθμό 30/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τη με αριθμό 75/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βιολέττα Κυτέα (η οποία ορίσθηκε με τη με αριθμό 44/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Ψ1 και εγκα-λούμενους τους: 1) Χ1, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 2) Χ2, Αντεισαγγελέα Εφετών, 3) Χ3, Πρόεδρο Πρωτοδικών, 4) Χ4, Πρόεδρο Πρωτοδικών και 5) Χ5, Πρωτοδίκη. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία "4 Φεβρουαρίου 2008", που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 258/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 148/02.4.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας την από 19-5-2007 αναφορά του Ψ1 , "Προς τον κο Πρόεδρο των εν Αθήναις Εισαγγελέων Εφετών", εκτιμώμενη ως μήνυση, κατά των 1)Χ1, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 2) Χ2, Αντεισαγγελέα Εφετών, 3) Χ3, Προέδρου Πρωτοδικών, 4) Χ4, Προέδρου Πρωτοδικών και 5) Χ5, Πρωτοδίκη και εκθέτω τα ακόλουθα: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 § ιγ' Κ.Π.Δ., συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός που έχει το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και ανώτερο και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ. δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το αρμόδιο αυτό δικαστήριο σε άλλο του ιδίου και ίσου βαθμού δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το Συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο 'Αρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι η παραπομπή της υποθέσεως, πρέπει, να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας, αφού γι'αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος (ΑΠ 766/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η εκ των μηνυομένων Αντεισαγγελέας Εφετών Χ1, υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών και η και κατ'αυτής από 19-5-2007 αναφορά, εκτιμώμενη ως μήνυση, του Ψ1, υπεβλήθη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θηβών στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών προς έγκριση της γενομένης υπ'αυτού αρχειοθέτησής της κατ'άρθρο 43 Κ.Π.Δ. Ο τελευταίος δε διαβίβασε την αναφορά αυτή και τις εξ αφορμής της αναφοράς αυτής σχηματισθείσες προκαταρκτικές δικογραφίες με ΑΒΜ Β-2007/338 και ΑΒΜ Β-2007/345, σε μας, προκειμένου να παραπεμφθεί η υπόθεση σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμό δικαστήριο αναφορικά με την πιο πάνω Αντεισαγγελέα Εφετών και λόγω συναφείας για τους λοιπούς παραπάνω δικαστικούς λειτουργούς. Ενόψει των ανωτέρω, συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραπομπής κατ'άρθρο 136 στοιχ. ε' Κ.Π.Δ., όχι όμως σε ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο, αφού κατά των μηνυομένων δεν προκύπτει ότι έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, αλλά στις Εισαγγελικές και Ανακριτικές Αρχές άλλου δικαστηρίου και ως τέτοιες πρέπει να ορισθούν αυτές της Εισαγγελίας Εφετών Πειραιά και του Εφετείου Πειραιά. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να παραπεμφθεί η από 19-5-2007 αναφορά τουΨ1, κατά των α) Χ1 Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, β) Χ2 Αντεισαγγελέα Εφετών, γ) Χ3, Προέδρου Πρωτοδικών, δ) Χ4, Προέδρου Πρωτοδικών και ε) Χ5, Πρωτοδίκη, από τις Εισαγγελικές και Ανακριτικές αρχές του Εφετείου Αθηνών σε εκείνες του Εφετείου Πειραιά.Αθήνα 18 Μαρτίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός που έχει το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και ανώτερο και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠοινΔ δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το αρμόδιο αυτό δικαστήριο σε άλλο του ίδιου και ίσου βαθμού δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει? α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι η παραπομπή της υποθέσεως, πρέπει, να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας, αφού και γι' αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ψ1 υπέβαλε την από 19-5-2007 αναφορά του προς την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, εκτιμώμενη ως μήνυση, κατά των? 1) Χ1, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 2) Χ2, Αντεισαγγελέα Εφετών, 3) Χ3, Προέδρου Πρωτοδικών, 4) Χ4, Προέδρου Πρωτοδικών και 5) Χ5, Πρωτοδίκη. Όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η εκ των μηνυομένων Αντεισαγγελέας Εφετών Χ1, υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών και ο Χ2, που υπηρετούσε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, με το βαθμό του Εισαγγελέως Πρωτοδικών μέχρι την 30-3-2007, οπότε και αναχώρησε, λόγω προαγωγής του για την Εισαγγελία Εφετών Λάρισας, όπου υπηρετεί μέχρι σήμερα. Η κατ' αυτών και των παραπάνω λοιπών δικαστικών λειτουργών ως άνω από 19-5-2007 αναφορά, υπεβλήθη στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών, ο οποίος την έθεσε στο αρχείο σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 2 του ΚΠοινΔ. Ακολούθως, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Θηβών ζήτησε από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών την έγκριση της γενομένης υπ' αυτού αρχειοθέτησής της . Ο τελευταίος δε διαβίβασε την αναφορά αυτή και τις εξ αφορμής της αναφοράς αυτής σχηματισθείσες προκαταρκτικές δικογραφίες με ΑΒΜ Β-2007/338 και ΑΒΜ Β-2007/345, στον Άρειο Πάγο, προκειμένου να παραπεμφθεί η υπόθεση σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο αναφορικά με την πιο πάνω Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών Χ1 και λόγω συνάφειας για τους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς. Ενόψει των ανωτέρω, συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραπομπής κατ' άρθρο 136 στοιχ. ε' ΚΠοινΔ, όχι όμως σε ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο, αφού κατά των μηνυομένων δεν προκύπτει ότι έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, αλλά στις Εισαγγελικές και Ανακριτικές Αρχές άλλου δικαστηρίου και ως τέτοιες πρέπει να ορισθούν αυτές της Εισαγγελίας Εφετών Πειραιώς και του Εφετείου Πειραιώς. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παραπέμπει την από 19-5-2007 αναφορά του Ψ1, κατά των? 1) Χ1, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 2) Χ2, Αντεισαγγελέα Εφετών, 3) Χ3, Προέδρου Πρωτοδικών, 4) Χ4, Προέδρου Πρωτοδικών και 5) Χ5, Πρωτοδίκη, από τις Εισαγγελικές και Ανακριτικές αρχές του Εφετείου Αθηνών σε εκείνες του Εφετείου Πειραιώς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2008. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Παραπέμπει στις Εισαγγελικές και Ανακριτικές Αρχές του Εφετείου Πειραιώς.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1869/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Θεοδώρα Γκοϊνη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο (ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 75/2008 πράξη), Βιολέττα Κυτέα (η οποία ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαϊου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. .... και 2. ......, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σφακιανάκη, περί αναιρέσεως της 15615/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαϊου 2007 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 978/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τριών τουλάχιστον μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου του νόμου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζόμενων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του α. ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του Α. Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, προσφέρουν την εργασία τους. Ενόψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, η πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, απόφασης, για καθυστέρηση, δηλαδή, καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών εργοδότη, που απασχολεί προσωπικό, προς υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας ασφαλιστικούς οργανισμούς ή ειδικούς λογαριασμούς, προϋποθέτει την αναφορά των κρίσιμων για τη θεμελίωση των αναφερόμενων δύο εγκλημάτων περιστατικών, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση προσωπικού ασφαλισμένου, σε υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας ασφαλιστικούς οργανισμούς με σχέση εξαρτημένης εργασίας, από τον οποίο (χρόνο απασχόλησης) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ίδρυμα, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε. Επί νομικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη, από την άσκηση επιχείρησης, πρέπει να προσδιορίζεται και η μορφή του νομικού προσώπου, και, αν πρόκειται για εταιρία και η εταιρική αυτής μορφή, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η θέση και η ιδιότητα που είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρία αυτή, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του, για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών. Δεν αρκεί, δηλαδή, ο χαρακτηρισμός του κατηγορούμενου ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπρόσωπου της εταιρικής επιχείρησης. Ειδικότερα δε, σε σχέση με το χρόνο τελέσεως της πράξεως, η αναφορά του είναι αναγκαία, μόνον όμως όταν αυτός ασκεί επιρροή στο ζήτημα της παραγραφής. Αν δεν υπάρχει αναφορά τέτοιων περιστατικών, η αιτιολογία της απόφασης είναι ελλιπής και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 15615/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από αυτή, καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, σε δεύτερο βαθμό, εκπροσωπηθέντες στη δίκη από συνήγορο, για καθυστέρηση καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, σε συνολική ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών έκαστος, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία και συνολική χρηματική ποινή τετρακοσίων (400) ευρώ στον καθένα. Με τη 1456/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάστηκε και ο ......., o οποίος δεν προκύπτει αν άσκησε ένδικο μέσο κατ' αυτής. Στην αιτιολογία της πληττόμενης αποφάσεως, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ότι οι αναιρεσείοντες "στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2003, τυγχάνονας εργοδότες της επιχείρησης με την επωνυμία ΛΥΓΚ ΦΑΪΝΑΝΣΙΑΛ ΜΑΝΑΤΖΜΕΝ Α.Ε., με είδος επιχείρησης εκπροσώπηση ασφαλιστικών επιχειρήσεων, απασχόλησαν κατά τη μισθολογική περίοδο από 1-4-2001 έως 31-12-2001, με σχέση μισθώσεως εργασίας προσωπικό ασφαλισμένο στο ΙΚΑ, προς το οποίο έπρεπε, για την ασφάλιση των προσώπων αυτών, να καταβάλουν τις παρακάτω εισφορές, μέσα σε μηνιαία προθεσμία αφότου ήσαν απαιτητές, δεν τις κατέβαλαν και έτσι διέπραξαν τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις?α) ενώ είχαν υποχρέωση να καταβάλουν ποσό 3.069 ευρώ, το οποίο αφορά ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν αυτούς (εργοδοτικές ) στο ΙΚΑ, δεν τις κατέβαλαν μέσα σε προθεσμία ενός μηνός αφότου ήσαν απαιτητές και β)παρακράτησαν ποσό 1.534 ευρώ, το οποίο αφορά ασφαλιστικές εισφορές των προσώπων που εργάσθηκαν στην επιχείρησή τους για να τις αποδώσουν στο ΙΚΑ, και δεν τις απέδωσαν μέσα σε μηνιαία προθεσμία αφότου ήταν απαιτητές. Για τη μη καταβολή των εισφορών συντάχτηκε η υπ' αριθμ. ..... ΠΕΕ, στην οποία (ΠΕΕ) αναγράφονται 3 μισθωτοί". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τους κατηγορούμενους κρίση και τους επέβαλε την αναφερόμενη συνολική ποινή φυλάκισης και χρηματικής τοιαύτης. Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αυτό δε, γιατί δεν αναφέρονται στην αιτιολογία, μολονότι η αναφερόμενη πιο πάνω επιχείρηση αφορά εταιρική και όχι ατομική επιχείρηση και μάλιστα ανώνυμη εταιρία, όπως φαίνεται και από την επωνυμία της, πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα και η θέση των αναιρεσειόντων στην ανώνυμη αυτή εταιρία, η οποία κατά νόμο εκπροσωπείται από το διοικητικό της συμβούλιο και αναφέρεται μόνο, ότι αυτοί ήταν εργοδότες. Επομένως, ο συναφής, από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Δ' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αναφερόμενη πλημμέλεια της απόφασης, η ελλιπής, δηλαδή, αιτιολογία της, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα των άλλων λόγων. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 15615/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανεπάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης για καθυστέρηση καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, γιατί επί ανώνυμης εταιρείας απαιτείται να εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η ακριβής ιδιότητα του κατηγορουμένου σ’ αυτή, μη αρκούσης της αναφοράς ότι τυγχάνει εργοδότης.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1865/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μιχαήλ Δέτση), Θεοδώρα Γκοϊνη, Νικόλαο Ζαϊρη, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, η οποία ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 , ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. ΒΤ2206/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 83/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη, με αριθμό 136/20.3.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αριθμ. 2206/2007 απόφασή του καταδίκασε τον Χ1, σε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, την οποία ανέστειλε για μία τριετία και συνολική χρηματική ποινή 1.500 ευρώ για παράβαση του ΑΝ 86/67. Κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης ο κατηγορούμενος εκκαλών εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Πειραιά Ιωάννη Γεωργακαράκο, η δε απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Πρωτοδικείου Πειραιά στις 2-10-2007 (βλ. σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση). Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε για λογαριασμό του κατηγορουμένου από το συνήγορό του, που είχε παραστεί στη συζήτηση, που εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, δικηγόρο Πειραιά Ιωάννη Γεωργακαράκο (ο υπογράφων την αίτηση με την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτού Νίκος Τσώλης δεν έχει προσαρτήσει στην αίτηση πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του) η από 11-12-2007 αναίρεση, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 18-12-2007 (βλ. αυτή), η οποία περιέχει τους αναφερόμενους σ'αυτή λόγους. Από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1-2-3 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγ. 2 του επόμενου άρθρου (474) και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει, επί αποφάσεως εκδοθείσης παρόντος του κατηγορουμένου, από της καταχωρίσεως της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Παρών θεωρείται και ο εκπροσωπηθείς υπό του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατηγορούμενος (ΑΠ 371/2005 Ποιν.Δικ. 2005 σελ. 913 κ.ά.). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ, προκύπτει, ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει να αναφέρει στην έκθεση ασκήσεως αυτού, τον λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίσθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά τους, διαφορετικά το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο (ΑΠ 429/2005, Ποιν.Δ 2005 σελ. 922 κ.α.). Στην προκειμένη περίπτωση η προσβληθείσα απόφαση, που εκδόθηκε, όπως αναφέρθηκε, εκπροσωπηθέντος του κατηγορορουμένου από τον συνήγορό του Ιωάννη Γεωργακαράκο, καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο στις 2-10-2007 και η κατ'αυτής αναίρεση, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ασκήθηκε στις 18-12-2007, δηλαδή μετά την πάροδο της τασσομένης εικοσαήμερης προθεσμίας ασκήσεώς της. Στη σχετική έκθεση κανένας λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος δεν αναφέρεται που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμη και επομένως απαράδεκτη. Εν όψει όλων αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ, να κηρυχθεί απαράδεκτη η προαναφερθείσα αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα από 220 ευρώ. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η από 18-12-2007 αίτηση αναίρεσης του Χ1 , κατά της αριθμ. 2206/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. 2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα από 220 ευρώ. Αθήνα 26-2-2008 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρ.507 παρ. 1 και 473 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου 474 και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει, επί αποφάσεως εκδοθείσης παρόντος του κατηγορουμένου, από της καταχωρίσεώς της καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Παρών θεωρείται και ο εκπροσωπηθείς υπό του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατηγορούμενος. Εξάλλου, η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρ.476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ. Τέλος ,εν όψει της γενικής αρχής του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, επιτρέπεται η εκπρόθεσμη άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου, όταν υπάρχει λόγος ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος. Σ' αυτή την περίπτωση όμως εκείνος, που ασκεί το εκπρόθεσμο ένδικο μέσο οφείλει, κατά την έννοια του άρθρ.474 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, να παραθέσει στη σχετική έκθεση ή αίτηση τα πραγματικά περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπροθέσμως το ένδικο μέσο και συγχρόνως να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύονται τα περιστατικά αυτά (ΟλΑΠ 15/1987). Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη με αριθμό ΒΤ2206/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο στις 2-10-2007, όπως αυτό προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση της γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Ακολούθως δε, η κατ' αυτής αναίρεση, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ασκήθηκε στις 18-12-2007, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης για την άσκησή της εικοσαήμερης προθεσμίας. Στην έκθεση αναιρέσεως ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα λόγο ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18-12-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΒΤ2206/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε με δήλωση επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μετά την πάροδο της εικοσαήμερης προθεσμίας.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
0
Αριθμός 1864/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Νικόλαο Ζαΐρη, ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, ορισθείσα με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου και Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Δάβαλου, για αναίρεση της 28739/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1391/2007. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τριών τουλάχιστον μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου του νόμου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζόμενων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του α. ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του Α. Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, προσφέρουν την εργασία τους. Ενόψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, η πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, απόφασης, για καθυστέρηση, δηλαδή, καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών εργοδότη, που απασχολεί προσωπικό, προς υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας ασφαλιστικούς οργανισμούς ή ειδικούς λογαριασμούς, προϋποθέτει την αναφορά των κρίσιμων για τη θεμελίωση των αναφερόμενων δύο εγκλημάτων περιστατικών, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση προσωπικού ασφαλισμένου, σε υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας ασφαλιστικούς οργανισμούς με σχέση εξαρτημένης εργασίας, από τον οποίο (χρόνο απασχόλησης) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως (ΟλΑΠ 1/1996) και τα χρηματικά ποσά, που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ίδρυμα, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε. Επί νομικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη, από την άσκηση επιχείρησης, πρέπει να προσδιορίζεται και η μορφή του νομικού προσώπου, και, αν πρόκειται για εταιρία και η εταιρική αυτής μορφή, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η θέση και η ιδιότητα που είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρία αυτή, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του, για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών. Δεν αρκεί, δηλαδή, ο χαρακτηρισμός του κατηγορούμενου ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπρόσωπου της εταιρικής επιχείρησης. Αν δεν υπάρχει αναφορά τέτοιων περιστατικών, η αιτιολογία της απόφασης είναι ελλιπής και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δέχθηκε ανελέγκτως, μετ' εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι σύμφωνα και με την κατάθεση του υπαλλήλου του ΙΚΑ, ως διατηρών επιχείρηση καθαρισμού πλοίων με την επωνυμία ..... ΕΠΕ, κατά την περίοδο από ΔΠ 1999 έως 11/1999, στην οποία απασχόλησε προσωπικό, δεν κατέβαλε για τις βαρύνουσες τον ίδιο εισφορές το ποσό των 30.940 ευρώ και τις αφορώσες το εργατικό προσωπικό αυτό, το ποσό των 15.470 ευρώ, με συνέπεια να οφείλει το ποσό των 46.411 ευρώ. Για την εν λόγω οφειλή έχει εκδοθεί η 92039 ΠΕΕ". Ακολούθως το δικαστήριο, στο διατακτικό του, κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα, του ότι "στην Αθήνα την 16 Ιαν. 2001 τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία .... ΕΠΕ, είδος επιχείρησης καθαρισμός πλοίων, και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από ΔΠ 99 έως 11/99 στην επιχείρησή του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του ως άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές15.814.600 μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, υπέπεσε στις κατωτέρω αξιόποινες πράξεις? 1)Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών ασφαλιστικών εισφορών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ), ποσού 10.543.067 δεν κατέβαλε αυτές στον ως άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές, και 2)Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ),ποσού 5.271.533, με σκοπό να τις αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης 20 μηνών και χρηματική τοιαύτη 3.000 ευρώ, την οποία (ποινή φυλάκισης) μετέτρεψε προς 4,4 ευρώ. Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αυτό δε, γιατί δεν αναφέρονται στην αιτιολογία, σε ποιόν ή ποιούς και πως έχει ανατεθεί η διαχείριση και εκπροσώπηση της εταιρίας, μολονότι η αναφερόμενη πιο πάνω επιχείρηση αφορά εταιρική και όχι ατομική επιχείρηση και μάλιστα ΕΠΕ, όπως φαίνεται και από την επωνυμία της, πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα και η θέση του αναιρεσείοντος στην ως άνω εταιρία, και αναφέρεται μόνο, ότι αυτός ήταν εργοδότης. Υπάρχει ασάφεια ως προς την επωνυμία, η οποία στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται .... ΕΠΕ και στην αίτηση ..... ΕΠΕ. Επιπλέον δημιουργείται ασάφεια ως προς το ύψος των οφειλομένων ποσών, ενόψει της διαφοροποιήσεώς των στο σκεπτικό και στο διατακτικό, αλλά και ως προς το χρόνο τελέσεως των πράξεων. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως έπρεπε, ενόψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, να περιέχονται σ' αυτή τα για τη θεμελίωση των δύο παραπάνω αξιοποίνων πράξεων κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που είναι η σε συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση με σχέση εξαρτημένης εργασίας ασφαλισμένου στο ως άνω ταμείο προσωπικού και τα χρηματικά ποσά που, βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα που παρίσταται, να καταβάλει στο ΙΚΑ ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο τελέσεως των δύο αξιοποίνων πράξεων, που είναι κρίσιμος για τυχόν εξάλειψη του αξιοποίνου των πράξεων, λόγω παραγραφής (άρθρα 111 και 112 ΠΚ), σε περίπτωση δε άλλης συμφωνίας οι μηνιαίες αποδοχές καταβάλλονται στο τέλος κάθε μηνός (άρθρο 655 παρ. 1 εδ. α ΑΚ). Ενόψει όλων αυτών και των ανωτέρω παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι "έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από ΔΠ 99 έως 11/99" και ότι χρόνος τελέσεως των αποδιδόμενων στον αναιρεσείοντα δύο αξιοποίνων πράξεων είναι η "16-1-2001", χωρίς να διευκρινίζεται ο λόγος που ο χρόνος αυτός τελέσεως των πράξεων τοποθετείται πολύ αργότερα από το χρόνο απασχολήσεως και καταβολής των οφειλομένων αποδοχών, υπάρχει ασάφεια ως προς τις παραδοχές της αποφάσεως ως προς το χρόνο τελέσεως και έλλειψη σχετικώς της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επομένως, ο συναφής, από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Δ' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αναφερόμενη πλημμέλεια της απόφασης, η ελλιπής, δηλαδή, αιτιολογία της, (που ερευνάται, άλλωστε, και αυτεπαγγέλτως) είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 28739/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανεπάρκεια αιτιολογίας. Αναιρείται η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για παράβαση του άρθρ. 1 ΑΝ 86/67 λόγω ασάφειας ως προς την ιδιότητα και τη θέση του αναιρεσείοντος στην ΕΠΕ και ως προς το χρόνο τελέσεως των δύο αξιοποίνων πράξεων.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1872/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοϊνη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο (ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 75/2008 πράξη), Βιολέττα Κυτέα (η οποία ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαϊου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .........., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Φουρφουλάκη, περί αναιρέσεως της 1149/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1828/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ.1 ΚΠοινΔ, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, ο διευθύνων την συζήτηση δίνει τον λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο, και τέλος στον κατηγορούμενο, ενώ, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι είναι υποχρεωτική η δόση του λόγου από το διευθύνοντα τη συζήτηση στον εισαγγελέα και στους διαδίκους, σύμφωνα με την παραπάνω κανονισμένη σειρά, στο δε κατηγορούμενο στο τέλος και αν δεν ζητήσει αυτός τούτο. Η παράβαση των ανωτέρω και ειδικώς, προκειμένου για τον κατηγορούμενο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' ΚΠοινΔ, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορούμενου και την άσκηση των δικαιωμάτων του, που παρέχονται σε αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο, για την οποία δίνεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, (Ολ. ΑΠ 8/1994), ο οποίος, κατά το άρθρο 511 του ίδιου Κώδικα, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, καθώς διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο διευθύνων τη συζήτηση, μετά την κήρυξη από αυτόν της λήξης της αποδεικτικής διαδικασίας και την στη συνέχεια αγόρευση του Εισαγγελέα επί της ενοχής του αναιρεσείοντος, δεν έδωσε το λόγο στον αναιρεσείοντα, που ήταν χωρίς συνήγορο, όπως υπερασπίσει τον εαυτό του έναντι της αποδιδομένης σε βάρος του κατηγορίας, η δε αναφερομένη περικοπή στα πρακτικά ότι "ο Πρόεδρος ρώτησε τον Εισαγγελέα και τον κατηγορούμενο αν θέλουν καμία συμπληρωματική διευκρίνιση και αυτοί απάντησαν αρνητικά", δεν αφορά στην κατά το άρθρο 369 παρ.1 ΚΠοινΔ δόση του λόγου στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, αλλά στην κατ' άρθρο 368 του ίδιου Κώδικα συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση, αφού το Δικαστήριο μετά ταύτα κήρυξε το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας. Επιπλέον μετά την πρόταση του Εισαγγελέα επί της ποινής, το Δικαστήριο προέβη απευθείας σε επί της ποινής έρευνα, χωρίς όμως ο Πρόεδρος να δώσει το λόγο στον κατηγορούμενο. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτός ο από τα άρθρα 171 παρ.1 στοιχείο δ' και 510 παρ.1 στοιχ Α του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, οπότε παρέλκει, μετά ταύτα, ως αλυσιτελής, ή έρευνα των λοιπών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο εκδόσαν την απόφαση αυτή Τριμελές Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1149/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ανωτέρω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόλυτη ακυρότητα. Μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας το δικαστήριο υποχρεούται να δώσει το λόγο στον εισαγγελέα και στους διαδίκους, στο δε κατηγορούμενο στο τέλος, ακόμα κι αν αυτός δεν το ζητήσει. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω απόλυτης ακυρότητας, διότι μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και την εν συνεχεία αγόρευση του Εισαγγελέα επί της ενοχής του αναιρεσείοντος, δεν έδωσε το λόγο στον αναιρεσείοντα, που ήταν χωρίς συνήγορο, για να υπερασπίσει τον εαυτό του. Επιπλέον, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα επί της ποινής, δεν έδωσε το λόγο στον κατηγορούμενο.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Κατηγορούμενος.
0
Αριθμός 1878/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Αντώνιο Αθηναίο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Ιουλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σφυρή, για αναίρεση της ΒΤ 4005/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 926/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερα, όμως πρέπει να αιτιολογείται η παραδοχή ή απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό (σιωπηρά απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Β' του ΚΠΔ. Περαιτέρω όταν ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απάντησης σε απαράδεκτο ισχυρισμό. Σύμφωνα δε με το άρθρο 141 παρ.2 του ίδιου κώδικα, οι διάδικοι δικαιούνται να εγχειρίσουν σ' αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση εγγράφως τις δηλώσεις τους και επομένως τους ισχυρισμούς τους, πρέπει όμως να προβάλουν και να αναπτύξουν αυτούς και προφορικά κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσης τους, ώστε να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση. Αν δεν λάβει χώρα τέτοια προφορική ανάπτυξη των αυτοτελών ισχυρισμών, θεωρείται ότι δεν έχουν προβληθεί παραδεκτώς και το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτούς. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμό ΒΤ 4005/2007 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, που δίκασε ως Εφετείο, ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ο οποίος τον εκπροσώπησε σύμφωνα με το άρθρο 540 παρ. 2 εδ. α, β, γ, ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 13 του Ν. 3346/2005, προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό άρσης του αδίκου και αξιοποίνου χαρακτήρα της πράξης για την οποία καταδικάσθηκε (μη καταβολή βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση), τον οποίο παρέδωσε με γραπτή δήλωση στον διευθύνοντα τη συζήτηση δικαστή και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο. Ειδικότερα με τον ανωτέρω ισχυρισμό ο εκπροσωπών τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, προέβαλε ότι έχει αρθεί ο άδικος και αξιόποινος χαρακτήρας της ως άνω πράξης, για τα υπ' αριθμ. 7 και 8 χρέη προς το Δημόσιο, ποσού, μαζί με τις προσαυξήσεις 372,71 και 372,71 ευρώ αντίστοιχα, που αποτελούν μερικότερα χρέη του συνολικού ποσού των 184.404 ευρώ και αφορούσε παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα οποία έπρεπε να κριθούν από την προσβαλλομένη απόφαση αυτοτελώς, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 28 του Ν. 2523/2007, που θεωρούνται επιεικέστερες αυτών (διατάξεων) του άρθρου 34 παρ. 1 και 2 του Ν. 3220/2004, και να κηρυχθεί ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, αθώος για τα ως άνω υπ' αριθμ. 7 και 8 μερικότερα χρέη, που εμφαίνονται στον ενσωματωμένο στο αιτιολογικό και στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης πίνακα χρεών, ενόψει του ότι αυτά δεν υπερβαίνουν το ελάχιστο όριο του ποσού, για το οποίο καθίσταται αξιόποινη πράξη η μη καταβολής τους, που υπό την ισχύ του άρθρου 29 του ν. 2523/1997, που βεβαιώθηκαν αυτά, ανερχόταν προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, σε 1.000.000 δραχμές και μετά την ισχύ του άρθρου 19 παρ. 2 εδ. α' του Ν. 2943/2001, σε 2.900 ευρώ. Το δικάσαν ως Εφετείο, Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά απέρριψε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό με την αιτιολογία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, "ότι νομίμως λήφθηκε υπόψη το σύνολο των αναφερομένων στον πίνακα χρεών ποσών, όπως απαιτεί ο Ν. 3220/2004 (άρθρο 34), γιατί ο νόμος αυτός είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο, αφού προβλέπει μία ποινή ανεξαρτήτως του είδους των χρεών που οφείλει και δεν έχει ειδική διάταξη για την επιμήκυνση της παραγραφής, πέραν της οκταετίας και ως εκ τούτου πρέπει να εφαρμοστεί στο σύνολό του. Σε κάθε περίπτωση και για τα χρέη, πριν την ισχύ του νόμου αυτού έχει εφαρμογή το άρθρο 98 του ΠΚ και μπορούν όλα τα χρέη του κατηγορουμένου, ανεξαρτήτως του ύψους των, να αθροιστούν για τη διαπίστωση της τελέσεως του αδικήματος. Συνακόλουθα ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι απορριπτέος". Η αιτιολογία αυτή είναι η κατά τα παραπάνω ειδική και επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και το νόμο, και συνεπώς το παραπάνω Δικαστήριο, με το να απορρίψει τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό αφενός απάντησε σ' αυτόν και αφετέρου η απάντηση του αυτή ήταν αιτιολογημένη, και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠΔ, ούτε και σ' εκείνη της παραγράφου 1 περ. Β' του ίδιου άρθρου, αφού ενόψει της αιτιολογημένης αυτής απόρριψης, δεν υπάρχει έλλειψη ακρόασης και δεν επήλθε από την αιτία αυτή, ακυρότητα στο ακροατήριο, αλλ' ούτε και έλλειψη αιτιολογίας. Γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, και κατά το κύριο σκέλος αυτού, και κατά το επικουρικό, ως αβάσιμος. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148, 153, 473 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ.1 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Ειδικότερα για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει, αν προβάλλεται με την αιτίαση ότι δεν υφίσταται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής, σε σχέση με τις παραδοχές της ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 2/2002, Ολ. ΑΠ 19/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, πλήττει ο αναιρεσείων την προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία καταδικάσθηκε σε φυλάκιση τριών ετών, για μη καταβολή βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφέροντας κατά λέξη τα εξής: "Επίσης και σε συνδυασμό και με όλα τα ανωτέρω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ενώ διαλαμβάνει στο διατακτικό της αξιολόγησης των από 23/01/2006 υπερασπιστικών ισχυρισμών (σελ. 20 της αναιρεσιβαλλόμενης) ότι : "......περαιτέρω, νομίμως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των αναφερομένων στο σχετικό πίνακα χρεών του κατηγορουμένου, όπως απαιτεί ο Ν> 3220/2004 (άρθρο 34) διότι ο νόμος αυτός είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο, αφού προβλέπει μία ποινή ανεξαρτήτως του είδους των χρεών που οφείλει και δεν έχει ειδική διάταξη για την επιμήκυνση της παραγραφής πέραν της οκταετίας και ως εκ τούτου πρέπει να εφαρμοσθεί στο σύνολό του. Σε κάθε περίπτωση, και για τα χρέη πριν την ισχύ του νόμου αυτού έχει εφαρμογή το άρθρο 98 του ΠΚ και μπορούν όλα τα χρέη του κατηγορουμένου, ανεξαρτήτως του ύψους των, να αθροισθούν για τη διαπίστωση της τελέσεως του αδικήματος.....", στο δε περί ενοχής του διατακτικό της αναφέρει ότι: "Η πράξη για την οποία, κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 ΠΚ και άρθρο 25 παρ. 2,3 Ν. 1882/90, όπως αντικ. με άρθρο 23 §§ 1,2 Ν. 2523/97 σε συνδ. με άρθρο 3,5 Ν. 2943/12-9-2001....", τελικά μου επέβαλε μία ποινή φυλάκισης, αυτής των τριών (3) ετών, προφανώς λόγω εφαρμογής του άρθρου 34 του Ν. 3220/2004 (κατ' εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με ανωτέρω λόγο της παρούσης μου), οπότε εν προκειμένω συντρέχει και έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως". Ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτόν σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικότερα δεν προσδιορίζεται με το λόγο αυτό της αίτησης αναίρεσης και σε σχέση με την ως άνω αιτίαση, ποια είναι η τυχόν έλλειψη ή ασάφεια στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες της και ποια πραγματικά περιστατικά από εκείνα που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, δεν περιλαμβάνονται στην αιτιολογία της απόφασης, αλλ' ούτε ποια αποδεικτικά μέσα δεν έλαβε υπόψη του ή δεν εκτίμησε το Δικαστήριο της ουσίας. Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο μερικότερος αυτός λόγος της αίτησης αναίρεσης, που εμπεριέχεται στον τρίτο λόγο αυτής (αίτησης αναίρεσης), ως αόριστος. Επειδή, κατά το άρθρο 82 περ. 2 εδ. τελευταίο του ΠΚ που προστέθηκε με το άρθρο 13 παρ.1 του ν. 2721/1999, η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα τρία, μπορεί, με απόφαση του δικαστηρίου ειδικά αιτιολογημένη, να μετατραπεί σε χρηματική, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η μετατροπή αρκεί για να αποτρέψει το δράστη από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Από τη διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι επί επιβολής στον καταδικασθέντα ποινής φυλάκισης μεγαλύτερης των δύο ετών και μέχρι τριών ετών, το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' αποφασίσει αυτεπαγγέλτως για τη μετατροπή της ποινής. Εάν όμως είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν υποβολής σ' αυτό αιτήματος από τον καταδικασθέντα, ήθελε το δικαστήριο αποφασίσει την μετατροπή της ποινής, οφείλει να αιτιολογήσει ειδικώς την κρίση του για τους λόγους που η μετατροπή αρκεί ν' αποτρέψει το δράστη από τη τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Το αίτημα όμως που υποβάλει ο καταδικασμένος κατηγορούμενος για μετατροπή μιας τέτοιας ποινής, σε χρηματική, η απόρριψη του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 139 εδ. β' του ΚΠΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, πρέπει να είναι σαφές και ορισμένο, δηλαδή να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν τους λόγους, για τους οποίους η μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική, είναι αρκετή να αποτρέψει αυτόν από τη τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Αν το αίτημα αυτό προβλήθηκε αορίστως, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση ν' απαντήσει σ' αυτό ή να διαλάβει σε περίπτωση απορριπτικής κρίσης, ειδική αιτιολογία. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε φυλάκιση τριών ετών, που δεν μετατράπηκε, ο συνήγορος που παραστάθηκε για λογαριασμό του, σύμφωνα με το άρθρο 340 ΚΠΔ, ζήτησε τη μετατροπή της ποινής αυτής σε χρηματική, χωρίς όμως να επικαλεσθεί περιστατικά και λόγους ότι η μετατροπή αυτής αρκεί για να αποτρέψει τον αναιρεσείοντα από τη τέλεση άλλων πράξεων. Με τη διατύπωση αυτή το αίτημα αυτό ήταν παντελώς αόριστο και ως εκ τούτου το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, ούτε και να αιτιολογήσει την απόρριψη του. Επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης και κατά τα δύο σκέλη του, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Β' και Δ', με τα οποία προβάλλονται οι πλημμέλειες της έλλειψης ακρόασης και της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη σιωπηρά απόρριψη του αιτήματος μετατροπής της ποινής των τριών ετών, σε χρηματική, που ισοδυναμεί με μη απάντηση και εντεύθεν σε έλλειψη ακρόασης, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν ν' αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης κατά της διακρίσεις των επομένων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου φόρου και το ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής, με την πιο πάνω αντικατάσταση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, αφ' ενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τελωνεία και αφ' ετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη τη καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήσαν προηγουμένως αξιόποινες κατέστησαν πλέον ανέγκλητες. Επομένως κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του από τις διατάξεις αυτές προβλεπομένου πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση είναι : α)η ύπαρξη βεβαιωμένων χρεών β)η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, γ)ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις) και δ)το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος καταβολής του, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε και η μη πληρωμή του, μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Για το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιωμένου χρέους, ευνοϊκότερες του ως άνω προϊσχύσαντος νόμου είναι οι διατάξεις του Ν. 2523/1997 κατά τις οποίες η πράξη τιμωρείται με ποινή φυλάκισης α)τεσσάρων (4) μηνών τουλάχιστον, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατουμένους ή επιρριπτομένους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δραχμές, όταν πρόκειται για δάνεια ή παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, και τα 2.000.000 δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β)έξι (6) και τεσσάρων (4) μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 2.000.000 και 3.000.000 δρχ. γ)ενός (1) έτους και έξι (6) μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. επομένως εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων και ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό (2523/1997), πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Συνεπώς είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Εξ άλλου, έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ υπάρχει σ' αυτή (καταδικαστική απόφαση), όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη δε της ανωτέρω ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, το Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμένη υπ' αριθμ. ΒΤ 4005/2007 απόφαση του, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύει κατά το είδος τους, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, λαμβανομένων ως ενιαίο σύνολο και στα οποία έχει ενσωματωθεί, αποτελώντας τμήμα αυτών, ο πίνακας χρεών της Γ' Δ.Ο.Υ Πειραιά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου (Προέδρου και Δ/ντα Συμβούλου) της εταιρείας με την επωνυμία "....." (αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία) δεν κατέβαλε για το χρονικό διάστημα από 1-9-2000 μέχρι 1-11-2000, τα αναφερόμενα στον κατωτέρω επισυναπτόμενο πίνακα χρεών χρέη, ύψους 184.404,62 ευρώ, που αφορούν παρακρατούμενους φόρους και ποσό ύψους 116.810,53 ευρώ, που αφορούν λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Στον ως άνω πίνακα χρεών εμφαίνονται αναλυτικά τα στοιχεία βεβαιώσεως εκάστου χρέους (είδος φόρου οικονομικό έτος, κατηγορία φόρων, τρόπος πληρωμής, ημερομηνία λήξης δόσεων, ημερομηνία παραβίασης προθεσμίας καταβολής), Τα ανωτέρω περιστατικά προέκυψαν τόσο από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος ....., υπαλλήλου της Γ' Δ.Ο.Υ Πειραιά η οποία ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο μοναδικός νόμιμος εκπρόσωπος της λόγω εταιρείας από τον 11/1994 μέχρι και την ημέρα άσκησης της ποινικής δίωξης, αφού στην ως άνω Δ.Ο.Υ δεν προσκομίστηκε νεώτερο καταστατικό της εταιρείας ώστε να φαίνεται ότι άλλος είναι ο εκπρόσωπος της εταιρείας, αλλά και από τα αναγνωστέα έγγραφα της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων και ο πιο κάτω πίνακας χρεών. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του, την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, με παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία τελικώς καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 27 παρ. 1, 98 ΠΚ και 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, που αντικ. την παρ. 1 του Ν. 1882/1990. Ειδικότερα στην προσβαλλόμένη απόφαση και συγκεκριμένα στον ενσωματωμένο στην αιτιολογία αυτής πίνακα χρεών της Γ' Δ.Ο.Υ Πειραιά, και αποτελεί τμήμα αυτής, γίνεται μνεία της αρχής που βεβαίωσε τα χρέη, του χρόνου, της ταμειακής βεβαίωσης κάθε επί μέρους χρέους, του ειδικότερου ύψους των χρεών από δάνεια με την εγγύηση του Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, καθώς και των λοιπών φόρων και χρεών γενικά, του τρόπου και χρόνου πληρωμής κάθε μερικότερου από τα ως άνω χρέη (εφάπαξ). Ουδεμία δε δημιουργείται ασάφεια, όσον αφορά ειδικότερα τον τρόπο καταβολής των προς το Δημόσιο χρεών του κατηγορουμένου, εκ του ότι από προφανή παραδρομή δεν έχει διαγραφεί από το προοίμιο του διατακτικού αυτής η αντιστοιχούσα στα τυπικά στοιχεία της θεμελίωσης της ως άνω αξιόποινης πράξης φράση "μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται σε δόσεις", αφού στη συνέχεια από το κείμενο αυτού (διατακτικού), στο οποίο έχει επίσης ενσωματωθεί ο ανωτέρω πίνακας χρεών, προκύπτει με σαφήνεια ότι ο τρόπος πληρωμής κάθε μερικότερου χρέους ήταν εφάπαξ, καθώς και τα χρονικά σημεία που αντιστοιχούν στα μερικότερα χρέη, τα οποία δεν καταβλήθηκαν εμπρόθεσμα. Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αναίρεσης και στηρίζεται στο άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ως τέτοιος. Επειδή, με το άρθρο 34 (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών) του Ν. 3220/2004, που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 αντικαθίσταται ως εξής: Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κ.λ.π. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ κ.λ.π. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α)τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β)έξι τουλάχιστον μηνών εφόσον το συνολικό χρέος σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α' υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ)ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ως άνω περίπτωση α' υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με το ανωτέρω άρθρο 34 Ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα με την παρ. 1 του άρθρου αυτού: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κ.λ.π. θα αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ανεξαρτήτως του τρόπου καταβολής χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2)στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφείλει για την οποία ζητείται ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις, εκπρόθεσμης καταβολής, 3)οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατωτέρου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π), 4)αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν μπορεί η νεότερη αυτή νομοθετική ρύθμιση να κριθεί γενικά και εκ των προτέρων ως ευμενέστερη για τον οφειλέτη του Δημοσίου επειδή αυξάνεται πλέον το όριο της ποινικής ευθύνης στο ποσό των 10.000 ευρώ, αφού απαξιολογείται η συνολική συμπεριφορά, η οποία υπό τους όρους της προγενέστερης μορφής θα μπορούσε να μην κολάζεται ποινικά στην περίπτωση που καμία από τις επί μέρους πράξεις δεν ήταν αξιόποινη. Επιβάλλεται δηλαδή η κρίση περί της ευμενέστερης διάταξης υπό τις περιστάσεις της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων διότι στον Πειραιά, κατά το χρονικό διάστημα από 1/9/2000 μέχρι 1/11/2000με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 1882/90, με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών που ήταν βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες και η παραβίαση αναφέρεται στη μη καταβολή 3 συνεχών δόσεων προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται σε δόσεις ή σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των 2 μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται εφάπαξ, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει: 1)προκειμένου για δάνεια ή παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους: α)τα 2.900 € β)τα 5.900 €, γ)τα 8.800 € ή 2)προκειμένου για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά: α)τα 5.900 €, β)τα 8.800 € και γ)τα 13.500 € όπως αναπροσαρμόσθηκε βάσει του Ν. 2943/2001: α) το 1.000.000 δρχ. σε 2.900€ β) τα 2.000.000 δρχ. σε 5.900€ γ) τα 3.000.000 δρχ. σε 8.800€ δ) τα 4.500.000 δρχ. σε 13.500€ Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας "....." της οποίας ο κατηγορούμενος τυγχάνει διαχειριστής διαφόρων χρεών υπέρ του δημοσίου όπως Δ.Ο.Υ Γ' Πειραιά, όπως αναλυτικώς αναφέρονται στο κατωτέρω πίνακα χρεών που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος την από 27/2/2002 μήνυση του προϊσταμένου της Γ' Δ.Ο.Υ Πειραιά ηθελημένα δεν κατέβαλε α)ποσό 184,404,62 € που αφορά παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, β) ποσό 116.810,53 € που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, δηλαδή δεν κατέβαλε 3 συνεχείς δόσεις για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις ή καθυστέρησε την καταβολή πέραν των 2 μηνών από την λήξη καταβολής για τα παραπάνω χρέη του καταβάλλονται εφάπαξ. Ενδεχόμενη εφαρμογή, εν προκειμένω της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει σήμερα, μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, θα είχε ως αποτέλεσμα ο αναιρεσείων κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών συνολικού ποσού 301 215,15 ευρώ και να απειλείται σε βάρος του ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους. Εφαρμόζοντας την ίδια διάταξη, όπως ίσχυε κατά το χρόνο μη καταβολής των επί μέρους χρεών, δηλαδή όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 και 5 του Ν. 2943/2001, η μη καταβολή των επί μέρους χρεών του υπ' αριθ. 7 και 8 ποσών 372,71 και 372,71 ευρώ αντίστοιχα που ανήκουν στην κατηγορία παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι δεν είναι αξιόποινη, αφού τα ποσά αυτά υπολείπονται του ποσού του 1.000.000 δραχμών ή των 9.900 ευρώ, που ήταν το όριο θεμελίωσης ποινικής ευθύνης για μη καταβολή της αντίστοιχης κατηγορίας χρεών, οπότε αυτός είναι υπαίτιος για μη καταβολή προς το Δημόσιο των λοιπών α)υπ' αριθμ. 3,4,5,6 ποσών 43.008,60 € 104.347,59 € 24.392,94 €, 11.910,07 € αντίστοιχα, που ανήκουν στην κατηγορία παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι και β)υπ' αριθμ. 1 και 2 ποσών 78.488,04 € και 38.322,49 € αντίστοιχα που αφορούν λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, με απειλούμενη ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους για την περίπτωση α', και έξι (6) μηνών αντιστοίχως για την περίπτωση β', δηλαδή ποσών που υπερβαίνουν τα ελάχιστα όρια αξιοποίνου των 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. αντίστοιχα ή των 8.800 και 13.500 ευρώ αντίστοιχα. Επειδή όμως κατ' άρθρο 79 ΠΚ υποχρεωτικά λαμβάνεται υπόψη για την επιμέτρηση της ποινής η βαρύτητα του εγκλήματος και σαφώς είναι μικρότερη η βαρύτητα μη καταβολής των ανωτέρω ποσών (372,71 και 372,71 ευρώ) και συνολικά 745,42 ευρώ, από την μη καταβολή συνολικού ποσού 301.215,15 ευρώ, είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο η κατάφαση του αξιοποίνου κατά το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 έναντι του άρθρου 34 του ν. 3220/2004. Επομένως είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης που προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' ΚΠΔ), για την μη εφαρμογή του επιεικέστερου στη συγκεκριμένη περίπτωση άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος για τις ανωτέρω και στο διατακτικό αναφερόμενες πράξεις (άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠΔ) και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης και στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα επιμέτρηση της ποινής που επιβλήθηκε, στο ίδιο Δικαστήριο (Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά), που θα συγκροτηθεί όμως από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως εφόσον αυτό είναι δυνατόν (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθμ. ΒΤ' 4005/2007 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο, Χ1, αθώο για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση που δεν κατέβαλε στις 1)1-11-2000 χρέος 372,71 ευρώ, και 2)1-11-2000 χρέος 372,71 ευρώ, που ανήκουν στην κατηγορία παρακρατούμενοι και επιρριπτόμενοι φόροι. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα επιμέτρηση της ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, με την ανωτέρω υπ' αριθμ. ΒΤ 4005/2007 απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης κατά της ανωτέρω απόφασης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Χρέη προς το Δημόσιο. Υποχρέωση Δικαστηρίου να απαντά και μάλιστα αιτιολογημένα σε προτεινόμενους νομίμως και παραδεκτός αυτοτελείς ισχυρισμούς, άλλως ιδρύονται οι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Β΄ και Δ΄ ΚΠΔ. Αόριστος λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τι πρέπει να περιλαμβάνει ο σχετικός λόγος αναίρεσης. Το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στο αίτημα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του για μετατροπή της ποινής φυλάκισης από δύο έως τρία έτη, εφόσον το αίτημα υποβάλλεται αορίστως. Στοιχεία αυτού του αιτήματος για το ορισμένο αυτού. Ο Ν. 2523/1997 είναι επιεικέστερος έναντι του Ν. 3220/2004. Κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος για δύο επί μέρους χρέη, που λόγω του ύψους τους δεν συνιστούσε αξιόποινη πράξη η μη καταβολή τους με βάση τις διατάξεις του Ν. 2523/1997.
Φοροδιαφυγή
Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ποινή, Νόμος επιεικέστερος, Αναίρεση μερική.
2
Αριθμός 1863/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), Θεοδώρα Γκοΐνη, Νικόλαο Ζαΐρη, ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, ορισθείσα με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 3458-3459/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) ..... και 2) ....... Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 606/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 501 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 48 παρ. 1 του ν. 3160/2003, "Αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη". Ορίζει δε η παρ. 2 του άρθρου 340, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 24 παρ. 1 του ν, 3160/2003 ότι "Σε πταίσματα και πλημμελήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωση του... Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο εκκαλών, για την υποστήριξη της έφεσής του, εμφανισθεί ενώπιον του Εφετείου όχι αυτοπροσώπως αλλά δια συνηγόρου, τον οποίο ο ίδιος έχει διορίσει με έγγραφη δήλωσή του, αυτός πλέον θεωρείται ότι είναι παρών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ. 1 εδ. 1 ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ. 1 του ν. 3160/2003 "Αν ο εκκαλών εμφανισθεί ο ίδιος ή ο συνήγορός του στην περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 340, η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελεύς αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση", κατά δε το τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ. 2 του Ν. 3160/2003 "Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329 - 338, 340, 344, 347, 349, 352, 357 - 360, 366 - 373" (ΚΠοινΔ). Από τις διατάξεις αυτές, η διάταξη του άρθρου 344 παρ. 1 εδ. α' ορίζει ότι "η αποχώρηση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης δεν κωλύει την πρόοδο της διαδικασίας". Ενώ, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 501 του ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 49 παρ. 3 του ν. 3160/2003 "Αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανιστεί, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών. Από τις τελευταίες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι αν ο εκκαλών - κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεσή του και στη συνέχεια μετά την έναρξη της συζητήσεως αποχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεσμευόμενο από την εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρο 501 ΚΠοινΔ, αλλά οφείλει να την ερευνήσει στην ουσία. Το ίδιο ισχύει, για την ομοιότητα της περίπτωσης, και όταν ο συνήγορός του, εμφανίστηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης, αλλά στη συνέχεια μετά την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων κατηγορίας η δίκη αναβλήθηκε για σημαντικά αίτια και ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε στην νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. Η άποψη αυτή συνάδει και με τη σκέψη που διατυπώνεται στην Αιτιολογική Έκθεση του Σ.ΚΠοινΔ για την αιτιολόγηση της ρύθμισης του άρθρου 501 παρ. 1 ΚΠοινΔ, σύμφωνα με την οποία, εκείνος ο οποίος αδικαιολόγητα δεν εμφανίζεται για να υποστηρίξει την έφεσή του παραιτείται σιωπηρά από αυτήν αναγνωρίζοντας την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό την έννοια ότι δεν είναι νοητό η μετ' αναβολή μη εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, ο οποίος είχε εμφανισθεί και υποστηρίξει την έφεσή του σε προγενέστερη συζήτησή της να θεωρείται ως σιωπηρή παραίτησή του από την έφεσή του και αναγνώριση της αποφάσεως που πρόσβαλε. Δηλαδή στην περίπτωση αυτή η αναβολή θεωρείται ότι έγινε μετά την έναρξη της διαδικασίας και της συζήτησης της έφεσης, οπότε ο κατηγορούμενος λογίζεται σαν να ήταν παρών στη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο και το δικαστήριο, δεσμευόμενο από την αρχική εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη αλλά οφείλει να τη δικάσει στην ουσία. Διαφορετικά, η απόφαση του Εφετείου είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ για υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ 3/2006). II. Στην προκείμενη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα του μοναδικού λόγου της υπό κρίση αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, με τη 1091/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 27 μηνών και συνολική χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2000) ευρώ, που μετατράπηκε (η ποινή φυλακίσεως) σε χρηματική προς 4,40 ευρώ, για μαστροπεία κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία, κατά συρροή. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης την υπ' αριθμ. 118/14-10-2005 έφεσή του, κατά την εκδίκαση της οποίας, που είχε οριστεί για τις 15-6-2006, αυτός δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως, αλλά δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάν. Βέττα, ο οποίος ζήτησε την αναβολή της δίκης, επειδή "ο 1ος κατηγορούμενος είναι ασθενής, πάσχων από οξύ πνευμονικό οίδημα", προσεκόμισε δε στο Δικαστήριο την από ... ιατρική γνωμάτευση του Ειδικού Παθολόγου ....., την οποία ανέγνωσε ο Πρόεδρος δημόσια στο ακροατήριο. Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από τα πρακτικά που είναι ενσωματωμένα στην ως άνω απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η διαδικασία εξελίχθηκε ως εξής: Ο Πρόεδρος εκφώνησε και τα ονόματα των μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι βρέθηκαν παρόντες και είχε κρίνει ακόμη και το νομότυπο και εμπρόθεσμο των εφέσεων των συγκατηγορουμένων του. Στο σημείο αυτό της δίκης το Δικαστήριο, με πρόταση του Εισαγγελέα, ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης σε ρητή δικάσιμο, της 28-11-2006, χωρίς κλήτευση. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο. Λόγω της απουσίας του αυτής, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την αναιρεσιβαλλόμενη 3458-3459/2006 απόφαση του, απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 501 παρ. 1 του ΚΠοινΔ. Όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, κατά τη δικάσιμο της 15-6-2006 η δίκη αναβλήθηκε, αφού προηγουμένως ο αναιρεσείων είχε εμφανιστεί, δια συνηγόρου, για να υποστηρίξει την έφεσή του και είχε αρχίσει πλέον η διαδικασία και η συζήτηση της έφεσης, δεδομένου ότι το Δικαστήριο είχε φθάσει τουλάχιστον στην εκφώνηση του καταλόγου των μαρτύρων. Άρα, το Τριμελές Εφετείο, με το να απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη, υπερέβη την εξουσία του, αφού όφειλε, κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, να θεωρήσει παρόντα τον αναιρεσείοντα και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσία. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος της αίτησης αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αρίθμ. 3458-3459/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τον αναιρεσείοντα Χ1. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπέρβαση εξουσίας. Όταν ο εκκαλών για την υποστήριξη της έφεσής του εμφανιστεί ενώπιον του Εφετείου δια συνηγόρου και στη συνέχεια, μετά την έναρξη της συζήτησης, αναβληθεί η δίκη για σημαντικά αίτια, το Δικαστήριο κατά τη νέα συζήτηση οφείλει να την ερευνήσει κατ’ ουσία και όχι να την απορρίψει ως ανυποστήρικτη. Αναιρεί και παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολή συζήτησης, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1862/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μιχαήλ Δέτση), Θεοδώρα Γκοϊνη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, η οποία ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Βασιλείου Κουρκάκη), Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1065/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..... .Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1895/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 24/28.1.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριο σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου με την 1065/2005 απόφαση καταδίκασε σε φυλάκιση 5 μηνών τον Χ1, για εκβίαση (βλ. απόφαση). Κατά της απόφασης αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε νομοτύπως την 83/24-3-2005 έφεση (βλ. έκθεση). Μετά την δημοσίευση του Νόμου 3346/17-6-2005 και επειδή συνέτρεχαν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις ο Εισαγγελέας Εφετών Ναυπλίου, σύμφωνα με το άρθρο 32 § 1 του παραπάνω Νόμου, με την 231/8-5-2006 πράξη έθεσε στο αρχείο υπό όρους την απόφαση (βλ. πράξη). ΙΙ. Την 1-11-2007 ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ναυπλίου, εμφανίσθηκε ο παραπάνω κατηγορούμενος Χ1 και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά της 1065/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έτσι συντάχθηκε η 4/1-11-2007 έκθεση αναιρέσεως (βλ. έκθεση). ΙΙΙ. Η αναίρεση αυτή είναι απαράδεκτη γιατί στρέφεται κατά αποφάσεως, που ήταν εκκλητή κατά τον χρόνο έκδοσής της και ως εκ τούτου δεν μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση από τον κατηγορούμενο (άρθρο 504 § 1 Κ.Π.Δ.), (βλ. και ΑΠ 1402/2005). Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ. και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Για τους λόγους αυτούς Ι. Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 4/1-11-2007 αναίρεση του Χ1, κατά της 1065/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου και ΙΙ. Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 5 Δεκεμβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΒασίλειος Μαρκής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 489 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠΔ , ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά της αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου αν με αυτή καταδικάστηκε σε φυλάκιση πάνω από τέσσερις μήνες ή σε χρηματική ποινή πάνω από χίλια πεντακόσια ευρώ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 504 παρ. 1 του ΚΠΔ, δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως η απόφαση, η οποία κατά το χρόνο απαγγελίας της μπορούσε να προσβληθεί με έφεση, έστω και αν, επιγενομένως, έγινε τελεσίδικη, είτε γιατί παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της εφέσεως, είτε γιατί απορρίφτηκε η ασκηθείσα έφεση ως ανυποστήρικτη. Στην τελευταία περίπτωση, με την αναίρεση προσβάλλεται παραδεκτώς μόνον η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και μόνον για το ότι όχι ορθώς απορρίφθηκε η έφεση ως ανυποστήρικτη, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δίκασε την ουσία της υποθέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε κατά αποφάσεως, κατά της οποίας δεν προβλέπεται. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η 1065/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε φυλάκιση 5 μηνών για εκβίαση. Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, κατά της εν λόγω απόφασης, που ήταν εκκλητή, ο αναιρεσείων άσκησε την υπ' αριθμ. 83/2005 έφεση, η οποία, με την υπ' αριθμ. 231/2006 πράξη του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, τέθηκε στο αρχείο σύμφωνα με το άρθρο32 παρ. 1 του Ν. 3346/2005. Επομένως, η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε αναίρεση και, συνακόλουθα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1-11-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 1065/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναιρέσεως απαράδεκτο κατ’ αποφάσεως κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 1854/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Τελώνη και 3) Χ3, ο οποίος παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Περσίδου, για αναίρεση της με αριθμό 112Α-137-138-209/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγον το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Πατρών Άγιος Ανδρέας", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσάνθη Αποστολοπούλου. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 18 Ιουνίου 2007, 18 Ιουνίου 2007 και 7 Ιουνίου 2007, αντίστοιχα, αιτήσεις τους, καθώς και στα από 23 Νοεμβρίου 2007, 23 Νοεμβρίου 2007 και 22 Νοεμβρίου, αντιστοίχως, δικόγραφα προσθέτων επ' αυτών λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1162/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθούν στο σύνολό τους οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Οι κρινόμενες από 18.6.2007, 18.6.2007 και 7.6.2007 αιτήσεις των Χ1, Χ2 και Χ3, αντιστοίχως, για αναίρεση της με αριθμ. 112α-137-138-209/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας. Μαζί με τις πιο πάνω αιτήσεις πρέπει να συνεκδικαστούν και οι από 23.11.2007, 23.11.2007 και 22.11.2007 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, αντιστοίχως. ΙΙ. Κατά το άρθρο 258 του ΠΚ, όπως η περ. γ' αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 5β'του Ν.2721/1999, υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του, και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: αα) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν.2943/2001 επίσημη αντιστοιχία, ή ββ) το αντικείμενο της πράξης έχει αξίας μεγαλύτερη των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν.2943/2001 επίσημη αντιστοιχία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπ' αυτής προβλεπόμενου εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, που περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ υπεξαιρέσεως με επαύξηση της ποινής, απαιτείται όπως το παράνομα ιδιοποιούμενο πράγμα (χρήματα ή άλλο κινητό) είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει, τέτοιο δε θεωρείται αυτό που βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα, με την έννοια που εκλαμβάνεται αυτή στο αστικό δίκαιο, το οποίο ο υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263α του ΠΚ έλαβε ή κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, έστω και αν είναι αναρμόδιος γι'αυτό, ιδιοποίηση δε αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέληση αυτού να εξουσιάζει και να διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος, που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει) και ότι το έλαβε ή το κατέχει ο δράστης υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, ως και τη θέληση να ιδιοποιηθεί τούτο παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση του κυρίου ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο. Ενδεχόμενος δόλος αρκεί. Για τη στοιχειοθέτηση, εξάλλου, της κακουργηματικής μορφής της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, που προβλέπεται από το πρώτο εδάφιο της περιπτώσεως γ' του άρθρου 258 του ΠΚ, απαιτείται να μεταχειρίστηκε ο υπαίτιος ιδιαίτερα τεχνάσματα και επιπροσθέτως, να είναι το αντικείμενο αυτής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 5.000.000 δραχμών ή των 15.000 ευρώ. Ως ιδιαίτερα τεχνάσματα, τα οποία, εφόσον συντρέχουν, καθιστούν την παραπάνω πράξη υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κακούργημα, θεωρούνται ενέργειες και παραλείψεις του δράστη υπαλλήλου, που τείνουν στην εξαπάτηση της Αρχής, όπως ψευδείς εγγραφές σε βιβλία, μη καταχώρηση εισπραττομένων στα βιβλία, αλλοιώσεις αριθμών, έκδοση εικονικών εγγράφων κ.λ.π., με τις οποίες επιδιώκεται να καταστεί δυσχερής ο έλεγχος ή να προκληθεί σύγχυση τους λογαριασμούς και γενικά ό,τι είναι κατά την κοινή πείρα επιτήδειο να συγκαλύψει την παράνομη ενέργεια του υπαλλήλου. Η ως άνω διάταξη (του πρώτου εδαφίου της περιπτώσεως γ' του άρθρου 258 ΠΚ, σε αντίθεση με αυτή του δευτέρου εδαφίου) είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο από την αντίστοιχη προηγούμενη, όπως αυτή ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 14 παρ. 5β' του Ν.2721/1999, αφού για τον κακουργηματικό χαρακτήρα του εγκλήματος αυτού απαιτείτο μόνο να μεταχειρίστηκε ο υπαίτιος ιδιαίτερα τεχνάσματα, ενώ με τη νέα διάταξη απαιτείται επιπροσθέτως και το στοιχείο της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του αντικειμένου της πράξης, που πρέπει να είναι "συνολικά" ανώτερη των 5.000.000 δραχμών ή των 15.000 ευρώ, η έλλειψη του οποίου καθιστά την πράξη αυτή πλημμέλημα. Επομένως, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ και για τις πράξεις που έχουν τελεσθεί πριν από την τροποποίησή της με τον άνω νόμο (2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3.6.1999) και δεν έχουν αμετακλήτως εκδικασθεί. Δεν τυγχάνει, όμως, στην προκείμενη περίπτωση εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ, όπως αυτή ίσχυε πριν από την προσθήκη στην ίδια δεύτερης παραγράφου με το άρθρο 14 παρ. 1.1 του Ν.2721/1999, ώστε να υπολογισθεί η αξία του αντικειμένου της πράξης με βάση το αντικείμενο καθεμιάς από τις μερικότερες πράξεις, γιατί τότε δεν εφαρμόζεται αυτούσιος ο νέος νόμος (άρθρο 14 παρ. 5β' Ν.2721/1999), που επέφερε την αντικατάσταση της διάταξης του άρθρου 258 περ. γ' του ΠΚ και αξιώνει "συνολική" αξία, αλλά διασπάται και εφαρμόζεται μόνο κατά το μέρος που ευνοεί τον κατηγορούμενο με την ύπαρξη ορισμένης αξίας. Τέτοια όμως διάσπαση, είναι ανεπίτρεπτη, αφού ο ευμενέστερος νόμος εφαρμόζεται όπως ισχύει στο σύνολό του και δεν διασπάται σε ευμενέστερες και μη για τον κατηγορούμενο διατάξεις, από τις οποίες εφαρμόζονται μόνο οι πρώτες, γιατί με τον τρόπο αυτό καταρτίζεται από το δικαστήριο ίδιος νόμος κατά παράβαση των συνταγματικών διατάξεων (άρθρ. 26, 73 επ.) περί διακρίσεως των λειτουργιών. Τα ίδια ακριβώς γίνονται δεκτά και στην όμοια περίπτωση της κακουργηματικής απάτης που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση πριν την τροποποίηση του άρθρου 386 παρ. 3 με το Ν.2721/1999 (Ολ.Α.Π. 5/2008). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστά ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απ' αρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποί μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή θεμελίωση, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως που προστατεύεται από το νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ, είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομο σημασία και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 390 του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ. 2 του Ν.2172/1999 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείρηση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη) τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απιστίας, συνίσταται σε οποιαδήποτε, κατά την επιμέλεια ή διαχείρηση της ξένης περιουσίας ενέργεια (πράξη ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας) συνεπαγόμενη ζημία στην ξένη περιουσία, η οποία πρέπει να είναι βέβαιη και οριστική. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, με την μορφή που προσέλαβε η εν λόγω διάταξη, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 36 παρ. 2 του Ν.2172/1999 και στην οποία γίνεται χρήσης της λέξεως "με γνώση) (στην αρχική διατύπωση ορίζετο "όποιος με πρόθεση ζημιώνει") απαιτείται άμεσος δόλος (άρθρ. 27 παρ. 2), μη αρκούντος του ενδεχομένου, δηλαδή ο δράστης πρέπει να επιδιώκει τη ζημία ή να προβλέπει αυτή ως αναγκαία συνέπεια των ενεργειών του και να αποδέχεται ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όντος αδιαφόρου αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός και β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του παραπλανηθέντος τρίτου. Περαιτέρω κατά τη διάταξη της παρ.3 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1.1 του ν.2408/1996 και την εκ νέου αντικατάστασή της με άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή 15.000 ευρώ και β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μεν κατά το άρθρο 2 ΠΚ, ως ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο και επί των πράξεων που έχουν τελεστεί πριν από τη θέση σε ισχύ του παραπάνω νόμου 2721/3.6.1999, με την έννοια όμως ότι πρέπει να ερευνάται και να αξιολογείται εφεξής, όταν πρόκειται για πράξεις απάτης που τελέστηκαν πριν από την 3.6.1999 (όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση), αν με τις απάτες αυτές το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ. Περαιτέρω, από το άρθρο 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης της απάτης "κατ' επάγγελμα" απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτής, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός αυτού να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του ως άνω εγκλήματος. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. "Κατά συνήθεια τέλεση" υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη αυτής ως στοιχείο της προσωπικότητας αυτού. Περαιτέρω με την παρ.2 του άρθρου 393 του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. 4 του Ν.2721/1999, και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 του Ν.3346/2005, ορίζεται ότι απαλλάσσεται από κάθε ποινή, εκτός άλλων, ο υπαίτιος της πράξης της απάτης αν συντρέχουν αθροιστικώς οι εξής προϋποθέσεις: α) πλήρης ικανοποίηση του ζημιωθέντος με την καταβολή του κεφαλαίου και των τόκων υπερημερίας μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, β) η πράξη να είναι πλημμέλημα και γ) να δηλώσει τούτο, δηλαδή την πλήρη ικανοποίηση, ο παθών ή οι κληρονόμοι του. Εξάλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον απ' αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, ούτε προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ'εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Η εν λόγω αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Ως τέτοιοι θεωρούνται όσοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβλήθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με επίκληση των πραγματικών περιστατικών που τους θεμελιώνουν γιατί διαφορετικά το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη (ουσιαστικού δικαίου) που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμο, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 112Α - 137 -138 - 209/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών καταδικάστηκαν σε δεύτερο βαθμό οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι: 1) Χ1 για α)υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση που μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ, β) πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση σε βαθμό πλημμελήματος και γ) απιστία σε βάρος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Πατρών "Άγιος Ανδρέας", σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και επτά (7) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς πέντε ευρώ ημερησίως, 2) Χ3 για απάτη κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ σε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία και 3) Χ2 για απάτη κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό της, το παραπάνω Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριό του, την ανάγνωση των πρακτικών και της εκκαλούμενης απόφασης (πλην των καταθέσεων των δύο μαρτύρων που εξαιρέθηκαν Γ1 και Γ2) των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, από τα οποία τα πορίσματα δεν λαμβάνονται υπόψη στο μέτρο που στηρίζονται στις καταθέσεις της κατηγορουμένης Χ1 και δέχονται επιβαρυντικά γι'αυτήν στοιχεία, αφού την ιδιότητα αυτή προσέλαβε αργότερα, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, αναφορικά με τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους και τις προαναφερόμενες πράξεις τα εξής: "Η πρώτη των κατηγορουμένων Χ1 ήταν Διευθύντρια του φαρμακείου του ΓΠΝΠ "Άγιος Ανδρέας", αρμόδια δε ως εκ της θέσεώς της για την παραγγελία και την προμήθεια του υγειονομικού υλικού που απαιτείτο για τη λειτουργία όλων των τμημάτων του νοσοκομείου. Το υγειονομικό υλικό που παρέδιδαν οι προμηθευτές το παραλάμβανε τριμελής επιτροπή που είχε ορισθεί, με επιμέλεια του Τμήματος Προμηθειών και χωρίς καμία απολύτως ανάμειξη της κατηγορουμένης Χ1, από τη διοίκηση του νοσοκομείου, συμμετείχαν δε σ'αυτήν πάντοτε ένας φαρμακοποιός ή βοηθός του φαρμακείου, οι οποίοι γνώριζαν καλά το υγειονομικό υλικό. Η επιτροπή αυτή από το μήνα Σεπτέμβριο 1999 λειτουργούσε κανονικά, με την παρουσία τουλάχιστον δύο εκ των μελών της και οπωσδήποτε του φαρμακοποιού ή του βοηθού φαρμακείου. Μετά την παραλαβή, για την οποία συντασσόταν σχετικό πρακτικό, το υλικό τοποθετείτο στην αποθήκη του φαρμακείου και διατίθετο περαιτέρω στα Τμήματα με ευθύνη της κατηγορουμένης Χ1. Η διάθεση προς τα τμήματα γινόταν με βάση και σε εκτέλεση συνταγολογίου των κλινικών που συντάσσονταν εις τριπλούν, ένα αντίγραφο παρέμεινε στο Τμήμα, ένα παρέμεινε στο Φαρμακείο μετά την εκτέλεση της παραγγελίας και το τρίτο παραδιδόταν στο Τμήμα μηχανοργάνωσης για την καταχώρηση της διάθεσης του υλικού και την ενημέρωση της αποθήκης του φαρμακείου....Από τα ίδια ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη Χ1 υπό την ιδιότητα της υπαλλήλου και διευθύντριας του φαρμακείου του νοσοκομείου ήταν η μόνη υπεύθυνη και υπόλογη διαχειρίστρια του φαρμακείου. Ύστερα από επισταμένο και λεπτομερειακό έλεγχο και απογραφή που διενεργήθηκε από τους αρμόδιους Επιθεωρητές την 15.12.2000 και ειδικότερα από την αντιπαραβολή των ποσοτήτων αρτηριακών καθετήρων που εισήχθησαν στο φαρμακείο με εκείνους που διατέθηκαν στα Τμήματα του νοσοκομείου όπως προέκυπτε από τα τηρούμενα παραστατικά έγγραφα και αυτών που βρέθηκαν στο φαρμακείο αδιάθετα, διαπιστώθηκε ότι υπήρχε έλλειμμα 2.395 τεμαχίων (βλ. πόρισμα Γ1 - Γ2, όπου παρατίθενται αναλυτικά οι εισαχθείσες και διατεθείσες κατά Τμήμα ποσότητες). Από αυτά αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη ιδιοποιήθηκε παράνομα και με τη χρήση ιδιαιτέρων τεχνασμάτων 1450 τεμάχια, συνολικής αξίας 13.003.600 δρχ., όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση και ειδικότερα : α) Την 10-5-1999 ιδιοποιήθηκε 100 τεμάχια συνολικής αξίας 896.800 δρχ. και για να συγκαλύψει την ιδιοποίηση νόθευσε το λευκό στέλεχος του αντίστοιχου συγκεντρωτικού συνταγολογίου που παρέμενε στο τμήμα μηχανοργάνωσης και στο οποίο αναγραφόταν η διάθεση 50 τεμαχίων στη ΜΕΘ, θέτοντας μπροστά από τον αριθμό 50 τον αριθμό 1, ώστε να φαίνεται ότι ζητήθηκαν και διατέθηκαν 150 τεμάχια, β) Την 14-7-1999 κατά τον ίδιο τρόπο ιδιοποιήθηκε 300 τεμάχια συνολικής αξίας 2.690.400 δρχ., αφού αλλοίωσε στο συνταγολόγιο τον αριθμό 1 σε 4, ώστε να φαίνεται ότι ζητήθηκαν και διατέθηκαν στη ΜΕΘ, αντί του ορθού 100 που αναγραφόταν, 400 τεμάχια, γ) την 15-4-1999 ιδιοποιήθηκε 250 τεμάχια συνολικής αξίας 2.242.000 δρχ., με την προσθήκη στο στέλεχος του συνταγολογίου των λέξεων "αρτηριακοί καθετήρες τεμ. 10X25 ", ώστε να φαίνεται ότι ζητήθηκαν και διατέθηκαν στο τμήμα αναισθησιολογίας 250 τεμάχια αρτηριακοί καθετήρες, δ) την 28-4-99 (και όχι 28-7-99 που αναφέρεται στο κατηγορητήριο και την εκκαλουμένη) ιδιοποιήθηκε 200 τεμάχια, αφού κατά τον ίδιο τρόπο πρόσθεσε στο .... συγκεντρωτικό συνταγολόγιο τις λέξεις "αρτηριακοί καθετήρες τεμ. 200", ώστε να φαίνεται ότι ζητήθηκαν και διατέθηκαν προς το τμήμα αναισθησιολογίας 200 αρτηριακοί καθετήρες και ε) την 3-7-1999 ιδιοποιήθηκε 600 τεμάχια συνολικής αξίας 5.380.800 δρχ., τα οποία φρόντισε να παραλάβει η ίδια χωρίς την παρουσία της αρμόδια επιτροπής παραλαβής που αποτελούσαν οι : α) ....- ...., β) ....-....., γ) ....-....., ώστε ουδείς άλλος να γνωρίζει ότι εισήχθη η ανωτέρω ποσότητα, για την οποία παρέδωσε τα αντίστοιχο τιμολόγιο στην αρμόδια υπάλληλο Γ3 μετά 2 έτη περίπου (βλ. κατάθεση Γ3 και πόρισμα Γ1 - Γ2) Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει ότι η κατηγορούμενη έκανε παραγγελίας 237, 5 τεμαχίων μηνιαίως κατά μέσο όρο ή 2.850 τεμαχίων ετησίως, οι οποίες υπερέβαιναν κατά πολύ τις ανάγκες του νοσοκομείου, αφού το έτος 1997 εισήχθησαν 2.455 και διατέθηκαν 1765, το έτος 1998 εισήχθησαν 1800 και διατέθηκαν 2.494, το 2005 εισήχθησαν 850 και διατέθηκαν 875 και το έτος 2006 εισήχθησαν 920 και διατέθηκαν 940 (βλ. τα .... και ...... έγγραφα του νοσοκομείου). Ο ισχυρισμός της ότι είχαν διατεθεί αρτηριακοί καθετήρες στο 409 νοσοκομείο και στα εξωτερικά ιατρεία, οι οποίοι δεν έχουν καταχωρηθεί στη μηχανοργάνωση και δεν λήφθηκαν υπόψη δεν αποδείχθηκε. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό της ότι στον κωδικό των αρτηριακών καθετήρων έχουν καταχωρηθεί και τα στερεωτικά αυτών. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε σύγχυση μεταξύ αρτηριακών και φλεβικών καθετήρων, οι οποίοι βρέθηκαν πλεόνασμα 2.000 τεμ., διότι το πλεόνασμα αυτό υπήρχε από το έτος 1998 (βλ. Πόρισμα Γ1 -Γ2 σελ.139). Τέλος δεν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός της ότι οι διορθώσεις στα συνταγολόγια δικαιολογούνται και ήταν συνήθεις, επειδή στο χρονικό διάστημα από της αποστολής στο φαρμακείο του συνταγολογίου και μέχρι της εκτελέσεώς του προέκυπταν πρόσθετες ανάγκες του ίδιου υλικού και τα τμήματα αντί να στείλουν πρόσθετο συνταγολόγιο της ζητούσαν να διορθώσει το προς εκτέλεση, χωρίς να μεριμνήσουν να διορθώσουν και το στέλεχος που έμενε στο τμήμα τους. Αποδείχθηκε ότι τα συνταγολόγια εκτελούντο μέσα σε επτά το πολύ ημέρες και ο αριθμός των τεμαχίων που "προστέθηκαν" από την κατηγορούμενη σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα είναι τέτοιος που δεν δικαιολογείται από τις συνήθεις ανάγκες του νοσοκομείου, ούτε αποδείχθηκε ότι προέκυψαν έκτακτες ανάγκες. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη της παραπάνω πράξεως της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, αφού για την ιδιοποίηση των πραγμάτων που είχε στην κατοχή της ως υπάλληλος και διαχειρίστρια του νοσοκομείου, που είναι Ν.Π.Δ.Δ., μεταχειρίστηκε τα ανωτέρω ιδιαίτερα τεχνάσματα και το συνολικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης, δηλ. το άθροισμα της αξίας των ιδιοποιηθέντων πραγμάτων με κάθε μερικότερη πράξη, το οποίο κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη λαμβάνεται υπόψη και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν την τροποποίηση του άρθρου 258 Π.Κ. με το Ν. 2721/1999, υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. Διαφοροποίηση πρέπει να γίνει μόνο για τη μερικότερη πράξη της 10-5-1999, την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε σε πλημμεληματική μορφή, δεσμευτικά για το δικαστήριο τούτο. Πρέπει ακόμη να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη της πράξεως της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση για τις μερικότερες πράξεις που τελέστηκαν την 10-5-1999 και 14-7-1999, συνισταμένης στη νόθευση του λευκού στελέχους των οικείων συνταγολογίων που προαναφέρθηκαν με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους τα αρμόδια όργανα του νοσοκομείου ότι οι παραπάνω ποσότητες αρτηριακών καθετήρων διατέθηκαν στα αναφερόμενα στα στελέχη που νόθευσε τμήματα του νοσοκομείου. Τα έγγραφα αυτά που νοθεύτηκαν δεν ήταν προορισμένα για εξωτερική χρήση, ώστε να στοιχειοθετείται το έγκλημα της νόθευσης εγγράφου (άρθρο 242 παρ.1 και 2 Π.Κ.), αλλά επρόκειτο για εσωτερικά έγγραφα του νοσοκομείου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ίδια ως άνω κατηγορουμένη κατά κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής της εξουσίας εν γνώσει της ζημίωσε κατ' εξακολούθηση την περιουσία του νοσοκομείου στις ακόλουθες περιπτώσεις, όπως αυτές διαλαμβάνονται ειδικότερα στο διατακτικό : α) προμηθεύ-τηκε 12.000 θερμόμετρα από την εταιρία "....." που εδρεύει στην ... αντί 75 δρχ/τεμ., ενώ έπρεπε να αγοράσει το υλικό αυτό από την εταιρία ".....Ιατρικά Είδη" με την οποία είχε συμβληθεί το νοσοκομείο αντί 69 δρχ. Με την πράξη της αυτή ζημίωσε το νοσοκομείο κατά το ποσό των 89.460 δρχ., που αποτελεί την εκ δρχ.6 ανά τεμάχιο διαφορά της τιμής, β) προμηθεύτηκε την 9-9-99 5.000 δείκτες ατμού κλιβάνου από την εταιρία .... προς 35 δρχ./τεμ., τιμή που αφορούσε δείκτες διαστάσεων 20X169 μμ αντί προς 10, 50 δρχ. που η εταιρία είχε δώσει προσφορά για τους κοινούς δείκτες, με αποτέλεσμα να ζημιώσει το νοσοκομείο κατά το ποσό των 144.500 δρχ., γ) προμηθεύτηκε την 17.9.99 50 τεμάχια επιθεμάτων αλουμινίου 73 εκ Χ 250 εκ. προς 6.000 δρχ./τεμ και 50 τεμ. διαστάσεων 60εκΧ80 εκ. προς 3.000 δρχ./τεμ, αν και η χαμηλότερη τιμή που πρόσφερε η εταιρία για τα συγκεκριμένα μεγέθη ήταν 5.550 και 2.850 δρχ., αντίστοιχα. Επίσης την 8-5-2000 δεν ακύρωσε την παραγγελία 100 τεμαχίων επιθεμάτων αλουμινίου διαστάσεων 60X80 εκ. μολονότι αυτά είχαν τιμολογηθεί προς 3000 δρχ./τεμ, αντί 2.850 δρχ. που είχε προσφέρει η εταιρία. Από τις πράξεις αυτές ζημιώθηκε το νοσοκομείο με το ποσό των 53.100.Στην κατηγορουμένη πρέπει να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 α' του Π.Κ., όπως και πρωτοδίκως. Οι λοιποί αυτοτελείς ισχυρισμοί της περί παραγραφής των μερικότερων πράξεων υπεξαίρεσης που έχουν τελεσθεί πριν από οκτώ χρόνια, για το λόγο ότι αυτές, ως τελεσθείσες πριν από την τροποποίηση του άρθρου 258 Π.Κ. με το Ν. 2721/1999 και μη έχουσες η κάθε μία αντικείμενο μεγαλύτερο των 5.000.000 δρχ., έχουν πλημμεληματικό χαρακτήρα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη η διάταξη του άρθρου 258 του Π.Κ., μετά την τροποποίηση της με το Ν. 2721/1999 είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο στο σύνολο της και συνεπώς εφαρμοστέα, κατ' άρθρο 2 του Π.Κ., στο σύνολο της και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν το Ν. 2721/99. Όσον αφορά τους λοιπούς κατηγορούμενος απεδείχθησαν τα εξής : Α) Ο κατηγορούμενος Χ3, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος με σκοπό να προσπορίσει σε άλλους παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, διέπραξε δε την πράξη αυτή κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και η συνολική ζημιά που προξένησε στο νοσοκομείο Πατρών "Ο Άγιος Ανδρέας" υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. Ειδικότερα : 1) ασκώντας ουσιαστικά αυτός τη διαχείριση και εκμετάλλευση της ατομικής επιχείρησης του πατέρα του ....., με τον διακριτικό τίτλο....., πώλησε στο νοσοκομείο με το ..... τιμολόγιο 100 τεμάχια αιμοστατικής γάζας της εταιρίας ....., παριστάνοντας ψευδώς ότι επρόκειτο για αιμοστατικό σπόγγο για τον οποίο είχε λάβει σχετική παραγγελία και είχε τιμολογηθεί, με σκοπό να παραπλανήσει τα αρμόδια όργανα και να πληρωθεί το υλικό που παρέδωσε με την αυξημένη τιμή των 19.500 δρχ., αντίτων 7.000 δρχ/τεμ. που αντιστοιχεί στην αιμοστατική γάζα της παραπάνω εταιρίας. Έτσι ζημίωσε το νοσοκομείο κατά το ποσό των 1.475.000 δρχ. (100 τεμ. Χ 12.500 δρχ. + 18% Φ.Π.Α.). Ο ισχυρισμός του ότι έγινε λάθος από την αποθήκη δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα η μάρτυρας Γ3 κατέθεσε ότι όταν κάλεσε τον κατηγορούμενο και τον ρώτησε αν παρέδωσε με το παραπάνω τιμολόγιο σπόγγο ή γάζα αυτός επέμενε ότι παρέδωσε σπόγγο και μόνο όταν ημάρτυρας του επέδειξε τις σημειώσεις της επιτροπής παραλαβής επί του τιμολογίου αναγνώρισε ότι επρόκειτο για γάζες, διορθώνοντας μόνο τις διαστάσεις του υλικού και 2) ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "..... ΕΕΒΕ" και ως ασκώντας ουσιαστικά τη δαιχείριση και εκμετάλλευση της ατομικής επιχείρισηςτου πατέρα του με τον διακριτικό τίτλο ".....", με τα αναφερόμενα στο διατακτικό τιμολόγια πώλησε στο νοσοκομείο α) 3.904 σεντόνια χάρτινα σε ρολλά διαστάσεων 50 εκ. προς 1970 δρχ./ρολλό και β) 96 ρολλά του αυτού είδους διαστάσεων 60 εκ. προς 2.360 δρχ./ρολλό, παριστάνοντας ψευδώς στα αρμόδια όργανα του νοσοκομείου δια της αναγραφής στατιμολόγια ότι επρόκειτο για αδιάβροχα σεντόνια διαστάσεων 50 εκ. πλάτος Χ 50 μ. μήκος και 60 εκ. πλάτος Χ 50 μ. μήκος, αντίστοιχα, που αντιστοιχούσαν στη σύμβαση και είχαν τις αναγραφόμενες στα τιμολόγια ανωτέρω τιμές, ενώ το αληθές ήταν ότι τα σεντόνια δεν ήταναδιάβροχα και είχαν τις αναφερόμενες στο διατακτικό μικρότερες διαστάσεις, αντιστοιχούσαν δε σ' αυτά κατά τη σύμβαση τιμές 72, 96 και 87, 4 δρχ./μ. Με την πράξη του αυτή ζημίωσε το νοσοκομείο κατά το ποσό των 7.201.586 δρχ. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των μερικότερων αυτών πράξεων απάτης σε βαθμό κακουργήματος, δεδομένου ότι ενήργησε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από μεν την επανειλημμένη τέλεση τους και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, από δεν την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Στον κατηγορούμενο πρέπει να ανα-γνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α' και δ' Π.Κ., που του αναγνωρίστηκαν και πρωτοδίκως, η δεύτερη ενόψει και του ότι αποζημίωσε το νοσοκομείο. Ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί συνδρομής στο πρόσωπο του των άρθρων 379 και 393 του Π.Κ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι πρόκειται για πράξη που τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος και αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος αποζημίωσε το νοσοκομείο όχι με οικεία βούληση και επειδή μεταμελήθηκε, αλλά μετά την αποκάλυψη των πράξεων του και για να αποφύγει τις συνέπειες της επικείμενης ποινικής σε βάρος του δίωξης. Β) ο κατηγορούμενος Χ2: Αποδείχθηκε ότι με τα .... και ..... τιμολόγια πώλησε στο νοσοκομείο όχι απλές σύριγγες PENTAFΕΡΤΕ στις οποίες αντιστοιχούσε συμβατική τιμή 150 δραχ./τεμ, αλλά 4.000 τεμάχια σύριγγες τύπου MONOJECT με μαλακή συσκευασία, στις οποίες αντιστοιχούσε συμβατική τιμή 190 δραχ./τεμ και τις οποίες εν γνώσει του ψευδώς τιμολόγησε ως MONOJECT με σκληρή συσκευασία και με τιμή 280 δραχ./τεμ, που αντιστοιχεί στο είδος αυτό, με αποτέλεσμα να παραπλανήσει τα αρμόδια όργανα του νοσοκομείου και να πληρώσουν τα τιμολόγια με την αυξημένη τιμή των 280 δραχ./τεμ., αντί 190 δραχ./τεμ. Η συνολική ζημία του νοσοκομείου ανέρχεται μετά του ΦΠΑ 18% στο ποσό των 42.480 δραχ. (4.000 Χ 90 δραχ + 18%). Περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 379 σε συνδυασμό με το άρθρο 393 ΠΚ, δεν συντρέχει, διότι δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε το πιστωτικό σημείωμα από οικεία βούληση, ούτε υπάρχει δήλωση του παθόντος νοσοκομείου περί εντελούς ικανοποιήσεώς του. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος απάτης κατ'εξακολούθηση που αφορά τα 4.000 τεμάχια, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α' ΠΚ, που του αναγνωρίστηκε και πρωτοδίκως....". Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τους ως άνω κατηγορουμένους κρίση για τις προαναφερόμενες πράξεις και τους επέβαλε τις αναφερόμενες ποινές φυλάκισης. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27, 94 παρ. 1, 98, 258 περ. γ', 216 παρ. 1 και 390 του ΠΚ, όπως η περ. γ' του άρθρου 258 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 5β' του ν.2721/1999 και το άρθρο 390 ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (ως προς την Χ1), 13 περ. στ', 27 παρ. 2, 98 και 386 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν.2721/1999 (ως προς τον Χ3), 27 παρ. 2, 98 και 386 παρ. 1 του ΠΚ (ως προς τον Χ2) που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο παραβίασε. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας Χ1 ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε το δικαστήριο της ουσίας την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 258 περ. γ' του ΠΚ, διότι ως προς τις μερικότερες πράξεις που συγκροτούν το κατ' εξακολούθηση έγκλημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία των οποίων ο χρόνος τέλεσης ανάγεται στο πρό της ισχύος του ν. 2721/1999 διάστημα, δηλαδή αυτών που φέρονται ότι τελέστηκαν στις 10.5.1999 (περίπτωση α' ποσού 846.600 δραχ.) και 15.4.1999 (περίπτωση γ' ποσού 2.242.000 δραχ.) θα έπρεπε το δικαστήριο να εξετάσει για κάθε μία χωριστά αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 258 περ. γ' ΠΚ, όπως ίσχυε προ της αντικαταστάσεως της με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. δ'περ. β' του ν.2721/1999 και αφού διαπιστώσει ότι για κάθε μια από τις εν λόγω πράξεις η ζημία δεν υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών να δεχθεί ότι οι μερικότερες αυτές πράξεις φέρουν πλημμεληματικό χαρακτήρα και έχουν υποκύψει σε παραγραφή, είναι αβάσιμη, διότι σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην παραπάνω νομική σκέψη της παρούσας, η διάταξη του άρθρου 258 περ. γ' του ΠΚ, μετά την αντικατάστασή της με το ν.2721/1999, είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο στο σύνολό της και συνεπώς εφαρμοστέα, κατ' άρθρο 2 ΠΚ στο σύνολό της και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του ν.2721/1999, εφόσον δε το δικαστήριο δέχθηκε ότι η αξία του αντικειμένου και η περιουσιακή βλάβη στο σύνολο των μερικοτέρων πράξεων του κατ' εξακολούθηση τελεσθέντος υπό της άνω κατηγορουμένης εγκλήματος της υπεξαίρεσης, υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 2 ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν.2721/1999, δεν ήταν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η εν λόγω κατηγορουμένη απέβλεπε στο συνολικό αποτέλεσμα. Περαιτέρω η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι από την αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως έλαβε υπόψη του και "τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριό του" συνάγεται ότι τούτο (δικαστήριο) εκτός από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, δεν έλαβε υπόψη του και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως ....., .... και ...., είναι αβάσιμη, καθόσον, εφόσον το δικαστήριο στο προοίμιο του σκεπτικού της απόφασης βεβαιώνει ότι για το σχηματισμό της παραπάνω κρίσεώς του έλαβε υπόψη του, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων "τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο" παρέπεται ότι κατά τρόπο αναμφίβολο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τα λοιπά ως άνω αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των συγκεκριμένων πιο πάνω μαρτύρων και δεν ήταν απαραίτητο να γίνει διάκριση των μαρτύρων σε μάρτυρες "κατηγορίας" και "υπεράσπισης". Περαιτέρω για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ήταν απαραίτητο να εκτίθεται σ'αυτή τί προέκυψε από το κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά αρκεί ότι αναφέρονται αυτά γενικώς κατά το είδος τους και ότι όλα ελήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, γι' αυτό η αιτίαση των αναιρεσειόντων που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμη. Περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται σαφώς και ορισμένως τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως της απάτης κατ' εξακολούθηση εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ3, αντλούμενα από το σύνολο των συνθηκών τελέσεως της πράξεως που δέχθηκε το Δικαστήριο και την επανειλημμένη τέλεσή της, προσδιορίζεται δε και το συνολικό ύψος της ζημίας του νοσοκομείου ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 8.676.586 δραχμών, γι' αυτό η αιτίαση του άνω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμη. Περαιτέρω καμία ασάφεια ή αντιφατικότητα δεν έχει εμφιλοχωρήσει στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ύψος της ζημίας που προκλήθηκε στο νοσοκομείο από την τέλεση της απάτης από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ2 από την αναγραφή στο μεν σκεπτικό αυτής (απόφασης) του ποσού των 42.480 δραχμών, στο δε διατακτικό του ποσού των 1.321.600 δραχμών, καθόσον από τον υπολογισμό των αναφερομένων τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό στοιχείων, ήτοι 4.000 τεμαχίων συρίγγων προς 90 δρχ. που ήταν η διαφορά της αναγραφόμενης στα τιμολόγια τιμής 280 δρχ. ανά τεμάχιο αντί της τιμής των 190 δραχμών, προκύπτει το ποσό των 36.000 δραχμών και μετά την πρόσθεση σ'αυτό του ποσού των 6.480 δραχμών για αναλογούντα Φ.Π.Α. (18%), το ποσό των 42.480 δραχμών, η δε αναγραφή στο διατακτικό του ποσού των 1.321.600 δραχμών οφείλεται σε προφανή παραδρομή. Γι' αυτό η αιτίαση του άνω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμη. Περαιτέρω η εν μέρει επανάληψη στο σκεπτικό του διατακτικού της αποφάσεως και η παραπομπή σ' αυτό, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση και περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Γι' αυτό η αιτίαση των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμη. Εξάλλου η αιτίαση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ3 ότι το δικαστήριο της ουσίας χωρίς ειδική αιτιολογία απέρριψε τον εκ του άρθρου 393 παρ. 2 του Π.Κ. προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του περί εξαλείψεως του αξιοποίνου του εγκλήματος της απάτης, λόγω πλήρους ικανοποιήσεως του ζημιωθέντος Νοσοκομείου Πατρών "ο Άγιος Ανδρέας" εκ της ως άνω πράξεώς του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον η ως άνω διάταξη δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση, που ο άνω κατηγορούμενος καταδικάστηκε για κακούργημα. Εξάλλου η αιτίαση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ2 ότι εσφαλμένως το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον εκ του άρθρου 393 παρ. 2 Π.Κ. αυτοτελή ισχυρισμό του περί εξαλείψεως του αξιοποίνου του αδικήματος της απάτης, λόγω της πλήρους ικανοποιήσεως του ζημιωθέντος Νοσοκομείου Πατρών "Ο Άγιος Ανδρέας" εκ της ως άνω πράξεώς του, είναι αβάσιμη, διότι στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υπέβαλε αυτός (αναιρεσείων κατηγορούμενος) ή ο συνήγορός του σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό περί εξαλείψεως του αξιοποίνου του αδικήματος της απάτης, λόγω έμπρακτης μετάνοιάς του, ανεξαρτήτως δε τούτου, στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ως άνω διάταξης, διότι ελλείπει η απαραίτητη προϋπόθεση της σχετικής δηλώσεως του νομίμου εκπροσώπου του ζημιωθέντος ως άνω νοσοκομείου. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' και Ε' προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως των κυρίων δικογράφων και των προσθέτων, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με τους οποίους, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στις κρινόμενες αιτήσεις και τους πρόσθετους λόγους αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. ΙΙ. Κατά το άρθρο 211 εδ. α' του ΚΠοινΔ, με ποινή ακυρότητας της επ' ακροατηρίου διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες κατά την αποδεικτική διαδικασία όσοι άσκησαν και ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση. Η ακυρότητα που επέρχεται από την παράβαση αυτή είναι σχετική (άρθρα 170 παρ. 1 και 171 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καλυπτομένη, επομένως, αν δεν προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ΚΠοινΔ, διαφορετικά ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Λόγω της γενικότητας της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 211, αυτή συμπεριλαμβάνει όλους όσους άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα προανακριτικά, ο λόγος δε της εξαιρέσεως των προσώπων αυτών στηρίζεται στην προκατάληψη την οποία θεωρεί ο νομοθέτης ότι μπορεί να έχουν υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, ως εκ της ασκήσεως των καθηκόντων τους. Περαιτέρω, η ένορκη διοικητική εξέταση μετά την ισχύ του ν.3160/2003, εξομοιούται με την προκαταρκτική εξέταση, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 1 εδ. β' και γ' του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν.3160/2003, αφού είναι δυνατόν να μη διενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση, όταν τούτο επιβάλλεται για να κινηθεί η ποινική δίωξη, εφόσον έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη. Το ίδιο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του ν.3160/2003, κατά την οποία ο Εισαγγελέας προβαίνει στην απόρριψη εγκλήσεως, όταν κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, εφόσον έχει διενεργηθεί, εκτός από προκαταρκτική εξέταση ή ανακριτικές πράξεις και ένορκη διοικητική εξέταση. Η εξομοίωση αυτή της διοικητικής εξέτασης με την προκαταρκτική εξέταση, εκτός από τις περιπτώσεις που ειδικώς ορίζονται στις προαναφερόμενες διατάξεις, αφορά και την απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποίησης σε βάρος του μετέπειτα κατηγορουμένου, παρά την εναντίωσή του, των ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων του ίδιου (άρθρο 31 παρ. 2 ΚΠοινΔ), που έχουν ληφθεί, όχι μόνο σε οποιοδήποτε διαδικαστικό στάδιο της ίδιας ποινικής δίκης, όταν αυτός είχε ακόμη την ιδιότητα του μάρτυρα, αλλά και αυτών που έχουν ληφθεί κατά την διενέργεια συναφούς διοικητικής εξέτασης. Τούτο δε, διότι με τον τρόπο αυτό παραβιάζονται τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, όπως δέχθηκε η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 1/2004 απόφασή της. Σύμφωνα με τα παραπάνω, συνέπεια της γενομένης μετά τον ν.3160/2003 εξομοίωσης της ένορκης διοικητικής εξέτασης με την προκαταρκτική εξέταση, είναι ότι στην απαγόρευση της εξέτασης ως μαρτύρων, που θεσπίζεται από το άρθρο 211 εδ. α' του ΚΠοινΔ, περιλαμβάνονται και οι διενεργήσαντες ένορκη διοικητική εξέταση, αφού, ανεξάρτητα από την πιο πάνω εξομοίωση, συντρέχει και στην περίπτωση αυτή ο προαναφερόμενος δικαιολογητικός λόγος της εν λόγω απαγόρευσης, δηλαδή της ενδεχόμενης προκαταλήψεως για τον κατηγορούμενο εκείνων που άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα. Όμως δεν εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση ή προκαταρκτική έρευνα που προβλέπεται από το άρθρο 12 του ν.2683/1998 (Υπαλληλικός Κώδικας) και συνίσταται στην άτυπη συλλογή και καταγραφή στοιχείων για να διαπιστωθεί η τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος και συνεπώς ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται από την κατάθεση ως μάρτυρα στο ακροατήριο, όποιου είχε προβεί σε προκαταρκτική έρευνα με την με την προεκτεθείσα έννοια. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και πριν από την εξέταση των μαρτύρων οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2 υπέβαλαν αίτημα να μην εξετασθούν οι μάρτυρες κατηγορίας Γ1, Γ2 και Γ4 και να μην αναγνωστούν και ληφθούν υπόψη οι καταθέσεις τους στην προδικασία και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, για το λόγο ότι είχαν διενεργήσει ένορκη διοικητική εξέταση και είχαν συντάξει σχετικά πορίσματα με βάση τα οποία ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη. Περαιτέρω ο πληρεξούσιος δικηγόρος της πρώτης τούτων (Χ1) υπέβαλε αίτημα να μη ληφθούν υπόψη και να μην αξιολογηθούν αποδεικτικώς σε βάρος της όσα κατέθεσε στο πλαίσιο της ένορκης διοικητικής εξέτασης καθώς και τα σημεία των πορισμάτων των ΕΔΕ που αναφέρονται στις καταθέσεις της αυτές. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών με ταυτάριθμες με την προσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του μετά την παράθεση του νομικού μέρος ως προς το ζήτημα της εξομοίωσης της ένορκης διοικητικής εξέτασης με την προκαταρκτική εξέταση μετά την ισχύ του Ν.3160/2003, έκανε δεκτό το αίτημα των ως άνω αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων για τους δύο πρώτους μάρτυρες (Γ1 και Γ2) των οποίων δεν επέτρεψε την εξέταση στο ακροατήριο, ούτε την ανάγνωση και την αποδεικτική αξιολόγηση των καταθέσεών τους στην προδικασία και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Απέρριψε, όμως, το αίτημα τούτων (άνω αναιρεσειόντων κατηγορουμένων) για τη μη εξέταση του τρίτου μάρτυρα Γ4, με την αιτιολογία ότι ο τελευταίος διενήργησε με εντολή του Διοικητή του Νοσοκομείου Πατρών "Ο Άγιος Ανδρέας" προκαταρκτική πειθαρχική έρευνα, η οποία δεν εξομοιώνεται από το ν.3160/2003 με την ποινική προκαταρκτική εξέταση. Περαιτέρω, το πιο πάνω Δικαστήριο με την ίδια παρεμπίπτουσα απόφασή του έκανε δεκτό το αίτημα της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης Χ1 για τη μη λήψη υπόψη και αποδεικτική αξιοποίηση των όσων αυτή κατέθεσε στο πλαίσιο της ένορκης διοικητικής εξέτασης καθώς και των σημείων των πορισμάτων των ΕΔΕ που αναφέρονται στις καταθέσεις αυτές, αφού δεν είχε αποκτήσει ακόμη την ιδιότητα της κατηγορουμένης. Ενόψει της πιο πάνω παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τη μη απαγόρευση της εξετάσεως του ως άνω μάρτυρα Γ4 και των όσων αναφέρονται στην παραπάνω νομική σκέψη, δεν κωλύεται ο άνω μάρτυρας εκ του λόγου ότι ενήργησε προκαταρκτική πειθαρχική έρευνα να εξεταστεί ως μάρτυρας και συνακόλουθα το Δικαστήριο της ουσίας δεν έσφαλε με το να απορρίψει τον σχετικό ισχυρισμό των ως άνω κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων ως αβάσιμο. Επομένως τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ πρώτο λόγο αναιρέσεως των κυρίων δικογράφων των αιτήσεων των ως άνω αναιρεσειόντων, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως των προσθέτων της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης Χ1, εξ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ (σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο) λόγω λήψεως υπόψη και αξιολογήσεως όσων αυτή (αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη) κατέθεσε στο πλαίσιο της ένορκης διοικητικής εξέτασης καθώς και των σημείων των πορισμάτων των ΕΔΕ, αφού από τα αναφερόμενα στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης "επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών και της εκκαλούμενης απόφασης (πλην των καταθέσεων των δύο μαρτύρων που εξαιρέθηκαν...), των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, από τα οποία τα πορίσματα δεν λαμβάνονται υπόψη στο μέτρο που στηρίζονται στις καταθέσεις της κατηγορουμένης Χ1 και δέχονται επιβαρυντικά γι' αυτήν στοιχεία, αφού την ιδιότητα αυτή προσέλαβε αργότερα, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχτηκαν τα ακόλουθα" σαφώς συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε οτιδήποτε η εν λόγω αναιρεσείουσα κατηγορουμένη κατέθεσε στο πλαίσιο της ένορκης διοικητικής εξέτασης καθώς και τα σημεία των πορισμάτων των ΕΔΕ που αναφέρονται στις καταθέσεις αυτές. ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 329 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ, η συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και η απαγγελία της αποφάσεως γίνονται δημόσια σε όλα τα ποινικά δικαστήρια και επιτρέπεται στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις, κατά δε το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' του ίδιου Κώδικα, η παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο αποτελεί λόγο αναιρέσεως της δικαστικής αποφάσεως. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 331 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η έλλειψη δημοσιότητας της συνεδριάσεως, που κατοχυρώνεται και συνταγματικά με τη διάταξη του άρθρου 93 παρ. 2, αποδεικνύεται μόνο από τα σχετικά πρακτικά της συγκεκριμένης δίκης. Εξάλλου, εφόσον στα πρακτικά ή την απόφαση αναφέρεται ότι η συνεδρίαση έγινε δημόσια, συνάγεται σαφώς ότι και η απόφαση απαγγέλθηκε δημόσια, το ίδιο δε και αν έγιναν επανειλημμένες διακοπές, εφόσον δεν αναφέρεται ότι διατάχθηκε η κεκλεισμένων των θυρών συζήτηση, μη απαιτουμένου όπως μετά κάθε διακοπή επαναλαμβάνεται ότι η συνεδρίαση έγινε δημόσια. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρεται ρητά στη σελίδα "1" ότι "Η συνεδρίαση έγινε δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου την 12η Μαρτίου 2007 μετά τις διακοπείσες συνεδριάσεις της 28 Φεβρουαρίου και 6 Μαρτίου 2007, και όταν ήρθε η σειρά της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο". Στη συνέχεια, στα ίδια πρακτικά αναφέρονται τα ακόλουθα: στη σελίδα 8 ότι "Στο σημείο αυτό της δίκης και περί ώρα 15.30' ο Γραμματέας της έδρας δήλωσε στο Δικαστήριο ότι μετά από απόφαση της Ομοσπονδίας Δικαστικών Υπαλλήλων Πατρών για αποχή μετά τη λήξη του κανονικού ωραρίου, συμμορφούμενος στην απόφαση αυτή δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο διέκοψε την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως για την 13 Μαρτίου 2007, ημέρα Τρίτη και ώρα 9.30, παρήγγειλε δε ο Πρόεδρος την άνω ημέρα και ώρα να είναι παρόντες όλοι οι παράγοντες της δίκης στην αίθουσα του Μ.Ο.Ε. Πατρών. Επελθούσης της παραπάνω ημέρας, την 13.3.2007 και ώρα 9.30'το Δικαστήριο αφού επανήλθε στην έδρα του και ο Πρόεδρος βεβαιώθηκε για την παρουσία των παραγόντων της δίκης διέταξε να συνεχιστεί η διακοπείσα συνεδρίαση. Μετά ο Πρόεδρος κάλεσε την επόμενη μάρτυρα, η οποία, αφού ρωτήθηκε για την ταυτότητά της, είπε ότι ονομάζεται....". Στη σελίδα 12 ότι "Στο σημείο αυτό της δίκης και περί ώρα 15.30' ο Γραμματέας της έδρας δήλωσε στο Δικαστήριο....Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο διέκοψε την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως για την 27 Μαρτίου 2007, ημέρα Τρίτη και ώρα 9.00', παρήγγειλε δε ο Πρόεδρος την άνω ημέρα να είναι παρόντες όλοι οι παράγοντες της δίκης στην αίθουσα του Μ.Ο.Ε. Πατρών. Επελθούσης της παραπάνω ημέρας, την 27.3.2007 και ώρα 9.00' το Δικαστήριο αφού επανήλθε στην έδρα του και ο Πρόεδρος βεβαιώθηκε για την παρουσία των παραγόντων της δίκης διέταξε να συνεχιστεί η διακοπείσα συνεδρίαση. Μετά ο Πρόεδρος κάλεσε το επόμενο μάρτυρα, ο οποίος, αφού ρωτήθηκε για την ταυτότητά του είπε....". Στη σελίδα 17 ότι "Στο σημείο αυτό της δίκης και περί ώρα 15.30' ο Γραμματέας της έδρας δήλωσε στο Δικαστήριο....δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο διέκοψε την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως για την 29 Μαρτίου 2007, ημέρα Πέμπτη και ώρα 9.00' παρήγγειλε δε ο Πρόεδρος την άνω ημέρα και ώρα να είναι παρόντες όλοι οι παράγοντες της δίκης στην αίθουσα του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Επελθούσης της παραπάνω ημέρα, την 29.3.2007 και ώρα 9.00'το Δικαστήριο αφού επανήλθε στην έδρα του και ο Πρόεδρος βεβαιώθηκε για την παρουσία των παραγόντων της δίκης διέταξε να συνεχιστεί η διακοπείσα συνεδρίαση...". Στη σελίδα 22 ότι "Στο σημείο αυτό της δίκης και περί ώρα 15.30' ο Γραμματέας της έδρας δήλωσε στο Δικαστήριο.....δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο διέκοψε την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως για την 30 Μαρτίου 2007, ημέρα Παρασκευή και ώρα 9.00', παρήγγειλε δε ο Πρόεδρος την άνω ημέρα και ώρα να είναι παρόντες όλοι οι παράγοντες της δίκης στην αίθουσα του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Επελθούσης της παραπάνω ημέρας, την 30.3.2007 και ώρα 9.00'το Δικαστήριο αφού επανήλθε στην έδρα του και ο Πρόεδρος βεβαιώθηκε για την παρουσία των παραγόντων της δίκης διέταξε να συνεχιστεί η διακοπείσα συνεδρίαση και κάλεσε την μάρτυρα...". Στη σελίδα 26 ότι "Στο σημείο αυτό της δίκης και περί ώρα 15.30' ο Γραμματέας της έδρας δήλωσε στο Δικαστήριο ότι....δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο διέκοψε την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως για την 16 Απριλίου 2007, ημέρα Δευτέρα και ώρα 9.00', παρήγγειλε δε ο Πρόεδρος....Επελθούσης της παραπάνω ημέρας την 16.4.2007 και ώρα 9.00'το Δικαστήριο αφού επανήλθε στην έδρα του και ο Πρόεδρος βεβαιώθηκε για την παρουσία των παραγόντων της δίκης διέταξε να συνεχιστεί η διακοπείσα συνεδρίαση. Μετά ο Πρόεδρος κάλεσε τον επόμενο μάρτυρα....". Στη σελίδα 30 ότι "Στο σημείο αυτό της δίκης και περί ώρα 15.30' ο Γραμματέας της έδρας δήλωσε ότι....δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο διέκοψε την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως για την 17 Απριλίου 2007, ημέρα Τρίτη και ώρα 9.00', παρήγγειλε δε ο Πρόεδρος....Επελθούσης της παραπάνω ημέρας, την 17.4.2007 και ώρα 9.00' το Δικαστήριο αφού επανήλθε στην έδρα του και ο Πρόεδρος βεβαιώθηκε για την παρουσία των παραγόντων της δίκης διέταξε να συνεχιστεί η διακοπείσα συνεδρίαση. Μετά ο Πρόεδρος κάλεσε τον επόμενο μάρτυρα...". Στη σελ. 36 ότι "Στο σημείο αυτό της δίκης και περί ώρα 15.30'ο Γραμματέας της έδρας δήλωσε στο Δικαστήριο..... δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο διέκοψε την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως για την 18 Απριλίου 2007, ημέρα Τετάρτη και ώρα 9.00', παρήγγειλε δε ο Πρόεδρος....Επελθούσης της παραπάνω ημέρας, την 18.4.2007 και ώρα 9.00'το Δικαστήριο αφού επανήλθε στην έδρα του και ο Πρόεδρος βεβαιώθηκε για την παρουσία των παραγόντων της δίκης διέταξε να συνεχιστεί η διακοπείσα συνεδρίαση. Κατόπιν κάλεσε την μάρτυρα...". Στη σελίδα 42 ότι "Στο σημείο αυτό της δίκης και περί ώρα 15.00'ο Γραμματέας της έδρας δήλωσε στο Δικαστήριο ότι .....δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο διέκοψε την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως για την 26 Απριλίου 2007, ημέρα Πέμπτη και ώρα 9.00', παρήγγειλε δε ο Πρόεδρος....Επελθούσης της παραπάνω ημέρας, την 26.4.2007 και ώρα 9.00' το Δικαστήριο αφού επανήλθε στην έδρα του και ο Πρόεδρος βεβαιώθηκε για την παρουσία των παραγόντων της δίκης διέταξε να συνεχιστεί η διακοπείσα συνεδρίαση. Μετά ο Πρόεδρος κάλεσε την επόμενη μάρτυρα...". Στη σελίδα 60 ότι "Στο σημείο αυτό της δίκης και περί ώρα 15.30' ο Γραμματέας της έδρας δήλωσε στο Δικαστήριο ότι.... δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο διέκοψε την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως για την 30 Απριλίου 2007, ημέρα Δευτέρα και ώρα 9.00', παρήγγειλε δε ο Πρόεδρος....Επελθούσης της παραπάνω ημέρας, την 30.4.2007 και ώρα 9.00' το Δικαστήριο αφού επανήλθε στην έδρα του και ο Πρόεδρος βεβαιώθηκε για την παρουσία των παραγόντων της δίκης, διέταξε να συνεχιστεί η διακοπείσα συνεδρίαση και κάλεσε την κατηγορουμένη Χ1 να απολογηθεί....". Στη σελίδα 64 και 65 ότι "Στο σημείο αυτό της δίκης και περί ώρα 15.30' ο Γραμματέας της έδρας δήλωσε στο Δικαστήριο ότι...... δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο διέκοψε την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως για την 2 Μαΐου 2007, ημέρα Τετάρτη και ώρα 9.30' παρήγγειλε δε ο Πρόεδρος.....Επελθούσης της παραπάνω ημέρας, την 2.5.2007 και ώρα 9.30' το Δικαστήριο αφού επανήλθε στην έδρα του και ο Πρόεδρος βεβαιώθηκε για την παρουσία των παραγόντων της δίκης διέταξε να συνεχιστεί η διακοπείσα συνεδρίαση. Κατόπιν ο Πρόεδρος έδωσε το λόγο διαδοχικά στους πληρεξούσιους του πολιτικώς ενάγοντος, οι οποίοι....". Στη σελίδα 71 και 72 ότι "Στο σημείο αυτό της δίκης και περί ώρα 15.30' ο Γραμματέας της έδρας δήλωσε στο Δικαστήριο ότι .... δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο διέκοψε την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως για την 4 Μαΐου 2007, ημέρα Παρασκευή και ώρα 10.00', προκειμένου το Δικαστήριο να εκδώσει την απόφασή του, παρήγγειλε δε ο Πρόεδρος....Επελθούσης της παραπάνω ημέρας, την 4.5.2007 και ώρα 10.00' το Δικαστήριο αφού επανήλθε στην έδρα του και ο Πρόεδρος βεβαιώθηκε για την παρουσία των παραγόντων της δίκης δημοσίευσε, αμέσως, την απόφασή του, με αριθμό 209/2007 η οποία είναι η εξής:.....". Στη σελίδα 182 ότι " Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε αμέσως στο ακροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση". Στη σελίδα 185 ότι " Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε αμέσως στο ακροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση". Βάσει των περικοπών αυτών των πρακτικών και ιδίως της σελίδας 1 που αφορά τη συνεδρίαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών προς εκδίκαση της υπόθεσης, της σελίδας 182 που αφορά το σκέλος της απόφασης για την ενοχή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και της σελίδας 185 που αφορά το σκέλος της απόφασης για την ποινή και όσων εκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, καθίσταται σαφές ότι όλες οι συνεδριάσεις του πιο πάνω Δικαστηρίου έγινα δημόσια και επιτρεπόταν στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις, οι δε αποφάσεις τούτου (Δικαστηρίου) τόσο για την ενοχή όσο και για την ποινή των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων απαγγέλθηκαν δημόσια και επιτρεπόταν στον καθένα να παρακολουθήσει ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως του Χ3 και των προσθέτων των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από όλα τα παραπάνω, απορριπτομένων, όλων των λόγων αναιρέσεως και μη υπάρχοντος άλλου παραδεκτού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως μαζί με τους πρόσθετους λόγους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος νομίμως ως πολιτικώς ενάγοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Πατρών Άγιος Ανδρέας" (άρθρ 176 και 183 ΚΠολΔ), περιοριζομένη, όπως στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν.3693/1957, όπως ισχύει. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 18 Ιουνίου 2007, 18 Ιουνίου 2007 και 7 Ιουνίου 2007 αιτήσεις και τους από 23 Νοεμβρίου 2007, 23 Νοεμβρίου 2007 και 22 Νοεμβρίου 2007 πρόσθετους επ' αυτών λόγους αναιρέσεως των Χ1, Χ2 και Χ3, αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 112Α-137-209/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Πατρών Άγιος Ανδρέας" την οποία προσδιορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στοιχεία υπεξαίρεσης και υπεξαίρεσης στην υπηρεσία. Στοιχεία πλαστογραφίας. Στοιχεία απιστίας. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη της αναιρεσείουσας για: α) υπεξαίρεση στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα κατ’ εξακολούθηση σε βάρος ΝΠΔΔ, β) πλαστογραφία και γ) απιστία. Στοιχεία απάτης (κοινής) και κακουργηματικής. Προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 393 παρ. 2 του ΠΚ. Μεταξύ των προσώπων που δεν επιτρέπεται να εξεταστούν ως μάρτυρες κατ’ άρθρο 211 εδ. α΄ ΚΠΔ συμπεριλαμβάνονται και όσοι άσκησαν προανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση. Η ένορκη διοικητική εξέταση, μετά την ισχύ του Ν. 3160/2003, εξομοιώνεται με την προκαταρκτική υπόθεση. Η εξομοίωση αυτή αφορά και την απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποίησης εις βάρος του μετέπειτα κατηγορουμένου των ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων του ιδίου που έχουν ληφθεί όχι μόνο σε οποιοδήποτε διαδικαστικό στάδιο της ίδιας ποινικής δίκης, όταν αυτός είχε ακόμη την ιδιότητα του μάρτυρα, αλλά και κατά την διενέργεια συναφούς διοικητικής εξέτασης. Δεν εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση η προκαταρκτική πειθαρχική έρευνα και συνεπώς εκείνος που διενήργησε προκαταρκτική έρευνα προς διαπίστωση πειθαρχικού παραπτώματος, δεν κωλύεται να εξεταστεί ως μάρτυρας. Αρχή της δημοσιότητας της δίκης. Η έλλειψη της δημοσιότητας της συνεδριάσεως αποδεικνύεται μόνο από τα σχετικά πρακτικά. Εφόσον στα πρακτικά ή την απόφαση αναφέρεται ότι η συνεδρίαση έγινε δημόσια, συνάγεται σαφώς ότι και η απόφαση απαγγέλθηκε δημόσια. Το ίδιο και εάν έγιναν επανειλημμένες διακοπές, εφόσον δεν αναφέρεται ότι διατάχθηκε η κεκλεισμένων των θυρών συζήτηση, μη απαιτουμένου όπως μετά κάθε διακοπή να επαναλαμβάνεται ότι η συνεδρίαση έγινε δημόσια. Απορρίπτει αναίρεση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Απιστία, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία, Μάρτυρες, Δημοσιότητα διαδικασίας.
0
Αριθμός 1853/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Χατζημιχάλη, για αναίρεση της 8754/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2 και πολιτικώς ενάγοντες τους 1) Ψ1, 2) Ψ2 και 3) Ψ3, οι οποίοι παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Παπαπετρόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 418/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Για τη θεμελίωση, επομένως, του εγκλήματος της απλής δυσφημήσεως απαιτείται: α)ισχυρισμός ή διάδοση με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη αυτού και β) δόλος του δράστη, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέλησή του να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το εν λόγω γεγονός. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Περαιτέρω από τις διατάξεις των παραγρ. 1 και 2 του άρθρου 367 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ' αρχήν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξυβρίσεως και της δυσφημήσεως, εκτός από άλλες περιπτώσεις και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπολήψεως άλλου εκδήλωση γίνεται για την εκπλήρωση νομίμου καθήκοντος, όπως είναι και η υποχρέωση του μάρτυρα να καταθέσει στο δικαστήριο κάθε τι που γνωρίζει ή από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με τον απαραίτητο, όμως, όρο ότι η εκδήλωση αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο, για την εκπλήρωση του νομίμου καθήκοντος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος. Κατ' εξαίρεση, όμως, δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως και παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, όταν συντρέχει περίπτωση συκοφαντικής δυσφημήσεως, καθώς και όταν από τον τρόπο της εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ενώ η εσφαλμένη εκτίμησή τους από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων και η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία κατά την ανωτέρω έννοια απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, όπως είναι και ο στηριζόμενος στο ανωτέρω άρθρο 367 του ΠΚ, υπό την προϋπόθεση ότι προτάθηκαν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων μηνών για απλή δυσφήμηση κατά συρροήν με συνδρομή της κατ' άρθρο 84 § 2α' ΠΚ ελαφρυντικής περιστάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως στο αιτιολογικό της, μετά από εκτίμηση των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν (για τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του Χ2) τα εξής: "Στις 24-1-2001, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συζητήθηκε η από .... αίτηση του αθλητικού σωματείου ".....", για το διορισμό προσωρινής διοικήσεως στην αθλητική ομοσπονδία "Ελληνική Ομοσπονδία ...." (....), της οποίας είναι μέλος, λόγω λήξεως της θητείας των αιρετών της μελών. Πρόεδρος του αιτούντος σωματείου ήταν τότε ο 1ος κατηγορούμενος Χ2, ο οποίος είχε διατελέσει και αντιπρόεδρος στο απερχόμενο διοικητικό συμβούλιο της ως άνω ομοσπονδίας. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως εξετάστηκε ως μάρτυρας του αιτούντος σωματείου ο 2ος κατηγορούμενος Χ1 (είναι ο αναιρεσείων), ο οποίος, μεταξύ άλλων, εξεταζόμενος, κατέθεσε και τα ακόλουθα: "...Η διοίκηση αυτή είχε δημιουργήσει μια ομάδα προσώπων που λεγόταν εκτελεστική επιτροπή. Έπαιρναν αποφάσεις ερήμην. Ο κ.Ψ2, ο κ.Ψ1, ο κ.Ψ3, ο κ....... και ο κ......... ήταν μέλη της εκτελεστικής επιτροπής που έπαιρνε παράνομα αποφάσεις και έκανε παράνομη και καταχρηστική διοίκηση... Δεν υπήρχε διαφάνεια. Διαπιστώθηκε με καταγγελία του κ. Χ2, ότι στα ποσά που εισέπραξε η Ομοσπονδία από επιχορηγήσεις το 1999 υπήρχε διαφορά 47 εκατομμυρίων... λείπουν 47 εκατομμύρια και συμπεραίνουμε ότι υπάρχει υπεξαίρεση 47 εκατομμυρίων... Μια επιτροπή 5 ατόμων έπαιρνε αποφάσεις... έπαιρνε αυθαίρετες αποφάσεις η επιτροπή. Έβαλε παράβολο για το δελτίο αθλητή με απόφαση η. εκτελεστική επιτροπή 7.500 δραχμές. Δεν γνωρίζω ότι αυτή είναι απόφαση της γενικής συνέλευσης... η κ. ...... εξέτασε στην Ομοσπονδία και είπε τι διαπιστώθηκε.. .Έχουμε καταστάσεις του ΟΠΑΠ που δείχνουν τις εγκρίσεις και τις εισπράξεις των επιχορηγήσεων... αν στη χρήση του 2000 εμφανιστεί όλο το ποσό που λείπει, είτε η Ομοσπονδία θέλει να καλύψει το κενό, είτε πράγματι όλο το έλλειμμα εισεπράχθη το 2000. Αν έγινε υπεξαίρεση είναι αδύνατο να εμφανιστεί όλο το ποσό...". Αναφορικά με το ως άνω περιεχόμενο της κατάθεσης του 2ου κατηγορουμένου και ειδικότερα σε σχέση με τα περί υπεξαιρέσεως, αποδεικνύεται, ότι η .... επιχορηγείται από τη ΓΤΑ, μέσω της ΟΠΑΠ Α.Ε, για δε το έτος 1999 το ύψος των σχετικών επιχορηγήσεων, που είχαν εγκριθεί προς τούτο ανήλθε στο συνολικό ποσό των 179.350.000 δραχμών. Από το ποσό τούτο, μέσα στο έτος 1999, εκταμιεύθηκε προς την ... και εισπράχθηκε από αυτήν το ποσό των 134.095.000 δραχμών. Έτσι, στον οικείο απολογισμό της ...., αναφορικά με τις επιχορηγήσεις που εισέπραξε το 1999, αναφέρονται τα ποσά των 108.000.000 δραχμών και 26.095.000 δραχμών, δηλαδή συνολικά 134.095.000 δραχμές, ενώ δεν περιλαμβάνεται το ποσό των 45.255.000 δραχμών, το οποίο εισπράχθηκε μεταγενέστερα, μέσα στο 2000. Μάλιστα, ο εν λόγω απολογισμός εγκρίθηκε με την .... απόφαση του ΓΓΑ. Ο 1ος κατηγορούμενος, έχοντας υπόψη του το .... έγγραφο της ΟΠΑΠ Α.Ε προς το σωματείο ".....", που όμως αναφέρεται στο σύνολο των ως άνω επιχορηγήσεων, καθώς και το ..... έγγραφο της ΓΓΑ προς την ...., με το οποίο την καλούσε να προβεί άμεσα σε απολογισμό, για το έτος 1999, ποσού 47.000.000 δραχμών (παρά το ότι είχε ήδη εγκριθεί από το ΓΓΑ ο απολογισμός για το έτος 1999), υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 18/1/01 μηνυτήρια αναφορά κατά των εγκαλούντων Ψ2, Ψ3 και Ψ1, με αποτέλεσμα να ασκηθεί εναντίον τους ποινική δίωξη, για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης από υπαλλήλους ν.π.ι.δ., σε βαθμό κακουργήματος, σχετικά με το ως άνω ποσό των 45.255.000 δραχμών, αλλά το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το αμετάκλητο 3318/02 βούλευμά του, δεχόμενο τα παραπάνω περιστατικά, ότι δηλαδή το εν λόγω ποσό δεν είχε .εισπραχθεί μέσα στο 1999, αποφάνθηκε, να μη γίνει κατηγορία εναντίον τους. Επίσης, τα ίδια δέχτηκε και το ελεγκτικό συμβούλιο της ΓΓΑ, με την από ..... έκθεση ελέγχου του, μετά από λογιστικό και διαχειριστικό έλεγχο, που διενήργησε στην ...., για το χρονικό διάστημα από 1/1/97 έως 28/2/01, κατόπιν της από 5/2/01 καταγγελίας του σωματείου ".....". Γίνεται δε δεκτό με την ως άνω έκθεση, ότι οι επιχορηγήσεις (τακτικές και έκτακτες) για κάθε ελεγχόμενο έτος πιστοποιήθηκαν ως προς το χρόνο καταβολής από την αρμόδια διεύθυνση του ΟΠΑΠ και συμφωνούν με τα δεδομένα του βιβλίου εσόδων-εξόδων της Ομοσπονδίας. Το ότι ο 2ος κατηγορούμενος σχετίζει το επικαλούμενο γεγονός της υπεξαιρέσεως με τους τρεις ως άνω εγκαλούντες Ψ2, Ψ1 και Ψ3 προκύπτει ευθέως από αυτό τούτο το περιεχόμενο της επίμαχης κατάθεσής του, όπου τους κατονομάζει συγκεκριμένα, ως τα πρόσωπα της διοίκησης, που σαν ομάδα έπαιρναν αποφάσεις και διοικούσαν και στην οποία διοίκηση αποδίδεται το έλλειμμα των 47.000.000 δραχμών από τις επιχορηγήσεις του 1999, επικαλούμενος, μάλιστα, την καταγγελία του 1ου κατηγορουμένου, ο οποίος όπως ήδη αναφέρθηκε καταμήνυσε συγκεκριμένα τους ως άνω εγκαλούντες για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης. Οι επίμαχοι ισχυρισμοί του 2ου κατηγορουμένου, ότι δηλαδή διαπιστώθηκε με καταγγελία του 1ου κατηγορουμένου, πως υπήρχε διαφορά 47.000.000 δραχμών από τις επιχορηγήσεις που εισέπραξε η Ομοσπονδία το 1999 και ότι λείπουν 47.000.000 δραχμές και η με βάση αυτή τη διαπίστωση εκφορά συμπεράσματος, σχετιζόμενου άμεσα με τα παραπάνω, ότι υπάρχει υπεξαίρεση 47.000.000 δραχμών, συνιστούν γεγονότα κατά την έννοια, που αναπτύχθηκε στη μείζονα σκέψη. Όμως, οι εν λόγω ισχυρισμοί του 2ου κατηγορουμένου, που διαδόθηκαν ενώπιον τρίτων (δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γραμματέα της έδρας και των άλλων προσώπων, που παρακολουθούσαν τη διεξαγωγή της δίκης), μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των ως άνω τριών-εγκαλούντων, καθόσον τους εμφάνιζαν, να μετέρχονται παράνομες πράξεις και μάλιστα εκείνη της υπεξαιρέσεως των επιχορηγήσεων της ΓΓΑ, κατά την εκ μέρους τους ενάσκηση της διοικήσεως στην ως άνω ομοσπονδία. Εξάλλου, ανεξάρτητα από το ότι 2ος κατηγορούμενος, ενόψει των ως άνω περιστάσεων, δικαιούτο να αμφιβάλει για την αλήθεια τούτων, όπως ήδη έγινε δεκτό από την πρωτόδικη απόφαση, ο ίδιος προέβη, με τη θέλησή του, στην κατά τα παραπάνω διάδοσή τους, γνωρίζοντας, ότι μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των ως άνω τριών εγκαλούντων, ενόψει, μάλιστα, του ότι και εκείνος είχε διατελέσει στο παρελθόν μέλος στην εν λόγω διοίκηση και συνεπώς ήταν σε θέση να γνωρίζει τις δυσμενείς εντυπώσεις που δημιουργεί σε τρίτους η απόδοση, στους διοικούντες τα αθλητικά σωματεία, πράξεων υπεξαιρέσεως των χρημάτων, με τα οποία επιχορηγούνται από το Δημόσιο. Επομένως, στοιχειοθετείται κατά τα υποκειμενικά και αντικειμενικά της στοιχεία, η αξιόποινη πράξη της απλής δυσφήμισης σε βάρος των ως άνω τριών εγκαλούντων, ως προς το επίμαχο τμήμα της καταθέσεως του 2ου κατηγορουμένου, που αναφέρεται στο διατακτικό και πρέπει, ν' απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος, ο ισχυρισμός του, περί του ότι αυτοί δεν νομιμοποιούνται, να παρασταθούν, ως πολιτικώς ενάγοντες, στην προκείμενη δίκη. Ο 2ος κατηγορούμενος, με αυτοτελή ισχυρισμό που πρόβαλε, ισχυρίστηκε, ότι προέβη στην επίμαχη κατάθεση του, προς εκπλήρωση νόμιμου καθήκοντός του, ως μάρτυρα, που κατέθεσε την αλήθεια και από δικαιολογημένο αθλητικό ενδιαφέρον, καθόσον επί δεκαετία είχε προσφορά στο άθλημα του καράτε, με αποτέλεσμα να αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του. Ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός του, αναφορικά με το παραπάνω τμήμα της επίμαχης κατάθεσής του, είναι απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα, το νόμιμο καθήκον του ως μάρτυρα και η προστασία του εύλογου αθλητικού του ενδιαφέροντος εξαντλούνται με την κατάθεση αληθών περιστατικών και όχι με την έκθεση αναληθών (περί υπεξαιρέσεως), για τα οποία δεν είχε άμεση γνώση και αντίληψη, ενόψει ιδίως και του ότι ήδη ήταν εκκρεμής η σχετική ποινική διαδικασία, η οποία δεν είχε καταλήξει σε αποτέλεσμα, επιβεβαιωτικό των καταγγελιών του 1ου κατηγορουμένου. Έτσι, το τμήμα της καταθέσεώς του, που αναφέρεται στο ότι διαπιστώθηκε με καταγγελία του 1ου κατηγορουμένου, ότι υπήρχε διαφορά 47.000.000 δραχμών από τις επιχορηγήσεις που εισέπραξε η Ομοσπονδία το 1999 και ότι λείπουν 47.000.000 δραχμές και η με βάση αυτή τη διαπίστωση εκφορά συμπεράσματος ότι υπάρχει υπεξαίρεση 47.000.000 δραχμών, συνιστούσε εκδήλωση, που στη συγκεκριμένη περίπτωση υπερέβαινε το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο, για την άσκηση του νομίμου καθήκοντος του ως μάρτυρα και την ικανοποίηση του αθλητικού του ενδιαφέροντος. Επομένως ο 2ος κατηγορούμενος πρέπει, να κηρυχτεί ένοχος, για την αξιόποινη πράξη της απλής δυσφήμησης, σε βάρος των πιο πάνω τριών εγκαλούντων αναφορικά με το ως άνω και στο διατακτικό αναφερόμενο τμήμα της καταθέσεώς του.....". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 362 του ΠΚ, την οποία ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται ότι ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ενώπιον των μνημονευομένων τρίτων, με τη δοθείσα μαρτυρική κατάθεσή του, ότι από το ταμείο της Ομοσπονδίας .... είχαν υπεξαιρεθεί 47.000.000 δρχ., υπαινισσόμενος ότι οι εγκαλούντες περιλαμβάνονται στον κύκλο των δραστών της υπεξαιρέσεως αυτής, τα οποία, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα απ' τον αναιρεσείοντα, αποτελούν ισχυρισμό περί γεγονότος και όχι έκφραση γνώμης ή κρίση, προσβάλλουν δε την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων. Περαιτέρω επαρκώς αιτιολογείται γιατί δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της απλής δυσφημήσεως, για την οποία πρόκειται, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 367 του ΠΚ, την εφαρμογή του οποίου, προβληθείσα με αυτοτελή ισχυρισμό απ' τον αναιρεσείοντα, ορθώς απέκρουσε το Εφετείο, διότι, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το άρθρο αυτό, για τους λόγους που λεπτομερώς αναφέρονται στην ανωτέρω παρατεθείσα αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Η χρήση, σχετικώς, στην αιτιολογία αυτή της φράσεως "εκφορά συμπεράσματος", αποδιδομένου στον αναιρεσείοντα, δεν δηλώνει παραδοχή του Εφετείου ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων εξέφρασε κρίση περί γεγονότος, αλλά η φράση αυτή, συνεκτιμώμενη με τα συμφραζόμενά της και την αμέσως προηγούμενη αυτής αιτιολογία της αποφάσεως, με την οποία δέχθηκε το δικαστήριο ότι ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε το δυσφημιστικό γεγονός της υπεξαιρέσεως 47.000.000 δρχ. από το ταμείο της Ομοσπονδίας ....., δηλώνει παραδοχή ότι ο αναιρεσείων άφησε να εννοηθεί συμπερασματικώς ότι οι εγκαλούντες είχαν σχέση με το έλλειμμα του εν λόγω ταμείου κατά το ανωτέρω ποσόν. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, το μεν ανάγονται σε αντίθεση, κατ' αυτόν, του περιεχομένου των επισημαινομένων αποδεικτικών μέσων (εγγράφων και μαρτύρων) προς το πόρισμα της αποφάσεως, η οποία, όμως, δεν αποτελεί αναιρετική πλημμέλεια, αλλά καταλήγει σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του Εφετείου, ως εσφαλμένης, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς, το δε πλήττον την υπό του Εφετείου εκτίμηση των αποδείξεων γενικώς, ως εσφαλμένη, η οποία δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως, και μάλιστα σε σχέση με την υπό του αναιρεσείοντος γνώση της αναλήθειας του υπ' αυτού ισχυρισθέντος γεγονότος, η οποία είναι αδιάφορος επί απλής δυσφημήσεως, για την οποία η καταδίκη του αναιρεσείοντος. Κατ' ακολουθίαν, οι αντίθετοι προς τ' ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, συνακολούθως δε να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Ποιν.Δ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8 Μαρτίου 2007 αίτηση του Χ1, περί αναιρέσεως της 8754/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απλή δυσφήμηση. Στοιχεία. Έννοια γεγονότος. Πότε αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδηλώσεως κατ’ άρθρον 367 ΠΚ. Αιτιολογημένη απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού περί άρσεως του άδικου χαρακτήρα κατ’ άρθρο 367 ΠΚ και αιτιολογημένη καταδίκη για απλή δυσφήμηση. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Δυσφήμηση απλη.
0
Αριθμός 1852/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χ1 και 2)Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Χειρδάκη, για αναίρεση της 51344/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον .... .Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 31 Ιανουαρίου 2006 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 729/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι υπό κρίση δύο αιτήσεις αναιρέσεως, από 31-1-2006, των Χ1 και Χ2, κατά της 51344/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Κατά το άρθρο 23 περ. Β2 του Ν. 248/1914, οι παραβάτες του νόμου αυτού και των σε εκτέλεσή του εκδιδομένων προεδρικών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 1.000.000 δρχ. Κατά δε το άρθρο 19 (που αναριθμήθηκε σε 18) του Π.Δ 204/1996, εκδοθέντος κατά την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 20 § 1 του ανωτέρω Ν. 248/1914, το οποίο ίσχυε κατά τον ενδιαφέροντα εν προκειμένω κατωτέρω χρόνο (καταργηθέν με το ΠΔ 79/2007), η παρασκευή και αποθήκευση προϊόντων κρέατος σε καταστήματα λιανικής πωλήσεως ή σε χώρους δίπλα στα σημεία πωλήσεως, όπου η παρασκευή και η αποθήκευση πραγματοποιούνται με μοναδικό σκοπό την άμεση πώληση στον καταναλωτή, χωρίς μεταφορά ή προσυσκευασία, επιτρέπεται κατόπιν άδειας λειτουργίας του καταστήματος λιανικής πωλήσεως κρεάτων ή του χώρου δίπλα σε κατάστημα λιανικής πωλήσεως κρεάτων, η οποία χορηγείται με απόφαση του Νομάρχη, μετά από εισήγηση της αρμόδιας περιφερειακής Κτηνιατρικής Υπηρεσίας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 51344/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απαγγέλθηκε ανεκκλήτως για τους αναιρεσείοντες, αφού η επιβληθείσα σ' αυτούς ποινή (2 μηνών φυλάκιση) δεν υπερβαίνει τις 60 ημέρες φυλακίσεως (άρθρο 489 § 1 περιπτ. β' Κ.Ποιν.Δ) και επομένως οι ανωτέρω κρινόμενες αιτήσεις είναι παραδεκτές (άρθρο 504 § 1 Κ.Ποιν.Δ), το δικάσαν Πλημμελειοδικείο, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεώς του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει, κατ' είδος, αποδείχθηκαν για τους αναιρεσείοντες τα ακόλουθα: Στη Θεσσαλονίκη, την 14-8-2001, όντες ο μεν Χ2 Πρόεδρος ο δε Χ1 Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας με το διακριτικό τίτλο CARREFOUR ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ που απερρόφησε την εταιρία "ΝΙΚΗ ΑΕ", ιδιοκτήτρια του λειτουργούντος επί της Λεωφόρου Γεωργικής Σχολής 127 στην Πυλαία Θεσσαλονίκης σούπερ μάρκετ, παρασκεύασαν και εξέθεσαν προς πώληση στις βιτρίνες - ψυγεία του κρεοπωλείου, που βρισκόταν εντός του ανωτέρω σούπερ-μάρκετ, κιμά και παρασκευάσματα κρέατος βοοειδών, χοίρων και πουλερικών (σουβλάκια, πανσέτες, τηγανιά και κοτόπουλα τεμαχισμένα) συσκευασμένα σε ατομική συσκευασία, καλυμμένα με διαφανή μεμβράνη χωρίς τις προβλεπόμενες ενδείξεις, αφού τα ανασυσκεύασαν στις συσκευασίες αυτές από άλλες μεγαλύτερες, χωρίς να έχουν σκοπό την άμεση πώληση στον καταναλωτή και χωρίς να κατέχουν άδεια λειτουργίας καταστήματος λιανικής πωλήσεως κρέατος από το Νομάρχη Θεσσαλονίκης, μετά από εισήγηση της αρμόδιας κτηνιατρικής υπηρεσίας, ενώ αυτό απαγορεύεται. Με τις παραδοχές αυτές η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι η εκ των ανωτέρω διατάξεων του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ επιβαλλόμενη, καθόσον δεν διευκρινίζεται αν οι αναιρεσείοντες, κατά το καταστατικό της εταιρίας CARREFOUR ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ ή με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εκπροσωπούσαν την εν λόγω εταιρία κατά τον ως άνω χρόνο (14-8-2001), ευθυνόμενοι εντεύθεν για την ανωτέρω παράβαση, ενόψει του ότι η ανώνυμη εταιρία κατά νόμον (άρθρο 18 ν. 2190/1920) εκπροσωπείται από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής που δρα συλλογικώς και επομένως μόνη η ιδιότητα των αναιρεσειόντων ως Προέδρου και Αντιπροέδρου, αντιστοίχως, του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας αυτής δεν παρείχε σ' αυτούς άνευ άλλου εξουσία εκπροσωπήσεως της. Επιπλέον η ασάφεια αυτή καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 18 του ΠΔ 204/1996 και 23 περ. Β2 του Ν. 248/1914. Επομένως οι σχετικοί με την έλλειψη αιτιολογίας και την έλλειψη νόμιμης βάσεως λόγοι των ένδικων αιτήσεων εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ, Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους αναιρεσείοντες, παρισταμένου μετά ταύτα άνευ αντικειμένου του τρίτου λόγου των αιτήσεων που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από τη μη δόση του λόγου στο συνήγορο που εκπροσώπησε τους κατηγορουμένους-αναιρεσείοντες επί της επιβλητέας ποινής. Ακολούθως η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που τη δίκασε προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 51344/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κατά τα κεφάλαιά της που αφορούν στους αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστή άλλο, από εκείνον που δίκασε προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναιρείται η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για παράβαση του άρθρου 18 (19) του ΠΔ 204/1996 (παρασκευή και αποθήκευση προϊόντων κρέατος σε καταστήματα λιανικής πωλήσεως κατόπιν αδείας δι’ αποφάσεως του οικείου Νομάρχη μετά εισήγηση της Κτηνιατρικής Υπηρεσίας), λόγω ελλείψεως αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, διότι προς θεμελίωση ευθύνης των αναιρεσειόντων για το ανωτέρω αδίκημα δεν αρκεί μόνη η ιδιότητά τους ως Προέδρου και Αντιπροέδρου αντιστοίχως του ΔΣ της ΑΕ σε σούπερ-μάρκετ της οποίας λειτουργούσε το άνευ αδείας κατάστημα λιανικής πωλήσεως κρέατος.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Κρέατος προϊόντα.
0
Αριθμός 1850/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο (ο οποίος ορίσθηκε, προς συμπλήρωση της συνθέσεως, με τη με αριθμό 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Ράπτη, για αναίρεση της με αριθμό 2.282/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα τη ........, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χριστόδουλο Τσακιρέλλη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7 Σεπτεμβρίου 2007, 10 Σεπτεμβρίου 2007 και 7 Σεπτεμβρίου 2007, τρείς (3) τον αριθμό, αυτοτελείς αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1729/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Εισάγονται προς συζήτηση η από 7-9-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, η από 10-9-2007 αίτηση του Χ2 και η από 7-9-2007 αίτηση του Χ3, για αναίρεση της υπ' αριθμ.2.282/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Οι αιτήσεις έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, πρέπει να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν κατ' ουσίαν. ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μέσης συνέσεως και ευσυνείδητος άνθρωπος, που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψή του. Περαιτέρω, όταν η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς του δράστη, η οποία προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για την κατ' αυτόν τον τρόπο τελούμενη ανθρωποκτονία από αμέλεια, που συντελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή όχι μόνο των όρων του άρθρου 28 ΠΚ αλλά και εκείνων του άρθρου 15 ΠΚ. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στη διακώλυση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ύπαρξη τέτοιας ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως σε έγκλημα που τελείται από παράλειψη μπορεί να πηγάζει είτε από ρητή διάταξη του νόμου, ή σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, τα οποία συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου, είτε από σύμβαση είτε από προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος και πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στην απόφαση, επιπροσθέτως δε να προσδιορίζεται και ο επιτακτικός κανόνας του δικαίου από τον οποίο πηγάζει. ΙΙΙ. Στο Π.Διάταγμα 17/1996 "περί μέτρων για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων ", (ΦΕΚ 11/18-1-1996) το οποίο εκδόθηκε εις εναρμόνιση με τις οδηγίες 89/391 και 91/383 της ΕΟΚ, στις διατάξεις των άρθρων 7 και 8 ορίζονται ότι ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ω προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων και επιπρόσθετα οφείλει α) Να έχει στη διάθεσή του μια γραπτή εκτίμηση των υφισταμένων κατά την εργασία κινδύνων για την ασφάλεια και την υγεία, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν ομάδες εργαζομένων οι οποίοι εκτίθενται σε ιδιαίτερους κινδύνους. Η εκτίμηση αυτή πραγματοποιείται από τους τεχνικό ασφαλείας, γιατρό εργασίας, ΕΣΥΠΠ ή ΕΞΥΠΠ, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις β) Να καθορίζει τα μέτρα προστασίας που πρέπει να ληφθούν και αν χρειασθεί, το υλικό προστασίας που πρέπει να χρησιμοποιηθεί. Περαιτέρω, στο άρθρο 16 του ίδιου Π.Δ ορίζεται ότι σε κάθε κατασκευαστή, παρασκευαστή ή εισαγωγέα ή προμηθευτή που παραβαίνει από αμέλεια ή πρόθεση τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος επιβάλλονται οι ποινικές κυρώσεις του άρθρου 24 του Ν.2224/1994. Επηκολούθησε η έκδοση του υπ' αριθμ. 305/1996 Δ.Δ/τος (ΦΕΚ 212/29 Αυγούστου 1996) "περί των ελαχίστων προδιαγραφών ασφάλεια και υγείας στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια" το οποίο και αυτό εκδόθηκε εις εναρμόνιση προς την οδηγία 92/57 της ΕΟΚ. Στις διατάξει του άρθρου 3 παρ.3, 4 εδ.β'και 5, 6 εδ.γ' αυτού ορίζονται ότι πριν από την έναρξη λειτουργίας του εργοταξίου ο εργολάβος ολόκληρου του έργου και αν δεν υπάρχει, ο κύριος του έργου, μεριμνά για την εκπόνηση σχεδίου ασφαλείας και υγείας και για την κατάρτιση φακέλου ασφαλείας και υγείας. Η υποχρέωση εκπόνησης σχεδίου ασφαλείας και υγείας υπάρχει α) Σε κάθε περίπτωση που σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου απαιτείται συντονιστής σε θέματα σφαλείας και υγείας κατά την εκπόνηση της μελέτης του έργου, β) όταν οι εργασίες που πρόκειται να εκτελεσθούν ενέχουν ιδιαιτέρους κινδύνους όπως αυτές απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ του άρθρου 12 του παρόντος διατάγματος, γ) όταν απαιτείται εκ των προτέρων γνωστοποίηση σύμφωνα με την παράγραφο 12 του παρόντος άρθρου, 5) Στο σχέδιο ασφαλείας και υγείας περιγράφονται α) Οι κανόνες που θα εφαρμόζονται στα εργοτάξια, αφού ληφθούν υπόψη οι τυχόν δραστηριότητες εκμετάλλευσης που διεξάγονται στον τόπο του έργου, β) Ειδικά μέτρα για τις εργασίες που περιλαμβάνονται σε μία ή περισσότερες κατηγορίες του παραρτήματος ΙΙ του άρθρου 12 του παρόντος διατάγματος 6) Το σχέδιο υγείας και ασφαλείας πρέπει επίσης να περιλαμβάνει στοιχεία για α) την προσπέλαση στο εργοτάξιο και την ασφαλή πρόσβαση στις θέσεις εργασίας, β) την ανάλυση πορείας κατασκευής σε φάσεις, γ) την κυκλοφορία πεζών και οχημάτων εντός του εργοταξίου, δ) την ανάλυση μεθόδων εργασίας κατά φάσεις, ε) τον καθορισμό των χώρων αποθήκευσης υλικών και τρόπου αποκομιδής αχρήστων, στ) τις συνθήκες αποκομιδής επικίνδυνων υλικών, ζ) τη διευθέτηση χώρων υγιεινής, εστίασης και Α' Βοηθειών, η) την μελέτη κατασκευής ικριωμάτων όταν δεν περιγράφονται από τις ισχύουσες διατάξεις. Τέλος, στο παράρτημα IV του άνω Π.Δ/τος και στο άρθρο 10 αυτού ορίζονται οι προδιαγραφές ασφαλείας για τις οδούς κυκλοφορίας και τις ράμπες φόρτωσης αναφορικά με τον τρόπο κατασκευής και την χωροθέτησή τους εντός του εργοταξίου, ενώ στο άρθρο 14 παρ.2 επαναλαμβάνεται η όμοια ρύθμιση του άρθρου 16 του Π.Δ 17/1996 και ορίζεται ότι σε κάθε κατασκευαστή, παρασκευαστή ή εισαγωγέα ή προμηθευτή που παραβαίνει από αμέλεια ή πρόθεση τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος επιβάλλονται κατά οι ποινικές κυρώσεις του άρθρου 24 του Ν.2224. Εξάλλου, κατ' ιδέαν φαινομένη συρροή ή απλή συρροή νόμων, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί συρροής εγκλημάτων του άρθρου 94 ΠΚ, υπάρχει όταν η εγκληματική δράση ενός προσώπου υπόκειται εκ πρώτης όψεως σε περισσότερους ποινικούς νόμους, πλην όμως από τη λογική και αξιολογική σχέση μεταξύ τους προκύπτει τελικά ότι ένας από αυτούς είναι εφαρμοστέος, ο οποίος έτσι αποκλείει την εφαρμογή των λοιπών που φαινομενικά μόνο συρρέουν. 'Ετσι φαινομένη συρροή υπάρχει στην περίπτωση εκείνη κατά την οποία περισσότεροι ποινικοί νόμοι, που καλύπτουν την όλη απαξία και υπόσταση της πράξεως, τελούν μεταξύ τους σε σχέση ειδικού προς γενικό, οπότε, κατά την αρχή της ειδικότητας, ο ειδικός νόμος, αν δεν διαλαμβάνει ρήτρα επικουρικότητας, αποκλείει την εφαρμογή του γενικού, αλλά και όταν οι περισσότερες πράξεις, που διώκονται ποινικά, δεν είναι μεταξύ τους ανεξάρτητες και αυτοτελώς κολάσιμες, διότι συγκροτούν την έννοια ενός και του αυτού εγκλήματος, είτε διότι η μία αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης, είτε διότι χρησιμεύει κατά το νόμο ως αναγκαίο μέσο για την εκτέλεσή της (Ολ. ΑΠ 179/1990). Στην προκείμενη περίπτωση οι προαναφερθείσες διατάξεις του Π.Δ 17/1996 θεσμοθετούν γενικές διατάξεις οι οποίες αναφέρονται στα μέτρα ασφαλείας και υγείας των εργαζομένων στους χώρους εργασίας γενικώς και καθιδρύουν γενική επίσης υποχρέωση του εργοδότη στη λήψη μέτρων εξασφαλιστικών της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας τους, στη μέριμνα για την προσαρμογή των μέτρων ανάλογα με τις μεταβολές των περιστάσεων και τον εφοδιασμό του με γραπτή εκτίμηση των κινδύνων. Αντίθετα, με τις αναφερθείσες διατάξεις και το παράρτημα IV του Π.Δ 305/1996 καθιερώνονται οι ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας των εργαζομένων ειδικώς στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια. Εντεύθεν, παρέπεται ότι επί εργαζομένων σε προσωρινά ή κινητά εργοτάξια, οι νεότερες διατάξεις του άνω Π.Δ 305/1996 ως ειδικές κατισχύουν των γενικών του Π.Δ 17/1996 και μεταξύ των διατάξεων αυτών υπάρχει σχέση φαινομένης συρροής, καθόσον οι ανωτέρω νόμοι τελούν μεταξύ τους σε σχέση ειδικού προς γενικό του πρώτου αποκλείοντος την εφαρμογή του τελευταίου. IV. H καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία εκείνα προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 2.282/2007 απόφασή του, με μνεία κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "......Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. της εδρεύουσας στο Χαλάνδρι Αττικής ανώνυμης εταιρείας υπό την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε.", η οποία είχε αναλάβει το έργο της κατασκευής των καθέτων αξόνων-οδικών κόμβων της Εγνατίας Οδού στην εξωτερική περιφερειακή οδό τη Θεσσαλονίκης, που αποτελούσε τμήμα του έργου "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ- ΤΜΗΜΑ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ από ΚΙ έως Κ4 (8.1/2/3)".Η εν λόγω εταιρία για τις ανάγκες κατασκευής του έργου που είχε αναλάβει, είχε εγκαταστήσει και λειτουργούσε, στο χώρο του λατομείου της εταιρείας "ΤΙΤΑΝ Α.Ε.", μονάδα θραύσης αδρανών υλικών-σπαστήρα (σπαστηροτριβείο) και συγκρότημα παραγωγής ασφαλτοσκυροδέματος, όπου ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, πολιτικός μηχανικός, είχε τοποθετηθεί, ως Διευθυντής του εργοταξίου και προϊστάμενος του εκεί εργατοτεχνικού προσωπικού, ενώ ο τρίτος κατηγορούμενος Χ3, είχε τοποθετηθεί ως εργοδηγός και υπεύθυνος για τη λειτουργία της εν λόγω μονάδος και του συγκροτήματος. Εργαζόμενος στην εν λόγω εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ήταν και ο θανών ........, με την ειδικότητα του οδηγού- χειριστού φορτηγού, τύπου ...., που είναι βαρύ όχημα - μηχάνημα μεταφοράς και εναπόθεσης πέτρινων όγκων και άλλων γαιωδών υλικών, ο οποίος χαρακτηρίστηκε από όλους τους μάρτυρες ως ιδιαίτερα έμπειρος στη χρήση του εν λόγω οχήματος. Στις 28-5-2003 ο ανωτέρω εργαζόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ...... μηχάνημα ......, φόρτωσε αδρανή υλικά από το σημείο εξόρυξης τους, εντός του εργοταξίου, με σκοπό να τα μεταφέρει, στην ευρισκόμενη σε απόσταση 20 μέτρων από το μηχάνημα του σπαστήρα των αδρανών υλικών, (που εκείνη την ημέρα δεν λειτουργούσε), υπαίθρια αποθήκη υλικών του εργοταξίου και να τα εναποθέσει σ' αυτήν. Όπως προέκυψε η εναπόθεση έπρεπε να γίνει στην υπαίθρια αποθήκη μέσω της ράμπας εκφόρτωσης που βρισκόταν στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο με τη χοάνη του σπαστήρα και σε απόσταση τουλάχιστον 4 μέτρων από το χείλος αυτής εν συνεχεία με τη χρήση φορτωτή να σπρωχθούν τα υλικά στο πρανές με μεγάλη κλίση [10-12 μέτρων], που υπήρχε παραπλεύρως της χοάνης. Τούτο δε έπρεπε να γίνει για να εξασφαλισθεί πλήρως η ασφάλεια του οδηγού του μηχανήματος, ο οποίος έπρεπε να κινηθεί υποχρεωτικά με την όπισθεν προς το χείλος της ράμπας, έχοντας περιορισμένη ορατότητα, δεδομένου ότι αυτό δεν είχε επισημανθεί κατάλληλα και δεν υπήρχε εντεταλμένος υπάλληλος για να τον καθοδηγεί κατά την οπισθοπορεία του οχήματος που οδηγούσε. Αντί όμως αυτός να εναποθέσει τα υλικά που μετέφερε, στην υπαίθρια αποθήκη και σε απόσταση από το χείλος [φρύδι] της ράμπας, κινήθηκε με την όπισθεν πλησίον του χείλους αυτής, με σκοπό να εναποθέσει τα υλικά, απ' ευθείας στο πρανές. Κατά τη στιγμή που το όχημα πλησίασε το χείλος, υποχώρησε το χωμάτινο δάπεδο και ανατράπηκε στο πρανές, με κατάληξη στη βάση αυτού. Αποτέλεσμα δε της πτώσης του ήταν να τραυματισθεί θανάσιμα ο ανωτέρω οδηγός του, υποστάς βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση και συγκεκριμένα, μετατραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία, υποσκληρίδιο αιμάτωμα δεξιά μετωποβρεγματικά με εικόνα εγκολεασμού και έντονο οίδημα δεξιού ημισφαιρίου, κάταγμα λιθοειδούς αριστερά και ινιακού οστού συστοίχως, θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής, κατάγματα πλευρών αριστερά και αιματουρία, εκδορές δεξιού μηρού και γόνατος και εκδορές αριστερού άκρου ποδός, εκ των οποίων τραυμάτων, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος του στις 2-6-2003. Ενόψει των αποδειχθέντων πιο πάνω πραγματικών περιστατικών και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, το ατύχημα και ο εντεύθεν θάνατος του ανωτέρω οδηγού οφείλεται, (πέραν της δικής του αμελούς συμπεριφοράς) και σε συντρέχουσα αμέλεια των κατηγορουμένων που κρίνεται ως μη συνειδητή, δεδομένου ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, έλειψε απ' αυτούς, κάθε πρόβλεψη για ενδεχόμενη παραγωγή του αξιοποίνου αποτελέσματος που προκλήθηκε από συγκεκριμένες παραλείψεις αυτών που τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα ο πρώτος απ' αυτούς ως εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας, όφειλε, έχοντας προς τούτο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζουσα, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, να εξασφαλίσει την ασφάλεια και την υγεία του ανωτέρω εργαζόμενου σ' αυτήν, ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας του, λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία μέτρα, (συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και παροχής των αναγκαίων μέσων) και να μεριμνήσει ώστε τα ανωτέρω μέτρα να προσαρμόζονται ανάλογα με τις μεταβολές των περιστάσεων, καθώς να επιδιώξει την βελτίωση των υφισταμένων καταστάσεων, έχοντας στη διάθεση του μία γραπτή εκτίμηση για την ασφάλεια, των υφιστάμενων κατά την εκτέλεση της ανωτέρω εργασίας κινδύνων, από τους κατά νόμον αρμόδιους προς τούτο. Όμως παρά την νομική αυτή υποχρέωση του ο προδιαληφθείς κατηγορούμενος, δεν μερίμνησε για την εκπόνηση κατάλληλου σχεδίου ασφαλείας και υγείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις παραπάνω διατάξεις, δεδομένου ότι η υπό εκτέλεση εργασία, στην οποία μετείχε και ο θανών, ενείχε ιδιαίτερους κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, καθώς τους εξέθεταν σε κινδύνους καταπλάκωσης ή πτώσης από ύψος, οι οποίοι επιδεινώνονταν ιδιαίτερα από τη φύση της δραστηριότητας και των μεθόδων που χρησιμοποιούνταν και από το περιβάλλον της θέσεως εργασίας και του έργου, φροντίζοντας στο ανωτέρω σχέδιο ασφαλείας να συμπεριλαμβάνονται στοιχεία για την κυκλοφορία των οχημάτων εντός του εργοταξίου, επί πλέον δε, δεν μερίμνησε για τον υπολογισμό, την τοποθέτηση, την διευθέτηση και κατασκευή των οδών κυκλοφορίας, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ράμπες φόρτωσης και εκφόρτωσης των υλικών, έτσι ώστε να μπορούν να χρησιμοποιούνται εύκολα, με πλήρη ασφάλεια και σύμφωνα με τον προορισμό τους, χωρίς οι εργαζόμενοι, όπως ο θανών, που απασχολούνται κοντά σε αυτές τις οδούς κυκλοφορίας να διατρέχουν οιονδήποτε κίνδυνο. Περαιτέρω οι λοιποί δύο κατηγορούμενοι, με τις ανωτέρω ιδιότητες τους, παρά το γεγονός ότι όφειλαν και μπορούσαν από τις περιστάσεις καταβάλουν την ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή που επέβαλαν οι περιστάσεις παρέλειψαν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του θανόντος στην επικίνδυνη ζώνη όπου αυτός εργαζόταν και ειδικότερα, δεν προέβησαν στην επισήμανση του συγκεκριμένου χώρου, ώστε αυτός να είναι ευκρινώς ορατός, και αναγνωρίσιμος, ούτε φρόντισαν να δώσουν εντολή να μην εναποτεθούν τα υλικά απ' ευθείας στο πρανές (αφού η χοάνη του σπαστήρα δεν λειτουργούσε την ημέρα του ατυχήματος), αλλά στην υπαίθρια αποθήκη και σε απόσταση ασφαλείας από το χείλος της ράμπας εκφόρτωσης, ούτε τοποθέτησαν άτομο επιφορτισμένο με τη καθοδήγηση των οδηγών κατά την οπισθοπορεία των οχημάτων που οδηγούσαν, επί πλέον δε, δεν μερίμνησαν για τη κατασκευή σταθερού δαπέδου στο χείλος της ράμπας εκφόρτωσης, ώστε να γίνεται με ασφάλεια η εναπόθεση των υλικών στο πρανές. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν άπαντες ένοχοι της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τους αποδίδεται, επί πλέον δε ένοχος ο πρώτος ως εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρείας και αθώοι οι λοιποί, της παραβάσεως από αμέλεια των ΠΔ 17/1996 και 305/1996, όπως ειδικότερα εκτίθεται στο διατακτικό της παρούσας....". Με τις παραδοχές αυτές, στο διατακτικό που αποτελεί με το σκεπτικό ενιαίο σύνολο και αλληλοσυμπληρώνονται, κήρυξε ενόχους και τους τρείς κατηγορουμένους-αναιρεσείοντες για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και επέβαλε σε καθένα από αυτούς ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών. Επί πλέον, τον κατηγορούμενο Χ1 τον κήρυξε ένοχο παραβάσεως τόσων των διατάξεων του Π.Δ 17/1996, όσον και εκείνων του Π.Δ 305/1996 και επέβαλε σ' αυτόν ξεχωριστή ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών για κάθε μία από τις ανωτέρω παραβάσεις. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση δεν περιέχει την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα και καθόσον αφορά τους αναιρεσείοντες Χ2 και Χ3 στους οποίους η απόφαση στο σκεπτικό τους καταλογίζει την εξ αμέλεια παράλειψη να λάβουν τα αναφερόμενα μέτρα ώστε να αποτραπεί το επελθόν εγκληματικό αποτέλεσμα, ουδόλως προσδιορίζει από πού απορρέει η ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως των ανωτέρω προς ενέργεια, που τείνει στη διακώλυση του αποτελέσματος, αν δηλαδή η υποχρέωση προς λήψη των μέτρων τα οποία δέχεται ότι δεν έλαβαν απορρέει από ρητή διάταξη του νόμου, ή σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, τα οποία συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση αυτών, είτε από σύμβαση είτε από προηγούμενη συμπεριφορά τους, δεδομένου ότι κατά τους σαφείς ορισμούς του άρθρου 3 παρ.3 του ΠΔ 305/1996, η εφαρμογή του οποίου κατισχύει, κατά τα προαναφερθέντα, η υποχρέωση λήψης μέτρων βαρύνει τον εργολάβο και τούτου μη υπάρχοντος τον κύριο του έργου, ιδιότητες οι οποίες κατά της παραδοχές της αποφάσεως δεν συντρέχουν στο πρόσωπο των κατηγορουμένων αυτών. Περαιτέρω, αναφορικά με τον αναιρεσείοντα Χ1, ενόψει των περί φαινομένης συρροής εκτεθέντων, σύμφωνα με τα οποία οι διατάξεις του Π.Δ 305/1996 κατισχύουν ως ειδικές και αποκλείουν στην προκείμενη περίπτωση την παράλληλη εφαρμογή των γενικών όρων του Π.Δ 17/1996, η προσβαλλόμενη απόφαση για τον κατηγορούμενο αυτό, ο οποίος κατά τις ανέλεγκτες ουασιαστικές παραδοχές της ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας, αντιφατικά δέχεται και εφαρμόζει για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σωρευτικώς τις διατάξεις αμφοτέρων των άνω Π.Δ/των, η αντίφαση δε αυτή επιτείνεται περαιτέρω από το γεγονός ότι τον ίδιο κατηγορούμενο στο διατακτικό της τον καταδικάζει εκτός από την ανθρωποκτονία από αμέλεια και για παράβαση των ανωτέρω Π.Δ/των ως αυτοτελείς για καθένα από αυτά πράξεις και του επιβάλλει ξεχωριστές ποινές. Μάλιστα δε για την παραβίαση των διατάξεων του Π.Δ 305/1996 στο διατακτικό αντιφατικά δέχεται και την εξ αμελείας και την από πρόθεση παραβίαση των διατάξεων αυτού. Τέλος, ενώ για τον σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης του το δικαστήριο δέχεται ότι μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων εκτίμησε και τα αναγνωστέα έγγραφα, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε τα εις τον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων περιεχόμενα α) σχέδιο ασφαλείας και υγείας του έργου και β) ημερολόγιο μέτρων ασφαλείας, αφού δεν περιέχει σκέψεις περί του αν τα άνω έγγραφα είχαν συνταχθεί από τον υπόχρεο εργοδότη και αφορούσαν πράγματι το συγκεκριμένο έργο στο οποίο παρείχε την εργασία του ο παθών. Συνεπώς, οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'και Ε' του ΚΠΔ με τους οποίους και οι τρεις αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες της έλλειψης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 2.282/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια και από παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας. Φαινόμενη συρροή μεταξύ των ΠΔ 17/1996 περί μέτρων ασφαλείας και υγείας των εργαζομένων. Το τελευταίο περιέχει τις ειδικές διατάξεις για τους εργαζόμενους σε προσωρινά και κινητά εργοτάξια και αποκλείει την εφαρμογή του πρώτου. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για ελλιπή και ασαφή αιτιολογία ως προς την εφαρμογή των άνω ΠΔ για τον ένα κατηγορούμενο και σε σχέση με την παράλειψη και τις προϋποθέσεις του άρθρου 15 του ΠΚ για τους λοιπούς.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.
0
Αριθμός 1849/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο (ο οποίος ορίσθηκε, προς συμπλήρωση της συνθέσεως, με τη με αριθμό 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Σούρλα, για αναίρεση της με αριθμό 358/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα το Συνεταιρισμό με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ...", που εδρεύει στο ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουνίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1258/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, αν, κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Στ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει, να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προσκλήθηκε από αυτή. Εξάλλου η από το Σύνταγμα και το νόμο επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή, αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς είναι απαράδεκτοι οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος περί υπάρξεως δεδικασμένου που προβλέπεται από το άρθρο 57 παρ. 1 του ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ο κατηγορούμενος πρόβαλε την ένσταση του δεδικασμένου επικαλούμενος ότι για την ίδια πράξη της απάτης ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας για την οποία καταδικάσθηκε πρωτοδίκως, σε προγενέστερο χρόνο με την υπ' αριθμ. 76.865/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών η οποία κατέστη αμετάκλητη αθωώθηκε, ζήτησε δε να κηρυχθεί απαράδεκτη η κατ' αυτού ποινική δίωξη. Το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεως και απέρριψε τον παραδεκτώς προβληθέντα σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Ήδη, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.ΣΤ, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των διατάξεων περί δεδικασμένου. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τον έλεγχο της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου, προκύπτουν τα επόμενα. Με την υπ' αριθμ. 76.865/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών η οποία, κατά την επ' αυτής υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα έχει καταστεί αμετάκλητη, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος για την πράξη της απάτης. Συνίστατο δε η απάτη του αυτή στο ότι στην Αθήνα, περί τα μέσα του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2001, εμφανίσθηκε στον Ψ1, νόμιμο εκπρόσωπο της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών ......, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...... Ε.Π.Ε." ως ενδιαφερόμενος να αγοράσει για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας ποσότητας τυροκομικών προϊόντων από τον Συνεταιρισμό. Έναντι δε του τιμήματος παρέδωσε σ' αυτόν την υπ'αριθμ. .......επιταγή ποσού 14.673,51 € της ALPHA BANK επί του υπ' αριθμ. ..... λογαριασμού καταθέσεων και παρέστησε προς αυτόν ψευδώς ότι η εταιρεία του έχει ανεπτυγμένο δίκτυο διανομής σε όλη την Ελλάδα τροφοδοτώντας με τυροκομικά προϊόντα εμπόρους, ότι είναι αφερέγγυα και αξιόπιστη διαθέτουσα καταστήματα, ακίνητα και ότι υπάρχουν διαθέσιμα στον προαναφερθέντα τραπεζικό λογαριασμό τα απαιτούμενα κεφάλαια για την πληρωμή της επιταγής και έτσι έπεισαν τον ως άνω αναφερόμενο νόμιμο εκπρόσωπο του Συνεταιρισμού να δεχθεί να λάβει στην κατοχή του την ανωτέρω επιταγή έναντι του τιμήματος των εμπορευμάτων που πώλησε στον κατηγορούμενο. Πλην όμως, όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε, τα ανωτέρω ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος από την αρχή γνώριζε ότι δεν υπήρχε η δυνατότητα εκπλήρωσης της υποχρέωσης για την πληρωμή της επιταγής καθόσον η εταιρεία "..... Ε.Π.Ε." ως και ο ίδιος βρίσκονταν σε μεγάλη οικονομική αδυναμία και ήταν αφερέγγυοι στερούμενοι οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, με αποτέλεσμα να αποκομίσει ο κατηγορούμενος καθώς και η εταιρεία ".... Ε.Π.Ε." παράνομη περιουσιακή ωφέλεια ύψους 14.673,51€ με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του εγκαλούντος Συνεταιρισμού. Η δε βλάβη που προξενήθηκε στην Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών ...... ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Εξάλλου με την προσβαλλόμενη απόφαση κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων για το αυτό έγκλημα της απάτης συνιστάμενος στο ότι "1ον) Στον Πειραιά περί τα μέσα Νοεμβρίου του 2001 με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος και με την ιδιότητά τουνομίμου εκπροσώπου της εταιρίας με την επωνυμία "..... Ε.Π.Ε" έδρα τον Πειραιά έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον άλλο με γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών σε πράξη. Ειδικότερα, με τον ανωτέρω σκοπό προσέγγισε τον Πρόεδρο του Δ.Σ. της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών ..... Ψ1 και νυν εγκαλούντα υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα και παρέστησε σ'αυτόν ψευδώς ότι η εταιρεία του έχει ανεπτυγμένο δίκτυο διανομής σε. όλη την Ελληνική Επικράτεια τροφοδοτώντας με τυροκομικά προϊόντα εμπόρους, ότι είναι απολύτως φερέγγυα, αξιόπιστη, διαθέτει καταστήματα και ακίνητα καθώς και διαθέσιμα κεφάλαια στην Τράπεζα ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ και ότι τυγχάνει ικανός να καλύψει τα ποσά των εκδιδομένων υπ' αυτού επιταγών, με συνέπεια να πείσει αυτόν να συναλλαγεί μαζί του και να του πωλήσει επί πιστώσει ποσότητες τυροκομικών προϊόντων (κεφαλοτύρια, γραβιέρες κλπ) αξίας 14.633.741 δραχμών (42.945,70 Ευρώ)| και εξ αυτών των δραστηριοτήτων να δεχθεί ο εγκαλών να λάβει τις κατωτέρω επιταγές, εκδόσεως του κατηγορουμένου της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, ειςδιαταγήν της εγκαλούσας Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών ...... από τον αριθμ. .... λογαριασμό, ήτοι : 1) αρ.... επιταγή, ποσού 7000 ευρώ, έκδοσης στα Καμίνια την 15.2.2002, 2) αρ. ..... επιταγή, ποσού 7.673, 51 ευρώ, έκδοσης στα Καμίνια την 28.2.2002, 3) αρ. ......επιταγή, ποσού. 14.673, 51 ευρώ, έκδοσης στην Αθήνα την 15.3.2002, πλην όμως άπασες οι ανωτέρω επιταγές όταν ενεφανίσθησαν από τον εγκαλούντα νομίμως και εμπροθέσμως στην πληρώτρια Τράπεζα στις 19.2.2.02, 28.2.2002 και 15.3.2002 αντιστοίχως όπου και σφραγίστηκαν ελλείψει διαθεσίμου υπολοίπου με συνέπεια η εγκαλούσα Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών ...... να υποστεί περιουσιακή ζημία ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 42, 945, 70 ευρώ το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλο". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι από την πρώτη πράξη για την οποία αθωώθηκε ο κατηγορούμενος παρήχθη αρνητικό δεδικασμένο που κωλύει τη δίωξη του και για την πράξη για την οποία μεταγενεστέρως διώχθηκε και τελεσιδίκως δικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα στην προκείμενη περίπτωση υφίσταται α) ταυτότητα στο πρόσωπο του δράστη και του παθόντος από την αξιόποινη πράξη και β) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προσκλήθηκε από αυτή. Κατά τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση με ψευδείς παραστάσεις ο κατηγορούμενος έπεισε τον νόμιμο εκπρόσωπο του συνεταιρισμού να δεχθεί να του πωλήσει ποσότητα τυροκομικών προϊόντων συνολικής αξίας 42.945.70, εξέδωσε δε τρείς μεταχρονολογημένες επιταγές με ημερομηνία εκδόσεως 15-2-2002, 28-2-2002 και 15-3-2002 και αντίστοιχα προς αυτές ποσά 7.000 ευρώ, 7.673, 51 ευρώ και 14.673, 51 ευρώ. Δηλαδή για συναλλαγή κατά τα άνω 42.945, 70 ευρώ, οι επιταγές τις οποίες εξέδωσε ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 29.347, 21 ευρώ. Το υπόλοιπο ποσό μέχρι του άνω ύψους της συναλλαγής καλύπτει η υπ' αριθμ. ...... επιταγή που ο ίδιος κατηγορούμενος εξέδωσε την 31-3-2000 επί της ιδίας πληρώτριας Τράπεζας και για ποσό επίσης 14.673, 51 ευρώ. Πρόδηλο είναι ότι τον ίδιο χρόνο κατά τον οποίο ο κατηγορούμενος φέρεται ότι παραπλάνησε τον εκπρόσωπο του συνεταιρισμού, παρέδωσε σ' αυτόν τέσσερες επιταγές οι οποίες εσύροντο από τον ίδιο λογαριασμό του κατηγορουμένου, με πληρώτρια την ίδια Τράπεζα, με ημεροχρονολογία πληρωμής ανά δεκαπενθήμερο, οι οποίες υπερκάλυπταν το ποσό της συναλλαγής, ο δε παθών συνεταιρισμός επέλεξε να εγκαλέσει τον κατηγορούμενο αρχικώς μεν για την τελευταία των άνω επιταγών και στις συνέχεια για τις τρεις υπόλοιπες. Με τα δεδομένα αυτά το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο με το να απορρίψει την ένσταση περί δεδικασμένου την οποία προέβαλε ο κατηγορούμενος αν και συνέτρεχαν οι προς τούτο νόμιμες προϋποθέσεις, παρεβίασε την διάταξη του άρθρου 57 του ΚΠΔ και αναιρετέα κατέστησε την απόφαση του. Συνεπώς, κατά παραδοχή του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ' του ΚΠΔ προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη (άρθρο 57 παρ.3 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ.358/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και. Κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη κατά του Χ1 για την πράξη της απάτης, ως αυτή προσδιορίζεται στο διατακτικό της αναιρούμενης αποφάσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεδικασμένο. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως που απέρριψε σχετική ένσταση του κατηγορουμένου και κήρυξη απαράδεκτης της ποινικής δίωξης εκ του δεδικασμένου (δεδικασμένο).
Δεδικασμένο
Δεδικασμένο.
0
Αριθμός 1848/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ειρήνη Αθανασίου (η οποία ορίσθηκε, προς συμπλήρωση της συνθέσεως, με τη με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς περί αναιρέσεως της με αριθμό ΒΤ. 1.872/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμε-λειοδικείου Πειραιώς. Με κατηγορούμενο τον Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βωβό. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό "4" και ημερομηνία "24 Ιανουαρίου 2008" έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Πειραιώς Βασιλικής Νιώτη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 200/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 86 παρ. 1 και 2 του ν. 2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού, ελέγχου δαπανών του κράτους και άλλες διατάξεις" που ισχύει από 1.1.1996, καμία χρηματική απαίτηση του δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή, πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ή το αρμόδιο τελωνείο (βεβαίωση εν στενή εννοία). Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία τοιαύτη βεβαίωση. Η χρηματική απαίτηση του δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή έννοια και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. Εξάλλου κατά το άρθρο 23 παρ. 7 του ν. 2523/1997 ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος (του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997) συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής. Η υποβολή αιτήσεως ποινικής διώξεως αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, έπαυσε οριστικώς την κατά του κατηγορουμένου Χ1 ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 25 παρ.1 του Ν.1882/1990 λόγω παραγραφής και για μέρος των χρεών αυτού, με την ακόλουθη αιτιολογία "...Α) Εν σχέσει με τις μερικότερες πράξεις, οι οποίες περιγράφονται υπό τους αύξοντες αριθμούς 1 και 2 στον πίνακα χρεών ο οποίος έχει επισυναφθεί στην υπ' αριθμ ειδικού βιβλίου ... και με αριθμ. πρωτ. .... αίτησης ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Κορυδαλλού και αφορούν: α) η υπ' αριθμ. .. του πίνακα οφειλή ποσού 67.325,01 ευρώ για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, βεβαιωθείσα με την υπ' αριθμ. ... Πράξη βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ Κορυδαλλού και καταβλητέα εφάπαξ την 31-12-1997 με χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, κατά μεν το άρθρο 23 παρ.1 Ν.2538/1997 την 28-2-1998 (καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο μηνών από την λήψη του χρόνου καταβολής του χρέους), κατά δε το άρθρο 34 παρ. 1 Ν.3220/2004 την 30-4-2008 (καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο μηνών από την λήξη του χρόνου καταβολής του χρέους) και β) η υπ' αριθμ. .. του πίνακα οφειλή ποσού γενικά, βεβαιωθείσα με την υπ' αριθμ. ... πράξη βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ Κορυδαλλού και καταβλητέα εφάπαξ την 31-8-1999 με χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξης κατά μεν το άρθρο 23 παρ. 1 Ν.2523/1997 την 21-10-1999 κατά δε το άρθρο 34 παρ. 1 Ν.3220/2004 την 31-12-1999, πρέπει να παύσει οριστικά η κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, διότι είναι πλημμελήματα και παρήλθε κατά τα άρθρα 111 παρ. 1, 3 και 112 Π.Κ. χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας από του χρόνου τελέσεώς τους μέχρι την επίδοση στον κατηγορούμενο, του κλητηρίου θεσπίσματος στις 8-6-2006, σε κάθε περίπτωση χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας από του χρόνου τελέσεώς τους μέχρι σήμερα, λαμβανομένου υπόψη ότι με το άρθρο 34 παρ. 2 Ν. 3220/2004 έχει αντικατασταθεί το άρθρο 25 παρ. 7 του Ν.1882/1990 με συνέπεια να μην υφίσταται πλέον ειδική ρύθμιση ως προς το θέμα της παραγραφής, αλλά να ισχύουν γι' αυτήν οι κοινές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα..... ". Όμως, εφόσον κατά τις παραδοχές της αποφάσεως τα ανωτέρω χρέη ήσαν μεν καταβλητέα εφάπαξ, αλλά είχαν βεβαιωθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ Κορυδαλλού την 15-3-2004, η χρηματική αυτή απαίτηση του Δημοσίου, μετά και το συνυπολογισμό του χρόνου της αναστολής της παραγραφής, που άρχισε την 10-3-2006, χρόνο υποβολής προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πειραιώς της σχετικής αιτήσεως του προϊσταμένου της παραπάνω Δ.Ο.Υ για την άσκηση κατά του αναιρεσείοντος ποινικής διώξεως και έληγε την 20-3-2007, χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης τελεσίδικης αποφάσεως, ήτοι συνυπολογιζομένου επί πλέον χρονικού διαστήματος 1 έτους και 10 ημερών παραγράφεται την 20-3-2010. Εντεύθεν η παραγραφή του εν λόγω εγκλήματος, της μη καταβολής χρέους προς το Δημόσιο, συμπληρώνεται την 20-3-2015 (20-3-2010 συν 5 έτη). Συνεπώς, κατά την 20-3-2007, που εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση η πιο πάνω αξιόποινη πράξη δεν είχε υποπέσει σε παραγραφή, όπως, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων και εκείνων των άρθρων 111 παρ. 1, 3, 112 Π.Κ. δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 1.872/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, προς νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Αναίρεση αποφάσεως δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, που δέχθηκε παραγραφή μερικοτέρων χρεών.
Φοροδιαφυγή
Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παραγραφή, Αναίρεση μερική.
2
Αριθμός 1847/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Χαράλαμπο Παπαηλιού, (που ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως των υπ' αριθμ. 1999/2007 και 2185/2007 βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με τα ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτά, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση των βουλευμάτων αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 24 Οκτωβρίου 2007 και 13 Δεκεμβρίου 2007 (δύο) αιτήσεις του αναιρέσεως αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2064/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου με αριθμό 178/11.04.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. τις με αριθμό 228 από 24-10-2007 και 229 από 13-12-2007 αιτήσεις του Χ1, για αναίρεση των υπ' αριθμόν 1999/2007 και 2185/2007 βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αντιστοίχως, και εκθέτω τα ακόλουθα: Το άνω συμβούλιο Εφετών, δια του υπ' αριθμόν 1999/2007 βουλεύματος έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν την 15/12 Ιανουαρίου 2007 έφεση του πολιτικώς ενάγοντα Ψ1, κατά του υπ' αριθμόν 3798/2006 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Χ1, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί για τα αδικήματα της πλαστογραφίας με χρήση πλαστού εγγράφου, σε βαθμό κακουργήματος και κακουργηματική απάτη, δια δε του υπ' αριθμόν 2185/2007 βουλεύματος του αυτού Συμβουλίου απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 10-8-2007 αίτηση του άνω κατηγορουμένου, δια της οποίας ζητούσε την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, για την παροχή διευκρινίσεων. Κατά των δύο αυτών βουλευμάτων ο Χ1 άσκησε τις αναφερόμενες ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως, για κάθε μία χωριστά των οποίων, αναφέρω τα ακόλουθα: Ι) Όσον αφορά στην υπ' αριθμόν 228/2007 αίτηση αναιρέσεως κατά του υπ' αριθμόν 1999/2007 βουλεύματος: Η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον κατηγορούμενο και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακούργημα και περιέχει συγκεκριμένο λόγο και δη την απόλυτη ακυρότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' σε συνδυασμό προς το άρθρο 171 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος, ο οποίος συνίσταται στο ότι το Συμβούλιο δεν απάντησε στο αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του προς παροχή διευκρινίσεων. ΙΙ) Όσον αφορά στην υπ' αριθμόν 299/2007 αίτηση αναίρεσης κατά του υπ' αριθμόν 2185/2007 ως άνω βουλεύματος: Η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα από τον κατηγορούμενο και περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης και δη α) την υπέρβαση εξουσίας και β) την απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' και στ' Κ.Π.Δ.), οι οποίοι, όπως εκτιμώνται, συνίστανται στο ότι 1) το Συμβούλιο δια του άνω βουλεύματος αποφάσισε την απόρριψη του αιτήματός του περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του, αφού ήδη είχε αποφασίσει επί της ουσίας με το υπ' αριθμόν 1999/2007 και ως εκ τούτου δεν είχε πλέον δικαιοδοσία να αποφασίσει επί της αιτήσεως αυτής. 2) το Συμβούλιο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 138 παρ. 2 εδ. τελευταίο και του άρθρου 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ., κατά τις οποίες "πριν από κάθε απόφαση ή διάταξη του δικαστή που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, παίρνουν το λόγο..... ο εισαγγελέας..... και οι παρόντες διάδικοι" και "..Το Συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή του ενώπιον του με τη παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση..." και απέρριψε τη σχετική αίτησή του περί αυτοπρόσωπης εμφάνισής του ενώπιον του Συμβουλίου και 3) το Συμβούλιο κατέστησε ανεπιτρέπτως τη θέση του χειρότερη με την έκδοση χωριστού βουλεύματος, δια του οποίου απέρριψε την αίτησή του περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης, καθόσον δια του τρόπου αυτού στερήθηκε του δικαιώματος να ζητήσει την ακύρωσή του. Επειδή κατά τη σαφή διάταξη του άρθρου 482 παρ.1 Κ.Π.Δ. "ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα.... και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του .....". Στις περιπτώσεις αυτές δεν συγκαταλέγονται και τα περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως ενώπιον του Συμβουλίου, κατ' άρθρο 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ., αποφαινόμενα παρεμπίπτοντα τοιαύτα. Όθεν η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου, δια της οποίας προσβάλλεται το μετά την τελεσίδικη παραπομπή του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, εκδοθέν αυτοτελώς απορριπτικό βούλευμα του Συμβουλίου των άνω Εφετών, επί της υποβληθείσας σ' αυτό αιτήσεως αυτοπροσώπου εμφανίσεως του προς παροχή διασαφηνίσεων, είναι απορριπτέα, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. (Α.Π. 1182/1983 ΠΧ ΛΔ σελ. 151). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η εν λόγω υπ' αριθμόν 299/2007 αίτηση αναιρέσεως κατά του υπ' αριθμ. 2185/2007 ως άνω βουλεύματος πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη. Επειδή από το άρθρο 309 παρ. 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 318 εδ. α' Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι, το Συμβούλιο των Εφετών, αν υποβληθεί σ' αυτό σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, υποχρεούται να διατάξει την ενώπιόν του εμφάνιση του αιτούντος, προς παροχή οιασδήποτε διασαφηνίσεως που αφορά την υπόθεση, μπορεί δε να απορρίψει την αίτηση αυτή μόνο αν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, ειδικώς αναφερόμενοι στο βούλευμα. Η παραβίαση της διατάξεως αυτής, που αποβλέπει στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του ανήκουν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. ε' Κ.Π.Δ., η οποία θεμελιώνει των εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως και αυτεπαγγέλτως ερευνώμενο κατά την παρ. 2 του εν λόγω άρθρου ( Α.Π. 310/1996 ΠΧ ΜΣΤ/1996 σελ. 1167). Εξάλλου, κατά τα άρθρα 306 και 316 Κ.Π.Δ., η απόφαση που λαμβάνεται από το Συμβούλιο Εφετών με το βούλευμα βεβαιώνεται σε πρόχειρο σημείωμα επάνω στην πρόταση του εισαγγελέα, χρονολογείται και υπογράφεται από τους δικαστές που μετείχαν στη διάσκεψη. Η απόφαση που βεβαιώθηκε με τον τρόπο αυτόν ισχύει και σε περίπτωση που θα επέλθει μεταβολή στο πρόσωπο των δικαστών που έλαβαν μέρος στη διάσκεψη πριν από την καθαρογραφή και την υπογραφή του βουλεύματος. Έπειτα ο πρόεδρος του δικαστικού Συμβουλίου αποστέλλει το βούλευμα για καθαρογραφή και υπογραφή, κατά το άρθρο 142 παρ. 2, στον αρμόδιο γραμματέα, ο οποίος υποχρεούται να το καταχωρίσει σε ειδικό βιβλίο που τηρείται για το σκοπό αυτό. Για την άσκηση των ενδίκων μέσων η έκδοση του βουλεύματος θεωρείται ότι έγινε μόλις καθαρογραφεί και υπογραφεί. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι το βούλευμα θεωρείται εκδιδόμενο για την άσκηση των ενδίκων μέσων από την καθαρογραφή και υπογραφή του και κατά τα λοιπά από την απόφαση που λαμβάνεται και βεβαιώνεται σε πρόχειρο σημείωμα επάνω στην πρόταση του εισαγγελέα, χρονολογείται και υπογράφεται από τους δικαστές που μετείχαν στη διάσκεψη, δηλαδή από τότε που αναφέρεται στο βούλευμα ότι κρίθηκε και αποφασίστηκε. Έκτοτε δεν μπορούν να υποβληθούν στο συμβούλιο από τους διαδίκους, κατά τα άρθρα 309 παρ. 2 και 316 παρ. 2 Κ.Π.Δ. έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που ασκούν ουσιώδη επιρροή, τυχόν δε υποβαλλόμενα είναι απαράδεκτα και δεν λαμβάνονται υπόψη, εφόσον η απόφαση έχει ήδη ληφθεί από το συμβούλιο και δεν υπόκειται σε ανάκληση για να συνεκτιμηθούν και τα έγγραφα αυτά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν εκπρόθεσμα. Έτσι δεν υπόκειται σε αναίρεση το βούλευμα αυτό για έλλειψη αιτιολογίας, επειδή δεν έλαβε υπόψη του τέτοιο έγγραφο ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο (Α.Π. 1060/1998 ΠΧ ΜΘ/1999 σελ. 587). Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 138 παρ. 2 εδ. β', 171 παρ. 1 εδ. δ', 309 παρ. 2 και 484 παρ. 1 περ. α' Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η επέλευση απόλυτης ακυρότητας του βουλεύματος, ένεκα μη τηρήσεως της διατάξεως του άρθρου 309 παρ. 2 για την προσωπική εμφάνιση του κατηγορουμένου ενώπιον του Συμβουλίου προς παροχή εξηγήσεων, η οποία συνεπάγεται την αναίρεση αυτού, έχει ως προϋπόθεση την υποβολή σχετικής αιτήσεως του κατηγορουμένου προς το Συμβούλιο. Με την έννοια αυτή δεν υπάρχει απόλυτη ακυρότητα όταν η αίτηση δεν υποβλήθηκε στο συμβούλιο αλλά στον εισαγγελέα και δεν έγινε η έγκαιρη διαβίβασή της μαζί με την απαιτούμενη και γι' αυτή έγγραφη πρόταση του εισαγγελέα στο Συμβούλιο πριν από την προφορική ανάπτυξη ενώπιόν του της υποθέσεως (Α.Π. 1611/1985 ΠΧ ΛΣΤ/1986 σελ. 327). Στην προκειμένη υπόθεση, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ' αριθμόν 3798/2006 βούλευμά του, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Χ1, για τις αναφερόμενες ως άνω αξιόποινες πράξεις. Κατά του βουλεύματος αυτού, ο πολιτικώς ενάγων άσκησε την 15/12 Ιανουαρίου 2007 έφεσή του, η οποία εισήχθη ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με την υπ' αριθμόν 1746/30-7-2007 έγγραφη πρόταση του αρμόδιου εισαγγελέα. Το Συμβούλιο συνεδρίασε την 31-8-2007 και δέχτηκε τυπικά την έφεση και μεταρρύθμισε το βούλευμα, παρέπεμψε δε τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων. Την απόφαση αυτή έγραψε επί της εισαγγελικής προτάσεως και υπεγράφη από τους δικαστές της συνθέσεως του συμβουλίου με ημερομηνία 31-8-2007. Επί της προτάσεως αυτής εκδόθηκε του υπ' αριθμόν 1999/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, ήδη πληττόμενο, το οποίο αναφέρει ότι "κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα 31 Αυγούστου 2007 και καταχωρήθηκε στην Αθήνα στις 4-9-2007 και εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2007". Ήδη όμως την 10-8-2007, ήτοι προ της άνω συνεδριάσεως, ο κατηγορούμενος Χ1, αφού έλαβε γνώση της εισαγγελικής προτάσεως, υπέβαλε στον Εισαγγελέα Εφετών αίτηση με την οποία ζητούσε την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου, για παροχή διευκρινίσεων. Η αίτηση αυτή εισήχθη στο συμβούλιο με την υπ' αριθμόν 1835/2007 πρόταση του εισαγγελέα την 5-9-2007 ήτοι μετά τη συνεδρίαση του συμβουλίου την 31-8-2007. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε το υπ' αριθμόν 2185/2007 βούλευμα του άνω συμβουλίου, ήδη πληττόμενο, δια του οποίου η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη για τους εις αυτό αναφερόμενους λόγους. Το βούλευμα αυτό αναφέρει ότι "κρίθηκε και αποφασίστηκε στις 2 Οκτωβρίου 2007 και καταχωρήθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2007. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2007". Εκ των ανωτέρω ημερομηνιών προκύπτει ότι ο αναιρεσείων υπέβαλε την αίτηση πολύ προ της συνεδριάσεως του Συμβουλίου Εφετών της 31-8-2007, κατά το οποίο αποφάσισε επί της ουσίας. Όταν η πρόταση του εισαγγελέα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου εισήχθη στο συμβούλιο (7-9-2007) ήδη είχε ληφθεί απόφαση επί της ουσίας. Κατά συνέπεια όμως και όπως αναφέρεται ανωτέρω στην απόφαση 1611/1985 δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα του βουλεύματος επί της ουσίας. Βεβαίως θα μπορούσε εύκολα κανείς να υποστηρίξει ότι αφού ήδη είχε κρίνει το συμβούλιο επί της ουσίας, η μετά από την κρίση αυτή εισαγωγή της άνω αιτήσεως είναι άσκοπη και ίσως απαράδεκτη, αφού το συμβούλιο δεν μπορεί να αλλάξει την απόφασή του, κατά τα άνω αναφερόμενα (Α.Π. 1060/1998). Όμως σύμφωνα με την άποψη που εκφράζει ο Ι. Ζησιάδης και την οποία στηρίζει στο άρθρο 142 παρ. 2 Κ.Π.Δ. "εφόσον το βούλευμα λαμβάνει ύπαρξη δια της μετά την καθαρογραφή υπογραφής, έπεται ότι τούτο δύναται προ της υπογραφής να τροποποιηθεί μετά νέα διάσκεψη των αυτών μελών του συμβουλίου, προκαλουμένης υπό τινος εξ' αυτών, και μετά τη διάσκεψη αυτή και ο εισαγγελέας δικαιούται να ανακαλεί την αρχική του πρόταση και να υποβάλλει νέα τοιαύτη, αντίθετη ακόμη της πρώτης, αλλά ακόμη και να προτείνει προς τον ανακριτή τη συμπλήρωση της ανακρίσεως" (Ζησιάδη Ποινική Δικονομία, τόμος πρώτος, έκδοση τρίτη, σελ. 196 υπό τίτλο "κατάρτιση βουλεύματος"). Αναφέρομεν ακόμη ότι στο κείμενο της υπ' αριθμόν 1835/2007 ως άνω εισαγγελικής προτάσεως αναφέρεται ότι "σε συνέχεια της υπ' αριθμόν 1746/30-7-2007 προτάσεώς μας που εκκρεμεί στο Συμβούλιό σας για την έκδοση βουλεύματος...." το δε συμβούλιο Εφετών στο κείμενο του υπ' αριθμόν 2185/2007 βουλεύματος αναφέρει ότι "για τους λόγους που αναπτύσσονται στην εισαγγελική πρόταση, οι οποίοι είναι ώριμοι και βάσιμοι και στους οποίους το Συμβούλιο πλήρως αναφέρεται για την αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη η από 10-8-2007 αίτηση του κατηγορουμένου Χ1, με την οποία ζητά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του για παροχή διευκρινίσεων....". Η απόφαση αυτή ελήφθη στις 2-10-2007 και ως εκ τούτου καθίσταται προφανές ότι το συμβούλιο Εφετών την έλαβε υπόψη κατά την έκδοση του υπ' αριθμόν 1999/2007 βουλεύματος, που εκδόθηκε στις 4-10-2007. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι αιτήσεις αναιρέσεως και δη η μεν υπ' αριθμ. 228/2007 κατά του υπ' αριθμ. 1999/2007 βουλεύματος ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, η δε υπ' αριθμ. 299/2007 κατά του υπ' αριθμ. 2185/2007 βουλεύματος, ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα έξοδα της διαδικασίας αυτής στον άνω αναιρεσείοντα. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω 1) να απορριφθούν οι υπ' αριθμόν 228/2007 και 299/2007 αιτήσεις αναιρέσεως του Χ1, κατά των υπ' αριθμόν 1999/2007 και 2185/2007 βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) να διαταχθεί η εκτέλεση των άνω βουλευμάτων και 3) να καταδικασθεί ο άνω αναιρεσείων στα έξοδα της διαδικασίας αυτής και για τις δύο αιτήσεις. Αθήνα 12 Μαρτίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπ' αριθμ. 228/24-10-2007 αίτησή του, ο αναιρεσείων Χ1 ζητεί την αναίρεση του υπ' αριθμ. 1999/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Ο ίδιος, με την υπ'αριθμ. 299/13-12-2007 αίτηση ζητεί και την αναίρεση του υπ' αριθμ. 2.185/2007 βουλεύματος του παραπάνω Συμβουλίου. Οι αιτήσεις έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, πρέπει να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν και κατ' ουσίαν. Α.-Επί της πρώτης υπ'αριθμ. 22/24-10-2007 αιτήσεως. Απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Μεταξύ τούτων περιλαμβάνεται και το υπό του άρθρου 309 παρ. 2 του ΚΠΔ παρεχόμενο δικαίωμα στο διάδικο να ζητήσει την ενώπιον του συμβουλίου εμφάνισή του προς παροχή οποιασδήποτε εξηγήσεως. Εάν υποβληθεί τέτοια αίτηση, το Συμβούλιο Εφετών είναι υποχρεωμένο κατά την προαναφερθείσα διάταξη να διατάξει την εμφάνιση του διαδίκου ενώπιόν του. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι οι οποίοι αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 138 παρ. 2 εδ. β, 171 παρ. δ, 309 παρ. 2 και 484 παρ. 1 περ. α' του ΚΠΔ προκύπτει ότι η επέλευση απόλυτης ακυρότητας του βουλεύματος, ένεκα μη τηρήσεως της διατάξεως του άρθρου 309 παρ. 2 για την προσωπική εμφάνιση του κατηγορουμένου ενώπιον του Συμβουλίου προς παροχή διασαφήσεων, η οποία συνεπάγεται την αναίρεση αυτού, έχει ως προϋπόθεση την υποβολή σχετικής αιτήσεως του κατηγορουμένου προς το Συμβούλιο. Με την έννοια αυτή, δεν υπάρχει απόλυτη ακυρότητα όταν η αίτηση δεν υποβλήθηκε στο Συμβούλιο αλλά στον εισαγγελέα και δεν έγινε έγκαιρη διαβίβασή της μαζί με την απαιτούμενη και γι' αυτήν έγγραφη πρόταση του εισαγγελέα στο Συμβούλιο. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 306 και 316 παρ. 2 ΚΠΔ, η απόφαση που λαμβάνεται από το Συμβούλιο Εφετών βεβαιώνεται σε πρόχειρο σημείωμα επάνω στην πρόταση του εισαγγελέα, χρονολογείται και υπογράφεται από τους δικαστές οι οποίοι μετείχαν στη διάσκεψη. Η απόφαση που βεβαιώθηκε κατά τον τρόπο αυτό ισχύει και στην περίπτωση κατά την οποία επέλθει μεταβολή στο πρόσωπο των δικαστών οι οποίοι έλαβαν μέρος στην διάσκεψη πριν από την καθαρογραφή και υπογραφή του βουλεύματος. Στη συνέχεια ο πρόεδρος του Συμβουλίου αποστέλλει το βούλευμα για καθαρογραφή και υπογραφή, σύμφωνα με το άρθρο 142 παρ. 2, στον αρμόδιο γραμματέα ο οποίος υποχρεούται να καταχωρήσει τούτο σε ειδικό βιβλίο που τηρείται για τον σκοπό αυτό. Για την άσκηση ενδίκων μέσων η έκδοση του βουλεύματος θεωρείται ότι έγινε μόλις καθαρογραφεί και υπογραφεί. Από τις διατάξει αυτές σαφώς προκύπτει ότι το βούλευμα θεωρείται εκδιδόμενο για την άσκηση ενδίκων μέσων από την καθαρογραφή και υπογραφή του και κατά τα λοιπά από την απόφαση η οποία λαμβάνεται και βεβαιώνεται σε πρόχειρο σημείωμα επί τη εισαγγελικής προτάσεως, δηλαδή από τότε που αναφέρεται στο βούλευμα ότι κρίθηκε και αποφασίσθηκε. 'Εκτοτε, δεν μπορούν να υποβληθούν στο συμβούλιο από τους διαδίκους, κατά τα άρθρο 309 παρ. 2 και 316 παρ. 2 ΚΠΔ έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που ασκούν επιρροή στην κρίση του συμβουλίου, τυχόν δε υποβαλλόμενα είναι απαράδεκτα και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον η απόφαση έχει ήδη ληφθεί από το συμβούλιο και δεν υπόκειται σε ανάκληση για να συνεκτιμηθούν και τα έγγραφα αυτά ή τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν εκπρόθεσμα. Στην προκείμενη υπόθεση, κατά βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του ήδη αναιρεσείοντος Χ1 ασκήθηκε έφεση από τον πολιτικώς ενάγοντα. Η έφεση εισήχθη με την κατά νόμο πρόταση του εισαγγελέα στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών το οποίο συνήλθε την 31-8-2007, δέχθηκε την έφεση, μεταρρύθμισε το πρωτόδικο βούλευμα και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο, την απόφασή του δε αυτή έγραψε αυθημερόν (31-8-2007) σε πρόχειρο σημείωμα που υπογράφηκε από τους δικαστές της συνθέσεως του συμβουλίου, στη συνέχεια δε εκδόθηκε το πληττόμενο υπ'αριθμ. 1999/2007 βούλευμα, στο οποίο διαλαμβάνεται ότι κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 31-8-2007, καταχωρήθηκε την 4-9-2007 και εκδόθηκε στην Αθήνα την 4-10-2007. Ο κατηγορούμενος αναιρεσείων που είχε λάβει γνώση της εισαγγελικής παραπεμπτική προτάσεως, ήδη με την από 10-8-2007 αίτησή του προ αυτόν απευθυνόμενη, είχε ζητήσει να διαταχθεί η ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών αυτοπρόσωπη εμφάνισή του προς παροχή διασαφήσεων. Η αίτηση αυτή από παραδρομή δεν εισήχθη από τον εισαγγελέα με την επί της κυρίας υποθέσεως πρόταση του ή με μεταγενέστερη αυτοτελή πριν τη συνεδρίαση του συμβουλίου και δεν υπήρχε να κρίνει και επ' αυτής το συμβούλιο όταν συνήλθε την 31-8-2007. Η άνω περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως αίτηση του κατηγορουμένου υπεβλήθη στο δικαστικό συμβούλιο με την υπ' αριθμ. 1835/2007 συμπληρωματική αίτηση του εισαγγελέα την 5-9-2007 ήτοι μετά τη συνεδρίαση του συμβουλίου (31-8-2007) και σε κάθε περίπτωση μετά την καταχώρηση του άνω υπ' αριθμ. 1999/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος που έγινε την 4-9-2007. Τελικώς, για την αίτηση αυτοπροσώπου εμφανίσεως, συνήλθε το συμβούλιο την 2-10-2002 εκδόθηκε δε επ' αυτής το δεύτερο εκ των άνω υπ' αριθμ. 2.185/2007 πληττόμενο βούλευμα το οποίο απέρριψε την αίτηση κατ' ουσίαν. Με τα δεδομένα αυτά, αφού η αίτηση για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένη δεν είχε υποβληθεί στο συμβούλιο εφετών κατά την συνεδρίαση τη 31-8-2007 κατά την οποία το συμβούλιο συνήλθε και έλαβε την απόφασή του η οποία αυθημερόν σε πρόχειρο σημείωμα καταχωρίσθηκε επί του σώματος τη εισαγγελικής προτάσεως και σε κάθε περίπτωση δεν είχε εισαχθεί στο συμβούλιο όταν το βούλευμά του καταχωρήθηκε την 4-9-2007, δεν παρήχθη απόλυτη ακυρότητα από τη μη εμφάνιση του αναιρεσείοντος ενώπιον του άνω συμβουλίου. Συνεπώς, ο μοναδικός από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επί της δεύτερης υπ' αριθμ. 299/13-12-2007 αιτήσεως. Κατά τη σαφή διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 του ΚΠΔ, ο κατηγορούμενος δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση των βουλευμάτων με τα οποία παραπέμπεται στο ακροατήριο για κακούργημα και εκείνων με τα οποία το συμβούλιο παύει προσωρινά την κατ'αυτού ποινική δίωξη, μεταξύ δε αυτών δεν καταλέγονται και τα παρεμπίπτοντα περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως κατ'άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ αποφαινόμενα. Συνεπώς, η προκείμενη δεύτερη αίτηση με την οποία και για τους εν αυτή λόγους προσβάλλεται το υπ' αριθμ. 2.185/2007 παρεμπίπτον βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο μετά την τελεσίδικη παραπομπή του κατηγορουμένου αυτοτελώς επελήφθη και απέρριψε αίτηση αυτού για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο συμβούλιο, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει α) την υπ' αριθμ. 228/24-10-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1999/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και β) την υπ' αριθμ. 299/13-12-2007 αίτηση του ιδίου για αναίρεση του υπ' αριθμ. 2.185/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Όταν ο κατηγορούμενος υποβάλλει στον εισαγγελέα εφετών αίτηση για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο συμβούλιο και εκ παραδρομής του τελευταίου δεν υποβάλλεται στο συμβούλιο όταν τούτο συνέρχεται και αποφασίζει επί της εφέσεως, αλλά εκ των υστέρων και αφού ήδη το συμβούλιο έχει αποφασίσει και η απόφασή του έχει γραφεί σε πρόχειρη σημείωση επί του σώματος της εισαγγελικής προτάσεως, δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα από την μη εμφάνιση και εξέταση του κατηγορουμένου. Απόρριψη του σχετικού λόγου αναιρέσεως. Είναι απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως κατά παρεμπίπτοντος βουλεύματος με το οποίο το συμβούλιο, μετά την τελεσίδικη παραπομπή του κατηγορουμένου, επιλαμβάνεται αιτήσεως αυτοπρόσωπης εμφάνισης και την απορρίπτει.
Αυτοπρόσωπη εμφάνιση
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 18462008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Χαράλαμπο Παπαηλιού, που ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαϊου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου και 2.Χ2 που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ζησιμόπουλο, περί αναιρέσεως της 6026/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΤΕ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΤΕ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Ιωάννη Αναστασίου. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Δεκεμβρίου 2007 και 24 Δεκεμβρίου 2007 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, καθώς και στους από 3 Μαρτίου 2008 πρόσθετους λόγους του πρώτου αναιρεσείοντος, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 52/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 498 ΚΠΔ προκύπτει ότι η έκθεση η οποία περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ένδικου μέσου της εφέσεως, πρέπει να περιέχει ορισμένους λόγους. Ειδικώς, προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 Κ.Π.Δ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του Ν. 2408/1996, η άσκηση εφέσεως πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσως κατά αθωωτικής απόφασης, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου αυτού μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση από τον Εισαγγελέα των λόγων της έφεσης, στους οποίους πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Όταν δε η έφεση του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης δεν έχει την πιο πάνω απαιτούμενη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, τη δεχθεί τυπικά προχωρήσει δε στην εξέταση της ουσίας και κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο, υπερβαίνει την εξουσία του και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπ' αριθμ.57540/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν αθώοι της αποδιδόμενης σ' αυτούς πράξης της απιστίας από κοινού και κατ' εξακολούθηση. Τα συγκροτούντα την πράξη αντικειμενικά στοιχεία συνίστανται, κατά τα εις το διατακτικό της άνω αποφάσεως διαλαμβανόμενα, στο ότι ο Χ1 με την ιδιότητα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε" και ο Χ2, με την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου της άνω εταιρίας, εν γνώσει τους ζημίωσαν την περιουσία της εταιρίας αυτής διότι α) δεν επεδίωξαν κατά τον αναφερόμενο χρόνο την είσπραξη οφειλομένων ποσών από πελάτες της εταιρίας οι οποίοι είχαν αγοράσει μετοχές και περαιτέρω, δεν προέβαιναν στην εκποίηση των μετοχών των αγοραστών οφειλετών και β) αν και είχε απωλεσθεί ή υπεξαιρεθεί μεγάλος αριθμός μετοχών δεν κινήθηκαν δικαστικώς για το ζήτημα αυτό και ούτε δήλωσαν την απώλεια αυτή στην ασφαλιστική εταιρία, διεκδικώντας την είσπραξη του αντιστοίχου ασφαλίστρου. Κατά της αθωωτικής αυτής απόφασης ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών άσκησε εμπροθέσμως την από 9-11-2006 έφεση, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 7.263/2006 σχετική έκθεση του αρμοδίου Γραμματέα, το πλήρες περιεχόμενο της οποίας έχει ως ακολούθως: "...Η έφεση ασκείται κατά του κεφαλαίου εκείνου της ως άνω αποφάσεως µε το οποίο κηρύχθηκαν αθώοι του εγκλήµατος της απιστίας από κοινού και κατ' εξακολούθηση οι κατηγορούµενοι Χ1 και Χ2, για τους εξής νοµίµους και βασίµους λόγους. Με την ως άνω προσβαλλόµενη δια της εφέσεως απόφαση κηρύχθηκαν οµόφωνα αθώοι, πλην των άλλων και οι κατηγορούµενοι Χ1 και Χ2, οι οποίοι είχαν παραπεµφθεί δι' απευθείας κλήσεως ενώπιον του παραπάνω Δικαστηρίου για να δικαστούν ως υπαίτιοι του εγκλήµατος της απιστίας από κοινού κατ' εξακολούθηση, δηλ. για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 45,98 και 390 Π.Κ. Η κατηγορία σε βάρος των εν λόγω κατηγορουµένων συνίστατο στο ότι: "Οι δύο πρώτοι κατηγορούµενοι Χ1 και Χ2 κατηγορούνται ως υπαίτιοι του ότι στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστηµα 2000-2001, µε περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήµατος, µε γνώση, από κοινού, ζηµίωσαν την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόµου ή δικαιοπραξίας έχουν την επιµέλεια ή διαχείριση. Συγκεκριµένα στον ανωτέρω τόπο και κατά το έτος 2000 έως τον Φεβρουάριο 2001, ο πρώτος κατηγορούµενος µε την ιδιότητά του ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συµβουλίου της εταιρίας µε την επωνυµία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και κατά το χρονικό διάστηµα κατά το έτος 2000 έως τον Απρίλιο 2001 ο δεύτερος κατηγορούµενος µε την ιδιότητά του ως Διευθύνων Σύµβουλος της ίδιας ως άνω εταιρίας, κατόπιν συναπόφασης, ζηµίωσαν την περιουσία της εταιρίας έχοντας γνώση προς τούτο, µε τις ακόλουθες πράξεις τους: 1) Δεν επεδίωκαν την είσπραξη των οφειλόµενων ποσών από χρεωστικούς πελάτες της εταιρίας, οι οποίοι είχαν προβεί σε αγοραπωλησίες µετοχών δηµιουργώντας µεγάλα χρηµατοδοτικά ανοίγματα και δεν είχαν προβεί σε αντίστοιχες καταβολές (" κόκκινοι κωδικοί") και δεν προέβαιναν σε εκποίηση των συγκεκριμένων αγορών (μετοχών), ενώ παράλληλα η αξία των μετοχών μειωνόταν λόγω της συνεχούς πτώσης του δείκτη του Χρηματιστηρίου, αλλά αντίθετα επέτρεπαν στους πελάτες αυτούς νέες αγορές, ενώ ήταν χρεωστικοί και 2) Αν και πριν αλλά και κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα απωλέσθησαν ή υπεξαιρέθηκαν τίτλοι μετοχών (ενδεικτικά 5.800 περίπου τεμάχια μετοχές "..."), αυτοί δεν προέβησαν στις δέουσες ενέργειες, όπως υποβολή μηνύσεων, αγωγών κ.λπ. και δεν δήλωσαν την απώλεια (ή υπεξαίρεση) των τίτλων αυτών στην ασφαλιστική εταιρία και για το λόγο αυτό δεν διεκδικήθηκαν από αυτή τα αντίστοιχα ποσά. Η συνολική ζημία που υπέστη η Αγροτική Χρηματιστηριακή από τις ανωτέρω ενέργειες του Χ1 και Χ2 ανέρχεται στο ποσό των 532.000.000 δρχ., ενώ μέρος της ζημίας ύψους 330.000.000 δρχ. καλύφθηκε από την ασφαλιστική εταιρία, αλλά παρέμεινε η εταιρία ζημιωμένη κατά 202.000.000 δρχ.". Από τα στοιχεία της δικογραφίας, συνολικώς εκτιμώμενα, κυρίως όμως από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία, προκύπτουν τα εξής αποδεικτικά στοιχεία. Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 , κατά το χρονικό διάστημα από 2-6-1999 έως 28-2-2001 ήταν Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και του είχε ανατεθεί η πλήρης εκπροσώπησή της. Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, ασκούσε καθήκοντα Διευθύνοντος Συμβούλου της ίδιας εταιρείας και είχε και αυτός, παράλληλα, δικαίωμα πλήρους εκπροσώπησής της. Πιο αναλυτικά και όπως προκύπτει από τα υπ' αριθ. .... (θέμα 1) και .... (θέμα 2β) Πρακτικά του Δ.Σ. της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας, οι κατηγορούμενοι είχαν επιφορτιστεί από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής με την "άσκηση όλων των καθηκόντων του ΔΣ σε σχέση με τη διοίκηση και διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων", με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου απαιτούνταν από το νόμο ή από το καταστατικό συλλογική ενέργεια. Οι κατηγορούμενοι είχαν περαιτέρω ο καθένας ξεχωριστά την πλήρη εκπροσώπηση της Εταιρείας. Ειδικότερα, στα ΔΣ της ... και ..... είχαν συμφωνηθεί τα ακόλουθα: "Στη συνέχεια το ΔΣ σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 24 του καταστατικού της εταιρίας ομόφωνα αναθέτει την εκπροσώπηση και την άσκηση όλων των καθηκόντων του σε σχέση με τη διοίκηση και διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που είτε από το Νόμο, είτε από το καταστατικό απαιτείται συλλογική ενέργεια, στον Πρόεδρο του ΔΣ κ. Χ1 και στο Διευθύνοντα Σύμβουλο κ. Χ2 . Πιο συγκεκριμένα το Διοικητικό Συμβούλιο αναθέτει την εκπροσώπηση της εταιρίας στους κ.κ. Χ1 Πρόεδρο του ΔΣ και Χ2 Διευθύνοντα Σύμβουλό της, με την έννοια ότι εταιρία εκπροσωπείται, δεσμεύεται και υποχρεούται με μόνη την υπογραφή ενός εκάστου εκ των πιο πάνω Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου, κάτω από την εταιρική επωνυμία εκτός των περιπτώσεων που ρητά αναφέρεται ότι απαιτούνται οι υπογραφές και των δύο. Τον Πρόεδρο απουσιάζοντα ή κωλυόμενο αναπληρώνει ο Αντιπρόεδρος κ........ Κατ' ενδεικτική και όχι περιοριστική απαρίθμηση οι πιο πάνω Πρόεδρος του ΔΣ κ. Χ1 και Διευθύνων Σύμβουλος κ. Χ2 μόνος έκαστος ή από κοινού: 1. Εκπροσωπούν την εταιρία σε όλες τις σχέσεις αυτής έναντι των μετόχων, παντός τρίτου και ενώπιον κάθε αρχής. 2. Παρίστανται και εκπροσωπούν την εταιρία ενώπιον όλων των Δικαστηρίων, Ελληνικών και αλλοδαπών, παντός βαθμού και δικαιοδοσίας, όπως και σε κάθε άλλη αρχή δικαστική, δημόσια, δημοτική, κοινοτική ή άλλη διοικητική, ημεδαπή και αλλοδαπή. 3. Συνομολογούν επ' ονόματι και για λογαριασμό της εταιρίας πάσης φύσεως συμβάσεις, μεταξύ των οποίων αγορές, πωλήσεις, ανταλλαγές, ενεχυριάσεις κινητών πραγμάτων, μισθώσεων κινητών και ακινήτων, αποφασίζουν την κτήση και απαλλοτρίωση δικαιωμάτων πάσης φύσεως της εταιρίας, εκδίδουν, αποδέχονται και οπισθογραφούν γραμμάτια σε διαταγή, παρέχουν εγγυήσεις υπέρ τρίτων φυσικών ή νομικών προσώπων Δημοσίου ή ιδιωτικού Δικαίου για την εξυπηρέτηση του εταιρικού σκοπού, όπως υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, των Ελληνικών και Αλλοδαπών Τραπεζών, μεταβιβάζουν με οπισθογράφηση ή με κάθε νόμιμο τρόπο φορτωτικές και αποθετήρια, εξοφλούν φορτωτικές, υπογράφουν κάθε έγγραφο και κάθε δήλωση που εξυπηρετεί τις ανάγκες της εταιρίας, ενεργούν προεξοφλήσεις συναλλαγματικών και γραμματίων εις διαταγή, εισπράττουν τα οπωσδήποτε οφειλόμενα στην εταιρία από οποιονδήποτε και συνάπτουν συμβάσεις επ' ονόματι και για λογαριασμό της εταιρίας και απολύουν το προσωπικό της Εταιρίας. Επικυρώνουν απαιτήσεις της εταιρίας συνυποσχετικά, διορίζουν διαιτητές και πληρεξουσίους για έγερση αγωγών, υποβολή εγκλήσεων, ασκήσεως ενδίκων μέσων εγγραφής ή εξαλείψεως ή άρσεως υποθηκών, προσημειώσεων, κατασχέσεων και να καταργούν μέρος ή και όλη τη δίκη. Καθορίζουν τους γενικούς ή ειδικούς όρους διακανονισμού των τρεχούμενων χρεωστικών ή πιστωτικών λογαριασμών της εταιρίας και γενικά αναλαμβάνουν κάθε υποχρέωση για την εταιρία οποιασδήποτε μορφής και εκτάσεως που έγκειται στη φύση των εργασιών της και στον σκοπό της". Πλην όμως οι εν λόγω κατηγορούμενοι, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, εν γνώσει τους, παραβίασαν πλήθος διατάξεων της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, τις οποίες ασφαλώς και γνώριζαν λόγω της υψηλής επιστημονικής και επαγγελματικής κατάρτισης. Πιο συγκεκριμένα οι παραβάσεις αυτές εντοπίστηκαν από Ελεγκτές της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κατά τη διάρκεια ελέγχου που διενεργήθηκε στην "ΑΓΡΟΤΙΚΉ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΉ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" από το μήνα Οκτώβριο του έτους 2000 έως τον Απρίλιο του έτους 2001. Τα πορίσματα του ελέγχου αυτού ήταν ιδιαίτερα αρνητικά για την εταιρεία, ώστε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με την υπ' αριθμ. .... απόφασή της ξεκίνησε τη διαδικασία ανάκλησης της αδείας λειτουργίας της εταιρείας, επειδή κατά την άποψή της, οι παραβάσεις που διαπιστώθηκαν καθιστούσαν τη λειτουργία της "επικίνδυνη για τους επενδυτές και την εύρυθμη λειτουργία της Κεφαλαιαγοράς". Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, εντοπίστηκαν και οι εξής ιδιαίτερα σοβαρές παραβάσεις, όπως αυτές αναφέρονται στην προαναφερόμενη απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. α) Προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ότι δεν διασφαλίζονται επαρκώς τα συμφέροντα της εταιρείας. Πιο συγκεκριμένα εντοπίστηκαν intraday συναλλαγές επί ορισμένων μετοχών για λογαριασμό της εν λόγω εταιρίας, όπου τα προτεινόμενα όρια τιμών πωλήσεων ήταν χαμηλότερα των τιμών των αντίστοιχων αγορών. Επίσης η εταιρία δεν είχε λάβει τα κατάλληλα μέτρα ώστε να εξασφαλίζονται αποτελεσματικοί μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου των πράξεων που διενεργούσαν τα όργανά της, κατά παράβαση της παρ. 4.2 (β) του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ. β) Το τμήμα εσωτερικού ελέγχου δεν διέθετε γραπτές ελεγκτικές διαδικασίες. Οι έλεγχοι που εφαρμόζονταν ήταν ελλιπείς αναφορικά με το μέγεθος της εταιρείας και δεν διερευνώντο οι συναλλαγές πελατών για το ενδεχόμενο παραβάσεων της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, κατά παράβαση της παρ. 10.2 (δ) του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., γεγονός που είχε επισημανθεί στην εταιρία με την από .... επιστολή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς προς αυτήν, χωρίς όμως να ληφθεί κανένα απολύτως μέτρο. γ) Στη δημόσια εγγραφή της Α.Τ.Ε. συμμετείχαν πελάτες της εταιρείας, χωρίς να έχουν καταβάλει το αντίστοιχο χρηματικό ποσό εμπρόθεσμα, κατά παράβαση των υποχρεώσεων της εταιρείας ως αναδόχου, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 του κανονισμού Αναδοχών. δ) Υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην είσπραξη των χρεωστικών υπολοίπων των πελατών. Με ημερομηνία αναφοράς 16-3-2001 τα χρεωστικά υπόλοιπα πελατών πέραν του μηνός ανέρχονταν σε ποσό οκτώ (8) δισ. δρχ. περίπου, επί συνόλου χρεωστικών υπολοίπων 10,3 δισ. δρχ. Σε άλλες περιπτώσεις δεν επεδίωξαν την είσπραξη των οφειλόμενων ποσών από χρεωστικούς πελάτες της εταιρείας, οι οποίοι είχαν προβεί σε αγοραπωλησίες μετοχών, δημιουργώντας έτσι μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, ούτε και προέβαιναν σε εκποίηση των συγκεκριμένων αγορών, αλλά επέτρεπαν στους πελάτες αυτούς νέες αγορές ενώ ήταν χρεωστικοί και παράλληλα η αξία των μετοχών τους μειωνόταν λόγω της συνεχούς πτώσης, κατά την περίοδο εκείνη, του δείκτη του Χρηματιστηρίου. Επίσης τα παραπάνω χρεωστικά υπόλοιπα, 3,8 δισ. δρχ. περίπου δεν καλύπτoνται με τίτλους προς φύλαξη και θεωρούνται επισφαλείς απαιτήσεις. ε) Η εταιρεία δεν είχε υπογράψει συμβάσεις με σημαντικό αριθμό πελατών της, κατά παράβαση της παρ. 7.2 (γ) του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ. Από τις παραπάνω διαπιστώσεις, κατά την άποψη των αρμοδίων οργάνων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς προέκυπτε ότι "Η Εταιρία έχει υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας που καθιστούν τη λειτουργία της επικίνδυνη για τους επενδυτές και την εύρυθμη λειτουργία της Κεφαλαιαγοράς" . Με βάση τα προαναφερόμενα οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 είναι σαφές ότι είχαν ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, καθόσον ενεργούσαν όχι απλώς "υλικές πράξεις" αλλά "νομικές" διαχειριστικές πράξεις επί της περιουσίας της εταιρείας, έχοντας πλήρη και απεριόριστη δυνατότητα πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεων. Όμως η διαχειριστική πράξη απιστίας μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του διαχειριστή ξένης περιουσίας να αποτρέψει την περιουσιακή ζημία. Αλλά και η παράλειψη απαιτείται να έχει εξωτερικό και δικαιοπρακτικό χαρακτήρα. Επομένως απιστία συνιστά όχι μόνο η παράλειψη δικαιοπραξίας, αλλά και η παράλειψη διενέργειας οιονεί δικαιοπραξιών ή και διαδικασιών πράξεων, όπως π. χ. η παράλειψη όχλησης του οφειλέτη με αποτέλεσμα αυτός να μην καθίσταται υπερήμερος, η παράλειψη άσκησης αγωγής, κ.α. Απιστία με παράλειψη θεωρείται και η παράλειψη αποτροπής του επιζήμιου αποτελέσματος. Όλες οι πράξεις και παραλείψεις που εντοπίστηκαν από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και μνημονεύονται αναλυτικά παραπάνω, κατά την αγοραπωλησία μετοχών εκ μέρους των κατηγορουμένων,είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία "κόκκινων κωδικών" στην εταιρεία για πρώτη φορά το έτoς 2000 με επιδείνωση της κατάστασης το επόμενο έτος 2001. Όπως αναφέρεται και στις σχετικές επισημάνσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς,οι ατηγορούμενοι αγόραζαν μετοχές χωρίς εντολές πελατών της εταιρείας.- Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό και πρέπει να επισημανθεί το γεγονός ότι οι πελάτες της εταιρείας ...., ιδιωτικός υπάλληλος, στις 9-1-2001 είχε αρνητική θέση 279.598,63 ευρώ (95.259.253 δρχ.) και στις 10-4-2001 είχε αρνητική θέση 326.949, 28 ευρώ (111.391.619 δρχ.), ...., τραπεζικός υπάλληλος, στις 9-1-2001 είχε αρνητική θέση 284.431,47 ευρώ (96.905.641 δρχ.) και στις 16-2-2001 είχε αρνητική θέση 328.448,01 ευρώ (111.902.237 δρχ.), ..., στις 9-1-2001 είχε αρνητική θέση 360.286,18 ευρώ (122.749.501 δρχ.) και στις 16-2-2001 επίσης αρνητική θέση 350.818,09 ευρώ (119.523.723 δρχ.), .... στις 9-1-2001 είχε αρνητική θέση 334.227,87 ευρώ (113.871.445 δρχ.), ...., φοιτήτρια, στις 9-1-2001 είχε αρνητική θέση 203.088,48 ευρώ (69.192.145 δρχ.) και ...., επιχειρηματίας, στις 9-1-2001 είχε αρνητική θέση 329.272,08 (112.182.197 δρχ.), ενώ στις 16-2-2001 είχε αρνητική θέση 352.443,85 ευρώ (120.077.619 δρχ.). Συνολικά, μόνο αυτοί οι πελάτες, στις 9-1-2001 είχαν αρνητική θέση 2.076.336,18 ευρώ (707.407.736 δρχ.), η οποία μέσα σε δύο μήνες αυξήθηκε κατά 179.237,56 ευρώ (61.066.236 δρχ.). Τέλος και όσον αφορά την απώλεια σημαντικού αριθμού μετοχών της εταιρείας "....." (8.878 τεμάχια), οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, δεν προέβησαν, όπως είχαν υποχρέωση στις απαραίτητες εκείνες ενέργειες για την ανάκτησή τους ή την πλήρη αποζημίωση της εταιρείας, με αποτέλεσμα από τις παραλείψεις τους αυτές να επέλθει σε βάρος της περιουσίας της εταιρείας ζημία ύψους 202.000.000 δρχ. περίπου, την οποία ουδέποτε διεκδίκησαν, δοθέντος ότι η εταιρεία υποχρεώθηκε να αγοράσει ίσης αξίας τίτλους για τη συμπλήρωση των χαρτοφυλακίων των πελαrών της. Με βάση τα προαναφερόμενα σαφώς προκύπτει ότι η ζημία στην περιουσία της εν λόγω εταιρείας προκλήθηκε από τη μη είσπραξη από τους πελάτες των οφειλομένων ποσών εντός του τριημέρου, ώστε να προκαταβάλει ο επενδυτής πριν από την εκκαθάριση των κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών το τίμημα των συναλλαγών που είχαν γίνει για λογαριασμό του, από τη μη ρευστοποίηση εντός τριάντα (30) ημερών κατά το άρθρο 26 του Ν. 3632/28 των μετοχών το τίμημα των οποίων δεν καταβλήθηκε και τέλος από την έλλειψη δυνατότητας της εταιρείας, μετά την παρέλευση τριάντα (30) ημερών, να εκποιήσει χωρίς εντολή του πελάτη τις μετοχές που είχαν αγοραστεί για λογαριασμό του. Η ιδιαίτερα μεγάλη αυτή ζημία στην περιουσία της εταιρείας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤ ΑΙΡΙΑ" είναι αποτέλεσμα μη συνετής και έντιμης διαχείρισης και οφείλεται στις αιτίες και στις πράξεις διαχείρισης που αναφέρονται αναλυτικά παραπάνω. Ασφαλώς και ήταν προβλέψιμη από τους κατηγορούμενους, οι οποίοι είχαν ειδικές γνώσεις και ιδιαίτερη εμπειρία ως προς το συγκεκριμένο αντικείμενο, παρ' όλα αυτά όμως την αποδέχτηκαν, με αυτονόητη συνέπεια να στοιχειοθετείται όχι μόνο κατά την αντικειμενική αλλά και κατά την υποκειμενική του υπόσταση το έγκλημα της απιστίας από κοινού και κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 45,98,390 Π.Κ.) για το οποίο κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 και πρέπει γι' αυτό να κηρυχθούν ένοχοι.......". Την έφεση του εισαγγελέα εφετών το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε αιτιολογημένη και συνεπώς παραδεκτή, τη ερεύνησε κατ' ουσίαν και ήχθη σε καταδικαστική απόφαση για τους κατηγορουμένους στους οποίους επέβαλε πονή φυλακίσεως τριών (3) και δύο (2) ετών, αντίστοιχα, τις οποίες ανέστειλε. Ήδη, οι αναρεσείοντες Χ1 και Χ2, με τις από 20-12-2007 και 21-12-2007,αντιστοίχως, αιτήσεις αναιρέσεως, πλήττουν την απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, επικαλούμενοι, ότι το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο με το να κρίνει αιτιολογημένη την έφεση του εισαγγελέα, ενώ δεν ήταν, για τους αναφερόμενους στις αιτήσεις τους λόγους και να εκδικάσει περαιτέρω την υπόθεση, υπερέβη την εξουσία του. Στην προκείμενη περίπτωση, η με το προεκτεθέν περιεχόμενο έφεση του εισαγγελέα εφετών, δεν έχει την από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά γίνεται σ' αυτήν μια γενική και αοριστόλογη έκθεση των πραγματικών περιστατικών τα οποία κατά την άποψή του προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πολλά των οποίων, μάλιστα, συνιστούν σύμφωνες παραδοχές και της εκκαλούμενης αποφάσεως, χωρίς στην έφεσή του αυτή να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην ως άνω αθωωτική απόφαση, με αναφορά στα προκύψαντα από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων πραγματικά περιστατικά τα οποία συγκροτούν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της αξιόποινης πράξης της απιστίας για την οποία ζητεί την επανεξέταση της υποθέσεως και την ενοχή των κατηγορουμένων. Ειδικότερα, αφού στην αρχή του δικογράφου, εισαγωγικώς αναφέρεται στην απαγγελθείσα κατά των κατηγορουμένων κατηγορία, στη συνέχεια επί μακρόν αναλίσκεται στην παράθεση καταστατικών διατάξεων της εταιρίας ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε, και στο περιεχόμενο των εξ αυτών απορρεουσών εξουσιών του Προέδρου του Δ.Σ και του Διευθύντος Συμβούλου, για να καταδείξει και να καταλήξει παρά κάτω ότι οι κατηγορούμενοι είχαν την εξουσία διενεργείας υλικών και νομικών διαχειριστικών πράξεων. Όμως, από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τον ουσιαστικό έλεγχο του ερευνώμενου λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι δεν δέχθηκε κάτι άλλο το πρωτόδικο δικαστήριο και ούτε την απαλλακτική του κρίση στήριξε στην ανυπαρξία εκπροσωπήσεως της εταιρίας από τους κατηγορουμένους ή την μη άσκηση από αυτούς διαχειριστικής εξουσίας. Περαιτέρω, αναφέρεται ο εκκαλών εισαγγελέας, παραθέτοντας περικοπές, στην υπ' αριθμ...... απόφαση της Επιτροπής κεφαλαιαγοράς και στις διαπιστώσεις των ελεγκτικών οργάνων αυτής. για την μη διασφάλιση των συμφερόντων της εταιρίας εν σχέσει με την μη είσπραξη οφειλών από αγοραστές μετοχών, την μη εκποίηση των μετοχών των τελευταίων και την απώλεια μετοχών. Όμως, τα γεγονότα αυτά αποτελούν παραδοχές και της πρωτοβάθμιας αποφάσεως και δεν εξηγείται στην έφεση ποια αποδεικτικά μέσα εσφαλμένως εκτίμησε το πρωτόδικο δικαστήριο και τι αντίθετο εξ αυτών προέκυπτε ώστε να είναι σφαλερό το πόρισμα της εκκαλούμενης αποφάσεως για την έλλειψη των αντικειμενικών, ιδιαίτερα δε των υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο αθώωσε τους κατηγορουμένους Με τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο Αθηνών που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως παραδεκτή την ανωτέρω έφεση, απέρριψε την περί απαραδέκτου αυτής ένσταση του πρώτου κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους υπερέβη θετικά την εξουσία του. Πρέπει, συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λογος αναιρέσεως και των δύο αναιρεσειόντων, να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Η έρευνα των λοιπών λόγων μετά ταύτα παρέλκει. Αναιρουμένης της αποφάσεως λόγω του απαραδέκτου της εφέσεως του Εισαγγελέα η οποία στρέφεται κατά της πρωτόδικης αθωωτικής αποφάσεως, δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως, κατ' άρθρο 519 ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ.6.026/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείο Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου για υπέρβαση εξουσίας. Δέχθηκε ως παραδεκτή έφεση του Εισαγγελέα κατά της πρωτόδικης αθωωτικής αποφάσεως αν και η έφεση δεν είχε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας.
0
Αριθμός 1851/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ-Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της 3603/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 1 Νοεμβρίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1382/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παραγ. 1 του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 § 1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή αθροιστικώς ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχειρήσεως, εκμεταλλεύσεως ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της συμβάσεως ή της σχέσεως εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1955, εξ αιτίας της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ, υπάρχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, όπως συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 3603/2007 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο και κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για παράβαση του α.ν. 690/1945, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος Χ1 υπήρξε διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας με την επωνυμία "ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΠΙΕΡΙΑΣ Α.Ε" η εταιρία αυτή ανήκε στον όμιλο των εταιριών του ............Γ1, έχοντας όμως, αυτοτέλεια. Αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος Χ1, ασκούσε πράξεις διοίκησης της εταιρίας...........αφού ο ίδιος προσλάμβανε προσωπικό στην εταιρία, έδινε οδηγίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων των εργαζομένων σε αυτήν και γενικότερα, με τη σύμφωνη γνώμη του Γ1, ασκούσε όλες τις σχετιζόμενες με τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου αρμοδιότητες. Η εταιρία κατά το χρονικό διάστημα από 21-10-2002 έως 15-6-2005 είχε προσλάβει με μισθό, προκειμένου να εργαστεί σε αυτήν, τον Ζ1. Αν και ο τελευταίος εργάστηκε κατά το χρονικό διάστημα από 21-10-2002 έως 15-6-2005 ως δημοσιογράφος, δεν καταβλήθηκε σε αυτόν για δεδουλευμένα από 1/11/2002 έως 30/4/2003, το ποσό των 4.200 €, για κανονική άδεια έτους 2003 το ποσό των 700,00€, για επίδομα αδείας έτους 2003 το ποσό των 350,00€, για υπόλοιπο κανονικής άδειας 2004 το ποσό των 364,00 €, για υπόλοιπο επιδόματος αδείας 2004 το ποσό των 175,00 €, για δεδουλευμένα από 1-12-2004 έως 15-6-2005 το ποσό των 4.550,00€ και για δώρο Πάσχα 2005 το ποσό των 350,00 €, δηλαδή συνολικά δεν καταβλήθηκε σε αυτόν, που απασχολήθηκε.........με μισθό....το ποσό των 10.689,00 €, οφειλόμενο από τη σχέση εργασίας ως αποδοχές και χορηγίες που καθορίσθηκαν από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, το άρθρ. 5 § 7 Α.Ν. 539/45 περί αδείας, το άρθρ. 3 § 16 Ν.4504/66 περί επιδόματος αδείας, και την υπ' αριθμ. 19040/81 απόφαση Υπουργού Οικονομικών και Εργασίας "περί χορηγήσεως επιδόματος εορτών, Χριστουγέννων, Πάσχα". Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος στην .... την 1-8-2005 ως Διευθύνων Σύμβουλος εργοδότριας εταιρίας δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα, δηλαδή μέχρι και της παραπάνω χρονολογίας στον παραπάνω Ζ1 που εργάστηκε στην ανωτέρω εταιρία από 21-10-2002 έως 1-8-2005, τις οφειλόμενες από τη σχέση εργασίας αποδοχές και χορηγίες που καθορίσθηκαν από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας και για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος". Σύμφωνα δε με το διατακτικό της αποφάσεως, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για το ότι: "Στην Πιερία την 1-8-2005 ως Δ/νων Σύμβουλος εργοδότριας εταιρίας με την επωνυμία "ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΠΙΕΡΙΑΣ Α.Ε" ασκώντας τη διοίκηση-διαχείριση και εκμετάλλευση της ως άνω ανωνύμου εταιρίας δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα, δηλαδή μέχρι και της παραπάνω χρονολογίας, σ' αυτόν που απασχολήθηκε απ' αυτόν με μισθό, τις οφειλόμενες από τη σχέση εργασίας αποδοχές και χορηγίες που καθορίσθηκαν από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας και συγκεκριμένα δεν κατέβαλε στον Ζ1 που εργάστηκε στην ανωτέρω εταιρία από 21-10-2002 έως 1-8-2005 τις αποδοχές του μηνός Ιουλίου 2005 που ανέρχονται στο ποσό των 700 Ευρώ και στη ...., κατά το χρονικό διάστημα από 21-10-2002 έως 15-6-2005 με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος, εργοδότης ων ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΠΙΕΡΙΑΣ Α.Ε- BEST NEWS", δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα, δηλαδή μέχρι και της παραπάνω χρονολογίας, σ' αυτόν που απασχολήθηκε απ' αυτόν με μισθό, τις οφειλόμενες από τη σχέση εργασίας αποδοχές και χορηγίες που καθορίσθηκαν από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, το άρθρ. 5 § 7 Α.Ν 539/45 περί αδείας, το άρθρ. 3 § 16 Ν. 4504/66 περί επιδόματος αδείας, και την υπ' αριθμ. 19040/81 απόφαση Υπουργού Οικονομικών και Εργασίας "περί χορηγήσεως επιδόματος εορτών, Χριστουγέννων Πάσχα" αφετέρου και συγκεκριμένα δεν κατέβαλε στον Ζ1, που απασχόλησε από 21-10-2002 έως 15-6-2005 ως δημοσιογράφο, το ποσό των 10.689,00 € που προέρχεται από: 1)Δεδουλευμένα από 1/11/2002 έως 30/4/2003:6Χ700= 4.200€ 2)Κανονική άδεια έτους 2003 = 700,00€ 3)επίδομα αδείας έτους 2003 = 350,00€ 4)υπόλοιπο κανονικής άδειας 2004 = 364,00€ 5)υπόλοιπο επιδόματος αδείας 2004 = 175,00€ 6)δεδουλευμένα από 1/12/2004 έως 15/6/2005: = 4.550,00€ 7)Δώρο Πάσχα 2005: = 350,00€ Σύνολο 10.689.00 €". Με αυτές τις παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι η εκ των ανωτέρω διατάξεων του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη, καθόσον, προσδιορίζεται μεν σ' αυτήν ότι ο εργαζόμενος Ζ1 είχε προσληφθεί με μηνιαίο μισθό, ο οποίος καθορίσθηκε από την μεταξύ των ενδιαφερομένων σύμβαση εργασίας, έτσι ώστε οι περί του αντιθέτου μερικώτερες αιτιάσεις του εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' λόγου του δικογράφου των παραδεκτώς ασκηθέντων, πρόσθετων λόγων αναιρέσεως παρίστανται αβάσιμες, περαιτέρω, όμως, προκύπτει ασάφεια και αντίφαση α)ως προς το χρόνο κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας του ανωτέρω με την εταιρία ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΠΙΕΡΙΑΣ ΑΕ, αφού, τόσον στο σκεπτικό όσον και στο διατακτικό ο χρόνος αυτός προσδιορίζεται άλλοτε από 21-10-2002 έως 15-6-2005 και άλλοτε από 21-10-2002 έως 1-8-2005, β)ενώ στο σκεπτικό γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσείων δεν κατέβαλε στον ανωτέρω εργαζόμενο αποδοχές και χορηγίες συνολικού ποσού 10.689 ευρώ, στο διατακτικό κηρύσσεται ένοχος ο αναιρεσείων για μη εμπρόθεσμη καταβολή στον εν λόγω εργαζόμενο των οφειλομένων αποδοχών της εργασίας του, ανερχομένων στο ως άνω συνολικό ποσόν, πλέον 700 ευρώ και γ)ενόψει του ότι πρόκειται για εργοδότιδα ΑΕ, η οποία κατά νόμον (άρθρο 18 ν.2190/1920) εκπροσωπείται από το διοικητικό της συμβούλιο που ενεργεί συλλογικώς, δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αν ο αναιρεσείων κατά το καταστατικό της εταιρίας ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΠΙΕΡΙΑΣ ΑΕ ή με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εκπροσωπούσε την εν λόγω εταιρία κατά τον ως άνω ενδιαφέροντα χρόνο, αφού μόνη η ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας αυτής δεν του παρείχε άνευ άλλου εξουσία εκπροσωπήσεώς της. Επιπλέον η ασάφεια και αντίφαση αυτή καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ανωτέρω διατάξεως της παραγ. 1 του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945. Επομένως, είναι βάσιμοι οι σχετικοί με τις ανωτέρω πλημμέλειες λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ και πρέπει, ενόψει του ότι η ένδικη αίτηση περιέχει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, αυτόν της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω παραβάσεως της διατάξεως του άρθρου 369 § 1,3 Κ.Ποιν.Δ, να γίνουν δεκτοί και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 3603/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη έγκαιρη καταβολή αποδοχών σε εργαζόμενο (άρθρο μόνο ΑΝ 690/1945). Αναιρείται η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για παράβαση του άρθρου 1 § 1 του ΑΝ 690/1945 λόγω ελλείψεως αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, διότι δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση ως προς χρόνο που διήρκησε η σύμβαση εργασίας και το συνολικό ύψος των οφειλομένων αποδοχών, αλλά και διότι δεν διευκρινίζεται γιατί η ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εργοδότιδας ΑΕ, υπό την οποία γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσείων δεν κατέβαλε τις αποδοχές του απασχοληθέντος από την ΑΕ μισθωτού, παρείχε στον αναιρεσείοντα την εξουσία εκπροσωπήσεως της εργοδότιδας, ενόψει της κατά νόμον εκπροσωπήσεως της ΑΕ από το ΔΣ αυτής, δρων συλλογικώς.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
2
Αριθμός 1855/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη, Γεώργιο Γιαννούλη (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 18389/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "Σ. ΣΚΑΡΛΑΤΙΔΗΣ ΤΥΡΟΚΟΜΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Ορεστιάδα και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Αυγούστου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1501/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 499/14.12.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 39/2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 18389/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε ερήμην σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών, (που μετετράπη προς 4,40 ευρώ ημερησίως), για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση και δυσφήμηση ανώνυμης εταιρίας και εκθέτω τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 § 1 Κ.Π.Δ. όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, είναι απαράδεκτο και ως τέτοιο απορριπτέο. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρο 504 § 1 Κ.Π.Δ. όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνον κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Συνεπώς δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου όταν κατ'αυτής έχει ασκηθεί έφεση και έχει ήδη εκδοθεί απόφαση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 1568/06, ΑΠ 78/05), η απόφαση του οποίου υπόκειται πλέον σε αναίρεση, εφόσον είναι τελειωτική της κατηγορίας, όπως είναι εκείνη που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη ή απαράδεκτη, αφού στις περιπτώσεις αυτές παρέχεται ρητά τέτοιο δικαίωμα από τις διατάξεις των άρθρων 476 § 2 και 501 § 1 Κ.Π.Δ. Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, κατά της ανωτέρω 18389/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων άσκησε, καθ'ό είχε δικαίωμα, την υπ'αριθμ. 51/2006 έφεσή του, η οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, με την υπ'αριθμ. 2563/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την κρινομένη 39/2007 αίτησή του, την οποία άσκησε για λογαριασμό του, (και δυνάμει της από 25-7-07 εξουσιοδοτήσεώς του) ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Δημήτριος Λάζος, ο αναιρεσείων ζητάει την αναίρεση της ανωτέρω 18389/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, εκθέτοντας, μεταξύ άλλων, ότι "......... ο παραπάνω εντολέας του, αναιρεσειβάλλει δι'αυτού, ως συνηγόρου του, την με αριθμό 18389/05 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος παράβασης του αδικήματος της ψευδής καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης και της δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα πέντε μηνών............επί της παραπάνω απόφασης ασκήθηκε η υπ'αριθμό 95/2006 έφεση που απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την υπ'αριθμ. 2563/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείού Θεσσαλονίκης και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση και συγκεκριμένα κηρύχθηκε ένοχος........ Η ανωτέρω απόφαση που ας σημειωθεί επικυρώθηκε με την υπ'αριθμ. 2563/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης χωρίς από την πλευρά μου να προσβληθεί...... Ειδικότερα η πρωτόδικη απόφαση που επικυρώθηκε από το Εφετείο με καταδίκασε ..................ενώ αν έκρινε ορθά το αποδεικτικό υλικό έπρεπε να με απαλλάξει από κάθε κατηγορία......... Συνεπώς, η απόφαση αυτή είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. ε' (εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης) και συγκεκριμένα των περί του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας. Ο αναιρεσείων ζητεί την για τους εκτεθέντες λόγους αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ...................και να κηρυχθεί αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε και κάθε άλλης πράξης..........". Ενόψει αυτών η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, αφού στρέφεται κατά της υπ'αριθμ. 18389/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης , που δεν υπόκειται σε αναίρεση και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Τέλος και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η κρινομένη αίτηση αναίρεσης στρέφεται και κατά της παραπάνω 2563/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η υπ'αριθμ. 55/2006 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 18389/2005 πρωτόδικης απόφασης και πάλι είναι απαράδεκτη, αφού ασκήθηκε από τον παραπάνω δικηγόρο, χωρίς εξουσιοδότηση του εντολέα του Χ1, δεδομένου ότι με την επισυναπτόμενη από 25-7-2007 εξουσιοδότησή του, ο τελευταίος του έδωσε την εντολή να ασκήσει αναίρεση κατά της πρωτόδικης 18389/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και όχι και για αναίρεση της 2563/07 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή ασκήθηκε από πρόσωπο μη δικαιούμενο στην άσκησή της, αφού ο δικηγόρος δικαιούται να ασκήσει αναίρεση αν παραστάθηκε στην κατ'έφεση δίκη και εφόσον η απόφαση είναι καταδικαστική. Εάν όμως με αυτή απορριφθεί η έφεση, όπως εν προκειμένω, ως ανυποστήρικτη δεν νομιμοποιείται και χρειάζεται πληρεξούσιο, το οποίο προσαρτάται στην έκθεση αναίρεσης (βλ/ ΑΠ 1279/2000). Πέραν αυτών η κρινομένη αίτήση δεν διαλαμβάνει ούτε ένα σαφή, ορισμένο και νόμιμο λόγο αναιρέσεως, για τον οποίο πλήττεται η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αφού με τον αναφερόμενο ως άνω λόγο αναιρέσεως, ευθέως αμφισβητείται η ορθότητα της ουσιαστικής εκτίμησης των αποδείξεων εκ μέρους του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και εξ αυτού του λόγου είναι απαράδεκτη. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 39/2007 αίτηση αναίρεσης του Χ1 κατά της υπ'αριθμ. 18389/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 28 Νοεμβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΓεώργιος Βλάσσης" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 489 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠΔ, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά της αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου αν με αυτή καταδικάστηκε σε φυλάκιση πάνω από τέσσερις μήνες ή σε χρηματική ποινή πάνω από χίλια πεντακόσια ευρώ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 504 παρ. 1 του ΚΠΔ, δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως η απόφαση, η οποία κατά το χρόνο απαγγελίας της μπορούσε να προσβληθεί με έφεση, έστω και αν, επιγενομένως, έγινε τελεσίδικη, είτε γιατί παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της εφέσεως, είτε γιατί απορρίφτηκε η ασκηθείσα έφεση ως ανυποστήρικτη. Στην τελευταία περίπτωση, με την αναίρεση προσβάλλεται παραδεκτώς μόνον η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και μόνον για το ότι όχι ορθώς απορρίφθηκε η έφεση ως ανυποστήρικτη, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δίκασε την ουσία της υποθέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε κατά αποφάσεως, κατά της οποίας δεν προβλέπεται. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η 18389/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε ερήμην σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών, που μετατράπηκε προς 4, 40 ευρώ ημερησίως, για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα, συκοφαντική δυσφήμηση και δυσφήμηση ανώνυμης εταιρείας. Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, κατά της εν λόγω απόφασης, που ήταν εκκλητή, ο αναιρεσείων άσκησε την υπ' αριθμ. 51/2006 έφεση, η οποία, με την υπ' αριθμ. 2563/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη (άρθρο 501 παρ. 1 εδ. α του ΚΠΔ). Επομένως, η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε αναίρεση και, συνακόλουθα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3 Αυγούστου 2007 αίτηση του Χ1 , για αναίρεση της 18389/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτεται ως απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως γιατί ασκήθηκε κατά πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία υπόκειται στο ένδικο μέσο της εφέσεως.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 1845/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Χαράλαμπο Δημάδη, (που ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέτα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου, περί αναιρέσεως της 5.120/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Οκτωβρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως καθώς και στο από 18 Μαρτίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής (αναίρεσης), που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1889/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στην καταβολή τριών συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, με καθυστέρηση καταβολής πέραν των δυο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολής οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές και γ) ενός (1) έτους τουλάχιστον, προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια παραπάνω αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές. Η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/11-9-1997, σύμφωνα με το οποίο: Η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δυο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα δυο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές και γ) ενός (1) τουλάχιστον έτους προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια παραπάνω αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει α) ότι με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, από παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες, πράγμα που συμβαίνει όταν το ύψος της από την άνω αιτία ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές και β) ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139), είναι 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως βεβαίωση των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δυο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής. Τέλος, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. ΙΙ.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. ΙΙΙ.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό με συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων σ'αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Η κατηγορουμένη Χ1, ιδιοκτήτρια οινοποιητικής επιχειρήσεως στην περιοχή της ...... Ν. Ευβοίας, έχοντας ήδη καταστεί από τις 10/2/99 οφειλέτρια του Ελληνικού Δημοσίου, εξ αιτίας της κατά την προμνημονευόμενη ημεροχρονολογία βεβαίωσης από την Δ.Ο.Υ. Χαλκίδος σε βάρος της, χρέους ύψους ενός εκατομμυρίου διακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών (1.000.228,76 €), το οποίο εμφανίζεται στον σχετικό προσκομιζόμενο, αναγνωσθέντα και ληφθέντα υπ'όψιν του Δικαστηρίου πίνακα χρεών και το οποίο προερχόταν από την κατάπτωση της εγγύησης που είχε παράσχει το Ελληνικό Δημόσιο κατά το έτος 1993 σε δύο (2) δανειακές συμβάσεις που είχε (η κ/νη) συνάψει με την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, - τα υπόλοιπα των οποίων (συμβάσεων) κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, για τον λόγο δε αυτό καταγγέλθηκαν από την άνω Τράπεζα με αποτέλεσμα στην συνέχεια να κατεπέσει η προειρημμένη εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου-, με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής του άνω βεβαιωμένου προς την άνω αρμόδια δημόσια υπηρεσία χρέους στο οποίο συνυπολογίσθηκαν και οι νόμιμες προσαυξήσεις υπερημερίας, και το οποίο είχε υποχρέωση να εξοφλήσει εφ'άπαξ, και ειδικώτερα εντός δύο μηνών από την ημερομηνία καταβολής του που ήταν η 31η/3/1999, εφ' όσον ηθελημένα δεν το κατέβαλε μέχρι και την 31/5/99, με αποτέλεσμα την 1/6/99 να τελέσει εκ προθέσεως το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται κατά την έννοια των άνω διατάξεων που παρατίθενται στην μείζονα πρόταση της παρούσας. Οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης ότι το εν λόγω χρέος, έπρεπε να είχε διαγραφεί από τον πίνακα χρεών της άνω μηνύτριας αρμόδιας υπηρεσίας ύστερα από την εντολή του Ελληνικού Δημοσίου να επιστραφεί το ποσό της εγγυήσεως που είχε καταπέσει σε βάρος του, και ότι κατά συνέπεια κακώς και εσφαλμένως εκλαμβάνεται ως οφειλέτρια του Δημοσίου, δεν είναι βάσιμοι, δεδομένου ότι το επίμαχο χρέος δεν έχει μέχρι σήμερα διαγραφεί. Συνεπώς και εν όσω το χρέος αυτό υφίσταται ως απαιτητό μέχρι σήμερα, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, συνακολούθως δε ανεξάρτητα από το αίτημα για την επιστροφή της εγγυήσεώς του από την Αγροτική Τράπεζα προς αυτό, κρίνεται απορριπτέος και ο σχετικός ισχυρισμός της κατηγορουμένης, αναφορικά με την ενεργητική νομιμοποίηση του Ελ. Δημοσίου, αναφορικά με την υποβληθείσα από αυτό (και ειδικότερα από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Χαλκίδος) αίτηση για την άσκηση της επίδικης ποινικής διώξεως. Ομοίως απορριπτέο κατά την κρίση του Δικαστηρίου τυγχάνει και το υποβληθέν από την κατηγορουμένη αίτημα για την αναστολή της σε βάρος της ποινικής διώξεως, λόγω ρυθμίσεως του επιδίκου χρέους, εφ' όσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο και ειδικότερα από έγγραφη σχετική απόφαση ή πράξη της διοικήσεως, δεν προκύπτει ότι έχει πραγματοποιηθεί ανάλογη ρύθμιση του εκ μέρους της. Επομένως η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της κατηγορίας η οποίας της αποδίδεται...". Με τις παραδοχές αυτές, κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη και επέβαλε σ' αυτήν ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος για το οποίο την κατεδίκασε, οι αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή της αναιρεσείουσας, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στην ουσιαστικού ποινικού δικαίου διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1992 την οποία, ως ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1999, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο δέχεται ότι χρόνος καταβολής του εφάπαξ βεβαιωθέντος χρέους ήταν η 31-3-1999 και ότι η δίμηνη προθεσμία καταβολής αυτού παρήλθε την 31-5-1999. Συνεπώς η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το χρέος βεβαιώθηκε την 31-5-1999 και επομένως καθυστέρηση καταβολής υφίσταται από 1-8-1999 είναι αβάσιμη, σημειουμένου ότι πουθενά στο σκεπτικό της αποφάσεως αναφέρεται ως χρόνος βεβαίωσης του χρέους η 10-2-1999, ως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, παραπέμπουσα στην σελ. 25 της αποφάσεως. Τέλος, με επάρκεια αιτιολογίας η απόφαση δέχεται το επίδικο χρέος δεν έχει διαγραφεί, η αντίθετη δε αιτίαση της αναιρεσείουσας είναι απαράδεκτη διότι πλήττει την περί τα πράγματα ενέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθία, οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ που προβάλλονται με το κύριο δικόγραφο της αναιρέσεως και με τον δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων είναι αβάσιμοι. VΙ.- Η μεταβολή της κατηγορίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο γιατί δεν τηρούνται οι διατάξεις που καθορίζουν την άσκηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα και ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 εν. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ. Τέτοια όμως μεταβολή υπάρχει όταν η πράξη για την οποίαν επήλθε η καταδίκη του κατηγορουμένου είναι διάφορη από εκείνη για την οποίαν ασκήθηκε η ποινική δίωξη και έχει εισαχθεί αυτός σε δίκη κατά χρόνο, τόπο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις ή τελέστηκε κάτω από τις ίδιες περιστάσεις αλλά αποτελείται από γεγονότα άσχετα με εκείνα για τα οποία απαγγέλθηκε η κατηγορία. Δεν υπάρχει, όμως, μεταβολή της κατηγορίας και δεν δημιουργείται ο άνω λόγος αναιρέσεως, όταν στο διατακτικό της αποφάσεως πλεοναστικώς, ως μείζον πρόταση, παρατίθενται μεν γενικώς τα στοιχεία της πράξεως για την οποία καταδικάζεται ο κατηγορούμενος αλλά το δικαστήριο συγκεκριμενοποιεί την πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου η οποία εμπίπτει στα στοιχεία της πράξης την οποία εφήρμοσε. Συνεπώς, ο με το δικόγραφο των προσθέτων συναφής πρώτος λόγος για απόλυτη ακυρότητα, εγκείμενη στο ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε για χρέη προς το Δημόσιο τα οποία προέρχονταν από την μη καταβολή Τραπεζικού δανείου υπό την εγγύηση του Δημοσίου, ενώ σύμφωνα με το κλητήριο θέσπισμα είχε παραπεμφθεί για χρέη προς το Δημόσιο, προερχόμενα από την μη καταβολή παρακρατουμένων ή επιρριπτομένων φόρων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-10-2007 αίτηση και τους από 18-3-2008 προσθέτους λόγους της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5.120/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Και. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και αιτιολογημένη καταδίκη. Δεν συνιστά μεταβολή της κατηγορίας και δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, όταν το δικαστήριο με την καταδικαστική του απόφαση για μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο, προσδιορίζει ακριβέστερα το είδος του χρέους, με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά για τα οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κατηγορίας μεταβολή.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1844/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνου Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, που ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 57/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), Βασίλειο Λυκούδη και Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαϊου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2301/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1995/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 168/8.4.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ' αρθρ 485 &1 ΚΠΔ την με αριθμ. 266/26-11-2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του με αριθμ. 2301/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίπτεται κατ ουσία η με αριθμ. 300/2007 έφεση του κατά του με αριθμ. 987/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για υπεξαίρεση εμπιστευμένου στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του σαν εντολοδόχου και με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από πληρεξούσιο του κατηγορουμένου που είχε προς τούτο ειδική εντολή η οποία προσαρτάται στην αίτηση αναίρεσης και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένους λόγους, της υπέρβασης εξουσίας και της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας (άρθρ. 484 & 1 εδ στ. και δ ΚΠΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι. Οι προβαλλόμενοι λόγοι συνίστανται όπως αναφέρεται στην αίτηση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα α. εσφαλμένα τον παρέπεμψε για να δικαστεί και για τον συρρέον έγκλημα της έκδοση ακάλυπτης επιταγής αντί να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη για την πράξη αυτή καθ' όσον η προς δίωξη έγκληση από τον δικαιούχο υποβλήθηκε μετά την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας και β. δεν περιέχει επιβαλλόμενη αιτιολογία διότι δεν αναφέρεται πουθενά ότι λήφθηκε υπ' όψη και αξιολογήθηκε έγγραφο της εγκαλούσας εταιρείας από το οποίο προέκυπτε μερική καταβολή του ποσού το οποίο φέρεται ότι υπεξαιρέθηκε και το οποίο αφ' ενός μεν αλλάζει το ποσό το οποίο φέρεται ότι υπεξαιρέθηκε αλλά και αλλοιώνει και την μορφή της πράξης γιατί το εναπομένον ποσό είναι σημαντικά μικρότερο από το αρχικά υπολογισθέν μη δυνάμενο αντικειμενικά να χαρακτηρισθεί σαν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με συνέπεια την μετατροπή της πράξης σε απλή πλημμεληματική υπεξαίρεση, όπως επίσης στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αναφέρεται σε θεμελιωτικά περιστατικά της υποκειμενικής υπόστασης της υπεξαίρεσης αφού δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ο δόλος του για την διάπραξη της συγκεκριμένης πράξης αλλά αναφέρεται στα περιστατικά τα οποία αναφέρονται στην πρόταση του Εισαγγελέα την οποία επανέλαβε αντί αιτιολογίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 117 του ΠΚ κατά την οποία όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε και η προθεσμία αυτή υπολογίζεται βάση των διατάξεων του Α.Κ., προκύπτει ότι η προθεσμία για την υποβολή της έγκλησης όπου απαιτείται είναι τρίμηνη και αρχίζει από την ημέρας που ο δικαιούχος έλαβε γνώση της εις βάρος του πράξης και τελειώνει την αντίστοιχη ημέρα της τρίμηνης προθεσμίας. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 375 & 1 ΠΚ όπως ισχύει ''τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή μερικά) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο. 'Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών ''παράνομη ιδιοποίηση ξένου ολικά ή μερικά κινητού πράγματος που έχει περιέλθει στην κατοχή του δράστη καθ' οιονδήποτε τρόπο. Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με τον δράστη κυριότητα όπως αυτή διαπλάσσεται από τον Αστικό Κώδικα). Τέτοια περίπτωση είναι και τα χρήματα τα οποία περιέρχονται στον δράστη με την εντολή της είσπραξης τους και της απόδοσης τους στον εντολέα αλλά αυτός τα ιδιοποιείται (ΑΠ 277/2007, ΑΠ 394/2003, ΑΠ 1015/200, μεταξύ δε αυτών τους οποίους συνδέει σχέση εντολής και ενεργούν σαν εντολοδόχοι και διαχειριστές ξένης περιουσίας είναι και οι ασφαλιστικοί πράκτορες (ΑΠ 1426/2004 , ΑΠ 1426/2004 Α Π 492/2003). Εξ ετέρου κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία , στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου όπως επίσης και οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, όπως και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και εκ πλαγίου παράβαση υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Στην προκειμένη περίπτωση από τα ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από το Συμβούλιο Εφετών πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι κατά του κατηγορουμένου ασκήθηκε ποινική δίωξη για κακουργηματική υπεξαίρεση συνισταμένη στο ότι ο αναιρεσείων συνήψε με την εγκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία σύμβαση σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων σαν ασφαλιστικός πράκτορας θα προέβαινε στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων στο όνομα της εταιρείας αντί των αναλυτικά στην σύμβαση αναφερομένων ποσοστών προμήθειας για κάθε κλάδο ασφάλισης με την σύγχρονη υποχρέωση καταβολής στην μηνύτρια εντός 60 ημερών από το τέλος του μήνα κίνησης, του συνόλου των μικτών ασφαλίστρων αφαιρουμένων των παραπάνω προμηθειών του μαζί και τα πρωτότυπα των ασφαλιστικών συμβολαίων. Ο αναιρεσείων για το χρονικό διάστημα από του μηνός Μαΐου 2004 έως τον Ιανουάριο του 2005 δεν κατέβαλλε στην εγκαλούσα εισπραχθέντα ασφάλιστρα ύψους 17.646 αν και τα είχε εισπράξει από τους ασφαλισμένους. Ο αναιρεσείων προς κάλυψη μέρους των οφειλομένων όταν η εγκαλούσα διαπίστωσε την υπαίτια καθυστέρηση των οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών τις οποίες είχε εισπράξει και δεν είχε αποδώσει εξέδωσε σε διαταγή της την με αριθμ. ...... επιταγή της τράπεζας Εurοbank η οποία εμφανίστηκε για πληρωμή την 23-12-2004 και παρέμεινε απλήρωτη λόγω ελλείψει κεφαλαίων. Η εγκαλούσα μετά ταύτα του επέδωσε εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση - πρόσκληση και κάλεσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλλει το ποσό των μη αποδοθέντων ασφαλίστρων τα οποία ανερχόταν στο ποσό των 17.646,71 ευρώ ο οποίος όμως ουδέποτε απέδωσε το ποσό αυτό στην εγκαλούσα εκδηλώσας και με τον τρόπο αυτό πλέον της μη εμπρόθεσμης απόδοσης των ασφαλίστρων την πρόθεση ιδιοποίησης τους. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία στηρίζουν την κρίση του για την μη ύπαρξη επαρκών ενδείξεων προς παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην απαλλακτική κρίση του για την παράβαση των άρθρων 375 παρ. 1β, 2, 45 και 372 παρ. 1β Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, απορριπτομένων των περί αντιθέτου αιτιάσεων του αναιρεσείοντα. Ο αναιρεσείων παραπονείται και προβάλλει ότι η έγκληση που υποβλήθηκε εναντίον του είναι εκπρόθεσμη και ότι η ποινική δίωξη κατά αυτού για την πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής έπρεπε να παύσει οριστικά εκ του λόγου αυτού. Από την επισκόπηση του προσβαλλόμενου βουλεύματος και την έκθεση αναίρεσης σε συνδυασμό προς το επίδικη επιταγή προκύπτει ότι η επί της επιταγής βεβαίωση της μη πληρωμής λόγω με ύπαρξης των απαιτουμένων κεφαλαίων έχει ημερομηνία την 23-12-2004 και από της ημερομηνίας αυτής αρχίζει να τρέχει η τρίμηνη προθεσμία για την υποβολή της κατά τον νόμο απαιτούμενης έγκλησης και τελειώνει την αντίστοιχη ημέρα του τριμήνου δηλ την 23-3-2005 η οποία είναι και η ημέρα κατά την οποία υποβλήθηκε η αναφερόμενη έγκληση και κατά ταύτα η προβαλλόμενη αιτίαση για το εκπρόθεσμο της έγκλησης είναι αβάσιμο. Περαιτέρω προβάλλεται η αιτίαση περί του ότι προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έλαβε υπ' όψη και δεν εκτίμησε έγγραφο από το οποίο κατά τον αναιρεσείοντα προκύπτει μερική καταβολή η οποία κατά αυτόν ασκεί επιρροή καθ' όσον μεταβάλλει τον χαρακτήρα της πράξης από κακούργημα σε πλημμέλημα γιατί το εναπομένον ποσό είναι εξ αντικειμένου μικρό και ως εκ τούτου θα εξέλειπε η επιβαρυντική περίπτωση του ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσού. Από το προσβαλλόμενο βούλευμα και συγκεκριμένα από την ενσωματωμένη πρόταση του Εισαγγελέα προκύπτει ότι το έγγραφο αυτό αναφέρεται όχι ονομαστικά αλλά κατά περιεχόμενο καθ' όσον γίνεται ρητή αναφορά στην από τον αναιρεσείοντα φερομένη καταβολή την οποία απορρίπτει σαν τέτοια λόγω του ότι το ποσό αυτό δεν αποτελεί αφ' ενός μεν καταβολή ασφαλίστρων γιατί η καταβολή αυτή δεν έγινε για την απόδοση των οφειλομένων ασφαλίστρων αλλά για την αναστολή πλειστηριασμού άλλά και ότι η καταβολή αυτή έγινε μεταγενέστερα της υποβολής της έγκλησης και έτσι δεν ασκεί επιρροή στον χαρακτήρα της πράξης. Ωσαύτως και οι αναφερόμενες αιτιάσεις περί του ότι το βούλευμα δεν περιέχει αιτιολογία γιατί παραπέμπει στην πρόταση του Εισαγγελέα είναι αβάσιμες καθ' όσον το βούλευμα περιέχει πλήρη και σαφή αιτιολογία με την αναφορά στις σκέψεις της ενσωματωμένης πρότασης του Εισαγγελέα στην οποία εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά καθ' όσον η πρόταση του εισαγγελέα ενσωματώνεται στο βούλευμα και αποτελεί με αυτό ένα ενιαίο σύνολο. Δια ταύταΠροτείνω Α. Να απορριφθεί η με αριθμ. 266/26-11-2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του με αριθμ. 2301/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίπτεται κατ' ουσία η με αριθμ. 300 /2007 έφεση του κατά του με αριθμ. 987/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντα. Αθήνα την 10-2-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Επειδή, κατά μεν το άρθρο 79 παρ. 5 του ν. 5960/1933, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1α του ν. 2408/4-6-1996, το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής διώκεται μόνον κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή της επιταγής, κατά δε το άρθρο 117 παρ. 1 Π.Κ., όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται, αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα, που έλαβε γνώση της τελεσθείσας πράξης και του τελέσαντος αυτήν προσώπου ή κάποιου συμμετόχου. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, επί του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, η τρίμηνη προθεσμία της έγκλησης για την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του υπαιτίου αρχίζει από την ημέρα, κατά την οποία ο κομιστής της εν λόγω επιταγής, γνωρίζοντας τον εκδότη της, που προκύπτει από το κείμενο του τίτλου, έλαβε γνώση της έλλειψης αντικρύσματος προς πληρωμή της και τούτο συμβαίνει όταν, εμφανίσας εμπροθέσμως την επιταγή προς πληρωμή, η τελευταία δεν πληρώνεται. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, με το υπ' αρ. 987/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο επικυρώθηκε με το προσβαλλόμενο υπ' αρ. 2301/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, παραπέμφθηκε για να δικαστεί και για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και συγκεκριμένα της υπ' αρ. .... επιταγής της Τράπεζας EFG Eurobank Ergasias, με χρόνο έκδοσης την 20-12-2004. Ότι η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε εμπροθέσμως, στις 21-12-2004, στην ως άνω Τράπεζα και δεν πληρώθηκε, ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, πράγμα που επιβεβαιώθηκε με σχετική βεβαίωση της τελευταίας, επί του σώματος της επιταγής, η δεν εναντίον του υποβληθείσα έγκληση, της εγκαλούσας εταιρείας, υποβλήθηκε στις 23-3-2005, ήτοι μετά την πάροδο της κατά τα άνω προβλεπόμενης τρίμηνης προθεσμίας, με συνέπεια την εξάλειψη του αξιοποίνου της ως άνω πράξεως, το δε Συμβούλιο των Εφετών Αθηνών, με το να μην παύσει οριστικά την κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. στ Κ.Π.Δ., δηλαδή της υπέρβασης εξουσίας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, από την επισκόπηση του προσβαλλομένου βουλεύματος, στο οποίο υφίστανται παραδοχές για το χρόνο εμφάνισης της επίδικης επιταγής προς πληρωμή στην ως άνω Πληρώτρια Τράπεζα, όπως και της επίδικης επιταγής, προκύπτει ότι η επ' αυτής (επιταγής) βεβαίωση της μη πληρωμής, λόγω μη ύπαρξης διαθεσίμων κεφαλαίων, έχει ημερομηνία την 23-12-2004 και από της ημερομηνίας αυτής (γνώση της έλλειψης αντικρύσματος), αρχίζει θα τρέχει η τρίμηνη προθεσμία, για την υποβολή της κατά νόμο απαιτούμενης έγκλησης και τελειώνει την αντίστοιχη ημέρα του τριμήνου, δηλαδή την 23-3-2005, η οποία είναι και η ημέρα κατά την οποία υποβλήθηκε και η σχετική έγκληση της δικαιούμενης προς τούτο εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΙΓΑΙΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ". ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται: α) το κινητό πράγμα να είναι ξένο ολικά ή εν μέρει, δηλαδή να βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με τον δράστη, κυριότητα κατά την έννοια του αστικού δικαίου. Τέτοια περίπτωση είναι και τα χρήματα, τα οποία περιέρχονται στο δράστη με την εντολή της είσπραξής τους και της απόδοσής τους στον εντολέα, αλλά αυτός τα ιδιοποιείται, μεταξύ δε αυτών τους οποίους συνδέει σχέση εντολής και ενεργούν σαν εντολοδόχοι και διαχειριστές ξένης περιουσίας, είναι και οι ασφαλιστικοί πράκτορες, β) να είχε περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στο δράστη και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) να έγινε παράνομη ιδιοποίηση αυτού από τον τελευταίο, δηλαδή η ιδιοποίηση να έγινε χωρίς συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο και δ) να υπάρχει δόλια προαίρεση του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του με την οποία εξωτερικεύεται η θέλησή του να ενσωματώσει στην περιουσία του το ξένο κινητό πράγμα, που βρίσκεται στην κατοχή του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996, η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητος του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας". Κατά τη διάταξη αυτή το έγκλημα της υπεξαιρέσεως μορφοποιείται σε κακούργημα, όταν το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, και το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Περαιτέρω, έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., υφίσταται, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αγοραστούν την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το συμβούλιο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την αξιόποινη πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αρ. 2301/2007 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 6-8-2002 στην Αθήνα καταρτίστηκε σύμβαση ασφαλιστικής πρακτορείας μεταξύ της μηνύτριας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΙΓΑΙΟΝ Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία" εδρεύουσας στη Γλυφάδα Αττικής (οδ. Λ. Βουλιαγμένης αρ. 100) και του κατηγορουμένου. Με αυτή συμφωνήθηκε, όπως ο κατηγορούμενος, ως ασφαλιστικός πράκτορας, διαμεσολαβεί στην κατάρτιση, επ' ονόματι της εταιρείας, συμβάσεων ασφαλιστικών, αντί των συμφωνηθέντων και αναλυτικά αναφερομένων στη σύμβαση ποσοστών προμηθείας για κάθε κλάδο ασφάλισης. Ο κατηγορούμενος, ανέλαβε την υποχρέωση, βάσει ρητής διάταξης της σύμβασης (άρθρο 5 παρ. 5, 4), να καταβάλλει στη μηνύτρια, το αργότερο εντός εξήντα (60) ημερών από το τέλος του μήνα κινήσεως (χρέωσης), το σύνολο των μικτών ασφαλίστρων του μήνα, αφαιρουμένων των προμηθειών που του αναλογούσαν. Ακόμη είχε συμφωνηθεί (άρθρο 3 παρ. 3.3) ότι ο πράκτορας έχει υποχρέωση να στέλνει στην εταιρεία για ακύρωση μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, τα πρωτότυπα ασφαλιστήρια έγγραφα που δεν έχουν παραληφθεί από τους ασφαλισμένους ή αυτά τα οποία δεν έχουν γίνει αποδεκτά από τους τελευταίους και ως εκ τούτου δεν έχουν εισπραχθεί τα ασφάλιστρα. Η από τον κατηγορούμενο απόδοση των υπ' αυτού εισπραχθέντων ασφαλίστρων στην μηνύτρια, γινόταν εντός εξήντα ημερών μετά το τέλος κάθε μήνα που έκλεινε ο λογαριασμός παραγωγής των ασφαλίστρων (μήνας κινήσεως), και μετά από την αφαίρεση της αναλογούσας στον κατηγορούμενο προμήθειας (άρθ. 5 παρ. 5.4 της συμβάσεως). Εξάλλου σύμφωνα με τους όρους της εν λόγω συμβάσεως και ειδικότερα σύμφωνα με το άρθ. 5.1 αυτής, ο κατηγορούμενος ήταν υποχρεωμένος να εισπράττει τα ασφάλιστρα εκ των συναφθεισών από τον ίδιο ασφαλιστικών συμβάσεων για λογαριασμό της εταιρείας, όπως αυτά υπολογίζονταν και αναγράφονταν στα ασφαλιστήρια συμβόλαια ή τις πρόσθετες πράξεις που του παρέδιδε η ίδια η αντισυμβαλλόμενη του εταιρεία. Επίσης ορίστηκε στην ανωτέρω σύμβαση, άρθ. 5.2 αυτής, όπως τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα από τον ίδιο για το χρονικό διάστημα που παραμένουν στα χέρια του να λογίζονται ως παρακαταθήκη και ο ίδιος (ασφαλιστικός πράκτορας) να ευθύνεται απέναντι στην εταιρεία ως θεματοφύλακας. Όπως προέκυψε όμως από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού ο κατηγορούμενος είχε καθήκοντα διαμεσολαβήσεως στην κατάρτιση ασφαλιστηρίων συμβολαίων και εισπράξεως αντιστοίχων ασφαλίστρων έναντι συμφωνημένης κατά κλάδο προμηθείας επί των καθαρών ασφαλίστρων. Είχε μάλιστα, κατά τα συμφωνηθέντα, συγκεκριμένες υποχρεώσεις έναντι της αντισυμβαλλομένης του εταιρείας - μηνύτριας - ενεργούσε δηλ. ως πληρεξούσιος αυτής με εξουσία αντιπροσωπεύσεως και δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλιών εκ μέρους του ενώ ήταν υπεύθυνος τόσο για την είσπραξη των ασφαλίστρων όσο και για την τυχόν καθυστέρηση αποδόσεώς τους στην τελευταία. Συνεπώς, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ουδέποτε ενήργησε ως θεματοφύλακας, ούτε η σύμβαση μεταξύ τους λειτούργησε ως αστική σύμβαση παρακαταθήκης, και ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί. Αντίθετα διαφαίνεται σαφώς ότι καταρτίστηκε σύμβαση εντολής μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Όπως, προκύπτει, τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων, όσο και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, ο κατηγορούμενος ήδη από τον Ιανουάριο του 2004 καθυστερούσε να αποδίδει στην εταιρεία, κατά τα ανωτέρω συμφωνηθέντα, τα οφειλόμενα ασφάλιστρα, όπως αυτά προέκυπταν από την αφαίρεση του ποσού της προμήθειάς του, και στη συνέχεια σταμάτησε να αποδίδει τα εισπραττόμενα από τον ίδιο ασφάλιστρα. Πιο συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα πινάκια παραγωγής ασφαλίστρων, για το χρονικό διάστημα από τον Μάιο του 2004 έως τον Ιανουάριο του 2005 το υπόλοιπο ασφαλίστρων προς απόδοση εκ μέρους του κατηγορουμένου ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 17.646,71 ευρώ, ποσό το οποίο, αν και ο ίδιος εισέπραξε, ουδέποτε απέδωσε, ως όφειλε. Ο ίδιος μάλιστα, προκειμένου να κερδίσει χρόνο και να μην γίνει αντιληπτή η πρόθεσή του να ιδιοποιηθεί τα χρήματα, ώστε να μην στραφεί εναντίον του η μηνύτρια εταιρεία, όταν η τελευταία διαπίστωσε την μη καταβολή εκ μέρους του των εισπραττομένων από τον ίδιο ασφαλίστρων, εξέδωσε την με αριθμό ..... επιταγή της τράπεζας Eurobank για ποσό 9.893,42 ευρώ με χρέωση του με αριθμό...... τηρουμένου από τον ίδιο τραπεζικού λογαριασμού στην ανωτέρω τράπεζα σε διαταγή της μηνύτριας εταιρείας. Η επιταγή, όμως, αυτή, αν και εμφανίστηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή από την τελευταία, δεν πληρώθηκε λόγω ανεπαρκούς υπολοίπου του λογαριασμού του κατηγορουμένου, όπως αυτό βεβαιώνεται στην από ..... βεβαίωση της πληρώτριας τράπεζας επί του σώματος της επιταγής. Στη συνέχεια η μηνύτρια εταιρεία με την από 4-2-2005 εξώδικη διαμαρτυρία - καταγγελία πρόσκληση της, γνώρισε στον κατηγορούμενο ότι το συνολικό χρεωστικό του υπόλοιπο ανέρχεται στο ποσό των 17.646,71 ευρώ, καλώντας τον ταυτόχρονα να της τα καταβάλει, εντός πέντε ημερών από την επίδοση της διαμαρτυρίας, καταγγέλοντας ταυτόχρονα και την μεταξύ τους σύμβαση πρακτορείας, ως είχε δικαίωμα. Το ποσό αυτό αποτελούσε τα ασφάλιστρα που εισέπραξε ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάϊο 2004 έως τον Ιανουάριο 2005 και έπρεπε κατά τους όρους της σύμβασης να αποδοθούν στην μηνύτρια ασφαλιστική εταιρία. Ο κατηγορούμενος όμως ουδέποτε τα απέδωσε στην εντολέα του ασφαλιστική εταιρεία και έτσι από 9-2-2005 εξεδήλωσε τη βούληση υπεξαιρέσεως του ανωτέρω ποσού των ασφαλίστρων. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι η μη καταβολή του ανωτέρω ποσού στην μηνύτρια οφείλεται στο γεγονός ότι οι "μεγαλύτεροι συνεργάτες του" άρχισαν συστηματικά να καθυστερούν την καταβολή στον ίδιο των ασφαλίστρων από τα συμβόλαια που παρέδιδαν στους πελάτες, με αποτέλεσμα ο ίδιος να περιέλθει σε δεινή οικονομική δυσχέρεια, ενώ ουδέποτε αρνήθηκε την ανωτέρω οφειλή του προς την μηνύτρια εταιρία, δεν είναι βάσιμος και πειστικός. Τούτο δε διότι, ναι μεν ο ίδιος προσδιορίζει τους συνεργάτες του στην υπό κρίση έφεσή του, πότε άρχισαν οι τελευταίοι να μην είναι συνεπείς απέναντί του, αναφέρει δε και συγκεκριμένα ποσά που οι τελευταίοι του όφειλαν και από ποια αιτία, όμως δεν προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, ότι τα ποσά αυτά τα εισέπραξαν οι συνεργάτες του και δεν του τα απέδωσαν. Ούτε προκύπτει εάν στράφηκε εναντίον τους για την είσπραξη των οφειλομένων και πότε. Κανένα σχετικό έγγραφο δεν προσκομίζει για την ενίσχυση του ανωτέρω ισχυρισμού του. Επίσης, παντελώς αόριστα, αναφέρει, ότι εξ αρχής αποδέχθηκε το γεγονός ότι πράγματι οφείλει το ανωτέρω ποσό στην μηνύτρια με επιστολές του προς αυτήν, ότι τελικά συμφώνησαν στην τμηματική καταβολή της οφειλής του, χωρίς να προσκομίζει κανένα έγγραφο και χωρίς κανείς υπάλληλος της εταιρείας να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του. Οι καταβολές που ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος ότι προέβη προς την μηνύτρια προσκομίζοντας και τις σχετικές επιταγές προς απόδειξη του ισχυρισμού του, αναφέρονται σε άλλη αιτία, εξάλλου έγιναν πολύ αργότερα την 20 και 25-7-2005 και συγκεκριμένα έγιναν προκειμένου να ανασταλεί ο προσδιορισθείς την 13-6-2005 από την μηνύτρια εταιρεία πλειστηριασμός ακινήτου του. Το ανωτέρω οφειλόμενο ποσό των ασφαλίστρων, 17.646,71 ευρώ είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ο εκκαλών τα είχε εισπράξει για λογαριασμό της μηνύτριας, στην κυριότητα της οποίας ανήκαν, τα ποσά αυτά δε του τα είχε εμπιστευθεί η τελευταία, στα πλαίσια συμβάσεως ασφαλιστικής πρακτορείας, δηλαδή συμβάσεως που διέπεται από τις περί εντολής διατάξεις, ο ίδιος δε είχε την ιδιότητα του (εμπορικού) εντολοδόχου κα αυτός με την ιδιότητα αυτή εκδήλωσε τη βούληση υπεξαιρέσεως του ανωτέρω ποσού άπαξ και εμπράκτως στις 9-2-2005, δηλ. μετά την επέλευση των αποτελεσμάτων της από 4-2-2005 καταγγελίας της εγκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας". Στη συνέχεια δε κατέληξε ότι ορθά παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με το εκκαλούμενο πρωτόδικο βούλευμα, για τις πράξεις της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, καθώς και της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ήτοι για παράβαση των άρθρων 375 παρ. 2 εδ. α-1 Π.Κ. και 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα, την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού σ' αυτό εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους, τα περιστατικά αυτά, τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, δηλαδή στις διατάξεις των άρθρων 375 παρ. 2 εδ. α-1 Π.Κ. και 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933. Είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι δεν ελήφθη υπόψη η από 25-5-2007 δήλωση της εγκαλούσας εταιρείας, σύμφωνα με την οποία εισέπραξε από τον αναιρεσείοντα ποσό ύψους 9.893 ευρώ, σε εκτέλεση της υπ' αρ. 326/2006 διαταγής πληρωμής, καθόσον, από τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, προκύπτει το αντίθετο, σημειουμένου και του γεγονότος ότι, η ως άνω καταβολή, δεν αφορά το ποσό που αυτός ιδιοποιήθηκε παράνομα, αλλά έγινε για άλλη αιτία και συγκεκριμένα για να ανασταλεί ο προσδιορισθείς την 13-6-2005 από την εγκαλούσα εταιρεία πλειστηριασμός ακινήτου του. Επίσης, εξειδικεύεται πλήρως η βούληση του αναιρεσείοντος να ενσωματώσει στην περιουσία του το ποσό των 17.646,71 ευρώ, που ανήκε στην εγκαλούσα εταιρεία και η πρόθεσή του αυτή εκδηλώθηκε εμπράκτως την 9-2-2005, ήτοι μετά την επέλευση των αποτελεσμάτων της από 4-2-2005 καταγγελίας της εγκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας. Τέλος, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται αιτιολογίας, γιατί το Συμβούλιο αναφέρεται εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ' αυτό Εισαγγελική πρόταση, ενόψει του ότι, η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου του βουλεύματος και σ' αυτή εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την παραπεμπτική κρίση,με την οποία επιτρεπτώς συντάσσεται και το Συμβούλιο. Οι περαιτέρω αιτιάσεις, όπως η άρνηση της κατηγορίας της υπεξαίρεσης, καθώς και οι λοιπές ουσιαστικές εκτιμήσεις, είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία (εκτίμηση) απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχικής κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ., με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αρ. 266/2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του υπ' αρ. 2301/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ασφαλιστικός πράκτορας. Σύμβαση εντολής. Αδικήματα: Κακουργηματική υπεξαίρεση και έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Απορρίπτει αναίρεση για: α) υπέρβαση εξουσίας. Η έγκληση υποβλήθηκε εντός της τρίμηνης προθεσμίας από την ημέρα εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα, β) Έλλειψη αιτιολογίας.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Υπεξαίρεση, Τραπεζική επιταγή.
0
Αριθμός 1843/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ορισθέντα με την 57/1.4.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Σταυριανάκη, περί αναιρέσεως της 3620/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...... ΟΕ", που εδρεύει στην ..... Σύρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαστεφανάκη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28.5.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1060/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μερικά από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 3620/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας απάτης, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου, ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το αδίκημα της απάτης, επιχείρησε στις 2.5.2001 πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του πλημμελήματος αυτού. Συγκεκριμένα, έχοντας στην κατοχή του την με αριθμό .... επιταγή της τράπεζας "ALPHA-BANK" που είχε εκδοθεί στην .... Σύρου την 1.5.2001 από την "....... ΟΕ", χάριν καταβολής οφειλομένου τιμήματος 2.266.863 δρχ. στην, σε διαταγή δικαιούχου "ΔΕΛΤΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΑΓΩΓΟΥ ΑΕ", που με τη σειρά της φερόταν να την είχε οπισθογραφήσει προς την "ΔΕΛΤΑ ΠΡΟΤΥΠΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΑΕ", που και αυτή φερόταν να την έχει οπισθογραφήσει, εμφάνισε αυτήν, στις 2.5.01, σε υποκατάστημα της πληρώτριας Τράπεζας στην Κηφισιά Αττικής, προς πληρωμήν, προσποιούμενος ότι είναι ο τελευταίος κομιστής αυτής. Το σκοπό του, όμως, αυτό δεν πέτυχε από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του και συγκεκριμένα διότι είχε δηλωθεί κλοπή της επιταγής αυτής και ο υπάλληλος της πληρώτριας Τράπεζας αρνήθηκε να την πληρώσει. Όταν ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι ο υπάλληλος της Τράπεζας προσπαθούσε να έλθει σε επικοινωνία με τους προηγούμενους οπισθογράφους, τράπηκε σε φυγή, αφήνοντας στο γραφείο του υπαλλήλου την ταυτότητά του, από την οποία και εντοπίστηκε. Η επιταγή αυτή, όπως αναφέρθηκε, είχε κλαπεί μαζί με άλλες, μία των οποίων ο κατηγορούμενος είχε εισπράξει από το ίδιο υποκατάστημα τις προηγούμενες ημέρες (27.4.2001). Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι της επιταγής αυτής δεν ήταν νόμιμος κομιστής, αφού, όπως και ο ίδιος δέχθηκε απολογούμενος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καμμιά συναλλαγή δεν είχε με την φερόμενη ως τελευταία οπισθογράφο, που να δικαιολογεί την απ' αυτόν κατοχή της. Άλλωστε οι επιταγές αυτές εκλάπησαν πριν περιέλθουν στα χέρια της εταιρείας σε διαταγή της οποίας εκδόθηκαν. Γίνεται λοιπόν φανερό ότι οι επί της επιταγής οπισθογραφήσεις δεν είχαν τεθεί από τους νόμιμους εκπροσώπους των προαναφερομένων εταιρειών, γεγονός που ενισχύεται και από το ότι οι σφραγίδες με την επωνυμία τους που είχαν τεθεί ήταν λανθασμένες καθόσον το αναγραφόμενο ΑΦΜ δεν ανήκε σ' αυτές. Ενόψει όλων αυτών, αφού ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι δεν ήταν νόμιμος κομιστής της επιταγής, συνάγεται ότι εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι νόμιμος κομιστής αυτής, με σκοπό να τους παραπλανήσει και να του καταβάλουν το ποσό αυτής, επιχειρώντας να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη άλλου και συγκεκριμένα της εκδότριας αυτής "..... ΟΕ", ενόψει του ότι, όπως αποδείχθηκε, αυτή εκδόθηκε χάριν καταβολής, υπό την έννοιαν ότι η οφειλή του υποχρέου αποσβέννυται, μόνο στην περίπτωση εξοφλήσεως αυτής στη νόμιμο δικαιούχο ή στον προς τούτο εντεταλμένο απ' αυτήν. Ενόψει όλων αυτών προκύπτει ότι, με τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, στοιχειοθετείται πλήρως η αποδιδομένη πράξη κατά την αντικειμενική της και την υποκειμενική της υπόσταση. Πρέπει λοιπόν να κηρυχθεί ένοχος, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α, αφού μέχρι την τέλεση της αποδιδομένης πράξεως έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική ζωή. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, αμέσως ζημιωθείσα από την άδικη πράξη του κατηγορουμένου είναι η εκδότρια της επιταγής "......ΟΕ", η οποία ενεχόταν για το χρέος της, μέχρι να καταβληθεί το ποσό της επιταγής στη νόμιμη δικαιούχο. Επομένως, μόνο αυτή δικαιούται στην άσκηση της πολιτικής αγωγής, η οποία και πρέπει να γίνει δεκτή κατά τα παρακάτω αναλυτικά αναφερόμενα. Αντιθέτως, δεν νομιμοποιούνται στην άσκηση πολιτικής αγωγής: 1) η "ΔΕΛΤΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΕ", 2) η "ΔΕΛΤΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΑΕ" και 3) η "ΔΕΛΤΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΑΓΩΤΟΥ ΑΕ", που δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής, για τις οποίες πρέπει να απορριφθούν οι αγωγές τους ως απαράδεκτες και συνακόλουθα έπρεπε να αποβληθούν της διαδικασίας". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας απάτης, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, ήτοι των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1 και 386 παρ. 1 ΠΚ. Επισημαίνεται ότι, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, η αιτιολογία της προσβαλλομένης εκτείνεται και στη γνώση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ότι δεν ήταν νόμιμος κομιστής της επιταγής και ότι εν γνώσει αυτού του περιστατικού, διαβεβαιώνοντας ψευδώς, περί του αντιθέτου, τους υπαλλήλους της πληρώτριας τράπεζας, προσεπάθησε να την εισπράξει και να αποκομίσει συνακόλουθα παράνομο περιουσιακό όφελος. Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, υπερέβη την εξουσία του με το να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στην εταιρεία "..... ΟΕ", κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, ενώ πρωτοδίκως είχε παραστεί και συνακόλουθα της είχε επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση, η εταιρεία "..... ΟΕ". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, επιδικάστηκε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ύψους 44 ευρώ, στην εταιρεία "......ΟΕ" και όχι στην εταιρεία ".......ΟΕ". Ο περαιτέρω ισχυρισμός ότι, εφόσον στο δεύτερο βαθμό, δεν εμφανίστηκε κάποια εταιρεία να ζητήσει την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, δεν θα έπρεπε η προσβαλλομένη να επιδικάσει τέτοια ικανοποίηση, είναι αβάσιμος, ενόψει της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, που επιβάλλει την υποχρέωση αυτή, σε περίπτωση απουσίας του πολιτικώς ενάγοντος, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της νομίμως παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "...... ΟΕ" (άρθρο 176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 346/2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3620/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της νομίμως παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "...... ΟΕ", εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόπειρα απάτης. Λόγοι αναίρεσης : α) Έλλειψη αιτιολογίας - Εμφάνισε κλεμμένη επιταγή προς πληρωμή, β) Υπέρβαση εξουσίας - Ισχυρισμός ότι άλλη εταιρεία παραστάθηκε στον πρώτο βαθμό ως πολιτικώς ενάγουσα και της επιδικάσθηκε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και στο δεύτερο βαθμό, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 502 παρ. 1 ΚΠΔ, επιδικάσθηκε σε άλλη εταιρεία χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Υπέρβαση εξουσίας, Απόπειρα, Χρηματική ικανοποίηση.
0
Αριθμός 1842/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με τη με αριθμό 57/01.4.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φωκά, 2) Χ2, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, 3) Χ3 και 4) Χ4 και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Λάρισας,οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Φωκά, για αναίρεση της με αριθμό 13.667/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται α) στις από 4/ 16-1-2008 και 2/15-1-2008, 5/16-1-2008 και 3/16-1-2008, αντίστοιχα, αιτήσεις τους περί αναιρέσεως και β) στο από 23 Απριλίου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 203/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Οι κρινόμενες 4/ 16-1-2008, 2/15-1-2008, 5/16-1-2008 και 3/16-1-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4 και ήδη κρατούμενου των Δικαστικών Φυλακών Λαρίσης, καθώς και οι από 23-4-2008 πρόσθετοι λόγοι του δευτέρου, κατά της 13667/6-11-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. ΙΙ. Aπό τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 και 498 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης πρέπει καταρχήν να περιέχει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση του εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ.3, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ.19β του Ν. 2408/1996, "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθ. 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από τη διατύπωση αυτή προκύπτει, ότι η αξιούμενη αιτιολόγηση της έφεσης που ασκείται από τον εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και αξιώνει από τον εισαγγελέα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων της έφεσης, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Μόνη δε η παράθεση στην έκθεση έφεσης των αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία προκύπτει ενοχή του κατηγορουμένου και εντεύθεν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν αρκεί κατά το νόμο για την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της έφεσης του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης, εφόσον δεν αντικρούει με συλλογισμούς και σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά μέσα την κρίση του δικαστηρίου περί της αθωότητος του κατηγορουμένου. Αν η έφεση δεν έχει τέτοια αιτιολογία και παρά ταύτα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την κρίνει παραδεκτή και εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης καταλήγει την καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 5119/30-1-2007 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και τα πρακτικά της, οι κατηγορούμενοι 1) Χ1 2) Χ2 και 3) Χ3, κηρύχθηκαν αθώοι του πλημμελήματος της παράβασης του άρθρου μόνου του Α.Ν. 690/1945, ενώ ο κατηγορούμενος Χ4 και ήδη κρατούμενος των Δικαστικών Φυλακών Λαρίσης, κηρύχθηκε ένοχος της πράξεως αυτής . Ειδικότερα οι τρείς πρώτοι κηρύχθηκαν αθώοι 1) Ο Χ1 για το ότι δεν κατέβαλε στον Ψ1που εργαζόταν ως δημοσιογράφος-παρουσιαστής ειδήσεων στην εταιρεία "ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΠΙΕΡΙΑΣ ΑΕ - ΒΕST NEWS " την κανονική άδεια, επίδομα, άδειας και Δώρο Χριστουγέννων έτους 2001, Δώρο Πάσχα, Κανονική άδεια, επίδομα άδειας και Δώρο Χριστουγέννων 2002, Δώρο Πάσχα, Κανονική άδεια και επίδομα άδειας έτους 2003 συνολικού ποσού 17.250 ευρώ 2) ο Χ2 για το ότι 1) δεν κατέβαλε στον Ψ1 που εργαζόταν ως δημοσιογράφος - παρουσιαστής εκπομπής στην ανωτέρω εταιρεία, την κανονική άδεια, το επίδομα άδειας και το Δώρο Χριστουγέννων 2002, το Δώρο Πάσχα, Δώρο Χριστουγέννων, κανονική άδεια και επίδομα άδειας 2003, ποσού συνολικού 19.550 ευρώ και 2) δεν κατέβαλε στον Ψ1 που εργάστηκε ως διευθυντής ειδήσεων και ενημέρωσης στην άνω εταιρεία 19 μισθούς (από 1/12/03 ~ 30/6/05), Δώρο Πάσχα, Δώρο Χριστουγέννων, κανονική άδεια και επίδομα άδειας έτους 2004 και Δώρο Πάσχα 2005, ήτοι συνολικά 40.500 ευρώ και 3) ο Χ3 για το ότι δεν κατέβαλε στον Ψ1 που εργάστηκε στην εταιρεία "ΒΕΡΟΙΑ-ΡΑΔΙΟ ΤV - ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΒΟΡΕΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΑΕ - TV ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ" ως παρουσιαστής εκπομπής, 7 1/2 μισθούς από 15/11/04 έως 30/6/05, Δώρο Πάσχα 2005 και κανονική άδεια και επίδομα άδειας 2004 συνολικά 21.850 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής η Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Σοφία Πετράκη, άσκησε εμπροθέσμως την από 8-2-2007 έφεση, για την οποία συντάχθηκε η 400/2007 σχετική έκθεση, διότι "το δικαστήριο έσφαλε μη αναγνωρίζοντας την ευθύνη καταβολής των ανωτέρω οφειλών στους παραπάνω τρείς κατηγορουμένους...". Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως εφετείο, προέβη στην εκδίκαση της υποθέσεως και κήρυξε, ενόχους όλους τους κατηγορουμένους αναιρεσείοντες (ομοφώνως τον 3ο και 4ο και κατά πλειοψηφία τον 1ο και 2ο) και επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 μηνών και χρηματική ποινή 4.000 ευρώ στον πρώτο, ποινή φυλάκισης 3 μηνών και χρηματική ποινή 12.000 ευρώ στον δεύτερο, ποινή φυλάκισης 6 μηνών και χρηματική ποινή 6.000 ευρώ στον τρίτο και ποινή φυλάκισης 6 μηνών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ στον τέταρτο (Χ4), ανέστειλε δε την εκτέλεση επί τριετία την ποινή φυλάκισης των τριών πρώτων, ενώ μετέτρεψε αυτή σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως για τον τέταρτο. Στην προαναφερόμενη έκθεση εφέσεως, όπως από το περιεχόμενό της προκύπτει, η πιο πάνω Αντεισαγγελέας δήλωσε ότι εφεσιβάλλει την 5119/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, κατά το μέρος που κηρύχθηκαν αθώοι οι πιο πάνω κατηγορούμενοι, για την προαναφερόμενη πράξη, διότι, όπως αναφέρεται στην έκθεση αυτή, "το δικαστήριο έσφαλε μη αναγνωρίζοντας την ευθύνη καταβολής των ανωτέρω οφειλών στους παραπάνω τρεις κατηγορουμένους, οι οποίοι ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι των επιχειρήσεων που εργάστηκε ο Ψ1, ο μεν Χ1 κατά το χρονικό διάστημα από 11/12/01 έως 4/7/03, ο δε Χ2 από 13/9/02 (βλ ΦΕΚ 2786/04) έως και το έτος 2005 και ο Χ3 κατά το διάστημα από 15/11/04 έως 30/6/05, όπως προκύπτει από τα ΦΕΚ που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο. Την κατά νόμο υποχρέωση καταβολής των οφειλόμενων οι ανωτέρω δύο κατηγορούμενοι ομολόγησαν ότι την εγνώριζαν. Οι ανωτέρω ήταν συνυπεύθυνοι για τη διαχείριση των ανωτέρω εταιρειών και εμφανίζονταν να συνεργάζονται με τον Χ4 προς τούτο (βλ. κατάθεση Ψ1). Κατά, τα ΦΕΚ είχαν αποφασιστική αρμοδιότητα στη διοίκηση των εταιρειών, γνώριζαν ότι όφειλαν και αποδέχθηκαν την μη καταβολή των ανωτέρω οφειλών στον εγκαλούντα. Μάλιστα εκλέχθηκαν οι δύο πρώτοι δύο φορές στο ΔΣ της εταιρείας "ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΠΙΕΡΙΑΣ Α.Ε.", ο δε Χ2 ήταν αυτός που προσλάμβανε εργαζομένους (βλ. ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβαση εργασίας), εμφανίζεται να διακινεί επιταγές και να καταβάλει στον εγκαλούντα εκπρόθεσμα μέρος των οφειλομένων (βλ. από ... απόδειξη), Κατ' ακολουθία εσφαλμένα το δικαστήριο έκρινε τους ανωτέρω αθώους, ενώ έπρεπε να τους κρίνει ενόχους για τις παραπάνω πράξεις και να τους επιβάλει τις αντίστοιχες ποινές, αφού ήταν κατά νόμο υπόχρεοι (ΑΝ 690/45) για την καταβολή των παραπάνω". Η πιο πάνω αιτιολογία της έφεσης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες κηρύχτηκαν αθώοι για την πιο πάνω πράξη και, επιπλέον, δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και των υποκειμενικών όρων της ως άνω αξιόποινης πράξης. Ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων συνιστά μεν λόγο εφέσεως, πρέπει όμως να προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και οι συγκεκριμένες πλημμέλειες της αποφάσεως ως προς την εκτίμηση αυτών των αποδείξεων. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της εκκαλούμενης απόφασης και των πρακτικών της δίκης επί της οποίας αυτή εκδόθηκε, το Δικαστήριο προκειμένου να οδηγηθεί στην απαλλακτική για τους κατηγορούμενους κρίση του έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και τις απολογίες των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων, που ήταν παρόντες κατά την διαδικασία. Συνεπώς, εφόσον ο μοναδικός λόγος της έφεσης αφορά την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, προκειμένου να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη η έφεση, πρέπει να μνημονεύονται, έστω και κατ' είδος, τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και οι συγκεκριμένες πλημμέλειες ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων αυτών, καθώς και τα κατ' ορθή εκτίμηση αυτών πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και των υποκειμενικών όρων της αξιόποινης πράξης για την οποία κρίθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι. Στην προκειμένη όμως περίπτωση στη έφεση του Εισαγγελέα δεν μνημονεύονται οι αποδείξεις που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο (πλην των πιο κάτω αναφερομένων), ούτε γίνεται αναφορά ότι με βάση τις αποδείξεις αυτές προκύπτουν περιστατικά που θεμελιώνουν την ενοχή των κατηγορουμένων για την παράβαση του ΑΝ 690/45 και, επομένως, αυτοί, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κρίθηκαν αθώοι. Οι αποδείξεις που οδηγούν, κατά τον εκκαλούντα Εισαγγελέα, στην καταδικαστική για τους κατηγορουμένους κρίση, στηρίζονται αποκλειστικά στα αναφερόμενα στην έφεση έγγραφα, ήτοι στο ΦΕΚ 2786/04, "τα ΦΕΚ που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο", στην "από .... απόδειξη", στο "ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβασης εργασίας", (που όμως δεν φέρεται στα πρακτικά της δίκης ότι αναγνώστηκε), στην "κατάθεση μάρτυρα πολιτικής αγωγής ...... και στο ότι οι Χ1 και Χ2 ομολόγησαν ότι γνώριζαν "την κατά νόμο υποχρέωση καταβολής των οφειλομένων" . Το Μονομελές όμως Πρωτοδικείο, έλαβε υπόψη του, εκτός από τα αποδεικτικά αυτά μέσα, και τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν και όλα τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, ήτοι 1) Δελτίο εργατικής διαφοράς υπ' αριθμ. ..., 2) Δελτίο εργατικής διαφοράς υπ' αριθμ. ...., 3) Βεβαίωση οφειλής - ασφαλιστική ενημερότητα ΙΚΑ, 4) Υπ' αριθμ. .... αναφορά Α.Σ. Χαλάστρας, 5) Οι από ..... και ...5 συναλλαγματικές, 6) Τα από .... έγγραφα, 7) Η από ... - απόδειξη παροχής υπηρεσιών, 8) Το από .... έγγραφο ΙΚΑ, 9) Το από .... έγγραφο Πολυγύρου - τομέας παραγωγικών δραστηριοτήτων, 10) Η αίτηση ορισμού προσωρινής διοίκησης, 11) Τα από ... και .... ιδιωτικά συμφωνητικά συνεργασίας, 12) Απόδειξη ποσού 1.500 ευρώ, και 13) Έγγραφο της "ΌΛΥΜΠΟΣ ΤV" - Περιφερειακός τηλεοπτικός σταθμός Κεντρικής Μακεδονίας. Από τα αποδεικτικά αυτά μέσα, σύμφωνα με τις παραδοχές της αθωωτικής αυτής απόφασης, προέκυπτε μεν, ότι οι πιο πάνω τρεις κατηγορούμενοι ενεργούσαν ως εκπρόσωποι των αναφερομένων στην απόφαση εταιρειών με αρμοδιότητες ελέγχου και γενικής επίβλεψης των εργαζομένων, "χωρίς ωστόσο διαχειριστικές οικονομικές δραστηριότητες, τις οποίες ασκούσε αποκλειστικά ο Χ4, ενώ οι ίδιοι ήταν κατ' ουσίαν ¨αχυράνθρωποι", τους οποίους ο ανωτέρω χρησιμοποιούσε για κάποια χρονικά διαστήματα προς συμπλήρωση του Δ.Σ. του ομίλου του" και ότι "οι εντολές για πληρωμή των εργαζομένων διδόταν από τον Χ4, τις οποίες εκτελούσαν οι κατηγορούμενοι, ως διοικητικά όργανα του σταθμού. Άλλωστε και οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι δεν πληρώθηκαν τα δεδουλευμένα τους από τον Χ4, όταν ο τελευταίος τους ανακοίνωσε ότι θα παύσουν οι πληρωμές λόγω οικονομικών δυσχερειών του ομίλου και σε καμία περίπτωση δεν προέκυψε ότι οι τελευταίοι είχαν την ευχέρεια να σηκώσουν χρήματα από το ταμείο των σταθμών, προκείμενου να καταβάλουν τα οφειλόμενα στον πολιτικώς ενάγοντα ...." . Τα πραγματικά αυτά περιστατικά που οδήγησαν το πρωτόδικο Δικαστήριο στην αθωωτική για τους πιο πάνω τρεις κατηγορουμένους κρίση του, προέκυπταν από το σύνολο των πιο πάνω αποδεικτικών στοιχείων και ιδιαίτερα από τα αποδεικτικά μέσα που ειδικώς μνημονεύει στο σκεπτικό του και τα οποία ουδόλως αναφέρονται στην έφεση που ασκήθηκε από την εκκαλούσα Αντεισαγγελέα, ούτε αυτή αντικρούει με συλλογισμούς την περί της αθωότητας των εν λόγω κατηγορουμένων κρίση του πιο πάνω Δικαστηρίου, ώστε να προκύπτει ότι το Δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένα τα αποδεικτικά αυτά μέσα. Επομένως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με τον να δεχθεί ως παραδεκτή την ανωτέρω έφεση, και προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και να κηρύξει ενόχους και τους τρεις αυτούς κατηγορουμένους αναιρεσείοντες, υπερέβη θετικά την εξουσία του. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος των υπό κρίση αιτήσεων των αναιρεσειόντων Χ1, και του Χ3, και ο πρώτος πρόσθετος λόγος του αναιρεσείοντος Χ2 και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς αυτούς. Αφού δε η απόφαση αυτή αναιρείται λόγω του απαραδέκτου της εφέσεως του Εισαγγελέα και η πρωτόδικη απόφαση είναι αθωωτική, δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως, ως προς τους τρεις αυτούς αναιρεσείοντες, κατ' άρθρο 519 Κ.Π.Δ., για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο. ΙΙΙ. Οι διατάξεις της παρ.1 του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 παρ.1 του Ν.2336/1995, επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις κατά των εργοδοτών, διευθυντών, εκπροσώπων επιχειρήσεων κλπ, οι οποίοι δεν καταβάλλουν εμπρόθεσμα τις οφειλόμενες στους εργαζομένους, συνεπεία της συμβάσεως ή της σχέσεως εργασίας, πάσης φύσεως αποδοχές. Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται ποινικό αδίκημα μόνο για την καθυστέρηση καταβολής των οφειλόμενων από τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας αποδοχών, προκειμένου να διασφαλισθεί η έγκαιρη καταβολή αυτών στους δικαιούχους και δεν δημιουργείται πρωτογενής αξίωση των εργαζομένων για πληρωμή των αποδοχών τους. Συνεπώς η παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων μπορεί να θεμελιώσει αξίωση του εργαζομένου προς αποζημίωση, κατά τα άρθρα 914, 927 και 298 ΑΚ, μόνο για τη ζημία που υπέστη από το άνω αδίκημα, δηλαδή από την υπαίτια καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών του και όχι για την πληρωμή των ίδιων των αποδοχών, έστω και αν ζητούνται ως αποζημίωση, αφού μόνη η παράλειψη του εργοδότη να καταβάλει εμπρόθεσμα τις αποδοχές δεν συνεπάγεται την απώλεια αυτών, ώστε να προκαλείται στον εργαζόμενο ισόποση με τις αποδοχές του ζημία, που να έχει ως αιτία το θεσπιζόμενο με τις διατάξεις του ΑΝ 690/1945 αδίκημα και, συνεπώς, ο εργαζόμενος δεν δύναται να διεκδικήσει από την καθυστέρηση αυτή χρηματική ικανοποίηση για προκληθείσα εξ αυτής ηθική βλάβη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 αρ.2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του ο πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ. Άλλες πλημμέλειες στην παράσταση της πολιτικής αγωγής, όπως η επιδίκαση ποσού, λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο δεν δικαιούται ο πολιτικώς ενάγων, δεν επάγονται απόλυτη ακυρότητα. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η πρωτόδικη 5119/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο κατηγορούμενος αναιρεσείων Χ4 καταδικάστηκε για παράβαση του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/45, ο Ψ1 δήλωσε ότι παρίσταται, ως πολιτικώς ενάγων και ζήτησε να υποχρεωθούν οι κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων και ο ήδη αναιρεσείων, "να του καταβάλουν το ποσό των 44 ευρώ, με επιφύλαξη, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που είχε υποστεί από το αδίκημα", δήλωση η οποία έγινε δεκτή και επιδικάστηκε στον πολιτικώς ενάγοντα το ποσό αυτό. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ο Ψ1, δεν παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγων, αλλά αυτός, χωρίς να δηλώσει παραίτηση από του σχετικού δικαιώματός του, εξετάσθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας. Έτσι, το Τριμελές Εφετείο, μετά την καταδίκη του ήδη αναιρεσείοντος, επιλαμβανόμενο, κατά διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΚΠΔ, της ουσιαστικής έρευνας της υποθέσεως, εξέτασε το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της αποφάσεως και όσον αφορούσε τις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και αποφάνθηκε για τη βασιμότητά αυτού, επιδικάζοντας στον παραστάντα πρωτοδίκως πολιτικώς ενάγοντα το ίδιο ποσό που του είχε επιδικασθεί. Σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν πιο πάνω, η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν ήταν νόμιμη, αφού δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο αυτού οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεώς του για την άσκηση της πολιτικής αγωγής και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση του προσβαλλόμενου κεφαλαίου της αποφάσεως που αφορούσε τις απαιτήσεις αυτού, έπρεπε να αποφανθεί σχετικώς και να μη του επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Όμως απόλυτη ακυρότητα, κατ' άρθρο 171 παρ.2 του ΚΠΔ, προκύπτει από την παρά το νόμο παράσταση της πολιτικής αγωγής στη διαδικασία του ακροατηρίου, εφόσον αυτή έλαβε χώρα ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση. Στην προκειμένη δε περίπτωση ο πολιτικώς ενάγων παραστάθηκε μόνο στον πρώτο βαθμό και η απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, που προβαίνει στην κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως, χωρίς την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, έστω και αν εσφαλμένα επιδικάσει σε αυτόν το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό, δεν προσβάλλεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 περ. Α του ΚΠΔ . Επομένως, ο από τη διάταξη αυτή πρώτος λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος Χ4, με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η καθ' υπέρβαση όμως της εξουσίας του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως στον μη νομίμως παραστάντα ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου πολιτικώς ενάγοντα, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Η λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 511 ΚΠΔ, και πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να απαλειφθεί η σχετική διάταξη της προσβαλλομένης αποφάσεως, μη συντρεχούσης περιπτώσεως παραπομπής της υποθέσεως στο Δικαστήριο που την εξέδωσε. IV. Κατά την παράγρ. 1 του άρθρου μόνου του ΑΝ. 690/1945, όπως αυτή αντικατ. με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2336/1995 "κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955 συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερόμενων κλπ.". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από διοικητικές πράξεις (άρθρ. 655 ΑΚ). Εξ άλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση περιέχονται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. . Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικότερα η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διάταξης του α.ν. 690/1945 για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των παραπάνω και η ιδιότητα του κατηγορουμένου, καθώς και αν οι οφειλόμενες αποδοχές καθορίζονταν από ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση, ή από το νόμο ή έθιμο, καθώς επίσης αν αυτές δεν καταβλήθηκαν εμπροθέσμως, πότε έπρεπε να πληρωθούν με βάση τη συμφωνία, το νόμο ή το έθιμο κλπ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του καταδίκασε ομόφωνα τον αναιρεσείοντα Χ4 (όπως και τον συγκατηγορούμενό του Χ3) για παράβαση του α.ν. 690/1945 σε φυλάκιση έξι μηνών, την οποία μετάτρεψε σε χρηματική προς πέντε ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ. Το Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση δέχθηκε, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασής του που συμπληρώνεται παραδεκτά από το διατακτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "....Ο μάρτυς Ψ1 τον Μάρτιο 2001 προσελήφθη από τον Χ4 για να εργασθεί ως δημοσιογράφος και παρουσιαστής εκπομπής στον τηλεοπτικό σταθμό "BEST" που ανήκε στην εταιρία "ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΠΙΕΡΙΑΣ ΑΕ - BEST NEWS" της οποία κύριος μέτοχος και διευθύνων αυτήν, στην πραγματικότητα, ήταν ο παραπάνω Χ4. Στον εν λόγω τηλεοπτικό σταθμό ο παραπάνω μάρτυς εργάσθηκε έως την 30-11-2003 υπό την παραπάνω ιδιότητά του αντί μηνιαίου μισθού 2.300 ευρώ ακολούθως δε κατόπιν εντολής του ανωτέρω μετόχου ανέλαβε καθήκοντα Δ/ντη ειδήσεων και ενημέρωσης αντί μηναίου μισθού 1800 ευρώ. Υπό την ιδιότητά του αυτή παρείχε τις υπηρεσίες του στην άνω εργοδότιδα έως την 30-6-2005................. Τέλος αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 14-11-2004 εργάσθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και με την προαναφερθείσα ιδιότητα στο τηλεοπτικό σταθμό "ΟRION TV" αντί μηνιαίου συμφωνημένου ποσού 2.300 ευρώ Δ/νων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας αυτής ήταν κατά το άνω διάστημα ο προαναφερθείς κατηγορούμενος Χ4. Ο τελευταίος υπό την ιδιότητά του αυτή δεν κατέβαλε και στο τέλος κάθε μήνα στον παραπάνω μισθωτό τις δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2004, ύψους 3.450 ευρώ συνολικά, το επίδομα εορτών του Πάσχα 2004 ύψους 1.150 ευρώ που έπρεπε να καταβληθεί την Μ. Τετάρτη 2004 έτους, τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας 2004 που σε κάθε περίπτωση έπρεπε να καταβληθεί, έως την 31-12-2004 και ανερχόταν στο ποσό των 3.450 ευρώ συνολικά ως και το επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2004 ύψους 2.300 ευρώ που έπρεπε να καταβληθεί έως την 21η Δεκεμβρίου 2004. Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος αναιρεσείων Χ4 κηρύχθηκε ένοχος του ότι στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα από 31-12-2001 έως 31-12-2005, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ως εργοδότης και δη: ως νόμιμος εκπρόσωπος και Δ/νων Σύμβουλος της Α.Ε. με την επωνυμία "ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ Α.Ε.- ORION Τ.V." δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα, δηλαδή μέχρι και της παραπάνω χρονολογίας, σ' αυτόν που απασχολήθηκε απ' αυτούς με μισθό, τις οφειλόμενες από τη σχέση εργασίας αποδοχές και χορηγίες που καθορίστηκαν από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας αφενός και άρθρου 3§16 Ν. 4504/66 "περί επιδόματος αδείας", του Α.Ν. 539/45 "περί αδείας", της αριθμ. 19040/81 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "περί χορηγήσεως επιδόματος εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα" αφ' ετέρου και συγκεκριμένα δεν κατέβαλε στον Ψ1 που εργάζεται ως Δημοσιογράφος-Παρουσιαστής εκπομπής-Διευθυντής ειδήσεων και ενημέρωσης στις παρακάνω επιχειρήσεις από 1-3-2001, τα παρακάτω αναλυτικώς αναφερόμενα οφειλόμενα ποσά: Α)..... Β).... Γ). από την "ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ Α.Ε.- ORION TV" όπου εργάστηκε ως παρουσιαστής εκπομπής για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004, μέχρι 14-11-2004 με μισθό 2.300 Ευρώ μηνιαίως 1) 1και 1/2 μηνιαίοι μισθοί (δεδουλευμένα Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 2004) =3.450 ευρώ, 2) Δώρο Πάσχα 2004 =1.150 ευρώ 3)Κανονική άδεια και επίδομα αδείας 2004 =3.450 ευρώ, 4)Δώρο Χριστουγέννων 2004 =2.300 ευρώ . Σύνολο=10.350 ευρώ....". IV. Με τις ανωτέρω παραδοχές του το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, εκθέτει σ'αυτή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων Χ4, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945, όπως η παρ. 1 του άρθρου αυτού αντικ. με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά τις οποίες η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν υπήρξε ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι προκειμένου να στηρίξει την ποινική ευθύνη του αναιρεσείοντος, ότι αποδείχτηκε ότι υπήρξε τυπικά και ουσιαστικά ο νόμιμος εκπρόσωπος της πιο πάνω ανωνύμου εταιρίας, που απασχολούσε ως εργοδότης τον αναφερόμενο δημοσιογράφο και δη ως διευθύνων σύμβουλος αυτής, "στηρίζεται σε εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού καθώς από τα αναγνωστέα έγγραφα διαπιστώθηκε ότι η "ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ Α.Ε." που εδρεύει στα Ν. Μουδανιά, ως ιδιοκτήτρια του περιφερειακού Τ/Σ "ΟΡΙΟΝ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ", αποτελεί ανώνυμη εταιρία η οποία διοικείται από το Διοικητικό Συμβούλιό της αλλά νόμιμος εκπρόσωπος της έναντι όλων είναι ο Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, εν προκειμένω τις αρμοδιότητες εκπροσώπησης έναντι όλων και απέναντι του νόμου μέχρι και το 2003 είχε αναλάβει ο διευθύνων Σύμβουλος αυτής κ. ..... ......" και ότι "αντιφατικά δέχτηκε η προσβαλλόμενη ότι δήθεν από το σύνολο των μαρτύρων που εξετάστηκαν επ' ακροατηρίω προέκυψε η πλήρωση της αντικειμενικής αλλά και υποκειμενικής υπόστασης του αποδιδόμενου στον αναιρεσείοντα αδικήματος, ενώ αντίθετα προέκυψε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι την πλήρη (ποινική) ευθύνη για το χρονικό διάστημα δεν έφερε ουδόλως αυτός", απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά παραδεκτό, από το άρθρο 510 παρ.1 ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, ο δε αναιρεσείων, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων πλήττει απαραδέκτως την περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. V. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Χ4 με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως της συνεκδικάζομενης αιτήσεώς του, προβάλλει την αιτίαση ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης για να καταλήξει στην καταδικαστική γι' αυτόν κρίση του, ανέφερε όλως αορίστως ότι έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, αλλά "από την αόριστη όμως αυτή διατύπωση δεν προκύπτει ποια ακριβώς έγγραφα αναγνώσθηκαν και αν είχε παρασχεθεί στον αναιρεσείοντα η ευχέρεια να ασκήσει το παρεχόμενο σε αυτόν από τις πιο πάνω διατάξεις του νόμου δικαίωμα εκθέσεως των απόψεων και παρατηρήσεων του σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο" και, επομένως, όπως υποστηρίζει, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' άρθρο 510 παρ.1 περ. Α του ΚΠΔ . Περαιτέρω στον αυτό λόγο αναίρεσης προβάλει την αιτίαση ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα που ήταν αναγνωστέα και από τα οποία προέκυπτε ότι δεν υφίστατο καμία εμπλοκή του αναιρεσείοντος σε σχέση με τον τηλεοπτικό σταθμό ΟΡΙΟΝ για το κρίσιμο χρονικό διάστημα του 2004 και ότι, περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο δημοσιογράφος- παρουσιαστής ουδέποτε απασχολήθηκε στο σταθμό αυτό το επίδικο χρονικό διάστημα, "όπως αυτό άλλωστε προέκυψε από την αναγνωστέα υπ' αριθμ. ..... βεβαίωση ασφαλιστικής ενημερότητας της εταιρείας από την οποία προκύπτει ότι η εταιρεία δεν απασχολούσε καθόλου προσωπικό" και ότι αυτός (δηλαδή ο δημοσιογράφος), για τους αναφερόμενους στην αίτηση λόγους, "δε μπορεί να επικαλείται πως ήρθε σε επαφή μαζί του για κανάλι που δεν του ανήκε και δεν το εκπροσωπούσε" και ο ισχυρισμός του ότι ήρθε σε επαφή με τον αναιρεσείοντα προκειμένου να εργαστεί στο τηλεοπτικό σταθμό ΟΡΙΟΝ "δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο έγγραφο ή κατάθεση τρίτου πλην του ιδίου και μόνον κλπ". Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος που πλήττουν την απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Εφετείου για έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τα αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα, είναι αβάσιμες. Από τη γενόμενη επίκληση στην αρχή του σκεπτικού όλων των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά και συνεπώς και τα πιο πάνω έγγραφα. Η παράλειψη δε αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων (και επομένως και των πιο πάνω εγγράφων), δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως. Άλλωστε, η ευχέρεια και η δυνατότητα του αναιρεσείοντα να ασκήσει το παρεχόμενο σε αυτόν από τις διατάξεις του νόμου δικαίωμά του να εκθέσει τις απόψεις του και τις παρατηρήσεις του σχετικά με το αποδεικτικά αυτά μέσα, δεν εξαρτάται από τη αναφορά αυτών στο σκεπτικό της αποφάσεως. Με την γενόμενη δε ανάγνωση των εγγράφων αυτών, όπως βεβαιώνεται στα πρακτικά της δίκης, δόθηκε σε αυτόν η εν λόγω δυνατότητα. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 παρ. Α και Δ (όπως εκτιμάται) του ΚΠΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, με τις πιο πάνω αιτιάσεις είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης οι πιο πάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά το δεύτερο σκέλος τους, κατά τους οποίους από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει προέκυπταν τα αντίθετα από εκείνα που το Δικαστήριο δέχθηκε, πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, διότι προβάλλονται απαραδέκτως, αφού η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, αφού διαταχθεί η απάλειψη της διάταξης της προσβαλλόμενης απόφασης με την οποία επιδικάστηκε σε βάρος του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος Χ4 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, να απορριφθεί, κατά λοιπά, η αίτηση αναίρεσης αυτού . ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις 4/ 16-1-2008 και 2/15-1-2008, 5/16-1-2008 και 3/16-1-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4 και ήδη κρατούμενου των Δικαστικών Φυλακών Λαρίσης, καθώς και τους από 23-4-2008 πρόσθετους λόγους του δευτέρου, για αναίρεση της 13667/6-11-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης . Δέχεται τις αιτήσεις αναίρεσης των τριών πρώτων αναιρεσειόντων και τους πρόσθετους λόγους του δευτέρου και αναιρεί ως προς αυτούς την 13667/6-11-2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Δέχεται την 3/16-1-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ4 και ήδη κρατούμενου των Δικαστικών Φυλακών Λαρίσης, για αναίρεση της 13667/6-11-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, μόνο κατά τα διάταξη αυτής με την οποία επιδικάστηκε σε βάρος του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 44 ευρώ, την οποία (διάταξη) και απαλείφει. Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την αμέσως πιο πάνω αίτηση αναιρέσεως του Χ4. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συνεκδίκαση τεσσάρων αιτήσεων αναιρέσεως. Έφεση του Εισαγγελέα. Πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα, άλλως απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Διαφορετικά το δικαστήριο υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας. Αποδοχές εργαζομένων (παράβαση της παρ. 1 του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995). Πότε είναι αιτιολογημένη η καταδικαστική απόφαση. Πολιτική αγωγή. Δεν νομιμοποιείται ως πολιτικώς ενάγων ο εργαζόμενος. Αν παραστάθηκε στην πρωτόδικη απόφαση, αλλά όχι και στην δευτεροβάθμια, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα, έστω και αν του επιδικάστηκε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η σχετική όμως διάταξη απαλείφεται. Λόγος αναίρεσης διότι δεν προκύπτει αν λήφθηκαν υπόψη τα αναγνωσθέντα έγγραφα (είναι αβάσιμος). Αναιρεί για υπέρβαση εξουσίας, λόγω αοριστίας της έφεσης του Εισαγγελέα, ως προς τους τρεις πρώτους αναιρεσείοντες (χωρίς να παραπέμπει). Απορρίπτει την αναίρεση ως προς τον τέταρτο.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Πολιτική αγωγή, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
2
Αριθμός 1840/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2229/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2 και πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1.Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1996/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού, με αριθμό 211/18-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 7-11-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ' αριθμ. 2229/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής: Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος, απερρίφθη κατ' ουσίαν και η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθμ. 182/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου ο αναιρεσείων παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), μετά των συγκατηγορουμένων του 1)Χα, 2)χ2, 3)Χβ 4)Χγ και 5)Χδ διά να δικασθή μετ' αυτών διά α)πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση από κοινού, με σκοπό περιουσιακού οφέλους υπερβαίνοντος συνολικώς το ποσό των 15.000 ευρώ, διά βλάβης τρίτων, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και β)απάτη κατ' εξακολούθηση από κοινού, εκ της οποίας η ζημία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, υπερβαίνουσα το ποσό των 15.000 ευρώ, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Προβάλλει δε αυτός, ως λόγους αιρέσεως, την εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, την παραβίαση του δεδικασμένου, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την υπέρβαση εξουσίας. Επειδή, κατά το άρθρ. 45 ΠΚ, "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο "από κοινού"νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Διά τον έλεγχο υπό του Αρείου Πάγου της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρ. 45 ΠΚ πρέπει να αναφέρωνται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο εδέχθη ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός (Ολ. ΑΠ 50/1990, εις ΠΧ/Μ/949, ΑΠ103/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ/881). Εξ άλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρου 484§1 στοιχ. δ' ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει και όταν το βούλευμα δεν έχει δικές του σκέψεις, αλλά αναφέρεται, ακόμη και εξ ολοκλήρου, στις σκέψεις της ενσωματωμένης στο βούλευμα εισαγγελικής προτάσεως, εφ' όσον βέβαια αυτή πληροί τις αναφερόμενες προϋποθέσεις, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος (ΑΠ 66/2007). Περαιτέρω, ως προκύπτει εκ της διατάξεως του άρθρ. 484§1 στοιχ. β' ΚΠΔ, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη ότι προέκυψαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου, λόγω εμφιλοχωρήσεως στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασαφειών, αντιφάσεων ή λογικών κενών, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ 114/2004, ΑΠ 418/1999, εις ΠΧ/Ν/41). Τέλος, συμφώνως προς το άρθρ. 13 εδ. στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός αυτού προς πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστου προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητός του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα, το εκδόν αυτό Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, δέχεται, ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, κατ' είδος προσδιορισμένα, προέκυψαν τα διαλαμβανόμενα στην εισαγγελική πρόταση πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχουν, κατά τα ουσιώδη μέρη των, ως εξής:Ο Δ1, διαχειριστής της εταιρίας με την επωνυμία "..... Ltd"και έδρα επί της οδού ....., στην περιοχή του ...... - Αττικής, έδωσε εντολή στον υπάλληλο της εταιρίας του Δ2 να παραλάβει από τον πωλητή και συνεργάτη τους Χβ έναντι αλληλόχρεου λογ/σμού, που υπήρχε μεταξύ τους από σχετική εμπορική δραστηριότητα, μία επιταγή. Το αξιόγραφο αυτό που έφερε αριθμό ......., ως ημερομηνία έκδοσης την 15-1-2000, ως τόπο έκδοσης το Θέρμο Αιτωλοακαρνανίας, το ποσό των 2.560.000 δραχμών, αριθμητικώς και ολογράφως, φερόταν ως εκδοθέν από τον εγκαλούντα Ψ1, σε διαταγή του ιδίου, επί της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας (υπ/μα Θέρμου Αιτ/νίας), με χρέωση του υπ' αριθ. ...... λογαριασμού και έφερε το εκτύπωμα της σφραγίδας της ατομικής επιχείρησης του Ψ1. Όταν ο Δ1 πήρε στα χέρια του από τον υπάλληλό του την ως άνω επιταγή, αφού είχε οπισθογραφηθεί διαδοχικά από τον Χβ και τον Δ2, την εμφάνισε προς πληρωμή το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1999 στο υπ/μα της Εθνικής Τράπεζας στην Παλλήνη. Αφού ελέγχθηκε η επιταγή διά του μηχανογραφικού συστήματος, ο κομιστής αυτής Δ1 ειδοποιήθηκε ότι προέκυψε πλαστότητα του αξιογράφου αυτού και του επεστράφη απλήρωτο. Με τη σειρά του αυτός την επέστρεψε στον Χβ που τακτοποίησε τελικώς με μετρητά την οφειλή προς την εταιρία. Απολογούμενος προανακριτικά ο Χβ στις 23-6-2000, ισχυρίσθηκε ότι την εν λόγω επιταγή πήρε από τον Β1, έναντι προμηθειών που ο τελευταίος του όφειλε, ότι ο Β1 συνεργαζόταν με τον Β2 και διατηρούσαν βιοτεχνία γυναικείων ενδυμάτων στην ...., επί της οδού ....... και ότι όταν πληροφορήθηκε την πλαστότητα της επιταγής από τον Δ1 αμέσως επικοινώνησε με τον Β1 που, κατά τον κατηγορούμενο, υποσχέθηκε εντός δέκα ημερών να τακτοποιήσει αυτή την εκκρεμότητα, όμως ακολούθως έκλεισε την επιχείρηση και εξαφανίσθηκε, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει τίποτε περισσότερο. Όμως οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορουμένου αποδεικνύονται αναληθείς, καθώς ανατρέπονται από όσα κατέθεσαν άλλοι μάρτυρες. Εν συνεχεία δε αυτός επιχείρησε ανεπιτυχώς να ανασκευάσει την προανακριτική απολογία του, αλλάζοντας υπερασπιστική γραμμή, όταν αντιλήφθηκε ότι το εφεύρημά του αυτό, δηλαδή η αναφορά του σε ανύπαρκτο πρόσωπο με τα στοιχεία "Β1", αποκαλύφθηκε, ισχυρίσθηκε δε ότι ποτέ δεν μίλησε στους προανακριτικούς υπαλλήλους γι' αυτό το ανύπαρκτο πρόσωπο, αλλά ότι αντιθέτως είπε πως την επιταγή πήρε από τον Β2, που του όφειλε προμήθειες. Επιδιώκοντας μάλιστα ο ανωτέρω κατηγ/νος να αποδείξει την αθωότητά του κατέβαλε το ποσό της επιταγής σε μετρητά στον Δ1. Το κίνητρό του όμως αυτό δεν ήταν αθώο, καθώς με την κίνησή του αυτή επιχείρησε να απεμπλακεί από την πολύ σοβαρή κατηγορία της συμμετοχής του σε κακουργηματική δραστηριότητα, ενός κύκλου προσώπων, που αφού πλαστογραφούσαν επιταγές, τις κυκλοφορούσαν περαιτέρω χωριστά ο καθένας για να μην συσχετίζονται μεταξύ τους και τις μεταβίβαζαν σε ανυποψίαστους τρίτους δρώντας φαινομενικά ανεξάρτητα. Ακολούθως αρχές Σεπτεμβρίου 1999 ο εκκαλών χ2 προκειμένου να εξοφλήσει χρηματική οφειλή του προς τον Γ1 προερχόμενη από σύμβαση δανείου, του παρέδωσε μία επιταγή αφού την οπισθογράφησε. Η επιταγή αυτή έφερε αριθμό ...., ως τόπο έκδοσης το Θέρμο Αιτ/νίας, ως ημερομηνία έκδοσης την 5-10-99, την υπογραφή του φερομένου ως εκδότη ψ1 , σε διαταγή Γ2, το ποσό των 3.241.000 δρχ., αριθμητικώς και ολογράφως, ως πληρώτρια Τράπεζα με χρέωση του υπ' αριθμ. ...... λογ/σμού του φερομένου ως εκδότη, καθώς επίσης το εκτύπωμα της σφραγίδας της επιχείρησης αυτού. Ο κομιστής κατέθεσε την επιταγή για είσπραξη στην Τράπεζα ΑΒΝ AMRO, όμως κατόπιν ελέγχου τον ενημέρωσαν ότι ήταν πλαστή. Ο Γ1, όπως προανακριτικά κατέθεσε στις 21-9-2000, αναζήτησε τον Χ2, για να λάβει κάποιες εξηγήσεις, όμως ο τελευταίος εξαφανίσθηκε χωρίς να αποπληρώσει το ως άνω χρέος του. Ο εκκαλών δε στην πρώτη απολογία του στις 11-9-2000 ισχυρίσθηκε ότι την πλαστή επιταγή είχε παραλάβει, περί τα τέλη Αυγούστου 1999 από τον Γ2, ασφαλιστή, ο οποίος διατηρούσε γραφεία στον Πειραιά επί της οδού ......, έναντι οφειλής του προς τον ίδιο για ασφαλιστικές υπηρεσίες, καθώς όπως υποστήριξε το χρονικό εκείνο διάστημα ήταν πράκτορας ασφαλιστικών εταιριών και ο Γ2 ήταν ανεξάρτητος συνεργάτης του. Προέβαινε λοιπόν σε πωλήσεις ασφαλιστικών συμβάσεων προς τρίτους και από τα εισπραττόμενα ποσά αφαιρούσε το συμφωνηθέν ποσοστό κέρδους και απέδιδε το υπόλοιπο στον κατηγορούμενο. Το ποσό της επιταγής αντιπροσώπευε τμήμα αποδοτέου ποσού και γι' αυτό πήρε ο κατ/νος την επιταγή, την οποία οπισθογράφησε σε αυτόν ο Γ2 χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει την πλαστότητά της, όπως διατεινόταν. Σε μεταγενέστερη απολογία του στις 8-10-00 ο κατ/νος αλλάζει γραμμή πλεύσης και παραδέχεται ότι είχε πει ψέμματα, όταν ενοχοποιούσε τον αμέτοχο στην υπόθεση αυτή Γ2. Δικαιολογήθηκε δε ότι από σοβαρά οικονομικά προβλήματα υποχρεώθηκε να καταφύγει σε λύσεις ανάγκης. Πλέον συγκεκριμένα κάποιος πελάτης του τον συμβούλευσε να αποτανθεί σε κάποιον "Χα" (τον συγκ/νο του και θανόντα ήδη Χα). Πράγματι ο εκκαλών επισκέφθηκε τον τελευταίο στο διαφημιστικό γραφείο του, στη συμβολή των οδών ...... και ....., στην Αθήνα, ο οποίος αφού άκουσε το πρόβλημά του, πρότεινε να του δώσει μια επιταγή, την επίδικη, λαμβάνοντας ως αντίτιμο το χρηματικό ποσό των 300.000 δρχ. Παρά ταύτα ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι και τότε τίποτε δεν γνώριζε, ούτε κατάλαβε για την πλαστότητα της επίδικης επιταγής, η οποία ενσωμάτωνε κεφάλαιο ύψους 3.241.000 δρχ, αν και ο ίδιος την απέκτησε καταβάλλοντας μόνον 300.000 δραχμές. Με τέτοια επιχειρηματολογία καθίσταται προφανές το ψεύδος του εκκαλούντος και η εμπλοκή του στις διερευνώμενες αξιόποινες πράξεις. Απολογούμενος στη συνέχεια ο ανωτέρω κατηγ/νος ενώπιον της Ανακρίτριας του 2ου Τακτικού Τμήματος του Πρωτ/κείου Αθηνών, αναιρεί εκ νέου την τελευταία απολογία του και επανέρχεται με μία νέα, βελτιωμένη εκδοχή. Διατείνεται ότι αληθής υπαίτιος είναι ο Γ2, θύμα του οποίου έπεσε ο ίδιος, όπως συμπτωματικά είχε πέσει θύμα του Β2 και ο συγκ/νός του Χβ. Σύμφωνα λοιπόν με τα ισχνά αυτά επιχειρήματα του εκκαλούντος, δεν έθεσε αυτός τα στοιχεία του Γ2, εν αγνοία του επί του σώματος της επιταγής. Αυτό το πρόσωπο του σύστησε τον "Χα"που του έδωσε την επίδικη επιταγή συμπληρωμένη ως προς όλα τα στοιχεία της, χωρίς να γνωρίζει ο ίδιος την προέλευση της επιταγής και την πλαστότητά της και ότι φιλάνθρωπα φερόμενος ανέλαβε αρχικά το βάρος της ευθύνης, για την πλαστή επιταγή, αν και ένοχος είναι ο Γ2. Πέραν αυτών ο Ε1, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "Μύλοι Σόγιας Α.Ε.", στις 22-7-1999 έλαβε από τον εκκαλούντα Χ1 μία επιταγή σε εξόφληση οφειλής ύψους 1.850.000 δραχμών, από αγορά εμπορευμάτων. Η επιταγή αυτή έφερε αριθμό ....., ως τόπο έκδοσης την 22-10-1999 με πληρώτρια την Εθνική Τράπεζα μία υπογραφή ως δήθεν προερχόμενη από τον Ψ1, το εκτύπωμα της σφραγίδας της επιχείρησής του, εκδοθείσα σε διαταγή της εταιρίας την οποία εκπροσωπεί ο κατηγ/νος-εκκαλών με την επωνυμία ".......Ε.Π.Ε.". Στις 22-10-1999 ο κομιστής εμφάνισε την ως άνω επιταγή στην πληρώτρια Τράπεζα (υποκ/μα Βουκουρεστίου), αλλά ειδοποιήθηκε ότι η επιταγή αυτή είναι πλαστή. Με το από ...... έγγραφό του προς την κομίστρια εταιρία ο Ψ1 γνωστοποίησε στον Ε1 ότι ουδέποτε είχε συναλλαγή με την λήπτρια εταιρία που εκπροσωπεί ο κατηγορούμενος. Ο τελευταίος κατέβαλε στις 10-11-1999 και στις 22-11-1999 ποσά 300.000 δρχ και 200.000 δρχ. αντίστοιχα και κατά το χρονικό διάστημα από 15-2-2000 έως 31-10-2000 ποσό 130.000 δρχ., σε τραπεζικό λογ/σμό της κομίστριας εταιρίας, επιχειρώντας να δείξει καλοπιστία και να αποσείσει τις ευθύνες του. Απολογούμενος ενώπιον της Ανακρίτριας διατείνεται ότι έπεσε και αυτός θύμα απάτης, ότι πήρε στα χέρια του πλαστή επιταγή, χωρίς να το γνωρίζει από άγνωστο άνδρα που του παρουσιάστηκε ως Ψ1 στα γραφεία της επιχείρησής του. Δεν μπορεί όμως ένας τέτοιος ισχυρισμός να αντικρούσει το εύλογο αντεπιχείρημα πως είναι δυνατόν ένας επιχειρηματίας με πείρα στις συναλλαγές να δεχθεί σε εξόφληση οφειλής ύψους 1.850.000 δρχ, να λάβει ισόποση επιταγή από άγνωστο σε αυτόν άνδρα, με τον οποίο δεν είχε προγενέστερη συναλλαγή, χωρίς να κάνει την απλή κίνηση να επικοινωνήσει πρώτα με την πληρώτρια Τράπεζα, ώστε να ελέγξει τη γνησιότητα της επιταγής και την φερεγγυότητα του εκδότη αυτής. Στα πλαίσια της προαναφερόμενης κακουργηματικής δραστηριότητάς τους οι εγκαλούμενοι και ήδη εκκαλούντες δηλαδή στο να πλαστογραφούν επιταγές και να τις κυκλοφορούν περαιτέρω χωριστά ο καθένας, για να μην συσχετίζονται μεταξύ τους και να τις μεταβιβάζουν σε ανυποψίαστους τρίτους κατάρτισαν κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 1999 και σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία, κατόπιν συναπόφασης την με αριθμό .... επιταγή, φερομένη ως εκδοθείσα στο Θέρμο Αιτωλοακαρνανίας την 1-10-1999, από τον Ψ1 σε διαταγή του ιδίου, ποσού 590.000 δρχ., με πληρώτρια την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, με χρέωση του υπ' αριθμ. .... λογ/σμού, στην οποία έθεσαν στη θέση του εκδότη υπογραφή κατ' απομίμηση της γνήσιας υπογραφής του εγκαλούντα και σφραγίδα της επιχείρησης του. Στη συνέχεια δε, κατά τον ίδιο μήνα, ο Χδ παρέδωσε την επιταγή αυτή στον Ζ1 προς εξόφληση οφειλής του προς αυτόν. Ο τελευταίος την παρέδωσε στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "....."σε μερική εξόφληση χρέους του προς αυτόν από τη μεταξύ τους σύμβαση πρακτορείας. Η κομίστρια της επιταγής εταιρία την εμφάνισε εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα, αλλά η επιταγή δεν πληρώθηκε λόγω της πλαστότητάς της. Τέλος στις 21-7-1999 κατάρτισαν κατόπιν συναπόφασης την υπ' αριθμ. ..... επιταγή φερομένη ως εκδοθείσα στο Αγρίνιο στις 27-12-1999 από τον Ψ1 σε διαταγή του ιδίου, ποσού 1.980.000 δρχ, φερομένη ως εκδοθείσα στο Αγρίνιο στις 27-12-1999 από τον Ψ1 σε διαταγή του ιδίου, με πληρώτρια την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, με χρέωση του υπ' αριθμ....... λογ/σμού, έθεσαν στη θέση του εκδότη και πρώτου οπισθογράφου την υπογραφή του ανωτέρω Ψ1 και σφραγίδα της επιχείρησής του και στη θέση δεύτερου οπισθογράφου τη φερόμενη υπογραφή αγνώστου με στοιχεία "Η1". Στη συνέχεια δε στις 21-7-1999 η Χγ οπισθογράφησε την πλαστή επιταγή και την παρέδωσε στο Θ1 προς εξόφληση των μισθωμάτων που του όφειλε από 1-1-1996 έως 21-7-1999 από τη μεταξύ τους σύμβαση μίσθωσης. Ο τελευταίος δε ως νόμιμος κομιστής της επιταγής την εμφάνισε εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα αλλά δεν πληρώθηκε λόγω της πλαστότητάς της. Τέλος με τις αναφερόμενες ανωτέρω πλαστές επιταγές οι εκκαλούντες παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους τελευταίους κομιστές εκάστης επιταγής, ότι αυτές έχουν εκδοθεί από τον Ψ1, στο Θέρμο Αιτ/νίας, με χρέωση του υπ' αριθμ. ....... λογ/σμού του, τηρουμένου στην Τράπεζα Θέρμου και ότι πρόκειται να εξοφληθούν και να ικανοποιηθούν οι αντίστοιχες αξιώσεις των ανωτέρω κομιστών. Ενώ πάντα τα ανωτέρω ήσαν ψευδή, διότι οι επιταγές αυτές ήταν εξυπαρχής πλαστές καθόσον ουδέποτε η παραπάνω τράπεζα είχε εκδώσει στέλεχος επιταγών με τέτοια αρίθμηση, ούτε ο φερόμενος ως εκδότης είχε θέσει την υπογραφή του στις εν λόγω επιταγές, ούτε μπορούσαν αυτές να εξοφληθούν και να ικανοποιηθούν οι αντίστοιχες αξιώσεις των ανωτέρω κομιστών, οι οποίοι για το σκοπό αυτό τις δέχθηκαν στην κατοχή τους, γεγονός που γνώριζαν οι κατηγ/νοι. Με τον τρόπο αυτό έπεισαν τους τελευταίους κομιστές των επιταγών να τις δεχθούν προς εξόφληση των ισόποσων αξιώσεών τους γνωρίζοντας εξ αρχής ότι οι εν λόγω επιταγές ήταν πλαστές, και δεν θα πληρώνονταν, όπως και πράγματι δεν πληρώθηκαν, με ισόποση ζημία άλλων προσώπων, οι οποίοι είχαν αντίστοιχες με τα ποσά κάθε επιταγής αξιώσεις που συνολικά υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Μετά δε από αυτά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, ως και εκείνη του εκκαλέσαντος συγκατηγορουμένου του, και επεκύρωσε το παραπεμπτικό πρωτόδικο βούλευμα. Όμως, με αυτά που εδέχθη το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών, δεν διευκρινίζει πώς ο αναιρεσείων εγνώριζε τις ως άνω ενέργειες των συγκατηγορουμένων του και πώς συναπεφάσισε μετ' αυτών την κατάρτιση του συνόλου των ανωτέρω πλαστών επιταγών και την παραπλάνηση του συνόλου των ως άνω παθόντων. Έτσι, δεν διευκρινίζεται και αν ο αναιρεσείων έχει τελέσει επανειλημμένως τα εγκλήματα της πλαστογραφίας και της απάτης. Επίσης, στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εκτίθεται αν ο αναιρεσείων είχε διαμορφώσει υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως των εν λόγω εγκλημάτων προς πορισμό εισοδήματος, ούτε αν προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη των ανωτέρω εγκλημάτων, ως στοιχείο της προσωπικότητός του. Δηλαδή δεν εκτίθεται αν συντρέχουν στο πρόσωπο αυτού τα στοιχεία της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των ανωτέρω αξιοποιών πράξεων, τα οποία προσδίδουν σ' αυτές κακουργηματική μορφή, κατ' άρθρ. 216§3 και 386§3 ΠΚ, με αποτέλεσμα να παραμένη αδιευκρίνιστη η προαναφερομένη παραδοχή, περί "κακουργηματικής δραστηριότητος"και του αναιρεσείοντος. Αλλά με τις ως άνω ελλείψεις και ασάφειες το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών εστέρησε το προσβαλλόμενο βούλευμά του της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως και νομίμου βάσεως, αφού, συνεπεία αυτών καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και, επομένως, είναι βάσιμοι οι προβαλλόμενοι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, εκ του άρθρ. 484§1 στοιχ. β', δ' ΚΠΔ. Όμως, η αιτίαση περί εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι προβάλλεται αορίστως, δηλαδή χωρίς να εκτίθεται εις τι συνίσταται αυτή (βλ. ΑΠ 406/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ/906). Επίσης, οι αιτιάσεις περί δεδικασμένου και υπερβάσεως εξουσίας είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, αφού από τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος δεν προκύπτουν οι πλημμέλειες αυτές. Κατ' ακολουθία, το προσβαλλόμενο βούλευμα πρέπει να αναιρεθή, ως προς τον αναιρεσείοντα, και να παραπεμφθή η υπόθεση, ως προς αυτόν, προς νέα κρίση, στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, συμφώνως προς τα άρθρα 485§1 και 519 ΚΠΔ. Τέλος το αίτημα του αναιρεσείοντος, περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, πρέπει να απορριφθή κατ' ουσίαν, διότι οι περιλαμβανόμενες στο αναιρετήριο αιτιάσεις δεν έχουν ανάγκη προφορικών διευκρινίσεων. Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω Να αναιρεθή το υπ' αριθμ. 2229/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως προς τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ1. Να παραπεμφθή η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστές. Να απορριφθή το αίτημα του αναιρεσείοντος, περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου. Αθήναι 20 Μαρτίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ. "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νoθεύει έγγραφο, µε σκοπό να παραπλανήσει µε τη χρήση του άλλον σχετικά µε γεγονός που µπορεί να έχει έννοµες συνέπειες, τιµωρείται µε φυλάκιση τουλάχιστον τριών µηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήµατος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειµενικώς µεν η απαρχής κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, που το εµφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειµενικώς δε δόλος που περιλαµβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγµατικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή, και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει µε τη χρήση του πλαστoύ ή νοθευµένου εγγράφου άλλον για γεγονός που µπορεί να έχει έννοµες συνέπειες, δηλαδή δηµιουργία, µεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώµατος που πρoστατεύεται από το νόµο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 216 ΠΚ, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιµωρείται µε κάθειρξη µέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζηµία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχµών (ήδη 73.000 ευρώ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α)σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β)η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά, και γ)βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος ζημιωθέντος, και η οποία (βλάβη) υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Κατά την παράγραφο δε 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 386 ΠΚ, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α)....β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Μεταξύ των άνω εγκλημάτων της πλαστογραφίας και απάτης υφίσταται αληθής συρροή και δεν απορροφάται το ένα από το άλλο, έστω και αν ο δράστης της πλαστογραφίας χρησιμοποιεί τα πλαστά έγγραφα για να πείσει κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, δεδομένου ότι καθένα από τα εγκλήματα αυτά είναι αυτοτελές, αφού, η αντικειμενική υπόσταση αυτών συγκροτείται από διαφορετικά περιστατικά και η μία πράξη δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο η επιβαρυντική περίσταση της άλλης. Κατά το άρθρο 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/96, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Το παραπεμπτικό βούλευμα για να έχει την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης του άρθρου 13 στοιχ. στ' εδ. α του ΠΚ, πρέπει να διαλαμβάνει σαφή και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την έννοια της κατ' επάγγελμα τέλεσης και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στον κανόνα που εφάρμοσε και δεν αρκεί η κατά λέξη επανάληψη της διατύπωσης του κειμένου του νόμου. Τέλος, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο οι περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με το όρο από κοινού, αντικειμενικώς νοείται σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος με την έννοια ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του αυτού εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο του Αρείου Πάγου της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 του Π.Κ πρέπει στην απόφαση ή το βούλευμα να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά επί τη βάσει των οποίων το δικαστήριο ή το συμβούλιο δέχεται ότι στην τέλεση του εγκλήματος συμμετείχε ο δράστης ως συναυτουργός. II- Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό αυτού ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση και με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα περιστατικά, τα οποία έχουν, κατά τα ουσιώδη μέρη τους, ως εξής: "... Ο Δ1, διαχειριστής της εταιρίας με την επωνυμία "..... Ltd" και έδρα επί της οδού ....., στην περιοχή του ..... - Αττικής, έδωσε εντολή στον υπάλληλο της εταιρίας του Δ2 να παραλάβει από τον πωλητή και συνεργάτη τους Χβ, έναντι αλληλόχρεου λογ/σμού, που υπήρχε μεταξύ τους από σχετική εμπορική δραστηριότητα, μία επιταγή. Το αξιόγραφο αυτό που έφερε αριθμό ...., ως ημερομηνία έκδοσης την 15-1-2000, ως τόπο έκδοσης το Θέρμο Αιτωλοακαρνανίας, το ποσό των 2.560.000 δραχμών, αριθμητικώς και ολογράφως, φερόταν ως εκδοθέν από τον εγκαλούντα Ψ1, σε διαταγή του ιδίου, επί της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας (υπ/μα Θέρμου Αιτ/νίας), με χρέωση του υπ' αριθ. ..... λογαριασμού και έφερε το εκτύπωμα της σφραγίδας της ατομικής επιχείρησης του Ψ1. Όταν ο Δ1 πήρε στα χέρια του από τον υπάλληλό του την ως άνω επιταγή, αφού είχε οπισθογραφηθεί διαδοχικά από τον Χβ και τον Δ2, την εμφάνισε προς πληρωμή το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1999 στο υπ/μα της Εθνικής Τράπεζας στην Παλλήνη. Αφού ελέγχθηκε η επιταγή διά του μηχανογραφικού συστήματος, ο κομιστής αυτής Δ1 ειδοποιήθηκε ότι προέκυψε πλαστότητα του αξιογράφου αυτού και του επεστράφη απλήρωτο. Με τη σειρά του αυτός την επέστρεφε στον Χβ, που τακτοποίησε τελικώς με μετρητά την οφειλή προς την εταιρία. Απολογούμενος προανακριτικά ο Χβ στις 23-6-2000, ισχυρίσθηκε ...... Όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορουμένου αποδεικνύονται αναληθείς, καθώς ανατρέπονται από όσα κατέθεσαν άλλοι μάρτυρες. Το κίνητρο του όμως αυτό δεν ήταν αθώο, καθώς με την κίνηση του αυτή επιχείρησε να απεμπλακεί από την πολύ σοβαρή κατηγορία της συμμετοχής του σε κακουργηματική δραστηριότητα, ενός κύκλου προσώπων, που αφού πλαστογραφούσαν επιταγές, τις κυκλοφορούσαν περαιτέρω χωριστά ο καθένας για να μην συσχετίζονται μεταξύ τους και τις μεταβίβαζαν σε ανυποψίαστους τρίτους δρώντας φαινομενικά ανεξάρτητα. Ακολούθως αρχές Σεπτεμβρίου 1999 ο εκκαλών Χ2 προκειμένου να εξοφλήσει χρηματική οφειλή του προς τον Γ1 προερχόμενη από σύμβαση δανείου, του παρέδωσε μία επιταγή αφού την οπισθογράφησε. Η επιταγή αυτή έφερε αριθμό ......, ως τόπο έκδοσης το Θέρμο Αιτ/νίας, ως ημερομηνία έκδοσης την 5-10-99, την υπογραφή του φερομένου ως εκδότη Ψ1, σε διαταγή Γ2, το ποσό των 3.241.000 δρχ., αριθμητικώς και ολογράφως, ως πληρώτρια Τράπεζα με χρέωση του υπ' αριθμ. ....... λογ/σμού του φερομένου ως εκδότη, καθώς επίσης το εκτύπωμα της σφραγίδας της επιχείρησης αυτού. Ο κομιστής κατέθεσε την επιταγή για είσπραξη στην Τράπεζα ΑΒΝ ΑΜRΟ, όμως κατόπιν ελέγχου τον ενημέρωσαν ότι ήταν πλαστή. Ο Γ1, όπως προανακριτικά κατέθεσε στις 21-9-2000, αναζήτησε τον Χ2, για να λάβει κάποιες εξηγήσεις, όμως ο τελευταίος εξαφανίσθηκε χωρίς να αποπληρώσει το ως άνω χρέος του. .... Πέραν αυτών ο Ε1, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "Μύλοι Σόγιας Α.Ε.", στις 22-7-1999 έλαβε από τον εκκαλούντα Χ1 μία επιταγή σε εξόφληση οφειλής ύψους 1.850.000 δραχμών, από αγορά εμπορευμάτων. Η επιταγή αυτή έφερε αριθμό ...., ως τόπο έκδοσης την 22-10-1999 με πληρώτρια την Εθνική Τράπεζα μία υπογραφή ως δήθεν προερχόμενη από τον Ψ1, το εκτύπωμα της σφραγίδας της επιχείρησής του, εκδοθείσα σε διαταγή της εταιρίας την οποία εκπροσωπεί ο κατηγ/νος-εκκαλών με την επωνυμία "........ Ε.Π.Ε.". Στις 22-10-1999 ο κομιστής εμφάνισε την ως άνω επιταγή στην πληρώτρια Τράπεζα (υποκ/μα Βουκουρεστίου), αλλά ειδοποιήθηκε ότι η επιταγή αυτή είναι πλαστή. Με το από.....έγγραφό του προς την κομίστρια εταιρία ο Ψ1γνωστοποίησε στον Ε1 ότι ουδέποτε είχε συναλλαγή με την λήπτρια εταιρία που εκπροσωπεί ο κατηγορούμενος. Ο τελευταίος κατέβαλε στις 10-11-1999 και στις 22-11-1999 ποσά 300.000 δρχ και 200.000 δρχ. αντίστοιχα και κατά το χρονικό διάστημα από 15-2-2000 έως 31-10-2000 ποσό 130.000 δρχ., σε τραπεζικό λογ/σμό της κομίστριας εταιρίας, επιχειρώντας να δείξει καλοπιστία και να αποσείσει τις ευθύνες του. Απολογούμενος ενώπιον της Ανακρίτριας διατείνεται ότι έπεσε και αυτός θύμα απάτης, ότι πήρε στα χέρια του πλαστή επιταγή, χωρίς να το γνωρίζει από άγνωστο άνδρα που του παρουσιάστηκε ως Ψ1 στα γραφεία της επιχείρησής του. Δεν μπορεί όμως ένας τέτοιος ισχυρισμός να αντικρούσει το εύλογο αντεπιχείρημα πως είναι δυνατόν ένας επιχειρηματίας με πείρα στις συναλλαγές να δεχθεί σε εξόφληση οφειλής ύψους 1.850.000 δρχ, να λάβει ισόποση επιταγή από άγνωστο σε αυτόν άνδρα, με τον οποίο δεν είχε προγενέστερη συναλλαγή, χωρίς να κάνει την απλή κίνηση να επικοινωνήσει πρώτα με την πληρώτρια Τράπεζα, ώστε να ελέγξει τη γνησιότητα της επιταγής και την φερεγγυότητα του εκδότη αυτής. Στα πλαίσια της προαναφερόμενης κακουργηματικής δραστηριότητάς τους οι εγκαλούμενοι και ήδη εκκαλούντες δηλαδή στο να πλαστογραφούν επιταγές και να τις κυκλοφορούν περαιτέρω χωριστά ο καθένας, για να μην συσχετίζονται μεταξύ τους και να τις μεταβιβάζουν σε ανυποψίαστους τρίτους κατάρτισαν κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 1999 και σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία, κατόπιν συναπόφασης την με αριθμό ...... επιταγή, φερομένη ως εκδοθείσα στο Θέρμο Αιτωλοακαρνανίας την 1-10-1999, από τον Ψ1 σε διαταγή του ιδίου, ποσού 590.000 δρχ., με πληρώτρια την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, με χρέωση του υπ' αριθμ. ...... λογ/μού, στην οποία έθεσαν στη θέση του εκδότη υπογραφή κατ' απομίμηση της γνήσιας υπογραφής του εγκαλούντα και σφραγίδα της επιχείρησης του. Στη συνέχεια δε, κατά τον ίδιο μήνα, ο Χδ παρέδωσε την επιταγή αυτή στον Ζ1 προς εξόφληση οφειλής του προς αυτόν. Ο τελευταίος την παρέδωσε στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "....." σε μερική εξόφληση χρέους του προς αυτόν από τη μεταξύ τους σύμβαση πρακτορείας. Η κομίστρια της επιταγής εταιρία την εμφάνισε εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα, αλλά η επιταγή δεν πληρώθηκε λόγω της πλαστότητάς της. Τέλος στις 21-7-1999, κατάρτισαν κατόπιν συναπόφασης την υπ' αριθμ. .... επιταγή φερομένη ως εκδοθείσα στο Αγρίνιο στις 27-12-1999 από τον Ψ1 σε διαταγή του ιδίου, ποσού 1.980.000 δρχ, φερομένη ως εκδοθείσα στο Αγρίνιο στις 27-12-1999 από τον Ψ1 σε διαταγή του ιδίου, με πληρώτρια την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, με χρέωση του υπ' αριθμ. ...... λογ/σμού, έθεσαν στη θέση του εκδότη και πρώτου οπισθογράφου την υπογραφή του ανωτέρω Ψ1 και σφραγίδα της επιχείρησης του και στη θέση δεύτερου οπισθογράφου τη φερόμενη υπογραφή αγνώστου με στοιχεία "Η1. Στη συνέχεια δε στις 21-7-1999 η Χγ οπισθογράφησε την πλαστή επιταγή και την παρέδωσε στο Θ1 προς εξόφληση των μισθωμάτων που του όφειλε από 1-1-1996 έως 21-7-1999 από τη μεταξύ τους σύμβαση μίσθωσης. Ο τελευταίος δε ως νόμιμος κομιστής της επιταγής την εμφάνισε εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα αλλά δεν πληρώθηκε λόγω της πλαστότητάς της. Τέλος με τις αναφερόμενες ανωτέρω πλαστές επιταγές οι εκκαλούντες παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους τελευταίους κομιστές εκάστης επιταγής, ότι αυτές έχουν εκδοθεί από τον Ψ1, στο Θέρμο Αιτ/νίας, με χρέωση τουυπ' αριθμ. .......λογ/σμού του, τηρουμένου στην Τράπεζα Θέρμου και ότι πρόκειται να εξοφληθούν και να ικανοποιηθούν οι αντίστοιχες αξιώσεις των ανωτέρω κομιστών. Ενώ πάντα τα ανωτέρω ήσαν ψευδή, διότι οι επιταγές αυτές ήταν εξυπαρχής πλαστές καθόσον ουδέποτε η παραπάνω τράπεζα είχε εκδώσει στέλεχος επιταγών με τέτοια αρίθμηση, ούτε ο φερόμενος ως εκδότης είχε θέσει την υπογραφή του στις εν λόγω επιταγές, ούτε μπορούσαν αυτές να εξοφληθούν και να ικανοποιηθούν οι αντίστοιχες αξιώσεις των ανωτέρω κομιστών, οι οποίοι για το σκοπό αυτό τις δέχθηκαν στην κατοχή τους, γεγονός που γνώριζαν οι κατηγ/νοι. Με τον τρόπο αυτό έπεισαν τους τελευταίους κομιστές των επιταγών να τις δεχθούν προς εξόφληση των ισόποσων αξιώσεών τους γνωρίζοντας εξ αρχής ότι οι εν λόγω επιταγές ήταν πλαστές, και δεν θα πληρώνονταν, όπως και πράγματι δεν πληρώθηκαν, με ισόποση ζημία άλλων προσώπων, οι οποίοι είχαν αντίστοιχες με τα ποσά κάθε επιταγής αξιώσεις που συνολικά υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, ως και εκείνη του εκκαλέσαντος συγκατηγορουμένου του, και επεκύρωσε το παραπεμπτικό πρωτόδικο βούλευμα. Όμως, με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, δεν διέλαβε στο βούλευμά τους την από το Σύνταγμα και το νόμο απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στην προκείμενη περίπτωση είναι ελλειπής και ασαφής με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 45, 216 και 386 του Π.Κ. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι τόσον ο αναιρεσείων όσον και τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα, που ανήκουν σε τελείως διαφορετικό επαγγελματικό χώρο, μετεβίβασαν της επιταγές που αυτοί φέρονται ότι πλαστογράφησαν για την εξόφληση οφειλών τους σε επίσης μη επαγγελματικώς συνδεόμενα πρόσωπα, δεν διευκρινίζει πως περιήλθαν στην κατοχή τους τα φύλλα των επιταγών τα οποία στη συνέχεια πλαστογράφησαν, κατά ποίον τρόπο ο αναιρεσείων γνώριζε τις ενέργειες των συγκατηγορουμένων του και υπό ποίες περιστάσεις συναποφάσισε την μαζί με αυτούς κατάρτιση του συνόλου των πλαστών επιταγών και την από κοινού με αυτούς αθέμιτη παραπλάνηση του συνόλου των παθόντων. Περαιτέρω, ενώ αρχικώς δέχεται ότι οι πλαστές επιταγές φέρονται ότι είχαν εκδοθεί από τον Ψ1 σε διαταγή του ιδίου και ήσαν πληρωτέες από την Εθνική Τράπεζα και από συγκεκριμένο λογαριασμό του εκδότη, δεν πληρώθηκαν δε επειδή ήσαν πλαστές, στη συνέχεια αντιφατικά διαλαμβάνει ότι η παραπάνω Τράπεζα δεν είχε εκδώσει για τον Ψ1 στέλεχος επιταγών με τέτοια αρίθμηση. Τέλος, ελλειπής είναι η αιτιολογία του βουλεύματος για την από τον αναιρεσείοντα τέλεση των εγκλημάτων της πλαστογραφίας και απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, στοιχεία τα οποία προσδίδουν στις άνω πράξεις κακουργηματικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά και οι σκέψεις που οδήγησαν το Συμβούλιο στο αποδεικτικό συμπέρασμα ότι ο αναιρεσείων επενειλημμένα έχει τελέσει τα παραπάνω εγκλήματα ή από τα οποία να προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη αυτών, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η έλλειψη νομίμου βάσεως και ειδικής αιτιολογίας, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, αναιρεθεί δε το προσβαλλόμενο βούλευμα και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση το ίδιο Συμβούλιο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το υπ' αριθμ. 2.229/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο που εξέδωσε το βούλευμα, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κακουργηματική πλαστογραφία και απάτη. Έννοια και στοιχεία πράξεων. Αναίρεση του παραπεμπτικού βουλεύματος για έλλειψη αιτιολογίας.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία.
0
Αριθμός 1838/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με τη με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα, για αναίρεση της με αριθμό 1005/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1882/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγο αναίρεσης, εκτείνεται όχι μόνο στην καταδικαστική ή την απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, η απορριπτική της αίτησης του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, κατά το άρθρο 61 του ΚΠΔ, λόγω της ύπαρξης εκκρεμούς δίκης στο πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, έστω και αν η αποδοχή ή η απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης είναι δυνητική για το ποινικό δικαστήριο και έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης της απόφασης είναι και η έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα, ανεξαρτήτως του ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος αυτού υπόκειται, κατά τα προαναφερθέντα, στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του κατηγορουμένου, πέραν των άλλων ισχυρισμών τους οποίους εγγράφως κατέθεσε και προφορικώς ανέπτυξε, ζήτησε την αναβολή της δίκης μέχρις εκδόσεως αποφάσεων επί των αναφερομένων προσφυγών τις οποίες είχε ασκήσει ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων για τα χρέη υπό τους αριθμούς 6 και 7 του πίνακα χρεών για την μη καταβολή των οποίων κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Το δικαστήριο όμως, ενώ απέρριψε άλλους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, παρέλειψε και ουδόλως απάντησε στο νόμιμο αυτό αίτημα του. Έτσι δημιουργήθηκε ο προαναφερόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1005/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Και. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για έλλειψη ακροάσεως. Υπεβλήθη ορισμένως και παραδεκτώς αίτημα αναβολής της δίκης και το δικαστήριο παρέλειψε και ουδόλως απήντησε επί του αιτήματος.
Ακροάσεως έλλειψη
Αναβολής αίτημα, Ακροάσεως έλλειψη.
0
Αριθμός 1837/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Νικόλαο Ζαΐρη (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Τριπόλεως, περί αναιρέσεως της 765/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρίπολης. Με κατηγορούμενο τον Χ1 και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Κέρκυρας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φραγκίσκο Ραγκούση. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τριπόλεως, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα Εισαγγελέας Πρωτοδικών Τριπόλεως, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 1/14-12-2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Τριπόλεως Νικολάου Κρατημένου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2120/2007. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 565 παρ. 1 ΚΠΔ, κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση που αφορά την εκτελεστότητα της αποφάσεως και το είδος ή τη διάρκεια της ποινής λύεται από το δικαστήριο των πλημμελειοδικών του τόπου εκτίσεως της ποινής. ... κατά της αποφάσεως αυτής επιτρέπεται να ασκηθεί αναίρεση από τον εισαγγελέα και τον καταδικασμένο. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται 1) ότι οι αντιρρήσεις του καταδικασμένου πρέπει να αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στην εκτελεστότητα της αποφάσεως και το είδος ή της διάρκεια της ποινής και 2) ότι για να είναι παραδεκτές και να εξετασθούν από το πλημμελειοδικείο του τόπου εκτίσεως της ποινής, πρέπει να διαρκεί ακόμη η εκτέλεση της αποφάσεως, δηλαδή η ποινή που έχει επιβληθεί με την απόφαση κατά της οποίας στρέφονται οι αντιρρήσεις να μη έχει καθ' ολοκληρία αποτιθεί, γιατί μετά την απότιση της ποινής εξαντλείται η εκτελεστότητα της αποφάσεως και δεν υπάρχει στάδιο εκτελέσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ.10 του Ν.2408/1996, προκειμένου να εκτιθούν ποινές φυλακίσεως που έχουν μετατραπεί, από προσωρινώς κρατούμενο για άλλο έγκλημα, γίνεται τυπική διακοπή της προσωρινής κράτησης και επαναφυλάκιση, μόνον εάν ο προσωρινώς κρατούμενος δηλώσει ότι δεν καταβάλλει το ποσό της μετατροπής. Δικαίωμα εξαγοράς έχουν και εκείνοι που μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου εξέτισαν πραγματικά ποινές μετατραπείσες μετά από τυπική διακοπή της προσωρινής κράτησης. Εάν καταβάλλουν το ποσό της μετατροπής, ο χρόνος κρατήσεως για τις ποινές που εξαγοράσθηκαν θεωρείται χρόνος της προσωρινής κρατήσεως και αφαιρείται από το χρόνο της ποινής που εκτίεται ή θα εκτεθεί. Με την υπ' αριθμ.765/2007 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τριπόλεως έκαμε δεκτή την από 11-5-2007 αίτηση του καταδίκου και κρατούμενου στις Φυλακές Τριπόλεως Χ1 με την οποία προβλήθηκαν αντιρρήσεις εν σχέσει με την εκτελεστότητα της υπ' αριθμ. 29.689/1992 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία είχε καταδικασθεί σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Την αναίρεση της παραπάνω αποφάσεως ζητεί ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Τριπόλεως, για τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' λόγο της υπέρβασης εξουσίας. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να εξετασθεί και ως προς το κατ' ουσίαν βάσιμο αυτής. Από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τον έλεγχο της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής. Ο Χ1, με την υπ' αριθμ. 29.689/1992 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Έφεσή του κατά της άνω αποφάσεως απερρίφθη με την υπ' αριθμ.12.745/1994 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Μετά ταύτα κατά του ιδίου ασκήθηκε ποινική δίωξη για βιασμό κ.λ.π , μη εμφανισθείς δε στην κυρία ανάκριση εκδόθηκαν κατ' αυτού, τα υπ'' αριθμ. 26/1994 και 54/1995 εντάλματα του 18ου Τακτικού Ανακριτή Αθηνών, η ισχύς των οποίων διατηρήθηκε και με το υπ' αριθμ. 949/1996 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Έφεσή του κατά του τελευταίου βουλεύματος απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με το υπ' αριθμ. 2.382/1996 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Ακολούθως, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο (ΜΟΔ) Αθηνών στο οποίο εισήχθη προς εκδίκαση η κατ' αυτού κατηγορία, με την υπ' αριθμ. 9/1998 απόφασή του ανέστειλε τη διαδικασία στο ακροατήριο επειδή δεν εμφανίσθηκε και ήταν φυγόδικος και διέταξε τη σύλληψη και την προσωρινή του κράτηση.. Μετά ταύτα την 18-7-2002, ο ανωτέρω εμφανίσθηκε αυθορμήρως ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και συνελήφθη εις εκτέλεση των άνω δικαστικής αποφάσεως, ενταλμάτων του ανακριτή και του δικαστικού συμβουλίου και της αποφάσεως του ΜΟΔ. Με την υπ' αριθμ. 66164 Δ/19-7-2002 παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών μετήχθη στη φυλακή Τριπόλεως και από 18-7-2002 κρατήθηκε σ' αυτήν εις εκτέλεση της άνω υπ' αριθμ.69.689/1992 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Ως προκύπτει από την άνω εισαγγελική παραγγελία, επί του σώματος αυτής ο συλληφθείς δήλωσε ενυπογράφως, " δέχθηκε την απόφαση - ο κρατούμενος ". Εξάλλου δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι ο συλληφθείς κατά τη σύλληψή του είτε μεταγενεστέρως κατέβαλε το ποσό της μετατροπής για την εξαγορά της ποινής των πέντε μηνών που του επιβλήθηκε με την προαναφερόμενη απόφαση. Επομένως και σύμφωνα με τους ορισμούς της διατάξεως του άρθρου 3 παρ. 10 του Ν. 2.408/1996 , όταν φυλακίσθηκε την 18-7-2002, φυλακίσθηκε για την έκτιση της άνω ποινής η δε προσωρινή του κράτηση δυνάμει των άνω καταδιωκτικών εγγράφων άρχισε την 18-12-2002 μετά την ολοκληρωτική έκτιση της ποινής φυλακίσεως των πέντε μηνών. Με τα δεδομένα αυτά, και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αρχική νομική σκέψη, εφόσον η ως άνω ποινή είχε εκτιθεί κατά τον χρόνο υποβολής των αντιρρήσεων επί των οποίων έκρινε το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, οι αντιρρήσεις αυτές ήσαν απαράδεκτες και έπρεπε να απορριφθούν. Συνεπώς, το δικαστήριο που έκρινε παραδεκτή την αίτηση αντιρρήσεων και στη συνέχεια δίκασε κατ' ουσία και την έκανε δεκτή, υπερέβη την εξουσία του και αναιρετέα κατέστησε την απόφασή του. Κατ' ακολουθία, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Τριπόλεως πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνου που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ.765/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ως άνω δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αντιρρήσεις καταδικασθέντος κατά το άρθρο 565 ΚΠΔ. Προϋπόθεση του παραδεκτού η μη απότιση της ποινής. Αναίρεση αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου για υπέρβαση εξουσίας. Δέχθηκε αντιρρήσεις αναφορικά με εκτελεστότητα καταδικαστικής αποφάσεως με την οποία επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική, αν και οι αντιρρήσεις ήσαν απαράδεκτες αφού η άνω ποινή είχε αποτιθεί.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Αντιρρήσεις σχετικά με την εκτέλεση.
1
Αριθμός 1836/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Νικόλαο Ζαΐρη (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την υπ'αριθμ. 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσειούσης - κατηγορουμένης ........, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 804/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουλίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1719/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσειούσης, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ H καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη κατά το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο ετροποποιήθη με το άρθρο 2 § 5 Ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 περ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, όταν σ'αυτή περιέχονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα κατεδικάσθη, με την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 804/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, δικάσαντος ως εφετείου, για την πράξη της παραβάσεως του άρθρου μόνου § 1 του Α.Ν. 690/1945 σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, η οποία ανεστάλη επί τριετίαν. Το δικαστήριο αυτό, προκειμένου, να σχηματίσει την κρίση του για την ενοχή της κατηγορουμένης για την άνω πράξη της έλαβε υπ' όψη του, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων, και "τα έγγραφα που διαβάστηκαν", όπως από το σκεπτικό της αποφάσεως προκύπτει. Όμως από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποίαν εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, διαπιστώνεται ότι "δεν διαβάστηκαν έγγραφα" αφού δεν αναφέρονται αναγνωσθέντα τοιαύτα. Ούτως η απόφαση στερείται της κατά τα άνω από το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ. επιβαλλομένης αιτιολογίας, αφού δεν εκτίθενται συγκεκριμένως τα αποδεικτικά μέσα, διότι αναφέρεται ότι απεδείχθη και το δικαστήριο επείσθη ότι η κατηγορουμένη ετέλεσε την αξιόποινη πράξη που της αποδίδεται με το κατηγορητήριο "από τα έγγραφα που διαβάστηκαν", ενώ δεν φέρονται στα πρακτικά αναγνωσθέντα έγγραφα. Συνεπώς είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ο οποίος, άλλωστε, ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, εφ' όσον η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως κρίνεται παραδεκτή (άρθρ. 511 Κ.Π.Δ.) και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση είναι δυνατή από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθμ. 804/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο άνω δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς εκτός εκείνων που εδίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πότε υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας: όταν δεν περιέχει με πληρότητα και σαφήνεια τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ούτε εκθέτει συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, αφού αναφέρεται ότι η τέλεση της πράξεως απεδείχθη από τα «έγγραφα που διαβάστηκαν …», ενώ στα πρακτικά δεν φέρονται αναγνωσθέντα έγγραφα. Αναιρείται η απόφαση λόγω ελλείψεως αιτιολογίας.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1834/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 104/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καρδίτσας. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Καρδίτσας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Ιανουαρίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 163/2008. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 144/26.3.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 §1 του Κ.Π.Δ., τις υπ' αριθ. 1 και 2/14-1-2008 αντίστοιχες αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, κατά του υπ' αριθ. 104/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καρδίτσας και εκθέτω τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Καρδίτσας παρέπεμψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του τους αναιρεσείοντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας για να δικασθούν για τις αξιόποινες πράξεις α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατ' εξακολούθηση, από κοινού, από δράστες που διαπράττουν πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και β) της απάτης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση με ζημία ανώτερη των 15.000 ευρώ, κατ' επάγγελμα και συνήθεια (άρθρα 45, 98, 13 στ', 216 §§1α και 3β και 386 §1 και 3α Π.Κ.). Κατά του παραπάνω παραπεμπτικού βουλεύματος άσκησαν οι αναιρεσείοντες τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς από δικαιούμενους στην άσκησή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 463, 465 §1, 473 §1, 474 §1 και 482 §1α του Κ.Π.Δ., όπως η παράγραφος 1 του άρθρου 482 αντικ. με το άρθρο 41 §1 του Ν.3160/2003. Διαλαμβάνεται δε στην αίτηση αυτή αναίρεσης σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης και συγκεκριμένα αυτός της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 216, 386 και 111 Π.Κ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 §1α Π.Κ., όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Κατά δε την παράγραφο 3β' του ιδίου άρθρου τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000,00 €). Από τις διατάξεις αυτές που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως αυτής και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι ο σκοπός της παραπλάνησης. Είναι δε δυνατή η συναυτουργία περισσοτέρων προσώπων στην κατάρτιση πλαστού ή στην νόθευση εγγράφου, χωρίς να απαιτείται αναφορά των επί μέρους ενεργειών καθενός των συναυτουργών, αλλά αρκεί η αναφορά στην απόφαση των πραγματικών περιστατικών, βάσει των οποίων το δικαστήριο ή το συμβούλιο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός (Α.Π. 184/2002 Π.Χρ. ΝΒ/898, Α.Π. 1947/2002 Ποιν.Δικ. 2003 σελ. 451). Περαιτέρω για την κακουργηματική μορφή της παραγράφου 3β του ιδίου άρθρου θα πρέπει ο δράστης να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, δεν είναι αναγκαίο να είναι άμεσα συνδεδεμένα με αυτήν το περιουσιακό όφελος ή η περιουσιακή βλάβη, αλλ' αρκεί ότι αυτά έχουν ενταχθεί στο εν γένει δια της πλαστογραφίας παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και διαμορφώνονται με την πλαστογραφία οι προϋποθέσεις για να υπάρχει στη συνέχεια η δυνατότητα (ο κίνδυνος), έστω και με την παρεμβολή άλλων, μετά την τέλεση της πράξεως, της πλαστογραφίας, να επέλθει το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος ή η σκοπούμενη περιουσιακή βλάβη, που είναι δυνατό να μη συνδέονται άμεσα με το περιεχόμενο του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, αλλά έμμεσα, όπως στην περίπτωση που ο δράστης της πλαστογραφίας επιδιώκει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον δια βλάβης του τρίτου περιουσιακό όφελος υπέρτερο του ποσού που εμφανίζεται στο εν λόγω έγγραφο ή να επιφέρει στον τρίτο ζημία μεγαλύτερη του ποσού αυτού (δείτε και Α.Π. 431/2007 και 1034/2007 Π.Χρ. ΝΖ'/502 και 693, αντίστοιχα). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 386 §1 Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, από την οποία, σαν παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 εδ. α' του ιδίου άρθρου 386, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 §4 του Ν.2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, εάν ο δράστης διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ). Κατά το άρθρο 13 στ' Π.Κ., κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή την υποδοχή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Η διάταξη του άρθρου 386 §3 εδ. α' Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 14 §4 του Ν.2721/99, είναι ηπιότερη της προηγουμένης ρυθμίσεως και εφαρμόζεται και επί πράξεων τελεσθεισών προ της ισχύος του Ν.2721/1999, αφού ο νέος νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη ρύθμιση δεν προβλέπονται ποσοτικά όρια. Ενόψει τούτου, πράξεις απάτης, που τελέσθηκαν εξακολουθητικώς προ της ισχύος του Ν.2721/1999 και έχουν συνολικό όφελος ανώτερο των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ), διατηρούν και υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, έστω και αν το αντικείμενο των μερικότερων πράξεων υπολείπεται του ανωτέρω ορίου υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεώς τους. Δεν δύναται να γίνει δεκτό στην προαναφερθείσα περίπτωση, ότι για τη διατήρηση του κακουργηματικού χαρακτήρα της απάτης, θα πρέπει εκάστη μερικότερη πράξη να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ) διότι, με τον τρόπο αυτό δημιουργείται πλασματικό καθεστώς που δεν ανταποκρίνεται στη βούληση του νομοθέτη. Και τούτο, διότι, η διατήρηση του ποσοτικού ορίου των 5.000.000 δρχ. από το ένα μέρος και η μεταβολή της μεθόδου του υπολογισμού του (επιμεριστικώς και όχι αθροιστικώς) από το άλλο μέρος, οδηγεί στην κατασκευή ενός τρίτου, νόμου, που δεν υπάρχει ούτε κατά το χρόνο της εκδικάσεως (ο νέος νόμος προβλέπει αθροιστικό σύστημα), ούτε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως (ο παλαιός νόμος δεν προέβλεπε ποσοτικά όρια) (Α.Π. 1370/2007). Κατά το άρθρο 45 Π.Κ. "Αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού", νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο υπό του Αρείου Πάγου της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 Π.Κ., πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός (Α.Π. 50/1990 (σε ολομ.) και Α.Π. 810/2006 Π.Χρ. ΝΖ'/222). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 98 §1 του Π.Κ. όπως αντικαταστάθηκε με το νόμο 2721/1999, ορίζεται ότι αν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 §1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή, για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή, που έχει θεσπισθεί προς το σκοπό της επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία (συρροή) όμως το δικαστήριο μπορεί αντί να καταγνώσει στο δράστη συνολική ποινή, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων (Α.Π. 59/2004 Π.Χρ. ΝΔ/512). Κατά δε την παράγραφο 2 του άρθρου 98 Π.Κ., όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 §1 Ν.2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό, και στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στην συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο (Α.Π. 431/2007 Π.Χρ. ΝΖ/502). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 104/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καρδίτσας, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του παρ' αυτώ εισαγγελέως, δέχθηκε κατά την αναιρετικά επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του, ότι από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε κατά την ανάκριση και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα και τα έγγραφα, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εδρεύουσα στην Καρδίτσα (4° χιλ Καρδίτσας - Μητρόπολης) ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ- ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής είναι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 εταιρικό σκοπό έχει την αγορά και μεταπώληση οχημάτων και ανταλλακτικών. Για την επιδίωξη του εταιρικού της σκοπού και ειδικότερα για τη χρηματοδότηση της από την τράπεζα στις 4-3-1999 συμφωνήθηκε μεταξύ αυτής και της Τράπεζας Μακεδονίας- Θράκης ΑΕ αλληλόχρεος λογαριασμός για την παροχή πίστωσης, μέχρι το ποσό των 24.000.000 δραχμών, με την εγγύηση και των δύο κατηγορούμενων που ρητά παραιτήθηκαν του ευεργετήματος της διζήσεως ευθυνόμενοι και υπόχρεοι, εις ολόκληρον ο καθένας τους, στην καταβολή κάθε χρεωστικού καταλοίπου της παραπάνω συμβάσεως πίστωσης. Μεταξύ των συμβαλλομένων μερών καταρτίστηκε, η με αριθμ........σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού στην οποία συμβλήθηκαν και οι κατηγορούμενοι ατομικά ως εγγυητές (ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 επιπλέον και ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ) και η με αριθμ. ...... πρόσθετη πράξη ανοίγματος λογαριασμού. Στον αλληλόχρεο λογαριασμό εγγράφονταν οι γενόμενες τμηματικώς προς την εταιρία ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ χρηματοδοτήσεις. Σύμφωνα με όρο της σύμβασης (άρθρο 2) για να χορηγήσει η τράπεζα την χρηματοδότηση αυτή, έπρεπε η εταιρία να παρέχει προς την τράπεζα όλες τις εξασφαλίσεις που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των μερών και οι οποίες ήταν η ενεχυρίαση συναλλαγματικών ή επιταγών. Οι δύο κατηγορούμενοι ενεργούντες από κοινού κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, με σκοπό να επιτύχουν την χορήγηση της χρηματοδότησης από την δανειοδότρια τράπεζα στην εταιρία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Μάρτιο έως το μήνα Σεπτέμβριο 1999, επιδόθηκαν συστηματικά σε κατάρτιση πλαστών εγγράφων, συνολικά εξήντα ενός (61) συναλλαγματικών, δεκατέσσερις (14) από τις οποίες καταρτίστηκαν μετά τις 3-6-1999 έως το Σεπτέμβριο 1999, όπως κατωτέρω αναλυτικά εκτίθεται για κάθε μία από αυτές και με τον εξής τρόπο: Κάθε συναλλαγματική εκδίδονταν από τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1 ως νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας με την επωνυμία ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ, εις διαταγή της εκδότριας εταιρίας ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ, για διαφορετικό ποσό κάθε φορά και φέρονταν ως αποδέκτες διάφορα πρόσωπα, κάτοικοι Καρδίτσας. Στη θέση του αποδέκτη όλες οι συναλλαγματικές έφεραν το ονοματεπώνυμο του αποδέκτη, τον τόπο κατοικίας του, τον αριθμό δελτίου ταυτότητας και την υπογραφή. Όπως μεταγενέστερα προέκυψε, οι αποδέκτες όλων των συναλλαγματικών ήταν ανύπαρκτα πρόσωπα. Εν συνεχεία οι κατηγορούμενοι ενεργούντες από κοινού κατόπιν συναπόφασης και μ£ κοινό δόλο, πριν από κάθε τμηματική χρηματοδότηση και πάντως κατά το χρονικό διάστημα από 4-3-1999 έως 16-9-1999, εμφάνιζαν τα πλαστά αυτά αξιόγραφα στην τράπεζα, παριστάνοντας στους νομίμους εκπροσώπους της δανειοδότριας τράπεζας, ότι τα παραπάνω αξιόγραφα είναι γνήσια, υπογεγραμμένα από πρόσωπα υπαρκτά, πελάτες της εταιρίας με την επωνυμία ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ και επιπλέον ότι αυτά (τα αξιόγραφα) ενσωματώνουν πραγματικές οφειλές των προσώπων αυτών προς την εταιρία ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ, η οποία είχε εναντίον των αποδεκτών των συναλλαγματικών τις χρηματικές αξιώσεις που αναγράφονταν σε κάθε μια από τις συναλλαγματικές. Ταυτόχρονα ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 αν και με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πιστούχου στην άνω σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, εταιρίας με την επωνυμία ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ αλλά και ατομικώς με την ιδιότητα του εγγυητή στην σύμβαση αυτή και η δεύτερη κατηγορουμένη Χ2 επίσης με την ιδιότητα του εγγυητή στην άνω σύμβαση, είχαν υποχρέωση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 197,288 και 330 του Αστικού Κώδικα δηλαδή σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη να κάνουν γνωστό στην αντισυμβαλλόμενη τράπεζα κατά την τμηματική χρηματοδότηση της εταιρίας ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ ότι οι παραπάνω συνολικά 61 συναλλαγματικές δεν είναι γνήσιες και δεν ενσωματώνουν πραγματικές απαιτήσεις της εταιρίας ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ κατά των αποδεκτών, αυτοί ενεργούντες από κοινού και με κοινό δόλο αθέμιτα παρασιώπησαν από την αντισυμβαλλόμενη τράπεζα τα αληθή γεγονότα, δηλαδή ότι οι αποδέκτες των συναλλαγματικών είναι ανύπαρκτα πρόσωπα και ότι πρόκειται για εικονικές συναλλαγές με ανύπαρκτες απαιτήσεις. Εν συνεχεία, ο πρώτος κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ οπισθογραφούσε τις πλαστές συναλλαγματικές προς την τράπεζα λόγω ενεχύρου, ως ασφάλεια για τη λήψη της χρηματοδότησης. Έτσι οι εκπρόσωποι της τράπεζας, πλανηθέντες από τις άνω παραστάσεις ψευδών γεγονότων ως αληθινών και από την αθέμιτη παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, στις οποίες εξακολουθητικώς προέβαιναν οι κατηγορούμενοι, χορηγούσαν τμηματικά χρηματοδότηση προς τη ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ, λαμβάνοντας κάθε φορά ως ενέχυρο τις πλαστές συναλλαγματικές, στα πλαίσια της άνω σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού. Ο αλληλόχρεος λογαριασμός μεταξύ της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ και της δανειοδότριας τράπεζας έκλεισε στις 12-4-2000 με χρεωστικό υπόλοιπο ανερχόμενο στο ποσό των 15.740.227 δραχμών, ποσό βεβαίως που η τράπεζα δεν θα χορηγούσε στην εταιρία ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ αν γνώριζε τα αληθή γεγονότα, ότι δηλαδή οι συναλλαγματικές που μεταβιβάστηκαν σε αυτήν (στην τράπεζα) λόγω ενεχύρου, ως ασφάλεια για τη χρηματοδότηση της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ είναι πλαστές, με αποδέκτες ανύπαρκτα πρόσωπα και ότι δεν ενσωματώνουν οφειλές από πραγματικές συναλλαγές. Το επιδιωχθέν από τους πλαστογράφους όφελος για την εταιρία ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ με βλάβη της συμβαλλόμενης τράπεζας από την πράξη της εξακολουθητικής πλαστογραφίας ανέρχεται στο ποσό των 15.740.227 δραχμών και όχι στην εικονική απαίτηση που ενσωμάτωναν οι πλαστές συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 10.695.000 δραχμών, καθότι οι κατηγορούμενοι επιδίωκαν με την εξακολουθητική πλαστογραφία να λάβουν τη χρηματοδότηση των 15.749.227 δραχμών, την οποία και πράγματι έλαβαν, με ισόποση βλάβη της τράπεζας. Περαιτέρω προέκυψε ότι η αναγγελία του κλεισίματος των λογαριασμών και των συμβάσεων πιστώσεως του αλληλόχρεου λογαριασμού προς την ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ και τους κατηγορουμένους ατομικώς έγινε στις 13-4-2000. Οι κατηγορούμενοι δεν έφεραν καμία αντίρρηση. Έτσι η Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης υπέβαλε αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής, η οποία έγινε δεκτή και εκδόθηκε η με αριθμ. 141/2000 Διαταγή Πληρωμής του Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Ειδικότερα οι κατηγορούμενοι ενεργούντες από κοινού κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, καθότι ο καθένας από αυτούς ευθύνονταν και ατομικώς από την άνω σύμβαση χορήγησης πίστωσης, αφού είχαν εγγυηθεί για την ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ και μάλιστα είχαν παραιτηθεί του ευεργετήματος της διζήσεως στην Καρδίτσα κατά τους κάτωθι αναφερόμενους χρόνους κατήρτισαν τις εξής πλαστές συναλλαγματικές: 1.- Στις 7-6-1999 σε έντυπο συναλλαγματικής εκδόσεως και εις διαταγή της εταιρίας ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ, συμπλήρωσαν ημερομηνία έκδοσης 4-6-1999, ημερομηνία λήξεως 25-10-1999, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 100.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και στη θέση του αποδέκτη συμπλήρωσαν τα στοιχεία Γ1, με αριθμό δελτίου ταυτότητας ...... και έθεσαν ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως προερχόμενο δήθεν από τον παραπάνω αποδέκτη, που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. Εν συνεχεία στις 7-6-1999 έκαναν χρήση της άνω συναλλαγματικής προσκομίζοντας την στην Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και ενεχυριάζοντας αυτήν ο πρώτος κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ προς την Τράπεζα Μακεδονίας-Θράκης. 2.- Στις 7-6-1999 σε έντυπο συναλλαγματικής εκδόσεως και εις διαταγή της εταιρίας ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ, συμπλήρωσαν ημερομηνία έκδοσης 1-6-1999, ημερομηνία λήξεως 1-4-2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την Τράπεζα Μακεδονίας -Θράκης και στη θέση του αποδέκτη συμπλήρωσαν τα στοιχεία Γ2, με αριθμό δελτίου ταυτότητας ...... και έθεσαν ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως προερχόμενο δήθεν από τον παραπάνω αποδέκτη, που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. Εν συνεχεία στις 7-6-1999 έκαναν χρήση της άνω συναλλαγματικής προσκομίζοντας την στην Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και ενεχυριάζοντας αυτήν ο πρώτος κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ προς την Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης. 3.- Στις 7-6-1999 σε έντυπο συναλλαγματικής εκδόσεως και εις διαταγή της εταιρίας ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ, συμπλήρωσαν ημερομηνία έκδοσης 1-6-1999, ημερομηνία λήξεως 1-3-2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και στη θέση του αποδέκτη συμπλήρωσαν τα στοιχεία Γ2 , με αριθμό δελτίου ταυτότητας.......και έθεσαν ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως προερχόμενο δήθεν από τον παραπάνω αποδέκτη, που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. Εν συνεχεία στις 7-6-1999 έκαναν χρήση της άνω συναλλαγματικής προσκομίζοντάς την στην Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και ενεχυριάζοντας αυτήν ο πρώτος κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ προς την Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης. 4- Στις 7-6-1999 σε έντυπο συναλλαγματικής εκδόσεως και εις διαταγή της εταιρίας ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ, συμπλήρωσαν ημερομηνία έκδοσης 1-6-1999, ημερομηνία λήξεως 1-2-2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και στη θέση του αποδέκτη συμπλήρωσαν τα στοιχεία Γ2, με αριθμό δελτίου ταυτότητας ...... και έθεσαν ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως προερχόμενο δήθεν από τον παραπάνω αποδέκτη, που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. Εν συνεχεία στις 7-6-1999 έκαναν χρήση της άνω συναλλαγματικής προσκομίζοντας την στην Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και ενεχυριάζοντας αυτήν ο πρώτος κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ προς την Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης. 5.- Στις 7-6-1999 σε έντυπο συναλλαγματικής εκδόσεως και εις διαταγή ·της εταιρίας ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ, συμπλήρωσαν ημερομηνία έκδοσης 1-6-1999, ημερομηνία λήξεως 1-1-2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και στη θέση του αποδέκτη συμπλήρωσαν τα στοιχεία Γ2, με αριθμό δελτίου ταυτότητας ..... και έθεσαν ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως προερχόμενο δήθεν από τον παραπάνω αποδέκτη, που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. Εν συνεχεία στις 7-6-1999 έκαναν χρήση της άνω συναλλαγματικής προσκομίζοντας την στην Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και ενεχυριάζοντας αυτήν ο πρώτος κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ προς την Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης. 6.- Στις 7-6-1999 σε έντυπο συναλλαγματικής εκδόσεως και εις διαταγή της εταιρίας ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ, συμπλήρωσαν ημερομηνία έκδοσης 1-6-1999, ημερομηνία λήξεως 1-12-1999, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την Τράπεζα Μακεδονίας -Θράκης και στη θέση του αποδέκτη συμπλήρωσαν τα στοιχεία Γ2, με αριθμό δελτίου ταυτότητας ..... και έθεσαν ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως προερχόμενο δήθεν από τον παραπάνω αποδέκτη, που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. Εν συνεχεία στις 7-6-1999 έκαναν χρήση της άνω συναλλαγματικής προσκομίζοντας την στην Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και ενεχυριάζοντας αυτήν ο πρώτος κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ προς την Τράπεζα Μακεδονίας -Θράκης.7.- Στις 7-6-1999 σε έντυπο συναλλαγματικής εκδόσεως και εις διαταγή της εταιρίας ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ, συμπλήρωσαν ημερομηνία έκδοσης 1-6-1999, ημερομηνία λήξεως 1-11-1999, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και στη θέση του αποδέκτη συμπλήρωσαν τα στοιχεία Γ2, με αριθμό δελτίου ταυτότητας ....... και έθεσαν ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως προερχόμενο δήθεν από τον παραπάνωαποδέκτη, που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. Εν συνεχεία στις 7-6-1999 έκαναν χρήση της άνω συναλλαγματικής προσκομίζοντας την στην Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και ενεχυριάζοντας αυτήν ο πρώτος κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ προς την Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης. 8.- Στις 16-9-1999 σε έντυπο συναλλαγματικής εκδόσεως και εις διαταγή της εταιρίας ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ, συμπλήρωσαν ημερομηνία έκδοσης 14-9-1999, ημερομηνία λήξεως 30-10-1999, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 140.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και στη θέση του αποδέκτη συμπλήρωσαν τα στοιχεία Γ3, με αριθμό δελτίου ταυτότητας ... και ΑΦΜ .... και έθεσαν ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως προερχόμενο δήθεν από τον παραπάνω αποδέκτη, που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. Εν συνεχεία στις 16-9-1999 έκαναν χρήση της άνω συναλλαγματικής προσκομίζοντας την στην Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και ενεχυριάζοντας αυτήν ο πρώτος κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ προς την Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης. - Στις 16-9-1999 σε έντυπο συναλλαγματικής εκδόσεως και εις διαταγή της εταιρίας ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ, συμπλήρωσαν ημερομηνία έκδοσης 2-9-1999, ημερομηνία λήξεως 30-3-2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 115.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και στη θέση του αποδέκτη συμπλήρωσαν τα στοιχεία Γ4, αριθμό δελτίου ταυτότητας ........ και έθεσαν ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως προερχόμενο δήθεν από τον παραπάνω αποδέκτη, που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. Εν συνεχεία στις 16-9-1999 έκαναν χρήση της άνω συναλλαγματικής προσκομίζοντας την στην Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και ενεχυριάζοντας αυτήν ο πρώτος κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ προς την Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης. 10.- Στις 16-9-1999 σε έντυπο συναλλαγματικής εκδόσεως και εις διαταγή της εταιρίας ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ, συμπλήρωσαν ημερομηνία έκδοσης 2-9-1999, ημερομηνία λήξεως 30-7-2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 500.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και στη θέση του αποδέκτη συμπλήρωσαν τα στοιχεία Γ4, με αριθμό δελτίου ταυτότητας ..... και έθεσαν ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως προερχόμενο δήθεν από τον παραπάνω αποδέκτη, που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. Εν συνεχεία στις 16-9-1999 έκαναν χρήση της άνω συναλλαγματικής προσκομίζοντας την στην Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και ενεχυριάζοντας αυτήν ο πρώτος κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ προς την Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης. 11.- Στις 16-9-1999 σε έντυπο συναλλαγματικής εκδόσεως και εις διαταγή της εταιρίας ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ, συμπλήρωσαν ημερομηνία έκδοσης 2-9-1999, ημερομηνία λήξεως 30-5-2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 115.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την Τράπεζα Μακεδονίας -Θράκης και στη θέση του αποδέκτη συμπλήρωσαν τα στοιχεία Γ4, με αριθμό δελτίου ταυτότητας ..... και έθεσαν ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως προερχόμενο δήθεν από τον παραπάνω αποδέκτη, που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. Εν συνεχεία στις 16-9-1999 έκαναν χρήση της άνω συναλλαγματικής προσκομίζοντας την στην Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και ενεχυριάζοντας αυτήν ο πρώτος κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ προς την Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης. 12.- Στις 16-9-1999 σε έντυπο συναλλαγματικής εκδόσεως και εις διαταγή της εταιρίας ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ, συμπλήρωσαν ημερομηνία έκδοσης 13-9-1999, ημερομηνία λήξεως 30-5-2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 120.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και στη θέση του αποδέκτη συμπλήρωσαν τα στοιχεία Γ5 , με αριθμό δελτίου ταυτότητας ....... και έθεσαν ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως προερχόμενο δήθεν από τον παραπάνω αποδέκτη, που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. Εν συνεχεία στις 16-9-1999 έκαναν χρήση της άνω συναλλαγματικής προσκομίζοντας την στην Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και ενεχυριάζοντας αυτήν ο πρώτος κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ προς την Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης. 13.- Στις 16-9-1999 σε έντυπο συναλλαγματικής εκδόσεως και εις διαταγή της εταιρίας ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ, συμπλήρωσαν ημερομηνία έκδοσης 13-9-1999, ημερομηνία λήξεως 30-8-2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 500.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και στη θέση του αποδέκτη συμπλήρωσαν τα στοιχεία Γ5, με αριθμό δελτίου ταυτότητας ..... και έθεσαν ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως προερχόμενο δήθεν από τον παραπάνω αποδέκτη, που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. Εν συνεχεία στις 16-9-1999 έκαναν χρήση της άνω συναλλαγματικής προσκομίζοντας την στην Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και ενεχυριάζοντας αυτήν ο πρώτος κατηγορούμενος ως νόμιμος, εκπρόσωπος της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ προς την Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης. 14.- Στις 16-9-1999 σε έντυπο συναλλαγματικής εκδόσεως και εις διαταγή της εταιρίας ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ, συμπλήρωσαν ημερομηνία έκδοσης 13-9-1999, ημερομηνία λήξεως 30-4-2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 120.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και στη θέση του αποδέκτη συμπλήρωσαν τα στοιχεία Γ5, με αριθμό δελτίου ταυτότητας ...... και έθεσαν ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως προερχόμενο δήθεν από τον παραπάνω αποδέκτη, που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. Εν συνεχεία στις 16-9-1999 έκαναν χρήση της άνω συναλλαγματικής προσκομίζοντας την στην Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και ενεχυριάζοντας αυτήν ο πρώτος κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ προς την Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης. Τις ανωτέρω συνολικά δεκατέσσερις (14) πλαστές συναλλαγματικές οι κατηγορούμενοι τις προσκόμισαν στη Τράπεζα Μακεδονίας- Θράκης και ο πρώτος εξ αυτών ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ τις ενεχυρίασε προς την τράπεζα, όλες μετά τις 3-6-1999, ως ασφάλεια για την παροχή πίστωσης ύψους 15.740.227 δραχμών, στα πλαίσια της με αριθμ. 822/4-3-1999 σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού, με σκοπό να προσπορίσει στην ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ όφελος ύψους 15.740.227 δραχμών . Έτσι οι κατηγορούμενοι έβλαψαν την περιουσία της Τράπεζας Μακεδονίας- Θράκης, της οποίας καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης, τυγχάνει η εγκαλούσα Τράπεζα Πειραιώς, κατά το ποσό της χορηγηθείσης πίστωσης συνολικού ύψους 15.740.227 δραχμών, το οποίο αποτελεί και το χρεωστικό υπόλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού, κατά την ημερομηνία που αυτός έκλεισε, δηλαδή στις 12-4-2000. Σχετικά με την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, στους κατηγορουμένους απαγγέλθηκε κατηγορία και για σαράντα επτά (47) ακόμη πλαστές συναλλαγματικές, ως μερικότερες πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, οι οποίες όμως καταρτίστηκαν και προσκομίστηκαν ενώπιον της τράπεζας από τον Μάρτιο του 1999 έως τις 3-6-1999, ημερομηνία ισχύος του Ν 2721/99 . Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, οι πράξεις αυτές φέρουν το χαρακτήρα πλημμελήματος, καθότι το όφελος ή η ζημία από κάθε μερικότερη πράξη πλαστογραφίας δεν υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών και κατά συνέπεια έχουν υποπέσει ήδη στην πενταετή των πλημμελημάτων παραγραφή. Όλες όμως οι πλαστές συναλλαγματικές δηλαδή και οι εξήντα μία προσκομίστηκαν από τους κατηγορουμένους στην δανειοδότρια τράπεζα, παριστάνοντας ψευδώς τους υπαλλήλους αυτής ότι πρόκειται για γνήσιες συναλλαγματικές και επιπλέον ότι αυτές έχουν γίνει αποδεκτές από υπαρκτά πρόσωπα πελάτες της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ και ενσωματώνουν πραγματικές απαιτήσεις της εταιρίας αυτής εις βάρος τους. Όπως όμως προελέχθη οι αποδέκτες των συναλλαγματικών ήταν ανύπαρκτα πρόσωπα, με διευθύνσεις και αριθμούς δελτίων αστυνομικής ταυτότητας έμπνευσης και επινόησης των κατηγορουμένων. Με την ενεχυρίαση δε των πλαστών αξιόγραφων από τον πρώτο κατηγορούμενο ως εκπρόσωπο της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ και με τη σύμπραξη της δεύτερης κατηγορουμένης αλλά και με την από κοινού παράσταση των λοιπών ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη της αλήθειας, έπεισαν τους υπαλλήλους της τράπεζας Μακεδονίας -Θράκης να χορηγήσουν πίστωση στην εταιρία ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ ύψους 15.740.227 δραχμών, ενώ αν αυτοί γνώριζαν την αλήθεια δεν θα χορηγούσαν την πίστωση αυτή, αφού δεν παρέχονταν καμία εξασφάλιση της απαιτήσεως της τράπεζας. Η ζημία δε που προξενήθηκε στην περιουσία της τράπεζας Μακεδονίας- Θράκης από την εξαπάτηση αυτή ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 15.740.227 δραχμών, ίση δηλαδή με το χρεωστικό υπόλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού. Οι πλαστές συναλλαγματικές που ενεχυρίασε ο πρώτος κατηγορούμενος στην τράπεζας Μακεδονίας - Θράκης από τον μήνα Μάρτιο του 1999 έως τις 3-6-1999, πραγματώνοντας και με τη χρήση αυτών (πλην των λοιπών ψευδών παραστάσεων ως αληθινών και της αθέμιτης παρασιώπησης αληθινών γεγονότων) το έγκλημα της κακουργηματικής απάτης είναι οι εξής: 1) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 22/2/1999 και ως ημερομηνία λήξης την 25/1/2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 150.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ - ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη το Γ6, ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ ..... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο, 2) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 22/2/1999 και ημερομηνία λήξης την 25/12/1999 , ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 150.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη το Γ6, Ταχ. Κωδ......, με ΔΑΤ ..... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ - ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 3) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 23/2/1999 και ημερομηνία λήξης την 31/12/1999, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ7, ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ ..... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο.4) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 26/2/1999 και ημερομηνία λήξης την 10/12/1999, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 150.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" ( υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ8, Ταχ.Κωδ......, με ΔΑΤ ..... έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ - ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α'κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 5) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 26/2/1999 και ημερομηνία λήξης την 10/1/2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 150.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ8, ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ ..... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 6) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 26/2/1999 και ημερομηνία λήξης την 30/11/1999 , ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ- ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ - ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ9, ΤαχΚωδ......, με ΔΑΤ ..... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 7) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 26/2/1999 και ημερομηνία λήξης την 15/1/2000 , ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 80.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ9, ΤαχΚωδ......, με ΔΑΤ ...... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 8) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 26/2/1999 και ημερομηνία λήξης την 15/12/1999 , ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 80.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ9, ΤαχΚωδ......., με ΔΑΤ .... κα έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 9). σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 1/3/1999 και ημερομηνία λήξης την 1/12/1999 , ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ10, ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ ....... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα τυπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 10) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 1/3/1999 και ημερομηνία λήξης την 1/1/2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ10 ΤαχΚωδ......, με ΔΑΤ .....και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α'κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 11) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 1/3/1999 και ημερομηνία λήξης την 1/11/1999 , ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ"(υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ10 ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ ..... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 12) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 1/3/1999 και ημερομηνία λήξης την 30/12/1999 , ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ9 ΤαχΚωδ......, με ΔΑΤ ..... έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ* ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 13) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 1/3/1999 και ημερομηνία λήξης την 30/11/1999, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ7 ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ ..... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 14) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 1/3/1999 και ημερομηνία λήξης την 30/1/2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ - ΘΡΑΚΗΣΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ7 ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ ..... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 15) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 2/3/1999 και ημερομηνία λήξης την 1/1/2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 150.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ6, ΤαχΚωδ......, με ΔΑΤ ..... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 16) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 5/3/1999 και ημερομηνία λήξης την 15/1/2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 197.500 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ11 ΤαχΚωδ......, με ΔΑΤ ...... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 17) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 5/3/1999 και ημερομηνία λήξης την 28/2/2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 197.500 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ11 ΤαχΚωδ......, με ΔΑΤ ..... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α'κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 18). σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 5/3/1999 και ημερομηνία λήξης την 15/10/1999, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 197.500 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ11 ΤαχΚωδ......, με ΔΑΤ ..... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 19) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 5/3/1999 και ημερομηνία λήξης την 15/12/1999, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 197.500 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ11 ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ ... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 20) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 5/3/1999 και ημερομηνία λήξης την 10/2/2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 120.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ12 ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ .... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 21) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 5/3/1999 και ημερομηνία λήξης την 10/12/1999, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 120.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" ( υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ12 ΤαχΚωδ......, με ΔΑΤ ...... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 22) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 5/3/1999 και ημερομηνία λήξης την 10/1/2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 120.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ12 ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ ..... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 23) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 23/3/1999 και ημερομηνία λήξης την 30/1/2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣΑΕ" ( υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη το Γ13 ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ ..... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 24) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 23/3/1999 και ημερομηνία λήξης την 30/11/1999, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη το Γ13 ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ ..... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 25) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 23/3/1999 και ημερομηνία λήξης την 30/12/1999, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη το Γ13 ΤαχΚωδ...., μεΔΑΤ..... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 26) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 23/3/1999 και ημερομηνία λήξης την 30/3/2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" ( υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη το Γ13 ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ .... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 27) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 23/3/1999 και ημερομηνία λήξης την 10/4/2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ10 ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ .....και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 27) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 26/3/1999 και ημερομηνία λήξης την 20/12/1999, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη την Γ14 ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ ..... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή το α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από την παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 28) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 26/3/1999 και ημερομηνία λήξης την 20/11/1999, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη την Γ14 ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ .... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α'κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από την παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 29) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 26/3/1999 και ημερομηνία λήξης την 20/1/2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη την Γ14 ΤαχΚωδ...., με ΔΑΤ ..... και 33 έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από την παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 30) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 26/3/1999 και ημερομηνία λήξης την 20/4/2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" ( υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη την Γ14 ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ ..... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από την παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 31) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 26/3/1999 και ημερομηνία λήξης την 20/3/2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ Ε" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη την Γ14 ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ ..... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' ατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από την παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 32) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 26/3/1999 και ημερομηνία λήξης την 20/12/1999, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη την Γ14 ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ ..... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' ατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από την παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 33) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 19/4/1999 και ημερομηνία λήξης την 30/3/2000 ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ Ε" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ - ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη την Γ14 ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ ...... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από την παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 34) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 19/4/1999 και ημερομηνία λήξης την 15/4/2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη το Γ6 ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ ..... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 35) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 19/4/1999 και ημερομηνία λήξης την 15/2/2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη το Γ6 ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ ...... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 36) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 20/4/1999 και ημερομηνία λήξης την 10/3/2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ10 ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ ......και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 37) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 20/4/1999 και ημερομηνία λήξης την 10/4/2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ10 ΤαχΚωδ......, με ΔΑΤ ..... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 38) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορουμένη του ως ημερομηνία έκδοσης την 20/4/1999 και ημερομηνία λήξης την 10/5/2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" ( υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ10 ΤαχΚωδ......, με ΔΑΤ .... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α'κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο.39) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορουμεένη του ως ημερομηνία έκδοσης την 20/4/1999 και ημερομηνία λήξης την 10/2/2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ10 ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ ...... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 38) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 20/4/1999 και ημερομηνία λήξης την 10/5/2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" ( υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ10 ΤαχΚωδ......, με ΔΑΤ ..... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 39) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 20/4/1999 και ημερομηνία λήξης την 10/2/2000, ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ10 ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ .... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 40) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 19/4/1999 και ημερομηνία λήξης την 30/1/2000 ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 200.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη την Γ14 ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ ..... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από την παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 41) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 11/5/1999 και ημερομηνία λήξης την 30/12/1999 ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 225.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" ( υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη την Γ15 ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ ... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 42) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 10/5/1999 και ημερομηνία λήξης την 14/12/1999 ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 50.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ16 ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ ....και ΑΦΜ .....και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ - ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 43) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 10/5/1999 και ημερομηνία λήξης την 14/1/2000 ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 50.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ16 Ταχ. Κωδ...., με ΔΑΤ .... και ΑΦΜ .... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την\ υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 44) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 10/5/1999 και ημερομηνία λήξης την 14/2/2000 ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 50.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ16 ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ .... καιΑΦΜ ..... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 45) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 10/5/1999 και ημερομηνία λήξης την 14/3/2000 ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 50.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" ( υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ16 ΤαχΚωδ..., με ΔΑΤ .... και ΑΦΜ ..... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 46) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 10/5/1999 και ημερομηνία λήξης την 14/4/2000 ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 50.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ16 ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ ... και ΑΦΜ .... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. 47) σε έντυπο συναλλαγματικής συμπληρώνοντας τα μη έντυπα στοιχεία αυτής έθεσαν από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του ως ημερομηνία έκδοσης την 10/5/1999 και ημερομηνία λήξης την 14/5/2000 ως πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 50.000 δραχμών, ως πληρώτρια τράπεζα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" (υποκατάστημα Καρδίτσας), ως εκδότη την εταιρία με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", ως αποδέκτη τον Γ16 ΤαχΚωδ....., με ΔΑΤ .... και ΑΦΜ .... και έθεσαν στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα της "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και την υπογραφή του α' κατηγορουμένου και στη θέση του αποδέκτη ένα υπογραφικό σκαρίφημα δικής τους έμπνευσης και κατασκευής ως δήθεν προερχόμενο από τον παραπάνω που τυγχάνει ανύπαρκτο πρόσωπο. Από την μεθοδικότητα και οργάνωση με την οποία ενήργησαν οι κατηγορούμενοι, αλλά και τη διαμόρφωση υποδομής (προμήθεια εντύπων συναλλαγματικών, επινόηση ανύπαρκτων προσώπων, με ανύπαρκτες διευθύνσεις κατοικίας και ανύπαρκτους αριθμούς δελτίων ταυτότητας) καταδεικνύεται ο σκοπός πορισμού σταθερού εισοδήματος, ενώ από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή αυτών προς διάπραξη των εγκλημάτων της πλαστογραφίας και της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Οι κατηγορούμενοι στην απολογία τους αρνούνται τις πράξεις που τους αποδίδονται και ισχυρίζονται ότι αυτές φέρουν το χαρακτήρα πλημμελήματος και έχουν ήδη παραγραφεί, καθότι το ποσό των συναλλαγματικών μετά τις 3-6-1999 είναι μικρότερο των 15.000 ευρώ και ανέρχεται στο ποσό των 2.900.000 δραχμών ή 8.406 ευρώ. Όπως όμως προελέχθη η πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση (δεκατεσσάρων συνολικά συναλλαγματικών) που τελέστηκε μετά τις 3-6-1999 φέρει το χαρακτήρα κακουργήματος, καθότι η ζημία της δανειοδότριας τράπεζας από την πλαστογραφία ανέρχεται συνολικά στο ποσό της χορηγηθείσης πίστωσης ύψους 15.740.227 δραχμών ανώτερη δηλαδή των 15,0000 ευρώ, ενώ η κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια απάτη κατ' εξακολούθηση τόσο πριν όσο και μετά την ισχύ του Ν 2721/99 φέρει το χαρακτήρα κακουργήματος καθότι η συνολική ζημία της τράπεζας ανέρχεται στο ποσό των 15.740.227 ευρώ. Περαιτέρω υποστηρίζουν γενικά ότι οι συναλλαγματικές αυτές είναι αληθείς και γνήσιες και ότι οι αποδέκτες αυτών είναι υπαρκτά πρόσωπα. Τούτο όμως δεν ευσταθεί, καθότι οι κατηγορούμενοι δεν επικαλούνται κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι κάποιο ή κάποια από τα πρόσωπα των αποδεκτών των συναλλαγματικών είναι υπαρκτά, δεν περιγράφεται ούτε εξατομικεύεται καμία συναλλαγή μεταξύ των προσώπων αυτών και της εταιρίας ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ, από την οποία να πηγάζουν χρηματικές αξιώσεις της εταιρίας, ούτε περιγράφονται οι συνθήκες κατά τις οποίες τα πρόσωπα αυτά είχαν αναλάβει υποχρεώσεις ως αποδέκτες των συναλλαγματικών και είχαν θέσει την υπογραφή τους στα σώματα των αξιόγραφων, ώστε να είναι δυνατή η διερεύνηση της βασιμότητας όσων υποστηρίζονται. Απεναντίας από την από .... βεβαίωση της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καρδίτσας ....., η οποία ανέλαβε κατόπιν εντολής του πληρεξουσίου δικηγόρου της Τράπεζας Πειραιώς να προβεί σε επιδόσεις δικογράφων, προκύπτει ότι τα πρόσωπα που εμφανίζονται ως αποδέκτες των άνω συναλλαγματικών είναι ανύπαρκτα". Με τις παραδοχές του αυτές το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Καρδίτσας ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 45, 98, 13 στ', 216 §§1α' και 3β' και 386 §§1 και 3α του Π.Κ., αφού δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι κατήρτισαν συνολικά δεκατέσσερις (14) συναλλαγματικές πλαστές στο χρονικό διάστημα από 3-6-1999 έως Σεπτέμβριο του 1999 τις οποίες προσκόμισαν και ενεχυρίασαν στην δανειοδότρια παθούσα Τράπεζα Μακεδονίας-Θράκης Α.Ε., μετά της οποίας είχαν ανοίξει στις 4-3-1999 αλληλόχρεο λογαριασμό με πίστωσή τους μέχρι του ποσού των 24.000.000 δραχμών, παραπλανήσαντες έτσι τους υπαλλήλους της Τράπεζας αυτής, οι οποίοι δέχθηκαν ως ενέχυρο τις συναλλαγματικές αυτές οι οποίες ήταν πλαστές και χορήγησαν πίστωση στους κατηγορουμένους συνολικού ποσού 15.740.227 δραχμών, κατά το οποίο ζημιώθηκε η πιο πάνω Τράπεζα. Το γεγονός ότι το συνολικό ποσό των μνημονευομένων συναλλαγματικών είναι 2.910.000 δραχμές δεν καθιστά την πράξη της πλαστογραφίας για την οποία παραπέμπονται να δικασθούν οι αναιρεσείοντες πλημμεληματική, αφού το επιδιωχθέν όφελος και η αντίστοιχη ζημία της ανωτέρω Τράπεζας με την κατάρτιση και παράδοση σ' αυτή των πλαστών αυτών συναλλαγματικών, είναι του ποσού των 15.740.227 δραχμών και δεν απαιτείται όπως ανωτέρω στην ανάλυση του νομικού μέρους αναφέρεται, άμεση σύνδεση του επιδιωκομένου οφέλους ή βλάβης με το πλαστό ή πλαστά έγγραφα και το εμφανιζόμενο εν προκειμένω σ' αυτά ποσό, αλλ' αρκεί ότι είχαν αυτά ενταχθεί στο εν γένει δια της πλαστογραφίας παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και διαμορφώθηκαν με την πλαστογραφία οι προϋποθέσεις για να υπάρχει στη συνέχεια η δυνατότητα (ο κίνδυνος) να επέλθει το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος ή η σκοπούμενη περιουσιακή βλάβη. Το συνολικό δε επίσης εν προκειμένω ποσό της ζημίας της Τράπεζας λαμβάνεται υπόψη για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απάτης κατ' επάγγελμα και συνήθεια ποσού ανωτέρω των 5.000.000 δραχμών, όπως στην παρατιθέμενη νομική ανάπτυξη της εννοίας της διάταξης αυτής αναφέρεται. Κατ' ακολουθία των παραπάνω εκτιθεμένων οι αντίθετοι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 216, 386 και 111 Π.Κ. είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 Κ.Π.Δ.). Αθήνα 12-2-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ. "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή, και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 216 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από τη συμπλήρωσή της και την αντικατάστασή της από τα άρθρα 1 παρ. 7α' Ν. 2408/1996 και 14 παρ. 2α' και β' Ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 και 2 είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, έστω και αν δεν επιτεύχθηκε τελικώς ο σκοπός του οφέλους ή της βλάβης του τρίτου. Η διάταξη της παραγράφου 3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7α' Ν. 2408/1996, που ισχύει από της 4ης Ιουνίου 1996, και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 2α' και β' Ν. 2721/1999, που ισχύει από της 3ης Ιουνίου 1999, και ορίσθηκε ότι "αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ)". Η ρύθμιση των νέων διατάξεων στο μέτρο που καθιερώνεται με αυτές ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης (73.000 ευρώ) είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο εκείνης του προηγουμένου δικαίου, στην οποία δεν προβλεπόταν ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης, ενώ στο μέτρο που καθιερώνεται νέα μορφή κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξεως είναι δυσμενέστερη και εφαρμοστέα κατά συνέπεια είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, η επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ρύθμιση. Στην περίπτωση δε τελέσεως πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με το ύψος του οφέλους ή της ζημίας και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 11 του Ν. 2721/1999, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου της πράξεως, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Αν όμως οι μερικότερες πράξεις έχουν τελεσθεί πριν από την ισχύ του Ν. 2721/1999, η κρίση για την αξία του αντικειμένου τους χωρεί με βάση το αντικείμενο καθεμιάς μερικότερης πράξεως, ενόψει του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, καθόσον η νέα ρύθμιση, που προαναφέρθηκε, είναι δυσμενέστερη (Ολ. ΑΠ 5/2002). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος, και η οποία (βλάβη) υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Κατά την παράγραφο δε 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 386 ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Η νεότερη αυτή διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, ως αξιώνουσα πρόσθετα στοιχεία για την κακουργηματική μορφή του εγκλήματος της απάτης, είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο και, επομένως, πρέπει αυτή να εφαρμόζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και στην περίπτωση διαπράξεως του εγκλήματος κατ'εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής, δεν είναι δε απαραίτητο να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη. Επίσης, κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Τέλος, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο οι περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιµωρείται ως αυτουργός. Με το όρο από κοινού, αντικειµενικώς νοείται σύµπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειµενικώς κοινός δόλος µε την έννοια ότι κάθε συµµέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγµάτωση της αντικειµενικής υποστάσεως του εγκλήµατος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συµµέτοχοι πράττουν µε δόλο τελέσεως του αυτού εγκλήµατος. Η σύµπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως µπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγµατώνει την όλη αντικειµενική υπόσταση του εγκλήµατος ή το έγκληµα .πραγµατώνεται µε συγκλίνουσες επί µέρους πράξεις των συµµετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό αυτού ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 104/2007 βούλευμά του, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Καρδίτσας με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στο ίδιο βούλευμα αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εδρεύουσα στην Καρδίτσα (4ο χιλ. Καρδίτσας - Μητρόπολης) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ - ΟΧΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής είναι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, εταιρικό σκοπό έχει την αγορά και μεταπώληση οχημάτων και ανταλλακτικών. Για την επιδίωξη του εταιρικού της σκοπού και ειδικότερα για τη χρηματοδότησή της από την τράπεζα στις.... συμφωνήθηκε μεταξύ αυτής και της Τράπεζας Μακεδονίας - Θράκης ΑΕ αλληλόχρεος λογαριασμός για την παροχή πίστωσης, μέχρι το ποσό των 24.000.000 δραχμών, με την εγγύηση και των δύο κατηγορούμενων που ρητά παραιτήθηκαν του ευεργετήματος της διζήσεως ευθυνόμενοι και υπόχρεοι, εις ολόκληρον ο καθένας τους, στην καταβολή κάθε χρεωστικού καταλοίπου της παραπάνω συμβάσεως πίστωσης. Μεταξύ των συμβαλλομένων μερών καταρτίστηκε, η με αριθμ. ..... σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού στην οποία συμβλήθηκαν και οι κατηγορούμενοι ατομικά ως εγγυητές (ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 επιπλέον και ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ) και η με αριθμ. ..... πρόσθετη πράξη ανοίγματος λογαριασμού. Στον αλληλόχρεο λογαριασμό εγγράφονταν οι γενόμενες τμηματικώς προς την εταιρία ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ χρηματοδοτήσεις. Σύμφωνα με όρο της σύμβασης (άρθρο 2) για να χορηγήσει η τράπεζα την χρηματοδότηση αυτή, έπρεπε η εταιρία να παρέχει προς την τράπεζα όλες τις εξασφαλίσεις που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των μερών και οι οποίες ήταν η ενεχυρίαση συναλλαγματικών ή επιταγών. Οι δύο κατηγορούμενοι ενεργούντες από κοινού κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, με σκοπό να επιτύχουν την χορήγηση της χρηματοδότησης από την δανειοδότρια τράπεζα στην εταιρία "ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ", κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Μάρτιο έως το μήνα Σεπτέμβριο 1999, επιδόθηκαν συστηματικά σε κατάρτιση πλαστών εγγράφων, συνολικά εξήντα ενός (61) συναλλαγματικών, δεκατέσσερις (14) από τις οποίες καταρτίστηκαν μετά τις 3-6-1999 έως το Σεπτέμβριο 1999, όπως κατωτέρω αναλυτικά εκτίθεται για κάθε μία από αυτές και με τον εξής τρόπο: Κάθε συναλλαγματική εκδίδονταν από τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1 ως νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας με την επωνυμία ΦΙΑΚΑΡ Α.Ε., εις διαταγή της εκδότριας εταιρίας ΦΙΑΚΑΡ Α.Ε., για διαφορετικό ποσό κάθε φορά και φέρονταν ως αποδέκτες διάφορα πρόσωπα, κάτοικοι Καρδίτσας. Στη θέση του αποδέκτη όλες οι συναλλαγματικές έφεραν το ονοματεπώνυμο του αποδέκτη, τον τόπο κατοικίας του, τον αριθμό δελτίου ταυτότητας και την υπογραφή. Όπως μεταγενέστερα προέκυψε, οι αποδέκτες όλων των συναλλαγματικών ήταν ανύπαρκτα πρόσωπα. Εν συνεχεία οι κατηγορούμενοι ενεργούντες από κοινού κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, πριν από κάθε τμηματική χρηματοδότηση και πάντως κατά το χρονικό διάστημα από 4-3-1999 έως 16-9-1999, εμφάνιζαν τα πλαστά αυτά αξιόγραφα στην τράπεζα, παριστάνοντας στους νομίμους εκπροσώπους της δανειοδότριας τράπεζας, ότι τα παραπάνω αξιόγραφα είναι γνήσια, υπογεγραμμένα από πρόσωπα υπαρκτά, πελάτες της εταιρίας με την επωνυμία ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ και επιπλέον ότι αυτά (τα αξιόγραφα) ενσωματώνουν πραγματικές οφειλές των προσώπων αυτών προς την εταιρία ΦΙΑΚΑΡ Α.Ε, η οποία είχε εναντίον των αποδεκτών των συναλλαγματικών τις χρηματικές αξιώσεις που αναγράφονταν σε κάθε μια από τις συναλλαγματικές. Ταυτόχρονα ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 αν και με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πιστούχου στην άνω σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, εταιρίας με την επωνυμία ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ αλλά και ατομικώς με την ιδιότητα του εγγυητή στην σύμβαση αυτή και η δεύτερη κατηγορουμένη Χ2 επίσης με την ιδιότητα του εγγυητή στην άνω σύμβαση, είχαν υποχρέωση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 197,288 και 330 του Αστικού Κώδικα δηλαδή σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη να κάνουν γνωστό στην αντισυμβαλλόμενη τράπεζα κατά την τμηματική χρηματοδότηση της εταιρίας ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ ότι οι παραπάνω συνολικά 61 συναλλαγματικές δεν είναι γνήσιες και δεν ενσωματώνουν πραγματικές απαιτήσεις της εταιρίας ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ κατά των αποδεκτών, αυτοί ενεργούντες από κοινού και με κοινό δόλο αθέμιτα παρασιώπησαν από την αντισυμβαλλόμενη τράπεζα τα αληθή γεγονότα, δηλαδή ότι οι αποδέκτες των συναλλαγματικών είναι ανύπαρκτα πρόσωπα και ότι πρόκειται για εικονικές συναλλαγές με ανύπαρκτες απαιτήσεις. Εν συνεχεία, ο πρώτος κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ οπισθογραφούσε τις πλαστές συναλλαγματικές προς την τράπεζα λόγω ενεχύρου, ως ασφάλεια για τη λήψη της χρηματοδότησης. Ετσι οι εκπρόσωποι της τράπεζας, πλανηθέντες από τις άνω παραστάσεις ψευδών γεγονότων ως αληθινών και από την αθέμιτη παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, στις οποίες εξακολουθητικώς προέβαιναν οι κατηγορούμενοι, χορηγούσαν τμηματικά χρηματοδότηση προς τη ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ, λαμβάνοντας κάθε φορά ως ενέχυρο τις πλαστές συναλλαγματικές στα πλαίσια της άνω σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού. Ο αλληλόχρεος λογαριασμός μεταξύ της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ και της δανειοδότριας τράπεζας έκλεισε στις 12-4-2000 με χρεωστικό υπόλοιπο ανερχόμενο στο ποσό των 15.740.227 δραχμών, ποσό βεβαίως που η τράπεζα δεν θα χορηγούσε στην εταιρία ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ αν γνώριζε τα αληθή γεγονότα, ότι δηλαδή οι συναλλαγματικές που μεταβιβάστηκαν σε αυτήν (στην τράπεζα) λόγω ενεχύρου, ως ασφάλεια για τη χρηματοδότηση της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ είναι πλαστές, με αποδέκτες ανύπαρκτα πρόσωπα και ότι δεν ενσωματώνουν οφειλές από πραγματικές συναλλαγές. Το επιδιωχθέν από τους πλαστογράφους όφελος για την εταιρία ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ με βλάβη της συμβαλλόμενης τράπεζας από την πράξη της εξακολουθητικής πλαστογραφίας ανέρχεται στο ποσό των 15.740.227 δραχμών και όχι στην εικονική απαίτηση που ενσωμάτωναν οι πλαστές συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 10.695.000 δραχμών, καθότι οι κατηγορούμενοι επιδίωκαν με την εξακολουθητική πλαστογραφία να λάβουν τη χρηματοδότηση των 15.749.227 δραχμών, την οποία και πράγματι έλαβαν, με ισόποση βλάβη της τράπεζας. Περαιτέρω προέκυψε ότι η αναγγελία του κλεισίματος των λογαριασμών και των συμβάσεων πιστώσεως του αλληλόχρεου λογαριασμού προς την ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ και τους κατηγορουμένους ατομικώς έγινε στις 13-4-2000. Οι κατηγορούμενοι δεν έφεραν καμία αντίρρηση. Ετσι η Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης υπέβαλε αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής, η οποία έγινε δεκτή και εκδόθηκε η με αριθμ. 14/2000 Διαταγή Πληρωμής του Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Ειδικότερα οι κατηγορούμενοι ενεργούντες από κοινού κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, καθότι ο καθένας από αυτούς ευθύνονταν και ατομικώς από την άνω σύμβαση χορήγησης πίστωσης, αφού είχαν εγγυηθεί για την ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ και μάλιστα είχαν παραιτηθεί του ευεργετήματος της διζήσεως στην Καρδίτσα κατά τους κάτωθι αναφερόμενους χρόνους κατήρτισαν τις εξής πλαστές συναλλαγματικές...". Στη συνέχεια παρατίθενται στο βούλευμα κατά τα πλήρη στοιχεία τους (ημερομηνία έκδοσης, λήξης, ποσό συναλλαγματικών, ημερομηνία αποδοχής και στοιχεία αποδεκτών) οι δέκα τέσσερες (14) συναλλαγματικές τις οποίες κατά το χρονικό διάστημα από 7-6-1999 και μέχρι και 16-9-1999 από κοινού πλαστογράφησαν οι κατηγορούμενοι και έκαναν χρήση, προσκομίζοντας αυτές στην Τράπεζα Μακεδονίας-Θράκης και ενεχυράζοντας αυτές. Ακολούθως το βούλευμα δέχεται "Τις ανωτέρω συνολικά δεκατέσσερις (14) πλαστές συναλλαγματικές οι κατηγορούμενοι τις προσκόμισαν στη Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και ο πρώτος εξ αυτών ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ τις ενεχυρίασε προς την τράπεζα, όλες μετά τις 3-6-1999, ως ασφάλεια για την παροχή πίστωσης ύψους 15.740.227 δραχμών, στα πλαίσια της με αριθμ. ..... σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού, με σκοπό να προσπορίσει στην ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ όφελος ύψους 15.740.227 δραχμών. Ετσι οι κατηγορούμενοι έβλαψαν την περιουσία της Τράπεζας Μακεδονίας - Θράκης, της οποίας καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης, τυγχάνει η εγκαλούσα Τράπεζα Πειραιώς, κατά το ποσό της χορηγηθείσης πίστωσης συνολικού ύψους 15.740.227 δραχμών, το οποίο αποτελεί και το χρεωστικό υπόλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού, κατά την ημερομηνία που αυτός έκλεισε, δηλαδή στις 12-4-2000. Σχετικά με τη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, στους κατηγορουμένους απαγγέλθηκε κατηγορία και για σαράντα επτά (47) ακόμη πλαστές συναλλαγματικές, ως μερικότερες πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, οι οποίες όμως καταρτίστηκαν και προσκομίστηκαν ενώπιον της τράπεζας από τον Μάρτιο του 1999 έως τις 3-6-1999, ημερομηνία ισχύος του Ν. 2721/99. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, οι πράξεις αυτές φέρουν το χαρακτήρα πλημμελήματος, καθότι το όφελος ή η ζημία από κάθε μερικότερη πράξη πλαστογραφίας δεν υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών και κατά συνέπεια έχουν υποπέσει ήδη στην πενταετή των πλημμελημάτων παραγραφή. Ολες όμως οι πλαστές συναλλαγματικές δηλαδή και οι εξήντα μία προσκομίστηκαν από τους κατηγορουμένους στην δανειοδότρια τράπεζα, παριστάνοντας ψευδώς τους υπαλλήλους αυτής ότι πρόκειται για γνήσιες συναλλαγματικές και επιπλέον ότι αυτές έχουν γίνει αποδεκτές από υπαρκτά πρόσωπα πελάτες της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ και ενσωματώνουν πραγματικές απαιτήσεις της εταιρίας αυτής εις βάρος τους. Όπως όμως προελέχθη οι αποδέκτες των συναλλαγματικών ήταν ανύπαρκτα πρόσωπα, με διευθύνσεις και αριθμούς δελτίων αστυνομικής ταυτότητας έμπνευσης και επινόησης των κατηγορουμένων. Με την ενεχυρίαση δε των πλαστών αξιογράφων από τον πρώτο κατηγορούμενο ως εκπρόσωπο της ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ και με τη σύμπραξη της δεύτερης κατηγορουμένης αλλά και με την από κοινού παράσταση των λοιπών ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη της αλήθειας, έπεισαν τους υπαλλήλους της τράπεζας Μακεδονίας - Θράκης να χορηγήσουν πίστωση στην εταιρία ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ ύψους 15.740.227 δραχμών, ενώ αν αυτοί γνώριζαν την αλήθεια δεν θα χορηγούσαν την πίστωση αυτή, αφού δεν παρέχονταν καμία εξασφάλιση της απαιτήσεως της τράπεζας. Η ζημία δε που προξενήθηκε στην περιουσία της τράπεζας Μακεδονίας - Θράκης από την εξαπάτηση αυτή ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 15.740.227 δραχμών, ίση δηλαδή με την χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού...". Μετά ταύτα, αφού στο βούλευμα προσδιορίζονται και πάλι οι σαράντα επτά (47) πλαστές συναλλαγματικές τις οποίες οι κατηγορούμενοι πλαστογράφησαν σε χρόνο προγενέστερο της 3ης Ιουνίου 1999, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών καταλήγει με τις ακόλουθες παραδοχές "Από την μεθοδικότητα και οργάνωση με την οποία ενήργησαν οι κατηγορούμενοι, αλλά και τη διαμόρφωση υποδομής (προμήθεια εντύπων συναλλαγματικών, επινόηση ανύπαρκτων προσώπων, με ανύπαρκτες διευθύνσεις κατοικίας και ανύπαρκτους αριθμούς δελτίων ταυτότητας) καταδεικνύεται ο σκοπός πορισμού σταθερού εισοδήματος, ενώ από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή αυτών προς διάπραξη των εγκλημάτων της πλαστογραφίας και της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Οι κατηγορούμενοι στην απολογία τους αρνούνται τις πράξεις που τους αποδίδονται και ισχυρίζονται ότι αυτές φέρουν το χαρακτήρα πλημμελήματος και έχουν ήδη παραγραφεί, καθότι το ποσό των συναλλαγματικών μετά τις 3-6-1999 είναι μικρότερο των 15.000 ευρώ και ανέρχονται στο ποσό των 2.900.000 δραχμών ή 8.406 ευρώ. Όπως όμως προελέχθη η πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση (δεκατεσσάρων συνολικά συναλλαγματικών) που τελέστηκε μετά τις 3-6-1999 φέρει το χαρακτήρα κακουργήματος, καθότι η ζημία της δανειοδότριας τράπεζας από την πλαστογραφία ανέρχεται συνολικά στο ποσό της χορηγηθείσης πίστωσης ύψους 15.740.227 δραχμών ανώτερη δηλαδή των 15.000 ευρώ, ενώ η κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια απάτη κατ' εξακολούθηση τόσο πριν όσο και μετά την ισχύ του Ν. 2721/99 φέρει το χαρακτήρα κακουργήματος καθότι η συνολική ζημία της τράπεζας ανέρχεται στο ποσό των 15.740.227 ευρώ. Περαιτέρω υποστηρίζουν γενικά ότι οι συναλλαγματικές αυτές είναι αληθείς και γνήσιες και ότι οι αποδέκτες αυτών είναι υπαρκτά πρόσωπα. Τούτο όμως δεν ευσταθεί, καθότι οι κατηγορούμενοι δεν επικαλούνται κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι κάποιο ή κάποια από τα πρόσωπα των αποδεκτών των συναλλαγματικών είναι υπαρκτά, δεν περιγράφεται ούτε εξατομικεύεται καμία συναλλαγή μεταξύ των προσώπων αυτών και της εταιρίας ΦΙΑΚΑΡ ΑΕ, από την οποία να πηγάζουν χρηματικές αξιώσεις της εταιρίας, ούτε περιγράφονται οι συνθήκες κατά τις οποίες τα πρόσωπα αυτά είχαν αναλάβει υποχρεώσεις ως αποδέκτες των συναλλαγματικών και είχαν θέσει την υπογραφή τους στα σώματα των αξιογράφων, ώστε να είναι δυνατή η διερεύνηση της βασιμότητας όσων υποστηρίζονται. Απεναντίας από την από ....βεβαίωση της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καρδίτσας ....., η οποία ανέλαβε κατόπιν εντολής του πληρεξουσίου δικηγόρου της Τράπεζας Πειραιώς να προβεί σε επιδόσεις δικογράφων, προκύπτει ότι τα πρόσωπα που εμφανίζονται ως αποδέκτες των άνω συναλλαγματικών είναι ανύπαρκτα...". Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα για μεν τις μερικότερες πράξεις της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση που φέρονται τελεσθείσες πριν από την 3η Ιουνίου 1999 έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων, για δε τις δέκα τέσσερες (14) συναλλαγματικές που φέρονται ότι πλαστογραφήθηκαν μετά την 3-6-1999 αλλά και για την εξακολουθητική απάτη με χρόνο τελέσεως των μερικότερων πράξεων μετά την 3-6-1999, έκρινε ότι προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις εις βάρος των κατηγορουμένων που δικαιολογούν την παραπομπήν αυτών για τις πράξεις αυτές σε βαθμό κακουργήματος. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Καρδίτσας και έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων α) της πλαστογραφίας με χρήση κατ'εξακολούθηση και από κοινού κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία, που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και της από κοινού απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία, που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. γ', στ', 98, 216 παρ. 1 και 3γ και 386 παρ. 1 και 3 Π.Κ., και δεν τις παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Η μόνη αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Καρδίτσας, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου τους παραπέμπει ενώ, λόγω του πλημμεληματικού χαρακτήρα των πράξεων, έπρεπε να παύσει οριστικώς την κατ' αυτών ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, αφού η μεν συνολική αξία των συναλλαγματικών ανέρχεται στο ποσό των 2.910.000 δραχµών και επομένως υπολείπεται του ποσού των 5.000.000 δραχμών, τόσο για την πράξη της πλαστογραφίας όσο και για εκείνη της απάτης, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Το γεγονός ότι το συνολικό ποσό των μνημονευομένων συναλλαγματικών ανέρχεται στο άνω ποσό των 2.910.000 δεν καθιστά την πράξη της πλαστογραφίας για την οποία παραπέµπονται να δικασθούν οι αναιρεσείοντες πληµµεληµατική, αφού το επιδιωχθέν όφελος και η αντίστοιχη ζηµία της ανωτέρω Τραπεζης µε την κατάρτιση και παράδοση σ' αυτή των πλαστών αυτών συναλλαγµατικών, είναι του ποσού των 15.740.227 δραχµών και δεν απαιτείται άµεση σύνδεση του επιδιωκοµένου οφέλους ή βλάβης µε το πλαστό ή πλαστά έγγραφα και την εμφανιζόμενη σ' αυτά αξία, αλλ' αρκεί ότι είχαν αυτά ενταχθεί στο εν γένει δια της πλαστογραφίας παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και διαµορφώθηκαν µε την πλαστογραφία οι προϋποθέσεις για να υπάρχει στη συνέχεια η δυνατότητα (ο κίνδυνος) να επέλθει το επιδιωκόµενο περιουσιακό όφελος ή η σκοπούµενη περιουσιακή βλάβη. Για τους ίδιους λόγους το συνολικό επίσης ποσό της ζηµίας της Τραπέζης λαµβάνεται υπόψη για τη στοιχειοθέτηση του αδικήµατος της απάτης κατ' επάγγελµα και συνήθεια ποσού ανωτέρω των 5.000.000 δραχµών. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι όμοιες κατά περιεχόμενο ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως με τις οποίες αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις υπ' αριθμ. 1/14-1-2008 και 2/14-1-2008 αιτήσεις των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2 , αντίστοιχα, για αναίρεση του υπ' αριθμ.104/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καρδίτσας. Και. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει για τον καθένα στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κακουργηματική πλαστογραφία και απάτη. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το παραπεμπτικό βούλευμα.
Πλαστογραφία
Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1833/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ειρήνη Αθανασίου (η οποία ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως, με την 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ......., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Τσαβδαρίδη, περί αναιρέσεως της ΑΤ6774/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, καθώς και στους από 24 Μαρτίου 2008 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1813/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 31 του Ν.3346/2005, παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των ακόλουθων αξιόποινων πράξεων, που έχουν τελεσθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος, με εξαίρεση τις πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5: α) των πταισμάτων και β) υφ' όρον των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρις ενός έτους ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές. Στην περίπτωση αυτή, αν ο υπαίτιος υποπέσει μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του νόμου τούτου σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των δύο μηνών ή σε χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατόν πενήντα (150) ευρώ συνεχίζεται κατ' αυτού η παυθείσα ποινική δίωξη. Εξάλλου, κατά την διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 17 του Ν.1337/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παραγρ. 13 του Ν.2242/1994, "οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων...κ.λ.π τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών ή με χρηματική ποινή από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές, ανάλογα με την αξία του αυθαιρέτου έργου και το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος .... ". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι για τον υπαίτιο τελέσεως της πράξεως του άρθρου 17 παρ.8 του Ν.1337/1983 δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της παρ.1 του άρθρου 31 του Ν.3346/2005 για την υφ' όρον παύση της ποινικής δίωξης, αφού για την πράξη της κατασκευής αυθαιρέτων ο νόμος απειλεί ποινή φυλακίσεως με ελάχιστο όριο εκείνο των έξη (6)μηνών. Αντίθετη άποψη δεν μπορεί να συναχθεί από το ότι για την ίδια πράξη ο νόμος απειλεί διαζευκτικώς χρηματική ποινή αντί της ποινής φυλακίσεως. Σκοπός του νομοθέτη ήταν να παύσει την ποινική δίωξη για τις όλως ελαφρές πλημμεληματικές πράξεις και δεν συμβαδίζει με τη νομοθετική βούληση η παύση της ποινικής δίωξης για πράξεις του άρθρου 17 παρ.8 του Ν.1337/1983, για τις οποίες, σύμφωνα με τα ειδικά κριτήρια της διατάξεως αυτής, αλλά και τα γενικά κριτήρια του άρθρου 79 του ΠΚ, το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να εξαντλήσει τα όρια της ποινής, επιβάλλοντας ποινή φυλακίσεως που θα υπερβαίνει κατά πολύ το ένα έτος. Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η'του ΚΠΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη πλήττει την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6.774/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς για υπέρβαση εξουσίας από το ότι το δικαστήριο χώρησε στην έρευνα της υποθέσεως και την καταδίκασε ενώ σύμφωνα με το άρθρο 31 του Ν.3346/2005 έπρεπε να παύσει υφ' όρον την κατ'αυτής ποινική δίωξη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Συναφώς προς τα ανωτέρω είναι αβάσιμος και ο για υπέρβαση εξουσίας πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων. Ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι ενώ είχε παραπεμφεί να δικασθεί με τον επιεικέστερο Ν. 2294/1994 (άρθρο 3 παρ.13) το δικαστήριο, με παρεμπίτουσα απόφασή του, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του περί υπαγωγής της πράξεως στη διάταξη του άρθρου 31 του Ν.3346/2005, εμμέσως δέχθηκε και εφήρμοσε το δυσμενέστερο Ν. 3212/2003 με τον οποίο για την πράξη των αυθαιρέτων κατασκευών προβλέπεται αθροιστικώς ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον έξη (6) μηνών και χρηματική ποινή. Όπως, όμως προκύπτει από το σκεπτικό της παρεμπίπτουσας αποφάσεως που δέχθηκε "... είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός περί εφαρμογής εν προκειμένω του άρθρου 31 παρ.1β Ν.3346/2005, διότι τούτο αναφέρεται σε πλημμελήματα για τα οποία ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρις ενός έτους ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές, ενώ το άρθρο 17 παρ.8 του Ν. 1337/1983 προβλέπει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξη μηνών ήτοι από έξη μήνες έως πέντε έτη και τη σ' αυτό χρηματική ποινή..." πρόδηλο είναι ότι το δικαστήριο τον αποκλεισμό υπαγωγής στο άρθρο 31 του Ν.3346/2005 στηρίζει στην απειλή για την πράξη ποινής φυλακίσεως τουλάχιστον έξη (6) μηνών και όχι στην απειλή αθροιστικώς και χρηματικής ποινής, η δε χρήση της λέξης " και " δεν γίνεται για να καταδείξει αθροιστική πρόβλεψη ποινών αλλά για να καταδείξει ότι ο νόμος εκτός από την ποινή φυλακίσεως προβλέπει και χρηματική ποινή για την πράξη. 'Αλλωστε, από τα πρακτικά της αποφάσεως και ειδικότερα από μέρος αυτών που αναφέρεται στις διατάξεις τις οποίες έλαβε υπόψη του το δικαστήριο και κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη, προκύπτει ότι εφαρμόσθηκε ο Ν.1337/1983 ως τροποποιήθηκε με τον Ν.2242/1994 και όχι ο μεταγενέστερος Ν.3212/2003. ΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Δεν αποτελούν, επίσης, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με μνεία κατ'είδος των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα επόμενα "η κατηγορουμένη στις 3-10-2001, ως ιδιοκτήτρια διώροφης οικοδομής κειμένης επί της οδού ..... στον ..... Αττικής, από πρόθεση προέβη στην κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος και ειδικότερα στην επέκταση του δώματος, εμβαδού (συνολικού) 20 τ.μ. και στην τοποθέτηση επ' αυτού κεραμοσκεπής, στην ταράτσα του β' ορόφου της οικοδομής, χωρίς προηγούμενη άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχη της αποδιδομένης σ' αυτήν αξιόποινης πράξης της παράβασης του άρθρου 17 παρ. 8 Ν. 1337/1983, αναγνωρισθεί όμως υπέρ αυτής και η πρωτοδίκως αναγνωρισθείσα ελαφρυντική περίσταση ότι στην πράξη της ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια, καθώς ήθελε να δημιουργήσει κάποιο χώρο απομόνωσης της θυγατέρας της για την προετοιμασία της για τις Πανελλήνιες εξετάσεις...". Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη και επέβαλε σ' αυτήν ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές πλημμελειοδικείο Πειραίώς, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο η κατηγορουμένη κηρύχθηκε ένοχη (άρθρο 17 παρ.8 του Ν.1337/1983), καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στην προαναφερόμενη ουσιαστική ποινική διατάξη, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν την παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές. Για δε την επάρκεια της αιτιολογίας αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται στην απόφαση η αξία του αυθαιρέτου κτίσματος και η τυχόν από την κατασκευή αυτού υποβάθμιση του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, ως αβασίμως κατά τούτο υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 79 του ΠΚ η επιμέτρηση της ποινής ανήκει, σε κάθε περίπτωση, στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο πρέπει να λαμβάνει υπόψη του την βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, τα σχετικά με την ενοχή του, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του και άλλη ειδικότερη αιτιολογία, εκτός αν η τελευταία απαιτείται από διάταξη άλλου νόμου, όπως εν προκειμένω συμβαίνει με την προπαρατεθείσα και ως ισχύει του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983, κατά την οποία και με βάση τα προεκτεθέντα για την επιβολή καθεμιάς από τις απειλούμενες σ' αυτήν διαζευκτικώς παραπάνω ποινές, είναι υποχρεωμένο το ουσιαστικό δικαστήριο να αιτιολογήσει την σχετική περί ποινής διάταξή του, προσδιορίζοντας την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον τυχόν υπάρχοντα βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, στο οποίο αυτό βρίσκεται. Αν η απόφαση δεν διαλαμβάνει τέτοια αιτιολογία, είναι αναιρετέα μόνον ως προς το μέρος της που αφορά την επιβλητέα ποινή για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ως άνω πληττόμενη απόφαση, ναι μεν αυτή διέλαβε στο περί ποινών τμήμα της τους όρους του άρθρου 79 ΠΚ, πλην όμως δεν περιέχει καμιά αιτιολογία ούτε για την αξία του από την αναιρεσείουσα ανεγερθέντος αυθαίρετου έργου ούτε περί του αν το τελευταίο υποβαθμίζει ή όχι και αν ναι σε ποιο βαθμό το φυσικό ή πολιτιστικό περιβάλλον της περιοχής. Επομένως , κατά παραδοχή του σχετικού λόγου του κυρίως δικογράφου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μερικώς, και μόνον ως προς το περί ποινής μέρος της και να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. ΑΤ6.774/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς και μόνον ως προς την περί ποινής διάταξη αυτής. Και. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση του άρθρου 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983. Εφόσον η πράξη απειλείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών, το δικαστήριο δεν υπερέβη την εξουσία του με το να μην εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 31 του Ν. 3346/2005 και να παύσει υφ’ όρο την ποινική δίωξη. Επαρκής αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως ως προς την ενοχή. Ανεπαρκής αιτιολογία ως προς την επιμέτρηση της ποινής, διότι εκτός των γενικών κριτηρίων του άρθρου 79 του ΠΚ, το δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής δεν διαλαμβάνει στην απόφασή του εάν συνεκτίμησε τα ειδικά κριτήρια του άρθρου 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983, δηλαδή την αξία της αυθαίρετης κατασκευής και εάν από αυτή υποβαθμίζεται το φυσικό ή πολιτιστικό περιβάλλον.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή, Κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος.
0
Αριθμός 1832/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη προσωρινά κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Δομοκού, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1223/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και του υπ' αριθμ. 1938/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών και το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με τα ως άνω βουλεύματά τους, διέταξαν όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτά, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση των βουλευμάτων αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 41/30.01.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την υπ'αριθμ. 235/2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1 και ήδη προσωρινά κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, κατά του υπ'αριθμ. 1938/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η υπ'αριθμ. 308/2007 έφεση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου κατά του υπ'αριθμ. 1233/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε (μαζί με την Χ2, συζ. Χ1) στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για απάτη κατά συναυτουργία, από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000,00 Ευρώ. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από την δικηγόρο Αθηνών Ηλιάνα Τσιτάκη για λογαριασμό του κατηγορουμένου, δυνάμει της επισυναπτόμενης από 25-10-2007 εξουσιοδοτήσεως του τελευταίου, το γνήσιο της υπογραφής του οποίου βεβαιώθηκε από τον αρμόδιο υπάλληλο της Δικαστικής Φυλακής Κορυδαλλού, νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως, εφόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον ίδιο τον κατηγορούμενο στις 19-10-2007 και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 29.10.2007. Περιέχει δε ως λόγους αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (αρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' ΚΠΔ). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Ι) Από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 245 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η αιτιολογία δε αυτή επιτρεπτώς γίνεται και με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 1687/2002 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΝΓ' σελ. 638, Α.Π. 336/2002 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΝΒ σελ. 978, Α.Π 348/1996 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΜΖ σελ. 33). 2) Κατά το άρθρο 484 περ. 1 στοιχ. β' του ΚΠολΔ, λόγον αναιρέσεως του βουλεύματος συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σε; αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. 3) Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 του Ποινικού 1 Κώδικα, όποιος- με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσίαν πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη η ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από την ημερομηνία δημοσιεύσεως του; Νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από τις 3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια κατ το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία ή β) αν το περιουσιακό όφελος η ή προξενηθείσα ζημιά υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 294372001 επίσημη αντιστοιχία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς το σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από- τον δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου, ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συγχρόνως να υπερβαίνει το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, ή, ανεξάρτητα από το εάν διαπράττει ο υπαίτιος απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια να υπερβαίνει το συνολικό περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα συνολική ζημία το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με καθολικά παραδεκτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του αρμοδίου Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που προσδιορίζονται κατ'είδος, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εγκαλούσα Ψ1, που είναι δασκάλα, γνωρίστηκε με τους κατηγορούμενους επ' ευκαιρία της παράδοσης μαθημάτων στα ανήλικα παιδιά τους. Αμέσως μετά αυτοί έβαλαν σε λειτουργία το εγκληματικό τους σχέδιο -το οποίο άλλωστε ήταν δοκιμασμένο και είχε επιτυχία χάρη στην ικανότητα τους στον τομέα αυτόν για να της αποσπάσουν χρήματα, αφού διαπίστωσαν την επιθυμία της να αποκτήσει κατοικία. Έτσι της παρέστησαν ότι είχαν μεγάλες γνωριμίες στον πολιτικό κόσμο και στο τραπεζικό κύκλωμα, ειδικότερα δε ότι είχαν επαφές με κορυφαία στελέχη της Εμπορικής Τράπεζας, και ότι τα περισσότερα ακίνητα που είχαν αποκτήσει προέρχονταν από την εν λόγω Τράπεζας και οφείλονταν στις γνωριμίες τους με ανώτερα στελέχη της. Χάρη στις γνωριμίες τους αυτές απέκτησαν τα ακίνητα τους από πλειστηριασμούς έναντι τιμήματος πολύ χαμηλότερου από την πραγματική τους αξία. Παρέστησαν δε στην εγκαλούσα, βάζοντας σε εφαρμογή το σχέδιο τους ότι από τις γνωριμίες τους αυτές στην Εμπορική Τράπεζα είχαν πληροφορηθεί ότι η Τράπεζα θα έβγαζε σε πλειστηριασμό ένα σπίτι στην ...., στην οδό ..... στον 3° όροφο, το οποίο ήταν μεγάλη ευκαιρία, και ότι είχαν τη δυνατότητα να μεσολαβήσουν ώστε να το αποκτήσει εκείνη έναντι του τιμήματος των διακοσίων δεκαπέντε χιλιάδων (215.000) ευρώ, το οποίο (τίμημα) ήταν φανερά χαμηλότερο από την πραγματική του αξία. Ότι για την απόκτηση του ως άνω σπιτιού έπρεπε να γίνει μία προσφορά προς την Τράπεζα συνοδευόμενη από πενήντα δύο χιλιάδες (52.000) ευρώ ως προκαταβολή και για την πληρωμή της Εφορίας. Η εγκαλούσα, βλέποντας την άνετη ζωή των κατηγορουμένων πείσθηκε ότι αυτοί είχαν τεράστια ακίνητη περιουσία, όπως πείσθηκε και κατέβαλε αρχικά στις 23-4-2003, καθ' υπόδειξη τους, στον υπ' αριθμ. .... τραπεζικό λογαριασμό, που τηρείτο στην Εμπορική Τράπεζα στο όνομα τρίτου προσώπου, το ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ, ενώ στις 30-4-2003 εξέδωσε εις διαταγή της την υπ' αριθμ. ..... τραπεζική επιταγή, της αυτής Τράπεζας, με την ίδια ημερομηνία, ποσού (12.000) ευρώ, την οποία ακολούθως μεταβίβασε με οπισθογράφηση και παρέδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο. Στη συνέχεια, οι κατηγορούμενοι της παρέστησαν ότι έπρεπε να καταβάλει άμεσα στην Τράπεζα το επιπλέον ποσό των είκοσι τριών χιλιάδων (23.000) ευρώ, ώστε η δοθείσα προκαταβολή εκ σαράντα τριών χιλιάδων (43.000) ευρώ, να καλύπτει το 20% του τιμήματος του προς αγορά ακινήτου, από το οποίο μάλιστα, λόγω της φιλίας τους, την απάλλασσαν από την καταβολή του ποσού των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, ενώ το υπόλοιπο 80 % θα το αποπλήρωνε σταδιακά εντός δέκα (10) ετών με δάνειο που θα της χορηγείτο από την ίδια Τράπεζα, αμέσως μετά την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. Έτσι, μετά και τη νέα αυτή δήλωση τους, η εγκαλούσα τους κατέβαλε το επιπλέον ποσό των είκοσι μίας χιλιάδων (21.000) ευρώ, μέσω της υπ' αριθμ. ..... ισόποσης Τραπεζικής επιταγής της Εμπορικής Τράπεζας, εκδόσεως της μητέρας της, Γ1, εις διαταγή του πρώτου κατηγορουμένου, στον οποίο και την παρέδωσε. Μετά πάροδο δύο εβδομάδων, οι κατηγορούμενοι της παρέστησαν ότι έπρεπε να καταβάλει ποσό δέκα χιλιάδων τετρακοσίων (10.400) ευρώ, για να πληρωθεί η εφορία. Η εγκαλούσα πεισθείσα και πάλι, αφενός μεν παρέδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, ποσού πέντε χιλιάδων πεντακοσίων (5.500) ευρώ, την οποία εξέδωσε εις διαταγή της και του μεταβίβασε με οπισθογράφηση, αφετέρου δε του κατέβαλε σε μετρητά στις 30-5-2003, πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ. Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους και ενώ η εγκαλούσα πίστευε, με βάση τις εκ νέου διαβεβαιώσεις τους ότι η εφορία είχε πληρωθεί και ότι θα καταρτιζόταν το συμβόλαιο αγοράς της οικίας που προαναφέρθηκε άρχισαν οι καθυστερήσεις. Για να την καθησυχάσουν οι κατηγορούμενοι προφασίστηκαν διάφορες δικαιολογίες, ενώ παράλληλα της ανακοίνωσαν ότι, μέσω της Τραπέζης, είχαν επιτύχει να μισθώσουν το ακίνητο στον Εμπορικό Ακόλουθο της Γαλλίας έναντι μισθώματος χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ και ότι τα χρήματα της είχαν ήδη πολύ καλή απόδοση. Τελικά, μετά από αλλεπάλληλες αναβολές, ο πρώτος κατηγορούμενος τη διαβεβαίωσε ότι το οριστικό συμβόλαιο θα καταρτιζόταν στις.... ενώπιον της συμβολαιογράφου Καφίρη, η οποία είχε ετοιμάσει όλα τα σχετικά έγγραφα και θα της απέδιδε και τα ήδη εισπραχθέντα μισθώματα. Μετά και από τη νέα αναβολή στις 12-1-2004, η εγκαλούσα ανέθεσε την διερεύνηση της όλης υπόθεσης στο δικηγόρο της, οπότε διαπιστώθηκε ότι όλες οι προαναφερθείσες παραστάσεις και διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων ήταν ψευδείς εν γνώσει τους, δεδομένου ότι ούτε μεγάλες γνωριμίες στον πολιτικό κόσμο και στον τραπεζικό κύκλωμα είχαν, ούτε είχαν επαφές με κορυφαία στελέχη της Εμπορικής Τράπεζας, ούτε είχαν αποκτήσει ακίνητα μέσω της εν λόγω Τράπεζας και γνωριμιών τους σε αυτήν, από πλειστηριασμούς έναντι τιμήματος χαμηλότερου από την πραγματική τους αξία, ούτε είχαν πληροφορηθεί από τις γνωριμίες τους αυτές στην Εμπορική Τράπεζα ότι η Τράπεζα θα έβγαζε σε πλειστηριασμό ένα σπίτι στην ...., στην οδό .... στον 3° όροφο, το οποίο ήταν τάχα μεγάλη ευκαιρία, ενώ δε είχαν τη δυνατότητα να μεσολαβήσουν ώστε να το αποκτήσει η εγκαλούσα έναντι του τιμήματος των διακοσίων δεκαπέντε χιλιάδων (215.000) ευρώ. το οποίο ήταν κατά πολύ χαμηλότερο από την πραγματική του αξία. Επιπλέον, δεν ήταν αληθές ότι για την απόκτηση του ως άνω σπιτιού έπρεπε να γίνει μία προσφορά προς την Τράπεζα συνοδευόμενη από πενήντα δύο χιλιάδες (52.000) ευρώ ως προκαταβολή και για την πληρωμή της εφορίας, ούτε ότι έπρεπε η εγκαλούσα να καταβάλει άμεσα στην Τράπεζα το συνολικό ποσό των σαράντα τριών χιλιάδων (43.000) ευρώ, ήτοι το είκοσι τοις εκατό (20%) της αξίας του ως άνω σπιτιού, ενώ το υπόλοιπο ογδόντα τοις εκατό (80%) του τιμήματος θα το αποπλήρωνε σταδιακά εντός δέκα (10) ετών με δάνειο το οποίο θα ελάμβανε από την ίδια την Εμπορική Τράπεζα αμέσως μετά την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. Ψευδές ήταν ακόμα ότι η εγκαλούσα έπρεπε να καταβάλει ποσό δέκα χιλιάδων τετρακοσίων (10.400) ευρώ για να πληρωθεί η εφορία, όπως επίσης ότι το αργότερο έως το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2004 θα υπέγραφε το συμβόλαιο αγοράς του σπιτιού με την Εμπορική Τράπεζα, ότι είχαν καταφέρει να μισθώσουν μέσω της Τράπεζας το ακίνητο στον Εμπορικό Ακόλουθο της Γαλλίας έναντι μισθώματος χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, καθώς και ότι όλα τα απαιτούμενα έγγραφα για την υπογραφή του συμβολαίου ήταν έτοιμα και βρίσκονταν στα χέρια της συμβολαιογράφου Καφίρη, η οποία θα έκανε το συμβόλαιο και ότι το συμβόλαιο θα γινόταν οριστικά την ..... Τέλος, ψευδές ήταν και ότι η εγκαλούσα θα έπαιρνε από την ίδια τη συμβολαιογράφο προκαταβολή από τα μισθώματα που είχαν ήδη εισπραχθεί από τον Γάλλο Ακόλουθο. Με τον τρόπο που προαναφέρθηκε οι κατηγορούμενοι κατάφεραν να αποσπάσουν από την εγκαλούσα το συνολικό ποσό των πενήντα μίας χιλιάδων πεντακοσίων (51.500) ευρώ και παρά τις προσπάθειες της, δεν κατάφερε να της επιστραφεί. Διαπίστωσε όμως η τελευταία και εισφέρει στην διερεύνηση της παρούσης, σημαντικά στοιχεία που σχετίζονται με την δραστηριότητα των κατηγορουμένων και κυρίως του πρώτου εξ' αυτών. Ειδικότερα προσκομίζει, αντίγραφο της υπ' αρ. 2936/2007 απόφασης του Τρ. Εφετείου Αθηνών από την οποία προκύπτει τελεσίδικη καταδίκη του πρώτου των κατηγορουμένων για υπεξαίρεση, αντίγραφο του υπ' αρ. 523/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Σας από το οποίο προκύπτει ότι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι με παρόμοιο την υπό κρίση υπόθεση τρόπο είχαν εξαπατήσει και αποσπάσει από τους Δ1 και Δ2 σημαντικά ποσά για μεσολάβισή τους στην αγορά μέσω της Εμπορικής Τράπεζας ακινήτου και αυτοκινήτων, πράξεις που φέρονται ότι τέλεσαν το Καλοκαίρι και μέχρι τον Οκτώβριο του 2005. Δέχεται δε το ανωτέρω βούλευμα του Συμβουλίου Σας ότι οι κατηγορούμενοι είχαν αναγάγει σε επάγγελμα την εξαπάτηση προκειμένου δια του τρόπου αυτού να εξασφαλίσουν εισόδημα, περιστατικό που προέκυπταν από τα στοιχεία της υπόθεσης εκείνης, αλλά και από προηγούμενες παρόμοιες δραστηριότητές του όπως αυτές προέκυπταν από την υπ1 αρ. 15131/01 απόφαση του Τρ/λούς Πλημ/κείου Αθηνών με την οποία οι κατηγορούμενοι και ήδη εκκαλούντες είχαν καταδικασθεί για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας και έκδοση ακάλυπτων επιταγών, το υπ' αρ. 603/03 βούλευμα του Συμβουλίου Σας και το υπ' αρ. 4490/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών. Προσκομίζει επίσης την υπ' αρ. 11628/2005 απόφαση του Τρ/λούς Πλημ/κείου Αθηνών -με την οποία ο πρώτος κατηγορούμενος και ήδη εκκαλών είχε καταδικασθεί για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας σε φυλάκιση τριών ετών, γιατί όπως προκύπτει από το διατακτικό της τελευταίας είχε εμφανισθεί ως πολιτικός μηχανικός και κατασκευαστής πολυκατοικιών και μεσίτης πώλησης ακινήτων και είχε λάβει από τον επίδοξο αγοραστή διαμερίσματος Δ3 το ποσό των 4.500.000 δρχ. το οποίο και ιδιοποιήθηκε παράνομα, δεδομένου ότι όλες οι ανωτέρω ιδιότητες δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του αλλά αποτελούσαν την "βιτρίνα" για εξαπάτηση των υποψηφίων αγοραστών. Προσκόμισε τέλος και την υπ' αρ. 2177/2005 απόφαση του Τρ/λούς Εφετείου Αθηνών από την οποία προκύπτει ότι ο ανωτέρω Χ1 είχε εμφανισθεί στην Ζ1 ως πρόεδρος τεχνικής εταιρείας που είχε προς πώληση διαμερίσματα και την έπεισε και του κατέβαλε το ποσό των 4.5565.000 δρχ. για την πώληση συγκεκριμένου διαμερίσματος και μετά την καταβολή αυτή εξαφανίσθηκε, αφού όσα της παρέστησε ήταν ψευδή. Σημειώνει δε η εγκαλούσα ότι, κατά την περίοδο που της εμφανιζόταν το ζεύγος Χ1,Χ2 ως άτομα με μεγάλη ακίνητη περιουσία που είχαν αποκτήσει κατά τον τρόπο που της υποδείκνυαν και της ίδιας να αποκτήσει το ακίνητο της στην ...., με τα χρήματα που της είχαν αποσπάσει πλήρωναν την εγγύηση που είχε επιβληθεί στον πρώτο από αυτούς ως περιοριστικό όρο με το υπ' αρ. 1045/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Σας. Απολογούμενοι ο κατηγορούμενοι -κατά σύντμηση του περιεχομένου των ισχυρισμών τους- δεν αρνούνται ότι έλαβαν από την εγκαλούσα χρήματα για την αγορά του διαμερίσματος στην ..., αρνούνται όμως ότι έλαβαν το ποσό των 51.500 ευρώ αποδεχόμενος ο πρώτος ότι έλαβε το ποσό των 38.500 ευρώ, ως διαμεσολαβητής λόγω των γνώσεων του ως εργολάβου και της πρότεινε να αγοράσει το ακίνητο αυτό που είχε εντοπίσει στις μικρές αγγελίες εφημερίδων και ότι για λόγους που αφορούν την εγκαλούσα δεν ολοκληρώθηκε η αγορά του ακινήτου της ..... και ότι ο ίδιος είχε την καλή πρόθεση να της πωλήσει ένα ακίνητο της συζύγου του στο ..... σε αντιστάθμισμα των 38.500 ευρώ που της είχε αποσπάσει. Ούτε όμως για την κατά οποιονδήποτε τρόπο διαμεσολάβηση προσκομίζει οποιοδήποτε σοβαρό στοιχείο πέραν των ισχυρισμών του. Επί των ανωτέρω ισχυρισμών των κατηγορουμένων παρατηρούμε ότι λείπει παντελώς το ενδεχόμενο της επιστροφής των χρημάτων στην άτυχη εγκαλούσα, η οποία επελέγη ως χρηματοδότης της άνετης ζωής της οικογένειας των κατηγορουμένων το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Οι αρνήσεις της εγκαλούσης σε προτάσεις επιστροφής των χρημάτων, που επικαλούνται οι κατηγορούμενοι, δεν κρίνονται ότι ανταποκρίνονται στην αλήθεια, δεδομένου ότι οι τελευταίοι αν πραγματικά είχαν σκοπό επιστροφής θα είχαν καταθέσει το σχετικό ποσό στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Σημειώνεται ακόμα ότι δεν φαίνεται να έχουν οριστικά εγκαταλείψει τους ψευδείς ισχυρισμούς τους περί μεγάλης ακίνητης περιουσίας τους. Οι ισχυρισμοί όμως των κατηγορουμένων που προαναφέρθηκαν, δεν κρίνονται βάσιμοι, δεδομένου ότι έρχονται σε αντίθεση και με έγγραφα έχοντα σχέση με τις καταβολές από την εγκαλούσα χρημάτων στον πρώτο των κατηγορουμένων, που δεν μπορούν κατά άλλο τρόπο, εκτός εκείνου της εξαπάτησης, να δικαιολογηθούν. Αντίθετα οι ισχυρισμοί της εγκαλούσης επιβεβαιώνονται από τις προαναφερθείσες επιταγές που παρέδωσε στον πρώτο των κατηγορουμένων, τις καταθέσεις της και των λοιπών μαρτύρων, σε συνδυασμό και με τα έγγραφα που η τελευταία προσκόμισε. Παρόμοιους ισχυρισμούς διατυπώνει ο πρώτος κατηγορούμενος με την κρινόμενη έφεση του, που για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, δεν κρίνονται ουσιαστικά βάσιμοι. Επομένως, υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι πληρούται στη συγκεκριμένη περίπτωση η ειδική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της απάτης κατά συναυτουργία από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 15.000 ΕΥΡΩ (άρθρα 1,5,13 εδ. στ' (όπως το εδ. στ' προστεθ. με το άρθρο 1 παρ.1 Ν. 2408/96), 14, 26 εδ. α', 27, 45, 386 παρ.1,3 εδ α'( όπως η παραγ. 3 που είχε αντικ. αρχικώς με το άρθρο παρ. 11 Ν.2408/96 αντικ. εκ νέου από το άρθρο 14 παρ.4 Ν.2721/1999) Π. Κ. , πράξη που φέρονται ότι τέλεσαν οι Χ1 και η Χ2 στο χρονικό διάστημα από 18-4-2003 μέχρι 12-1-2004 4, σε βάρος της Ψ1. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, το οποίο και επικύρωσε στο σύνολό του, αφού προηγουμένως συμπλήρωσε το διατακτικό του, διέλαβε την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που εκτέθηκε στη νόμιμη σκέψη της παρούσας, αφετέρου δε ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε στις διατάξεις αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω πράξεως της διακεκριμένης απάτης κατά συναυτουργία. Δεν εμφιλοχώρησε δε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα συνεκτίμησε και συναξιολόγησε όλα τα κατ'είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ενώ δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τί προέκυψε από το καθένα από αυτά. Επίσης αιτιολογείται πλήρως στο προσβαλλόμενο βούλευμα τόσο ο τρόπος της παραπλάνησης της παθούσας εκ μέρους του αναιρεσείοντος που είναι η από κοινού (με την συγκατηγορούμενή του) παράσταση εν γνώσει του ψευδών γεγονότων ως αληθών, όσο και η συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος (και της συγκατηγορουμένης του) της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της απάτης, καθόσον στηρίχθηκε η κρίση του εκδόσαντος το βούλευμα αυτό Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, στην επανειλημμένη τέλεση αυτής σε βάρος της παθούσας αλλά και σε βάρος άλλων προσώπων, που λεπτομερώς αναφέρονται σ'αυτό, από την οποία προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος και σταθερή ροπή προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις, ου με το πρόσχημα της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών είναι απαράδεκτες. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 482 παρ. 2 ΚΠΔ αν το Συμβούλιο Εφετών επιλήφθηκε , συνεπεία εφέσεως εκ μέρους του δικαιουμένου σ'αυτήν κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, τότε σε αναίρεση υπόκειται το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών μόνο στις περιπτώσεις της παρ. 1 του ιδίου άρθρου. 'Ασκηση δε αναίρεσης κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών επιτρέπεται μετά την εκπνοή της προθεσμίας για την άσκηση εφέσεως (αρ. 473 παρ. 1 εδ. τελευταίο). Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος και συγκεκριμένα της διατάξεώς του, με την οποία αντικαταστάθηκε ο περιοριστικός λόγος της εγγυοδοσίας, που του είχε επιβληθεί από την 3η Ανακρίτρια, με την προσωρινή του κράτηση, είναι απαράδεκτος και συνεπώς απορριπτέος. Κατ'ακολουθία αυτών, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Για τους λόγους αυτούς--------------------- Π ρ ο τ ε ί ν ω: Α) Να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 235/2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1 και ήδη προσωρινά κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού κατά του υπ'αριθμ. 1938/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 9 Ιανουαρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 1 εδ. ε', 477, 478, 482 παρ. 1,2 και 476 του Κ.Π.Δ. σαφώς προκύπτει ότι εάν έχει ασκηθεί έφεση από τον κατηγορούμενο κατά του πρωτόδικου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών με το οποίο παραπέμπεται για κακούργημα, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον κατά του επί της εφέσεως εκδιδόμενου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, τυχόν δε ασκούμενη αίτηση αναιρέσεως και κατά του πρωτόδικου βουλεύματος είναι απαράδεκτη. Συνεπώς, η υπό κρίση υπ' αριθμ. 235/29-10-2007 αίτηση αναιρέσεως στρεφόμενη τόσο κατά του υπ' αριθμ. 1938/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών όσο και κατά του υπ' αριθμ. 1.223/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατά το μέρος που πλήττει το τελευταίο βούλευμα είναι απαράδεκτη και απορριπτέα. ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος, µε σκοπό να αποκοµίσει ο ίδιος ή άλλος παράνοµο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή µε την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέµιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιµωρείται µε φυλάκιση τουλάχιστον τριών µηνών και αν η ζηµιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα µεγάλη, µε φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήµατος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνοµο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγµάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέµιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήµια για τον ίδιο ή άλλον ενέργεια και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσµο µε τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζηµιωθέντος, και η οποία (βλάβη) υπάρχει και σε περίπτωση µειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Κατά την παράγραφο δε 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 386 ΠΚ, επιβάλλεται κάθειρξη µέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατά το άρθρο 13 εδ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, κατά συνήθεια δε τέλεση όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Τέλος, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο οι περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιµωρείται ως αυτουργός. Με το όρο από κοινού, αντικειµενικώς νοείται σύµπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειµενικώς κοινός δόλος µε την έννοια ότι κάθε συµµέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγµάτωση της αντικειµενικής υποστάσεως του εγκλήµατος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συµµέτοχοι πράττουν µε δόλο τελέσεως του αυτού εγκλήµατος. Η σύµπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως µπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγµατώνει την όλη αντικειµενική υπόσταση του εγκλήµατος ή το έγκληµα πραγµατώνεται µε συγκλίνουσες επί µέρους πράξεις των συµµετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. ΙΙΙ- Το παραπεµπτικό βούλευµα έχει την απαιτούµενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγµατος και 139 ΚΠΔ ειδική και εµπεριστατωµένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόµενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό µε πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγµατικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειµενικά και υποκειµενικά στοιχεία του εγκλήµατος, οι αποδείξεις που τα θεµελιώνουν και οι σκέψεις, µε τις οποίες το Συµβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρµοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγµάτωση του εγκλήµατος και την παραποµπή του κατηγορουµένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισµός των αποδεικτικών µέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συµβούλιο για την παραπεµπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και µνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όµως, να προκύπτει ότι το Συµβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίµησε όλα και όχι µόνο µερικά από αυτά. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλµένη εφαρµογή ή ερµηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρµόσθηκε στο βούλευµα, εσφαλµένη δε ερµηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόµο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγµατικά έχει, ενώ εσφαλµένη εφαρµογή υφίσταται, όταν το Συµβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγµατικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρµόσθηκε. Περίπτωση εσφαλµένης εφαρµογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισµα του βουλεύµατος, που περιλαµβάνεται στο σκεπτικό αυτού ή στο συνδυασµό του διατακτικού µε το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήµατος, έχουν εµφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, µε αποτέλεσµα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή µη εφαρµογή του νόµου, οπότε το βούλευµα δεν έχει νόµιµη βάση. Στην προκείµενη περίπτωση, το Συµβούλιο Εφετών Αθηνών µε καθολική αναφορά στην ενσωµατωµένη εισαγγελική πρόταση και µε µνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών µέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα περιστατικά: "Η εγκαλούσα Ψ1, που είναι δασκάλα, γνωρίστηκε με τους κατηγορούμενους επ' ευκαιρία της παράδοσης μαθημάτων στα ανήλικα παιδιά τους. Αμέσως μετά αυτοί έβαλαν σε λειτουργία το εγκληματικό τους σχέδιο το οποίο άλλωστε ήταν δοκιμασμένο και είχε επιτυχία χάρη στην ικανότητά τους στον τομέα αυτόν για να της αποσπάσουν χρήματα, αφού διαπίστωσαν την επιθυμία της να αποκτήσει κατοικία. Έτσι της παρέστησαν ότι είχαν μεγάλες γνωριμίες στον πολιτικό κόσμο και στο τραπεζικό κύκλωμα, ειδικότερα δε ότι είχαν επαφές με κορυφαία στελέχη της Εμπορικής Τράπεζας, και ότι τα περισσότερα ακίνητα που είχαν αποκτήσει προέρχονταν από την εν λόγω Τράπεζας και οφείλονταν στις γνωριμίες τους με ανώτερα στελέχη της. Χάρη στις γνωριμίες τους αυτές απέκτησαν τα ακίνητα τους από πλειστηριασμούς έναντι τιμήματος πολύ χαμηλότερου από την πραγματική τους αξία. Παρέστησαν δε στην εγκαλούσα, βάζοντας σε εφαρμογή το σχέδιο τους ότι από τις γνωριμίες τους αυτές στην Εμπορική Τράπεζα είχαν πληροφορηθεί ότι η Τράπεζα θα έβγαζε σε πλειστηριασμό ένα σπίτι στην ....., στην οδό ..... στον 3° όροφο, το οποίο ήταν μεγάλη ευκαιρία, και ότι είχαν τη δυνατότητα να μεσολαβήσουν ώστε να το αποκτήσει εκείνη έναντι του τιμήματος των διακοσίων δεκαπέντε χιλιάδων (215.000) ευρώ, το οποίο (τίμημα) ήταν φανερά χαμηλότερο από την πραγματική του αξία. Ότι για την απόκτηση του ως άνω σπιτιού έπρεπε να γίνει μία προσφορά προς την Τράπεζα συνοδευόμενη από πενήντα δύο χιλιάδες (52.000) ευρώ ως προκαταβολή και για την πληρωμή της Εφορίας. Η εγκαλούσα, βλέποντας την άνετη ζωή των κατηγορουμένων πείσθηκε ότι αυτοί είχαν τεράστια ακίνητη περιουσία, όπως πείσθηκε και κατέβαλε αρχικά στις 23-4-2003, καθ' υπόδειξή τους, στον υπ' αριθμ......τραπεζικό λογαριασμό, που τηρείτο στην Εμπορική Τράπεζα στο όνομα τρίτου προσώπου, το ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ, ενώ στις 30-4-2003 εξέδωσε εις διαταγή της την υπ' αριθμ. ...... τραπεζική επιταγή, της αυτής Τράπεζας, με την ίδια ημερομηνία, ποσού (12.000) ευρώ, την οποία ακολούθως μεταβίβασε με οπισθογράφηση και παρέδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο. Στη συνέχεια, οι κατηγορούμενοι της παρέστησαν ότι έπρεπε να καταβάλει άμεσα στην Τράπεζα το επιπλέον ποσό των είκοσι τριών χιλιάδων (23.000) ευρώ, ώστε η δοθείσα προκαταβολή εκ σαράντα τριών χιλιάδων (43.000) ευρώ, να καλύπτει το 20% του τιμήματος του προς αγορά ακινήτου, από το οποίο μάλιστα, λόγω της φιλίας τους, την απάλλασσαν από την καταβολή του ποσού των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, ενώ το υπόλοιπο 80 % θα το αποπλήρωνε σταδιακά εντός δέκα (10) ετών με δάνειο που θα της χορηγείτο από την ίδια Τράπεζα, αμέσως μετά την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. Έτσι, μετά και τη νέα αυτή δήλωση τους, η εγκαλούσα τους κατέβαλε το επιπλέον ποσό των είκοσι μίας χιλιάδων (21.000) ευρώ, μέσω της υπ' αριθμ. ...... ισόποσης Τραπεζικής επιταγής της Εμπορικής Τράπεζας, εκδόσεως της μητέρας της, Γ1, εις διαταγή του πρώτου κατηγορουμένου, στον οποίο και την παρέδωσε. Μετά πάροδο δύο εβδομάδων, οι κατηγορούμενοι της παρέστησαν ότι έπρεπε να καταβάλει ποσό δέκα χιλιάδων τετρακοσίων (10.400) ευρώ, για να πληρωθεί η εφορία. Η εγκαλούσα πεισθείσα και πάλι, αφενός μεν παρέδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο την υπ' αριθμ....... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, ποσού πέντε χιλιάδων πεντακοσίων (5.500) ευρώ, την οποία εξέδωσε εις διαταγή της και του μεταβίβασε με οπισθογράφηση, αφετέρου δε του κατέβαλε σε μετρητά στις 30-5-2003, πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ. Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους και ενώ η εγκαλούσα πίστευε, με βάση τις εκ νέου διαβεβαιώσεις τους ότι η εφορία είχε πληρωθεί και ότι θα καταρτιζόταν το συμβόλαιο αγοράς της οικίας που προαναφέρθηκε άρχισαν οι καθυστερήσεις. Για να την καθησυχάσουν οι κατηγορούμενοι προφασίστηκαν διάφορες δικαιολογίες, ενώ παράλληλα της ανακοίνωσαν ότι, μέσω της Τραπέζης, είχαν επιτύχει να μισθώσουν το ακίνητο στον Εμπορικό Ακόλουθο της Γαλλίας έναντι μισθώματος χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ και ότι τα χρήματα της είχαν ήδη πολύ καλή απόδοση. Τελικά, μετά από αλλεπάλληλες αναβολές, ο πρώτος κατηγορούμενος τη διαβεβαίωσε ότι το οριστικό συμβόλαιο θα καταρτιζόταν στις ...... ενώπιον της συμβολαιογράφου Καφίρη, η οποία είχε ετοιμάσει όλα τα σχετικά έγγραφα και θα της απέδιδε και τα ήδη εισπραχθέντα μισθώματα. Μετά και από τη νέα αναβολή στις 12-1-2004, η εγκαλούσα ανέθεσε την διερεύνηση της όλης υπόθεσης στο δικηγόρο της, οπότε διαπιστώθηκε ότι όλες οι προαναφερθείσες παραστάσεις και διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων ήταν ψευδείς εν γνώσει τους, δεδομένου ότι ούτε μεγάλες γνωριμίες στον πολιτικό κόσμο και στον τραπεζικό κύκλωμα είχαν, ούτε είχαν επαφές με κορυφαία στελέχη της Εμπορικής Τράπεζας, ούτε είχαν αποκτήσει ακίνητα μέσω της εν λόγω Τράπεζας και γνωριμιών τους σε αυτήν, από πλειστηριασμούς έναντι τιμήματος χαμηλότερου από την πραγματική τους αξία, ούτε είχαν πληροφορηθεί από τις γνωριμίες τους αυτές στην Εμπορική Τράπεζα ότι η Τράπεζα θα έβγαζε σε πλειστηριασμό ένα σπίτι στην ....., στην οδό .... στον 3° όροφο, το οποίο ήταν τάχα μεγάλη ευκαιρία, ενώ δε είχαν τη δυνατότητα να μεσολαβήσουν ώστε να το αποκτήσει η εγκαλούσα έναντι του τιμήματος των διακοσίων δεκαπέντε χιλιάδων (215.000) ευρώ. το οποίο ήταν κατά πολύ χαμηλότερο από την πραγματική του αξία. Επιπλέον, δεν ήταν αληθές ότι για την απόκτηση του ως άνω σπιτιού έπρεπε να γίνει μία προσφορά προς την Τράπεζα συνοδευόμενη από πενήντα δύο χιλιάδες (52.000) ευρώ ως προκαταβολή και για την πληρωμή της εφορίας, ούτε ότι έπρεπε η εγκαλούσα να καταβάλει άμεσα στην Τράπεζα το συνολικό ποσό των σαράντα τριών χιλιάδων (43.000) ευρώ, ήτοι το είκοσι τοις εκατό (20%) της αξίας του ως άνω σπιτιού, ενώ το υπόλοιπο ογδόντα τοις εκατό (80%) του τιμήματος θα το αποπλήρωνε σταδιακά εντός δέκα (10) ετών με δάνειο το οποίο θα ελάμβανε από την ίδια την Εμπορική Τράπεζα αμέσως μετά την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. Ψευδές ήταν ακόμα ότι η εγκαλούσα έπρεπε να καταβάλει ποσό δέκα χιλιάδων τετρακοσίων (10.400) ευρώ για να πληρωθεί η εφορία, όπως επίσης ότι το αργότερο έως το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2004 θα υπέγραφε το συμβόλαιο αγοράς του σπιτιού με την Εμπορική Τράπεζα, ότι είχαν καταφέρει να μισθώσουν μέσω της Τράπεζας το ακίνητο στον Εμπορικό Ακόλουθο της Γαλλίας έναντι μισθώματος χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, καθώς και ότι όλα τα απαιτούμενα έγγραφα για την υπογραφή του συμβολαίου ήταν έτοιμα και βρίσκονταν στα χέρια της συμβολαιογράφου Καφίρη, η οποία θα έκανε το συμβόλαιο και ότι το συμβόλαιο θα γινόταν οριστικά την ..... Τέλος, ψευδές ήταν και ότι η εγκαλούσα θα έπαιρνε από την ίδια τη συμβολαιογράφο προκαταβολή από τα μισθώματα που είχαν ήδη εισπραχθεί από τον Γάλλο Ακόλουθο. Με τον τρόπο που προαναφέρθηκε οι κατηγορούμενοι κατάφεραν να αποσπάσουν από την εγκαλούσα το συνολικό ποσό των πενήντα μίας χιλιάδων πεντακοσίων (51.500) ευρώ και παρά τις προσπάθειες της, δεν κατάφερε να της επιστραφεί. Διαπίστωσε όμως η τελευταία και εισφέρει στην διερεύνηση της παρούσης, σημαντικά στοιχεία που σχετίζονται με την δραστηριότητα των κατηγορουμένων και κυρίως του πρώτου εξ' αυτών. Ειδικότερα προσκομίζει, αντίγραφο της υπ' αρ. 2936/2007 απόφασης του Τρ. Εφετείου Αθηνών από την οποία προκύπτει τελεσίδικη καταδίκη του πρώτου των κατηγορουμένων για υπεξαίρεση, αντίγραφο του υπ' αρ. 523/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Σας από το οποίο προκύπτει ότι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι με παρόμοιο με την υπό κρίση υπόθεση τρόπο είχαν εξαπατήσει και αποσπάσει από τους Δ1 και Δ2 σημαντικά ποσά για μεσολάβησή τους στην αγορά μέσω της Εμπορικής Τράπεζας ακινήτου και αυτοκινήτων πράξεις που φέρονται ότι τέλεσαν το καλοκαίρι μέχρι τον Οκτώβριο του 2005. Δέχεται δε το ανωτέρω Βούλευμα του Συμβουλίου Σας ότι ο κατηγορούμενοι είχαν αναγάγει σε επάγγελμα την εξαπάτηση προκειμένου δια του τρόπου αυτού να εξασφαλίσουν εισόδημα, περιστατικά που προέκυπταν από τα στοιχεία της υπόθεσης εκείνης, αλλά και από προηγούμενες παρόμοιες δραστηριότητές του όπως αυτές προέκυπταν από την υπ' αρ. 15131/01 απόφαση του Τρ/λούς Πλημ/κείου Αθηνών με την οποία οι κατηγορούμενοι και ήδη εκκαλούντες είχαν καταδικασθεί για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας και έκδοση ακάλυπτων επιταγών, το υπ' αρ. 603/03 βούλευμα του Συμβουλίου Σας και το υπ' αρ. 4490/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών. Προσκομίζει επίσης την υπ' αρ. 11628/2005 απόφαση του Τρ/λούς Πλημ/κείου Αθηνών με την οποία ο πρώτος κατηγορούμενος και ήδη εκκαλών είχε καταδικασθεί για απάτη ιδιαιτέρα μεγάλης ζημίας σε φυλάκιση τριών ετών, γιατί όπως προκύπτει από το διατακτικό της τελευταίας είχε εμφανισθεί ως πολιτικός μηχανικός και κατασκευαστής πολυκατοικιών και μεσίτης πώλησης ακινήτων και είχε λάβει από τον επίδοξο αγοραστή διαμερίσματος Δ3 το ποσό των 4.500.000 δρχ. το οποίο και ιδιοποιήθηκε παράνομα, δεδομένου ότι όλες οι ανωτέρω ιδιότητες δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του αλλά αποτελούσαν την "βιτρίνα" για εξαπάτηση των υποψηφίων αγοραστών. Προσκόμισε τέλος και την υπ' αρ. 2177/2005 απόφαση του Τρ/λούς Εφετείου Αθηνών από την οποία προκύπτει ότι ο ανωτέρω Χ1 είχε εμφανισθεί στην Ζ1 ως πρόεδρος τεχνικής εταιρείας που είχε προς πώληση διαμερίσματα και την έπεισε και του κατέβαλε το ποσό των 4.5565.000 δρχ. για την πώληση συγκεκριμένου διαμερίσματος και μετά την καταβολή αυτή εξαφανίσθηκε, αφού όσα της παρέστησε ήταν ψευδή. Σημειώνει δε η εγκαλούσα ότι, κατά την περίοδο που της εμφανιζόταν το ζεύγος Χ1,Χ2 ως άτομα με μεγάλη ακίνητη περιουσία που είχαν αποκτήσει κατά τον τρόπο που της υποδείκνυαν και της ίδιας να αποκτήσει το ακίνητο της στην ..., με τα χρήματα που της είχαν αποσπάσει πλήρωναν την εγγύηση που είχε επιβληθεί στον πρώτο από αυτούς ως περιοριστικό όρο με το υπ' αρ. 1045/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Σας. Απολογούμενοι ο κατηγορούμενοι -κατά σύντμηση του περιεχομένου των ισχυρισμών τους- δεν αρνούνται ότι έλαβαν από την εγκαλούσα χρήματα για την αγορά του διαμερίσματος στην ...., αρνούνται όμως ότι έλαβαν το ποσό των 51.500 ευρώ αποδεχόμενος ο πρώτος ότι έλαβε το ποσό των 38.500 ευρώ, ως διαμεσολαβητής λόγω των γνώσεων του ως εργολάβου και της πρότεινε να αγοράσει το ακίνητο αυτό που είχε εντοπίσει στις μικρές αγγελίες εφημερίδων και ότι για λόγους που αφορούν την εγκαλούσα δεν ολοκληρώθηκε η αγορά του ακινήτου της .... και ότι ο ίδιος είχε την καλή πρόθεση να της πωλήσει ένα ακίνητο της συζύγου του στο .... σε αντιστάθμισμα των 38.500 ευρώ που της είχε αποσπάσει. Ούτε όμως για την κατά οποιονδήποτε τρόπο διαμεσολάβηση προσκομίζει οποιοδήποτε σοβαρό στοιχείο πέραν των ισχυρισμών του. Επί των ανωτέρω ισχυρισμών των κατηγορουμένων παρατηρούμε ότι λείπει παντελώς το ενδεχόμενο της επιστροφής των χρημάτων στην άτυχη εγκαλούσα, η οποία επελέγη ως χρηματοδότης της άνετης ζωής της οικογένειας των κατηγορουμένων το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Οι αρνήσεις της εγκαλούσης σε προτάσεις επιστροφής των χρημάτων, που επικαλούνται οι κατηγορούμενοι, δεν κρίνονται ότι ανταποκρίνονται στην αλήθεια, δεδομένου ότι οι τελευταίοι αν πραγματικά είχαν σκοπό επιστροφής θα είχαν καταθέσει το σχετικό ποσό στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Σημειώνεται ακόμα ότι δεν φαίνεται να έχουν οριστικά εγκαταλείψει τους ψευδείς ισχυρισμούς τους περί μεγάλης ακίνητης περιουσίας τους. Οι ισχυρισμοί όμως των κατηγορουμένων που προαναφέρθηκαν, δεν κρίνονται βάσιμοι, δεδομένου ότι έρχονται σε αντίθεση και με έγγραφα έχοντα σχέση με τις καταβολές από την εγκαλούσα χρημάτων στον πρώτο των κατηγορουμένων, που δεν μπορούν κατά άλλο τρόπο, εκτός εκείνου της εξαπάτησης, να δικαιολογηθούν. Αντίθετα οι ισχυρισμοί της εγκαλούσης επιβεβαιώνονται από τις προαναφερθείσες επιταγές που παρέδωσε στον πρώτο των κατηγορουμένων, τις καταθέσεις της και των λοιπών μαρτύρων, σε συνδυασμό και με τα έγγραφα που η τελευταία προσκόμισε. Παρόμοιους ισχυρισμούς διατυπώνει ο πρώτος κατηγορούμενος με την κρινόμενη έφεση του, που για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, δεν κρίνονται ουσιαστικά βάσιμοι. Επομένως, υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι πληρούται στη συγκεκριμένη περίπτωση η ειδική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της απάτης κατά συναυτουργία από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 15.000 ΕΥΡΩ (άρθρα 1, 5, 13 εδ. στ' (όπως το εδ. στ' προστεθ. με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 2408/96), 14, 4 26 εδ. α', 27, 45, 386 παρ. 1, 3 εδ. α'(όπως η παραγρ. 3 που είχε αντικ. αρχικώς με το άρθρο παρ. 11 Ν. 2408/96 αντικ. εκ νέου από το όρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999) Π.Κ., πράξη που φέρονται ότι τέλεσαν οι Χ1 και η Χ2 στο χρονικό διάστημα από 18-4-2003 μέχρι 12-1-2004 4 σε Βάρος της Ψ1. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών και απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος επικύρωσε το πρωτοβάθμιο βούλευμα, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ', 45 και 386 παρ. 1,3α του τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλειπή ή ασαφή αιτιολογία ώστε να στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα διαλαμβάνονται στο βούλευμα οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ήσαν ψευδείς οι παραστάσεις του κατηγορουμένου προς την εγκαλούσα από τις οποίες αυτή προέβη σε περιουσιακή διάθεση, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί αυτή κατά το ποσό των 51.500 ευρώ, με ισόποση αντίστοιχη ωφέλεια του κατηγορουμένου και της συζύγου του. Η αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται στο βούλευμα η κατ'επάγγελμα τέλεση της απάτης είναι αβάσιμη, αφού, με τις εκ του πράγματος παραδοχές περί προηγουμένων καταδικών για το αυτό έγκλημα και μνεία των σχετικών δικαστικών αποφάσεων και βουλευμάτων, το Συμβούλιο επαρκώς αιτιολογεί τη συνδρομή της άνω επιβαρυντικής περιστάσεως. Τέλος, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος με τους οποίους υποστηρίζει ότι δεν τελέσθηκε η πράξη, είναι απαράδεκτοι γιατί πλήττουν την περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Απαράδεκτος και απορριπτέος είναι και ο περί υπέρβασης εξουσίας λόγος αναιρέσεως, εγκείμενος στο ότι το υπ' αριθμ. 1.223/2007 πρωτόδικο βούλευμα του Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών αντικατέστησε τον περιοριστικό όρο της εγγυοδοσίας με προσωρινή κράτηση, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η αναίρεση κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος είναι απαράδεκτη. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 235/29-10-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1223/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και του υπ' αριθμ. 1938/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κακουργηματική απάτη. Έννοια και στοιχεία της πράξης. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή και επαρκής αιτιολογία παραπεμπτικού βουλεύματος. Εάν έχει ασκηθεί έφεση κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος σε αναίρεση υπόκειται το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών. Απαράδεκτη η αναίρεση και κατά το μέρος που πλήττει το πρωτόδικο βούλευμα.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
0
Αριθμός 1830/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ......., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 1308/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 138/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στην καταβολή τριών συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, με καθυστέρηση καταβολής πέραν των δυο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολής οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές και γ) ενός (1) έτους τουλάχιστον, προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια παραπάνω αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές. Η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/11-9-1997, σύμφωνα με το οποίο: Η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δυο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα δυο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές και γ) ενός (1) τουλάχιστον έτους προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια παραπάνω αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει α) ότι με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, από παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες, πράγμα που συμβαίνει όταν το ύψος της από την άνω αιτία ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές και β) ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139), είναι 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως βεβαίωση των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δυο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής. Τέλος, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημ/κείο Σερρών ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύει, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "... ο κατηγορούμενος στις ... και σε διάφορους χρόνους τέλεσε την πράξη για την οποία κατηγορείται, όπως τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως αυτής αναφέρονται στο κατηγορητήριο και το διατακτικό της παρούσας και συγκεκριμένα στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, ως διευθύνων σύμβουλος και εντεταλμένος της εταιρίας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΜΠΕΤΟΝ ΣΕΡΡΩΝ ΑΕ" που εδρεύει στις Σέρρες, δεν προέβη στην πληρωμή του προαναφερόμενου ποσού στην Α' Δ.Ο.Υ. Σερρών, παρόλο που βεβαιώθηκε από την εν λόγω Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία, στις 30-6-2000 το ποσό των 429,63 ευρώ, στις 29-12-2000 το ποσό των 3.667,31 ευρώ, στις 29-12-2000 το ποσό των 1716,51 ευρώ, στις 31-10-2003 το ποσό των 870,09 ευρώ, στις 27-2-2004, το ποσό των 3.094,58 ευρώ, στις 27-2-2004 το ποσό των 173,85 ευρώ, στις 27-2-2004 το ποσό των 173,85 ευρώ, στις 27-2-2004 το ποσό των 198.220,66 ευρώ, στις 27-2-2004 το ποσό των 71.476,63 ευρώ, στις 27-2-2004 το ποσό των 107.868,98 ευρώ, στις 27-2-2004 το ποσό των 1.998,45 ευρώ, στις 27-2-2004 το ποσό των 230,73 ευρώ, στις 27-2-2004 το ποσό των 40,86 ευρώ, στις 27-2-2004 το ποσό των 3.364,42 ευρώ, στις 27-2-2004 το ποσό των 185,01 ευρώ, στις 27-2-2004 το ποσό των 717,60 ευρώ, στις 27-2-2004 το ποσό των 556,15 ευρώ, στις 27-2-2004 το ποσό των 491,46 ευρώ, στις 27-2-2004 το ποσό των 605,52 ευρώ, στις 27-2-2004 το ποσό των 82.177,63 ευρώ, στις 27-2-2004 το ποσό των 8.425,67 ευρώ, στις 27-2-2004 το ποσό των 97.754,15 ευρώ, στις 27-2-2004 το ποσό των 3.496,25 ευρώ και μολονότι παρήλθε διάστημα πέραν των τεσσάρων για καθένα από τα ανωτέρω χρέη όπως περιλαμβάνονται στους παρακάτω αναφερόμενους πίνακες χρεών, κατά αριθμό και ημερομηνία βεβαίωσης, οικονομικό έτος και είδος φόρου, ανάλυση του ποσού, το απαιτητό μέρος για κάθε ένα και σε σύνολο, τον τρόπο πληρωμής, τον αριθμό ληξιπροθέσμων δόσεων και τις ημερομηνίες λήξης της πρώτης και τελευταίας δόσης, ήτοι:....". Στη συνέχεια, ενσωματώνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως πίνακας χρεών του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στην προκείμενη περίπτωση είναι ελλειπής, ασαφής και αντιφατική και έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή του νόμου. Ειδικότερα α) ενώ στο σκεπτικό της η απόφαση παραπέμπει στον ενσωματούμενο πίνακα χρεών τα οποία, ως καταγράφονται στον πίνακα αυτό, δέχεται ότι δεν κατέβαλε ο κατηγορούμενος, στο διατακτικό κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο για μέρος των χρεών αυτών με συνακόλουθη συνέπεια στο μεν σκεπτικό να προσδιορίζεται το σύνολο του οφειλόμενου ποσού σε 595.909,62 ευρώ ενώ στο διατακτικό σε 590.210,92 ευρώ. β) ενώ την ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου θεμελιώνει στην καθυστέρηση καταβολής των χρεών πέραν του τετραμήνου, δεχόμενο έτσι το δικαστήριο συνάθροιση των επί μέρους χρεών που υπερβαίνουν τις 120.000 ευρώ, εντούτοις στο σκεπτικό της αποφάσεως, δια παραπομπής στο πίνακα χρεών δέχεται και οφειλή χρεών καταβλητέων εφάπαξ, σε χρόνο προγενέστερο της έναρξης εφαρμογής του Ν. 3220/2004 (1-1-2004) το ύψος των οποίων κατά ποσό υπολείπεται εκείνου για την θεμελίωση του αξιοποίνου και δεν εξηγείται γιατί για τα χρέη αυτά δεν εφαρμόσθηκε η ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο διάταξη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997. Ενόψει των παρατηρουμένων ως άνω ασαφειών, ελλείψεων και αντιφάσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ούτε επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι της αιτήσεως είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 519 ΚΠΔ).- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1.308/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για ελλιπή αιτιολογία.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή.
1
Αριθμός 1829/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χατζόπουλο, για αναίρεση της 6092/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 27 Φεβρουαρίου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2123/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά το άρθρο 15 παρ.1 του Ν. 1966/1991 όλα τα κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 του από 9/9.10.1935 ν.δ. "Περί τροποποιήσεως και συµπληρώσεως των κειµένων περί επαγγελµατικής εκπαιδεύσεως διατάξεων" εργαστήρια ελευθέρων σπουδών υποχρεούνται να χρησιµοποιούν ολογράφως τόσο στις ιδρυτικές τους πράξεις όσο και στην µε οποιονδήποτε τρόπο, µορφή ή µέσο εν γένει εµφάνισή τους προς τα έξω τον εξής, αποκλειστικά και µόνο, τίτλο ''Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών", µε ισοµεγέθη και οµοιόµορφα, απαραιτήτως στοιχεία. Κάτω από τον τίτλο αυτόν τίθενται τα δηλωτικά του παρεχοµένου γνωστικού αντικειµένου και η επωνυµία του εργαστηρίου, µε στοιχεία τα οποία .δεν είναι δυνατό να υπερβαίνουν σε µέγεθος εκείνα του τίτλου. Οποιαδήποτε άλλη προσθήκη, αφαίρεση ή αλλοίωση στον καθιερούµενο µε τα προηγούµενα εδάφια τύπο τίτλου όπως ιδίως Πανεπιστήµιο, Κέντρο, Σχολή, Οργανισµός, Κολλέγιο, Ινστιτούτο, Ακαδηµία, απαγορεύεται. Απαγορεύεται επίσης η καθ' οιονδήποτε τρόπο αναγραφή άλλης ονοµασίας της χορηγούµενης µετά το πέρας σπουδών βεβαίωσης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 παρ.1α του ίδιου νόμου, οι ιδιοκτήτες ή εκπρόσωποι εργαστηρίων ελευθέρων σπουδών, που παραβαίνουν µε πρόθεση τις διατάξεις της παρ. 1 του προηγούµενου άρθρου ως προς τον τύπο τίτλου του εργαστηρίου ή προσθέτουν, αφαιρούν ή αλλοιώνουν αυτόν ή παραλείπουν καθ' οιονδήποτε τρόπο να χορηγήσουν στους εγγραφόµενους σπουδαστές την προβλεπόµενη από την παρ. 3 του προηγούµενου άρθρου έντυπη δήλωση ή χορηγούν ελλιπή ή παραπλανητική δήλωση, τιµωρούνται σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 εδ.α του Ποινικού Κώδικα (απάτης). ΙΙ.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Απαιτείται να διαλαμβάνεται στην απόφαση η κατ' είδος μνεία των αποδεικτικών μέσων και δεν είναι αναγκαία η αναφορά περί του τι προέκυψε από καθένα από αυτά ούτε να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολόγηση αυτών ώστε η παράλειψή της να καθιστά την απόφαση ελλειπή κατά την αιτιολογία της. Η απαιτούμενη κατά τα άνω αιτιολογία εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος αναιρεσείων είχε ζητήσει την αναβολή της δίκης α) προκειμένου να προσκομισθεί απόφαση από το ΔΕΚ επί εκκρεμούς σχετικής υποθέσεως αναφορικά με το κατά πόσο η Ελλάδα υποχρεούται να αναγνωρίζει στην επικράτειά της σπουδές που παρέχονται με βάση σύμβαση δικαιόχρησης από αλλοδαπό Πανεπιστήμιο και β) προκειμένου να γίνει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΚ επί του άνω ζητήματος. Η αίτηση αυτή του κατηγορουμένου, με ταυτάριθμη προς την προσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφαση, απορρίφθηκε από το δικαστήριο ως αβάσιμη, με την ακόλουθη αιτιολογία "... Η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο παράβαση είναι εκ του άρθρου 15 παρ.1 σε συνδυασμό με τα άρθρα 16 παρ.1α και 386 παρ.1α του Π.Κ, ως προς τον τύπο του τίτλου του Εργαστηρίου Ελευθέρων Σπουδών, του οποίου είναι νόμιμος εκπρόσωπος και δεν πρόκειται για Πανεπιστήμιο άλλου Κράτους εγκατεστημένου στην Ελλάδα ή για παράρτημα τέτοιου πανεπιστημίου που ουδόλως επηρεάζει την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, ούτε συντρέχει περίπτωση αναβολής για έκδοση σχετικής αποφάσεως του ΔΕΚ που δεν αφορά στην προκείμενη περίπτωση ή αποστολής ερωτήματος στο ΔΕΚ, απορριπτομένων των σχετικών παραπάνω αιτημάτων..." Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο και απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος για αναβολή της δίκης, διέλαβε στην απόφασή του την από τις άνω διατάξεις αξιούμενη αιτιολογία, η οποία στην προκείμενη περίπτωση είναι απολύτως σαφής, ορισμένη και εμπεριστατωμένη Συνεπώς ο περί του αντιθέτου συναφής δεύτερος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, εν σχέσει με την ουσία της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο κατηγορίας, η προσβαλλόμενη απόφαση, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα ακόλουθα περιστατικά "... ο κατηγορούμενος στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2000 έως το Μάρτιο του 2001 και σε ημερομηνίες που δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθούν, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος τυγχάνων νόμιμος εκπρόσωποςεργαστηρίου Ελευθέρων Σπουδών με την επωνυμία "ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ-....." και το διακριτικό τίτλο ....... και συνοπτικά ως προς τον τελευταίο "....." στην προς τα έξω εμφάνισή του δεν χρησιμοποιούσε αποκλειστικά και μόνο τον τίτλο "Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών", αλλά αντίθετα α)χρησιμοποιούσε σε διαφημιστικές καταχωρήσεις καθόσον αναφέρονταν στο εργαστήριο αυτό στην εφημερίδα "........" τον τίτλο "........-Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών" β)στην πινακίδα που ήταν ανηρτημένη στο κτίριο επί της οδού ..... στο οποίο έχει την έδρα του και στεγάζεται το εργαστήριο αυτόχρησιμοποιούσε τον τίτλο "ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ-.... (....)- ....." που κατά μετάφραση στα ελληνικά είναι ινστιτούτο ..... σπουδών και το τελευταίο είναι η ονομασία ομώνυμου .... Πανεπιστημίου, και γ)χρησιμοποιούσε τον παραπάνω τίτλο "........" και στην έντυπη δήλωση που επιδιδόταν στους προσερχόμενους σπουδαστές συγχρόνως με την εγγραφή τους παραβαίνοντας τις διατάξεις των άρθρων 15 § 1 και 16 § 1 στοιχ. α' του ν. 1966/1991 ως προς τον τύπο του τίτλου του εργαστηρίου όπου τα εργαστήρια ελέυθέρων σπουδών, που πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση, υποχρεούνται να χρησιμοποιούν ολογράφως τόσο στις ιδρυτικές του πράξεις όσο και στη με οποιοδήποτε τρόπο, μορφή ή μέσα της εν γένει προς τα έξω εμφάνισης του αποκλειστικά και μόνο τον τίτλο "Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών" απαγορευομένης μεταξύ άλλων, άλλης προσθήκης και ίδιο Πανεπιστήμιο, Ινστιτούτο, ή οποιαδήποτε αλλοίωση ως προς τον τύπο του τίτλου, που η τελευταία (παράβαση) διώκεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 386 § 1 εδ. α' ΠΚ στην οποία παραπέμπει το παραπάνω άρθρο 16 § 1 στ. α' του παραπάνω ν. 1966/1991 αφού κατά τα αποδειχθέντα είχε προσθέσει στον παραπάνω τίτλο στις διαφημιστικές καταχωρήσεις και τη λέξη "....." στην πινακίδα και τη λέξη "...." καθώς και τη λέξη "......" και στις έντυπες δηλώσεις ομοίως και τη λέξη ".....". Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της παραπάνω πράξης που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο......". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξη (6) μηνών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχτηκε το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15 παρ.1α, 16 παρ.1α του Ν. 1966/1991 και 386 παρ.1α του Π.Κ που εφήρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφή και ελλειπή αιτιολογία ώστε να στερήσει την απόφασή του νομίμου βάσεως. Η αιτίαση περί πλημμελούς αιτιολογίας της αποφάσεως εκ της παραδοχής ως χρόνου τελέσεως της πράξεως εξακολουθητικώς του χρονικού διαστήματος από των αρχών του έτους 2000 μέχρι του μηνός Μαρτίου 2001, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του χρόνου τέλεσης κάθε επί μέρους πράξεως, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Η απόφαση σαφώς δέχεται στο σκεπτικό της ότι η άνω παραβατική συμπεριφορά του κατηγορουμένου διήρκεσε εξακολουθητικώς κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα και δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να διαλαμβάνει ότι κάθε ημερολογιακή ημέρα του διαστήματος αυτού ο κατηγορούμενος πραγμάτωνε την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για τον οποίο τον δίκασε, δεν ετίθετο δε θέμα παραγραφής κατά την ενώπιον αυτού συζήτηση της υποθέσεως (25-7-2007), αφού με εναρκτήρια αφετηρία την 1-1-2000 δεν είχε παρέλθει οκταετία, ούτε είχε επικαλεσθεί ο κατηγορούμενος ούτε και τώρα επικαλείται και δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε σ' αυτόν μετά την πάροδο πενταετίας από την τέλεση της πρώτης των κατά άνω μερικότερων πράξεων. Συνεπώς, ο συναφής λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, προβαλλόμενος με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, στον πρώτο λόγο του κυρίως δικογράφου της αναιρέσεως, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 15 παρ.1α και 16 παρ.1α του Ν.1996/1991. Με την επίκληση ότι η επιχείρηση, της οποίας είναι νόμιμος εκπρόσωπος, λειτουργεί στην Ελλάδα ως εγκατάσταση Δημόσιου Γαλλικού Πανεπιστημίου, αναλίσκεται δια μακρών να καταδείξει αντίθεση των παραπάνω διατάξεων σε διατάξεις του πρωτογενούς και δευτερογενούς Κοινοτικού δικαίου που ρυθμίζουν τους όρους εγκατάστασης και λειτουργίας δραστηριοτήτων πανεπιστημιακού επιπέδου σε χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ο κατηγορούμενος, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του, λειτουργούσε στην Αθήνα Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών και όχι ιδιωτική επιχείρηση Πανεπιστημίου ή παραρτήματος Πανεπιστημίου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έκρινε δε για τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων τις οποίες δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος παραβίασε. Συνεπώς και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, συνακολούθως δε και το επανυποβαλλόμενο ενώπιον του δικαστηρίου τούτου αίτημα αναβολής της δίκης μέχρις εκδόσεως αποφάσεως από το ΔΕΚ επί τριών εκκρεμών υποθέσεων για συναφή ζητήματα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και το περί αναβολής αίτημα και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει το αίτημα αναβολής, την υπ' αριθμ. 437/7-12-2007 αίτηση και τους από 27-2-2008 προσθέτους λόγους του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6.092/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση των διατάξεων των άρθρων 15 παρ. 1α και 16 παρ. 1α του Ν. 1966/1991. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως και της παρεμπίπτουσας απορριπτικής αιτήματος αναβολής της δίκης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναβολής αίτημα, Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών.
0
Αριθμός 1831/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη) ως αρχαίοτερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θωμά, για αναίρεση της 165/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (που συνεδρίασε στη μεταβατική έδρα της Χαλκίδας. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, (που συνεδρίασε στη μεταβατική έδρα της Χαλκίδας), με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 226/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Απαιτείται να διαλαμβάνεται στην απόφαση η κατ' είδος μνεία των αποδεικτικών μέσων και δεν είναι αναγκαία η αναφορά περί του τι προέκυψε από καθένα από αυτά ούτε να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολόγηση αυτών ώστε η παράλειψή της να καθιστά την απόφαση ελλειπή κατά την αιτιολογία της. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Εξάλλου, η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει τα άλλα. Ειδικά η αυτοψία η οποία διατάσσεται κατά τα άρθρα 180 επ. και 183 επ. ΚΠΔ με τη συνδρομή των εις τις οικείες διατάξεις προϋποθέσεων, από Ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων ή δεν διαφαίνεται ότι το ουσιαστικό περιεχόμενο αυτής εμπεριέχεται στις παραδοχές της αποφάσεως, δεν προκύπτει βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 165/2007 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την κατ' είδος μνεία των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του και κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα επόμενα. "Ο κατηγορούμενος στη θαλάσσια περιοχή ...... Ευβοίας του ΔΣ και του Διευθύνοντος Συμβούλου της Εταιρείας ....., με πρόθεση παρέβη τη διάταξη του άρθρου 24 § 2 του ΑΝ 2344/40, κατά την οποία απαγορεύεται η μεταβολή του αιγιαλού ή της παραλίας με κατασκευή έργου ή με οποιαδήποτε άλλη ενέργεια χωρίς άδεις της αρμόδιας αρχής. Συγκεκριμένα υπό την ως άνω ιδιότητά του, προέβη στην κατασκευή κλιμακοστασίου ανόδου, καταλαμβάνοντας χώρο 23,52 μ και στην υπερύψωση υπαρχόντων πλινθόκτιστων τοιχοποιϊών με δομικό πλέγμα σε παλαιό λιθόκτιστο κτίσμα ιδιοκτησίας της ως άνω εταιρείας και εντός του αιγιαλού της παραπάνω θαλάσσιας περιοχής, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής επιφέροντας μεταβολή του αιγιαλού αυτού. Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της αποδιδόμενης σ' αυτόν κατηγορίας της παραβάσεως του άρθρ. 1 και 24 § 2 του ΑΝ 2340/40, όπως η παρ. 2 αντικ. με το άρθρο 1 § 3 του ΑΝ 263/68 και άρθρ. 29 § 1 του Ν. 2971/2001. Στον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο, πρέπει να του αναγνωριστεί ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της παραπάνω αξιόποινης πράξης αυτός (κατηγορούμενος) έζησε έντιμη ατομική οικογενειακή επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρ. 84 § 2 α' ΠΚ)....". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και αφού ανεγνώρισε σ' αυτόν το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α του Π.Κ του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχτηκε το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 24 παρ.2 του Α.Ν 2344/1940 που εφάρμοσε, την οποία ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως δεν ήταν αναγκαίο, καθώς αναφέρθηκε, να γίνεται συσχέτιση και συγκριτική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων. Εφόσον στο διατακτικό της αποφάσεως περιέχονται με πληρότητα πραγματικά περιστατικά που αρκούν για την υποκειμενική και αντικειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, στην προκείμενη περίπτωση, η ταυτόσημη σχεδόν επανάληψη αυτών και στο σκεπτικό της αποφάσεως αρκεί. Η αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και δεν εξετίμησε α) την από ..... έκθεση αυτοψίας Δ/νσης Χ.Ο.Π και β) την από .....έκθεση αυτοψίας του Λ.Τ Χαλκίδας οι οποίες περιέχονται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη. Τούτο δε, γιατί τα άνω έγγραφα τιτλοφορούμενα ως " εκθέσεις αυτοψίας" δεν είναι το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 178 παρ.εδ β' του ΚΠΔ και το οποίο πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στο αιτιολογικό της αποφάσεως, αφού αυτοψία διενεργεί μόνον ο δικαστής ή ο ανακριτικός υπάλληλος ή ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, όταν ενεργεί προανάκριση (άρθρο 31 ΚΠΔ), πράγμα που δεν συνέβη στην εξεταζομένη περίπτωση. Τα ως άνω έγγραφα, είναι απλά έγγραφα και ως τέτοια ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν. Σε κάθε περίπτωση δε, από τις παραδοχές στο σκεπτικό της αποφάσεως "... στην κατασκευή κλιμακοστασίου ανόδου, καταλαμβάνοντας χώρο 23.52 μ και στην υπερύψωση υπαρχόντων πλινθόκτιστων τοιχοποιϊών με δομικό πλέγμα... ¨", προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα άνω έγγραφα, αφού οι ως άνω παραδοχές του στο σκεπτικό, για την έκταση του καταληφθέντος χώρου και την φύση των κατασκευών, πρόδηλο είναι ότι μόνο από το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών αποδεικνύεται, αφού από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης δεν προκύπτει ότι ειδικώς με τη έκταση και τη φύση των κατασκευών κατέθεσαν οι εξετασθέντες μάρτυρες. Τέλος, αβασίμως παραπονείται ο αναιρεσείων ότι το δικαστήριο δεν αξιολόγησε την αναγνωσθείσα υπ'αριθμ.617/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς. Την απόφαση αυτή ως απλό έγγραφο το δικαστήριο την έλαβε υπόψη του και για την πληρότητα της αιτιολογίας του δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται ειδικώς και σ' αυτό. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως την οποία εφήρμοσε, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-12-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 165/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του άρθρου 24 παρ. 2 ΑΝ 2344/1940. Η επανάληψη στο σκεπτικό, κατά το μέγα μέρος, του διατακτικού δεν καθιστά την αιτιολογία ελλιπή, εάν στο διατακτικά περιέχονται πραγματικά περιστατικά επαρκή για την υποκειμενική και αντικειμενική συγκρότηση του εγκλήματος. Πότε η αυτοψία πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στα αποδεικτικά μέσα τα οποία λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιγιαλού μεταβολή.
0
Αριθμός 1835/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο (ο οποίος ορίσθηκε, προς συμπλήρωση της συνθέσεως, με τη με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Γιαννικόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 8.792/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 587/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 548 του ΚΠΔ, το δικαστήριο μπορεί πάντοτε να ανακαλεί τις προπαρασκευαστικές αποφάσεις του. Τέτοια είναι και η απόφαση του δικαστηρίου περί αναβολής της δίκης κατά το άρθρο 61 του ιδίου κώδικα. Συνεπώς και η απόφαση αυτή είναι ελευθέρως ανακλητή, μπορεί δε να είναι και σιωπηρή, με την έννοια ότι η υπόθεση επανεισάγεται προς συζήτηση και το δικαστήριο ερευνά την υπόθεση χωρίς να εμμείνει στην περί αναβολής απόφασή του, παρεπομένου, εντεύθεν, ότι μετά την επανεισαγωγή της υποθέσεως και την κλήτευση του κατηγορουμένου να παραστεί στην μετ' αναβολή δικάσιμο, τυχόν πρόταση του εισαγγελέα της έδρας για ανάκληση της αναβλητικής αποφάσεως είναι περιττή, το δε δικαστήριο δεν υποχρεούται εκδόσει απόφαση σχετικώς και μάλιστα αιτιολογημένη, πολύ δε περισσότερο να δώσει τον λόγο στον κατηγορούμενο να λάβει θέση, εκτός εάν αυτός επανυποβάλλει το αίτημα αναβολής. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο διότι δεν του δόθηκε ο λόγος μετά την πρόταση του εισαγγελέα για ανάκληση της υπ' αριθμ. 20.570/2006 αναβλητικής αποφάσεως του ιδίου δικαστηρίου και πριν το δικαστήριο χωρήσει στην ανάκληση της αποφάσεως αυτής, και ο δεύτερος λόγος με τον οποίο πλήττεται για έλλειψη αιτιολογίας η παρεμπίπτουσα ανακλητική απόφαση, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν.1882/1990 η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στην καταβολή τριών συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, με καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολής οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές και γ) ενός (1) έτους τουλάχιστον, προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια παραπάνω αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές. Η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/11-9-1997, σύμφωνα με το οποίο: Η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές και γ) ενός (1) τουλάχιστον έτους προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια παραπάνω αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει α) ότι με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, από παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες, πράγμα που συμβαίνει όταν το ύψος της από την άνω αιτία ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές και β) ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139), είναι 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως βεβαίωση των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύει, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : "... ο κατηγορούμενος στην ..... Αττικής στις 30-4-2000 όντας οφειλέτης του Δημοσίου και υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της εδρεύουσας στην Αθήνα εταιρίας με την επωνυμία " ..... " και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ των Ν.1882/1990 και 2523/1997, με πρόθεση παρεβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών που ήσαν βεβαιωμένα σε βάρος του στη ΔΟΥ Α'Αθηνών και η παραβίαση αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται σε δόσεις και ανάγονται στην κατηγορία λοιποί φόροι και χρέη γενικά και δη στις 30-4-2000 δεν κατέβαλε ποσό 28.506.667 δρχ. βεβαιωθέν εις βάρος του στη ΔΟΥ Α'Αθηνών και καταβαλλόμενο σε 6 μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από 29-2-2000, δηλαδή με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής 3 συνεχών δόσεων από 29-2-2000 έως και 29-4-2000.....". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο στο διατακτικό του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών την οποία μετέτρεψε. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, διέλαβε στην απόφασή του την επιβεβλημένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 25 του Ν.1882/1990 την οποία ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρεται στην απόφαση 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής της κάθε δόσης και η χρονική αφετηρία καταβολής κάθε μίας από τις δόσεις και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων ήτοι εκείνων που ήσαν καταβλητέες την 29-2-2000 και την αντίστοιχη ημερομηνία των επομένων μηνών Μαρτίου και Απριλίου 2000. Συνεπώς και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-3-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8.792/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμε-λειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Οι προπαρασκευαστικές αποφάσεις του δικαστηρίου ως είναι και εκείνη με την οποία κατά το άρθρο 61 του ΚΠΔ αναβάλλεται η συζήτηση, ανακαλούνται ελευθέρως. Συνιστά σιωπηρή ανάκληση και η επανεισαγωγή της υπόθεσης σε νέα δικάσιμο, το δε δικαστήριο, δικάζοντας την υπόθεση, δεν υποχρεούται να εκδώσει προηγουμένη παρεμπίπτουσα ανακλητική απόφαση. Εντεύθεν είναι περιττή η πρόταση του εισαγγελέα της έδρας για ανάκληση της αναβλητικής αποφάσεως και δεν δημιουργείται ακυρότητα εκ του λόγου ότι δεν δίδεται ο λόγος στον κατηγορούμενο επί του ζητήματος της ανακλήσεως μετά την εισαγγελική πρόταση. Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο. Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή.
0
Αριθμός 1839/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με τη με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της με αριθμό 67.205/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο το Χ1 που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκιαδόπουλο. Με πολιτικώς ενάγουσα τη Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ασημακόπουλο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό "14" και ημερομηνία "7 Μαρτίου 2008" έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 445/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ. προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου σ' αυτές εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλον, ''γεγονότος'' που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του και είναι ψευδές, ο δε υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Στην έννοια του ''γεγονότος'' εντάσσεται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, εμπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, η οποία προσάπτεται σε ορισμένο πρόσωπο, με συνέπεια να επέρχεται εμφανής υποτίμηση της τιμής ή της υπόληψής του. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος, στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου, του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαία. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένων περιστατικών, στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, η ύπαρξη δηλαδή άμεσου δόλου η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που την δικαιολογούν. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, εν σχέσει με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 67.205/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο κατηγορούμενος Χ1 κηρύχθηκε αθώος της πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως για την οποία είχε διωχθεί. Για να καταλήξει στην απαλλακτική κρίση του, το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο, με μνεία των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Η πολιτικώς ενάγουσα, συνταξιούχος τραπεζικός υπάλληλος και ο κατηγορούμενος γνωρίζονται από πολλά χρόνια. Ο κατηγορούμενος ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "Ναβες ΑΕ", η οποία είχε αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας τις ναυτιλιακές εργασίες, ήταν ευκατάστατος οικονομικά και λόγω των φιλικών σχέσεων με την πολιτικώς ενάγουσα είχε μεταβιβάσει εικονικά θαλαμηγό για φορολογικούς λόγους στο σύζυγο της πολιτικώς ενάγουσας. Ο Γ1 είχε διαλυτήριο πλοίων, συνεργάζετο με τον κατηγορούμενο, από το έτος 1995 αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και ο κατηγορούμενος του συνέστησε την πολιτικώς ενάγουσα για να δανεισθεί χρήματα. Το έτος 1998 η πολιτικώς ενάγουσα δάνεισε στον Γ1, το ποσό των 5.000.000 δρχ. από το οποίο εξόφλησε ποσό 900.000 δρχ. παραμένοντος υπολοίπου 4.100.000 δρχ. Για την εξασφάλιση του χρέους αυτού εκδόθηκαν πέντε συναλλαγματικές ποσών 1.000.000, 1.000.000, 1.000.000, 500.000, 590.000 δρχ. και με ημερομηνίες λήξεως αντίστοιχα 25-1-2000, 25-2- 2000, 28-3-2000, 30-4-2000 και 30-5-2000 αποδοχής του Γ1, εκδόσεως του κατηγορουμένου. Τις συναλλαγματικές αυτές εξέδωσε ο κατηγορούμενος ως εγγυητής στη σχέση δανείου μεταξύ ενάγουσας και Γ1, αφού εγγυήθηκε την επιστροφή του δανείου από τον τελευταίο. Η πέμπτη συναλλαγματική, ποσού 590.000 δρχ., έκδοσης 20-12-1999 και λήξης 30-5-2000, εκδόθηκε από την ίδια την πολιτικώς ενάγουσα σε διαταγή της και την αποδέχθηκε την ίδια ημέρα ο Γ1 στα πλαίσια της μεταξύ τους σύμβασης δανείου. Όλες οι συναλλαγματικές αυτές παραδόθηκαν, στη συνέχεια, από την πολιτικώς ενάγουσα στην ομόρρυθμη εταιρεία "..... Ο.Ε.", η οποία έχει αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας την πώληση επίπλων, με την οποία η πολιτικώς ενάγουσα, ισχυρίζεται ότι είχε εμπορική συναλλαγή. Ουδέν όμως αποδεικτικό οποιοσδήποτε συναλλαγής προσκομίζει (όπως π.χ. τιμολόγιο, δελτίο αποστολής ή κάποια έγγραφη απόδειξη). Η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται ιδιαίτερα α) από τη σαφή κατάθεση του Γ1 ο οποίος ρητά καταθέτει ότι δανείσθηκε με τόκο μεγαλύτερο του δικαιοπρακτικού από την πολιτικώς ενάγουσα και ότι η αναγραφή του ονόματος του κατηγορουμένου στις συναλλαγματικές ήταν εγγυητική, β) από το ότι η πολιτικώς ενάγουσα ουδέν αποδεικτικό μέσο προσκομίζει για συναλλαγές 5.000.000 δραχμών για αγορά επίπλων. Περαιτέρω σαφής είναι η κατάθεση του Γ1 και ότι ελάμβανε τα χρήματα από την πολιτικώς ενάγουσα από την τράπεζα στην οποία εργαζόταν. Για το αναφερθέν από τον κατηγορούμενο ότι η πολιτικώς ενάγουσα δάνειζε με τόκο 4% μηνιαίως και ότι η πολιτικώς ενάγουσα έφερνε προσκόμματα στο νόμιμο τραπεζικό δανεισμό, καταλείπονται αμφιβολίαι στο Δικαστήριο για την αλήθεια ή αναλήθεια αυτών. Δεδομένης όμως της πληροφόρησης που είχε ο κατηγορούμενος από τον Γ1 και για τα πραγματικά περιστατικά για τα οποία δεναποδείχθηκε η αλήθεια ή αναλήθεια τους, δεν προέκυψε πρόθεση συκοφαντικής δυσφήμησης εκ μέρους του κατηγορουμένου. Αλλά και ούτε πρόθεση απλής δυσφήμησης προέκυψε, ούτε πρόθεση εξύβρισης εκ μέρους του κατηγορουμένου επομένως πρέπει να κηρυχθεί αθώος και συνακόλουθα το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος αναβολής της υπόθεσης για κρείσσονες αποδείξεις". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στην προκείμενη περίπτωση είναι ασαφής και αντιφατική. Ειδικότερα για το γεγονός το οποίο φέρεται ότι διέδωσε εις βάρος της πολιτικώς εναγούσης ο κατηγορούμενος ότι δηλαδή αυτή δάνειζε με τόκο 4% μηνιαίως και ότι έφερνε προσκόμματα στο νόμιμο τραπεζικό δανεισμό, δέχεται το δικαστήριο ότι υπάρχουν αμφιβολίες για την αλήθεια ή αναλήθεια των γεγονότων αυτών και κατ' ακολουθία δεν προέκυψε πρόθεση του κατηγορουμένου για συκοφαντική δυσφήμηση. Εφόσον όμως δέχεται ισχυρισμό-διάδοση των γεγονότων από τον κατηγορούμενο, η άνω κρίση του περί της αμφιβολίας ως προς την αλήθεια ή μη των γεγονότων αυτών είναι κρίση ενδοιαστική, με αποτέλεσμα, ενώ με τις παραδοχές αυτές αποκλείει την εφαρμογή των διατάξεων περί απλής δυσφήμησης και της εξύβρισης, στη συνέχεια αντιφάσκει δεχόμενο ανυπαρξία πρόθεσης για τα τελευταία αυτά αδικήματα, την έλλειψη της οποίας μάλιστα ουδόλως αιτιολογεί. Με τα δεδομένα αυτά, οι λόγοι αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβάσεως της διατάξεως του άρθρου 363 του Π.Κ που καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο του δικαστηρίου για την ορθή εφαρμογή του νόμου (ως εκτιμώνται), είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρ. 519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 67.205/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αθωωτική απόφαση για συκοφαντική δυσφήμηση. Δεκτή αναίρεση του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου για ελλιπή αιτιολογία και εκ πλαγίου παράβαση.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Δυσφήμηση συκοφαντική, Απόφαση αθωωτική.
2
Αριθμός 1841/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ορισθέντα με την 57/1.4.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Βασιλειάδου, περί αναιρέσεως της ΒΤ6633/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31.12.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 197/2008. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Επειδή, κατά μεν την παρ. 1 του αρ. 1 του α.ν. 86/1967, τιμωρείται, με τις στην διάταξη αυτή οριζόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγόμενους κάθε φύσης Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους παραπάνω Οργανισμούς εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 της προδιαληφθείσας διάταξης, τιμωρείται, για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη προβλεπόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων, με σκοπό να τις αποδώσει στους ανωτέρω κατά την παρ. 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους Οργανισμούς τούτους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι προς στοιχειοθέτηση του μη γνησίου εγκλήματος παράλειψης της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών απαιτείται να προσδιορίζεται η οφειλή του υπόχρεου, η ιδιότητα αυτού ως εργοδότη, που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που τον βαρύνουν ατομικώς, καθώς και εκείνων που προέρχονται από παρακράτηση υπό τούτου των βαρυνουσών εργατικών εισφορών και η μη καταβολή τους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τον Ασφαλιστικό Οργανισμό, στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό, ενώ, ως χρόνος καταβολής των τοιούτων εισφορών και συγκεκριμένα προς το ΙΚΑ ορίζεται, κατά μεν το αρ. 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, κατά δε το αρ. 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, το ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει προς το ΙΚΑ τις εισφορές μέχρι το τέλος του επόμενου από τον ορισθέντα χρόνο μηνός. Από τα προπαρατεθέντα προκύπτει, ότι δεν αποτελεί στοιχείο προς θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από το αρ. 1 παρ. 1 και αρ. 2 του α.ν. 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί και πόσον χρόνο εργάσθηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ουκ οι τακτικές αποδοχές καθενός εξ αυτών. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που συμπλέκεται αμέσως με τοχρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό, κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, συνδυαζόμενο με το διατακτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθ. ΒΤ-6633/2007 αποφάσεώς του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, δικάζοντας ως Εφετείο, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των εις την απόφασή του αυτή αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων τα εξής: "Ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών, διότι στο .... την 19.3.2002, ενώ ήταν εργοδότης (διαχειριστής) εταιρείας με την επωνυμία ..... ΕΠΕ που εκτελούσε εθνικές μεταφορές και έχοντας απασχολήσει κατά την χρονική περίοδο από 3/00 έως ΔΧ 01, στην επιχείρησή του 32 μισθωτούς, με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, σε Οργανισμό, δηλαδή, Κοινωνικής Ασφάλισης, υπαγόμενο στο Υπουργείο Εργασίας και τώρα στο Υπουργείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές 148.835,80 ευρώ μέσα σε 30 ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, υπέπεσε στις παρακάτω αξιόποινες πράξεις: 1) έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ποσού 99.223,87 ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίον οι εισφορές έγιναν απαιτητές και 2) έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (εργατικές), ποσού 49.611,93 ευρώ, με σκοπό να τις αποδώσει στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές και κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση, όπως αναλυτικά στο διατακτικό αναφέρεται. Στην ΠΕΕ οι 3238 αναγράφονται 32 μισθωτοί με σύνολο αποδοχών 299.826,12 ευρώ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο των ως άνω πράξεων και επέβαλε εις αυτόν ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και χρηματική ποινή 1000 ευρώ για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή 1500 ευρώ. Με αυτά που εδέχθη το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην πληττομένη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα απ' αυτό προμνησθέντα περιστατικά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 86/19 και 375 παρ. 1 ΠΚ που εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλειπών ή αντιφατικών αιτιολογιών. Ειδικότερα, αναφέρεται στην πληττομένη απόφαση το ύψος των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών, ο εργοδότης που απασχόλησε τους μισθωτούς με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί, εκ του οποίου αναγκαίως εξάγεται και ο χρόνος τελέσεως των πράξεων, κατά τα προαναπτυχθέντα, μη απαιτουμένης ειδικότερης αναφοράς του χρόνου τελέσεως των μερικοτέρων πράξεων, η οποία (αναφορά τελέσεως) είναι αναγκαία όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα εξαλείψεως του αξιοποίνου λόγω παραγραφής, γεγονός το οποίο δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του ότι, με οποιαδήποτε εκδοχή, ο χρόνος τελέσεώς τους δεν τοποθετείται πριν από το τέλος του επομένου του Μαρτίου 2000 μηνός και συνεπώς, κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό, δεν είχε παρέλθει οκταετία, ο ασφαλιστικός οργανισμός (ΙΚΑ) στον οποίο ήταν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί και η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως εργοδότη από την οποία (ιδιότητα ως εργοδότη) απορρέει και η υποχρέωσή του για την καταβολή των εισφορών. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, τόσο για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσο και για έλλειψη νομίμου βάσεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ), είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙ. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1γ του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων που αφορούν την κίνηση της ποινικής διώξεως. Κατά δε το άρθρο 173 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορούν να προτείνονται έως ότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο, ενώ κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ. 1 και 2, ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος στο ακροατήριο που δεν προτάθηκε από τον κατηγορούμενο που εμφανίσθηκε, καλύπτεται. Κατά το άρθρο 176 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, συνάγεται ότι, προταθείσα δι' ενστάσεως η απόλυτη ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κριθείσα δε και απορριφθείσα, καλύπτεται δια της κρίσεως επ' αυτής, ώστε η επαναφορά του ζητήματος ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έχει ανάγκη λόγου εφέσεως κατά της πρωτόδικης απορριπτικής αποφάσεως. Τέλος, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 3 ΚΠοινΔ, κατά τη, μετά από αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης για νέες αποδείξεις, δικάσιμο, η υπόθεση συζητείται εκ νέου, καθ' ολοκληρίαν, από την αρχή. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο συνεπεία ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, καθώς και της κλήσης του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις οποίες αυτός προέβαλε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με σχετική έγγραφη δήλωση της πληρεξουσίας του δικηγόρου, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης. Ότι το δικαστήριο, κατά την αρχική δικάσιμο της 12.10.2007, που είχε προσδιοριστεί να συζητηθεί η υπ' αριθ. 479/8.3.2006 έφεσή του κατά της υπ' αριθ. 3959/2.3.2004 αποφάσεως του πρωτόδικου δικαστηρίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης (έφεσης) για νέες αποδείξεις, στη δικάσιμο της 6.12.2007, κατά την οποία όμως αυτός δεν εμφανίσθηκε και δικάστηκε ωσεί παρών και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δεν απήντησε στους ως άνω ισχυρισμούς του. Ανεξάρτητα από τη μη νόμιμη υποβολή των ως άνω ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, αφού η επαναφορά του ζητήματος της ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και της ακυρότητας της κλήσης του στο ακροατήριο έπρεπε να προβληθούν με σχετικό λόγο έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, η μη εμφάνισή του στην μετ' αναβολή συζήτηση της έφεσής του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την οποία, όπως προαναφέρθηκε, η υπόθεση συζητείται εκ νέου, καθ' ολοκληρίαν, από την αρχή, δεν σημαίνει και νόμιμη επαναφορά ισχυρισμών που προβλήθηκαν στην αρχική εκδίκαση, αλλά εκ νέου προβολή τους από τον ενδιαφερόμενο κατηγορούμενο, κάτι το οποίο δεν έλαβε χώρα, συνεπεία της μη εμφάνισής του. Συνεπώς, ο λόγος αυτός, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στ. Β' ΚΠοινΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων, που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος από τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, που είναι σχετικές με το αποδεικτικό μέσο. Και ναι μεν δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά το περιεχόμενο των εγγράφων, που έχουν αναγνωσθεί, πλην όμως είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτά τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται το έγγραφο αυτό, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου που αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη, γιατί διαφορετικά παραβιάζονται οι παραπάνω διατάξεις που επιβάλλουν την ανάγνωση των εγγράφων στο ακροατήριο και τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, η μη ανάγνωση και η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας εγγράφων, τα οποία υπάρχουν στην δικογραφία ή προσκομίζονται από τον κατηγορούμενο ή η ανάγνωσή της προβλέπεται από το νόμο, δεν ιδρύει τους από το άρθρο 510 παρ. 1 Α' και Β' ΚΠοινΔ λόγους αναίρεσης για ακυρότητα της διαδικασίας, εκτός αν ο κατηγορούμενος ζήτησε την ανάγνωση των εγγράφων αυτών και το Δικαστήριο παρέλειψε ή αρνήθηκε να τα αναγνώσει, οπότε υπάρχει έλλειψη ακρόασης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, το μόνο έγγραφο που αναγνώσθηκε ήταν η πρωτόδικη απόφαση, η οποία πλήρως εξατομικεύεται, ουδενός δε άλλου εγγράφου ζητήθηκε η ανάγνωση. Το γεγονός ότι υπήρχαν στο φάκελλο της δικογραφίας διάφορα έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στην αρχική δικάσιμο της έφεσής του, την 12.10.2007, οπότε και αναβλήθηκε η συζήτηση κατ' άρθρον 352 παρ. 3 ΚΠοινΔ, δεν δημιουργεί, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, υποχρέωση στο Δικαστήριο να τα αναγνώσει, κατά τη νέα συζήτηση, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι, συνεπεία της μη εμφάνισης του αναιρεσείοντος στην μετ' αναβολή συζήτηση της υπόθεσης, δεν υποβλήθηκε και σχετικό αίτημα ανάγνωσης. Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται ότι δεν προκύπτει η ταυτότητα του αναγνωσθέντος από το δικαστήριο εγγράφου, είναι αβάσιμος, κατά δε, το δεύτερο μέρος του, που υποστηρίζεται ότι δεν αναγνώσθηκαν τα έγγραφα που αυτός (αναιρεσείων) είχε προσκομίσει στην αρχική δικάσιμο της έφεσής του, είναι απαράδεκτος. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 2/2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. ΒΤ 6633/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση ΑΝ 86/67. Λόγοι αναίρεσης: α) Έλλειψη αιτιολογίας, β) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, γ) Ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος πότε και πως προτείνεται, δ) Ακυρότητα από τη λήψη εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, ε) Ακυρότητα από μη ανάγνωση εγγράφων που υπάρχουν στη δικογραφία.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
0
Αριθμός 1828/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Χαράλαμπο Δημάδη (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων: 1) Χ1, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο και 2) Χ2, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1032/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο το Χ3. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Νοεμβρίου 2007 και 7 Δεκεμβρίου 2007 αιτήσεις τους, αναιρέσεως, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 113/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου με αριθμό 105/25.02.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., τις με αριθμό 26 από 26-11-2007 και 30 από 7-12-2007 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, αντιστοίχως, για αναίρεση του υπ'αριθμόν 1032/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, δια του οποίου απορρίφθηκαν κατ'ουσίαν οι υπ'αριθμόν 3/2.4.2007 και 4/3.4.1997 εφέσεις αυτών, αντιστοίχως, κατά του υπ'αριθμόν 13/12-3-2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κιλκίς, το οποίο τις παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς, για κακουργήματα, Εφετείου Θεσσαλονίκης για να δικαστούν η μεν πρώτη για απάτη σε βαθμό κακουργήματος, η δε δεύτερη για ηθική στη πράξη αυτή αυτουργία και εκθέτω για κάθε μία χωριστά, τα ακόλουθα: Ι) 'Οσον αφορά στην υπ'αριθμό 26 από 26-11-2007 αίτηση της Χ1: Η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και περιέχει συγκεκριμένους λόγους και δη την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και της απόλυτης ακυρότητας, ασκήθηκε δε από τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας Ηλία Τσούπη του Σταύρου, δικηγόρο Θεσσαλονίκης, δυνάμει του υπ'αριθμόν ...... γενικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Κατερίνης Ελένης Λεοντιάδου, στο οποίο δίνεται και η ειδική εξουσιοδότηση να ασκήσει το άνω ένδικο μέσο. Από τις διατάξεις του άρθρου 465 παρ. 1 Κ.Π.Δ., το οποίο προβλέπει μεταξύ άλλων την άσκηση ενδίκου μέσου από αντιπρόσωπο και ιδιαίτερα από το ότι ορίζει α) ότι το ένδικο μέσο μπορεί να ασκηθεί και μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 και β) ότι το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση, σαφώς προκύπτει ότι η εντολή προς τον αντιπρόσωπο για την άσκηση ενδίκου μέσου, πρέπει να υπάρχει κατά τη στιγμή που αυτός υπογράφει τη σχετική έκθεση, η έλλειψή της δε κατά τον χρόνο τούτον, δεν αναπληρώνεται με τη μεταγενέστερη χορήγησή της. Η διάταξη του άρθρου 465 παρ. 1 εδ. γ' κατά την οποίαν το πληρεξούσιο μπορεί να προσκομισθεί στο γραμματέα, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο, μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή του στις περιπτώσεις άσκησης ενδίκου μέσου κατά βουλεύματος, καθώς και κατά αποφάσεως, όταν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία τους, δεν καθιερώνει εκ των υστέρων έγκριση του ενδίκου μέσου που ασκήθηκε χωρίς εντολή, αλλά προσδιορίζει το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο, κατά τις ανωτέρω περιπτώσεις, πρέπει να προσκομισθεί στο γραμματέα το πληρεξούσιο που υπάρχει κατά την άσκηση του ενδίκου μέσου. 'Ετσι, συγκεκριμένα, αν το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκηθεί από αντιπρόσωπο χωρίς εντολή, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., χωρίς άλλη έρευνα, αφού δεν είναι νοητή επίκληση στη περίπτωση αυτή, ούτε ανώτερης βίας προς δικαιολόγηση της έλλειψης πληρεξουσιότητας. Στη προκειμένη περίπτωση την αίτηση αναιρέσεως κατά του υπ'αριθμ. 1032/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης άσκησε ενώπιον του Γραμματέα του άνω Εφετείου την 26 Νοεμβρίου 2007 ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Ηλίας Τσούπης, ως εκπρόσωπος της άνω κατηγορουμένης, χωρίς κατά την άσκησή της να έχει σχετική εντολή, η οποία του χορηγήθηκε μεταγενεστέρως και συγκεκριμένα την 30 Νοεμβρίου 2007 με το άνω πληρεξούσιο. Κατόπιν αυτού η αίτηση αναιρέσεως είναι και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. ΙΙ) 'Οσον αφορά στο υπ'αριθμόν 30/7-12-2007 έκθεση αναιρέσεως της Χ2. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε εμπροθέσμως από κατηγορούμενο και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παρεπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένους λόγους, της απόλυτης ακυρότητας του άρθρου 171 παρ. 1 ΚΠΔ και της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' και δ' ΚΠΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι, οι οποίοι συνίστανται, όπως αναφέρονται στην αίτηση στο ότι: Α) ελήφθησαν υπόψη του Δικαστικού Συμβουλίου και αξιοποιήθηκαν αποδεικτικά μαρτυρικές καταθέσεις οι οποίες δόθηκαν από την αναιρεσείουσα πριν αυτή αποκτήσει την ιδιότητα της κατηγορουμένης, κατά το στάδιο διενεργηθείσας διοικητικής εξετάσεως και ούτω παραβιάστηκε το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης αυτής, το οποίο συνιστά ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη Β) Δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που θεμελιώνουν την υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος ούτε δικαιολογούν επαρκώς την έννοια της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης του άνω αδικήματος ώστε να δικαιολογείται ο κακουργηματικός χαρακτήρας της διωκομένης πράξεως. Επειδή κατά το άρθρο 105 Κ.Π.Δ., όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του Ν. 2408/1996, όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 2 Κ.Π.Δ., η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104, η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα άλλα εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31. Στο δεύτερο αυτό εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31 Κ.Π.Δ., που αναφέρεται στην προκαταρκτική εξέταση, ορίζεται ότι "αν όμως έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας". Με την αντικατάσταση αυτή του άρθρου 105 Κ.Π.Δ. με το Ν. 2408/1996 σκοπήθηκε, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση, να τερματισθεί το απαράδεκτο καθεστώς της παραβιάσεως των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης, που συνίσταται κυρίως στην απαγόρευση της επικοινωνίας του με το συνήγορο πριν από την εξέτασή του ως "μάρτυρα" γεγονός που θάλπει, κατά τη κοινή πείρα, τη πρακτική αυθαίρετων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δημιουργεί αρνητική προδιάθεση σε βάρος των αστυνομικών οργάνων. 'Ετσι με τη πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθίσταται πλέον υποχρεωτικό εκείνος που έχει συλληφθεί ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στη πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση χωρίς προηγουμένη παραγγελία του Εισαγγελέα, να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για τον κατηγορούμενο, ώστε να αποκλείεται το τέχνασμα της "μαρτυροποίησης" και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ με τη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη που έχει συλληφθεί ή του υπόπτου, είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Επειδή ναι μεν η διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 εδ. β' Κ.Π.Δ. δεν απαγγέλλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής, η οποία μετά την ισχύ του Ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με τη προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, εφόσον μετά τη λήψη αυτών στο ανακριτικό στάδιο προέκυψαν τυχόν ενδείξεις ενοχής κατά του προσώπου που κατέθεσε αρχικώς ως μάρτυρας, ως δράστη της διωχθείσας πράξεως. Όμως, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Συμβουλίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Π.Δ., δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' και 481 παρ. 1 περ. β' Κ.Π.Δ. διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη, που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Π.Δ. να αρνηθεί τη κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που έχει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μη εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά τη κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιον είχε καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής (Ολομ. ΑΠ 1/2004 ΠΧ ΝΕ/2005 σελ. 113). Εξ'άλλου έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν δεν εκτίθενται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήχθησαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήχθησαν αυτά στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για το δόλο όμως που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 Π.Κ. προς θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 Π.Κ. στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη της ειδικής αιτιολογίας, διότι ενυπάρχει στη παραγωγή των περιστατικών αυτών και προκύπτει από αυτήν (ΑΠ. 1134/2002 Π.Χ. ΝΓ/2003 σελ. 403). Στη προκειμένη υπόθεση, με το υπ'αριθμόν 13/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κιλκίς η αναιρεσείουσα παραπέμφθηκε ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς, για κακουργήματα, Εφετείου Θεσσαλονίκης για να δικαστεί για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε βαθμό κακουργήματος σε κακουργηματική απάτη όπως η πράξη αυτή περιγράφεται στο διατακτικό του βουλεύματος. Η κρίση αυτή του συμβουλίου στηρίχθηκε "στα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν στο στάδιο της κύριας ανάκρισης και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα (ιδίως τις πορισματικές αναφορές του ΣΔΟΕ Δ/νσης Αττικής) σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων". Στο πληττόμενο βούλευμα 1032/2007 του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και δη στην εισαγγελική πρόταση στην οποία και αναφέρεται το Συμβούλιο Εφετών εκτίθεται ότι ".....από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα (και ιδίως από τις .... και ..... πορισματικές αναφορές του Σώματος Δ.Ο.Ε., Δ/νσης Αττικής) σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων που προσήλθαν και απολογήθηκαν, προέκυψαν και κατά τη κρίση μας (σε βαθμό επαρκών ενδείξεων) τα πραγματικα περιστατικά που στοιχειοθετούν τις προεκτεθείσες κατηγορίες.....". Επίσης στη σελίδα 13 του αναιρεσιβαλλομένου βουλεύματος και όσον αφορά στα αδικήματα της ηθικής αυτουργίας στην απάτη που βαρύνει την αναιρεσείουσα αναφέρεται ότι "Από τις πορισματικές αναφορές του ΣΔΟΕ Αττικής και τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για τη πράξη της ηθικής αυτουργίας στην απάτη.....". Εκ των ανωτέρω παρατηρούμε ότι μεταξύ των αποδεικτικών μέσων και των δύο ως άνω βουλευμάτων που αλληλοσυμπληρώνονται περιλαμβάνονται και οι πορισματικές εκθέσεις του ΣΔΟΕ. Όμως για τη συγκρότηση των πορισμάτων αυτών χρησιμοποιήθηκαν και οι ένορκες εξετάσεις της αναιρεσείουσας, η οποία εξετάστηκε ως μάρτυρας επί της υποθέσεως, πριν όμως αποδοθεί εις βάρος της ποινική κατηγορία. 'Ετσι λοιπόν και βάσει των άνω αναφερομένων στην απόφαση της Ολομέλειας του Α.Π. ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα που επικαλείται η αναιρεσείουσα είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Εκτός των ανωτέρω το πληττόμενο βούλευμα δέχεται ότι "ο ρόλος της Χ2 ήταν επίσης ουσιαστικός και συντονιστικός. Η ανωτέρω γνώριζε για τη λειτουργία του κεφαλαίου και βοηθούσε στην ενημέρωση των ανά την Ελλάδα μεσιτών-πρακτόρων... κατείχε διευθυντικές θέσεις (στη Τηρέας ΑΕ Αντιπρόεδρος και αναπληρώτρια εκπρόσωπος του ...., στην .... εκπρόσωπος). Στο πρωτόδικο βούλευμα αναφέρεται ότι στη κρινομένη υπόθεση είχε καθοριστικό ρόλο καθόσον παρουσιάστηκε με τον ...... ως μεσάζοντες στη κατάρτιση επενδυτικού προγράμματος. Ωσαύτως στο πληττόμενο βούλευμα αναλύεται η κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση των διωκομένων εγκλημάτων, ώστε να υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δι'ους λόγους πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός της αναιρέσεως ως ουσία αβάσιμος. Παρεπιμπτόντως σημειώνομε ότι το εάν οι διενεργήσαντες τη προανάκριση υπάλληλοι του ΣΔΟΕ είναι πτυχιούχοι ή όχι ουδεμία επιρροή έχει στην υπό κρίση υπόθεση. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω και μόνο για τους παραπάνω αναφερομένους λόγους της απόλυτης ακυρότητας πρέπει να αναιρεθεί το πληττόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Π ρ ο τ ε ί ν ω 1) να γίνει δεκτή εν μέρει η υπ'αριθμόν 30/7-12-2007 αίτηση της Χ2, να αναιρεθεί το υπ'αριθμόν 1032/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. 2) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμόν 26 από 26-11-2007 αίτηση της Χ1 και να επιβληθούν σ'αυτήν τα έξοδα. Αθήνα 19 Φεβρουαρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΚυριάκος Καρούτσος" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της πρώτης αναιρεσείουσας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι υπό κρίση αυτοτελείς αιτήσεις α) υπ' αριθμ. 26/26-11-2007 της κατηγορουμένης Χ1, και β) υπ' αριθμ. 30/7-12-2007 της κατηγορουμένης Χ2, για αναίρεση του 1032/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, πρέπει να συνεξεταστούν. Α) Επί της αναιρέσεως της Χ1 Επειδή από το συνδυασμό των άρθρων 42 παρ. 2, 96 παρ. 2 και 465 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι για το παραδεκτό της ασκήσεως ενδίκου μέσου δι' αντιπροσώπου, απαιτείται να υπάρχει, κατά το χρόνο ασκήσεως του, σχετική προς τούτο εντολή, η οποία να έχει δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση, με βεβαιωμένη τη γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική, κοινοτική αρχή ή δικηγόρο και να προσαρτάται το πληρεξούσιο έγγραφο ή το επικυρωμένο αντίγραφο του στη σχετική έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά του υπ' αριθμ. 1032/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση της αναιρεσείουσας κατά του 13/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κιλκίς που παρέπεμψε αυτή στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης προκειμένου να δικαστεί για κακουργηματική απάτη κατά συναυτουργία, ασκήθηκε με δήλωση στο Γραμματέα του δικαστηρίου, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, η οποία έγινε για λογαριασμό και επ' ονόματι της αναιρεσείουσας από το δικηγόρο Θεσσαλονίκης Ηλία Τσούπη, ως πληρεξούσιος εκείνης την 26.11.2007 και συντάχθηκε η ταυτόχρονη έκθεση που φέρει τον αριθμό 26. Όμως κατά το χρόνο ασκήσεως του ως άνω ενδίκου μέσου δεν υπήρχε η σχετική εντολή προς τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο αφού το .... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Κατερίνης Ελένης Λεοντιάδου που του δίνει τη σχετική εντολή και επισυνάπτεται στην ως άνω έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου είναι μεταγενέστερο (30-11-2007) του χρόνου ασκήσεως (26-11-2007) αυτού. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1 ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Β) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως της Χ2 Επειδή, όπως προκύπτει από την ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης συνταχθείσα υπ' αριθμ. 30/7-12-2007 έκθεση, που διαλαμβάνει την δια του πληρεξουσίου δικηγόρου δήλωση της κατηγορουμένης για άσκηση αναιρέσεως κατά του υπ' αριθμ. 1032/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, η αναιρεσείουσα περιέλαβε σ'αυτήν τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της έλλειψης αιτιολογίας όσον αφορά την απόρριψη του λόγου της έφεσης της κατά του 13/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κιλκίς περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας διότι στα αποδεικτικά μέσα που αυτό έλαβε υπόψη του περιλαμβάνονται και οι πορισματικές εκθέσεις του ΣΔΟΕ για τη συγκρότηση των οποίων χρησιμοποιήθηκαν και οι ένορκες εξετάσεις της αναιρεσείουσας πριν αποδοθεί εις βάρος της ποινική κατηγορία. Επί του προαναφερόμενου λόγου δεν υπήρξε οποιαδήποτε πρόταση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και συνεπώς το Δικαστήριο τούτο πρέπει να απόσχει να αποφανθεί επί της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, μέχρι την υποβολή, κατά τη νέα εκδίκαση της υποθέσεως, που θα ορισθεί αρμοδίως, σχετικής εισαγγελικής προτάσεως για τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως (άρθρα 32 και 138 του Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμ. 26/26-11-2007 αίτηση της Χ1 , για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1032/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Απέχει να αποφανθεί επί της υπό κρίση αιτήσεως της Χ2 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1032/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, μέχρι την υποβολή εισαγγελικής προτάσεως επί του αναφερόμενου στο σκεπτικό λόγου αναιρέσεως.- Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη αίτηση αναίρεσης διότι δεν υπήρχε κατά το χρόνο ασκήσεώς της σχετική εντολή.
Πληρεξουσιότητα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πληρεξουσιότητα.
1
Αριθμός 1827/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Παπανικολάου, περί αναιρέσεως της 2555/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαΐου 2007 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 26 Νοεμβρίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1113/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του ισχύοντος κατά το χρόνο τέλεσης της ένδικης πράξης Ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος" λαθρεμπορία είναι: α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλο παρά τον ορισμένο απ' αυτής τόπο ή χρόνο και β) κάθε οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο, από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν απ' αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο και τόπο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία θεωρείται και η αγορά, πώληση ή κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή έχουν τεθεί σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το παραπάνω αδίκημα (εδαφ. θ'). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό ή εισπραττόμενο στο τελωνείο τέλος, φόρο ή δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του κράτους χωρίς τη γραπτή άδεια της τελωνειακής αρχής. Υποκειμενικώς δε, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, ειδικότερα στην περίπτωση της κατοχής του λαθρεμπορεύματος, απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που κατέχει, με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την παραπάνω έννοια, καθώς και στη θέληση να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο εισαγωγικό δασμό, φόρο, τέλος ή δικαίωμα. Περαιτέρω, ως προς την ποινική μεταχείριση του δράστη, στο άρθρο 102 παρ. 1 στοιχ. Β' εδαφ. δ' ορίζεται ότι επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους εάν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Με το Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας" η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2002 (άρθρο 185), καταργήθηκε ο Ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κώδικος". Οι αντίστοιχες δε προς τις παραπάνω διατάξεις είναι οι διατάξεις των άρθρων 155 παρ. 1, 2 περ. ζ', οι οποίες ορίζουν τι είναι λαθρεμπορία και των άρθρων 157 και 160 παρ. 1-2 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, οι οποίες προβλέπουν για τον ένοχο λαθρεμπορίας τις αυτές με τις ίδιες διακρίσεις ποινές φυλακίσεως. ΙΙ.- Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 ''περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία'', όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, ορίζονται τα επόμενα. "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών (παρ. 1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ. 2). Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υποχρέου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται πλαστό, επίσης, το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού, είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου (παρ. 3). Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας (παρ. 4). ΙΙΙ.- Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό με συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Η Εταιρία με την επωνυμία "Πειραϊκή - Πετρελαϊκή ΑΕ" έχει έδρα τον Πειραιά και σκοπό, για την επίτευξη του οποίου λειτουργούσε, την εμπορία υγρών "καυσίμων και λιπαντικών. Σε έλεγχο που διενεργήθηκε στην έδρα της επιχείρησης από υπαλλήλους του ΣΔΟΕ της Περιφερειακής Διεύθυνσης Αττικής στις 28-3-2001, με βάση την .... εντολή του αρμόδιου Προϊσταμένου της παραπάνω υπηρεσίας, κατεσχέθη μεγάλος αριθμός τιμολογίων - δελτίων αποστολής εκδόσεως της ".... ΕΠΕ" που εδρεύει στα ...... Βοιωτίας και είχε ως σκοπό, κατά το καταστατικό της, την εμπορία υγρών καυσίμων. Λήπτης των φορολογικών αυτών στοιχείων, που είχαν καταχωρηθεί στα επίσημα βιβλία της και αφορούσαν πωλήσεις μεγάλων ποσοτήτων πετρελαίου κίνησης, ήταν η "Πειραϊκή - Πετρελαϊκή Α.Ε.", Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της οποίας από 25-1-2000 ήταν ο εκκαλών κατηγορούμενος. Επειδή στους υπαλλήλους που διενεργούσαν τον έλεγχο δημιουργήθηκαν υπόνοιες ότι επρόκειτο για εικονικά τιμολόγια, κυρίως επειδή δεν ήταν θεωρημένα και οι αριθμοί τους ήταν συνεχόμενοι, τα στοιχεία αυτά κατασχέθηκαν και συντάχτηκε σχετική έκθεση κατάσχεσης. Κατά τον παραπάνω έλεγχο στις εγκαταστάσεις της ελεγχόμενης εταιρίας παρευρισκόταν ο Γ1, ο οποίος δήλωσε ότι η εκδότρια των φορολογικών στοιχείων εταιρία ανήκει στους γονείς του . Στις 18-5-2001 ο Γ1, που είχε υποσχεθεί στους υπαλλήλους ότι θα προσκόμιζε τα αναγκαία για τον έλεγχο στοιχεία της εταιρίας "...... ΕΠΕ", προσκόμισε τα στοιχεία που βρέθηκαν στην έδρα της τελευταίας επιχείρησης, από τα οποία, αλλά και από στοιχεία που ζητήθηκαν και απεστάλησαν από την αρμόδια ΔΟΥ, προέκυψε ότι η επιχείρηση αυτή εμφάνιζε για το έτος 1999 ακαθάριστα έσοδα 1.431.924.269 δραχμών και υπερέβαινε το όριο του ενός δισεκατομμυρίου (1.000.000.000) δραχμών που είχε οριστεί με την ΑΥΟ Πολ 1105/6-5-1999 για την έκδοση αθεώρητων φορολογικών στοιχείων, δεν συνέτρεχε όμως αθροιστικά και η άλλη αναγκαία προϋπόθεση απαλλαγής από τη θεώρηση των φορολογικών στοιχείων της απασχόλησης προσωπικού πέραν των 50 προσώπων, αφού στις οριστικές δηλώσεις φόρου μισθωτών υπηρεσιών που είχαν υποβληθεί για το έτος 1999, φερόταν να απασχολεί δύο (2) πρόσωπα. Στοιχεία ότι είχαν μεταβληθεί οι προϋποθέσεις αυτές για το έτος 2000, δεν προσκομίστηκαν και δεν αποδείχτηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την έκδοση εκ μέρους της ".....ΕΠΕ" αθεώρητων φορολογικών στοιχείων. Στις 31-5-2001 και μετά από εντολή του αρμόδιου προϊσταμένου του, συνεργείο υπαλλήλων του ΣΔΟΕ διενέργησε έλεγχο στις εγκαταστάσεις της "...... ΕΠΕ" στη θέση ...., στα ..... Βοιωτίας, όπου βρέθηκαν 14 υπόγειες δεξαμενές πετρελαίου, οι με αριθμ. 1 έως 7 για πετρέλαιο θέρμανσης και οι υπόλοιπες (αριθμ. 8 έως 14) για πετρέλαιο κίνησης, οι οποίες, ως κτιριακές εγκαταστάσεις, ανήκαν στην Ανώνυμη Εταιρία " Αλυκή ΑΕ", η οποία τις είχε εκμισθώσει προς την εταιρία "Πειραϊκή - Πετρελαϊκή ΑΕ", που ήταν κάτοχος της άδειας αποθήκευσης πετρελαίου, κατόπιν μεταβιβάσεως προς αυτήν της σχετικής άδειας από την επιχείρηση "..... Ο.Ε.". Στις δεξαμενές με αριθμ. 8 έως 14 βρέθηκε ποσότητα 156.100 λίτρων πετρελαίου κίνησης, η οποία δεσμεύτηκε λόγω υπονοιών περί μη κανονικότητας, όσον αφορά τη χρήση της. Τόσο η παραπάνω ποσότητα όσο και το πετρέλαιο θέρμανσης που βρέθηκε στις υπόλοιπες δεξαμενές ανήκε στην "Πειραϊκή - Πετρελαϊκή ΑΕ", ενώ δεν βρέθηκε πετρέλαιο που να ανήκει στην "....... ΕΠΕ", όπως δηλώθηκε και από τον υπεύθυνο των εγκαταστάσεων της "Πειραϊκή - Πετρελαϊκή ΑΕ", υπάλληλο της Ε1, που παρευρισκόταν στον έλεγχο, ο οποίος προσκλήθηκε εγγράφως να προσκομίσει στην ελέγχουσα υπηρεσία όλα τα παραστατικά αγοράς πετρελαίου θέρμανσης και κίνησης από το έτος 1998 μέχρι την ημέρα του ελέγχου. Η χημική εξέταση των δειγμάτων των δεξαμενών με αριθμούς 1 έως 7 βρέθηκε κανονική και οι ποσότητες καυσίμων που υπήρχαν σ'αυτές αποδεσμεύτηκαν και παρέμειναν δεσμευμένες σε μολυβδοσφραγισμένες δεξαμενές ποσότητες 156.100 λίτρων πετρελαίου στις δεξαμενές 11 έως 14. Στον ίδιο περιφραγμένο χώρο υπήρχε μικρών διαστάσεων στεγασμένος χώρος, ο οποίος υποδείχτηκε από τον Ε1 ως χώρος γραφείων της επιχείρησης "...... ΕΠΕ", δεν βρέθηκαν όμως σ'αυτόν ή άλλο χώρο βιβλία - στοιχεία της επιχειρήσεως και ιδίως παραστατικά αγορών και πωλήσεων αλλά και μετά τον έλεγχο δεν προσκομίστηκαν από τους ενδιαφερόμενους τέτοια παραστατικά που να αποδεικνύουν ότι η εταιρία αυτή διακινούσε με βάση επίσημα φορολογικά στοιχεία ποσότητες πετρελαίων κατά τη διάρκεια των ετών 2000 και 2001. Η εταιρία "...... ΕΠΕ" ιδρύθηκε το έτος 1996 και στην πραγματικότητα συνέχισε τη δραστηριότητα της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία " ..... Ο.Ε.", η οποία αναγκάστηκε να διακόψει τις δραστηριότητες της στην εμπορία καυσίμων λόγω της ανάμιξης μέλους της σε υποθέσεις λαθρεμπορίας και έκδοσης ακάλυπτων επιταγών. Ως διαχειρίστρια της Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης ορίστηκε η Γ2, στο πρόσωπο της οποίας δεν υπήρχαν δυσμενή στοιχεία, ουδέποτε όμως αναμίχτηκε στις δραστηριότητες της εταιρίας, τις οποίες, κατόπιν εξουσιοδοτήσεως της, ασκούσε ο σύζυγος της Γ3, ο οποίος λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας έπαυσε να ασχολείται με αυτές κατά τη διάρκεια του έτους 1998 και από τότε η "....... ΕΠΕ" έπαυσε να δραστηριοποιείται ενώ τα τέκνα του Γ3 προσλήφθηκαν από την "Πειραϊκή - Πετρελαϊκή ΑΕ" και κατά το χρόνο του ελέγχου ο μεν Γ1 εργαζόταν για τη διεκπεραίωση διάφορων υποθέσεών της ο δε Γ4 ως διευθυντής πωλήσεων. Κανένας από τα μέλη της οικογένειας του Γ3, ο οποίος απεβίωσε κατά το μήνα Μάιο του 2001, δεν ήταν σε θέση να δώσει πληροφορίες για τις εταιρίες από τις οποίες η "...... ΕΠΕ" αγόραζε το πετρέλαιο κίνησης που αναφερόταν στα φορολογικά στοιχεία που κατασχέθηκαν, ούτε κατά τον έλεγχο στις εγκαταστάσεις της βρέθηκαν αποθέματα που ανήκαν σ'αυτήν αλλά ούτε και στοιχεία για τον τρόπο διακίνησης και δεν κατέστη δυνατόν να εντοπισθεί από την υπηρεσία του ΣΔΟΕ που διενέργησε τον έλεγχο, παρά το ότι απευθύνθηκε στις κυριότερες από τις εταιρίας διακίνησης πετρελαίων, εταιρία που να προμήθευε με υγρά καύσιμα την "..... ΕΠΕ", η οποία ούτε μεταφορικά μέσα διέθετε. Από τα παραπάνω και το ότι δείγματα πετρελαίου που είχε προμηθευτεί ο Δήμος Αθηναίων και Πετρούπολης βρέθηκαν κατά τη χημική εξέτασή τους νοθευμένα, αποδεικνύεται η εικονικότητα των φορολογικών στοιχείων, τιμολογίων -δελτίων μεταφοράς, που εκδόθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 22-1-2000 έως 3-5-2001 αποδέκτης των οποίων ήταν η "Πειραϊκή - Πετρελαϊκή ΑΕ", τα οποία αναφέρονται σε ανύπαρκτες στο σύνολο τους συναλλαγές. Ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από 6-11-2000 έως 17-12-2000 εκδόθηκαν και έγιναν αντίστοιχα αποδεκτά τριάντα τρία (33) εικονικά τιμολόγια- δελτία αποστολής καθαρής αξίας 365.315.150 δραχμών, πλέον ΦΠΑ 65.569.727 δραχμών. Κατά το χρονικό διάστημα από 22-1-2000 έως 28-12-2000 εκδόθηκαν και έγιναν αντίστοιχα αποδεκτά 255 εικονικά τιμολόγια - δελτία αποστολής καθαρής αξίας 1.779.979.150 δραχμών, πλέον ΦΠΑ 320.396.247 δραχμών και κατά το χρονικό, διάστημα από 18-1-2001 έως 3-5-2001 εκδόθηκαν και έγιναν αντίστοιχα αποδεκτά 135 εικονικά τιμολόγια δελτία αποστολής καθαρής αξίας 1.594.557.850 δραχμών, πλέον ΦΠΑ 287.020.413 δραχμών. Τα παραπάνω εικονικά φορολογικά στοιχεία καταχωρήθηκαν στα επίσημα βιβλία και στοιχεία που τηρούσε η αποδέκτρια εταιρία προκειμένου να δικαιολογηθεί η εκ μέρους της διακίνηση ποσοτήτων πετρελαίου των ποσοτήτων που αναφέρονται στο διατακτικό με την αντίστοιχη αξία τους, που εν συνεχεία διατέθηκαν στην κατανάλωση, ίσης αξίας με εκείνα που αναφερόταν στα εικονικά τιμολόγια, ποσοτήτων που περιήλθαν στην κατοχή της κατά τρόπο που δεν διακριβώθηκε και κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, αφού έγινε με σκοπό να αποστερηθεί το Ελληνικό Δημόσιο από τους εισπρακτέους από αυτό δασμούς, φόρους και άλλες επιβαρύνσεις που επιβάλλονται στα υγρά καύσιμα, τους οποίους και πράγματι στερήθηκε. Η λαθρεμπορία αυτή διαπράχτηκε με ιδιαίτερα τεχνάσματα, αφού ο κατηγορούμενος, που τελούσε σε γνώση όλων των παραπάνω περιστατικών και ιδίως του ότι μετά το έτος 1998 η εταιρία "...... ΕΠΕ" δεν είχε δραστηριότητα, για να διευκολυνθεί στη διάθεση στην κατανάλωση του πετρελαίου κίνησης που είχε προμηθευτεί από άγνωστη πηγή χωρίς την καταβολή φόρων, δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων ζήτησε και πέτυχε τη συνεργασία μελών της οικογένειας του Γ3 τα οποία διατήρησαν την τελευταία εταιρία για να μπορεί να εκδίδονται από αυτήν εικονικά φορολογικά στοιχεία, ώστε να δικαιολογεί την εκ μέρους της αγορά των ποσοτήτων που διατέθηκαν στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά που αποδείχτηκαν ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχτεί ένοχος για τις πράξεις της κατ'εξακολούθηση αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους και την κατ'εξακολούθηση κατοχή, πώληση - διάθεση στην κατανάλωση ποσοτήτων πετρελαίου 6.418.420 λίτρων που διακινήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 30-7-2000 έως 31-12-2000, στις οποίες αναλογούν δασμοί κλπ φόροι 2.322.925,60 ευρώ, αξίας CIF 2.011.444,83 ευρώ και 9.623.750 λίτρων που διακινήθηκαν, κατά τον παραπάνω τρόπο, κατά το έτος 2001, στις οποίες αναλογούν δασμοί κλπ φόροι 3.299.923,75 ευρώ, αξίας CIF 2.229.309,24 ευρώ. Όλες οι παραπάνω ποσότητες διατέθηκαν στην κατανάλωση και δεν ήταν δυνατή η δέσμευση τους. Περαιτέρω δεν αποδείχτηκε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι ελαφρυντικές περιστάσεις τις οποίες επικαλέστηκε. Από τα ταπεινά αίτια από τα οποία ωθήθηκε στην τέλεση των παραπάνω πράξεων, το σχεδιασμό που προηγήθηκε, την επί μακρό χρόνο τέλεση τους και την αδιαφορία για την έκταση της ζημιάς που προκάλεσε, δεν προκύπτει ότι αυτός, είχε ζήσει (στο παρελθόν) έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, μόνη η δε η λευκότητα του ποινικού μητρώου του, δεν αρκεί για την αναγνώριση του ελαφρυντικού αυτού, όπως επίσης δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο η μετά την τέλεση των πράξεων καλή συμπεριφορά του, ιδίως ενόψει του ότι δεν επεδίωξε, την καταβολή μέρους έστω των δασμών από τους οποίους αποστέρησε το Δημόσιο. Συνεπώς οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθούν". Με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο στο διατακτικό του, που αποτελεί ενιαίο σύνολο με το σκεπτικό και αλληλοσυμπληρώνονται, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της κατ' εξακολούθηση λαθρεμπορίας και κατ' εξακολούθηση αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του νόμου απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τόσον αναφορικά με την πράξη της λαθρεμπορίας, όσον και με αυτήν της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, η οποία αιτιολογία στην προκείμενη περίπτωση είναι ελλειπής και ασαφής. Ειδικότερα, για την πράξη της λαθρεμπορίας για την οποία κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, εφόσον αυτή δεν συνίσταται στην χωρίς καταβολή δασμών εισαγωγή στη χώρα των αναφερομένων ποσοτήτων πετρελαίου, αλλά στην από τον κατηγορούμενο κατοχή και περαιτέρω διάθεση των ποσοτήτων αυτών, που είχαν εισαχθεί λαθρεμπορικώς, δεν διαλαμβάνονται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο οδηγείται σε κατάφαση του υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος, δηλονότι ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση της λαθρεμπορικής προελεύσεως του πετρελαίου το οποίο έλαβε στην κατοχή του και εν συνεχεία φέρεται ότι διέθεσε, συνεκτιμωμένου ότι στη συνέχεια των παραδοχών του το δικαστήριο αντιφατικώς δέχεται ότι δεν διακριβώθηκε ο τρόπος κατά τον οποίο το πετρέλαιο περιήλθε στην κατοχή του. Περαιτέρω, και ενόψει των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1β και 3 της αποφάσεως του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 24 Ιουνίου 1988, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 76742/1937/23-8-1988 (ΦΕΚ Β' 622/25-8-1988) απόφαση των Υπουργών Αναπληρωτή Εξωτερικών, Εθνικής Οικονομίας και οικονομικών και κυρώθηκε με το άρθρο 37 του ν. 1828/1989, δεν διευκρινίζεται εάν η εισαγωγή του πετρελαίου, αποδέκτης του οποίου φέρεται ότι είναι και ο κατηγορούμενος, έγινε από χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή εκτός αυτής αφού στην μεν πρώτη περίπτωση ο εισαγωγέας δεν διαπράττει λαθρεμπορία και συνεπώς δεν είναι αξιόποινη και η κατοχή αυτού από τον κατηγορούμενο, εάν δε εισήχθησαν από χώρα μη μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τότε και μόνον οφείλονται και εισπράττονται δασμοί που στη συνέχεια αποδίδονται μετά την κατά τα άνω παρακράτηση ποσοστού 10%. Εξάλλου, με τη μνεία ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η εταιρία "....... ΕΠΕ", από την οποία έλαβε τα εικονικά τιμολόγια, μετά το έτος 1998 ήταν ανενεργός, αιτιολογείται μεν η γνώση αναφορικά με την εικονικότητα των φορολογικών στοιχείων που η εταιρεία αυτή εξέδωσε και εκείνος αποδέχθηκε, αυτόχρημα όμως δεν αιτιολογείται και η γνώση της λαθρεμπορικής προέλευσης του πετρελαίου, τοσούτο μάλλον αφού, κατά τις παραπάνω παραδοχές του, το δικαστήριο δεν δέχεται ότι ο κατηγορούμενος προμηθεύθηκε το πετρέλαιο από την παραπάνω εταιρία. Τέλος δεν διευκρινίζεται από ποία αποδεικτικά στοιχεία εξήγαγε το αποδεικτικό πόρισμα ότι ο κατηγορούμενος διέθεσε στην κατανάλωση κατά μεν το χρονικό διάστημα από 30-7-2000 έως 31-12-2000 ποσότητα 6.418.420 λίτρων πετρελαίου και κατά το έτος 2001 ποσότητα 9.623.750 λίτρων και γιατί ταυτίζει τις ποσότητες αυτές με εκείνες των εικονικών τιμολογίων εκδόσεως της παραπάνω εταιρίας, αφού δέχεται το ανύπαρκτο της πραγματικής συναλλαγής με την τελευταία. Εξάλλου και για την κατ' εξακολούθηση αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, η αιτιολογία της αποφάσεως είναι ανεπαρκής αφού αναφέρεται στο σκεπτικό και διατακτικό της ότι ο κατηγορούμενος κατά μεν το χρονικό διάστημα από 6-11-2000 μέχρι 17-12-2000 αποδέχθηκε 33 εικονικά τιμολόγια-δελτία αποστολής κατά δε το χρονικό διάστημα από 22-1-2000 έως 28-12-2000 αποδέχθηκε 255 τιμολόγια. Έτσι, όμως, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση ως προς τον αριθμό εκάστου τιμολογίου, την ποσότητα του προϊόντος και την αναγραφόμενη τιμή και ιδιαίτερα την ημερομηνία έκδοσης εκάστου τιμολογίου, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997. Ειδικότερα, έπρεπε να μνημονεύεται η αξία εκάστου τιμολογίου ώστε να προκύπτει η συνολική αξία την οποία, αυθαίρετα, δέχεται το δικαστήριο, αφού αυτή (συνολική αξία) είναι στοιχείο προσδιοριστικό του ύψους της ποινής κατά την επιμέτρησή της. Τέλος δε, η αναφορά του χρόνου εκδόσεως εκάστου τιμολογίου ήταν επιβεβλημένη, ενόψει των περί πενταετούς παραγραφής διατάξεων του άρθρου 111 παρ. 1 και 3 του Π.Κ., για να κριθεί εάν και ποιές από τις μερικότερες πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος είχαν υποπέσει στην άνω παραγραφή, δοθέντος ότι, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας (επιτρεπτή για τον έλεγχο της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως) προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο την 29-7-2005. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων τις οποίες το δικαστήριο εφήρμοσε, είναι βάσιμοι, παρέλκει δε μετά ταύτα η έρευνα των λοιπών λόγων. Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους οι οποίοι δίκασαν (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2.555/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Λαθρεμπορία και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή, Λαθρεμπορία.
0
Αριθμός 1826/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ορισθέντα με την υπ' αριθμό 57/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), Βασίλειο Λυκούδη και Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 , περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 93/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου. Με συγκατηγορούμενη την Χ2. Το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1988/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 213/22.04.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠοινΔ, την αριθμ. 197/6-11-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, η οποία ασκήθηκε αυτοπροσώπως από τον ίδιο και στρέφεται κατά του αριθμ. 93/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, με το αριθμ. 48/2006 βούλευμά του, παρέπεμψε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Χ1 και την μη ασκήσασα αναίρεση Χ2 , στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αιγαίου για να δικασθούν για το κακούργημα της απάτης κατά συναυτουργία, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρα 45, 386 παρ. 3 περ. β ΠΚ). Κατά του παραπάνω βουλεύματος άσκησαν εφέσεις και οι δύο ως άνω κατηγορούμενοι. Επί των εφέσεων αυτών εξεδόθη το αριθμ. 93/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, το οποίο απέρριψε κατ'ουσίαν τις εφέσεις, μεταρρύθμισε το εκκαλούμενο βούλευμα, δίδοντας ορθό χαρακτηρισμό στην πράξη, από απάτη κατά συναυτουργία, σε υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας εμπιστευθέν στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, με φυσικό αυτουργό την Χ2 και απλό συνεργό στην υπεξαίρεση της ανωτέρω τον ήδη αναιρεσείοντα Χ1 και παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αιγαίου τους κατηγορουμένους να δικασθούν ως υπαίτιοι της πράξεως της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος και της απλής συνέργειας σ'αυτήν, σε βαθμό κακουργήματος. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στις 30-10-2007, η δε αίτηση ασκήθηκε στις 6-11-2007 ενώπιον της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει προσωρινά ο αναιρεσείων, Ελένης Σωτηροπούλου, συνετάγη δε από εκείνη η υπ'αριθμ. 197/6-11-2007 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 49 παρ. 2 του ΠΚ "οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλες περιστάσεις που επιτείνουν, μειώνουν ή αποκλείουν την ποινή λαμβάνονται υπόψη μόνο για εκείνον το συμμέτοχο στον οποίο υπάρχουν". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 9 του άρθρου 1 του Ν. 2408/1996, αν πρόκειται για αντικείμενο υπεξαιρέσεως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα μόνο αν το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου μία τουλάχιστον από τις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις της εμπίστευσης αυτού στον τελευταίο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου κ.λ.π. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, αν οι ιδιαίτερες σχέσεις ή ιδιότητες ή άλλες περιστάσεις, που δεν απαιτούνται κατά το νόμο για το αξιόποινο της πράξεως, υπάρχουν μόνο στον αυτουργό εξαιτίας των οποίων επιτείνεται η ποινή και μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της πράξεως από πλημμέλημα σε κακούργημα, δεν υπάρχουν όμως στον συμμέτοχο άμεσο ή απλό συνεργό ή ηθικό αυτουργό, δεν θα ληφθούν υπόψη ως προς αυτόν, αλλά θα κριθεί αυτός ως συμμέτοχος στο βασικό έγκλημα της υπεξαιρέσεως της παρ. 1 του άρθρου 375 ΠΚ έστω και αν αυτός τελούσε σε γνώση του ότι οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις υπήρχαν στον αυτουργό. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν το Συμβούλιο που το εξέδωσε, εκθέτει σ'αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο αξιόποινης πράξεως, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη που διώχθηκε (ΑΠ 1303/2002 -Σε Συμβούλιο- ΠΧ, ΝΓ, 496, ΑΠ 1425/2002 - Σε Συμβούλιο- ΠΧ, ΝΓ, 510). Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1687/2002 -σε Συμβούλιο- ΠΧ, ΝΓ, 638, ΑΠ 1381/2005, ΑΠ 1273/2005, ΑΠ 1103/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Ποιν.Δ, συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που υπάρχει, όταν το συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει σωστά στην αληθινή έννοια του, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την ανάκριση, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στο βούλευμα, κατά τρόπο σαφή, πλήρη, ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις, τα περιστατικά που δέχθηκε, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο, για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. 'Ελλειψη δε αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, είναι δυνατόν να συρρέουν, ως λόγοι αναιρέσεως του βουλεύματος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία μνημονεύονται και προσδιορίζονται κατ'είδος τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε την κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Από το έτος 1995 η οικογένεια Γ, Γ1 και Γ2, γνωρίζονταν και διατηρούσε μία σχέση συνεργασίας, φιλίας και εμπιστοσύνης με τον Χ1, α' κατηγορούμενο, στέλεχος τής Εμπορικής Τράπεζας Μυτιλήνης, με αφορμή τις συχνές συναλλαγές που πραγματοποίησε στην ως άνω Τράπεζα, για τις ανάγκες τής επιχείρησης των (ζαχαροπλαστείο). Από το έτος 1995 και μέχρι το 2000 η συνεργασία ήτο η ενδεδειγμένη, και με υπόδειξη τού Χ1 στο ζεύγος για επένδυση σε προγράμματα τής Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...." σε υποκατάστημα της .... της οποίας ήταν διευθύντρια η β' κατηγορουμένη, η επένδυση υπήρξε επωφελής. Τον Ιούλιο του 2000 οι κατηγορούμενοι εμφανίστηκαν στην εκκαλούσα και της παρουσίασαν ένα επενδυτικό πρόγραμμα της ως άνω γνωστής σ' αυτήν εταιρείας, διαβεβαιώνοντας την για σίγουρη απόδοση, ότι η Χ2, η διευθύντρια της ως άνω εταιρείας, είναι φερέγγυο πρόσωπο με μεγάλη ακίνητη περιουσία στη Θεσ/κη, ότι είχε προσωπική επαφή σχέση και κάλυψη από τον ιδιοκτήτη της εταιρείας κ. Δ1, με αποτέλεσμα να την πείσουν να τους παραδώσει ποσό 29.397.431 δρχ. Προς κατοχύρωση και εξασφάλιση της η εκκαλούσα ζήτησε και η β' κατηγορουμένη παρέδωσε δύο προσωπικές της επιταγές μεταχρονολογημένες, η πρώτη με αριθ. ... της Τράπεζας Εργασίας ποσού 29.397.431 δρχ. αντίστοιχου του παραδοθέντος ποσού, εκδόσεως την 12.7.2002, σε διαταγή εκκαλούσας και του συζύγου της (Γ1 και Γ2} η δευτέρα με αριθμό ..., επίσης της ίδιας τράπεζας, ποσού 67.792 € εκδόσεως την αυτήν ημέρα, 19.7.2002, σε διαταγή Γ1 Οι ως άνω μεταχρονολογημένες επιταγές εμφανισθείσες σε νόμιμη ημέρα στην πληρώτρια Τράπεζα δεν πληρώθηκαν ελλείψει αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων [ιδετ. έγκληση και επιταγές]. Μετά ταύτα η εκκαλούσα και ο σύζυγος της ως ιστορεί στην έγκληση της, άρχισαν να ερευνούν και διαπίστωσαν ότι η κατηγορουμένη Χ2, δεν ήταν διευθύντρια του υποκ/τος της ασφαλιστικής εταιρείας στην ... με την επωνυμία "...." αφού είχε καταγγελθεί η σύμβαση της, δεν είχε καμία επαφή και στήριξη από τον ιδιοκτήτη της κ. Δ1, δεν είχε την μεγάλη ακίνητη περιουσία στην Θεσ/κη, αλλά μόνο το 1/2 εξ αδιαιρέτου οικίας, που είχε κατασχεθεί από το Ελληνικό Δημόσιο, και το σοβαρότερο όλων, τα χρήματα που της παραδόθηκαν δεν τα είχε τοποθετήσει στην "...." στην επωφελή επένδυση για την οποία την είχε διαβεβαιώσει. Σημειώνει δε στο τέλος της έγκλησης της, ότι ο γνωστός τους και οικογενειακός φίλος τους Χ1, (ο κατηγορούμενος), προς τον οποίον είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη λόγω της υψηλής θέσης του στην Εμπορική Τράπεζα -υποκ/μα Μυτιλήνης- που εν τω μεταξύ είχε αναβαθμισθεί σε Υποδιευθυντή, καθ' όλη την διάρκεια των συζητήσεων, της παρουσίασης του προγράμματος επένδυσης και των διαβεβαιώσεων, ούτος επιβεβαίωνε πλήρως την αλήθεια των λόγων της, με αποτέλεσμα να πεισθεί να προβεί στην καταβολή των χρημάτων της, που χωρίς τις ως άνω επιβεβαιώσεις του δεν θα προέβαινε στην παράδοση των χρημάτων της, υποστάσα ζημία περίπου 30.000.000 δρχ., γι' αυτό τον θεωρεί συνεργό της Χ2 στην εξαπάτηση της (ίδετ. έγκληση από 30.7.2002). Περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι από την ποινική αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού προέκυψαν τα εξής: α) ότι υπήρχε παλαιότερη συνεργασία από το 1995 με τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1 που ήτο αδιατάρακτος και αποδοτική για την οικογένεια Γ β) ότι υπάρχει εμφανής σύγχυση ως προς το ποιός έδωσε -παρέδωσε τα χρήματα στους κατηγορουμένους, σε ποιόν δόθηκαν από τους δύο, ποιό το ακριβές ποσό της κατάθεσης-επένδυσης και ποιός το αποδίδει (βλ. ένορκες καταθέσεις και ανομωτί της εκκαλούσας στις 27.6.2005 στον Ανακριτή Μυτιλήνης, β) του συζύγου της Γ2 την Ίδια ημέρα 27.6.2006 και γ) του μάρτυρα Ε1 στις 16.12.2005, στον ίδιο Ανακριτή). Αμφισβήτηση υπάρχει και ως προς το ποσό της φερόμενης απάτης το οποίο όλοι προσδιορίζουν στο ύψος των 30.000.000 δρχ. (ίδετ. καταθέσεις εκκαλούσας, συζύγου, μάρτυρος Ε1 ανάκριση και βούλευμα). Η εκκαλούσα στην έγκληση (από 30.7.2002) και στην ανακριτική της κατάθεση αναφέρει ποσό 30.000.000 δρχ. Προς εξασφάλιση του ως άνω ποσού εδόθηκαν δύο επιταγές από την κατηγορουμένη Χ2 , η πρώτη, με αριθμ. ..... ποσού 29.397.431 δρχ. και η δευτέρα, με αριθ. ......., ποσού 67.792,00 €, μεταχρονολογημένες, με χρόνο έκδοσης την 19.7.2002. Εις αντικατάσταση της πρώτης επιταγής εδόθη η δευτέρα ποσού όμως μικρότερου που δεν καλύπτει το αρχικό ποσό. Ως προς την αναντιστοιχία αυτή η εξήγηση που δίδεται είναι πως και οι δύο δεν αντιπροσωπεύουν το κατατεθέν ποσό, διότι στο σύνολο τους υπερβαίνουν κατά πολύ το ποσό που και η ίδια η εκκαλούσα δεν επικαλείται, αλλά η δευτέρα αντικατέστησε την πρώτη, γιατί ο κατηγορούμενος Χ1 ανέγραψε επί της επιταγής ποσό μεγαλύτερο εκ παραδρομής. Στην δευτέρα ενσωματούται το αληθές ποσό (67.792,00 €), και γι' αυτήν την επιταγή εκδόθηκε διαταγή πληρωμής, (αριθ. απόφ. 173/2004, Πολυμελούς Πρωτ. Μυτιλήνης), καίτοι κατείχε εις χείρας της η εκκαλούσα και την πρώτη ποσού 29.397.431 δρχ. Για το παραδοθέν ποσό των 30.000.000 δρχ. που ισχυρίζεται η εκκαλούσα ότι παρέδωσε ουδέν στοιχείο προκύπτει ούτε παραστατικό έγγραφο, ούτε απόδειξη, αλλ' ούτε και η πρώτη επιταγή αντιπροσωπεύει επακριβώς το ως άνω ποσό, καθόσον είναι μικρότερο κατά 600.000 δρχ., η ίδια δε η κατηγορουμένη αναφέρει στην απολογία της (σε δύο σημεία), ότι η εκκαλούσα της είπε πως εκδόθηκε η β' επιταγή σε αντικατάσταση της πρώτης της λαθεμένης, (ίδετ. απολογία κατηγορουμένης), κακώς δε δεν επεστράφη και δεν κατεστράφη. Στην από 27.6.2005 κατάθεση της αναφέρει η εκκαλούσα: "η χρηματική απώλεια μου είναι 30.000.000 δρχ όσο είναι και η πρώτη επιταγή, η δε δευτέρα που εδόθη όταν έγινε μετατροπή του νομίσματος από δραχμές εις ευρώ και εκ παραδρομής την ανέφερα στην έγκληση μου". Στην ίδια κατάθεση παρακάτω αναφέρει: "Στην κατηγορουμένη Χ2 τον Ιούλιο του 2000 έδωσα το ποσό των 30.000.000 δρχ. και προς εξασφάλιση μου παρέδωσε μια επιταγή (την πρώτη) 29.397.431 δρχ. αργότερα εις αντικατάσταση αυτής της επιταγής μου έδωσε μια άλλη επιταγήν (την δεύτερη) ποσού 67.792,00 €" [ίδετ. κατάθεσή της). Στη συνέχει το Συμβούλιο Εφετών έκρινε πως τα στοιχεία που προκύπτουν από την ανάκριση δεν είναι ικανά (επαρκή) από μόνα τους να στοιχειοθετήσουν το αδίκημα της απάτης, με δεδομένο, α) τις αντιφάσεις της εκκαλούσας και την ηθελημένη σύγχυση ως προς το ποσό της κατάθεσης, β) Με δεδομένο ότι παλαιότερη συνεργασία με τον κατηγορούμενο Χ1 ήτο επωφελής και προσοδοφόρος, και γ) Με δεδομένο το γεγονός ότι η εμπλοκή με τις χρηματιστηριακές ενασχολήσεις πάντα ενέχει ένα κίνδυνο -RISCO- μη καλής απόδοσης - απωλειών κερδών μικρότερων των υπεσχημένων και αναπτυσσομένων κλπ, αρκεί αυτός (ο κίνδυνος) να μην προήλθε από παραπλάνηση και εξαπάτηση, αλλά είναι απόρροια συγκυριών σχετικών με την λειτουργία της χρηματαγοράς και συνεπώς ότι δεν υφίσταται αδίκημα απάτης στην βασική του μορφή και όταν συμβαίνει αυτό παρέλκει περαιτέρω η εξέταση των επιβαρυντικών περιπτώσεων (κακουργηματική μορφή) και ότι τα στοιχεία της πράξης στοιχειοθετούν την κακουργηματική υπεξαίρεση της παρ. 2α του άρθρου 375 ΠΚ για μεν την κατηγορουμένη Χ2 ως φυσικό αυτουργό, για δε τον κατηγορούμενο Χ1 ως απλό συνεργό στην υπεξαίρεση της Χ2 (άρθρο 47 παρ. 1 σε συνδ. 375 παρ. 2 Π.Κ.) καθόσον συνυπάρχουν όλα τα στοιχεία της κακουργηματικής υπεξαίρεσης (άρθρο 375 παρ. 2α Π.Κ.) ήτοι α) παράδοση και εμπίστευση χρημάτων, β) ιδιότης του εντολοδόχου, γ) κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, και δ) αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το ποσό των 67.792,00 €, ή το ισόποσο σε δρχ. 23.048.280, κρίνεται ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λαμβανομένης υπόψη της ιδιότητος των φτωχών βιοπαλαιστών και μικρών επενδυτών, που προσπαθούν να βελτιώσουν ή να αλλάξουν την μοίρα τους. Το ότι κατεβλήθησαν τα χρήματα δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί, αφού προς εξασφάλιση αυτών εκδόθηκε η σχετική- δευτέρα επιταγή των 67.792,00 €, η οποία άλλως δεν είχε λόγο έκδοσης. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται τα πάντα, δηλώνοντες, ουδέποτε είχα κάποια συναλλαγή με την εκκαλούσα ή τον σύζυγο της (ίδετ. απολογίες τους). Μα η ύπαρξη των επιταγών διαψεύδει κυρίως την κατηγορουμένη Χ2. Ούτε ως αντίλογο δεν είπε στην εκκαλούσα ποια η τύχη της επένδυσης, που πήγαν τα χρήματα, μειώθηκαν ή εξανεμήθησαν λόγω ατυχούς επιλογής σε πακέτο επένδυσης. Έσπευσε όμως να εξαφανισθεί από την ... -ίσως διαμένει στην Θεσ/κη- σωρεία δε ακαλύπτων επιταγών εκδικάζονται στην Μυτιλήνη ερήμην της. Καθώς καταθέτουν ο σύζυγος της εκκαλούσας και ο μάρτυς Ε1, έχουν εξαπατήσει και άλλους όπως τον Ζ1, Ζ2 και ένα στρατιωτικό τον Ζ3, υπεξαιρώντας χρήματα απ' αυτούς και από άλλους άνω των 200.000.000 δρχ. (ίδετ. ένορκη κατάθεση Ε1 στον Ανακριτή). Αναζητήσασα το 2002 η εκκαλούσα τα χρήματα της από μεν την κατηγορουμένη Χ2 ουδεμία ανταπόκριση βρήκε, ισχυριζόμενη πως "ουδέποτε ουδεμία συναλλαγή είχε μαζί της" [ίδετ. απολογία της], από περιουσιακά στοιχεία ανέφερε, ότι είναι κυρία του 1/2 εξ αδιαιρέτου οικίας υποθηκευμένης. Στραφείσα δε προς τον κατηγορούμενο Χ1 έλαβε την απάντηση "να τα ζητήσεις από την ... - "Χ2"". Η συμμετοχική δράση του κατηγορουμένου Χ1, (απλός συνεργός), συνίσταται στην ακόλουθη συνδρομή και βοήθεια προς την φυσική αυτουργό Χ2, α) Αναζητούσε. Συμβούλευε και οδηγούσε, λόγω της ιδιότητος του στην Εμπορική Τράπεζα, υπ/μα Μυτιλήνης, πελάτες της Τράπεζας, φίλους, και ανθρώπους που του έδειξαν τυφλή εμπιστοσύνη, όπως η παθούσα, στην Χρηματιστηριακή της Χ2 (ίδετ. κατάθεση Γ2 και Ε1), β) Χ1 και Χ2 υπήρξαν στο παρελθόν συνεργάτες σε χρηματιστηριακό γραφείο, ζευγάρι δε στη ζωή και στην εργασία (το πρωί στην Τράπεζα το απόγευμα στην Χρηματιστηριακή) γ) Επί παρουσία του και με την πίεση του προς το ζεύγος Γ, εδέχθησαν ούτοι τις (ακάλυπτες) επιταγές για 2 έτη έναντι των χρημάτων που κατέθεσαν, ενώ επίμονα ζητούσαν και είχαν συμφωνήσει επιταγή για ένα έτος, και όχι προσωπικές της Χ2, αλλά της Εμπορικής Τράπεζας ή της "....." δ) Τελούσε εν γνώσει των προθέσεων της Χ2 αφού εγνώριζε πως δεν είχε καλή οικονομική κατάσταση και την βοηθούσε ο ίδιος οικονομικά για τις σπουδές των παιδιών της, και ο ίδιος έβαλε την οικία του υποθήκη για να πάρει από την Εμπορική Τράπεζα δάνειο [ίδετ. απολογία του ιδίου] 15.000.000 δρχ, που έλαβε η Χ2, ζούσαν και εργάζονταν μαζί στην Χρηματιστηριακή, και εγνώριζε πως εξέδιδε ακάλυπτες επιταγές, είχαν εξαπατήσει και άλλους, (τους προμνημονευθέντας Ζ1- Ζ2 και Στρατιωτικό Ζ3). Χωρίς την ως άνω βοήθεια θα ήτο δυσχερές να τελέσει η Χ2 την πράξη που διέπραξε, η συνδρομή του αυτή υπήρξε πολύτιμη. Σε όλες τις διαδικασίες ήταν παρών. Οι ως άνω μορφές συνδρομής - απλής συνέργειας - του Χ1, έχει νομολογηθεί από το Ανώτατο Ακυρωτικό, πως συνδέονται με την κύρια πράξη της υπεξαίρεσης με τέτοιο τρόπο, ώστε αν δεν υφίσταντο θα δυσχεραίνονταν η εκτέλεση της κυρίας πράξεως, με κίνδυνο να ματαιωθεί αυτή, ο δε φυσικός αυτουργός [Χ2] χρειάζονταν την συνδρομή αυτή για να τελέσει την κύρια πράξη. Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων κατηγορουμένων για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας εμπιστευθέν στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, με φυσικό αυτουργό την Χ2 και απλό συνεργό στην υπεξαίρεση της ανωτέρω τον ήδη αναιρεσείοντα Χ1 και για τον λόγο αυτόν απέρριψε τις απ'αυτούς ασκηθείσες, κατά του αριθμ. 48/2006 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, εφέσεις, ως κατ'ουσία αβάσιμες και αφού μεταρρύθμισε το βούλευμα αυτό, δίδοντας τον ορθό χαρακτηρισμό στην πράξη, από απάτη, κατά συναυτουργία, σε υπεξαίρεση, σε βαθμό κακουργήματος και απλή συνέργεια σ'αυτήν, παρέπεμψε τους κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αιγαίου για να δικασθούν ως υπαίτιοι της πράξεως αυτής. Η αιτιολογία όμως αυτή του προσβαλλομένου βουλεύματος, σε ό,τι αφορά την απαιτούμενη ιδιότητα του αναιρεσείοντος συνεργού ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, είναι ελλιπής και ασαφής και όχι αυτή που επιβάλλεται από τις προμνημονευόμενες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. Και τούτο διότι, από την πιο πάνω αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος, που περίπου η ίδια επαναλαμβάνεται και στο διατακτικό του, ως στοιχείο της κακουργηματικής πράξεως, για την οποία κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, δεν προκύπτει με σαφήνεια η ιδιότητα του αναιρεσείοντος συνεργού ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας. Η έλλειψη και η ασάφεια αυτή δεν αίρεται, αλλά επιτείνεται και από το σύνολο των αιτιολογιών του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Παράλληλα υπάρχει και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 47 παρ. 1 σε συνδ. με άρθρα 49 παρ. 2 και 375 παρ. 1-2 Π.Κ., καθόσον από μόνα τα ως άνω διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος δεν πληρούνται οι νομικές έννοιες του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας και συνεπεία της πιο πάνω ελλείψεως και ασάφειας καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για το αν ορθά εφαρμόστηκαν οι τελευταίες αυτές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του Π.Κ. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή, ως και κατ' ουσίαν βασίμων του δεύτερου και τρίτου λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του Κ.Ποιν.Δ., με τους οποίους πλήσσεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσεως, να αναιρεθεί ως προς τον αναιρεσείοντα μόνο το προσβαλλόμενο βούλευμα, αναφορικά με τις πιο πάνω επιβαρυντικές περιστάσεις που προσδίδουν στην πράξη για την οποία κρίθηκε παραπεμπτέος το χαρακτήρα του κακουργήματος και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα κρίση στο ίδιο ως άνω Συμβούλιο Εφετών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως. Καθόσον αφορά τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα υπέπεσε στην πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 111 παρ. 1-3 του Ποινικού Κώδικα διότι ενώ δέχθηκε ότι η πράξη της φερομένης ως τελεσθείσης απάτης έχει πλημμεληματική μορφή και λόγω παρόδου της πενταετίας από τον χρόνο τελέσεως, που ανατρέχει στο έτος 2000, έχει υποκύψει σε παραγραφή, διότι εξαλείφθηκε το αξιόποινο της πράξεως, αντί να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, μετέβαλε ανεπίτρεπτα την κατηγορία από απάτη σε κακουργηματική υπεξαίρεση, αυτός είναι αβάσιμος διότι το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου με το προσβαλλόμενο βούλευμά του δέχθηκε ότι δεν θεμελιώνεται η κατηγορία της απάτης και παραδεκτά εξέτασε αν συνέτρεχε υπεξαίρεση, εφόσον επρόκειτο για το αυτό υλικό αντικείμενο του ίδιου παθόντος και παρέπεμψε τους κατηγορουμένους για την πράξη αυτή χωρίς ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας (Α.Π. 1062/1999 - σε Συμβούλιο - ΠΧ, Ν, 520), η δε επικουρική σκέψη, που περιέχεται στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, ότι εφόσον ήθελε κριθεί ότι υφίσταται αδίκημα απάτης τούτο έχει πλημμεληματική μορφή και υπέκυψε σε παραγραφή, δεν έχει σχέση με τη μεταβολή της κατηγορίας από απάτη σε υπεξαίρεση, η οποία έγινε διότι το Συμβούλιο δέχθηκε ότι δεν θεμελιωνόταν η κατηγορία της απάτης. Για τους λόγους αυτούςΠροτείνω: Να γίνει δεκτή η αριθμ. 197/2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 κατά του αριθμ. 93/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου να αναιρεθεί μόνο ως προς αυτόν το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς την πράξη της απλής συνέργειας σε υπεξαίρεση, σε βαθμό κακουργήματος, για την οποία παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων, για νέα κρίση στο ίδιο ως άνω Συμβούλιο Εφετών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως. Αθήνα 17-4-2008Η Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΕυτέρπη Κουτζαμάνη" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 49 παρ. 2 του ΠΚ "οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλες περιστάσεις που επιτείνουν, μειώνουν ή αποκλείουν την ποινή λαμβάνονται υπόψη μόνο για εκείνον το συμμέτοχο στον οποίο υπάρχουν". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με την παρ. 9 του άρθρου 1 του Ν. 2408/1996, αν πρόκειται για αντικείμενο υπεξαιρέσεως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα μόνο αν το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου μία τουλάχιστον από τις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις της εμπίστευσης αυτού στον τελευταίο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου κ.λ.π. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, αν οι ιδιαίτερες σχέσεις ή ιδιότητες ή άλλες περιστάσεις, που δεν απαιτούνται κατά το νόμο για το αξιόποινο της πράξεως, υπάρχουν μόνο στον αυτουργό εξαιτίας των οποίων επιτείνεται η ποινή και μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της πράξεως από πλημμέλημα σ κακούργημα, δεν υπάρχουν όμως στον συμμέτοχο άμεσο ή απλό συνεργό ή ηθικό αυτουργό, δεν θα ληφθούν υπόψη ως προς αυτόν, αλλά θα κριθεί αυτός ως συμμέτοχος στο βασικό έγκλημα της υπεξαιρέσεως της παρ. 1 του άρθρου 375 ΠΚ έστω και αν αυτός τελούσε σε γνώση του ότι οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις υπήρχαν στον αυτουργό. Περαιτέρω, η εκ του άρθρ. 93 § 3 του Συντάγματος και του άρθρ. 139 του Κ.Π.Δ. επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν όλω ή εν μέρει στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αρκεί να εκτίθενται σ'αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται εν όλω ή εν μέρει και η κρίση του Συμβουλίου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ., εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει, στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στην διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, λόγω εμφιλοχωρήσεως στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασαφειών, αντιφάσεων ή λογικών κενών, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο 93/2007 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, απορρίφθηκαν οι εφέσεις του Χ1 , ήδη αναιρεσείοντος και της Χ2 κατά του υπ' αρ. 48/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, με το οποίο παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αιγαίου, για να δικαστούν για το κακούργημα της απάτης κατά συναυτουργία, από την οποία το όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα δόθηκε ο ορθός χαρακτηρισμός στη πράξη, η οποία, από απάτη κατά συναυτουργία, χαρακτηρίστηκε ως υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας και ως φυσικός αυτουργός της πράξης αυτής φέρεται η Χ2, απλός δε συνεργός της υπεξαίρεσης ο ήδη αναιρεσείων Χ1. Το προσβαλλόμενο βούλευμα, με καθολική αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι, από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, κατ' είδος προσδιοριζόμενα, προέκυψαν, ως προς την ως άνω πράξη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από το έτος 1995 η οικογένεια Γ, Γ1 και Γ2, γνωρίζονταν και διατηρούσε μία σχέση συνεργασίας, φιλίας και εμπιστοσύνης με τον Χ1, α' κατηγορούμενο, στέλεχος της Εμπορικής Τράπεζας Μυτιλήνης, με αφορμή τις συχνές συναλλαγές που πραγματοποίησε στην ως άνω Τράπεζα, για τις ανάγκες της επιχείρησής των (ζαχαροπλαστείο). Από το έτος 1995 και μέχρι το 2000 η συνεργασία ήτο η ενδεδειγμένη, και με υπόδειξη του Χ1 στο ζεύγος για επένδυση σε προγράμματα της Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "....." σε υποκατάστημα της ..... της οποίας ήταν διευθύντρια η β' κατηγορουμένη, η επένδυση υπήρξε επωφελής. Τον Ιούλιο του 2000 οι κατηγορούμενοι εμφανίστηκαν στην εκκαλούσα και της παρουσίασαν ένα επενδυτικό πρόγραμμα της ως άνω γνωστής σ' αυτήν εταιρείας, διαβεβαιώνοντάς την για σίγουρη απόδοση, ότι η Χ2, η διευθύντρια της ως άνω εταιρείας, είναι φερέγγυο πρόσωπο με μεγάλη ακίνητη περιουσία στη Θεσ/κη, ότι είχε προσωπική επαφή, σχέση και κάλυψη από τον ιδιοκτήτη της εταιρείας κ. Δ1, με αποτέλεσμα να την πείσουν να τους παραδώσει ποσό 29.397.431 δρχ. Προς κατοχύρωση και εξασφάλισή της η εκκαλούσα ζήτησε και η β' κατηγορουμένη παρέδωσε δύο προσωπικές της επιταγές μεταχρονολογημένες, η πρώτη με αριθ. .... της Τράπεζας Εργασίας ποσού 29.397.431 δρχ. αντίστοιχου του παραδοθέντος ποσού, εκδόσεως την 12.7.2002, σε διαταγή εκκαλούσας και του συζύγου της (Γ1 και Γ2) η δευτέρα με αριθμό ....., επίσης της ίδιας τράπεζας, ποσού 67.792 € εκδόσεως την αυτήν ημέρα, 19.7.2002, σε διαταγή Γ1. Οι ως άνω μεταχρονολογημένες επιταγές εμφανισθείσες σε νόμιμη ημέρα στην πληρώτρια Τράπεζα δεν πληρώθηκαν ελλείψει αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων (ιδετ. έγκληση και επιταγές). Μετά ταύτα η εκκαλούσα και ο σύζυγος της ως ιστορεί στην έγκληση της, άρχισαν να ερευνούν και διαπίστωσαν ότι η κατηγορουμένη Χ2, δεν ήταν διευθύντρια του υποκ/τος της ασφαλιστικής εταιρείας στην .... με την επωνυμία "....." αφού είχε καταγγελθεί η σύμβασή της, δεν είχε καμία επαφή και στήριξη από τον ιδιοκτήτη της κ. Δ1, δεν είχε την μεγάλη ακίνητη περιουσία στην ..., αλλά μόνο το 1/2 εξ αδιαιρέτου οικίας, που είχε κατασχεθεί από το Ελληνικό Δημόσιο, και το σοβαρότερο όλων, τα χρήματα που της παραδόθηκαν δεν τα είχε τοποθετήσει στην "......" στην επωφελή επένδυση για την οποία την είχε διαβεβαιώσει. Σημειώνει δε στο τέλος της έγκλησής της, ότι ο γνωστός τους και οικογενειακός φίλος τους Χ1, (ο κατηγορούμενος), προς τον οποίον είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη λόγω της υψηλής θέσης του στην Εμπορική Τράπεζα - υποκ/μα Μυτιλήνης - που εν τω μεταξύ είχε αναβαθμισθεί σε Υποδιευθυντή, καθ' όλη την διάρκεια των συζητήσεων, της παρουσίασης του προγράμματος επένδυσης και των διαβεβαιώσεων, ούτος επιβεβαίωνε πλήρως την αλήθεια των λόγων της, με αποτέλεσμα να πεισθεί να προβεί στην καταβολή των χρημάτων της, που χωρίς τις ως άνω επιβεβαιώσεις του δεν θα προέβαινε στην παράδοση των χρημάτων της, υποστάσα ζημία περίπου 30.000.000 δρχ., γι' αυτό τον θεωρεί συνεργό της Χ2 στην εξαπάτησή της (ίδετ. έγκληση από 30.7.2002). Περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι από την ποινική αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού προέκυψαν τα εξής: α) ότι υπήρχε παλαιότερη συνεργασία από το 1995 με τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1 που ήτο αδιατάρακτος και αποδοτική για την οικογένεια Γ β) ότι υπάρχει εμφανής σύγχυση ως προς το ποιος έδωσε - παρέδωσε τα χρήματα στους κατηγορουμένους, σε ποιόν δόθηκαν από τους δύο, ποιό το ακριβές ποσό της κατάθεσης - επένδυσης και ποιός το αποδίδει (βλ. ένορκες καταθέσεις και ανομωτί της εκκαλούσας στις 27.6.2005 στον Ανακριτή Μυτιλήνης, γ) του συζύγου της Γ2 την ίδια ημέρα 27.6.2006 και δ) του μάρτυρα Ε1 στις 16.12.2005, στον ίδιο Ανακριτή). Αμφισβήτηση υπάρχει και ως προς το ποσό της φερόμενης απάτης το οποίο όλοι προσδιορίζουν στο ύψος των 30.000.000 δρχ. (ίδετ. καταθέσεις εκκαλούσας, συζύγου, μάρτυρος Ε1 ανάκριση και βούλευμα). Η εκκαλούσα στην έγκληση (από 30.7.2002) και στην ανακριτική της κατάθεση αναφέρει ποσό 30.000.000 δρχ. Προς εξασφάλιση του ως άνω ποσού εδόθηκαν δύο επιταγές από την κατηγορουμένη Χ2, η πρώτη, με αριθμ. ...... ποσού 29.397.431 δρχ. και η δευτέρα, με αριθ. ....., ποσού 67.792,00 €, μεταχρονολογημένες, με χρόνο έκδοσης την 19.7.2002. Εις αντικατάσταση της πρώτης επιταγής εδόθη η δευτέρα ποσού όμως μικρότερου που δεν καλύπτει το αρχικό ποσό. Ως προς την αναντιστοιχία αυτή η εξήγηση που δίδεται είναι πως και οι δύο δεν αντιπροσωπεύουν το κατατεθέν ποσό, διότι στο σύνολό τους υπερβαίνουν κατά πολύ το ποσό που και η ίδια η εκκαλούσα δεν επικαλείται, αλλά η δευτέρα αντικατέστησε την πρώτη, γιατί ο κατηγορούμενος Χ1 ανέγραψε επί της επιταγής ποσό μεγαλύτερο εκ παραδρομής. Στην δευτέρα ενσωματούται το αληθές ποσό (67.792,00 €), και γι' αυτήν την επιταγή εκδόθηκε διαταγή πληρωμής, (αριθ. απόφ. 173/2004, Πολυμελούς Πρωτ. Μυτιλήνης), καίτοι κατείχε εις χείρας της η εκκαλούσα και την πρώτη ποσού 29.397.431 δρχ. Για το παραδοθέν ποσό των 30.000.000 δρχ. που ισχυρίζεται η εκκαλούσα ότι παρέδωσε ουδέν στοιχείο προκύπτει ούτε παραστατικό έγγραφο, ούτε απόδειξη, αλλ' ούτε και η πρώτη επιταγή αντιπροσωπεύει επακριβώς το ως άνω ποσό, καθόσον είναι μικρότερο κατά 600.000 δρχ., η ίδια δε η κατηγορουμένη αναφέρει στην απολογία της (σε δύο σημεία), ότι η εκκαλούσα της είπε πως εκδόθηκε η β' επιταγή σε αντικατάσταση της πρώτης της λαθεμένης, (ίδετ. απολογία κατηγορουμένης), κακώς δε δεν επεστράφη και δεν κατεστράφη. Στην από 27.6.2005 κατάθεση της αναφέρει η εκκαλούσα: "η χρηματική απώλεια μου είναι 30.000.000 δρχ. όσο είναι και η πρώτη επιταγή, η δε δευτέρα που εδόθη όταν έγινε μετατροπή του νομίσματος από δραχμές εις ευρώ και εκ παραδρομής την ανέφερα στην έγκληση μου". Στην ίδια κατάθεση παρακάτω αναφέρει: "Στην κατηγορουμένη Χ2 τον Ιούλιο του 2000 έδωσα το ποσό των 30.000.000 δρχ. και προς εξασφάλιση μου παρέδωσε μια επιταγή (την πρώτη) 29.397.431 δρχ., αργότερα, εις αντικατάσταση αυτής της επιταγής, μου έδωσε μια άλλη επιταγήν (την δεύτερη) ποσού 67.792,00 €" (ίδετ. κατάθεση της). Στη συνέχεια το Συμβούλιο Εφετών έκρινε πως τα στοιχεία που προκύπτουν από την ανάκριση δεν είναι ικανά (επαρκή) από μόνα τους να στοιχειοθετήσουν το αδίκημα της απάτης, με δεδομένο, α) τις αντιφάσεις της εκκαλούσας και την ηθελημένη σύγχυση ως προς το ποσό της κατάθεσης, β) Με δεδομένο ότι παλαιότερη συνεργασία με τον κατηγορούμενο Χ1 ήτο επωφελής και προσοδοφόρος, και γ) Με δεδομένο το γεγονός ότι η εμπλοκή με τις χρηματιστηριακές ενασχολήσεις πάντα ενέχει ένα κίνδυνο -RISCO- μη καλής απόδοσης - απωλειών κερδών μικρότερων των υπεσχημένων και αναπτυσσομένων κλπ, αρκεί αυτός (o κίνδυνος) να μην προήλθε από παραπλάνηση και εξαπάτηση, αλλά είναι απόρροια συγκυριών σχετικών με την λειτουργία της χρηματαγοράς και συνεπώς ότι δεν υφίσταται αδίκημα απάτης στην βασική του μορφή και όταν συμβαίνει αυτό παρέλκει περαιτέρω η εξέταση των επιβαρυντικών περιπτώσεων (κακουργηματική μορφή) και ότι τα στοιχεία της πράξης στοιχειοθετούν την κακουργηματική υπεξαίρεση της παρ. 2α του άρθρου 375 ΠΚ για μεν την κατηγορουμένη Χ2 ως φυσικό αυτουργό, για δε τον κατηγορούμενο Χ1 ως απλό συνεργό στην υπεξαίρεση της Χ2 (άρθρο 47 παρ. 1 σε συνδ. 375 παρ. 2 Π.Κ.) καθόσον συνυπάρχουν όλα τα στοιχεία της κακουργηματικής υπεξαίρεσης (άρθρο 375 παρ. 2α Π.Κ.) ήτοι α) παράδοση και εμπίστευση χρημάτων, β) ιδιώτης του εντολοδόχου, γ) κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, και δ) αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το ποσό των 67.792,00 €, ή το ισόποσο σε δρχ. 23.048.280, κρίνεται ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λαμβανομένης υπόψη της ιδιότητος των φτωχών βιοπαλαιστών και μικρών επενδυτών, που προσπαθούν να βελτιώσουν ή να αλλάξουν την μοίρα τους. Το ότι κατεβλήθησαν τα χρήματα δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί, αφού προς εξασφάλιση αυτών εκδόθηκε η σχετική- δευτέρα επιταγή των 67.792,00 €, η οποία άλλως δεν είχε λόγο έκδοσης. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται τα πάντα, δηλώνοντες, ουδέποτε είχα κάποια συναλλαγή με την εκκαλούσα ή τον σύζυγο της (ίδετ. απολογίες τους). Μα η ύπαρξη των επιταγών διαψεύδει κυρίως την κατηγορουμένη Χ2. Ούτε ως αντίλογο δεν είπε στην εκκαλούσα ποια η τύχη της επένδυσης, που πήγαν τα χρήματα, μειώθηκαν ή εξανεμήθησαν λόγω ατυχούς επιλογής σε πακέτο επένδυσης. Έσπευσε όμως να εξαφανισθεί από την ... -ίσως διαμένει στην ...- σωρεία δε ακαλύπτων επιταγών εκδικάζονται στην Μυτιλήνη ερήμην της. Καθώς καταθέτουν ο σύζυγος της εκκαλούσας και ο μάρτυς Ε1, έχουν εξαπατήσει και άλλους όπως τον Ζ1, Ζ2 και ένα στρατιωτικό τον Ζ3 υπεξαιρώντας χρήματα απ' αυτούς και από άλλους άνω των 200.000.000 δρχ. (ίδετ. ένορκη κατάθεση Ε1 στον Ανακριτή). Αναζητήσασα το 2002 η εκκαλούσα τα χρήματα της από μεν την κατηγορουμένη Χ2 ουδεμία ανταπόκριση βρήκε, ισχυριζόμενη πως "ουδέποτε ουδεμία συναλλαγή είχε μαζί της" (ίδετ. απολογία της), από περιουσιακά στοιχεία ανέφερε, ότι είναι κυρία του 1/2 εξ αδιαιρέτου οικίας υποθηκευμένης. Στραφείσα δε προς τον κατηγορούμενο Χ1 έλαβε την απάντηση "να τα ζητήσεις από την ... - "Χ2"". Η συμμετοχική δράση του κατηγορουμένου Χ1, (απλός συνεργός), συνίσταται στην ακόλουθη συνδρομή και βοήθεια προς την φυσική αυτουργό Χ2, α) Αναζητούσε. Συμβούλευε και οδηγούσε, λόγω της ιδιότητος του στην Εμπορική Τράπεζα, υπ/μα Μυτιλήνης, πελάτες της Τράπεζας, φίλους, και ανθρώπους που του έδειξαν τυφλή εμπιστοσύνη, όπως η παθούσα, στην Χρηματιστηριακή της Χ2 (ίδετ. κατάθεση Γ2 και Ε1), β) Χ1 και Χ2 υπήρξαν στο παρελθόν συνεργάτες σε χρηματιστηριακό γραφείο, ζευγάρι δε στη ζωή και στην εργασία (το πρωί στην Τράπεζα το απόγευμα στην Χρηματιστηριακή) γ) Επί παρουσία του και με την πίεσή του προς το ζεύγος Γ, εδέχθησαν ούτοι τις (ακάλυπτες) επιταγές για 2 έτη έναντι των χρημάτων που κατέθεσαν, ενώ επίμονα ζητούσαν και είχαν συμφωνήσει επιταγή γι ένα έτος, και όχι προσωπικές της Χ2, αλλά της Εμπορικής Τράπεζας ή της ".....", δ) Τελούσε εν γνώσει των προθέσεων της Χ2, αφού εγνώριζε πως δεν είχε καλή οικονομική κατάσταση και την βοηθούσε ο ίδιος οικονομικά για τις σπουδές των παιδιών της, και ο ίδιος έβαλε την οικία του υποθήκη για να πάρει από την Εμπορική Τράπεζα δάνειο (ίδετ. απολογία του ιδίου) 15.000.000 δρχ., που έλαβε η Χ2, ζούσαν και εργάζονταν μαζί στην Χρηματιστηριακή, και εγνώριζε πως εξέδιδε ακάλυπτες επιταγές, είχαν εξαπατήσει και άλλους, (τους προμνημονευθέντας Ζ1 - Ζ2 και Στρατιωτικό Ζ3). Χωρίς την ως άνω βοήθεια θα ήτο δυσχερές να τελέσει η Χ2 την πράξη που διέπραξε, η συνδρομή του αυτή υπήρξε πολύτιμη. Σε όλες τις διαδικασίες ήταν παρών. Οι ως άνω μορφές συνδρομής - απλής συνέργειας - του Χ1, έχει, νομολογηθεί από το Ανώτατο Ακυρωτικό, πως συνδέονται με την κύρια πράξη της υπεξαίρεσης με τέτοιο τρόπο, ώστε αν δεν υφίσταντο θα δυσχεραίνονταν η εκτέλεση της κυρίας πράξεως, με κίνδυνο να ματαιωθεί αυτή, ο δε φυσικός αυτουργός (Χ2) χρειάζονταν την συνδρομή αυτή για να τελέσει την κύρια πράξη". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σε ότι αφορά την απαιτούμενη ιδιότητα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου απλού συνεργού, ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας. Τούτο δε διότι, από την προπαρατεθείσα αιτιολογία του Βουλεύματος, η οποία, περίπου η ίδια επαναλαμβάνεται και στο διατακτικό του, δεν υπάρχει παραδοχή ή τουλάχιστον είναι ελλιπής, από την οποία να προκύπτει η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας και η οποία αιτιολογία θα δικαιολογούσε πλήρως λόγω της ύπαρξης των επιβαρυντικών αυτών περιστάσεων την παραπομπή του, ως στοιχείο της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αιγαίου. Συγχρόνως, υπάρχει και εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 47 παρ. 1, 49 παρ. 2 και 375 παρ. 1 - 2 Π.Κ., ενόψει του ότι, με όσα διαλαμβάνει στο αιτιολογικό του το προσβαλλόμενο Βούλευμα, δεν πληρούνται, αντικειμενικά τουλάχιστον, οι έννοιες του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, μη αρκούσης της αιτιολογίας αυτών από την έκθεση πραγματικών περιστατικών, τα οποία, όμως, αφορούν τη φυσική αυτουργό και μόνο, με συνέπεια να καθίσταται, ανέφικτος ο έλεγχος, για το αν ορθά εφαρμόσθηκαν οι αναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του Κ.Π.Δ. δεύτερος και τρίτος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, μόνον ως προς τον αναιρεσείοντα, αναφορικά με τις πιο πάνω επιβαρυντικές περιστάσεις, οι οποίες προσδίδουν στην πράξη, για την οποία κρίθηκε παραπεμπτέος, το χαρακτήρα του κακουργήματος και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, γιατί είναι εφικτή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485 και 519 Κ.Π.Δ.). Όσον αφορά τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα υπέπεσε στην πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 111 παρ. 1 - 3 Π.Κ. και τούτο διότι, ενώ δέχθηκε ότι η πράξη, της αρχικώς χαρακτηρισθείσα ως απάτης, είχε πλημμεληματικό χαρακτήρα και, συνεπεία παρόδου πενταετίας από του χρόνου τελέσεώς της, είχε εξαλειφθεί το αξιόποινο, αντί να παύσει οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, μετέβαλε ανεπίτρεπτα την κατηγορία από απάτη, σε κακουργηματική υπεξαίρεση, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, το Συμβούλιο Εφετών, δέχθηκε, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ότι δεν θεμελιώνεται η κατηγορία της απάτης και στη συνέχεια, παραδεκτά εξέτασε, αν συνέτρεχε η άδικη πράξη της υπεξαίρεσης, ενόψει του ότι, επρόκειτο για το αυτό υλικό αντικείμενο, του ίδιου παθόντος και, χωρίς ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, παρέπεμψε τους κατηγορουμένους στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αιγαίου, προκειμένου να δικαστούν για την πράξη αυτή. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το υπ' αρ. 93/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, μόνον ως προς τον αναιρεσείοντα Χ1 , αναφορικά με την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της απλής συνέργειας σε υπεξαίρεση, σε βαθμό κακουργήματος. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, ως προς το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπ' αρ. 197/2007 αίτηση αναίρεσης του αναφερομένου.- Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απλός συνεργός σε υπεξαίρεση κακουργηματική. Ο απλός συνεργός για να παραπεμφθεί σε κακουργηματική υπεξαίρεση που τελεί ο αυτουργός, συνεπεία των επιβαρυντικών περιπτώσεων του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει οι επιβαρυντικές αυτές περιπτώσεις να συντρέχουν και στο πρόσωπό του, ακόμη και όταν γνώριζε ότι οι ιδιότητες αυτές υπήρχαν στον αυτουργό, διότι διαφορετικά αυτός θα παραπεμφθεί για παράβαση του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ, ήτοι για πλημμεληματική υπεξαίρεση. Αναιρεί βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συνέργεια, Υπεξαίρεση.
1
Αριθμός 1825/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), ορισθέντος με την υπ' αριθμ. 57/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Αναγνωστόπουλο, για αναίρεση της 112/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαρτίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 629/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333, 334 και 369 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η λήψη υπόψη υπό του δικαστηρίου εγγράφων προς στήριξη της κρίσεώς του περί ενοχής του κατηγορουμένου, χωρίς να αναγνωσθούν κατά τη δημοσία και προφορική συζήτηση της υποθέσεως, συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχείο δ' Κ.Π.Δ. Τέτοια όμως ακυρότητα δεν επέρχεται, όταν πρόκειται περί εγγράφων, τα οποία αποτελούν το σώμα του εγκλήματος, ως επί πλαστογραφίας εγγράφων, αφού αυτά δεν λαμβάνονται ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, αλλά αντίθετα είναι τα υποκείμενα προς απόδειξη δια προσαγωγής άλλων εγγράφων ή προσθέτων νομίμων άλλων αποδεικτικών μέσων. Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση αναίρεσης, στρεφομένης κατά της υπ' αρ. 112/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως, για την άδικη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, η τελευταία (αναιρεσείουσα κατηγορουμένη) διατείνεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση, για το σχηματισμό της, περί ενοχής αυτής, κρίσης, έλαβε υπόψη της τα προσδιοριζόμενα κατά τα στοιχεία ταυτότητάς τους εννέα (9) έγγραφα που αναφέρονται στην αίτηση, χωρίς αυτά να έχουν αναγνωσθεί στο ακροατήριο, με συνέπεια να επέλθη η επικαλούμενη απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Όπως όμως, προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, ναι μεν δεν αναγνώσθηκαν τα επικαλούμενα έγγραφα, ήτοι: 1)φαξ της .... με αποστολέα την .... 2)φαξ της .... με αποστολέα την ..., 3)έγγραφο της .... φερόμενο ως εκδοθέν από την ΑΣΠΙΣ ΑΕΔΑΚ, 4)φαξ της ..... με αποστολέα την ...., 5)Γραμμάτιο είσπραξης της Τράπεζας Εργασίας με ημερομηνία ...., 6)φαξ της .... με αποστολέα την ..., 7)φαξ της .... με αποστολέα την ..., 8)φαξ της .... με αποστολέα την .... και 9)φαξ της .... με αποστολέα την ...., όμως ουδεμία ακυρότητα επήλθε διότι τα έγγραφα αυτά ήταν εκείνα που πλαστογράφησε η αναιρεσείουσα και αποτελούσαν στο σώμα του εγκλήματος της πλαστογραφίας και δεν θεωρούνται αποδεικτικά μέσα υπό την έννοια του άρθρου 364 παρ. 1 Κ.Π.Δ. με συνέπεια, ο προτεινόμενος λόγος αναίρεσης να είναι αβάσιμος και απορριπτέος και κατ' επέκταση και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, η δε αναιρεσείουσα θα καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αρ. 206/2008 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της υπ' αρ. 112/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλαστογραφία μετά χρήσεως. Τα έγγραφα που αποτελούν το σώμα του εγκλήματος, όπως επί πλαστογραφίας, δεν θεωρούνται αποδεικτικά μέσα υπό την έννοια του άρθρου 364 παρ. 1 ΚΠΔ, με συνέπεια να μην υφίσταται υποχρέωση του Δικαστηρίου για ανάγνωσή του και ως εκ τούτου ο λόγος αναίρεσης περί επέλευσης ακυρότητας είναι αβάσιμος.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Πλαστογραφία.
0
Αριθμός 1824/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 57/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 11290/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1)......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μακρή και 2) ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βασιλακόπουλο. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Κωνσταντόπουλο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 9/04.02.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 214/2008. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Π.Δ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού Δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ., μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ν.δ. 57/74), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, είτε όταν δεν αιτιολογεί το Δικαστήριο γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής Ποινικής Διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι των πράξεων της παθητικής δωροδοκίας, της απόπειρας εκβίασης και της από κοινού ψευδού βεβαίωσης η πρώτη και της από κοινού ψευδούς βεβαιώσεως ο δεύτερος. Προκειμένου να στηρίξει την απαλλακτική του κρίση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, διέλαβε την εξής αιτιολογία: "Από την εν γένει αποδεικτική διαδικασία, τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπερασπίσεως, που νομότυπα εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, καθώς και από τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία των κατηγορουμένων, προέκυψαν ικανές αμφιβολίες ως προς την ενοχή των κατηγορουμένων για τις πράξεις, που τους αποδίδει το κατηγορητήριο, ήτοι 1) της παθητικής δωροδοκίας, 2) της απόπειρας εκβίασης (η πρώτη εξ αυτών) και της ψευδούς βεβαίωσης από κοινού (αμφότεροι), όπως αυτές ειδικότερα διευκρινίζονται στο διατακτικό. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι στις 11-11-2002 (και στις 8/11/2002 όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο εγκαλών) η πρώτη κατηγορούμενη (υπάλληλος - επιθεωρήτρια του Σ.Ε.Υ.Υ.Π) επισκέφθηκε προς επιθεώρηση το φαρμακείο του εγκαλούντος Ψ1 επί της οδού .... στον ..... Αττικής, πλην όμως δεν κατέστη δυνατόν να συνταχθεί το σχετικό πρωτόκολλο επιθεώρησης λόγω της αρνητικής συμπεριφοράς, που επέδειξε κατά τη διάρκεια του ελέγχου ο εγκαλών, ο οποίος λειτουργούσε από οκταμήνου περίπου χωρίς την απαιτούμενη άδεια από την Νομαρχία Αθηνών, ενώ αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη κατηγορούμενη εκμεταλλευόμενη την μη ύπαρξη αδείας λειτουργίας του ως άνω φαρμακείου, απαίτησε από τον εγκαλούντα και επιχείρησε να τον εξαναγκάσει να της καταβάλλει το ποσόν των 3.000 ευρώ, ειδάλλως θα του έκλεινε αυτή το φαρμακείο, προκειμένου να παραλείψει να βεβαιώσει τη σχετική έλλειψη αδείας. Πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί αθώα η πρώτη κατηγορούμενη για τις ως άνω αποδιδόμενες σε αυτήν πράξεις της παθητικής δωροδοκίας και της απόπειρας εκβίασης. Εξάλλου και αναφορικά με την αποδιδόμενη σε αμφότερους τους κατηγορούμενους πράξη της ψευδούς βεβαίωσης από κοινού πρέπει ομοίως να κηρυχθούν αθώοι αυτοί, καθόσον τα όσα οι ίδιοι βεβαίωσαν στην επίμαχη υπ'αριθμ. πρωτ. οικ. ...... έκθεση επιθεώρησης φαρμακείων περιοχής ... και ...., πού αφορούσαν, μεταξύ των άλλων, και την πιο πάνω αναφερόμενη αρνητική συμπεριφορά του εγκαλούντος και λοιπές παραβάσεις κατά τη λειτουργία του φαρμακείου του, δεν είναι ψευδή και ανταποκρίνονται κατά βάση στην αλήθεια, το γεγονός δε ότι, πλην της πρώτης κατηγορουμένης, υπέγραψε την εν λόγω έκθεση ελέγχου και ο δεύτερος κατηγορούμενος (επιθεωρητής και αυτός του Σ.Ε.Υ.Υ.Π.) ο οποίος δεν είχε επισκεφτεί όντως μετ'αυτής το φαρμακείο του εγκαλούντος, αποτελεί μία πρακτική όχι ασυνήθη κατά τους σχετικούς ελέγχους". Η αιτιολογία, όμως, αυτή, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, με την εκτεθείσα έννοια, αφού δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα και δεν εκτίθενται καθόλου οι λόγοι, για τους οποίους το δικαστήριο δεν μπόρεσε να καταλήξει, ότι πραγματώθηκε από τους κατηγορουμένους η αντικειμενική ή η υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιοποίνων αδικημάτων, συγχρόνως δε υπάρχει στην αιτιολογία ασάφεια, ειδικά ως προς την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης, που καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο, αν ορθά εφαρμόσθηκαν οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27, 45 και 242 παρ. 1 του Π.Κ. Ειδικότερα, ενώ γίνεται δεκτόν από την προσβαλλομένη, ότι η έκθεση επιθεώρησης, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, υπογράφεται από τους δύο κατηγορουμένους και με τον τρόπο αυτό εμφανίζονται οι τελευταίοι να επιβεβαιώνουν, αμφότεροι, το αληθές του περιεχομένου της έκθεσης αυτής, ως αποτέλεσμα του ελέγχου που πραγματοποίησαν και οι δύο, ενώ η αλήθεια είναι ότι ο έλεγχος έγινε μόνο από την πρώτη κατηγορούμενη, στη συνέχεια το Δικαστήριο καταλήγει στην απαλλακτική του κρίση, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι η υπογραφή της έκθεσης επιθεώρησης και από τους δύο "αποτελεί μια πρακτική όχι ασυνήθη κατά τους σχετικούς ελέγχους". Όμως, η "συνήθης πρακτική", δεν περιλαμβάνεται στους λόγους που αποτελούν το άδικο της πράξης ή αίρουν τον καταλογισμό (άρθ. 20 επ. και 30 επ. του Π.Κ.) και επομένως, το Δικαστήριο, για να υπάρξει πλήρης και σαφής αιτιολογία, αναφορικά με τη μη υποκειμενική στοιχειοθέτηση της ψευδούς βεβαίωσης, έπρεπε να προσδιορίσει σε ποιά από τις προαναφερόμενες περιπτώσεις υπάγεται η "συνήθης πρακτική" που δέχτηκε. Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε Κ.Π.Δ. λόγοι αναιρέσεως, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί και θα αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρ. 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αρ. 11290/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παθητική δωροδοκία. Απόπειρα εκβίασης. Ψευδής βεβαίωση από κοινού. Αναιρείται για έλλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση, διότι δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά από τα οποία θα προκύπτει γιατί το Δικαστήριο δεν πείσθηκε για την ενοχή των κατηγορουμένων. Αναφορικά δε με την ψευδή βεβαίωση, ενώ δέχεται ότι τον έλεγχο έκανε μόνον η πρώτη κατηγορουμένη, στη συνέχεια δέχεται ότι είναι «συνήθης πρακτική» να υπογράφει την έκθεση επιθεώρησης και δεύτερος υπάλληλος, ο οποίος φυσικά δεν διενήργησε έλεγχο.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εκβίαση, Δωροδοκία, Ψευδής βεβαίωση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1823/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 57/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαϊου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Σαράκη, περί αναιρέσεως της 2323/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 88/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, αυτά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Η εκ των άνω άρθρων επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται όσοι τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, της ικανότητας προς καταλογισμό, τη μείωση της ικανότητας αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αρ. 2323/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ1 καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, για αγορά, κατοχή, πώληση και μεσολάβηση σε απόπειρα πώλησης ναρκωτικών ουσιών. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι, την ποσότητα των 60 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης, που βρέθηκε και κατασχέθηκε στην οικία του, την είχε αποκλειστικά για δική του χρήση. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την εξής αιτιολογία: "Ο ισχυρισμός αυτός (είναι νόμιμος κατ' άρθρο 12 Ν. 1729/87 ήδη 29 Κ.Ν.Ν. 3459/2006), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία και τούτο διότι, η κατανομή της (ποσότητας των 60 γραμμαρίων) σε δύο δόσεις, σε συνδυασμό με τις πληροφορίες που είχε η αστυνομία για διακίνηση από αυτόν ινδικής κάνναβης, υποδηλώνει ότι αποκλείεται το ενδεχόμενο να προοριζόταν για αποκλειστική δική του χρήση, αλλά βάσιμα μπορεί να υποστηριχθεί ότι προοριζόταν προς διάθεση σε τρίτους". Η αιτιολογία αυτή είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, διότι εκτίθενται επαρκείς σκέψεις, γιατί δεν πείσθηκε το Δικαστήριο για τη βασιμότητα του ως άνω ισχυρισμού. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙ. Από τις περί ασκήσεως της ποινικής δίωξης διατάξεις των αρ. 27 επ.43 και 49 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των αρ. 57 επ. 246 επ. 250, 321 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο και το δικαστήριο μπορούν να αποφαίνονται μόνο για την πράξη για την οποία ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα ποινική δίωξη, όχι δε και άλλη, έστω και συναφή, διότι διαφορετικά επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το αρ. 171 παρ. 1β' ΚΠΔ. Όταν δε η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, είναι διαφορετική από εκείνη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη, κατά χρόνο, τόπο και λοιπές ιστορικές συνθήκες, υφίσταται μεταβολή κατηγορίας, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ για απόλυτη ακυρότητα. Εξάλλου κατά το αρ. 5 εδ. β' του Ν. 1729/1987, όπως ισχύει, το έγκλημα της μεσολάβησης στην πώληση ναρκωτικών, συνιστάμενο στο ότι ο δράστης φέρει σε επαφή ή συνεννόηση άλλα πρόσωπα προκειμένου να γίνει μεταξύ αυτών η πώληση ναρκωτικών ουσιών προηγείται αναγκαίως της πώλησης, είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο απ'αυτή και σύγκειται από πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από εκείνα της πώλησης ή της απόπειρας πώλησης ναρκωτικών ουσιών. Ως εκ τούτου, εφόσον δεν υπάρχει ταυτότητα πράξης μεταξύ των δύο αυτών εγκλημάτων είναι ανεπίτρεπτη η μεταβολή της κατηγορίας από απόπειρα πώλησης σε μεσολάβηση για πώληση ή απόπειρα πώλησης ναρκωτικών ουσιών. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, ενώ είχε κατηγορηθεί, εκτός των άλλων πράξεων, και για απόπειρα πώλησης ναρκωτικής ουσίας στον Χ2 και για την πράξη αυτή είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως με την υπ' αρ. 2558/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 2323/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκε για μεσολάβηση στην απόπειρα πώλησης της ιδίας ουσίας (500 γραμμάρια ινδικής κάνναβης) από τον Γ1 στον Χ2, με το να φέρει αυτούς σε επαφή, αρχικά τηλεφωνικά και στη συνέχεια προσωπικά, στο .... Αττικής, σις 2.11.2004. Η μεταβολή, όμως, αυτή της κατηγορίας είναι, κατά τα προεκτιθέμενα, ανεπίτρεπτη και κατά συνέπεια επήλθε απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1β Κ.Π.Δ. Πρέπει, λοιπόν, κατά παραδοχή ως βασίμου, του πρώτου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ., λόγου αναίρεσης της αίτησης του Χ1, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτό, καθώς και κατά τη διάταξή της περί επιβολής της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για τον αναιρεσείοντα, ως προς το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθ. 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αρ. 2323/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τον κατηγορούμενο Χ1, κατά το μέρος που δι'αυτής καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων για μεσολάβηση στην απόπειρα πώλησης ποσότητας 500 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης από τον Γ1 στον Χ2, καθώς και ως προς τη διάταξή της περί επιβολής της ποινής. Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπ' αρ. 741/2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά της ως άνω αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αγορά, κατοχή, πώληση, μεσολάβηση σε απόπειρα πώλησης ναρκωτικών ουσιών. Δεκτή η αναίρεση για απόλυτη ακυρότητα λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής κατηγορίας. Πρωτοδίκως ο αναιρεσείων είχε καταδικαστεί μετά από σχετική άσκηση ποινικής δίωξης, εκτός των άλλων και για απόπειρα πώλησης ναρκωτικών ουσιών και στο δευτεροβάθμιο για μεσολάβηση σε απόπειρα πώλησης ναρκωτικών ουσιών. Η μεσολάβηση σύγκειται από πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από εκείνα της πώλησης ή της απόπειρας πώλησης ναρκωτικών ουσιών.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Ναρκωτικά, Απόπειρα, Κατηγορίας μεταβολή.
0
Αριθμός 1822/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), που ορίσθηκε με τη με αριθμό 57/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Πλεύρη, για αναίρεση της με αριθμό 279/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Μήτση. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2035/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Επειδή, κατά το άρθρο 220 παρ. 1 εδ. α' Π.Κ., όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι 2 ετών. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού απαιτούνται τα εξής στοιχεία: α) σύνταξη δημοσίου εγγράφου κατά την έννοια του άρθρου 438 του Κ.Πολ.Δ., β) το δημόσιο έγγραφο να διαλάβει αναληθές περιεχόμενο για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, γ) η αναληθής βεβαίωση στο δημόσιο έγγραφο να έχει επιτευχθεί με εξαπάτηση καθ' οιονδήποτε τρόπο και δ) η πρόθεση του δράστη. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αρ. 279/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, ανασταλείσαν επί 3ετίαν, για υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, με τη συνδρομή των όρων του άρθρου 216 παρ. 3 του Π.Κ., δεχθέντος εδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο Γ είχε πωλήσει στους Γ1 και την κατηγορούμενη κατά το αδιαίρετο !/2 το με αριθ. κυκλ. ..... λεωφορείο, με τον όρο της παρακράτησης κυριότητος μέχρι την εξόφληση του. Η εξόφληση του τιμήματος έγινε στις 4-4-1995, γεγονός για το οποίο ο ως άνω πωλητής παρέσχε στους αγοραστές υπεύθυνη δήλωση του υπογραφείσα ενώπιον του συμβολαιογράφου Τρικάλων Αποστόλου Μάντζαρη, αναφέροντας ότι αίρει και την παρακράτηση της κυριότητος. Η δήλωση αυτή καταχωρήθηκε στο με αριθ. ... βιβλιάριο μεταβολών του αυτοκινήτου. Ο νόμος δεν ορίζει τύπο για την πράξη εξόφλησης τιμήματος αυτοκινήτων και για τη συμφωνία άρσης της παρακράτησης κυριότητος. Ο μηνυτής Ψ1, δυνάμει του με αριθ. .... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ευθ, Παπαγεωργίου αγόρασε από τον Γ1 το 50% επί του ως άνω λεωφορείου, σημειωθείσης της ως άνω μεταβιβάσεως στο βιβλιάριο μεταβολών του οχήματος και κατέστη συγκύριος αυτού κατά το αδιαίρετο ι/2 με την κατηγορουμένη. Έκτοτε, προς ικανοποίηση επιδικασθείσης απαιτήσεως του κατά της κατηγορουμένης ο Ψ1 προέβη σε αναγκαστική εκτέλεση επί του αδιαιρέτου 1Α κυριότητος της κατηγορουμένης στο ως άνω λεωφορείο και σε αναγκαστικό πλειστηριασμό και μετά την κατακύρωση του στον ίδιο απέκτησε την πλήρη κυριότητα του λεωφορείου και στο όνομα του εκδόθηκε πλέον εκδόθηκε από τη διοίκηση η σχετική άδεια κυκλοφορίας. Κατά του ως άνω πλειστηριασμού και για ακύρωση του άσκησε ανακοπή η κατηγορουμένη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και εκδόθηκε τελεσίδικα η με αριθ. 402/10-10-2001 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, που δέχθηκε την ανακοπή αυτή και ακύρωσε τον πλειστηριασμό, επειδή θεώρησε ότι κατά παράβαση του άρθρου 281 Α.Κ. ενεργήθηκε, αφού δεν οδηγήθηκε το εκπλειστηριαζόμενο αυτοκίνητο στον τόπο του πλειστηριασμού. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η απόφαση αυτή, μετά άσκηση αίτησης αναίρεσης του μηνυτή αναιρέθηκε με την υπ' αριθ. 1116/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου και στη μετ' αναίρεση συζήτηση στο Εφετείο Ιωαννίνων, ως Δικαστήριο της παραπομπής, εκδόθηκε νέα απόφαση (282/2003) που απέρριψε την ανακοπή της κατηγορουμένης και πλήρης κύριος παρέμεινε ο μηνυτής, η ανωτέρω απόφαση εξέθετε το ιστορικό της ανακοπής της κατηγορουμένης, στο οποίο περιλαμβάνονταν και αναφορά της ότι ήταν άκυρη η βεβαίωση του συμβολαιογράφου Τρικάλων Απ. Μάντζαρη στο βιβλίο μεταβολών του οχήματος για άρση της παρακράτησης της κυριότητας από τον πωλητή, μη προηγηθείσης πράξης εξοφλήσεως με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Τρεις (3) μήνες και πλέον μετά τη δημοσίευση της απόφασης αυτής του Εφετείου Ιωαννίνων η κατηγορουμένη, μετέβη στο συμβολαιογραφείο του Αποστόλου Μάντζαρη στα Τρίκαλα, όπου εισελθούσα επιθετικά και προσβάλλοντας τον ενώπιον τρίτων (συμβαλλομένων και προσωπικού) του ανέφερε, εις επήκοον πάντων και με ύφος αυστηρό, ότι το Εφετείο Ιωαννίνων ακύρωσε τις προαναφερθείσες πράξεις του για άρση της παρακράτησης κυριότητος του πωλητή (Γ) και μεταβίβαση της κυριότητος στην κατηγορουμένη και τον Γ1, τεχνηέντως και από μακριά, επισείοντας το κείμενο της, ανέγνωσε τους δικούς της ως άνω ισχυρισμούς που διελάμβανε στην ανακοπή της και οι οποίοι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αιτιολογιών και διατακτικού της απόφασης, ούτε λόγο ακύρωσης του πλειστηριασμού, εμφάνισε ότι αυτή ήταν η κρίση του Δικαστηρίου και ζήτησε απειλητικά και επιτακτικά από το συμβολαιογράφο να συντάξει νέα πράξη, ώστε να διορθωθεί δήθεν αυτή η ακυρότητα, να γίνει συμβολαιογραφική πράξη εξόφλησης από τον πωλητή Γ του τιμήματος για την αγορά του λεωφορείου, με νέα σημείωση στο βιβλίο μεταβολών του της πράξης μεταβίβασης κυριότητος από τον Γ προς αυτή και τον Γ1. Ο συμβολαιογράφος Απ. Μαντζαρης παραπλανήθηκε από τη συμπεριφορά αυτή της κατηγορουμένης, πίστεψε ότι πράγματι η απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων έφερε την κρίση που εμφάνισε η κατηγορουμένη και κάλεσε τον Γ να προσέλθει, παρά τις αντιρρήσεις του και συνετάγη η με αριθ. ..... πράξη του συμβολαιογράφου Τρικάλων Απ.Μάντζαρη, που τιτλοφορείται "εξόφληση τιμήματος και παραχώρηση κυριότητας αυτοκινήτου" και στην οποία αναφέρεται ότι εξοφλήθηκε το τίμημα του λεωφορείου από τους Γ1 και κατηγορουμένη και ότι ο πωλητής παραχωρεί ρητά την κυριότητα στους Γ1 και κατηγορουμένη, οι οποίοι δύνανται να διακατέχουν, νέμονται και διαθέτουν το αυτοκίνητο αυτό ως τέλειοι κύριοι, νομείς και κάτοχοι του. Η κατηγορουμένη αποσιώπησε και αθεμίτως απέκρυψε ότι το 1Α του λεωφορείου ανήκε από καιρού στο μηνυτή Ψ1, ο οποίος ήταν ήδη συγκύριος αυτού του λεωφορείου από το έτος 1996 και έτσι επέτυχε να βεβαιωθεί στην ως άνω συμβολαιογραφική πράξη ψευδές γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες. Με τον ως άνω τρόπο η κατηγορουμένη, που σκοπό είχε να χρησιμοποιήσει την πράξη αυτή του συμβολαιογράφου Απ. Μάντζαρη στις διοικητικές υπηρεσίες του Υπουργείο Μεταφορών, για έκδοση αδείας κυκλοφορίας στο όνομα της και στο όνομα του Γ1, έναντι του οποίου είχε απαιτήσεις και η δυνατό να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση για απόκτηση του 1Α της κυριότητος του λεωφορείου, επέτυχε να βεβαιωθεί ψευδώς ότι ο Γ1 είναι συγκύριος του ως άνω λεωφορείου κατά το αδιαίρετο 1/2, ενώ συγκύριος αυτού, με αγορά από το Γ1, ήταν στο παραπάνω ιδανικό μερίδιο ο μηνυτής Ψ1, το όνομα του οποίου αναφερόταν ήδη στην άδεια κυκλοφορίας του οχήματος και ασφαλώς ο μηνυτής με την απώλεια της κυριότητος στο λεωφορείο υφίσταται ζημία υπερβαίνουσα τα 25.000.000 δρχ., αφού το σύνολο του λεωφορείου είχε αξία πλέον των 50.000.000 δρχ. Πράγματι η κατηγορουμένη με αίτηση της από 23-5-2002, χρησιμοποιώντας και επικαλούμενη την ως άνω πράξη του συμβολαιογράφου Τρικάλων Απ. Μάντζαρη και την ψευδή βεβαίωση που αυτή περιείχε με την αναφορά της περί συγκυριότητος του Γ1 στο λεωφορείο, ζήτησε να εκδοθεί νέα άδεια κυκλοφορίας αυτού με αναφορά ως συγκυρίων του Γ1 και της ίδιας, ώστε να απωλέσει κάθε δικαίωμα ο αληθής συγκύριος Ψ1. Με αίτηση του ασφαλιστικών μέτρων στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων και με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου αυτού με αριθ. 390/2002 ο μηνυτής απέτρεψε την έκδοση της παραπάνω ζητηθείσης νέας αδείας κυκλοφορίας. Αποδεικνύεται ασφαλώς ότι ηδύνατο να έχει έννομη συνέπεια το γεγονός που αναληθώς βεβαιώθηκε με δόλο της κατηγορουμένης στην πράξη του συμβολαιογράφου Τρικάλων Απ. Μάντζαρη, που προαναφέρεται. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι ενήργησε όλα τα παραπάνω γιατί πάλευε για το μερίδιο της στο λεωφορείο και ότι επεδίωκε να ειδοποιηθεί ο Γ1, που κανένα δικαίωμα δεν είχε στο λεωφορείο, να κάνει κι αυτός τις ίδιες διαδικασίες με τον μηνυτή, δεν είναι πειστικός, αφού κανένας δεν είχε αμφισβητήσει την εξόφληση του οχήματος από το 1995, ουδεμία παράβαση υπήρξε κατά τον τύπο ή την ουσία σχετικά με την πράξη εξόφλησης και την άρση της παρακράτησης κυριότητας και ακόμα η ίδια επεδίωξε με αίτηση της να πετύχει την έκδοση νέας αδείας κυκλοφορίας του λεωφορείου, με αποβολή του μηνυτή και επάνοδο του Γ1, που ήδη είχε πωλήσει το μερίδιο του στο μηνυτή.". Με τις παραδοχές της αυτές η προβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, επί πλέον δε, στο σκεπτικό της, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες και υπάρχουν λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο, αν ορθώς εφαρμόσθηκε στην προκειμένη περίπτωση η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 220 του Π.Κ., που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας σκέψης, την οποία παραβίασε εκ πλαγίου, με συνέπεια η απόφαση να στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται ποιό ακριβώς ήταν το ανακριβές περιστατικό, το οποίο, έπειτα από εξαπάτηση του συμβολαιογράφου Τρικάλων Απ. Μάντζαρη, περιλήφθηκε στην υπ' αρ. ....... Πράξη του ως άνω συμβολαιογράφου και τιτλοφορείται "εξόφληση τιμήματος και παραχώρηση κυριότητας αυτοκινήτου" και πιο συγκεκριμένα, κατά τί ήταν ανακριβής, ως μη ανταποκρινομένη στην αλήθεια, η δήλωση του πωλητή Γ, η οποία καταχωρήθηκε στην προαναφερθείσα Πράξη, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη το γεγονός ότι, σύμφωνα και με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, στο παρελθόν ο Γ είχε πωλήσει στον Γ1 και την κατηγορουμένη το υπ' αρ. κυκλ. ..... λεωφορείο και είχε παρακρατήσει την κυριότητά του, μέχρι την αποπληρωμή των δόσεων. Πρέπει συνεπώς, οι εκ του άρθρου 519 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, να γίνουν δεκτοί, ως ουσιαστικά βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρ. 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αρ. 279/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση άρθρου 220 παρ. 1 εδ. α ΠΚ (υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης). Δεκτή η αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, διότι δεν αναφέρεται ποιο ήταν το ψευδές περιστατικό που μετά από εξαπάτηση συμβολαιογράφου πέτυχε η κατηγορουμένη (να υφαρπάξει) σε πράξη του τελευταίου και δεν εξηγείται γιατί αυτό το περιστατικό ήταν ανακριβές.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης.
0
Αριθμός 1821/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ορισθέντα με την υπ' αριθμό 57/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή Χαλκίδας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ξενοφώντα Κουτουμάνο, περί αναιρέσεως της 214-215/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Αυγούστου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1525/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β και ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 (άρθρο 20 παρ. 1 περ. β και ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- Ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Ως πώληση και αγορά ναρκωτικών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοση τους αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Δυνατή είναι και η κατά συναυτουργία τέλεση των άνω εγκλημάτων [45 ΠΚ], συνεπώς και του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικών ουσιών. Υπάρχει δε συγκατοχή όταν υφίσταται μεταξύ των δραστών κοινός δόλος φυσικής εξουσίασης της συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας και η δυνατότητα σε όλους τους δράστες - συναυτουργούς άσκησης αυτής της φυσικής εξουσίασης με τη δυνατότητα διαπιστώσεως οποτεδήποτε της ύπαρξής της, και της κατά τη βούλησή τους διάθεσής της, χωρίς στην περίπτωση αυτή να απαιτείται για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο προσδιορισμός και της εκτάσεως της φυσικής εξουσίασης που καθένας έχει επί των ουσιών αυτών. Για την αιτιολόγηση της τέλεσης των παραπάνω πράξεων της αγοράς, κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός: α) της ποσότητας τούτων (βάρους), που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεσή τους, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του χρόνου τελέσεως των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, γ) του ύψους του επιτευχθέντος τιμήματος, και [δ] της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περίπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 214-215/2007 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος στον ...... Ηλείας σε προγενέστερο χρόνο της 2-7-2001 αγόρασε μαζί με τον Γ1 από τον Αλβανό ......., ανεξακρίβωτη ποσότητα ηρωίνης, οπωσδήποτε όμως τέτοια βάρους 50 γραμμαρίων, αντί αγνώστου τιμήματος την οποία κατείχε από κοινού με τον ανωτέρω Γ1 κατά τον ως άνω χρόνο (2-7-2001) και είχε κρύψει στο έδαφος ανάμεσα σε φυτά βάμβακος σε κτήμα ιδιοκτησίας Χ1 που βρίσκεται στη θέση ..... Πύργου, προκειμένου να τη διαθέσουν περαιτέρω. Ο κατηγορούμενος κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν τοξικομανής, καθόσον είχε αποκτήσει την έξη ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορούσε να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις (αρθρ. 13 παρ. 1 Ν. 1729/1987). Μάλιστα αυτός (κατηγορούμενος) είναι και υπότροπος, ιδιότητα η οποία συντρέχει με την τοξικομανία κατά τα άρθρα 8 και 13 παρ. 4 του Ν. 1729/87 γιατί μέσα στην προηγούμενη 5ετία είχε καταδικαστεί αμετακλήτως με την υπ' αριθμ. 295/1999 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, πάλι για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε ποινή φυλακίσεως 3 ετών και 4 μηνών. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι κατά το χρόνο τελέσεως των παραπάνω πράξεων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών είχε ηλαττωμένο καταλογισμό να αντιληφθεί το άδικο των πράξεων και να ενεργήσει σύμφωνα με την περί τούτου αντίληψη του λόγω τοξικομανίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον κάτι τέτοιο δυσχερώς δύναται να νοηθεί, αφού στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος ενήργησε από κοινού με άλλον βάσει σχεδίου και έχοντας φροντίσει άριστα για την αγορά και κατοχή της ναρκωτικής ουσίας δια της λήψεως των καταλλήλων μέτρων τα οποία προϋποθέτουν πλήρη πνευματική διαύγεια και αδιατάρακτη συνείδηση του δράστη. Επίσης, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως της συνδρομής στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β', δ' και ε' του ΠΚ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον δεν νοείται εμπορία ναρκωτικών από αδήριτη ανάγκη. Το γεγονός δε και μόνο ότι ομολόγησε τις πράξεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δεν συνιστά ειλικρινή μετάνοια, αλλά προσπάθεια να αποκτήσει δικονομικά πλεονεκτήματα και επιεική μεταχείριση. Ούτε το γεγονός ότι μετά την πράξη του προσπάθησε να αποθεραπευθεί από την τοξικομανία του θεμελιώνει ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ. Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2001 μέχρι Ιούνιο 2001 κατάρτισε πλαστά έγγραφα και έκανε χρήση αυτών και συγκεκριμένα κατάρτισε τις με αριθμ. ...., ..... και ..... άδειες οδηγήσεως αυτοκινήτου επ' ονόματι των ........, ..... και ...., τυπωμένες σε έντυπα του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, τα οποία είχαν κλαπεί τον Ιανουάριο του 2001 από τη Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών Ιλίου, με τις οποίες εφέροντο ψευδώς ότι οι αναφερόμενοι σ' αυτές είχαν δικαίωμα οδήγησης Β' ερασιτεχνικής κατηγορίας. Ειδικότερα, έθεσε σ' αυτές τις φωτογραφίες των φερομένων ως δικαιούχων, πλαστή σφραγίδα του ως άνω Υπουργείου, το όνομα και την υπογραφή κατ' απομίμηση του φερομένου ως εκδότη αυτών υπαλλήλου (.... για τις δύο πρώτες και ..... για την τρίτη από αυτές)....". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος, κρίθηκε ένοχος της αγοράς και κατοχής ναρκωτικής ουσίας ως τοξικομανής με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 8 του ως άνω νόμου, ως υπότροπος, καθώς και της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας μετά χρήσεως. Για τις πράξεις του δε αυτές, που συνιστούν παραβάσεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 216 παρ. 1 του Π.Κ., και άρθρ. 4 5§§1, 3 Πιν.Α5, 5 §1 στοιχ. α, β, ζ, 2, και 8 του Ν 1729/1987, όπως το άρθρ. 5 αντικ-με αρθρ. 10 του Ν. 2161/1993 και άρθρ. 1α, 3§1, 5§§1, 2, 3 και 50§1 Ν. 2910/2001, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης 7 ετών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ, για τις πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, ως υπότροπος και τοξικομανής και σε φυλάκιση 5 μηνών για την πλαστογραφία Καθόρισε δε συνολική ποινή κάθειρξης 7 ετών και δύο μηνών. II. Με τις παραδοχές του αυτές το Πενταμελές Εφετείο Πατρών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την καταδικαστική διάταξή του για τις πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, ως υπότροπος και τοξικομανής (ως προς την πράξη της πλαστογραφίας, η απόφαση δεν προσβάλλεται με σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως), αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκόμενων πιο πάνω εγκλημάτων της παράβασης της νομοθεσίας περί ναρκωτικών για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, ουδεμία ασάφεια προκύπτει από το ότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος της αγοράς των ναρκωτικών προσδιορίζεται στην απόφαση "σε προγενέστερο χρόνο της 2-7-2001", αφού κατά τις σαφείς πιο πάνω παραδοχές του σκεπτικού της αποφάσεως ο χρόνος αγοράς συνδέεται και συσχετίζεται αμέσως χρονικά με τον χρόνο της κατοχής (2-7-2001), και ως εκ τούτου αυτονοήτως συνάγεται ότι η πιο πάνω ποσότητα αγοράστηκε κατά τον αμέσως προηγούμενο αυτό χρόνο και στη συνέχεια ο αναιρεσείων την έκρυψε στο αναφερόμενο στην απόφαση κτήμα του, για εύλογο χρονικό διάστημα μερικών ημερών, πάντως όχι ετών, ώστε να προκύπτει ζήτημα παραγραφής, όπως αβασίμως ο αναιρεσείων υποστηρίζει, δεδομένου, κατά τις παραδοχές της απόφασης, η απόκρυψη της ποσότητας αυτής έγινε προκειμένου αυτή να διατεθεί περαιτέρω. Εξάλλου, ως προς την από κοινού αγορά και κατοχή ναρκωτικής ουσίας, δεν είναι απαραίτητη για την αιτιολόγηση της αποφάσεως, η μνεία των επί μέρους ενεργειών καθενός από τους συναυτουργούς, ούτε χρειαζόταν ιδιαίτερη σκέψη ως προς την ύπαρξη του κοινού δόλου, δεδομένου ότι αυτός εμπεριέχεται στην έννοια της συναυτουργίας, ενυπάρχει δε περαιτέρω στη θέληση των συναυτουργών να πραγματώσουν τα γενόμενα δεκτά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των συγκεκριμένων εγκλημάτων και επομένως εξυπακούεται ότι προκύπτει από αυτά Επίσης δεν απαιτείται, για την αιτιολόγηση της τέλεσης της παραπάνω πράξεως της αγοράς, ακριβής προσδιορισμός της ποσότητας των ναρκωτικών (βάρους), που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεσή του, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, ούτε, όπως προαναφέρθηκε, απαιτείται η αναφορά του συγκεκριμένου χρόνου τελέσεως της πράξεως, αφού δεν τίθεται θέμα παραγραφής. Περαιτέρω, η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτήν, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προβάλλει με τον έβδομο, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, την αιτίαση ότι η "η απλή επανάληψις του διατακτικού δεν συνιστά επαρκή αιτιολογία, δοθέντος ότι στερείται σκέψεων και συλλογισμών, στοιχείων απαραιτήτων δια το πλήρες και σύννομο ταύτης". Έτσι όμως όπως έχει διατυπωθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας, σε σχέση με τις κρίσιμες, έστω με την κατ' αντιγραφή του διατακτικού, παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε ποιά κεφάλαια αυτής ανάγονται, ποία πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με πληρότητα σ' αυτήν, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας αυτού. Τέλος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης και την ενσωματωμένη σε αυτά προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο κατέληξε στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο απόφασή του, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και την από .... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ιατροδικαστή......, όπως αυτό σαφώς προκύπτει από το ότι έγινε δεκτό το πόρισμα αυτής ότι ο κατηγορούμενος ήταν τοξικομανής, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω ειδική αξιολόγηση και συσχέτιση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων, όπως ο αναιρεσείων υποστηρίζει, με όσα διαλαμβάνει στον έκτο λόγο αναιρέσεώς του. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., σχετικοί (πρώτος, δεύτερος, έκτος έβδομος και όγδοος)) λόγοι αναιρέσεως της υπό κρίση αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. ΙΙΙ. Ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεώς του προβάλλει την αιτίαση ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι κρυμμένα ναρκωτικά σκοπούσαν στην περαιτέρω διάθεσή τους, αφού αυτός κατηγορείτο μόνο για αγορά και κατοχή, Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, αφού με την παραδοχή του αυτή το Δικαστήριο δεν απέδωσε στον κατηγορούμενο την τέλεση επιπλέον ή διαφορετικού εγκλήματος, όπως αυτός εσφαλμένα υπολαμβάνει, αλλά αιτιολόγησε την απόρριψη του, κατά την απολογία του, υποβληθέντος ισχυρισμού του, ότι η ποσότητα ηρωίνης που κατείχε προοριζόταν αποκλειστικά για δική του χρήση. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1Α ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1β του ίδιου Κώδικα, (τρίτος) λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όπως αυτός εκτιμάται, λόγω μεταβολής της κατ' αυτού της κατηγορίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν δύναται να χαρακτηρισθεί ως υπότροπος διότι, εφόσον κρίθηκε ότι είναι τοξικομανής, η έννοια της υποτροπής και η της τοξικομανίας είναι ασυμβίβαστες, δεν στηρίζονται στο νόμο. Ειδικότερα, με το άρθρο 8 του Ν. 1727/1987 (ήδη άρ. 23 του ΚΝΝ) θεσπίσθηκε ειδική υποτροπή, η οποία ισχύει πέραν της γενικής υποτροπής, που συντρέχει όταν ο δράστης τέλεσης πράξης παράβασης του νόμου περί ναρκωτικών είχε καταδικασθεί προηγουμένως αμετακλήτως για παράβαση του ίδιου νόμου σε βαθμό κακουργήματος εντός της προηγούμενης δεκαετίας ή σε βαθμό πλημμελήματος εντός της προηγούμενης πενταετίας. Ο τοξικομανής δράστης, εφόσον συντρέχει στο πρόσωπό του η επιβαρυντική περίπτωση της υποτροπής με την έννοια της πιο πάνω διατάξεως τιμωρείται, κατά τα ρητώς οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 1729/87 (ήδη άρ. 30 παρ. 4 του ΚΝΝ). Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε, τέταρτος λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου, όπως αυτός εκτιμάται, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. IV. Η τοξικομανία του εξαρτημένου χρήστη, κατά την έννοια του άρθρου 30 παρ. 1 του ΚΝΝ (ν. 3459/2006), δηλαδή εκείνου που έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, την οποία δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, δεν οδηγεί στην προβλεπομένη από το άρθρο 36 παρ. 1 ΠΚ ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό και αν δεν συντρέχει μια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 36 παρ. 1 ΠΚ, προϋποθέσεις. Για να είναι δε σαφής και ορισμένος ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου και να υπάρχει εντεύθεν υποχρέωση του Δικαστηρίου να τον εξετάσει και να αιτιολογήσει την σχετική κρίση του, δεν αρκεί η επίκληση μόνον του άρθρου 36 του ΠΚ ή του όρου ότι ο κατηγορούμενος είναι "τοξικομανής". Αλλά θα πρέπει για τη θεμελίωσή του να γίνεται επίκληση των περιστατικών εκείνων επί των οποίων θεμελιώνεται η νοσηρή διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών ή η διατάραξη της συνειδήσεώς του, εξαιτίας, των οποίων έχει μειωθεί σημαντικά η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο των πράξεών του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεώς του προβάλλει, επί λέξει, την αιτίαση ότι "η έννοια, του τοξικομανή, εμπεριέχει αφ' εαυτής, το στοιχείον, του ηλαττωμένου καταλογισμού, καθόσον, η αποκλειστική εμμονή εις την προμήθειαν των ναρκωτικών, τον καθιστά εν μέρει αδύνατο, ή ανίκανο, να επιμεληθεί, εαυτού και της περιουσίας του". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν αποδίδει σαφή και ορισμένη πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση. Με την εκδοχή ότι πλήττει την απόφαση κατά το μέρος αυτής που απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι κατά το χρόνο τελέσεως των παραπάνω πράξεων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών είχε ηλαττωμένο καταλογισμό να αντιληφθεί το άδικο των πράξεων αυτών και να ενεργήσει σύμφωνα με την περί τούτου αντίληψη του, λόγω τοξικομανίας του, ενώ θα έπρεπε να κάνει δεκτό τον ισχυρισμό του αυτό, εκ μόνου του λόγου ότι δέχθηκε ότι αυτός ήταν τοξικομανής, αφού "η έννοια, του τοξικομανή, εμπεριέχει αφ' εαυτής, το στοιχείον, του ηλαττωμένου καταλογισμού" είναι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, αβάσιμος και απορριπτέος. V. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (περ. δ) και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (περ. ε). Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης της ειλικρινούς μετάνοιας, πρέπει η μετάνοια του υπαιτίου, όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με πραγματικά περιστατικά, τα οποία μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Επίσης, στη δεύτερη περίπτωση πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο κατηγορούμενος αναιρεσείων ο οποίος καταδικάστηκε για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν στις πιο πάνω ποινές, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου ζήτησε, πλην άλλων να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β, δ και ε του ΠΚ, διότι α) στην πράξη του ωθήθηκε λόγω του αδήριτου της ανάγκης του προς χρήση ηρωίνης, β) διότι ωμολόγησε την πράξη του και αυτοβούλως προσπάθησε να αποθεραπευτεί παρακολουθών πρόγραμμα απεξαρτήσεως αναγνωρισμένο από το κράτος και γ) διότι, το ότι μετά την πράξη προσπάθησε να αποθεραπευτεί, αποδεικνύει ότι δια μεγάλο χρονικό διάστημα συμπεριεφέρθηκε καλώς. Ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Δικαστήριο αντιπαρήλθε το αίτημά του για την αναγνώριση του ελαφρυντικού της ειλικρινούς μεταμέλειας (ως προς την απόρριψη των λοιπών αιτημάτων δεν διατυπώνει αιτίαση) και έτσι δεν "ελαχιστοποίησε ως όφειλε την ποινή του". Με το πιο πάνω, όμως, περιεχόμενο ο προταθείς ισχυρισμός, για τη χορήγηση ελαφρυντικών, ήταν αόριστος, αφού ούτε η ομολογία της πράξεως, ούτε η προσπάθεια απεξάρτησης, χωρίς την επίκληση άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία μαρτυρούν ότι αυτός επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών (αλλά και της πλαστογραφίας), για τις οποίες καταδικάστηκε, στοιχειοθετούν την ελαφρυντική αυτή περίσταση. Το Δικαστήριο της ουσίας, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό, λόγω της αοριστίας του, απάντησε, με την πιο πάνω αιτιολογημένη απόφασή του, ως εκ περισσού, απορρίπτοντας αυτόν (όπως και τους λοιπούς) κατ' ουσία. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, όπως αυτός εκτιμάται, για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως περί συνδρομής της πιο πάνω ελαφρυντικής περιστάσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. VΙ. Ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων προβάλλει, περαιτέρω, τις αιτιάσεις, ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα αυτού για δίκαιη δίκη (άρ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ), διότι καταδικάστηκε για τις πιο πάνω πράξεις, "παρά την παντελή έλλειψη μαρτύρων, ούτε αυτού τούτου του αστυνομικού, μάρτυρος κατηγορίας" και ότι στερήθηκε του δικαιώματός του να υποβάλλει ερωτήσεις στον μάρτυρα κατηγορίας για να τον αντικρούσει, ενώ το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ευνοϊκά για αυτόν έγγραφα. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης και την ενσωματωμένη σε αυτά προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο κατέληξε στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο απόφασή του, αφού έλαβε υπόψη του, όπως ήδη αναφέρθηκε, όλα τα αναφερόμενα σε αυτό, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα. Ο μάρτυρας αστυνομικός ..... δεν εξετάστηκε, διότι δεν προσήλθε, πλην όμως αναγνώστηκε η περιεχόμενη στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης κατάθεσή του. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος παραστάθηκε δια συνηγόρου, δεν πρόβαλε αντιρρήσεις για στην κατ' αυτόν τον τρόπο πρόοδο της δίκης και η λήψη υπόψη της προηγούμενης καταθέσεως του μάρτυρα αστυνομικού από το Δικαστήριο, δεν παραβιάζει τα από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δικαιώματα του κατηγορουμένου, αφού ο ίδιος κατά την διαδικασία, δεν ζήτησε την αναβολή της δίκης, προκειμένου να προσέλθει και εξετασθεί από αυτόν και τον συνήγορό του ο εν λόγω μάρτυρας, και το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημά του αυτό, ώστε να δύναται να προβάλει τις πιο πάνω αιτιάσεις. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, ένατος λόγος αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο, διότι παραβιάστηκε παρεχόμενο προς υπεράσπιση του κατηγορούμενου δικαίωμα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. VII. Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη, στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 49/21-8-2007 αίτηση του Χ1 και ήδη κρατούμενου της Κλειστής Φυλακής Χαλκίδας για αναίρεση της 214-215/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αγορά - κατοχή ναρκωτικών. Έννοια κατοχής και αγοράς. Δεν απαιτείται ο προσδιορισμός της ποσότητας και το ύψος του τιμήματος. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ’ εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία. Προσδιορισμός χρόνου αγοράς πριν από την ημερομηνία που κατελήφθη να κατέχει τα ναρκωτικά. Δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, εφόσον δεν επιδρά στο χρόνο της παραγραφής. Ως προ της από κοινού αγορά και κατοχή ναρκωτικής ουσίας, δεν είναι απαραίτητη για την αιτιολόγηση της αποφάσεως, η μνεία των επί μέρους ενεργειών καθενός από τους συναυτουργούς. Η παραδοχή ότι σκοπούσε στην περαιτέρω διάθεση των ναρκωτικών δεν αποδίδει στον κατηγορούμενο την τέλεση επιπλέον ή διαφορετικού εγκλήματος, αλλά αιτιολογεί την απόρριψη του ισχυρισμού, ότι αυτά προοριζόταν αποκλειστικά για δική του χρήση. Υπότροπος μπορεί αν είναι και ο τοξικομανής. Η τοξικομανία του εξαρτημένου χρήστη, δεν οδηγεί σε ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό και αν δεν συντρέχει μια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 36 παρ. 1 ΠΚ προϋποθέσεις. Ελαφρυντικά της ειλικρινούς μετάνοιας και της καλής συμπεριφοράς. Πότε είναι ορισμένοι. Λόγοι αναίρεσης: ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη (άρ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ), διότι καταδικάστηκε για τις πιο πάνω πράξεις, «παρά την παντελή έλλειψη μαρτύρων, ούτε αυτού τούτου του αστυνομικού μάρτυρος κατηγορίας» και ότι στερήθηκε του δικαιώματός του να υποβάλει ερωτήσεις στον μάρτυρα κατηγορίας για να τον αντικρούσει, ενώ το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του ευνοϊκά για αυτόν έγγραφα. Αβάσιμος ο λόγος. Ο κατηγορούμενος δεν πρόβαλε αντιρρήσεις και δεν ζήτησε την αναβολή της δίκης προκειμένου να προσέλθει και εξετασθεί ο εν λόγω μάρτυρας. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ναρκωτικά, Ε.Σ.Δ.Α., Συναυτουργία, Υποτροπή, Καταλογισμός.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1820/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 57/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαϊου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αρη Τσαβδαρίδη, περί αναιρέσεως της 931/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 2 Μαϊου 2008 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1256/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από το άρθρο 216 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 216 . Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Eφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ1, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Σε γενόμενο αστυνομικό έλεγχο στις 14.7.2002 διαπιστώθηκε ότι φορτηγό διεθνών μεταφορών που οδηγούσε ο Χ έφερε άδεια κυκλοφορία που ενεφάνιζε ύποπτα στοιχεία εγγραφής. Μετά από πρόσκληση των αστυνομικών αρχών να εμφανισθεί η φερομένη ως εκπρόσωπος της ιδιοκτήτριας εταιρίας του εν λόγω οχήματος, προσήλθε ο σύζυγος αυτής Χ2 (πρώην κατηγορούμενος, του οποίου η έφεση απερρίφθη κατά τ' ανωτέρω), ο οποίος είναι ουσιαστικά κύριος του παραπάνω οχήματος (με φερόμενο αριθμ. κυκλ. ...... εργοστασίου RENAULT) και παρεδέχθη ότι πράγματι η ως άνω άδεια αυτού είναι πλαστή, καθώς και τα πιστοποιητικά ελέγχου του από το βρετανικό ΚΤΕΟ, καθώς και η βάσει της ανωτέρω πλαστής άδειας κυκλοφορίας εκδοθείσα άδεια διεθνών μεταφορών. Δήλωσε δε ότι στην έκδοση των παραπάνω πλαστών εγγράφων είχε προβεί, κατά προτροπή του, ο κατηγορούμενος Χ1 στον οποίο κατέβαλε το ποσόν των 1.500 Ευρώ. Ως προς το ότι στην έκδοση των παραπάνω πλαστών εγγράφων προέβη ο ανωτέρω κατηγορούμενος, κατέθεσε σαφώς ο εξετασθείς μάρτυρας Γ1 (αστυνομικός της Δ/σης Ασφαλείας Σερρών), μεταφέροντας όσα του απεκάλυψε ο πρώτος κατηγορούμενος κατά τα προαναφερθέντα. Σημειώνεται ότι ο στην ανωτέρω πλαστή άδεια κυκλοφορίας αναφερομένος αριθμ. κυκλοφορίας .... ανήκει σε αυτοκίνητο εργοστασίου SKANIΑ (και όχι RENAULT, που είναι του ανωτέρω Χ2), και ότι η ως άνω άδεια διεθνών μεταφορών με αριθμό ....... έχει στην πραγματικότητα εκδοθεί από διαφορετική εταιρία απ' αυτή που φέρεται ότι την εξέδωσε, δηλαδή την εταιρίας ..... LTD, αγγλικών συμφερόντων, και όχι από εκείνη του κατηγορουμένου δηλαδή την "....". Περαιτέρω απεδείχθη ότι ο κατηγορούμενος προέβη στην ανωτέρω πράξη του για να παραπλανήσει με τη χρήση της, άλλους, ως προς το ότι το παραπάνω όχημα κυκλοφορεί νόμιμα και εκτελεί ομοίως διεθνείς μεταφορές, παραδίδοντας αυτά στον Χ2. Μη αποδειχθέντος δε ότι ο κατηγορούμενος προέβη στις ανωτέρω πράξεις με το σκοπό διευκόλυνσης και άμεσης συντήρησής του, της κίνησής του ή της κοινωνικής του προόδου, αλλά προς αθέμιτο πλουτισμό του, θα πρέπει ο αυτοτελής ισχυρισμός του, εις το άρθρο 217 ΠΚ στηριζόμενος να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος". Κατ' ακολουθία του αιτιολογικού αυτού το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, και ειδικότερα του ότι "στον Κορυδαλλό Αττικής κατά τον μήνα Ιούνιο του έτους 2002, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση τους άλλους, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε έκανε χρήση αυτών των πλαστών εγγράφων. Ειδικότερα κατάρτισε εξ αρχής την υπ' αριθμ. .... άδεια διεθνών μεταφορών, η οποία φέρεται ότι εκδόθηκε για λογαριασμό της εταιρίας "....... LTD", (ιδιοκτησίας) των Χ2 και ...... και η οποία αφορούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ..... φορτηγό αυτοκίνητο διεθνών μεταφορών, μάρκας RENAULT. Η ανωτέρω δε άδεια κυκλοφορίας ήταν εξ ολοκλήρου πλαστή, αφού κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε, διαπιστώθηκε ότι ο ανωτέρω αριθμός κυκλοφορίας ..... ανήκει σε φορτηγό αυτοκίνητο μάρκας SΚΑΝΙΑ και όχι RENAULT, ότι η ανωτέρω .... άδεια διεθνών μεταφορών έχει εκδοθεί από διαφορετική εταιρία απ' αυτή που φέρεται ότι την εξέδωσε, δηλαδή την εταιρεία ...... LTD Αγγλικών συμφερόντων, καθώς και ότι αυτή (η άδεια κυκλοφορίας) ουδέποτε εκδόθηκε από την εταιρία ".....". Επί πλέον κατάρτισε εξ αρχής ένα εξ ολοκλήρου πλαστό πιστοποιητικό ελέγχου ΚΤΕΟ που αφορά το ανωτέρω όχημα. Προέβη δε στην πράξη του αυτή, με σκοπό να παραπλανήσει άλλους με τη χρήση τους, ως προς το ότι τα ανωτέρω νομιμοποιητικά έγγραφα του εν λόγω οχήματος είναι γνήσια και κατά συνέπεια νομίμως τέθηκε σε κυκλοφορία το ανωτέρω φορτηγό αυτοκίνητο. Στη συνέχεια έκανε παραπέρα χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων και συγκεκριμένα παρέδωσε την άδεια κυκλοφορίας και το πιστοποιητικό ελέγχου ΚΤΕΟ στον συγκατηγορούμενό του Χ2, λαμβάνοντας ως αμοιβή το ποσό των 1.500 €". Για την πράξη του δε αυτή, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 26 παρ. 1α, 27παρ.1, 216 παρ.1, 98 ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως επτά μηνών, την οποία μετάτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως. ΙΙ. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, προσδιορίζονται με σαφήνεια τα πλαστογραφηθέντα από τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα έγγραφα και συγκεκριμένα το με αριθμό ..... έγγραφο και ουδεμία ασάφεια δημιουργείται από το ότι το έγγραφο αυτό χαρακτηρίζεται άλλοτε ως "άδεια διεθνών μεταφορών" και άλλοτε ως "άδεια κυκλοφορίας", αφού πρόκειται περί του ιδίου εγγράφου, κατά τις σαφείς δε και αλληλοσυμπληρούμενες στο σκεπτικό και διατακτικό παραδοχές της απόφασης, το πλαστό αυτό έγγραφο φέρεται ότι εκδόθηκε για λογαριασμό της εταιρείας ".... LTD", ενώ το γνήσιο με τον πιο πάνω αριθμό έγγραφο είχε εκδοθεί για λογαριασμό άλλης εταιρείας δηλαδή της "..... LTD", προφανώς από την αρμόδια αρχή και όχι από την τελευταία αυτή εταιρεία, αφού αυτή είναι και η έννοια της αναφερόμενης στο διατακτικό φράσεως ότι η (γνήσια) άδεια "έχει εκδοθεί από διαφορετική εταιρεία από αυτήν που φέρεται ότι την εξέδωσε" χωρίς, άλλωστε, τούτο να έχει οποιαδήποτε έννομη σημασία (δηλαδή ποιος είχε εκδόσει το με τα ίδια πιο πάνω στοιχεία γνήσιο έγγραφο), αφού αρκεί η αναφορά ότι ο αναιρεσείων κατάρτησε εξ αρχής το πλαστό αυτό έγγραφο (δηλαδή την πλαστή άδεια). Ομοίως ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση υφίσταται από το ότι, το δεύτερο πλαστογραφηθέν από τον αναιρεσείοντα έγγραφο, στο μεν σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης εκτίθεται ότι ο Χ2 (συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος, του οποίου η έφεση είχε απορριφθεί ως ανυποστήρικτη με την προσβαλλόμενη απόφαση), "παρεδέχθη ότι πράγματι η άδεια καθώς και τα πιστοποιητικά ελέγχου από το βρετανικό ΚΤΕΟ .....είναι πλαστά", ενώ στο διατακτικό εκτίθεται, ότι "κατήρτισε εξ αρχής ένα εξ ολοκλήρου πλαστό πιστοποιητικό ελέγχου ΚΤΕΟ που αφορά το ανωτέρω όχημα". Οι παραδοχές αυτές όχι μόνο δεν είναι αντιφατικές, αλλά στην προκειμένη περίπτωση το σκεπτικό της απόφασης συμπληρώνει το διατακτικό αυτής. Όπως δε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος αναιρεσείων αναφέρει στην κρινόμενη αίτησή του, το πιστοποιητικό που φέρεται ότι πλαστογράφησε δεν είναι πιστοποιητικό του Κέντρου Τεχνικού Ελέγχου Οχημάτων (δηλαδή του Ελληνικού ΚΤΕΟ ), αλλά, όπως διευκρινίζεται στο σκεπτικό της απόφασης, πρόκειται για έγγραφο της αντίστοιχης ,με το Ελληνικό ΚΤΕΟ, Βρετανικής υπηρεσίας. Το έγγραφο δε αυτό, όπως και το προηγούμενο, κατά τις παραδοχές της απόφασης, ο αναιρεσείων κατάρτισε εξ αρχής με σκοπό να παραπλανήσει άλλους με τη χρήση τους, ως προς το ότι τα νομιμοποιητικά αυτά έγγραφα του πιο πάνω οχήματος ήταν γνήσια και, κατά συνέπεια, νομίμως αυτό τέθηκε σε κυκλοφορία, χωρίς να απαιτούνται περισσότερα προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας των εγγράφων αυτών. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ με τα στοιχεία ΙΙα, ΙΙβ λόγοι αναίρεσης, καθώς και ο συναφής πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ειδικώς ο εμπεριεχόμενος στον πιο πάνω με στοιχείο ΙΙα λόγος αναίρεσης, όπως αυτός εκτιμάται, με την αιτίαση ότι απορρίφθηκε, χωρίς ειδική αιτιολογία, αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω του ότι το πλαστογραφηθέν έγγραφο δεν ήταν εκείνο που αναφέρεται σε αυτό (το κλητήριο θέσπισμα), ανεξαρτήτως της ουσιαστικής ή μη βασιμότητας αυτού, ενόψει των όσων έγιναν δεκτά πιο πάνω, ο λόγος αυτός είναι, κατά κύριο λόγο, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρει ο αναιρεσείων, ότι τον ισχυρισμό αυτόν τον είχε περιλάβει στην έκθεση της έφεσής του, όπως θα έπρεπε, προκειμένου να ερευνηθεί από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος , αναγομένη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κυρίας διαδικασίας, πρέπει κατά το άρθρο 173 ΚΠΔ να προταθεί μέχρι της επί της κατηγορίας οριστικής σε τελευταίο βαθμό απόφασης , διαφορετικά καλύπτεται, ενώ, κατά το άρθρο 502 παρ.2 ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει επ'εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης απόφασης , στα οποία αναφέρονται οι λόγοι εφέσεως. ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ίδιου ή άλλου καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πιστοποιητικό ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο που μπορεί να χρησιμεύσει συνήθως για τέτοιους σκοπούς ή εν γνώσει του χρησιμοποιεί τέτοιο πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας πιστοποιητικού συνίσταται στην κατάρτιση πλαστού ή νόθευση εγγράφου δημοσίου ή ιδιωτικού, που ανήκει στην κατηγορία των πιστοποιητικών ή μαρτυρικών. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να διευκολύνει, με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ή μαρτυρικού, την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού ή άλλου, δηλαδή να έχει κάποια ωφέλεια αυτός ή άλλος σχετικά με τις παραπάνω βιοτικές ανάγκες χωρίς όμως εντεύθεν να επέρχεται ευθέως βλάβη στις έννομες σχέσεις άλλου. Η διαφορά μεταξύ της διατάξεως του άρθρου 216 ΠΚ και της εξαιρετικής του άρθρου 217 ΠΚ, συνίσταται, αφενός μεν στο ότι στην τελευταία διάταξη δεν εμπίπτουν όλα τα κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ` έγγραφα, αλλά μόνο τα σε αυτό αναφερόμενα, αφετέρου δε, στον ειδικό σκοπό για τον οποίο το έγκλημα του άρθρου 217 ΠΚ τελείται. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προέβαλε τον ισχυρισμό "περί επιτρεπτής μεταβολής της κατηγορίας σε πλαστογραφία πιστοποιητικών του άρθρου 217 Π.Κ. και ειδικότερα πιστοποιητικών που διευκολύνουν την κίνηση αυτού του ίδιου ό άλλου, αφού κατηγορείται για κατάρτιση πιστοποιητικών ή άλλων εγγράφων που αφορούν στις μεταφορές (άδεια κυκλοφορίας, πιστοποιητικό ελέγχου ΚΤΕΟ )" Τον ισχυρισμό αυτό απέρριψε το Δικαστήριο της ουσίας με την αιτιολογία ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων προέβη στις ανωτέρω πράξεις, όχι με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού, αλλά προς αθέμιτο πλουτισμό του. Ειδικότερα, το Τριμελές Εφετείο, με τις πιο πάνω παραδοχές του, κατά τις οποίες η πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα, δεν φέρεται ότι έγινε για κάποιον από τους αναφερόμενους στο άρθρο 217 Π.Κ. σκοπούς, δεν ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 και 217 ΠΚ. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. Ι, περ. Ε' του ΚΠΔ , με το στοιχείο ΙΙΙ λόγος αναίρεσης, όπως αυτός εκτιμάται, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙV. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.1, 369 και 171 παρ.1 δ' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο εγγράφου, προς στήριξη της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, το οποίο δεν αναγνώστηκε στο ακροατήριο, κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, που παρέχει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ΚΠΔ, διότι έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβεί, σύμφωνα με το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Τούτο όμως δεν ισχύει, όταν το έγγραφο που μνημονεύεται στην απόφαση, αποτελεί το σώμα ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος και ένα από τα στοιχεία της κατηγορίας που απαγγέλθηκε και επομένως ο κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να αποκρούσει, εκθέτοντας τις απόψεις του και δίνοντας τις απαιτούμενες εξηγήσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος προβάλλεται ότι από τα πρακτικά της δίκης, όπου αναφέρονται τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, δεν προκύπτει "αν αναγνώσθηκαν και τα δύο έγγραφα που έγινε δεκτό ότι πλαστογραφήθηκαν και συγκεκριμένα, αν αναγνώσθηκαν 1) η υπ' αριθμ. ..... " άδεια διεθνών μεταφορών" ή " άδεια κυκλοφορίας" και 2) το πιστοποιητικό ελέγχου ΚΤΕΟ. Επομένως, αφού δεν προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, αν αναγνώσθηκαν και αν λήφθηκαν υπόψη τα προαναφερόμενα δύο έγγραφα, που έγινε δεκτό ότι πλαστογραφήθηκαν (δεν αναφέρονται στην πληττόμενη απόφαση ως αναγνωστέα) και δοθέντος ότι πρόκειται ασφαλώς για έγγραφα κρίσιμα για την στοιχειοθέτηση της κατηγορίας σε βάρος μου και την καταδίκη μου, η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 931/2007 απόφαση πρέπει να αναιρεθεί για έλλειψη αιτιολογίας κατ' άρθρο 510 παρ.ΙΔ ΚΠΔ". Ο ανωτέρω, όμως, λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι τα πιο πάνω έγγραφα αποτελούν το σώμα του εγκλήματος της πλαστογραφίας για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος και, επομένως, η μη ανάγνωσή τους δεν επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας, αφού αυτά αποτελώντας στοιχείο του κατηγορητηρίου και, κατά συνέπεια, αναπόσπαστο μέρος της κατά του αναιρεσείοντος ποινικής δίωξης, καθιστούσε δυνατόν σε αυτόν, προς απόκρουση του περιεχομένου τους, να εκθέσει, κατ` άρθρο 358 ΚΠΔ, τις περί αυτού απόψεις του και να δώσει τις αναγκαίες εξηγήσεις. V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 211Α ΚΠΔ, η οποία έχει προστεθεί με το άρθρο 2 παρ.8 του ν 2408/96, μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου. Η διάταξη αυτή εισάγει ήπιο αποδεικτικό περιορισμό, ώστε να είναι δυνατή η αξιολόγηση των καταθέσεων και των απολογιών των κατηγορουμένων, όχι όμως και να αποτελούν αυτές μοναδικό αποδεικτικό μέσο. Η παραβίαση της διάταξης αυτής έχει ως συνέπεια τη κατάγνωση απόλυτης ακυρότητας, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και τον Αρειο Πάγο ακόμη, κατά το άρθρο 171 παρ.1δ ΚΠΔ, για μη τήρηση διάταξης που καθορίζει την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ιδρύει τον από την διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προς έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, αλλά και από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο που την εξέδωσε στήριξε την καταδικαστική του κρίση όχι μόνο στην απολογία του συγκατηγορουμένου του Χ2 , αλλά, όπως αναφέρεται και στην αρχή του σκεπτικού της, και στα έγγραφα που αναγνώστηκαν, και, επιπλέον στην κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού Γ1, ο οποίος, δεν μετάφερε απλώς όσα του απεκάλυψε ο πιο πάνω συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος, όπως αβασίμως ο αναιρεσείων αιτιάται. Δεν συνιστά σε απλή μεταφορά της απολογίας του Χ2, το ότι ο εν λόγω μάρτυρας προς ενίσχυση του περιεχομένου της καταθέσεώς του, μετέφερε, επιπλέον, και όσα ο τελευταίος του απεκάλυψε, ενώ δέχθηκε ότι "από την κατάθεση του πρώτου κατηγορουμένου, φθάσαμε στον δεύτερο". Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. Ι, περ. Α του ΚΠΔ, πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσεως καθώς και ο συναφής τέταρτος πρόσθετος αυτής λόγος, για απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδιακασία στο ακρατήριο, με τις πιο πάνω αιτιάσεις , είναι αβάσιμος και απορριπτέος. VI. Η κατά παράβαση του άρθρου 211 εδ. α' του ΚΠΔ εξέταση στο ακροατήριο, ως μάρτυρα, εκείνου ο οποίος στην ίδια υπόθεση άσκησε ανακριτικά καθήκοντα, επερχομένη ακυρότητα, είναι σχετική κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 170 και 171 του ίδιου Κώδικα και, εφόσον δεν προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, καλύπτεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ. 1 και 174 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Έτσι, εάν ο κατηγορούμενος δεν εναντιωθεί στην κατάθεση του μάρτυρα, ο οποίος στην ίδια υπόθεση άσκησε ανακριτικά καθήκοντα, η προβλεπόμενη από τον λόγο αυτό ακυρότητα της διαδικασίας, εφόσον δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας έχει καλυφθεί και δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο αναίρεσης για ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, στο ακροατήριο του δικαστηρίου που την εξέδωσε εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας, χωρίς να προβληθεί οποιαδήποτε αντίρρηση από τον κατηγορούμενο, ο μάρτυρας αστυνομικός Γ1, ο οποίος, κατά γενόμενο έλεγχο οχημάτων για μεταφορά λαθρομεταναστών προέβη και στον έλεγχο του οχήματος του συγκακτηγορουμένου του αναιρεσείοντος Χ2 και υποψιάστηκε ότι τα πιο πάνω έγγραφα ήταν πλαστά, όπως και διαπιστώθηκε ότι ήταν. Ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων προβάλει με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε αποκλειστικά στην κατάθεση που έδωσε ο μοναδικός ο μάρτυρας κατηγορίας αστυνομικός Γ1, "ο οποίος όμως, δεν μπορούσε να εξετασθεί ως μάρτυρας, διότι, όπως αποδεικνύεται από την ίδια την κατάθεσή του ήταν αυτός που έκανε τον έλεγχο στις 14-7-2002 στο φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εκ των κατηγορουμένων Χ, ήταν αυτός που κατά την διάρκεια του ελέγχου παρατήρησε στοιχεία πλαστογραφίας της αδείας κυκλοφορίας και ήταν αυτός που έλαβε την κατάθεση του Χ2, κατά την οποία ο τελευταίος φέρεται να "ομολόγησε" την πλαστογραφία των ανωτέρω δύο εγγράφων και να με "υπέδειξε" ως πλαστογράφο, δηλαδή πρόκειται για πρόσωπο που είχε ασκήσει ανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση κατά την έννοια του άρθρου 211 ΚΠΔ". Επομένως, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων, με το να στηρίξει η προσβαλλόμενη απόφαση την καταδίκη του αποκλειστικά στην κατάθεση του πιο πάνω μάρτυρα, επήλθε απόλυτη ακυρότητα (άρθρα 170 παρ.1, 171 παρ.1δ και 211 ΚΠΔ) και σε κάθε περίπτωση η ακυρότητα αυτή δεν καλύφθηκε, διότι προβλήθηκε ως εναντίωσή του στο περιεχόμενο της καταθέσεως του μάρτυρα αυτού με τον τρίτο αυτοτελή ισχυρισμό, που προφορικά και εγγράφως πρότεινε ενώπιον του Εφετείου. Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος πρέπει να απορριφθούν ,ως αβάσιμες, προεχόντως, διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν εναντιώθηκε στην εξέταση του μάρτυρα αυτού, λόγω του ότι είχε ασκήσει προανακριτικά καθήκοντα στην υπόθεση. Αντιθέτως με τον αναφερόμενο "τρίτο αυτοτελή ισχυρισμό" του, αυτός ισχυρίσθηκε ότι δεν ήταν δυνατή η καταδίκη του μόνο με την κατάθεση του συγκατηγορουμένου του Χ2 και της συζύγου του, επικαλέστηκε δε ο ίδιος την κατάθεσή του μάρτυρα κατηγορίας Γ1 (προφανώς προς υπεράσπισή του), καθόσον, όπως ανέφερε, ο Χ2 ομολόγησε ότι ο ίδιος πλαστογράφησε τις πινακίδες του φορτηγού του. Επομένως, τυχόν ακυρότητα από την εξέταση αυτή, κατά τα προεκτιθέμενα, ως σχετική, καλύφθηκε. Επιπλέον, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο μάρτυρας αυτός είχε ασκήσει προανακριτικά καθήκοντα στην υπόθεση αυτή, η δε συμμετοχή του στον έλεγχο του πιο πάνω οχήματος δεν συνιστά, άσκηση ανακριτικών ή προανακριτικών καθηκόντων, στην κρινόμενη υπόθεση ενώ, η αιτίαση ότι ο εν λόγω μάρτυρας "έλαβε την κατάθεση του Χ2", είναι απορριπτέα ως αόριστη, αφού δεν προσδιορίζονται τα στοιχεία της συγκεκριμένης καταθέσεως, ανεξαρτήτως του ότι δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από το στοιχεία της δικογραφίας. (Οι υπάρχουσες στην δικογραφία από 15/7/02 και 30/3/04 εκθέσεις εξέτασης του εν λόγω κατηγορουμένου δεν έχουν ληφθεί από τον πιο πάνω μάρτυρα). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α', άλλως Β, ΚΠΔ τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλεται η πλημμέλεια της ακυρότητας της διαδικασίας, για το λόγο ότι εξετάσθηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου ο ανωτέρω μάρτυρας, που είχε άσκηση στην ίδια υπόθεση προανακριτικά καθήκοντα, και ότι η ακυρότητα αυτή δεν καλύφθηκε, διότι προτάθηκε στο Δικαστήριο, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. VII. Μετά από αυτά η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, στο σύνολό τους και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 32/20-6-2007 αίτηση (έκθεση) αναίρεσης και τους από 2-5-2008 προσθέτους αυτής λόγους του Χ1 , για αναίρεση της 931/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στοιχεία αδικήματος (πλημμέλημα). Χρήση πλαστού και από τον πλαστογράφο. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και αντίφαση ως προς την περιγραφή των πλαστογραφηθέντων εγγράφων. Πως προτείνεται η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος. Λόγος αναίρεσης για απόρριψη ισχυρισμού ότι η πλαστογραφία άδειας κυκλοφορίας αυτοκινήτου και ικανότητας (ΚΤΕΟ), που τέλεσε ο κατηγορούμενος δεν είναι πλαστογραφία του άρ. 216, αλλά πλαστογραφία άρ. 217 παρ. 1 ΠΚ (πλαστογραφία πιστοποιητικού). Η λήψη υπόψη εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώστηκε στο ακροατήριο κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασία, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα. Τούτο δεν ισχύεις όταν το έγγραφο που μνημονεύεται στην απόφαση αποτελεί το σώμα ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος και ένα από τα στοιχεία της κατηγορίας που απαγγέλθηκε και επομένως ο κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να αποκρούσει. Κατά τη διάταξη του άρθρου 211Α ΚΠΔ, μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου. Η κατά παράβαση του άρθρου 211 εδ. α΄ του ΚΠΔ εξέταση στο ακροατήριο, ως μάρτυρα, εκείνου ο οποίος στην ίδια υπόθεση άσκησε ανακριτικά καθήκοντα, επερχόμενη ακυρότητα, είναι σχετική και εφόσον δεν προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου ουσίας, καλύπτεται. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Πλαστογραφία πιστοποιητικού και χρήση, Κατηγορούμενος, Ακυρότητα σχετική.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1818/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1.4.08 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1933/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ιωαννίνων. Με κατηγορούμενους τους: 1. Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κορνήλιο Καραμιτσάκη, 2. Χ2 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κώνστα και 3. Χ3, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Αναγνώστου. Το Τριμελές Πλημ/κείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 68/21.12.07 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 15/2008. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Π.Δ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού Δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ., μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ν.δ. 57/74), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, είτε όταν δεν αιτιολογεί το Δικαστήριο γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αρ. 1933/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, που δίκασε ως Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η Χ1 κηρύχθηκε αθώα για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και οι Χ3 και Χ2 αθώοι ηθικής αυτουργίας στην ως άνω πράξη. Ως αιτιολογία δε της απαλλακτικής του κρίσης το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε τα εξής: "Η πρώτη των κατηγορουμένων, κατά τον χρόνο και στον τόπο που αναφέρεται στο διατακτικό, κατά την ένορκη εξέτασή της ως μάρτυρας στο σύμ/φο Ιωαννίνων Παύλο Κίτνη, βεβαίωση ένορκης προς υποστήριξη αγωγών των δευτέρου και τρίτης των κατηγορουμένων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες ζητούσαν την ακύρωση της υπ' αρ. ...... Δημόσιας Διαθήκης και της από .... ιδιόγραφης διαθήκης της Ψ, ότι α) η τελευταία από το έτος 1992 είχε αρχίζει να εμφανίζει συμπτώματα άνοιας τύπου Alzheimer και ότι από το έτος 1995 και μετά δεν μπορούσε να διαχειρίζεται τις υποθέσεις της και β) ότι ο Γ1 και η οικιακή βοηθός (Γ2 κ.λ.π.) προσπαθούσαν να απομονώσουν την Ψ από τα ξαδέλφια της Χ3 και Χ2 και αυτό το έκαναν για να την εκμεταλλεύονται οικονομικά. Η αλήθεια για τη διανοητική κατάσταση της Ψ ήταν η εξής: Όπως προκύπτει από τα από ...., .... και ... πιστοποιητικά νοσηλείας του Νοσοκομείου Αθήνας ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ήδη από το έτος 1990 η Ψ παρουσίαζε αρτηριοσκληρυντική εγκεφαλοπάθεια με διαταραχές πρόσφατες μνήμης και εκλεκτική αμνησία, εξετασθείσα δε από τον ψυχιατρικό τμήμα του Νοσοκομείου αυτού το έτος 1997 διαγνώσθηκε ότι έπασχε από αγγειακού τύπου άνοια (ανοϊκή συνδρομή), με συμπτώματα τις διαταραχές πρόσφατης μνήμης, που είχαν παρουσιαστεί από έτους τουλάχιστον, η δε αξονική τομογραφία παρουσίασε ατροφία και αγγειακά έμφρακτα εγκεφάλου. Η παραπάνω κατάσταση αμνησίας της Ψ ήταν εμφανής στον καθένα και την είχε αντιληφθεί όλος οι κοινωνικός της περίγυρος, όπως κατέθεσε η μάρτυρας ....., η οποία είχε προσωπική επαφή μαζί της τα έτη 1995-1996 και 1997 και άμεση αντίληψη για το γεγονός αυτό, καθώς και για το ότι δεν μπορούσε να συμμετάσχει στη συνεδριάσεως συμβουλίου του οποίου ήταν μέλος. Την διανοητική αυτή κατάσταση της Ψ είχε αντιληφθεί και η α' κατηγορουμένη, η οποία, έστω και αν ιατρικά δεν αποτελούσε τη νόσο του Alzheimer, την χαρακτήρισε με αυτόν τον όρο, όπως συνηθίζεται άλλωστε να αποδίδεται σε παρόμοιες καταστάσεις από τον μέσο άνθρωπο. Σημειωτέον ότι στην υπ' αρ. ..... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου Αθηνάς, αναφέρεται ως αιτία θανάτου της Ψ (με βεβαίωση του ιατρού ......), καρδιακή ανακοπή, νόσος Alzheimer, εγκεφ. Ανεπάρκεια. Επομένως, βεβαιώνοντας ενόρκως η α' κατηγορουμένης ότι η Ψ έπασχε από Alzheimer και ότι από το έτος 1995 και μετά δεν μπορούσε να διαχειρίζεται τις υποθέσεις της, πίστευε ότι βεβαίωνε αληθή γεγονότα, γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθεί αθώα. Επίσης αθώα πρέπει να κηρυχθεί η εν λόγω κατηγορουμένη και για το β' σκέλος της κατηγορίας, καθόσον στο δικαστήριο απέμεναν αμφιβολίες για το δόλο της, αφού, όπως κατέθεσε και ο συγκατηγορούμενός της Χ3, απολογούμενος στο Δικαστήριο, οι Γ1 και Γ2 προσπαθούσαν να εμποδίζουν την επαφή της Ψ με συγγενείς της, το γεγονός δε αυτό μάθαινε η α' κατηγορουμένη από τον περίγυρο αυτής, που αποτελούνταν από κοινούς γνωστούς, ενόψει δε του γεγονότα αυτού και του ότι και η ίδια γνώριζε ότι ο Γ1 ήταν διαχειριστής της περιουσίας της Ψ και η Γ2 οικιακή βοηθός της, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι κατά το θάνατο της Ψ δεν βρέθηκαν τα χρήματα που λογικά θα έπρεπε να υπάρχουν αφού ο Γ1 έκανε πωλήσεις ακινήτων της, καθώς και τα χρυσαφικά, που κατά την απολογία του β' κατηγορουμένου, της είχε δανείσει αυτός, θεωρούσε ότι τα ως άνω πρόσωπα προσπαθούσαν να την απομονώσουν από τους συγγενείς της για να την εκμεταλλεύονται οικονομικά. Κατόπιν των παραπάνω, αλλά και διότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι β' και γ' των κατηγορουμένων με πρόθεση προκάλεσαν στην α' κατηγορουμένη την απόφαση να καταθέσει τα παραπάνω παραπείθοντας με πειθώ και φορτικότητα να καταθέσει αυτά, πρέπει να κηρυχθούν αθώοι της πράξης που τους αποδίδεται". Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της, κατά τα άνω, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον, οι ως άνω παραδοχές, είναι ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές και τούτο διότι: α) Ενώ δέχεται ότι τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε η πρώτη κατηγορουμένη Χ1 ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Παύλου Κίτνη, αναφορικά με τη διανοητική κατάσταση της Ψ και προς υποστήριξη των αγωγών που ο δεύτερος και η τρίτη των κατηγορουμένων είχαν εγείρει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για ακύρωση, τόσο της υπ' αρ. ... δημόσιας διαθήκης, όσο και της από ..... ιδιόγραφης διαθήκης της αναφερόμενης, ήταν αυτά (πραγματικά περιστατικά) αληθή, στηρίζοντας την κρίση του σε τρία πιστοποιητικά νοσηλείας του Νοσοκομείου ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ, τα οποία (πιστοποιητικά), σημειωτέον δεν αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης ως αναγνωσθέντα έγγραφα και από τα οποία όμως, προκύπτει ότι η Ψ, από το έτος 1990, παρουσίαζε αρτηριοσκληρυντική εγκεφαλοπάθεια, με διαταραχές μνήμης, και όχι ότι έπασχε από τη νόσο του Alzheimer, όπως διατείνονταν η κατηγορουμένη αυτή στην ένορκη βεβαίωσή της, στη συνέχεια καταλήγει ότι αυτή (κατηγορουμένη) πίστευε ότι βεβαίωνε αληθή γεγονότα... και πρέπει ως εκ τούτου να κηρυχθεί αθώα. Ετσι, όμως, δέχεται αντιφατικά, αφενός μεν ότι δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά η πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, διότι τα κατατεθέντα πραγματικά περιστατικά ήταν αληθή, αφετέρου δε ότι δεν στοιχειοθετείται και υποκειμενικά η πράξη αυτή, διότι η πρώτη κατηγορούμενη, τα αναφερόμενα στη διανοητική κατάσταση της Ψ, τα εξέλαβε ως αληθή, ενώ ήταν ψευδή και επομένως, ελλείψει δόλου, η αθώωσή της έγινε λόγω αμφιβολιών. β) Επίσης υπάρχει ασάφεια ως προς τις παραδοχές της απόφασης, αναφορικά με την απαλλαγή των β' και γ' κατηγορουμένων, ήτοι του Χ3 και της Χ2, για ηθική αυτουργία στην ψευδορκία της πρώτης κατηγορουμένης, διότι, ενώ δέχεται ότι η αυτουργός της ψευδορκίας Χ1 απαλλάσσεται, καθόσον τα υπ' αυτής κατατεθέντα ήταν αληθή, ακολούθως, οι αναφερόμενοι ηθικοί αυτουργοί, κηρύσσονται αθώοι, καθόσον, από κανένα στοιχείο, χωρίς και να παρατίθενται πραγματικά περιστατικά περί τούτου, δεν αποδείχθηκε ότι αυτός, με πειθώ και φορτικότητα προκάλεσαν στην αυτουργό την απόφαση να καταθέσει τα όσα αναφέρονται στην ένορκη βεβαίωσή της, πράγμα που σημαίνει, ότι τα όσα ανέφερε η αυτουργός ήταν ψευδή, πλην, όμως, αυτοί, δεν της προκάλεσαν την απόφαση να τα καταθέσει. Οι αιτιάσεις, α) ότι δεν λήφθηκε υπόψη η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, είναι αβάσιμη, διότι ο πολιτικώς ενάγων Ψ1, ο οποίος, παρά τις επιταγές του άρθρου 221 περ. δ' Κ.Π.Δ., εξετάσθηκε ενόρκως, περιλαμβάνεται στην αναφορά του αιτιολογικού, ότι ελήφθησαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, β) ότι δεν λήφθηκε υπόψη η υπ' αριθ. 5557/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι επίσης αβάσιμη, διότι, τόσον από τα πρακτικά της δίκης, στα οποία σημειώνεται ότι, μεταξύ των άλλων εγγράφων, αναγνώσθηκε και η ως άνω απόφαση, όσο και από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης, στο οποίο γίνεται αναφορά ότι συνεκτιμήθηκαν και τα αναγνωστέα έγγραφα, προκύπτει αναμφίβολα ότι λήφθηκε υπόψη. Με τα δεδομένα αυτά, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ερειδόμενος στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να δεκτός, να αναιρεθεί στη συνέχεια η υπ' αρ. 1933/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, διότι είναι εφικτή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (αρ. 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αρ. 1933/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαϊου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδορκία μάρτυρα. Ηθική αυτουργία στην ως άνω πράξη. Δεκτή η αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για έλλειψη αιτιολογίας. Στο σκεπτικό υπάρχουν ασάφειες εάν τα εκτεθέντα από τη μάρτυρα είναι αληθή ή ψευδή και δεν υπάρχουν πραγματικά περιστατικά για τους ηθικούς αυτουργούς.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ηθική αυτουργία, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Ψευδορκία μάρτυρα.
0
Αριθμός 1816/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίστηκε με την 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χ1, 2)Χ2 και 3)Χ3, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Πουλτουρτζίδη, για αναίρεση της 3636/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1883/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α)είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αρ. 3636/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν, οι μεν Χ1 και Χ3 σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ο δε Χ2 σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, ανασταλείσαν επί τριετίαν ως προς όλους, δεχθέντος ειδικότερα του δικαστηρίου ανελέγκτως, τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά: "Στην Ιωνία Θεσσαλονίκης στις Νέες δεξαμενές αποθήκευσης αργού πετρελαίου ιδιοκτησίας "Ελληνικών Πετρελαίων" στις 9-10-2000 η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΚΜΕ ΑΕ" είχε αναλάβει την κατασκευή δύο δεξαμενών αποθήκευσης αργού πετρελαίου. Για την εκτέλεση του έργου αυτού απαιτείτο μεταξύ άλλων η μεταφορά με γερανό λαμαρινών, οι οποίες συναρμολογούμενες θα αποτελούσαν τις δύο δεξαμενές. Η εκφόρτωση τούτων έπρεπε να γίνει σε επιφάνεια που είχε εκσκαφεί και βρισκόταν κάτω από εναέριους αγωγούς μέσης και υψηλής τάσης της ΔΕΗ. Και ενώ ο νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω εταιρίας ως υπεύθυνος κατασκευής του ως άνω έργου, πρώτος κατηγορούμενος, έπρεπε να αποφύγει την εκτέλεση του έργου κάτω από εναέριους αγωγούς της ΔΕΗ και να μεριμνήσει για την μεταφορά αυτών σ' άλλο σημείο ή εν πάση περιπτώσει να προβεί στην κατασκευή ειδικών ξύλινων πλαισίων - περιθωρίων ασφαλείας στα σημεία διέλευσης των γερανών κάτω από τους αγωγούς ώστε ν' αποφευχθεί η δημιουργία βολταϊκού τόξου κατά τη στιγμή διέλευσης του γερανού με τις μεταφερόμενες λαμαρίνες διαστάσεων 12μ Χ 2,5μ Χ 1εκ., που θα είχε ως συνέπεια τις σωματικές βλάβες των εργαζομένων από ηλεκτροπληξία, δεν προέβη στις ανωτέρω ενέργειες από απρονοησία και παρόλο που λόγω της ιδιότητάς του και των ικανοτήτων του θα μπορούσε να προβλέψει ότι κατά την διέλευση του γερανού με τις λαμαρίνες κάτω από το δίκτυο της ΔΕΗ λόγω του ανωτάτου ύψους της μπούμας του γερανού θα παραβίαζε την απόσταση ασφαλείας των τριών μέτρων και θα προκαλείτο ηλεκτροπληξία στους εργαζόμενους που θα απασχολούνταν με την μεταφορά των λαμαρινών. Εξάλλου, και ο δεύτερος κατηγορούμενος χειριστής του γερανού ..... της ως άνω εταιρίας και υπάλληλος αυτής γνώριζε ότι ο γερανός διερχόμενος κάτω από τους εναέριους αγωγούς της ΔΕΗ θα προσέγγιζε αυτούς κι έπρεπε ν' αποφύγει τούτο εφόσον ο πρώτος κατηγορούμενος δεν είχε μεριμνήσει την μεταφορά τούτων ή την λήψη των ως άνω μέτρων ασφαλείας. Αντίθετα ο β' κατηγορούμενος κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο από απρονοησία του ως χειριστής του ως άνω γερανού επιχείρησε να περάσει κάτω από τους εναέριους αγωγούς της ΔΕΗ με το γερανό του φορτωμένο με μία λαμαρίνα, ενώ έπρεπε ν' αποφύγει την εκτέλεση της εργασίας αυτής, διότι ήταν προφανές ότι θα προσέγγιζε τους ηλεκτροφόρους αγωγούς με τον βραχίονα του γερανού, γνώριζε δε ότι την λαμαρίνα συγκρατούσε ο υπάλληλος της ως άνω εταιρίας Γ1. Αποτέλεσμα της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς των δύο κατηγορουμένων ήταν ο τραυματισμός του Γ1, καθώς την ώρα που ο γερανός περνούσε κάτω από τον δεύτερο αγωγό μέσης τάσης (15.000 Volt) το άνω μέρος του βραχίονα του γερανού προσέγγισε τον αγωγό και δημιουργήθηκε ηλεκτρικό τόξο μεταξύ αγωγού και βραχίονος του γερανού, που είχε ως συνέπεια να περάσει ηλεκτρικό ρεύμα στο σώμα του πιο πάνω παθόντος, ο οποίος υπέστη εγκαύματα τρίτου βαθμού ονυχοφόρου φάλαγγας δεξιού αντίχειρα, πρώτου δακτύλου αριστερού ποδός στις ράγες των II, III, IV, V δακτύλων δεξιάς χειρός. Ο ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου ότι κατά τις προηγούμενες μεταφορές οδηγούσε ο ίδιος, ενώ κατά την ανωτέρω μεταφορά κατά την οποία προκλήθηκαν και οι σωματικές βλάβες στον παθόντα δεν οδηγούσε αυτός, διότι δεν είχε δίπλωμα χειριστή, αλλά ο γ' κατηγορούμενος δεν αποδείχθηκε. Είναι δε γεγονός ότι ο β' κατηγορούμενος αμέσως μετά το ατύχημα και με τις επανειλημμένες επισκέψεις του στο Νοσοκομείο επιχείρησε να πείσει τον παθόντα ώστε να δηλώσει ότι οδηγός του γερανού κατά την ώρα του ατυχήματος ήταν ο γ' κατηγορούμενος, που ήταν διπλωματούχος χειριστής γερανού, καθότι ο ίδιος ήταν βοηθός χειριστή και στερούνταν διπλώματος. Αυτό ρητώς κατατέθηκε από τον παθόντα και τους μάρτυρες συγγενείς του, που ενώπιόν του γινόταν οι σχετικές ως άνω συζητήσεις στο Νοσοκομείο, όπου νοσηλευόταν ο παθών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο γ' κατηγορούμενος στις 15-5-2001 εξεταζόμενος στα πλαίσια προανάκρισης που διενεργούνταν για τον τραυματισμό του παθόνταΓ1 εν γνώσει του κατέθεσε ψευδή γεγονότα και συγκεκριμένα κατέθεσε ότι κατά την στιγμή του ατυχήματος αυτός ήταν ο οδηγός του γερανού, γεγονός ψευδές, καθότι όπως αποδείχθηκε αδιστάκτως κατά την στιγμή του ατυχήματος οδηγός του γερανού ήταν ο β' κατηγορούμενος, ο οποίος, όμως, δεν είχε άδεια χειριστού γερανού και αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο ο γ' κατηγορούμενος προέβη στην ως άνω ψευδή κατάθεση". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πράξεων της σωματικής βλάβης από αμέλεια και της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, για τις οποίες, με τις προαναφερθείσες διακρίσεις, καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 225 παρ. 2, 314 παρ. 1α και 315 παρ. 1β' Π.Κ., τις οποίες εφάρμοσε. Ειδικότερα, αναφέρεται διεξοδικά σε τι συνίστατο η αμέλεια των δύο πρώτων αναιρεσειόντων, η οποία συνετέλεσε στο να τραυματισθεί ο Γ1, εγκειμένης εις το ότι, ο μεν Χ1 υπεύθυνος για την κατασκευή δύο δεξαμενών αποθήκευσης αργού πετρελαίου, επέτρεψε τη διέλευση γερανοφόρου οχήματος κάτω από αγωγούς ηλεκτρικού ρεύματος υψηλής τάσης, ο δε δεύτερος Χ3, ως χειριστής γερανοφόρου οχήματος, διήλθε κάτω από τους αγωγούς αυτούς, μεταφέροντας λαμαρίνες τις οποίες κρατούσε ο τραυματισθείς, με συνέπεια, κατά το χρόνο διέλευσης, να δημιουργηθεί βολταϊκό τόξο και σαν συνέπεια να υποστεί σοβαρά τραύματα ο αναφερόμενος παθών. Αναφέρεται επίσης διεξοδικά ο δόλος του τρίτου των αναιρεσειόντων, Χ2, για τα όσα εν γνώσει του ψευδώς κατέθεσε χωρίς όρκο, ότι δηλαδή αυτός ήταν ο οδηγός του γερανοφόρου οχήματος και όχι ο δεύτερος των αναιρεσειόντων, ο οποίος δεν είχε τη σχετική άδεια του χειριστή γερανοφόρου οχήματος. Αβασίμως υποστηρίζεται ότι το σκεπτικό είναι αντιγραφή του διατακτικού, καθόσον, ανεξάρτητα από το ότι το σκεπτικό και διατακτικό αλληλοσυμπληρώνονται, το σκεπτικό διαλαμβάνει περιστατικά πέραν των αναφερομένων στο διατακτικό, τέλος δε, είναι επίσης αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι δεν λήφθηκε υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση η από ..... τεχνική έκθεση αυτοψίας της Επιθεωρήσεως του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθόσον, τόσο από τα πρακτικά της δίκης, από τα οποία προκύπτει ότι μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων περιλαμβάνεται και η ως άνω έκθεση, όσο και από τη μνεία στο σκεπτικό ότι για το σχηματισμό της κρίσης για την ενοχή των κατηγορουμένων, ελήφθησαν υπόψη τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, προκύπτει το αντίθετο. Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες διότι πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας. Με τα δεδομένα αυτά, ο μοναδικός λόγος της κοινής ένδικης αναίρεσης, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος, και απορριπτέος. Κατόπιν τούτων πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί έκαστος των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αρ. 50/2007 αίτηση των α)Χ1 β)Χ3 και γ)Χ2, για αναίρεση της υπ' αρ. 3636/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει ένα έκαστον εξ αυτών στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Ψευδής ανώμοτι κατάθεση. Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής ανώμοτη κατάθεση, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
2
Αριθμός 1815/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου - Εισηγήτρια, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 και 11 Ιουλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Διαβατών, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρου του Νικόλαο Νικολόπουλο κατά της υπ'αριθμ. 673/2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεώς του στο κράτος της Αλβανίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 2/11.06.2008 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Μιχαήλ Θεολόγου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1132/2008. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκδοθεί αυτός στις αρχές του κράτους της Αλβανίας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 451 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών επιτρέπεται σ` αυτόν για τον οποίο ζητείται η έκδοση και στον εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της απόφασης για την έφεση συντάσσεται έκθεση από τον γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Επομένως, η υπό κρίση με αριθμό 2/11-6-2008 έφεση, που ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με δήλωση ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά της 673/9 και 10-6-2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία τούτο γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως στις Αλβανικές Αρχές του εκζητούμενου εκκαλούντος Χ1, για να εκτίσει ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών, που του επιβλήθηκε με την 15/27-4-2000 απόφαση του Δικαστηρίου της Επαρχίας Μιρντίτα Αλβανίας, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν. Κατά το άρθρο 436 του ΚΠΔ, αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της έκδοσης αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων (437-456), οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση. Εξάλλου, η από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, που υπογράφτηκε στο Παρίσι και κυρώθηκε, από την Ελλάδα στις 6-5-1961 με το νόμο 4165/1961 και από την Αλβανία στις 19-5-1998, με έναρξη ισχύος την 17-8-1998, από δε την κύρωσή της, διέπει το δίκαιο της εκδόσεως μεταξύ των ως άνω κρατών, στο άρθρο 2 παρ. 1 αυτής ορίζει ότι η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους τόσο του κράτους που ζητεί την έκδοση, όσο και του κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους η με αυστηρότερη ποινή, ενώ οσάκις έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή ή επιβλήθηκε μέτρο ασφαλείας στο έδαφος του αιτούντος κράτους, η απαγγελθείσα κύρωση πρέπει να είναι διάρκειας τεσσάρων μηνών κατ` ελάχιστον όριο. Περαιτέρω, στο άρθρο 12 αυτής, με τον τίτλο "αιτήσεις και δικαιολογητικά στοιχεία", ορίζονται τα ακόλουθα: Η αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση πρέπει, αν δεν έχει συμφωνηθεί με απευθείας συνεννόηση μεταξύ των μερών άλλο μέσο, να διατυπωθεί εγγράφως και να υποβληθεί μέσω της διπλωματικής οδού και για την υποστήριξή της να προσαχθούν α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο είτε εκτελεστής δικαστικής αποφάσεως, είτε εντάλματος συλλήψεως ή άλλης πράξεως, που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους, β) έκθεση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και χρόνου διαπράξεώς τους, του κατά νόμο χαρακτηρισμού τους και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή, οι οποίες πρέπει να εμφανίζονται κατά το δυνατό ακριβέστερα και γ) αντίγραφο των διατάξεων, που προβλέπουν την πράξη ή εφόσον τούτο δεν καθίσταται εφικτό δήλωση περί του εφαρμοστέου δικαίου, καθώς και ο κατά το δυνατό ακριβέστερος καθορισμός του προσώπου που καταζητείται και κάθε άλλη πληροφορία, που μπορεί να καθορίσει την ταυτότητα και εθνικότητα τούτου. Περαιτέρω, ναι μεν κατά το άρθρο 441 ΚΠοινΔ, υπέρ της ισχύος του οποίου διετυπώθη ρητή επιφύλαξη με το άρθρο 2 § 3 εδ. 6 του ν. 4165/61, αν ο εκζητούμενος καταδιώκεται ή έχει καταδικασθεί στην Ελλάδα για άλλη πράξη, η έκδοσή του αναβάλλεται ως την περάτωση της ποινικής δίκης και σε περίπτωση καταδίκης ωσότου εκτιθεί η ποινή ή απολυθεί από τις φυλακές και κατά το επόμενο άρθρο 442 ΚΠοινΔ, μπορεί να επιτραπεί και στην περίπτωση αυτή η προσωρινή έκδοση με τις οριζόμενες προϋποθέσεις, κατά την έννοια όμως των διατάξεων τούτων, συναγομένη και από το κατά το άρθρο 30 § 2 του ΚΠοινΔ δικαίωμα του Υπουργού Δικαιοσύνης για αναβολή ή αναστολή της ποινικής διώξεως στην Ελλάδα, όταν επιβάλλεται τούτο εκ των διεθνών σχέσεων της χώρας, αρμόδιος για να αποφασίσει την αναβολή ή την προσωρινή παράδοση του εκζητουμένου στην περίπτωση αυτή είναι ο Υπουργός Δικαιοσύνης και όχι το συμβούλιο εφετών. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις της ως άνω Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως και περί εκδόσεως του ΚΠοινΔ (436 έως 456), το συμβούλιο εφετών δεν μπορεί να προβεί σε έρευνα για την ύπαρξη ή όχι στοιχείων ενοχής του εκζητουμένου ή για την κλήση του στην ανάκριση ή για το νομότυπο ή μη της κλητεύσεώς του ενώπιον του εκδόσαντος την καταδικαστική απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου και να καταλήξει σε κρίση αντίθετη εκείνης της εκτελεστής αποφάσεως του αλλοδαπού δικαστηρίου, προς εκτέλεση της οποίας ζητείται η έκδοση του εκζητουμένου (ΑΠ 170/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Συμβουλίου, την ένορκη κατάθεση του ενώπιον του Συμβουλίου αυτού εξετασθέντος μάρτυρος και όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία όλα αναγνώστηκαν, σε συνδυασμό και με όσα εξέθεσε ο παραστάς εκζητούμενος ενώπιον των Συμβουλίων, πρωτοδίκου και παρόντος, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Με την με αριθμό 960/1 από 21-5-2008 ρηματική Διακοίνωση της Πρεσβείας της Αλβανίας στην Αθήνα, η οποία διαβιβάστηκε με το υπ' αριθμ. .... από .... έγγραφο της Ε3 ΔΙΔΔΥ του ΥΠ.ΕΞ., υποβλήθηκε αίτηση και ζητήθηκε η έκδοση και παράδοση στις αρμόδιες Δικαστικές Αρχές της Δημοκρατίας της Αλβανίας, του αλβανού υπηκόου Χ1, προκειμένου αυτός να εκτίσει την ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 15/27-4-2000 απόφαση του Δικαστηρίου της επαρχίας Μιρντίτα της Αλβανίας, για το έγκλημα της ληστείας με βία κατά συναυτουργία σε βάρος του ......, που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 25 και 139 του ΠΚ της Αλβανίας. Για το παραδεκτό και την υποστήριξη της πιο πάνω αίτησης, προσάγονται, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 της προαναφερόμενης Ευρωπαϊκής Σύμβασης, όλα τα απαιτούμενα έγγραφα, μεταφρασμένα επίσημα από την αλβανική στην ελληνική γλώσσα, ήτοι: 1) Αντίγραφο της με αριθμό 15/27-4-2000 απόφασης του Δικαστηρίου της Επαρχίας Μιρντίτα. 2) Βεβαίωση για την τελεσιδικία της απόφασης αυτής, η οποία υπάρχει στο τέλος της. 3) Έκθεση της Εισαγγελίας Δικαστικής Επαρχίας Λέζια Αλβανίας για την αξιόποινη πράξη για την οποία ζητείται η έκδοση, με μνεία του τόπου και του χρόνου τέλεσής της, καθώς και των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων του Ποινικού Κώδικα της Αλβανίας, που εφαρμόσθηκαν. 4) Κείμενο των διατάξεων αυτών. 5) Το από ..... πιστοποιητικό του Ληξιαρχείου Ρεσένι, που καθορίζει την ταυτότητα και την εθνικότητα του εκζητουμένου. Και 6) αντίγραφο του από 11-5-2000 εντάλματος σύλληψης της Εισαγγελίας Επαρχίας Μιρντίτα Αλβανίας. Από τα προαναφερόμενα έγγραφα προκύπτει ότι ο εκζητούμενος, αλβανός πολίτης, έχει καταδικαστεί με την πιο πάνω 15/2000 απόφαση του Δικαστηρίου της επαρχίας Μιρντίτα σε ποινή καθείρξεως 6 ετών για το αδίκημα της ληστείας με βία κατά συναυτουργία, που τελέστηκε στις 27-9-1998 στην πόλη Ρεσέν της επαρχίας Μιρντίτα Αλβανίας, ήτοι για παράβαση των άρθρων 25 και 139 του Ποινικού Κώδικα της Αλβανίας, και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως 6 ετών, κατά το άρθρο 55 του ίδιου Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τα άρθρα αυτά, η ως άνω πράξη προβλέπεται και τιμωρείται ως κακούργημα και συγκεκριμένα με φυλάκιση από 5 έως 10 έτη. Αλλά και από την ελληνική νομοθεσία προβλέπεται και τιμωρείται η πιο πάνω πράξη σε βαθμό κακουργήματος με κάθειρξη (5-20 έτη, άρθρο 53 Π.Κ.), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 45 και 380 παρ. 1 του Π.Κ. Έτσι, τόσο από την αλβανική νομοθεσία, όσο και από την ελληνική νομοθεσία, για την πιο πάνω πράξη προβλέπεται ποινή στερητική της ελευθερίας, για την οποία επιτρέπεται η έκδοση (4 μήνες κατ` ελάχιστο όριο), σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 της προαναφερόμενης Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Επομένως, είναι επιτρεπτή η έκδοση του εκκαλούντος, για την έκτιση της παραπάνω ποινής του. Ο εκζητούμενος, ήταν απών κατά την εκδίκαση της υπόθεσής του (φυγοδικούσε) αλλά εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Πιέτερ Μπρόζι, που διορίσθηκε με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικαιοδοσίας της Δημοκρατίας της Αλβανίας, ο οποίος και τον υπερασπίσθηκε. Τα ειδικότερα περιστατικά των πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο εκζητούμενος, αναφέρονται λεπτομερώς στην παραπάνω καταδικαστική απόφαση, η οποία έχει ήδη τελεσιδικήσει, ήτοι είναι εκτελεστή, όπως απαιτεί η ίδια Ευρωπαϊκή Σύμβαση. Οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος 1) ότι η ανωτέρω καταδίκη του από το Αλβανικό δικαστήριο χώρησε ερήμην του, χωρίς ποτέ να έχει νομίμως κληθεί, να έχει λάβει γνώση της κατηγορίας και χωρίς να του έχει δοθεί η δυνατότητα να αποδείξει την αθωότητά του, με συνέπεια να έχουν παραβιασθεί οι αρχές του κράτους δικαίου και 2) ότι το αιτούν την έκδοση κράτος δεν προσκόμισε τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται η βασιμότητα της εναντίον του ανωτέρω καταδίκης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 443 παρ. 1 και 450 παρ. 2 ΚΠΔ, δηλαδή το Συμβούλιο δεν έχει δικαίωμα να ερευνήσει τη νομιμότητα της κλητεύσεως του εκζητούμενου και την βασιμότητα της εναντίον του κατηγορίας, όταν η έκδοση ζητείται στο πλαίσιο εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως (ν. 4165/1961), στο άρθρο 12 παρ. 2 της οποίας προσδιορίζονται σαφώς τα στοιχεία που πρέπει να υποβάλει το αιτούν την έκδοση μέρος τα οποία και προσκομίσθηκαν. Απορριπτέος επίσης κρίνεται και ο έτερος ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι το Συμβούλιο Εφετών εσφαλμένα απέρριψε το αίτημά του για αναβολή της έκδοσης, μέχρι την εκδίκαση υπό του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης εφέσεώς του κατά της υπ` αρ. 897/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε σε κάθειρξη οκτώ ετών για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, η εκτέλεση της οποίας έχει ανασταλεί με περιοριστικούς όρους με την υπ' αριθμ. 1152/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, την αναβολή της έκδοσης, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 441 ΚΠΔ, διατάζει μόνο ο Υπουργός Δικαιοσύνης και αφού προηγουμένως το συμβούλιο εφετών έχει αμετακλήτως γνωμοδοτήσει υπέρ αυτής. Εξάλλου μετά την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι κατ' εσφαλμένη κρίση το Εφετείο Θεσσαλονίκης δεν διέταξε την άρση της προσωρινής του κρατήσεως με περιοριστικούς όρους παρίσταται αλυσιτελής. Τέλος, από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας συνάγεται ότι ο εκκαλών είναι το αυτό πρόσωπο με τον εκζητούμενο από τις Αλβανικές Αρχές, για το οποίο έχει χωρήσει η πιο πάνω καταδίκη, γεγονός το οποίο δεν αμφισβήτησε και ο ίδιος. Ούτε προκύπτει ότι η έκδοση του εκκαλούντος ζητείται για πολιτικούς λόγους, γεγονός το οποίο άλλωστε ούτε ο εκκαλών ισχυρίζεται. Έτσι σκοπός της εκδόσεως είναι ο ποινικός κολασμός του εκκαλούντος με την εκτέλεση της παραπάνω ποινής. Σύμφωνα με όλες τις προηγούμενες σκέψεις, συντρέχουν όλες οι θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν τα κωλύματα κατά την πιο πάνω διεθνή σύμβαση και το άρθρο 438 ΚΠΔ, για την έκδοση του εκκαλούντος, προκειμένου αυτός να εκτίσει την ποινή του. Επομένως, το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του εκκαλούντος, δεν έσφαλε και γι' αυτό όλοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί του και οι λοιποί λόγοι της έφεσης και αυτή στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν ως κατ` ουσίαν αβάσιμοι, ο εκκαλών δε να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ` ουσίαν την έφεση του Αλβανού πολίτη Χ1 κατά της 673/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της παραδοχής της αίτησης έκδοσης του ανωτέρω στις Αλβανικές Αρχές για να εκτίσει ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών, που του επιβλήθηκε με την απόφαση 15/27-4-2000 του Δικαστηρίου του Επαρχίας Μιρντίτα Αλβανίας. Και, Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουλίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση Αλβανού υπηκόου στην Αλβανία με βάση την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως. Δεν ερευνάται η νομιμότητα κλητεύσεως του εκζητουμένου ενώπιον του εκδόσαντος την καταδικαστική απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, ούτε η ύπαρξη στοιχείων ενοχής του. Όχι αναβολή της έκδοσης λόγω εκκρεμούς ποινικής δίκης του εκζητουμένου στην Ελλάδα. Απορρίπτει έφεση.
Έκδοση
Έκδοση.
1
Αριθμός 1813/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 και 11 Ιουλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ1 και προσωρινά κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού, που εμφανίσθηκε ο ίδιος αυτοπροσώπως στο Δικαστήριο χωρίς δικηγόρο, κατά της υπ'αριθμ. 22/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του με αριθμό ΙΙΙ Κ 114/06 από 29/12/2006 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως του Δικαστηρίου BIOLYSTOK Πολωνίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκκαλών - εκζητούμενος, άσκησε την από 18 Απριλίου 2008 έφεσή του, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Αικατερίνης Σωφρόνη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 748/2008. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση και να εκδοθεί αυτός στις Αρχές της Πολωνίας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρον 1 § 1 Ν. 3251/2005 το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου το οποίον ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφ' όσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο ήδη έχει αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεσθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία. Στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και στο άρθρο 9 § 3 αναφέρεται ότι όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος, η δε απόφαση στη περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 21 § 2 εκδίδεται εντός εξήντα ημερών από τη σύλληψη του εκζητουμένου. Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 22 του ιδίου νόμου κατά της άνω οριστικής αποφάσεως του συμβουλίου εφετών επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από την δημοσίευση της απόφασης σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 451 του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας. Ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο αποφαίνεται εντός οκτώ ημερών από την άσκηση της έφεσης. Ο εκζητούμενος κλητεύεται αυτοπροσώπως ή μέσω του αντικλήτου του είκοσι τέσσερις ώρες πριν από την συζήτηση με μέριμνα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Εξ άλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 επ., 474 § 2 και 502 § 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει 1) ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των προβαλλόμενων λόγων, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της προσβαλλόμενης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι της έφεσης που προτείνει ο εκκαλών και 2) ότι στην έκθεση έφεσης, με την οποία επιδιώκεται ο έλεγχος και η διόρθωση των σφαλμάτων της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να διατυπώνονται οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται, και να προτείνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο για να είναι δεκτικοί δικαστικής εκτίμησης, διαφορετικά η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Αυτά ισχύουν κατ' αναλογία και ως προς το ένδικο μέσο της έφεσης, που προβλέπεται από τη διάταξη του όρθρου 451 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά της απόφασης για την έκδοση ή για την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του Συμβουλίου Εφετών. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την υπ'αριθμ. 22/2008 απόφασή του απεφάσισε υπέρ της εκτέλεσης του υπ'αριθμ. ΙΙΙ Κ 114/06 από 29/12/2006 Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης που εξεδόθη από τον Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου του Bialystok (Μπιαουιστοκ) σε βάρος του Πολωνού Υπηκόου (επών) Χ1, προκειμένου να παραδοθεί ο εκζητούμενος στην αρμόδια Πολωνική Αρχή για να εκτίσει τις αναφερόμενες σ'αυτό στερητικές της ελευθερίας ποινές (φυλακίσεως) στέρησης της ελευθερίας δύο ετών, οι οποίες επεβλήθησαν εις αυτόν δι εκάστη των πράξεων α) πλαστογραφίας μέσων πληρωμής β) ληστείας και γ) απόπειρας ληστείας με τις εις το Ευρωπαϊκό Ένταλμα τρεις αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου στο Μπιαουϊστοκ. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος ήσκησε νομοτύπως και εμπροθέσμως την κρινομένη έφεση, στην έκθεση όμως που συνετάγη ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών δεν αναφέρονται καθόλου, λόγοι εφέσεως, ει μη μόνον γίνεται αναφορά ότι εφεσιβάλλει την υπ'αριθμ. 22/2008 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για τους ακολούθους λόγους: "Ζει και εργάζεται στην Ελλάδα 5 χρόνια, έχει εδώ όλα τα πράγματά του και δεν επιθυμεί να πάει στην Πολωνία". Με το περιεχόμενο αυτό η έφεση είναι αόριστη, διότι δεν αναφέρεται σ'αυτή κανένα συγκεκριμένο σφάλμα, ούτε καμμία πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε διατυπώνονται παράπονα για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων νόμου που εμποδίζουν την εκτέλεση του περί ου ο λόγος ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Συνεπώς, η κρινομένη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, να καταδικασθεί δε ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 74/18-4-2008 έφεση του Χ1 κατά της υπ'αριθμ. 22/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (άρθρ. 1, 2 Ν. 3251/2005). Αόριστη η έφεση κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών που αποφασίζει για την εκτέλεση Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αλλοδαπού (Πολωνού υπηκόου), εφόσον δεν επικαλείται σφάλμα ή πλημμέλεια της συγκεκριμένης αποφάσεως, ούτε διατυπώνει παράπονο για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων νόμου που εμποδίζουν την εκτέλεση του εντάλματος. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η έφεση.
Έκδοση
Έκδοση.
0
Αριθμός 1811/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A' Ποινικό Τμήμα Διακοπών Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Ιουλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Δήμα, περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 2185/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1020/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον 501 § 1 εδ. α' Κ.Π.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 48 § 1 Ν. 3160/30-6-2003 αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, κατά την § 3 ιδίου άρθρου όπως ισχύει νυν, μετά το άρθρο 48 § 2 ιδίου (Ν. 3160/03), εάν η έφεση ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και συντρέχει περίπτωση του άρθρου 370 εδαφ. β' και γ', το δικαστήριο παρά την απουσία του εκκαλούντος προχωρεί στην έκδοση σχετικής αποφάσεως, κατά δε την § 4, του ιδίου άρθρου, η οποία προσετέθη με το άρθρο 48 § 3 το αυτού ως άνω νόμου, αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώραν διακοπή η αναβολή αυτής και κατά την νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανισθεί όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 δικάζεται σαν να ήταν παρών (ολ ΑΠ 3/2006, 8/2006). Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 349 § § 1 και 2 κατά τις οποίες, (§ 1) το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα η αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση, (εδ γ) η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, εκτός αν ειδικοί λόγοι που αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου δεν το επιτρέπουν και (§ 2) εάν το σημαντικό αίτιο απαγγέλθηκε από το συνήγορο ή άλλο πρόσωπο για λογαριασμό απόντος διαδίκου και η συζήτηση αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο, η περί αναβολής απόφαση επέχει θέση κλητεύσεώς του, προκύπτει ότι τότε μόνον είναι δυνατόν να οριστεί ρητή δικάσιμος προς εκδίκαση της εφέσεως, όταν είναι παρών ο εκκαλών ή, σε περίπτωση απουσίας του, το σημαντικό αίτιο ανεγγέλθη από συνήγορο ή άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του απόντος κατηγορουμένου, κατά την οποίαν ο εκκαλών οφείλει να εμφανισθεί· και εάν δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου το δικαστήριο, οφείλει να απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη, διότι η μη εμφάνιση του εκκαλούντος κατά την νέαν μετ' αναβολήν δικάσιμο προς υποστήριξη της εφέσεώς του θεωρείται ως σιωπηρή παραίτηση από την έφεσή του και ως αναγνώριση της ορθότητος της εκκαλουμένης αποφάσεως, υποχρεούνται όμως να βεβαιώσει στην απόφασή του ότι η αναβλητική απόφαση απηγγέλθη παρόντος του κατηγορουμένου, ή, όταν αυτός δεν εμφανίστηκε, παρόντος του εκπροσωπήσαντος αυτόν συνηγόρου ή του τρίτου προσώπου που κατ' εντολή του κατηγορουμένου είχαν αναγγείλει το σημαντικό αίτιο. Προηγουμένη έρευνα στην περίπτωση αυτή του παραδεκτού της εφέσεως δεν απαιτείται. Μόνον εάν το Εφετείο διαπιστώσει ότι συντρέχει περίπτωση οριστικής παύσεως της ποινικής διώξεως, διότι έχει γίνει παραίτηση από το δικαίωμα της εγκλήσεως ή έχει γίνει ανάκλησή της ή έχει αμνηστευθεί η πράξη ή έχει παραγραφεί το αξιόποινό της ή ο κατηγορούμενος εκκαλών έχει πεθάνει, ή περίπτωση κηρύξεως απαραδέκτου της ποινικής διώξεως λόγω δεδικασμένου ή ελλείψεως εγκλήσεως αιτήσεως ή αδείας που απαιτείται για την διώξη, οφείλει να ερευνήσει αν η έφεση ησκήθη νομίμως και εμπροθέσμως, αν, ήτοι, είναι παραδεκτή, οπότε, παρά την απουσία του εκκαλούντος, προχωρεί στην έκδοση σχετικής αποφάσεως με την παύση οριστικά ή την κήρυξη απαραδέκτου της ποινικής διώξεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείον Αθηνών με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 2185/21-3-2008 απόφασή του εδίκασε επί εφέσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά της υπ'αριθμ. 18336/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποίαν αυτός είχε καταδικασθεί σε φυλάκιση δέκα πέντε (15) μηνών για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, τελεσθείσα την 3/8/2000. Ειδικότερα κατά την συνεδρίαση της 11/2/2008, ότε το πρώτον εισήχθη να συζητηθεί η έφεση, ο νυν αναιρεσείων ως εκκαλών δεν εμφανίσθη αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου, αλλ' ανήγγειλε σημαντικό αίτιο προς αναβολήν της υποθέσεως, δια του ως αγγέλου εμφανισθέντος ......, ανεβλήθη δε η συζήτηση σε ρητή δικάσιμο, και δη δια την 21/3/2008, με την υπ'αριθμ. 1075/11-2-2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, "χωρίς την κλήτευση του κατηγορουμένου, για τον οποίον ανακοινώθηκε η άνω δικάσιμος της 21/3/2008 στον μάρτυρα - άγγελό του", όπως και της αποφάσεως αυτής προκύπτει. Συνεπώς, εφ' όσον ο εκκαλών κατά την άνω νέαν δικάσιμον της 21/3/2008 δεν ενεφανίσθη, για να υποστηρίξει την έφεσή του, αυτή έπρεπε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη, εν όψει του ότι το αξιόποινο της εν λόγω πράξεως από τα γενόμενα πρωτοδίκως δεκτά και δη με χρόνο τελέσεως, κατά την εκκαλουμένη απόφαση, την 3/8/2000, δεν είχε παραγραφεί, ούτε συνέτρεχε άλλη περίπτωση κατά το άρθρο 370 εδ. β' και γ' Κ.Π.Δ., παύσεως οριστικά ή κηρύξεως απαραδέκτου της ποινικής διώξεως. Όμως το άνω Τριμελές Εφετείο προέβη στη συζήτηση της εφέσεως ερήμην του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και την απέρριψεν ως απαράδεκτη ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, όπως εκ της αναιρεσιβαλλομένης υπ'αριθμ. 2185/21-3-2008 αποφάσεως προκύπτει. Ούτως κρίναν το δικαστήριο αυτό υπέπεσε, κατ' άρθρο 510 § 1 εδ. Θ' ΚΠΔ, εις αρνητικήν υπέρβαση εξουσίας και πρέπει, κατά τον βάσιμο περί τούτου σχετικό λόγον αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο άνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθμ. 2185/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εδίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εάν ο εκκαλών κατά την συζήτηση της εφέσεως δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια του συνηγόρου του, αν συντρέχει περίπτωση της παρ. 2 του 340, η έφεση απορρίπτεται ανυποστήρικτη - κατ’ άρθρον 501 § 4 ΚΠΔ. Εάν η έφεση ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και συντρέχει περίπτωση του άρθρου 370 εδ. β’ και γ΄ ΚΠΔ, το δικαστήριο παρά την απουσία του εκκαλούντος προχωρεί στην έκδοση σχετικής αποφάσεως. Ούτως εάν ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου προς υποστήριξη της εφέσεώς του, το Εφετείο, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση οριστικής παύσεως ή απαράδεκτο της ποινικής διώξεως, ερευνά εάν ο εκκαλών κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε και απορρίπτει την έφεση ανυποστήρικτη. Προηγούμενη έρευνα του παραδεκτού στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται. Εφ’ όσον η συζήτηση της εφέσεως αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο, η περί αναβολής απόφαση επέχει θέση κλητεύσεως, εάν το σημαντικό αίτιο αναγγέλθηκε από τρίτο πρόσωπο για λογαριασμό απόντος κατηγορουμένου (άρθρο 349 § 3 ΚΠΔ).
Εφέσεως ανυποστήρικτο
Αναβολής αίτημα, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
0
Αριθμός 1817/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ........ που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Νάστο, για αναίρεση της 3487/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 157/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ.1 του α.ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.1 του Ν.2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν.3198/1995 συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το προβλεπόμενο ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται, είτε από τη σύμβαση, είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις. Εξ' άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διατάξεως του α.ν. 690/1945 για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει, να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προαναφερομένων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κλπ, ), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο εργοδότη αποδοχές στον εργαζόμενο, αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή από συλλογική σύμβαση, ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο, σε περίπτωση δε μερικότερων πράξεων να προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα ποσά που οφείλονται για κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις, εφόσον για μερικές από αυτές προκύπτει ζήτημα παραγραφής. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 3487/24-10-2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση του πιο πάνω α.ν. 690/1945 σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας, ανέστειλε επί τριετία, και σε χρηματική ποινή οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ, το δε Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική αυτή κρίση, δέχθηκε, αναφέροντας και τα αποδεικτικά μέσα, τα εξής, τα οποία περιέχονται στο σκεπτικό που παραδεκτώς συμπληρώνεται με το διατακτικό της απόφασης: Ο κατηγορούμενος, κατά τα χρονικά διαστήματα από Οκτώβριο έως και Δεκέμβριο του 2003 και από 1-1-2004 έως 31-5-2004 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ως πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας "ΟΛΥΜΠΙΑ ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ-ΚΑΛΑΘΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα στον εργαζόμενο ......., τον οποίο απασχόλησε ως καλαθοσφαιριστή με μισθό, τις οφειλόμενες από τη μεταξύ τους σχέση εργασίας, αποδοχές και χορηγίες, που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 26.760 ευρώ και συγκεκριμένα δεν κατέβαλε το υπόλοιπο των δεδουλευμένων αποδοχών Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου 2003, που ανέρχεται στο ποσό των 940 ευρώ και 2.345 ευρώ, αντίστοιχα, καθώς και τις δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου του 2004, που ανέρχονται στο ποσό των 4.695 ευρώ μηνιαίως. Το γεγονός ότι το ποσό των 27.000 ευρώ είχε συμφωνηθεί με ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο δεν επικυρώθηκε από το αρμόδιο αθλητικό όργανο, καθιστά μεν άκυρη ως προ το ποσό αυτό την εργασιακή σχέση, πλην όμως δεν απαλλάσσει την εργοδότρια από την ευθύνη της για την καταβολή του ποσού αυτού σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, άλλωστε είναι κανόνας της κοινής πείρας ότι με τον τρόπο αυτό λειτουργούν τα αθλητικά σωματεία (ΚΑΕ και ΠΑΕ) στις συμφωνίες τους με τους αθλητές. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως και πρωτοδίκως, για παράβαση του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/45, που είναι γνήσιο έγκλημα παραλείψεως και τελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο την οφειλόμενη αμοιβή της εργασίας". Με τις παραδοχές του αυτές, το ως άνω Δικαστήριο, στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του, από την, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ υπάρχει ασάφεια μεταξύ των παραδοχών της, που καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο, ώστε η προσβαλλόμενη να στερείται της νόμιμης βάσης, Ειδικότερα: α)διότι δεν προσδιορίζεται η διάρκεια της σύμβασης, όπως και δεν προσδιορίζεται με πληρότητα και σαφήνεια, αν οι προαναφερθείσες αποδοχές δεν καταβλήθηκαν εμπρόθεσμα, αφού δεν καθορίζεται πότε αυτές έπρεπε να καταβληθούν και β)ενώ στο αιτιολογικό φέρεται ο εργαζόμενος να συνδέεται με το ως άνω σωματείο, με σχέση εργασίας, από ατομική σύμβαση και οι αποδοχές του ρυθμίζονται από σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό, στο διατακτικό της φέρεται οι αποδοχές αυτού να ρυθμίζονται από συλλογική σύμβαση εργασίας. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης και, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρ. 519 Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αρ. 3487/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΝ 690/45. Τι πρέπει να περιέχει η καταδικαστική απόφαση για παράβαση του ως άνω νόμου. Δεκτή αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
1
Αριθμός 1819/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), ορισθέντος με την υπ' αριθμ. 57/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σκλαβουνάκο, για αναίρεση της 31/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γλύκα. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαΐου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 30 Απριλίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1004/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ λόγος αναίρεσης της απόφασης είναι και η κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ιδίου κώδικα έλλειψη ακροάσεως, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα επέρχεται στην περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο Εισαγγελέας ζήτησε να ασκήσει δικαίωμα το οποίο ρητώς του παρέχει ο νόμος και το δικαστήριο αρνήθηκε σε οποιονδήποτε από αυτούς να το ασκήσει ή παρέλειψε ν' αποφανθεί σε σχετική αίτησή τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 31/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (ανηλίκων) Πειραιώς, δεν προκύπτει ότι τέθηκε θέμα "επισκόπησης φωτογραφιών", καθόσον δεν αναφέρεται σ' αυτά ότι προσκομίσθηκαν από τον συνήγορο του αναιρεσείοντος κάποιες φωτογραφίες και ζητήθηκε από το Δικαστήριο να τις επισκοπήσει. Συνεπώς, ο εκ του άνω άρθρου τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, για την πράξη της αποπλάνησης προσώπου νεωτέρου των 15 ετών, που είχε συμπληρώσει το 13ο έτος, το δε Δικαστήριο αποφάσισε την επί 3ετίαν αναστολή της επιβληθείσας ποινής. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του (άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ) με το να μη μετατρέψει την επιβληθείσα ποινή, σύμφωνα με το άρθρο 82 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., είναι απαράδεκτος ελλείψει εννόμου συμφέροντος, ενόψει του ότι η αποφασισθείσα επί 3ετίαν αναστολή της ποινής είναι μέτρο επιεικέστερο για τον αναιρεσείοντα της μετατροπής της ποινής. ΙΙ.- Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 171 Κ.Π.Δ απόλυτη ακυρότητα η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, προκαλείται αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου. Περαιτέρω, κατά το άρ. 510 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., εκτός από τους αναφερόμενους στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου λόγους, μπορούν να προταθούν σε ό,τι αφορά το πολιτικό μέρος της απόφασης και οι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι καθιερώνονται από την πολιτική δικονομία, μεταξύ των οποίων είναι και ο από το άρθ. 559 αρ. 9 του Κ.Π.Δ., λόγος, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το Δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο και τρίτο λόγο των προσθέτων λόγων αναίρεσης, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι η πολιτική αγωγή ασκήθηκε το πρώτον στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με συνέπεια να επέλθη απόλυτη ακυρότητα από την παράσταση αυτή, επιπρόσθετα δε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, διότι, χωρίς να ζητηθεί από την παραστάσα πολιτικώς ενάγουσα, επιδίκασε το αιτηθέν ποσό των 44 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης (υπ' αρ. 536/2005 απόφαση του Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Πειραιώς). Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της, δικογραφίας, η πολιτικώς ενάγουσα Ψ1, παρέστη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ζήτησε, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη εκ του αδικήματος, το ποσό των 44 ευρώ με επιφύλαξη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όμως παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος αυτού της πολιτικής αγωγής, μετά την θετική περί αυτού πρόταση του Εισαγγελέως. Η ως άνω πολιτικώς ενάγουσα παρέστη εκ νέου στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και ζήτησε την επιδίκαση του ίδιου ως άνω ποσού των 44 ευρώ με επιφύλαξη, για τον ίδιο λόγο, το δε Δικαστήριο της επιδίκασε, το ως άνω ποσό και επί πλέον, χωρίς να ζητηθεί, της επιδίκασε το ποσό αυτό με το νόμιμο τόκο από την έκδοση της πρωτόδικης υπ' αρ. 536/2005 απόφασης του Τριμελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων. Αναφορικά με την αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας, επελθούσης συνεπεία της παράστασης, για πρώτη φορά, ενώπιον του κατ' έφεση δικάσαντος Δικαστηρίου, πολιτικής αγωγής, αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η πολιτικώς ενάγουσα παρέστη νομίμως και στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ζήτησε την επιδίκαση της αιτηθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Ενόψει όμως του ότι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, παρέλειψε να επιδικάσει την αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση και εφόσον, ως προς το σημείο αυτό, η πολιτικώς ενάγουσα δεν προσέβαλε την απόφαση με το ένδικο μέσο της έφεσης, η παράστασή της στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο περιορίζεται στην υποστήριξη και μόνο της κατηγορίας. Η επιδίκαση δε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο του ποσού των 44 ευρώ και μάλιστα, χωρίς να ζητηθεί με το νόμιμο τόκο από την έκδοση της υπ' αρ. 536/2005 απόφασης του Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Πειραιώς (προφανώς για να καλυφθεί η παράλειψη του Δικαστηρίου αυτού) δεν ήταν σύννομη. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης του προσθέτου δικογράφου, από τα άρθρα 510 παρ. 2 του Κ.Π.Δ και 559 αρ. 9 του Κ.Πολ.Δικ. είναι ουσιαστικά βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να απαλειφθούν οι σχετικές διατάξεις της με την παρούσα απόφαση, αφού δεν συντρέχει λόγος να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο για νέα συζήτηση. ΙΙ.- Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια. Πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στο οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α)είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β)αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό, κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αρ. 31/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (ανηλίκων) Πειραιώς και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται και με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και διατακτικού, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, ανασταλείσαν επί 3ετία, για αποπλάνηση προσώπου νεωτέρου των δεκαπέντε (15) ετών, που έχει συμπληρώσει το δέκατο τρίτο (13) έτος, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: ¨Ο κατηγορούμενος, ενώ ήταν ανήλικος, με έχοντας συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος ενήργησε ασελγή πράξη με πρόσωπο νεώτερο των δεκαπέντε (15) ετών και ενώ είχε συμπληρώσει το δέκατο τρίτο έτος της ηλικίας της. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος είχε γνωρισθεί με την ανήλικη κόρη των εγκαλούντων .... και ...., Ψ1, η οποία γεννήθηκε στις 3-7-1986 και διατηρούσε μ' αυτή φιλική σχέση, μέσω κοινού γνωστού τους. Η πρώτη συνάντηση του κατηγορουμένου με τη Ψ1 έγινε στις 3-12-2000. Ο κατηγορούμενος από τις φιλικές αυτές σχέσεις που είχε αναπτύξει με τη Ψ1 γνώριζε ότι αυτή τότε ήταν 14 ετών. Εκμεταλλευόμενος τη γνωριμία τους, οδήγησε αυτή στη οικία του στον Πειραιά και εντός το δωματίου του, ενήργησε αρχικά ασελγείς πράξεις σ' αυτή, προβαίνοντας σε θωπείες και φιλώντας την στο πρόσωπο και στη συνέχεια στις 20-5-2001 και 29-7-2001, οδήγησε και πάλι αυτή στην οικία του και εντός του δωματίου του έπεισε αυτή να έχουν ολοκληρωμένη κατά φύση σεξουαλική επαφή, στις ανωτέρω δε πράξεις προέβη με σκοπό να ικανοποιήσει τη γενετήσια ορμή του. Αφότου ο κατηγορούμενος ήλθε σε πλήρη σεξουαλική επαφή με τη Ψ1, άρχισε να γνωστοποιεί τούτο σε φίλους και γνωστούς του. Τελικά, η ενέργεια των παραπάνω ασελγών πράξεων περιήλθαν και σε γνώση των εγκαλούντων γονέων της ανήλικης στις 8-9-2001 από πληροφορίες του γυιού τους και αδελφού της κόρης τους Ψ1. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτό ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται. Ο κατηγορούμενος όμως έχοντας συμπληρώσει το δέκατο τρίτο έτος της ηλικίας του κατά την τέλεση της ως άνω πράξεως και εισαγόμενος σε δίκη μετά τη συμπλήρωση του δέκατου όγδοου έτους της ηλικίας του, πρέπει να αντιμετωπισθεί κατά τις διατάξεις του άρθρου 130 παρ. 1 ΠΚ και να επιβληθεί σ' αυτόν η ποινή που προβλέπεται για την πράξη που τελέστηκε, ελαττωμένη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 ΠΚ". Με τις παραδοχές του αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αναφορικά με την επί μέρους πράξη της κατ' εξακολούθηση αποπλάνησης, που φέρεται να τελέσθηκε στις 20-5-2001, διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται με τρόπο σαφή, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποπλάνησης προσώπου νεώτερου των δέκα πέντε ετών, που είχε συμπληρώσει το δέκατο τρίτο έτος της ηλικίας του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά τα περιστατικά, χωρίς το Δικαστήριο να έχει την υποχρέωση να προσδιορίσει τι συγκεκριμένα έχει προκύψει από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, προσδιορίζεται η ηλικία της παθούσας, περιγράφονται οι ασελγείς πράξεις, η γνώση της ηλικίας της παθούσας από τον κατηγορούμενο, καθώς και ο σκοπός της ικανοποίησης της γενετήσιας επιθυμίας του, Συνεπώς, η ως άνω συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, όσον αφορά την πράξη της 20-5-2001, ορθώς υπήχθη στη διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1γ' του Π.Κ., η οποία σωστά εφαρμόσθηκε και δεν παραβιάστηκε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, ο πρώτο λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου και ο πρώτος λόγος αναίρεσης των προσθέτων λόγων αναίρεσης με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, ως προς την επί μέρους πράξη της 29-7-2001, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται πρόδηλον ότι εσφαλμένα εφαρμόσθηκε η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 γ' του ΠΚ και τούτο διότι, αν και σαφώς η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η ανήλικη είχε γεννηθεί στις 3-7-1986 και ως εκ τούτου, στις 29-7-2001, αυτή ήταν πρόσωπο μεγαλύτερο των δεκαπέντε ετών, εν τούτοις το Δικαστήριο υπήγαγε την προαναφερθείσα συμπεριφορά του κατηγορουμένου στην ως άνω διάταξη και το κήρυξε συνακόλουθα ένοχο και για τη μερικότερη αυτή πράξη. Συνεπώς, ο εκ άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., δεύτερος λόγος αναίρεσης του πρόσθετου αυτής δικογράφου, με τον οποίο προβάλλονται οι σχετικές αιτιάσεις, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την καταδίκη του αναιρεσείοντος για την προαναφερθείσα επί μέρους πράξη και την ποινή που του επιβλήθηκε και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρ. 519 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αρ. 31/3007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (ανηλίκων) Πειραιώς, κατά το μέρος που δι' αυτής κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων Χ1 για τη μερικότερη πράξη της αποπλάνησης προσώπων νεωτέρου των δεκαπέντε ετών και ανάγεται στην 29-072001, καθώς και ως προς την ποινή που επιβλήθηκε. Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απαλείφει από την ως άνω απόφαση τη διάταξη περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης στην πολιτικώς ενάγουσα Ψ1, ύψους 44 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης 536/2005 του Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Πειραιώς. Απορρίπτει κατά τα λοιπά των υπ' αρ. 302/2007 αίτηση αναίρεσης και τους από 30-4-2008 πρόσθετους λόγους του Χ1, κατά της ως άνω αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (ανηλίκων) Πειραιώς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποπλάνηση προσώπου νεωτέρου των 15 ετών που είχε συμπληρώσει το 13ο έτος. Λόγοι αναίρεσης: 1) Έλλειψη ακρόασης από μη ανάγνωση - επισκόπηση φωτογραφιών. Δεν υποβλήθη αίτημα. 2) Απόλυτη ακυρότητα από παράνομη παράσταση πολιτικής αγωγής. Στον πρώτο βαθμό παρέστη η πολιτικώς ενάγουσα, πλην όμως προφανώς από παραδρομή δεν επιδικάστηκε η αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση. Στο δεύτερο βαθμό παρέστη και ζήτησε το ίδιο ποσό που της επιδικάσθηκε, όμως με τον νόμιμο τόκο από της εκδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως. Διατάσσεται η απάλειψη. 3) Έλλειψη αιτιολογίας (υφίσταται). 4) Δεκτός ο λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 339 παρ. 1γ΄ ΠΚ. Η παθούσα σε μερικότερη ασελγή πράξη είχε συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας της.
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αποπλάνηση ανηλίκου.
1
Αριθμός 1810/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A' Ποινικό Τμήμα Διακοπών Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Ιουλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την κοινή αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κεφάλα, περί αναιρέσεως της με αριθμό 1932/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Φεβρουαρίου 2008 κοινή αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 560/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του α. ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως Οργανισμού Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές προς τους ως άνω Οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τριών τουλάχιστον μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Τέλος, κατά το άρθρο 10 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του α. ν. 1846/1951, ο υπόχρεος, πρέπει, να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Ενόψει αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του α. ν. 86/1967, απόφασης, πρέπει, ενόψει του περιεχομένου των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, να περιέχονται σε αυτήν τα για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιοποίνων πράξεων κρίσιμα περιστατικά, που είναι η σε συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ασφαλισμένου στο οικείο Ταμείο προσωπικού, και τα χρηματικά ποσά που, βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο Ταμείο ως εργοδότης, ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε. Από τα προπαρατεθέντα προκύπτει, ότι δεν αποτελεί στοιχείο προς θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 1 παρ. 1 και άρθρο 2 του α. ν. 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί και πόσο χρόνο εργάσθηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές καθενός εξ αυτών. Ο χρόνος δε απασχόλησης και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξάλειψης του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Σύμφωνα με το άρθρο 139 παρ. 2 του ΚΠοινΔ "αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε". Ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 3 ΚΠοινΔ για προσαγωγή νέων αποδείξεων. Η παραδοχή ή μη τέτοιου αιτήματος του κατηγορουμένου εναπόκειται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, σε περίπτωση απόρριψής του, οφείλει, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, να διαλάβει στη σχετική απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σχετικό σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσείοντες "υπέβαλαν στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κερκύρας, δια του συνηγόρου υπεράσπισής τους, αίτημα για αναβολή της δίκης με την επίκληση ότι ψηφίστηκε νόμος, ο οποίος προβλέπει ευνοϊκές ρυθμίσεις για τους οφειλέτες ασφαλιστικών εισφορών προς τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, προκειμένου να ρυθμίσουν (οι κατηγορούμενοι) τις οφειλές τους προς το ΙΚΑ, μεταξύ των οποίων και οι επίδικες, προσκόμισαν, δε, την από 23-11-2007 σχετική αίτηση της εκπροσωπούμενης από αυτούς εταιρίας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακαί-Τουριστικαί Επιχειρήσεις Δελφίνι ΑΕ", προς το ΙΚΑ Κερκύρας, η οποία έλαβε αριθμ. πρωτ. ...... Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι πράγματι υπέβαλαν την ως άνω αίτηση προς το ΙΚΑ Κερκύρας, προκειμένου να υπαχθούν οι επίδικες οφειλές τους στις διατάξεις του άρθρου 24 του ν. 3518/2006. Παρόμοια αίτηση οι κατηγορούμενοι είχαν υποβάλλει και στο παρελθόν ζητώντας για το λόγο αυτό την αναβολή της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό κατά τις δικάσιμους της 18-7-2005 και της 31-10-2005, πλην, όμως, τελικά δεν την προσκόμισαν, ούτε και κατά τη δικάσιμο της 27ης-3-2006, για την οποία είχε αναβληθεί η υπόθεση, με αποτέλεσμα την εκδίκασή της και την καταδίκη τους. Αλλά και κατά την εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι υπέβαλαν παρόμοιο αίτημα στη δικάσιμο της 1-6-2007, το οποίο έγινε δεκτό από το Δικαστήριο με την έκδοση της υπ' αριθμ. 985/2007 αναβλητικής απόφασης. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το παραπάνω αίτημα των εκκαλούντων-κατηγορουμένων υποβάλλεται μόνο παρελκυστικά, δεδομένου ότι το ίδιο αίτημα είχε υποβληθεί κατ' επανάληψη, τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό, δεδομένου μάλιστα ότι η υπαγωγή των επίδικων οφειλών στις ρυθμίσεις του ανωτέρω σχετικού νόμου προϋποθέτει, εκτός από την υποβολή σχετικής αίτησης και τη συνυποβολή και άλλων δικαιολογητικών, (όπως είναι τα εμπορικά βιβλία της επιχείρησης, τα ΦΕΚ κλπ), τα οποία, όμως, οι κατηγορούμενοι δεν τα προσκόμισαν, όπως κατέθεσε σχετικά και η μάρτυρας. Επομένως, προκύπτει ότι από αποκλειστική υπαιτιότητα των εκκαλούντων-κατηγορουμένων δεν προχωράει η διαδικασία ρύθμισης των επίδικων οφειλών τους. Άλλωστε, αν πράγματι οι κατηγορούμενοι είχαν σκοπό να ρυθμίσουν τις επίδικες οφειλές τους είχαν όλο τον αναγκαίο προς τούτο χρόνο, αφού από το έτος 2002, οπότε και υποβλήθηκε η σχετική υπ' αριθμ. 25101 ΠΕΕ στον αρμόδιο Εισαγγελέα, παρήλθαν μέχρι και σήμερα επτά σχεδόν έτη, ενώ κατά το χρονικό αυτό διάστημα ψηφίστηκαν και ίσχυσαν τέσσερις (4) συνολικά νόμοι, που προέβλεπαν ευνοϊκές ρυθμίσεις για τους οφειλέτες ασφαλιστικών εισφορών προς τους ασφαλιστικούς οργανισμούς και συγκεκριμένα ίσχυσαν οι νόμοι 2676/1999, 3050/2002, 3332/2004 και 3518/2006. Με βάση τις παραπάνω σκέψεις και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι αποδιδόμενες στους εκκαλούντες-κατηγορουμένους πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ φέρεται ότι τελέστηκαν από αυτούς το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του 2ΟΟΟ μέχρι το Σεπτέμβριο του 2ΟΟΟ, δηλαδή έχουν ήδη παρέλθει από τότε μέχρι σήμερα παραπάνω από επτά έτη, με συνέπεια να έχει ήδη παρέλθει ο βασικός χρόνος παραγραφής και μέρος του χρόνου της αναστολής της παραγραφής, ως εκ τούτου υφίσταται άμεσος κίνδυνος σε περίπτωση αναβολής της παρούσας δίκης να παραγραφούν οι ως άνω πράξεις, το αίτημα περί αναβολής εκδικάσεως της παρούσας υποθέσεως για τον προαναφερόμενο λόγο που επικαλούνται οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν υπερέβη την εξουσία του με την παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης για την προσαγωγή νέων αποδείξεων, προκειμένου να προσκομισθεί απόφαση ρύθμισης των επιδίκων οφειλών, είναι δε αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Η του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1932/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κερκύρας, (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο), δέχθηκε ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση όλων των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα εξής : "Μετά και από έλεγχο που διενεργήθηκε από τα αρμόδια όργανα του ΙΚΑ, στις 15-2-2002, στον Ύψο του Ν. Κερκύρας, διαπιστώθηκε ότι οι κατηγορούμενοι, ως υπεύθυνοι εργοδότες και νόμιμοι εκπρόσωποι της επιχείρησης "ΑΞΤΕ Ξενοδοχείο Δελφίνι ΑΕ", με την επωνυμία "Ξενοδοχειακαί και Τουριστικαί Επιχειρήσεις Δελφίνι ΑΕ", που εδρεύει στον Ύψο του Ν. Κερκύρας, και ειδικότερα ο μεν πρώτος υπό την ιδιότητά του ως Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, ο δεύτερος ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και ο τρίτος ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, όντας υπεύθυνοι για την πρόσληψη, απασχόληση, πληρωμή και ασφάλιση του προσωπικού της εταιρίας, καίτοι αυτή (εταιρία) απασχόλησε κατά το διάστημα από τον Απρίλιο του έτους 2ΟΟΟ μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 2ΟΟΟ εργαζόμενους με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ο αριθμός και τα ονόματα των οποίων δεν προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, που ήταν ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ, ενεργώντας με πρόθεση: Α) ενώ είχαν νόμιμη υποχρέωση να καταβάλουν στον προαναφερόμενο οργανισμό τις ασφαλιστικές εισφορές, που βάρυναν την ίδια (ανώνυμη εταιρία), (εργοδοτικές) ποσού 6.35Ο,50 €, που αντιστοιχούσαν εκτός από τους μισθούς για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, και στο δώρο Χριστουγέννων 2000, στο επίδομα και στις αποδοχές άδειας για το έτος 2ΟΟΟ, δεν τις κατέβαλαν στον ως άνω οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, ήτοι μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία και Β) έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων (εργατικές) ποσού 3.175,25 €, που αντιστοιχούσαν εκτός από τους μισθούς για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, και στο δώρο Χριστουγέννων 2ΟΟΟ, στο επίδομα και στις αποδοχές άδειας για το έτος 2000, με σκοπό να τις αποδώσουν στον ως άνω οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, ήτοι μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία των μισθωτών. Τις πράξεις αυτές οι κατηγορούμενοι τέλεσαν με πρόθεση, καθόσον αυτοί γνώριζαν τη νόμιμη υποχρέωσή τους καταβολής των προαναφερόμενων ασφαλιστικών εισφορών και ήθελαν τη μη καταβολή τους. Πρέπει, επομένως, οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις". Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους για παράβαση του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του α. ν. 86/1967 και τους επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή διακοσίων (200) ευρώ, σε κάθε κατηγορούμενο για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών και συνολική χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ, ανέστειλε δε την ως άνω συνολική ποινή φυλακίσεως για τους δεύτερο και τρίτο από τους καταδικασθέντες για τρία χρόνια και για τον πρώτο κατηγορούμενο τη μετέτρεψε σε χρηματική και καθόρισε για κάθε ημέρα φυλακίσεως το ποσό των 4,40 ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχτηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, με αναφορά γενικά στο είδος τους, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε. Οι αναιρεσείοντες αιτιώνται στο δικόγραφο της αναιρέσεώς τους μόνον ότι? "α) δεν γίνεται ειδική αναφορά στο ποσό των κατά μήνα καταβλητέων εισφορών ως και αναλυτικά των εισφορών δώρου Χριστουγένων 2000, επιδόματος και αποδοχών αδείας 2000, αλλά μόνο γενική και αόριστη αναφορά του συνολικού ποσού των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών της κρίσιμης περιόδου, β) δεν γίνεται ειδική αναφορά στα στοιχεία των μισθωτών τους οποίους απασχόλησε η επιχείρηση, δηλαδή στο ονοματεπώνυμό τους, στον αριθμό τους και στις αποδοχές που ελάμβανε ο καθένας τους, ούτε στα ποσά των παρακρατητέων από αυτές εργατικών και εργοδοτικών εισφορών". Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, δεν είναι απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρονται τα ονόματα των απασχοληθέντων μισθωτών, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον το ποσό των οφειλομένων εργοδοτικών και εργατικών εισφορών αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και δεν αμφισβητήθηκε ενώπιον των αρμοδίων επιτροπών και δικαστηρίων, αναφέρεται δε στην πληττομένη απόφαση το ύψος αυτών (εργατικών και εργοδοτικών εισφορών). Αναφέρεται το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί, εκ του οποίου αναγκαίως εξάγεται και ο χρόνος τελέσεως των πράξεων, κατά τα προαναπτυχθέντα, μη απαιτουμένης ειδικότερης αναφοράς του χρόνου τελέσεως των μερικότερων πράξεων, η οποία (αναφορά τελέσεως) είναι αναγκαία όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα εξαλείψεως του αξιοποίνου, λόγω παραγραφής, ο ασφαλιστικός οργανισμός (ΙΚΑ), στον οποίο ήταν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί και η παραδοχή της ιδιότητας με την οποία κηρύχτηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες "ως υπεύθυνοι εργοδότες και νόμιμοι εκπρόσωποι της επιχείρησης ΑΞΤΕ Δελφίνη ΑΕ...και ειδικότερα ο μεν πρώτος υπό την ιδιότητά του ως Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, ο δεύτερος ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής και ο τρίτος ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, όντας υπεύθυνοι για την πρόσληψη, απασχόληση, πληρωμή και ασφάλιση του προσωπικού της εταιρίας, ...", από την οποία (ιδιότητα) απορρέει και η υποχρέωσή τους για την καταβολή των εισφορών. Επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων που διατυπώνονται με το δεύτερο λόγο ότι οι αιτιολογίες της απόφασης είναι ελλιπείς είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια, και ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-2-2008 αίτηση των? 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3 για αναίρεση της 1932/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κερκύρας. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ στον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος για κρείσσονες αποδείξεις. Αιτιολογημένη καταδίκη των αναιρεσειόντων για παράβαση του άρθρ. 1 του ΑΝ 86/1967. Για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης για παράβαση του ως άνω άρθρου απαιτείται να διαλαμβάνονται σ’ αυτήν η σε συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση με σχέση εξαρτημένης εργασίας ασφαλισμένου στο οικείο ταμείο προσωπικού και τα χρηματικά ποσά των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών. Δεν είναι απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρονται τα ονοματεπώνυμα των απασχοληθέντων.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Αναβολής αίτημα.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1809/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Αντώνιο Αθηναίο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Ιουλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με κατηγορούμενο τον Χ1. Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 17110/20.3.2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 509/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη με αριθμό 308/6.6.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον σας, μετά της σχετικής δικογραφίας, την υπ' αριθ. πρωτ. 17110/20-3-2008 αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, προκειμένου να αρθεί η αποφατική σύγκρουση αρμοδιότητος που προέκυψε για την εκδίκαση της κατά του κατηγορουμένου Χ1, Δημάρχου ...... Ευβοίας, κατηγορίας επί παρανομώ βία (αρθρ. 330 Π.Κ.), μεταξύ του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος και του Τριμελούς Εφετείου (επί πλημμελημάτων) Αθηνών που συνεδρίασε στην Μεταβατική έδρα Χαλκίδος και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Κατά το αρθρ. 132 §§1, 2 Κ.Π.Δ., αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων εξίσου αρμοδίων που δεν υπάγονται το ένα εις το άλλο ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα είτε για συναφή εγκλήματα, ή αν με βουλεύματα του ιδίου ή διαφορετικών συμβουλίων απεφασίσθη η παραπομπή για το ίδιο έγκλημα στο ακροατήριο δύο ή περισσοτέρων εξίσου αρμοδίων δικαστηρίων, η αρμοδιότητα καθορίζεται από τον Άρειο Πάγο, που συνέρχεται σε συμβούλιο, αν τα δικαστήριο μεταξύ των οποίων εδημιουργήθη η αμφισβήτηση υπάγονται σε διαφορετικά Εφετεία ή αν ένα από τα Δικαστήρια αυτά είναι το Εφετείο ή αν η σύγκρουση εδημιουργήθη μεταξύ των κοινών ποινικών δικαστηρίων και των στρατιωτικών, ύστερα από νομότυπη αίτηση του εισαγγελέα, του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντος, που απευθύνεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υφίσταται περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητος, με την διαδικασία και τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι εν λόγω διατάξεις και επί αποφατικής συγκρούσεως αρμοδιότητας μεταξύ του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και του Τριμελούς Εφετείου (επί πλημμελημάτων), καλουμένων να δικάσουν έφεση κατ'αποφάσεως Μονομελούς Πλημμελειοδικείου. Περαιτέρω, κατά το αρθρ. 112 αρ. 3 Κ.Π.Δ., το Τριμελές Δικαστήριο Πλημμελημάτων δικάζει τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου. Εξ' άλλου κατά το αρθρ. 114 του ιδίου κώδικα, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο δικάζει τα πλημμελήματα που αναφέρονται σ'αυτό, εξαιρουμένων των υπαγομένων εις το Εφετείο, μεταξύ των οποίων διαλαμβάνονται και οι Δήμαρχος σύμφωνα με το αρθρ. 145 § 1 ν. 3463/2006, κατά το άρθρο 111 του ιδίου Κώδικα. Τέλος, κατά το αρθρ. 119 Κ.Π.Δ., την αρμοδιότητα, σύμφωνα με τα αρθρ. 109-115 την προσδιορίζει ο χαρακτηρισμός της πράξεως από τον ποινικό κώδικα ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος, που βασίζεται στα πραγματικά περιστατικά, τα οποία περιέχονται στο παραπεμπτικό βούλευμα ή στην κλήση του Εισαγγελέα. Εκ των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η αρμοδιότητα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου προς εκδίκαση των εφέσεων κατ'αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου στηρίζεται αποκλειστικώς και μόνον στο γεγονός ότι η υπόθεση εισήχθη πρωτοδίκως στο τελευταίο τούτο δικαστήριο και δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος απέκτησε μεταγενεστέρως ιδιότητα, η οποία, αν υπήρχε κατά τον χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξεως ή κατά τον χρόνο της εκδικάσεως της σε πρώτο βαθμό, θα είχε ως συνέπεια την εισαγωγή της υποθέσεως στο Τριμελές Εφετείο και μετά από άσκηση εφέσεως στο Πενταμελές Εφετείο. Και τούτο διότι αφ'ενός δεν υπάρχει σχετική ρύθμιση και αφ'ετέρου δεν προβλέπεται σε καμία περίπτωση η εκδίκαση εφέσεως κατ'αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου από το Πενταμελές Εφετείο (Ολ.Α.Π. 10/2005 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ' σελ. 120). II) Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο Χ1 αρμοδίως εισήχθη εις το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδος με βάση το ισχύον νομοθετικό καθεστώς κατά τον χρόνον παραπομπής των, και κατεδικάσθη με την υπ'αριθ. 8732/4-10-2005 απόφαση του για παράνομη βία, φερομένην ως υπ'αυτού τελεσθείσαν την 14-3-2001. Ήσκησε κατ'αυτής έφεση, ενώ επηκολούθησε η δημοσίευση του ν. 3463/2006, σύμφωνα με την διάταξη του αρθρ. 145§1 του οποίου ορίσθη ότι οι Δήμαρχοι, Πρόεδροι Κοινοτήτων και Πρόεδροι Συνδέσμων Δήμων και Κοινοτήτων υπάγονται στην ιδιάζουσα δωσιδικία των άρθ. 111 §7 και 112§2 Κ.Π.Δ. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδος, εις το οποίο εισήχθη η εν λόγω έφεσις, έκρινε εαυτό αναρμόδιο δια της υπ'αριθ. 2332/2007 αποφάσεως του, όπως συνεπληρώθη με την 488/2007 ομοία απόφασίν του και παρέπεμψε την υπόθεση εις το Τριμελές Εφετείο (επί πλημμελημάτων) Αθηνών, θεωρηθέν αρμόδιον, λόγω της ιδιότητος του κατηγορουμένου. Το δικαστήριον τούτο επελήφθη μετά ταύτα της υποθέσεως, έκρινε, με την υπ'αριθ. 48/2008 απόφαση του, εαυτό αναρμόδιο, αρμόδιο δε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδος. Δια των αποφάσεων αυτών των παραπάνω Δικαστηρίων, αρνηθέντων να δικάσουν την ανωτέρω έφεση προέκυψε αποφατική σύγκρουση αρμοδιότητος και εδημιουργήθη έτσι θέμα κανονισμού αρμοδιότητος, κατά τα εκτεθέντα. Επομένως, γενομένης δεκτής της αιτήσεως του Εισαγγελέα εφετών Αθηνών, να αρθεί η προκύψασα αρνητική σύγκρουση αρμοδιότητος και να ορισθεί ως αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο, για εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να γίνει δεκτή η υπ'αριθ.πρωτ. 17110/20-3-2008 αίτησις του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ώστε, αιρομένης της προκυψάσης αρνητικής σύγκρουσης αρμοδιότητος μεταξύ του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος και του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων), να ορισθεί ως αρμόδιον καθ'ύλην Δικαστήριον το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδος. Αθήναι τη 21-5-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 132 παρ. 1, 2 Κ.Π.Δ., αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων, εξίσου αρμοδίων που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων, αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα, είτε για συναφή εγκλήματα, ή εάν με βουλεύματα του ιδίου ή διαφορετικών συμβουλίων, αποφασίσθηκε η παραπομπή για το ίδιο έγκλημα στο ακροατήριο δύο η περισσοτέρων αρμοδίων δικαστηρίων, η αρμοδιότητα καθορίζεται από τον Αρειο Πάγο, που συνέρχεται σε συμβούλιο, αν τα δικαστήρια μεταξύ των οποίων δημιουργήθηκε η αμφισβήτηση υπάγονται σε διαφορετικά Εφετεία, ή εάν ένα από τα Δικαστήρια αυτά είναι το Εφετείο ή εάν η σύγκρουση δημιουργήθηκε μεταξύ των κοινών ποινικών δικαστηρίων και των στρατιωτικών, ύστερα από νομότυπη αίτηση του Εισαγγελέα, του κατηγορουμένου, ή του πολιτικώς ενάγοντος, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υφίσταται περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας, με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι εν λόγω διατάξεις και επί αποφατικής σύγκρουσης αρμοδιότητας μεταξύ του Τριμελούς Πλημ/δικείου και του Τριμελούς Εφετείου (επί πλημμελημάτων), καλουμένων να δικάσουν έφεση κατ' απόφασης Μονομελούς Πλημμελειοδικείου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 112 αρ. 3 Κ.Π.Δ., το Τριμελές Δικαστήριο Πλημ/δικών δικάζει τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του Μονομελούς Πλημ/δικείου. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 114 του ίδιου Κώδικα, το Μονομελές Πλημ/δικείο δικάζει τα Πλημ/ματα που αναφέρονται σ' αυτό, εξαιρουμένων των υπαγομένων στο Εφετείο, μεταξύ των οποίων διαλαμβάνονται και αυτά των Δημάρχων, σύμφωνα με το άρθρο 145 παρ. 1 του ν. 3463/2006, κατά το άρθρο 111 αρ. 7 του ιδίου Κώδικα. Τέλος κατά το άρθρο 119 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η αρμοδιότητα, σύμφωνα με τα άρθρα 109-115, προσδιορίζεται εκ του χαρακτηρισμού της πράξεως από τον ποινικό κώδικα, ως κακουργήματος, πλημ/ματος ή πταίσματος, που βασίζεται στα πραγματικά περιστατικά, τα οποία περιέχονται στο παραπεμπτικό βούλευμα ή την κλήση του Εισαγγελέα. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η εξουσία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προς εκδίκαση εφέσεων κατ' αποφάσεων του Μονομελούς Πλημ/δικείου στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στο γεγονός ότι η υπόθεση εισήχθη πρωτοδίκως στο τελευταίο αυτό δικαστήριο και δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος απέκτησε μεταγενεστέρως, κατά νομοθετικό χαρακτηρισμό ή επαγγελματική εξέλιξη, ορισμένη ιδιότητα, είτε η πράξη χαρακτηρίσθηκε αλλιώς από το νομοθέτη, εκ συνδρομή του οποίου κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης ή κατά το χρόνο εκδίκασης της στον πρώτο βαθμό, η υπόθεση θα ανήκε σε άλλο δικαστήριο και μετά από άσκηση έφεσης στο αντίστοιχο διαφορετικό Εφετείο. Επομένως στην περίπτωση αυτή το Εφετείο, στο οποίο υπάγεται το διαγνώσαν ορισμένη υπόθεση πρωτόδικο δικαστήριο, έχει εξουσία προς εκδίκαση της κατ' αποφάσεως του τελευταίου εφέσεως, εφόσον η υπόθεση αρμοδίως εισήχθη, σύμφωνα με τα ισχύοντα, κατά το χρόνο εισαγωγής της στο πρωτόδικο δικαστήριο, τυχόν δε αντιθέτως κρίνον, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του (Ολ. ΑΠ 10/2005 Π.Χ. ΝΣΤ, 120-121). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο Χ1 αρμοδίως εισήχθη στο Μονομελές Πλημ/δικείο Χαλκίδας με βάση το ισχύον νομοθετικό καθεστώς, κατά το χρόνο παραπομπής του, και καταδικάσθηκε με την υπ' αριθμ. 8732/2005 απόφασή του για παράνομη βία, και τελέσθηκε απ' αυτόν την 14-3-2001. Ασκησε δε κατ' αυτής έφεση, ενώ επακολούθησε η δημοσίευση του ν. 3463/2006, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 145 παρ. 1 του οποίου ορίσθηκε ότι οι Δήμαρχοι, Πρόεδροι Κοινοτήτων και Πρόεδροι Συνδέσμων Δήμων και Κοινοτήτων υπάγονται στην ιδιάζουσα διαδικασία των άρθρων 111 παρ. 7 και 112 παρ. 2 Κ.Π.Δ. το Τριμελές Πλημ/δικείο Χαλκίδας, στο οποίο εισήχθη η εν λόγω έφεση, έκρινε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην, με την υπ' αριθμ. 2332/2007 απόφασή του, που συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. 488/2007 όμοια απόφασή του και παρέπεμψε την υπόθεση στο Τριμελές Εφετείο (Πλημ/μάτων) Αθηνών, το οποίο θεώρησε ως καθύλην αρμόδιο δικαστήριο. Το τελευταίο επιλήφθηκε μετά απ' αυτά της υπόθεσης και έκρινε με την υπ' αριθμ. 48/2008 απόφασή του, ότι ήταν υλικά αναρμόδιο και ότι ήταν καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο, το προαναφερθέν Τριμελές Πλημ/δικείο Χαλκίδας. Με τις αποφάσεις αυτές των παραπάνω δικαστηρίων, τα οποία αρνήθηκαν να δικάσουν την ως άνω έφεση, προέκυψε ζήτημα αποφατικής σύγκρουσης αρμοδιότητας και δημιουργήθηκε έτσι θέμα κανονισμού αρμοδιότητας. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η κατ' αριθμ. 17110/20-3-2008 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, να αρθεί η προκύψασα αρνητική σύγκρουση αρμοδιότητας και να ορισθεί ως αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο για εκδίκαση της προκειμένης υπόθεσης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΕΧΕΤΑΙ την υπ' αριθμ. 17110/20-3-2008 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. ΑΙΡΕΙ την προκύψασα αρνητική σύγκρουση αρμοδιότητας μεταξύ του Τριμελούς Πλημ/δικείου Χαλκίδας και του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/μάτων) Αθηνών. Και ΟΡΙΖΕΙ ως αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο, το Τριμελές Πλημ/δικείο Χαλκίδας, προς εκδίκαση της αναφερομένης στο αιτιολογικό έφεσης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αρνητική σύγκρουση αρμοδιότητας μεταξύ του τριμελούς Πλημμελειοδικείου και του Εφετείου. Κανονισμός αρμοδιότητας από τον Άρειο Πάγο. Η αρμοδιότητα καθ’ ύλη κρίνεται σύμφωνα με το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0