text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
Αριθμός 398/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Μ.-Β. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Καραγιάννη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 128/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.
Το Τριμελές Εφετείο Ευβοίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Απριλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 876/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στη άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στη εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος, που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο, για συνδρομή στο πρόσωπο του, της ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ.1 του ίδιου άρθρου στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 ιδίου κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ, θεωρούνται μεταξύ άλλων, κατά το υπό στοιχείο β αυτού, το ότι ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου, στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης.
II. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 128/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ευβοίας και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος, κρίθηκε ένοχος της αξιοποίνου πράξεως μεταφοράς λαθρομεταναστών, με το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης και καταδικάστηκε, σε ποινή φυλάκισης 95 μηνών που μετατράπηκε προς 5 Ευρώ ημερησίως. Ο συνήγορος του, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, προέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικώς, μεταξύ άλλων και τον αυτοτελή ισχυρισμό, περί συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 εδ. β του ΠΚ επικαλούμενος για τη θεμελίωση του τα εξής: "Ο κατηγορούμενος από τη στιγμή της σύλληψης του έχει ομολογήσει την πράξη του και επικαλέσθηκε ότι προέβη σε αυτήν από τρομακτική πίεση που ασκείτο σε βάρος του εκ του γεγονότος ότι εκείνη ακριβώς την περίοδο, είχε εκδηλωθεί το πρώτον σε βάρος της νύφης του Σ. Μ., η πάθηση της χρονίσασας (μετέπειτα) νεφρικής ανεπάρκειας λόγω σπειραματονεφρίτιδας, πάθηση για την οποία ακόμα και τώρα, υποβάλλεται σε αιμοκάθαρση, όπως προκύπτει από την από 10-1-2011 ιατρική βεβαίωση του Νεφρολογικού Κέντρου "ΦΡΟΝΤΙΣ" και χρειαζόταν επειγόντως χρηματικό ποσό αντιμετώπισης της κατάστασης με παράλληλη μετάβαση της στην Γαλλία για εγχείρηση, το οποίο δεν είχε και είχε υποπέσει σε απελπισία εκ του γεγονότος αυτού". Το δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε τον άνω αυτοτελή ισχυρισμό του, με την αιτιολογία ότι "η πάθηση του ως άνω συγγενικού του προσώπου, και η ανάγκη πορισμού χρημάτων δεν μπορεί να ενταχθεί στην έννοια των μη ταπεινών αιτίων". Με αυτά που δέχθηκε το ανωτέρω Δικαστήριο και απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του, για μη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β του ΠΚ, διέλαβε στην απόφαση του την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Τούτο διότι, αιτιολογείται η κρίση του Δικαστηρίου, ότι η πάθηση του συγγενικού προσώπου του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου και η ανάγκη πορισμού χρημάτων δε μπορεί να ενταχθεί στην έννοια των μη ταπεινών αιτίων, η στοιχειοθέτηση των οποίων απαιτεί μεγάλη ένδεια που να δικαιολογεί την ώθηση στη διάπραξη του ιδιαίτερα βαρύτατου εγκλήματος της μεταφοράς λαθρομεταναστών. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, περί συνδρομής της πιο πάνω ελαφρυντικής περιστάσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και την απόρριψη του μοναδικού πιο πάνω λόγου αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.
Απορρίπτει την από 17-4-2012 αίτηση του Δ. Μ.- Β. του Β., κατοίκου ... και ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 128/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Εύβοιας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως. Επίκληση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ελαφρυντικού των μη ταπεινών αιτίων. Επάρκεια αιτιολογίας για την απόρριψη του ισχυρισμού. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αλλοδαπού παράνομη μεταφορά
|
Αλλοδαπού παράνομη μεταφορά.
| 0
|
Αριθμός 397/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Ά. Ν. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπόμπο, 2) Δ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασίλειο Παπαγεωργίου και Πολυχρόνη Τσιρίδη, 3) Ε. Κ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Συκούτρη και 4) Χ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαλάμπρο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 34/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις αιτήσεις - δηλώσεις αναιρέσεως με χρονολογίες, από 19 Απριλίου 2012 της Ά. Ν. του Ν., από 19 Απριλίου 2012 του Δ. Δ. του Ι., από 12 Απριλίου 2012 του Ε. Κ. του Β., από 23 Απριλίου 2012 του Χ. Κ. του Α. και τους πρόσθετους λόγους, από 12 Δεκεμβρίου 2012 του Δ. Δ. και από 21 Δεκεμβρίου 2012 του Χ. Κ., τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 608/2012.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Αρείου Πάγου: α) η από 19-4-2012 αίτηση αναιρέσεως της Ά. Ν. του Ν., β) η από 19-4-2012 αίτηση αναιρέσεως του Δ. Δ. του Ι., και οι από 12-12-2012 με ίδιο δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι του ιδίου, γ) η από 12-4-2012 αίτηση αναιρέσεως του Ε. Κ. του Β., και δ) η από 23-4-2012 αίτηση αναιρέσεως του Χ. Κ. του Α. και οι από 21-12-2012 με ίδιο δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι του ιδίου, στρεφόμενες κατά της υπ' αριθμό 34/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου, των οποίων οι λόγοι είναι ταυτόσημοι και πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της συνάφειας τους, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης. Είναι δε παραδεκτές, αφού περιέχουν λόγους αναιρέσεως του άρθρου 510 Κ.Π.Δ, και έχουν ασκηθεί εμπροθέσμως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του Π Κ, ορίζεται ότι "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο ή με διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας, β) πρόθεση του δράστη, δηλαδή δόλος που περιέχει τη θέληση παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο τον δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλον, χωρίς να απαιτείται και η πραγμάτωση του εν λόγω σκοπού. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνον η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξη του, αφού ο όρος με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον λογικά σημαίνει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτων (αντικειμενικό στοιχείο) και επί πλέον ότι η βούληση του δράστη με την παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων κατευθύνεται στην απόκτηση του οφέλους ή στην πρόκληση της βλάβης (υποκειμενικό στοιχείο). Έτσι, μεταξύ της πράξεως και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει μια τέτοια αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι πρόσφορος περιποιήσεως του σκοπουμένου οφέλους ή της σκοπούμενης βλάβης, πράγμα που συμβαίνει όταν το σκοπούμενο όφελος ή η βλάβη δε μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ, το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ, εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 34/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, οι τέσσερις αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι-υπάλληλοι, κηρύχθηκαν ένοχοι σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της παράβασης καθήκοντος, τελεσθείσα από κοινού και κατ' εξακολούθηση και καταδικάστηκαν σε ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών ο καθένας, ανασταλείσα επί τριετία. Επί πλέον δε το άνω Εφετείο καταδίκασε την αναιρεσείουσα Ά. Ν. και για ηθική αυτουργία σε υποβολή ψευδούς Υπεύθυνης Δήλωσης, επιβάλλοντας για την πράξη αυτή ποινή φυλακίσεως δύο μηνών, για την οποία (πράξη), έχει χωρήσει υφ' όρον παραγραφεί, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 του Ν. 4043/2012. Το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως, στο αιτιολογικό του, ότι από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατά είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην Ερμούπολη της Σύρου οι κατηγορούμενοι Κ. Χ., με την ιδιότητα του Περιφερειάρχη Γ.Γ. Περιφέρειας Ν. Αιγαίου, Κ. Ε. με την ιδιότητα του προέδρου της τριμελούς επιτροπής προσλήψεων, Ν. Ά., με την ιδιότητα του μέλους της τριμελούς επιτροπής προσλήψεων και Δ. Δ., με την ιδιότητα του μέλους της τριμελούς επιτροπής προσλήψεων, ενώ ήταν υπάλληλοι, με πρόθεση παρέβησαν τα καθήκοντα της υπηρεσίας τους, με σκοπό να προσπορίσουν παράνομο όφελος σε τρίτα πρόσωπα και ταυτόχρονα να βλάψουν με την παράβαση αυτήν κάποιον άλλο και το Κράτος και δια αυτού του τρόπου του "έννομου αγαθού της λειτουργίας των δημόσιων υπηρεσιών προς το συμφέρον της Πολιτεία: Συγκεκριμένα, δυνάμει του νόμου 3250/2004 ορίστηκε η πρόσληψη προσωπικού μερικής απασχόλησης. Στον νόμο αυτό σε συνδυασμό με την με αριθμό οικ. 52769/2004 Υπουργική Απόφαση, που καθοριζόταν ο τρόπος και η διαδικασία πρόσληψης προσωπικού μερικής απασχόλησης, ορίζονταν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Το Δημόσιο, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (εφεξής θα αναφέρονται ως "φορείς πρόσληψης") διενεργούν τις διαδικασίες πρόσληψης προσωπικού μερικής απασχόλησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του προαναφερόμενου νόμου και τα οριζόμενα στην παρούσα απόφαση ως εξής: 1. Για την πρόσληψη του προσωπικού ο φορέας πρόσληψης εκδίδει ανακοίνωση στην οποία αναφέρονται υποχρεωτικά: α) Ο αριθμός της εγκριτικής απόφασης της επιτροπής της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν. 3250/2004, β) Ο αριθμός των ατόμων που θα προσληφθούν, σε θέσεις μερικής απασχόλησης, οι τομείς υπηρεσιών, καθώς και οι υπηρεσίες, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3250/2004, στις οποίες θα απασχοληθούν, γ) Οι κατηγορίες κοινωνικών ομάδων και τα κριτήρια επιλογής, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του άρθρου 4 του Ν. 3250/2004, δ) Η υπηρεσία στην οποία θα υποβληθούν οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων, ε) Η προθεσμία μέσα στην οποία θα υποβληθούν οι αιτήσεις και στ) Τα γενικά προσόντα πρόσληψης, όπως αυτά ορίζονται από την κείμενη νομοθεσία για το προσωπικό Ιδιωτικού Δικαίου Ορισμένου Χρόνου (Ι.Δ.Ο.Χ.), ζ) Τα πιστοποιητικά ή τα δικαιολογητικά με τα οποία αποδεικνύονται οι ιδιότητες και οι προϋποθέσεις πρόσληψης, βάσει των οποίων οι υποψήφιοι θα υποβάλλουν την αίτηση - υπεύθυνη δήλωση για πρόσληψη. Η προθεσμία υποβολής αιτήσεων αρχίζει από την επομένη της τελευταίας δημοσίευσης της σχετικής περίληψης στον τύπο και δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δέκα (10) ημερών. Οι υποψήφιοι αρχικά υποβάλλουν μόνο αίτηση συμμετοχής-υπεύθυνη δήλωση και φωτοαντίγραφο των δύο όψεων του Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας (ΔΑΤ). Η αίτηση συμμετοχής θα πρέπει απαραιτήτως, για την διευκόλυνση των υποψηφίων και της Επιτροπής Επιλογής, του κεφαλαίου Δ. της παρούσας, να συμπεριλαμβάνει προς συμπλήρωση, τα ακόλουθα στοιχεία: 1) Αναλυτικά τις κοινωνικές ομάδες του άρθρου 4 του Ν. 3250/2004, που είναι: α) Άνεργοι άνω των 30 ετών, που έχουν εξαντλήσει το χρόνο τακτικής επιδότησης και παραμένουν εγγεγραμμένοι στα Μητρώα του ΟΑΕΔ., τουλάχιστον έξι μήνες μετά τη λήξη της, β) Άνεργοι εγγεγραμμένοι στα Μητρώα του ΟΑΕΔ που βρίσκονται στην τελευταία πενταετία πριν από την συνταξιοδότηση τους, γ) Άνεργοι μέχρι 30 ετών, εγγεγραμμένοι στα Μητρώα του ΟΑΕΔ, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 18 μηνών, δ) Μητέρες ανήλικων τέκνων, ε) Άτομα με ποσοστό αναπηρίας 50% και άνω, στ) Πολύτεκνοι και τέκνα πολυτέκνων. 2) Τις περιπτώσεις εμπειρίας, μεγαλύτερης του έτους, σε προγράμματα και δράσεις υπηρεσιών κοινωνικού χαρακτήρα (για όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις κοινωνικών ομάδων). 3) Την περίπτωση που οι υποψήφιοι είναι άνεργοι συνεπεία ομαδικών απολύσεων, κατά τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για τις περιπτώσεις των κοινωνικών ομάδων α δ, 4) Τη χρονική διάρκεια συνεχιζόμενης εγγεγραμμένης ανεργίας των υποψηφίων. 5) Τον υπολειπόμενο για την συνταξιοδότηση τους χρόνο. 6) Τον αριθμό των τέκνων και ανήλικων τέκνων. 7) Το ποσοστό αναπηρίας. 8) Το φύλο των υποψηφίων. 3) Ο φορέας πρόσληψης παραλαμβάνει τις αιτήσεις και το επισυναπτόμενο σε αυτές φωτοαντίγραφο του Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας και τις πρωτοκολλεί αυθημερόν. 4) Τα δικαιολογητικά που ορίζονται στη συνέχεια στην παρούσα, υποβάλλονται μόνο από τους υποψηφίους που περιλαμβάνονται στον πίνακα κατάταξης ανά κοινωνική ομάδα, έως τον αριθμό των προς κάλυψη θέσεων, καθώς και από αυτούς που πρόκειται να καλύψουν κενές θέσεις κατά τα οριζόμενα ακολούθως, στα κεφάλαια Ε. και ΣΤ. της παρούσας. 5) Η αίτηση υπέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 (ΦΕΚ 75 Α' ) και η ανακρίβεια των δηλούμενων στοιχείων επισύρει τις προβλεπόμενες ποινικές κυρώσεις. 6) Ο υποψήφιος που δηλώνει ανακριβή στοιχεία ή δεν αποδεικνύει τα κριτήρια και τις ιδιότητες που επικαλέστηκε στην αίτηση του και τα οποία υπολογίστηκαν για την κατάταξη του στους οικείους πίνακες, διαγράφεται από αυτούς, 7) Δεν λαμβάνονται υπόψη στοιχεία του υποψηφίου τα οποία αυτός παρέλειψε να δηλώσει στην αίτηση του. 8) Με την κατάταξη των υποψηφίων και την ανάρτηση των σχετικών πινάκων, όπως ορίζεται ακολούθως στην παρούσα, στα κεφάλαια Ε. και ΣΤ., ο φορέας πρόσληψης καλεί εγγράφως τους υποψηφίους, εντός καταληκτικής προθεσμίας, να υποβάλλουν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά. 9) Κανένα δικαιολογητικό, καθώς και συμπληρωματικό ή διευκρινιστικό στοιχείο αυτών, δε γίνεται αποδεκτό μετά το πέρας της ανωτέρω προθεσμίας, ανεξαρτήτως του λόγου της μη εμπρόθεσμης υποβολής του. 10) Τα δικαιολογητικά υποβάλλονται πρωτότυπα ή φωτοαντίγραφα επικυρωμένα. Μετά την ανάρτηση των πινάκων κατάταξης ανά κοινωνική ομάδα, οι υποψήφιοι που έχουν συμπεριληφθεί σε αυτούς, υποβάλλουν εντός της αποκλειστικής προθεσμίας, που ορίζει εγγράφως σύμφωνα με την παρούσα, ο φορέας πρόσληψης, πρωτότυπα ή φωτοαντίγραφα νομίμως επικυρωμένα, τα αναφερόμενα αναλυτικά στην εν λόγω υπουργική απόφαση και το παραπάνω νόμο αφενός μεν κοινά δικαιολογητικά, αφετέρου δε τα δικαιολογητικά για κάθε κοινωνική ομάδα του άρθρου 4 του Ν. 3250/2004, τα οποία οι υποψήφιοι υποβάλλουν μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας κατάταξης. Σε περίπτωση υποψηφίων που με βάση την κατάσταση τους είναι δυνατόν να ενταχθούν σε περισσότερες από μία κοινωνικές ομάδες των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 4 του Ν. 3250/2004, προκειμένου ο φορέας πρόσληψης να εξαντλήσει τη δυνατότητα πρόσληψης τους για την κάθε μία ομάδα θα πρέπει να υποβάλλουν τα επιπλέον δικαιολογητικά που απαιτούνται για κάθε μία από τις κοινωνικές ομάδες. Η διαδικασία επιλογής προσωπικού μερικής απασχόλησης αποτελεί έργο της επιτροπής, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 6 παρ. 3 του ν 3250/2004. Η Επιτροπή αυτή, συγκροτείται με απόφαση του αρμοδίου οργάνου για την πρόσληψη, κατά τις διατάξεις που διέπουν τον οικείο φορέα. Με την ίδια απόφαση ορίζεται ο Πρόεδρος, καθώς και η γραμματειακή εξυπηρέτηση της Επιτροπής. Η Επιτροπή αυτή είναι τριμελής και αποτελείται από υπαλλήλους του οικείου φορέα κατά προτίμηση Π.Ε. Σε περίπτωση κατά την οποία ο αριθμός των υπηρετούντων υπαλλήλων, στο φορέα πρόσληψης, δεν επαρκεί, μπορεί να ορίζεται ως μέλος της Επιτροπής, αιρετό όργανο ή μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του φορέα. Ο φορέας πρόσληψης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του Ν. 3250/2004, κατατάσσει τους υποψηφίους κατά κατηγορία κοινωνικής ομάδας, αφού προηγουμένως εκτιμήσει, την ανεργία συνεπεία ομαδικής απόλυσης, για τις κατηγορίες κοινωνικών ομάδων α, β, γ και δ, το ποσοστό 6ο% των γυναικών για τις κατηγορίες κοινωνικών ομάδων α, β και γ, καθώς και την εμπειρία για χρόνο μεγαλύτερο του έτους, σε προγράμματα και δράσεις υπηρεσιών κοινωνικού χαρακτήρα, σε ποσοστό έως 50%, σε κάθε κοινωνική ομάδα. Μετά την ανωτέρω κατάταξη και προκειμένου να καθοριστούν κριτήρια επιλογής για κάθε κοινωνική ομάδα χωριστά, λαμβάνονται υπόψη οι περιπτώσεις α έως ε της παρ. 3 του άρθρου 4 του Νόμου. Σε περίπτωση που και μετά την εφαρμογή των ανωτέρω κριτηρίων επιλογής, στην ίδια σειρά κατάταξης βρίσκονται περισσότεροι υποψήφιοι, σε σχέση με τις αντίστοιχες θέσεις (ισοβαθμία), τότε: Α) Εφ' όσον πρόκειται για μητέρες ανήλικων τέκνων (κοινωνική ομάδα δ της παραγράφου 1, του άρθρου 4 του νόμου), η σειρά προτεραιότητας διαμορφώνεται με βάση το κριτήριο του συνόλου των τέκνων, περιλαμβανομένων και των ενήλικων. Εάν το ανωτέρω κριτήριο δεν διαμορφώνει προτεραιότητα, τότε λαμβάνεται υπόψη ο μεγαλύτερος χρόνος εγγραφής της υποψήφιας στα Μητρώα Ανέργων του ΟΑΕΔ. Εάν και η διαδικασία αυτή δεν αποφέρει αποτελέσματα, ακολουθεί κλήρωση. Β. Για τις λοιπές περιπτώσεις των κοινωνικών ομάδων (α, β, γ, ε και στ της παρ. 1, του άρθρου 4 του Νόμου), εφόσον δεν διαμορφώνεται σύμφωνα με τα ανωτέρω προτεραιότητα (ισοβαθμία), διενεργείται κλήρωση. Εάν δεν συμπληρώνεται το ποσοστό που προβλέπεται για καθεμία από τις κοινωνικές ομάδες της παραγράφου ι του άρθρου 4 του Ν. 3250/2004, προσαυξάνεται αντιστοίχως το ποσοστό της επομένης. Στη συνέχεια ο φορέας καταρτίζει πίνακα κατάταξης των υποψηφίων, ανά κοινωνική ομάδα (παρ. 1 του άρθρο 4 του Νόμου), σύμφωνα με τις προκηρυσσόμενες θέσεις κατά τομέα υπηρεσιών και υπηρεσία, όπως αντίστοιχα αυτές διαμορφώνονται, στο εγκεκριμένο επιχειρησιακό του σχέδιο. Ειδικότερα ο φορέας πρόσληψης, κατατάσσει τους υποψηφίους στους πίνακες προτεραιότητας ανά κοινωνική ομάδα, βάσει των στοιχείων που δηλώνουν στην αίτηση τους. Ακολούθως ο φορέας πρόσληψης, μετά την ανάρτηση των ανωτέρω πινάκων κατάταξης των υποψηφίων, εκδίδει ανακοίνωση στην οποία θέτει προθεσμία υποβολής των δικαιολογητικών, και καλεί εγγράφως τους υποψήφιους που έχουν συμπεριληφθεί στον οικείο πίνακα έως τον αριθμό των προς κάλυψη θέσεων, να υποβάλλουν τα απαιτούμενα, σύμφωνα με την παρούσα, δικαιολογητικά, στην οριζόμενη καταληκτική προθεσμία. Μόνο μετά την προσκόμιση και την ολοκλήρωση του ελέγχου των απαιτούμενων δικαιολογητικών, από τον φορέα πρόσληψης, υπογράφεται σχετική σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου μερικής απασχόλησης, με τον επιλεγέντα υποψήφιο. Οι πίνακες με τη σειρά κατάταξης των υποψηφίων ανά κοινωνική ομάδα, αναρτώνται στο κατάστημα του φορέα πρόσληψης. Αν οι προσληφθέντες :α) Δεν προσκομίσουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά, στην εγγράφως οριζόμενη, σύμφωνα με την παρούσα, καταληκτική ημερομηνία του φορέα πρόσληψης, ή β) Αποχωρήσουν πριν από τη λήξη της σύμβασης τους, ή γ) Αν καταγγελθεί για οποιοδήποτε λόγο η σύμβαση τους, διαγράφονται από τον οικείο πίνακα κατάταξης και αντικαθίστανται από άλλους εγγεγραμμένους, κατά τη σειρά εγγραφής τους σε αυτόν. Στις ανωτέρω περιπτώσεις, και σύμφωνα με τα οριζόμενα στο κεφάλαιο Ε. της παρούσας, ο φορέας πρόσληψης καλεί τον επόμενο υποψήφιο, κατά σειρά εγγραφής στον οικείο πίνακα κατάταξης, και θέτει προθεσμία για την υποβολή δικαιολογητικών. Ο υποψήφιος τοποθετείται στην προκηρυσσόμενη θέση μερικής απασχόλησης μετά την προσκόμιση και ολοκλήρωση του ελέγχου των απαιτούμενων δικαιολογητικών και την υπογραφή σχετικής σύμβασης. Σε περίπτωση κατά την οποία εξαντληθεί ο αριθμός των υποψηφίων που αναγράφονται στους οικείους πίνακες κατάταξης, ο φορέας πρόσληψης, προκειμένου να καλύψει τον αριθμό των προκηρυσσόμενων θέσεων που υπολείπονται, έχει τη δυνατότητα να προβεί σε νέα ανακοίνωση πρόσληψης. Οι πίνακες κατάταξης των υποψηφίων ανά κοινωνική ομάδα της παρ. 1 του άρθρου 4 του Νόμου, ισχύουν για το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται το εγκριθέν επιχειρησιακό. Η πρόσληψη του εκάστοτε αναγκαίου προσωπικού, σε θέσεις μερικής απασχόλησης, κατά τη διάρκεια ισχύος των πινάκων κατάταξης, γίνεται με τη σειρά που οι υποψήφιοι αναγράφονται σ' αυτούς. Σε κάθε περίπτωση που προσλαμβάνεται υποψήφιος από τους εγγεγραμμένους στον ισχύοντα πίνακα, θα πρέπει να εξακολουθούν να ισχύουν τα προσόντα και τα εν γένει κριτήρια με τα οποία έγινε αρχικώς η κατάταξη του σ' αυτούς και τα οποία ο υποψήφιος δήλωσε υπεύθυνα στην αίτηση συμμετοχής που αρχικά υπέβαλλε. Προσόντα και ιδιότητες που αποκτήθηκαν μετά τη λήξη προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων, δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε διαφοροποιούν τη σειρά των υποψηφίων στον οικείο πίνακα. Οι φορείς πρόσληψης προσωπικού σε θέσεις μερικής απασχόλησης, υποχρεούνται να εφαρμόσουν τη διαδικασία που ορίζεται στην παρούσα Υπουργική απόφαση. Εν όψει του νόμου αυτού και της σχετικής υπουργικής απόφασης και προκειμένου να γίνει η πρόσληψη του προσωπικού αυτού, ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ. Κ. με την ιδιότητα του Περιφερειάρχη Ν. Αιγαίου, που συνιστά δευτεροβάθμιο Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης, υπέγραψε νομότυπα στην Ερμούπολη της Σύρου στις 24-12-2004, την 26772/24-12-2004 ανακοίνωση για την κάλυψη τριάντα (30) θέσεων μερικής απασχόλησης, σύμφωνα με το ν. 3250/2004 και ακολούθως με την 9679/2005 απόφαση του καθορίστηκε η τριμελής επιτροπή επιλογής προσλήψεων, σύμφωνα με την παραπάνω με αριθμό ΥΑ 52769/2004, η οποία απαρτίζονταν από τον Πρόεδρο Ε. Κ., δεύτερο κατηγορούμενο, και τα μέλη Α. Ν. και Δ. Δ. (τρίτη και τέταρτο των κατηγορουμένων). Στην ανακοίνωσή του αυτή ο πρώτος κατηγορούμενος, όριζε όλα τα στοιχεία που ήταν αναγκαία σύμφωνα με τον ως άνω νόμο και υπουργική απόφαση, ορίζοντας και τον αριθμό των θέσεων για κάθε κοινωνική ομάδα, που ήταν: εννέα (9) θέσεις για την Α' κοινωνική ομάδα, έξι (6) θέσεις για την Β' κοινωνική ομάδα, έξι (6) θέσεις για την Γ' κοινωνική ομάδα, τρεις (3) θέσεις για την Δ κοινωνική ομάδα, τρεις (3) θέσεις για την Ε' κοινωνική ομάδα και τρεις (3) θέσεις για την ΣΤ' κοινωνική ομάδα, θέτοντας και προθεσμία για την υποβολή των αιτήσεων τους μέχρι τις 25-4-2005. Για την κάλυψη αυτών των θέσεων, μέχρι τις 25-04-2005 υπέβαλαν αιτήσεις - υπεύθυνες δηλώσεις (κεφ. Γ1, 4 της ΥΑ 52769/2004) διακόσια τριάντα επτά περίπου άτομα, μεταξύ των οποίων και η Α. Α., η Σ. Ν. - Α. και η Κ. Π.. Προς διασαφήνιση του τρόπου πρόσληψης προσωπικού μερικής απασχόλησης, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο νόμο και υπουργική απόφαση, εστάλη στους κατηγορουμένους και η ΑΠ.οικ. 21317/25-4-2005 εγκύκλιος του ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α με θέμα: Διαδικασία πρόσληψης προσωπικού μερικής απασχόλησης, με την οποία αναλύετο ο τρόπος και η διαδικασία πρόσληψης του προσωπικού αυτού, περιέχοντας μάλιστα και υπόδειγμα πίνακα κατανομής θέσεων ανά κοινωνική ομάδα. Στις 8-9-2005 στην Ερμούπολη Σύρου, αναρτήθηκε στον πίνακα ανακοινώσεων του δευτεροβάθμιου φορέα της Περιφέρειας, απευθείας η με αριθμό οικ. 12784/08.09.2005 απόφαση του πρώτου κατηγορούμενου (Χ. Κ.), υπογεγραμμένη από τον ίδιο, με την οποία προσλαμβάνοντο 30 άτομα μερικής απασχόλησης, διάρκειας 18 μηνών, τα οποία κατανέμοντο ανά κοινωνική ομάδα ως εξής: 1) Για την κοινωνική ομάδα Α: Κ. Κ., Χ. Γ., Δ. Γ., Δ. Χ., Σ. Ε., Σ. Ε., Π. Π., Κ. Α., Λ. Ι., 2) Για την κοινωνική ομάδα Β: Σ. Ε., 3) Για την κοινωνική ομάδα Γ: Ρ. Α., Γ. Α. - Α., Δ. Τ., Π. Π., Β. Π., Δ. Μ., Σ. Ε., Φ. Α., Ν. Α., Π. Ά., Χ. Π., 4) Για την κοινωνική ομάδα Δ : Μ. Ε., Κ. Μ., Χ. Π., 5) Για την κοινωνική ομάδα Ε: Φ. Α., Ί. Σ. και 6)Για την κοινωνική ομάδα ΣΤ: Ρ. Ά., Χ. Ν., Φ. Κ. και Δ. Α.. Οι κατηγορούμενοι προέβησαν στην πρόσληψη των ως άνω ατόμων απευθείας, κατά παράβαση εν γνώσει της διαδικασίας που προβλεπόταν από τον ως άνω νόμο και την υπουργική απόφαση, την οποία γνώριζαν καλά, αφού αναρτήθηκε η εν λόγω απόφαση πρόσληψης προσωπικού (30 ατόμων) του πρώτου κατηγορουμένου :α) χωρίς να έχει προηγηθεί (όπως όφειλαν να πράξουν) η ανάρτηση των κατά νόμο πινάκων κατάταξης των υποψηφίων κατά κατηγορία κοινωνικής ομάδας κατά σειρά προτεραιότητας, που αποτελούν συστατικό στοιχείο της παραπάνω απόφασης και οι οποίοι (πίνακες) έπρεπε να έχουν καταρτισθεί σύμφωνα με την αίτηση -υπεύθυνη δήλωση των υποψηφίων ατόμων από την τριμελή επιτροπή πρόσληψης, που αποτελείτο από τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτο των κατηγορουμένων, υπογεγραμμένοι μάλιστα από τα τρία μέλη της επιτροπής και β) χωρίς στη συνέχεια να γίνει κατάθεση των απαιτούμενων, σύμφωvα με την ως άνω Υ.Α. 52769/2004 δικαιολογητικών από μόνο τους υποψήφιους που έχουν συμπεριληφθεί στον οικείο πίνακα έως τον αριθμό των προς κάλυψη θέσεων, στην οριζόμενη καταληκτική προθεσμία και τον έλεγχο τους από την τριμελή επιτροπή, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στον παραπάνω νόμο και υπουργική απόφαση. Λόγω της ως άνω μη νόμιμης συμπεριφοράς των κατηγορουμένων, η μάρτυρας Π., που και αυτή είχε καταθέσει σχετική αίτηση για πρόσληψη, διαμαρτυρήθηκε στον πρόεδρο της τριμελούς επιτροπής, δεύτερο κατηγορούμενο, για την μη τήρηση της προβλεπόμενης από τον νόμο διαδικασίας. Μετά από αυτό αναρτήθηκαν πίνακες κατάταξης στην Περιφέρεια στις 13-9-2005, χωρίς αιτιολογία - εκτίμηση κριτηρίων για τη σειρά κατάταξης των υποψηφίων και χωρίς να φέρουν τις υπογραφές των μελών της επιτροπής, χωρίς μάλιστα να συμπεριληφθούν οι υποψήφιοι που δεν είχαν δηλώσει καμία κοινωνική ομάδα (άρθρο 4 του ν.3250/2004), κατατάσσοντας τους ανήκοντες στη Δ κοινωνική ομάδα με αλφαβητική σειρά, εκτός από τους τρεις πρώτους: (Ε. Μ., Μ. Κ., Π. Χ.), οι οποίοι φέρονταν ότι είχαν καταρτισθεί από τον πρώτο κατηγορούμενο. Οι πίνακες αυτοί αποσύρθηκαν από την Περιφέρεια και κατόπιν στις 14-9-2005, αναρτήθηκε το από 08.09.2005 πρακτικό της τριμελούς επιτροπής με το ίδιο ως άνω περιεχόμενο και, επιπλέον τον πίνακα με τους υποψήφιους, που δεν δήλωσαν καμία κοινωνική ομάδα, χωρίς βέβαια και αυτό να φέρει τις υπογραφές των μελών της τριμελούς επιτροπής. Στις 8-9-2005, και περί ώρα 12:00, το ίδιο πρακτικό είχε αναρτηθεί και στην Περιφέρεια της νήσου Ρόδου, παρόλο που ο πρώτος κατηγορούμενος (Χ. Κ.) με την 12509/05.9.2005 πρόσκλησή του καλούσε τα μέλη της επιτροπής να συγκληθούν στη Σύρο στις 8-9-2005 και περί ώρα 15:00, προκειμένου να προβούν στην κατάρτιση των πινάκων κατάταξης υποψηφίων (δηλαδή τρεις ώρες μεταγενέστερα, αφού φέρεται ότι έλαβε χώρα η ανάρτηση στην Ρόδο). Και οι δεύτεροι αυτοί πίνακες αποσύρθηκαν κατά τον ίδιο τρόπο και στις 19-9-2005, αναρτήθηκε για τρίτη φορά το από 8-9-2005 πρακτικό επιτροπής αξιολόγησης, που περιελάμβανε πίνακες κατάταξης των υποψηφίων με σειρά προτεραιότητας σε κατηγορίες κοινωνικών ομάδων, υπογεγραμμένο από όλα τα μέλη της τριμελούς επιτροπής, με το ίδιο περιεχόμενο και με την ίδια κατάταξη με το προηγούμενο πρακτικό, πλην της κοινωνικής ομάδας Δ που δεν ήταν πλέον με αλφαβητική σειρά. Στις 16-9-2005 αναρτήθηκε στην Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου, ως ορθή επανάληψη προς ανασύνταξη, η από 8-9-2005 απόφαση του πρώτου κατηγορουμένου, με θέμα την ανακοίνωση του πίνακα κατάταξης ανά κοινωνική ομάδα, στην οποία περιλαμβάνοντο μόνο τα ίδια ονόματα, που περιλαμβάνοντο και στην με αριθμό πρωτ. οικ. 12784/8-9-2005 απόφαση του ιδίου κατηγορουμένου. Σε όλους τους ως άνω πίνακες, που κατά παράβαση του νόμου είχαν καταρτισθεί και αναρτηθεί, προσληπτέα ήταν τα ίδια ακριβώς άτομα, τα οποία αναφέρονται παραπάνω στην με αριθμό πρωτ.οικ.12784/2005 απόφαση πρόσληψης του πρώτου κατηγορουμένου και τα οποία (πρόσωπα) στο πρακτικό με τους πίνακες που αναρτώντο και αποσύροντο στη συνέχεια, ήταν σε σειρά πάντα πρόσληψης, κατά παράβαση του νόμου, καθόσον δεν είχε γίνει εκ μέρους της τριμελούς επιτροπής, σωστή κατάταξη, όπως υποχρεούτο, στους μετέπειτα της απόφασης πρόσληψης ως άνω πίνακες, όπως πχ οι: α) Στη Γ' κοινωνική ομάδα η Α. Ρ. και ο Π. Β., οι οποίοι δεν είχαν τα προσόντα των κοινωνικών ομάδων του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3250/2004, ούτε ήταν πολύτεκνοι ή ανάπηροι, αφού η πρώτη εργαζόταν από το 2003 και κατά η διάρκεια του διαγωνισμού στην Περιφέρεια στη Σύρο και ο δεύτερος εργαζόταν ως καθηγητής εκδίδοντας δελτία παροχής υπηρεσιών, χωρίς να είναι άνεργος τουλάχιστον επί δεκαοκτάμηνο, όπως απαιτείται από το κεφ. Γ της ΥΑ 52769/2004, β) στη Γ κοινωνική ομάδα η Α. Π., η Π. Χ. και η Μ. Δ., που είχαν συμπεριληφθεί στον πίνακα κατάταξης, χωρίς να έχουν δηλώσει ένταξη σε καμία κοινωνική ομάδα, πράγμα που συνεπάγεται τον αποκλεισμό τους από τη φάση αξιολόγησης, επικουρικά, δε, η πρώτη δεν ήταν άνεργη και η δεύτερη και τρίτη δεν ήταν άνεργες τουλάχιστον επί δεκαοκτάμηνο, γ) στη Δ κοινωνική ομάδα ο Κ. Φ. και η Α. Δ., που ήταν μέλη πολύτεκνης οικογένειας - αντίστοιχα εξαμελούς και τετραμελούς - πλην, όμως η κατάταξη τους έγινε χωρίς την λήψη υπόψη του κριτηρίου της περίπτωσης ε' της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του ν. 3250/2004, σύμφωνα με την οποία προτιμώνται οι υποψήφιοι με τα περισσότερα παιδιά και με το δεδομένο ότι η Α. Α. ανήκει επίσης σε εξαμελή οικογένεια, ούτε επιπλέον ακολουθήθηκε η διαδικασία της κληρώσεως κατά το κεφ. Ε της Υ.Α. 52769/2004, μεταξύ του Κ. Φ. και της Α. Α.. Οι πλημμέλειες αυτές αποτέλεσαν τη βάση της αίτησης θεραπείας που ασκήθηκε από την Α. Α. την Σ. Ν. - Α. και την Κ. Π. εξ αφορμής της οποίας εκδόθηκε, κατόπιν πρότασης της παραπάνω τριμελούς επιτροπής, η 13266/21.09.2005 Απόφαση του Γ.Γ. Περιφέρειας, πρώτου κατηγορουμένου, που ακύρωσε τον παραπάνω διαγωνισμό πρόσληψης. Στη συνέχεια, μετά την ακύρωση του παραπάνω διαγωνισμού πρόσληψης, ορίστηκε νέα επιτροπή, αποτελούμενη από τον δεύτερο κατηγορούμενο ως πρόεδρο και μέλη τους: Ε. Π. και Ι. Φ., η οποία (τριμελής αυτή επιτροπή) προέβη στην κατάρτιση νέων πινάκων κατάταξης των υποψηφίων κατά κοινωνική ομάδα κατά σειρά προτεραιότητας, με βάσει τις ίδιες αιτήσεις - υπεύθυνες δηλώσεις των ιδίων παραπάνω υποψηφίων, σύμφωνα με το νόμο και την υπουργική απόφαση, κατατάσσοντας αυτούς σωστά στον πίνακα, ο οποίος αναρτήθηκε κανονικά, καταρτίζοντας μάλιστα και τον από 16-1-2006 πίνακα απορριπτέων, όπως απαιτείτο, ο οποίος και αυτός αναρτήθηκε και μετά την προσκομιδή των αναγκαίων δικαιολογητικών των υποψηφίων που είχαν συμπεριληφθεί στον οικείο πίνακα με την σειρά προτεραιότητας κατά κοινωνική ομάδα έως τον αριθμό των προς κάλυψη θέσεων και τον έλεγχο αυτών από την επιτροπή, όπως όφειλε αυτή να πράξει, έγινε η πρόσληψη μόνο 14 ατόμων με την με αριθμό 9350/31-5-2006 απόφαση του πρώτου κατηγορουμένου, λόγω ελλείψεως προσόντων των υπολοίπων, τα οποία αυτά άτομα που τελικά προσλήφθηκαν, εξαιρουμένης της Δ. Γ., ήταν διαφορετικά από αυτά που είχαν προσληφθεί με την πρώτη ως άνω απόφαση του πρώτου κατηγορουμένου, που ακυρώθηκε, καθόσον αυτά είναι: Δ. Γ., Σ. Ά., Κ. Β., Γ. Ι., Β. Ά.- Μ., Γ. Μ., Μ. Ε., Κ. Σ., Π. Ε., Π. Κ., Μ. Λ., Π. Ι., Α. Ι. και Μ. Λ., τα οποία είναι διάφορα των προαναφερομένων προσώπων που είχαν προσληφθεί με την ως άνω (12784/2005) απόφαση του πρώτου κατηγορουμένου. Αποτέλεσμα των ανωτέρω μη νόμιμων ενεργειών των κατηγορουμένων ήταν ότι, οι υποψήφιοι που περιλαμβάνονταν στον πίνακα κατάταξης ανά κοινωνική ομάδα, αλλά πέραν του αριθμού κάλυψης των θέσεων, καθώς και τα άτομα που δεν περιλήφθηκαν στους οικείους πίνακες ιδίως στις κοινωνικές ομάδες Ε και ΣΤ (κεφ. Γ3 της ΥΑ 52769/2004), δεν είχαν δικαίωμα υποβολής δικαιολογητικών και ως εκ τούτου δεν υπήρχε δυνατότητα κρίσης της ορθής κατάταξης των επιτυχόντων ή δυνατότητα υποβολής ένστασης κατά της διαδικασίας, πέραν του ότι η κατάταξη, όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε γίνει σωστά από τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτο των κατηγορουμένων, όπως αποδείχθηκε και επιπλέον: 1) Η Α. Α., που είχε δηλώσει την Α', Δ και ΣΤ' κοινωνική ομάδα, αλλά και προϋπηρεσία περισσότερο του ενός έτους σε προγράμματα υπηρεσιών κοινωνικού χαρακτήρα και κοινωνικής ενσωμάτωσης μεταναστών (κεφ. Ε. περ.1 ΥΑ 52769/2004), δεν κρίθηκε μεταξύ των κατατασσόμενων στους πίνακες κατάταξης, παρόλο που υπαγόταν σε περισσότερες της μιας κοινωνικές ομάδες και κατά το νόμο η αίτηση της μπορούσε να κριθεί ανεξάρτητα για κάθε μία από αυτές, λαμβανομένου υπόψη και του κοινού κριτηρίου για κάθε κοινωνική ομάδα της ανεργίας και της κοινωνικής προϋπηρεσίας, στη δε αίτησή της είχε δηλώσει ενδιαφέρον για θέση ειδικότητας ΔΕ και ΥΕ, έχοντας προς τούτο το δικαίωμα, αφού σύμφωνα με τον ν.3250/2004 και την ΥΑ 52769/2004 δεν προβλέπεται τέτοια απαγόρευση, 2) Η Κ. Π. που είχε δηλώσει την Α και η Δ κοινωνικές ομάδες, καθόσον ήταν άνεργη από τις 16-4-2004 και μητέρα δύο ανήλικων παιδιών και η Σ. Ν. -Α. που είχε δηλώσει μητέρα δύο ανήλικων παιδιών και άνεργος για χρονικό διάστημα δύο μηνών, αλλά και προϋπηρεσία περισσότερο του ενός έτους σε προγράμματα υπηρεσιών κοινωνικού χαρακτήρα και κοινωνικής ενσωμάτωσης μεταναστών, που εκτιμάται ως κριτήριο σε κάθε κοινωνική ομάδα (κεφ. Ε. περ.1 ΥΑ 52769/2004), δε συμπεριλήφθηκαν στον πίνακα κατάταξης στην ομάδα Δ' αν και η Π. Χ. ήταν άνεργη από 24-04-2005 και μητέρα ενός ανηλίκου τέκνου, χωρίς να διαθέτει περαιτέρω άλλο κριτήριο πρόσληψης. Όλοι οι παραπάνω κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι οι ανωτέρω πλημμέλειες των πινάκων κατάταξης, αλλά και η 12784/8-9-2005 απόφαση του Περιφερειάρχη αποτελούσε, παράβαση των ανατεθειμένων από τον νόμο υπηρεσιακών τους καθηκόντων, στις δε ενέργειες τους αυτές προέβησαν με πρόθεση, ενεργώντας μάλιστα από κοινού ο καθένας ανάλογα με την ιδιότητά του και τις δυνατότητες αυτής, γνωρίζοντας ότι αποτελούν τον αποκλεισμό και πρόσφορο τρόπο: α) για την επί σκοπώ επέλευσή βλάβης στο πρόσωπο των ανωτέρω τριών υποψηφίων (Α. Α., Κ. Π., Σ. Ν. -Α.), αλλά και των, μετά την ακύρωση του διαγωνισμού πρόσληψης, προσληφθέντων (Σ. Ά., Κ. Β., Γ. Ι., Β. Ά.- Μ., Γ. Μ., Μ. Ε., Κ. Σ., Π. Ε., Π. Κ., Μ. Λ., Π. Ι., Α. Ι. και Μ. Λ.), που στερήθηκαν την δικαιωματική τους κατάταξη στους οικείους Πίνακες κατάταξης, την κατάθεση των δικαιολογητικών τους προς επίρρωση των δηλωθέντων στις αιτήσεις προσλήψεως, καθώς τα δικαιολογητικά καταθέτονται από τους υποψηφίους που περιλαμβάνονται στον πίνακα κατάταξης και μέχρι την πλήρωση των προκηρυσσόμενων θέσεων, β) για την επί σκοπώ προσπορισμού οφέλους στους κατατασσόμενους με τη συγκεκριμένη σειρά υποψήφιους, που είναι: Κ. Κ., Χ. Γ., Δ. Χ., Σ. Ε., Σ. Ε., Π. Π., Κ. Α., Λ. Ι., Σ. Ε., Ρ. Α., Γ. Α. - Α., Δ. Τ., Π. Π., Β. Π., Δ. Μ., Σ. Ε., Φ. Α., Ν. Α., Π. Ά., Χ. Π., Μ. Ε., Κ. Μ., Χ. Π., Φ. Α., Ί. Σ., Ρ. Ά., Χ. Ν., Φ. Κ. και Δ. Α., ώστε σε περίπτωση έκπτωσης κάποιου από τους πρώτους στη σειρά κατάταξης, να επιτυγχάνεται η αντικατάσταση του από τους λοιπούς κατά τη σειρά εγγραφής τους, ακόμη και από άλλη κοινωνική ομάδα (κεφ. Ε, περ. Β4 και κεφ. ΣΤ ΥΑ 52769/2004), για την επί σκοπώ επέλευσης της παραπάνω περιγραφόμενης βλάβης του πολιτειακού και κοινωνικού συμφέροντος και εν γένει της κρατικής εξουσίας. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι το από 8-9-2005 πρακτικό της επιτροπής ήταν μια προετοιμασία, χωρίς να είναι και η οριστική επιλογή και κατάταξη και ότι εν τέλει ο διαγωνισμός αυτός ακυρώθηκε και επανελήφθη και περαιώθηκε νομότυπα, χωρίς να υπάρχει ουδεμία βλάβη και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και τούτο διότι, το πρακτικό αυτό με την μη εν γνώσει τους σωστή κατάταξη των υποψηφίων, δεν είναι πρόχειρη προετοιμασία, η οποία και δεν προβλεπόταν από την ως άνω υπουργική σχετική απόφαση, αλλά το επίσημο πρακτικό της επιτροπής, υπογεγραμμένο από όλα τα μέλη της και μάλιστα, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας υπεράσπισης του τέταρτου κατηγορουμένου, αυτός συνόδευσε τον τελευταίο αυτόν κατηγορούμενο στην υπηρεσία του, ο οποίος έσπευσε για να το υπογράψει, λόγω αναχωρήσεώς του, το οποίο δεν θα έπρεπε να υπογραφεί αν ήταν μία απλή προετοιμασία. Άλλωστε, στο εν λόγω πρακτικό η κατάταξη ήταν με την σειρά που έγινε και η πρόσληψη των προσώπων με την πρώτη απόφαση του πρώτου κατηγορουμένου, που ακυρώθηκε. Το ότι ακυρώθηκε βέβαια ο διαγωνισμός πρόσληψης, δεν επήλθε από έλεγχο της υπηρεσίας που θα επακολουθούσε μετά την έκδοση της απόφασης πρόσληψης του πρώτου κατηγορουμένου, αλλά κατόπιν αιτήσεων θεραπείας των παραπάνω υποψηφίων. Πέραν τούτου, όμως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην νομική σκέψη, σκοπός των κατηγορουμένων ήταν ότι γνωρίζοντας ότι δεν τήρησαν την νόμιμη διαδικασία για τον διαγωνισμό πρόσληψης, ήθελαν έτσι να ωφελήσουν τα ως άνω άτομα που βρίσκονταν σε προσλήψιμη θέση στον πίνακα κατάταξης και ως εκ τούτου και στην 1η απόφαση του πρώτου κατηγορουμένου, άσχετα αν αυτό τελικά δεν επιτεύχθηκε κατά τα προαναφερόμενα, καθόσον η συμπεριφορά των κατηγορουμένων, αν δεν είχε μεσολαβήσει η αίτηση θεραπείας, μπορούσε αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξη του σκοπού τους, που ήταν η πρόσληψη αυτών, βλάπτοντας βέβαια τα πρόσωπα των υποψηφίων, που τελικά προσελήφθηκαν μετά την ακύρωση και την νομότυπη διαδικασία πρόσληψης και τα οποία δεν θα είχαν προσληφθεί με την ως άνω συμπεριφορά των κατηγορουμένων.
Συνεπώς, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης σε αυτούς κατηγορίας της κατ' εξακολούθηση και από κοινού παράβασης καθήκοντος.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 34/2012 απόφαση του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος, για το οποίο καταδικάσθηκαν αντίστοιχα οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13α, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 98, 259 και 263, 263Α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως των αναιρεσειόντων, σημειώνονται τα ακόλουθα: α) αναφέρονται στο αιτιολογικό με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της παράβασης υπηρεσιακού καθήκοντος των αναιρεσειόντων, και δε συνιστούν απλά συμπεράσματα του δικαστηρίου, ούτε αντιγραφή του διατακτικού. Περαιτέρω αναφέρεται το είδος των υπηρεσιακών καθηκόντων εκάστου κατηγορουμένου και από πού προκύπτουν αυτά, (άρθρο 1,4 κεφ. Γ της Υ.Α 52769/2004 και άρθρο 6 παρ.3 του ν. 3250/2004), αλλά και η προσφορότητα των παραβάσεων αυτών να επιφέρουν το επιδιωκόμενο εγκληματικό αποτέλεσμα της παράνομης πρόσληψης υπαλλήλων μερικής απασχόλησης υποψηφίων, προς βλάβη άλλων, που, κατά προτεραιότητα και σύμφωνα με το νόμο και τη σχετική Υ.Α, είχαν τα νόμιμα και περισσότερα προσόντα, χωρίς δε, τους πίνακες αξιολόγησης και κατάταξης υποψηφίων και τους πίνακες απορριπτέων, της τριμελούς επιτροπής των τριών κατηγορουμένων, δε θα μπορούσε να εκδοθεί η άνω παράνομη απόφαση του ως κατηγορουμένου τότε Γ.Γ. Περιφέρειας Ν. Αιγαίου, περί πρόσληψης υποψηφίων που δεν εδικαιούντο να προσληφθούν. Πράγματι, αιτιολογείται η κρίση του δικαστηρίου με την παραδοχή, ότι οι κατηγορούμενοι με κοινό δόλο παρέβησαν το υπηρεσιακόν τους καθήκον, από το γεγονός ότι από κοινού προεβήσαν στις ενέργειες για την πρόσληψη των 30 ατόμων, αφενός μεν, με την έκδοση από μέρους του πρώτου των κατηγορουμένων, της υπ' αριθμό 12784/8-9-2005 αποφάσεως και στη συνέχεια με την ανάρτηση αυτής, που περιείχε τα στοιχεία των προσλαμβανομένων προσώπων, χωρίς όμως, να έχει προηγηθεί, όπως απαιτείτο, η ανάρτηση των πινάκων κατατάξεως κατά κατηγορία κοινωνικών ομάδων και κατά σειρά προτεραιότητας, οι οποίοι (πίνακες) σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε, να είχαν συνταχθεί με βάση τα πραγματικά ουσιαστικά και τυπικά προσόντα τους, και, αφού θα είχε χωρήσει προηγουμένως η κατάθεση και ο έλεγχος των απαιτουμένων κατά κατηγορία προσώπων, δικαιολογητικών, β) με τις παραπάνω παραδοχές προκύπτει, ότι το δικαστήριο συνεκτίμησε όλα τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα συμπεριλαμβανομένων και αυτών που προσκόμισαν οι κατηγορούμενοι, αρκούσε δε, όπως προεκτέθηκε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, γ) ως προς το δόλο των κατηγορουμένων αιτιολογείται επαρκώς και εμπεριστατωμένα η κρίση του δικαστηρίου, ότι πρόκειται για παραβίαση του υπαλληλικού τους καθήκοντος, με σκοπό να προσληφθούν, ως υπάλληλοι άτομα, που δεν είχαν τα νόμιμα δικαιολογητικά και προσόντα, σε βάρος άλλων συνυποψηφίων, δεχθέν, όπως προκύπτει σαφώς από το σύνολο των άνω παραδοχών, ότι δεν πρόκειται για πεπλανημένη διοικητική ενέργεια, οφειλόμενη σε έλλειψη εμπειρίας τους σε τέτοιο διαγωνισμό, παρά το γεγονός ότι γνώριζαν και το περιεχόμενον της διευκρινιστικής εγκυκλίου, και ότι όλοι οι κατηγορούμενοι τελούσαν σε γνώση, ότι παραβιάζουν το υπαλληλικό τους καθήκον και ενεργούσαν από κοινού, με κοινό δόλο, κατόπιν συναπόφασης, ο καθένας ανάλογα με την ιδιότητά του και τα επί μέρους ανατεθειμένα από το νόμο καθήκοντά του, και δη ο μεν Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας, για την έκδοση της απόφασης πρόσληψης και τα λοιπά μέλη της τριμελούς επιτροπής, για την ορθή αξιολόγηση των προσόντων και την κατάταξη των αιτούντων σε πίνακες προσληπτέων και σε πίνακες απορριπτέων, των υποψηφίων για διορισμό, ενώ, εξειδικεύονται και οι επί μέρους ενέργειες όλων των κατηγορουμένων, που αφορούσαν την ίδια και ενιαία διαδικασία πρόσληψης υπαλλήλων ενός και του ιδίου διαγωνισμού και είναι αδιάφορο, αν οι αρχικοί πίνακες κατάταξης, δεν έφεραν την υπογραφή των μελών της επιτροπής κατάταξης. Ενισχυτικό δε του κοινού δόλου και της παράνομης συμπεριφοράς όλων των κατηγορουμένων και του επιδιωκόμενου σκοπού αυτών για βλάβη συγκεκριμένων υποψηφίων σε όφελος άλλων είναι η αναφορά στο αιτιολογικό, ότι όλοι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν, ότι οι πλημμέλειες των πινάκων κατάταξης και αντίστοιχα η 12784/8-9-2005 απόφαση πρόσληψης υπαλλήλων, που δεν είχαν τα νόμιμα προσόντα, αποτελούσε παράβαση των ανατεθειμένων σε αυτούς υπηρεσιακών καθηκόντων. Χαρακτηριστικό δε, είναι το γεγονός ότι στις 8-9-2005 αναρτήθηκε στον πίνακα ανακοινώσεων της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, στην Ερμούπολη της Σύρου και στη Ρόδο, και μάλιστα στη Ρόδο, περί ώρα 12.00, η ως άνω 12784/8-9-2005 απόφαση πρόσληψης 30 ατόμων, του πρώτου κατηγορουμένου Γ.Γ. Περιφέρειας, ενώ ο πρώτος αυτός κατηγορούμενος (Χ. Κ.) και όχι ο πρόεδρος της επιτροπής (Ε. Κ.), με την 12509/5-9-2005 πρόσκλησή του προσκαλούσε τα μέλη της επιτροπής, να συγκληθούν στη Σύρο στις 8-9-2005 περί ώρα 15.00, προκειμένου να προβούν στην κατάρτιση των πινάκων κατάταξης υποψηφίων, δηλαδή τρεις ώρες μεταγενέστερα από την ανάρτηση στη Ρόδο της απόφασης για την πρόσληψη των 30 υπαλλήλων, και που τελικά αναρτήθηκαν με ίδια ημερομηνία, 8-9-2005, τρεις φορές πίνακες κατάταξης υποψηφίων που έπρεπε να προσληφθούν, πρόσωπα τα ίδια ακριβώς σε σειρά πάντα πρόσληψης, κατά παράβαση του νόμου, χωρίς σωστή κατάταξη από την επιτροπή βάσει των προσόντων αυτών. Γι' αυτό και η αρχική 12784/8-9-2005 απόφαση πρόσληψης, κατόπιν προσφυγής - αίτησης θεραπείας τριών ενδιαφερομένων υποψηφίων, ανακλήθηκε, και στη συνέχεια ακυρώθηκε ο διαγωνισμός και μετά από πρόταση της νέας τριμελούς επιτροπής, στην οποία μετείχε μόνο ο κατηγορούμενος Ε. Κ., εκδόθηκε η 13266/21-9-2005 νέα απόφαση του Γ.Γ. Περιφέρειας, με κατάρτιση νέων πινάκων κατάταξης των ιδίων αρχικών υποψηφίων και προσλήφθηκαν νόμιμα 14 άτομα, που όλα πλην ενός, ήταν διαφορετικά από τα αρχικά επιλεγέντα για πρόσληψη. Από το άνω δε γεγονός ότι με απόφαση του κατηγορουμένου Γ.Γ.Περιφέρειας, ακυρώθηκε η αρχική απόφαση πρόσληψης και συντάχθηκαν νέοι ορθοί πίνακες κατάταξης και εκδόθηκε στη συνέχεια η νέα απόφαση πρόσληψης άλλων υπαλλήλων, όπως και από το γεγονός ότι κατά τη διαδικασία ελέγχου, εκκαθάρισης και πληρωμής των παράνομα προσληφθέντων από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Δημοσίου (ΥΔΕ), σύμφωνα με το ΠΔ 151/1998, θα ελεγχόνταν παρεμπιπτόντως και η νομιμότητα της διαδικασίας πρόσληψης των υπαλλήλων, δε συνάγεται, όπως αβασίμως αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, ότι δεν ολοκληρώθηκε η τέλεση του αδικήματος, ούτε αναιρείται ο κοινός δόλος όλων των κατηγορουμένων, αφού η ανωτέρω ακύρωση και επαναξιολόγηση των υποψηφίων, δεν έγινε με πρωτοβουλία των κατηγορουμένων, αλλά μετά από άσκηση νόμιμης προσφυγής - αίτησης θεραπείας - τριών ενδιαφερομένων υποψηφίων, των Α. Α., Σ. Ν. - Α. και Κ. Π., δ) επαρκώς αιτιολογείται η, κατά συναυτουργία και με κοινό δόλο, τέλεση της αξιόποινης πράξης από όλους τους κατηγορουμένους, αφού, από το σύνολο των παραδοχών, συνάγεται η γνώση, η βούληση και ο σκοπός όλων, με τις αναφερόμενες, συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις, ταυτόχρονες και διαδοχικές, διακρινόμενες κατά τα, από το νόμο, την Υ.Α. και τη διοικητική πράξη (που αναφέρονται), απορρέοντα υπηρεσιακά καθήκοντα καθενός υπαλλήλου, να συμπράξουν μεταξύ τους και να προσληφθούν, ως υπάλληλοι, υποψήφιοι που δεν είχαν τα νόμιμα προσόντα και δικαιολογητικά (εξαιρέσει της αιτούσας Κ. Π., που κατετάγη 32η και στους δύο πίνακες), σε βάρος άλλων 14 δικαιούχων υποψηφίων, που τελικά επιλέγησαν τη δεύτερη φορά και που αρχικά οι κατηγορούμενοι είχαν απορρίψει (πλην μίας περίπτωσης της Μ. Δ.), ε) επαρκώς αιτιολογείται η κατ' εξακολούθηση τέλεση του ανωτέρω εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος, και δεν υπάρχει ασάφεια, ως προς τον καθοριζόμενο χρόνο τελέσεως, που προσδιορίζεται από 8-9-2005 έως 14-9-2005, εξειδικεύονται και διακρίνονται χρονικά, με την κατάρτιση και την επανειλημμένη ανάρτηση του πρακτικού επιτροπής και πινάκων κατάταξης με πρόσωπα, που δεν έπρεπε να καταταγούν και με την έκδοση της απόφασης πρόσληψης. Η διαδοχική δε παράβαση των υπηρεσιακών καθηκόντων των κατηγορουμένων, έγινε με περισσότερες ομοειδείς πράξεις, που διακρίνονται χρονικά μεταξύ τους, συνδέονται με ταυτότητα προς εκτέλεση απόφασης και πρόσβαλαν το ίδιο έννομο αγαθό, οι δε πράξεις τους αυτές ήταν ο πρόσφορος τρόπος πραγμάτωσης του σκοπούμενου οφέλους των προσληπτέων μη δικαιούχων, σε βάρος των δικαιούχων υποψηφίων υπαλλήλων, στ) από την παραδοχή του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στο προπαρατεθέν αιτιολογικό (σελ.32-33) ότι "το από 8-9-2005 πρακτικό με την εν γνώσει τους μη σωστή κατάταξη των υποψηφίων, δεν είναι πρόχειρη προετοιμασία, η οποία και δεν προβλεπόταν από την ως άνω Υπουργική Απόφαση, αλλά το επίσημο πρακτικό της επιτροπής, υπογεγραμμένο από όλα τα μέλη της και μάλιστα, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας υπεράσπισης του τέταρτου κατηγορουμένου (Δ. Δ.), αυτός συνόδευσε τον τελευταίο αυτόν κατηγορούμενο στην υπηρεσία του, ο οποίος έσπευσε για να το υπογράψει, λόγω αναχωρήσεώς του, το οποίο δεν θα έπρεπε να υπογραφεί αν ήταν μία απλή προετοιμασία", από το γεγονός ότι τα περιστατικά αυτά δεν περιλαμβάνονται στην κατηγορία και στην πρωτόδικη απόφαση, δε συνάγεται ακυρότητα και χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου, ούτε παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1,3 της ΕΣΔΑ και προσβολή των υπερασπιστικών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων Ε. Κ., αφού από το ίδιο το παραπάνω αιτιολογικό προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκθέτει τα παραπάνω, σημειώνοντας ρητά ότι τα εκθέτει για να αιτιολογήσει την απόρριψη προβληθέντος σχετικού ισχυρισμού των κατηγορουμένων, ζ) από την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι "στις 8-9-2005 περί ώρα 12.00, το ίδιο πρακτικό της επιτροπής είχε αναρτηθεί και στην Περιφέρεια της νήσου Ρόδου, παρόλο που ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ. Κ., με την 12509/5-9-2005 πρόσκλησή του, καλούσε τα μέλη της επιτροπής σε μεταγενέστερο χρόνο να συγκληθούν στη Σύρο στις 8-9-2005 και περί ώρα 15.00, προκειμένου να προβούν στην κατάρτιση των πινάκων κατάταξης υποψηφίων, δηλαδή τρεις ώρες μεταγενέστερα, αφού φέρεται ότι έλαβε χώρα η ανάρτηση στη Ρόδο", ενώ έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ότι δεν υπήρξε ανάρτηση στη Ρόδο πριν τη συνεδρίαση της Επιτροπής, αλλά πρόκειται για εσφαλμένη αναγραφή της ημερομηνίας στο αποδεικτικό ανάρτησης, η οποία και διορθώθηκε, δεν επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων Ε. Κ., αφού πρόκειται για παραδοχές ουσίας, που δεν ελέγχονται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο, ούτε προσκομίζεται κάποια συγκεκριμένη απόφαση, για να διερευνηθεί η συνδρομή δεδικασμένου, η) από το σύνολο των παραδοχών του αιτιολογικού, σαφώς προκύπτει ότι απαντήθηκε και επαρκώς αιτιολογήθηκε ο προβληθείς από τον κατηγορούμενο Ε. Κ. ισχυρισμός ότι δεν υπήρξε υπηρεσιακή πράξη πρόσληψης, που αποτελεί το σώμα της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της παράβασης καθήκοντος, διότι δεν είχε εκδοθεί από την επιτροπή η τελική διοικητική πράξη οριστικής επιλογής, παρά μόνον είχε γίνει κατάρτιση του πίνακα κατάταξης, ενώ, όπως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τη διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ, τα μέλη της τριμελούς επιτροπής παρέβησαν τα καθήκοντά τους και τέλεσαν το αποδοθέν σε αυτούς αδίκημα, με μόνη τη σύνταξη και την υπογραφή των πινάκων κατάταξης υποψηφίων και μετά την υπογραφή από αυτούς του πρακτικού αξιολόγησης, μετά το γενόμενο από αυτούς έλεγχο των δικαιολογητικών όλων των υποψηφίων υπαλλήλων και δεν ήταν απαραίτητη και η έκδοση και ολοκλήρωση της παράνομης διοικητικής πράξης πρόσληψης, θ) δε συνάγονται ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, από τις αναφορές στο αιτιολογικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, των παρακάτω παραδοχών: 1) ότι οι δεύτερος, τρίτη και τέταρτος κατηγορούμενοι ήσαν μέλη επιτροπής προσλήψεων, ενώ αυτοί ήσαν απλώς μέλη της επιτροπής αξιολόγησης και κατάταξης, αφού στην ουσία οι πίνακες κατάταξης της άνω τριμελούς επιτροπής προσδιόριζαν και τα ονόματα εκείνων εκ των υποψηφίων, που θα προσλάμβανε υποχρεωτικά ο φορέας πρόσληψης με απόφαση του πρώτου κατηγορουμένου Γ.Γ της Περιφέρειας, 2) ότι στη σελίδα 25 του αιτιολογικού, ενώ αναφέρεται ότι η διαδικασία επιλογής προσωπικού μερικής απασχόλησης στο Δημόσιο, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ (φορείς πρόσληψης), αποτελεί έργο της οριζόμενης τριμελούς επιτροπής προσλήψεων, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 6 παρ.3 του ν. 3250/2004 και της οποίας μέλη αποτελούσαν οι κατηγορούμενοι υπάλληλοι Ε. Κ., Ά. Ν. και Δ. Δ., αμέσως στη σελίδα 26 αναφέρονται περιστατικά, όπως η κατάταξη των υποψηφίων σε κατηγορίες κοινωνικών ομάδων, ο καθορισμός της σειράς προτεραιότητας, η κατάρτιση του πίνακα κατάταξης, ο έλεγχος δικαιολογητικών και η υπογραφή σύμβασης εργασίας με τον επιλεγέντα υποψήφιο, τα οποία ανήκουν στην αρμοδιότητα του φορέα πρόσληψης. Από την αναφορά στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (σελ.25), το μεν ότι η διαδικασία επιλογής του προσωπικού μερικής απασχόλησης, αποτελεί έργο της τριμελούς επιτροπής προσλήψεων, το δε ότι η κατάταξη των υποψηφίων σε κατηγορίες κοινωνικών ομάδων, καθώς και σειρά άλλων συναφών αρμοδιοτήτων, ανήκει στο φορέα πρόσληψης (Δημόσιο, ΟΤΑ, ΝΠΔΔ), (σελίδα 26), δε δημιουργείται οποιαδήποτε ασάφεια ή αντίφαση, που να στερεί την απόφαση από την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού η αναφορά στο φορέα πρόσληψης, ως έχοντα μεταξύ άλλων και την αρμοδιότητα για την κατάταξη των υποψηφίων σε κατηγορίες κοινωνικών ομάδων, ενέχει την έννοια της εποπτεύουσας τη σχετική διαδικασία αρχής. 3) ότι στη σελίδα 26 του αιτιολογικού, ενώ αναφέρεται ότι ο φορέας πρόσληψης, μετά την ανάρτηση των πινάκων κατάταξης των υποψηφίων, εκδίδει ανακοίνωση και καλεί εγγράφως τους υποψηφίους που έχουν συμπεριληφθεί στον οικείο πίνακα κατάταξης έως τον αριθμό των προς κάλυψη θέσεων, να υποβάλουν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά στην οριζόμενη καταληκτική προθεσμία και ότι μόνο με την προσκόμιση και τον έλεγχο των δικαιολογητικών από τον φορέα υπογράφεται η σύμβαση εργασίας με τον υποψήφιο, στη σελίδα 28 αναφέρεται ότι, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ΑΠ Οικ.21317/25-4-2005 εγκύκλιο του ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α, που εστάλη προς διασαφήνιση του τρόπου πρόσληψης προσωπικού μερικής απασχόλησης, "σε περίπτωση που υποψήφιος προσλαμβάνεται με βάση στοιχεία που έχει καταθέσει με υπεύθυνη δήλωσή του τα οποία αποδεικνύεται εν συνεχεία ότι είναι ανακριβή και ως εκ τούτου δεν θα έπρεπε να καταλάβει τη θέση στην οποία απασχολείται, η σύμβαση θα λύεται και θα προσλαμβάνεται ο επόμενος στο σχετικό πίνακα κατάταξης", δηλαδή προβλέπεται διαδικασία και δυνατότητα πρόσληψης υποψηφίου και χωρίς την προσκόμιδη και των έλεγχο των επικαλουμένων στην υπεύθυνη δήλωση δικαιολογητικών. Σε κάθε όμως, περίπτωση είναι αβάσιμη η αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι δηλαδή υφίστατο δυνατότητα, που προβλεπόταν από τη σχετική διαδικασία, να πραγματοποιηθεί η πρόσληψη των υποψηφίων προσώπων χωρίς την προηγούμενη προσκομιδή και χωρίς προηγούμενο έλεγχο των αναγκαίων κατά κατηγορία δικαιολογητικών, αφού σε μια τέτοια περίπτωση, όχι μόνο θα οδηγείτο η επιτροπή σε άτοπα και ανεπιεική αποτελέσματα, αλλά και σε καταστρατήγηση της οικείας Υπουργικής Αποφάσεως, ως προς την εγκυρότητα του διαγωνισμού. 4) ότι στη σελίδα 26 του αιτιολογικού, αναφέρεται ότι ο φορέας πρόσληψης προβαίνει στον έλεγχο των δικαιολογητικών και την υπογραφή της σύμβασης πρόσληψης, ενώ στη σελίδα 29 αναφέρεται ότι ο έλεγχος των δικαιολογητικών των προς πρόσληψη υπαλλήλων γίνεται από τριμελή επιτροπή. Με την αναφορά στο αιτιολογικό, ότι ο φορέας πρόσληψης (υπονοώντας την Περιφέρεια) είναι εκείνος που προβαίνει στον έλεγχο των προϋποθέσεων και των δικαιολογητικών των υποψηφίων, ταυτόχρονα δε στις παραδοχές (σελίδα 29), φέρεται ότι ο αντίστοιχος έλεγχος γίνεται από την τριμελή επιτροπή, οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή και δε δημιουργείται εξ αυτής οποιαδήποτε ασάφεια ή αντίφαση, που να στερεί την απόφαση της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. 5) η αναφορά στο διατακτικό ότι δε συμπεριλήφθηκαν στους πίνακες κατάταξης και την απόφαση πρόσληψης οι υποψήφιες Α. Α. και Σ. Ν.- Α., που είχαν τέτοιο δικαίωμα, ενώ στο αιτιολογικό αναφέρεται ότι οι δύο αυτές υποψήφιες και πάλιν στη νέα ορθή απόφαση πρόσληψης δε συμπεριλήφθηκαν, συμπεριλήφθησαν στους πίνακες απορριπτέων, πρόκειται για αναφορά από απλή παραδρομή, και δεν επάγεται οποιαδήποτε ακυρότητα, ούτε δημιουργείται ασάφεια 6) από την αναφορά σε δύο σημεία της προσβαλλομένης αποφάσεως του πρώτου αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, γεγονός ως περιφερειάρχη Ν. Αιγαίου, αντί του ορθού τίτλου αυτού, για το έτος 2005, κατά το άρθρο 1 του ν. 2503/1997, του Γενικού Γραμματέα της περιφέρειας Ν. Αιγαίου, ως μετακλητού υπαλλήλου, που αναφέρεται ρητά σε άλλα σημεία του αιτιολογικού και του διατακτικού, 7) δεν υπάρχει επίσης ασάφεια από την αναφορά στο αιτιολογικό ότι ο Γ.Γ. Περιφέρειας, προσέλαβε τους καταταγέντες υπαλλήλους, αφού κατά την Υ.Α 52769/2004 και κατά τις παραδοχές, η έκδοση της 12784/8-9-2005 απόφασης του Γ.Γ. Περιφέρειας αφορούσε την πρόσληψη, την ανακοίνωση των ονομάτων των προσληπτέων υπαλλήλων και μετά από αυτή θα ακολουθούσε τυπικά η πρόσληψη με υπογραφή συμβάσεων εργασίας, 8) δεν ήταν απαραίτητο να εξειδικεύεται περαιτέρω, η σκοπούμενη βλάβη του πολιτειακού και κοινωνικού συμφέροντος, που αναφέρεται στη σελίδα 37, αφού αυτή είναι δεδομένη και εξυπακούεται, ότι επέρχεται, με τις προηγούμενες ως παραπάνω αναλυτικές παραδοχές του αιτιολογικού περί αξιολόγησης και πρόκρισης στους καταρτισθέντες από την επιτροπή και δημοσιευθέντες από τον Γ.Γ. Περιφέρειας, πίνακες κατάταξης, προσληπτέων υπαλλήλων σε βάρος άλλων υποψηφίων, που είχαν περισσότερα προσόντα και δε συμπεριλήφθηκαν στους πίνακες αυτούς, ενώ δεν ήταν απαραίτητο για να θεωρηθεί τετελεσμένο το αδίκημα, να γίνει πραγμάτωση του εν λόγω παράνομου σκοπού και να υπογραφούν προηγουμένως οι παράνομες συμβάσεις πρόσληψης, ούτε ασκεί έννομη επιρροή, το γεγονός ότι στην αναφερόμενη Υ.Α 52769/2004 δεν προβλέπεται ρητά, ότι η πρόσληψη γίνεται με απόφαση του Γ.Γ. Περιφέρειας, αφού ο άνω Γ.Γ. Περιφέρειας, ως εκπρόσωπος του φορέα πρόσληψης, εξέδωσε την 12784/2005 απόφαση πρόσληψης των αρχικών μη δικαιούχων υποψηφίων, σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 3250/2004, τα δε μέλη της τριμελούς επιτροπής παρέβησαν τα καθήκοντά τους και τέλεσαν το αποδοθέν σε αυτούς αδίκημα, με τη συμμετοχική τους δράση στη σύνταξη και στην υπογραφή των πινάκων κατάταξης υποψηφίων και την υπογραφή από αυτούς του πρακτικού αξιολόγησης, μετά το γενόμενο από αυτούς έλεγχο των δικαιολογητικών όλων των υποψηφίων υπαλλήλων. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ συναφείς λόγοι των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως, κύριοι και πρόσθετοι, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ, 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικού μέσου, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι, ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, επάγεται δε και παραβίαση των περί προφορικότητας της συζητήσεως στο ακροατήριο και κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης αρχών, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας απ' την οποία δημιουργείται ο κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιό έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα και παραβίαση της δημοσιότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται στις σελίδες 6, 7, 8, και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς: "5. από 8-9-2005 Πίνακες Κατάταξης και τα Πρακτικά της Επιτροπής Αξιολόγησης, 19. τριαντατρείς αιτήσεις υποψηφίων, 21. τον από 8-9-2005 πίνακα κατάταξης (σχετ. 6), 22. το πρακτικό Επιτροπής Αξιολόγησης (σχετ. 7), 23. το πρακτικό Επιτροπής Αξιολόγησης (φωτοαντίγραφο), 24. το πρακτικό Επιτροπής Αξιολόγησης (σχετ. 7), 25. το πρακτικό Επιτροπής Αξιολόγησης(φωτοαντίγραφο), 26. τον από 8-9-2005 πίνακα κατάταξης (σχετ. 6), 43. Πίνακα απορριπτέων υποψηφίων, 44. το πρακτικό Επιτροπής Αξιολόγησης (σχετ. 15), 72. τους από 8-9-2005 πίνακες κατάταξης της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου και 92. αντίγραφο του Δ.Σ της ΔΟΕ ...".
Με την εν λόγω αναφορά των εγγράφων αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, ούτε αναφορά του περιεχομένου τους, αφού, ειδικότερα, τα πρακτικά αυτά, οι αιτήσεις υποψηφίων και οι πίνακες κατάταξης, αφορούν όλα τον εν λόγω επίμεμπτο διαγωνισμό για τον οποίο κατηγορούνται όλοι οι εμπλεκόμενοι στον διαγωνισμό αναιρεσείοντες και με την ανάγνωση του κειμένου των εγγράφων αυτών, κατέστησαν γνωστά κατά τον τίτλο και το πλήρες περιεχόμενό τους, αντίστοιχα, στους αναιρεσείοντες - κατηγορούμενους, οπότε αυτοί και οι συνήγοροί τους είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν στο ακροατήριο σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο προσδιορισμού των εγγράφων αυτών στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη. Σε σχέση, ειδικότερα, με τους πίνακες κατάταξης που αναρτήθηκαν την 13-9-2005 και τους νέους πίνακες ορθής κατά το νόμο κατάταξης που αναρτήθηκαν την 19-9-2005, που μνημονεύονται στο αιτιολογικό και στο διατακτικό, προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως που παραδεκτά επισκοπούνται, ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με αύξοντα αριθμό αναγνωστέων, 5, 21, 72, τρεις πίνακες κατάταξης, με ιδία ημερομηνία 8-9-2005, στους οποίους προφανώς περιλαμβάνονται και οι ανωτέρω πίνακες κατάταξης, αρχικοί και μεταγενέστεροι της ιδίας Επιτροπής με την ιδία ημερομηνία 8-9-2005, ανυπόγραφοι οι πρώτοι και με υπογραφή των μελών της επιτροπής οι τελευταίοι και δεν υπάρχει ασάφεια ποίοι πίνακες αναγνώσθηκαν, ούτε αμφιβολία ότι αναγνώσθηκαν και οι πίνακες κατάταξης που αναρτήθηκαν την 13-9-2005 και την 19-9-2005, που αναφέρονται στο αιτιολογικό, όπως αβάσιμα αιτιώνται οι αναιρεσείοντες. Από δε τη μη ανάγνωση της αναφερόμενης, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με αριθ. 9679/2005 αποφάσεως του Περιφερειάρχη Ν. Αιγαίου, με την οποία καθορίστηκε η τριμελής επιτροπή επιλογής προσλήψεων, από τους τρεις, πλην του πρώτου, κατηγορούμενους, ουδεμία ακυρότητα προκύπτει, αφού πρόκειται για διαδικαστικό έγγραφο, διορισμού απλώς των τριών αναιρεσειόντων Ε. Κ., Α. Ν. και Δ. Δ., ως μελών της ανωτέρω επιτροπής επιλογής προσλήψεων, εγγράφου γνωστού κατά περιεχόμενο στους κατηγορούμενους, πράγμα που οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες δεν αμφισβητούν ότι γνώριζαν, αναφέρεται δε, άλλωστε, το έγγραφο αυτό διηγηματικά και δεν πρόκειται για αποδεικτικό έγγραφο.
Επομένως, ορθά το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα προαναφερθέντα έγγραφα, ο δε περί του αντιθέτου σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως των προσθέτων λόγων, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Γ' ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και η παραβίαση των αρχών της προφορικότητας και δημοσιότητας της διαδικασίας, όσον και των αρχών της ισότητας και αναλογικότητας σε σχέση με αναφερόμενες άλλες προεκδοθείσες αποφάσεις του Αρείου Πάγου, που έκριναν τέτοιες περιπτώσεις ελλείψεως ταυτότητας αναγνωσθέντων εγγράφων, ενόψει του ότι κάθε περίπτωση είναι μοναδική και κρίνεται καθεαυτή, από καμία δε διάταξη νόμου ή αρχή του δικαίου δεν επιβάλλεται στα δικαστήρια να ερμηνεύουν το νόμο σύμφωνα με την ερμηνεία στην οποία προέβησαν με προηγούμενες αποφάσεις τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες τέσσερις αιτήσεις αναιρέσεως, και οι πρόσθετοι λόγοι του αναιρεσείοντος Χ. Κ. και Δ. Δ., ως αβάσιμες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις αιτήσεις - δηλώσεις αναιρέσεως, με χρονολογίες, από 19-4-2012 της Ά. Ν. του Ν., από 19-4-2012 του Δ. Δ. του Ι., από 12-4-2012 του Ε. Κ. του Β., από 23-4-2012 του Χ. Κ. του Α. και τους πρόσθετους λόγους, από 12-12-2012 του Δ. Δ. και από 21-12-2012 του Χ. Κ., περί αναιρέσεως της με αρ. 34/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου για ασάφειες, αντιφάσεις αιτιολογικού και διατακτικού.
|
Παράβαση καθήκοντος
|
Παράβαση καθήκοντος.
| 1
|
Αριθμός 396/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Σ. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λυκοκάπη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Σ. του Δ. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2007 του ιδίου Δικαστηρίου, 433/2009 μη οριστική και 770/2010 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/2/2011 αίτηση και τους από 30/6/2012 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 20/11/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως κατά το λόγο που πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη εκ του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια, διαφορετική από την αληθή (Ολομ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 741, 377, 371 και 366/2011). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 741, 377, 373 και 366/2011). Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικοί (αρ.173 και 200 ΑΚ) και ειδικοί, όταν ο νόμος αποδίδει ορισμένη έννοια σε σιωπηρή δήλωση βουλήσεως, σε έλλειψη δηλώσεως βουλήσεως ως προς κάποιο σημείο ή σε περίπτωση αμφιβολίας. Παραβιάζονται δε οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων, καθώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, με την ερμηνεία όμως που έδωσε παραβίασε τους κανόνες αυτούς (ΑΠ 1728/2008, ΑΠ 1703/2008, ΑΠ 1076/2008, ΑΠ 1183/2007). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικώς και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησε στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, ως τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς συνέπειες για τον οφειλέτη, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπήρχε το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλά απαιτείται να συντρέχουν και πρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος, η οποία τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της ως άνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική κατάστασή του, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις (Ολομ.ΑΠ 8/2001, ΑΠ 9/2010, ΑΠ 265/2009). Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα: Με το υπ' αριθμ. …/2002 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Αθανασίου Γουργουλέτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 8.5.2002 στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ναυπάκτου, ο ενάγων απέκτησε παράγωγα με ειδική διαδοχή λόγω δωρεάς εν ζωή από την Ε. χήρα Π. Π. , το γένος Κ. Α. , την ψιλή κυριότητα ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 1.411,70 τ.μ, που περιέχει ελαιόδενδρα, το οποίο βρίσκεται στη θέση... οικισμού …της κτηματικής περιφέρειας Παλιοπαναγιάς του δήμου Ναυπάκτου και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Ν. και Κ. Π. , ανατολικά εν μέρει με απόληξη αγροτικού δρόμου και εν μέρει με ιδιοκτησία Ν. και Κ. Π. , νότια με βατό δρόμο και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Δ. Ε. και δυτικά με ακίνητο, συγκυριότητας του εναγομένου και των τέκνων του. Ο εναγόμενος είναι συγκύριος με τα τρία τέκνα του, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός ομόρου ακινήτου, εκτάσεως 2.634 τμ. που βρίσκεται στην ίδια θέση και συνορεύει ανατολικά με το προαναφερόμενο ακίνητο του ενάγοντος, δυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Ι. Ε. , βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. Λ. και νότια με κοινοτικό και ήδη δημοτικό δρόμο. Τη συγκυριότητα του απέκτησε με παράγωγο τρόπο, λόγω δωρεάς με βάση το …/ 1980 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Ν. Παπαναστασόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Τα ανωτέρω ακίνητα των διαδίκων, αλλά και των λοιπών ομόρων ακινήτων, εξυπηρετούντο από τον προαναφερόμενο κοινοτικό και ήδη δημοτικό δρόμο, ο οποίος υφίσταται από παλιά, πλέον της 100ετίας, ήταν δε ο μεγάλος επαρχιακός δρόμος που άρχιζε από τη Ναύπακτο, οικισμό…και έφθανε μέχρι τα χωριά... και ... του δήμου Αντιρρίου. Ο δρόμος αυτός αρχικά είχε πλάτος 5 περίπου μέτρα και διήρχοντο μέσω αυτού οι διάδικοι, οι όμοροι ιδιοκτήτες, αλλά και οι κάτοικοι της περιοχής πεζοί ή με ζώα ή με κάρα. Λόγω όμως μη χρησιμοποιήσεώς του, κατά τα τελευταία τριάντα χρόνια, περιορίστηκε κατά πλάτος και απέμεινε πλάτος περίπου 3,50 μέτρων. Επίσης, λόγω του ότι δεχόταν πολλά νερά διαβρώθηκε και βάθυνε η επιφάνεια του, με αποτέλεσμα να αποκτήσει βάθος 2 περίπου μέτρων, δηλαδή να γίνει ρέμα και να μην υπάρχει πλέον δυνατότητα διαβάσεως του. Έτσι επί τριάντα και πλέον έτη η επικοινωνία και η πρόσβαση των διαδίκων, των δικαιοπαρόχων τους και των λοιπών ομόρων ιδιοκτητών στα κτήματα τους είτε πεζή είτε με ζώα και τροχοφόρα (τρακτέρ κλπ.) γινόταν δια μέσου των ομόρων ακινήτων. Ενόψει της ως άνω διαμορφωθείσας κατάστασης, τον Ιούλιο 2004, προκειμένου να καταργηθεί η διέλευση των ιδιοκτητών, των εργατών κατά την καλλιεργητική περίοδο, καθώς και των τρακτέρ και οχημάτων από τα ακίνητα τους, οι ιδιοκτήτες που είχαν τα κτήματα τους στην περιοχή αυτή και ειδικότερα οι Γ. Λ., Α. Λ., Γ. Σ., Γ. Λ., Κ. Π., Κ. Α. (ενάγοντες) και Ν. Σ. (εναγόμενος) συμφώνησαν με δαπάνες τους και συνεισφορά γης να διανοίξουν και διαμορφώσουν τον παραπάνω δρόμο, ώστε να γίνει αμαξωτός, (βλ. το από Ιουλίου 2004 ιδιωτικό συμφωνητικό που φέρει τις υπογραφές των ως άνω ιδιοκτητών), έδωσαν δε την εντολή στον εναγόμενο να προχωρήσει στις απαραίτητες ενέργειες. Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής ο εργολάβος Δ. Δ. ανέλαβε τη διάνοιξη του δρόμου αυτού ενώ τη χαλικόστρωση ανέλαβε ο εργολάβος Ι. Μ. (εξετασθείς ενώπιον του ακροατηρίου μάρτυρας). Το ποσό αμοιβής τους, ύψους 1.500 ευρώ, συγκεντρώθηκε από τους ανωτέρω ιδιοκτήτες, δηλαδή ο ενάγων κατέβαλε 300 ευρώ, ο εναγόμενος 600 ευρώ, ο Γ. Σ. 300 ευρώ και ο Α. Λ. 300 ευρώ (βλ. την από 25-1-2005 εξοφλητική απόδειξη του εισπράξαντος Ι. Μ. ). Έτσι τον Ιούλιο 2004 άρχισε η διάνοιξη του δρόμου, επειδή δε στην είσοδο του που συναντά την εθνική οδό Αντιρρίου - Ναυπάκτου υπήρχε αρχική στροφή και δεν επαρκούσε το πλάτος του για τη διαμόρφωση, κατεβλήθη το ποσό των 600 ευρώ στην ιδιοκτήτρια του ομόρου ακινήτου Ε. Α. για την εξαγορά έκτασης 25-30 περίπου μέτρων για τη διαπλάτυνση του, τα χρήματα δε αυτά κατέβαλαν οι διάδικοι, από 300 ευρώ έκαστος (βλ. τη σχετική απόδειξη είσπραξης). Ο δρόμος διανοίχθηκε, με πλάτος στην αρχή του περίπου 6 μέτρων και στην κατάληξη του περίπου 3,70-3,80 μέτρων, όλοι δε οι όμοροι ιδιοκτήτες συνεισέφεραν για τη διάνοιξη σε έδαφος, ορισμένοι μάλιστα έκοψαν και ελαιόδενδρα. Το Μάϊο 2005 ο εργολάβος Ι. Μ. εκτέλεσε τις εργασίες της χαλικόστρωσης στον ήδη διανοιχθέντα κατά τα ανωτέρω δρόμο, ο ίδιος ο ενάγων δε τοποθέτησε σιδηρούς πασσάλους στη νότια πλευρά του κτήματος του, ώστε να οριοθετήσει τη λωρίδα του κτήματος του που παραχωρούσε για τη διάνοιξη του δρόμου. Ο παραπάνω εργολάβος, κατόπιν της προαναφερθείσας συμφωνίας των . ιδιοκτητών, εκρίζωσε ένα ελαιόδενδρο, που υπήρχε μέσα στην παραχωρηθείσα από τον ενάγοντα λωρίδα του κτήματος του για τη διάνοιξη του δρόμου, το οποίο ο ενάγων τεμάχισε και παρέλαβε τα ξύλα του. Ο εναγόμενος δε, στο σημείο της νοτιανατολικής εισόδου του ακινήτου του όπου προϋπήρχε .... "αμπάρα", δηλαδή άνοιγμα στο φράκτη από όπου εισερχόταν στο κτήμα του, τοποθέτησε σιδηρόπορτα. Όλα αυτά προκύπτουν σαφώς από τους εξετασθέντες στο ακροατήριο μάρτυρες, αλλά και από τις ένορκες καταθέσεις των Γ. Λ., Θ. συζύγου Γ. Σ., Γ. Λ. και Γ. Σ. . Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι συμφώνησε στη διάνοιξη και διαπλάτυνση του δρόμου μόνον μέχρι το κτήμα, ιδιοκτησίας Κ. και Δ. Π. , το οποίο βρίσκεται αμέσως πριν από το κτήμα του, και όχι μέχρι το κτήμα του εναγομένου, που επιβεβαιώνουν ο μάρτυρας αποδείξεως και το ζεύγος Ε. στις ένορκες καταθέσεις τους, έρχεται σε αντίθεση με το ανωτέρω από Ιουλίου 2004 έγγραφο συμφωνητικό, στο οποίο αναφέρεται σαφώς "Με δαπάνες μας και συνεισφορά σε γη θα διαμορφωθεί δρόμος αμαξωτός που θα αρχίζει από το κτήμα Α. και θα καταλήγει στο κτήμα Σ. , Ν. ". Εξάλλου, ο ισχυρισμός αυτός του ενάγοντος αντίκειται στη λογική, αφού δεν είναι δυνατόν να κατέβαλε ο εναγόμενος χρήματα για διάνοιξη δρόμου που δεν αφορούσε στο ακίνητο του και συνεπώς δεν θα ωφελείτο από αυτήν. Ενόψει τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προηγηθείσα συμπεριφορά του ενάγοντος, ήτοι η συμφωνία του με τον εναγόμενο, αλλά και τους λοιπούς όμορους ιδιοκτήτες, στη διάνοιξη, διαμόρφωση και διαπλάτυνση του παραπάνω δρόμου με συνεισφορά, για την κοινή ωφέλεια, σε έδαφος και με παραχώρηση στην κοινή χρήση λωρίδας του ακινήτου του που εφάπτεται του δρόμου, καθιστά τη μεταγενέστερη άσκηση της υπό κρίση αγωγής για διατάραξη της ψιλής κυριότητας στην εν λόγω εδαφική λωρίδα του ακινήτου του, καταχρηστική και μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Επομένως, είναι βάσιμη και κατ' ουσίαν η ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής (281 ΑΚ), που προέβαλε πρωτοδίκως ο εναγόμενος και ήδη επαναφέρει με σχετικό λόγο εφέσεως.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για παραβίαση της προαναφερόμενης ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Ο αυτός λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι κατά νομική πλημμέλεια το δικαστήριο δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς των δικαιοπραξιών κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος εφόσον το δικαστήριο της ουσίας όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν διαπίστωσε κενά ή αμφίβολα σημεία ώστε να τίθεται θέμα εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Περαιτέρω, με αυτά που δέχτηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσείοντος, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως. Επομένως είναι αβάσιμος ο σχετικός εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης. Ο τρίτος εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο το Εφετείο έκρινε ορισμένη την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ παρά το ότι ήταν αόριστη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας εφόσον δεν αναφέρονται συγκεκριμένοι λόγοι αοριστίας της ως άνω ενστάσεως.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. Πγ' Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 532/2008, ΑΠ 58/2008, ΑΠ 2191/2007). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, βεβαιώνει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα του αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν νομίμως και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή και όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, για να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμα του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το από 9-6-2005 επίσημο απόσπασμα από το βιβλίο συμβάντων του Α.Τ.Ναυπάκτου. Επομένως, ο τέταρτος, εκ του άρθρου 559 αρ. Πγ' Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποία σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολομ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 109/2008, ΑΠ 446/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα του, συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα, καθώς και το από Ιουλίου 2004 ιδιωτικό συμφωνητικό - υπεύθυνη δήλωση που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσίβλητος και δεν στήριξε σε αυτό, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, την κρίση του. Επομένως, ο οικείος, εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι. Ο αναιρεσείων ως ηττώμενος διάδικος πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 16-2-2011 αίτηση του Κ. Α. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 770/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών και τους προσθέτους από 30-6-2012 λόγους -
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση, λόγοι αυτής από το άρθρο 559 αρ. 1, 19, 11γ και 20 του Κ.Πολ.Δ. απορρίπτονται.
|
Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου
|
Αποδεικτικά μέσα, Έγγραφα, Έλλειψη νόμιμης βάσης, Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
| 1
|
Αριθμός 393/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. συζ. Σ. Α., το γένος Χ. Κ., κατοίκου ..., 2) Ε. Θ. συζ. Δ. το γένος Χ. Κ., κατοίκου ..., 3) Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 4) Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 5) Δ. Β. συζ. Β., το γένος Χ. Κ. ή Κ., κατοίκου ..., 6) Ν. Κ. του Χ., κατοίκου ... και 7) Κ. συζ. Μ. Κ. το γένος Χ. Κ., κατοίκου ... . Οι 1η, 2η, 3η, 4η και 6ος δεν παραστάθηκαν και οι 5η και 7η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βύρωνα Αντωνιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 2. Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., 3) Φ. χήρας Α. Μ. το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., 4) Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., και 5) Σ. Κ. του Χ., κατοίκου ... . Οι 1ος, 2ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Αγγελική Αρβανιτίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ και οι 4ος και 5ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Ελένη Κωστίκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/9/2003 αγωγή και την από 27/1/2004 ανακοίνωση δίκης των 1ου, 2ου και 3ης ήδη αναιρεσιβλήτων καθώς και την από 5/7/2005 κύρια παρέμβαση των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5022/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 1492/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/12/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 16/10/2009 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Αθανασίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν δε στη δίκη συμμετέχουν περισσότεροι και κάποιος από αυτούς απουσιάζει ή δεν συμμετέχει νόμιμα και δεν έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους (Ολ.ΑΠ 2/2006). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.β', γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ.β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο. Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 162/2011, ΑΠ 87/2011, ΑΠ 274/2010).
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1, 104, 568 παρ.4 και 576 παρ.1 και 3 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που αυτεπαγγέλτως πλέον εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ως μη παριστάμενος και κηρύσσεται άκυρη και η κλήση με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Εφόσον δε οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που εμφανίσθηκε για αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα και ενός έστω από αυτούς, που επιμελήθηκαν τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους, αν ο αναιρεσείων αυτός, δεν έχει κλητευθεί από την αντίδικό του ή από κάποιον από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση ομοδίκους του (Ολ.ΑΠ 2/1992, Ολ.ΑΠ 39/2005, ΑΠ 1570/2005, ΑΠ 592/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 12-12-2007 αίτηση για αναίρεση της 1492/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η συζήτηση της οποίας είχε αρχικά ορισθεί για τη δικάσιμο της 4-11-2009, κατά την οποία οι τελευταίοι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, εκπροσωπήθηκαν από τη δικηγόρο τους Γ. Παπαμαρλή, και κατόπιν αιτήσεώς τους αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως με επισημείωση στο πινάκιο για τη δικάσιμο της 9-2-2012, οπότε αναβλήθηκε και πάλι λόγω αποχής των δικηγόρων για τη δικάσιμο της 19-10-2011 και τέλος για τον ίδιο λόγο αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως με επισημειώσεις στο πινάκιο. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο δεν εμφανίσθηκαν οι πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και ο πέμπτος των αναιρεσειόντων ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την παραπάνω αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, επισπεύδουν από κοινού οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από τις 7039, 7040, 7041/15-9-2008 και 7021/11-9-2008 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Κ. Β. και την 6252/7-10-2008 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Η. Λ. με τις προσαρτημένες σε αυτήν απόδειξη παράδοσης αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης στο αστυνομικό τμήμα και βεβαίωσης ταχυδρόμησης ειδοποίησης, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εξ' αυτών παριστάμενοι, διά του δικηγόρου τους Β. Αντωνιάδη, με παραγγελία του οποίου αντίγραφο αυτής με κλήση προς συζήτηση (για την αρχική δικάσιμο) επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους. Από κανένα όμως στοιχείο της δικογραφίας προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες είχαν χορηγήσει νομίμως πληρεξουσιότητα στον παραπάνω δικηγόρο για να επισπεύσει τη συζήτηση της υπόθεσης και επομένως η επίσπευση της συζήτησης από τους αναιρεσείοντες αυτούς είναι άκυρη. Εξάλλου η προαναφερόμενη δικηγόρος Γ. Παπαμαρλή, που φέρεται ότι εκπροσώπησε και τους απολειπόμενους αναιρεσείοντες κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο για τη συζήτηση της υπόθεσης δεν προκύπτει ότι είχε ρητή προς τούτο πληρεξουσιότητα και για αυτούς και συνεπώς δεν παρέστησαν νομίμως κατ' αυτήν και θεωρούνται δικονομικώς απόντες κατά τη δικάσιμο αυτή. Εξάλλου δεν προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο από τους λοιπούς αναιρεσείοντες που παραστάθηκαν και εκπροσωπήθηκαν νομίμως ή από τους αναιρεσίβλητους. Επομένως η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή της στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση των απολειπομένων αναιρεσειόντων (αρθ. 226 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.) και συνακόλουθα έπρεπε αυτοί να κλητευθούν κατά τη νέα δικάσιμο. Τέτοια όμως κλήτευση δεν αποδείχθηκε ούτε γίνεται σχετική επίκληση.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 12-12-2007 αίτησης αναίρεσης των Α. Α. κ.λπ. κατά της 1492/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ερημοδικία στην αναιρετική δίκη. Επίσπευση συζήτησης από κοινού πλειόνων αναιρεσειόντων. Έλλειψη πληρεξουσιότητας δικηγόρου για κάποιούς από αυτούς που ερημοδικούν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, τόσον για την επίσπευση της συζήτησης, όσον και για την εκπροσώπησή τους στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση αυτής στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο. Αναβολή και εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο. Αν οι απολειπόμενοι κατά τη μετ΄ αναβολή συζήτηση αναιρεσείοντες δεν έχουν κλητευθεί από τους αναιρεσεβλήτους ή τους ομοδίκους τους για την αρχική δικάσιμο κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση.
|
Πληρεξουσιότητα
|
Πληρεξουσιότητα , Απαράδεκτη συζήτηση.
| 1
|
Αριθμός 394/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1)Μ.-Χ. Δ. του Β., συζ. Γ. Γ., 2)Ά. Δ. του Β., χήρας Δ. Χ., κατοίκων …, ως κληρονόμων του Β. Δ., και 3)Σ. Κ. χήρας Ι., το γένος Χ. Δ., κατοίκου …, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Κιτσαρά.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου "Φιλανθρωπικά Καταστήματα Κεφαλληνίας" που εκπροσωπείται νόμιμα και έχει έδρα το ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγή Γεράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/1995 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/1999 μη οριστική, 65/2005 μη οριστική, 48/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 791/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 3/3/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 14/11/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 3/3/2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 791/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. ότι το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ουσιώδη ισχυρισμό ("πράγμα") και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, καθώς και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν, εκ των πραγμάτων, τον προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν. Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών δεν ιδρύεται όταν η απόφαση διαλαμβάνει πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και επιτρέπουν έτσι τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του προσήκοντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Τέλος, σύμφωνα με τα άρθρα 1041 και 1045 του Α.Κ. βασικό στοιχείο της χρησικτησίας, τακτικής και έκτακτης, και της εντεύθεν κτήσεως κυριότητας με τον (πρωτότυπο) αυτόν τρόπο είναι η νομή του πράγματος, χωρίς την οποία δεν είναι νοητή η χρησικτησία.
ΙΙ.- Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 11761τ.μ., ως τμήμα μείζονος ακινήτου, εμβαδού 12640τ.μ., που βρίσκεται στη θέση …, Αργοστολίου Κεφαλληνίας, περιήλθε κατά κυριότητα στο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο "Φιλανθρωπικά Καταστήματα Κεφαλληνίας"(Φ.Κ.Κ.) με αγορά από κύριο δυνάμει του υπ' αριθμ. …/16-4-1916 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου που μεταγράφηκε νόμιμα, αλλά και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, αφού το αναιρεσίβλητο έχει στη νομή του το επίδικο με τα προσόντα της χρησικτησίας κατά τα άρθρα 1062, 2063 και 2064 του Ιόνιου Πολικού Κώδικα μέχρι την κατά το έτος 1946 εισαγωγή του Α.Κ. και έκτοτε μέχρι την άσκηση της αγωγής με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας κατά τα άρθρα 974, 1041 - 1042, 1045 του Α.Κ., όπως ειδικότερα αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη, και ότι το ίδιο (επίδικο) ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους κυριότητας που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι αναιρεσείουσες, ως τμήμα μείζονος ακινήτου, εμβαδού 42090τ.μ., που περιήλθε σ' αυτές με τους εν λόγω τίτλους, ούτε οι αναιρεσείουσες ήσκησαν ποτέ, από την κατά το έτος 1914 αγορά του τελευταίου αυτού μείζονος ακινήτου, μέχρι την άσκηση της αγωγής (Δεκέμβριος 1995), πράξεις νομής επί του επιδίκου, αμφισβητήσασες για πρώτη φορά την κυριότητα του αναιρεσιβλήτου κατά το έτος 1983. Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο, με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, δέχθηκε την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου και αναγνώρισε το τελευταίο κύριο του επίδικου (ως άνω τμήματος) ακινήτου, απορρίπτοντας την ένσταση ιδίας κυριότητος που είχαν προτείνει πρωτοδίκως αλλά και με λόγον εφέσεως οι αναιρεσείουσες - εναγόμενες, στηριζόμενη σε παράγωγο (τμήμα αγορασθέντος ακινήτου) τρόπο αλλά και σε πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία του επιδίκου ως τμήματος του ανωτέρω μείζονος). Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο είναι προφανές ότι τούτο α) έλαβε υπόψη (και τον απέρριψε) και τον ισχυρισμό (ένσταση) των αναιρεσειουσών για δική τους κυριότητα επί του επιδίκου (και) με τακτική χρησικτησία, αφού δέχεται ότι οι αναιρεσείουσες ουδεμίαν πράξη νομής ενήργησαν επί του επιδίκου μέχρι την άσκηση της αγωγής, ως στοιχείο πάσης χρησικτησίας, κατά τα προεκτεθέντα, ενώ β) διέλαβε (το Εφετείο) στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το σαφώς επίσης διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την προταθείσα ένσταση ιδίας κυριότητας λόγω (και) τακτικής χρησικτησίας, την οποία και απέρριψε, αιτιολογίες που επιτρέπουν περαιτέρω τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ειρημένων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας. Επομένως οι δύο λόγοι του αναιρετηρίου, από τους αριθμούς, αντίστοιχα, 8 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
ΙΙΙ.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-3-2011 αίτηση των Μ. - Χ. Δ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 791/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βασικό στοιχείο της χρησικτησίας τακτικής και έκτακτης, και την εντεύθεν κτήσεως κυριότητας με τον (πρώτο τύπο) αυτόν τρόπο είναι η νομή του πράγματος. Χωρίς τη νομή δεν είναι νοητή η χρησικτησία. Αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 19 του Κ.Πολ.Δ., αβάσιμοι (Επικυρώνει Εφ. Πατρών 791/2010).
|
Χρησικτησία
|
Ένδικο μέσο, Νομή, Χρησικτησία.
| 1
|
Απόφαση 391 / 2013 (Γ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 391/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Ι. Π., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Καρακώστα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. συζ. Χ. Χ., το γένος Δ. Γ., κατοίκου …, 2)Β. Γ. του Δ., κατοίκου …, 3)Κ. συζ. Δ. Γ., το γένος Δ. Γ., κατοίκου …., 4)Σ. συζ. Δ. Σ., το γένος Δ. Γ., κατοίκου …, 5)Β. Γ. του Δ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τσακίρη, 6)Ν. Γ. του Δ., κατοίκου …, ο οποίος δεν παραστάθηκε, 7)Β. συζ. Σ. Α. Γ. του Α., κατοίκου …, 8)Δ. Γ. του Αναστασίου, κατοίκου …, και 9) Μ. συζ. Ι. Κ. Γ. του Α., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/4/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Φαρσάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 421/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/3/2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 2/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 421/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ…/8-9-2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λαρίσης …, την οποία η αναιρεσείουσα προσκομίζει και επικαλείται, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσης και με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, που επισπεύδει τη συζήτηση, στον έκτο αναιρεσίβλητο Ν. Γ., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο, στη σειρά της, και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση της υποθέσεως. Επομένως και σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. η συζήτηση θα προχωρήσει παρά την απουσία του ως άνω αναιρεσιβλήτου, που κλήθηκε νόμιμα.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 1561 παρ. 1 του A.Κ., όπως ισχύει μετά τον ν.2447/1996, με τον οποίο και από την έναρξη της ισχύος του (30-12-1996), καταργήθηκε το κεφάλαιο του Α.Κ. για την υιοθεσία και στη θέση του τέθηκε νέο, δέκατο τρίτο, κεφάλαιο (άρθρα 1542-1588), "Με την υιοθεσία διακόπτεται κάθε δεσμός του ανηλίκου με τη φυσική του οικογένεια (...) και ο ανήλικος εντάσσεται πλήρως στην οικογένεια του θετού γονέα του. Έναντι του θετού γονέα και των συγγενών του ο ανήλικος έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τέκνου γεννημένου σε γάμο. Το ίδιο ισχύει και για τους κατιόντες του θετού τέκνου (...)". Με τη διάταξη αυτή, με την οποία, όπως και στην Εισηγητική Έκθεση του κυρωθέντος σχεδίου νόμου αναφέρεται, επέρχεται διακοπή κάθε δεσμού του ανηλίκου με τη φυσική του οικογένεια και πλήρης ένταξή του στην οικογένεια των θετών γονέων, δημιουργείται σχέση τεχνητής συγγένειας μεταξύ του υιοθετούντος και των συγγενών του αφενός και του υιοθετουμένου αφετέρου, και αναγνωρίζεται βάσει της σχέσεως αυτής αμοιβαίο εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα μεταξύ τους (Α.Π. 2035/2009), το οποίο δεν υπήρχε υπό το προϊσχύον δίκαιο της υιοθεσίας (παλαιά άρθρα 1579, 1583 του Α.Κ., άρθρ. 1 εδ. α' και 13 παρ. 1 ν.δ. 610/1970), κατ' αποκλεισμόν δε του προϋφισταμένου (ίδιες διατάξεις 1579, 1583 του Α.Κ.) κληρονομικού δικαιώματος του ανηλίκου έναντι της φυσικής του οικογένειας. Εξάλλου κατά το άρθρο 57 παρ. 1 του ίδιου ν.2447/1996, που αποτελεί μεταβατική διάταξη, παρόμοια με εκείνη του άρθρου 88 παρ. 1 του Εισ.Ν Α.Κ., "Με εξαίρεση τις ρυθμίσεις που ακολουθούν, υιοθεσίες που έγιναν πριν από την έναρξη της ισχύος αυτού του νόμου διέπονται ως προς το κύρος τους και τα έννομα αποτελέσματα από το έως τώρα δίκαιο (...)", κατά δε το ίδιο άρθρο 57 παρ. 3 του ν.2447/1996 "Στις περιπτώσεις υιοθεσιών ανηλίκων που έγιναν πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, ο θετός γονέας έχει το δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο, με αίτησή του που δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, την πλήρη ένταξη του τέκνου στην οικογένειά του, σύμφωνα με τα άρθρα 1561 έως 1566 του Α.Κ. (...)". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι επί υιοθεσιών ανηλίκων που τελέστηκαν πριν από τον ν.2447/1996 η πλήρης ένταξη του υιοθετημένου στην οικογένεια του υιοθετήσαντος αφέθηκε, ενόψει και των συνεπειών της, στην βούληση (πρωτοβουλία) του τελευταίου, συντελείται δε με την υποβολή από αυτόν της σχετικής ως άνω αίτησης και την έκδοση επ' αυτής αποφάσεως του δικαστηρίου, από την οποία και γεννάται το προαναφερθέν αμοιβαίο, μεταξύ θετού τέκνου και υιοθετήσαντος, κληρονομικό δικαίωμα, με αντίστοιχη κατάργηση του (προϋφισταμένου) κληρονομικού δικαιώματος του ανηλίκου έναντι της φυσικής του οικογένειας. Επομένως πριν (χωρίς) την ένταξη αυτή δεν καταλύεται το κληρονομικό δικαίωμα του υιοθετηθέντος προ της ισχύος του ν.2447/1996 ανηλίκου έναντι των φυσικών συγγενών του που απεβίωσαν μετά την έναρξη της ισχύος του ν.2447/1996 (Α.Π. 451/2011), σημειουμένου ότι η προρρηθείσα μεταβατικού δικαίου διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του ν.2447/1996, ως ειδική, σχετικά με τις δημιουργούμενες ως ανωτέρω κληρονομικές σχέσεις, κατισχύει εκείνης του άρθρου 92 εδ. α' του Εισ.Ν. Α.Κ., κατά την οποία "οι σχέσεις του κληρονομικού δικαίου, αν ο κληρονομούμενος πέθανε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνονται και στο εξής κατά το έως τώρα δίκαιο" και από την οποία εξ αντιδιαστολής προκύπτει ότι οι σχέσεις του κληρονομικού δικαίου, αν ο κληρονομούμενος πέθανε μετά την Εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνονται κατά τον κώδικα αυτόν, και αποκλείει (η μεταβατική διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του ν.2447/1996) την αναλογική εφαρμογή της ειρημένης διάταξης του άρθρου 92 εδ. α' του Εισ.Ν Α.Κ. στις ανωτέρω περιπτώσεις (υιοθεσία προ του ν.2447/1996 και θάνατος κληρονομουμένου φυσικού συγγενούς μετά τον νόμο αυτό). Υπό την αντίθετη εκδοχή θα εδημιουργείτο εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα μεταξύ προσώπων που δεν έχουν την κατά νόμον, ως προϋπόθεση (θεμέλιο) τεθειμένη για το δικαίωμα αυτό, συγγένεια (άρθρα 1813 επ. (Α.Κ), την οποία άλλωστε (συγγένεια) προϋποθέτει υπάρχουσα (δεδομένη) και η προρρηθείσα μεταβατική διάταξη του άρθρου 92 εδ. α' του Εισ.Ν. Α.Κ. και η οποία δεν υφίσταται στην εξεταζόμενη περίπτωση υιοθεσίας χωρίς την κατά τα προεκτεθέντα πλήρη ένταξη του υιοθετημένου στην οικογένεια του υιοθετήσαντος (άρθρ. 57 παρ. 3 ν. 2447/1996). Τα ανωτέρω ισχύουν, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και όταν ο θετός γονέας απεβίωσε προ της ισχύος του ν. 2447/1996 και επομένως δεν ήταν δυνατή η εκ μέρους του υποβολή αιτήσεως για την πλήρη ένταξη του υιοθετηθέντος ανηλίκου στην οικογένειά του (θετού γονέα) κατά την προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2447/1996, αφού κρίσιμο εν προκειμένω είναι η κατά τη διάταξη αυτή ένταξη του ανηλίκου στη θετή του οικογένεια και όχι ο λόγος της μη εντάξεώς του. Τέλος, ο κατά τα άρθρα 559 αρ. 1 και 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας δεν εφήρμοσε τέτοιον κανόνα ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφήρμοσε τον κανόνα ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Α.Π. 635/2011).
ΙΙΙ.- Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 421/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου της Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο, έγινε δεκτό ότι η αναιρεσείουσα δεν είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος, κατά το άρθρο 1814 του Α.Κ., του φυσικού αδελφού της Δ. Γ., που πέθανε χωρίς διαθήκη στη …, την 20-1-2006, ήτοι μετά την ισχύ του ν.2447/1996, για τον λόγο ότι η αναιρεσείουσα με την υπ' αριθμ. 12166/1956 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών είχε υιοθετηθεί προ της ισχύος του ν.2447/1996, από τον Π. Ζ. και επομένως, κατά τις παραδοχές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, οι κληρονομικές της σχέσεις διέπονται από τις ήδη (κατά τον θάνατο του κληρονομουμένου) ισχύουσες διατάξεις, σύμφωνα με τα άρθρα 57 παρ. 1 του ν.2447/1996 και 88 παρ. 1 και 92 εδ. β' του Εισ.Ν. Α.Κ. που προαναφέρθηκαν (ανωτ. υπό
ΙΙ), με αποτέλεσμα να έχει κληρονομικό δικαίωμα μόνο έναντι της θετής της οικογένειας. Στην αναιρεσιβαλλομένη δεν υπάρχει παραδοχή ούτε είχε προβληθεί τέτοιος ισχυρισμός, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, ότι η αναιρεσείουσα είχε ενταχθεί πλήρως στην θετή της οικογένεια με αίτηση του θετού της πατέρα και έκδοση σχετικής δικαστικής απόφασης σύμφωνα με την προρρηθείσα μεταβατική διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του ν.2447/1996. Επομένως δε και σύμφωνα με την προηγηθείσα (ανωτ. υπό
ΙΙ) μείζονα σκέψη, η αναιρεσείουσα δεν είχε ενταχθεί πλήρως στη θετή της οικογένεια, έναντι της οποία και δεν είχε αποκτήσει αμοιβαίο εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα κατά τις ισχύουσες ήδη ως ανωτέρω (νέες) διατάξεις των άρθρων 1561 επ. του Α.Κ. και 57 παρ. 1 του ν.2447/1996, 88 παρ. 1 και 92 εδ. α' του Εισ.Ν. Α.Κ., τις οποίες εφήρμοσε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, και εξακολουθεί (η αναιρεσείουσα) να έχει κληρονομικό εξ αδιαθέτου δικαίωμα έναντι της φυσικής της οικογένειας και εν προκειμένω έναντι του θανόντος ως άνω φυσικού αδελφού της, σύμφωνα με τις προρρηθείσες διατάξεις των άρθρων 1814 και 1579 και 1583 του Α.Κ., όπως οι τελευταίες ίσχυαν πριν τον ν.2447/1996 και εφαρμόζονται εδώ σύμφωνα με το άρθρ. 57 παρ. 3 του ν.2447/1996 αφού δεν συντρέχουν οι τιθέμενες από το άρθρο αυτό (μεταβατική διάταξη) ως άνω προϋποθέσεις για την εφαρμογή του νέου άρθρου 1561 του Α.Κ. (πλήρη ένταξη της αναιρεσείουσας στη θετή της οικογένεια και αποξένωσή της από τη φυσική, με συνέπεια και την απώλεια του κληρονομικού της δικαιώματος έναντι της τελευταίας - φυσικής - οικογένειας, ενώ δεν ασκεί επιρροή ο ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων ότι ο θετός πατέρα της αναιρεσείουσας είχε αποβιώσει προ του ν .2447/1996 και δεν ήταν δυνατή η εκ μέρους του υποβολή αιτήσεως για την πλήρη ένταξη της αναιρεσείουσας στην οικογένειά του). Έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που βάσει των ανωτέρω παραδοχών του απέρριψε την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας με την οποία η τελευταία ζητούσε, επικαλούμενη το εξ αδιαθέτου κληρονομικό της δικαίωμα επί της κληρονομίας του θανόντος ως άνω φυσικού αδελφού της, την αποδοχή της κληρονομίας αυτής και την μεταγραφή της σχετικής συμβολαιογραφικής δήλωσης, να αναγνωρισθεί συγκυρία κατά το 1/8 εξ αδιαιρέτου των επίδικων δύο κληρονομιαίων ακινήτων (οικοπέδων που βρίσκονται στο χωριό …), δικαίωμα το οποίο αμφισβητούν οι αναιρεσίβλητοι - εναγόμενοι, αδελφοί και τέκνα προαποβιώσαντος αδελφού του θανόντος, εμφανιζόμενοι ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του τελευταίου, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, ενώ δεν εφήρμοσε εκείνες των άρθρων 57 παρ. 3 του ν.2447/1996, σε συνδυασμό με (νέο) άρθρο 1561 του Α.Κ., και (παλαιών) 1579 και 1583 του Α.Κ., που έπρεπε να εφαρμοσθούν, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, και τις οποίες παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους. Επομένως οι σχετικοί δύο, από το άρθρο 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγοι του αναιρετηρίου είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή αυτών των λόγων, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 421/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υιοθεσία ανηλίκου πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2447/1996.Προϋποθέσεις απαιτήσεως κληρονομικού δικαιώματος (εξ αδιαθέτου) έναντι του θετού γονέα και των συγγενών του. Μεταβατικές διατάξεις. Κληρονομικό δικαίωμα της αναιρεσείουσας – υιοθετημένης προ του ν. 2447/1996 στην κληρονομία φυσικού αδελφού της που απεβίωσε υπό την ισχύ του νόμου αυτού. Αναιρετικός λόγος από το από το άρθρο 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., βάσιμος. Αναιρεί 421/2010 απόφαση Πολ.Πρ.Αθ., παραπέμπει στο ίδιο δικαστήριο.
|
Υιοθεσία
|
Διαχρονικό δίκαιο, Κληρονομία , Υιοθεσία.
| 1
|
Αριθμός 395/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Χ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευτυχία Χίου - Γιαννίκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Χ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικήτα Φορτσάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βάμου, το οποίο εξέδωσε την 30/2005 απόφασή του που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων λόγω αρμοδιότητας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 357/2009 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και 211/2011 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/12/2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 10/11/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτήν προκύπτει, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι κατόπιν συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς και δυνάμει της υπ' αριθμ. 281/29-7-1976 εκθέσεως του Εισηγητή Δικαστή που είχε διορισθεί με την υπ' αριθμ. 23/1976 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων επί της από 25-4-1975 αγωγής διανομής της μητέρας του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος κατά των αδελφών της, περιήλθαν στην τελευταία τα αναφερόμενα ακίνητα από την κληρονομία του πατέρα των τότε διαδίκων - αδελφών, ότι το ήδη επίδικο ακίνητο, ήτοι ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 2500 τ.μ. περίπου που βρίσκεται στη θέση "Βολάκοι" ή "Αϊ Γιάννης" του χωριού ... Δήμου Βάμου Χανίων, δεν περιελήφθη στην ενώπιον του εισηγητή Δικαστή ως ανωτέρω διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων, καθόσον ήταν χέρσο, παντελώς ακαλλιέργητο και μηδαμινής αξίας, συμφωνήθηκε δε από τους συμβληθέντες στη συμβιβαστική διανομή να περιέλθει (το επίδικο) στην αποκλειστική νομή της μητέρας του ενάγοντος, ως οιονεί παρακολούθημα της περιελθούσης σ' αυτήν (με την διανομή) πατρικής οικίας στη θέση "Επανοχώρι" του ίδιου χωριού μετά του συνεχομένου κήπου της, ότι αμέσως μετά η μητέρα του ενάγοντος παρέλαβε στη νομή της το επίδικο και ακολούθως την παρέδωσε στον δεκατετραετή τότε γιό της, ενάγοντα, ο οποίος είτε αυτοπροσώπως είτε με αντιπρόσωπο στη νομή τη μητέρα του ασκούσε έκτοτε επί του επιδίκου όλες τις αρμόζουσες στη φύση και τον προορισμό του εμφανείς πράξεις νομής, συλλέγοντας, ειδικότερα, τα χαρούπια από τις υπάρχουσες σ' αυτό χαρουπιές, βόσκοντας τα ζώα της οικογένειάς τους, και παραχωρώντας άλλοτε το επίδικο σε τρίτους, όπως στον ειδικά αναφερόμενο Ν. Π., για τη βοσκή των ζώων τους, επί χρόνο περισσότερο της εικοσαετίας, μέχρι την άσκηση της αγωγής (Ιούνιο 2004), και ότι έτσι ο αναιρεσίβλητος - ενάγων έγινε κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία (άρθρ. 974, 980 παρ. 1, 1045 του Α.Κ.). Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο, κατά παραδοχήν της έφεσης του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος, δέχθηκε την ένδικη αναγνωριστική αγωγή του τελευταίου κατά της αναιρεσείουσας και αναγνώρισε τον αναιρεσίβλητο κύριο του ως άνω επίδικου ακινήτου.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 561 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. "Η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20. Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ένδικων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο". Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του ανωτέρω άρθρου 559 δεν δημιουργείται από την εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, αφού η εκτίμηση αυτή δεν αποτελεί αιτιολογία, ώστε να ελέγχεται για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα κατά τη διάταξη αυτή, όπως δεν δημιουργείται και ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του ίδιου άρθρου όταν το δικαστήριο, από το περιεχόμενο του αποδεικτικού εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού και στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει τον αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση από το δικαστήριο των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο εκτιμά κάποιο αποδεικτικό μέσο ως περισσότερο αξιόπιστο από κάποιο άλλο.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση του αριθμού 20 του άρθρου 559 και της παραγράφου 2 του άρθρου 561 του Κ.Πολ.Δ. σχετικά με την προρρηθείσα Εισηγητική έκθεση για τη συμβιβαστική διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων προσβάλλεται και μόνον η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου ως προς την κατά τα ανωτέρω άτυπη παραχώρηση της νομής του επιδίκου στη μητέρα του αναιρεσιβλήτου, το οποίο (επίδικο) άλλωστε και κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας δεν περιελήφθη στην έκθεση της διανομής, όπως δέχεται και το Εφετείο. Επομένως ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Με τον δεύτερο, αρ. 2α' και 2β', λόγο του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση των αριθμών 10 και 12, αλλά και 8,11 και 19 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβιάζοντας τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στο αναφερόμενο ιδιωτικό έγγραφο - χειρόγραφο σημείωμα του Ν. Π., μισθωτή, όπως προαναφέρθηκε, του επιδίκου, ενώ δεν έδωσε τέτοια δύναμη στην 5151/22-3-2006 ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου του ιδίου Ν. Π., ενώ "επέλεξε" το Εφετείο την υπ' αριθμ. .../2006 ένορκη βεβαίωση του τελευταίου μεταξύ των άλλων ενόρκων βεβαιώσεων που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι. Ο προβαλλόμενος αυτός λόγος, ως λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος, αφού η ένορκη βεβαίωση ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσον, δεν έχει ηυξημένη αποδεικτική δύναμη έναντι των ιδιωτικών εγγράφων, το δε Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, συνεκτίμησε τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και δεν προσέδωσε ηυξημένη αποδεικτική δύναμη στο ειρημένο ιδιωτικό έγγραφο εν σχέσει με την προμνησθείσα ένορκη βεβαίωση. Κατά τα λοιπά ο ίδιος αυτός δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτος, ως λόγος μεν αναιρέσεως από τους επικαλούμενους ως άνω αριθμούς του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγω παντελούς αοριστίας, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτόν καμία συγκεκριμένη αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς αυτούς (ή άλλους), ως αναφερόμενος δε στην ουσία της υποθέσεως και στην επ' αυτής κρίση του δικαστηρίου (είναι απαράδεκτος) σύμφωνα με την προμνησθείσα διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Απαράδεκτος, σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, είναι και ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο και υπό την επίκληση του αριθμού 20 του άρθρου 559 και της παραγράφου 2 του άρθρου 561 του Κ.Πολ.Δ. προσβάλλεται η εκτίμηση από το Εφετείο της ως άνω .../2006 ένορκης βεβαίωσης ως προς το αποδεικτικό της περιεχόμενο, ως προς το οποίο άλλωστε το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο (ένορκη βεβαίωση) δεν ελέγχεται κατά τα άρθρα 559 αρ. 20 και 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.-
ΙΙΙ.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-12-2011 αίτηση της Ε. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 211/2011 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγμάτων, δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Απαράδεκτοι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 12, 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Επικυρώνει Εφ. Κρήτης 211/2011).
|
Ένδικο μέσο
|
Αποδεικτικά μέσα, Ένδικο μέσο.
| 0
|
Αριθμός 397/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Τ. του Γ., κατοίκου ..., και 2) Π. Τ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Νέστωρα, χωρίς να καταθέσουν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Κ. συζ. Γ., το γένος Ε. Χ., και 2) Γ. Κ. του Η., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Κυριακόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/11/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ναυπάκτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 47/2010 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/11/2010 αίτησή τους και τους από 9/8/2012 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 3/9/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως προς τον πρόσθετο λόγο.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 553 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν η έφεση γίνει τυπικά δεκτή και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού στην πρώτη περίπτωση η απόφαση του πρώτου βαθμού ενσωματώνεται στην απόφαση του Εφετείου, ενώ στη δεύτερη περίπτωση εξαφανίζεται η απόφαση του πρώτου βαθμού (Ολ.ΑΠ 40/1996, ΑΠ 94/2007, ΑΠ 1344/2010, ΑΠ 172/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση με την 47/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που δίκασε ως Εφετείο, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 18/2009 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ναυπάκτου, η δε αίτηση αναίρεσης στρέφεται και κατά των δύο αυτών αποφάσεων. Επομένως η αίτηση αυτή κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης η οποία θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα κατ' άρθρο 577 Κ.Πολ.Δ.
Από το άρθρο 569 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνο με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και ότι για το παραδεκτό αυτών απαιτείται όχι μόνον η κατάθεση, αλλά και η επίδοση του σχετικού δικογράφου στον αναιρεσίβλητο, τριάντα ημέρες, πριν από τη συζήτηση, που είχε αρχικά ορισθεί στις οποίες δεν υπολογίζονται η ημέρα κατάθεσης και επίδοσης και η ημέρα της συζήτησης. Τυχόν μη επίδοση ή μη εμπρόθεσμη επίδοση του δικογράφου καθιστά απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους και το απαράδεκτο αυτό λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (Ολ.ΑΠ 143/1984, Ολ.ΑΠ 654/1984, ΑΠ 536/2009, ΑΠ 1191/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση το από 9-8-2012 δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως κατατέθηκε μεν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 10-8-2012, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 19-9-2012 για τη συζήτηση της αναίρεσης, πλην όμως δεν προκύπτει επίδοση του δικογράφου αυτού στους αναιρεσίβλητους, αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν σχετική έκθεση επίδοσης.
Συνεπώς οι λόγοι αναιρέσεως του προσθέτου δικογράφου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ..., 2) αν το δικαστήριο δε συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ή δεν έχει καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο. Η διάταξη αυτή είναι ειδική ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεων των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από το άρθρο 560 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενοι ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο και με την προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε κατ' ουσίαν έφεσή τους κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου Ναυπάκτου, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή τους, διεκδικητική κυριότητας ακινήτου, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντιφατικές κρίσεις και αναπόδεικτες και αβάσιμες αιτιολογίες, επειδή δέχθηκε : α) ότι "από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι το επίδικο τμήμα περιλαμβανόταν στον τίτλο κτήσης του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και κατά συνέπεια και στους δικούς τους ως άνω τίτλους όπως και οι ίδιοι ισχυρίζονται", β) ότι ο μάρτυρας αποδείξεως της αγωγής μας "το μόνο ουσιώδες που κατέθεσε είναι ότι ο πατέρας των εναγόντων όταν ξεκίνησε την ανέγερση της ως άνω διώροφης οικίας κατά τα έτη 1980 έως 1983 τοποθετούσε στο επίδικο οικοδομικά υλικά", γ) ότι "έκτοτε δεν αποδεικνύονται πράξεις νομής στο επίδικο τμήμα και συνεπώς υπήρξε διακοπή στην άσκησή της, η οποία (άσκηση της νομής) δεν συνεχίστηκε ούτε από τους ενάγοντες από το έτος 1998 που περιήλθε στην κυριότητά τους το όλο ακίνητο", δ) ότι "ενώ το έτος 2004 εξεδήλωσαν την πρόθεσή τους να το μεταβιβάσουν τοποθετώντας πινακίδα με την ένδειξη "πωλείται"", ε) ότι "από τα ανωτέρω, συνεπώς, αποδεικνύεται ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης της κυριότητας του επίδικου τμήματος στους ενάγοντες υιούς του, δεν ήταν κύριος αυτού, που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση στην παράγωγη κτήση" και στ) ότι "περαιτέρω, όμως, αποδεικνύεται ότι το επίδικο τμήμα ... το νέμονται οι εναγόμενοι για χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας, ήτοι από τότε που έχτισαν το σπίτι τους (περί το έτος 1988)", ενώ "ουδόλως αποδείχθηκε κατά τρόπο ανεπίδεκτο αμφισβήτησης η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 1045 ΑΚ". Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αποδίδεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο η αιτίαση ότι στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών ως προς την έκτακτη χρησικτησία, κατ' ορθή υπαγωγή του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (και όχι από το άρθρο 560 αρ.1 του ίδιου κώδικα, που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται) είναι απαράδεκτος, αφού σύμφωνα με τα προεκτεθέντα δεν ιδρύεται η σχετική αναιρετική πλημμέλεια κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, κατά δε το υπόλοιπο μέρος είναι επίσης απαράδεκτος διότι υπό την επίφαση της παραβίασης της παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης πλήττεται η εκτίμηση από το Πολυμελές Πρωτοδικείο πραγματικών γεγονότων και αποδείξεων, η οποία κατ' άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., που συνίσταται στην παραβίαση των διατάξεων του Π.Δ/τος 24/4-3-1985, που απαγορεύουν τη κατάτμηση του επιδίκου ακινήτου των αναιρεσειόντων ως οικοπέδου, εντός των ορίων οικισμού με λιγότερους των 2.000 κατοίκων, στερούμενου σχεδίου πόλης, η οποία (κατάτμηση) το Πολυμελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι νομίμως έγινε. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθ' όσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή των διατάξεων της Πολεοδομικής Νομοθεσίας, ελλείψει άλλωστε και σχετικού αγωγικού ισχυρισμού. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-11-2010 αίτηση αναίρεσης και τους από 10-8-2012 πρόσθετους λόγους αυτής των Ν. και Π. Τ. του Γ. κατά της 47/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και της 18/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ναυπάκτου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόφαση προσβλητή με αναίρεση. Όταν εκδόθηκε κατ΄ αντιμωλία η πρωτόδικη απόφαση και προσβλήθηκε με έφεση, η οποία έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση του Εφετείου. Απαράδεκτοι οι πρόσθετοι λόγοι αν δεν επιδοθούν τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο για τη συζήτηση της αναίρεσης στον αναιρεσίβλητο. Δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. κατά αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων.
|
Έλλειψη νόμιμης βάσης
|
Άσκηση πρόσθετων λόγων, Έλλειψη νόμιμης βάσης.
| 0
|
Αριθμός 398/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. Χ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νάσο Νικολόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., και παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Φατούρο, και 2) Β. Χ. του Β. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της: 1) Νάσο Νικολόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., και 2) Αριστείδη Φατούρο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Σ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Σαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/3/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 25/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 11/5/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 1/9/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 11/5/2011 αίτηση των Ε. Χ. κλπ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 25/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου.
Ο παριστάμενος πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι λόγοι αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ., μεταξύ δε αυτών δεν περιλαμβάνεται και εκείνος της παρά τον νόμο λήψεως υπόψη ουσιωδών πραγμάτων που δεν προτάθηκαν ή μη λήψεως υπόψη τέτοιων πραγμάτων που προτάθηκαν, αντίστοιχος του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργείται για τις αποφάσεις των λοιπών δικαστηρίων. Εξάλλου κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κ.Πολ.Δ., που ισχύει για τις αποφάσεις όλων των δικαστηρίων, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (εκτός από τις αναφερόμενες εξαιρέσεις, για τις οποίες εδώ δεν πρόκειται).
Εν προκειμένω, με τον μοναδικό και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου, που δίκασε ως Εφετείο και δέχθηκε, με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Αγρινίου, την εναντίον των αναιρεσειουσών αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσιβλήτου, δεν έλαβε υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών, ως πράγματα που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως δε προκύπτει από το περιεχόμενό του, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αναφέρεται στην εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των αποδεικτικών μέσων που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι διάδικοι (έγγραφα και μαρτυρική κατάθεση Π. Σ.). Με αυτό όμως το περιεχόμενο και σύμφωνα με την μείζονα σκέψη που προηγήθηκε ο μοναδικός αυτός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είτε ως λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. είτε ως αναγόμενος σε εκτίμηση πραγμάτων (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι απαράδεκτος. Επομένως πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-5-2011 αίτηση των Ε. Χ. και Β. Χ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 25/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λόγοι αναιρέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου. Αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ.. Όχι λόγος αναιρέσεως αντίστοιχος του άρθρου 559 αρ. 8 Πολ.Δ. Η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου είναι ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 § 1 του Κ.Πολ.Δ. που αναφέρονται στις αποφάσεις όλων των δικαστηρίων (Επικυρώνει Πολ.Πρ.Αγρ 25/2011).
|
Ένδικο μέσο
|
Ένδικο μέσο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 401/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γιαννακόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 22819/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Οκτωβρίου 2012 και με αριθμ. πρωτ. 92/5-10-2012 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1100/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ.2 και 474 παρ.1 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκείται με δήλωση του δικαιούμενου διαδίκου, για την οποία συντάσσεται έκθεση ως συστατικός τύπος, ενώπιον των οριζόμενων από τις παραπάνω διατάξεις αρμοδίων οργάνων. Στα όργανα αυτά, περιλαμβάνεται και ο Γραμματέας του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 474 παρ. 2 του ΚΠΔ, που ορίζει ότι στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται, και συνεπώς είναι παραδεκτή η αναίρεση, όταν στο κύριο σώμα της εκθέσεως αυτής που φέρει την υπογραφή του αρμόδιου γραμματέα, μνημονεύεται μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση (ή βούλευμα), χωρίς να αναφέρεται κανένας λόγος, επισυνάπτεται, όμως, στην έκθεση, ώστε να αποτελεί με αυτή ενιαίο όλο, κείμενο αναιρετικών λόγων, το οποίο επίσης φέρει την υπογραφή και σφραγίδα του αρμόδιου γραμματέα. Και τούτο διότι αυτό αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της πιο πάνω εκθέσεως, που περιέχει τη δήλωση του αναιρεσείοντος για άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ή βουλεύματος).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά της προσβαλλόμενης 22819/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η κατηγορουμένη άσκησε την με αριθμό έκθεσης 92/5-10-2012 αίτηση αναιρέσεως, από την επισκόπηση της οποίας προκύπτει ότι ζητεί την αναίρεση "για τους παρακάτω λόγους όπως αναφέρω λεπτομερώς στους επισυναπτόμενους λόγους αναιρέσεως" και πράγματι επισυνάπτεται στην έκθεση αυτή δικόγραφο, με τον τίτλο "ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ" περιέχον νομίμους και ορισμένους εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως, το οποίο είναι συραμμένο, φέρει ένσημα επικολλημένα επ' αυτού, σφραγίδα του Πρωτοδικείου Αθηνών, ανά φύλλο και υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης. Και ναι μεν, ελλείπει η υπογραφή της Γραμματέως στο τέλος του συνημμένου εγγράφου που περιέχει τους λόγους αναίρεσης, όμως η έλλειψη αυτή, αναπληρώνεται με την ενυπόγραφη βεβαίωση της, με την αυτή ημεροχρονολογία, όπως και η έκθεση αναίρεσης, 5-10-2012, ότι τα ένσημα έχουν επικολληθεί στους λόγους αναίρεσης. Επομένως, η εν λόγω αναίρεση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, έχει ασκηθεί νομοτύπως και είναι τυπικά παραδεκτή, αφού το παραπάνω συραμμένο δικόγραφο που περιέχει τους λόγους αναιρέσεως, με τα αναφερθέντα τυπικά στοιχεία, αποτελεί ενιαίο σύνολο και συνέχεια της αντίστοιχης εκθέσεως αναιρέσεως, που περιέχει τη δήλωση της αναιρεσείουσας για άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι αναιρέσεως.
Με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, και καταλαμβάνει και την παρούσα περίπτωση, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι: "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ".
Με το ανωτέρω άρθρο 34 του ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. 1) Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, μεταξύ άλλων, το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους του χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη, από το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές στα δέκα χιλιάδες (10.000) Ευρώ. Επομένως, με το άρθρο 34§1 του Ν. 3220/2004 μεταβλήθηκε ο χρόνος τελέσεως, ο τρόπος υπολογισμού της παραγραφής και εισήχθη η ενιαία αντιμετώπιση των χρεών όσον αφορά το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα τελωνεία ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ και στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με τη βάσιμη οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις (τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ενώ οι ποινές υπολογίζονται με βάση το κατώτερο ποσό συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξαρτήτως του είδους του χρέους παρακρατούμενοι ή εισπραττόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.), ενώ αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ.2 εδ.β' του άρθρου 25 του ως άνω ν. 1882/1990, "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου για περιορισμένης ευθύνης εταιρίες, στους διαχειριστές αυτών ...". Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Το έγκλημα της παραβάσεως του άρθρου 25 Ν. 1882/1990 που είναι πλημμέλημα, αφού τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως (άρθρο 18 Π.Κ.), προϋποθέτει δόλο (πρόθεση), αφού δεν καθορίζεται υπό του άνω άρθρου το είδος της υπαιτιότητας. Εντεύθεν και δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία του δόλου αφού ο δόλος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει, στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης αυτής πράξεως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 22819/2012 απόφασή του, το Η' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα, της πράξης, μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση, πράξη που τέλεσε κατά το διάστημα από 30-10-2004 έως 30-3-2005, και την καταδίκασε, κατά πλειοψηφία, (ως προς την ποινή), σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, ήτοι, των καταθέσεων των μαρτύρων υπερασπίσεως και κατηγορίας και των εγγράφων που αναγνώστηκαν, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Η κατηγορουμένη έχει τελέσει την πράξη που της αποδίδεται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη. Ειδικότερα, προέκυψε ότι η κατηγορουμένη, στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από τις 30.10.2004 έως τις 30.3.2005, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ούσα οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη της κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του ν. 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "ΖΑΚΡΙΜΑ Ε.Π.Ε." της οποίας τυγχάνει διαχειρίστρια, στην Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο στην παρούσα απόφαση πίνακα χρεών της ανωτέρω Δ.Ο.Υ. που συνοδεύει την από 21.11.2005 μηνυτήρια αναφορά του Προϊστάμενου της ανωτέρω Δ.Ο.Υ. ως αναπόσπαστο μέρος αυτής, ηθελημένα δεν κατέβαλε το ποσό των 1.298.239,41 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτής προς το Δημόσιο και για τα οποία πρέπει να κηρυχθεί ένοχη. Ο αυτοτελής ισχυρισμός της κατηγορουμένης περί παραγραφής των χρεών της λόγω του ότι όπως ισχυρίζεται τα εκτιθέμενα στον πίνακα χρεών ποσά αφορούν σε απαιτήσεις του Δημοσίου που έχουν παραγραφεί πριν ακόμη βεβαιωθούν είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφ' ενός μεν διότι η αμφισβήτηση του χρέους δεν ασκεί επιρροή στην ποινική δίκη (ΑΠ 2180/2009 δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών "ΔΣΑ"), αφ' ετέρου δε διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, λαμβάνοντας ως αφετηρία του χρόνου παραγραφής των χρεών στην ποινική δίκη λαμβάνεται υπόψιν η συμπλήρωση τετράμηνης καθυστερήσεως στην καταβολή των χρεών αφότου τα χρέη αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (ΑΠ 382/2011 και 1533/2011 δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών "ΝΟΜΟΣ"), πρέπει, δε, να σημειωθεί ότι η κατηγορουμένη δεν επικαλείται, σε κάθε περίπτωση, ούτε αποδεικνύει ότι προέβαλε την ανωτέρω ένσταση ενώπιον του αρμοδίου προς ερευνά της διοικητικού Δικαστηρίου. Πρέπει, επομένως, αυτή να κηρυχθεί ένοχη για τα ακόλουθα χρέη όπως αυτά εκτίθενται αναλυτικά στον κάτωθι πίνακα χρεών:
Ακολούθως, η προσβαλλομένη απόφαση, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα του ότι: "Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 30-10-2004 έως 30-03-2005 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη της κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 €. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας "ΖΑΚΡΙΜΑ ΕΠΕ", της οποίας τυγχάνει διαχειριστής, στην ΔΟΥ Γλυφάδας διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω ΔΟΥ (αρ. ειδ. Βιβλίου 41/2005) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 21-11-2005 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω ΔΟΥ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 1.298.239,41 που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο".
Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω δικαστήριο στο σκεπτικό, όπως αυτό αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό, χωρίς να αποτελεί επανάληψη αυτού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 25§1, 2 Ν. 1882/1990, όπως η παράγραφος 1 ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 34§1 Ν. 3220/2004, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση ο χρόνος τέλεσης της πράξης, από 30-10-2004 έως 30-3-2005, η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών (ΔΟΥ Γλυφάδας), το είδος αυτών (Φ.Π.Α. Φόρος Εισοδήματος,) το ύψος τους, ο τρόπος πληρωμής τους, ο χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, μπορούσαν και έπρεπε να καταβληθούν και η καθυστέρηση καταβολής τους, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, από το χρόνο καταβολής τους, καθώς και η ιδιότητά της αναιρεσείουσας, ως διαχειρίστριας της εταιρείας, περιορισμένης ευθύνης "ΖΑΚΡΙΜΑ ΕΠΕ", σε βάρος της οποίας βεβαιώθηκαν τα ως άνω χρέη. Ως προς την ειδικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι παρανόμως βεβαιώθηκαν τα ως άνω χρέη από την αρμόδια αρχή, διότι το δικαίωμα του Δημοσίου είχε υποπέσει σε παραγραφή, δεδομένου ότι πρόκειται για χρέη των ετών 1990 έως 1999, πρέπει να σημειωθούν τα παρακάτω. Κατά το άρθρο 86 παρ.1 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους κ.λπ." (που ισχύει από 1-1-1996), "καμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμοδία Δ.Ο.Υ. ή το αρμόδιο τελωνείο (βεβαίωση εν στενή εννοία). Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία τοιαύτη βεβαίωση. Κατά δε την παρ. 2 του αυτού άρθρου, "η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από την λήξη του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, η αναιρεσείουσα, διατείνεται, ότι τα επίδικα χρέη, που γεννήθηκαν κατά τα έτη 1990 έως 1999, έχουν υποπέσει σε παραγραφή, αφού αυτά βεβαιώθηκαν μετά τη συμπλήρωση πενταετίας, από τη γέννησή τους. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, μη νόμιμος και απορριπτέος, καθόσον ο χρόνος της παραγραφής της επίδικης απαιτήσεως του Δημοσίου δεν αρχίζει πριν από την κατ' έτος 2004 βεβαίωση αυτής, ανεξαρτήτως της παρόδου χρονικού διαστήματος πέραν της πενταετίας από τη γέννηση των χρεών μέχρι τη βεβαίωσή τους (Α.Π. 382/2011). Επομένως, ορθά το εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο απέρριψε, και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που περιέχεται στο ως άνω σκεπτικό, τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό, περί παραγραφής των επιδίκων χρεών, πριν από τη βεβαίωσή τους, από την αρμόδια αρχή του δημοσίου. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' του ΚΠΔ, 1ος και 4ος λόγοι αναιρέσεως, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου, που υποστηρίζουν αντίθετα από τα παραπάνω.
Η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ. θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η από το εδάφιο β' της παραγράφου 2 του άρθρου 84 ΠΚ ελαφρυντική περίσταση "ότι ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ο συνήγορος της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και την αγόρευση του Εισαγγελέα επί της ενοχής, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ανέπτυξε την υπεράσπισή της και ζήτησε "την απαλλαγή της πελάτισσας του ή άλλως να αποδοθούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2β', περί μη ταπεινών αιτίων". Έτσι, όμως, όπως διατυπώθηκε ο παραπάνω αυτοτελής ισχυρισμός, ήταν εντελώς αόριστος, αφού για τη θεμελίωσή του ο παραπάνω συνήγορος δεν επικαλέστηκε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγεται, ότι η αναιρεσείουσα ωθήθηκε στην πράξη της από μη ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια.
Επομένως, το δικάσαν δικαστήριο, που σιγή, απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό, δεν είχε υποχρέωση, κατά τα προεκτεθέντα, να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα, σε τέτοιο αόριστο ισχυρισμό.
Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, 2ος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθόσον αφορά την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 32 παρ.1 ΚΠΔ, καμιά απόφαση του ποινικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο δεν έχει κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο Εισαγγελέας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 138 παρ.2 ΚΠΔ, πριν από κάθε απόφαση ή διάταξη που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, παίρνουν το λόγο ο Εισαγγελέας και οι παρόντες διάδικοι. Τέλος, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου 138, η παράβαση της παραγράφου 2 αυτού συνεπάγεται την ακυρότητα της αποφάσεως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν στον Εισαγγελέα δεν δοθεί ο λόγος και ως εκ τούτου δεν διατυπώσει αυτός πρόταση πριν από την έκδοση της αποφάσεως του δικαστηρίου με την οποία απορρίπτεται υποβληθέν κατά τρόπο ορισμένο συγκεκριμένο και νόμιμο αίτημα του κατηγορουμένου, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, δημιουργούσα λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Α' και 171 παρ.1 εδ. β' ΚΠΔ. Όμως, από τις ίδιες αυτές διατάξεις προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας της έδρας, όταν λαμβάνει το λόγο και αναπτύσσει την κατηγορία και προτείνει την ενοχή ή την αθώωση του κατηγορουμένου, σιωπηρώς, προτείνει και την απόρριψη των υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών και αιτημάτων του κατηγορουμένου, επί των οποίων είχε επιφυλαχθεί προηγουμένως και κατά συνέπεια δε δημιουργείται καμιά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν σε δεύτερο βαθμό Τριμελές Πλημμελειοδικείο, απέρριψε, όπως ήδη αναφέρθηκε, με ειδική αιτιολογία τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης περί παραγραφής, ενώ σιγή απέρριψε και τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπό της, της ελαφρυντικής περίστασης. Τέλος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ο Εισαγγελέας της έδρας "αφού ανέπτυξε την κατηγορία, πρότεινε να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη όπως πρωτοδίκως" (σελ.11), η πρότασή του δε αυτή επί της κατηγορίας εμπεριέχει οπωσδήποτε και την πρότασή του για την απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών της κατηγορουμένης περί παραγραφής και ελαφρυντικών. Βέβαια, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, ο Εισαγγελέας της έδρας, πρότεινε επί της ενοχής, και αμέσως μετά, υποβλήθηκε εκ μέρους του συνηγόρου της κατηγορουμένης το αίτημα για τη χορήγηση του ως άνω ελαφρυντικού. Το γεγονός, όμως, αυτό δεν αναιρεί τα παραπάνω, αφού η παραδοχή ελαφρυντικών περιστάσεων γίνεται κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα και συνεπώς ο Εισαγγελέας της έδρας, είχε τη δυνατότητα, εφόσον συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις, να προτείνει τη χορήγηση ελαφρυντικού, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι για το θέμα αυτό, δεν είχε υποβληθεί μέχρι τότε αίτημα, από το συνήγορο της κατηγορουμένης. Κατά συνέπεια, δε δημιουργήθηκε εν προκειμένω, καμιά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, στο ακροατήριο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1, 138 παρ. 2 και 3 και 171 παρ.1 στοιχ. β' του ΚΠΔ. Όσον αφορά την ειδικότερη αιτίαση, ότι δεν πρότεινε ο Εισαγγελέας, και καθόσον αφορά το αίτημα του συνηγόρου της κατηγορουμένης, για καταβολή του ποσού της μετατροπής της ποινής σε δόσεις ή τη μετατροπή της σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, είναι αβάσιμη, καθόσον η έρευνα των ως άνω αιτημάτων από το δικαστήριο, προϋποθέτει μετατροπή της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής, κατ' άρθρο 82 παρ. 4 και 5 Π.Κ, ενώ, εν προκειμένω, επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 4 ετών, χωρίς μετατροπή, οπότε το δικαστήριο δεν είχε λόγο να ερευνήσει τα παραπάνω αιτήματα και να δώσει το λόγο ως προς αυτά, στον Εισαγγελέα. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠΔ, 3ος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, με τις παραπάνω αιτιάσεις, ότι δε δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα, πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 100 παρ.1 του ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 3 του ν. 3904/2010, "αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως μεγαλύτερη από τρία έτη και μέχρι πέντε και συντρέχει στο πρόσωπό του η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ.1, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, για ορισμένο διάστημα, που δε μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί επιβολής ποινής φυλακίσεως μεγαλύτερης των τριών και μέχρι πέντε ετών, το δικαστήριο εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ.1 Π.Κ. (μη καταδίκη σε στερητική της ελευθερίας ποινή υπερβαίνουσα το έτος) είναι υποχρεωμένο να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής υπό όρους και μόνο αν δε δεχθεί την αναστολή αυτή, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψή της ειδικά και εμπεριστατωμένα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ διαφορετικά ιδρύεται, από την έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας, ο κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος της αναιρεσείουσας, ο οποίος και την εκπροσωπούσε, μετά την, επί της ενοχής, απόφαση του δικαστηρίου και την πρόταση του Εισαγγελέα επί της ποινής, ο οποίος πρότεινε να της επιβληθεί φυλάκιση τεσσάρων ετών, ζήτησε, "την δοσοποίηση της ποινής που θα επιβληθεί στην κατηγορουμένη ή τη μετατροπή της σε κοινωφελή εργασία, άλλως το ελάχιστο όριο ποινής". Το Δικαστήριο στη συνέχεια επέβαλε στην κατηγορουμένη, ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών κατά πλειοψηφία, χωρίς να περιλάβει διάταξη περί αναστολής αυτής. Το ως άνω δικαστήριο, κατά τα εκτεθέντα, ορθά δεν ανέστειλε την περί της ποινής απόφασή του, αφού δεν είχε τέτοια υποχρέωση, ενόψει του ότι, ο ίδιος ο συνήγορος της αναιρεσείουσας, ζήτησε τη μετατροπή της ποινής (προφανώς γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναστολής αυτής κατ' άρθρο 99 παρ.1 Π.Κ.) και μάλιστα, το ποσό της μετατροπής, ζήτησε να καθορισθεί σε δόσεις από το δικαστήριο (άρθρο 82 παρ.4 Π.Κ.), άλλως να μετατραπεί η χρηματική ποινή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας (άρθρο 82 παρ.5 Π.Κ.).
Συνεπώς, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 100 Π.Κ. το ως άνω δικαστήριο. Κατ' ακολουθία, ο από το άρθρο 510 στοιχ. Ε' 5ος λόγος της ένδικης αιτήσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 100Π.Κ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 4-10-2012, υπ' αριθμό πρωτ. 92/ 5-10-2012, αίτηση, της Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 22819/2012 αποφάσεως του Η' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Ποινική ευθύνη οφειλέτη. Πραγματικά περιστατικά. Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο από διαχειριστή ΕΠΕ. Ποινική Δικονομία. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Ισχυρισμοί αυτοτελείς. Ένσταση παραγραφής καθόσον όταν αυτά βεβαιώθηκαν είχε παραγραφεί η απαίτηση του δημοσίου. Απορρίπτει. Κρίσιμος ο χρόνος βεβαίωσης των χρεών, όχι ο χρόνος γένεσης τους. Δεν συνιστά λόγο απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, το γεγονός ότι η Πρόεδρος δεν έδωσε τον λόγο στον Εισαγγελέα να προτείνει επί αυτοτελών ισχυρισμών. Η πρόταση του Εισαγγελέα επί της ενοχής ενέχει έμμεση πρόταση για απόρριψη των ως άνω ισχυρισμών. Αναστολή ποινής κατ' άρθρο 100 Π.Κ. Ορθή ερμηνεία από το δικαστήριο, της παραπάνω διάταξης με τη μη αναστολή της ποινής, 4 ετών, αφού ο συνήγορος της κατηγορουμένης είχε ζητήσει τη μετατροπή αυτής, και μάλιστα σε δόσεις, γεγονός που καταδεικνύει ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για αναστολή της ποινής. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο.
| 0
|
Αριθμός 401/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη
υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Μ. χήρας Χ., το γένος Σ. Μ., 2) Ι. Μ. του Χ., 3) Χ. Μ. του Χ. και 4) Γ. Μ. του Χ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Χ. Μ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπασπύρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσουν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Χ., 2) Μ. Μ. χήρας Κ., το γένος Δ. Κ., 3) Χ. Μ. του Κ., 4) Ι. Μ. του Κ., 5) Δ. Μ. του Κ., 6) Γ. Μ. του Κ., 7) Λ. Μ. του Κ., 8) Ν. Μ. του Κ.. Ο μεν 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηρακλή Τσάγκα και οι δε 2η, 3ος, 4ος, 5ος, 6η, 7η και 8ος δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/12/2002 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 102/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 61/2009 του Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/2/2010 αίτηση και τους από 25/7/2011 προσθέτους λόγους τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 12/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων, καθώς και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 575, 226 παρ. 4 εδάφ. α' και γ', 568 παρ. 4 και 576 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι αν η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών, κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί σ' αυτή νόμιμα και εμπρόθεσμα ή είχε παρασταθεί νόμιμα κατ' αυτή, αν δε συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ' αναβολή, διαδίκου.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις εκθέσεις επίδοσης, α) 7204Γ'/25.1.2011 της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λιβαδειάς Πολυξένης Ζάντα και β) 11541Β', 11542Β', 11543Β', 11544Β', 11545Β', 11546Β' και 11547Β'/16-2-2011 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θηβών ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο παρών πρώτος αναιρεσίβλητος που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου της 21-9-2011 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους λοιπούς αναιρεσιβλήτους και στο δικηγόρο Ταξιάρχη Γαλανό, ο οποίος υπογράφει την αίτηση αναίρεσης, ως πληρεξούσιο και αντίκλητο των αναιρεσειόντων, με κλήση για να παραστούν κατά την ορισθείσα πιο πάνω αρχική δικάσιμο. Κατ' αυτήν, όπως προκύπτει από το πινάκιο, είχαν παρασταθεί ο επισπεύδων τη συζήτηση πρώτος αναιρεσίβλητος με δήλωση, κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., και οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπασπύρου, δυνάμει του .../16-9-2011 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Λιβαδιάς Αναστασίας Σταύρου, ενώ δεν παραστάθηκαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, και η υπόθεση αναβλήθηκε, με αίτηση των αναιρεσειόντων και σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 23-1-2013). Κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, εμφανίσθηκε μόνο ο επισπεύδων τη συζήτηση πρώτος αναιρεσίβλητος, ενώ δεν εμφανίσθηκαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι και οι αναιρεσείοντες, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Όμως, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν χρειαζόταν νέα κλήση και πρέπει γι' αυτό, παρά την απουσία τους να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ.α', 287, 291 και 292 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι επί διακοπής της δίκης λόγω θανάτου διαδίκου, ο αντίδικός του μπορεί να επισπεύσει και επαναλάβει τη δίκη με πρόσκληση προς τους κληρονόμους του μετά την παρέλευση της προθεσμίας του άρθρου 1847 Α.Κ. -αφού η παρέλευση της προθεσμίας αυτής ενέχει σιωπηρή αποδοχή της κληρονομίας- χωρίς να είναι αναγκαίο να έχει προηγηθεί μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής. δεδομένου ότι οι κληρονόμοι συνεχίζουν τη δίκη που αφορά σε δικαίωμα του διαδίκου που πέθανε. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ένσταση των τότε εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων περί αοριστίας της από 24-1-2006 κλήσης, με την οποία, μετά το θάνατο στις 13-1-2004 του αρχικού εναγομένου (Χ. Μ.) και την εξ αυτού βίαιη διακοπή της δίκης, ο τότε πρώτος εφεσίβλητος προσκάλεσε αυτούς ως μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του να επαναλάβουν και συνεχίσουν τη δίκη, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο να κηρύξει την ακυρότητα της κλήσης εκ του γεγονότος ότι δεν αναφερόταν σ' αυτήν ότι οι άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αποδέχτηκαν την κληρονομία και μετέγραψαν τη δήλωση περί αποδοχής της, γι' αυτό και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε πλήττονται μεν όλες ή μία απ' αυτές, η προσβολή όμως μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Ολ. Α.Π. 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Το έτος 1969, η Ε. συζ. Κ. Μ., όντας κυρία (όπως δεν αμφισβητείται) του διανεμητέου οικοπέδου, εμβαδού 810τ.μ. ... με το υπ' αριθμ. .../2-9-1968 προσύμφωνο του τότε συμβολαιογράφου Λιβαδειάς Νικολάου Μερτζάνη, ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει αυτό (το οικόπεδο) κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως, στον αρχικώς πρώτο εναγόμενο Χ. Μ. (δικαιοπάροχο των - ήδη αναιρεσειόντων εκκαλούντων), αντί τιμήματος 140.000 δραχμών. Κατά την υπογραφή του προσυμφώνου ο αγοραστής Χ. Μ. κατέβαλε το ποσό των 40.000 δρχ., ενώ συμφωνήθηκε το υπόλοιπο των 100.000 δρχ. να καταβληθεί σε δύο ισόποσες δόσεις (των 50.000 δρχ.) στις 30/8 και 30/12/1969, οπότε και θα ακολουθούσε και η κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου και διαφορετικά, σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή δεν καταβληθεί το υπόλοιπο τίμημα (των 100.000 δρχ.), θα κατέπιπτε η προκαταβολή των 40.000δρχ., ως αποζημίωση υπέρ της πωλήτριας. Ο ως άνω (αρχικός) πρώτος εναγόμενος ήταν τότε μηχανοτεχνίτης οχημάτων και κυρίως γεωργικών ελκυστήρων ... (και) με βάση το προσύμφωνο αυτό ζήτησε και πέτυχε την επ' ονόματί του έκδοση της υπ' αριθμ. .../18-10-1968 οικοδομικής άδειας για την κατασκευή ισόγειου γκαράζ (συνεργείου αυτοκινήτων) εμβαδού 251τ.μ., με πρόβλεψη ανέγερσης ορόφου... Όμως, δεν είχε την οικονομική δυνατότητα όχι μόνο να κατασκευάσει το συνεργείο αλλά και να αποπληρώσει το πιο πάνω τίμημα μέσα στις συμφωνημένες προθεσμίες. Τότε, για να μην απωλέσει και την προκαταβολή των 40.000 δρχ. συμφώνησε με τον ενάγοντα Α. Μ. και τον Κ. Μ. (αδέλφια του) να αγοράσουν από κοινού το οικόπεδο, κατ' ίσο μέρος ο καθένας (1/3 εξ αδιαιρέτου), καταβάλλοντας ο καθένας το ποσό που αντιστοιχεί στο μερίδιό του. Στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας, η ως άνω πωλήτρια Ε. Μ., με το υπ' αριθμ. .../7-1-1970 συμβόλαιο του ίδιου, όπως παραπάνω, συμβολαιογράφου, που νόμιμα μεταγράφηκε, μεταβίβασε το οικόπεδο στους προαναφερόμενους Α. Μ. (ενάγοντα), Χ. Μ. (πρώτο-αρχικό-εναγόμενο) και Κ. Μ. (δικαιοπάροχο των υπόλοιπων - 2ης έως και 8ου - εναγομένων), κατά κυριότητα (κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα), λόγω πωλήσεως, αντί τιμήματος 140.000 δρχ. Το τίμημα καταβλήθηκε από τους αγοραστές με την υπογραφή του συμβολαίου (μέρος αυτού, ύψους 40.000 δρχ. ήδη είχε προκαταβάλει με το προσύμφωνο ο Χ. Μ.). Κατ' αυτό τον παράγωγο τρόπο (με αγορά απ' αληθή κύριο) και τα τρία πιο πάνω αδέλφια έγιναν συγκύριοι του οικοπέδου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Ως συγκύριοι, πλέον, και οι τρεις, το έτος 1970, με δαπάνες τους, ολοκλήρωσαν την κατασκευή στο οικόπεδο ενός ισόγειου κτίσματος (κατά την παραπάνω, από το έτος 1968, άδεια), με δυνατότητα ανέγερσης και άλλων ορόφων". Οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, όπως ορθά εκτιμάται, από τον αριθμό 14 (και όχι από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και τον πρώτο πρόσθετο, από τον αριθμό 14, επίσης, του ίδιου άρθρου του Κ.Πολ.Δ., αιτιώνται το Εφετείο, γιατί με το να απορρίψει, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως αόριστη την ένστασή τους περί εικονικότητας της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης με το πιο πάνω .../1970 συμβόλαιο του επίδικου οικοπέδου κατά το μέρος που εμφανίζονται ως αγοραστές και ο ενάγων (Α. Μ.ς) και ο, ως άνω, Κ. Μ., ενώ η ένστασή τους αυτή ήταν ορισμένη, διότι είχαν επικαλεστεί ότι κατά τη μεταξύ τους συμφωνία μόνος αγοραστής ήταν στην πραγματικότητα ο δικαιοπάροχός τους Χ. Μ., παρά το νόμο κήρυξε αυτήν - ένσταση εικονικότητας - απαράδεκτη λόγω αοριστίας και την απέρριψε. Οι λόγοι όμως αυτοί αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, αφού η επάλληλη (πιο πάνω αιτιολογία, ότι "κατά τον παράγωγο (πιο πάνω) τρόπο (με αγορά από αληθή κύριο - με το πιο πάνω .../1970 συμβόλαιο-) και τα τρία πιο πάνω αδέλφια (Α., Κ. και Χ. Μ.) έγιναν συγκύριοι του οικοπέδου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας", με την οποία, εντέλει, η ένσταση εικονικότητας απορρίπτεται και κατ' ουσίαν και δεν βάλλεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο δεύτερος, εξάλλου, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει την ένσταση εικονικότητας, δεν αξιολόγησε ορθώς, α) ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος και ήδη αποβιώσας Κ. Μ. κατοικούσαν μόνιμα στο ..., β) ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων ήταν μηχανοτεχνίτης οχημάτων και κύρια αγροτικών ελκυστήρων αλλά και μηχανημάτων γενικά και χρησιμοποιούσε μόνος το συνεργείο στο μισό ισόγειο του επίδικου ακινήτου, γ) ότι στο .../2-9-1968 προσύμφωνο - πιο πάνω - συμβόλαιο φέρεται ως αγοραστής μόνον ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, δ) ότι η .../18-10-1968 οικοδομική άδεια εκδόθηκε μόνο στο όνομα του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, ε) ότι η ισόγεια επίδικη οικοδομή κατασκευάσθηκε με κολώνες από οπλισμένο σκυρόδεμα, τέτοιας αντοχής ώστε να στηρίζουν μελλοντικά 4 ορόφους και ουδείς των φερόμενων λοιπών συγκυρίων δεν μερίμνησε να αξιοποιήσει τα δήθεν δικαιώματά του στην κεντρική λεωφόρο Αλιάρτου όπου βρίσκεται το επίδικο, ενώ ο αποβιώσας δικαιοπάροχος των δεύτερης έως και όγδοου των αναιρεσιβλήτων είχε πέντε (5) τέκνα με άμεση στεγαστική ανάγκη, στ) ότι ουδέν στοιχείο προσκόμισε ο πρώτος αναιρεσίβλητος από το οποίο να αποδεικνύεται ότι συνέβαλε αυτός ή έτερος αδελφός στις δαπάνες ανέγερσης της οικοδομής, ζ) ότι το επίδικο ακίνητο χρησιμοποιούσε μόνο ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων και ακολούθως οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες, το μεν μισό σαν συνεργείο και το υπόλοιπο μισό σαν οικογενειακή κατοικία, επί τόσα έτη, η) ότι ο πατέρας του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων είχε 26 αγροτεμάχια και το μερίδιο αυτού, παρά την προηγηθείσα προφορική διανομή εν ζωή του πατέρα τους, μέχρι και το θάνατο του πατέρα τους καρπώνονταν οι δύο αδελφοί, δηλαδή ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων δεν καλλιεργούσε και δεν ελάμβανε κανένα ποσό μέχρι το θάνατο του πατέρα τους και επί έτη μεταγενέστερα και για το λόγο αυτό εγέρθηκαν δύο αγωγές ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών, μια για το μερίδιο των καρπών των κληρονομιαίων αγρών και μία διανομής, που εκκρεμούν και θ) ότι το επίδικο ακίνητο ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων είχε συμπεριλάβει στο Ε9 ως αποκλειστικής ιδιοκτησία του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της παραπάνω πλημμέλειας, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη από το Δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
IV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., όπως ήδη ισχύει από 1.1.2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί καμία απόδειξη γι' αυτά - πράγματα - ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για τα εν λόγω πράγματα. Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 (και όχι και από τους αριθμούς 11 και 12) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε τον πραγματικό ισχυρισμό που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινό χωρίς απόδειξη, ότι "στις δαπάνες της οικοδομής συμμετείχαν οι άλλοι δύο φερόμενοι ως συγκύριοι (Α. και Κ. Μ.)", πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι ο προεκτιθέμενος ισχυρισμός αποτελεί πραγματικό επιχείρημα αντλούμενο από τις αποδείξεις, δηλαδή δεν είναι αυτοτελής με την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., που προπαρατέθηκε. Οι περιλαμβανόμενες στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις, κατ' ορθή εκτίμησή τους από τον αριθμό 1 (και όχι και από τον αριθμό 11) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τις οποίες οι αναιρεσείοντες ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι ο δικαιοπάροχός τους "δεν γνωστοποίησε την πρόθεσή του να νέμεται ιδίω ονόματι όλο το ακίνητο, όταν του όλου ακινήτου, επί 10ετίες, κάνει αποκλειστική χρήση ο δικαιοπάροχός τους μετά της οικογένειάς του, όταν δεν καταβάλλει κανένα αντάλλαγμα στους φερόμενους ως συγκυρίους, όταν προβαίνει (σε) επισκευές και κατασκευές και όταν δεν ενοχλείται από κανένα των φερόμενων συγκυρίων κ.λ.π. (που σημαίνει, ότι) είναι σαφής και επαρκής γνωστοποίηση (όλα τα ανωτέρω) προς τους φερόμενους ως συγκυρίους ότι νέμεται και κατέχει ιδίω ονόματι το όλο ακίνητο" παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 785 - 787, 982 και 1113 Α.Κ., πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίκληση της παραπάνω πλημμέλειας πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη από το Δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
V. Όπως προκύπτει από τα άρθρα 247 επ. Α.Κ., αποσβεστική παραγραφή είναι η απόσβεση της αξίωσης, η οποία επέρχεται όταν ο δικαιούχος αυτής αδράνησε να την ασκήσει για ορισμένο χρόνο, αρχίζει δε να τρέχει αφότου η αξίωση γεννηθεί. Γεννάται δε αυτή επί απόλυτων δικαιωμάτων, όπως είναι η κυριότητα, από τη στιγμή που η επέμβαση τρίτου θα δημιουργήσει πραγματική κατάσταση αντιτιθέμενη στο δικαίωμα αυτό και είναι δυνατή η δικαστική άσκηση της αξίωσης. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 785-787, 982 και 1113 Α.Κ. συνάγεται η αρχή ότι ο συγκοινωνός λογίζεται νεμόμενος το κοινό πράγμα επ' ονόματι και των λοιπών, κατά των οποίων δεν μπορεί να αντιτάξει αποσβεστική προθεσμία ή χρησικτησία, πριν καταστήσει σε αυτούς γνωστή την απόφασή του ότι του λοιπού νέμεται το επί πλέον της μερίδας του ή ολόκληρο το κοινό αποκλειστικά και μόνο στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό ως κύριος, αφού από τότε προσβάλλεται το δικαίωμα των λοιπών συγκοινωνών και δημιουργείται κατάσταση αντιτιθέμενη στο δικαίωμά τους αυτό (Α.Π. 1833/1999 Ελλ.Δνη 41.1023). Επομένως, το Εφετείο, με το να δεχθεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι δεν συμπληρώθηκε η εικοσαετής παραγραφή της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, γιατί ουδέποτε γνωστοποιήθηκε από το δικαιοπάροχο των ήδη αναιρεσειόντων εναγομένων στους λοιπούς συγκοινωνούς - συγκυρίους πρόθεσή του να νέμεται ολόκληρο το επίδικο οικόπεδο, και να απορρίψει την ένστασή τους περί εικοσαετούς παραγραφής (άρθρο 249 Α.Κ.), δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του Α.Κ. που προαναφέρθηκαν, και, συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμησή του, από τον αριθμό 1 (και όχι και από τους αριθμούς 10 και 11) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
VI. Κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία, όπως προκύπτει από τα άρθρα 247επ., 785επ., 1000 και 1113 Α.Κ., έχει εφαρμογή και ως προς την άσκηση του δικαιώματος περί διανομής κοινού πράγματος (Α.Π. 473/2004 Ελλ.Δνη 45.1619), το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί κατ' αυτού, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υποχρέου επιπτώσεις, στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.Α.Π. 7/2002 Ελλ.Δνη 43.681-682).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, σχετικώς, τα εξής: "... δεν προκύπτει ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά του να ζητήσει τη δικαστική διανομή του ακινήτου. Αυτός ουδέποτε παραιτήθηκε ρητά ή σιωπηρά από το παραπάνω δικαίωμα συγκυριότητας επί του διανεμητέου ή από το δικαίωμα διανομής αυτού. Αυτός για την αγορά του ακινήτου και την ανέγερση της επ' αυτού οικοδομής, κατέβαλε το έτος 1970 μεγάλα (για την εποχή εκείνη) ποσά και ουδέποτε εκδήλωσε την πρόθεσή του με οποιοδήποτε τρόπο να παραιτηθεί από τα επ' αυτού (του ακινήτου) δικαιώματά του. Ο δικαιοπάροχος των εκκαλούντων είχε, κατά τα παραπάνω, μόνο τη χρήση του διανεμητέου ακινήτου, χωρίς, καθ' όλη τη μακρά διάρκεια της χρήσης του, να έχει πραγματοποιήσει τέτοιες δαπάνες, οι οποίες και να είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση της αξίας του. Έτσι, ουδεμία πεποίθηση δημιούργησε η συμπεριφορά του ενάγοντος στους ως άνω εναγομένους (εκκαλούντες) ότι δεν πρόκειται να ασκήσει τα δικαιώματα κυριότητας και διανομής. Η απλή (δε) αδράνεια του ενάγοντος δεν μπορεί, κατά τα παραπάνω, να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την ένσταση των ήδη αναιρεσειόντων εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης από τον ενάγοντα του ένδικου δικαιώματος κυριότητας και διανομής του επίδικου ακινήτου. Έτσι που έκρινε - το Εφετείο - δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του Α.Κ. που προαναφέρθηκαν, και, συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμησή του, από τον αριθμό 1 (και όχι και από τους αριθμούς 10,11 και 12) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι περιλαμβανόμενες στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις, κατ' ορθή εκτίμησή τους από τον αριθμό 1 (και όχι και από τους αριθμούς 8 και 11) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα του άρθρου 281 Α.Κ., εφόσον το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος, γιατί "η πεποίθηση των ήδη αναιρεσειόντων εναγομένων και του αποβιώσαντος δικαιοπαρόχου τους, ότι ο πρώτος εφεσίβλητος (ενάγων) δεν πρόκειται να ασκήσει την ένδικη αξίωσή του, δεν δημιουργήθηκε μόνο από την επί μακρόν χρόνον αδράνειά του, αλλά στην προκείμενη περίπτωση η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, όπως: α) Η επί 10ετίας αποκλειστική χρήση του επίδικου ακινήτου, (και) β) η ανατροπή της παγιωμένης κατάστασης, αφού το μεν συνεργείο εκμεταλλεύεται τώρα ο δεύτερος από τους αναιρεσείοντες, στο δε άλλο μισό του ισογείου κατοικούν όλοι μαζί οι αναιρεσείοντες και επομένως η διανομή του ακινήτου αυτού δεν σημαίνει απλά ανατροπή των κανόνων και δυνατοτήτων ζωής των αναιρεσειόντων αλλά πραγματική καταστροφή, οι δε συνέπειες που προκαλούνται από την ανατροπή της υφιστάμενης κατάστασης, δυσβάστακτες και τραγικές, άλλως δυσμενείς", πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι από την επίκληση της παραπάνω πλημμέλειας πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, ο έκτος λόγος της αναίρεσης, κατ' εκτίμησή του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται, ότι "η πληττόμενη απόφαση στερείται της κατά το Σύνταγμα ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας", έτσι γενικά που διατυπώνεται, χωρίς δηλαδή να εξειδικεύεται αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή για ανεπαρκή αιτιολογία και ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή για αντιφατική αιτιολογία και σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει, είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί.
VII. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπως περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Κ. Μ. και Β. Μ. που περιέχονται στα προεκτιθέμενα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και συνεπώς ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι ηττώνται, στα δικαστικά έξοδα του παρασταθέντος πρώτου αναιρεσιβλήτου, κατά το βάσιμο σχετικό αίτημά του (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.). Στους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, που δεν παραστάθηκαν, δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα, προεχόντως, ελλείψει σχετικού αιτήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-2-2010 αίτηση και τους από 25-7-2011 πρόσθετους λόγους των 1) Σ. χας Χ. Μ., το γένος Σ. Μ. κ.ά., για αναίρεση της 61/2009 απόφασης του Εφετείου Λαμίας (Μεταβατικής έδρας Λιβαδειάς).
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένταση ή αντέσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί καμία απόδειξη γι΄αυτά – πράγματα-. Ο συγκοινωνός λογίζεται νεμόμενος το κοινό πράγμα επ΄ ονόματι και των λοιπών, κατά των οποίων δεν μπορεί να αντιτάξει αποσβεστική προθεσμία ή χρησικτησία, πριν καταστήσει σε αυτούς γνωστή την απόφασή του ότι του λοιπού νέμεται το επί πλέον της μερίδας του ή ολόκληρο το κοινό αποκλειστικά και μόνο στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό ως κύριος.
|
Κοινωνία
|
Κοινωνία, Αυτοτελείς ισχυρισμοί.
| 0
|
Αριθμός 400/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Ψ., συζ. Γ., το γένος Δ. Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Βαρβαρίγο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Κ., συζ. Γ., το γένος Δ. Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Καντιδενό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/3/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείου Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 279/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 159/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/8/2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 14/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει η παράβαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Η παράβαση των δικονομικών διατάξεων δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας δεν ελέγχεται με τον προκείμενο λόγο. Επομένως ο λόγος αναιρέσεως, που περιέχεται στην αίτηση αναιρέσεως, με την οποία προσβάλλεται απόφαση Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο, και αποδίδεται η από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, διότι το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο, με το να δικάσει πλασματικά ερήμην την αναιρεσείουσα που είχε ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δικαστεί ερήμην στον πρώτο βαθμό, επειδή δεν είχε καταθέσει (στο Εφετείο) προτάσεις πριν από 20 ημέρες από τη συζήτηση της έφεσης, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 115 παρ.3, 271 παρ.1, 237 παρ.1, 524 παρ. 1, 2, 3, 528 και 591 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η παράβαση των ως άνω διατάξεων, που είναι δικονομικού δικαίου, δεν ιδρύει τον προκείμενο λόγο αναίρεσης. Αφού απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης πρέπει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-8-2011 αίτηση της Σ. Ψ., για αναίρεση της 159/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση δικονομικών διατάξεων.
|
Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου
|
Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
| 2
|
Αριθμός 403/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. Γ. συζ. Κ., το γένος Ε. Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Κατσαούνη.
Του αναιρεσβλήτου: Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σάμπαλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/4/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 28/6/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 286/2009 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/7/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 28/11/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων. Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του δια την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στη συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΑ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟΛ ΑΠ 12-13/95). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: Στη …, στις 27-7-1995, συνήφθη ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του συζύγου της ενάγουσας Κ. Γ. αφενός, που τότε βρισκόταν στην Ελλάδα, δεδομένου ότι διέμενε οικογενειακώς στην …, ενεργούντος ως αντιπροσώπου και για λογαριασμό της ενάγουσας και με τη σύμφωνη γνώμη αυτής και του εναγομένου, ανηψιού της ενάγουσας. Με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό τα μέρη συμφώνησαν την πώληση και παράδοση στον εναγόμενο κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, τεσσάρων αγροτικών ακινήτων, ενός φρέατος και του ιδανικού μεριδίου 3/16 εξ αδιαιρέτου δύο αστικών ακινήτων, που ανήκαν στην ενάγουσα και τα οποία βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος …του Δήμου …. Η κυριότητα και συγκυριότητα των επιδίκων καθώς και ταυτότητα αυτών δεν αμφισβητούνται. Το τίμημα συμφωνήθηκε σε 12.000.000 δραχμές, το οποίο καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου από τον εναγόμενο, όπως συμφωνήθηκε σε δύο δόσεις των 6.000.000 δραχμών εκάστη και δη η πρώτη από αυτές μία ημέρα πριν την υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης (26-7-1995), ενώ η δεύτερη την 1-4-1996. Ο εναγόμενος παρέλαβε αμέσως τα ακίνητα και άρχισε να τα νέμεται και να τα κατέχει ως κύριος, προβαίνοντας σε χρήση αυτών κατά τον προορισμό τους, καλλιεργώντας τα αγροτεμάχια και ανακαινίζοντας με οικοδομικές εργασίες τα αστικά ακίνητα. Ειδικότερα, τα έτη 1998 έως 2001 επίστρωσε ολόκληρο τον προαύλιο χώρο της οικίας με τσιμέντο (γκρο-μπετόν), κατασκεύασε αυλή μήκους 10 μέτρων και πλάτους 6 μέτρων με οπλισμένο σκυρόδεμα, επίστρωσε το εσωτερικό δάπεδο της οικίας με σκυρόδεμα, άλλαξε την κεραμοσκεπή και υπερύψωσε τους τοίχους της παρακείμενης της οικίας καλύβας με τσιμεντόλιθους, καθώς επίσης εκβάθυνε το φρέαρ κατά 5 επιπλέον μέτρα και τέλος περιέφραξε την μία πλευρά του αγροτεμαχίου στη θέση … έκτασης 7 στρεμμάτων με πασσάλους και συρματόπλεγμα. Επίσης, από το έτος 1997 τα δήλωσε στην αρμόδια οικονομική υπηρεσία (Δ.Ο.Υ …), στο σχετικό έντυπο Ε9 ως ιδιόκτητα ακίνητα. Οι ενέργειες αυτές του εναγομένου, δεν αμφισβητούνται από την ενάγουσα, έγιναν δε χωρίς καμία αντίρρηση ή αμφισβήτηση από αυτήν, γεγονός το οποίο επίσης συνομολογείται. Τούτο διότι, στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό τα μέρη είχαν ρητά δηλώσει ότι το αναγνωρίζουν ως έγκυρο και ισχυρό, παραιτούμενοι αμφότεροι κάθε αξίωσης λόγω τυχόν ακυρότητας αυτού. Η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε την νομοτύπως υποβληθείσα πρωτοδίκως από τον εναγόμενο ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος, την οποία επαναφέρει με τις προτάσεις του ο τελευταίος. Ειδικότερα, η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι η μεταγενέστερη μετά δεκαετία διεκδίκηση από την ενάγουσα των πωληθέντων ακινήτων, με την αιτιολογία ότι "η αξία τους ήταν μεγαλύτερη από το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης συνιστά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος κυριότητας, τον οποίο πρόδηλα υπερακοντίζει, διότι προκαλεί την έντονη εντύπωση της αδικίας σε βάρος του εναγομένου σε σχέση με το εκ της ασκήσεως του δικαιώματος όφελος της δικαιούχου-ενάγουσας". Η εκκαλούσα με την ένδικη έφεσή της ισχυρίζεται ότι "ασυγγνώστως έσφαλε" η εκκαλουμένη, δεχθείσα την ανωτέρω ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, χωρίς να εκτιμήσει τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της, ενώ αντίθετα έλαβε υπόψη της τα αποδεικτικά μέσα του εναγομένου. Οι καταθέσεις των ανωτέρω ενόρκως βεβαιούντων, ήτοι της Ν. Α., αδερφής της ενάγουσας, Κ. Γ., συζύγου της ενάγουσας και Δ. Κ., θείου του τελευταίου, που περιέχονται στην με αριθμό …/2005 ένορκη βεβαίωση, δεν πείθουν το δικαστήριο. Τούτο διότι, οι πρώτη και τρίτος μάρτυρες βεβαιώνουν ότι πληροφορήθηκαν την πώληση των ακινήτων μόλις το φθινόπωρο 2004, ενώ μέχρι τότε θεωρούσαν ότι τα επίδικα, τα οποία ήταν το κληρονομικό μερίδιο της ενάγουσας από τον πατέρα της, ανήκαν σ' αυτήν, θέλοντας με τον τρόπο αυτό να επιβεβαιώσουν τον ισχυρισμό της περί αγνοίας όλα τα χρόνια της πραγματικής αξίας της ακίνητης περιουσίας και συνακόλουθα της αδρανείας της προς δικαστική επιδίωξη τυχόν αξιώσεών της. Αυτή η κατάθεση όμως ελέγχεται ως αναξιόπιστη, αφού όλα αυτά τα χρόνια ο εναγόμενος προέβη σε διάφορα έργα επί των ακινήτων (προαναφερθείσες οικοδομικές και λοιπές εργασίες, περίφραξη, υπερύψωση τοιχίου, κατασκευή αυλής), μεγάλης έκτασης, τα οποία δεν ήταν δυνατόν να μην αντιληφθούν οι ως άνω μάρτυρες και να μην αναρωτηθούν για λογαριασμό τίνος κατασκευάζονται. Η προσκομιζόμενη από την ενάγουσα με ημερομηνία 21-10-2005 βεβαίωση του λατομείου Α. Κ., στην οποία βεβαιώνεται ότι δεν εμφανίζεται αγορά ετοίμου σκυροδέματος κατά τα έτη 1998 έως και 2000 από τον εναγόμενο Π. Κ., ουδέν αποδεικνύει. Τούτο διότι, η επίστρωση κατά την ανωτέρω χρονική περίοδο του ετοίμου σκυροδέματος, είναι πραγματικό γεγονός, μη αμφισβητούμενο. Το εάν η αγορά του σκυροδέματος έγινε στο όνομα του εναγομένου ή άλλου ( πχ εργολάβου οικοδομικών εργασιών) δεν ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση. Εξάλλου, η ένορκη κατάθεση της αδερφής της ενάγουσας Ν. Α., δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά στο δικαστήριο ως προς το συμφέρον, το οποίο αυτή προσδοκά από την έκβαση της δίκης, αφού η ίδια ρητά καταθέτει ότι επιθυμούσε την αγορά των επιδίκων ακινήτων, ακόμα και με τίμημα 30.000.000 δραχμών (κατά το χρόνο της ενόρκου βεβαιώσεως, ήτοι 2005). Συνακόλουθα, είναι απορριπτέος ο λόγος της εφέσεως, που αναφέρεται στην παραδοχή της ένστασης καταχρήσεως δικαιώματος, η οποία ορθά έγινε δεκτή από το πρωτόδικο δικαστήριο. Την κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύει και το γεγονός ότι στην σύνταξη του ιδιωτικού συμφωνητικού προέβη ο δικηγόρος του εναγομένου, ο οποίος και παρίστατο κατά την υπογραφή. Στο σημείο αυτό πρέπει ν' αναφερθούν τα εξής. Κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων επιβάλλεται η παροχή διασαφητικών πληροφοριών και εξηγήσεων σε σχέση με το αντικείμενο της σύμβασης και μάλιστα τέτοιων, που θα μπορούσαν ν' ασκήσουν επιρροή στην απόφαση του άλλου, δηλαδή η λεγόμενη υποχρέωση διαφώτισης και προστασίας. Πάντως η υποχρέωση διαφώτισης και προστασίας δεν φτάνει μέχρι το σημείο, ώστε να επεκτείνεται και σε όσα θέματα το άλλο μέρος θα όφειλε και θα μπορούσε να πληροφορηθεί με δική του επιμελή έρευνα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως συνομολογείται από την ενάγουσα, ο ενεργών για λογαριασμό αυτής σύζυγός της, πληροφορήθηκε από τον ανωτέρω δικηγόρο, όλες τις έννομες συνέπειες της επίδικης συμβάσεως. Εφόσον επομένως, διατηρούσε κάποιες αμφιβολίες, όφειλε και θα μπορούσε με δική του επιμελή έρευνα να πληροφορηθεί τα πάντα, σχετικά με την επίδικη πώληση, αν και οι πληροφορίες που, όπως κατατίθεται από τον ίδιο ( βλ. σελ. … της με αριθμό …/2005 ένορκης βεβαίωσης), έλαβε πριν την υπογραφή του συμβολαίου, από τον δικηγόρο του εναγομένου, ήταν αληθείς, σύννομες και ορθές. Δεν τέθηκε το κρινόμενο θέμα καταχρήσεως ασκήσεως δικαιώματος, πριν την υπογραφή του συμβολαίου, ούτε ιδιαίτερα νομικά προβλήματα, που τυχόν θ' ανέκυπταν, ώστε να έχει επιπλέον σχετική πληροφόρηση. Εξάλλου δεν συνέτρεχε λόγος ενημέρωσης πλειόνων των δεόντων, αφού όλα τα ουσιώδη θέματα της πωλήσεως, προβλέπονταν με σαφήνεια στο συνταχθέν ιδιωτικό συμφωνητικό, ούτε βεβαίως είχε τέτοια νομική υποχρέωση ο συνήγορος του εναγομένου. Από την εκτίμηση αντίθετα των ένορκων βεβαιώσεων των γονέων του εναγομένου Σ. και Κ. Κ. (βλ. την με αριθμό …/2005 ένορκη βεβαίωση), προκύπτει ότι ο σύζυγος της ενάγουσας είχε πλήρη γνώση της αξίας των επιδίκων, αφού πριν από τον εναγόμενο είχε συζητήσει με τον ενδιαφερόμενο αγοραστή Γ. Σ., όπως ο ίδιος τους είπε. Μάλιστα, καταθέτουν ότι όχι μόνον δεν εξαπατήθηκε, αλλά με τον τρόπο του πέτυχε την τιμή που ήθελε, αφού χαρακτηριστικά τους έλεγε "ότι άλλοι ενδιαφέρονται για την αγορά με αυτά τα χρήματα", με αποτέλεσμα αυτοί να αναγκασθούν να πωλήσουν πρόβατα, προκειμένου να βοηθήσουν τον γιο τους ν' αγοράσει τα επίδικα, επειδή τους ανησυχούσε η ιδέα να βρεθεί τρίτος ανάμεσά τους, λόγω του ότι τα επίδικα βρίσκονται μεταξύ άλλων ιδιοκτησιών τους. Όσον αφορά τέλος, το θέμα της αξίας των επιδίκων δεν αποδείχθηκε από την ενάγουσα η μεγαλύτερη από την πραγματική αξία, στην οποία πωλήθηκαν τα επίδικα, αφού ούτε οι ενόρκως βεβαιούντες μάρτυρες καταθέτουν με σαφήνεια σχετικά με το θέμα αυτό, ούτε άλλο συγκριτικό στοιχείο προσκομίζεται. Δηλαδή, με σαφήνεια - το Εφετείο - δέχτηκε: α) ότι η ήδη αναιρεσείουσα ενάγουσα συμφώνησε και πώλησε τα επίδικα ακίνητά της στον ήδη αναιρεσίβλητο εναγόμενο (ανηψιό της) στις 27.7.1995 με ιδιωτικό συμφωνητικό - στην κατάρτιση του οποίου συνέπραξε ο σύζυγός της ο οποίος ενήργησε ως αντιπρόσωπός της, β) ότι συμφωνήθηκε τίμημα 12.000.000 δραχμών το οποίο ανταποκρινόταν στην αξία των επίδικων ακινήτων και εξοφλήθηκε με καταβολή του σε δύο δόσεις των 6.000.000 δραχμών η καθεμία έως την 1.4.1996, γ) ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος εναγόμενος αγόρασε τα επίδικα, τα οποία βρίσκονταν μεταξύ των ιδιοκτησιών αυτού και των γονέων του, οι οποίοι και τον συνέδραμαν πωλώντας πρόβατά τους, ώστε να μην περιέλθουν σε άλλο ενδιαφερόμενο αγοραστή (τον Γ. Σ.) και βρεθεί, έτσι, τρίτος ανάμεσα στις ιδιοκτησίες τους, και δ) ότι η ήδη αναιρεσείουσα κατά τη σύναψη της πώλησης δήλωσε ρητά, ότι αναγνωρίζει ως έγκυρο και ισχυρό το ιδιωτικό συμφωνητικό και παραιτείται από κάθε αξίωσή της "λόγω τυχόν ακυρότητάς του" - επομένως και από την άσκηση του ένδικου δικαιώματός της - και ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος εναγόμενος παρέλαβε αμέσως τα επίδικα ακίνητα και νέμονταν έκτοτε αυτά με διάνοια κυρίου, καλλιεργώντας τα αγροτεμάχια και προβαίνοντας στα αστικά ακίνητα στις πιο πάνω οικοδομικές εργασίες για την ανακαίνισή τους. Υπό τα ανωτέρω περιστατικά - παραδοχές (από τις οποίες προκύπτει και πίστη του ήδη αναιρεσιβλήτου εναγομένου, ότι η ήδη αναιρεσείουσα ενάγουσα δεν θα ασκήσει το ένδικο δικαίωμά της και δυσμενείς επιπτώσεις στον ήδη αναιρεσίβλητο εναγόμενο από την ανατροπή της κατάστασης όπως έχει διαμορφωθεί) η άσκηση από την ήδη αναιρεσείουσα ενάγουσα με την ένδικη - από 2.4.2005 - αγωγή της του ένδικου δικαιώματός της μετά πάροδο μάλιστα δέκα (10) περίπου ετών από την ως άνω συμφωνία της υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του και αντιβαίνει γι' αυτό στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (πρβλ. και ΑΠ 1746/1980 ΝοΒ 29.1228).
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, η οποία ηττάται, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.7.2010 αίτηση της Ι. συζύγου Κ. Γ. το γένος Ε. Μ. για αναίρεση της 286/2009 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατάχρηση δικαιώματος. Έννοια άρθρου 281 ΑΚ. Περιστατικά. Λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Περιστατικά
|
Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος
|
Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.
| 0
|
Αριθμός 404/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Α. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Δήμητρα Χρονοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Δημητρίου Κουμουνδούρου του Γεωργίου, 2)Ιωάννη Σολωμού του Αθανασίου και 3)Λουκά Σολωμού του Αναστασίου, κατοίκων Μαυρομματίου Θήβας, που με εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Βασιλική Τσόνογλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 61/2009 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/5/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 16/11/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικούς αναφερομένους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 32/1996). Για το ορισμένο, επίσης, του λόγου της αναίρεσης σε περίπτωση παραβίασης περισσότερων της μιας διατάξεων πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμιά απ' αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί, το δικάσαν ως Εφετείο, Πολυμελές Πρωτοδικείο παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1710 παρ.1, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ αφού δεν δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου δυνάμει της επικαλούμενης συμβολαιογραφικής πράξης-αποδοχής κληρονομίας που μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Θεσπιών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν παρατίθενται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης υπό τις οποίες συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των ως άνω διατάξεων, ούτε προσδιορίζεται το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, το οποίο οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αιτίαση, γιατί το ως άνω δικαστήριο της ουσίας παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1779 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η μη τήρηση των διατάξεων των άρθρων 1769 έως 1778, που αναφέρονται στη δημοσίευση διαθήκης, δεν επιφέρει ακυρότητα της διαθήκης, με το να δεχτεί ότι η προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα από 20-7-1976 ιδιόγραφη διαθήκη της γιαγιάς του Γ. συζ. Π. Α. δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο... .αλλά και από το γεγονός ότι η εν λόγω διαθήκη ενεχειρίστηκε και δημοσιεύτηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο εικοσιπέντε ολόκληρα έτη μετά το θάνατο της φερομένης ως άνω διαθέτιδος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, γιατί όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο με την κυρία αιτιολογία του, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχτηκε ότι η επίμαχη ιδιόγραφη διαθήκη δεν είχε γραφεί δια χειρός της διαθέτιδος αφού αυτή ήταν αγράμματη και επομένως εκ του λόγου αυτού ήταν άκυρη. Με τον τρίτο μέρος πρώτο λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχει υποπέσει στη νομική πλημμέλεια της παραβάσεως των άρθρων 1041, 1042, 1043 και 1044 ΑΚ, αφού δέχτηκε τους ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων για κτήση κυριότητας με χρησικτησία και έκρινε ότι όλες οι πράξεις νομής των αναιρεσιβλήτων για απόκτηση κυριότητας σε ακίνητο με τακτική και επικουρικά με έκτακτη χρησικτησία έγιναν, ενώ αντίθετα δεν δέχτηκε τις πράξεις νομής του αναιρεσείοντος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί με αυτόν πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το δικάσαν δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως ότι υπάρχει κενό ή αμφίβολο σημείο σε δηλώσεις συμβαλλομένων και παρ' όλα αυτά δεν προσέφυγε στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες.
Αφού απορρίπτεται η αναίρεση πρέπει ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-5-2010 αίτηση του Π. Α. για αναίρεση της 61/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόφαση Ειρηνοδικείου. Αγωγή διεκδικητική ακινήτου των αναιρεσιβλήτων η οποία έγινε δεκτή τελεσίδικα από το Πολυμελές Πρωτοδικείο. Λόγοι αναίρεσης: 1ος από 560 αριθ. 1 αόριστος 2ος από 560 αριθ. 1 αλυσιτελής 3ος από 560 αριθ. 1 απαράδεκτος (561 §1 Κ.Πολ.Δ.) 4ος από 560 αριθ. 1 παραβίαση ερμηνευτικών κανόνων (αρθρ. 173 και 200 ΑΚ) αόριστος
|
Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου
|
Αγωγή διεκδικητική, Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, Ανέλεγκτη η ουσιαστική εκτίμηση.
| 0
|
Αριθμός 405/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο του Απόστολο Σταύρου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. συζ. Η., το γένος Σ. Ρ., κατοίκου ..., 2) Ό. Μ. χήρας Ν., το γένος Ι. Ρ., κατοίκου ..., 3) Μ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 4) Σ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 5) Δ. Μ. του Ν., κατοίκου ... . Οι 2η, 3η, 4ος και 5ος ως κληρονόμοι του Ν. Μ., όλοι οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστοτέλη Φόρτωμα.
Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε και έλαβε από τoν Πρόεδρο το λόγο και δήλωσε ότι ο αναιρεσείων παραιτείται από το δικόγραφο της από 18/11/2010 αίτησής της, για αναίρεση της 152/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας).
Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την έκδοση απόφασης που να εκκαθαρίζει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και της Γραμματέως και επιφυλάχθηκε να αποφασίσει.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 297 ΚΠολΔ η παραίτηση κατά τα άρθρα 294 και 296 γίνεται και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά του δικαστηρίου. Επομένως, ο αναιρεσείων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αναίρεσης και με δήλωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατά τη συζήτηση της αναίρεσης εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Σταύρου, ο οποίος δήλωσε ότι ο αναιρεσείων παραιτείται από το δικόγραφο της από 18.11.2010 αίτησής του για αναίρεση της 152/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας) και η δήλωσή του αυτή καταχωρήθηκε στα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου. Ωστόσο, από τα στοιχεία του φακέλλου της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται με την προσκομιδή συμβολαιογραφικού εγγράφου η χορήγηση στον ως άνω δικηγόρο πληρεξουσιότητας από τον αναιρεσείοντα να τον εκπροσωπήσει κατά την ως άνω δικάσιμο και να έχει τη δυνατότητα να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης. Επομένως η γενόμενη κατά τα άνω παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης δεν έγινε νομότυπα και δεν επέφερε την έννομη συνέπεια της κατάργησης της δίκης. Οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι με δήλωσή τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου ζητούν την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά τους έξοδα. Όμως, μετά την ως άνω παράσταση του αναιρεσείοντος (ο οποίος δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή παρέστη με πληρεξούσιο δικηγόρο χωρίς να αποδεικνύει την ύπαρξη πληρεξουσιότητας και εντεύθεν θεωρείται ως μη παριστάμενος), θα έπρεπε οι αναιρεσίβλητοι να έχουν κλητεύσει νόμιμα και εμπρόθεσμα τον αναιρεσείοντα για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, πλην όμως δεν προσκομίζουν έκθεση επίδοσης, από την οποία να προκύπτει η κλήτευση του αναιρεσείοντος κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 11.1.2012, οπότε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης με αίτηση των αναιρεσιβλήτων για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, είτε κλήτευση αυτού κατά την παρούσα δικάσιμο. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 18.11.2010 αίτησης του Ε. Μ. του Ι. για αναίρεση της 152/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης που γίνεται από πληρεξούσιο δικηγόρο χωρίς να αποδεικνύεται με την προσκομιδή συμβολαιογραφικού εγγράφου η χορήγηση στον ως άνω δικηγόρο πληρεξουσιότητας από τον αναιρεσείοντα, δεν επιφέρει την έννομη συνέπεια της κατάργησης της δίκης.
|
Παραίτηση από δικόγραφο
|
Παραίτηση από δικόγραφο.
| 0
|
Αριθμός 406/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ελένη Σαρπασίδου, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Β. του Α. και 2) Π. Β. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/6/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κρύας Βρύσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 137/1157/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/3/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 6/12/2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξουσία του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226 παρ. 4 εδάφ. β' και γ' ΚΠολΔ, που έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 575 εδάφ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατ' αυτήν είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του, χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 1436/2012). Σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να αποδεικνύεται, ότι στον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο έχει επιδοθεί ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση από 24-3-2008 αίτηση για αναίρεση της 137/1157/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, που δίκασε ως Εφετείο. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 23-1-2013 και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι αναιρεσίβλητοι, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, προκύπτει ότι αρχική δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης είχε οριστεί για την 15-12-2010, κατά την οποία αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 22-2-2012, οπότε αναβλήθηκε "οίκοθεν" για την στην αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο της 23-1-2013. Όπως προκύπτει από τα υπάρχοντα στη δικογραφία πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου της μετ' αναβολή δικασίμου της 22-2-2012 οι αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν κατά τη δικάσιμο εκείνη, ο αναιρεσείων, όμως, με την επιμέλεια του οποίου διά της πληρεξουσίου δικηγόρου του Ελένης Σαρπασίδου είχε επισπεύσει τη συζήτηση, προσκομίζει τις με αριθμό 9577 Β και 9578 Β/5-5-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Έδεσσας ..., από τις οποίες προκύπτει ότι επιδόθηκε στους αναιρεσιβλήτους εμπρόθεσμα πιστό αντίγραφο της από 12-4-2011 Βεβαίωσης Αναβολής του Πολιτικού Τμήματος και Αρχείου του Αρείου Πάγου, με την οποία βεβαιώνεται ότι αρχική δικάσιμος για τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ορίστηκε η 15-12-2010, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 26-1-2011, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 22-2-2012, ώστε να λάβουν γνώση, και με κλήση αυτών να παραστούν στην τελευταία αυτή δικάσιμο, κατά την οποία, όπως προαναφέρθηκε, αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 23-1-2013. Πλην όμως ουδόλως αποδεικνύεται, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης επιδόθηκε στους απολειπόμενους αναιρεσίβλητους, καθόσον δεν προσκομίζονται σχετικές εκθέσεις επιδόσεως, ούτε γίνεται επίκληση τέτοιων επιδόσεων. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 12-1-2008 αίτησης αναίρεσης του Ι. Κ. του Β. για αναίρεση της 137/1157/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, που δίκασε ως Εφετείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πότε η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της μετ’ αναβολή συζήτησης ισχύει ως κλήτευση των διαδίκων. Πρέπει να αποδεικνύεται η επίδοση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης στους απολειπόμενους αναιρεσιβλήτους. Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης.
|
Κλήτευση
|
Αγωγή διεκδικητική, Κλήτευση .
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 387/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου -Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημα του στις 19 Φεβρουαρίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους 1. Α. Μ., Πρωτοδίκη Πειραιά, 2. Β. Δ., 3. Δ. Τ., 4.Τ. Ε., Πρωτοδίκης Χαλκίδας, 5. Σ. Η., Πρόεδρο Πρωτοδικών Πειραιά και 6. Ρ. Ν., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά. Και εγκαλούντα: Κ. Κ. του Γ. .
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 22.10.2012, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1256/12.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου-Βασιλοπούλου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 16 και ημερομηνία 31.1.13, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγουμε, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ1 του ΚΠΔ, το από 22.10.2012 έγγραφο-αίτημα του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς, για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή του σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ1 εκείνο της προδικασίας και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς: α) το συμβούλιο πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο, σε κάθε άλλη περίπτωση και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση ο Κ. Κ. του Γ., κρατούμενος στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς την από 4.7.2011 αίτηση-αναφορά και την από 6.7.2011 μήνυση, σε βάρος των δικαστικών λειτουργών: α) Η. Σ., προέδρου πρωτοδικών, β) Α. Μ., πρωτοδίκη, γ) Ρ. Ν., αντεισαγγελέα πρωτοδικών, και δ) Ε. Τ., πρωτοδίκη, καθώς και σε βάρος των ιατροδικαστών Πειραιώς Δ. Τ. και Β. Δ., για παράβαση καθήκοντος (αρθρ. 259 του ΠΚ). Εν όψει του ότι οι ανωτέρω υπό στοιχ. α, β και γ δικαστικοί λειτουργοί υπηρετούν στο Πρωτοδικείο και την Εισαγγελία Πειραιώς, όπως προκύπτει από τις συνημμένες από 14.11.2012 βεβαιώσεις των υπηρεσιών αυτών, και δεδομένου ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς, δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο, εκτός από το Πρωτοδικείο Πειραιώς, συντρέχει γι' αυτούς, αλλά και για τους λοιπούς μηνυομένους λόγω συνάφειας, νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ως άνω υποθέσεως από τον κατά τόπο αρμόδιο να επιληφθεί της υποθέσεως αυτής Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και τις κατά τόπο αρμόδιες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και στις αντίστοιχες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να διαταχθεί η παραπομπή της υποθέσεως που αναφέρεται στο από 22.10.2012 έγγραφο -αίτημα του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς και αφορά την από 4.7.2011 αίτηση - αναφορά και την από 6.7.2011 μήνυση του Κ. Κ. του Γ., που στρέφονται α) κατά των δικαστικών λειτουργών Η. Σ., προέδρου πρωτοδικών, Α. Μ., πρωτοδίκη, και Ρ. Ν., αντεισαγγελέα πρωτοδικών, που υπηρετούν στο Πρωτοδικείο και την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, και Ε. Τ., πρωτοδίκη, και β) κατά των ιατροδικαστών Πειραιώς Δ. Τ. και Β. Δ., για παράβαση καθήκοντος (αρθρ. 259 του ΠΚ), από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και τις κατά τόπο αρμόδιες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση, στις αντίστοιχες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό της υποθέσεως αυτής. Αθήνα, 31 Ιανουαρίου 2013 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας".
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 136 περ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το κατά τα άρθρα αυτά αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Σκοπός της διατάξεως είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο. Η παραπομπή αυτή σε άλλο δικαστήριο γίνεται όχι μόνο στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και σε αυτό της προδικασίας που περιλαμβάνει τόσο την προκαταρκτική εξέταση όσο και την άσκηση της ποινικής διώξεως.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 137 του ιδίου Κώδικα, την παραπομπή στην πιο πάνω περίπτωση, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε γι αυτή το Συμβούλιο Εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή Δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και σε κάθε περίπτωση ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο Κ. Κ. του Γ., κρατούμενος στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, με την από 6-7-1011 μήνυση του και την από 4-7-2011 έγγραφη καταγγελία του, καταγγέλλει τους παρακάτω Δικαστικούς και Εισαγγελικούς Λειτουργούς α] Η. Σ., β] Α. Μ., γ] Ρ. Ν., δ] Ε. Τ. και τους ιατροδικαστές της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πειραιώς α] Δ. Τ. και β] Β. Δ. για αξιόποινες πράξεις .
Επειδή οι εγκαλούμενοι υπηρετούν, ως προκύπτει, από τις υπ' αρ. πρωτ. ΔΥ/14-11-2012, τέσσερεις (4) υπηρεσιακές βεβαιώσεις του αναπληρωτή Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Γραμματείας του Πρωτοδικείου Πειραιώς Θεοφάνη Μπαλαφούτη και του διευθύνοντος την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς Νικολάου Ποιμενίδη, Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, ο πρώτος ως Πρόεδρος Πρωτοδικών, η δεύτερη ως Πρωτοδίκης, στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, η τρίτη ως Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς και η τέταρτη ως Πρωτοδίκης στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας, η δε σχετική υπόθεση υπάγεται κατά το στάδιο αυτό κατά τόπο στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς [αρθρ. 111 παρ.7, 119 παρ. 1 και 122 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ.], η Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιώς Αικατερίνη Μπαρτζακλή, απευθυνόμενη προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με το υπ' αρ. πρωτ. Ε.Γ./18-11/226 έγγραφο της, ζήτησε τον καθορισμό της αρμοδιότητος άλλου δικαστηρίου ισόβαθμου και ομοειδούς. Με τα δεδομένα αυτά, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή, (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. β' περ. γ' του ΚΠΔ), λόγω συνάφειας και για τους μηνυομένους ιατροδικαστές Πειραιώς, α] Δ. Τ., β] Β. Δ. και την Πρωτοδίκη του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Ε. Τ., ώστε οι περιεχόμενες στις προαναφερθείσες μηνυτήριες αναφορές του Κ. Κ. του Γ., κρατούμενου του Νοσοκομείου Κρατουμένων Κορυδαλλού, καταγγελίες σε βάρος των ανωτέρω Δικαστικών και Εισαγγελικών λειτουργών, καθώς και των Ιατροδικαστών Πειραιώς να παραπεμφθούν στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, προκειμένου να επιληφθεί αυτών, και να κρίνει στα πλαίσια της αρμοδιότητας του, καθώς και στις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ορίζει ως κατά παραπομπή αρμόδιες να αποφανθούν επί των α] από 6-7-2011 μηνύσεως και β]από 4-7-2011 μηνυτήριας αναφοράς του Κ. Κ. του Γ., κρατούμενου του νοσοκομείου κρατουμένων Κορυδαλλού, κατά των α] Η. Σ., Προέδρου Πρωτοδικών Πειραιώς, β] Α. Μ., Πρωτοδίκου Πειραιώς, γ] Ε. Τ., Πρωτοδίκου Χαλκίδας, δ] Ρ. Ν., Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς ε] Δ. Τ. και στ] Β. Δ., Ιατροδικαστών της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πειραιώς, τις Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών και εφ' όσον συντρέξει νόμιμη περίπτωση τις δικαστικές αρχές του Εφετείου Αθηνών όσο και τις αντίστοιχες της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός Αρμοδιότητας (άρθρο 136 ΚΠΔ). Συντρέχει βάσιμος λόγος καθορισμού αρμοδιότητας άλλων Εισαγγελικών και λοιπών Δικαστικών Αρχών, κατόπιν υποβολής εγκλήσεως σε βάρος Δικαστικών και Εισαγγελικών λειτουργών Πρωτοδικείου Πειραιώς και Χαλκίδας, ακόμη και στο στάδιο της προδικασίας [προκαταρκτικής εξετάσεως]. Καθορίζει ως αρμόδιο τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και λοιπές Δικαστικές Αρχές Πρωτοδικείου Αθηνών και Εφετείου Αθηνών.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 385/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους 1. Α. Π., 2. Κ. Κ., 3. Χ. Π., Πρωτοδίκες Πειραιά και Ν. Π., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά. Και εγκαλούντα: Κ. Β. . Η αίτηση αυτή με αριθμό 1319 και με ημερομηνία 30.10.2012, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1189/12.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου-Βασιλοπούλου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 17 και ημερομηνία 31.1.13, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριο Σας-σε Συμβούλιο την υπ' αρ. πρωτ. 1319/30-10-2012 αίτηση της Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή (αρ. 136 ε' και 137 Κ.Π.Δ), και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά μεν την διάταξη του άρθρου 136 στοιχ. ε' Κ.Π.Δ. το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, μεταξύ άλλων, και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, κατά δε την διάταξη του επομένου άρθρου 137 παρ. 1 στοιχ. γ' Κ.Π.Δ., την παραπομπή μπορεί να ζητήσει, πλην άλλων, και ο εισαγγελεύς του αρμοδίου δικαστηρίου. Για την παραπομπή αποφασίζει (α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν πρόκειται για παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, σε περίπτωση αδυναμίας συγκροτήσεως (β) το συμβούλιο εφετών, αν πρόκειται για παραπομπή από πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και (γ) ο Άρειος Πάγος σε κάθε άλλη περίπτωση. Από τον δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο προκύπτει ότι η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για τη κύρια διαδικασία, αλλά και για την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της ασκήσεως της ποινικής διώξεως για την ταυτότητα του λόγου (ΑΠ 1392/11, ΑΠ 235/11).
Στην προκειμένη περίπτωση με την ανωτέρω αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 137 παρ. 1 στοιχ. γ' και 136 στοιχ. ε Κ.Π.Δ. η συνημμένη ποινική δικογραφία με την ABM M12/777/6612 καταγγελία του Κ. Β., κατοίκου ..., κατά των (α) Α. Π. (β) Χ. Π. (γ) Κ. Κ., Πρωτοδικών Πειραιά και (δ) Ν. Π., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, καθόσον οι μηνυόμενοι τυγχάνουν εν ενεργεία Δικαστικοί και Εισαγγελικοί λειτουργοί και υπηρετούν στο Πρωτοδικείο Πειραιά οι τρεις πρώτοι, και στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά ο τέταρτος, όπως προκύπτει από τα συνημμένα υπ' αρ. 3883/3-7-12 και 11059/30-10-2012 έγγραφα του Πρωτοδικείου και της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά αντίστοιχα (β) συνημμένα ως άνω έγγραφα). Με τα δεδομένα αυτά συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε'και 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ως άνω υποθέσεως από τις αρμόδιες (Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιά στις αντίστοιχες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών (ΑΠ 2080/02, ΑΠ 189/2000, ΑΠ 1417/09, ΑΠ 440/06).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Το δικαστήριο Σας- σε Συμβούλιο- να διατάξει την παραπομπή της υποθέσεως που αναφέρεται στην υπ' αρ. πρωτ. 1319/30-10-2012 αίτηση, της Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς και αφορά την ΑΒΜ Μ12/777/6-6-12 καταγγελία του Κ. Β., κατοίκου ..., κατά των α) Α. Π. (β) Χ. Π., (γ) Κ. Κ., Πρωτοδικών στο Πρωτοδικείο Πειραιά και (δ) Ν. Π., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά από τις αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιά στις αντίστοιχες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης".
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 136 περ. ε' του ΚΠΔ,όταν ο εγκαλών ή αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το κατά τα άρθρα αυτά αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Σκοπός της διατάξεως είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο. Η παραπομπή αυτή σε άλλο δικαστήριο γίνεται όχι μόνο στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και σε αυτό της προδικασίας που περιλαμβάνει τόσο την προκαταρκτική εξέταση όσο και την άσκηση της ποινικής διώξεως.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 137 του ιδίου Κώδικα,την παραπομπή στην πιο πάνω περίπτωση, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε γι αυτή το Συμβούλιο Εφετών,αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή Δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και σε κάθε περίπτωση ο Άρειος Πάγος,που συνέρχεται σε Συμβούλιο.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο Κ. Β., κάτοικος ..., με την από 6-6-2012 μηνυτήρια αναφορά του, καταγγέλλει τους παρακάτω, Εισαγγελικό και Δικαστικούς Λειτουργούς α) Α. Π., β) Χ. Π., γ)Κ. Κ., δ)Ν. Π. για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος.
Επειδή οι εγκαλούμενοι υπηρετούν, ως προκύπτει,από το υπ' αρ. πρωτ. 3883/3-7-2012 έγγραφο, της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Πειραιώς Αντιγόνης Τζελέπη, η πρώτη, ως Πρόεδρος Πρωτοδικών στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ο δεύτερος και η τρίτη ως Πρωτοδίκες στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, και ο τέταρτος ως Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, η δε σχετική υπόθεση υπάγεται κατά το στάδιο αυτό κατά τόπο στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς [αρθρ. 111 παρ.7, 119 παρ. 1 και 122 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.], η Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς Ελένη Μετσοβίτου- Φλουρή, απευθυνόμενη προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με το υπ' αρ. πρωτ. 1319/30-12-2012 έγγραφο της, ζήτησε τον καθορισμό της αρμοδιότητος άλλου δικαστηρίου ισόβαθμου και ομοειδούς. Με τα δεδομένα αυτά, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή, (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. β' περ. γ' του ΚΠΔ), ώστε οι περιεχόμενες στην προαναφερθείσα μηνυτήρια αναφορά του Κ. Β., καταγγελίες σε βάρος των ανωτέρω Εισαγγελικού και Δικαστικών λειτουργών να παραπεμφθούν στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας, προκειμένου να επιληφθεί αυτών, και να κρίνει στα πλαίσια της αρμοδιότητας του, καθώς και στις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Χαλκίδας, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ορίζει ως κατά παραπομπή αρμόδιες να αποφανθούν επί της, από 6-6-2012 με Α.Β.Μ. 12/777 μηνυτήριας αναφοράς του Κ. Β., κατοίκου ..., κατά των α) Α. Π., Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, β) Χ. Π., Πρωτοδίκη Πειραιώς γ) Κ. Κ., Πρωτοδίκη Πειραιώς, δ) Ν. Π., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, τις Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Χαλκίδας και εφ όσον συντρέξει νόμιμη περίπτωση τις δικαστικές αρχές του Εφετείου Χαλκίδας όσο και τις αντίστοιχες της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Χαλκίδας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός Αρμοδιότητας (άρθρο 136 ΚΠΔ). Συντρέχει βάσιμος λόγος καθορισμού αρμοδιότητας άλλων Εισαγγελικών και λοιπών Δικαστικών Αρχών, κατόπιν υποβολής εγκλήσεως σε βάρος Δικαστικών και Εισαγγελικών λειτουργών Πρωτοδικείου Αθηνών και Πειραιώς, ακόμη και στο στάδιο της προδικασίας [προκαταρκτικής εξετάσεως]. Καθορίζει ως αρμόδιο τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας και λοιπές Δικαστικές Αρχές Πρωτοδικείου Χαλκίδας και Εφετείου Χαλκίδας..
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 2
|
Αριθμός 382/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευαγγέλου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας, περί αναιρέσεως της 1908/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Χαλκίδας. Με κατηγορούμενο: Ε. Π. του Χ., κρατούμενο στο Κατάστημα Κράτησης Χαλκίδας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ασημακόπουλο.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Χαλκίδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Χαλκίδας ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 7 και ημερομηνία 16-7-2012 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Αργυρώς Τσαλούχου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 883/12.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 87, 94, 97 ΠΚ και 551 παρ. 1 ΚΠΔ, συνάγεται ότι η απότιση των στερητικών της ελευθερίας ποινών που συναντώνται κατά την εκτέλεση, εφ όσον δεν καταγνώσθηκε, γι αυτές μία συνολική ποινή, αποτελούμενη από τη βαρύτερη απ αυτές επαυξανομένη αναλόγως για κάθε μία από τις συντρέχουσες ποινές γίνεται διαδοχικά και όχι δια συνεκτίσεως, η οποία δεν αναγνωρίζεται από την ποινική μας νομοθεσία,διότι ευνοεί τους καθ' έξη εγκληματίες και επί πλέον αντίκειται προς τον επιδιωκόμενο σκοπό της επιβολής στον υπαίτιο ποινής, ανταποκρινόμενης στα συρρέοντα εγκλήματα του και στην εκδηλωθείσα εγκληματική του διάθεση. Περαιτέρω διακοπή εκτέλεσης της ποινής που εκτίεται, είναι επιτρεπτή μόνο στις περιπτώσεις που ορίζονται στο άρθρο 557 παρ. 1 ΚΠΔ. Κατά πάγια νομολογία είναι επίσης δυνατή η διακοπή της προσωρινής κράτησης κάποιου, όταν συμπίπτει με το χρόνο έκτισης από αυτόν ποινής που του επιβλήθηκε για άλλο έγκλημα, οπότε η προσωρινή κράτηση διακόπτεται μέχρι την ολοσχερή έκτιση της ποινής. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 10 Ν. 2408/1996, ορίζεται ότι "προκειμένου να εκτιθούν ποινές φυλάκισης που έχουν μετατραπεί από προσωρινώς κρατούμενο για άλλο έγκλημα, γίνεται τυπική διακοπή της προσωρινής κράτησης και επαναφυλάκιση μόνο εάν ο προσωρινώς κρατούμενος δηλώσει ότι δεν καταβάλει το ποσό μετατροπής ...". Η σειρά εκτέλεσης των αποφάσεων, καθορίζεται από τον Εισαγγελέα που δίνει την σχετική παραγγελία, δηλαδή πρώτα εκτελείται η ποινή που αφορά την πρώτη παραγγελία και ακολουθούν οι επόμενες χρονικά παραγγελίες. Αν αυτός δώσει παραγγελία να εκτελεσθούν πολλές αποφάσεις, τότε εκτελείται πρώτη η παλαιότερη απόφαση και μετά ακολουθούν οι υπόλοιπες με την σειρά του χρόνου έκδοσης τους. Αυτό γίνεται, ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος να παραγραφεί κάποια ποινή παλαιότερης απόφασης, επειδή θα προκριθεί για εκτέλεση άλλη νεότερη απόφαση. Ο κανόνας αυτός, δεν αναιρείται από το ότι η μία απόφαση αφορά εκτέλεση ποινής φυλακίσεως και η άλλη εκτέλεση ποινής καθείρξεως. Αν αυτό γινόταν δεκτό, όταν είχε ολοκληρωθεί η έκτιση της καθείρξεως η φυλάκιση πιθανότατα θα είχε παραγραφεί. Κατά το άρθρο 565 ΚΠΔ, κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση σχετικά με την εκτελεστότητα της απόφασης κατά το είδος ή τη διάρκεια της ποινής λύεται από το Δικαστήριο των Πλημμελειοδικών του τόπου που εκτίεται η ποινή . Κατά της απόφασης αυτής επιτρέπεται να ασκηθεί αναίρεση από τον Εισαγγελέα και από τον καταδικασμένο.
II. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αντιλέγων Ε. Π. του Χ., κρατούμενος στο Κατάστημα Κράτησης των Φυλακών Χαλκίδας, με τις από 19-4-2012 αντιρρήσεις του, που απευθύνθηκαν προς εκδίκαση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, ζήτησε, να υπολογισθεί ο χρόνος αποτίσεως της συνολικής ποινής φυλακίσεως, 9 ετών, 5 μηνών και 10 ημερών, που του επιβλήθηκε με την υπ αρ. 384/18-4-2002 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου και μετατράπηκε με την υπ' αρ. 909/2009 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου προς 10 Ευρώ ημερησίως, η έκτιση της οποίας άρχισε την 19-5-2007, έως την 25-4 -2012, ημέρα συζητήσεως των αντιρρήσεων του, ως χρόνος έκτισης ποινής κάθειρξης 14 ετών, που του επιβλήθηκε με την υπ' αρ. 1175/2012 απόφαση του Π Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, μετά από έφεση που άσκησε κατά της υπ' αρ.3078/9-7-2007 αποφάσεως του Ε' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί σε ισόβια κάθειρξη, άλλως η έκτιση να υπολογισθεί από 9-7-2007 (χρόνος κατά τον οποίο καταδικάσθηκε για πρώτη φορά σε ποινή κάθειρξης με την 3078/2007 απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών) και να ακολουθήσει μετά η έκτιση της υπ' αρ. 1512/4-6-2010 αποφάσεως του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως 5 ετών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, με την υπ' αρ. 1908/2012 απόφαση του, δέχθηκε κατά πλειοψηφία τις αντιρρήσεις του, εν μέρει και αποφάνθηκε, ότι ο χρόνος έκτισης ποινής δυνάμει της υπ' αρ. 384/2002 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου, από 9-7-2007 (ημέρα καταδίκης του με την προαναφερθείσα 3078/9-7-2007 απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών) μέχρι την 1-12-2008, που διακόπηκε η έκτιση της ποινής της υπ' αρ. 384/2002 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου, για να εκτίσει αυτός, ανασταλέν υπόλοιπο ποινής φυλάκισης 3 ετών, 8 μηνών και 17 ημερών, που υπολείπετο από την υπ' αρ. 1052/ 1998 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με το άρθρο 108 Π Κ, να υπολογισθεί ως χρόνος έκτισης της ποινής καθείρξεως που επιβλήθηκε με την υπ' αρ. 3078/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία στη συνέχεια μειώθηκε, δυνάμει της υπ' αρ. 1175/2012 απόφαση του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε κάθειρξη 14 ετών. Ο χρόνος δε από τον οποίο συνελήφθη, ήτοι από 19-5-2007 έως 8-7-2007, να υπολογισθεί ως χρόνος εκτίσεως ποινής της υπ' αρ. 384/ 2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου. Κατά της αποφάσεως αυτής, άσκησε παραδεκτά και νομότυπα αίτηση αναίρεσης, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Χαλκίδας (άρθρ. 507, 509 παρ.1 565 ΚΠΔ) με μοναδικό λόγο την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ).
III. Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα εξής: Ο αντιλέγων-κατάδικος, κατά το χρόνο υποβολής των αντιρρήσεων εκρατείτο στο Κατάστημα Κράτησης των Φυλακών Χαλκίδας, δυνάμει των παρακάτω αποφάσεων: 1) της υπ' αρ. 384/ 18-4-2002, αμετάκλητης, απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου με την οποία του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης 9 ετών, 5 μηνών και 10 ημερών, μετατραπείσα προς 10 Ευρώ ημερησίως, με την υπ' αρ. 909/23-9-2009 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, για την οποία φυλακίσθηκε την 19-5-2007, σε εκτέλεση της υπ' αρ. 147452/Γ/22-5-2007 παραγγελίας του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, 2) της υπ' αρ. 1175/30-3-2012 αμετάκλητης απόφασης του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία του επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξης 14 ετών και φυλακίσθηκε την 9-4-2012, σε εκτέλεση της υπ' αρ. 20191/ΕΚΤ/02-04-2012 παραγγελίας του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά της υπ' αρ. 3078/9-7-2007απόφασης του Ε' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί σε ισόβια κάθειρξη και για την οποία είχε φυλακισθεί την 17-7-2007 σε εκτέλεση της υπ' αρ. 40673/10-7-2007 παραγγελίας του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και ως υπόδικος την 29-5-2007, με το υπ' αρ. 2493/ 31-7-2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, σε συνδυασμό με το υπ' αρ. 91/ 30-1-2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, σε εκτέλεση της υπ' αρ. ΒΦ 23/07/21-5-2007, παραγγελίας του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών 3)της υπ' αρ. 1512/4-6-2010, αμετάκλητης αποφάσεως του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως 5 ετών, και φυλακίσθηκε την 18-6-2010, σε εκτέλεση της υπ' αρ. 34980/ 9-6-2010, παραγγελίας του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά της υπ' αρ. 50/9-1-2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για την οποία είχε φυλακισθεί την 18-1-2008, σε εκτέλεση της υπ' αρ. 1656/14-1-2008 παραγγελίας του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και ως υπόδικος την 29-5-2007, με την υπ' αρ. 1606/20-5-2005 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, σε εκτέλεση της υπ' αρ. ΒΦ 1/ 2006/2007 παραγγελίας του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 4) της υπ' αρ. 21696/24-3-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως 18 ετών και 8 μηνών, με εκτιτέα ποινή τα 10 έτη, και φυλακίσθηκε την 24-6-2008 σε εκτέλεση της υπ' αρ. 147452/Γ/17-6-2008 παραγγελίας του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, 5) της υπ' αρ. 48017/ 28-5-2010 αποφάσεως του Ι' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως 1 έτος και 100 μήνες και φυλακίσθηκε την 1-9-2010 σε εκτέλεση της υπ' αρ. 147452/Γ/ΒΚ 3036/1-9-2010 παραγγελίας του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, 6) της υπ' αρ. 94519/27-12-1999 αποφάσεως του Β' αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως 8 ετών, και 9 μηνών και φυλακίσθηκε την12-6-2008 σε εκτέλεση της υπ' αρ. 147452/ Γ/4-6-2008, παραγγελίας του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, 7) της υπ' αρ. 2163/15-11-2005, αμετάκλητης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως 44 μηνών και φυλακίσθηκε την 27-5-2007 σε εκτέλεση της υπ' αρ. 29353/ 21-5-2007 παραγγελίας του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 8) της υπ' αρ. 71085/29-6-2009 αμετακλήτου αποφάσεως του Ζ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 2 ετών και φυλακίσθηκε, δυνάμει της υπ' αρ. 147452/ Γ/23-3-2011, παραγγελίας του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, 9) της υπ' αρ. 10569/13-2-2006 αμετακλήτου αποφάσεως του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 18 μηνών και φυλακίσθηκε την 27-4-2010 σε εκτέλεση της υπ' αρ. 147452Γ/13-4-2010 παραγγελίας του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, 10) της υπ' αρ. 10/21-1-2004 αμετακλήτου αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου, με την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 16 μηνών και φυλακίσθηκε την 29-5-2007 σε εκτέλεση της υπ' αρ. 147452/ Γ7 22-5-2007 παραγγελίας του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και 11) της υπ' αρ. ΑΤ3403/18-5-2011 αμετακλήτου αποφάσεως του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά με την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών και φυλακίσθηκε την 12-3-2012 σε εκτέλεση της υπ' αρ. 66169/ 2012 παραγγελίας του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά. Αυτός όταν συνελήφθη την 19-5-2007, άρχισε να εκτίει την ποινή φυλακίσεως, που του είχε επιβληθεί με την υπ' αρ. 384/18-4-2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου, σε εκτέλεση της υπ' αρ. 147452/22-5-2007 παραγγελίας του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σύρου. Η έκτιση αυτής διακόπηκε την 1-12-2008, προκειμένου, να εκτίσει ανασταλέν υπόλοιπο ποινής 3 ετών, 8 μηνών και 17 ημερών σε εκτέλεση της 39369/1-12-2008 παραγγελίας του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, που είχε επιβληθεί με την υπ 'αρ. 1052/1998 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 108 ΠΚ, διότι εντός του χρόνου της δοκιμασίας είχε υποπέσει σε νέο εκ δόλου αδίκημα και καταδικάσθηκε αμετάκλητα. Για τον λόγο αυτό, αποφυλακίσθηκε τυπικά την 30-3-2011, λόγω του ότι έγινε και ευεργετικός υπολογισμός ημερομισθίων, οπότε από 30-11-2011, άρχισε ξανά να εκτίει το υπόλοιπο της ποινής που του είχε επιβληθεί με την υπ' αρ. 384/ 2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου.
ΙV. Με βάση τα δεδομένα αυτά, η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε εν μέρει τις αντιρρήσεις του αντιλέγοντος και έκρινε ότι ο χρόνος κρατήσεως του, από 9-7-2007 έως 1-12-2008, πρέπει να υπολογισθεί ως έκτιση ποινής καθείρξεως που του επιβλήθηκε δυνάμει της υπ' αρ. 1175/2012 αμετακλήτου αποφάσεως του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και ο χρόνος από 19-5-2007 έως 8-7-2007 να υπολογισθεί ως έκτιση ποινής φυλακίσεως που του επιβλήθηκε με την αμετάκλητη υπ' αρ. 384/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή ποινικής ουσιαστικής του άρθρου 565ΚΠΔ: α) διότι παραβίασε τον κανόνα της διαδοχικής έκτισης των ποινών, αφού ένα τμήμα της στερητικής της ελευθερίας ποινής (φυλάκισης) το καταλόγισε στην υπ' αρ. 384/2002 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου την οποία διέκοψε την 8-7-2007, χωρίς νόμιμη αιτία και άλλο τμήμα από 9-7-2007 έως 1-12-2008, το καταλόγισε στην υπ' αρ. 3078/2007απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, β) διότι προηγείτο κατά την εκτέλεση των ποινών, η υπ' αρ. 384/2002 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου, αφού ο χρόνος που εκδόθηκε η υπ' αρ. 147452/Γ παραγγελία από τον αρμόδιο Εισαγγελέα για την εκτέλεση της, ήταν η 22/5/2007, και ο χρόνος εκδόσεως της αποφάσεως ήταν η 18/4/2002, δηλαδή ήταν παλαιότερη απόφαση, σε σχέση με την 3078/2007 απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών που κατέστη αμετάκλητη με την υπ' αρ. 1175/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, για την οποία εκδόθηκε η υπ' αρ. 40673 παραγγελία για εκτέλεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, την 10-7-2007 και είχε εκδοθεί σε προγενέστερο χρόνο (9-7-2007). Επομένως ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε', λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να απορριφθεί η αίτηση αντιρρήσεων του αντιλέγοντος-κρατουμένου, χωρίς να παρίσταται ανάγκη παραπομπής, σύμφωνα με το άρθρο 519 ΚΠΔ, της υπόθεσης για νέα εκδίκαση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 1908/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας.
Απορρίπτει την από 25-4-2012 αίτηση (αντιρρήσεις) του Ε. Π. του Χ., κατοίκου ..., ήδη κρατούμενου του Καταστήματος Κράτησης της Φυλακής Χαλκίδας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εκτέλεση ποινής. Η απότιση των ποινών που συναντώνται κατά την εκτέλεση, εφ' όσον δεν έγινε συγχώνευση, εκτίονται διαδοχικά και όχι δια συνεκτίσεως. Αντιρρήσεις σχετικά με την εκτέλεση. Αρμόδιο Δικαστήριο το Τριμελές Πλημμελειοδικείο του τόπου εκτίσεως της ποινής. Η σειρά εκτέλεσης των αποφάσεων καθορίζεται από τον Εισαγγελέα που δίδει την παραγγελία. Πρώτα εκτελείται η ποινή που αφορά την χρονικά πρώτη παραγγελία και ακολουθούν οι επόμενες χρονικά παραγγελίες Αν δοθεί παραγγελία να εκτελεσθούν πολλές αποφάσεις, τότε εκτελείται πρώτη η παλαιότερη απόφαση και μετά ακολουθούν οι υπόλοιπες, με την σειρά του χρόνου έκδοσης τους. Αυτό γίνεται ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος παραγραφής της ποινής παλαιότερης απόφασης από την πρόκριση νεότερης.0 κανόνας αυτός δεν αναιρείται από το ότι η μία απόφαση αφορά εκτέλεση ποινής φυλάκισης και η άλλη έκτιση ποινής κάθειρξης. Δεκτή η αναίρεση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας για το λόγο της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Αναιρεί απόφαση. Δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής στο ίδιο Δικαστήριο για νέα εκδίκαση. Απορρίπτει αίτηση αντιρρήσεων.
|
Ποινής αθροιστική έκτιση
|
Ποινής αθροιστική έκτιση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 386/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους 1. Ε. Π. και 2. Μ. Π., Προέδρους Πρωτοδικών Αθηνών. Και εγκαλούντα: Κ. Σ. του Ι.. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 2.11.2012, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1215/12.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου-Βασιλοπούλου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 18 και ημερομηνία 31.1.13, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας κατά τα άρθρα 136 στοιχ. ε 137 παρ. 1 περ. γ Κ.Π.Δ, την υπ' αριθμ. πρωτ. 162330/2-11-2012 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία υποβάλλει αίτημα καθορισμού αρμοδίου δικαστηρίου, προκειμένου αυτό να επιληφθεί της Α.Β.Μ. Ε11/11456(ΕΓ30-12/115) ποινικής δικογραφίας που εκκρεμεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και σχηματίσθηκε με αφορμή την από 10-9-09 μήνυση της Κ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., καθ' ο μέρος αυτή στρέφεται κατά των Προέδρων Πρωτοδικών Αθηνών (1) Ε. Π. και (2) Μ. Π., και εκθέτω τα εξής:
Σύμφωνα με το άρθρο 136 στοιχ. ε Κ.Π.Δ όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 έως125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή από το αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα αυτά δικαστήριο σε άλλο ομοιόβαθμο και ομοειδές. Η παραπομπή αυτή της υποθέσεως νοείται όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της εγέρσεως της ποινικής αγωγής και του της διενεργείας της προκαταρκτικής εξετάσεως, αφού και στα στάδια αυτά συντρέχει ο αυτός δικαιολογητικός λόγος, δηλαδή της εξασφαλίσεως απολύτου ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και του αποκλεισμού κάθε υπόνοιας μεροληψίας εξ' αιτίας της συνυπηρετήσεως. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 137§ 1 Κ.Π.Δ στην ανωτέρω περίπτωση την παραπομπή μπορεί να την ζητήσει ο Εισαγγελέας ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, την αποφασίζει δε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, αν πρόκειται για παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο στις περιπτώσεις των στοιχείων α και β του άρθρου 136, το Συμβούλιο Εφετών αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο (άρθρο 137 παρ. 1 εδάφιο β), ο Άρειος δε Πάγος, σε κάθε άλλη περίπτωση (άρθρο 137 παρ. 1 εδάφιο γ).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την από 10-9-2009 μήνυση του την οποία υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτ/κών Κορίνθου ο Κ. Σ. του Ι., κάτοικος ..., μεταξύ των άλλων καταμήνυσε και τις Προέδρους Πρωτοδικών Αθηνών (1) Ε. Π.,και (2) Μ. Π., για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτήν. Η μήνυση αυτή έλαβε Α.Β.Μ. Ε11/11456 (ΕΓ 30-12/115) και σχηματίσθηκε η ταυτάριθμη ποινική δικογραφία. Ήδη με την υπ' αριθμ. πρωτ. 162330/2-11-12 αναφορά του ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών ζητεί τον καθορισμό αρμόδιου δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 στοιχ. ε και 137 Κ.Π.Δ μόνο ως προς τις ως άνω Δικαστικούς λειτουργούς, λόγω του ότι αυτές υπηρετούν στο κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο, επισυνάπτοντας άμα και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση περί του ότι οι παραπάνω υπηρετούν στο Πρωτοδικείο Αθηνών (βλ. το αρ. 94325/30-10-12 έγγραφο του Υπουργείου. Δικαιοσύνης - Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων). Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν μπορεί να αποφασίσει για την ζητούμενη παραπομπή, γιατί μετά τη ίδρυση του Εφετείου Ευβοίας (ΠΔ 30/11) και, την υπαγωγή σ' αυτό των Πρωτοδικείων Χαλκίδας και Θηβών, στην αρμοδιότητα του Εφετείου Αθηνών δεν υπάγεται πλέον άλλο Πρωτοδικείο εκτός εκείνου των Αθηνών. Αρμοδίως μετά ταύτα εισάγεται η προκειμένη αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών για να ορισθεί κατά το άρθρο 137 παρ.1 γ Κ.Π.Δ αρμόδιο κατά παραπομπή δικαστήριο, προκειμένου να επιληφθεί της εκκρεμούσης στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών ως άνω μηνύσεως (Α.Π 1739/1994, Α.Π 1740/1994 Α.Π 2080/2002).
Συνεπώς η αίτηση αυτή πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να παραπεμφθεί η υπόθεση από της Δικαστικές και Εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιά.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να παραπεμφθεί η Α.Β.Μ. Ε11/11456(ΕΓ30-12/115) μήνυση του Κ. Σ. του Ι. κατοίκου ..., κατά των (1) Ε. Π. και (2) Μ. Π., Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, από τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών στις Δικαστικές και Εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιά. Αθήνα 20/1/13 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης".
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 136 περ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το κατά τα άρθρα αυτά αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Σκοπός της διατάξεως είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο. Η παραπομπή αυτή σε άλλο δικαστήριο γίνεται όχι μόνο στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και σε αυτό της προδικασίας που περιλαμβάνει τόσο την προκαταρκτική εξέταση όσο και την άσκηση της ποινικής διώξεως.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 137 του ιδίου Κώδικα, την παραπομπή στην πιο πάνω περίπτωση, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε γι αυτή το Συμβούλιο Εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή Δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και σε κάθε περίπτωση ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο Κ. Σ. του Ι., κάτοικος ..., με την από 10-9-2009 μηνυτήρια αναφορά του, καταγγέλλει τους παρακάτω Δικαστικούς Λειτουργούς α] Ε. Π., β] Μ. Π. για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Επειδή οι εγκαλούμενες υπηρετούν, ως προκύπτει, από το υπ' αρ. πρωτ. 94325/30-10-2012 έγγραφο, της Προϊσταμένης του Τμήματος Λειτουργίας Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών του Υπουργείου Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων δικαιωμάτων Β. Αρβανιτοπούλου, με το βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών στο Πρωτοδικείο Αθηνών, η δε σχετική υπόθεση υπάγεται κατά το στάδιο αυτό κατά τόπο στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών [ αρθρ. 111 παρ.7,119 παρ. 1 και 122 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.], η Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών Κωνσταντίνα Κοντογιάννη, απευθυνόμενη προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με το υπ' αρ. πρωτ. 2039/2012 έγγραφο της, ζήτησε τον καθορισμό της αρμοδιότητος άλλου δικαστηρίου ισόβαθμου και ομοειδούς. Με τα δεδομένα αυτά, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή, (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. β' περ. γ' του ΚΠΔ), ώστε οι περιεχόμενες στην προαναφερθείσα μηνυτήρια αναφορά του Κ. Σ. του Ι., καταγγελίες σε βάρος των ανωτέρω Δικαστικών λειτουργών να παραπεμφθούν στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, προκειμένου να επιληφθεί αυτών, και να κρίνει στα πλαίσια της αρμοδιότητας του, καθώς και στις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ορίζει ως κατά παραπομπή αρμόδιες να αποφανθούν επί της, από 10-9-2010 Α.Β.Μ. Ε2011/11456 μηνυτήριας αναφοράς του Κ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., κατά των Ε. Π. και Μ. Π., Προέδρων Πρωτοδικών Αθηνών, τις Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς και εφ όσον συντρέξει νόμιμη περίπτωση τις δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς όσο και τις αντίστοιχες της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Συντρέχει βάσιμος λόγος καθορισμού αρμοδιότητας άλλων Εισαγγελικών και Δικαστικών αρχών κατόπιν υποβολής εγκλήσεως σε βάρος Δικαστικών λειτουργών του Πρωτοδικείου Αθηνών, ακόμη και στο στάδιο της προδικασίας (προκαταρκτικής εξετάσεως). Καθορίζει ως αρμόδιο τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και λοιπές δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 369/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους 1. Α. Ε. και 2. Γ. Κ.. Και εγκαλούντα: Ι. Α.Κ..
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 25 Σεπτεμβρίου 2012 και αριθμό 177363, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1080/12.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 9/21.1.13, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας κατά τα άρθρα 136 περ. ε 137 παρ. 1 περ. γ Κ.Π.Δ, την υπ' αριθμ. πρωτ. 177363/25-9-2012 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία υποβάλλει αίτημα ορισμού αρμοδίου δικαστηρίου, προκειμένου αυτό να επιληφθεί της με αριθμό βιβλίου μηνύσεων Γ 2012/3582 ποινικής δικογραφίας, της παραπομπής δηλαδή της υποθέσεως αυτής από τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο, και εκθέτω τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 13 στοιχ. β Κ.Π.Δ όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 έως 125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή από το αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα αυτά δικαστήριο σε άλλο ομοιόβαθμο και ομοειδές. Η παραπομπή αυτή της υποθέσεως νοείται όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της εγέρσεως της ποινικής αγωγής και του της διενεργείας της προκαταρκτικής εξετάσεως, αφού και στα στάδια αυτά συντρέχει ο αυτός δικαιολογητικός λόγος, δηλαδή της εξασφαλίσεως απολύτου ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και του αποκλεισμού κάθε υπόνοιας μεροληψίας εξ' αιτίας της συνυπηρετήσεως. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 137§1 Κ.Π.Δ στην ανωτέρω περίπτωση την παραπομπή μπορεί να την ζητήσει ο Εισαγγελέας ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, την αποφασίζει δε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, αν πρόκειται για παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο στις περιπτώσεις των στοιχείων α και β του άρθρου 136, το Συμβούλιο Εφετών αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο (άρθρο 137 παρ. 1 εδάφιο β), ο Άρειος δε Πάγος, σε κάθε άλλη περίπτωση (άρθρο 137 παρ. 1 εδάφιο γ), συνεπώς και στην περίπτωση της παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα ή από ένα Πρωτοδικείο σε άλλο, εφ' όσον στην περιφέρεια του Εφετείου που είναι αρμόδιο να επιληφθεί του κανονισμού αρμοδιότητας Εφετείου, δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο (Α.Π 2080/2002, Α.Π 1417/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Την 23-4-2012 ο Ι. Κ. του Α., δικηγόρος Αθηνών, υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την επέχουσα θέση μηνύσεως αίτηση εξαίρεσης - μηνυτήρια αναφορά, με την οποία και για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτήν, καταμήνυσε τον Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Γ. Κ. και τον Αρχιφύλακα της ΕΛ.ΑΣ Α. Έ.. Προκειμένου να ενεργηθούν επί της ως άνω αναφοράς τα κατά το άρθρο 43 του Κ.Π.Δ οριζόμενα, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών με την υπ' αριθμ. πρωτ. 177363/2012 αναφορά του προς εμάς, ζήτησε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 εδάφιο ε και 137 Κ.Π.Δ, τον κανονισμό του αρμοδίου να επιληφθεί της υποθέσεως δικαστηρίου, επειδή ο εκ των μηνυομένων Γ. Κ. υπηρετεί στο κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο, επισυνάπτοντας ταυτόχρονα και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση περί τούτου. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν μπορεί να αποφασίσει για την ζητούμενη παραπομπή, γιατί στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, μετά την ίδρυση του Εφετείου Ευβοίας, δεν υπάγεται πλέον άλλο Πρωτοδικείο, εκτός εκείνου των Αθηνών. Αρμοδίως, κατά ταύτα, εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου σας (Σε Συμβούλιο) η προκειμένη αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών για να ορισθεί κατά το άρθρο 137 παρ. 1 γ Κ.Π.Δ αρμόδιο κατά παραπομπή δικαστήριο, προκειμένου αυτό να επιληφθεί της εκκρεμούσης στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών με αριθμό βιβλίου μηνύσεων Γ 2012/3582 ποινικής δικογραφίας. Η ιδία αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να παραπεμφθεί η υπόθεση από τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς ως προς τον μηνυόμενο Γ. Κ., λόγω δε συνάφειας και ως προς τον μηνυόμενο Α. Έ..
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να παραπεμφθεί η με αριθμό βιβλίου μηνύσεων Γ 2012/3582 ποινική δικογραφία που εκκρεμεί στη Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, από τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς. Αθήνα 18 Ιανουαρίου 2013. Ο Αντεισαγγελεας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 στοιχ ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ, δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή του σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν ακόμη δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ.1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, την αποφασίζει δε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, αν πρόκειται περί παραπομπής από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο στις περιπτώσεις των στοιχείων α και β του άρθρου 136 το Συμβούλιο Εφετών αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή Δικαστήριο Ανηλίκων σε άλλο όμοιο (άρθρο 137 παρ. 1 εδ.γ, ο Άρειος Πάγος, σε κάθε άλλη περίπτωση (άρθρο 137 παρ.1 εδ. γ) συνεπώς και στην περίπτωση της παραπομπής από τον αρμόδιο εισαγγελέα Πρωτοδικών σε άλλο ισόβαθμο εισαγγελέα ή από ένα Πρωτοδικείο σε άλλο εφόσον στην περιφέρεια του Εφετείου που είναι αρμόδιο να επιληφθεί του κανονισμού αρμοδιότητας Εφετείου, δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο δικηγόρος Αθηνών Ι. Κ. στις 23-4-2012 υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την επέχουσα θέση μηνύσεως αίτηση -μηνυτήρια αναφορά με την οποία και για τους επικαλούμενους με αυτήν λόγους καταμήνυσε τον Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Γ. Κ. και τον Αρχιφύλακα της ΕΛ.ΑΣ Α. Έ.. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών με την υπ' αριθμ. Πρωτ. 177363/2012 αναφορά του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζήτησε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 εδ. ε και 137 Κ.Π.Δ τον Κανονισμό του αρμόδιου να επιληφθεί της υποθέσεως Δικαστηρίου επειδή ο εκ των μηνυομένων Γ. Κ. υπηρετεί στο κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο επισυνάπτοντας ταυτόχρονα και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση περί τούτου. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν μπορεί να αποφασίσει για τη ζητούμενη παραπομπή γιατί στην Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών μετά την ίδρυση του Εφετείου Ευβοίας, δεν υπάγεται πλέον άλλο Πρωτοδικείο εκτός εκείνου των Αθηνών. Μετά απ' αυτά σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις πρέπει να λάβει χώρα κανονισμός αρμοδιότητας ώστε η με αριθμό βιβλίου μηνύσεων Γ 2012/3582 ποινικής δικογραφίας η οποία αφορά και τον Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών να παραπεμφθεί από τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς και αντίστοιχα στις αρχές του Εφετείου Πειραιώς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή της υπ' αριθμ. βιβλίου μηνύσεων Γ 2012/3582 ποινικής δικογραφίας, που εκκρεμεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, από τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών ,στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς και στις αντίστοιχες του Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 368/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Η. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Πάρσαλη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 8041/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1380/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις" τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18) και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα το άρθρο 19 παρ.1 του πιο πάνω νόμου (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 40 παρ.1 του ν. 3220/2004), ορίζει ότι. "1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. ... 2. Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου. 3. Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού, είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. 4. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος της φοροδιαφυγής, απαιτείται: α) αντικειμενικά, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Εικονικό δε είναι και το φορολογικό στοιχείο, εκτός άλλων, όταν εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη, στο σύνολό της ή και για μέρος αυτής. Επίσης ρητά αναφέρεται ότι τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής ανώτερη της πραγματικής, θεωρούνται ομοίως ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας. β) υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και την αποδοχή αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά ολικά ή εν μέρει φορολογικά στοιχεία.
Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικής του πεποιθήσεως και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογήν. Εξάλλου, πάγια η νομολογία και η επιστήμη δέχονται ότι η αιτιολογία δεν δύναται να είναι "επιλεκτική", να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σ' αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί να κρίνεται μια τέτοια αιτιολογία ως εμπεριστατωμένη. Έτσι, για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της αποφάσεως, δεν αρκεί η τυπική ρηματική αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αλλά πρέπει να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά από αυτά κατ' επιλογή. Η δε υποχρέωση για συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, για την πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών ετών, μετατραπείσα προς 10 ευρώ την ημέρα, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 8041/2012 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, που τη στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή αντιγραφή, πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος - Πρόεδρος του ΔΣ και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΙ ΦΩΤΟ ΑΕ", προέβη κατ' εξακολούθηση κατά το χρονικό διάστημα από 6.3.2001 έως 4.10.2002 στη λήψη και καταχώρηση στα φορολογικά βιβλία εικονικά, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 19§4 του Ν. 2523/1997, φορολογικά στοιχεία (τιμολόγια - δελτία αποστολής) 50 κατά τη χρήση του 2001 και 40 κατά τη χρήση 2002 και συνολικά ενενήντα (90) έκδοσης της επιχείρησης με την επωνυμία "Τεχνοδιάσταση Μον. ΕΠΕ" τα οποία αναλύονται ειδικότερα στο αποδεικτικό ως προς τον αριθμό και ημερομηνία έκδοσης, την καθαρή αξία και τον αναλογούντα Φ.Π.Α. ως προς την ταυτότητα του εκδότη και λήπτη, τα οποία ήταν εικονικά υπό την έννοια ότι αφορούσαν ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές μεταξύ της εκδότριας εταιρείας "Τεχνοδιάσταση Μον. ΕΠΕ" και της αποδέκτριας εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΙ ΦΩΤΟ ΑΕ" καθόσον τα αναγραφόμενα στα κάτωθι περιγραφόμενα φορολογικά στοιχεία αγαθά και υπηρεσίες συνολικής καθαρής αξίας 975.414,36 ευρώ πλέον ΦΠΑ 175.574,48 ευρώ, η εκδότρια δεν ήταν δυνατόν να τα προμηθεύσει στην αποδέκτρια εταιρεία, αφού όπως αποδείχθηκε από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και μνημονεύονται στην παρούσα απόφαση, από την έκθεση ελέγχου που συνέταξαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι του ΣΔΟΕ που διενήργησαν τον έλεγχο, η οποία θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο του ΣΔΟΕ Αττικής στις 18.3.2005 και ελέγχθηκε από τον Προϊστάμενο του Τμήματος Δράσης στις 16.3.2005 η εκδότρια εταιρεία ουδεμία εμπορική δραστηριότητα ήταν σε θέση να αναπτύξει, αφού δεν είχε προσωπικό και δεν διέθετε εγκαταστάσεις για την άσκηση δραστηριότητάς της η οποία λάμβανε χώρα την ίδια χρονική στιγμή σε διαφορετικούς τόπους και αφορούσε παροχή υπηρεσιών και πώληση αγαθών ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ουδέποτε ο εκπρόσωπός της (εκδότριας) υπέβαλε τις κατά νόμο δηλώσεις εισοδήματος ΦΠΑ κλπ. καίτοι ο όγκος των συναλλαγών της ξεπερνούσε τον αντίστοιχο πολυεθνικών εταιρειών με πλήθος εργαζομένων δεν διατηρούσε κατάλληλους αποθηκευτικούς χώρους για τη διακίνηση των αγαθών που φέρεται ότι πούλησε παρά μόνο ένα γραφείο μόλις 40 τμ και επί των φορολογικών στοιχείων που εκδόθηκαν δεν αναφέρεται το μεταφορικό μέσο που χρησιμοποιήθηκε καίτοι υφίσταται τη σχετική υποχρέωση από τη φορολογική νομοθεσία. Εξ όλων των ανωτέρω τα οποία δεν αναιρούνται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "ΕΛΙ ΦΩΤΟ ΑΕ", με περισσότερες πράξεις που ασκούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος προέβη όπως προέκυψε και από την με ημερομηνία θεώρησης 18.3.2005 έκθεση ελέγχου ΚΒΣ των αρμοδίων υπαλλήλων του ΣΔΟΕ στην τέλεση του αδικήματος φοροδιαφυγής για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την ως άνω πράξη, όπως αυτή ειδικότερα περιγράφεται στο διατακτικό της παρούσας".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το δικάσαν σε δεύτερο βαθμό Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 8041/2012 απόφασή του, την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ 1, 98 ΠΚ και 19 παρ. 1, 4 και 21 παρ. 2,10 ν. 2523/1997, όπως αντικ. με το ν. 2753/1999 και όπως τροπ. το αρ.21 με το αρ. 2 παρ.8 του ν. 2954/2001 και το αρ. 19 παρ.1β, τροπ. με το άρ.40 παρ.1 του ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος: α) αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, β) από το παραπάνω αιτιολογικό προκύπτει, ότι το δικαστήριο συνεκτίμησε όλα τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα συμπεριλαμβανομένων και αυτών που προσκόμισε ο κατηγορούμενος, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου αποδεικτικού στοιχείου, γ) ως προς το δόλο του κατηγορουμένου αιτιολογείται επαρκώς και εμπεριστατωμένα η κρίση του δικαστηρίου, ότι πρόκειται για εικονικότητα ως προς τη συναλλαγή όλων των 90 τιμολογίων που αποδέχθηκε ο κατηγορούμενος και καταχώρησε στα βιβλία της ΑΕ που εκπροσωπούσε νόμιμα, δεχθέν, όπως προκύπτει σαφώς από το σύνολο των άνω παραδοχών, ότι αυτός τελούσε σε γνώση της άνω εικονικότητας ως προς το πρόσωπο του εκδότη και ως προς το ύψος της συναλλαγής, πολύ δυσανάλογης προς τις δυνατότητες της εταιρείας, δ) η απόφαση δέχεται ότι τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία που αποδέχθηκε ο κατηγορούμενος ήταν εικονικά, αναλύοντας επαρκώς γιατί αυτά ήταν εικονικά. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' του ΚΠΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 31, 105 και 223 παρ.4 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της κατάθεσής του που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή χωρίς όρκο κατάθεσης που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 ΚΠΔ, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περιπτ. δ', η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 ΚΠΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής. Παραβίαση όμως της πιο πάνω αρχής της μη αυτοενοχοποιήσεως του κατηγορουμένου επέρχεται μόνο με την κατά τον προαναφερόμενο τρόπο αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του δικαστηρίου των πιο πάνω μαρτυρικών αυτού καταθέσεων, και όχι με την αξιοποίηση όσων ο ίδιος, εξεταζόμενος κατά την προδικασία, αποκάλυψε εκουσίως, σε τρίτους, οι οποίοι και δεν κωλύονται να καταθέσουν, εξεταζόμενοι ως μάρτυρες, ό,τι γνωρίζουν σχετικώς. Παραβίαση της πιο πάνω αρχής δύναται να επέλθει και όταν εξετάζονται ως μάρτυρες πρόσωπα, τα οποία μεταφέρουν στο δικαστήριο το περιεχόμενο της προανακριτικής καταθέσεως του κατηγορουμένου, όχι όμως και όταν τα πρόσωπα αυτά απλώς έλαβαν γνώση της εν λόγω καταθέσεως και καταθέτουν περιστατικά, τα οποία δεν έχουν την κατάθεση αυτήν ως αποκλειστική πηγή γνώσεως (ΑΠ 268/2011). Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία συνίσταται στο ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε, αξιοποίησε παράνομα σε βάρος του κατηγορουμένου την από 4-12-2002 ένορκη κατάθεσή του, που έδωσε στα πλαίσια της διενεργούμενης από την υπηρεσία του ΣΔΟΕ προκαταρκτικής εξετάσεως, πριν αυτός αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου και η οποία περιέχεται αυτούσια στην με αρ. ΥΣΕ 2387/11-3-2005 Έκθεση Ελέγχου του ΣΔΟΕ, που ζήτησε από το δικαστήριο να μην αναγνωσθεί, αλλ' όμως παράνομα αναγνώσθηκε. Επίσης παράνομα, παρά τη δηλωθείσα στο ακροατήριο έγγραφη αντίρρησή του, έγινε καταστρατήγηση της παραπάνω απαγόρευσης αξιοποιήσεως σε βάρος του κατηγορουμένου, με αναφορά των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας υπαλλήλων του ΣΔΟΕ στο περιεχόμενο της ανωτέρω ένορκης κατάθεσης αυτού και δη επιβαρυντικών για τον ίδιο στοιχείων, που συνεκτιμήθηκαν για την ενοχή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη 8041/2012 απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει, α) ότι στο ακροατήριο δεν αναγνώσθηκε η με αρ. ΥΣΕ 2387/11-3-2005 Έκθεση Ελέγχου του ΣΔΟΕ, ούτε αναφέρεται ως αποδεικτικό στοιχείο στο προπαρατεθέν αιτιολογικό της αποφάσεως και β) ο μοναδικός εξετασθείς στο ακροατήριο του Εφετείου, ως μάρτυρας κατηγορίας, Γ.Μ., υπάλληλος του ΣΔΟΕ, κατέθεσε ότι "... από τα στοιχεία της κατάσχεσης της εταιρείας του Κ. που πήραμε είδαμε ότι τα τιμολόγια ήταν εικονικά, είχε γεμίσει την αγορά με εικονικά τιμολόγια, ήταν τεράστιος ο όγκος συναλλαγών, ήταν η αξία δισεκατομμύρια σε δρχ. το 2001, ο όγκος των συναλλαγών ήταν τόσο μεγάλος όπως μιας πολυεθνικής" και πλην άλλων, και ότι "όταν καλέσαμε τον Κ. στο ΣΔΟΕ, μας είπε ότι το 1989 ήταν σε δεινή οικονομική θέση, χρωστούσε 200.000.000 δρχ και τον πλησίασαν από το κύκλωμα". Από τα παραπάνω, δεν προκύπτει αποδεικτική αξιοποίηση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της με αρ. ΥΣΕ 2387/11-3-2005 Έκθεση Ελέγχου του ΣΔΟΕ, ούτε της από 4-12-2002 ένορκης κατάθεσης του κατηγορουμένου, που είχε δώσει στα πλαίσια της διενεργούμενης από την υπηρεσία του ΣΔΟΕ προκαταρκτικής εξετάσεως, πριν αυτός αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, ούτε ότι ο εν λόγω μάρτυρας υπάλληλος του ΣΔΟΕ, για τα όσα παραπάνω επιβαρυντικά κατάθεσε σε βάρος του κατηγορουμένου, είχε ως αποκλειστική πηγή γνώσεως την ανωτέρω ένορκη κατάθεση του κατηγορουμένου, αλλά άλλα έγγραφα στοιχεία που κατέσχεσε το ΣΔΟΕ στην εταιρεία που εκπροσωπούσε ο κατηγορούμενος, η δε αναφορά του στην παραπάνω έμμεση ομολογία του κατηγορουμένου, δεν έχει ως πηγή γνώσεως την ανωτέρω από 4-12-2002 ένορκη κατάθεση του κατηγορουμένου, αλλά σε όσα αυτός προφορικά τους εξιστόρησε στο ΣΔΟΕ. Επομένως, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, αφού δεν αξιοποιήθηκε από το δικαστήριο η από 4-12-2002 ένορκη κατάθεση του κατηγορουμένου, που έδωσε στα πλαίσια της διενεργούμενης από την υπηρεσία του ΣΔΟΕ προκαταρκτικής εξετάσεως, πριν αυτός αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου και ο συναφής πρώτος λόγος αναιρέσεως (α' σκέλος) που προβάλλεται από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Συναφώς και ο λόγος αναιρέσεως (β' σκέλος πρώτου λόγου), ότι αναιτιολόγητα απορρίφθηκε, με παρεμπίπτουσα απόφαση, η προβληθείσα ένσταση του κατηγορουμένου να μην αξιοποιηθεί σε βάρος του η από 4-12-2002 ένορκη κατάθεσή του, που έδωσε στα πλαίσια της διενεργούμενης από την υπηρεσία του ΣΔΟΕ προκαταρκτικής εξετάσεως, πριν αυτός αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου και η οποία περιέχεται αυτούσια στην με αρ. ΥΣΕ 2387/11-3-2005 Έκθεση Ελέγχου του ΣΔΟΕ, που ζήτησε από το δικαστήριο να μην αναγνωσθεί, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα παραπάνω αναφερθέντα, δεν έγινε αποδεικτική αξιοποίηση από το δικαστήριο σε βάρος του κατηγορουμένου της εν λόγω από 4-12-2002 ένορκης κατάθεσης αυτού κατά την προκαταρκτική εξέτασή του στο ΣΔΟΕ, αλλά στηρίχθηκε σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, που αναφέρονται στο προπαρατεθέν αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ν. 2523/1997, ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση, και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου, έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν. 2523/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά, και δεν έχει προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσας προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 του ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. α ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσας προσφυγής κτλ., και κατά τούτο εναρμονίζεται με την τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ. 2 εδ. α δικονομική προϋπόθεση της άσκησης της ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19, για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση της ποινικής διώξεως, ο νόμος με ηθελημένο κενό άφησε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επ' αυτού, αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.", στην παράγραφο 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή μεταγενέστερη ρύθμιση, που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της, την 2 Νοεμβρίου 2001(ΑΠ 285/2012, 81/2011). Εξάλλου, η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του ΠΚ του ίδιου κώδικα, πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν άλλως ορίζεται (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, όχι πάνω από τρία χρόνια για τα πλημμελήματα, που αρχίζει με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.
Στην προκειμένη περίπτωση επομένως, για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής από τον κατηγορούμενο εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση, με χρόνο τελέσεως από 6-3-2001 έως 4-10-2001, χρονική αφετηρία της παραγραφής είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρησης του συγκεκριμένου πορίσματος φορολογικού ελέγχου, ήτοι κατά τις παραδοχές, της αποφάσεως είναι η 18-3-2005, κατά την οποία, δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο, ότι έλαβε χώρα θεώρηση της έκθεσης Ελέγχου από τον αρμόδιο προϊστάμενο του ΣΔΟΕ Αττικής και αφού από τον αναιρεσείοντα δε γίνεται επίκληση πενταετούς παραγραφής, με μη αναστολή της παραγραφής με την έναρξη της κύριας διαδικασίας, και αφού μέχρι την 10-10-2012, που εκδικάστηκε η υπόθεση στο Εφετείο, δεν παρήλθε η οκταετής παραγραφή (5+3 έτη) του εν λόγω εγκλήματος της φοροδιαφυγής, έπεται ότι δεν έχει επέλθει παραγραφή της αξιόποινης αυτής πλημμεληματικής πράξεως, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων.
Συνεπώς, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΠΚ περί παραγραφής (άρθρα 111,112,113) και του άρθρου 2 παρ.1 του ΠΚ και του άρθρου 21 παρ. 10 β του ν. 2523/1997, 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 και 3 παρ.2 ιγ' του ν. 3943/2011, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και με το να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως και να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο για την ως άνω πράξη που κατηγορείτο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ συναφής τρίτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-12-2012 αίτηση του Η. Κ. του Δ., περί αναιρέσεως της 8041/10-10-2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποδοχή Εικονικών Φορολογικών Στοιχείων κατ' εξακολούθηση (άρθρα 19 παρ. 1 εδ.α, β περ. α, 2, 4, 21 ν. 2523/1997, 1882/1990, όπως τροπ. με 40 παρ. 1 ν. 3220/2004). 1. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. 2. Παραβίαση της αρχής της μη αυτοενοχοποιήσεως του κατηγορουμένου επέρχεται μόνο με την αξιοποίηση αποδεικτικούς εκ μέρους του δικαστηρίου των μαρτυρικών αυτού καταθέσεων, και όχι με την αξιοποίηση όσων ο ίδιος, εξεταζόμενος κατά την προδικασία, αποκάλυψε εκουσίως, σε τρίτους, οι οποίοι και δεν κωλύονται να καταθέσουν, εξεταζόμενοι ως μάρτυρες, ότι γνωρίζουν σχετικώς. Παραβίαση της πιο πάνω αρχής δύναται να επέλθει και όταν εξετάζονται ως μάρτυρες πρόσωπα, τα οποία μεταφέρουν στο δικαστήριο το περιεχόμενο της προανακριτικής καταθέσεως του κατηγορουμένου, όχι όμως και όταν τα πρόσωπα αυτά απλώς έλαβαν γνώση της εν λόγω καταθέσεως και καταθέτουν περιστατικά, τα οποία δεν έχουν την κατάθεση αυτήν ως αποκλειστική πηγή γνώσεως (ΑΠ 268/2011). 3. Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. α ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσας προσφυγής κτλ., δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19, για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση της ποινικής διώξεως, ο νόμος με ηθελημένο κενό άφησε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επ' αυτού, αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.", στην παράγραφο 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία αυτή μεταγενέστερη ρύθμιση, είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της, την 2 Νοεμβρίου 2001 (ΑΠ 285/2012, 81/2011).
|
Φοροδιαφυγή
|
Φοροδιαφυγή.
| 2
|
Αριθμός 368/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γιαταγαντζίδη.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Β. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Τριαντάφυλλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1468/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 96/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-6-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 27-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ. 3 εδ. α' του ν. 3198/1955, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2556/1997, η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής σύμβασης, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 669 ΑΚ, θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρισθεί η απασχόληση του απολυομένου στο τηρούμενο για το ΙΚΑ μισθολόγιο ή έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού αυτή, με ποινή την ακυρότητα (άρθρο 174 ΑΚ), πρέπει να γίνει εγγράφως, δηλαδή η δήλωση βούλησης του εργοδότη, περί καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου. Η διάταξη καθιερώνει τον έγγραφο τύπο, ως συστατικό της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης από τον εργοδότη. Ο τύπος περιορίζεται στην έγγραφη διατύπωση, χωρίς τυποποιημένο περιεχόμενο, της σαφούς βούλησης του εργοδότη να επιφέρει τη λύση της εργασιακής σύμβασης, το σχετικό δε έγγραφο πρέπει να περιέλθει στον εργαζόμενο με οποιονδήποτε τρόπο, από τότε δε που θα περιέλθει σ' αυτόν επέρχονται και τα αποτελέσματα της καταγγελίας. Αν δεν υπάρχει έγγραφο, η καταγγελία είναι άκυρη και δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα (ΑΚ 174, 180), ακόμη και αν καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Ως χρόνος καταβολής της αποζημίωσης ορίζεται, κατ' αρχήν, με τη ρητή διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου νόμου 3198/1955, η ημέρα της λύσης της σύμβασης, εκτός αν η αποζημίωση υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών, οπότε ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της αποζημίωσης, το δε υπόλοιπο σε τριμηνιαίες δόσεις, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο εδ. β' της άνω παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3198/1955.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο εναγόμενος, ήδη αναιρεσείων, είναι χειρουργός οδοντίατρος και διατηρεί ιατρείο στη διεύθυνση ... . Από το έτος 2004 συνεργάζεται µε τις θυγατέρες του, Γ., Θ. και Ι. Σ., καθώς και µε το σύζυγο της πρώτης, Γ. Μ., οι οποίοι είναι οδοντίατροι. Στο οδοντιατρείο αυτό από το Δεκέµβριο του 2005 εργαζόταν η Ι. Π.. Το Μάιο του 2006, ο εναγόμενος γνωρίστηκε με τη Φ. Α., μέσω κοινού γνωστού τους, και η τελευταία του σύστησε την ενάγουσα, η οποία ήταν φίλη της και η οποία, αν και ήταν φοιτήτρια στη Θεολογική Σχολή, ήθελε να εργασθεί. Την 8.9.2006 ο εναγόμενος συνήψε με την ενάγουσα, προφορικά, σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και, μετά από κοινή συμφωνία των διαδίκων, αυτή άρχισε να εργάζεται την 2.10.2006, αντί μηνιαίου μισθού, αρχικά 700 ευρώ και από 1.1.2007 και εφεξής 730 ευρώ, χωρίς να συνάψει με αυτόν έγγραφη σύμβαση εργασίας και χωρίς ο εναγόμενος να αναγγείλει την πρόσληψή της στον Ο.Α.Ε.Δ. και στο ΙΚΑ. Το Εφετείο δέχθηκε ακόμη ότι στην αρχή η σχέση των διαδίκων ήταν καλή. Αργότερα όμως, τόσον ο εναγόμενος, όσο και τα παιδιά του άρχισαν να έχουν παράπονα, γιατί η ενάγουσα, αλλά και η φίλη της Φ. Α., επεδείκνυαν ραθυμία, δεν εκτελούσαν µε επιµέλεια τον καθαρισµό των οδοντιατρικών εργαλείων και δεν διατηρούσαν το χώρο υποδοχής των ασθενών τακτοποιημένο, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του οδοντιατρείου, παρά τις επανειλημμένες συστάσεις του εναγοµένου. Τα προβλήματα στην οµαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας της ενάγουσας και της φίλης της Φ. Α. εντάθηκαν από τις αρχές Ιουλίου 2007, που αποχώρησε η Ι. Π. και για το λόγο αυτό, την 27.7.2007, ο εναγόμενος κατήγγειλε, εγγράφως, τη σύµβαση εργασίας της Φ. Α. και της κατέβαλε την αποζημίωση απόλυσης. Αµέσως τόσον αυτή, όσο και η ενάγουσα αξίωσαν από τον εναγόµενο να τους καταβάλει τις οικονοµικές αξιώσεις, που ισχυρίζονταν ότι είχαν από τη σύµβαση εργασίας τους, επιπλέον δε η ενάγουσα αξίωσε να την ασφαλίσει στο ΙΚΑ για όλο το διάστηµα της εργασιακής της σχέσης. Την 3.8.2007 η ενάγουσα συζήτησε για τις ανωτέρω αξιώσεις της µε το λογιστή του εναγοµένου και, επειδή δεν βρέθηκε πεδίο συνεννόησης, ο εναγόμενος την ίδια ηµεροµηνία (δηλ. την 3.8.2007) συνέταξε την εξώδικη δήλωση - πρόσκληση και προσφορά χρημάτων, στην οποία αναγράφει κατά λέξη τα εξής: "ΠΡΟΣ ΚΑΘΕ ΑΡΜΟΔΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΑΙ ΑΡΧΗ -ΕΞΩΔΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ - ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΧΡΗΜΑΤΩΝ - Α. Σ. του Ι., κατοίκου ... ΠΡΟΣ κ. Β. Μ., ... - Σε συνέχεια της συνάντησής µας σήµερα, 3/8/2007, ηµέρα Παρασκευή στο γραφείο του λογιστή µου κ. Κ. Γ. στην οδό ..., όπου σας προσέφερα το ποσόν των 1035,31 ευρώ, ως υπόλοιπο οφειλής µου προς εσάς, συνεπεία λύσεως της εργασιακής µας σχέσεως, το οποίο αρνηθήκατε να εισπράξετε, ήδη µε την παρούσα µου, σας προσφέρω και πάλι το άνω ποσό των ευρώ 1.035,31 µε το Δικαστικό Επιµελητή που θα σας επιδώσει την παρούσα. Σε περίπτωση άρνησής σας να το εισπράξετε, σας δηλώνω ότι το άνω από ευρώ 1.035,31 ποσό θα παρακατατεθεί στο όνοµά σας στο Ταµείο Παρακαταθηκών και Δανείων Αθηνών. Και το σχετικό γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης θα βρίσκεται στα χέρια της κ. Σ. Ε., κατοίκου ..., από την οποία μπορείτε να παραλάβετε το εν λόγω γραμμάτιο το αργότερο μέχρι την 13.8.2007, κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες 9.30'- 13.30' (210-..., 210-...). Διαφορετικά το εν λόγω γραμμάτιο θα παραδοθεί νομίμως στο Συμβολαιογράφο Αθηνών Δημήτριο Μπάνο (οδός ..., τηλέφωνο 210-...) απ' όπου και θα μπορείτε να το παραλάβετε από 05/09/2007. Με την επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματός μου αρμόδιος Δικαστικός Επιμελητής παραγγέλλεται να επιδώσει την παρούσα νόμιμα προς αυτή που απευθύνεται προς γνώση και για τις νόμιμες συνέπειες, αντιγράφοντας αυτήν ολόκληρη στην έκθεση επίδοσης που θα συντάξει". Η παραπάνω εξώδικη δήλωση κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα την 6.8.2007, σύμφωνα με τη σημείωση που υπάρχει στο προσκομιζόμενο αντίγραφό της του Δικ. Επιμελητή ... . Την ίδια ημερομηνία, δηλαδή την 6.8.2007, η ενάγουσα προσέφυγε στο ΙΚΑ, όπου υπέβαλε αίτηση απογραφής και ασφαλίσθηκε άμεσα με αριθμό μητρώου Α.Μ.Α. ..., καθώς και τη με αριθμό πρωτ. 8414/ 6.8.2008 δήλωση διαφωνίας επί των ασφαλιστικών στοιχείων - καταγγελία, στην οποία ανέφερε ότι απασχολήθηκε στον εναγόμενο από 30.6.2006 μέχρι 27.7.2007 χωρίς να ασφαλισθεί στο ΙΚΑ. Επίσης προσέφυγε στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, Περιφερειακή Δ/νση Αθηνών και κατήγγειλε τον εναγόμενο για τα ποσά που αξίωνε από αυτόν με βάση τη σύμβαση εργασίας της. Σύμφωνα με το με αριθμό 422/2007 δελτίο εργατικής διαφοράς, που συντάχθηκε από την Επιθεώρηση Εργασίας, η συγκεκριμένη Υπηρεσία, αφού άκουσε τους διαδίκους, αποφάνθηκε ότι αρμόδια για την επίλυση της διαφοράς τους είναι τα δικαστήρια, ενώ το ΙΚΑ υποχρέωσε τον εναγόμενο να του καταβάλει το ποσόν των 5.363,95 ευρώ, για ασφαλιστικές εισφορές. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδεικνύονται κυρίως από τα έγγραφα, που και οι δύο διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδεικνύεται, ότι ο εναγόμενος, με την από 3.8.2007 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - προσφορά χρημάτων, η οποία κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα την 6.8.2007, κατέβαλε με νόμιμο τρόπο την αποζημίωση απόλυσης της τελευταίας, όμως δεν προέβη σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, όπως απαιτείται από το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2556/1997. Επομένως, η απόλυση της ενάγουσας είναι άκυρη και η σύμβαση εργασίας των διαδίκων εξακολουθεί να παράγει τις έννομες συνέπειές της, ο δε εναγόμενος, ο οποίος δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες της, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται στην καταβολή των αποδοχών της. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της εκκαλούσας, κατά της 1468/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτό ότι ο εναγόμενος προέβη εγκύρως στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, εξαφάνισε την απόφαση αυτή, στη συνέχεια δέχθηκε την αγωγή, κατά ένα μέρος, και επιδίκασε στην ενάγουσα μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 7-8-2007 έως και 7-5-2008 και το δώρο Πάσχα 2008. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο παραβίασε, εκ πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 5 παρ. 3 ν. 3198/55 και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι, όπως προκύπτει από αυτήν, με ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες και με παραδοχές οι οποίες δεν στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά του και καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της απόφασης, ως προς την ορθή εφαρμογή της παραπάνω διάταξης, κατέληξε στο πόρισμα ότι με την παραπάνω έγγραφη δήλωση του αναιρεσείοντος, δεν επήλθε η λύση της σύμβασης. Ειδικότερα, αν και δέχεται ότι ο αναιρεσείων κοινοποίησε στην αναιρεσίβλητη, την 6.8.2007, την, από 3.8.2007, εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - προσφορά - χρημάτων, με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε, κατέβαλε δε, με νόμιμο τρόπο, την αποζημίωση απόλυσης της τελευταίας, όμως, κατέληξε στο πόρισμα, ότι η σύμβαση δεν λύθηκε, με την ανεπαρκή και εσφαλμένη αιτιολογία, ότι δεν προέβη σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, όπως απαιτείται από το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2556/1997. Όμως, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, ο τύπος της καταγγελίας περιορίζεται στην έγγραφη διατύπωση, χωρίς τυποποιημένο περιεχόμενο της σαφούς βούλησης του εργοδότη να επιφέρει τη λύση της εργασιακής σύμβασης, από τις παραπάνω παραδοχές της απόφασης του Εφετείου, προκύπτει ότι πληρώθηκε η προϋπόθεση της έγγραφης καταγγελίας της σύμβασης, δοθέντος ότι, σύμφωνα, με το παραπάνω περιεχόμενο της δήλωσης, ο αναιρεσείων, εργοδότης, αρχικά προφορικά και στη συνέχεια, με αυτήν, εγγράφως, εκδήλωσε, τη σαφή βούλησή του, να επέλθει η λύση της εργασιακής σύμβασης.
Συνεπώς οι πρώτος, από το άρθρο. 559 αρ. 1 και ο τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του από τον αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η απόφαση, αντίστοιχα, για, εκ πλαγίου, παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθ. 5 παρ. 3 ν. 3198/55 και για έλλειψη επαρκούς, σαφούς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίας, είναι βάσιμοι. Κατά το άρθρ. 38 § 1 του Ν. 1892/90, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 2 του Ν. 2639/98, κατά τη σύσταση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της, ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση) και ότι η συμφωνία αυτή, εφόσον μέσα σε 15 ημέρες από την κατάρτισή της δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι για την κατάρτιση της σύμβασης μερικής απασχόλησης, απαιτείται κατά νόμο έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός και η μη τήρησή του συνεπάγεται την ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της σύμβασης, που αφορά τη μερική απασχόληση, η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη, κατ' άρθρ. 159 του ΑΚ και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, δεν θεραπεύεται δε και αν ακόμη εκπληρωθεί η σύμβαση με επίγνωση της έλλειψης του απαιτούμενου τύπου. Το τεκμήριο περί του οποίου γίνεται λόγος στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρ. 38 του Ν. 1892/1990 και τέθηκε για την προστασία των δικαιωμάτων του εργαζομένου, δίχως να παραβλάπτονται τα δικαιώματα του εργοδότη, προϋποθέτει έγκυρη συμφωνία περί μερικής απασχόλησης, δηλαδή εγγράφως καταρτισθείσα και αφορά μόνο την περίπτωση μη έγκαιρης γνωστοποίησης της συμφωνίας αυτής στην Επιθεώρηση Εργασίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που κυρώθηκε μαζί με τη σύμβαση με το ΝΔ 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ, έναντι των κοινών νόμων, "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέτει εν ισχύει νόμους, τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της xρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και δη οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον, πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο, νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι, την 8.9.2006, ο εναγόμενος συνήψε με την ενάγουσα, προφορικά, σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και, μετά από κοινή συμφωνία των, αυτή άρχισε να εργάζεται την 2.10.2006, αντί μηνιαίου μισθού, αρχικά 700 ευρώ και από 1.1.2007 και εφεξής 730 ευρώ, χωρίς να συνάψει με αυτόν έγγραφη σύμβαση εργασίας και χωρίς ο εναγόμενος να αναγγείλει την πρόσληψή της στον Ο.Α.Ε.Δ. και στο ΙΚΑ. Την απασχολούσε επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, δηλαδή από Δευτέρα έως και Παρασκευή και με καθημερινό ωράριο από την 10.00' ώρα μέχρι και την 19.00' ώρα. Δέχθηκε ακόμη, ότι για την υπερεργασία, που η ενάγουσα πραγματοποίησε, από 2-10-1006 μέχρι 27-7-2007 (την οποία επαρκώς αναλύει και προσδιορίζει), δικαιούται, συνολικά, το ποσό των 955,87 ευρώ. Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι είχε συμφωνήσει προφορικά και απασχολούσε την ενάγουσα µε μερική απασχόληση και ειδικότερα, ότι από τις αρχές Οκτωβρίου 2006 µέχρι και το Δεκέµβριο 2006 την απασχολούσε από 12.00' µέχρι 17.00' ώρα, από τον Ιανουάριο 2007 και µέχρι το Μάιο 2007 την απασχολούσε για έξι ώρες ημερησίως και από τον Μάιο 2007 μέχρι τον Ιούλιο 2007 την απασχολούσε επί οκτώ ώρες ημερησίως. Με βάση τα παραπάνω, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι ο προαναφερθείς ισχυρισµός του εναγοµένου, που προβάλλεται µε σκοπό την ανατροπή του τεκμηρίου της πλήρους απασχόλησης της ενάγουσας, είναι µη νόµιµος και με αυτήν την παραδοχή απέρριψε τον ισχυρισμό του, περί κατάρτισης σύμβασης για μερική απασχόληση της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης και στη συνέχεια επιδίκασε το παραπάνω ποσό των 955,87 ευρώ, για αμοιβή λόγω υπερεργασίας, το οποίο υπολόγισε με βάση τον παραπάνω μισθό που συμφωνήθηκε και αντιστοιχεί σε πλήρη απασχόλησή της. Με την κρίση του αυτή, ορθώς, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρ. 38 § 1 του Ν. 1892/1990 και 159 του ΑΚ και ο πέμπτος (με στοιχ. ΙΙΙ) λόγος αναίρεσης, από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Δικαστήριο της ουσίας, με το να δεχθεί απόλυτη ακυρότητα της κατάρτισης της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης σε μερικής απασχόλησης, λόγω μη τήρησης τύπου, χωρίς να δεχθεί την ύπαρξη του τεκμηρίου του εδ. β' της παρ. 1 του άρθρ. 38 του Ν. 1892/1990 και ακολούθως να ερευνήσει το ενδεχόμενο ανατροπής του, παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, η επίδικη διάταξη του άρθρ. 38 § 1 του Ν. 1892/90, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 2 του Ν. 2639/98, δεν είναι αντίθετη με την ως άνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη), διότι αυτή τέθηκε για την προστασία των δικαιωμάτων του εργαζομένου, δίχως από το τεκμήριο να παραβλάπτονται τα δικαιώματα του εργοδότη, τα οποία, ευχερώς και επαρκώς, προστατεύονται, με την κατάρτιση του εγγράφου και την κατάθεσή του από τον εργοδότη στην Επιθεώρηση εργασίας.
Συνεπώς, εφόσον, με βάση το ισχύον κατά την άσκηση της αγωγής δίκαιο και όσα προαναφέρθηκαν, δεν υπήρχε νόμιμη προσδοκία να ικανοποιηθεί δικαστικά το επίδικο δικαίωμα του αναιρεσείοντος, για προφορική κατάρτιση σύμβασης μειωμένης απασχόλησης της ενάγουσας, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε ούτε τις διατάξεις αυτές και για το λόγο αυτό ο ίδιος, περί του αντιθέτου, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος, στο σύνολο του.
Μετά από αυτά, παρελκούσης δε της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, δεύτερου, τρίτου και τέταρτου (κατά το δεύτερο μέρος του), που αναφέρονται στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας και το σχετικό κεφάλαιο της απόφασης, για επιδίκαση μισθών υπερημερίας και δώρου Πάσχα (έτους 2008), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το παραπάνω μέρος της, με το οποίο έγινε δεκτή η αγωγή και επιδικάστηκαν μισθοί υπερημερίας και δώρο Πάσχα, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση (κατά την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 4 Ν. 4055/2012) προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το παραπάνω αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την ως άνω απόφαση και τέλος, να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τα άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, την 96/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος της, που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 εδ. α' του ν. 3198/1955, καθιερώνει τον έγγραφο τύπο, ως συστατικό της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης από τον εργοδότη. Ο τύπος περιορίζεται στην έγγραφη διατύπωση, χωρίς τυποποιημένο περιεχόμενο, της σαφούς βούλησης του εργοδότη να επιφέρει τη λύση της εργασιακής σύμβασης.
|
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας
|
Καταγγελία σχέσης εργασίας, Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
| 0
|
Αριθμός 367/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Π. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Καρύπογλου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 8118/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1297/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία έτη.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, είτε με τη χωρίς εναντίωση εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της κατ' αυτού υπόθεσης. Αν η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία και δεν επέρχεται αναστολή της παραγραφής. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε "γνωστή διαμονή". Εξάλλου, κατά το άρθρο 174 παρ.2 ΚΠΔ, η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησής τους στον κατηγορούμενο καλύπτεται, αν αυτός που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, σε περίπτωση ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, αρχίζει η κύρια διαδικασία και επέρχεται αναστολή της παραγραφής από την ημέρα της επίδοσης, μόνον εφόσον ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει, κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, την ακυρότητα αυτή, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, γιατί στην περίπτωση αυτή, καλύπτεται η ακυρότητα, η κλήση θεωρείται έγκυρη και από την επίδοση αυτού αρχίζει η κύρια διαδικασία. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί στην πρωτοβάθμια δίκη και δικαστεί ερήμην, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξεως ή η ακυρότητα της επίδοσης, που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης κατά της εκκαλούμενης απόφασης, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της παραδεκτώς ασκηθείσης εφέσεως, έχει υποχρέωση να αποφανθεί και επί του λόγου αυτού. Αν δε ο κατηγορούμενος παρασταθεί στον πρώτο βαθμό και προβάλλει ακυρότητα της προς αυτόν επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και το δικαστήριο απορρίψει τον ισχυρισμό αυτό ως αβάσιμο, πάλιν ο κατηγορούμενος μπορεί να επαναφέρει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τον ίδιο ισχυρισμό ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, με ειδικό λόγο εφέσεως, που πρέπει να ερευνηθεί κατά τη δευτεροβάθμια δίκη. Αν στη συνέχεια κριθεί άκυρη η προς τον κατηγορούμενο γενόμενη επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, η επίδοσή του αυτή δεν έχει διακόψει την παραγραφή, επανέρχεται η υπόθεση στο στάδιο της προδικασίας, η αναστολή της παραγραφής, που επήλθε με την επίδοση του άκυρου κλητηρίου θεσπίσματος ανατρέπεται και επομένως, το Εφετείο, και χωρίς ακόμα να υποβληθεί εκ μέρους του κατηγορουμένου ειδικό αίτημα παύσης της ποινικής δίωξης, λόγω παραγραφής, οφείλει να ερευνήσει αυτεπάγγελτα την τυχόν επελθούσα παραγραφή, που αρχίζει πλέον, χωρίς αναστολή, από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Διαφορετικά, αν παραλείψει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του αυτή, καίτοι συντρέχει νόμιμη προς τούτο περίπτωση, υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, ως άγνωστης διαμονής, θεωρείται, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για την δικαστική - εισαγγελική αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν είναι γνωστή σε τρίτους, όπως ακόμη και σε άλλη εισαγγελική ή αστυνομική αρχή, διότι το όργανο που έλαβε την εντολή να ενεργήσει την επίδοση, δεν έχει υποχρέωση να προσφύγει σε αυτές ή σε άλλες τυχόν πηγές πληροφοριών για να ανακαλύψει τη νέα διαμονή του αποδέκτη του εγγράφου και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται, ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερόμενων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. δ του ΚΠΔ προσώπων, προς τον Δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο Δήμαρχος της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη. Τόπος δε κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή, και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση (ΑΠ 79, 137, 168/2011, 359/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τον έλεγχο της βασιμότητας σχετικού λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, με την 14692/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάσθηκε σε πρώτο βαθμό, εκπροσωπούμενος δια δικηγόρου, σε φυλάκιση δύο ετών, για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε την 25-4-2005, αφού απορρίφθηκε ως αβάσιμος, ο σχετικός υποβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός αυτού περί ακυρότητας της γενόμενης προς αυτόν την 3-4-2009, ως αγνώστου διαμονής, επιδόσεως του 1432/2009 κλητηρίου θεσπίσματος, ενώ ήταν γνωστής διαμονής. Κατά της αποφάσεως αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα την υπ' αριθ. 765/7-3-2012 έκθεση εφέσεως, με σαφή ειδικό λόγο εφέσεως τον οποίο, πρότεινε ότι του επιδόθηκε ακύρως, ως άγνωστης διαμονής, το άνω 1432/2009 κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύθηκε στο ακροατήριο, για να δικασθεί για την ως άνω αξιόποινη πράξη της απάτης, ως άγνωστης διαμονής, για το λόγο ότι αναζητήθηκε και δε βρέθηκε στην οδό ... αρ.6 της ... διεύθυνση, όπου ήταν η έδρα της επιχείρησής του, η οποία όμως είχε παύσει τις εργασίες της από 31-7-2007, ενώ η κατοικία του ήταν στις ..., στην οδό ... αρ.5, όπου μόνιμα κατοικούσε, προ της άνω επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, διεύθυνση ήδη γνωστή και στις Εισαγγελικές και Αστυνομικές Αρχές από άλλες υποθέσεις του, και επομένως ήταν άκυρη η επίδοση, με αποτέλεσμα να μην έχει αρχίσει η κυρία διαδικασία και να μην έχει επέλθει αναστολή της πενταετούς παραγραφής επί τριετία, η οποία πενταετία είχε ήδη συμπληρωθεί κατά την εκδίκαση της εφέσεως την 10-10-2012. Επί του λόγου αυτού της εφέσεως, που επανέφερε ο κατηγορούμενος και στο ακροατήριο, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε την υπόθεση σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη 8118/10-10-2012 απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, αφού ανέγνωσε όλα τα επικληθέντα από τον εκκαλούντα προς απόδειξη της επικαλούμενης ακυρότητας της επίδοσης έγγραφα, δέχθηκε εγκυρότητα της παραπάνω με χρονολογία 3-4-2009 επιδόσεως στον κατηγορούμενο του άνω κλητηρίου θεσπίσματος ως άγνωστης διαμονής, και αφού απέρριψε τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό και το λόγο εφέσεως του κατηγορουμένου, λόγω αναστολής της παραγραφής επί τριετία με την ανωτέρω έγκυρη επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος εντός πενταετίας, προχώρησε σε εκδίκαση της υποθέσεως και σε καταδίκη αυτού για απάτη τελεσθείσα την 25-4-2005, με την παρακάτω, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία: "Από τα παραπάνω έγγραφα, που αναγνώστηκαν προέκυψαν τα εξής: Σύμφωνα με το από 3-4-2009 αποδεικτικό επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος ο εκκαλών-κατηγορούμενος, ως κάτοικος ... (οδός ... αριθμ. 6) κλητεύθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ως άγνωστης διαμονής. Στην ως άνω διεύθυνση είχε την έδρα της η ατομική επιχείρηση του, με αντικείμενο την "κατεδάφιση κτιρίων εκτέλεση χωματουργικών εργασιών", η οποία άρχισε τη λειτουργία της στις 12-7-2005 και διαγράφηκε στις 22-7-2011, όπως αποδεικνύεται από το 5722/22-7-2011 πιστοποιητικό του Επιμελητηρίου Κοζάνης, το οποίο ο ίδιος προσκόμισε -δια του συνηγόρου του- και αναγνώστηκε, συνομολογεί δε και ο ίδιος στο ανωτέρω έγγραφο των αυτοτελών ισχυρισμών του. Τη μεταβολή της διεύθυνσης του, ουδέποτε δήλωσε, ως όφειλε, κατά νόμο, ενώπιον των αρμοδίων εισαγγελικών αρχών, ούτε ακόμη και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, στο οποίο εμφανίστηκε -εκπροσωπούμενος από το συνήγορο του- δις και ζήτησε την αναβολή της δίκης, κατ' άρθρο 349 του ΚΠΔ. Έτσι, δεν συντρέχει περίπτωση προσβολής του δικαιώματος του κατηγορουμένου για πρόσβαση στο δικαστήριο και την ακρόασή του απ' αυτό (άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ). Αντίθετα, η εναντίωσή του κατηγορουμένου σχετικά με τη μη νόμιμη κλήτευσή του προβλήθηκε ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, το πρώτο, απ' αυτόν (κατηγορούμενο), στις 6-3-2012, δια του συνηγόρου, που τον εκπροσώπησε, δυνάμει της από 24-2-2012 εξουσιοδοτήσεως. Και ναι μεν η προβολή του παραπάνω ισχυρισμού δεν τυγχάνει απαράδεκτη, πλην όμως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του (14692/6-3-2012), ορθώς απέρριψε τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό, ως ουσία αβάσιμο, καθόσον, έτσι αποτρέπεται η παρέλκυση της δίκης, με άμεση συνέπεια τη συμπλήρωση της παραγραφής. Συνακόλουθα, πρέπει ν' απορριφθούν κατ' ουσίαν ο ίδιος αυτοτελής ισχυρισμός (περί ακυρότητας της κλητεύσεως) καθώς και ο παραγραφής τοιούτος".
Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης 8118/2012 αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμος, ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος κατηγορουμένου, περί ακυρότητας της προς αυτόν ως αγνώστου διαμονής επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος και εντεύθεν περί πενταετούς παραγραφής της αξιόποινης πράξης της απάτης, που καταδικάστηκε, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σε αυτήν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν και είναι αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επίδοσης στον κατηγορούμενο του με αρ. 1432/2009 κλητηρίου θεσπίσματος ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης, το από 3-4-2009 αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση του άνω θεσπίσματος στις 3-4-2009 και το από 13-1-2011 αποδεικτικό κλήσεως του κατηγορουμένου στο ακροατήριο επίσης ως άγνωστης διαμονής. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με τον αυτοτελή ισχυρισμό και με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή της Κοζάνης που είχε παραγγείλει την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή τη διεύθυνση της μόνιμης κατοικίας του στις ..., στην οδό ... 5, λόγω παύσης λειτουργίας της ατομικής επιχειρήσεώς του στην ... στις 31-7-2007, όπως διατείνεται, η δε επιχείρησή του αυτή στην ... που άρχισε τη λειτουργία της στις 12-7-2005, διέκοψε τις εργασίες της και διαγράφηκε από το Επιμελητήριο της Κοζάνης μόλις στις 22-7-2011, νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της επιχειρήσεως που αυτός εκπροσωπούσε στην ..., στην οδό ... 6, που αναφέρεται στη μήνυση, ως τελευταία γνωστή διαμονή του, τούτου ουδέποτε εμφανισθέντος κατά την προδικασία, ούτε δηλώσαντος τη διεύθυνση μόνιμης κατοικίας του στις ... στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή που προέβη στην επίδοση του άνω κλητηρίου θεσπίσματος ως άγνωστης διαμονής. Το γεγονός δε της μόνιμης κατοικίας του κατηγορουμένου στις ..., δεν ήταν γνωστό στις αρμόδιες για την επίδοση του άνω κλητηρίου θεσπίσματος αρχές, ούτε ήταν δυνατόν το ως άνω αρμόδιο όργανο επιδόσεως, επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιμέλεια, να πληροφορηθεί ότι αυτός διαμένει στις ..., καθόσον περί τούτου δεν υπήρχε κανένα δηλωτικό στοιχείο και συνεπώς η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο εκκαλούντα ως άγνωστης διαμονής είναι νόμιμη. Εφόσον δε ο εκκαλών κατηγορούμενος δεν προέβαλε ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή, την κατά τα άνω μόνιμη διεύθυνση της κατοικίας του στις ... και περιορίζεται στην αναφορά ότι αυτή "ήταν γνωστή στην αστυνομική και εισαγγελική αρχή της Κοζάνης", νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη μόνη γνωστή διεύθυνση της επιχειρήσεώς του στην ... που αναφέρεται στη μήνυση, ως τελευταία γνωστή κατοικία του και δεν υπεχρεούτο το δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία, σε σχέση με το αν αυτός διέμενε ή όχι στην παραπάνω διεύθυνση στις ... . Περαιτέρω, λόγω έγκυρης επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο την 3-4-2009, με χρόνο τελέσεως της άνω πλημμεληματικής απάτης την 25-4-2005, επήλθε νόμιμα αναστολή της πενταετούς παραγραφής επί τρία έτη και όταν εκδικάστηκε η υπόθεση στο άνω Εφετείο την 10-10-2012, δεν είχε συμπληρωθεί οκταετία και άρα δεν είχε παραγραφεί το πλημμέλημα αυτό, για το οποίο νόμιμα καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων κατηγορούμενος. Το Εφετείο δε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ρητά αναφέρει ότι συνεκτίμησε και όλα τα προσκομισθέντα από τον κατηγορούμενα έγγραφα, τα οποία και ανέγνωσε. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' του ΚΠΔ συναφείς, πρώτος και δεύτερος, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για σχετική ακυρότητα της διαδικασίας προταθείσα και μη καλυφθείσα και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την οποία απορρίφθηκε ο περί ακυρότητας της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος και ο περί πενταετούς παραγραφής αυτοτελής ισχυρισμός του, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Η γενόμενη δε επίκληση ακυρότητας, για τον ίδιο παραπάνω επικληθέντα λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, και της από 13-1-2011 κλήσεως του κατηγορουμένου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως άγνωστης διαμονής, ενώ ήταν γνωστής διαμονής, είναι χωρίς έννομη επιρροή, αφού ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την τυπική δε παραδοχή της εφέσεώς του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και ερευνήθηκε η παραγραφή της αξιόποινης πράξεώς του που προβλήθηκε, η οποία κατά τα παραπάνω και δεν επήλθε, απορριφθέντος του σχετικού ισχυρισμού του κατηγορουμένου.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή και σε άλλον (τρίτον) παράνομο περιουσιακό όφελος, αδιάφορα αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η παράσταση ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη, και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες του δράστη. Ως βλάβη νοείται και η χειροτέρευση της περιουσίας, έστω και αν υπάρχει ενεργός αξίωση κατά του δράστη ή τρίτου προς αποκατάσταση της βλάβης. Το έγκλημα της απάτης συντελείται, εφόσον συντρέχουν και τα λοιπά στοιχεία αυτού, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με αθέμιτη πράξη ή παρασιώπηση αληθινών, εφόσον αυτή υπήρξε η παραγωγός αιτία της παραπλανήσεως του απατωμένου. Αθέμιτη παρασιώπηση των αληθινών γεγονότων, συνιστά η απατηλή συμπεριφορά που πραγματώνεται και με παράλειψη, την παράλειψη δηλαδή ανακοίνωσης στον παθόντα αληθινών γεγονότων, τα οποία είχε υποχρέωση ο δράστης να ανακοινώσει σ' αυτόν, είτε από το νόμο, είτε από την σύμβαση, είτε από την προηγούμενη συμπεριφορά του. Εντεύθεν έπεται, ότι απάτη δύναται να διαπραχθεί και με παραπλάνηση, όταν ο δράστης παραλείπει να ανακοινώσει σε αυτόν αληθινά γεγονότα, τούτου συνιστώντος αθέμιτη παρασιώπηση, αν από το νόμο ή τη σύμβαση τάσσεται αντίθετη υποχρέωση ανακοινώσεως αυτών. Τέτοια υποχρέωση ανακοινώσεως μπορεί να θεμελιωθεί και στην από τις διατάξεις των άρθρων 197, 288 και 330 ΑΚ επιβαλλόμενη συμπεριφορά στον συναλλασσόμενο κατά τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, η δε εξαπάτηση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, έγγραφο ή προφορικά, ρητά ή σιωπηρά. Ψευδές γεγονός συνιστούν και οι ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις του κατηγορουμένου. Το γεγονός πρέπει να υπήρξε στο παρελθόν ή να έχει διαμορφωθεί και υπάρχει στο παρόν όταν γίνεται η βεβαίωσή του και δεν μπορεί να ανάγεται στο μέλλον.
Επίσης, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 8118/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, για απάτη αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων γενικώς κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή αντιγραφή, πραγματικά περιστατικά: "Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα και τα παραπάνω έγγραφα, που αναγνώστηκαν αποδείχθηκαν τα εξής: Κατά τον επίδικο χρόνο, ο μηνυτής διατηρούσε στα ... επιχείρηση (κατάστημα) εμπορίας λιπαντικών. Περί το μήνα Απρίλιο 2005, πελάτες του συνέστησαν σ' αυτόν τον κατηγορούμενο, τον οποίο εμφάνισαν ως νέο και φερέγγυο επιχειρηματία (εργολάβο), που δραστηριοποιείτο στην ..., ότι είχε στη διάθεση του σαράντα (40) φορτηγά αυτοκίνητα και είχε αναλάβει έργα της ΔΕΗ. Τα ίδια επανέλαβε ο κατηγορούμενος κατά τη συνάντησή του με το μηνυτή, που έλαβε χώρα στις 25-4-2005, στο κατάστημα του τελευταίου. Με τον τρόπο αυτό τον έπεισε να του πωλήσει και να του παραδώσει εμπορεύματα (λιπαντικά, φίλτρα και ανταλλακτικά φορτηγών συνολική αξίας 16.715,55 €, με πίστωση του τιμήματος. Σε εξόφληση τούτου, ο κατηγορούμενος μεταβίβασε με οπισθογράφηση τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές και συγκεκριμένα τις ..., ... και ... της τράπεζας American Bank of Albania, ποσών 5.000, 6.216,55 και 5.500 €, αντίστοιχα, με ημερομηνίες 10-8-2005, 25-8-2005 και 10-9-2005, αντίστοιχα. Περί τις συμβάσεως πωλήσεως, του ύψους του τιμήματος και της μεταβιβάσεως των παραπάνω επιταγών δεν αντέλεξε ο κατηγορούμενος. Πλην όμως, στη συνέχεια, παρότι εμφανίστηκαν εμπρόθεσμα, οι παραπάνω επιταγές δεν πληρώθηκαν και σφραγίστηκαν από την πληρώτρια τράπεζα, ενώ ο κατηγορούμενος δεν ανευρίσκετο στη δηλωθείσα απ' αυτόν διεύθυνση. Μετά ταύτα, ο μηνυτής ερεύνησε την υπόθεση και διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος ούτε διέθετε τα παραπάνω φορτηγά ούτε είχε συνάψει σύμβαση έργου με τη ΔΕΗ ή τα ορυχεία Κοζάνης, ενώ, μέχρι σήμερα, δεν έχει έλθει σε επικοινωνία με το μηνυτή, προκειμένου να διευθετηθεί η διαφορά. Από τα παραπάνω περιστατικά αποδεικνύεται ότι αυτός (κατηγορούμενος), ενεργώντας με δόλια προαίρεση, εξαπάτησε το μηνυτή, αφού εμφανίστηκε ως δήθεν φερέγγυος επιχειρηματίας, με μεγάλη περιουσία και σοβαρή επιχειρηματική δραστηριότητα, με σκοπό να επιτύχει -όπως και επέτυχε- την αγορά και την παραλαβή των ως άνω εμπορευμάτων, μεγάλης οικονομικής αξίας, προκαλώντας του έτσι σοβαρή οικονομική ζημία, ισόποση της αξίας τους, ενώ ο ίδιος (κατηγορούμενος) ωφελήθηκε αντίστοιχα, χωρίς να έχει το προς τούτο δικαίωμα, όφελος, στο οποίο, άλλωστε, απέβλεπε, εξαρχής. Περί αυτών κατέθεσε, μετά λόγου, ο ίδιος ο μηνυτής, η κατάθεση του οποίου δεν κλονίστηκε από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, ο οποίος, μάλιστα, δεν εξέτασε μάρτυρα τόσον πρωτοδίκως όσον και στη δευτεροβάθμια δίκη. Εξάλλου, από το προαναφερόμενο πιστοποιητικό του Επιμελητηρίου Κοζάνης, το οποίο προσκόμισε, δια του συνηγόρου του, αποδεικνύεται ότι, κατά την επίδικη ημερομηνία, ο κατηγορούμενος δεν είχε δηλώσει καν την έναρξη της επιχείρησης του. Μετά ταύτα, αυτός πρέπει να κηρυχθεί ένοχος του εγκλήματος της απάτης, από την οποία προξενήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν σε δεύτερο βαθμό Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 8118/2012 απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά την τέλεση από τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο της πράξεως της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, για την οποία αυτός καταδικάστηκε, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 386 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, σε σχέση με τη δολία ψευδή παράσταση στο μηνυτή της φερεγγυότητας του κατηγορουμένου και της επιχειρηματικής δραστηριότητας της επιχειρήσεώς του στην ..., αφορούν την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'(κατ' εκτίμηση) και Ε' του ΚΠΔ, προβαλλόμενοι συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-11-2012 αίτηση- δήλωση αναιρέσεως του Π. Π. του Α., περί αναιρέσεως της 8118/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (άρθρο 386 παρ. 1β, α ΠΚ). 1. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β', Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για σχετική ακυρότητα μη καλυφθείσα, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. 2. Νόμιμη η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, ως άγνωστης διαμονής και άρα νόμιμη η αναστολή της πενταετούς παραγραφής. Τόπος δε κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή, και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση (ΑΠ 79, 137, 168/2011, 359/2010).
|
Κλητήριο θέσπισμα
|
Απάτη, Κλητήριο θέσπισμα.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 366/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, 1. Ε. Κ. σύζ. Ι., το γένος Θ. Μ. και 2. Κ. Κ. του Ι., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αστέριο Κουρούπη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 132/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Με πολιτικώς ενάγοντα το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Ευβοίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Οκτωβρίου 2012 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1090/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 155 παρ.1α και β, του ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου κατά το άρθρο 185 αυτού, άρχισε από 1-1-2002, λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, ή σε άλλον από τον ορισμένο παρ' αυτής τόπο ή χρόνο και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή τα εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο από εκείνο που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία, θεωρείται και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Εξάλλου, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 53 του νόμου 2960/2001, επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και τα αλκοολούχα ποτά και βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής και κυκλοφορίας των προϊόντων αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 118 παρ. 5 αυτού, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντα Κώδικα, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων χαρακτηρίζονται και τιμωρούνται διοικητικώς και ποινικώς ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενα του Κώδικα αυτού και επισύρουν την επιβολή κατά των με οποιονδήποτε τρόπο συμμετεχόντων στην παράβαση των διατυπώσεών του που αναφέρονται στο άρθρο 142 και στα άρθρα 152 και 155 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα προστίμων και πολλαπλών τελών.
Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνη του αναφερομένου άνω άρθρου 155 του ίδιου νόμου, που καθορίζει την έννοια της λαθρεμπορίας προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του ως άνω νέου Τελωνειακού Κώδικα, η καθοιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλομένου για τα πετρελαιοειδή προϊόντα, το οινόπνευμα και τα αλκοολούχα ποτά και βιομηχανοποιημένα καπνά, ειδικού φόρου καταναλώσεως είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη χαρακτηριζόμενη ως λαθρεμπορία και τιμωρουμένη με τις προβλεπόμενες γι' αυτήν από τον ως άνω νόμο, της παρ.1 του άρθρου 157, σχετικές ποινές. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο, του υπαιτίου, ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την πιο πάνω έννοια, καθώς και τη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο δασμό, φόρο, τέλος ή δικαίωμα. Ο δόλος αυτός για το έγκλημα της λαθρεμπορίας, ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και δεν απαιτείται περαιτέρω ειδική αιτιολόγηση αυτού. Περαιτέρω, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Εύβοιας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 132/2012 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα εξής, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά: "Στον Άγιο ... και σε αδιευκρίνιστες ημερομηνίες του χρονικού διαστήματος από 26-08-2004 μέχρι 25-07-2006, ενεργώντας από κοινού, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, οι κατηγορούμενοι τέλεσαν το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Ειδικότερα, μετά από συναπόφαση ως συνδιαχειριστές επιχείρησης ποτοποιείου - φορολογικής αποθήκης: Α) Διέθεσαν παράνομα στην κατανάλωση ποσότητα 12.503,34 λίτρων άνυδρων αιθυλικής αλκοόλης που είχαν παραληφθεί με αναστολή καταβολής του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και λοιπών φόρων, χωρίς την καταβολή οφειλομένων Ε.Φ.Κ και λοιπών φόρων, για τα οποία το ύψος των αναλογουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων για απόδοση στο Δημόσιο ανέρχεται στο ποσό των 165.332,03 ευρώ και οι φορολογικές επιβαρύνσεις για απόδοση σε τρίτους (Ε.Τ.Ε.Π.Π.Α.) στο ποσό των 5.582,30 ευρώ. Οι εν λόγω ποσότητες αιθυλικής αλκοόλης είχαν παραληφθεί με το καθεστώς της αναστολής του Ε.Φ.Κ. και των λοιπών φόρων από το ποτοποιείο-φορολογική αποθήκη, που διατηρούν οι κατηγορούμενοι στον ανωτέρω τόπο και σε έλεγχο που διενεργήθηκε από τους αρμοδίους τελωνειακούς υπαλλήλους στις εγκαταστάσεις της ανωτέρω αποθήκης, στις 25-7-2006, διαπιστώθηκε έλλειμμα στα εμπορεύματα που είχαν παραλάβει ως εξής: α) αιθυλική αλκοόλη για ΟΥΖΟ έλλειμμα 12.159,26 λίτρα άνυδρα, β) απόσταγμα ΟΥΖΟΥ έλλειμμα 141 λίτρα άνυδρα και γ) αιθυλική αλκοόλη για ποτά έλλειμμα 203,08 λίτρα άνυδρα, και Β) αγόρασαν και κατείχαν εμπορεύματα που είχαν τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, καθώς δεν είχαν εισπραχθεί από το Δημόσιο οι αναλογούντες επ' αυτών δασμοί και λοιποί φόροι και συγκεκριμένα προμηθεύτηκαν και κατείχαν 2.571 λίτρα ένυδρα αλκοολικού υγρού αγνώστου προελεύσεως, μη κανονικού (μεταξύ άλλων παρουσίαζε αλκοολικό τίτλο 70,7 vol έναντι του νομίμου ελαχίστου ορίου 96,ο νοΙ), που δεν πληρούσε τις προδιαγραφές της μόνης επιτρεπόμενης για την παραγωγή, παρασκευή και επεξεργασία των αλκοολούχων ποτών αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προέλευσης Το μη κανονικό αυτό υγρό περιείχε ποσότητα άνυδρων λίτρων αιθυλικής αλκοόλης 1.817,70 λίτρα και το ύψος των αναλογουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων που στερήθηκε το Δημόσιο ανέρχεται στο ποσό των 24.035,50 ευρώ και οι φορολογικές επιβαρύνσεις για απόδοση σε τρίτους (Ε.Τ.Ε.Π.Π.Α.) στο ποσό των 811,54 ευρώ. Συνολικά, από τις ανωτέρω πράξεις λαθρεμπορίας 14.321,04 λίτρων άνυδρων αιθυλικής αλκοόλης οι αναλογούντες δασμοί και φόροι που στερήθηκε το Δημόσιο ανέρχονται στο ποσό των 189.367,53 ευρώ και οι φορολογικές επιβαρύνσεις για απόδοση σε τρίτους (Ε.Τ.Ε.Π.Π.Α.) στο ποσό των 6.393,84 ευρώ. Αποδείχθηκε ωσαύτως, ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, ναι μεν παρακολουθούσε λογιστικά την παραπάνω-τυπικά ανήκουσα στη πρώτη κατηγορουμένη και μητέρα του - επιχείρηση, πλην όμως ασχολείτο παραλλήλως και με την παραγωγική διαδικασία, όντας εν τοις πράγμασι συνδιαχειριστής της. Εξάλλου, οι υπερασπιστικοί ισχυρισμοί αμφοτέρων, περί του ότι η πρώτη ως άνω ποσότητα απωλέσθηκε τυχαίος (το μεν από την, σε απροσδιόριστο χρόνο, ξεχασμένη ανοικτή στρόφιγγα της δεξαμενής, το δε σταδιακώς και σε βάθος χρόνου από φυσιολογικές απώλειες και διαρροές) είναι έωλοι και αναπόδεικτοι. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αμφότεροι, πλην με τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2 α' ΠΚ, λόγω προτέρου εντίμου βίου, η πρώτη και 84 παρ.2 ε' ΠΚ, λόγω καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, ό δεύτερος. Τέλος, πρέπει γενόμενης δεκτής και ως βάσιμης της εισαγγελικής έφεσης, να επιβληθεί η προβλεπόμενη, για το ως άνω αδίκημα, χρηματική ποινή". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο, κήρυξε ενόχους τους δύο αναιρεσείοντες κατηγορούμενους του ότι: "Στον ... στους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους τέλεσαν την ακόλουθη αξιόποινη πράξη: Στον ανωτέρω τόπο σε αδιευκρίνιστες ημερομηνίες του χρονικού διαστήματος από 26-08-2004 μέχρι 25-07-2006, ενεργώντας από κοινού, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, τέλεσαν το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Ειδικότερα, μετά από συναπόφαση ως διαχειριστές φορολογικής αποθήκης: Α) Διέθεσαν παράνομα στην κατανάλωση ποσότητα 12.503,34 λίτρων άνυδρων αιθυλικής αλκοόλης που είχαν παραληφθεί με αναστολή καταβολής του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και λοιπών φόρων, χωρίς την καταβολή οφειλομένων Ε.Φ.Κ. και λοιπών φόρων, για τα οποία το ύψος των αναλογουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων για απόδοση στο Δημόσιο ανέρχεται στο ποσό των 165.332,03 ευρώ και οι φορολογικές επιβαρύνσεις για απόδοση σε τρίτους (Ε.Τ.Ε.Π.Π.Α.) στο ποσό των 5.582,30 ευρώ. Οι εν λόγω ποσότητες αιθυλικής αλκοόλης είχαν παραληφθεί με το καθεστώς της αναστολής του Ε.Φ.Κ. και των λοιπών φόρων από το ποτοποιείο-φορολογική αποθήκη, που διατηρούν οι κατηγορούμενοι στον ανωτέρω τόπο και σε έλεγχο που διενεργήθηκε από τους αρμοδίους τελωνειακούς υπαλλήλους στις εγκαταστάσεις της ανωτέρω αποθήκης, στις 25-7-2006, διαπιστώθηκε έλλειμμα στα εμπορεύματα που είχαν παραλάβει ως εξής : α) Αιθυλική αλκοόλη για ΟΥΖΟ έλλειμμα 12.159,26 λίτρα άνυδρα, β) Απόσταγμα ΟΥΖΟΥ έλλειμμα 141 λίτρα άνυδρα και γ) Αιθυλική αλκοόλη για ποτά έλλειμμα 203,08 λίτρα άνυδρα και Β) αγόρασαν και κατείχαν εμπορεύματα που είχαν τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, καθώς δεν είχαν εισπραχθεί από το Δημόσιο οι αναλογούντες επ' αυτών δασμοί και λοιποί φόροι και συγκεκριμένα προμηθεύτηκαν και κατείχαν 2.571 λίτρα ένυδρα αλκοολικού υγρού αγνώστου προελεύσεως, μη κανονικού, που δεν πληρούσε τις προδιαγραφές της αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προέλευσης. Η περιεχόμενη σε αυτήν ποσότητα άνυδρων λίτρων αιθυλικής αλκοόλης ήταν 1.817,70 λίτρα και το ύψος των αναλογουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων που στερήθηκε το Δημόσιο ανέρχεται στο ποσό των 24.035,50 ευρώ και οι φορολογικές επιβαρύνσεις για απόδοση σε τρίτους (Ε.Τ.Ε.Π.Π.Α.) στο ποσό των 811,54 ευρώ.
Συνολικά, από τις ανωτέρω πράξεις λαθρεμπορίας 14.321,04 λίτρων άνυδρων αιθυλικής αλκοόλης οι αναλογούντες δασμοί και φόροι που στερήθηκε το Δημόσιο ανέρχονται στο ποσό των 189.367,53 ευρώ και οι φορολογικές επιβαρύνσεις για απόδοση σε τρίτους (Ε.Τ.Ε.Π.Π.Α.) στο ποσό των 6.393,84 ευρώ".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, η προκύπτουσα από το συνδυασμό του ανωτέρω αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης 132/2012 αποφάσεως αιτιολογία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, είναι η επιβαλλόμενη, από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης της κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση λαθρεμπορίας άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης, με παράνομη διάθεση στην κατανάλωση 12.503,34 λίτρων άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης που είχαν παραλάβει οι κατηγορούμενοι με ειδικό καθεστώς αναστολής για ποτά, χωρίς την καταβολή του ΕΦΚ κλπ φόρων και με αγορά και κατοχή 2.571 λίτρων ένυδρου αλκοολικού υγρού με ποσότητα 1817,70 λίτρα άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης, με απώλεια του Δημοσίου των αναλογούντων δασμών και φόρων, που ανέρχονται συνολικά σε 189.367,53 ευρώ και φόρων υπέρ τρίτων(ΕΤΕΠΠΑ) συνολικού ποσού 6.393,84 ευρώ, και για την οποία λαθρεμπορία κατ' εξακολούθηση, κηρύχθηκαν ένοχοι οι δύο αναιρεσείοντες, ως πραγματικοί συνδιαχειριστές και οι δύο φορολογικής αποθήκης επιχείρησης ποτοποιείου που λειτουργούσαν από κοινού στον -..., αναφέρονται δε και οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27, 45, 94, 98 του ΠΚ, 53,118,142, 149,155 παρ.2, 157 παρ.1β, 160 του ν. 2960/2001, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως των αναιρεσειόντων: α) το αιτιολογικό είναι πλήρες, δεν αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού και περιέχει όλα τα αναγκαία κατά το νόμο στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του διωχθέντος εγκλήματος της λαθρεμπορίας και δε χρειαζόταν η παράθεση άλλων περιστατικών, β) προσδιορίζεται στην απόφαση αναλυτικά, το είδος και το ύψος των δασμών και φόρων που απώλεσε το Δημόσιο και πώς προκύπτουν αυτοί, γ) ο δόλος των αναιρεσειόντων για το άνω έγκλημα της λαθρεμπορίας, ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος που περιγράφεται στο αιτιολογικό και εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών με το διαπιστωθέν στην αποθήκη τους μεγάλο έλλειμμα αιθυλικής αλκοόλης από αυτήν που είχαν παραλάβει με καθεστώς αναστολής δασμών και φόρων για τις ανάγκες του ποτοποιείου τους και δεν απαιτείτο περαιτέρω ειδική αιτιολόγηση αυτού, ενώ απορρίφθηκε ως αναπόδεικτος ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων για τυχαία και φυσιολογική απώλεια του ελλείμματος της αποθήκης τους σε αλκοόλη. Ήτοι, ο δόλος υφίσταται και αιτιολογείται με την παραδοχή ότι οι κατηγορούμενοι, προμηθεύτηκαν και κατείχαν μία ποσότητα άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης και δεύτερον διέθεσαν παράνομα στην κατανάλωση άλλης ποσότητας, άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης από αυτήν που κατείχαν και είχαν παραλάβει με καθεστώς αναστολής δασμών και φόρων για τις ανάγκες του ποτοποιείου τους, χωρίς την καταβολή για τις δύο αυτές ποσότητες των αναλογουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, παραδοχές από τις οποίες συνάγεται και η γνώση των κατηγορουμένων για τη λαθρεμπορική προέλευση της άνω αλκοόλης και το έλλειμμα που βρέθηκε στις αποθήκες τους και ο σκοπός τους να αποστερήσουν το Δημόσιο από τους αναφερόμενους δασμούς, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλου στοιχείου, δ) αναφέρεται στο αιτιολογικό ότι οι δύο αναιρεσείοντες, (μητέρα και υιός), είναι ποινικά συνυπεύθυνοι, ως πραγματικοί συνδιαχειριστές και οι δύο φορολογικής αποθήκης επιχείρησης ποτοποιείου που λειτουργούσαν από κοινού στον ... και δεν ήταν απαραίτητο να αναφερθεί ποίος από αυτούς ήταν κάτοχος της αδείας και δικαιούχος του καθεστώτος τελωνειακής αποταμίευσης της αδασμολόγητης αλκοόλης, ε) για τη στοιχειοθέτηση της εν λόγω περιγραφείσας λαθρεμπορίας άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης, δεν ήταν απαραίτητη η αναφορά του τρόπου εισαγωγής και της χώρας προέλευσης της αλκοόλης, εκτός ή εντός ΕΕ, αφού η λαθρεμπορία των κατηγορουμένων έγινε κατά τις παραδοχές, με παράνομη διάθεση στην κατανάλωση στην αγορά της Ελλάδος 12.503,34 λίτρων άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης που είχαν αυτοί οι ίδιοι αγοράσει και παραλάβει για ποτά του ποτοποιείου τους, με ειδικό καθεστώς αναστολής, χωρίς δηλαδή την καταβολή του ΕΦΚ κλπ φόρων και με αγορά και κατοχή 2.571 λίτρων ένυδρου αλκοολικού υγρού με ποσότητα 1817,70 λίτρα άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης, με απώλεια του Δημοσίου των αναλογούντων για τις ποσότητες αυτές δασμών και φόρων κατανάλωσης και όχι εισαγωγικών δασμών, στ) με την παραδοχή στο αιτιολογικό ότι οι δύο αναιρεσείοντες, (μητέρα και υιός), είναι ποινικά συνυπεύθυνοι, διότι αποδείχθηκε ότι "ο δεύτερος κατηγορούμενος, ναι μεν παρακολουθούσε λογιστικά την παραπάνω- τυπικά ανήκουσα στην πρώτη κατηγορουμένη και μητέρα του- επιχείρηση, πλην όμως ασχολείτο παραλλήλως και με την παραγωγική διαδικασία, όντας εν τοις πράγμασι συνδιαχειριστής της", αιτιολογείται επαρκώς η κατά συναυτουργία τέλεση της άνω λαθρεμπορίας εκ μέρους και των δύο κατηγορουμένων και η ευθύνη και των δύο για την έξοδο των εμπορευμάτων από την αποθήκη τους στην κατανάλωση, όπως και για την ύπαρξη ελλείμματος αλκοόλης, και δεν ήταν απαραίτητο να αναφερθούν άλλα περιστατικά διάθεσης της ελλείπουσας αλκοόλης στην αγορά.
Άρα, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' (και Ε' κατ' εκτίμηση του δικογράφου) του ΚΠΔ, προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έρευνα, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 2/4-10- 2012 κοινή αίτηση των: α) Ε. Κ. του Θ. και β) Κ. Κ. του Ι., περί αναιρέσεως της 132/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Εύβοιας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ τον καθένα.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λαθρεμπορία αιθυλικής αλκοόλης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, Άρθρα 118, 155 παρ. 2, 157 παρ. 1 160 Ν. 2960/2001. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
|
Λαθρεμπορία
|
Λαθρεμπορία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 363/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Χ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μπαλίδη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 15419/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουνίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 757/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία έτη.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, είτε με τη χωρίς εναντίωση εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της κατ' αυτού υπόθεσης. Αν δε γίνει επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο ή αν η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία και δεν επέρχεται αναστολή της παραγραφής. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 154, 161 παρ. 1 και 162 του ΚΠΔ, σαφώς συνάγεται ότι η αρχή, περί απόδειξης της γενοµένης επίδοσης δι' αποδεικτικού (άρ.162), ως µοναδικού µέσου, κάμπτεται όχι µόνο στις περιπτώσεις που το αποδεικτικό προσβάλλεται ως πλαστό ή άκυρο, αλλά και όταν αυτό απωλεσθεί ή δεν υπάρχει στη δικογραφία γιατί αυτή µε απόφαση της αρµόδιας επιτροπής του δικαστηρίου που συγκροτήθηκε, βάσει του υπ' αρ. ν.δ. 120/1966, έχει πολτοποιηθεί, ή αν βεβαιώνεται η απώλεια ή η πολτοποίηση της δικογραφίας και το περιεχόμενο του αποδεικτικού εγγράφου, από υπηρεσιακή βεβαίωση του γραµµατέα ή του επιμελητή της αρμόδιας εισαγγελίας, με την οποία αποδεικνύεται η επίδοση του εγγράφου.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλει την 15419/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που τον καταδίκασε σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, σε φυλάκιση τριών ετών με τριετή αναστολή, για τους λόγους : α) υπερβάσεως εξουσίας (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ), γιατί το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε, με χρόνο τελέσεως την 1-6-2005, έχει υποπέσει σε πενταετή παραγραφή, διότι σε αυτόν το πρώτον του επιδόθηκε η κλήση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στις 7-12-2010, που αναφέρει για να δικασθεί σύμφωνα με προεπιδοθέν κλητήριο θέσπισμα, χωρίς όμως αυτός να έχει λάβει ποτέ κλητήριο θέσπισμα και χωρίς την ύπαρξη σχετικού αποδεικτικού επιδόσεως, παρά μόνον απλής βεβαίωσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας και β) παραβίασης δεδικασμένου αποφάσεων διοικητικών δικαστηρίων επί του ίδιου βεβαιωθέντος χρέους του και της με αρ. 2465/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αθωώθηκε αμετάκλητα, για την πράξη της αποδοχής εικονικών τιμολογίων (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ του ΚΠΔ) και γ) υπερβάσεως εξουσίας (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Η' περ.β του ΚΠΔ), για το λόγο ότι απορρίφθηκε υποβληθέν υπ' αυτού αίτημα αναβολής της δίκης, με επίλυση από το ποινικό δικαστήριο προκαταρκτικού ζητήματος χρεών, που υπαγόταν στην αρμοδιότητα του ΣτΕ, στο οποίο εκκρεμούσε αίτηση αναιρέσεώς του κατά της με αρ. 4081/2001 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, σχετικά με το βεβαιωθέν χρέος του από αποδοχή εικονικών τιμολογίων, ενώ με τη με αρ. 1294/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, έγινε δεκτό ότι τα επίμαχα εικονικά τιμολόγια ήταν νόμιμα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τον έλεγχο της βασιμότητας των ανωτέρω σχετικών λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, με την 4154/31-1-2011 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκε σε πρώτο βαθμό, παριστάμενος μετά δικηγόρου, σε φυλάκιση τριών ετών, για μη καταβολή χρεών ύψους 438.286,24 ευρώ, προς το Δημόσιο, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε την 1-6-2005, χωρίς ο κατηγορούμενος, να επικαλεσθεί μη επίδοση σε αυτόν του κλητηρίου θεσπίσματος και περαιτέρω πενταετή παραγραφή της πράξεως λόγω μη αναστολής αυτής.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο καταδικασθείς κατηγορούμενος άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα τη με αρ. 274/31-1-2011 τυπική έφεση, χωρίς ειδικό λόγο έφεσης, για μη επίδοση κλητηρίου θεσπίσματος και παραγραφή της πράξεως και η υπόθεση, μετ' αναβολή, εκδικάστηκε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, την 16-12-2011, ότε παρέστη ο εκκαλών κατηγορούμενος μετά πληρεξουσίου δικηγόρου, και πρότεινε: α) αναβολή της δίκης, μέχρι να εκδοθεί απόφαση του ΣτΕ επί ασκηθείσας αναιρέσεως της Α.Ε. που αυτός εκπροσωπούσε κατά αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή της ΑΕ κατά αποφάσεως επιβολής προστίμου ΚΒΣ του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, από την οποία πηγάζουν και τα επίδικα καθυστερούμενα χρέη προς το Δημόσιο και β) παραγραφή της πράξεως, λόγω μη αναστολής της παραγραφής σε οκταετή, για το λόγο ότι δεν του επιδόθηκε ποτέ το κλητήριο θέσπισμα. Το δικάσαν σε δεύτερο βαθμό, Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 15419/16-12-2011 απόφασή του, απέρριψε το άνω αίτημα αναβολής της δίκης και τον προβληθέντα ως παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό, περί παραγραφής της πράξεως με την παρακάτω, κατά πιστή αντιγραφή, αιτιολογία: "Από το 7210/29-11-2011 έγγραφο της Γραμματέας του Β' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, που με μέριμνα της Εισαγγελίας συσχετίστηκε με την υπό κρίση υπόθεση, αποδεικνύεται ότι η 73/03-01-2005 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΚΕ Τεχνική Εταιρία ΑΕ", της οποίας ο εκκαλών κατηγορούμενος τυγχάνει διευθύνων σύμβουλος, συζητήθηκε, μετά από πολλές αναβολές, στις 16-11-2011, ενώ παραμένει άγνωστος ο χρόνος που θ' απαιτηθεί για τη δημοσίευση της απόφασης. Σημειωτέον ότι η άνω αναίρεση στρέφεται κατά της 959/28-05-2004 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε τελεσίδικα η προσφυγή της άνω ανώνυμης εταιρίας κατά της 191/25-09-1995 αποφάσεως επιβολής προστίμου ΚΒΣ του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, από την οποία πηγάζουν τα βεβαιωμένα προς το Δημόσιο χρέη της εν λόγω εταιρίας, της οποίας, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο εκκαλών κατηγορούμενος τυγχάνει διευθύνων σύμβουλος. Επομένως, και έχοντας ως δεδομένο ότι ο χρόνος τέλεσης της υπό κρίση πράξης είναι η 1η Ιουνίου του 2005 επιβάλλεται να συζητηθεί η υπό κρίση έφεση, με τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά την κυρίαρχη κρίση του Δικαστηρίου είναι ικανά να οδηγήσουν, με βάση την αρχή της ηθικής απόδειξης, στον σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης. Κατόπιν αυτών, το υπό κρίση αίτημα πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά βάσιμο. Περαιτέρω, από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη, την 1-6-2005, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) χρεών του προς το Δημόσιο (και συγκεκριμένα στη ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης), για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών. Συγκεκριμένα, ως διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΚΕ Τεχνική Εταιρία ΑΕ", με έδρα την ΒΙ.ΠΕ. Σίνδου, δεν κατέβαλε τα παρακάτω ποσά, το ύψος των οποίων συνολικώς ανέρχεται σε 438.301,99 ευρώ, ήτοι υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ, που αφορούν σε λοιπούς φόρους και χρέη γενικά και που αναλυτικά διαλαμβάνονται στον επισυναπτόμενο πίνακα χρεών (όπου μνημονεύεται και η αιτία εκάστης οφειλής), αποτελούντα αναπόσπαστο μέρος της παρούσας. Συγκεκριμένα το καταβλητέο στις 31-01-2005 ποσό ανέρχονταν σε 438.401,99 € και καθυστέρησε την καταβολή του για χρονικό διάστημα πέραν των τεσσάρων μηνών, δηλαδή πέραν της 01-06-2005. Ο επισυναπτόμενος πίνακας χρεών (όπου μνημονεύεται και η αιτία εκάστης οφειλής) έχει ως εξής:
Α/Α Α.Φ.Μ. Στοιχεία Βεβαίωσης Αρχική βεβαίωση Ληξιπρ. Κεφάλαια ΣΥΝΟΛΟ ΑΠΑΙΤΗΤΟ Τρόπος πληρωμής Αριθ. Ημερ. Ηαεο. Διαγραφέν ΑΠΑΙΤΗΤΟ Αρ.ληξιπ.Δόσεων Ιδιότητα Οικον. Έτος Εισπραχθέν Συνεισπραττόμενα Ημ/νια λήξης Α' δλισγδόσης Ε ίδος φόρου Υπολ. Οφειλής Α'δόσης οφειλής Ημ/νια λήξης τελ. δόσης 1 094146142 ΔΙΕΥΘΥΝΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ 5832/10-11-2004 1993 ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΚΒΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ 285.260,00 0,00 0,00 285.260,00 285.260,00 153.041,99 438.301,99 2 Μηνιαίες Δόσεις 2 31/12/2004 31/01/2005 ΣΥΝΟΛΑ 285.260,00 0,00 0,00 285.260,00 285.260,00 153.041,99 438.301,99 ΣΥΝΟΛΟ: ΤΕΤΡΑΚΟΣΙΕΣ ΤΡΙΑΝΤΑ ΟΚΤΩ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΤΡΙΑΚΟΣΙΑ ΕΝΑ ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΕΝΕΝΗΝΤΑ ΕΝΝΕΑ ΛΕΠΤΑ Σημειωτέον ότι το άνω ποσό έχει μειωθεί κατά κεφάλαιο κατά το ποσό των 10,25 ευρώ και ως εκ τούτου το οφειλόμενο ως κεφάλαιο ποσό παραμένει αμετάβλητο, ενώ το οφειλόμενο ποσό των προσαυξήσεων μειώθηκε από 153.041,99 ευρώ σε 153.036,49 ευρώ, δηλαδή το συνολικά οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε 438.286,24 ευρώ. Ο αυτοτελής ισχυρισμός περί συμπλήρωσης του χρόνου της πενταετούς παραγραφής μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον η πράξη αποδεικνύεται ότι τελέστηκε στις 01-06-2005 και το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 12-04-2010, δηλαδή πριν τη συμπλήρωση της πενταετίας. Περαιτέρω το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αθωώθηκε για την πράξη της αποδοχής εικονικών τιμολογίων, για τα οποία επιβλήθηκε από τη ΦΑΕ Θεσσαλονίκης πρόστιμο και αποτελεί την αιτία του οφειλόμενου πλέον των προσαυξήσεων χρέους, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον πρόκειται για διαφορετικά ποινικά αδικήματα.
Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που προβλέπεται και τιμωρείται στο άρθρο 25§1 Ν. 1882/1990 ως αντικ. το άρθρο αυτό από τις διατάξεις του άρθρου 23§1γ του Ν. 2523/1997 και περαιτέρω η παρ.1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/90 από την παρ.1 του αρθρ. 34 του Ν. 3220/2004, του οποίου πληρούται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση".
Με τις παραπάνω παραδοχές, το δικάσαν σε δεύτερο βαθμό Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 15419/2011 απόφασή του: α) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και χωρίς να υπερβεί την εξουσία του, απέρριψε το υποβληθέν αίτημα αναβολής της δίκης για να αποφανθεί προηγουμένως το ΣτΕ επί ασκηθείσας αναιρέσεως της Α.Ε., που εκπροσωπούσε ο κατηγορούμενος κατά αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή της ΑΕ κατά αποφάσεως επιβολής στον κατηγορούμενο προστίμου ΚΒΣ για αποδοχή εικονικών τιμολογίων, στα οποία στηρίζεται και το βεβαιωθέν και καθυστερούμενο προς το Δημόσιο χρέος του. Με την απόρριψη του αιτήματος αυτού, δε συνάγεται ότι το δικαστήριο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρεπιμπτόντως προκαταρκτικό ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, αλλά υπαγόταν στη δικαιοδοσία του ΣτΕ και έτσι το δικαστήριο δεν υπερέβη, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' α, β του ΚΠΔ, την εξουσία του, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, β) δεν παραβιάστηκε το, από την επικαλούμενη με αρ. 2465/2001 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που αθώωσε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων(τιμολογίων), προκύπτον δεδικασμένο, διότι κατά το άρθρο 57 του ΚΠΔ, το δεδικασµένο εξαντλείται όχι στην ταυτότητα του εγκλήματος, αλλά στην ταυτότητα της αξιοποίνου πράξεως για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και δεν εμποδίζεται νέα δίωξη για άλλη αξιόποινη πράξη που δεν κρίθηκε, όπως εδώ της μη καταβολής προς το Δημόσιο βεβαιωμένων χρεών που στηρίζονται σε πρόστιμο ΚΒΣ, έστω και εάν στα στοιχεία της πράξεως αυτής περιλαμβάνεται και εκείνο που επίσης απετέλεσε στοιχείο του κριθέντος εγκλήματος αποδοχής εικονικών τιμολογίων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ανωτέρω με αρ. 2465/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Δεν υφίσταται δηλαδή στα εν λόγω δύο αδικήματα ταυτότητα πράξεως και ως εκ τούτου δεν απορρέει δεδικασµένο, διότι τα περισσότερα αποτελέσματα µιας φυσικής πράξεως της αποδοχής εικονικών τιμολογίων έχουν αυτοτελή υλική υπόσταση και αποτελούν εξωτερικώς αφενός έγκλημα αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων και αφετέρου μη καταβολής βεβαιωθέντων χρεών προς το Δημόσιο από βεβαιωθέν μεταγενέστερα στην αρμόδια ΔΟΥ πρόστιμο για την παραπάνω φορολογική παράβαση, που δεν τέθηκε υπό την κρίση του δικαστηρίου. γ) Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως η αξιόποινη πράξη που καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, έχει χρόνο τελέσεως την 1-6-2005 και το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 12-4-2010, πριν συμπληρωθεί πενταετία, ήτοι ανεστάλη η κύρια διαδικασία επί τριετία. Επομένως ορθά κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στις 16-12-2011 που εκδικάστηκε η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είχε συμπληρωθεί οκταετία και επομένως δεν είχε παραγραφεί η ανωτέρω αξιόποινη πράξη και ορθώς απορρίφθηκε προβληθείς από τον κατηγορούμενο αυτοτελής ισχυρισμός περί παραγραφής της πράξεως. Το γεγονός ότι στη δικογραφία δεν υπάρχει το επικαλούμενο στις παραδοχές για αναστολή παραγραφής επί τριετία, από 6-4-2010, αποδεικτικό επιδόσεως προς τον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος, δεν αναιρεί την ορθότητα της παραπάνω κρίσεως, αφού από το υπάρχον στη δικογραφία με αρ. ΕΓ 32-09-308-3575 Κλητήριο Θέσπισμα και από την υπάρχουσα στη δικογραφία από 15-12-2011 βεβαίωση της επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ..., προκύπτει βεβαίωση της εν λόγω αρμόδιας για τις επιδόσεις υπαλλήλου, σύμφωνα με την οποία "προκύπτει από το βιβλίο χρεώσεων κλήσεων του γραφείου της Εισαγγελίας ότι χρεώθηκα το ΕΓ 32-09-308-3575 Κλητήριο Θέσπισμα, προκειμένου να επιδοθεί στον κατηγορούμενο Κ. Χ., στην οδό ... και την ίδια ημέρα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο το παραπάνω αναφερόμενο Κλητήριο Θέσπισμα, και στις 12-4-2010 παραδόθηκε στο αρμόδιο γραφείο προσδιορισμού 155, προκειμένου να συσχετισθεί στη δικογραφία". Ήτοι, λόγω απώλειας του σχετικού αποδεικτικού επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για το εν λόγω αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, αποδεικνύεται παραδεκτά η γενόμενη την 6-4-2010 επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, από το παραπάνω διαδικαστικό έγγραφο της δικογραφίας (την από 15-12-2011 βεβαίωση της επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης) και εντεύθεν προκύπτει η επελθούσα αναστολή της παραγραφής της πράξεως που τελέστηκε την 1-6-2005, με την επίδοση αυτή, την 6-4-2010, προ της παρέλευσης δηλαδή της πενταετίας, οπότε ορθά και απορρίφθηκε κατά τα παραπάνω ο ισχυρισμός περί παραγραφής της πράξεως, αφού κατά την εκδίκαση της υποθέσεως την 16-12-2011 δεν είχε παρέλθει ούτε η οκταετία (5+3 έτη).
Επομένως, οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ' και Η' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.3 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 18/14-6-2012 αίτηση του Χ. Κ. του Κ., για αναίρεση της 15419/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη Καταβολή Χρεών στο Δημόσιο. 1. Νόμιμη η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο και άρα νόμιμη η αναστολή της πενταετούς παραγραφής. 2. Όταν το αποδεικτικό επιδόσεως κλητηρίου θεσπίσματος απωλεσθεί ή δεν υπάρχει στη δικογραφία, γιατί αυτή με απόφαση της αρμόδιας επιτροπής του δικαστηρίου που συγκροτήθηκε, βάσει του υπ' αρ. ν.δ. 120/1966, έχει πολτοποιηθεί, ή αν βεβαιώνεται η απώλεια ή η πολτοποίηση της δικογραφίας και το περιεχόμενο του αποδεικτικού εγγράφου, αποδεικνύεται η επίδοση του εγγράφου και από σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση του επιμελητή ή γραμματέα της αρμόδιας εισαγγελίας (ΑΠ 667/2002). 3. Κατά το άρθρο 57 του ΚΠΔ, το δεδικασμένο εξαντλείται όχι στην ταυτότητα του εγκλήματος, αλλά στην ταυτότητα της αξιοποίνου πράξεως για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και δεν εμποδίζεται νέα δίωξη για άλλη αξιόποινη πράξη που δεν κρίθηκε, όπως εδώ της μη καταβολής προς το Δημόσιο βεβαιωμένων χρεών που στηρίζονται σε πρόστιμο ΚΒΣ, έστω και εάν στα στοιχεία της πράξεως αυτής περιλαμβάνεται και εκείνο που επίσης απετέλεσε στοιχείο του κριθέντος με αμετάκλητη απόφαση εγκλήματος αποδοχής εικονικών τιμολογίων, για το οποίο επιβλήθηκε το πρόστιμο. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο
|
Κλητήριο θέσπισμα, Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 361/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Ν. Μ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κεχαγιόγλου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 26, 27, 49, 57/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Γ. Κ. του Σ. και 2. Ν. Κ.-Χ. του Α., κάτοικοι ..., που δεν παρέστησαν.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιουλίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 965/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 349 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, απόκειται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου, το οποίο, όμως, αν υποβληθεί τέτοιο αίτημα, οφείλει να απαντήσει σ' αυτό, διότι άλλως δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα. Για την απόρριψη του αιτήματος αυτού, κατά το άρθρο 139 εδ. γ του ΚΠΔ, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να διαλάβει στην παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι διαφορετικά δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ως άνω Κώδικα. Αν ακολούθως το δικαστήριο, χωρίς προηγουμένως να απαντήσει ή να απορρίψει ορθά και αιτιολογημένα το αίτημα της αναβολής, προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει στην πλημμέλεια της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 26, 27, 49, 57/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών, στην αρχή της διαδικασίας, πριν συγκροτηθεί το μικτό ορκωτό δικαστήριο, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αθηνών Δ. Α., ως άγγελος, ο οποίος και υπέβαλε αίτημα αναβολής για λογαριασμό του απόντος πρώτου εκκαλούντος κατηγορουμένου Ν. Μ. - νυν αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα δήλωσε ότι "Ο απών κατηγορούμενος δεν μπορεί να εμφανισθεί σήμερα στο δικαστήριο και να υπερασπισθεί τον εαυτό του, διότι βρίσκεται στη Γερμανία φυλακισμένος, προσκόμισε δε και το από 25-1-2011 πιστοποιητικό κράτησης της δικαστικής φυλακής Ηύνφελντ, το οποίο αναγνώσθηκε, αλλά και επειδή ο συνήγορος δικηγόρος του Αλέξιος Κούγιας, αδυνατεί να εμφανισθεί ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη σημερινή δικάσιμο επειδή έχει άλλο δικαστήριο και μπορεί να βρεθεί και στο Βέλο Κορινθίας, γιατί η μητέρα του είναι άρρωστη", στη συνέχεια δε ο ίδιος δικηγόρος Δ. Α., σε σχετική ερώτηση της προέδρου του δικαστηρίου, απάντησε ότι δεν υπάρχει έγγραφο, από το οποίο να προκύπτει η επικαλούμενη από αυτόν απασχόληση του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατηγορουμένου, ούτε η ιδιότητα αυτού ως πληρεξουσίου, ούτε για την επικληθείσα ασθένεια της μητέρας αυτού. Ακολούθως, μετά από πρόταση του εισαγγελέα της έδρας για απόρριψη του άνω αιτήματος αναβολής, το δικαστήριο της ουσίας (το εκ τακτικών δικαστών) απέρριψε το παραπάνω υποβληθέν παραδεκτά αίτημα αναβολής και προχώρησε στην κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως, με ωσεί παρόντα τον καταδικασθέντα από το μικτό ορκωτό Εφετείο πρώτο εκκαλούντα κατηγορούμενο, με την εξής αιτιολογία: "Το αίτημα για την αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, λόγω σημαντικών αιτιών που συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και ανάγονται στο γεγονός της αδυναμίας εμφάνισής του ενώπιον του Δικαστηρίου, λόγω της κράτησής του σε φυλακή στη Γερμανία, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο έγγραφο που αναγνώσθηκε θεωρείται πιθανός χρόνος απόλυσης αυτού η 1-11-2013, οπότε και θα έχει παραγραφεί η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, που τελέσθηκε την 20-8-2003. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε η αδυναμία εμφάνισης του πληρεξουσίου δικηγόρου του, καθόσον η απλή αναγγελία του κωλύματος αυτού, λόγω ανειλημμένων επαγγελματικών υποχρεώσεων σε άλλο δικαστήριο, καθώς και η ασθένεια της μητέρας του, που πιθανόν να απαιτεί την παρουσία του κοντά της, δεν αρκεί για την αποδοχή κατ' ουσίαν του σχετικού αιτήματος αφού δεν ενισχύεται από κάποιο έγγραφο που να αποδεικνύει πράγματι την παρουσία του συνηγόρου σε άλλο δικαστήριο και την ανάγκη της παρουσίας του σε εκείνο το Δικαστήριο, σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, ούτε εξάλλου από ιατρικό πιστοποιητικό προκύπτει η νόσος της μητέρας του, η σοβαρότητα της κατάστασης της υγείας της και η ανάγκη εξαιτίας της κατάστασης αυτής για την παραμονή του κοντά της. Εξάλλου επειδή η εκδίκαση της έφεσης του πρώτου κατηγορουμένου κατά της 19-23/2007 απόφασης του ΜΟΔ Αμαλιάδας, είχε ορισθεί για τη συνεδρίαση του δικαστηρίου τούτου την 11-2-2009, οπότε ο κατηγορούμενος, που είχε κλητευθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεν εμφανίσθηκε, αλλά εκπροσωπούμενος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ζήτησε την αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, που αφορούσαν το ίδιο. Το αίτημα αυτό έγινε κατ' ουσίαν δεκτό και αναβλήθηκε αορίστως η δίκη. Ακολούθως ορίσθηκε από τον Εισαγγελέα Εφετών Πατρών νέα δικάσιμος προς εκδίκαση της υπόθεσης η 25-11-2010, κατά την οποία ο κατηγορούμενος, που είχε κλητευθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεν εμφανίσθηκε, αλλά για λογαριασμό του εμφανίσθηκε η μητέρα του η οποία ζήτησε την αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, για λόγους που αφορούσαν το ίδιο. Το αίτημα αυτό έγινε κατ' ουσίαν δεκτό και αναβλήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης για τη σημερινή δικάσιμο.
Συνεπώς και αφού δεν εμφανίσθηκε, όπως ήδη αναφέρθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος και απορρίφθηκε το αίτημα αναβολής που υπέβαλε, πρέπει να θεωρηθεί παρών και να δικασθεί κατ' ουσίαν η υπόθεση (Ολ.ΑΠ 8/2006)".
Η παραπάνω αιτιολογία, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής, για λόγο που αφορούσε στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αλλά και του εξουσιοδοτημένου συνηγόρου του, ως αβάσιμο, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους έπρεπε να απορριφθεί το αίτημα αναβολής της δίκης λόγω απουσίας του κατηγορουμένου στη Γερμανία και οι λόγοι για τους οποίους δεν αποδείχθηκε η αδυναμία εμφάνισης στο δικαστήριο του ορισθέντος πληρεξουσίου δικηγόρου του, ενώ η επίκληση στο αιτιολογικό της βεβαιότητας παραγραφής του πλημμελήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, την 20-8-2011, αφού ο κατηγορούμενος θα κρατείτο στις φυλακές της Γερμανίας μέχρι 1-11-2013, δεν ήταν αποκλειστική, αφού το δικαστήριο αναφέρει στο άνω αιτιολογικό του, ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει προηγουμένως και του είχε δοθεί αναβολή, κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, για λόγους που αφορούσαν τον ίδιο, άλλες δύο φορές, στις 11-2-2009 και στις 25-11-2010, ήτοι προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε εξαντλήσει το κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ δικαίωμά του για υποβολή αιτήματος αναβολής επί δύο φορές, αφού κατά το άνω άρθρο 349 παρ.4 εδ. β ΚΠΔ, κάθε άλλη, μετά τη δεύτερη αναβολή, απαγορεύεται και το δικαστήριο μπορεί μόνο να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για 15 το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές, πράγμα που δε ζητήθηκε από τον αποσταλμένο άγγελο δικηγόρο του κατηγορουμένου. Άλλωστε, το υπερασπιστικό δικαίωμα του απολειπόμενου κατηγορουμένου, να ζητεί στις 9-2-2011 τρίτη αναβολή, μετά χορήγηση ήδη σε αυτόν δύο αναβολών, με δεδομένο χρόνο τελέσεως των τεσσάρων πλημμελημάτων που κατηγορείτο την 20-8-2003, δεν πρέπει να εξικνείται, με την απειλούμενη ως παραπάνω παραγραφή σε ματαίωση της αξιώσεως της πολιτείας προς εκδίκαση και τιμωρία του ποινικού αδικήματος που διαπράχθηκε.
Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής και για υπέρβαση εξουσίας και παραβίαση του άρθρου 6 παρ.3 της ΕΣΔΑ και 14 παρ.3δ του ΔΣ/ΑΠΔ, λόγω του ότι το δικαστήριο προχώρησε στην κατ' ουσίαν εκδίκαση της εφέσεώς του, με διορισμό αυτεπάγγελτα από τον οικείο κατάλογο δικηγόρων συνηγόρου υπερασπίσεώς του, χωρίς την αυτοπρόσωπη παρουσία του ιδίου ή τουλάχιστον δικηγόρου της επιλογής του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ.1 του ΠΚ, ορίζεται ότι, "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικά μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικά δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Ο δόλος γενικά διαγιγνώσκεται από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, πρέπει δε να κατευθύνεται προς την αφαίρεση της ζωής άλλου και αρκεί για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της άνω ανθρωποκτονίας και ενδεχόμενος δόλος. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του πιο πάνω άρθρου 299 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση κατά τη έννοια της διατάξεως, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ.2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρ. 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως η οποία τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 26, 27, 49, 57/2011 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών, κηρύχθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Ν. Μ., ένοχος των αξιοποίνων πράξεων, απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση, επικίνδυνης σωματικής βλάβης, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας κατά συρροή και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα ετών και δεκαπέντε μηνών. Στο αιτιολογικό του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όσον αφορά τον νυν αναιρεσείοντα κατηγορούμενος Ν. Μ., διαλαμβάνονται κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στον ... οι παθόντες - σύζυγοι διατηρούν και εκμεταλλεύονται ξενοδοχείο, στο ισόγειο του οποίου λειτουργεί εστιατόριο, καθώς και κατάστημα πώλησης τουριστικών ειδών. Το 2001, μεταξύ του παθόντος και του εκπροσώπου της Ολλανδικής εταιρείας με την επωνυμία "Hotel Plan International Travel Organigation LMD", είχε καταρτισθεί σύμβαση μίσθωσης εγγυημένης κράτησης (commitment) με βάση την οποία ο παθών εκμίσθωσε στην τελευταία το παραπάνω ξενοδοχείο για τις τουριστικές περιόδους 2002, 2003 και 2004, με κατ' αποκοπή μίσθωμα για το συνολικό χρόνο της ίδιας σύμβασης το ποσόν των 358.034 ευρώ. Η σύμβαση αυτή ήταν εξαιρετικά επωφελής για τους παθόντες, αφού είχαν εξασφαλίσει για τρία χρόνια μίσθωμα για το ξενοδοχείο τους, για το σύνολο των δωματίων του, ανεξάρτητα από τα άτομα που θα διέμεναν σ' αυτό. Την ίδια χρονική περίοδο τέτοια μισθωτική σύμβαση δεν είχε καταρτισθεί με άλλους επιχειρηματίες ξενοδόχους, των οποίων οι σχετικές συμβάσεις είχαν ετήσια διάρκεια. Την 20-8-2003 και περί ώρα 23.15 οι παθόντες βρίσκονταν στο ισόγειο του ξενοδοχείου τους και ειδικότερα η παθούσα στο χώρο αυτού, όπου λειτουργεί, όπως προαναφέρθηκε, το κατάστημα πώλησης τουριστικών ειδών και πλησίον αυτής στο χώρο του εστιατορίου ο παθών σύζυγός της. Στους ίδιους χώρους περιφέρονταν και αλλοδαποί τουρίστες, ένοικοι του ξενοδοχείου, καθώς και οι εργαζόμενοι σ' αυτό. Την ίδια χρονική στιγμή εισήλθε στον προαναφερόμενο χώρο ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος φορούσε καπέλο και σκούρα γυαλιά ηλίου, κρατούσε δε στα χέρια του ένα ξύλινο ρόπαλο, μήκους 0,50 cm και πλησίασε την παθούσα, την οποία έπληξε με το ρόπαλο στο κεφάλι και στο δεξί χέρι της, προκαλώντας σ' αυτήν βαθύ θλαστικό τραύμα ΔΕ μετωπιαίας βρεγματικής χώρας (ΚΕΚ), κάκωση δεξιού αντιβραχίου. Αντιλαμβανόμενος ο σύζυγος της το γεγονός έσπευσε στο σημείο που συνέβη τούτο, από το οποίο απείχε ελάχιστα μέτρα, έπιασε τον πρώτο κατηγορούμενο από το πίσω μέρος του σώματός του, εκείνος γύρισε αμέσως το σώμα του και οι δύο άνδρες βρέθηκαν αντιμέτωποι. Τότε ο πρώτος κατηγορούμενος έπληξε με το ίδιο ρόπαλο τον παθόντα στο κεφάλι, ο οποίος έπιασε με τα χέρια του το ρόπαλο, προσπαθώντας να το αποσπάσει από τα χέρια του πρώτου κατηγορούμενου και αυτός να το διατηρήσει στην κατοχή του. Έτσι, συμπλέκονταν οι δύο άνδρες, με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος ο παθών ανάσκελα και πάνω του ο πρώτος κατηγορούμενος, κρατώντας και οι δύο το ξύλινο ρόπαλο, ο οποίος (πρώτος κατηγορούμενος) απευθυνόμενος προς τον παθόντα είπε τη φράση "άσε το ρόπαλο γιατί θα σε σκοτώσω". Την ίδια στιγμή και ενώ οι δυο άντρες πάλευαν ο Σ. Μ., γυιός της παθούσας, που βρίσκονταν στο εστιατόριο και αντιλήφθηκε το περιστατικό, πήρε ένα μπουκάλι και έσπευσε στο χώρο, όπου τούτο εξελισσόταν, προκειμένου να χτυπήσει τον πρώτο κατηγορούμενο και να προστατεύσει τον πατρυιό του παραπάνω παθόντα. Η κίνησή του αυτή έγινε αντιληπτή από τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος έβγαλε από τη ζώνη του ένα πιστόλι, διαμετρήματος 9mm και στρέφοντας τούτο προς τον προαναφερόμενο, Σ. Μ., απηύθυνε σ' αυτόν τη φράση "κάνε πίσω γιατί θα σας σκοτώσω όλους" και πράγματι ο τελευταίος επειδή φοβήθηκε απομακρύνθηκε από το χώρο όπου το περιστατικό εξελισσόταν. Τότε ο κατηγορούμενος έστρεψε το όπλο προς τον παθόντα, που εξακολουθούσε να βρίσκεται ανάσκελα στο έδαφος και να κρατάει μαζί με τον ίδιο (κατηγορούμενο) το ξύλινο ρόπαλο και από απόσταση 0,40cm πυροβόλησε σημαδεύοντας το κεφάλι του τελευταίου, με σκοπό να τον σκοτώσει, πλήττοντας αυτόν στο άνω χείλος προκαλώντας του διαμπερές τραύμα (άνω χείλους). Ακολούθως και ενώ ο παθών τραυματισμένος πλέον δεν είχε τη δυνατότητα να αντιδράσει, άφησε τα ρόπαλο, το οποίο πήρε ο κατηγορούμενος και έφυγε τρέχοντας, επιβιβάσθηκε δε σε δίκυκλη μοτοσυκλέτα, πού βρισκόταν σε μικρή απόσταση έξω από το ξενοδοχείο, με τον κινητήρα αυτής σε λειτουργία και οδηγό άγνωστο άτομο και απομακρύνθηκαν. Το θανατηφόρο αποτέλεσμα δεν επήλθε από λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση του δράστη, επειδή αστόχησε στη βολή του λόγω του ότι ο παθών που βρισκόταν στο δάπεδο κινούσε το κεφάλι του και δεν κατάφερε να τον πλήξει σε πλέον καίριο σημείο τούτου. Οι παθόντες καθώς και παραπάνω Σ. Μ. κατέθεσαν για το περιστατικό προανακριτικά, περιγράφοντας τον κατηγορούμενο ως ένα άγνωστο άτομο ψηλό, γεροδεμένο, μελαχρινό, ηλικίας 35 ετών και Έλληνα, περιγραφή που ταιριάζει με τα εξωτερικά στοιχεία αυτού. Το Σεπτέμβριο του 2003 στο Αστυνομικό Τμήμα Λαγανά Ζακύνθου περιήλθε η πληροφορία από τηλεφώνημα ανώνυμου άνδρα ότι δράστης των παραπάνω πράξεων είναι ο πρώτος κατηγορούμενος. Έτσι κλήθηκε ο Σ. Μ., επειδή οι παθόντες απουσίαζαν στο εξωτερικό, στο Α.Τ. Λαγανά προκειμένου να αναγνωρίσει το δράστη ο οποίος βρισκόταν έξω από το γραφείο του διοικητή με άλλα άτομα και αστυνομικούς με πολιτική περιβολή. Ο τελευταίος αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το δράστη των παραπάνω πράξεων, χωρίς να εκφράσει απόλυτη βεβαιότητα, εκατό τοις εκατό προς τούτο, τον οποίο όπως κατέθεσε είχε συναντήσει σε κάποιο γυμναστήριο όπου γυμναζόταν αυτός και ο κατηγορούμενος. Στην κατάθεσή του όμως στον ανακριτή Ζακύνθου εξέφρασε την απόλυτη βεβαιότητα περί του ότι δράστης είναι ο πρώτος κατηγορούμενος, όπως και στην κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και του δικαστηρίου τούτου. Οι παθόντες, όταν επέστρεψαν στη Ζάκυνθο, κλήθηκαν την 25-10-2003 στο Α.Τ. Λαγανά, όπου βρισκόταν ο πρώτος κατηγορούμενος στον ίδιο παραπάνω χώρο, με τρίτα άτομα και ανεπιφύλακτα αναγνώρισαν στο πρόσωπό του το δράστη των πράξεων που προαναφέρθηκαν σε βάρος τους, όπως κατέθεσαν άλλωστε ενώπιον και του ανακριτή Ζακύνθου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και του δικαστηρίου τούτου. Καμία σχέση δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε μεταξύ των παθόντων, του Σ. Μ. και του κατηγορούμενου. Ο τελευταίος από το 2000 εργαζόταν τους θερινούς μήνες ως υπάλληλος στην επιχείρηση εκμίσθωσης μηχανοκίνητων μέσων, που διατηρούν στην περιοχή Πλάνο-Τσιλιβί Ζακύνθου οι Κ. Μ. και Α. Τ. και έχουν συστήσει προς τούτο ομόρρυθμη εταιρεία, όπου και διέμενε σε μισθωμένη οικία και τον υπόλοιπο χρόνο κατοικεί στο Π. Φάληρο Αττικής. Το 2003 ο κατηγορούμενος έγινε μέλος της παραπάνω εταιρείας με ποσοστό 15 ο/ο. Οι μάρτυρες Κ. Μ. και Α. Τ. εργοδότες του στο παρελθόν και συνεταίροι το 2003, οπότε και τελέσθηκαν οι παραπάνω πράξεις, κατέθεσαν ενώπιον του ανακριτή Ζακύνθου ότι αποκλείεται να είναι δράστης τούτων ο κατηγορούμενος, επειδή τον Αύγουστο, που τελέσθηκαν οι πράξεις η επιχείρησή τους έχει μεγάλη κίνηση πελατών και ήταν αδύνατον να λείψει βραδινή ώρα ο κατηγορούμενος, όπως δεν έλειπαν και αυτοί, χωρίς να είναι σε θέση να καταθέσουν που βρισκόταν την προαναφερόμενη ημερομηνία και ώρα, συγκεκριμένα. Ενώπιον όμως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για πρώτη φορά, σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά το ένδικο περιστατικό, καταθέτουν με απόλυτη βεβαιότητα ότι ήταν στην επιχείρηση το βράδυ εκείνο και μάλιστα ήταν απασχολημένος στον υπολογιστή του. Οι καταθέσεις αυτές δεν είναι πειστικές ως προς την αλήθειά τους σε σχέση με την παρουσία του κατηγορουμένου στον επαγγελματικό τους χώρο, καθόσον σύμφωνα με την κοινή λογική, δεν είναι δυνατόν να θυμάται κάποιος μετά παρέλευση περίπου τεσσάρων ετών ένα τέτοιο περιστατικό, που δεν έχει κάποια ιδιαιτερότητα, ώστε να παραμένει στη μνήμη του για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο πρώτος κατηγορούμενος ενώπιον του ανακριτή Ζακύνθου αρνήθηκε τις πράξεις που του αποδίδονται και κατέθεσε ότι "είναι απόρροια του ανταγωνισμού που υπάρχει στη δουλειά μας επειδή έχω μεγάλο κύκλο πελατών στη Ζάκυνθο και είμαι γνωστός, όποιος το έκανε, το έκανε για να με βλάψει επαγγελματικά". Επίσης αρνήθηκε τις πράξεις του απολογούμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Οι ισχυρισμοί του αυτοί δεν είναι πειστικοί, καθ' όσον αυτός, υπάλληλος της επιχείρησης των προαναφερομένων υπήρξε από το 2000 που αναζήτησε εργασία στη Ζάκυνθο και για δύο χρόνια απασχολήθηκε ως υπάλληλος και μόλις το 2003 όταν συνέβη το περιστατικό έγινε μέλος της ομόρρυθμης εταιρείας, γεγονός το οποίο δεν αποδείχθηκε ότι έγινε γνωστό στους λοιπούς επαγγελματίες της Ζακύνθου, που ασκούσαν παρόμοια δραστηριότητα και ότι επειδή είχε πολλούς πελάτες, κάποιος θέλησε να τον βλάψει. Αν υπήρχαν λόγοι ανταγωνισμού θα έπρεπε να στρέφονται κατά των Κ. Μ. και Α. Τ., που ασκούν την ίδια εμπορική δραστηριότητα από το 1990 και ήταν γνωστοί στο νησί. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι μετά το συμβάν δεν είναι μέλος της παραπάνω εταιρείας. Ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στην παθούσα Γ. Κ. με σκοπό να της προκαλέσει σωματική βλάβη επειδή τρίτο πρόσωπο, προφανώς ανταγωνιστής αυτής, για επαγγελματικούς λόγους του ζήτησε να προβεί σ' αυτήν την πράξη έναντι αμοιβής. Ο τρόπος δε με τον οποίο τελέστηκε η πράξη αυτή, πλήγμα με ξύλινο ρόπαλο και το ευπαθές σημείο του σώματος της παθούσας που επλήγη δηλαδή το κεφάλι, μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο της ζωής της.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, σε βάρος της Γ. Κ.. Ο ίδιος κατηγορούμενος όταν αποφάσισε και διέπραξε την απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε βάρος του Ν. Κ.-Χ., βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, που του επέτρεπε να σταθμίσει τα αίτια που τον ωθούσαν στην τέλεση της και εκείνων που τον απέτρεπαν από αυτήν. Ο ανθρωποκτόνος σκοπός του προκύπτει από τα μέσα που χρησιμοποίησε, ξύλινο ρόπαλο και πιστόλι, τον τραυματισμό που προκάλεσε στον παθόντα, τον οποίο στόχευσε από απόσταση 0,40 cm στο κεφάλι, αφού τον είχε πλήξει με το ρόπαλο επίσης στο κεφάλι, αν δεν αστοχούσε δε επειδή κούνησε το κεφάλι του ο παθών θα επήρχετο ο θάνατος αυτού. Έτσι ο σχετικός επικουρικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η πράξη που του αποδίδεται είναι επικίνδυνη σωματική βλάβη πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ο επικουρικώς προβληθείς ισχυρισμός του ίδιου κατηγορουμένου ότι βρισκόταν σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής όταν αποφάσισε και εκτέλεσε την παραπάνω πράξη, επειδή διαπληκτιζόταν με τον παθόντα και κινήθηκε σε βάρος του απειλητικά ο Σ. Μ., γεγονότα που του δημιούργησαν αιφνίδια υπερένταση συναισθημάτων φόβου και πανικού, καθόσον ο ψύχραιμος και αποφασιστικός τρόπος με τον οποίο ενήργησε την ώρα λειτουργίας του εστιατορίου στο ξενοδοχείο των παθόντων, παρουσία τρίτων προσώπων και η μετέπειτα άμεση διαφυγή του για να αποφύγει τη σύλληψη, παίρνοντας μαζί του το ρόπαλο και το πιστόλι ώστε να μην αφήσει οποιοδήποτε στοιχείο της εκεί παρουσίας του, αποδεικνύουν ότι είχε πλήρη αντίληψη του άδικου χαρακτήρα της πράξης του και έλεγχε απόλυτα τον εαυτό του, σταθμίζοντας τα αίτια που τον ωθούσαν στην πράξη του ή τον συγκρατούσαν από αυτήν.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος, 1) για την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βάρος του Ν. Κ.-Χ., 2) της παράνομης οπλοφορίας των όπλων που προαναφέρθηκαν χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής και 3) της οπλοχρησίας καθόσον έκανε χρήση τούτων για τη διάπραξη των προαναφερομένων πράξεων σε βάρος των παθόντων, να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α, όπως δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 26, 27, 49, 57/2011 απόφασή του την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων που καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 42 παρ.1, 94, 299 παρ.1 και 309, 308 του ΠΚ, και 1 παρ.1α, δ, και 2α, β, γ, 8α, 7 παρ.1, 2, 8α, 13α, 14 του ν. 2168/1993 περί όπλων, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης.
Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Ν. Μ., στο προεκτεθέν αιτιολογικό του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου: α) αναφέρονται επαρκώς εμπεριστατωμένα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας ανθρωποκτονίας, με άμεσο δόλο του καταδικασθέντος και τελούντος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά την απόφαση και κατά την εκτέλεση των πράξεων και όχι σε βρασμό ψυχικής ορμής, λόγω αιφνίδιας υπερδιέγερσης συναισθημάτων από φόβο, ταραχή και πανικό, συνεπεία επίθεσης του υιού των παθόντων, β) αναφέρονται επαρκώς εμπεριστατωμένα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση και των λοιπών πλημμελημάτων της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας, που καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατά συρροή, γ) αναφέρεται με σαφήνεια και αναλυτικά ο τρόπος τελέσεως των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων και από το σύνολο των παραδοχών προκύπτει ότι αιτιολογείται επαρκώς και εμπεριστατωμένα, ο συναγόμενος άμεσος δόλος του κατηγορουμένου και δη η ανθρωποκτόνος πρόθεση αυτού και από ποία στοιχεία συνάγεται ο δόλος αυτός, αιτιολογείται ειδικά και η απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών βρασμού ψυχικής ορμής και μεταβολής της κατηγορίας της απόπειρας ανθρωποκτονίας του Ν. Κ. σε επικίνδυνη σωματική βλάβη, δ) αιτιολογείται επαρκώς χωρίς ασάφειες ή αντιφάσεις, η ταυτότητα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, που εμφανίστηκε στους παθόντες χωρίς μάσκα, φορώντας απλώς καπέλο και σκούρα γυαλιά, ως δράστη των ανωτέρω εγκλημάτων, αναγνωρισθέντος σαφώς από τα δύο θύματα αυτού, ε) αιτιολογούνται επαρκώς χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις και τα αίτια της επίθεσης του κατηγορουμένου κατά του ζεύγους των παθόντων, με ξύλινο ρόπαλο και με πιστόλι που έφερε πάνω του και χρησιμοποίησε, με την παραδοχή ότι κάποιο τρίτο πρόσωπο( μη αποκαλυφθέν), προφανώς ανταγωνιστής των παθόντων, για επαγγελματικούς λόγους, ζήτησε από τον κατηγορούμενο, να προβεί στην πράξη έναντι αμοιβής, ανεξάρτητα του ότι το δικαστήριο, κατά πλειοψηφία ( με ψήφους 4 έναντι 3), αθώωσε τον δεύτερο κατηγορούμενο Κ. Κ., που κατηγορείτο για ηθική αυτουργία στην επικίνδυνη σωματικά βλάβη που τέλεσε με το ρόπαλο ο αναιρεσείων κατηγορούμενος σε βάρος της Γ. Κ., ελλείψει επαρκών αποδείξεων.
Επομένως, όλοι οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για εκ πλαγίου παράβαση και στέρηση νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών του Εφετείου, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των τεθέντων αποδεικτικών μέσων και στοιχείων και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτώς προβληθέντος λόγου αναιρέσεως για έρευνα και ελλείψει συνδρομής οιουδήποτε άλλου βασίμου λόγου, από εκείνους που αυτεπαγγέλτως εξετάζονται από το δικαστήριο τούτο, κατ' άρθρο 511 ΚΠΔ (και τους οποίους υποστήριξε, στο πρώτο ακροατήριο του Αρείου Πάγου και με το κατατεθέν Υπόμνημά του, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος ότι συντρέχουν), η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-7-2011 αίτηση - δήλωση του Ν. Μ. του Θ., περί αναιρέσεως της 26, 27, 49, 57/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση, επικίνδυνη σωματική βλάβη, οπλοφορία, οπλοχρησία. 1. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, για ενοχή και για απόρριψη αιτήματος αναβολής και ισχυρισμό βρασμού ψυχικής ορμής. 2. Η επίκληση της βεβαιότητας παραγραφής του πλημμελήματος, για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, δεν ήταν αποκλειστική, αφού το δικαστήριο ανάφερε ότι ο ίδιος κατηγορούμενος, είχε ζητήσει αναβολή και του είχε δοθεί αναβολή κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ για λόγους που αφορούσαν τον ίδιο, άλλες δύο φορές, ήτοι προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχεν εξαντλήσει το κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ δικαίωμά του για υποβολή αιτήματος αναβολής επί δύο φορές, αφού κατά το άνω άρθρο 349 παρ.4 εδ. β ΚΠΔ, κάθε άλλη, μετά τη δεύτερη αναβολή, απαγορεύεται και το δικαστήριο μπορεί μόνο να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για 15 το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές, πράγμα που δε ζητήθηκε από τον αποσταλμένο άγγελο δικηγόρο του κατηγορουμένου. Άλλωστε, το υπερασπιστικό δικαίωμα του απολιπόμενου κατηγορουμένου, να ζητεί τρίτη αναβολή, μετά χορήγηση ήδη σε αυτόν δύο αναβολών, δεν πρέπει να εξικνείται, με την απειλούμενη παραγραφή σε ματαίωση της αξιώσεως της πολιτείας προς εκδίκαση και τιμωρία του ποινικού αδικήματος που διαπράχθηκε. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Σωματική βλάβη επικίνδυνη
|
Απόπειρα, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Οπλοφορία, Οπλοχρησία, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.
| 0
|
Αριθμός 359/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων -κατηγορουμένων: 1) Θ. Π. του Θ., κατοίκου ... και 2) Μ. Ν. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Τσιμπληνίδη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1327/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Γ. Ρ. του Κ..
Το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4 Απριλίου 2012 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 577/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 4-4-2012 αιτήσεις των: 1) Μ. Ν. και Θ. Π., κατοίκων ... με τις οποίες ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθ. 1327/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκαν νομότυπα (με δήλωση τους που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) και εμπρόθεσμα (άρθρο 473 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτές και πρέπει, συνεκδικαζόμενες, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, να εξετασθούν περαιτέρω.
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, τιμωρείται με τις στη διάταξη αυτήν ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις, στην εν λόγω διάταξη, ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεως τους στους κατά την παρ. 1 Οργανισμούς, και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ίδιου ΑΝ 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει ορισθεί.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 130 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Κατ' ακολουθίαν αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 αποφάσεως, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ.ΑΠ 1/1996) και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερομένου ως εργοδότη εκ της ασκήσεως επιχειρήσεως, των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωση του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχειρήσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1335/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης που δίκασε ως εφετείο, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα ακόλουθα: Με το από 13.10.2006 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας "ΖΕΝΙΘ ΣΦΟΛΙΑΤΕΡΙΑ Α.Ε", που καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης και δημοσιεύθηκε στο με αριθμό φύλλο 12290/9-11-2006 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) ορίσθηκαν, με πενταετή θητεία, μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας αυτής ο Γ. Ρ. (τρίτος εκκαλών -κατηγορούμενος) ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος και οι Ν. Μ. και Θ. Π. (πρώτη και δεύτερος των εκκαλούντων - κατηγορουμένων),οι οποίοι εκπροσωπούσαν την ανώνυμη εταιρεία και αποφάσιζαν για τα θέματα της λειτουργίας της. Δοθέντος ότι η ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από το διοικητικό συμβούλιο αυτής που ενεργεί συλλογικώς ή από ένα ή περισσότερα μέλη του Συμβουλίου ή αλλά πρόσωπα που κατά τα οριζόμενα στο καταστατικό της δικαιούνται να εκπροσωπούν εν γένει ή σε ορισμένου μόνον είδους πράξεις την εταιρεία (άρθρα 18 παρ. 1 και 2 του ν. 2190/1920, όπως ισχύει) και περαιτέρω το Διοικητικό Συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη αφορώσα στη διοίκηση της εταιρείας και στη διαχείριση της περιουσίας της και δύναται να ορίζει το καταστατικό της θέματα για τα οποία μπορεί να ασκείται η εξουσία του Διοικητικού Συμβουλίου ολικά ή εν μέρει από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους (άρθρο 22 παρ. 2 και 3 του ν. 2190/1920, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 10 παρ. 4 ν. 2339/1995), στην προκειμένη περίπτωση όλοι οι εκκαλούντες είχαν νόμιμη υποχρέωση να παρακρατούν τις εισφορές των εργαζομένων στην επιχείρηση της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας και να αποδίδουν αυτές μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές εισφορές που εβάρυναν την ίδια την εταιρική επιχείρηση στο ΙΚΑ, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η συγκεκριμένη αρμοδιότητα είχε παραχωρηθεί σε έναν από αυτούς, όταν μάλιστα, όπως προκύπτει από το ανωτέρω ΦΕΚ, δεν είχε παραχωρηθεί η αρμοδιότητα αυτή στον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο Ρ. Γ. . Ο ισχυρισμός του δεύτερου εκκαλούντος Θ. Π. ότι ο ίδιος μαζί με τους λοιπούς σήμερα εκκαλούντες δεν είχαν καμία αρμοδιότητα για τη διοίκηση της εταιρείας και ότι κατ' ουσίαν τοποθετήθηκε εκεί από τον Δ. Σ., στον οποίο και ουσιαστικά ανήκε η παραπάνω ανώνυμη εταιρεία, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού ουδόλως επιβεβαιώθηκε από αποδεικτικό στοιχείο. Η κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται ούτε από την από 15-7-2009 δήλωση της ανωτέρω εταιρείας προς τον Π. Θ., με την οποία η πρώτη δηλώνει προς το δεύτερο ότι η συμμετοχή του στην ίδια ήταν τυπική, χωρίς να ασκεί αυτός καθήκοντα διοικητικά ή διαχειριστικά, αφού αυτή δεν αποδείχθηκε ότι ανταποκρίνεται στην αλήθεια ούτε από το γεγονός ότι ο Ρ. Γ., με βάση τα έγγραφα που ο συνήγορος υπεράσπισης προσκόμισε και αναγνώσθηκαν, φέρεται εργαζόμενος, για το επίμαχο διάστημα που κατωτέρω αναφέρεται, στην ανώνυμη εταιρεία "Λ. Μ. ΑΕΕ" (που κατά την ανωτέρω με αριθμό κατάθεσης 11951/2008 αγωγή φέρεται συμφερόντων της οικογένειας Σ.) από την οποία, με βάση την από 25-10-2010 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης, εμφανίζεται να αποχώρησε την 25-102-2010, αφού η εργασία του στην έτερη επιχείρηση δεν επάγεται αυτόματα ότι δεν συμμετείχε ουσιαστικά στην διοίκηση της συγκεκριμένης ανώνυμης εταιρείας "ΖΕΝΙΘ ΣΦΟΛΙΑΤΕΡΙΑ ΑΕ", στην οποία κατείχε τη θέση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου. Στο σημείο αυτό, ιδιαίτερα πρέπει να επισημανθεί ότι παρά την εκπροσώπηση των σήμερα εκκαλούντων Π. Θ. και Ρ. Γ., στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο διά πληρεξουσίου δικηγόρου (η εκκαλούσα Μ. Ν. ήταν απούσα στο πρωτόδικο δικαστήριο), τέτοιος ισχυρισμός, περί τυπικής δηλαδή συμμετοχής τους στην ανωτέρω εταιρεία, δεν προβλήθηκε τότε (ούτε προσκομίσθηκε οποιοδήποτε από τα έγγραφα που σήμερα προσκομίζονται, αν και όλα έχουν εκδοθεί πριν τη δικάσιμο της 3-5-2011 που δικάστηκε πρωτόδικος η υπόθεση) καθώς και ότι με την 23491/2011 απόφαση του, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αθώωσε για τις ίδιες πράξεις της μη καταβολής εισφορών τους Δ. Σ. και Σοφία σύζυγο Δ. Σ. (που επίσης είχαν εκπροσωπηθεί στην πρωτόδικη δίκη από πληρεξούσιο δικηγόρο), που ήταν συγκατηγορούμενοι των σήμερα εκκαλούντων και φέρονται, κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος Π. Θ. και το περιεχόμενο της προαναφερθείσας αγωγής, να διοικούν ουσιαστικά τη συγκεκριμένη ανώνυμη εταιρεία. Οι συγκεκριμένοι σήμερα εκκαλούντες - κατηγορούμενοι, έχοντας τις παραπάνω θέσεις στο διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας "ΖΕΝΙΘ ΣΦΟΛΙΑΤΕΡΙΑ ΑΕ" και ασκώντας τη διοίκηση της και βαρυνόμενοι επομένως με τη νόμιμη υποχρέωση να παρακρατούν τις εισφορές από τους μισθωτούς που εργάζονταν σ' αυτή και να αποδίδουν αυτές μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές εισφορές που εβάρυναν την ίδια την εταιρική επιχείρηση στο ΙΚΑ, έχοντας απασχολήσει, για το διάστημα από το ΔΠ/2007 έως και Δεκέμβριος 2007 και ΔΧ/2007, στην επιχείρηση προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, ασφαλισμένο στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δηλαδή σε Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης, δεν κατέβαλαν στο τελευταίο για την ασφάλιση του απασχοληθέντος προσωπικού τις κατωτέρω εισφορές συνολικού ποσού 150.568,38 ευρώ, μέχρι την τελευταία ημέρα του επόμενου μήνα εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2007 έως και την 1-2-2008, στο οποίο και προσδιορίζεται ορθότερα ο χρόνος τέλεσης της πράξης (επιτρεπτά, αφού η μεταβολή του χρόνου τέλεσης από τον εσφαλμένο χρόνο από "1-7-2007 έως 1-3-2007" που αναφέρεται στο κατηγορητήριο, δεν επηρεάζει στην προκειμένη περίπτωση την παραγραφή - βλ. ΑΠ 1211/1989 ΠΧ Μ 517) και ειδικότερα Α) Ενώ είχαν νόμιμη υποχρέωση να καταβάλουν τις βαρύνουσες την εργοδότρια ανώνυμη εταιρεία ασφαλιστικές εισφορές (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΕΣ) 100.378,92 ευρώ δεν τις κατέβαλαν στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. Β) Ενώ παρακράτησαν τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην εργοδότρια ανώνυμη εταιρεία (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) 50.189,46 ευρώ με σκοπό να τις αποδώσουν στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν μέσα σ' ένα μήνα από τότε που κατέστησαν, απαιτητές και έτσι έγιναν υπαίτιοι για υπεξαίρεση.
Με τις πιο πάνω παραδοχές του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι κατηγορούμενοι- αναιρεσείοντες, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρεται, εκτός των άλλων, το ύψος των εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, η επιχείρηση που απασχόλησε τους μισθωτούς της με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί, (εκ του οποίου χρόνου απασχόλησης, προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως), ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης που υπαγόταν στο Υπουργείο Εργασίας και συγκεκριμένα το Ι ΚΑ, στο οποίο ήταν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί και η ιδιότητα των αναιρεσειόντων, ως μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Ανώνυμης εταιρίας "ΖΕΝΙΘ ΣΦΟΛΙΑΤΕΡΙΑ Α.Ε", οι οποίοι (αναιρεσείοντες) μαζί με τα άλλα μέλη του Διοικητικού συμβουλίου, ασκούσαν τη διοίκηση της και ήταν υπόχρεοι για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών που βάρυναν την εταιρική επιχείρηση για τους μισθωτούς που απασχολούσε και δεν αποδείχθηκε ότι η συγκεκριμένη αρμοδιότητα είχε παραχωρηθεί σε ένα από τα άλλα μέλη του Δ.Σ ή στον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο Γ. Ρ..
Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζοντα τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν και συνακολούθως, επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις, από 4-4-2012, αιτήσεις των Μ. Ν. και Θ. Π., κατοίκων ..., για αναίρεση της 1327/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση ΑΝ 86/1967. Στοιχεία του εγκλήματος. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για το έγκλημα αυτό των κατηγορουμένων, οι οποίοι ως μέλη του Δ.Σ. ανώνυμης εταιρίας με ενεργό συμμετοχή στη διοίκηση και διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, δεν κατέβαλαν στο ΙΚΑ τις οφειλόμενες εργοδοτικές και εργατικές εισφορές για το απασχοληθέν προσωπικό.
|
Καθυστέρηση καταβολής αποδοχών εργαζομένου
|
Καθυστέρηση καταβολής αποδοχών εργαζομένου.
| 0
|
Αριθμός 360/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Μ. Ν. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσιμπληνίδη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1335/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Δ. Σ. του Α. και 2) Σ. Σ. σύζυγος Δ..
Το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Απριλίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 555/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, τιμωρείται με τις στη διάταξη αυτήν ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεως τους στους κατά την παρ. 1 Οργανισμούς, και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ίδιου ΑΝ 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει ορισθεί.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 130 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ1 αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Κατ' ακολουθίαν αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 αποφάσεως, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ.ΑΠ 1/1996) και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερομένου ως εργοδότη εκ της ασκήσεως επιχειρήσεως, των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωση του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχειρήσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1335/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης που δίκασε ως εφετείο, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ1 είδος αναφέρει, προέκυψαν τα ακόλουθα: "Με βάση το 12-4-2006 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας "ΖΕΝΙΘ ΣΦΟΛΙΑΤΕΡΙΑ Α.Ε", που καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης και δημοσιεύθηκε στο με αριθμό φύλλο 4259/9-6-2006 (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), το από 13.10.2006 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της ίδιας εταιρείας που καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης και δημοσιεύθηκε στο με αριθμό φύλλο 12290/9-11-2006 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) και το από 7-3-2008 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της ίδιας ανώνυμης εταιρείας, που καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης και δημοσιεύθηκε στο με αριθμό φύλλο 2082/9-4-2008 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), η μεν κατηγορούμενη Ν. Μ., όλο το διάστημα από τον Ιανουάριο του 2008 έως και το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, είχε την ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας αυτής, ενώ οι άλλοι δύο κατηγορούμενοι, Σ. Σ. και Σ. Δ., ήταν αντίστοιχα μέλος η πρώτη και Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του διοικητικού συμβουλίου ο δεύτερος, αναλαμβάνοντας τα καθήκοντα τους την 7-3-2008, διαρκούσης της ιδιότητας τους αυτής μέχρι την 7-3-2013. Οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, η μεν πρώτη για όλο το κρίσιμο διάστημα των μηνών Ιανουαρίου - Σεπτεμβρίου 2008, οι δε δεύτερη και τρίτος για το διάστημα των μηνών Μαρτίου - Σεπτεμβρίου 2008, εκπροσωπούσαν την ανώνυμη εταιρεία και αποφάσιζαν για τα θέματα της λειτουργίας της. Δοθέντος ότι η ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από το διοικητικό συμβούλιο αυτής που ενεργεί συλλογικώς ή από ένα ή περισσότερα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα που κατά τα οριζόμενα στο καταστατικό της δικαιούνται να εκπροσωπούν εν γένει ή σε ορισμένου μόνον είδους πράξεις την εταιρεία (άρθρα 18 παρ. 1 και 2 του ν. 2190/1920, όπως ισχύει) και περαιτέρω το Διοικητικό Συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη αφορώσα στη διοίκηση της εταιρείας και στη διαχείριση της περιουσίας της και δύναται να ορίζει το καταστατικό της θέματα για τα οποία μπορεί να ασκείται η εξουσία του Διοικητικού Συμβουλίου ολικά ή εν μέρει από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους (άρθρο 22 παρ. 2 και 3 του ν.2190/1920, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 10 παρ. 4 ν. 2339/1995), στην προκειμένη περίπτωση όλοι οι εκκαλούντες, κατά τα παραπάνω διαστήματα είχαν νόμιμη υποχρέωση να παρακρατούν τις εισφορές των εργαζομένων στην επιχείρηση της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας και να αποδίδουν αυτές μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές εισφορές που εβάρυναν την ίδια την εταιρική επιχείρηση στο ΙΚΑ, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η συγκεκριμένη αρμοδιότητα είχε παραχωρηθεί σε έναν από αυτούς, όταν μάλιστα, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω με αριθμούς 4259/9-6-2006 και 2082/9-4-2008 ΦΕΚ, δεν είχε παραχωρηθεί η αρμοδιότητα αυτή στον μέχρι την 6-3-2008 Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο Ρ. Γ. ούτε στον μετέπειτα Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο Σ. Δ. -τρίτο κατηγορούμενο. Οι συγκεκριμένοι σήμερα εκκαλούντες -κατηγορούμενοι, έχοντας, για τα παραπάνω χρονικά διαστήματά, τις παραπάνω θέσεις στο διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας "ΖΕΝΙΘ ΣΦΟΛΙΑΤΕΡΙΑ ΑΕ" και ασκώντας τη διοίκηση της και βαρυνόμενοι επομένως με τη νόμιμη υποχρέωση να παρακρατούν τις εισφορές από τους μισθωτούς που εργάζονταν σ' αυτή και να αποδίδουν αυτές μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές εισφορές που εβάρυναν την ίδια την εταιρική επιχείρηση στο ΙΚΑ, έχοντας απασχολήσει η εταιρεία, για το διάστημα από τον Ιανουάριο του 2008 έως και το Σεπτέμβριο του 2008, στην επιχείρηση προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, ασφαλισμένο στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δηλαδή σε Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης, δεν κατέβαλαν στο τελευταίο για την ασφάλιση του απασχοληθέντος προσωπικού τις κατωτέρω εισφορές, που έπρεπε να καταβληθούν μέχρι την τελευταία ημέρα του επόμενου μήνα εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Ειδικότερα, η 1η κατηγορούμενη Ν. Μ., που είχε την ανωτέρω νόμιμη υποχρέωση για όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2008 έως το Σεπτέμβριο του 2008, δεν κατέβαλε, μέσα σε τριάντα ημέρες από τον μήνα που παρασχέθηκε η εργασία, δηλαδή από 1-3-2008 έως 1-11-2008, τις εργοδοτικές και εργατικές εισφορές και πλέον συγκεκριμένα Α) ενώ είχε νόμιμη υποχρέωση να καταβάλει τις βαρύνουσες την εργοδότρια ανώνυμη εταιρεία ασφαλιστικές εισφορές (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΕΣ) 57.576,21 ευρώ, δεν τις κατέβαλε στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. Β) Ενώ παρακράτησε τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην εργοδότρια ανώνυμη εταιρεία (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) 28.788,10 ευρώ με σκοπό να τις αποδώσει στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε μέσα σ' ένα μήνα από τότε που κατέστησαν, απαιτητές και έτσι έγινε υπαίτια για υπεξαίρεση. Περαιτέρω, οι 2ι και 3°δ κατηγορούμενοι, Σ. Σ. και Δ. Σ., που είχαν την ανωτέρω νόμιμη υποχρέωση για το χρονικό διάστημα από το Μάρτιο του 2008 έως το Σεπτέμβριο του 2008, δεν κατέβαλαν, μέσα σε τριάντα ημέρες από τον μήνα που παρασχέθηκε η εργασία, δηλαδή από 1-5-2008 έως 1-11-2008, τις εργοδοτικές και εργατικές εισφορές και πλέον συγκεκριμένα Α) ενώ είχε νόμιμη υποχρέωση να καταβάλει τις βαρύνουσες την εργοδότρια ανώνυμη εταιρεία ασφαλιστικές εισφορές (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΕΣ) 46.286,98 ευρώ, δεν τις κατέβαλαν στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. Β) Ενώ παρακράτησαν τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην εργοδότρια ανώνυμη εταιρεία (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) 23.143,44 ευρώ με σκοπό να τις αποδώσουν στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν μέσα σ' ένα μήνα από τότε που κατέστησαν, απαιτητές και έτσι έγιναν υπαίτιοι για υπεξαίρεση.
Με τις πιο πάνω παραδοχές του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε η κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρεται, εκτός των άλλων, το ύψος των εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, η επιχείρηση που απασχόλησε τους μισθωτούς της με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί, (εκ του οποίου χρόνου απασχόλησης, προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως), ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης που υπαγόταν στο Υπουργείο Εργασίας και συγκεκριμένα το ΙΚΑ, στο οποίο ήταν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί και η ιδιότητα της αναιρεσείουσας, ως μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Ανώνυμης εταιρίας "ΖΕΝΙΘ ΣΦΟΛΙΑΤΕΡΙΑ Α.Ε", η οποία (αναιρεσείουσα) μαζί με τα άλλα μέλη του Διοικητικού συμβουλίου , ασκούσε τη διοίκηση της και ήταν υπόχρεη για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών που βάρυναν την εταιρική επιχείρηση για τους μισθωτούς που απασχολούσε και δεν αποδείχθηκε ότι η συγκεκριμένη αρμοδιότητα είχε παραχωρηθεί σε ένα από τα μέλη του Δ.Σ ή στον μέχρι την 6-3-2008 πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο Γ. Ρ. ούτε του μετέπειτα Προέδρου και διευθύνοντα σύμβουλο Σ. Δ..
Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ.Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζοντα τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν και συνακολούθως, επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-4-2012 αίτηση της Μ. Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της 1335/2012
αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση ΑΝ 86/1967. Στοιχεία του εγκλήματος. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για το έγκλημα αυτό των κατηγορουμένων, οι οποίοι ως μέλη του Δ.Σ. ανώνυμης εταιρίας με ενεργό συμμετοχή στη διοίκηση και διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, δεν κατέβαλαν στο ίΚΑ τις οφειλόμενες εργοδοτικές και εργατικές εισφορές για το απασχοληθέν προσωπικό.
|
Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών
|
Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 2
|
Αριθμός 320/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Ν. Τ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μελιγό, για αναίρεση της υπ' αριθ. 5857/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1161/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 και, στη συνέχεια, με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/1.1.2004, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 εδ. α του ν. 1882/1990, "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων, πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται, προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω".
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5857/2012 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, στη ... στις 1-6-2005, 29-8-2005, 1-3-2007, 29-1-2008 και 1-2-2009 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας με την επωνυμία Δ.Τ. ΕΜΠΟΡΙΟΝ ΥΑΛΙΚΩΝ δεν προέβη για λογαριασμό της στην πληρωμή βεβαιωμένων στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία χρεών προς το Δημόσιο, η δε καθυστέρηση αφορούσε διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών. Συγκεκριμένα στον πιο πάνω τόπο και στους πιο πάνω χρόνους με την προαναφερθείσα ιδιότητά του δεν προέβη στην πληρωμή χρεών της εν λόγω εταιρίας στο Δημόσιο που συνολικά ανέρχονται στο ποσό των 224.769,11 ευρώ βεβαιωθέντων από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. όπως αυτά προσδιορίζονται πιο κάτω ως προς το μη πληρωθέν ποσό, τη βεβαίωση αυτών και την έναρξη της τετράμηνης προθεσμίας καταβολής δοθέντος ότι ήταν εφάπαξ καταβαλλόμενα: ποσό 77,47 ευρώ, που αφορά έξοδα διοικητικής εκτέλεσης και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 14-2-2004 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 31-1-2005, ποσό 3.184,66 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ, προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 2-3-2005 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-4-2005, ποσό 7.305,73 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ, προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 2-3-2005 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-4-2005, ποσό 17.453,32 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ, προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 2-3-2005 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-4-2005, ποσό 18.057,31 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ, προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 2-3-2005 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-4-2005, ποσό 15.582,80 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ, δικαστική απόφαση και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 12-9-2006 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 30-10-2006, ποσό 13.009,49 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ, δικαστική απόφαση και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 19-9-2006 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 30-10-2006, ποσό 4.000,23 ευρώ που αφορά εισόδημα, προσφυγή (μη παρακρατούμενοι φόροι) και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 19.033,56 που αφορά εισόδημα, προσφυγή (μη παρακρατούμενοι φόροι) και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 15.507,18 ευρώ που αφορά εισόδημα, προσφυγή (μη παρακρατούμενοι φόροι) και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 32.382,09 ευρώ που αφορά εισόδημα, προσφυγή (μη παρακρατούμενοι φόροι) και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 27.472,77 ευρώ που αφορά εισόδημα, προσφυγή (μη παρακρατούμενοι φόροι) και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 2.626,65 ευρώ που αφορά εισόδημα, προσφυγή (μη παρακρατούμενοι φόροι) και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 5.553.99 ευρώ που αφορά ΦΠΑ προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 6.017,31 ευρώ που αφορά ΦΠΑ προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 15.217,02 ευρώ που αφορά ΦΠΑ προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 17.450,55 ευρώ που αφορά ΦΠΑ προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 1.232,21 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 16,38 ευρώ που αφορά ΦΠΑ προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 16,38 ευρώ που αφορά ΦΠΑ προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 16,38 ευρώ που αφορά ΦΠΑ προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 33,93 ευρώ που αφορά ΦΠΑ προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 17-8-2007 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-9-2007, ποσό 897,75 ευρώ που αφορά ΦΠΑ προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 26-8-2008 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 30-9-2008, ποσό 910,35 ευρώ που αφορά ΦΠΑ προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 26-8-2008 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 30-9-2008, ποσό 278,25 ευρώ που αφορά ΦΠΑ προσφυγή και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 26-8-2008 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 30-9-2008, ποσό 929,25 ευρώ που αφορά εισόδημα προσφυγή (μη παρακρατούμενοι φόροι) και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 26-8-2008 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 30-9-2008, ποσό 506,10 ευρώ που αφορά εισόδημα προσφυγή (μη παρακρατούμενοι φόροι) και βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 26-8-2008 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 30-9-2008. Ο εκκαλών κατηγορούμενος ομολόγησε ότι οφείλει τα άνω ποσά, πλην όμως ισχυρίζεται ότι όλα αυτά προέρχονται από τελωνειακές παραβάσεις, για τις οποίες έχει αθωωθεί (συγκεκριμένα με την 279/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης για την κατηγορία της λαθρεμπορίας) και ότι εκκρεμούν στο Συμβούλιο της Επικρατείας δύο αναιρέσεις με τις οποίες ζητά την ακύρωση των τελωνειακών προστίμων που του επιβλήθηκαν. Τέλος για τους λόγους αυτούς ζητά την αθώωση του ή την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι αντικείμενο της παρούσας δίκης είναι η μη καταβολή των χρεών που βεβαιώθηκαν σε βάρος του εκκαλούντος - κατηγορουμένου εντός της κατά νόμο προθεσμίας, οπότε το κύρος ή μη της διοικητικής πράξης με την οποία βεβαιώθηκαν τα χρέη δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του ποινικού αδικήματος, έτσι ώστε το θέμα αυτό και υπό την προϋπόθεση ότι εκκρεμεί ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, να μη σχετίζεται με την παρούσα ποινική δίκη. Περαιτέρω, η αμφισβήτηση του χρέους από τον υπόχρεο, όπως και ο ισχυρισμός του ότι εσφαλμένως αυτό έχει βεβαιωθεί, δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι ο υπόχρεος - οφειλέτης του Δημοσίου, στην περίπτωση αυτή οφείλει να ασκήσει τα νόμιμα μέσα, δηλαδή την προβλεπόμενη από το άρθρο 73 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Ν.Δ. 356/1974) ανακοπή για να εξαλειφθεί το χρέος και, αν αυτό δεν συμβεί, το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό, η δε μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου. Κατά συνέπεια οι σχετικοί ισχυρισμοί του εκκαλούντος - κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθούν, δοθέντος ότι η 279/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης αφορά κατηγορία λαθρεμπορίας, ενώ τα είδη των οφειλόμενων ποσών ουδόλως προκύπτει ότι σχετίζονται με τελωνειακές παραβάσεις. Για τους ίδιους άνω λόγους πρέπει ν' απορριφθεί και το αίτημα της αναβολής. ... Κατόπιν των ανωτέρω και δεδομένου ότι τα άνω χρέη δεν έχουν εξοφληθεί από τον κατηγορούμενο πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος για τη μη καταβολή τους".
Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Ναι μεν το σκεπτικό, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, ταυτίζεται με το διατακτικό, πλην το τελευταίο, που αποτελεί με το σκεπτικό ενιαίο σύνολο, περιέχει με τόση πληρότητα τα περιστατικά που συγκροτούν την πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, ώστε καθίστατο περιττή οποιαδήποτε διαφοροποίησή του. β) Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν τεθεί ενώπιόν του, μνημονεύει δε ειδικώς την υπ' αριθ. 279/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά. γ) Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι τα χρέη είχαν προκύψει από τελωνειακές παραβάσεις και ότι αυτός είχε αθωωθεί για την πράξη της λαθρεμπορίας, οπότε, πλέον, δεν υφίσταντο αυτά, αφενός δεν ήταν νόμιμος, καθόσον το κύρος της διοικητικής πράξεως, με την οποία βεβαιώθηκαν τα χρέη, δεν ασκεί επιρροή στην ποινική δίκη, και αφετέρου είναι αρνητικός της κατηγορίας και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, παρά ταύτα, όμως, τον απέρριψε αιτιολογημένα με την παραδοχή ότι δεν προέκυψε ότι τα χρέη σχετίζονται με τελωνειακές παραβάσεις. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η έλλειψη της ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν. 1941/1991, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης όταν η έκβαση αυτής εξαρτάται από την έκβαση πολιτικής ή διοικητικής δίκης που εκκρεμεί Η παραδοχή ή μη τέτοιου αιτήματος του κατηγορουμένου απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει ν' αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει, όμως, από την τελευταία, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠοινΔ ακυρότητα της διαδικασίας απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, κατά το στάδιο της απολογίας του, υπέβαλε αίτημα αναβολής της υποθέσεως μέχρι να εκδοθεί απόφαση από το Συμβούλιο της Επικρατείας επί αιτήσεων αναιρέσεως κατά των αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου σχετικώς με τα τελωνειακά πρόστιμα που του είχαν επιβληθεί. Το αίτημα αυτό, για το λόγο που έχει προεκτεθεί, δεν ήταν νόμιμο και το Δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Παρά ταύτα, το απέρριψε με την αναφερόμενη στην προηγούμενη σκέψη αιτιολογία. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως, συνισταμένη στο ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν απάντησε στο ως άνω αίτημα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος πρότεινε και τον ισχυρισμό ότι αθωώθηκε αυτός για τη λαθρεμπορία, με αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, και ότι οι διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα αντιβαίνουν στο άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, γιατί οι τελωνειακές κυρώσεις αποτελούν κυρώσεις ποινικής φύσεως, στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, γιατί παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας από την απόδοση σ' αυτόν εκ νέου της τελέσεως της λαθρεμπορίας, στην αρχή της αναλογικότητας λόγω της κατ' επανάληψη τιμωρίας του πολίτη και στην αρχή της ισότητας, ενόψει του ότι η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ρυθμίζει διαφορετικά τη δέσμευση του διοικητικού δικαστηρίου από αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ανάλογα με το αν πρόκειται για καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν νόμιμος, αφού, όπως αναφέρθηκε, το κύρος των βεβαιωτικών πράξεων δεν ασκεί επιρροή στην ποινική δίκη, πέραν του ότι, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, τα οφειλόμενα χρέη δεν προέκυπτε ότι σχετίζονταν με τελωνειακές παραβάσεις, ενώ η υπ' αριθ. 279/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης αφορούσε κατηγορία για λαθρεμπορία. Επομένως, ορθώς το Δικαστήριο δεν απάντησε και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 86 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού κ.λπ.", "καμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ή το αρμόδιο Τελωνείο. Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία βεβαίωση (παρ. 1). Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη (παρ. 2)". Κατά δε την παρ. 7 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2523/1997, "ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά την παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής. Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση". Τέλος, με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου 34 του ν. 3220/2004, η παράγραφος 7 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε ως εξής: "7. Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι διαχωρίζεται σαφώς η παραγραφή της οφειλής και των χρεών των φορολογουμένων προς το Δημόσιο από την παραγραφή του ως άνω, σε βαθμό πλημμελήματος διωκόμενου, ειδικού αδικήματος καθυστερήσεως καταβολής των βεβαιωμένων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο. Ενώ κατά την παρ. 7 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικ. με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997, οριζόταν ότι ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής (εδάφ. α) και η υποβολή της αιτήσεως ποινικής διώξεως αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση (εδάφ. β), με την τελευταία αντικατάσταση της παραγράφου αυτής 7, με το προπαρατεθέν άρθρο 34 παρ. 2 του ν. 3220/2004, το παραπάνω πρώτο εδάφιο περί ενάρξεως παραγραφής του αδικήματος μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής, απαλείφθηκε εντελώς, στο δε δεύτερο εδάφιο προστέθηκε η φράση "ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής". Με τη νέα αυτή διάταξη δεν υπάρχει πλέον ειδική ρύθμιση ως προς το θέμα της παραγραφής του αδικήματος του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και, συνεπώς, ισχύουν οι κοινές περί του χρόνου τελέσεως και περί του χρόνου ενάρξεως της παραγραφής των εγκλημάτων διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ, ενώ δε μπορεί να γίνει λόγος για από παραδρομή απάλειψη του ανωτέρω πρώτου εδαφίου, το δε άρθρο 86 του ν. 2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού κ.λπ.", διαλαμβάνει μόνον περί παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου και όχι περί παραγραφής του αδικήματος της καθυστερήσεως καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο (ΟλΑΠ 2/2011). Κατά δε τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ., το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας απαντάται είτε ως θετική είτε ως αρνητική. Θετική υπέρβαση υπάρχει όταν το δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, όπως, π.χ., όταν προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση, ενώ έπρεπε να παύσει οριστικά την κατ' αυτού ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, κατά την απολογία του, πρότεινε τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι οι πράξεις της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο είχαν παραγραφεί, γιατί από τις 9.7.2002, που θεωρήθηκε η αρχική έκθεση ελέγχου, μέχρι τη δίκη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (25.6.2012), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν ήταν νόμιμος, γιατί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η παραγραφή του εν λόγω εγκλήματος αρχίζει από το χρόνο τελέσεως της πράξεως, δηλ. από την πάροδο τετραμήνου από τότε που κάθε επί μέρους χρέος κατέστη απαιτητό και, στην παρούσα περίπτωση, δεν άρχισε για κανένα χρέος πριν από την 1.6.2005 και, επομένως, ενόψει του ότι η προθεσμία αυτής έχει ανασταλεί, γιατί το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε μέσα στην πενταετία (την 1.7.2009), μέχρι τη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (25.6.2012), δεν είχε παρέλθει οκταετία. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, λοιπόν, δεν υπεχρεούτο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση, παρά ταύτα, όμως, στο σκεπτικό του, όπου εκθέτει, λεπτομερώς, πότε κάθε χρέος κατέστη απαιτητό και αναφέρει πότε έγινε η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό αιτιολογημένα και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε και Η του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, για εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω περί παραγραφής διατάξεων και για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένη στο ότι, αφού απέρριψε την ένσταση περί παραγραφής, προχώρησε στην καταδίκη του κατηγορουμένου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 20/10 Σεπτεμβρίου 2012 αίτηση του Ν. Τ. του Δ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 5857/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση υπό το κράτος της ισχύος του ν. 3220/2004. Χρόνος ενάρξεως παραγραφής (ΟλΑΠ 2/2011). Το κύρος της διοικητικής πράξεως, με την οποία βεβαιώθηκαν τα χρέη, δεν ασκεί επιρροή στην ποινική δίκη. Ορθή απόρριψη αιτήματος αναβολής μέχρι να εκδοθεί απόφαση του ΣτΕ επί αιτήσεων αναιρέσεως κατά αποφάσεων Διοικητικού Εφετείου επί προσφυγών του αναιρεσείοντος. Απόρριψη αιτήσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Παραγραφής έναρξη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 327/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Ν. Ρ. του Π., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 68422/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1248/2012.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό και ημερομηνία 21/5.2.2013, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"(Ι). Εισάγω ενώπιον Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 476 και 513 Κ.Π.Δ. την από 6-11-2012 με αριθμό 102/12 αίτηση αναίρεσης του Ν. Ρ. του Π., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 68422/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, και εκθέτω τα ακόλουθα:
(II).Με τη διάταξη του άρθρου 474§1 Κ.Π.Δ. ορίζεται ότι "Με την επιφύλαξη της §2 του άρθρου 473 του ίδιου κώδικα το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον Προϊστάμενο της Προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούχος". Εξ άλλου με την διάταξη της §2 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ., ορίζεται ότι: "Η αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την §1 από την επίδοση της απόφασης. Η δήλωση αυτή μπορεί να συμπληρώνει και την αίτηση αναίρεσης που τυχόν ασκήθηκε σύμφωνα με το επόμενο άρθρο που δεν περιέχει ορισμένους λόγους".Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η αίτηση αναιρέσεως ασκείται γενικώς με δήλωση του δικαιουμένου διαδίκου ενώπιον των οριζομένων στην τελευταία διάταξη οργάνων, μεταξύ των οποίων δεν συμπεριλαμβάνεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η κατ' εξαίρεση άσκηση της αναίρεσης με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μπορεί να γίνει μόνο αν η αναίρεση στρέφεται κατά καταδικαστικής απόφασης, και όχι εναντίον οποιασδήποτε άλλης, η οποία δεν έχει τον χαρακτήρα αυτό, όπως είναι η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως ανυποστήρικτη. (Βλεπ. ΑΠ 1726/2006 Ποιν. Δνη 2007 Σελίς 394, ΑΠ 754/2005, Π.Χρ. ΝΕ, Σελ. 2019).
(ΙΙΙ). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση με αριθμό 68422/2011 του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών (ως Εφετείο), απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η 1500/2011 έφεση του εκκαλούντα, κατά της υπ' αριθμ. 16821/2010 απόφασης του Μον/λούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης (6) μηνών που μετέτρεψε προς 10 ΕΥΡΩ ημερησίως για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (- άρθρα 14, 26§1α, 27§1 Π.Κ.,αρ. 25 §§ 1-3 Ν 1882/90) - δεδομένου ότι δεν παρουσιάστηκε στο ακροατήριο, καίτοι κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο ίδιος ο εκκαλών και ο αντίκλητος δικηγόρος του. (Βλ. (1) Το από 24-8-2011 αποδεικτικό επίδοσης προς αυτόν και (2) Το από 20-9-11 αποδεικτικό προς τον αντίκλητο δικηγόρο του), σύμφωνα με τα άρθρα 320, 321,326, 340 και 501 Κ.Π.Δ.
(IV). Κατά της ως άνω απόφασης ο αναιρεσείων κατ/νος άσκησε αναίρεση διά του αντικλήτου δικηγόρου Αργ. Σβερκούνου ενώπιον της γραμματέως του Πρωτ/κείου Αθηνών, στις 6-11-2012, η οποία είναι απαράδεκτη. Διότι, αφ' ενός η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη δεν είναι καταδικαστική (Βλ. Α.Π. 1726/2006, Ποιν. Δνη 2007. Σελ 394, Α.Π. 754/2005, Ποιν.Χρ. ΝΕ', σελ. 1019), ήτοι ασκήθηκε κατ' αποφάσεως που δεν προβλέπεται άσκηση αναίρεσης (άρθρο 476§1 Κ.Π.Δ.), και αφ' ετέρου, ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ήτοι πέραν της νομίμου προθεσμίας προς άσκηση της, (δεκαήμερο-10 από την επίδοση της απόφασης στον εκκαλούντα και στον αντίκλητο δικηγόρο, 12-10-2012 και 9-10-2012, αντίστοιχα), διότι κατ' άρθρο 473§1 Κ.Π.Δ., η προθεσμία είναι 10 ημέρες, καθόσον κατά την απαγγελία της απόφασης ήτο απών ο κατηγορούμενος, και ούτε εκπροσωπήθηκε από τον αντίκλητο δικηγόρο του και χωρίς να επικαλείται οιουδήποτε λόγον ανωτέρας βίας για το εκπρόθεσμο της άσκηση της (βλ. έκθεση αναίρεσης). Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ' άρθρο 476§1 Κ.Π.Δ., και να επιβληθούν σε βάρος του τα νόμιμα δικαστικά έξοδα (583§1Κ.Π.Δ.) εκ 250 ΕΥΡΩ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: (1). Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 102/12 αίτηση αναίρεσης του Ν. Ρ. του Π., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 68422/11 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. (2). Να επιβληθούν σε βάρος του τα νόμιμα δικαστικά έξοδα εκ. 250 ΕΥΡΩ. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 του ΚΠοινΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως των ενδίκων μέσων κατ' αποφάσεως είναι, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, δεκαήμερη και αρχίζει από την έκδοσή της όταν η καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε με την παρουσία του κατηγορουμένου, άλλως από τη νόμιμη επίδοσή της, ενώ, κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως είναι είκοσι ημερών εάν ασκείται κατά της καταδικαστικής αποφάσεως με δήλωση που επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠοινΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεώς του γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι αν η καταχώρηση της αποφάσεως, η οποία απαγγέλθηκε χωρίς να είναι παρών ο κατηγορούμενος, στο ειδικό βιβλίο προηγήθηκε της επιδόσεώς της σ' αυτόν ή, αν η επίδοση έγινε με θυροκόλληση, στον αντίκλητό του, η προθεσμία για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως αρχίζει από την επίδοση. Αν η επίδοση προηγήθηκε, η προθεσμία αρχίζει από την καταχώρηση στο ειδικό βιβλίο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 68422/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε, ως ανυποστήρικτη, έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κατά της υπ' αριθ. 16821/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε την 23 Νοεμβρίου 2011, με απόντα τον αναιρεσείοντα, και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 10 Ιανουαρίου 2012, όπως αυτό προκύπτει από υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμόδιας Γραμματέως επί του σώματος της αποφάσεως. Όπως δε προκύπτει από τα με χρονολογίες 12.10.2012 και 9.10.2012 αποδεικτικά του Υπαρχιφύλακα Α.Τ. Μεγάρων ... και του Αρχιφύλακα Α.Τ. Πετρούπολης ..., αντιστοίχως, επιδόθηκε αυτή, με θυροκόλληση, τόσο στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του αναιρεσείοντος (...) όσο και στον αντίκλητο αυτού Χαράλαμπο Καλαφάτη (...). Ωστόσο, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη υπ' αριθ. 102/2012 αίτηση για αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως, δια του δικηγόρου Αθηνών Αργυρίου Αναργύρου, τον οποίο είχε ορίσει πληρεξούσιο με την από 3.11.2012 εξουσιοδότηση, με δήλωση ενώπιον της αρμοδίας Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 6.11.2012, μετά την πάροδο, δηλαδή, της ως άνω δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση (η οποία έλαβε χώραν μετά την καταχώρηση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο), χωρίς σ' αυτήν (δήλωση αναιρέσεως) να επικαλείται ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απαράδεκτη, ως ασκηθείσα χωρίς να τηρηθεί η νόμιμη προθεσμία για την άσκησή της. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, μετά και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος, κατά την επί του φακέλου σχετική σημείωση της αρμοδίας γραμματέως, να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 102/6 Νοεμβρίου 2012 αίτηση του Ν. Ρ. του Π., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 68422/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2013. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προθεσμία ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως. Απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ως ανυποστήρικτη, γιατί ασκήθηκε, με δήλωση στο γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκπροθέσμως, ήτοι μετά την πάροδο δεκαημέρου από την επίδοση της αποφάσεως, η οποία έλαβε χώραν μετά την καταχώρηση αυτής καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο, και χωρίς επίκληση λόγου ανωτέρας βίας.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
Αριθμός 331/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ TMHMA - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Κ. Σ. του Ι., κάτοικο ... και εγκαλούμενους τους 1. Α. Φ., Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, ήδη συνταξιούχο, 2. Δ. Ν., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, 3. Ι. Π., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, 4. Κ. Θ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Θήβας και 5. Σ. Μ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ήδη Οικονομικό Εισαγγελέα.
Η αίτηση αυτή με αριθμ. πρωτ. 8542/21.12.2012, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 14/2013.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Πλιώτας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα, με αριθμό 31/11-2-2013, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδ. ε' και 137 § 1γ ΚΠΔ, την από 17-12-2012 αναφορά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί καθορισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή και εκθέτω τα εξής: Κατά το άρθρο 136 εδ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι Δικαστικός Λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το αρμόδιο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου δικαστικού λειτουργού, κατ' αρ. 136 εδ. ε' ΚΠΔ, περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται όχι μόνο στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη, ώστε να εξασφαλίζεται το ανεπηρέαστο της δικαστικής κρίσης και να αποκλείονται οι υπόνοιες μεροληψίας λόγω της συνυπηρέτησης (ΑΠ 364/06 Π.Χ. ΝΣΤ 894, ΑΠ 733/05 Π.Χ. ΝΕ 1015, ΑΠ 156/03 Ποιν. Δ/νη 2003. 912, ΑΠ 1138/86 Π.Χ. ΛΣΤ 985, ΑΠ 1408/83 Π.Χ. ΛΔ 381). Στην περίπτωση αυτή την παραπομπή μπορούν να τη ζητήσουν ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος και ο πολιτικώς ενάγων και για την παραπομπή αποφασίζει, σύμφωνα με το άρ. 137 § 1 περ. α', β' και γ' του ΚΠΔ, το Συμβούλιο Πλημ/κών αν πρόκειται για παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο στις περιπτώσεις των στοιχείων α' και β' του άρθρου 136, το Συμβούλιο Εφετών, αν ζητείται παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημ/κείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο, ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο, σε κάθε άλλη περίπτωση (εκτός από αυτή που αναφέρεται στο άρθρο 499) και πάντοτε όταν ζητείται η παραπομπή για το λόγο που αναφέρεται στο στοιχείο γ' του άρθρου 136. Πρέπει να σημειωθεί ότι τα Συμβούλια Πλημ/κών και Εφετών μόνο στα εντός της περιφερείας αυτών εδρεύοντα δικαστήρια δικαιούνται να παραπέμψουν την υπόθεση (Ζησιάδης Ποιν. Δικ. Τόμος Α', εκδ. τρίτη, σελ. 659, Μπουρόπουλος ερμ. Κ.Π.Δ., έκδ. δεύτερη, τόμος Α', σελ. 201). Στην έννοια των παραπάνω φράσεων "από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημ/κείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο ..." περιλαμβάνεται και ο Εισαγγελέας Πλημ/κών, που θα αποφασίσει για την άσκηση ή όχι της ποινικής δίωξης και οι ανακριτικές αρχές, καθώς και το συμβούλιο Πλημ/κών, που θα κρίνει για την παραπομπή ή μη του κατηγορουμένου και όπως γίνεται δεκτό από τη νομολογία, η κατά το άρθρο 136 εδ. ε' του ΚΠΔ περίπτωση παραπομπής μπορεί να ανακύψει και στην προδικασία.(ΑΠ 733/05 Π.Χ. ΝΕ 1015, ΑΠ 613/01 Π.Χ. ΝΒ 136, ΑΠ 694/00 Π.Χ. ΝΑ 49, ΑΠ 608/96 Π.Χ. ΜΖ 961, ΑΠ 1138/96 Π.Χ. ΛΣΤ 985, Ζησιάδης Ποιν. Δικ., εκδ. Τρίτη, τόμος Α' σελ. 657. Αργ. Καρράς Ποιν. Δικ. Δίκαιο, έκδ. 2007, σελ. 175). Εξάλλου, επί μηνύσεως ή εγκλήσεως κατά μέλους του Εφετείου ή Εισαγγελέως Εφετών ή Αντεισαγγελέως Εφετών, δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής, διότι η δίωξη και η ανάκριση γίνεται από τον Εισαγγελέα και τις ανακριτικές αρχές του Πλημ/κείου και όταν τούτο υπάγεται στο αυτό Εφετείο. Τοιαύτη περίπτωση θα προκύψει μόνον επί προσφυγής ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών ή Εφέσεως κατά του Πρωτοδίκου βουλεύματος, ή για την εκδίκαση της υπόθεσης αν τελικά παραπεμφθούν στο Τριμελές Εφετείο οι ως άνω Δικαστικοί Λειτουργοί (ΑΠ 1138/86 Π.Χ. ΛΣΤ 985, ΑΠ 1185/82 Π.Χ. ΛΓ 411, ΑΠ 1434/81 Π.Χ. ΛΒ 629, ΑΠ 1013/77 Π.Χ. ΚΗ 217, Γν.Εισ. Α.Π 2042/80 Π.Χ. ΛΑ 293, Ζησιάδης Ποιν. Δικ. έκδοση τρίτη, τόμος Α', σελ. 658). Όταν, όμως, εμπλέκονται Δικαστικοί Λειτουργοί και του Πρωτοδικείου και του Εφετείου, τότε η υπόθεση παραπέμπεται και για τους τελευταίους, λόγω συνάφειας και για την ενότητα της κρίσης (αρ. 129α' και 130 § 1ΚΠΔ) και αρμόδιο να διατάξει την παραπομπή είναι, κατ' αρ. 136 εδ. ε' και 137 εδ. β' του Κ.Π.Δ, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί, το Συμβούλιο Εφετών, αλλά μόνον στα εντός της περιφέρειας αυτών εδρεύοντα δικαστήρια, διαφορετικά (για τα εκτός της περιφέρειας του Εφετείου εδρεύοντα δικαστήρια), αρμόδιος είναι ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο. (ΑΠ 83/05 Ποιν. Λόγος 2005, 162 επ., όπου και παρατηρήσεις Γ. Μπέκα, ΑΠ 535/04 Ποιν. Λόγος 2004 658, ΑΠ 223/03 Ποιν. Λόγος 2003 230, ΑΠ 1138/86 Π.Χ. ΛΣΤ 985, ΑΠ 1408/83 Π.Χ. ΛΔ 381, ΑΠ 257/60 Π.Χ. Ι 517, ΑΠ 277/60 Π.Χ. Ι 532, Γν. Εισ. Α.Π 1343/06 Π.Χ ΝΖ 82, Γν. Εισ. ΑΠ 988/59 Π.Χ. Θ' 356, Μπουρόπουλος Ερμ. Κ.Π.Δ., έκδ. 1957, τόμ. Α', σελ. 201, προβλ. και Μπουρόπουλος ΠΧ Η 123 υπό στοιχ. ιν και 125 υπό στοιχ. VI).
Στην προκειμένη περίπτωση ο Κ. Σ. του Ι., κάτοικος ..., υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κορίνθου την από 14-12-2009 έγκληση του η οποία διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, λόγω αρμοδιότητος, στην οποία, μεταξύ των εγκαλουμένων, συμπεριλαμβάνονται οι Εισαγγελικοί Λειτουργοί: 1) Σ. Μ., Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών, 2) Δ. Ν., Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, 3) Ι. Π., Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, 4) Κ. Θ., Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Θηβών και 5) Α. Φ., Εισαγγελέας Εφετών - συνταξιούχος και με την οποία (έγκλησή του) τους εγκαλεί για συκοφαντική δυσφήμηση κλπ. Επειδή, οι εγκαλούμενοι Σ. Μ.ς Δ. Ν. και Ι. Π. υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών ο πρώτος και στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών οι δεύτερος και τρίτος, δηλαδή στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο Αθηνών, γι' αυτό ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών διαβίβασε τη δικογραφία στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για κανονισμό αρμοδιότητος, επειδή, πλέον στο Εφετείο Αθηνών και στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο και Εισαγγελία Πρωτοδικών, παρά μόνον το Πρωτοδικείο Αθηνών και η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών. Επειδή, σύμφωνα με τα όσα έχουν εκτεθεί, συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπή της υπόθεσης, εξαιτίας της ιδιότητος των ανωτέρω εγκαλουμένων Εισαγγελικών Λειτουργών και λόγω συνάφειας και για την ενότητα της κρίσης, σύμφωνα με τα άρθρα 129α και 130 § 1 ΚΠΔ (ΑΠ 1138/86 Π.Χ. ΛΣΤ 985) και για τους λοιπούς εγκαλούμενους, από τις κατά τόπον αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις αρμόδιες αντίστοιχες Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, οι οποίες και θα επιληφθούν της ανωτέρω υπόθεσης, αφού στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο και Εισαγγελία Πρωτοδικών, παρά μόνον αυτό και αυτή των Αθηνών, όπου υπηρετούν οι εκ των εγκαλουμένων Δ. Ν. και Ι. Π..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να διαταχθεί από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου η παραπομπή της υπόθεσης, επί της οποίας η από 14-12-2009 έγκληση του Κ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία στρέφεται κατά των εγκαλουμένων: 1) Σ. Μ., Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών, 2) Δ. Ν., Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, 3) Ι. Π., Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, 4) Κ. Θ., Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Θηβών και 5) Α. Φ. συνταξιούχου Εισαγγελέα Εφετών, από τις κατά τόπον αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις αντίστοιχες αρμόδιες Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς (και αν συντρέξει περίπτωση στην Εισαγγελία Εφετών και στο Εφετείο Πειραιώς).
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελος Ε. Παντιώρας".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, όταν εγκαλών ή αδικηθείς ή κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω, ο οποίος υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ίδιου Κώδικα δικαστήριο, διατάσσεται, κατόπιν αιτήσεως του εισαγγελέα ή του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντα, από τον Άρειο Πάγο σε Συμβούλιο, η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο δικαστήριο, ομοειδές και ισόβαθμο, εφαρμοζομένων αναλόγως και των άρθρων 132, 134 και 135 παρ. 1 του ΚΠοινΔ. Η παραπομπή αυτή νοείται, όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου ασκήσεως της ποινικής διώξεως, διότι και κατ' αυτό συντρέχει ο αυτός δικαιολογητικός λόγος, ήτοι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας μεροληψίας αυτού, εξ αιτίας της συνυπηρετήσεώς του στο ίδιο δικαστήριο με τον εγκαλούντα, παθόντα ή κατηγορούμενο δικαστικό λειτουργό.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι με την από 13.12.2009 μήνυσή του, την οποία εγχείρισε στο αρμόδιο Αστυνομικό Όργανο και βεβαίωσε το περιεχόμενό της στις 14.12.2009, ο Κ. Σ. του Ι., κάτοικος ..., καταγγέλλει τους δικαστικούς λειτουργούς Δ. Ν., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, Α. Φ., Εισαγγελέα Εφετών (ήδη συνταξιούχο), Σ. Μ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, Κ. Θ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών και Ι. Π., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών για συκοφαντική δυσφήμηση. Ως εκ τούτου, ανακύπτει ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας, κατ' άρθρο 136 περίπτωση ε του ΚΠοινΔ. Τον κανονισμό αυτό ζητεί από τον Άρειο Πάγο η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, με την από 17.12.2012 και με αριθ. πρωτ. 8542/21.12.2012 αίτησή της, η οποία είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, και κατ' ουσίαν βάσιμη, ενόψει των προεκτεθέντων. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή και να χωρήσει κανονισμός αρμοδιότητας, προκειμένου να αποκλεισθεί κάθε υπόνοια μεροληψίας και να παραπεμφθεί η υπόθεση στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, ως πλησιέστερου, και της αντίστοιχης Εισαγγελίας, για το χειρισμό της παραπάνω μηνύσεως, και, αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση, σε αυτές του Εφετείου Πειραιώς, ενόψει του ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δεν υπάγεται (μετά την ίδρυση του Εφετείου Ευβοίας και την υπαγωγή σ` αυτό των Πρωτοδικείων Χαλκίδας και Θηβών) άλλο δικαστήριο πλην του Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο υπηρετούν δύο από τους ανωτέρω εισαγγελικούς λειτουργούς, και δη ως προς όλους τους καταγγελλομένους λόγω συναφείας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει την υπόθεση που αναφέρεται στο σκεπτικό, επί της οποίας έχει σχηματισθεί η ΑΒΜ: ΙΒ 2011/17515 δικογραφία της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, στις Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς και, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση, στις αντίστοιχες Αρχές του Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Μήνυση για συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος εισαγγελικών λειτουργών, δύο από τους οποίους υπηρετούν στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Παραπέμπει στις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, δεδομένου ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δεν υπάγεται άλλο δικαστήριο πλην του Πρωτοδικείου Αθηνών, και, αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση, σΛ αυτές του Εφετείου Πειραιώς, ως προς όλους τους εγκαλουμένους λόγω συναφείας.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 315/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ε. Φ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Λάσση, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 7599/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Γιολδασέα.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του, καθώς και στο από 31 Δεκεμβρίου 2012 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1155/2012.
Αφού άκουσε
Τους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, η οποία αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1, στοιχειοθετείται αντικειμενικά όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον τρίτο και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση του εγγράφου ή και να παραπλανηθεί από αυτό ο τρίτος, ή όταν χρησιμοποιηθεί το πλαστό έγγραφο κατά οποιονδήποτε τρόπο άμεσα ή έμμεσα με άλλο πρόσωπο που διατελεί σε καλή πίστη ως προς την πλαστότητα του εγγράφου. Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρ. 13 εδ. γ του ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 220 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιτυγχάνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα από τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται α) αναληθής βεβαίωση σε δημόσιο, έγγραφο, για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που μπορεί να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης, β) η αναληθής βεβαίωση να προκλήθηκε με οποιοδήποτε απατηλό μέσο δια του οποίου παρασύρθηκε ο υπάλληλος, έστω και από αμέλεια ή ευπιστία, στην παροχή της βεβαιώσεως και γ) δόλος που εμπεριέχει τη γνώση του δράστη, ότι το βεβαιούμενο στο δημόσιο έγγραφο γεγονός είναι αναληθές και μπορεί να έχει τις συνέπειες αυτές, είτε για τον εαυτό του είτε για άλλον, αλλά και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου με οποιονδήποτε τρόπο. Δημόσιο έγγραφο κατά το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο, γιατί το άρθρο 13 περ. γ' του ΠΚ δεν προσδιορίζει την έννοιά του, είναι εκείνο που έχει συνταχθεί από καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη, έναντι πάντων, κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό. Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 του ΠΚ, "χρόνος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενέργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Ο χρόνος κατά τον οποίο επήλθε το αποτέλεσμα είναι αδιάφορος, εκτός αν ορίζεται άλλως". Επί υφαρπαγής, λοιπόν, ψευδούς βεβαιώσεως, χρόνος τελέσεως είναι ο χρόνος, κατά τον οποίο ο δράστης υπέβαλε στον αρμόδιο υπάλληλο τα ψευδή στοιχεία για την έκδοση της ψευδούς βεβαιώσεως, ανεξαρτήτως του πότε επήλθε το αποτέλεσμα, πότε, δηλαδή, έλαβε την ψευδή αυτή βεβαίωση.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της πλαστογραφίας, που προβλέπεται από το άρθρο 216§1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται σκοπός παραπλανήσεως άλλου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η ύπαρξη του σκοπού αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που τον δικαιολογούν, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω, από το άρθρο 178 του ΚΠοινΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Η πραγματογνωμοσύνη αυτή εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο ή δικαστικό συμβούλιο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Οφείλει, όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Σε κάθε άλλη περίπτωση και ειδικότερα επί ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης (απλής γνωματεύσεως ή γνωμοδοτήσεως) ή πραγματογνωμοσύνης που ενεργήθηκε δυνάμει αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου, το πόρισμά της εκτιμάται ελευθέρως μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Αλλά δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 7599/2012 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και την καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι: Η κατηγορουμένη Ε. Φ. εργαζόταν ως υπάλληλος το έτος 2004 στην Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία (ΕΑΒ) ΑΕ. Με την ιδιότητά της αυτή στις 11.10.2004 υπέβαλε αίτηση προς το ΤΜΥ Υποκατάστημα ΙΚΑ Ν. Ιωνίας Αττικής, για να της χορηγηθεί άδεια ασθενείας. Στην ανωτέρω αίτηση επισύναψε ως δικαιολογητικά τρεις (3) ιατρικές βεβαιώσεις. Πιο συγκεκριμένα, αυτή προσκόμισε στην ανωτέρω υπηρεσία τις από 1.10.2004, 5.10.2004 και 9.10.2004 ιατρικές βεβαιώσεις που φέρονται να έχουν εκδοθεί από τον Ν. Α., διευθυντή του Ορθοπεδικού Τμήματος του Περιφερειακού Νοσοκομείου Αθηνών "Κοργιαλένειο - Μπενάκειο Ε.Ε.Σ.". Στην πρώτη ως άνω βεβαίωση αναγραφόταν ότι ο προαναφερόμενος ιατρός, δήθεν, πιστοποιούσε πως η κατηγορουμένη στα ημέτερα εξωτερικά ιατρεία προσήλθε 01.10.2004 για επανεξέταση από ελαφριά εξάρθρωση του 4ου και 5ου μεσοσπονδυλίου. ... Στη δεύτερη βεβαίωση (...) αναγραφόταν ότι ο ίδιος ιατρός της είχε, δήθεν, εκδώσει ώρα 22.30 και πιστοποιούσε πως η κατηγορουμένη εξετάστηκε σήμερα 5.10.2004 στα εξωτερικά ιατρεία με εξάρθρωση αριστερού αστραγάλου. ... Στην τελευταία (...) αναγραφόταν ότι ο ίδιος ιατρός, δήθεν, πιστοποιούσε πως η κατηγορουμένη επανεξετάστηκε σήμερα 9.10.2004 στα εξωτερικά ιατρεία ... από εξάρθρωση αριστερού αστραγάλου ... . Στηριζόμενη η αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή του ΙΚΑ Ν. Ιωνίας Αττικής στις άνω τρεις (3) ιατρικές βεβαιώσεις γνωμάτευσε (...) ότι η κατηγορουμένη ήταν ανίκανη για εργασία από 24.9 έως και 14.10.2010. Στη συνέχεια η κατηγορουμένη κατέθεσε την ανωτέρω ψευδή βεβαίωση στην εργοδότριά της "ΕΑΒ Α.Ε.", προκειμένου η τελευταία να της χορηγήσει σχετική άδεια ασθενείας. ... Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι οι ως άνω τρεις ιατρικές βεβαιώσεις είναι εξολοκλήρου πλαστές. Ειδικότερα, η κατηγορουμένη δεν παρουσιάστηκε ποτέ ενώπιον του ως άνω ιατρού (Ν. Α.) προς εξέταση ούτε τα γράμματα με τα οποία είναι γραμμένες αυτές είναι (γράμματα) του εν λόγω ιατρού, που φέρεται ότι τις έχει υπογράψει, ούτε έχουν υπογραφεί φυσικά από αυτόν, αλλά έχει τεθεί κατ' απομίμηση η υπογραφή του, ενώ οι σφραγίδες που φέρουν, δεν έχουν τεθεί από τον ίδιο ως άνω ιατρό. Επίσης, η ιατρική εξέταση (και στις τρεις ως άνω ημερομηνίες) της κατηγορουμένης δεν έχει καταχωρηθεί στο ειδικό βιβλίο ασθενών του ανωτέρω νοσοκομείου. Άλλωστε ότι οι ανωτέρω ιατρικές γνωματεύσεις είναι πλαστές αποδεικνύεται και από την ανάγνωση του περιεχομένου τους, στο οποίο δεν περιέχονται ιατρικοί όροι, αλλά όροι που θα χρησιμοποιούσε ένας απλός πολίτης, μη γνώστης των επιστημονικών ιατρικών όρων. Μόνον η κατηγορουμένη είχε έννομο συμφέρον να κατασκευάσει τις ως άνω ιατρικές γνωματεύσεις, τις οποίες προσκόμισε στην αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή του ΙΚΑ Ν. Ιωνίας Αττικής για να γνωματεύσει ότι αυτή ήταν ανίκανη για εργασία κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Συγκεκριμένα, με βάση τις ανωτέρω τρεις (3) προαναφερόμενες ιατρικές βεβαιώσεις η κατηγορουμένη παραπλάνησε τα μέλη της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής ΤΜΥ ΙΚΑ Ν. Ιωνίας Αττικής και υφάρπασε την υπ' αριθμ. 5210/2004 γνωμάτευσή της, με την οποία γνωμάτευσε ότι λόγω της κατάστασης της υγείας της αυτή είναι ανίκανη για εργασία από τις 24.9.2004 μέχρι 14.10.2004. ... Ισχυρίζεται η κατηγορουμένη ότι τις ανωτέρω ιατρικές βεβαιώσεις πλαστογράφησε ο αδελφός της Σ. Φ. με τον οποίο τα τελευταία χρόνια έχει σφοδρή αντιδικία προκειμένου ο τελευταίος να προκαλέσει την ποινική της δίωξη τουλάχιστον για το αδίκημα της πλαστογραφίας και να της αφαιρέσει, παράλληλα, την ιδιότητά της ως δικαστικής συμπαραστάτριας της μητέρας της Α. Φ.. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθούν τα εξής: Η κατηγορουμένη με την υπ' αριθμ. 1046/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ορίστηκε δικαστική συμπαραστάτρια της μητέρας της Α. Φ.. Με την από 29.9.2004 αίτησή του προς το ανωτέρω δικαστήριο ο αδελφός της κατηγορουμένης Σ. Φ. ζήτησε να διοριστεί ο ίδιος δικαστικός συμπαραστάτης της μητέρας του, για το λόγο ότι η αδελφή του κατηγορουμένη είναι ακατάλληλη να ασκεί τα καθήκοντά της. Η υπόθεση αυτή συζητήθηκε ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου στις 26.10.2004 και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5967/2004 οριστική απόφασή του, με την οποία αντικαθίσταται η κατηγορουμένη από το ανωτέρω λειτούργημά της και διορίζεται ο Σ. Φ. δικαστικός συμπαραστάτης της Α. Φ. (...). Στο σκεπτικό της άνω απόφασης αναφέρεται "... η Ε. Φ. ασκεί τα καθήκοντά της με μη αρμόζοντα τρόπο, όντας ακατάλληλη για το λειτούργημα αυτό ... αρνήθηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του αδελφού της με τη μητέρα τους ... δεν συνεργάζεται με τον αδελφό της και τους περισσότερους συγγενείς και φίλους της οικογένειας ...έχει αναπτύξει ένα υπερβολικό αίσθημα καχυποψίας έναντι αυτών, αλλά και του προσωπικού του ιδρύματος που φιλοξενεί την Α. Φ., με αποτέλεσμα όχι μόνο να καθίσταται δυσχερής η συνεννόηση, αλλά τίθεται σε κίνδυνο η υγεία της τελευταίας, αφού παρεμβαίνει σε θέματα που αφορούν την ιατρική περίθαλψη αυτής (τη δοσολογία και το είδος των φαρμάκων που της χορηγούνται), μη συμμορφούμενη με τους κανόνες λειτουργίας του ιδρύματος, δημιουργώντας προστριβές και επεισόδια με το προσωπικό αλλά και τους τροφίμους αυτού ...". Καμιά αναφορά δεν γίνεται στην ανωτέρω αίτηση του Σ. Φ. ή στην υπ' αριθμ. 5967/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί πλαστογραφίας των επίμαχων ή και άλλων ιατρικών βεβαιώσεων. Επομένως, καταρρίπτεται ο ως άνω ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι ο προαναφερόμενος αδελφός της κατασκεύασε τις ανωτέρω πλαστές ιατρικές βεβαιώσεις, προκειμένου να προκαλέσει την ποινική της δίωξη για την πράξη της πλαστογραφίας και εξαιτίας τούτου να της αφαιρέσει το άνω λειτούργημά της (ως δικαστικής συμπαραστάτριας της μητέρας της Α. Φ.). Απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι τις άνω ιατρικές βεβαιώσεις δεν τις κατέθεσε η ίδια στην προαναφερόμενη Υγειονομική Επιτροπή του ΙΚΑ Ν. Ιωνίας Αττικής και ότι οι πρωτότυπες έγραφαν άλλα. Από όλα τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι μόνη η κατηγορουμένη, χωρίς τη βοήθεια άλλου προσώπου, συνέταξε τις άνω τρεις (3) ιατρικές βεβαιώσεις. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ... να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της πλαστογραφίας με χρήση και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, για τα οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 και 220 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα: α) Ως προς την πλαστογραφία με χρήση εκτίθεται: 1) Ότι η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη κατάρτισε πλαστά έγγραφα (τις προαναφερόμενες ιατρικές βεβαιώσεις) με σκοπό την παραπλάνηση άλλων (των μελών της Υγειονομικής Επιτροπής του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Ν. Ιωνίας), με τη χρήση τους, για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια (ότι, δηλαδή, αυτή ήταν ανίκανη για εργασία κατά το χρονικό διάστημα που αναγράφεται στις βεβαιώσεις). 2) Ότι, στη συνέχεια, έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων, προσκομίζοντάς τα στην Υγειονομική Επιτροπή για να λάβει σχετική γνωμάτευση. Και β) ως προς την υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως εκτίθεται: 1) Ότι η ως άνω γνωμάτευση της Υγειονομικής Επιτροπής είναι αναληθής, 2) ότι η αναληθής αυτή βεβαίωση προκλήθηκε από την αναιρεσείουσα με απατηλό μέσο, ήτοι με τις ως άνω πλαστές ιατρικές βεβαιώσεις, δια των οποίων παρασύρθηκαν τα μέλη της Επιτροπής στην παροχή της γνωματεύσεως και γ) ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε ότι το βεβαιούμενο στη γνωμάτευση γεγονός είναι αναληθές και μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, ήθελε δε να προβεί στην παραπλάνηση του μελών της Επιτροπής για να χρησιμοποιήσει την ψευδή γνωμάτευση με σκοπό να εξαπατήσει την Υπηρεσία της με το αναληθώς βεβαιούμενο περιστατικό, ώστε να επιτύχει τη λήψη αδείας ασθενείας μετ' αποδοχών, πράγμα που έπραξε. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, αφού: α) Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, χρόνος τελέσεως του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως είναι ο χρόνος, κατά τον οποίο η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη υπέβαλε στην Υγειονομική Επιτροπή την αίτηση με τις πλαστές ιατρικές βεβαιώσεις για την έκδοση της ψευδούς γνωματεύσεως (11.10.2004), δεν ασκεί δε επιρροή ότι η εν λόγω γνωμάτευση εκδόθηκε στις 14.10.2004 ούτε ότι η γνωμάτευση αυτή παραδόθηκε όχι στην ίδια την αναιρεσείουσα, η οποία δεν ήταν παρούσα κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής, αλλά σε τρίτον (τον Δ. Κ.) που την εκπροσωπούσε. β) Σαφώς το Δικαστήριο αναφέρει ότι τα μέλη της Επιτροπής παραπλανήθηκαν από τις πλαστές ιατρικές βεβαιώσεις και εξέδωσαν την ψευδή γνωμάτευση και, επομένως, πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, είναι δε νομικά αδιάφορο αν η αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα συμπεριφορά ήταν ή όχι πρόσφορη να επιφέρει έννομες συνέπειες, ήτοι αν, αντικειμενικά, υπήρχε δυνατότητα παραπλανήσεως αυτών από τις βεβαιώσεις ή θα αντιλαμβάνονταν αμέσως ότι αυτές ήταν πλαστές, δεδομένου ότι, όπως έχει εκτεθεί, αρκεί ότι παρασύρθηκαν στην παροχή της γνωματεύσεως έστω και από αμέλεια ή ευπιστία. γ) Το Δικαστήριο, το οποίο δεν αποδέχθηκε τα συμπεράσματα της από 3.8.2012 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Ν. Δ. Κ., η οποία συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δεν ήταν υποχρεωμένο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να αιτιολογήσει την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, γιατί η έκθεση αυτή, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, συντάχθηκε κατ' εντολήν του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας Ιωάννη Λάσση και, επομένως, αποτελεί ιδιωτική γνωμοδότηση, η οποία θεωρείται έγγραφο και εκτιμάται ως τέτοιο. δ) Όπως αναφέρθηκε, δεν ήταν αναγκαία η αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά ούτε η συσχέτιση των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. ε) Στην απόφαση παρατίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, αιτιολογείται δε, με επαρκείς και ορθούς συλλογισμούς, γιατί κρίθηκε ότι η ίδια πλαστογράφησε τις ιατρικές βεβαιώσεις και όχι κάποιο άλλο πρόσωπο και μάλιστα ο αδελφός της, όπως εκείνη είχε ισχυριστεί. στ) Το Τριμελές Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν τεθεί ενώπιόν του και δεν προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση αυτών, το γεγονός δε ότι εξαίρει ορισμένα από αυτά δεν σημαίνει ότι δεν έλαβε υπόψη τα άλλα, ούτε ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει γιατί δεν τόνισε τα άλλα ή να προσδιορίσει ποιο βάρυνε περισσότερο στην κρίση του. ζ) Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, η ίδια η κατηγορουμένη κατέθεσε τις επίμαχες βεβαιώσεις στην Υγειονομική Επιτροπή, οι οποίες και λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο, απορρίφθηκε δε, αιτιολογημένα, ο αντίθετος ισχυρισμός της, καθώς και ότι οι πρωτότυπες έγραφαν άλλα. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, έβδομος (υπό στοιχ. Δ - σελ. 31 - 51) λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και πρώτος (υπό στοιχ. Α1 - σελ. 2 - 5), δεύτερος (υπό στοιχ. Α2 - σελ. 5 - 8), έβδομος (υπό στοιχ. 7 - σελ. 31 - 45), δέκατος (υπό στοιχ. Α10, σελ. 55 - 61), ενδέκατος (υπό στοιχ. Α11 - σελ. 61 - 64), δωδέκατος (υπό στοιχ. Α12 - σελ. 65 - 67), δέκατος τρίτος (υπό στοιχ. Α 13 - σελ. 67 - 70), δέκατος τέταρτος (υπό στοιχ. Α14 - σελ. 71 - 74) και δέκατος πέμπτος (υπό στοιχ. Α 15 - σελ. 74 - 78) λόγοι του δικογράφου των παραδεκτώς ασκηθέντων (ενόψει του ότι η ένδικη αίτηση αναιρέσεως περιέχει παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως) προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 4.1.2013) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως (και από τους οποίους η αναιρεσείουσα στηρίζει τους πρώτο, δεύτερο και έβδομο πρόσθετους λόγους και στο στοιχ. Α περί απόλυτης ακυρότητας), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι εμπεριεχόμενες στους έβδομο λόγο του κυρίου δικογράφου και έβδομο και δέκατο μέχρι δέκατο πέμπτο προσθέτους λόγους αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων, επιμάχων βεβαιώσεων, κ.λπ.) είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Για τον ίδιο λόγο είναι απαράδεκτος και ο τρίτος πρόσθετος λόγος (υπό στοιχ. Α3 - σελ. 8 - 13), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη κρίση και εσφαλμένη εκτίμηση των επιμάχων ιατρικών βεβαιώσεων, καθώς και για εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και έλλειψη νόμιμης βάσεως, συνισταμένη στο ότι το χρονικό διάστημα των αναρρωτικών αδειών της κατηγορουμένης δεν καλυπτόταν από τις ιατρικές βεβαιώσεις. Ο δε εικοστός τρίτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων (υπό στοιχ. Γ - σελ. 107 - 112), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, γιατί είναι αντίθετη με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, ενώ δεν αξιολογήθηκαν η προσωπικότητα της κατηγορουμένης, οι υπερασπιστικοί ισχυρισμοί αυτής και οι αντενδείξεις που απέρρεαν από την όλη συλλογιστική της υποθέσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, πέραν του ότι η αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, πλήττει την κρίση επί της ουσίας, η οποία στηρίζεται μόνο στα πραγματικά περιστατικά που κρίθηκε ότι αποδείχθηκαν και όχι στην προσωπικότητα του δράστη (η οποία συνεκτιμάται μόνο κατά την επιμέτρηση της ποινής).
Υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, συντρέχει και όταν το δικαστήριο άσκησε εξουσία που δεν του παρέχεται από το νόμο. Αυτό συμβαίνει και όταν το επί της εφέσεως του καταδικασθέντος δικάσαν δικαστήριο χειροτέρευσε, παρά την απαγόρευση του άρθρου 470 του ΚΠοινΔ, τη θέση του εκκαλέσαντος καταδικασθέντος. Δεν υπάρχει, όμως, τέτοια χειροτέρευση όταν το Εφετείο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, προβαίνει σε ακριβέστερο προσδιορισμό των πρωτοδίκως δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών, δια διευκρινίσεως και συμπληρώσεως αυτών κατά την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας, εφόσον δεν μεταβάλλεται ο χαρακτηρισμός του εγκλήματος επί το βαρύτερον. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι κατά της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης είχε ασκηθεί ποινική δίωξη (και) για υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως της παρ. 1 του άρθρου 220 του ΠΚ, για την οποία και καταδικάσθηκε αυτή τόσο με την πρωτόδικη υπ' αριθ. 15820/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όσο και με την προσβαλλόμενη απόφαση. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συμπλήρωσε το διατακτικό με τη φράση "την ως άνω δε γνωμάτευση αυτή προσκόμισε στην ΕΑΒ ΑΕ, όπου εργαζόταν, για να της χορηγήσει άδεια ασθενείας μετ' αποδοχών", που δεν υπήρχε ούτε στο κλητήριο θέσπισμα ούτε στην πρωτόδικη απόφαση. Η συμπλήρωση αυτή, με την οποία συμπληρώνονται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και δεν προκαλεί καμιά βλαπτική συνέπεια για την κατηγορουμένη, δεν αποτελεί μεταβολή της κατηγορίας σε τέλεση του εγκλήματος της παρ. 2 του άρθρου 220 του ΠΚ, γιατί αυτό προϋποθέτει τη συνδρομή των όρων του άρθρου 216 παρ. 3, δηλαδή, μεταξύ άλλων, όχι μόνο ο δράστης της υφαρπαγής να σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, αλλά πρέπει το συνολικό όφελός του να υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Αν το όφελος δεν υπερβαίνει το ποσό αυτό, όπως εν προκειμένω, εφαρμόζεται η παρ. 1 του άρθρου 220. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Ε και Η του ΚΠοινΔ, έκτος λόγο αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων (υπό στοιχ. Α6 - σελ. 26 - 31), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 220 του ΠΚ, έλλειψη νόμιμης βάσεως και υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένη στο ότι ανεπίτρεπτα μεταβλήθηκε η κατηγορία από το έγκλημα της παρ. 1 του άρθρου 220 του ΠΚ, για το οποίο η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα παραπέμφθηκε να δικασθεί, σε αυτό της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αφού δέχθηκε ότι σκόπευε αυτή και πέτυχε να προσπορίσει στον εαυτό της περιουσιακό όφελος με βλάβη της πολιτικώς ενάγουσας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 30§1 εδ. α του ΠΚ ορίζει ότι "η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν αυτός κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης αγνοεί τα περιστατικά που την συνιστούν". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πραγματική πλάνη, που είναι άγνοια (πλάνη σε ευρεία έννοια), με την οποία ταυτίζεται και η εσφαλμένη αντίληψη (πλάνη σε στενή έννοια) του πράττοντος για κάποιο ουσιαστικό όρο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, αποκλείει τον καταλογισμό. Επί πραγματικής πλάνης ο δράστης αγνοεί ή εσφαλμένα αντιλαμβάνεται τι πράττει, αναφέρεται δε αυτή σε περιστατικά της εγκληματικής πράξεως και δη όχι μόνο σε γεγονότα ή πραγματικές καταστάσεις, αλλά και σε νομικές ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλα αξιολογικά στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της πλάνης. Η δε παρ. 2 του άρθρου 31 του ΠΚ με τον τίτλο "νομική πλάνη" ορίζει ότι "η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή είναι συγγνωστή". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι νομική πλάνη υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει μεν τι πράττει, αλλά είτε αγνοεί ότι η πράξη του είναι κατ' αρχήν άδικη, είτε πιστεύει πεπλανημένως ότι δικαιούται να προβεί σε αυτήν και η πλάνη συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνα δικαίου και υπό τα ειδικώς αναφερόμενα περιστατικά συντρέχει περίπτωση που αποκλείει το αξιόποινο. Επιβάλλεται, όμως, να είναι συγγνωστή η πλάνη για μη καταλογισμό του αξιόποινου, με την έννοια ότι οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε ο αυτουργός κάτω από τις in concreto συνθήκες και περιστάσεις που βρισκόταν, ενόψει και της ηλικίας του, των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων και των προσπαθειών ακόμη που έκαμε για να ενημερωθεί περί του πράγματος από άλλους ειδήμονες, δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξεως (ΟλΑΠ 1179/1986).
Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι και αυτοί περί πραγματικής πλάνης και συγγνωστής νομικής πλάνης, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στον μη καταλογισμό της πράξεως στο δράστη και, κατά συνέπειαν, στην απαλλαγή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, πρόβαλε εγγράφως, ανέπτυξε δε και προφορικώς, τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι η εντολέας του, κατά το χρόνο τελέσεως των εγκλημάτων που της αποδίδονται, βρισκόταν σε πραγματική, αλλά και σε συγγνωστή νομική πλάνη, η οποία συνίστατο στο ότι: Περί τα τέλη Ιουλίου του 2004, όταν, σε πτώση, κτύπησε στον αστράγαλο και τη μέση της και μεταφέρθηκε στην πύλη του "Κοργιαλένειου - Μπενάκειου" Νοσοκομείου, της παρουσιάστηκε άτομο που της συστήθηκε ως "ιατρός Ν. Α.", ο οποίος της παρέσχε ιατρική βοήθεια και, σε επισκέψεις της εκεί, της χορηγούσε ιατρικές βεβαιώσεις. Εκείνη δε πίστευε ότι το εν λόγω άτομο ήταν πράγματι ο ως άνω ιατρός και διευθυντής του Νοσοκομείου και ότι ενεργούσε νόμιμα, αφού δεν μπορούσε να γνωρίζει ούτε το πραγματικό του όνομα ούτε τους λόγους που τον ώθησαν να προβεί σ' αυτήν την εξαπάτησή της. Το δικάσαν Τριμελές Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι: "Είναι δε τελείως απίθανο, όπως βεβαιώνουν στις καταθέσεις τους οι ιατροί του ανωτέρω Νοσοκομείου Ν. Α. και Σ. Δ., να υπήρξε κάποιο άλλο πρόσωπο, το οποίο να παρέστησε στην κατηγορουμένη ότι είναι ο Ν. Α.. Να εξαπατήθηκε, δηλαδή, αυτή πιστεύοντας ότι ο άνδρας που την παρέλαβε από την είσοδο του Νοσοκομείου ήταν ο Διευθυντής του Ορθοπεδικού Τμήματος και τις εξέδιδε, νύκτα, ώρα 23.30 (δεύτερη γνωμάτευση) τις επίμαχες ιατρικές βεβαιώσεις, χωρίς να αντιληφθεί την αλήθεια. Άλλωστε η κατηγορουμένη παραδέχθηκε ότι τον ιατρό δεν τον είχε ξαναδεί". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την απορριπτική επί του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης κρίση του, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινε αβάσιμο τον εν λόγω ισχυρισμό. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Β του ΚΠοινΔ, όγδοος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου (υπό στοιχ. Ε - σελ. 51 - 61), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απορριπτική του ως άνω ισχυρισμού κρίση, αλλά και για έλλειψη ακροάσεως, συνισταμένη στο ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε καθόλου στον ισχυρισμό αυτό, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 171 του ΚΠοινΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 34 παρ. 3 του ν. 2172/1993, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου επέρχεται ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη. Η ακυρότητα, όμως, αυτή, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ίδιου Κώδικα ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι άλλες πλημμέλειες ή ελλείψεις ως προς την παράσταση ή εκπροσώπηση αυτού που παρέστη ως πολιτικώς ενάγων. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 83 του ΚΠοινΔ, η δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος γίνεται είτε με την έγκληση είτε με άλλο έγγραφο έως την περάτωση της ανακρίσεως προς τον αρμόδιο εισαγγελέα (παρ. 1), η παράλειψη, όμως, της δηλώσεως δεν επηρεάζει το δικαίωμα του πολιτικώς ενάγοντος να ασκήσει την πολιτική αγωγή στο ποινικό δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 68 (παρ. 2). Κατά τη διάταξη δε της παρ. 2 του τελευταίου άρθρου, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνο ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Έτσι, το δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχουν και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν από την άδικη πράξη που τελέστηκε σε βάρος τους και η οποία ηθική βλάβη έχει αντίκτυπο στην πίστη, στο κύρος και στη φήμη τους έναντι των τρίτων. Τέτοια χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του μπορεί να ζητήσει από το ποινικό δικαστήριο, παριστάμενο σ' αυτό ως πολιτικώς ενάγον, επί του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που θίγονται άμεσα ιδιωτικά του συμφέροντα, όπως εκείνο, στο οποίο ο δράστης προσκόμισε την ψευδή βεβαίωση που υφάρπαξε, επιδιώκοντας, από την πράξη του αυτή, κάποιο όφελος, και μάλιστα ανεξαρτήτως αν υπέβαλε μήνυση κατά του δράστη ή αν η ποινική δίωξη ασκήθηκε αυτεπαγγέλτως, καθόσον από καμιά νομική διάταξη δεν συνάγεται ότι προϋπόθεση της ασκήσεως της πολιτικής αγωγής είναι η υποβολή κατά του φερόμενου ως δράστη μηνύσεως από τον παθόντα. Η δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 του ΚΠοινΔ, να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης, που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Στη δήλωση του εκπροσώπου του νομικού προσώπου, όταν το τελευταίο παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η βλάβη, γιατί αυτή αναφέρεται στον ανωτέρω αντίκτυπο. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Η δήλωση δε παραστάσεως πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Το γεγονός δε ότι, ενδεχομένως, μετά την, νομότυπη, άσκηση της πολιτικής αγωγής από νομικό πρόσωπο, άλλαξε ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτού, ο οποίος είχε υπογράψει το σχετικό πληρεξούσιο, δεν επιφέρει καμιά έννομη συνέπεια στην πολιτική αγωγή, εκτός αν έχει χωρήσει ανάκληση της πληρεξουσιότητας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, κατά της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας ασκήθηκε, από τον αρμόδιο Εισαγγελέα, αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη για τις πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε (και για μια μερικότερη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, ως προς την οποία έπαυσε οριστικώς η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής). Μετά το πέρας της προδικασίας και δη στις 17.5.2007, η παθούσα Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία ΑΕ άσκησε την πολιτική αγωγή με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών. Η δήλωση αυτή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ως ασκηθείσα μετά το τέλος της ανακρίσεως, δεν ήταν νομότυπη και δεν επέφερε καμιά έννομη συνέπεια. Όμως, η παθούσα διατηρούσε το δικαίωμα να ασκήσει νομίμως την αγωγή της ενώπιον του αρμοδίου ποινικού δικαστηρίου. Πράγματι, κατά την πρωτοβάθμια δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 15820/2010 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αθηνών Βασίλειος Κουλούρης, ο οποίος είπε ότι "σύμφωνα με το με αριθμό ... πληρεξούσιο ... ο μηνυτής Α. Φ. του Ν., ως Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ Α.Ε." εξουσιοδοτεί αυτόν να εμφανιστεί και να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής κατά της κατηγορουμένης και ζήτησε να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των πενήντα (50) ευρώ με επιφύλαξη, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί λόγω του αδικήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως". Δήλωσε δε ότι "η ηθική βλάβη συνίσταται στο ότι βάσει αυτών των ιατρικών βεβαιώσεων η κατηγορουμένη όντας εργαζόμενη στην εταιρία πέτυχε να πάρει άδεια μετά αποδοχών". Ο Α. Φ., δηλαδή, ζήτησε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως όχι στο δικό του όνομα, αλλά στο όνομα της φερόμενης ως παθούσας ανώνυμης εταιρίας, της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού απέρριψε ένσταση της κατηγορουμένης για αποβολή της πολιτικής αγωγής, δέχθηκε αυτήν και επιδίκασε στους πολιτικώς ενάγοντες (στην ΕΑΒ ΑΕ και στον Ν. Α., ο οποίος είχε παραστεί μόνο για το έγκλημα της πλαστογραφίας με χρήση) το ανωτέρω ποσό για "το αδίκημα που τέλεσε σε βάρος τους η κατηγορουμένη", ήτοι, όσον αφορά στην ΕΑΒ ΑΕ, μόνο για την υφαρπαγή της ψευδούς βεβαιώσεως, την οποία η κατηγορουμένη χρησιμοποίησε για τη λήψη της άδειας. Στη συνέχεια εκδόθηκαν, κατά σειράν, η υπ' αριθ. 9535/2010 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κατόπιν εφέσεως της κατηγορουμένης), η υπ' αριθ. 1473/2011 αναιρετική, κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, απόφαση του Αρείου Πάγου, η υπ' αριθ. 4482/2012 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και η υπ' αριθ. 1072/2012 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου. Κατά τη νέα εκδίκαση της υποθέσεως στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπου παραπέμφθηκε η υπόθεση με την τελευταία αναιρετική απόφαση, εμφανίσθηκε ο αυτός ως άνω δικηγόρος και δήλωσε ότι "δυνάμει του υπ' αριθμόν .../27.7.2012 πληρεξουσίου, ο Α. Φ. του Ν., ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ Α.Ε.", ..., εξουσιοδοτεί τον ίδιο προκειμένου να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής κατά της κατηγορουμένης για λογαριασμό της ως άνω εταιρίας και να υποχρεωθεί αυτή να της καταβάλει το ποσό των πενήντα (50) ευρώ με επιφύλαξη, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προκάλεσε σε αυτήν η πράξη της κατηγορουμένης που αφορά την υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως". Παρέδωσε δε στον Πρόεδρο το ως άνω πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αγαθής συζύγου Αριστείδη Κανατούρη, το γένος Ανδρέα Κουτσοσπύρου, το οποίο και αναγνώσθηκε. Σύμφωνα με το πληρεξούσιο αυτό, ο Α. Φ., υπό την ως άνω ιδιότητά του, διόρισε ειδικούς πληρεξουσίους, αντιπροσώπους και αντικλήτους της εν λόγω εταιρίας και τους δικηγόρους Αθηνών Βασίλειο Κουλούρη (παραστάντα) και Δημήτριο Σαμόλη, στους οποίους έδινε την εντολή, αντ' αυτού και για λογαριασμό της εταιρίας, είτε μαζί είτε χωριστά ο καθένας, "να παραστούν ενώπιον του Αρείου Πάγου και να δηλώσουν παράσταση πολιτικής αγωγής για την ηθική ζημία που υπέστη η ΕΑΒ ΑΕ από την συμπεριφορά της Ε. Φ. του Ε. και της Αθηνάς, κυρίως από την εμφάνιση πλαστών βεβαιώσεων ενώπιον της ΕΑΒ ΑΕ του Ι.Κ.Α. και αλλού, προκειμένου να επιτύχει την χορήγηση από τις υπηρεσίες της ΕΑΒ ΑΕ αναρρωτικής αδείας μετ' αποδοχών, που φέρονται ότι εξεδόθησαν από τον ιατρό Ν. Α., ... ή άλλως πως υφαρπάσθησαν ... Να παραστούν ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση ... και περαιτέρω ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών σε περίπτωση παραπομπής ενώπιόν του για νέα συζήτηση ...". Όπως συνάγεται από το ως άνω πληρεξούσιο, η εντολή για δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής δόθηκε μόνο για την ηθική βλάβη που υπέστη η ΕΑΒ ΑΕ από το έγκλημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, όπως είχε δηλωθεί και πρωτοδίκως, όχι δε και από την πλαστογραφία με χρήση. Η δήλωση αυτή της παθούσας εταιρίας είναι νόμιμη και δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο αυτής, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, να γίνει ιδιαίτερη εξειδίκευση της προβαλλόμενης ηθικής βλάβης, γιατί είναι φανερό ότι αυτή αναφέρεται στον αντίκτυπο που είχε η άδικη πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, την οποία φέρεται ότι τέλεσε η αναιρεσείουσα, στην πίστη, το κύρος, τη φήμη και την υπόληψη της εν λόγω εταιρίας. Εφόσον δε εθίγησαν ιδιωτικά της συμφέροντα, αφού, με βάση τις βεβαιώσεις, χορήγησε στην κατηγορουμένη αναρρωτική άδεια μετ' αποδοχών, έχει άμεσο συμφέρον να επιδιώξει την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, χωρίς, μάλιστα, να είναι υποχρεωμένη να αναφέρει το ποσό, κατά το οποίο ζημιώθηκε από τη χορήγηση των αδειών. Και ναι μεν ο τότε νόμιμος εκπρόσωπός της Α. Φ., κατά τη συζήτηση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (26.9.2012), δεν την εκπροσωπούσε πλέον, όμως αυτό δεν ασκεί επιρροή, αφού το ως άνω, έγκυρο κατά πάντα, πληρεξούσιο δεν προκύπτει ότι είχε ανακληθεί. Η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη πρότεινε και ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής. Το Δικαστήριο, αφού, αρχικά, επιφυλάχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ένσταση με την, ορθή, κατά τα ανωτέρω, αιτιολογία ότι "η ανωτέρω εταιρία δικαιούται κατά το αστικό δίκαιο να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη (άρθρα 914, 932 ΑΚ και 63, 64, 68, 82, 84 και 87 ΚΠΔ), αφού αυτή υπέστη αμέσως ηθική βλάβη από την αξιόποινη πράξη της υφαρπαγής βεβαίωσης (...), δηλαδή κατά το ποσό που αυτή κατέβαλε στην κατηγορουμένη υπάλληλό της για τις ημέρες απουσίας της, λόγω ασθενείας, από την εργασία της". Τελικά δε επιδίκασε στην πολιτικώς ενάγουσα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που της προκάλεσε η πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, την οποία τέλεσε η κατηγορουμένη, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικώς, κρίση του, το ποσό των 50 ευρώ. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α, Η και Δ του ΚΠοινΔ, σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, συνισταμένη στο ότι 1) με το ως άνω πληρεξούσιο δεν είχε δοθεί εντολή δηλώσεως πολιτικής αγωγής για το έγκλημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως (πρώτος λόγος κυρίου δικογράφου - υπό στοιχ. Α - σελ. 3 - 7), 2) ο δικηγόρος που παρέστη δεν είχε πλέον πληρεξουσιότητα, καθόσον αυτή είχε παύσει γιατί ο Α. Φ., που υπέγραφε το πληρεξούσιο, δεν είχε πλέον την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της πολιτικώς ενάγουσας (τρίτος, πέμπτος λόγοι του κυρίου δικογράφου - υπό στοιχ. Γ1,3 - σελ. 12 - 17, 20 - 28), 3) η πολιτική αγωγή δηλώθηκε το πρώτον αφού είχε ήδη περατωθεί η ανάκριση και είχε κοινοποιηθεί το κλητήριο θέσπισμα (δέκατος έκτος πρόσθετος - υπό στοιχ. Β1 - σελ. 88 - 90), 4) δεν είναι σαφής και ορισμένη και δεν περιέχει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως ούτε πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως της αναιρεσείουσας και της ηθικής βλάβης που ισχυρίζεται η πολιτικώς ενάγουσα ότι υπέστη ούτε διευκρινίζεται αν πρόκειται για χρηματική ικανοποίηση ή αποζημίωση (δέκατος έβδομος, δέκατος όγδοος πρόσθετοι - υπό στοιχ. Β2, Β3 - σελ. 90 - 95 και πρώτος του κυρίου δικογράφου), 5) δεν αναφέρεται το ποσό, κατά το οποίο μειώθηκε η περιουσία της πολιτικώς ενάγουσας, ήτοι εκείνο, το οποίο της απέσπασε η αναιρεσείουσα με τις άδειες μετ' αποδοχών που έλαβε, το οποίο έπρεπε να είναι σημαντικό για να είναι πρόδηλο ότι αναφέρεται στο κύρος, τη φήμη και την πίστη της εταιρίας έναντι τρίτων (πέμπτος λόγος κυρίου δικογράφου, ως άνω, και δέκατος ένατος πρόσθετος - υπό στοιχ. Β4 - σελ. 95 - 99), 6) από την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως δεν ήταν αμέσως παθούσα η πολιτικώς ενάγουσα (εικοστός πρόσθετος - υπό στοιχ. Β5 - σελ. 99 - 102), 7) το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναφέρει ως παθόντα τον Α. Φ., στον οποίο και επιδίκασε το ποσό των 50 ευρώ, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο το επιδίκασε στην εταιρία (εικοστός δεύτερος πρόσθετος - υπό στοιχ. Β7 - σελ. 105 - 107), 8) η χρηματική ικανοποίηση επιδικάσθηκε σε ανύπαρκτο μηνυτή, αφού η ποινική δίωξη ασκήθηκε, όχι κατόπιν υποβολής μηνύσεως, αλλά αυτεπαγγέλτως (έκτος λόγος κυρίου δικογράφου - υπό στοιχ. Γ4 - σελ. 29 - 30), 9) το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε το ποσό των 50 ευρώ και για τα δύο εγκλήματα (της πλαστογραφίας με χρήση και της υφαρπαγής), ενώ το δευτεροβάθμιο μόνο για την υφαρπαγή και, επομένως, παραβίασε το μέτρο, κατά το οποίο η πολιτική αγωγή είχε γίνει δεκτή από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, παρερμηνεύοντας τη βούληση της πολιτικώς ενάγουσας, όπως αυτή προκύπτει από το ως άνω πληρεξούσιο (εικοστός πρώτος πρόσθετος - υπό στοιχ. Γ6 - σελ. 102 - 105), β) επιπροσθέτως και για αρνητική υπέρβαση εξουσίας (με τους 1ο,5ο,6ο λόγο του κυρίου δικογράφου και 21ο, 22ο πρόσθετους) και γ) επί πλέον για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (με τους 1ο, 5ο και 6ο λόγο του κυρίου δικογράφου), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Όπως αναφέρθηκε, η ακυρότητα λόγω παράνομης παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η επιβαλλόμενη από το άρθρο 68 του ίδιου κώδικα διαδικασία ως προς τον τρόπο και τον χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι για άλλες πλημμέλειες, μεταξύ των οποίων και εκείνη που δημιουργείται στην περίπτωση, κατά την οποία η ασκούμενη αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδίκημα έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, όταν ο κατηγορούμενος δεν πρότεινε ένσταση παραγραφής, αφού η εκ του λόγου αυτού απόσβεση της σχετικής αξιώσεως λαμβάνεται υπόψη και από το ποινικό δικαστήριο κατόπιν προβολής ενστάσεως παραγραφής και όχι αυτεπαγγέλτως, έστω και αν προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 141 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ' αυτά, μεταξύ των οποίων και οι ισχυρισμοί, δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, καθώς και οι αποφάσεις του δικαστηρίου και οι διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση. Επομένως, αιτήσεις, δηλώσεις ή ισχυρισμοί του κατηγορουμένου που δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, τα οποία δεν διορθώθηκαν κατά τούτο, ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, θεωρούνται ότι δεν έγιναν. Εξάλλου, ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται για έλλειψη ακροάσεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, όταν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου να υποβάλει, σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, αίτημα αναγνώσεως εγγράφου που κατατέθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Για να επέλθει, όμως, η, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ακυρότητα της διαδικασίας, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και επιπλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού από το διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή του σε ολόκληρο το Δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο από αυτό της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι ο συνήγορος της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης α) πρότεινε ένσταση παραγραφής της αστικής αξιώσεως της πολιτικώς ενάγουσας, γιατί από την τέλεση της πράξεως μέχρι την, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, άσκηση της πολιτικής αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, ούτε ότι κατέθεσε σχετικώς χειρόγραφα σημειώματα ούτε ότι ζήτησε αυτά να αναγνωσθούν και β) ζήτησε να αναγνωσθούν έγγραφα, πέραν εκείνων που αναφέρεται ότι αναγνώσθηκαν, και δη 1) τα αναφερόμενα στην ένσταση της αναιρεσείουσας περί αποβολής της πολιτικής αγωγής, που έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά και 2) τα αναφερόμενα στον αυτοτελή επί της ουσίας της υποθέσεως ισχυρισμό της, που επίσης έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά, ήτοι έγγραφο του ιατρού Ν. Α. με την προσφώνηση "Φίλε Σ.", η υπ' αριθ. 26095/2.11.2004 αίτηση του Σ. Φ. προς τον ιατρό Ν. Α., η υπ' αριθ. 198/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, η από 22.11.2004 ΕΔΕ του Κοργιαλένειου - Μπενάκειου Νοσοκομείου, το υπ' αριθ. 1316 πόρισμα της ΕΔΕ, το υπ' αριθ. 1316/24.1.2005 απόσπασμα πρακτικού διοικητικού συμβουλίου του Κοργιαλένειου - Μπενάκειου Νοσοκομείου, έγγραφο που αφορά την υπ' αριθ. 697/8.2.2005 ιατρική γνωμάτευση του ΙΚΑ Ν. Ιωνίας, η υπ' αριθ. 19007/22.11.2005 ένορκη βεβαίωση στο Ειρηνοδικείο του Ζ. Σ. και η υπ' αριθ. 19731/1.12.2005 ένορκη βεβαίωση της Ά. Λ. στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και ότι ο Προεδρεύων αρνήθηκε να τα παραλάβει και να τα αναγνώσει, ούτε ότι η αναιρεσείουσα προσέφυγε, σχετικώς, στο Δικαστήριο. Κατά συνέπειαν, ο ως άνω ισχυρισμός και τα έγγραφα της αναιρεσείουσας θεωρείται ότι δεν υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Η του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου (υπό στοιχ. Β - σελ. 8 - 12), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα και αρνητική υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένη στο ότι το Δικαστήριο παρέλειψε να αναγνώσει τις σχετικές χειρόγραφες ενστάσεις της αναιρεσείουσας και επέτρεψε την παράσταση της πολιτικώς ενάγουσας, παρά το ότι η αξίωσή της είχε παραγραφεί, και οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ, τέταρτος και ένατος λόγοι του κυρίου δικογράφου (υπό στοιχ. Γ2 και Στ - σελ. 17 - 20 και 61 - 64, αντιστοίχως) και πέμπτος πρόσθετος (υπό στοιχ. Α5 - σελ. 16 - 25), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως από την μη ανάγνωση των ως άνω εγγράφων (με τους 4ο και 9ο του κυρίου δικογράφου πλήττεται και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ενώ με τον 4ο και για απόλυτη ακυρότητα και αρνητική υπέρβαση εξουσίας), χωρίς, όμως, να προσβάλλονται τα πρακτικά ως πλαστά, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 65 παρ.2 εδ. τελ. του ΚΠοινΔ, "το ποινικό δικαστήριο αποφασίζει ελεύθερα σε κάθε περίπτωση που εκδικάζει υπόθεση αποζημιώσεως". Ως αποζημίωση, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοείται όχι μόνο η υλική ζημία, αλλά και η χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης κατ' άρθρο 932 του ΑΚ, της οποίας το ύψος προσδιορίζει το δικαστήριο κατ' ελεύθερη κρίση, με βάση τα αναφερόμενα σαφή κριτήρια και σε σχέση με το πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) του φερόμενου ως παθόντος, που προσβλήθηκε από την αξιόποινη πράξη. Η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως από το εφετείο ποσού ίσου ύψους με το επιδικασθέν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έστω και αν επιβλήθηκε μικρότερη ποινή ή έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη για μερικές πράξεις του κατ' εξακολούθηση τελεσθέντος εγκλήματος λόγω παραγραφής τους, δεν συνιστούν χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου, πολύ περισσότερο όταν ο πολιτικώς ενάγων είχε ζητήσει την επιδίκαση ενός συμβολικού ποσού, επιφυλασσόμενος να ζητήσει το υπόλοιπο από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο, το δε δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σ' αυτήν την περίπτωση, δεν υπερβαίνει την εξουσία του και, έτσι, δεν δημιουργείται υπέρ του καταδικασθέντος κατηγορουμένου ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προβάλει, με τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, όγδοο λόγο του δικογράφου προσθέτων λόγων (υπό στοιχ. Α8 - σελ. 45 - 47), ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, γιατί επιδίκασε στον πολιτικώς ενάγοντα Α. Φ., ως διευθύνοντα σύμβουλο και νόμιμο εκπρόσωπο της ΕΑΒ ΑΕ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 50 ευρώ, το οποίο είχε επιδικασθεί και πρωτοδίκως, ενώ έπρεπε να επιδικάσει μικρότερο ποσό, γιατί αυτή καταδικάσθηκε μόνο για τρεις από τις τέσσερις από τις μερικότερες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση που της αποδίδονταν, αφού η μια από αυτές είχε παραγραφεί. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί, πέραν του ότι η επιδίκαση της χρηματικής ικανοποιήσεως έγινε, όπως αναφέρθηκε, μόνο για το έγκλημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, για το οποίο και μόνο η ως άνω εταιρία (και όχι ατομικά ο Α. Φ.) είχε παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα, το Δικαστήριο εδικαιούτο να επιδικάσει το ίδιο ποσό ακόμη και αν μια από τις μερικότερες πράξεις είχε παραγραφεί.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, μεταξύ των εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, είναι και η από 29.9.2004 αίτηση του Σ. Φ. προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία ζητούσε να διοριστεί ο ίδιος δικαστικός συμπαραστάτης της μητέρας του. Το έγγραφο αυτό δεν αναφέρεται στον κατάλογο των εγγράφων (48 συνολικά) που αναγνώστηκαν. Όπως, όμως, προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών, καθώς και των εγγράφων της δικογραφίας, το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου προκύπτει από άλλο έγγραφο και δη από την υπ' αριθ. 5967/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αναγνώσθηκε (με αύξ. αριθ. 46). Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, παραδεκτώς το έγγραφο αυτό λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων (υπό στοιχ. Α 4 - σελ. 13 - 16), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, συνιστάμενη στο ότι λήφθηκε υπόψη το ως άνω έγγραφο χωρίς να αναγνωσθεί, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και, έτσι, δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής της αναιρεσείουσας, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς: "2. Το από 12.11.2004 έγγραφο, 3. Το από 3.11.2004 έγγραφο, 4. Η από 14.10.2004 αίτηση, 5. Τέσσερις (4) από 23-9-2004, 1-10-2004, 5-10-2004 και 9-10-2004 βεβαιώσεις Π. Γ. Ν. ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟΥ - ΜΠΕΝΑΚΕΙΟΥ Ε. Ε. Σ., 6. Η με αριθμ. 5210/2004 γνωμάτευση του ΙΚΑ, 10. Το από 3-11-2004 έγγραφο προς Σ. Φ., 11. Το από 3-11-2004 έγγραφο προς Σ. Φ., 12. Η με αριθμό 697 και ημερομηνία 8-2-2005 γνωμάτευση Α'βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής ΙΚΑ, 17. Το από 25-10-2010 έγγραφο ΙΚΑ, 20. Η από 22-2-2005 απόφαση ΙΚΑ, 23. Η από 25.10.2004 αίτηση Σ. Φ., 24. Αντίγραφο βιβλίου συμβάντων, 25. Υπηρεσιακό σημείωμα με ημερομηνία 18-12-2007, 26. Το από 22-2-2005 έγγραφο ΙΚΑ, 28. Το από 19-11-2004 έγγραφο, 29. Δημοσιεύματα εφημερίδων, 30. Αντίγραφο βιβλίου συμβάντων, 31. Μήνυση Ε. Φ., 32. Το από 30-5-2012 έγγραφο, 36. Απόσπασμα Πλημ/κείου Αθηνών, 40. Η από 16.12.2004 αίτηση Ε. Φ., 41. Το από 17.1.2005 έγγραφο, 42. Το από 20.12.2004 έγγραφο, 44. Το από 18.11.2005 έγγραφο συμπληρωματικό υπομνήματος, 45. Η από 9-11-2004 απόφαση ΙΚΑ και 48) Έγχρωμες φωτογραφίες οι οποίες επισκοπήθηκαν". Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, ενόψει και της αριθμήσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού των εγγράφων αυτών, αφού με την ανάγνωσή τους κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στην αναιρεσείουσα, οπότε αυτή, η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν πρόβαλε καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση των εγγράφων αυτών, είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο αυτών, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Όσον αφορά τις επίμαχες βεβαιώσεις, αυτές, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται καθόλου, ούτε και να αναγνωσθούν, γιατί αποτελούν το σώμα του εγκλήματος της πλαστογραφίας, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη. Ως εκ τούτου, το Τριμελές Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του και τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα και οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, έβδομος (ως άνω) και ένατος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων (υπό στοιχ. Α 9 - σελ. 47 - 55), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των ως άνω εγγράφων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο, ενώ κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου του Κώδικα, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται με σαφήνεια ότι, πριν από την απαγγελία οποιασδήποτε αποφάσεως (επί της ενοχής, επί της ποινής, επί των πολιτικών απαιτήσεων του παθόντος, κ.λπ.), υποχρεωτικά δίδεται ο λόγος στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, έστω και αν δεν τον ζητήσει. Αν δεν δοθεί ο λόγος στον κατηγορούμενο, υπάρχει απόλυτη ακυρότητα (κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ), για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο, η οποία μάλιστα λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και στον Άρειο Πάγο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, μετά την έκδοση της αποφάσεως επί της ενοχής της κατηγορουμένης, ο Πρόεδρος έδωσε το λόγο κατά σειράν α) στην εισαγγελέα, η οποία πρότεινε να επιβληθεί στην κατηγορουμένη ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών, να επιδικασθεί σε βάρος της η αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση ..., β) στον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας, ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η αγωγή και να επιδικαστεί ανάλογη χρηματική ικανοποίηση και γ) στο συνήγορο της κατηγορουμένης, ο οποίος ζήτησε να επιβληθεί στην κατηγορουμένη το ελάχιστο της προβλεπόμενης από το νόμο ποινής, χωρίς, όμως, να προχωρήσει περαιτέρω και στο ζήτημα της επιδικάσεως στην πολιτικώς ενάγουσα χρηματικής ικανοποιήσεως. Αφού, λοιπόν, δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, πριν από την απαγγελία της αποφάσεως επί της ποινής και της αξιώσεως της πολιτικώς ενάγουσας, δεν δημιουργήθηκε καμιά ακυρότητα από το ότι αυτός περιορίσθηκε μόνο στο ζήτημα της ποινής και όχι και σ' αυτό της πολιτικής αξιώσεως και ο, από το άρθρο 510§1 περ. Α' του ΚΠοινΔ, δέκατος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου (υπό στοιχ. Ζ, σελ. 65 - 66), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19 Οκτωβρίου 2012 (με αριθ. πρωτ. 6939/2012) αίτηση (δήλωση) της Ε. Φ. του Ε. μετά των από 31.12.2012/4.1.2013 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 7599/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ (ΕΑΒ) ΑΕ" από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση και υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως. Στοιχεία εγκλημάτων. Χρόνος τελέσεως του εγκλήματος της υφαρπαγής. Ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη. Εκτιμάται ως έγγραφο. Όχι αναγκαία η αιτιολόγηση του αντίθετου πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο. Αιτιολογημένη απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού περί συγγνωστής νομικής και πραγματικής πλάνης. Η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής πρέπει να περιέχει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλ. αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Παράσταση ως πολιτικώς ενάγοντος νομικού προσώπου. Δεν είναι απαραίτητο ούτε για την παράσταση, αλλά ούτε και για την πληρότητα της αιτιολογίας, να εξειδικεύεται ότι η ηθική βλάβη έχει αντίκτυπο στη φήμη κ.λπ. έναντι των τρίτων. Επί υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως έχει δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής το πρόσωπο, του οποίου θίγονται ιδιωτικά συμφέροντα. Ορθή παράσταση της ανώνυμης εταιρίας, στην οποία προσκομίσθηκε η ψευδής βεβαίωση, που είχε υφαρπασθεί, για τη λήψη αναρρωτικής άδειας μετ' αποδοχών. Απόρριψη λόγων για απόλυτη ακυρότητα και υπέρβαση εξουσίας. Η ένσταση παραγραφής των πολιτικών αξιώσεων πρέπει να προτείνεται. Όχι έλλειψη ακροάσεως, αφού από τα πρακτικά δεν προκύπτει ότι προτάθηκε τέτοια ένσταση. Ούτε από την μη ανάγνωση εγγράφων, των οποίων δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε η ανάγνωση. Όχι χειροτέρευση θέσεως από την επιδίκαση του ίδιου ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως πρωτοδίκως και κατ' έφεση. Ορθή λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε, το περιεχόμενο του οποίου προέκυπτε από άλλο έγγραφο. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφων. Όχι ακυρότητα από το ότι ο συνήγορος της κατηγορουμένης, στον οποίο δόθηκε ο λόγος επί της ποινής και επί των απαιτήσεων της πολιτικώς ενάγουσας (άρ. 369 παρ. 1 ΚΠΔ), περιορίστηκε μόνο στο ζήτημα της ποινής.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Υπέρβαση εξουσίας, Λόγος στο συνήγορο, Πλάνη νομική και πραγματική, Πλαστογραφία και χρήση (πλαστού εγγράφου), Πραγματογνωμοσύνη, Πολιτική αγωγή, Ακροάσεως έλλειψη.
| 0
|
Αριθμός 310/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Μ., χήρας Μ., το γένος Δ. Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, και 2) Κ. Π. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Μαρία Λαγού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου - Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία Δήμος Χίου, ως καθολικού διαδόχου του τέως Δήμου Ομηρούπολης Χίου, που έχει έδρα τη Χίο και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρου Βάρλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/10/2006 αγωγή κυριότητας των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 108/2010 του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Χίου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/7/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 25/11/2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 576 ΚΠολΔ αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, εφόσον όμως ο πληρεξούσιος που υπέγραψε την κλήση ήταν νομίμως διορισμένος πληρεξούσιος γεγονός που διαπιστώνεται κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (ΚΠολΔ 104 εδ. β'). Επομένως, στην περίπτωση κατά την οποία απολείπεται ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως και δεν βεβαιώνεται κατ' επιτρεπτή αυτεπάγγελτη έρευνα, η ύπαρξη ρητής, κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔ πληρεξουσιότητας προς τον υπογράφοντα την κλήση πληρεξούσιο αυτού δικηγόρο, κηρύσσεται άκυρη η κλήση με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση (ΚΠολΔ 105) με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της προαναφερθείσης διατάξεως του άρθρου 576 παρ.1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ 3 και 4 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή. Με την κρινόμενη από 30-7-2010 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 108/2010 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 2-11-2011. Κατά τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσείοντες Ε. Μ. Μ. και Κ. Π. εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο τους Βασίλειο Λάγο. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στην αρχή της παρούσης σημειωμένη δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκε η πρώτη αναιρεσείουσα ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. Τη συζήτηση, ως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 3326Δ/17-11-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χίου ..., επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες. Δεν αποδεικνύεται κατ' επιτρεπτή αυτεπάγγελτη έρευνα, η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας κατ' άρθρο 96 ΚΠολΔ προς τον δίδοντα την εντολή για επίδοση της αίτησης αναιρέσεως στον αναιρεσίβλητο Δήμο Ομηρούπολης Χίου, δικηγόρο Χίου Γεώργιο Μεργέ, ούτε η ύπαρξη πληρεξουσιότητας στον εκπροσωπήσαντα την απολιπόμενη αναιρεσείουσα Ε. Μ. δικηγόρο Βασίλειο Λαγό κατά την αρχική δικάσιμο της 2-11-2011 ούτε η ύπαρξη πληρεξουσιότητας της απολειπομένης αναιρεσείουσας προς τον υπογράφοντα το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πληρεξούσιο αυτής δικηγόρο Γεώργιο Μεργέ χωρίς παράλληλα σε κάθε περίπτωση να βεβαιώνεται, με την προσκόμιση της σχετικής εκθέσεως επιδόσεως, κλήτευση της απολειπομένης αναιρεσείουσας κατά την αρχική δικάσιμο της 2-11-2011, με άμεση δικονομική συνέπεια το απαράδεκτο της συζητήσεως της υποθέσεως ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 30-7-2010 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμό 108/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου ως προς όλους τους διαδίκους.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συζήτηση αναίρεσης ερήμην αναιρεσείουσας. Έλλειψη πληρεξουσιότητας. Απαράδεκτη η συζήτηση
|
Πληρεξουσιότητα
|
Πληρεξουσιότητα , Απαράδεκτη συζήτηση.
| 0
|
Αριθμός 306/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Λ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Κοτζιά - Σοφαντζή, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1055/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θηβών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Θηβών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1185/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτούνται α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται κατά το αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιοδήποτε τρόπο, είτε κατόπιν συμβατικής σχέσεως είτε εξ αιτίας άλλων τυχαίων περιστατικών και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο και δ) δολία προαίρεση του δράστη, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεώς του στον ιδιοκτήτη. Το έγκλημα αυτό θεωρείται τετελεσμένο αφότου ο δράστης επεχείρησε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη οφειλομένης ενεργείας, με την οποία εξωτερίκευσε τη θέλησή του να ιδιοποιηθεί το ξένο πράγμα παράνομα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για υπεξαίρεση αποφάσεως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή, στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται ο συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
II. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θηβών, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, και συγκεκριμένα από όλη τη σχετική με την απόδειξη κυρία διαδικασία, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του κατηγορητηρίου και των μαρτύρων υπεράσπισης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο σε συνδυασμό με την απολογία του εκκαλούντος -κατηγορουμένου και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, ότι αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "ο εκκαλών - κατηγορούμενος στον ..., στις 10-5-2005 ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένο ολικά κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, αν και είχε παραλάβει από το μηνυτή Χ. Π. ένα περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα (κλάρκ) εργοστασίου κατασκευής TOYOTA 5 FD ZO αξίας 3.750 Ευρώ προκειμένου να το δοκιμάσει και με τη συμφωνία να το αγοράσει από αυτόν άλλως να το παραδώσει στο μηνυτή μέχρι την 10-5-2005, αυτός μολονότι δήλωσε στο μηνυτή ότι δεν είχε την πρόθεση να αγοράσει το ως άνω μηχάνημα, δεν το παρέδωσε σε αυτόν, αλλά το κατακράτησε και το ενσωμάτωσε στην περιουσία του. Τα γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε αποχωρήσει από την εταιρεία "Π. Λ. και ΣΙΑ ΟΕ " το Φεβρουάριο του 2005, δεν αποκλείει την ενασχόληση του με τη δραστηριότητα της ανωτέρω εταιρείας μέχρι τον Μάιο του 2005, εν όψει του ότι η έναρξη των εργασιών της επιχείρησης του ψητοπωλείου που άνοιξε στον ... έχει γίνει την 28-6-2005 και κυρίως εν όψει κατάθεσης του 1ου και 2ου μάρτυρα οι οποίοι ρητά και κατηγορηματικά δηλώνουν αναγνωρίζουν στο πρόσωπο του κατηγορούμενου τον Π. Λ., ο οποίος είχε συνεργασθεί και προγενέστερα με τον 1ο μάρτυρα και ήταν αυτός που εμφανίσθηκε στο κατάστημα του τελευταίου και παράγγειλε το επίδικο κλάρκ με τη συμφωνία να το επιστρέψει αν δεν ήταν κατάλληλο" Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα -κατηγορούμενο - παρατίθεται κατά πιστή μεταφορά το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης που δέχεται τα εξής: "Κηρύσσει τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο ένοχο του ότι στον ..., στις 10-5-2005 ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένο πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, αν και είχε παραλάβει από το μηνυτή Χ. Π. ένα περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα (κλάρκ) εργοστασίου κατασκευής TOYOTA 5 FD ZO, αξίας 3.750 Ευρώ προκειμένου να το δοκιμάσει με τη συμφωνία να το αγοράσει από αυτόν άλλως να το παραδώσει στο μηνυτή μέχρι την 10-5-2005, αυτός μολονότι δήλωσε στο μηνυτή ότι δεν είχε την πρόθεση να αγοράσει το ως άνω μηχάνημα, δεν το παρέδωσε σε αυτόν, αλλά το κατακράτησε και το ενσωμάτωσε στην περιουσία του." Ήτοι τον κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης, και ακολούθως του επέβαλλε ποινή φυλάκισης 8 μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία.
Με τις παραδοχές αυτές το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θηβών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης, τα αποδεικτικά μέσα από τα ποία πείσθηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 375 παρ. 1α ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές.
III. Ειδικότερα το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκεκριμένα : α) ότι ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος, παρέλαβε από τον μηνυτή Χ. Π., την 10-5-2005 στον ..., το περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα με τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν αξίας 3.750 Ευρώ, και αιτιολογείται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας με την παραδοχή, ότι το εν λόγω μηχάνημα ήταν ολικά ξένο, ενώ διαλαμβάνεται και η αξία αυτού β) ότι η συμφωνία που καταρτίσθηκε άτυπα μεταξύ του αναιρεσείοντα -κατηγορουμένου και του μηνυτή είχε ως περιεχόμενο την παραλαβή του μηχανήματος αυτού, προκειμένου να το δοκιμάσει (προφανώς για να ελέγξει την καλή ή μη λειτουργία του), με σκοπό να το αγοράσει, άλλως να το παραδώσει την ίδια ημέρα, ήτοι την 10-5-2005 αιτιολογείται δηλαδή, η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με τον τρόπο περιελεύσεως του μηχανήματος αυτού στην κατοχή του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου, γ) ότι μολονότι δήλωσε ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος στον μηνυτή ότι δεν είχε την πρόθεση να το αγοράσει, δεν το παρέδωσε σ' αυτόν αλλά το κατακράτησε και το ενσωμάτωσε στην περιουσία του, και έτσι αιτιολογείται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε παράνομα το ανωτέρω μηχάνημα με σκοπό να το ενσωματώσει στην περιουσία του, με την παραδοχή ότι ενώ κατά την συμφωνία τους έπρεπε να επιστρέψει την 10-5-2005 το μηχάνημα αυτό, αν δεν το αγόραζε, αυτός δεν το επέστρεψε. Η εξωτερίκευση της πρόθεσης του, να ενσωματώσει παρανόμως το μηχάνημα αυτό στην περιουσία του, αιτιολογείται: α) με την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, "άλλως να το παραδώσει στον μηνυτή μέχρι την 10-5-2005", που υποδηλώνει ρητή εντολή του μηνυτή να το παραδώσει την δήλη αυτή ημέρα και β) από την μη επιστροφή του τη συγκεκριμένη ημεροχρονολογία, παρά την δήλωση αυτού στον μηνυτή ότι δεν είχε την πρόθεση να το αγοράσει. Με την τελευταία δήλωση, χωρίς την επιστροφή του μηχανήματος, κατέστησε σαφή την πρόθεση του στον μηνυτή να ενσωματώσει το ως άνω κινητό πράγμα στην περιουσία του. Ο δόλος του δε, αιτιολογείται με την ανωτέρω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, που δέχεται την ενέργεια με την οποία εξωτερίκευσε τη θέληση του, για να ιδιοποιηθεί παράνομα το ξένο ολικά μηχάνημα που περιήλθε στην κατοχή του. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά οχλήσεως αυτού, σχετικά με την επιστροφή του ανυψωτικού μηχανήματος και άρνηση του ιδίου ώστε να στοιχειοθετηθεί η παράνομη ιδιοποίηση του, είναι αβάσιμη, διότι το έγκλημα αυτό θεωρείται τετελεσμένο εφ' όσον ο δράστης παρέλειψε οφειλόμενη ενέργεια, με την οποία εξωτερίκευσε τη θέληση του να ιδιοποιηθεί το ξένο πράγμα παράνομα.
Στη προκειμένη δε περίπτωση, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης είναι, ότι παρά τη ρητή συμφωνία δηλαδή την εντολή να επιστρέψει το επίμαχο μηχάνημα την 10-5-2005, που ορίσθηκε ως δήλη ημέρα επιστροφής του και παρά την δήλωση του, ότι δεν θα αγοράσει το μηχάνημα αυτό, δεν το επέστρεψε οπότε και εκδηλώθηκε η πρόθεση του για την παράνομη ιδιοποίηση αυτού. Συνεπεία της παραδοχής αυτής, δεν απαιτείτο επιπλέον όχληση για την επιστροφή του. Περαιτέρω ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος προβάλλει την αιτίαση, ότι το Δικαστήριο της ουσίας με ενδοιαστική αιτιολογία δέχεται ότι αυτός υπεξήρεσε το ανωτέρω μηχάνημα και ότι το γεγονός ότι είχε αποχωρήσει από την εταιρεία με την επωνυμία Π. Λ. και Σια ΟΕ" τον Φεβρουάριο του 2005, δεν αποκλείει την ενασχόληση του με την δραστηριότητα της ανωτέρω εταιρείας μέχρι τον Μάιο του 2005, εν όψει του ότι η έναρξη των εργασιών της επιχείρησης του ψητοπωλείου του που άνοιξε στον ... έχει γίνει την 28-6-2005. Η αιτιολογία όμως αυτή παρατέθηκε, ως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, εις απάντηση του αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού του, ότι δεν ήταν αυτός ο δράστης της αξιοποίνου αυτής πράξεως, διότι είχε αποχωρήσει κατά το χρόνο τελέσεως του αδικήματος από την εταιρεία με την επωνυμία "Π.Λ. και Σια Ο.Ε .", που είχε παραλάβει το μηχάνημα, και δεν αναιρεί την ρητή παραδοχή της απόφασης ότι αυτός ατομικά τέλεσε την αξιόποινη αυτή πράξη με σκοπό να ενσωματώσει το ανυψωτικό μηχάνημα στην δική του περιουσία. Σε κάθε δε περίπτωση με την επίφαση αυτή, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του Δικαστηρίου της ουσίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και ως εκ τούτου η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού το Δικαστήριο αυτό ελέγχει την νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με τις παραδοχές της, και δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι δεν αποτελεί επανάληψη του περιλαμβάνοντος την αποδοθείσα κατηγορία διατακτικού, το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά αυτό περιλαμβάνει επιπλέον περιστατικά επαρκώς θεμελιωτικά της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της αποδιδομένης εγκληματικής κατά της ιδιοκτησίας πράξεως της υπεξαίρεσης. Κατ' ακολουθία αυτών οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων ποινικών διατάξεων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.
Απορρίπτει την από 23-10-2012 αίτηση, που ασκήθηκε με επίδοση δηλώσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Π. Λ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 1055/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως. Αδίκημα: Υπεξαίρεση. Λόγοι: α) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. β) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Δεν απαιτείται όχληση για την απόδοση του ξένου ολικά πράγματος, αν υπάρχει ρητή εντολή περί αποδόσεως του ορισμένη ημέρα. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Υπεξαίρεση
|
Υπεξαίρεση.
| 2
|
Αριθμός 302/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Δ. χήρας Σ., το γένος Θ. Α., κατοίκου …, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικολάο Καβελάρα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Τ. θετής θυγατέρας Σ. Δ., φυσικής θυγατέρας Κ. Α., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αιμιλία Σπυροπούλου-Παπαφωτίου, και 2)Α. Δ., θετού τέκνου Σ. Δ., φυσικού τέκνου Τ. Α., κατοίκων …, που παραστάθηκε με την ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/12/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 10/1/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, οι οποίες κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 822/2004 του ιδίου Δικαστηρίου και 4543/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/6/2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 5/10/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτήν προκύπτει, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε, με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, τις ένδικες αγωγές των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε ότι η αποκλήρωση των τελευταίων από τον θετό τους πατέρα Σ. Δ., που απεβίωσε την 20-6-2002, σύζυγο από δεύτερο γάμο της αναιρεσείουσας, η οποία (αποκλήρωση) περιέχεται στην υπ' αριθμ…/12-4-2002 δημόσια διαθήκη του ανωτέρω θανόντος που συντάχθηκε στον συμβολαιογράφο Αθηνών Χαράλαμπο Κριμπά και δημοσιεύτηκε νόμιμα, είναι άκυρη για τους αναφερόμενους στην απόφαση λόγους.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από τον συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ.1 εδ. β', 346 και 453 παρ.1 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά διά των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ που αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμού", έχει όμως εφαρμογή και για επίκληση αποδεικτικών μέσων, για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των ενυποβαλλομένων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου. Ειδικότερα η αναφορά στις προτάσεις της πρωτόδικης δίκης και η ενσωμάτωσή τους στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης δεν συνιστά νόμιμη επίκληση αποδεικτικών μέσων.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και στο προαναφερθέν διατακτικό του, έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, και τα εξής ειδικώς αναφερόμενα έγγραφα: 1) το από 3-4-1990 ιατρικό σημείωμα της παιδοψυχιάτρου Σ. Κ., 2) την από 20-9-1990 ιατρική γνωμάτευση της ίδιας ιατρού, 3) το από 11-6-1991 ιατρικό σημείωμα της ίδιας ιατρού, 4) την υπ' αριθμ. κατάθεσης 2620/1990 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 5) την από 21-5-1990 μήνυση του θετού πατρός κατά της Τ. Α. στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών για α) υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, ψευδή ανώμοτη κατάθεση και ψευδή προς αρχή αναφορά και β) εξύβριση, 6) την 2890/2000 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, 7) το 1843/1991 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, 8) την 51574/1993 αθωωτική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, 9) τις 19185/1990 και 2387/1991 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ασφαλιστικών μέτρων η πρώτη και τακτικής διαδικασίας η δεύτερη), 10) τις από 16-11-1998 προτάσεις του Σ.Δ. κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 11) την 1858/1999 οριστική απόφαση του ίδιου Πρωτοδικείου. Εξάλλου, από τις από 24-1-2006 προσκομιζόμενες προτάσεις που καθένας από τους αναιρεσιβλήτους υπέβαλε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, τις οποίες, ως διαδικαστικά έγγραφα, παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ) για να ελέγξει τη βασιμότητα του λόγου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι στη σελίδα 2 των προτάσεων αυτών αναφέρουν ότι "προσάγω και επικαλούμαι όλα τα έγγραφα τα οποία και προσκόμισα νόμιμα και εμπρόθεσμα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις προτάσεις μου", και στην συνέχεια προβαίνουν στην ενσωμάτωση των προτάσεών τους που κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, χωρίς περαιτέρω ειδική επίκληση των ως άνω προσκομιζομένων εγγράφων ή παραπομπή σε συγκεκριμένο μέρος των επανυποβαλλομένων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων αυτών. Επομένως, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του χωρίς νόμιμη επίκληση τα ανωτέρω προσκομισθέντα από τους αναιρεσιβλήτους έγγραφα, υπέπεσε στην προαναφερθείσα αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 11 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον σχετικό, πρώτο, λόγο του αναιρετηρίου. Και πρέπει, κατά παραδοχήν αυτού του λόγου, μετά την οποία και παρέλκει η έρευνα των λοιπών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρο 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4543/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προϋποθέσεις νόμιμης επίκληση αποδεικτικών μέσων στο Εφετείο που είχαν προσκομισθεί και στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. β΄ του Κ.Πολ.Δ. Πότε ιδρύεται. Αναιρεί Εφ. Αθ. 4543/2007. Παραπέμπει στο ίδιο δικαστήριο.
|
Ένδικο μέσο
|
Αποδεικτικά μέσα, Ένδικο μέσο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 303/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κλησιάρη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 642/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουνίου 2011 αίτησή του καθώς και στους από 1 Σεπτεμβρίου 2011 και 10 Ιανουαρίου 2012 πρόσθετους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 795/11.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρ. 473 παρ.2, 474, 465 και 509 παρ.2 ΚΠΔ, η αίτηση αναιρέσεως κατηγορουμένου κατά της εκδοθείσας σε βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως, ασκείται εντός της νομίμου προθεσμίας κατά τρόπο ειδικά προβλεπόμενο και συγκεκριμένα, με δήλωση ενώπιον του γραμματέως του δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε την απόφαση ή του γραμματέως του ειρηνοδικείου ή του προϊσταμένου της προξενικής αρχής στο εξωτερικό, στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος, εάν δε αυτός κρατείται στη φυλακή και με δήλωση του ενώπιον του διευθυντή της. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις συντάσσεται έκθεση υπογραφομένη από τον δηλούντα ή τον αντιπρόσωπο του και εκείνον προς τον οποίο γίνεται η δήλωση, σε αυτή δε πρέπει να εκτίθενται και οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο. Εκτός από τους ως άνω τρόπους ο καταδικασθείς έχει δικαίωμα να ασκήσει την αναίρεση και με δήλωση του, περιέχουσα συγκεκριμένους λόγους, που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εντός 20μέρου προθεσμίας. Εκτός των λόγων του περιεχομένων στην έκθεση ή την δήλωση είναι δυνατόν να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με έγγραφο που κατατίθεται με ποινή απαραδέκτου, 15 τουλάχιστον ημέρες, πριν από την προσδιορισμένη για την συζήτηση της αιτήσεως ημέρα, στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, συντασσομένης εκθέσεως επί των κατατιθεμένων εγγράφων. Από τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 474 ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο κρατούμενος στη φυλακή κατάδικος, δικαιούται να ασκήσει εμπρόθεσμα αίτηση αναιρέσεως κατά της εκδοθείσας σε βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως, είτε με δήλωσή του ενώπιον του διευθυντή της φυλακής στην οποία κρατείται, συντασσομένης εκθέσεως, είτε με δήλωσή του που επιδίδεται απ' ευθείας στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Όσον αφορά όμως τους πρόσθετους λόγους, η προβλέπουσα τον τρόπο ασκήσεως τους, διάταξη του άρθρ. 509 παρ.2 ΚΠΔ, δε διαλαμβάνει καμιά εξαίρεση. Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι, ασκούνται, μόνον με έγγραφο, το οποίο πρέπει να κατατεθεί στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και να συνταχθεί έκθεση, με την οποία να πιστοποιείται το γεγονός και αν ακόμη κρατείται στη φυλακή ο αναιρεσείων, ο οποίος πάντως, έχει την ευχέρεια να ασκήσει το προαναφερόμενο δικαίωμά του με αντιπρόσωπο που να έχει ειδική εντολή παρεχομένη με συμβολαιογραφικό έγγραφο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, ο κρατούμενος στο Κ.Κ. Χαλκίδας, αναιρεσείων, καταδικάστηκε με την προσβαλλομένη υπ' αριθ.642/2011, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε συνολική ποινή κάθειρξης επτά ετών, για τις πράξεις που στη συνέχεια θα αναφερθούν. Εναντίον της απόφασης αυτής, άσκησε αναίρεση, με έγγραφη δήλωση, του έχοντος σχετική εξουσιοδότηση, συνηγόρου του, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα στη νόμιμη προθεσμία από την καταχώρηση της αποφάσεως στο προβλεπόμενο από το άρθρ. 473 παρ.3 ΚΠΔ ειδικό βιβλίο. Παράλληλα προς το παραπάνω ένδικο μέσο, υπέβαλε δια του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης του Κ.Κ. Χαλκίδας, όπου κρατείτο, δύο ιδιαίτερα έγγραφα και ειδικότερα: α) το με χρονολογία 1-9-2011, στο οποίο συντάχθηκε έκθεση εγχειρήσεως στο Διευθυντή των ανωτέρω φυλακών, με χρονολογία 30-8-2011, που περιέχει πρόσθετους λόγους, το οποίο διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με το υπ' αριθ. 8288/2-9-2011 έγγραφο του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης των ως άνω φυλακών και β) το με χρονολογία 10-1-2012, στο οποίο συντάχθηκε έκθεση εγχειρήσεως στο Διευθυντή των ανωτέρω φυλακών, με χρονολογία 10-1-2012, που περιέχει επίσης πρόσθετους λόγους, το οποίο διαβιβάσθηκε στον ίδιο Εισαγγελέα με το υπ' αριθ. 241/10-1-2012 έγγραφο του αυτού Προϊσταμένου της Διεύθυνσης. Με τα δεδομένα αυτά η ασκηθείσα, με δήλωση, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αίτηση αναιρέσεως, είναι τυπικά παραδεκτή και πρέπει να εξετασθούν κατ' ουσία, οι διαλαμβανόμενοι σ' αυτήν λόγοι. Τα δύο όμως άλλα έγγραφα, που τιτλοφορούνται ως πρόσθετοι λόγοι και σημείωμα αντίστοιχα, πρέπει, ως δικόγραφα προσθέτων λόγων, να απορριφθούν, ως απαράδεκτα, εφόσον δεν τηρήθηκαν οι οριζόμενες από την ανωτέρω διάταξη διατυπώσεις και συνεπώς οι διαλαμβανόμενοι στα ανωτέρω έγγραφα λόγοι είναι απαράδεκτοι. Ανεξάρτητα, όμως, από το ως άνω απαράδεκτο, οι λόγοι α) περί ελλείψεως από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το Σύνταγμα, και β) εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου, οι οποίοι περιλαμβάνονται και στην αίτηση αναιρέσεως θα εξεταστούν κατωτέρω, ως λόγοι αναίρεσης. Κατά τη διάταξη του άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ. "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω, σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Οι πιο πάνω πράξεις της πλαστογραφίας λαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τη διάταξη της παρ.3 του αυτού άρθρου του ΠΚ, μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 14 παρ. 2α, β του ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου), σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον, οπότε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ) και ήδη 120.000 ευρώ (το ποσό των 120.000 ορίστηκε με την παρ. 1β του άρθρου 25 του ν. 4055/2012). Με την ίδια ποινή τιμωρείται και ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε o υπαίτιος, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και ήδη 30.000 ευρώ (το ποσό των 30.000 ορίστηκε με την παρ. 2α του άρθρου 25 του αυτού ως άνω, ν. 4055/2012). Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί, ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (ΑΠ Ολ 3/2008).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ, "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Εκείνος που εξαπατήθηκε δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με αυτόν που ζημιώθηκε. Αποτέλεσμα του τελευταίου είναι ότι απάτη μπορεί να τελεσθεί και με την παραπλάνηση του δικαστηρίου σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ' αυτό ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος με προσαγωγή εν γνώσει αναληθών αποδεικτικών μέσων, από τα οποία παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση, που συνεπάγεται βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου του δράστη. Απάτη στο δικαστήριο διαπράττεται και όταν η δίκη διεξάγεται κατ' ειδική διαδικασία, στην οποία δε δεσμεύεται το δικαστήριο από αποδεικτικούς κανόνες, ως προς τα αποδεικτικά μέσα και την αποδεικτική τους δύναμη, όπως συμβαίνει επί υποθέσεων που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρ.682 επ. Κ.Πολ.Δ.). Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τελεσμένη όταν, με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών μέσων, εκδίδεται απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη της απάτης και σε βάρος του αντιδίκου του. Ως περιουσιακή βλάβη νοείται κάθε μείωση της συνολικής αξίας της περιουσίας, αλλά και η απειλή μειώσεως της, όταν δημιουργείται χειροτέρευση της ενεστώσας περιουσιακής καταστάσεως, όπως και η απειλή ή ο κίνδυνος της περιουσίας στο μέλλον λόγω εμπλοκής σε δαπανηρό δικαστικό αγώνα. Εξάλλου, από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και η απάτη συρρέουν αληθώς και ουδεμία απορροφά την άλλη, διότι καθεμία είναι αυτοτελής, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλάνησης και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανωμένου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της υπόστασης ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο διάπραξης της πλαστογραφίας. Μόνον η απόπειρα της απάτης και η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, όταν τα για την απάτη παρασταθέντα σαν αληθινά ψευδή γεγονότα ταυτίζονται προς εκείνα που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου, δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα, αλλά η απόπειρα απάτης απορροφάται από τη χρήση πλαστού, υφισταμένης μεταξύ τους φαινομενικής συρροής (Α.Π. 1017/2011, Α.Π. 83/2010, Α.Π. 573/2009). Αντίθετα, όταν, τα για την απόπειρα απάτης παρασταθέντα σαν αληθινά, ψευδή γεγονότα, δεν ταυτίζονται προς εκείνα που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου, τότε μεταξύ των δύο ως άνω εγκλημάτων, υφίσταται αληθής και όχι φαινομένη συρροή (Α.Π. 1559/2002, Α.Π. 238/2000). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και ήδη 30.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και ήδη 120.000 ευρώ. (Το ποσό των 30.000 και των 120.000 ορίστηκε με την παρ. 2δ και 1ιδ του άρθρου 25 του αυτού ως άνω, ν. 4055/2012). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται, έτσι, λόγος αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π. ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής η μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 642/2011, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος για τις αξιόποινες πράξεις, α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, υπό τη μορφή της νόθευσης γνήσιου εγγράφου, από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και β) της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, σε συνολική ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, εκτίθεται, μετά την ανάλυση του νομικού μέρους της υπόθεσης, ότι, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ήτοι των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, των αναγνωσθέντων εγγράφων και της απολογίας του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η "ΑΕ ΤΕΧΤΙΛΙΑ", της οποίας εκπρόσωπος ήταν ο Π. Β., αποφάσισε να επεκτείνει το κλωστήριο που είχε στους ... . Τις σχετικές μελέτες τις ανέθεσε στην τεχνική εταιρεία "Li-La ΕΠΕ" ενώ στην συνέχεια για τα απαιτούμενα έργα πολιτικού μηχανικού υπήρξαν διαπραγματεύσεις ανάμεσα στον παραπάνω Π. Β. και τον ήδη εκκαλούντα κατηγορούμενο Δ. Κ. που ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της "ΑΕ Π.". Ο κατηγορούμενος αντιπρότεινε να μην γίνει επέκταση των υπαρχόντων εγκαταστάσεων αλλά να ανεγερθεί από αυτόν (κατηγορούμενο) νέο εργοστάσιο στην Βιομηχανική Ζώνη ... σε έκταση 2.500 στρ. που ο ίδιος είχε. Η πρόταση αυτή έγινε δεκτή από Π.Β. και για το λόγο συντάχθηκε και υπεγράφη το από 25-8-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμφωνα με το οποίο: α) η ΑΕ ΤΕΧΤΙΛΙΑ θα εκπονούσε τις σχετικές μελέτες και τα σχέδια της νέας μονάδας και β) ο κατηγορούμενος θα υλοποιούσε τα σχέδια αυτά δηλ. θα κατασκεύαζε την νέα μονάδα με αμοιβή το ποσό των 100.000.000 δρχ. Πουθενά στο συμφωνητικό αυτό δεν αναφερόταν ότι ο κατηγορούμενος μπορούσε να αναθέτει τις παραπάνω μελέτες σε μηχανικό της επιλογής του αλλά και ούτε συμφωνήθηκε κάτι τέτοιο προφορικά. Παρά ταύτα ο κατηγορούμενος στις 4.3.2003 κατέθεσε την από 21.2.2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε βάρος της παραπάνω εταιρείας "TEXTILIA ΑΕ", με την οποία ζητούσε να του επιτραπεί να κατάσχει συντηρητικώς κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία της μέχρι του ποσού των 1.200.000 ΕΥΡΩ προς διασφάλιση απαιτήσεώς του ανερχόμενης στο ποσό των 1.037.164,06 ΕΥΡΩ που προερχόταν από την μη εκτέλεση, από υπαιτιότητα του νομίμου εκπροσώπου αυτής Π. Β., της μεταξύ των συμβάσεως έργου, για την οποία αυτοί είχαν υπογράψει το από 25.8.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο η "TEXTILIA ΑΕ" ανελάμβανε την υποχρέωση να αναθέσει στον κατηγορούμενο την κατασκευή νέας μονάδας κλωστοϋφαντουργίας στο Δήμο Κρωπίας αντί αμοιβής εκατό δισεκατομμυρίων (100.000.000.000) δραχμών, προσέτι δε του δόθηκε η εντολή από την ίδια εταιρεία (TEXTILIA ΑΕ) να αναθέσει την εκπόνηση των σχετικών σχεδίων σε μηχανικό της εκλογής του, γεγονός που ο κατηγορούμενος στη συνέχεια έπραξε, αναθέτοντας με το από 5.9.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό τις προκαταρκτικές μελέτες, που έπρεπε να πραγματοποιηθούν στον υπεργολάβο ανάδοχο Μηχανολόγο - Μηχανικό Κ. Π. αντί συνολικής αμοιβής 1.037.164,06 ΕΥΡΩ. Ποσό το οποίο ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε, ότι ήταν αναγκασμένος να καταβάλει στον ανωτέρω Μηχανικό. Το περιεχόμενο της αιτήσεως αυτής και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ήσαν εν γνώσει του ψευδείς αφού ο ίδιος γνώριζε ότι: α) καμιά απαίτηση αυτός δεν είχε εναντίον της "TEXTILIA ΑΕ", ανερχομένη στο ποσό των 1.037.164,06 ΕΥΡΩ, προερχόμενη από τη μη εκτέλεση, από υπαιτιότητα του νομίμου εκπροσώπου αυτής, Π. Β., της μεταξύ των συμβάσεως έργου, αφού, με το από 25.8.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, που ο νόμιμος εκπρόσωπος της μηνύτριας εταιρείας και ο κατηγορούμενος είχαν υπογράψει, είχε συμφωνηθεί ότι η μηνύτρια εταιρεία ανελάμβανε την υποχρέωση να αναθέσει στον κατηγορούμενο την κατασκευή νέας μονάδας κλωστοϋφαντουργίας στο Δήμο Κρωπίας αντί αμοιβής εκατό εκατομμυρίων δραχμών (100.000.000) δραχμών, και όχι εκατό δισεκατομμυρίων δραχμών (100.000.000.000 δρχ.) και β) ουδέποτε του δόθηκε η εντολή να αναλάβει πρωτοβουλία για υπεργολαβική ανάθεση της εκπόνησης των σχετικών σχεδίων σε μηχανικό της δικής του επιλογής. Μάλιστα το παραπάνω από 25-8-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό που αυτός επικαλέστηκε με το σχετικό σημείωμα του και προσκόμισε στο δικαστήριο ο ίδιος το είχε νοθεύσει αφού στον τελευταίο (13°) όρο το αναφερόμενο αριθμητικώς και ολογράφως ποσό της εργολαβικής αμοιβής του, που είχε συμφωνηθεί να του καταβληθεί ως αμοιβή και ειδικότερα πρόσθεσε τρία μηδενικά στον αριθμό 100.000.000 καθώς και το πρόθεμα δις στη λέξη "εκατομμυρίων", μεταβάλλοντας έτσι την οφειλόμενη σε αυτόν αμοιβή από εκατό εκατομμύρια δραχμές σε εκατό δισεκατομμύρια δραχμές, αυτόν, στο δε σημείωμα που κατέθεσε την 24.3.2003, μετά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης του, επανέλαβε ξανά τους ως άνω ισχυρισμούς του. Με τον τρόπο αυτό προσπάθησε να παραπλανήσει το δικαστήριο του ως άνω, ούτως ώστε να εκλάβει ως αληθινή κατά περιεχόμενο την αίτησή του και να την κάνει δεκτή, γεγονός που θα είχε ως αποτέλεσμα το περιουσιακό όφελός του και η αντίστοιχη ζημία της μηνύτριας εταιρείας να υπερβεί το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ, και ειδικότερα να ανέλθει στο ποσό του 1.037.164,06 ΕΥΡΩ, πλην όμως δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει την πράξη του αυτή για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του, και συγκεκριμένα διότι με την 2955/2003 απόφασή του, ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απέρριψε την ως άνω αίτησή του. Δηλαδή αυτός στο δικαστήριο αυτό δεν επικαλέστηκε μόνο το νοθευμένο από τον ίδιο παραπάνω συμφωνητικό αλλά πρόβαλε και άλλους αναληθείς ισχυρισμούς και κατά συνέπεια στην περίπτωση αυτή στοιχειοθετούνται τα κακουργήματα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο τα οποία συρρέουν αληθώς.
Ο κατηγορούμενος απολογούμενος αρνείται τις κατηγορίες και ισχυρίζεται ότι δεν τέλεσε τα εγκλήματα που του αποδίδονται. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός είναι, σύμφωνα με όσα παραπάνω εκτέθηκαν, αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού επιπλέον δεν ενισχύεται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο. Με βάση τα στοιχεία αυτά στοιχειοθετούνται αντικειμενικά και υποκειμενικά: Α) το έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με ζημιά ανώτερη των 73.000 ευρώ και Β) το έγκλημα της απόπειρας απάτης με ζημία ανώτερη των 73.000 ευρώ για τα οποία ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Στο διατακτικό τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Α1. Στην Αθήνα, την 4.3.2003 και 19.3.2003, έχοντας αποφασίσει να τελέσει απάτη στο Δικαστήριο, από την οποία το περιουσιακό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών, επιχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος, πλην όμως δεν ολοκληρώθηκε η πράξη του από λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεώς του. Ειδικότερα, την 4.3.2003, κατέθεσε την αναληθή κατά περιεχόμενο από 21.2.2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε βάρος της μηνύτριας εταιρείας με την επωνυμία "TEXTILIA ΑΕ", με την οποία ζητούσε να του επιτραπεί να κατάσχει συντηρητικώς κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία της μέχρι του ποσού των 1.200.000 ΕΥΡΩ προς διασφάλιση απαιτήσεως του ανερχόμενης στο ποσό των 1.037.164,06 ΕΥΡΩ, προερχομένης από την μη εκτέλεση, από υπαιτιότητα του νομίμου εκπροσώπου αυτής, Π. Β., της μεταξύ των συμβάσεως έργου, για την οποία είχαν υπογράψει, ο Π. Β. και ο κατηγορούμενος το από 25.8.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, δια του οποίου η μηνύτρια εταιρεία ανελάμβανε την υποχρέωση να αναθέσει στον κατηγορούμενο την κατασκευή νέας μονάδας κλωστοϋφαντουργίας στο Δήμο Κρωπίας αντί αμοιβής εκατό δισεκατομμυρίων (100.000.000.000) δραχμών, προσέτι δε του δόθηκε η εντολή από τη μηνύτρια εταιρεία να αναθέσει την εκπόνηση των σχετικών σχεδίων σε μηχανικό της εκλογής του, γεγονός που ο κατηγορούμενος στη συνέχεια έπραξε, αναθέτοντας με το από 5.9.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό τις προκαταρκτικές μελέτες, που έπρεπε να πραγματοποιηθούν στον υπεργολάβο ανάδοχο Μηχανολόγο - Μηχανικό Κ. Π. αντί συνολικής αμοιβής 1.037.164,06 ΕΥΡΩ, ποσό το οποίο ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε, ότι ήταν αναγκασμένος να καταβάλει στον ανωτέρω Μηχανικό. Όμως όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί του ήταν εν γνώσει του ψευδείς, καθόσον ο ίδιος γνώριζε ότι ουδεμία απαίτηση είχε εναντίον της μηνύτριας εταιρείας ανερχομένη στο ποσό των 1.037.164,06 ΕΥΡΩ, προερχόμενη από τη μη εκτέλεση, από υπαιτιότητα του νομίμου εκπροσώπου αυτής, Π. Β., της μεταξύ των συμβάσεως έργου, αφού, με το από 25.8.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, που ο νόμιμος εκπρόσωπος της μηνύτριας εταιρείας και ο κατηγορούμενος είχαν υπογράψει, είχε συμφωνηθεί ότι η μηνύτρια εταιρεία ανελάμβανε την υποχρέωση να αναθέσει στον κατηγορούμενο την κατασκευή νέας μονάδας κλωστοϋφαντουργίας στο Δήμο Κρωπίας αντί αμοιβής εκατό εκατομμυρίων δραχμών (100.000.000) δραχμών, και όχι εκατό δισεκατομμυρίων δραχμών (100.000.000.000 δρχ.) ουδέποτε δε δόθηκε η εντολή στον κατηγορούμενο να αναλάβει πρωτοβουλία για υπεργολαβική ανάθεση της εκπόνησης των σχετικών σχεδίων σε μηχανικό επιλογής του κατηγορουμένου.
Στη συνέχεια, κατά τη δικάσιμο της 19.3.2003, συζήτησε την ως άνω αίτηση του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επαναλαμβάνοντας τους ίδιους ως άνω ψευδείς ισχυρισμούς του περί οφειλής ποσού 1.037.164,06 ΕΥΡΩ της μηνύτριας εταιρείας προς αυτόν, στο δε σημείωμα που κατέθεσε την 24.3.2003, μετά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης του, επανέλαβε ξανά τους ως άνω ισχυρισμούς του. Με τον τρόπο αυτό προσπάθησε να παραπλανήσει τον Δικαστή του ως άνω Δικαστηρίου, ούτως ώστε να εκλάβει ως αληθινή κατά περιεχόμενο την αίτησή του και να την κάνει δεκτή, γεγονός που θα είχε ως αποτέλεσμα το περιουσιακό όφελός του και η αντίστοιχη ζημία της μηνύτριας εταιρείας να υπερβεί το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ, και ειδικότερα να ανέλθει στο ποσό του 1.037.164,06 ΕΥΡΩ, πλην όμως δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει την πράξη του αυτή για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του, και συγκεκριμένα διότι με την υπ' αριθμ. 2955/2003 απόφασή του, ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απέρριψε την ως άνω αίτησή του.
Α2. Στην Αθήνα την 19.3.2003, με πρόθεση νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε έκανε χρήση αυτού του εγγράφου, σκοπεύοντας κατ' αυτόν τον τρόπο να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτο, το συνολικό δε όφελος και η αντίστοιχη ζημία από αυτήν την πράξη του, υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή των 73.000 ΕΥΡΩ. Ειδικότερα, στον προαναφερθέντα τόπο και χρόνο, νόθευσε το από 25.8.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο είχαν υπογράψει ο ίδιος και ο νόμιμος εκπρόσωπος της μηνύτριας εταιρείας, Π. Β., αλλοιώνοντας στον τελευταίο (13°) όρο το αναφερόμενο αριθμητικώς και ολογράφως ποσόν της εργολαβικής αμοιβής του, που είχε συμφωνηθεί να του καταβληθεί ως αμοιβή και ειδικότερα πρόσθεσε τρία μηδενικά στον αριθμό 100.000.000 καθώς και το πρόθεμα δις στη λέξη "εκατομμυρίων", μεταβάλλοντας έτσι την οφειλόμενη σε αυτόν αμοιβή από εκατό εκατομμύρια δραχμές σε εκατό δισεκατομμύρια δραχμές. Στη συνέχεια δε έκανε χρήση του νοθευμένου αυτού ιδιωτικού συμφωνητικού προσκομίζοντάς το ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την εκδίκαση της από 21.2.2003 αίτησής του για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος της μηνύτριας εταιρείας, με την οποία ζητούσε να του επιτραπεί να κατάσχει συντηρητικώς κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία της μηνύτριας εταιρείας μέχρι του ποσού των 1.200.000 ΕΥΡΩ προς διασφάλιση της απαιτήσεώς του, η οποία, όπως ισχυριζόταν, ανερχόταν στο ποσό των 1.037.164,06 ΕΥΡΩ, με την ενέργεια του δε αυτή σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τη μηνύτρια εταιρεία, υπερβαίνον το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ." Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, υπό τη μορφή της νόθευσης εγγράφου, από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 13γ, 14, 16, 17, 26 παρ.1α, 27 παρ.1α, 42 παρ.1, 94, 216 παρ.1 και 3 εδ. α', και 386 παρ.1 και 3 περ. β' Π.Κ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρει καθόσον αφορά την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, υπό τη μορφή της νόθευσης γνήσιου εγγράφου: α) την νόθευση του γνήσιου εγγράφου, (ιδιωτικού συμφωνητικού), την αλλοίωση του στοιχείου (ύψος εργολαβικής αμοιβής), αριθμητικά και ολογράφως, που αποτελεί τη νόθευση, και συνακόλουθα το δόλο του β) το σκοπό νόθευσης του περιεχομένου του εγγράφου αυτού, που ήταν η παραπλάνηση του δικαστηρίου, ως προς την παραδοχή της αίτησής του για λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος της εγκαλούσας και γ) την χρήση από τον ίδιο, του νοθευμένου αυτού εγγράφου με την προσκομιδή του στο δικαστήριο, κατά τη συζήτηση της παραπάνω αίτησής του. Επίσης, αναφέρει, καθόσον αφορά την αξιόποινη πράξη της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο: α) τις απατηλές ενέργειες του αναιρεσείοντα με τη χρήση του ως άνω νοθευμένου εγγράφου, στη νόθευση του οποίου ο ίδιος προέβη, β) τη γνώση του, ότι το περιεχόμενο του εγγράφου, ιδιωτικού συμφωνητικού, ήταν ψευδές, αφού το ύψος της φερόμενης εργολαβικής αμοιβής, είχε αλλοιωθεί γ) την αποτυχία του για παραπλάνηση του δικαστηρίου, αφού αυτό, απέρριψε την παραπάνω αίτησή του, και δ) την ζημία, ύψους 1.037.164,06 Ευρώ, που αποπειράθηκε να προκαλέσει στην εγκαλούσα, με αντίστοιχη ωφέλειά του, αν εκδιδόταν σε βάρος της απόφαση του δικαστηρίου, περί συντηρητικής κατάσχεσης κάθε κινητής ή ακίνητης περιουσίας της προς εξασφάλιση της ως άνω, επικαλούμενης απαίτησης του, ύψους 1.037.164,06 Ευρώ. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα, ότι ο ίδιος δεν θα υφίστατο ωφέλεια και αντίστοιχη βλάβη η εγκαλούσα, ακόμη και αν γινόταν δεκτή η αίτησή του περί συντηρητικής κατάσχεσης, δεν είναι βάσιμη, αφού η παραδοχή της αίτησής του, θα είχε ως συνέπεια, την πιθανολόγηση της ως άνω αξίωσης του, ύψους 1.037.164,06 Ευρώ σε βάρος της εγκαλούσας, με περαιτέρω συνέπεια α) την απαγόρευση, μέχρι του παραπάνω ποσού της διάθεσης των πραγμάτων που θα κατασχόταν ( (άρθρο 715 παρ.1 Α.Κ.) και β) την άσκηση, μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών, αγωγής, από μέρους του αναιρεσείοντα, για την κύρια απαίτηση ( άρθρο 715 παρ.5 εδ. α' Α.Κ), για την οποία, θα είχε εκδοθεί απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, υπέρ των απόψεών του. Σε κάθε περίπτωση, θα ενέπλεκε την εγκαλούσα σε δαπανηρό δικαστικό αγώνα. Περαιτέρω, η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα, ότι εν προκειμένω, δεν υφίσταται πραγματική, αλλά φαινομένη συρροή μεταξύ των δύο αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκε και ειδικότερα, της πλαστογραφίας μετά χρήσεως (νόθευσης) και της απόπειρας απάτης, αφού η πλαστογραφία απορροφά την απόπειρα απάτης, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, σύμφωνα και με τις σκέψεις που αναφέρονται στην εν αρχή νομική σκέψη, καθόσον το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της απόπειρας απάτης δέχθηκε στις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ότι ο κατηγορούμενος στο δικαστήριο επικαλέστηκε εκτός από το νοθευμένο έγγραφο και άλλες εν γνώσει του ψευδείς παραστάσεις και συγκεκριμένα ότι του δόθηκε εντολή από την ως άνω εταιρεία να αναθέσει τις μελέτες κατασκευής του έργου σε μηχανικό της επιλογής του, ενώ αυτό ήταν αναληθές, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, πουθενά στο ιδιωτικό συμφωνητικό δεν αναφερόταν ο όρος αυτός, ούτε συμφωνήθηκε κάτι τέτοιο προφορικά.
Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. πρώτος δεύτερος τρίτος και τέταρτος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν, ότι δηλαδή η αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, και έγινε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων καθώς και των περί συρροής διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα που περιέχεται στον αυτό ως άνω 2ο λόγο αναίρεσης, ότι δεν αξιολογήθηκαν από το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο οι καταθέσεις του νομίμου εκπροσώπου της μηνύτριας εταιρείας, του μάρτυρα Σ.- Κ. Ρ. καθώς και το περιεχόμενο του από 25-8-2011, ιδιωτικού συμφωνητικού (φερομένου ως νοθευθέντος), του διαγράμματος κάλυψης που αναγνώστηκε με αύξοντα αριθμό 10, και του εγγράφου-προσφοράς της "Ζήμενς", που αναγνώστηκε με αύξοντα αριθμό 17, από τα οποία προκύπτει ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή του ήταν αξίας πολλών δισεκατομμυρίων, είναι απαράδεκτη, καθόσον υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, το δικαστήριο για την επί της ουσίας κρίση του, ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε τόσο τις καταθέσεις των μαρτύρων όσο και τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 20-6-2011, υπ' αριθμό πρωτ. 4886/ 20-6-2011 αίτηση, του Δ. Κ. του Δ., κρατουμένου στο Κ.Κ. Χαλκίδας και τους από 1-9-2011 και 10-1-2012 Πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμό 642/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτονται ως απαράδεκτα, δύο έγγραφα προσθέτων λόγων κρατουμένου, που εγχειρίσθηκαν στο διευθυντή των φυλακών και διαβιβάσθηκαν στον Εισαγγελέα, εφόσον δεν τηρήθηκαν οι οριζόμενες από τον νόμο διατυπώσεις. Κακουργηματική πλαστογραφία, υπό τη μορφή νόθευσης γνησίου εγγράφου μετά χρήσεως. Κακουργηματική απόπειρα απάτης ενώπιον πολιτικού Δικαστηρίου. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Νόθευση ιδιωτικού συμφωνητικού, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί σε πολιτικό δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο, προκειμένου να πιθανολογηθεί απαίτηση του αναιρεσείοντα σε βάρος της εγκαλούσας. Προσκομιδή του στο ως άνω δικαστήριο. Η απόπειρα της απάτης και η χρήση πλαστού εγγράφου, όταν τα για την απάτη παρασταθέντα σαν αληθινά, ψευδή γεγονότα, ταυτίζονται προς εκείνα που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου, δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα, αλλά η απόπειρα απάτης απορροφάται από τη χρήση πλαστού, υφισταμένης μεταξύ τους φαινομενικής συρροής Αντίθετα, όταν, τα για την απόπειρα απάτης παρασταθέντα σαν αληθινά, ψευδή γεγονότα, δεν ταυτίζονται προς εκείνα που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου, τότε μεταξύ των δύο ως άνω εγκλημάτων, υφίσταται αληθής και όχι φαινομένη συρροή. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Πρόσθετοι λόγοι
|
Απάτη, Πλαστογραφία, Πρόσθετοι λόγοι.
| 1
|
Αριθμός 303/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Δ. του Π., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Αποστολόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Γ. του Α., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Κωνσταντόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/2/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3928/2005 του ιδίου Δικαστηρίου, 111/2007 μη οριστική (που διορθώθηκε με την 4503/2007) και 5250/2009 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/11/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 26/3/2012 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Αθανασίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 798, 799, 800 και 801 του ΑΚ, και 480, 480 Α, 481 και 484 παρ.1 του ΚΠολΔ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 1113 του ΑΚ, εφαρμόζονται και επί διανομής κοινού πράγματος, προκύπτει ότι αν δεν συμφωνούν όλοι οι κοινωνοί για τη λύση της κοινωνίας με διανομή, κάθε κοινωνός μπορεί να ζητήσει τη δικαστική διανομή κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ (άρθρ. 478 επ.). Με το άρθρο 480 Α', ειδικότερα, καθιερώθηκε για πρώτη φορά ως τρόπος αυτούσιας διανομής κοινού οικοπέδου, στο οποίο υπάρχει οικοδομή ή το οποίο είναι ακάλυπτο και οικοδομήσιμο, η κατόπιν σχετικού αιτήματος κάποιου από τους συγκυρίους του οικοπέδου σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας, είτε κατά ορόφους ή μέρη ορόφων είτε σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου, στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων, σύμφωνα με τον ν.3741/1929 και το ν.δ. 1024/1971, αντίστοιχα, καθώς και τα άρθρα 1002 και 1117 ΑΚ, ορίζεται δε περαιτέρω στην παρ. 1 του άρθρου 480 Α ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο αποφασίζει τη διανομή με τον τρόπο που αναφέρεται στην παράγραφο αυτή αν είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων, ότι η απόφαση που διατάζει τη διανομή κατά τον τρόπο αυτό προσδιορίζει τα χωριστά μέρη της οικοδομής που αναλογούν στις μερίδες των συγκυρίων και τα επιδικάζει σ' αυτούς και ότι, αν με την εν λόγω διανομή περιέρχονται σε κάποιο συγκύριο περισσότερες αυτοτελείς ιδιοκτησίες, η απόφαση καθορίζει το ποσοστό της συγκυριότητας που αναλογεί σε καθεμία από τις ιδιοκτησίες αυτές. Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις και, ειδικότερα, αυτές του άρθρου 480Α παρ. 1 εδ. α' και β' και 2 εδ. α' και β' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση συνιδιοκτησίας επί οικοπέδου, στο οποίο υπάρχει οικοδομή, κάθε συγκύριος έχει δικαίωμα, στη δίκη διανομής, να ζητήσει την αυτούσια διανομή του με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους, αποφασίζει δε το δικαστήριο την κατά τον τρόπο αυτό διανομή, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων (ΑΠ 1309/2005, 765/1993). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠοΛΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, υπάρχει δε τέτοια παραβίαση και όταν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής των περιστατικών αυτών στον νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εν προκειμένω το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη, αναφορικά με την ένδικη αγωγή διανομής του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος: Οι διάδικοι είναι συγκύριοι ενός οικοπέδου μετά της εντός αυτού ισόγειας οικίας, που βρίσκεται στην περιοχή …, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του πρώην …. και τώρα …, στο υπ' αριθμ… οικοδομικό τετράγωνο (...). Το οικόπεδο αυτό έχει έκταση 557,80 τμ, εμφαίνεται με αριθμό … στο από 20-8-1960 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Κ. Κ. (...), συνορεύει δε (...). Το ελάχιστο εμβαδόν για την αρτιότητα των οικοπέδων της περιοχής ανέρχεται σε 400 τμ. και για τον λόγο αυτό η αυτούσια διανομή του επικοίνου με κατάτμηση δεν είναι δυνατή, επειδή θα οδηγήσει σε ανεπίτρεπτο σχηματισμό μη αρτίων οικοπέδων. Επίσης, δεν είναι δυνατή η αυτούσια διανομή του με σύσταση καθέτων ιδιοκτησιών για τον λόγο ότι εντός του οικοπέδου δεν υπάρχουν περισσότερες οικοδομές, αλλά μία ισόγειος οικία, της οποίας η αξία δεν είναι ασήμαντη, ώστε το οικόπεδο να θεωρείται ακάλυπτο. Η οικία αυτή είναι πλακοσκεπής, έχει εμβαδόν 136 τμ. και αποτελείται από τέσσερα κύρια δωμάτια, κουζίνα, λουτρό και διάδρομο και περιβάλλεται από βεράντες πλάτους 1, 70 μ. Ο φέρων οργανισμός της οικίας αποτελείται από υπερμπατικές τοιχοποιίες πλινθοδομών επί των οποίων εδράζεται πλάκα οπλισμένου σκυροδέματος. Δηλαδή δεν υπάρχει σκελετός από οπλισμένο σκυρόδεμα. Έχει κτιστεί κατά τα έτη 1956-1957 και η κατάσταση στην οποία βρίσκεται είναι καλή, ωστόσο έχει ανάγκη εργασιών συντήρησης, όπως βαφή της τοιχοποιίας, αλλαγή κουφωμάτων κ.ά. Εκτός από την ισόγειο οικία, στη βόρεια γωνία του οικοπέδου υπάρχει πρόχειρη κεραμοσκεπής κατασκευή, μικρής αξίας, διαστάσεων 3,40 μ. Χ 3,60 μ. Η αντικειμενική αξία της ως άνω υπάρχουσας οικίας ανέρχεται σε 192.298 ευρώ και του οικοπέδου σε 542.427 ευρώ, η δε εμπορική αξία της οικίας σε 280.000 ευρώ και του όλου ακινήτου ανέρχεται σε 1.100.000 ευρώ. Δυνατή δεν είναι και η αυτούσια διανομή με την σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών σε πολυώροφη οικοδομή, εφόσον τέτοια οικοδομή δεν υφίσταται, ούτε με την σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών επί του υπάρχοντος ισογείου κτίσματος, για τον λόγο ότι οποιαδήποτε διανομή προϋποθέτει επεμβάσεις και δαπάνες στην υπάρχουσα οικία, που δεν είναι αποδεκτές από τον ενάγοντα και μειώνουν την αξία του επίδικου ακινήτου. Έτσι, συνεχίζει το Εφετείο, κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου (...) δεν είναι εφικτή ούτε συμφέρουσα η αυτούσια διανομή του επικοίνου ακινήτου με τη δημιουργία δύο ανεξάρτητων και ισάξιων ιδιοκτησιών, όσοι δηλαδή οι νυν τελικοί συνιδιοκτήτες του. Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος-εναγομένου κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία η αγωγή του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος είχε γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και είχε διαταχθεί η πώληση του επιδίκου με πλειστηριασμό, μετά την παραδοχή ότι η αυτούσια διανομή του επιδίκου δεν είναι δυνατή επειδή θα οδηγήσει σε ανεπίτρεπτο σχηματισμό μη αρτίων οικοπέδων, καθώς και ότι δεν είναι δυνατή και η σύσταση καθέτων ιδιοκτησιών στην υπάρχουσα μοναδική οικοδομή (οικία), λόγω του εμβαδού της, ούτε στο οικόπεδο, λόγω της υπάρχουσας οικίας, της οποίας η αξία δεν είναι οικονομικά ασήμαντη. Η παραδοχή του Εφετείου ότι το οικόπεδο δεν είναι ακάλυπτο, δεν διατυπώθηκε ως προϋπόθεση που θέτει ο νόμος (αρθρ. 480 Α ΚΠολΔ) για τη δυνατότητα της αυτούσιας διανομής του επιδίκου με τη σύσταση κάθετων ιδιοκτησιών, αλλά ως επιχείρημα ότι το οικόπεδο αφού δεν είναι ακάλυπτο (χωρίς κτίσματα επ' αυτού), δεν μπορεί να συσταθούν επ' αυτού κάθετες ιδιοκτησίες, ενόψει του εμβαδού της μοναδικής οικίας. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής αυτών των διατάξεων. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ειδικότερα δε ότι το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις με το να μη διατάξει τη διανομή του επιδίκου με τη σύσταση κάθετων ιδιοκτησιών, είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος, και όχι την απόρριψη του ισχυρισμού ως μη νομίμου, αορίστου ή απαραδέκτου ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο (Ολομ.ΑΠ 3/1997, Ολομ.ΑΠ 44/1990, ΑΠ 1371/2005). Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος του αντιδίκου του χωρίς αιτιολογία, άλλως με ανεπαρκή αιτιολογία, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (αρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-11-2009 αίτηση του Ε. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5250/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πότε μπορεί να διαταχθεί αυτούσια διανομή κοινού ακινήτου με σύσταση οριζόντιων ή κάθετων ιδιοκτησιών. Λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αβάσιμος. Λόγοι αναιρέσεως από τον αρ. 19 του ιδίου άρθρου. Προϋποθέτει κατ΄ ουσίαν έρευνα του ισχυρισμού. Αλλιώς, απαράδεκτος. Επικυρώνει Εφ.Αθ. 5250/2009.
|
Ένδικο μέσο
|
Διανομή επίκοινου ακινήτου, Ένδικο μέσο.
| 0
|
Αριθμός 304/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Β. Κ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Σαράκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 5694/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγον το "Ι.Κ.Α. - ΕΤΑΜ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Ατσαβέ.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1066/2012.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων των συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον αυτουργό, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, για δε την υποκειμενική θεμελίωσή του απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας) των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και επί πλέον το σκοπό του δράστη (υπερχειλή δόλο) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, αδιαφόρου όντως αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Περαιτέρω, η χρήση στοιχειοθετείται αντικειμενικώς όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενό του τρίτο και έτσι δώσει σ` αυτόν την δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Η χρήση του εγγράφου μπορεί να γίνει με τη χρησιμοποίηση με τρόπο άμεσο ή και έμμεσο και με τη χρήση δια τρίτου καλόπιστου προσώπου που αγνοεί την πλαστότητα.
ΙΙ. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο. Ετέρωθεν, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ` εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.
III. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει και ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι: Ο κατηγορούμενος, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος κατήρτισε πλαστά έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση των εγγράφων αυτών. Συγκεκριμένα, κατόπιν αιτήματος της εργοδότριας αυτού εταιρείας "OLYMPΙC CATERING Α.Ε.", να την ενημερώσει για το συνολικό αριθμό ενσήμων του, με την με αρ. πρωτ. 4252/21-9-2005 αίτηση του προς το Γραφείο Ανακεφαλαίωσης συνταξιοδοτικών περιπτώσεων του Υποκ/τος Ι.Κ.Α. Ηλιούπολης, ζήτησε να του γνωστοποιηθεί ο συνολικός αριθμός ημερών ασφάλισης του από τον προαναφερόμενο ασφαλιστικό του φορέα, κατέθεσε δε παράλληλα τις 9124/ 189 /93/14-12-1993 και 32398/ 754/ 27-4-1994 αποφάσεις του διευθυντή περιφερειακού καταστήματος ΙΚΑ Πειραιά. Σύμφωνα με την πρώτη των πιο πάνω αποφάσεων στις 3-3-93 ο κατηγορούμενος με αρ. μητρώου ... υπέβαλε υπεύθυνη δήλωση απώλειας του ασφαλιστικού του βιβλιαρίου και ζήτησε να του αναγνωρισθούν ημέρες ασφάλισης της χρονικής περιόδου από 1-1-78 έως 25-2-78 και από 1-3-78 έως 25-11-79 τις οποίες ισχυρίσθηκε ότι πραγματοποίησε στις επιχειρήσεις M. LINE και Δ. JUNIOR και του αναγνωρίσθηκαν 525 ημέρες ασφάλισης από το ΙΚΑ, ενώ σύμφωνα με τη δεύτερη απόφαση στις 8-3-1993 ο κατηγορούμενος με τον ίδιο αριθμό μητρώου, υπέβαλε υπεύθυνη δήλωση απώλειας του ασφαλιστικού του βιβλιαρίου και ζήτησε να του αναγνωρισθούν ημέρες ασφάλισης της χρονικής περιόδου από 1-12-79 έως 31-1-80 και από 1-5-83 έως 31-3-84, τις οποίες ισχυρίσθηκε ότι πραγματοποίησε στις επιχειρήσεις Γ. Ρ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ και ΣΤΑΝΤΑΡ ΕΛΛΑΣ Α.Ε. και του αναγνωρίσθηκαν 575 ημέρες ασφάλισης από το ΙΚΑ. Το γραφείο ανακεφαλαίωσης του υποκαταστήματος Ηλιούπολης, όμως κατά τον έλεγχο, διαπίστωσε ότι ο αναγραφόμενος στις πιο πάνω αποφάσεις αριθμός μητρώου δεν ήταν αυτός του κατηγορουμένου και έτσι με υπηρεσιακό έγγραφο διαβίβασε τις πιο πάνω αποφάσεις στην υποδιεύθυνση εσόδων Πειραιά. Εκεί διαπιστώθηκε η πλαστότητα των αποφάσεων. Ειδικότερα κατόπιν έρευνας, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν αναγραφόταν στις μισθολογικές καταστάσεις των επιχειρήσεων που δήλωσε ως εργοδότριες του, ενώ υπήρχαν χρονικές περίοδοι που του αναγνωρίζονταν ημέρες ασφάλισης, κατά τις οποίες οι επιχειρήσεις δεν λειτουργούσαν. Επίσης οι αποφάσεις έφεραν εικονικούς αριθμούς πρωτοκόλλου, ενώ η στρογγυλή σφραγίδα που είχε τεθεί επί των αποφάσεων δεν υπήρχε κατά το χρόνο έκδοσης τους, αλλά κατασκευάσθηκε μεταγενέστερα για την υπηρεσία του ΙΚΑ και ειδικότερα τον Σεπτέμβριο του έτους 1995 και τέλος οι υπογραφές των φερομένων ως αρμοδίων υπαλλήλων επί των αποφάσεων δεν είχαν τεθεί από τους τελευταίους. Τα προαναφερόμενα πλαστά έγγραφα κατήρτισε ο κατηγορούμενος με σκοπό να τα προσκομίσει ενώπιον του ΙΚΑ Ηλιούπολης, να επιτύχει την έκδοση αναληθούς βεβαιώσεως αναφορικά με τις συνολικές ημέρες εργασίας και τον αριθμό των ενσήμων του, ενώ γνώριζε ότι δεν είχε απασχοληθεί τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα. Με την υποβολή της βεβαίωσης του ΙΚΑ, στην εργοδότρια του εταιρεία, σκοπό είχε να παραπλανήσει την τελευταία, προκειμένου να επιτύχει την αύξηση των εισοδημάτων του, μέσω της αύξησης του χρονοεπιδόματος, όπως επίσης και τη συνταξιοδότηση του σε χρόνο που στην πραγματικότητα δεν είχε τις απαιτούμενες ημέρες απασχόλησης. Οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου ότι δεν κατάρτισε ο ίδιος τις επίμαχες αποφάσεις και ότι την έκδοση τους είχε αναθέσει, μετά την κλοπή του βιβλιαρίου ενσήμων το 1991, σε δικηγόρο που συνάντησε τυχαία στο ΙΚΑ, χωρίς όμως να αναφέρει τα πλήρη στοιχεία του δικηγόρου αυτού και ότι τα ένσημα που βεβαιώθηκαν στις πλαστές αποφάσεις δεν του χρειάζονταν γιατί θα συνταξιοδοτούνταν σε κάθε περίπτωση δεν κρίνονται πειστικοί .Εξ άλλου, δεν αιτιολόγησε για ποιό λόγο δεν κατήγγειλε τους εργοδότες του που ισχυρίζεται ότι δεν τον είχαν ασφαλίσει, αλλά ισχυρίσθηκε ότι κλάπηκαν τα βιβλιάρια, χωρίς να αποδειχθεί ότι εργαζόταν τον αντίστοιχο χρόνο. Κατόπιν τούτου πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό". Στο διατακτικό της προσβαλλόμενης που παρατίθεται κατά πιστή μεταφορά του το Δικαστήριο "Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο με ελαφρυντικά κατ' άρθρο 84 παρ. 2ε ΠΚ του ότι: Στην Ηλιούπολη Αττικής την 21-9-2005, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση τους άλλους, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια, έκανε αυθαίρετη χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων. Συγκεκριμένα παράνομα, αυθαίρετα και άνευ δικαιώματος κατάρτισε τις υπ' αρ. 9124/189/93 και 32398/754/27-4-1994 πλαστές αποφάσεις του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Πειραιά περί αναγνώρισης στο πρόσωπο του ημερών ασφάλισης στο ΙΚΑ, συνισταμένης της πλαστότητας τους στο γεγονός ότι αναγραφόταν άλλος αριθμός μητρώου ασφαλισμένου και δη ο ... αντί του πραγματικού ..., φέρονταν εικονικοί αριθμοί πρωτοκόλλου και με ημερομηνία 14-12-93 και 27-4-94 αντίστοιχα και στρογγυλή σφραγίδα του υποκαταστήματος που δεν χρησιμοποιείτο τα έτη 1993, 1994, αλλά μετά τον Σεπτέμβριο του 1995 και πλαστές υπογραφές των αρμοδίων υπαλλήλων Ε. Ζ. και Ε. Λ., με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους του ΙΚΑ, ότι δήθεν με τις ανωτέρω πλαστές αποφάσεις του είχαν αναγνωρισθεί 525 και 575 ημέρες ασφάλισης αντιστοίχως κατά τις χρονικές περιόδους των 1/3/78- 25-11-79, 1-3-80-25-3-81 και 1-5-83 -31-3-84 για την απασχόληση του ενώ στην πραγματικότητα ο κατηγορούμενος δεν είχε απασχοληθεί σε αυτές τα συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία του αναγνωρίζονταν ημέρες ασφάλισης, στη συνέχεια δε έκανε χρήση των ως άνω πλαστών εγγράφων, δια της καταθέσεως των μαζί με τη σχετική αίτηση του προς το Γραφείο Ανακεφαλαίωσης συνταξιοδοτικών περιπτώσεων του ΙΚΑ Ηλιούπολης, με αίτημα την γνωστοποίηση του συνολικού αριθμού ημερών ασφάλισης του "Στη συνέχεια, του επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία και τον υποχρέωσε να καταβάλει στο ΙΚΑ, που παραστάθηκε με την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος, το ποσό των 40 Ευρώ, ως χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την σε βάρος του τελεσθείσα αδικοπραξία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην απόφαση του, την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε γι αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13γ', 14, 16, 17, 26 παρ. 1, 27, 98, 216 παρ.1 ΠΚ,τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε δε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκεκριμένα, ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος παράνομα και αυθαίρετα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, χωρίς να έχει κανένα προς τούτο δικαίωμα κατήρτισε τις υπ' αρ. 9124/189/93/14-12-2003 και 32398/754/27-4-94 πλαστές αποφάσεις του Περιφερειακού υποκαταστήματος ΙΚΑ Πειραιώς περί αναγνώρισης στο πρόσωπο του ημερών ασφάλισης στο ΙΚΑ. Αιτιολογείται δε η κρίση του με την παραδοχή, ότι κατάρτισε απ' αρχής τις ανωτέρω πλαστές αποφάσεις συνισταμένης της πλαστότητας τους στα εξής α) έθεσε ως αρ. μητρώου του ασφαλισμένου, αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου το με στοιχεία ... αντί του πραγματικού του ... β)έθεσε εικονικούς αριθμούς πρωτοκόλλου, με ημερομηνία 14/12/93 και 27 /4/94 αντίστοιχα, γ) έθεσε στρογγυλή σφραγίδα του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Πειραιά που δεν χρησιμοποιείτο τα έτη 1993, 1994, από το ανωτέρω υποκατάστημα, αλλά χρησιμοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του έτους 1995 και μετέπειτα, δ) έθεσε πλαστές υπογραφές των αρμοδίων υπαλλήλων του υποκαταστήματος αυτού, Ε. Ζ. και Ε. Λ.. Αιτιολογείται επίσης η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, για τον δόλο του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου, με την παραδοχή ότι στη διάπραξη της ανωτέρω εγκληματικής πράξεως προέβη με σκοπό να προσκομίσει τις ας άνω πλαστές αποφάσεις και να παραπλανήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους του ΙΚΑ Ηλιουπόλεως, ότι με τις ανωτέρω (πλαστές κατά το περιεχόμενο αποφάσεις), του είχαν αναγνωρισθεί 525 και 575 ημέρες ασφάλισης αντιστοίχως, κατά τις χρονικές περιόδους από 1/3/78 -25/11/79, 1/3/80 - 25-3-81και 1/5/83- 31-3-84, ενώ στην πραγματικότητα δεν είχε απασχοληθεί σε εργασία στους εργοδότες που ανέφερε και στα αντίστοιχα τα παραπάνω χρονικά διαστήματα. Στη συνέχεια δε, έκανε χρήση αυτών προσκομίζοντας τις πλαστές αποφάσεις με την αίτηση του και με την οποία ζητούσε τη γνωστοποίηση του συνολικού αριθμού ημερών ασφάλισης από τους αρμοδίους υπαλλήλους του γραφείου ανακεφαλαίωσης συνταξιοδοτικών περιπτώσεων του ΙΚΑ Ηλιούπολης. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου, ότι εμφιλοχώρησε, αντιφατική παραδοχή μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, σε σχέση με το δόλο του, ήτοι με το σκοπό παραπλάνησης τρίτων προσώπων, διότι το δικάσαν κατ' έφεση Δικαστήριο, στο μεν σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δέχεται ότι σκοπός του ήταν με την κατάρτιση των ανωτέρω πλαστών εγγράφων, να παραπλανήσει την εργοδότρια εταιρεία του "OLYMPINC CATERING ΑΕ", στο δε διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δέχεται, ότι σκοπός του ήταν να παραπλανήσει τους υπαλλήλους του ΙΚΑ είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο διότι, ως εκτέθηκε παραπάνω τόσο στο σκεπτικό όσο και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, εκτίθεται ότι σκοπός του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ήταν με την κατάρτιση των πλαστών αποφάσεων και την προσκομιδή τους στους αρμοδίους υπαλλήλους του ΙΚΑ Ηλιουπόλεως, να παραπλανήσει αυτούς και να επιτύχει την έκδοση αναληθούς βεβαιώσεως, σε σχέση με τις συνολικές ημέρες εργασίας του και τον αριθμό των ενσήμων του. Το γεγονός ότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης εκτίθεται ο επί πλέον σκοπός του, δηλαδή ότι με την υποβολή της βεβαίωσης που θα έπαιρνε από το ΙΚΑ, και την προσκομιδή της στην εργοδότρια του εταιρεία, θα παραπλανούσε την τελευταία προκειμένου με την ανύπαρκτη προϋπηρεσία του, να επιτύχει την αύξηση των εισοδημάτων του, δεν αντιφάσκει με τη ρητή παραδοχή του για τον άμεσο σκοπό του (παραπλάνηση υπαλλήλων του ΙΚΑ), αλλά εκτέθηκε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο για την πλήρη αιτιολογία της, μπορεί να περιέχει περισσότερα πραγματικά περιστατικά και νομικούς συλλογισμούς από το διατακτικό της, για να αιτιολογήσει την εγκληματική του πρόθεση και το περαιτέρω εγκληματικό του σχέδιο, το οποίο όμως δεν θα μπορούσε να επιτύχει αν δεν επιτύγχανε ο άμεσος σκοπός του της παραπλάνησης των υπαλλήλων του ΙΚΑ. Επομένως ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' και κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως περί ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ακολούθως, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, [άρθρο 583 παρ.1Κ.Ποιν.Δ.], καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παρασταθέντος κατά την εκφώνηση της υπόθεσης Ν.Π.Δ.Δ. ΙΚΑ, [άρθρ. 583 παρ.1ΚΠΔ, 183 Κ Πολ. Δ. σε συνδ. με το άρθρ. 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως η παρ. αυτή ισχύει μετά την υπ' αρ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης [ΦΕΚ Β 11/20-1-1993], που εκδόθηκε κατ εξουσιοδότηση του άρθρ. 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987, Ολ.ΑΠ 63/81], κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 14-9-2012 αίτηση του Β. Κ. του Ε., κατοίκου ..., που επιδόθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ'αρ.5694/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος ΝΠΔΔ ΙΚΑ, που την ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως. Αδίκημα. Πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση. Α) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Β) Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Επάρκεια αιτιολογίας. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης. Καταδικάζει στα δικαστικά έξοδα και την δικαστική δαπάνη του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος ΙΚΑ.
|
Πλαστογραφία και χρήση (πλαστού εγγράφου)
|
Πλαστογραφία και χρήση (πλαστού εγγράφου).
| 0
|
Αριθμός 305/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Α. του Ε., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαστεργίου.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο του Αντιγόνη Κίσσα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/11/2005 αγωγή της αρχικής διαδίκου Ι. Τ., χήρας Σ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5258/2006 μη οριστική, 3036/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5926/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/7/2011 αίτησή του και τους από 1/11/2012 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 20/11/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξουσία του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως τα οποία είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή δηλαδή που επιδρούν στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής έγγραφης απόδειξης. Και έχει μεν την υποχρέωση το Δικαστήριο σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93§3 Συντάγματος, να αιτιολογήσει την απόφασή του να αναφέρει δηλ. τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση εκάστου αποδεικτικού μέσου, αρκεί ότι γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι προς σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, στα πλαίσια της ανταποδείξεως του ισχυρισμού του ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο του απώτερου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου και αποδείξεως του ισχυρισμού του ότι έχει καταστεί αυτός κύριος του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, επικαλέσθηκε και προσκόμισε τα ακόλουθα έγγραφα: 1) την από 1-2-2008 "έκθεση πραγματογνωμοσύνης" μαζί με το συνοδεύον αυτήν από Φεβρουαρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του Μηχανικού Κ. Α., 2) το από 26-9-1984 δημοσίευμα της Εφημερίδας "ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ", 3) την από 21-11-2005 "έκθεση αυτοψίας" της Π. Γ., 4) την από 28-11-2005 "έκθεση αυτοψίας" της Σ.-Σ. Κ., 5) την αρ. πρωτ. 879/29-11-1989 αίτηση της Β. Μ. προς το 5ο Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Αθηναίων, 6) την απόφαση της 29ης συνεδρίασης 5-12-1989 του πιο πάνω Διαμερίσματος του Δήμου Αθηναίων, 7) έγγραφο κατάθεσης τίτλων του στο Δήμο Αθηναίων, 8) την ΑΧΚ 3620/97 "Καταλογιστική Πράξη του Δήμου Αθηναίων", 9) το από 26-9-2005 και με το αριθ. πρωτ. 1020/2/2861α "απόσπασμα" της Άμεσης Δράσης, 10) το από 15-2-2005 "δελτίο αποστολής-τιμολόγιο", 11) το αρ. πρωτ. 1020/4/478-α/3-10-2005 απόσπασμα ημερησίου δελτίου οχήματος Α.Τ. Πατησίων, 12) το από Μαρτίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Μηχανικού Α. Γ., 13) το με αριθ. .../15-4-2005 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών, Γ.Γ., 14) την από 21-11-2005 μήνυσή του κατά Ι. Τ.,15) το από 20-7-2006 κατηγορητήριο, 16) την από 7-3-2006 μήνυσή του κατά του αναιρεσιβλήτου και της Ι. Τ., 17) το από 7-3-2008 κατηγορητήριο, 18) την από 31-10-2005 μήνυσή του κατά των αναιρεσιβλήτων, Ι. Τ. κλπ, 19) την υπ' αριθμ. 777/2009 διάταξη Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και 20) την με αριθμό 1844/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι όλα τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως έστω και αν δεν γίνεται ειδική μνεία όλων των προαναφερομένων εγγράφων. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ως προς τον οποίον εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους της απόδειξης καθώς και το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλομένη οτι έσφαλε ως προς το βάρος αποδείξεως σε σχέση με τους ισχυρισμούς της δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου Ι.Τ. ότι έχει τίτλους και ότι ασκούσε διακατοχικές πράξεις για μια εικοσαετία και πλέον η οποία (αναιρεσίβλητη) ώφειλε να αποδείξει τους ισχυρισμούς της και όχι ο αναιρεσείων. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος εφόσον δεν προσδιορίζεται ποιους ακριβώς νομικούς ισχυρισμούς ώφειλε να αποδείξει η αναιρεσίβλητη και ποιο το σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Στο αναιρετήριο πρέπει να αναφέρεται ότι η περί δεδικασμένου ένσταση είχε προταθεί και μάλιστα νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας διότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι από τους αναφερομένους στο άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ που λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο Εφετείο και δεν αφορά τη δημόσια τάξη. Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια οτι δεν έλαβε υπόψη του το δεδικασμένο που παράγει η υπ' αριθμ. 172/1958 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως και η υπ' αριθμ. 368/1953 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος εφόσον δεν γίνεται επίκληση από τον αναιρεσείοντα ότι η περί δεδικασμένου ένσταση προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος αν δεν διαλαμβάνει τις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή τη μνεία ότι στερείται παντελώς αιτιολογίας, τον ισχυρισμό και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεσή του με το διατακτικό αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου.
Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως διότι δεν προσδιορίζει επακριβώς τον λόγο για τον οποίον καταλήγει στην κρίση ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στον αναιρεσίβλητο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, εφόσον ο αναιρεσείων ουδόλως προσδιορίζει τις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως, τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του σχετικού ισχυρισμού και το σφάλμα του δικαστηρίου. Επειδή, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση ο αναιρεσείων την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.11γ' ΚΠολΔ ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της αποδεικτικά μέσα που αυτός νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο πλαίσιο της ανταποδείξεως του ισχυρισμού του ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου και συγκεκριμένα την με αριθμό .../2006 πράξη παραχώρησης σε κοινή χρήση της συμβολαιογράφου Αθ. Μολοχτού, υπ' αριθ. 172/1958 απόφαση Εφετείου Αθηνών, 368/1953 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 210/1971 προδικαστική απόφαση Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την υπ' αριθμ. 15288/2005 ένορκη κατάθεση της Ε. Λ., την υπ' αριθμ. 12700/2005 ένορκη βεβαίωση Α. Υ. και φωτοερμηνεία που προσεκόμισε ο αναιρεσίβλητος. Από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι όλα τα ως άνω έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως έστω και αν δεν έχει γίνει ειδική μνεία όλων των προαναφερομένων εγγράφων. Επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 5926/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών καθώς και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (ΚΠολΔ 183 και 176), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-7-2011 αίτηση του Θ. Α. για αναίρεση της υπ'αριθμό 5926/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, καθώς και το από 1-11-2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση – Λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ. Πότε ορισμένοι οι εκ του άρθρου 559 αρ. 13 και 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναίρεσης. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης πότε και πώς προτείνεται.
|
Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου
|
Αποδεικτικά μέσα, Δεδικασμένο, Έλλειψη νόμιμης βάσης, Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
| 0
|
Αριθμός 308/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Ι. Ν. του Π., κατοίκου ..., o oποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παραμυθιώτη, 2) Π. Ν. του Ι., κατοίκου ..., και 3) Λ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Ν. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Εμμανουήλ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/7/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6476/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 4504/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/4/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 25/11/2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 94 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι υποχρεούνται να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 104 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως και ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της.
Συνεπώς, η έλλειψη πληρεξουσιότητας τόσο προς το δικηγόρο που παραστάθηκε στο ακροατήριο για λογαριασμό του επισπεύδοντος, όσο και ως προς το δικηγόρο που επέσπευσε τη συζήτηση, υπογράφοντας τη σχετική κλήση, συνεπάγεται κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, την ακυρότητα της κλήσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτή στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση, από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο κατά τη σημερινή δικάσιμο εξ αναβολής από τη δικάσιμο της 2-11-2012 παραστάθηκε ο αναιρεσίβλητος Ν. Ν., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον έχοντα ειδική πληρεξουσιότητα δικηγόρο Ανδρέα Εμμανουήλ και ο εκ των αναιρεσειόντων Ι. Ν., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον έχοντα ειδική πληρεξουσιότητα δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Παραμυθιώτη, ενώ δεν παραστάθηκαν οι αναιρεσείοντες Π. Ν. και Λ. Ν.. Τη συζήτηση της υποθέσεως επισπεύδει ο αναιρεσείων Ι. Ν. όπως ο ίδιος επικαλείται. Ο τελευταίος όμως δεν προσκομίζει ούτε έκθεση επιδόσεως της κλήσεως για την αρχική δικάσιμο της 2-11-2012 κατά την οποίαν οι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες παρεστάθησαν εκπροσωπούμενοι από δικηγόρο ως προς τον οποίον όμως δεν προκύπτει ότι είχε χορηγηθεί ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα και συνεπώς δεν παρέστησαν αυτοί νομίμως ούτε έκθεση επιδόσεως κλήσεως για τη σημερινή δικάσιμο ούτε τυχόν επιδοθέν σ' αυτούς αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την επ' αυτού επισημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση κατά το άρθρο 139 παρ.3 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 19-4-2010 αίτησης των Ι. Ν., Π. Ν. και Λ. Ν. αναίρεσης της υπ' αριθμ. 4504/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς όλους τους διαδίκους.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η συζήτηση αίτησης αναίρεσης ερήμην αναιρεσειόντων
|
Απαράδεκτη συζήτηση
|
Απαράδεκτη συζήτηση.
| 1
|
Αριθμός 309/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, και 2) Δ. Κ. συζ. Α., το γένος Π. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αναστασόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/12/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νέων Μουδανιών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 38/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/06/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η δεύτερη αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 20/10/2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 94 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι υποχρεούνται να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 104 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως και ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της.
Συνεπώς, η έλλειψη πληρεξουσιότητας τόσο προς το δικηγόρο που παραστάθηκε στο ακροατήριο για λογαριασμό του επισπεύδοντος, όσο και ως προς το δικηγόρο που επέσπευσε τη συζήτηση, υπογράφοντας τη σχετική κλήση, συνεπάγεται κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, την ακυρότητα της κλήσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατ' άρθρο 575 εδ. β' ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτή στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση, από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο από αναβολή από τη δικάσιμο της 2-11-2012 παραστάθηκε η αναιρεσίβλητη Δ. Κ. η οποία εκπροσωπήθηκε από τον έχοντα ειδική πληρεξουσιότητα δικηγόρο της Νικόλαο Αναστασόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Ο αναιρεσείων Ν. Α. και ο πρώτος αναιρεσίβλητος Γ. Α. δεν παραστάθηκαν. Δεν προκύπτει ποιός από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως γεγονός το οποίο δεν προσδιορίζει ούτε η παρισταμένη αναιρεσίβλητη Δ. Κ.. Κατά την αρχική δικάσιμο της υποθέσεως στις 2-11-2012, όπως προκύπτει από το σχετικό πινάκιο, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη σημερινή δικάσιμο της 5-12-2012, ο αναιρεσείων Ν. Α. παραστάθηκε στο ακροατήριο εκπροσωπούμενος από τον δικηγόρο Χαλκιδικής Φωτακίδη Δημήτριο, ενώ ο πρώτος αναιρεσίβλητος Γ. Α. δεν παραστάθηκε. Δεν προσκομίζεται ούτε έκθεση επιδόσεως κλήσεως προς τους απολειπομένους διαδίκους ούτε τυχόν επιδοθέν σ' αυτούς αντίγραφο κλήσεως ή της αιτήσεως αναιρέσεως με την επ' αυτό επισημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε τη σχετική επίδοση κατά το άρθρο 139 ΚΠολΔ, ούτε αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσείων είχε νομίμως παρασταθεί διά νομίμως διορισθέντος πληρεξουσίου δικηγόρου του κατά την αρχική δικάσιμο, εφόσον δεν προκύπτει ότι υπάρχει ειδικό πληρεξούσιο προς τούτο. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 16-6-2009 αίτησης αναίρεσης του Ν. Α. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 38/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και της με αριθμό 10/2009 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Νέων Μουδανιών Χαλκιδικής.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η συζήτηση αίτησης αναίρεσης
|
Απαράδεκτη συζήτηση
|
Απαράδεκτη συζήτηση.
| 0
|
Αριθμός 311/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Τ. του Κ., συζ. Θ. Κ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Βεργανελάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Α. (Ν.) Θ. του Α., συζ. Γ. Μ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Πολυξένη Μπαλτά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/11/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 264/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 283/2011 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/10/2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 20/11/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή της άρνησής της ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους. Ο όρος ζήτημα, είναι ταυτόσημος με τον όρο "πράγματα" του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: Στις 30-8-2007 απεβίωσε στην κατοικία της στο Α. του Δήμου Ακρωτηρίου Νομού Χανίων, σε ηλικία ογδόντα τριών (83) ετών περίπου, η Ι. χήρα Β. Α., το γένος Ε. και Α. Θ., που όσο ζούσε κατοικούσε στον ίδιο τόπο. Η θανούσα άφησε πλησιέστερο συγγενή της την ενάγουσα, ως μοναδικό τέκνο του προαποβιώσαντος μοναδικού αδελφού της Α. Θ., καθόσον δεν είχε αποκτήσει τέκνα και ο σύζυγός της Β. Α. είχε αποβιώσει πριν από αυτήν, ενώ το ίδιο είχε συμβεί και με τους γονείς της, Ε. και Α. Θ..Συνεπώς, η ενάγουσα θα ήταν η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της θανούσης θείας της, αν η τελευταία δεν άφηνε διαθήκη. Η θανούσα όμως, άφησε την με αριθμό …/29-8-2007 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Χανίων Αντωνίου Νικηφοράκη και δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθ. 703/2007 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία εγκατέστησε μοναδική της κληρονόμο σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της την εκκαλούσα, κάτοικο …, η οποία ήταν εξωτική σε σχέση με τη θανούσα, αφού δεν είχε καμία συγγενική σχέση με αυτή, είναι δε (εκκαλούσα) ανιψιά (όπως ομολογεί στις προτάσεις της) της δεύτερης εναγομένης, Λ. Μ., οικιακής βοηθού της διαθέτιδας (ως προς την οποία η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε). Η εν λόγω θανούσα, τα τελευταία χρόνια της ζωής της έπασχε από κινητικά προβλήματα, αναιμία, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (Χ.Α.Π.) και καρδιακή ανεπάρκεια, ασθένειες, για τις οποίες ελάμβανε σχετική φαρμακευτική αγωγή. Την τελευταία διετία παρουσίασε αδυναμία βαδίσεως, καταβολή των δυνάμεών της και κινητικά προβλήματα, λόγω γήρατος και εκφυλιστικής αρθρίτιδας, λόγω δε των παθήσεων αυτών, είχε ανάγκη συχνής ιατρικής παρακολούθησης, την οποία είχε αναλάβει ο παθολόγος ιατρός, Ε. Σ.. Εξαιτίας των παραπάνω παθήσεών της, με δυσκολία σηκωνόταν να περπατήσει ή περπατούσε μόνο με τη βοήθεια άλλων, για το λόγο δε αυτόν είχε απόλυτη ανάγκη κάποιου προσώπου να την περιθάλπει και να την βοηθά σε μόνιμη βάση, καθώς και να φροντίζει το σπίτι της, ρόλο που είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου η δεύτερη εναγομένη Λ. Μ., οικιακή βοηθός της. Λόγω της προπεριγραφόμενης κατάστασης της υγείας της θανούσας και της προχωρημένης ηλικίας της, ήταν αναγκαία για την επιβίωσή της η παρουσία και οι φροντίδες της παραπάνω οικιακής βοηθού, η συμπαράστασή της, οι φροντίδες της, η μέριμνά της για την διατροφή της και την ανελλιπή λήψη των φαρμάκων της, έτσι ώστε να έχει δημιουργηθεί σε μεγάλο βαθμό σχέση εξαρτήσεως της θανούσας από την παραπάνω οικιακή βοηθό. Λίγες ημέρες προ του θανάτου της, η Ι. Α. παρουσίασε πυρετό, εξετασθείσα δε από τον παραπάνω γιατρό πέντε μέρες πριν από το θάνατό της, διαπιστώθηκε ότι έπασχε από οξεία πυελονεφρίτιδα (ουρολοίμωξη). Όπως δε προκύπτει από την παραπάνω ληξιαρχική πράξη θανάτου της, αιτία του τελευταίου, σύμφωνα και με την πιστοποίηση του ίδιου ως άνω ιατρού της, ήταν η σηψαιμία που υπέστη (σηψαιμικό σοκ) και η οξεία πυελονεφρίτιδα (ουρολοίμωξη), σε συνδυασμό με την μεγάλη ηλικία της και τις ως άνω μόνιμες παθήσεις της (χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια και καρδιακή ανεπάρκεια). Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η ως άνω οξεία πυελονεφρίτιδα (ουρολοίμωξη), από την οποία είχε διαπιστωθεί ότι έπασχε η Ι. Α. και η οποία αποτελεί μικροβιακή λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος, δεν θεραπεύθηκε, αλλά επιδεινώθηκε και οδήγησε στην ως άνω σηψαιμία και στο σχετικό σηψαιμικό σοκ και εν τέλει στον θάνατό της. Τούτο επιβεβαιώνει ο προαναφερόμενος ιατρός Ε., Σ. με την υπ'αριθ…/5.2.2008 ένορκη βεβαίωσή του. Εξάλλου, και από τις προσκομιζόμενες γνωματεύσεις από 14-1-2011 του ιατρού Α. Μ. και από 28-4-2009 του ιατρού Ι. Β., προκύπτει ότι η οξεία πυελονεφρίτιδα5 αν δεν αντιμετωπισθεί νοσοκομειακώς, οδηγεί σε σηψαιμία και εκείθεν σε σηψαιμικό σοκ, από τα οποία προσβάλλονται όλα τα όργανα και ο εγκέφαλος. Η σηψαιμία και ο συναφής πυρετός, επηρεάζουν τη διανοητική κατάσταση του ασθενούς, προκαλώντας διανοητική σύγχυση, διακοπή της επαφής με το περιβάλλον και επομένως αδυναμία διενέργειας δικαιοπραξίας. Όπως εκτέθηκε παραπάνω, πέντε ημέρες πριν από το θάνατό της, διαπιστώθηκε ότι η κληρονομουμένη έπασχε από οξεία πυελονεφρίτιδα, η οποία όμως δεν αντιμετωπίσθηκε και έτσι αυτή απεβίωσε εξ αυτού του λόγου. Επομένως, κατά τη σύνταξη της υπ'αριθ…/29-8-2007 δημόσιας διαθήκης, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Χανίων Αντωνίου Νικηφοράκη, την παραμονή του θανάτου της, η διαθέτης δεν είχε συνείδηση των πράξεών της και πάντως βρισκόταν σε διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της. Επιπροσθέτως, πρέπει να σημειωθεί ότι, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη (οικιακή βοηθός της) μετέφερε τη θανούσα λίγες ημέρες (έξι ή επτά) πριν από το θάνατο της, με το ταξί του Σ. Π., ο οποίος συχνά την εξυπηρετούσε κατά τις μετακινήσεις της έναντι αμοιβής, στο συμβολαιογραφείο της συμβολαιογράφου Μαρίας Κλωνιζάκη, προκειμένου να υπογράψει πληρεξούσιο σε αυτή και διαθήκη. Συγκεκριμένα, με το συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο θα δινόταν στην δεύτερη εναγομένη - οικιακή βοηθό η πληρεξουσιότητα για την ανάληψη χρημάτων από τραπεζικές καταθέσεις της εντολέως της. Μάλιστα, μία εβδομάδα νωρίτερα, ο ίδιος ως άνω οδηγός του ταξί, είχε μεταφέρει την δεύτερη εναγομένη - οικιακή βοηθό στο ίδιο συμβολαιογραφείο, προκειμένου η τελευταία να παραδώσει στην προαναφερόμενη συμβολαιογράφο διάφορα έγγραφα, απαραίτητα για τη σύνταξη του πληρεξουσίου αυτού (προφανώς για να ήταν τούτο έτοιμο, όταν θα ερχόταν η Ι. Α., ώστε να έθετε η τελευταία μόνον την υπογραφή της), αλλά και άλλα έγγραφα, απαραίτητα για τη σύνταξη δημόσιας διαθήκης, μεταξύ των οποίων και αντίγραφο της ταυτότητας της πρώτης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, η οποία θα ήταν η μοναδική κληρονόμος της θανούσας με βάση τη διαθήκη αυτή. Λόγω της αδυναμίας της θανούσας να εξέλθει από το ταξί και να εισέλθει στο συμβολαιογραφείο, η παραπάνω συμβολαιογράφος την επισκέφθηκε στο ταξί που ήταν σταθμευμένο πλησίον του συμβολαιογραφείου της και, βλέποντας την κατάστασή της, αρνήθηκε να προβεί σε σύνταξη πληρεξουσίου, καθόσον διαπίστωσε ότι η Ι. Α., δεν ήταν καλά στην υγεία της, υποδεικνύοντας μάλιστα στην δεύτερη εναγομένη-οικιακή βοηθό να μεριμνήσει άμεσα για την εισαγωγή της θανούσας σε Νοσοκομείο. Τα παραπάνω προκύπτουν από τις υπ' αριθ…/28.4.2009, …/28.4.2009 και …/3.3.2008 ένορκες βεβαιώσεις αντίστοιχα των Σ. Κ., εξ'αγχιστείας ανηψιάς της θανούσας, Γ. Μ., συζύγου της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης,- και Χ. Α., εξ' αγχιστείας ανηψιού της θανούσας, οι οποίες δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, στις οποίες μεταξύ άλλων καταθέτουν ότι τα σχετιζόμενα με την αποτυχημένη προσπάθεια σύνταξης πληρεξουσίου με το ανωτέρω περιεχόμενο, αλλά και τη διαθήκη, ενώπιον της συμβολαιογράφου Μαρίας Κλωνιζάκη, και με την αντίδραση της τελευταίας, τους τα διηγήθηκε ο προαναφερόμενος οδηγός ταξί, Σ. Π., επιβεβαιώνονται δε και από αυτά που κατέθεσε η ενόρκως εξετασθείσα ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρας της ενάγουσας, Α. Α., που και αυτή επικαλέσθηκε ως πηγή γνώσεώς της, την ως άνω Σ. Κ..Από την άλλη πλευρά, αναφορικά με το ίδιο περιστατικό, η δεύτερη εναγομένη-οικιακή βοηθός, κατά την ανώμοτη εξέταση της στο ακροατήριο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε ότι η μετάβαση στην προαναφερόμενη συμβολαιογράφο, αποφασίσθηκε από την θανούσα Ι. Α., σε χρόνο που βρίσκονταν αμφότερες στα …, εντός του ταξί του Σ. Π., μετά από πρόταση του τελευταίου, ο οποίος γνώριζε την εν λόγω συμβολαιογράφο, όταν άκουσε την Ι. Α. να λέει ότι επιθυμούσε να κάνει ένα πληρεξούσιο για να μην έχει πρόβλημα με την Τράπεζα, επειδή δεν μπορούσε να βάλει κανονική υπογραφή, ότι πήγαν εκεί επειδή η θανούσα ήθελε να πάρει μία γνώμη για το πώς θα έκανε το πληρεξούσιο, ότι στο συμβολαιογραφείο ανέβηκε μόνον ο ανωτέρω οδηγός του ταξί, Σ. Π., και όχι η ίδια (δεύτερη εναγομένη-οικιακή βοηθός), ότι η προαναφερόμενη συμβολαιογράφος έστειλε τη γραμματέα της και μίλησε με την Ι. Α., χωρίς η τελευταία να βγεί από το ταξί και ότι, όταν η τελευταία της εξήγησε τί ήθελε και γιατί, η γραμματέας απάντησε ότι, επειδή δεν μπορούσε να υπογράψει καλά, θα έπρεπε να έλθει με δύο μάρτυρες προκειμένου να συνταχθεί το σχετικό πληρεξούσιο. Ο δε μάρτυρας των εναγομένων, Γ. Μ., αναφορικά με το ίδιο περιστατικό, κατέθεσε στο ακροατήριο ενόρκως, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ότι πράγματι, στην εν λόγω συμβολαιογράφο πήγαν (η θανούσα με την οικιακή της βοηθό) μετά από πρόταση του Σ., Π., ο οποίος γνώριζε την προαναφερομένη συμβολαιογράφο, για "να φτιάξουνε το πληρεξούσιο " και "να μην τρέχουνε" (και όχι απλώς για να πάρουν μία γνώμη), ότι στο συμβολαιογραφείο της ανέβηκε η δεύτερη εναγομένη-οικιακή βοηθός, η οποία εξήγησε στην συμβολαιογράφο ότι έχουν μία γερόντισσα που ήθελε να συνταχθεί ένα πληρεξούσιο, διότι δεν μπορούσε να υπογράψει και η Τράπεζα δεν θα της ξαναέδιδε χρήματα ,ότι η συμβολαιογράφος έστειλε μία βοηθό της, η οποία ζήτησε από την Ι. Α. να υπογράψει σε ένα μπλοκ, ότι όταν η τελευταία έκανε δύο γραμμές, η βοηθός της είπε ότι θα έπρεπε να φέρουν δύο μάρτυρες για να συνταχθεί το σχετικό πληρεξούσιο, ότι όταν άκουσε αυτά η Ι. Α. θύμωσε και είπε "πάμε να φύγουμε", γεγονός που έγινε, και ότι όλα τα παραπάνω του τα διηγήθηκε η ίδια η θανούσα μία ημέρα πριν από το θάνατό της, λέγοντάς του χαρακτηριστικά ότι "δεν έκαμα το πληρεξούσιο.....γιατί με πήγανε σε μία συμβολαιογράφο και αυτή με κορόιδεψε", κατά το ίδιο δε απόγευμα έκανε το σχετικό πληρεξούσιο και την επίμαχη διαθήκη στο σπίτι της, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αντωνίου Νικηφοράκη, όπως έμαθε εκ των υστέρων. Η εκδοχή αυτή που προέβαλαν οι εναγόμενες αναφορικά με το ανωτέρω περιστατικό, δεν κρίνεται πειστική, καθώς δεν συνάδει με τα διδάγματα της κοινής πείρας το ότι η επίσκεψη στην ανωτέρω συμβολαιογράφο, που ήταν μάλιστα και γνωστή του προαναφερομένου οδηγού ταξί, έγινε μόνο και μόνο προκειμένου να πάρουν μία γνώμη για το πώς θα έκανε το εν λόγω πληρεξούσιο (γνώμη που μάλιστα φέρεται κατά την εκδοχή αυτή, να την έδωσε τελικά η γραμματέας της συμβολαιογράφου), ενώ τούτο θα μπορούσε να γίνει με ένα απλό τηλεφώνημα, πρέπει δε να επισημανθούν και οι αντιφάσεις μεταξύ των όσων κατέθεσε η δεύτερη εναγομένη-οικιακή βοηθός και αυτών που κατέθεσε ο μάρτυρας των εναγομένων για το ίδιο περιστατικό (ο τελευταίος κατέθεσε ότι στη συμβολαιογράφο πήγαν για να συντάξουν, "να φτιάξουνε" το πληρεξούσιο και όχι απλώς για να ρωτήσουν ή να πάρουν μία γνώμη, και ότι στο συμβολαιογραφείο της ίδιας συμβολαιογράφου ανέβηκε η ίδια η δεύτερη εναγομένη-οικιακή βοηθός, κάτι που η τελευταία αρνήθηκε).Περαιτέρω, αναφορικά με τον ισχυρισμό του ως άνω μάρτυρος Γ. Μ., τον οποίο υιοθέτησαν και οι εναγόμενες, ότι το ως άνω περιστατικό του το διηγήθηκε η ίδια η Ι. Α., είναι αξιοσημείωτα τα εξής: α)ενώ ο εν λόγω μάρτυρας στην αρχή κατέθεσε ότι δεν ήταν στα …, κατά την ημέρα που έγινε η επίμαχη διαθήκη, διότι ήταν άρρωστος και βρισκόταν επί δέκα πέντε ημέρες σε μία κλινική στο …,, άλλως αν ήταν στα …, η διαθέτιδα θα τον είχε βάλει μάρτυρα στη διαθήκη αυτή, παρακάτω, στην κατάθεσή του, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις, αναφέρει ότι το εν λόγω περιστατικό του το διηγήθηκε η Ι. Α. το πρωΐ της ίδιας ημέρας, κατά το απόγευμα της οποίας, όπως εκ των υστέρων έμαθε, κάλεσε τον συμβολαιογράφο (Αντώνιο Νικηφοράκη) και προέβη στη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης και του σχετικού πληρεξουσίου και β) η δεύτερη εναγομένη-οικιακή βοηθός, κατά την ανώμοτη εξέτασή της, ανέφερε ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν ήλθε καθόλου στην οικία της Ι. Α. κατά την προηγούμενη, ημέρα του θανάτου της και ότι η τελευταία το παραπάνω περιστατικό το είχε διηγηθεί προγενέστερα, πιθανόν πέντε με έξι ημέρες προ του θανάτου της. Ενόψει δε των αντιφατικών και αντικρουόμενων μεταξύ τους καταθέσεων, το Δικαστήριο κρίνει αναληθές το περιεχόμενο της κατάθεσης του μάρτυρος Γ. Μ., και δέχεται ότι η Ι. Α. ποτέ δεν διηγήθηκε τέτοιο περιστατικό στον Γ. Μ., υπό την εκδοχή που αυτός το εξέθεσε και οι εναγόμενες το υποστήριξαν. Με βάση δε όλα τα παραπάνω, κρίνεται ότι το εν λόγω περιστατικό συνέβη όπως το περιγράφουν στις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις τους οι Σ. Κ., Γ. Μ. και Χ. Α., ήτοι ότι η συμβολαιογράφος Μαρία Κλωνιζάκη, όταν διαπίστωσε ότι η Ι. Α. δεν ήταν καλά στην υγεία της, ούτε ήταν σε θέση να προβεί στην παροχή πληρεξουσιότητας, αρνήθηκε να προβεί στη σύνταξη του σχετικού πληρεξουσίου εγγράφου και υπέδειξε στη δεύτερη εναγομένη-οικιακή βοηθό, να μεριμνήσει για την άμεση εισαγωγή της θανούσας σε Νοσοκομείο, οι καταθέσεις δε των ως άνω προσώπων, καίτοι δεν απορρέουν από άμεση γνώση τους, αλλά έχουν ως πηγή τους τον προαναφερόμενο Σ. Π., κρίνονται αξιόπιστες και ανταποκρινόμενες στην αλήθεια. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το πληρεξούσιο έγγραφο που συντάχθηκε το απόγευμα της 29.8.2007 ενώπιον του συμβολαιογράφου Αντωνίου Νικηφοράκη στην οικία της Ι. Α., δια του οποίου η -τελευταία χορήγησε πληρεξουσιότητα στη δεύτερη εναγομένη-οικιακή βοηθό για την ανάληψη χρημάτων από τραπεζικές καταθέσεις της, η τελευταία το προσκόμισε το πρωί της αμέσως επομένης ημέρας (30.8.2007) στο κατάστημα της Τράπεζας "ALPHA BANK " που βρίσκεται επί της πλατείας Δικαστηρίων στα …, όπως η ίδια αναφέρει στην ανώμοτη κατάθεσή της. Όμως σχετικά με τα υποστηριζόμενα από την ίδια ότι τούτο το έπραξε κατ' εντολή της εντολέως της και αναφορικά με τα όσα σχετικά κατέθεσε ο μάρτυρας Γ. Μ., ότι το πληρεξούσιο αυτό κατατέθηκε στην εκ λόγω τράπεζα τόσο άμεσα, επειδή, τούτο είχε ζητηθεί από τους υπαλλήλους της τράπεζας και προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για μελλοντικές αναλήψεις, πρέπει να σημειωθεί ότι το πρωί της 29.8.2007 η Ι. Α. είχε προβεί σε ανάληψη ποσού 3.000 ΕΥΡΩ από το ανωτέρω κατάστημα της Τράπεζας, υπογράφοντας η ίδια το σχετικό παραστατικό αναλήψεως, εάν δε ήθελε θεωρηθεί ότι πράγματι οι υπάλληλοι της τράπεζας είπαν σε αυτήν ότι δεν θα μπορούσαν στο εξής να συναλλάσσονται μαζί της, από τη στιγμή που η υπογραφή της δεν ήταν κανονική, αλλά θα έπρεπε να προβαίνει σε αναλήψεις άλλο πρόσωπο για λογαριασμό της, το οποίο θα μπορούσε να υπογράφει κανονικά, εφοδιασμένο με σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο, το ως άνω συνταχθέν πληρεξούσιο δεν ήταν απαραίτητο να προσκομισθεί τόσο άμεσα, αλλά θα μπορούσε να προσκομισθεί αργότερα, όταν θα παρίστατο ανάγκη για μία νέα ανάληψη. Η απάντηση δε των υπαλλήλων της τράπεζας όταν προσκομίσθηκε το εν λόγω πληρεξούσιο, περί του ότι θα έπρεπε να το μελετήσει ο νομικός σύμβουλος της τράπεζας, προκειμένου να διαγνώσει εάν ήταν κατάλληλο και ότι η δεύτερη εναγομένη-οικιακή βοηθός θα έπρεπε να έρθει αργότερα, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η τελευταία προσκόμισε το συγκεκριμένο πληρεξούσιο, προκειμένου να προβεί σε άλλη ανάληψη χρημάτων, γι'αυτό και προκάλεσε τον προβληματισμό των υπαλλήλων και την άρνησή τους να εκτελέσουν άμεσα τη συναλλαγή αυτή και την παραπομπή του θέματος στο νομικό σύμβουλο της τράπεζας, άλλως δεν θα είχε νόημα η απάντησή τους προς τη δεύτερη εναγομένη-οικιακή βοηθό να επανέλθει αυτή στο κατάστημα μερικές ώρες αργότερα, όταν θα ερχόταν ο νομικός σύμβουλος της τράπεζας να ελέγξει το πληρεξούσιο, εφόσον το τελευταίο επρόκειτο απλώς να κατατεθεί στο συγκεκριμένο κατάστημα της τράπεζας, χωρίς να χρησιμοποιηθεί κατά την ημέρα εκείνη για κάποια συναλλαγή, και δη για ανάληψη χρημάτων. Ακολούθως, κατά το απόγευμα της ίδιας ημέρας που η δεύτερη εναγομένη-οικιακή βοηθός προσκόμισε στην τράπεζα το πληρεξούσιο, απεβίωσε η Ι. Α.. Την επομένη ημέρα, μετά την κηδεία, η προαναφερόμενη οικιακή βοηθός προσέγγισε την Σ. Κ., ανηψιά εξ' αγχιστείας της θανούσας (κόρη του αδελφού της Θ.), την ενημέρωσε για την ύπαρξη του εν λόγω πληρεξουσίου και της ζήτησε να μεταβούν μαζί στην τράπεζα, προκειμένου να προβούν στην ανάληψη των καταθέσεων της θανούσης και να τις μοιρασθούν, καθώς αφενός η παρουσία της Σ. Κ., πρόσωπο που γνώριζαν οι υπάλληλοι του συγκεκριμένου τραπεζικού καταστήματος, θα έκαμπτε τις όποιες επιφυλάξεις τους αναφορικά με το πρόσωπο της δεύτερης εναγομένης-οικιακής βοηθού, αφετέρου είχε μεριμνήσει η ίδια να μη δημοσιευθεί σε εφημερίδες ο θάνατος της Ι. Α.. Όμως η Σ. Κ. αρνήθηκε να συμπράξει μαζί της. Η κατάθεση της δεύτερης εναγομένης-οικιακής βοηθού περί του ότι η Σ. Κ. ήταν εκείνη που την προσέγγισε κατά την ημέρα της κηδείας και της πρότεινε να χρησιμοποιήσουν το εν λόγω πληρεξούσιο και να προβούν στην ανάληψη των καταθέσεων της θανούσας και περαιτέρω να τις μοιρασθούν μεταξύ τους, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τούτο διότι, δεδομένου ότι το πληρεξούσιο είχε συνταχθεί μόλις την 29.8.2007, ήτοι μία ημέρα πριν από το θάνατο της Ι. Α. και μόλις δύο ημέρες πριν από την κηδεία της, δεν αποδεικνύεται από ποιόν πληροφορήθηκε την ύπαρξη του σε τόσο σύντομο χρόνο η Σ. Κ., ώστε να προτείνει αυτή τα προαναφερόμενα στη δεύτερη εναγομένη-οικιακή βοηθό, ζήτημα για το οποίο άλλωστε δεν κατόρθωσε να εξηγήσει πειστικά ο ανωτέρω μάρτυρας Γ. Μ., του οποίου η κατάθεση συμπορεύθηκε με τα αναφερόμενα σχετικά από την δεύτερη εναγομένη-οικιακή βοηθό κατά την ανώμοτη εξέτασή της. Δεδομένου δε ότι οι σχέσεις των δύο γυναικών (Σ. Κ. και οικιακής βοηθού) δεν ήταν καλές, δεν κρίνεται λογικό η ίδια η δεύτερη εναγομένη-οικιακή βοηθός να ενημέρωσε την Σ. Κ. για την ύπαρξη του πληρεξουσίου χωρίς κάποιο λόγο και δη χωρίς να της ζητήσει ταυτόχρονα τη σύμπραξη της στην παράνομη ανάληψη των καταθέσεων της θανούσας. Όλα τα παραπάνω στοιχεία συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι η σύνταξη τόσο του πληρεξουσίου εγγράφου, όσο και της διαθήκης, έγιναν κατόπιν σχεδιασμού και με την επιμέλεια της δεύτερης εναγομένης-οικιακής βοηθού, χωρίς να έχει εκφράσει γι' αυτά η Ι. Α. καμία απολύτως επιθυμία, η οποία κατά τις τελευταίες προ του θανάτου της ημέρες, λόγω της κατά τα άνω περιγραφείσας ασθένειας της που οδήγησε τελικά στο θάνατο της, σε συνδυασμό με την μεγάλη ηλικία της, και τις μόνιμες παθήσεις της (χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια και καρδιακή ανεπάρκεια)., είχε περιέλθει σε αδυναμία λογικής στάθμισης και ελεύθερου προσδιορισμού της βουλήσεώς της, τελούσα σε σχέση άμεσης εξάρτησης από τη δεύτερη εναγομένη-οικιακή της βοηθό και καταστάσα ουσιαστικά υποχείριο αυτής, η τελευταία αρχικά επιχείρησε ανεπιτυχώς να συνταχθεί ενώπιον της συμβολαιογράφου Μαρίας Κλωνιζάκη δημόσια διαθήκη και συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, με το οποίο θα δινόταν η πληρεξουσιότητα για ανάληψη χρημάτων από τραπεζικές καταθέσεις της εντολέως της, καθόσον αρνήθηκε να συντάξει τα παραπάνω η προαναφερόμενη συμβολαιογράφος. Εν τέλει η δεύτερη εναγομένη-οικιακή βοηθός, κατάφερε να συνταχθούν αμφότερα τα ως άνω έγγραφα μία μόλις ημέρα πριν επέλθει ο θάνατος της διαθέτιδος, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αντωνίου Νικηφοράκη, στην οικία της τελευταίας. Ενόψει όλων των ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η εν λόγω διαθέτιδα λόγω της κατά τα άνω επιβαρημένης καταστάσεως της υγείας της τις τελευταίες ημέρες προ του θανάτου, της (συνεπεία της οποίας απεβίωσε την επομένη ημέρα της συντάξεως της διαθήκης), καθώς έπασχε από οξεία πυελονεφρίτιδα και υπέστη σηψαιμία, η οποία σαφώς επηρέασε και τη διανοητική της κατάσταση, κατά το χρόνο που συνετάγη η διαθήκη (29.8.2007) αδυνατούσε να διαγνώσει πλήρως την ουσία, το περιεχόμενο και τις συνέπειες της διαθήκης και της μοναδικής ουσιαστικά διατάξεως της, με την οποία εγκαθιστούσε μοναδική κληρονόμο σε όλη την περιουσία της την πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, αλλά η διάταξη αυτή υπήρξε αποτέλεσμα υποβολής της από τη δεύτερη εναγομένη-οικιακή της βοηθό. Τονίζει περαιτέρω το Εφετείο ότι δεν πείσθηκε ότι η διαθέτιδα γνώριζε και είχε συναντηθεί με την πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, ανηψιά της οικιακής της βοηθού, ότι αναπτύχθηκαν μεταξύ τους σχέσεις αγάπης και αλληλοεκτίμησης. Και τούτο, αφενός μεν λόγω της παντελώς αναξιόπιστης κατάθεσης του μάρτυρα Γ. Μ. (που αντιτίθεται στην ανώμοτη εξέταση της πρώτης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αναφορικά με τον τόπο γνωριμίας της με τη διαθέτιδα, καθόσον ο μεν αναφέρει τα …, η δε την …,ως τόπο γνωριμίας τους), αφετέρου δε διότι ενώ η πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα επικαλείται στενή σχέση της, με τη διαθέτιδα επί δέκα έτη περίπου και εκδήλωση επιθυμίας της τελευταίας να την υιοθετήσει, ουδεμία φωτογραφία προσκομίζεται από κάποια κοινωνική εκδήλωση ή προσωπική - οικογενειακή στιγμή, που να απεικονίζει την πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα μαζί με τη διαθέτιδα. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα, η οποία κατοικεί στο …,δεν είχε ιδιαίτερες σχέσεις με τη θανούσα, αλλά απλώς την είχε επισκεφθεί μερικές φορές στο Α., όπου κατοικούσε η θανούσα. Επομένως δεν δικαιολογείται λογικός άνθρωπος να αφήσει την περιουσία του, χωρίς λόγο, σε εξωτικό. Σημειώνεται ότι στις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η εκκαλούσα αναφέρει ότι είχε επισκεφθεί τα .., "κάποιες" φορές. Και από τις υπεκφεύγουσες αυτές εκφράσεις, το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπήρχαν ιδιαίτερες σχέσεις της εκκαλούσας με την κληρονομουμένη. Σημειωτέον ότι η σχετική βεβαίωση του συμβολαιογράφου Αντωνίου Νικηφοράκη στην ως άνω δημόσια διαθήκη, αναφορικά με την ικανότητα της διαθέτιδος Ι. Α. να συντάξει διαθήκη, αποτελεί, όπως άλλωστε προαναφέρθηκε, υποκειμενική κρίση και αντίληψη του συμβολαιογράφου αυτού, η οποία μπορεί να ανατραπεί με απλή απόδειξη για το αντίθετο και χωρίς να απαιτείται να προσβληθεί η διαθήκη για πλαστότητα (ΑΠ 964/2005), το δε Εφετείο έκρινε ότι η εν λόγω διαθέτιδα δεν διέθετε την παραπάνω ικανότητα κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης και επομένως η παραπάνω διαθήκη είναι κατ'άρθρο 1718 ΑΚ, άκυρη. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διαθέτις Ι. χήρα Β. Α. κατά το χρόνο που συνετάγη η διαθήκη (29-8-2007) αδυνατούσε να διαγνώσει πλήρως την ουσία, το περιεχόμενο και τις συνέπειες της διαθήκης και της μοναδικής διατάξεώς της, με την οποία εγκαθιστούσε μοναδική κληρονόμο σε όλη την περιουσία της την πρώτη εναγομένη και ήδη τότε εκκαλούσα αλλά η διάταξη αυτή υπήρξε αποτέλεσμα υποβολής της από την δεύτερη εναγομένη - οικιακή βοηθό της και με βάση την παραδοχή αυτή απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχθεί ως και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι η παραπάνω διαθήκη της είναι άκυρη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, αφού αναφορικά με το ζήτημα περί του αν η διαθέτις κατά το χρόνο συντάξεως της διαθήκης της βρισκόταν σε κατάσταση διανοητικής σύγχυσης και δεν είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί το είδος και τις συνέπειες της δήλωσής της που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, εξέθεσε χωρίς αντιφάσεις με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1719 αρ.3 ΑΚ όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 30 ν.2447/1996. Ούτε συνιστά αντίφαση η παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η διάταξη της διαθήκης της υπήρξε αποτέλεσμα υποβολής της από τη δεύτερη εναγομένη οικιακή βοηθό της, αφού η κρίση αυτή επιρρωνύει την κρίση του Δικαστηρίου περί αδυναμίας της διαθέτιδος να αντιληφθεί το περιεχόμενο και τις συνέπειες της διαθήκης της. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Με την προκείμενη διάταξη που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως, διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠΔ ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά. Για την ίδρυση του λόγου περί μη λήψεως υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά το διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής έγγραφης απόδειξης. Το αποδεικτικό μέσο θα πρέπει να είχε προσκομισθεί στο δικαστήριο από οποιονδήποτε διάδικο παραδεκτά. Για την ίδρυση του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι είχε γίνει και επίκληση του αποδεικτικού μέσου από τον αναιρεσείοντα έστω και αν το είχε προσκομίσει ο αντίδικός του και μάλιστα με τις προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη και όχι με την έφεση ή με την προσθήκη στην προθεσμία αντικρούσεως εκτός αν προσκομίζονται προς απόκρουση ισχυρισμών που προβλήθηκαν κατά τη συζήτηση.
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για το ότι δεν έλαβε υπόψη την προσαχθείσα εκ μέρους της αναιρεσείουσας μετ' επικλήσεως μαγνητοταινία που περιείχε αφήγηση του Σ. Π., αναφορικά με το θέμα της συντάξεως πληρεξουσίου και σχεδίου διαθήκης της διαθέτιδος από τη συμβολαιογράφο Μαρία Κλωνιζάκη, η οποία (μαγνητοταινία) εν όψει της δηλουμένης σύμφωνης γνώμης του αφηγητού για την προσκομιδή της στο δικαστήριο ήταν νόμιμο αποδεικτικό μέσον. Ο λόγος αυτός αναφερόμενος σε αποδεικτικό μέσο που δεν ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη γεγονότων που αφορούν λυσιτελή, για τη διαμόρφωση του διατακτικού, ισχυρισμό, εφόσον αναφέρεται σε γεγονότα προγενέστερα της συντάξεως της προσβαλλομένης ως άκυρης επίμαχης διαθήκης του συμ/φου Χανίνων Αντωνίου Νικηφοράκη από τη διαθέτιδα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ/283/2011 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττωμένη διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-10-2011 αίτηση της Μ. Τ. για αναίρεση της υπ'αριθμ.283/2011 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λόγοι αναίρεσης εκ του άρθρου από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. και 559 αριθ. 11γ Κ.Πολ.Δ.
|
Έλλειψη νόμιμης βάσης
|
Αποδεικτικά μέσα, Έλλειψη νόμιμης βάσης.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 301/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΩΣ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε ως Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος S. M. (M. L.) του A., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παριανό, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1003/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Αυγούστου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 988/11.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελος Παντιώρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό πρωτ. 231/16.11.11, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περίπτ, 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 ΚΠΔ, την από 23-8-2011 αίτηση του S. M. ή M. L. του A., κρατουμένου στο κατάστημα κράτησης Λάρισας, για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθ. 1003/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ισόβια κάθειρξη και σε χρηματική ποινή 30.000 ευρώ για τις πράξεις της μεταφοράς και της κατοχής κατ' εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών από δράστη που ενεργεί κατά επάγγελμα και κατά συνήθεια, ενώ είναι και υπότροπος, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις, που περιοριστικά αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, από μόνα τους ή συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ' αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεότερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες, που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1866/2009, ΑΠ 2344/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση η παραπάνω υπ' αριθ. 1003/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών είναι αμετάκλητη, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 868/14-9-2011 υπηρεσιακή βεβαίωση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας S. M. καταδικάσθηκε σε ισόβια κάθειρξη και σε χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ για τις πράξεις της μεταφοράς και της κατοχής κατ' εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών από δράστη που ενεργεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, ενώ είναι και υπότροπος. Ειδικότερα καταδικάσθηκε για το ότι: 1) Στην Αθήνα την 22-1-2004 από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Y. F. μετέφερε εν γνώσει του από την οδό Α. Μεταξά αρ. 4 μέχρι την οδό Χαρ. Τρικούπη, όπου μετακινήθηκαν πεζοί και από εκεί μέχρι τη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Χαλκίδας, στα Άνω Πατήσια, με ένα ΤΑΞΙ, στο οποίο επιβιβάστηκαν ως επιβάτες, πέντε ανισοβαρείς αυτοσχέδιες συσκευασίες με ηρωίνη, συνολικού μικτού βάρους 515 γραμμαρίων περίπου, με σκοπό την εμπορία και 2) Με πρόθεση και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος: α) Στην Αθήνα στις 22-1-2004 από κοινού με τον προαναφερθέντα συγκατηγορούμενό του κατείχε, με σκοπό την εμπορία, πέντε ανισοβαρείς συσκευασίες με ηρωίνη, συνολικού μικτού βάρους 515 γραμμαρίων περίπου, τις οποίες είχε από κοινού με τον ανωτέρω συγκατηγορούμενό του εντός του ΤΑΞΙ, στο οποίο επιβιβάσθηκαν ως επιβάτες κατά τη διάρκεια της μετακινήσεώς τους με αυτό και β) στην Αθήνα στην επί της οδού Α. Μεταξά αριθ. 4 οικία του στις 16-1-2004 κατείχε μισό γραμμάριο ηρωίνης. Όλες τις ανωτέρω πράξεις του τελεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, ενώ είναι και υπότροπος δράστης. Το δικαστήριο στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του κατέληξε στηριζόμενο στην κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού Κ. Μ., στα αναγνωσθέντα ένδεκα (11) έγγραφα και στις απολογίες του αιτούντα, καθώς και του συγκατηγορουμένου του Y. F.. Ως νέο γεγονός επικαλείται το ότι στην μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών τον εξανάγκασε να προβεί ο K. K. M., ο οποίος ήταν και ο πραγματικός κύριος των εν λόγω ναρκωτικών ουσιών, καθώς και το ότι δεν κατείχε αυτός τις ανωτέρω ναρκωτικές ουσίες, αλλά ο συγκατηγορούμενός του Y. F.. Όμως τα ανωτέρω επικαλούμενα από τον αιτούντα ως νέα γεγονότα - αποδείξεις, από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω υπ' αριθ. 1003/2007 απόφασή του, της οποίας ζητείται η ακύρωση με την κρινόμενη αίτηση, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν λόγο που μπορεί να δικαιολογήσει την αιτούμενη επανάληψη της διαδικασίας. Συγκεκριμένα ο ισχυρισμός του αιτούντα ότι στην μεταφορά των παραπάνω ναρκωτικών ουσιών προέβη εξαναγκασθείς από τον Κ. Κ. Μ., ετέθη υπό την κρίση του δικαστηρίου που εξέδωσε την υπ' αριθ. 1003/2007 απόφαση (βλ. σελίδα 6 των πρακτικών) και απορρίφθηκε. Επομένως το στοιχείο αυτό δεν αποτελεί νέο άγνωστο, κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ, γεγονός, τυχόν δε μη ορθή αξιολόγηση και εκτίμησή του από το Δικαστήριο εκείνο, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο επαναλήψεως διαδικασίας. Περαιτέρω και ο άλλος ισχυρισμός του αιτούντα ότι τις επίδικες ναρκωτικές ουσίες δεν κατείχε αυτός, αλλά ο συγκατηγορούμενός του Y. F., δεν συνιστά νέο γεγονός κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ, αλλά αποτελεί αιτίαση εναντίον της καταδικαστικής αποφάσεως για κακή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, καθόσον τυχόν σφάλματα αξιολογήσεως και εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων από το Δικαστήριο ή τυχόν παραλείψεις ή πλημμέλειες δεν μπορούν, όπως προαναφέρθηκε, να αποτελέσουν παραδεκτό λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, η οποία δεν συνιστά ένδικο μέσο. Ανεξάρτητα όμως από αυτά ο αιτών δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό μέσο για τη θεμελίωση της ουσιαστικής βασιμότητας των ανωτέρω επικαλουμένων από αυτόν λόγων επαναλήψεως της διαδικασίας. Αξίζει τέλος να αναφερθεί ότι παρόμοια αίτηση του αιτούντα με το ίδιο περιεχόμενο απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την υπ' αριθ. 228/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με τα δεδομένα αυτά οι επικαλούμενοι ως άνω λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας είναι αβάσιμοι και επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η από 23-8-2011 αίτηση του S. M. ή M. L. του A., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας, για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθ. 1003/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος".
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες, οι οποίες δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως περί επαναλήψεως της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, τα οποία διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό, το οποίο έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, καθόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Mε την κρινόμενη, από 23-8-2011, αίτηση, ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη καταδικαστική με αριθμό 1003/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε για τις πράξεις: α) της μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, κατά συναυτουργία και β) κατοχής από κοινού και μόνος ναρκωτικών, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και ως υπότροπος και του επιβλήθηκε ποινή ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ. Ως λόγο επανάληψης της διαδικασίας, προβάλλει με την αίτηση, ότι μετά την οριστική καταδίκη του, προέκυψαν νέα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία επικαλείται και αποδεικνύουν ότι, το Δικαστήριο τον καταδίκασε άδικα. Η αίτηση με το παραπάνω περιεχόμενο είναι νόμιμη, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, παραδεκτά δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ.3, και 528 παρ.1 του Κ.Π.Δ, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την παραπάνω υπ' αριθμό 1003/2007 απόφασή του, που κατέστη αμετάκλητη, όπως τούτο συνάγεται από την υπ' αριθ. 868/14-9-2011 Υπηρεσιακή βεβαίωση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα και του επέβαλε ποινή ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ, για τις πράξεις της μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, κατά συναυτουργία και κατοχής από κοινού και μόνος ναρκωτικών, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και ως υπότροπος. Για την πράξη της αγοράς ναρκωτικών ουσιών, τον κήρυξε αθώο: Ειδικότερα καταδικάσθηκε, για το ότι: 1) Στην Αθήνα την 22-1-2004, από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Y. F. μετέφερε, εν γνώσει του από την οδό Α. Μεταξά αρ. 4 μέχρι την οδό Χαρ. Τρικούπη, όπου μετακινήθηκαν πεζοί και από εκεί μέχρι τη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Χαλκίδας, στα Άνω Πατήσια, με ένα ΤΑΞΙ, στο οποίο επιβιβάστηκαν ως επιβάτες, πέντε ανισοβαρείς αυτοσχέδιες συσκευασίες με ηρωίνη, συνολικού μικτού βάρους 515 γραμμαρίων περίπου, με σκοπό την εμπορία και 2) Με πρόθεση και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος: α) Στην Αθήνα στις 22-1-2004 από κοινού με τον προαναφερθέντα συγκατηγορούμενό του κατείχε, με σκοπό την εμπορία, πέντε ανισοβαρείς συσκευασίες με ηρωίνη, συνολικού μικτού βάρους 515 γραμμαρίων περίπου, τις οποίες είχε από κοινού με τον ανωτέρω συγκατηγορούμενό του εντός του ΤΑΞΙ, στο οποίο επιβιβάσθηκαν ως επιβάτες, κατά τη διάρκεια της μετακινήσεώς τους με αυτό και β) στην Αθήνα στην επί της οδού Α. Μεταξά αριθ. 4 οικία του στις 16-1-2004 κατείχε μισό γραμμάριο ηρωίνης. Όλες τις ανωτέρω πράξεις του τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, ενώ είναι και υπότροπος δράστης. Το δικαστήριο στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του κατέληξε στηριζόμενο στην κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού Κ. Μ., στα αναγνωσθέντα ένδεκα (11) έγγραφα, μεταξύ των οποίων και η από 10-5-2005 μήνυση του αιτούντα σε βάρος του K. K. M. και στις απολογίες του αιτούντα, καθώς και του συγκατηγορουμένου του Y. F.. Ως νέο γεγονός επικαλείται ο αιτών το γεγονός α) ότι στην μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών τον εξανάγκασε να προβεί ο παραπάνω K. K. M., σε βάρος του οποίου υπέβαλε την παραπάνω μήνυση, ο οποίος ήταν και ο πραγματικός κύριος των εν λόγω ναρκωτικών ουσιών, και β) το γεγονός ότι δεν κατείχε αυτός τις ανωτέρω ναρκωτικές ουσίες, αλλά ο συγκατηγορούμενός του Y. F.. Όμως, τα ανωτέρω επικαλούμενα από τον αιτούντα, ως νέα γεγονότα - αποδείξεις, από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω υπ' αριθ. 1003/2007 απόφασή του, της οποίας ζητείται η ακύρωση με την κρινόμενη αίτηση, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν λόγο που μπορεί να δικαιολογήσει την αιτούμενη επανάληψη της διαδικασίας. Συγκεκριμένα, ο ισχυρισμός του αιτούντα ότι στην μεταφορά των παραπάνω ναρκωτικών ουσιών προέβη εξαναγκασθείς από τον K. K. M., ετέθη υπό την κρίση του δικαστηρίου που εξέδωσε την υπ' αριθ. 1003/2007 απόφαση, ως αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός (βλ. σελίδα 6 των πρακτικών) και δεν έγινε δεκτός. Επομένως, το στοιχείο αυτό δεν αποτελεί νέο άγνωστο, κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ, γεγονός, τυχόν δε μη ορθή αξιολόγηση και εκτίμησή του από το Δικαστήριο εκείνο, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο επαναλήψεως διαδικασίας. Το γεγονός ότι κατά το χρόνο που προβλήθηκε ο παραπάνω αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός στο παραπάνω δικαστήριο, και προς επίρρωσή του αναγνώστηκε η προαναφερθείσα από 10-5-2005 μήνυση, η οποία όμως κατά το χρόνο εκείνο δεν είχε δικονομική εξέλιξη, ενώ αντίθετα σήμερα υπάρχει η εξέλιξη αυτή, αφού με βάση τη μήνυση αυτή ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του παραπάνω K. K. του M., μετά δε από σχετική προκαταρκτική εξέταση και επακολουθήσασα κυρία ανάκριση, εκδόθηκε το με αριθμό 1434/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία κατά του παραπάνω κατηγορουμένου για την πράξη της πώλησης ναρκωτικών ουσιών, δεν αναιρεί τα παραπάνω. Επομένως, και μετά τη δικονομική εξέλιξη της παραπάνω μήνυσης, η οποία είχε το ως άνω αποτέλεσμα, δε μπορεί να θεωρηθεί ότι προέκυψε νέο στοιχείο, κατά την ανωτέρω έννοια της διατάξεως του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠΔ, το οποίο, από μόνο του ή συνεκτιμώμενο μετά των λοιπών που αξιολογήθηκαν από το Δικαστήριο, θα οδηγούσε σε αθωωτική απόφαση ή σε διαφορετική ηπιότερη για τον αιτούντα δικαστική κρίση. Περαιτέρω, και ο άλλος ισχυρισμός του αιτούντα ότι τις επίδικες ναρκωτικές ουσίες δεν κατείχε αυτός, αλλά ο συγκατηγορούμενός του Y. F., δε συνιστά νέο γεγονός, κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ, αλλά αποτελεί αιτίαση εναντίον της καταδικαστικής αποφάσεως, για κακή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, καθόσον τυχόν σφάλματα αξιολογήσεως και εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων από το Δικαστήριο ή τυχόν παραλείψεις ή πλημμέλειες δε μπορούν, όπως προαναφέρθηκε, να αποτελέσουν παραδεκτό λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, η οποία δε συνιστά ένδικο μέσο. Αξίζει, τέλος, να αναφερθεί ότι παρόμοια αίτηση του αιτούντα, με το ίδιο περιεχόμενο, απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την υπ' αριθ. 228/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, με μόνη διαφορά, ότι κατά τη συζήτηση της προηγούμενης αίτησής του, δεν είχε επικαλεστεί ο αιτών τη δικονομική εξέλιξη της παραπάνω μήνυσης, ενόψει και του γεγονότος ότι το προαναφερθέν, με αριθμό 1434/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, δεν είχε εκδοθεί εισέτι. Οι λοιποί ισχυρισμοί του αιτούντος, συνιστούν αιτιάσεις κατά της καταδικαστικής αποφάσεως για κακή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, όσον αφορά την καταδικαστική κρίση για την πράξη της κατοχής των ναρκωτικών και την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, καθόσον του επιβλήθηκε αυστηρή ποινή, και δε μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, καθόσον τυχόν σφάλματα αξιολογήσεως και εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων από το Δικαστήριο ή τυχόν παραλείψεις ή πλημμέλειες του Δικαστηρίου που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση δε μπορούν, όπως ήδη τονίσθηκε, να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως και να ερευνηθούν στο πλαίσιο της παρούσης διαδικασίας, αφού αυτή δεν αποτελεί ένδικο μέσο. Οι αιτιάσεις του αιτούντος, κατά του σκέλους της καταδικαστικής αποφάσεως όσον αφορά την πράξη της αγοράς των ναρκωτικών, προτείνονται αλυσιτελώς, καθόσον για την πράξη αυτή αθωώθηκε ο αιτών. Με τα δεδομένα αυτά, οι επικαλούμενοι ως άνω, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας, είναι αβάσιμοι και επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-8-2011 αίτηση του S. M. ή M. L. του A., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας, για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθ. 1003/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει στον αιτούντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας (άρθρο 525 επ. Κ.Π.Δ.). Προϋποθέσεις παραδεκτού της αίτησης. Απαιτούνται νέα άγνωστα στοιχεία που δεν είχαν υποβληθεί στους δικαστές, που εξέδωσαν την απόφαση. Απορρίπτει την αίτηση.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 299/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Σνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου K. K. του S., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Συρούκη-Καλλέργη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 6930/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1070/2012.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 504 παρ. 3 ΚΠΔ, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται κατά του περί αποδόσεως ή δημεύσεως μέρους της αποφάσεως στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 492, κατά δε το άρθρο 492 ΚΠΔ κατά του περί αποδόσεως των αφαιρεθέντων και πειστηρίων και περί δημεύσεως μέρους αποφάσεως επιτρέπεται έφεση στον κατηγορούμενο, τον πολιτικώς ενάγοντα και τον τρίτο του οποίου τις αξιώσεις έκρινε η απόφαση. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 60 παρ. 1,280, 310 παρ. 2 και 373 του ΚΠΔ προκύπτει ότι το ποινικό δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να κρίνει για την τύχη των κατασχεθέντων πραγμάτων και για ζητήματα αστικής φύσης που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης και με την τελειωτική απόφασή του υποχρεούται και αυτεπαγγέλτως να διατάσσει την επικύρωση της κατάσχεσης ή την άρση της κατάσχεσης και την απόδοση των μη υποχρεωτικώς κατά νόμο δημευτέων πραγμάτων, που αφαιρέθηκαν και των πειστηρίων που κατασχέθηκαν ή παραδόθηκαν κατά την ανάκριση και δεν έγινε άρση της κατασχέσεώς του, κατά το άρθρο 268 του αυτού Κώδικα στον από την διαδικασία αποδεικνυόμενο ιδιοκτήτη τους, κατά το άρθρο 1000 του ΑΚ και όχι σε εκείνον παρά του οποίου κατασχέθηκαν, αδιαφόρως αν ο καθού η κατάσχεση ή ο εκουσίως παραδώσας στην ανάκριση τα πράγματα κατείχε αυτά νομίμως μέχρι την κατάσχεση ή άσκησε νομίμως δικαίωμα επισχέσεως. Κατ' άρθρο δε 76 παρ. 1 του ΠΚ, "αντικείμενα που είναι προϊόντα κακουργήματος ή πλημμελήματος το οποίο πηγάζει από δόλο, καθώς και το τίμημά τους και όσα αποκτήθηκαν με αυτά, επίσης αντικείμενα που χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την εκτέλεση τέτοιας πράξης μπορούν να δημευθούν αν αυτά ανήκουν στον αυτουργό ή σε κάποιον από τους συμμετόχους". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η μη άρση της κατάσχεσης και η δήμευση μετά από καταδικαστική απόφαση, ως παρεπομένη ποινή, απόκειται στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου, πρέπει όμως να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα η μη άρση της κατάσχεσης και η μη απόδοση των κατασχεθέντων στον ιδιοκτήμονα, όταν ζητείται η άρση της κατάσχεσης και η μη επιβολή της δημεύσεως και να αναφέρεται η διάταξη που την προβλέπει. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η απαιτούμενη ως παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επισκοπούμενα, για τον έλεγχο των προβληθέντων λόγων αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει ότι κατά του νυν αναιρεσείοντος αλλοδαπού, ασκήθηκε ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου και δη της κατασχεθείσας με αρ. .../3 Ελληνικής άδειας οδήγησης αυτοκινήτου που οδηγούσε και για παράβαση του άρθρου 94 του ΚΟΚ. Με την 43852/16-6-2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για τις παραπάνω δύο πράξεις σε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι μηνών, η οποία ποινή ανεστάλη επί τριετία, χωρίς να διαταχθεί και η δήμευση της κατασχεθείσας πλαστής άδειας οδηγήσεως. Η ασκηθείσα νομότυπα υπό του άνω κατηγορουμένου 5188/16-6-2008 έφεση εισήχθη προς εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο όμως, με την 3749/2012 απόφασή του, ερήμην του εκκαλούντος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ.2 του νεότερου νόμου 4043/2012, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της εφέσεως και παρέπεμψε την υπόθεση στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο οποίος και με τη 5629/22-6-2012 διάταξή του, σύμφωνα με τον παραπάνω νόμο, παρέγραψε την ως παραπάνω επιβληθείσα στον κατηγορούμενο ποινή υφόρον και διέταξε τη μη εκτέλεση της εκκαλουμένης αποφάσεως. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος, άσκησε τη με αρ. 27876/16-5-2012 αίτησή του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και ζήτησε την άρση της κατασχέσεως της άνω αδείας ικανότητας οδηγήσεως αυτού και την απόδοση αυτής σε αυτόν, για το λόγο ότι δεν είναι πλαστή, πλην το εν λόγω δικαστήριο με την προσβαλλόμενη 6930/3-9-2012 απόφασή του απέρριψε την αίτηση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Από τα πρακτικά της ως παραπάνω προσβαλλόμενης 6930/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των μνημονευομένων στο αιτιολογικό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά: "Από την όλη αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και όσα ο ίδιος ο αιτών ανέφερε στο ακροατήριο του παρόντος δικαστήριο, προέκυψαν τα ακόλουθα: Κατά του αιτούντος K. K., Αλβανού υπηκόου, ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις πράξεις της χρήσης πλαστού εγγράφου και ειδικότερα της ... ελληνικής άδειας οδήγησης και της παράβασης του άρθρου 94 του ν. 3542/2007, που φερόταν ότι τέλεσε στη Νέα Ιωνία Αττικής στις 15-6-2008. Παράλληλα, κατασχέθηκε, ως πειστήριο του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, η παραπάνω άδεια ικανότητας οδηγού. Με τη 43852/16-6-2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο αιτών καταδικάστηκε για τις πράξεις αυτές σε συνολική ποινή φυλάκισης 6 μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Η πλαστότητα του χρησιμοποιηθέντος πλαστού εγγράφου συνίστατο στο ότι αυτό δεν είχε συμπληρωθεί από τις ελληνικές αρχές, από τις οποίες φερόταν ότι είχε εκδοθεί. Κατά της προαναφερόμενης απόφασης ο αιτών, ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, άσκησε την 5188/16-6-2008 έφεση. Πριν την εκδίκαση της έφεσης δημοσιεύθηκε ο ν. 4043/13-2-2012, στο άρθρο 2 του οποίου ορίζεται ότι ποινές διάρκειας μέχρι έξι μηνών που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του ίδιου νόμου, εφόσον οι αποφάσεις δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι ποινές αυτές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευσή του, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο έτη από τη δημοσίευση του νόμου αυτού νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών. Έτσι, χωρίς να κριθεί η τύχη της κατάσχεσης, με την 3749/2012 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου κηρύχθηκε, απόντος του αιτούντος και τότε εκκαλούντος, απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσής του, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 του ν. 4043/2012 και με τη 05629/22-6-2012 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών παραγράφηκε υφ' όρο η ποινή που επιβλήθηκε και διατάχθηκε η μη εκτέλεση της εκκαλουμένης. Ο αιτών, με την κρινόμενη αίτησή του, επικαλούμενος ότι η κατασχεθείσα και χρησιμοποιηθείσα από αυτόν άδεια ικανότητας οδηγού είναι γνήσια, ζήτησε την άρση της κατάσχεσης και την απόδοσή της στον ίδιο, άλλως το διορισμό αυτού ως μεσεγγυούχου. Δεν προέκυψε όμως ότι συντρέχει νόμιμος λόγος άρσης της κατάσχεσης και απόδοσης της κατασχεθείσας άδειας οδήγησης, η οποία και αποτελεί πειστήριο του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος (η ορθότητα της σχετικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν ερευνάται από το παρόν Δικαστήριο), παραγράφηκε υφ' όρο η ποινή του και ήδη βρίσκεται σε περίοδο δοκιμασίας. Το έτος 2001 δηλώθηκε από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών (Περιφέρεια Αρκαδίας), κλοπή - απώλεια εντύπων αδειών οδήγησης, μεταξύ των οποίων και εκείνων που έφεραν τους αριθμούς ... έως .... Το έντυπο της παραπάνω άδειας οδήγησης του αιτούντος φέρει τον αριθμό ..., δηλαδή περιλαμβάνεται στα κλαπέντα έντυπα, φέρει δε επιπλέον την ένδειξη /3, που δεικνύει ότι πρόκειται για άδεια κατηγορίας Β' ερασιτεχνική. Σε σχετική εργαστηριακή εξέταση που διενεργήθηκε από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας διαπιστώθηκε ότι το έντυπο της κατασχεθείσας άδειας οδήγησης είναι γνήσιο ως έντυπο χωρίς να μπορεί περαιτέρω να βεβαιωθεί εάν αυτό έχει εκδοθεί νόμιμα. Ο αιτών προσκομίζει σε ανεπικύρωτη φωτοτυπία, εκτός των άλλων, α) βεβαίωση του Τμήματος Αδειών της Διεύθυνσης Μεταφορών - Επικοινωνιών της Νομαρχίας Αθηνών, στην οποία αναφέρεται ότι αυτός, με βάσει τα στοιχεία του on line συστήματος, είναι κάτοχος της ... άδειας οδήγησης, β) δελτίο εκπαίδευσης υποψηφίου από 1-1-2008 και γ) τρεις τριπλότυπες αποδείξεις καταβολής στις 4-2-2008, 21-3-2008 και 21-3-2008 του συνολικού ποσού των 377,40 ευρώ για πρακτική και θεωρητική εκπαίδευση και παράσταση εξετάσεων χωρίς να αναφέρεται ποιος ήταν ο λαβών - εκπαιδευτής. Και ναι μεν η κατασχεθείσα άδεια οδήγησης φέρει τον αριθμό ... και έχει τυπωθεί επί γνησίου εντύπου, πλην όμως δεν αποδεικνύεται ότι ο αιτών για τη λήψη της υποβλήθηκε πράγματι σε αντίστοιχες εξετάσεις, τις οποίες να ολοκλήρωσε επιτυχώς και κατ' επέκταση ότι η κατασχεθείσα κατά τα παραπάνω άδεια οδήγησης έχει εκδοθεί νόμιμα. Επομένως, η αίτησή του πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δεν διέλαβε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 6930/3-9-2012 αποφάσεώς του, την απαιτούμενη κατά τα προεκτεθέντα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά η αιτιολογία αυτή είναι ελλιπής και ασαφής. Ειδικότερα, από το σύνολο των παραδοχών, δεν προκύπτει με σαφήνεια, αν η κατασχεθείσα στα χέρια του κατηγορουμένου, ως πειστήριο του εγκλήματος χρήσης πλαστού εγγράφου, με αρ. .../3 άδεια ικανότητας οδήγησης αυτοκινήτου, είναι τελικά πλαστή ή όχι. Ενώ, το δικαστήριο, με την άνω προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι δεν κρίθηκε η τύχη της κατάσχεσης της άδειας αυτής, διότι με την προηγούμενη με αρ. 3749/2012 απόφασή του, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της εφέσεως του αιτούντος κατά της με αρ. 43852/2008 καταδικαστικής για την χρήση πλαστής άδειας πρωτόδικης αποφάσεως και παραπέμφθηκε η υπόθεση, λόγω υφόρον παραγραφής, κατ' εφαρμογή της παρ.2 του νέου ν. 4043/2012, στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο οποίος και παρέγραψε υφ όρον την ποινή των έξι μηνών που είχε επιβληθεί στον αιτούντα κατηγορούμενο, με την με αρ. 05629/22-6-2012 Διάταξή του και περαιτέρω, ότι δε μπορεί να ερευνήσει την ορθότητα της άνω καταδικαστικής αποφάσεως, αναφέρει ότι το έντυπο της παραπάνω κατασχεθείσας άδειας οδηγήσεως του αιτούντος με τον αρ. ..., περιλαμβάνεται στα κλαπέντα το 2001 από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών (Περιφέρεια Αρκαδίας) έντυπα αδειών και καταλήγει ότι η κατασχεθείσα αυτή άδεια οδηγήσεως έχει τυπωθεί επί γνησίου εντύπου. Επίσης, στο παραπάνω αιτιολογικό το δικαστήριο ουδόλως αναφέρεται στα αναγνωσθέντα έγγραφα, α) στο με αρ. 58/108954/1-10-2008 έγγραφο της Διευθύνσεως Μεταφορών - Επικοινωνιών, Νομαρχίας Αθηνών, από το οποίο προκύπτει βεβαίωση της αρμόδιας Υπηρεσίας αυτής, ότι ο αιτών είναι κάτοχος της με αρ. ... άδειας οδηγήσεως κατηγορίας Β' ερασιτεχνικής και β) στον αναγνωσθέντα πίνακα κλαπέντων εντύπων αδειών, που από την παραδεκτή επισκόπησή του προκύπτει ότι εκλάπησαν το 2001 από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών (Περιφέρεια Αρκαδίας), πλην άλλων και τα έντυπα με ακέραιους αριθμούς από ... έως ... (στα οποία περιλαμβάνεται το έντυπο με αρ. ..., χωρίς την ένδειξη /3) και όχι τα έντυπα με αριθμούς με την επί πλέον ένδειξη /3, που είναι άλλα και που αφορούν άδειες κατηγορίας Β' ερασιτεχνικής, όπως είναι η κατασχεθείσα άδεια του αιτούντος, τυπωθείσα επί εντύπου που δεν περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα στον πίνακα ως κλαπέντα, γι' αυτό και η σχετική εργαστηριακή εξέταση που διενεργήθηκε από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛΑΣ, (με αρ. 3022/17/27690/30-9-2009, αναγνωσθείσα), κατέληξε στη διαπίστωση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, ότι η κατασχεθείσα με αρ. .../3 άδεια του αιτούντος είναι γνήσια και όχι απλώς ότι το έντυπο αυτής γνήσιο, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση στο αιτιολογικό της. Υπάρχει επομένως αμφιβολία, αν συνεκτιμήθηκαν και τα παραπάνω δύο αναγνωσθέντα έγγραφα, αφού το δικαστήριο δέχθηκε κατά τα παραπάνω αντίθετα και εσφαλμένα, ότι η κατασχεθείσα άδεια του αιτούντος την άρση, με αρ. εντύπου .../3, (και όχι εκείνη με αρ. ..., χωρίς την ένδειξη /3, που είναι άλλη), περιλαμβάνεται στον πίνακα των κλαπέντων εντύπων αδειών, συμπέρασμα στο οποίο στηρίχτηκε για να απορρίψει την αίτηση άρσης της κατάσχεσης, ενώ η σειρά αυτή εντύπων δεν υπάρχει στον παραπάνω πίνακα κλαπέντων εντύπων αδειών οδήγησης και έτσι υφίσταται και εκ πλαγίου παράβαση λόγω ασαφών αιτιολογιών και το δικαστήριο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, είναι βάσιμοι.
Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αρ. 6930/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση και δη τη με αρ. 27876/16-5-2012 αίτηση άρσης κατάσχεσης αδείας ικανότητας οδηγήσεως του K. K. του S., για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δίκη άρσης κατάσχεσης πλαστής άδειας ικανότητας οδήγησης αυτοκινήτου. Βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
|
Άρση κατάσχεσης
|
Άρση κατάσχεσης.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 297/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 542/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με κατηγορούμενους τους: 1. Α. Φ. του Κ., 2. Α. Π. του Β., κατοίκων ..., που δεν παρέστησαν, 3. Κ. Γ. του Φ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μπουλογεώργο, 4. Κ. Ν. του Β., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μαντά και 5. Μ. Π. του Η., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μπουλογεώργο. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Κ. του Α., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σαμαρτζή.
Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 31/13.9.2012 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 988/2012.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των παραστάντων κατηγορουμένων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε Ποινικού Δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί, που δικαιολογούν την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Περαιτέρω, η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον ως άνω, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης ή για διακοπή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 του ΚΠΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, εφόσον η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αιτήσεως, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 349 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ.1 του άρθρου 20, του Ν. 3904/23-12-2010, "το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει μόνο μία φορά την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, μία μόνο φορά, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας".
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθ. 1033/2011, απόφασή του, το Τριμελές Πλημ/κείο Τρικάλων, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους, της αποδιδόμενης σ' αυτούς αξιόποινης πράξεως, της παράβασης καθήκοντος από κοινού, για την υπό στοιχείο Γ' μερικότερη πράξη, ενώ τους κήρυξε αθώους για τις μερικότερες πράξεις υπό στοιχεία Α' και Β' της ίδιας πράξης. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της απόφασης αυτής, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, στο παραπάνω δικαστήριο, παρουσιάσθηκε η Ε. Κ. του Α. και δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής, λόγω ηθικής βλάβης, ζήτησε δε, να της καταβληθεί το ποσό των 44 Ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, διόρισε δε και πληρεξούσιο δικηγόρο, προκειμένου να την εκπροσωπήσει, τον Δημήτριο Σαμαρτζή. Κατά της παράστασης αυτής, προβλήθηκαν αντιρρήσεις από το συνήγορο υπεράσπισης των 1ης και 2ης κατηγορουμένων, μεταξύ άλλων λόγων και για το λόγο ότι, οι κατηγορούμενοι ως δημόσιοι υπάλληλοι δεν ευθύνονται αστικώς, έναντι τρίτων, για τις πράξεις ή παραλείψεις που τους αποδίδονται στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων τους, όπως εν προκειμένω. Το παραπάνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε εν μέρει τις ως άνω αντιρρήσεις κατά της παράστασης της πολιτικής αγωγής, και επέτρεψε την παράστασή της, μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας. Στη συνέχεια της διαδικασίας, εξετάστηκε ως μάρτυρας η παραπάνω πολιτικώς ενάγουσα ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος της άσκησε τα εκ του νόμου καθήκοντά του προς υποστήριξη της κατηγορίας.
Συνεπώς, η παραπάνω πολιτικώς ενάγουσα, κατέστη διάδικος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ασκήθηκε έφεση, από τους κατηγορουμένους, επί της εφέσεως δε αυτής, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 542/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι, της υπό στοιχείο Γ' μερικότερης πράξης της παράβασης καθήκοντος. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της παραπάνω απόφασης, προκύπτει ότι στην συνεδρίαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, της 3-4-2012, κατά την έναρξη της διαδικασίας στο ακροατήριο, και αφού εκφωνήθηκαν τα ονόματα των κατηγορουμένων, εμφανίστηκε, ως άγγελος ο δικηγόρος Τρικάλων Ι. Π., και ζήτησε την αναβολή της δίκης, γιατί η παραπάνω, Ε. Κ., η οποία, κατά τα εκτεθέντα, είχε παρασταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως πολιτικώς ενάγουσα, προς υποστήριξη της κατηγορίας, νοσηλευόταν στο γενικό Νοσοκομείο Καρδίτσας, προσκόμισε δε και σχετική από 3-4-2012 σχετική Ιατρική Γνωμάτευση, του ως άνω Νοσοκομείου, η οποία και αναγνώστηκε, σύμφωνα με την οποία η παραπάνω πάσχει από εμμένοντα ίλιγγο εμπύρετο και νοσηλεύεται στην Α' Παθολογική κλινική, από 2-4-2012. Η Πρόεδρος, μετά την απορριπτική πρόταση της Εισαγγελέως επί του ως άνω αιτήματος, και κατόπιν αιτήματος του ως άνω συνηγόρου, προκειμένου να προσέλθει μάρτυρας καθώς και ο παραστάς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνήγορός της Δημήτριος Σαμαρτζής, διέταξε τη διακοπή της δίκης για τη 12η ώρα. Κατά τη συνέχιση της δίκης εμφανίστηκε ο παραπάνω δικηγόρος Δημήτριος Σαμαρτζής και επανέλαβε το αίτημα αναβολής, δηλώνοντας ότι η Ε. Κ., επιθυμεί να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής και ζήτησε την αναβολή για τον προεκτεθέντα λόγο, λόγω νοσηλείας της παραπάνω στο γενικό Νοσοκομείο Καρδίτσας, επί πλέον δε, ζήτησε να εξεταστεί ένας μάρτυρας προς απόδειξη του υποβληθέντος αιτήματος, ο οποίος και εξετάστηκε. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με παρεμπίπτουσα απόφαση του, μετά από σύμφωνη πρόταση του Εισαγγελέα, απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσία το αίτημα αναβολής της δίκης με την εξής αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση το αίτημα αναβολής πρέπει να απορριφθεί ενόψει του γεγονότος ότι είναι παρόντες οι λοιποί μάρτυρες του κατηγορητηρίου, έχουν δε παρέλθει ήδη πέντε έτη από τον χρόνο που φέρεται τελεσθείσα η αξιόποινη πράξη." Η αιτιολογία όμως αυτή της εν λόγω παρεμπίπτουσας απόφασης, ως προς το αίτημα αναβολής της πολιτικώς ενάγουσας, η οποία είχε προσλάβει την ιδιότητα αυτή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ανεξάρτητα από την περαιτέρω τύχη της, στην κατ' ουσία έρευνα της υπόθεσης, που υποβλήθηκε νομίμως, με την προσκομιδή αποδεικτικών στοιχείων - μάρτυρα και ιατρικής βεβαιώσεως - από το συνήγορο της, Δημήτριο Σαμαρτζή, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη κατά την έννοια των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και του 139 του ΚΠΔ, διότι: α) δεν αναφέρονται τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και τα οποία έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση, ότι δεν ήταν βάσιμος ο λόγος αναβολής, β) δεν αναφέρονται στην απόφαση, τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση, ότι δε συνέτρεχαν σημαντικά αίτια αναβολής της δίκης λόγω ασθενείας της πολιτικώς εναγούσης, γ) δεν αναφέρεται το περιεχόμενο της ιατρικής γνωμάτευσης, ούτε προκύπτει αν αυτό αξιολογήθηκε και κατά ποιο τρόπο, ούτε εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους δεν πείσθηκε το δικαστήριο από την προσκομισθείσα ιατρική αυτή γνωμάτευση, αφού δε μνημονεύεται στην ίδια απόφαση κάποιο άλλο αντίθετο αποδεικτικό μέσο περί της υγείας της ως άνω (Ολ.ΑΠ 7/2005) και δ) ο αναφερόμενος στην απόφαση κίνδυνος παραγραφής των πράξεων δε μπορεί να αποτελέσει την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αιτιολογία για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης (ΑΠ. 552/2008). Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, που περιλαμβάνεται στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα, και πρέπει κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης για σημαντικά αίτια. Στη συνέχεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και κατά το μέρος που εκδίκασε κατ' ουσία την υπόθεση σε δεύτερο βαθμό, καθόσον, δεχόμενο την έφεση από τυπική άποψη και κρίνοντας αθώους τους κατηγορούμενους, παρά το ότι δεν είχε απορρίψει αιτιολογημένα το υποβληθέν αίτημα αναβολής, υπερέβη την εξουσία του κατά τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της παρεμπίπτουσας περί απόρριψης του αιτήματος αναβολής απόφασης και υπέρβασης εξουσίας, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, παρελκούσης της έρευνας του ετέρου λόγου, περί έλλειψης αιτιολογίας, της περί αθώωσης των κατηγορουμένων κυρίας απόφασης, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 542/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 542/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί με άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση καθήκοντος. Αθώωση κατηγορουμένων. Ποινική Δικονομία. Αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέως Α.Π. κατά αθωωτικής απόφασης. Λόγοι: Έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, λόγω ασθένειας της πολιτικώς ενάγουσας. Ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αίτηση αναίρεσης Εισαγγελέα Α.Π.
|
Παράβαση καθήκοντος, Αίτηση αναίρεσης Εισαγγελέα Α.Π..
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 296/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Γ. Κ. του Π., 2) Γ. Τ. του Π., 3) Θ. Ν. του Α., 4) Ι. Π. του Π., 5) Ν. Ν. του Κ., 6) Π. Σ. του Δ. και 7) Χ. Λ. του Κ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Κουρή, περί αναιρέσεως της με αριθμό 2495-2496/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με συγκατηγορούμενο τον Α. Κ. του Γ. και πολιτικώς ενάγοντα τον Σ. Σ. του Η., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λέων.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουνίου 2012 αίτησή τους η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 772/12.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ, ορίζεται ότι "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 εδάφ. α' και 263 Α του ΠΚ, απαιτούνται: α) παραβίαση υπηρεσιακού καθήκοντος το οποίο καθορίζεται με νόμο ή διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, β)πρόθεση του δράστη, δηλαδή δόλος που περιέχει τη θέληση παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον ίδιο ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλον, χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη του εν λόγω σκοπού. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνον η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του. Ο όρος με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, λογικά σημαίνει ότι η πράξη όπως επιχειρείται από τον δράστη δύναται να οδηγήσει στην απαίτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτων και επί πλέον, ότι η βούληση του δράστη κατευθύνεται στην απόκτηση του οφέλους ή στην πρόκληση της βλάβης. Έτσι, μεταξύ της πράξεως και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει μία τέτοια αιτιώδης σχέση ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, αν δεν είναι αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι πρόσφορος περιποιήσεως της σκοπουμένης βλάβης ή του σκοπουμένου οφέλους, πράγμα που συμβαίνει όταν το σκοπούμενο όφελος ή η σκοπούμενη βλάβη δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνον με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος. Όταν δε ο σκοπός συνίσταται σε βλάβη του κράτους πρέπει να προσδιορίζεται και σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή. Υπάλληλοι θεωρούνται και οι κρατικοί λειτουργοί που είναι κατά κανόνα άμεσα όργανα του κράτους επί των οποίων δεν νοείται διάκριση μεταξύ απλού υπαλληλικού και υπηρεσιακού καθήκοντος .
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της ΑΙΒ/8577/8.9.1983 Υγειονομικής Διατάξεως, για την ίδρυση και λειτουργία καταστήματος ή εργαστηρίου ή εργοστασίου υγειονομικού ενδιαφέροντος απαιτείται άδεια της οικείας Αστυνομικής Αρχής, κατά δε την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, θεωρείται ίδρυση νέου καταστήματος ή εργαστηρίου ή εργοστασίου υγειονομικού ενδιαφέροντος και συνεπώς απαιτείται νέα άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας τούτου, η μεταφορά ή επέκταση ή αλλαγή ή μεταβίβασή του, καθώς και η ουσιώδης τροποποίηση των υγειονομικών όρων της λειτουργίας του. Εξάλλου, με το άρθρο 11 του ν. 2307/1995 ορίσθηκαν τα επόμενα: Για την χορήγηση αδειών ίδρυσης και λειτουργίας όλων των καταστημάτων και επιχειρήσεων, οι όροι λειτουργίας των οποίων ορίζονται με υγειονομικές διατάξεις, εφαρμόζονται οι ισχύουσες κάθε φορά υγειονομικές και άλλες διατάξεις (παρ. 1). Οι διατάξεις του π.δ. 180/1979 "Περί όρων λειτουργίας καταστημάτων πωλήσεως οινοπνευματωδών ποτών και κέντρων διασκεδάσεως", όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, εξακολουθούν να ισχύουν. Όπου στο ανωτέρω προεδρικό διάταγμα, για θέματα χορήγησης ή ανάκλησης ή αφαίρεσης αδειών ή σφράγισης των καταστημάτων, αναφέρεται "Αστυνομική Αρχή" ή "Αστυνομικός Διευθυντής" ή "Αρχηγός της Ελληνική Αστυνομίας" ή "Υπουργός Δημοσίας Τάξεως" νοείται το οικείο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο ... . Η παράβαση των διατάξεων της παραγράφου αυτής αποτελεί σοβαρή παράβαση καθήκοντος, τιμωρουμένη κατά τις οικείες διατάξεις του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα και κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα (παρ. 2). Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ.7 εδ.β της ίδιας Υγειονομικής Διάταξης ΑΙΒ/8577/8-9-1983, εκδοθείσας με βάση τον α.ν.2520/1940, ορίζεται: " Για την απόκτηση αδείας λειτουργίας καταστήματος ή εργαστηρίου τροφίμων και ποτών στους αναφερόμενους στο προηγούμενο εδάφιο χώρους, δηλαδή σε ισόγειους ή άλλους χώρους πολυκατοικιών και γενικά οικημάτων στα οποία στεγάζονται κατοικίες, ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει υπεύθυνη δήλωση του άρ. 8 του ν. 1599/1986, του διαχειριστή της πολυκατοικίας ή εν ελλείψει, του ιδιοκτήτη του χώρου, στον οποίο θα εγκατασταθεί το κατάστημα ή το εργαστήριο, στην οποία θα φαίνεται ότι ο κανονισμός της πολυκατοικίας ή εν ελλείψει κανονισμού, η πλειοψηφία των ιδιοκτητών των στεγαζομένων στο ίδιο κτίριο διαμερισμάτων, επιτρέπει τη χρήση του χώρου τούτου για τη λειτουργία του υπό ίδρυση καταστήματος ή εργαστηρίου. Η επισύναψη της δήλωσης αυτής, η οποία συμπληρώνει τα υπόλοιπα δικαιολογητικά, καθιστά υποχρεωτική την έκδοση της άνω αδείας από την αρμόδια αρχή και τούτο δεν αναιρεί την ευθύνη του υπογράψαντος την ως άνω δήλωση για το περιεχόμενο αυτής. Η κατά τα ανωτέρω χορηγηθείσα άδεια ανακαλείται, εφόσον υπάρξει απόφαση αρμοδίου δικαστηρίου περί του αναληθούς περιεχομένου της δήλωσης". Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι από την έναρξη της ισχύος του ν. 2307/1995 η λειτουργική αρμοδιότητα των, κατά το π.δ. 181/1979 και της ΑΙΒ/8577/8.9.1983 Υγειονομικής Διατάξεως, Αστυνομικών Αρχών μεταφέρθηκε και στο μεν Δημοτικό ή Κοινοτικό Συμβούλιο ανατέθηκαν αποκλειστικά εφεξής τα θέματα της: α) χορήγησης, β) ανάκλησης, γ) αφαίρεσης αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας και δ) σφράγισης των καταστημάτων, στον δε Δήμαρχο ή Πρόεδρο της Κοινότητας ανατέθηκε μόνον η έκδοση αποφάσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1α του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς α)πρόκληση στον αυτουργό της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), με παραινέσεις (συμβουλές κλπ), με πειθώ, φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στον φυσικό αυτουργό, λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξαρτήσεως υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού που περιλαμβάνει α) συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παρήγαγε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση για τη διάπραξη από αυτόν της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος, β)συνείδηση της συγκεκριμένης πράξεως στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός.
Εξάλλου έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει προκειμένου για καταδικαστική απόφαση όταν δεν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας επιτρέπεται η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ ως προς τις αποδείξεις αρκεί να αναφέρονται κατά το είδος τους χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Ο δόλος δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της συγκεκριμένης αξιοποίνου πράξεως και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε ειδικότερη περίπτωση τελέσεως εγκλήματος από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως είναι να έχει τελεσθεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού ή με πρόσθετο σκοπό ως υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου ή να τελέσθηκε με δόλο ενδεχόμενο. Επί πλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως ιδρύει και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη την οποία αυτός πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο προβαίνει σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου συντρέχει και στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ουσιαστική ποινική διάταξη εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεώς του, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2495,2496/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, οι αναιρεσείοντες, αναπληρωτής Δήμαρχος ο Θ.Ν., οι λοιποί πέντε Δημοτικοί Σύμβουλοι, καταδικάσθηκαν, σε δεύτερο βαθμό, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος οι ανωτέρω έξι, και ο έβδομος κατηγορούμενος Γ. Τ. για ηθική αυτουργία στην παράβαση καθήκοντος των λοιπών, σε ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών ο καθένας, ανασταλείσα επί τριετία. Το δικαστήριο αυτό δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την εκτίμηση των μνημονευομένων στο αιτιολογικό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά: Με τις υπ' αριθμ. .../1982 και .../1987 οικοδομικές άδειες του Πολεοδομικού Γραφείου Αιγιαλείας και Καλαβρύτων ανεγέρθηκε πολυόροφη οικοδομή σε οικόπεδο εμβαδού 47,60 τ.μ, κείμενο στη θέση "Κάτω Κοκκινές" ή "Κουβελέϊκα" εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως ..., η οποία (οικοδομή) υπήχθη στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας με την υπ' αριθμ. .../10-5-1990 πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας του Συμβ/φου Ακράτας Κων/νου Παλαιολογόπουλου που μεταγράφηκε νομίμως. Με την ανωτέρω πράξη προσδιορίσθηκαν οι αυτοτελείς, διηρημένες οριζόντιες ιδιοκτησίες του κτίσματος και οι κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι χώροι αυτού, χωρίς να θεσπισθεί και κανονισμός της πολυκατοικίας. Εν συνεχεία, με το υπ' αριθμ. .../28-12-1993 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβ/φου νομίμως μεταγραφέν, ο όγδοος κατηγορούμενος Γ. Τ. αγόρασε το υπό στοιχ. Α-2 κατάστημα του πρώτου ορόφου της ανωτέρω οικοδομής, εμβαδού 169,18 τ.μ.. Στο εν λόγω κατάστημα από το έτος 1982 έως και τις αρχές του έτους 2006 λειτουργούσε συνεχώς κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος και συγκεκριμένα καφετέρια-πιτσαρία με νόμιμη άδεια. Αρχικά, από το έτος 1982 έως και το έτος 1988, λειτουργούσε σ' αυτό επιχείρηση με άδεια εκδοθείσα επ' ονόματί του ο μάρτυρας Γ. Κ., ενώ από το έτος 1988 έως και το έτος 1991 την ίδια επιχείρηση ασκούσε η εταιρία "Κ. Κ.-Γ. Τ. Ο.Ε." με άδεια εκδοθείσα στο όνομα του ομορρύθμου εταίρου Κ. Κ.. Τέλος από το έτος 1991 έως και τις αρχές Ιανουαρίου 2006 λειτουργούσε ίδια επιχείρηση στο ανωτέρω κατάστημα ο όγδοος κατηγορούμενος με άδεια που είχε εκδοθεί επ' ονόματί του. Στις 5-1-2006 ο όγδοος κατηγορούμενος υπέβαλε αίτηση προς τον Δήμο Αιγείρας, με την οποία ζήτησε να του χορηγηθεί άδεια λειτουργίας στο επίδικο κατάστημα επιχειρήσεως καφετέριας-καφέ μπαρ.
Κατά το άρθρο 15§7 εδ. α' της Υγειονομικής διατάξεως ΑΙΒ/8577/24-8/8-9-1983 "περί υγειονομικού ελέγχου και αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας των εγκαταστάσεων επιχειρήσεων υγειονομικού ενδιαφέροντος, καθώς και των γενικών και ειδικών όρων ιδρύσεως και λειτουργίας των εργαστηρίων και καταστημάτων τροφίμων και ποτών", η οποία εκδόθηκε βάσει του α.ν.2520/1940 "στο εξής δεν επιτρέπεται η ίδρυση σε ισόγειους ή άλλους χώρους πολυκατοικιών και γενικά οικημάτων, στα οποία στεγάζονται κατοικίες, ορισμένων ειδών καταστημάτων και εργαστηρίων τροφίμων ή και ποτών, των οποίων η εγκατάσταση στους χώρους αυτούς απαγορεύεται από τον κανονισμό της πολυκατοικίας, ή, σε περίπτωση ελλείψεως κανονισμού, από την πλειοψηφία των ιδιοκτητών των στεγαζομένων στο ίδιο κτίριο κατοικιών, έστω και αν τα καταστήματα ή εργαστήρια αυτά πληρούν τους καθοριζομένους από την παρούσα και τις άλλες σχετικές Υγειονομικές διατάξεις όρους". Κατά δε το εδαφ. β' της ίδιας ως άνω παραγράφου, για την απόκτηση άδειας λειτουργίας καταστήματος ή εργαστηρίου τροφίμων και ποτών στους αναφερομένους στο προηγούμενο εδάφιο χώρους, ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει υπεύθυνη δήλωση του ν. 105/1969 του διαχειριστή της πολυκατοικίας ή του ιδιοκτήτη του χώρου, στον οποίο θα εγκατασταθεί το κατάστημα ή εργαστήριο, στην οποία θα φαίνεται ότι ο κανονισμός της πολυκατοικίας ή εν ελλείψει, η πλειοψηφία των ιδιοκτητών των στεγαζομένων στο ίδιο κτίριο ΚΑΤΟΙΚΙΩΝ δεν απαγορεύει την χρήση του χώρου αυτού για την λειτουργία του υπό ίδρυση καταστήματος ή εργαστηρίου. Η επισύναψη της δηλώσεως αυτής, η οποία συμπληρώνει τα υπόλοιπα δικαιολογητικά καθιστά υποχρεωτική την έκδοση της ως άνω αδείας από την αρμόδια αρχή και τούτο δεν αναιρεί την ευθύνη του υπογράφοντος την ως άνω δήλωση για το περιεχόμενο αυτής. Η κατά τα ανωτέρω χορηγηθείσα άδεια ανακαλείται εφόσον υπάρξει απόφαση Δικαστηρίου περί του αναληθούς περιεχομένου της δηλώσεως".
Στην προκειμένη περίπτωση ο όγδοος κατηγορούμενος με την ανωτέρω αίτησή του προς τον Δήμο Αιγείρας υπέβαλε και διάφορα δικαιολογητικά, μεταξύ των οποίων και την από 5-1-2006 υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, η οποία απαιτείτο από το προεκτεθέν άρθρο 15§7 της ΑΙΒ/8577/1983 Υγειονομικής Διατάξεως, στην οποία δήλωση, ως ιδιοκτήτης του χώρου στον οποίο επρόκειτο να λειτουργήσει το ανωτέρω κατάστημα δήλωνε ότι ο κανονισμός λειτουργίας της πολυώροφης οικοδομής στην οποία βρισκόταν το επίδικο κατάστημα, δεν απαγορεύει την ίδρυση λειτουργίας αυτού. Η ανωτέρω όμως υπεύθυνη δήλωσή του ήταν αναληθής καθόσον όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε συνταχθεί κανονισμός της πολυκατοικίας. Συγχρόνως δε με την ανωτέρω δήλωση του υπέβαλε και την από 5-1-2006 υπεύθυνη δήλωσή του υπέβαλε και την από 5-1-2006 υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 με την οποία εδήλωνε ότι "απωλέσθη η άδεια που είχα στο κατάστημά μου με την επωνυμία "ΠΙΘΑΡΙ" ΚΑΦΕΤΕΡΙΑ-ΠΙΤΣΑΡΙΑ άνευ εργαστηρίου". Εφόσον λοιπόν δεν υπήρχε κανονισμός έπρεπε, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη της Υγειονομικής Διατάξεως, να προσκομίσει υπεύθυνη δήλωση του ν.1599/1986 ότι η πλειοψηφία των ιδιοκτητών των στεγαζόμενων στο ίδιο κτίριο διαμερισμάτων (μη συμπεριλαμβανομένων των λοιπών χώρων, καταστημάτων, βοηθητικών χώρων κ.λ.π.) επιτρέπει τη χρήση του ανωτέρω καταστήματος για την λειτουργία καφετέριας-καφε μπαρ. Σημειωτέον, ότι με την προεκτεθείσα .../10-5-1990 πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας είχαν συσταθεί στην παραπάνω οικοδομή ως αυτοτελείς ανεξάρτητες και διακεκριμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες (διαμερίσματα) τα υπό στοιχεία Γ1-Γ2 και Γ3 διαμερίσματα. Η παραπάνω αίτηση του ογδόου κατηγορουμένου προς τον Δήμο Αιγείρας για την έκδοση αδείας λειτουργίας καταστήματος περιήλθε εις γνώση των ιδιοκτητών των τριών διαμερισμάτων της οικοδομής, οι οποίοι ήσαν αντίθετοι προς την λειτουργία του καταστήματος αυτού διότι πίστευαν ότι με τη χρήση μουσικής εντός αυτού θα προκαλείτο ηχορύπανση και θα καθίστατο δυσχερής η διαβίωσή τους στα ανωτέρω διαμερίσματά τους. Μετά ταύτα ο εγκαλών Σ. Σ. υπέβαλε στις 31-1-2006 στον Δήμο Αιγείρας έγγραφη αναφορά, με την οποία ενημέρωνε τον αρμόδιο Αντιδήμαρχο και τον πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου, ότι δεν είχε συνταχθεί κανονισμός στην επίδικη πολυκατοικία και ότι συνεπώς έπρεπε να προσκομισθεί από τον όγδοο κατηγορούμενο υπεύθυνη δήλωση ότι η πλειοψηφία των ιδιοκτητών των διαμερισμάτων (κατοικιών) της πολυκατοικίας δεν απαγορεύει την λειτουργία καφετέριας-καφε μπαρ στο επίδικο (Α.2. κατάστημα). Συγχρόνως ενημέρωνε τους ανωτέρω ότι ο ίδιος και η μητέρα του Α. Σ. που ήσαν ιδιοκτήτες δύο εκ των τριών διαμερισμάτων(κατοικιών) της πολυκατοικίας αντιτίθεντο στη χρήση του χώρου ως καφέ ή καφέ μπαρ ή σε άλλη συναφή χρήση. Στις 7-2-2006 και ο ιδιοκτήτης του τρίτου διαμερίσματος (κατοικίας) Γ. Κ. υπέβαλε στον Δήμο Αιγείρας υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 με την οποία δήλωνε ότι αντιτίθετο στην λειτουργία του επιδίκου χώρου ως καφέ-κέντρου διασκεδάσεως και ζητούσε να μην χορηγηθεί σχετική άδεια από τον Δήμο στον όγδοο κατηγορούμενο. Επίσης στις 8-2-2006 και πριν τη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου, η οποία έλαβε χώρα στις 19.00 της ίδιας ημέρας, ο εγκαλών και η μητέρα του Α. Σ. υπέβαλαν έγγραφη αίτηση-αναφορά προς τον Δήμο Αιγείρας, τον Αντιδήμαρχο Θ. Ν. (πρώτο κατηγορούμενο), ο οποίος εκτελούσε χρέη Δημάρχου (διότι ο Δήμαρχος Αιγείρας είχε τεθεί σε αργία) και προς τον Πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου Χ. Λ. (δεύτερο κατηγορούμενο) με την οποία τους ενημέρωναν, ότι τόσο οι ίδιοι όσο και ο ιδιοκτήτης του τρίτου διαμερίσματος της οικοδομής Γ. Κ. δεν επιθυμούσαν να χορηγηθεί η σχετική άδεια στον όγδοο κατηγορούμενο. Κατά την συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αιγείρας, η οποία έλαβε χώρα στις 19.00 της 8ης Φεβρουαρίου 2006 παρευρέθησαν και ο εγκαλών και η μητέρα του Α. Σ., οι οποίοι ενημέρωσαν και προφορικά τόσο τον πρώτο και τον δεύτερο κατηγορούμενο(Αντιδήμαρχο και εκτελούντα χρέη Δημάρχου και Πρόεδρο του δημοτικού Συμβουλίου αντιστοίχως) όσο και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους (3°, 4°, 5° και 7°) μέλη του δημοτικού συμβουλίου ότι δεν υπήρχε κανονισμός της πολυκατοικίας και ότι τόσο οι ίδιοι όσο και ο άλλος ιδιοκτήτης διαμερίσματος (κατοικίας) της πολυκατοικίας Γ. Κ. αντιτίθενται στην έκδοση της αιτηθείσης αδείας. Συγχρόνως το μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου και δικηγόρος Αιγείρας Α. Ο. ενημέρωσε το δημοτικό συμβούλιο (και τους ανωτέρω κατηγορουμένους) ότι από σχηματισθέντα φάκελο προέκυπτε ότι δεν είχε συνταχθεί κανονισμός της πολυκατοικίας και για τούτο πρότεινε να αναβληθεί η συζήτηση του θέματος προκειμένου να "συμπληρωθεί ο φάκελος της υπό κρίση αδείας ως προς τα νόμιμα δικαιολογητικά με μέριμνα του αιτούντος (όγδοου κατηγορουμένου) και ειδικότερα να προσκομισθεί δήλωση της πλειοψηφίας των ιδιοκτητών των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας με την οποία να δηλώσουν ότι αίρουν τις αντιρρήσεις τους και συμφωνούν με την συγκεκριμένη χρήση". Οι κατηγορούμενοι όμως, όντες υπάλληλοι κατά την έννοια των άρθρων 13α και 263Α του Π.Κ. και ασκούντες την ανατεθείσα σ' αυτούς δημόσια υπηρεσία, παρέβησαν με πρόθεση τα καθήκοντα της υπηρεσίας τους προκειμένου να προσπορίσουν στον όγδοο συγκατηγορούμενό τους παράνομο περιουσιακό όφελος και συγκεκριμένα, ενώ είχαν ενημερωθεί με τους προεκτεθέντες τρόπους, ότι η ένδικη αίτηση του ανωτέρω ογδόου κατηγορουμένου για την έκδοση αδείας λειτουργίας καταστήματος δε συνοδευόταν από τα νόμιμα δικαιολογητικά και ειδικότερα από την υπεύθυνη δήλωση του ν.1599/1986 των ιδιοκτητών των διαμερισμάτων (κατοικιών) της οικοδομής που προβλεπόταν από την διάταξη του άρθρου 15§7 της ΑΙΒ8577/1993 Υγειονομικής Διατάξεως ότι δεν αντιτίθεντο στην επίδικη χρήση του χώρου, εν τούτοις ενεργώντας με πρόθεση ενέκριναν κατά πλειοψηφία με την υπ' αριθμ. 8/8-2-2006 απόφασή τους (μειοψηφούντων του ανωτέρω δημοτικού συμβούλου Α. Ο. και άλλων τριών δημοτικών συμβούλων ήτοι των Π. Β., Π. Ρ. και Δ. Κ.) την χορήγηση αδείας ιδρύσεως και λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος "ΚΑΦΕ ΜΠΑΡ" στον όγδοο κατηγορούμενο και εξουσιοδότησαν τον Δήμαρχο (1°) για την χορήγησή της, ο οποίος και χορήγησε τελικώς την (την υπ' αριθμ. πρωτ.67/15-2-2006) 2/2008 άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας καταστήματος. Στην ανωτέρω δε παράβαση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων προέβησαν προκειμένου να προσπορίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος στον όγδοο με την λειτουργία του πιο πάνω καταστήματος. Όπως δε προέκυψε από την κατάθεση των εξετασθέντων μαρτύρων, οι ανωτέρω κατηγορούμενοι με την έκδοση της επίδικης αδείας ήθελαν να ωφελήσουν τον όγδοο, διότι τόσο ο ίδιος όσο και ο αδελφός του (ο οποίος υπήρξε μεταγενέστερα δημοτικός σύμβουλος) πρόσκεινταν στην πλειοψηφούσα παράταξη του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Αιγείρας στην οποία ανήκαν οι κατηγορούμενοι. Σημειωτέον ότι κατόπιν προσφυγής του εγκαλούντος η επιτροπή του άρθρου 18 ν. 2218/1994 της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος με την υπ' αριθμ. 22/2006 απόφασή της ακύρωσε την 8/2006 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αιγείρας. Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο όγδοος κατηγορούμενος Γ. Τ. με συνεχείς αυτοπρόσωπες παραστάσεις του στον Δήμο Αιγείρας και με διαρκείς προτροπές, παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα έπεισε τους ανωτέρω συγκατηγορουμένους του (1°, 2°, 3°, 4ο, 5ο και 7ο) να παραβούν τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα και να εγκρίνουν την χορήγηση αδείας λειτουργίας καταστήματος προς αυτόν καίτοι στην προκειμένη περίπτωση δεν είχε προσκομίσει όλα τα νόμιμα δικαιολογητικά, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, για την χορήγηση της υπό κρίση αδείας. Ενόψει των ανωτέρω πρέπει οι μεν πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έβδομος των κατηγορουμένων να κηρυχθούν ένοχοι της αξιόποινης πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος ο δε όγδοος της ηθικής αυτουργίας στην ως άνω πράξη".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Πατρών, διέλαβε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 2495, 2496/2011 αποφάσεώς του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος τελεσθέντος από αμέλεια, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 α, 26 παρ. 1, 27, 46 παρ.1 α και 259, 263 Α του ΠΚ και 15 παρ.7 της Υ.Δ- ΑΙΒ/8577/8-9-1983, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως των αναιρεσειόντων: α) αναφέρονται στο αιτιολογικό με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της παράβασης καθήκοντος και της ηθικής αυτουργίας σε αυτήν, β) από το σύνολο των παραδοχών του αιτιολογικού, σε συνδυασμό με το διατακτικό, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται και συνιστούν ενιαίο σύνολο, προκύπτει ότι αναφέρεται η ακριβής ιδιότητα καθενός από τους έξι κατηγορουμένους στο Δήμο Αιγείρας και ότι αυτοί είχαν αρμοδιότητα για τη χορήγηση ή μη της αιτηθείσας από τον έτερο αναιρεσείοντα Γ. Τ. (ηθικό αυτουργό) αδείας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, γ) στο αιτιολογικό αναφέρεται ότι ελλείψει διαχειριστή πολυκατοικίας, ο κατηγορούμενος Γ. Τ. που ζήτησε την άδεια καταστήματος - καφεμπάρ με χρήση μουσικής, υπέβαλε την από 5-1-2006 υπεύθυνη δήλωση, σαν ιδιοκτήτης του χώρου στον οποίο θα εγκαθίστατο το άνω κατάστημα, στην οποία δήλωσε προς το Δημοτικό Συμβούλιο, σύμφωνα με το ν. 1599/1986, " ότι ο κανονισμός λειτουργίας της πολυόροφης οικοδομής στην οποία βρισκόταν το επίδικο κατάστημα, δεν απαγορεύει την ίδρυση λειτουργίας αυτού κλπ", πράγμα αναληθές και για το οποίο όλοι οι κατηγορούμενοι είχαν ενημερωθεί με έγγραφες αναφορές τριών άλλων συνιδιοκτητών, προ της κρίσιμης συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου, που έλαβε κατά πλειοψηφία την απόφαση χορήγησης της άδειας λειτουργίας, αλλά και προφορικά κατά τη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου από το μέλος αυτού Δικηγόρο Α. Ο., ότι στην εν λόγω πολυκατοικία δεν είχε συνταχθεί κανονισμός και έπρεπε, σύμφωνα με την προαναφερθείσα Υγειονομική Διάταξη ΑΙΒ/8577/8-9-1983, άρθρο 15 παρ.7 β, να υποβληθεί από τον Γ. Τ. ως δικαιολογητικό υπεύθυνη δήλωση, όχι αυτού μόνον, αλλά της πλειοψηφίας των ιδιοκτητών των στεγαζομένων στο ίδιο κτίριο κατοικιών ότι ο κανονισμός δεν απαγορεύει τη χρήση του χώρου αυτού για τη λειτουργία του υπό ίδρυση καταστήματος, ήτοι δεν ήταν υποχρεωμένοι να δεχθούν στο Δημοτικό Συμβούλιο την ανωτέρω ψευδή κατά περιεχόμενο υπεύθυνη δήλωση και να αποφασίσουν τη χορήγηση της αιτούμενης άδειας και εκδώσουν τη σχετική άδεια και θα 'πρεπε να απορρίψουν την αίτηση και να μη χορηγήσουν την σχετική άδεια λειτουργίας, η οποία μάλιστα και ακυρώθηκε μετά από προσφυγή του πολιτικώς ενάγοντος από την αρμόδια Επιτροπή της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος. Ήτοι, σύμφωνα με την παραπάνω Υγειονομική Διάταξη, θα 'πρεπε να απορριφθεί από τους κατηγορουμένους μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου η αίτηση του Γ. Τ. ή να αναβληθεί η λήψη απόφασης, για να προσκομίσει άλλο νόμιμο δικαιολογητικό σύμφωνα με την Υ.Δ. ΑΙΒ/8577/8-9-1983, δ) αναφέρονται στο αιτιολογικό επαρκώς ο τρόπος και τα μέσα που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος Γ. Τ., που καταδικάστηκε για ηθική αυτουργία στην άνω παράβαση καθήκοντος των λοιπών οργάνων του Δήμου Αιγείρας, και δη ότι με συνεχείς αυτοπρόσωπες παραστάσεις του στο Δήμο Αιγείρας και με διαρκείς προτροπές, παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα έπεισε τους συγκατηγορουμένους του να παραβούν τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα και να εγκρίνουν την χορήγηση αδείας λειτουργίας καταστήματος σε αυτόν, καίτοι δεν είχε προσκομίσει όλα τα απαιτούμενα νόμιμα δικαιολογητικά, και δεν ήταν απαραίτητο να γίνει περαιτέρω εξειδίκευση των ανωτέρω τρόπων και μέσων που χρησιμοποίησε ο ηθικός αυτουργός, δ) με την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αίτηση του πολιτικώς ενάγοντος Σ. Σ. είναι νόμιμη και πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη, για ποσόν 30 ευρώ σε βάρος καθενός κατηγορουμένου, ποσό ανάλογο με την ηθική βλάβη που του προκάλεσε η πράξη των κατηγορουμένων, ποσό που επιδίκασε με το διατακτικό, ενώ το αίτημα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως, "ότι ζητεί χρηματική ικανοποίηση ποσού 30 ευρώ από καθένα κατηγορούμενο, λόγω ηθικής βλάβης που του προκάλεσαν οι κρινόμενες πράξεις", είναι ορισμένο και νόμιμο, ο δε πολιτικώς ενάγων είχε δικαίωμα να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση διαιρετά από κάθε κατηγορούμενο, ορθά ερμηνεύθηκαν και εφαρμόστηκαν από το δικαστήριο οι διατάξεις του νόμου περί πολιτικής αγωγής (άρθρα 63, 65, 68 ΚΠΔ, 932 ΑΚ) και δεν υπάρχει καμία ασάφεια ως προς ποίες πράξεις αφορά η πολιτική αγωγή, όπως αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, αφού η πράξη είναι μία της παράβασης καθήκοντος και ηθική αυτουργία στην παράβαση αυτή. Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, υπό την επίφαση της ελλείψεως πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Ο προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος της παραβιάσεως του δεδικασµένου, που, κατά τον αναιρεσείοντα, υφίσταται από την αναγνωσθείσα πολιτική απόφαση 201/2011 του Εφετείου Πατρών, και µε την οποία απορρίφθηκε η έφεση του πολιτικώς ενάγοντος, κατά της υπ' αρ.126/2009 απόφασης του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, µε την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του Γ.Τ. και τα δικαστήρια αναγνώρισαν, ότι η χρήση του επιδίκου καταστήματος είναι σύμφωνη με τον προορισμό του και υποχρέωσαν τους συνιδιοκτήτες να συναινέσουν στη λειτουργία επιχείρησης καταστήματος καφεμπάρ, είναι απορριπτέος ως αβάσιµος, αφού το δεδικασµένο των αποφάσεων των πολιτικών δικαστηρίων δεν είναι, κατ' άρθρο 57 ΚΠΔ, δεσµευτικό για τα ποινικά δικαστήρια, ενώ η μη αναφορά του αιτιολογικού ειδικά στα έγγραφα αυτά, τις δύο δικαστικές αποφάσεις, δε σημαίνει ότι το δικαστήριο τα αγνόησε, αφού στο αιτιολογικό αναφέρεται, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, άρα και οι αποφάσεις αυτές.
Συνεπώς και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και ΣΤ' τρίτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) ως και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 17/1-6-2012 αίτηση των Θ. Ν. του Α., Χ. Λ. του Κ., Ι. Π. του Π., Π. Σ. του Δ., Γ. Κ. του Π. , Ν. Ν. του Κ. και Γ. Τ. του Π., περί αναιρέσεως της 2495, 2496/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ τον καθένα, και όλους ομού στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση καθήκοντος Δημοτικού Συμβουλίου. Ηθική Αυτουργία. 1. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. 2. Το δεδικασμένο αποφάσεων των πολιτικών δικαστηρίων δεν είναι, κατ' άρθρο 57 ΚΠΔ, δεσμευτικό για τα ποινικά δικαστήρια.
|
Παράβαση καθήκοντος
|
Παράβαση καθήκοντος.
| 1
|
Αριθμός 294/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Β. του Σ., κατοίκου ..., 2) Μ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 3) Β. Δ. του Α., κατοίκου ..., 4) Γ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 5) Μ. Ξ. του Δ., κατοίκου ..., 6) Α. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 7) Σ. Π. του Χ., κατοίκου ..., 8) Δ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 9) Ε. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 10) Σ. Π. του Σ., κατοίκου ..., 11) Ζ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 12) Β. Μ. του Β., κατοίκου ..., 13) Λ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 14) Σ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 15) Π. Τ. του Δ., κατοίκου ... και 16) Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Καραγεώργο, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-11-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1066/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1367/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-3-2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσίβλητο όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 10-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 94 § 1, 96 §§ 1 και 2 (όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 7 § 2 ν. 3994/2011) και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι (α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο (β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρχή ή από δικηγόρο, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει (γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως (δ) εάν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται με δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας αυτού, η οποία απαιτείται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την οποία αυτεπάγγελτα ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικά απών. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου δεν εμφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει, αν ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα ή επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετέχει νομίμως στη συζήτηση, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο δικηγόρος που υπογράφει την κλήση για συζήτηση ήταν εφοδιασμένος με πληρεξουσιότητα και σε καταφατική περίπτωση η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη, με χρονολογία 10-7-2012, παραγγελία του δικηγόρου Αθηνών Χρήστου Ηλιόπουλου, υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης και την κλήση προς συζήτηση αυτής, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, τις ..., .../24-7-2012 εκθέσεις επίδοσης και τη, με χρονολογία 24-7-2012, πάνω σε αντίγραφο της αίτησης, επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., η συζήτηση της αναίρεσης επισπεύδεται από τον παραπάνω δικηγόρο, ως πληρεξούσιο όλων των αναιρεσειόντων. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, που έγινε στη δικάσιμο της 22-1-2013, δεν εμφανίστηκαν οι αναιρεσείοντες, ούτε εκπροσωπήθηκαν δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ενώ παραστάθηκε το αναιρεσίβλητο. Από τα με χρονολογία 9-4-2012 (15) και 5-10-2012 (1) ιδιωτικά συμφωνητικά διορισμού πληρεξούσιου δικηγόρου, που φέρουν την υπογραφή των αναιρεσειόντων, η οποία βεβαιώνεται από δημόσια και δημοτική αρχή, προκύπτει η χορήγηση από αυτούς πληρεξουσιότητας προς τον παραπάνω δικηγόρο που υπέγραψε την κλήση, για την επίσπευση της συζήτησης της αναίρεσης. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία των, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 90 § 3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου, "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από του τέλους του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ορίζεται δε ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης. Η διάταξη αυτή είναι ειδική, σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω Ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη, ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, όπως η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3, η οποία, ως εκ τούτου, κατισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 91 εδ. α' του αυτού Ν. 2362/1995 (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006). Η θεσπιζόμενη με τις ως άνω διατάξεις βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από εκείνον των παρομοίων αξιώσεων του άρθρου 250 αριθμ. 6 και 17 ΑΚ, είναι συνταγματικά θεμιτή και δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού η ως άνω διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των ως άνω αξιώσεων και των σχετικών υποχρεώσεων του Δημοσίου (ΑΕΔ 1/2012), ούτε και στη διάταξη του άρθρου 20 § 1 του Συντάγματος (για το δικαίωμα ακρόασης από τα δικαστήρια). Εξάλλου, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υπόχρεων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 § 1 α' της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής) και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά τη ισχύ τους (Ολ.ΑΠ 38/2005, 22/2005, 31/2007, ΑΕΔ 9/2009). Τέλος, η ανωτέρω διετής παραγραφή δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 2 § 3 α' (περί πρόσφορης προσφυγής του ατόμου επί παραβιάσεως των δικαιωμάτων του), 5 § 1 (περί καταργήσεως δικαιωμάτων προσώπου ή περιορισμών τους), 22 παρ. 1, 26 (περί της ισότητας των προσώπων ενώπιον του νόμου και απαγόρευσης διακρίσεων), 14 § 1 (περί δικαιώματος του προσώπου για δίκαιη δίκη) του με το Ν. 2462/1997 κυρωθέντος και υπερνοµοθετικής ισχύος, κατά το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, έχοντος Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από το εναγόµενο και συγκεκριµένα από το Αυτοτελές Τµήµα του Ποινικού Μητρώου της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, µε συµβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, κατηγορία ΔΕ Διοικητικού Λογιστικού, κατά τα χρονικά διαστήµατα που αναφέρονται στην αγωγή, υπαγόµενοι µισθολογικά στις διατάξεις των ν. 2470/1997 και 3205/2003. Ότι, κατά τα χρονικά διαστήµατα απασχόλησής τους, δυνάµει των ως άνω συµβάσεων εργασίας ορισµένου χρόνου, δεν τους καταβλήθηκε η πρόσθετη µηνιαία µισθολογική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ανερχόμενη για το χρονικό διάστηµα από 1.1.2002 έως 30.6.2002 στο ποσό των 88 ευρώ και για το χρονικό διάστηµα από 1.7.2002 έως 30.11.2006 στο ποσό των 176 ευρώ µηνιαίως, την οποία δικαιούνταν κατ' εφαρµογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Ωστόσο, ενόψει του ότι οι ένδικες αξιώσεις υπόκεινται σε διετή παραγραφή, που αρχίζει από τη γένεση εκάστης, η οποία μπορεί να διακοπεί με την υποβολή σχετικής αίτησης στην αρμόδια δημόσια αρχή και δεδομένου ότι οι εκ των εναγόντων εκκαλούντες δεν αποδεικνύουν την υποβολή των σχετικών αιτήσεων προς το εναγόμενο, δεν έχει επέλθει διακοπή της παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεών τους έναντι του εναγομένου, καθώς ζητούν μεν την καταβολή της επίδικης παροχής για το χρονικό διάστημα από 20.5.2003 έως 4.10.2004, όμως η από 13.11.2006 αγωγή τους επιδόθηκε στο ΝΣΚ την 22.11.2006, ήτοι μετά την παρέλευση της διετίας από τη γένεσή τους. Κατά συνέπεια, οι ένδικες αξιώσεις των έχουν παραγραφεί, κατ' αποδοχή τόσο της προβληθείσας στο κατ' έφεση Δικαστήριο, εκ μέρους του εναγομένου, σχετικής ένστασης όσο και κατά τον αυτεπάγγελτο έλεγχο του Δικαστηρίου (άρθρο 96 τελ. εδάφιο του ν.δ. 321/1969, όπως ισχύει μετά το ν. 2362/1995). Με τις παραδοχές αυτές, αφού αντικατέστησε τις αιτιολογίες της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή, απέρριψε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων. Έτσι, όπως έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522 και 535 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, όταν η αγωγή στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις και απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στο σύνολό της, ασκηθεί δε έφεση από τον ενάγοντα, παραπονούμενο ειδικά μόνο για την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν απορρίπτει την αγωγή κατά την κύρια βάση της, δεν υποχρεούται να ερευνήσει, χωρίς ειδικό παράπονο, τις υπόλοιπες επικουρικές βάσεις της, που είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως και είχαν απορριφθεί, αφού στην περίπτωση αυτή, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση του ενάγοντος και δεν εκτείνεται και στις εξετασθείσες και απορριφθείσες πρωτοδίκως βάσεις, και τούτο διότι δικάζεται πλέον η έφεση, και όχι η αγωγή. Έτσι, αν οι επικουρικές αυτές βάσεις ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στερείται εξουσίας για αυτεπάγγελτη έρευνά τους, διότι στην περίπτωση αυτή απαιτείται υποβολή αυτοτελούς λόγου έφεσης ή αντέφεσης από τον ενάγοντα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι αναιρεσείοντες με την προρρηθείσα αγωγή τους ζήτησαν την επιδίκαση των παραπάνω ποσών επικαλούμενοι, επικουρικά, την παράνομη παράλειψη των οργάνων του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου να χορηγήσει αυτά. Η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της, με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την κρινόμενη έφεση. Από την επισκόπηση του περιεχομένου της προκύπτει ότι δεν διαλαμβάνεται σ' αυτήν λόγος έφεσης, ως προς την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής, ούτε εξάλλου στην αίτηση αναίρεσης γίνεται επίκληση τέτοιου λόγου. Επομένως, δεν μεταβιβάστηκε η υπόθεση, ως προς τη βάση αυτή, στο εφετείο και δεν υπήρχε υποχρέωσή του αλλά και δυνατότητα, να ερευνήσει τη βασιμότητά της.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι, με την παραδοχή της απόφασης, "για την καταβολή δεν απαιτείται να εκδοθεί πράξη των οργάνων του και επομένως, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ και κατ' επέκταση η πενταετής παραγραφή των θεμελιουμένων σε αυτές αξιώσεων" με την οποία απορρίφθηκε η βάση αυτή της αγωγής, το εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στα περιοριζόμενα, κατά το μέτρο του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 26-3-2012, αίτηση των αναιρεσειόντων, για την αναίρεση της 1367/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, κατ’ αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, είναι διετής, ορίζεται δε ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης. Αν οι επικουρικές βάσεις της αγωγής ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στερείται εξουσίας για αυτεπάγγελτη έρευνά τους διότι απαιτείται υποβολή αυτοτελούς λόγου έφεσης ή αντέφεσης.
|
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας
|
Παραγραφή αξιώσεων, Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
| 0
|
Αριθμός 291/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Γ του Θ. και 2) Σ. Κ του Σ, κατοίκων …, οι οποίες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 342/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-10-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 10-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επίδοσης, με αρ. .../4-7-2012 και …/6-7-2012, του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σερρών Θ.Τ, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, (22-1-2013), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στις αναιρεσίβλητες. Επομένως, εφ' όσον αυτές δεν εμφανίσθηκαν, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτήν, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση. Αν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διάταξης, που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία. Αυτό δε δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (ΑΠ (ΟΛ) 28/1992, ΑΠ 60/2002). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2738/99, η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς, βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους... Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 Ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" και ειδικότερα, εκδόθηκαν, εκτός άλλων, και οι αναφερόμενες λεπτομερώς στην προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αναίρεση απόφαση κοινές υπουργικές αποφάσεις. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η μισθολογική αυτή παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους ως άνω μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/97, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, Ο.Τ.Α. και λοιπά ΝΠΔΔ. Όλες οι προαναφερθείσες Κ.Υ.Α. έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των άρθρων 14 του Ν. 3016/2002 και 1 του Ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1-1-2002 και σε 176 Ευρώ από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών, ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και ότι συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ως δικαιούμενους της παροχής όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί τη χορήγησή της ειδικά στους εν λόγω υπαλλήλους. Ενώ δηλαδή η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές. Έτσι, με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου ευρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, το μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, Ο.Τ.Α. και Ν.Π.Δ.Δ., που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Εξάλλου, με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου, από της ενάρξεως δε ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004) οι ανωτέρω Κ.Υ.Α. καταργούνται (βλ. και άρθρ. 28 παρ. 4 του ίδιου νόμου). Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αδιακρίτως του φορέα, της φύσεως, του είδους και των συνθηκών εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτήν προσαύξηση του μισθού. Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την εν λόγω παροχή, την οποία μόνο από 1-1-2004 και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης. Να σημειωθεί ότι, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3336/2005, η παραπάνω παροχή χορηγήθηκε ως προσωπική διαφορά και σε όσους διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1.1.2004 σε υπηρεσίες στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνταν, ήδη, η παροχή αυτή ως προσωπική διαφορά. Τέλος, με το άρθρο 24 του Ν. 1884/90, κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου η 2024387/2870/ 0022/5.4.90 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών "κατάθεση παρακρατούμενου ποσού για την κάλυψη συναφών δαπανών του Δημοσίου σε ειδικό λογαριασμό στην Τράπεζα της Ελλάδος", στην οποία ορίζεται, ότι "έχοντας υπόψη τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, βάσει των οποίων παρακρατείται κατά περίπτωση ποσό λόγω της βεβαίωσης και της είσπραξης των υπέρ τρίτων εσόδων για την κάλυψη των συναφών δαπανών του Δημοσίου, την οικονομική κατάσταση του Ταμείου Αρωγής και Υγείας Οικονομικών Υπαλλήλων, την ύπαρξη σημαντικού αριθμού εκκρεμών οικονομικών υποθέσεων, που έχουν σχέση με τον έλεγχο και την είσπραξη των δημοσίων εσόδων, την εκκαθάριση και πληρωμή δημοσίων δαπανών, την απονομή των συντάξεων... την άμεση ανάγκη είσπραξης των εσόδων του Δημοσίου που διαφεύγουν, λόγω αδυναμίας ελέγχου των φορολογικών υποθέσεων, γεγονός που οφείλεται αφενός στην έλλειψη προσωπικού, αφετέρου δε στο μεγάλο όγκο των εκκρεμών υποθέσεων, την άμεση και επιτακτική ανάγκη μηχανοργάνωσης των Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών για την πάταξη της φοροδιαφυγής και την πληρωμή των δαπανών του Δημοσίου... αποφασίζουμε, το βάσει της κείμενης νομοθεσίας παρακρατούμενο κατά περίπτωση ποσό λόγω της βεβαίωσης και είσπραξης των υπέρ τρίτων εσόδων για την κάλυψη των συναφών δαπανών του Δημοσίου, κατατίθεται σε ειδικό λογαριασμό που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος, με την ονομασία "δικαιώματα βεβαίωσης και είσπραξη εσόδων υπέρ τρίτων". Τα έσοδα του λογαριασμού αυτού διατίθενται, με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, για την ενίσχυση του Ταμείου Αρωγής και Υγείας Οικονομικών Υπαλλήλων (ΤΑΥΟΥ) και για την παροχή κινήτρων, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων, στους υπαλλήλους (μονίμους και εκτάκτους) του Υπουργείου Οικονομικών (πλην αυτών που λαμβάνουν ΔΕΤΕ - ΔΕΚΕ) και των εποπτευόμενων από αυτό ΝΠΔΔ, στους δικαστικούς υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και στους υπαλλήλους άλλων Υπουργείων ή ΝΠΔΔ, που καθ' οιονδήποτε τρόπο υπηρετούν, με πλήρες ωράριο, στις παραπάνω υπηρεσίες... με ίδιες αποφάσεις καθορίζεται επίσης και κάθε λεπτομέρεια σχετικά με τη διαχείριση και τη διάθεση του ποσού αυτού ανάλογα με τις ανάγκες, το φόρτο εργασίας και τις ιδιορρυθμίες της κάθε υπηρεσίας...". Σε εκτέλεση της παραπάνω διάταξης (άρθ. 24 Ν. 1882/90) εκδόθηκε η 2065240/ 6951/0022/19.10.90 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών "ενίσχυση του ΤΑΥΟΥ και παροχή κινήτρων", με την οποία ορίζονται τα εξής: "έχοντας υπόψη... την ύπαρξη σημαντικού αριθμού εκκρεμών οικονομικών υποθέσεων, που έχουν σχέση με τον έλεγχο και την είσπραξη των δημοσίων εσόδων, την εκκαθάριση και πληρωμή των δημοσίων δαπανών, την πληρωμή των συντάξεων... οι οποίες πρέπει να τακτοποιηθούν, την άμεση ανάγκη είσπραξης των εσόδων του Δημοσίου που διαφεύγουν, λόγω αδυναμίας εγκαίρου ελέγχου των φορολογικών υποθέσεων, την άμεση και επιτακτική ανάγκη μηχανοργάνωσης των υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών για την πάταξη της φοροδιαφυγής και την πληρωμή των δαπανών του Δημοσίου, την ανάγκη αύξησης της παραγωγικότητας του Υπουργείου Οικονομικών, ώστε οι υπηρεσίες αυτές να ανταποκρίνονται πλήρως στο ρόλο που καλούνται να διαδραματίσουν στο σύγχρονο κράτος, αλλά και στις απαιτήσεις του κοινωνικού συνόλου για την πάταξη της φοροδιαφυγής και ταχεία πληρωμή των υποχρεώσεων του Δημοσίου... αποφασίζουμε... για την επίτευξη των σκοπών που αναφέρονται παραπάνω... καταβάλλεται.... ειδική υπερωριακή αποζημίωση στους υπαλλήλους (μονίμους και εκτάκτους) του Υπουργείου Οικονομικών (πλην αυτών που λαμβάνουν ΔΕΤΕ -ΔΕΚΕ), στους δικαστικούς υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και στους υπαλλήλους των ΝΠΔΔ που εποπτεύονται από το Υπουργείο Οικονομικών και του ΤΑΥΟΥ... Η αποζημίωση αυτή καταβάλλεται επίσης στους υπαλλήλους άλλων Υπουργείων ή ΝΠΔΔ που καθ' οιονδήποτε τρόπο υπηρετούν, κατά πλήρες ωράριο, στις παραπάνω υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των υπηρεσιών του προηγούμενου εδαφίου που είναι αποσπασμένοι σε άλλες υπηρεσίες ή σε πολιτικά γραφεία μελών της Κυβέρνησης και Υφυπουργών ή σε γραφεία Γενικών Γραμματέων και Βουλευτών, εφόσον παρέχουν πρόσθετη εργασία στις υπηρεσίες στις οποίες ανήκουν οργανικά. Η δαπάνη για την ειδική αυτή υπερωριακή αποζημίωση θα βαρύνει τον ανωτέρω λογαριασμό "δικαιώματα βεβαίωσης και είσπραξης εσόδων υπέρ τρίτων" και σε καμία περίπτωση τον κρατικό προϋπολογισμό. Απαραίτητη προϋπόθεση για την καταβολή της αποζημίωσης είναι η παροχή πρόσθετης εργασίας. Η πρόσθετη αυτή εργασία θα ανατίθεται στους υπαλλήλους κάθε οργανικής μονάδας από τον προϊστάμενο αυτής, κατά την κρίση του, ο οποίος έχει και την ευθύνη για την ταχύτερη περαίωση των εκκρεμοτήτων και την αύξηση της παραγωγικότητας της υπηρεσίας της οποίας προΐσταται... εκτός ωραρίου εργασίας η παροχή της πρόσθετης εργασίας θα πιστοποιείται με πράξη του προϊσταμένου της οργανικής μονάδας πάνω στην κατάσταση πληρωμής στην οποία θα συμπράττουν και οι προϊστάμενοι των υποκειμένων οργανικών μονάδων, οι οποίοι έχουν επίσης την ευθύνη, κατά το λόγο της αρμοδιότητας τους... για την παροχή της πρόσθετης εργασίας η αποζημίωση θα παρέχεται για πρόσθετη απασχόληση μέχρι είκοσι δύο ώρες το μήνα... η πληρωμή της αποζημίωσης θα γίνεται με μισθοδοτικές καταστάσεις τις οποίες θα συντάσσει το ΚΕΠΥΟ για όλους τους υπαλλήλους... προς το σκοπό αυτό οι προϊστάμενοι - εκκαθαριστές αποδοχών οφείλουν αμέσως και εντός του πρώτου πενθημέρου μετά τη λήξη κάθε διμήνου παροχής πρόσθετης εργασίας να στέλνουν στο ΚΕΠΥΟ όλες τις μεταβολές που επηρεάζουν, θετικά ή αρνητικά, την καταβολή της αποζημίωσης (αύξηση βασικού μισθού ή χρονοεπιδόματος, μειωμένη παροχή εργασίας, μη παροχή εργασίας κ.λπ.)...". Αργότερα, η παραπάνω αποζημίωση χορηγήθηκε, υπό παρόμοιες προϋποθέσεις, και σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου και Ν.Π.Δ.Δ., όπως τους διοικητικούς και υγειονομικούς υπαλλήλους όλων των λοιπών ασφαλιστικών οργανισμών (άρθρ. 10 παρ. 1 του Ν. 2335/1995), στους υπαλλήλους του ΥΠΕΧΩΔΕ (άρθρ. 24 του Ν. 2300/1995), του Υπουργείου Γεωργίας (άρθρ. 11 του Ν. 2332/1995), του Υπουργείου Εμπορίου (άρθρ. 29 του Ν. 2339/1995), κ.ά. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει σαφώς, ότι για την παροχή του οικονομικού κινήτρου (ειδική υπερωριακή αποζημίωση) στους υπαλλήλους του Υπουργείου Οικονομικών κ.λπ., έχουν ληφθεί υπόψη οι ειδικές συνθήκες που επικρατούσαν στον τομέα της αρμοδιότητας των σχετικών υπηρεσιών και συγκεκριμένα ο μεγάλος όγκος εκκρεμών υποθέσεων, σχετικών με τη βεβαίωση και την είσπραξη ανείσπρακτων φόρων και λοιπών εσόδων του Δημοσίου, καθώς και με την πληρωμή δημόσιων δαπανών ή την προώθηση εκκρεμών υποθέσεων κ.λπ.
Συνεπώς, η παροχή αυτή δεν παρεμποδίζει τη γέννηση της ένδικης αξίωσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002, καθώς είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας, τυγχάνει δε απολύτως και καταφανώς ετεροειδής ως προς την επίδικη, η οποία αποτελεί γενική μισθολογική παροχή και για το λόγο αυτό είναι ανεπίδεκτες αλληλοκαλύψεως και συμψηφισμού κατά την ειδική έννοια του άρθρου 14 του ν. 3016/2002. Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή τους, οι ενάγουσες ισχυρίσθηκαν, ότι είναι υπάλληλοι της Α' Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Σερρών και ότι εργάζονται, ως καθαρίστριες, συνδεόμενες με το εναγόμενο με υπαλληλική σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ότι, ενώ κατ' εφαρμογή της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 14 παρ. 2 ν. 3016/2002 εκδόθηκε πληθώρα κοινών υπουργικών αποφάσεων επεκτείνοντας τη χορήγηση της προβλεπόμενης απ' αυτήν παροχής των 176 ευρώ αδιακρίτως σε υπαλλήλους του Δημοσίου και ΝΠΔΔ, κατ' εξαίρεση δεν χορηγήθηκε αυτή στις ίδιες, διάκριση αδικαιολόγητη και μη συμβατή με τη συνταγματική αρχή της ισότητας, και καθώς πληρούν την αποκλειστική προϋπόθεση απόληψής της, ήτοι την υπαγωγή στο ενιαίο μισθολόγιο, όπως αυτό έχει καθορισθεί από το Ν. 2470/1997, ζήτησαν δε να καταδικαστεί το εναγόμενο να καταβάλει στην καθεμία απ' αυτές το συνολικό ποσό των 6.688 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται, για τα αναφερόμενα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα, η πιο πάνω μηνιαία μισθολογική παροχή των 176 ευρώ. Επί της αγωγής, εκδόθηκε η 342/2008 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Σερρών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατ' αυτής άσκησαν εφέσεις οι διάδικοι και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα παρακάτω: Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη με το να επιδικάσει την ειδική μηνιαία παροχή των 176 ευρώ στις ενάγουσες, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 14 Ν. 3016/2002. Ο λόγος αυτός τυγχάνει απορριπτέος, ως νόμω αβάσιμος, καθόσον η παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 χορηγήθηκε, με πληθώρα υπουργικών αποφάσεων, σε σύντομο χρονικό διάστημα (κυρίως εντός του έτους 2002), σε ευρείες και ετερόκλιτες κατηγορίες μισθωτών του δημοσίου, των N.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. που υπάγονται στο μισθολογικό καθεστώς του ν. 2470/1997 αλλά και στο νυν ισχύον, αδιακρίτως του φορέα της φύσεως, του είδους και των συνθηκών εργασίας τους. Ενόψει δε τούτου καθίσταται σαφές ότι η με γενικότητα χορήγηση της εν λόγω παροχής σε ευρύτατο κύκλο απασχολουμένων στο Δημόσιο, και σε Ν.Π.Δ.Δ. και ανεξάρτητα από την οργανική ή υπηρεσιακή τους κατάσταση, αποτελεί στην πραγματικότητα μια γενική αύξηση που αποβλέπει στη βελτίωση της μισθολογικής κατάστασης των υπαλλήλων αυτών. Εφόσον δε εξέλιπε τελικώς, ο αρχικός δικαιολογητικός λόγος χορήγησής της (ενίσχυση χαμηλόμισθων υπαλλήλων) και η καταβολή της μετατράπηκε σε γενικό κανόνα, που προσαυξάνει τον καταβαλλόμενο μισθό, η κατ' εξαίρεση μη χορήγηση της μισθολογικής αυτής παροχής σε ορισμένες μόνο κατηγορίες υπαλλήλων, και ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορηγήσεώς της (υπαγωγή τους στις διατάξεις του ν. 2470/1997 και του επακολουθήσαντος νόμου 3205/2003), οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 Συντάγματος). Προς αποκατάσταση δε της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει η παροχή αυτή, να καταβληθεί και στις ενάγουσες οι οποίες είναι υπάλληλοι της Α' Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Σερρών και εργάζονται ως καθαρίστριες, συνδεόμενες με το εναγόμενο με υπαλληλική σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και συνεπώς υπάγονται στο μισθολογικό καθεστώς του νόμου 2470/1997 (τούτο δε αποτελεί και τη μοναδική προϋπόθεση για τη χορήγηση της επίδικης παροχής), ενόψει του ότι παρά το γεγονός ότι με το άρθρο 28 παρ. 4 του νόμου 3205/2003 καταργήθηκε το άρθρο 14 του νόμου 3016/2002, εντούτοις το άρθρο 24 παρ. 2 αυτού, διατήρησε την επίδικη παροχή ως προσωπική διαφορά, κατά τρόπο, ώστε να μην μειωθεί το εισόδημα των μισθωτών, που την λάμβαναν μέχρι την 31-12-2002. Με το δεύτερο λόγο της έφεσής του το εναγόμενο παραπονείται ότι η εκκαλουμένη παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις (του άρθρου 14 του νόμου 3016/2002), καθώς επιδίκασε το επίδομα των 176 ευρώ, στις εφεσίβλητες, χωρίς να συμψηφίσει σε αυτό, τα ποσά που ελάμβαναν κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα και εξακολουθούν να λαμβάνουν πέραν των μισθολογικών παροχών του ν. 2470/1997 και ν. 3205/2003, προερχόμενα από τον ειδικό λογαριασμό με την ονομασία "ΔΙ.B.E.E.T." (Δικαιώματα βεβαίωσης και είσπραξης εσόδων υπέρ τρίτων) ως αμοιβή για παρεχόμενη υπερωριακή εργασία και τα οποία υπερβαίνουν κατά πολύ το ποσό των 176 ευρώ. Όμως, για την επικαλούμενη αυτή παροχή του οικονομικού κινήτρου (ειδική υπερωριακή αποζημίωση) στους υπαλλήλους του Υπουργείου Οικονομικών έχουν ληφθεί υπόψη οι ειδικές συνθήκες που επικρατούσαν στον τομέα της αρμοδιότητας του Υπουργείου και συγκεκριμένα ο μεγάλος όγκος εκκρεμών υποθέσεων, σχετικών με τη βεβαίωση και την είσπραξη ανείσπρακτων φόρων και λοιπών εσόδων του Δημοσίου καθώς και με την πληρωμή δημόσιων δαπανών ή την προώθηση εκκρεμών αιτήσεων για απονομή συντάξεων και ως εκ τούτου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας των υπαλλήλων αυτών και τυγχάνουν απολύτως και καταφανώς ετεροειδείς με την επίδικη, η οποία αποτελεί γενική προσαύξηση μισθού που απονέμεται συλλήβδην σε όλους του υπαλλήλους χωρίς διάκριση χαμηλόμισθων και μη και συνεπώς είναι ανεπίδεκτες αλληλοκαλύψεως και συμψηφισμού, κατά την ειδική έννοια του άρθρου 14 Ν. 3016/2002. Με αυτές τις παραδοχές το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε ως αβάσιμους τους πρώτο και δεύτερο λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου Σερρών, με τους οποίους αυτό παραπονούνταν για το ότι εσφαλμένως κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι: 1) οι αναιρεσίβλητες, με την ως άνω ιδιότητά τους δικαιούνταν την προαναφερόμενη ειδική παροχή, και 2) η παραπάνω οικονομική παροχή (ειδική υπερωριακή αποζημίωση), δεν ήταν συμψηφιστέα με την επίδικη των 176 ευρώ. Ακολούθως επικύρωσε την εν λόγω απόφαση, κατά το μέρος αυτό, με το οποίο είχαν επιδικαστεί υπέρ των ήδη αναιρεσιβλήτων, τα στην απόφαση αυτήν ειδικότερα αναφερόμενα, χρηματικά ποσά. Κρίνοντας, έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 2470/1997, 1 παρ. 1 του ν. 3205/2003, 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002, 2 παρ. 3 του ν. 3336/2005 και 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1, 8 του Συντάγματος. Επομένως οι, περί του αντιθέτου, ενιαίως κρινόμενοι, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, (αληθώς) από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται, αφού οι αναιρεσίβλητες δεν παραστάθηκαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 18-10-2011, αίτηση του αναιρεσείοντος, για την αναίρεση της 22/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οι αναιρεσίβλητες δικαιούνται την ειδική παροχή των 176 ευρώ, ανεξάρτητα από το δικαίωμα τους στην απόληψη ειδικών επιδομάτων και λοιπών αμοιβών, όπως η παροχή του οικονομικού κινήτρου (ειδική υπερωριακή αποζημίωση) στους υπαλλήλους του Υπουργείου Οικονομικών η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας των.
|
Αρχή ισότητας
|
Αρχή ισότητας.
| 2
|
Αριθμός 284/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Σ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κατσιάβο, για αναίρεση της υπ'αριθ.1726/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαρτίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1029/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η δε χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, με τη μορφή της νοθεύσεως εγγράφου, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η νόθευση εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιάς του με μεταβολή του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη, εξάλειψη ή αντικατάσταση λέξεων, αριθμών ή σημείων του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες είναι δυνατόν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτον, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Το έγγραφο στη διάταξη αυτή αναφέρεται με την έννοια που προσδιορίζει το άρθρο 13 περ. γ' ΠΚ, κατά το οποίο έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, ως τέτοιο δε γεγονός νοείται εκείνο, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, νόθευση εγγράφου συνιστά και η μεταβολή από τον υπαίτιο των στοιχείων επιταγής, εν αγνοία και παρά τη θέληση του δικαιούχου της, χρήση δε αποτελεί η κατά οποιονδήποτε τρόπο χρησιμοποίηση του νοθευμένου εγγράφου, αμέσως ή εμμέσως, δι' άλλου προσώπου τελούντος σε καλή πίστη, και ιδίως, αν πρόκειται για νοθευμένη επιταγή, η εμφάνισή προς πληρωμή της στην πληρώτρια Τράπεζα. Περαιτέρω, για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος πρέπει να αναφέρονται σ' αυτό τα προβλεπόμενα στο άρθρ. 321§1 του ΚΠοινΔ στοιχεία, ήτοι το ονοματεπώνυμο και, αν υπάρχει ανάγκη, και άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, ο ακριβής καθορισμός της πράξεως, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, το άρθρο του ποινικού νόμου που την προβλέπει και η σφραγίδα και υπογραφή του εισαγγελέα που το εξέδωσε. Αν η πράξη, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη, αποδίδεται σε δύο ή περισσότερους, οι οποίοι ενήργησαν από κοινού, στον καθένα κατηγορούμενο επιδίδεται ξεχωριστό κλητήριο θέσπισμα, το οποίο αναφέρει όλα τα ως άνω στοιχεία, μεταξύ των οποίων και το ονοματεπώνυμο εκείνου προς τον οποίο επιδίδεται, όχι, όμως, αναγκαίως και το ονοματεπώνυμο του συναυτουργού, καθόσον αυτό δεν ασκεί επιρροή στην ταυτότητα του εγκλήματος. Αν δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα τα στοιχεία αυτά, τότε το κλητήριο θέσπισμα και μαζί με αυτό η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321§4 του ΚΠοινΔ. Την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη (173§1 ΚΠοινΔ). Αν δεν προταθεί με λόγο εφέσεως, καλύπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και του (αρχικού) συγκατηγορουμένου του Δ. Η. ασκήθηκε ποινική δίωξη για πλαστογραφία (νόθευση εγγράφου) με χρήση από κοινού. Ως προς τον Δ. Η., με την πρωτόδικη υπ' αριθ. 77453/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η ποινική δίωξη θεωρήθηκε ως μη γενόμενη, γιατί το κλητήριο θέσπισμα εκδόθηκε μετά το θάνατό του. Έτσι, ως μόνος, πλέον, κατηγορούμενος απέμεινε ο αναιρεσείων, προς τον οποίο και επιδόθηκε νομότυπα το υπ' αριθ. ΔΟ5/2490/2.3.2010 κλητήριο θέσπισμα. Κατ' αυτό, η πράξη που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα συνίσταται στο ότι: "Στην Αθήνα στις 2.6.2005, με πρόθεση από κοινού νόθευσαν γνήσιο έγγραφο ... και στη συνέχεια έκαναν χρήση ... Ειδικότερα ... έχοντας στην κατοχή τους ... με κοινό δόλο νόθευσαν ... Περαιτέρω δε αυθημερόν χρησιμοποίησαν την νοθευμένη ...". Στο τέλος δε του κλητηρίου θεσπίσματος γίνεται μνεία των άρθρων 1, 13 γ, 14 παρ. 1, , 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 - 2, 45, 216 παρ. 1 εδ. α - β του ΠΚ, που προβλέπουν την ως άνω πράξη. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, στην πρωτοβάθμια δίκη, πρόβαλε, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, συνισταμένης στο ότι σ' αυτό χρησιμοποιείται συνεχώς πληθυντικός αριθμός, χωρίς να κατονομάζονται ο ή οι συγκατηγορούμενοί του, με τους οποίους έδρασε με κοινό δόλο, με αποτέλεσμα να μην είναι σαφής και πλήρης η κατηγορία που του αποδίδεται. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε την ένσταση αυτή. Στη συνέχεια, με λόγο εφέσεως, ο κατηγορούμενος επανέφερε την ένσταση αυτή στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, ομοίως, την απέρριψε ως μη νόμιμη.
Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είναι απαραίτητο στο κλητήριο θέσπισμα που επιδίδεται σε κάθε κατηγορούμενο για από κοινού τέλεση αξιόποινης πράξεως με τον άλλο, να προσδιορίζεται και το όνομα του συναυτουργού του, δεδομένου ότι η ύπαρξη ή όχι συναυτουργού και ποιου (ο οποίος, ακόμη και αν δεν έχει ασκηθεί κατ' αυτού ποινική δίωξη, μπορεί να προκύψει από τις αποδείξεις) δεν μεταβάλλει την ταυτότητα του εγκλήματος. Η δε μη τροπή, στο ένδικο κλητήριο θέσπισμα, του πληθυντικού αριθμού σε ενικό (αντί, δηλαδή, να αναγράφει ότι "από κοινού νόθευσαν", κ.λπ., να αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος, προς τον οποίο επιδόθηκε, "από κοινού με τον ... νόθευσε"), οφειλόμενη σε παραδρομή κατά την αντιγραφή του κατηγορητηρίου, δεν ασκεί επιρροή. Ορθώς, λοιπόν, με την αυτή αιτιολογία, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αυτή και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από την απόρριψη της ενστάσεως του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, πράγμα που συμβαίνει και στο έγκλημα της πλαστογραφίας, το οποίο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, είναι έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, αφού ο νόμος αξιώνει και σκοπό παραπλανήσεως. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1726/2012 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για πλαστογραφία (νόθευση εγγράφου) από κοινού με τον Δ. Η. με χρήση, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά...: Ο εκκαλών - κατηγορούμενος κατά τον παρακάτω τόπο και χρόνο ενεργώντας με πρόθεση από κοινού με τον Δ. Η. συγκατηγορούμενό του κατά την πρωτόδικη δίκη νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικώς με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα ενώ η εγκαλούσα εταιρεία είχε εκδώσει στις 31.5.2005 την ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς για ποσό 226,68 Ευρώ σε διαταγή της ομόρρυθμης εταιρείας ..., το ποσό αναγραφόταν στην εν λόγω επιταγή αριθμητικώς και ολογράφως, ο κατηγορούμενος στην κατοχή του οποίου περιήλθε η επιταγή αυτή, κατά τρόπο που δεν προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία, στην Αθήνα στις 2.6.2005 από κοινού με τον ανωτέρω Δ. Η. νόθευσε αυτή αλλοιώνοντας τον αριθμό του ποσού και συγκεκριμένα ανέγραψε τον αριθμό 8 μπροστά από τον αριθμό 226,68 καθώς και τη λέξη οκτώ μπροστά από το αναγραφόμενο ολογράφως ποσό. Έπραξε δε αυτό με σκοπό να παραπλανήσει κάθε τρίτο και ιδίως την πληρώτρια Τράπεζα, περί του ότι δήθεν η ως άνω εκδότρια εταιρεία εξέδωσε την επιταγή αυτή με το ποσό των 8.226,68 Ευρώ. Μάλιστα δε την επιταγή αυτή που ο ίδιος είχε νοθεύσει εμφάνισε στον αρμόδιο υπάλληλο στην πληρώτρια Τράπεζα στις 2.6.2005. Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος συνεργαζόταν με την εταιρεία VIATEL, ότι η τελευταία στο πλαίσιο της μεταξύ τους εργασιακής σχέσεως του όφειλε 9.650 Ευρώ, ότι εις εξόφληση της οφειλής της εν λόγω εταιρείας κατόπιν συνεννοήσεως του εκπροσώπου της με τον Α. Α. έλαβε ο κατ/νος την ... επιταγή ποσού 9650 Ευρώ της Τράπεζας ASPIS BANK εκδόσεως του τελευταίου, ότι επειδή η επιταγή αυτή δεν πληρώθηκε συμφώνησαν (κατ/νος και Α.) την αντικατάστασή της και ότι μετά ταύτα ο Α. του παρέδωσε αφενός την επίμαχη ως άνω επιταγή ποσού 8.226,68 Ευρώ και αφετέρου την προκύψασα διαφορά των 1423,32 Ευρώ σε μετρητά. Το προσκομιζόμενο από τον κατηγορούμενο έγγραφο, στο οποίο φέρεται αυτός να βεβαιώνει ότι εισέπραξε το ποσό των 9650 Ευρώ δια της άνω ... επιταγής και η εταιρεία VIATEL να βεβαιώνει ότι του έχει καταβάλει το ποσό αυτό δια της επιταγής αυτής δεν αποδεικνύει την επικαλούμενη από τον κατ/νο με την εταιρεία VIATEL εργασιακή του σχέση, πολύ δε περισσότερο την προς αυτόν σχετική οφειλή, καθόσον η τεθείσα για λογαριασμό της VIATEL υπογραφή δεν προκύπτει από ποιο πρόσωπο προέρχεται και συγκεκριμένα δεν γίνεται αναφορά στο όνομα, επώνυμο και την ιδιότητα του εν λόγω προσώπου ούτε βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του, ούτε εξάλλου υπάρχει σφραγίδα με τα στοιχεία, ΑΦΜ, έδρα, διεύθυνση της εν λόγω εταιρείας. Εξάλλου ούτε η κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης του κατ/νου Σ. Ν., ο οποίος για πρώτη φορά καταθέτει στο παρόν δικαστήριο, κρίνεται πειστική, σύμφωνα με την οποία ..., πραγματικά περιστατικά που ούτε ο κατ/νος είχε επικαλεστεί. Είναι δε άξιο απορίας γιατί η εξόφληση της επίμαχης επιταγής να γίνει με αυτήν τη διαδικασία όπου συμμετείχαν τόσα πρόσωπα και όχι με τραπεζική συναλλαγή.
Συνεπώς οι αυτοτελείς (αρνητικοί) της κατηγορίας ισχυρισμοί του κατ/νου είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. ... από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία πλήρως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται κατά τα υποκειμενικά και αντικειμενικά της στοιχεία και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας (νοθεύσεως) από κοινού με χρήση, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 216§1 του ΠΚ. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση: α) Ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος νόθευσε, από κοινού με τον Δ. Η., πλαστό έγγραφο που είχε περιέλθει στην κατοχή του (την ως άνω επιταγή, αλλοιώνοντας το ποσό αυτής ώστε να φαίνεται ότι εκδόθηκε για 8.226,68 ευρώ αντί του ορθού 226,68 ευρώ) με σκοπό την παραπλάνηση άλλου (του αρμοδίου υπαλλήλου της πληρώτριας Τράπεζας) με τη χρήση του, για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια (την αστική ευθύνη της εταιρίας που εξέδωσε την επιταγή για οφειλή από επιταγή ποσού 8.226,68 ευρώ και την ποινική ευθύνη του διαχειριστή αυτής Κ. Τ. για έκδοση ακάλυπτης επιταγής). β) Ότι, στη συνέχεια, έκανε χρήση της νοθευμένης επιταγής, εμφανίζοντάς την στην πληρώτρια Τράπεζα. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το Τριμελές Εφετείο αναφέρει κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, απολογία), δεν ήταν δε αναγκαίο να εκθέτει και τι προκύπτει από το καθένα από αυτά, τυχόν δε εσφαλμένη εκτίμησή τους δεν ιδρύει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως. β) Το Δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να απαντήσει στον αρνητικό της κατηγορίας (και όχι αυτοτελή) ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά, ότι αυτός συνεργαζόταν με την εταιρία VIATEL, ότι η τελευταία στο πλαίσιο της μεταξύ τους εργασιακής σχέσεως του όφειλε 9.650 ευρώ, ότι σε εξόφληση της οφειλής αυτής κατόπιν συνεννοήσεως του εκπροσώπου της άνω εταιρίας με τον Α. Α. έλαβε την ... επιταγή ποσού 9650 ευρώ της Τράπεζας ASPIS BANK εκδόσεως του τελευταίου, επειδή δε αυτή δεν πληρώθηκε συμφώνησαν (κατ/νος και Α.) την αντικατάστασή της και μετά ταύτα ο Α. του παρέδωσε την επίμαχη επιταγή ποσού 8.226,68 ευρώ, καθώς και την προκύψασα διαφορά των 1423,32 ευρώ σε μετρητά, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Παρά ταύτα, ως εκ περισσού, τον απέρριψε με πλήρη ως άνω αιτιολογία. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, τέταρτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας τόσο ως προς την ουσία της κατηγορίας, όσο και ως προς την απορριπτική επί του ως άνω αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού κρίση, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος υπέβαλε, δια του συνηγόρου του, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, με το εξής περιεχόμενο: "α) Να αναβληθεί η δίκη προκειμένου να κληθεί να καταθέσει ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου Σας ο αμέσως προηγούμενος από εμένα οπισθογράφος της ένδικης επιταγής κ. Α. Α. του Χ., κάτοικος ... (τα πλήρη στοιχεία του οποίου προκύπτουν ευθέως από το σώμα της ίδιας της επιταγής), ο οποίος μου την παρέδωσε και την παρέλαβα με ήδη αναγραφόμενο το ποσό των #8.226,68# ευρώ - όπως έχω ήδη αναφέρει τόσο με τις από 11-8-2009 έγγραφες εξηγήσεις μου κατά την προκαταρκτική εξέταση, όσο και με τις από 1-2-2012 έγγραφες ενστάσεις μου που κατέθεσα ενώπιόν Σας στις 8-2-2012 και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, και επιπλέον τα ίδια ανέφερα και με την απολογία μου ενώπιόν Σας - ο οποίος μάρτυρας να κληθεί να καταθέσει από ποιον την παρέλαβε και με ποιο ποσό, καθώς και αν την παρέδωσε σε εμένα με το ανωτέρω ποσό των #8.226,68# ευρώ, στα πλαίσια αντικατάστασης της άλλης επιταγής έκδοσης του, (όπως έχω αναφέρει), β) Να αναβληθεί η δίκη προκειμένου να κληθεί να καταθέσει ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου Σας ο οπισθογράφος της ένδικης επιταγής κ. Α. Γ., κάτοικος ... (τα πλήρη στοιχεία του οποίου προκύπτουν ευθέως από το σώμα της ίδιας της επιταγής), ο οποίος και με την ήδη αναγνωσθείσα από 6-6-2005 επιστολή του αναφέρει ότι παρέλαβε την ένδικη επιταγή από τον προηγούμενο οπισθογράφο κ. Β. Γ. με το ποσό των #226,68# ευρώ, χωρίς όμως να αναφέρει σε ποιον ακολούθως την παρέδωσε (αφού υπάρχει οπισθογράφηση μετά από αυτόν χωρίς στοιχεία ονόματος), με ποιο παραστατικό και με ποιο ποσό - επί των οποίων να κληθεί να καταθέσει, και γ) Να αναβληθεί η δίκη προκειμένου να προσκομιστούν με μέριμνα μου, έγγραφα αποδεικτικά της σχέσης μου με την εταιρεία VIATEL από την οποία προέκυπτε η οφειλή της εταιρείας προς εμένα και η χάριν εξόφλησης της εν λόγω οφειλής παράδοση σε εμένα (όχι της επίδικης, αλλά) της υπ' αριθμ. ... επιταγής, ποσού 9.650 ευρώ, της Τράπεζας ASPIS BANK, εκδόσεως του Α. Α. στη ..., με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης την 30η-4-2005, την οποία και παρέλαβα, όπως έχω ήδη αναφέρει".
Το Τριμελές Εφετείο απέρριψε το αίτημα αυτό με την αιτιολογία ότι: "... καθώς επίσης είναι απορριπτέο ως αβάσιμο το αίτημά του για αναβολή της δίκης προκειμένου να κληθούν να καταθέσουν ο Α. Α. και ο Α. Γ. (οπισθογράφος στην ένδικη επιταγή) και να προσκομισθούν με επιμέλεια του κατ/νου έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, που θα αποδεικνύουν τη σχέση του με την εταιρεία VIATEL καθώς και η οφειλή της τελευταίας προς αυτόν, δεδομένου ότι δεν κρίνεται αναγκαία η αναβολή της δίκης για τους ανωτέρω λόγους αφού από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία πλήρως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται κατά τα υποκειμενικά και αντικειμενικά της στοιχεία και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό". Η αιτιολογία αυτή, με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής ως αβάσιμο, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους έκρινε αυτό ότι δεν συνέτρεχε λόγος να δοθεί τέτοια αναβολή (επάρκεια αποδείξεων) και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22 Μαρτίου 2012 (με αριθ. πρωτ. 2324/2012) αίτηση (δήλωση) του Ι. Σ. του Χ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1726/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία (νόθευση) εγγράφου (επιταγής) από κοινού με χρήση. Στοιχεία εγκλήματος. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής για κρείσσονες. Στοιχεία κλητηρίου θεσπίσματος. Επί πράξεως κατά συναυτουργία, δεν είναι απαραίτητο στο επιδιδόμενο στον ένα κατηγορούμενο να αναφέρεται και το ονοματεπώνυμο του συναυτουργού. Πώς προτείνεται η σχετική ακυρότητα. Απόρριψη αιτήσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναβολή συζήτησης, Πλαστογραφία και χρήση (πλαστού εγγράφου), Κλητήριο θέσπισμα.
| 0
|
Αριθμός 287/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Α. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 2) Α. Λ. του Α., κατοίκου ..., 3) Ν. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 4) Γ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 5) Ν. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 6) Κ. Μ. του Σ., κατοίκου ... και 7) Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δήμητρα Κουφογιάννη.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικό διάδοχο του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΟΤΕ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουκούλα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και με την από 25-10-2007 αγωγή άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με τις από 3-12-2008 προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκε η 306/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 7-7-2010 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 1088/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 19-7-2012 κλήση των καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 10-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 553§1 του ΚΠολΔ ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση". Εξάλλου, το άρθρο 321 του ίδιου κώδικα ορίζει ότι "όσες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει αυτή να είναι τελεσίδικη και ότι η πρωτοβάθμια απόφαση γίνεται τελεσίδικη, για κάποια αιτία που έχει επέλθει, π.χ. διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα προς άσκηση της έφεσης. Η τελεσιδικία πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης, ενώ η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης έφεσης, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 296, 297 και 299 του ΚΠολΔ, μπορεί να γίνει και με το επιδιδόμενο στον αντίδικο του παραιτουμένου δικόγραφο της αναίρεσης, από δικηγόρο με ειδική πληρεξουσιότητα, εκτός αν επακολούθησε έγκριση, έστω και σιωπηρή. Στην προκείμενη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 306/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και με αυτήν οι αναιρεσείοντες παραιτήθηκαν από το δικαίωμά τους να ασκήσουν έφεση κατά της παραπάνω απόφασης. Επομένως, είναι παραδεκτή. Κατά την παρ. 1 περ. δ και ε του άρθρου 17 ΓΚΠ - ΟΤΕ, το προσωπικό απολύεται: ... δ. ένεκα συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας. ε. Ένεκα 35ούς πραγματικής υπηρεσίας στον Οργανισμό. Εντούτοις το προσωπικό δύναται με αίτησή του, που υποβάλει το αργότερο τρεις μήνες προ της προβλεπόμενης ημερομηνίας απόλυσής του, να παραμείνει στην Υπηρεσία μέχρι συμπληρώσεως 35ετούς συντάξιμου χρόνου υπηρεσίας στον ΟΤΕ ...". Κατά το άρθρο 7§4 ΓΚΠ - ΟΤΕ "Προσωπικό το οποίο καλείται στις τάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων ένεκα επιστρατεύσεως ή άλλων λόγων, διατηρεί κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του υπηρεσίας τη θέση του στον Οργανισμό και επανέρχεται αυτοδίκαια σ' αυτόν μετά την απόλυσή του εντός του απολύτως αναγκαίου χρόνου. Ο ανωτέρω χρόνος λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στον Οργανισμό.", ενώ κατά το άρθρο 47§2α ΓΚΠ - ΟΤΕ "1. Για την απόλυση λόγω 35ετούς πραγματικής υπηρεσίας στον ΟΤΕ: α. Ο χρόνος φοίτησης στη Σχολή Προσωπικού ΟΤΕ και ο χρόνος της στρατιωτικής θητείας για όσους στρατεύθηκαν όντας υπάλληλοι του Οργανισμού δεν λαμβάνονται υπόψη, εφόσον το ζητήσει ο ενδιαφερόμενος, με αίτηση που θα υποβάλει στη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού, το αργότερο τρεις μήνες προ της ημερομηνίας απολύσεως. Η απόλυση συντελείται την επομένη της συμπλήρωσης της 35ετούς πραγματικής υπηρεσίας ...". Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 16§1, και 24§§1 και 2 περ. α του καταστατικού ΤΑΠ - ΟΤΕ: "1. Δικαιούνται σύνταξης: Α) Ο ησφαλισμένος εάν μετά συμπλήρωσιν 35ετούς συνταξίμου υπηρεσίας, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας ή μετά συμπλήρωσιν 30ετούς συνταξίμου υπηρεσίας εξ ης 25ετής πραγματική εν ασφαλίσει και ηλικίας 50 ετών, αποχωρήσει της Υπηρεσίας ..." (άρθρο 16§1), "1. Η συντάξιμος υπηρεσία εκάστου ησφαλισμένου διακρίνεται: α) Εις πραγματικήν συντάξιμoν υπηρεσίαν εν ασφαλίσει και β) Εις συντάξιμον υπηρεσίαν εξ αναγνωρίσεως (εξαγοράς). 2. Ως πραγματική συντάξιμος υπηρεσία εν ασφαλίσει υπολογίζεται: α) Ο χρόνος από της προσλήψεως του ησφαλισμένου εις την υπηρεσίαν ενός των εργοδοτών, εφόσον πράγματι κατεβλήθησαν αι εν τω παρόντι Καταστατικόν καθοριζόμεναι και αντιστοιχούσαι εις τον χρόνον υπέρ του Ταμείου εισφοραί αυτού και του εργοδότου." (άρθρο 24). Στη συνέχεια με τις παραγράφους 1, 2, 3, 5 περ. α. γγ. και β. γγ., 6 περ. γ και 12 του άρθρου 10 του ν. 1092/1990, ως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 38 του ν. 1914/1990 και αντικαταστάθηκε εκ νέου με την παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 1976/1991, ρυθμίστηκε το συνταξιοδοτικό καθεστώς ασφαλισμένων σε Ειδικά Ταμεία Συντάξεων και ορίσθηκε ότι: "1. Στο παρόν άρθρο υπάγονται οι ασφαλισμένοι, για κύρια ή επικουρική σύνταξη, στα Ειδικά Ταμεία Συντάξεως του προσωπικού των Τραπεζών, του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. του Τ.Σ.Π. - Η.Σ.Α.Π. και στη Διεύθυνση Ασφαλίσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η. Ως επικουρικά ταμεία για την εφαρμογή του παρόντος νοούνται τα επικουρικά ταμεία ή κλάδοι ή λογαριασμοί, που λειτουργούν με τη μορφή ν.π.δ.δ., καθώς και κάθε άλλος φορέας, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές, υπό τύπο συντάξεων, βοηθημάτων ή μερισμάτων, εφ' όσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από εισφορές των ασφαλισμένων. 2. Συντάξιμος χρόνος, με τη συμπλήρωση του οποίου θεμελιώνεται δικαίωμα για σύνταξη γήρατος, κύριας και επικουρικής, παραμένει ο προβλεπόμενος από τα καταστατικά του κάθε ταμείου. Όπου προβλέπεται θεμελίωση δικαιώματος με ασφάλιση άνω των είκοσι πέντε (25) ετών το δικαίωμα θεμελιώνεται και με τη συμπλήρωση της εικοσιπενταετίας. 3. Ο υπολογισμός και η απονομή της σύνταξης διέπονται από τις ισχύουσες κάθε φορά καταστατικές διατάξεις του κάθε ταμείου... 5. Τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης των ασφαλισμένων των ειδικών ταμείων της παρ. 1 του άρθρου αυτού ορίζονται ως εξής, ανεξάρτητα αν από τα καταστατικά τους προβλέπεται συνταξιοδότηση με όριο ηλικίας ή χωρίς όριο ηλικίας, α. Για όσους έχουν υπαχθεί για πρώτη φορά στην υποχρεωτική ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι την 31.12.1982 και συμπληρώνουν το συντάξιμο χρόνο μέχρι την 31.12.1997: ... γγ. Το πεντηκοστό πέμπτο (55ο) έτος της ηλικίας συμπληρωμένο προκειμένου για τους άνδρες ... β. Για όσους έχουν υπαχθεί για πρώτη φορά στην υποχρεωτική ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι την 31.12.1982 και συμπληρώνουν το συντάξιμο χρόνο από 1.1.1998 και μετά: ... γγ. το εξηκοστό (60ο) έτος της ηλικίας συμπληρωμένο, προκειμένου για τους άνδρες ..., 6. Οι περιορισμοί της παρ. 5 του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή: ... γ. Για: όσους απολύονται χωρίς δική τους υπαιτιότητα... 12. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται για όλους τους ασφαλισμένους των ειδικών ταμείων της παρ. 1, έστω και αν με τις προϊσχύουσες καταστατικές διατάξεις είχαν συμπληρώσει προϋποθέσεις για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος". Εξάλλου, από την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου "... καταργείται κάθε άλλη διάταξη της ισχύουσας κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας, ανεξάρτητα από τον τρόπο θέσπισής της, που ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα, στα οποία αναφέρονται οι διατάξεις του νόμου αυτού" (άρθρο 43 παρ. 1). Κατόπιν, με το άρθρο 2 παρ. 3 εδ. α' του ν. 3029/2002, στις διατάξεις του οποίου υπάγονταν και οι ασφαλισμένοι στο ΤΑΠ -ΟΤΕ ορίσθηκε ότι: "... 3. Ασφαλισμένοι των ειδικών Ταμείων, που υπήχθησαν στην ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι 31.12.1982, θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης με τη συμπλήρωση 35 ετών ασφάλισης, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας ..." ενώ με την παρ. 8 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι "8. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων δεν καταλαμβάνουν όσους έχουν θεμελιώσει ή θα θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα, με βάση ευνοϊκότερες διατάξεις των οικείων ασφαλιστικών οργανισμών, όπως ισχύουν μετά το Ν. 2084/1992, επιφυλασσομένων των διατάξεων του παρόντος που αφορούν τον υπολογισμό της σύνταξης.". Από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται, ότι όσοι είχαν ασφαλισθεί στο ΤΑΠ - ΟΤΕ (του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος είναι ήδη το IΚΑ - EΤAM), πριν την 31.12.1982 και συμπλήρωσαν συντάξιμη υπηρεσία 25 τουλάχιστον ετών μετά την 31.12.1997, δηλαδή από το έτος 1998 και εντεύθεν, θεμελιώνουν δικαίωμα πλήρους συνταξιοδότησης είτε με τη συμπλήρωση 35 ετών υπηρεσίας (χωρίς όριο ηλικίας) είτε μετά τη συμπλήρωση 25 τουλάχιστον ετών συντάξιμης υπηρεσίας εφόσον έχουν συμπληρώσει το 60ο (και πλέον) έτος ηλικίας. Τα προαναφερόμενα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης δεν ισχύουν όμως στις περιπτώσεις όπου οι εργαζόμενοι που εμπίπτουν στις παραπάνω διατάξεις ".. .απολύονται χωρίς δική τους υπαιτιότητα ..." (§ 6 του άρθρου 10 του ν. 1092/1990), ευεργέτημα που συντρέχει, μεταξύ άλλων, όταν η απόλυση γίνεται για υπηρεσιακούς λόγους, λόγω βούλησης του εργοδότη, συμπλήρωσης του συντάξιμου χρόνου ή ορίου ηλικίας (πρβλ. Ολ.ΑΠ 30/2005). Εξάλλου στην §1 του άρθρου 1 του ν. 1358/1983 προβλέπεται ότι "1. Αναγνωρίζεται ως χρόνος ασφάλισης για την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης που χορηγούν οι οργανισμοί κύριας και επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ο χρόνος της στρατιωτικής υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, στα Σώματα Ασφαλείας, καθώς και στο Λιμενικό και στο Πυροσβεστικό Σώμα που υπηρέτησαν ως κληρωτοί ή έφεδροι οι ασφαλισμένοι των οργανισμών αυτών. Από το χρόνο υπηρεσίας που διανύθηκε με την ιδιότητα του μόνιμου ή εθελοντή ή ανακαταταγμένου δεν αναγνωρίζονται περισσότερα από τρία χρόνια. Κατ' εξαίρεση, ο χρόνος της στρατιωτικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόντος νόμου, υπολογίζεται και για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω γήρατος, εφόσον ο ασφαλισμένος έχει συμπληρώσει το 58ο έτος της ηλικίας του και έχει πραγματοποιήσει 3.600 ημέρες εργασίας. Οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας που εξαιρούν από τον υπολογισμό για τη θεμελίωση του δικαιώματος το χρόνο της στρατιωτικής υπηρεσίας δεν εφαρμόζονται για τους ασφαλισμένους που αναγνωρίζουν το χρόνο αυτό σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόντος νόμου ή έχουν αναγνωρίσει το χρόνο αυτό με εξαγορά σύμφωνα με άλλες διατάξεις." ενώ, κατά το άρθρο 4 του ίδιου νόμου, προβλέπεται ότι "Γενικές ή ειδικές διατάξεις ευνοϊκότερες από το νόμο αυτόν εξακολουθούν να ισχύουν μόνο για όσους είναι ασφαλισμένοι μέχρι τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφόσον αυτοί υποβάλουν σχετική αίτηση μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία μέχρι την 31.12.1985. Εξαιρούνται και διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2054/1952, όπως αυθεντικά ερμηνεύτηκε από το άρθρο 34 του Ν.Δ. 2961/1954". Με βάση τα δεδομένα αυτά δεν είναι (κατά τον κανόνα) δυνατή η προσμέτρηση του χρόνου στράτευσης για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, λόγω γήρατος, πριν το 58ο έτος της ηλικίας. Η μη δυνατότητα αυτή δεν επηρεάζεται από το ότι ο χρόνος της στρατιωτικής θητείας των υπαλλήλων του ΟΤΕ, που υπηρέτησαν αυτήν, ενόσω ήταν υπάλληλοι, θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας, αφού οι παραπάνω διατάξεις του ΓΚΠ δεν τροποποίησαν τις διατάξεις του ασφαλιστικού δικαίου των ασφαλισμένων στο ΤΑΠ - ΟΤΕ. Εξάλλου, προκειμένου να καταστεί δυνατή η δραστική μείωση του μόνιμου προσωπικού της ΟΤΕ ΑΕ, ορίσθηκε, με το άρθρο 74§§1, 2 και 3 του ν. 3371/2005,ότι: ... "1. Στο μόνιμο προσωπικό του Ο.Τ.Ε. που, σύμφωνα με τις διατάξεις του ισxύοντος Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του Ο.Τ.Ε., απολύεται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά μέχρι 31.12.2012 και συνταξιοδοτείται μέχρι την ίδια ημερομηνία από το Τ.Α.Π. -Ο.Τ.Ε, το οποίο επιθυμεί να υπαχθεί στις διατάξεις του παρόντος άρθρου, αναγνωρίζεται τόσος πλασματικός χρόνος ασφάλισης όσος απαιτείται για το σκοπό θεμελίωσης δικαιώματος άμεσης λήψης σύνταξης. Για τον υπολογισμό του αναγνωριζόμενου χρόνου το προσωπικό θεωρείται ως υπηρετούν μέχρι τη συμπλήρωση του προς απόλυση ορίου ηλικίας ή του πραγματικού χρόνου υπηρεσίας που προβλέπονται από το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού Ο.Τ.Ε. ή των προϋποθέσεων άμεσης λήψης σύνταξης κατά τις ισχύουσες διατάξεις. Ο αναγνωριζόμενος χρόνος εξικνείται μέχρι την επέλευση της πρώτης χρονικά εκ των ανωτέρω περιπτώσεων. 2. Το μόνιμο προσωπικό του Ο.Τ.Ε., που εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος άρθρου και επιθυμεί να υπαχθεί σε αυτές πρέπει να υποβάλει έγγραφη αίτηση απόλυσης εντός προθεσμίας τριών μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου. Η ανωτέρω αίτηση δεν ανακαλείται, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου. Η απόλυση συντελείται εντός προθεσμίας δώδεκα μηνών από τη λήξη της προαναφερόμενης προθεσμίας, 3. Η απόφαση αναγνώρισης και υπολογισμού του αναγνωριζόμενου χρόνου μέχρι τη συμπλήρωση του προς απόλυση ορίου ηλικίας ή του πραγματικού χρόνου υπηρεσίας, που προβλέπονται από το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού ή των προϋποθέσεων άμεσης συνταξιοδότησης κατά τις ισχύουσες διατάξεις, εκδίδεται από το Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε.. Ανάλογη απόφαση αναγνώρισης πλασματικού χρόνου ασφάλισης εκδίδεται από το Ταμείο Αρωγής Προσωπικού Ο.Τ.Ε. για τους Κλάδους Επικουρικής Ασφάλισης και Αρωγής ... Ο κατά τα ανωτέρω αναγνωριζόμενος χρόνος ασφάλισης λογίζεται ως πραγματικός χρόνος κύριας και επικουρικής ασφάλισης (Κλάδος Επικουρικής Ασφάλισης και Κλάδος Αρωγής) και συνυπολογίζεται για τη θεμελίωση δικαιώματος άμεσης λήψης σύνταξης, καθώς και για τον υπολογισμό του ποσού της κύριας σύνταξης, της επικουρικής σύνταξης και της εφάπαξ χορηγίας. Οι αντιστοιχούσες εισφορές υπολογίζονται κατά περίπτωση με βάση τις τακτικές αποδοχές, όπως αυτές διαμορφώνονται κατά τον τελευταίο μήνα εξόδου του εργαζόμενου. Στις ανωτέρω περιπτώσεις, μετά την αναγνώριση του απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης, η θεμελίωση του δικαιώματος άμεσης λήψης σύνταξης κατά πλάσμα δικαίου λογίζεται συντελούμενη την επομένη της απόλυσης, οι δε παροχές λόγω συνταξιοδότησης αρχίζουν έκτοτε να καταβάλλονται". Είναι σαφές ότι οι αμέσως παραπάνω διατάξεις τροποποίησαν, (για τους ασφαλισμένους που ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής τους και υπέβαλαν σχετική αίτηση), τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης. Από αυτές συνάγεται ακόμη, ότι σκοπός του νόμου ήταν η αναγνώριση πλασματικού χρόνου ασφάλισης για το προσωπικό που δεν είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις άμεσης λήψης σύνταξης, ανεξάρτητα από το εάν είχε θεμελιώσει ή όχι συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Αυτό επιβεβαιώνεται από την τελευταία παράγραφο του ίδιου παραπάνω άρθρου σύμφωνα με την οποία "... 5. Σε περίπτωση που παρά την προσθήκη του αναγνωριζόμενου πλασματικού χρόνου, ο απολυθείς δεν θεμελιώνει δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης, η γενόμενη απόλυση ανακαλείται και ο απολυθείς επανέρχεται στην υπηρεσία από την οποία αποχώρησε, λόγω απολύσεως εντός μηνός από της κοινοποιήσεως σε αυτόν του σχετικού εγγράφου. Ο χρόνος που ο κατά τα ανωτέρω απολυθείς παραμείνει εκτός υπηρεσίας δεν είναι χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας.". Επομένως στις διατάξεις του άρθρου 74 του ν. 3371/2005 δεν θα μπορούσαν να υπαχθούν όσοι είχαν ήδη θεμελιώσει αξίωση άμεσης λήψης της σύνταξης και όσοι, ούτε θεμελίωναν συνταξιοδοτικό δικαίωμα ούτε δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης, έως το έτος 2012. Πρέπει να σημειωθεί ότι η εθελουσία αποχώρηση προϋποθέτει καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη, η οποία αποβλέποντας στην εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών και λειτουργικών αναγκών του εργοδότη, αποτελεί γεγονός που λαμβάνει χώρα "χωρίς υπαιτιότητα" του αποχωρούντος προσωπικού. Επομένως, η καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της ΟΤΕ ΑΕ, θα αρκούσε αφ' εαυτής για τη θεμελίωση άμεσου δικαιώματος λήψης σύνταξης σε όλες τις περιπτώσεις όπου οι αποχωρούντες είχαν θεμελιώσει δικαίωμα σύνταξης (25ετία ή τον τυχόν, μικρότερο προβλεπόμενο χρόνο για ειδικές κατηγορίες αναπήρων, μητέρων ανήλικων τέκνων κ.λπ.), πλην όμως δεν είχαν συμπληρώσει την αναγκαία ηλικία συνταξιοδότησης (μέχρι την οποία αναστέλλεται κατά τις κείμενες διατάξεις η καταβολή της σύνταξης). Για αυτούς, επομένως, δεν θα απαιτούνταν η αναγνώριση πλασματικού χρόνου ασφάλισης και έτσι οι εν λόγω αποχωρούντες θα εξαιρούνταν από την εφαρμογή του άρθρου 74§1 του ΚΠολΔ, η εφαρμογή του οποίου προϋποθέτει ότι είναι αναγκαία η αναγνώριση πλασματικού χρόνου για την πλήρωση των προϋποθέσεων "άμεσης λήψης σύνταξης". Παράλληλα η εν λόγω διάταξη, λόγω του εξαιρετικού της χαρακτήρα, δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί ούτε ανάλογα. Επομένως, η χρήση του όρου "άμεση λήψη σύνταξης" αντί "θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος", δεν ήταν τυχαία αλλά πρέπει να συσχετισθεί με την αμέσως παραπάνω περίπτωση να έχουν συμπληρωθεί μεν τα αναγκαία συντάξιμα έτη όχι όμως και το αναγκαίο όριο ηλικίας συνταξιοδότησης. Να σημειωθεί, ότι εφόσον η καταγγελία της σύμβασης ήταν ανυπαίτια δεν θα έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης για κανένα από τους απολυόμενους υπαλλήλους. Αυτό θα καθιστούσε εντελώς περιττή τη θέσπιση ως ορίου αναγνώρισης πλασματικού χρόνου "του πραγματικού χρόνου υπηρεσίας που προβλέπεται από το ΓΚΠ" (35 έτη κατά κανόνα), αφού τα 35 έτη υπηρεσίας θα περιλαμβάνουν 25 τουλάχιστον έτη πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας. Επομένως η θεμελίωση δικαιώματος "άμεσης λήψη σύνταξης" έχει ως σκοπό όχι (μόνο) τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, αλλά κυρίως τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων πραγματικής καταβολής της. Τέλος, στις διατάξεις των άρθρων 1, 3 παρ. 1 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955, από τις οποίες συνάγεται ότι η καταγγελία της υπαλληλικής εργασιακής σχέσεως είναι άκυρη, εάν ο εργοδότης, δεν καταβάλει την οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης, εμπίπτει όχι μόνο η νόμιμη αποζημίωση αλλά και η πρόσθετη αποζημίωση, η οποία ορίζεται κατόπιν επιτρεπτής, συμφωνίας μεταξύ εργοδότου και μισθωτού.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα παρακάτω, κρίσιμα, πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, Α. Κ., Α. Λ., Ν. Μ., Γ. Μ., Ν. Μ., Κ. Μ. και Μ. Κ., προσλήφθηκαν από την εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία τηλεπικοινωνιών, στις 18.4.1973, 25.8.1973, 30.8.1973, 1.6.1973, 30.8.1973, 9.10.1973 και 18.4.1973, αντίστοιχα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και εντάχθηκαν στο μόνιμο προσωπικό της, υπηρέτησαν δε τη στρατιωτική τους θητεία, μετά την πρόσληψή τους στην εναγομένη. Ειδικότερα οι Α. Κ., Α. Λ., Ν. Μ., Γ. Μ., Ν. Μ., Κ. Μ. και Μ. Κ. υπηρέτησαν τη στρατιωτική τους θητεία από 1.5.1973 έως 1.11.1975, από 26.7.1977 έως 26.7.1980, από 11.4.1980 έως 21.2.1982, από 10.8.1973 έως 10.12.1975, από 24.1.1974 έως 24.5.1976, από 26.3.1975 έως 5.8.1977 και από 25.10.1973 έως 27.2.1976 αντίστοιχα. Όλοι συμπλήρωναν 35 έτη εργασίας, δηλαδή το όριο της αυτοδίκαιης απόλυσής τους κατά τον ΓKΠ - OTΕ, σε αντίστοιχες της πρόσληψής τους ημερομηνίες εντός του έτους 2008. Παράλληλα, αφαιρουμένου του χρόνου της στρατιωτικής τους υπηρεσίας που δεν προσμετράται για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, διότι αφενός δεν προέβησαν σε αναγνώριση και εξαγορά αυτής και αφετέρου δεν είχαν συμπληρώσει το 58ο έτος της ηλικίας τους, θα συμπλήρωναν 25 έτη πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας μετά την 1.1.1998, ως εξής: Ο Α. Κ. το έτος 2000 (πρόσληψη 18.4.1973, στρατιωτική θητεία 2 ετών και 6 μηνών), ο Α. Λ. το έτος 2001 (πρόσληψη 25.8.1973, στρατιωτική θητεία 3 ετών), ο Ν. Μ. το έτος 2001 (πρόσληψη 30.8.1973, στρατιωτική θητεία 1 έτους 7 μηνών και 20 ημερών), ο Γ. Μ. το έτος 2000 (πρόσληψη 26.5.1973, στρατιωτική θητεία 2 ετών και 4 μηνών), ο Ν. Μ. το έτος 2000 (πρόσληψη 30.8.1973, στρατιωτική θητεία 2 ετών και 4 μηνών), ο Κ. Μ. το έτος 2001 (πρόσληψη 9.10.1973, στρατιωτική θητεία 2 ετών 4 μηνών και 9 ημερών) και ο Μ. Κ. το έτος 2000 (πρόσληψη στις 18.4.1973, στρατιωτική θητεία 2 ετών τεσσάρων μηνών και 2 ημερών). Οι ίδιοι πιο πάνω υπάλληλοι δεν είχαν συμπληρώσει, έως 14.7.2005 (ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ το άρθρο 74 του ν. 3371/2005 - άρθρο 76 του ν. 3371/2005) το 60ο και πλέον έτος της ηλικίας τους (που προσαυξάνεται κατά 0,5 έτη για κάθε χρόνο από 1.1.1998 και εντεύθεν). Επομένως, δεν είχαν θεμελιώσει δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης και έτσι ενέπιπταν στις διατάξεις του άρθρου 74 του ν. 3371/2005. Η ΟΤΕ ΑΕ, προκειμένου να παράσχει επιπλέον κίνητρο αποχώρησης του προσωπικού της, κατάρτισε με την ΟΜΕ - ΟΤΕ την, από 20.7.2005, ΕΣΣΕ, σύμφωνα με τον όρο 1 της οποίας στις διατάξεις της ενέπιπτε το προσωπικό που είχε υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 74§1 του ν. 3371/2005. Για το προσωπικό αυτό ετύγχανε εφαρμογής o όρος 3 της ΕΣΣΕ κατά τον οποίο "3. Στο απολυόμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας, προσωπικό που δεν εμπίπτει στην ανωτέρω παράγραφο 2 καταβάλλεται αποζημίωση, ως εξής: α. Σε όσους θεμελιώνουν δικαίωμα για άμεση λήψη σύνταξης εντός του έτους 2005 και απολύονται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά εντός του ίδιου έτους ποσό 4.500 ευρώ, β. Σε όσους θεμελιώνουν δικαίωμα για άμεση λήψη σύνταξης εντός του έτους 2006 ποσό 12.000 ευρώ, εφόσον απολύονται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά εντός του έτους 2006, ποσό 20.000 ευρώ, εφόσον απολύονται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά εντός του έτους 2007, ποσό 30.000 ευρώ, εφόσον απολύονται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά εντός των ετών 2008 έως 2012, γ. Σε όσους θεμελιώνουν δικαίωμα για άμεση λήψη σύνταξης εντός του έτους 2007 ποσό 18.000 ευρώ, εφόσον απολύονται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά εντός του έτους 2007, ποσό 20.000 ευρώ, εφόσον απολύονται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά εντός του έτους 2008, ποσό 30,000 ευρώ, εφόσον απολύονται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά εντός των ετών 2009 έως 2012, δ. Σε όσους θεμελιώνουν δικαίωμα για άμεση λήψη σύνταξης εντός του έτους 2008, ποσό 15.000 ευρώ, εφόσον απολύονται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά εντός του έτους 2008, ποσό 20.000 ευρώ, εφόσον απολύονται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά εντός των ετών 2009 έως 2012, ε. Σε όσους θεμελιώνουν δικαίωμα για άμεση λήψη σύνταξης εντός των ετών 2009 έως και 2012 και απολύονται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά, εντός των ετών αυτών, ποσό 5.000 ευρώ". Για το λόγο αυτό οι ενάγοντες υπέβαλαν αιτήσεις για την υπαγωγή τους στις διατάξεις του ν. 3371/2005, προς αναγνώριση πλασματικού χρόνου ασφάλισης, όπως εξάλλου υπέβαλαν αιτήσεις υπαγωγής και στην από 20.7.2005 ΕΣΣΕ. Στη συνέχεια η εναγομένη προέβη σε απόλυσή των στις 16.6.2006, 29.9.2006, 1.6.2006, 16.6.2006, 4.10.2006, 15.6.2009 και 1.6.2006. Ακολούθως το ασφαλιστικό τους ταμείο (ΤΑΠ - ΟΤΕ) εξέδωσε πράξεις με τις οποίες αναγνώρισε πλασματικό χρόνο έως 25.5.2009, 20.9.2010, 2.3.2009, 15.4.2009, 2.2.2010, 5.3.2010 και 12.3.2009, αντίστοιχα. Οι ενάγοντες δεν θεμελίωναν δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης (με την έννοια της §1 του άρθρου 74 του ν. 3371/2005), πριν από τις παραπάνω ημερομηνίες, δηλαδή είτε με τη συμπλήρωση της 35ετούς πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας είτε με τη συμπλήρωση 25ετούς συντάξιμης με παράλληλη συμπλήρωση και του ορίου της ηλικίας συνταξιοδότησης των 60 ετών (προσαυξανόμενου κατά τα προαναφερόμενα). Σύμφωνα με τα παραπάνω, για το προσωπικό της εναγομένης ετύγχανε εφαρμογής ο όρος 3 της ΕΣΣΕ κατά τον οποίο "καταβάλλεται αποζημίωση ... Σε όσους θεμελιώνουν δικαίωμα για άμεση λήψη σύνταξης εντός των ετών 2009 έως και 2012 και απολύονται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά εντός των ετών αυτών, ποσό 5.000 ευρώ". Όμως ουδείς των εναγόντων δικαιούνταν πρόσθετης αποζημίωσης κατά τις διατάξεις της οικείας ΕΣΣΕ, αφού αυτοί στο σύνολό τους, συμπλήρωναν 35 έτη υπηρεσίας το έτος 2008 και αποκτούσαν δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης μεταγενέστερα (τα έτη 2009 και 2010). Εφόσον, όμως, οι παραπάνω ενάγοντες έλαβαν τα αναλογούντα σε αυτούς ποσά, θα πρέπει να απορριφθεί η αγωγή. Έτσι, όπως έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 7-7-2010, αίτηση των αναιρεσειόντων, για την αναίρεση της 306/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στις διατάξεις του άρθρου 74 του ν. 3371/2005 δεν θα μπορούσαν να υπαχθούν όσοι είχαν ήδη θεμελιώσει αξίωση άμεσης λήψης της σύνταξης και όσοι ούτε θεμελίωναν συνταξιοδοτικό δικαίωμα ούτε δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης, έως το έτος 2012. Η χρήση του όρου «άμεση λήψη σύνταξης» αντί «θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος», δεν ήταν τυχαία αλλά πρέπει να συσχετισθεί με την περίπτωση να έχουν συμπληρωθεί μεν τα αναγκαία συντάξιμα έτη, όχι όμως και το αναγκαίο όριο ηλικίας συνταξιοδότησης.
|
Συνταξιοδότηση
|
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, Συνταξιοδότηση.
| 0
|
Αριθμός 288/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Ν. Α. του Τ., κατοίκου ..., 3) Σ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 4) Γ. Τ. του Δ., κατοίκου ... ..., 5) Μαρίας Β. του Χ., κατοίκου ... ..., 6) Ε. Ο. του Σ., κατοίκου ..., 7) Η. Λ. του Β., κατοίκου ... ..., 8) Χ. Π. του Κ., κατοίκου ... ..., 9) Α. Σ. του Δ., κατοίκου ... ..., 10) Ν. Μ. του Κ., κατοίκου ... ..., 11) Χ. Μ. του Α., κατοίκου ... ..., 12) Δ. Π. του Ν., κατοίκου ... ..., 13) Γ. Μ. του Π., κατοίκου ... ..., 14) Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ... ..., 15) Κ. Λ. του Α., κατοίκου ... ..., 16) Μ. - Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., 17) Γ. Λ. του Ι., κατοίκου ... ..., 18) Σ. Δ. του Σ., κατοίκου ... ..., 19) Ε. Μ. του Α., κατοίκου ... ..., 20) Χ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 21) Χ. Ξ. του Σ., κατοίκου ... ... και 22) του Δ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ξανάλατο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Θεόδωρο Ράπτη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2307/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5375/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-3-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 10-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται µεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όµως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώµατος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νοµικό ζήτηµα µε αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιµο για τη µεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει µεταβολή του νοµικού καθεστώτος, που διέπει την έννοµη σχέση ή τις έννοµες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νοµικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσης από την οποία πηγάζουν πλείονες έννοµες συνέπειες, όπως είναι η σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του µισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόµους, συλλογικές συµβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, το δεδικασµένο των αποφάσεων που κρίνουν επί µέρους αξιώσεις του µισθωτού, ως έννοµες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννοµης σχέσης, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νοµοθετικό καθεστώς, που ισχύει κατά τον κρίσιµο χρόνο, θα παραµείνει αναλλοίωτο και στο µέλλον.
Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτηµα για τις επί µέρους αξιώσεις του µισθωτού σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας διέπεται από πλέγµα υφισταµένων τότε διατάξεων, δεν αποτελεί δεδικασµένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήµατος και στο µέλλον αναγόµενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέµεινε αναλλοίωτο το προηγούµενο νοµοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούµενες µε νεότερη αγωγή επί µέρους αξιώσεις του µισθωτού, που γεννήθηκαν σε µεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστηµα, στηρίζονται σε νέες νοµοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη. Ο ίδιος λόγος καθιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβλέψει το δεδικασμένο προηγούμενης απόφασης. Το δεδικασμένο λαμβάνεται μεν υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, για να δημιουργηθεί όμως αυτός ο λόγος αναίρεσης πρέπει να είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμός για το δεδικασμένο, με λόγο έφεσης, να έχει δηλαδή προβληθεί ότι η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για την ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου έγινε κατά παράβαση του νόμου, το δε Εφετείο, εφόσον δεν εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση, δεν μπορεί να εξετάσει ένσταση δεδικασμένου που προβάλλεται με τις προτάσεις και όχι με λόγο έφεσης, κύριο ή πρόσθετο. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης, που προβλέπεται από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης, αφορώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών. Αν η απόφαση που προσβάλλεται δεν ποιείται μνεία για ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, τότε μόνον, αν ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέστηκε το δεδικασμένο που απορρέει απ' αυτή, προς απόδειξη της βάσης της αγωγής ή την απόκρουση αυτής και το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος ασκεί ουσιώδη, επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1329/1985). Τα πραγματικά περιστατικά πρέπει να προταθούν από το διάδικο στο δικαστήριο της ουσίας και, επίσης, πρέπει, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου, να εκτίθεται, πως είχε υποβληθεί αίτημα σχετικό από το πιο πάνω δεδικασμένο. Πρέπει, ακόμη, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου, να γίνεται ρητή μνεία στο αναιρετήριο, πως ο παραπάνω ισχυρισμός είχε, νόμιμα, προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1339/1985). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου χρόνου, οι αναιρεσείοντες απασχολήθηκαν στο αναιρεσίβλητο και συγκεκριμένα στη Σχολή Τεχνικών Υπαξιωματικών Αεροπορίας (ΣΤΥΑ), που εποπτεύεται από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, ως ωρομίσθιο διδακτικό προσωπικό, από τα αναφερόμενα στην αγωγή ακαδημαϊκά έτη, μέχρι τον Ιούνιο του 2004. Οι διαδοχικές συμβάσεις τους διέπονται από το άρθρο 29 Ν. 1943/1991 (όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 9 επ. Ν. 2026/1992), είναι δηλαδή υποχρεωτικά ορισμένου χρόνου και λύονται αυτοδικαίως με τη λήξη κάθε ακαδημαϊκού έτους. Ως προς το μισθολογικό τους καθεστώς διέπονται από τις κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Οικονομικών (αρθρ. 29 παρ 4 Ν. 1943/91 που προστέθηκε με το αρθρ 11 παρ. 4 Ν. 2026/92) και δεν εξομοιώνονται μισθολογικά με το ωρομίσθιο διδακτικό προσωπικό της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό της Σχολής ως δευτεροβάθμιας ή ανώτερης βαθμίδας. Σε όλες δε τις έγγραφες συμβάσεις τους ρητώς ορίζεται ότι αυτοί αμείβονται με βάση την ΚΥΑ 2/76107/0022/1-12-1999, στην οποία δεν προβλέπεται η χορήγηση επιδόματος διδακτικών τριμήνων, το οποίο καταβάλλεται στο ωρομίσθιο προσωπικό των αρθρ. 1 παρ. 1 Ν. 1824/88 και 30 παρ. 15α Ν. 2083/1992. Παρά το υφιστάμενο ειδικό μισθολογικό καθεστώς των, η υπηρεσία μισθοδοσίας του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας, βασιζόμενη στην 7922/666 της 22-11-1993 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία αφορούσε τους ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς των Κέντρων και Σχολών μαθητείας του ΟΑΕΔ και όχι τη ΣΤΥΑ ή άλλη στρατιωτική Σχολή ή Κέντρο Εκπαίδευσης, τους χορήγησε, από το ακαδημαϊκό έτος 1994 - 1995, το επίδομα διδακτικών τριμήνων. Η παροχή αυτή δόθηκε κατά παράβαση των προαναφερθεισών διατάξεων του άρθρου 29 παρ. 4 Ν. 1943/1991 και της ΚΥΑ 2/76107/0022/1-12-1999, από υπηρεσία του εναγομένου που δεν είχε εξουσία και αρμοδιότητα να προβαίνει σε παροχές μη προβλεπόμενες από το νόμο και επομένως η χορήγησή της, έστω και για μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν κατέστη, ως παράνομη, συμβατική, ώστε να θεμελιώνεται υποχρέωση του εναγομένου να συνεχίσει να την καταβάλει ως μέρος των αποδοχών των εναγόντων. Η μονομερής δε ανάκλησή της, από 1-1-2002 και εντεύθεν, ανεξάρτητα από το αν έγινε με άλλη αιτιολογία, δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων των εργασιακών συμβάσεων των εναγόντων, ώστε να δικαιούνται αυτοί την ένδικη παροχή, μετά την 1-1-2002. Με τις παραδοχές αυτές, απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή των.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.16 ΚΠολΔ, προβάλλεται, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν δέχθηκε, ότι για την ύπαρξη και νομιμότητα των επίδικων απαιτήσεων των αναιρεσειόντων, προκλήθηκε δεδικασμένο από την 677/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού το Εφετείο, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθόλου δεν ερεύνησε τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων δεδικασμένου. Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η πλημμέλεια, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό, που προέβαλαν με τον πρώτο λόγο της έφεσής των, ότι η εκκαλούμενη απόφαση, εσφαλμένως, δέχθηκε ότι η παροχή το επίδικου επιδόματος είχε χορηγηθεί παράνομα, χωρίς την ύπαρξη θεσμικού πλαισίου που να προβλέπει την καταβολή της εν λόγω παροχής και η χορήγησή του έστω και για αρκετό χρονικό διάστημα δεν κατέστη ως παράνομη συμβατική, ώστε να θεμελιώνει υποχρέωση του εναγομένου να συνεχίσει να την καταβάλει, ως μέρος των αποδοχών των, αφού, όπως, δέχθηκε η 677/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής των για την καταβολή του ίδιου επιδόματος, προηγούμενου χρονικού διαστήματος, η καταβολή της ανωτέρω παροχής, μετά την κατάργηση του επιδόματος διδακτικών τριμήνων, δεν ήταν παράνομη, διότι η κατάργησή του και μόνο δεν καθιστά απαγορευτέα την καταβολή της ένδικης παροχής, την οποία επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα οι αρμόδιες υπηρεσίες μισθοδοσίας του εναγομένου κατέβαλλαν, ως αντάλλαγμα της προαναφερόμενης πρόσθετης απασχόλησής των, αποτελούσης, κατά τη βούληση αμφοτέρων των συμβαλλόμενων, μισθό, ώστε να μην μπορεί ν' ανακληθεί. Ότι, αν και προς απόδειξη του παραπάνω λόγου έφεσης, του σχετικού ισχυρισμού των και της βάσης της αγωγής των είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου την, ως άνω, τελεσίδικη απόφαση, όμως το Εφετείο δεν ερεύνησε την ύπαρξη του δεδικασμένου, που δημιουργήθηκε από αυτήν, η οποία αφορούσε όλους τους αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι όλοι τους ήταν ενάγοντες στη δίκη εκείνη. Από την επισκόπηση της έφεσης και των προτάσεων των αναιρεσειόντων, προκύπτει ότι προέβαλλαν, με λόγο έφεσης, παραδεκτά, ενώπιον του Εφετείου, τον ισχυρισμό αυτό, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι, όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται, επρόκειτο για την ίδια ιστορική και νομική αιτία των δύο αγωγών, προσκόμισαν δε και την απόφαση από την οποία, όπως επικαλούνται, προκύπτει δεδικασμένο. Επομένως, εφόσον δεν ερευνήθηκε και δεν ελήφθη υπόψη, από το Εφετείο, ο ισχυρισμός αυτός, που, αν γινόταν δεκτός, θα συνεπαγόταν την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, είναι βάσιμος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, Μετά από αυτά, πρέπει, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η απόφαση, να παραπεμφθεί (κατά την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 4 Ν. 4055/2012) προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που την εξέδωσαν, να καταδικαστεί δε το αναιρεσίβλητο, ως ηττώμενο, στα περιοριζόμενα, κατά το μέτρο του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5375/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν ερεύνησε την ύπαρξη του δεδικασμένου, που δημιουργήθηκε από τελεσίδικη απόφαση, η οποία αφορούσε όλους τους αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι όλοι τους ήταν ενάγοντες στη δίκη εκείνη. Αφού ο σχετικός ισχυρισμός προβλήθηκε, παραδεκτά, με λόγο έφεσης, πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση του.
|
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας
|
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, Αρχή ισότητας.
| 0
|
Αριθμός 295/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΕΜΚΟ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΔΕΜΚΟ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Δ. Κ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ρήγα Μπαρμπούρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2243/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3596/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-10-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 10-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 94 § 1, 96 §§ 1 και 2 (όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 7 § 2 ν. 3994/2011) και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι (α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο (β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρχή ή από δικηγόρο, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει (γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως (δ) εάν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται με δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας αυτού, η οποία απαιτείται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την οποία αυτεπάγγελτα ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικά απών. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου δεν εμφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει, αν ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα ή επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετέχει νομίμως στη συζήτηση, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο δικηγόρος που υπογράφει την κλήση για συζήτηση ήταν εφοδιασμένος με πληρεξουσιότητα και σε καταφατική περίπτωση η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη, με χρονολογία 29-6-2012, παραγγελία του δικηγόρου Αθηνών Στυλιανού Βλαστού, υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης και την κλήση προς συζήτηση αυτής, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (22-1-2013), και τη, με χρονολογία 4-7-2012, πάνω σε αντίγραφο της αίτησης, επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., η συζήτηση της αναίρεσης επισπεύδεται από τον παραπάνω δικηγόρο, ως πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, που έγινε στη δικάσιμο της 22-1-2013, δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσείων, ούτε εκπροσωπήθηκε δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ενώ παραστάθηκαν, νομότυπα, οι αναιρεσίβλητοι. Από τη με χρονολογία 10-5-2012 εξουσιοδότηση, που φέρει την υπογραφή του αναιρεσείοντος, η οποία βεβαιώνεται από το Γενικό πρόξενο Σικάγου Δ. Μαστοράκο, προκύπτει η χορήγηση από αυτόν πληρεξουσιότητας προς τον παραπάνω δικηγόρο, που υπέγραψε την κλήση, για την επίσπευση της συζήτησης της αναίρεσης. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά της σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας μπορεί να είναι τακτική, η οποία σκοπεύει τη λύση της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και επιφέρει αυτήν μετά την παρέλευση της νόμιμης ή συμβατικής προθεσμίας, ή άτακτη, η οποία γίνεται χωρίς την τήρηση από το μέρος που καταγγέλλει, της νόμιμης ή συμβατικής προθεσμίας προειδοποίησης. Η τακτική καταγγελία της εργασιακής σχέσης δεν επιφέρει την άμεση λύση της, αλλ' η τελευταία εξακολουθεί να λειτουργεί μέχρι τη λήξη του χρόνου της προμήνυσης, κατά τη διάρκεια του οποίου εξακολουθούν να υφίστανται αναλλοίωτα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών από τη σχέση. Σκοπός της προμήνυσης είναι η έγκαιρη προειδοποίηση του εργαζομένου, αλλά και του εργοδότη, για την επικείμενη λύση της εργασιακής σχέσης, ώστε να φροντίσουν ο μεν εργαζόμενος να αναζητήσει αλλού εργασία, ο δε εργοδότης να βρει αντικαταστάτη του εργαζομένου, ο οποίος αποχωρεί. Ο χρόνος της προμήνυσης έχει ως συνέπεια να αναστέλλει την άμεση ενέργεια της καταγγελίας της σύμβασης για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα η σύμβαση συνεχίζει την κανονική λειτουργία της, χωρίς να μετατρέπεται σε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Η σύμβαση λύεται με την πάροδο του χρόνου προειδοποίησης, οπότε καταβάλλεται και η αποζημίωση. Στην περίπτωση δηλαδή της καταγγελίας μετά από προμήνυση, στο χρόνο κατά τον οποίο γίνεται η προμήνυση δεν προειδοποιείται απλώς ο αντισυμβαλλόμενος του καταγγέλλοντος για την επικείμενη, μετά την πάροδο του χρόνου της προειδοποίησης, καταγγελία της εργασιακής σχέσης, αλλά από του χρόνου της προειδοποίησης καταγγέλλεται η σχέση και επέρχεται, μέσω αυτής (καταγγελίας), η λύση της, εφόσον συντρέξουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις τις οποίες τάσσει ο νόμος. Το αποτέλεσμα της λύσης της εργασιακής σχέσης δεν επέρχεται με την πραγματοποίηση της καταγγελίας, δηλαδή, με την περιέλευση της σχετικής δήλωσης του καταγγέλλοντος προς τον αντισυμβαλλόμενό του, αλλά μετά την πάροδο του χρονικού διαστήματος της προμήνυσης, το οποίο μεσολαβεί μεταξύ της καταγγελίας και της οριστικής λήξης της σχέσης. Πρόκειται, δηλαδή, για καταγγελία υπό αναβλητική αίρεση. Για να είναι έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, θα πρέπει αυτή να γίνει εγγράφως και να καταβληθεί από τον εργοδότη η οφειλόμενη αποζημίωση, όπως ορίζει το άρθρο 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955, οφειλόμενη δε αποζημίωση είναι όχι η νόμιμη, αλλά η συμβατική, ήτοι αυτή που συμφωνήθηκε, κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, ότι θα καταβληθεί σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Η καταβολή της αποζημίωσης, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση καταβολής σε δόσεις, γίνεται κατά την ημέρα λύσης της σύμβασης. Αν για την καταγγελία τηρείται προθεσμία, η αποζημίωση καταβάλλεται κατά την εκπνοή της προθεσμίας. Εξάλλου, για να είναι έγκυρη η καταγγελία μισθωτού με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, διάρκειας πέρα των δύο (2) μηνών, απαιτείται σύμφωνα με το Ν. 2112/1920, εκτός από τον έγγραφο τύπο και προθεσμία προειδοποίησης, ενός (1) μηνός για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δύο (2) μήνες έως δύο (2) χρόνια (άρθρο 1). Βέβαια, είναι δυνατή η τακτική καταγγελία με μεγαλύτερο χρόνο προειδοποίησης (προμήνυσης) έναντι του νομίμου. Τέλος, ως ανάλογη αποζημίωση απόλυσης θεωρείται όχι μόνο η νόμιμη αποζημίωση, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 Ν. 2112/1920 ορίζεται κατά ποσό ίση προς το σύνολο των τακτικών αποδοχών του απολυθέντος μισθωτού, τις οποίες αυτός θα ελάμβανε κατά το χρόνο προ του οποίου έπρεπε να γίνει η καταγγελία και της οποίας ο υπολογισμός, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 Ν. 3198/1955, γίνεται βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, αλλά και η πρόσθετη κατά ποσό αποζημίωση, η οποία ορίζεται κατόπιν επιτρεπτής, κατά το ως άνω άρθρο 3 παρ. 1 Ν. 2112 /1920, συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και μισθωτού (Ολ.ΑΠ 1144/1982, ΑΠ 1861/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε εγγράφως στις 15.03.2005, στην Αθήνα, μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, δια των νομίμων εκπροσώπων της, ο πρώτος προσλήφθηκε από τη δεύτερη ανώνυμη εταιρία ως "Διευθύνων Σύμβουλος", με αντικείμενο απασχόλησής του το σχεδιασμό και την υλοποίηση της στρατηγικής marketing των προϊόντων και υπηρεσιών που παρέχει η εναγομένη εταιρία, οι θυγατρικές και οι συγγενείς αυτής εταιρίες. Για την πιο πάνω εργασία του συμφωνήθηκε ότι οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του θα ανέρχονται στο ποσό των € 12.000 (14 μηνιαίες καταβολές το χρόνο). Συμφωνήθηκε επίσης, μεταξύ άλλων, ότι "η Εταιρία θα καταβάλει στο "Διευθύνοντα Σύμβουλο", ως οικειοθελή παροχή, πρόσθετη αμοιβή (bonus) η οποία δεν θα υπερβαίνει το ήμισυ των ετησίων τακτικών του αποδοχών" (βλ. παρ. 3 γ του 4ου όρου). Με τον 6ο όρο της ίδιας σύμβασης ("Καταγγελία της Συμβάσεως"), ορίσθηκε ότι: "σε περίπτωση καταγγελίας από την "Εταιρία" της παρούσας συμβάσεως εντός της πρώτης διετίας ισχύος αυτής, εκτός εάν συντρέχει σπουδαίος λόγος για την καταγγελία αυτής, η οφειλόμενη από την "Εταιρία" αποζημίωση απόλυσης θα ανέρχεται σε 14 μηνιαίες τακτικές αποδοχές κατ' ανώτατο όριο και η αποζημίωση αυτή θα συμπεριλαμβάνει και σε κάθε περίπτωση θα συμψηφίζεται με την οφειλόμενη από τον εργοδότη σύμφωνα με τους σχετικούς νόμους (νόμιμη) αποζημίωση. Τα μέρη συμφωνούν, ότι μετά την πάροδο της διετίας κατά τα ανωτέρω η αποζημίωση απόλυσης σε περίπτωση καταγγελίας της παρούσας από την εταιρία, εκτός εάν συντρέχει σπουδαίος λόγος, θα ισούται με την οφειλόμενη από τον εργοδότη σύμφωνα με τους σχετικούς νόμους (νόμιμη) αποζημίωση απόλυσης". Στις 24.11.2006 η υπεύθυνη προσωπικού της εναγομένης εταιρίας, Α. Π., πρότεινε στον ενάγοντα τη λύση της εργασιακής σύμβασης στις 30.11.2006, με την ταυτόχρονη καταβολή σ' αυτόν αποζημίωσης απόλυσης € 35.000 ήτοι ποσού κατά € 7.000 υψηλότερου της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Ο ενάγων δεν αποδέχθηκε την πρόταση αυτή, τονίζοντας ότι, η εναγομένη, που επιθυμούσε τη λύση της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας εντός της πρώτης διετίας ισχύος αυτής, όφειλε να του καταβάλει το συμφωνηθέν ποσό αποζημίωσης, ήτοι 14 μηνιαίες τακτικές αποδοχές. Την άρνησή του αυτή επανέλαβε στην πιο πάνω υπεύθυνη προσωπικού και με μήνυμά του, που απέστειλε σ' αυτήν με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail), στις 27.11.2006, γνωστοποιώντας της ότι αποδέχεται την εκ μέρους της εναγομένης εταιρίας καταγγελία της σύμβασής του με ημερομηνία λήξης αυτής στις 30.11.2006. Την επομένη (28.11.2006) ο ενάγων απέστειλε μήνυμα, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στον Διευθύνοντα Σύμβουλο, Γ. Σ. και στην άνω Α. Π., με το οποίο τους ζητούσε να ενημερωθεί για την τελική απάντηση της εναγομένης εταιρίας στο από 27.11.2006 µήνυµά του. Στις 29.11.2006, ο άνω Διευθύνων Σύµβουλος, απέστειλε µήνυµα (e-mail) προς τον ενάγοντα, µε το εξής περιεχόµενο: "δεν τίθεται θέµα µονοµερούς καταγγελίας της σύµβασης εργασίας σας εκ µέρους της εταιρίας στον παρόν στάδιο, όπως ατυχώς και προφανώς λόγω παρανόησης αναφέρεται στο e-mail που αποστείλατε στην κα Π.. Εποµένως, καλείστε να παρέχετε τις υπηρεσίες σας, σύµφωνα µε την ισχύουσα σύµβαση εργασίας σας, τους όρους της οποίας τηρούµε απαρέγκλιτα". Σε συνέχεια του µηνύµατος αυτού, την 1.12.2006, ο ενάγων µε µήνυµά του προς τον ως άνω Διευθύνοντα Σύμβουλο, ζήτησε να πληροφορηθεί το χρόνο της απόλυσής του, προκειµένου να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες εξεύρεσης εργασίας, αφού στο µήνυµα του τελευταίου γινόταν λόγος για µη καταγγελία της σύµβασης στο "παρόν στάδιο". Επειδή ο ενάγων δεν έλαβε απάντηση στο πιο πάνω µήνυµά του, στις 22.12.2006 απέστειλε νέο µήνυµα στον παραπάνω Διευθύνοντα Σύμβουλο, επιµένοντας ότι επιθυμούσε να λάβει απάντηση προκειµένου να σχεδιάσει τις κινήσεις του για εξεύρεση εργασίας. Στο ίδιο µήνυµα δήλωσε ότι, αν µέχρι 30.12.2006, δεν λάβει απάντηση θα θεωρήσει ότι δεν τίθεται θέµα απόλυσής του την 1.5.2007, όπως ο ίδιος (Διευθύνων Σύµβουλος) του είχε δηλώσει παρουσία της Α. Π.. Μετά την ανταλλαγή των πιο πάνω µηνυµάτων µέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, η εναγοµένη εταιρία µε το από 27.12.2006 έγγραφό της, που ενεχείρισε στον ενάγοντα την εποµένη (28.12.2006) και το οποίο αυτός υπέγραψε µε επιφύλαξη, κατήγγειλε µε προμήνυση τη µεταξύ τους σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου από 2.5.2007, σύµφωνα µε τις σχετικές διατάξεις του Ν. 2112/1920. Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται ότι: "Έως την άνω ηµεροµηνία, κατά την οποία θα σας καταβληθεί η νόµιµη αποζηµίωση, καλείστε να παρέχετε προσηκόντως τις υπηρεσίες σας". Η κοινοποιηθείσα στον ενάγοντα την 28.12.2006 έγγραφη καταγγελία της σύµβασης εργασίας µε προειδοποίηση για απόλυση στις 2.5.2007, ήτοι µε χρόνο προμήνυσης µεγαλύτερο του νομίμου, [ενός (1) μηνός για την περίπτωση του ενάγοντος υπαλλήλου, που είχε υπηρετήσει πάνω από δύο (2) μήνες και λιγότερο από δύο (2) χρόνια (άρθρ. 1 Ν. 2112/1920)], είναι καθ' όλα νόμιμη, διότι ο εν λόγω χρόνος προμήνυσης είναι ο ελάχιστος για τη νόμιμη άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας, ενώ είναι δυνατή η τακτική καταγγελία με μεγαλύτερο χρόνο προμήνυσης. Εξάλλου, η ασκηθείσα από την εναγομένη εταιρία καταγγελία ήταν σύμφωνη και με τον προαναφερθέντα σχετικό όρο περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, αφού η επίμαχη καταγγελία δεν επέφερε τα αποτελέσματά της εντός της διετίας από την ισχύ της σύμβασης εργασίας, αλλά μετά απ' αυτήν, καθ' όλο δε το διάστημα μέχρι τη λύση της αυτής (σύμβασης εργασίας), ήτοι μέχρι τη συμπλήρωση της συμφωνηθείσας διετίας, η εναγομένη εταιρία απασχολούσε τον ενάγοντα κανονικά, καταβάλλοντάς του τις συμφωνηθείσες αποδοχές. Με την πιο πάνω, με προθεσμία προειδοποίησης τεσσάρων (4) περίπου μηνών, καταγγελία, παρασχέθηκε ικανός χρόνος στον ενάγοντα να σχεδιάσει τις μελλοντικές επαγγελματικές του κινήσεις και δεν αιφνιδιάσθηκε, πράγμα το οποίο θα είχε συμβεί αν η εναγομένη εταιρία ανέμενε, όπως θα μπορούσε, τη συμπλήρωση της διετίας και στη συνέχεια, μετά την 2.5.2007, προέβαινε σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος. Έτσι, στις 2.5.2007, κατά τη λήξη του χρόνου της προειδοποίησης, επήλθε η λύση της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, την ίδια δε ημέρα η εναγομένη εταιρία κατέβαλε σ' αυτόν ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 28.000 € και επομένως ο ισχυρισμός του πρώτου ότι η γενόμενη στις 28.12.2006 καταγγελία είναι άκυρη, διότι δεν συνοδεύθηκε από ταυτόχρονη καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης κρίνεται απορριπτέος, αφού η καταβολή της αποζημίωσης γίνεται κατά τη λήξη του χρόνου προειδοποίησης. Με τις παραδοχές αυτές, αφού δέχθηκε, ότι η σύμβαση του ενάγοντος λύθηκε, εγκύρως, στις 2.5.2007, κατά την οποία και καταβλήθηκε η οφειλόμενη νόμιμη αποζημίωση, απέρριψε την έφεσή του, κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία, αν και με άλλη αιτιολογία, την οποία αντικατέστησε, είχε απορριφθεί η αγωγή κατά το μέρος αυτό. Κρίνοντας, έτσι το Εφετείο, δεχόμενο δηλαδή, μεταξύ των άλλων και ότι η εναγομένη ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει τη νόμιμη και όχι τη συμβατικώς (εντός της διετίας) ορισθείσα αποζημίωση, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 και είναι αβάσιμος ο, περί του αντιθέτου, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρώτος, λόγος αναίρεσης.
Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Εξάλλου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχείρησης του εργοδότη, που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά). Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη και τα ακόλουθα: Η εναγομένη εταιρία, από τις αρχές του έτους 2006, στο πλαίσιο της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της, με σκοπό την αποδοτικότερη λειτουργία των επιχειρήσεών της, προέβη σε πρόγραμμα σταδιακής απομάκρυνσης των υψηλόβαθμων στελεχών της, με προϋπηρεσία σ' αυτήν από 3 έως 20 έτη. Ενδεικτικά, μεταξύ των τελευταίων ήταν: (1) ο Λ. Α., νομικός σύμβουλος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης εταιρίας, (2) ο Γ. Ψ., πρόεδρος του τηλεοπτικού σταθμού Alpha, (3) ο Α. Λ., οικονομικός διευθυντής της εναγομένης εταιρίας, (4) ο Μ. Κ., πρώην διευθύνων σύμβουλος της τελευταίας, ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον Γ. Σ. και (5) ο Ν. Χ., διευθύνων σύμβουλος του ως άνω τηλεοπτικού σταθμού. Στο άνω πλαίσιο του προγράμματος απομάκρυνσης των υψηλόβαθμων στελεχών της εναγομένης εταιρίας, στις 24.11.2006, η υπεύθυνη προσωπικού αυτής, Α. Π., πρότεινε στον ενάγοντα τη λύση της μεταξύ αυτού και της εναγομένης εταιρίας εργασιακής σχέσης στις 30.11.2006, με την ταυτόχρονη καταβολή σ' αυτόν αποζημίωσης απόλυσης 35.000 € ήτοι ποσού κατά 7.000 € υψηλότερου της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Όμως ο ενάγων απέρριψε την πρόταση αυτή και κατόπιν τούτου η διοίκηση της εναγομένης προχώρησε στην (τακτική) καταγγελία της σύμβασης εργασίας με προμήνυση - προειδοποίηση κατά τη λήξη του χρόνου της οποίας (2.5.2007) κατέβαλε στον πρώτο την αποζημίωση απόλυσης. Η ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, που έγινε στα πλαίσια οικονομοτεχνικής αναδιάρθρωσης της εναγομένης εταιρίας, μετά την εκ μέρους του ενάγοντος απόρριψη της πρότασης της τελευταίας περί συναινετικής λύσης της σύμβασης εργασίας του με την ταυτόχρονη καταβολή της πιο πάνω αποζημίωσης, δεν ήταν καταχρηστική, αφού δεν είναι καταχρηστική η απόλυση του μισθωτού που συντελείται στα πλαίσια οικονομοτεχνικής αναδιάρθρωσης της επιχείρησης, μετά την εκ μέρους του απόρριψη της προταθείσας από τον εργοδότη εναλλακτικής λύσης και αν ακόμη αυτή αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης. Με τις παραδοχές αυτές δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης δεν είναι καταχρηστική και απέρριψε, εμμέσως πλην σαφώς, το σχετικό ισχυρισμό του εναγομένου, ότι η καταγγελία της σύμβασης με προειδοποίηση έγινε με αποκλειστικό σκοπό να καταστρατηγήσει η αναιρεσείουσα αθεμίτως τη συμβατική της υποχρέωση για την καταβολή στον αναιρεσείοντα της συμβατικώς ορισθείσας, υπέρτερης της νομίμου, αποζημίωσης. Κρίνοντας, έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και είναι αβάσιμος ο, περί του αντιθέτου, πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, αληθώς, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης.
Οι πρόσθετες παροχές που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόσθετη εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχομένη εργασία δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα για τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα να έχει τη δυνατότητα ο εργοδότης να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει η χορήγηση τους. Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρόνιου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής του, εάν ο εργοδότης, κατά την έναρξη της χορήγησής τους ή έστω πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελεύθερα μονομερώς οποτεδήποτε. Το Εφετείο, με την απόφασή του δέχθηκε ότι σύμφωνα με τον 4ο όρο (παρ. 3) της επίμαχης σύμβασης εργασίας, "η Εταιρία θα καταβάλει στο "Διευθύνοντα Υπάλληλο", ως οικειοθελή παροχή, πρόσθετη αμοιβή (bonus), η οποία δεν θα υπερβαίνει το ήμισυ των ετησίων τακτικών του αποδοχών. Ρητά συμφωνείται ότι όλες οι ως άνω παροχές, που περιγράφονται στην παρούσα παράγραφο δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές". Όπως ρητά αναφέρεται στον εν λόγω όρο, η πρόσθετη αμοιβή (bonus) θα καταβάλλεται από την εναγομένη εταιρία ως οικειοθελής παροχή, ήτοι εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση. Τούτο διευκρινίζεται και από την αμέσως επόμενη παράγραφο 4, στην οποία ορίζεται ότι: "Κάθε άλλη παροχή, πλην της αναφερόμενης στην παράγραφο 1, χρηματική ή σε είδος, που συμφωνείται με την παρούσα ή τυχόν καταβληθεί με οποιαδήποτε ονομασία ή για οποιαδήποτε αιτία, εφάπαξ ή κατ' επανάληψη ή περιοδικά, συνομολογείται ως παροχή χορηγούμενη από ελευθεριότητα (οικειοθελής παροχή) δεν αποτελεί τακτικές αποδοχές ή αντάλλαγμα της εργασίας και μπορεί να μεταβληθεί ή να καταργηθεί μονομερώς από την "Εταιρία" οποτεδήποτε, δεν υπολογίζεται για την ανεύρεση τυχόν οφειλομένων αμοιβών ή αποζημιώσεων στον Διευθύνοντα Υπάλληλο". Από το περιεχόμενο των πιο πάνω όρων δεν προκύπτει συμβατική δέσμευση της εναγομένης εταιρίας απέναντι στον ενάγοντα για σταθερή καταβολή σ' αυτόν πρόσθετης αμοιβής (bonus), αλλ' αντιθέτως, προκύπτει ότι η καταβολή της οικειοθελούς παροχής ήταν στη διακριτική ευχέρεια της εναγομένης εταιρίας. Αξίζει να σημειωθεί, (συνεχίζει το Εφετείο), ότι στον ως άνω όρο δεν αναφέρεται το ύψος του bonus ούτε ο χρόνος καταβολής του, γεγονός το οποίο ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι η χορήγηση της πρόσθετης αυτής αμοιβής, καθώς επίσης και το ύψος αυτής, αφέθηκε στην κρίση της εναγομένης εταιρίας. Άλλωστε, όπως αποδεικνύεται, ουδέποτε από την αρχή της σύμβασης εργασίας καταβλήθηκε στον ενάγοντα η ως άνω πρόσθετη αμοιβή, ούτε βέβαια ο ίδιος διαμαρτυρήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο (π.χ. με κοινοποίηση εξώδικης διαμαρτυρίας, καταγγελία στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, κ.λπ.) για τη μη καταβολή σ' αυτόν οποιουδήποτε ποσού ως πρόσθετης αμοιβής. Με τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε επιδικαστεί στον ενάγοντα, ως bonus, το ποσό των 168.000 €, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά το αντίστοιχο αίτημά της. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 και 653 του ΑΚ και ο, περί του αντιθέτου, δεύτερος κατά το πρώτο μέρος του, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώσει ρητώς ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στην δικαιοπραξία, ως προς την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων αυτών ιδρύει τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ευθεία παραβίαση ουσιαστικών διατάξεων), ενώ η μη παράθεση στην απόφασή του των πραγματικών εκείνων στοιχείων από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών ιδρύει τον, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, λόγο αναίρεσης, για εκ πλαγίου παραβίαση. Για το ορισμένο όμως των λόγων αυτών αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι μολονότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άνω άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Αντικείμενο της ερμηνείας από το δικαστήριο, σύμφωνα με τους κανόνες των διατάξεων αυτών είναι οι σχετικές δηλώσεις βουλήσεως στην "κανονιστική" μόνο διάστασή τους, ως φορέων ενός νομικώς κρίσιμου νοήματος, και όχι οι πραγματικές διαπιστώσεις του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς τις οποίες η κρίση του δικαστηρίου είναι οντολογική και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι μολονότι διεπίστωσε ότι υπάρχει κενό και αμφιβολία, ως προς την έννοια του παραπάνω 4ου όρου της σύμβασης εργασίας δηλαδή αν από το περιεχόμενο της προέκυπτε ή όχι συμβατική δέσμευση της αναιρεσίβλητης για σταθερή καταβολή σ' αυτόν του επίδικου bonus, όμως δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για να διαπιστώσει την αληθή έννοια της βούλησής των. Ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι, από τις άνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό δεν διεπίστωσε κενό ή αμφιβολία, αλλά εκτιμώντας το περιεχόμενό του, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι, από το έγγραφο αυτό δεν προκύπτει συμβατική δέσμευση της εναγομένης εταιρίας απέναντι στον ενάγοντα για σταθερή καταβολή σ' αυτόν πρόσθετης αμοιβής (bonus), αλλ' αντιθέτως, ευθέως, προκύπτει ότι η καταβολή της οικειοθελούς παροχής ήταν στη διακριτική ευχέρεια της. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-10-2011, αίτηση του αναιρεσείοντος, για την αναίρεση της 3596/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εφόσον προκύπτει η χορήγηση πληρεξουσιότητας, από τον μη παραστάντα αναιρεσείοντα προς το δικηγόρο, που υπέγραψε την κλήση, για την επίσπευση της συζήτησης της αναίρεσης, προχωρεί η συζήτησή της. Το εφετείο, δεχόμενο ότι η εναγομένη ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει τη νόμιμη και όχι τη συμβατικώς (εντός της διετίας) ορισθείσα αποζημίωση, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955. Στην περίπτωση της καταγγελίας μετά από προμήνυση, το αποτέλεσμα της επέρχεται μετά την πάροδο του χρονικού διαστήματος της προμήνυσης. Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, στα πλαίσια οικονομοτεχνικής αναδιάρθρωσης της επιχείρησης, δεν είναι καταχρηστική. Οι πρόσθετες παροχές που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως, από ελευθεριότητα, δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού.
|
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας
|
Καταγγελία σχέσης εργασίας, Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
| 2
|
Αριθμός 296/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσοκανά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. Κ. του Π., κατοίκου …, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-4-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 10-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη έκθεση επίδοσης, με αρ…./12-7-2012, του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καβάλας …, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, (22-1-2013), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλε την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά τις διατάξεις περί παραγραφής του άρθρου 40 παράγραφος 6 του Α.Ν. 1846/1951 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων", που ίσχυαν αρχικώς, όσο και μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 15 παρ. 2 του Ν. 4476/1965, και ήδη ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους εκ νέου με το άρθρο 7 του Ν. 825/1978 "Πάσαι αϊ αξιώσεις εκ παροχών εις χρήμα της ασφαλίσεως ασθενείας παραγράφονται μετά εξ μήνας αφ' ης κατέστησαν απαιτηταί. Απαιτηταί δόσεις συντάξεων μη εισπραχθείσαι δι' οιονδήποτε λόγον εντός έτους παραγράφονται. Η ετήσια παραγραφή άρχεται από του τέλους του μηνός ον αφορά η υπό πληρωμήν σύνταξις. Πάσα άλλη οιαδήποτε κατά του Ι.Κ.Α. απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν". Εξάλλου, με το άρθρο 90 παράγραφος 3 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της". Κατά δε την διάταξη του άρθρου 91 του ίδιου ως άνω Ν. 2362/1995 "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Προκειμένου, όμως, περί δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων που εισπράττονται στα Τελωνεία, η παραγραφή αρχίζει από της βεβαιώσεως αυτών". Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, προκειμένου περί απαιτήσεων από καθυστερούμενες αποδοχές ή από άλλες κάθε φύσεως απολαβές κατά του Ι.Κ.Α., υπαλλήλων του, με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, έχουν εφαρμογή οι προδιαληφθείσες, περί παραγραφής, ειδικές διατάξεις του άρθρου 40 παρ. 6 του Α.Ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 15 παρ. 2 του Ν. 4476/1965 και 7 του Ν. 825/1978, σύμφωνα με τις οποίες οι εν γένει απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α. υπόκεινται στην πενταετή και όχι στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995. Και τούτο γιατί, το εν λόγω νομοθέτημα περί Δημοσίου Λογιστικού (όπως και το καταργηθέν με το άρθρο 113 αυτού Ν.Δ. 321/1969 "Κώδικας Δημόσιου Λογιστικού") ρυθμίζει την παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου μόνο και δεν προβλέπει την εφαρμογή του και προκειμένου περί αξιώσεων κατά του Ι.Κ.Α. Όπου δε ο νόμος θέλησε να εξομοιώσει το Ι.Κ.Α. με το Δημόσιο το έκανε με ρητές διατάξεις. Ενώ, εξάλλου, ο οριζόμενος χρόνος παραγραφής των δύο ετών με το άρθρο 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", για τις αξιώσεις από καθυστερούμενες αποδοχές ή από κάθε άλλης φύσεως απολαβές, δεν εφαρμόζεται στο Ι.Κ.Α., γιατί με το άρθρο μόνο του Π.Δ. 437/1977, το Ι.Κ.Α., ως ασφαλιστικός οργανισμός υπαγόμενος στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, εξαιρέθηκε από την εφαρμογή του ως άνω Ν.Δ. 496/1974, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 369/1976 και μεταγενέστερα. Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι οι ένδικες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης, που αφορούν αποδοχές της (επίδομα γάμου και τέκνων), σχετικές με τις υπηρεσίες που παρέσχε, ως οδοντίατρος, στους ασφαλισμένους του αναιρεσείοντος Ι.Κ.Α., κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 28-2-2001, κατά το οποίο, δυνάμει σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, απασχολήθηκε σ' αυτό, υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί παραγραφής και συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ενόψει όλων των παραπάνω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, αφού η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 9-4-2012, αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), για αναίρεση της 23/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προκειμένου περί απαιτήσεων από καθυστερούμενες αποδοχές ή από άλλες κάθε φύσεως απολαβές κατά του Ι.Κ.Α., υπαλλήλων του, έχουν εφαρμογή οι περί παραγραφής, ειδικές διατάξεις του άρθρου 40 παρ. 6 του Α.Ν. 1846/1951, σύμφωνα με τις οποίες υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή.
|
Παραγραφή αξιώσεων
|
Παραγραφή αξιώσεων.
| 0
|
Αριθμός 297/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ) ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αβραάμ Ιορδανίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1617/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5080/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-12-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 4-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της, από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής αρκεί για το παραδεκτό της αγωγής να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διάταξης, στην οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή αίτημα. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται και η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων, στα οποία περιλαμβάνεται και η αγωγή, για την οποία η εσφαλμένη, ως προς τη νομιμότητα και την εν γένει θεμελίωσή της κρίση, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, γιατί ανάγεται στη μη προσήκουσα εφαρμογή και ερμηνεία του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Η νομική δε αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ελέγχεται αυτεπάγγελτα από το ουσιαστικό δικαστήριο, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της, σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά, ενώ η περαιτέρω ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής, δηλαδή αυτή που ανάγεται στην ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αυτής, που συνεπάγεται την αοριστία του ίδιου του δικογράφου της αγωγής και την εξαιτίας τούτου απόρριψη αυτής ως αόριστης, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 679, 653 ΑΚ, 3 παρ. 1 και 3 ΑΝ 539/1945, 3 παρ. 16 και 17 Ν. 4504/1966, 1 παρ. 1, 2 και 3 ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 5 παρ. 2 Ν. 133/1975, 1 παρ. 1 Ν. 435/1976, 1 παρ. 2 Ν. 1082/1980 και της κυρωθείσας µε το Ν. 3248/1955 υπ' αριθ. 95/49 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου", προκύπτει ότι ως τακτικές αποδοχές, βάσει των οποίων υπολογίζονται τα δώρα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, οι αποδοχές αδείας και τα επιδόματα αδείας και εξευρίσκεται το ημερομίσθιο και η προσαύξηση για την παρεχόμενη υπερωριακή εργασία, νοούνται όχι µόνον ο βασικός µισθός, αλλά και κάθε άλλη, κατά τη διάρκεια της σύµβασης εργασίας, καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήµα ή σε είδος, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως, ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων, η υπερεργασία, η νόμιμη υπερωριακή εργασία, όχι όμως και η παράνομη υπερωριακή απασχόληση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις 336/1979 και 110/1987 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας, καθώς και την 76/2002 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της, η εναγομένη Επιχείρηση (Δ.Ε.Η.) υποχρεούται να συνυπολογίζει και καταβάλλει στο προσωπικό της αναλογία των πρόσθετων αμοιβών της για την υπερεργασιακή και υπερωριακή του απασχόληση, για μεν το δώρο Πάσχα, εφόσον κατά το 4μηνο από 1 Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου ήθελε πραγματοποιηθεί υπερεργασιακή (ή ιδιόρρυθμη υπερωριακή) ή υπερωριακή απασχόληση 40 ώρες και πάνω κατανεμόμενες σε 2 μήνες και πάνω, για δε το δώρο Χριστουγέννων, εφόσον κατά το 8μηνο από 1 Μαΐου μέχρι 31 Δεκεμβρίου ήθελε πραγματοποιηθεί υπερεργασιακή (ή ιδιόρρυθμη υπερωριακή) ή υπερωριακή απασχόληση 80 ώρες και πάνω, κατανεμόμενες σε 4 μήνες και πάνω.
Στην προκειμένη περίπτωση στην επισκοπούμενη, από 30-9-2007, αγωγή του, ενώπιον του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατ' εκτίµηση του περιεχομένου της, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα το έτος 1988, µε σύµβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία από τις 14-9-1993 µετατράπηκε σε αορίστου χρόνου διάρκειας, µε την ειδικότητα του οδηγού (κατηγορία Τ5) και απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Υπηρεσιών Μεταφοράς της Κεντρικής της Υπηρεσίας, όπου και µέχρι το χρόνο άσκησης αυτής (αγωγής) υπηρετούσε, υπαγόταν δε στις διατάξεις του έχοντος ισχύ νόµου Κανονισµού Προσωπικού της. Ότι, κατά τη διάρκεια της εργασιακής του απασχόλησης, κατά την περίοδο των ετών 2000 - 2004, η ως άνω εργοδότριά του δεν υπολόγιζε τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων µε βάση τις τακτικές αποδοχές του, προσαυξημένες κατά την αµοιβή που λάµβανε σταθερώς και ανελλιπώς για παροχή νόµιµης υπερωριακής εργασίας και ανερχόμενη στα ποσά που, ειδικότερα, αναφέρει στην αγωγή του, όπως όφειλε, σύµφωνα µε τις γενικές διατάξεις της ισχύουσας εργατικής νοµοθεσίας, αλλά τις ειδικές διατάξεις για τη ΔΕΗ, µε αποτέλεσµα να του καταβάλει µικρότερα ποσά από τα δικαιούμενα. Ότι, εκ του παράνοµου αυτού υπολογισµού, προέκυπταν υπέρ αυτού µισθολογικές διαφορές, τις οποίες του οφείλει, εκ συνολικού ποσού, για µεν τα επιδόματα Χριστουγέννων της προαναφερόμενης πενταετίας, 6.766,81 ευρώ, για δε τα επιδόματα Πάσχα της αντίστοιχης περιόδου, 3.383,40 ευρώ, και όπως ειδικότερα την κάθε επιµέρους προκύπτουσα διαφορά για καθένα από τα προαναφερόμενα έτη εργασιακής του απασχόλησης αναλύει. Γι' αυτό ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη, κυρίως µε βάση την εργασιακή του σύµβαση, άλλως κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της ισότητας µεταξύ των εργαζομένων της και επικουρικά, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισµού διατάξεις, να του καταβάλει τα προαναφερόμενα ποσά. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο µε την 1617/2008 απόφασή του απέρριψε την αγωγή, λόγω αοριστίας της. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε έφεση, επικαλούμενος λόγους, που ανάγονται σε κακή εκτίµηση του περιεχομένου του δικογράφου της ένδικης αγωγής και σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόµου. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι, με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις προεκτεθείσες διατάξεις, ότι οι καταβολές που έγιναν από την εναγομένη δεν αποτελούν στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο σχετικής ένστασης εξόφλησης της τελευταίας, για τον υπολογισμό δε των προκυπτουσών και τυχόν επιδικασθησομένων για την ως άνω αιτία διαφορών αρκεί η αναφορά στην αγωγή του μηνιαίου μισθού του ενάγοντος και η αμοιβή για την υπερωριακή εργασία που πραγματοποιήθηκε, κατά μέσο όρο, στο κρίσιμο χρονικό διάστημα, στοιχεία τα οποία ο ενάγων και παραθέτει στο δικόγραφο της αγωγής. Ακολούθως, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, ερευνώντας δε κατ' ουσία την αγωγή, δέχθηκε και ότι, από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόµιµα επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη µε σύµβαση εξαρτημένης εργασίας το έτος 1988 και στη συνέχεια, µε τη µε αριθμό 295/14-9-1993 απόφαση του Δ.Σ. της, η σύµβασή του µετατράπηκε σε αορίστου χρόνου διάρκειας, εντάχθηκε στην κατηγορία Τ5 µε την ειδικότητα του οδηγού και απασχολείτο έκτοτε και µέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, στη Διεύθυνση Υπηρεσιών Μεταφοράς της Κεντρικής Υπηρεσίας της τελευταίας, έχοντας υπαχθεί και ακολουθήσει την προαγωγική και βαθµολογική εξέλιξη του έχοντος ισχύ νόµου Κανονισµού Κατάστασης Προσωπικού της (ΚΚΠ/ΔΕΗ). Ότι για τις πραγματοποιηθείσες, κάθε µήνα, σταθερά υπερωρίες του η εναγομένη του κατέβαλε την αντίστοιχη αμοιβή και δη ως αμοιβή για το έτος 2002 το ποσό των 1.381,60 ευρώ, για το έτος 2003 το ποσό των 1.462,89 ευρώ και για το έτος 2004 το ποσό των 1.449,60 ευρώ, ποσά τα οποία η εναγομένη δεν αμφισβήτησε ειδικώς, αφού δεν αντέλεξε στο σχετικό ισχυρισμό του ενάγοντος, ούτε διατύπωσε συγκεκριμένες αντιρρήσεις προσδιορίζοντας αυτή τα ποσά της καταβληθείσας αμοιβής για τη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, που δεν αμφισβήτησε ότι τελικά αυτός (ενάγων) της παρείχε, και ότι κατά την καταβολή των δώρων του εορτών (Πάσχα Χριστουγέννων) των αντίστοιχων ως άνω ετών δεν συνυπολόγισε και τα παραπάνω ποσά, όπως όφειλε, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες 336/1979 και 110/1987 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της, καθώς και την 76/2002 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της, σε συνδυασμό με τον ως άνω Κανονισμό Κατάστασης Προσωπικού της, και του οφείλει τις αντίστοιχες αιτούμενες διαφορές. Ότι η εναγομένη, προς απόκρουση των αιτουμένων ως άνω αγωγικών κονδυλίων για την ως άνω αιτία, ισχυρίστηκε ότι είχε συνυπολογίσει και καταβάλει στο προσωπικό της, και άρα και στον ενάγοντα, αναλογία των πρόσθετων αμοιβών τους για την υπερεργασιακή και υπερωριακή τους απασχόληση στα επιδόματα εορτών (Χριστουγέννων - Πάσχα) και προς απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού επικαλέστηκε και προσκόμισε τα εκκαθαριστικά σημειώματα της μισθοδοσίας του για ολόκληρο το ένδικο διάστημα. Ωστόσο, αν και εμφανίζονται καταβολές της προς τον ενάγοντα για μισθολογικές διαφορές του, κατά τα ένδικα έτη 2002 και 2003, μεγαλύτερων από τα αιτούμενα χρηματικά ποσά και συγκεκριμένα στα από Δεκεμβρίου 2002, καταβολές εκ συνολικού ποσού 4.463,26 ευρώ και στα από Μαρτίου, Απριλίου και Δεκεμβρίου 2003 καταβολές εκ συνολικού ποσού 4.776,16 ευρώ, ουδόλως, αποδεικνύεται αν σ' αυτές συμπεριλαμβάνονται και οι προσαυξήσεις για τις καταβληθείσες πρόσθετες αµοιβές αυτού, για την παρασχεθείσα (νόµιµη) υπερωριακή του απασχόληση στα επιδόµατα εορτών (Χριστουγέννων - Πάσχα), δεδομένου ότι ουδεµία ανάλυση υπάρχει. Για το έτος δε 2004, στα από Απριλίου και Δεκεμβρίου 2004 εκκαθαριστικά σημειώματα µισθοδοσίας του προκύπτουν καταβολές εκ συνολικού ποσού 279,25 ευρώ, ήτοι κατά πολύ μικρότερο από το αντίστοιχο αιτούμενο αγωγικό κονδύλιο, χωρίς, επίσης, επαρκή ανάλυσή του για τη συγκεκριμένη αιτία καταβολής του. Ως εκ τούτου, µε βάση µόνο τα παραπάνω αποδεικτικά µέσα, δεν µπορεί να εξαχθεί ασφαλής δικανική κρίση για τη στήριξη της ουσιαστικής βασιµότητας του ισχυρισµού αυτής περί εξόφλησης των ως άνω (επιδίκων και µη παραγεγραµµένων) αξιώσεων του ενάγοντος. Επομένως, καταλήγει το Εφετείο, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα την αξιούµενη προσαύξηση στα επιδόµατα εορτών για τη ληφθείσα αµοιβή του της πραγματοποιηθείσας (νόµιµης) υπερωριακής του απασχόλησης, η οποία για µεν τα δώρα Χριστουγέννων των ετών 2002, 2003 και 2004, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 4.294,09 ευρώ, για δε τα δώρα Πάσχα των αντίστοιχων ως άνω ετών το ήμισυ των παραπάνω ποσών, ανερχομένων, συνολικά, σε 2.147,05 ευρώ, με τις παραδοχές δε αυτές δέχθηκε, κατά ένα μέρος, την αγωγή. Με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε, πράγματι, η αγωγή διαλαμβάνει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για την ενεργητική νομιμοποίηση του αναιρεσιβλήτου και τη θεμελίωση των διωκόμενων αξιώσεων, αφού, αναφέρεται σ' αυτήν ο ακριβής προσδιορισμός του χρόνου απασχόλησης του και κατά τρόπο έμμεσο, πλην όμως σαφή, προσδιορίζονται το ύψος των νόμιμων μηνιαίων αποδοχών του και της νόμιμης, μηνιαίας αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης, ανερχόμενης (της τελευταίας), για το έτος 2002 στο ποσό των 1.381,60 ευρώ, για το έτος 2003 στο ποσό των 1.462,89 ευρώ και για το έτος 2004 στο ποσό των 1.449,60 ευρώ, δεν ήταν δε αναγκαίο να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, ειδικότερα, ο αριθμός των ωρών νόμιμης υπερωριακής εργασίας, κάθε μήνα και κάθε έτους και το συγκεκριμένο ποσό που του καταβλήθηκε, έναντι των παραπάνω αξιώσεων του. Εξάλλου, οι μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσείοντος, η αμοιβή του για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση και η σταθερότητα καταβολής αυτής, εύκολα μπορούν να προκύψουν, με την προσκόμιση εκκαθαριστικού της μισθοδοσίας του, η αναιρεσείουσα δε, ως εργοδότης του αναιρεσείοντος, γνωρίζει τόσο το ύψος αυτών όσο και την αιτία καταβολής των και συνεπώς ευχερώς μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγής. Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ότι η ένδικη αγωγή ήταν ορισμένη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με το οποίο προβάλλεται, ότι, παρά το νόμο, δεν κήρυξε την ακυρότητα της ένδικης αγωγής, εξαιτίας αοριστίας της, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων και ειδικότερα, ότι για την εφαρμογή αυτών το Εφετείο αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από αυτές, είναι αβάσιμος. Αλλά και κατά το τρίτο μέρος του, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, ότι η αγωγή είναι ορισμένη, έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό, που αναφέρεται στο μέσο όρο των ωρών υπερωριακής απασχόλησης του αναιρεσιβλήτου, ανά μήνα, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δίχως αυτός να αναφέρεται στην αγωγή, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του ότι η αγωγή είναι ορισμένη, αρκέστηκε στο ότι αναφέρονται σ' αυτήν οι, κατά μήνα, σταθερές αποδοχές του, που αφορούν τη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, δίχως να λάβει υπόψη του και τον επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό για το μέσο όρο των ωρών υπερωριακής απασχόλησής του. Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν παρείχε υπερωριακή εργασία και μάλιστα κατά τρόπο σταθερό, είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός στον οποίο θεμελιώνεται είναι αρνητικός της αγωγής και όχι αυτοτελής. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, ενώ ο αναιρετικός λόγος του ίδιου αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία ως χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι ενώ αυτή, ως εναγόμενη, προς απόκρουση του αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου, ότι δικαιούται τις αιτούμενες αποδοχές, λόγω προσαύξησης και της αμοιβής για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, και προς απόδειξη του αυτοτελούς ισχυρισμού της, ότι εξόφλησε τις απαιτήσεις του, προσκόμισε με επίκληση, 1) το με αρ. πρωτοκόλλου 003621/15-4-2008 σημείωμα της Διεύθυνσης Οικονομικών Λειτουργιών της ΔΕΗ, 2) το με αριθ. πρωτοκόλλου 53936/6-5-2008 έγγραφο της Διεύθυνσης Ανθρωπίνων Πόρων της ΔΕΗ και 3) τα εκκαθαριστικά σημειώματα της μισθοδοσίας του αναιρεσιβλήτου, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα αυτά και κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα, δεχόμενο τους αγωγικούς ισχυρισμούς. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, το Εφετείο βεβαιώνει ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και την απόρριψη της ένστασης εξόφλησης, έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, από τη βεβαίωση δε αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά έγγραφα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 520§1 του ΚΠολΔ, το έγγραφο της έφεσης, πρέπει να περιέχει, εκτός των απαιτουμένων κατά τα άρθρα 119 έως 120 ιδίου Κώδικα στοιχείων, και τους λόγους της έφεσης. Ως λόγοι έφεσης νοούνται οι αποδιδόμενες στην εκκαλουμένη απόφαση πλημμέλειες και ελλείψεις οι συνιστάμενες, ως επί των πλείστον, σε παραδρομές του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου. Οι παραδρομές του Δικαστηρίου είναι δυνατόν να ανάγονται είτε στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου είτε στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος της έφεσης πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια, ώστε να διαγράφονται επακριβώς τα σφάλματα τα οποία αποδίδονται στην εκκαλουμένη και δικαιολογούν, κατά το αίτημα της έφεσης, την εξαφάνιση ή μεταρρύθμισή της. Η αοριστία του εφετηρίου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε να αναπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα έστω και της ίδιας δίκης. Οι αόριστοι λόγοι έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και με αυτεπάγγελτη εξέταση. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 περ. 4, 529 παρ. 1, 2 και 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο, από την τελευταία διάταξη, προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, αν το Δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, ιδρύεται και στην περίπτωση μη κήρυξης από το Εφετείο, ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, της έφεσης, στο δικόγραφο της οποίας δε γίνεται μνεία ορισμένων λόγων.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης και με αυτήν, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, με συγκεκριμένο λόγο, πλήττει την απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του, ως αόριστη. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και δέχθηκε ότι η αγωγή είναι ορισμένη. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται αιτίαση, από τον αριθμό 14 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια αυτή, με το να μην απορρίψει την έφεση ως απαράδεκτη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι, σ' αυτήν, περιέχεται ο παραπάνω συγκεκριμένος λόγος έφεσης και συνεπώς το Εφετείο δεν υπέπεσε στην σχετική πλημμέλεια.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 5-12-2011, αίτηση της αναιρεσείουσας, για την αναίρεση της 5080/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η αγωγή διαλαμβάνει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, για τη θεμελίωση της αξίωσης προσαύξησης του δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα, με το ποσό που, σταθερώς καταβαλλόταν, ως αμοιβή νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης, αφού αναφέρεται σ’ αυτήν ο χρόνος απασχόλησης του αναιρεσίβλητου και, κατά τρόπο έμμεσο, πλην όμως σαφή, προσδιορίζονται το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του και της μηνιαίας αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης. Δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται ο αριθμός των ωρών νόμιμης υπερωριακής εργασίας, κάθε μήνα και κάθε έτους και το συγκεκριμένο ποσό που του καταβλήθηκε.
|
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας
|
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
| 1
|
Αριθμός 298/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του: 1) Δημήτριο Πασσά, 2) Αριστείδη Χιωτέλλη, 3) Γεώργιο Κωστόπουλο και 4) Εμμανουήλ Γιαννακάκι.
Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Α. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του: 1) Χαράλαμπο Παμπούκη, 2 ) Λεωνίδα Μαραβέλη και 3) Κυριακούλα Δικαιάκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/9/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7886/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 4600/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/11/2011 αίτησή του και τους από 16/2/2012 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αργύριος Σταυράκης, ανέγνωσε την από 2/9/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4600/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για τους αναφερόμενους στο σκεπτικό λόγους.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τη διάταξη του άρθρου 1710 παρ.1 του ΑΚ, που ορίζει ότι " Κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι), προκύπτει ότι αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής είναι το περιουσιακό σύνολο του αποβιώσαντος, δηλαδή το σύνολο των εννόμων σχέσεων (δικαιωμάτων και υποχρεώσεων) του αποβιώσαντος που είναι δεκτικές χρηματικής αποτιμήσεως και δεν συνδέονται αποκλειστικά με το πρόσωπό του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1871 του ΑΚ (αγωγή περί κλήρου) "Ο κληρονόμος έχει δικαίωμα να απαιτήσει από εκείνον που κατακρατεί ως κληρονόμος αντικείμενα της κληρονομίας (νομέα της κληρονομίας) την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος και την απόδοση της κληρονομίας ή κάποιου αντικειμένου από αυτήν, κατά το άρθρο 1880 του ΑΚ "Ο νομέας της κληρονομίας έχει υποχρέωση να δώσει πληροφορίες στον κληρονόμο για την κατάσταση της κληρονομίας, καθώς και για την τύχη των αντικειμένων της. Την ίδια υποχρέωση έχει και: 1. όποιος, χωρίς να είναι νομέας της κληρονομίας, παίρνει από αυτήν ένα πράγμα στη νομή του πριν καταλάβει τη νομή ο κληρονόμος 2. όποιος κατά το θάνατο του κληρονομουμένου βρισκόταν με αυτόν σε οικιακή κοινωνία", κατά δε το άρθρο 304, του ίδιου ΑΚ " Όποιος έχει υποχρέωση να αποδώσει ομάδα αντικειμένων ή να δώσει πληροφορίες γι' αυτήν οφείλει να εγχειρίσει στον δικαιούχο κατάλογο των στοιχείων της ομάδας". Με τις δύο αμέσως προηγούμενες διατάξεις, η δεύτερη από τις οποίες (άρθρ. 304) προϋποθέτει δεδομένη από άλλες διατάξεις την επιβαλλόμενη υποχρέωση για απόδοση ομάδας αντικειμένων ή για παροχή πληροφοριών, παρέχονται, προς διευκόλυνσή του, στον κληρονόμο, ο οποίος, σκοπεύοντας να ασκήσει την περί κλήρου αγωγή, συχνά βρίσκεται σε αδυναμία να γνωρίζει, με ακρίβεια και πληρότητα, είτε το συγκεκριμένο περιεχόμενο της κληρονομίας είτε την παρούσα κατάσταση των στοιχείων που τη συνθέτουν, δύο αντίστοιχες παρεπόμενες αξιώσεις που συνοδεύουν την περί κλήρου αγωγή, ως κύρια αξίωση, δηλαδή αυτήν για εγχείριση καταλόγου με τα στοιχεία της κληρονομίας και εκείνη για παροχή πληροφοριών για την κατάσταση της κληρονομίας και την τύχη των αντικειμένων της. Οι παρεπόμενες αυτές αξιώσεις του κληρονόμου μπορούν να ασκηθούν είτε μαζί με την περί κλήρου αγωγή είτε και αυτοτελώς, πριν από αυτήν, στο δικαστήριο της κληρονομίας, η μη εκπλήρωση δε ή η πλημμελής, με παροχή ανακριβών στοιχείων, εκπλήρωση της υποχρεώσεως μπορεί να γεννήσει υποχρέωση προς αποζημίωση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 330, 914 επ. του ΑΚ. Τέλος, κατά το άρθρο 70 του ΚΠολΔ όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή.
ΙΙ. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος της απόφασης, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως αποδειχθέντα από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι: "Την 5-6-2001 απεβίωσε ο πατέρας των διαδίκων Π. Α., κάτοικος, εν ζωή, ... (...), χωρίς να αφήσει διαθήκη, (και) κληρονομήθηκε από τη σύζυγο του Ε., κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, και από τους διαδίκους, γνήσια τέκνα του, κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα.-Την κληρονομία αυτή οι παραπάνω αποδέχτηκαν δυνάμει της υπ' αριθ. .../21-11 -2002 Πράξης αποδοχής κληρονομίας, που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Δέσποινας Τριτσιμπίδα - Παριανού, και μεταγράφηκε νόμιμα. Ακολούθως, έλαβαν, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 3840/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το υπ' αριθμ. 1639/2002 Πιστοποιητικό κληρονομητηρίου του Γραμματέως του ίδιου ως άνω Πρωτοδικείου και υπέβαλαν στη Δ.Ο.Υ. ... την υπ' αριθ. .../Θ 245/2001 κοινή δήλωση φόρου κληρονομίας. Στην εν λόγω δήλωση περιελήφθησαν, ως ενεργητικό, οκτώ ακίνητα και τα ακόλουθα κινητά 1) 118.353 μετοχές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, συνολικής αξίας 1.624.179.523 δραχμών, 2) 2595 μετοχές της Τράπεζας της Ελλάδος, συνολικής αξίας 67.589.370 δραχμών, 3) 41.308 μετοχές της ανώνυμης εταιρείας "ΑΤΛΑΣ Α.Ε.", συνολικής αξίας 53.741.708 δραχμών, 4) 18.337 μετοχές της ανώνυμης εταιρείας "ΒΕΜΕΞΥΛ Α.Ε.", συνολικής αξίας 512.757.531 δραχμών, 5) μερίσματα, μετρητά και απαιτήσεις, ήτοι ενεργητικό αξίας περίπου 3 δισεκατομμυρίων δραχμών, ως παθητικό δε (νοσήλεια, έξοδα κηδείας κ.λ.π.) περιελήφθη το ποσό των τριάντα τριών εκατομμυρίων δραχμών περίπου (...). Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο πατέρας των διαδίκων Π. Α., όσο βρισκόταν στη ζωή, είχε μεταβιβάσει, χαριστικώς, τα περισσότερα περιουσιακά του στοιχεία στα τέκνα του (διαδίκους) και τους είχε παραχωρήσει διαχειριστικές αρμοδιότητες σε διάφορες επιχειρήσεις του, χωρίς, όμως, ποτέ να συστήσει μ' αυτούς αφανή, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, εταιρεία, καθιστώντας τους συνεταίρους του με ισότιμα με τον ίδιο ποσοστό (1/3 ο καθένας) στις επιχειρήσεις και την εν γένει περιουσία του. Μεταξύ άλλων, ο μεν ενάγων έγινε αποκλειστικός κύριος του συνόλου του εταιρικού κεφαλαίου της Χαλυβουργίας που εδρεύει στη ... με την επωνυμία "FERROWOHLEN", πέντε (5) εμπορικών πλοίων και του νομικού προσώπου (ESTABLISHMENT) με την επωνυμία "CASSIDRA", ο δε εναγόμενος έγινε αποκλειστικός κύριος του χαλυβουργείου με την επωνυμία "BETA" που εδρεύει στις ... και του χαλυβουργείου με την επωνυμία "ALPHA STEEL "που εδρεύει στην ... . Εκτός τούτων, ο ενάγων έγινε και αποκλειστικός κύριος του συνόλου των ανωνύμων μετοχών της "ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΗ Α.Ε." (9.295.000 μετοχές). Άλλα περιουσιακά στοιχεία, εκτός από αυτά που αποτέλεσαν την κληρονομιαία περιουσία (τα οποία από κοινού αποδέχθηκαν, κατά τα ως άνω αναφερθέντα, οι διάδικοι και η μητέρα τους Ε.), δεν αποδείχθηκε ότι είχε, κατά το χρόνο του θανάτου του, ο Π. Α.. Να σημειωθεί ότι, ύστερα από δικαστική εντολή, κατόπιν ενεργειών του ενάγοντος, άνοιξαν, στις 23 Φεβ. 2011, οι μισθωθείσες από τον αποβιώσαντα, κατά το έτος 1981 θυρίδες στην Ελβετική Τράπεζα "Credit Suisse", οι δύο από τις οποίες βρέθηκαν κενές, η δε τρίτη τούτων (η υπ' αριθ. 6750) περιείχε διάφορα είδη τα οποία καταγράφηκαν και εξακολουθούν να φυλάσσονται σ' αυτήν, η οποία σφραγίστηκε και κλειδώθηκε, των κλειδών φυλασσομένων στην εν λόγω Τράπεζα. Εξάλλου, ο εναγόμενος, με το υπ' αριθ. 1362/2010 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών απηλλάγη των κατηγοριών της κακουργηματικής υπεξαίρεσης μετοχών, καταθέσεων και του περιεχομένου των θυρίδων κ.λ.π., ύστερα από την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατ' αυτού κατόπιν εγκλήσεως που υπέβαλε εναντίον του ο ενάγων ταυτόχρονα με την άσκηση της ένδικης αγωγής. Από κανένα δε αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι οι ισχυρισμοί του τελευταίου ότι, περί το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2001, ο εναγόμενος, εμφανιζόμενος ως ο μοναδικός "κληρονομικώ δικαιώματι" δικαιούχος των εταιρικών δικαιωμάτων των (εξωχωρίων κυρίως) εταιρειών του αποβιώσαντος, διέθεσε ή μεταβίβασε περιουσιακά στοιχεία αυτών, σε τρίτους, ενθυλακώνοντας το αντικατάλλαγμα της διάθεσης, αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε, εκτός από την κληρονομιαία περιουσία, δεν αποδείχθηκε ότι ο θανών διέθετε άλλα περιουσιακά στοιχεία (εκτός από το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 6750 θυρίδας της Credit Suisse, το οποίο έγινε γνωστό μόλις την 23 - 2 - 2011). Αβάσιμος, επίσης, κρίνεται και ο ισχυρισμός του ενάγοντος - εκκαλούντος ότι ο εναγόμενος τελούσε σε "οικιακή κοινωνία" με τον πατέρα τους και διαχειριζόταν την περιουσία του. Εξάλλου, από τις 29 Αυγ. 1995, ο μεν εναγόμενος, με την οικογένεια του διέμενε μονίμως σε ιδιόκτητη κατοικία στο ..., ασχολούμενος με τη διεύθυνση των επιχειρήσεων του, ο δε πατέρας του (Π. Α.) διέμενε είτε στη ... είτε στο ... . Βέβαια, ο τελευταίος με την από 3-1-1999 ανακοίνωση του στον ημερήσιο Ελληνικό Τύπο, δήλωσε ότι ανέθεσε τη διεύθυνση των επιχειρήσεών του στο εξωτερικό στον εναγόμενο και των επιχειρήσεών του στο εσωτερικό στον ενάγοντα. Η δήλωση, όμως, αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθόσον αυτός ασκούσε, μέχρι του θανάτου του (στις 5-6-2001), τη διαχείριση και τη διεύθυνση των επιχειρήσεων του με τους έμπιστους συνεργάτες του στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (...). Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχθηκε ότι ο αποβιώσας,την 5-6-2001, πατέρας των διαδίκων Π. Α. διέθετε περιουσιακά στοιχεία εκτός των αναφερομένων στην υπ' αριθμ. .../21-1-2002 Πράξη αποδοχής κληρονομίας, που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Δέσποινας Τριτσιμπίδα - Παριανού, και στην υπ' αριθμ. .../Θ.245/2001 κοινή δήλωση φόρου κληρονομίας στη Δ.Ο.Υ. Χαλανδρίου, και ότι τη διεύθυνση των επιχειρήσεών του στο Εξωτερικό είχε αναθέσει στον εναγόμενο γυιό του, μετά του οποίου τελούσε σε "οικιακή κοινωνία", και ο οποίος κατακρατεί (ή έχει διαθέσει) τα περιουσιακά αυτά στοιχεία". Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο, με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ο πρώτος ζητούσε να αναγνωρισθεί το κληρονομικό του δικαίωμα κατά το ποσοστό των 3/8 εξ αδιαιρέτου σε όλη την κληρονομία του πατέρα των διαδίκων που βρίσκεται στο εξωτερικό αλλά και στην Ελλάδα, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταθέσει στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου αναλυτικόν κατάλογο για τα στοιχεία που αποτελούν την ομάδα της κληρονομίας κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου και να του παράσχει πληροφορίες για την κατάσταση της κληρονομίας και την τύχη των αντικειμένων της, καθώς και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδώσει στον ενάγοντα, κατά το κληρονομικό του μερίδιο, τα ανωτέρω αντικείμενα της κληρονομίας ή το "αντικατάλλαγμά" τους, όπως θα τα προσδιόριζε ο ενάγων με παρεμπίπτουσα αγωγή του, και ενώ το (Εφετείο) είχε κρίνει απορριπτέα ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, την αγωγή ως προς το αίτημά της για αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος επί της κληρονομίας του πατέρα του που βρισκόταν στην Ελλάδα και για την οποία, περιελθούσα στους διαδίκους ως ανωτέρω, δεν ερίζουν οι διάδικοι, αίτημα το οποίο είχε απορριφθεί και πρωτοδίκως ως απαράδεκτο, για τον ίδιο λόγο.
ΙΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου του οποίου στη συγκεκριμένη περίπτωση και ενόψει των πραγματικών παραδοχών του δικαστηρίου ή του περιεχομένου της αγωγής δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές του Εφετείου, το δικαστήριο απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος για αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος στην περιουσία του θανόντος πατέρα του που βρισκόταν στο εξωτερικό και για υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να καταθέσει κατάλογο των αντικειμένων της κληρονομίας αυτής και να παράσχει πληροφορίες για την κατάσταση της κληρονομίας και την τύχη των αντικειμένων της με την αιτιολογία ότι α) κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου δεν υπήρχε κληρονομιαία περιουσία του θανόντος στο εξωτερικό λόγω της εν ζωή του κληρονομουμένου παραχώρησης της περιουσίας αυτής στους διαδίκους-τέκνα του τελευταίου, παρεπομένως δε και ότι β) ο αναιρεσίβλητος δεν ήταν νομέας τέτοιας κληρονομίας, καθώς και ότι γ) δεν βρισκόταν ( ο αναιρεσίβλητος) σε σχέση οικιακής κοινωνίας με τον κληρονομούμενο κατά τον θάνατο του τελευταίου. Υπό τις παραδοχές αυτές του Εφετείου δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των προειρημένων (ανωτ. υπό Ι) ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1710 παρ.1, 1871, 1880, 304 του ΑΚ (και 288, 281 του ίδιου ΑΚ, τις οποίες επιπροσθέτως επικαλείται ο ενάγων για τη θεμελίωση της αγωγής του) και 70 του ΚΠολΔ, η ύπαρξη δηλαδή κληρονομίας στο εξωτερικό και εντεύθεν κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος-αναιρεσείοντος στην κληρονομία αυτή, και ιδιότητα του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου ως νομέα της κληρονομίας ή ως ευρισκομένου σε οικιακή κοινωνία με τον κληρονομούμενο κατά τον θάνατο του τελευταίου. Κατά συνέπειαν ορθώς το Εφετείο δεν εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, τις οποίες και δεν παραβίασε με την μη εφαρμογή τους, και οι σχετικοί, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγοι του αναιρετηρίου, που φέρουν αριθμό 1.1, 2.1, 2.2 και 3, και του δικογράφου πρόσθετων λόγων, που φέρουν στοιχείο Θ' και Ι', με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Με τους εξεταζόμενους και κατωτέρω, κατά τα λοιπά, υπ' αριθμ. 5 (5.1 και 5.2) και 1.5 λόγους του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων ισχυρίζεται (και) ότι το Εφετείο έπρεπε τουλάχιστον να δεχθεί το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής του ως προς το προρρηθέν περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 6750 θυρίδας της Ελβετικής τράπεζας "Gredit Suisse" ("διάφορα είδη τα οποία καταγράφηκαν και εξακολουθούν να φυλάσσονται σ' αυτήν") που ανήκε στον κληρονομούμενο και βρέθηκε την 23-2-2011, και το οποίο, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, δεν περιλαμβάνεται στα περιουσιακά στοιχεία που ο κληρονομούμενος πατέρας των διαδίκων είχε παραχωρήσει εν ζωή στους τελευταίους μήνες ούτε στην κληρονομία ("του εσωτερικού") που οι διάδικοι αποδέχθηκαν και παρέλαβαν, κατά τα προεκτεθέντα. Η αιτίαση αυτή του αναιρεσείοντος, εκτιμώμενη ως λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ.1 του ΑΚ και 70 του ΚΠολΔ με την μη εφαρμογή τους), προβάλλεται χωρίς ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον προς τούτο και επομένως απαραδέκτως, αφού α) το μεν κληρονομικό δικαίωμα του κληρονόμου υπάρχει εκ του νόμου (νομικό γεγονός, άρθρο 1710 παρ.1 ΑΚ), ο δε αναιρεσείων δεν ασκεί την περί κλήρου αξίωση (απόδοση κληρονομιαίων αντικειμένων, άρθρο 1871 ΑΚ), ενώ β) η απόρριψη της αγωγής με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ύπαρξη κληρονομιαίας περιουσίας δεν δεσμεύει με δεδικασμένο την αναγνώριση τέτοιου (κληρονομικού) δικαιώματος του αναιρεσείοντος επί αντικειμένων της κληρονομίας που τυχόν υπήρχαν και έγιναν ή θα γίνουν γνωστά αργότερα (μετά την άσκηση της αγωγής). Αβάσιμοι είναι και οι υπ' αριθμ. 5 και 6 κύριοι λόγοι και ο υπό στοιχ. Α' πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τον ίδιο αριθμό 1 (όχι 8, 14, 15 και 19 που μνημονεύει ο αναιρεσείων) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους υποστηρίζεται ότι το Εφετείο με το να απορρίψει (με επικύρωση και κατά τούτο της πρωτόδικης απόφασης) ως απαράδεκτο, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, το αίτημα της αγωγής για αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος και επί της περιουσίας του κληρονομούμενου πατέρα των διαδίκων (κληρονομία) που βρίσκεται στην Ελλάδα, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 70 του ΚΠολΔ, με την μη εφαρμογή της. Και τούτο, ότι δηλαδή είναι αβάσιμοι οι προαναφερθέντες λόγοι αναιρέσεως, διότι, παρά τον καθολικό χαρακτήρα της κληρονομικής διαδοχής (άρθρο 1710 παρ.1 του ΑΚ), ο αναιρεσείων δεν είχε πράγματι έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί το κληρονομικό του δικαίωμα στην κατά τα ανωτέρω, στην Ελλάδα ευρισκομένη, περιουσία του κληρονομουμένου, την οποία, σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην αγωγή, ως επαχθείσα κληρονομία, οι διάδικοι αποδέχθηκαν κατά το νόμιμο ποσοστό του έκαστος και για την οποία ουδεμία έρις ή αμφισβήτηση εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου υπήρξε, που να δικαιολογεί έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, ως προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 70 του ΚΠολΔ, για τη ζητούμενη αναγνώριση.
IV. Ο κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης εξαιτίας ανεπαρκών ή (και) αντιφατικών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είναι αβάσιμος όταν το δικαστήριο της ουσίας διαλαμβάνει στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του προσήκοντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Εν προκειμένω, από τις προαναφερθείσες (ανωτ. υπό ΙΙ) παραδοχές του Εφετείου ως προς την παραχώρηση, εν ζωή του κληρονομουμένου - πατέρα των διαδίκων, περιουσιακών του στοιχείων στα τέκνα του και ως προς τη μη ύπαρξη κληρονομιαίας περιουσίας του (κληρονομουμένου) άλλη εκτός από εκείνην που αποδέχθηκαν οι διάδικοι και το περιεχόμενο ("διάφορα είδη") της υπ' αριθμ. 6750 θυρίδας της "Credit Suisse" που έγινε γνωστό την 23-2-2011 και φυλάσσεται στην Τράπεζα αυτή, καθώς και ως προς την ανυπαρξία, επίσης, σχέσεως οικιακής κοινωνίας του εναγομένου με τον κληρονομούμενο πατέρα των διαδίκων κατά τον θάνατο του τελευταίου, προκύπτει, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του δικαστηρίου, ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και το (απορριπτικό) διατακτικό της απόφασής του, και δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Επομένως, κατά την πλειοψηφούσα αυτή γνώμη του δικαστηρίου, οι σχετικοί, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υπ' αριθμ. 1.2, 1.3, 1.5 και 2.2 του αναιρετηρίου και υπό στοιχ. Δ', Ε', ΣΤ' και Ζ' του πρόσθετου δικογράφου λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι.
Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου και ειδικότερα του Εισηγητή Αρεοπαγίτη Αργυρίου Σταυράκη, με αυτά, ως ανωτέρω, που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπάρξεως ή μη περιουσιακών στοιχείων στην κληρονομία του πατέρα των διαδίκων στο εξωτερικό και παρεπομένως και στο ζήτημα της ιδιότητας του αναιρεσιβλήτου ως νομέα της κληρονομίας αυτής ή αντικειμένων της, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1710, 1871, 1880, 304 του ΑΚ και 70 του ΚΠολΔ, στις οποίες ο αναιρεσείων στηρίζει την αγωγή του, και στέρησε έτσι (το Εφετείο) την απόφασή του από νόμιμη βάση. Και τούτο διότι 1) ενώ δέχεται (το Εφετείο) ότι α) ο πατέρας των διαδίκων όσο βρισκόταν στη ζωή είχε μεταβιβάσει χαριστικώς τα περισσότερα περιουσιακά του στοιχεία στα τέκνα του (διαδίκους) και τους είχε παραχωρήσει διαχειριστικές αρμοδιότητες σε διάφορες επιχειρήσεις του, δεχόμενο έτσι ότι ο κληρονομούμενος δεν είχε μεταβιβάσει εν ζωή όλα τα περιουσιακά του στοιχεία και τις επιχειρήσεις του στα τέκνα του - διαδίκους (από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι η παραδοχή αυτή του Εφετείου αναφέρεται στην περιουσία του κληρονομουμένου στο εξωτερικό, η οποία άλλωστε αποτελούσε το αντικείμενο της δίκης, άλλως η παραδοχή αυτή ενέχει ασάφεια (ανεπαρκή αιτιολογία) ως προς την περιουσία του κληρονομουμένου στην οποία αναφέρεται), χωρίς να διευκρινίζει περαιτέρω αν τα μη διατεθέντα περιουσιακά στοιχεία εξαντλούνται στο περιεχόμενο, ήτοι στα "διάφορα είδη τα οποία καταγράφηκαν και φυλάσσονται σ' αυτήν", της προρρηθείσης υπ' αριθμ. 6750 θυρίδας της Ελβετικής Τράπεζας "Credit Suisse" που ανοίχθηκε την 23-2-2011, και ότι β) η δήλωση του κληρονομουμένου στον ημερήσιο τύπο ότι ανέθεσε τη διεύθυνση των επιχειρήσεών του στο εξωτερικό στον εναγόμενο (και εκείνων στο εσωτερικό στον ενάγοντα) δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθόσον αυτός (κληρονομούμενος), ασκούσε μέχρι του θανάτου του (5-6-2001) τη διαχείριση και τη διεύθυνση των επιχειρήσεών του με τους έμπιστους συνεργάτες του στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, 2) δέχεται εν τέλει (το Εφετείο) ότι "με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά" δεν αποδείχθηκε ότι ο πατέρας των διαδίκων διέθετε κατά τον χρόνο του θανάτου του περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό, που ενδιαφέρει εδώ, έχοντας μεταβιβάσει χαριστικώς την περιουσία του αυτή στα τέκνα του, και ότι ο εναγόμενος είχε καμία από τις αποδιδόμενες σχέσεις (νομέας κλπ) με την περιουσία αυτή και τον κληρονομούμενο. Οι τελευταίες όμως αυτές, υπό 2, παραδοχές του Εφετείου, ως αιτιολογία της απόφασης, βρίσκονται σε αναντιστοιχία (αντίφαση) προς τις προηγούμενες, υπό 1 α'- β', παραδοχές, οι οποίες (υπό 1 α' - β' παραδοχές) και δεν στηρίζουν το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ειρημένων ουσιαστικών διατάξεων και στερώντας την απόφαση από νόμιμη βάση, κατά τα προεκτεθέντα. Επομένως, σύμφωνα με την μειοψηφούσα γνώμη του δικαστηρίου, οι προρρηθέντες λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι, και η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να αναιρεθεί, κατά παραδοχήν αυτών των λόγων.
V. Ο κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν δεν ιδρύεται όταν από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι, δεν είναι δε αναγκαία η ειδικότερη αναφορά στην απόφαση του καθενός από τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, αλλά αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους.
Εν προκειμένω, από την περιεχόμενη στην αναιρεσιβαλλομένη αναφορά (διαβεβαίωση) ότι "από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (...) και των εγγράφων τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (...) αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά" και το όλο περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αναφερόμενα στους υπ' αριθμ. 1.5 του αναιρετηρίου και υπό στοιχ. Η' πρόσθετο λόγους αναιρέσεως έγγραφα (ένορκες καταθέσεις και δικόγραφα από προηγούμενες δίκες μεταξύ των διαδίκων κλπ) που είχε προσκομίσει και επικαλεστεί ο αναιρεσείων για την απόδειξη των αγωγικών του ισχυρισμών. Επομένως οι προαναφερθέντες υπ' αριθμ. 1.5 και υπό στοιχ. Η' προτεινόμενοι λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη (και) τα έγγραφα αυτά, είναι αβάσιμοι.
VI. Λόγος αναιρέσεως που πλήττει αιτιολογία της απόφασης η οποία δεν στηρίζει το διατακτικό της ή η οποία στηρίζει μεν το διατακτικό, τούτο όμως (διατακτικό) στηρίζεται αυτοτελώς και σε άλλη, επάλληλη αιτιολογία, που δεν πλήττεται με βάσιμο λόγο αναιρέσεως, είναι απορριπτέως και αλυσιτελής, αφού και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενης απόφασης.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες (ανωτ. υπό ΙΙ) και τις λοιπές παραδοχές του Εφετείου, των οποίων η παράθεση εδώ δεν κρίνεται αναγκαία, το δικαστήριο στήριξε την απορριπτική της αγωγής απόφασή του στην αιτιολογία (παραδοχή) ότι κατά τον θάνατο του πατέρα των διαδίκων δεν υπήρχε άλλη περιουσία του τελευταίου (κληρονομία) εκτός από εκείνην που είχαν αποδεχθεί οι διάδικοι και η οποία δεν αποτελούσε το αντικείμενο της δίκης, παρεπομένως δε και ότι ο αναιρεσίβλητος δεν ήταν νομέας τέτοιας κληρονομίας, αλλά και (ότι) δεν βρισκόταν σε σχέση οικιακής κοινωνίας με τον κληρονομούμενο, όχι δε και στην παραδοχή της ενστάσεως παραιτήσεως του αναιρεσείοντος (από την άσκηση των κληρονομικών του αξιώσεων από την επίδικη κληρονομία, την οποία (ένσταση) είχε προβάλει πρωτοδίκως και στο Εφετείο ο αναιρεσίβλητος - εναγόμενος και την οποία δεν εξέτασε το Εφετείο (όπως δεν την είχε εξετάσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο), που απέρριψε την αγωγή ως αναπόδεικτη, κατά τα προεκτεθέντα. Επομένως οι υπ' αριθμ. 7.1, 7.2 και 7.3 λόγοι του αναιρετηρίου, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι οποίοι ασκούνται επικουρικώς, για την περίπτωση δηλαδή που ήθελε κριθεί ότι το Εφετείο στήριξε την απόφασή του (και) στην παραδοχή της ανωτέρω ένστασης του αναιρεσιβλήτου, και πλήττουν την παραδοχή αυτή, είναι απορριπτέοι ως άνευ αντικειμένου, λόγω της επικουρικότητάς τους και της μη συνδρομής της προϋποθέσεως της ασκήσεώς τους (απόρριψη της αγωγής κατά παραδοχήν της ενστάσεως παραιτήσεως), και πάντως (οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι) ως αλυσιτελείς, κατά την προεκτεθείσα έννοια. Τέλος, από την ίδια προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά τη νομική παραδοχή του ότι "την υποχρέωσή του δε για παροχή των αιτουμένων πληροφοριών και καταλόγου εκπληρώνει ο ευθυνόμενος νομέας και όταν δηλώσει απλώς ότι δεν κατέχει αντικείμενα της κληρονομίας", δέχεται κατά την κατ' ουσίαν έρευνα της διαφοράς και εν συνεχεία των προαναφερθεισών (ανωτ. υπό ΙΙ) παραδοχών του ότι "Εξάλλου, ο εναγόμενος είχε δηλώσει ότι δεν κατέχει αντικείμενα της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα του Π. Α., εκπληρώνοντας έτσι την υποχρέωσή του εκ του άρθρου 1880 του ΑΚ", την παραδοχή δε αυτή του Εφετείου προσβάλλει ο αναιρεσείων με τους υπ' αριθμ. 4.1 και 4.2 το αναιρετηρίου και τους υπό στοιχ. Β', Γ' και Κ' του πρόσθετου δικογράφου, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, λόγους αναιρέσεως. Και οι τελευταίοι αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, αφού και όπως προαναφέρθηκε το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης στηρίζεται αυτοτελώς στην ως ανωτέρω παραδοχή του δικαστηρίου περί ανυπαρξίας της επίδικης κληρονομίας και της ιδιότητας του αναιρεσιβλήτου ως νομέα της κληρονομίας αυτής, οι κατά της οποίας (παραδοχής) σχετικοί λόγοι αναιρέσεως έχουν κριθεί αβάσιμοι, κατά τις προηγούμενες σκέψεις της παρούσης.
VI. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως κατά τους λόγους του αναιρετηρίου και του από 16-2-2012 δικογράφου πρόσθετων λόγων, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-11-2011 αίτηση αναιρέσεως και τους από 16-2-2012 πρόσθετους λόγους της κατά της υπ' αριθμ. 4600/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αξίωση του κληρονόμου για εγχείρηση καταλόγου με τα στοιχεία της κληρονομίας και για παροχή πληροφοριών για την κατάσταση της κληρονομίας και την τύχη των αντικειμένων της (ΑΚ 904, 1880). Παρεπόμενες αξιώσεις που συνοδεύουν την περί κλήρου αγωγή, ως κύρια αξίωση. Πώς ασκούνται. Υπόχρεοι για την παροχή και συνέπειες μη ή πλημμελούς εκπληρώσεως. Λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμ. 1, 11γ και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αβάσιμοι. Λόγοι αναιρέσεως κατά αιτιολογίας που δεν στηρίζει το διατακτικό της απόφασης ή το στηρίζει μεν, αλλά τούτο στηρίζεται αυτοτελώς (και) σε άλλη, επάλληλη δικαιολογία, απορρίπτονται ως αλυσιτελείς.
|
Κληρονομία
|
Αγωγή περί κλήρου , Ένδικο μέσο, Κληρονομία .
| 1
|
Αριθμός 282/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Σ. του Σ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις δικαστικές φυλακές Χαλκίδας, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη και Γεώργιο Ανδρεουλάκο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 128, 200, 201/2012 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Γ. Μ. του Δ., 2) Γ. Τ. του Α., 3) Ν. Μ. του Γ., 4) Ο. Α. του Κ., 5) Σ. - Ε. Τ., κάτοικοι ..., 6) Η. Ψ. του Β. και 7) Ι. Ψ. του Β., κάτοικοι ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουνίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 997/2012.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 290 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος με πρόθεση διαταράσσει την ασφάλεια της συγκοινωνίας στους δρόμους ή στις πλατείες τιμωρείται: α) με φυλάκιση, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, β) με κάθειρξη, αν επήλθε θάνατος". Ως διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας νοείται η πράξη που καθιστά τη διεξαγωγή της συγκοινωνίας μη ασφαλή, δημιουργώντας συνθήκες που καθιστούν τη συνέχιση της ασφαλούς κινήσεως αδύνατη ή πολύ δυσχερή, που καθιστούν, δηλαδή, τη συγκοινωνία επικίνδυνη. Στο μέτρο που η κίνηση στους δρόμους ούτως ή άλλως περικλείει κινδύνους, η έννοια της διαταράξεως της ασφάλειας της συγκοινωνίας στοιχειοθετείται όταν η πράξη έχει ως αποτέλεσμα την επαύξηση του συνηθισμένου κινδύνου που ενυπάρχει σε κάθε κίνηση στους δρόμους. Η διάταξη προστατεύει κυρίως την ασφάλεια της οδικής συγκοινωνίας. Πρόκειται για έγκλημα συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου δεν αρκεί μόνο η διατάραξη - όταν δηλ. δημιουργούνται συνθήκες κινδύνου, κατά την ανωτέρω έννοια, για την ασφαλή διεξαγωγή της άνω συγκοινωνίας- αλλά πρέπει, επί πλέον, από αυτή να μπορεί να προκύψει κίνδυνος (θανάτου ή σωματικής βλάβης) για άνθρωπο (ή να επήλθε όντως τέτοιος κίνδυνος). Η ελεγχόμενη πράξη διαταράξεως μπορεί να υπάγεται σε υποχρεωτική κυκλοφοριακή ρύθμιση ή, αντιθέτως, να μην υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη, αρκεί ότι σε κάθε περίπτωση η πράξη αυτή θεωρείται πρόσφορη και ικανή, εξαιτίας της εντάσεως, ποιότητας και μορφής της, να προκαλέσει κίνδυνο ανθρώπου. Κάθε επικίνδυνη παρατεινόμενη συμπεριφορά οδηγών αυτοκινήτων στους δρόμους (επικίνδυνη οδήγηση, οδήγηση υπό καθεστώς μέθης, υπερβολική ταχύτητα, κ.λπ.) αποτελεί καθαυτή αξιόποινη πράξη διαταράξεως, κατά την ανωτέρω έννοια, γιατί α) θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια της συγκοινωνίας της οδού επί της οποίας κινείται το όχημα και β) δημιουργεί με την κίνησή του στους δρόμους έναν εν δυνάμει κίνδυνο για αόριστο αριθμό προσώπων, αφού η οδήγηση οχήματος με υπερβολική ταχύτητα ή υπό το κράτος μέθης, κ.λπ. μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την πρόσκρουση σε άλλα οχήματα ή επί πεζών και την προσβολή της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αόριστου αριθμού ατόμων. Υποκειμενικώς απαιτείται πρόθεση, δηλαδή άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος. Με άμεσο δόλο, κατά την έννοια του άρθρου 27 παρ.1 του ΠΚ, ενεργεί όποιος επιδιώκει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και αυτός που δεν το επιδιώκει, αλλά προβλέπει ότι τούτο αποτελεί την αναγκαία συνέπεια της πράξεως ή παραλείψεώς του και δεν αφίσταται αυτής, ενώ με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος ο οποίος προβλέπει ως ενδεχόμενο το εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται. Η απαιτούμενη κατά τον νόμο πρόθεση πρέπει να καλύπτει, όχι τον θάνατο ή τη σωματική βλάβη, ή ακόμη τη δημιουργία κινδύνου για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα είτε των επιβατών του οχήματος είτε των χρησιμοποιούντων την οδό, αλλά τη διατάραξη της ασφάλειας της χερσαίας συγκοινωνίας και τη δυνατότητα προκλήσεως κινδύνου από αυτήν. Ενδεχόμενος δόλος, η ύπαρξη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δράστης δεν προβλέπει μεν το εγκληματικό αποτέλεσμα, αλλά επιδιώκει σε κάτι άλλο, προβλέπει, όμως, ότι η εκπλήρωση της επιδιώξεώς του αυτής θα έχει ως πιθανή συνέπεια την πραγμάτωση του εγκληματικού αποτελέσματος και, παρά ταύτα, προχωρεί στην τέλεση της πράξεώς του. Για τον προσδιορισμό της εννοίας της αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος εκ μέρους του δράστη, του βουλητικού, δηλαδή, στοιχείου του ενδεχομένου δόλου, η επιστήμη, αλλά και η νομολογία δεν ανατρέχουν στους χώρους του συναισθηματικού, αλλά στο γνωσιολογικό στοιχείο, το οποίο ενεργεί συμπληρωματικά. Προσφέρει, δηλαδή, κατάλληλες ενδείξεις για τη βουλητική στάση του δράστη, προσδίδοντας σ' αυτή το ακριβές περιεχόμενό της. Έτσι, "αποδέχομαι" τον κίνδυνο επελεύσεως του αποτελέσματος σημαίνει ότι σταθμίζω τα υπέρ και τα κατά με βάση τα δεδομένα στοιχεία και αποφασίζω να προβώ στην πράξη, για το λόγο ότι αυτό είναι σημαντικότερο από το φόβο μήπως επέλθει τελικώς το αποτέλεσμα. Ένα από τα κυριότερα αντικειμενικά κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό του γνωσιολογικού στοιχείου και, κατά συνέπεια, της βουλητικής στάσεως του δράστη, είναι το ποσοστό επικινδυνότητας, η χρησιμότητά του οποίου ως ενδεικτικού στοιχείου της βουλητικής στάσεως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, γιατί όταν ένας δράστης προβαίνει στο εγχείρημα, παρά το υψηλό ποσοστό κινδύνου, λογικό είναι να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι αποδέχεται το αποτέλεσμα. Η "ελπίδα" και κατά μείζονα λόγο η απλή ευχή ή επιθυμία του δράστη να μην επέλθει το προβλεπόμενο από αυτόν ως ενδεχόμενο εγκληματικό αποτέλεσμα, εντάσσονται στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου και όχι στο πεδίο της συγγενούς προς αυτόν εννοίας της "ενσυνείδητης αμέλειας", για τη συνδρομή της οποίας απαιτείται όχι ελπίδα, αλλά πίστη περί μη επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Τούτο καθ' όσον η συνέχιση της κινδυνώδους δραστηριότητας, έστω και με την ελπίδα αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος, καταδεικνύει ότι σπουδαιότερη για το δράστη είναι η επίτευξη του τελικού σκοπού του, παρά η διαφύλαξη του εννόμου αγαθού, του οποίου πιθανολογείται η βλάβη. Προς την κατεύθυνση αυτή έχει εξελιχθεί και ο προσδιορισμός της εννοίας του ενδεχομένου δόλου από την επιστήμη και γίνεται δεκτό ότι τέτοιος δόλος υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δράστης έλαβε σοβαρά υπ' όψη το ενδεχόμενο πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και, αφού το στάθμισε με ό,τι επεδίωκε με την πράξη του, έκρινε αυτό ως τόσο σημαντικό, ώστε ακόμη και αν το αξιόποινο αποτέλεσμα δεν ήταν γι' αυτόν αποδεκτό ή ήταν ακόμη και αποδοκιμαστέο, αποφάσισε, παρά ταύτα, να προχωρήσει στην πράξη, ελπίζοντας, ευχόμενος στην καλύτερη περίπτωση, ότι το αποτέλεσμα τελικώς δεν θα επέλθει. Η αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί, κατά τα ανωτέρω, το κυρίαρχο στοιχείο της έννοιας του ενδεχομένου δόλου και εννοιολογικά είναι εντελώς διαφορετική από την πίστη ότι δεν θα επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα, η οποία αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του ΠΚ, στοιχείο της ενσυνείδητης αμέλειας, αλλά και την ειδοποιό διαφορά μεταξύ αυτής και ενδεχομένου δόλου, αφού η πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί κοινό στοιχείο και των δύο. Δηλαδή ο ενδεχόμενος δόλος και η ενσυνείδητη αμέλεια μοιάζουν στο γνωστικό ή διανοητικό στοιχείο, αφού και στις δύο περιπτώσεις ο δράστης πιθανολογεί την επέλευση του αποτελέσματος. Διαφέρουν όμως ριζικά στο βουλητικό στοιχείο, διότι στην ενσυνείδητη αμέλεια ο δράστης αποκρούει εσωτερικά το αποτέλεσμα, ενεργεί όμως, γιατί εσφαλμένα πιστεύει ότι θα το αποφύγει, ενώ στον ενδεχόμενο δόλο ο δράστης την κρίσιμη χρονική στιγμή της πράξεως ή της παραλείψεώς του δεν απώθησε από τη συνείδησή του το εγκληματικό αποτέλεσμα που είχε προβλέψει και, εντεύθεν, το επιδοκίμασε. Ώστε λοιπόν ενδεχόμενος δόλος υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει το αποτέλεσμα ως πιθανό (ενδεχόμενο) και το αποδέχεται, υπό την έννοια ότι το επιδοκιμάζει ή συμβιβάζεται με αυτό, δηλαδή προχωρεί στην επιδίωξη του στόχου του παρά τον υψηλό βαθμό επικινδυνότητας της συμπεριφοράς του, αδιαφορεί για την τύχη του εννόμου αγαθού, ενώ συγχρόνως δεν έχει λόγους να πιστεύει σε μια επιτυχή έκβαση του πράγματος και στη μη επέλευση του αποτελέσματος. Σε ό,τι αφορά ειδικά την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της διαταράξεως της ασφάλειας των συγκοινωνιών, για την κατάφαση του δόλου αρκεί να γνωρίζει και να αποδέχεται ο δράστης, έστω και ως ενδεχόμενο, ότι παραβιάζει τους κανόνες ασφαλούς οδηγήσεως, σύμφωνα με τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, και ότι, από την παραβίαση αυτή, μπορεί το αυτοκίνητο να εκτραπεί της πορείας του και να συγκρουσθεί με άλλο όχημα ή να επιπέσει επί πεζών και να δημιουργηθεί έτσι κίνδυνος ανθρώπου. Όταν η πράξη τελέσθηκε από αμέλεια, κατά την κατωτέρω έννοια και διακρίσεις αυτής, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος με φυλάκιση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε κατ' αντικειμενική κρίση την προσοχή που κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός μπορούσε με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα του τελεσθέντος εγκλήματος. Ακόμη, απαιτείται αντικειμενικώς αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειάς του. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 28 του ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε άνευ συνειδήσεως αμέλεια, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προβλέπει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, και σε ευσυνείδητη αμέλεια, κατά την οποία προβλέπει ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, πιστεύει όμως ότι θα το αποφύγει.
Τέλος, αν από την πράξη της διαταράξεως της ασφάλειας των συγκοινωνιών επέλθει θάνατος ή σωματική βλάβη, υπάρχει συρροή κατ' ιδέαν του εγκλήματος αυτού και της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ή της σωματικής βλάβης από αμέλεια. Αν δε η από πρόθεση διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών, με πράξεις ή παραλείψεις οφειλομένων ενεργειών και, γενικότερα, όπως αποδίδεται στον κατηγορούμενο, από μόνη της, χωρίς να μεσολαβήσει άλλη αμελής συμπεριφορά αυτού, ανεξάρτητη, αυτοτελής και μεταγενέστερη εκείνων ή εκείνης, με τις οποίες τελέσθηκε η διατάραξη, είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο, θα εφαρμοσθεί μόνον η διάταξη του άρθρου 290 παρ. 1β του ΠΚ, που προβλέπει και τιμωρεί την πράξη αυτή, και όχι και εκείνη του άρθρου 302 του ΠΚ, που προβλέπει και τιμωρεί το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, το οποίο συρρέει φαινομενικά με εκείνη και απορροφάται από αυτή (Ολομ. ΑΠ 4/2010). Αν, όμως, και η διατάραξη οφείλεται σε αμέλεια, εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 290 του ΠΚ και η συρροή με την ανθρωποκτονία από αμέλεια είναι αληθινή κατ' ιδέαν, οπότε ο δράστης θα τιμωρηθεί και γι' αυτήν. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται εκ τούτου ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Όταν, όμως, πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο, η αιτιολογία πρέπει, όπως αναφέρθηκε, να εκτείνεται και στο δόλο και να αιτιολογείται ιδιαίτερα η ύπαρξή του και ειδικότερα τόσο το στοιχείο της προβλέψεως του εγκληματικού αποτελέσματος, όσο και το στοιχείο της αποδοχής του και δη ότι ο δράστης την κρίσιμη χρονική στιγμή της πράξεως ή της παραλείψεώς του δεν απώθησε από τη συνείδησή του το εγκληματικό αποτέλεσμα που είχε προβλέψει και, εντεύθεν, το επιδοκίμασε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 128, 200, 201/2012 απόφασή του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα διαταράξεως της ασφαλείας των συγκοινωνιών τελεσθείσας με ενδεχόμενο δόλο, από την οποία επήλθε ο θάνατος των Μ. Μ. και Ε. Π., ο οποίος οφειλόταν σε αμέλεια αυτού, και παραβάσεως του άρθρου 43 παρ. 2 στοιχ. α, β, 4 του ν. 2696/1999, πράξεις που τέλεσε με τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και του ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά από αυτές, και τον καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών και έξι (6) μηνών για τη διατάραξη της ασφαλείας των συγκοινωνιών, η οποία απορρόφησε τις ανθρωποκτονίες (μία ενιαία ποινή για τα εν λόγω εγκλήματα που του αποδίδονται) και φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών για την παράβαση του Κ.Ο.Κ. και συνολική καθείρξεως έξι (6) ετών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, όσον αφορά τη διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών, ως προς την οποία και μόνο προσβάλλεται η απόφασή του (ενώ δεν προσβάλλεται ως προς το κεφάλαιο της παραβάσεως του Κ.Ο.Κ.), αναγκαίως δε και ως προς τις ανθρωποκτονίες από αμέλεια που συνέχονται με αυτήν, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχτηκαν κατά την κρίση του δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ... Παρά δε το γεγονός ότι: α) στερείτο άδειας ικανότητας οδηγήσεως, β) είχε καταναλώσει πιο πριν με τη θέλησή του αλκοολούχα ποτά, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε κατάσταση υπερδιέγερσης και υπερεκτίμησης των ικανοτήτων και δυνατοτήτων του περί το οδηγείν, γ) επρόκειτο να οδηγήσει ένα ογκώδες όχημα που απαιτούσε οδηγική δεξιοτεχνία και εμπειρία για να κινηθεί μέσα σε πόλη και δ) επρόκειτο να κινηθεί νύχτα σε οδούς με αυξημένη κυκλοφορία πεζών και οχημάτων, εντούτοις επιβιβάστηκε στο παραπάνω όχημα και οδήγησε αυτό επί της οδού Απόλλωνος, που είναι διπλής κυκλοφορίας, με κατεύθυνση από τον Λαιμό της Βουλιαγμένης προς την παραλιακή λεωφόρο Ποσειδώνος. Πρέπει να σημειωθεί ότι η οδός Απόλλωνος, που όπως ειπώθηκε είναι διπλής κατευθύνσεως, στο σημείο που εν προκειμένω ενδιαφέρει, ήτοι λίγο πριν από την συνάντηση της με την καθέτως εξικνούμενη οδό Αρμονίας, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 8,80μ, ήτοι 4,40μ κάθε ρεύμα κυκλοφορίας ενώ στο προς την Λεωφόρο Ποσειδώνος ρεύμα κυκλοφορίας της εν λόγω οδού Απόλλωνος εφάπτετο πεζοδρόμιο πλάτους 2,20 μ. Στην οδό αυτή και στην πορεία των κινουμένων προς τον Λαιμό Βουλιαγμένης υπήρχε πινακίδα Ρ -3 , που ενημέρωνε τους οδηγούς για σημείο ενάρξεως περιπάτου, (...) ... μόλις επιβιβάστηκε στο παραπάνω όχημα, ανέπτυξε υπερβολική ταχύτητα, που έφθανε τα 100 χλμ. ανά ώρα και πάντως ήταν κατά πολύ υπέρτερη της μεγίστης επιτρεπομένης στο σημείο εκείνο, (50 χ.ω. ως κατοικημένη περιοχή), πραγματοποιούσε διαρκώς αδικαιολόγητους επικίνδυνους ελιγμούς, κατά τρόπο ώστε να προκαλείται φόβος και κίνδυνος στους λοιπούς χρήστες της οδού για την πρόκληση τροχαίου ατυχήματος, ενώ παραβίασε και τον υφιστάμενο στην πορεία του ερυθρό σηματοδότη ... ενώ εκατέρωθεν των δύο αντίθετων ρευμάτων πορείας της εν λόγω οδού υφίστανται πεζοδρόμια για την κίνηση των πεζών, ειδικά δε το πεζοδρόμιο που υπάρχει στη δεξιά πλευρά του ρεύματος πορείας προς την Λεωφόρο Βουλιαγμένης είναι υπερυψωμένο, σε σχέση με το ασφάλτινο οδόστρωμα της οδού Απόλλωνος και διαχωρίζεται από αυτό με ξύλινα κιγκλιδώματα, που έχουν τοποθετηθεί στην εξωτερική του πλευρά (προς το δρόμο) και καθ' όλο το μήκος αυτού, στη δε εσωτερική του πλευρά υπάρχει τσιμεντένιο στηθαίο, που το οριοθετεί από δενδροφυτεμένο χωμάτινο έρεισμα, πλάτους 1,10 μέτρων. Επί του πεζοδρομίου τούτου, που έχει πλάτος 2,20 μέτρα, κινούνταν πεζοί, με κατεύθυνση αντίθετη από εκείνη των οχημάτων, δηλαδή με πρόσωπο προς την κίνηση αυτών, ο Ο. Α., πλησίον του ξύλινου κιγκλιδώματος, δίπλα του η σύντροφος του Μ. Μ. του Γ., ηλικίας τότε 39 ετών και δίπλα σ' αυτήν η Ε. Π. του Γ., ηλικίας τότε 53 ετών. Κατά τη χρονική στιγμή που διερχόταν από το σημείο εκείνο ο εκκαλών κατηγορούμενος, συνέχιζε να οδηγεί με επικίνδυνους ελιγμούς "ζιγκ ζαγκ" και με αμείωτη την ταχύτητα του αυτοκινήτου του, υπερεκτιμώντας προφανώς τις οδηγικές του ικανότητες και τις δυνατότητες του οχήματός του. Στο σημείο αυτό (από) έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλλει ως μέτρια συνετός οδηγός, σε συνδυασμό προς την ανεπιτηδειότητα περί την οδήγηση, την υπερβολική ταχύτητα, που είχε αναπτύξει, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε, με αποτέλεσμα τούτο να εκτραπεί δεξιά της πορείας του, να εξέλθει του οδοστρώματος, να προσκρούσει στα ξύλινα προστατευτικά κιγκλιδώματα του πεζοδρομίου, να σπάσει αυτά σε μήκος 11 μέτρων, να ανέλθει επί του πεζοδρομίου και να διασχίσει αυτό διαγωνίως, να προσκρούσει στο τσιμεντένιο στηθαίο, που οριοθετεί το πεζοδρόμιο από το χωμάτινο δενδροφυτεμένο έρεισμα και ακολούθως να κινηθεί και πάλι διαγωνίως επί του ίδιου πεζοδρομίου σε απόσταση ακόμη 26,50 μέτρων περίπου, παρασέρνοντας με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του τη Μ. Μ. και την Ε. Π. για αρκετά μέτρα πάνω στο εμπρόσθιο καπό του τζιπ και εκτινάσσοντας εν τέλει αυτές επί του οδοστρώματος, ... . Συνεπεία του προπεριγραφέντος τροχαίου συμβάντος επήλθε αφενός μεν ο αυθημερόν θανάσιμος τραυματισμός της Μ. Μ., λόγω των βαριών κακώσεων κεφαλής, που υπέστη, αφετέρου δε ο σοβαρός τραυματισμός της Ε. Π., η οποία υπέστη, μεταξύ άλλων, βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και υποσκληρίδιο αιμάτωμα αριστερά βρεγματικά. Η τελευταία υποβλήθηκε ... όπου και συνεπεία αποκλειστικά του προπεριγραφόμενου βαρύτατου τραυματισμού της εξέπνευσε, στις 20-2-2008, ήτοι μετά πάροδο 17μήνου περίπου. ... Με βάση τα παραπάνω περιστατικά η συμπεριφορά του εκκαλούντος κατ/νου αξιολογείται ποινικώς ως ακολούθως: Α) Αναφορικά με το έγκλημα της διαταράξεως της ασφαλείας των συγκοινωνιών: Ο εκκαλών κατηγορούμενος διατάραξε την ασφάλεια της συγκοινωνίας στο δρόμο, καθόσον χωρίς να κατέχει άδεια ικανότητας οδηγήσεως, α) οδηγούσε νύχτα εντός κατοικημένης περιοχής ένα ογκώδες όχημα (τζιπ), για την κίνηση του οποίου απαιτείτο ιδιαίτερη οδική ικανότητα, σε σχέση με τα υπόλοιπα ΙΧΕ αυτοκίνητα, β) ανέλαβε την οδήγηση του αυτοκινήτου, ενώ είχε προηγουμένως καταναλώσει με τη θέληση του αλκοολούχα ποτά, γ) ανέπτυξε υπερβολική σε σχέση με τις επικρατούσες συνθήκες που προσέγγιζε τα 100 χλμ/ώρα και πάντως ξεπερνούσε κατά πολύ το όριο των 50 χ.ω, δ) εκτελούσε επικίνδυνους ελιγμούς "ζιγκ ζαγκ", και ε) δεν μετρίασε -ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του, αν και εκινείτο σε δρόμο με κατωφέρεια και καμπύλη στην πορεία του. Εξαιτίας των παραπάνω παραμέτρων οδήγησης, ο εκκαλών κατηγορούμενος, από υπαιτιότητά του αδυνατούσε να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του και να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς για την αποφυγή ατυχήματος και έτσι δημιουργούσε κινδυνώδη κατάσταση για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα αφηρημένου αριθμού προσώπων, τα οποία χρησιμοποιούσαν είτε πεζοί είτε εποχούμενοι τις οδούς, που χρησιμοποιούσε και εκείνος για την κίνηση του οχήματος του. Ο εκκαλών κατ/νος, λόγω της ηλικίας του, των εμπειρικών του γνώσεων και της επαγγελματικής και κοινωνικής του θέσης (...), γνώριζε με βεβαιότητα ότι υπό τις ανωτέρω συνθήκες οδήγησης ήταν ενδεχόμενο να διαταραχθεί η ασφάλεια της συγκοινωνίας στο δρόμο. Κατά την άποψη που επεκράτησε στο δικαστήριο και σύγκειται από τις ψήφους των τεσσάρων ενόρκων, ο εκκαλών κατ/νος αποδέχθηκε εμπράκτως την κινδυνώδη αυτή κατάσταση. Τούτο σημαίνει, κατά την κρατήσασα στο δικαστήριο άποψη, ότι διετάραξε την ασφάλεια της συγκοινωνίας στο δρόμο με ενδεχόμενο δόλο, και όχι εξ αμελείας, όπως αβάσιμα υποστήριξε ο κατ/νος με τον προταθέντα αυτοτελή ισχυρισμό για εφαρμογή του άρθρου 290§2 Π.Κ., ο οποίος τυγχάνει απορριπτέος. (Ακολουθεί η άποψη της μειοψηφίας). Β)Ως προς το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή: Κατά την ομόφωνη κρίση του δικαστηρίου ο εκκαλών κατ/νος, κατά την οδήγηση του οχήματός του δεν κατέβαλε το καθήκον της προσοχής, το οποίο κάτω από τις ίδιες περιστάσεις επιβάλλουν σε κάθε μέτρια συνετό οδηγό οι κανόνες που ρυθμίζουν το επάγγελμα του και οι κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, αλλά και μπορούσε να καταβάλλει σύμφωνα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες. Έτσι δεν προέβλεψε, ενώ αν πρόσεχε θα μπορούσε να προβλέψει και αποφύγει, το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα του συνεπεία παρασύρσεως θανάτου των δύο πεζών γυναικών, που τελεί σε άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο με την παράλειψή του, υπό την έννοια ότι η συμπεριφορά του κατά την κοινή αντίληψη είναι η αμέσως προκαλέσασα το ατύχημα ή τελεί σε σχέση αιτιότητος προς αυτό. Προκειμένης δε διαταράξεως της ασφάλειας της χερσαίας συγκοινωνίας, που είχε ως συνέπεια τον θάνατο, κατά την κρατήσασα στο δικαστήριο άποψη, από ενδεχόμενο δόλο, οπότε τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 290 παρ. 1β ΠΚ, που προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, και ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, που προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό πλημ/τος και αποτελεί το έλασσον, υφίσταται φαινόμενη συρροή με αποτέλεσμα το δεύτερο έγκλημα να απορροφάται από το πρώτο. Και τούτο γιατί ... Επομένως θα εφαρμοσθεί μόνον η διάταξη του άρθρου 290 παρ. 1β ΠΚ που προβλέπει και τιμωρεί την πράξη αυτή και όχι και εκείνη του άρθρου 302 ΠΚ, που προβλέπει και τιμωρεί το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή. (Ακολουθεί η σκέψη για την παράβαση του Κ.Ο.Κ., που δεν προσβάλλεται)". Στο δε διατακτικό, ως προς το κρίσιμο ζήτημα του αν ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της διαταράξεως της ασφαλείας των συγκοινωνιών με ενδεχόμενο δόλο, αναφέρεται ότι "ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι με την προπεριγραφείσα οδηγική συμπεριφορά του υπό τις ως άνω κυκλοφοριακές συνθήκες διαταράσσει την ασφαλή κυκλοφορία οχημάτων και πεζών στην εν λόγω οδό και ότι από την διατάραξη αυτή υπήρχε η δυνατότητα προκλήσεως κινδύνου ζωής για ανθρώπους που χρησιμοποιούσαν την εν λόγω οδό, αποδέχτηκε δε τον κίνδυνο αυτό ο οποίος επήλθε".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της διαταράξεως της ασφαλείας συγκοινωνιών με ενδεχόμενο δόλο, από την οποία επήλθαν θάνατοι, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 290 παρ. 1 και 302 παρ. 1 του ΠΚ. Συγκεκριμένα, δεν αιτιολογείται α) γιατί ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, κατά την τέλεση της πράξεως της διαταράξεως των συγκοινωνιών, βρισκόταν σε ενδεχόμενο δόλο, όταν αφενός δεν αναφέρεται κάποιο λογικό κίνητρο αυτού προς διάπραξη του εν λόγω εγκλήματος και αφετέρου και ο ίδιος κατέστη εν δυνάμει θύμα της πράξεώς του, αφού, με την εγκληματική του συμπεριφορά (οδήγηση με υπερβολική ταχύτητα, κ.λπ.), θα μπορούσε και ο ίδιος να τραυματισθεί από ενδεχόμενη ανατροπή ή πρόσκρουση του οχήματος που οδηγούσε, ανεξαρτήτως των οικονομικών συνεπειών που θα είχε σε βάρος του ένα αυτοκινητικό ατύχημα από υπαιτιότητά του και β) αν αυτός την κρίσιμη χρονική στιγμή της πράξεώς του (της παραβατικής συμπεριφοράς του κατά την οδήγηση) δεν είχε απωθήσει από τη συνείδησή του το εγκληματικό αποτέλεσμα, ότι, δηλαδή, με τον τρόπο που οδηγούσε, θα διατάρασσε την ασφάλεια των συγκοινωνιών, που είχε προβλέψει και, επομένως, το επιδοκίμασε. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς την καταδικαστική της διάταξη για τη διατάραξη της ασφαλείας των συγκοινωνιών τελεσθείσα με ενδεχόμενο δόλο, από την οποία επήλθε θάνατος, αναγκαίως δε και ως προς την καταδικαστική της διάταξη για τις ανθρωποκτονίες από αμέλεια κατά συρροή (αφού, αν κριθεί και πάλι ότι η διατάραξη έγινε με ενδεχόμενο δόλο, οι ανθρωποκτονίες από αμέλεια απορροφώνται και επιβάλλεται μια ποινή κατά το άρθρο 290 παρ. 1 β του ΠΚ, αν, όμως, κριθεί ότι οφειλόταν σε αμέλεια, η πράξη αυτή, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, συρρέει αληθώς κατ' ιδέαν με τις ανθρωποκτονίες και θα επιβληθούν οι ανάλογες ποινές κατ' άρθρα 290 παρ. 2 και 302 παρ. 1 του ΠΚ) και ως προς τη διάταξή της για την επιβολή συνολικής ποινής (αφού η ποινή που επιβλήθηκε για την πράξη της παραβάσεως του Κ.Ο.Κ., ως προς την οποία η απόφαση είναι αμετάκλητη, παραμένει), και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές και ενόρκους άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 128, 200, 201/2012 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών και συγκεκριμένα μόνο ως προς την καταδικαστική της διάταξη για τις πράξεις της διαταράξεως της ασφαλείας των συγκοινωνιών που τελέσθηκε με ενδεχόμενο δόλο, από την οποία επήλθε θάνατος, και των ανθρωποκτονιών από αμέλεια κατά συρροή και ως προς τη διάταξή της περί καθορισμού συνολικής ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές και ενόρκους άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για διατάραξη ασφαλείας συγκοινωνιών με ενδεχόμενο δόλο, από την οποία επήλθαν θάνατοι από αμέλεια, και για παράβαση ΚΟΚ. Στοιχεία εγκλημάτων διαταράξεως και ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Έννοια ενδεχομένου δόλου και αμέλειας. Πότε συρρέουν η διατάραξη και η ανθρωποκτονία από αμέλεια. Όταν η πρώτη οφείλεται σε δόλο, απορροφά τη δεύτερη, εφόσον δεν έχει μεσολαβήσει άλλη ανεξάρτητη, αυτοτελής και μεταγενέστερη συμπεριφορά του δράστη εκείνης με την οποία τελέστηκε η διατάραξη, και επιβάλλεται μια ποινή (290 παρ. 1 β ΠΚ) (ΟλΑΠ 4/2010). Όταν οφείλεται σε αμέλεια, τα εγκλήματα συρρέουν αληθινά κατ" ιδέαν και επιβάλλονται χωριστές ποινές (290 παρ. 2, 302 παρ. 1 ΠΚ). Έλλειψη αιτιολογίας ως προς ενδεχόμενο δόλο. Αναίρεση ως προς καταδικαστική διάταξη για τη διατάραξη, αναγκαίως δε και ως προς καταδικαστική διάταξη για τις ανθρωποκτονίες από αμέλεια, και ως προς τη διάταξη για τον καθορισμό συνολικής ποινής, και παραπομπή.
|
Διατάραξη ασφάλειας συγκοινωνιών
|
Διατάραξη ασφάλειας συγκοινωνιών.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 270/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φραγκίσκο Ραγκούση, περί αναιρέσεως της με αριθμό 6500/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1085/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 του Π.Κ, "υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Εξ άλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου παραπάνω άρθρου του ΠΚ, "με την ποινή της παρ. 1 τιμωρείται όποιος εν γνώσει του χρησιμοποιεί το έγγραφο που είναι πλαστό ή νοθευμένο ή έχει υπεξαχθεί". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το έγκλημα της χρήσεως της ψευδούς βεβαιώσεως από το δράστη ή τον τρίτο, στοιχειοθετείται αντικειμενικά, όταν αυτός καταστήσει προσιτό το έγγραφο της ψευδούς βεβαιώσεως σε εκείνον του οποίου επιδιώκεται η εξαπάτηση και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου αυτού, υποκειμενικά δε, απαιτείται περί των στοιχείων αυτών δόλος, που ενέχει και τη γνώση της πλαστότητας του εγγράφου κατά περιεχόμενο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται, έτσι, λόγος αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους ( μάρτυρες έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής η μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 6500/2012, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημ/των), που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, για την αξιόποινη πράξη της χρήσης ψευδούς βεβαίωσης, σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, εκτίθεται, ότι, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ήτοι τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας τα αναγνωσθέντα έγγραφα, την απολογία του κατηγορουμένου και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος στις 16/5/2005 στην ... εν γνώσει του χρησιμοποίησε ενώπιον της Επιτροπής ενστάσεων αυθαιρέτων κτισμάτων της Πολεοδομίας Ελευσίνας το υπ' αριθμ. πρωτ. 716/2004 έγγραφο του Δήμου Βιλίων, στο οποίο βεβαιώνεται ψευδώς ότι η οικοδομή του στη θέση "Προσήλι" της περιοχής ... αποτελούμενη από ένα υπερυψωμένο όροφο 75 τ.μ. επί πλατφόρμας, με υπόγειο λεβητοστάσιο 20 τ.μ., είχε κατασκευαστεί προ της 30/9/2003, αν και γνώριζε ότι αυτό ήταν κατά το περιεχόμενο ψευδές, αφού η οικοδομή κατασκευάστηκε το έτος 2004. Τα παραπάνω προκύπτουν από τις αναφερόμενες στο διατακτικό εκθέσεις προφορικών μηνύσεων και την από 11/3/2004 μήνυση του δασοφύλακα Γ.Κ. και τις από 5/5/2004 και 27/6/2005 εκθέσεις αυτοψίας των δασοπόνων Φ. Ν. και Β. Μ., αντίστοιχα, καθώς και από την κατάθεση του μάρτυρα Γ. Δ. στο ακροατήριο ενώ δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα Β. Μ. στο ακροατήριο, η οποία δεν θεωρείται πειστική. Με την πράξη του αυτή ο κατηγορούμενος σκόπευε να διατηρήσει την αυθαίρετη οικοδομή αποφεύγοντας την καταβολή των προστίμων ανέγερσης και διατήρησης που ανέρχονται σε 63.21 Ε και 31.510,5 Ε αντίστοιχα. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη που κατηγορείται. Στη συνέχεια το δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο του ότι: Στην ... την 16.5.2005 εν γνώσει του χρησιμοποίησε ενώπιον της επιτροπής ενστάσεων αυθαιρέτων κτισμάτων της πολεοδομίας Ελευσίνας το με αρ. πρωτ. 716/2004 έγγραφο του Δήμου Βιλίων, στο οποίο βεβαιώνεται ψευδώς ότι η οικοδομή του στη θέση Προσήλι της περιοχής ... αποτελούμενη από ένα υπερυψωμένο όροφο 75 τμ επί πλατφόρμας, με υπόγειο λεβητοστάσιο 20 τμ, είχε κατασκευαστεί προ της 30.9.2003, αν και γνώριζε ότι αυτό ήταν κατά περιεχόμενο ψευδές, καθόσον η οικοδομή κατασκευάστηκε το έτος 2004, όπως αυτό προκύπτει από τις εκθέσεις προφορικών μηνύσεων για εκτέλεση αυθαίρετων εργασιών του Αστ. Σταθμού ..., καθώς Α) στις 26.2.2004 βεβαιώθηκε η κατασκευή βάσεως από μπετόν διαστάσεων 9,50 Χ 11 μ. καθώς και υπογείου χώρου διαστάσεων 3 Χ 10 μ. (έγγραφο 1020/3544/1-Α/4.3.2004), Β) την 1.4.2004 βεβαιώθηκε η κατασκευή ισογείου οικίας διαστάσεων 9,5 Χ 11 μ. περίπου με τοιχοποιία, καθώς και υπογείου χώρου 3 Χ 10 μ. (έγγραφο 1020/3 544/2 -Α/5.4.2004), Γ) την 11.5.2004 βεβαιώθηκε η κατασκευή των επιχρισμάτων και ταυτοχρόνως συνελήφθησαν δύο εργάτες (έγγραφο 1020/3564/1 - Γ/12.5.2004), Δ) την 27.11.2004 βεβαιώθηκε η προσθήκη υπογείου χώρου από μπετόν αρμέ μήκους 15 μ. περίπου (έγγραφο 1020/3544/3-Α/30.11.2004). Η εκτέλεση των αυθαιρέτων εργασιών δόμησης κατά το χρόνο 2004 και μετά προκύπτει και από την από 11.3.2004 μήνυση του δασοφύλακα Γ. Κ., την από 5.5.2004 έκθεση αυτοψίας της δασοπόνου Φ. Ν. (και την από 27.6.2005 έκθεση αυτοψίας του δασοπόνου Μ. Β., στις οποίες μνημονεύονται παράνομες οικοδομικές εργασίες. Με τις ενέργειές του ο κατηγορούμενος σκόπευε να διατηρήσει την αυθαίρετη οικοδομή, αποφεύγοντας την καταβολή υψηλών προστίμων ανέγερσης και διατήρησης, που ανέρχονταν σε 63.021 ευρώ και 31.510,5 ευρώ όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. Φ.29/2005/4.4.2005 έκθεση αυτοψίας και υπολογισμό προστίμων της Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δυτικής Αττικής. Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος μέχρι το χρόνο που έγινε το έγκλημα, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, της χρήσης ψευδούς βεβαίωσης, την έννομη συνέπεια της πράξης αυτής (διατήρηση αυθαίρετης οικοδομής αποφεύγοντας την καταβολή προστίμου), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 14, 16, 17, 26 παρ.1α, 27 παρ.1α, 242 παρ.1, 4 Π.Κ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 εδ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ 1ος, 2ος και 3ος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου, να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται ποιό αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του με τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί, ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, δηλαδή εκείνα που υπήρχαν στη δικογραφία τα οποία όλα αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το αριθμούμενο με αύξοντα αριθμό και στοιχείο (14) το οποίο αναφέρεται ως εξής: Η από 4-4-2005 έκθεση Αυτοψίας της Δ/νσης Πολεοδομίας Τμ. Ελέγχου Κατασκευών. Το εν λόγω έγγραφο είναι το αναφερόμενο στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης με τα αναλυτικότερα στοιχεία Φ.29/2005/4-4-2005 έκθεση αυτοψίας και υπολογισμού προστίμων της Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδ/σης Αττικής. Εξάλλου δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του εγγράφου αυτού, που, όπως προαναφέρθηκε, αναγνώστηκε, αφού άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό, (Έκθεση Αυτοψίας) και χρόνο έκδοσης 4-4-2005 δεν αναγνώσθηκαν. Με την πιο πάνω αναφορά του εγγράφου αυτού, που αναγνώσθηκε, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά του και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού αυτού, αφού μάλιστα με την ανάγνωση στο ακροατήριο του κειμένου του, κατέστη γνωστό και κατά το περιεχόμενό του στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός, δια του συνηγόρου του, που τον εκπροσώπησε, είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο αυτού, γεγονός πάντως που δεν εξαρτήθηκε από τον παραπάνω τρόπο προσδιορισμού του στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του και το πιο πάνω έγγραφο. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ συναφής 4ος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 Α' ΚΠΔ, απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, έλαβε υπόψη του το πιο πάνω έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε, σε κάθε περίπτωση δεν προσδιορίζεται η ταυτότητά του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 21-9-2012, υπ' αριθμό πρωτ. 6346/ 25-9-2012 αίτηση του Γ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 6500/2012, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημ/των). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής βεβαίωση. Χρήση ψευδούς βεβαίωσης. Χρησιμοποίηση από τον αναιρεσείοντα, ψευδούς βεβαιώσεως που είχε εκδοθεί από το Δήμο, ενώπιον της επιτροπής ενστάσεων αυθαιρέτων κτισμάτων, η οποία βεβαίωνε ψευδώς ότι η οικοδομή του είχε κατασκευαστεί σε χρόνο προγενέστερο του πραγματικού. Λόγοι αναίρεσης: έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Ψευδής βεβαίωση
|
Ψευδής βεβαίωση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 269/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Σ. Ν. του Ν., κατοίκου Νίκαιας Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Βαρλάμη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3243/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουνίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 866/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 27 του Ν. 2429/1996, ελεγχόμενος που παραλείπει να υποβάλει την κατά τα άρθρα 24 και 25 δήλωση ή υποβάλλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή. Στη συνέχεια οι παραπάνω διατάξεις και γενικώς όλες οι ρυθμίσεις που περιείχαν τα άρθρα 24 έως και 29 του πιο πάνω νόμου 2429/1996, επαναδιατυπώθηκαν στα άρθρα 1 μέχρι και 4 του Ν. 3213/2003 "Δήλωση και έλεγχος περιουσιακής κατάστασης βουλευτών, δημοσίων λειτουργών κ.λ.π.", του οποίου η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (31.12.2003) και ο οποίος με το άρθρο 12 παρ. 1 αυτού, κατάργησε τα άρθρα 24 έως και 29 του πρώτου νόμου (Ν. 2429/1996). Έτσι, στο νέο Ν. 3213/2003, με το άρθρο 2 παρ. 1α αυτού προσδιορίσθηκε το περιεχόμενο της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, πρέπει να περιέχει, λεπτομερώς, τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία, όπως είναι, ιδίως, τα έσοδα των ιδίων, αλλά και των συζύγων τους και των ανηλίκων τέκνων τους, έσοδα από κάθε πηγή κατά τα τρία τελευταία οικονομικά έτη πριν από την αρχική υποβολή της δήλωσης και κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος για τις μετέπειτα υποβαλλόμενες δηλώσεις, τα ακίνητα, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, οι μετοχές, τα ομόλογα, τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων κάθε είδους και τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα, οι καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, τα πλωτά και τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάθε χρήσης οχήματα και η συμμετοχή σε κάθε είδους επιχείρηση. Ακόμη, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του ίδιου Ν. 3213/2003 ορίστηκε ότι ελεγχόμενος, που παραλείπει να υποβάλει την κατά τα άρθρα 1 και 2 δήλωση ή υποβάλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή. Αν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση έξι (6) μηνών έως δύο (2) ετών". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του αρ. 28 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υποβολής ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακών στοιχείων από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και, αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με τη πράξη του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η απαιτούμενη ως παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, την οποία πρέπει να περιέχει η καταδικαστική απόφαση, πρέπει να υπάρχει και να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, όπως είναι και ο αυτοτελής ισχυρισμός συγγνωστής νομικής πλάνης, που προβλέπεται από το άρθρο 31 παρ. 2 ΠΚ, κατά το οποίο η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης, ότι είχε το δικαίωμα να τελέσει την πράξη ή δεν είχε υποχρέωση να ενεργήσει και η πλάνη του αυτή είναι συγγνωστή, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν την πλάνη του αυτή, τον άδικο δηλαδή χαρακτήρα της πράξεώς του, δε μπορούσε να διαγνώσει, έστω και αν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων του.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3243/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για την αξιόποινη πράξη της υποβολής ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής κατάστασης, από αμέλεια κατ' εξακολούθηση, σε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την εκτίμηση των μνημονευομένων στο αιτιολογικό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος διορίστηκε υπάλληλος στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών στις 5-1-1999. Υπηρέτησε: α)από 12-12-1999 μέχρι 9-1-2000 στο Β' Τελωνείο Πειραιά, β)από 10-1-2000 μέχρι τον μήνα Αύγουστο 2005 στην Περιφερειακή Δ/νση Σ.Δ.Ο.Ε. Αττικής και γ)από το μήνα Σεπτέμβριο του 2005 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2006 στην Κ.Υ του ΥΠ.Ο.ΟΙ., ενώ από 2-2-2006 υπηρετούσε στην ΥΠ.Ε.Ε./Επιχειρησιακή Διεύθυνση Ειδικών Υποθέσεων Αθηνών. Λόγω της ιδιότητάς του αυτής είχε υποχρέωση, με βάση τις διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, να υποβάλει κάθε χρόνο στον αρμόδιο για τον έλεγχο της περιουσιακής του κατάστασης Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά τα έτη 2005 και 2006 και τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης το έτος 2007 δήλωση περιουσιακής κατάστασης του ιδίου και της συζύγου του το αργότερο μέχρι την 30η Ιουνίου κάθε έτους, στην οποία όφειλε να περιλάβει τα περιουσιακά του στοιχεία, μεταξύ των οποίων και καταθέσεις σε τράπεζες και ταμιευτήρια, τα οποία υφίσταντο κατά το χρόνο της υποβολής της δήλωσης. Όμως, ο κατηγορούμενος στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης που υπέβαλε στις 1-7-2005 και 27-6-2006 στον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και στις 18-6-2007 στον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης δεν ανέφερε λεπτομερώς όλα τα περιουσιακά του στοιχεία που υπήρχαν κατά το χρόνο της υποβολής τους και συγκεκριμένα δε ανέφερε τραπεζικές καταθέσεις που διατηρούσε σε διάφορες τράπεζες και ταμιευτήριο. Πιο συγκεκριμένα στη δήλωσή του που υπέβαλε στις 1-7-2005 παρέλειψε να δηλώσει τα παρακάτω διαθέσιμα υπόλοιπα τα οποία είχε κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης αυτής (1-7-2005) και συγκεκριμένα δεν δήλωσε: 1) διαθέσιμο ποσό 24.383,96 ευρώ που είχε στον με αριθμό ... ατομικό λογαριασμό του στην Τράπεζα ALPHA ΒΑΝΚ, 2) διαθέσιμο ποσό 16,01 ευρώ που είχε στον με αριθμό ... λογαριασμό στην Τράπεζα ALPHA ΒΑΝΚ, ο οποίος ήταν κοινός με τους γονείς τού Ν. Κ. και Μ. Κ., 3) διαθέσιμο ποσό 0,62 ευρώ που είχε στον με αριθμό ... λογαριασμό στην Τράπεζα ALPHA ΒΑΝΚ, ο οποίος ήταν κοινός με την σύζυγό του Ι. - Μ. Π., 4) διαθέσιμο ποσό 903,85 ευρώ που είχε στον με αριθμό ... ατομικό λογαριασμό του στην Τράπεζα ΠΕΙΡΑΙΩΣ, 5) διαθέσιμο ποσό 522,19 USD που είχε στον με αριθμό ... λογαριασμό στην Τράπεζα EUROBANK, που ήταν κοινός με τον Γ. Φ. και 6) διαθέσιμο ποσό 8.035,76 ευρώ που είχε στον με αριθμό ... ατομικό λογαριασμό του στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στη δήλωσή του που υπέβαλε στις 27-6-2006 παρέλειψε να δηλώσει τα παρακάτω διαθέσιμα υπόλοιπα τα οποία είχε κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης αυτής (27-6-2006) και συγκεκριμένα δεν δήλωσε: 1) διαθέσιμο ποσό 77.879,46 ευρώ που είχε στον με αριθμό ... ατομικό λογαριασμό του στην Τράπεζα ALPHA ΒΑΝΚ, 2) διαθέσιμο ποσό 1.312,77 ευρώ που είχε. στον με αριθμό ... λογαριασμό στην Τράπεζα ALPHA ΒΑΝΚ, ο οποίος ήταν κοινός με τη σύζυγό του Ι. - Μ. Π., 3) διαθέσιμο ποσό 1.746,63 ευρώ το οποίο είχε στον με αριθμό ... ατομικό λογαριασμό του στην Τράπεζα ΠΕΙΡΑΙΩΣ, 4) διαθέσιμο ποσό 507,39 USD που είχε στον με αριθμό ... λογαριασμό στην Τράπεζα EUROBANK, που ήταν κοινός με τον Γ. Φ. και 5) διαθέσιμο ποσό 14.154,26 ευρώ που είχε στον με αριθμό ... ατομικό λογαριασμό του στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης που υπέβαλε στις 18-6-2007 παρέλειψε να δηλώσει τα παρακάτω διαθέσιμα ποσά τα οποία είχε κατά την υποβολή της δήλωσης αυτής (18-6-2007) και συγκεκριμένα δεν δήλωσε: 1) διαθέσιμο ποσό 3.125 ευρώ που είχε στον με αριθμό ... ατομικό λογαριασμό του την Τράπεζα ALPHA ΒΑΝΚ, 2) διαθέσιμο ποσό 5.542,41 ευρώ που είχε στον με αριθμό ... ατομικό λογαριασμό του στην Τράπεζα ALPHA ΒΑΝΚ, 3) διαθέσιμο υπόλοιπο 152,14 ευρώ που είχε στον με αριθμό ... στην Τράπεζα ALPHA ΒΑΝΚ, ο οποίος ήταν κοινός με τον πατέρα του Ν. Κ., 4) διαθέσιμο ποσό 524,08 USD που είχε στον με αριθμό ... λογαριασμό στην Τράπεζα EUROBANK, που ήταν κοινός με τον Γ. Φ., 5) διαθέσιμο ποσό 17.856,34 ευρώ που είχε στον με αριθμό ... ατομικό λογαριασμό του στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και 6) διαθέσιμο ποσό 7,54 ευρώ που είχε στον με αριθμό ... ατομικό λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα. Τα ανωτέρω διαθέσιμα ποσά με σαφήνεια προκύπτουν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα-βεβαιώσεις των αντίστοιχων Τραπεζών, Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου. Ο κατηγορούμενος, προκειμένου να δικαιολογήσει την παράλειψή του να δηλώσει τα διαθέσιμα των λογαριασμών ... στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και ... στην Τράπεζα EUROBANK ισχυρίζεται ότι αγνοούσε την ύπαρξη των λογαριασμών αυτών, δεδομένου ότι ο πρώτος είχε ανοιχθεί από τους γονείς του με συνδικαιούχους αυτόν και την αδελφή του, χωρίς να έχει ενημερωθεί για το γεγονός αυτό και ο δεύτερος από τον εργοδότη του και εξάδελφο του Γ. Φ. προκειμένου να εκτελεί κατά την εκτέλεση της εργασίας του εισπράξεις και πληρωμές. Ο ισχυρισμός αυτός όμως του κατηγορουμένου δεν αποδεικνύεται βάσιμος. Ο με αριθμός ... λογαριασμός, ο οποίος ανοίχτηκε στις 5-6-2000 και έκλεισε στις 13-7-2007, είχε δε υπόλοιπο στις 1-7-2005 8.035,76 ευρώ, στις 27-6-2006 14.154,26 ευρώ και στις 18-6-2007 17.856,34 ευρώ ήταν ατομικός λογαριασμός του κατηγορουμένου και όχι κοινός λογαριασμός όπως ισχυρίζεται, προκειμένου να δικαιολογήσει την επικαλούμενη άγνοιά του, με τους γονείς του και την αδελφή του πράγμα που συμβαίνει με τον με αριθμό ... λογαριασμό του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου που άνοιξε στις 13-7-2007 με συνδικαιούχους τον κατηγορούμενο, τους γονείς του Κ. Μ. και Κ. Ν. και την αδελφή του Σ. Μ. (βλ. από 31-8-2010 δύο βεβαιώσεις του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου Ελλάδος-Κατάστημα Νεάπολης Νίκαιας). Ο κατηγορούμενος περαιτέρω ισχυρίζεται ότι δεν δήλωσε τα υπόλοιπα του με αριθμό ... ατομικού του λογαριασμού στην Τράπεζα ALPHA ΒΑΝΚ (ποσά 24.383,96 και 77.879,46 ευρώ) πιστεύοντας ότι νομίμως έπραττε, δεδομένου ότι οι προϊστάμενοί του όταν υπέβαλε τις ως άνω δηλώσεις του δήλωσαν ότι δεν απαιτείται η αναγραφή σ' αυτές των ποσών που διατηρούσε σε πιστωτικά ιδρύματα και ότι θα αναφερόταν στα ποσά αυτά όταν θα τον καλούσαν για την παροχή
εξηγήσεων, καθώς και ότι οι υπάλληλοι του Σ.Δ.Ο.Ε. ήταν υποχρεωμένοι να δηλώνουν τα εισοδήματα του προηγούμενου οικονομικού έτους και όχι αυτά που είχαν κατά την ημέρα υποβολής της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι μεταξύ μερικών συναδέλφων του κατηγορουμένου, μεταξύ των οποίων και ο τμηματάρχης Κ., κρατούσε η άποψη ότι στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης δεν απαιτείτο να δηλώσουν τις καταθέσεις τους σε τράπεζες και ταμιευτήρια και ότι αρκετοί συνάδελφοί του δεν τις δήλωναν. Στην άποψη αυτή προσχώρησε και ο κατηγορούμενος με συνέπεια να προβεί στις ως άνω ανακριβείς δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης. Η συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου, όπως έγινε δεκτό και με την εκκαλούμενη απόφαση, πληροί την ειδική υπόσταση του εγκλήματος που κατηγορείται ως τελεσθέντος από αμέλεια κατ' άρθρο 28 ΠΚ, πράξη για την οποία, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος. Ειδικότερα, αποδείχθηκε, ότι οι ανακρίβειες και ελλείψεις στις επίμαχες δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης του κατηγορουμένου οφείλονται σε αμέλειά του, συνιστάμενη στο ότι δεν επέδειξε την επιμέλεια, που κατά την περίσταση αυτή, όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, με βάση τις προσωπικές του ιδιότητες και την εμπειρία του, κατά τη σύνταξη των δηλώσεων αυτών, ώστε αυτές να είναι ακριβείς. Ο κατηγορούμενος όφειλε και μπορούσε, με βάση την ιδιότητά του ως υπαλλήλου του Σ.Δ.Ο.Ε., το υψηλό επίπεδο της μόρφωσής του (κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στο Δημόσιο Δίκαιο του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών - Τμήμα Νομικής) και το γεγονός ότι η σχετική υποχρέωση για κατ' έτος υποβολή δήλωσης περιουσιακής κατάστασης είχε προβλεφθεί από ετών, καταβάλλοντος την κατ' αντικειμενική κρίση επιμέλεια και προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες ή ανάλογες πραγματικές καταστάσεις και με βάση τους νομικούς κανόνες, να ενημερωθεί πλήρως ο ίδιος για την υποχρέωσή του να αναφέρει στις επίμαχες δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης τις ως άνω τραπεζικές καταθέσεις και να μη καταστεί υπαίτιος υποβολής ανακριβών δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, ενόψει και του γεγονότος ότι πολλοί συνάδελφοί του προέβαιναν στη δήλωση των τραπεζικών τους καταθέσεων στις σχετικές δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης και ο ίδιος είχε τη μόρφωση να ενημερωθεί για την υποχρέωσή του αυτή, η οποία με σαφήνεια προέκυπτε και από το γεγονός ότι στο έντυπο της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης που καλείτο να συμπληρώσει αναφέρονταν, μαζί με τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα, εμπράγματα δικαιώματα, συμμετοχή σε κάθε είδους επιχείρηση κλπ.), και τα χρεόγραφα και οι καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα. Η μεταγενέστερη μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας δήλωση του ποσού των 77.879,46 ευρώ, που υπήρχε στον ... λογαριασμό της Τράπεζας ALPHA ΒΑΝΚ κατά το χρόνο της υποβολής της από 27-6-2006 δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, με την υποβληθείσα στις 18-6-2007 δήλωση ποσού 75.000 ευρώ είτε ως αμοιβαίο κεφάλαιο στην ίδια Τράπεζα, είτε στην από 27-6-2008 δήλωση του, όπως ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται, δεν αναιρεί την αντικειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, ούτε αποδεικνύεται βάσιμος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ο ανωτέρω λογαριασμός (... της Τράπεζας ALPHA ΒΑΝΚ) κατά το χρόνο της υποβολής της από 18-6-2007 δήλωσης περιουσιακής κατάστασης είχε υπόλοιπο μηδέν (βλ. από 4.8.2010 έγγραφο της ALPHA ΒΑΝΚ). Τέλος δεν αναιρεί τα ανωτέρω ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι θα προέβαινε στη δήλωση των ανωτέρω μη δηλωθεισών τραπεζικών καταθέσεων σε περίπτωση που διενεργείτο έλεγχος, καθόσον η διενέργεια ελέγχου, έστω και δειγματοληπτικά, δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωσή του δήλωσης των υπαρχόντων κατά το χρόνο της δήλωσης περιουσιακών του στοιχείων, αλλά γίνεται για έλεγχο της ανακρίβειας ή μη των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος, επικαλούμενος συγγνωστή νομική πλάνη (άρθρο 31 παρ. 2 ΠΚ), ισχυρίζεται ότι πίστευε ότι δεν είχε υποχρέωση να αναφέρει στις ως άνω επίμαχες δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης τις ανωτέρω καταθέσεις σε Τράπεζες και Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος αναφέρεται σε εσφαλμένη αντίληψή του για την προαναφερθείσα υποχρέωσή του και σε πεπλανημένη πίστη αυτού για το δικαίωμά του να μη δηλώσει τις καταθέσεις του και άγνοια του άδικου χαρακτήρα της πράξης του, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει περίπτωση συγγνωστής νομικής πλάνης κατ' άρθρο 31 παρ. 2 ΠΚ. Και τούτο, διότι ο κατηγορούμενος, με βάση την ιδιότητά του ως υπαλλήλου του Σ.Δ.Ο.Ε. και την αδιαμφισβήτητη, λόγω της πολυετούς υπηρεσίας του στην υπηρεσία αυτή, εμπειρία του και τις επαγγελματικές του ικανότητες και το μορφωτικό και πνευματικό επίπεδό του κατά το χρόνο που υπέβαλε τις ως άνω δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης, είχε τη δυνατότητα, αν κατέβαλε την προσπάθεια και επιμέλεια που έπρεπε και μπορούσε να καταβάλει, να πληροφορηθεί ο ίδιος με ακρίβεια την ύπαρξη της ως άνω νόμιμης υποχρεώσεως του και να διαγνώσει το επιτρεπτό ή μη της πράξης του και συγκεκριμένα να αποκτήσει με δικές του ενέργειες ακριβή και ορθή ενημέρωση αναφορικά με την υποχρέωσή του να συμπεριλάβει στις επίμαχες δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης τις ως άνω τραπεζικές του καταθέσεις και να διαγνώσει το άδικο της αντίστοιχης παράλειψής του. Τη γνώση αυτή μπορούσε να αρρυσθεί ο κατηγορούμενος απευθυνόμενος στον προϊστάμενό του και Διευθυντή του Σ.Δ.Ο.Ε. Ε. Κ., ο οποίος, όπως κατέθεσε, περιλάμβανε τις τραπεζικές του καταθέσεις στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης που υπέβαλε και να μην αρκεστεί στην άποψη του υπαλλήλου - τμηματάρχη Κ., όταν μάλιστα είχε νομικές γνώσεις και στο έντυπο της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης αναφέρονται μεταξύ των λοιπών περιουσιακών στοιχείων που πρέπει να δηλωθούν και οι καταθέσεις σε Τράπεζες, ταμιευτήρια και λοιπά πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να μη δικαιολογείται συγγνωστή νομική πλάνη του, για την ύπαρξη της οποίας δεν αρκεί μόνο η άγνοια. Το με αριθμό 13457/Υ.Ε Τ20/25-5-2010 έγγραφο δεν μεταβάλλει την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου διότι αναφέρεται στην αναγκαιότητα δήλωσης των περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν μέσα στον προηγούμενο της υποβολής της δήλωσης χρόνο και τα οποία στο έντυπο της δήλωσης αναφέρονται ως εισόδημα και οικονομικές ενισχύσεις από κάθε πηγή που αποκτήθηκαν το προηγούμενο έτος και δεν αίρει την σαφή υποχρέωση που θέτει ο νόμος για αναφορά στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης των υφιστάμενων κατά το χρόνο της υποβολής της περιουσιακών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και οι τραπεζικές καταθέσεις. Μετά από όσα έγιναν δεκτά παραπάνω πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αυτοτελής περί συγγνωστής πλάνης ισχυρισμός του κατηγορουμένου και να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της αξιόποινης πράξης υποβολής ανακριβών δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης από αμέλεια κατ' εξακολούθηση ως πρωτοδίκως. Τέλος, πρέπει να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί εφαρμογής στο πρόσωπό του, του άρθρου 10 του Ν. 3932/2011 με το οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 6 του Ν. 3213/2003 και να κριθεί η ανωτέρω αξιόποινη πράξη του ατιμώρητη, πέραν της αοριστίας του διότι ο κατηγορούμενος δεν παραθέτει ορισμένως και ειδικώς τις περιστάσεις εκείνες με βάση τις οποίες το Δικαστήριο θα μπορούσε να κρίνει την πράξη του ατιμώρητη, ως ουσιαστικά αβάσιμος διότι από τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχθηκε η συνδρομή περιστάσεων, οι οποίες, εκτιμώμενες ελεύθερα, θα μπορούσαν να οδηγήσουν το Δικαστήριο να κρίνει την πράξη του κατηγορουμένου ατιμώρητη, όταν μάλιστα ο κατηγορούμενος είναι έμπειρος υπάλληλος του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος και οι ανακριβείς δηλώσεις είναι εξακολουθητικές, ενώ οι μη δηλωθείσες τραπεζικές του καταθέσεις ανέρχονται στα αναφερόμενα ανωτέρω μεγάλα χρηματικά ποσά (πχ. 24.383,96 ευρώ, 8.035,76 ευρώ, 77.879,46 ευρώ, 14.154,26 ευρώ, 3.125 ευρώ, 5,542,41 ευρώ και 17.856,34 ευρώ)". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 3243/2011 αποφάσεώς του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος τελεσθέντος από αμέλεια, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 28, 98 του ΠΚ και 1,2, 4 παρ.3, 5 του Ν. 3213/2003, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Συγκεκριμένα το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, υπόχρεος υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών, από αμέλεια παρέλειψε να περιλάβει στις υποβληθείσες υπ' αυτού αρμοδίως δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης, των ετών 2005, 2006 και 2007, τις αναφερόμενες αναλυτικά στην απόφαση τραπεζικές καταθέσεις που διατηρούσε σε τράπεζες και ταμιευτήριο, σε ατομικούς και κοινούς με άλλους λογαριασμούς, με μη δηλωθέντα μεγάλα υπόλοιπα χρηματικά ποσά σε ευρώ, ύψους 24.383,96, 16,09, 0,62, 903,85, 8.035,76, 77.879,46, 1312,77, 1746,63, 14.154,26, 3.125, 5.542,41, 152,14, 7,54 και 17.856,34 αντίστοιχα και διαθέσιμα υπόλοιπα σε USD 522,19 και 524,08 αντίστοιχα. Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος: α) αναφέρονται στο αιτιολογικό με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της από μη συνειδητή αμέλεια υποβολής ανακριβούς δήλωσης περιουσιακών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση, για τα έτη 2005, 2006 και 2007, β) με επαρκή εμπεριστατωμένη αιτιολογία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου υπαλλήλου, ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη κάποιων κοινών τραπεζικών λογαριασμών που είχαν ανοίξει τρίτοι εν αγνοία του, οι γονείς του και ο εξάδελφός του και τότε εργοδότης του Γ. Φ. και γ) με επαρκή εμπεριστατωμένη και εκτενή αιτιολογία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απάντησε και απέρριψε ως αβάσιμο τον περί συγγνωστής νομικής πλάνης προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου και δη ότι δε δήλωσε κάποια υπόλοιπα τραπεζικών του λογαριασμών, πιστεύοντας πεπλανημένα και συγγνωστά ότι νομίμως έπραττε, με βάση ρητές οδηγίες του προϊσταμένου του στο ΣΔΟΕ Τμηματάρχη Κ., και ότι θα προέβαινε στη δήλωση σε περίπτωση που διενεργείτο έλεγχος των δηλώσεών του, δειγματοληπτικά, αναφέροντας στο αιτιολογικό, ότι απλά υπήρχε κάποια άποψη μερικών συναδέλφων του και του παραπάνω τμηματάρχη του και όχι ρητές οδηγίες προϊσταμένου, να μην αναγράφονται στις δηλώσεις των υπόχρεων οι τραπεζικές καταθέσεις που είχαν κατά την ημέρα της υποβολής της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης και ότι δήθεν θα τις δήλωναν αργότερα, αν γινόταν ο δειγματοληπτικός έλεγχος και ότι ο ίδιος, με υψηλό μορφωτικό και πνευματικό επίπεδο, ως κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στο Δημόσιο Δίκαιο, όφειλε και μπορούσε, με βάση τις προσωπικές του ιδιότητες, την εμπειρία του, ως υπαλλήλου του Υπουργείου Οικονομικών από το 1999 και την ιδιότητά του ως υπαλλήλου του ΣΔΟΕ, να έχει πληροφορηθεί και ενημερωθεί πλήρως και με ακρίβεια για την άνω υποχρέωσή του δήλωσης και των τραπεζικών καταθέσεων, υποχρέωση που σημειωνόταν και στο σχετικό συμπληρούμενο έντυπο δήλωσης, που καλείτο να συμπληρώσει, όπως έπρατταν πολλοί άλλοι συνάδελφοί του, μεταξύ των οποίων και ο προϊστάμενός του Διευθυντής του ΣΔΟΕ τότε Ε. Κ., στον οποίο μπορούσε να απευθυνθεί και να πληροφορηθεί την παραπάνω υποχρέωσή του.
Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, υπό την επίφαση της ελλείψεως πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με χρονολογία 25 Ιουνίου 2012 αίτηση - δήλωση του Σ. Ν. του Ν., περί αναιρέσεως της 3243/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όσον αφορά την ενοχή και την απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού συγγνωστής νομικής πλάνης.
|
Πόθεν έσχες
|
Πόθεν έσχες.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 267/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Μ. του Φ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Νικολάου, περί αναιρέσεως της με αριθμό 2375-2376/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Κωνσταντίνα Νασοπούλου.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 179/12.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο νόμος 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις" τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18) και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα, το άρθρο 17 παρ. 1, 2α και β του πιο πάνω νόμου, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, όπως αυτό ίσχυε στην αρχική του έκδοση, πριν από την τροποποίησή του με την παρ.2 α' και β' του άρθρου 2 ν. 3943/2011, ορίζει ότι: "1. Αδίκημα φοροδιαφυγής στη φορολογία εισοδήματος διαπράττει, όποιος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, παραλείπει να υποβάλλει δήλωση, ή υποβάλλει ανακριβή δήλωση, αποκρύπτοντας καθαρά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή εισοδήματος. Ως απόκρυψη καθαρών εισοδημάτων νοείται και η περίπτωση κατά την οποία καταχωρούνται στα βιβλία εικονικές ολικά ή μερικά δαπάνες ή γίνεται επίκληση στη φορολογική δήλωση τέτοιων δαπανών, ώστε να μην εμφανίζονται καθαρά εισοδήματα ή να εμφανίζονται αυτά μειωμένα. 2. Ο δράστης του αδικήματος αυτού τιμωρείται: α) με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ήδη 15.000 € και β) με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών ήδη 150.000 €".
Τα παραπάνω όρια, των 15.000 ευρώ και των 150.000 ευρώ, καθορίσθηκαν με το άρθρο 21 παρ. 1 περ. η' του Ν. 2948/2001, από 1.1.2002. Εξάλλου, στο άρθρο 18 παρ.1α του ίδιου ως άνω νόμου, που επίσης ενδιαφέρει εν προκειμένω, όπως αυτό ίσχυε στην αρχική του έκδοση, πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 16 παρ.1 του ν. 3888/2010 και στη συνέχεια με την παρ.2 δ' και ε' του άρθρου 2 ν. 3943/2011, ορίζεται ότι: 1. Αδίκημα μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου - εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών διαπράττει ο φορολογούμενος ο οποίος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτών δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς τους άνω φόρους, τέλη ή εισφορές ή συμψήφισε ή εξαπατώντας τη φορολογική αρχή έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α, τιμωρούμενος: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή επιστράφηκε ή δεν αποδόθηκε, υπερβαίνει σε ετήσια βάση το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών ήδη 3.000 Ευρώ και β) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) δραχμές ήδη ... Ευρώ".
Τα παραπάνω όρια, των 3.000 ευρώ και των ... ευρώ, καθορίσθηκαν με το άρθρο 21 παρ. 1 περ.θ' του Ν. 2948/2001, από 1.1.2002. Στις ως άνω διατάξεις, περιγράφεται με σαφήνεια, η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος φοροδιαφυγής, που τελείται με τη μορφή της παράλειψης υποβολής δήλωσης ή με την υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17) ή με την μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας κ.λ.π. (άρθρο 18). Ειδικότερα, περιγράφεται η υποκειμενική υπόσταση των οικείων εγκλημάτων, κατά την οποία η παράλειψη υποβολής ή η υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος, ή η μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας κ.λ.π. στοιχειοθετείται μόνο, αν ο φορολογούμενος ενήργησε "προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος", ή προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου προστιθέμενης αξίας ή να πληρώσει λιγότερο φόρο. Από τη χρήση της λέξης "προκειμένου" στο κείμενο του νόμου, συνάγεται ότι στην περιπτώσεις αυτές διαπλάθεται έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης (έγκλημα σκοπού) και ο φορολογούμενος πρέπει να ενεργεί με υπερχειλή δόλο (άρθρο 27 παρ. 2 ΠΚ) και συγκεκριμένα, θα πρέπει με την πράξη της υποβολής ανακριβούς δήλωσης ή την παράλειψη της υποβολής δήλωσης, ή με τη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση φόρου προστιθέμενης αξίας, να αποκρύπτει καθαρά εισοδήματα, γνωρίζοντας και επιδιώκοντας να αποφύγει την πληρωμή του φόρου εισοδήματος ή του φόρου προστιθέμενης αξίας. Αν δεν υπάρχει ο ανωτέρω εγκληματικός σκοπός στο πρόσωπο του φορολογουμένου, δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και δεν στοιχειοθετούνται τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ανωτέρω νόμου. Επομένως, θα πρέπει στην καταδικαστική απόφαση για τις ανωτέρω πράξεις να περιέχεται πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφενός της αντικειμενικής υπόστασης που θεμελιώνουν τα άνω αδικήματα, κυρίως όμως, να αιτιολογείται ο συγκεκριμένος σκοπός (αποφυγής πληρωμής φόρου εισοδήματος ή φόρου προστιθέμενης αξίας), ο οποίος πρέπει να αναφέρεται και να εξειδικεύεται ρητά και με σαφήνεια, αφού πρόκειται για στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως των αδικημάτων των άρθρων 17 και 18 του ως άνω ν. 2523/1997 (Α.Π. 1231/2011). Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, εκ του ότι δε εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα και όχι μερικά από αυτά κατ` επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως Ειδικώς, όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος ο νόμος απαιτεί να έχει τελεστεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή με σκοπό επελεύσεως ορισμένου εγκληματικού αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος), η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς με παράθεση περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή ή το σκοπό επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος, αλλιώς υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την ύπαρξη του στοιχείου αυτού.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη, υπ` αριθμό 2375-2376/2011 απόφαση του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, για φοροδιαφυγή και ειδικότερα, για παράβαση των άρθρων 17 παρ.1, 2α και 18 παρ.1β του Ν. 2523/1997 (ανακριβής δήλωση και μη υποβολή δήλωσης για την απόδοση στο Δημόσιο του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, κατ` εξακολούθηση, σε βαθμό κακουργήματος και ανακριβής δήλωση και μη υποβολή δήλωσης φόρου εισοδήματος, κατ` εξακολούθηση, σε βαθμό πλημμελήματος) και του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών.
Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ήτοι, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων και των εγγράφων που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά λέξη, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η επιχείρηση ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕ είχε νόμιμη φορολογική αποθήκη εγκεκριμένη από το Β' Τελωνείο Θεσσαλονίκης. Έτσι είχε το δικαίωμα να αποθηκεύσει προϊόντα (αλκοολούχα ποτά) και να τα διαθέτει σε πελάτες. Η διακίνηση των αλκοολούχων αυτών ποτών γινόταν μέσω πλαστών και εικονικών τιμολογίων. Δηλαδή συστήνονταν εικονικές επιχειρήσεις μόνο για την έκδοση πλαστών φορολογικών στοιχείων για να δικαιολογείται η παράνομη διάθεση των ποτών που προμηθεύονταν από ενδοκοινοτικές χώρες. Η διακίνηση γινόταν ως εξής: Αγόραζε αλκοολούχα ποτά από μεγάλες ή μικρές επιχειρήσεις οι οποίες δεν φαινόταν καθόλου. Στη συνέχεια λάμβανε πλαστά τιμολόγια από εικονικές επιχειρήσεις για τη νομιμοποίηση των προϊόντων, δηλαδή να φαίνονται ότι αγοράστηκαν από τις εικονικές και στη συνέχεια τα διέθεταν σε τρίτους χωρίς να μπαίνουν στη φορολογική αποθήκη. Για να δικαιολογηθούν οι συναλλαγές έναντι του Τελωνείου εξέδιδαν εικονικά φορολογικά στοιχεία (Τ.Π.Δ.Α) και στη συνέχεια τα ακύρωναν με την έκδοση πιστωτικών τιμολογίων επειδή ήταν εικονικές. Με το πιστωτικό τιμολόγιο και το δελτίο πιστωτικής ποσοτικής παραλαβής ακυρώνονταν η συναλλαγή. Ο έλεγχος που έγινε στην εν λόγω εταιρία χαρακτήρισε τα βιβλία ανακριβή και ανεπαρκή λόγω μη προσκόμισης των βιβλίων και στοιχείων αν και κλήθηκε η επιχείρηση νομίμως και προσδιόρισε τα αποτελέσματα εξωλογιστικά, με την εφαρμογή το οικείου μοναδικού προβλεπόμενου από τον Υπουργείο συντελεστού, προσαυξημένου λόγω της ανεπάρκειας και ανακρίβειας αντίστοιχα. Τα μέλη του ΔΣ της παραπάνω εταιρείας και υπεύθυνοι για το ελεγχόμενο διάστημα από 2-4-1999 μέχρι και 23-12-1999 ήταν οι :1) Μ. Ι. (κατηγορούμενος) σαν πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, εκπρόσωπος σύμφωνα με το νόμο της εταιρείας "ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕ", 2) Μ. Μ., αντιπρόεδρος και 3) Κ. Μ., μέλος. Ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του Προέδρου της εταιρίας είχε υποχρέωση να υποβάλει δήλωση εισοδήματος και δήλωση ΦΠΑ, για μεν τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-1998 έως και 31-12-1998, έως τις 10-5-1999, για δε τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-199 έως 31-12-1999 έως τις 10-5-2000. Επομένως το γεγονός της αποχώρησής του από την εταιρία στις 27-12-1999 δεν τον απάλλασσε από την υποχρέωσή του να υποβάλει δήλωση φόρου εισοδήματος για τη χρήση 1-1-1999 έως 31-12-1999 αφού στο παραπάνω χρονικό διάστημα είχε την ιδιότητα του προέδρου της εταιρίας και ήταν αρμόδιος και υπεύθυνος για την υποβολή της εν λόγω δηλώσεως, απορριπτόμενου του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού του με τον οποίο υποστηρίζει τα αντίθετα. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση έως και του αυτού εγκλήματος και έχοντας ως σκοπό να διαπράξει το αδίκημα της μη απόδοσης στο Ελληνικό Δημόσιο του αναλογούντος φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) δεν απέδωσε τον ως άνω φόρο. Συγκεκριμένα: α) την 6-5-1999 όσον αφορά τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-1998 έως και 31-12-1998 υπέβαλε ανακριβή, εκκαθαριστική δήλωση απόδοσης του ΦΠΑ προς την αρμόδια φορολογική αρχή (ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσ/νίκης) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του με αποτέλεσμα τον υπολογισμό αυτού (οφειλόμενου ΦΠΑ) στο ποσό των 62563500 δρχ (183605,28 ευρώ) χρεωστικό υπόλοιπο, αντί του εμφανισθέντος από αυτού με την ανωτέρω ιδιότητα του, με την εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ που υπέβαλε ποσού πιστωτικού υπολοίπου 2.949.065 δρχ (8654,62 ευρώ) όπως αυτό ειδικότερα προκύπτει από τη με αριθμό 58/13-7-2004 πράξη προσδιορισμού ΦΠΑ του ΠΕΚ Θεσ/νίκη).
Β) την 4-10-2000 όσον αφορά τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-1999 έως και 31-12-2000 υπέβαλε εκπρόθεσμη ( ενώ έπρεπε μέχρι 10-5-2000) και πάλι ανακριβή εκκαθαριστική δήλωση απόδοσης του ως άνω φόρου προς τη ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσ/νίκης, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του, με αποτέλεσμα τον κατά νόμο εξωλογιστικό υπολογισμό αυτού (οφειλόμενου ΦΠΑ) στο ποσό των 87794405 δρχ (257650,49 ευρώ) (χρεωστικό υπόλοιπο) αντί του εμφανισθέντος από αυτού με την ανωτέρω ιδιότητα του με τη με αριθμό 2639/4-10-2000 (εκπρόθεσμη) εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ που υπέβαλε ποσού πιστωτικού υπολοίπου 331262 δρχ (972,15 ευρώ) όπως ειδικότερα προκύπτει από τη με αριθμό 26/13-7-2004 πράξη προσδιορισμού ΦΠΑ του ΠΕΚ Θεσ/νίκης δηλαδή ποσά οφειλόμενου ΦΠΑ που υπερβαίνουν ανά ετήσια βάση το ποσό των 75000 ευρώ.
2) Στη Θεσ/νίκη κατά το χρονικό διάστημα από 18/5/1999 - 4/10/2000 ενεργώντας με πρόθεση και έχοντας ως σκοπό να διαπράξει το αδίκημα της φοροδιαφυγής στη φορολογία εισοδήματος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και αυτού εγκλήματος υπέβαλε ανακριβείς δηλώσεις αποκρύπτοντας καθαρά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή εισοδήματος. Συγκεκριμένα στη Θεσσαλονίκη με την ιδιότητα του προέδρου, διευθύνοντος συμβούλου και νόμιμου εκπροσώπου της προαναφερομένης εταιρίας και με αντικείμενο εργασιών την εμπορία οινοπνευματώδη ποτών, α) την 18-5-999 υπέβαλε στην αρμόδια ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης ανακριβή δήλωση απόδοσης φόρου για τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-1998 έως 31-12-1998 (δήλωση οικ. έτους 1999, χρήση 1998) οπότε και υπολογίστηκε ο φόρος στο ποσό των 11.403.189 δρχ (33464,97 ευρώ) αντί του δηλωθέντος από αυτού με την προαναφερόμενη ιδιότητα του με την με αριθμό 1815/18-5-1999 δήλωση φορολογίας εισοδήματος ποσού φορολογητέου εισοδήματος από 2935536 δρχ (8614,92 ευρώ) επί του οποίου το ποσό φόρου με βάση της δήλωση του υπολογίστηκε σε 23980 δρχ (70,37 ευρώ), δηλαδή διαφορά ποσού φόρου σε σχέση με το ποσό του διενεργηθέντος ελέγχου 11379209 δρχ (33394,59 ευρώ) όπως ειδικότερα προκύπτει από το με αριθμό 105/13-7-2004 φύλλο ελέγχου εισοδήματος της ΠΕΚ Θεσ/νίκης και β) την 4-10-2000 υπέβαλε εκπρόθεσμη ( ενώ έπρεπε μέχρι 10-5-2000) στην αρμόδια ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσ/νίκης ανακριβή δήλωση απόδοσης φόρου για τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-1999 έως και 31-12-1999 (δήλωση οικ. έτους 2000, χρήση 1999) οπότε και υπολογίστηκε ο φόρος αυτός στο ποσό των 14850078 δρχ (43580,56 ευρώ) αντί του δηλωθέντος από αυτού με την ανωτέρω ιδιότητα του, με τη με αριθμό 2700/4-10-2000 δήλωση φορολογίας εισοδήματος, ποσού ζημίας 4510336 δρχ (13236,49 ευρώ) όπως ειδικότερα προκύπτει αυτό από το με αριθμό 73/13-7-2004 φύλλο ελέγχου της ΠΕΚ Θεσ/νίκης, δηλαδή ποσό μη αποδοθέντος φόρου που υπερβαίνουν ανά διαχειριστική περίοδο το ποσό των 15000 ευρώ. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν στοιχειοθετείται στο πρόσωπο του η υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων ανακριβής δήλωση ΦΠΑ και δήλωση φόρου εισοδήματος έλλειψη δόλου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο διότι κατά το ελεγχόμενο διάστημα που αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας είχε την ιδιότητα του προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της προαναφερομένης εταιρίας, της οποίας ήταν εκπρόσωπος σύμφωνα με το νόμο. Ως εκ τούτου όφειλε να λαμβάνει γνώση όλων των πεπραγμένων της εταιρίας, να ελέγχει τις αγορές και πωλήσεις των ποτών, να παρακολουθεί ανελλιπώς τις εργασίες της επιχείρησης και να τηρεί βιβλία Γ' κατηγορίας του Κ.Β.Σ συγκεκριμένα: 1) το ημερολόγιο πώλησης, 2) το ημερολόγιο αγορών, 3) το ημερολόγιο διαφόρων πράξεων, 4) το ημερολόγιο ταμείου, 5) το ισοζύγιο λογιστικής και 6) το Γενικό καθολικό. Αν ο κατηγορούμενος ανταποκρινόταν στις απορρέουσες από το νόμο υποχρεώσεις του θα είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει επακριβώς τις δραστηριότητες της εταιρίας και την πραγματική οικονομική κατάσταση και θα είχε τη δυνατότητα του ελέγχου των υποβληθέντων δηλώσεων, δηλαδή αν αυτές ήταν ορθές και ανακριβείς.
Επομένως εφόσον αυτός δεν τήρησε τις ως άνω κατά νόμο υποχρεώσεις του δεν θα μπορούσε να πιστεύει και εύλογα όπως ισχυρίζεται πως οι δηλώσεις ΦΠΑ και εισοδήματος που υποβλήθηκαν για την ανωτέρω διαχειριστική περίοδο ότι ήταν ορθές και ακριβής.
Συνεπώς στοιχειοθετείται στο πρόσωπο του κατηγορουμένου για όλους τους παραπάνω λόγους και η υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αδικημάτων για τα οποία πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
Ακολούθως, κατά το διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του ότι: " Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που προβλέπονται τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα:
1.- Στην Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα 6/5/1999 - 4/10/2000, ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος και έχοντας ως σκοπό να διαπράξει το αδίκημα της μη απόδοσης στο (Ελληνικό) Δημόσιο του αναλογούντος φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.), προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του, δεν απέδωσε τον ως άνω φόρο (Φ.Π.Α.) και συγκεκριμένα, στη Θεσσαλονίκη, όντας πρόεδρος του Δ.Σ., Δ/νων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εδρευούσης στο ... εταιρείας με τον τίτλο "ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε." (βλ, ειδικότερα στο εδάφιο Α.2 του παρόντος): α) την 6/5/09, όσον αφορά τη διαχειριστική περίοδο από 01.01.1998 έως και 31.12.1998, υπέβαλε ανακριβή εκκαθαριστική δήλωση απόδοσης του φόρου προστιθέμενης αξίας προς την αρμόδια φορολογική αρχή (Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε, Θεσσαλονίκης), προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του, με αποτέλεσμα τον υπολογισμό αυτού (οφειλόμενου Φ.Π.Α.) στο ποσό των 62.563.500 δραχμών (183.605,28 ΕΥΡΩ) (χρεωστικό υπόλοιπο), αντί του εμφανισθέντος από αυτόν με την ανωτέρω ιδιότητά του, με την εκκαθαριστική δήλωση Φ.Π.Α. που υπέβαλε, ποσού πιστωτικού υπολοίπου 2.949.065 δραχμών (8.654,62 ΕΥΡΩ), όπως ειδικότερα προκύπτει από τη με αριθμό 58/13.07.2004 πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α. του Π.Ε.Κ. Θεσσαλονίκης και β) την 4/10/2000, όσον αφορά τη διαχειριστική περίοδο από 01.01.1999 έως και 31.12.1999, υπέβαλε εκπροθέσμως (ενώ έπρεπε μέχρι 10/5/2000) και πάλι ανακριβή εκκαθαριστική δήλωση απόδοσης του ως άνω φόρου προς την αρμόδια φορολογική αρχή (Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης), προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του, με αποτέλεσμα τον κατά νόμο εξωλογιστικό υπολογισμό αυτού (οφειλόμενου Φ.Π.Α.) στο ποσό των 87.794.405 δραχμών (257.650,49 ΕΥΡΩ) (χρεωστικό υπόλοιπο), αντί του εμφανισθέντος από αυτόν με την ανωτέρω ιδιότητά του, με τη με αριθμό 2639/04.10.2000 (εκπρόθεσμη) εκκαθαριστική δήλωση Φ.Π.Α. που υπέβαλε, ποσού πιστωτικού υπολοίπου 331.262 δραχμών (972,15 ΕΥΡΩ), όπως ειδικότερα προκύπτει από τη με αριθμό 26/13.07.2004 πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α. του Π.Ε.Κ. Θεσσαλονίκης, δηλαδή ποσά οφειλόμενου Φ.Π.Α. που υπερβαίνουν ανά ετήσια βάση το ποσό των 75.000,00 ΕΥΡ.Ω.
2) - Στην Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα 18/5/99 - 4/10/2000 ενεργώντας με πρόθεση και έχοντας ως σκοπό να διαπράξει το αδίκημα της φοροδιαφυγής στη φορολογία εισοδήματος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, υπέβαλε ανακριβείς δηλώσεις, αποκρύπτοντας καθαρά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή εισοδήματος και συγκεκριμένα, στη Θεσσαλονίκη, με την ιδιότητά του ως πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στο ... ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ - ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (Α.Φ.Μ. ...), το διακριτικό τίτλο "ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε." και αντικείμενο εργασιών την εμπορία οινοπνευματωδών ποτών, α) την 18/5/99 υπέβαλε στην αρμόδια φορολογική αρχή (Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης) ανακριβή δήλωση απόδοσης φόρου για τη διαχειριστική περίοδο από 01.01.1998 έως και 31.12.1998 (δήλωση οικ. έτους 1999 - χρήση 1998), οπότε και υπολογίστηκε αυτός (ο φόρος) στο ποσό των 11.403.189 δραχμών (33.464,97 ΕΥΡΩ), αντί του δηλωθέντος από αυτόν με την ανωτέρω ιδιότητά του, με τη με αριθμό 1815/18.05.1999 δήλωση φορολογίας εισοδήματος, ποσού φορολογητέου εισοδήματος εκ 2.935.536 δραχμών (8.614,92 ΕΥΡΩ), επί του οποίου το ποσό φόρου με βάση τη δήλωσή του υπολογίσθηκε σε 23.980 δραχμές (70,37 ΕΥΡΩ), ήτοι διαφορά ποσού φόρου σε σχέση με το ποσό του διενεργηθέντος ελέγχου 11.379.209 δραχμών (33.394,59 ΕΥΡΩ), όπως ειδικότερα προκύπτει από το με αριθμό 105/13.07.2004 φύλλο ελέγχου φόρου εισοδήματος της Π.Ε.Κ. Θεσσαλονίκης και β) την 4/10/2000, υπέβαλε εκπροθέσμως (ενώ έπρεπε μέχρι 10 Μαΐου 2000) στην αρμόδια φορολογική αρχή (Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης) ανακριβή δήλωση απόδοσης φόρου για τη διαχειριστική περίοδο από 01.01.1999 έως και 31.12.1999 (δήλωση οικ. έτους 2000 - χρήση 1999), οπότε και υπολογίστηκε αυτός ο φόρος στο ποσό των 14.850.078 δραχμών (43.580,56 ΕΥΡΏ), αντί του δηλωθέντος από αυτόν με την ανωτέρω ιδιότητά του, με τη με αριθμό 2700/04.10.2000 δήλωση φορολογίας εισοδήματος, ποσού ζημίας 4.510.336 δραχμών (13.236,49 ΕΥΡΩ), όπως ειδικότερα προκύπτει από το με αριθμό 73/13.07.2004 φύλλο ελέγχου της Π.Ε.Κ. Θεσσαλονίκης, δηλαδή ποσά μη αποδοθέντος φόρου που υπερβαίνουν ανά διαχειριστική περίοδο το ποσό των 15.000,00 ΕΥΡΩ.
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ 2, 98 ΠΚ και 17 παρ.1, 2α και 18 παρ.1β Ν. 2523/1997, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των πράξεων για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Ειδικότερα αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης ότι ο κατηγορούμενος, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα είχε την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ, Διευθύνοντα Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε." και προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του Φ.Π.Α. και του φόρου Εισοδήματος υπέβαλε, και μάλιστα εκπροθέσμως, ανακριβείς δηλώσεις στην φορολογική αρχή (Δ.Ο.Υ, ΦΑΕ Θεσ/νίκης), αναφέροντας το χρονικό διάστημα και τα ποσά που έπρεπε να αποδώσει για Φ.Π.Α. και φόρο Εισοδήματος, καθώς και τα ποσά που αυτός δήλωσε ανακριβώς. Αιτιολογεί δε και το δόλο του κατηγορουμένου, αφού πέραν της αναφοράς στο διατακτικό, που αλληλοσυμπληρώνει το σκεπτικό, ότι ενήργησε με πρόθεση, αναφέρει μεταξύ των άλλων, στο σκεπτικό, ότι η επιχείρηση που εκπροσωπούσε είχε νόμιμη φορολογική αποθήκη και έτσι είχε το δικαίωμα να αποθηκεύει προϊόντα (αλκοολούχα ποτά) και να τα διαθέτει σε πελάτες. Προκειμένου δε να αποφύγει την πληρωμή του φόρου εισοδήματος και του Φ.Π.Α. συστήνονταν εικονικές επιχειρήσεις μόνο για την έκδοση πλαστών φορολογικών στοιχείων για να δικαιολογείται η παράνομη διάθεση των ποτών που προμηθευόταν από ενδοκοινοτικές χώρες και στη συνέχεια αναφέρει αναλυτικά τον τρόπο με τον οποίο γινόταν η διακίνηση των προϊόντων. Περαιτέρω, δέχεται ότι ο κατηγορούμενος δεν τηρούσε βιβλία Γ' κατηγορίας του Κ.Β.Σ. ούτε προσκόμισε τα βιβλία και στοιχεία της επιχείρησής του όταν κλήθηκε προς τούτο αρμοδίως. Επομένως, υπάρχει πλήρης αιτιολογία ως προς το δόλο του κατηγορουμένου.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, περί εσφαλμένης καταδίκης του, λόγω πλημμελούς εκτίμησης των αποδείξεων και ειδικότερα λόγω εσφαλμένης αξιολόγησης των καταθέσεων των μαρτύρων, είναι απαράδεκτες, και πρέπει να απορριφθούν, γιατί υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, Ελληνικού Δημοσίου ( άρθρα 176,183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ.1 του Ν. 2693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987 και 2 της Υ.Α. 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-1-2012 υπ` αριθμό πρωτ. 2/2012 αίτηση του Ι. Μ. του Φ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της υπ` αριθ. 2375-2376/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ καθώς και στα έξοδα του παραστάντος Πολιτικώς ενάγοντος, Ελληνικού Δημοσίου, εκ τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Φοροδιαφυγή. Υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος. Υποβολή ανακριβούς δήλωσης για απόδοση στο Δημόσιο του ΦΠΑ. Ποινική ευθύνη οφειλέτη. Υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση. Δόλος. Απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολόγηση του δόλου. Πραγματικά περιστατικά. Τέλεση των ως άνω αδικημάτων από Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο Α.Ε. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Φοροδιαφυγή
|
Φοροδιαφυγή.
| 0
|
Αριθμός 266/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Μ. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Ανδρουλάκη και Στυλιανό Παπαλόη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 792, 801, 802/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Κ. του Α., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Μαρτίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 419/2012.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται έτσι ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, όταν, μεταξύ άλλων, δεν μνημονεύονται σ' αυτήν τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου. Από την απόφαση, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους, τα αποδεικτικά μέσα. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 792,801,802/2011 απόφασή του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, κήρυξε ένοχο κατά πλειοψηφία, τον αναιρεσείοντα, των αξιόποινων πράξεων, α) της κατάχρησης σε ασέλγεια, κατ' εξακολούθηση και β) της παράνομης κατακράτησης, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α' και ε' Π.Κ. και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και τριών (3) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, στο αίτιο λογικό της, αφού παρατίθεται το νομικό μέρος της υπόθεσης στη συνέχεια γίνεται παράθεση των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και που θεμελιώνουν την ενοχή του αναιρεσείοντα για τις παραπάνω πράξεις. Δεν γίνεται όμως, παντάπασιν μνεία περί των ληφθέντων υπόψη του αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κ.λπ.) στα οποία στήριξε την καταδικαστική του κρίση, ούτε από άλλη αναφορά του όλου περιεχομένου της αποφάσεως, προκύπτει, είτε ευθέως, είτε διηγηματικώς, ότι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο. Έτσι, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και πρέπει, κατά παραδοχή του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ δεύτερου, κατά ένα μέρος του, λόγου της ένδικης αιτήσεως (αν και προβαλλομένου με την επίκληση άλλων αιτιάσεων και όχι και της ανωτέρω), αλλά και κατ' αυτεπάγγελτη εξέταση της πλημμέλειας αυτής (άρθρο 511 ΚΠΔ), ενόψει του ότι η ένδικη αίτηση περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων της αιτήσεως. Ακολούθως η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, δεδομένου ότι η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 792, 801, 802/2011 απόφασή του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης. Μέσα αποδείξεως. Πρέπει να προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη, με περιληπτική αναφορά αυτών ανά είδος. Δεν γίνεται μνεία των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη για της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αποδεικτικά μέσα
|
Αποδεικτικά μέσα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 268/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο,- Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Π. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάρκο Παπαζήση και παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Δημάκη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 1386/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Μ. Π. του Β. .
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουνίου 2012 αίτησή του καθώς και στους από 28 Δεκεμβρίου 2012 πρόσθετους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 806/12.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, ορίζεται ότι "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., ορίζεται ότι " από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση σωματικής βλάβης άλλου, υποκειμενικά δε α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλομένης κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και με βάση τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρ. 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος.
Η τυχόν συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του παθόντος ή και τρίτου, δεν αναιρεί την ύπαρξη αμελείας του δράστη και την ποινική ευθύνη του, εκτός εάν αυτή συνετέλεσε αποκλειστικά στο αποτέλεσμα που επήλθε, οπότε αίρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1386/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος μηχανοδηγός επιβατικής αμαξοστοιχίας, κηρύχθηκε, σε δεύτερο βαθμό, ένοχος δύο σωματικών βλαβών από αμέλεια κατά συρροή, δύο τραυματισθέντων προσώπων, κατά τη σύγκρουση δύο αμαξοστοιχιών, και διατάραξης ασφάλειας σιδηροδρομικής συγκοινωνίας από αμέλεια και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαέξι μηνών, η οποία ποινή και ανεστάλη επί τριετία. Στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αυτής 1386/2012 αποφάσεως, διαλαμβάνεται ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, από την ανάγνωση όλων ανεξαιρέτως των προαναφερομένων εγγράφων, που λεπτομερώς αναφέρονται στα ταυτάριθμα, με την παρούσα απόφαση, πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου και που βρίσκονται στην παρούσα δικογραφία, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, από την απολογία των παρόντων κατηγορουμένων στο ακροατήριο, καθώς και από την όλη, εν γένει, αποδεικτική διαδικασία προέκυψε και το Δικαστήριο τούτο πείσθηκε ότι, κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, οι δυο πρώτοι κατηγορούμενοι, Σ. Π. και Μ. Π., τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο κατά συρροή, όσον αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο μόνο σε βάρος των παθόντων, για τους οποίους δεν κηρύχθηκε, κατά τα ανωτέρω απαράδεκτη η ποινική δίωξη, καθώς και της διατάραξης ασφάλειας σιδηροδρόμων από αμέλεια, όπως τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση αυτών, αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό. Ειδικότερα, προέκυψε ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι, στη Ροδόπολη Σερρών, στις 19.5.2005, ως μηχανοδηγοί, ο πρώτος επί των χειριστηρίων, της επιβατικής αμαξοστοιχίας 1630, η οποία εκτελούσε, κατά τον ως άνω χρόνο, το δρομολόγιο Θεσσαλονίκη - Σέρρες, πλησιάζοντας στον σταθμό Ροδόπολης, διαπίστωσαν ότι τα φωτοσήματα εισόδου του σταθμού, από την πλευρά της Καστανούσας, ήταν σε θέση κλειστή (ερυθρό), ενόψει της άφιξης, κατά τον ίδιο χρόνο, στο σταθμό και της 80611 εμπορικής αμαξοστοιχίας, την οποία πληροφορήθηκαν τότε από τον Σταθμάρχη Ροδόπολης, Δ. Β.. Κατόπιν συνεννόησης και ανταλλαγής σχετικών τηλεγραφημάτων, μέσω ραδιοτηλεφώνου, με τον ως άνω Σταθμάρχη, εισήλθαν στο σταθμό, παραβιάζοντας το ερυθρό φωτόσημα εισόδου, μετά δε την επιβίβαση και αποβίβαση των επιβατών, παρόλο που, ως προελέχθη, γνώριζαν ότι στο σταθμό εισέρχονταν, κατά το χρόνο εκείνο, η 80611 εμπορική αμαξοστοιχία, αναχώρησαν με προορισμό τον επόμενο σταθμό, δηλ. προς Μανδράκι, χωρίς προηγουμένως να αναμένουν να τους δοθεί η ανάλογη σηματοδότηση εκ μέρους του Σταθμάρχη του Σταθμού, όπως είχαν υποχρέωση, σύμφωνα με το άρθρο 117 παρ. 1171 α του Γενικού Κανονισμού Κίνησης του Ο.Σ.Ε και χωρίς να επιδείξουν την οφειλόμενη προσοχή, ανέπτυξαν μεγαλύτερη του δέοντος ταχύτητα, με αποτέλεσμα να μη μπορέσουν να ακινητοποιήσουν την αμαξοστοιχία, παρά την εφαρμογή της ακαριαίας πέδησης, όταν διαπίστωσαν ότι το φωτόσημα εξόδου της γραμμής στην οποία κινούνταν ήταν κλειστό (ερυθρό), λόγω της άφιξης της ανωτέρω εμπορικής αμαξοστοιχίας, κατά παράβαση του άρθρου 117 παρ. 1171 δ του Γενικού Κανονισμού Κίνησης του Ο.Σ.Ε. Επισημαίνεται, ότι η ταχύτητα της αμαξοστοιχίας, κατά τη στιγμή της επακολουθήσασας σύγκρουσης με την εμπορική αμαξοστοιχία, υπερέβαινε τα 40χ/ω, ενώ το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε η ακριβής ταχύτητα, δεν αναιρεί το ότι αυτή, σε κάθε περίπτωση, ήταν υπερβολική για τις επικρατούσες συνθήκες και ιδίως ενόψει της επικείμενης διασταύρωσης με αντιθέτως κινούμενη αμαξοστοιχία. Ισχυρίζεται βέβαια ο πρώτος κατηγορούμενος, ότι αυτόν δεν τον βαρύνει κάποια αμέλεια, διότι δεν είχε οπτική επαφή με τον Σταθμό και αναχώρησε, μετά τη λέξη "πάμε" που του είπε ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος ευρίσκετο στην πλευρά της μηχανής της αμαξοστοιχίας και είχε οπτική επαφή με τον Σταθμό και την αποβάθρα του και ο οποίος, παρά το γεγονός ότι ο Σταθμάρχης δεν εξήλθε του γραφείου του και δεν του έδωσε σήμα αναχώρησης, μετέφερε ψευδώς και εντελώς αδικαιολόγητα σ' αυτόν (πρώτο κατηγορούμενο), ότι πήρε σήμα από τον Σταθμάρχη, προκειμένου να αναχωρήσουν. Ο ισχυρισμός του αυτός κρίνεται αβάσιμος, διότι, ανεξάρτητα από τη βασιμότητα ή μη των ως άνω ισχυριζόμενων από αυτόν πραγματικών περιστατικών, έχει και αυτός (πρώτος κατηγορούμενος) αμέλεια, διότι αυτός είχε τον χειρισμό της αμαξοστοιχίας και είχε επίγνωση της ιδιαίτερης κατάστασης, δηλαδή της προηγηθείσας κατ' εξαίρεση εισόδου της αμαξοστοιχίας στο Σταθμό, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, καθώς και της συνακόλουθης απόλυτης ανάγκης σαφούς προηγούμενης σηματοδότησης από τον Σταθμάρχη για την αναχώρησή του. Έχοντας αυτά υπόψη, όφειλε με κάθε πρόσφορο μέσο, ήτοι και με δική του προσωπική, μέσω ραδιοτηλεφώνου, επικοινωνία με τον Σταθμάρχη, να επιβεβαιώσει το σήμα του δευτέρου κατηγορουμένου προς αναχώρηση, σε κάθε δε περίπτωση να εξασφαλίσει την ασφαλή διασταύρωση με την εμπορική αμαξοστοιχία, την οποία και γνώριζε ότι θα γίνει, αν όχι έμπροσθεν του Σταθμού, πάντως εντός του χώρου του Σταθμού και συνεπώς πριν το φωτόσημα εξόδου. Στη συνέχεια δε, όφειλε, εφόσον αναχώρησε και μάλιστα χωρίς να είναι βέβαιος για την ομαλή πραγματοποίηση της προγραμματισμένης διασταύρωσης, να κινηθεί με μικρή ταχύτητα το πολύ έως το ερυθρό φωτόσημα της εξόδου, έτοιμος να ακινητοποιήσει την αμαξοστοιχία προ του ερυθρού αυτού φωτοσήματος, αναμένοντας την είσοδο της εμπορικής αμαξοστοιχίας στην 4η παρακαμπτήριο γραμμή του Σταθμού Ροδόπολης, όπως ήταν προγραμματισμένο. Αντί αυτών όμως, δεν επιβεβαίωσε την πληροφορία του δευτέρου κατηγορουμένου περί σήματος αναχώρησης από τον Σταθμό, δεν εξασφάλισε τη διασταύρωση με την εμπορική αμαξοστοιχία και, υπό το κράτος σπουδής, λόγω και της καθυστέρησης των 27 λεπτών της ώρας στο δρομολόγιο, αναχώρησε και επιτάχυνε έως σαν να μην επρόκειτο να διασταυρωθεί με την αντιθέτως κινούμενη αμαξοστοιχία. Αποτέλεσμα της συγκλίνουσας αμέλειας των προαναφερθέντων κατηγορουμένων ήταν η επιβατική αμαξοστοιχία 1630, κατά τη έξοδο της από το σταθμό, να προσκρούσει πλαγιομετωπικά στην εισερχόμενη στο σταθμό εμπορική αμαξοστοιχία 80611 και από τη σύγκρουση των δύο αμαξοστοιχιών να τραυματιστούν, από συγκλίνουσα αμέλεια του πρώτου και δευτέρου των κατηγορουμένων οι: α) Ο N. S., οδηγός της δεύτερης μηχανής της 80611 αμαξοστοιχίας, ο οποίος υπέστη θλάσεις μαλακών μορίων του θώρακα και των άκρων και κάταγμα της μεσότητας του δεξιού μηριαίου οστού με εξάρθρημα του ισχίου και β) Η Κ. Φ., συνοδός ασφαλείας στην 1630 αμαξοστοιχία, η οποία υπέστη κάκωση κεφαλής με αιματώματα της δεξιάς οφθαλμικής χώρας, θλαστική εξοίδηση της ρινός, θλάσεις των μαλακών μορίων του λαιμού, θλάσεις των τοιχωματικών μαλακών μορίων του θώρακα και της κοιλίας, θλαστική εκχύμωση της μεσότητας της δεξιάς κνήμης και εκδορές γονάτων αμφοτερόπλευρα, επί πλέον δε, να τραυματιστούν οι παρακάτω, ως προς τους οποίους, όπως προαναφέρθηκε, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης του πρώτου κατηγορουμένου: α) Η Ε. Τ., επιβάτης της 1630 αμαξοστοιχίας, η οποία υπέστη θλαστική εκχύμωση, χροιάς ερυθρομελαίνης, της μεσότητας του αριστερού βραχιονίου και της αριστεράς άκρας χειρός ραχιαία, θλάσεις των τοιχωματικών μαλακών μορίων του θώρακα κι της άνω κοιλίας, εκτεταμένη, θλαστική εκχύμωση, χροιάς ερυθρομελαίνης, της έξω επιφανείας του δεξιού μηρού, β) Ο Γ. Τ., επιβάτης της 1630 αμαξοστοιχίας, ο οποίος υπέστη εκδορές μετώπου και ρινός, οίδημα ρινός, ρινορραγία, γ) Ο Δ. Σ. επιβάτης της 1630 αμαξοστοιχίας, ο οποίος υπέστη κακώσεις στην περιοχή του στέρνου και δ) ο Θ. Λ., επιβάτης της 1630 αμαξοστοιχίας, ο οποίος υπέστη θλαστικό τραύμα άνω βλεφάρου, ε) ο πρώτος κατηγορούμενος, Σ. Π., ο οποίος υπέστη θλάσεις των τοιχωματικών μαλακών μορίων του θώρακα και της δεξιάς κοιλίας και στ) ο τρίτος κατηγορούμενος, Ε. Κ., ο οποίος υπέστη κακώσεις κάτω δεξιών πλευρών. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι, κατά τον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο ο πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων, λόγω της προαναφερόμενης πιο πάνω αμελούς συμπεριφοράς καθενός εξ αυτών επήλθε σύγκρουση των δύο αμαξοστοιχιών στο σημείο εξόδου του σταθμού, προς Μανδράκι, και ειδικότερα η επιβατική αμαξοστοιχία 1630, κινούμενη στην 3η κύρια γραμμή του σταθμού με φορά κίνησης προς Μανδράκι, προσέκρουσε πλαγιομετωπικά στην εμπορική αμαξοστοιχία 80611, η οποία αποτελούνταν από 13 φορτηγά οχήματα και τη ΔΗ07071 βουλγαρική κινητήρια μονάδα και κατά το χρόνο της σύγκρουσης εισερχόταν στην 4η παρακαμπτήριο γραμμή του σταθμού. Κατά την σύγκρουση η κινητήρια μονάδα της αμαξοστοιχίας 1630 προσέκρουσε στη δεύτερη κατά τη φορά κίνησης κινητήρια μονάδα της αμαξοστοιχίας 80611 με αποτέλεσμα να προκληθεί πυρκαγιά στις δύο κινητήριες μονάδες και να τραυματιστούν επτά άτομα. Η πρώτη κατά τη φορά κίνησης κινητήρια μονάδα της αμαξοστοιχίας 80611 αποκόπηκε από τη σύνθεση της εμπορικής αμαξοστοιχίας, συνέχισε την πορεία της αλλά λόγω της ανηφορικής κλίσης της γραμμής σταμάτησε, κύλησε προς τα πίσω και προσέκρουσε στις άλλες δύο και ακολούθως εκτροχιάστηκαν οι τρεις κινητήριες μονάδες καθώς και το 3° όχημα της 80611 αμαξοστοιχίας. Εξ αιτίας της σύγκρουσης αυτής, η οποία οφείλεται στην προαναφερθείσα αμελή συμπεριφορά των κατηγορουμένων, δημιουργήθηκαν συνθήκες ανωμαλίας επί της σιδηροδρομικής γραμμής, οι οποίες κατέστησαν την συνέχιση της ασφαλούς συγκοινωνίας αδύνατη και προέκυψε κίνδυνος για τους επιβάτες και τους εργαζόμενους τόσο στις άνω αμαξοστοιχίες, όσο και για αυτούς των αμαξοστοιχιών που πλησίαζαν στο σταθμό και για κάθε ευρισκόμενο κατά το χρόνο αυτό πλησίον του σταθμού, καθώς και κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, δηλ. στα μεταφερόμενα με την εμπορική αμαξοστοιχία εμπορεύματα, στις αποσκευές των επιβατών και στα ευρισκόμενα επί και πλησίον του σταθμού πράγματα και εγκαταστάσεις. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι (πρώτος και δεύτερος) να κηρυχθούν ένοχοι των ως άνω πράξεων, που τους αποδίδονται, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό." Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 1386/2012 απόφασή του, την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων που καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 94, 291 παρ.1, 2 και 314 παρ. 1 α' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) στο αιτιολογικό, αναφέρονται επαρκώς εμπεριστατωμένα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και στα οποία στηρίχθηκε το δικαστήριο για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των αξιόποινων πράξεων της κατά συρροή σωματικής βλάβης και της διατάραξης ασφαλείας σιδηροδρομικής συγκοινωνίας, από αμέλεια, που υπέπεσε ο κατηγορούμενος μηχανοδηγός επιβατικής αμαξοστοιχίας, που συγκρούσθηκε με άλλη αμαξοστοιχία, β) αναφέρονται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις οι περιστάσεις που συνέβη το εν λόγω σιδηροδρομικό ατύχημα, το είδος της αμέλειας, ως μη συνειδητής αμέλειας, αναλύεται η αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου και τα στοιχεία που αποδείχθηκαν και προσδιορίζουν την αμέλεια αυτού, όπως, αναχώρηση της αμαξοστοιχίας που οδηγούσε από το σταθμό Ροδόπολης Σερρών προς Μανδράκι, ενώ είχεν πληροφορηθεί από το Σταθμάρχη Ροδόπολης ότι εκείνη τη στιγμή εισερχόταν στον ίδιο σταθμό άλλη εμπορική αμαξοστοιχία, χωρίς προηγουμένως να αναμένει να του δοθεί η ανάλογη σηματοδότηση εκ μέρους του άνω Σταθμάρχη του σταθμού, όπως είχεν υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 117 παρ. 1171 α του Γενικού Κανονισμού Κίνησης του ΟΣΕ και χωρίς να επιδείξει την οφειλόμενη προσοχή, ανέπτυξε ταχύτητα μεγαλύτερη του δέοντος, ανωτέρα των 40 χιλ. ανά ώρα και δη υπερβολική σε κάθε περίπτωση για τις επικρατούσες συνθήκες, ενόψει επικείμενης διασταύρωσης εντός του χώρου του σταθμού με την αντιθέτως κινούμενη εμπορική αμαξοστοιχία, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να ακινητοποιήσει την αμαξοστοιχία που οδηγούσε, παρά την εφαρμογή της ακαριαίας πέδησης, όταν διαπίστωσε ότι το φωτόσημα εξόδου της γραμμής στην οποία εκινείτο ήταν κλειστό (ερυθρό), λόγω της άφιξης της ανωτέρω εμπορικής αμαξοστοιχίας, με αποτέλεσμα οι δύο αμαξοστοιχίες να συγκρουσθούν πλαγιομετωπικά και να τραυματισθούν τα πρόσωπα που αναφέρονται, αιτιολογείται δε επαρκώς και η απόρριψη ως αβάσιμου του προβληθέντος αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, για αποκλειστική υπαιτιότητα του συγκατηγορουμένου συνοδηγού του, της ίδιας αμαξοστοιχίας, Μ. Π., που είχε οπτικό πεδίο με την αποβάθρα του σταθμού και του μετάφερε ψευδώς σήμα του σταθμάρχη για αναχώρηση από το σταθμό με τη λέξη "πάμε", που επίσης καταδικάστηκε, δ) δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορισθεί η ακριβής ταχύτητα της αμαξοστοιχίας τη στιγμή της σύγκρουσης, αρκεί δε η παραδοχή ότι είχεν αναπτύξει ταχύτητα μεγαλύτερη του δέοντος, ανώτερη των 40 χιλ. ανά ώρα και δη υπερβολική σε κάθε περίπτωση για τις επικρατούσες συνθήκες, ενόψει επικείμενης διασταύρωσης εντός του χώρου του σταθμού με την αντιθέτως κινούμενη εμπορική αμαξοστοιχία, όταν δε το δικαστήριο αναφέρει ταχύτητα ανώτερη του δέοντος, προφανώς εννοεί ότι έπρεπε να είναι υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες κατώτερη των 40 χιλ. ανά ώρα, ε) αναφέρεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου που υποχρέωνε τον αναιρεσείοντα, ενόψει και της ιδιότητάς του, ως μηχανοδηγού επί των χειριστηρίων επιβατικής αμαξοστοιχίας, να τηρεί τους ισχύοντες κανόνες ασφαλούς οδήγησης της αμαξοστοιχίας προς αποφυγή ατυχήματος, ενόψει της παραδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι στα καθήκοντά του περιλαμβανόταν και η υποχρέωσή του από το άρθρο 117 παρ. 1171 α του Γενικού Κανονισμού Κίνησης του ΟΣΕ, να μην αναχωρεί από κάποιο σταθμό, χωρίς προηγουμένως να του δοθεί η ανάλογη σηματοδότηση εξόδου εκ μέρους του Σταθμάρχη του Σταθμού, στ) επί σωματικής βλάβης από αμέλεια, που επήλθε, όπως στην προκειμένη περίπτωση, από παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, αρκεί η μνεία στην απόφαση των άρθρων 314 παρ.1 α, 291 παρ.1,2 και 28 του ΠΚ, τα οποία αναφέρονται στη σελίδα 20 και που προβλέπουν τα στοιχεία των εγκλημάτων, την ποινή και την αμέλεια, χωρίς να απαιτείται προσθέτως να παρατίθεται και το άρθρο 15 του ίδιου Κώδικα, που καθορίζει πότε υπάρχει έγκλημα που τελείται με παράλειψη, χωρίς εξάλλου να προκύπτει κάποια ασάφεια ή αντίφαση από τη μη αναφορά στην απόφαση και του άρθρου αυτού (ΑΠ 1313/2012).
Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για εκ πλαγίου παράβαση και στέρηση νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών του Εφετείου, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των τεθέντων αποδεικτικών μέσων και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 171 παρ. 1 περ.δ' ΚΠΔ, όπως η περίπτωση δ' αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του Ν. 3904/2010, σε συνδυασμό με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται: 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) ..., δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα(ΔΣ/ΑΠΔ). Σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ.3 περ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, όπως αυτό κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, αποτελώντας σε συνδυασμό με το άρθρο 28 του Συντάγματος, αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξη στην εσωτερική έννομη τάξη, " κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει, σε πλήρη ισότητα τις ακόλουθες εγγυήσεις ... ζ) να μην εξαναγκάζεται να καταθέτει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του". Επίσης κατά το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, ορίζεται ότι "παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως ...".
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι καθιερώνεται και στην Ελλάδα και διακηρύσσεται η θεμελιώδης αρχή της σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεως του υπόπτου και του κατηγορουμένου, σύμφωνα με την οποία δεν πρέπει κανείς να εξαναγκάζεται, α) να καταθέσει εναντίον του εαυτού του γεγονότα, τα οποία μπορούν να καταστούν επιβαρυντικά γι αυτόν και τα οποία μπορούν στη συνέχεια να τον ενοχοποιήσουν για αξιόποινη πράξη ή β) να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 1386/2012 αποφάσεως, αλλά και της πρωτόδικης 1778/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, ο αναιρεσείων μηχανοδηγός εισήχθη σε δίκη κατηγορούμενος για σωματική βλάβη από αμέλεια κάποιων προσώπων που τραυματίστηκαν κατά την προαναφερθείσα σύγκρουση των δύο αμαξοστοιχιών, με συγκατηγορούμενους τον έτερο μηχανοδηγό Μ. Π. και τον Ε. Κ., προϊστάμενο της επιβατικής αμαξοστοιχίας, ενώ ταυτόχρονα κλήθηκε από τον ασκήσαντα την ποινική δίωξη εισαγγελέα και εξετάστηκε στο ακροατήριο ως μάρτυρας κατηγορίας, εναντίον των ανωτέρω συγκατηγορουμένων του, φερόμενος ως τραυματισθείς και ο ίδιος, χωρίς να παραστεί ως πολιτικών ενάγων εναντίον αυτών. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι ο αναιρεσείων, κατηγορούμενος, παρασταθείς μετά συνηγόρου υπεράσπισης, χωρίς καμία αντίρρηση αυτού, κατέθεσε εξετασθείς ως μάρτυρας και μάλιστα ένορκα μόνον ότι " είμαι 30 χρόνια μηχανοδηγός, τραυματίστηκα ελαφρά". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος μηχανοδηγός παραδεκτά κλήθηκε από τον αρμόδιο εισαγγελέα ως μάρτυρας στο ακροατήριο, για την περίπτωση που ήθελε δηλώσει στο ποινικό δικαστήριο παράσταση πολιτικής αγωγής, όπως εδικαιούτο κατά το νόμο (άρθρα 63, 68 ΚΠΔ), επειδή είχε υποστεί σωματική βλάβη και ο ίδιος και για την πράξη αυτή σε βάρος του, πράξη για την οποία κατηγορούντο οι άλλοι συγκατηγορούμενοί του, και μόνο γι αυτήν εξετάσθηκε και όχι εναντίον του και μάλιστα χωρίς αντίρρησή του, ήτοι δεν εξετάσθηκε περί των συνθηκών της συγκρούσεως των δύο αμαξοστοιχιών, ούτε περί της αποδιδόμενης σε αυτόν αμελείας για τις σωματικές βλάβες που αυτός κατηγορείτο σε βάρος άλλων τραυματισθέντων, ενώ αυτά που ως παραπάνω κατέθεσε στο Εφετείο ως μάρτυρας, δεν αφορούν την ενοχή του για τις πράξεις που καταδικάστηκε.
Συνεπώς δεν παραβιάστηκε η εν λόγω κατοχυρούμενη από το άρθρο 14 παρ.3 περ. ζ' του ΔΣ/ΑΠΔ και το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως και ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε από την παραπάνω μαρτυρική του κατάθεση και ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Όσον αφορά την προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα, με το με χρονολογία 17-1-2013 κατατεθέν, μετά τη γενόμενη στις 15-1-2013 εκδίκαση της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεώς του στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, έγγραφο Υπόμνημα αυτού, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στον Άρειο Πάγο, για το λόγο ότι αυτός μετά την εκδίκαση και τη συζήτηση της υποθέσεώς του, ζήτησε αρμοδίως και εγγράφως να λάβει γνώση του περιεχομένου και αντίγραφο του Σημειώματος - γραπτής απορριπτικής προτάσεως του εισαγγελέα της έδρας και ο πρόεδρος του δικάσαντος Τμήματος αρνήθηκε τούτο και έτσι παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα και η αρχή της ισότητας των όπλων, που κατοχυρώνονται από την ΕΣΔΑ, για να μπορέσει να λάβει γνώση και να αντικρούσει με το εν λόγω Υπόμνημά του τα επιχειρήματα του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Από τις διατάξεις του ΚΠΔ δεν προβλέπεται στην ποινική δίκη ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεων, κατάθεση στο δικαστήριο γραπτής πρότασης από τον εισαγγελέα της έδρας, όπως προβλέπεται γραπτή πρόταση του εισαγγελέα, κατ' άρθρο 308 του ΚΠΔ, στο δικαστικό συμβούλιο μετά το πέρας της ανάκρισης και κατ' άρθρο 485 του ΚΠΔ επί συζήτησης αναιρέσεως κατά βουλευμάτων, ώστε να ανακύπτει αντίστοιχο δικαίωμα του κατηγορουμένου να λαμβάνει γνώση αυτής προς αντίκρουση και για να προβεί σε δηλώσεις και παρατηρήσεις κατά το άρθρο 358 του ΚΠΔ. Αντίθετα, κατ' άρθρο 515 παρ.2 του ΚΠΔ, προβλέπεται προφορική αγόρευση και πρόταση του εισαγγελέα στο ακροατήριο επί της συζητούμενης αναιρέσεως και των λόγων αυτής. Αν δε υπάρξει τέτοιο γραπτό Σημείωμα του εισαγγελέα της έδρας, αυτό συντάσσεται, κατά την κρίση του ιδίου του εισαγγελέα, άτυπα, απλά και μόνο προς υποβοήθηση της μνήμης του κατά την στο ακροατήριο προφορική ανάπτυξη της πρότασής του, ιδία όταν έχουν προβληθεί πολλοί λόγοι αναιρέσεως και αυτή είναι εκτενής και για την καταχώρηση αυτής στα πρακτικά και δεν συνιστά, κατ' άρθρο 364 του ΚΠΔ, ούτε έγγραφο της αποδεικτικής διαδικασίας, δεν αναγιγνώσκεται στο ακροατήριο, ούτε καταχωρείται το περιεχόμενό του στα πρακτικά ή στην απόφαση που εκδίδεται επί της αναιρέσεως και κατ' ακολουθίαν, δε δικαιούται να λάβει γνώση του περιεχομένου αυτού ο συνήγορος του αναιρεσείοντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου, υποβλήθηκε στο ακροατήριο προφορικά απορριπτική πρόταση του εισαγγελέα της έδρας του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, επί όλων των λόγων αναιρέσεως, σε επήκοον του παρασταθέντος συνηγόρου του αναιρεσείοντος, ο οποίος, αγόρευσε επί της αναιρέσεώς του και αφού άκουσε την απορριπτική εισαγγελική πρόταση επί όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεώς του, μπορούσε να αντικρούσει την απορριπτική αυτή πρόταση, με τη δυνατότητα που του δόθηκε από τον πρόεδρο του δικαστηρίου για υποβολή εγγράφου Υπομνήματος, μετά διήμερο, πράγμα που έπραξε στις 17-1-2013, αλλά ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, κατ' άρθρο 369 παρ.2 και 515 παρ.2 του ΚΠΔ, μπορούσε επίσης να ζητήσει το λόγο από τον πρόεδρο στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου για να δευτερολογήσει και με δεύτερη αγόρευση να αντικρούσει την αναπτυχθείσα στο ακροατήριο εισαγγελική πρόταση, δικαίωμα όμως που, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως, δεν άσκησε. Επομένως, δεν παραβιάστηκαν στη δίκη αυτή ενώπιον του Αρείου Πάγου τα υπερασπιστικά δικαιώματα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ούτε η αρχή της ισότητας των όπλων κατηγορουμένου και εισαγγελέα, ούτε το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως μετά του προσθέτου λόγου αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 16/8-6-2012 αίτηση του Σ. Π. του Χ., μετά του με χρονολογία 28-12-2012 προσθέτου λόγου αυτής, περί αναιρέσεως της 1386/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Διατάραξη ασφάλειας συγκοινωνιών (τρένου). Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. 1. Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος μηχανοδηγός παραδεκτά κλήθηκε από τον αρμόδιο εισαγγελέα ως μάρτυρας στο ακροατήριο, για την περίπτωση που ήθελε δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής, όπως δικαιούτο κατά το νόμο (άρθρα 63, 68 ΚΠΔ), επειδή είχε υποστεί σωματική βλάβη και ο ίδιος και για την πράξη αυτή σε βάρος του, πράξη για την οποία κατηγορούντο οι άλλοι συγκατηγορούμενοί του και μόνο γι αυτήν εξετάσθηκε και όχι εναντίον του και μάλιστα χωρίς αντίρρησή του, δεν εξετάσθηκε δηλαδή περί των συνθηκών της συγκρούσεως των δύο αμαξοστοιχιών, ούτε περί της αποδιδόμενης σε αυτόν αμελείας για τις σωματικές βλάβες που αυτός κατηγορείτο σε βάρος άλλων τραυματισθέντων, ενώ αυτά που ως παραπάνω κατέθεσε στο Εφετείο ως μάρτυρας δεν αφορούν την ενοχή του για τις πράξεις που καταδικάστηκε. Συνεπώς δεν παραβιάστηκε η εν λόγω κατοχυρούμενη από το άρθρο 14 παρ.3 περ.ζ' του ΔΣ/ΑΠΔ και το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως και ουδεμία ακυρότητα επήλθε. 2. Από τον ΚΠΔ δεν προβλέπεται στην ποινική δίκη ενώπιον του Αρείου Πάγου κατάθεση στο δικαστήριο γραπτής πρότασης από τον εισαγγελέα της έδρας, ώστε να ανακύπτει αντίστοιχο δικαίωμα του κατηγορουμένου να λάβει γνώση προς αντίκρουση αυτής, αντίθετα προβλέπεται προφορική πρόταση αυτού επί της συζητούμενης αναιρέσεως και των λόγων αυτής, n οποία και στην προκειμένη περίπτωση υποβλήθηκε στο ακροατήριο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου, σε επήκοον του παρασταθέντος συνηγόρου του αναιρεσείοντος, ο οποίος αφού άκουσε την απορριπτική πρόταση επί όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεώς του, μπορούσε να αντικρούσει την απορριπτική εισαγγελική πρόταση, με τη δυνατότητα που του δόθηκε από τον πρόεδρο του δικαστηρίου για υποβολή εγγράφου Υπομνήματος, μετά διήμερο, πράγμα που έπραξε, αλλά ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, είχε και κατ' άρθρο 369 παρ.2 και 515 παρ.2 ΚΠΔ, δικαίωμα δευτερολογίας, ήτοι μπορούσε να ζητήσει το λόγο από τον πρόεδρο στο ακροατήριο για να δευτερολογήσει και να αντικρούσει την εισαγγελική πρόταση, δικαίωμα που όπως προκύπτει από τα πρακτικά δεν άσκησε. Επομένως, δεν παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, ούτε το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη.
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια, Διατάραξη ασφάλειας συγκοινωνιών.
| 2
|
Αριθμός 264/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Γ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Μοίρα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 5246/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Α. Π. του Σ. και με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΒΕΧΡΩ Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 872/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά το άρθρο 398 του Π.Κ "Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται ο υπαίτιος δόλιας χρεοκοπίας, κατά τους όρους του εμπορικού νόμου και με φυλάκιση το πολύ δύο ετών ο υπαίτιος απλής χρεοκοπίας" Ο Εμπορικός Νόμος στο άρθρο 684 αυτού ορίζει ότι "κηρύσσεται δόλιος χρεοκόπος και τιμωρείται κατά τους ορισμούς του ποινικού νόμου πάς πτωχεύσας έμπορος, όστις ήθελε αποκρύψει τα βιβλία του ή δολίως αφαιρέσει, διαγράψει ή αλλοιώσει το περιεχόμενο αυτών, όστις ήθελεν υπεξαιρέσει ή αποκρύψει μέρος του ενεργητικού του ή δια των βιβλίων ή εγγράφων αυτού είτε δημοσίων είτε ιδιωτικών, ή δια του ισολογισμού του ήθελε δολίως παραστήσει εαυτόν οφειλέτην ποσών μη οφειλομένων ...". Η απόκρυψη του ενεργητικού μπορεί να τελεσθεί ποικιλοτρόπως είτε με νομική πράξη, όπως είναι η εικονική απαλλοτρίωση περιουσιακών στοιχείων ή η εικονική εκχώρηση απαιτήσεως ή άλλες ψευδείς δικαιοπραξίες, είτε με υλική πράξη όπως η απόκρυψη με τη φύλαξη κινητού πράγματος σε άγνωστο τόπο. Σε περίπτωση πτωχεύσεως εταιρείας, το επόμενο άρθρο (685) του Εμπορικού Νόμου, ορίζει ότι καταδιώκονται για δόλια χρεοκοπία και τιμωρούνται κατά τους όρους του ποινικού νόμου οι διαχειριστές της εάν, μεταξύ των άλλων σ' αυτό αναφερομένων περιπτώσεων ... "δώσωσι αφορμήν εις την πτώχευσιν της εταιρείας εκ δόλου ή συνεπεία δολίων πράξεων". Μεταξύ των δολίων πράξεων περιλαμβάνεται και η απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων από το ενεργητικό της εταιρείας, με τις μορφές που, κατά τα άνω, μπορεί να πραγματοποιηθεί αυτή, αφού και αυτή μπορεί να δώσει αφορμή στην πτώχευση της εταιρείας. Εκ των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι το έγκλημα της δόλιας χρεοκοπίας είναι "ποινικός νόμος εν λευκώ", διότι καθορίζεται μόνον η ποινή του, ο δε καθορισμός των ειδικών ουσιαστικών όρων του εγκλήματος, παραπέμπεται στον Εμπορικό Νόμο. Ούτω το έγκλημα της δόλιας χρεοκοπίας, είναι υπαλλακτικώς μικτό, διότι οι περισσότεροι τρόποι αποτελούν εκφάνσεις της ιδίας εγκληματικής συμπεριφοράς, ώστε αν ο δράστης πραγματώσει περισσοτέρους τους ενός τρόπους τέλεσης του, συγχρόνως ή διαδοχικώς ένα μόνο έγκλημα χρεοκοπίας τελεί. Δόλιες πράξεις, ως προαναφέρθηκε, είναι αυτές οι οποίες περιέχουν κατάχρηση των δικαιωμάτων και καθηκόντων του διαχειριστή και προκαλούν αιτιωδώς την πτώχευση της επιχείρησης, όπως η απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων της ή η μεταβίβαση υπό των διαχειριστών ... εικονικός του ενεργητικού της, κατά την διάρκεια της πτωχεύσεως, υπό την έννοια της παύσεως των πληρωμών δεν απαιτείται δε ως εξωτερικός όρος του αξιοποίνου και η κήρυξη της πτωχεύσεως από το πτωχευτικό δικαστήριο, αλλ' αρκεί η διαπίστωση από το ποινικό δικαστήριο της καταστάσεως αυτής (το οποίο, μάλιστα, δεν δεσμεύεται από την απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου). Εντεύθεν και χρόνος τελέσεως της πράξεως της δόλιας χρεοκοπίας, είναι κατά κανόνα η παύση των πληρωμών αφ' ότου θεωρείται κατ' αρχήν τετελεσμένη αυτή. Εξάλλου κατά το άρθρο 46 παρ.1 ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης ... β)όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης .Η συνέργεια θα πρέπει να παρασχεθεί από το συνεργό κατά τέτοιο τρόπο ώστε χωρίς τη βοήθεια αυτού να μη ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος κάτω από τις συνθήκες που διαπράχθηκε .
ΙΙ. Εξ' άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ.
Ειδικώς ως προς το δόλο, που απαιτείται κατά κανόνα, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, προς στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως των κακουργημάτων και πλημμελημάτων, που συνίσταται κατά το άρθρο 27 παρ. 1 ιδίου Κώδικα εδ. α' στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιοποίνου πράξεως, αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών αυτών και προκύπτουν από αυτή, ούτω δε δεν είναι αναγκαία ειδική αιτιολογία ως προς αυτόν, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί η πράξη να έχει τελεσθεί "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού ή με τον σκοπό προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος (άρθρο 27 παρ. 2 Π.Κ.) ή αν έχει τη μορφή του ενδεχομένου δόλου. Περαιτέρω περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, καθώς και όταν η διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως αναγόμενο στην ταυτότητα και τα στοιχεία του οικείου εγκλήματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος του Αρείου Πάγου, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
III. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό της, που αλληλοσυμπληρώνονται, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, ήτοι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τις ανώμοτες καταθέσεις των νομίμων εκπροσώπων της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας ΒΕΧΡΩ, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία της παρούσας, πρώτης κατηγορουμένης και την όλη αποδεικτική διαδικασία" αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις που τους αποδίδονται. Συγκεκριμένα δέχεται ότι αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "κατόπιν αίτησης της εταιρείας "ΒΕΧΡΩ ΑΕ" η οποία είχε απαίτηση σε βάρος της εταιρείας "Α. και Σ. Π. Α.Ε." της οποίας Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος Α. Π. ύψους 202.685,79 Ευρώ, με την υπ' αρ. 14/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης. Με την ως άνω απόφαση του Πολ. Πρωτ. Αθηνών ορίσθηκε μεταξύ των άλλων, ημέρα παύσης πληρωμών η 15-4-2005 και διατάχθηκε η σφράγιση της περιουσίας της "Α. και Σ. Π. Α.Ε." από τον αρμόδιο Ειρηνοδίκη. Στις 20-2-2006 η Ειρηνοδίκης Χαλανδρίου προέβη σε σφράγιση του επί της οδού ... αρ. 305 στο ... καταστήματος της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, θέτοντας ταινία και Ισπανικό κερί στην πόρτα εισόδου και στη συρόμενη πόρτα της ράμπας. Παρά την ως άνω όμως σφράγιση, ο δεύτερος κατηγορούμενος μετά την ως άνω ημερομηνία με πρόθεση και αυθαίρετα έθραυσε τις σφραγίδες που έθεσε η Ειρηνοδίκης Χαλανδρίου προς διασφάλιση της πτωχευτικής περιουσίας η οποία αποτελείτο από χρώματα, υλικά χρωμάτων και εξοπλισμό 9 γραφεία, ράφια, πάγκους, μηχανήματα. Στο ως άνω κατάστημα λειτούργησε η εταιρεία με τη επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟ ΧΡΩΜΑ ΑΕ" συμφερόντων του δεύτερου κατηγορουμένου. Επίσης ο δεύτερος κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 15-4-2005 έως τον Ιανουάριο του 2006 απέκρυψε περιουσιακά στοιχεία από το ενεργητικό της πτώχευσης προς βλάβη της ομάδος των πιστωτών και συγκεκριμένα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα στην Αθήνα υπό την ιδιότητα του, ως νομίμου εκπροσώπου της Α και Σ Π. ΑΕ απέκρυψε χρώματα, υλικά χρωμάτων, συνολικής αξίας 202.685,79 Ευρώ της εταιρείας Α. και Σ. Π. ΑΕ, η οποία κατά τα προαναφερθέντα είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως με ημερομηνία παύσης πληρωμών την 15-4-2005 με σκοπό να μειωθεί το ενεργητικό της πτωχευτικής περιουσίας της ως άνω πτωχεύσασας εταιρείας, που αποτελείτο από υλικά χρωμάτων, χρώματα, εργαλεία, εξοπλισμό σε πάγκους, γραφεία, ράφια, μηχανήματα και να προκαλέσει βλάβη στην ομάδα των πιστωτών, που δεν ικανοποίησαν τις απαιτήσεις τους εξ αιτίας της απώλειας των ως άνω περιουσιακών στοιχείων του ενεργητικού της πτωχευτικής περιουσίας. Επομένως ο δεύτερος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αξιοποίνων πράξεων της δόλιας χρεοκοπίας και παραβίασης σφραγίδων που έθεσε η αρχή. Τα ως άνω προκύπτουν από τα καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και δεν αναιρούνται από κανένα αποδεικτικό μέσο. Ως προς την πρώτη κατηγορούμενη Γ. Ν. αποδείχθηκε ότι στην Αθήνα τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2005 και μετέπειτα παρείχε άμεση συνδρομή στον δεύτερο κατηγορούμενο κατά την τέλεση της πράξης της δόλιας χρεοκοπίας, αφού αν και γνώριζε ως βοηθός του επί σειρά ετών του δεύτερου κατηγορούμενου την πρόθεση του να τελέσει δόλια χρεωκοπία σε βάρος των πιστωτών της πτωχής εταιρείας "Α. και Σ. Π. ΑΕ" δέχθηκε να μεταβιβασθούν εικονικά προς την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟ ΧΡΩΜΑ ΑΕ" στην οποία δέχθηκε να συμμετάσχει, ο εξοπλισμός, σε γραφεία, ράφια, πάγκους μηχανήματα και τα εμπορεύματα υλικά, χρώματα, εργαλεία της Α και Σ Π. ΑΕ". Η "ΑΤΤΙΚΟ ΧΡΩΜΑ ΑΕ" ήταν εταιρεία συμφερόντων του δεύτερου κατηγορούμενου. Ωστόσο, πρέπει να της αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 β ΠΚ όπως και πρωτοδίκως. Επομένως, η πρώτη κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της αξιόποινης πράξης της άμεσης συνέργειας σε δόλια χρεοκοπία. Τα ως άνω προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και δεν αναιρούνται από την κατάθεση των μαρτύρων της υπεράσπισης της πρώτης κατηγορούμενης, ούτε από την απολογία της". Στο διατακτικό της προσβαλλόμενης, που παρατίθεται κατά πιστή μεταφορά του, το Δικαστήριο όσο αφορά τον αυτουργό της αξιόποινης πράξης της δόλιας χρεωκοπίας τον κήρυξε ένοχο του ότι: "στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από την 15-4-2005 έως τον Ιανουάριο του έτους 2006 κατέστη υπαίτιος δόλιας χρεωκοπίας κατά τους όρους του Εμπορικού Νόμου, ήτοι (άρθρ. 684ΕΝ) απέκρυψε περιουσιακά στοιχεία από το ενεργητικό της πτώχευσης προς βλάβη της ομάδος των πιστωτών και συγκεκριμένα στον ανωτέρω χρόνο και τόπο και με την ιδιότητα του ως νόμιμος εκπρόσωπος (Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος) της ανώνυμης εταιρείας "Α Σ Π. ΑΕ" απέκρυψε περιουσιακά στοιχεία, ήτοι χρώματα και υλικά χρωμάτων αξίας 202.685,79 Ευρώ της εταιρείας Α Σ Π. ΑΕ, η οποία κηρύχθηκε σε πτώχευση με την υπ' αρ. 14/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ορίσθηκε χρόνος παύσεως των πληρωμών η 15-4-2005 με σκοπό να μειωθεί το ενεργητικό της πτωχευτικής περιουσίας της ανωτέρω πτωχευσάσης εταιρείας και να προκαλέσει βλάβη .στην ομάδα των πιστωτών, οι οποίοι δεν ικανοποίησαν τις απαιτήσεις τους εξ αιτίας της απώλειας των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων από το ενεργητικό της πτωχευτικής περιουσίας" Όσο αφορά δε την αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη την κήρυξε ένοχη του ότι : "στην Αθήνα τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2005 και μετέπειτα παρείχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια της πράξης του και στην εκτέλεση της κυρίας πράξης και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο με πρόθεση βοήθησε τον δεύτερο κατηγορούμενο Α. Παπαδόπουλο στην ανωτέρω άδικη πράξη της δόλιας χρεοκοπίας, καθώς μολονότι γνώριζε την πρόθεση του δευτέρου κατηγορουμένου να τελέσει δόλια χρεοκοπία σε βάρος των πιστωτών της πτωχής εταιρείας Α. Σ. Π. ΑΕ δέχθηκαν να μεταβιβασθούν εικονικά προς την δική τους υπό ίδρυση ΑΕ εταιρεία με την επωνυμία ΑΤΤΙΚΟ ΧΡΩΜΑ ΑΕ ο εξοπλισμός και τα υλικά - εμπορεύματα της Α.Σ. Π. ΑΕ." Στη συνέχεια επέβαλε στην αναιρεσείουσα -κατηγορουμένη, την ποινή της έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία και την υποχρέωσε να καταβάλει στην παρασταθείσα ως πολιτικώς ενάγουσα Α.Ε., με την επωνυμία ΒΕΧΡΩ ΑΕ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, από τη σε βάρος της τελεσθείσα αδικοπραξία το ποσό των 45 Ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, σε σχέση με την αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης, (άμεσης συνέργειας σε δόλια χρεοκοπία) τις αποδείξεις, από τις οποίες προέκυψαν αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες τα υπήγαγε στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε (26 παρ.1, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1βκαι 398 του Π.Κ. σε συνδ. με το άρθρο 684 Ε.Ν.), τις οποίες περαιτέρω ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε παραβίασε αυτές ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία ώστε να στερήσει την απόφαση του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη παρείχε άμεση συνδρομή στην τέλεση από το φυσικό αυτουργό της αξιόποινης πράξης της δόλιας χρεοκοπίας κατά την εκτέλεση της κυρίας πράξης του, αφού ορίζεται ως χρόνος τέλεσης αυτής, για την δράση του αυτουργού, το χρονικό διάστημα από την 15-4-2005, που δέχεται ως χρόνο παύσης των πληρωμών, έως τον Ιανουάριο του έτους 2006 και για την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, δέχεται ότι παρείχε την άμεση συνδρομή της, από τον Δεκέμβριο του έτους 2005 και μετέπειτα, εννοώντας σαφώς, ότι ο μετέπειτα χρόνος οριοθετείται στο χρονικό πλαίσιο της δράσης του φυσικού αυτουργού και συγκατηγορουμένου της, στο Δικαστήριο της ουσίας, ήτοι μέχρι τον Ιανουάριο του 2006. Άρα δέχεται ως χρόνο της άμεσης συνδρομής της στον φυσικό αυτουργό της αξιόποινης πράξης της δόλιας χρεοκοπίας, το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του 2005 έως τον Ιανουάριο του 2006, που περιλαμβάνεται στο χρόνο εκτελέσεως της κύριας πράξης και η ειδικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας-κατηγορούμενης, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι έχει εμφιλοχωρήσει στο αιτιολογικό αυτής, χωρίς να διασαφηνίζεται στο διατακτικό της, ασάφεια σε σχέση με τον χρόνο που παρείχε την άμεση συνδρομή της στον αυτουργό της κυρίας πράξης του, διότι αναφέρεται ως χρόνος ο Δεκέμβριος του 2005 και μετέπειτα για αυτή, ενώ για τον αυτουργό διαλαμβάνεται το χρονικό διάστημα από 15-4-2005 έως τον Ιανουάριο του 2006, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Επίσης, παρατίθενται στην ίδια προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα οι παραδοχές που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της κυρίας πράξης του φυσικού αυτουργού, ήτοι ότι αυτός, που ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία "Α. και Σ. Π. Α. Ε.", εκ προθέσεως, από 15-4-2005 έως τον Ιανουάριο του 2006, απέκρυψε περιουσιακά στοιχεία από το ενεργητικό της πτωχευτικής περιουσίας προς βλάβη της ομάδας των πιστωτών, ήτοι απέκρυψε χρώματα και υλικά χρωμάτων αξίας 202.685, 79 Ευρώ, καθώς και τον εξοπλισμό της πτωχής πλέον εταιρείας του δηλαδή τα γραφεία, τους πάγκους, τα ράφια και τα μηχανήματα και τα μεταβίβασε εικονικά στην εταιρεία που ιδρύθηκε και λειτουργούσε στο ίδιο κατάστημα στο ... με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟ ΧΡΩΜΑ ΑΕ.", συμφερόντων του ιδίου στην οποία συμμετείχε η αναιρεσείουσα- κατηγορουμένη. Με τις παραπάνω παραδοχές, αιτιολογείται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας σε σχέση με την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης, της άμεσης συνέργειας σε δόλια χρεοκοπία για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη, αφού διαλαμβάνεται η εκ προθέσεως τέλεση από το φυσικό αυτουργό της δόλιας πράξης της χρεοκοπίας με την ειδικότερη μορφή της απόκρυψης όλου του ενεργητικού της πτωχής εταιρείας με εικονική μεταβίβαση αυτού στην εταιρεία δικών του συμφερόντων, που λειτουργούσε στο ίδιο κατάστημα με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟ ΧΡΩΜΑ ΑΕ" στη σύσταση της οποίας συμμετείχε η αναιρεσείουσα -κατηγορουμένη, η οποία αν δεν συμμετείχε δε μπορούσε να συσταθεί ώστε να ολοκληρωθεί το αδίκημα αυτό. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι, ως προαναφέρθηκε στη μείζονα νομική σκέψη, με την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι μεταβιβάσθηκε εικονικά στη νέα αυτή εταιρεία όλο το ενεργητικό της περιουσίας της πτωχής εταιρείας, και όχι μέρος αυτού προς βλάβη των πιστωτών της, δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται το είδος και η αξία των εμπορευμάτων, την οποία όμως (είδος και αξία εμπορευμάτων) η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογεί πλήρως διαλαμβάνοντας ότι τα εμπορεύματα είναι χρώματα και υλικά χρωμάτων αξίας 202.685,79 Ευρώ. Η ειδικότερη δε αιτίαση της αναιρεσείουσας- κατηγορούμενης, ότι δεν αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε τι συνίσταται η άμεση συνδρομή της στον αυτουργό της κύριας πράξης αφού δεν αναφέρονται κατ' είδος και αξία τα εικονικώς μεταβιβασθέντα στην εταιρεία που συμμετείχε εμπορεύματα για να στοιχειοθετηθεί σε βάρος της το αδίκημα για το οποίο καταδικάσθηκε, είναι αβάσιμη κατ' ουσία και ως εκ τούτου απορριπτέα Τέλος παρατίθενται στην ίδια προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αξιόποινη συμμετοχή της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης κατά την εκτέλεση της κυρίας πράξεως από τον φυσικό αυτουργό, χωρίς την οποία (άμεση συνδρομή της) δεν ήταν βέβαιο ότι αυτός θα μπορούσε να εκτελέσει την αξιόποινη πράξη της δόλιας χρεοκοπίας. Ειδικότερα στις παραδοχές της, διαλαμβάνεται ότι η αναιρεσείουσα -κατηγορουμένη αν και γνώριζε, διότι ήταν βοηθός του φυσικού αυτουργού του εγκλήματος επί σειρά ετών, ότι αυτός προυτίθετο να τελέσει το αδίκημα αυτό σε βάρος των πιστωτών της πτωχής εταιρείας του, με την επωνυμία Α. και Σ. Π. Α.Ε., δέχθηκε να συμμετάσχει στην εταιρεία με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟ ΧΡΩΜΑ ΑΕ" που ήταν συμφερόντων του φυσικού αυτουργού του ανωτέρω εγκλήματος, λειτούργησε στο κατάστημα της πτωχής εταιρείας και συστήθηκε ειδικά προκειμένου να μεταβιβασθούν εικονικά σ' αυτή, ο εξοπλισμός και τα υλικά εμπορεύματα που προαναφέρθηκαν, της πτωχής εταιρείας προς βλάβη των πιστωτών της πτωχής εταιρείας. Από την παραπάνω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης δικαιολογείται πλήρως και ο δόλος της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, στοιχειοθετούμενος στη γνώση και τη θέληση να συνδράμει τον φυσικό αυτουργό κατά την εκτέλεση της κυρίας πράξεως του, αφού γνώριζε μάλιστα το εγκληματικό του σχέδιο, χωρίς στην προκειμένη περίπτωση να χρειάζεται ειδικότερη επ' αυτού αιτιολογία δεδομένου ότι για την υποκειμενική στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της άμεσης συνέργειας σε δόλια χρεοκοπία δεν απαιτείται άμεσος δόλος, αλλά αρκεί και ενδεχόμενος. Περαιτέρω η ειδικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας- κατηγορούμενης ότι το Δικαστήριο της ουσίας την καταδίκασε, χωρίς την απαιτούμενη αιτιολογία διότι δεν αναφέρει με σαφήνεια τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπ' όψη του για τον σχηματισμό της κρίσης του, και αξιολόγησε ανύπαρκτο αποδεικτικό υλικό, λαμβάνοντας υπ' όψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν χωρίς όρκο είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί. Τούτο διότι, ως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, που δεν έχουν προσβληθεί για πλαστότητα και επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το Δικαστήριο της ουσίας, στην αρχή του σκεπτικού του αναφέρει μεν αορίστως, ότι έλαβε υπ' όψη του τις "καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως", στη συνέχεια όμως, εξειδικεύει, τις καταθέσεις αυτές διαλαμβάνοντας τα εξής: "τις ανώμοτες καταθέσεις των τριών νομίμων εκπροσώπων της εταιρείας "ΒΕΧΡΩ", οι οποίες ήταν α) η κατάθεση του Ε. Β., β) η κατάθεση του Π. Δ. και γ) η κατάθεση της Α. Χ., που παραστάθηκαν εκπροσωπώντας την πολιτικώς ενάγουσα ως άνω εταιρεία και σύμφωνα με το άρθρο 221 στοιχ. δ' ΚΠΔ, εξετάσθηκαν χωρίς όρκο. Οι καταθέσεις αυτές των νομίμων εκπροσώπων της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας, οι οποίοι με την ως άνω ιδιότητα τους ήταν διάδικοι κατά την ποινική διαδικασία ήταν όμως παράλληλα και βασικοί μάρτυρες κατηγορίας, συνιστούν μαρτυρία και επομένως συνεκτιμώνται και αυτές από το Δικαστήριο της ουσίας, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα χωρίς να αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. Άρα το Δικαστήριο της ουσίας δεν αξιολόγησε ανύπαρκτο αποδεικτικό υλικό.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι κατ' ουσία και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.
Απορρίπτει την από 9-7-2012 αίτηση της Γ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 5246/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών που ασκήθηκε με επίδοση δηλώσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως. Άμεση συνέργεια σε δόλια χρεοκοπία. Λόγοι: α) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Ορθή και αιτιολογημένη η καταδίκη της αναιρεσείουσας, συνισταμένη στο ότι γνώριζε την εικονική μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της πτωχής εταιρείας του αυτουργού της κυρίας πράξεως, σε βάρος της ομάδος των πιστωτών, στην εταιρεία όπου συμμετείχε η ίδια και συστήθηκε για να τον διευκολύνει στην διάπραξη του αδικήματος. Όταν μεταβιβάζεται εικονικά το σύνολο της πτωχευτικής περιουσίας δεν απαιτείται να εξειδικεύονται τα μεταβιβαζόμενα εικονικά εμπορεύματα κατ' είδος και αξία. Δεν απαιτείται για την στοιχειοθέτηση του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος άμεσος δόλος. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Χρεοκοπία δόλια
|
Χρεοκοπία δόλια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 265/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κοψαχείλη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 433/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1026/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. α' Π.Κ. "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Περαιτέρω, από την ως άνω διάταξη, προκύπτει ότι το έγκλημα της πλαστογραφίας θεσπίζεται ως σωρευτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι περισσότεροι τρόποι πραγματώσεώς του, που αναφέρονται στο νόμο, δηλαδή, 1) η κατάρτιση πλαστού εγγράφου και 2) η νόθευση γνήσιου, δεν μπορούν να εναλλαχθούν μεταξύ τους και κάθε τρόπος συνιστά αυτοτελή μορφή τελέσεως της πράξεως. Κατάρτιση πλαστού εγγράφου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του ΠΚ, υπάρχει όταν εξ υπαρχής συντίθεται έγγραφο, το οποίο το πρώτον διατυπώνεται από το ενεργητικό υποκείμενο και εμφανίζεται ότι προέρχεται από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, νόθευση συνιστά, η αλλοίωση της έννοιας καταρτισμένου εγγράφου, του οποίου μεταβάλλεται το περιεχόμενο σε ορισμένα σημεία. Κάθε μια μορφή είναι ξεχωριστή και ιδιαίτερη, ανεξαρτήτως του ότι αφορούν και οι δύο έγγραφο. Η αντικειμενική υπόσταση των δύο μορφών δεν ταυτίζεται, τα δε δύο εγκλήματα διακρίνονται κατά την φύση και το είδος τους, δεδομένου ότι η νόθευση σε αντίθεση με την κατάρτιση, προϋποθέτει επέμβαση σε υφιστάμενο ήδη έγγραφο. Από την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας, άμεσα ζημιούμενος είναι εκείνος που μπορεί να υποστεί ή υπέστη τις παραγόμενες από το πλαστό έγγραφο έννομες συνέπειες, τοιούτος δε είναι, πρωτίστως, εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή αλλοιώθηκε το γραπτό κείμενο, αλλά και κάθε άλλος που ζημιώνεται από τη χρήση αυτού. Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος του δράστη, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση (έστω και με την έννοια της αμφιβολίας) των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας και τη θέληση ή αποδοχή να συντελέσει με την ενέργειά του στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και επιπροσθέτως σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει άλλον με την χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που είναι σημαντικά για τη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο. Από την ανωτέρω διάταξη, προκύπτει επίσης ότι το στοιχείο της παραπλανήσεως άλλου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες είναι αναγκαίο για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας και πρέπει όχι μόνο στο διατακτικό της αποφάσεως να περιλαμβάνεται, αλλά και στο αιτιολογικό να διαλαμβάνονται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η δυνατότητα της παραπλανήσεως για το γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, είναι δε αδιάφορο αν επήλθε το αποτέλεσμα αυτό ή όχι. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή. Όταν όμως, για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτείται επί πλέον και ορισμένος σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) όπως στο έγκλημα της πλαστογραφίας, η αιτιολογία πρέπει εκτείνεται και στο σκοπό αυτό, στα μικτά δε εγκλήματα, όπως η πλαστογραφία, πρέπει να αναφέρεται στην αιτιολογία και ο συγκεκριμένος τρόπος (ένας εκ των δύο), με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ. α' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης, όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από αυτή τη διάταξη προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται αντικειμενικώς η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει, αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο όπως με προτροπές (δηλαδή με παρακίνηση, παρόρμηση ή ενθάρρυνση) με παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές υποδείξεις κ.λπ.) πειθώ και φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στο φυσικό αυτουργό λόγω υπηρεσιακής εξάρτησης ή άλλης μεταξύ των σχέσεων. Υποκειμενικώς δε, απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος, με θέληση και γνώση ή αποδοχή, της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως.
Εξάλλου, στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Ειδικώς, για το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης της ηθικής αυτουργίας δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τετελεσμένου ή σε απόπειρα, στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός το φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, εκ του ότι δε εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 433/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων, Χ. Μ., κηρύχθηκε ένοχος, για ηθική αυτουργία στην πράξη της πλαστογραφίας, που τέλεσε η συγκατηγορούμενή του, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, Α. Σ., και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, ότι από τα μνημονευόμενα, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που αναγνώστηκαν, τα έγγραφα που επίσης αναγνώστηκαν και την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος ο οποίος ήταν σύζυγος της Β. Μ., ιδιοκτήτριας του ιδιωτικού τεχνικού επαγγελματικού εκπαιδευτηρίου (ΤΕΕ) με την επωνυμία "Μ. Β.", και ουσιαστικός διευθυντής του εν λόγω εκπαιδευτηρίου, με πειθώ, επίμονες προτροπές και φορτικότητα, προκάλεσε στην Α. Σ., η οποία ασκούσε τυπικά τα καθήκοντα της διευθύντριας, κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου 2005, την απόφαση της εκτέλεσης της πλαστογραφίας της 2/16-5-2005 πράξης (σελίδα 4) του βιβλίου πράξεων του συλλόγου διδασκόντων. Ειδικότερα, με την κατά τα άνω παρέμβαση του κατηγορουμένου η Α. Σ. στο σημείο του άνω βιβλίου που αφορούσε τη μαθήτρια Β. Μ. (σύζυγο του κατηγορουμένου) έσβησε με γομολάστιχα τη φράση "απορρίπτεται λόγω απουσιών" και την αντικατέστησε με τη φράση "δεν θα συμμετάσχει λόγω απουσίας της", με σκοπό να παραπλανήσει τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής πτυχιακών εξετάσεων της επόμενης εξεταστικής περιόδου (Σεπτεμβρίου 2005) ότι δήθεν η Β. Μ. παρακολούθησε κανονικά κατά το σχολικό έτος 2004-2005 τα μαθήματα του τμήματος διατροφής και διαιτολογίας. Το γεγονός αυτό μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες αφού έτσι θα δικαιούτο η ως άνω Β.Μ. να λάβει μέρος στις εξετάσεις της επόμενης εξεταστικής περιόδου για να αποκτήσει το πτυχίο του Τμήματος Διατροφής και Διαιτολογίας (βλ. σχετικά και την κατάθεση της Μ. Ι. (επόπτριας του εκπαιδευτηρίου Μ.) η οποία είπε ότι ο κατηγορούμενος "θεωρείτο αφεντικό της επιχείρησης και πήγαινε συχνά", καθώς επίσης και την απολογία στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της Α.Σ. η οποία είπε: "Ο κ.Μ. (κατηγορούμενος) μου είπε ότι είναι σε δικό μας έγγραφο, ότι είναι εσωτερική υπόθεση και να το αλλάξω". Πρέπει λοιπόν να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος. Ακολούθως, κατά το διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως, κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "Κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μηνός Μαΐου έτους 2005 και σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα ημερομηνία με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και συγκεκριμένα, ως σύζυγος της Β. Μ., ιδιοκτήτριας, μαθήτριας και εκπαιδευτικού του Ιδιωτικού Τεχνικού Επαγγελματικού Εκπαιδευτηρίου (ΤΕΕ) με την επωνυμία "Μ. Β.", με πειθώ, επίμονες προτροπές και φορτικότητα, προκάλεσε στην Α. Σ., Διευθύντρια του Ιδιωτικού Τεχνικού Επαγγελματικού Εκπαιδευτηρίου (ΤΕΕ) με την επωνυμία "Μ. Β.", την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της πλαστογραφίας (νόθευση) που διέπραξε η τελευταία και συγκεκριμένα να αλλοιώσει (νοθεύσει) την υπ' αριθμ. 2/16-05-2005 πράξη στη σελίδα 4 του βιβλίου πράξεων του συλλόγου διδασκόντων στο σημείο που αφορά στη μαθήτρια Β. Μ. του Τμήματος Διατροφής και Διαιτολογίας, σβήνοντας με γομολάστιχα τη γνήσια φράση "απορρίπτεται λόγω απουσιών" και αντικαθιστώντας τη με τη φράση "δε θα συμμετάσχει λόγω απουσίας της". Ο κατηγορούμενος προκάλεσε στην Α. Σ. την απόφαση να προβεί στη νόθευση του παραπάνω εγγράφου, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής πτυχιακών εξετάσεων της επόμενης εξεταστικής περιόδου (Σεπτέμβριος 2005), ότι δήθεν η Β. Μ. παρακολούθησε κανονικά για το σχολικό έτος 2004-2005 τα μαθήματα του Τμήματος Διατροφής και Διαιτολογίας, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες αφού έτσι θα δικαιούνταν η τελευταία να λάβει μέρος στις εξετάσεις της επόμενης εξεταστικής περιόδου (Σεπτέμβριος 2005) προκειμένου να αποκτήσει το πτυχίο του Τμήματος Διατροφής και Διαιτολογίας. ΔΕΧΕΤΑΙ το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος έζησε ως το χρόνο τέλεσης της παραπάνω πράξης έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Με αυτά που, κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην εν λόγω απόφαση, την από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, (ηθική αυτουργία στην πράξη της πλαστογραφίας υπό τη μορφή της νόθευσης εγγράφου), για την οποία πλαστογραφία η συγκατηγορουμένη του, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, Α. Σ., αθωώθηκε, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. α', 27, 46 παρ. 1 στοιχ. α', 216 παρ. 1, ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει: α) ότι ο αναιρεσείων, ως σύζυγος της Β. Μ., ιδιοκτήτριας και μαθήτριας του Ιδιωτικού Τεχνικού Επαγγελματικού Εκπαιδευτηρίου (Τ.Ε.Ε), μετέβαινε συχνά σε αυτό, θεωρείτο αφεντικό της επιχείρησης και με πειθώ, επίμονες προτροπές και φορτικότητα προκάλεσε στη συγκατηγορούμενή του, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο Α. Σ., Διευθύντρια του Τ.Ε.Ε, την απόφαση να προβεί στη νόθευση του ως άνω εγγράφου β) ότι στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό, να παραπλανήσει με τη χρήση του, τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής Πτυχιακών εξετάσεων της επόμενης εξεταστικής περιόδου, ότι δήθεν η Β. Μ., σύζυγος του, παρακολουθούσε κανονικά για το σχολικό έτος 2004 -2005 τα μαθήματα του Τμήματος Διατροφής και Διαιτολογίας, γεγονός που θα είχε έννομες συνέπειες, αφού έτσι θα είχε δικαίωμα η τελευταία να λάβει μέρος στις εξετάσεις της επόμενης εξεταστικής περιόδου, προκειμένου να αποκτήσει το πτυχίο του Τμήματος Διατροφής και Διαιτολογίας του παραπάνω Τ.Ε.Ε.
Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα περί του ότι δεν εξειδικεύεται ο τρόπος τέλεσης του εγκλήματος της πλαστογραφίας (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση εγγράφου), είναι αβάσιμες, διότι τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά από την προσβαλλομένη απόφαση, ορθώς αξιολογούμενα, στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, με τη μορφή της νόθευσης εγγράφου, σύμφωνα και με όσα, στην εν αρχή νομική σκέψη αναφέρθηκαν. Η λέξη "πλαστογραφία" που παρατίθεται στο σκεπτικό, αναφέρεται απλά στον τίτλο του εγκλήματος του άρθρου 216 Π.Κ. που περιλαμβάνει και τη νόθευση, ενώ από τις παραδοχές του σκεπτικού προκύπτει με σαφήνεια ότι πρόκειται για νόθευση, όπως αυτή ρητά αναφέρεται και στο διατακτικό που αλληλοσυμπληρώνει το σκεπτικό. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, 1ος λόγος αναιρέσεως που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, με τις παραπάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 211A του ΚΠΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2408/ 1996, "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 δ' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποίησης, για την καταδίκη του κατηγορουμένου, της μαρτυρικής κατάθεσης ή της απολογίας συγκατηγορουμένου καθώς επίσης και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή πληροφόρησης τους, έχουν τον συγκατηγορούμενο. Δεν παραβιάζεται όμως η ανωτέρω διάταξη, όταν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή την απολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά τόσο σ' αυτή όσο και στις καταθέσεις άλλων μαρτύρων καθώς και στα αναγνωστέα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του, περί της ενοχής του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του, όπως ήδη προαναφέρθηκε, τα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και την απολογία του κατηγορουμένου, συνεπώς, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά, στην απολογία της συγκατηγορουμένης του αναιρεσείοντα στον πρώτο βαθμό, Α. Σ., αλλά συνδυαστικά τόσο σε αυτή όσο και στα λοιπά ως άνω αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς δεν παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 211 Α' Κ.Π.Δ. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, 2ος λόγος αναιρέσεως που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα με την παραπάνω αιτίαση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-9-2012 (υπ' αριθμό πρωτ. 5903/2012) αίτηση αναιρέσεως του Χ. Μ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 433/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία (νόθευση εγγράφου). Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Ηθική αυτουργία του αναιρεσείοντος στην τέλεση της νόθευσης εγγράφου από την συγκατηγορουμένη του, διευθύντρια Ιδιωτικού Τεχνικού Επαγγελματικού Εκπαιδευτηρίου (Τ.Ε.Ε), η οποία αλλοίωσε (νόθευσε) το Βιβλίο Πράξεων του Συλλόγου Διδασκόντων, κατά το σημείο που ανέφερε ότι η σύζυγος του αναιρεσείοντος απορρίπτεται λόγω απουσιών, με σκοπό, να παραπλανήσει με τη χρήση του, τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής Πτυχιακών εξετάσεων, ότι δήθεν η σύζυγος του αναιρεσείοντος, παρακολουθούσε κανονικά τα μαθήματα του παραπάνω Τ.Ε.Ε. γεγονός που θα είχε έννομες συνέπειες, αφού έτσι θα είχε δικαίωμα η τελευταία να λάβει μέρος στις εξετάσεις της επόμενης εξεταστικής περιόδου προκειμένου να αποκτήσει το πτυχίο ταυ Τμήματος Διατροφής και Διαιτολογίας. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης του άρθρου 211-Α Π.Κ. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Πλαστογραφία και χρήση (πλαστού εγγράφου)
|
Πλαστογραφία και χρήση (πλαστού εγγράφου).
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 261/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Λάρισας, περί αναιρέσεως της με αριθμό 2025/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης. Με κατηγορούμενο τον Ν. Μ. του Δ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Ανδρέου και πολιτικώς ενάγοντα τον J. X. του A., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Λάρισας ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ.6/16-7-2012 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Λάρισας Αικατερίνης Αλεξίου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1116/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ΚΠΔ, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μια φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο εμφανίστηκε στο δικαστήριο ο δικηγόρος Ματθαίος Ανδρέου, ως εκπροσωπών τον πολιτικώς ενάγοντα J. X. και ζήτησε αναβολή της συζήτησης, για το λόγο ότι "ο πελάτης του βρίσκεται στο εξωτερικό και δεν κατέστη εφικτή η επικοινωνία για να τον νομιμοποιήσει για να παρασταθεί στη δίκη αυτή κατά του αναιρεσείοντος". Το παραπάνω αίτημα αναβολής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί ο προβαλλόμενος ως άνω λόγος αναβολής δε συνιστά κατά την κρίση του δικαστηρίου ιδιαιτέρως εξαιρετική περίπτωση που δικαιολογεί την αναβολή. Περαιτέρω, αφού δεν παρέστη ο ανωτέρω συνήγορος του πολιτικώς ενάγοντος, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας να ερευνηθεί περαιτέρω.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες και αντιφάσεις, που στερούν αυτήν από νόμιμη βάση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 321 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει, εκτός άλλων, να περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου, που προβλέπει την απειλούμενη ποινή. Αν δεν περιέχεται και το στοιχείο αυτό, το κλητήριο θέσπισμα και μαζί του η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ.4 του ΚΠΔ. Έτσι, στην περίπτωση, κατά την οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείται για ανθρωποκτονία από αμέλεια, που τελέστηκε με πράξη ή παράλειψη, το κλητήριο πρέπει να περιέχει ακριβή περιγραφή της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξης κατά τα αντικειμενικά και τα υποκειμενικά της στοιχεία και τη διάταξη του ποινικού νόμου που την προβλέπει και την τιμωρεί (άρθρα 28, 302 παρ.1 ΠΚ). Όμως, όταν η αποδιδόμενη σε αυτόν αμέλεια δεν συνίσταται απλώς σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, οπότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της διατάξεως αυτής είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής (και όχι ηθικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή, η οποία δημιουργείται μόνο για τον εμφανιζόμενο ενώπιον της έννομης τάξης ως έχοντα θέση εγγυητή της ασφάλειας του έννομου αγαθού, που προσβάλλεται με την επέλευση του αποτελέσματος που πρέπει να αποτραπεί και συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην περίπτωση αυτή, για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη, σύμφωνα με τα άρθρα 15, 28 και 302 παρ.1 του ΠΚ, εκτός των προβλεπόμενων στο άρθρο 321 παρ. 1 του ΚΠΔ άλλων στοιχείων, πρέπει επί πλέον να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαίτιου να ενεργήσει, και σε περίπτωση που αυτή πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου να προσδιορίζεται και ο κανόνας δικαίου αυτός. Αν δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα και τα πρόσθετα στοιχεία, που απαιτούνται για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη, μολονότι αυτός είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει, τότε αυτό και μαζί του η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 του ΚΠΔ. Την ακυρότητα αυτή του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, δηλαδή αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως ακυρότητα και αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει επαναφέροντάς την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη (173 παρ.1 ΚΠΔ).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.1, 3, 112 και 113 παρ.2, 3 του ΠΚ, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία χρόνια για τα πλημμελήματα.
Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει, είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως με τα οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, αδιάφορα αν η υπόθεση αναβλήθηκε ή εκδικάσθηκε, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Αν το κλητήριο θέσπισμα που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο είναι άκυρο, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία, ούτε επέρχεται αναστολή της παραγραφής, ήτοι αν ακυρωθεί το κλητήριο θέσπισμα από το δικαστήριο, η επίδοσή του δεν έχει διακόψει την παραγραφή. Αν ακυρωθεί το κλητήριο θέσπισμα από το δικαστήριο, η επίδοσή του δεν έχει διακόψει την παραγραφή, επανέρχεται η υπόθεση στο στάδιο της προδικασίας και μάλιστα δεν αποκλείεται να μην εισαχθεί πάλι στο ακροατήριο, αν εκδοθεί απαλλακτικό βούλευμα και επομένως η αναστολή της παραγραφής, που επήλθε με την επίδοση της αρχικής κλήσης ή κλητηρίου θεσπίσματος ανατρέπεται. Μετά την επίδοση νέας κλήσης ή νέου κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο για εμφάνιση στο ακροατήριο του αρμοδίου πλέον δικαστηρίου, θεωρείται ότι αρχίζει έκτοτε για πρώτη φορά η κύρια διαδικασία, η οποία επιφέρει τώρα πλέον την αναστολή της παραγραφής.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1,4 του ΚΠΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370). Αν ζητηθεί η αναίρεση σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2, θεωρούνται ότι προσβάλλονται μαζί και οι προπαρασκευαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από αυτήν που προσβάλλεται. Από τις διατάξεις αυτές και εκείνες των άρθρων 138 και 548 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκεινται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, οι ανέκκλητες αποφάσεις των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων, από δε τις αποφάσεις των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, όσες είναι οριστικές, με την έννοια ότι το δικαστήριο αποφαίνεται τελειωτικά για την αθώωση, την καταδίκη, την οριστική παύση της ποινικής διώξεως και την κήρυξη αυτής ως απαράδεκτης. Άλλες αποφάσεις των πρωτοβαθμίων και δευτεροβάθμιων δικαστηρίων, δεν είναι δυνατόν να εξομοιωθούν με τις παραπάνω και να είναι δυνατή και η κατ' αυτών άσκηση αναιρέσεως, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 463 του ΚΠΔ, σύμφωνα με την οποία "ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα". Γνήσιες προπαρασκευαστικές και επομένως ανακλητές αποφάσεις, κατά την έννοια του άρθρου 548 ΚΠΔ, είναι οι αποφάσεις του δικαστηρίου, που εκδίδονται πριν από την τελειωτική κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της κατηγορίας, δεν είναι οριστικές και μπορούν πάντοτε να ανακαλούνται. Αντίθετα, μη γνήσιες προπαρασκευαστικές, είναι οι οριστικές αποφάσεις των δικαστηρίων, με τις οποίες περατώνεται οριστικά η δίκη ή κάποιο αναφυέν ζήτημα. Έτσι, η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία γίνεται δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί ακυρότητας του επιδοθέντος σε αυτόν κλητηρίου θεσπίσματος και ακυρώνεται το σχετικό κλητήριο θέσπισμα, είναι οριστική, επιλύει οριστικά θέμα σχετιζόμενο με την κατηγορία και όχι προπαρασκευαστική, δεν υπόκειται αυτοτελώς σε ένδικα μέσα, ούτε σε ανάκληση, η δε χωρήσασα με την επίδοση του ως άνω ακύρου κλητηρίου θεσπίσματος αναστολή της παραγραφής δεν ισχύει και πρέπει να γίνει επίδοση νέου κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, για να ανασταλεί εκ νέου η κύρια διαδικασία, αν δεν έχει ήδη επέλθει παραγραφή και από τη νέα επίδοση πλέον αναστέλλεται και η παραγραφή του διωχθέντος εγκλήματος. Στην περίπτωση δε που από παραδρομή ή εσφαλμένη κρίση ακυρώθηκε από το δικαστήριο ένα έγκυρο κλητήριο θέσπισμα, ο αρμόδιος εισαγγελέας μπορεί να επιδώσει εκ νέου στον κατηγορούμενο το ίδιο κλητήριο θέσπισμα, που κατά την κρίση του είναι έγκυρο και την ακυρότητα ή μη ενός δεύτερου πλέον κλητηρίου θεσπίσματος θα κρίνει πάλι το δικαστήριο. Σε αντίθετη περίπτωση, που χωρούσε ανάκληση της αποφάσεως ακυρώσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, θα είχαμε ανεπίτρεπτη αναβίωση της αναστολής και άρα σε αποτροπή της επελθούσας τη στιγμή ακυρώσεως παραγραφής.
Περαιτέρω, από τις ίδιες παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λόγω κρίσεως, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, ότι είναι άκυρο το επιδοθέν στον κατηγορούμενο κλητήριο θέσπισμα, ακυρώσει το κλητήριο θέσπισμα και μετέπειτα με άλλη οριστική του απόφαση, λόγω ανατροπής της χωρήσασας με την επίδοση αυτού αναστολής της παραγραφής, προχωρήσει στην οριστική παύση της ποινικής δίωξης, γιατί στο μεταξύ παρήλθε ο από το νόμο προβλεπόμενος χρόνος παραγραφής της αξιόποινης πράξης, ο αρμόδιος εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, έχει δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως κατά της άνω οριστικής περί παραγραφής αποφάσεως, αλλά και δικαίωμα να συμπροσβάλει και την ως άνω προπαρασκευαστική περί ακυρώσεως του κλητηρίου θεσπίσματος απόφαση και θα κριθεί από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση αυτή από πλευράς ορθής ή εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 321 ΚΠΔ και 113 του ΠΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο εισαγγελέας Πρωτοδικών Λάρισας, άσκησε εμπρόθεσμα και παραδεκτά την κρινόμενη με αρ. εκθ. 6/16-7-2012 αναίρεση κατά της 2025/6-6-2012 μη καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, πριν τη νόμιμη καταχώρηση αυτής στο οικείο βιβλίο του δικαστηρίου, μη δυναμένης να προσβληθεί με έφεση, και με την οποία προσβαλλόμενη απόφαση έπαυσε οριστικά η εναντίον του διωχθέντος για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατηγορουμένου Ν. Μ., (εργατικό ατύχημα), τελεσθείσα με παράλειψη στις 11-2-2007, λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου, συνεπεία πενταετούς παραγραφής, για το λόγο ότι, με την συμπροσβαλλόμενη προηγούμενη 752/23-2-2012 απόφασή του, το ίδιο δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 15 του ΠΚ, προέβη σε αποδοχή υποβληθέντος σχετικού ισχυρισμού του κατηγορουμένου και σε εσφαλμένη ακύρωση του νομότυπα επιδοθέντος στον κατηγορούμενο, εντός της πενταετίας, με ΑΜΩ ΕΓΤ-08-466/28-7-2008 κλητηρίου θεσπίσματος, επειδή δεν αναφέρεται σε αυτό ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο προέκυπτε η ειδική νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου εργοδότη του παθόντος, να ενεργήσει και να φροντίσει για την ασφαλή εκτέλεση της εργασίας που ανέθεσε για καθαρισμό του καυστήρα λεβητοστασίου θερμοκηπίου του, με χρήση ηλεκτρικής μπαλαντέζας φωτισμού, που είχε φθαρμένα και βρεγμένα καλώδια, με αποτέλεσμα να υποστεί ο παθών εργάτης ηλεκτροπληξία και να αποβιώσει. Από τα έγγραφα της δικογραφίας τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως του εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με το υπ' αριθμ. ΑΜΩ ΕΓΤ-08-466/28-7-2008 κλητήριο θέσπισμα του εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο Ν. Μ. στις 5-1-2009, αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, για να δικαστεί ως υπαίτιος ανθρωποκτονίας από αμέλεια αλλοδαπού εργάτη, τελεσθείσα στις 11-2-2007 σε εργατικό ατύχημα, δια παραλείψεων αυτού όντος εργοδότη του. Κατά την αρχική εκδίκαση του ανωτέρω πλημμελήματος, στις 23-2-2012, ενώ δηλαδή είχε συμπληρωθεί την ημέρα της δίκης η πενταετής παραγραφή, αλλά είχε ανασταλεί η κύρια διαδικασία επί τριετία με την επίδοση του κλητηρίου αυτού θεσπίσματος κατά την 5-1-2009 και δεν είχε συμπληρωθεί η οκταετής πλέον παραγραφή, ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο ακροατήριο του πιο πάνω δικαστηρίου και σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 1 και 4 του ΚΠΔ, πρόβαλε δια του συνηγόρου του ακυρότητα του επιδοθέντος σε αυτόν ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος, επειδή δεν περιείχε, ακριβή καθορισμό της πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια με παράλειψη, για την οποία κατηγορείτο και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου, και δη για το λόγο ότι δεν αναφερόταν σε αυτό ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο προέκυπτε η ειδική νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου εργοδότη του παθόντος να ενεργήσει και να φροντίσει για την ασφαλή εκτέλεση της εργασίας που ανέθεσε στον από ηλεκτροπληξία θανόντα, για καθαρισμό του καυστήρα λεβητοστασίου θερμοκηπίου του. Η ένσταση αυτή έγινε δεκτή με την παρεμπίπτουσα 752/23-2-2012 απόφαση του πρωτοβάθμιου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, χωρίς ταυτόχρονα να ερευνηθεί η τυχόν παραγραφή της πράξης. Από την επισκόπηση του αντιτύπου του ανωτέρω επιδοθέντος στον κατηγορούμενο Ν. Μ. με αριθ. ΑΒΩ ΕΤΤ-08-466-28-7-2008 κλητηρίου θεσπίσματος του εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, που υπάρχει στη δικογραφία, στην οποία παραδεκτά προβαίνει ο Άρειος Πάγος, κατά το άρθρο 321 παρ. 5 του ΚΠΔ, για την έρευνα του προβαλλόμενου λόγου της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής νόμου από το δικαστήριο που προέβη σε ακύρωση αυτού λόγω μη ακριβούς περιγραφής της αξιόποινης πράξης και μη αναφοράς των σχετικών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων νόμου, που προβλέπουν την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου εργοδότη να λάβει τα δέοντα προφυλακτικά μέτρα ασφαλείας, ώστε να μη συμβεί το επελθόν εργατικό ατύχημα και δη ανθρωποκτονία από αμέλεια εργάτη αυτού και στη συνέχεια σε οριστική παύση της ασκηθείσας ποινικής δίωξης, προκύπτει, ότι το εν λόγω κλητήριο θέσπισμα έχει το εξής περιεχόμενο: "Στο ... στις 11-2-2007 από αμέλεια, δηλ. από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της παράλειψής του και επέφερε το θάνατο άλλου, τον οποίο, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει και συγκεκριμένα: Ο κατηγορούμενος διατηρούσε θερμοκήπιο, στο οποίο απασχολούσε ως εργάτες τους Αλβανούς υπηκόους E. X. και L. P., στους οποίους την ανωτέρω ημέρα είχε δώσει εντολή να καθαρίσουν από την στάχτη τον καυστήρα του λεβητοστασίου που χρησιμεύει για την παραγωγή θερμότητας στο θερμοκήπιο, Επειδή ο χώρος του λεβητοστασίου δεν φωτίζονταν επαρκώς, έθεσε στη διάθεσή τους προς χρήση μία μπαλαντέζα φωτισμού, η οποία ξεκινούσε από την πρίζα, ακουμπούσε πάνω σε σωλήνες του λεβητοστασίου, που βρίσκονταν λίγα εκατοστά πάνω από το τσιμεντένιο δάπεδο αυτού, και ήταν κρεμασμένη από τον γάντζο της πάνω σε ένα καλώδιο, το οποίο ήταν πιασμένο σε μεταλλική σωλήνα, η οποία ξεκινούσε από το ύψος του καυστήρα και σχηματίζοντας ένα "Γάμα" κατέβαινε και συνδεόταν με τους άλλους σωλήνες που ήταν χαμηλά στο έδαφος. Το εξωτερικό περίβλημα (καλώδιο) της μπαλαντέζας σε δύο έως τρία σημεία του ήταν φθαρμένο - λιωμένο από την θερμοκρασία που δημιουργείτο μέσα στο λεβητοστάσιο, αφού η μπαλαντέζα ακουμπούσε πάνω σε σωλήνες που είχαν ανεπτυγμένη θερμοκρασία. Το προηγούμενο βράδυ είχε βρέξει και τα νερά της βροχής είχαν εισέλθει στο χώρο του λεβητοστασίου από τη λαμαρίνα της καμινάδας με αποτέλεσμα και η σωλήνα, πάνω στην οποία ήταν κρεμασμένη η μπαλαντέζα, να στάζει συνεχώς. Σε κάποια στιγμή που ο πρώτος από τους ανωτέρω εργάτες E. X. ξεκρέμασε την μπαλαντέζα προκειμένου να φωτίσει το εσωτερικό του καυστήρα και να διαπιστώσει εάν υπήρχε και άλλη στάχτη για καθάρισμα εντός αυτού χτυπήθηκε στο αριστερό χέρι από το ρεύμα αυτής, που εξήλθε από κάποιο από τα φθαρμένα σημεία του εξωτερικού περιβλήματός της, και υπέστη ηλεκτροπληξία από την οποία επήλθε ο θάνατός του, τον οποίο ο κατηγορούμενος παρέλειψε να παρεμποδίσει εάν και είχε ιδιαίτερη προς τούτο νομική υποχρέωση, εξαιτίας της προηγούμενης επικίνδυνης για τη ζωή των ανωτέρω εργατών ενέργειάς του να θέση στη διάθεσή τους για την εκτέλεση της εργασίας τους ανασφαλές μέσο, δηλ. την φθαρμένη μπαλαντέζα. Επομένως παρέβη τα άρθρα 1, 14, 15, 16, 17, 18, 26 παρ. 1, 28, 51, 53, 79 και 302 παρ. 1 ΠΚ." Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, δικάζον σε πρώτο βαθμό, με την συμπροσβαλλόμενη 752/23-2-2012 απόφασή του ακύρωσε το παραπάνω κλητήριο θέσπισμα, με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία: " Από την επισκόπηση του κλητήριου θεσπίσματος προκύπτει ότι τούτο, σε σχέση με τη βαρύνουσα τον κατηγορούμενο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει και να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος, κατά την περιγραφή της πράξης που αποδίδεται στον εν λόγω κατηγορούμενο, διέλαβε στο περιεχόμενό του ότι "... στο ..., στις 11.2.2007 από αμέλεια δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της παράλειψής του και επέφερε το θάνατο άλλου, τον οποίο είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει και συγκεκριμένα ενώ διατηρούσε θερμοκήπιο, στο οποίο απασχολούσε ως εργάτες τους Αλβανούς υπηκόους E. X. και L. P., στους οποίους την ανωτέρω ημέρα είχε δώσει εντολή να καθαρίσουν από τη στάχτη τον καυστήρα του λεβητοστασίου που χρησιμεύει για την παροχή θερμότητας στο θερμοκήπιο ... επειδή ο χώρος του λεβητοστασίου δεν φωτιζόταν επαρκώς έθεσε στη διάθεσή τους προς χρήση μία μπαλαντέζα φωτισμού, η οποία ξεκινούσε από την πρίζα, ακουμπούσε πάνω σε σωλήνες του λεβητοστασίου ... και ήταν κρεμασμένη από το γάντζο της πάνω σε ένα καλώδιο το οποίο ήταν πιασμένο ... Το εξωτερικό περίβλημα (καλώδιο) της μπαλαντέζας σε δύο έως τρία σημεία του ήταν φθαρμένο- λιωμένο από τη θερμοκρασία που δημιουργείτο μέσα στο λεβητοστάσιο, αφού η μπαλαντέζα ακουμπούσε πάνω σε σωλήνες που είχαν ανεπτυγμένη θερμοκρασία ... το προηγούμενο βράδυ είχε βρέξει και τα νερά της βροχής είχαν εισέλθει στο χώρο του λεβητοστασίου από την λαμαρίνα της καμινάδας ... . Σε κάποια στιγμή που ο πρώτος από τους εργάτες E. X. ξεκρέμασε τη μπαλαντέζα προκειμένου να φωτίσει το εσωτερικό του καυστήρα ... κτυπήθηκε στο αριστερό χέρι από το ρεύμα αυτής και υπέστη ηλεκτροπληξία από την οποία επήλθε ο θάνατός του, τον οποίο ο κατηγορούμενος παρέλειψε να παρεμποδίσει εάν και είχε ιδιαίτερη προς τούτο νομική υποχρέωση, εξαιτίας της προηγούμενης επικίνδυνης για τη ζωή των ανωτέρω εργατών ενέργειάς του να θέσει στη διάθεσή τους για την εκτέλεση της εργασίας τους ανασφαλές μέσο δηλαδή τη φθαρμένη μπαλαντέζα". Στο εν λόγω κλητήριο θέσπισμα ως νομικές διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν την πράξη για την οποία ο κατηγορούμενος κλήθηκε να δικαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, μνημονεύονται εκείνες των άρθρων 1, 14, 15, 16, 17,18, 26 παρ. 1, 28, 51, 53, 79 και 302 παρ. 1 ΠΚ. Ενόψει τούτων είναι προφανές ότι στο κλητήριο θέσπισμα δεν διαλαμβάνεται, όπως θα έπρεπε, η ιδιαίτερη ειδική, και όχι γενική, νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου και από ποίες διατάξεις (ΠΔ 395/1994, Ν. 1568/85) προέκυπτε η υποχρέωση αυτή, από μόνη την ιδιότητά του ως εργοδότη, να φροντίσει για την ασφαλή εκτέλεση της παραπάνω εργασίας που ανέθεσε στο θανόντα εργαζόμενο E. X.. Περαιτέρω, και πέραν από την παράλειψη αυτή, στο κλητήριο θέσπισμα, δεν περιέχεται επιπλέον, είτε στο κείμενό του για την περιγραφή της πράξης είτε κάτω από αυτό, αναφορά στον επιτακτικό κανόνα δικαίου, από τον οποίο προέκυπτε η ειδική νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου να ενεργήσει κατά τα προαναφερθέντα. Συνεπώς το επιδοθέν στον κατηγορούμενο κλητήριο θέσπισμα πρέπει να κηρυχθεί άκυρο, κατά παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού του."
Περαιτέρω, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη 2025/6-6-2012 οριστική του απόφαση, λόγω ακυρότητας του εν λόγω κλητηρίου θεσπίσματος, δέχτηκε ότι δεν έχει αρχίσει η κύρια διαδικασία και ανετράπη η επελθούσα με την επίδοση αυτού αναστολή της παραγραφής της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και δεν είναι ανακλητή η προηγούμενη 752/23-2-2012 οριστική απόφασή του και κατά συνέπεια, εφόσον από το χρόνο τέλεσης της πράξης (11-2-2007) μέχρι την 23-2-2012, που ακυρώθηκε το κλητήριο θέσπισμα, αλλά και μέχρι τη μεταγενέστερη δικάσιμο της 6-6-2012, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας και μέσα σ' αυτό δεν υφίσταται άλλη νόμιμη επίδοση έγκυρου κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη για τη διωκόμενη αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, λόγω εξάλειψης του αξιόποινου συνεπεία πενταετούς παραγραφής.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω προαναφερθέντα, το ελεγχόμενο κλητήριο θέσπισμα, που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο, εισαγόμενο δε δίκη για ανθρωποκτονία από αμέλεια, μνημονεύει παραβίαση των άρθρων 1, 14, 15, 16, 17, 18, 26 παρ.1, 28, 51, 53, 79 και 302 παρ.1 του ΠΚ και αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαίτιου να ενεργήσει κατηγορουμένου και αναφέρει ρητά ότι πηγή της υποχρέωσής του αυτής είναι η προηγούμενη συγκεκριμένη συμπεριφορά αυτού ως εργοδότη, να εφοδιάσει τον υπ' αυτού προστηθέντα σε καθαρισμό λεβητοστασίου θερμοκηπίου του παθόντα εργάτη, με ανασφαλές μέσο και δη με μπαλαντέζα φωτισμού, με φθαρμένο, λιωμένο εξωτερικό περίβλημα - καλώδιο, από το οποίο έγινε βραχυκύκλωμα και υπέστη θανατηφόρα ηλεκτροπληξία ο θανών. Ήτοι, το επιδοθέν στον κατηγορούμενο για ανθρωποκτονία από αμέλεια κλητήριο θέσπισμα, είναι έγκυρο, περιέχει δε όλα τα κατά το άρθρο 321 του ΚΠΔ, αναγκαία στοιχεία προσδιορισμού της πράξης και τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν την πράξη αυτή από αμέλεια. Αναφέρεται δε η ύπαρξη ιδιαίτερης, δηλαδή ειδικής και όχι γενικής υποχρεώσεως του υπαιτίου για ενέργεια που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος και ότι η υποχρέωσή του αυτή πηγάζει, κατά το μνημονευόμενο σε αυτό άρθρο 15 του ΠΚ, από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου εργοδότη του θανόντος εργάτη, από σύμβαση, αλλά και από ορισμένη ως παραπάνω αναφέρθηκε συμπεριφορά του υπαιτίου κατηγορουμένου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος θανάτου από ηλεκτροπληξία και δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται στο κλητήριο θέσπισμα και άλλοι ειδικότεροι κανόνες δικαίου, (όπως θα μπορούσαν επί πλέον να αναφερθούν στο κλητήριο αυτό θέσπισμα), όπως το άρθρο 23 του ν. 1565/1985, για υγιεινή και ασφάλεια εργαζομένων από ηλεκτρικούς κινδύνους, ή και τα άρθρα 4 και 9 του ΠΔ 395/1994, που προβλέπουν προδιαγραφές εξοπλισμού για την ασφάλεια εργαζομένων από το ηλεκτρικό ρεύμα, όπως διατείνεται ο προβαλών την ακυρότητα κατηγορούμενος και όπως δέχθηκε το δικάσαν δικαστήριο με την συμπροσβαλλόμενη 752/2012 απόφασή του και ακύρωσε το άνω έγκυρο κλητήριο θέσπισμα.
Κατ' ακολουθίαν, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, που με την συμπροσβαλλόμενη 752/2012 απόφασή του έκρινε ως άκυρο το επιδοθέν στον κατηγορούμενο την 5-1-2009 κλητήριο θέσπισμα και ότι δεν ανεστάλη η κύρια διαδικασία και στη συνέχεια, με την προσβαλλόμενη νέα οριστική 2025/23-2-2012 απόφασή του, λόγω μη αναστολής της πενταετούς παραγραφής, έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για το αποδιδόμενο σε αυτόν πιο πάνω πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, φερόμενο ως τελεσθέν την 11-2-2007, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 321 ΚΠΔ, 15, 28 και 302 παρ.1 του ΠΚ και εκείνες των άρθρων 112 και 113 του ΠΚ.
Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως του εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών, πιο πάνω, ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμος και πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως αυτού να γίνει δεκτή, να αναιρεθούν οι δύο ως παραπάνω συμπροσβαλλόμενες αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας και αφού, με χρόνο τελέσεως της εν λόγω πλημμεληματικής πράξεως την 11-2-2007, λόγω αναστολής της παραγραφής, επελθούσας με τη γενόμενη την 5-1-2009, εντός της πενταετίας, επίδοση του παραπάνω έγκυρου κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, δεν έχει συμπληρωθεί μέχρι σήμερα οκταετία (5 + 3 έτη), πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τις με αριθ. 752/2012 και 2025/2012 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και
Παραπέμπει την κατά του κατηγορουμένου Ν. Μ. του Δ. υπόθεση, για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
1. Η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία γίνεται δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί ακυρότητας του επιδοθέντος σε αυτόν κλητηρίου θεσπίσματος και ακυρώθηκε το σχετικό κλητήριο θέσπισμα, είναι προπαρασκευαστική, αλλά οριστική, επιλύει οριστικά θέμα σχετιζόμενο με την κατηγορία και δεν υπόκειται αυτοτελώς σε ένδικα μέσα, ούτε σε ανάκληση, η δε χωρήσασα με την επίδοση του ως άνω άκυρου κλητηρίου θεσπίσματος αναστολή της παραγραφής δεν ισχύει και πρέπει να γίνει επίδοση νέου κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, για να ανασταλεί εκ νέου η κύρια διαδικασία, αν δεν έχει ήδη επέλθει παραγραφή και από τη νέα επίδοση πλέον να ανασταλεί και η παραγραφή του διωχθέντος εγκλήματος. 2. Αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λόγω κρίσεως, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, ότι είναι άκυρο το επιδοθέν στον κατηγορούμενο κλητήριο θέσπισμα, ακυρώσει το κλητήριο θέσπισμα και μετέπειτα με άλλη οριστική του απόφαση, λόγω ανατροπής της χωρήσασας με την επίδοση αυτού αναστολής της παραγραφής, προχωρήσει στην οριστική παύση της ποινικής δίωξης, γιατί στο μεταξύ παρήλθε ο από το νόμο προβλεπόμενος χρόνος παραγραφής της αξιόποινης πράξης, ο αρμόδιος εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, έχει δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως κατά της άνω οριστικής περί παραγραφής αποφάσεως, αλλά και δικαίωμα να συμπροσβάλλει και την ως άνω προπαρασκευαστική περί ακυρώσεως του κλητηρίου θεσπίσματος απόφαση και θα κριθεί από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση αυτή από πλευράς ορθής ή εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 321 ΚΠΔ και 113 του ΠΚ. Δέχεται αίτηση αναίρεσης και παραπέμπει.
|
Κλητήριο θέσπισμα
|
Κλητήριο θέσπισμα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 263/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους: 1) Α. Ε., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, 2) Γ. Δ., Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών, 3) Γ. Α., 4) Δ. Α., 5) Ε. Π., 6) Ο. Σ., 7) Π. Α., 8) Ο. Σ., 9) Μ. Μ., 10) Π. Π., 11) Π. Π., Αντεισαγγελείς Εφετών Αθηνών, 12) Μ. Β. και 13) Μ. Τ., Εφέτες Αθηνών και εγκαλούσα την Κ. Κ. του Κ., κάτοικο ... .
Η αίτηση αυτή με αριθ. πρωτ. 180708/15.10.2012, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1153/12.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη με αριθμό 7/15-1-2013, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "-Εισάγοντας, ενώπιόν Σας, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 εδ. γ ΚΠΔ, την υπ' αριθ. πρωτ. 180708/15-10-2012 αίτηση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή της κατωτέρω ποινικής υποθέσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 136 περ. ε' και 137 ΚΠΔ, και εκθέτουμε τα εξής: 1. Ο ανωτέρω Εισαγγελέας με το προαναφερθέν έγγραφό του - μετά της συνημμένης σ' αυτό ΑΒΜ: Ζ2012-1154(ΕΓ5-12/66) μηνύσεως της Κ. Κ., κατοίκου ..., - που στρέφεται κατά των αναφερόμενων σ' αυτή, δικαστικών λειτουργών, που υπηρετούν στο Πρωτοδικείο και την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, στο Εφετείο και την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, την Εισαγγελία Πρωτοδικών Θηβών και την Εισαγγελία Εφετών Δωδεκανήσου -, ζήτησε προκειμένου να γίνει κανονισμός αρμοδιότητας κατά παραπομπή, διότι στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών -μετά την ίδρυση του Εφετείου Χαλκίδας- δεν υπάγεται πλέον άλλο Πρωτοδικείο.
2. Το άρθρο 136 περ. ε' ΚΠΔ ορίζει ότι, "εάν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο η Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο (κατά τόπο) σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές". Σύμφωνα δε με την παράγραφο 1 του αρ.137 ΚΠΔ, "την παραπομπή μπορεί να την ζητήσει και ο Εισαγγελέας (όπως στην κρινομένη περίπτωση) αποφασίζει δε περί αυτής ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο, εφ' όσον πρόκειται για περιπτώσεις, που δεν διαλαμβάνονται στα εδάφια α' και β' της παραγ. Ι του αρ. 137 ΚΠΔ", συνεπώς και στην περίπτωση της παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα ή από ένα Πρωτοδικείο σε άλλο, εφ' όσον δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του συγκεκριμένου Εφετείου. -Επισημαίνεται ότι η Νομολογία δέχεται ότι η περίπτωση του αρθ. 136 στοιχ. ε' ΚΠΔ αποβλέπει στο αδιάβλητο της δικαστικής κρίσεως στην κοινή συνείδηση, γι' αυτό δε τον λόγο η παραπομπή μπορεί να ανακύψει και στην προδικασία (ΑΠ 1481/2009 ΑΠ 634/2008 ΑΠ 2080/2007, ΑΠ 440/2006, ΑΠ 2449/2005 ΑΠ 840/2005, ΑΠ 2050/2004, ΑΠ 733/2003).
3. Επειδή η Κ. Κ. με τη μήνυσή της, στρέφεται κατά των: 1) Π. Π., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 2) Ο. Σ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 3) Π. Π., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, 3) Γ. Α., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 4) Μ. Μ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 5) Π. Α., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών 6) Δ. Α., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών 7) Ό. Σ., Αντεισαγγελέα Εφετών Λαμίας, 8) Ε. Π. - Μ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 9) Μ. Β., Εφέτη Αθηνών, 10) Μ. Τ., Εφέτη Αθηνών, 11) Γ. Δ., Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών, 12) Α. Ε. Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, στους οποίους αποδίδει, διάφορες αξιόποινες πράξεις (παράβαση καθήκοντος κτλ).
4. Επειδή όμως -μετά την ίδρυση του Εφετείου Χαλκίδας- στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών υπάγεται μόνο το (εδρεύον στην Αθήνα) Πρωτοδικείο Αθηνών και ως εκ τούτου, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν μπορεί να αποφασίσει την παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ' αριθ. πρωτ. 180708/15-10-2012 έγγραφό του υπέβαλε την αναφορά-αίτησή του, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ώστε να αποφασίσει σχετικώς το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), που είναι, κατά τα εκτεθέντα, "σε κάθε άλλη περίπτωση" αρμόδιο.
5. Επομένως, συντρέχει νόμιμη περίπτωση, να χωρήσει από το Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) κανονισμός αρμοδιότητας κατά παραπομπή, και να ορισθεί ως αρμόδιος να επιληφθεί της ανωτέρω υποθέσεως και να κρίνει, στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιώς, καθώς και οι δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: Να διατάξει το Δικαστήριό Σας την παραπομπή της υποθέσεως, - την οποία ζητεί, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ' αριθ. πρωτ. 180708/15-10-2012 έγγραφό του, που αναφέρεται στην ΑΒΜ: Ζ2012-1154(ΕΓ5-12/66 μήνυση της Κ. Κ. 1)Π. Π., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών 2) Ο. Σ. Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών 3) Π. Π., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών 4) Γ. Α., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών 5) Μ. Μ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών 6) Π. Α., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών 7) Δ. Α., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών 8) Ό. Σ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών 9) Ε. Π.-Μ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών 10) Μ. Β., Εφέτη Αθηνών 11) Μ. Τ., Εφέτη Αθηνών 12) Γ. Δ. Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών 13) Α. Ε. Αντεισαγγελέα, Πρωτοδικών Αθηνών, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών, τις Ανακριτικές Αρχές και το Συμβούλιο Πλ/κών Αθηνών, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, Ανακριτικές Αρχές και Συμβούλιο Πλ/κών Πειραιά, για να επιληφθούν ανάλογα με τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα, τόσο για τους παραπάνω δικαστικούς λειτουργούς, όσο και για τους μηνυόμενους ιδιώτες, Μ. Κ., Σ. Γ., Σ. Β., Χ. Ν. και Ζ. Μ., λόγω συναφείας. Αθήνα 14-1-2013 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κ. Μπόμπολης"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 136 περ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ, δικαστήριο διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το κατά τα άρθρα αυτά αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Σκοπός της διατάξεως, είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο. Η παραπομπή αυτή σε άλλο δικαστήριο γίνεται όχι μόνο στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και σε αυτό της προδικασίας που περιλαμβάνει τόσο την προκαταρκτική εξέταση όσο και την άσκηση της ποινικής διώξεως.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 137 του ιδίου Κώδικα, την παραπομπή στην πιο πάνω περίπτωση, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε γι αυτή το Συμβούλιο Εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή Δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και σε κάθε περίπτωση ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η Κ. Κ. του Κ., κάτοικος ..., με την υπό στοιχεία ΑΒΜ: Ζ 2012-1154 (ΕΓ5-12/66) μηνυτήρια αναφορά της, καταγγέλλει τους παρακάτω Δικαστικούς και Εισαγγελικούς Λειτουργούς ήτοι 1) τον Π. Π. Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 2) την Ο. Σ. Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 3) τον Π. Π. Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 4) την Γ. Α., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 5) την Μ. Μ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 6) τον Π. Α. Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 7) τον Δ. Α., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 8) την Ό. Σ. Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 9) την Ε. Π. -Μ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 10) την Μ. Β., Εφέτη Αθηνών, 11) την Μ. Τ., Εφέτη Αθηνών, 12) τον Γ. Δ., Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών, 13) τον Α. Ε., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, για αξιόποινες πράξεις.
Επειδή οι εγκαλούμενοι υπηρετούν, ως προκύπτει, από το υπ' αρ. πρωτ.60578/28-6-2012 έγγραφο, της Προϊσταμένης του Τμήματος Λειτουργίας Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών του Υπουργείου Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων δικαιωμάτων Β. Α., οι 1ος, 2ος, 3ος, 4η, 5η, 6ος, 7ος, 8η, 9η, στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, με το βαθμό του Αντεισαγγελέα Εφετών, ο 12ος στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θηβών με τον βαθμό του Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ο 13ος στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών με το βαθμό του Αντεισαγγελέα και οι 10η και 11η στο Εφετείο Αθηνών με το βαθμό του Εφέτη, δε σχετική υπόθεση υπάγεται κατά το στάδιο αυτό κατά τόπο στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών [ αρθρ. 111 παρ.7, 119 παρ. 1 και 122 παρ. 1 του ΚΠΔ], ο Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών Γεώργιος Λαΐνης, απευθυνόμενος προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με το υπ' αρ. πρωτ. 54836/24-10-2012 έγγραφό του, ζήτησε τον καθορισμό της αρμοδιότητος άλλου δικαστηρίου ισόβαθμου και ομοειδούς. Με τα δεδομένα αυτά, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή, (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. β' περ. γ' του ΚΠΔ), λόγω συναφείας με τον Α. Ε. Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, για όλους τους λοιπούς ανωτέρω Εισαγγελικούς και Δικαστικούς λειτουργούς, ώστε οι περιεχόμενες στην προαναφερθείσα μηνυτήρια αναφορά της Κ. Κ. του Κ., καταγγελίες σε βάρος τους, να παραπεμφθούν στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, προκειμένου να επιληφθεί αυτών, και να κρίνει στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του, καθώς και στις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ορίζει ως κατά παραπομπή αρμόδιες να αποφανθούν επί της ΑΒΜ: Ζ2012-1154(ΕΓ5-12/66) μηνυτήριας αναφοράς της Κ. Κ. του Κ., κατοίκου ... κατά των: 1) Π. Π. Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 2) Ο. Σ. Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 3) Π. Π., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 4) Γ. Α., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 5) Μ. Μ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 6) Π. Α. Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 7) Δ. Α., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 8) Ό. Σ. Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 9) Ε. Π. -Μ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 10) Μ. Β., Εφέτη Αθηνών, 11) Μ. Τ. Εφέτη Αθηνών, 12) Γ. Δ. Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών, 13) Α. Ε. Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, τις Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς και εφ' όσον συντρέξει νόμιμη περίπτωση τις δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς, όσο και τις αντίστοιχες της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2013.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας (άρθρο 136 ΚΠΔ). Συντρέχει βάσιμος λόγος καθορισμού αρμοδιότητας άλλων Εισαγγελικών και λοιπών Δικαστικών Αρχών,κατόπιν υποβολής εγκλήσεως σε βάρος Εισαγγελικών και Δικαστικών Λειτουργών, ακόμη και στο στάδιο της προδικασίας [προκαταρκτικής εξετάσεως]. Καθορίζει ως αρμόδιο τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς και λοιπές Δικαστικές Αρχές Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 234/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων 1. A. Z. του S., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Παπαγεωργίου-Γονατά και 2. Κ. Μ. του Μ., κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Β' Τύπου Μαλανδρίνου, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Ζαχαροπούλου, περί αναιρέσεως της 456,457,458,493/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 11 Μαΐου 2012 και 14 Μαΐου 2012 αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντίστοιχα και στους από 21 Δεκεμβρίου 2012 πρόσθετους λόγους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 714/12.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε 1) να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης όσον αφορά τον κατηγορούμενο Κ. Μ. του Μ. και 2) να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως όσον αφορά τον κατηγορούμενο A. Z. του S..
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου προς στήριξη της ενοχής του κατηγορουμένου εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, παραβιάζει την αρχή της προφορικότητας και δημοσιότητας της δίκης και την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία ή αν το έγγραφο αυτό αναφέρεται απλώς ιστορικά ή διηγηματικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 456, 457, 458, 493/2011 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, πλην άλλων, οι δύο αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι, ο πρώτος Κ. Μ., σωματεμπορίας από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Ν. Π., κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, και ο δεύτερος A. Z., για άμεση συνδρομή στη σωματεμπορία των παραπάνω συγκατηγορουμένων του και, αφού αναγνωρίστηκε σε αυτούς η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' του ΠΚ, επιβλήθηκε σε αυτούς ποινή, καθείρξεως έξι ετών στον πρώτο αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και φυλακίσεως δύο ετών στο δεύτερο αναιρεσείοντα. Όπως, όμως, προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης ως άνω 456, 457, 458, 493/2011 αποφάσεως(βλ. φύλλο 9), το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε, για το σχηματισμό της καταδικαστικής του για τους δύο αναιρεσείοντες κρίσεως αναφέρει, πλην άλλων, ότι "... οι κατηγορούμενοι εξέδιδαν στην ..., σε αόριστο αριθμό ανδρών αντί αμοιβής, ... κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, ... αλλοδαπές γυναίκες που είχαν εισέλθει παράνομα στο Ελληνικό έδαφος, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις και βρίσκονταν σε ευάλωτη θέση, ενώ η πρωτοδίκως δεκάτη κατηγορουμένη(αθωωθείσα στον πρώτο βαθμό), όπως προέκυψε από την προανακριτική της απολογία, είχε παραληφθεί από τον κατηγορούμενο Κ. Μ. από τη ..., όπου αυτός, αφού της αφαίρεσε το διαβατήριο, την εγκατέστησε σε διαμέρισμα στην ... και την υποχρέωσε να συνευρίσκεται με πελάτες αντί του ποσού των 30 ευρώ, για ολόκληρη τη νύχτα, προκειμένου να εξοφλήσει τα εισιτήριά της ...". Από την επισκόπηση των πρακτικών της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι η εν λόγω προανακριτική απολογία της πρωτοδίκως συγκατηγορουμένης αλλοδαπής N. Z., πράγματι δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων και ούτε στο παραπάνω αιτιολογικό βεβαιώνεται η ανάγνωσή της στο ακροατήριο. Επίσης, από τα ίδια τα πρακτικά (φύλλο 5), προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας 52-61/2010 αποφάσεως του ΜΟΔ Θηβών, από τα οποία, επισκοπούμενα ομοίως, προκύπτει ότι ούτε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αναγνώσθηκε η προανακριτική απολογία της ανωτέρω απούσας και αθωωθείσας στον πρώτο βαθμό αλλοδαπής N. Z., αναφέρεται όμως στο αιτιολογικό της πρωτοβάθμιας 52-61/2010 αποφάσεως του ΜΟΔ Θηβών, η ίδια ως άνω περικοπή σκεπτικού, μάλιστα προκύπτει πλήρης αντιγραφή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του αιτιολογικού του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και προς στήριξη της ενοχής των δύο αναιρεσειόντων, αυτουργού και άμεσου συνεργού σωματεμπορίας συνεκτιμήθηκε σαφώς μη αναγνωσθέν αποδεικτικό έγγραφο, και στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Επομένως, αφού προκύπτει ότι στο προεκτεθέν αιτιολογικό της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως του ΜΟΕ Αθηνών, συνεκτιμάται ως αποδεικτικό μέσο "η προανακριτική απολογία της πρωτοδίκως συγκατηγορουμένης αλλοδαπής N. Z.", από την οποία συνάγεται πραγματικό περιστατικό, που μνημονεύεται ως εξαναγκαστικό μέσο εκμετάλλευσης της ευάλωτης θέσης εκδιδόμενης γυναίκας, πλην η εν λόγω προανακριτική απολογία προκύπτει ότι δεν έχει αναγνωσθεί στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ούτε και στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ούτε αυτή προκύπτει έμμεσα από κάποιο άλλο αναγνωσθέν έγγραφο ή από άλλο νόμιμο αποδεικτικό μέσο, έπεται ότι παραβιάστηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η αρχή της προφορικότητας της δίκης και η άσκηση του δικαιώματος των κατηγορουμένων από το άρθρο 358 του ΚΠΔ, να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το χρησιμοποιηθέν αυτό σε βάρος τους αποδεικτικό στοιχείο και επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθίαν, οι παραπάνω συναφείς για απόλυτη ακυρότητα λόγοι αναιρέσεως των δύο αναιρεσεόντων, αυτουργού και άμεσου συνεργού, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.
Μετά ταύτα, παρελκούσας της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες αιτήσεις των δύο αναιρεσειόντων, μετά των προσθέτων λόγων του Κ. Μ. και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις διατάξεις της που αφορούν τους δύο αναιρεσείοντες, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί (εν μέρει) την 456,457,458,493/2011 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, μόνο κατά τις διατάξεις της που αφορούν τους δύο αναιρεσείοντες Κ. Μ. του Μ. και A. Z. του S. . Και
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματεμπορία, από κοινού, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα (άρθρο 259 ΠΚ). Οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγοι αναιρέσεως, για συνεκτίμηση προανακριτικής απολογίας συγκατηγορουμένης των δύο αναιρεσειόντων, που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, είναι βάσιμοι. Δέχεται τις αιτήσεις αναίρεσης των δύο αναιρεσειόντων και τον πρόσθετο λόγο. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.
|
Σωματεμπορία
|
Σωματεμπορία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 225/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Χ. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αγγελόπουλο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 53/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Φ. Χ. του Α. και 2) Μ. Χ. του Ν.. Και πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Δ. Κ. του Κ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Χατζηχρήστου και 2) Ν. Κ. του Δ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 397/12.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και δη κατά τη διάταξή της για καταδίκη του αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων, να διαταχθεί η απάλειψη από την προσβαλλόμενη απόφαση της προηγούμενης αυτής διάταξης και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 299 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με την ποινή της ισοβίας καθείρξεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης και, επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση προϋποθέτει, αντικειμενικά μεν την αφαίρεση της ζωής άλλου, με θετική ενέργεια ή ακόμη και με την παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο, και υποκειμενικά δόλο, απλό ή και ενδεχόμενο, που συνίσταται ο μεν απλός στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, της θανατώσεως, δηλαδή, του άλλου, ο δε ενδεχόμενος στην αποδοχή ως ενδεχομένου του αποτελέσματος της θανατώσεως του άλλου. Ειδικότερα, επί ενδεχόμενου δόλου, ο υπαίτιος δεν θέλει μεν ούτε επιδιώκει το εγκληματικό αποτέλεσμα, το προβλέπει, όμως, ως ενδεχόμενη συνέπεια της ενεργείας ή παραλείψεώς του και το αποδέχεται. Περαιτέρω ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 ΠΚ, ότι όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στ. β' του προηγουμένου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι απλός συνεργός σε τελεσμένη ανθρωποκτονία από πρόθεση είναι όποιος με θετική ή αποθετική του ενέργεια, με πρόθεση παρέχει στον αυτουργό πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως, την οποία ο τελευταίος τελεί, οποιαδήποτε υλική ή ψυχική συνδρομή, η οποία, χωρίς να είναι άμεση, συντελεί στην τέλεση της πράξεως από τον αυτουργό. Ο δόλος του απλού συνεργού, όπως και κάθε συμμετόχου, είναι διπλός και περιλαμβάνει και καλύπτει τόσον γνωσιακά όσον και βουλητικά αφ' ενός μεν την παροχή συνδρομής στον δράστη της κυρίας πράξεως προς τέλεση αυτής, αφ' ετέρου δε και την τέλεση της κυρίας πράξεως από τον αυτουργό. Ο δόλος του απλού συνεργού είναι δυνατόν να είναι και ο ενδεχόμενος του άρθρου 27 παρ. 1 β' του ΠΚ, εκτός εάν ο νόμος για το έγκλημα απαιτεί ειδική μορφή δόλου οπότε αυτή απαιτείται και για τον απλό συνεργό. Ο διπλός, δόλος του απλού συνεργού σε ανθρωποκτονία εκ προθέσεως περιλαμβάνει το μεν τη γνώση του για την από τον αυτουργό τέλεση ορισμένης άδικης πράξεως, που αντικειμενικά συνιστά το έγκλημα της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας της τελέσεως απ' αυτόν της άδικης πράξεως αυτής, το δε τη βούληση ή αποδοχή του να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος. Επειδή στο κακούργημα της ανθρωποκτονίας από απρομελέτητο δόλο, του άρθρου 299 παρ. 1 του ΠΚ, δεν απαιτείται ειδική μορφή δόλου, είναι δυνατή η συνδρομή ενδεχομένου δόλου στο πρόσωπο του απλού συνεργού ως προς τον ένα από τους δύο δόλους ή και ως προς αμφοτέρους. Η συνδρομή του απλού συνεργού δύναται να είναι είτε υλική είτε ψυχική. Ψυχική συνδρομή αποτελεί και η ενίσχυση και ενθάρρυνση του αυτουργού στην απόφαση που ήδη έχει λάβει να τελέσει ορισμένο έγκλημα, που μπορεί να πραγματωθεί με την παροχή σ' αυτόν, πριν από την πράξη, υποσχέσεως για βοήθεια κατά την τέλεση της πράξεως ή και συγκάλυψη αυτής και απόκρυψη των αντικειμένων της, δύναται δε να παρασχεθεί και με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξεως, με την ενίσχυση της αποφάσεως που ο αυτουργός έχει ήδη λάβει για την τέλεση της πράξεως, καθώς και η ενθάρρυνση αυτού καθ' οιονδήποτε τρόπο, όπως αυτή που γίνεται με φωνές, χειρονομίες, με την παρότρυνση για την τέλεση της πράξεως ή την παροχή υποσχέσεως για συγκάλυψη του εγκλήματος ή υποσχέσεως για την απομάκρυνση του αυτουργού από τον τόπο του εγκλήματος ή την εξάλειψη των ιχνών του. Η υλική συνδρομή συντελείται με υλικές πράξεις, όπως η μεταφορά του αυτουργού στον τόπο του εγκλήματος. Για την εξ υποκειμένου στοιχειοθέτηση της απλής συνέργειας δεν είναι ανάγκη ο απλός συνεργός να γνωρίζει τις λεπτομέρειες της πράξεως και ιδίως πότε, πού, καθώς και υπό ποίες ειδικές συνθήκες θα τελεσθεί αυτή από τον αυτουργό της πράξεως. Όσον αφορά τον απλό δόλο, όταν απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, οπότε απαιτείται αιτιολόγηση του ή όταν γίνεται δεκτός ενδεχόμενος δόλος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 53/2011 απόφασή του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θράκης, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα Κ. Χ. για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία με πρόθεση και του επέβαλε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της άνω αποφάσεως, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θράκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ιδία απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Φ. Χ. του Α.: Στα ... στις 29-8-2008 με πρόθεση σκότωσε άλλον ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και συγκεκριμένα, γνωρίζοντας και θέλοντας να σκοτώσει τον Κ. Κ., περί ώρα 00:30, αφού συνάντησε αυτόν σε καφετέρια, με το διακριτικό τίτλο "D...", έχοντας στα χέρια του μία ξύλινη δοκό, επιτέθηκε στον Κ. Κ. και χρησιμοποιώντας την ξύλινη δοκό τον κτύπησε με σφοδρότητα στο κεφάλι, με αποτέλεσμα αυτός να σωριαστεί στο πάτωμα. Το πλήγμα του κατηγορουμένου προκάλεσε στον παθόντα βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και κάταγμα κρανίου, εξαιτίας των οποίων επήλθε, ως μόνη ενεργός αιτία, ο θάνατος του στις 5-9-2008. Στην ως άνω πράξη του προέβη ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, αυτός κατά τον παραπάνω χρόνο, ενώ βρισκόταν στην άνω καφετέρια, όταν αντιλήφθηκε τον παθόντα να κάθεται με την παρέα του ..., έφυγε, πήγε στο σπίτι του, όπου συνάντησε τους συγκατηγορουμένους του και συγγενείς του Μ. Χ. και Κ. Χ., και τους δήλωσε ότι θα πάει να σκοτώσει τον Κ. Κ., πήρε ένα χοντρό ξύλινο δοκάρι, επιβιβάστηκαν όλοι μαζί στο αυτοκίνητο του δεύτερου κατηγορουμένου που το οδηγούσε ο ίδιος και κατευθύνθηκαν στην καφετέρια, όπου σε μικρή απόσταση από αυτή αποβιβάστηκε ο πρώτος κατηγορούμενος, και κρατώντας το ξύλινο δοκάρι, πήγε στον χώρο που βρισκόταν ο παθών με την παρέα του, και, αφού χτύπησε μία φορά με αυτό το τραπέζι, λέγοντας προς τον τελευταίο "τώρα να δούμε αν είσαι μάγκας", αμέσως και πριν προλάβει να αντιδράσει, τον χτύπησε με σφοδρότητα στο κεφάλι με το ξύλο, προκαλώντας σε αυτόν τις παραπάνω βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις από τις οποίες στη συνέχεια επήλθε ο θάνατος του και κατευθυνόμενος στην έξοδο του καταστήματος, όπου τον ανέμεναν οι συγκατηγορούμενοί του, επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο του δεύτερου και έφυγαν από εκεί προς άγνωστη κατεύθυνση. Ο κατηγορούμενος, κατάφερε το άνω χτύπημα με σφοδρότητα στο κεφάλι του παθόντος, με ανθρωποκτόνο πρόθεση, αφού στόχευσε το ιδιαίτερα ευαίσθητο σημείο του σώματος του, αποφάσισε δε και τέλεσε την ανθρωποκτονία σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, αφού προπαρασκεύασε αυτή μεθοδικά, έφυγε αμέσως από την καφετέρια μόλις αντιλήφθηκε τον παθόντα, πήγε στο σπίτι του, όπου, εφοδιάστηκε με την ξύλινη δοκό, ανακοίνωσε την απόφαση του στους συγκατηγορουμένους του και ζήτησε τη συνδρομή τους στην εκτέλεση της, όπως και έγινε, δεδομένου ότι αυτοί με την παρουσία τους τον ενθάρρυναν στην τέλεση της πράξης, τον μετέφεραν στον τόπο όπου έλαβε χώρα αυτή, γνωρίζοντας τον σκοπό της μετάβασής του, και την ανθρωποκτόνο πρόθεση του, και παρέμειναν εκεί παρέχοντας του ηθική υποστήριξη και διευκόλυνση στη διαφυγή του μετά την πράξη με το αυτοκίνητο, παρέχοντας έτσι σε αυτόν (απλή) συνδρομή πριν και κατά την τέλεση της εγκληματικής πράξης. ... Με τα περιστατικά αυτά, πρέπει ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της εγκληματικής πράξης της ανθρωποκτονίας από πρόθεση με άμεσο δόλο, κατά πλειοψηφία ... σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και οι δεύτερος και τρίτος της απλής συνέργειας στην παραπάνω πράξη. ...". Κατ' ακολουθίαν τούτων κήρυξε ένοχο τον πρώτο κατηγορούμενο ένοχο, του ότι: "Στα ... στις 29-8-2008, με πρόθεση σκότωσε άλλον ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και συγκεκριμένα, γνωρίζοντας και θέλοντας να σκοτώσει τον Κ. Κ., περί ώρα 00:30, αφού συνάντησε αυτόν σε καφετέρια, με το διακριτικό τίτλο "D...", έχοντας στα χέρια του μία ξύλινη δοκό, επιτέθηκε στον Κ. Κ. και χρησιμοποιώντας την ξύλινη δοκό τον κτύπησε με σφοδρότητα στο κεφάλι, με αποτέλεσμα αυτός να σωριαστεί στο πάτωμα. Το πλήγμα του κατηγορουμένου προκάλεσε στον παθόντα βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και κάταγμα κρανίου, εξαιτίας των οποίων επήλθε, ως μόνη ενεργός αιτία, ο θάνατος του στις 5-9-2008" και τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Κ. Χ. του Μ. ένοχο του ότι μετά του Μ. Χ. "με πρόθεση παρείχαν στον πρώτο κατηγορούμενο Φ. Χ. οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση και κατά την τέλεση της ανθρωποκτονίας που αυτός διέπραξε, ως αναφέρεται ανωτέρω και συγκεκριμένα συμφώνησαν να μεταφέρουν με το αυτοκίνητο του Μ. Χ. τον πρώτο κατηγορούμενο στο κατάστημα, με το διακριτικό τίτλο "D...", προκειμένου ο τελευταίος να επιτεθεί κρατώντας μία ξύλινη δοκό στον Κ. Κ., ενώ παρέμεναν στον τόπο της επίθεσης παρακολουθώντας αυτόν και παρείχαν ηθική υποστήριξη σ' αυτόν ενισχύοντας τον ψυχικά κατά την διάρκεια της επίθεσης, ενώ στη συνέχεια βοήθησαν αυτόν να διαφύγει προσωρινά μεταφέροντας τον μετά την επίθεση στον παθόντα με το ίδιο όχημα. Στην πράξη τους αυτή προέβηκαν γνωρίζοντας ότι από τις πράξεις του Φ. Χ. και τη δική τους συνδρομή ήταν ενδεχόμενο να επέλθει ο θάνατος του Κ. Κ. και αποδεχόμενοι το αποτέλεσμα αυτό και θέλοντας να συνδράμουν και να ενισχύσουν ψυχικά τον Φ. Χ. να εκτελέσει το κακούργημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση ... . Δέχεται, κατά πλειοψηφία, τον υπό του συνηγόρου των κατηγορουμένων υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ".
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατά την επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού της, την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 47 παρ. 1 και 299 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα και σε σχέση προς τις προβαλλόμενες επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, αναφέρονται στο σκεπτικό της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση και δεν χρειαζόταν αναλυτική παράθεση αυτών και μνεία του τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, ούτε η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση αυτών μεταξύ τους. Προκύπτει δε με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή. Παρατίθενται με λεπτομέρεια οι συγκεκριμένες ενέργειες του αναιρεσείοντος που συνιστούν την απλή συνέργεια στην πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση και διαλαμβάνεται ότι η συνδρομή του ζητήθηκε, από τον έχοντα λάβει την απόφαση αυτουργό, παρασχέθηκε δε σ' αυτόν εν γνώσει της προθέσεώς του να τελέσει την πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση και με τη δική του βούληση να συμμετάσχει στην επίτευξη του αποτελέσματος. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι υπάρχει ασάφεια και αντίφαση, ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου που αποδίδεται στον ίδιο μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης και ειδικότερα ότι στο μεν διατακτικό δέχεται στο πρόσωπό του ενδεχόμενο δόλο, ως προς την τέλεση της ανθρωποκτονίας από τον αυτουργό, ενώ στο αιτιολογικό γίνεται δεκτό ότι συνέτρεχε, στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, ο απλός δόλος του απλού συνεργού και ότι, έτσι, στερείται η απόφαση νομίμου βάσεως είναι αβάσιμη. Το δικαστήριο δέχθηκε, ότι ο ίδιος ο αναιρεσείων, όπως και ο έτερος καταδικασθείς ως απλούς συνεργός, Μ. Χ. ενήργησαν με τον διπλό δόλο του απλού συνεργού. Κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ο ίδιος ο αυτουργός επισκέφθηκε τον αναιρεσείοντα και του ανακοίνωσε όπως και στον έτερο κατηγορούμενο συνεργό την απόφασή του να θανατώσει τον Κ. Κ. και το σχέδιο του να μεταβεί εκεί όπου βρισκόταν ο Κ. Κ. και να τον θανατώσει. Ο αναιρεσείων απεφάσισε και συμμετέσχε με τη δική του βούληση και επιδίωξη στην επίτευξη του αποτελέσματος της θανατώσεως του προσώπου αυτού. Δηλωτικές δε του δόλου του είναι και οι επακολουθήσασες, για την επίτευξη του αποτελέσματος, ενέργειές του, που εκτίθενται στην απόφαση και περιελάμβαναν την επιβίβαση και του αναιρεσείοντος στο αυτοκίνητο και τη μεταφορά, με το ιδιόκτητο του αυτοκίνητο του Μ. Χ. στον τόπο του εγκλήματος, τόσον του εξοπλισμένου με το φονικό όργανο, με το οποίο ήδη είχε εφοδιαστεί, αυτουργού, όσον και του συγκατηγορουμένου του Μ. Χ., την παρουσία τους στον τόπο αυτό, στον οποίο και ανέμεναν, έχοντας στη διάθεση του αυτουργού, διαρκώς, το αυτοκίνητο, για απομάκρυνση του και διαφυγή μετά την τέλεση της πράξεως, και την υλοποίηση την σχετικής υποσχέσεώς τους προς τον ίδιο αυτουργό, αμέσως μετά την τέλεση. Όλες οι παραδοχές αυτές δεν προσήκουν σε αναγνώριση ενδεχομένου δόλου. Στο διατακτικό, με την άνω διατύπωση, αποτυπώνεται η έλλειψη πλήρους βεβαιότητας του αναιρεσείοντος, ως προς το εάν ο φυσικός αυτουργός θα επετύγχανε τη θανάτωση του παθόντα, αποτέλεσμα, όμως που και ο ίδιος, ο αναιρεσείων, ήθελε και επεδίωκε, χωρίς όμως, από αυτήν την έλλειψη βεβαιότητας για την επίτευξη του αποτελέσματος, δηλαδή από την κατά τούτο συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος ενδεχομένου δόλου του ως προς την πράξη του αυτουργού, σύμφωνα με όσα αμέσως προηγουμένως διαλαμβάνονται, να δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση ως προς το είδος του δόλου που έγινε δεκτός. Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί και ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως.
Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η αιτίαση ότι από τα αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται ούτε η γνώση του περί του δόλου ανθρωποκτονίας του αυτουργού ούτε η παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι ο αναιρεσείων συμφώνησε με τον Μ. Χ. να μεταφέρουν με το αυτοκίνητο του Μ. Χ. τον πρώτο κατηγορούμενο στο κατάστημα, με το διακριτικό τίτλο "D...", προκειμένου ο τελευταίος να επιτεθεί κρατώντας μία ξύλινη δοκό στον Κ. Κ., ενώ παρέμενε στον τόπο της επίθεσης παρακολουθώντας αυτόν και παρείχαν ηθική υποστήριξη σ' αυτόν ενισχύοντας τον ψυχικά κατά την διάρκεια της επίθεσης, ενώ στη συνέχεια βοήθησαν αυτόν να διαφύγει προσωρινά μεταφέροντας τον μετά την επίθεση στον παθόντα με το ίδιο όχημα, είναι επίσης απορριπτέες, καθόσον με αυτές, υπό την επίφαση ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, ανεξαρτήτως του ότι στερείται εννόμου επιρροής και αναφέρθηκε άνευ ανάγκης η παραδοχή ότι τον βοήθησε να διαφύγει προσωρινά μεταφέροντας τον μετά την επίθεση. Περαιτέρω η συνδρομή του απλού συνεργού δεν συνιστά όρο της αιτιώδους προκλήσεως του εγκληματικού αποτελέσματος, όπως επί της συνδρομής του αμέσου συνεργού και δεν επηρεάζεται ούτε αναιρείται η συμμετοχική αυτή μορφή δράσεως, από το ότι ο αυτουργός είχε ήδη λάβει την απόφαση να τελέσει το έγκλημα. Απορριπτέα, συνεπώς, είναι και η μερικότερη, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος στον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ότι εσφαλμένως η αναιρεσιβαλλομένη, ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 47 παρ. 1 και 299 παρ. 1 ΠΚ, αποδεχόμενο στοιχειοθέτηση απλής συνεργείας με τη μορφή ψυχικής συνδρομής στην πράξη του αυτουργού, που όμως είχε ήδη αποφασίσει να τελέσει την πράξη της ανθρωποκτονίας, θεμελιώνοντας αυτή στην παρουσία του στο τόπο του εγκλήματος, χωρίς να βεβαιώνεται συγχρόνως ότι αυτή ήταν ενεργός.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 εδ. 1 του ΚΠοινΔ, στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο, εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση, η ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ένορκη κατά την προδικασία κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη και, επίσης, όταν ληφθεί υπόψη τέτοια κατάθεση παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου και χωρίς να βεβαιώσει το δικαστήριο την αδυναμία εμφανίσεώς του, γιατί έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. δ' της Ε.Σ.Δ.Α. και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997), να εξετάζει και να ελέγχει τους μάρτυρες. Δεν δημιουργείται, όμως, καμία ακυρότητα, όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση, αναγνώσει και λάβει υπόψη του ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατά την προδικασία, ακόμη και χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφανίσεώς του, εφόσον ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του δεν εναντιώθηκαν σχετικά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως για την ενοχή του αναιρεσείοντος είναι και οι ενώπιον του ανακριτή Ορεστιάδας εκθέσεις ένορκης εξετάσεως των μαρτύρων Χ. Μ. και Π. Σ., χωρίς, όμως ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του να εναντιωθούν στην ανάγνωση αυτών. Επομένως, από την ανάγνωση των καταθέσεων των ανωτέρω, χωρίς να βεβαιωθεί το ανέφικτο της εμφανίσεως αυτών στο ακροατήριο, δεν προκλήθηκε καμιά ακυρότητα και ο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Γ' ΚΠοινΔ, σχετικός λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 εδάφ. γ' του ΑΚ, η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, μπορεί να ασκηθεί από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Το δικαστήριο ερευνά και αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 87 ΚΠοινΔ, τα στοιχεία νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος και την κατά τρόπο νομότυπο γενομένη εκ μέρους του δήλωση και άσκηση της πολιτικής αγωγής, κατά τα άρθρα 83 και 84 του ΚΠοινΔ. Στο εφετείο, κατά το άρθρο 502 παρ. 1 εδ. τελ. του ΚΠοινΔ, η πολιτική αγωγή ερευνάται αυτεπαγγέλτως και επιδικάζεται ποσό, αν είχε επιδικασθεί στον πρώτο βαθμό και αν ακόμα απουσιάζει ο πολιτικώς ενάγων ή και όταν εμφανίζεται ως μάρτυρας, χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο, ανεξαρτήτως αν επαναλαμβάνει ή όχι τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, εκτός εάν δηλώσει ότι παραιτείται απ' αυτήν.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων επικαλείται ως λόγο αναιρέσεως την υπέρβαση εξουσίας, διότι, στους παραστάντες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως πολιτικώς ενάγοντες Δ. Κ. και Ν. Κ. ενώ δεν παραστάθηκαν ως πολιτικώς ενάγοντες και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, τους επιδικάστηκε ως χρηματική ικανοποίηση το ποσόν 44 ευρώ, όσο και στον πρώτο βαθμό. Από τα πρακτικά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 30, 31, 32, 33/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Ροδόπης και της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι οι Δ. Κ. και Ν. Κ. παρέστησαν νομοτύπως στον πρώτο βαθμό ως πολιτικώς ενάγοντες μετά συνηγόρου και τους επιδικάστηκε νόμιμα, κατ' άρθρο 932 του ΑΚ, το ποσό των 44 ευρώ στον καθένα ως χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από την πράξη της ανθρωποκτονίας, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, στη δε δίκη ενώπιον του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου οι ίδιοι πολιτικώς ενάγοντες, δεν δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής, ούτε τους εκπροσώπησε κάποιος δικηγόρος και στο τέλος, μετά την καταδίκη του κατηγορουμένου, επιδικάσθηκε στους ιδίους πολιτικώς ενάγοντες ως χρηματική ικανοποίηση το ίδιο αιτηθέν και επιδικασθέν και πρωτοδίκως ποσό. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, αφού δεν προκύπτει από τα πρακτικά παραίτηση των πολιτικώς εναγόντων από την πολιτική αγωγή, παραδεκτά και σύννομα ερευνήθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η παραπάνω παραδεκτά ασκηθείσα στον πρώτο βαθμό πολιτική αγωγή και νόμιμα επιδικάστηκε το άνω ποσόν, παρά τη μη δήλωση σε αυτό εκ νέου παραστάσεως πολιτικής αγωγής και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση, παρά τη μη παράσταση πολιτικής αγωγής σε αυτό, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με λόγο αναιρέσεως παραπονείται ο αναιρεσείων ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση επιδίκασε παρανόμως, δικαστική δαπάνη σε βάρος του αναιρεσείοντος και υπέρ εκάστου των πολιτικώς εναγόντων, εκ χιλίων διακοσίων πενήντα (1250) ευρώ. Η επιδίκαση στους πολιτικώς ενάγοντες, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, εκτός από τη χρηματική ικανοποίηση που είχαν ζητήσει και δικαστικής δαπάνης την οποία δεν είχαν ζητήσει, συνιστά επιδίκαση μη αιτηθέντος και ιδρύεται εκ τούτου ο σχετικός, από το άρθρο 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 510 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, για επιδίκαση μη αιτηθέντος και επομένως είναι ουσιαστικά βάσιμος, ο από τα άρθρα 510 παρ. 2 του ΚΠΔ και 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, συναφής λόγος αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση μόνο κατά την διάταξή της αυτή και να απαλειφθεί η σχετική διάταξη, αφού δεν συντρέχει λόγος να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για νέα συζήτηση (άρθρο 519 ΚΠΔ). Κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 53/2011 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης και δη κατά τη διάταξη της για καταδίκη του αναιρεσείοντος στην δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων.
Διατάσσει την απάλειψη από την υπ' αριθ. 53/2011 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης της διατάξεώς της που επιβάλλει δικαστική δαπάνη σε βάρος του αναιρεσείοντος και υπέρ εκάστου των πολιτικώς εναγόντων, εκ χιλίων διακοσίων πενήντα (1.250) ευρώ και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναιρέσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Φεβρουαρίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ο δόλος του απλού συνεργού, όπως και κάθε συμμέτοχου, είναι διπλός και περιλαμβάνει και καλύπτει τόσον γνωσιακά όσον και βουλητικά αφ' ενός μεν την παροχή συνδρομής στον δράστη της κυρίας πράξεως προς τέλεση αυτής, αφ' ετέρου δε και την τέλεση της κυρίας πράξεως από τον αυτουργό. Ο δόλος του απλού συνεργού είναι δυνατόν να είναι και ο ενδεχόμενος του άρθρου 27 παρ. 1 β' του ΠΚ, εκτός εάν ο νόμος για το έγκλημα απαιτεί ειδική μορφή δόλου οπότε αυτή απαιτείται αυτή και για τον απλό συνεργό. Ο, διπλός, δόλος του απλού συνεργού σε ανθρωποκτονία εκ προθέσεως περιλαμβάνει το μεν τη γνώση του για την από τον αυτουργό τέλεση ορισμένης άδικης πράξεως, που αντικειμενικά συνιστά το έγκλημα της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της τελέσεως απ' αυτόν της άδικης πράξεως αυτής, το δε τη βούληση ή αποδοχή του να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος. Επειδή στο κακούργημα της ανθρωποκτονίας από απρομελέτητο δόλο, του άρθρου 299 παρ. 1 του ΠΚ, δεν απαιτείται ειδική μορφή δόλου, είναι δυνατή η συνδρομή ενδεχομένου δόλου στο πρόσωπο του απλού συνεργού ως προς τον ένα από τους δύο δόλους ή και ως προς αμφοτέρους.
|
Δόλος
|
Δόλος.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 212/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Π. του Η., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γλύκα, περί αναιρέσεως της με αριθμό 1170/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες: 1) Α. Τ., 2) Α. Ζ., 3) Δ. Τ., κατοίκους ..., 4) Ι. Α., κάτοικο ... και 5) Σ. Τ., κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαρτίου 2012 αίτησή του και στους από 23 Νοεμβρίου και 5 Ιουνίου 2012 προσθέτους λόγους, που περιλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 667/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι, όσον αφορά τον τρίτο λόγο αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 30-3-2012 (υπ' αριθμό 29/2012) αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση, ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, στρεφομένη κατά της υπ' αριθμό 1170/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατόπιν αναιρέσεως της υπ' αριθμό 227/2010, αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την υπ' αριθμό 736/2011, απόφαση του Αρείου Πάγου, είναι παραδεκτή (άρθρα 474 παρ. 1 και 2, Κ.Π.Δ.) και γι' αυτό η αίτηση αυτή, καθώς και οι επ' αυτής, με χρονολογία 5-6-2012 και 23-11-2012, πρόσθετοι λόγοι, που επίσης ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 509 παρ.2 Κ.Π.Δ.), πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης της απόφασης, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση, την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλει ο νόμος. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 524 παρ. 2 ΚΠΔ συνάγεται, ότι αν η νέα εκδίκαση της υπόθεσης διατάχθηκε ύστερα από αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε μόνον από τον καταδικασθέντα ή προς όφελός του, ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, η νέα συζήτηση διεξάγεται, εξαρχής μεν, αν αναιρέθηκε η απόφαση εξ ολοκλήρου, κατά το μέρος δε που αναιρέθηκε, όταν η αναίρεση υπήρξε μερική, διότι, στην δεύτερη περίπτωση, κατά τα λοιπά μέρη της αναιρεθείσας απόφασης, για τα οποία δεν προβλήθηκαν λόγοι αναίρεσης ή οι τυχόν προβληθέντες απορρίφθηκαν από την αναιρετική απόφαση, ή προσβληθείσα απόφαση κατέστη αμετάκλητη (άρθρο 546 ΚΠΔ), οπότε και δεν επιτρέπεται νέα συζήτηση επί των μερών τούτων, γι' αυτό και όταν προτείνονται λόγοι αναίρεσης, κατά των τοιούτων μερών, τυγχάνουν, κατ' άρθρο 57 ΚΠΔ, απαράδεκτοι, αφού προσκρούουν στο γεννηθέν δεδικασμένο περί αυτών, υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι τα εν λόγω κεφάλαια είναι αυτοτελή και η υπόστασή τους δεν εξαρτάται από το αναιρεθέν μέρος. Ειδικότερα, αν αναιρεθεί καταδικαστική απόφαση, μόνο ως προς τη συνδρομή κάποιας ελαφρυντικής περίστασης, στο πρόσωπο του κατηγορουμένου που έχει καταδικαστεί για ορισμένη αξιόποινη πράξη, συνακόλουθα δε και ως προς την ποινή γι' αυτή, έχει κριθεί πλέον η ενοχή ως προς την τέλεση της πράξεως αυτής. Το δικαστήριο της ουσίας στο οποίο παραπέμπεται κατά το άρθρο 519 ΚΠΔ, η υπόθεση, περιορίζεται στην εξέταση μόνο της συνδρομής της ελαφρυντικής αυτής περίστασης και δεν έχει εξουσία να ερευνήσει εκ νέου την ενοχή του κατηγορουμένου, ως προς τα εγκλήματα που είχε καταδικαστεί με την προηγούμενη απόφασή του, για τα οποία η κρίση περί ενοχής έχει καταστεί αμετάκλητη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 463 ΚΠΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Σε κάθε όμως περίπτωση, είναι απαραίτητο ο δικαιούμενος να έχει συμφέρον για την άσκηση του ένδικου μέσου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την άσκηση οιουδήποτε ενδίκου μέσου επιβάλλεται η έρευνα ύπαρξης εννόμου συμφέροντος, υπό την έννοια της παροχής εννόμου προστασίας στη συγκεκριμένη περίπτωση και της δυνατότητας επωφελούς αποτελέσματος σε περίπτωση αποδοχής του ενδίκου μέσου. Εναπόκειται δε, το επιλαμβανόμενο δικαστήριο, να κρίνει την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, με βάση τα προβαλλόμενα από τον ασκήσαντα το ένδικο μέσο. Η ανυπαρξία εννόμου συμφέροντος καθιστά το ένδικο μέσον απαράδεκτο και απορρίπτεται, κατ' άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, ο αναιρεσείων με την υπ' αριθ. 227/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για τις πράξεις της, από κοινού απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος ή συνολική ζημία μεγαλύτερη των 150.000 Ευρώ και επιβλήθηκε σ' αυτόν, ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών. Κατά της παραπάνω απόφασης, αυτός άσκησε την, από 3-2-2010 αίτηση αναίρεσης, ως και τους από 21-4-2010, 22-9-2010 και 17-2-2011, πρόσθετους λόγους του. Επί της προαναφερομένης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 736/2011 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού (ΣΤ' Τμήματος), με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η προαναφερθείσα υπ' αριθ. 227/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και ειδικότερα, μόνο ως προς το μέρος κατά το οποίο απορρίφθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντα - αναιρεσείοντα περί αναγνώρισης σ' αυτόν της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α ΠΚ), καθώς, και κατά την περί της ποινής διάταξή της και παρέπεμψε την υπόθεση, κατά τα ως άνω μέρη της, προς νέα κρίση, στο ίδιο δικαστήριο που την είχε δικάσει προηγουμένως, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Επομένως, μετά την ως άνω πορεία της υπόθεσης, η ενοχή του εκκαλούντα- αναιρεσείοντα, είχε κριθεί αμετάκλητα, σύμφωνα με όσα, στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, αναφέρθηκαν. Ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που εισήχθη εκ νέου προς εκδίκαση η υπόθεση, μετά την παραπομπή της σ' αυτό, με την προαναφερθείσα υπ' αριθ. 736/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, οι συνήγοροι υπεράσπισης του αναιρεσείοντος, υπέβαλαν αίτημα προς εξέταση μαρτύρων. Ειδικότερα το περιεχόμενο του αιτήματος έχει επί λέξει ως ακολούθως: "Οι συνήγοροι υπεράσπισης, αφού έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο διαδοχικά, πρόβαλαν αντιρρήσεις κατά της παράστασης της πολιτικής αγωγής, και ζήτησαν την αποβολή της. Ζήτησαν ακόμη την εξέταση μαρτύρων". Το παραπάνω δικάσαν δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 1170/2012 απόφασή του, με παρεμπίπτουσα απόφαση, απέρριψε, μετά την ανάλυση του νομικού μέρους της υπόθεσης, το παραπάνω αίτημα εξέτασης μαρτύρων, με την παρακάτω αιτιολογία. "... Ακόμη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο και το αίτημα εξέτασης μαρτύρων, καθόσον το δικαστήριο μπορεί να σχηματίσει επαρκώς κρίση για τη χορήγηση ή μη του ελαφρυντικού της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ, από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που περιλαμβάνονται στα πρακτικά της εκκαλουμένης απόφασης και από τα έγγραφα που σε αυτή αναφέρονται". Σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί, το δικάσαν κατά τα άνω, Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε εκ νέου την υπόθεση, δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε νέα εξέταση μαρτύρων για τη χορήγηση ή μη του ελαφρυντικού, αφού το θέμα αυτό κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που έχει δεχθεί το δικαστήριο αμετακλήτως για την ενοχή του κατηγορουμένου, κατά τα εκτεθέντα στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, με το να απορρίψει δε το δικαστήριο το αίτημα αυτό, της εξέτασης των μαρτύρων, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Πέραν των ανωτέρω, το εν λόγω αίτημα υποβλήθηκε όλως αορίστως, αφού δεν εξειδικεύεται επί ποίου θέματος θα εξετάζονταν οι μάρτυρες, ποιοι είναι αυτοί κ.λ.π. και συνεπώς, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε αόριστο αίτημα, ως εκ περισσού δε, διέλαβε αιτιολογία στην παραπάνω απόφασή του, και απέρριψε αυτό. Ανεξάρτητα από όλα τα παραπάνω, το δικαστήριο, καίτοι απέρριψε το αίτημα εξέτασης των ως άνω μαρτύρων, χορήγησε τελικά στον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα, το αιτηθέν ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ, και συνεπώς δεν υφίσταται έννομο συμφέρον αυτού, προς προβολή του παραπάνω λόγου αναίρεσης, κατά το σκέλος αυτό. Επομένως, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από την απόρριψη του ως άνω αιτήματος, και οι από το άρθρο 510 παρ.1 Α, λόγοι αναιρέσεως, 1β, κατά το πρώτο σκέλος του, του κυρίως δικογράφου, α' του από 5-6-2012, δικογράφου των προσθέτων λόγων και χωρίς αριθμό του από 23-11-2012, δικογράφου επίσης των προσθέτων λόγων, που πλήττουν την προσβαλλομένη, περί χορήγησης ελαφρυντικού απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα, λόγω απόρριψης του παραπάνω αιτήματος περί εξέτασης μαρτύρων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, κατά το σκέλος αυτό. Κατά την παρ. 4 του άρθρου 79 ΠΚ "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη: α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεσθεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από όσα αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατά παραπομπή Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, έλαβε υπόψη του τα αναγνωσθέντα έγγραφα και ειδικότερα την 227/2010 απόφαση του ίδιου Εφετείου, κατά το μέρος που δεν αναιρέθηκε, που εκδόθηκε επί της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος, την εκκαλουμένη 350/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, καθώς και την 736/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η ως άνω Εφετειακή απόφαση (227/2010) και ακολούθως, προέβη στην επιμέτρηση της προαναφερθείσας στερητικής της ελευθερίας ποινής που έπρεπε να επιβληθεί στον ήδη αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη που αναφέρθηκε. Αναφέρονται, δε στην ληφθείσα υπόψη 227/2010, αμετάκλητη, ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τα στοιχεία που θεμελιώνουν αντικειμενικώς και υποκειμενικώς την τέλεση από μέρους του κατηγορουμένου, της πράξεως της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, της οποίας το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 Ευρώ, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, ( μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία έγινε δεκτό, ότι αποδεικνύονται και από τα οποία προκύπτουν και η βαρύτητα του εγκλήματος αυτού και η προσωπικότητά του, ενώ γίνεται μνεία και των κριτηρίων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ., που χρησιμοποιήθηκαν για την επιμέτρηση της ποινής για την αξιόποινη πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος και ως προς την οποία δεν αναιρέθηκε η ανωτέρω εφετειακή απόφαση. Επιπλέον, αιτιολογία και αναφορά αποδείξεων και περιστατικών δεν χρειαζόταν, αφού αυτά προκύπτουν από την περί ενοχής απόφαση και επομένως, δεν ήταν αναγκαίο να παρατεθούν στην προσβαλλόμενη απόφαση, εκ νέου, τα περιστατικά που προέκυπταν από τη λήψη υπόψη και την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην απόφαση με την οποία κηρύχθηκε ένοχος, ο ήδη αναιρεσείων, για την πράξη που προαναφέρθηκε, προκειμένου να προβεί αυτό στην επιμέτρηση της ποινής, ούτε ήταν αναγκαίο να αιτιολογηθεί περαιτέρω η επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στον ήδη αναιρεσείοντα για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη. Εξάλλου, από την ανάγνωση ειδικώς, της υπ' αριθ. 227/2010, απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου, κατά το μέρος που δεν αναιρέθηκε, και της εκκαλουμένης υπ' αριθ. 350/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, είναι αυτονόητο και δεδομένο, ότι αναγνώστηκαν και τα πρακτικά τους και συνεκτιμήθηκαν όσα διαλαμβάνονται σε αυτά, καθώς και όλων των άλλων αποφάσεων που φέρονται ως αναγνωσθείσες, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, με το σχετικό σκέλος του γ' λόγου των από 5-6-2012 πρόσθετων λόγων, και με σχετικό, χωρίς αριθμό λόγο, των από 23-11-2012, πρόσθετων λόγων, περί μη ανάγνωσης των πρακτικών των αποφάσεων που αναγνώσθηκαν. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ, σχετικοί περί του αντιθέτου, 3ος λόγος του κυρίως δικογράφου της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, γ' του από 5-6-2012, δικογράφου των προσθέτων λόγων και ο χωρίς αριθμό λόγος, των από 23-11-2012, πρόσθετων λόγων, που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την παρεμπίπτουσα απόφαση της επιμέτρηση της ποινής, καθώς και μη ανάγνωσης των πρακτικών των αποφάσεων που αναγνώστηκαν, είναι επίσης αβάσιμοι και απορριπτέοι. Συνακόλουθα, αφού δεν χρειαζόταν από το δικαστήριο της παραπομπής, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, επί πλέον αιτιολογία και αναφορά περιστατικών για την ως άνω απόφαση, περί επιμέτρησης της ποινής, αλυσιτελώς προτάθηκε από πλευράς υπεράσπισης του κατηγορουμένου, το αίτημα για εξέταση μαρτύρων και ως προς την απόφαση περί επιμέτρησης της ποινής, το δε δικαστήριο με το να απορρίψει αυτό, δεν υπερέβη την εξουσία του και δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας εκ του λόγου αυτού. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, το εν λόγω αίτημα υποβλήθηκε όλως αορίστως, όπως ήδη προαναφέρθηκε, αφού δεν εξειδικεύεται επί ποίου θέματος θα εξεταζόταν οι μάρτυρες, ποιοι είναι αυτοί κ.λ.π. και συνεπώς, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε αόριστο αίτημα, ως εκ περισσού δε, διέλαβε αιτιολογία στην παραπάνω απόφασή του, και απέρριψε αυτό. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί, ότι τα δικαστήριο ουσίας, κατά πάγια τακτική, κατά την εκδίκαση των υποθέσεων, κατά το στάδιο έρευνας της συνδρομής ή μη ελαφρυντικής περίστασης στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και επιμέτρησης της ποινής, που ακολουθούν το στάδιο της περί ενοχής κύριας απόφασης, δεν προβαίνουν σε εξέταση νέων μαρτύρων, ως προς τα θέματα αυτά, αλλά αρκούνται στην εκτίμηση των αποδείξεων που προκύπτουν από την περί ενοχής απόφασή τους, καθώς και στην ανάγνωση του ποινικού μητρώου καθόσον αφορά τη συνδρομή ή μη ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ.
Συνεπώς, παραδοχή του παραπάνω αιτήματος, προς εξέταση μαρτύρων, στην προκειμένη μετ' αναίρεση δίκη, για την έρευνα από το δικαστήριο της συνδρομής ή μη ελαφρυντικής περίστασης στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και για την επιμέτρηση της ποινής, δε δικαιολογείτο, και ορθά, και εξ αυτού του λόγου, απορρίφθηκε το αίτημα αυτό, από το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Η' Κ.Π.Δ. λόγοι αναιρέσεως, 1β, κατά το δεύτερο σκέλος του και 2, του κυρίως δικογράφου, α' του από 5-6-2012 δικογράφου των προσθέτων λόγων και χωρίς αριθμό, του από 23-11-2012, δικογράφου επίσης των προσθέτων λόγων, που πλήττουν την προσβαλλόμενη, περί επιμέτρησης της ποινής, απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα και υπέρβαση εξουσίας, λόγω απόρριψης του παραπάνω αιτήματος περί εξέτασης μαρτύρων, είναι επίσης, αβάσιμοι και απορριπτέοι και κατά το σκέλος αυτό.
Όπως προαναφέρθηκε, αν αναιρεθεί καταδικαστική απόφαση, μόνο ως προς τη συνδρομή κάποιας ελαφρυντικής περίστασης, στο πρόσωπο του κατηγορουμένου που έχει καταδικαστεί για ορισμένη αξιόποινη πράξη, συνακόλουθα δε και ως προς την ποινή γι' αυτή, έχει κριθεί πλέον η ενοχή ως προς την τέλεση της πράξεως αυτής. Το δικαστήριο της ουσίας στο οποίο παραπέμπεται κατά το άρθρο 519 ΚΠΔ, η υπόθεση, περιορίζεται στην εξέταση μόνο της συνδρομής της ελαφρυντικής αυτής περίστασης και δεν έχει εξουσία να ερευνήσει εκ νέου την ενοχή του κατηγορουμένου, ως προς τα εγκλήματα που είχε καταδικαστεί με την προηγούμενη απόφασή του, για τα οποία η κρίση περί ενοχής έχει καταστεί αμετάκλητη, οπότε και δεν επιτρέπεται νέα συζήτηση επί των μερών τούτων, διό και όταν προτείνονται λόγοι αναίρεσης κατά των τοιούτων μερών τυγχάνουν, κατ' άρθρο 57 ΚΠΔ, απαράδεκτοι, αφού προσκρούουν στο γεννηθέν δεδικασμένο περί αυτών, υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι τα εν λόγω κεφάλαια είναι αυτοτελή και η υπόστασή τους δεν εξαρτάται από το αναιρεθέν μέρος.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι τα έγγραφα με αύξοντα αριθμό 17, 18, 25, 45 έως 64, 99, 107, 112, 122, 130, 134, 149, 150, 157 και 168, που αναγνώστηκαν στο εκδόν την αναιρεθείσα υπ' αριθ. 227/2010 απόφαση, Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, τα οποία έγγραφα τα έλαβε υπόψη, κατά τον αναιρεσείοντα, και το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, δεν προσδιορίζονται κατά τα στοιχεία της ταυτότητάς τους και συνεπώς επήλθε απόλυτη ακυρότητα, γιατί δεν μπόρεσε να εκθέσει τις απόψεις του επί του περιεχομένου τους, κατά το άρθρο 358 Κ.Π.Δ. Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα, γιατί η αναιρετική απόφαση υπ 'αριθ. 736/2011 έκρινε επί του προβληθέντος και τότε ομοίου κατά περιεχόμενο λόγου αναίρεσης, τον οποίο απέρριψε ως αβάσιμο, δεχθέν ότι ο προσδιορισμός στα πρακτικά των εγγράφων αυτών, δε δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, ενόψει μάλιστα του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστη γνωστό το περιεχόμενό τους στον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα, ο οποίος είχε έτσι τη δυνατότητα να υποβάλει τις επ' αυτών παρατηρήσεις και απόψεις του, και συνεπώς η προβολή του εκ νέου, είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχεία Α', ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, 1β, κατά το τρίτο σκέλος του, του κυρίως δικογράφου, που πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι τα παραπάνω έγγραφα δεν προσδιορίζονται κατά τα στοιχεία της ταυτότητάς τους, είναι απορριπτέος και κατά το σκέλος αυτό.
Επειδή, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, όταν η καταδικαστική απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου αναιρεθεί μερικώς και μόνον κατά την περί ποινής διάταξή της, τούτο, αν επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης υπέρ του παραστάντος και μη αποβληθέντος πολιτικώς ενάγοντος, δε μπορεί να επανέλθει εκ νέου επί του τοιούτου κεφαλαίου, το οποίο κατέστη αμετάκλητο, αν δε, παρά ταύτα, πράξει αυτό, τότε υπερβαίνει θετικά την εξουσία του και ιδρύεται, έτσι, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Η' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, με την 227/2010 καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, αναιρέθηκε μερικώς και μόνον κατά τις διατάξεις της που αναφέρονται στην απόρριψη της, ως άνω ελαφρυντικής περίστασης και στη επιβολή της ποινής, επιδικάσθηκε υπέρ των παραστάντων και μη αποβληθέντων, ως πολιτικώς εναγόντων, το ποσό των 45 ευρώ, σε καθένα, για χρηματική του ικανοποίηση, συνεπεία ηθικής βλάβης. Κατόπιν αυτών, εφόσον το κεφάλαιο τούτο κατέστη αμετάκλητο και το ανωτέρω ουσιαστικό Δικαστήριο δε μπορούσε να επανέλθει εκ νέου επ' αυτού, το Δικαστήριο, με την πληττόμενη απόφασή του, ορθά και με πλήρη αιτιολογία δέχθηκε ότι δεν είναι νόμιμο και απέρριψε το αίτημα επιδίκασης και πάλιν της ως άνω χρηματικής ικανοποίησης, υπέρ των πολιτικώς εναγόντων, αφού το κεφάλαιο αυτό, είχε γίνει ήδη, αμετάκλητα δεκτό. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί, ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ο σχετικός και από το άρθρο 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ 6ος κύριος, αναιρετικός λόγος, κατά τον οποίο επήλθε απόλυτη ακυρότητα, από τη μη νόμιμη παράσταση των πολιτικώς εναγόντων στο παραπάνω δικαστήριο της παραπομπής και ο β' λόγος του από 5-6-2012 δικογράφου των προσθέτων λόγων, κατά το σκέλος του αυτό. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα, που περιέχεται στο σχετικό β' λόγο, των από 5-6-2012 πρόσθετων λόγων, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και εκ του λόγου ότι δε διατάχθηκε η αποβολή της συνηγόρου των πολιτικώς εναγόντων από την αίθουσα του δικαστηρίου, είναι αβάσιμη για τους παρακάτω λόγους. Ναι μεν το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, δε διέταξε την αποβολή των πολιτικώς εναγόντων από την αίθουσα του δικαστηρίου, μετά την απόρριψη, με παρεμπίπτουσα απόφαση, του παραπάνω αιτήματος, επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών του, δέχθηκε, ότι οι παραπάνω πολιτικώς ενάγοντες "δεν έχουν λόγο ως προς τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης και ως προς την επιμέτρηση της ποινής", η έρευνα των οποίων θα επακολουθούσε της παραπάνω παρεμπίπτουσας απόφασης. Πράγματι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών του παραπάνω δικαστηρίου, σε κανένα από τα στάδια της διαδικασίας που επακολούθησαν, ήτοι ανάπτυξη αυτοτελών ισχυρισμών από πλευράς υπεράσπισης του κατηγορουμένου, παροχή διευκρινίσεων σχετικά με τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αγόρευση σχετικά με το θέμα αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α, και επί της ποινής, δε δόθηκε από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου ο λόγος στη συνήγορο των πολιτικώς εναγόντων, παρά μόνο στον Εισαγγελέα και στους συνηγόρους του κατηγορουμένου. (βλ. σελίδες 5 σε συνδυασμό με 9, 10 και 12 προσβαλλομένης απόφασης).
Συνεπώς, καμία έννομη επιρροή δεν άσκησε στη διαδικασία τόσο κατά το στάδιο της αναγνώρισης του ελαφρυντικού, όσο και κατά το στάδιο επιμέτρησης της ποινής και γενικότερα στα συμφέροντα του κατηγορουμένου, η μη αποβολή της συνηγόρου των πολιτικώς εναγόντων από την αίθουσα του ακροατηρίου. Επομένως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος ο σχετικός και από το άρθρο 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ β' λόγος, των από 5-6-2012 πρόσθετων λόγων και κατά το σκέλος αυτό, κατά το οποίο επήλθε απόλυτη ακυρότητα, από τη μη αποβολή της συνηγόρου της πολιτικής αγωγής από την αίθουσα του ακροατηρίου, στο παραπάνω δικαστήριο της παραπομπής. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1, 138 παρ. 2 και 3, 171 παρ. 1 στοιχ. β', 369 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, επιφέρει και η έκδοση αποφάσεως, χωρίς προηγούμενη πρόταση του Εισαγγελέως επί της ενοχής και της ποινής, καθώς και επί των αυτοτελών ισχυρισμών και αιτημάτων του κατηγορουμένου, που προβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της εκκαλούμενης αποφάσεως, προκύπτει, ότι ο Πρόεδρος, έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα να προτείνει ως προς την ποινή, ο οποίος και πρότεινε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών (βλ. σελ. 12 πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης). Επομένως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος και, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ, 1α κύριος, αναιρετικός λόγος, κατά τον οποίο επήλθε απόλυτη ακυρότητα, από τη μη δόση του λόγου στον Εισαγγελέα για να προτείνει επί της ποινής. Κατά τη διάταξη του άρθρου 52 παρ.3 Π.Κ. η διάρκεια της πρόσκαιρης κάθειρξης δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη ούτε είναι μικρότερη από πέντε έτη, και κατά τη διάταξη του άρθρου 53 Π.Κ. η διάρκεια της φυλάκισης δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη, ούτε είναι μικρότερη από δέκα ημέρες ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα, όπου στο γενικό μέρος προβλέπεται ποινή ελαττωμένη, χωρίς κανένα άλλο προσδιορισμό, η ποινή που πρέπει να επιβληθεί επιμετρείται ως εξής: α)... β)... γ) αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα ετών επιβάλλεται κάθειρξη έως έξι ετών ή φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι στην περίπτωση που η επιβλητέα ποινή είναι κάθειρξη μέχρι δέκα έτη, και αναγνωριστούν ένα ή και περισσότερα ελαφρυντικά του άρθρου 84 Π.Κ. το πλαίσιο της ποινής στο οποίο πρέπει να κινηθεί το δικαστήριο είναι κάθειρξη έως έξι ετών ή φυλάκιση ενός έως πέντε ετών. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, καταδικάστηκε για απάτη από κοινού κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 Ευρώ, δηλαδή για κακούργημα και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών, μετά την αναγνώριση του ελαφρυντικού που προαναφέρθηκε. Το αρχικό πλαίσιο ποινής ήταν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.3 Π.Κ. κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, με την αναγνώριση δε του ελαφρυντικού το πλαίσιο της ποινής ήταν κάθειρξη έως έξι ετών ή φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.
Συνεπώς, το δικαστήριο που επέβαλε την παραπάνω ποινή κάθειρξης πέντε ετών, ορθά ερμήνευσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Η' ΚΠΔ, περί εσφαλμένης ερμηνείας των παραπάνω διατάξεων και υπέρβασης εξουσίας, σχετικά με την επιμέτρηση της ποινής, 4ος κύριος αναιρετικός λόγος και δ' των από 5-6-2012 πρόσθετων λόγων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Το ίδιο δικαίωμα αναγνωρίζεται και από το άρθρο 2 περ. 1 του εβδόμου Πρωτοκόλλου της ίδιας ως άνω Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, που κυρώθηκε με τον Ν. 1705/1987, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που καταδικάσθηκε για αξιόποινη πράξη από δικαστήριο, έχει το δικαίωμα της επανεξέτασης, από ανώτερο δικαστήριο της απόφασης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ή της απόφασης με την οποία του επεβλήθηκε ποινή", καθώς και από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει". Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ενδίκου μέσου εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως, αρκεί οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους να μην είναι υπέρμετρες σε σημείο, ώστε να αναιρούν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο ή να αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας, πράγμα που συμβαίνει όταν η προβλεπομένη από το νόμο κύρωση είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογη προς την παράβαση της διατάξεως του νόμου. Η αρχή της αναλογικότητας αναγνωρίζεται ήδη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του Συντάγματος, (όπως το άρθρο αυτό ισχύει από 18/4/2001, μετά την αναθεώρηση από την Ζ' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων), κατά το οποίο "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απ' ευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφ' όσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι: α) αναγκαίοι υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει άλλος πρόσφορος τρόπος για την επίτευξη του επιδιωκομένου από τη σχετική ρύθμιση σκοπού και β) να τελούν σε αρμόζουσα αναλογία με αυτόν, έτσι ώστε οι επιπτώσεις που προκαλούνται στον θιγόμενο στο δικαιώματά του να μην είναι δυσανάλογα επαχθείς, η σχέση δε μεταξύ μέσου και σκοπού πρέπει να είναι εύλογη, ώστε να αποτρέπονται υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες στον θιγόμενο.
Συνεπώς η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ενόψει και του ύψους της ποινής που έχει επιβληθεί ή τη μικρή ή μεγάλη απαξία της αξιόποινης πράξης, εφ' όσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια των οποίων η συνεκτίμηση διαμορφώνει τη κρίση του δικαστηρίου για την υπέρβαση ή μη της ως άνω αναλογικότητας (Ολ.Α.Π. 14/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 Ευρώ, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης πέντε ετών. Εν όψει της απαξίας του άνω εγκλήματος που τέλεσε ο κατηγορούμενος και του ύψους της επιβληθείσης ποινής, για την οποία το δικαστήριο διέλαβε ειδική αιτιολογία, εν αναφορά με τα κριτήρια της διατάξεως του άρθρου 79 Π.Κ., όπως εκ του σχετικού σκεπτικού προκύπτει, λαμβανομένου υπ' όψη και του γεγονότος ότι η πράξη για την οποία καταδικάστηκε τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, δεν παραβιάσθηκε η αρχή της αναλογικότητας, επιβαλλομένη από τις άνω συνταγματικές διατάξεις, ενόψει και του γεγονότος, ότι το δικάσαν δικαστήριο δεν είχε να αντιμετωπίσει ακριβώς όμοιες περιπτώσεις, με την κρινόμενη υπόθεση. Εξάλλου, δεν παραβιάσθηκε γενικά, ακόμη και με την απόρριψη του αιτήματος προς εξέταση μαρτύρων, το οποίο άλλωστε, όλως αορίστως προβλήθηκε, κατά τα εκτεθέντα, το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), με το οποίο αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, αφού το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστήριο, με βάση το νόμο και με επαρκείς αποδείξεις προέβη στην επιμέτρηση της ποινής για τον κατηγορούμενο. Επομένως, ο σχετικός, 5ος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως και ο χωρίς αριθμό λόγος, των από 23-11-2012, πρόσθετων λόγων, με τους οποίους, κατ' εκτίμηση, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-3-2012 υπ' αριθμό 29/2012 αίτηση του Ε. Π. του Η., κατοίκου ..., και τους από 5-6-2012 και 23-11-2012, Πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1170/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ποινική Δικονομία. Μερική αναίρεση αποφάσεως Πενταμελούς Εφετείου και ειδικότερα, κατά τη διάταξή της που αφορά την απόρριψη του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2α και την περί ποινής διάταξη. Δεν θίγεται η απόφαση κατά τις λοιπές διατάξεις για τις οποίες έχει καταστεί αμετάκλητη, γι' αυτό και όταν προτείνονται λόγοι αναίρεσης, κατά των τοιούτων μερών, τυγχάνουν, κατ' άρθρο 57 ΚΠΔ, απαράδεκτοι. Υποβολή αιτήματος εξέτασης μαρτύρων στο δικαστήριο της παραπομπής. Απόρριψη αυτού. Το δικαστήριο της παραπομπής κρίνει για τη χορήγηση ή μη του ελαφρυντικού καθώς και για την επιμέτρηση της ποινής με βάση τις αποδείξεις και τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται, στην αμετάκλητη, ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου που αναιρέθηκε εν μέρει. Χορήγηση του παραπάνω ελαφρυντικού από το δικαστήριο της παραπομπής. Γίνεται μνεία στην περί ποινής απόφαση και των κριτηρίων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ. Πλήρης η αιτιολογία της περί ποινής απόφασης. Εσφαλμένη ερμηνεία άρθρων 52, 53 ΠΚ. Παραβίαση αρχής αναλογικότητας. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αναίρεση μερική
|
Αναίρεση μερική.
| 0
|
Αριθμός 214/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Κ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4987/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1059/2012.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελος Παντιώρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμό 262/19.12.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι) Το ΣΤ Τριμελές Εφετείο (για πλημμελήματα) Αθηνών με την υπ' αριθμ. 4987/2012 απόφαση του αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση με αριθμό 2888/17-6-2011 του Κ. Μ. κατά της υπ' αριθμ. 40191/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη (και παρέπεμψε αυτόν να δικαστεί στο Τριμελές Εφετείο - για κακουργήματα - Αθηνών). Συγκεκριμένα: Ο άνω είχε παραπεμφθεί με το 1875/2009 βούλευμα του συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος υπεξαίρεσης σε βαθμό πλημμελήματος - αρθρ. 375§1 εδ.β ΠΚ. Το τελευταίο (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών) με την υπ' αριθμ. 40191/2011 απόφασή του έκρινε ότι η πράξη φέρει χαρακτήρα κακουργήματος και παραπέμπει αυτόν να δικαστεί γι' αυτή στο Τριμελές Εφετείο για κακουργήματα - Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων άσκησε την υπ' αριθμ. 2888/2011 έφεση, την οποία το άνω Τριμελές Εφετείο κακουργημάτων - Αθηνών με την προσβαλλομένη με την υπό κρίση αναίρεση απόφαση του απέρριψε ως ουσία αβάσιμη. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ο κατηγορούμενος άσκησε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστασίου Θεοδωράκη την από 19-9-2012 αίτηση αναίρεσης με επίδοση αυτής στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. II. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 476§1 Κ.Ποιν.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για, την άσκηση του, κηρύσσεται απαράδεκτο-χωρίς άλλο, διότι άλλως υπάρχει υπέρβαση εξουσίας. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 473§2 Κ.Ποιν.Δ. "Η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση ... και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγο υ...". Από τη διάταξη αυτή σαφέστατα συνάγεται ότι ο αναφερόμενος τρόπος ασκήσεως της αναίρεσης με επίδοση αυτής στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου αναφέρεται αποκλειστικά σε καταδικαστικές και μόνον αποφάσεις, ήτοι για τέτοιες που αναγνωρίζουν ενοχή και επιβάλουν ποινή (βλ. και ΑΠ 1488/2007, ΑΠ 119/2006, ΑΠ 51/2003, ΑΠ 235/2006, ΑΠ 2378/2005 κ.α.). Έτσι η υπό κρίση αναίρεση στρεφόμενη κατά απόφασης που δεν είναι καταδικαστική με επίδοση στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου είναι απαράδεκτη και πρέπει να κηρυχθεί ως τέτοια.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω: Όπως κηρυχθεί απαράδεκτη η από 19-9-2012 αίτηση αναίρεσης του Κ. Μ. κατά της υπ' αριθμ. 4987/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (για πλημ-τα) Αθηνών, και να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος αυτού. Αθήνα 31-10-2012 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντα,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 ΚΠΔ "με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει". Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 473 του ίδιου Κώδικα, "η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ.1 ...". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως ασκείται μόνον με δήλωση ενώπιον των περιοριστικούς αναφερομένων στην παρ.1 του άρθρου 474 προσώπων και όχι με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία αφορά μόνον την καταδικαστική απόφαση. Περαιτέρω, η απόφαση με την οποία το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την έφεση του κατηγορουμένου κατά καταδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως αβάσιμη δεν είναι καταδικαστική.
II. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων είχε παραπεμφθεί με το υπ' αρ. 1875/2009 βούλευμα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης σε βαθμό πλημμελήματος (άρθρ. 375 παρ.1 εδ.β ΠΚ). Το δικαστήριο εκείνο με την υπ' αρ. 40191/2011 απόφασή του, έκρινε ότι η πράξη που του αποδόθηκε, φέρει κακουργηματικό χαρακτήρα και παρέπεμψε αυτόν να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος άσκησε την υπ' αρ. 2888/2011 έφεση, την οποία το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως άσκησε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αναστασίου Θεοδωράκη, την από 19-9-2012 υπό κρίση αίτηση αναίρεσης με επίδοση αυτής στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
III. Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου που ασκήθηκε με δήλωση και επίδοση αυτής στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και όχι κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 474 παρ.1 ΚΠΔ τρόπο, είναι απαράδεκτη, αφού ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες για την άσκηση της διατυπώσεις (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΙV. Κατ' ακολουθία αυτών, και μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου συνηγόρου του αναιρεσείοντος, κατά την επί του φακέλου επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα και τη μη εμφάνισή του, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1, 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-9-2012 αίτηση του Κ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 4987/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατά αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσία. Απορρίπτει ως απαράδεκτη γιατί ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 215/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κουρτίδη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 256/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Α. του Α., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουνίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 744/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά το άρθρο 362 του Π.Κ, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Και κατά το άρθρο 361 ίδιου Κώδικα (εξύβριση) "όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο, ή με οιονδήποτε άλλον τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Εξάλλου, ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
II. Περαιτέρω, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ` άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά, όμως, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται κατ` είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
III. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θράκης, που δίκασε κατ` έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο και ειδικότερα από την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος που εξετάσθηκε χωρίς όρκο, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως από τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και τις απολογίες των κατηγορουμένων αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Α. Κ., αρθρογραφεί επί πολλά έτη στην εφημερίδα, ΕΜΠΡΟΣ" που εκδίδεται στην Ξάνθη. Στις 10-11-2009 απέστειλε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στο φύλλο της εφημερίδας "ΕΜΠΡΟΣ" της 10-11-2009 ,του οποίου έλαβε γνώση αόριστος αριθμός αναγνωστών της πιο πάνω εφημερίδας, όπως εξ άλλου ήταν και ο επιδιωκόμενος σκοπός του. Ο κατηγορούμενος στο άρθρο του αυτό, το οποίο έφερε τα αρχικά γράμματα του ονοματεπωνύμου του (δηλαδή ήταν επώνυμο), χωρίς να κατονομάζει ρητά τον εγκαλούντα, Α. Α., αναφέρεται ρητά στη Διεύθυνση του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α Ξάνθης. Διέλαβε δε, μεταξύ άλλων για τον εγκαλούντα ότι λειτουργεί "εδώ και χρόνια μεροληπτικά επιβάλλοντας βαρύτατα πρόστιμα σε φτωχούς επαγγελματίες για γραφειοκρατικές και μόνο παραλείψεις ή αδυναμία προσκόμισης απολεσθέντων ή καταστραφέντων στοιχείων, ενώ παραβλέπει σημαντικές παραβάσεις ή εξετάζει ευνοϊκά υποθέσεις δεκάδων χιλιάδων Ευρώ, ζημιώνοντας το Ι.Κ.Α και τους υπόλοιπους ασφαλισμένους με σημαντικότατα ποσά, ότι παραποιεί ενώπιον της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής στοιχεία εμφανίζοντας συνεπείς επαγγελματίες ότι δεν υποβάλλουν τις Αναλυτικές Περιοδικές Δηλώσεις με σκοπό να προκαταλάβει και να επηρεάσει δυσμενώς τις ψήφους των μελών της επιτροπής κατά των επαγγελματιών που ο ίδιος επιδιώκει να βλάψει για ιδιαίτερους λόγους, ότι δεν επιστρέφει χρήματα τα οποία υποχρεώθηκαν οι επαγγελματίες να πληρώσουν διπλά , δηλαδή δύο φορές, για την ίδια υποχρέωση, λόγω κάποιου ορθογραφικού ή άλλου λάθους που εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι οφειλόταν στο λογιστή ή στην τράπεζα και ότι αποδεχόταν πλαστά και παραποιημένα έγγραφα ως γνήσια για να απαλλάξει ευνοούμενους του, ενώ έκλεινε σοβαρές υποθέσεις εκατοντάδων χιλιάδων Ευρώ λόγω παραγραφής". Είναι δε κάτι παραπάνω από προφανές ότι το δημοσίευμα αυτό αναφέρεται στον εγκαλούντα ο οποίος από τις 13-5-2012 είναι Προϊστάμενος του Τμήματος Ελέγχου και Εσόδων του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Ξάνθης και όλες οι αναφερόμενες στο δημοσίευμα πράξεις εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του. Ακόμη ο μέσος αναγνώστης και συναλλασσόμενος με το ανωτέρω υποκατάστημα, διαβάζοντας το ανωτέρω δημοσίευμα, αμέσως αντιλαμβανόταν, λόγω της θέσεως του εγκαλούντος, ότι αναφέρεται σ' αυτόν. Όλα δε τα ανωτέρω , τα οποία τέθηκαν υπ' όψη του αναγνωστικού κοινού της συγκεκριμένης εφημερίδας, σίγουρα μπορούσαν να βλάψουν τη τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, ο οποίος παρουσιάζεται ως ανήθικο άτομο, χωρίς ιδιαίτερους φραγμούς, ως ένας διεφθαρμένος υπάλληλος ο οποίος λειτουργούσε σε βάρος σχεδόν του συνόλου των ασφαλισμένων του Ι.Κ.Α. Ξάνθης, εξυπηρετώντας με ιδιοτελή κίνητρα ορισμένους γνωστούς του ασφαλισμένους που είχαν οικονομική επιφάνεια ενώ ενεργώντας κατά παράβαση των καθηκόντων του αποδεχόταν εν γνώσει του πλαστογραφημένα στοιχεία και επέτρεπε την παραγραφή υψηλών απαιτήσεων - εισφορών προς το Ι.Κ.Α. Τα παραπάνω γεγονότα ήσαν ψευδή και το γνώριζε ο κατηγορούμενος καθώς επίσης γνώριζε ότι αυτά μπορούσαν να βλάψουν τη τιμή και τη υπόληψη του εγκαλούντος και επέτρεψε τη δημοσίευση τους στο φύλλο της 10-11-2009. Ο κατηγορούμενος ήθελε με τα παραπάνω δημοσίευμα να πλήξει τον εγκαλούντα και το έπραξε εκδικητικά ύστερα από την επιβολή προστίμων, εκ μέρους του ως άνω Υποκαταστήματος του Ι.ΚΑ., σε βάρος του. Υπό τις ανωτέρω παραδοχές η συμπεριφορά του πρώτου κατηγορουμένου στοιχειοθετεί τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του Τύπου σε βάρος του εγκαλούντος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, είναι πασιφανές ότι το δημοσίευμα αναφέρεται σ' αυτόν, απορριπτομένου του αντίθετου (αρνητικού της κατηγορίας) ισχυρισμού του πρώτου κατηγορουμένου, ότι δηλ. δεν προκύπτει από το δημοσίευμα ότι αναφερόταν στον εγκαλούντα και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος".
Απεναντίας, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αναφορικά με τη δεύτερη κατηγορούμενη, Ε. Δ., προέκυψαν τα εξής: "Αυτή είναι εκδότρια της εφημερίδος "ΕΜΠΡΟΣ" που εκδίδεται στην Ξάνθη και συνεργάζεται επί χρόνια με τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος αρθρογραφεί στην εφημερίδα της. Στις 10-11-2009, όταν ο κατηγορούμενος της έδωσε για δημοσίευση το ως άνω άρθρο του, αυτή μη γνωρίζοντας το ψευδές του περιεχομένου του δημοσιεύματος, δεν διασταύρωσε το αληθές ή μη του περιεχομένου του, αλλά εμπιστευόμενη τον μόνιμο συνεργάτη της και θέλοντας να εξυπηρετήσει την εύλογη ανάγκη του κοινού για άμεση ενημέρωση έδωσε την εντολή της για άμεση δημοσίευση του. Η ενέργεια της αυτή δεν περιέχει τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 ΠΚ, δηλαδή δεν υπάρχει διάδοση ενώπιον τρίτων ψευδούς ισχυρισμού, εν γνώσει του ψευδούς, ούτε δε προέκυψε, από την όλη ενέργεια της ότι ενήργησε με σκοπό εξυβρίσεως του εγκαλούντος.
Συνεπώς η ενέργεια της 2ης κατηγορουμένης περιέχει τα συστατικά στοιχεία της απλής δυσφημήσεως, που έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, που πηγάζει από την συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου για ενημέρωση του κοινού. Συνακόλουθα το Δικαστήριο δεχόμενο το σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό της 2ης κατηγορουμένης, κρίνει ότι η προαναφερόμενη ενέργεια της δεν αποτελεί άδικη πράξη, αλλά υπάγεται στη περ. γ της παραγράφου 1 του άρθρου 367, ήτοι έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον της ως άνω εκδότριας της εφημερίδος ΕΜΠΡΟΣ" για άμεση πληροφόρηση του κοινού και πρέπει να κηρυχθεί αθώα για την αποδιδόμενη σ' αυτή πράξη της άμεσης συνέργειας σε συκοφαντική δυσφήμηση δια του Τύπου". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του Τύπου, τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, τον υποχρέωσε να καταβάλει στον πολιτικώς ενάγοντα το αιτηθέν ποσό των τριών (3) Ευρώ, ως χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, και κήρυξε αθώα την δεύτερη κατηγορούμενη για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε συκοφαντική δυσφήμηση δια του Τύπου.
Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θράκης, διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14,26 παρ. 1 27 παρ. 1 εδ. α και 2, 362-363 του ΠΚ. Ειδικότερα αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι τα προαναφερθέντα δυσφημιστικά γεγονότα είναι ψευδή, ότι ο αναιρεσείων τελούσε σε γνώση της αναληθείας των, και ότι σκοπός του ήταν να πλήξει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος με αυτά. Συγκεκριμένα, αιτιολογείται η παραδοχή της προσβαλλόμενης, ότι το δημοσίευμα που απέστειλε ο αναιρεσείων ως αρθρογράφος στην εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ" της Ξάνθης και δημοσιεύθηκε στο φύλλο αυτής που κυκλοφόρησε την 10-11- 2009, αναφερόταν σαφώς στο πρόσωπο του εγκαλούντος Α. Α., του οποίου ανέφερε σ' αυτό τα αρχικά στοιχεία του ονοματεπωνύμου του, και όσα συκοφαντικά γεγονότα διέλαβε ανήκαν στις αρμοδιότητες του, διότι από την 13-5-2005 ήταν Προϊστάμενος του Τμήματος Ελέγχου και Εσόδων του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Ξάνθης. Σημειώνεται ότι από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, που επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος στη απολογία του ομολογεί ότι με το δημοσίευμα αναφερόταν στον Α., (εγκαλούντα), τον Τ. και σε έναν άλλο υπάλληλο. Αιτιολογείται επίσης η κρίση του δικαστηρίου, με την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι τα διαλαμβανόμενα στο δημοσίευμα αυτό ήταν ψευδή και προσβλητικά για τον εγκαλούντα, διότι τον παρουσίαζαν ως ανήθικο άτομο χωρίς ιδιαίτερους φραγμούς, ως ένα διεφθαρμένο υπάλληλο που λειτουργούσε σε βάρος σχεδόν του συνόλου των ασφαλισμένων του Ι.Κ.Α. Ξάνθης, που εξυπηρετούσε με ιδιοτελή κίνητρα ορισμένους γνωστούς του ασφαλισμένους - οι οποίοι είχαν οικονομική επιφάνεια - και ενεργώντας κατά παράβαση των καθηκόντων του αποδεχόταν εν γνώσει του πλαστογραφημένα στοιχεία και επέτρεπε τη παραγραφή υψηλών απαιτήσεων - εισφορών του Ι.Κ.Α. Αιτιολογείται ακόμη η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι τα διαλαμβανόμενα στο δημοσίευμα αυτό μπορούσαν να βλάψουν τη τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, αφού στο αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας που δημοσιεύθηκαν υπήρχαν άτομα που γνώριζαν τον εγκαλούντα λόγω των συναλλαγών που είχαν με το Ι.Κ.Α., τις αρμοδιότητες του στο υποκατάστημα αυτό του Ι.Κ.Α. και αμέσως μπορούσαν να αντιληφθούν, ότι το δημοσίευμα με τα συκοφαντικά αυτά γεγονότα αφορούσε τον εγκαλούντα. Αιτιολογείται επίσης, η παραδοχή του άμεσου δόλου του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, διότι αυτός γνώριζε την αναλήθεια των όσων ψευδών γεγονότων διέλαβε στο δημοσίευμα του και έπραξε τούτο, διότι ήθελε να τον εκδικηθεί καθ' όσον από τους υπαλλήλους του υποκαταστήματος αυτού που προΐστατο επιβλήθηκαν πρόστιμα στην επιχείρηση του. Περαιτέρω, η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, ότι το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αντιφατικά κήρυξε ένοχο αυτόν με την παραδοχή ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του Τύπου, ενώ για την συγκατηγορούμενη του εκδότρια της προαναφερθείσας εφημερίδας, δέχθηκε ότι αυτή τέλεσε την αξιόποινη πράξη της απλής δυσφήμησης γιατί δεν γνώριζε την αναλήθεια των γεγονότων που διαλαμβανόταν στο επίμαχο δημοσίευμα, κατόπιν δε παραδοχής ως βασίμου και κατ' ουσία του αυτοτελούς ισχυρισμού της, ότι στην πράξη της αυτή προέβη από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την άμεση πληροφόρηση του κοινού (άρθρο 367ΠΚ) την κήρυξε αθώα, πρέπει να απορριφθεί. Τούτο διότι με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε σε πλημμέλεια, αφού σύμφωνα με το άρθρο 48 ΠΚ "το αξιόποινο των συμμετόχων κατά τα άρθρα 46 και 47 είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο εκείνου που τέλεσε την πράξη". Ως συμμέτοχοι δε θεωρούνται και οι συνεργοί, όπως εν προκειμένω η δεύτερη κατηγορούμενη στην οποία αποδόθηκε η πράξη της άμεσης συνέργειας σε συκοφαντική δυσφήμηση δια του Τύπου. Κατ' ακολουθία αυτών οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Τέλος η άλλη ειδικότερη αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δεν έλαβε υπ' όψη τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν κατά τη δίκη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εξ αυτού του λόγου, που στηρίζεται και σε αναληθή προϋπόθεση - αφού το Δικαστήριο έλαβε για τη συναγωγή της κρίσης του όλα τα αναγνωστέα έγγραφα που διαλαμβάνονται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης, τα οποία συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα - πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Μετά ταύτα και εφ' όσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-6-2012 αίτηση του Α. Κ. του Ν., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αρ. 256/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως. Αδίκημα Συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου. Λόγοι αναίρεσης: α) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. β) Εσφαλμένη εφαρμογή νόμου. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή του νόμου. Δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης αν ο αυτουργός της αδίκου πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως κηρύχθηκε ένοχος και αθωώθηκε ο φερόμενος ως άμεσος συνεργός του, διότι το αξιόποινο των συμμετόχων κατά τα άρθρα 46 και 47 είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο εκείνου που τέλεσε τη πράξη. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Δυσφήμηση συκοφαντική
|
Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 0
|
Αριθμός 196/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Ζ. Γ. του Δ., 2) Ζ. Τ. συζ. Ζ., το γένος Α. Χ., 3) Δ. Χ. του Α., κατοίκων ... και 4) Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδας (Ο.Κ.Χ.Ε.), με έδρα την Αθήνα, που εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις: 1) από 3/12/2004 αγωγή της αρχικής διαδίκου Ξ. Π., χήρας Δ., το γένος Μ. Γ., δικαιοπαρόχου των 1ης, 2ης και 3ου καθών η κλήση, και 2) από 22/3/2005 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 328/2008 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14/11/2008 αίτησή του και την από 30/8/2012 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 10/9/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 14/11/2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 328/2008 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286, 287, 288, 290, 291 και 292 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται και αν πεθάνει κάποιος διάδικος. Επέρχεται δε η διακοπή από τη γνωστοποίηση του λόγου τούτου προς τον αντίδικο, η οποία μπορεί να γίνει και με επίδοση δικογράφου ή και με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του πληρεξούσιου δικηγόρου του διαδίκου, στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο λόγος της διακοπής, από τον ίδιο δε, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση, μπορεί να γίνει εκουσίως και η επανάληψη αυτής. Μπορεί δε και ο αντίδικος να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, ακόμη δε και πριν από τη γνωστοποίηση του λόγου διακοπής, όταν έλαβε γνώση του λόγου διακοπής με οποιονδήποτε τρόπο, θεωρώντας ότι η διακοπή ήδη επήλθε, τηρώντας τη διαδικασία που διαγράφεται από το άρθρο 291 ΚΠολΔ, δηλαδή κοινοποιώντας δικόγραφο περί επαναλήψεως στον υπέρ ου η διακοπή διάδικο, ο οποίος, σε περίπτωση διακοπής συνεπεία θανάτου κάποιου διαδίκου, είναι ο καθολικός διάδοχός του (κληρονόμος του), που, όμως, δεν μπορεί να κληθεί για να επαναλάβει τη δίκη πριν περάσει η προθεσμία της αποποίησης του άρθρου 1847 ΑΚ, ή πριν χάσει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο το δικαίωμα της αποποίησης. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 1847 ΑΚ ορίζει προθεσμία τεσσάρων μηνών ή ενός έτους αν ο κληρονομούμενος είχε την τελευταία κατοικία του στο εξωτερικό ή αν ο κληρονόμος έμαθε την επαγωγή όταν διέμενε στο εξωτερικό. Έναρξη δε της προθεσμίας αυτής είναι η γνώση της επαγωγής και του λόγου αυτής, δηλαδή των περιστατικών του θανάτου του κληρονομουμένου και της κλήσης στην κληρονομία από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου ως συγγενούς. Στην επαγωγή, όμως, από διαθήκη η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από τη δημοσίευση της διαθήκης. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 ΚΠολΔ, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύτηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη δικάσιμο της 6.4.2011, που είχε οριστεί να δικαστεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, η δίκη διακόπηκε, συνεπεία θανάτου, στις 3.12.2010, της πρώτης αναιρεσίβλητης Ξ. Π. χήρας Δ., που γνωστοποιήθηκε στο αντίδικο Ελληνικό Δημόσιο -αναιρεσείον- το οποίο είχε, μόνο αυτό, παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή -της 6.4.2011-, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο της δικηγόρου Δήμητρας Φρεσκάκη, ως πληρεξουσίας στη ζωή της αποβιώσασας, και προσκομιδή της με αριθμό 193-Γ-2010 Ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου του Δήμου Κομοτηνής Νομού Ροδόπης Γ. Γ. στην οποία δηλώθηκε ο θάνατος από τον εργολάβο κηδειών Μ. Μ.. Η αποβιώσασα κατέλιπε δύο δημόσιες διαθήκες, με τη δεύτερη από τις οποίες, ήτοι τη με αριθμό .../11.12.2009 ενώπιον της συμβολαιογράφου Κομοτηνής Κλεοπάτρας Στογιαννίδου, που δημοσιεύτηκε στις 11.5.2011, σύμφωνα με τα με αριθμό 107/ΔΔ 107/2011 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείο Ροδόπης, μετά την από 20.4.2011 αίτηση της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου προς το Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ροδόπης, ανακλήθηκε σιωπηρά εν μέρει η πρώτη -κατ' άρθρο 1764 ΑΚ-, ήτοι η με αριθμό .../ 1.12.2004 ενώπιον της συμβολαιογράφου Κομοτηνής Παγώνας Πατσιά-Πεπονίδου, που δημοσιεύθηκε στις 23.3.2011, σύμφωνα με τα με αριθμό 54/ΔΔ 54/2011 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, μετά το με αριθμό πρωτοκόλλου 30 και διεκπεραιώσεως 23 της 15.3.2011 έγγραφο της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου προς το Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ροδόπης. Ειδικότερα, με τη δεύτερη - με αριθμό .../11.12.2009 - διαθήκη η κληρονομούμενη Ξ. Π. όρισε τη Δ. Τ. χήρα Σ. το γένος Τ. κληρονόμο της κινητής της περιουσίας, ενώ για την ακίνητη περιουσία της όρισε να ισχύουν οι διατάξεις της εξ αδιαθέτου διαδοχής. Σύμφωνα με το με αριθμό πρωτ. 43382/16.8.201 πιστοποιητικό του Τμήματος Δημοτολογίου κλπ. του Δήμου Κομοτηνής η κληρονομουμένη άφησε μόνους πλησιέστερους συγγενείς που ζούσαν την ημέρα του θανάτου της, α) την ανεψιά της Γ. Ζ. του Δ. Γ. και Μ. Γ., β) την ανεψιά της Τ. Ζ. του Α. Χ. και της Μ. Χ., σύζυγο Ζ. Τ. και γ) τον ανεψιό της Χ. Δ. του Α. Χ. και της Μ. Χ., οι οποίοι καλούνται ως κληρονόμοι της εξ αδιαθέτου, εφόσον δεν υπάρχουν πλησιέστεροι συγγενείς της. Ήδη το Ελληνικό Δημόσιο επισπεύδει την επανάληψη της δίκης με την από 30.8.2012 κλήση του, με την οποία ορίστηκε νέα δικάσιμος η στην αρχή της παρούσας αναφερομένη (της 9.1.2013). Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά του οικείου πινακίου και τη συζήτηση που επακολούθησε, δεν εμφανίσθηκαν οι καθ' ων η κλήση, ήτοι οι προαναφερόμενοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιώσασας αναιρεσίβλητης Ξ. Π. χήρας Δ. και ο αναιρεσίβλητος Οργανισμός Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε.), ούτε υπέβαλαν την από το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ έγγραφη δήλωση μη παράστασή τους στο ακροατήριο. Και ναι μεν το αναιρεσείον επικαλείται και προσκομίζει τις εκθέσεις επίδοσης 2512, 2513, 2514/10.10.2012 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ροδόπης ... και 2080Β'/19.10.2012 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., από τις οποίες προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της αμέσως πιο πάνω κλήση του με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την τελευταία δικάσιμο επιδόθηκε, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του Παρέδρου του Ν.Σ.Κ. Χρήστου Μητκίδη, που είναι πληρεξούσιός του, στους καθ' ων η κλήση, η επίσπευση, όμως, της επανάληψης της δίκης από μέρους του αναιρεσείοντος δεν είναι νόμιμη, αφού δεν προκύπτει ότι έχει περάσει η προθεσμία της αποποίησης του άρθρου 1847 ΑΚ για τους καθ' ων η κλήση εξ αδιαθέτου κληρονόμους της αποβιώσασας αναιρεσίβλητης Ξ. Π. χήρας Δ.. Πράγματι, από την επίδοση σ' αυτούς της πιο πάνω κλήσης στις 10.10.2012 και μέχρι την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (της 9.1.2013) δεν έχει περάσει η τετράμηνη προθεσμία αποποίησης του άρθρου 1847 ΑΚ, ούτε άλλωστε απ' όλα τα παραπάνω και εν γένει από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από το αναιρεσείον έγγραφα, προκύπτει γνώση από αυτούς του θανάτου της ως άνω αποβιώσασας αναιρεσίβλητης και μάλιστα του λόγου επαγωγής της κληρονομικής ακίνητης περιουσίας της πριν την επίδοση ως άνω σ' αυτούς της κλήσης στις 10.10.2012. Κατά συνέπεια, ενόψει και του προεκτεθέντος άρθρου 576 παρ.3 ΚΠολΔ, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 14.11.2006 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 328/2008 απόφασης του Εφετείου Θράκης ως προς όλους τους διαδίκους.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Την επανάληψη της δίκης μπορεί να επισπεύσει και ο αντίδικος του διαδίκου, στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο λόγος διακοπής, ακόμη και πριν από τη γνωστοποίηση του λόγου διακοπής, όταν έλαβε γνώση του λόγου διακοπής, όταν έλαβε γνώση του λόγου διακοπής με οποιοδήποτε τρόπο, θεωρώντας ότι η διακοπή ήδη επήλθε, τηρώντας τη διαδικασία που διαγράφεται από το άρθρο 291 Κ.Πολ.Δ. Έναρξη της προθεσμίας αποποίησης του άρθρου 1847 ΑΚ είναι η γνώση της επαγωγής και του λόγου αυτής, δηλαδή των περιστατικών του θανάτου του κληρονομούμενου και της κλήσης στην κληρονομιά από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου ως συγγενούς.
|
Προθεσμία
|
Προθεσμία, Επανάληψη βίαια διακοπείσας δίκης.
| 2
|
Αριθμός 195/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Σ. χήρας Χ. (ή S. C. T. C. του H.), 2) Α. Σ. του Χ., 3) Σ. Σ. του Χ., και 4) Φ. Σ. του Χ., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Σ. συζ. Δ., το γένος Α. Θ. και 2) Δ. Σ. του Α., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ευταξία, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/8/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 278/2005 του ιδίου Δικαστηρίου και 193/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/1/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 24/12/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 97 παρ.1 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ότι η πληρεξουσιότητα παρέχει στον πληρεξούσιο το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που έδωσε την πληρεξουσιότητα, ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της και ότι σε περίπτωση έλλειψης πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου, ο διάδικος για τον οποίο παρίσταται δικάζεται ερήμην. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 ΚΠολΔ, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες ήταν απόντες κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 9.1.2013. Η υπόθεση είχε προηγουμένως αναβληθεί από το πινάκιο, κατά το άρθρο 226 παρ.4 ΚΠολΔ, από τη δικάσιμο της 21.3.2012, κατά την οποία, όπως προκύπτει από το πινάκιο, οι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες είχαν παρασταθεί δια του δικηγόρου Γεωργίου Κάβουρα και η υπόθεση ενεγράφη εκ νέου στο πινάκιο κατά την παρούσα δικάσιμο, η οποία εγγραφή, ισχύει ως κλήτευση. Όμως, ο ως άνω δικηγόρος στερούνταν δικαστικής πληρεξουσιότητας, της οποίας δεν γίνεται επίκληση και προσκομιδή κατά τη δικάσιμο της 21.3.2012, που παρέστη και αναβλήθηκε η υπόθεση. Περαιτέρω, δεν προκύπτει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Ούτε προκύπτει κλήτευση των απολειπόμενων αναιρεσειόντων από μέρους των παρόντων αναιρεσιβλήτων για την τελευταία αυτή δικάσιμο, κατά την οποία λογίζονται αυτοί ερήμην. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης για όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 7.1.2012 αίτησης των 1) Κ. χας Χ. Σ. κ.ά. για αναίρεσης της 193/2009 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της και σε περίπτωση έλλειψης πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου, ο διάδικος για τον οποίο παρίσταται δικάζεται ερήμην.
|
Πληρεξουσιότητα
|
Πληρεξουσιότητα .
| 0
|
Αριθμός 197/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Φλωρόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2)Ί. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 3)Ε. Κ. του Γ., συζ. Γ. Π., ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Ε., κατοίκου ..., 4)Δ. Π. του Γ., κατοίκου ..., και 5) Γ. Π., ως ασκούντος τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Σταυρούλα Ρουσουνέλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/3/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2004 του ιδίου Δικαστηρίου, 232/2005 μη οριστική και 284/2011 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/7/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 12/12/2012 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 232/2011, ΑΠ 1103/2011). Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης τα επιχειρήματα δηλαδή αυτά δεν συνιστούν, παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δικ. μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1750/2012, Απ 1103/2011). Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 737/2011). Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμμιά από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχθηκε την ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες καθόσον δέχεται α) ότι παρά την πώληση στη δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) "ΜΥΚΟΜΠΑΡ ΑΕ" από τον Π. Σ. 3 στρεμμάτων πλέον ή έλαττον, του απέμεινε (και πούλησε στον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Ι. Π.), όση έκταση είχε και πριν από την πώληση αυτή, ήτοι τρεις ζευγαριές ως έγγιστα, β) ότι η δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος διέθεσε όλη την αγορασθείσα από αυτήν έκταση "για διαπλάτυνση του υφισταμένου αγροτικού δρόμου και προς εξυπηρέτηση των δραστηριοτήτων της", χωρίς να προσδιορίζει ποια έκταση διατέθηκε για τη διαπλάτυνση του δρόμου και ποια για τις άλλες δραστηριότητές της και ποιες ήταν οι δραστηριότητες αυτές, γ) ότι δεν διευκρινίζει αν το επίδικο ακίνητο ταυτίζεται με το ακίνητο που αγόρασε η δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος "ΜΥΚΟΜΠΑΡ ΑΕ", δ) ότι στον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Ι. Π., περιήλθε με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ…/1964 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Ευσταθίου Κουτσοχέρα, από αγορά από τον Π. Σ., ότι είχε μείνει από το ακίνητο του τελευταίου, μετά την πώληση από τον ίδιο στη δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος "ΜΥΚΟΜΠΑΡ ΑΕ" "χωρίς όμως να διευκρινίζει όπως θα έπρεπε, αν στον τίτλο αυτό περιλαμβάνεται και η έκταση που πριν είχε πωληθεί στην "ΜΥΚΟΜΠΑΡ ΑΕ"", ε) ότι περαιτέρω η προσβαλλομένη απόφαση προς ενίσχυση του συμπεράσματός της ότι η δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντα δεν ήταν κυρία του επιδίκου, δέχεται ότι σε τούτο συνηγορεί και το γεγονός ότι ενώ αυτή "αγόρασε έκταση τριών στρεμμάτων από τον Π. Σ. και από την έκταση αυτή, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντα - εκκαλούντα η δικαιοπάροχός του ως άνω εταιρεία, παραχώρησε τμήμα μόνο 750 τ.μ. για τη διαπλάτυνση του εκεί υφισταμένου αγροτικού δημοσίου δρόμου και άρα απέμεινε στην κυριότητά της υπόλοιπη εδαφική έκταση 2.250 τμ, αυτή, παρά ταύτα, πώλησε στον ενάγοντα, έκταση 4125 τ.μ., πράγμα που καταδεικνύει ότι η εν λόγω εταιρεία κατά το χρόνο που το πώλησε στον ενάγοντα - εκκαλούντα δεν είχε την κυριότητα του επιδίκου, στ) ότι ακόμη προς ενίσχυση του παραπάνω συμπεράσματός της δέχεται ότι σε αυτήν συνηγορεί "και το εξαιρετικά μικρό τίμημα των 150.000 δραχμών, που συμφωνήθηκε για την πώλησή του, ενόψει του χρόνου πώλησής του (1997), της έκτασής του, της προνομιακής θέσης του (κοντά σε παραλία) και της υψηλής αγοραίας αξίας των ακινήτων στη Μύκονο, αλλά και ο όρος που έχει συμπεριληφθεί στον εν λόγω τίτλο περί μη ευθύνης της πωλήτριας για την έκταση και τα όρια του πωλουμένου ακινήτου" και ζ) επίσης ο όρος που είχε συμπεριληφθεί στον εν λόγω τίτλο "περί μη ευθύνης της πωλήτριας για την έκταση και τα όρια του πωλουμένου ακινήτου". Ο λόγος αυτός υπό το εκτιθέμενο περιεχόμενό του και κατά τις τέσσερις πρώτες αιτιάσεις του, αφορά σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και σε πραγματικά επιχειρήματα της αποφάσεως που συνέχονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πλήττει την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, η οποία κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ακόμη, με τις αιτιάσεις αυτές, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν εκθέτει το γιατί αποδείχθηκαν τα επικαλούμενα περιστατικά, πράγμα το οποίο όμως δεν συνιστά ανεπαρκή αιτιολογία, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τούτο δε γιατί ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό, όπως στην προκειμένη περίπτωση διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 232/2011, ΑΠ 285/2011, ΑΠ 1103/2011). Ενόψει τούτων και του ότι, παρά την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., καμία αναφορά δεν γίνεται και μάλιστα ενάριθμα στον κανόνα δικαίου που παραβιάστηκε (ΑΠ 844/2011) ο οποίος δεν μπορεί αυτεπάγγελτα και βάσει της αρχής ζητά novit curia να προσδιορισθεί (Ολ. ΑΠ 20/2005), ο λόγος αυτός, κατά το παραπάνω μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Περαιτέρω όμως ο λόγος αυτός και κατά τις λοιπές υπό στοιχεία ε, στ και ζ αιτιάσεις του είναι απαράδεκτος, γιατί αφορά σε παραδοχές της αποφάσεως που δεν περιέχουν ισχυρισμούς με αυτοτελή ύπαρξη που να τείνουν στη θεμελίωση της επικαλουμένης ενστάσεως ιδίας κυριότητας, αλλά περιέχουν πραγματικά επιχειρήματα και συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων και δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 1750/2012). Επειδή, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση της ίδιας, με τον πρώτο λόγο, διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχθηκε την ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου επαλλήλως προς τον παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα με τακτική, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, με ανεπαρκείς ως προς τον πρωτότυπο αυτό τρόπο αιτιολογίες, καθόσον δέχεται ότι η μόνη πράξη νομής που ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Ιωάννης Π.ς άσκησε στο επίδικο, κατά το χρονικό διάστημα από το 1963 μέχρι το 1986 ήταν η μίσθωσή του "χωρίς να δικαιολογείται και να εξηγείται (όπως θάπρεπε) πως είναι δυνατόν να μεταβιβάζεται (από τον Π. Σ. στον Ι. Π.) η εναπομείνασα σε αυτόν έκταση και να συμμεταβιβάζεται "μισθωτική σχέση αφορώσα σε άλλο ακίνητο (το οποίο είχε πριν ο ίδιος δικαιοπάροχος μεταβιβάσει στη ΜΥΚΟΜΠΑΡ - δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος-), ενώ βεβαίως δεν εξηγείται και δεν δικαιολογείται (όπως και πάλι θα έπρεπε) πως είναι δυνατόν η ΜΥΚΟΜΠΑΡ (μια μεταλλευτική εταιρεία με προσωπικό τεχνικούς και μηχανικούς) να μισθώνει το δικό της ακίνητο και να πληρώνει ενοίκιο στον πωλητή της (και στον δικαιοπάροχό του)". Ακόμη η προσβαλλομένη απόφαση "δεν εξηγεί (όπως θα έπρεπε) από πού συνάγει την κρίση του περί ύπαρξης στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου των αντιδίκων <αναιρεσιβλήτων> Ι. Π. "νομίμου τίτλου" και "καλής πίστης", αφού σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά, στον Ι. Π. μεταβιβάστηκε η κυριότητα της έκτασης "που είχε απομείνει" στον Π. Σ., μετά την προς την ΜΥΚΟΜΠΑΡ πώληση, στην οποία δεν περιλαμβάνεται (και δεν θα μπορούσε να περιλαμβάνεται) η πωληθείσα προηγούμενα στην ΜΥΚΟΜΠΑΡ έκταση". Ο λόγος αυτός, υπό το εκτιθέμενο περιεχόμενό του, (όπως και ο πρώτος λόγος κατά τις τέσσερις πρώτες αιτιάσεις του), αφορά σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα, πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου καθώς και σε αιτιάσεις (ελλείψεις) αναγόμενες στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, οι οποίες όμως δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού το πόρισμα αυτό, όπως δεν αμφισβητείται διατυπώνεται πλήρως και σαφώς, καθόσον όπως αναφέρεται και στον πρώτο λόγο μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 232, 285, 1103/2011). Ενόψει τούτων και της μη αναφοράς και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 844/2011) της ουσιαστικής διατάξεως που παραβιάστηκε, πρέπει και ο λόγος αυτός, όπως και ο πρώτος να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο (ΑΠ 6/2012, ΑΠ 249/2012, ΑΠ 254/2012). Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του, αν δε πρόκειται για αποδεικτικό μέσον, που το πρώτον προσάγεται στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 527 Κ.Πολ.Δικ.), η επίκληση γίνεται με τις προτάσεις της συζήτησης της δευτεροβάθμιας δίκης (ΟλΑΠ 23/2008). Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, (ΑΠ 1740/2012, ΑΠ 6/2012, ΑΠ 214/2012), ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα, αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση ή το πρακτικό αυτοψίας (359 Κ.Πολ.Δικ.), η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων (383 Κ.Πολ.Δικ.), τα πρακτικά εξέτασης μαρτύρων (410 Κ.Πολ.Δικ.), οι ένορκες βεβαιώσεις (270 παρ.2, 339 Κ.Πολ.Δικ.), ενώ δεν απαιτείται ειδική μνεία των κατ' άρθρο 390 Κ.Πολ.Δικ. γνωμοδοτήσεων καθόσον αυτές περιλαμβάνονται στα έγγραφα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1660/2009). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14-15-16/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 240/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τη διαταχθείσα με την υπ' αριθμ. 232/2005 παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου, πραγματογνωμοσύνη, την οποία ο αναιρεσείων νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλομένη απόφαση (άρθρ. 562 παρ.2β'Κ.Πολ.Δικ.) που ρητά βεβαιώνει (σελ.4) ότι λήφθηκε υπόψη "η από Ιανουαρίου 2008 έκθεση πραγ/νης και το συνοδεύον αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Α. Κ.", αλλά και από το περιεχόμενο της απόφασης, όπου γίνεται αναφορά στην πραγ/νη (σελ.7) δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το αποδεικτικό αυτό μέσο, που είναι ομοδύναμο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και δεν έχει αυξημένη έναντι αυτών αποδεικτική δύναμη, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτό (ΑΠ 682/2011), λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις. Εξάλλου η άποψη του αναιρεσείοντος ότι η διαφορετική εκτίμηση του αποδεικτικού αυτού μέσου, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα, που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί και συνακόλουθα η αναίρεση στο σύνολό της. Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-7-2012 αίτηση του Α. Π. του Π., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 284/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700 Ευρώ).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογία δικαστικής απόφασης. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Δεν στοιχειοθετείται ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρεσεως, αφού από τη ρητή αναφορά στη λήψη υπόψη του επικαλούμενου αποδεικτικού μέσου, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο και αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο λήφθηκε υπόψη. Η άποψη περί διαφορετικής εκτιμήσεως οδηγεί σε επανέλεγχο της ουσίας.
|
Αποδεικτικά μέσα
|
Αποδεικτικά μέσα.
| 0
|
Αριθμός 194/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Σ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρο του Χαράλαμπο Φαγογένη και Φιλιππίνα Φραγκιάδου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Μ. Σ. του Μ., 2)Α. Σ. του Μ., συζ. Μ. Σ., κατοίκων ..., 3)Α. Δ. χήρας Α., το γένος Ε. Π., κατοίκου ..., 4)Β. Π. του Κ. - Κ., και 5)Λ. Π. του Κ. - Κ., κατοίκων .... Ο 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μηνά Άσπρο και οι 3η, 4ος και 5ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Κρητικό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/7/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την από 10/5/2006 προσεπίκληση των 1ου και 2ης ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 31/10/2006 πρόσθετη παρέμβαση των 3ης ήδη αναιρεσίβλητης και του Κωνσταντίνου - Κρέοντος Παπαθεοφίλου, δικαιοπαρόχου των 4ου και 5ου ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 353/2010 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/7/2011 αίτησή του και τους από 23/11/2012 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 28/12/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ.; για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 Α.Κ.). Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της. Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο. όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο είναι ένα οικόπεδο, εμβαδού 293,38 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση … ή … στην πόλη της νήσου … του νομού Κυκλάδων, απεικονίζεται με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΑ στο συνημμένο στην αγωγή από Ιουνίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Κ. Ζ. και συνορεύει βορειοανατολικά και βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Κ., ανατολικά με ιδιοκτησία Π. Δ. και ήδη εναγομένων, νότια με την οδό … και δυτικά με ιδιοκτησία Σ.. Το εν λόγω ακίνητο αποτελεί τμήμα ενός μεγαλύτερου ακινήτου που ανήκε στην Τ. χα Α. Δ., όπως συνομολογείται από τους διαδίκους. Η τελευταία με την από 2-9-1925 μυστική διαθήκη της, που κατατέθηκε στο συμβολαιογράφο Τήνου Πέτρο Αφεντάκη με την υπ' αριθμ…/1925 πράξη του και δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 72/12-9-1940 πρακτικό συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Τήνου, εγκατέστησε κληρονόμους της τα επτά τέκνα της. Μεταξύ αυτών ήταν και η Α. θυγ. Α. Δ. και μετέπειτα σύζυγος Ι. Σ., μητέρα του ενάγοντος, στην οποία η παραπάνω διαθέτις κατέλειπε ένα οικόπεδο που με βάση την αναφερόμενη στη διαθήκη περιγραφή "έχον πρόσοψιν 12 μ. προς την ιδιωτικήν οδόν, πλησιάζει ανατολικώς προς έτερον οικόπεδόν μου το οποίον αφήνω στον υιόν μου Ι. και έχον βάθος εκείθεν 30 μ., βορείως προς το αυτό οικόπεδο έχον εκείθεν πλάτος 6 μ. και δυτικώς προς το οικόπεδόν …". Στη συνέχεια, εξάλλου, με το υπ' αριθμ…/4-5-1926 προικοσύμφωνο του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η προαναφερόμενη διαθέτις συνέστησε προίκα υπέρ της προαναφερόμενης θυγατέρας της Α. συζ. Ι. Σ. παραχωρώντας στον τελευταίο λόγω προικός διατετιμημένης ένα οικόπεδο, που βρίσκεται στη θέση … στην πόλη της …, εκτάσεως 270 τ.μ. Το υπόψη οικόπεδο, εξάλλου, όπως περιγράφεται στο πιο πάνω συμβόλαιο, συνορεύει προς βορρά με οικόπεδο ιδίας, δηλαδή της Τ. χας Α. Δ., επί πλευράς μήκους 6 μ., ανατολικώς επίσης με οικόπεδο … επί πλευράς 30 μ. και νοτίως με ιδιωτική οδό έναντι ιδιοκτησίας Κ. Χ. επί πλευράς 12 μ. Από τη σύγκριση των παραπάνω περιγραφών στη διαθήκη και στο επίμαχο προικοσύμφωνο και ιδίως την αναφορά του μήκους των πλευρών του ακινήτου, που είναι ακριβώς το ίδιο, και τη γειτνίαση αυτού προς νότο με ιδιωτική οδό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι παραπάνω πράξεις συντάχθηκαν με διαφορά μόλις οκτώ μηνών, προκύπτει ότι πρόκειται για το ίδιο ακίνητο, που μάλιστα κατά το μεγαλύτερο μέρος του ταυτίζεται με το επίδικο, καθόσον υπάρχει απόκλιση 23,38 τ.μ. στο εμβαδόν τους. Στο συμπέρασμα αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι η Τ. Δ. με την προαναφερόμενη διαθήκη της είχε ήδη ορίσει τι ακριβώς καταλείπει σε καθένα από τα επτά τέκνα της και δεν προκύπτει ότι υπήρχε κάποιο άλλο ακίνητο της αδιάθετο, ώστε με αυτό να προίκιζε την παραπάνω θυγατέρα της. Επιπλέον στην επίμαχη διαθήκη αναφέρει ότι στην παραπάνω κόρη της αφήνει λιγότερα αλλά πάντως το νόμιμο, διότι αυτή μένει εκτός της οικογενειακής οικίας και εργάζεται για λογαριασμό της. Ενόψει λοιπόν της παραπάνω δηλώσεως, αντίκειται στην κοινή λογική να προίκιζε η παραπάνω διαθέτης τη θυγατέρα της και με δεύτερο ακίνητο, δεδομένου μάλιστα ότι μόνον στους γιους της Ν. και Π. κατέλιπε με την υπόψη διαθήκη δύο οικόπεδα αποδίδοντας μάλιστα την πράξη της αυτή όσον αφορά τον πρώτο στην τυφλότητα του αλλά και στην οικονομική στήριξη της οικογένειας από πλευράς του από νεαρή ηλικία. Η παραπάνω κρίση, εξάλλου, ότι δηλαδή πρόκειται για το ίδιο ακίνητο, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η ιδιοκτησία Δ. Κ. στη μεν διαθήκη φέρεται ως το δυτικό όριο του κληρονομιαίου ακινήτου ενώ στο προικοσύμφωνο ως το ανατολικό, καθόσον είναι προφανές ότι στη δεύτερη περίπτωση πρόκειται για λάθος, δεδομένου ότι δυτικά του παραπάνω ακινήτου, που πλέον έχει περιέλθει στην κυριότητα Γ. Σ., εκτείνεται η οδός .... Επιπλέον το πιο πάνω ακίνητο, όπως, άλλωστε, και το επίδικο, νοτίως συνορεύει με την οδό ..., που στη διαθήκη και στο προικοσύμφωνο χαρακτηρίζεται ως ιδιωτική οδός. Η οδός αυτή εκτείνεται ανάμεσα στο επίδικο και το ξενοδοχείο …, που προηγουμένως ανήκε στην ιδιοκτησία Χ., που μάλιστα αναφέρεται, όπως ήδη σημειώθηκε, και στο προικοσύμφωνο ότι βρίσκεται έναντι του προικώου ακινήτου. Και ναι μεν το παραπάνω προικώο ακίνητο ταυτίζεται με το επίδικο, αλλά από τα αναφερόμενα στην αρχή αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι το νεμήθηκε ο ενάγων. Κατ' αρχήν δεν αποδείχθηκε ότι οριοθετήθηκε σε σχέση με την υπόλοιπη συνεχόμενη προς ανατολάς ιδιοκτησία της Τ. Δ.. Συγκεκριμένα πρόκειται για οικόπεδο που διαχωρίζεται από τις όμορες ιδιοκτησίες Σ. και Κ. με τους τοίχους περιφράξεως των εν λόγω ιδιοκτησιών. Αντίθετα στη νότια πλευρά του που βρίσκεται σε επαφή με την παραπάνω οδό και στην ανατολική που συνορεύει με τη μη αμφισβητούμενη ιδιοκτησία των εναγομένων δεν υπάρχει περίφραξη ή κάποια άλλα διαχωριστικά όρια. Ούτε, άλλωστε, αποδείχθηκε ότι τοποθετήθηκε στο παρελθόν συρμάτινη περίφραξη με πασσάλους στηριγμένους σε τσιμεντένια βάση, όπως υποστηρίζει ο ενάγων, επικαλούμενος την από 27-5-1967 απόδειξη καταβολής του ποσού των 2.250 δραχμών στο σιδηρουργό Σ. Μ. ως αμοιβή του για την τοποθέτηση της εν λόγω περιφράξεως, που εύλογο είναι, ενόψει και του προαναφερόμενου σταθερού τρόπου κατασκευής της να υπήρχαν τουλάχιστον ίχνη της μέχρι σήμερα. Η εν λόγω περίφραξη, εξάλλου, δεν φαίνεται ούτε στην αεροφωτογραφία του έτους 1973, αλλά ούτε και στις μεταγενέστερες των ετών 1979, 1988 και 1997. Επιπλέον δεν έγινε αντιληπτή ούτε από το μάρτυρα α4/ταποδείξεως, που κατοικεί μόνιμα στην περιοχή και έχει άμεση αντίληψη της καταστάσεως του επιδίκου. Ούτε κάποιες άλλες πράξεις νομής του ενάγοντος ή της φερόμενης ως δικαιοπαρόχου μητέρας του αποδείχθηκαν. Η κρίση αυτή ενισχύεται, ιδίως, από την κατάθεση του μάρτυρα Ι. Ο. που προτάθηκε από τους εναγομένους, ο οποίος διατηρεί ξυλουργείο δίπλα από το επίδικο και έχει άμεση και σαφή γνώση της ευρύτερης περιοχής του επιδίκου και μάλιστα εδώ και πολλά χρόνια, όπως και από τα όσα βεβαιώνουν ένορκα οι όμοροι προς βορρά και νότο του επιδίκου ιδιοκτήτες Π. Κ. και Κ. Χ., ενώ δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως Α. Π., μόνιμου κατοίκου ..., που όσα καταθέτει τα γνωρίζει από διηγήσεις του ενάγοντος, με τον οποίο συνδέεται φιλικά, και δεν φαίνεται να έχει σαφή εικόνα του επιδίκου, αφού το τοποθετεί σε αντίθετη κατεύθυνση σε σχέση με το λιμάνι από αυτήν στην οποία βρίσκεται. Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού περιέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος κύριος λόγος αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ.. όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθ. 17 παρ 2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα ως αληθινά χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη τους. Με τον δεύτερο κύριο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος μητέρα του δεν αποδείχθηκε ότι άσκησε πράξεις νομής στο επίδικο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού με αυτόν πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο κύριο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, διότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 25-7-1967 απόδειξης-συμφωνητικού περίφραξης που καταρτίσθηκε μεταξύ των Σ. Μ. και Β. Σ. καθώς και το video ήδη dvd που λήφθηκε στις αρχές της δεκαετίας του έτους 1990, έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της έφεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προς απόδειξη των ισχυρισμών του, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής του αναιρεσείοντος και της δικαιοπαρόχου μητέρας του. Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η αποδιδομένη με αυτόν πλημμέλεια δεν στηρίζεται σε παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει σωστά τα πιο πάνω έγγραφα, αλλά σε εκτίμηση του περιεχομένου των, με βάση την οποία τούτο κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, ανεξάρτητα από το ότι το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα ότι η κυριότητα του επιδίκου ακινήτου δεν αποκτήθηκε από τον αναιρεσείοντα με έκτακτη χρησικτησία, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα πιο πάνω έγγραφα αλλά συνεκτίμησε αυτά μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ, κύριο λόγο αναίρεσης, προσάπτει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το παραπάνω video το οποίο αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις του στο Εφετείο. Από τη βεβαίωση, όμως, του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα" και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι τούτο για το σχηματισμό της κρίσης του, στην οποία τελικώς κατέληξε, έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε μαζί με όλες τις υπόλοιπες αποδείξεις και το προαναφερόμενο έγγραφο και επομένως ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής κλπ. ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν εξέτασε τους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι αυτός είχε αποβληθεί από το επίδικο ακίνητο και παρά ταύτα το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων-αναιρεσείων δεν είχε αποστερηθεί της φυσικής εξουσιάσεως στο επίδικο ακίνητο και απέρριψε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του για απόδοση του επιδίκου πράγματος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης τους ως άνω αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος το Εφετείο τους έλαβε υπόψη και τους απέρριψε. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος αφού μετά την προτεινόμενη απόρριψη των υπολοίπων λόγων αναίρεσης που αναφέρονται στην αναγνώριση της κυριότητας του αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο παρέλκει η εξέταση του, αφού αυτή προϋποθέτει την αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος.
Αφού απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης πρέπει ο ηττηθείς αναιρεσείων να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-7-2011 αίτηση του Β. Σ. και των από 23-11-2012 πρόσθετων λόγων αυτής για αναίρεση της 353/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει ενιαίως στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λόγοι αναίρεσης από 1 και 19, από 10, 20, 11γ και 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Απορρίπτονται.
|
Αγωγή διεκδικητική
|
Αγωγή διεκδικητική.
| 0
|
Αριθμός 193/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Τ. χήρας Σ., 2) Α. Τ. του Σ., και 3) Μ. Τ. του Σ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πεντίδη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 20/9/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 75/2009 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/10/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 12/12/2012 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με το από 11/12 Νοεμβρίου 1929 Π.Δ. "περί Διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων" που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν.4266/1929 προβλέπεται η δια δημοπρασίας κατ' αρχήν, εκποίηση των δημοσίων κτημάτων (άρθρο 65), και κατ' εξαίρεση η ελεύθερη εκποίηση αυτών με την τήρηση των όρων και διαδικασιών που προβλέπονται σ' αυτό. Ειδικότερα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 97 του ως άνω ΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.25 του Ν. 5234/1931, αστικά κτήματα μικρής αξίας στις Νέες Χώρες, τα οποία κατοικούνται επί τριετία από μη ομολογουμένους ευπόρους, μπορούν να εκποιηθούν στους κατόχους έναντι τιμήματος με απόφαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 7 αυτού Διοικούσας Επιτροπής της Διοίκησης Δημοσίων Κτημάτων που βεβαιώνει την συνδρομή της παραπάνω ιδιότητας, η οποία λαμβάνεται ύστερα από γνωμοδότηση τριμελούς τοπικής επιτροπής και υπόκειται σε έγκριση από τον Υπουργό Οικονομικών. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 73 και ίδιου ΠΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 338/1943, η σύμβαση πώλησης θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί οριστικά από την έκδοση του πωλητηρίου (παραχωρητηρίου) από τον Υπουργό Οικονομικών. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η άνευ δημοπρασίας εκποίηση ακινήτων του Δημοσίου, ανηκόντων στην ιδιωτική του περιουσία κατά τις διατάξεις αυτές, συνιστά πράξη αναγόμενη σε διαχείριση ιδιωτικής περιουσίας, που δεν εκδίδεται εξουσιαστικώς από τη διοίκηση με σκοπό τη θεραπεία δημοσίου συμφέροντος, αλλά με κριτήρια διαχείρισης της περιουσίας του Δημοσίου και αποσκοπεί στη μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων (ΣτΕ 2109/2012, 572/2012, 574/2012, 899/2011, 1407/2011). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 7 παρ.2 του προαναφερθέντος ΠΔ της 11/12-11-1929 και 4 παρ.2 του ΑΝ 263/1968 προκύπτει ότι εξαιρούνται από την εκποίηση τα δημόσια κτήματα που κρίνονται απαραίτητα για την εξυπηρέτηση κρατικών αναγκών, όπως είναι τα κτήματα που ανήκουν στη δημόσια περιουσία, καθώς και τα κτήματα που ανήκουν μεν στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, είναι όμως αναγκαία για την εξυπηρέτηση γενικότερων σκοπών και η αρμοδιότητα αυτή είχε ανατεθεί αρχικά στη Διοίκηση Δημόσιων Κτημάτων και συνέχεια στο Νομάρχη. Ακολούθως, με το άρθρο 1 παρ.2 ΝΔ 1154/1972, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 27-5-1972 και άρχισε να ισχύει μετά την παρέλευση 20 ημερών από τη δημοσίευσή του, δηλαδή στις 17-6-1972, ορίστηκαν τα εξής: "Περί των δημοσίων κτημάτων των απαραίτητων δια την εξυπηρέτησιν των κρατικών αναγκών ή αναγκών εις α ταύτα έχουν παραχωρηθεί κατά χρήσιν νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, αποφαίνεται ειδική προς τούτο Επιτροπή, οριζομένη δι' αποφάσεως του Πρωθυπουργού. Τα μη απαραίτητα κτήματα παραδίδονται προς διάθεσιν εις την Διεύθυνσιν Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, μετά την έναρξη ισχύος του προαναφερόμενου νομοθετικού διατάγματος, η κρίση σχετικά με την εξαίρεση από την εκποίηση όσων κτημάτων είναι απαραίτητα για την εξυπηρέτηση κρατικών αναγκών, ανατέθηκε πλέον στην αποκλειστική αρμοδιότητα της ειδικής επιτροπής, που προβλεπόταν από αυτό το νομοθετικό διάταγμα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που αποκτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε η την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999 απ 1103/2011). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 15/2006, ΑΠ 355/2011, ΑΠ 392/2011). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1740/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το από 18-4-1946 πρωτόκολλο κατάλειψης εγκαταλελειμμένου κτήματος, το Ελληνικό Δημόσιο κατέλαβε ένα ακίνητο, εκτάσεως τεσσάρων περίπου στρεμμάτων με οικία, αποτελούμενη από τρία δωμάτια, κουζίνα, αποθήκη, αχυρώνα και σταύλο, που βρίσκεται στην περιοχή "..." της Αλεξανδρούπολης, το οποίο κατά το έτος 1944 εγκαταλείφθηκε από το Βούλγαρο ιδιοκτήτη του, μετά το τέλος της Γερμανοβουλγαρικής κατοχής. Το ακίνητο αυτό αποτέλεσε το ΒΚ 1211 δημόσιο κτήμα και, όπως αναφέρεται και στο ως άνω πρωτόκολλο, ήδη το κατείχε και το καλλιεργούσε ο Μ. Τ., πατέρας του άμεσου δικαιοπαρόχου των εφεσιβλήτων - εκκαλούντων. Το ακίνητο αυτό συνέχισε να κατέχει ο Μ. Τ., έχοντας μάλιστα εγκατασταθεί με την οικογένεια του στην υπάρχουσα σ' αυτό παλαιά οικία. Σε τμήμα του ως άνω ακινήτου, εκτάσεως 1280,65 τ.μ., που προσδιορίστηκε ως υπ' αριθμ. 2 τμήμα του ΒΚ 1211 δημοσίου κτήματος, το οποίο εμφαίνεται με στοιχεία ΓΓΆΆΒΓ στο διάγραμμα του μηχανικού Χ. Ι. και συνορεύει βόρεια με οικόπεδο Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας σε πλευρά 16,70μ,. νότια με φερόμενη ιδιοκτησία Ν. Τ. σε πλευρά 30μ, ανατολικά με φερόμενη ιδιοκτησία Σ. Τ. σε πλευρά 48,40μ και δυτικά με οικόπεδο Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας σε πλευρά 13.90 και 14,95 μ και με αδιέξοδο, στο οποίο υπήρχε παλιά ισόγεια οικία, εγκαταστάθηκε, μετά την εγκατάλειψη του από το Βούλγαρο ιδιοκτήτη του, ο Μ. Τ. με την πολύτεκνη οικογένεια του, προκειμένου να καλύψει τις στεγαστικές του ανάγκες. Το όμορο υπ' αριθμ. 3 τμήμα του ίδιου δημόσιου κτήματος, εκτάσεως 1372,06τ.μ. το οποίο εμφαίνεται με στοιχεία ΔΈ' ΖΓ' ΓΔ' στο ίδιο ως άνω διάγραμμα και συνορεύει βόρεια με αδιέξοδο σε πλευρά 30,50μ, νότια με φερόμενη ιδιοκτησία Δ.Κ. και Ν. Τ. σε πλευρές 23,50 και 6,80μ. αντίστοιχα, ανατολικά με φερόμενη ιδιοκτησία Γ. Λ. σε πλευρά 41,80μ. και δυτικά με φερόμενη ιδιοκτησία Μ. Τ. σε πλευρά 48,40μ, κατείχε ο Σ. Τ. από τη δεκαετία του 1960. Μετά τις από 12-6-1968 αιτήσεις των Μ. και Σ. Τ., εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. Υ 5990/22-6-1972 και Υ 5992/22-6-1972 αποφάσεις του Νομάρχη Έβρου για την απ' ευθείας εκποίηση των ως άνω υπ' αριθμ. 2 και 3 τμημάτων του ΒΚ 1211 δημοσίου κτήματος προς τους αιτούντες, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 97 του από 11/12-11-1929 Π.Δ και ακολούθως με βάση αυτές εκδόθηκαν αντίστοιχα τα υπ' αριθμ. 45722/23-8-1972 και 45723/27-7-1972 πωλητήρια (παραχωρητήρια) του Υπουργείου Οικονομικών, με τα οποία εκποιήθηκαν αντίστοιχα προς τον καθένα απ' αυτούς τα ως άνω επίδικα ακίνητα (υπ' αριθμ. 2 και 3 τμήματα) αντί τιμήματος 44.823 και 48.022 δρχ. αντίστοιχα, τα οποία συμφωνήθηκε να καταβληθούν σε οκτώ ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις, καταβλήθηκαν δε τμηματικά, ολοσχερώς, όπως δεν αμφισβητείται από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο. Στη συνέχεια τα ως άνω πωλητήρια μεταγράφηκαν στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης, στους τόμους ... με αύξοντα αριθμό 85 και ... με αύξοντα αριθμό 15 αντίστοιχα. Μετά ταύτα ο Μ. Τ., ο οποίος κατείχε συνεχώς από το 1944 το ακίνητο που απέκτησε από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, καλλιεργώντας αυτό και κατοικώντας στην παλαιά οικία του, με το υπ' αριθμ. .../23-12-1972 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Θωμά Καραπιπέρη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό 77 των οικείων βιβλίων μεταγραφών, μεταβίβασε αυτό λόγω πώλησης, αντί τιμήματος 48.000 δρχ., στο γιό του Σ. Τ., ο οποίος τον φρόντιζε και τελικά τον γηροκόμησε. Ακολούθως ο Σ. Τ. έχοντας την πεποίθηση ότι είχε αποκτήσει την κυριότητα των δύο επιδίκων ακινήτων, προέβη στην επισκευή της παλαιάς οικίας, στην οποία διέμενε ο πατέρας του με την οικογένεια του, ανήγειρε δε και νέα οικοδομή, αποτελούμενη από δύο δωμάτια, τραπεζαρία, κουζίνα και τουαλέτα, όπου στέγασε τη δική του οικογένεια, την οποία δημιούργησε με το γάμο που τέλεσε στις 20-12-1969 με την πρώτη εκκαλούσα-εφεσίβλητη, Π. Τ., από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, το Μ. και τον Α. (2ο και 3ο των εκκαλούντων-εφεσιβλήτων) που γεννήθηκαν το έτος 1970 και 1972 αντίστοιχα. Περαιτέρω αυτός προέβη στην περίφραξη των επιδίκων και μερίμνησε για τη σύνδεση τους με το δίκτυο ηλεκτροδότησης και ύδρευσης, δεδομένου ότι τότε η περιοχή της ..., όπου βρίσκονται αυτά δεν είχε ενταχθεί στο σχέδιο πόλεως (εντάχθηκε αργότερα, κατά το 1978) και δεν εμφάνιζε οικιστική ανάπτυξη. Έτσι, ο Σ. Τ., ο οποίος διατηρούσε μαζί με τον αδελφό του Ν. Τ., επιχείρηση επισκευής και πώλησης μοτοποδηλάτων, πιστεύοντας ότι έχει καταστεί κύριος των επιδίκων ακινήτων, υποβλήθηκε σε δαπάνες, για τις ως άνω εργασίες επισκευής και εξωραϊσμού τους, αλλά και για την ανέγερση της νέας οικίας του. Ωστόσο, ο Νομάρχης Έβρου, μετά την από 25-4-1977 γνωμοδότηση της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων Νομαρχίας Έβρου, με τις υπ' αριθμ. Υ 4899/5-5-1977 και Υ 4904/5-5-1977 αποφάσεις του, ανακάλεσε τις προαναφερόμενες αποφάσεις του για την εκποίηση των επιδίκων προς τους Μ. και Σ. Τ., από τους οποίους ο πρώτος είχε ήδη αποβιώσει από τις 29-12-1974, κατείχε δε και τα δύο επίδικα ακίνητα ο Σ. Τ., ως παραχωρησιούχος και νέος κύριος, αντίστοιχα αυτών. Ακολούθως, με τις υπ' αριθμ. Α 12194/912/17-5-1977 και Α 12197/17-5-1977 αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών, οι οποίες μεταγράφηκαν στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης, στον τόμο ... και με αύξοντες αριθμούς 291 και 294, ανακλήθηκαν τα ως άνω παραχωρητήρια με την αιτιολογία ότι: α) πριν από την έκδοση τους δεν τηρήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του ΝΔ 1154/1972, δηλαδή δεν εκδόθηκε απόφαση της ειδικής από Υπουργούς Επιτροπής, β) το τίμημα εκποιήσεως τους είναι σημαντικά κατώτερο της πραγματικής αξίας που είχαν αυτά κατά τον χρόνο που έγινε η παραχώρησή τους και επιπλέον μόνον ως προς το παραχωρηθέν στο Σ. Τ. υπ' αριθμ. 3 τμήμα, δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του παραχωρησιούχου η προϋπόθεση του νόμου, κατά την οποία έπρεπε να είναι μη ομολογουμένως εύπορος. Η ως άνω, κατ' εξαίρεση, χωρίς δημοπρασία, εκποίηση των επιδίκων ακινήτων προς τον άμεσο δικαιοπάροχο των εκκαλούντων-εφεσιβλήτων και τον Μ. Τ., η οποία έγινε κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 97 του ΠΔ της 11/12-11-1929, σχετίζεται προς τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του Κράτους και η γενόμενη με αυτή παραχώρηση αποτελεί σύμβαση αστικής φύσεως, η οποία φέρει μεν τον νομικό χαρακτήρα της αγοραπωλησίας πλην, όμως, τελεί υπό ειδικές συνθήκες και συνάπτεται με ειδική διοικητική διαδικασία, παρεκκλίνουσα από τους κανόνες του Αστικού Δικαίου, η οποία μπορεί να ελεγχθεί, σε περίπτωση, δε, μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την έκδοση του σχετικού πωλητηρίου να ανακληθεί αυτό, ακόμη και αν έχει μεταγραφεί. Έτσι για το νομότυπο της εκποίησης ήταν αναγκαίο να προηγηθεί η έκδοση σχετικής αποφάσεως της προβλεπόμενης από την ισχύουσα τότε διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 του ΝΔ 1154/1972 ειδικής από Υπουργούς Επιτροπής περί του ότι τα υπό εκποίηση ακίνητα δεν ήταν αναγκαία για την εξυπηρέτηση κρατικών αναγκών. Τέτοια απόφαση, όμως, δεν προκύπτει ότι εκδόθηκε πριν από την έκδοση των νομαρχιακών αποφάσεων, με βάση τις οποίες εκδόθηκαν τα ως άνω πωλητήρια του Υπουργείου Οικονομικών για την πώληση των επιδίκων ακινήτων προς τους άμεσο και απώτερο δικαιοπάροχο των εκκαλούντων-εφεσιβλήτων. Επομένως, παρανόμως εκδόθηκαν οι ως άνω νομαρχιακές αποφάσεις για την εκποίηση των επιδίκων, καθώς και τα με βάση αυτές υπ' αριθμ. 45722/23.8.1972 και 45723/27.7.1972 παραχωρητήρια, λόγω μη τηρήσεως της προαναφερόμενης αναγκαίας διοικητικής διαδικασίας και νομίμως ανακλήθηκαν, για το λόγο αυτό, με τις υπ' αριθμ. ν.4899/5.5.1977 και ν.4904/5-5-1977 αποφάσεις του Νομάρχη Έβρου και τις υπ' αριθμ. Α 12194/912/17-5-1977 και Α 12197/17-5-1977 αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών αντίστοιχα, περίπου τρεις μήνες πριν από τη συμπλήρωση πενταετίας από την έκδοσή τους, η οποία κατά το άρθρο μόνο του α.ν. 261/1968, θεωρείται κατ' ανώτατο όριο εύλογος χρόνος για την ανάκληση των πράξεων της Διοίκησης". Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο έκρινε ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Σ. Μ. Τ. δεν απέκτησε με βάση τους άκυρους αυτούς τίτλους την κυριότητα των επιδίκων και συνακόλουθα ούτε και αυτοί, οι οποίοι συνέχισαν να τα κατέχουν, μετά το θάνατο εκείνου, κατά το έτος 1990 και μέχρι σήμερα. Κατόπιν τούτου απέρριψε την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσειόντων, κατά την κύρια βάση της περί παραγώγου τρόπου κτήσεως κυριότητας επί των επιδίκων, επικυρώνοντας και κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, του με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του νομίμου της ανακλήσεως των ενδίκων, υπ' αριθμ. 45722/23.8.1972 και 45723/27.7.1972 παραχωρητηρίων, αφού αναφέρεται ότι αυτά ανακλήθηκαν προ του οριζομένου ως ευλόγου, με τον Α.Ν 261/1968 χρόνου, με τις πλήρως αιτιολογημένες υπ' αριθμ. Α 12194/912/17-5-1977 και Α 12197/17-5-1977 αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών και αφού προηγήθηκε η έκδοση των αναφερομένων γνωμοδοτήσεων της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων και των οικείων αποφάσεων του Νομάρχη Έβρου. Ενόψει τούτων η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 97 και 73 του από 11/12-11-1929 Προεδρικού Διατάγματος και 1 παρ.2 του Ν. 1154/1972, των οποίων, κατ' εκτίμηση του δικογράφου γίνεται επίκληση και ο υποστηρίζων τα αντίθετα από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ενώ οι προσέτι αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες για το ότι δεν περιλαμβάνει κρίση ως προς το ότι η ανάκληση του παραχωρητηρίου ήταν: α)παράνομη, αφού οι αναιρεσείοντες - ενδιαφερόμενοι στερήθηκαν του δικαιώματος ακροάσεως και β)καταχρηστική, αφού πάνω σ' αυτό θεμελιώθηκαν δικαιώματα των αναιρεσειόντων που ανατρέπονται με την ανάκληση, δεν επιστηρίζουν τον επικαλούμενο, από την προαναφερθείσα διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, ο οποίος ιδρύεται για εκείνα που δέχθηκε (ελλειπώς, ανεπαρκώς, αντιφατικώς) η προσβαλλομένη απόφαση και όχι για εκείνα, για τα οποία παρέλειψε να αποφανθεί. Η από το άρθρο 281 ΑΚ αιτίαση θα επιστήριζε την παραβίαση της διατάξεως του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, εάν είχε γίνει νόμιμη επίκλησή της στα δικαστήρια της ουσίας (υποβολή στο πρωτοβάθμιο και νόμιμη επαναφορά του στο δευτεροβάθμιο - Ολ.ΑΠ 14-15-16/2005), πράγμα το οποίο ούτε στο αναιρετήριο αναφέρεται (ΑΠ 355/2011), ούτε από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης και των εγγράφων της δικογραφίας (εφετήριο - ΑΠ 1261/2007, προτάσεις) προκύπτει (ΑΠ 1217/2011). Τούτο δε γιατί η ένσταση αυτή, που υποβάλλεται και κατά διατάξεων δημόσιας τάξης (Ολ.ΑΠ 33/2005, Ολ.ΑΠ 2/2011), όπως είναι και οι περί αποκαταστάσεως ακτημόνων ή αποδεδειγμένα απόρων, αφορά στην προστασία ιδιωτικών δικαιωμάτων και στην εξυπηρέτηση του ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανώτερου κοινωνικού σκοπού (πρβλ.Ολ.ΑΠ 1520/2010) και συνακόλουθα δεν συντρέχει η περίπτωση του άρθρου 562 παρ.2γ ΚΠολΔ ώστε να μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπάγγελτα, ούτε κάποια από τις δύο άλλες εξαιρετικές περιπτώσεις του ίδιου άρθρου συντρέχει (ΑΠ 1217/2011). Όσον αφορά την αιτίαση περί ελλείψεως ακροάσεως, αυτή και αν ακόμη είχε νόμιμα προταθεί στα δικαστήρια της ουσίας, η σιωπηρή ή ρητή απόρριψη της, δεν θα επιστήριζε κάποιο αναιρετικό λόγο, αφού θα ήταν νόμιμη, καθόσον προαπαιτούμενο της ανάκλησης του παραχωρητηρίου δεν ήταν η προηγούμενη ακρόαση των αναιρεσειόντων. Τούτο δε γιατί αυτό (παραχωρητήριο) δεν εκδίδεται από το Δημόσιο κατά την ενάσκηση της δημόσιας εξουσίας του, δηλαδή εξουσιαστικώς με σκοπό τη θεραπεία δημοσίου συμφέροντος ή την ικανοποίηση δημοσίου σκοπού, αλλά κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, με κριτήρια διαχείρισης της περιουσίας του Δημοσίου και ως εκ τούτου δεν συνιστά ατομική διοικητική πράξη, για την οποία και μόνο προβλέπεται στη διοικητική διαδικασία, το κατά το άρθρο 20 παρ.2 του Συντάγματος δικαίωμα της προηγούμενης ακροάσεως, που κατά το άρθρο 6 του Ν. 2690/1999 περί "Κύρωσης του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας" συνίσταται στη δυνατότητα του διοικουμένου, πριν από την έκδοση δυσμενούς γι' αυτόν διοικητικής πράξεως, να διατυπώσει τις απόψεις του, ύστερα από σχετική κλήση του από το διοικητικό όργανο (πρβλ.ΑΠ 1020/2010). Ενόψει των προεκτεθέντων η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 180 παρ.1 και 183 ΚΠολΔ), τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει, μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987 (ΑΠ 1738/2012, ΑΠ 1651/2011).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.10.2010 αίτηση α) της Α. χας Ν. Τ., β) του Μ. Τ. του Ν. και γ) της Δ. Τ. του Ν., για αναίρεση της υπ' αριθμ.75/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ελεύθερη εκποίηση δημόσιων κτημάτων, κατά το πδ 11/12.11.29 – άρθρ. 97 και 73 – κατάρτιση πωλήσεως με έκδοση παραχωρητηρίου. Εξαιρούνται κτήματα για εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού ή κρατικής ανάγκης, μετά από γνωμοδότηση Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 2 ΠΔ 1154/72. αριθμ. 19 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Η ένσταση 281 ΑΚ. πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να στοιχειοθετείται η παραβίαση αριθμού 8, όταν αποδίδεται παραβίαση για μη απόφανση σε ισχυρισμό. Η ανάκληση παραχωρητηρίου δεν συνιστά ατομική διοικητική πράξη και γιαυτό δεν είναι προαπαιτούμενό της η ακρόαση του διοικουμένου κατά το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος, η οποία προσδιορίζεται στο άρθρο 6 του Ν. 2690/99 περί Κυρώσεως του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.
|
Παραχωρητηρίου ακύρωση
|
Δημόσια κτήματα, Δημόσιο , Παραχωρητηρίου ακύρωση, Διοικητική ατομική πράξη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 191/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Χ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ασημίνα Καούνη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 4007/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαρτίου 2012 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 497/12.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης από τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι αυτή της μη καταβολής του χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως, και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Έτσι, για την καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/11.9.1997 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 και αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και, έτσι, οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμία από τις ως άνω δύο κατηγορίες αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Τέλος, με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι: "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με το ανωτέρω άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους του χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση εξοφλήσεως ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και, συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, πρέπει να εφαρμοσθούν, ως ευμενέστερες γι' αυτούς, οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2.523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... προέκυψαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 30-4-2004 έως 30-9-2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ ήταν οφειλέτης του Δημοσίου και τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του ν. 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή αυτών (χρεών) προς το Δημόσιο, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, καθυστέρησε, για διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από την ημέρα πληρωμής, να καταβάλει στη Α' Δ.Ο.Υ. Περιστερίου, όπου είναι βεβαιωμένα, διάφορα χρέη του προς το Δημόσιο, συνολικού ύψους, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, 212.898,40 ευρώ, όπως τα εν λόγω χρέη αναγράφονται αναλυτικά στο συνημμένο στο πιο κάτω διατακτικό πίνακα χρεών της ως άνω Δ.Ο.Υ. (αρ. ειδ. βιβλίου 54/2006), κατά ποσό, αριθμό δόσεων και χρόνο καταβολής της κάθε δόσης, ο οποίος (πίνακας) συνοδεύει την από 30-10-2006 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της ίδιας ως άνω Δ.Ο.Υ. αποτελώντας αναπόσπαστο τμήμα αυτής καθώς της παρούσας απόφασης. Κατόπιν τούτων, πρέπει ο κατηγορούμενος, να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο". Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, για το οποίο πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 25§§1 γ, 7, 8 ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 23§1 ν. 2523/1997 και άρθρο 34§§1, 2, 3 ν. 3220/2004, και στη διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ, που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, προσδιορίζεται η αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών (Α' Δ.Ο.Υ. Περιστερίου), το ύψος των χρεών, ο τρόπος πληρωμής τους (σε 3 διμηνιαίες δόσεις το πρώτο, από το οποίο είχε ήδη καταβληθεί η πρώτη δόση, από 89.751,88 € συνολικά, με ημερομηνία λήξεως της δεύτερης δόσεως την 31.10.2003 και της τρίτης την 31.12.2003, και εφάπαξ τα λοιπά) και ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί το καθένα, ο οποίος, θεωρούμενος και χρόνος τελέσεως κάθε μερικότερης πράξεως, ενέπιπτε για όλα τα χρέη στο κράτος ισχύος του ν. 3220/2004. Εξειδικεύεται δε στον πίνακα το είδος κάθε χρέους, καθώς και ότι το πρώτο χρέος, το οποίο βεβαιώθηκε το έτος 2003 και είχε καταστεί απαιτητό στις 31.12.2003 (πριν, δηλαδή, από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου) υπερβαίνει το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2.523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), αφού αυτό ανέρχεται, όπως αναφέρθηκε, σε 89.751,88 €, ήτοι πλέον των 10.000 €, το δε συνολικό χρέος για ολόκληρο το επίδικο χρονικό διάστημα υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, καθώς και ότι τα εν λόγω χρέη δεν καταβλήθηκαν μέσα στη νόμιμη προθεσμία των τεσσάρων μηνών. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Σαφώς και ορθώς το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δέχθηκε ότι η ένδικη πράξη και για το ως άνω χρέος των 89.751,88 € τελέσθηκε υπό το κράτος της ισχύος του ν. 3220/2004, αφού ναι μεν η τρίτη δόση του χρέους αυτού ήταν καταβλητέα την 31.12.2003, πλην αμέσως μετά άρχισε να ισχύει ο νέος και ευμενέστερος νόμος, για τον οποίο λόγο και χρόνος τελέσεως της μερικότερης πράξεως αυτής θεωρήθηκε, για ολόκληρο το χρέος, η 30.4.2004, οπότε παρήλθε το τετράμηνο. Καμιά δε επιρροή δεν ασκεί το γεγονός ότι είχε ήδη καταβληθεί η πρώτη δόση του χρέους, αφού και πάλι το ποσό που απέμενε υπερέβαινε τα 10.000 ευρώ. β) Το γεγονός αν τα μερικότερα χρέη, για την μη καταβολή των οποίων καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, αποτελούν μερικότερες πράξεις κατ' εξακολούθηση εγκλήματος ή ενιαίο έγκλημα δεν ασκεί επιρροή, καθόσον και για το χρέος, του οποίου η τρίτη δόση ήταν καταβλητέα στις 31.12.2003, εφαρμόσθηκε (και ορθώς, όπως αναφέρθηκε) ο ν. 3220/2004, ενώ για το σύνολο των χρεών επιβλήθηκε μια ποινή, δεν τίθεται δε ζήτημα παραγραφής κάποιας από τις μερικότερες πράξεις, γιατί για καμιά από αυτές μέχρι την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (23.1.2012) δεν παρήλθε οκταετία. γ) Όπως αναφέρθηκε, το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο με το διατακτικό, το οποίο, στην παρούσα περίπτωση, περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ενδίκου εγκλήματος, τοσούτω μάλλον, καθόσον σ' αυτό παρατίθεται και ο πίνακας των χρεών, ο οποίος περιέχει όλα τα νόμιμα στοιχεία, και έτσι ήταν περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της αποφάσεως. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16 Μαρτίου 2012 (με αριθ. πρωτ. 2191/2012) αίτηση (δήλωση) του Ι. Χ. του Β., για αναίρεση της υπ' αριθ. 4007/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ εξακολούθηση υπό το κράτος της ισχύος του ν. 3220/2004. Ορθώς εφαρμόσθηκε ο νεότερος νόμος και για χρέος άνω των 10.000 ευρώ, του οποίου η τελευταία δόση ήταν καταβλητέα στις 31.12.2003. Απόρριψη αιτήσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή.
| 0
|
Αριθμός 188/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Βάρλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., την οποία ανακάλεσε και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λιδωρίκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/6/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2007 μη οριστική, 171/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 25/2010 του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Χίου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/6/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 26/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192 αρ. 1, 1194 και 1198 ΑΚ προκύπτει, ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, ύστερα από συμφωνία, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση, με τον τρόπο αυτό, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι εκείνος που συμφώνησε την μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ προκύπτει, ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Τα επίδικα εδαφικά τμήματα που βρίσκονται στη θέση … του Δήμου …, είναι τα εξής: Α. Εδαφικό τμήμα επιφάνειας 349,98 τ.μ (μακρόστενο), που συνορεύει βόρεια σε πλευρά 66,80 μέτρων με την υπόλοιπη, μη αμφισβητούμενη ιδιοκτησία του ενάγοντος, νότια επί πλευράς 69,39μ. με την υπόλοιπη, μη αμφισβητούμενη ιδιοκτησία του εναγομένου, ανατολικά επί πλευράς 3,50 μέτρων με ιδιοκτησία εναγομένου και δυτικά επί πλευράς 10 μ. εν μέρει με το δεύτερο επίδικο τμήμα και εν μέρει με ιδιοκτησία ενάγοντος. Για το εδαφικό αυτό τμήμα ερίζουν οι διάδικοι ισχυριζόμενοι ο καθένας ότι αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας του και ότι περιλαμβάνεται στους δικούς του τίτλους κυριότητος. Όσον αφορά τους τίτλους του ενάγοντος, παρουσιάζουν σοβαρές αποκλίσεις μεταξύ τους, έτσι ώστε να μην παρέχουν ασφαλές κριτήριο για το εάν το επίδικο αυτό τμήμα περιλαμβάνεται ή όχι στο ακίνητο του οποίου έγινε παραγώγως κύριος ο ενάγων, αφού σύμφωνα με τον αρχικό τίτλο του δικαιοπαρόχου του το ακίνητο του οποίου φέρεται να αποτελεί τμήμα το επίδικο, είχε έκταση 1.320 τ.μ., ενώ σήμερα εμφανίζεται να έχει έκταση 4.051,26 τ.μ. Ειδικότερα, ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος Ζ. Τ. απέκτησε με το υπ' αριθμ…/1942 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χίου Κ. Βασιλειάδη που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από τον αληθή κύριο Ι. Β., ένα ακίνητο στη θέση …, εκτάσεως 4 οργυιών ή 1.320 τ.μ. (4 Χ 330 τ.μ), το οποίο στο συμβόλαιο περιγράφεται ως "χωράφιον αποτελούμενον εξ επτά τεμαχίων". Στη συνέχεια ο εν λόγω Ζ. Τ., με το υπ' αριθμ…/1973 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χίου Π. Γανιάρη που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε και μεταβίβασε τα 2/3 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου στους Ι. Σ. και Γ. Ι. Σ. και με το υπ' αριθμ…/1973 συμβόλαιο (που συντάχθηκε την ίδια ημέρα) του ίδιου συμβολαιογράφου, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε και μεταβίβασε το υπόλοιπο 1/3 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου στο Φ. Μ.. Στα παραπάνω δύο συμβόλαια του έτους 1973 αναφέρεται ότι το ακίνητο, εκτάσεως 4 οργιών κατά τον προηγούμενο τίτλο του, κατόπιν καταμέτρησης που έγινε από το μηχανικό Ν. Σ. ο οποίος εκπόνησε και αναλυτικό σχεδιάγραμμα που προσαρτήθηκε στα δύο συμβόλαιο, βρέθηκε να έχει έκταση 3.948,30 τ.μ., περιγράφεται δε στα συμβόλαιο αυτά ως "αγρός αποτελούμενος εξ επτά (7) βαθμίδων και του συνεχόμενου βραχώδους ακαλλιέργητου πρανούς". Παρά το γεγονός όμως ότι το ακίνητο καταμετρήθηκε από μηχανικό και συντάχθηκε τοπογραφικό διάγραμμα, τρία χρόνια μετά τη σύνταξη των παραπάνω συμβολαίων οι συμβληθέντες σ' αυτά προέβησαν στη σύνταξη της υπ' αριθμ…/1976 διορθωτικής πράξης του ίδιου συμβολαιογράφου Π. Γανιάρη που μεταγράφηκε νόμιμα, σύμφωνα με την οποία το ίδιο ακίνητο μετά από νεότερη καταμέτρηση από τον πολιτικό μηχανικό Σ. Λ. βρέθηκε να έχει έκταση 4.225 τ.μ. Το έτος 1981, δυνάμει του υπ' αριθμ…/1981 πωλητήριου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλλιμασιάς Χίου Γ. Επιτροπάκη που μεταγράφηκε νόμιμα, οι προαναφερόμενοι συγκύριοι μεταβίβασαν προς τον ενάγοντα το εν λόγω ακίνητο, αναφέροντας στο συμβόλαιο ότι έχει έκταση 4.225 5.μ., ενώ ο ενάγων με δήλωσή του στο ακροατήριο του πρωτόδικου Δικαστηρίου διευκρίνισε ότι, κατόπιν νεότερης καταμέτρησης, το ακίνητό του έχει έκταση 4.051,26 τ.μ. Εκτός από τα συμβόλαια, ωστόσο, προσκομίζονται από τους διαδίκους και φωτογραφίες των επιδίκων από τις οποίες - και ιδίως από τη σειρά φωτογραφιών που προσκομίζει ο εναγόμενος, πολλές από τις οποίες έχουν ληφθεί σε ανύποπτο χρόνο και δεν αμφισβητείται η γνησιότητά τους -, προκύπτουν τα εξής στοιχεία: α) Το επίδικο εδαφικό τμήμα των 349,98 τ.μ. βρίσκεται σε σημαντικά ψηλότερο επίπεδο από την υπόλοιπη μη αμφισβητούμενη ιδιοκτησία του ενάγοντος από την οποία χωρίζεται με πρανές, εν πολλοίς βραχώδες και απότομο ύψους 3-4 μέτρων, που δεν επιτρέπει την επικοινωνία μεταξύ του ακινήτου του ενάγοντος και του επίδικου τμήματος ... Με (βάση) τα δεδομένα, τα οποία επιβεβαιώνουν τόσο οι μάρτυρες του εναγομένου όσο και ο πραγματογνώμονας, το Δικαστήριο (συνεχίζοντας, δέχεται, ότι) οδηγείται στην κρίση ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα εμβαδού 349,98 τ.μ. αποτελεί τμήμα του ακινήτου του εναγομένου και όχι του ενάγοντος. Εξάλλου, (το Εφετείο δέχτηκε) ότι δεν αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων ή οι δικαιοπάροχοί του διενεργούσαν ποτέ συγκεκριμένες διακατοχικές πράξεις στο συγκεκριμένο επίδικο εδαφικό τμήμα, ώστε να αποκτήσει ο ενάγων κυριότητα επ' αυτού με έκτακτη χρησικτησία". Ενώ, δέχτηκε, περαιτέρω (το Εφετείο) και ότι: "Β) Το δεύτερο επίδικο είναι μία εδαφική λωρίδα μήκους 55 περίπου μέτρων και πλάτους περίπου 4 μέτρων, η οποία, όπως και ο ενάγων ομολογεί στην αγωγή του, συνορεύει δυτικά με την υπάρχουσα αγροτική οδό, της οποίας αποτελεί φυσική συνέχεια, όπως προκύπτει με σαφήνεια από τις φωτογραφίες που προσκομίζουν και οι δύο διάδικες πλευρές. Η εδαφική αυτή λωρίδα, την οποία ισχυρίζεται ο ενάγων ότι διαμόρφωσε σε δρόμο ο εναγόμενος το Δεκέμβριο του 2002, έχει διαμορφωθεί σε δρόμο από το έτος 1974 από τους άνδρες του Ελληνικού Στρατού, που, λόγω της τότε Ελληνοτουρκικής κρίσης είχαν κατασκευάσει οχυρωματικό έργο μέσα στο ακίνητο του εναγομένου, καθώς η περιοχή του βρίσκεται απέναντι από τα τουρκικά παράλια (για την ύπαρξη του στρατιωτικού έργου μέσα στο ακίνητο του εναγομένου βλ. το υπ' αριθμ. Φ 834/12-10-1999 έγγραφο της 96 ΑΔΤΕ, 3ο Επιτελικό Γραφείο). Για την κατασκευή του έργου αυτού - και άλλων στην περιοχή - τα στρατιωτικά αυτοκίνητα διέρχονταν από τον επίμαχο δρόμο, ο οποίος έχει σήμερα την ίδια μορφή που είχε αφότου διαμορφώθηκε. Για το περιστατικό αυτό, ότι δηλαδή η επίδικη λωρίδα είναι διαμορφωμένη σε δρόμο από το 1974 και ότι δημιουργήθηκε για την εξυπηρέτηση των αναγκών του στρατού, καταθέτουν μετά λόγου γνώσεως όλοι οι μάρτυρες του εναγομένου. Αλλά και ο εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτόδικου Δικαστηρίου μάρτυρας του ενάγοντος Ε. Κ. (γαμβρός του ενάγοντος), ενώ καταθέτει ότι το επίδικο "ήταν ένα στενό δρομάκι και το άνοιξε" (ο εναγόμενος), στη συνέχεια επιβεβαιώνει ότι "αυτό το δρομάκι, πρέπει να εξυπηρετούσε το στρατό το 1974". Κατέληξε δε το Εφετείο στην κρίση, ότι εφόσον (το δεύτερο αυτό τμήμα) εξυπηρετούσε, το στρατό δεν θα μπορούσε να είναι "στενό δρομάκι" αλλά δρόμος πρόσφορος για τη διέλευση στρατιωτικών οχημάτων ... (και) ότι, επομένως, ο εναγόμενος δεν προέβη σε οποιαδήποτε επέμβαση επί της δεύτερης εδαφικής λωρίδας εμβαδού 201,49 τ.μ. (που βρίσκεται εκτός της περίφραξης του ακινήτου του), αλλά (ότι) η επίμαχη λωρίδα ήταν διαμορφωμένη σε δρόμο εδώ και τριάντα και πλέον χρόνια". Δέχτηκε, μάλιστα, το Εφετείο, ότι "και ο ενάγων (από παραδρομή αναφέρεται ως "εναγόμενος"), αφότου απέκτησε το ακίνητό του το έτος 1981, χρησιμοποιεί τον ίδιο δρόμο για να επικοινωνεί με το δημόσιο δρόμο της …, δεδομένου ότι το ακίνητό του δεν επικοινωνεί από άλλη πλευρά του με δρόμο κατάλληλο για την εξυπηρέτηση των αναγκών του". Δηλαδή το Εφετείο δέχτηκε - όπως προκύπτει από τις προμνημονευθείσες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασή του -, ότι το δεύτερο εδαφικό τμήμα, ως έχοντας από το έτος 1974 διαμορφωθεί σε δρόμο - φυσική συνέχεια του υπάρχοντος εκεί αγροτικού δρόμου - δεν μεταβιβάστηκε - ούτε αυτό - στον αναιρεσείοντα (ενάγοντα) το έτος 1981 με το μεταβιβαστικό πιο πάνω συμβόλαιο και ότι αυτός - αναιρεσείων - δεν νεμήθηκε ποτέ (και) το εδαφικό αυτό τμήμα, αφού το χρησιμοποιούσε - και αυτός - ως δρόμο κοινόχρηστο για την εξυπηρέτηση των αναγκών του. Έκρινε, δηλαδή, το Εφετείο, ότι ο αναιρεσείων δεν απέκτησε την κυριότητα των επίδικων τμημάτων ούτε με το επικαλούμενο …/16.7.1981 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλλιμασιάς Γεωργίου Επιτροπάκη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί (άρθρα 1033, 1192 αρ.1 και 1198 ΑΚ), ούτε με έκτακτη χρησικτησία (ΑΚ 1045), ήτοι με παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο, που αποτελούσαν τις βάσεις (κύρια και επικουρική) της ένδικης - από 15.6.2005 - διεκδικητικής των επίδικων τμημάτων αγωγής του -αναιρεσείοντος - ακολούθως δε απέρριψε την έφεσή του κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ για κτήση κυριότητας ακινήτου με παράγωγο τρόπο ή τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ούτε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 966 και 967 ΑΚ, που αναφέρονται στα πράγματα εκτός συναλλαγής και στα κοινόχρηστα που επικαλείται ο αναιρεσείων αναφορικά με το δεύτερο επίδικο τμήμα, τις οποίες το Εφετείο δεν εφάρμοσε, εφόσον το Εφετείο απέρριψε την αγωγή - και ως προς το τμήμα αυτό - γιατί δεν αποδείχθηκαν τα θεμελιωτικά των βάσεων αυτής - κύριας και επικουρικής - πραγματικά περιστατικά και όχι διότι - αναφορικά με το δεύτερο επίδικο τμήμα - δέχτηκε τάχα ένσταση του εναγομένου, ότι το επίδικο αυτό τμήμα, αποτελεί δρόμο κοινόχρηστο κατ' άρθρα 966 και 967 ΑΚ - όπως αβάσιμο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται -, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της μη απόκτησης από τον ήδη αναιρεσείοντα ενάγοντα της κυριότητάς των με τον παράγωγο πιο πάνω τρόπο και επικουρικά με τον πρωτότυπο της έκτακτης χρησικτησίας, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή μη εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ που αναφέρθηκαν και συνεπώς οι λόγοι αναίρεσης, δεύτερος από τον αριθμό 1 και τρίτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες και τα δικαστικά τεκμήρια, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 390 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν. Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στη δεύτερη απ' αυτές, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (Ολ. ΑΠ 8/2005, 848/1981, 111/1981). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης διεκδικητικής των επίδικων τμημάτων ακινήτου αγωγής, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, α) την από 5.3.2008 έκθεση αυτοψίας πραγματογνωμοσύνης του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ. Μ., καθώς και το συνημμένο σ' αυτήν από Απριλίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου ως άνω μηχανικού, όπως αυτό ενημερώθηκε από αυτόν την 5.3.2008 και β) την από 20.10.2009 βεβαίωση -τεχνική έκθεση του ίδιου ως άνω μηχανικού, καθώς και τα συνημμένα σ' αυτήν και κατάλληλα προσαρμοσμένα μεταξύ τους από 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου ως άνω μηχανικού και από 1976 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Λ., καθώς και από 1973 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ν. Σ., δηλαδή γνωμοδοτήσεις με την έννοια της διάταξης του άρθρου 390 ΚΠολΔ και επομένως έγγραφα, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον και του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και του Εφετείου με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη της ένδικης διεκδικητικής των επίδικων τμημάτων ακινήτου αγωγής του. Ο ερευνώμενος αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα έγγραφα τα οποία και πάλιν προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι" σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικού του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ο οποίος ηττάται, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.6.2010 αίτηση του Γ. Κ. του Ι. για αναίρεση της 25/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγίου (Μεταβατική έδρα Χίου).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόκτηση κυριότητας ακινήτου παραγώγως, ύστερα από συμφωνία και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία. Λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Περιστατικά. Λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Οι γνωμοδοτήσεις του άρθρου 390 Κ.Πολ.Δ. δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα.
|
Χρησικτησία έκτακτη
|
Έγγραφα, Χρησικτησία έκτακτη.
| 0
|
Αριθμός 187/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Σ. του Ν. , 2) Ν. Σ. του Χ. , 3) Σ. Σ. του Χ. , 4) Ν. Σ. του Σ. , και 5) Χ. Σ. του Σ. , κατοίκων ... , που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μαυρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Γ. συζ. Π. , το γένος Ν. Σ. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γ. Θεοδωράτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/1993 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2005 του ιδίου Δικαστηρίου και 179/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/10/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 26/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 138, 139, 180, 211 και 214 ΑΚ προκύπτουν τα εξής: Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά αποκαλείται εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε. Εικονική είναι λοιπόν η δήλωση βούληση, η οποία σε γνώση του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Εικονική δε μπορεί να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία αλλά και σε σύμβαση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος, αν δε ο δηλών είναι άμεσος αντιπρόσωπος άλλου, εικονική είναι η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του αντιπροσώπου και όχι του αντιπροσωπευομένου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα (ΑΠ 633/2006 ΕλλΔνη 47.1025-1026). Στην περίπτωση, δηλαδή, εικονικότητας μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία κατά το χρόνο ως κατάρτισής της όλων που έχουν συμβληθεί, ότι η σύμβαση που καταρτίστηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Για την εικονικότητα δηλαδή της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται, που σημαίνει ότι δεν είναι ανάγκη να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία (ΑΠ 713/2006, ΑΠ 1247/2003). Προκειμένου, ειδικότερα, περί πώλησης, ουσιώδη στοιχεία της οποίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ, είναι το πράγμα, το τίμημα και η περί τούτων συμφωνία, η έλλειψη δε και ενός εκ των στοιχείων αυτών την καθιστά άκυρη, το τίμημα, ήτοι η αντιπαροχή που οφείλεται από τον αγοραστή για την παροχή του πράγματος ή του δικαιώματος, πρέπει να είναι αληθινό, δηλαδή η περί αυτού συμφωνία να είναι ειλικρινής και σπουδαία, διότι ναι μεν η μη καταβολή του δεν επηρεάζει το κύρος της σύμβασης, αφού η ενοχή προς καταβολή του μπορεί να αφεθεί ή κατ' άλλο τρόπο να αποσβεσθεί, πλην όμως μπορεί το στοιχεία τούτο, κατά την έρευνα περί της συναλλακτικής πρόθεσης των συμβληθέντων, να αποτελέσει, κατά τις περιστάσεις, τεκμήριο περί της εικονικότητας, και έτσι, εάν η συμφωνία που αφορά το τίμημα έγινε κατά το φαινόμενο μόνο, υπάρχει εικονικότητα κατά την έννοια του άρθρου 138 παρ.1 ΑΚ, η οποία επιφέρει την ακυρότητα της υποσχετικής σύμβασης της πώλησης, κατ' επέκταση δε και της εμπράγματης μεταβιβαστικής της κυριότητας του πωληθέντος πράγματος, εάν αφορά ακίνητο, αφού αυτή κατ' άρθρο 1033 ΑΚ είναι αιτιώδης (ΑΠ 1994/2009 ΕλλΔνη 52.113). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710, 1813 επ., 1846, 1193, 1195 και 1199 ΑΚ προκύπτει, ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική διαδοχή, από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράφει την περί αποδοχής δήλωσή του. Ενώ, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ορίζει, ότι "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που ήδη έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις. Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (βλ. Ολ. ΑΠ 7/2002 ΕλλΔνη 43.681-682). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στην εφαρμοστέα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε. Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν στην εκτίμηση των αποδείξεων (561 παρ.1 ΚΠολΔ) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο Ν. Κ. Σ. , κάτοικος εν ζωή …, πατέρας των (εναγόντων) εκκαλούντων και του πρώτου (εναγομένου) εφεσίβλητου, πενθερός της αρχικής δεύτερης εναγομένης Π. συζ. Χ. Σ. (μετά το θάνατο της οποίας υπεισήλθαν στη θέση της, ως κληρονόμοι της, οι ήδη δεύτερη και τρίτος των εφεσιβλήτων, τέκνα της, και οι τέταρτος και πέμπτη των εφεσιβλήτων, έγγονοί της), ήταν κύριος ενός ακινήτου (κτήματος), εκτάσεως 59.500 περίπου τ.μ..., το οποίο κείται εντός της ζώνης σχεδίου της πόλεως …Κεφαλληνίας, στη θέση … της περιφέρειας του Δήμου .... Ο ανωτέρω, Ν. Σ. , κατά το χρονικά διάστημα από 25 Ιουλίου έως 24 Σεπτεμβρίου 1977, που διήγε το 83ο έτος της ηλικίας του, νοσηλεύτηκε το Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Κεφαλληνίας πάσχων από αρχόμενη γάγγραινα δεξιού άκρου ποδός επί σακχαρώδους διαβητικού υποστρώματος και από βαρειά καρδιακή ανεπάρκεια .... Μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο προσήλθε στις 4.10.1977, κατόπιν προσκλήσεώς του, ο συμβολαιογράφος Αργοστολίου Παντελής Μοντεσάντος στο ευρισκόμενο στη θέση … κρατικό παράπηγμα, όπου διέμενε ο Ν. Σ. , και συνέταξε το υπ' αριθμ. …/4.10.1977 πληρεξούσιο, δυνάμει του οποίου ο τελευταίος παρέσχε προς το γιο του Χ. Σ. , πρώτο εφεσίβλητο, την ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα "να πωλήσει και μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή προς οποιονδήποτε και με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες και τίμημα ήθελε αυτός εγκρίνει" το ανωτέρω ακίνητό του. Στις 6.10.1977, δύο δηλαδή ημέρες μετά τη σύνταξη του παραπάνω πληρεξουσίου, ο πρώτος εφεσίβλητος (και ήδη πρώτος αναιρεσείων), ενεργώντας ως πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος του προαναφερόμενου πατέρα του, μεταβίβασε με το υπ' αριθμ…/6.10.1977 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αχαρνών και Αθηνών Ανδριανής συζύγου Ιωάννου Πασχίδη κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το πιο πάνω ακίνητο προς τη σύζυγό του Π. Σ. (αρχική δεύτερη εναγομένη) αντί τιμήματος 500.000 δραχμών ..... Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχτηκε ότι τα παραπάνω προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε ο Ν. Σ. επηρέαζαν ουσιωδώς τη διανοητική του κατάσταση, με αποτέλεσμα αυτός, κατά τη σύνταξη του ένδικου πληρεξουσίου, να μην έχει ακριβή επίγνωση του περιεχομένου και της ουσίας της επιχειρούμενης δικαιοπραξίας. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο που συντάχτηκε το εν λόγω πληρεξούσιο ο Ν. Σ. είχε συνείδηση των πραττομένων και επίγνωση του ότι με αυτό χορηγεί πληρεξουσιότητα στο γιο του να μεταβιβάσει το ακίνητό του σε οποιονδήποτε τρίτο με οποιοδήποτε τίμημα .... Ενισχυτικό της πεποίθησης ότι ο Ν. Σ. είχε συνείδηση των πραττομένων ... αποτελεί και το ότι ο ίδιος ... είχε χορηγήσει στον πρώτο εφεσίβλητο γιο του Χ. Σ. , με το υπ' αριθμ…/1968 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Ανδρέου-Δημητρίου Τραυλού-Τζανετάτου, μεταξύ άλλων, και την πληρεξουσιότητα "να πωλεί ακίνητα ανήκοντα στον εντολέα του, προς οποιονδήποτε αντί οποιουδήποτε τιμήματος και υπό οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες εγκρίνει ... εισπράττει τιμήματα". Δηλαδή ... είχε χορηγήσει στο γιο του Χ. Σ. το ίδιο δικαίωμα που του χορήγησε και με το επίδικο πληρεξούσιο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ... ο Ν. Σ. επανεισήχθη στο προαναφερόμενο Νοσοκομείο, ότου ... αφού υπέστη ακρωτηριασμό του ενός ποδιού του, τελικώς απεβίωσε στις 20.10.1977...". Δέχτηκε, περαιτέρω, το Εφετείο, "ότι η σύμβαση πωλήσεως, ως τέτοια, είναι εικονική, καθόσον οι συμβληθέντες σύζυγοι δεν απέβλεψαν στην πώληση του υπό κρίση ακινήτου στη δεύτερη εξ αυτών αλλά σε δωρεά του, δηλαδή σε μεταβίβαση της κυριότητάς του σ' αυτήν χωρίς αντάλλαγμα και ότι η δήλωση του πρώτου εναγομένου στο πωλητήριο συμβόλαιο ότι μεταβιβάζει την κυριότητα του διαλαμβανομένου σ' αυτό ακινήτου λόγω πωλήσεως έγινε φαινομενικά και όχι στα σοβαρά, ενώ εξάλλου αποδείχθηκε ότι για τη μεταβίβαση της κυριότητας του εν λόγω ακινήτου στη δεύτερη εναγομένη, αν και αναγράφηκε ότι συμφωνήθηκε τίμημα 500.000 δραχμών, δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε τίμημα από αυτήν, η οποία δεν ήταν σε οικονομική θέση να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό ως τίμημα, διότι ούτε ατομική περιουσία είχε ούτε επάγγελμα άσκησε ποτέ, ούτε είχε ποτέ οποιουσδήποτε χρηματικούς πόρους ή εισοδήματα, ενώ οι γονείς της είχαν πολύ περιορισμένους χρηματικούς πόρους και δεν συνέστησαν υπέρ αυτής προίκα ούτε της έδωσαν ποτέ χρήματα. Εξάλλου το αναγραφέν στο πωλητήριο συμβόλαιο τίμημα των 500.000 δραχμών ήταν δυσανάλογα μικρό σε σχέση προς την έκταση (60 στρέμματα) και τη θέση (εντός της ζώνης του σχεδίου πόλεως …) του επίδικου ακινήτου. Ενισχυτικό επίσης στοιχείο ότι η .... Σύμβαση πωλήσεως είναι εικονική και ότι υπ' αυτήν υποκρύπτεται σύμβαση δωρεάς, είναι το γεγονός ότι η συντάξασα το επίδικο συμβόλαιο συμβολαιογράφος αναφέρει σ' αυτό χαρακτηριστικά για το τίμημα ότι "κατεβλήθη πρότερον εκτός του γραφείου και της παρουσίας μου και ουχί ενώπιόν μου, ως μοι εδήλωσαν οι συμβαλλόμενοι αμφότεροι". Εξάλλου, μετά το θάνατο του τελευταίου δεν ανευρέθησαν χρήματα, όπως λογικά έπρεπε να έχει συμβεί εάν αυτός είχε εισπράξει τίμημα 500.000 δρχ. από την πώληση του άνω ακινήτου, ενώ το γεγονός ότι οι εναγόμενοι, ολίγον προ του θανάτου του, είχαν προβεί σε ανέγερση κατοικίας, συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι δεν διέθεταν επαρκείς χρηματικούς πόρους ενόψει και της προπεριγραφείσης οικονομικής καταστάσεως της δεύτερης εξ αυτών για να προβούν στην αγορά του ακινήτου. Η εικονικότητα επίσης της ανωτέρω συμβάσεως πωλήσεως ενισχύεται και από το ότι οι εναγόμενοι, ενώ ήσαν κάτοικοι … όπου βρίσκεται και το επίδικο ακίνητο, δεν προέβησαν στην κατάρτιση του πωλητήριου συμβολαίου σε συμβολαιογράφο του …, αλλά κατάρτισαν αυτό ενώπιον συμβολαιογράφου …, για να αποφύγουν προφανώς τις αντιδράσεις που θα προκαλούσε η ενέργειά τους αυτή όταν τα υπόλοιπα τέκνα του Ν. Σ. τη μάθαιναν. Άλλωστε, αν ο τελευταίος ήθελε να πωλήσει το ακίνητό του στη δεύτερη εναγομένη, σύζυγο του γιου του, δεν θα προέβαινε σε χορήγηση πληρεξουσιότητας σ' αυτόν αλλά θα προέβαινε απευθείας ο ίδιος στην πώλησή του σ' αυτήν, για να αποφύγει και τις περιττές ενέργειες αλλά και τα έξοδα για τη σύνταξη του πληρεξούσιου εγγράφου. Τέλος, ο Ν. Σ. δεν είχε λόγο να πάρει χρήματα από τα παιδιά του, καθόσον ο ίδιος και περιουσία διέθετε αλλά και σύνταξη ελάμβανε και δωρεά νοσηλεία είχε από τον ΟΓΑ, ενώ τα έξοδα διαβίωσή τους ήτα ελάχιστα". Επιπροσθέτως, το Εφετείο δέχτηκε, ότι: "Από το περιεχόμενο του υπ' αριθμ…/1977 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ευθέως προκύπτει ότι ο πρώτος εφεσίβλητος Χ. Σ. δεν είχε εντολή ή εξουσιοδότηση να συνάψει σύμβαση δωρεάς του επίδικου ακινήτου με τη δεύτερη εναγομένη σύζυγό του, αλλά ούτε και οι εφεσίβλητοι προσκομίζουν ή επικαλούνται οποιοδήποτε συμβολαιογραφικό έγγραφο από το οποίο να προκύπτει έγκριση του Ν. Σ. της δωρεάς του ακινήτου προς τη δεύτερη εναγομένη Π. σύζ. Χ. Σ. ". Τέλος, το Εφετείο δέχτηκε, ότι: "Η ένδικη αγωγή, για την αναγνώριση της ακυρότητας της επίδικης συμβάσεως πωλήσεως, που καταρτίσθηκε με το …/1977 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αχαρνών και Αθηνών Ανδριανής Πασχίδη, ασκήθηκε μετά παρέλευση 16 περίπου ετών από την κατάρτιση της χωρίς κατά το χρονικό αυτό διάστημα οι (εκκαλούντες) ενάγοντες να προβούν σε οποιαδήποτε άλλη δικαστική ενέργεια κατά των συμβληθέντων συζύγων και να αμφισβητήσουν το κύρος της πωλήσεως. Αντιθέτως, αν και γνώριζαν ότι η αδελφή τους Α. Χ. είχε ασκήσει κατά των εναγομένων την από 3.1.1983 αγωγή της που είχε ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με την υπό κρίση αγωγή (και η οποία τελικώς απορρίφθηκε αμετακλήτως το έτος 1995), δεν άσκησαν παρέμβαση υπέρ της ανωτέρω ενάγουσας αδελφής τους ούτε στον πρώτο, αλλά ούτε και στο δεύτερο βαθμό. Στις 15 Μαρτίου 1980 η αρχική δεύτερη εναγομένη Π. συζ. Χ. Σ. , μεταβίβασε, αιτία πωλήσεως, δυνάμει του υπ' αριθμ…/1980 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Νίκης Κυριακάτου-Ρασσιά έκταση 4.050 τ.μ. από το επίδικο ακίνητο των 59,5 περίπου στρεμμάτων στους αδελφούς Γ. Α. και Σ. Α. , οι οποίοι, αφού περιέφραξαν την πωληθείσα σ' αυτούς έκταση με συρματόπλεγμα ανήγειραν εντός αυτής το έτος 1988 με την …/1988 οικοδομική άδεια του Τμήματος Πολεοδομίας της Νομαρχίας Κεφαλληνίας δύο οικοδομές, κάθε μια από τις οποίες έχει έκταση 100 περίπου τετρ. μέτρων. Κατά την κατάρτιση του υπ' αριθμ…/1980 πωλητήριου συμβολαίου εμφανίσθηκε στο συμβολαιογράφο ο δεύτερος ενάγων Κ. Σ. , ο οποίος μετέσχε (στη σύμβαση) ως εκ τρίτου συμβληθείς (μαζί με τους αδελφούς του Χ. Σ. - δηλαδή τον πρώτο εναγόμενο - και Γ. Σ. ) και δήλωσε ότι αναγνωρίζει ως έγκυρη και ισχυρή την ανωτέρω σύμβαση πωλήσεως καθώς και τους τίτλους κτήσεως της πωλήτριας, δηλαδή το επίδικο …/1977 πωλητήριο συμβόλαιο και συνακόλουθα το υπ' αριθμ. …/1977 πληρεξούσιο και ότι παραιτείται παντός δικαιώματος προσβολής αυτής από οποιονδήποτε λόγο. Εξάλλου κατά το έτος 1984 μεταβίβασε με τα υπ' αριθμ… και …/27.7.1984 συμβόλαια γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Σαμαίων Βασιλείου Δρακουλόγκωνα στα τέκνα του δύο ακίνητα της ιδιοκτησίας του, όμορα προς την επίδικη έκταση των εξήντα (60) στρεμμάτων, δηλώνοντας στο συμβολαιογράφο, που καταχώρισε τη σχετική του δήλωση στο συνταχθέν συμβόλαιο, ότι τα μεταβιβαζόμενα ακίνητα συνορεύουν μεσημβρινώς με ιδιοκτησία αδελφών Α. , αναγνωρίζοντας, έτσι, εμμέσως (μετά την άμεση αναγνώριση στον ανωτέρω συμβολαιογραφικό τίτλο) ως έγκυρη τη σύμβαση πωλήσεως της εκτάσεως των 4.050 τ.μ. στην οποία προέβη η Π. Σ. ως κυρία της μείζονος εκτάσεως των 59,5 στρεμμάτων. Αλλά ούτε και κατά την περίφραξη της εκτάσεως από τους αδελφούς Α. και κατά την κατασκευή των οικοδομών από αυτούς προέβαλε οποιοδήποτε δικαίωμα συγκυριότητας επ' αυτής ούτε και ζήτησε να διακοπούν οι οικοδομικές εργασίες, παρά το γεγονός ότι κατοικούσε με την οικογένειά του σε οικία που βρίσκεται σε επαφή με το επίδικο ακίνητο και αντιλαμβανόταν ευχερώς την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών. Ο δεύτερος των εναγόντων Κ. Σ. ισχυρίσθηκε με τις προτάσεις του της μετ' απόδειξη συζήτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι η δήλωσή του περί αναγνωρίσεως ως ισχυρής της συμβάσεως πωλήσεως τμήματος του επιδίκου στους αδελφούς Α. καθώς και των τίτλων κτήσεως της πωλήτριας Π. Σ. είναι προϊόν απειλής "κατά τα ειδικότερα στην αγωγή διαλαμβανόμενα". Ανεξαρτήτως όμως της αοριστίας του ανωτέρω ισχυρισμού του, δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο ότι ο ανωτέρω ενάγων απειλήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από τους εναγομένους για να προβεί στην ως άνω δήλωσή του. Αντιθέτως από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από τους εφεσίβλητους αντίγραφο του από 22.10.1995 κλητηρίου θεσπίσματος προκύπτει ότι ο ίδιος ο ενάγων είχε παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αργοστολίου για τις αξιόποινες πράξεις της εξυβρίσεως λόγω και έργω, της απειλής και της βλασφημίας εις βάρος του πρώτου εφεσίβλητου Χ. Σ. και ότι τελικώς έπαυσε η ποινική δίωξη κατ' αυτού για τις δύο πρώτες αξιόποινες πράξεις λόγω ανακλήσεως της εγκλήσεως από τον φερόμενο ως παθόντα. Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν συνάγεται σαφώς, ότι εκτός από την αδράνεια για χρονικό διάστημα 16 ετών του δεύτερου ενάγοντος Κ. Σ. να ασκήσει το ένδικο δικαίωμά του για αναγνώριση της ακυρότητας της συμβάσεως δωρεάς προς τη δεύτερη εναγομένη Π. Σ. (που υποκρυπτόταν υπό την εικονική σύμβαση πωλήσεως) ελλείψει σχετικής πληρεξουσιότητας του πρώτου εναγόμενου συζύγου της, συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση οι ειδικές εκείνες περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του ανωτέρω δικαιούχου και οι οποίες διαμόρφωσαν και παγίωσαν την κατάσταση, ότι δεν πρόκειται να ασκήσει αυτός το επίδικο δικαίωμά του, με αποτέλεσμα η μεταβολή της συμπεριφοράς του και η επιδίωξη ανατροπής της διαμορφωθείσας κατάστασης να προκαλεί δυσμενείς επιπτώσεις για τα συμφέροντα των υπόχρεων εναγομένων και να καθιστά την άσκηση του υπό κρίση δικαιώματος μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη. Ειδικότερα με τη δήλωσή του στο υπ' αριθμ…/1980 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Νίκης Κυριακάτου-Ρασσιά ότι αναγνωρίζει ως ισχυρή όχι μόνον την καταρτισθείσα με αυτό σύμβαση πωλήσεως των 4.050 τ.μ. εκ της μείζονος εκτάσεως των 59,5 περίπου στρεμμάτων, αλλά και τους τίτλους κτήσεως της πωλήτριας, δηλαδή το επίδικο (εικονικό) πωλητήριο συμβόλαιο και το υπ' αριθμ…/1977 πληρεξούσιο, δημιούργησε ευλόγως την πεποίθηση στους εναγομένους ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του για αναγνώριση της ακυρότητας της συμβάσεως πωλήσεως των 59,5 στρεμμάτων στη δεύτερη εξ αυτών. Η πεποίθηση τους αυτή ενισχύθηκε και από τη μεταγενέστερη δήλωση του στα υπ' αριθμ…και …/1984 συμβόλαια γονικής παροχής ότι τα μεταβιβασθέντα στα τέκνα του ακίνητα του συνορεύουν μεσημβρινώς με την πωληθείσα στους αδελφούς Α. έκταση, καθώς και από την παράλειψή του να αντιδράσει στην περίφραξη και ανοικοδόμηση της ανωτέρω πωληθείσας έκτασης, παρότι οι ενέργειες αυτές των αγοραστών γίνονταν εν γνώσει του και υπό τα βλέμματά του. Η αναγνώριση δε της ακυρότητας της επίδικης πωλήσεως θα προκαλούσε ιδιαίτερα δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα των εναγομένων και μάλιστα της δεύτερης από αυτούς, η οποία θα είναι πλέον υποχρεωμένη να αποζημιώσει με μεγάλα χρηματικά ποσά τους αγοραστές αδελφούς Α. , οι οποίοι, κατά τα προαναφερόμενα, ανοικοδόμησαν κατοικίες στην αγορασθείσα έκταση. Για το λόγο αυτό η άσκηση της υπό κρίση αγωγής από το δεύτερο ενάγοντα κρίνεται, κατ' αποδοχή της προβληθείσας ενστάσεως του άρθρου 281 Α.Κ., απορριπτέα ως καταχρηστική. Ως προς την πρώτη όμως ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη), Ε. σύζυγο Π. Γ. , αποδείχθηκε ότι η αδράνειά της να ασκήσει επί 16 περίπου έτη την ένδικη αγωγή δεν συνοδεύθηκε και από άλλες περιστάσεις που να δημιούργησαν ευλόγως στους εναγομένους την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί η αγωγή αυτή ως προς την υπόλοιπη έκταση των 55,45 περίπου στρεμμάτων, δηλαδή πλην εκείνης των 4.050 τ.μ. που πωλήθηκε στους αδελφούς Α. . Ειδικότερα αυτή, καθόλο το χρονικό διάστημα των 16 ετών που μεσολάβησε από την κατάρτιση της επίδικης πώλησης του ακινήτου στη δεύτερη εναγομένη έως την έγερση της υπό κρίση αγωγής, δεν αναγνώρισε ως ισχυρή την πώληση των 55,45 περίπου στρεμμάτων και ως κυρία της έκτασης αυτής την ανωτέρω εναγομένη. Ως προς την πωληθείσα όμως στους αδελφούς Α. έκταση των 4.050 τ.μ. αποδείχθηκε ότι αυτή, παρά το γεγονός ότι εγνώριζε ήδη από το έτος 1980 ότι η εν λόγω έκταση είχε πωληθεί στους ανωτέρω, οι οποίοι την περιέφραξαν και κατασκεύασαν κατά το έτος 1988 με νόμιμη οικοδομική άδεια δύο κατοικίες εκτάσεως 100 περίπου τ.μ. η καθεμία, εν γνώσει της και υπό τα βλέμματά της καθόσον κατοικούσε πλησίον της εκτάσεως αυτής, δεν προέβη μέχρι το έτος 1990 σε οποιαδήποτε ενέργεια είτε προς αυτούς είτε προς τους εναγομένους (και μάλιστα προς τη δεύτερη εξ αυτών) για να σταματήσει την ανοικοδόμηση και μόνον στα τέλη Φεβρουαρίου 1990 που είχαν ήδη αποπερατωθεί οι οικοδομές άσκησε την από 21.2.1990 διεκδικητική αγωγή κατ' αυτών επί της οποίας δεν αποδείχθηκε ότι έχει εκδοθεί οριστική απόφαση μέχρι σήμερα.
Συνεπώς από την παραπάνω εκτεθείσα συμπεριφορά της δημιουργήθηκε ευλόγως η πεποίθηση στους εναγομένους ότι η πρώτη ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) δεν πρόκειται να ασκήσει την κρινόμενη αγωγή της ως προς την πωληθείσα έκταση των 4.050 τ.μ. στους αδελφούς Α. και η ανατροπή της διαμορφωθείσας και παγιωθείσας αυτής καταστάσεως θα προκαλούσε ιδιαίτερα δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα των εναγομένων και μάλιστα της δεύτερης από αυτούς, η οποία θα υποχρεωθεί να καταβάλει ως αποζημίωση πολύ μεγάλα χρηματικά ποσά στους αγοραστές αδελφούς Α. .
Συνεπώς η άσκηση της ένδικης αγωγής από την πρώτη ενάγουσα ως προς την ως άνω έκταση των 4.050 τ.μ. κρίνεται, κατ' αποδοχή της προβληθείσας ενστάσεως του άρθρου 281 ΑΚ, απορριπτέα ως καταχρηστική". Εξάλλου, το Εφετείο δέχτηκε και "ότι ο αποβιώσας στις 20.10.1977 Ν. Σ. κατέλιπε ως μόνους πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Μ. (που απεβίωσε στις 13.5.1988) και τα έξι (6) τέκνα του, Χ., Κ., Μ., Α., Ε. (πρώτη ενάγουσα) και Γ. . Η μεταποβιώσασα δε ανωτέρω σύζυγός του κατέλειπε μόνους πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τα ως άνω τέκνα της, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η πρώτη ενάγουσα θυγατέρα της. Η τελευταία με την υπ' αριθμ…/21.2.1989 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολαΐδος Παρασκευοπούλου-Μεταλλινού και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου στον τόμο … και αριθμό …, αποδέχθηκε την κληρονομία τόσο του πατέρα της όσο και της μητέρας της καταστάσα έτσι συγκυρία κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου και στην επίδικη έκταση των 55,45 περίπου στρεμμάτων". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι πρέπει η ένδικη αναγνωριστική ακυρότητας και συγκυριότητας ακινήτου αγωγή να γίνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, ως προς την ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα και δέχτηκε την έφεση της τελευταίας κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση. Στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα, αναγνωρίζοντας "άκυρη τη δικαιοπραξία που καταρτίσθηκε με το υπ' αριθμ…/1977 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αχαρνών και Αθηνών Ανδριανής Πασχίδη κατά το μέρος της με το οποίο μεταβιβάσθηκε στην πρώτη εναγομένη Π. συζ. Χ. Σ. η υπόλοιπή (πιο πάνω) έκταση (των 55,45 στρεμμάτων περίπου) ... πλην (δηλαδή) της εκτάσεως των 4.050 τετραγωνικών μέτρων που μεταβιβάσθηκε στους αδελφούς Α. με το υπ' αριθμ…/1980 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κεφαλληνίας Νίκης Κυριακάτου - Ρασσιά" και την ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα "συγκυρία κατά ποσοστό ένα έκτο (1/6) εξ αδιαιρέτου (της πιο πάνω έκτασης των 55,45 στρεμμάτων)". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ που προαναφέρθηκαν, περιέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα α) της εικονικότητας της σύμβασης πώλησης, περί της οποίας το προεκτιθέμενο 628/6.10.1977 συμβόλαιο, β) της ακυρότητας της υπό την πώληση κρυπτόμενης δωρεάς και γ) της παραδοχής της ένστασης από την ΑΚ 281 για την έκταση των 4.050 τ.μ. και της απόρριψης της ίδιας ένστασης για την έκταση των 55,45 περίπου στρεμμάτων, ως προς την ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα, και, συνεπώς, οι λόγοι αναίρεσης δεύτερος και τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και πρώτος, τρίτος και τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου ΚΠολΔ, με τους οποίους, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζοντας τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι περιλαμβανόμενες στον πρώτο αναιρετικό λόγο ειδικότερες αιτιάσεις, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο κατέληξε στο περί εικονικότητας της πιο πάνω δικαιοπραξίας πόρισμά του από την εσφαλμένη παραδοχή του περί μη καταβολής του τιμήματος, καθώς και την εσφαλμένη εκτίμηση του γεγονότος της σύνταξης του συμβολαίου εκτός Κεφαλληνίας, αλλά και το εσφαλμένο πραγματικό επιχείρημα, ότι ο Ν. Σ. δεν είχε λόγο να πάρει χρήματα από τα παιδιά του, εφόσον δέχτηκε ότι η σχετική μεταβίβαση έγινε όχι σε παιδί του αλλά στη νύφη του, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι όλες οι αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, το από τις οποίες πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και σε αντλούμενα από τις ίδιες επιχειρήματα των αναιρεσειόντων. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι ηττώνται, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.10.2009 αίτηση των 1) Χ. Σ. του Ν. κ.ά. για αναίρεση της 179/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση και σε σύμβαση. Στην περίπτωση αυτή για την ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος, αν δε ο δηλών είναι άμεσος αντιπρόσωπος άλλου, εικονικά είναι η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του αντιπροσώπου και όχι του αντιπροσωπευόμενου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αναγνώριση ακυρότητας ως σύμβασης (πώλησης). Κατάχρηση δικαιώματος. Περιστατικά.
|
Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος
|
Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, Εικονικότητα σύμβασης.
| 1
|
Αριθμός 186/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Π. - Β. Ξ. του Γ., κατοίκου ..., 2)Σ. - Λ. Κ., το γένος Γ. Ξ., κατοίκου ..., 3)Α. Β. συζ. Ν., το γένος Μ. Ι., κατοίκου ..., 4)Η. Ι. του Μ., κατοίκου ..., 5) α.Ε. Γ. χήρας Χ. και β.Σ. Γ. του Χ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Χ. Γ., κατοίκων ..., 7)Ε. Α. συζ. Ζ., το γένος Ν. Γ., κατοίκου ..., 8)Α. - Ε. Α. συζ. Κ., το γένος Γ. Δ., κατοίκου ... και 9)Ν. Μ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κυριακάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσουν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Σ. χήρας Ά., το γένος Ε. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Αργυρό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 158/1998 μη οριστική, 197/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 198/2005 μη οριστική και 8/2010 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/5/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 21/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Εν προκειμένω, το δεδικασμένο κρίνεται κατά τα άρθρα 321 έως 334 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ δεδικασμένο το οποίο, κατά το άρθρο 332 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζει δε το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των αυτών διαδίκων, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες. Κατά δε το άρθρο 324 ΚΠολΔ το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή. Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτά έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: Με την 824/1979 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, οι δικαιοπάροχοι των εννέα πρώτων εναγομένων και ο δέκατος από αυτούς αναγνωρίστηκαν συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός αγρού έκτασης ογδόντα (80) μουζουρίων που βρίσκεται στη θέση … της κτηματικής περιφέρειας …, τέως Δήμου …, που συνορεύει ανατολικά με βάγκα, νότια με αγρό διαφόρων ιδιοκτητών του χωριού … και με ορόσημο δύο πέτρες να τραβήξουν προς τον ποταμό κατ ' ευθείαν, βορειοδυτικά με ποταμό, συμπεριλαμβανομένης στο ακίνητο αυτό και στενής αμμώδους γλώσσας προς τον … ποταμό, που συνορεύει με αγρούς διαφόρων κατοίκων …, με … ποταμό, με ποταμό ενώσεως … και … και με αγριολίβαδα. Στη συνέχεια, σε εκτέλεση αυτής της απόφασης, με την υπ ' αρ…/5-11-1992 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ηρακλείου …, οι οχτώ πρώτοι εναγόμενοι, ο δέκατος και η δικαιοπάροχος της ενάτης εναγομένης, η οποία στο μεταξύ είχε αποβιώσει και κληρονομηθεί από την τελευταία, απέβαλαν την ενάγουσα όχι από τον προαναφερόμενο αγρό των 80 μουζουρίων, όπως αυτός περιγράφηκε αλλά από ένα αγρό έκτασης πενήντα (50) περίπου στρεμμάτων, στη θέση " …" της κτηματικής περιφέρειας …, τέως Δήμου …, που συνορεύει βόρεια με αιγιαλό, νότια με ιδιοκτησίες Γ. Τ., Ε. Π., Ε. Τ. και Ιδρύματα …, ανατολικά με ιδιοκτησίες Ε. Τ. και Σ. Κ., και δυτικά με φυσικό όριο … ποταμού, Όμως το ακίνητο αυτό (επίδικο) από το οποίο αποβλήθηκε η ενάγουσα, είναι εντελώς διαφορετικό κατά θέση, όρια και έκταση από εκείνο που αφορά η 824/1979 απόφαση, το οποίο με δύναμη δεδικασμένου κρίθηκε ότι ανήκει στην συγκυριότητα των εναγομένων και υποχρεώθηκε η ενάγουσα να τους το αποδώσει. Ειδικότερα, α)δεν ταυτίζονται τα όρια των ακινήτων, αφού ανατολικά το επίδικο συνορεύει με ιδιοκτησίες Ε. Τ. και Σ. Κ.. ενώ το ακίνητο των εναγομένων με βάγκα (τάφρο), βόρεια το επίδικο συνορεύει με αιγιαλό και δυτικά με φυσικό όριο … ποταμού, ενώ το ακίνητο των εναγομένων δεν έχει ξεχωριστό όριο προς βορρά και προς δύση αλλά ένα όριο, βορειοδυτικά, απ' όπου συνορεύει με ποταμό και μάλιστα χωρίς να αναφέρεται το όνομα του ποταμού , δηλαδή αν πρόκειται για τον …ή το …ποταμό ή για την ένωση των δύο ποταμών, νότια το επίδικο συνορεύει με ιδιοκτησίες Γ. Τ., Ε. Π., Ε. Τ. και Ιδρύματα …, ενώ των εναγομένων με αγρό διαφόρων ιδιοκτητών του χωριού … και με ορόσημο δύο πέτρες προς τον ποταμό κατευθείαν, β)το επίδικο συνορεύει με τον … ποταμό ενώ το ακίνητο των εναγομένων με το … ποταμό, οι οποίοι απέχουν μεταξύ τους από 500 έως και 1000 περίπου μέτρα, γ)στο ακίνητο των εναγομένων αναφέρεται ως όριο προς ανατολάς, βάγκα (τάφρος), η οποία όμως δεν υπάρχει στο επίδικο, δ) στο ακίνητο των εναγομένων συμπεριλαμβάνεται και συγκεκριμένη λωρίδα γης, η οποία όμως δεν υπάρχει στο επίδικο ακίνητο και ειδικότερα στενή αμμώδης γλώσσα προς το …ποταμό, που συνορεύει με αγρούς διαφόρων κατοίκων … ,με … ποταμό, με ποταμό ενώσεως … και … και με αγριολίβαδα και ε) δεν ταυτίζονται ούτε οι επιφάνειες των ακινήτων, αφού το επίδικο έχει έκταση πενήντα (50) περίπου στρεμμάτων, ενώ των εναγομένων ογδόντα (80) μουζουρίων (το μουζούρι, με το οποίο κατά τον προηγούμενο αιώνα συνηθιζόταν στην Κρήτη, σε συμβόλαια ακινήτων, να μετρούν τις εκτάσεις, ήταν μέτρο υπολογισμού έκτασης της επιφάνειας της γης, που αντιστοιχούσε σε σπορά δέκα έξι περίπου κιλών σιταριού και, ανάλογα με την καλλιέργεια, μπορεί να ήταν μεγαλύτερο ή μικρότερο του ενός στρέμματος). Το ότι πρόκειται για δύο διαφορετικά ακίνητα, τα οποία δεν ταυτίζονται ολικά ή μερικά ούτε συνορεύουν μεταξύ τους, προέκυψε από το πιο πάνω αποδεικτικό υλικό, ιδίως δε από την υπ αρ…/2002 πλήρως αιτιολογημένη έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξαν οι δύο διορισθέντες από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονες, μαζί με το συνοδεύον αυτή τοπογραφικό διάγραμμα, πρέπει δε να σημειωθεί ότι στο ίδιο ακριβώς συμπέρασμα, δηλαδή ότι το επίδικο ακίνητο είναι εντελώς διαφορετικό κατά θέση, όρια και έκταση και δεν ταυτίζεται πλήρως ή μερικά με το ακίνητο που αφορά η 824/1979 απόφαση, καταλήγουν, επίσης με σαφήνεια και επαρκή αιτιολογία, τόσο ο τεχνικός σύμβουλος της ενάγουσας, πολιτικός μηχανικός της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Ηρακλείου, Κ. Α. όσο και ο αγρονόμος-τοπογράφος μηχανικός Ι. Φ. που διορίστηκε από το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος (Τμήμα Ανατολικής Κρήτης) με την 1494/5-11-1992 απόφαση του ύστερα από αίτηση της ενάγουσας, με τις από 30-4-2002 και από Μαρτίου 1993, αντίστοιχα, εκθέσεις τους (έγγραφες γνωμοδοτήσεις κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ), δεν αναιρούνται δε τα παραπάνω από τις αντιφατικές μεταξύ τους και με αρκετές ασάφειες και αοριστίες, ως προς την ακριβή θέση, έκταση και τα όρια των δύο ακινήτων, καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον της Εισηγήτριας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη αναγνωρίστηκε κυρία του επιδίκου ακινήτου. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε ανέλεγκτα το Εφετείο ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο από την 824/1979 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου αφού δεν υπάρχει ταυτότητα μεταξύ των ακινήτων του επιδίκου και του αναφερομένου στην ως άνω 824/1979 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου δεν παραβίασε τις διατάξεις περί δεδικασμένου και επομένως ο μοναδικός λόγος αναίρεσης της υπό κρίση αίτησης από τον αριθ.16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και πλήττεται κυρίως η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση αβάσιμος. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των ηττωμένων αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-10-2010 αίτηση των Π. - Β. Ξ. κ.λπ για αναίρεση της 8/2010 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λόγος αναίρεσης από αριθ. 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο δεν δέχθηκε δεδικασμένο. Απορρίπτεται ως αβάσιμος.
|
Αγωγή διεκδικητική
|
Αγωγή διεκδικητική.
| 0
|
Αριθμός 189/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. χήρας Σ., 2) Μ. Τ. του Ν. και 3) Δ. Τ. του Ν., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πεντίδη, χωρίς να καταθέσουν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/12/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 20/9/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 74/2009 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12/10/2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 12/12/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 62 εδ.α' του ΚΠολΔικ ικανός να είναι διάδικος είναι εκείνος ο οποίος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Διάδικος είναι το πρόσωπο επ' ονόματι του οποίου ή κατά του οποίου ζητείται παροχή έννομης προστασίας. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ.1, 118 αρ.3 και 119 αρ. 1 του ΚΠολΔικ, στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται εκτός από άλλα στοιχεία, το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο και η κατοικία όλων των διαδίκων και των νομίμων αντιπροσώπων τους και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα η επωνυμία και η έδρα τους. Τα απαιτούμενα ως άνω στοιχεία αποβλέπουν στον προσδιορισμό της ταυτότητας του διαδίκου και συνεπώς, εφόσον από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου προκύπτει η ταυτότητά του, χωρίς να δημιουργείται ως προς αυτήν οποιαδήποτε αμφιβολία, η εσφαλμένη αναγραφή κάποιου από τα προαναφερόμενα στοιχεία δεν ασκεί επιρροή και συνακόλουθα δεν επάγεται ακυρότητα του δικογράφου (ΑΠ 1126/2010). Η παραπάνω προϋπόθεση, ως διαδικαστική, εξετάζεται, κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔικ και αυτεπαγγέλτως.
Στην προκειμένη περίπτωση καμμία αμφιβολία δεν γεννάται ως προς την ταυτότητα της πρώτης αναιρεσίβλητης από την εσφαλμένη αναγραφή του ονόματός της ως Α. χας Σ. Τ. αντί του ορθού Α. χας Ν. Τ., αφού από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου της αναιρέσεως (σελ. 4) προκύπταν τα ορθά της στοιχεία υπό τα οποία και πρέπει να θεωρηθεί ως διάδικος-αναιρεσίβλητη, καθόσον μάλιστα με αυτά έχει χορηγήσει και πληρεξούσιο στον δικηγόρο Γεώργιο Πεντίδη, που την εκπροσώπησε στο ακροατήριο (βλ. υπ' αριθμ. .../13.6.2012 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Μαγδαληνής Ζαμπούκη).
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους (ΑΠ 1664/2012, ΑΠ 1667/2012). Εξάλλου κατά το άρθρο 94 παρ.1 ΚΠολΔικ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου κώδικα η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 104 για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΑΠ 342/2011, ΑΠ 453/2011). Αν δεν εμφανισθεί ο αναιρεσείων και από το φάκελλο της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (ΑΠ 1664/2012, ΑΠ 1667/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, παραστάθηκαν οι αναιρεσίβλητοι με τον ρητώς προς τούτο εξουσιοδοτηθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πεντίδη, ενώ το αναιρεσείων Ελληνικό Δημόσιο δεν παραστάθηκε. Πλην όμως δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, γεγονός το οποίο δεν προσδιορίζουν ούτε οι παριστάμενοι και συνακόλουθα βαρυνόμενοι προς τούτο αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι δεν προσκομίζουν ούτε έκθεση επιδόσεως κλήσεως από αυτούς προς το απολειπόμενο αναιρεσείον, ούτε τυχόν επιδοθέν σ' αυτούς από το τελευταίο αντίγραφο κλήσεως ή της αιτήσεως αναιρέσεως με την επ' αυτής επισημείωση του δικαστικού επιμελητή, που διενήργησε την επίδοση, κατά το άρθρο 139 παρ.3 ΚΠολΔικ. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 12.10.2010 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθμό 74/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η συζήτηση γιατί οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι δεν αποδεικνύουν κλήτευση του απολιπομένου αναιρεσείοντος. Για την παράσταση στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου πληρεξουσίου δικηγόρου απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, που χορηγείται με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά. Tις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι. Η εσφαλμένη αναγραφή κάποιου στοιχείου του διαδίκου δεν ασκεί επιρροή αν από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου προκύπτει η ταυτότητά του.
|
Απαράδεκτη συζήτηση
|
Απαράδεκτη συζήτηση.
| 0
|
Αριθμός 181/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Β. του Σ., ως κληρονόμου της Ε. χήρας Κ. Κ. και του Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Παπαηλία, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Λ. Τ. του Δ., 2) Η. Τ. του Δ., ως συγκληρονόμων της Λ. Ε., κατοίκων ..., 3) Χ. Κ. του Α., 4) Η. Κ. του Α., 5) Α. Κ. του Α., 6) Σ. Ν. συζ. Ν., το γένος Α. Κ., ως συγκληρονόμων της Α. και Γ. Κ., κατοίκων ..., και 7) Ιερού Μητροπολιτικού Ναού "Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου", με έδρα τη Λαμία, που εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βούλτση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/6/1981 αγωγή, την από 10/9/1981 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως εις παρέμβαση των αρχικών διαδίκων και την από 4/10/1981 κύρια παρέμβαση του 7ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1328/1982 μη οριστική, 9869/1982 μη οριστική, 9140/1983 μη οριστική και 9433/1990 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6810/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11/3/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 23/11/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1, 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο αντίδικος του απολειπομένου ή μη παρισταμένου με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, τότε ερευνάται αν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1664/2012, ΑΠ 1667/2012). Εξάλλου κατά το άρθρο 94 παρ.1 ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 104, για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΑΠ 342/2011, ΑΠ 453/2011). Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (ΑΠ 1664, 1667/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ο έβδομος αναιρεσίβλητος, ήτοι ο Ιερός Μητροπολιτικός Ναός "Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου" παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Γεωργίου Βούλτση, ο οποίος όμως δεν έχει την απαιτουμένη κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ ρητή προς τούτο πληρεξουσιότητα. Επομένως ο εν λόγω αναιρεσίβλητος δεν παρίσταται νόμιμα, και γι' αυτό πρέπει να ερευνηθεί αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πράγμα το οποίο αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσείοντα, υπ' αριθμ. 1550/4.10.2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λαμίας Αθανασίου Λάζου, από την οποία προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 11.3.2010 αιτήσεως αναιρέσεως, μαζί με κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο επιδόθηκε σ' αυτόν, μετά από παραγγελία του έχοντος προς τούτο πληρεξιουσιότητα και παραστάντος στο ακροατήριο πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων. Ενόψει τούτου η συζήτηση θα προχωρήσει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, παρά την απουσία αυτού (ΑΠ 1750/2012).
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 2 Γπ04/1912 "περί δικαστικού ενσήμου", όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το ν.δ.1544/1942 και τροποποιήθηκε με το ν.δ.4189/1961, ο ενάγων, αν παραλείψει την προκαταβολή του οφειλομένου τέλους δικαστικού ενσήμου, δικάζεται ερήμην και η αγωγή απορρίπτεται, κατ' άρθρο 272 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως τούτο ίσχυε κατά το χρόνο ασκήσεως της από 1.6.1981 και με αριθμό εκθ. καταθέσεως 7840/31.8.1981 ένδικης αγωγής (καταργηθέν στη συνέχεια με το άρθρο 13 παρ.2 του Ν. 2915/2001). Η εν λόγω διάταξη όριζε ότι "αν η συζήτηση γίνεται με επιμέλεια του ενάγοντος και αυτός δεν εμφανισθεί κατά την πρώτη συζήτηση ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν κανονικά, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν και απορρίπτει την αγωγή". Η απορριπτική για μη καταβολή δικαστικού ενσήμου απόφαση, μετά την τελεσιδικία της, λόγω μη ασκήσεως κατ' αυτής ενδίκου μέσου δημιουργεί δεδικασμένο (αρθρ.321 ΚΠολΔ) για το τυπικά παραδεκτό της αγωγής και για την ουσία της υπόθεσης και συνεπώς αποκλείεται η άσκηση νέας, με το αυτό αντικείμενο και μεταξύ των ίδιων διαδίκων, αγωγής (ΑΠ 1337/2011, ΑΠ 1107/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αναίρεση και με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 14, 16 και 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες: α) ότι δεν κήρυξε άκυρη τη διαδικασία και τις διαδικαστικές πράξεις που, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επηκολούθησαν μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1328/1982 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή, που συνεκδικάστηκε με ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε παρέμβαση, καθώς και με ασκηθείσα κυρία παρέμβαση, απορρίφθηκε λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου και εσφαλμένα θεώρησε έγκυρη τη διαδικασία που συνεχίστηκε με την από 15.12.1982 κλήση των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων προς περαιτέρω συζήτηση της αγωγής και την έκδοση στη συνέχεια των παρεμπιπτουσών, υπ' αριθμ. 9896/1982 και 9140/1983, αποφάσεων, καθώς και της υπ' αριθμ. 9433/1990, οριστικής αποφάσεως (αριθμ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) β) ότι παραβίασε τις διατάξεις περί δεδικασμένου, αφού δεν δέχθηκε ότι η παραπάνω, λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου απόφαση, αποτελεί δεδικασμένο, αφού κατέστη τελεσίδικη, λόγω μη ασκήσεως κατ' αυτής ενδίκων μέσων (αριθμ.16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), γ) ότι παραβίασε τις περί δικαστικού ενσήμου ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και τις εξ αυτών απορρέουσες συνέπειες (αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και δ) ότι οι προταθέντες ισχυρισμοί, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και είχαν εισαχθεί με λόγο εφέσεως στον εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση Εφετείο Αθηνών, απορρίφθηκαν με τις παρατιθέμενες αιτιολογίες, οι οποίες είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές. Οι τρεις πρώτοι από τους παραπάνω λόγους είναι απαράδεκτοι γιατί στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι η επικαλούμενη υπ' αριθμ. 1328/1982 απόφαση του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου απέρριψε την αγωγή, λόγω μη καταβολής, από τους αρχικά ενάγοντες και δικαιοπαρόχους των συνεχισάντων τη δίκη αναιρεσιβλήτων, του δικαστικού ενσήμου. Πλην όμως όπως προκύπτει από την επισκόπηση της εν λόγω αποφάσεως, με αυτήν, μετά τη διαπίστωση της μη καταβολής από τους ενάγοντες, του δικαστικού ενσήμου, αντί να απορριφθεί η αγωγή, όπως θα ήταν το ορθό κατ' εφαρμογή των αναφερομένων στη νομική σκέψη διατάξεων, τις οποίες κα η απόφαση αυτή, ως νομική σκέψη της, επικαλείται, θεωρεί εσφαλμένα ότι λόγω της εκ της μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου ερημοδικίας των εναγόντων και της μη εντεύθεν δυνατότητος λήψεως υπόψη των εγγράφων που αυτοί προσκόμισαν, μεταξύ των οποίων ήταν και οι εκθέσεις επιδόσεως της αγωγής, δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση (εφόσον η εναγομένη δεν προσκομίζει την επιδοθείσα σ' αυτήν αγωγή με τη σχετική προς συζήτηση κλήση ή επιδοθείσα από αυτήν κλήση προς τους ενάγοντες) και από το λόγο αυτό θεωρεί τους ενάγοντες ως ερήμην δικαζόμενους. Κατά το διατακτικό της αποφάσεως αυτής, αφού συνεκδικάζεται ερήμην των εναγόντων και κατ' αντιμωλία των λοιπών διαδίκων η αγωγή, η ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση και η ασκηθείσα κυρία παρέμβαση από τον αναιρεσίβλητο Ι.Μ.Ν. "Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου", κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση για την αγωγή και την ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση, ενώ αναβάλλεται (αναστέλλεται) η πρόοδος της δίκης ως προς την κυρία παρέμβαση. Επομένως δεν υφίσταται απορριπτική της αγωγής απόφαση, αλλά μόνο απόφαση που κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, η οποία είναι μεν εσφαλμένη (αφού θα έπρεπε, όπως προαναφέρθηκε να απορρίπτει την αγωγή λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου) πλην όμως παράγει τις ενέργειές της και συνακόλουθα ορθά η αγωγή επανεισήχθη στο δικαστήριο με την από 15.12.1982 και με αριθμό καταθ. 1598/5-3-1982 κλήση των επισπευσάντων τη συζήτηση δικαιοπαρόχων των εναγόντων αναιρεσιβλήτων, στην θέση των οποίων οι τελευταίοι έχουν υπεισέλθει. Η απόφαση αυτή ως μη οριστική θα μπορούσε να ανακληθεί είτε αυτεπαγγέλτως, είτε με πρόταση των διαδίκων (άρθρ. 309 ΚΠολΔ - ΑΠ 660/2011) από το εν συνέχεια επιληφθέν της υποθέσεως δικαστήριο. Πλην όμως δεν συνέτρεξε προς τούτο λόγος, καθόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση της εν συνεχεία εκδοθείσας παρεμπίπτουσας, περί αποδείξεων, υπ' αριθμ. 9140/1983 αποφάσεως, το αίτημα της αγωγής μετετράπει σε αναγνωριστικό. Ενόψει των προεκτεθέντων δεν συνέτρεχε περίπτωση κηρύξεως άκυρης και μάλιστα αυτεπαγγέλτως της "διαμορφωτικής" διαδικαστικής πράξεως της κλήσεως για περαιτέρω συζήτηση της αγωγής (άρθρα 159-160 ΚΠολΔ), αφού η διαδικαστική αυτή πράξη επακολουθεί μετά την κήρυξη ως απαράδεκτης της συζητήσεως της αγωγής, αλλά ούτε και περίπτωση ανακλήσεως της μη οριστικής και εσφαλμένης υπ' αριθμ. 1328/1982 αποφάσεως, ώστε λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου να απορριφθεί η αγωγή, αφού αυτή μετετράπει σε αναγνωριστική, αλλά ούτε και ακυρότητας των εν συνεχεία εκδοθεισών δικαστικών αποφάσεων. Ενόψει τούτων δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για επελθόν με την εν λόγω υπ' αριθμ. 1328/1982 απόφαση δεδικασμένο, αλλά ούτε και περί παραβιάσεως, από την προσβαλλομένη απόφαση των περί δικαστικού ενσήμου δικονομικού δικαίου, συνεπειών (ΑΠ 1320/2010), λαμβανομένου υπόψη και του ότι η απόφαση αυτή (1328/1982) δεν συνεξεκκλήθη κατά τις πραγματικές διατάξεις της, με την εκδοθείσα στη συνέχεια και εκκληθείσα, υπ' αριθμ. 9433/1990 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ο τρίτος λόγος είναι προσέτι απαράδεκτος, όπως και ο τέταρτος γιατί αιτιώνται την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των περί δικαστικού ενσήμου διατάξεων, η οποία όμως παραβίαση ως αφορώσα σε δικονομικού δικαίου διατάξεις δεν ιδρύει τους επικαλούμενους από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως, που αναφέρονται σε διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 608/2008), αλλά ούτε και εκείνου της διατάξεως του αριθμού 14 του ίδιου άρθρου, που αφορά σε εκπτώσεις από δικαιώματα, ακυρότητες και απαράδεκτα που περιέχονται στις διατάξεις του ΚΠολΔ και όχι σε άλλους νόμους, που επιδιώκουν μόνο φορολογικούς σκοπούς, όπως είναι και οι περί δικαστικού ενσήμου (ΑΠ 2365/2009). Ενόψει των προεκτεθέντων η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-3-2010 αίτηση του Ε. Β. για αναίρεση της υπ' αριθμό 6810/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη νόμιμη παράσταση ενός αναιρεσιβλήτου. Εφόσον έχει κλητευθεί, προχωρεί η συζήτηση. Δικαστικό ένσημο - συνέπειες μη καταβολής του. Δικονομικού Δικαίου οι διατάξεις του. Δεν ιδρύονται από την παράβαση των οικείων διατάξεων λόγοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γιατί αφορούν σε παραβάσεις διατάξεων δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, ούτε από τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου, γιατί η διάταξη αυτή αφορά σε εκπτώσεις, κλπ, που αναφέρονται στον ΚΠολΔικ και όχι σε άλλους νόμους, που επιδιώκουν μόνο φορολογικούς σκοπούς, όπως είναι και οι περί δικαστικού ενσήμου. Λόγοι από τους αριθμούς 14, 16 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ που απορρίπτονται ως απαράδεκτοι γιατί στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι έχει εκδοθεί απόφαση που, λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, απορρίπτει την αγωγή.
|
Πληρεξουσιότητα
|
Δικαστικό ένσημο, Πληρεξουσιότητα .
| 0
|
Αριθμός 178/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Ρ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Μήτση.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μπεστ Καρ ανώνυμη εμπορική εταιρεία εισαγωγών, πωλήσεων αυτοκινήτων και ανταλλακτικών αυτοκινήτων", και έδρα την ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης και 2) Φ. Φ. του Α.-Χ.-Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Κούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/6/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6855/2005 του ιδίου Δικαστηρίου και 6921/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/5/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 10/11/2009 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 14/5/2008 αιτήσεως αναιρέσεως της 6921/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ.8 περ.β ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δε ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα, πραγματικά ή νομικά ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 17/2012 ΑΠ 3/2011, ΑΠ 715/2010). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.9 περ.γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά κάθε απόφανσης σε κάθε άλλου είδους "πράγματα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αφετέρου δε και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης. (ΑΠ 483/2012, ΑΠ 566/2012, ΑΠ 1346/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση ο ήδη αναιρεσείων με την από 23-6-2003 αγωγή, που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, ζήτησε να αναγνωρισθεί 1) ότι τα αναφερόμενα σ' αυτήν είκοσι οκτώ έγγραφα μεταξύ των οποίων και η με αριθμό 0787/10-10-1996 απόδειξη είσπραξης ποσού 2.000.000 δρχ. είναι πλαστά και ως εκ τούτου άκυρα και 2)ότι είναι άκυρες οι απορρέουσες από τα έγγραφα αυτά ενοχές. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 6855/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτή στο σύνολό της ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου.
Μετά την άσκηση κατά της παραπάνω αποφάσεως έφεσης από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα εκδόθηκε η 6921/2007 προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Με τους πρώτο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι 1)το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα επί μέρους αγωγικά αιτήματα περί αναγνωρίσεως της πλαστότητας της προαναφερόμενης απόδειξης πληρωμής και της ακυρότητας των συμβάσεων που απορρέουν από τα παραπάνω είκοσι επτά πλαστά έγγραφα και 2)ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστα τα αιτήματα αυτά της αγωγής. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε στο σύνολό της η αγωγή και συνεπώς το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αγωγικά αιτήματα, τα οποία δίκασε και απέρριψε. Περαιτέρω με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παρέλειψε να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 544 αρ.6, 460 και 461 ΚΠολΔ, τις οποίες επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων ως εκκαλών στο Εφετείο με αυτοτελείς λόγους έφεσης. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι παραπάνω πλημμέλειες δεν συνιστούν πράγματα από την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων προς εξακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους. Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 15/1998). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαίωμα που έχει κριθεί ήδη με τελεσίδικη απόφαση δεν επιτρέπεται να εξετασθεί εκ νέου σε άλλη δίκη μεταξύ των αυτών διαδίκων είτε ως κύριο αντικείμενο είτε ως προϋπόθεση άλλου δικαιώματος. Εξάλλου κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. Στην τελευταία αυτή περίπτωση υπάγονται οι καλούμενες γνήσιες ενστάσεις. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι καταλαμβάνονται από το ουσιαστικό δεδικασμένο όλες οι ενστάσεις, άσχετα από τη νομική τους θεμελίωση, οι οποίες είτε προτάθηκαν, είτε υπό τις προϋποθέσεις που θέτει το εδάφιο 2 του άρθρου 330 ΚΠολΔ δεν προτάθηκαν αν και μπορούσαν να προταθούν. Επομένως το δεδικασμένο εκτείνεται επί των παραπάνω ενστάσεων, που χρησιμεύουν προς απόκρουση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ως διακωλυτικές ή καταργητικές αυτού, άσχετα με το αν το δικαίωμα επί του οποίου στηρίζονται οι ενστάσεις αυτές μπορούσε να ασκηθεί και με αγωγή. Η κάλυψη όμως από το δεδικασμένο δεν περιορίζεται μόνο στην αρνητική μορφή του δικαιώματος υπό μορφή ενστάσεων, αλλά επεκτείνεται και στη θετική του μορφή.
Συνεπώς καλύπτεται και το ίδιο το δικαίωμα, στο οποίο στηρίζεται η ένσταση, με αποτέλεσμα ούτε το δικαίωμα αυτό να μπορεί να ασκηθεί με αγωγή. Αντίθετα δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο μια ένσταση που δεν προτάθηκε και το δικαίωμα που στηρίζεται σ' αυτήν, εφόσον η ένσταση αυτή δεν είναι ασυμβίβαστη προς την απαγγελθείσα με την τελεσίδικη δικαστική απόφαση έννομη συνέπεια και προς το δεδικασμένο που πηγάζει από αυτήν δηλαδή όταν στηρίζεται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να αποτελέσει, την ιστορική βάση ιδιαίτερης, αυτοτελούς αγωγής, διαφορετικής από εκείνη που κρίθηκε τελεσίδικα. Έτσι προκειμένου να διαπιστωθεί αν κάποια από τις ενστάσεις αυτές, που δεν προτάθηκε, καλύπτεται από το δεδικασμένο, θα πρέπει να ερευνηθεί αν σε περίπτωση παραδοχής, της θα οδηγούσε σε κατάλυση ή περιορισμό του δεδικασμένου, οπότε υπό τη θετική εκδοχή, το δικαίωμα στο οποίο στηρίζεται η ένσταση, αντιφάσκει προς το δεδικασμένο και άρα η ένσταση καλύπτεται (ΑΠ 525/1996, ΑΠ 1570/2003, ΑΠ 76/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με την από 23-6-2003 αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ισχυρίσθηκε τα εξής: ότι η ήδη αναιρεσίβλητη είχε ασκήσει την από 8-11-1996 αγωγή, που έστρεφε εναντίον του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε να της καταβάλει το ποσόν των 2.117.000 δρχ., ως υπόλοιπο τιμήματος από την πώληση αυτοκινήτων και αμοιβής της από εργασίες επισκευής αυτοκινήτων, στην οποία (αγωγή) ενσωμάτωσε και είκοσι επτά έγγραφα, παραστατικά των αντίστοιχων πωλήσεων και παροχής υπηρεσιών. Ότι τα έγγραφα αυτά, καθώς και μια απόδειξη πληρωμής ποσού 2.000.000 δρχ., με την οποία φέρεται ότι κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη το ποσόν αυτό είναι πλαστά και συνεπώς άκυρα. Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι είναι πλαστά και ότι είναι άκυρες και οι ενοχές που απορρέουν από τα έγγραφα αυτά. Από την προσκομιζόμενη 1249/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, προκύπτει ότι η παραπάνω από 8-11-1996 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος έγινε κατ' ουσίαν δεκτή. Ειδικότερα δέχθηκε το δικαστήριο ότι με βάση διαδοχικές πωλήσεις που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων, κατά το χρονικό διάστημα από 5-4-1996 μέχρι 1-10-1996, η αναιρεσίβλητη πώλησε και παρέδωσε στον αναιρεσείοντα, ο οποίος συμβλήθηκε στις συμβάσεις πωλήσεως ως αγοραστής, ανταλλακτικά αυτοκινήτων και ότι για τις πωλήσεις αυτές εκδόθηκαν τα 549 - 551, 553 - 556/19-7-1996, 1501 - 1508, 1546/26-8-1996, 1552/27-8-1996, 1813/5-9-1996 και 2379/1-10-1996 τιμολόγια, αξίας 2.501.389 δρχ. Ότι η αναιρεσίβλητη εκτέλεσε διάφορες επισκευαστικές εργασίες στα πλαίσια συμβάσεων έργου, που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων, στις οποίες συμβλήθηκε ως εργοδότης ο αναιρεσείων, για τις οποίες εκδόθηκαν οι 35, 36/5-4-1996, 552/19-7-1996, 1509, 1547/26-8-1996, 1553/27-8-1996, 1814/5-9-1996, και 2380/1-10-1996 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών αξίας 1.616.411 δρχ. Ότι ο αναιρεσείων έναντι της συνολικής οφειλής του κατέβαλε το ποσόν των 2.000.000 δρχ., για την καταβολή δε αυτή εκδόθηκε η 787/10-10-1996 απόδειξη αυτής και οφείλει το υπόλοιπο ποσού 2.117.800 δρχ., το οποίο και υποχρεώθηκε ο τελευταίος να καταβάλει. Η ίδια απόφαση κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της έφεσης, που άσκησε κατ'αυτής ο αναιρεσείων με την 1629/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Από την απόφαση αυτή προκύπτει ουσιαστικό δεδικασμένο ως προς την έννομη σχέση που τέθηκε με την αγωγή υπό δικαστική κρίση δηλαδή ότι καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις πώλησης και έργου, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, στις οποίες ο αναιρεσείων συμβλήθηκε ως αγοραστής και εργοδότης αντίστοιχα, ότι κατέβαλε στην αντισυμβαλλόμενη - αναιρεσίβλητη το ποσόν των 2.000.000 δρχ. έναντι των σχετικών υποχρεώσεών του και οφείλει υπόλοιπο ποσού 2.117.800 δρχ. Το δεδικασμένο που απορρέει από την ίδια τελεσίδικη απόφαση, καλύπτει και τη μη προταθείσα γνήσια (αφού στηρίζεται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή), ένσταση πλαστότητας των προαναφερομένων εγγράφων, που είχαν προσκομισθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώ μπορούσε ο αναιρεσείων και τότε εναγόμενος, που έλαβε γνώση αυτών, να την προβάλλει. Καθόσον σε περίπτωση παραδοχής της ένδικης αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία ασκείται η σχετική αξίωση για την αναγνώριση της πλαστότητας των παραπάνω εγγράφων και της ακυρότητας των ενοχών που απορρέουν από τα έγγραφα αυτά είναι προφανές ότι η παραδοχή της θα επέφερε κατ' ανάγκη ανατροπή ή περιορισμό της έννομης συνέπειας που έχει τελεσίδικα αναγνωρισθεί, αφού θα οδηγούσε στην ακύρωση των παραπάνω συμβάσεων, το κύρος των οποίων αποτελούσε προδικαστικό ζήτημα στην πρώτη δίκη και συνεπώς έχει αναγνωρισθεί με δύναμη δεδικασμένου, δηλαδή θα οδηγούσε σε κατάσταση ασυμβίβαστη και αντιφατική, με εκείνη που απαγγέλθηκε με την παραπάνω τελεσίδικη απόφαση και έχει ισχύ δεδικασμένου. Επομένως με το να δεχθεί το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση ότι η ένσταση πλαστότητας των προαναφερομένων εγγράφων καλύφθηκε από το δεδικασμένο, που απορρέει από την τελεσίδικη 1249/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εμποδίζει την άσκηση της νέας αγωγής με αίτημα την αναγνώριση της πλαστότητας των εγγράφων αυτών και ακολούθως απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου, την αγωγή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔ και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης ότι δηλαδή η ένσταση αυτή δεν καλύφθηκε από το δεδικασμένο της παραπάνω απόφασης είναι αβάσιμα. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-5-2008 αίτηση του Ν. Ρ. κατά της 6921/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγωγή αναγνωριστική πλαστότητας εγγράφων. Δεδικασμένο και έκταση αυτού. Κάλυψη των γνήσιων ενστάσεων, εκείνων δηλαδή που στηρίζονται αυτοτελές δικαίωμα, που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή, όπως η ένσταση πλαστότητας, που δεν έχει προταθεί, ενώ μπορούσε να προταθεί, εφόσον η παραδοχή της αγωγής αναγνώρισης της πλαστότητας θα οδηγούσε σε κατάλυση ή περιορισμό του δεδικασμένου. Η παράλειψη κατά την άποψη του αναιρεσείοντος εφαρμογής νομικών διατάξεων δεν συνιστά «πράγματα» ώστε να ιδρύεται η πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Η απόρριψη της αγωγής στο σύνολό της δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
|
Αγωγή αναγνωριστική
|
Αγωγή αναγνωριστική.
| 0
|
Αριθμός 176/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενη την Κ. Χ., Πρόεδρο Πρωτοδικών Πειραιά και εγκαλούσα την Μ. Α. του Ν..
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 22-10-2012, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 673/2012.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του με αριθμό και ημερομηνία 244/22-11-2012 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγουμε, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ΚΠΔ, το 614/18.5.2012 αίτημα του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από τον δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως (ΑΠ 1392/2011, ΑΠ 235/2011). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ.1 στοιχ. γ' του ίδιου ως άνω Κώδικα, την παραπομπή αυτή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το δικαστήριο της περιφέρειας ενός Εφετείου σε δικαστήριο της περιφέρειας άλλου Εφετείου ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο, και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ.1 του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς με το 614/18.5.2012 αίτημα του ζητεί την παραπομπή της υποθέσεως της από 10.5.2010 εγκλητήριας αναφοράς της Μ. Α. του Ν., κατά της Κ. Χ., Προέδρου Πρωτοδικών Πειραιώς, για παράβαση καθήκοντος (άρθρο 259 του ΠΚ), σε άλλο Πρωτοδικείο, επειδή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς υπάγεται μόνο το ομώνυμο Πρωτοδικείο, στο οποίο υπηρετεί η εγκαλούμενη δικαστική λειτουργός, όπως προκύπτει από τη συνημμένη 5940/ 16.10.2012 υπηρεσιακή βεβαίωση του Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με τα δεδομένα αυτά, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ως άνω υποθέσεως από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και αν συντρέξει περίπτωση και στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, καθώς και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών, όπως στο διατακτικό ορίζεται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να διαταχθεί η παραπομπή της από 10.5.2010 εγκλητήριας αναφοράς της Μ. Α. του Ν., κατά της Κ. Χ., Προέδρου Πρωτοδικών Πειραιώς, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και αν συντρέξει περίπτωση και στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, καθώς και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών. Αθήνα, 22 Νοεμβρίου 2012 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από τον δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως (ΑΠ 1392/2011, ΑΠ 235/2011). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ.1 στοιχ. γ' του ίδιου ως άνω Κώδικα, την παραπομπή αυτή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το δικαστήριο της περιφέρειας ενός Εφετείου σε δικαστήριο της περιφέρειας άλλου Εφετείου ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο, και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ.1 του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς με το 614/18.5.2012 αίτημα του ζητεί την παραπομπή της υποθέσεως της από 10.5.2010 εγκλητήριας αναφοράς της Μ. Α. του Ν., κατά της Κ. Χ., Προέδρου Πρωτοδικών Πειραιώς, για παράβαση καθήκοντος (άρθρο 259 του ΠΚ), σε άλλο Πρωτοδικείο, επειδή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς υπάγεται μόνο το ομώνυμο Πρωτοδικείο, στο οποίο υπηρετεί η εγκαλούμενη δικαστική λειτουργός, όπως προκύπτει από τη συνημμένη 5940/ 16.10.2012 υπηρεσιακή βεβαίωση του Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με τα δεδομένα αυτά, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ως άνω υποθέσεως από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και αν συντρέξει περίπτωση και στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, καθώς και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών, όπως στο διατακτικό ορίζεται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει την από 10.5.2010 εγκλητήριας αναφορά της Μ. Α. του Ν., κατά της Κ. Χ., Προέδρου Πρωτοδικών Πειραιώς, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και αν συντρέξει περίπτωση και στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, καθώς και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2013.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 1 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
|
Απαράδεκτη συζήτηση
|
Απαράδεκτη συζήτηση.
| 0
|
Αριθμός 176/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Καστανά, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Φ. του Α., 2) Κ. Π., 3) Ά. Σ., 4) Π. Π. του Ι., 5) Κ. Λ., 6) Π. Κ., 7) Χ. - Σ. Μ. του Ι., 8) Ε. Κ. του Α. και 9) Ε. Π., όλων κατοίκων ... . Οι 1η, 4ος, 7η και 8η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία - Μαγδαληνή Τσίπρα, οι 2η, 3ος και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Περπατάρη, που δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ οι 5η και 9η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-11-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του Α. Θ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 185/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 243/2009 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-2-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 6-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν 1) όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, ως προς τους, δεύτερη, τρίτο, πέμπτη και έβδομη από τους αναιρεσίβλητους και 2) να γίνουν δεκτοί οι τέταρτος, πέμπτος, έκτος (κατά το πρώτο μέρος του) και έβδομος λόγοι, ως προς τους λοιπούς, να απορριφθούν δε και ως προς αυτούς οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 94§1, 96 §§ 1 και 2 (όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 7§2 ν. 3994/2011) και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι (α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο (β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρχή ή από δικηγόρο, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει (γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως (δ) εάν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται με δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας αυτού, η οποία απαιτείται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την οποία αυτεπάγγελτα ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικά απών. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου δεν εμφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει, αν ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα ή επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετέχει νομίμως στη συζήτηση, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο δικηγόρος που υπογράφει την κλήση για συζήτηση ήταν εφοδιασμένος με πληρεξουσιότητα, διαφορετικά η κλήση με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, είναι άκυρη και η συζήτηση της αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη. Όταν τη συζήτηση επισπεύδουν, δια πληρεξουσίου δικηγόρου, οι αναιρεσίβλητοι, μεταξύ των οποίων και οι απόντες κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, πρέπει να αποδεικνύεται ότι και αυτοί είχαν παράσχει στον εν λόγω δικηγόρο την απαιτούμενη για την επίσπευση της συζήτησης δικαστική πληρεξουσιότητα ή ότι είχαν κλητευθεί προς τούτο από τους λοιπούς, αναιρεσίβλητους, διαφορετικά η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους. Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος, κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο. Μόνο δε αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, διαδίκου. Αν δεν αποδεικνύεται η συνδρομή μιας από τις προϋποθέσεις αυτές και ο απών διάδικος δεν έχει κλητευθεί νόμιμα στη μετ' αναβολή δικάσιμο, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση όχι μόνο γι' αυτόν αλλά και για όλους τους διαδίκους.
Στην προκειμένη περίπτωση, δικάσιμος για τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, για αναίρεση της 243/2009 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας, ορίστηκε η 18-9-2012. Κατ' αυτήν η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 8-1-2013. Όπως προκύπτει από την 6230Β/16-11-2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ..., η συζήτησή της επισπεύδεται από το δικηγόρο Αθηνών Κωνσταντίνο Πρόισκο, με παραγγελία του οποίου, ως φερόμενου πληρεξούσιου όλων των αναιρεσιβλήτων, επιδόθηκε στο αναιρεσείον αντίγραφο της αίτησης και της κλήσης. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, που έγινε στη δικάσιμο της 8-1-2013, δεν εμφανίστηκαν οι αναιρεσίβλητες Κ. Λ. (5η) και Ε. Π. (9η), ούτε εκπροσωπήθηκαν δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ενώ παραστάθηκαν το αναιρεσείον, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι πρώτη, τέταρτος, έβδομη και όγδοη αναιρεσίβλητοι, δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Τσίπρα και οι δεύτερη, τρίτος και έκτη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Περπατάρη. Το αναιρεσείον και οι τελευταίοι αναιρεσίβλητοι δεν κατέθεσαν προτάσεις. Οι παραστάντες διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε αποδεικνύουν, με την προσκόμιση των προς τούτο εγγράφων, ότι τη συζήτηση της υπόθεσης επισπεύδουν και οι απολιπόμενες αναιρεσίβλητες (δια δικηγόρου εφοδιασμένου με σχετική πληρεξουσιότητα), ή ότι αυτές παραστάθηκαν νομότυπα μετά πληρεξουσίου δικηγόρου, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, ή ότι κλητεύθηκαν κατά τη δικάσιμο εκείνη ή τη σημερινή, αφού, τόσο το αναιρεσείον όσο και οι παραστάντες ομόδικοι των απόντων δεν προσκομίζουν σχετική έκθεση επίδοσης, ούτε πληρεξούσιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει η χορήγηση και από αυτούς πληρεξουσιότητας προς το δικηγόρο Κωνσταντίνο Πρόισκο, που υπέγραψε την κλήση, για την επίσπευση της συζήτησης της αναίρεσης. Να σημειωθεί ότι, ως προς την απολειπόμενη πέμπτη αναιρεσίβλητη, προσκομίσθηκε η από 9-12-2012 υπεύθυνη δήλωσή της, ότι "παραιτούμαι από το δικαστικό αγώνα για τη μονιμοποίησή μου στο Υπουργείο Πολιτισμού, καθώς από τις 23/08/2011 έχω διορισθεί σε μόνιμη θέση στο δημόσιο, ως εκπαιδευτικός". Η δήλωση αυτή ως παραίτηση από το δικαίωμά της, για κλήτευση, είναι ανίσχυρη και δεν επιφέρει έννομο αποτέλεσμα. Κατά συνέπεια, πρέπει, η συζήτηση της υπόθεσης να κηρυχθεί απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της, από 16-2-2010, αίτησης του αναιρεσείοντος, για αναίρεση της 243/2009 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 179/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Π. του Ν., κατοίκου ... και 2) Μ. θυγ. Ν. Π., συζ. Β. Ρ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φανή Καραγιάννη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. θυγ. Γ. Κ., κατοίκου ... και 2) Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγλαΐα Μυλωνοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/7/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων και την από 30/10/2002 κύρια παρέμβαση του Δήμου Σπερχιάδος, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, οι οποίες κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 155/2003 μη οριστική, 315/2004 μη οριστική, 60/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 86/2008 (που διορθώθηκε με την 196/2008) του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/5/2009 αίτησή τους και με τους από 4/8/2010 πρόσθετους λόγους .
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 16/1/2012 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Αθανασίου, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του πρώτου πρόσθετου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Η πληρεξουσία των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο αναιρετικός λόγος της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται επί παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού (ΑΠ 682/2011). Οι παραβιάσεις κανόνων δικονομικού χαρακτήρα, ήτοι κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, μπορεί να θεμελιώσουν κάποιο από τους λόγους των αριθμών 2-18 και 20 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 692/2009, ΑΠ 1483/2009). Κανόνες ουσιαστικού δικαίου θεωρούνται και οι δικονομικοί εφόσον ρυθμίζουν όχι την διαδικασία, αλλά το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή την κριθείσα έννομη συνέπεια. Είναι δηλαδή αδιάφορο, για τη φύση των κανόνων ως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αν περιέχονται στον ΑΚ ή τον ΚΠολΔ (ΑΠ 862/2011, ΑΠ 856/2010). Έτσι, είναι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, μεταξύ άλλων, οι διατάξεις του ΚΠολΔ των άρθρων 70 (ΑΠ 862/2011), των περί δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 187/2011), των περί ακύρωσης διαιτητικής απόφασης (ΑΠ 1601/2009), των περί εξώδικης επίλυσης της διαφοράς (214Α - ΑΠ 1768/2006), καθώς και την περί αναγκαστικής εκτελέσεως (ΑΠ 1525/2010). Ως διατάξεις δικονομικού δικαίου έχει κριθεί ότι είναι μεταξύ άλλων και οι διατάξεις των άρθρων 368 (ΑΠ 1089/2007), 391 παρ.1 (ΑΠ 451/2002), 387 και 391 (ΑΠ 682/2011). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 387 ΚΠολΔ, που επαναλαμβάνει τον ορισμό του άρθρου 340 του ίδιου κώδικα, η πραγ/νη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη και όταν διατάχθηκε υποχρεωτικά κατά το άρθρο 386 και δεν έχει αυξημένη αποδεικτική δύναμη, σε σχέση με άλλα αποδεικτικά μέσα, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτή και συνεπώς η συνεκτίμησή της με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως, που να είναι και αντίθετη με το πόρισμα της πραγ/νης, η δε σχετική, ως προς την εκτίμηση της πραγ/νης, κρίση του δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ γιατί είναι διάταξη δικονομικού δικαίου, ούτε και με τη διάταξη του άρθρου 12 του ίδιου άρθρου, αφού δεν έχει ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη έναντι των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 682/2011), αλλά είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 879/2009, ΑΠ 1225/2009, ΑΠ 2017/2009). Τα ίδια ισχύουν και ως προς την εκτίμηση των, κατά το άρθρο 390, γνωμοδοτήσεων προσώπων με ειδικές γνώσεις, όπως είναι οι τεχνικοί σύμβουλοι και οι ενεργούντες κατ' εντολή των διαδίκων ιδιώτες, με ιδιάζουσες γνώσεις και σχετικά πάντοτε με την ένδικη υπόθεση.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, περί καταλήψεως από τους αναιρεσείοντες των επιδικασθέντων στους αναιρεσίβλητους τριών εδαφικών τμημάτων, δέχθηκε με ανεπαρκείς, αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες, ως ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα το τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνικού συμβούλου των αναιρεσιβλήτων Χ. Σ., που αποτύπωσε τη θέση των εντολέων του και άρα, κατ' αντιδιαστολή ως μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα το τοπογραφικό διάγραμμα του "αμερόληπτου πραγματογνώμονα που διόρισε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο", που απεφάνθη κατ' αντικειμενική κρίση. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού οι αιτιάσεις του αφορούν στην αιτιολογία ως προς την αποδοχή ή μη των τοπογραφικών διαγραμμάτων που συνοδεύουν τις εκθέσεις της δικαστικής πραγ/νης και του τεχνικού συμβούλου, των οποίων μέρος αποτελούν (ΑΠ 406/06), ήτοι αναφέρονται σε παραβίαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 387 και 390 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου δεν επιδέχονται μομφή από την ερευνώμενη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου κώδικα, που, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, αφορά σε παραβιάσεις κανόνων ουσιαστικού και μόνο δικαίου, ενώ σε κάθε περίπτωση, το δικαστήριο κατά τις εν λόγω διατάξεις (387 και 390) που αφορούν επανάληψη της διατάξεως του άρθρου 340 εκτιμά ελεύθερα τις εκθέσεις αυτές (γνωματεύσεις) και κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη η κρίση του είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ως αναγόμενη στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, σύμφωνα με το άρθρο 561 ΚΠολΔ (ΑΠ 879/2009, ΑΠ 1225/2009, ΑΠ 2017/2009). Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, με την επίκληση και τη διατύπωση της νομικής διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η πλημμέλεια της παραμορφώσεως του περιεχομένου εγγράφου, χωρίς να προσδιορίζεται το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο και το περιεχόμενό του, ούτε σε τι συνίσταται η παραμόρφωσή του. Ενόψει τούτων ο κρινόμενος λόγος, κατά το σκέλος του αυτό, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, ενώ για την περίπτωση που θεωρηθεί ότι αναφέρεται στην έκθεση πραγ/νης είναι προσέτι απαράδεκτος και γιατί οι γνωμοδοτήσεις των πραγ/νων είναι ξεχωριστό από τα "έγγραφα" αποδεικτικό μέσο και επομένως η παραμόρφωση του περιεχομένου τους δεν ιδρύει τον ερευνώμενο από το άρθρο 559 αρ.20 αναιρετικό λόγο (ΑΠ 1737/2007, ΑΠ 505/2007). Ενόψει τούτων ο κρινόμενος και κατά τα δύο σκέλη του πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999). Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1103/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της αγωγής και της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΑΠ 119/2008) προκύπτει ότι με την αγωγή διεκδικείτο μια εδαφική λωρίδα εμβαδού 112,89 τ.μ., η οποία, αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, εμβαδού 2818,14 τ.μ. εμφαίνεται στο από Μαΐου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Β. Δ., ως περιεχομένη μεταξύ των οριογραμμών με τα στοιχεία Ι - ΣΤ - Ω - Ψ - Χ - Φ - Υ - Τα και 1 - 2 - 3 - 4 - 5 - 6 - 7 - 8 - 9 - 10 - 11 - 12 - Τ. Το Εφετείο μετά από εξαφάνιση της απορριπτικής πρωτόδικης αποφάσεως δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και επιδίκασε στους ενάγοντες (ήδη αναιρεσιβλήτους) τη συγκυριότητα τριών εδαφικών τμημάτων, τα οποία στο από Νοεμβρίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογραφικού μηχανικού Χ. Σ. εμφαίνονται ως περιλαμβανόμενα "μεταξύ των περιμετρικών στοιχείων: 1)Β2, ΣΤ, Γ2, Β3, Γ1, Β2 ίσου 16,99 τ.μ. 2)Γ3, Ψ, Γ4, Β14, Β13, Β12, Β11, Β10, Β9, Β8, Β7, Β6, Β5, Β4, Γ3 ίσον 50,13 τ.μ. και 3)Γ5, Φ, Υ, Β15, Γ5 ίσον 2,34 τ.μ." ήτοι συνολικά επιδίκασε 69,46 τ.μ. από δε το περιεχόμενο της απόφασης, χωρίς αμφιβολία προκύπτει ότι τα εδαφικά αυτά τμήματα εμπεριέχονται στη διεκδικούμενη εδαφική λωρίδα των 112,89 τ.μ. Ειδικότερα στην απόφαση γίνεται κατ'επανάληψη αναφορά στο επίδικο εδαφικό τμήμα των 112,89 τ.μ., μέσα στο οποίο, μετά την συνεκτίμηση των αναφερομένων τίτλων και τοπογραφικών, εισέρχεται η ιδιοκτησία των εναγομένων - αναιρεσειόντων (σελ.8, 11 και 13 της απόφασης). Ενόψει τούτων το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται πλήρως και σαφώς (ΑΠ 1740/2012) η δε απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως και περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα των επιδικαζομένων εδαφικών τμημάτων του διεκδικηθέντος μεγαλυτέρου εδαφικού τμήματος, κατά μερική παραδοχή της αγωγής, πράγμα το οποίο επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1033 και 1094 ΑΚ. Ενόψει τούτων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου, με τον οποίο και υπό την επίκληση της ανωτέρω διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια. Επίσης για τους ίδιους λόγους, ήτοι για το ότι τα εδαφικά τμήματα που επιδικάσθηκαν περιλαμβάνονται στο μεγαλύτερο εδαφικό τμήμα που διεκδικήθηκε με την αγωγή, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο πρώτος λόγος του κυρίου αναιρετηρίου, κατά τον οποίο και υπό την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες κάτι που δεν ζητήθηκε με την από 30.7.2001 διεκδικητική αγωγή τους κατά των εναγομένων (ήδη αναιρεσειόντων) και συγκεκριμένα ότι αν και με την εν λόγω αγωγή διεκδικείτο το αναφερόμενο σ' αυτή και εμφαινόμενο στο από Μαΐου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Β. Δ. εξ εμβαδού 112,89 τ.μ. τμήμα μείζονος ακινήτου εμβαδού 2818,14 τ.μ., εν τούτοις η απόφαση επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους, χωρίς τούτο να έχει ζητηθεί τη συγκυριότητα επί τριών εδαφικών τμημάτων, συνολικού εμβαδού 69,46 τ.μ. όπως αυτά αποτυπώνονται στο από Νοεμβρίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Χ. Σ. "αλλοιώνοντας την έκταση και την τοποθεσία των διεκδικούμενων εδαφολωρίδων".
Επειδή, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων, κατά παράβαση του άρθρου 216 ΚΠολΔ, δεν αναφέρει στην αγωγή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Η παρά την έλλειψη των στοιχείων αυτών, κατ' ουσίαν εξέταση της αγωγής, ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παρά το νόμο μη κηρύξεως ακυρότητας του δικογράφου (ΑΠ 443/2011, ΑΠ 1495/2009). Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, ενόψει του ότι δεν αφορά τη δημόσια τάξη, αφού συνιστά έλλειψη αυτοτελούς διαδικαστικής προϋπόθεσης και όχι προδικασίας, πρέπει κατ' άρθρο 562 ΚΠολΔ, για το παραδεκτό της προβολής του, να προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (ΑΠ 1103/2011, ΑΠ 1459/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του δεύτερου προσθέτου λόγου και με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, στην οποία η περιγραφή της διεκδικούμενης εδαφικής λωρίδας γίνεται με αναφορά στο μη προσαρτημένο στο αγωγικό δικόγραφο, από Μαΐου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα της μηχανικού Β. Δ., ενώ δεν προσδιορίζονται οι διαστάσεις των πλευρών που οριοθετούν την επίδικη λωρίδα και γενικώς στοιχεία ικανά να προσδιορίσουν την ταυτότητα του επιδίκου τμήματος και την ακριβή θέση του εντός του όλου ακινήτου των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον ούτε στο αναιρετήριο αναφέρεται, αλλά ούτε και από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων - εφεσιβλήτων προκύπτει (ΑΠ 119/2008) ότι η επικαλούμενη αοριστία είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, δεδομένου ότι όπως αναφέρεται στη νομική σκέψη η αοριστία της αγωγής, ως αυτοτελής διαδικαστική προϋπόθεση, δεν ανήκει στη δημόσια τάξη ώστε να μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπάγγελτα ενώ εξάλλου ούτε κάποια από τις άλλες δύο εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ συντρέχει (ΑΠ 355/2011, ΑΠ 2128/2009).
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.8 περ.α ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή κάθε περιστατικό, το οποίο αφηρημένα λαμβανόμενο οδηγεί, κατά το νόμο, στη γέννηση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την αντένσταση (Ολ.ΑΠ 25/2003), ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση της αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 1740/2012). Έτσι "πράγματα" υπό την παραπάνω έννοια δεν αποτελούν τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 383/2010, ΑΠ 1999/2009), ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή κανόνων δικαίου (ΑΠ 430/2011, ΑΠ 1459/2009), ούτε η επίκληση ad hoc νομολογίας του Αρείου Πάγου (ΑΠ 701/2011) ή η επίκληση αποδεικτικού μέσου ήταν περιεχομένου του (ΑΠ 10/2008 ΑΠ 625/2008), αλλά ούτε και τα αιτήματα των διαδίκων, με τα οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, σε οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της (ΑΠ 483/2011). Ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής (ΑΠ 832/2011), εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 954/2011), ούτε αν εκθέτει περιστατικά εκ περισσού και όχι προς στήριξη του διατακτικού του (ΑΠ 255/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου προσθέτου λόγου και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 8 εδ.α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι προσδιόρισε το αντικείμενο της δίκης "όχι με βάση τα όσα αορίστως επικαλέστηκαν οι ενάγοντες - (αναιρεσίβλητοι) με την αγωγή τους" ούτε με βάση "το σχεδιάγραμμα που αναφέρουν στην αγωγή τους και προσκόμισαν με τις προτάσεις τους", αλλά "με βάση τον προσδιορισμό του επιδίκου από τον τεχνικό τους σύμβουλο, στο προσαγόμενο στη μετ'απόδειξη συζήτηση από Νοεμβρίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του" και έτσι έλαβε υπόψη της (η απόφαση), παρά το νόμο, πράγματα που δεν προτάθηκαν και επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους, χωρίς αντίστοιχο αγωγικό ισχυρισμό, τα εμφαινόμενα στο εν λόγω τοπογραφικό τρία εδαφικά τμήματα, συνολικής επιφανείας 69,46 τ.μ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί οι αναφερόμενες αιτιάσεις δεν αφορούν σε "πράγματα" κατά την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια αλλά σε περιστατικά που έγιναν δεκτά ως προκύψαντα από τις αποδείξεις και αφορούν σε μερική παραδοχή της αγωγής, αφού όπως αναφέρθηκε παραπάνω στον πρώτο λόγο του κυρίου και στον πρώτο λόγο του προσθέτου αναιρετηρίου επιδικάσθηκαν τμήματα της διεκδικηθείσας μεγαλύτερης εδαφικής λωρίδας των 112,89 τ.μ., κατά μερική παραδοχή της αγωγής.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο (ΑΠ 6/2012, ΑΠ 249/2012, ΑΠ 254/2012). Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου (Ολ.ΑΠ 23/2008). Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμα αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 13-14-15/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 240/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 15/2000 απόφαση του Τοπικού Συμβουλίου του ΔΔ Καλλιθέας, τις υπ' αριθμ. 264/2000 και 96/2001 αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου Σπερχειάδας, καθώς και τέσσερις φωτογραφίες, που οι αναιρεσείοντες, αποκρούοντες τον αγωγικό ισχυρισμό περί καταλήψεως από αυτούς τμήματος του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, ότι μεταξύ του νοτίου ορίου του ακινήτου τους και του βορείου ορίου των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων υπάρχει από αμνημονεύτων ετών κοινόχρηστος κοινοτικός δρόμος. Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της ίδιας διατάξεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος περί της εκ μέρους των αναιρεσειόντων καταλήψεως των προαναφερθέντων τριών εδαφικών τμημάτων του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, παρέλειψε να λάβει υπόψη τις μνημονευόμενες δεκατρείς φωτογραφίες, που οι αναιρεσείοντες είχαν προσκομίσει με επίκληση στην κατ' έφεση δίκη προς απόδειξη του αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού τους, ότι η νότια πλευρά του ακινήτου του οριοθετείται με σταθερά ορόσημα (περιτοίχιση και συρμάτινη περίφραξη από το έτος 1967, νέα περιτοίχηση και περίφραξη, εσωτερικώς τούτων δένδρα μεγάλης ηλικίας, παλαιό πέτρινο τοιχείο, ξηρολιθιά κ.λπ.), γεγονός που αποκλείει την επέλευση οποιασδήποτε μεταβολής στη νότια οριογραμμή του ακινήτου τους και, άρα, την κατάληψη των ως άνω τριών εδαφικών τμημάτων του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλομένη απόφαση (αρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ) που ρητά βεβαιώνει (σελ.5-6) ότι κατά την κατάστρωση του νομικού συλλογισμού λήφθηκαν, πλην άλλων, υπόψη "τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ... τις φωτογραφικές αναπαραστάσεις, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν (άρθρα 448 παρ.2, 457 παρ.4 ΚΠολΔ)" αλλά και από το περιεχόμενο της απόφασης, όπου γίνεται αναφορά στο δρόμο (σελ.9), δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, που περιλαμβάνονται στα έγγραφα και δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη, σε καθένα από αυτά, αναφορά, λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις. Εξάλλου η άποψη των αναιρεσειόντων ότι η διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών μέσων, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Πρέπει λοιπόν να απορριφθούν και οι λόγοι αυτοί και συνακόλουθα η αναίρεση στο σύνολό της. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (αρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ) και όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-5-2009 αίτηση και τους από 30-7-2010 προσθέτους λόγους των Β. Π. του Ν. και Μ. θυγ. Ν.Π., συζ. Β. Ρ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 86/2008 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας και όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 196/2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Καταδικάζει του αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποδεικτική δύναμη πραγ/κης δικαστικής και ιδιωτικής. Δεν ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. γιατί οι διατάξεις των άρθρων 387 και 390 Κ.Πολ.Δ. είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, ούτε και με τη διάταξη του αρ. 12 γιατί δεν έχει ιδιαίτερη έναντι των λοιπών αποδεικτικών μέσων δύναμη. Δεν ανήκει η πραγ/νη στα έγγραφα και δεν πλήττεται με αρ. 20 περί παραμορφώσεως εγγράφου. Η αοριστία πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας. Τα προκύπτοντα από τις αποδείξεις δεν είναι «πράγματα» κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559. Δεν απαιτείται ειδική μνεία των αποδεικτικών μέσων για τη στοιχειοθέτηση του λόγου 11γ του άρθρου 559. Λόγοι από αρ. 19 και 9 δεν στοιχειοθετούνται γιατί το επιδικασθέν ακίνητο ήταν τμήμα του διεκδικηθέντος.
|
Πραγματογνωμοσύνη
|
Αγωγή διεκδικητική, Αοριστία αγωγής, Αποδεικτικά μέσα, Έγγραφα, Πραγματογνωμοσύνη.
| 1
|
Αριθμός 180/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Βορειοδημοτών Σπάρτης Ο Πυρνοκοκάς" και έδρα την ..., που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αλεξάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ.
Της αναιρεσίβλητης: Ζ. Α. του Δ., συζύγου Π. Μ., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/6/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 264/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 427/2009 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16/11/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 17/1/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β και γ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδάφ. β ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δεν χρειάζεται νέα κλήτευσή τους. Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία, αναβλήθηκε η συζήτηση (ΑΠ 240/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από το αναιρεσείον Σωματείο 6764Β'/20-1-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σπάρτης, ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 25-1-2012, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την ανωτέρω στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο της 21-11-2012 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά τη σημερινή, νόμιμη μετ' αναβολή δικάσιμο της 21-11-2012, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της κατά τα προαναφερθέντα.
Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε από ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.ΑΠ 17/1995). Μόνη όμως η αδράνεια επί μακρόν χρόνο του δικαιούχου και όταν ακόμα δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση, ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί πλέον αυτό, δεν αρκεί να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως η συμπεριφορά του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου, ενόψει των οποίων καθώς και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε από τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με το άρθρο 281 Α.Κ. (Ολ.ΑΠ 8/2001). Εξάλλου, η εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία έχει έντονο χαρακτήρα κανόνα δημοσίας τάξης, δεν αποκλείεται και επί ασκήσεως δικαιώματος που πηγάζει από διατάξεις δημοσίας τάξης, όπως είναι και εκείνες του Αγροτικού Κώδικα για παραχώρηση της κυριότητας γεωργικών κλήρων και οικοπέδων (Ολ.ΑΠ 7/1991). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και την προβληθείσα από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Σωματείο ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στο Ν. Κ. του Π., παππού της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης από τη μητρική γραμμή, παραχωρήθηκε το έτος 1938, για την αποκατάστασή του ως ακτήμονα καλλιεργητή, γεωργικός κλήρος - αγρός εμβαδού 800 τετ. μέτρων με εννέα ελαιόδεντρα από το κτήμα "Καστανιά" της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας (και ήδη δημοτικού διαμερίσματος του Δήμου Πελλάνας) Καστορείο Λακωνίας, το οποίο ως τότε ανήκε στην Ιερά Μονή Ζωοδόχου Πηγής Καστορείου. Ο γεωργικός αυτός κλήρος εμφαίνεται στον πίνακα διανομής του αγροκτήματος "Καστανιά", που συντάχθηκε από την αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας και στο συνημμένο σε αυτόν απόσπασμα του χάρτη της διανομής με τον αριθμό 20 και συνορεύει βόρεια με τον υπ' αριθμόν 18 κλήρο του ίδιου πίνακα διανομής και δυτικά με ακαλλιέργητη έκταση ιδιοκτησίας της πιο πάνω Μονής και ανατολικά εν μέρει με το υπ' αριθμόν 19 του ίδιου πίνακα διανομής κλήρο και εν μέρει με την επαρχιακή οδό Σπάρτης - Καστορείου και πέραν αυτής με τον υπ' αριθμόν 21 του ίδιου πίνακα διανομής κλήρο. Τον γεωργικό αυτό κλήρο-αγρό παρέλαβε έκτοτε στη διάνοια κυρίου νομή του ο δικαιούχος αυτού, παππούς της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, Ν. Κ. του Π., κάτοικος ..., τον καλλιεργούσε, συγκόμιζε τους καρπούς του, τον επέβλεπε και γενικά ασκούσε κάθε διακατοχική πράξη που προσιδιάζει στη φύση του ως αγρού έως το έτος 1983, όταν και απεβίωσε, δηλαδή επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών. Τον Ν. Κ. του Π. θανόντα το έτος 1983 άνευ διαθήκης κληρονόμησαν εξ αδιαθέτου η σύζυγός του Ζ. χήρα Ν. Κ. το γένος Α. Π. κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου και η θυγατέρα του Π. σύζυγος Δ. Α. το γένος Ν. Κ. κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου, οι οποίες αποδέχθηκαν την κληρονομιά του, στην οποίαν ανήκε, μεταξύ άλλων ακινήτων, και ο πιο πάνω γεωργικός κλήρος - αγρός, και εξακολούθησαν έκτοτε αυτές να ασκούν τη νομή του, κάθε μία κατά το ποσοστό της κληρονομικής της μερίδας, όπως και ο δικαιοπάροχός τους, έως και το έτος 1990, οπότε η εξ αυτών Ζ. χήρα Ν. Κ. το γένος Α. Π. μεταβίβασε το 1/4 εξ αδιαιρέτου μερίδιό της στον παραπάνω γεωργικό κλήρο - αγρό με γονική παροχή στην κόρη της και μητέρα της ενάγουσας Π. σύζυγο Δ. Α. το γένος Ν. Κ. δυνάμει του υπ' αριθμόν .../7-9-1990 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Σπάρτης με έδρα τη Σελλασία Δημητρίου Πελεκάνου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καστορείου στον τόμο 53 και υπ' αύξοντα αριθμό μεταγραφής ... . Εν συνεχεία, η μητέρα της αναιρεσίβλητης Π. σύζυγος Δ. Α. το γένος Ν. Κ. μεταβίβασε τον παραπάνω γεωργικό κλήρο - αγρό, με γονική παροχή, δυνάμει του υπ' αριθμόν .../6.12.2001 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Σπάρτης Παγώνας Κοκκονού, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καστορείου στον τόμο 56 και αύξοντα αριθμό 39, στην αναιρεσίβλητη. Έτσι, η αναιρεσίβλητη έγινε κατά παράγωγο τρόπο κυρία του γεωργικού αυτού κλήρου, διότι τον απέκτησε με σύμβαση που καταρτίστηκε συμβολαιογραφικώς και υπεβλήθη σε μεταγραφή από πραγματικό κύριο και συγκεκριμένα από την μητέρα της, η οποία είχε αποκτήσει την κυριότητά του, κατά μεν τα 3/4 εξ αδιαιρέτου, με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή με συνεχή άσκηση της νομής του από το έτος 1983 έως και το έτος 2001 και με προσμέτρηση στο χρόνο αυτό της δικής της νομής και εκείνου της νομής του καθολικού δικαιοπαρόχου της, δηλαδή του διαστήματος από το 1938 έως και το 1983, κατά δε το 1/4 εξ αδιαιρέτου κατά παράγωγο τρόπο, δηλαδή με σύμβαση που καταρτίστηκε συμβολαιογραφικώς και υπεβλήθη σε μεταγραφή από πραγματικό κύριο και συγκεκριμένα από τη μητέρα της, η οποία κατά το ποσοστό αυτό είχε γίνει κυρία του γεωργικού κλήρου με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή με συνεχή άσκηση της νομής του από το έτος 1983 έως και το έτος 1990 και με προσμέτρηση στο χρόνο αυτό της δικής της νομής και εκείνου της νομής του καθολικού δικαιοπαρόχου της, δηλαδή του διαστήματος από το 1938 έως και το 1983, δεδομένου ότι ούτε η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη επικαλείται ούτε εκ των εκατέρωθεν προσκομιζόμενων εγγράφων προκύπτει μεταγραφή του παραχωρητηρίου και της αποδοχής της κληρονομιάς του κληρούχου είτε από την ίδια είτε από τους πιο πάνω απώτερους δικαιοπαρόχους της. Περαιτέρω από το ανωτέρω κτήμα "Καστανιά" έλαβε το έτος 1938, παράλληλα με τον απώτερο δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης Ν. Κ. του Π., προς γεωργική του αποκατάσταση, δύο κλήρους και ο Μ. Κ. του Γ. και ειδικότερα έλαβε αυτός τον κλήρο - αγρό υπ' αριθμόν 18 του ίδιου πιο πάνω πίνακα διανομής, ο οποίος εφάπτεται προς βορρά με τον υπ' αριθμόν 20 της αναιρεσίβλητης και έχει εμβαδόν 440 τετ. μέτρων, και τον κλήρο-αγρό υπ' αριθμόν 21 του ίδιου πιο πάνω πίνακα διανομής, ο οποίος εκτείνεται ανατολικά της επαρχιακής οδού Σπάρτης - Καστορείου, ακριβώς απέναντι από εκείνον της ενάγουσας και έχει εμβαδόν 1.125 τετ. μέτ. Το έτος 1976 τόσο ο υπ' αριθμόν 20 κλήρος της αναιρεσίβλητης όσο και ο έναντι αυτού υπ' αριθμόν 21 κλήρος του Μ. Κ. απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά εν μέρει με την 0-...2/ Φ.906/24.9.1976 απόφαση του Νομάρχη Λακωνίας για τη διαπλάτυνση της επαρχιακής οδού Σπάρτης - Μεγαλοπόλεως κατά το τμήμα Καραβά - Κάρδαρη Νομού Λακωνίας και ειδικότερα απαλλοτριώθηκαν από μεν τον υπ' αριθμόν 20 κλήρο της αναιρεσίβλητης ένα τμήμα εμβαδού 40 τετ. μέτρων, από δε τον υπ' αριθμόν 21 κλήρο του Μ. Κ. ένα τμήμα εμβαδού 480 τετ. μέτρων, τα οποία εμφαίνονται αντιστοίχως υπό τους αριθμούς 19 και 20 στον κτηματολογικό πίνακα, στο κτηματολόγιο και στην οριζοντιογραφία της Διεύθυνσης των Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Λακωνίας για το τμήμα της οδού από Καραβά μέχρι Κάρδαρη. Το έτος 1986 ο Μ. Κ. του Γ. με το .../15.7.1986 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Σπάρτης με έδρα τη Σελλασία Δημητρίου Πελεκάνου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καστορείου στον τόμο 51 και υπ' αύξοντα αριθμό ..., πώλησε και μεταβίβασε στο αναιρεσείον αμφότερους τους παραπάνω με αριθμούς 18 και 21 του πίνακα διανομής γεωργικούς κλήρους, τους οποίους εμφάνισε ως ένα ενιαίο ακίνητο "με έκταση τριών περίπου στρεμμάτων ή όση και αν είναι περισσότερη ή λιγότερη", "διαχωριζόμενο σε δύο τμήματα από τον επαρχιακό δρόμο Σπάρτης -Μεγαλόπολης" και οριζόμενο "δυτικά με βουνό, νότια με ιδιοκτησία Ν. Κ., ανατολικά με ιδιοκτησία Π. Α. και βόρεια με ρέμα και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Η. Χ.". Με το προαναφερόμενο πωλητήριο συμβόλαιο, επομένως, το αναιρεσείον απέκτησε τον προς βορρά εφαπτόμενο με τον κλήρο της αναιρεσίβλητης υπ' αριθμόν 18 του πίνακα διανομής γεωργικό κλήρο εκτάσεως 440 τετ. μέτρων και όση έκταση είχε απομείνει από τον ανατολικώς της επαρχιακής ο6ού Σπάρτης - Καστορείου υπ' αριθμόν 21 κλήρο μετά την απαλλοτρίωση του έτους 1976. Τα όργανα διοίκησης του αναιρεσείοντος γνώριζαν, κατά την κατάρτιση του πιο πάνω συμβολαίου και την έκταση του υπ' αριθμό 18 του πίνακα διανομής κλήρου που αγόρασαν από τον Μ. Κ. και το ότι ο κλήρος αυτός προς νότο εφάπτεται με εκείνον της αναιρεσίβλητης. Στην αγορά του παραπάνω ακινήτου το αναιρεσείον Σωματείο, το οποίο είναι εκπολιτιστικός σύλλογος με τακτικά μέλη τους διαβιούντες στη Σπάρτη και καταγόμενους από τις περιοχές των επονομαζόμενων βόρειων Δήμων Καστορείου και Πελλάνας Λάκωνες, προέβη προκειμένου να δημιουργήσει χώρο αναψυχής και πανηγύρεως πλησίον των ονομαστών πηγών "Κάρδαρη". Ήδη από το έτος 1983, προ της αγοράς του, το είχε, με την ανοχή του τότε ιδιοκτήτη του Μ. Κ., μερικώς διαμορφώσει, κατασκευάζοντας σε αυτό τσιμέντινη εξέδρα και καθίσματα. Μετά την αγορά του, περί τα μέσα του έτους 1987, συνέχισε τις εργασίες διαμόρφωσης, επειδή όμως η έκταση που είχε αγοράσει δεν επαρκούσε, κατέλαβε και τμήμα από τον κλήρο της ενάγουσας, επεκτείνοντας την τσιμέντινη εξέδρα προς νότο και κατασκευάζοντας στην επέκταση νέα καθίσματα καθώς και τσιμέντινη σκάλα ανόδου στην εξέδρα από τη νότια πλευρά. Το έτος 1994, προέβη σε περαιτέρω διαμόρφωση κατασκευάζοντας δεύτερη τσιμέντινη εξέδρα πάνω από την πρώτη με επιπλέον κλίμακα ανόδου σε αυτήν καθώς και ισόγειο κτίσμα κεραμοσκεπές επιφανείας 50 τετ. μέτρων εντός του κλήρου της ενάγουσας, το οποίο έκτοτε εξεμίσθωνε ως κυλικείο, με τελευταίο μισθωτή από το έτος 2003 τον Ι. Μ., τον οποίον όμως απέβαλε από το μίσθιο την 14-2-2006 δυνάμει της υπ' αριθμόν 7/2005 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Καστορείου λόγω δυστροπίας του περί την καταβολήν των μισθωμάτων της περιόδου από 5/2004 έως και 5/2005, χωρίς έκτοτε να προκύπτει νέα περαιτέρω εκμίσθωσή του. Με αμφότερες τις δύο αυτές επεκτάσεις το αναιρεσείον έχει καταλάβει παρανόμως από τον υπ' αριθμόν 20 του πίνακα διανομής γεωργικό κλήρο της αναιρεσίβλητης ένα τμήμα εμβαδού 418,81 τετ. μέτρων, το οποίο αποτυπώνεται περιμετρικά υπό τα αλφαβητικά στοιχεία Γ - Δ - Ε - Ζ - Η - Κ - Γ στο από Ιουνίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου τοπογράφου μηχανικού Δ. Χ. και συνορεύει βορείως επί πλευράς Γ - Δ μήκους 20,50 μέτρων με τον υπ' αριθμόν 18 κλήρο του αναιρεσείοντος και επί πλευράς Ε - Ζ μήκους 5 μέτρων με τον υπ' αριθμόν 19 κλήρο του πίνακα διανομής, νότια επί πλευράς Κ - Η με υπόλοιπη προς νότο έκταση του υπ' αριθμόν 20 κλήρου της αναιρεσίβλητης, ανατολικά επί πλευράς Η - Ζ μήκους 15,20 μέτρων με την επαρχιακή οδό Σπάρτης - Καστορείου και επί πλευράς Ε-Δ μήκους 6,50 μέτρων με τον υπ' αριθμόν 19 κλήρο του πίνακα διανομής και δυτικά επί πλευράς Κ - Γ μήκους 30 μέτρων με έκταση ιδιοκτησίας της Ιεράς Μονής Ζωοδόχου Πηγής Καστορείου. Το τοπογραφικό αυτό διάγραμμα συνοδεύει την από Ιουνίου 2005 τεχνική έκθεση του ίδιου πιο πάνω τεχνολόγου μηχανικού, τη οποίαν η ενάγουσα επικαλείται και νόμιμα προσκομίζει και στην οποίαν ο συντάκτης αυτής πιο πάνω μηχανικός βεβαιώνει ότι το επίδικο αποτυπώθηκε με βάση τον κτηματολογικό πίνακα και την οριζοντιογραφία της απαλλοτριώσεως του 1976 καθώς και την οριζοντιογραφία της Διεύθυνσης Γεωργίας που αφορά τη διανομή του κτήματος "Καστανιά" του έτους 1938, όπου τα ακίνητα των διαδίκων σε ανύποπτο χρόνο έχουν αποτυπωθεί. Το αναιρεσείον, για να κατασκευάσει στο επίδικο το ισόγειο κεραμοσκεπές κτίσμα επιφανείας 50 τετ. μέτρων, ζήτησε και έλαβε από την Πολεοδομία Σπάρτης την υπ' αριθμόν 162/1992 άδεια οικοδομής, για την έκδοση της οποίας, όμως, υπέβαλε ψευδή στοιχεία και συγκεκριμένα το από Νοεμβρίου 1991 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Α., στο οποίο ενσωμάτωσε ολόκληρο τον γεωργικό κλήρο της ενάγουσας στον δικό του, εμφάνισε δηλαδή τους υπ' αριθμούς 20 και 18 συνεχόμενους γεωργικούς κλήρους ως ένα ενιαίο ακίνητο δικό του συνολικής επιφανείας 2.376 τετ. μέτρων, ώστε να υπερβεί το ελάχιστο όριο εμβαδού των 2.000 τετ. μέτρων που χρειαζόταν τότε για να είναι κατά παρέκκλιση άρτια και οικοδομήσιμα τα εκτός σχεδίου πόλεως και ορίων οικισμού ακίνητα της περιοχής, ενώ και οι δύο κλήροι μαζί δεν υπερέβαιναν σε έκταση τα (800 + 440 =) 1.240 τετ. μέτρα, και έτσι, εξαπατώντας τους αρμόδιους υπαλλήλους της Πολεοδομίας Σπάρτης, πέτυχε να εφοδιαστεί με την παραπάνω άδεια και βάσει αυτής να ανοικοδομήσει στη συνέχεια το επίδικο. Οι γονείς της αναιρεσίβλητης ήταν από το έτος 1957 εγκατεστημένοι στον Καναδά, από δε το έτος 1983, όταν απεβίωσε ο απώτερος δικαιοπάροχός της και παππούς της Ν. Κ. του Π., ο οποίος κατοικούσε στα ..., εγκαταστάθηκε στον Καναδά και η γιαγιά της και απώτερη δικαιοπάροχός της Ζ. χήρα Ν. Κ. το γένος Α. Π.. Έτσι, όταν το αναιρεσείον προέβη τα έτη 1987 και 1994 στην κατάληψη και στην ανοικοδόμηση του επιδίκου ούτε η γιαγιά ούτε η μητέρα της αναιρεσίβλητης, τότε κυρίες αυτού, ήταν παρούσες ώστε να αντιδράσουν εγκαίρως στην επιχειρηθείσα εκ μέρους του καταπάτησή του, την απουσία τους δε αυτή ακριβώς εκμεταλλεύθηκε το αναιρεσείον και το κατέλαβε. Το καλοκαίρι του έτους 1990 η μητέρα της αναιρεσίβλητης Π. σύζυγος Δ. Α. το γένος Ν. Κ. ήρθε από τον Καναδά στα ... για διακοπές και στις 7-9-1990 κατάρτισε το προαναφερόμενο υπ' αριθμόν .../7-9-1990 συμβόλαιο γονικής παροχής, με το οποίο η μητέρα της Ζ. χήρα Ν. Κ. της μεταβίβασε το 1/4 εξ αδιαιρέτου του όλου γεωργικού κλήρου, τμήμα του οποίου είναι και το επίδικο. Το έτος 1998 η αναιρεσίβλητη, ο σύζυγός της Π. Μ. και η μητέρα της Π. σύζυγος Δ. Α. επέστρεψαν από τον Καναδά στην Ελλάδα, όπως δε ο δεύτερος εξ αυτών, εξεταζόμενος ως μάρτυρας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατέθεσε, το έτος 1994, όταν γνώρισε την αναιρεσίβλητη, είχαν επισκεφθεί μαζί το επίδικο, μετά όμως την ανοικοδόμησή του από το αναιρεσείον, και είχαν διαμαρτυρηθεί για την εκ μέρους του καταπάτησή του, του πρότειναν δε, αν ήθελε, να του πωλήσουν ολόκληρο τον κλήρο αντί τιμήματος 1.000.000 δραχμών, πρόταση την οποίαν όμως αυτό δεν απεδέχθη, διότι θεώρησε το τίμημα υπερβολικό. Τελικά την υπό κρίση διεκδικητική του επιδίκου αγωγή της η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη την άσκησε στις 9-6-2005. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει, ότι αυτή και προ του έτους 2001 οι δικαιοπάροχοί της καθυστέρησαν να ασκήσουν το δικαίωμα κυριότητάς τους στο επίδικο, τουλάχιστον από το έτος 1990. Η καθυστέρηση αυτή όμως έως και το έτος 1998 είναι δικαιολογημένη λόγω της μόνιμης διαμονής τους στον Καναδά, που δεν τους επέτρεπε να οργανώσουν ευχερώς την διεκδίκηση του δικαιώματος κυριότητάς τους στο επίδικο. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και για το επόμενο διάστημα 1998 - 2005, κατά το οποίο κατοικούσαν στην ημεδαπή και μπορούσαν να συλλέξουν νωρίτερα τα αποδεικτικά τους στοιχεία και να προσφύγουν στο δικαστήριο. Ωστόσο, από την πλευρά της αναιρεσίβλητης και των δικαιοπαρόχων της, εκτός από την αδράνεια τους αυτή, δεν υπάρχει άλλη προηγούμενη θετική ενέργειά τους που να προκάλεσε την παράνομη κατάληψη και ανοικοδόμηση του επίδικου ακινήτου τους από το αναιρεσείον ή να συνέβαλε αποφασιστικά σε αυτήν. Αντίθετα, τα μέλη διοικήσεως του αναιρεσείοντος, τα οποία έλκουν την καταγωγή από την περιοχή του επιδίκου, γνώριζαν την ταυτότητα τόσο του ακινήτου που αγόρασαν από τον Μ. Κ. όσον και του εφαπτόμενου ακινήτου της αναιρεσίβλητης, δηλαδή την έκταση και τα όριά τους, καθώς και την ιδιότητά τους ως γεωργικών κλήρων, προερχομένων από το αγρόκτημα "Καστανιά" του μοναστηριού, στοιχεία τα οποία προκύπτουν άλλωστε και από τα προαναφερόμενα δημόσια έγγραφα που είναι προσιτά σε καθένα που έχει έννομο συμφέρον, και παρά ταύτα εκμεταλλεύτηκαν την απουσία των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης στην αλλοδαπή και κατά το διάστημα από το 1987 έως και το 1994 κατέλαβαν σταδιακά και ανοικοδόμησαν το επίδικο τμήμα της ιδιοκτησίας της, εν γνώσει τους ότι αυτό δεν ανήκε στο αναιρεσείον αλλά στους δικαιοπαρόχους της, και επιπλέον, για να επιτύχουν την ανοικοδόμησή του, υπέβαλαν εν γνώσει τους ψευδή στοιχεία στην Πολεοδομία Σπάρτης και ειδικότερα το προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα στο οποίο ενσωμάτωσαν ολόκληρη την ιδιοκτησία της αναιρεσίβλητης στη δική τους, εμφανίζοντας ψευδώς αμφότερα τα ακίνητα ως ένα ενιαίο δικό του εκτάσεως άνω των 2.000 τετ. μέτρων και πέτυχαν, δι' εξαπατήσεως των αρμόδιων υπαλλήλων της υπηρεσίας αυτής, να τους χορηγηθεί η υπ' αριθμόν 162/1992 άδεια οικοδομής, βάσει της οποίας στη συνέχεια έκτισαν στο επίδικο το προαναφερόμενο ισόγειο κτίσμα - κυλικείο επιφανείας 50 τετ. μέτρων. Υπάρχουν από την πλευρά του αναιρεσείοντος, επομένως, δόλιες ενέργειες, οι οποίες, και αν ακόμη η ανατροπή της καταστάσεως, που το ίδιο δημιούργησε στο επίδικο, ήθελε θεωρηθεί ότι του προκαλεί επαχθείς συνέπειες εξαιτίας των δαπανών στις οποίες υπεβλήθη για τη διαμόρφωση και την ανοικοδόμησή του, δεν καθιστούν καταχρηστική την έστω και καθυστερημένη άσκηση της υπό κρίση αγωγής, με μόνη την (κατά ένα μέρος τουλάχιστον δικαιολογημένη) αδράνεια της αναιρεσίβλητης και των δικαιοπαρόχων της να την ασκήσουν νωρίτερα". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι η αναφερόμενη ως άνω αδράνεια της αναιρεσίβλητης και των διακιοπαρόχων της δεν μπορούσε να προκαλέσει στο αναιρεσείον την πεποίθηση, ότι δεν θα διεκδικήσει το δικαίωμά της κυριότητας, αφού τα μέλη της διοίκησης του τελευταίου γνώριζαν, ότι το επίδικο δεν ανήκε σ' αυτό αλλά στους δικαιοπαρόχους της αναιρεσίβλητης και μάλιστα για να επιτύχουν την ανοικοδόμησή του υπέβαλαν εν γνώσει τους ψευδή στοιχεία στην πολεοδομία Σπάρτης για την έκδοση οικοδομικής άδειας και ότι έτσι υπάρχουν από την πλευρά του αναιρεσείοντος δόλιες ενέργειες, ώστε οι όποιες δαπάνες στις οποίες αυτό υποβλήθηκε να μη καθιστούν καταχρηστική την έστω και καθυστερημένη άσκηση της αγωγής. Ακολούθως, το Εφετείο δέχτηκε την έφεση της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, και, αφού απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, δέχτηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή. Έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε την προπαρατεθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού, υπό τα ανωτέρω γενόμενα από τούτο δεκτά πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του επιδιωκόμενου με την αγωγή δικαιώματος της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης δεν υπερβαίνει πράγματι προφανώς τα οριζόμενα από τη διάταξη αυτή όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Επίσης, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού για το ουσιώδες ζήτημα της μη παραδοχής της παραπάνω ένστασης του εναγομένου-αναιρεσείοντος περί καταχρήσεως δικαιώματος διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής της ως άνω διάταξης. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ως προς τις αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι απορριπτέος, και κατά τα δύο μέρη του, ως αβάσιμος. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνηφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής περί κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, για να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Δεν απαιτείται όμως για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου και ο καθ' όρια προσανατολισμός του (ΑΠ 493/2007). Εξάλλου, η αοριστία της αγωγής η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του σχετικά με τη νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για την θεμελίωση του δικαιώματος, ή αν αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα. Η ποσοτική όμως ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 του ίδιου άρθρου, οι δε δικονομικές της ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφό της ελέγχονται κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε με την ένδικη διεκδικητική αγωγή της, ότι κατά παράγωγο τρόπο, ήτοι με γονική παροχή από τη μητέρα της Π. σύζ. Δ. Α. που καταρτίστηκε συμβολαιογραφικώς το έτος 2001 και μεταγραφή του τίτλου, έχει αποκτήσει την πλήρη κυριότητα ενός αγροτικού ακινήτου, εκτάσεως 793,79 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος Καστορείου του Δήμου Πελλάνας Λακωνίας στην ειδικότερη θέση "Κάρδαρη", το οποίο είχε περιέλθει στη μητέρα της κατά μεν το 1/ 4 εξ αδιαιρέτου με γονική παροχή από τη δική της μητέρα Ζ. χήρα Ν. Κ. το γένος Α. Π., που καταρτίστηκε συμβολαιογραφικώς το έτος 1990 και μεταγράφηκε ο τίτλος, και κατά τα 3/ 4 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία εξ αδιαθέτου του πατέρα της Ν. Κ., που αποβίωσε το έτος 1983 και συνεχή έκτοτε άσκηση της νομής του μέχρι και το έτος 1990, στον δε πατέρα της είχε περιέλθει το έτος 1938 με παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο ως αγροτικός κλήρος και συνεχή έκτοτε μέχρι το θάνατό του, το έτος 1983, άσκηση της νομής του, και ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Σωματείο, το οποίο έχει συνεχόμενη προς βορρά ιδιοκτησία περί τα τέλη του έτους 1993 επεξέτεινε προς νότο την ιδιοκτησία του και κατέλαβε από το ακίνητό της αυτό ένα τμήμα του εκτάσεως 418,81 τετ. μέτρων, όπως αυτό λεπτομερώς περιγράφεται στην αγωγή, το προσάρτησε στην δική του συνεχόμενη προς βορρά ιδιοκτησία και ανήγειρε επ' αυτού ισόγειο κτίσμα επιφάνειας 50 τετ. μέτρων. Ζήτησε δε να αναγνωριστεί η κυριότητά της στο επίδικο τμήμα και να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να της το αποδώσει. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, ειδικότερα δε το εν λόγω τμήμα ακινήτου, όπως περιγράφεται στην αγωγή, κατά είδος, θέση, έκταση και όρια εξατομικεύεται επαρκώς, ώστε καμιά αμφιβολία να μην υπάρχει ως προς την ταυτότητά του, μη απαιτούμενων άλλων επιπλέον στοιχείων, αφού μάλιστα αρκεί ως προς την έκτασή του η αναφορά 418,81 τ.μ. Το Εφετείο, επομένως, που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι το επίδικο τμήμα "ειδικώς περιγράφεται στην αγωγή" και σιωπηρώς απέρριψε την περί αοριστίας ένσταση του αναιρεσείοντος, δεν έσφαλε. Επομένως, οι προβαλλόμενες με τον δεύτερο λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8 και 9 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι α) αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί το άρθρο 1094 ΑΚ για τη θεμελίωση της φερόμενης προς διάγνωση αξιώσεως της αναιρεσίβλητης, β) έλαβε προς τούτο υπόψη αγωγικούς ισχυρισμούς, που δεν διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής και γ) επιδικάστηκε κάτι που δεν ζητήθηκε, ελέγχονται ως αβάσιμες. Επειδή, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το εφετείο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το Εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), προκύπτουν τα εξής: Προς αντίκρουση της ως άνω ένδικης διεκδικητικής αγωγής της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Σωματείο πρόβαλε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου επικουρικώς, ήτοι για την περίπτωση που ήθελε κριθεί, ότι το επίδικο τμήμα ανήκει στον κλήρο του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, τον ισχυρισμό ότι στο επίδικο εδαφικό τμήμα απέκτησε κυριότητα με χρησικτησία. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι μετά την ισχύ του α.ν. 431/1968 ο τρίτος μπορεί να αποκτήσει τη νομή ολόκληρου του κλήρου, όχι όμως τμήματος αυτού, γιατί έτσι επέρχεται ανεπίτρεπτη κατάτμησή του. Κατά το κεφάλαιο αυτό της απόρριψης του άνω ισχυρισμού ως μη νόμιμου, η υπόθεση δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8, όπως εκτιμάται (και όχι από τον αριθμό 9 που αναγράφεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον αιτιάται ότι το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την απόρριψη της ένστασής του περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, δεν έλαβε υπόψη την ένστασή του περί ιδίας κυριότητας, που είχε προβάλλει πρωτοδίκως και είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον ως προς το κεφάλαιο αυτό η υπόθεση δεν είχε μεταβιβαστεί στο Εφετείο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-11-2010 αίτηση του Σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Βορειοδημοτών Σπάρτης Ο ΠΥΡΝΟΚΟΚΑΣ" για αναίρεση της 427/2009 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναγνωριστική αγωγή κυριότητας - αγωγή – Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος – Απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις. Δεν αποκλείεται η εφαρμογή και επί δικαιώματος που πηγάζει από διατάξεις δημοσίας τάξης, όπως του Αγροτικός Κώδικα. Ορισμένο αναγνωριστικής αγωγής. Η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία από αριθμ. 8 ή 14. Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Λόγοι από 8. Κεφάλαιο ως προς το οποίο δεν έχει μεταβιβαστεί η υπόθεση στο Εφετείο. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αγωγή αναγνωριστική
|
Αγωγή αναγνωριστική.
| 0
|
Αριθμός 183/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Νικολακόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Οικοδομικού Συνεταιρισμού Λινδίων Ρόδου με την επωνυμία "Ο Κλεόβουλος" και έδρα τη Ρόδο, που εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Παπαγεωργίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/10/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 30/10/2006 ανταγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 178/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 102/2011 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/7/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 24/12/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Το άρθρο 63 του Κτηματολογικού κανονισμού, ο οποίος κυρώθηκε με το 132/1.9.1929 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ (ως τοπικό δίκαιο) και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή σ' αυτήν την ελληνικής νομοθεσίας με το άρθρο 8 παρ.2 του ν.510/1947, που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (30.12.1947), σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, ορίζει στη μεν παρ.1 ότι: "κατά των εν τω κτηματολογικώ βιβλίώ εγγράφων, αφορωσών ακίνητα ελευθέρας ιδιοκτησίας (μουλκ), είναι παραδεκτή η παραγραφή κατά τας αρχάς της ιταλικής νομοθεσίας κατόπιν δεκαπενταετούς νομής από της επισυμβάσης εγγραφής", στη δε παρ.2 ότι: "ο χρησιδεσπόζων νομεύς δύναται να επιτύχει την καταγραφήν του δικαιώματος ή δια πράξεως, εξ ης προκύπτει η συνεχής δεκαπενταετής νομή του και η εκ μέρους του υπερ ου η καταγραφή αναγνώρισις, ή δι'αποφάσεως, ήτις ορίζει, αντιμωλίαν του τελευταίου τούτου ή των κληρονόμων του, ή εν ελλείψει αυτών του διευθυντού του Κτηματολογικού Γραφείου, ότι η παραγραφή συνεπληρώθη". Με την ανωτέρω διάταξη, κατά την αληθή της έννοια, καθιερώνεται έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) δια της επί δεκαπενταετία νομής, έναντι της επί τριακονταετία νομής που προέβλεπε ο τότε ισχύων ιταλικός ΑΚ του 1865, ως προς δε τα λοιπά στοιχεία της εν λόγω χρησικτησίας, ήτοι τις προϋποθέσεις έναρξης, διαδρομής και συμπλήρωσης αυτής, παραπέμπει η ίδια διάταξη στις κοινές περί έκτακτης χρησικτησίας διατάξεις που εκάστοτε ισχύουν και συνεπώς, ενόψει και του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 3 του Εισαγωγικού Νόμου του (ελληνικού) ΑΚ, που ορίζει ότι "στις περιπτώσεις που κατά την ισχύουσα νομοθεσία γίνεται παραπομπή σε διατάξεις που καταργούνται με το νόμο αυτό εφαρμόζονται στη θέση τους οι αντίστοιχες διατάξεις του ΑΚ", καθίσταται σαφές ότι από την κατά την 30.12.1947 εισαγωγή στη Δωδεκάνησο, με το άρθρο 2 παρ.1, στοιχ.α'του προμνημονευόμενου ν.510/1947, του (ελληνικού) ΑΚ και του Εισαγωγικού του Νόμου, καθώς και του ν.δ.7/10.5.1946 "περί αποκαταστάσεως του ΑΚ και του εισαγωγικού αυτού Νόμου", η προαναφερόμενη δεκαπενταετής κτητική παραγραφή διέπεται, όσον αφορά τις προϋποθέσεις έναρξης, διαδρομής και συμπλήρωσης αυτής, από τις αντίστοιχες διατάξεις του ΑΚ (Ολ.ΑΠ 188/1980), μεταξύ των οποίων είναι η του άρθρου 974 ΑΚ, με την οποία, προς καθορισμό της έννοιας της νομής ορίζεται ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, και εκείνη του άρθρου 1045 ΑΚ, κατά την οποία εκείνου που έχει στη νομή του επί το καθοριζόμενο στο νόμο χρονικό διάστημα πράγμα γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία) (ΑΠ 1004/2009 Ελλ.Δνη 51.123). Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Τα επίδικα ακίνητα είναι: Α)έκταση 25.000 τ.μ. που βρίσκεται στην τοποθεσία ... της …, νομικής φύσης "μούλκ" με κτηματολογικά στοιχεία τόμος …, φύλλο …, μερίδα …, φάκελος … γαιών...την οποία απέκτησε ο εναγόμενος - αντενάγων συνεταιρισμός κατά πλήρη κυριότητα δυνάμει του υπ'αρ..../29.4.1966 συμβόλαιου αγοραπωλησίας του τέως συμβολαιογράφου Ρόδου Ηλία Χαρλαύτη κατά ποσοστό 135/144 και δυνάμει του υπ'αρ..../29.4.1966 συμβολαίου αγοραπωλησίας του τέως συμβολαιογράφου Ρόδου Χρ.Γιώρτσου κατά ποσοστό 9/144, νομίμως μεταγεγραμμένων ....Β)έκταση εμβαδού 17440 τ.μ. που βρίσκεται στην τοποθεσία ... της …, νομικής φύσης "μούλκ", με κτηματολογικά στοιχεία τόμος …, φύλλο …, μερίδα … και φάκελος …γαιών...την οποία απέκτησε ο εναγόμενος - αντενάγων συνεταιρισμός κατά πλήρη κυριότητα δυνάμει του υπ'αρ..../28.2.1966 συμβόλαιου αγοραπωλησίας του τέως συμβολαιογράφου Ρόδου Ηλία Χαρλαύτη, νομίμως μεταγεγραμμένου...Γ)ακίνητο και δη οικία 2 ορόφων...που βρίσκεται στην τοποθεσία ... της …, με κτηματολογικά στοιχεία τόμος …, φύλλο …, μερίδα … και φάκελλος …οικοδομών ..την οποία απέκτησε ο εναγόμενος - αντενάγων συνεταιρισμός κατά πλήρη κυριότητα δυνάμει του υπ'αρ..../29.4.1966 συμβόλαιου αγοραπωλησίας του τέως συμβολαιογράφου Ρόδου Χρ.Γιώρτσου, νομίμως μεταγεγραμμένου...και Δ)ακίνητο και δη παλαιά οικία 2 ορόφων...που βρίσκεται στην τοποθεσία ... της Ρόδου, με κτηματολογικά στοιχεία τόμος …, φύλλο …, μερίδα … και φάκελλος ... οικοδομών Ρόδου....την οποία απέκτησε ο εναγόμενος - αντενάγων συνεταιρισμός κατά πλήρη κυριότητα δυνάμει του υπ'αρ..../28.2.1966 συμβολαίου αγοραπωλησίας του τέως συμβολαιογράφου Ρόδου Ηλία Χαρλαύτη, νομίμως μεταγεγραμμένου...Τα ως άνω, με κτηματομερίδες …και …, ακίνητα είναι όμορα, ενώ, περαιτέρω, η με αριθμό μερίδας … οικία βρίσκεται εντός του … ακινήτου και η με αρ.μερίδας … οικία εντός του … ακινήτου...τα επίδικα βρίσκονται σε αστική οικιστικά δομημένη περιοχή...Στις αγορές των εν λόγω ακινήτων προέβη ο εναγόμενος - αντενάγων Οικοδομικός Συνεταιρισμός....προκειμένου να εκπληρώσει τον καταστατικό του σκοπό, που είναι η απόκτηση, από μέλη του, κατοικιών σε αστική περιοχή ....Σε εκπλήρωση του σκοπού του, ο Συνεταιρισμός...το έτος 1989 ανέθεσε στον Σ.Π., πολιτικό μηχανικό και στον Θ.Μ., γεωλόγο, να συντάξουν μελέτη γεωλογικής γεωτεχνικής καταλληλότητας του ως άνω ακινήτου του, οι οποία, προς τούτο, πραγματοποίησαν επανειλημμένες επισκέψεις σε αυτό, ολοκληρώνοντας και παραδίδοντας τη μελέτη τους το Μάϊο του 1990. Στη συνέχεια, και δη το 1990 περίπου, με σχετική εντολή του Συνεταιρισμού οι (μνημονευόμενοι μηχανικοί) ανέλαβαν...να εκπονήσουν την πολεοδομική μελέτη ....η οποία είναι απαραίτητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ.93/1987 περί οικοδομικών συνεταιρισμών...Η σύνταξη της πολεοδομικής μελέτης αποτελεί εργασία χρονοβόρα, που απαιτεί στενή συνεργασία μεταξύ των ανωτέρω μελετητών, οι οποίοι, πρός τούτο, επισκέφτηκαν πολλές φορές το προς πολεοδόμηση ακίνητο, κυρίως από το 1993 και σε αρκετές εξ αυτών με παρουσία και του προέδρου του συνεταιρισμού Β.Τ. Έτσι, μετά από επανειλημμένες επισκέψεις...ολοκληρώθηκε η ως άνω πολεοδομική μελέτη και συντάχθηκε το σχετικό τεύχος το Μάρτιο του 2000...Περαιτέρω, επειδή στο ως άνω ακίνητο υπάρχει φυσικό ρεύμα για το οποίο θα πρέπει σύμφωνα με το νόμο να γίνει ειδική μελέτη οριοθέτησης...και πάλι μετά από επανειλημμένες επισκέψεις και μετρήσεις των ως άνω επιστημόνων στο ακίνητο, ολοκληρώθηκε η μελέτη οριοθέτησης του ρεύματος και συντάχθηκαν τα σχετικά σχέδια τον Οκτώβριο του 2003. Έτσι, μετά ταύτα ο φάκελο της Πολεοδομικής μελέτης διαβιβάστηκε στο ΥΠΕΧΩΔΕ, το οποίο ζήτησε κάποια συμπληρωματικά στοιχεία... τα οποία του προσκομίστηκαν από τον Συνεταιρισμό...και ως εκ τούτου, το έργο βρίσκεται πλέον στο στάδιο της τελικής έγκρισης από το Κεντρικό Συμβούλιο Χωροταξίας.
Συνεπώς προφανές είναι ότι ο εναγόμενος αντενάγων Συνεταιρισμός ασχολείται ενεργά με τα έργα για τα οποία απέκτησε τα επίδικα ακίνητα, από της αγοράς τους και εντεύθεν, προβαίνοντας σε όλες τις σχετικές πράξεις, που αρμόζουν στη φύση και τον προορισμό τους. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αντεναγομένου (τους οποίους επιβεβαιώνουν η εξετασθείσα στο ακροατήριο μάρτυράς του και οι υπέρ αυτού ενόρκως βεβαιώσαντες ενώπιον συμβολαιογράφου), ο τελευταίος, ο οποίος είναι κτηνοτρόφος στο επάγγελμα; βρίσκεται στη νομή των εν λόγω ακινήτων από το έτος 1990, διατηρώντας μέσα σε αυτά ζώα και καλλιέργειες, έχοντας περιφράξει μάλιστα την όλη έκταση με συρματόπλεγμα ήδη από το 1990, ενώ περαιτέρω ο ίδιος μένει και σε μία από τις δύο υπάρχουσες στο κτήμα οικίες, ενώ την άλλη χρησιμοποιεί ως αποθήκη. Σε αντίθεση ωστόσο με τα ανωτέρω, τόσο ο εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυρας του εναγομένου αντενάγοντος, όσο και οι ενόρκως βεβαιώσαντες ενώπιον συμβολαιογράφου υπέρ αυτού, καταθέτουν ότι ποτέ, μέχρι το έτος 2003, σε όσες μετρήσεις κι αν προέβησαν επί του επιδίκου ακινήτου, δεν αντιλήφθησαν την παρουσία του ενάγοντος αντεναγομένου, ούτε των εγκαταστάσεων του. Τα όσα αναφέρθηκαν από τους τελευταίους, κρίνονται πειστικά, διότι η παρουσία τους όλα αυτά τα χρόνια στα επίδικα ακίνητα είναι αναμφισβήτητη, λόγω της ανατεθειμένης σε αυτούς εργασίας κι ως εκ τούτου η εικόνα των ακινήτων, την οποία παρουσιάζουν, ήτοι χωρίς τις εγκαταστάσεις και την περίφραξη, ανταποκρίνεται στην αλήθεια, ενώ εξάλλου σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή όλα αυτά τα χρόνια που πραγματοποιούσαν τις ως άνω μετρήσεις, υπήρχε μέσα στο ακίνητο ο ενάγων με τα ζώα του, έχοντας μάλιστα περιφράξει το ακίνητο, αυτοί δεν θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν τις εργασίες τους καθώς δε θα είχαν πρόσβαση στο ακίνητο, αλλά και όλες οι επικαλούμενες από τον ενάγοντα εγκαταστάσεις και περιφράξεις θα αποτυπώνονταν και θα περιγράφονταν στα σχετικά συνταχθέντα από αυτούς, τοπογραφικά διαγράμματα. Επίσης θα είχαν ενημερώσει σχετικά τους υπεύθυνους του Συνεταιρισμού, οι οποίοι και θα είχαν κινηθεί εγκαίρως προκειμένου να αποβάλουν τον ενάγοντα από το ακίνητο. Επιπλέον, εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι με την υπ'αρ…/29.2.1999 πράξη του δημάρχου …., που εκδόθηκε μετά από αίτηση του ενάγοντος αντενάγομενου, και μετά από διαπίστωση του ότι η οικογένεια του τελευταίου μένει μόνιμα στο δήμο …περισσότερο από δύο χρόνια, αποφασίσθηκε η εγγραφή της ως άνω οικογένειας στα δημοτολόγια του ως άνω Δήμου, που δεν έχει τοπική σχέση με τη περιοχή, όπου βρίσκονται τα επίμαχα ακίνητα. Περαιτέρω, προέκυψε μεν ότι ο ενάγων αντεναγόμενος ασκούσε διακατοχικές πράξεις (βοσκή των ζώων του, καλλιέργεια) επί των επιδίκων κατά τα έτη 1989-1992, όχι όμως με διάνοια κυρίου, αλλά βάσει σχετικών μισθωτικών σχέσεων με τον εναγόμενο αντενάγοντα συνεταιρισμό...Κατά τα προεκτεθέντα δε ουδόλως προέκυψαν διακατοχικές πράξεις του ενάγοντος αντεναγομένου επί των επιδίκων κατά τον μετέπειτα χρόνο. Τα ως άνω ενισχύονται και από το υπ'αρ…./9.8.2006 έγγραφο του Δήμου …, σύμφωνα με το οποίο η λειτουργία της σταυλικής εγκατάστασης του Β. Κ. διαπιστώθηκε από την αρμόδια υπηρεσία του Δήμου στις 24.3.2005 παρά τους "συχνούς ελέγχους" που, σύμφωνα πάντα με το ως άνω έγγραφο, γίνονταν προς εντοπισμό σταυλικών εγκαταστάσεων στα όρια του Δήμου. Κατά συνέπεια, εάν υπήρχε αδιακόπως από δεκαπενταετίας σταυλική εγκατάσταση του ενάγοντος, όπως υποστηρίζει αυτός, θα γινόταν, σαφώς αντιληπτή από το ως άνω, αρμόδιο όργανο, ειδικά δε όταν πρόκειται περί αστικής περιοχής, όπου παρόμοια εγκατάσταση θα είχε προκαλέσει αντιδράσεις περιοίκων. Περαιτέρω ενισχυτικό επίσης των ανωτέρω, και δη της έλλειψης νομής του ενάγοντος αντεναγομένου επί των επίδικων ακινήτων κατά το επικαλούμενο από αυτόν διάστημα, αποτελεί και η από 22.10.1996 γνωμοδότηση ΝΕΧΩΠ Δωδεκανήσου, η οποία, μετά από διενεργηθείσα αυτοψία, βεβαίωσε ότι οι επίμαχες κτηματομερίδες "δεν αποτελούν πλέον γεωργική περιοχή υψηλής παραγωγικότητας, αλλά αποτελούν πλέον γήπεδα οικοπεδικής αξίας", βεβαίωση, που, προφανώς, δεν θα ήταν αληθής αν κατά τη διενεργούμενη αυτοψία, η ως άνω υπηρεσία διαπίστωνε την ύπαρξη γεωργικής ή κτηνοτροφικής μονάδος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω (το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, οτι) δεν αποδείχθηκε νομή του ενάγοντος αντεναγομένου επί των επιδίκων κατά το επικαλούμενο από αυτόν διάστημα (1990-2005), οπότε δεν συμπληρώθηκε στο πρόσωπό του ο χρόνος της 15ετούς κτητικής παραγραφής". Τέλος δε, το Εφετείο δέχτηκε, ότι "διαπιστώθηκε από τον εναγόμενο αντενάγοντα περί το έτος 2005 η εκ μέρους του ενάγοντος αντεναγομένου κατάληψη (και δια περιφράξεως τους) των επιδίκων, του τελευταίου αρνουμένου να τα αποδώσει". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το πιο πάνω Δικαστήριο έκρινε ότι η ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτων αγωγή του αναιρεσείοντος, που έχει ως βάση τη 15ετή κτητική παραγραφή σύμφωνα με το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, και να γίνει δεκτή η διεκδικητική των επίδικων ακινήτων ανταγωγή τουαντιδίκου του αναιρεσίβλητου οικοδομικού Συνεταιρισμού, που έχει ως βάση τον επικαλούμενο από αυτόν προεκτιθέμενο παράγωγο τρόπο (άρθρα 1033, 1192 αρ.1 και 1198 ΑΚ), απορρίπτοντας, έτσι, την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία τόσο καθ' οσον αφορά την απόρριψη της αγωγής όσο και καθ'οσον αφορά την παραδοχή της ανταγωγής και συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 εδαφ.γ'ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει μετά την αντικατάστασή της με τη διάταξη του άρθρου 17 του ν.2915/2001 από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν.2943/2001), που, κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, αν με την έφεση προσβάλλεται απόφαση των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν απόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. Οι ένορκες βεβαιώσεις δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο που πρέπει να αναφέρεται ειδικά (ΑΠ 1086/1993 Ελλ Δνη 35.1587). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ'ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ.γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος και της ουσιαστικής βασιμότητας της ανταγωγής του αναιρεσιβλήτου, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τις ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου Αριστέας Ηρακλείδου - Περίδου με αριθμούς πράξεων της εν λόγω συμβολαιογράφου ... και .../31.1.2007, που έχουν ληφθεί με επιμέλεια του αναιρεσείοντος ύστερα από νόμιμη εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου του, όπως αποδεικνύεται από τις … Γ'και … Γ'/26-1-2007 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου …, τις οποίες ο αναιρεσείων προσκόμισε νόμιμα με επίκληση με τις προτάσεις του της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για την απόδειξη της αγωγής και την απόκρουση και την απόρριψη της ανταγωγής, δεδομένου ότι το πιο πάνω Δικαστήριο παρέλειψε να κάνει έστω απλή μνεία των δύο αυτών ενόρκων βεβαιώσεων, προσδιορίζοντας αυτές στοιχειωδώς κατά τον αριθμό τους και τα στοιχεία του αρμόδιου οργάνου ενώπιον του οποίου έλαβαν χώρα. Το Εφετείο, που δίκασε, βεβαιώνει στην απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη και τις "μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντίδικης πλευράς ένορκες βεβαιώσεις υπ'αρ….- …/31.1.2007 ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου Α.Ηρακλείδου", δηλαδή και τις ένορκες βεβαιώσεις με αριθμούς πράξεων ... και .../31.1.2007 της εν λόγω συμβολαιογράφου. Από τη ρητή αυτή βεβαίωση του Εφετείου, ότι λήφθηκαν υπόψη και οι δύο αυτές ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες, μάλιστα, - μαζί και με την πρώτη στη σειρά με αριθμό πράξης .../31.1.2007 ένορκη βεβαίωση - σχολιάζει, αναφέροντας για "τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αντεναγομένου - ήδη αναιρεσείοντος - σύμφωνα (με τους οποίους) ο τελευταίος, ο οποίος είναι κτηνοτρόφος στο επάγγελμα, βρίσκεται στη νομή των εν λόγω (επίδικων) ακινήτων από το έτος 1990, διατηρώντας μέσα σε αυτά ζώα και καλλιέργειες, έχοντας περιφράξει μάλιστα την όλη έκταση με συρματόπλεγμα ήδη από το 1990, ενώ περαιτέρω ο ίδιος μένει και σε μία από τις δύο υπάρχουσες στο κτήμα οικίες, ενώ την άλλη χρησιμοποιεί ως αποθήκη", ότι τους "επιβεβαιώνουν η εξετασθείσα στο ακροατήριο μάρτυρας του και οι υπέρ αυτού ενόρκως βεβαιώσαντες ενώπιον συμβολαιογράφου", αλλά, ότι "κρίνονται πειστικά" όχι τα προεκτεθέντα αλλά αυτά που κατέθεσαν "τόσο ο εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυρας του εναγομένου αντενάγοντος - ήδη αναιρεσιβλήτου - όσο και οι ενόρκως βεβαιώσαντες ενώπιον συμβολαιογράφου υπέρ αυτού", δηλαδή, "ότι ποτέ, μέχρι το έτος 2003, σε όσες μετρήσεις κι αν προέβησαν επί του επίδικου ακινήτου, δεν αντιλήφθηκαν την παρουσία του ενάγοντος αντεναγομένου, ούτε των εγκαταστάσεών του...", καθώς και από το σύνολο των σκέψεων αυτού, γίνεται φανερό και αναμφισβήτητο ότι τούτο έλαβε υπόψη και τις προεκτιθέμενες δύο ένορκες βεβαιώσεις και συνεπώς ο λόγος αυτός της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ο οποίος ηττάται, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.7.2011 αίτηση του Β. Κ. του Ι. για αναίρεση της 102/2011 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Από την κατά την 30-12-1947 εισαγωγή στη Δωδεκάνησο του ΑΚ και του Εισαγωγικού του Νόμου, η δεκαπενταετής κτητική παραγραφή του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού, διέπεται, όσον αφορά τις προϋποθέσεις έναρξης, διαδρομής και συμπλήρωσης αυτής, από τις αντίστοιχες διατάξεις του ΑΚ.
|
Παραγραφή αξιώσεων
|
Παραγραφή αξιώσεων.
| 0
|
Αριθμός 184/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. - Μ. Μ. συζ. Κ., το γένος Π. Π., κατοίκου Κέρκυρας, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. συζ. Ν., το γένος Χ. Π., 2) Α. Τ. του Ν. και 3) Α. Τ. του Ν., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Μήτση, ο οποίος ανακάλεσε τη δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/11/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 233/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 72/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/6/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 24/12/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1 και 3, 97 παρ.1 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, υπογράφοντας την απαιτούμενη κλήση και την παραγγελία προς το δικαστικό επιμελητή για την επίδοση, καθώς και εκείνος που εκπροσωπεί το διάδικο κατά τη συζήτησή της στον Άρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση του εντολέα διαδίκου, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα των πιο πάνω πράξεων της προδικασίας και τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση. Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 576 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν τη συζήτηση επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η τελευταία γίνεται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, εφόσον όμως ο δικηγόρος, που υπέγραψε την κλήση ήταν νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος αυτού, εάν δε τη συζήτηση επισπεύδει ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολειπόμενο. Εάν δεν συντρέχει καμιά από τις προϋποθέσεις αυτές, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους. (Ολ.ΑΠ 2/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τη συζήτηση της υπό κρίση από 3-6-2010 αίτησης αναίρεσης κατά της 72/2009 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων επισπεύδει η αναιρεσείουσα, αφού, με παραγγελία του φερόμενου ως πληρεξούσιου δικηγόρου της Γεωργίου Κασιούμη επιδόθηκε στις αναιρεσίβλητες ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για συζήτηση αυτής στις 3.11.2010 και κλήση για να παρασταθούν στη δικάσιμο αυτή -οπότε η συζήτηση ματαιώθηκε- και με παραγγελία του φερόμενου ως πληρεξούσιου δικηγόρου της Γεωργίου Τριανταφύλλου επιδόθηκε στις αναιρεσίβλητες ακριβές αντίγραφο της από 7.9.2011 κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για να παρασταθούν στην αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο - της 9.1.2013 - (βλ. τις εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων ... 1061Γ, 1062Γ, 1063Γ/4.8.2010 και 3358Γ, 3359Γ, 3360Γ/29.11.2011, στη δεύτερη και τρίτη από τις οποίες προσαρτώνται οι από 4.8.2010 - δύο - αποδείξεις παραλαβής από τον αρμόδιο αξιωματικό των δικογράφων που θυροκολλήθηκαν και οι από 4.8.2010 -δύο- βεβαιώσεις περί αποστολής της ταχυδρομικής ειδοποίησης που ορίζει το άρθρο 128 παρ.4γ' ΚΠολΔ). Οι αναιρεσίβλητες, άλλωστε, με τις από 7.1.2013 προτάσεις τους και την από 10.1.2013 προσθήκη των προτάσεών τους, συνομολογούν ρητά την επίσπευση της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από μέρους της αντιδίκου των. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την αμέσως πιο πάνω δικάσιμο -της 9.1.2013-, δεν εμφανίστηκε η αναιρεσείουσα, ούτε υπέβαλε την κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασής της στο ακροατήριο. Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει, ότι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι και μάλιστα εκείνος που επέσπευσε τη συζήτηση για την προαναφερθείσα δικάσιμο - της 9.1.2013 -, είχαν την απαιτούμενη γι' αυτή την επίσπευση πληρεξουσιότητα της απολειπόμενης αναιρεσείουσας, ούτε ότι η τελευταία κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τις αναιρεσίβλητες. Πρέπει, επομένως, η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, να κηρυχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1, 2 και 3 ΚΠολΔ, απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 3.6.2010 αίτησης της Α. - Μ. συζ. Κ. Μ. για αναίρεση της 72/2009 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αν τη συζήτηση της αναίρεσης επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η τελευταία γίνεται σαν να ήταν παρόντα οι διάδικοι, εφόσον όμως ο δικηγόρος, που υπέγραψε την κλήση ήταν νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος αυτού, εάν δε τη συζήτηση επισπεύδει ο αντίδικος του απολειπόμενο διαδίκου, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολειπόμενο. Εάν δεν συντρέχει καμία από τις προϋποθέσεις αυτές, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.
|
Κλήτευση
|
Κλήτευση , Απαράδεκτη συζήτηση.
| 0
|
Αριθμός 190/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Τ. χήρας Σ., 2) Μ. Τ. του Σ., και 3) Α. Τ. του Σ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πεντίδη, χωρίς να καταθέσουν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 20/9/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 75/2009 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12/10/2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 12/12/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους (ΑΠ 1664/2012, ΑΠ 1667/2012). Εξάλλου κατά το άρθρο 94 παρ.1 ΚΠολΔικ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου κώδικα η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 104 για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητά πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΑΠ 342/2011, ΑΠ 453/2011). Αν δεν εμφανισθεί ο αναιρεσείων και από το φάκελλο της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (ΑΠ 1664/2012, ΑΠ 1667/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, παραστάθηκαν οι αναιρεσίβλητοι με τον ρητώς προς τούτο εξουσιοδοτηθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πεντίδη, ενώ το αναιρεσείων Ελληνικό Δημόσιο δεν παραστάθηκε. Πλην όμως δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, γεγονός το οποίο δεν προσδιορίζουν ούτε οι παριστάμενοι και συνακόλουθα βαρυνόμενοι προς τούτο αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι δεν προσκομίζουν ούτε έκθεση επιδόσεως κλήσεως από αυτούς προς το απολειπόμενο αναιρεσείον, ούτε τυχόν επιδοθέν σ' αυτούς από το τελευταίο αντίγραφο κλήσεως ή της αιτήσεως αναιρέσεως με την επ' αυτής επισημείωση του δικαστικού επιμελητή, που διενήργησε την επίδοση, κατά το άρθρο 139 παρ.3 ΚΠολΔικ. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 12.10.2010 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθμό 75/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η συζήτηση γιατί οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι δεν αποδεικνύουν κλήτευση του απολιπομένου αναιρεσείοντος. Για την παράσταση στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου πληρεξουσίου δικηγόρου απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, που χορηγείται με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά..Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι.
|
Απαράδεκτη συζήτηση
|
Απαράδεκτη συζήτηση.
| 1
|
Αριθμός 191/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Λ. του Π., 2) α. Δ. Λ. του Γ. συζ. Ε. Κ., β. Ε. Κ. του Ν., της πρώτης εξ αυτών ατομικά και ως ασκούσης μετά του δεύτερου τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους Ν. και Σ. Κ., 3) α. Π. συζ. Δ. Π., το γένος Γ. Λ., β. Μ. Π. του Δ. και γ. Χ. Π. του Δ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/11/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 20/9/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 76/2009 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12/10/2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 12/12/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ…./15.3.2012 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης Κ. Κ., ακριβές αντίγραφο της από 12.11.2010 αιτήσεως αναιρέσεως, μαζί με κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσιβλήτους, μετά από παραγγελία του πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και παραστάντος κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔικ, Προέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Συνεπώς, αφού οι αναιρεσίβλητοι, δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ' αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔικ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία αυτών (άρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔικ) - ΑΠ 1739/2012 -. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1738/2012, ΑΠ 1750/2012). Περαιτέρω κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικώς και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ. ΑΠ 5/2011). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για την υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (ΑΠ 1740/2012, ΑΠ 91/2011). Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του, γιατί η υπέρβαση των ορίων που θέτει ο νόμος στην άσκηση των δικαιωμάτων είναι προφανής όταν προκαλεί την εντύπωση έντονης αδικίας σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την ικανοποίηση του δικαιώματός του (ΑΠ 107/2011). Η σχετική ένσταση μπορεί να αντιταχθεί και κατά της διεκδικητικής ή της αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής (Ολ. ΑΠ 8/2001, ΑΠ 107/2011, ΑΠ 1456/2010). Σε κάθε περίπτωση τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση με την προαναφερόμενη έννοια (ΑΠ 971/2004). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο απέρριψε τη συνεκδικασθείσα με αντίθετη (αναγνωριστική) αγωγή διεκδικητική αγωγή ακινήτου του αναιρεσείοντος Δημοσίου, επικυρώνοντας την ομοίως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, κατά παραδοχή ενστάσεως των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) για καταχρηστική άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, διαλαμβάνοντας σχετικά με αυτήν, στην απόφασή του, τα ακόλουθα περιστατικά: "Στην προκείμενη περίπτωση, όπως έχει ήδη εκτεθεί, ο Γ.Λ. ο οποίος είχε εγκατασταθεί στο επίδικο ακίνητο ήδη από το έτος 1958, μετά την πώλησή του προς αυτόν από το εκκαλούν-ενάγον, αντί τιμήματος 30.824 δρχ. και την έκδοση επ' ονόματί του, του ως άνω παραχωρητηρίου στις 27.7.1972, πιστεύοντας καλόπιστα ότι είχε αποκτήσει την κυριότητά του, επισκεύασε την υπάρχουσα σ' αυτό παλαιά οικία και ανήγειρε νέα, στην οποία εγκαταστάθηκε με την τετραμελή οικογένειά του, προέβη δε, και σε επιπλέον δαπάνες για την περίφραξη αυτού και εν γένει για εργασίες εξωραϊσμού του, νεμόμενος αυτό ο ίδιος αδιατάρακτα συνεχώς μέχρι τις 29.5.1978, οπότε επιδόθηκε σ' αυτόν το από 12.4.1978 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημιώσεως αυθαιρέτου χρήσεως του τότε Οικονομικού Εφόρου Αλεξανδρούπολης, οπότε πληροφορήθηκε αυτός για πρώτη φορά την ανάκληση του παραχωρητηρίου (δεν αποδείχθηκε προηγούμενη επίδοση προς αυτόν της ανακλητικής του παραχωρητηρίου υπουργικής απόφασης). Με τα δεδομένα αυτά η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου και η διεκδίκηση του επιδίκου, είκοσι-έξι χρόνια μετά την πώλησή του προς τον πρώτο εφεσίβλητο, δικαιοπάροχο των λοιπών εφεσιβλήτων, με τίμημα που όρισε το ίδιο και είκοσι-ένα έτη μετά τη μονομερή εκ μέρους του ανάκληση του παραχωρητηρίου, για λόγους αναγόμενους όχι στο πρόσωπο του πρώτου εφεσίβλητου, παραχωρησιούχου, αλλά στα όργανα του εκκαλούντος, που δεν τήρησαν την προβλεπόμενη διαδικασία για την εκποίηση του επιδίκου, προφανώς υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικώς σκοπός του δικαιώματος, η δε ένδικη αγωγή του εκκαλούντος, ως καταχρηστική, είναι αβάσιμος". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την προδιαληφθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στη νομική σκέψη και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού. Ειδικότερα τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνιστούν κατάχρηση, αφού η εκτιθέμενη συμπεριφορά του δικαιούχου-αναιρεσείοντος, που δημιούργησε στους υπόχρεους την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα διεκδικηθεί το επίδικο, που τους παραχωρήθηκε με ανακληθέν στη συνέχεια, χωρίς δική τους υπαιτιότητα παραχωρητήριο, και η ανατροπή της καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί και που έχει επαχθείς συνέπειες για τους υπόχρεους, ο πρώτος των οποίων και δικαιοπάροχος των λοιπών με δαπάνες του επισκεύασε την υπάρχουσα στο επίδικο οικία και ανήγειρε νέα, καθιστά την επιδιωκόμενη με την ένδικη αγωγή ανατροπή της καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί και που διατηρήθηκε για διάστημα είκοσι-έξι ετών, αντίθετα προς τα τασσόμενα με το άρθρο 281 ΑΚ όρια. Ενόψει τούτων ο περί του αντιθέτου και εκ της διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ μοναδικός λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος που αυτός πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την κρίση της περί της αποδιδομένης στο αναιρεσείον αδράνειας, είναι απαράδεκτος γιατί πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, αφού οι αναιρεσίβλητοι, δεν παραστάθηκαν και δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα (ΑΠ 1739/20120).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.10.2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμό 76/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ερήμην νομίμως κλητευθέντων αναιρεσιβλήτων (αριθμ. 1 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Όταν η προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου, η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε και οι περιστάσεις που μεσολάβησαν καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος. Απαιτείται να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι δικαίωμα δεν έχει ασκηθεί. Αιτιώδης σχέση με προηγούμενη συμπεριφορά δικαιούχου. Οι επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες αντιμετωπίζονται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες του δικαιούχου. Η ένσταση προτείνεται και επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής ακινήτου αγωγής. Η κατάχρηση ελέγχεται αναιρετικά..
|
Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος
|
Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.
| 2
|
Αριθμός 192/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Τ. χήρας Ν., 2)Μ. Τ. του Ν., και 3)Δ. Τ. του Ν., κατοίκων …, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πεντίδη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/12/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 20/9/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 74/2009 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/10/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 12/12/2012 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεση.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με το από 11/12 Νοεμβρίου 1929 Π.Δ. "περί Διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων" που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν.4266/1929 προβλέπεται η δια δημοπρασίας κατ'αρχήν, εκποίηση των δημοσίων κτημάτων (άρθρο 65), και κατ' εξαίρεση η ελεύθερη εκποίηση αυτών με την τήρηση των όρων και διαδικασιών που προβλέπονται σ' αυτό. Ειδικότερα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 97 του ως άνω ΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.25 του Ν.5234/1931, αστικά κτήματα μικρής αξίας στις Νέες Χώρες, τα οποία κατοικούνται επί τριετία από μη ομολογουμένους ευπόρους, μπορούν να εκποιηθούν στους κατόχους έναντι τιμήματος με απόφαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 7 αυτού Διοικούσας Επιτροπής της Διοίκησης Δημοσίων Κτημάτων που βεβαιώνει την συνδρομή της παραπάνω ιδιότητας, η οποία λαμβάνεται ύστερα από γνωμοδότηση τριμελούς τοπικής επιτροπής και υπόκειται σε έγκριση από τον Υπουργό Οικονομικών. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 73 και ίδιου ΠΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του Ν.338/1943, η σύμβαση πώλησης θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί οριστικά από την έκδοση του πωλητηρίου (παραχωρητηρίου) από τον Υπουργό Οικονομικών. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η άνευ δημοπρασίας εκποίηση ακινήτων του Δημοσίου, ανηκόντων στην ιδιωτική του περιουσία κατά τις διατάξεις αυτές, συνιστά πράξη αναγόμενη σε διαχείριση ιδιωτικής περιουσίας, δηλαδή πράξη που δεν εκδίδεται εξουσιαστικώς από τη διοίκηση με σκοπό τη θεραπεία δημοσίου συμφέροντος, αλλά με κριτήρια διαχείρισης της περιουσίας του Δημοσίου και αποσκοπεί στη μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων (ΣτΕ 2109/2012, 572/2012, 574/2012, 899/2011). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 7 παρ.2 του προαναφερθέντος ΠΔ της 11/12-11-1929 και 4 παρ.2 του ΑΝ 263/1968 προκύπτει ότι εξαιρούνται από την εκποίηση τα δημόσια κτήματα που κρίνονται απαραίτητα για την εξυπηρέτηση κρατικών αναγκών, όπως είναι τα κτήματα που ανήκουν στη δημόσια περιουσία, καθώς και τα κτήματα που ανήκουν μεν στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, είναι όμως αναγκαία για την εξυπηρέτηση γενικότερων σκοπών και η αρμοδιότητα αυτή είχε ανατεθεί αρχικά στη Διοίκηση Δημόσιων Κτημάτων και στη συνέχεια στο Νομάρχη. Ακολούθως, με το άρθρο 1 παρ.2 ΝΔ 1154/1972, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 27-5-1972 και άρχισε να ισχύει μετά την παρέλευση 20 ημερών από τη δημοσίευσή του, δηλαδή στις 17-6-1972, ορίστηκαν τα εξής: "Περί των δημοσίων κτημάτων των απαραίτητων δια την εξυπηρέτησιν των κρατικών αναγκών ή αναγκών εις α ταύτα έχουν παραχωρηθεί κατά χρήσιν νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, αποφαίνεται ειδική προς τούτο Επιτροπή, οριζομένη δι'αποφάσεως του Πρωθυπουργού. Τα μη απαραίτητα κτήματα παραδίδονται προς διάθεσιν εις την Διεύθυνσιν Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, μετά την έναρξη ισχύος του προαναφερόμενου νομοθετικού διατάγματος, η κρίση σχετικά με την εξαίρεση από την εκποίηση όσων κτημάτων είναι απαραίτητα για την εξυπηρέτηση κρατικών αναγκών, ανατέθηκε πλέον στην αποκλειστική αρμοδιότητα της ειδικής επιτροπής, που προβλεπόταν από αυτό το νομοθετικό διάταγμα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που αποκτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε η την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999,ΑΠ 1103/2011). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 15/2006 ΑΠ 355/2011, ΑΠ 392/2011). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1740/2012). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το από 14-8-1946 πρωτόκολλο κατάληψης εγκαταλελειμμένου κτήματος, το Ελληνικό Δημόσιο κατέλαβε ένα ακίνητο, εκτάσεως τεσσάρων περίπου στρεμμάτων με οικία, αποτελούμενη από τρία δωμάτια, κουζίνα, αποθήκη, αχυρώνα και σταύλο, που βρίσκεται στην περιοχή ... της …, το οποίο κατά το έτος 1944 εγκαταλείφθηκε από το Βούλγαρο ιδιοκτήτη του, μετά το τέλος της Γερμανοβουλγαρικής κατοχής. Το ακίνητο αυτό αποτέλεσε το … δημόσιο κτήμα και, όπως αναφέρεται και στο ως άνω πρωτόκολλο, ήδη το κατείχε και το καλλιεργούσε ο Μ. Τ., πατέρας του δικαιοπαρόχου των εφεσιβλήτων - εκκαλούντων. Τμήμα του ως άνω ακινήτου, εκτάσεως 1272,46 τ.μ., που προσδιορίστηκε ως υπ'αριθμ…τμήμα του …δημοσίου κτήματος, το οποίο εμφαίνεται με στοιχεία ΖΗ'Θ'Α'Γ'Ζ στο διάγραμμα του μηχανικού Χ. Ι. και συνορεύει βόρεια με φερόμενες ιδιοκτησίες Σ. Τ. και Μ. Τ. σε πλευρά 23,50μ. και 30μ. αντίστοιχα, νότια με τμήμα του … κτήματος σε πλευρά 50μ, ανατολικά με φερόμενη ιδιοκτησία Δ.Κ. και Δ.Κ. σε πλευρά 21,55μ και δυτικά με αδιέξοδο σε πλευρά 26,05μ., κατείχε ο Ν. Τ. από τη δεκαετία του 1960. Μετά την από 12.6.1968 αίτηση του τελευταίου, εκδόθηκε η υπ'αριθμ.Υ 5991/22-6-1972 απόφαση του Νομάρχη Έβρου για την απ' ευθείας εκποίηση του ως άνω υπ' αριθμ… τμήματος του … δημοσίου κτήματος στον Ν. Τ., κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 97 του από 11/12-11-1929 Π.Δ. και ακολούθως με βάση αυτήν εκδόθηκε το υπ' αριθμ.../22-8-1972 πωλητήριο (παραχωρητήριο) του Υπουργείου Οικονομικών, με το οποίο εκποιήθηκε στον τελευταίο το εν λόγω επίδικο ακίνητο αντί τιμήματος 44.536 δρχ., το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε οκτώ ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις, καταβλήθηκε δε τμηματικά, ολοσχερώς, όπως δεν αμφισβητείται από το εκκαλούν-εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο. Στη συνέχεια το ως άνω πωλητήριο μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης, στον τόμο … και αύξοντα αριθμό …. Μετά ταύτα ο Ν. Τ. , έχοντας την πεποίθηση ότι είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου, ανήγειρε σ' αυτό οικοδομή, αποτελούμενη από δυο δωμάτια, τραπεζαρία, κουζίνα και τουαλέτα, όπου στέγασε την οικογένεια του (εκκαλούντες-εφεσίβλητους), την οποία είχε εν τω μεταξύ δημιουργήσει, μετά το γάμο που τέλεσε στις 30-11-1963 με την πρώτη εκκαλούσα-εφεσίβλητη, Α. Τ., από τον οποίο απέκτησαν δυο τέκνα, το Μ. και τη Δ. (2° και 3η των εκκαλούντων-εφεσιβλήτων) που γεννήθηκαν το έτος 1967 και 1964 αντίστοιχα. Περαιτέρω αυτός προέβη στην περίφραξη του επιδίκου και μερίμνησε για τη σύνδεση του ακινήτου με το δίκτυο ηλεκτροδότησης και ύδρευσης, δεδομένου ότι τότε η περιοχή της …, όπου βρίσκεται το επίδικο, δεν είχε ενταχθεί στο σχέδιο πόλεως (εντάχθηκε αργότερα, κατά το 1978) και δεν εμφάνιζε οικιστική ανάπτυξη. Έτσι, ο παραχωρησιούχος Ν. Τ., ο οποίος ήταν βιοπαλαιστής και διατηρούσε μαζί με τον αδελφό του Σ. Τ., επιχείρηση επισκευής και πώλησης μοτοποδηλάτων, πιστεύοντας ότι έχει καταστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου, υποβλήθηκε σε δαπάνες για την ανέγερση σ' αυτό της ως άνω οικίας του. Ωστόσο, ο Νομάρχης Έβρου, μετά την από 25-4-1977 γνωμοδότηση της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων Νομαρχίας Έβρου, με την υπ' αριθμ. Υ 4902/5-5-1977 απόφαση του, ανακάλεσε την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. Υ 5991/22-6-1972 προηγούμενη απόφαση του για την εκποίηση του επιδίκου προς τον Ν. Τ., ο οποίος είχε ήδη αποβιώσει από τις 29-12-1974 και έκτοτε κατείχαν το επίδικο η χήρα και τα παιδιά του (εκκαλούντες-εφεσίβλητοι), ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του. Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. Α 12222/928/17-5-1977 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών, η οποία μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης, στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, ανακλήθηκε το ως άνω υπ' αριθμ.../22-8-1972 παραχωρητήριο με την αιτιολογία ότι: α) πριν από την έκδοσή του δεν τηρήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του ΝΔ 1154/1972, δηλαδή δεν εκδόθηκε απόφαση της ειδικής από Υπουργούς Επιτροπής, β) το τίμημα εκποιήσεως του ακινήτου είναι σημαντικά κατώτερο της πραγματικής αξίας που είχε αυτό κατά τον χρόνο που έγινε η παραχώρησή του και γ) δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του παραχωρησιούχου η προϋπόθεση του νόμου, κατά την οποία έπρεπε να είναι μη ομολογουμένως εύπορος. Η ως άνω, κατ' εξαίρεση, χωρίς δημοπρασία, εκποίηση προς το δικαιοπάροχο των εκκαλούντων-εφεσίβλητων, η οποία έγινε κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 97 του ΠΔ της 11/12-11-1929, σχετίζεται προς τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του Κράτους και η γενόμενη με αυτή παραχώρηση αποτελεί σύμβαση αστικής φύσεως, η οποία φέρει μεν τον νομικό χαρακτήρα της αγοραπωλησίας, πλην, όμως, τελεί υπό ειδικές συνθήκες και συνάπτεται με ειδική διοικητική διαδικασία, παρεκκλίνουσα από τους κανόνες του Αστικού Δικαίου, η οποία μπορεί να ελεγχθεί, σε περίπτωση, δε, μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την έκδοση του σχετικού πωλητηρίου να ανακληθεί αυτό, ακόμη και αν έχει μεταγραφεί. Έτσι για το νομότυπο της εκποίησης ήταν αναγκαίο να προηγηθεί η έκδοση σχετικής αποφάσεως της προβλεπόμενης από την ισχύουσα τότε διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ΝΔ 1154/1972 ειδικής από Υπουργούς Επιτροπής περί του ότι το υπό εκποίηση ακίνητο δεν ήταν αναγκαίο για την εξυπηρέτηση κρατικών αναγκών. Τέτοια απόφαση, όμως, δεν προκύπτει ότι εκδόθηκε πριν από την έκδοση της νομαρχιακής απόφασης, με βάση την οποία εκδόθηκε το ως άνω πωλητήριο το Υπουργείου Οικονομικών για την πώληση του επιδίκου ακινήτου προς το δικαιοπάροχο των εκκαλούντων-εφεσιβλήτων. Επομένως, παρανόμως εκδόθηκαν η ως άνω υπ' αριθμ. Υ 5991/22-6-1972 νομαρχιακή απόφαση για την εκποίηση του επιδίκου, καθώς και το με βάση αυτήν υπ' αριθμ.../22-8-1972 παραχωρητήριο, λόγω μη τηρήσεως της προαναφερόμενης αναγκαίας διοικητικής διαδικασίας και νομίμως ανακλήθηκαν, για το λόγο αυτό, με την υπ'αριθμ.ν 4902/5.5.1977 απόφαση του Νομάρχη Έβρου και την υπ'αριθμ.Α 12222/928/17-5-1977 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών αντίστοιχα, περίπου τρεις μήνες πριν από τη συμπλήρωση πενταετίας από την έκδοσή τους, η οποία, κατά το άρθρο μόνο του ΑΝ 261/1968, θεωρείται κατ' ανώτατο όριο εύλογος χρόνος για την ανάκληση των πράξεων της Διοίκησης". Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο έκρινε ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Ν. Τ. δεν απέκτησε με βάση τον άκυρο αυτό τίτλο την κυριότητα του επιδίκου και συνακόλουθα ούτε και αυτοί, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, οι οποίοι συνέχισαν να το κατέχουν, μετά το θάνατο εκείνου, κατά το έτος 1974 και μέχρι σήμερα. Κατόπιν τούτου απέρριψε την αναγνωριστική κυριότητος αγωγή των αναιρεσειόντων, κατά την κύρια βάση της περί παραγώγου τρόπου κτήσεως κυριότητας επί του επιδίκου, επικυρώνοντας και κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, του με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της διέλαβε σ'αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του νομίμου της ανακλήσεως του ενδίκου, υπ'αριθμ..../22.8.1972 παραχωρητηρίου, αφού αναφέρεται ότι τούτο ανακλήθηκε προ του οριζομένου ως ευλόγου, με τον ΑΝ 261/268 χρόνου, με την πλήρως αιτιολογημένη υπ'αριθμ.Α 12222/928/17.3.1977 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και αφού προηγήθηκε η έκδοση της αναφερόμενης γνωμοδοτήσεως της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων και της οικείας απόφασης του Νομάρχη Έβρου. Ενόψει τούτων η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 97 και 73 του από 11/12-11-1929 Προεδρικού Διατάγματος και 1 παρ.2 του Ν.1154/1972, των οποίων, κατ' εκτίμηση του δικογράφου γίνεται επίκληση και ο υποστηρίζων τα αντίθετα από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ενώ οι προσέτι αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες για το ότι δεν περιλαμβάνει κρίση ως προς το ότι η ανάκληση του παραχωρητηρίου ήταν: α)παράνομη, αφού οι αναιρεσείοντες - ενδιαφερόμενοι στερήθηκαν του δικαιώματος ακροάσεως και β)καταχρηστική, αφού πάνω σ' αυτό θεμελιώθηκαν δικαιώματα των αναιρεσειόντων που ανατρέπονται με την ανάκληση, δεν επιστηρίζουν τον επικαλούμενο, από την προαναφερθείσα διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, ο οποίος ιδρύεται για εκείνα που δέχθηκε (ελλειπώς, ανεπαρκώς, αντιφατικώς) η προσβαλλομένη απόφαση και όχι για εκείνα, για τα οποία παρέλειψε να αποφανθεί. Η από το άρθρο 281 ΑΚ αιτίαση θα επιστήριζε την παραβίαση της διατάξεως του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, εάν είχε γίνει νόμιμη επίκλησή της στα δικαστήρια της ουσίας (υποβολή στο πρωτοβάθμιο και νόμιμη επαναφορά του στο δευτεροβάθμιο - Ολ.ΑΠ 14-15-16/2005), πράγμα το οποίο ούτε στο αναιρετήριο αναφέρεται (ΑΠ 355/2011), ούτε από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης και των εγγράφων της δικογραφίας (εφετήριο - ΑΠ 1261/2007, προτάσεως) προκύπτει (ΑΠ 1217/2011). Τούτο δε γιατί η ένσταση αυτή, που υποβάλλεται και κατά διατάξεων δημόσιας τάξης (Ολ.ΑΠ 33/2005, Ολ.ΑΠ 2/2011), όπως είναι και οι περί αποκαταστάσεως ακτημόνων ή αποδεδειγμένα απόρων, αφορά στην προστασία ιδιωτικών δικαιωμάτων και στην εξυπηρέτηση του ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανώτερου κοινωνικού σκοπού (πρβλ.Ολ.ΑΠ 1520/2010) και συνακόλουθα δεν συντρέχει η περίπτωση του άρθρου 562 παρ.2γ ΚΠολΔ ώστε να μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπάγγελτα, ούτε κάποια από τις δύο άλλες εξαιρετικές περιπτώσεις του ίδιου άρθρου συντρέχει (ΑΠ 1217/2011) Όσον αφορά την αιτίαση περί ελλείψεως ακροάσεως, αυτή και αν ακόμη είχε νόμιμα προταθεί στα δικαστήρια της ουσίας, η σιωπηρή ή ρητή απόρριψη της, δεν θα επιστήριζε κάποιο αναιρετικό λόγο, αφού θα ήταν νόμιμη, καθόσον προαπαιτούμενο της ανάκλησης του παραχωρητηρίου δεν ήταν η προηγούμενη ακρόαση των αναιρεσειόντων. Τούτο δε γιατί αυτό (παραχωρητήριο) δεν εκδίδεται από το Δημόσιο κατά την ενάσκηση της δημόσιας εξουσίας του, δηλαδή εξουσιαστικώς με σκοπό τη θεραπεία δημοσίου συμφέροντος ή την ικανοποίηση δημοσίου σκοπού, αλλά κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, με κριτήρια διαχείρισης της περιουσίας του Δημοσίου και ως εκ τούτου δεν συνιστά ατομική διοικητική πράξη, για την οποία και μόνο προβλέπεται στη διοικητική διαδικασία, το κατά το άρθρο 20 παρ.2 του Συντάγματος δικαίωμα της προηγούμενης ακροάσεως, που κατά το άρθρο 6 του Ν.2690/1999 περί "Κύρωσης του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας" συνίσταται στη δυνατότητα του διοικουμένου, πριν από την έκδοση δυσμενούς γι'αυτόν ατομικής διοικητικής πράξεως, να διατυπώσει τις απόψεις του, ύστερα από σχετική κλήση του από το διοικητικό όργανο (πρβλ.ΑΠ 1020/2010). Ενόψει των προεκτεθέντων η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 180 παρ.1 και 183 ΚΠολΔ), τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει, μετά την υπ'αριθμ.134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν.1738/1987 (ΑΠ 1738/2012, ΑΠ 1651/2011).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.10.2010 αίτηση α)της Α. χας Ν. Τ., β)του Μ. Τ. του Ν. και γ)της Δ. Τ. του Ν., για αναίρεση της υπ'αριθμ.74/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η ανάκληση παραχωρητηρίου δεν συνιστά ατομική διοικητική πράξη, γιατί δεν αφορά σε άσκηση δημοσίας εξουσίας και δεν εκδίδεται εξουσιαστικώς, αλλά με κριτήρια διαχείρισης της περιουσίας του Δημοσίου και ως εκ τούτου δεν απαιτείται προηγούμενη ακρόαση του διοικουμένου, που είναι προαπαιτούμενο εκδόσεως πράξεως της διοίκησης που αφορά σε άσκηση δημόσιας εξουσίας. Ελεύθερη εκποίηση δημοσίων κτημάτων, κατά το ΠΔ 11/12-11-1929 – άρθρ. 97 και 73 – κατάρτιση πωλήσεως με έκδοση παραχωρητηρίου. Εξαιρούνται κτήματα για εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού ή κρατικής ανάγκης, μετά από γνωμοδότηση Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 2 ΝΔ 1154/72, αριθμός 19 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. – Ένσταση 281 πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ώστε να στοιχειοθετείται η παραβίαση του άριθμου 8, όταν αποδίδεται παραβίαση για μη απόφαση επί ισχυρισμού.
|
Παραχωρητηρίου ακύρωση
|
Δημόσια κτήματα, Δημόσιο , Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, Παραχωρητηρίου ακύρωση.
| 0
|
Αριθμός 166/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) K. D. F. του A., κατοίκου ... και 2) Φ. Ν. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μελέτη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 4550/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Κ., κάτοικο ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσάνθη Κορέλα.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουνίου 2012 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 790/2012.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 362 του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 του ιδίου κώδικα, αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτούνται : α) ισχυρισμός ή διάδοση για κάποιον άλλον που να έγιναν ενώπιον τρίτου β) το αντικείμενο του ισχυρισμού να είναι γεγονός, το οποίο να δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου προσώπου και γ) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να είχε γνώση της αναληθείας αυτού. Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, ακόμη, ότι αν ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή είχε γι' αυτό αμφιβολίες δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση. Ως γεγονός, κατά την έννοια των άνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, το οποίο ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική υπόσταση απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος αλλά απαιτείται άμεσος δόλος.
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από τη διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικά, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη ή αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους αρκεί να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα καθενός από αυτά. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή τι προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί του δόλου αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως κατά τα ανωτέρω επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, ή "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, δηλαδή άμεσος δόλος από μέρος του υπαιτίου, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών τα οποία δικαιολογούν την γνώση από τον κατηγορούμενο του ψευδούς των γεγονότων που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από τον άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση,όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του,ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, ήτοι από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ανωμοτί και ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία της κατηγορουμένης και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι και οι δύο κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται .Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι : "στις 10-3-2005 οι κατηγορούμενοι (στο κατάστημα της πρώτης από τους οποίους είχε γίνει ληστεία στις 3-12-2004) αντιλήφθηκαν τον παθόντα εγκαλούντα Π. Κ. να διέρχεται έξω από το κατάστημα αυτό και πιστεύοντας ότι εκείνος ήταν ο δράστης της ληστείας, ο δεύτερος κατηγορούμενος βγήκε έξω από το κατάστημα και με τη βία ανάγκασε τον εγκαλούντα να μπει μέσα σ' αυτό, γρονθοκοπώντας τον στο πρόσωπο και αφού τον έψαξε, παρουσία πελατών, του είπαν και οι δύο κατηγορούμενοι ότι είναι κλέφτης, αλήτης, κωλόπαιδο, ότι ντρέπονται για τον πατέρα του και τη μητέρα του και είναι εκείνος που είχε κάνει τη ληστεία", παρά το ότι ο εγκαλών διαμαρτυρόταν έντονα, τους διαβεβαίωνε ότι δεν είχε καμία σχέση με τη ληστεία και τους έδειξε την ταυτότητα του εκείνοι συνέχιζαν η δε πρώτη εξ αυτών, στο Α. Τ. που προσέφυγε ο εγκαλών, τον αναγνώρισε ως δράστη της ληστείας, ενώ και οι δύο γνώριζαν ότι ο εγκαλών δεν ήταν ο δράστης της ληστείας, γεγονός που αποδεικνύεται και από το προσκομιζόμενο από τον εγκαλούντα πιστοποιητικό νοσηλείας του Νοσοκομείου "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" από το οποίο προκύπτει ότι νοσηλευόταν στο παραπάνω νοσοκομείο από 5-11-2004 μέχρι 11-11-2004 για βαθύ θλαστικό τραύμα δεξιού γόνατος με επακόλουθα αποσπαστικά κατάγματα επιγονατίδος, ρήξη τένοντα του τετρακέφαλου κ.λ.π. και μετά την έξοδο του από το νοσοκομείο νοσηλευόταν στο σπίτι επί έξι εβδομάδες. Για την πράξη αυτή της συκοφαντικής δυσφήμησης που αποδείχθηκε ότι τέλεσαν από κοινού οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι." Στο διατακτικό της προσβαλλόμενης, που παρατίθεται κατά πιστή μεταφορά του, το Δικαστήριο "Κηρύσσει τους κατηγορούμενους ενόχους του ότι Στο ... στις 10-3-2005 τέλεσαν τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις: Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι Φ. Ν. και D. F. ενεργούντες με κοινό δόλο με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτων ισχυρίσθηκαν για κάποιον άλλον εν γνώσει τους, ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, τα δε γεγονότα αυτά ήσαν ψευδή, οι δε υπαίτιοι γνώριζαν οπωσδήποτε ότι τα γεγονότα αυτά ήσαν ψευδή και συγκεκριμένα διέδωσαν για τον εγκαλούντα Π. Κ., ο οποίος ευρίσκετο εντός του καταστήματος των κατηγορουμένων και παρουσία πελατών, ότι είναι κλέφτης, αλήτης, κωλόπαιδο και ότι ντρέπονται για τον πατέρα του και τη μάνα του και ότι αυτός ευθύνεται για τη ληστεία που έγινε στο μαγαζί τους". Στη συνέχεια, αφού δέχθηκε ως βάσιμο κατ' ουσία τον αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων περί συνδρομής στο πρόσωπο τους της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου( άρθρο 84παρ. 1 εδ. α ΠΚ ) τους επέβαλλε την ποινή της φυλάκισης των οκτώ (8) μηνών στον καθένα και τους υποχρέωσε να καταβάλουν στον παθόντα που παραστάθηκε με την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος το ποσό των 44 Ευρώ έκαστος, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και διατακτικού της, δε διέλαβε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν και ακολούθως να θεμελιώνουν την, από τους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους, γνώση της αναληθείας των γεγονότων που ισχυρίσθηκαν αυτοί για τον εγκαλούντα,που έθιγαν τη τιμή και την υπόληψη του και έλαβαν γνώση γι' αυτά τρίτα πρόσωπα ήτοι οι πελάτες που ευρίσκονταν την ώρα εκείνη στο κατάστημα της πρώτης αναιρεσείουσας -κατηγορουμένης, στο οποίο εργαζόταν ο δεύτερος. Επίσης, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης, διέλαβε ασάφειες και αντιφάσεις σε σχέση με τον άμεσο δόλο των αναιρεσειόντων -κατηγορουμένων. Ειδικότερα, στο σκεπτικό όπως εκτέθηκε αυτό αυτούσιο παραπάνω διέλαβε τα εξής: "Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι στις 10-3-2005 οι κατηγορούμενοι (στο κατάστημα της πρώτης από τους οποίους είχε γίνει ληστεία στις 3-12-2004), αντιλήφθησαν τον εγκαλούντα παθόντα Π. Κ., να διέρχεται έξω από το κατάστημα και πιστεύοντας ότι εκείνος ήταν ο δράστης της ληστείας, γεγονότα τα οποία έρχονται σε αντίφαση με την παρακάτω παραδοχή, ενώ και οι δύο γνώριζαν ότι ο εγκαλών δεν ήταν ο δράστης της ληστείας" Η πρώτη παραδοχή της πίστης η οποία ενέχει το στοιχείον της βεβαιότητας, για το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο δράστης της ληστείας, αίρει τον άμεσο δόλο τους και αντιφάσκει με την δεύτερη παραδοχή ότι γνώριζαν ότι ο εγκαλών δεν ήταν ο δράστης της ληστείας που είχε συμβεί στο κατάστημα της πρώτης. Ετέρωθεν, η αιτιολογία που παρατίθεται σε σχέση με την δεύτερη παραδοχή, ότι και οι δύο γνώριζαν ότι δεν ήταν ο δράστης της ληστείας, από το γεγονός ότι από το πιστοποιητικό του Νοσοκομείου "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", προκύπτει ότι νοσηλευόταν στο νοσοκομείο αυτό, κατά το χρόνο που διαπράχθηκε σε βάρος της πρώτης αναιρεσείουσας το αδίκημα της ληστείας, δεν στοιχειοθετεί τον άμεσο δόλο των αναιρεσειόντων- κατηγορουμένων, διότι η γνώση του πιστοποιητικού αυτού από αυτούς, είναι μεταγενέστερη από το χρόνο τελέσεως από τους ίδιους σε βάρος του εγκαλούντος της αντικειμενικής υποστάσεως του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Τούτο, διότι το πιστοποιητικό αυτό της νοσηλείας του εγκαλούντος στο παραπάνω νοσοκομείο προσκομίστηκε από τον εγκαλούντα, μεταγενέστερα προκειμένου να αποδείξει ότι αυτός δεν διέπραξε την αποδοθείσα από τους αναιρεσείοντες σε βάρος του αξιόποινη πράξη της ληστείας και προς θεμελίωση της δικής του πλέον εγκλήσεως σε βάρος τους για την στήριξη του ψευδούς γεγονότος που ισχυρίσθηκαν ενώπιον τρίτων εναντίον του, οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι. Στο διατακτικό επίσης της προσβαλλόμενης, ως προπαρατέθηκε, δε παρατίθενται πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με το στοιχείο του άμεσου δόλου των αναιρεσειόντων, διότι απλώς, και εκεί διαλαμβάνεται μόνο η φράση του νόμου "ισχυρίσθηκαν για κάποιον άλλο εν γνώσει τους ψευδή γεγονότα οι δε υπαίτιοι γνώριζαν οπωσδήποτε ότι τα γεγονότα αυτά ήσαν ψευδή, που δεν αρκούν από μόνα τους για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης για την οποία δεν είναι αυτονόητη η γνώση του ψευδούς γεγονότος. Από τις ως άνω ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις σε σχέση με όσα δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δε διέλαβε την απαιτούμενη αιτιολογία και ως εκ τούτου, έπεται ότι είναι βάσιμος τόσο ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ! ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, προβαλλόμενος με το δικόγραφο της αναίρεσης λόγος υπό στοιχ. Α5, όσο και δεύτερος λόγος αυτού για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, διότι λόγω της αντίφασης που υπάρχει στο σκεπτικό από τις παραδοχές (πίστευαν και γνώριζαν) η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως (αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ ).
ΙΙ. Περαιτέρω η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση, ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εφόσον δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ΚΠΔ και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ Β. του ίδιου Κώδικα. Ισχυρισμός όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη του. Από τη διάταξη του άρθρου 30 ΠΚ, προκύπτει ότι πραγματική πλάνη είναι η άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη κάποιου συστατικού όρου της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος ή κάποιου περιστατικού που επαυξάνει το αξιόποινο της πράξεως. Κύριο χαρακτηριστικό της πλάνης αυτής, είναι ότι ο δράστης αγνοεί ή αντιλαμβάνεται εσφαλμένως τι πράττει και είναι αδιάφορο ποία υπήρξε η πηγή της αγνοίας του ή της εσφαλμένης αντίληψής του.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, η πληρεξούσια συνήγορος των κατηγορουμένων, μετά την πρόταση του Εισαγγελέως του Δικαστηρίου της ουσίας που πρότεινε την ενοχή των κατηγορουμένων, όταν της εδόθη ο λόγος από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ανέπτυξε προφορικώς και κατέθεσε γραπτώς τον παρακάτω ισχυρισμό, που κατά πιστή μεταφορά του έχει ως εξής: "Σε κάθε περίπτωση αποδείχθηκε ότι η Φ. Ν. βρισκόταν σε πραγματική πλάνη (αρθρ. 30 ΠΚ), δηλ. σε άγνοια προς την οποία ταυτίζεται και η εσφαλμένη αντίληψη του δράστη για κάποιο συστατικό όρο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και αποκλείει τον καταλογισμό του δράστη. Η πρώτη εκ των κατηγορουμένων ενώπιον των αστυνομικών υπαλλήλων κατά τη συμπληρωματική της εξέταση και ενώπιον της Ανακρίτριας κατά την ανάκριση, εξέφρασε την βεβαιότητα ότι ο Π. Κ. είναι ο δράστης της ληστείας, του οποίου αναγνώρισε το πρόσωπο και τη φωνή.
Συνεπώς, ακόμα και αν ήθελε κριθεί ότι δεν ήταν ο μηνυτής ο δράστης της ληστείας, το γεγονός αυτό αγνοούσε η κατηγορουμένη, η οποία απευθύνοντας του μομφή ότι αυτός ευθύνεται για τη ληστεία αγνοούσε και αντιλαμβανόταν εσφαλμένα το εν λόγω γεγονός.
Συνεπώς η πράξη δεν μπορεί να της καταλογισθεί. Επιπλέον η Φ. Ν. για τους ανωτέρω λόγους έπεισε και τον δεύτερο κατηγορούμενο για το γεγονός ότι ο μηνυτής είναι ο δράστης της ληστείας σε βάρος της και άρα και στο πρόσωπο αυτού αποκλείεται ο δόλος." Ο ισχυρισμός αυτός, που αποκλείει τον καταλογισμό του δράστη και αποτελούσε αυτοτελή ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης (άρθρο 30 ΠΚ), ήταν δε σαφής και ορισμένος, αφού αναλυόταν σ' αυτόν ότι οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι είχαν εσφαλμένη αντίληψη του ότι διαπράττουν το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος του εγκαλούντος τον οποίο κατά το χρόνο διάπραξης του, θεωρούσαν ότι ήταν το πρόσωπο που είχε τελέσει τη ληστεία σε βάρος της πρώτης αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, απορρίφθηκε σιγή από το Δικαστήριο της ουσίας χωρίς να διαλάβει περί τούτου οποιανδήποτε αιτιολογία. Από την παράλειψη αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, δημιουργείται ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ. Β' σε συνδ. με το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠΔ, υπό στοιχ. Α 1,2,4 προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως ο οποίος είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή των ανωτέρω συναφών λόγων αναιρέσεως, και ενώ, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.
Αναιρεί την υπ' αρ. 4550/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμηση. Λόγοι αναίρεσης: α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, γ) έλλειψη ακρόασης. Ανεπαρκής αιτιολογία αν δε δικαιολογείται ο άμεσος δόλος με συγκεκριμένα περιστατικά Αντίφαση ή ασάφεια στο σκεπτικό σε σχέση με τον άμεσο δόλο Στερείται νόμιμης βάσης η απόφαση. Ελλιπής αιτιολογία σε σαφή ορισμένο και νόμιμο αυτοτελή ισχυρισμό πραγματικής πλάνης δικαιολογεί λόγο αναίρεσης για ελλειπή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Σιγή απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού. Λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης. Αναιρεί. Παραπέμπει για νέα εκδίκαση.
|
Δυσφήμηση συκοφαντική
|
Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 1
|
Αριθμός 163/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Ρ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Νικολάου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 37169/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1099/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Αν, όμως, αναφέρεται ότι λήφθηκε υπόψη αποδεικτικό μέσο ανύπαρκτο, ανακύπτει έλλειψη αιτιολογίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριάντα πέντε (35) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη δίκη, αλλά εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Νικολάου του Αντωνίου. Μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας (αναγνώσεως εγγράφων, καταθέσεως μάρτυρα υπερασπίσεως), η Πρόεδρος προσκάλεσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου να εκθέσει τους ισχυρισμούς του, αυτός δε είπε: "Δεν ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Εταιρείας εκείνη την περίοδο. Ήταν κάποιοι εκκαθαριστές ...". Ακολούθησε η πρόταση της Εισαγγελέως και η αγόρευση του συνηγόρου. Δεν έλαβε, δηλαδή, χώραν απολογία του κατηγορουμένου, αφού αυτός, όπως αναφέρθηκε, δεν εμφανίστηκε ο ίδιος, η δε πρόσκληση προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του έγινε εκ περισσού, αφού ο συνήγορος δεν μπορεί να απολογηθεί για λογαριασμό του εντολέα του. Στο έντυπο, όμως, μέρος του αιτιολογικού της αποφάσεως αναφέρεται ότι "από την κύρια αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο καθώς και από την κατάθεση της μάρτυρος που εξετάστηκε νομότυπα στο ακροατήριο σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψε ...". Η αναγραφή των λέξεων "σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου" ενέχει την έννοια όχι ότι λήφθηκε υπόψη η (ανύπαρκτη) απολογία του κατηγορουμένου, αλλά ότι λήφθηκαν υπόψη οι ισχυρισμοί του συνηγόρου αυτού, οι οποίοι διατυπώθηκαν αντί απολογίας, και δεν στερεί την απόφαση της απαιτούμενης ειδικής αιτιολογίας, ούτε δημιουργεί ασάφεια ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη, ώστε εξ αυτού να ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνεται και "εξώδικη δήλωση παραίτηση" με αύξ. αριθ. 5. Με την πιο πάνω αναφορά του εγγράφου αυτού, ενόψει και της αριθμήσεώς του, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά του και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του (όνομα συντάκτη, προς ποιον απευθύνεται, κ.λπ.), αφού με την ανάγνωσή του κατέστη γνωστό κατά το περιεχόμενό του στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός, ο οποίος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν πρόβαλε καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση του εγγράφου αυτού, είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο αυτού, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού του στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ορθώς έλαβε υπόψη του και το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα του ως άνω εγγράφου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 511 εδ. β του ΚΠοινΔ, ο Άρειος Πάγος λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως την παραγραφή που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ένας λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως θα κριθεί βάσιμος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο της αιτήσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το αξιόποινο ορισμένων από τις μερικότερες πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε, και συγκεκριμένα πράξεις που αφορούν χρέη συνολικού ποσού 80.134,31 ευρώ, έχει παραγραφεί, αφού από το φερόμενο χρόνο τελέσεώς τους (1.8.2004 και 1.10.2004, κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στο αναιρετήριο) μέχρι την άσκηση της αιτήσεως παρήλθε χρονικό διάστημα πέραν της οκταετίας (η οποία συμπληρώθηκε μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως) και, επομένως, πρέπει να παύσει οριστικά, γι' αυτές, η ποινική δίωξη. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί κανένας από τους λόγους αναιρέσεως δεν κρίνεται βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20 Σεπτεμβρίου 2012 (με αριθ. πρωτ. 6447/2012) αίτηση του Χ. Ρ. του Π., για αναίρεση της υπ' αριθ. 37169/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση. Η αναγραφή στο προοίμιο του σκεπτικού ότι λήφθηκε υπόψη η απολογία του κατηγορουμένου, ο οποίος είχε εκπροσωπηθεί, έχει την έννοια ότι λήφθηκαν υπόψη οι ισχυρισμοί του συνηγόρου του, στον οποίο δόθηκε, ως εκ περισσού ο λόγος, και δεν στερεί την απόφαση αιτιολογίας. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφου. Όχι απόλυτη ακυρότητα. Λόγος περί παραγραφής μερικότερων πράξεων λόγω παρόδου οκταετίας μέχρι την άσκηση της αιτήσεως απαράδεκτος, γιατί δεν υπάρχει βάσιμος λόγος αναιρέσεως (άρθρο 511 εδ. β ΚΠΔ). Απόρριψη αιτήσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αποδεικτικά μέσα, Έγγραφα, Παραγραφή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 161/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειουσών - πολιτικώς εναγουσών, 1. Ε. Χ. του Α., 2. Σ. Χ. του Α. και 3. Δ. χήρας Α. Χ., κατοίκων ..., που δεν παρέστησαν στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 709/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με κατηγορούμενο τον Ε. Τ. του Ν., κάτοικο ... .
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες - πολιτικώς ενάγουσες ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαρτίου 2012 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 611/2012.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου-Βασιλοπούλου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα με αριθμό 4/11.1.2013, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Επανεισάγω, κατ' αρθρ. 513§1 εδ. α' σε συνδ. προς αρθρ. 476§1 εδ. α του Κ.Π.Δ., την από 12-3-2012 Δήλωση-Αίτηση αναιρέσεως των: 1) Ε. Χ. του Α., κατοίκου ..., 2) Σ. Χ., θυγατέρας Α. Χ., κατοίκου ...) και 3) Δ. χήρας Α. Χ., κατοίκου ...), κατά της υπ' αριθμ. 709/11 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Πειραιώς και εκθέτω τα εξής: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 513§1 α και 476§1α Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι, όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Είναι δε απαράδεκτη (μεταξύ άλλων) η αίτηση αναιρέσεως, όταν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο ή ασκείται κατά αποφάσεως που δεν επιτρέπεται από το νόμο. Οπότε το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη, καταδικάζοντας στα έξοδα εκείνον που την άσκησε (Α.Π. 1789/10 Π.Χ. ΞΑ 690). Κατά τη διάταξη του άρθρου 468§1 του Κ.Π.Δ. ο πολιτικώς ενάγων μπορεί να προσβάλλει την απόφαση με το ένδικο μέσο που του χορηγεί ο νόμος, α) αν ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε (σε οποιαδήποτε ποινή), μόνο σε ό,τι αφορά τις απαιτήσεις του για αποζημίωση, όταν είτε του επιδικάστηκε αυτή, είτε απορρίφθηκε η αγωγή του, επειδή δεν στηριζόταν στο νόμο, β) αν ο κατηγορούμενος αθωωθεί, μόνο στην περίπτωση που έχει καταδικασθεί σε αποζημίωση και στα έξοδα (αρ. 71) ή που η πολιτική αγωγή έχει απορριφθεί επειδή δεν στηριζόταν στο νόμο και μόνο ως προς αυτά τα κεφάλαια. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρ. 488 Κ.Π.Δ., στον πολιτικώς ενάγοντα επιτρέπεται έφεση εναντίον της καταδικαστικής απόφασης, αλλά μόνο κατά του μέρος που απέρριψε την αγωγή του επειδή δεν στηρίζεται στο νόμο ή του επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση ή αποζημίωση, αν το ποσό που ζητήθηκε συνολικά, σε κάθε περίπτωση υπερβαίνει: α) το ποσό των 100 ευρώ, αν η έφεση προσβάλλει απόφαση του Πταισματοδικείου- β) το ποσό των 250 ευρώ, αν προσβάλλει απόφαση του μονομελούς πλημμελειοδικείου ή του μονομελούς δικαστηρίου ανηλίκων- γ) το ποσό των 500 ευρώ, αν προσβάλλει απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ή του Τριμελούς δικαστηρίου των ανηλίκων. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρ. 504§1 εδ. α' και 505 Κ.Π.Δ., όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως επιτρέπεται στον πολιτικώς ενάγοντα μόνο κατά της αποφάσεως που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως και μόνο όμως για το τμήμα της που επιδικάζει σ' αυτόν αποζημίωση ή ικανοποίηση ή απορρίπτει την αγωγή του, επειδή δεν στηρίζεται στο νόμο. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 506 Κ.Π.Δ. την αναίρεση αθωωτικής αποφάσεως μπορεί να ζητήσει ο μηνυτής ή εκείνος που άσκησε την έγκληση αν καταδικάστηκε σε αποζημίωση και στα έξοδα, όχι δε και ο πολιτικώς ενάγων λόγω της ιδιότητας του αυτής. Εξάλλου, ο πολιτικώς ενάγων ο οποίος σύμφωνα με το άρθρο 505 περ. γ' Κ.Π.Δ. δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση της αποφάσεως μόνο για το τμήμα της που επιδικάζει σ' αυτόν αποζημίωση ή ικανοποίηση ή απορρίπτει την αγωγή του επειδή δεν στηρίζεται στο νόμο, οφείλει να ασκήσει αυτήν κατά τον υπό της διατάξεως του άρθρου 474§1 του Κ.Π.Δ. οριζόμενο τρόπο, γιατί ο άλλος τρόπος, με επίδοση δηλώσεως στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου χορηγήθηκε προσθέτως από το νόμο αποκλειστικά και μόνο στον κατηγορούμενο που καταδικάστηκε.
Συνεπώς η υπό του πολιτικώς ενάγοντος ασκούμενη αίτηση αναιρέσεως με επίδοση σχετικής δηλώσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι κατά τη διάταξη του άρθρου 476§1 Κ.Π.Δ. απαράδεκτη (Α.Π. 402/88 Π.Χ. ΛΗ.535, ΑΠ 1801/86 Π.Χ. ΛΖ'.298). Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι πολιτικώς ενάγουσες άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, για υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένης στο ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα να παρασταθούν ως πολιτικώς ενάγουσες κατά των κατηγορουμένων στην κρινόμενη υπόθεση. Όμως, η προκειμένη αναίρεση δεν ασκήθηκε με δήλωσή τους ενώπιον του γραμματέως του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου, κατ' αρ. 474§1 του Κ.Π.Δ., αλλά με δήλωση επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 12-3-2012, κατ' αρ. 473§2 του Κ.Π.Δ., η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, αναφέρεται σε αναίρεση που ασκείται μόνον από τον καταδικασθέντα κατηγορούμενο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως των πολιτικώς εναγουσών, πρέπει, κατ' άρ. 476§1 Κ.Π.Δ., να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στις αναιρεσείουσες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 12-3-2012 αίτηση αναιρέσεως των: 1) Ε. Χ. του Α., 2) Σ. Χ., θυγατέρας του Α. Χ. και 3) Δ. χήρας Α. Χ., κατοίκων ..., κατά της υπ' αρ. 709/11 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Πειραιώς. Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στις ανωτέρω αναιρεσείουσες. Ευάγγελος Ε. Παντιώρας".
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος των αναιρεσειουσών,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 18 του αρθρ. 2 του ν. 2408/1996, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, ..., το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Ο εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητο του για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της εισαγγελίας με οποιοδήποτε μέσο (και προφορικώς και τηλεφωνικώς) στην αναγραφόμενη στο ένδικο μέσο διεύθυνση και σημειώνει τούτο στο φάκελο της δικογραφίας". Περαιτέρω, ο πολιτικώς ενάγων, οφείλει να ασκήσει την αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως (εφόσον δικαιούται να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο κατά τις κείμενες διατάξεις), κατά τον από τη διάταξη του άρθρου 474 παρ.1 του ΚΠοινΔ οριζόμενο τρόπο (με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση κ.λπ.), γιατί ο άλλος τρόπος, με επίδοση δηλώσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρ. 473 παρ. 2 ΚΠοινΔ), χορηγήθηκε προσθέτως από το νόμο αποκλειστικά και μόνο στον κατηγορούμενο που καταδικάστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που επιτρεπτώς επισκοπούνται, εμφανίσθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιώς, κατά τη συνεδρίασή του της 24-6-2011, α) η αναιρεσείουσα Ε. Χ., η οποία δήλωσε ότι "ως κληρονόμος του Α. Χ. παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα για την υποστήριξη της κατηγορίας κατά του πρώτου των κατηγορουμένου λόγω της ηθικής βλάβης που προκάλεσε στον υπ' αυτής ως άνω κληρονομηθέντα η κρινόμενη πράξη της απόπειρας εκβιάσεώς του" και ότι "παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα δι' εαυτήν και μόνον προς υποστήριξη της κατηγορίας λόγω της ηθικής βλάβης που της προκάλεσαν οι αποδιδόμενες στους κατηγορουμένους αξιόποινες πράξεις της ληστείας και της απόπειρας εκβιάσεώς της" και ο δικηγόρος Αθηνών Δημήτριος Μπράμης, ο οποίος αφού δήλωσε στο Δικαστήριο ότι εκπροσωπεί τις αναιρεσείουσες Δ. χήρα Α. Χ. και Σ. Χ. του Α., δυνάμει εξουσιοδοτήσεως αυτών, δήλωσε περαιτέρω ότι "οι ανωτέρω υπ' αυτού εκπροσωπούμενες, ως κληρονόμοι και αυτές του ήδη θανόντος Α. Χ., παρίστανται ως πολιτικώς ενάγουσες για την υποστήριξη της κατηγορίας κατά πρώτου των κατηγορουμένων λόγω της ηθικής βλάβης, που προκάλεσε στον υπ' αυτών κληρονομηθέντα η κρινόμενη πράξη της απόπειρας εκβιάσεως". Το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Πειραιώς, με την υπ' αριθμ. 709/11 απόφασή του, αφού απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα των αναιρεσειουσών για παράστασή τους ως πολιτικώς εναγουσών μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας και διέταξε την αποβολή της πολιτικής αγωγής, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο Ε. Τ. για απόπειρα εκβιάσεως κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, ανασταλείσα, ενώ κήρυξε αθώους τους λοιπούς. Κατά της αποφάσεως αυτής, οι ανωτέρω άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, για υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένη στο ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα να παρασταθούν ως πολιτικώς ενάγουσες κατά των κατηγορουμένων στην κρινόμενη υπόθεση. Όμως, η αίτηση αυτή ασκήθηκε όχι κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, ήτοι με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 12.3.2012.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απαράδεκτη, ως ασκηθείσα χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις για την άσκηση της. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, μετά και την ειδοποίηση του αντικλήτου των αναιρεσειουσών, κατά την επί του φακέλου σχετική σημείωση της αρμοδίας γραμματέως, να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1, 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10 Μαρτίου 2012 (με αριθ. πρωτ. 2039/2012) αίτηση των Ε. Χ. του Α., Σ. Χ. του Α. και Δ. χήρας Α. Χ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 709/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιώς. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για την καθεμιά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2013.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως πολιτικώς εναγουσών κατά αποφάσεως γιατί δεν ασκήθηκε κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, ήτοι με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε (άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ), αλλά ασκήθηκε με επίδοση δηλώσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που επιτρέπεται μόνο στον κατηγορούμενο που καταδικάστηκε (άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ).
|
Πολιτικός ενάγων
|
Πολιτικός ενάγων.
| 0
|
Αριθμός 167/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Π. του Π., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 1273/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "COSMOBEAUTY MON. ΕΠΕ" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παρέστη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κιλκίς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιανουαρίου 2012 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 283/2012.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 24-4-2012 αποδεικτικό επίδοσης της ..., δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Κιλκίς, η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 16-10-2012 ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Τότε με την 1174/2012 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Η αναιρεσείουσα όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-1-2012 αίτηση της Ε. Π. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση της 1273/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δεν είναι καταχρηστική η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, όταν γίνεται για αποκατάσταση της αρμονικής συνεργασίας και την εμπέδωση της πειθαρχίας μεταξύ των εργατοϋπαλλήλων, όταν αυτές διαταράσσονται εξαιτίας διαμάχης μεταξύ του μισθωτού που απολύθηκε και των συνυπηρετούντων με αυτόν άλλων εργατοϋπαλλήλων.
|
Καταγγελία σύμβασης εργασίας
|
Καταγγελία σύμβασης εργασίας.
| 0
|
Αριθμός 167/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Θεοφάνους.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Σ. Δ., το γένος Α. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Μάρκελλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 104/2011 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-2-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 24-12-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 656 ΑΚ, 1 και 5 παρ. 1 του v. 2112/1920, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας και χωρεί ελεύθερα, εκτός αν περιοριστεί με συμφωνία των μερών ή με διάταξη νόμου. Η άσκηση όμως του σχετικού δικαιώματος, είτε του εργοδότη είτε του εργαζομένου, δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλ' υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, της οποίας η παράβαση επάγεται απόλυτη ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, που θεωρείται σαν να μην έγινε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή ο καταγγέλλων εργοδότης, που αρνείται να δεχτεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του εργαζομένου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν το μισθό του, κατά τα άρθρα 349, 350 και 656 του ΑΚ. Η καταγγελία δε της εργασιακής σύμβασης αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και είναι άκυρη, όταν έγινε από εκδίκηση του εργοδότη, εξαιτίας συγκεκριμένου γεγονότος, όπως λόγω συμπεριφοράς του μισθωτού, η οποία δεν συνδέεται με την ομαλή και αποδοτική παροχή της εργασίας του αλλά δεν αρέσει στον εργοδότη, ή εξαιτίας εχθρότητας προς το μισθωτό λόγω συνδικαλιστικής του δράσης, η οποία δεν άρεσε στον εργοδότη και είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησής του, αρκεί ο τελευταίος να τελούσε σε γνώση των σχετικών ενεργειών του εργαζοµένου, που αποτέλεσαν την αφορµή για την καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης, είτε για να απαλλαγεί ο τελευταίος (εργοδότης) από το µισθωτό αυτόν, είτε για να εκφοβίσει τους άλλους εργαζόµενους ώστε αυτοί να απόσχουν από τη συνδικαλιστική οργάνωση ή δράση. Εξάλλου, δεν είναι καταχρηστική η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, όταν αυτή δικαιολογείται από τα καλώς νοούµενα συµφέροντα του εργοδότη, όπως συμβαίνει όταν γίνεται για αποκατάσταση της αρµονικής συνεργασίας και την εµπέδωση της πειθαρχίας µεταξύ των εργατοϋπαλλήλων, όταν αυτές διαταράσσονται εξαιτίας διαμάχης µεταξύ του µισθωτού που απολύθηκε και των συνυπηρετούντων µε αυτόν άλλων εργατοϋπαλλήλων. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 3198/1855, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται έγκυρη, εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόµενη αποζηµίωση. Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του αριθμού 19 του ανωτέρου άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα παρακάτω ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσλήφθηκε την 1.11.1997 από τον τότε Υποθηκοφύλακα Σικυώνος µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος του Υποθηκοφυλακείου Σικυώνος Κορινθίας, προκειµένου να απασχοληθεί ως γραφέας στο ανωτέρω Υποθηκοφυλακείο, όπου και εξακολούθησε να απασχολείται και µετά το µήνα Μάρτιο του έτους 2000, κατά τον οποίο τη θέση και τα καθήκοντα του Υποθηκοφύλακος Σικυώνος ανέλαβε η εναγόµενη. Το καθορισμένο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας της ήταν από ώρα 08.00 έως ώρα 16.00 από Δευτέρα έως και Παρασκευή, ο δε µηνιαίως καταβαλλόμενος µισθός της ανήρχετο, κατά το έτος 2008 στο ποσό των 1706,98 ευρώ µικτά και 1269,12 ευρώ καθαρά, κατά το έτος 2007 στο ποσό των 1572,30 ευρώ µικτά και 1188,31 ευρώ καθαρά, το έτος 2006 στο ποσό των 1441,48 ευρώ µικτά και 1106,32 ευρώ καθαρά, το έτος 2005 στο ποσό των 1363,54 ευρώ µικτά και 1060,20 ευρώ καθαρά, το έτος 2004 στο ποσό των 1273,90 ευρώ µικτά και 1001,53 ευρώ καθαρά και το έτος 2003 στο ποσό των 1174,70 ευρώ µικτά και 942,57 ευρώ καθαρά. Ωστόσο, λόγω του φόρτου εργασίας που επικρατούσε στο ανωτέρω Υποθηκοφυλακείο και προκειµένου να διεκπεραιωθεί κάθε εργασία, που αφορούσε σε μεταγραφές συμβολαίων, εγγραφές υποθηκών, βαρών, αγωγών διεκδικήσεων, έκδοσης αντιστοίχων πιστοποιητικών και σε λοιπές πράξεις, σχετιζόμενες µε την εύρυθµη λειτουργία του, η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της, πέραν του ανωτέρω εβδομαδιαίου ωραρίου της, και επιπλέον δύο Σάββατα ανά μήνα από ώρα 10.00 μέχρι ώρα 17.00 και δύο Κυριακές ανά μήνα από ώρα 14.00 έως ώρα 19.00 από το έτος 2004 και μέχρι το έτος 2005 ήτοι για δύο έτη, όπως αποδεικνύεται, εκτός των άλλων, και από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως καταστάσεις προσωπικού της Επιθεώρησης Εργασίας, στις οποίες αναφέρεται η απασχόληση της Σάββατα και Κυριακές. Η απασχόλησή της κατά τις Κυριακές δεν υπερέβαινε τις 5 ώρες και δεν εδικαιούτο αναπληρωματική ανάπαυση διαρκείας 24 συνεχόμενων ωρών σε άλλη ημέρα της εβδομάδος. Η απασχόλησή της δύο Σαββατοκύριακα το μήνα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα αποδεικνύεται από την ένορκη κατάθεση του πατέρα της ενάγουσας, αλλά και αυτήν της Μ. Μ., σε συνδυασμό με τις προμνημονευθείσες καταστάσεις της Επιθεώρησης Εργασίας. Δεν αποδεικνύεται όμως η υπέρβαση του 5ώρου κατά τις δύο αυτές Κυριακές, αλλά ούτε η πέραν του ως άνω χρονικού διαστήματος απασχόλησή της τα Σαββατοκύριακα, καθόσον στις σχετικές καταστάσεις της Επιθεώρησης Εργασίας αναφέρεται ότι τόσον αυτή όσον και οι άλλοι υπάλληλοι είχαν ρεπό. Για το χρονικό αυτό διάστημα η εναγομένη δεν κατέβαλε στην ενάγουσα τις αντίστοιχες, για την επιπλέον εργασία αυτή, δεδουλευμένες αποδοχές της. Δικαιούται, δηλαδή, η ενάγουσα να της καταβληθούν τα εξής ποσά: 1. Αμοιβή για εργασία της το Σάββατο. Για το έτος 2004, συνολικά 1.189,68 ευρώ. Για το έτος 2005, συνολικά 1.245,28 ευρώ. Αµοιβή για εργασία της την Κυριακή. Για το έτος 2004, 1.549,80 ευρώ. Για το έτος 2005, 1.616,40 ευρώ. Αντίθετα από κανένα αποδεικτικό µέσο δεν αποδείχθηκαν οι άλλες οφειλές ήτοι για αναλογία δώρου Πάσχα 2008, για αποζηµίωση αδείας και επιδόµατος αδείας των ετών 2003 έως και 2006, για εργασία κατά τις αργίες καθώς και για παράνοµη υπερωριακή απασχόληση, καθόσον όλοι οι µάρτυρες κατέθεσαν για ωράριο από 08.00 έως 16.00 Δευτέρα έως Παρασκευή, από δε τα έγγραφα που προσκοµίζονται αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ελάµβανε για την υπ' αυτής προσφερόμενη εργασία όλες τις νόµιµες αποδοχές της και δεν διατηρούσε καµµία αξίωση. Άλλωστε όλα τα προηγούµενα έτη, προ της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, η ενάγουσα ουδεµία επιφύλαξη είχε εκφράσει σχετικά µε οφειλόµενα ποσά από τακτικές αποδοχές, όπως αποδεικνύεται από τις µετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες εξοφλητικές αποδείξεις. Το Εφετείο δέχθηκε ακόμη ότι, μέχρι το Μάιο του έτους 2007, η συνεργασία µεταξύ των διαδίκων ήταν αρµονική και χωρίς ιδιαίτερα προβλήµατα. Τότε και ενόψει της συνήθους επιθεώρησης που θα ενεργούσε ο αρµόδιος Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Κορίνθου, η εναγοµένη ζήτησε από τους υπαλλήλους που ήταν επιφορτισμένοι µε την επιµέλεια και συµπλήρωση των βιβλίων υποθηκών, κατασχέσεων και αγωγών κ.λπ., να της γνωρίσουν τυχόν προβλήµατα, που υπήρχαν σ' αυτά. Η ενάγουσα, που ήταν παλαιά και έµπειρη υπάλληλος, τη διαβεβαίωσε ρητά ότι δεν υπήρχε κανένα απολύτως πρόβληµα στα βιβλία τους και ότι ο έλεγχός τους δεν θα είχε καµία αρνητική επίπτωση. Πεισθείσα η εναγοµένη στις διαβεβαιώσεις της, οι οποίες µέχρι τότε δεν είχαν αμφισβητηθεί, θεώρησε ότι και η επικείμενη επιθεώρηση θα ήταν όπως πάντοτε θετική και δεν θα υπήρχε οποιαδήποτε παρατήρηση. Όμως, κατά τον γενόμενο στις 18.5.2007 έλεγχο, διαπιστώθηκε ότι τα ως άνω βιβλία που ήταν επιφορτισμένη η ενάγουσα να τηρεί, είχαν ελλείψεις με συνέπεια να διατυπωθεί παρατήρηση στην έκθεση επιθεώρησης από τον Εισαγγελέα για πρώτη φορά από την ανάληψη των καθηκόντων της εναγομένης. Η παρατήρηση ήρθη μετά τη συμπλήρωση των παραλείψεων και τον εκ νέου έλεγχό τους από τον Εισαγγελέα. Το συμβάν αυτό προκάλεσε τριβές στις μέχρι τότε καλές σχέσεις τους, η δε εμπιστοσύνη της εναγομένης προς την ενάγουσα κλονίστηκε. Άρχισαν οι έριδες και οι διαπληκτισμοί. Έτσι εξηγείται η μεταβολή της συμπεριφοράς της ενάγουσας και η υποβολή στη συνέχεια της μηνυτήριας αναφοράς σε βάρος της εναγομένης. Μετά το άνω συμβάν η ενάγουσα, προκειμένου να ενισχύσει τη μηνυτήρια αναφορά, που κατέθεσε κατά της εναγομένης στις 25-5-2007 από κοινού με την μάρτυρά της Μ. Μ. με την οποία κατήγγειλε αυτήν για σωρεία παραβάσεων του ΠΚ, την οποία μάλιστα κοινοποίησε στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, στην Ένωση Υπαλλήλων Αμίσθων Υποθηκοφυλακείων και αλλαχού, με αφορμή την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της εναγομένης για εξύβριση και παράβαση του ΑΝ 539/1945, της δημιουργούσε συνεχώς εντάσεις κατά τη διάρκεια της εργασίας τους στο Υποθηκοφυλακείο. Εις επήκοον όλων της απευθυνόταν με απαξιωτικό τρόπο, αντιδρούσε σε όποια υπηρεσιακής φύσεως παρατήρηση της έκανε, καλούσε χωρίς λόγο την αστυνομία στο χώρο του Υποθηκοφυλακείου, έδινε συνεντεύξεις σε εφημερίδες δημοσιοποιώντας την αναφορά - καταγγελία της με αποτέλεσμα να διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία του Υποθηκοφυλακείου. Οι συνεχείς προστριβές τους είχαν ως αποτέλεσμα την επί επτάκις μετάβαση της εναγομένης στο κέντρο υγείας Κιάτου με προβλήματα υγείας τα οποία αντιμετωπίστηκαν επιτυχώς. Κατόπιν όλων αυτών και για την αποκατάσταση της αρμονικής συνεργασίας και την εµπέδωση της πειθαρχίας µεταξύ των υπαλλήλων, η οποία είχε διαταραχθεί εξαιτίας της διαμάχης µεταξύ των διαδίκων, η εναγοµένη κατήγγειλε, εγγράφως, στις 18-4-2008, την µεταξύ τους σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου, την οποία επέδωσε στην ενάγουσα αυθημερόν, ενώ παρακατέθεσε στο ΤΠΔ τη νόµιµη αποζηµίωσή της. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίνεται ότι η καταγγελία της σχέσης εργασίας της ενάγουσας εκ µέρους της εναγοµένης ήταν αφ' ενός νόµιµη και αφ' ετέρου επιβεβλημένη, µετά τα όσα σοβαρά διαδραματίστηκαν µεταξύ τους, µε αποκορύφωση την υποβολή της µηνυτήριας αναφοράς και τα συνεχή επεισόδια, που είχαν σαν αποτέλεσµα τη διατάραξη της εύρυθµης λειτουργίας του υποθηκοφυλακείου. Με τις παραδοχές αυτές, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και στη συνέχεια δέχθηκε, κατά ένα μέρος, την αγωγή για το ποσό των 5.601,16 ευρώ. Ακόμη έκρινε, ότι η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας, δεν υπερβαίνει τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και ότι η καταγγελία αυτή δεν είναι άκυρη ως καταχρηστική. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, επαρκείς σαφείς και δίχως αντιφάσεις, αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά του και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 669, 174, 180 και 281 ΑΚ, διότι υπό τα γενόμενα δεκτά περιστατικά, που εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, η επίδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από το άρθρο 281 ΑΚ, εφόσον μάλιστα γίνεται δεκτό ότι δεν οφείλεται σε λόγους εκδίκησης ή έχθρας σε βάρος της αναιρεσείουσας, αλλά στον κλονισμό της εμπιστοσύνης της αναιρεσίβλητης στο πρόσωπό της, εξαιτίας της ανωτέρω συμπεριφοράς της, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της εύρυθμης λειτουργίας της υπηρεσίας, καθώς και της πειθαρχικής έννομης τάξης της, που δικαιολογούσε την απόλυσή της, καθόσον ήταν ανάλογη προς τα κολαζόμενα ως άνω παραπτώματά της, η συνδρομή των οποίων δεν καθιστά την ένδικη καταγγελία καταχρηστική.
Συνεπώς ο έκτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω απαράδεκτος είναι ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης, από τον ίδιο αριθμό, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της αντιφατικής αιτιολογίας, ως προς την εξόφληση των αποδοχών της αναιρεσείουσας, αφού, η πλημμέλεια αυτή αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου των εξοφλητικών αποδείξεων, η οποία ανάγεται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά. Με τον, πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προκειμένου να απορρίψει το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επιδίκασης αμοιβής για εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, για τα έτη 2002, 2003, 2006 και 2007 παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των, με επίκληση, προσαχθέντων εγγράφων και ειδικότερα, των καταστάσεων της επιθεώρησης Εργασίας, προσδίδοντας σ' αυτές αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχαν, κατά νόμο, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη του αυτές ως μοναδικό αποδεικτικό μέσο. Όμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, σ' αυτήν διαλαμβάνεται ότι "η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της, πέραν του ανωτέρω εβδομαδιαίου ωραρίου της, και επιπλέον δύο Σάββατα ανά μήνα από ώρα 10.00 μέχρι ώρα 17.00 και δύο Κυριακές ανά μήνα από ώρα 14.00 έως ώρα 19.00 από το έτος 2004 και μέχρι το έτος 2005 ήτοι για δύο έτη, όπως αποδεικνύεται, εκτός των άλλων, και από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως καταστάσεις προσωπικού της Επιθεώρησης Εργασίας στις οποίες αναφέρεται η απασχόλησή της Σάββατα και Κυριακές" και "η απασχόλησή της δύο Σαββατοκύριακα το μήνα, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, αποδεικνύεται από την ένορκη κατάθεση του πατέρα της ενάγουσας, αλλά και αυτήν της Μ. Μ., σε συνδυασμό με τις προμνημονευθείσες καταστάσεις της Επιθεώρησης Εργασίας". Επομένως σαφώς προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην παραπάνω κρίση του συνεκτιμώντας, ελεύθερα, εκτός από το περιεχόμενο των παραπάνω καταστάσεων και εκείνο των καταθέσεων των μαρτύρων. Κατ' ακολουθίαν, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο προκειμένου να σχηματίσει τη δικαστική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Η παράβαση της ως άνω υποχρέωσης του ιδρύει τον, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, με την προυπόθεση ότι αυτός είναι ορισμένος. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του "τα λοιπά προσαχθέντα και νομίμως επικληθέντα αποδεικτικά μέσα". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο. Ο, από το άρθρο 559 αριθμ. 20, προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης της παραμόρφωσης εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτον σε σφάλμα περί την ανάγνωση, αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Περαιτέρω, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, νοούνται αυτά που προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 του ΚΠολΔ και συνεπώς δεν θεωρούνται ως έγγραφα, με την ανωτέρω έννοια, τα διαδικαστικά, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, στα οποία περιλαμβάνονται και τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου της ουσίας, στα οποία περιέχονται οι καταθέσεις των μαρτύρων, αναφορικώς με το ταχθέν θέμα απόδειξης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η, από το άρθρο 559 αρ. 20 του KΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πρακτικών εξέτασης των μαρτύρων του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αξιολογώντας το περιεχόμενο των σ' αυτά μαρτυρικών καταθέσεων αντίθετα προς το αληθές περιεχόμενό τους. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απαράδεκτος. Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 § 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1). Αν, στην πρώτη περίπτωση, χρησιμοποιώντας τα διδάγματα κοινής πείρας ή τα πορίσματα της επιστήμης αντίθετα προς τις αρχές της λογικής, το δικαστήριο διαγνώσει εσφαλμένα, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα περιστατικά που στηρίζουν το δικαίωμα, δεν υπάρχει παράβαση κανενός νόμου και, άρα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας γίνεται για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης (εκτίμηση αποδείξεων) η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Αν πάλι το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336 § 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.ΑΠ 8/2005). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, προκειμένου να διαγνώσει αν εξοφλήθηκαν οι απαιτήσεις της αναιρεσείουσας και να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, χρησιμοποίησε, εσφαλμένα, τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τα οποία "οι εξοφλητικές αποδείξεις υπογράφονται από τους εργαζόμενους, υπό την αφόρητη πίεση των εργοδοτών τους και με το φόβο της απόλυσης", με αποτέλεσμα να δεχθεί, ότι με την υπογραφή από την αναιρεσείουσα των εξοφλητικών αποδείξεων, δίχως επιφύλαξη για οφειλόμενες επί πλέον αποδοχές, εξοφλήθηκαν οι συνολικές απαιτήσεις της. Τα παραπάνω, όμως, δεν αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας. Εξάλλου, η παραβίασή των φέρεται ότι έγινε για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης (εκτίμηση αποδείξεων) και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η πλημμέλεια ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει υποπέσει στην, από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, αφού το δικαστήριο, άφησε αίτηση αδίκαστη και ειδικότερα το επικουρικό αίτημα της αγωγής, για καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, με την παραδοχή ότι "η εναγοµένη κατήγγειλε, εγγράφως, στις 18-4-2008, την µεταξύ τους σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου, την οποία επέδωσε στην ενάγουσα αυθημερόν, ενώ παρακατέθεσε στο ΤΠΔ τη νόµιµη αποζηµίωσή της", δεχθέν, προδήλως, ότι η αποζημίωση καταβλήθηκε, έκρινε απορριπτέα την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά το μέρος της αυτό και, συνεπώς, δεν άφησε αδίκαστη την επικουρική βάση αυτής και το αντίστοιχο αίτημα της. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 22-2-2012, αίτηση της αναιρεσείουσας για την αναίρεση 104/2011 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δεν είναι καταχρηστική η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, όταν γίνεται για αποκατάσταση της αρμονικής συνεργασίας και την εμπέδωση της πειθαρχίας μεταξύ των εργατοϋπαλλήλων, όταν αυτές διαταράσσονται εξαιτίας διαμάχης μεταξύ του μισθωτού που απολύθηκε και των συνυπηρετούντων με αυτόν άλλων εργατοϋπαλλήλων.
| null | null | 0
|
Αριθμός 157/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Σ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2149/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Ε. Τ. του Ι. και πολιτικώς ενάγοντα τον Ν. Σ. του Δ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1107/2012.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 314 παρ.1 εδ. α' του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια συνίσταται όχι σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου, ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Σ' αυτή την περίπτωση, πρέπει στην αιτιολογία της αποφάσεως να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως και, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός. Όταν όμως το έγκλημα της σωματικής βλάβης είναι απότοκο της συντρέχουσας αμέλειας περισσότερων από ένα προσώπων, καθένα από αυτά κρίνεται ως προς την ευθύνη του αυτοτελώς και ανεξάρτητα από τα άλλα, κατά το λόγο της αμέλειάς του και εφόσον το αποτέλεσμα, που επήλθε, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτή. Στην περίπτωση αυτή, για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη, πρέπει, εκτός των προβλεπόμενων στο άρθρ. 321§1 του ΚΠοινΔ στοιχείων, ήτοι αυτών του ακριβούς καθορισμού της πράξεως, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει και ως τέτοιο νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή, χωρίς να περιλαμβάνονται και οι διατάξεις που περιέχουν γενικούς ορισμούς (όπως είναι οι διατάξεις του γενικού μέρους του Π.Κ. και δη αυτή του άρθρου 15 αυτού, η αναγραφή της οποίας δεν είναι αναγκαία για το κύρος του κλητηρίου θεσπίσματος) και της σφραγίδας και υπογραφής του εισαγγελέα που το εξέδωσε, να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαίτιου να ενεργήσει, και, σε περίπτωση που αυτή πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός. Η υποχρέωση να περιέχει τα πρόσθετα αυτά στοιχεία το κλητήριο θέσπισμα επιβάλλεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. α της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο, το οποίο ορίζει ότι "... ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα την οποία εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια, τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας ...", παρεπομένου ότι το δικαίωμα της λεπτομερούς πληροφορήσεως εμπεριέχει και τη γνώση του επιτακτικού κανόνα δικαίου από τον οποίο υποκειμενικώς και αντικειμενικώς απορρέει η υποχρέωσή του να ενεργήσει. Αν δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα και τα πρόσθετα αυτά στοιχεία, που απαιτούνται για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη, μολονότι ο κατηγορούμενος είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει, τότε το κλητήριο θέσπισμα και μαζί με αυτό η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321§ 4 του ΚΠοινΔ. Την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη (173§ 1 ΚΠοινΔ). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 749/1948 "περί παιδικών εξοχών και ειδικών εστιών σιτίσεως παίδων", όπως το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 50 του ν. 1832/1989, "1. Η ίδρυση και λειτουργία παιδικών εξοχών από υπηρεσίες του κράτους ή δήμους και κοινότητες ή οργανισμούς ή οργανώσεις, που δεν υπάγονται, σύμφωνα με τις καταστατικές τους διατάξεις, στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, επιτρέπεται μόνο ύστερα από άδεια που χορηγείται με απόφαση του οικείου νομάρχη. ... 2. Διά κοινών αποφάσεων των Υπουργών Προνοίας και Εργασίας ορίζονται γενικώς οι όροι της λειτουργίας ενισχύσεως και του ελέγχου των εξοχών των οργανουμένων υπό οργανισμών κοινωνικής πολιτικής ή εργοδοτών ή ενώσεων αυτών ή εργατικών οργανώσεων προς ψυχαγωγίαν των εργαζομένων και των τέκνων αυτών. 3. Ομοίως τελούσιν υπό τον έλεγχον και την εποπτείαν του Υπουργείου Κοιν. Προνοίας Παιδικαί εξοχαί οργανούμεναι δι' ιδίων μέσων υπό φυσικών ή νομικών προσώπων εις ας γίνονται δεκτά παιδιά επί πληρωμή ή μη. Διά την σύστασιν των κατά τα άνω παιδικών εξοχών απαιτείται προηγουμένη άδεια του Υπουργείου Κοιν. Προνοίας εν τη οποία καθορίζονται και οι όροι της λειτουργίας αυτών. Αι οικείαι Αστυνομικαί αρχαί υποχρεούνται να προβαίνωσιν αυτεπαγγέλτως εις την απαγόρευσιν της λειτουργίας των εν τη περιφερεία των υφισταμένων άνευ της νομίμου αδείας παιδικών εξοχών". Τα δε της αδειοδοτήσεως των παιδικών εξοχών προβλέπονται στην υπ' αριθ. 1277 της 8.3/16.3.1989 υπουργική απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Στην απόφαση αυτή προβλέπεται, ειδικότερα, ότι για να λειτουργήσει παιδική εξοχή, που οργανώνεται με ίδια μέσα, από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, κ.λπ., απαιτείται άδεια ιδρύσεως και άδεια λειτουργίας (άρθρο 1), ότι, για να επιτραπεί η λειτουργία εξοχής, απαιτείται, μεταξύ άλλων, να έχει εξασφαλιστεί η πλαισίωσή της με ορισμένο αριθμό στελεχών προσωπικού, στο οποίο περιλαμβάνεται και ένας ομαδάρχης ανά δέκα παιδιά (άρθρο 4 παρ. 1 περ. γ3) και να έχει εξοπλισθεί αυτή με τα απαραίτητα για την ομαλή και άρτια λειτουργία της αντικείμενα (κρεβάτια, κ.λπ.) (άρθρο 4 παρ. 1 περ. η) και ότι από την αρμόδια Υγειονομική Υπηρεσία της Διεύθυνσης ή του Τμήματος Υγιεινής της Νομαρχίας ασκείται τακτικός έλεγχος για διαπίστωση της τήρησης των υγειονομικών διατάξεων που ισχύουν, ιδιαίτερα όσον αφορά στην ύδρευση της εξοχής, στα λύματα και τα απόβλητα αυτής, στις συνθήκες λειτουργίας των μαγειρείων και στην ασφαλή φύλαξη και διακίνηση των φαγητών και των τροφίμων και επιβάλλονται τα αναγκαία μέτρα που κρίνονται κάθε φορά, για την προάσπιση της υγείας των κατασκηνωτών, από δε τις αρμόδιες Επιθεωρήσεις του Υπουργείου και τις διοικητικές Υπηρεσίες της οικείας Διεύθυνσης ή Τμήματος Κοινωνικής Πρόνοιας ασκείται τακτικός έλεγχος κατά τις κείμενες διατάξεις, για διαπίστωση της ομαλής και άρτιας λειτουργίας της εξοχής (άρθρο 6). Από τις ως άνω διατάξεις δεν προβλέπονται ποινικές κυρώσεις για ενδεχόμενη σωματική βλάβη κατασκηνωτή από αμέλεια, οφειλόμενη είτε στη μη πρόσληψη του απαιτούμενου αριθμού επιβλεπόντων ομαδαρχών είτε στη μη λήψη μέτρων ασφαλείας ή μη συντήρηση των διαφόρων εγκαταστάσεων. Οι διατάξεις, λοιπόν, αυτές δεν είναι ουσιαστικές ποινικές και δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται στο κλητήριο θέσπισμα. Η ευθύνη δε των υπαιτίων οργανωτών της κατασκηνώσεως και ως τέτοιοι, προκειμένου για νομικά πρόσωπα, είναι οι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτών, για ενδεχόμενη σωματική βλάβη παιδιού θα στηρίζεται αποκλειστικά στις γενικές διατάξεις του ποινικού δικαίου, η δε ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή τους να λαμβάνουν τα ενδεικνυόμενα μέτρα, ώστε η παραμονή στην εξοχή των παιδιών να είναι ασφαλής, θα πηγάζει από το σχετικό τους καθήκον που έχουν ως εκ της ιδιότητάς τους ως λειτουργών της κατασκηνώσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου (και άλλων τριών προσώπων) ασκήθηκε ποινική δίωξη για σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, σε βάρος του ανηλίκου Δ. Σ.. Κατά το κλητήριο θέσπισμα, η εν λόγω πράξη συνίστατο, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα, στο ότι: "Στην ευρύτερη περιοχή του Δήμου ... στις 13.7.2005, αν και ήταν υπόχρεος λόγω του επαγγέλματός του και της ιδιότητάς του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του, από αμέλειά του, δηλαδή από την έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, προκάλεσε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας με το να παραλείψει να προβεί στη λήψη των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας σε αυτό, μολονότι είχε προς τούτο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε από την παρακάτω πράξη του και συγκεκριμένα ... ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΗ Σ. ΑΕ" ... δεν διέθετε και δεν έλαβε όλα τα απαραίτητα, αναγκαία και απαιτούμενα μέτρα προφύλαξης ατυχημάτων στα παιδιά που φιλοξενούσε, όπως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση εκ της ιδιότητας του ως λειτουργού παιδικής κατασκήνωσης με εκατοντάδες παιδιά και δη δεν διέθετε κατάλληλο οργανωμένο σύστημα ελέγχου, επιτήρησης και προστασίας των παιδιών που φιλοξενούσε με την συμμετοχή ορισμένου αριθμού επιβλεπόντων ομαδαρχών ώστε να ελέγχουν όλες τις κινήσεις των παιδιών και να αποτρέπουν την πιθανή πρόκληση βλάβης ή ατυχήματος, δεν διέθετε άρτια εξοπλισμένη εγκατάσταση εντός των θαλάμων και των κοιτώνων των παιδιών, ... με αποτέλεσμα όταν ο ανήλικος παθών Δ. Σ. του Ν., ηλικίας δεκατριών (13) ετών, ο οποίος παρέμεινε μέσα στον θάλαμο φιλοξενίας χωρίς να υπάρχει κάποια μέριμνα ή επιτήρηση εκ μέρους των υπευθύνων, και θέλησε να ανέβει στο διπλό κρεβάτι με μεταλλική σκάλα για να παραλάβει ένα στυλό διαρκείας, τη στιγμή που επιχειρούσε να κατέλθει την μεταλλική σκάλα εισήλθε ο παράμεσος δάκτυλος του δεξιού του χεριού στο κομμένο σίδερο της σκάλας ασυναίσθητα με συνέπεια και λόγω της τριβής και της πίεσης σε συνδυασμό με το πολύ νεαρό της ηλικίας του μικρού παθόντα, η κοφτερή μεταλλική απόληξη της σκάλας να του προκαλέσει ακρωτηριασμό της ονυχοφόρου φάλαγγας του δεξιού παράμεσου δακτύλου, αποσπώντας όλο το δέρμα του δακτύλου από τη βάση του, ο οποίος στη συνέχεια του προκάλεσε ισχαιμική νέκρωση όλου του δέρματος και της ονυχοφόρου φάλαγγας". Στο τέλος δε του κλητηρίου θεσπίσματος γίνεται μνεία των άρθρων 1, 14, 16, 17, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 28, 51, 53, 79, 314 παρ. 1 α και 315 παρ. 1 του ΠΚ, που προβλέπουν την ως άνω πράξη. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, στην πρωτοβάθμια δίκη, πρόβαλε, δια της πληρεξουσίας του δικηγόρου, ένσταση ακυρότητας, του κλητηρίου θεσπίσματος, συνισταμένης στο ότι 1) δεν αναφέρεται σ' αυτό η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αυτού να ενεργήσει για την παρεμπόδιση της επελεύσεως του αποτελέσματος (της σωματικής βλάβης του παθόντος), 2) δεν προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πηγάζει η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωσή του και 3) δεν εξειδικεύεται ποιος ήταν ο από το νόμο απαιτούμενος αριθμός ομαδαρχών και σε τι συνίστατο η άρτια εξοπλισμένη εγκατάσταση των θαλάμων της κατασκηνώσεως. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε την ένσταση αυτή. Στη συνέχεια, με λόγο εφέσεως, ο κατηγορούμενος επανέφερε την ένσταση αυτή στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, ομοίως, την απέρριψε ως μη νόμιμη.
Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, οι νομικές διατάξεις που ρυθμίζουν τα σχετικά με τις παιδικές εξοχές και δεν περιέχουν ούτε επιτακτικούς κανόνες δικαίου ούτε ποινικές κυρώσεις, καθώς και η γενική διάταξη του άρθρου 15 του ΠΚ δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται στο κλητήριο θέσπισμα και η μη μνεία τους δεν προκαλεί ακυρότητα αυτού. Σ' αυτό αναφέρεται ρητώς η έννομη σχέση, από την οποία πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος να παρεμποδίσει την επέλευση της σωματικής βλάβης του παθόντος (από την ιδιότητά του ως προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ως άνω εταιρίας και ως λειτουργού παιδικής κατασκηνώσεως, εντεύθεν δε αναδεχομένου την υποχρέωση αποτροπής οποιουδήποτε κινδύνου των ανηλίκων κατασκηνωτών και την ευθύνη για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας). Περαιτέρω, η αναγραφή στο κλητήριο θέσπισμα του απαιτούμενου αριθμού ομαδαρχών, καθώς και σε τι συνίστατο η αρτίως εξοπλισμένη εγκατάσταση στους θαλάμους - κοιτώνες δεν ήταν αναγκαία για το ορισμένο αυτού. Ορθώς, λοιπόν, με την αυτή αιτιολογία, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αυτή και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από την απόρριψη της ενστάσεως του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα (και τον συγκατηγορούμενό του Ε. Τ.) για σωματική βλάβη από αμέλεια, από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, σε βάρος του ανηλίκου Δ. Σ., πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι οι κατηγορούμενοι, Χ. Σ. και Ε. Τ., τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, η οποία τους αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτής. Ειδικότερα, ... το Δικαστήριο τούτο διαμόρφωσε πλήρη δικανική πεποίθηση ... ότι: Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΗ Σ. ΑΕ", κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ήτοι στις 13.07.2005, διατηρούσε και εκμεταλλευόταν στην ... του Δήμου ..., παιδική αθλητική κατασκήνωση για την λειτουργία της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 11/877/16.06.2005 απόφαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χαλκιδικής ... Δυνάμει της άδειας αυτής θα λειτουργούσε η κατασκήνωση ... Από δε το υπ' αριθμ. 4543/2005 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης, προκύπτει ότι, κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο, ο κατηγορούμενος Χ. Σ., ήταν Αντιπρόεδρος του Δ.Σ, ενώ ο κατηγορούμενος, Ε. Τ. ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της άνω εταιρείας. Όπως αποδείχθηκε δε, οι κατηγορούμενοι έχοντας τις ως άνω ιδιότητες ασκούσαν στην πραγματικότητα από κοινού την εποπτεία και τη διεύθυνση της λειτουργίας της κατασκήνωσης και εντεύθεν έπεται ότι ο καθένας απ' αυτούς είχε θέση εγγυητή της ασφάλειας του εννόμου αγαθού της υγείας και σωματικής ακεραιότητας των ανηλίκων κατασκηνωτών, αναδεχόμενος εκουσίως την αποτροπή κινδύνων που απειλούσαν το άνω έννομο αγαθό.
Συνεπώς οι κατηγορούμενοι είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ... αποτροπής των κινδύνων που ενδεχομένως θα ανέκυπταν κατά την διαβίωση των ανηλίκων κατασκηνωτών εντός της κατασκήνωσης, πηγάζουσα από την ως άνω ιδιότητά τους ως λειτουργών της εν λόγω παιδικής κατασκήνωσης με 1050 ανήλικους κατασκηνωτές σε κάθε κατασκηνωτική περίοδο. Ενόψει τούτων, έπρεπε κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεων τους να επιδείξουν ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, λόγω δε και της μικρής ηλικίας των κατασκηνωτών να παρεμποδίσουν την επέλευση σωματικών βλαβών σ' αυτούς και δη να λάβουν όλα τα απαραίτητα, αναγκαία και απαιτούμενα μέτρα προφύλαξης ατυχημάτων στα παιδιά που φιλοξενούσαν διαθέτοντας, αφενός μεν, το κατάλληλο οργανωμένο σύστημα ελέγχου, επιτήρησης και προστασίας των παιδιών που φιλοξενούσαν με την συμμετοχή ορισμένου αριθμού επιβλεπόντων ομαδαρχών ώστε να ελέγχουν όλες τις κινήσεις των παιδιών προς αποτροπή της πιθανής πρόκλησης βλάβης ή ατυχήματος, και αφετέρου άρτια εξοπλισμένες εγκαταστάσεις εντός των θαλάμων και των κοιτώνων των παιδιών, συμπεριλαμβανομένων και των μεταλλικών κρεβατιών (διώροφων και τριώροφων) και των μεταλλικών σκαλών τούτων, των οποίων οι απολήξεις των μεταλλικών σωληνώσεων τους έπρεπε να διαθέτουν προστατευτικές πλαστικές απολήξεις, ώστε να αποτραπεί σωματική βλάβη των παιδιών από την χρήση τούτων και επιπροσθέτως να μεριμνούν κυρίως ο δεύτερος κατηγορούμενος για την επαρκή συντήρηση τούτων. Εντούτοις αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι από αμέλειά τους, δηλαδή από την έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλλουν, προκάλεσαν στον ανήλικο κατασκηνωτή Δ. Σ. του Ν., ηλικίας δεκατριών (13) ετών, την παρακάτω αναφερόμενη σωματική κάκωση με το να παραλείψουν να προβούν στην λήψη των ως άνω απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας σε αυτό, μολονότι είχαν προς τούτο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε από την παρακάτω πράξη τους. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι, ο ανωτέρω ανήλικος που φιλοξενούνταν στην ανωτέρω κατασκήνωση κατά τη δεύτερη κατασκηνωτική περίοδο, κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία (13.07.2005), αισθάνθηκε αδιαθεσία και κατόπιν σχετικής εντολής της νοσοκόμας της κατασκήνωσης, παρέμεινε στον θάλαμό του και δεν ακολούθησε το ημερήσιο πρόγραμμα των λοιπών ανηλίκων κατασκηνωτών που συνοδευόμενοι από τους ομαδάρχες πήγαν στη θάλασσα για να κολυμπήσουν. Στον ως άνω θάλαμο υπήρχαν μεταλλικά κρεβάτια διώροφα και ένα τριώροφο, στα (οποία) ήταν προσαρτημένες μεταλλικές σκάλες για την πρόσβαση των παιδιών σ' αυτά, ... Τα κρεβάτια και οι σκάλες ήταν κατασκευασμένα από μεταλλικούς σωλήνες, οι απολήξεις των οποίων ήταν κομμένες και η επιφάνεια της οπής τούτων ήταν ιδιαίτερα κοφτερή και επικίνδυνη για την σωματική ακεραιότητα των παιδιών και για το λόγο αυτό είχαν τοποθετηθεί πλαστικά καλύμματα τάπες. Ωστόσο στις σωληνώσεις της μεταλλικής σκάλας του τριώροφου κρεβατιού που απέληγαν στο τρίτο κρεβάτι, χρησιμοποιούμενο από τον ομαδάρχη του θαλάμου, δεν είχαν τοποθετηθεί πλαστικές τάπες και έτσι η χρήση της σκάλας αυτής ήταν επικίνδυνη, καθόσον η διάμετρος της οπής ήταν τέτοια που χωρούσαν ένα με δύο δάκτυλα του χεριού του χρήστη αυτής, ενώ η μεταλλική επιφάνειά της, που ήταν κομμένη και μη λειασμένη, ήταν ιδιαίτερα κοφτερή και καθίστατο επικίνδυνη η επαφή της μ' αυτήν. Ο ανήλικος παθών που παρέμεινε στον άνω θάλαμό του χωρίς την ενδεδειγμένη εποπτεία και επιτήρηση από επιβλέποντα ομαδάρχη της κατασκήνωσης, ώστε να είναι υπό έλεγχο όλες οι κινήσεις του και να αποτρέπει η πιθανή πρόκληση βλάβης ή ατυχήματος αυτού από τη χρήση των εγκαταστάσεων του θαλάμου και ιδίως από την χρήση της ανωτέρω επικίνδυνης μεταλλικής σκάλας, ανέβηκε στο κρεβάτι του ομαδάρχη με την ανωτέρω μεταλλική σκάλα για να παραλάβει ένα στυλό διαρκείας και τη στιγμή που επιχειρούσε να κατέλθει την μεταλλική σκάλα εισήλθε ο παράμεσος δάκτυλος του δεξιού του χεριού (στον οποίο ο ανήλικος φορούσε ένα δακτυλίδι) στο κομμένο σίδερο της σκάλας ασυναίσθητα με συνέπεια και λόγω της τριβής και της πίεσης σε συνδυασμό με το πολύ νεαρό της ηλικίας του μικρού παθόντα και την έλλειψη οιασδήποτε βοήθειας από τρίτον προς απεγκλωβισμό του δακτύλου του, η κοφτερή μεταλλική απόληξη της σκάλας να του προκαλέσει ακρωτηριασμό της ονυχοφόρου φάλαγγας του δεξιού παράμεσου δακτύλου, αποσπώντας όλο το δέρμα του δακτύλου από τη βάση του, ο οποίος στη συνέχεια του προκάλεσε ισχαιμική νέκρωση όλου του δέρματος και της ονυχοφόρου φάλαγγας. Εκ των ανωτέρω είναι καταφανές ότι, η σωματική βλάβη του ανηλίκου μετά βεβαιότητας θα είχε αποτραπεί, εάν υπήρχε προστατευτική απόληξη στον σωλήνα της σκάλας καθώς και εάν βρισκόταν ο ανήλικος υπό την επιτήρηση ομαδάρχη, ο οποίος δεν θα του επέτρεπε να ανεβεί με την ανωτέρω σκάλα και εν πάση περιπτώσει θα του παρείχε την δέουσα βοήθεια προς απεγκλωβισμό του δακτύλου του από την οπή της σκάλας και έτσι μετά βεβαιότητας θα αποτρεπόταν τουλάχιστον ο ακρωτηριασμός αυτού. Συνακόλουθα τούτων, εφόσον αποδείχθηκε ότι οι ως άνω παραλείψεις των κατηγορουμένων, που, κατά τα προεκτεθέντα είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν την επέλευση του τραυματισμού του ανηλίκου κατασκηνωτή, συνιστάμενες στην μη κάλυψη της οπής του μεταλλικού σωλήνα της σκάλας με προστατευτική πλαστική απόληξη και στην μη εποπτεία και επιτήρηση του ανηλίκου εντός του θαλάμου από επιβλέποντα ομαδάρχη και οφειλόμενες στην αμέλειά τους ..., χωρίς όμως να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε από τις παραπάνω παραλείψεις των, τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την σωματική βλάβη που υπέστη ο ανήλικος, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αμφότεροι της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια που τους αποδίδεται, όπως η νομοτυπική της μορφή και τα κατ' ιδίαν πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση της, εκτίθενται στο διατακτικό. Στο δε διατακτικό αναφέρεται ότι: "... προκάλεσαν σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας ... δεν διέθεταν και δεν έλαβαν όλα τα απαραίτητα, αναγκαία και απαιτούμενα μέτρα προφύλαξης ατυχημάτων στα παιδιά που φιλοξενούσαν ως είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση εκ της ιδιότητάς τους ως λειτουργών παιδικής κατασκήνωσης με εκατοντάδες παιδιά και δη δεν διέθεταν κατάλληλο οργανωμένο σύστημα ελέγχου, επιτήρησης και προστασίας των παιδιών που φιλοξενούσαν με την συμμετοχή ορισμένου αριθμού επιβλεπόντων ομαδαρχών ώστε να ελέγχουν όλες τις κινήσεις των παιδιών και να αποτρέπουν την πιθανή πρόκληση βλάβης ή ατυχήματος, δεν διέθεταν άρτια εξοπλισμένη εγκατάσταση εντός των θαλάμων και των κοιτώνων των παιδιών, και ειδικότερα ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ως υπεύθυνος λειτουργίας δεν είχε μεριμνήσει για την επαρκή συντήρηση όλων των μεταλλικών εγκαταστάσεων, κρεβατιών, σκευών και άλλων αντικειμένων χωρίς να διαθέτουν τα κρεβάτια ανώδυνες απολήξεις στις σκάλες και τις μεταλλικές κατασκευές, αντίθετα διατηρούσαν τα κρεβάτια χωρίς την προστατευτική πλαστική απόληξη με αποτέλεσμα να καθίσταται επικίνδυνη η επαφή με αυτά, με αποτέλεσμα όταν ο ανήλικος παθών Δ. Σ. του Ν., ηλικίας δεκατριών (13) ετών, ο οποίος παρέμεινε μέσα στον θάλαμο φιλοξενίας χωρίς να υπάρχει κάποια μέριμνα ή επιτήρηση εκ μέρους των υπευθύνων, και θέλησε να ανέβει στο διπλό κρεβάτι με μεταλλική σκάλα για να παραλάβει ένα στυλό διαρκείας, τη στιγμή που επιχειρούσε να κατέλθει την μεταλλική σκάλα εισήλθε ο παράμεσος δάκτυλος του δεξιού του χεριού στο κομμένο σίδερο της σκάλας ασυναίσθητα με συνέπεια και λόγω της τριβής και της πίεσης σε συνδυασμό με το πολύ νεαρό της ηλικίας του μικρού παθόντα, η κοφτερή μεταλλική απόληξη της σκάλας να του προκαλέσει ακρωτηριασμό της ονυχοφόρου φάλαγγας του δεξιού παράμεσου δακτύλου, αποσπώντας όλο το δέρμα του δακτύλου από τη βάση του, ο οποίος στη συνέχεια του προκάλεσε ισχαιμική νέκρωση όλου του δέρματος και της ονυχοφόρου φάλαγγας".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 314 παρ. 1 εδ. α', 28 και 15 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, εκτίθενται στην απόφαση α) σε τι συνίστατο η αμέλεια του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου (στο ότι δεν διέθετε τον απαιτούμενο αριθμό επιβλεπόντων ομαδαρχών στην ως άνω κατασκήνωση και δεν φρόντισε ώστε οι απολήξεις των μεταλλικών σκαλών όλων των κρεβατιών των θαλάμων να διαθέτουν προστατευτικές πλαστικές απολήξεις), β) το είδος της αμελείας αυτού (ασυνείδητη), γ) οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες επήλθε ο τραυματισμός του Δ. Σ. και δ) ο αιτιώδης σύνδεσμος που υπάρχει μεταξύ της αμέλειας του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος του τραυματισμού του παθόντος. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε σαφώς ότι ο αναιρεσείων, ως Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας "ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΗ Σ. ΑΕ", ασκούσε, από κοινού με το συγκατηγορούμενό του Ε. Τ. (Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της εταιρίας) την εποπτεία και τη διεύθυνση της λειτουργίας της κατασκηνώσεως και είχε και αυτός αναδεχθεί την ευθύνη για την ασφάλεια των κατασκηνωτών. Το γεγονός δε ότι, όπως έγινε δεκτό, κυρίως ο Ε. Τ. έπρεπε να μεριμνά για την επαρκή συντήρηση των εγκαταστάσεων, ανεξαρτήτως του ότι δεν αποκλείει την ευθύνη και του αναιρεσείοντος, δεν ασκεί επιρροή, γιατί ο τελευταίος δεν καταδικάστηκε για ανεπαρκή συντήρηση των κρεβατιών, αλλά γιατί αυτά δεν ήταν άρτια εξοπλισμένα, ώστε να αποτρέπεται πιθανή βλάβη ή ατύχημα των παιδιών. β) Δεν ήταν αναγκαίο να διευκρινίζεται ο χρόνος, κατά τον οποίο ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της ως άνω παραλείψεως (μη καλύψεως της οπής του μεταλλικού σωλήνα της σκάλας), εφόσον έγινε δεκτό ότι είχε αυτός ιδιαίτερη, ως εκ της ιδιότητάς του και, συνεπώς, ενόψει των προσωπικών περιστάσεων και ιδιοτήτων του, υποχρέωση να διαθέτει (καθ' όλη τη διάρκεια της κατασκηνωτικής περιόδου) άρτια εξοπλισμένες εγκαταστάσεις, όπως δε αναφέρθηκε, αυτός καταδικάστηκε όχι για ανεπαρκή συντήρηση, αλλά για μη διάθεση αυτών. γ) Η παραδοχή στο σκεπτικό ότι μόνο στις σωληνώσεις της μεταλλικής σκάλας του τριώροφου κρεβατιού του ομαδάρχη, στο οποίο ανέβηκε ο παθών, δεν είχαν τοποθετηθεί πλαστικές τάπες δεν ενέχει αντίφαση με το αναφερόμενο στο διατακτικό ότι όλα τα κρεβάτια δεν διέθεταν ανώδυνες απολήξεις στις σκάλες και ότι ο παθών ανέβηκε σε ένα από τα διπλά κρεβάτια, καθόσον στο σκεπτικό διευκρινίζονται ακριβέστερα οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες τραυματίστηκε ο παθών, κρίσιμο δε γεγονός είναι το ότι υπέστη αυτός τη σωματική βλάβη από τη συγκεκριμένη αιτία, από το ότι, δηλαδή, το κρεβάτι στο οποίο ανέβηκε, δεν είχε στην απόληξη της σκάλας προστατευτική τάπα, και στον θάλαμο δεν υπήρχε εποπτεία από ομαδάρχη, και όχι το αν είχαν όλες οι σκάλες τάπες ή αν αυτός ανέβηκε σε διώροφο ή τριώροφο κρεβάτι. δ) Σαφώς στο διατακτικό, αλλά και στο σκεπτικό διευκρινίζεται σε τι συνίστατο η βλάβη της υγείας του παθόντος (πρόκληση ισχαιμικής νεκρώσεως όλου του δέρματος και της ονυχοφόρου φάλαγγας). ε) Σαφώς το Τριμελές Εφετείο δέχθηκε ότι ο τραυματισμός του παθόντος συνδέεται αιτιωδώς με τις ως άνω παραλείψεις (και) του αναιρεσείοντος και δη και με την απουσία ομαδάρχη από το θάλαμο, ο οποίος θα μπορούσε να αποτρέψει το συμβάν, απαγορεύοντας στον παθόντα να ανεβεί στο κρεβάτι, ή, αν δεν το απέτρεπε, να περιορίσει τις συνέπειές του, εφόσον θα βοηθούσε τον παθόντα να απεγκλωβίσει το δάκτυλό του και, με τον τρόπο αυτό, ο παθών θα υφίστατο και πάλι σωματική βλάβη, μικρότερης, όμως, εκτάσεως, γιατί θα αποτρεπόταν ο ακρωτηριασμός. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1.10.2012 (με αριθ. πρωτ. 6516/2012) αίτηση (δήλωση) του Χ. Σ. του Π., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2149/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη αντιπροέδρου Δ.Σ. ανώνυμης εταιρίας, που διατηρούσε και εκμεταλλευόταν παιδική κατασκήνωση, για σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή σε βάρος ανηλίκου κατασκηνωτή (μη λήψη απαιτούμενων μέτρων προφυλάξεως από ατυχήματα). Η υποχρέωση πηγάζει όχι από επιτακτική διάταξη νόμου, αλλά από το σχετικό καθήκον του αναιρεσείοντος ως λειτουργού της κατασκηνώσεως. Το κλητήριο θέσπισμα, για να είναι έγκυρο, πρέπει να αναφέρει και τον επιτακτικό κανόνα δικαίου, από τον οποίο πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, τον οποίο δεν συνιστούν οι διατάξεις της Υ.Α. 1277/1989, που προβλέπει για τις παιδικές εξοχές, όχι, όμως, και τις διατάξεις που περιέχουν γενικούς ορισμούς, όπως είναι αυτή του άρθρου 15 ΠΚ. Απόρριψη αιτήσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Κλητήριο θέσπισμα, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 156/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης Π. Τ. του Κ., κατοίκου Γρεβενών, π[ου εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χριστόφορο Αργυρόπουλο, περί αναιρέσεως της 1051/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγουσα: Χ. συζ. Α.Γ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Οκτωβρίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως και στους από 11 Δεκεμβρίου 2012 πρόσθετους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1175/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 314§1 εδ. α' του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ενόψει αυτών, ποινική ευθύνη ιατρού για σωματική βλάβη από αμέλεια, κατά την άσκηση του επαγγέλματος του, υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και που η ενέργεια του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Περαιτέρω, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 28 ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Ενόψει της διακρίσεως αυτής, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφαση του με σαφήνεια ποιο από τα ανωτέρω δύο είδη της αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής αυτής ποινικής διατάξεως και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476§2 και 498 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Προκειμένου, ειδικότερα, για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, η διάταξη του άρθρου 486§3 του ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2§19 του Ν. 2408/1996, ορίζει ότι "η άσκηση εφέσεως από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση, δεδομένου, μάλιστα, ότι, με την απαγγελία της αθωωτικής αποφάσεως στο ακροατήριο (με συνοπτική συνήθως αιτιολογία), ο Εισαγγελέας έχει άμεση πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, καθώς και στα πρακτικά της συνεδριάσεως του δικαστηρίου, όπου η καταχώριση των μαρτυρικών καταθέσεων και η απολογία του κατηγορουμένου (Ολ.ΑΠ 9/2005). Αν η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και, ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταλήξει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Πατρών δέχθηκε τυπικώς την έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών κατά της υπ' αριθ. 434/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, στη συνέχεια δε, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε (κατά πλειοψηφία) ένοχη την κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα ιατρό σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή σε βάρος της Χ. συζ. Α. Γ. και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, ανασταλείσα. Στην από 28.1.2011 έκθεση που συντάχθηκε για την ανωτέρω έφεση από την αρμόδια Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα της βασιμότητας του κατωτέρω λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, αναφέρεται ότι ο εν λόγω Εισαγγελέας ασκεί έφεση κατά της πρωτόδικης απαλλακτικής αποφάσεως διότι: "Από την συνεκτίμηση των καταθέσεων των πολιτικώς εναγόντων, των μαρτύρων και του συνόλου των αναγνωσθέντων εγγράφων, προέκυψε ότι η παθούσα Χ. Γ. όταν προσήλθε στο ιατρείο της κατηγορουμένης ιατρού ειδικευμένης γυναικολόγου τον Μάρτιο του 2005 δύο φορές αναφέροντας οξείς πόνους στο υπογάστριο, αμηνόρροια και αύξηση του σωματικού της βάρους, όντας η ίδια σε αναπαραγωγική ηλικία, προκειμένου να διαγνωστεί εγκυμοσύνη της ή μη, η κατηγορούμενη αν και ήταν έμπειρη ειδικευμένη γυναικολόγος δεν προέβη στις ενδεδειγμένες lege artis ενέργειες όπως είχε υποχρέωση, παρόλο που η παθούσα το ζήτησε, δηλαδή δεν προέβη στις πρόσφορες κλινικές εξετάσεις, ήτοι μακροσκοπικό ή οπτικοακουστικό έλεγχο και υπερηχογράφημα, όπως έγινε όταν εισήχθη αργότερα στην Γυναικολογική Κλινική του Γ.Ν. Ρίου Πατρών, προκειμένου να διαγνωστεί έγκαιρα και να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η προχωρημένη εγκυμοσύνη (6 μηνών) της παθούσας Χ. Γ.. Το αποτέλεσμα δε της μη έγκαιρης διάγνωσης της εγκυμοσύνης και κατ' επέκταση της δέουσας και αποτελεσματικής περαιτέρω ιατρικής αντιμετώπισης ήταν στις 19-4-05 να υποβληθεί η παθούσα σε καισαρική τομή, λόγω της ραγδαίας επιβάρυνσης της υγείας της, για την αφαίρεση εμβρύου 27 εβδομάδων, το οποίο και απεβίωσε λόγω προωρότητας, αλλά και να υποστεί η ίδια κολπική αιμόρροια και επιπωματικό πλακούντα, να υποβληθεί σε ολική υστερεκτομία, μη δυνάμενη πλέον να τεκνοποιήσει, αποτελέσματα που συναρτώνται αιτιατά με τις παραλείψεις, και την πλημμελή ιατρικά και επιστημονικά αντιμετώπιση της πιο πάνω παθούσας, η ίδια δε με τις παραλείψεις της παρέβη τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της επιστήμης της, και το καθήκον επιμελείας που επιβαλλόταν στην συγκεκριμένη περίπτωση, είναι απόλυτα δε συμβατό με τα προαναφερόμενα το συμπέρασμα του διενεργήσαντος ένορκη Διοικητική εξέταση σε εκτέλεση εντολής του Υποδιοικητού ΙΚΑ (αρ. πρωτ. 15/5-3-07), το οποίο δεν εκτιμήθηκε από το δικαστήριο, σύμφωνα με το οποίο η κατηγορουμένη ιατρός "κακώς δεν εξέτασε την ασφαλισμένη", αναφερόμενο στην κλινική εξέταση της παθούσας που δεν αντικαθίσταται σε καμία περίπτωση μόνο από εργαστηριακές εξετάσεις. Έπρεπε κατόπιν αυτών η πιο πάνω κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή (άρθρα ...) όπως διαλαμβάνεται στο κλητήριο θέσπισμα".
Η έφεση αυτή, όπως διατυπώθηκε, περιέχει την απαιτούμενη για το παραδεκτό της, κατά τη διάταξη του άρθρου 486§3 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του προβαλλομένου λόγου της, αφού εκτίθενται σ' αυτήν οι συγκεκριμένες περί την εκτίμηση των αποδείξεων πλημμέλειες της εκκαλουμένης αθωωτικής αποφάσεως ως προς την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, η οποία αποδίδεται στην κατηγορουμένη, και προσδιορίζονται οι λόγοι για τους οποίους το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο, κατά τον εκκαλούντα Εισαγγελέα, αποδεικτικό πόρισμα. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, δεν πρόβαλε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου κανένα ισχυρισμό περί απαραδέκτου της εφέσεως, είναι αβάσιμες, αφού: α)Ναι μεν στην έκθεση εφέσεως δεν προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας που ο εκκαλών Εισαγγελέας απέδιδε στην αναιρεσείουσα, πλην, με την αναφορά ότι έπρεπε αυτή να κηρυχθεί ένοχη για την εν λόγω πράξη όπως διαλαμβάνεται στο κλητήριο θέσπισμα, ο Εισαγγελέας παραπέμπει, για το είδος της αμέλειας, στο κλητήριο θέσπισμα, κατά το οποίο η αμέλεια της αναιρεσείουσας ήταν ασυνείδητη ("δεν προέβλεψε"), β) Στην έφεση εκτίθενται οι παραλείψεις της κατηγορουμένης, επαρκώς δε αιτιολογείται η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτών και του επελθόντος αποτελέσματος της σωματικής βλάβης της εγκαλούσας, για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να αντικρούονται λεπτομερώς οι σκέψεις και παραδοχές της εκκαλουμένης αποφάσεως. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με το να κρίνει τυπικά δεκτή την ανωτέρω έφεση και να επιληφθεί, στη συνέχεια, της κατ' ουσίαν ερευνάς της, δεν υπερέβη την εξουσία του, ο δε περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται εκ τούτου ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας των μελών του, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 8 Μαρτίου 2005 η εγκαλούσα - παθούσα, ασφαλισμένη στο Ι.Κ.Α., Χ. συζ. Α. Γ., 24 ετών, επειδή από μεγάλο διάστημα παρουσίαζε διακοπή της εμμήνου ρύσεως και παράλληλα διαταραχή -πόνους χαμηλά στην κοιλιακή χώρα, έχοντας υποψίες για πιθανή εγκυμοσύνη της, επισκέφθηκε στο Υποκατάστημα του Ι.Κ.Α. στα ... την κατηγορούμενη ιατρό-γυναικολόγο Π. Τ., ιατρό του ιδρύματος (Ι.Κ.Α.) με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Η εγκαλούσα ανέφερε στην κατηγορούμενη ιατρό τα ως άνω συμπτώματα που εμφάνιζε και η τελευταία, χωρίς να την εξετάσει κλινικά, προκειμένου να ελέγξει την αμηνόρροια της συνέστησε τεστ κυήσεως με εξέταση ούρων. Στις 16 Μαρτίου 2005 η εγκαλούσα επανήλθε και πάλι στην κατηγορούμενη ιατρό, η οποία είχε ενημερωθεί ότι το τεστ κυήσεως ήταν αρνητικό. Εκεί η εγκαλούσα διαμαρτυρήθηκε και πάλι για τους συνεχιζόμενους κοιλιακούς πόνους, καθώς και το γεγονός ότι παρουσίαζε αύξηση του σωματικού βάρους της, γι' αυτό και ζήτησε από την κατηγορούμενη ιατρό να προβεί σε γυναικολογική κλινική εξέταση αυτής προς διερεύνηση των ως άνω συμπτωμάτων και αν σχετίζονται με πιθανή εγκυμοσύνη της. Η κατηγορούμενη ιατρός όμως αν και όπως βεβαιώθηκε, κατά γενική ιατρική παραδοχή, όφειλε να εξετάσει και κλινικά την εγκαλούσα ασφαλισμένη, αφού η κλινική εξέταση, η οποία μάλιστα κρίνεται κορυφαία ιατρική ενέργεια και οι εργαστηριακές εξετάσεις αλληλοσυμπληρώνονται για την επίτευξη ορθής και πλήρους ιατρικής διάγνωσης, παρέλειψε την υποχρέωση της αυτή ως ιατρός. Έτσι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις αλλά και λόγω του επαγγέλματος της ως ιατρού, παρέλειψε να προβεί σε κλινική εξέταση της εγκαλούσας, από τη οποία ευχερώς θα μπορούσε να διαγνώσει την προχωρημένη κατάσταση κυήσεως της εγκαλούσας, περίπου 5,5 μηνών και να προβεί σε περαιτέρω εργαστηριακό έλεγχο, όπως υπερηχογράφημα κοιλίας και εξέταση αίματος β' χοριακής γοναδοτροπίνης αίματος. Από τις εξετάσεις αυτές κλινικές και εργαστηριακές θα επιβεβαιωνόταν η ύπαρξη της εγκυμοσύνης της εγκαλούσας, θα προέκυπτε η θέση και το σχήμα του εμβρύου και θα ετίθετο η υποψία του προδρομικού - επιπωματικού πλακούντα που συνέτρεχε στην περίπτωση της παθούσας και επέβαλε αποφυγή κόπωσης και τη συνεχή ιατρική παρακολούθηση της, οπότε μετά την πάροδο 27 εβδομάδων κυήσεως αφού επιβεβαιωνόταν υπερηχογραφικά η ύπαρξη και διατήρηση του προδρομικού -επιπωματικού πλακούντα να συστηθεί στην παθούσα ανάπαυση και ειδική αγωγή, ώστε να αποφευχθεί η αιμορραγία από τον κόλπο της παθούσας, η οποία εάν δεν διδόταν η δέουσα προσοχή μπορούσε να είναι μεγάλη και να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή της εγκύου και του εμβρύου, λόγω του πρόωρου τοκετού. Οπότε από έλλειψη της προσοχής που όφειλε η κατηγορούμενη ιατρός παρέλειψε τις ως άνω ιατρικά επιβαλλόμενες ενέργειες και εξετάσεις, από τις οποίες θα μπορούσε ως ειδικευμένη γυναικολόγος ιατρός να διαγνώσει την κατάσταση προχωρημένης κυήσεως της εγκαλούσας και την ανάγκη περαιτέρω παρακολούθησης και ειδικής αντιμετώπισης αυτής. Αντίθετα κατά τρόπο εντελώς επιπόλαιο και χωρίς να προβεί σε κλινική γυναικολογική εξέταση, απέδωσε τους πόνους που ένιωθε η παθούσα χαμηλά στο υπογάστριο στην καθυστέρηση της εμμήνου ρύσεως, γι' αυτό και της συνταγογράφησε το φάρμακο Duphaston, ένα χάπι επί 10 ημέρες, προκειμένου να επανέλθει, όπως συνέστησε στην εγκαλούσα η περίοδος της (έμμηνος ρύση). Το συγκεκριμένο φάρμακο, όπως βεβαιώνεται από τους πραγματογνώμονες γυναικολόγους ιατρούς Γ. Κ. και Γ. Α. περιέχει τη φαρμακευτική ουσία Δυδρογεστερόνη και η χορήγηση του αποτελεί τη "δοκιμασία προγεστερόνης" και είναι ενδεδειγμένη σε περίπτωση αμηνόρροιας με αρνητικό τεστ κύησης, όπως στην ένδικη περίπτωση, χωρίς να σημαίνει ότι αντικαθιστά την κλινική εξέταση προς διάγνωση της κυήσεως, η δε χορήγηση του δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αγωγή, αλλά ως διαγνωστική δοκιμασία, ενώ η χορήγηση του δεν συνδέεται σε καμία περίπτωση με πρόωρο τοκετό. Σύμφωνα όμως με το εθνικό συνταγολόγιο η δυδρογεστερόνη χορηγείται σε περιπτώσεις δευτεροπαθούς αμηνόρροιας, αφού αποκλεισθεί η εγκυμοσύνη και στις αντενδείξεις χορήγησης του φαρμάκου αναφέρεται η εγκυμοσύνη. Σημειωτέον ότι η εγκαλούσα πριν και παράλληλα με την κατηγορούμενη γυναικολόγο ιατρό απευθύνθηκε και σε ιατρό παθολόγο του Ι.Κ.Α. και συγκεκριμένα τον Δ. Μ., τον οποίο φέρεται να επισκέφθηκε τέσσερις φορές από τις 2 Μαρτίου 2005. Ο τελευταίος διέγνωσε στην εγκαλούσα λευκοκυττάρωση που είναι συμβατή με την κατάσταση της εγκυμοσύνης. Ο ίδιος παθολόγος ιατρός, εξεταζόμενος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο υποστήριξε ότι η εγκαλούσα τον επισκέφθηκε παραπονούμενη για αδιαθεσία - αδυναμία, χωρίς να του αναφέρει σχετικά με κοιλιακά άλγη και διαταραχή στη περίοδο της. Αναιρείται όμως η κατάθεση του από αυτή της ίδιας της παθούσας καθώς και του συζύγου της Α. Γ., από τις οποίες με σαφήνεια προκύπτει ότι η προσφυγή στους ιατρούς έγινε ύστερα από έντονα κοιλιακά άλγη που αντιμετώπιζε η εγκαλούσα, σε συνδυασμό με την διακοπή της εμμήνου ρύσης. Η αναγραφή στα βιβλία ασθενών που τηρούσε η κατηγορούμενη ιατρός στο ιατρείο του Ι.Κ.Α. της λέξης "αμηνόρροια" αποτελεί τη διάγνωση στην οποία προέβη για το ιατρικό πρόβλημα της παθούσας, ύστερα από το αρνητικό τεστ κυήσεως, αφού παρέλειψε να εξετάσει αυτή κλινικά και να διαγνώσει την κατάσταση της προχωρημένης κυήσεως αυτής, χωρίς από τη διάγνωση αυτή να μπορεί να αποκλεισθεί το γεγονός ότι η εγκαλούσα ανέφερε προς την κατηγορούμενη ιατρό το κοιλιακό άλγος που ένιωθε χαμηλά στο υπογάστριο. Όπως ως άνω αναφέρθηκε η κατηγορούμενη ιατρός απέδωσε τα άλγη αυτά ως συμπτώματα της αμηνόρροιας, γι' αυτό και δεν εξέτασε την εγκαλούσα κλινικά όπως της ζήτησε αυτή, ούτε βέβαια υπήρχε λόγος η εγκαλούσα να αποκρύψει τα κοιλιακά άλγη, αφού αυτός ήταν ο λόγος που την οδήγησε στον ιατρό. Η εγκαλούσα έλαβε το ως άνω φάρμακο Duphaston που της είχε συνταγογραφήσει η κατηγορούμενη ιατρός επί 16 συνολικά ημέρες, αναμένοντας να επανέλθει η έμμηνος ρύση της. Παράλληλα, αφού δεν είχε πληροφορηθεί για την κατάσταση της κυήσεως της με τις ως άνω ιδιαιτερότητες και επικινδυνότητα που είχε, συνέχισε να εργάζεται χωρίς προφυλάξεις σε χειρωνακτική εργασία ως πωλήτρια σε λαϊκή αγορά. Όμως, έχοντας υπόνοιες για τυχόν εγκυμοσύνη της, κατέφυγε και σε άλλο γυναικολόγο ιατρό του Ι.Κ.Α. που της συνέστησε εξέταση με υπερηχογράφημα και αιματολογικές εξετάσεις, τις οποίες η εγκαλούσα δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει. Συγκεκριμένα, περί τις αρχές Απριλίου 2005 αντιλήφθηκε να εξέρχεται αίμα από τον κόλπο της, το οποίο η εγκαλούσα κατ' αρχήν απέδωσε σε επάνοδο της εμμήνου ρύσεως της. Το αίμα όμως δεν σταματούσε και η εγκαλούσα μη μπορώντας να εξηγήσει την αιμόρροια που εμφάνιζε και τις ωδίνες που αισθανόταν στις 10 Απριλίου 2005 κατέφυγε στο νοσοκομείο του Ρίου Πατρών στην Μαιευτική - Γυναικολογική Κλινική του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Πατρών. Εκεί σύμφωνα με την από 10-4-2005 γνωμάτευση του ιατρού επιμελητή Β. Π. η συγκεκριμένη ασθενής προσέρχεται με αιμόρροια κολπική από 7ημέρου. Κατά την εξέταση διαπιστώθηκε κύηση ενδομήτρια μονήρης που από τη βιομετρία αντιστοιχεί στις 27-28 εβδομάδες κυήσεως. Πλακούς επιπωματικός πρόσθιος με ένα τμήμα του στο ύψος παλαιάς ουλής. Η ίδια εγκαλούσα ασθενής ανέφερε κατά την εξέταση ότι προ 15νθημέρου υποβλήθηκε σε τεστ κυήσεως που ήταν αρνητικό και για το λόγο αυτό της χορηγήθηκε προγεστερόνη ( Duphaston) για να έλθει η έμμηνος ρύση. Κατόπιν αυτού εξηγήθηκε στην εγκαλούσα και στο σύζυγο της ότι εάν δεν υποχωρήσουν τα συμπτώματα αιμόρροιας και οι ωδίνες θα πρέπει άμεσα να αφαιρεθεί το έμβρυο με καισαρική τομή και σε μια τέτοια περίπτωση οι πιθανότητες επιβίωσης του νεογνού είναι 40-50%. Επίσης η ύπαρξη επιπωματικού πλακούντα πάνω σε παλαιά ουλή που αιμορραγεί ενέχει αυξημένο κίνδυνο και υπάρχει πιθανότητα σε ποσοστό 50% μαιευτικής υστερεκτομής εάν ήταν και διεισδυτικός. Σημειωτέον ο προδρομικός επιπωματικός πλακούς είναι αυτός που αναπτύσσεται στο κατώτερο τμήμα της μήτρας αντί του ανώτερου τμήματος αυτής, κατά τρόπον που να καλύπτει το τραχηλικό στόμιο. Η συχνότητα αυτού στο γενικό πληθυσμό είναι μικρή και έχει κριθεί υπεύθυνος για το 20% όλων των περιπτώσεων αιμορραγίας πριν από τον τοκετό. Επίσης αυξημένος είναι και ο κίνδυνος αιμορραγίας μετά τον τοκετό κατά την προσπάθεια αποκόλλησης του πλακούντα που συνήθως γίνεται με καισαρική τομή. Στις περιπτώσεις αυτές εάν δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί η αιμορραγία καθίσταται αναγκαίο η γυναίκα να υποβληθεί σε υστερεκτομία για να αποφευχθεί ο κίνδυνος της ζωής της από τη συνεχιζόμενη αιμορραγία. Η διάγνωση του προδρομικού επιπωματικού πλακούντα, όπως προαναφέρθηκε γίνεται υπερηχογραφικά, οπότε στην περίπτωση αυτή η έγκυος χρειάζεται ειδική μεταχείριση, κατά το δυνατόν σωματική ανάπαυση και ειδική τοκολυτική αγωγή για να παραταθεί κατά το δυνατόν η κύηση και να μειωθεί ο κίνδυνος πρόκλησης αιμορραγίας που μπορούσε να οδηγήσει σε πρόωρο τοκετό και κίνδυνο για τη ζωή και τη σωματική υγεία της εγκύου. Στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορούμενη ιατρός κατά την εξέταση της εγκαλούσας δεν κατέβαλε την απαιτούμενη προσοχή και επιμέλεια λόγω του ως άνω επαγγέλματος της και παρέλειψε να εξετάσει την εγκαλούσα κλινικά προς διαπίστωση της προχωρημένης κυήσεως της και να συστήσει σε αυτήν περαιτέρω έλεγχο με υπερηχογράφημα και αιματολογικές εξετάσεις, ώστε να διαγνωσθεί η ως άνω κατάσταση της κυήσεως της εγκαλούσης λόγω του επιπωματικού πλακούντα και να αποφευχθεί ο αυξημένος κίνδυνος πρόκλησης αιμορραγίας με σύσταση ανάπαυσης και κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή και άμεση εισαγωγή της εγκαλούσας στο νοσοκομείο σε περίπτωση αιμορραγίας για την αντιμετώπιση της. Έτσι η παράλειψη της κατηγορουμένης ιατρού να διαγνώσει την κατάσταση κυήσεως της εγκαλούσας με τις ιδιαιτερότητες που είχε και εκτιμώντας τα ως άνω συμπτώματα που είχε ως αμηνόρροια, έθεσε την εγκαλούσα σε αυξημένο κίνδυνο, αφού αυτή συνέχισε να εργάζεται χειρωνακτικά, λαμβάνοντας το ως άνω φάρμακο Duphaston, όπως της είχε συστήσει η κατηγορούμενη προκειμένου να της επανέλθει η έμμηνος ρύση. Γι' αυτό και όταν μετά την λήψη του συγκεκριμένου φαρμάκου η εγκαλούσα είδε αίμα προερχόμενο από τον κόλπο της, αγνοώντας ότι είναι έγκυος υπέλαβε αυτό ως επάνοδο της εμμήνου ρύσης, όπως της είχε συστήσει η κατηγορούμενη, με αποτέλεσμα να προσφύγει στο νοσοκομείο μετά πάροδο 7 ημερών από την έναρξη της αιμόρροιας, αφού πλέον κατάλαβε ότι πρόκειται περί αιμορραγίας. Οπότε από τη συμπεριφορά αυτή της κατηγορουμένης ιατρού και τις ως άνω παραλείψεις της κατέστη βέβαιος ο κίνδυνος επέλευσης της κολπικής αιμορραγίας με τα παρακάτω αποτελέσματα για τη σωματική υγεία της εγκαλούσας. Ειδικότερα μετά την ως άνω εισαγωγή της στο νοσοκομείο και τη διάγνωση που έγινε χορηγήθηκαν στην εγκαλούσα τοκολυτικά φάρμακα για την αντιμετώπιση των ωδινών καθώς και φάρμακα για την πνευμονική ωρίμανση του εμβρύου, ενώ παρέμεινε νοσηλευόμενη στο χώρο του νοσοκομείου σε ανάπαυση για να διακοπεί η αιμορραγία. Η κατάσταση των ωδινών του τοκετού με την αιμόρροια συνεχίστηκαν, οπότε προς αποφυγή του κινδύνου, η εγκαλούσα κατά σύσταση των θεραπόντων ιατρών του ως άνω νοσοκομείου υποβλήθηκε στις 12 Απριλίου 2005 σε τοκετό και με καισαρική τομή της αφαιρέθηκε ένα άρρεν τέκνο, αρτιμελές, σωματικού βάρους 970 γραμμαρίων. Όμως και μετά το πέρας της καισαρικής τομής η αιμορραγία από τον κόλπο συνεχιζόταν στην εγκαλούσα, γι' αυτό και προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος για τη ζωή της από τους θεράποντες ιατρούς αποφασίσθηκε και αμέσως στη συνέχεια υπέβαλαν αυτή σε υφολική υστερεκτομία με αφαίρεση της μήτρας χωρίς τα εξαρτήματα, ενώ όπως διαπιστώθηκε η αιμορραγία προερχόταν από την κοίτη του πλακούντα στο αριστερό πλάγιο τοίχωμα της μήτρας λίγο πάνω από το τραχηλικό στόμιο. Το ως άνω νεογνό απεβίωσε μετά 4ήμερο λόγω πνευμονικής ανωριμότητας και επιπλοκών που εμφάνισε. Από τα δελτία νοσηλείας και τοκετού με καισαρική τομή καθώς και υφολικής υστερεκτομής που σύνταξαν με ημερομηνία 12-4-2005 οι θεράποντες ιατροί της εγκαλούσας δεν προκύπτει ιατρική διάγνωση ότι επρόκειτο για διεισδυτικό επιπωματικό πλακούντα, κατά τον οποίο δεν μπορεί να αποφευχθεί η αιμορραγία κατά τη διενέργεια της καισαρικής τομής, ώστε να παραστεί αναγκαία η υφολική υστερεκτομή προς διακοπή της αιμορραγίας. Αυτό άλλωστε αναφέρεται και στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξαν οι γυναικολόγοι μαιευτήρες Γ. Κ. και Γ. Α., όπου ρητά αναγράφουν ότι η εγκαλούσα έχει υποβληθεί σε υφολική υστερεκτομία άνευ των εξαρτημάτων λόγω αιμορραγίας εξ επιπωματικού πλακούντα, χωρίς να γίνεται αναφορά ότι πρόκειται για διεισδυτικό επιπωματικό πλακούντα ή ότι η αιμορραγία προκλήθηκε κατά τη διενέργεια της καισαρικής τομής. Επίσης όπως ως άνω αποδείχθηκε η αιμορραγία στην εγκαλούσα προκλήθηκε πριν τον τοκετό και αποτέλεσε το λόγο εισόδου της στο νοσοκομείο, συνδέεται δε αιτιωδώς με την αμέλεια και παράλειψη της κατηγορουμένης ιατρού να διαγνώσει με κλινικό έλεγχο την κατάσταση προχωρημένης κυήσεως της εγκαλούσας και να της συστήσει περαιτέρω αιματολογικό και υπερηχογραφικό έλεγχο από τον οποίο θα προέκυπτε η ύπαρξη του επιπωματικού πλακούντα και η ανάγκη της συνεχούς ιατρικής παρακολούθησης του με κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή και ανάπαυση της εγκύου ώστε να αποφευχθεί η αιμορραγία. Έτσι οι παραλείψεις της κατηγορουμένης να διαγνώσει την κατάσταση κύησης της εγκαλούσας και να προβεί σε περαιτέρω έλεγχο της κατάστασης της προς διαπίστωση των ανωτέρω, κατέστησαν βεβαία την επέλευση της αιμορραγίας, την οποία η εγκαλούσα αρχικά εξέλαβε ως επάνοδο της εμμήνου ρύσεως όπως της είχε συστήσει η κατηγορούμενη θεράπουσα ιατρός της, με αποτέλεσμα να εισέλθει καθυστερημένα στο νοσοκομείο και να οδηγηθεί σε πρόωρο τοκετό με καισαρική τομή και στη συνέχεια σε υφολική υστερεκτομία λόγω της συνεχιζόμενης αιμορραγίας, σωματική βλάβη, συνεπεία της οποίας δεν μπορεί πλέον να τεκνοποιήσει λόγω της αφαίρεσης της μήτρας. Η σωματική βλάβη αυτή της εγκαλούσας συνδέεται αιτιωδώς με τις ως άνω παραλείψεις της κατηγορουμένης ιατρού να προβεί σε έγκαιρη και ορθή διάγνωση των ανωτέρω ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος αιμορραγίας της εγκαλούσας πριν τον τοκετό και σε κάθε περίπτωση να ληφθούν έγκαιρα μέτρα για την αντιμετώπιση του, χωρίς να παραστεί αναγκαίο να υποστεί υφολική υστερεκτομία και απώλεια της μήτρας της που αποτελεί σοβαρή σωματική βλάβη. Υποστηρίζει η κατηγορουμένη ιατρός ότι ο λόγος που δεν εξέτασε κλινικά την εγκαλούσα είναι γιατί αυτή αρνήθηκε τον κλινικό γυναικολογικό έλεγχο, πράγμα που συνήθως συμβαίνει με τις γυναίκες να αποφεύγουν την ταλαιπωρία του κλινικού ελέγχου. Ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται πειστικός γιατί σε μια τέτοια περίπτωση η άρνηση αυτή της εγκαλούσας να υποβληθεί σε κλινικό έλεγχο έπρεπε να καταχωρηθεί στο βιβλίο ασθενών και στο βιβλιάριο ασθενείας της. Στην περίπτωση δε των ασφαλιστικών ταμείων συμβαίνει το αντίθετο λόγω του μεγάλου αριθμού των ασθενών οι ιατροί να αποφεύγουν να τους εξετάζουν κλινικά και στην προκειμένη περίπτωση η εγκαλούσα εξεταζόμενη στο ακροατήριο βεβαίωσε ότι η κατηγορούμενη ιατρός δεν την εξέτασε, όπως της ζήτησε, γιατί "είχε κόσμο" χωρίς βέβαια αυτό να την απαλλάσσει της ευθύνης της. Ούτε επίσης την απαλλάσσει των ευθυνών της το γεγονός ότι η εγκαλούσα μετά την λήψη επί 10ήμερο του ως άνω φαρμάκου Duphaston που της είχε συστήσει δεν επανήλθε στο ιατρείο της, αφού ως ιατρός όφειλε να επιδείξει εξ αρχής ιδιαίτερη επιμέλεια και να υποβάλει την εγκαλούσα σε κλινική εξέταση σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, ώστε να προβεί σε ορθή διάγνωση και διαπίστωση της κυήσεως. Επομένως κατά την άποψη της πλειοψηφίας η κατηγορουμένη ιατρός πρέπει να κηρυχθεί ένοχη σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή σε βάρος της εγκαλούσας".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία; αφού δεν εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 314§1α του ΠΚ, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, στερώντας την απόφαση του και νόμιμης βάσεως και καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή όχι εφαρμογή τους. Συγκεκριμένα, δεν αιτιολογεί τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ των παραλείψεων της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης και του επελθόντος αποτελέσματος της σωματικής βλάβης της παθούσας. Ειδικότερα: α) Δεν αναφέρει ποια ήταν η ειδική αγωγή και τα έγκαιρα μέτρα που θα είχαν ληφθεί αν η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη εξέταζε την παθούσα (πριν, μάλιστα, συμπληρωθούν 27 εβδομάδες κυήσεως), ούτε αν αυτά ή η ανάπαυση της παθούσας θα απέτρεπαν το επελθόν αποτέλεσμα (αιμορραγία, υφολική υστερεκτομία), ενόψει του ότι, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, προϋπήρχε επιπωματικός πλακούντας με ένα τμήμα του στο ύψος παλαιάς ουλής, ο οποίος ενείχε αυξημένο κίνδυνο μαιευτικής υστερεκτομίας. β) Δεν εξηγεί από πού αποδεικνύεται ότι, αν η κατηγορουμένη εξέταζε την παθούσα όταν προσήλθε σ' αυτήν σε κατάσταση εγκυμοσύνης 5,5 μηνών περίπου, θα ετίθετο η υποψία του προδρομικού επιπωματικού πλακούντα, αφού, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, η ύπαρξη του θα επιβεβαιωνόταν υπερηχογραφικά αργότερα μετά την πάροδο 27 εβδομάδων κυήσεως. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως και μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 13.12.2012) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509§2 του ΚΠοινΔ), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχήν τους, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση (όσον αφορά την κρίση επί της ενοχής της αναιρεσείουσας - ως προς την κρίση επί του παραδεκτού της εφέσεως, μετά την απόρριψη του σχετικού λόγου αναιρέσεως, έχει καταστεί αμετάκλητη), και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 1051/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών όσον αφορά την κρίση επί της ενοχής της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Π. Τ. του Κ.. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Ιανουαρίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογημένη έφεση εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως για σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή (ιατρό). Στοιχεία εγκλήματος. Ανεπάρκεια αιτιολογίας της προσβαλλόμενης με την αίτηση αναιρέσεως καταδικαστικής αποφάσεως ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ παραλείψεων της αναιρεσείουσας και επελθόντος αποτελέσματος. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Έφεση Εισαγγελέα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 155/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Π. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ουρανία Καραμπλιάνη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 3970/2011 αποφάσεως του Πταισματοδικείου Ηρακλείου Κρήτης.
Το Πταισματοδικείο Ηρακλείου Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Μαρτίου 2012 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 457/12.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου λόγω παραγραφής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 του ΚΠΔ, "όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ή τους εισαγγελείς (άρθρο 32 παρ. 2), έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δε μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο", ενώ, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι υποχρεωτικό να δοθεί ο λόγος από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση στον Εισαγγελέα και στους διαδίκους, σύμφωνα με την παραπάνω κανονισμένη σειρά, στο δε κατηγορούμενο ή στον συνήγορό του, στο τέλος και αν τούτο δε ζητηθεί. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ, γιατί αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σε αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο, για την οποία (παράβαση) ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη, με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, εισάγεται για συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, δυνάμει της υπ' αρ. 1160/2012 αποφάσεώς του (σε Συμβούλιο), με την οποία αυτή κρίθηκε παραδεκτή και διατάχθηκε η συζήτησή της ενώπιόν του με τη συνήθη διαδικασία του πινακίου. Με την αίτηση αυτή, προσβάλλεται η υπ' αρ. 3970/23.12.2011 ανέκκλητη απόφαση του Πταισματοδικείου Ηρακλείου, που κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, για παράβαση διατάξεων του άρθρου 22, 87 του από 14-19/10.12.38 Υγειονομικού Κανονισμού σε συνδ. με αρθρ. 1 Α.Ν. 2520/40 και αρθρ. 11 παρ. 10 του ν. 2307/95, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 31, 3,9,33 παρ. 1 ν. 3904/2010 σε συνδ. με άρθρο 458 ΠΚ και του επέβαλε την ποινή του προστίμου των 200 Ευρώ. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης που παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτουν τα εξής: α) Η Πταισματοδίκης μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, έδωσε το λόγο στον Δημόσιο Κατήγορο, προκειμένου να προτείνει επί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου, ο οποίος πρότεινε την ενοχή του, χωρίς στη συνέχεια να δώσει το λόγο, όπως είχε υποχρέωση, και στην εκπροσωπούσα τον κατηγορούμενο πληρεξούσια συνήγορό του. Στη συνέχεια μετά την απαγγελία της αποφάσεως του Δικαστηρίου που τον κήρυξε ένοχο της προαναφερθείσας αξιόποινης πράξης, η Πταισματοδίκης έδωσε και πάλι τον λόγο στον Δημόσιο Κατήγορο, ο οποίος πρότεινε να επιβληθεί στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο η ποινή του προστίμου των διακοσίων (200) Ευρώ και απάγγειλε την περί ποινής απόφαση με την οποία τον καταδίκασε στην χρηματική ποινή του προστίμου των διακοσίων (200) Ευρώ, χωρίς και πάλι να δώσει τον λόγο, όπως είχε υποχρέωση, στην εκπροσωπούσα τον κατηγορούμενο πληρεξούσια συνήγορό του, που έπρεπε να δοθεί χωρίς καν να ζητηθεί. Έτσι, επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού έπρεπε να δοθεί ο λόγος στην εκπροσωπούσα πληρεξούσια συνήγορο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και στα δύο ως άνω στάδια της ποινικής διαδικασίας έστω, ως ελέχθη, και αν το λόγο δε ζήτησε αυτή.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ συναφείς λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν αυτών και ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΙΙ. Περαιτέρω, εφ' όσον η χαρακτηριζόμενη στο νόμο ως πταίσμα πράξη της παραβάσεως διατάξεων του Υγειονομικού Κανονισμού, (αρθρ. 18 ΠΚ και 22, 87 του από 14-19/10-12-1938 Υγειονομικού Κανονισμού σε συνδ. με άρθρ.1 Α.Ν. 2520/1940, 11 παρ.10 ν. 2307/1995, όπως τροποποιήθηκε με το αρθρ. 31 παρ. 3 και 9, 33 παρ. 1 Ν. 3904/ 23-12-1κα αρθρ. 458 ΠΚ), φέρεται ότι τελέσθηκε την 25-11-2010, έκτοτε δε και μέχρι σήμερα παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τη διετία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 4 (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 24 παρ. 2 Ν. 4055/2012) 112, 113 παρ. 2 και 3 ΠΚ, εξαλείφθηκε το αξιόποινό της λόγω παραγραφής, με συνέπεια κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου τούτου (αρθρ. 511 ΚΠΔ) να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 370 περ. β' του ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 3970/2011 απόφαση του Πταισματοδικείου Ηρακλείου.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη του αναιρεσείοντος Ε. Π. του Ε., κατοίκου ..., του ότι στις 25-11-2010 και ώρα 11.00' κατά το γενόμενο υγειονομικό έλεγχο από την αρμόδια Υγειονομική Υπηρεσία του Ηρακλείου, διαπιστώθηκε ότι με πρόθεση παρέβη επιτακτική υγειονομική διάταξη που αφορά την προστασία της δημόσιας υγείας και συγκεκριμένα διαπιστώθηκε ότι δεν προέβη σε ενέργειες αποκατάστασης της ανθυγιεινής κατάστασης διαμερίσματος του 2ου ορόφου στην οδό ... στο ..., ιδιοκτησίας της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ", ως υπεύθυνος αυτού, η οποία ανθυγιεινή κατάσταση δημιουργήθηκε από την εισροή νερού και υγρασίας σε διαμέρισμα του 1ου ορόφου, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ανθυγιεινές και επικίνδυνες καταστάσεις σε βάρος των ενοίκων της πολυκατοικίας γενικά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λόγοι αναίρεσης: Απόλυτη ακυρότητα. Υπεράσπιση - υπερασπίσεως δικαιώματα. Δικαίωμα του κατηγορουμένου να μιλήσει τελευταίος μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και μετά τον Εισαγγελέα. Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3970/2011 απόφαση του Πταισματοδικείου Ηρακλείου για τον ως άνω λόγο, αφού σε δύο στάδια της ποινικής διαδικασίας δεν δόθηκε ο λόγος στην πληρεξούσια δικηγόρο του κατηγορουμένου.
|
Ακροάσεως Αρχή
|
Ακροάσεως Αρχή.
| 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.