text
stringlengths
4
7.43k
Καλησπέρα σας, θα θέλατε να μου πείτε το όνομά σας;
Είναι Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου του 2021, είμαι με τον κύριο Γιάννη και βρισκόμαστε στην Ξάνθη. Εγώ ονομάζομαι Κόντε Βενιαμίν και είμαι ερευνητής στο Istorima, και ξεκινάμε. Κύριε Γιάννη, πού γεννηθήκατε;
Πώς ήταν τα παιδικά χρόνια στην Ξάνθη;
Πολύ ωραία και πολύ ευχάριστα. Με τρομερές αναμνήσεις. Με δασκάλους σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης που άφησαν το στίγμα και μπορούμε μετά από χρόνια πραγματικά και τους θυμόμαστε και λέμε ήταν πραγματικοί δάσκαλοι, και ήταν και δάσκαλοι και με όλη την έννοια. Τι εννοώ; «Δάσκαλοι» συνήθως λέμε αυτούς που είναι μέχρι την έκτη δημοτικού, στο γυμνάσιο τους λέμε καθηγητές. Οι δάσκαλοί μας και στο γυμνάσιο και στο λύκειο ποτέ δεν παρεξηγούνταν, με την έννοια όταν τους αποκαλούσαμε δασκάλους. Γιατί πραγματικά μας μάθανε γράμματα, δεν κολλούσαν δηλαδή, ήταν οι δάσκαλοι ή καθηγητές και λοιπά και λοιπά. Είναι τρομερές εμπειρίες. Εντάξει, τα χρόνια δε γυρίζουν πίσω. Αν μου πεις να γυρίσω πίσω να διορθώσω πράγματα, δεν θα διορθώσω, όπως πήγε η ζωή.
Όμορφα. Παρόλα αυτά κι εσείς αφήσατε το στίγμα όταν πηγαίνατε στο σχολείο, ήσασταν μέλος στο δεκαπενταμελές άμα δεν κάνω λάθος;
Αυτά που τα ξέρεις; Που τα έμαθες;
Ωραία. Δυστυχώς από τότε - δυστυχώς σε εισαγωγικά, δυστυχώς για κάποιους, όχι για μένα – ασχολούμουνα με τα κοινά. Είναι χαρακτηριστικό ότι είναι από τις λιγοστές περιπτώσεις που ήμουνα πρόεδρος του δεκαπενταμελούς και στην Δευτέρα και στην Τρίτη Γυμνασίου, και στην Δευτέρα και στην Τρίτη Λυκείου. Με αγαπούσαν οι συμμαθητές μου και έτσι δε διστάζανε ακόμα και μεγαλύτερα παιδιά σε ηλικία – μεγαλύτερα, με ένα χρόνο διαφορά - να με ψηφίζανε και να με επιλέγανε για πρόεδρο του σχολείου, να το πούμε έτσι. Καλά, ιδίως στην Τρίτη Λυκείου ξέρεις ότι είναι δύσκολο να επιλέξουν κάποιον να είναι πρόεδρος του σχολείου από τη Δευτέρα. Παρόλα αυτά, είχα… Θυμάμαι στη ζωή μου, μια ζωή να με φωνάζουν «πρόεδρο», από την πέμπτη δημοτικού.
Πώς βιώσατε εσείς αυτή την εμπειρία με τα κοινά και τα λοιπά του σχολείου;
Όλες είναι τρομερές εμπειρίες. Το καθένα πιστεύω ότι διαμόρφωσε και έχτισε και τον χαρακτήρα μου -  πέρα απ’ το μέσα από το οικογενειακό περιβάλλον - αλλά και τον τρόπο που συμπεριφέρομαι καθ’ όλη την πορεία της ζωής μου μετέπειτα. Είπα να ξεφύγω όταν πέρασα στο τμήμα λογιστικής το ΤΕΙ και τον πρώτο ενάμιση χρόνο όντως ήμουνα μαθήματα, εργαστήρια και αθλητισμός - πολύ αθλητισμός, ατελείωτες ώρες μπάσκετ στα κενά. Έλα ντε όμως που με βρήκανε γνωστοί Ξανθιώτες, που ήμασταν στο ίδιο σχολείο, και μου είπανε να λάβω και εκεί να γίνω πρόεδρος. Και έτσι είχα και την φοιτητική μου πορεία, δόξα τω Θεώ. Εντάξει, όλα πήγανε καλά, γνωριμίες, εμπειρίες ζωής, οι οποίες η μία χτίζουν την άλλη και τις αξιοποιείς μετά – να το ξέρεις Βενιαμίν -, στην μετέπειτα ζωή σου και στην πορεία σου. Δόξα τω Θεώ, όλα πήγανε καλά.
Όμορφα. Αναφερθήκατε στον αθλητισμό. Πώς ξεκίνησε αυτό το ταξίδι για εσάς;
Αυτό ξεκίνησε από εφτά-οχτώ χρονών, όπου με έπαιρνε μαζί του ο αδερφός μου. Μετά κάποια στιγμή γίνανε τεστ, αν θυμάμαι καλά στην πέμπτη ή στην έκτη τάξη του δημοτικού, που δοκίμαζαν όλα τα παιδιά τις δεξιότητες τους, τις αθλητικές. Θυμάμαι μας βάλανε να τρέξουμε, μας βάλανε να πηδήξουμε μήκος. Τότε [Δ.Α.] είχε και το λεγόμενο μπαλάκι που το ρίχναμε μακριά. Και ήδη είχα αυξημένη ταχύτητα στις μικρές αποστάσεις και ήμουνα πρώτος στο δημοτικό μου σχολείο, αλλά και πρώτος στο μήκος. Και έτσι ήταν η πρώτη μου ευκαιρία που με φωνάξανε να πάω, αν θυμάμαι καλά… Ωπ, τι μου λες τώρα, χρόνια πίσω. Λοιπόν, σε πανελλήνιους σχολικούς αγώνες, στο ΟΑΚΑ. Θυμάμαι τότε. Πρώτη γυμνασίου πρέπει να ήτανε.
Και πήγα και σε πανελλήνιο σχολικό πρωτάθλημα Αλλά ήταν σαν εμπειρία, δεν μπόρεσα να τρέξω τελικά εκεί. Ενώ εδώ ήμουνα πρώτος στην Ξάνθη, εκεί δεν μπόρεσα να τρέξω γιατί ξεχάστηκε ο συγχωρεμένος ο γυμναστής μας ο Νίκος ο Παπανικολάου, πήγε να δει κάποια κουμπαριά του και ξέχασε να μας δηλώσεις στους αγώνες. Κι έτσι απλώς έμεινε μόνο η εμπειρία ότι πήγα σε ένα πανελλήνιο σχολικό πρωτάθλημα. Δεν ξέρω τι θα είχα εκεί, γιατί τότε δε μετρούσαν να ξέρουν τι χρόνους είχαμε, με τι κατάταξη, με τι χρόνους κατεβαίνουμε, ξέρεις, σε πανελλήνιο πρωτάθλημα. Άλλο να ξέραμε αν είχαμε ελπίδα ή είχα ελπίδες, και η ομάδα της Ξάνθης και εγώ προσωπικά, να διακριθώ σε εκείνο το πρωτάθλημα. Ήταν μία εμπειρία, από εκεί ήταν το μικρόβιο. Μετά θυμάμαι ο γυμναστής μου, ο Δημήτρης Ορφανίδης, με βάση κι εμένα και κάποια άλλα παιδιά αποφάσισε να κάνει τον όμιλο [Δ.Α.] στην Ξάνθη. Έτσι ιδρύθηκε και μετά συμμετείχαμε. Ήμουν αθλητής των 80 μέτρων σαν παμπαίδας και παίδας - γιατί μετά έγινε και κατηγορία 100 μέτρων - και ήμουνα και στο μήκος. Ώσπου σταμάτησα κάποια στιγμή και ασχολιόμουνα μόνο με το στίβο.
Θυμάστε κάποιον, έτσι, χαρακτηριστικό… Μάλλον, κάποιον αγώνα χαραγμένο στη μνήμη σας;
Α, έχω πολλούς αγώνες που έχω χαραγμένους στη μνήμη και τα λοιπά. Γιατί το όνειρο μου βασικά ήταν να περάσω στη γυμναστική ακαδημία. Ήθελα να ασχοληθώ με τον αθλητισμό, τον ερασιτεχνικό αθλητισμό - σε εισαγωγικά - επαγγελματικά. Πηγαίναμε σε διάφορα τουρνουά. Τι με βάζεις να θυμηθώ τώρα; Δεν με είχες προετοιμάσει για αυτό το πράγμα. Λοιπόν, σε διάφορα τουρνουά, και κάποια στιγμή ήταν να κατέβουμε για το πανελλήνιο πρωτάθλημα. Θα σε γελάσω, νομίζω ήτανε… Πρέπει να είναι πολλά χρόνια πριν, μεγάλωσα τελικά. Ήτανε το εφήβων. Το εφήβων. Ναι, ναι. Και τρέχαμε προκριματικά εδώ στην Αλεξανδρούπολη. Οι χρόνοι μου ήταν πάντα πολύ… Θυμάμαι, τότε πρέπει να ήταν το πανελλήνιο πρωτάθλημα, το πανελλήνιο ρεκόρ, συγνώμη. Ήταν 9 – 10 δευτερόλεπτα για τα 80 μέτρα - τότε ήταν ακόμα 80 μέτρα αν θυμάμαι καλά, ναι 80 μέτρα, 9, 10. Και είχα κάνει 8,96. Ουσιαστικά ήταν πανελλήνιο ρεκόρ, αλλά επειδή δεν είχε ηλεκτρονικό χρονόμετρο το γήπεδο της Αλεξανδρουπόλεως - ήτανε διασυλλογικοί αγώνες, όχι αγώνες πρόκρισης, διασυλλογικοί αγώνες, τα διάφορα τουρνουά που γίνονται κατά καιρούς, δηλαδή, για να δούνε και την κατάσταση των αθλητών. Αλλά επειδή ήτανε με χρονόμετρο χειρός, δεν μετρούσε σαν πανελλήνιο ρεκόρ. Γιατί νομίζω και σαν πανελλήνιο ρεκόρ τότε περνούσες  και κατευθείαν, δηλαδή είχες μόρια για να περάσεις αθλητική ακαδημία. Τέλος πάντων, τρομερές εμπειρίες γιατί είχαμε και…Είχαν τρελαθεί όλοι όπως καταλαβαίνεις, και η ξανθιώτικη αποστολή και όλοι οι αποστολές γενικά της περιφέρειας. Τι με βάζεις να θυμάμαι, ρε Βενιαμίν, τώρα;
Λοιπόν, είχαμε καλή ομάδα, είχαμε κι άλλους – πώς να το πω - αθλητές στο σύλλογο. Και επειδή διακρινόμασταν και οι υπόλοιποι στις ταχύτητες, αποφασίσαμε ταυτόχρονα - θα σου πω πού οδηγώ την κουβέντα… Αποφασίσαμε το προπονητικό team να κάνουμε και ομάδα σκυταλοδρομίας 4 x 80. Αυτό όμως μας επιβάρυνε γιατί κάναμε διπλή προπονήσεις. Ένα ο καθένας για το άθλημα του - τα  80 ή τα  200, δε θυμάμαι τότε πόσο ήτανε οι αποστάσεις οι μικρές - συν την ομάδα της σκυταλοδρομίας.  Αυτή η καταπόνηση δυστυχώς έφερε τραυματισμούς - που ήταν για πρώτη φορά, πρωτόγνωρος τραυματισμός - και ήτανε σχεδόν ένα – δύο μήνες προτού τους αγώνες πρόκρισης στην Αλεξανδρούπολη. Ξεκίνησα τότε τις θεραπείες, οτιδήποτε άλλο. Σου θυμίζω ότι θα κατέβαινα ουσιαστικά με τον πρώτο χρόνο την Ελλάδα, κάτω στο πανελλήνιο πρωτάθλημα. Τότε κατευθείαν περνούσες, δεν έπαιρνες απλά κάποια μόρια, κατευθείαν περνούσες γυμναστική ακαδημία με τέτοια επιτυχία. Και πήγα στους αγώνες πρόκρισης, πήρα την πρόκριση, δε βγήκα βέβαια πρώτος. Ίσα-ίσα πήρα το όριο που είχε η πρόκριση για το πανελλήνιο, αλλά τραυματίστηκα ξανά εκεί. Και μετά είχαμε ενάμιση μήνα μέχρι το πανελλήνιο πρωτάθλημα που ήταν το καλοκαίρι μέσα προκειμένου να γίνει αποθεραπεία. Δεν ανάρρωσα φυσικά. Πήγα τραυματισμένος κάτω στον πανελλήνιο πρωτάθλημα της Πάτρας και εκεί, παρόλο που έκανα προσπάθειες, είχα πρόβλημα πίσω στον μηρό, θλάση. Δεν μπόρεσα να τερματίσω στην προκριματική σειρά, γιατί την ώρα που έτρεξα με ξανά τράβηξε - καταλαβαίνουν όσοι έχουν αθλητισμό τι εννοώ - και έτσι διακόπηκε η πορεία.
Το γεγονός είναι ότι πρώτος τότε σε εκείνη τη χρονιά είχε βγει –
αν θυμάμαι, το μικρό του δεν το θυμάμαι, ο φίλος είναι συναθλητής από την Καβάλα - Δοξάκης, πρώτος στο πανελλήνιο πρωτάθλημα. Και βγήκε, μου φαίνεται, και τη δεύτερη χρονιά εκείνος. Με τον οποίο συγκεκριμένο αθλητή συναντιόμασταν στα διασυλλογικά της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, και τολμώ να πω ότι πάντα τον άφηνα πίσω. Αλλά εντάξει, αυτά είναι τα τυχερά της ζωής. Ένα όνειρο που είχα δηλαδή να πάω στη γυμναστική ακαδημία, παρόλο που έδωσα μετά εξετάσεις, αλλά δεν είχα και τα μόρια από τα αθλήματα, δεν μπόρεσα την επόμενη χρονιά… Α, την επόμενη χρονιά άλλαξα κατηγορία, δεν μπορούσα να τρέξω ούτως ή άλλως στην ίδια κατηγορία. Ενώ ο Δοξάκης ήτανε και ένα χρόνο μικρότερος… Νομίζω δυο χρόνια συνεχόμενα πρέπει να πήρε πρωτάθλημα και πέρασε ο άνθρωπος νομίζω γυμναστική ακαδημία, δεν ξέρω την μετέπειτα πορεία του. Ξέρω ότι δεν συνέχισε τον αθλητισμό, αυτό που ήθελα εγώ να κάνω δηλαδή, να έχω ένα backup. Θα περνούσα γυμναστική ακαδημία, κάποια στιγμή θα τελείωνα, θα διοριζόμουν σαν γυμναστής σε σχολείο, δηλαδή να έχεις μία θέση ώστε να μπορείς να κάνεις… Γιατί ξέρεις, στην Ελλάδα ο ερασιτεχνικός αθλητισμός και ιδίως ο στίβος υποφέρουν. Τώρα εμφανίστηκαν οι χορηγίες. Δηλαδή, αν είχες κάποια κάλυψη πίσω ή από την οικογένεια σου ή αν είχες και ένα επάγγελμα, δύσκολα θα μπορούσες να κάνεις και το χόμπι σου ή να πας σε επαγγελματικά επίπεδα - για την Ελλάδα μιλάμε, έτσι; Θα μου πεις, «αυτό γινόταν πριν τριάντα χρόνια», το ίδιο ισχύει και τώρα, να το ξέρεις δηλαδή, εντάξει; Έχουμε πολλά ταλέντα, αλλά δυστυχώς… Έχουμε καλά γήπεδα πλέον, προπονητές, αλλά εντάξει, δεν υπάρχει υποστήριξη, κυρίως από την πολιτεία. Προκειμένου τα μεγάλα ταλέντα ή και η εξεύρεση νέων ταλέντων [Δ.Α.] να προχωράει, να… Αντιλαμβάνεσαι τι λέω, δηλαδή να μην έχουν το βιοποριστικό… Πρόσφατα, Ολυμπιονίκης δεν αποσύρθηκε γιατί αναγκάζεται να δουλεύει κιόλας και δεν μπορεί να ανταποκριθεί; Ολυμπιονίκης… Μάλλον, άνθρωπος που πήγε σε Ολυμπιακούς Αγώνες, έτσι; Μιλάμε για δύσκολη πρόκριση και πρόκληση. Τέλος πάντων, ήταν καλή πορεία. Μετά τον αθλητισμό βέβαια, εντάξει, είχα περάσει στο ΤΕΙ, στο τμήμα λογιστικής. Εκεί ασχολήθηκα πάλι με τα πολιτικά. Σου είπα, μετά από ενάμιση χρόνο δεν την γλίτωσα. Ήμουν ο μακροβιότερος πρόεδρος στις Δ.Α.Π, της νεολαίας της Νέας Δημοκρατίας, στα πανεπιστήμια. Τρία χρόνια έκανα εκεί. Ε, και εκεί άφησα νομίζω το στίγμα μου. Εντάξει, με θυμούνται και κάποιοι ακόμα. Οι περισσότερες καλές αναμνήσεις βέβαια, έτσι; Και μετά ξαναγύρισα, μετά το στρατό στην Ξανθούλα μας.
Γενικά σε όλη σας τη ζωή ασχολείστε ενεργά με τον εθελοντισμό. Ο εθελοντισμός για εσάς ξεκίνησε μετά το στρατό ακριβώς, ή πώς -
Ουσιαστικά ξεκίνησε μετά το στρατό, γιατί μέχρι και το στρατό ουσιαστικά ασχολούμουν με τον αθλητισμό. Όσο μπορούσα, γιατί με γονάτισαν πάρα πολύ οι διάφοροι τραυματισμοί που είχα - και στα δυο μου πόδια, δεξιά-αριστερά, και κάποια στιγμή και στη μέση, βέβαια. Όχι τόσο έντονα τότε, βγήκε μετά από χρόνια το πρόβλημα της μέσης. Αλλά ο εθελοντισμός προέκυψε… Μου άρεσε. Ο εθελοντισμός προέκυψε από σπόντες, θα έλεγα. Το είχα μέσα μου αλλά δεν είχα κάποιον να με παροτρύνει, δεν πήγα ας πούμε στον Ερυθρό Σταυρό, δεν είχα κάποιον γνωστό. Αλλά είναι ως εξής. Όταν τελείωσα το στρατό, γύρισα με όλες τις, πώς να το πω... Να σου πω ότι με το που πήγα στο στρατό, λίγους μήνες πριν έγινε ένα συνέδριο της ΟΝΝΕΔ. Στο Λουτράκι το 1995. Που κατάφερα να είμαι… Εντάξει, γίνανε διάφορα πράγματα βέβαια, κατάφερα να είμαι ο πρώτος σε ψήφους εκλεγέντες την κεντρική επιτροπή της ΟΝΝΕΔ. Με το ποσοστό περίπου 83% των ψήφων, είχα πάρει. Όλοι ψήφιζαν Παπαχρόνη Γιάννη τότε. Και θυμάμαι, για κάνα δυο ώρες ήμουν ο προεδρεύων της συνεδρίας μέχρι να εκλεγεί το νέο προεδρείο της ΟΝΝΕΔ της τότε εποχής. Κι αν θυμάμαι τότε πρόεδρος το ‘95 πρέπει να ήτανε… Τώρα με πας πολλά χρόνια πίσω. Ήταν ο Ευριπίδης ο Στυλιανίδης, τότε πρόεδρος της ΟΝΝΕΔ . Γύρισα λοιπόν στην πόλη μου να ασχοληθώ με όλη την ορμή, ότι σαν παλιός Δαπίτης, σαν μέλος της κεντρικής επιτροπής της νεολαίας της ΟΝΝΕΔ, ν’ ασχοληθώ να βοηθήσω και εγώ τον τόπο μου. Πάλι εθελοντισμός, μη νομίζεις, και η πολιτική  εθελοντισμός είναι, ή ξεκινάει για κάποιους εθελοντισμός και για κάποιους γίνεται μετά πολύ επαγγελματικός. Είναι άλλη κουβέντα, θα την κάνουμε σε άλλη περίπτωση.
Λοιπόν, δεν θα πω ότι βρήκα το κλίμα εδώ, να αποδεχτούν ουσιαστικά έναν ξένο - ξένος σε  εισαγωγικά. Κι έτσι δεν ασχολήθηκα. Αλλά τότε έτυχε - ιδίως το ’99 -, έτυχε ένα σημαντικό περιστατικό, που ο μπαμπάς μου χρειάστηκε… Ο πατέρας μου χρειάστηκε να κάνει μία εγχείρηση. Δύσκολη εγχείρηση, που χρειάστηκε πέντε φιάλες αίμα. Εγώ από χρόνια ήθελα να δώσω, αλλά δεν το έφερνε η συγκυρία. Ένα, γιατί δεν έτυχε κάποιο μέλος στην οικογένεια, δε μου είχε ζητήσει κανένας άλλος, δηλαδή κάποιος φίλος, κάποιος συγγενής, δεν είχε πάθει τίποτα. Γιατί συνήθως και αυτό γίνεται, και ποτέ κανένας δεν έκανε έκκληση και αρνήθηκα οτιδήποτε άλλο, δεν έτυχε δηλαδή. Ήτανε δηλαδή από τις περιπτώσεις. Έλα ντε, που όταν χρειάστηκα πέντε φιάλες προσπάθησα να απευθυνθώ… Καλά, ότι θα έδινα πρώτος εγώ θα έδινα. Προσπάθησα να απευθυνθώ – και έχει σημασία αυτό, Βενιαμίν… Συνήθως απευθύνεσαι στο πρώτο σου περιβάλλον. Συγγενικό, φιλικό, επαγγελματικό. Δυστυχώς δεν ήταν έτοιμο το κλίμα στο οικογενειακό, στο συγγενικό περιβάλλον, να μπορέσουν να δώσουν αίμα για να καλύψουμε αυτές τις πέντε φιάλες, για να μπορέσει να γίνει η εγχείρηση. Η μητέρα μου δεν μπορούσε να δώσει αίμα γιατί είχε μεγάλη ηλικία, η αδερφή μου είχε ανεβάσει πίεση - είχε έρθει από την Αθήνα λόγω της ταλαιπωρίας και λόγω αυτού που ζούσαμε, αλλά δεν μπορούσε να δώσει. Κι έτσι από τις πέντε είχα μία, ενώ υπολογίζαμε από την οικογένεια ότι θα είχαμε τουλάχιστον τρεις. Προσπάθησα με τους άλλους συγγενείς, ο ένας είχε προβλήματα υγείας, ο άλλος δεν μπορούσε ακόμα, κάποιοι άλλοι φοβόντουσαν το αίμα, απέφευγαν, οτιδήποτε άλλο. Δώσανε δύο - θυμάμαι τότε -συνεργάτες του πατέρα μου και τα λοιπά, μας βοηθήσανε, έλειπαν όμως δύο.
Βρέθηκε λοιπόν τότε ο Δήμος ο Σαμουηλίδης, ο πρόεδρος του Συλλόγου Εθελοντών Αιμοδοτών Ξάνθης «Η Αγάπη» πριν από εμένα, και μου λέει: «Εμείς θα σε βοηθήσουμε. Σαν σύλλογος, θα σε βοηθήσουμε. Αλλά θα δώσεις δύο υποσχέσεις». Λέω: «Εντάξει». Ακούγεται σαν δοσοληψία αυτό τώρα. Πρόσεξε να ακούσεις όμως τη συνέχεια, ποιες ήταν οι δύο υποσχέσεις. Η πρώτη υπόσχεση λοιπόν ήταν να γίνω τακτικός εθελοντής αιμοδότης, όχι «έδωσα μία φορά» και τα λοιπά, να μπορώ να δίνω, αφού ήμουν και πρώην αθλητής - ακόμα αθλούμουν μάλλον. Δύο τρεις φορές το χρόνο - οι άντρες μπορούν να δίνουν μέχρι τέσσερις φορές το χρόνο. Δε μου είπαν να δίνω τέσσερις, αλλά μου είπαν να γίνω τακτικός, τουλάχιστον κάθε τέσσερις μήνες να μπορώ να δίνω. Και η δεύτερη υπόσχεση που έπρεπε να τους δώσω είναι ότι - επειδή με ξέραν, την πορεία μου, την οικογενειακή, από το σχολείο, τις δραστηριότητες μου - να ασχοληθώ εθελοντικά με τα διοικητικά του συλλόγου. Και επειδή πάντα με διακρίνει και το φιλότιμο και μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση… Γιατί εντάξει, μπορεί σε κάποιους οι πέντε φιάλες αίμα να φαντάζουν μεγάλη ποσότητα ή και μικρή ποσότητα…
Να σου πω ότι είναι ταυτόχρονα και μεγάλη και μικρή. Σου είπα ένα μικρό παράδειγμα, πώς δυσκολεύτηκα - σε εισαγωγικά - να βρω εγώ. Φαντάσου τώρα, κάποιοι άλλοι που δεν έχουν και συγγενικό περιβάλλον, που μπορεί να χρειαστούν μεγάλη ποσότητα αίματος, γιατί μπορεί να είναι με καρκίνο με λευχαιμία, με γαστρορραγία, με κάποιο τροχαίο. Μιλάμε για 10, 20, 30, 40 φιάλες. Ένα λευχαιμικό άτομο μπορεί να πάρει μέχρι και 40 φιάλες αίμα. 40 φιάλες αίμα για να εξηγήσουμε, η κάθε φιάλη είναι αίμα από ένα άτομο. Άρα πρέπει να έχεις… Εγώ έψαχνα τότε πέντε άτομα, άλλος πρέπει να ψάξει 10, 20, 30, 40 άτομα. Λοιπόν, και μου είχε κάνει εντύπωση που με βοηθούσαν - σε εισαγωγικά… Δεν μπόρεσα να βρω από δικό μου φιλικό, συγγενικό, επαγγελματικό περιβάλλον τις λίγες φιάλες ή πολλές. Και με βοήθησαν κάποιοι άγνωστοι άνθρωποι, οι εθελοντές αιμοδότες της Ξάνθης. Και από εκεί μου φάνηκε πάρα πολύ καλό. Και είναι λόγω φιλότιμού και λόγω πώς έχω μεγαλώσει και τι θεώρηση έχω για τη ζωή, εφόσον κάποιος μου έκανε καλό να προσπαθήσω να το ανταποδώσω. Όχι σαν δοσοληψία, αλλά βάζοντας στη θέση κάποιου άλλου. Όπως είπα προηγουμένως, μπορεί να μην έχει συγγενείς, οτιδήποτε άλλο, να μην έχει ελπίδα. Τουλάχιστον εμείς τον βοηθάμε εθελοντικά όσο μπορούμε, κι ας κάνουν οι γιατροί την άλλη δουλειά τους, έτσι; Εμείς όσον αφορά την πρώτη ύλη - σε εισαγωγικά -, το αίμα που χρειάζεται. Εκεί λοιπόν ήταν άλλη μία πολύ μεγάλη εμπειρία.
Θυμάμαι ότι έγινα αιμοδότης για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του 1999, και άρχισα να ασχολούμαι ενεργά με το σύλλογο. Την επόμενη χρονιά έγιναν εκλογές στο σύλλογο και με βάλανε στο συμβούλιο σαν απλό μέλος. Μέσα στον χρόνο, στο εξάμηνο, παραιτήθηκε ο γενικός γραμματέας γιατί έπρεπε να φύγει εκτός Ξάνθης, άρα δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του. Γίνεται ανασύσταση διοικητικού συμβουλίου, με ορίζουνε γενικό γραμματέα του συλλόγου. Συνήθως, ξέρεις, οι
γενικοί γραμματείς στο σύλλογο είναι σαν γενικοί κουμανταδόροι γιατί ξέρουν τα πάντα. Εγώ δεν ήξερα τίποτα, αλλά έκανα - γιατί έτσι λειτουργώ πάντα -ταχύρρυθμα σεμινάρια. Προσπάθησα να μάθω τα πάντα, γρήγορα δηλαδή, για να μπορέσω να ανταποκριθώ στα καθήκοντά μου και στην αποστολή – γιατί δεν [Δ.Α.] αποστολή. Και είναι γεγονός ότι μέσα σε δύο χρόνια - από το 2003 μετά - πήγαμε και σ’ ένα πανελλήνιο συνέδριο, που ουσιαστικά είχε πανελλήνια γενική συνέλευση και εκεί… Δεν ξέρω, εγώ κάθε… Να σου πω, Βενιαμίν, κάθε εμπόδιο στη ζωή μου, κάθε εμπόδιο σε καλό. Δηλαδή, κάτι με οδηγεί, πάντα βγαίνει καλό αποτέλεσμα, μπορεί να ζορίζομαι πολύ ή να ζορίζονται πιθανότατα και κάποιοι άλλοι, αλλά πάντα μου βγαίνει σε καλό.
Πήγα να… Δεν ήμουν να βάλω υποψηφιότητα εκεί. Πήγα να κάνω εφορευτική επιτροπή. Αλλά επειδή δεν είχαν να συμπληρώσουνε, τελευταία στιγμή – και επειδή ήμουνα και νέος - με παροτρύνουν να παραιτηθώ από μέλος εφορευτικής επιτροπής και να βάλω για το διοικητικό συμβούλιο της πανελλήνιας, πλέον, ομοσπονδίας συλλόγων. Τώρα μιλάμε για εμπειρία τριών χρονών στην εθελοντική αιμοδοσία, ακόμα ήμουνα μικρός ας πούμε, έτσι; Λοιπόν, παρόλα αυτά, επειδή όταν μου αρέσει κάποιο αντικείμενο ασχολούμαι υπερβολικά, υπέρ το δεόντος, και απορροφώ και σαν σφουγγάρι… Δηλαδή πάντα ακολουθώ το ρητό των αρχαίων «γηράσκω αεί διδασκόμενος». Ποτέ δεν θεωρώ ότι έφτασα σ’ ένα σημείο που τα ξέρω όλα – ξέρεις, και τα λοιπά - και πάντα κοιτάω να μαθαίνω. Γιατί ούτως πάντα στη ζωή μας, να το ξέρεις, πάντα υπάρχει πάντα κάτι καινούργιο που μπορείς να μάθεις. Ή κάτι που αλλάζει σε αυτό που υποτίθεται ότι ήξερες  δεν είναι απαραιτήτως κάτι καινούριο, απλώς είναι μία ανανέωση, μία… Τέλος πάντων, υπάρχουν πολλές αλλαγές. Βγαίνω λοιπόν, τότε με εκλέγουνε ειδικό γραμματέα της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Εθελοντών Αιμοδοτών, το 2003, και κατευθείαν μπαίνω και στα βαθιά νερά. Κατευθείαν, κατευθείαν όμως. Γιατί με στέλνουν Έλληνα εκπρόσωπο - ήμουν ο μόνος που ήξερα αγγλικά - στην παγκόσμια ομοσπονδία, στην γενική συνέλευση! Και εντάξει, το ένα φέρνει το άλλο, είναι τρομερές εμπειρίες οτιδήποτε άλλο. Είναι γεγονός… Θα κάνεις καμιά ερώτηση ή θα πω μόνο εγώ;
Ωραία δημοσιογραφική έρευνα κάνεις, εγώ τα λέω όλα… Λοιπόν -
Εδώ σταματάω. Όχι, εδώ σταματάω. Θα μου κανείς ερωτήσεις εσύ. Δεν τελειώνω.
Ωραία. Λοιπόν, ήθελα να σας ρωτήσω, λοιπόν… Ένα λεπτάκι δώστε μου. Θυμάστε την ημέρα που σας εκλέξανε ως εκπρόσωπο της Ελλάδας, ας πούμε, στην παγκόσμια γενική συνέλευση -
Εκείνο δεν ήταν εκλογή. Θυμάμαι την ημέρα που έγινε εκλογή και έγινε ένα μέλος του εννιαμελές, του διοικητικού συμβουλίου της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Εθελοντών Αιμοδοτών. Και μετά ήταν εσωτερική διαδικασία, το συζητούσαμε στο συμβούλιο, ότι πρέπει να στείλουμε εκπρόσωπο στην πανελλήνια, στην παγκόσμια γενική συνέλευση. Να στείλουμε εκπρόσωπο στο νεοσύστατο, τότε, Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας. Ήμουνα αναπληρωματικός του προέδρου στο νεοσύστατο Εθνικό Κέντρο, ήμουν στο πρώτο διοικητικό του συμβούλιο, αναπληρωματικό μέλος. Δηλαδή, έχω κι από ‘κει εμπειρία.
Και μετά πήγα στην παγκόσμια γενική συνέλευση. Και εκείνο τρομερή εμπειρία! Έρχεται η πρόσκληση, θυμάμαι, για να πάμε στην παγκόσμια γενική συνέλευση στο Παρίσι. Δεν είχα βγει ποτέ εκτός Ελλάδος. Δηλαδή ούτε εδώ τοπικά, κοντά, να πω Βουλγαρία η Τουρκία, που πάμε Ανδριανούπολη ή Κωσταντινούπολη για ψώνια συνήθως οι της περιοχής μας. Λοιπόν, κανονίζουμε τα εισιτήρια και θα πηγαίναμε με τον πρόεδρο. Ήμουνα σε εκείνη την περίπτωση ο μόνος που ήξερε αγγλικά. Και ήμουν ο και ο πιο νέος βέβαια, έτσι; Και εντάξει… Και κανονίζουμε να πάρουμε τα εισιτήρια, με τον πρόεδρο της ομοσπονδίας. Και τελευταία στιγμή συμβαίνει κάτι στον πρόεδρο και δεν μπορεί να έρθει. Και μου λέει: «Θα πας μόνος σου». «Πού θα πάω μόνος μου;». «Θα πας μόνος σου στο Παρίσι!». Εγώ δεν έχω βγει ποτέ από την Ελλάδα. Θα πάω και πέρα από την… Οι Γάλλοι… Που ξέρω λίγο αγγλικά, καταλαβαίνω, αλλά δεν μιλάω, καταλαβαίνω αρκετά καλά, εντάξει, δυσκολεύομαι στην ομιλία γιατί δεν το εξάσκησα ποτέ ας πούμε να μιλάω, το λεγόμενο listening. Λοιπόν, όμως θα πάω και σε μία χώρα που οι Γάλλοι είναι τόσο σωβινιστές, που μπορεί να ξέρουν αγγλικά αλλά δε μιλάνε αγγλικά, πρέπει να συνεννοείσαι στα γαλλικά! Δηλαδή, ήτανε πολύ… Λοιπόν, τέλος πάντων.
Θυμάμαι, παίρνω το αεροπλάνο από την Καβάλα, κατεβαίνω στην Αθήνα και από την Αθήνα πάμε κατευθείαν στο Παρίσι! Λοιπόν, σε ένα μεγάλο αεροδρόμιο, που να πας τώρα τέλος πάντων, σε ποιο ξενοδοχείο μας είχαν, να βρω το συνεδριακό μετά κέντρο... Ήταν adventure, που λένε στα αγγλικά, περιπέτεια! Τέλος πάντων, γεγονός είναι ότι πήγαμε και γνώρισα κατευθείαν φίλους, μας υποδέχτηκαν πάρα πολύ θερμά. Και για τέσσερα χρόνια ήμουν ο Έλληνας εκπρόσωπος στην παγκόσμια ομοσπονδία. Και από εκεί τρομερές εμπειρίες απέκτησα. Είδα πως σκέφτεται και ο κόσμος, πώς… Πραγματικά ο κόσμος, όταν λέμε ο κόσμος με την έννοια παγκοσμίως, έτσι; Εντάξει, δεν εκπροσωπεί όλες τις χώρες του κόσμου, δεν είναι FIFA, δεν είναι Ολυμπιακή Επιτροπή. Αλλά έχει από όλες τις χώρες μέλη, κι έτσι παίρνεις κι από κάθε ήπειρο λίγο έτσι… Πώς το δουλεύουνε το θέμα της εθελοντικής αιμοδοσίας. Τρομερή εμπειρία.
Τι έχετε να θυμάστε; Δηλαδή, κατεβαίνετε στη Γαλλία, στο Παρίσι, όπως μου είπατε. Τι ήτανε αυτό που είδατε πρώτα ξέρω ‘γω και… Γενικά, μπορείτε να μου περιγράψετε λίγο την ημέρα που φτάσατε στο Παρίσι;
Τι να θυμηθώ; Ένα τεράστιο αεροδρόμιο - δεν είχε γίνει τότε ακόμα το Ελευθέριος Βενιζέλος, ακόμα το παλιό αεροδρόμιο θυμάμαι - ένα τεράστιο αεροδρόμιο που κατέβαιναν πτήσεις, ανακοινώσεις, χαμός, κόσμος οτιδήποτε άλλο. Και δεν άκουσα καν ελληνικά, στην επιστροφή άκουσα ελληνικά - βρισιές ως συνήθως και τα λοιπά και λέω: «Εδώ είμαστε!». Τουλάχιστον... Λοιπόν, πήρα τότε… Τι οδηγίες είχαμε; Πήρα το μετρό, πήγα στο ξενοδοχείο, μετά [Δ.Α.] να πάω να βρω το ξενοδοχείο. Μας είχανε σε ένα ξενοδοχείο που δεν είχε παράθυρα, δεν είχε μπαλκόνι. Είναι αυτά τα ξενοδοχεία τα κλουβιά που έχουνε μάθει στο εξωτερικό για οτιδήποτε άλλο, είναι μόνο για διαμονή και τα λοιπά. Μετά ξαναπαίρνω το μετρό να πάω στο [Δ.Α.] κέντρο. Είδα τον Πύργο του Άιφελ. Έφαγα τετηγμένο τυρί, το λεγόμενο τυρί που είναι των Γάλλων. Έφαγα το κρέας το ωμό, δηλαδή το ημιψημένο, με το αίμα και τα λοιπά. Τέλος πάντων, όταν πας κάπου θα φας αυτά που σε φιλοξενούν, οτιδήποτε άλλο.
Είναι γεγονός πάντως… Σε εκείνη την συνέλευση αποφασίστηκε ότι θα γινόταν για ένα συνέδριο της νεολαίας, την επόμενη χρονιά. Εγώ πήγα τότε στα 33, αν θυμάμαι καλά, η νεολαία είναι μέχρι τα 30 χρόνια. Ζήτησα κατ’ εξαίρεσή να πάω για να δω και εμπειρίες, πώς δουλεύουν η παγκόσμια νεολαία στα θέματα της αιμοδοσίας. Και έγινε αποδεκτή, να πάω σαν παρατηρητής. Και αυτό το κέρδος, πέρα από τις γνωριμίες της πρώτης χρονιάς στο Παρίσι… Μην περιμένεις πάντα εμπειρίες, γιατί τρεις μέρες στο συνέδριο δεν μας πήγανε, δεν είχανε και πρόγραμμα εκδρομών, να πάω να δω. Τη δεύτερη φορά που πήγα μετά από χρόνια μπόρεσα επιτέλους και πήγα στην Νοτρ Νταμ, να δω… Πρωτού καεί βέβαια, ευτυχώς. Λοιπόν, και να δούμε και τον Πύργο του Άιφελ, από κάτω. Γιατί να καθόμουνα εγώ τρεισήμισι ώρες στην ουρά να περιμένω να ανέβω στον Πύργο του Άιφελ, δεν υπήρχε περίπτωση. Όπως και κάθε Ελληνάρας δεν υπήρχε περίπτωση. Δε νομίζω ότι οι Έλληνες θα στεκόταν υπομονετικά όπως βλέπεις τους Γιαπωνέζους, να πάνε και στο Μουσείο του Λούβρου. Δηλαδή περάσαμε απ’ έξω, κάναμε την προσπάθειά μας, κάναμε και την προσπάθεια να παρακάμψουμε το σύστημα – ξέρεις, όπως οι Έλληνες, να μπούμε από διπλανές πόρτες με μέσο και τα λοιπά. Δε μας βάλουν γιατί εκεί… Και τα λοιπά. Όχι, και έγινε κι αυτό, και δεν το λέω χαριτολογώντας, είναι σαν ανέκδοτες ιστορίες, δηλαδή πραγματικά.
Και την επόμενη χρονιά λοιπόν - αυτή τη φορά όχι μόνος μου βέβαια, γιατί ζήτησε να πάει και κάποιος άλλος - πήγα στο Τάλιν της Εσθονίας. Στο παγκόσμιο συνέδριο νεολαίας, μήνα Ιούλιο. Το καλοκαίρι τους αυτοί είναι μέχρι 18-20 βαθμούς και νιώθουν ότι ζεσταίνονται πάρα πολύ. Τρομερό ήταν, δηλαδή απίστευτο. Πόση ώρα έχουμε ακόμα; Λοιπόν, προσπαθώ να βγάλω αναμνήσεις τώρα. Και πάμε στο Τάλιν. Εκεί λοιπόν δύο-τρία χαρακτηριστικά που μου έχουνε μείνει, μου έχουν αποτυπωθεί. Καταρχήν, είχε νεολαία πάλι από όλο τον κόσμο, έτσι παιδιά μέχρι 30 χρονών - 18, 19. Ήταν καταπληκτικά. Ένα μου άρεσε, που χαίρονταν οι Εσθονοί με το καλοκαίρι που είχανε 20 βαθμούς. Εμείς εντάξει, ναι... Δεύτερον, θυμάμαι το πρωινό τους, που μέσα στο πρωινό είχε και σαρδέλες. Δηλαδή, τρώγανε σαρδέλες. Προσπάθησα να δοκιμάσω, δηλαδή δοκίμαζα, αλλά εντάξει… Δηλαδή, ναι, έλεος.  Να πω ότι δεν μ’ άρεσε η κουζίνα τους και όταν βγήκαμε… Τα βράδια που βγαίναμε έξω προς το Τάλιν να ξενυχτήσουμε - αριστερά, δεξιά, να δούμε και τα λοιπά -, ευτυχώς είχε McDonald’s. Και το McDonald’s σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου
είναι η ίδια γεύση, ακόμα και ίδια τιμή. Και ευτυχώς, γιατί θα ήμουνα νηστικός τρεις μέρες, είναι γεγονός. Εντάξει… Είπα ότι πρέπει να τρως τροπική κουζίνα, αλλά εντάξει, δεν… Ναι. Λοιπόν, και ήτανε μία τρομερή εμπειρία και εκεί. Διότι κρατήσαμε επαφές με τα παιδιά. Θυμάμαι, τότε γύρισα στον πρόεδρο της ομοσπονδίας και του είπα ότι το καλύτερο πράγμα που θα κάνουμε για να αφήσουμε και ιστορία - σε εισαγωγικά - σαν διοικητικό συμβούλιο τότε, δεν είναι το… Θα μπορούσαμε να αναπτύξουμε την εθελοντική αιμοδοσία φτιάχνοντας πρώτα μία επιτροπή νέων πανελλήνια, και κάθε σύλλογο όμως, ώστε να μπολιάσουμε με νέο αίμα – και σε εισαγωγικά και [Δ.Α. 00:30:46] - το αιμοδοτικό κίνημα του συλλόγου. Το εφαρμόσαμε βέβαια, όχι με μεγάλη επιτυχία βέβαια στη συνέχεια, αλλά ήτανε η αποκόμιση των εμπειριών.
Και μάλιστα τη δεύτερη χρονιά να φανταστείς από το Τάλιν, πάλι κατ’ εξαίρεση αλλά σαν επικεφαλής της ομοσπονδίας, πήγαμε στο επόμενο συνέδριο στην Τυνησία με μια δέκαμέλη επιτροπή - νέων και τα λοιπά - που πήγαμε εκεί… Τρομερές εμπειρίες. Εκεί φάγαμε τα κους κους και τα καυτερά, βέβαια. Εμείς περιμέναμε σε μία χώρα που έχει ζέστη, να έχουμε τα παγάκια μας, οτιδήποτε άλλο και τελικά κατάλαβα ότι λειτουργεί διαφορετικά. Στις ζέστες χώρες τρως καυτερά – έτσι - για να υπάρχει εφίδρωση, μία βαλβίδα ασφαλείας από τον κάθε οργανισμό, ενώ στις κρύες χώρες τρως κρύα, δηλαδή γι’ αυτό είναι οι βότκες οι παγωμένες. Δηλαδή εντελώς αντίθετο. Εμείς οι Έλληνες δεν υπάρχει περίπτωση, έτσι; Ποιος Έλληνας θα πιει μπύρα ας πούμε το χειμώνα, που είναι ωραίο, αλλά εμείς μπύρα θα πίνουμε το καλοκαίρι, έτσι γιατί είναι δροσιστικό! Τέλος πάντων, είναι τρομερές εμπειρίες. Πήγαμε στην Τυνησία λοιπόν - και εκεί να το τελειώσω για να πιάσουμε τις ερωτήσεις σου - και την επόμενη χρονιά διεκδικήσαμε και πήραμε το παγκόσμιο συνέδριο νεολαίας στο Λουτράκι. Αξιοποιήσαμε, λοιπόν, αυτή την εμπειρία μας και τα λοιπά. Κι από κει τέλος πάντων ξεκίνησε μία άλλη πορεία.
Α, δεν είχες ερωτήσεις, εσύ πιάνεσαι από τα λόγια μου!
Είναι πράγματα, ας πούμε, τα οποία θεωρώ ότι έχουνε υπερβολικά πολύ-
Εντάξει, τώρα με βάζεις να θυμάμαι όμως χρόνια και δεν είμαι προετοιμασμένος γι’ αυτό, το έφερε η κουβέντα έτσι. Ποιά κουβέντα δηλαδή, ένας μονόλογος είναι, δεν είναι… Λοιπόν, είχαμε επιτυχία στο Λουτράκι. Και φάνηκε και η Ελλάδα… Εντάξει, ούτως ή άλλως η φιλοξενία των Ελλήνων ξέρεις, σε οποιαδήποτε επίπεδο είναι… Δηλαδή ξεφεύγουμε, κάνουμε έτσι καμιά φορά πολλά παραπάνω και αφήνουμε καλές εντυπώσεις συνήθως στους φιλοξενούμενούς μας. Εντάξει, από τότε αρχίσαμε να δημιουργούμε κι άλλη νεολαία, δηλαδή σε άλλους συλλόγους, άρχισαν να συμμετέχουν τα παιδιά πιο ενεργά, συστήσαμε την… Α, μετά το συνέδριο στο Λουτράκι… Είδες τώρα; Κάθε κίνηση που κάναμε είχε μία κίνηση που ερχότανε μετά. Ενθουσιάστηκαν λοιπόν τα παιδιά μας στο συνέδριο του Λουτρακίου και αποφασίσαμε να συζητήσουμε επίσημα την Πανελλήνια Επιτροπή Νέων Εθελοντών Αιμοδοτών και να κάνουμε το πρώτο τους ιδρυτικό συνέδριο. Το πρώτο τους ιδρυτικό συνέδριο λοιπόν, το 2007, το έφερα στην Ξάνθη. Εδώ κάναμε ιδρυτικό συνέδριο, εδώ κάνουμε με το καταστατικό τους, τον τρόπο λειτουργία τους, εδώ έγινε το πρώτο διοικητικό συμβούλιο, ουσιαστικά διοικούσα επιτροπή. Και άφησε το στίγμα της η Ξάνθη. Λοιπόν, εν κατακλείδι - γιατί δεν θα με πιάσεις εσύ από κάθε τοποθεσία που μετακινούμαι εγώ - να πω το εξής: ότι όλες αυτές οι εμπειρίες με βοήθησαν γιατί σου είπα στην αρχή, προσπαθούσα σαν σφουγγάρι να μαθαίνω πράγματα. Προσπάθησα λοιπόν όλες τις πρακτικές απ’ τις παγκόσμιες συναντήσεις, ό,τι μπορώ να μεταφέρω και να εφαρμόσουμε με τα ελληνικά δεδομένα - δεν γίνονται όλα, έτσι; - αλλά ό,τι μπορούσαμε λίγο να το αλλάξουμε και τα λοιπά, προσπάθησα να το εφαρμόσω στη χώρα μας. Επειδή ήμουνα και επικεφαλής τότε της επιτροπής - επιβλέπων μάλλον, γιατί κάποια στιγμή η επιτροπή είχε τη δική της διοικούσα επιτροπή… Όμως προσπάθησα να τα εφαρμόσω πιλοτικά στην Ελλάδα. Και το πιο καλό - σε εισαγωγικά - πειραματόζωο ήταν ο σύλλογος της Ξάνθης.
Από τότε λοιπόν ό,τι εφαρμόζεται στο σύλλογο της Ξάνθης, με τις εκδηλώσεις, με τα γκάτζετ, τα μπλουζάκια, τις κονκάρδες, ό,τι, εκθέσεις ζωγραφικής παιδιών, ό,τι είναι που τα ‘βλεπα απ’ έξω και τα λοιπά… Και φυσικά οι ιδέες δημιουργούσαν μετά νέες ιδέες, που τις στέλναμε εμείς στο εξωτερικό, να τις ενστερνιστούν αν μπορούσανε. Λοιπόν, και τ’ ότι μεγάλωσε ξαφνικά ο σύλλογος και ξεπετάχτηκε αρκετά - ο Σύλλογος της Αγάπης στην Ξάνθη, ο οποίος έχει ιστορία από το 1975... Σου θυμίζω, λοιπόν, ότι εγώ μπήκα στο συμβούλιο το ’99, μετά από 24 χρόνια λειτουργίας, και ουσιαστικά στην διοίκηση… Σαν εθελοντής το ‘99 και μετά στην  διοίκηση στο 25 χρόνια, και επειδή και η δουλειά μου είναι λογιστής και ανέκαθεν ασχολούμουνα και με τα νούμερα - όχι νούμερα ανθρώπους, με τα νούμερα τους αριθμούς, και με ανθρώπους, αλλά τέλος πάντων… Λοιπόν, το μεγαλύτερο νούμερο καταρχήν είμαι εγώ, να κάνουμε και μια αυτοκριτική. Λοιπόν, θα τα κόψεις αυτά στο μοντάζ; Όχι, μην κόβεις τίποτα.
Λοιπόν, μου είχε κάνει τότε εντύπωση ότι ο παλιότερος σύλλογος που είχε ιδρυθεί στην Ελλάδα, η Ξάνθη… Περνόντας όμως και σαν γενικός γραμματέας της ομοσπονδίας τυχαία απ’ όλη την Ελλάδα, ότι παρόλο τις προσπάθειες που είχαμε εδώ τις 25 χρόνια σαν αιμοδοτικό κίνημα, ήμασταν κάτω όσον άφορά… Δεν είχαμε βάλει τις μηχανές να δουλεύουνε και οι σύλλογοι μας να παροτρύνουν και περισσότερο κόσμο να γίνει εθελοντής αιμοδότης, και να γίνει και τακτικός και πιο τακτικός εθελοντής αιμοδότης, όχι να αρκείται στο μία φορά το χρόνο ή δύο φορές, αλλά όποιος έχει τη δυνατότητα να δώσουν και τρεις και τέσσερις. Να μπουν στο παιχνίδι και οι γυναίκες. Ασχέτως ηλικίας. Γιατί λέγαν οι γυναίκες ένα μήνα αιμοδοτούν γιατί όταν είναι νεαρές έχουν την περίοδό τους, έχουν τις εγκυμοσύνες, δεν είναι… Κάνει καλό και στην υγεία τους αυτό το πράγμα, είναι μεγάλη κουβέντα τώρα, δε μας φτάνουν οι συνεντεύξεις και ο χρόνος. Όχι, σοβαρά μιλάω τώρα. Αλλά δεν με ικανοποιούσαν τα νούμερα. Λέω με τόση προσπάθεια τόσοι σύλλογοι, οι αιμοδότες που είχαμε και οι μονάδες που δωρίζαμε πανελλαδικά δεν ανταποκρίνονταν στο πραγματικό μέγεθος της ομοσπονδίας, στη δουλειά που έριχνε. Έτσι; Γιατί ήταν ο μεγαλύτερος φορέας. Και είναι ο μεγαλύτερος φορέας που ασχολείται με την εθελοντική αιμοδοσία στην Ελλάδα. Παρόλα αυτά ήταν δυσανάλογη, δεν ήτανε η προσφορά της τόση. Άρα έπρεπε να ανοίξουμε μηχανές. Οι ανάγκες σε αίμα υπήρχανε, δεν μπορούσαμε να συμπιέσουμε τις ανάγκες αυτές και να πούμε: «Ξέρεις, εσύ που είσαι για μετάγγιση με τρεις μονάδες θα πάρεις δύο». Αυτό που μπορούσαμε όμως να κάνουμε είναι να ανοίξουμε, να γεμίσουμε ακόμα περισσότερο το βαρέλι μας. Άρα να κάνουμε δράσεις, οτιδήποτε - ανάλογα σε κάθε περιοχή, γιατί κάθε περιοχή ακόμα και στην Ελλάδα έχει τις ιδιαιτερότητες. Άλλο τα νησιά που δεν έχουν νοσοκομεία θα πρέπει να πάνε κινητές μονάδες από άλλες περιοχές δυο-τρεις φορές το χρόνο, άλλο εμείς εδώ που μπορούσαμε και να [Δ.Α.] στο νοσοκομείο και να κάνουμε εξωτερικές αιμοληψίες σ’ αυτά που κάνουμε. Έτσι; Έχει ο καθένας τις ιδιαιτερότητες. Πάντως να ανεβάσουμε στροφές, να το πω απλά.
Και το καταφέραμε, γιατί θυμάμαι τότε τα στοιχεία που είχε ο σύλλογος - και τα κρατάει ευλαβικά από το 1975 -, το 2000 ο σύλλογος προσέφερε αισίως ετησίως περίπου 1100 με 1200 μονάδες στο Νοσοκομείο Ξάνθης. Αυτή ήταν η προσφορά των μελών του. Λοιπόν, και σιγά-σιγά αρχίσαμε να ανεβαίνουμε. Φτάσαμε σε ένα σημείο να προσφέρει ο σύλλογος - μετά από τουλάχιστον 10 χρόνια όμως δουλειά μεθοδική, τα πάντα, να μπαίνουμε στα σχολείο να κάνουμε ενημέρωσεις, να πηγαίνουμε στην ορεινή Ξάνθη, να πηγαίνουμε… Δεν αφήσαμε χωριό, είτε από τον κάμπο κάτω, από τη θάλασσα, είτε στην ορεινή Ξάνθη μέχρι το Δημάριο - που είναι το πιο σαν μεγάλο χωριό, έχει και πιο μικρά χωριά που είναι στα σύνορα της Βουλγαρίας. Από το Νέστο, μέχρι το Σέλερο πίσω, το Κοπτερό εκεί… Το Κοπτερό είναι και σε άλλο νομό. Αλλά μετά να βγούμε και εκτός νομού, όπως πηγαίνουμε ας πούμε στο Δήμο Νέστου. Δεν αφήσαμε τόπο που να μην τον ενημερώσουμε και να προσπαθούμε να κάνουμε ομάδες αιμοδοσίας. Με αποτέλεσμα ότι μετά από χρόνια, εκείνες οι 1,000 μονάδες πήγανε να είναι πάνω από 6,000 μονάδες ετησίως, τα μέλη μας. Και ήταν χαρακτηριστικό ότι μία χρόνια, ο σύλλογος, τα μέλη του, είχαν προσφέρει 6,015 μονάδες και το νοσοκομείο Ξάνθης μόνο του - μόνο του - σαν αιμοδοσία είχε βγάλει 6,013. Εμείς βγάλαμε παραπάνω γιατί είχαμε καλέσει ήδη και το Νοσοκομείο Παίδων και μας βοηθούσε να κάνουμε παραπάνω αιμοληψίες.
Τέλος πάντων, είναι μία μεγάλη κουβέντα γιατί καλέσαμε και καλούμε ακόμα κι άλλα νοσοκομεία στην Ξάνθη, απλώς να το κλείσω εδώ ότι έχουμε μία παράδοση από 2007 να καλούμε και άλλα νοσοκομεία να μαζεύουν αίματα στην Ξάνθη, γιατί έχουμε δημιουργήσει τόσους πολλούς αιμοδότες που δυστυχώς δεν μπορεί να τους απορροφήσει το Νοσοκομείο Ξάνθης λόγω έλλειψης προσωπικού. Δηλαδή, εμείς αν ήταν κάθε μέρα να βγαίνουμε έξω σε κάθε χωριό… Δηλαδή, έχουμε τη δυνατότητα και καθημερινές, όχι μόνο σαββατοκύριακα, να βγαίνουμε σε κάθε χωριό δυο φορές το χρόνο να κάνουμε αιμοδοσίες. Ο κόσμος θέλει να δώσει. Ή και σε συλλόγους, ή σε εργοστάσια. Ο κόσμος έχει μάθει να δίνει αίμα στην Ξάνθη, δεν έχουμ
ε τα κατάλληλα εργαλεία να απορροφήσουμε όλο αυτό το αίμα. Και έτσι αναγκαστήκαμε, και μας βοήθησε πάρα πολύ, να φέρουμε κι άλλα νοσοκομεία. Στην αρχή, λοιπόν, φέραμε το Νοσοκομείο Παίδων, τώρα φέραμε και το Νοσοκομείο Παπανικολάου και πιθανότητα και στο μέλλον να έρθει και το Νοσοκομείο της Αλεξανδρούπολης. Δόξα τω Θεώ, παρ’ όλη την κρίση κι ό,τι έχουν περάσει, οι Ξανθιώτες συνεχίζουν να δίνουν αίμα. Συνεχώς φτιάχνουμε και νέους αιμοδότες. Όχι βέβαια με τους ρυθμούς τους παλιούς, γιατί μας επηρεάζει εδώ και 19 μήνες και η πανδημία και το Covid, αλλά να φανταστείς έχουμε σταματήσει να πηγαίνουμε στα σχολεία στην τρίτη λυκείου, που κάναμε ενημερώσεις και αιμοδοτούσαν τα παιδιά. Αυτό έχει ρίξει και την προσέλευση νέων εθελοντών αιμοδοτών και φυσικά τις μονάδες αίματος, τις φιάλες που λέμε εμείς, που περιμέναμε από αυτούς. Τέλος πάντων, θα γυρίσει αυτό, θα σταματήσει κάποια στιγμή η πανδημία και πιστεύω θα ξανασυνεχίσουμε. Υγεία να έχουμε, πρώτα ο Θεός, και θα ξανασυνεχίσουμε αυτό που κάναμε και πιθανότατα να είμαστε και πιο αποτελεσματικοί ίσως, ακόμα και πιο αποτελεσματικοί αυτή τη φορά. Ερωτήσεις;
Εύχομαι να πάνε όλα καλά και να ξαναπάρει τα πάνω της.
Να τελειώσει η πανδημία πρώτα και να δούμε, γιατί δημιουργεί πολλά προβλήματα.
Ο σύλλογος «Η Αγάπη» δημιούργησε την φιλανθρωπική επιτροπή «Γυναίκες της Αγάπης». Πώς ξεκίνησε αυτή η ιδέα; Αν δεν κάνω λάθος είσαστε ένας από τους εμπνευστές της;
Ναι, ακόμα και στο όνομά της. Λοιπόν, αυτά ξεκίνησαν τα χρόνια του μνημονίου. Να πούμε λοιπόν ότι οι εθελοντές αιμοδότες και οι σύλλογοι πάντα, πέρα απ’ το ότι βοηθούσαν και βοηθάνε κόσμο με το αίμα, αιμοπετάλια - γιατί δεν είναι μόνο το αίμα, είναι και τα αιμοπετάλια, είναι το πλάσμα, είναι ο μυελός, ό,τι χρειαστεί δηλαδή, παράγωγα του αίματος… Λίγο ή πολύ κάποιοι είχαν και φιλανθρωπικό έργο. Πάντα βοηθούσανε! Εμείς ξεκινήσαμε λοιπόν πολύ διακριτικά, επειδή είχαμε κάποιους αιμοδότες, υπήρχαν και κάποια προβλήματα οικονομικά, τους βλέπαμε, πηγαίναμε – σου είπα, όταν ξεκινήσαμε να κάνουμε και αιμοδοσίες τα χωριά, βλέπαμε και τον κόσμο πώς ζει. Μετά αρκετός κόσμος από αυτούς απευθύνονταν σ’ εμάς, αν μπορούμε να τους βοηθήσουμε με κάποια δουλειά, οτιδήποτε άλλο. Δηλαδή, μας έφερναν και σε δύσκολη θέση γιατί, ξέρεις, απ’ την ώρα που χτυπούσε κάποιος την πόρτα μας, κυρίως άμα ήταν και μέλος μας, εθελοντής αιμοδότης, και μας εκμυστηρευόταν ότι είχε κάποιο πρόβλημα… Επειδή είμαστε έτσι, τέτοιοι χαρακτήρες και τα λοιπά, το νιώθαμε κι εμείς, δεν κοιμόμασταν, δηλαδή νομίζαμε ότι κάτι πρέπει να κάνουμε ας πούμε, και κάποια.
Ξεκινήσαμε λοιπόν να κάνουμε κάποια δέματα τα Χριστούγεννα, όπως κάνουν συνήθως οι περισσότεροι. Κάναμε κάποια δέματα για τα Χριστούγεννα σε κάποιους χριστιανούς. Μετά έπεσε η ιδέα ότι και κάποιους μουσουλμάνος ήτανε Χριστούγεννα, και αυτοί είχανε την ανάγκη. Κάναμε και εκεί πέντε δέματα και βάζαμε λεφτά από το σύλλογο. Στην αρχή δε βάζαμε  λεφτά από το σύλλογο. Στην αρχή δουλεύαμε ρεφερεν το συμβούλιο, τα μέλη του συμβούλιου. Βάζαμε από 20 €, βάζαμε από 10 €. Θυμάμαι, αν πηγαίναμε σε κάποια ταβέρνα και ήταν ας πούμε ο λογαριασμός 90 €, μαζεύαμε 100 € - αυτά τα 10 € τα βάζαμε στην άκρη, τα μαζεύαμε κάπου για τον Δεκέμβριο, για να αγοράσουμε... Απευθυνόμασταν και σε μερικούς συνεργάτες και φίλους, μας δίνουν κι αυτοί κρέατα, όσπρια, οτιδήποτε άλλο, δωρεάν. Και φτιάχνουμε τα δέματα. Αυτό το είδα και όταν πήγα και κάτω στην ομοσπονδία και στις γενικές συνελεύσεις και στα συνέδριά μας, και μιλούσαμε μεταξύ μας οι σύλλογοι - όχι μόνο επίσημα, στα γεύματα, στα ξενοδοχεία. Μου είχε κάνει εντύπωση τότε ο πρόεδρος του Ξυλοκάστρου και πρόεδρος ομοσπονδίας, που έλεγε ότι χρόνια, κάνανε το εξής: επειδή έχουνε πολλές ελιές – είχανε ελιές στην Πελοπόννησο, τώρα με αυτό το κάψιμο δεν ξέρω τι έχει απομείνει σε αυτούς τους ανθρώπους... Περνούσαν οι παραγωγοί και είχαν ένα μεγάλο βαρέλι στο σύλλογο των αιμοδοτών εκεί και βάζανε… Ή έφερναν μπιτονάκια ή βάζανε χέρι-χέρι και γεμίζαν αυτό το βαρέλι. Και μετά αυτοί το βάζανε σε μπουκάλια και το μοιράζανε σε φτωχές οικογένειες. Δηλαδή, τώρα απλά πράγματα αλλά πόσο… Και λέω… Μου έκανε εντύπωση.
Εδώ λοιπόν είχαμε τις «Γυναίκες Χωρίς Σύνορα», που ήτανε μία εθελόντρια μας, μεγάλη τότε, που βοηθούσε και το σύλλογο αιμοδοτών - η Κούλα η Ψωμά, η κυρία Βασιλική -, η οποία ξαφνικά πέθανε. Και το όνειρο της έμεινε στη μέση. Βοηθούσαν κάποιες οικογένειες, κάνανε κάποιες δράσεις. Την αγαπούσα και μ’ αγαπούσε πολύ και είχανε μείνει ένα-δυο συνεργάτες της που σκεφτόμασταν κάτι να κάνουμε. Φαντάσου ότι είχε σύλλογο αλλά είχαν έδρα το σπίτι τους, δηλαδή δεν προχωρούσανε παραπάνω, και παρόλο που είχανε φιλανθρωπικό έργο, δε ζητούσανε τα αυτονόητα από το δήμο, από την περιφέρεια, από την νομαρχία τότε. «Δώστε μας ένα χώρο, ρε παιδί μου, ένα δυο επί δύο, να έχουμε ένα γραφειάκι, ένα αποθηκάκι να βάζουμε τα πράγματα μας,» τέλος πάντων. Είχαν και περηφάνια, δεν θέλαν να ζητάνε ποτέ από τους πολιτικούς άρχοντες τίποτα για να μην έχουν κι αυτοί - έτσι φανταζόταν - τις διάφορες απαιτήσεις. Αποφάσισα λοιπόν τότε ότι θα μπορούσε ίσως να γίνει κάτι πιο συγκεκριμένο στο σύλλογο. Αφού όλοι απευθυνόντουσαν σε εμάς τα χρόνια του μνημονίου για δουλειά - τα πρώτα χρόνια του μνημονίου, έτσι; -, για δουλειά, για πληρωμή λογαριασμών, για οτιδήποτε άλλο, να κάνουμε την φιλανθρωπική επιτροπή. Το καταστατικό μας ούτως ή άλλως το επέτρεπε να φτιάχνουμε διάφορες επιτροπές, όπως φτιάχναμε την επιτροπή νεολαίας, έχουμε την επιτροπή των αιμοπεταλίοδοτων, μπορούσαμε λοιπόν να κάνουμε και την φιλανθρωπική επιτροπή. Η οποία ήτανε - και είναι - μόνο με γυναίκες. Δηλαδή, ακόμα γράφονται μόνο μέλη γυναίκες. Και η διοικούσα επιτροπή είναι – γι’ αυτό λέγεται και φιλανθρωπική επιτροπή - οι «Γυναίκες της Αγάπης». Και είναι οι «Γυναίκες της Αγάπης» και επειδή είναι του συλλόγου αιμοδοτών, αλλά και πραγματικά γιατί ξεχειλίζουν από αγάπη.
Τους κάναμε λοιπόν ξεχωριστό κανονισμό λειτουργίας και από εκεί και πέρα έχει μεγαλώσει αρκετά το έργο τους. Τώρα, αυτό το χρόνο, αυτά τα χρόνια πλέον, θα αρχίσουμε να το επικοινωνούμε λίγο πιο έξω, γιατί όσο επικοινωνούμε στον κόσμο τι πράγματα κάνουμε, τόσο περισσότερο θα κερδίσουμε κι άλλους συνεργάτες. Δηλαδή, ήδη υπάρχει τώρα επιχείρηση στην Ξάνθη που δραστηριοποιείται στον συγκεκριμένο τομέα, η οποία μας δίνει 50 κιλά αλεύρι κάθε μήνα, για να μπορούμε να κάνουμε διανομές. Και προχώρησε τόσο πολύ το πράγμα, φτάσαμε μέχρι 75 οικογένειες να επικουρούμε. Εμείς δεν θέλουμε να τον ανοίξουμε πάρα πολύ – που λέμε -τον τραχανά, έτσι; Τι εννοούμε; Δεν μοιράζουμε μία, δύο φορές το χρόνο δέματα και τελείωσε . Ξέρεις, οι περισσότεροι σύλλογοι – φορείς, Βενιαμίν, δίνουνε δέματα Χριστούγεννα και Πάσχα. Και έτσι νομίζουμε ότι τα στόματα μόνο Χριστούγεννα και Πάσχα τρώνε, έχουν ανάγκη να φάνε, και την υπόλοιπη χρονιά έχουν. Ήθελα, δηλαδή, όταν είναι να κάνουμε κάτι, να το κάνουμε σε σταθερή βάση. Και σιγά-σιγά το χτίσαμε αυτό. Τα έσοδά τους είναι πουλάμε λαχεία, έχουμε δωρεές, έχουμε τις συνδρομές των 10 € τον χρόνο – τίποτα, αλλά πιάνουν τόπο -, έχουμε μία μεγάλη χορηγία κάθε μήνα από την Σμύρδέξ Α.Ε. Από την εταιρεία, μας δίνει λεφτά, και έχουμε καταφέρει να υποστηρίζουμε για την ώρα 75 οικογένειες, αλλά όσο μπορούμε παραπάνω. Δηλαδή, η κάθε οικογένεια να σου πω ότι μπορεί να μας κοστίσει και 600 – 700 € κάθε χρόνο. Γιατί θα την βάλουμε πετρέλαιο ή θα την πάρουμε ξύλα - ανάλογα - ή πελλετ, ή θα πληρώσουμε το ρεύμα που χρησιμοποιούνε κάποιοι για θέρμανση, θα τους μοιράσουμε τρόφιμα, θα τους πάρουμε - αυτή την περίοδο, δεν ξέρω πότε θα παιχτεί αυτή η συνέντευξη -, αυτή την περίοδο πήραμε σχολικά στα παιδάκια. Και κοιτάμε βασικά οικογένειες που έχουνε παιδιά, έτσι; Αυτές υποστηρίζουμε, δεν υποστηρίζουμε… Έχει κι άλλους φορείς. Εμείς κοιτάμε κυρίως να… Που υποστηρίζουν διάφορους ανθρώπους. Εμείς κυρίως κοιτάμε να υποστηρίξουμε οικογένειες με παιδιά ή μονογονεϊκές οικογένειες, που λείπει ο ένας γονέας, συνήθως ο πατέρας, είτε λόγω θανάτου είτε λόγω χωρισμού.
Λοιπόν, τους πήραμε σχολικά, τους πήραμε παπούτσια. Γιατί τα παιδάκια, ξέρεις… Κι εμένα μου κάνει εντύπωση, μα κάθε χρόνο να παίρνουμε τα ίδια και τα ίδια παιδιά παπούτσια; Ναι, ένα γιατί μεγαλώνουνε, μεγαλώνουν τα ποδαράκια τους, και ένα γιατί όντως μέσα σε μία χρόνια ή και λιγότερο επειδή τα χρησιμοποιούνε πάρα πολύ τα… Εννοώ παπούτσια αθλητικά, φθείρονται. Άρα τα παιδιά θέλουν. Ή θα τους πάρουμε και φορμούλες. Και θυμάμαι μία φορά, προσπαθήσαμε μία φορά τότε που είχε κατασκηνώσεις και στείλαμε κάποια παιδάκια στις κατασκηνώσεις, αλλά για να μην αισθάνονται άσχημα τους πήραμε και πετσέτες, και σαγιονάρες, και αντηλιακό. Για να νιώθουν τα παιδιά… Να μην ξεχωρίζουν μαζί με τα άλλα τα παιδάκια εκεί που πάνε.
Τέλος πάντων. Φέτος, παρόλο την κρίση του κορονοϊού, προχωρήσαμε ένα βήμα παραπάνω. Κάναμε ειδικά… Ένα ξεχωριστό κτίριο νοικιάσαμε, η οποία λέγεται «Στέγη Αγάπης και Προσφοράς» και πλέον κάνουμε τακτικές διανομές κάθε δύο μήνες, κάθε ένα μήνα. Γιατί τώρα, σου είπα. Ένας προσφέρει 50 κιλά αλεύρι, ο άλλος μας δίνει κάθε μήνα σφολιάτες, αγοράζουμε κάποια εμείς, κοιτάμε τις τιμές από τα διάφορα μάρκετ και προσπαθούμε να κάνουμε διανομές. Ό,τι μπορούμε και να βοηθήσουμε αυτόν τον κόσμο. Είμαστε αυστηροί όσον αφορά την επιλογή. Γιατί πρέπει να είμαστε αυστηροί. Όπως εμείς ζητάμε από τον κόσμο και μας έχει εμπιστοσύνη, αυτοί οι δωρητές μας, πρέπει κι εμείς να είμαστε όσο το δυνατόν πιο οργανωμένοι όσον αφορά αν πιάνουν πραγμ
ατικά τόπο αυτά εκεί που τα…. Έχουμε κάνει φροντιστήρια στα παιδάκια. Έχουμε βοηθήσει γονείς που είναι άρρωστοι να πάνε να κάνουν εξετάσεις σε άλλες πόλεις - κυρίως στη Θεσσαλονίκη - με τα οδοιπορικά και τέτοια. Όπου μπορούμε να βοηθήσουμε, βοηθάμε. Αυτό που δεν κάναμε είναι να δώσουμε λεφτά στο χέρι.
Αυτό το είχα θέσει σαν όρο από την αρχή! Δεν ήθελα ποτέ και δεν θέλω ποτέ, δεν θα δώσουμε λεφτά στο χέρι. Θα πληρώσουμε δαπάνες - γιατί μην ξεχνάς ότι είμαστε και φορέας, έτσι; Πρέπει εμείς και να έχουμε και αντίστοιχα παραστατικά στα ταμεία μας. Λοιπόν, έξοδα μετακινήσεως; Θα πάνε να βάλουνε βενζίνη, θα κόψουνε την σχετική απόδειξη ή τιμολόγιο. Θα πάνε σε κάποιο γιατρό; Θα μου πεις τώρα δύσκολο και τα λοιπά. Θα ζητήσουμε, τουλάχιστον για το δικό μας το κομμάτι που τους πληρώνουμε, να εκδώσει απόδειξη για να έχουμε παραστατικό. Και δεν περνάνε λεφτά καθόλου μέσω… Στους ωφελούμενους. Ίσως να ξενίζει μερικούς αυτό το πράγμα, αλλά έτσι την είχα αυτή τη λογική από την αρχή, όπου μπλέκονται λεφτά γίνονται λίγο δύσκολα τα πράγματα. Δεν θα ήθελα να δώσω ούτε λεφτά, και φυσικά όταν δίνουμε και δωροεπιταγές από διάφορα μαγαζιά και μάρκετ είναι και συγκεκριμένα τι είδη θα αγοράσουνε. Δεν θα ήθελα επ’ ουδενί - όπως έχουν ακουστεί κατά καιρούς - να δίνω εγώ δωροεπιταγές, να πουλάω λαχεία, να κάνω τόσες δράσεις, να μας εμπιστεύεται ο κόσμος, και να πηγαίνουν αυτά τα λεφτά και να γίνονται βότκες, τσιγάρα και να μη φτάνουνε στα παιδιά. Δηλαδή, για τα παιδιά… Αντιλαμβάνεσαι τι λέω. Έτσι προσπαθούμε να το λειτουργήσουμε. Εντάξει, αυτά.
Είναι πολύ ανθρώπινη και πολύ όμορφη αυτή η δράση που κάνετε. Αλήθεια, συγχαρητήρια. Τώρα θα σας αλλάξω λίγο κλίμα. Ήθελα να ρωτήσω κλείνοντας το πώς επηρέασε ο κορονοϊός τις αιμοδοσίες, και τον εθελοντισμό γενικότερα.
Επηρέασε. Καταρχήν, έχουμε μείωση της προσέλευσης των αιμοδοτών. Είχαμε και μείωση προσέλευσης των αιμοδοτών τα χρόνια του μνημονίου. Απλώς… Μιλάω τώρα και για τοπικά, και για πανελλήνια. Απλώς επειδή εμείς είχαμε αναπτύξει όλα τα προηγούμενα χρόνια αρκετά την εθελοντική αιμοδοσία στην Ξάνθη - δηλαδή είχαμε κάνει περισσότερους αιμοδότες - δεν μας φάνηκε τόσο πολύ αυτή η απώλεια. Μπορέσαμε και καλύπταμε τις ανάγκες μας, πολύ σπανία θα κάνουμε εκκλήσεις δημόσιες, «πάτε να δώσετε αίμα γιατί έχει ανάγκη το νοσοκομείο μας, έχουν αδειάσει τα ψυγεία του» ή οτιδήποτε άλλο. Πολύ σπανία τα προηγούμενα χρόνια. Τον τελευταίο χρόνο - ιδίως αυτόν τον τελευταίο χρόνο, όχι από την αρχή του κορονοϊού πριν 19 μήνες, τον προηγούμενο Φεβρουάριο-Μάρτιο - δεν το κάναμε. Τον τελευταίο χρόνο το κάναμε, γιατί τυχαίνουν διάφορα περιστατικά. Και πολύ σπάνια θα κάναμε γιατί μπορεί να ήταν μια ειδική ομάδα, μπορεί να θέλαμε μηδέν αρνητικό. Θυμάμαι είχαμε τότε ένα κυνηγητικό ατύχημα, ο οποίος ο άνθρωπος χρειάστηκε 40 φιάλες αίμα. Εκεί έπρεπε να κάνουμε… Και να το κοινοποιήσουμε στον κόσμο, μπορούσαν να το καλύψουν τα μέλη του συλλόγου, αλλά και να το κοινοποιήσουμε για να ‘ρθει να βοηθήσει κι άλλος κόσμος που για διάφορους λόγους δεν έχει πάρει ποτέ την απόφαση να αιμοδοτήσει. Είναι γεγονός όμως ότι και απ’ τα χρόνια του μνημονίου είχαμε πτώσεις, αλλά και απορροφήσαμε εμείς τους κραδασμούς. Σε άλλες περιοχές της Ελλάδας δεν μπορούσαν να το κάνουν αυτό. Αυτό μας κράτησε και στον κορονοϊό, στην περίοδο του κορονοϊού. Επειδή έχουμε πάρα πολλούς αιμοδότες.
Γιατί τώρα τι τυχαίνει; Καταρχήν είναι όλο το ψυχολογικό που έχει επηρεάσει. Έχουν πέσει οι μονάδες αίματος και η προσέλευση του κόσμου, γιατί μέσα σε όλο τον πληθυσμό έχουν ασθενήσει και αρκετοί αιμοδότες μας. Ή είναι σε περιορισμό ή αυτοπεριορισμό γιατί είχανε περιστατικά στην οικογένειά τους. Άρα, μπορεί να ήταν η ημερομηνία τους να δώσουν αίμα, όμως δε δώσανε, ή το καθυστερήσανε, η περιμένανε την επόμενη αιμοδοσία. Γιατί όταν πηγαίνουμε δυο φορές το χρόνο στο χωριό τους και περιμένει ο άλλος στο χωριό, δεν θα έρθει ο άλλος ενδιάμεσα - για λόγους οικονομικούς - από το Δημάριο - λέω ένα παράδειγμα - που είναι 40 χιλιόμετρα πάνω να δώσει αίμα στο νοσοκομείο της Ξάνθης, εθελοντικά. Αν θα τύχει για δικό του άνθρωπο θα δώσει, αλλά εκείνο το «εθελοντικά», που παλιά το κάνανε, λόγω και της οικονομικής ανέχειας δεν το κάνουν. Άρα και οι αιμοδότες ασθενούσαν, και οι συγγενείς τους ήταν σε αυτοπεριορισμό. Άρα μειώθηκαν οι φιάλες. Είχαμε και το άλλο το ψυχολογικό, έτσι; Η γενική η ψυχολογία που λέει… Τι να κάνουμε, ο άλλος έκλεινε το μαγαζί του για μήνες. Θα έχει το μυαλό του να κάνει τον εθελοντισμό που έκανε παλιότερα; Δεν το κάνει! Και έχουμε και το φόβο που έχουν ακόμα οι αιμοδότες μας και δεν μπορούμε να το να τους το αποβάλουμε αυτό και τα λοιπά, και δεν κάνω κι εγώ προσπάθειες να το αποβάλλω - θα σου πω τι εννοώ. Δεν θέλουν να πάνε στο νοσοκομείο να δώσουν αίμα. Φοβούνται, και να μην φέρουν τον ιό εκεί, αλλά και να μην κολλήσουνε. Γιατί, να θυμίσω ότι και στο νοσοκομείο μας είχαμε κάποια στιγμή το πρώτο χρονικό διάστημα τρεις-τέσσερεις κλινικές που είχανε Covid. Άσχετα από που προέλθει, αν ήταν απ’ έξω ή αν ήταν εσωτερικά από μέσα και τα λοιπά, δεν παύει να ήταν… Αυτά κυκλοφορούσαν στο κόσμο. Άρα ο κόσμος επ’ ουδενί δεν ήθελε, δεν θέλει ακόμα, πολύ δυσκολεύεται να πάει στο νοσοκομείο να δώσει, ακόμα και για συγγενή του. Λέει: «Πες μου, μία εξωτερική αιμοληψία, να κάνω έξω».
Αυτό το καταφέραμε, να κάνουμε εξωτερικές αιμοληψίες, γιατί είχα πει στον διευθυντή της αιμοδοσίας ότι: «Κοίτα να σου πω, αν θέλεις να έχουμε αίματα για να μπορείτε να δουλέψετε… Ο κόσμος δεν έρχεται. Άρα θα πρέπει να πάμε εμείς στην πηγή . Για να πάμε στην πηγή, θα πρέπει να βγούμε έξω». Έτσι είχαμε καθιερώσει λοιπόν το κάθε Δευτέρα στο ΚΑΠΗ του Δήμου Ξάνθης και έδινε ο κόσμος αίμα. Μέχρι τέλη Ιουνίου. Πήγε καλά. Μας κράτησε. Δε μας σήκωσε, μας κράτησε την περίοδο που χρειαζόμασταν, γιατί και λόγω κορονοϊού μειώθηκαν βέβαια και οι ανάγκες. Μειώθηκαν οι ανάγκες από διάφορες εγχειρήσεις που μπορούσα να αναβληθούν. Αν κι εγώ νομίζω ότι όταν φτάσει κάποιος να κάνει εγχείρηση, δεν είναι για αναβολή. Ακόμα και καταρράκτη να θες να κανείς, δεν το πας μετά από έξι μήνες και ένα χρόνο και δύο χρόνια. Ο άνθρωπος έχει πρόβλημα, δεν βλέπει, επηρεάζει την ψυχολογία του, επηρεάζει στις κοινωνικές του συναναστροφές. Λέω ένα απλό παράδειγμα τώρα, έτσι; Δεν … Αφού πρέπει να κάνει εγχείρηση, πρέπει να κάνει εγχείρηση. Δεν είναι να καθυστερήσει. Όμως με τις αναβολές των εγχειρήσεων, είναι γεγονός ότι μειώθηκαν οι απαιτήσεις.
Όμως έχουμε και πάρα πολλά άτομα - που δεν το ξέρει ο κόσμος, όχι μόνο στην Ξάνθη, και πανελλαδικά - που μετάγγιζαν σταθερά κάθε μηνά. Και αυτά είναι τα παιδιά με μεσογειακή αναιμία, οι λεγόμενοι θαλασσαιμικοί. Είναι οι διάφοροι που έχουνε καρκίνο, λευχαιμία. Είναι κάποια αυτοάνοσα ή κάποιες ασθένειες του αίματος, ή ηλικιωμένοι που έχουνε διάφορες μορφές αναιμίας και καμιά φορά δε γίνονται με τα φάρμακα, πρέπει να μεταγγίζονται και μεταγγίζονται. Αυτές είναι σταθερές ανάγκες – απαιτήσεις. Και πρέπει να καλύπτονται! Έτυχε και αυτή την περίοδο να είχαμε, αν θυμάσαι, και κάποια τροχαία ή παράξενα ατυχήματα στην Ξάνθη που χρειάστηκαν αίματα, ή καμιά δύσκολη ομάδα αίματος όπως μηδέν αρνητικό ή κανένα άλλο αρνητικό, Α αρνητικό ή Β αρνητικό. Εάν κρατηθήκαμε πάντως, γιατί είχαμε πάρα πολλούς αιμοδότες στην Ξάνθη. Άλλες περιοχές υποφέρουνε. Αυτό που δεν μπορούμε όμως να κάνουμε πλέον είναι ότι μπορούσαμε και βοηθούσαμε όλα αυτά τα χρόνια, τα προηγούμενα χρόνια, και πολλές περιοχές της Ελλάδος. Δηλαδή, είχε ανάγκη η Αθήνα, οποιοσδήποτε μας ζητούσε αίμα - όχι κατ’ ανάγκη Ξανθιώτης που είχε συγγενείς εκτός Ξάνθης, αλλά όποιος έχει ανάγκη - και μπορούσαμε να τον βοηθήσουμε, αφού είχαμε τόση μεγάλη προσφορά αίματος, τον βοηθούσαμε, σε οποιοδήποτε σημείο της Ελλάδος. Αυτή τη δυνατότητα πλέον δεν την έχουμε. Εντάξει, δεν είμαστε τόσο - να μιλήσω στα αγγλικά τώρα – large. Πλέον όπως μπορούσαμε. Και εντάξει… Τέλος πάντων, το παλεύουμε βέβαια, έτσι;
Έχουμε ένα πρόβλημα τώρα αυτή την περίοδο, και με τις αναστολές του προσωπικού στο νοσοκομείο. Αυτό έχει επίπτωση και στην αιμοδοσία. Άσχετα αν λέει επίσημα το κράτος ότι θα αντικατασταθούν σύντομα οι νοσηλευτές, το προσωπικό δηλαδή, στα νοσοκομεία. Δεν είναι τόσο εύκολο. Δεν είναι τόσο εύκολο για όλες τις κλινικές και για όλες τις υπηρεσίες. Να πω ένα παράδειγμα. Δεν μπορεί η αιμοδοσία τώρα Ξάνθης, που της λείπουνε δύο άτομα, και έτσι επειδή της λείπουνε δύο άτομα λόγω αναστολής εργασίας... Δεν θέλουν οι άνθρωποι να εμβολιαστούνε. Όμως λείπουνε δύο χέρια από την αιμοδοσία. Δεν μπορούμε πλέον να κάνουμε εξωτερικές αιμοληψίες λόγω της έλλειψης προσωπικού. Ο κόσμος δεν θέλει να πάει να δώσει αίμα, συνεχίζει εκεί – έτσι; Και δεν μπορούν να αντικατασταθούν εύκολα τα δύο άτομα στην αιμοδοσία. Δεν παίρνεις δύο νοσηλευτές απ’ έξω. Ιδίως οι νοσηλευτές που είναι στην διεύθυνση αιμοδοσίας - σε κάποια διεύθυνση αιμοδοσίας - θέλουνε τουλάχιστον μία εξάμηνη εκπαίδευση. Γιατί άλλο να παίρνεις με μία σύριγγα μικρή αίμα για εξέταση όπως κάνουν σ’ ένα μικροβιολογικό εργαστήριο, κι άλλο να κάνεις φλεβοκέντηση. Η φλεβοκέντηση θέλει εκπαίδευση! Θέλει χρόνο μπροστά. Δεν παίρνεις απ’ έξω ένα νοσηλευτή με δίμηνη–τρίμηνη σύμβαση και να αρχίσει να σου κάνει... Μπορεί να το πετύχει ο άνθρωπος, στατιστικά όμως δεν θα το πετύχει με την πρώτη. Ναι, αλλά αν δεν το πετύχει με την πρώτη είτε με την δεύτερη δημιουργείται ένα άλλο θέμα. Χάνεται η εμπιστοσύνη του εθελοντή – εθελοντή! - αιμοδότη προς τον άνθρωπο αυτό. Αν του μελανιάσει μια φορά το χέρι, δύσκολα θα ξαναπάει σε αιμοδοσία. Δηλαδή, είναι καθαρά θέμα εμπιστοσ
ύνης, έτσι; Θα έλεγα κάπως έτσι απλά παραστατικά, νομίζω σου γέμισα το χρόνο της συνέντευξης σήμερα.
Σας ευχαριστώ πάρα μα πάρα πολύ για τη συνέντευξη.
Και στα είπα και πολύ συνοπτικά να ξέρεις! Και εγώ ευχαριστώ για την φιλοξενία, έτσι;
Καλησπέρα. Ονομάζομαι Παναγιώτης Τόλιας, ερευνητής για το Istorima. Βρισκόμαστε… Είναι ώρα 09:45, στις 29 Ιουνίου, βρισκόμαστε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας, πριν από τη βάρδια.
Μετά τη βάρδια! Ναι, είστε βραδινοί.
Είμαστε εικοσιτετράωρο. Επί εικοσιτετραώρου βάσεως.
Και ποια είναι η ιδιότητα σας;
Είμαι παθολόγος-επειγοντολόγος και είμαι διευθύντρια του Τμήματος Επειγόντων του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας.
Ωραία. Κυρία Παπαδάμου, θέλετε να μου πείτε… Ας το πιάσουμε από την παιδική ηλικία. Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την Ιατρική; Το σκεφτόσασταν;
Από την παιδική ηλικία δεν το σκεφτόμουν. Το όνειρο μου ήταν να γίνω δασκάλα. Γεννήθηκα στην Τασκένδη, είμαι παιδί πολιτικών προσφύγων. Οι γονείς μου μετά τον δεύτερο εμφύλιο εξαναγκάστηκαν να φύγουν στο εξωτερικό, στην πρώην Σοβιετική Ένωση και γεννήθηκα… Δηλαδή είμαι παιδί της προσφυγιάς. Δεν ήταν ποτέ το όνειρο μου να γίνω γιατρός. Μεγάλωσα… Μέχρι τα 13 ήμουνα στην Τασκένδη, και μετά την Μεταπολίτευση αρχίζει η επιστροφή των πολιτικών προσφύγων, οπότε επιστρέφουμε με τους γονείς μου εδώ. Εγώ συνεχίζω, έχω το όνειρο μου να σπουδάσω, να γίνω δασκάλα ή δημοσιογράφος. Αυτά ήταν τα δυο όνειρα. Δημοσιογραφία, οπότε μάλλον έχουμε μια χημεία προς αυτό το κομμάτι. Ερχόμενη στην Ελλάδα, γνώριζα ελάχιστα ελληνικά. Πηγαίνω κατευθείαν στην Έκτη Δημοτικού.
Ζω ένα bullying σαν παιδί προσφύγων, όπως ζούνε όλοι. Όπως βλέπεις αυτούς που βλέπεις τώρα, τα παιδιά των προσφύγων, των μεταναστών, των Αλβανών. Και με πιάνει ένα πείσμα… Ζούμε ένα bullying, γιατί είμαστε από αριστερή οικογένεια, από τους συγγενείς της μητέρας μου, και από πείσμα, φυσικά, τους αποδεικνύω ότι εγώ και θα σπουδάσω και θα γίνω και καλή· και θα αναγνωριστώ κάποια στιγμή. Δηλαδή ήταν ένα πείσμα για μένα. Και πραγματικά, στην Έκτη Δημοτικού, από πείσμα μαθαίνω μόνη μου τα ελληνικά. Αρχικά πηγαίνω στο Δημοτικό, δεν καταλαβαίνω τι μου λένε. Μαθαίνω σιγά σιγά τα ελληνικά, μαθαίνω τη γλώσσα, και στο Γυμνάσιο πλέον, αριστεύω σε όλες τις τάξεις και φυσικά παίρνω τη σημαία, γίνομαι σημαιοφόρος. Θα ήθελα να αναφέρω το γεγονός, ότι, παίρνοντας την σημαία, όταν ήμουν σημαιοφόρος, οι εποχές ήταν πάρα πολύ δύσκολες ακόμα, τώρα είναι πιο συγκεκαλλυμένες-. Θα πω ορισμένα πράγματα τα οποία έχουν πολιτικό πρόσημο. Παίρνοντας τη σημαία ως πρώτη μαθήτρια του Γυμνασίου, η γυμνασιάρχης τότε δέχεται πάλι ανώνυμα τηλεφωνήματα, ότι: «Στην κόρη του κομμουνιστή δεν μπορείτε να δίνετε την σημαία». Και φυσικά η γυμνασιάρχης τότε απαντάει: «Δεν ξέρω αν είναι κόρη του κομμουνιστή, αν είναι κόρη Νεοδημοκράτη, ξέρω ότι ο πατέρας της ήταν ο πρώτος που σήκωσε τη σημαία στο βουνό, όταν μπήκαν οι Γερμανοί».
Και κάπως έτσι συνεχίζω εγώ να έχω το όνειρο μου. Οι εποχές είναι δύσκολες. Να ζω το όνειρο μου, ότι θέλω να γίνω δημοσιογράφος. Λεφτά δεν υπάρχουν στην οικογένεια, παιδί πολιτικών προσφύγων, η οποία Εθνική Αντίσταση δεν έχει αναγνωριστεί μέχρι τότε. Ζούσαμε πάρα πολύ φτωχά. Οι συγγενείς μου είχαν κόψει το ρεύμα και θυμάμαι ότι διάβαζα με λάμπα πετρελαίου. Υπήρχε ένας πόλεμος από τους συγγενείς των γονιών μου. Όμως έπρεπε να σπουδάσω. Φυσικά δεν υπήρχαν χρήματα. Τότε το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, αναγνωρίζοντας την προσφορά των γονιών μου, προσφέρει κομματική υποτροφία. Οι κομματικές υποτροφίες εκείνα τα χρόνια ήταν σε συνεργασία με τις χώρες του ανατολικού μπλοκ –δεν μου αρέσει αυτή η έκφραση, αλλά ας το πούμε έτσι– και τα παιδιά της Εθνικής Αντίστασης ή οι οργανωμένοι στην ΚΝΕ, αυτοί που είχαν και σοβαρές σπουδές στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο, έπαιρναν την κομματική υποτροφία και σπούδαζαν σε αυτές τις χώρες. Εμένα, επειδή ήμουν η πρώτη μαθήτρια, είχα δηλώσει τότε ως πρώτο ότι θέλω να πάω δημοσιογραφία και να σπουδάσω στη σχολή της Μόσχας, την αναγνωρισμένη σχολή τότε, το Λομονόσοφ, ως δημοσιογράφος, με όνειρο να πάω στην Κούβα και στην Νικαράγουα, να μαζεύω καφέ και να παίρνω συνεντεύξεις. Οι Ρώσοι, όμως, βλέποντας τους βαθμούς μου, θεωρούσαν ότι έπρεπε να σπουδάσω Ιατρική. Δηλαδή η Ιατρική δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό μου.
Έπρεπε να σπουδάσω. Ήμουν η μόνη από όλους τους κομματικούς υποτρόφους που θεωρούσαν ότι μπορούσα να πάρω την υποτροφία για την Ιατρική. Όταν το άκουσα αυτό, όταν μου το είπαν στην Κεντρική Επιτροπή ότι: «Θα πας να σπουδάσεις Ιατρική», πραγματικά μου ήρθε… Έπεσα από τα σύννεφα. Λέω: «Εγώ γιατρός; Με τίποτα. Με τίποτα!». Ήμουν πολύ καλή στις θετικές επιστήμες, αλλά το όνειρο μου ήταν άλλο. Με κλάματα φεύγω για την Μόσχα, φεύγουμε με το αεροπλάνο. Με κλάματα και λέω ότι: «Δεν θα τα καταφέρω, θα φύγω ή θα προσπαθήσω να αλλάξω». Τελικά μπαίνω στην Ιατρική, αρχίζει και μου αρέσει αυτό που βλέπω στις σπουδές μου και λέω: «Θα το δοκιμάσω». Ζω στο Λένινγκραντ, στο πρώην Λένινγκραντ, στη νυν Πετρούπολη –εγώ ακόμη το λέω Λένινγκραντ–, από το 1983 μέχρι το 1989. Οπότε, όλη η Περεστρόικα, όλες αυτές τις αλλαγές τις ζήσαμε στο πετσί μας. Εδώ μάλλον θα έχουμε ερωτήσεις, έτσι δεν είναι;
Θέλω να μου πείτε για αυτές τις αλλαγές.
Αυτές οι αλλαγές πραγματικά ήταν τεράστιες. Ούτε οι ντόπιοι το κατάλαβαν ούτε εμείς μπορούσαμε να το αντιληφθούμε έγκαιρα. Ό,τι μαθαίναμε, υπήρχε η «Πράβντα», η οποία έβγαζε ότι έρχεται η ανασυγκρότηση. Το διαβάζαμε αλλά δεν το καταλαβαίναμε. Υπήρχε μια επιφύλαξη, τότε, από τον Τύπο που βλέπαμε από την Ελλάδα. Δεν φάνηκε να υποστηρίζονται από τον λαό, από τους Ρώσους. Ήταν πολύ βίαιες αλλαγές. Υπήρχε μια πολύ καλή θεωρία, η οποία, όμως, τελικά αποδείχτηκε εκ των πραγμάτων ότι μάλλον ήταν μια φούσκα. Και στην ουσία όλα ήταν ανατροπή του σοσιαλισμού. Ο σοσιαλισμός έκανε λάθη. Το ζήσαμε κι εμείς. Δηλαδή όταν πήγαμε, εγώ να σας δώσω το παράδειγμα, όταν φτάσαμε στη Μόσχα και φτάσαμε μετά στο Λένινγκραντ, ανεβαίναμε στο τραμ και βλέπαμε πεσμένα σκαλιά και όλα αυτά και λέγαμε: «Παιδιά τι πράγματα είναι αυτά; Δηλαδή μια χώρα η οποία τόσο πλούσια και με τέτοια ευημερία, κανονικά δεν μπορεί να έχει τέτοιο επίπεδο διαβίωσης». Και μας απαντούσαν οι Ρώσοι τότε, οι καθηγητές μας: «Τι βλέπετε εδώ; Μην κοιτάζετε αυτά, οι Ρώσοι έχουν φτάσει στο φεγγάρι». Και τους απαντούσα, λέω: «Έχουν φτάσει στο φεγγάρι, αλλά για τον λαό τους τι θα κάνουνε;». Δηλαδή πρέπει να φτάσεις στο φεγγάρι, [Δ.Α.] ο λαός. Έρχεται η Περεστρόικα, έρχεται ο Γκορμπατσώφ, είμαστε πάρα πολύ επιφυλακτικοί στο ό,τι ζούμε. Για εμάς όλους, τους κομματικούς υποτρόφους, υπήρχε ένα μεγάλο μούδιασμα. Πραγματικά υπήρχε μεγάλο μούδιασμα. Εγώ προσωπικά ήμουνα πάρα πολύ επιφυλακτική με όλο αυτό που έζησα. Έφυγα το ‘90 από εκεί, όταν πλέον, όμως, αρχίζει η ανατροπή του καθεστώτος, και φυσικά ζω και την εποχή που είναι το Τσερνόμπιλ. Το οποίο δεν το μαθαίνουμε, ήταν επί Γκορμπατσώφ αυτό, δεν το μαθαίνουμε, και ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο, δεν είχαμε προσωπικό τηλέφωνο, θυμάμαι, στην εστία που μέναμε. Χτυπάει το τηλέφωνο, με καλούν στην εστία και μαθαίνω από τους γονείς μου ότι πραγματικά υπάρχει μια έκρηξη στο Τσερνόμπιλ και αν να είμαστε καλά.
Θέλετε να μου πείτε… Θα ξαναγυρίσουμε στην παιδική ηλικία, θέλω να μου πείτε για το περιστατικό του Τσερνόμπιλ. Πότε το μάθατε;
Το μάθαμε την επόμενη μέρα. Εμείς. Δεν το μάθαμε εμείς.
Θέλω να γυρίσουμε σε εκείνη τη στιγμή. Δηλαδή, εσείς προφανώς και ως γιατρός και με τις επιστήμες που ασχοληθήκατε, καταλαβαίνατε περί τίνος πρόκειται, όταν καταλάβατε τι είναι αυτό το πράγμα.
Εμένα αυτό που με ρώτησαν οι γονείς μου, αν είμαστε καλά. Το μάθαμε από την Ελλάδα. Δεν το μάθαμε από τα μέσα. Φυσικά δεν υπήρχε και το Internet εκείνα τα χρόνια, τα μέσα δεν το βγάζανε. Εγώ, να σας πω, από μικρή, επειδή μάλλον πέρασα πάρα πολύ δύσκολα χρόνια, δεν τρομάζω γενικώς. Λέω: «Μπαμπά, μην ανησυχείς, μια χαρά είμαστε». Εγώ δεν τρόμαξα καθόλου. Κάποιοι συνάδελφοι μου τρόμαξαν, φοβηθήκανε, εμένα δεν με τρομοκράτησε. Θα το δείτε και στην πορεία που θα σας πω, γενικώς δεν τρομάζω εύκολα με αυτά. Δεν με τρομάζουν αυτά! Λέω: «Θα τα καταφέρω!». Την έκταση του ατυχήματος, φυσικά την αντιληφθήκαμε μετά. Το αντιληφθήκαμε μετά, όταν ακόμα και οι κομματικοί υπότροφοι έφυγαν, δόθηκε εντολή να φύγουν από τις περιοχές του Κιέβου, της Ουκρανίας, να γυρίσουν πίσω στην Ελλάδα. Υπήρχε κίνδυνος. Όντως υπήρχε κίνδυνος. Εμάς δεν μας άγγιξε εκεί ιδιαίτερα.
Αλλά εμένα προσωπικά, πραγματικά ήταν ένα σύμβαμα που ήταν κάπου παραδίπλα. Εμένα προσωπικά δεν με απασχόλησε. Ουδεμία στιγμή φοβήθηκα.
Μπορούμε να γυρίσουμε λίγο πίσω; Θέλω-.
Να σας πω λίγο κάτι. Αυτό που έζησα με την Περεστρόικα, αυτό που λέγατε. Ότι ξαφνικά –το ‘87 ήρθε η Περεστρόικα; Τώρα δεν μπορώ να το συγκρατήσω, να το θυμηθώ–, ξαφνικά αρχίζει και αλλάζουν τα πράγματα. Μπαίνει η ελεύθερη αγορά στην πόλη. Σχηματίζονται τεράστιες ουρές –το θυμάμαι αυτό– στα McDonalds, όλα αυτά, ξαφνικά όλοι ήθελαν να δοκιμάσουν αυτό το πρωτόγνωρο. Εμένα μου ήταν πάρα πολύ περίεργο αυτό που ζούσα. Λέω: «Τόση καταπίεση πια;» Η οποία ήτανε, νομίζω, λίγο τεχνητή η καταπίεση που ζούμε εμείς. Και ξαφνικά αρχίζει και
οργιάζει η μαύρη αγορά. Η μαύρη αγορά άρχισε να οργιάζει. Ήταν τρομερό αυτό που ζούσα.
Ωραία. Θέλω να πάμε λίγο πίσω και να μου περιγράψετε περιστατικά που θυμάστε από το σχολείο. Φαντάζομαι ότι οι ‘Έλληνες εδώ πέρα σας αντιμετώπιζαν σαν Ρώσους όταν ήρθατε, σαν ξένους.
Θέλω να μου περιγράψετε περιστατικά από το σχολείο, από γειτονιά, από ανθρώπους, γιατί και οι γονείς σας ήταν δακτυλοδεικτούμενοι τότε.
Κοιτάξτε, ήταν δακτυλοδεικτούμενοι. Θυμάμαι ότι πηγαίναμε και μας παρακολουθούσαν. Ο πατέρας μου αμέσως εντάχθηκε στις γραμμές του ΚΚΕ και ήταν οργανωμένος στέλεχος, ήταν υποψήφιος βουλευτής του ΚΚΕ. Θυμάμαι ότι, όπου και να πηγαίναμε με τους γονείς μου, θυμάμαι παίρναμε το τρένο τότε, αυτά τα γνωστά ιταλικά τρένα για να πάμε στο Βόλο, για κάποιες δουλειές που είχαν οι γονείς μου, με τα χαρτιά του επαναπατρισμού, μας παρακολουθούσαν οι γονείς, γιατί θεωρούσαν οι συγγενείς μου και κάποια άλλοι συγχωριανοί μου, ότι ήταν αυτό. Υπήρχε αυτή η σκηνή, ακόμα το θυμάμαι, ότι οι γονείς μου είχαν έρθει, ήταν τότε που λέγαν ότι δήθεν και καλά ότι οι Άγγλοι είχαν ρίξει λίρες, και θεωρούσαν ότι κάπου πηγαίνουμε για να ανοίξουμε τους σάκους με τις λίρες. Ήταν πάρα πολύ αστεία αυτή η σκηνή. Θυμάμαι ακόμα μια σκήνη. Καλά, ότι το «Ρωσάκι», η «Ρωσίδα», και χίλια δυο, τα κατάπινα αυτά. Δεν τους απαντούσα. Ποτέ δεν απαντούσα. Γενικά η άποψη μου είναι δεν πρέπει να απαντάς σε αυτές τις περιπτώσεις, πρέπει να αποδεικνύεις. Αυτό ήτανε… Αυτό το πήρα από την οικογένεια μου. Θυμάμαι ότι ο πατέρας μου ήταν υποψήφιος βουλευτής του ΚΚΕ, και τότε ήταν νομίζω το ‘80, ’81, απλά για να συμπληρώσει τη λίστα. Και θυμάμαι το ξέραμε ότι δεν θα βγει. Όλη η γειτονιά είχε βγει την επόμενη μέρα και χτυπούσε κατσαρόλες, για να τον χλευάσει που δεν βγήκε. Καταλαβαίνετε ότι όλα αυτά, για ένα παιδί το οποίο μεγαλώνει έτσι και σε χλευάζουν για οτιδήποτε, δεν είναι εύκολο. Θεωρώ ότι αυτά τα παιδιά ή βγαίνουν πολύ καλά –δεν ξέρω αν βγήκα καλή ή όχι– ή θα βγουν πολύ καλά ή θα βγουν πολύ κακά. Δηλαδή θα βγάλουν πάρα πολλά απωθημένα στη συνέχεια και εκδικητική μανία.
Πάντως είναι πολύ ωραίο αυτό το μότο που είπατε. Απέναντι στο bullying, απέναντι σε έναν άνθρωπο όπου δέχεται υποτίμηση-.
Αυτό που είπατε με το πείσμα σας, που λέτε ότι: «Δεν πρέπει να απαντάς, πρέπει να αποδεικνύεις».
Πρέπει να αποδεικνύεις. Εγώ το έζησα και στην πορεία μετά.
Νομίζω ότι είναι στάση ζωής αυτό το πράγμα.
Αυτό είναι στάση ζωής. Πρέπει να αποδεικνύεις. Δεν έχεις να πεις τίποτα εκείνη την ώρα. Δεν χρειάζεται να απαντάς. Όχι, φυσικά, να τρως σφαλιάρες, δεν απαντάς, απλά προχωράς. Εγώ θα σου αποδείξω τι είμαι. Εσύ από εκεί και πέρα, ό,τι νομίζεις. Θυμάμαι ότι διάβαζα τότε στην παιδική μου ηλικία, διάβαζα συνέχεια, διάβαζα, διάβαζα, διάβαζα, για τα μαθήματα, για οτιδήποτε, και θυμάμαι ότι οι συγγενείς μου μαζευόντουσαν κάτω στην… Δηλαδή έκαναν πάρα πολλή φασαρία στην αυλή του σπιτιού για να μην μπορέσω να διαβάσω. Και τελικά οι ξαδέρφες μου όλες έμεναν αγράμματες, αγράμματες με την έννοια ότι κατάφεραν μόνον να τελειώσουν το Λύκειο, και τελικά τα κατάφερα εγώ. Με τα λίγα ελληνικά, χωρίς καθόλου χρήματα, με ένα διάβασμα, γιατί μου κόβαν και το ρεύμα, ήταν συνδεδεμένο και το κόβανε συνεχώς. Δηλαδή, άμα θέλεις, τα καταφέρνεις. Με πολλές δυσκολίες βέβαια, έτσι; Και το θέμα είναι να μην βγάλεις την εκδίκηση σου. Αυτό είναι το βασικό. Η ζωή προχωράει, εσύ προχωράς κι αφήνεις πίσω. Τους διαγράφεις. Αυτούς τους ανθρώπους απλά τους διαγράφεις. Και το λέω ακόμα, θα το πω λίγο, θα πάω λίγο πιο μπροστά, εγώ τους συγγενείς μου μια καλημέρα το λέω. Αν θα ζητήσουν βοήθεια, εγώ θα την προσφέρω, από κει και πέρα τους το έχω πει, τους συγγενείς δεν τους διαλέγεις. Απλά τους ανέχεσαι.
Θέλετε να μου πείτε, από την περίοδο που σπουδάζατε-.
Στο Λένινγκραντ. Ποια ήταν… Βασικά δεν ξέρετε τις διαφορές, αλλά, εννοώ, σε σχέση με τους εδώ γιατρούς, με πράγματα που ακούτε από τις σχολές που έχουν μεγαλώσει πλέον σε καπιταλιστικό περιβάλλον. Θέλω να πω: ποια είναι, τι θυμάστε σαν φιλοσοφία των καθηγητών σας; Γιατί μεγαλώσατε σε ένα σοσιαλιστικό περιβάλλον.
Να σας πω τι γίνεται. Ναι, μεγαλώσαμε σε ένα σοσιαλιστικό περιβάλλον στην ουσία και εκπαιδευτήκαμε σε αυτό που λέμε… Γενικώς, η σχέση με τους καθηγητές ήταν πολύ απρόσωπη. Πάρα πολύ απρόσωπη. Δηλαδή, ήταν άλλο το όνειρο μου. Ότι εμάς θα μας αγκαλιάσουν, επειδή ήμασταν κομματικοί υπότροφοι και όλα αυτά. Ήταν απρόσωποι. Δεν μας συμπεριφέρθηκαν ποτέ σαν ξένους. Ποτέ, μα ποτέ! Αλλά ήταν απρόσωπη η σχέση. Δεν υπήρχε αυτή η χημεία, να τον πλησιάσεις. «Ξέρετε εγώ, είμαι παιδί των τέτοιων, ήρθα εδώ γιατί σας θαυμάζω, γιατί θαυμάζω αυτήν την χώρα, την πρώτη χώρα του κομμουνισμού». Δεν τους ένοιαζε. Ήταν ακριβώς η ίδια συμπεριφορά. Είτε απέναντι στους Ρώσους, είτε απέναντι στους ξένους. Εμείς σπουδάζαμε με Κουβανούς, με Τούρκους, με παιδιά της Νικαράγουας. Μεταξύ μας είχαμε καλές σχέσεις. Δηλαδή εμείς, αυτή η ομάδα ήταν: Τούρκοι, Νικαράγουα, Κουβανοί, είχαμε πάρα πολύ καλές σχέσεις.
Οπότε ήταν καθαρά επιστημονικό.
Ναι, ήταν πολύ επιστημονικό. Ήταν πάρα πολύ επιστημονικό. Ήταν πάρα πολύ απαιτητική σχολή, δηλαδή δεν είχα δικαίωμα, παρ’ ότι είχα κομματική υποτροφία, γιατί στην ουσία μας πλήρωναν οι Ρώσοι, οι Ρώσοι μας πλήρωναν, ήταν, όμως, πάρα πολύ επαγγελματικοί και δεν είχαμε δικαίωμα, αν έδινες δυο φορές ένα μάθημα, την τρίτη φορά επέστρεφες στην Ελλάδα. Δηλαδή, αν την τρίτη φορά δεν τέτοιο, σου κοβόταν η υποτροφία. Ήταν πάρα πολύ αυστηροί!
Το ερώτημα μου είναι, επειδή σας έχω δει πως δουλεύετε, δηλαδή η ενσυναίσθηση μαθαίνεται; Το να είσαι δίπλα στον ασθενή. Γιατί σε ένα περιβάλλον ανταγωνιστικό, σε ένα περιβάλλον όπου τώρα ο κάθε ένας μπορεί να σκέφτεται να γίνει γιατρός για να τα αρπάξει ή σου λέει: «Εγώ θα γίνω γιατρός για…».
Ναι, ναι, ναι! Και δυστυχώς το βλέπω αυτό.