text
stringlengths
2.14k
585k
summary
stringlengths
1
6.5k
case_category
stringclasses
399 values
case_tags
stringlengths
5
295
subset
float64
0
2
Αριθμός 1731/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας - καθής η κλήση: Θ. Ρ. του κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ελένη Τύρου, χωρίς να καταθέσει προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Ν. Γ. συζ. Δ. Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Γαλούνη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/5/1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12094/1995 μη οριστική, 9560/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 648/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 6/6/2008 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1411/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 16/10/2010 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 23/4/2010 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την Υπηρεσία Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ "η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται, εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή και των δικαιοπαρόχων του ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του κατά τις περί δικαίου τις ηθικές αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 17/1995 Ολ.ΑΠ 7/2002). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο είναι οικόπεδο εμβαδού 1031,20 τμ. μετά της εντός αυτού ισογείου οικίας, η οποία αποτελείται από τρία κύρια δωμάτια και βοηθητικούς χώρους. Το πιο πάνω οικόπεδο είχε περιέλθει στην Ε. Α. πρώην σύζυγο Κ. Ρ. και μητέρα της ενάγουσας με αγορά από το Συνεταιρισμό Στεγάσεως Μακεδόνων και Θρακών με το .../1962 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Λύρη, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου Αχαρνών στον τόμο 122 και με αριθμό ..., επί του οποίου η αγοράστρια ανήγειρε την ως άνω οικία. Τούτο (επίδικο) βρίσκεται στη θέση "Μπίλιτζα" ή "Μπίλιγα" ή "Βίλιζα" της περιφέρειας του Δήμου Αχαρνών Αττικής, επί της οδού ... αριθμός 7 και αναφέρεται με τον αριθμό 26 του 27 οικοδομικού τετραγώνου στο διάγραμμα εφαρμογής ρυμοτομικού σχεδίου του μηχανικού Κ. Σ., που είναι προσαρτημένο στο .../1954 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Γρηγορόπουλου, συνορεύει δε ανατολικά με το οικόπεδο 25 του ίδιου τετραγώνου, δυτικά με το οικόπεδο 27 του ίδιου τετραγώνου, βόρεια με τα οικόπεδα 6 και 7 του ίδιου τετραγώνου και νότια με την οδό ... . Η Ε. Α. με το .../9-10-1992 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Ζαγκλή, εκπροσωπούμενη από το δεύτερο σύζυγό της Θ. Α., πατριό της ενάγουσας, δυνάμει του .../1991 πληρεξουσίου του ίδιου συμβολαιογράφου, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως το πιο πάνω επίδικο ακίνητο (οικόπεδο και οικία) στην εναγομένη αντί τιμήματος 35.000.000 δραχμών, το οποίο η αγοράστρια κατέβαλε στην πωλήτρια μέσω του ως άνω πληρεξουσίου της κατά την υπογραφή του συμβολαίου με την παράδοση σε αυτόν της ... τραπεζικής επιταγής, πληρωτέα από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Υποκατάστημα Ασπροπύργου), εκδοθείσα στις 8-10-1992 σε διαταγή της αγοράστριας και οπισθογραφηθείσα από την ίδια. Η παράδοση του πωληθέντος ακινήτου στην ενάγουσα έγινε με κάποια χρονική καθυστέρηση κατά παράκληση του συζύγου της πωλήτριας, καθόσον εκτός αυτού υπήρχαν έπιπλα και άλλα αντικείμενα που ανήκαν στις θυγατέρες της Θ. Ρ., ενάγουσα, και Ε. Ρ., τα οποία θα έπρεπε να μεταφερθούν, ενώ στη συνέχεια η εναγομένη προέβη σε εκτεταμένες επισκευές του ακινήτου που αφορούσαν τα δάπεδα, την εσωτερική διαρρύθμιση αυτού με την καθαίρεση τοίχων, την αντικατάσταση των θυρών, εγκατάσταση καλοριφέρ, αντικατάσταση υδραυλικής εγκατάστασης κλπ, έτσι η εγκατάσταση της ίδιας και της πολυμελούς οικογενείας της (είναι μητέρα τεσσάρων τέκνων) σε αυτό έγινε το καλοκαίρι του 1993.Σημειωτέον, ότι η εναγομένη, η οποία είναι πολιτικός μηχανικός, έχει γεννηθεί στη Ρωσία το έτος 1952 και είναι Ρωσίδα υπήκοος, ήλθε δε στην Ελλάδα ως πρόσφυγας το πρώτον το έτος 1991. Η ανωτέρω, κατά το χρόνο υπογραφής του προαναφερόμενου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, ενόψει του ότι είχε έλθει στην Ελλάδα πριν από λίγο χρονικό διάστημα, ελάχιστα γνώριζε την Ελληνική γλώσσα, πολύ σε περισσότερο αγνοούσε τους ισχύοντες στην Ελλάδα νόμους, και ειδικότερα ότι, για να περιέλθει σε αυτήν η κυριότητα του αγορασθέντος με το πιο πάνω συμβόλαιο ακινήτου, ήταν αναγκαίο κατά τον Ελληνικό Νόμο και η μεταγραφή του πιο πάνω συμβολαίου. Έτσι, εύλογα πίστευε ότι, αφού είχε καταβάλει το συμφωνημένο τίμημα και τις σχετικές δαπάνες (φόρο, αμοιβή δικηγόρου και συμβολαιογράφου), είχε γίνει κυρία με την υπογραφή του συμβολαίου από όλους τους συμβαλλομένους. Η πεποίθηση της αυτή ενισχύονταν σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην έχει την ελάχιστη αμφιβολία, και από το γεγονός, ότι κατά την υπογραφή του συμβολαίου, κατά τα αναγραφόμενα σ' αυτό, παραστάθηκε ως εντολοδόχος της και ο δικηγόρος Ιωάννης Γρηγοριάδης, που και αυτός υπέγραψε το εν λόγω συμβόλαιο, ο οποίος είχε προβεί και σε σχετικό έλεγχο των τίτλων του πωληθέντος ακινήτου, στον οποίο και κατέβαλε τη νόμιμη αμοιβή του καθώς και η δικηγόρος Στυλιανή Λούλη -Μπαμπούνη για λογαριασμό της πωλήτριας, χωρίς όμως κανένας από αυτούς αλλά ούτε και ο ανωτέρω συμβολαιογράφος να κάνουν τη παραμικρή αναφορά ότι για να περιέλθει η κυριότητα σε αυτήν του πωλουμένου είναι αναγκαίο να προβεί και στη μεταγραφή του οικείου συμβολαίου. Άλλωστε, η εναγομένη έχοντας πλήρη εμπιστοσύνη στον ως άνω δικηγόρο της και στο συμβολαιογράφο δικαιολογημένα πίστευε ότι αυτοί θα διεκπεραίωναν οτιδήποτε ήταν αναγκαίο για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης του ακινήτου, αφού μάλιστα ρητά ο πρώτος εξ αυτών τη διαβεβαίωσε ότι "τα χαρτιά θα της τα έφερνε ο ίδιος στο σπίτι της στο Μενίδι". Σε κάθε δε περίπτωση έχοντας αυτή καταβάλει ολόκληρο το πιο πάνω τίμημα και όλα τα σχετικά έξοδα δεν είχε κανένα απολύτως λόγο να αδιαφορήσει για τη μεταγραφή του συμβολαίου, αν γνώριζε ότι ήταν αναγκαία η ενέργεια αυτή, ενόψει και ότι η σχετική δαπάνη ήταν ελάχιστη. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι κατά τον πιο πάνω χρόνο της πώλησης του διεκδικούμενου ακινήτου (9-10-1992) η ενάγουσα κατοικούσε στη ..., ενώ η μητέρα της και η αδελφή της έμεναν σε διαφορετικά διαμερίσματα στην επί της οδού ... αρ. 17 πολυκατοικία στην ... . Οι σχέσεις των δύο αδελφών μεταξύ τους αλλά και με τη μητέρα τους, η οποία ήταν σοβαρά άρρωστη και απεβίωσε στις 28-2-1993, ήσαν καλές, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η ενάγουσα ότι δηλαδή δεν είχε καλές σχέσεις με την αδελφή της και καμία επικοινωνία με τη μητέρα της κρίνονται ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Έτσι, η ενάγουσα λογικά είχε πληροφορηθεί από τη μητέρα της όσο ζούσε την πώληση από αυτήν στην εναγομένη του πιο πάνω ακινήτου της ενός δηλαδή τόσο σημαντικού περιουσιακού της στοιχείου και αντί σημαντικού τιμήματος, σε κάθε δε περίπτωση η αδελφή της που γνώριζε την πώληση αυτή, η οποία (πώληση) είχε γίνει αναγκαία και για την αντιμετώπιση των σοβαρών εξόδων που απαιτούνταν για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη της μητέρας τους, προφανώς όσο ζούσε η μητέρα τους την είχε πληροφορήσει για το γεγονός αυτό, αφού δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι είχε κάποιο λόγο να της αποκρύψει την πώληση αυτή ούτε εξάλλου προκύπτει ότι η μητέρα της αγνοούσε την πώληση του ακινήτου της από το σύζυγο της, ο οποίος την είχε εκπροσωπήσει με σχετικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ούτε λόγω της ασθένειας της δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί την πώληση και να ενημερώσει τις θυγατέρες της. Στις 28-2-1993, τέσσερις δηλαδή περίπου μήνες μετά την πώληση του ακινήτου της απεβίωσε η μητέρα της ενάγουσας ενώ νοσηλευόταν στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "ΥΓΕΙΑ" και δεδομένου ότι δεν είχε συντάξει διαθήκη κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις ανωτέρω θυγατέρες της που είχε αποκτήσει από τον πρώτο της γάμο με τον Κ. Ρ. κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου εκάστη και από το νόμιμο δεύτερο σύζυγο, της Θ. Α. κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου. Η ενάγουσα με την αδελφή της μετά το θάνατο της μητέρας τους, προκειμένου να προστατεύσουν το κληρονομικό τους δικαίωμα από την κληρονομιά της μητέρας τους, θέλησαν να βεβαιωθούν για το εάν πράγματι το ως άνω ακίνητο είχε πωληθεί από τη μητέρα τους, έτσι η δεύτερη από αυτές, αφού συμβουλεύθηκε κάποιο δικηγόρο, απευθύνθηκε στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο όπου διαπίστωσε ότι το ακίνητο εξακολουθούσε να ανήκει στη μητέρα της, καθόσον το πιο πάνω .../1992 πωλητήριο συμβόλαιο δεν είχε μεταγραφεί. Αμέσως, πρώτη αυτή έσπευσε με την .../25-5-1993 πράξη συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Παπαθεοδώρου που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών στον τόμο 620 και με αριθμό ... να αποδεχθεί την κληρονομιά της μητέρας της κατά το ποσοστό της εξ αδιαθέτου μερίδας της (3/8), ενώ ταυτόχρονα ενημέρωσε για το γεγονός αυτό και την ενάγουσα αδελφή της, η οποία και αυτή με την .../9-7-1993 πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου Γεωργίου Παπαθεοδώρου αποδέχθηκε την κληρονομία της μητέρας τους κατά το ποσοστό της εξ αδιαθέτου μερίδας της (3/8), την οποία μετέγραψε αυθημερόν στα οικεία βιβλία στον τόμο 512 και με αριθμό ..., στην οποία ως μοναδικό κληρονομιαίο στοιχείο περιέλαβε το επίδικο, ενώ ακόμη δεν είχε μεταγραφεί από την εναγομένη το πιο πάνω .../9-10-1992 συμβόλαιο αγοράς, στην μεταγραφή του οποίου η τελευταία προέβη μόλις στις 26-7-1993, όταν ξαφνικά εμφανίσθηκε η προαναφερόμενη αδελφή της ενάγουσας και προέβαλε δικαιώματα για την ίδια και την αδελφή της στο επίδικο αμφισβητώντας ότι αυτή είναι κυρία και επικαλούμενη ότι τούτο τους ανήκει κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία. Επομένως, κατά τα προαναφερόμενα η ενάγουσα είτε από την ίδια τη μητέρα της είτε από την αδελφή της είχε πληροφορηθεί την πώληση του επιδίκου και σε κάθε περίπτωση μετά το θάνατο της μητέρας της πληροφορήθηκε την επίμαχη πώληση από την αδελφή της, ενώ αμέσως έλαβε γνώση και της μη μεταγραφής του συμβολαίου αγοράς του από την εναγομένη αγοράστρια. Έτσι γνωρίζοντας τα περιστατικά αυτά έσπευσε να επωφεληθεί και αποδέχθηκε την κληρονομιά της μητέρας της, την οποία αποδοχή μετά σπουδής μετάγραψε την ίδια ημέρα. Αφού λοιπόν η ενάγουσα μετάγραψε πρώτη τον ως άνω τίτλο κυριότητας της έγινε κυρία του επιδίκου κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου, σύμφωνα με τα άρθρα 1710, 1193, 1198 ΑΚ, ενώ στη συνέχεια με την υπό κρίση αγωγή άσκησε το σχετικό δικαίωμά της ζητώντας να αναγνωρισθεί κυρία κατά το πιο πάνω ποσοστό του διεκδικούμενου ακινήτου. Ενόψει όμως των πιο πάνω δεδομένων ότι δηλαδή η ενάγουσα πριν 'αποδεχθεί την κληρονομιά της μητέρας της γνώριζε την πώληση από την τελευταία του διεκδικούμενου ακινήτου στην εναγομένη, η οποία προσφάτως είχε έλθει ως μετανάστης από τη Ρωσία, ότι η εναγομένη από άγνοια της Ελληνικής γλώσσας και της Ελληνικής νομοθεσίας αλλά και μη ενημέρωσης της από το νομικό παραστάτη της, όπως προαναφέρθηκε, δεν προέβη έγκαιρα στη μεταγραφή του συμβολαίου αγοράς και ότι η ενάγουσα παρόλα αυτά έσπευσε και αποδέχθηκε την κληρονομιά της μητέρας της και μετέγραψε την αποδοχή πριν προλάβει η εναγομένη να μεταγράψει το δικό της τίτλο ιδιοκτησίας (πωλητήριο συμβόλαιο) καθώς και του γεγονότος ότι η εναγομένη αν στερηθεί του ακινήτου αυτού θα μείνει η ίδια και η οικογένεια της χωρίς στέγη, η δια της ένδικης αγωγής διεκδίκηση εκ μέρους της (ενάγουσας), του πιο πάνω κληρονομικού δικαιώματος της επί του επιδίκου ακινήτου παρίσταται καταχρηστική και επομένως ανεπίτρεπτη διότι υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος, σύμφωνα με την έννοια των όρων που αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, αφού ανατρέπεται η κατάσταση που ήδη υπάρχει ενώ επέρχονται αφόρητες σε βάρος της εναγομένης συνέπειες. Είναι δε προφανής η υπέρβαση των πιο πάνω ορίων με την άσκηση από την ενάγουσα έναντι της εναγομένης του δικαιώματος συγκυριότητας της στο επίδικο, διότι προκαλείται έντονη η εντύπωση της αδικίας σε βάρος της αλλοδαπής πρόσφυγας που πλήρωσε 35.000.000 δραχμές για να αγοράσει το επίδικο και να εγκαταστήσει τη οικογένεια της σε αυτό και η οποία αγνοούσε τις απαιτούμενες από την Ελληνική νομοθεσία περαιτέρω ενέργειες για την ολοκλήρωση της αγοράς και τη μεταβίβαση σε αυτήν της κυριότητας, πιστεύοντας, μάλιστα ότι ο δικηγόρος της που παρέστη κατά την υπογραφή του συμβολαίου ή ο συμβολαιογράφος που το συνέταξε, θα έπρατταν σε κάθε περίπτωση ότι ήταν αναγκαίο για την κατοχύρωση της. Επομένως, αποδεικνυομένης ως ουσία βάσιμης της σχετικής ένστασης η ένδικη αγωγή είναι ουσιαστικά αβάσιμη. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη κατά παραδοχή της πιο πάνω ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό που τέθηκε στην κρίση του, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η ενάγουσα με το σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Τέλος, η ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος φέρει το χαρακτήρα γνήσιας αυτοτελούς ενστάσεως, αφού αν συντρέχουν οι γενεσιουργοί λόγοι της δεν αναιρείται η ύπαρξη του δικαιώματος κατά του οποίου προβάλλεται, αλλά καθίσταται απαγορευμένη η άσκηση του. Έτσι, η ενάγουσα σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν ναι μεν έγινε κυρία του επιδίκου κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου, αφού πρώτη εκείνη μετάγραψε τον τίτλο κυριότητας της, όμως η άσκηση του δικαιώματος της αυτού (κυριότητας) για τους αναφερόμενους ανωτέρω λόγους είναι απαγορευμένη και ανεπίτρεπτη έναντι της εναγομένης ως καταχρηστική. Επομένως, ο σχετικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο η ενάγουσα παραπονείται ότι έσφαλε η εκκαλουμένη που δεν την αναγνώρισε κυρία του επιδίκου και απέρριψε την αγωγή της, μολονότι με τη μεταγραφή από αυτήν της αποδοχής της κληρονομιάς της μητέρας της, που κατά το άρθρο 1199 ΑΚ ανέτρεξε στο χρόνο θανάτου της κληρονομουμένης, έγινε συγκυρία του επιδίκου, ελέγχεται αβάσιμος, αφού δεν αμφισβητείται η ύπαρξη του δικαιώματος συγκυριότητας της στο επίδικο αλλά καθίσταται απαγορευμένη ως καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος της αυτού έναντι της ενάγουσας". Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1192, 1193, 1198 και 1199 ΑΚ, αφού απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κατά παραδοχή ως βάσιμης κατ' ουσίαν της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Επομένως οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ισχυρισμού που νόμιμα προτάθηκε και που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να είναι ορισμένος ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας και να μνημονεύεται, επίσης, στο ίδιο ότι έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών αυτών μέσων από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της, είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν μνημονεύονται σ' αυτόν τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα. Αφού απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως πρέπει η αναιρεσείουσα να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6-6-2008 αίτηση της Θ. Ρ. για αναίρεση της 648/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Διεκδικητική αγωγή κυριότητας. Ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (281 ΑΚ). Λόγοι αναίρεσης: 1)από 1 και 19 απορρίπτονται ως αβάσιμοι. 2)από 11γ απορρίπτονται ως αόριστοι
null
null
0
Αριθμός 1730/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 2) 1, κατοίκου ..., 3) Μ. Σ. του Γ., κατοίκου ... και 4) Γ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Παπακωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ., χωρίς να καταθέσουν προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Κ. - Μ. Χ. ή Χ. του Π., Α. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ι. Κ.. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2005 αγωγή και την από 9/10/2006 ανακοίνωση δίκης της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 177/2010 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/11/2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 26/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πέμπτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των υπολοίπων λόγων αναίρεσης της υπό κρίση αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, για τη κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ). Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθμόν .../19-12-1957 διανεμητηρίου συμβολαίου του Προξένου της Ελλάδος (νόμιμο αναπληρωτή του) στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, Νικολάου Απ. Καρανδρέα, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μυτιλήνης, περιήλθε κατά κυριότητα μεταξύ άλλων, στον Π. Χ. ή Χ., πατέρα της ενάγουσας, χωράφι στη θέση "Βαριά" του Δήμου Μυτιλήνης, συνορευόμενο ανατολικώς υπό Δημοσίου Δρόμου, Βορείως υπό Χ. Β., Δυτικώς υπό Ι. Β. και Νοτίως υπό αγνώστου στη σύννομη του οποίου ευρίσκετο ήδη μετά των συγκληρονόμων αδελφών του, τουλάχιστον από τον χρόνο του θανάτου της μητέρας τους, Ε. χήρας Α. Χ. ή Χ., που είχε πεθάνει αδιάθετη τον Ιούνιο του έτους 1951. Ο πιο πάνω πατέρας της ενάγουσας, πέθανε το έτος 1958, αδιάθετος επίσης και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Α. Υ. Α. Π. Χ. και τα τέκνα του Κ.-Μ. (ενάγουσα) και Ε. και μετά το θάνατο και της συζύγου του, το μερίδιο αυτής το έτος 1982, περιήλθε στα προαναφερόμενα κοινά τέκνα τους. Μεταξύ των κληρονομιαίων ακινήτων του πατέρα τους στη συννομή των οποίων υπεισήλθαν, ανεξαρτήτως του χρόνου της αποδοχής και μεταγραφής της κληρονομιάς, είναι και το πιο πάνω ακίνητο, που είναι το επίδικο, δηλαδή ένας χέρσος αγρός στη θέση "Βίγλα" της κτηματικής περιφέρειας Βαρείας του Δήμου Μυτιλήνης Νομού Λέσβου, εκτός ορίου οικισμού και εκτός σχεδίου ζώνης ο οποίος έχει έκταση 2.589,32 τ.μ. σύμφωνα με το υπ' αριθμόν .../2003 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Γεωργίου Μάρκου ή 2.627,32 τ.μ. σύμφωνα με την υπ' αριθμόν .../2005 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας-εφεσίβλητης της συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Χαριτούλας Σταυρίδου-Κοκκίνη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών, και συνορεύει ανατολικά με την παλαιά εθνική οδό Μυτιλήνης-αεροδρομίου, βόρεια με τη δημοτική οδό (τσιμεντόδρομο) Μ. Κ., δυτικά με την οδό Χ. Β. και νότια με την ιδιοκτησία Ε. Μ., απέχει 50 μέτρα από τη θάλασσα και η αξία του είναι περίπου 100.000 ευρώ. Η ενάγουσα-εκκαλούσα-εφεσίβλητη ως συννομέας, όπως προαναφέρθηκε του κληρονομιαίου ακινήτου ασκούσε τη νομή σε ολόκληρο το πιο πάνω ακίνητο, από το έτος 1982 και για λογαριασμό της αδελφής της και ως προς την υπόλοιπη κληρονομιαία περιουσία τους, μέσω του τότε δικηγόρου Μυτιλήνης Αντωνίου Καμπουρόπουλου, δεδομένου ότι η ίδια κατοικούσε στο ... και η αδελφή της στο ... . Ο τελευταίος, ως διαχειριστής της περιουσίας τους στην Ελλάδα, ασκούσε τη νομή αυτών για λογαριασμό τους και ως αντιπρόσωπος τούτων, μέχρι και το θάνατό του, το έτος 1993 (βλ. και το υπ' αριθμόν .../13-6-1985 πληρεξούσιο και προς αυτόν του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Ευαγγέλου Παπαδόπουλου). Ανεξαρτήτως, όμως του ότι στα πιο πάνω έγγραφα, φέρονται ως εντολείς και αντιπροσωπούμενες, τόσο η ενάγουσα-εκκαλούσα-εφεσίβλητη, όσο και η συγκληρονόμος αδελφή της Ε., είναι αληθής ο ισχυρισμός της πρώτης ότι η τελευταία στην ουσία από το έτος 1982, της είχε παραδώσει τη συννομή των ακινήτων της στην Ελλάδα, γεγονός που αποδεικνύεται τόσο από το ότι μόνο η ενάγουσα-εκκαλούσα-εφεσίβλητη προέβη στη σύνταξη των υπ' αριθμ. .../18-11-1985 και .../18-11-1985 πράξεων αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στο ..., που όμως δεν μεταγράφηκαν σε συνδυασμό με την από 1-8-2004 βεβαίωση της αδελφής της και συγκληρονόμου Ε. Μ.-Λ. (Μ.) Μ., ενώπιον του συμβολαιογράφου και δικηγόρου Chichester, Δυτικού Σάσσεξ Αγγλίας Άντριου Αλεξάντερ Κρόφορντ, σύμφωνα με την οποία παραιτείται από κάθε κληρονομιά του πατέρα της και ανεξαρτήτως των αντιφατικών διαδικαστικών ενεργειών της πρώτης, συνισταμένων στην άσκηση αιτήσεων και αγωγών εναντίον της (συγκληρονόμου-αδελφής της) και στη συνέχεια σε παραίτηση απ' αυτά, που δεν αφορούν παρά τις μεταξύ τους σχέσεις κα! όχι αυτές της κυριότητος έναντι των τρίτων του επιδίκου ακινήτου. Ο πιο πάνω αντιπρόσωπός τους το έτος 1991, προσέλαβε εργάτες και τοποθέτησε στο επίδικο περίφραξη για λογαριασμό της ενάγουσας-εκκαλούσας-εφεσίβλητης, αποτελούμενης από σιδερένιους πασσάλους και συρματόπλεγμα κατά μήκος της ανατολικής και της βόρειας πλευράς αυτού, όπως ο μάρτυρας Ε. Κ. κατέθεσε στο ακροατήριο, ο οποίος και είχε προσωπική αντίληψη του χώρου, δεδομένου ότι κατά καιρούς τοποθετούσε σ' αυτό εμπορεύματα (τελάρα με φρούτα), που εμπορευόταν τότε με την άδεια του Αντωνίου Καμπουρόπουλου και το πραγματικό αυτό γεγονός, δεν εξαρτάτο από το αν επιτρεπόταν ή όχι η εν μέρει περίφραξη του ακινήτου αυτού από τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις. Μετά τον θάνατο του πιο πάνω αντιπροσώπου τους, τη διαχείριση ανέλαβε ο γυιός του, επίσης δικηγόρος Μυτιλήνης Ι. Κ., ο οποίος το επόπτευε, επέτρεπε τη στάθμευση αυτοκινήτων της οικογένειας του πιο πάνω μάρτυρα, που κατοικούσε σε όμορο οικόπεδο από το έτος 1974 και τη βόσκηση των προβάτων σ' αυτό του Χ. Ζ. του Ν., ο οποίος μίσθωνε και άλλα ακίνητα συγκυριότητας της ενάγουσας-εκκαλούσας-εφεσίβλητης. Ο αγρός αυτός δεν ήταν ποτέ καλλιεργήσιμος και δεν υπήρχαν εντός αυτού ελαιόδενδρα ή άλλα φυτά, παρά μόνον χόρτα. Οι εναγόμενοι και ήδη εφεσίβλητοι-εκκαλούντες είναι συγκύριοι γειτονικών με το επίδικο ιδιοκτησιών, και ειδικότερα ο τέσσερεις πρώτοι απ' αυτούς, μέλη της ίδιας οικογένειας (οι τρεις πρώτοι τέκνα του τετάρτου Γ. Σ.), ο οποίος αγόρασε το ακίνητο του στην περιοχή το έτος 1971 από τον Ε. Γ., στον οποίο μέρος είχε περιέλθει και από τον Ι. Β. και συνορευόμενο και με ιδιοκτησίας αδελφών Χ. (βλ. υπ' αριθμόν .../1971 πωλητήριο ακίνητου του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Ιωάννου Παν. Τζανέτου) και οι τέσσερεις τελευταίοι, είναι ομοίως μέλη της ίδιας ομογένειας (η έκτη είναι σύζυγος και οι έβδομος και όγδοη τέκνα του Γ. Κ.), ο οποίος αγόρασε το ακίνητο του στην περιοχή τα έτη 1959 και 1984 από τον Δήμο Μυτιλήνης και τον Π. Α. με απώτερη δικαιοπάροχο όλων την Χριστίνα θυγ. Μιλτ. Βότση (βλ. το υπ' αριθμ. .../1984 πωλητήριο οικοπέδου του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης, Αριστείδου Σαβ. Σαμαρίδου). Εξάλλου από την άνοιξη του έτους 2003, ο παραπάνω μάρτυρας Ε. Κ., άφηνε το άλογο του μέσα στο ακίνητο, έχοντος σχετική άδεια από τον Ι. Κ., χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν από τους εναγομένους και ήδη εκκαλούντες-εφεσιβλήτους. Δυνάμει δε του υπ' αριθμ. .../22-6-2003 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Αντωνίου Βάρκα, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι πέμπτος και έκτη των εναγομένων-εκκαλούντων-εφεσιβλήτων προέβησαν σε γονική παροχή στα τέκνα τους έβδομο και όγδοη απ' αυτούς, της ψιλής κυριότητας του επιδίκου, παρακρατώντας για τους εαυτούς τους την επικαρπία. Επίσης, ο τέταρτος των εναγομένων-εφεσιβλήτων, δυνάμει του υπ' αριθμόν ...7/2-6-2003 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Γεωργίου Μάρκου, προέβη σε γονική παροχή της ψιλής κυριότητας του ακινήτου αυτού στα τέκνα του, πρώτο, δεύτερο και τρίτο των εναγομένων-εφεσιβλήτων, παρακρατώντας ο ίδιος την επικαρπία εφ' όρου ζωής. Στο συμβόλαιο αυτό ιστορείται ότι ο παρέχων (τέταρτος των εναγομένων-εφεσίβλητων) απέκτησε τη νομή του ακινήτου το έτος 1975, χωρίς να γίνεται αναφορά σε άτυπη πώληση του έτους αυτού, του σχετικού ισχυρισμού του κρινόμενου ως αβασίμου. Συνακόλουθα η ενάγουσα-εκκαλούσα-εφεσίβλητη είχε στην κυριότητα της το ακίνητο αυτό, όταν τον μήνα Ιούλιο του έτους 2003, οι τέσσερεις τελευταίοι εναγόμενοι - εκκαλούντες - εφεσίβλητοι τοποθέτησαν για πρώτη φορά οικοδομικά υλικά μέσα σ' αυτό και με τον τρόπο αυτό διατάραξαν την έως τότε ανενόχλητη άσκηση του δικαιώματος κυριότητας αυτής. Εκτός όμως απ' αυτούς, και οι τέσσερεις πρώτοι εναγόμενοι εφεσίβλητοι, άρχισαν από το καλοκαίρι του 2003 να σταθμεύουν τα αυτοκίνητά τους εντός του πιο πάνω ακινήτου και να διέρχονται απ' αυτό χωρίς τη θέλησή της, με σκοπό να αποκτήσουν ίδιες αξιώσεις σ' αυτό. Το ψευδές των ισχυρισμών και των καταθέσεων των μαρτύρων των εναγομένων-εφεσιβλήτων-εκκαλούντων αποδεικνύεται με πληρότητα πέραν των ήδη αναφερθέντων από το γεγονός ότι αυτοί μέχρι το έτος 2003, που άρχισαν την διεξαγωγή δικών ως προς την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου είχαν μεταξύ τους οικογενειακές φιλικές σχέσεις ως γείτονες, γνώριζαν ο ένας τις ενέργειες του άλλου αν υπήρχαν σ' αυτό και διεκδικούντες την κυριότητά του οι τέσσερεις πρώτοι από το έτος 1975 και οι υπόλοιπο από το έτος 1960 (κατά τους ισχυρισμούς τους), πολύ ενωρίτερα χρονικά θα είχε στραφεί ο ένας εναντίον του άλλου και δεν θα συνέπιπτε χρονικά ακόμη και η σύνταξη των συμβολαίων της κάθε μιας γονικής παροχής, λόγους για τους οποίους κρίνονται οι ενστάσεις κυριότητας καθενός αβάσιμες στην ουσία τους". Ακολούθως το Εφετείο, απορρίπτοντας τις εφέσεις των εναγομένων, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη αναγνωρίστηκε κυρία του επιδίκου ακινήτου και υποχρέωσε τους εναγομένους να άρουν κάθε διατάραξη της κυριότητας της ενάγουσας απαγορεύοντας στους εναγομένους κάθε μελλοντική διατάραξη της κυριότητας της ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της κτήσης της κυριότητας στο επίδικο ακίνητο από την ενάγουσα με έκτακτη χρησικτησία και την απόρριψη της ένστασης ιδίας κυριότητας των αναιρεσειόντων καθώς και την άσκηση πράξεων νομής από την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη με αντιπρόσωπο περιέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου και επομένως οι πρώτος, μέρος πρώτο και δεύτερος, μέρος πρώτο λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ απαράδεκτη είναι η αιτίαση που περιέχεται στον δεύτερο, μέρος πρώτο λόγο αναίρεσης που αναφέρεται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων. Επειδή, ο πρώτος, μέρος δεύτερο και ο δεύτερος, μέρος δεύτερο λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμ.8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί ιδίας κυριότητας, που απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία στο επίδικο ακίνητο, πέραν της αντιφατικότητας του με τον από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ως άνω λόγο αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού τον ισχυρισμό αυτόν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τον απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν. Τέλος ο δεύτερος, μέρος τρίτο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν αξιολόγησε τους αποδεδειγμένους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων που πρόβαλαν με την έφεση τους ότι αυτοί ενέγραψαν στο κτηματολόγιο ως ιδιοκτησία τους το επίδικο ακίνητο και το δήλωσαν στη φορολογική τους δήλωση, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν στο Εφετείο με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της έφεσης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση τα αντίστοιχα έγγραφα από τα οποία αποδεικνυόταν ο ως άνω ισχυρισμός τους, ο οποίος άλλωστε δεν ήταν ουσιώδης, δεδομένου ότι η εγγραφή του επιδίκου ακινήτου στο κτηματολόγιο και η δήλωση του στη φορολογική δήλωση των αναιρεσειόντων δε συνιστούν εμφανείς υλικές πράξεις νομής και από μόνες τους δε μπορούν να προσπορίσουν κυριότητα στους αναιρεσείοντες με έκτακτη χρησικτησία, για την οποία απαιτείται συνεχής νομή επί εικοσαετία. Επειδή ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούντα από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Κατά τη σαφή έννοια του αριθμού 1 παραγρ. 2 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δίκαιου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίηση τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ειδικότερα ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι: "Το ψευδές των ισχυρισμών και των καταθέσεων των μαρτύρων των εναγομένων - εφεσίβλητων - εκκαλούντων αποδεικνύεται με πληρότητα πέραν των ήδη αναφερθέντων από το γεγονός ότι αυτοί μέχρι το έτος 2003, που άρχισαν τη διεξαγωγή των δικών ως προς την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου είχαν μεταξύ τους οικογενειακές φιλικές σχέσεις ως γείτονες, γνώριζαν ο ένας τις ενέργειες του άλλου αν υπήρχαν σ' αυτό και διεκδικούντες την κυριότητα του οι τέσσερις πρώτοι από το έτος 1975 και οι υπόλοιποι από το έτος 1960 (κατά τους ισχυρισμούς τους), πολύ ενωρίτερα χρονικά θα είχε στραφεί ο ένας εναντίον του άλλου και δεν θα συνέπιπτε χρονικά ακόμη και η σύνταξη των συμβολαίων της κάθε μιας γονικής παροχής, λόγους για τους οποίους κρίνονται οι ενστάσεις κυριότητας καθενός αβάσιμες στην ουσία", εξέφερε κρίση ανεπαρκή και αντιβαίνουσα στα διδάγματα της κοινής πείρας. Ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι τα αναφερόμενα στον εξεταζόμενο λόγο ως διδάγματα κοινής πείρας δεν έχουν το χαρακτήρα αυτόν η ως άνω αιτιολογία του Εφετείου αποτελούσα επιχείρημα του δικαστηρίου της ουσίας δεν ιδρύει την από τον αριθ. 1 παρ. 2 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης και επομένως ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 του Π.Κ. κατά την οποία απάτη διαπράττει "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία ως παραγωγός αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας που να τελεί σε αιτιώδη συνάμα με τις παραπλάνησες ενέργειες η παραλείψεις. Χωρίς την επέλευση της βλάβης της ξένης περιουσίας δεν υφίσταται απάτη, ενώ σε περίπτωση επελεύσεως της βλάβης είναι αδιάφορο αν επιτεύχθηκε το παράνομο περιουσιακό όφελος το οποίο επιδιώχθηκε, το πρόσωπο δε που παραπλανήθηκε δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που υφίσταται τη βλάβη, αρκεί ο απατώμενος να μπορεί από τα πράγματα ή από το νόμο να ενεργήσει την επιζήμια για το βλαπτόμενο πράξη ή παράλειψη. Τέτοιο πρόσωπο είναι και ο συμβολαιογράφος που ύστερα από ψευδείς παραστάσεις πείθεται να προβεί στην κατάρτιση συμβολαίου γονικής παροχής από εκείνον που δεν έχει δικαίωμα διαθέσεως και δεν είναι κύριος του ακινήτου, με συνέπεια να επέρχεται περιουσιακή βλάβη του κυρίου είτε με μείωση της αξίας της περιουσίας του από την αμφισβήτηση της κυριότητας του επί του ακινήτου, είτε με την εμπλοκή του σε δικαστικό αγώνα για τον οποίο θα απαιτηθεί δαπάνη από μέρους του. Εξάλλου ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθ. 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς την υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε και τα εξής: "Περαιτέρω αποδείχθηκε επίσης ότι οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι-εκκαλούντες γνώριζαν, όταν προέβαιναν στη σύνταξη των πιο πάνω συμβολαίων γονικής παροχής την κυριότητα της ενάγουσας-εκκαλούσας-εφεσίβλητης στο επίδικο και σκοπός τους ήταν να επωφεληθούν από την αξία του ακινήτου, που λόγω του αναπτυσσόμενου χαρακτήρα της περιοχής που βρίσκεται, βαίνει αυξανόμενη. Οι συμπεριφορές αυτές των εναγομένων - εφεσιβλήτων - εκκαλούντων πληρούν τη νομοτυπική μορφή της αξιόποινης πράξης της απάτης. Από την αδικοπραξία αυτή ζημιώθηκε η ενάγουσα-εκκαλούσα-εφεσίβλητη αφού με τις ενέργειες αυτές των εναγομένων-εκκαλούντων-εφεσίβλητων, μειώθηκε η περιουσία της δεδομένου ότι αναγκάστηκε να εμπλακεί σε δικαστικό αγώνα για να άρει την αμφισβήτηση της κυριότητας του ακινήτου της, υπέστη δε και ηθική βλάβη, το ύψος της οποίας ανέρχεται, λαμβανομένων υπόψη του βαθμού πταίσματος, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μερών και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής στο ποσό των 12.000 Ευρώ". Ακολούθως το Εφετείο δεχόμενο την έφεση της αναιρεσίβλητης, έκανε εν μέρει δεκτή την σωρευομένη ένδικη αγωγή αποζημιώσεως και επιδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 12.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση της από τις παραπάνω αδικοπραξίες (απάτες) υποχρεώνοντας όμως τους εναγομένους στην καταβολή του ποσού αυτού ανά ομάδες και εις ολόκληρον κάθε μία από τις δύο ομάδες. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της παράνομης πράξης και της ζημίας της ενάγουσας δεν παραβίασε ευθέως το άρθρο 386 Π.Κ. το οποίο ορθά εφάρμοσε και επομένως ο περί του αντιθέτου τέταρτος, μέρος πρώτο λόγος αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος, μέρος δεύτερο με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση ότι το ποσό που επιδικάστηκε ως χρηματική ικανοποίηση στην αναιρεσίβλητη είναι δυσανάλογο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού με αυτόν πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο πραγματικών γεγονότων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, αφού προηγουμένως εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την σωρευομένη αγωγή αποζημιώσεως, επιδικάζοντας το ποσό των 12.000 ευρώ στην ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίησή της από τις ένδικες δύο απάτες και υποχρεώνοντας όλους τους εναγομένους εις ολόκληρον στην καταβολή του ποσού, υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλλουν στην ενάγουσα ο καθένας εις ολόκληρον το ποσό των 12.000 ευρώ ανά ομάδα, δηλ. τον καθένα από τους πρώτο έως και τέταρτο των εναγομένων και τον καθένα από τους πέμπτο έως και ογδόη αυτών. Από την αγωγή όμως, το περιεχόμενο της οποίας ο Άρειος Πάγος παραδεκτά επισκοπεί (άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η ενάγουσα ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλλουν το ποσό των 80.000 ευρώ (το οποίο περιόρισε με τις προτάσεις στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στο ποσό των 40.000 ευρώ) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης ευθυνόμενη σε ολόκληρο. Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο συγκεκριμενοποιώντας την ευθύνη κάθε ομάδας των εναγομένων, επιδικάζοντας ανά ομάδα εναγομένων το ως άνω ποσό των 12.000 ευρώ, δεν επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και έτσι δεν υπέπεσε στην ως άνω πλημμέλεια από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και επομένως ο σχετικός πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επειδή από τις διατάξεις των άρθ. 91 και 92 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ανακοίνωση δίκης δεν αποτελεί μορφή αιτήσεως παροχής ένδικης προστασίας και δεν δημιουργεί υποχρέωση του δικαστηρίου να αποφανθεί επ' αυτής, ούτε του προς ον η ανακοίνωση να απαντήσει στην ιστορική βάση αυτής. Στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ του ανακινούντος και του προς ον η ανακοίνωση θα ερευνηθεί αν αυτή ήταν έγκυρη και προκάλεσε την έκπτωση του προς ον η ανακοίνωση από την δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμα της τριτανακοπής. Επομένως οι έκτος και έβδομος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθ. 1, 8 και 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ως προς την απόρριψη από το Εφετείο λόγων της έφεσης των αναιρεσειόντων που αναφέρονται στην ασκηθείσα από την αναιρεσίβλητη ανακοίνωση δίκης εναντίον της Ε.-Μ.-Λ. Χ. ή Χ. είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής κλπ. ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον όγδοο λόγο αναίρεσης όπως εκτιμάται αποδίδεται στην προσβαλλόμενη, απόφαση, η από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, που πρόβαλαν με την έφεση τους προς αντίκρουση του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης ότι νομή ασκούσε στο επίδικο ακίνητο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Καμπουρόπουλου, αφού το πληρεξούσιο το οποίο προσκόμισε η αντίδικος δεν ήταν νόμιμο και είναι γενικό και αναφέρεται σε άλλα ακίνητα που είχε αυτής. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος αφού ο ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα κατά την προεκτεθείσα έννοια. Αφού απορρίπτεται η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25-11-2010 αίτηση του Ε. Σ. κλπ. για αναίρεση της 177/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Μυτιλήνης). Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Διεκδικητική αγωγή ακινήτου και επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης από αδικοπραξία (απάτη). Τρόπος κτήσης κυριότητας – παράγωγος - πρωτότυπος (έκτακτη χρησικτησία). Λόγοι αναίρεσης: από 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. από 8β, από 9 απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
null
null
0
Αριθμός 1729/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας - καθής η κλήση: Ό. Μ. χήρας Γ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Χ. Λ. - Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Αικατερίνη Νικολάκη-Στάμου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/12/1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 209/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 201/2008 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 10/10/2008 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 112/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 20/6/2011 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 3/11/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, η αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση του Δικαστηρίου τούτου της 24-10-2012, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου. Από την 7407/24-10-2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων ... την οποία επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης αναιρεσίβλητη με την από 20-6-2011 κλήση της μετά την κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης της με την 112/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι η ως άνω κλήση επιδόθηκε νομότυπα (άρθρο 143 παρ.3 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα στον υπογράφοντα την αίτηση αναιρέσεως πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας Φίλιππο Πανταζή. Επομένως παρά την απουσία της αναιρεσείουσας πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει. Σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει το χρόνο της δικής του νομής και την όμοια νομή του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051/ΑΚ), εφόσον είχε γίνει με το νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης ου νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο, δηλαδή εδαφική έκταση, εμβαδού 4.679,80 τετ. μέτρων, βρίσκεται στη θέση "Βοτανικός" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Ιωαννίνων, παρεμβάλλεται μεταξύ ομόρων ακινήτων των διαδίκων και, σύμφωνα με το τίτλο κτήσης του ανωτέρω ακινήτου της εφεσίβλητης, δηλαδή το .../1962 συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων του συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίου Κωνστανταράκη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων (τόμος 59, αύξ. αρ. ...), περιλαμβάνεται και αποτελεί τμήμα του εν λόγω ακινήτου της εφεσίβλητης. Η εκκαλούσα έλαβε το επίδικο στη νομή και κατοχή της για πρώτη φορά το Φθινόπωρο του έτους 1997. Από τότε και μέχρι την άσκηση της ανωτέρω αγωγής ασκούσε στο εν λόγω ακίνητο όλες τις σύμφωνες με τη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής και κατοχής, με τη θέληση της να είναι κυρία του. Συγκεκριμένα, την παραπάνω χρονολογία μπάζωσε το επίδικο, ρίχνοντας σ' αυτό μαρμαρόσκονη και υπολείμματα μαρμάρων από το εργοστάσιο μαρμάρων που λειτουργούσε στο παραπάνω όμορο ακίνητο της. Το ίδιο έτος περιέφραξε το επίδικο από τη μια πλευρά του με περίφραξη από τσίπα και το ενσωμάτωσε στο παραπάνω ακίνητο της, ενώ το επόμενο έτος 1998 κατασκεύασε μέσα στο επίδικο οικίσκο από λαμαρίνες, τον οποίο χρησιμοποιούσε ως αποθήκη, για την τοποθέτηση χόρτου και τη φύλαξη πουλερικών. Περαιτέρω, αποδείχτηκε, ότι ουδέποτε πριν από το έτος 1997 επιχείρησαν η εκκαλούσα ή ο σύζυγος της Γ. ή και ο τελευταίος μέχρι το έτος 1988 που πέθανε, κάποια πράξη νομής ή κατοχής στο επίδικο, με τη θέληση τους να είναι κύριοι αυτού και, συγκεκριμένα, δεν το μπάζωσαν το έτος 1973 με χαλίκι, ούτε το περιέφραξαν το έτος 1975 με περίφραξη από τσίπα και σιδερένιους πασσάλους, δεν μπάζωσαν την ίδια περίοδο τη μια πλευρά του, δεν το χώρισαν σε δυο τμήματα με τσίπα και σιδερένιους πασσάλους, ούτε έριχναν σ' αυτό πριν από το έτος 1997 ή σε τμήμα του μαρμαρόσκονη και γενικά υπολείμματα από το παραπάνω εργοστάσιο μαρμάρων, ενώ η αποθήκη που προαναφέρθηκε, κατασκευάστηκε στο επίδικο το έτος 1998. Τέλος, δεν κατασκεύασαν το έτος 1976 δρόμο μέσα στο επίδικο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα. Η κρίση ως προς τα πραγματικά αυτά περιστατικά στηρίζεται σ' όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, η κρίση για το ότι η εκκαλούσα νέμεται και κατέχει το επίδικο με τη θέληση της να είναι κυρία του από το έτος 1997 και μετέπειτα, όπως και ότι ουδέποτε πριν από το έτος τούτο άσκησε αυτή ή ο ανωτέρω σύζυγος της οποιαδήποτε πράξη νομής ή κατοχής στο επίδικο με τη θέληση τους να είναι κύριοι του, στηρίζεται, κυρίως, στην κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα της εφεσίβλητης, η οποία θεωρείται πειστικότερη από τις διαμετρικά αντίθετες, ως προς τα σημεία αυτά, καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων της εκκαλούσης. Διότι ο μάρτυρας αυτός της εφεσίβλητης ήταν και εξακολουθεί να είναι μισθωτής του ανωτέρω μεγαλυτέρου ακινήτου της εφεσίβλητης και, επομένως, λόγω της ιδιότητας του αυτής, έχει άμεση και προσωπική αντίληψη των όσων καταθέτει σχετικά με τα παραπάνω γεγονότα. Επίσης, η κρίση αυτή δεν αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού δέχτηκε, ότι αποδείχτηκαν τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και, στη συνέχεια, έκανε δεκτή την ανωτέρω αγωγή της εφεσίβλητης, απορρίπτοντας την ένσταση της εκκαλούσης για δική της κυριότητα στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία, για το λόγο ότι από το έτος 1997, που, σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατέλαβε αυτή για πρώτη φορά το επίδικο και μέχρι την άσκηση της παραπάνω αγωγής το έτος 1998 δεν είχε συμπληρώσει εικοσαετία στη νομή του, σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε. Γι' αυτό οι λόγοι έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις αφού ως προς το κρίσιμο θέμα της μη συμπλήρωσης εικοσαετίας στη νομή του επιδίκου από την αναιρεσείουσα περιέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και επομένως ο μοναδικός λόγος της αίτησης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Αφού απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως πρέπει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 έως 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-10-2008 αίτηση της Ό. χας Γ. Μ. για αναίρεση της 201/2008 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Διεκδικητική αγωγή κυριότητας: Ένσταση ιδίας κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία). Λόγος από 19 του 559 Κ.Πολ.Δικ. ως προς την απόρριψη της ένστασης. Απορρίπτει ως αβάσιμος
null
null
0
Αριθμός 1728/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Δημήτριο Κατωπόδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Κ. του Γ. και 2) Α. Ζ., Π., το γένος Γ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τάντση. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/02/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5950/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 4138/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28/6/2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 5/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Για το ορισμένο της διεκδικητικής αγωγής, που αφορά ακίνητο, το δικόγραφό της, εκτός από το αίτημα και τα λοιπά στοιχεία κάθε δικογράφου (άρθρο 118 ΚΠολΔ), πρέπει να περιέχει, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, πλην άλλων, και α)τον τρόπο, με τον οποίο απέκτησε την κυριότητα ο ενάγων και ειδικότερα, αν απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, αυτός ή ο δικαιοπάροχός του, πρέπει να αναφέρει (για τον μετά την 23.2.1946 χρόνο), σύμφωνα με τα άρθρα 1045 και 1051 ΑΚ, ότι νεμήθηκαν το ακίνητο με διάνοια κυρίων επί μία συνεχή εικοσαετία, αναφέροντας και τις υλικές φανερές πράξεις πάνω σ' αυτό, με τις οποίες εκδηλωνόταν η θέληση αυτού-ενάγοντος- ή του δικαιοπαρόχου του για εξουσίασή του, και β)ακριβή περιγραφή του επίδικου ακινήτου, προσδιορίζοντας τη θέση, την έκταση και τα όριά του, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα του (ΑΠ 833/2010, ΑΠ 491/1995, ΑΠ 598/1979). Όμως, όπως, προκύπτει από το άρθρο 1046 ΑΚ, αν - ο ενάγων - επικαλεστεί και αποδείξει ότι απέκτησε τη νομή του ακινήτου και ότι την έχει και τώρα, τεκμαίρεται ότι την είχε και κατά τον ενδιάμεσο χρόνο (ΑΠ 121/1981 ΝοΒ 29.1281). Εξάλλου, όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων πρέπει να αναφέρει σ' αυτήν - αγωγή - εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ούτως ώστε, να είναι δυνατό στον εναγόμενο να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου (και όχι ασαφούς) επίδικου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να τάξει το προσήκον θέμα απόδειξης και να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης (ΑΠ 560/1979). Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοσθεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 στοιχ.α' και β' ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία). Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ.8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Τέλος, η αοριστία της αγωγής εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναίρεσης από τους παραπάνω, πρέπει να προτείνεται στο Εφετείο και να αναγράφεται η πρόταση αυτή στο σχετικό λόγο, αφού δεν εμπίπτει σε καμιά από τις εξαιρέσεις της διάταξης του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή, μολονότι τα όρια που αναφέρονται σ'αυτήν για το ευρύτερο κτήμα "Γεροτσακούλι" είναι "εντελώς ασαφή και μη προσδιορίσιμα, αφού γίνεται χρήση τοπωνυμιών ("Ξυλοκέριζα", Ραφήνα, Πικέρμι, Κτήμα Σκουζέ, Ναό Σκουζέ, Ναό Πεντέλης") που καταλαμβάνουν το καθένα ευρύτερη και ακαθόριστη εδαφική έκταση και τα οποία δεν αποτελούν, σε καμία περίπτωση, σταθερά στο έδαφος και αναλλοίωτα στο χρόνο συγκεκριμένα σημεία, ικανά να προσδιορίσουν τα ακριβή όρια και τη θέση του κτήματος "Γεροτσακούλι", που φέρεται, κατ'αυτό τον τρόπο να καταλαμβάνει τη μισή Αττική", ενώ "δέχτηκε ότι το επίδικο (των 32000 τ.μ. και κατά νεότερη καταμέτρηση 31.216,361 τ.μ.) αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 270 στρεμμάτων, η οποία, με τη σειρά της, αποτελεί τμήμα του πολύ μεγαλύτερου κτήματος, ονομαζομένου "Γεροτσακούλι", χωρίς, όμως, να εντοπίζεται (ούτε στην αγωγή ούτε στην αναιρεσιβαλλομένη) η ακριβής θέση των επιδίκων σε σχέση με την ευρύτερη αυτή "τεράστια" έκταση του κτήματος "Γεροτσακούλι" (ούτε αναφέρονται στην αγωγή) συγκεκριμένες πράξεις νομής επί του επίδικου εδαφικού τμήματος (των 31.216,361 τ.μ.), ήτοι πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την ιστορική βάση της, προκειμένου να διαπιστωθεί η υπαγωγή τους στις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και του άρθρου 21 του νόμου της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" που ρυθμίζουν την έκτακτη χρησικτησία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου", ισχυρισμό περί αοριστίας της εν λόγω αγωγής τον οποίο το ίδιο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο είχε προτείνει στον πρώτο βαθμό και είχε επαναφέρει παραδεκτά στο Εφετείο με το εφετήριό του, καθώς και με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Όπως προκύπτει από την ένδικη - από 16.2.2007 - αγωγή των αναιρεσιβλήτων, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτά ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), αυτοί-αναιρεσίβλητοι-ισχυρίστηκαν ότι είναι συγκύριοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, του περιγραφόμενου λεπτομερώς κατά θέση, έκταση, όρια και πλευρικές διαστάσεις ακινήτου από κληρονομία των γονέων τους Γ. Κ. του Μ. - πατέρα τους - και Δ. χήρας Γ. Κ. - μητέρα τους -, που πέθαναν, αντίστοιχα στις 19 Νοεμβρίου 1972 και στις 30 Ιουνίου 1989 χωρίς να αφήσουν διαθήκη, την κληρονομία των οποίων αποδέχθηκαν και μετέγραψαν την περί αποδοχής δήλωσή τους. Ότι στον πατέρα τους - δικαιοπάροχο και αυτών και της μητέρας τους - το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει με αγορά από τον Κ. Χ. του Δ. με το .../7-2-1957 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Χαρίλαου Βλαβιανού, όπως τροποποιήθηκε με την .../14-11-1964 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Φωτόπουλου, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί. Ότι στον Κ. Χ. του Δ. είχε περιέλθει ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης - 270.000 τ.μ. - περιγραφόμενης, επίσης, λεπτομερώς κατά θέση, έκταση, όρια και πλευρικές διαστάσεις, με αγορά από την Ιερά Μονή Πεντέλης με το .../1957 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Χαρίλαου Βλαβιανού, που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Ότι η Ιερά Μονή Πεντέλης είχε αποκτήσει την έκταση των 270.000 τ.μ., ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, περιγραφόμενης και αυτής κατά θέση, έκταση και όρια, "κατά το έτος 1600 περίπου από έναν Οθωμανό από την Κάρυστο, ονομαζόμενο Κ., με τίτλους αγοραπωλησίας που καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης", έκτοτε δε τη νεμόταν συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι το έτος 1915 αλλά και μετά το έτος αυτό - 1915 -, στη συνέχεια δε νεμήθηκε την έκταση των 270.000 τ.μ. ο Κ. Χ. του Δ. και ακολούθως οι γονείς των αναιρεσιβλήτων το επίδικο ακίνητο και εν τέλει και οι ίδιοι οι αναιρεσίβλητοι μέχρι την άσκηση της αγωγής, ασκώντας σ'αυτό - αυτοί και οι δικαιοπάροχοί τους - τις αναφερόμενες υλικές φανερές διακατοχικές πράξεις. Ζήτησαν δε - οι αναιρεσίβλητοι - να αναγνωρισθεί το δικαίωμα συγκυριότητας αυτών επί του επίδικου ακινήτου, επειδή το ήδη αναιρεσείον εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο το αμφισβητεί, υποστηρίζοντας ότι ανήκει στη δική του κυριότητα διακατεχόμενο απλώς από τους ίδιους και τους δικαιοπαρόχους τους. Υπό τα προεκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, η αγωγή - η οποία έχει ως βάση τις προεκτεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1033, 1710 παρ.1, 1813, 1820 και 1846 ΑΚ, για την απόκτηση του δικαιώματος συγκυριότητας επί του επίδικου ακινήτου από τους αναιρεσιβλήτους με τον προεκτιθέμενο παράγωγο τρόπο και από τους δικαιοπαρόχους τους με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ως έχοντας νεμηθεί αυτό για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας - είναι επαρκώς ορισμένη. Ειδικότερα, σχετικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, αναφέρεται στην αγωγή η θέση του επίδικου ακινήτου ("Αγία Βαρβάρα Γεροτσακούλι" Πεντέλης Αττικής, της Περιφέρειας του Δήμου Ραφήνας, πρώην Κοινότητας Ραφήνας), η έκτασή του (3200 τ.μ. ή όσης έκτασης είναι και κατά νεότερη και επακριβή καταμέτρηση τ.μ.31.216,361), και τα όρια και επί πλέον και οι πλευρικές του διαστάσεις (ανατολικά με τη λεωφόρο Αθηνών - Μαραθώνα, επί προσώπου μέτρων συνολικά 133, 02, δυτικά με την οδό Μιλτιάδου και πέραν αυτής με ιδιοκτησία του Συνεταιρισμού ΝΕΟΣ ΒΟΥΤΖΑΣ επί προσώπου μέτρων συνολικά 84,32, βόρεια με ιδιοκτησία Α. Α. επί πλευράς μήκους μέτρων 283,78 και νότια με ιδιοκτησία Π. Λ. και διαδόχων Κ. Γ. επί πλευράς συνολικού μήκους μέτρων 295,02). Επίσης, όπως προεκτέθηκε, περιγράφεται λεπτομερώς και η έκταση των 270.000 τ.μ. κατά θέση [Αγία Βαρβάρα Γεροτσακούλι Πεντέλης πρώην της Κοινότητας και τώρα του Δήμου Ραφήνας στο 27ο και 28ο χιλιόμετρο της οδού Αθηνών Ν.Μάκρης (Λεωφόρου Αθηνών-Μαραθώνος)], έκταση (270.000 τ.μ.), όρια και επί πλέον και πλευρικές διαστάσεις - οι τελευταίες με αναφορά στο από Ιουλίου 1953 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Γ. Κ. που είναι προσαρτημένο στο παραπάνω .../1957 συμβόλαιο, στο οποίο η έκταση αυτή εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Α-39α-47- [ανατολικά με δημόσια οδό Αθηνών - Νέας Μάκρης (από τη γέφυρα Παπαδιά μέχρι τη γέφυρα Ζαχαριά), δυτικά με ιδιοκτησία Οικοδομικού Συνεταιρισμού Νέου Βουτζά (πρώην Ιεράς Μονής Πεντέλης) επί πλευράς που αρχίζει από το 39α ορόσημο μέχρι το 47ο ορόσημο, βόρεια με ρεύμα και πέραν αυτού με κτήμα Ιεράς Μονής Πεντέλης, που αρχίζει από το σημείο Α της γέφυρας Ζαχαριά και συνεχίζει μέχρι το ορόσημο 39α του ανωτέρω Συνεταιρισμού Νέου Βουτζά και νότια με ρεύμα και πέραν αυτού με ιδιοκτησία πρώην Μονής Πεντέλης και ήδη Οικοδομικού Συνεταιρισμού Νέου Βουτζά, επί πλευράς που αρχίζει από το σημείο Α της γέφυρας Παπαδιά μέχρι το 47ο ορόσημο της ιδιοκτησίας του ανωτέρω Συνεταιρισμού]. Επί πλέον περιγράφεται και το μεγαλύτερο κτήμα "Γεροτσακούλι" κατά θέση ("ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ - ΓΕΡΟΤΣΑΚΟΥΛΙ ΠΕΝΤΕΛΗΣ" της Περιφέρειας Ραφήνας Αττικής), έκταση (πολλών χιλιάδων - ως έγγιστα - στρεμμάτων, που περιλάμβανε κυρίως δάση και δασοτόπους, αλλά και βοσκήσιμες και καλλιεργήσιμες γαίες) και όρια (ανατολικά με θάλασσα, βόρεια με κτήμα Μονής Ασωμάτων Ξυλοκέριζας, νότια με Ραφήνα, Πικέρμι και Κτήμα Σκουζέ και δυτικά με Ναό Σκουζέ, Ναό Πεντέλης και κτήμα Πεντέλης), ήτοι με στοιχεία ικανά να προσδιορίσουν τη θέση του. Ως εκ της περιγραφής δε αυτής και ειδικότερα της αναφοράς των πλευρικών του διαστάσεων, προκύπτει η ακριβής θέση του επίδικου ακινήτου τόσο σε σχέση με τη μεγαλύτερη έκταση των 270.000 τ.μ. όσο και σε σχέση με το μεγαλύτερο - και των δύο - κτήμα "Γεροτσακούλι". Αναφέρεται δε με σαφήνεια στην αγωγή, ότι τη νομή του επίδικου ακινήτου είχε αποκτήσει περί το έτος 1600 η Ιερά Μονή Πεντέλης και ότι το επίδικο ακίνητο νέμονταν αυτή - Ιερά Μονή - έως και μετά το 1915 και στη συνέχεια οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων και εν τέλει και οι ίδιοι οι αναιρεσίβλητοι μέχρι την άσκηση της αγωγής. Γι' αυτό, οι περί του αντιθέτου ως άνω λόγοι - πρώτος και δεύτερος - της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο, συνολικής έκτασης...κατά νεότερη επακριβή καταμέτρηση 31.216,361 τ.μ.(ακολουθεί λεπτομερής περιγραφή του κατά θέση, έκταση, όρια και επί πλέον πλευρικές διαστάσεις) περιήλθε στη συγκυριότητα των (ήδη αναιρεσιβλήτων) εναγόντων- εφεσιβλήτων κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα...από κληρονομία του πατέρα τους Γ. Κ. του Μ. και της Π., που πέθανε στην Αθήνα στις 19-11-1972, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από αυτούς και τη σύζυγό του μητέρα τους Δ. Χα Γ. Κ. ... (οι οποίοι) αποδέχτηκαν την καταληφθείσα κληρονομιά με την .../4.7.1974 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Στεργίου Καβαλέκα, όπως διορθώθηκε με την 241.204/1978 πράξη του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα ... (και) της μητέρας τους ... που πέθανε στην Αθήνα την 30.6.1989 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους ενάγοντες ... κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, για την ... κληρονομία της (οποίας) εκδόθηκε το 583/1990 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με την 262/1990 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που μεταγράφηκαν νόμιμα...Το συγκεκριμένο ακίνητο είχε περιέλθει στον πατέρα των εναγόντων ... με αγορά από τον Κ. Χ. του Δ. δυνάμει του .../7.2.1957 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Χαρίλαου Βλαβιανού, νομίμως μεταγραφομένου..., όπως αυτό τροποποιήθηκε με την .../14.11.1964 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Φωτόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα ... Στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων Κ. Χ. το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει σε μεγαλύτερη έκταση (270 στρεμμάτων) με αγορά από την Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης δυνάμει του .../20-2-1957 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Χαρίλαου Βλαβιανού, που μεταγράφηκε νόμιμα...(ακολουθεί λεπτομερής περιγραφή της έκτασης των 270 στρεμμάτων κατά θέση, έκταση, όρια και επί πλέον τις πλευρικές της διαστάσεις). Η πώληση της έκτασης των 270 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, προς τον Κ. Χ. επιτράπηκε με την 49644/2195/5.8.1955 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων - Γεωργίας, μετά την από 1-4-1955 ομόφωνη γνώμη της Επιτροπής του άρθρου 2 παρ.1 ν.5763/1933, που έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος να ασκήσει το Δημόσιο για την αγορά αυτή το δικαίωμα προτίμησης κατά το ν.5763/1933, γιατί η προς πώληση έκταση δεν συνέχεται με όμοια έκταση ανήκουσα στο Δημόσιο, ούτε από την πώληση αυτής σε ιδιώτη παραβλάπτονται ή παρεμποδίζονται συμφέροντα δημοσίου ή κοινωνικού ενδιαφέροντος. Επίσης με την 123576/2054/5.8.1955 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας χορηγήθηκε στην Ιερά Μονή Πεντέλης άδεια πώλησης της προαναφερόμενης έκτασης των 270 στρεμμάτων, επιτρεπομένης της περαιτέρω κατάτμησης αυτής, χωρίς ειδική έγκριση, σε τεμάχια 20 στρεμμάτων και άνω ... Εξάλλου η ... έκταση των 270 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο, αποτελεί τμήμα ενός πολύ μεγαλύτερου κτήματος της τελευταίας (Ι.Μ.Πεντέλης) ονομαζόμενου "Γεροτσακούλι" ή "Χεροτσακούλι", εκτάσεως πολλών χιλιάδων στρεμμάτων, το οποίο περιελάμβανε κυρίως δάση και δασότοπους, αλλά και βοσκήσιμες και καλλιεργήσιμες γαίες, συνορευόμενο παλαιότερα ανατολικώς με θάλασσα, βορείως με κτήμα της Μονής Ασωμάτων Ξυλοκέριζας, μεσημβρινώς με Αραφίνα, Πικέρμι και κτήμα Σκουζέ, δυτικώς με Ναό Σκουζέ, Ναό Πεντέλης και κτήμα Πεντέλης, (το οποίο) η Ι.Μ.Πεντέλης απέκτησε ... από ένα Οθωμανό από την Κάρυστο, ονομαζόμενο Κ., με τίτλους αγοραπωλησίας, οι οποίοι όμως καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, όταν "κάηκε" η επί της οδού Μητροπόλεως Εκκλησία, στην οποία αυτός εφυλάσσοντο. Μετά τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους το επίδικο ακίνητο, ως εν μέρει δάσος και εν μέρει βοσκότοπος, σύμφωνα με τα ΒΔ 17/27.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" και 3/15.12.1833, λόγω μη τηρήσεως από την Ι.Μ.Πεντέλης της από το ... ως άνω Β.Δ/γμα προβλεπόμενης διαδικασίας προσαγωγής των τίτλων ιδιοκτησίας στην επί των Οικονομικών Γραμματεία εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός έτους από της δημοσιεύσεως του Δ/τος αυτού, θεωρήθηκε αδιαφιλονίκητα εθνικός (δημόσιο). Το Ελληνικό Δημόσιο όμως ουδέποτε επιλήφθηκε της νομής του ακινήτου αυτού. Αντιθέτως προέκυψε ... ότι η Ι.Μ.Πεντέλης την αρξαμένη από την αγορά του άνω μείζονος εκτάσεως κτήματος (περιλαμβάνοντος το επίδικο) νομή της επί τούτου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση και άσκηση της νομής αυτής δεν προσβάλλει δικαίωμα κυριότητας άλλου επί αυτού, συνέχισε και μετά τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους μέχρι την 11-9-1915...Την ως άνω νομή της με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί του συγκεκριμένου κτήματος εξακολούθησε η Ι.Μ.Πεντέλης και μετά την 11-9-1915, χωρίς οποιαδήποτε ενόχληση ή αμφισβήτηση του (ήδη αναιρεσείοντος) εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου μέχρι το έτος 1957, οπότε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, πώλησε τμήμα του κτήματος αυτού, εκτάσεως 270 στρεμμάτων στον Κ. Χ.. Ειδικότερα, η Ιερά Μονή Πεντέλης κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα των ετών 1600 έως 1957 ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στο χαρακτήρα και στη μορφολογία του ως άνω ακινήτου της διακατοχικές πράξεις με τα αρμόδια όργανα της, επέβλεπε και προστάτευε τούτο από επεμβάσεις τρίτων με την πρόσληψη φυλάκων για τη φύλαξη του, δημοπρατούσε την υλοτομία των δένδρων του, συνέλεγε τη ρητίνη από τα πεύκα ή εκμίσθωνε το δικαίωμα ρητινοσυλλογής σε τρίτους, ενώ εκμεταλλευόταν τις βοσκήσιμες και καλλιεργούμενες, κυρίως με αμπέλια, εκτάσεις του, εκμισθώνοντας αυτές σε βοσκούς και καλλιεργητές αντίστοιχα, έχοντας πάντοτε την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο και νεμόμενη ως κυρία το εν λόγω ακίνητο, δεν προσέβαλε το δικαίωμα κυριότητας άλλου επί τούτου, ακόμη και του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε ουδέποτε κατέλαβε τη νομή του ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σε αυτό (ολόκληρο ή μέρος του). Συγκεκριμένα 1) με τα υπ' αριθμ. .../1867, .../1867, .../1869, .../1870 συμβόλαια του συμ/φου Αθηνών Αργυρ. Πέππα, τα υπ' αριθμ. .../1871, .../1873, .../1874 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Αντωνιάδη, το υπ' αριθμ. .../1876 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Γλυκοφρύδη, το υπ' αριθμ. .../1918 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρου Ζαχαρόπουλου και τα υπ' αριθμ. .../1924 και .../1929 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Πέτρου Καββαδία η Μονή Πεντέλης εκμίσθωσε σε τρίτους τη ρητινοσυλλογή από τα πεύκα, τη χορτονομή, το δικαίωμα βοσκής των λειβαδιών και της παραγωγής καυσόξυλων από το κτήμα "Χεροτσακούλι" και πώλησε τα καυσόξυλα, 2) με το υπ' αριθμ. .../26.11.1886 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Βουζίκη, μετά από πλειοδοτική δημοπρασία, η Μονή Πεντέλης εκμίσθωσε στο Ν. Β. τα κτήματα "Χεροτσακούλι" και "Νταού", 3) με τα υπ' αριθμ. .../1884, .../1896 και .../1898 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Καλλιοντζή η Μονή Πεντέλης εκμίσθωσε στο Μ. Σ. τα κτήματα "Χεροτσακούλι" και "Νταού Πεντέλης" για ρητινοσυλλογή στο Δ. Κ. τη χορτονομή του κτήματος "Χεροτσακούλι" και στο Μ. Π. τη χορτονομή του ίδιου κτήματος αντίστοιχα, 4) με το υπ' αριθμ. .../1900 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μπουρνιά η Μονή Πεντέλης εκμίσθωσε με δημοπρασία στο Μ. Σ. τα κτήματα "Πεντελικό", "Καλήσια", "Χεροτσακούλι" και "Νταού", 5) με το υπ' αριθμ. .../1909 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίου Μπουρνια η Μονή Πεντέλης εκμίσθωσε στους Κ. Σ., Β. Π. και Ν. Κ. ακίνητο κτήμα με την ονομασία "Πεντελικό", "Καλήστα", "Χεροτσακούλι" και "Νταού", 6) με το υπ' αριθμ. .../1920 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρου Ζαχαροπούλου η Μονή Πεντέλης εκμίσθωσε στο Συνεταιρισμό Γεωργοκτηνοτρόφων Πεντέλης "Η Αγία Τριάς" το κτήμα με την ονομασία "Γεροτσακούλι", 7) με το υπ' αριθμ. .../1929 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Πέτρου Καββαδία η Μονή Πεντέλης εκμίσθωσε για μία πενταετία τη ρητινοσυλλογή του κτήματος "Γεροτσακούλι", 8) με το υπ' αριθμ. .../1932 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Καφαρόπουλου εκμισθώθηκε το δικαίωμα αποθάμνωσης για παραγωγή ξυλανθράκων. Τις πράξεις δε αυτές τα αρμόδια όργανα της Ιεράς Μονής Πεντέλης ενεργούσαν για λογαριασμό της με διάνοια κυρίας, έχοντας τη θέληση να εξουσιάζει και εκμεταλλεύεται ολόκληρο το παραπάνω μείζον ακίνητο ως ιδιοκτήτρια. Επίσης λόγω της προαναφερόμενης καταστροφής των τίτλων αγοράς του μείζονος ως άνω ακινήτου από τη Μονή Πεντέλης, με διαταγή της Ελληνικής Κυβερνήσεως συντάχτηκαν τα έτη 1836 και 1837 ως "μαρτυρικά" έγγραφα οι δύο κώδικες, που σώζονται μέχρι σήμερα. Από αυτούς, ο ένας έχει αριθμό πρωτοκόλλου 662 και φέρει την από Φεβρουαρίου 1836 θεώρηση του Επαρχιακού Διευθυντή Αττικής και ο δεύτερος, υπό τον τίτλο "Κώδιξ Μέγας της Ιεράς Μονής Παναγίας Πεντέλης" φέρει χρονολογία 31-3-1837, θεώρηση του Ηγουμενοσυμβουλίου με αριθμ. πρωτ. 40 και χρονολογία 1-4-1837 όπως επίσης θεώρηση με χρονολογία 20-6-1909 του Τμηματάρχη του Εκκλησιαστικού Τμήματος του τότε Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως ... (Ακολουθεί η αναφορά δικαστικών αγώνων για τμήματα του κτήματος "Χεροτσακούλι" με νικήτρια την Ι.Μ.Πεντέλης και ακολούθως το Εφετείο δέχτηκε, ότι "... τις ως άνω διακατοχικές πράξεις εξακολούθησε να ασκεί η Ι.Μ.Πεντέλης με την πεποίθηση ότι ήταν κυρία μέχρι την 20.2.1957 που μεταβίβασε στον Κ. Χ. την προπεριγραφόμενη έκταση των 270 στρεμμάτων του εν λόγω μείζονος κτήματος "Γεροτσακούλι" ή "Χεροτσακούλι", στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο, χωρίς ποτέ μέχρι τότε να αμφισβητηθεί η ήδη διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ουδεμία διακατοχική πράξη έχει ασκήσει επί της έκτασης αυτής, αλλά, αντίθετα, θεωρώντας αυτήν ως ιδιωτική, αντιμετώπιζε και αναγνώριζε ρητώς ή σιωπηρώς την Ιερά Μονή Πεντέλης ως ιδιοκτήτρια, εγκρίνοντας μάλιστα τη μεταβίβαση και κατάτμησή της στον απώτερο δικαιοπάροχο των εφεσιβλήτων Κ. Χ. με την έκδοση των προαναφερομένων υπουργικών αποφάσεων". Και, τέλος, ότι "όλοι οι διάδοχοι της Ιεράς Μονής Πεντέλης το κατείχαν με διάνοια κυρίου, προβαίνοντας καλόπιστα στην εκμετάλλευση και αξιοποίησή του ακωλύτως, με τη συνεχή εκτέλεση επί τούτου διακατοχικών πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, όπως φύλαξη, εποπτεία, καθαρισμό, καταμέτρηση, οριοθέτηση, περίφραξη, εργασίες ανεύρεσης ύδατος, εκμίσθωση σε τρίτους για διάφορες καλλιέργειες, τοποθέτηση μελισσών, τη νομή δε αυτή των δικαιοπαρόχων τους συνέχισαν στο επίδικο ακίνητο οι εφεσίβλητοι μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι "οι ισχυρισμοί του (ήδη αναιρεσείοντος) εκκαλούντος ότι κατέλαβε και δήμευσε το επίδικο ακίνητο κατά τη διάρκεια του αγώνα της Ανεξαρτησίας ως ανήκον στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Οθωμανούς ή εγκαταλείφτηκε από αυτούς, δυνάμει της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 3-2, 4/16-6, 19-6/1.7.1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, άλλως ότι περιήλθαν στην κυριότητά του ως δασικά τμήματα κατά τις διατάξεις του β.δ. της 17/29-11-1836, άλλως ως λιβάδια ή βοσκότοποι κατά το άρθρο 1 του β.δ. της 3/15.12.1833, άλλως με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, ως νεμόμεμο αυτό από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι σήμερα, άλλως ως αδέσποτο κατά τις διατάξεις του από 10-7-1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" είναι αβάσιμοι. Ακολούθως, δέχτηκε ως βάσιμη και κατ'ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική του δικαιώματος συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του επίδικου ακινήτου και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθενται με σαφήνεια, περιέλαβε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία και όσον αφορά την απόρριψη των ως άνω ισχυρισμών του αναιρεσείοντος και όσον αφορά την παραδοχή της αγωγής, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων που προαναφέρθηκαν. Αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος το Εφετείο δέχτηκε με σαφήνεια ότι το επίδικο εμπίπτει στο ευρύτερο κτήμα "Γεροτσακούλι" ή "Χεροτσακούλι" και αναφέρονται συγκεκριμένα οι πράξεις νομής που η Ι.Μ.Πεντέλης άσκησε επ' αυτού ως τμήματος του ευρύτερου αυτού κτήματος, από το έτος 1600 που το είχε αποκτήσει έως το έτος 1957 που το μεταβίβασε στον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Κ. Χ., καθώς και οι πράξεις που άσκησαν οι - μετά την Ι.Μ.Πεντέλης - δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων και εν τέλει οι ίδιοι οι αναιρεσίβλητοι μέχρι την άσκηση της αγωγής. Παρεκτός αυτού, το Εφετείο δέχτηκε με σαφήνεια ότι η Ι.Μ.Πεντέλης είχε τη νομή του επίδικου ακινήτου (και) κατά την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946) και μετά το 1957 οι λοιποί δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων, εν τέλει δε και οι αναιρεσίβλητοι μέχρι την άσκηση της αγωγής και συνεπώς ότι αυτοί - αναιρεσίβλητοι και προαναφερόμενοι λοιποί δικαιοπάροχοι τους - είχαν τη νομή και κατά τον ενδιάμεσο χρόνο (ΑΚ 1046). Γι' αυτό οι περί του αντιθέτου τρίτος και τέταρτος κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, λόγοι της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. ΙΙΙ. Ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντέσταση, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική τους βάση και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση αυτής, αποκρουόμενοι με την παραδοχή των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν την αγωγή, την ένσταση ή την αντέσταση (Ολ.ΑΠ 469/1984) έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ 1274/1994, ΑΠ 413/1993). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.ΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, τον οποίο είχε προβάλει ως λόγο έφεσης, περί του ότι "η επίδικη έκταση δεν ανήκει στο κτήμα "Γεροτσακούλι", το οποίο είναι συγκεκριμένη θέση εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου Μαραθώνος στην εντός σχεδίου περιοχή της σημερινής "Αγίας Μαρίνας". Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί προεχόντως, ως απαράδεκτος, αφού ο προβαλλόμενος με αυτόν ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αλλά συνιστά άρνηση της ταυτότητας του επίδικου ακινήτου, και, πάντως ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος ως ουσιαστικά αβάσιμο. IV. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ηττάται, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, μειωμένα όμως στο ποσό που ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 και 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 ΕισΝΚΠολΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28.6.2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 4138/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στοιχεία που πρέπει να περιέχει η διεκδικητική αγωγή για είναι ορισμένη. Διάκριση αοριστίας σε νομική και ποσοτική ή ποιοτική. Συνέπειες. Έκτακτη χρησικτησία κατά τον Α.Κ. και κατά το προϊσχύον βυζανορωμαϊκό δίκαιο. Αβάσιμος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 παρ. β΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που συνιστά άρνηση της ταυτότητας του διεκδικούμενου ακινήτου.
Χρησικτησία
Χρησικτησία.
2
Αριθμός 1727/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. χας Λ. Σ., το γένος Ε. Π., 2) Α. Σ. του Λ. και 3) Ι. Σ. του Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστείδη Κοντοάγγελο. Του αναιρεσίβλητου: Α. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βερώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/1994 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/1996 του ίδιου Δικαστηρίου, 397/1997 μη οριστική και 224/1999 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και πρόσθετοι λόγοι και εκδόθηκε η 604/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 224/1999 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο. Το Εφετείο Αιγαίου εξέδωσε την 397/1997 προδικαστική και την 17/2007 οριστική απόφαση. Κατά της τελευταίας ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 955/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 17/2007 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο. Εκδόθηκε η 261/2010 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, της αναίρεση της οποία ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/3/2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 10/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης από 24/3/2011 αίτησης για αναίρεση της 261/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρ. 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους. Περαιτέρω κατά τον αριθ. 19 του αρθ. 559 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 26/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: Οι ενάγοντες είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Λ. Σ. του Ι., ο οποίος απεβίωσε χωρίς διαθήκη στις 19/9/1984 και αποδέχτηκαν την επαχθείσα σ 'αυτούς κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους αντιστοίχως κατά τα αναλογούντα ποσοστά (2/8, 3/8 και 3/8) με την υπ' αριθμ. .../1990 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Νάξου Μαρίας Πρασίνου, η οποία έχει νομίμως μεταγραφεί. Ο άνω δικαιοπάροχος των εναγόντων Λ. Σ. ήταν κύριος ενός αγροτικού ακινήτου, που βρίσκεται στη θέση "Κατσάγρα" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Νάξου, το οποίο απέκτησε με γονική παροχή από τον πατέρα του Ι. Σ. δυνάμει του υπ' αριθμ. .../12-4-1983 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Νάξου Στυλιανού Βλησίδη, το οποίο έχει μεταγραφεί νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Νάξου. Ειδικότερα, με το εν λόγω συμβόλαιο γονικής παροχής ο Ι. Σ. μεταβίβασε προς το γιο του Λ. Σ., μεταξύ των άλλων ακινήτων και "το βόρειον ήμισυ (1/2) ενός ολοκλήρου αγρού καλουμένου καυκάρα κειμένου εις θέσιν Κατσάγρα της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Νάξου και συγκεκριμένως ολόκληρον την προς βορράν σκάλαν, του όλου κτήματος εκτάσεως οκτώ (8) στρεμμάτων, του παραχωρουμένου δε σήμερον εκτάσεως τεσσάρων (4) στρεμμάτων ... συνορευόμενον το αγροτεμάχιον τούτο το παραχωρούμενον σήμερον βορείως με δημόσιον δρόμον, νοτίως με ιδιοκτησίαν Α. Σ., ανατολικώς με ιδιοκτησίαν Σ. Μ. και δυτικώς με ιδιοκτησίαν κληρονόμων Β. Κ. ...". Το ίδιο αγροτεμάχιο με την ίδια ακριβώς περιγραφή κατά θέση, έκταση και όρια, ο Ι. Σ. είχε παραχωρήσει στο δικαιοπάροχο των εναγόντων Λ. Σ. και με το υπ' αριθμ. .../1974 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νάξου Εμμανουήλ ΒιλΑ. με δωρεά αιτία θανάτου, μεταβίβαση την οποία επανέλαβε αργότερα με το προμνησθέν συμβόλαιο λόγω γονικής παροχής, καθώς ο Λ. Σ. εν τω μεταξύ ασθένησε από καρκίνο και ήταν βέβαιη η από το δωρητή πατέρα του προαποβίωσή του. Το ανωτέρω μεταβιβασθέν στο Λ. Σ. ακίνητο αποτελεί τμήμα μείζονος αγρού, που ολόκληρος ανήκε στο δικαιοπάροχο πατέρα του Ι. Σ., συνολικής έκτασης 10.908 τ.μ. κατά την ακριβή καταμέτρηση του πραγματογνώμονα μηχανικού Λ. Ε., ο οποίος (αγρός) από παλιά διαχωριζόταν σε τρία τμήματα οριοθετημένα με φράκτη από καλαμιώνες, οι οποίοι χρησίμευαν και ως απανεμιά και συγκεκριμένα το νοτιότερο τμήμα, εμβαδού 4.500 τ.μ. και το βόρειο, το οποίο όλο έχει πραγματική έκταση 6.408 τ.μ. και υψομετρική διαφορά από τον υπόλοιπο νότιο αγρό περί τα 80 εκ. Στο μέσον του βορείου αυτού τεμαχίου υπάρχει κατά μήκος σε ευθεία γραμμή καλαμιώνας, ο οποίος το διαχωρίζει κατά την τοπική έκφραση στην προς βορράν και προς νότον σκάλα. Από το μείζονα αγρό του ο Ι. Σ. προτιθέμενος να μεταβιβάσει συγκεκριμένο τμήμα του σε καθένα από τα τρία τέκνα του Λ. (δικαιοπάροχο των εναγόντων), Α. (εναγόμενο) και Γ. Σ., προέβη σε σύσταση δωρεάς εν ζωή προς -τον εναγόμενο γιο του Α. δυνάμει του υπ' αριθμ. .../16-4-1979 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Νάξου Εμμανουήλ Βιλαντώνη, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Νάξου, προς τον οποίο μεταβίβασε κατά λέξη " εξ ενός αγρού του καλουμένου ΚΑΥΚΑΡΙΑ κειμένου εις θέσιν Κατσάγρα της πόλεως του Δήμου Νάξου, συνολικής εκτάσεως τεσσάρων (4) στρεμμάτων, το ήμισυ τμήμα αυτού, ήτοι το νότιον τμήμα εκ του αγρού, εκτάσεως τούτου δύο (2) στρεμμάτων συνορευομένου του δωρουμένου τμήματος βορείως με Λ. Σ. , νοτίως με δωρητήν, ανατολικώς με Α. Μ. και δυτικώς με Β. και Κ. Κ. ..." και ακολούθως μεταβίβασε με γονική παροχή δυνάμει του υπ' αριθμ. .../8-4-1983 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Νάξου Στυλιανού Βλησίδη προς το γιο του Γεώργιο ολόκληρο το νότιο τμήμα του αγρού του, το οποίο λόγω της υψομετρικής διαφοράς που είχε με το υπόλοιπο βόρειο τμήμα το αντιμετώπιζε ως ξεχωριστό κτήμα, εκτάσεως 41/2 στρεμμάτων, συνορευόμενο βορείως με ιδιοκτησία Α. Σ., ανατολικώς με δημόσιο δρόμο, νοτίως με ιδιοκτησία Β. Σ. και δυτικώς με ιδιοκτησία Μ. Σ., ενώ όπως προαναφέρθηκε με το υπ' αριθμ. .../12-4-1983 συμβόλαιο γονικής παροχής παραχώρησε στον άλλο γιο του Λ. (δικαιοπάροχο των εναγόντων) το βόρειο ήμισυ του υπολοίπου αγρού (βόρεια σκάλα), ο οποίος (αγρός) εσφαλμένα αναγράφεται στα πιο πάνω υπ' αριθμ. .../1979 και .../1983 συμβόλαια δωρεάς και γονικής παροχής αντιστοίχως, στο πρώτο ως συνολικής έκτασης τεσσάρων (4) στρεμμάτων και στο δεύτερο ως συνολικής έκτασης οκτώ (8) στρεμμάτων. Έτσι, από το περιεχόμενο τους προκύπτει ασάφεια και αμφιβολία ως προς το εμβαδόν του αγρού που μεταβιβάστηκε στον Α. Σ. και αυτού που μεταβιβάστηκε στο Λ. Σ. σε σχέση με την όλη έκταση που απέμεινε μετά τη μεταβίβαση των 4.500 τ.μ. στο Γ. Σ., η οποία έχει πραγματικό εμβαδόν 6.408 τ.μ., με συνέπεια οι δηλώσεις των συμβαλλομένων στις παραπάνω συμβάσεις δωρεάς και γονικής παροχής να χρήζουν ερμηνείας και συνακόλουθα ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (αρθρ. 173, 200 ΑΚ). Ο όλος αγρός του κοινού δικαιοπαρόχου των διαδίκων (απωτέρου των εναγόντων και αμέσου του εναγομένου) Ι. Σ., όπως προαναφέρθηκε, ήταν χωρισμένος σε τρία τεμάχια με καλαμιώνες, μεταξύ δε του τμήματος (βόρεια σκάλα), που έλαβε ο Λ. Σ. και του μεσαίου (νότια σκάλα), που έλαβε ο Α. Σ., συνολικής έκτασης και των δύο αυτών τμημάτων 6.408 τ.μ., ο υπάρχων καλαμιώνας τα διαχώριζε σε δύο ίσα μέρη και όταν στους προαναφερόμενους τίτλους ιδιοκτησίας του Λ. Σ. και του Α. Σ. αναφέρεται ότι παραχωρείται το ήμισυ του όλου αγρού, ανεξαρτήτως του διαφορετικού εμβαδού που αναγράφεται στα συμβόλαια τους, η αληθής βούληση των συμβαλλομένων στις επίμαχες μεταβιβάσεις, ερμηνευόμενες σύμφωνα με την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, ήταν το ήμισυ του υπάρχοντος προς βορράν αγρού, δηλαδή έκταση 3204 τ.μ., να περιέλθει στον Α. και το άλλο ήμισυ (3204 τ.μ.) να περιέλθει στο Λ., ερμηνεία η οποία συνάδει με το σκοπό που απέβλεψαν τα μέρη και τη φύση των συμβάσεων που είχαν αντικείμενο περιουσιακή παροχή γονέα προς τα τέκνα του χωρίς αντάλλαγμα. Η άποψη ότι κατά την αληθή βούληση των συμβαλλομένων αντικείμενο κάθε μεταβίβασης (δωρεάς και σύστασης γονικής παροχής) από τον πατέρα Ι. Σ. προς τους γιους του Α. και Λ. ήταν το ήμισυ του υπάρχοντος προς βορράν αγρού ενισχύεται και από την περιεχόμενη στην υπ' αριθμ. .../1988 ένορκη βεβαίωση κατάθεση του ίδιου του δικαιοπαρόχου Ι. Σ., η οποία δόθηκε με αφορμή άλλη προηγούμενη δίκη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των αυτών διαδίκων και στην οποία κατά λέξη αναφέρει ότι "το κτήμα Καυκάρι στη θέση Κατσάγρα το έκοψα σε τρία τεμάχια από τα οποία το βόρειο το έδωσα στο γιο μου Λ. το μεσαίο, στο γιο μου Α. και το νότιο στο γιο μου Γ.. Τα τρία αυτά τεμάχια χωρίζονται μεταξύ τους με διαχωριστικούς καλαμιώνες ...", και δεν συνάγεται αντίθετο συμπέρασμα ούτε από το υπ' αριθμ. .../1974 συμβόλαιο δωρεάς αιτία θανάτου, ιδίου περιεχόμενου με το υπ' αριθμ. .../1983 συμβόλαιο γονικής παροχής προς το Λ. Σ. και τις από 11/4/1983 και 16/4/1979 δηλώσεις φόρου γονικής παροχής και δωρεάς αντίστοιχα προς την εφορία Νάξου, οι οποίες συντάχθηκαν βάσει του περιεχομένου του συμβολαίου που αφορούν, καθώς μέχρι τότε δεν είχε γίνει ακριβής εμβαδομέτρηση από μηχανικό και σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος του όλου αγρού, ούτε από την από 6/10/1988 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του εναγομένου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νάξου, στην οποία εκθέτει ότι το εμβαδόν τόσο του δικού του αγροκτήματος όσο και των εναγόντων αντιδίκων του είναι "περί τα 4 στρέμματα" και διαχωρίζονται με καλαμιώνα. Εξάλλου, από το έτος 1979, οπότε καταρτίστηκε η υπέρ αυτού σύμβαση δωρεάς εν ζωή, ο εναγόμενος Α. Σ. έλαβε στη νομή και κατοχή του το ήμισυ του κτήματος εκτεινόμενο από τον καλαμιώνα και νοτιότερα, μέρος του οποίου αποτελεί και το επίδικο τμήμα, εμβαδού 856,27 τ.μ., το οποίο φαίνεται με τα στοιχεία 1", 6, 5', 5", 1" στο από Ιουλίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα μηχανικού Λ. Ε., όπου στο όριο ακριβώς και στην ίδια ευθεία με τον καλαμιώνα υπάρχει δικό του κτίσμα (αποθήκη) και το κτήμα του αυτό, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης έκτασης καλλιεργούσε με κηπευτικά, τα οποία πότιζε από το αρδευτικό πηγάδι που είχε ανοίξει μέσα στο επίδικο απ' όπου περνούσαν και τα γεωργικά μηχανήματα, τα οποία χρησιμοποιούσε για την παραγωγή των προϊόντων του κτήματος του, υπό τα βλέμματα του δικαιοπαρόχου πατέρα του και του αδελφού του Λ., δικαιοπαρόχου των εναγόντων, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από αυτούς. Με βάση όλα τα ανωτέρω, εφόσον αποδείχθηκε ότι η διαφιλονικούμενη έκταση αποτελεί τμήμα του περιελθόντος στον εναγόμενο Α. Σ. με το υπ' αριθμ. .../1979 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή αγρού, τον οποίο ο εναγόμενος νεμήθηκε με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο από το έτος 1979, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής (καλλιέργεια, άρδευση από το πηγάδι, συλλογή καρπών) και κατέστη κύριος αυτού τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική χρησικτησία), ενώ οι ενάγοντες ουδέποτε απέκτησαν κυριότητα επί του επιδίκου τμήματος με την αποδοχή της κληρονομιάς του δικαιοπαρόχου τους Λ. Σ., ο οποίος δεν ήταν κύριος αυτού, ούτε ποτέ άσκησε πράξεις νομής μέχρι του χρόνου του θανάτου του, γνωρίζοντας ότι η επίδικη έκταση ανήκε στον εναγόμενο αδελφό του Α. Σ., η ένδικη διεκδικητική αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, γενομένου δεκτού του ισχυρισμού του εναγομένου περί δικής του κυριότητας. Ακολούθως το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσειόντων ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., αφού ανέλεγκτα δέχτηκε την ύπαρξη κενού στις ως άνω δηλώσεις βούλησης στις οποίες και προέβη σε ερμηνεία και περιέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων αυτών και επομένως οι σχετικοί πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι. Οι περιεχόμενες στους ίδιους λόγους αιτιάσεις κατά το μέρος που πλήττουν την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτες κατ' άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. Επειδή, σε περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε δεν πλήττεται κάποια απ' αυτές ή δεν πλήττεται επιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι αλυσιτελείς (ΟλΑΠ 25/2003). Ο δεύτερος επομένως λόγος της αίτησης από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 974 επ., 1508, 2032, 1041 και 1042 Α.Κ. με το να δεχτεί ότι ο αναιρεσίβλητος έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου και με τακτική χρησικτησία, ενώ τέτοια χρησικτησία δεν χωρούσε αφού ο εναγόμενος αναιρεσίβλητος ως δωρεοδόχος από δωρεά αιτία θανάτου δεν είχε την απόλαυση του αντικειμένου της δωρεάς και επομένως και τη νομή του επιδίκου όσο χρόνο ζούσε ο δωρητής, είναι αλυσιτελής, αφού η σκέψη αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης είναι επικουρική, ενώ με την κύρια σκέψη, που αυτοτελώς στηρίζει το διατακτικό, έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσίβλητος έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, η δε αιτιολογία αυτή δεν προσβάλλεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης. Επειδή, κατά την έννοια του εδαφίου 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που δικαιολογεί την αναίρεση της σχετικής αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, υπάρχει όταν το δικαστήριο αυτό δέχεται ως προκύπτοντα από το έγγραφο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται πράγματι σ1 αυτό, και όχι αν αυτό, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 173 του ΑΚ, λόγω της ασάφειας του περιεχομένου του εγγράφου, ερμηνεύει τη διατυπωθείσα σε αυτό δήλωση βουλήσεως του διαδίκου κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο επικαλούμενος την παραμόρφωση του εγγράφου διάδικος. Επομένως οι περιεχόμενες στους πρώτο και τρίτο λόγους αιτιάσεις από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των δηλώσεων βουλήσεων των περιεχομένων στις επίμαχες μεταβιβάσεις με τα .../1979 και .../1983 συμβόλαια δωρεάς αιτία θανάτου και γονικής παροχής αντίστοιχα, με το να δεχτεί ότι η επίδικη έκταση περιέχεται στο .../1979 ως άνω συμβόλαιο δωρεάς αιτία θανάτου είναι απαράδεκτες, αφού το Εφετείο μετά από ορθή ανάγνωση του περιεχομένου των ως άνω εγγράφων ερμήνευσε αυτά κατ' εφαρμογή των άρθρων 173 και 200 Α,Κ. και κατέληξε στο ως άνω πόρισμα του. Αφού απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσειόντων (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24-3-201 αίτηση των Μ. χας Λ. Σ. κλπ, για αναίρεση της 261/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Λόγοι αναίρεσης: από 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ Απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Από 20 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.: Μετά από ερμηνεία των συμβάσεων. Ορθή ανάγνωση των επίμαχων συμβολαίων. Απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Παραγραφή αξιώσεων
Παραγραφή αξιώσεων.
0
Αριθμός 1667/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Π. - Ε. Α. του Α., κατοίκου ..., 2) Ι. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 3) Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 4) Μ. Β. συζ. Α.. το γένος Γ. Λ., κατοίκου ..., 5) Α. Σ. του Α., κατοίκου ..., και 6) Ε. Τ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Β. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σακελλαριάδη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/8/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2001 μη οριστική, 124/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 274/2010 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8/4/2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 15/10/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1, 2 και 3 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους (ΑΠ 717/2010). Εξάλλου κατά το άρθρο 94 παρ.1 ΚΠολΔικ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 104, για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΑΠ 342/2011, ΑΠ 453/2011). Αν ο αναιρεσείων δεν εμφανισθεί και από το φάκελλο της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 101/2010, ΑΠ 150/2010, ΑΠ 699/2010). Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (ΑΠ 2149/2009, ΑΠ 102/2006, ΑΠ 270/2006, ΑΠ 860/2006). Στην προκειμένη περίπτωση από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, παραστάθηκε ο αναιρεσίβλητος, με τον ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτηθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Σακελλαριάδη, ενώ οι αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν. Πλην όμως δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, γεγονός το οποίο δεν προσδιορίζει ούτε ο παριστάμενος και συνακόλουθα βαρυνόμενος προς τούτο, αναιρεσίβλητος, ο οποίος δεν προσκομίζει ούτε έκθεση επιδόσεως κλήσεως από αυτόν προς τους απολειπομένους αναιρεσείοντες, ούτε τυχόν επιδοθέν σ' αυτόν από τους τελευταίους αντίγραφο κλήσεως ή της αιτήσεως αναιρέσεως με την επ' αυτής επισημείωση του δικαστικού επιμελητή, που διενήργησε την επίδοση, κατά το άρθρο 139 παρ.3 ΚΠολΔικ. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 8.4.2011 αιτήσεως των α) Π. - Ε. Α. του Α., β) Ι. Ν. του Γ., γ) Ε. Μ. του Ν., δ) Μ. Α. Β., το γένος Γ. Λ., ε) Α. Σ. του Α. και στ) Ε. Τ. κατά του Ν. Β. του Κ. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 274/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ερήμην αναιρεσείοντος. Απαράδεκτη η συζήτηση. Παρίσταται ο αναιρεσίβλητος, αλλά δεν προκύπτει ποιος επισπεύδει. ‘Αρθρα 576 παρ. 1, 2 και 3 Κ.Πολ.Δ. 96 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. – Πώς χορηγείται η πληρεξουσιότητα δικηγόρο. Για παράσταση στο ακροατήριο ρητή πληρεξουσιότητα. – Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι. Αν ελλείπει η πληρεξουσιότητα του δικηγόρου κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και αυτές που είχαν γίνει προηγουμένως - 104 Κ.Πολ.Δ.
Απαράδεκτη αίτηση αναίρεσης
Απαράδεκτη αίτηση αναίρεσης.
1
Αριθμός 1666/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1) Κ. Π. ή Κ. του Σ. και 2) Δ. Π. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Περίδη. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Ο., συζ. Θ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο - Ελευθέριο Τσούλλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/2/1996 αναγνωριστική αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1046/1997 του ιδίου Δικαστηρίου, 251/2007 μη οριστική και 251/2010 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 15/3/2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 5/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 63 του κτηματολογικού κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το 132/1.9.1929 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο, και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα και την εισαγωγή της Ελληνικής νομοθεσίας με το άρθρο 8 παρ.2 του ν. 510/1947, "κατά των εγγράφων του Κτηματολογικού βιβλίου που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας (μουλκ) συγχωρείται η παραγραφή κατά τις αρχές της ιταλικής νομοθεσίας μετά δεκαπενταετία από την εγγραφή που έγινε. Ο νομέας που χρησιδέσποσε, μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος με πράξη (συμφωνία) με την οποίο συνομολογείται η συνεχής 15ετής νομή του από μέρους του τιτλούχου που είναι γραμμένος ή με δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων ή αν αυτοί δεν υπάρχουν του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε". Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) με δεκαπενταετή νομή, ως προς τα άλλα δε στοιχεία αυτής, δηλαδή τις προϋποθέσεις έναρξης, διαδρομής και συμπλήρωσης της δεκαπενταετούς αυτής κτητικής παραγραφής, η παραπομπή που γίνεται με τον κτηματολογικό κανονισμό στις διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας, έχει την έννοια της παραπομπής στις αντίστοιχες διατάξεις του Ελληνικού ΑΚ, που ισχύει πλέον στα Δωδεκάνησα (Ολ.ΑΠ 188/1980, ΑΠ 697/2009 ΕλλΔνη 50.1092). Μεταξύ των διατάξεων αυτών είναι: α) εκείνη του άρθρου 974 ΑΚ, με την οποία - προς καθορισμό της έννοιας της νομής - ορίζεται ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, β) εκείνη του άρθρου 976 εδ.α' ΑΚ, κατά την οποία "σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα", γ) εκείνη του άρθρου 1045 ΑΚ, κατά την οποία εκείνος που έχει στη νομή του επί το καθοριζόμενο στο νόμο χρονικό διάστημα πράγμα γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία). Αποτελούν δε πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του. δ) Εκείνη του άρθρου 1051 ΑΚ, από την οποία, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1711 εδ.β', 1820, 1821 και 1846 ΑΚ, προκύπτει, ότι εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος είτε με καθολική είτε με ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, και ε) εκείνες των άρθρων 980, 981, 982, 984 επ. και 994 ΑΚ, από τις οποίες προκύπτει, ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκυρίων και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία) προτού καταστήσει γνωστό στους άλλους συγκυρίους ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό πράγμα ολόκληρο ή κατά ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του αποκλειστικώς στο όνομά του ως κύριος και περάσει από τη γνωστοποίηση αυτή η προθεσμία της εν λόγω (αποσβεστικής ή κτητικής) παραγραφής. Μεταξύ των εξ αδιαιρέτου συγκυρίων περιλαμβάνεται και ο συγκληρονόμος. Τέτοια γνωστοποίηση προς τους συγκυρίους μπορεί να γίνει είτε ρητώς είτε σιωπηρώς με πράξεις που εμφαίνουν την πιο πάνω απόφαση του συγκυρίου που κατέχει το πράγμα, ενώ η για αντιποίηση της νομής γνώση των λοιπών συγκυρίων μπορεί να προέλθει είτε από σχετική δήλωση εκείνου που αντιποιείται τη νομή του κοινού είτε από αλλού και έτσι αρκεί η γνώση του συγκυρίου για την αντιποίηση του κατέχοντος το κοινό από οπουδήποτε και αν προέρχεται (ΑΠ 500/2009 ΕλλΔνη 51.123, ΑΠ 1559/2001 ΕλλΔνη 44.1555). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 των άρθρων 559 και 560 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Στη κτηματική περιφέρεια της κοινότητας Ψίνθου Ρόδου και στην τοποθεσία "Στρογγυλό", βρίσκεται ένα ακίνητο (αγρός) συνολικής έκτασης 18.720 τ.μ. εγγεγραμμένο στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου με στοιχεία τόμος γαιών 15, φύλλο 34, μερίδα 1157, φάκελος 2130, νομικής φύσης αρζί μιρί και ήδη ελεύθερης ιδιοκτησίας (μουλκ). Το ακίνητο αυτό φέρεται εξ αρχικής θεμελιώδους εγγραφής καταχωρισμένο στους Σ. Κ. του Ν., δικαιοπαρόχου των (ήδη αναιρεσειουσών) εναγομένων και Α. Κ. του Ν., δικαιοπαρόχου της (ήδη αναιρεσίβλητης) ενάγουσας, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος (αρ. διάταξης Κτηματολογικού Δικαστή 2130/1-3-1929). Στις 4-12-1973 απεβίωσε ο Α. Κ., καταλείποντας εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη μεταπωβιάσασα στις 13-1-1973 σύζυγό του και τα τέκνα του, Π., Α., Ν. (πατέρα της ενάγουσας), Π. και Ε. κατά ποσοστό 1/20 εξ αδιαιρέτου τον καθένα σε όλο το ακίνητο. Στη συνέχεια (7-4-1978) απεβίωσε ο Σ. Κ. ή Π. καταλείποντας εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τα τέκνα του, Κ. και Δ. (εναγόμενες) κατά ποσοστό 5/20 εξ αδιαιρέτου την καθεμία σε όλο το ακίνητο ... . Ότι ήδη από το έτος 1957 το εν λόγω ακίνητο νεμόταν ο πατέρας της ενάγουσας, Ν. Κ., ο οποίος ήδη από το έτος 1977 προίκισε το ως άνω ακίνητο στην κόρη του, ενάγουσα, η οποία έκτοτε, δηλαδή για χρονικό διάστημα 33 ετών, το νέμεται και το κατέχει ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη χρήση του πράξεις νομής. Ειδικότερα, η ενάγουσα έχει φυτέψει περί τα 25 ελαιόδεντρα, τα οποία περιποιείται μαζί με το σύζυγό της, ήτοι το οργώνει, τα κλαδεύει και μαζεύει τον ελαιόκαρπο κάθε χρόνο. Οι εναγόμενες αρνούνται μεν τα παραπάνω περιστατικά, αλλά λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ήδη έστω από το έτος 1990, οπότε οι ίδιες άρχισαν να επισκέπτονται το χωριό και το χωράφι (κατά τους ισχυρισμούς τους) ανέχονταν την κατ' αποκλειστικότητα κατοχή του όλου ακινήτου από την ενάγουσα ενώ ταυτόχρονα δεν προέβησαν σε ουδεμία πράξη νομής επί του ακινήτου εκδηλώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την έλλειψη ενδιαφέροντος από την πλευρά τους να νέμονται αυτό, καθιστά ελάχιστα πειστική την άρνησή τους και τον ισχυρισμό τους ότι δεν τους είχε γνωστοποιηθεί ότι αυτή τα νεμόταν για τον εαυτό της". Δέχτηκε, δηλαδή, το Δικαστήριο της ουσίας, ότι στο πρόσωπο της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας συμπληρώθηκε ο νόμιμος χρόνος της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής του άρθρου 63 του κτηματολογικού κανονισμού για την με χρησικτησία κτήση του επίδικου αγρού, με βάση δε τις παραδοχές του αυτές - έχοντας ήδη κάνει δεκτή την έφεσή της και εξαφανίσει ως προς αυτήν την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρ. 44 παρ.2 του ν. 3994/2011, ενόψει της ερημοδικίας της στον πρώτο βαθμό - δέχτηκε εν τέλει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική αγωγή της περί της συμπλήρωσης στο πρόσωπό της του νόμιμου ως άνω χρόνου κτητικής παραγραφής. Κρίνοντας, έτσι, το πιο πάνω Δικαστήριο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου πρώτος και μοναδικός λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, επίσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα δέχτηκε, ότι "η βόλτα και επίσκεψη (των αναιρεσειουσών) στο ακίνητο -επίδικο- δεν συνιστά πράξη νομής και συνεπώς ότι δεν ασκούσ(αν) πράξεις νομής επί του ακινήτου και ότι αποκλειστική νομέας ολόκληρου του ακινήτου ήταν η αναιρεσίβλητη", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι, υπό την επίκληση της παραπάνω πλημμέλειας, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη από το δικαστήριο ως ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, οι οποίες ηττώνται, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15.3.2011 αίτηση των 1) Κ. Π. ή Κ. του Σ. και 2) Δ. Π. του Σ. για αναίρεση της 251/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που δίκασε ως Εφετείο. Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητο, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του. Ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκυρίων. Η αιτίαση, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα δέχτηκε ότι οι αναιρεσείουσες δεν ασκούσαν πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι, υπό την επίκληση της παραπάνω πλημμέλειας, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 ΚΠολΔ).
null
null
0
Αριθμός 1665/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας - καθής η κλήση: Ε. συζ. Ε. Α., το γένος Χ. Θ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Μ. Λ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κοντό. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/6/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2002 του ίδιου Δικαστηρίου, 8720/2002 προδικαστική και 4576/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 637/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την 4576/2004 απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 1425/2007 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 11/5/2007 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1585/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο καλών με την από 9/10/2008 κλήση του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1809/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο καλών με την από 2/11/2009 κλήση του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1506/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Κατόπιν τούτου, ο καλών επαναφέρει την υπόθεση με την από 15/11/2011 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 21/4/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από την 10965Γ/15.11.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει, ότι, ύστερα από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου, Γεωργίου Κοντού, που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της από 15.11.2011 κλήσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 24.10.2012), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, για την πρώην κάτοικο ..., οδός ... αρ.14 και ήδη άγνωστης διαμονής αναιρεσείουσα, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 15.11.2012 και περίληψη αυτής δημοσιεύτηκε στις ημερήσιες εφημερίδες ΝΙΚΗ και ΕΣΤΙΑ, οι οποίες εκδίδονται στην Αθήνα, στα φύλλα των εφημερίδων αυτών της 20.6.2012 (άρθρο 135 παρ.1 σε συνδυασμό με άρθρο 134 παρ.1 ΚΠολΔ), η οποία -αναιρεσείουσα- δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για παράστασή της στο ακροατήριο κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η υπόθεση παρά την απουσία της πιο πάνω αναιρεσείουσας. ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι τα έγγραφα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λαμβάνονται υπόψη όχι αυτεπαγγέλτως αλλά μετά από επίκλησή τους, που αποδεικνύεται από τις έγγραφες προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είτε από το διάδικο που τα προσκόμισε για να τα χρησιμοποιήσει κατά του αντιδίκου του, είτε από τον τελευταίο κατ' εκείνου. Με την προϋπόθεση δε της συνδρομής τόσο της προσκομιδής όσο και της επίκλησης εγγράφων, αν αυτά δεν ληφθούν υπόψη, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1363/2006, ΑΠ 1417/1997 Ελλ.Δ/νη 39.334), εφόσον, όμως, προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, καθώς και ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα έγγραφα αυτά και οι λόγοι για τους οποίους ο πιο πάνω ισχυρισμός θα ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 376/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης -από 6.6.2000- διεκδικητικής του επιδίκου ακινήτου αγωγής του αναιρεσιβλήτου, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις είκοσι δύο (22) φωτογραφίες, που απεικονίζουν "ανάγλυφη την εικόνα του επιδίκου" και των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα, τις οποίες η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του, "για την απόδειξη της ένστασής της". Από την παραδεκτή επισκόπηση των από 1-11-2006 προτάσεων της αναιρεσείουσας της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει μόνο η επίκληση "φωτογραφιών του επιδίκου". Εξάλλου, στο αναιρετήριο δεν μνημονεύεται η συγκεκριμένη ένσταση της αναιρεσείουσας, προς απόδειξη της οποίας επικαλέστηκε και προσκόμισε η ίδια στο Εφετείο τις επίμαχες φωτογραφίες και, εφόσον θεωρηθεί ότι η εν λόγω ένσταση είναι εκείνη της ακυρότητας της περιεχόμενης στο .../1997 πωλητήριο συμβόλαιο σύμβασης πώλησης του επίδικου ακινήτου λόγω εικονικότητας, εξαιτίας του ότι οι δηλώσεις βούλησης των σ' αυτό το συμβόλαιο συμβαλλόμενων μερών (πωλητή Ε. Α., συζύγου της αναιρεσείουσας, αλλά τελούντος με αυτή σε διάσταση και αγοραστή και ήδη αναιρεσιβλήτου) δεν ήταν αληθινές, αλλά έγιναν μόνο κατά φαινόμενο, δεν εκτίθεται, επίσης, στο αναιρετήριο ποια επίδραση θα είχαν οι συγκεκριμένες φωτογραφίες, οι οποίες απεικονίζουν το επίδικο ακίνητο, στην παραδοχή ως βάσιμης της αμέσως πιο πάνω ένστασης από το Εφετείο. Ο ερευνώμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος. ΙΙΙ. Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, νοούνται μόνο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή, εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 861/1984 ΝοΒ 33.88), ούτε, επίσης, η εκτίμηση των αποδείξεων, όπως λ.χ. η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν αυτοί, σχετικά με τους αποδεικτικούς ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 148/2008, ΑΠ 1547/1995 Ελλ.Δ/νη 38.1573). Ο δεύτερος, επομένως, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει την ένσταση της αναιρεσείουσας περί άκυρης ως εικονικής της περιεχόμενης στο .../1997 πωλητήριο συμβόλαιο σύμβασης πώλησης του επίδικου ακινήτου, παρεκτός του απαραδέκτου αυτής λόγω δεδικασμένου και ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, στηρίζοντας την κρίση του στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου, Γ. Κ. και Τ. Λ., τις οποίες θεωρεί πιο πειστικές από εκείνες των μαρτύρων της αναιρεσείουσας Δ. Α. και Α. Θ., στέρησε την απόφασή του από την νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αλλιώς ως αλυσιτελής, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με λόγο αναίρεσης επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί της απόρριψης της αμέσως πιο πάνω ένστασης ως απαράδεκτης λόγω δεδικασμένου, απορρέουσας από την 5284/2001 οριστική και ήδη τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς την απορριπτική διάταξη της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ως προς την ένσταση αυτή. ΙΙΙ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, η οποία ηττάται, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11.5.2007 αίτηση της Ε. συζύγου Ε. Α. το γένος Χ. Θ. για αναίρεση της 1425/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, με την προϋπόθεση της συνδρομής τόσο της προσκομιδής όσο και της επίκλησης εγγράφων, αν αυτά δεν ληφθούν υπόψη. Ως «ζητήματα», κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., νοούνται μόνο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, δηλαδή, εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς.
null
null
0
Αριθμός 1664/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ε. Π. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο του Μαρία Γούση-Γωνιωτάκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/2/2008 αναγνωριστική αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12449/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 1716/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/11/2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 15/10/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξουσία του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, ως προς όλους τους διαδίκους (ΑΠ 717/2010). Εξάλλου κατά το άρθρο 94 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ. στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 104 για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΑΠ 342/2011, ΑΠ 453/2011). Αν δεν εμφανισθεί ο αναιρεσείων και από το φάκελλο της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 101/2010, ΑΠ 150/2010, ΑΠ 151/2010, ΑΠ 699/2010). Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (ΑΠ 2149/2009, ΑΠ 102/2006, ΑΠ 270/2006, ΑΠ 860/2006). Στην προκειμένη περίπτωση από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, παραστάθηκε ο αναιρεσίβλητος, με την ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτηθείσα πληρεξουσία δικηγόρο του Μαρία Γούση-Γωνιωτάκη, ενώ ο αναιρεσείων δεν παραστάθηκε. Πλην όμως δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, γεγονός το οποίο δεν προσδιορίζει ούτε ο παριστάμενος και συνακόλουθα βαρυνόμενος προς τούτο αναιρεσίβλητος, ο οποίος δεν προσκομίζει ούτε έκθεση επιδόσεως κλήσεως από αυτόν προς τον απολειπόμενο αναιρεσείοντα, ούτε τυχόν επιδοθέν σ' αυτόν από τον τελευταίο αντίγραφο κλήσεως ή της αιτήσεως αναιρέσεως με την επ' αυτής επισημείωση του δικαστικού επιμελητή, που διενήργησε την επίδοση, κατά το άρθρο 139 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 29.11.2010 αιτήσεως του Ε. Π. του Γ. κατά του Σ. Π. του Γ. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1716/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ερήμην αναιρεσείοντος. Απαράδεκτη η συζήτηση. Παρίσταται ο αναιρεσίβλητος, αλλά δεν προκύπτει ποιος επισπεύδει. ‘Αρθρα 576 παρ. 1, 2 και 3 Κ.Πολ.Δ. – 96 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. – Πώς χορηγείται η πληρεξουσιότητα δικηγόρο. Για παράσταση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα. Αν ελλείπει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και αυτές που είχαν γίνει προηγουμένως. Αυτεπάγγελτη έρευνα – 104 Κ.Πολ.Δ. – Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι.
Απαράδεκτη αίτηση αναίρεσης
Απαράδεκτη αίτηση αναίρεσης.
1
Αριθμός 1663/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Μ. Π. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Φραράκη. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Μ. του Ν. και 2) Ο.-Α. Μ., συζ. Β., το γένος Δ.-Μ. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Κόκκινο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις α) από 4/1/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, β) από 14/5/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, και γ) από 7/1/2004 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 323/2006 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Επί της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 2065/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή ως προς τον ήδη αναιρεσείοντα και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο. Το Εφετείο Δωδεκανήσου εξέδωσε την 72/2011 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/7/2011 αίτησή του και με τους από 31/4/2012 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 10/9/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και του δικογράφου των προσθετών λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1046 και 974 του ΑΚ, για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση του πράγματος. Ο τρόπος απόκτησης της νομής του πράγματος δεν έχει σημασία. Αυτή μπορεί να αποκτήθηκε αυτογνωμόνως ή με παράδοσή της από τον προηγούμενο νομέα, με κάποιον από τους προβλεπόμενους στα άρθρα 976, 977 και 979 του ΑΚ τρόπους. Φυσική εξουσίαση του πράγματος αποτελεί η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα. Υπάρχει, επίσης, όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλά έχει την εποπτεία και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με τις αντίθετες αναγνωριστικές της κυριότητας ακινήτου αγωγές του αναιρεσείοντος και των αναιρεσιβλήτων, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο που βρίσκεται εντός σχεδίου της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Σύμης Δωδεκανήσου στην περιοχή "ΑΜΠΟΥΤΣΙ" και ειδικότερα στη συνοικία "Σκάλα της Καλής" ή "Τεμπελόσκαλα", έκτασης 1790 τ.μ. όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία Ε.Ζ.Η.Θ.Ι.Κ.Λ.Μ. Ν.Ξ.Ο.Π.Ρ.Σ.Τ.Υ.Ο.Χ.Ψ.Ω.α.β.γ.δ.Α στο από Μαΐου 2001 σχεδιάγραμμα της αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Ε. Β. και συνορεύει βόρεια εν μέρει επί τεθλασμένης πλευράς Α.Β.Γ.Δ.Ε συνολικού μήκους 25,80 μέτρων με ιδιοκτησία Ο. Τ. και εν μέρει επί τεθλασμένης πλευράς ΛΜΝΞΟΠ συνολικού μήκους 26,40 μέτρων με δημοτική οδό και πέραν αυτής με ιδιοκτησία Ε. Ν., νότια επί τεθλασμένης πλευράς Ω.Ψ.Χ.Φ.Υ. συνολικού μήκους 48,30 μέτρων με δημοτική οδό, ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς Υ.Τ.Σ.Σ'.Ρ.Π συνολικού μήκους 40 μέτρων με δημοτική οδό και δυτικά εν μέρει επί τεθλασμένης πλευράς α.β.γ.δ.Α συνολικού μήκους 26,50 μέτρων με δημοτική οδό και πέραν αυτής με ιδιοκτησία ΤΕΒ και εν μέρει επί τεθλασμένης πλευράς Ε.Ζ.Η.Κ.Λ συνολικού μήκους 26,60 μέτρων με ιδιοκτησία Ο. Τ.. Το ακίνητο, αυτό το οποίο είναι πετρώδες και επικλινές και δεν αποτελεί καλλιεργήσιμη έκταση περιήλθε από το έτος 1944 στη νομή του απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Κ. Γ., μετά από άτυπη προς αυτόν δωρεά των τότε κυρίων του Τ. συζύγου Ν. Ν., ο οποίος (Κ. Γ.) έκτοτε και μέχρι το έτος 1983 νεμήθηκε αυτό διανοία κυρίου, ενεργώντας όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση του και ειδικότερα επισκεπτόμενος αυτό κατά τακτά χρονικά διαστήματα, επιβλέποντας αυτό και φροντίζοντάς το με διάφορους εργάτες ή γυναίκες, όταν ήταν απαραίτητο για να το καθαρίζουν από τα κλαδιά και τα ξύλα που συσσωρεύονταν λόγω των καιρικών συνθηκών (βροχή, αέρας) καθώς και από τα αγριόχορτα. Το έτος 1981, κατόπιν εντολής του παραπάνω Κ. Γ., το ακίνητο αυτό εμβαδομετρήθηκε για πρώτη φορά από την αρχιτέκτονα-μηχανικό Α. Π.. Στη συνέχεια ο Κ. Γ. μεταβίβασε, λόγω πώλησης, το ανωτέρω ακίνητο στους άμεσους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων Α. χήρα Δ. Β. κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και Μ. Κ. κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του με αριθμό .../28-1-1983 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρονίκης Πανάγαινα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σύμης στον τόμο ... και με αύξ. αριθμό 28. Οι τελευταίοι, μετά την αγορά του επίδικου ακινήτου, συνέχισαν να νέμονται αυτό μέχρι και την κατά το έτος 1999 πώλησή του στους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους διανοία αποκλειστικών συγκυρίων, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα και πολύ περισσότερο από τον εναγόμενο-ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα ή τους αντιπροσώπους του, ενεργώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής και κατοχής. Ειδικότερα, αν και οι ίδιοι ήταν κάτοικοι Αθηνών, το επισκέπτοντο κάθε καλοκαίρι, το επέβλεπαν και το φρόντιζαν κατά τακτά χρονικά διαστήματα, προσλαμβάνοντας, όταν ήταν απαραίτητο γυναίκες ή εργάτες προκειμένου να το καθαρίζουν και μάλιστα ήδη από το έτος 1989, κατόπιν εντολής τους, ο φωτογράφος Σύμης Σ. Α. το είχε φωτογραφήσει, ώστε να υπάρχει σχετικό αποδεικτικό στοιχείο της κατάστασης και της εμφάνισης του ενώ το έτος 1991, κατ' εντολή του Μ. Κ., η αρχιτέκτων-μηχανικός Α. Π. επισκέφθηκε το ακίνητο αυτό και συνέταξε μελέτη για την κατασκευή ενοικιαζομένων διαμερισμάτων Δ' τάξεως, ενώ στην συνέχεια το έτος 1999 ανέθεσαν στον μεσίτη Ν. Μ. την πώλησή του και όταν βρέθηκε αγοραστής το καλοκαίρι του 1999, μετά από εντολή τους, η τοπογράφος μηχανικός Ε. Β. εμβαδομέτρησε εκ νέου το επίδικο ακίνητο συντάσσοντας σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα. Υπό τα ανωτέρω, συνεπώς, αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων, προσμετρώντας στον δικό τους χρόνο χρησικτησίας τον χρόνο χρησικτησίας του απώτερου δικαιοπαρόχου τους Κ. Γ., κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, οπότε το έτος 1999 το μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως στους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα δυνάμει του με αριθμό .../ 11-11-1999 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστειδούλας Μεταξά-Χατζάκη που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σύμης στον τόμο ... και με αριθμό 1 και έτσι οι τελευταίοι (ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι) κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με τον προαναφερόμενο τρόπο. Περαιτέρω από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι μετά την υπογραφή του ανωτέρω πωλητηρίου συμβολαίου δήλωσαν το ακίνητο που αγόρασαν στο Εθνικό Κτηματολόγιο από το οποίο και έλαβε ΚΑΕΚ ... και υπέβαλαν ένσταση στην πρωτοβάθμια επιτροπή εκδίκασης ενστάσεων του Κτηματολογίου, γιατί τους είχε αναγνωρίσει ιδιοκτήτες επί των 1553 τμ, αντί των 1790 τμ που είχαν αγοράσει, η οποία ένσταση έγινε δεκτή με την με αριθμό 371/26-8-2002 απόφαση της ανωτέρω επιτροπής που απέρριψε αντίθετη ένσταση του αναιρεσείοντος Μ. Π.. Στις 12-8-2000 οι ενάγοντες επισκέφθηκαν το ακίνητο τους και όταν αντιλήφθηκαν ότι η ιδιοκτήτρια του όμορου ακινήτου Ε. σύζυγος Ο. Τ., το γένος Μ. Γ., είχε περιφράξει ένα τμήμα του επιφανείας 32 τ.μ. άσκησαν εναντίον της την από 18-8-2000 αγωγή τους, ενώ μετά από αυτό ανέθεσαν στον αρχιτέκτονα-μηχανικό Σύμης Ε. Χ. την έκδοση άδειας περίφραξης για να προστατεύσουν το ακίνητο τους από τρίτους που θα ήθελαν να προβούν στο μέλλον σε παρόμοιες καταλήψεις. Ο τελευταίος στις 12-9-2000 υπέβαλε αρχικά αίτηση στην 4η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Ρόδου, η οποία με το με αριθμό πρωτ. .../21-9-2000 έγγραφό της απάντησε στους ενάγοντες-αναιρεσείοντες ότι δεν έχει αντιρρήσεις για την περίφραξη του οικοπέδου τους και τους υπέδειξε να γίνει αυτή με μεταλλικούς πασσάλους και σύρμα περίφραξης, ενώ στην συνέχεια υποβλήθηκε η σχετική μελέτη και εκδόθηκε η με αριθμό .../4-5-2001 άδεια περίφραξης από την διεύθυνση Πολεοδομίας ΤΟ και ΠΕ Ρόδου, για την έκδοση της οποίας οι αναιρεσείοντες κατέβαλαν το ποσό των 100.000 δραχμών. Και ενώ αυτή ήταν η πραγματική κατάσταση του επίδικου ακινήτου, το οποίο οι αναιρεσείοντες συνέχισαν να συννέμονται ακώλυτα διανοία συγκυρίων και μετά την κατά το έτος 2000 αγορά του, ο αναιρεσείων στις 27-4-2001 αντιποιήθηκε για πρώτη φορά την νομή επί του επιδίκου δίδοντας εντολή στον αγροφύλακα Σύμης Θ. Μ. να αναθέσει στον Β. Φ., κάτοικο Σύμης να προχωρήσει στην περίφραξη τμήματος του ακινήτου με συρματόπλεγμα. Αμέσως τότε, ο αρχιτέκτων-μηχανικός Ε. Χ., ο οποίος όπως προαναφέρθηκε, είχε εκδώσει για λογαριασμό των αναιρεσειόντων την άδεια περίφραξης του ακινήτου τους, ειδοποίησε την Αστυνομία Σύμης και στην θέα των αστυνομικών οργάνων ο Β. Φ. σταμάτησε την περίφραξη και διέφυγε την σύλληψη, το βράδυ όμως της ίδιας ημέρας ολοκλήρωσε την περίφραξη ενός τμήματος του επίδικου ακινήτου επιφανείας 1200 τ.μ., όπως εμφαίνεται στο από Μάιο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα της αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Ε. Β. με στοιχεία γωνιών Α.Β.Γ.Δ.Ε.Ε'.Ε.Τ.Υ.Φ.Χ.Ψ.Ω, α,β.γ.δ.Α. Μετά από αυτό, οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι άσκησαν εναντίον του εναγομένου-αναιρεσείοντος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σύμης την από 2-5-2011 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία συνεκδικάστηκε με την από 5-6-2001 αντίθετη αίτησή του και το Δικαστήριο αυτό με την με αριθμ. 1/2002 απόφαση του έκανε δεκτή την αίτηση των εναγόντων-αναιρεσειόντων και τους ανεγνώρισε προσωρινά συννομείς και συγκατόχους του επιδίκου ακινήτου, αλλά και μετά την έκδοση της απόφασης αυτής, ο αναιρεσείων συνέχισε να αμφισβητεί τα δικαιώματα των αναιρεσιβλήτων, αρνούμενος να τους αναγνωρίσει συγκυρίους του εν λόγω ακινήτου. Αντίθετα, από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων, άσκησε τις πράξεις νομής διανοία κυρίου στο επίδικο ακίνητο, με τους αναφερόμενους στην από 4-1-2002 αγωγή του τρόπους, οι οποίοι συνίστανται στο ότι η δικαιοπάροχος μητέρα του Μ. Π. και αυτός από το έτος 1980 με αντιπρόσωπο τον αγρότη Β. Φ. το επέβλεπαν, συντηρούσαν την παλαιά περίφραξη από συρματόπλεγμα, συγκόμιζαν τα σύκα από τις υπάρχουσες σε αυτό συκιές, καλλιεργούσαν ένα τμήμα του με δημητριακά, και αργότερα με κουκιά, και στο υπόλοιπο ο αντιπρόσωπος του Β. Φ. έβαλε μέσα τις κατσίκες του και τα αρνιά του και είχε κατασκευάσει και μια παράγκα. Οι προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις του ενάγοντος όχι μόνον δεν αποδείχθηκαν αλλ' έρχονται και σε ευθεία αντίθεση με όλα τα υπόλοιπα αξιόπιστα αποδεικτικά μέσα. Πιο συγκεκριμένα: 1) Το επίδικο ακίνητο λόγω του βραχώδους του εδάφους του και της κλίσης που είχε δεν ήταν δυνατόν να καλλιεργηθεί ούτε βέβαια καλλιεργήθηκε ούτε από τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Β. Φ. με οποιαδήποτε καλλιέργεια και ότι το έτος 1980 και μετά, ούτε ο τελευταίος καταθέτει από τις προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα φωτογραφίες του τον Σεπτέμβριο του 1989, δεν εμφαίνεται ούτε κάποιο καλλιεργήσιμο τμήμα του, ούτε κάποια περίφραξη, αλλά, ούτε και κάποια πρόχειρη κατασκευή (παράγκα), την οποία να είχε κατασκευάσει ο ανωτέρω αντιπρόσωπος του αναιρεσείοντος, 2) Ο ανωτέρω αντιπρόσωπος του αναιρεσείοντος, ο οποίος είναι ιδιοκτήτης άλλου ακινήτου στην ίδια περιοχή, ουδέποτε, ενόχλησε ή προέβαλε οποιαδήποτε αντίρρηση κατά τις επισκέψεις των άμεσων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων και των ιδίων των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο, αλλά και του προαναφερόμενου πολιτικού μηχανικού, οι οποίοι προέβαιναν στις επιτόπιες., μετρήσεις για την σύνταξη των απαραίτητων σχεδιαγραμμάτων για την εμβαδομέτρηση και αποτύπωσή του και βέβαια ούτε διαπιστώθηκε κατά τις επισκέψεις των προαναφερομένων προσώπων στο επίδικο ακίνητο κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1980 και το έτος 2001 η ύπαρξη κατοικίδιων ζώων στο ακίνητο ή η ύπαρξη κατοικίας κατασκευής με λαμαρίνες, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων-αναιρεσείων και 3) ούτε και το έτος 1999 οπότε οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων έδωσαν εντολή στο μεσίτη Ν. Μ. να προσφέρει προς πώληση το επίδικο ακίνητο, γεγονός που έγινε κοινά γνωστό στη μικρή κοινωνία της Σύμης, εμφανίστηκε και προέβαλε οποιαδήποτε αντίρρηση ο αναιρεσείων ή ο προαναφερόμενος αντιπρόσωπός του στη Σύμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι οι ενάγοντες-εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο και ότι ούτε η δικαιοπάροχος μητέρα του ενάγοντος-εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ούτε ο ίδιος ο αναιρεσείων άσκησαν ποτέ οποιαδήποτε πράξη νομής επί του επιδίκου και κατόπιν τούτου δέχτηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά, που δέχθηκε, και έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους αναιρεσιβλήτους και της μη απόδειξης, ότι το επίδικο έχει περιέλθει ποτέ στην κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία στον αναιρεσείοντα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σαφείς παραδοχές του Εφετείου, το επίδικο ακίνητο, το οποίο δεν αποτελεί καλλιεργήσιμη έκταση, περιήλθε από το έτος 1944 στη νομή του απώτερου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Κ. Γ., ο οποίος συνεχώς έκτοτε ασκούσε σ' αυτό πράξεις νομής με διάνοια κυρίου μέχρι το έτος 1983, οπότε το μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στους άμεσους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων Α. χήρα Δ. Β. και Μ. Κ., οι οποίοι ασκούσαν συνεχώς στο επίδικο πράξεις νομής με διάνοια κυρίου μέχρι το έτος 1999, οπότε το μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως στους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι έγιναν συγκύριοι του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε ότι η δικαιοπάροχος μητέρα του ενάγοντος-εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ούτε ο ίδιος ο αναιρεσείων άσκησαν ποτέ οποιαδήποτε πράξη νομής επί του επιδίκου. Δεν είναι δε αντιφατική η παραδοχή του Εφετείου, ότι η επίδικη έκταση είναι πετρώδης και βραχώδης, αφού σε κάθε περίπτωση το Εφετείο δέχεται, ότι η επίδικη έκταση δεν είναι καλλιεργήσιμη. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 987 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι ο νομέας που αποβλήθηκε παράνομα από τη νομή έχει δικαίωμα να αξιώσει την απόδοσή της απ' αυτόν που νέμεται επιλήψιμα απέναντί του, προκύπτει ότι, για την παροχή της προβλεπόμενης από αυτήν προστασίας, απαιτείται νομή του ενάγοντος στο πράγμα κατά το χρόνο της αποβολής του και προσβολή αυτής με αποβολή του ενάγοντος νομέα, η οποία να έγινε παράνομα και χωρίς τη θέλησή του. Από δε τη διάταξη του άρθρου 991 Α.Κ., που ορίζει ότι ο εναγόμενος για διατάραξη ή αποβολή δεν μπορεί να επικαλεσθεί δικαίωμα που του παρέχει εξουσία πάνω στο πράγμα, παρά μόνο αν το δικαίωμα έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα σε αυτόν και τον ενάγοντα, συνάγεται ότι ο εναγόμενος με τις αγωγές περί διαταράξεως ή αποβολής από τη νομή δεν δικαιούται να αντιτάξει κατά του ενάγοντος ενστάσεις ανατρεπτικές, που στηρίζονται σε δικαίωμα ιδίας αυτού κυριότητας ή σε άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί του επιδίκου πράγματος ή σε προσωπικά περί αυτού δικαιώματα, με βάση τα οποία θα μπορούσε ο ίδιος να αξιώσει την παράδοση σ' αυτόν του πράγματος ή την παραχώρηση της χρήσης αυτού. Από τη διάταξη όμως αυτή δεν συνάγεται και ότι απαγορεύεται στον εναγόμενο να αντιτάξει τη δική του νομή επί του επίδικου πράγματος, αφού ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, που μπορεί να αποδειχθεί ανταποδεικτικώς και να επιφέρει την απόρριψη αυτής ως αναπόδεικτης (ΑΠ 1195/2011, ΑΠ 275/2010). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους πρώτο και ένατο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί την αναγνωριστική περί κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ήτοι του ιδίου ακινήτου που αυτός ζητούσε με την αγωγή του κυρίως να αναγνωριστεί η νομή του και επικουρικώς η κυριότητά του επ' αυτού, παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 991 ΑΚ. Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο δέχθηκε, ότι αρχικά νομέας του επίδικου ακινήτου υπήρξε ο αναιρεσείων, ενώ το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το περιεχόμενό της ανωτέρω εκτέθηκε, δέχτηκε ότι ουδέποτε ο αναιρεσείων ή η δικαιοπάροχός του άσκησαν οποιαδήποτε πράξη νομής επί του επιδίκου, του οποίου συγκύριοι είναι οι αναιρεσίβλητοι, και για το λόγο αυτό απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος και δέχτηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Επειδή, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι, όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να δεχτεί, ότι "το επίδικο ακίνητο λόγω του βραχώδους του εδάφους του και της κλήσης που είχε δεν ήταν δυνατό να καλλιεργηθεί ούτε βέβαια καλλιεργήθηκε ποτέ από τον αντιπρόσωπο του ενάγοντος-αναιρεσείοντος με οποιαδήποτε καλλιέργεια", καθώς και ότι "το ακίνητο αυτό το οποίο είναι πετρώδες και επικλινές και δεν αποτελεί καλλιεργήσιμη έκταση", παραβιάσθηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνίστανται στο ότι το επικλινές έδαφος είναι καλλιεργήσιμο και αυτό επιτυγχάνεται μέσω της δημιουργίας αναβαθμών, δηλαδή επιπέδων οριζοντίου εδάφους σαν "μεγάλα σκαλιά" στη νήσο Σύμη, γνωστών με την ονομασία "γύροι". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 974 και 1046 ΑΚ, που επικαλείται ο αναιρεσείων ή την υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων, για τις οποίες (εξακρίβωση και εκτίμηση) κρίνουν ανελέγκτως τα δικαστήρια της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επειδή, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, καθώς και τους δεύτερο και τρίτο πρόσθετους λόγους αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι οι αναιρεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο και ότι ούτε η δικαιοπάροχος μητέρα του ήδη αναιρεσείοντος ούτε ο ίδιος ο αναιρεσείων άσκησαν ποτέ οποιαδήποτε πράξη νομής επί του επιδίκου και κατόπιν τούτου να δεχτεί την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και να απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντος, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις του της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ήτοι 1) το από 13 Ιουλίου 1927 προικοσύμφωνο μεταβιβάσεως ακινήτου στον πατέρα του αναιρεσείοντος Ι. Π. από τους γονείς της μητέρας του της οικογένειας Μ. Γ., λόγω προικός, 2) αντίγραφο της από 8-6-1999 αγωγής του Κ. Γ. του Γ. κατά των Γ. Γ. του Θ. και Α. θυγ. Γ. Γ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου με αριθμό 401/1999, 3) το με αριθμό πρωτ. 37166/6-7-2001 έγγραφο της 4ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, με την οποία ανεστάλη η εφαρμογή της με αριθ. πρωτ. .../2000 άδειας που αφορούσε την περίφραξη ακινήτου στην περιοχή Αμπούτζι και 4) την από 14-3-2007 αίτηση του αναιρεσείοντος προς τη Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης σχετικά με παράνομη σωλήνωση του επιδίκου. Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, "από όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύσει χωριστά το καθένα από αυτά. Επειδή, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. α' και β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δε επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Ο παρών λόγος ιδρύεται και εάν οι αποδείξεις προσκομίσθηκαν κατά τρόπο απαράδεκτο. Δεν αρκεί η προσκόμιση του εγγράφου ή άλλου αποδεικτικού μέσου, αλλά πρέπει να γίνεται και νόμιμη επίκληση αυτού με σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία, ώστε να αναγνωρίζεται η ταυτότητα του εγγράφου (ΑΠ 1342/2006), η δε επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε, κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και όχι με την προσθήκη των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου (ΑΠ 527/1994, ΑΠ 740/1996, ΑΠ 774/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους έκτο και έβδομο λόγους της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην πλημμέλεια την προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, εκ του ότι, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι οι αναιρεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο και ότι ούτε η δικαιοπάροχος μητέρα του ήδη αναιρεσείοντος ούτε ο ίδιος ο αναιρεσείων άσκησαν ποτέ οποιαδήποτε πράξη νομής επί του επιδίκου και κατόπιν τούτου να δεχτεί την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και να απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη την με αριθμό .../10-2-2011 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου Αγάπης Καλομοίρη - Χατζηδιάκου, καίτοι ουδόλως έγινε επίκληση αυτής από τα διάδικα μέρη. Από την παραδεκτή επισκόπηση στα πλαίσια της διάταξης του άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ των από 11-2-2011 προτάσεων των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Εφετείου προκύπτει, ότι οι αναιρεσίβλητοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν την με αριθμό .../10-2-2011 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου Αγάπης Καλομοίρη - Χατζηδιάκου, ήτοι η ταυτότητα της ένορκης αυτής βεβαίωσης προσδιορίστηκε με σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία, ώστε να αναγνωρίζεται χωρίς αμφιβολία. Από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ότι το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη ακριβώς αυτή την επικληθείσα ένορκη βεβαίωση, όμως από παραδρομή αναγράφηκε ότι λήφθηκε υπόψη η με αριθμό ... (αντί του ορθού ...) ένορκη βεβαίωση, της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου και έτσι δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι λήφθηκε υπόψη η επικληθείσα ένορκη βεβαίωση. Επομένως, οι ερευνώμενοι λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη συνάγεται, ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Κατ' ακολουθίαν ο πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 10 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος χωρίς απόδειξη είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση μνημονεύονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρας, έγγραφα) που το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, μεταξύ δε των εγγράφων έλαβε υπόψη και το με αριθμό πρωτ. 567/1-3-1994 έγγραφο του Δήμαρχου Σύμης, που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι αναιρεσίβλητοι. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη το έγγραφο αυτό, καίτοι αφορά τελείως άσχετο χώρο και άσχετο οικόπεδο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν προσβάλλεται η περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν έχει κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 75/2008, ΑΠ 329/2007). Περαιτέρω, από τα άρθρα 339 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι δικαστική είναι όχι κάθε ομολογία, αλλά εκείνη που γίνεται ενώπιον του δικαστηρίου από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος με σκοπό αποδοχής του και είναι σαφής και ορισμένη, η δικαστική δε ομολογία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, από τους αριθμούς 11 περ. γ' και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλομένη απόφαση, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του δικαστική ομολογία των αντιδίκων του αναιρεσιβλήτων, που έγινε με την αγωγή και συνίσταται στην παραδοχή από μέρους τους, ότι το επίδικο ακίνητο ήταν δομημένο σε αναβαθμούς και άρα ήταν έκταση καλλιεργήσιμη και ότι έτσι κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που προκύπτει από την ομολογία αυτή, αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της νομής και της κτήσης εν τέλει της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία από τον αναιρεσείοντα (ΑΚ 1045), καλλιεργώντας το επίδικο, αφού, κατ' αυτόν, η εν λόγω ομολογία αποτελεί ευνοϊκό γι' αυτόν στοιχείο, δεδομένου ότι "η αρχική χρήση των αναβαθμών, δηλαδή των ξερολιθιών, γνωστές στη Σύμη ως γύροι και σύμφωνα με το επικρατούν εθιμικό δίκαιο, ήταν και είναι αποκλειστικά και μόνο για καλλιέργεια και για συγκράτηση του εδάφους, του χώματος, ώστε να μαζεύει υγρασία, και δευτερευόντως για περίφραξη". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα γεγονός της υπάρξεως στο επίδικο αναβαθμών και άρα της υπάρξεως καλλιεργήσιμης έκτασης, που, κατά τον αναιρεσείοντα, ρητά και ανεπιφύλακτα αποδέχθηκαν οι αναιρεσίβλητοι με την αγωγή τους, δεν συνιστά δικαστική ομολογία τους, αφού, κατά τα εκτεθέντα στην μείζονα ως άνω σκέψη της παρούσας, δεν είναι ουσιώδες και δεν αποτελεί επιβλαβές για τους φερομένους ως ομολογούντες αναιρεσιβλήτους γεγονός, ως προς το ζήτημα της νομής και της κτήσης εν τέλει από μέρους του αναιρεσείοντος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως της παραβιάσεως από το δικαστήριο των ορισμών του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) για την απόδειξη ποίου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το αποδεικτικό μέσο και η επίδραση του ισχυρισμού στην έκβαση της δίκης, β) η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο αποδεικτικό μέσο από το δικαστήριο, η οποία είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά καθορίζει ο νόμος και γ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως, ο πέμπτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη και το με αριθμό πρωτ. 567/1-3-1994 έγγραφο του Δημάρχου Σύμης, που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι αναιρεσίβλητοι, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται καθόλου στο αναιρετήριο για την απόδειξη ποίου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το αποδεικτικό μέσο και η επίδραση του ισχυρισμού στην έκβαση της δίκης, ποία η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο ως άνω έγγραφο από το Δικαστήριο, η οποία είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά καθορίζει ο νόμος και ποίο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως, ώστε να εκτιμηθεί, αν υπέπεσε έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια της παραβιάσεως των ορισμών του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα, όσον αφορά το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, που συντρέχει όταν ο δικαστής εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος δεν έπρεπε να εφαρμοσθεί ή παρέλειψε να εφαρμόσει εκείνον που έπρεπε να εφαρμοσθεί ή έδωσε στον κανόνα που εφάρμοσε έννοια διαφορετική από εκείνην που πραγματικά έχει, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής. Τούτο, διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 ΚΠολΔ, Ολ.ΑΠ 28/1998, Ολ.ΑΠ 57/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον όγδοο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την έφεσή του κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή του και είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων αρχικού ενάγοντα, "αντιγράφει ότι η αγωγή των αντιδίκων έγινε πλήρως ορισμένη με τη συμπλήρωση του έγινε στις πρωτόδικες προτάσεις, όπως έκρινε τούτο ο Άρειος Πάγος με απόφασή του, με την οποία αναιρέθηκε η επί της υποθέσεως προγενέστερη απόφαση του Εφετείου, και ότι η κρίση του αυτή είναι πλέον υποχρεωτική για το Εφετείο, παρότι η απόφαση του Αρείου Πάγου αποφαίνεται για συμπλήρωση της αγωγής από επίκληση κυριότητας με παράγωγο τρόπο σε κτήση με χρησικτησία και δεν αναφέρεται σε αλλαγή από αγωγή νομής σε αγωγή κυριότητας". Με το περιεχόμενο αυτό, ο λόγος αυτός αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή αυτής, ώστε να εξακριβωθεί αν η αιτίαση που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό. Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον ένατο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του, 1) ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι δεν μπορούν ως εναγόμενοι για διατάραξη ή αποβολή από τη νομή να επικαλεσθούν δικαίωμα κυριότητας κατά της δικής του νομής επί του επίδικου ακινήτου, αφού το δικαίωμα αυτό των αναιρεσιβλήτων δεν είχε αναγνωρισθεί τελεσίδικα σε μεταξύ τους δίκη, και 2) ότι αυτός (αναιρεσείων) είχε καταστεί κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και ο οποίος ισχυρισμός στήριζε την αγωγή της κατά τη σχετική επικουρική της βάση. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσειόντος και τους απέρριψε, απορρίπτοντας ακολούθως την αγωγή του στο σύνολό της, ήτοι τόσο ως προς την κύρια βάση όσο και ως προς την επικουρική. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επειδή, ο ένατος, κατά το τρίτο μέρος του, αλλά και τελευταίος εξεταζόμενος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αόριστος και απορριπτέος, διότι ο αναιρεσείων πέραν από την αναφορά στην ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, δεν αναφέρει καθόλου πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν τον λόγο αυτό αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24-1-2011 αίτηση και τους από 31-7-2012 πρόσθετους λόγους του αναιρεσείοντος Μ. Π. για αναίρεση της 72/2011 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκτακτη χρησικτησία. Έλλειψη νόμιμης βάσης. Άρθρο 987 και 992 Α.Κ. Δεν απαγορεύεται στον εναγόμενο να αντιτάξει τη δική του νομή, επί του πράγματος, αφού ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Διδάγματα κοινής πείρας. Απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης, αν αφορά εκτίμηση αποδείξεων. Λόγος αναίρεσης για μη λήψη αποδεικτικών μέσων. Αρκεί η βεβαίωση ότι λήφθηκαν όλα χωρίς εξαίρεση. Αβάσιμος λόγος από άρθρο 10, αν μνημονεύονται όλα τα αποδεικτικά μέσα. Δικαστική ομολογία. Αοριστία λόγων αναίρεσης από αρ. 12 και 1. Λόγος από άρθρ. 8 παρ. β’. Έννοια πραγμάτων. Δεν θεμελιώνεται αν το Εφετείο έλαβε υπόψη τον λόγο και τον απέρριψε.
null
null
0
Αριθμός 1662/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Μ. χήρας Σ., κατοίκου ..., 2) Ε. Κ. χήρας Α., κατοίκου ..., 3) Γ. Π. συζ. Δ., κατοίκου ..., 4) Κ. Β., κατοίκου ..., 5) Α. Β. συζ. Μ., κατοίκου ... και 6) Θ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο ΠαπΑ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Λ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σωτηρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις και 2) Ε. Φ. συζ. Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μουγκοπέτρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/12/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1922/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 1425/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13/2/2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 2/1/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναιρέσεως και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, για τη κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει το χρόνο τη δικής του νομής και την όμοια νομή του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ), εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: "Από το έτος 1941 ο Δ. Α. (παππούς από μητρική γραμμή) του πρώτου εναγομένου είχε παραχωρήσει ατύπως στην κόρη του (ενόρκως βεβαιώσασα) Α. (ήδη) χα Ν. Λ.- ενόψει του (τότε) γάμου της με το Ν. Λ. εδαφική έκταση 1720 μ2 στην Κτηματική Περιφέρεια του Δήμου Βιλλίων Αττικής. Έκτοτε η τελευταία εγκαταστάθηκε στο κτήμα αυτό και, εξουσιάζοντας το κυριαρχικά, το καλλιεργούσε με δημητριακά (φακές, ρεβίθια κλπ) και μεριμνούσε για το σκάψιμο του με τσάπα. Το έτος 1991 το έδωσε στον πρώτο των εναγομένων γιο της δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου .../8-4-1991 συμβολαίου του Συμ/φου Ειδυλλίας Αναστασίου Ρούσση ως γονική, παροχή. Σύμφωνα με το συμβόλαιο αυτό και το προσαρτημένο σε αυτό από Ιουλίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π. Δ., το εν λόγω εντός σχεδίου οικόπεδο (1720 μ2) συνορεύει ΑΝ. με πλευρές του άνω διαγράμματος υπό στοιχ. 1-2 11,04μ, 2-3 11,63μ και 3-4 23,42μ με άλλο συνεχόμενο προς την πλευρά αυτήν οικόπεδο του πρώτου εναγομένου, ΔΥΤ, με πλευρά υπό στοιχ. 7-6 35,77μ. με αγροτική δημοτική οδό που οδηγεί προς το Δρετσάνι, Β. με πλευρές του διαγράμματος υπό στοιχ. 7-8 15/44 μ., 8-9 12,40 μ. και 9-1 14μ. με ιδιοκτησίες Κ. Κ. και Σ. Μ. και Ν. με πλευρές του διαγράμματος αυτού υπό στοιχ. 4-5 26,82 μ και 5-6 20,66 μ. με ιδιοκτησία Ε. Μ.. Περαιτέρω, από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται προσθέτως και τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος εναγόμενος, μέρος της εν λόγω εδαφικής εκτάσεως το έτος 1994 μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στη δεύτερη εναγομένη δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../13-2-1994 συμβολαίου του πιο πάνω Συμ/φου. Το πωληθέν μέρος εμβαδού 920 μ2 της εκτάσεως βρίσκεται προς τη νότια πλευρά αυτής και, σύμφωνα με το προσαρτημένο στο εν λόγω συμβόλαιο από Δεκεμβρίου 1993 τοπογραφικό διάγραμμα του προαναφερθέντος πολιτικού μηχανικού; συνορεύει Β. με πλευρά του άνω διαγράμματος υπό στοιχ. Α-Δ 38μ. με εγκεκριμένη και αδιάνοιχτη δημοτική οδό (ήδη με προβλεπόμενο ως ρυμοτομούμενο τμήμα οικοπέδου του πωλητή εμβαδού 460 τ.μ που εμφαίνεται στο παραπάνω διάγραμμα με τα στοιχεία Α- Β-Γ-Δ-Α). Ν. με πλευρά υπό στοιχ. Ν-Ε 34,30α. με ιδιοκτησία αδελφών Μ., ΑΝ με πλευρές υπό στοιχ. Α-Η 28,80 μ. και Η-Ν 3 μ. με άλλο άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο του πωλητή, προερχόμενο από άλλο τίτλο κτήσεως και ΔΥΤ, με πλευρά υπό στοχ. Δ-Ε 20,60 μ. με διανοιγμένη και εγκεκριμένη οδό. Εξετέρου, δεν αποδεικνύεται, ότι οι ίδιοι οι ενάγοντες ή ο δικαιοπάροχος τους (Σ. Μ., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας των λοιπών εναγόντων, που απεβίωσε στα Βίλλια Αττικής 21-1- 1989 χωρίς να αφήσει διαθήκη) άσκησαν ποτέ (από το έτος 1976 ο δικαιοπάροχος τους, για τον οποίον επικαλούνται τότε άτυπη προς αυτόν δωρεά εν ζωή από τη μητέρα του Ε. χα Α. Μ. και μετά το θάνατο του τελευταίου οι ίδιοι) πράξεις νομής στα επίδικα τμήματα. Ειδικότερα, δεν αποδεικνύεται ότι. στα εδαφικά τμήματα που αναφέρουν στην αγωγή τους, ως συμπεριληφθέντα στα ακίνητα που μεταβιβάσθηκαν δυνάμει των ανωτέρω συμβολαίων, εμβαδού 253 τ.μ το πρώτο και 7 τ.μ το δεύτερο, άσκησαν ποτέ (οι ίδιοι οι ενάγοντες ή ο δικαιοπάροχος) οποιαδήποτε πράξη φυσικής εξουσιάσεως τους με πρόθεση ιδιοκτησιακή. Τα όσα, επομένως, διαλαμβάνουν στην .../19-1-2004 Πράξη Αποδοχής κληρονομιάς (εξ αδιαθέτου, ως άνω) της Συμ/φου Αθηνών Ευαγγελίας Τάμπα είναι έγγραφο αλυσιτελές από πλευράς επελεύσεως εννόμων συνεπειών. Παρέπεται, ότι ουδεμία βασιμότητα ενέχει η φερόμενη τοπογράφηση των πιο πάνω επιδίκων εδαφικών τμημάτων, στην οποία προέβη στις 30-10-2004 ο πολιτικός μηχανικός Α. Κ. για λογαριασμό των εναγόντων που του υπέδειξαν και τα όρια του οικοπέδου, όπως αναφέρει στο εν λόγω τοπογράφημα του. Τόσο ο μάρτυρας των εναγομένων, όσο και η άνω ενόρκως γι' αυτούς βεβαιώσασα (μητέρα του πρώτου εναγομένου), κατηγορηματικά και με σαφήνεια αναφέρονται στην ιστορική διαδρομή των προαναφερθέντων γεγονότων, τα οποία αποδομούν και καταρρίπτουν την ουσιαστική βασιμότητα των αγωγικών θέσεων. Τις θέσεις αυτές των εναγόντων δεν μπόρεσαν να ενισχύσουν ούτε ο μαρτυράς τους, αλλά και ούτε ο ενόρκως με πρωτοβουλία τους βεβαιώσας, έτσι ώστε να μπορεί να σχηματισθεί θετική υπέρ των ισχυρισμών τους δικανική πεποίθηση και κρίση, όπως βασίμως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, προβάλλοντας την άμυνα τους κατά της αγωγής. Είναι χαρακτηριστικό το ότι ο Μ. Λ., κάτοικος ..., σε γραπτή από 6-11-05 βεβαίωση του αναφέρει ότι το καλοκαίρι του 1990 με τα μηχανήματα του πήγε, όπως γράφει (και θεωρήθηκε το γνήσιο της υπογραφής του από το Α.Τ. Βιλλίων), στο οικόπεδο του Σ. Λ. (πρώτου εναγομένου) στη θέση Ντρεστάνι (περιφερειακή οδός) και ισοπέδωσε και καθάρισε το οικόπεδο του εκτάσεως περίπου 2 στρεμμάτων, όταν συνόρευε Ανατολικά με άλλη ιδιοκτησία Λ. και Δυτικά με αγροτικό δρόμο, ότι τους άλλους συνορίτες δεν τους ξέρει, ότι τον πλήρωσε για τη δουλεία αυτήν ο Σ. Λ.ς, που είναι ιδιοκτήτης, ότι η εργασία διήρκεσε δύο ημέρες και ότι κανείς δεν τον ενόχλησε. Καθίσταται δε σαφές βάσει των προδιαλαμβανομένων σκέψεων ότι των ανωτέρω δύο επιδίκων - εδαφικών τμημάτων οι ενάγοντες δεν κατέστησαν κύριοι ούτε παραγώγως (με κληρονομική διαδοχή) και ούτε πρωτότυπος (με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία), κατά τα άνω εκτιθέμενα". Ακολούθως το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή των αναιρεσειόντων ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της μη απόκτησης της κυριότητας των επίδικων ακινήτων με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία - τακτική έκτακτη) διέλαβε πλήρεις και σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση και επομένως ο πρώτος μέρος πρώτο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Κατά τη σαφή έννοια του αριθμού 1 παραγρ. 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο, αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο μέρος δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων των άρθρων 974, 984, 987 και 993 ΑΚ τα δε διδάγματα κοινής πείρας είναι ότι η άσκηση νομής σε ακίνητο εκτείνεται σε όλα τα μέρη και τα σημεία του ακινήτου και δε νοείται νομή σε τμήμα ακινήτου - οικοπέδου εντός σχεδίου εκτός αν αυτό είναι διακεκριμένο ή συμφωνηθεί αλλιώς από τους συμβαλλόμενους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα αναφερόμενα ως άνω δεν συνιστούν δίδαγμα κοινής πείρας κατά την προεκτεθείσα έννοια. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 336§3, 339 και 395 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα δικαστικά τεκμήρια δύνανται να συναχθούν εξ οιουδήποτε εγγράφου, επομένως και από τις δηλώσεις ή βεβαιώσεις τρίτων, εκτός αν κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας συνετάγησαν πριν ή κατά την διάρκεια της δίκης ειδικά προς τον σκοπό όπως χρησιμεύσουν στη δίκη αυτή ως αποδεικτικό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθ. 11 παρ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο, που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του την από 6-11-2005 βεβαίωση του Μ. Λ. την οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι αν και δεν είχαν τηρηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 270§2 ΚΠολΔ δηλ. δεν είχε δοθεί ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμ/φου μετά προηγούμενη κλήτευση πριν 2 ημερών. Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός περί απαράδεκτου του ως άνω αποδεικτικού μέσου προτάθηκε στο Εφετείο, όπως διαγορεύει το άρθρο 562§2 ΚΠολΔ. Σε κάθε δε περίπτωση είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί κατά το άρθρο 270§2 ΚΠολΔ, που είχε εφαρμογή και στην κατ' έφεση δίκη (βλ. άρθρο 524 ΚΠολΔ), όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 11 του ν. 1748/1984 κατά τη διαδικασία ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου από το οποίο δικάστηκε η ένδικη υπόθεση, λαμβάνονται υπόψη αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, αν θεωρηθεί ότι η ως άνω έγγραφη δήλωση είναι αποδεικτικό μέσο που δεν πληροί τους όρους του νόμου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και, προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Όμως δεν γεννάται ο λόγος αυτό, αν και από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το από 10-11-1980 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Σ. Κ., το οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν στο Εφετείο με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της έφεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη των αγωγικών τους ισχυρισμών. Από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα" και από όλο το παραπάνω περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία ότι τούτο για το σχηματισμό της κρίσης του, στην οποία τελικώς κατέληξε, κατά τα προεκτιθέμενα, έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε μαζί με όλες τις υπόλοιπες αποδείξεις και το προαναφερόμενο έγγραφο και επομένως ο εξεταζόμενος ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13-2-2009 αίτηση της Α. Μ. κλπ για αναίρεση της 1425/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικΆ έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει ενιαίως στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, αφού δεν ήταν αναγκαία η χωριστή εκπροσώπηση τους από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αγωγή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου. Τρόποι κτήσεως κυριότητας και παράγωγος (κληρονομιά) και πρωτότυπος χρησικτησία. Λόγοι αναιρέσεως από 19. Παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας. Από 11α και 11 γ. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
null
null
0
Αριθμός 1660/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ό. Π. χας Ν., το γένος Θ. Τ., 2) Ε. Π. του Ν., 3) Β. Π. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Αγιασοφίτη, και 4) Α. Π. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Μ. του Κ. και 2) Ι. Μ. του Κ., αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Χιωτέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/8/2005 αγωγή του αρχικού διαδίκου Ν. Π., δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 428/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 121/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/9/2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 5/10/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Ο λόγος αναιρέσεως που πλήττει αιτιολογία της απόφασης που δεν στηρίζει το διατακτικό της είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενης απόφασης. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το .../5-3-1947 συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων (...) που μεταγράφηκε νόμιμα ο Ε. Γ. Π. απέκτησε την κυριότητα, νομή και κατοχή, πλην άλλων και των 688, 694, 695 και 697 κληροτεμαχίων της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Νεοκαισάρειας Ιωαννίνων έτους 1934, ενώ ήταν ήδη κύριος, νομέας και κάτοχος και του 698 κληροτεμαχίου του ίδιου αγροκτήματος. Μόλις απόκτησε τα παραπάνω ακίνητα, προέβη, το ίδιο έτος 1947, στην περίφραξη καθενός τούτων. Με την περίφραξη αυτή, περιέλαβε στα όμορα 688 και 694 κληροτεμάχια τμήμα εμβαδού 552,09 τετ. μέτρων από τη δυτική πλευρά του ανατολικά τούτων, ομόρου τους, 693 κληροτεμαχίου και έτσι η έκταση του τελευταίου αυτού κληροτεμαχίου μειώθηκε από 3.888 τετ. μέτρα, που αναγραφόταν στα οικεία στοιχεία διανομής, σε 3.335,91 τετ. μέτρα. Επίσης, με την ίδια περίφραξη, περιέλαβε στο 698 κληροτεμάχιο τμήμα εμβαδού 1.233,50 τετ. μέτρων από τη βόρεια πλευρά του όμορου 697 κληροτεμαχίου, με συνέπεια η έκταση του τελευταίου αυτού ακινήτου να μειωθεί από 6.710 τετ. μέτρα, που αναγραφόταν στα οικεία στοιχεία διανομής, σε 5.476,50 τετ. μέτρα. Τέλος, με την ίδια περίφραξη, χώρισε το 694 κληροτεμάχιο σε δυο τμήματα, το βόρειο και το νότιο, από τα οποία το νότιο τμήμα είχε έκταση 1.156,84 τετ. μέτρα. Από τότε συνεχώς μέχρι και σήμερα τα παραπάνω ακίνητα είναι διαχωρισμένα και καθένα έχει την έκτασή του, όπως ο διαχωρισμός και η έκτασή τους προέκυψαν από την ανωτέρω περίφραξή τους. Οι εκάστοτε κύριοι των ανωτέρω 693, 688, 694, 697 και 698 κληροτεμαχίων γνώριζαν και γνωρίζουν ότι καθένα των ακινήτων αυτών έχει πραγματική έκταση εκείνη που προέκυψε από την παραπάνω περίφραξη και έχουν αυτά στη νομή και κατοχή τους σ' όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα ως προς την έκταση αυτή, την οποία θεωρούν και ως την κανονική έκτασή τους. Έτσι, εξαιτίας των παραπάνω ενεργειών, μειώθηκε το εμβαδόν των ανωτέρω 693 και 697 κληροτεμαχίων σε σχέση με εκείνο που αναφέρεται στα στοιχεία της οικείας διανομής, ως προς τις παραπάνω, αντίστοιχα, εκτάσεις τους, που ενσωματώθηκαν στο όμορα κληροτεμάχια, όπως τα στοιχεία αυτά εκτέθηκαν ειδικότερα παραπάνω, ενώ το 694 κληροτεμάχιο χωρίστηκε σε δύο αυτοτελή τμήματα, έκτασης του νοτίου από τα εν λόγω τμήματα 1.156,84 τετ. μέτρων. Το έτος 1975 ο ανωτέρω Ε. Γ. Π. μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, με αιτία την πώληση και παρέδωσε έκτοτε στον εφεσίβλητο το νότιο τμήμα του ανωτέρω 694 κληροτεμαχίου, καθώς επίσης και το 697 κληροτεμάχιο, όπως η έκταση, το σχήμα και η μορφή των ακινήτων αυτών είχαν διαμορφωθεί από την παραπάνω κατά το έτος 1947 περίφραξή τους και ως προς τα οποία τα εν λόγω ακίνητα είχαν παραμείνει αμετάβλητα μέχρι τότε. Ο εφεσίβλητος έβλεπε και γνώριζε, ότι τα παραπάνω ακίνητα που αγόραζε είχαν τη συγκεκριμένη, κατά το χρόνο της αγοράς τους, έκταση και σχήμα και αγόρασε αυτά στην έκτασή τους αυτή και στο σχήμα τους τούτο, όπως δηλαδή αυτά είχαν διαμορφωθεί και υφίσταντο από το έτος 1947. Με άλλα λόγια, σκοπός των συμβαλλομένων στην ανωτέρω σύμβαση ήταν, να πουλήσει ο πρώτος και να αγοράσει ο δεύτερος τα παραπάνω ακίνητα, όπως αυτά είχαν στην πραγματικότητα στο χρόνο της αγοράς τους. Για τη σύμβαση αυτή συντάχτηκε το .../17-6-1975 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ελευθερίου Φαρμάκη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα (...). Στο συμβόλαιο, όμως, αυτό, ως προς την έκταση του 697 κληροτεμαχίου, δεν γράφηκε η ανωτέρω πραγματική έκταση του των 5.476,50 τετ. μέτρων, που πούλησε ο Ε. Γ. Π. και αγόρασε ο εφεσίβλητος, κατά την πραγματική βούλησή τους, αλλά η μεγαλύτερη έκταση που προέκυπτε από τα οικεία στοιχεία διανομής και, συγκεκριμένα, 6.740 τετ. μέτρα, αντί, από παραδρομή, των 6.710 τετ. μέτρων, που αναφέρεται στα στοιχεία αυτά. Επίσης, ως προς την έκταση του νοτίου τμήματος του 694 κληροτεμαχίου που πουλήθηκε, δεν γράφηκε η πραγματική έκταση .των 1.156,84 τετ. μέτρων, που, κατά την πραγματική βούλησή τους, πούλησε ο πρώτος και αγόρασε ο δεύτερος από τους παραπάνω συμβαλλομένους, αλλά η μεγαλύτερη έκταση των 2.000 τετ. μέτρων. Αργότερα, το έτος 1982, ο εφεσίβλητος αγόρασε από την Ε. Ν. και απέκτησε έκτοτε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή και το ανωτέρω 693 κληροτεμάχιο, πλην, όμως και αυτό στην έκταση των 3.335,91 τετ. μέτρων, το σχήμα και τη μορφή που είχε τότε, όπως δηλαδή τα στοιχεία αυτά είχαν προκύψει από την περίφραξη, στην οποία, σύμφωνα με τα παραπάνω, είχε προβεί ο Ε. Γ. Π., τα οποία στοιχεία και γνώριζε και στα οποία απέβλεψε με την αγορά του εν λόγω ακινήτου ο εφεσίβλητος. Για την τελευταία αυτή πώληση, συντάχτηκε το .../8-12-1982 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ελευθερίου Φαρμάκη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα (...). Πλην όμως και στο συμβόλαιο αυτό, ως προς την έκταση του ακινήτου που πουλήθηκε, δεν αναγράφηκε η πραγματική έκτασή του, εκείνη δηλαδή των 3.335,91 τετ. μέτρων, που πραγματικά και σύμφωνα με τη βούληση των συμβαλλομένων πουλήθηκε, αλλά η μεγαλύτερη έκταση των 3.888 τετ. μέτρων, που προέκυπτε από τα οικεία στοιχεία διανομής και αναφερόταν στα στοιχεία αυτά. Από το έτος 1947 συνεχώς μέχρι και σήμερα, τα παραπάνω τμήματα των 693 και 697 κληροτεμαχίων, τα οποία ενσωματώθηκαν στα όμορα κληροτεμάχια 688 και 694 του πρώτου και 698 του δευτέρου, όπως και το μέρος του νοτίου τμήματος του 694 κληροτεμαχίου που προαναφέρθηκε, εκείνου δηλαδή που υπολείπεται της έκτασης των 2.000 τετ. μέτρων του εν λόγω τμήματος, τα έχουν στη νομή και κατοχή τους οι εκάστοτε κύριοι των 688 και 698 κληροτεμαχίων και του βορείου τμήματος του 694 κληροτεμαχίου, οι οποίοι και ασκούν σ' αυτά όλες τις σύμφωνες με τη φύση και τον προορισμό τους πράξεις νομής και κατοχής με τη θέληση τους να είναι κύριοι αυτών, καλλιεργώντας τα με διάφορα προϊόντα, κυρίως, όμως, με τη χρήση τους ως βοσκοτόπων και, συγκεκριμένα, ο ανωτέρω Ε. Γ. Π. μέχρι το θάνατο του στις 25-10-1975, στη συνέχεια η χήρα του Ό., στην οποία περιήλθαν μαζί με τα παραπάνω κληροτεμάχια, μέχρι το θάνατο της στις 21-7-2000 και από τότε μέχρι και σήμερα οι εκκαλούντες, στους οποίους έχουν περιέλθει. Επίσης, ο εφεσίβλητος από τότε που απέκτησε τα παραπάνω ακίνητα μέχρι και το θάνατό του και στη συνέχεια οι κληρονόμοι του μέχρι και σήμερα, έχουν τα εν λόγω ακίνητα στη νομή και κατοχή τους μόνο ως προς την παραπάνω έκτασή τους που είχαν κατά το χρόνο της αγοράς τους και ουδέποτε άσκησαν κάποια πράξη νομής ή κατοχής στα τμήματα αυτών, τα οποία, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, είχαν αποσπαστεί με την ανωτέρω περίφραξη και είχαν ενσωματωθεί στα όμορα ακίνητα που προαναφέρθηκαν. Το έτος 2005 ο εφεσίβλητος προέβη με μηχανικό σε μέτρηση της έκτασης των ανωτέρω 693 και 697 κληροτεμαχίων, όπως και του νοτίου τμήματος του 694 κληροτεμαχίου που είχε αγοράσει. Από τη μέτρηση αυτή προέκυψε, ότι η έκταση των ανωτέρω ακινήτων δεν ήταν εκείνη που αναγραφόταν στα παραπάνω συμβόλαια αγοράς τους από τον εφεσίβλητο, δηλαδή εκείνη που αναφερόταν στα στοιχεία διανομής, αλλά η μικρότερη έκταση που προαναφέρθηκε, λόγω της, κατά τα παραπάνω, απόσπασης των ανωτέρω τμημάτων τους και της ενσωμάτωσης αυτών με την παραπάνω περίφραξη στα όμορα τους κληροτεμάχια. Μετά από αυτά, ο εφεσίβλητος, στηριζόμενος στα όσα αναγράφονται στα συμβόλαια αγοράς ως προς την έκταση των ακινήτων που αγόρασε, άσκησε την παραπάνω αγωγή, διεκδικώντας την έκταση των ακινήτων αυτών, η οποία είχε ενσωματωθεί με την παραπάνω περίφραξη στα όμορα ακίνητά τους. Ο εφεσίβλητος, εκτός των όσων προαναφέρθηκαν ως προς τη γνώση του, γνώριζε, ότι τα τμήματα που διεκδικεί στην πραγματικότητα δεν του πουλήθηκαν, ότι γι' αυτά δεν είχε καταβάλει τίμημα, ότι αυτά αποτελούσαν στην πράξη τμήματα των ανωτέρω ομόρων ακινήτων, ότι είχαν τα εν λόγω τμήματα στη νομή και κατοχή τους για ολόκληρο το παραπάνω χρονικό διάστημα τα ανωτέρω πρόσωπα και ότι ουδέποτε ο ίδιος είχε τα τμήματα αυτά στη νομή και κατοχή του (...). Σύμφωνα μ' αυτά, αφού οι παραπάνω επίδικες εκτάσεις ούτε πουλήθηκαν, ούτε μεταβιβάστηκαν, ούτε παραδόθηκαν ποτέ στον εφεσίβλητο, παρά τα όσα, σύμφωνα με τα ανωτέρω, αναγράφονται στα παραπάνω συμβόλαια, ως προς την έκταση των ακινήτων που αφορούν τα εν λόγω συμβόλαια, ούτε αυτός έλαβε ποτέ τα επίδικα ακίνητα στη νομή και κατοχή του ή άσκησε ποτέ οποιαδήποτε πράξη νομής και κατοχής σ' αυτά, δεν απέκτησε με τα παραπάνω συμβόλαια την κυριότητα των επιδίκων". και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων-εναγομένων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, και απέρριψε (το Εφετείο) ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, με την οποία ο τελευταίος ζητούσε να αναγνωρισθεί κύριος των επίδικων τμημάτων, εμβαδού 552,09 τ.μ., 843,16 τ.μ. και 1.233,50 τ.μ., αντίστοιχα, των υπ' αριθμ. 693, 694 και 697 κληροτεμαχίων και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, που τα νέμονται, να τα αποδώσουν σ' αυτόν (ενάγοντα). Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές του Εφετείου προκύπτει σαφώς ότι το δικαστήριο απέρριψε την ανωτέρω αγωγή με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε η κτήση κυριότητας του ενάγοντος επί των επιδίκων τμημάτων με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο και δη ούτε με παράγωγο (αγορά από κύριο) ούτε με πρωτότυπο (χρησικτησία), όπως είχε ισχυρισθεί ο ενάγων στην αγωγή του, όχι δε κατά παραδοχήν της ενστάσεως ιδίας κυριότητος που είχαν προβάλει οι εναγόμενοι και την οποία (απορριφθείσα πρωτοδίκως) δεν εξέτασε το Εφετείο. Με τον πρώτο και υπό την επίκληση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου (στοιχ. Ι και ΙΙΙ) προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε με τις ανωτέρω παραδοχές του τις διατάξεις των άρθρων 79§2 του Αγροτικού Κώδικα και 1§1 του α.ν. 431/1968 με τις οποίες απαγορεύεται η κατάτμηση και κατά την νομή τους των κληροτεμαχίων της οριστικής διανομής "αφού έτσι (με τις παραδοχές αυτές) ευθέως αναγνωρίζεται ότι ο δικαιοπάροχος των αντιδίκων και οι αντίδικοι νόμιμα νέμονται και κατέχουν τμήματα κληροτεμαχίων". Παρεκτός του ότι στην αναιρεσιβαλλομένη δεν περιέχεται κρίση για το αν οι αναιρεσίβλητοι (και ο δικαιοπάροχός τους) νέμονται και κατέχουν νόμιμα τα επίδικα τμήματα κληροτεμαχίων, ο εξεταζόμενος αυτός πρώτος λόγος αναιρέσεως δεν προσβάλλει την κατά τα ανωτέρω αιτιολογία της απόφασης που στηρίζει το διατακτικό της, κατά συνέπειαν δε και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αλυσιτελής και εντεύθεν απορριπτέος. ΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικά από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με το άρθρο 561§1 του ΚΠολΔ. Εν προκειμένω οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο και υπό την επίκληση του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου (στοιχ. Ι και ΙΙΙ) υποστηρίζουν ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπ' αριθμ. .../1975 και .../1982 ως άνω αγοραπωλητηρίων συμβολαίων με το να δεχθεί ότι η πωληθείσα με τα συμβόλαια αυτά προς τον δικαιοπάροχό τους έκταση ήταν 5476,50 και 1156,84 τ.μ., με το πρώτο και 3335,91 τ.μ., με το δεύτερο, αντί της αναγραφομένης στα εν λόγω συμβόλαια εκτάσεως των 6740 και 2000 τ.μ., και 3888 τ.μ., αντίστοιχα. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και το προπαρατεθέν περιεχόμενό της, το Εφετείο ανέγνωσε σωστά, ως έχουν, τα έγγραφα αυτά ως προς την αναγραφόμενη έκταση των πωλουμένων, πλην όμως μετά την εκτίμηση και των λοιπών αποδείξεων κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η πραγματική έκταση που πωλήθηκε με τα ειρημένα συμβόλαιο ήταν μικρότερη της αναγραφομένης και δη αυτή των 5476,50 και 1156,84 τ.μ., και 3335,91 τ.μ., αντίστοιχα, την οποία και δέχθηκε ως πωληθείσα το Εφετείο. Επομένως ο δεύτερος και τελευταίος αυτός λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-9-2009 αίτηση των Ό. Π. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθμ.121/2009 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δικονομία Πολιτική. Αναίρεση. Λόγοι. Λόγος αναιρέσεως που πλήττει αιτιολογία της απόφασης που δεν στηρίζει το διατακτικό της είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής. Πότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ. για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου (Επικυρώνει Εφ.Ιω. 121/2009)
null
null
0
Αριθμός 1659 /2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Π. του Π., 2) Ε. Π. του Π., 3) Χ. Π. του Π., 4) Κ. Θ. χήρας Γ., 5) Θ. Θ. του Γ. και 6) Γ. Θ. συζ. Γ. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Κουνέλη. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Βιομηχανικής Εταιρείας Νοσοκομειακού Εξοπλισμού με την επωνυμία "STERILE HELLAS" και έδρα το ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ευγενία Καλογεροπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/12/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του Θ. Σ. του Π. που δεν είναι διάδικος στην προκειμένη δίκη, η οποία κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 559/2002 μη οριστική, 44/2004 του ιδίου Δικαστηρίου και 6159/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/3/2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 6/5/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη τους. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδάφ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση. Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στην μετ' αναβολή δικάσιμο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει 1) ότι στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) ότι η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων, 3) ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της και 4) ότι εκείνος που παρίσταται στο ακροατήριο με δικηγόρο, στον οποίο όμως δεν αποδεικνύεται ότι έχει δοθεί νόμιμα ρητή σχετική πληρεξουσιότητα θεωρείται ως μη παριστάμενος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, εισάγεται προς συζήτηση η από 1-3-2008 αίτηση για αναίρεση της 6159/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, η εκδίκαση της οποίας αρχικά ορίσθηκε για τις 20-5-2009, οπότε η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε με αίτηση των αναιρεσειόντων για τη δικάσιμο της 3-11-2010. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε λόγω της διενέργειας των δημοτικών-περιφερειακών εκλογών της 7-11-2010. Στη συνέχεια με την από 17-12-2010 κλήση της αναιρεσίβλητης ορίστηκε νέα δικάσιμος για τις 19-10-2011, οπότε αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (19-9-2012). Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από το πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Κουνέλη και η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευγενία Καλογεροπούλου. Όμως δεν προκύπτει ότι και οι δεύτερη και πέμπτος των αναιρεσειόντων Ε. Π. και Θ. Θ. χορήγησαν νόμιμη πληρεξουσιότητα στον προαναφερόμενο δικηγόρο Βασίλειο Κουνέλη με κάποιον από τους συστατικούς τρόπους που προβλέπονται στο άρθρο 96 παρ.1 ΚΠολΔ, για να τους εκπροσωπήσει κατά την προκειμένη συζήτηση της υποθέσεως, δεδομένου ότι στο επικαλούμενο με αριθμό .../13-5-2009 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Μαρίας Λάσκαρη-Πετροπουλάκου δεν αναφέρονται να χορηγούν πληρεξουσιότητα οι ανωτέρω δεύτερη και πέμπτος των αναιρεσειόντων. Επομένως, οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν παρέστησαν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή με νόμιμα διορισμένο πληρεξούσιο δικηγόρο και ως εκ τούτου θεωρούνται ως δικονομικώς απόντες. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις από την επισπεύδουσα αναιρεσίβλητη επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες 4064γ και 4067γ/7-2-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της από 17-12-2010 κλήσεως της αναιρεσίβλητης και με επιμέλεια αυτής, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους δεύτερη και πέμπτο των αναιρεσειόντων Ε. Π. και Θ. Θ., αντίστοιχα, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, θεωρούνται ως δικονομικώς απόντες, με τις κάτω από την επιδοθείσα κλήση πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στην δικάσιμο της 19-10-2011, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 19-9-2012. Επομένως, παρά το ότι οι εν λόγω αναιρεσείοντες δεν έλαβαν μέρος κατά την προκείμενη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και έτσι θεωρούνται, όπως προαναφέρθηκε, ως δικονομικώς απόντες, εν τούτοις πρέπει, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο, αφού στη διάταξη αυτή ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους. Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπόλοιπων δικαστηρίων. Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ), ή αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), ή παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά (άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ). Ενόψει τούτων, οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 19 και 10, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και δη ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, ενώ έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, στερείται νόμιμης βάσης, διότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ότι απέρριψε το αίτημα της αγωγής τους περί παύσεως της διαταράξεως της κυριότητας των εμπράγματων δικαιωμάτων τους χωρίς απόδειξη, είναι απαράδεκτοι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Κανόνας δε ουσιαστικού δικαίου είναι η διαταγή της πολιτείας, η οποία αφού εκφραστεί με τους νόμιμους τύπους και δημοσιευθεί, περιέχει υποχρεωτικό για όλους κανόνα, που ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των προσώπων ή της Πολιτείας. Αντίθετα, η παραβίαση των δικονομικών διατάξεων δεν δημιουργεί το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε κάποιο δικονομικό κανόνα είναι απαράδεκτος. Δικονομικοί δε κανόνες είναι εκείνοι που καθορίζουν τα όργανα και τον τρόπο της παροχής ή της πραγματοποιήσεως της έννομης προστασίας, όπως αυτή προβλέπεται από το ουσιαστικό δίκαιο ή της επιβολής των κυρώσεων για την παράβαση ή μη τήρηση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η ως άνω διάταξη είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, καθόσον με αυτή ιδρύεται η δικονομική αρχή του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, κατά την οποία σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που δεν προβάλλονται με λόγο εφέσεως από το διάδικο, δεν μπορούν να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως από το Εφετείο, η εξουσία του οποίου οριοθετείται αποκλειστικά από τους λόγους εφέσεως, κύριους ή πρόσθετους, οι οποίοι προτείνονται από τον εκκαλούντα. Η παράβαση της δικονομικής αυτής αρχής ιδρύει κατά της εφετειακής απόφασης τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης της παρά το νόμο λήψεως υπόψη πραγμάτων (λόγων έφεσης) που δεν προτάθηκαν ενώπιον αυτού νομίμως. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο, και τελευταίο εξεταζόμενο, λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ. Σύμφωνα όμως με τα εκτεθέντα ανωτέρω, η διάταξη αυτή είναι δικονομικού δικαίου και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ότι δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες λόγους εφέσεώς τους είναι επίσης απαράδεκτος, διότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, δεν επιτρέπεται αναίρεση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1-3-2008 αίτηση των αναιρεσειόντων 1) Γ. Π. του Π. κ.λ.π. για αναίρεση της 6159/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων (αρ. 560 Κ.Πολ.Δ.). Δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από 559 αρ. 8, 19 και 10. Απαράδεκτος λόγος αναίρεσης από 560 αρ.1 για παράβαση κανόνων δικονομικού δικαίου.
null
null
1
Αριθμός 1658/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στην πόλη της Χίου και 2) Δ. Ζ. συζ. Ι., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Πηνελόπη Τασσοπούλου. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Μ. του Γ. και 2) Σ. Μ. του Μ., αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/3/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 118/2007 μη οριστική, 253/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 57/2010 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/7/2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 10/10/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξουσία των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τις εκθέσεις επίδοσης 11.280 και 11281/9.3.2011 της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χίου ..., προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της πληρεξούσιας δικηγόρου των αναιρεσειόνων, που επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτής (της 19.10.2012) επιδόθηκε νόμιμα στους αναιρεσιβλήτους. Οι τελευταίοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους. ΙΙ. Με το άρθρο 1831 παρ.2 του ΑΚ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 26 του ν.1329/1983, ορίζεται, ότι στην κληρονομία προσθέτονται, με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1835 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου, η οποία κατά το άρθρο 1831 υπολογίζεται στη κληρονομία, μπορεί να ανατραπεί εφόσον η κληρονομία που υπάρχει κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα. Αν έγιναν διαδοχικές δωρεές, η προηγούμενη είναι δυνατόν να προσβληθεί, εφόσον δεν επαρκεί η ανατροπή της μεταγενέστερης. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1825 και 1836 ΑΚ, προκύπτει, ότι σε μέμψη υπόκειται κάθε δωρεά σε μεριδούχο στην οποία προέβη ο κληρονομούμενος, όσο ζούσε, καθώς και κάθε δωρεά σε μη μεριδούχο-τρίτο- την οποία έκανε ο κληρονομούμενος στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον (ΑΠ 1527/2000, και ΑΠ 171/2003). Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1831 παρ.2 ΑΚ, δωρεά από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον είναι εκείνη που γίνεται από υποχρέωση του δωρητή προς το δωρεοδόχο, η οποία προκύπτει από συγκεκριμένες συνθήκες και στηρίζεται στις επιταγές της ηθικής και της αλληλεγγύης. Περαιτέρω, επί εικονικότητας, κατά τη διάταξη του άρθρου 138 παρ.2 ΑΚ- διάταξη η οποία έχει αυτοτέλεια σε σχέση με εκείνη της πρώτης παραγράφου του ίδιου άρθρου του ΑΚ η οποία αναφέρεται στην εικονικότητα της εμφανούς δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 32/1998)- η δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Εξάλλου, και η παροχή περιουσίας στο τέκνο από οποιονδήποτε γονέα του, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις και αποτελεί δωρεά (άρθρο 1509 ΑΚ). Ως ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο θεωρείται το ανάλογο προς την οικονομική, κοινωνική και οικογενειακή κατάσταση του γονέα κατά τη σύσταση της παροχής και μάλιστα τις ανάγκες του τέκνου προς το οποίο γίνεται η παροχή σε σχέση με την οικονομική κατάσταση των άλλων τέκνων του. Απορία του τέκνου δεν απαιτείται για τη σύσταση της γονικής παροχής αλλά μόνο η συνδρομή ανάγκης με τις παραπάνω προϋποθέσεις του άρθρου 1509 ΑΚ. Αν δεν συντρέχει περίπτωση ανάγκης, τότε η παροχή έχει την έννοια δωρεάς (ΑΠ 518/2006). Με τα δεδομένα αυτά, τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι η γονική παροχή είναι δωρεά στο σύνολό της ή μερικώς, δηλαδή ότι υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή μέμψης από τον ενάγοντα, ο οποίος, επομένως, έχει και το βάρος απόδειξής τους (ΑΠ 491/2009) τέλος κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται επαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο αποβιώσας χωρίς διαθήκη στις 15-8-2001 Γ. Μ. του Μ., άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του - και νόμιμους μεριδούχους - τα τρία τέκνα του, δηλαδή τους δύο ενάγοντες (τη θυγατέρα του Δ. και τον υιό του Ε.) και τον δεύτερο εναγόμενο υιό του Μ., δεδομένου ότι η σύζυγος του Σ. είχε προαποβιώσει εκείνου, τον Ιούνιο του 1998, αλλά δεν άφησε κληρονομιαία περιουσία (ο Γ. Μ.). Ωστόσο το έτος 1980, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1980 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Π. Γκέγκιου, που μεταγράφηκε νόμιμα, είχε αποκτήσει την κυριότητα ενός οικοπέδου εμβαδού 212,49 τ.μ, στη θέση Παλαιόκαστρο και στην οδό ... αρ. 7 στην πόλη της ..., με την επ'αυτού οικία, στην οποία και διέμενε μαζί με τη σύζυγο του μέχρι το χρόνο του θανάτου τους. Πρόκειται για παλαιά διώροφη οικία με υπόγειο, την οποία αργότερα ο αποβιώσας, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1998 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμ/φου Χίου Χρυσ.Αξιωτάκη που μεταγράφηκε νόμιμα, υπήγαγε στις διατάξεις του Ν. 3741/1929, δημιουργώντας, ως αυτοτελείς ιδιοκτησίες ένα διαμέρισμα στο ισόγειο, ένα διαμέρισμα στον πρώτο όροφο και ανά μία αποθήκη στο υπόγειο. Ακολούθως με το υπ' αριθμ. .../14-5-1998 συμβόλαιο γονικής παροχής της ίδιας ως άνω συμ/φου, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον υιό του δεύτερο εναγόμενο την ψιλή κυριότητα του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου εμβαδού 103 τ.μ. περίπου, καθώς και την ψιλή κυριότητα της μίας εκ των δύο αποθηκών του υπογείου, εμβαδού 12 τ.μ, περίπου, παρακρατήσας για τον εαυτό του την επικαρπία εφ'όρου ζωής. Η εν λόγω γονική παροχή της ψιλής-και μόνο-κυριότητας του παραπάνω διαμερίσματος και της αποθήκης του δεν υπερβαίνει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, λαμβανομένου υπόψη ότι, ενώ τα άλλα δύο τέκνα του αποβιώσαντος (οι ενάγοντες) διαμένουν σε ιδιόκτητες οικίες στην Αθήνα, ο δεύτερος εναγόμενος που ήταν το μόνο τέκνο του που κατοικούσε μόνιμα στη Χίο- και εκ των πραγμάτων βρισκόταν πιο κοντά στον ηλικιωμένο πατέρα του και τον βοηθούσε στα καθημερινά του προβλήματα- δεν διέθετε ιδιόκτητη κατοικία αλλά διέμενε σε μισθωμένη οικία. Έτσι ήταν εύλογο να θελήσει ο πατέρας του να βοηθήσει το συγκεκριμένο παιδί του, προβαίνοντας στην παραπάνω (μοναδική) γονική παροχή προς αυτόν, με το σκοπό, αφού ο εναγόμενος θα επισκεύαζε το διαμέρισμα, που, όπως και ολόκληρο το διώροφο κτίσμα, ήταν σε κακή κατάσταση - έχει μάλιστα κριθεί επικίνδυνο από το Τμήμα Πολεοδομίας του Δήμου Χίου, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 359/13/2-2-2004 έκθεση επικινδύνου-, να αποκτήσει δικό του σπίτι στη Χίο. Εξάλλου και οι ίδιοι οι ενάγοντες δεν αναφέρουν στην αγωγή τους, ούτε απέδειξαν, ποίο ήταν το υπερβάλλον ποσοστό κατά το οποίο η επίμαχη γονική παροχή συνιστούσε δωρεά εν ζωή του αποβιώσαντος, υποκείμενη σε ανατροπή, αρκούμενοι στον αβάσιμο ισχυρισμό ότι η γονική παροχή ήταν εξ ολοκλήρου δωρεά. Κατά συνέπειαν η δικαιοπραξία αυτή ως γονική παροχή πληρούσα τους όρους του άρθρου 1509 ΑΚ και όχι δωρεά, δεν υπόκειται σε ανατροπή με την αγωγή του άρθρου 1835 ΑΚ, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλούμενη απόφαση, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με τους σχετικούς λόγους εφέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Στη συνέχεια, τον Οκτώβριο του 1999, και αφού εν τω μεταξύ είχε αποβιώσει και η σύζυγός του τον Ιούνιο του 1998, ο Γ. Μ., με το υπ' αριθμ. .../16.10.1999 πωλητήριο συμβόλαιο της συμ/φου Χίου Χρυσούλας Αξιωτάκη που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε και μεταβίβασε στην πρώτη εναγόμενη εγγονή του Σ. Μ.Μ. (θυγατέρα του δεύτερου εναγομένου) το υπόλοιπο τμήμα της οικίας, δηλαδή το ισόγειο διαμέρισμα, εμβαδού 79,09 τ.μ. και τη δεύτερη αποθήκη του υπογείου εμβαδού 24,87 τ.μ. παρακρατώντας για τον εαυτό του το δικαίωμα οίκησης όσο ζει, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 11.404.774 δρχ. (33.470 ευρώ), που ήταν και η αντικειμενική του αξία όπως εκτιμήθηκε από την Εφορία. Όπως αναγράφεται στο ίδιο το συμβόλαιο, το τίμημα δεν το εισέπραξε ο πωλητής αλλά το άφησε στα χέρια της αγοράστριας, ως αντάλλαγμα "για τις προσωπικές της υπηρεσίες, εκδουλεύσεις και περιποιήσεις που υποχρεούται να παράσχει αυτή στο μέλλον προς τον πωλητή, εφ' όρου ζωής του, είτε στο μεταβιβαζόμενο είτε στο σπίτι της κατ' επιλογή του, αλλά και για όσες υπηρεσίες μέχρι σήμερα προσέφερε αυτή σ' αυτόν". Πράγματι, η πρώτη εναγομένη Σ. Μ., η οποία εκτός από εγγονή ήταν και πνευματικό τέκνο του Γ. Μ., αφού εκείνος την είχε βαπτίσει, διατηρούσε ιδιαίτερο συναισθηματικό δεσμό με τον παππού και νονό της και ήταν εκείνη που πραγματικά του συμπαραστάθηκε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, με τη βοήθεια και του πατέρα της δεύτερου εναγομένου. Ειδικότερα επισκεπτόταν καθημερινά τον παππού της (όπως και ο πατέρας της δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος, όπως χαρακτηριστικά καταθέτει ο ίδιος ο μάρτυρας των εναγόντων στο ακροατήριο "ήταν κάθε μέρα στο σπίτι του Γ. Μ."), φρόντιζε την ιατροφαρμακευτική του περίθαλψη, επέβλεπε και συνεργαζόταν με την οικιακή βοηθό για τη σωστή φροντίδα του αλλά και τη διαχείριση του νοικοκυριού του και παρείχε σ' αυτόν τις προσωπικές της φροντίδες φιλοξενώντας και περιθάλποντάς τον στο σπίτι της κατά τις ημέρες αργίας ("ρεπό") της εσωτερικής οικιακής βοηθού, ενώ του παρείχε και την ηθική στήριξη και συντροφιά που είχε ανάγκη. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι, εφόσον είχε προσληφθεί οικιακή βοηθός ο αποβιώσας δεν χρειαζόταν τις υπηρεσίες της εναγόμενης εγγονής του, ελέγχεται ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τα διδάγματα της λογικής και της κοινής πείρας, δεν αρκεί η πρόσληψη αλλοδαπής οικιακής βοηθού για τη φροντίδα του ηλικιωμένου και πάσχοντος πατέρα τους, αλλά είναι απαραίτητη, επί καθημερινής βάσεως, η παρουσία ενός οικείου του προσώπου, το οποίο θα επιβλέπει και θα κατευθύνει την αλλοδαπή βοηθό, θα την αναπληρώνει κατά τις απουσίες της και θα παρέχει όλες εκείνες τις υπηρεσίες που εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να προσφέρει η οικιακή βοηθός. Αυτό το έργο είχε αναλάβει η πρώτη εναγομένη (αφού οι ενάγοντες απουσίαζαν από τη ζωή του πατέρα τους, διαμένοντας μόνιμα στην Αθήνα, γεγονός που δεν αμφισβητείται), η οποία εναγομένη το εκτελούσε με αφοσίωση τόσο πριν από τη σύναψη του επίμαχου πωλητήριου συμβολαίου, όσο και μετά, για τα επόμενα δύο χρόνια μέχρι το χρόνο θανάτου του Γ. Μ. σε ηλικία 86 ετών. Για τα περιστατικά αυτά καταθέτουν μετά λόγου γνώσεως ιδίως η εξετασθείσα στο ακροατήριο μάρτυρας των εναγομένων (αδελφή της συζύγου του Γ. Μ.), που είναι του ίδιου βαθμού εξ αίματος συγγενής και με τις δύο διάδικες πλευρές και δεν έχει λόγους να μεροληπτήσει υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς, καθώς και η οικιακή βοηθός Έ. Β. (Λιθουανή) στην υπ' αριθμ. .../2002 ένορκη βεβαίωση της ενώπιον της συμ/φου Χίου Στυλιανής Γανιάρη, καθώς και οι λοιποί μάρτυρες των εναγομένων και δεν αναιρούνται οι καταθέσεις τους από τις καταθέσεις των μαρτύρων της άλλης πλευράς. Κατά συνέπειαν, η περιεχόμενη στο επίμαχο δωρητήριο συμβόλαιο δήλωση του πωλητή Γ. Μ. ότι αφήνει το τίμημα στα χέρια της αγοράστριας εγγονής του σε αντάλλαγμα των προς αυτόν υπηρεσιών της είναι εύλογη και ανταποκρινόμενη στα πράγματα και δεν αποδεικνύει ότι η πώληση ήταν εικονική, υποκρύπτουσα δωρεά όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Ακόμα όμως και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η πραγματική βούληση του πωλητή ήταν να δωρίσει το ακίνητο στην εγγονή του, η δωρεά αυτή, εν όψει των προεκτεθέντων, επιβαλλόταν από λόγους ευπρέπειας και ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος και επομένως, σε κάθε περίπτωση δεν υπόκειται σε ανατροπή". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι οι επίμαχες γονική παροχή και πώληση, ως μη όντας δωρεές του κληρονομούμενου Γ. Μ. προς τον ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο γιό του και την ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη εγγονή του, δεν προστίθενται στην κληρονομία αυτού προς υπολογισμό της νόμιμης μοίρας των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων τέκνων του, ούτε υπόκεινται σε διάρρηξη κατά το άρθρο 1835 ΑΚ, ακολούθως δε απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση των εναγόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με βάση αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της υπέρβασης του επιβαλλόμενου μέτρου για τη γονική παροχή και της εικονικότητας για την πώληση η οποία υποκρύπτει δωρεά, στα οποία και επιχειρείται η θεμελίωση της βάσης της αγωγής, διέλαβε στην απόφαση σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ που αναφέρθηκαν, και συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο ειδικότερη αιτίαση, επίσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, γιατί στήριξε την κρίση του στην ασαφή και ανεπαρκή αιτιολογία, ότι ακόμα όμως και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η πραγματική βούληση του πωλητή ήταν να δωρίσει το ακίνητο στην εγγονή του, η δωρεά αυτή, ενόψει των προεκτεθέντων, επιβαλλόταν από λόγους ευπρέπειας και ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος και επομένως, σε κάθε περίπτωση, δεν υπόκειται σε ανατροπή" πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αλυσιτελής, αφού η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης, ότι "η ... δήλωση του πωλητή Γ. Μ. ότι αφήνει το τίμημα στα χέρια της αγοράστριας εγγονής του σε αντάλλαγμα των προς αυτόν υπηρεσιών της είναι εύλογη, ανταποκρινόμενη στα πράγματα και δεν αποδεικνύει ότι η πώληση ήταν εικονική, υποκρύπτουσα δωρεά, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες", η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, αλλά και διότι είναι και αβάσιμη, εφόσον το Εφετείο με σαφήνεια δέχτηκε ότι η δήλωση του Γ. Μ. και ως δωρεά δεν υπόκειται σε ανατροπή. ΙΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, απαράδεκτος είναι ο λόγος αναίρεσης, αν υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 941/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1,8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί: α) ότι το αγοραπωλητήριο .../1999 ως άνω συμβόλαιο δεν είναι εικονικό "παρότι όλα τα- αναφερόμενα - πραγματικά και νομικά περιστατικά κατέτειναν στην πασίδηλη απόδειξη της εικονικότητάς του" και "υπέκρυπτε αυτό πασιδήλως δωρεά προς την β' αναιρεσίβλητη", γι' αυτό και "όφειλε να διατάξει την ανατροπή της σύμβασης αυτής ... ώστε να δυνηθ(ούν) οι αναιρεσείοντ(ες) να λάβουν τη νόμιμη μοίρα τους", και β) ότι συνέτρεχαν, όσον αφορά το .../1998 συμβόλαιο γονικής παροχής, οι όροι εφαρμογής του άρθρου 1509ΑΚ, "ενώ εκ των αδιαμφισβήτητων και αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών προέκυψε ότι ουδόλως συνέτρεχαν οι όροι αυτού", παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1509 ΑΚ περί γονικής παροχής, 1831 παρ.2 περί υπολογισμού της νόμιμης μοίρας, 1835 έως 1838 ΑΚ περί μέμψης άστοργης δωρεάς, σε συνδυασμό με το άρθρο 513 ΑΚ περί πώλησης, και 1839 έως 1845 ΑΚ περί αποκλήρωσης, τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, ενώ παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ανωτέρω ισχυρισμούς, τους οποίους οι αναιρεσείοντες είχαν νόμιμα προτείνει και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, απέρριψε την ένδικη αγωγή, την οποία, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, έπρεπε να την κάνει δεκτή. Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι αναιρεσείοντες υπό το πρόσχημα των ως άνω πλημμελειών από τους αριθμούς 1,8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων, αφού στο λόγο αυτό αναίρεσης αναφέρεται ότι το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί άλλα από εκείνα που δέχτηκε εσφαλμένα ως προς το κατ' ουσίαν βάσιμο της αγωγής, την οποία και έπρεπε να κάνει δεκτή. IV. Ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ισχυρισμού που νόμιμα προτάθηκε και που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να είναι όμως ορισμένος ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας και να μνημονεύεται, επίσης, στο ίδιο ότι έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών αυτών μέσων από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ουσιαστική απόρριψη της ένδικης αγωγής, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις "αποδεικτικά νοσηλείας αμφοτέρων των γονέων των αναιρεσειόντων και του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τους οποίους επί σειρά ετών φρόντιζαν οι αναιρεσείοντες ... τα εμβάσματα του πρώτου από τους αναιρεσείοντες προς τους γονείς τους, καθόλα τα χρόνια που υπηρετούσ(ε) ως α' μηχανικός του ΕΝ στα ποντοπόρα πλοία ... αποδεικτικά μέσα που προσκόμισ(αν) και από τα οποία κατερρίπτοντο όλοι οι ισχυρισμοί των αντιδίκων περί της προθέσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου να επισκευάσει την πατρογονική οικία ... ιατρικά πιστοποιητικά από τα οποία απεδεικνύετο η οικτρή κατάσταση της υγείας του πατέρα τους ... και τα έγγραφα από τα οποία απεδεικνύετο ότι ποτέ κανείς από τους αναιρεσείοντες δεν είχε λάβει καμμία παροχή από τους γονείς τους ..." που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών τους, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, εφόσον δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο. V. Σύμφωνα με τη διάταξη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει από 1.1.2002 ( άρθρο 15 του ν.2943/2001), αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντέσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί καμιά απόδειξη γι'αυτά -πράγματα- ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για τα εν λόγω πράγματα, όχι δε και εκείνα που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την απόρριψη της ένδικης αγωγής περί μέμψης ως άστοργων δωρεών στους ήδη αναιρεσιβλήτους εναγομένους των προεκτιθέμενων αυτοτελών ιδιοκτησιών από το Γ. Μ. με τα αναφερθέντα συμβόλαια γονικής παροχής και πώλησης, έλαβε παρά το νόμο υπόψη χωρίς απόδειξη τους ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων- "ότι η β' αναιρεσίβλητη δήθεν συμπαραστάθηκε στον παππού της- Γ. Μ. ... ότι η ίδια - β' αναιρεσίβλητη- "κατέβαλε" το τίμημα της πώλησης δια των υπηρεσιών της προς τον παππού της ... ότι ο υπέργηρος πατέρας των αναιρεσειόντων και του πρώτου αναιρεσιβλήτου και παππούς της δεύτερης αναιρεσίβλητης είχε πνευματική διαύγεια και βούληση ... ότι λόγοι ευπρέπειας και ιδιαίτερου καθήκοντος επέβαλαν τη γονική παροχή ... και ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος συνέδραμε οικονομικώς για τις σπουδές του πρώτου αναιρεσείοντος ..." και έτσι δέχτηκε ότι η γονική παροχή πληρούσε τους όρους του άρθρου 1509 ΑΚ και ότι δεν πρόκειται για δωρεές - όπως οι αναιρεσείοντες ενάγοντες ισχυρίστηκαν- και απέρριψε, έτσι, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι προβαλλόμενοι με αυτόν ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς με την έννοια του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων εναγομένων, με τα οποία πρόβαλλαν την άρνησή τους στην ένδικη αγωγή. VI. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται εις βάρος των αναιρεσειόντων, οι οποίοι ηττώνται, προεχόντως, ελλείψει αιτήματος, εκ μέρους των ερημοδικαζόμενων αναιρεσιβλήτων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16.7.2010 αίτηση των 1) Ε. Μ. του Γ. κ.α. για αναίρεση της 57/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου (μεταβατικής έδρας Χίου). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 1012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς που καλύπτεται κάτω από εικονική πώληση και σε σχέση με γονική παροχή που υπερβαίνει το μέτρο το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις, περιστατικά. Δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όταν υπό το πρόσχημα των άνω πλημμελειών πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας. Πράγματα, με την έννοια του αριθμού 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεν είναι τα πραγματικά επιχειρήματα, με τα οποία προβάλλεται άρνηση της αγωγής.
null
null
0
Αριθμός 1657/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Γ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ευαγγελία Μητράγκα-Νατσίνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Λ. του Θ., κατοίκου ... και 2) Ε. Λ. χήρας Α., το γένος Δ. Δ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά Τραυλό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/5/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 176/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 54/2010 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/7/2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 10/10/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ως προς τον πρώτο λόγο της από του αριθμό 11 περ. β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 237 παρ.1, 270 παρ.7 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν μετά την αντικατάστασή τους, αντίστοιχα, από τα άρθρα 7 παρ.1, 12 και 16 παρ.3 του ν. 2915/2001, και έως την αντικατάστασή τους από τα άρθρα 23, 28 και 44 παρ.1 του ν. 3994/13.7.2011, έχουν δε εν προκειμένω εφαρμογή κατά τα άρθρα 72 παρ.2 του ίδιου 3994/13.7.2011 και 12 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 594 παρ.1 ΚΠολΔ, το οποίο έχει εν προκειμένω εφαρμογή, ενόψει των άρθρων 7 παρ.3 του ν. 2915/2001 και 7 παρ.6 του ν.3043/2002, προκύπτει, ότι οι διάδικοι, επί έφεσης κατ' απόφασης μονομελούς πρωτοδικείου που αφορά σε υπόθεση που εκδικάζεται με την τακτική διαδικασία, πρέπει να καταθέσουν έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο όλα τα αποδεικτικά και διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις τους, και έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση μπορούν να προσκομίσουν ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις κατά το άρθρο 390 μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε παρά το νόμο υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Από τις διατάξεις που προεκτέθηκαν προκύπτει, ότι αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, των οπίων η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 11 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποτελούν και τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός αν προσκομίσθηκαν- όπως και ένορκες βεβαιώσεις καθώς και γνωμοδοτήσεις κατά το άρθρο 390- έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση (ΑΠ 1480/1997 ΕλλΔνη 40.79, ΑΠ 87/997 ΝοΒ. 45.1420). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσαν οι εκκαλούσες και ήδη αναιρεσίβλητες στο Εφετείο και της προσθήκης τους που έγινε στις 9.11.2009, ήτοι τρεις εργάσιμες ημέρες μετά συζήτηση της έφεσης κατά της εκκαλούμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης- το οποίο είχε δικάσει την ένδικη διεκδικητική του επίδικου ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων και την είχε απορρίψει ως κατ'ουσίαν αβάσιμη κατά παραδοχή ως βάσιμης και κατ' ουσίαν της ένστασης ιδίας κυριότητας του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου με βάση την έκτακτη χρησικτησία (ΑΚ 1045)- οι εκκαλούσες και ήδη αναιρεσίβλητες για πρώτη φορά στην προσθήκη στις προτάσεις τους επικαλέστηκαν και προσκόμισαν τα εξής έγγραφα, ήτοι, α) τη με αριθμό πρωτ. 34599/15.10.2008 βεβαίωση του Δήμου Κοζάνης και β) τις με αριθμό 63/26.3.1965 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Κοζάνης. Το Εφετείο, - το οποίο απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου- ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και δέχτηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένδικη διεκδικητική του επίδικου ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων, κάνοντας και κατ' ουσίαν δεκτή την έφεσή τους κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, είχε εκφέρει αντίθετη κρίση- βεβαιώνει στην απόφασή του, ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την απόρριψη της ένστασης ιδίας κυριότητας και την παροχή της ένδικης αγωγής , έλαβε υπόψη του, χωρίς καμμία εξαίρεση, όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ δε αυτών και τα δύο ως άνω έγγραφα, τα οποία και ειδικά μνημονεύει, αναλύοντας το περιεχόμενό τους. Όμως, υπό τα πραγματικά αυτά δεδομένα, το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, ήτοι την προεκτιθέμενη βεβαίωση του Δήμου Κοζάνης και την πιο πάνω απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Κοζάνης, τα οποία οι διάδικοι δεν προσκόμισαν νόμιμα με επίκληση και, έτσι, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο πρώτο λόγο από τον αριθμό αυτό 11 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος, συνακόλουθα, και πρέπει να γίνει δεκτός. ΙΙ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), οι δε αναιρεσίβλητες, οι οποίες ηττώνται, να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 54/2010 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κατάθεση εγγράφων έως το τέλος της συζητήσεως στο ακροατήριο. Πότε κατατίθενται μετά τη συζήτηση. Αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν των οποίων η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 11 περ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αποτελούν και τα έγγραφα που προσκομίστηκαν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός αν προσκομίστηκαν έως τη δωδεκάτη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση.
null
null
0
Αριθμός 1655 /2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. συζ. Γ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Θεοδωρόπουλο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Μ. συζ. Χ., το γένος Β. Κ., 2) Χ. Μ. του Κ., 3) Σ. Τ. του Κ. και 4) Μ. Τ. συζ. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Παπαγεωργίου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/1/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και των: 1) Ε. Ρ. συζ. Κ. και 2) Κ. Ρ., που δεν είναι διάδικοι στην προκειμένη δίκη, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3472/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 7235/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/1/2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 10/9/1012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τα άρθρα 140 και 141 ΑΚ, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση, όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία. Η πλάνη αυτή μπορεί να αφορά ακόμη και στο περιεχόμενο της δηλώσεως, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δηλώσεως. Επομένως, πλάνη είναι η εσφαλμένη γνώση της απαιτουμένης για τον προσδιορισμό της βούλησης του δηλούντος πραγματική κατάσταση, προς την πλάνη δε με την παραπάνω έννοια εξομοιώνεται και η έλλειψη γνώσης (άγνοια) της πραγματικής κατάστασης, όταν δεν είναι συνειδητή εκ μέρους του δηλούντος, όταν δηλαδή αυτός δεν είναι εν γνώσει ότι αγνοεί την απαιτούμενη πραγματική κατάσταση, διότι αν έχει πλήρη επίγνωση της αγνοίας του δεν πλανάται. Περαιτέρω, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι, όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να δεχτεί, ότι, η υπάρχουσα χειρόγραφη παραπομπή με τη φράση "ο υπόγειος διάδρομος που φαίνεται στο σχεδιάγραμμα του υπογείου για την εξυπηρέτηση των θέσεων στάθμευσης (γκαράζ) είναι κοινόχρηστος" στην .../1986 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγελίας Αντωνοπούλου ("δήλωση θέσεως σταθμεύσεως αυτοκινήτων" του ν. 1221/1981 Απαλλ/ση υπέρ ΟΤΑ για γκαράζ), στη σύνταξη της οποίας πράξεως παρέστη και υπόγραψε η αναιρεσείουσα, όπως και οι λοιποί διάδικοι - ιδιοκτήτες των αναφερόμενων ιδιοκτησιών, δεν είναι προϊόν πλάνης της αναιρεσείουσας, η οποία γνώριζε το περιεχόμενο και τις έννομες συνέπειες που απέρρεαν από την ως άνω συμβολαιογραφική πράξη και την παραπομπή στο περιθώριο αυτής και ότι έτσι ουδεμία διάσταση δηλώσεως και δικαιοπρακτικής βουλήσεως υπήρξε στο πρόσωπο της δικαιοπρακτούσας αναιρεσείουσας, παραβιάσθηκαν τα διαδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνίστανται στο ότι "ουδείς παραιτείται μονομερώς, ούτε μεταβιβάζει περιουσιακό του στοιχείο είτε κατά κυριότητα είτε κατά χρήση άνευ ανταλλάγματος, πολύ περισσότερο όταν έχει διαθέσει για την αγορά του περιουσιακού του στοιχείου τις οικονομίες μιας ολόκληρης ζωής, όταν μάλιστα επί εικοσαετία τέτοιου είδους χρήση δεν έλαβε χώρα". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 140, 141 και 142 ΑΚ, που επικαλείται η αναιρεσείουσα ή την υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων, για τις οποίες (εξακρίβωση και εκτίμηση) κρίνουν ανελέγκτως τα δικαστήρια της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα αγωγικό ισχυρισμό της, ότι "η συγκεκριμένη πραγματική κατάσταση, η οποία διαμόρφωσε τη βούλησή της, ήταν η ανάγκη εκδόσεως οικοδομικής άδειας, που επέβαλε την εμφάνιση απλώς και όχι τη δημιουργία διαδρόμου λόγω της τότε μη θεσμοθετήσεως της οδού ..., και επομένως όχι η πραγματική παραχώρηση στην κοινή χρήση ιδιόκτητου, ιδιοχρησιμοποιουμένου και αναγκαίου για τις βιοτικές της ανάγκες χώρου". Από την προσβαλλόμενη απόφαση όμως, προκύπτει, ότι το Εφετείο έκρινε, ότι δεν αποδείχθηκε εξαπάτηση και παραπλάνηση της ενάγουσας-αναιρεσείουσας ως προς το περιεχόμενο, την αιτία και τις έννομες συνέπειες των ένδικων μεταβιβάσεων, αφού αυτή παραστάθηκε κατά τη σύνταξη της επίδικης δηλώσεως και υπέγραψε τόσο τη δήλωση αυτή όσο και την παραπομπή και γνώριζε το περιεχόμενο αλλά και τις έννομες συνέπειες που απέρρεαν από την ένδικη .../1986 πράξη της συμβολαιογράφου Ευαγγελίας Αντωνοπούλου και γι' αυτό ουδεμία διάσταση μεταξύ δηλώσεως και δικαιοπρακτικής βουλήσεως υπήρξε στο πρόσωπο της δικαιοπρακτούσας αναιρεσείουσας. Επομένως, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, και, συνακόλουθα, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24-1-2010 αίτηση της αναιρεσείουσας Ε. συζ. Γ. Μ. για αναίρεση της 7235/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλάνη. Μπορεί να αφορά ακόμη και στο περιεχόμενο της δηλώσεως. Εξομοιώνεται και η έλλειψη γνώσης (άγνοια) της πραγματικής κατάστασης, όταν δεν είναι συνειδητή εκ μέρους του δηλούντος. Δίδαγμα κοινής πείρας. Δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν παραβαίνει τα διδάγματα κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Έννοια πραγμάτων από τον αριθμό 8 περ. β΄ - Δεν θεμελιώνεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε.
null
null
0
Αριθμός 1654/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ι. Π., συζ. Δ., το γένος Π. Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Καυκούλα. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κόλλια. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/11/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αγίας Άννας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2003 του ιδίου Δικαστηρίου, 387/2004 μη οριστική και 1/2011 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/4/2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 10/9/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 του Α.Κ., αποκτά κάποιος κυριότητα με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, όπως είναι και η πώληση, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβληθεί σε μεταγραφή. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δίκασαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε τα εξής: "Η καθ' ης η κλήση -εφεσίβλητη - ενάγουσα, με το .../2002 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Αγίας Άννας Νικολάου Παπατριανταφύλλου, το οποίο μεταγράφηκε νομίμως στον τόμο ... και με αριθμό μεταγραφής 40 του Υποθηκοφυλακείου Αγίας Άννας, απέκτησε την κυριότητα από τον δικαιοπάροχο πατέρα της Π. Θ. του Γ. ενός δασοτεμαχίου με αριθμό 2137 του κτηματολογικού πίνακος αναδασμού της Αγίας Άννας. Το ακίνητο αυτό βρίσκεται στη θέση "ΜΑΡΤΙΝΗ" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Νηλέως, φέρεται εκτάσεως, κατά ως άνω τον τίτλο κτήσεως, 1380,00 τ.μ. και διαχωρίζεται από κοινοτικό δρόμο σε δύο τεμάχια. Το τεμάχιο, όπου βρίσκεται το επίδικο εδαφικό τμήμα, φέρεται εκτάσεως 480,00 τ.μ., συνορεύει δε ανατολικώς εν μέρει με ιδιοκτησία καλούντος - εκκαλούντος - εναγομένου, εν μέρει με ιδιοκτησία Π. Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Π. Θ., δυτικώς με δημόσιο δρόμο, βορείως με ιδιοκτησία Τ. και νοτίως με ιδιοκτησία Γ.. Στον προαναφερόμενο δικαιοπάροχο της καθ' ης η κλήση - εφεσίβλητου -εναγούσης περιήλθε λόγω ατύπου αγοράς από τον Δ. Κ. το έτος 1979. Το επίδικο, κατά τα υποστηριζόμενα από την καθ' ης η κλήση - εφεσίβλητη -ενάγουσα και τα δεχθέντα από την εκκαλουμένη, έχει έκταση 80,00 τ.μ. και συνορεύει ανατολικώς με ακίνητο του αντιδίκου της, βορείως με ακίνητο Τ., νοτίως με λοιπό ακίνητο της και δυτικώς με δημοσία οδό. Ο τελευταίος έχει στην περιοχή, όπου κείται το επίδικο, δύο γειτονικά προς αυτό και εφαπτόμενα μεταξύ τους ακίνητα και συγκεκριμένα: 1) Το αγροτεμάχιο - ελαιώνα με αριθμό ... του κτηματολογικού πίνακος αναδασμού της Αγίας Αννας, εκτάσεως 813,00 τ.μ., το οποίο περιήλθε στον δικαιοπάροχο πατέρα του Α. Κ. το έτος 1969 μετά το πέρας της διαδικασίας αναδασμού, και 2) το αγροτεμάχιο με αριθμό ... του κτηματολογικού πίνακος αναδασμού της Αγίας Άννας, εκτάσεως 437,00 τ.μ., το οποίο περιήλθε στον ανωτέρω δικαιοπάροχο πατέρα του λόγω ατύπου αγοράς από τον Β. Μ. του Ι. το έτος 1967. Περαιτέρω, η μάρτυρας του καλούντος - εκκαλούντος -εναγομένου κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι από τη δεκαετία του 1940 μάζευε στην περιοχή ελιές, γνώριζε τον πατέρα του ανωτέρω διαδίκου, διότι ήταν γείτονες, όπως και ότι τα προαναφερόμενα ακίνητα (με αριθμούς 1 και 2) τα έσπερνε μέχρι πάνω, εννοώντας μέχρι το δημόσιο δρόμο. Επίσης, κατέθεσε ότι ο πατέρας του καλούντος -εκκαλούντος - εναγομένου νεμόταν τα ίδια ως άνω ακίνητα και πριν τον αναδασμό, φυτεύοντας ελαιόδενδρα και συλλέγοντας τους καρπούς τους, αρχικώς ο ίδιος και εν συνεχεία τα τέκνα του, ότι το επίδικο έχει ελαιόδενδρα και ότι πότε δεν είδε εντός αυτού τον πατέρα της καθ' ης η κλήση -εφεσίβλητου - εναγούσης ή τα τέκνα του ή κάποιον να ενεργεί δια λογαριασμό τους. Στο ίδιο μήκος κύματος ο ενόρκως εξετασθείς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αγίας Άννας Νικολάου Παπατριανταφύλλου, Ε. Α. του Ι., κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι από το έτος 1987 οργώνει τα χωράφια των διαδίκων και των δικαιοπαρόχων τους, ότι τα ακίνητα του καλούντος -εκκαλούντος - εναγομένου είχαν και έχουν πρόσβαση στον ασφαλτοστρωμένο δρόμο, ότι ο δικαιοπάροχος της καθ' ης κλήση- εφεσίβλητου - εναγούσης, όταν τον έβλεπε για λογαριασμό του αντιδίκου του να οργώνει το επίδικο, δεν διαμαρτυρήθηκε ότι οργώνει δική τους έκταση, ότι είχε οργώσει\και το ακίνητο της τελευταίας αλλά ποτέ δεν του είχε υποδείξει- να το οργώσει μέχρι την ιδιοκτησία του Τ., ότι οι ποικιλίες των ελαιοδένδρων που βρίσκονται στο επίδικο με αυτές που βρίσκονται στο ακίνητο της καθ' ης η κλήση - εφεσίβλητου -εναγούσης είναι διαφορετικές ("μανάκι" στο πρώτο και "κορομπλάτη" στο δεύτερο) και ότι το έτος 1994 που ψεκάζει ο πατέρας της καθ' ης η κλήση - εφεσίβλητου - εναγούσης το ακίνητο του για αγριόχορτα ουδέποτε έχει ψεκάσει το επίδικο. Οι καταθέσεις αυτές κρίνονται αξιόπιστες, διότι οι ανωτέρω μάρτυρες καταθέτουν μετά λόγου γνώσεως, η μεν πρώτη ως ιδιοκτήτρια γειτονικού ακινήτου στην ίδια περιοχή, ο δε δεύτερος ως αγρότης και χειριστής αγροτικών μηχανημάτων που αναλαμβάνει τη φροντίδα αγρών της ευρύτερης περιοχής. Επίσης, σε αντίθεση με τον μάρτυρα της καθ' ης η κλήση - εφεσίβλητου - εναγούσης, ο οποίος τυγχάνει πατέρας και δικαιοπάροχος της, οι προαναφερόμενοι μάρτυρες δεν προσδοκούν κάτι από την έκβαση της παρούσης δίκης. Το γεγονός ότι το ... ακίνητο του καλούντος -εκκαλούντος - εναγομένου δεν είναι τυφλό αλλά εφάπτεται της παρακείμενης δημοσίας οδού αποδεικνύεται από την επισκόπηση των τοπογραφικών διαγραμμάτων του αναδασμού και της Γ.Υ.Σ. τα οποία συντάχθηκαν τα έτη 1965 - 1966 το πρώτο και 1970 το δεύτερο, ήτοι σε ανύποπτο χρόνο και πριν ξεσπάσει η αντιδικία μεταξύ των διαδίκων. Επιπροσθέτως, η διορισθείσα από το παρόν Δικαστήριο πραγματογνώμονας διαπίστωσε ότι το επίδικο έχει έκταση 75,00 τ.μ. και ότι τα επιμέρους τμήματα του ακινήτου της καθ' ης η κλήση - εφεσίβλητου - εναγούσης υπολείπονται σε εμβαδά κατά 926,00 τ.μ. του αναγραφομένου στον προαναφερόμενο κτηματολογικό πίνακα. Από την άλλη πλευρά, οι ιδιοκτησίες του καλούντος - εκκαλούντος - εναγομένου είναι κατά 30,00 τ.μ. μεγαλύτερες. Συνεπώς, προτείνει να αντιμετωπισθούν ως έχουν και ευρίσκονται σήμερα, δηλαδή ως αγροτεμάχια εκτός σχεδίου πόλεως. Βάσει όλων αυτών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε την καθ' ης η κλήση -εφεσίβλητη - ενάγουσα κυρία του επιδίκου έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Τούτο διότι, κατά τα ανωτέρω δεχθέντα, το επίδικο ακίνητο έχει έκταση 75,00 και όχι 80,00 τ.μ., το ακίνητο της καθ' ης η κλήση - εφεσίβλητου - εναγούσης δεν συνορεύει βορείως με ακίνητο ιδιοκτησίας Τ. και διότι το ... ακίνητο του καλούντος - εκκαλούντος - εναγομένου δεν είναι τυφλό αλλά εφάπτεται της παρακείμενης δημοσίας οδού. Ακολούθως το δίκασαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχτηκε την έφεση του εναγομένου και ως βάσιμη κατ'ουσίαν και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο παραβίασε ευθέως τις εφαρμοστέες ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις των άρθρων 1033, 1192 επ. και 1509 Α.Κ., αφού στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ήτοι αρκέστηκε σε λιγότερα περιστατικά από αυτά που απαιτούνται βάσει των ως άνω κανόνων δικαίου, για την απόρριψη της ένδικης αγωγής. Επομένως ο σχετικός πρώτος λόγος, αναίρεσης από τον αριθμ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ)., Τέλος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσιβλήτου (άρθρου 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Aναιρεί την 1/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που δίκασε ως Εφετείο. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναγνωριστική αγωγή κυριότητας. Τρόπος κτήσης κυριότητας παράγωγος. Βάσιμος λόγος αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση.
null
null
0
Αριθμός 1653/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Λ. Τ. του Ν., κατοίκου ... και 3) Σ. συζ. Κ. Κ., το γένος Ν. Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Πολυξένη Τσιτσώνη. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Τ. του Β., κατοίκου ..., 2) Μ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 3) Μ. Τ. του Β., κατοίκου ... και 4) Μ. συζ. Α. Μ., το γένος Ε. Κ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι μεν 1ος και 4η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σεραφείμ Τσούκη, οι δε 2η και 3η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά Σταμόπουλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/1/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μουζακίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 50/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/7/2010 αίτησή τους και τους από 3/8/2012 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 10/9/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης και των προσθέτων λόγων αναίρεσης. Η πληρεξουσία των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 980 πρ.1 ΑΚ προκύπτει, ότι ο νομέας, όταν έχει παραχωρήσει την κατοχή του πράγματος βάσει μισθωτικής σύμβασης, τη νομή του πράγματος ασκεί με το μισθωτή, ο οποίος ενεργεί ως εκπρόσωπός του. Από δε τις διατάξεις της παρ.2 του ιδίου άρθρου -980 ΑΚ- και του άρθρου 982 ΑΚ προκύπτει, ότι, στην περίπτωση αυτή, ο αντιπρόσωπος, όσο διατηρεί την κατοχή του πράγματος, τεκμαίρεται ότι το κατέχει στο όνομα του αντιπροσωπευομένου και ότι η νομή δεν χάνεται για τον αντιπροσωπευόμενο νομέα, προτού ο αντιπρόσωπος εκδηλώσει την πρόθεσή του να νέμεται το πράγμα για τον εαυτό του ή άλλον και ο αντιπροσωπευόμενος λάβει γνώση τούτου (ΑΠ 1289/2002). Περαιτέρω, από τα άρθρα 574, 612 παρ.1, 619, 620, 632, 641 και 1710 ΑΚ προκύπτει, ότι η μισθωτική σχέση είναι κληρονομιτή και κατά συνέπεια και σε περίπτωση θανάτου του εκμισθωτή στη μισθωτική σχέση υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του (εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου) μόλις αποδεχθούν την κληρονομία (ΑΚ 1846, 1847, 1850, 1857, 1940) χωρίς να χρειάζεται και η προηγούμενη μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής, αφού πρόκειται για κτήση ενοχικής σχέσης και όχι κυριότητας (ΑΚ 1846 σε συνδυασμό με 1192, 1198-ΑΠ 1524/2001). Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 249, 251, 1094 και 1095 ΑΚ η κατάληψη, αν η κατοχή του πράγματος έγινε με βάση έννομη σχέση, που παρέχει έναντι του ιδιοκτήτη το δικαίωμα της κατοχής, όπως είναι η σύμβαση της μίσθωσης πράγματος, μόλις λήξει η σχέση αυτή συνιστά προσβολή του δικαιώματος κυριότητας και συνεπώς έκτοτε αρχίζει η παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής. Αν όμως, μολονότι η προαναφερόμενη έννομη σχέση έληξε, τόσο ο ίδιος ο αντιπρόσωπος, όσο και ο κληρονόμος του, εξακολουθούν να κατέχουν το πράγμα με την ιδιότητα αυτή (ως αντιπρόσωποι) ο αντιπροσωπευόμενος νομέας δεν χάνει, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά, τη νομή του και άρα δεν αρχίζει η παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής του εις βάρος του πριν οι πρώτοι (αντιπρόσωπος ή κληρονόμοι του) εκδηλώσουν πρόθεση να νέμονται το πράγμα για τον εαυτό τους ή άλλον και τούτου λάβει γνώση εκείνος (αντιπροσωπευόμενος νομέας - ΑΠ 1289/2002). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 των άρθρων 559 και 560 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Ο Β. Τ. με το με αριθμό .../7.3.1942 συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νόμιμα ... απέκτησε λόγω αγοράς από τη μητέρα του, Μ. συζ. Α. Τ., μεταξύ άλλων, το 1/7 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου εμβαδού 4 1/2 στρεμμάτων που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια του χωριού Νεβροβουνίου στη θέση "Ρεβύθια", το οποίο συνορεύει με ιδιοκτησίες Β. Κ., κληρονόμων Δ. Κ. και Β. Τ. ... . Ο Β. Τ. απεβίωσε την 30-8-1979 χωρίς να αφήσει διαθήκη και οι τρεις πρώτοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) ενάγοντες με τη με αριθμό .../15.6.2006 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Πειραιά Ευδοκιάννας Χρυσάφη, που μεταγράφηκε ... αποδέχτηκαν για λογαριασμό τους και για λογαριασμό της μητέρας τους η οποία απεβίωσε μεταγενέστερα από τον πατέρα τους, την 2.12.2004, την κληρονομία του αποβιώσαντος πατέρα τους ...". Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε, "ότι ο δικαιοπάροχος των (ήδη αναιρεσιβλήτων) εναγόντων, Β. Τ., μετά την προαναφερθείσα αγορά του ιδανικού μεριδίου από τη μητέρα του, κατά τη δεκαετία του 1950, απέκτησε τη νομή του όλου (ως άνω) ακινήτου ... εμβαδού 4 1/2 στρεμμάτων περίπου ... . Ο ανωτέρω ήταν κάτοικος Αθηνών και για το λόγο αυτό με το με αριθμό .../31.8.1971 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο του τότε συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρου Ζιάκα κατέστησε τον αρχικά εναγόμενο (δικαιοπάροχο των ήδη αναιρεσειόντων) Ν. Τ., με τον οποίο ήταν συγγενείς και είχαν άριστες σχέσεις, γενικό και ειδικό πληρεξούσιό του, μεταξύ άλλων ... να διαχειρίζεται την ακίνητη περιουσία του στο Πευκόφυτο Καρδίτσας ... (και) με το από 1.9.1971 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, η γνησιότητα του οποίου δεν αμφισβητήθηκε, εκμίσθωσε στον αρχικά εναγόμενο και δύο αγροκτήματα στο Πευκόφυτο, ένα από τα οποία είναι και το προαναφερθέν αγροτεμάχιο εμβαδού 4 και 1/2 στρεμμάτων, κείμενο στη θέση "Ρεβύθια", για χρονικό διάστημα δύο ετών, με μίσθωμα το ήμισυ των καρπών (επίμορτη αγροληψία). Η μίσθωση αυτή μετά τη λήξη (της διετίας) ανανεώθηκε σιωπηρά για αόριστο χρόνο, δεδομένου ότι ο προαναφερόμενος μισθωτής εξακολουθούσε να το χρησιμοποιεί χωρίς εναντίωση των εναγόντων μέχρι και το έτος 1979 οπότε ο εκμισθωτής απεβίωσε. Ο τελευταίος ήδη κατά το έτος 1976 είχε μεταβιβάσει τη νομή σε τρία διαιρετά τμήματα του μείζονος ακινήτου στα αδέλφια του Δ. Ρ., Κ. Τ. και Χ. Τ.. Στον τελευταίο μεταβίβασε τη νομή σε τμήμα του μείζονος ακινήτου εμβαδού 1000,78 τ.μ. ... το οποίο ανωτέρω κατά το έτος 1993 μεταβίβασε λόγω δωρεάς στην τέταρτη (ήδη αναιρεσίβλητη) ενάγουσα. Μετά την προαναφερθείσα μεταβίβαση της νομής σε άλλα δύο διαιρετά τμήματα ο Β. Τ. ήταν αποκλειστικά νομέας ενός τμήματος του μείζονος ακινήτου, εμβαδού 1.839,14 τ.μ. ... . Τα ανωτέρω εδαφικά τμήματα απεικονίζονται στο από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2006 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα της αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ι. Γ.. Ο αρχικά εναγόμενος παρέμεινε στο ως άνω ακίνητο ως αντιπρόσωπος του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και ακολούθως ως αντιπρόσωπος των εναγόντων μέχρι και το έτος 2005. Ο τελευταίος δεν αποδείχθηκε ότι είχε εκδηλώσει πρόθεση να νέμεται το ως άνω ακίνητο ούτε ότι γνωστοποίησε τέτοια πρόθεση ούτε στο δικαιοπάροχο των εναγόντων ούτε μεταγενέστερα στους ίδιους τους ενάγοντες. Οι ενάγοντες για πρώτη φορά έλαβαν γνώση ότι ο αρχικά εναγόμενος Ν. Τ. αντιποιείται τη νομή τους και προβάλλει ίδια δικαιώματα κυριότητας κατά το έτος 2006, οπότε και έλαβαν γνώση ότι αυτός προέβη στην περίφραξη τμήματος 1.400 τ.μ. περίπου του- ως άνω- ακινήτου εμβαδού 1.839 τ.μ. των τριών πρώτων εναγόντων και ολόκληρου του - ως άνω - ακινήτου (εμβαδού 1000,78 τ.μ.) της τέταρτης ενάγουσας. Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό του αρχικά εναγομένου, ότι "νέμεται τα επίδικα από το έτος 1935, οπότε και περιήλθαν στη νομή του μετά το θάνατο του πατέρα του Δ. Τ., ως κληρονόμου αυτού ... καθώς, εάν ο αρχικά εναγόμενος ... ήταν πράγματι κύριος ... δεν θα εκμίσθωνε το μείζον ακίνητο (των 4,5 στρεμμάτων) από το δικαιοπάροχο των εναγόντων με το από 1.9.1971 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης το οποίο φέρει τη μη αμφισβητηθείσα υπογραφή του. Όλες οι πράξεις που έκανε ο τελευταίος στο επίδικο, ήτοι φύτευση δένδρων και καλλιέργεια αυτών και κατασκευή τοιχείου (δέχτηκε το πιο πάνω Δικαστήριο, ότι) δεν τις έκανε διανοία κυρίου αλλά δυνάμει της προαναφερθείσας ενοχικής σχέσης, της μίσθωσης, σε εκτέλεση της οποίας απέδιδε μέρος της σοδειάς στο δικαιοπάροχο των εναγόντων μετά το θάνατο αυτού στους ενάγοντες ...". Με βάση τις πραγματικές αυτές παροχές το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην κρίση, ότι οι τρεις πρώτοι ενάγοντες έγιναν συγκύριοι του πρώτου ακινήτου και η τέταρτη ενάγουσα κυρία του δεύτερου ακινήτου με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας που αποτελούσε την επικουρική βάση της ένδικης -από 2.1.2008- διεκδικητικής των επίδικων ακινήτων αγωγής των αναιρεσιβλήτων, ως έχοντας νεμηθεί τα επίδικα ακίνητα αυτά με συνυπολογισμό του δικού τους χρόνου χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων τους, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας (ΑΚ 1045, 1051), και δέχτηκε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση. Κρίνοντας, έτσι, το πιο πάνω Δικαστήριο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα, εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε ευθέως τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ για την άσκηση της νομής ακινήτου με αντιπρόσωπο την απόκτησή του με έκτακτη χρησικτησία και για τη μίσθωση, ούτε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 223 ΑΚ που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες για την παύση της πληρεξουσιότητας του Β. Τ. λόγω του θανάτου του στις 30.8.1979, η οποία -πληρεξουσιότητα- είχε δοθεί σ' αυτόν με το προεκτιθέμενο -.../31.8.1971- συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, και συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. ΙΙ. Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, επίσης, η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 980 παρ.2, 982, 641 και 644 του ΑΚ, δεδομένου ότι, προκειμένου να θεμελιώσει το πόρισμά του αναφορικά με την κτήση από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους της κυριότητάς τους επί των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, εσφαλμένα δέχτηκε ότι ο αρχικά εναγόμενος συνέχισε και μετά το θάνατο του Β. Τ. να κατέχει τα επίδικα ως αντιπρόσωπός τους- των εναγόντων-, ενόψει του ότι τόσο κατά την αγωγή όσο και κατά την έφεσή τους κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μετά το έτος 1979 τα επίδικα ακίνητα είχαν εκμισθωθεί σε τρίτους. Ο πρόσθετος αυτός λόγος αναίρεσης, προεχόντως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της παραπάνω πλημμέλειας, πλήττεται αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). ΙΙΙ. Ο ενάγων, αν τη διεκδικητική ακινήτου αγωγή του στηρίζει στην έκτακτη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεστεί τη νομή στο επίδικο και το χρόνο (εικοσαετία -ΚΠολΔ 118 εδάφ. 4, 216 και ΑΚ 1045). Ο ακριβής χρόνος λήξης της μίσθωσης διεκδικούμενου ακινήτου δεν αποτελεί στοιχείο θεμελιωτικό της διεκδικητικής αγωγής που έχει ως βάση την έκτακτη χρησικτησία, αφού ο εναγόμενος μισθωτής και μετά τη λήξη της μίσθωσης και εωσότου γίνει γνωστό ότι αντιποιείται το μίσθιο-επίδικο ακίνητο-εξακολουθεί να το κατέχει ως αντιπρόσωπος του νομέως (ΑΚ 980 παρ.1 και 982 - ΑΠ 1289/2002). Επομένως, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για νομική αοριστία της ένδικης αγωγής, επειδή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι δεν εξέθεταν σ' αυτόν "πότε ακριβώς και με ποιες ακριβώς ενέργειες έληξε η ανωτέρω μίσθωση", παρεκτός της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η αοριστία αυτή- η οποία και δεν εμπίπτει σε καμιά από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ- προτάθηκε νόμιμα από τους αναιρεσείοντες στο Δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ 562 παρ.2), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. IV. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια των άρθρων 559 παρ. 1 εδάφ. β' και 560 παρ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΟλΑΠ 2/2008, 8, 10, 11/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδάφιο β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η φύτευση των δένδρων και η κατασκευή του τοίχου αντιστήριξης επί των επιδίκων έγιναν από το δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων Ν. Τ. - όχι ως διακατοχικές πράξεις, αλλά- στα πλαίσια της μίσθωσης, περί της οποίας το ανωτέρω από 1.9.1971 ιδιωτικό συμφωνητικό και να απορρίψει τον ανωτέρω ουσιώδη ισχυρισμό του, ότι "νέμεται τα επίδικα από το έτος 1935 ...", παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι "ουδείς μισθωτής φυτεύει στο μίσθιο αγρό δένδρα, σε βραχυπρόθεσμες μισθώσεις, εκτός αν πρόκειται για μακροχρόνιες μισθώσεις διάρκειας 30ετίας, αφού δεν πρόκειται να κάνει απόσβεση των εξόδων και συγχρόνως είναι υποχρεωμένος να πληρώνει μίσθωμα. Και ουδείς μισθωτής κάνει τοίχους αντιστήριξης του μισθίου αγρού, όταν είναι γνωστό ότι οι δαπάνες κατασκευής τέτοιων τοίχων αντιστήριξης είναι μεγάλες και ποτέ δεν πρόκειται να κάνει απόσβεση αυτών". Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού τα αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή των συγκεκριμένων για την χρησικτησία (των άρθρων 1045 επ. ΑΚ) που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης. V. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, επιμεριζόμενα σε αυτούς λόγω της χωριστής τους υπεράσπισης (άρθρα 76, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20.7.2010 αίτηση και τους από 3.8.2012 πρόσθετους λόγους των 1) Θ. Ν. Τ. κ.α., για αναίρεση της 50/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, που δίκασε ως Εφετείο. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ, επιμεριζόμενα σε αυτούς λόγω της χωριστής τους υπεράσπισης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άσκηση νομής πράγματος από αντιπρόσωπο με βάση έννομη σχέση μίσθωση- που έληξε. Περιεχόμενο διεκδικητικής αγωγής. Ο ακριβής χρόνος λήξης της μίσθωσης διεκδικούμενου ακινήτου δεν αποτελεί στοιχείο θεμελιωτικό της διεκδικητικής αγωγής που έχει ως βάση την εντατική χρησικτησία. Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεν ιδρύεται, όταν, υπό την επίκληση της εν λόγω πλημμέλειας πλήττεται αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης. Διδάγματα της κοινής πείρας. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, όταν τα αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά αναφέρονται στην ουσία την υπόθεσης.
null
null
0
Αριθμός 1652/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βασιλακόπουλο. Των αναιρεσβλήτων: 1) Α. Θ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Σιγάλα, και 2) Π. Θ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/7/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6419/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 3999/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Νοεμβρίου 2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αργύριος Σταυράκης, ανέγνωσε την από 1/9/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 16/11/2010 αίτηση της Ε. Ι. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3999/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 του ΑΚ και 363, 367 του ΠΚ προκύπτει ότι εκδηλώσεις που γίνονται για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, όταν δεν περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης και από τον τρόπο που έλαβαν χώραν ή από τις περιστάσεις δεν προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δεν αποτελούν άδικη πράξη και δεν συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας, με αποτέλεσμα να μην οφείλεται στην περίπτωση αυτή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφαρμόζει κανόνα δικαίου που ήταν εφαρμοστέος στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως και όταν δεν εφαρμόζει κανόνα του οποίου δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ο λόγος δε αναιρέσεως του ίδιου άρθρου 559 ριθ.19 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συνεπεία ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών δεν δημιουργείται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της απόφασης εκτίθενται χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν κατά νόμον το αποδεικτικό της πόρισμα και το διατακτικό της, με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου. ΙΙ. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι μεταξύ της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) και των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) υπήρχε σφοδρή αντιδικία από το έτος 2000 σχετικά με το δικαίωμα κυριότητας επί ενός ακινήτου, εκτάσεως 3630 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Μαραθώνα Αττικής και για το οποίο είχαν ανοιγεί μεταξύ των διαδίκων οι αναφερόμενες πολιτικές δίκες. Περαιτέρω δέχεται το Εφετείο τα εξής: "Παράλληλα με τις ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων δίκες υπήρξαν διάφορες καταγγελίες και ασκήθηκαν μηνύσεις εις βάρος του πρώτου εναγομένου και επακολούθησαν καταδίκες του. Στα πλαίσια της ως άνω περιγραφόμενης σφοδρής αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων και με αφορμή ένα περιστατικό ρίψης μπάζων μέσα στο επίδικο ακίνητο, ο πρώτος εναγόμενος, στις 20-3-2001, μετέβη στο αστυνομικό τμήμα Μαραθώνα και υπέβαλε μήνυση μεταξύ άλλων και σε βάρος της ενάγουσας, για τις πράξεις της αυτοδικίας, αγροτικής κλοπής και της αγροτικής φθοράς, ισχυριζόμενος ότι η ενάγουσα εισήλθε στο ως άνω (επίδικο) ακίνητο, κατέστρεψε τα μέσα σε αυτό ευρισκόμενα οικοδομικά υλικά, δηλαδή 130 τσιμεντόλιθους, προέβη σε εκσκαφή του ακινήτου και στη φύτευση 15 ελαιοδένδρων, αφαίρεσε ξυλεία και 160 περίπου κυβικά μέτρα κηπευτικό χώμα, συνολικής αξίας 700.000 περίπου δραχμών. Στη συνέχεια, την ίδια μέρα, μετέβη και ο δεύτερος εναγόμενος στο αστυνομικό τμήμα Μαραθώνα και υπέβαλε και αυτός έγκληση, μεταξύ άλλων και σε βάρος της ενάγουσας, για τις πράξεις της απειλής και της εξύβρισης. Την ίδια ημέρα, η ενάγουσα μετέβη στο αστυνομικό τμήμα, προκειμένου, όπως η ίδια ισχυρίζεται, να εκφράσει παράπονα για τη ρίψη των μπάζων στο επίδικο ακίνητο και, επειδή είχε εκδοθεί διαταγή αναζήτησής της, κατόπιν της έγκλησης του δεύτερου εναγομένου (...) και στα πλαίσια της αυτόφωρης διαδικασίας, συνελήφθη και κρατήθηκε μέχρι τις 22-3-2001, οπότε προσήχθη στον αρμόδιο Εισαγγελέα, ο οποίος όρισε ρητή δικάσιμο και διέταξε την άρση της κράτησης της. Κατά τη δίκη ενώπιον του αρμόδιου ποινικού Δικαστηρίου, την 1η Ιουνίου 2005, συνεπεία των ως άνω δύο εγκλήσεων, προφανώς λόγω της επίλυσης, δια της δικαστικής οδού, του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του επίδικου ακινήτου των διαδίκων, αφού είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση ήδη από το Μάρτιο του 2004 και αναμενόταν η εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμό 1.233/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, οι μηνυτές ανακάλεσαν τις εγκλήσεις τους όσον αφορά τα διωκόμενα μόνο κατ' έγκληση αδικήματα της αυτοδικίας από κοινού, της απειλής και της εξύβρισης, για τα οποία έπαυσε η ποινική δίωξη σε βάρος της ενάγουσας, και αυτή κηρύχθηκε αθώα για τα αδικήματα της αγροτικής κλοπής και της αγροτικής φθοράς. Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι εναγόμενοι, όταν καταμήνυσαν την ενάγουσα για τις προαναφερόμενες πράξεις, δεν επιδίωξαν την ποινική της δίωξη με σκοπό να προσβάλουν την προσωπικότητα της και να θίξουν την τιμή και την υπόληψη της, όπως η ίδια ισχυρίζεται, αλλά ενήργησαν μέσα στα πλαίσια της μακροχρόνιας αντιδικίας τους και προκειμένου να προασπίσουν τα συμφέροντα τους και να υπερασπίσουν το δικαίωμα της κυριότητας του πρώτου εναγομένου, το οποίο αμφισβητούσε η ενάγουσα. Δεν αποδείχθηκε, άλλωστε, ότι τα περιστατικά που ανέφεραν στις μηνύσεις τους ήταν παντελώς ψευδή, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, αφού η υπόθεση δεν υπέστη τη βάσανο της διεξοδικής εξέτασης κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, μετά την ανάκληση των εγκλήσεων και λόγω της, για το λόγο αυτό, τεκμαιρόμενης επιθυμίας των διαδίκων να τερματιστούν οι αντιδικίες τους, όπως συμβαίνει συνήθως σε ανάλογες περιπτώσεις, Επίσης, οι εναγόμενοι δεν ευθύνονται για το γεγονός της σύλληψης της ενάγουσας, το οποίο έλαβε χώρα λόγω της εφαρμογής της αυτόφωρης διαδικασίας και από αυτό δεν προκύπτει κάποιας μορφής υπαιτιότητα των εναγομένων για την πρόκληση στενοχώριας και ταλαιπωρίας στην ενάγουσα, από το περιστατικό της κράτησής της. Συνεπώς, οι εναγόμενοι, κατά αντικειμενική κρίση, ενήργησαν για την προστασία των δικαιωμάτων τους και, από μόνο το γεγονός της ανάκλησης των εγκλήσεών τους, δεν προκύπτει ότι τα περιστατικά που ανέφεραν σε αυτές ήταν αναληθή. Επίσης, οι ενέργειες τους, κρίνεται ότι δεν υπερβαίνουν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο για την άσκηση των δικαιωμάτων τους. Συνεπώς, αυτοί δεν ενήργησαν παράνομα, ενόψει του ότι ο παράνομος χαρακτήρας τής κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 914 και 920 Α.Κ. αδικοπραξίας κατά της προσωπικότητας, που τελείται με την προσβολή της τιμής και της υπόληψης άλλου, αίρεται, κατά το άρθρο 367 ΠΚ, το οποίο εφαρμόζεται, όσον αφορά την παρανομία, ως συστατικό στοιχείο τής κατά τις ανωτέρω διατάξεις αδικοπραξίας. Συνεπώς. πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η ένσταση του άρθρου 367 ΠΚ, που προβλήθηκε από τους εκκαλούντες - εφεσίβλητους - εναγομένους με τους ισχυρισμούς τους ότι ενήργησαν προς προάσπιση των συμφερόντων τους και προς υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους". Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης ποσού 500.000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης την οποία είχε υποστεί η τελευταία, κατά την αγωγή, από τις ως ανωτέρω εκδηλώσεις (ενέργειες) των αναιρεσιβλήτων και την εξ αυτών προσβολή της προσωπικότητάς της και η οποία (αγωγή) είχε γίνει εν μέρει και δη δια το ποσό των 10.000 ευρώ δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και το προαναφερθέν διατακτικό της απόφασής του και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ειρημένων ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 363 και 367 του ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, αναφέροντας (το Εφετείο) μεταξύ των άλλων και ότι οι ανωτέρω ενέργειες (καταγγελίες κ.λ.π.) των αναιρεσιβλήτων αποτελούν εκδηλώσεις που έγιναν για τη διαφύλαξη (προστασία) των αμφισβητούμενων δικαιωμάτων τους επί του επίδικου ακινήτου, περί του οποίου η προηγηθείσα σφοδρή αντιδικία μεταξύ των διαδίκων, και οι οποίες ενέργειες επομένως δεν αποτελούν άδικη πράξη, αφού περαιτέρω, και κατά τις ίδιες παραδοχές του Εφετείου, δεν περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης ούτε έγιναν προς τον σκοπό εξυβρίσεως της αναιρεσείουσας (άρθρ. 367 του ΠΚ), είναι δε αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον μοναδικό, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ, λόγο, σκέλος Α' και Β' της αιτήσεώς της. ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει vα απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16-11-2010 αίτηση της Ε. Ι. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3999/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αδικοπραξία. Προσωπικότητα. Εκδηλώσεις που γίνονται για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, όταν δεν περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης και από τον τρόπο που έλαβαν χώρα ή από τις περιστάσεις δεν προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δεν αποτελούν άδικη πράξη και δεν συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας. Δικονομία Πολιτική. Αναίρεση. Αβάσιμοι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. Επικυρώνει ΕΑ 3999/2010
null
null
0
Αριθμός 1651/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΛΑΝΤΑ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΙ - ΔΙΑΝΟΜΑΙ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. χας Γ. Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Χαρίτο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 821/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5166/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-7-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ανδρέας Δουλγεράκης, διάβασε την από 21-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι πρώτος, τέταρτος και πέμπτος. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τα άρθρα 335, 338 έως 341 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων, στις υποθέσεις που δικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 664 επ. του ΚΠολΔ, περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, που έγιναν νομοτύπως, κατά το άρθρο 671 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου, πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Οι βεβαιώσεις αυτές αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα. Επομένως μόνη η μνεία στην απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου, ότι ελήφθησαν υπόψη τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν αποδεικνύει και ότι ελήφθησαν υπόψη και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες οι ίδιοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει. Η επίκληση των αποδεικτικών μέσων μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ. Θεωρείται δε ότι το αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση, έχει και προσκομιστεί, εφόσον η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο. Εάν το Δικαστήριο δεν συνεκτιμήσει όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη, με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κρατήσεως κατά του νομίμου εκπροσώπου της, δεύτερης αναιρεσίβλητης, να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και να του καταβάλλει τους μισθούς υπερημερίας, τη διαφορά της πρόσθετης συμφωνηθείσας ετήσιας παροχής του έτους 2004, την οικειοθελή πρόσθετη παροχή του Μαρτίου 2005 και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ο αναιρεσείων, προς απόδειξη των θεμελιούντων την αγωγή πραγματικών περιστατικών προσκόμισε και επικαλέστηκε, εκτός άλλων, και την με αριθ. .../9-5-2006 ένορκη βεβαίωση, που δόθηκε στη συμβολαιογράφο Αθηνών Αικατερίνη Τόλια, η οποία λήφθηκε μετά από νόμιμη, πριν 24 ώρες, κλήτευση των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος στο Εφετείο, που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι την παραπάνω ένορκη βεβαίωση επικαλέστηκε ενώπιον του Εφετείου για την απόδειξη των κρίσιμων πραγματικών ζητημάτων, που αναφέρονται στην αποδοτικότητα του, τη συμμετοχή του στην προωθητική ενέργεια της KELLOGG'S το μήνα Μάρτιο του 2005, και την αιτία απόλυσης του. Ούτε όμως από τη γενική διαβεβαίωση, που περιέχεται στην απόφαση, ότι το Εφετείο συνεκτίμησε, την υπ' αριθμ. .../28-4-06 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Σ. Μ. ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Αικατερίνης Τόλια, που προσκομίζει ο ενάγων, τις προσκομιζόμενες από τους εναγόμενους υπ' αριθμ. ..., ..., .../9-5-2006 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Βασιλικής Ρέλια, (της υπ' αριθμ. 4617/9-5-2006 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της ανωτέρω Συμβολαιογράφου του μέλους του Δ.Σ. της εναγόμενης Χ. Ε., μη λαμβανομένης υπόψη ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο), τις υπ' αριθμ. ..., ..., .../8-4-08 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδικείου Κρωπίας, και τα νοµίµως προσκοµιζόµενα και επικαλούµενα έγγραφα, ούτε από το υπόλοιπο σκεπτικό της απόφασης αυτής προκύπτει, ενόψει και της προαναφερόμενης δικονομικής φύσης των ενόρκων βεβαιώσεων, ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την παραπάνω ένορκη βεβαίωση, αφού η τελευταία, σε αντίθεση με τις λοιπές, δεν μνημονεύεται ειδικώς, ούτε και γίνεται άλλη άμεση ή έμμεση αναφορά στο περιεχόμενο της, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση επιβαλλόταν, ενόψει και του ότι, με τον έβδομο λόγο της έφεσης του, ο αναιρεσείων είχε παραπονεθεί, ειδικά, για τη μη λήψη υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ίδιας ένορκης βεβαίωσης. Επομένως, το Εφετείο, εφόσον δεν προκύπτει ότι, για τον σχηματισμό της κρίσης του, έλαβε υπόψη την άνω ένορκη βεβαίωση, που θεωρείται ότι προσκομίστηκε, αφού η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο, υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, το οποίο ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε, και είναι βάσιμοι οι, περί αυτού, δεύτερος από τον αρ. 11 γ' και τρίτος (αληθώς) από τον ίδιο αριθμό του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αναίρεσης. Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση (κατά την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 12 παρ. 4 Ν. 4055/2012), προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές, άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας των (άρθρ.183 και 176 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 5166/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Το Εφετείο, εφόσον δεν προκύπτει ότι, για το σχηματισμό της κρίσης του, έλαβε υπόψη την ένορκη βεβαίωση, υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, το οποίο ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε, και είναι βάσιμοι οι, περί αυτού, δεύτερος και τρίτος από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αναίρεσης.
null
null
1
Αριθμός 1647/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Λ. του Α., κατοίκου ... και 2) Α. Ε. - Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Αποστολάτο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΗ ΕΠΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΗ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, αλλά και ως μέλος της Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΞΕΛΚΑ ΑΕ - ΕΜΠΟΡΙΚΑΙ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - ΟΙΚΟΔΟΜΗ ΑΕ - ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Δ. - Β. Φ. του Σ., κατοίκου ..., 4) Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., 5) Α. Α. του Σ., κατοίκου ..., 6) Σ. Α. του Σ., κατοίκου ... και 7) Κ. Π. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανέστη Μπαμπατζιμόπουλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17588/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 443/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-9-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 4-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 70 ΑΚ, δικαιοπραξίες, που επιχείρησε μέσα στο όρια της εξουσίας του το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως βασική αρχή του δικαίου των νομικών προσώπων η περιουσιακή αυτοτέλεια του νομικού προσώπου έναντι των μελών του και αντιστρόφως. Περαιτέρω, κατά τους ορισμούς του άρθρου 71 ΑΚ, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων του, τα οποία αντιπροσωπεύουν αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 65, 67 και 68 ΑΚ και εκφράζουν τη βούλησή του, εφόσον η πράξη ή παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί, και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως για τον πράξαντα ή τον παραλείψαντα, που ευθύνεται και αυτός σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο. Ειδικότερα, στην ανώνυμη εταιρία και στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης ο νόμιμος αυτών εκπρόσωπος δεν έχει μεν προσωπική υποχρέωση για τα χρέη της εταιρίας, είναι, όμως, δυνατή η ευθύνη του από αδικοπραξία κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Η αρχή, δηλαδή, της μη ευθύνης του νομίμου εκπροσώπου δεν ισχύει, όταν υπάρχει ευθύνη αυτού από αδικοπραξία, κατά τις γενικές αρχές, οπότε θεμελιώνεται και ιδιαίτερη ευθύνη αυτού. Ειδικότερα και όσον αφορά την εταιρία περιορισμένης ευθύνης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 61, 65, 68, 70 και 71 ΑΚ, με εκείνες των άρθρων 6,8,9§1, 17§1 και 18§1 του Ν. 3190/1955 "περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης" προκύπτει ότι η ΕΠΕ από τη νόμιμη σύστασή της σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου μπορεί, με το καταστατικό ή με απόφαση της γενικής συνέλευσής της, να αναθέτει τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και την εκπροσώπηση της και σε ένα μόνο πρόσωπο εταίρο της ή μη, αποκαλούμενο διαχειριστή, ο οποίος, με την ιδιότητά του αυτή, την εκπροσωπεί και ενεργεί στο όνομά της κάθε πράξη διαχείρισης και διάθεσης που ανάγεται στο σκοπό της εταιρικής επιχείρησης, για κάθε δε αδικοπραξία που τελεί κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων σ' αυτόν καθηκόντων ευθύνεται έναντι των ζημιωθέντων τρίτων εκτός από την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ο ίδιος εις ολόκληρον με εκείνη. Την ύπαρξη όμως τέτοιας ευθύνης του δεν δημιουργεί μόνη η ιδιότητά του ως διαχειριστή (εκπροσώπου) της εταιρείας. Περαιτέρω, η αθέτηση της συμβάσεως καθεαυτή δεν συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρ. 914 ΑΚ. Η προσβολή εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου δικαιώματος που πηγάζει από σύμβαση συνιστά μεν πράξη παράνομη, οι έννομες όμως συνέπειες της παραβάσεως ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη μη εκπλήρωση της παροχής και όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, οι οποίες εφαρμόζονται μόνον σε περιπτώσεις συρροής ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, δηλαδή σε περιπτώσεις πράξεων οι οποίες και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενες θα ήταν καθαυτές παράνομες. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Π.Δ. 248/1993, μεσίτης αστικών συμβάσεων είναι το φυσικό πρόσωπο ή εμπορική εταιρία κάθε είδους που μεσολαβεί για τη σύναψη των αστικών συμβάσεων πωλήσεως, ανταλλαγής, μισθώσεως ακινήτων και παραχωρήσεως ακινήτων προς ανοικοδόμηση µε αντιπαροχή ή υποδεικνύει ευκαιρία για τη σύναψη τέτοιων συµβάσεων, ενώ κατά το άρθρο 2§1 του αυτού Π.Δ/τος, για την άσκηση του επαγγέλματος του µεσίτη αστικών συµβάσεων ο ενδιαφερόμενος πρέπει να εγγραφεί στο οικείο Επιμελητήριο της έδρας του. Η υποχρέωση εγγραφής αρχίζει στην περίπτωση των φυσικών προσώπων από την έναρξη της εμπορικής τους δραστηριότητας και στην περίπτωση των νομικών προσώπων από τη σύστασή τους. Εξάλλου, κατά το άρθρο 15Α του ν. 2000/1991, όπως προστέθηκε με το άρθρο 70§2 του Ν. 2065/1992 και το άρθρο 21 του Ν. 2081/1992,με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από τη δημοσίευση αυτού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου που δημοσιεύεται στην ίδια Εφημερίδα, η οποία (προθεσμία) είναι δυνατό να παραταθεί για άλλους έξι μήνες, μπορεί να καταργηθούν όλες ή μερικές από τις ισχύουσες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που περιορίζουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό, καθώς και εκείνες που προβλέπουν όρους και προϋποθέσεις συμπεριλαμβανομένης της άδειας σκοπιμότητας, για την ίδρυση, επέκταση, βελτίωση και γενικά, μεταβολή ή λειτουργία οποιασδήποτε επιχείρησης παραγωγής ή εμπορίου, κάθε είδους αγαθών ή παροχής υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο. Με τα ίδια προεδρικά διατάγματα είναι δυνατόν να ρυθμίζονται θέματα αναγκαίως συνεχόμενα με τις καταργήσεις του προηγουμένου εδαφίου. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174, 180 και 703 ΑΚ, συνάγεται αφενός μεν ότι η μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας έναντι αμοιβής για τη σύναψη αμφοτεροβαρών συμβάσεων που αφορούν ακίνητα, επιτρέπεται μόνο σε πρόσωπα, τα οποία έχουν τις νόμιμες προϋποθέσεις και επιπλέον έχουν εγγραφεί στο οικείο Επιμελητήριο, αφετέρου δε ότι η συμφωνία περί καταβολής μεσιτικής αμοιβής για τη μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας προς πραγματοποίηση μιας τέτοιας συναλλαγής σε πρόσωπο που δεν είναι επαγγελματίας μεσίτης με την προαναφερόμενη έννοια είναι άκυρη και δεν δημιουργεί οποιαδήποτε απαίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες εκθέτουν με την αγωγή τους, ότι ο πρώτος τούτων δραστηριοποιείται νόμιμα ως μεσίτης αστικών συμβάσεων στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της .../10-6-1998 αδείας του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης και διατηρεί για το σκοπό αυτό, κτηματομεσιτικό γραφείο. Ότι η δεύτερη τούτων είναι βοηθός του πρώτου και εκτελεί εργασίες που τις αναθέτει στην άσκηση του άνω επαγγέλματος του, ο οποίος, εκτός των άλλων, "την χρησιμοποιεί" για να δέχεται και να εκτελεί τις εντολές των πελατών του, για λογαριασμό αυτού, που έχει λάβει και τη σχετική εντολή του πελάτη του για υπόδειξη ή διαμεσολάβηση. Ότι πληροφορήθηκαν, το φθινόπωρο του 2001, ότι ο "Αστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός Εργατοϋπαλλήλων Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης ΣΥΝ.ΠΕ", σκόπευε να αξιοποιήσει ακίνητα ιδιοκτησίας του, συνολικής έκτασης 19.117,85 μ2, που βρίσκονται στην περιοχή "Άγιος Ιωάννης" και συγκεκριμένα ότι θα δίδονταν τα ακίνητα αυτά σε εργολάβο εταιρία για την ανέγερση οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής. Ότι λόγω του ότι τα ακίνητα αυτά ανήκαν στο παραπάνω νομικό πρόσωπο που τελεί υπό κρατική εποπτεία, η επιλογή εργολάβου εταιρίας για την ανέγερση οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής, θα γινόταν κατόπιν δημόσιου διαγωνισμού. Ότι δεν συμβλήθηκαν με τον ως άνω Οικοδομικό Συνεταιρισμό του ΟΑΣΘ προς υπόδειξη ευκαιρίας, διότι η εκδήλωση ενδιαφέροντος από εργοληπτικές εταιρίες θα γινόταν κατόπιν σχετικού διαγωνισμού, με ανάδειξη αυτής που θα έδιδε την καλύτερη προσφορά κατασκευής και αντιπαροχής. Ότι αυτό που επιθυμούσε ο εν λόγω Συνεταιρισμός ήταν να γίνει γνωστός ο διαγωνισμός σε εργοληπτικές εταιρίες, οι οποίες θα συμμετείχαν με αξιώσεις στο μέλλοντα να διενεργηθεί διαγωνισμό. Ότι γνωρίζοντας όλα τα ανωτέρω, προσπάθησαν να βρουν πελάτες, εργολάβους, στους οποίους θα υποδείκνυαν τα ακίνητα του ως άνω οικοδομικού Συνεταιρισμού και τη διενέργεια του διαγωνισμού, αφού θα συμβάλλονταν μαζί τους με σύμβαση μεσιτείας για την υπόδειξη αυτή, προσδοκώντας απ' αυτούς, εφόσον αναδεικνύονταν εργολήπτες, τη μεσιτική τους αμοιβή. Ότι, στα πλαίσια αναζήτησης ενδιαφερομένων εργολάβων, έμαθαν από το σύζυγο της δεύτερης τούτων, ότι ο έβδομος εναγόμενος, που ήταν πολιτικός μηχανικός, συνεργαζόταν με άλλους πολιτικούς μηχανικούς και όλοι τους αναζητούσαν ακίνητα για ανοικοδόμηση με το σύστημα της αντιπαροχής. Ότι μετέβησαν, στις 16-4-2002, στο γραφείο του 7ου εναγομένου, όπου συνάντησαν τέσσερις μηχανικούς, μέλη της πρώτης εναγομένης ΕΠΕ, ανάμεσά τους και τον έβδομο εναγόμενο Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, τους οποίους ενημέρωσαν γενικόλογα ότι υπήρχαν προς ανοικοδόμηση οικόπεδα συνολικής έκτασης 19 περίπου στρεμμάτων, ανατολικά της Θεσσαλονίκης, ότι ιδιοκτήτης αυτών ήταν ένα νομικό πρόσωπο και ότι επρόκειτο να διενεργηθεί σχετικός διαγωνισμός για την επιλογή εργολάβου και ζήτησαν, προκειμένου να τους υποδείξουν ως μεσίτες την συγκεκριμένη ευκαιρία προς σύναψη σύμβασης, αμοιβή 700.000 ευρώ, διότι η ωφέλεια του εργολάβου θα ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, αφού τα ακίνητα είχαν δομήσιμη επιφάνεια 30.588,55 μ2 και με ποσοστό αντιπαροχής από 50% και άνω, ο εργολάβος προσδοκούσε να κερδίσει 30,5 εκατομμύρια ευρώ περίπου. Ότι οι άνω πολιτικοί μηχανικοί ζήτησαν να τους υποδείξουν τα ακίνητα και να τους γνωρίσουν τον ιδιοκτήτη τους, αλλά αυτοί αξίωσαν πρώτα την υπογραφή της σχετικής εντολής με την αμοιβή τους, οπότε εκείνοι επιφυλάχθηκαν μέχρι να ενημερωθούν λεπτομερέστερα για το θέμα αυτό και τους είπαν, ότι μετά θα ετοίμαζαν οι ίδιοι σχετικό συμφωνητικό σύμβασης μεσιτείας, το οποίο θα κάλυπτε όλους με τον καλύτερο τρόπο και με αναλυτική περιγραφή των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Επίσης, ότι οι άνω πολιτικοί μηχανικοί τους είπαν ότι, αφού το έργο επρόκειτο να δοθεί με διαγωνισμό, θα τους έδιναν αμοιβή κλιμακωτά μειούμενη, ανάλογα με το ποσοστό αντιπαροχής που θα επιτύγχαναν στο διαγωνισμό. Ότι αυτοί τους άφησαν να σκεφθούν το θέμα και τους είπαν να ετοιμάσουν το σχέδιο της μεσιτικής σύμβασης και όταν θα ήταν έτοιμοι θα τους υπέδειχναν την ακριβή θέση των ακινήτων και τον ιδιοκτήτη τους και θα τους χορηγούσαν τα σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα των ακινήτων και τα απαραίτητα στοιχεία που θα τους χρειάζονταν. Ότι μετέβησαν το βράδυ της 18-4-2002, στο ίδιο γραφείο όπου και συνάντησαν τα ίδια πρόσωπα, από τα οποία ζήτησαν να τους δοθεί υπογεγραμμένη η σχετική εντολή μεσιτείας, αλλά δεν την είχαν έτοιμη και μετά από σχετικές διαπραγματεύσεις οριστικοποίησαν το ύψος της μεσιτικής τους αμοιβής και τον τρόπο καταβολής της, που θα περιλαμβανόταν στη συνέχεια και σε έγγραφο συμφωνητικό, που εκείνοι θα ετοίμαζαν με τους νομικούς τους συμβούλους και θα τους το παρέδιδαν τη Δευτέρα της 21.4.2002. Ότι η αμοιβή τους οριστικοποιήθηκε, μετά από διαπραγματεύσεις, το βράδυ της Πέμπτης της 18-4-2002, με προφορική συμφωνία, και ήταν: α) μεταβίβαση δύο διαμερισμάτων των 100 μ2, του 2ου ορόφου και καταβολή 117.338 €, αν η αντιπαροχή κυμαινόταν μεταξύ 50 και 53%, β) μεταβίβαση δύο διαμερισμάτων των 85 τμ, του 2ου ορόφου, και καταβολή 100.000 €, αν η αντιπαροχή κυμαινόταν μεταξύ 53 και 55%, γ) μεταβίβαση δύο διαμερισμάτων των 75 μ2, του 2ου ορόφου, και καταβολή 75.000 €, αν η αντιπαροχή κυμαινόταν μεταξύ 58 και 60% και εφόσον η αντιπαροχή ήταν πέραν του 60% η μεσιτική αμοιβή θα καθοριζόταν από κοινού κατόπιν συνεννόησης, σε ένα εφάπαξ ποσό. Ότι, μετά το διακανονισμό αυτό της αμοιβής τους, δέχθηκαν να τους υποδείξουν τα ακίνητα και ο πρώτος τούτων έκλεισε μαζί τους ραντεβού για το μεσημέρι της 19-4-2002, στο υδραγωγείο της Καλαμαριάς. Ότι, όταν ο πρώτος τούτων έφθασε στο σημείο του ραντεβού, μαζί με το σύζυγο της δεύτερης ενάγουσας, συνάντησε εκεί τους 4ο και 7ο εναγομένους, στους οποίους επέδειξε τα περιγραφόμενα στην αγωγή ακίνητα, ιδιοκτησίας του παραπάνω αστικού οικοδομικού συνεταιρισμού του ΟΑΣΘ, και εκείνοι έδειξαν ενδιαφέρον και υποσχέθηκαν ότι θα ετοίμαζαν και το συμφωνητικό της μεσιτικής τους αμοιβής. Ότι την Τετάρτη της 24-4-2002 μετέβη ο σύζυγος της δεύτερης τούτων στο ίδιο ως άνω γραφείο και παρέλαβε το συμφωνητικό αμοιβής, το οποίο, απευθυνόταν σε αυτούς και περιείχε μεν το ύψος της αμοιβής που είχε συμφωνηθεί προφορικά, αλλά εξαρτούσε την καταβολή αυτής (μεσιτικής αμοιβής) από την καθοριστική διαμεσολάβησή τους και εφόσον ήθελαν προβεί (οι ενάγοντες) στις απαιτούμενες ενέργειες που θα οδηγούσαν στην κατάρτιση της σύμβασης εργολαβίας μεταξύ της ήδη εναγομένης ΕΠΕ και του σωματείου των συνταξιούχων του ΟΑΣΘ. Ότι στην έγγραφη αυτή εντολή, που δεν ανταποκρινόταν στο περιεχόμενο της προηγηθείσας προφορικής συμφωνίας, με την οποία είχε συμφωνηθεί η καταβολή μεσιτικής αμοιβής για υπόδειξη ευκαιρίας και όχι όπως διαλαμβανόταν στην έγγραφη εντολή για καθοριστική διαμεσολάβηση, δεν εναντιώθηκε ο πρώτος τούτων ως μεσίτης, διότι έλαβε προφορική υπόσχεση ότι θα τηρούνταν τα προφορικώς συμφωνηθέντα και γιατί ήδη είχε υποδείξει τα ακίνητα και μπορούσαν οι άνω εταίροι της ΕΠΕ να αρνηθούν οποιαδήποτε αλλαγή της έγγραφης εντολής, αλλά και γιατί υπήρχε κίνδυνος να απόσχουν από το διαγωνισμό και αυτός να χάσει κάθε ελπίδα για μεσιτική αμοιβή. Ότι, στη συνέχεια, αφού προκηρύχθηκε από τον εν λόγω Οικοδομικό Συνεταιρισμό δημόσιος μειοδοτικός διαγωνισμός για την ανάθεση της ανέγερσης οικοδομών στα επίδικα ακίνητα η εναγόμενη ΕΠΕ τους κοινοποίησε την από 30-11-2002 εξώδικη πρόσκληση- δήλωση, με την οποία δήλωσε ότι με την από 24-4-2002 επιστολή της, τους είχε προτείνει την καταβολή μεσιτικής αμοιβής για την περίπτωση που θα διαμεσολαβούσαν καθοριστικά στην κατάρτιση της οριστικής σύμβασης εργολαβίας και ότι, αφού κηρύχθηκε δημόσιος διαγωνισμός για την 7η Ιανουαρίου 2003, για την αξιοποίηση των ακινήτων του Σωματείου Συνταξιούχων του ΟΑΣΘ, καθίστατο άνευ αντικειμένου και σκοπού η διαμεσολάβηση τους, ως μεσιτών, για την κατάρτιση συμβάσεως εργολαβίας και ως εκ τούτου η ΕΠΕ ουδεμία υποχρέωση είχε απέναντί τους. Ότι ο πρώτος τούτων προσπάθησε να επικοινωνήσει με τους εταίρους της ΕΠΕ, αλλά οι τελευταίοι τον αγνόησαν. Ότι τελικά, κατόπιν δημόσιου-πλειοδοτικού διαγωνισμού που διενεργήθηκε την 7-1-2003, εργολήπτρια εταιρία αναδείχθηκε, με ποσοστό αντιπαροχής 57,60 %, η Κοινοπραξία με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΞΕΛΚΑ AE - EMΠOPIΚAI ΚAI ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑΙ EΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - ΟΙΚΟΔΟΜΗ ΑΕ - Συστήματα Επικοινωνιών Βορείου Ελλάδος ΑΕ", που συστάθηκε στις 19-12-2002. Ότι μέλος της κοινοπραξίας αυτής είναι και η δεύτερη εναγόμενη ΟIΚΟΔΟΜΗ ΑΕ, η οποία συστάθηκε την 1-8-2002, από τους τέταρτο, πέμπτο, έκτο και, έβδομο των εναγομένων και την ανώνυμη ελβετική εταιρία "SΡIΕRΕR FRERES CIE SA", νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον τρίτο των εναγομένων (Δ.-Β. Φ.) και στην οποία άνω ελβετική ΑΕ οι μεριδιούχοι της πρώτης εναγομένης ΕΠΕ, δηλαδή οι 3ος έως και 7ος των εναγομένων μεταβίβασαν, στις 18-10-2002, το σύνολο σχεδόν των εταιρικών τους μεριδίων. Ότι όλα τα εναγόμενα φυσικά πρόσωπα έχουν σχέση με τις εναγόμενες εταιρίες, αφού ήταν παλαιοί εταίροι της εναγόμενης ΕΠΕ και κατόπιν ιδρυτικά μέλη της εναγόμενης ΑΕ, η οποία είχε κοινή έδρα με τις άλλες δύο ΑΕ που απετέλεσαν την Κοινοπραξία, η οποία και αναδείχθηκε, μετά από διαγωνισμό, ανάδοχος του έργου και προέβη στην ανοικοδόμηση των οικοπέδων του Συνεταιρισμού, με αντιπαροχή 57,6 %. Ότι η ανέγερση των οικοδομών, με 217 διαμερίσματα, στα ακίνητα του εν λόγω Οικοδομικού Συνεταιρισμού έγινε μετά από δική τους υπόδειξη των ακινήτων και υπόδειξη περί επικειμένου δημοσίου πλειστηριασμού, ώστε δικαιούνταν την άνω συμφωνημένη μεσιτική αμοιβή τους, που οι εναγόμενοι αρνούνταν να τους καταβάλουν. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, με βάση τη σύμβαση μεσιτείας και επικουρικά με τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, άλλως με τις διατάξεις περί ευθύνης από τις διαπραγματεύσεις, άλλως με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, εάν ήθελε κριθεί άκυρη η μεταξύ τους σύμβαση μεσιτείας, να τους μεταβιβάσουν: 1) δύο διαμερίσματα των 75 μικτών τετραγωνικών μέτρων, κατ' επιλογή τους από τις αναφερόμενες στην αγωγή οικοδομές και επί πλέον το ποσό των 70.000 € άλλως επικουρικά να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν την αξία των δύο ως άνω διαμερισμάτων, ήτοι το ποσό των 375.000 € και επί πλέον το ποσό των 70.000 €, ήτοι συνολικά 445.000 €, με το νόμιμο και 2) το ποσό των 50.000 € στον καθένα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστησαν από το άγχος και την αβεβαιότητα που τους δημιούργησε η συμπεριφορά των εναγομένων από την μη αναγνώριση της ένδικης αξιώσεώς τους, με νόμιμο τόκο. Το Εφετείο δέχθηκε, ότι η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, όσον αφορά τη δεύτερη ενάγουσα, διότι αυτή, όπως ομολογεί με την αγωγή, δεν είχε άδεια για την άσκηση του επαγγέλματος μεσίτριας και ότι ενεργούσε ως βοηθός (αντιπρόσωπος) του πρώτου ενάγοντος, ο οποίος και την "χρησιμοποιούσε" για να δέχεται και να εκτελεί τις εντολές των πελατών του, για λογαριασμό αυτού, που έχει λάβει και τη σχετική εντολή του πελάτη του για υπόδειξη ή διαμεσολάβηση. Συνεπώς οι πράξεις αυτής (υπόδειξης και διαμεσολάβησης), ως αντιπροσώπου του πρώτου ενάγοντος, ενεργούσαν υπέρ και κατά του πρώτου ενάγοντος (μεσίτη) και αν οφείλεται μεσιτική αμοιβή, την δικαιούται ο πρώτος ενάγων και όχι αυτή. Αλλά και αποζημίωση να οφείλεται, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας ή περί ευθύνης από τις διαπραγματεύσεις ή περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, πάλι την αποζημίωση αυτή δικαιούται ο πρώτος ενάγων ως μεσίτης, για λογαριασμό του οποίου αυτή και ενεργούσε. Ενόψει όμως του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ως προς την ίδια ενάγουσα, η δε απόρριψη της αγωγής ως αόριστης αντί ως μη νόμιμης οδηγεί σε διαφορετικό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό και καθιστά επιβλαβέστερη τη θέση της, δεν ασκήθηκε δε και αντίθετη έφεση από τους εφεσίβλητους (εναγομένους), το εφετείο, μη μπορώντας να διορθώσει το άνω σφάλμα της εκκαλουμένης (άρθρο 536 παρ. 1 ΚΠολΔ), απέρριψε την έφεση της. Περαιτέρω, όσον αφορά τον πρώτο ενάγοντα, δέχθηκε ότι τα ως άνω αναφερόμενα στο ιστορικό της αγωγής περιστατικά και αληθινά να εκληφθούν δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν κατά νόμο την προσωπική ευθύνη των 3ου, 4ου, 5ου, 6ου και 7ου εναγομένων για την καταβολή μεσιτικής αμοιβής σε αυτόν, διότι από το λόγο ότι φέρονται ως εταιρικοί μεριδιούχοι και νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης εναγομένης κεφαλαιουχικής ΕΠΕ και ιδρυτικά μέλη της δεύτερης εναγομένης ΑΕ, δεν σημαίνει ότι έχουν και ατομική ευθύνη για λογαριασμό των ανωτέρω κεφαλαιουχικών εταιριών, για την καταβολή της αιτούμενης μεσιτικής αμοιβής, αφού οι τελευταίες διατηρούν έναντι των μελών τους και των νομίμων εκπροσώπων τους περιουσιακή αυτοτέλεια, όπως αυτό συμβαίνει και αντιστρόφως. Επομένως, η αγωγή του πρώτου ενάγοντος κατά των 3ου, 4ου, 5ου, 6ου και 7ου εναγομένων, για καταβολή της μεσιτικής αμοιβής, με βάση τη σύμβαση μεσιτείας, κρίνεται στην κύρια βάση της ως μη νόμιμη. Επίσης, τα αναφερόμενα στην αγωγή περιστατικά που αποδίδονται στους 3° έως και 7° των εναγομένων και αληθή να εκληφθούν, δεν συνιστούν παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη (αδικοπραξία) κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, ως νομίμων εκπροσώπων της 1ης των εναγομένων ΕΠΕ, η οποία αδικοπραξία αν υφίστατο, θα μπορούσε να καταστήσει και αυτούς προσωπικά και σε ολόκληρο συνυπεύθυνους με την εν λόγω εταιρία, για την καταβολή στον πρώτο ενάγοντα της μεσιτικής αμοιβής του (ως αποζημίωσης). Η άρνηση αυτών, ως νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης ΕΠΕ, να αναγνωρίσουν την αξίωση του ενάγοντος για μεσιτική αμοιβή συνιστά αθέτηση της μεσιτικής σύμβασης και όχι αδικοπραξία (ΑΚ 914), καθόσον η μη εκπλήρωση της άνω παροχής δεν είναι καθεαυτή πράξη παράνομη και υπαίτια. Επίσης, η, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, σύσταση απ' αυτούς, ως ιδρυτικών μελών, της δεύτερης εναγομένης ΑΕ, καθώς και η μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων που είχαν στην πρώτη εναγομένη ΕΠΕ προς στην "SPIERER FRERES CIESA", δεν συνιστά πράξη παράνομη και υπαίτια (αδικοπραξία) αλλά νόμιμη ενέργειά τους. Επομένως, αφού δεν υπάρχει αδικοπραξία εκ μέρους των 3ου έως και 7ου εναγομένων φυσικών προσώπων, η κατ' αυτών αγωγή του πρώτου ενάγοντος για καταβολή της μεσιτικής αμοιβής του, με τη μορφή της αποζημίωσης, αλλά και την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, από αδικοπραξία, κρίνεται επίσης μη νόμιμη στην πρώτη επικουρική βάση της αδικοπραξίας. Ακόμη δέχθηκε ότι ούτε οι διατάξεις για την ευθύνη εκ των διαπραγματεύσεων βρίσκουν εφαρμογή σε βάρος των ως άνω εναγομένων φυσικών προσώπων, διότι οι διαπραγματεύσεις ευοδώθηκαν κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή περιστατικά, καθόσον, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγομένης ΕΠΕ, εκπροσωπούμενης από τα εν λόγω φυσικά πρόσωπα, συνήφθη προφορικά, στις 18-4-2002, η επιδιωκόμενη μεταξύ τους σύμβαση μεσιτείας (εντολή προς υπόδειξη), με την οποία και οριστικοποιήθηκε το ύψος της μεσιτικής του αμοιβής. Οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 197, 198, 297, 298 και 919 του ΑΚ, που καθιερώνουν ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συγκεκριμένης συμβάσεως, θα έβρισκαν εφαρμογή μόνο αν ματαιωνόταν η σύναψη της επιδιωκόμενης συμβάσεως και εν προκειμένω της συμβάσεως μεσιτείας, η οποία όμως δεν ματαιώθηκε αλλά καταρτίστηκε προφορικά, λαμβανομένου υπόψη ότι για την ενοχική σύμβαση μεσιτείας δεν προβλέπεται έγγραφος τύπος. Συνεπώς και ως προς την επικουρική αυτή βάση η αγωγή του πρώτου ενάγοντος κατά των αυτών ως άνω εναγομένων είναι μη νόμιμη. Επίσης, εάν ήταν άκυρη η ως άνω συναφθείσα σύμβαση μεσιτείας, ωφέλεια από (άκυρη σύμβαση) θα είχε η πρώτη εναγόμενη κεφαλαιουχική εταιρία (ΕΠΕ) και όχι ατομικά τα φυσικά πρόσωπα (εταίροι) που φέρονται με την αγωγή να την εκπροσωπούσαν, δηλαδή οι 3ος έως και 7ος των εναγομένων και συνεπώς η αγωγή κατ' αυτών και στην επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι μη νόμιμη. Παρέπεται ότι οι αυτοί ως άνω εναγόμενοι (φυσικά πρόσωπα) έχοντας, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, μόνο την ιδιότητα των ιδρυτικών μελών της δεύτερης εναγομένης, κεφαλαιουχικής ανώνυμης εταιρίας (ΟIΚΟΔΟΜΗ ΑΕ), ουδεμία ωφέλεια προσπορίστηκαν προσωπικά λόγω, τυχόν ακυρότητας της εν λόγω σύμβασης μεσιτείας. Καταλήγοντας το εφετείο απέρριψε την έφεση του πρώτου ενάγοντος κατά της απόφασης του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή, ως μη νόμιμη, ως προς τους ίδιους εναγομένους. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν και είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλονται οι σχετικές αιτιάσεις. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (αρθρ. 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, υπό αιτιάσεις παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, μετά την κατάργηση του νόµου 308/1976 "περί µεσιτών αστικών συµβάσεων" µε το ΠΔ 248/1993, η σύµβαση µεσιτείας ρυθµίζεται πλέον από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 703 έως 707 του ΑΚ και 1 εποµ. του άνω Π. Δ/τος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 703§1 ΑΚ, εκείνος που υποσχέθηκε αµοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για τη µεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη µιας σύµβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει µόνο αν η σύµβαση καταρτιστεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή υπόδειξης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αξίωσης µεσιτικής αµοιβής είναι: α) σύµβαση µεσιτείας, δηλαδή υπόσχεση αµοιβής για την ανατιθέμενη στο µεσίτη εντολή για µεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη συγκεκριμένης κύριας σύµβασης, β) µεσιτική δραστηριότητα µε τη µορφή µεσολάβησης ή υπόδειξης ευκαιρίας για τη σύναψη συγκεκριμένης κύριας σύµβασης, γ) σύναψη της σκοπούµενης αυτής (κύριας) σύµβασης και δ) αιτιώδης συνάφεια µεταξύ της µεσιτικής δραστηριότητας και της σύναψης της εν λόγω κύριας σύµβασης. Πότε υπάρχει µεσολάβηση και πότε υπόδειξη δεν ορίζεται στο νόµο και εφόσον το περιεχόµενο αυτών δεν προκύπτει από τη σύµβαση, η µεσολάβηση περιλαμβάνει συνήθως κάθε πρόσφορη ενέργεια του µεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα µέρη µε σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της συµβάσεως και είναι δυνατόν, αλλά δεν απαιτείται, να περιλαμβάνει επιπλέον και την παρακολούθηση από τον µεσίτη των συνεννοήσεων των µερών, τη µεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινόμενων από το ένα µέρος στο άλλο όρων ή και τη διαπραγμάτευση των όρων αυτών, ενώ η υπόδειξη ευκαιρίας είναι κάτι λιγότερο από τη µεσολάβηση, διότι µε αυτήν ο μεσίτης ενημερώνει απλώς τον εντολέα του για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σ' αυτόν δυνατότητα συνάψεως της συμβάσεως που τον ενδιαφέρει. Η εντολή προς τον μεσίτη μπορεί να αφορά μόνο στη μεσολάβηση ή μόνο στην υπόδειξη ευκαιρίας ή και στα δύο. Αν η εντολή και η υπόσχεση αμοιβής δόθηκαν για την υπόδειξη ευκαιρίας και η κύρια σύμβαση καταρτίσθηκε με μεσολάβηση του μεσίτη, πληρούται ο σκοπός του νόμου και οφείλεται η αμοιβή, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σύμβαση μεσιτείας. Στην αντίστροφη περίπτωση, δηλαδή όταν η υπόσχεση αμοιβής δόθηκε αποκλειστικά και μόνο για τη μεσολάβηση του μεσίτη, η κατάρτιση της συμβάσεως με απλή υπόδειξη του τελευταίου δεν αρκεί για το εναγώγιμο της αμοιβής του. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μεταξύ της ενέργειας του μεσίτη (υποδείξεως ή μεσολαβήσεως) και της πραγματώσεως της συμβάσεως, πρέπει να υπάρχει σχέση αιτίου προς το αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της αιτιώδους συνάφειας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί ζήτημα πραγματικό που κρίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας. Ειδικά στην περίπτωση της διενέργειας δημόσιου πλειστηριασμού δεν αποκλείεται η εφαρμογή της ως άνω διατάξεως, αφού υπόδειξη ευκαιρίας προς συμμετοχή σ' αυτόν μπορεί να γίνει όταν ο εντολέας αγνοεί τη διενέργεια τούτου, η δε ανάδειξή του σε υπερθεματιστή κατ' αυτόν και η εντεύθεν κατάρτιση της σκοπούμενης σύμβασης, τελεί, ως αποτέλεσμα, σε αιτιώδη συνάφεια προς την ως άνω ενέργεια του μεσίτου, ως αιτία, χωρίς την οποία, παρά τις γενόμενες δημοσιεύσεις, δεν θα εδίδετο η ευκαιρία συμμετοχής του εντολέα στον κρίσιμο πλειστηριασμό. Η κρίση αν τα διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί, η μη, ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της παραπάνω ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 703 ΑΚ. Εξάλλου η σύμβαση μεσιτείας λύεται, εκτός από τους γενικούς λόγους λύσεως των συμβάσεων, και με την ανάκληση της μεσιτικής εντολής από τον εντολέα και το μεσίτη. Η ανάκληση είναι κατά κανόνα κατά πάντα χρόνο ελεύθερη και δεν απαιτείται να αιτιολογείται, επιφέρει δε την ανατροπή της συμβάσεως μεσιτείας για το μέλλον (ex nunc). Όμως, αν προγενέστερη της ανακλήσεως ενέργεια του μεσίτη υπήρξε η αιτία της μετά την ανάκληση πραγματώσεως της συμβάσεως, ο μεσιτικός εντολέας έχει υποχρέωση να πληρώσει τη μεσιτική αμοιβή. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος ενάγων ασκεί νόμιμα το επάγγελμα του μεσίτη αστικών συμβάσεων στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθόσον έχει εγγραφεί ως μεσίτης στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης στις 10-06-1998 με αριθμό .... Για την άσκηση της ανωτέρω δραστηριότητάς του διατηρεί στη Θέρμη Θεσσαλονίκης, κτηματομεσιτικό γραφείο, στο οποίο απασχολεί την, στερούμενη επαγγελματικής αδείας μεσίτη, Α. Π., δηλαδή τη δεύτερη των εναγόντων. Στον ενάγοντα περιήλθε η πληροφορία, κατά το Φθινόπωρο του 2001, ότι ο Οικοδομικός Συνεταιρισμός Εργατοϋπαλλήλων του ΟΑΣΘ επρόκειτο να αξιοποιήσει τα οικόπεδά του, με την ανέγερση οικοδομών, μέσω εργολάβου εταιρίας, με το σύστημα της αντιπαροχής, που βρίσκονται στην περιοχή "Αγίου Ιωάννη", στην επέκταση του σχεδίου πόλεως του Δήμου Καλαμαριάς Νομού Θεσσαλονίκης. Την πληροφορία αυτή θεώρησε πολύ ενδιαφέρουσα και άρχισε να συλλέγει πληροφορίες για την ακριβή τοποθεσία των ακινήτων του εν λόγω Οικοδομικού Συνεταιρισμού, για την ακριβή έκτασή τους και για το αν πράγματι ο Συνεταιρισμός αυτός είχε αποφασίσει να αξιοποιήσει με τον προαναφερθέντα τρόπο τα οικόπεδά του. Όταν περιήλθε στον ενάγοντα η εν λόγω πληροφορία, το Φθινόπωρο του 2001, ο "Αστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός Εργατοϋπαλλήλων Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης ΣΥΝ.Π.Ε." είχε στην ιδιοκτησία του 9 άρτια οικόπεδα, συνολικής έκτασης 21.262,75 μ2 και όχι όπως ισχυρίζεται ο ενάγων 7 οικόπεδα συνολικής έκτασης 19.117,85 μ2 τα οποία είχαν προέλθει από μείζονος έκτασης αγροτεμάχια του, μετά την ένταξη της περιοχής όπου αυτά βρίσκονται, στο ρυμοτομικό σχέδιο επέκτασης της πόλεως του Δήμου Καλαμαριάς. Αυτά ήταν: 1) το με αριθ. 3 του Ο.Τ. Γ437, έκτασης 2.520,60 μ2, 2) το με αριθ. 6 του Ο.Τ. Γ439, έκτασης 1.730,60 μ2, 3) το με αριθ. 8 του Ο.Τ. Γ440, έκτασης 2482,33 μ2, 4) το με αριθ. 9 του Ο.Τ. Γ351, έκτασης 498,08 μ2, 5) το με αριθ. 3 του Ο.Τ. Γ354, έκτασης 5.900,29 μ2, 6) το με αριθ. 9 του Ο. Τ.Γ444, έκτασης 2.042,59 μ2, 7) το με αριθ. 6 του Ο.Τ. Γ448, έκτασης 2.833,30 μ2 , 8) το με αριθ. 8 του Ο.Τ. Γ441, έκτασης 1.608,14 μ2, 9) το με αριθ. 11 του Ο.Τ. Γ450, έκτασης 592,90 μ2, και όλων συνολικής έκτασης 21.244,13 μ2. Ο συντελεστής δόμησης στην άνω περιοχή ήταν 0,60, αλλά ο εν λόγω Οικοδομικός Συνεταιρισμός μπορούσε να κάνει χρήση του θεσμοθετηθέντος με το Ν. 1337/1983 "Κοινωνικού Συντελεστή" και να διπλασιάσει το συντελεστή δόμησης στα άνω οικόπεδά του, εφόσον παραχωρούσε ως ωφέλεια στο Δήμο Καλαμαριάς, από τον αυξημένο αυτό συντελεστή δόμησης, ποσοστό από 20% έως 80%, είτε σε οικόπεδα, είτε σε δομημένη επιφάνεια, είτε σε χρήμα. Το θέμα αυτό δεν είχε διευθετηθεί έως και το τέλος φθινοπώρου του 2001, καθόσον, ο Συνεταιρισμός αυτός για πρώτη φορά υπέβαλε σχετική "Αίτηση - Έκθεση ωφέλειας" στο Δήμο Καλαμαριάς στις 10-01-2002. Επομένως, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια ο ένδικος ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι πληροφορήθηκε το Φθινόπωρο του έτους 2001 ότι ως άνω Οικοδομικός Συνεταιρισμός είχε αποφασίσει να ανεγείρει οικοδομές σε 7 οικόπεδά του, συνολικής έκτασης 19.117,85 μ2, ενώ αυτά ήταν τότε 9 και είχαν συνολική έκταση 21.244,13 μ2, με το σύστημα της αντιπαροχής, μέσω εργολάβου εταιρίας, που θα αναδεικνυόταν ύστερα από δημόσιο πλειστηριασμό, γιατί ούτε και αυτός είχε προαποφασιστεί από το Συνεταιρισμό έως τα τέλη Φθινοπώρου 2001. Το μόνο που είχε γίνει γνωστό σε πολλά μέλη του άνω Οικοδομικού Συνεταιρισμού ήταν ότι το διοικητικό συμβούλιο του Συνεταιρισμού, είχε εντείνει τις προσπάθειές του για αξιοποίηση των εν λόγω οικοπέδων. Ήδη είχε συγκαλέσει σε τακτική γενική συνέλευση τα μέλη του Συνεταιρισμού, για την Τετάρτη της 2ης Μαΐου 2001, η οποία όμως δεν πραγματοποιήθηκε, ελλείψει απαρτίας. Θέματα της γενικής αυτής συνέλευσης ήταν, εκτός των άλλων, και: α) ενημέρωση για την εισφορά σε χρήμα και λήψη σχετικής απόφασης, β) ενημέρωση για τις δυνατότητες οικοδόμησης και λήψη σχετικής απόφασης. Πολλά από τα μέλη που είχαν προσέλθει για τη γενική αυτή συνέλευση δεν γνώριζαν καν που βρίσκονταν τα οικόπεδα του Συνεταιρισμού, γιαυτό, μετά την ματαίωση της συνέλευσης, έγινε συνάντηση πολλών συνεταίρων στα "χωράφια" του Συνεταιρισμού, τα οποία και τους επιδείxθηκαν. Την πιο πάνω Τετάρτη το ΔΣ διένειμε στους συνεταίρους σχεδιάγραμμα με τα οικόπεδα και "έγγραφα ερωτηματολόγια" για το ποιά λύση προτιμούσαν για την αξιοποίηση των οικοπέδων, διότι ή αξιοποίηση αυτή μπορούσε να γίνει με πολλούς τρόπους. Τα ανωτέρω επισημάνθηκαν ενώπιον 118 μελών του Συνεταιρισμού στην επαναληπτική, τακτική γενική συνέλευση της Τετάρτης της 6ης Ιουνίου 2001. Εκεί έγινε επίσημη ενημέρωση των μελών του Συνεταιρισμού για τον κανονικό συντελεστή δόμησης (0,8) και για τον διπλό συντελεστή (1,6) με επιβάρυνση στη δεύτερη περίπτωση με κοινωνικό συντελεστή, από 60 έως 80% υπέρ του Δήμου Καλαμαριάς, ο οποίος δεν είχε προβεί σε καμία ενέργεια. Στη γενική αυτή συνέλευση ζητήθηκε από τα μέλη να συμπληρώσουν τα ερωτηματολόγια που τους διανεμήθηκαν και να δοθούν συμπληρωμένα στο Συνεταιρισμό, για να ξέρει το ΔΣ προς τα που θα κατευθύνει τις ενέργειές του για την αξιοποίηση των οικοπέδων. Εντός του καλοκαιριού του 2001 σε ουδεμία άλλη εμφανή ενέργεια προέβη το ΔΣ του εν λόγω Οικοδομικού Συνεταιρισμού όσον αφορά την αξιοποίηση των ανωτέρω οικοπέδων. Το καλοκαίρι του 2001 ο Α. Μ., φίλος του ενάγοντος, γνώρισε στα Λουτρά Αγίας Παρασκευής Χαλκιδικής τον Ι. Σ., συνταξιούχο του ΟΑΣΘ , ο οποίος του μετέφερε την πληροφορία "ότι επιτέλους τα ακίνητα των υπαλλήλων του ΟΑΣΘ, που για πολλά χρόνια ήταν αναξιοποίητα, επρόκειτο να κτιστούν και να πάρουν ως συνιδιοκτήτες από ένα διαμέρισμα". Στις 9-10-2001 έγινε κοινή συνεδρίαση του Διοικητικού και Εποπτικού Συμβουλίου του εν λόγω Οικοδομικού Συνεταιρισμού και εκεί ανταλλάχθηκαν από τους συνέδρους απόψεις, μεταξύ των οποίων μία ήταν να απευθυνθούν στο Δήμο Καλαμαριάς για δουν σε ποιό ποσοστό θα ανερχόταν η επιβάρυνση των οικοπέδων από τον κοινωνικό συντελεστή, ώστε, να μπορούν να λάβουν ξεκάθαρη θέση στο Σώμα της γενικής συνέλευσης, και άλλη ήταν να εξεταστεί το θέμα ανέγερσης των οικοδομών με αυτοχρηματοδότηση, καθόσον τα τραπεζικά δάνεια που θα έπαιρναν ήταν πρόσφορα την εποχή εκείνη. Την επόμενη ημέρα (10-10-2011/Τετάρτη) τα μέλη του εν λόγω Συνεταιρισμού συνήλθαν σε γενική συνέλευση με θέματα: 1) Λήψη απόφασης για την εισφορά σε χρήμα, 2) Εξουσιοδότηση στο ΔΣ: για διαπραγμάτευση με το Δήμο Καλαμαριάς του "Κοινωνικού Συντελεστή", 3) Λήψη απόφασης για τον τρόπο Ανοικοδόμησης, 4)Ανακοινώσεις. Στη γενική αυτή συνέλευση, από τα 217 μέλη του Συνεταιρισμού είχαν συμπληρώσει τα ερωτηματολόγια 156 μέλη, από τα οποία: α) την πώληση των οικοπέδων ακινήτων είχαν ως πρώτη επιλογή 15 μέλη, ως δεύτερη επιλογή 31 μέλη, ως τρίτη επιλογή 12 μέλη και τα 71 μέλη δεν απάντησαν, β) την αντιπαροχή είχαν ως πρώτη επιλογή 118 μέλη, ως δεύτερη επιλογή 21 μέλη, ως τρίτη επιλογή 6 μέλη και τα 10 μέλη δεν απάντησαν στο ερώτημα αυτό, γ) τη χρηματοδότηση είχαν ως πρώτη επιλογή 13 μέλη, ως δεύτερη επιλογή 11 μέλη , ως τρίτη επιλογή 32 μέλη και τα 102 μέλη δεν απάντησαν στο ερώτημα αυτό. Είναι προφανές ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μελών του άνω Συνεταιρισμού πρόκριναν, για την αξιοποίηση των οικοπέδων, την ανέγερση επ' αυτών οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής. Στη γενική αυτή συνέλευση το Διοικητικό Συμβούλιο έκρινε ότι δεν ήταν ώριμα τα πράγματα για τη λήψη απόφασης για τον τρόπο ανοικοδόμησης των οικοπέδων και το σχετικό 3ο θέμα της ημερήσιας διάταξης το απέσυρε και η ΓΣ ενέκρινε ομόφωνα την απόσυρσή του. Στις 27-3-2002 συνήλθαν πάλι τα μέλη του άνω Οικοδομικού Οργανισμού σε γενική συνέλευση, στην οποία εκτός άλλων, συζητήθηκε και το θέμα: "τρόπος αξιοποίησης των ακινήτων". Ο Πρόεδρος του Συνεταιρισμού κατέθεσε τρεις προτάσεις για την αξιοποίηση των ακινήτων: α) αυτοκατασκευή, β) εργολάβος, γ) αντιπαροχή. Για κάθε πρόταση είπε στη συνέλευση τα εξής: ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗ: Χρειάζονται 6 δισεκατομμύρια και δημιουργία εργοταξίου, λογιστηρίου κτλ, κάτι που ξεπερνάει τις δυνατότητες του Συνεταιρισμού. ΕΡΓΟΛΑΒΟΣ: Ο Συνεταιρισμός θα πρέπει να αναλάβει ως κατασκευαστής και εργολάβος τη διεκπεραίωση. Απαραίτητη η δημιουργία ενός νομικού προσώπου. Χρηματοδότης θα πρέπει να είναι ο ίδιος ο Συνεταιρισμός. ΑΝΤΙΠΑΡΟΧΗ: Κρίνεται επαρκής η δομή του Συνεταιρισμού και είναι γνωστά εξ υπαρχής τα μ2 για τον καθένα. Μετά από ευρεία συζήτηση και τις παρασχεθείσες από τον Πρόεδρο απαντήσεις και διευκρινήσεις σχετικά με τη χρηματοδότηση και την αντιπαροχή, το Σώμα της Γενικής Συνέλευσης έκανε δεκτή την πρόταση για αξιοποίηση με αντιπαροχή των οικοπέδων και εξουσιοδότησε "το Διοικητικό Συμβούλιο για τις περαιτέρω εξελίξεις". Δεν αποφασίστηκε στη γενική αυτή συνέλευση αν ο εργολάβος που θα έδινε το καλλίτερο ποσοστό αντιπαροχής θα αναδεικνύονταν με δημόσιο διαγωνισμό και ούτε καν έγινε συζήτηση περί αυτού, που σημαίνει ότι το ΔΣ θα διερευνούσε το θέμα αυτό και θα το έφερε πάλι στη γενική Συνέλευση, όπως και έγινε την 1η Ιουλίου 2002. Στο μεταξύ ο ενάγων, που προφανώς, είχε σχετική ενημέρωση, για τα τεκταινόμενα στις Γενικές συνελεύσεις του Συνεταιρισμού, αναζητούσε, στα πλαίσια της μεσιτικής δραστηριότητας του, εργολάβους, που θα είχαν την οικονομική δυνατότητα να αναλάβουν την εκτέλεση ενός τόσο μεγάλου έργου, δηλαδή την ανοικοδόμηση, με αντιπαροχή των οικοπέδων του Συνεταιρισμού. Ο Μ. Π., που ήταν σύζυγος της δεύτερης ενάγουσας, "εξωτερικής συνεργάτιδας" του πρώτου ενάγοντος, πληροφόρησε τον ενάγοντα ότι γνώριζε τον πατέρα του πολιτικού μηχανικού Κ. Π. (1ου εναγομένου), ο οποίος ασχολούνταν με την ανέγερση οικοδομών και είχε και την "κάρτα του", που του την είχε δώσει ο πατέρας του. Ο ενάγων επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον 7° εναγόμενο, από τον οποίο έμαθε ότι αυτός και άλλοι συνάδελφοί του πολιτικοί μηχανικοί είχαν εταιρία που αναλάμβανε το κτίσιμο οικοδομών, με το σύστημα της αντιπαροχής. Ζήτησε, τότε, απ' αυτόν να του ορίσει ραντεβού προκειμένου να συζητήσουν για την ανέγερση οικοδομών σε μεγάλη οικοπεδική έκταση. Το ραντεβού ορίστηκε για την 16η Απριλίου 2002, ημέρα Τρίτη, περί ώρα 22.30. Πράγματι την ορισθείσα αυτή ημέρα, ο ενάγων μετέβη, μαζί με τη δεύτερη ενάγουσα και το σύζυγό της, σε γραφείο, επί της οδού ..., όπου συνάντησε τον 7ο εναγόμενο, με τον οποίο είχε την προαναφερθείσα τηλεφωνική επικοινωνία, αλλά και τους 4°, 5° και 6ο εναγόμενους, που όλοι τους ήταν πολιτικοί μηχανικοί. Εκεί έμαθε ότι όλοι οι παρευρισκόμενοι στο γραφείο πολιτικοί μηχανικοί είχαν συστήσει και λειτουργούσαν, μαζί με έναν ακόμη (τον 3ο εναγόμενο), Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης, την 1η εναγομένη, με σκοπό και την ανοικοδόμηση κατοικιών. Ο ενάγων, αλλά και η δεύτερη ενάγουσα, συστήθηκαν ως μεσίτες στους εν λόγω πολιτικούς μηχανικούς και ο πρώτος τούτων τους είπε ότι υπήρχε ιδιοκτήτης οικοπέδων, έκτασης περίπου 19 στεμμάτων, που βρίσκονταν ανατολικά της Θεσσαλονίκης, ο οποίος ενδιαφερόταν να βρει μια σοβαρή οικοδομική εταιρία, στην οποία θα ανέθετε την οικοδόμηση της έκτασης αυτής, με το σύστημα της αντιπαροχής και τους ρώτησε αν ενδιαφέρονταν. Λεπτομέρειες για την ακριβή θέση των οικοπέδων αυτών, αλλά και τα στοιχεία του ιδιοκτήτη απέφυγε να δώσει, για να μην κινήσει τις υποψίες τους. Εκείνοι ζήτησαν, προτού απαντήσουν, να δουν την έκταση και να γνωρίσουν τον ιδιοκτήτης της. Τότε ο ενάγων απαίτησε, προκειμένου να τους δείξει τα οικόπεδα, να του υπογράψουν εντολή υπόδειξης ευκαιρίας, αξιώνοντας αμοιβή 700.000 €, αλλά αυτοί ζήτησαν πίστωση χρόνου για δύο ημέρες, έως την Πέμπτη της 18-4-2002, για να το σκεφθούν περισσότερο, αλλά και για να ενημερώσουν και το άλλο εταίρο της ΕΠΕ και εφόσον αποφάσιζαν θετικά θα ετοίμαζαν σχέδιο συμφωνητικού που θα πρόβλεπε αναλυτικά το ύψος της μεσιτικής αμοιβής. Στις 18-5-2002, ο ενάγων μετέβη στο προαναφερθέν γραφείο των 4ου έως 7ου εναγομένων, μαζί με την Α. Π. (δεύτερη ενάγουσα),αποφασισμένος να λάβει απ' αυτούς τη σχετική εντολή μεσιτείας γιατί κάθε ημέρα, που περνούσε αισθανόταν αβεβαιότητα και άγχος, εξ αιτίας του ότι ήδη είχε παράσχει σε αυτούς τα προαναφερθέντα στοιχεία (έκταση οικοπέδων 19 περίπου, στρεμμάτων, ευρισκόμενα στην ανατολική Θεσσαλονίκη) και θα μπορούσαν, μια και ήταν όλοι τους πολιτικοί μηχανικοί, ασχολούμενοι με την ανέγερση οικοδομών, να εντοπίσουν την εν λόγω έκταση. Κατά τη συνάντηση αυτή ο ενάγων έθεσε επιτακτικά το θέμα του συμφωνητικού μεσιτείας και οι εν λόγω πολιτικοί μηχανικοί, που δεν ενεργούσαν ατομικά αλλά για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης ΕΠΕ, της οποίας νόµιµος εκπρόσωπος και διαχειριστής ήταν ο Α. Τ., παρών και αυτός στη συνάντηση αυτή, διαπραγματεύτηκαν με τους ενάγοντες το ύψος της μεσιτικής αμοιβής τους και μετά από επίπονες διαπραγματεύσεις κατέληξαν προφορικά στην οριστική συμφωνία να καταβάλει η ΕΠΕ ως μεσιτική αμοιβή και στους δυο ενάγοντες, αφού και οι δυο τους εμφανίστηκαν και συστήθηκαν ως νόμιμοι μεσίτες: α) δύο διαμερίσματα του 2ου ορόφου, των 100 μ2 στις μέλλουσες να ανεγερθούν οικοδομές και επιπλέον 117.338 €, αν το ποσοστό της αντιπαροχής ήθελε κυμανθεί μεταξύ 50 και 53% ή β) δύο διαμερίσματα του 2ου ορόφου, των 85 μ2 στις μέλλουσες να αναγερθούν οικοδομές και επιπλέον 100.000 €, αν το ποσοστό της αντιπαροχής ήθελε κυμανθεί μεταξύ 53 και 55% ή γ) δύο διαμερίσματα των 75 μ2 στις μέλλουσες να αναγερθούν οικοδομές και επιπλέον 70.000 €, αν το ποσοστό της αντιπαροχής ήθελε κυμανθεί μεταξύ 55 και 58% ή δ) ένα διαμέρισμα των 75 μ2 στις μέλλουσες να ανεγερθούν οικοδομές και επιπλέον 50.000 €, αν το ποσοστό της αντιπαροχής ήθελε κυμανθεί μεταξύ 58 και 60% και εφόσον το ποσοστό αντιπαροχής υπερέβαινε το 60% συμφώνησαν να καθορίσουν από κοινού τη μεσιτική αμοιβή σε ένα εφάπαξ ποσό. Η ανωτέρω μεσιτική αμοιβή συμφωνήθηκε να καταβληθεί για την καθοριστική διαμεσολάβηση των εναγόντων, ως μεσιτών και εφόσον ήθελαν προβούν στις απαιτούμενες ενέργειες που θα οδηγούσαν στην κατάρτιση της οριστικής σύμβασης εργολαβίας. Ο ένδικος ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η ανωτέρω αμοιβή συμφωνήθηκε προφορικά να καταβληθεί μόνο για την υπόδειξη των ακινήτων, ότι είχε πει στους εν λόγω πολιτικούς μηχανικούς ότι τα οικόπεδα ανήκαν σε νομικό πρόσωπο και ότι αυτό θα προέβαινε σε επιλογή της εργολάβου εταιρίας μετά από δημόσιο διαγωνισμό δεν αποδείχθηκε. Άλλωστε, μέχρι την ημέρα εκείνη, τα μέλη του Οικοδομικού Συνεταιρισμού του ΟΑΣΘ δεν είχαν αποφασίσει, στην προαναφερθείσα γενική συνέλευση της 27-03-2002, για τον τρόπο επιλογής της εργολάβου εταιρίας. Εξαιτίας δε της μη λήψης απόφασης στο θέμα αυτό της επιλογής εργολάβου, τα μέλη του ΔΣ του άνω Συνεταιρισμού, μετά την εν λόγω γενική συνέλευση, δέχθηκαν παρεμβάσεις από διάφορα πρόσωπα, και μεσίτες, να γίνει ελευθέρως η επιλογή εργολάβου, γι' αυτό αισθάνθηκε την υποχρέωση ο Πρόεδρος του Συνεταιρισμού Τσακνάκης Ιωάννης να πει ενώπιον των μελών του Συνεταιρισμού, κατά τη ΓΣ της 1ης Ιουλίου 2002, τα εξής: "Όπως σας είπα μελετάμε τόσο το διαγωνισμό, όσο και τη συγγραφή. Είμαστε ανοικτοί σε όλους, όμως μη περάσει από το μυαλό οποιουδήποτε ότι μπορεί να πιέσει ή να πάρει τη δουλειά με πλάγιο τρόπο". Ο ενάγων έχοντας, συνεπώς, υπόψη του, ότι κατά τη ΓΣ της 27-3-2002, δεν είχε αποφασιστεί ο τρόπος επιλογής της εργολάβου εταιρίας, πίστευε ότι θα μπορούσε ως μεσίτης να διαμεσολαβήσει για την επιλογή αυτή. Ο ένδικος ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι είπε στους εν λόγω πολιτικούς μηχανικούς, κατά τη διαπραγμάτευση της άνω μεσιτικής αμοιβής, ότι ιδιοκτήτης των οικοπέδων, που βρίσκονταν στην ανατολική Θεσσαλονίκη, ήταν νομικό πρόσωπο, προσκρούσει και στη κοινή λογική για στοιχειώδη προφύλαξή του, αφού αν μετέφερε το στοιχείο αυτό σε τέσσερις πολιτικούς μηχανικούς που ασχολούνταν με την ανέγερση οικοδομών, μέσω της ΟIΚΟΔΟΜΗΣ ΕΠΕ (1ης εναγομένης), κινδύνευε από την αποκάλυψη αυτή, αφού ήταν πλέον πολύ πιθανόν οι πολιτικοί αυτοί μηχανικοί να ανακαλύψουν, με τις διασυνδέσεις που διαθέτουν, ότι τα υπό ανοικοδόμηση ακίνητα ανήκαν στο Συνεταιρισμό του ΟΑΣΘ. Και πράγματι, αν ο ενάγων τους έδινε το άνω στοιχείο, πιθανότατα οι εν λόγω μηχανικοί θα ανακάλυπταν ότι μια τόσο μεγάλη οικοπεδική έκταση (19 στρεμμάτων) προς ανοικοδόμηση, ανατολικά της Θεσσαλονίκης, ήταν αυτή που ανήκε στο Συνεταιρισμό του ΟΑΣΘ, την οποία καλώς γνώριζε ο νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εναγομένης ΕΠΕ Α. Τ. (πολιτικός μηχανικός), από το Μάιο του 2000, όταν ο τότε Πρόεδρος του ΔΣ του εν λόγω Οικοδομικού Συνεταιρισμού Π. Α., στα πλαίσια των προσπαθειών του για την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των άνω ακινήτων και την επίλυση του προβλήματος του "Κοινωνικού Συντελεστή", συζητούσε με εργολάβους-πολιτικούς μηχανικούς για να ενημερωθεί για τον "Κοινωνικό Συντελεστή". Τότε παραβρέθηκε, μαζί με τους Τ., Π., Π. και Μ., που ήταν μέλη του Οικοδομικού Συνεταιρισμού, σε μία συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στο τεχνικό γραφείο οικοδομικών κατασκευών "DOMUS", που διατηρούσε στην ... ο γιός της Κ. Π. και συζητήθηκε ευρέως το θέμα του "Κοινωνικού Συντελεστή" των οικοπέδων του εν λόγω Συνεταιρισμού. Στη συνάντηση αυτή παραβρέθηκε και ο προαναφερθείς πολιτικός μηχανικός και εργολάβος Α. Τ. (4ος εναγόμενος), ο οποίος, ενδιαφερόμενος για τα ως άνω οικόπεδα, εξέφρασε τις απόψεις του για τις προοπτικές ανοικοδόμησης αυτών. Είναι, συνεπώς, σχεδόν βέβαιο ότι ο πολιτικός αυτός μηχανικός θα υποψιαζόταν, αν ο ενάγων έλεγε στους πολιτικούς μηχανικούς, στη συνάντηση της 18-4-2002, ότι τα οικόπεδα των 19 στρεμμάτων, κείμενα στον ανατολικό τομέα της Θεσσαλονίκης, ανήκαν σε νομικό πρόσωπο, ότι αυτά ήταν του Οικοδομικού Συνεταιρισμού του ΟΑΣΘ. Μετά τη συνάντηση της 18-4-2002, που είχε ο ενάγων με τους εν λόγω πολιτικούς μηχανικούς, κατά την οποία συνάντηση έγινε η οριστική προφορική συμφωνία για μεσιτική μεσολάβηση και καθορίστηκε και το ύψος της μεσιτικής αμοιβής, ορίστηκε ραντεβού για το μεσημέρι της επόμενης ημέρας Παρασκευής (19-4-2002), στο υδραγωγείο της ..., προκειμένου ο ενάγων να δείξει στους πολιτικούς μηχανικούς τα υπό ανοικοδόμηση οικόπεδα. Η συνάντηση αυτή πραγματοποιήθηκε και παραβρέθηκαν ο ενάγων με το σύζυγο της δεύτερης ενάγουσας, ο νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της πρώτης εναγομένης EΠE Α. Τ. (4ος εναγόμενος) και ο Κ. Π. (7ος εναγόμενος), προς τους οποίους ο ενάγων επέδειξε τα ακίνητα. Οι τελευταίοι ενημέρωσαν τον ενάγοντα ότι θα ετοιμάσουν την έγγραφη μεσιτική εντολή και να περάσει τη Δευτέρα από το γραφείο να την παραλάβει. Ο ενάγων έστειλε τη Δευτέρα στο γραφείο τους τον Π. Μ. να την παραλάβει, αλλά επειδή δεν ήταν έτοιμη η εντολή, ξαναπέρασε την Τετάρτη, οπότε, του παραδόθηκε ένα έγγραφο, με το εξής περιεχόμενο: "ΟIΚΟΔΟΜΗ smart ΒuΙdίngs Cοnstructίοn. Θεσσαλονίκη 24/04/2002. Υπόψιν: 1. Λ. Σ. - Ε. Α. - Π.. ΘΕΜΑ: ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞIΟΥΧΩΝ OAΣΘ ΣTHN EΠΕKTAΣH ΚΑΛΑΜΑΡΙΑΣ ΘEΣ/NIKHΣ ΣΥΝΟΛΙΚΗΣ ΕΚΤΑΣΗΣ 19.000 τ.μ. ME ΣΔ 1,6. Κύριοι, σε συνέχεια της επαφής μας στις 23/04/2002 θα θέλαμε να σας πληροφορήσουμε ότι η εταιρεία μας "ΟIΚΟΔΟΜΗ ΕΠΕ" ενδιαφέρεται για την αξιοποίηση των άνω ακινήτων με το σύστημα της αντιπαροχής και προσφέρει αμοιβή για την καθοριστική διαμεσολάβησή σας και εφόσον προβείτε στις απαιτούμενες ενέργειες, οι οποίες θα οδηγήσουν στην κατάρτιση οριστικής σύμβασης εργολαβίας με το ως άνω σωματείο. Η αμοιβή ανέρχεται σε: 1. Εάν το ποσοστό αντιπαροχής κυμανθεί μεταξύ 50-53%, τότε η αμοιβή σας θα είναι δύο διαμερίσματα 2ου ορόφου των 100 τ.μ. στις μέλλουσες να ανεγερθούν οικοδομές και 117.388 ευρώ. 2. Εάν το ποσοστό αντιπαροχής κυμανθεί μεταξύ 53-55%, τότε η αμοιβή σας θα είναι δύο διαμερίσματα 2ου ορόφου των 85 τ.μ. στις μέλλουσες να ανεγερθούν οικοδομές και 100.000 ευρώ.3. Εάν το ποσοστό αντιπαροχής κυμανθεί μεταξύ 55-58%, τότε η αμοιβή σας θα είναι δύο διαμερίσματα των 75 τ.μ. στις μέλλουσες να ανεγερθούν οικοδομές και 70.000 ευρώ. 4. Εάν το ποσοστό αντιπαροχής κυμανθεί μεταξύ 58-60%, τότε η αμοιβή σας θα είναι ένα διαμέρισμα των 75 τ.μ. στις μέλλουσες να ανεγερθούν οικοδομές και 50.000 ευρώ. Τέλος, εάν το ποσοστό αντιπαροχής ανέλθει πέραν του 60% τότε κατόπιν συνεννόησης των ενδιαφερομένων θα καθοριστεί από κοινού ένα εφάπαξ ποσό για την όλη διαμεσολάβηση. Η ως άνω αμοιβή θα καταβληθεί με την υπογραφή της οριστικής σύμβασης και διευκρινίζεται ότι όλοι οι φόροι καθώς και τα έξοδα μεταβίβασης των ακινήτων καθ' ολοκληρίαν βαρύνουν εσάς". Από το περιεχόμενο του άνω εγγράφου καθίσταται σαφές ότι η πρώτη των εναγομένων ΕΠΕ παρέσχε την εντολή και στον ενάγοντα - μεσίτη για διαμεσολάβηση και όχι γα απλή υπόδειξη ευκαιρίας και ανέλαβε την υποχρέωση, εφόσον, συνεπεία της διαμεσολαβήσεώς του, η ΟIΚΟΔΟΜΗ ΕΠΕ κατάρτιζε τη σύμβαση εργολαβίας (σκοπούμενη σύμβαση) με τον άνω Οικοδομικό Συνεταιρισμό του ΟΑΣΘ, για την ανοικοδόμηση των οικοπέδων του, να του καταβάλει την στην εντολή αυτή μεσιτική αμοιβή του. Οι περιεχόμενοι στην εντολή αυτή όροι καταβολής μεσιτικής αμοιβής αποτυπώνουν επακριβώς τα όσα είχαν συμφωνηθεί προφορικά μεταξύ του ενάγοντος και των ως άνω Πολιτικών μηχανικών (4ου έως 7ου των εναγομένων), ενεργούντων για λογαριασμό της εναγομένης ΕΠΕ, κατά την 18-4-2002. Γι' αυτό, άλλωστε, ο ενάγων ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε, ούτε προφορικώς ούτε εγγράφως (με εξώδικη Δήλωση - Διαμαρτυρία), προς την εναγομένη ΕΠΕ, ως προς το περιεχόμενο της άνω έγγραφης εντολής. Στο μεταξύ, ό εν λόγω Οικοδομικός Συνεταιρισμός του ΟΑΣΘ είχε υποβάλει στο Δήμο Καλαμαριάς, στις 10-1-2002 την υπ' αριθμ. 836/10-1-2002 "αίτηση-έκθεση ωφέλειας", την οποία έκανε δεκτή το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Καλαμαριάς, με την υπ' αριθμ. 556/2002 απόφασή του, που ελήφθη κατά τη συνεδρίαση 13/17.7.2002, δηλαδή σε χρόνο μετά την, ως άνω, εντολή μεσιτείας για μεσολάβηση. Με την απόφαση αυτή ο Δήμoς δέxθηκε ότι η ανωτέρω οικοπεδική έκταση του Οικοδομικού Συνεταιρισμού του OAΣΘ των 21.244,13 μ2, αποτελούμενη από 9 οικόπεδα, να υπαχθεί στον Κοινωνικό Συντελεστή, (0,8+0,8=1,60) και να λάβει ως ωφέλεια ό Δήμος Καλαμαριάς 3 οικόπεδα και δη το με αριθ. 9 του Ο.Τ. Γ351, έκτασης 498,08 μ2, το με αριθ. 11 του Ο.Τ. Γ450, έκτασης 592,90 μ2,και ένα τρίτο οικόπεδο έκτασης 1.035,30 μ2, που θα προερχόταν από την κατά τμηση του οικοπέδου 3 του Ο.Τ. Γ437, το οποίο είχε έκταση 3.555,90 μ2. Μετά την κατά τμηση θα διαμορφώνονταν δύο αυτοτελή, άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα, το ένα 2.520,60 μ2 που θα παρέμεινε στο Συνεταιρισμό και το άλλο 1.035,30 μ2 που θα μεταβιβαζόταν στο Δήμο, όπως και έγινε με το .../2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αναστασίας Φυλακτού, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς, στον τόμο ... με αριθμό 339. Μετά τη μεταβίβαση αυτή, στην κυριότητα του εν λόγω Οικοδομικού Συνεταιρισμού παρέμειναν προς ανοικοδόμηση 7 οικόπεδα, ήτοι: 1) το με αριθ. 3 του Ο.Τ. Γ 437,έκτασης 2.520,60 μ2, 2) το με αριθ. 6 του Ο.Τ. Γ 439, έκτασης 1.730,60 μ2, 3) το με αριθ. 8 του Ο.Τ. Γ440, έκτασης 2.482,33 μ2, 4) το με αριθ. 3 του Ο.Τ. Γ354, έκτασης 5.900,29 μ2, 5) το με αριθ. 9 του Ο.Τ. Γ 444, έκτασης 2.042,59 μ2, 6) το με αριθ. 6 του Ο.Τ. Γ448, έκτασης 2.833,30 μ2 και το με αριθ. 8 του Ο.Τ. Γ441, έκτασης 1.608,14 μ2, 7) το με αριθ. 11 του Ο.Τ. Γ450, έκτασης 592,90 μ2, και όλων συνολικής έκτασης 19.117,85 μ2. Βάσει των ανωτέρω, ο ενάγων δεν μπορούσε να γνωρίζει από το φθινόπωρο του 2001 για το ότι ο Δήμος Καλαμαριάς θα ζητούσε από το Συνεταιρισμό, για την εφαρμογή του Κοινωνικού Συντελεστή, τα προαναφερθέντα τρία οικόπεδα, συνολικής έκτασης 2.126,28 μ2, που φέρονται επισημειωμένα προχείρως επί του τοπογραφικού διαγράμματος, το οποίο ο ενάγων ισχυρίζεται ότι του παρέδωσε, κατά το Φθινόπωρο του 2001, στα γραφεία του Οικοδομικού Συνεταιρισμού, επί της οδού ..., ο Πρόεδρος του Συνεταιρισμού Ι. Τ.. Αυτός ο ισχυρισμός είναι αναληθής, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, το μεν σχεδιάγραμμα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων το εφοδιάστηκε από τον Ι. Σ., μέσω του φίλου του Α. Μ., οι δε επ' αυτού επισημειώσεις για τις απαιτήσεις του Δήμου, έγιναν από τον ίδιο και σε χρόνο μεταγενέστερο της 17.7.2002 και όχι, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, από πρόσωπα του ΟΑΣΘ, όταν ο ενάγων μετέβη στα γραφεία του το φθινόπωρο του 2001 για να συλλέξει πληροφορίες. Αφού τακτοποιήθηκε οριστικά με το Δήμο Καλαμαριάς το θέμα "Κοινωνικού Συντελεστή", το ΔΣ του Οικοδομικού Συνεταιρισμού επίσπευσε τις διαδικασίες για την αξιοποίηση των άνω οικοπέδων. Κατέληξε να προσκαλέσει δημόσια εργολάβους για να κάνουν προσφορές για την ανέγερση των οικοδομών, με το σύστημα της αντιπαροχής και άρχισε να ετοιμάζει το περιεχόμενο της διακήρυξης, όπως είχε υποσχεθεί στα μέλη του Συνεταιρισμού στη Γενική Συνέλευση της 1ης Ιουλίου 2002. Τελικώς, συνέταξε την, από 22-10-2002, διακήρυξη -"Πρόσκληση Εκδήλωσης Ενδιαφέροντος για Αντιπαροχή", την οποία και δημοσίευσε σε περίληψη, στον "Αγγελιοφόρο" της Θεσσαλονίκης, στο φύλλο 1847 της 25ης Οκτωβρίου 2002 και στο "ΒΗΜΑ" των Αθηνών, στο φύλλο 13701 της 30ης Οκτωβρίου 2002. Η πρώτη εναγόμενη ΕΠΕ, μόλις έλαβε γνώση, δια των ως άνω εταίρων της, των δύο αυτών δημοσιεύσεων της προκήρυξης, αντιλήφθηκε πλέον ότι ο ενάγων δεν είχε την προσδοκώμενη πρόσβαση του στη διοίκηση του Οικοδομικού Συνεταιρισμού για να την επηρεάσει στην ελεύθερη επιλογή εργολάβου εταιρίας, ούτε, συνεπώς, τη δυνατότητα, μετά τη δημοσίευση της εν λόγω προκήρυξης, να διαμεσολαβήσει στο Συνεταιρισμό για την επιλογή αυτής ως εργολάβου-εταιρίας στην ανοικοδόμηση των προαναφερθέντων οικοπέδων, οπότε ανακάλεσε εγγράφως την δοθείσα στον ενάγοντα εντολή διαμεσολάβησης για τη σύναψη εργολαβικής σύμβασης, με την από 30-11-2002 εξώδικη δήλωσή της, που του επέδωσε στις 16-12-2002. Ο ενάγων δεν απάντησε στην εξώδικο αυτή, ούτε και διαμαρτυρήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο στην πρώτη εναγομένη ΕΠΕ για την ανάκληση της εν λόγω εντολής. Από την ημέρα που περιήλθε η άνω εξώδικη δήλωση ανάκλησης εντολής στον ενάγοντα, ανατράπηκε για το μέλλον (ex nunc) η εν λόγω σύμβαση μεσιτείας. Ενόψει της ανάκλησης αυτής, και επειδή αποδείχθηκε ότι οι προγενέστερες της ανακλήσεως ενέργειες του ενάγοντος ουδεμία διαμεσολάβηση περιείχαν, η μεσιτική εντολέας (εναγόμενη ΕΠΕ) δεν έχει υποχρέωση να πληρώσει στον ενάγοντα μεσιτική αμοιβή, έστω και αν το έργο της οικοδόμησης των εν λόγω οικοπέδων του Οικοδομικού Συνεταιρισμού του ΟΑΣΘ εκτέλεσε η κοινοπραξία που συστάθηκε, στις 19-12-2002, αποκλειστικά και μόνο για την εκτέλεση του έργου αυτού από τις ανώνυμες εταιρίες:1) "ΕΞΕΛΚΑ ΑΕ - ΕΒΕ (ΕΜΠΟΡΙΚΑΙ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ)", 2) "ΟIΚΟΔΟΜΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και 3) "ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" με το διακριτικό τίτλο "ΒΕΣΤ ΑΕ", τη δεύτερη των οποίων (ΟΙΚΟΔΟΜΗ ΑΕ) συνέστησαν οι εταίροι - μεριδιούχοι της πρώτης εναγόμενης ΕΠΕ (3ος έως και 7οςεναγόμενοι). Πράγματι, οι εν λόγοι εταίροι-μεριδιούχοι, παρακολουθώντας την πορεία των ενεργειών του Δήμου Καλαμαριάς όσον αφορά την υπ' αριθμ. 836/10-1-2002 "αίτηση - έκθεση ωφέλειας" του άνω Οικοδομικού Συνεταιρισμού, μετά την έκδοση, στις 17 Ιουλίου 2007, από το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Καλαμαριάς της προαναφερθείσας απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση για τον "Κοινωνικό Συντελεστή", έσπευσαν να συστήσουν την "ΟIΚΟΔΟΜΗ ΑΕ" για να διεκδικήσουν με αξιώσεις την ανάληψη του έργου ανέγερσης πολυκατοικιών στα οικόπεδα του Συνεταιρισμού. Την 1η Αυγούστου 2002, αυτοί συνέστησαν τη 2η εναγομένη, με το .../2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Νιόβης Κορίζη. Η ανώνυμη αυτή εταιρία εγκρίθηκε με την 17/12136/5-9-2002 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων εταιριών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης και στις 12-9-2002 περίληψη του καταστατικού της δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Μετά τη δημοσίευση στον τύπο (στις 25 και 30-10-2002) της προαναφερθείσας διακήρυξης, για εκδήλωση ενδιαφέροντος, η δεύτερη εναγόμενη, (OΙKOΔOMH AE) ήρθε σε διαπραγματεύσεις με την "ΕΞΕΛΚΑ ΑΕΕΒΕ" και την "ΒΕΣΤ ΑΕ", και όλες μαζί συνέστησαν στις 19-12-2002,την προαναφερθείσα Κοινοπραξία με σκοπό την εκτέλεση του έργου, "Ανάληψη- Κατασκευή με αντιπαροχή της εργολαβίας ανοικοδομήσεως των στην επέκταση του σχεδίου πόλεως του Δήμου Καλαμαριάς κειμένων οικοπέδων του Οικοδομικού Συνεταιρισμού Εργατοϋπαλλήλων Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης". Η Κοινοπραξία αυτή υπέβαλε προσφορά στον άνω Οικοδομικό Συνεταιρισμό, όπως και άλλες τρεις κοινοπραξίες και ακόμη άλλες τρεις κατασκευαστικές ανώνυμες εταιρίες. Το Διοικητικό και Εποπτικό Συμβούλιο του εν λόγω Συνεταιρισμού, σε κοινή συνεδρίαση, στις 26-2-2003, έκρινε ομόφωνα ως καλύτερη προσφορά αυτή που υπέβαλε η Κοινοπραξία, στην οποία συμμετείχε και η 2η εναγομένη "ΟIΚΟΔΟΜΗ ΑΕ". Στη συνέχεια, τα μέλη του ως άνω Συνεταιρισμού στη γενική συνέλευση της 12-3-2003 ενέκριναν ομόφωνα την άνω από 26-2-2003 κοινή απόφαση του Διοικητικού και Εποπτικού Συμβουλίου και έτσι η ανοικοδόμηση των οικοπέδων του Συνεταιρισμού ανατέθηκε στην Κοινοπραξία "ΕΞΕΛΚΑ ΑΕ ΕΜΠΟΡΙΚΑΙ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - ΟIΚΟΔΟΜΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ - ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και προς τούτο υπογράφηκε το 24834/2003 εργολαβικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αναστασίας Φυλακτού. Το συμβόλαιο αυτό εργολαβίας (σκοπούμενη δικαιοπραξία) δεν έγινε με οποιαδήποτε διαμεσολάβηση του ενάγοντος - μεσίτη, αλλά κατόπιν του προαναφερθέντος δημόσιου διαγωνισμού. Μέχρι την 16-12-2002, που η δεύτερη εναγόμενη ΕΠΕ κοινοποίησε στον ενάγοντα-μεσίτη την ανάκληση της εντολής διαμεσολάβησης, ο τελευταίος ουδεμία διαμεσολάβηση είχε κάνει στα πλαίσια της εντολής διαμεσολάβησης που του είχε δοθεί από τον Απρίλιο του 2002. Βέβαια τα μέλη της ως άνω ΕΠΕ γνώριζαν έκτοτε για την επικείμενη ανοικοδόμηση των οικοπέδων του Συνεταιρισμού και συνέστησαν στη συνέχεια τη δεύτερη εναγομένη ΟIΚΟΔΟΜΗ ΑΕ, η οποία και συνέπραξε στην ίδρυση της κοινοπραξίας που τελικώς ανέλαβε το έργο, αλλά η γνώση αυτή δεν παρέχει το δικαίωμα στον ενάγοντα να αξιώσει μεσιτική αμοιβή, αφού η τελευταία συμφωνήθηκε να του καταβληθεί μόνο αν, με μεσολάβησή του, η εν λόγω ΕΠΕ και επέκεινα οι μεριδιούχοι της με άλλη μορφή εταιρίας αναλάμβαναν το έργο αυτό με διαμεσολάβηση του ενάγοντος, η οποία εν προκειμένω αποδείχθηκε ότι δεν υπήρξε. Αντίθετα αποδείχθηκε, ότι το έργο αυτό ανατέθηκε από το Συνεταιρισμό στην ως άνω κοινοπραξία, στην οποία συμμετείχε και η δεύτερη εναγομένη ΟIΚΟΔΟΜΗ ΑΕ, ύστερα από δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, καταλήγει το Εφετείο, πρέπει η αγωγή του πρώτου των εναγόντων κατά των δεύτερης και πρώτης των εναγομένων, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, τόσο στην κύρια βάση της (ενοχή από σύμβαση μεσιτείας), όσο και στην επικουρική της βάση, του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού αποδείχθηκε ότι η άνω σύμβαση μεσιτείας ήταν έγκυρη, αλλά ανακλήθηκε γιατί ο ενάγων δεν είχε, έως την ανάκληση αυτής, διαμεσολαβήσει για την ανάληψή του έργου αυτού από την εναγόμενη ΕΠΕ, οι μεριδιούχοι της οποίας συνέστησαν κατόπιν τη δεύτερη εναγομένη ΑΕ και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για ωφέλεια των άνω εταιριών από μη νόμιμη αιτία. Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του πρώτου ενάγοντος(ήδη αναιρεσείοντος), κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης και της δεύτερης των εφεσιβλήτων, εξαφάνισε την 17588/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή, ως μη νόμιμη, ως προς αυτόν, και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή και ως προς τις παραπάνω εναγόμενες. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 703 ΑΚ και εκείνες που προαναφέρθηκαν, διότι, από τις παραπάνω παραδοχές σαφώς προκύπτει ότι ο πρώτος ενάγων δεν δικαιούται την αιτουμένη μεσιτική αμοιβή, αφού 1) ρητώς, συμφωνήθηκε να του καταβληθεί η παραπάνω αμοιβή, μόνο αν, με τη μεσολάβησή του, καταρτιζόταν η σκοπούμενη σύμβαση εργολαβίας, 2) ο τελευταίος ουδεμία διαμεσολάβηση είχε κάνει στα πλαίσια της εντολής διαμεσολάβησης που του είχε δοθεί από τον Απρίλιο του 2002 μέχρι την ανάκληση της, για την κατάρτιση της σκοπούμενης δικαιοπραξίας, 3) το συμβόλαιο εργολαβίας (σκοπούμενη δικαιοπραξία) δεν έγινε μετά από οποιαδήποτε διαμεσολάβηση του ενάγοντος - μεσίτη, αλλά αποκλειστικά και μόνο, μετά από τη συμμετοχή, με δική τους και μόνο πρωτοβουλία των νομίμων εκπροσώπων της, ως άνω κοινοπραξίας, στην οποία συμμετείχε και η δεύτερη εναγομένη ΟIΚΟΔΟΜΗ ΑΕ στον προαναφερθέντα δημόσιο διαγωνισμό. Επίσης η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ζήτημα της εξάρτησης της αμοιβής του ενάγοντος, εκ της μεσολαβητικής δραστηριότητας του στην κατάρτιση της σκοπούμενης ανωτέρω συμβάσεως και τη μη συμμετοχή του σ' αυτήν (κατάρτιση), διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στη διάταξη του άρθρου 703 ΑΚ. Επομένως ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου είναι αβάσιμος. Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (ΚΠολΔ 336§4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1). Αν, στην πρώτη περίπτωση, χρησιμοποιώντας τα διδάγματα κοινής πείρας ή τα πορίσματα της επιστήμης αντίθετα προς τις αρχές της λογικής, το δικαστήριο διαγνώσει εσφαλμένως ότι συνέτρεξαν ή όχι τα περιστατικά που στηρίζουν το δικαίωμα, δεν υπάρχει παράβαση κανενός νόμου και, άρα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Αν πάλι το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336§4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα. (Ολ.ΑΠ. 8/2005). Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, πλήττεται η προσβαλλομένη και για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.β. στις οποίες φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο, με το να αρνηθεί αναιτιολογήτως να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να διαγνώσει αν 1) η μεσιτική αμοιβή συμφωνήθηκε για την υπόδειξη ευκαιρίας και 2) η ανάθεση του επίδικου έργου ανοικοδόμησης με δημόσιο διαγωνισμό στους αναιρεσίβλητους ήταν αποτέλεσμα υποδείξεως ευκαιρίας εκ μέρους των και διαμεσολάβησης των. Ο λόγος αυτός, αιτιώμενος για τη μη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, είναι απαράδεκτος, ανεξαρτήτως του ότι είναι και αόριστος, αφού δεν εκτίθενται τα συγκεκριμένα διδάγματα πείρας που το εφετείο παραβίασε. Τέλος ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται και η πλημμέλεια της απόφασης, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών και ειδικότερα δεν χρησιμοποίησε αυτούς για να καταλήξει στην κρίση του, ως προς το περιεχόμενο της από 24-4-2002 επιστολής και της από 30-11-2002 εξώδικης πρόσκλησης - δήλωσης της πρώτης αναιρεσίβλητης προς αυτούς, είναι αβάσιμος, διότι, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι, από το περιεχόμενο των άνω εγγράφων, καθίσταται σαφές ότι η πρώτη των εναγομένων ΕΠΕ παρέσχε την εντολή στον ενάγοντα - μεσίτη για διαμεσολάβηση και όχι γα απλή υπόδειξη ευκαιρίας και ανέλαβε την υποχρέωση, εφόσον, συνεπεία της διαμεσολαβήσεώς του, η ΟIΚΟΔΟΜΗ ΕΠΕ κατάρτιζε τη σύμβαση εργολαβίας (σκοπούμενη σύμβαση) με τον άνω Οικοδομικό Συνεταιρισμό του ΟΑΣΘ, για την ανοικοδόμηση των οικοπέδων του, να του καταβάλει την στην εντολή αυτή μεσιτική αμοιβή του, από την παραδοχή δε αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν διεπίστωσε κενό στις ερμηνευόμενες συμβάσεις, ούτε δημιουργήθηκε σ' αυτό αμφιβολία για την έννοια των βουλήσεων που δηλώθηκαν σ' αυτές και γι' αυτό δεν προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών. Για να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν προέβη στην ερμηνεία του περιεχομένου του ή το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, έγγραφο, με την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται το αποδεικτικό έγγραφο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 442 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο, κατά το αντίστοιχο μέρος του, λόγο αναιρέσεως, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην παραδοχή ότι αντικείμενο της συμφωνίας των διαδίκων ήταν η διαμεσολάβηση για την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης και όχι μόνο η υπόδειξη ευκαιρίας, όπως αυτοί ισχυρίζονται, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της, από 24-4-2002, επιστολής και της από 30-11-2002 εξώδικης πρόσκλησης- δήλωσης της πρώτης αναιρεσίβλητης προς αυτούς. Όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και την επισκόπηση των εγγράφων αυτών, το Εφετείο εκτίμησε το περιεχόμενο των, όπως έχει, ύστερα από ορθή ανάγωση των, στη συνέχεια, δε, μετά από εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, κατέληξε στην παραπάνω κρίση του. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλως η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον από την απόφαση αποδεικνύεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν οι διάδικοι με επίκληση. Αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αν από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ιδίως έγγραφο. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προβάλλουν, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν σε αυτό με επίκληση για απόδειξη του αγωγικού ουσιώδους ισχυρισμού τους, περί κατάρτισης συμφωνίας για υπόδειξης ευκαιρίας εκ μέρους των, στους 4ο και 7ο από τους αναιρεσίβλητους, για την σύναψη της σύμβασης εργολαβίας και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του την 1) από 24-4-2002 επιστολή της πρώτης αναιρεσίβλητης και 2) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Μ. Π.. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη θεμελίωση του αποδεικτικού πορίσματός του, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και συνεπώς, από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι τούτο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμα του, την παραπάνω κατάθεση και το παραπάνω έγγραφο, μη προκύπτοντος του αντιθέτου από την αποδεικτική αξία, την οποία, κατά την, ανέλεγκτη, επί της ουσίας κρίση του, προσέδωσε σ' αυτά. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τους αρ. 8 και 19 και ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό τους ότι κατάρτισαν συμφωνία για υπόδειξη ευκαιρίας και ότι προέβησαν στην υπόδειξη αυτής, στους 4ο και 7ο από τους αναιρεσίβλητους και επικουρικά ότι απέρριψε αυτόν δίχως επαρκή αιτιολογία είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον παραπάνω ισχυρισμό και με επαρκή και πλήρη αιτιολογία τον απέρριψε, ως αβάσιμο. Τέλος ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αναφέρεται σε πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ.1 είναι απαράδεκτος ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται οι διατάξεις που παραβιάστηκαν και σε τι συνίσταται η παραβίαση. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 27-9-2011, αίτηση των αναιρεσειόντων, για την αναίρεση της 443/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 703 ΑΚ και διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στη διάταξη του άρθρου 703 ΑΚ. Ο λόγος για τη μη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, είναι απαράδεκτος. Το Εφετείο δεν διεπίστωσε κενό στις ερμηνευόμενες συμβάσεις, ούτε δημιουργήθηκε σ’ αυτό αμφιβολία για την έννοια των βουλήσεων που δηλώθηκαν σ’ αυτές. Από την προσβαλλόμενη απόφαση και την επισκόπηση των εγγράφων προκύπτει ότι, το Εφετείο εκτίμησε το περιεχόμενο των, όπως έχει, ύστερα από ορθή ανάγνωση των, στη συνέχεια, δε, μετά από εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, κατέληξε στην παραπάνω κρίση του.
null
null
0
Αριθμός 1644/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1) Π. Λ. του Λ., κατοίκου ..., 2) Π. Π. του Γ., κατοίκου ..., 3) Γ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 4) Π. Β. του Ε., κατοίκου ... και 5) Α. Γ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Κατσαντωνοπούλου. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΟΤΕ ΑΕ), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ηλιοπιερέα - Πιερράκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2394/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4959/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 18-7-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ανδρέας Δουλγεράκης, διάβασε την από 4-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος, λόγοι αναιρέσεως, να απορριφθεί δε ο πρώτος κατά τα λοιπά. Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, στο άρθρο 21 παρ. 1 του Ν. 2190/1994 ορίζεται ότι "οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επομένων παραγράφων", στην παρ. 2 ορίζεται ότι "η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες". Στη συνέχεια στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 Π.Κ. Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2527/1997, στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, πριν την τροποποίησή του με το Ν. 1892/1990. Μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται αφενός και οι κάθε είδους κρατικές ή δημόσιες και παραχωρηθείσες επιχειρήσεις και οργανισμοί καθώς και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου δημόσιου χαρακτήρα που επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς (άρθρ. 51 παρ. 1 περ. γ' του ν. 1892/1990, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ. 6 του ν. 1943/1991) και αφετέρου τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο κράτος (άρθρ. 14 παρ. 1 εδ. β' παρ. 1 του 2190/1994).Με την αναθεώρηση του έτους 2001 και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής. Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι : "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγουμένου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και τη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920, συνάγεται ότι: α) Σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου είναι εκείνη στην οποία οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ρητώς ή σιωπηρώς ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. β) Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου. Εξάλλου, ορίζεται: α) στο άρθρο 671 του ΑΚ ότι "η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης" και β) στο άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 ότι "οι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου". Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση καταρτίστηκε υποχρεωτικώς ως ορισμένης διάρκειας, εκ του νόμου, όπως στην περίπτωση της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 2 του αναμορφωμένου ΓΚΠ-ΟΤΕ, που τέθηκε σε ισχύ με την από 10-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (όρος 21 της εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε.) και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρο 7 παρ. 1 ν. 1876/1990), κατά την οποία ο Οργανισμός δύναται προς κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου κατά σύστημα, όρους, διαδικασία και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση της Διοίκησης, αυτή δε η σύμβαση εργασίας απαγορεύεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου (ΑΠ. 815, 816/2011). Να σημειωθεί ότι, κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2257/1994 "περί οργανώσεως και λειτουργίας του ΟΤΕ", στο οποίο περιγράφεται αναλυτικά ο σκοπός της εταιρίας, μεταξύ άλλων αναφερομένων δραστηριοτήτων είναι και η εγκατάσταση, λειτουργία, εκμετάλλευση, διαχείριση και ανάπτυξη κάθε είδους τηλεπικοινωνιακής υποδομής σε τοπικό εθνικό, διακρατικό και διεθνές επίπεδο και κατά το άρθρο πρώτο (προοίμιο) του ν. 3676/2008, "Η εταιρεία με την επωνυμία Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος ΑΕ ΟΤΕ είναι επιχείρηση ηλεκτρονικών επικοινωνιών νομίμως συσταθείσα και λειτουργούσα ως ανώνυμη εταιρεία κατά το δίκαιο της Ελληνικής Δημοκρατίας με έδρα το Αμαρούσιο Αττικής" και συνεπώς η εναγομένη δεν ανήκει στο Δημόσιο ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 14-6-2005 αγωγή τους, οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες εκθέτουν ότι προσλήφθηκαν κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημεροχρονολογίες για τον καθένα εξ αυτών από την εναγομένη ανώνυµη εταιρεία µε την επωνυμία "Οργανισµός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδας", προκειµένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, µε την αναφερόμενη για τον καθένα ειδικότητα, απασχολήθηκαν δε σ' αυτήν µε διαδοχικώς ανανεούµενες συµβάσεις εργασίας ορισµένου χρόνου, µέχρι το έτος 2004. Ότι και µετά τη λήξη των εν λόγω συµβάσεων η εναγοµένη, ως άνω εταιρεία, έχοντας ανάγκη των υπηρεσιών τους, αφού κατήγγειλε τις συµβάσεις εργασίας τους συνέχισε να απασχολεί αυτούς (ενάγοντες) µέσω άλλων νοµικών προσώπων, που αναφέρονται στην αγωγή, σε έργα που είχαν αναλάβει τα τελευταία µε σύµβαση εργολαβίας που κατήρτισαν µε αυτήν (εναγοµένη). Ότι ο καθορισµός συγκεκριμένης διάρκειας στις προϋπάρξασες και διαδοχικώς ανανεωθείσες µέχρι το έτος 2004 συµβάσεις εργασίας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος ή το σκοπό αυτής (της εργασίας τους), ούτε υπαγορευόταν από άλλο ειδικό λόγο, αναγόμενο στις συνθήκες λειτουργίας των υπηρεσιών της εναγομένης αλλά ότι, αντιθέτως, η πρόσληψή τους κατά τον ανωτέρω τρόπο, έγινε στην πραγματικότητα προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας των συµβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον αυτοί (ενάγοντες), δεν κάλυπταν πρόσκαιρες αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης εταιρείας, οι οποίες συνίσταντο στην παροχή εξειδικευμένων εκ μέρους τους υπηρεσιών, όπως και το μόνιμο προσωπικό της. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό οι ενάγοντες ζητούν: α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με την εναγομένη εταιρεία με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της τελευταίας, από την ημερομηνία έναρξης της σύμβασης καθενός από αυτούς, β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητά της κατά τα ανωτέρω γενόμενης καταγγελίας της προυπάρξασας εργασιακής της σχέσης με την εναγομένη, γ) να υποχρεωθεί η τελευταία να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές τους, με την απειλή χρηματικής ποινής για την περίπτωση άρνησης συμμόρφωσής της στις διατάξεις της απόφασης που θα εκδοθεί. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 2394/2006 απόφαση του, απέρριψε την ως άνω αγωγή, κατά της απόφασης δε αυτής άσκησαν έφεση οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι, στην προκειμένη περίπτωση, οι διαδοχικές συμβάσεις των εναγόντων, οι οποίες καταρτίστηκαν υπό το κράτος της ισχύος των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, δεν μπορούν, ακόμη να χαρακτηριστούν ως διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, με βάση τις συνθήκες, τις περιστάσεις κατάρτισης και λειτουργίας αυτών, να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, ούτε και να χαρακτηριστούν αυτές, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν στην πραγματικότητα οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη τους, εναγόμενου - εκκαλούντος, αφού το τελευταίο, ως ΝΠΔΔ, δεν είχε την ευχέρεια να συνάπτει συµβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Υπό την ισχύ λοιπόν των πιο πάνω διατάξεων, δεν είναι δυνατή η εφαρµογή στις κρινόμενες περιπτώσεις των εναγόντων των διατάξεων του άρθρου 8§3 του ν. 2112/1920 ή του άρθρου 671 ΑΚ, ούτε και κατ' επιταγή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, κατά το μεσοδιάστημα από 10-7- 2002 (ηµεροµηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) µέχρι την έναρξη της ισχύος του ΠΔ/τος 164/2004, αλλά, βέβαια και µετά την έναρξη ισχύος αυτού. Κατά συνέπεια, αφού δεν συντρέχουν, κατά τα προαναφερόμενα, στις περιπτώσεις των εναγόντων οι αναφερόμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, η ένδικη αγωγή αυτών, κατά το αίτημα της να αναγνωρισθεί ότι οι διαδοχικές συμβάσεις αυτών αποτελούσαν εξαρχής μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είναι μη νόμιμη και πρέπει για το λόγο τούτο ν' απορριφθεί. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 2394/2006 απόφασης με την οποία το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε την αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649, 669, 671 και 672 του ΑΚ και 1, 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, το πραγματικό των οποίων περιέχεται στην ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε, η εναγομένη δεν είναι ΝΠΔΔ και δεν ανήκει στο Δημόσιο ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Επομένως, οι συναφείς πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας του πρώτου λόγου αναιρέσεως, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση (κατά την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 12 παρ. 4 Ν. 4055/2012), προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές, άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, λόγω της ήττας της (άρθρ. 183 και 176 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 4959/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 669, 671 και 672 του ΑΚ και 1, 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, το πραγματικό των οποίων περιέχεται στην ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, δοθέντος ότι, η εναγόμενη (ΟΤΕ Α.Ε.) δεν είναι ΝΠΔΔ και δεν ανήκει στο Δημόσιο ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
null
null
0
Αριθμός 1641/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ε. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Κουτσούκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 834/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5774/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-7-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 4-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 201 του ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αναβλητική αίρεση), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός, ενώ κατά το άρθρο 207 παρ.1 του ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος, που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της. Τέτοια δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, στην οποία εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 207 παρ. 1 του Α.Κ., είναι και εκείνη, με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η προαγωγή αυτού, αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανό του), όπως όταν η υπό προϋποθέσεις προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από κανονισμό εργασίας, που έχει συμβατική ισχύ. Στην περίπτωση αυτή, όταν κρίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανό του) ότι ο μισθωτός δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγή του και η κρίση αυτή είναι αντίθετη προς την καλή πίστη ως καταφώρως εξ αντικειμένου άδικη, όταν δηλαδή παραλείφθηκε να προαχθεί υπάλληλος, που υπερείχε καταφανώς ως προς τα, συνολικώς εκτιμώμενα, τυπικά και ουσιαστικά, υπηρεσιακά προσόντα του έναντι, έστω και ενός, προαχθέντος συναδέλφου του, τότε η αναβλητική αίρεση, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του παραλειφθέντος, λογίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 207 του Α.Κ., ότι πληρώθηκε από τότε, που έπρεπε να είχε γίνει η προαγωγή. Εξ άλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, που έχει συμβατική ισχύ (Ολ.ΑΠ 27/95) η προαγωγή στο 2ο βαθμό (του υποδιευθυντή) αποφασίζεται κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού Συμβουλίου μετά από πρόταση του Διοικητή, εφόσον υφίσταται κενή οργανική θέση, ο υπό προαγωγή υπάλληλος έχει συμπληρώσει στον κατεχόμενο βαθμό τον αναγκαίο χρόνο ευδόκιμης υπηρεσίας, έχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για την προαγωγή στην ανώτερη θέση και έχει επιδείξει στην άσκηση των καθηκόντων του και την εκτέλεση της υπηρεσίας του εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και εργατικότητα. Πέραν των προϋποθέσεων αυτών, με το άρθρο 34 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, όπως τροποποιήθηκε με τις από 27-2-1987, 21-12-1990 και 29-8-1991 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου αυτής, από το έτος 1990 και εφεξής προβλέφθηκαν ως αξιολογικά στοιχεία για την προαγωγής στους ανώτερους βαθμούς οι πρόσθετες γνώσεις και η ικανότητα διεκπεραιώσεως συγχρόνων τραπεζικών εργασιών, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών, η ικανότητα χειρισμού θεμάτων νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής, λειτουργίας, εποπτείας και ελέγχου του πιστωτικού συστήματος, η γνώση και η ικανότητα ασκήσεως αποτελεσματικής διοικήσεως και βελτιώσεως των τρόπων διοικήσεως κλπ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγόμενη Τράπεζα µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας ορισµένου χρόνου, στις 25-4-1983, και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο των υπαλλήλων της. Είναι πτυχιούχος της Φυσικομαθηματικής (Φυσικό Τµήµα) του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Οικονοµικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα, στο επίπεδο του "πολύ καλά", µε τίτλο σπουδών High School Diploma, της Σχολής Wayne του Σικάγου (Αµερικανικό εξατάξιο Γυμνάσιο), µε συµµετοχή σε εξειδικευμένο Τµήµα Αγγλικής Γλώσσας Advailced. Από την πρόσληψη του υπηρέτησε στο Κεντρικό Κατάστηµα της εναγοµένης και απασχολήθηκε στις Διευθύνσεις: α) Νοµισµατικής Πολιτικής και Τραπεζικών Εργασιών (Τµήµα Νοµισµατικής και Πιστωτικής Πολιτικής, από 25-4-1983 έως 1-5-1983, Τµήµα Σχέσεων µε τις Τράπεζες, από 2-5-1983 έως 3-5-1988, β) Συναλλάγματος (Τµήµα Διαχείρισης Συναλλάγματος Ι Τµήµα Παρακολούθησης Πράξεων Συναλλάγματος από 4-5-1988 έως 20-3-1989, Τµήµα Διαχείρισης Διαθεσίμων από 21-3-1989 έως 3-3-1993, Τµήµα Υπηρεσιακού Ελέγχου από 4-3-1993 έως 29-4-1993, Γραφείο Μελετών από 30-4-1993 έως 10-12-1997) και, γ) Οργάνωσης και Πληροφορικής (Τµήµα Οργάνωσης) από 11-12-1997 έως 17-1-2000,Τοµέας Οργάνωσης-Τµήµα Οργάνωσης από 18-1-2000 έως 10-12-2000 και στο Γραφείο Διαδικασιών Διαχείρισης Συναλλάγματος στο πλαίσιο ΕΣΚΤ από 11-12-2000 έως 29-1-2004 δ)Διεύθυνση Χρηματοοικονομικών Δραστηριοτήτων (Γραφείο Διαχείρισης Συναλλάγματος στο πλαίσιο του ΕΣΚΤ από 30-1-2004 έως σήµερα). Πριν την πρόσληψη του από την εναγοµένη εργάσθηκε από 9-4-1975 έως 31-12-1980 στην Τράπεζα Bank of Αmeriκa, όπου απασχολήθηκε µε αντικείμενα " Υποχρεωτικές Καταθέσεις", "Μελέτες Κόστους Χρήµατος και "Συγκρίσεις Ισολογισμών", καθώς και στην Τράπεζα Banque Francaise de credit International LTD από 1-1-1981 έως 15-2-1983, όπου απασχολήθηκε ως Προϊστάμενος του Τµήµατος Δανείων. Στα πλαίσια της επαγγελµατικής του επιμόρφωσης και ενημέρωσης έχει παρακολουθήσει και συμμετάσχει στα ακόλουθα σεµινάρια, µε θέµατα: Α' Ενδοτραπεζικά: 1) Διεθνείς Συναλλαγές, 1986, 2) Ενέγγυες Πιστώσεις - Αξίες, 1986, 3) Σεμινάριο Frame Worlc, 4) Γενικό Σεμινάριο Συναλλάγματος, 1988, 5) Συνάλλαγμα 1988, 6). Εξειδικευμένο Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας Advanced 1988, 7) Σεμινάριο Lοtus 1-2-3, 1992, 8) Σεμινάριο Foreign Exchange Risk Management, 1994, 9) Ενδοτραπεζικά Πρόγραμμα Πληροφορικής Windows 3.1, Word 6.0, Excel 5.0, 1996, 10) Η εκστρατεία ενημέρωσης Ευρώ 2002 - Σύγχρονες Τεχνικές Επικοινωνίας, 11) Εκπαίδευση στη Μηχανογραφική για τις εργασίες συναλλάγματος "TREMA", 12) TREMA ΤΜ AB-FK Overview, 13) TREΜA ΤΜ ΑΒ-ΒΟ Introduction, 14) TREMA ΡΚ Overview 1, 15) TREΜA Front Office Introduction,16) TREMA Valuation, 17) TREMΑ Bank Office Introduction, 18) TREMA Performance Management, 19) TREMA Value at Risk, 20) FUTURES Over Train Jρ Morgan 2001, 21) Treasury Operations 2002, 22) Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα 2004, 23)ESCEB Accounting Rules - IAS (39) 2004, 24) Οικονοµική Προσέγγιση Λογιστική Αντιμετώπιση Χρηματοοικονομικών Προϊόντων 2005, Β' Εξωτραπεζικά - Εισηγήσεις σε Σεµινάρια: 1) Central Bank Seminar της Jp Morgan, 2) Εισηγήθηκε σε σεµινάριο µε θέµα : α) Παρουσίαση της Μεθόδου Μέτρησης Κινδύνου VAR (γενική παρουσίαση), β) Παρουσίαση της μεθόδου Μέτρησης Κινδύνου VAR (εξειδικευμένη παρουσίαση). Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου του Γραφείου Διαδικασιών Διαχείρισης Συναλλάγματος στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, από τις 4-12-2000 (βλέπε την υπ' αριθ. 475/4-12-2000 εγκύκλιο της Διοικήσεως της εναγοµένης). Στις εκθέσεις αξιολόγησης των ετών 2000-2005 επί 17 κριτηρίων, βαθμολογήθηκε µε 17 και κρίθηκε εξαίρετος. Η βαθµολογική του εξέλιξη στην υπαλληλική ιεραρχία των υπαλλήλων της εναγοµένης, υπήρξε απρόσκοπτη µέχρι το βαθµό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου, στον οποίο προήχθη από 1-5-2002. Κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 13/15-12-2003 για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων στο βαθµό του Υποδιευθυντή, το Γενικό Συμβούλιο της εναγοµένης παρέλειψε τον ενάγοντα και προήγαγε, µεταξύ άλλων, τους συναδέλφους του, Α. Α., Χ. Π., Ε. Κ., Α. Μ., Γ. Κ., Α. Κ. και Π. Κ., τους οποίους και προτείνει προς σύγκριση. Οι πιο πάνω προαχθέντες είχαν τα ακόλουθα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα: 1) Α. Α. : Προσελήφθη στις 17-8-1974 και προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου-Προϊσταμένου από 1-1-1997 2002. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής (1973) και του Τμήματος Δημοσίας Διοικήσεως της Παντείου (1983). Γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, έχοντας παρακολουθήσει και σχετικά σεμινάρια, πλην όμως δεν έχει λάβει τίτλο φοιτήσεως. Διαθέτει προϋπηρεσία πλέον του ενός έτους στο Λογιστήριο της "ΒΙΟΦΑΡΜ" και της "Εριοβιομηχανίας Μαραθώνας Α.Ε.".Απασχολήθηκε στις Διευθύνσεις, Συναλλαγών με την αλλοδαπή (1974-5), Νομισματικής πολιτικής (1975-1992), Γενικού Λογιστηρίου (1992) Διοικητικού (1992-4), Διεθνών Συναλλαγών (1994-2002) και Εργασιών Δημοσίου και στα Τμήματα Επεξεργασίας Αποφάσεων, Γραμματείας Επιτροπών, Λογιστικού Ελέγχου, Γραμματείας Διοικητικού. Άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας Α' Εισηγήσεων και Πρακτικών από 1-4-1983, Προϊσταμένου της ιδίας Υπηρεσίας από 17-4-1986, Αναπληρωτή Προϊστάμενου του Τμήματος Λογιστικού Ελέγχου από 1-6-1992 και του Τμήματος Γραμματείας και Δημοσίων Σχέσεων από 8-2-1993 και Προϊσταμένου του ιδίου Τμήματος από 6-8-1993, του Τμήματος Εισαγωγών από 3-1-1994 και του Τμήματος Δημοσίων Οργανισμών (Διεύθυνση Εργασιών Δημοσίων) από 16-1-2002 Έχει παρακολουθήσει 11 επιμορφωτικά σεμινάρια με θέματα : "πίστη" (1979), "έλεγχοι φερεγγυότητας τραπεζών" 1989, "διοικητική επιμόρφωση" 1988, "Management και παραγωγικότητα" 1989, "παράγωγα -χρηματοπιστωτικά προϊόντα" 1995, "οργάνωση αξιολόγηση προσωπικού", "αγγλικών" (2 σεµινάρια), "word 6.0", "windows3.1", "εφαρµοσµένης διοίκησης GRID". Συμμετείχε σε µικτές διυπουργικές επιτροπές (Ελλάδος-Αιγύπτου, Ελλάδος-Λιβύης, Ελλάδος-Αλβανίας) και εστάλη στην Αλβανία ως εκπρόσωπος της Τράπεζας το 1988 και το 2000 προκειµένου να συμμετάσχει στην διαπραγμάτευση του χρέους της Αλβανίας προς την Ελλάδα. Συμμετείχε σε νομοπαρασκευαστική επιτροπή για την χρηματοδότηση της Ναυτιλίας το έτος 1988 και έλαβε µέρος σε ηµερίδες για την παλιννόστηση Ελλήνων του εξωτερικού (1987) και την χρηματοδότηση της ναυτιλίας (1988). Παρουσίασε εισήγηση προς την Επιτροπή νοµισµατικών και πιστωτικών θεµάτων για το καθεστώς χρηματοδότησης των ναυπηγιών βιομηχανιών (1987). Αποσπάστηκε από 18-9-1992 µέχρι 31-12-1992 στη Διεύθυνση Διοικητικού για εκτέλεση ορισµένου έργου. Στις Εκθέσεις Αξιολόγησης των ετών 1999,2000,2001 και 2002 έχει βαθμολογηθεί σε όλα τα κριτήρια ως "εξαίρετος. Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ως άνω συγκρινόμενου µε εκείνα του ενάγοντος, προκύπτει ότι ο τελευταίος υπερτερεί ως προς τον αριθµό σεμιναρίων και τη γνώση ξένης γλώσσας, ενώ είναι ισοδύναμοι ως προς τους τίτλους σπουδών και τη βαθµολογία. Αντίθετα ο Α. Α. υπερτερεί του ενάγοντος ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά εννέα έτη, ως προς την ειδική αρχαιότητα περί τα πέντε και πλέον έτη ( ο χρόνος αρχαιότητας, ειδικά του κατεχόμενου βαθµού σχετίζεται άµεσα µε τη γνώση και εµπειρία στις τραπεζικές εργασίες) και ως προς το κριτήριο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων. Ειδικότερα δε ως προς το ουσιώδες και αποφασιστικής σηµασίας κριτήριο της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων (προσόν που βαρύνει περισσότερο την κρίση των αρµοδίων οργάνων για τις προαγωγές, γιατί έχει σχέση µε τη διοικητική δεξιότητα, την υπηρεσιακή ικανότητα, την ουσιαστική επαγγελµατική καταλληλότητα του υπαλλήλου αυτού στις εργασίες της Τράπεζας και την εκ τούτου ουσιαστική καταλληλότητα αυτού να αντιμετωπίσει µε επιτυχία τα καθήκοντα της ανώτερης θέσης), υπάρχει σαφής υπεροχή του παραπάνω αντιπροτεινόμενου, αφού αυτός άσκησε νωρίτερα τέτοια καθήκοντα, αλλά και επιπλέον για πολύ µεγαλύτερο συνολικά χρονικό διάστηµα (έχει αναλάβει 7 θέσεις ευθύνης και µάλιστα διετέλεσε από το 1993 Προϊστάμενος Τµήµατος, ενώ ο ενάγων µόνο 1 θέση ευθύνης και µάλιστα 7 έτη αργότερα). Εποµένως, δεν προκύπτει καταφανής ( πρόδηλη ) υπεροχή του ενάγοντος έναντι του ως άνω συγκρινόμενου. 2) Χ. Π.: Προσελήφθη την 7-8-1974 και προήχθη στο βαθµό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταµένου από 1-5-2002. Είναι πτυχιούχος του Τµήµατος Δηµοσίας Διοικήσεως της Παντείου (1977), του Τµήµατος Πολιτικών Επιστηµών της ιδίας Σχολής (1981), καθώς και απόφοιτος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Οµιλεί την αγγλική γλώσσα και είναι κάτοχος του Lower του Regency CounciΙ. Απασχολήθηκε στο Υποκατάστηµα Πατρών, στη Διεύθυνση Συναλλαγών µε την Αλλοδαπή, στη Διεύθυνση Νοµισµατικής Πολιτικής, στα Τµήµατα Ειδικών Λογαριασµών Εξωτερικού, Σχέσεων µε τις Εξαγωγικές Επιχειρήσεις, Επεξεργασίας Αποφάσεων και Διεθνών Συναλλαγών. Άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταµένου Υπηρεσίας Παραλαβής και Διεκπεραίωσης Αλληλογραφίας από 23-8-1983, Προϊσταµένου της ιδίας Υπηρεσίας από 3-4-1986, Αναπληρωτή Προϊσταµένου Τµήµατος Σχέσεων µε τις Εξαγωγικές Επιχειρήσεις από 6-7-1988, Αναπληρωτή Προϊστάμενου του Τµήµατος Στατικού Λογισµού από 10-11-1999. Έχει παρακολουθήσει τα παρακάτω επιμορφωτικά σεµινάρια: "ενημερώσεως", "βασικό πρόγραµµα Management", "αγγλικών" (1 έτος), "εφαρµοσµένης διοίκησης GRID", "συνάλλαγµα", "αγορές συναλλάγματος κεντρικού". Διενήργησε τον έλεγχο του Ισολογισμού και Απολογισμού έτους 1999 του Ταµείου Αυτασφαλείας της Τραπέζης Ελλάδος και Κτηµατικής. Συμμετείχε στην επιτροπή για την επεξεργασία του Νέου Λογιστικού Σχεδίου της Τράπεζας. Στην έκθεση αξιολόγησης 2001 τονίζεται ότι "έχει συμβάλλει καθοριστικά στον σχεδιασµό του Νέου Λογιστικού Σχεδίου της Τράπεζας και στην εφαρµογή του Μηχανογραφικού Συστήματος S.A.P.", υπογραμμίζεται η βαθιά γνώση λογιστικών θεµάτων, η εργατικότητα και η μεθοδικότητα του. Στις Εκθέσεις Αξιολόγησης των ετών 2000, 2001 και 2002 έχει βαθμολογηθεί µε 17 "εξαίρετος", τονίζεται δε εκτός των άλλων (Έκθεση έτους 2002) για τα προσόντα του "βαθιά γνώση των εργασιών, αναλυτική σκέψη προσέγγισης και επίλυσης των υπηρεσιακών θεµάτων" η "δυνατότητα να βελτιώνεται συνεχώς σε όλους τους τοµείς" και ο "ορθολογικός προγραμματισμός των υπηρεσιακών αναγκών". Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ως άνω συγκρινόμενου µε εκείνα του ενάγοντος, προκύπτει ότι ο τελευταίος υπερτερεί ως προς τον αριθµό σεμιναρίων, ενώ είναι ισοδύναμοι ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας, την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα και τη βαθμολογία. Αντίθετα ο Χ. Π. υπερτερεί του ενάγοντος ως προς τους τίτλους σπουδών ( 3 πτυχία), τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά εννέα έτη, καθώς και ως προς το κριτήριο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων. Ειδικότερα, ως προς το ουσιώδες και αποφασιστικής σημασίας κριτήριο της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων υπάρχει σαφής υπεροχή του παραπάνω συγκρινόμενου, αφού αυτός άσκησε νωρίτερα τέτοια καθήκοντα, αλλά και για πολύ μεγαλύτερο συνολικά χρονικό διάστημα(ανέλαβε Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος και Προϊστάμενος Υπηρεσίας δεκατέσσερα έτη πριν τον ενάγοντα). Επομένως, δεν προκύπτει καταφανής (πρόδηλη) υπεροχή του ενάγοντος έναντι του ως άνω συγκρινόμενου. 3) Ε. Κ. : Προσελήφθη στις 11-10-1973 και προήχθη στον βαθμό του Εντεταλμένου - Τμηματάρχη Προϊσταμένου από 1-1-1997. Είναι κάτοχος δύο πτυχίων ανωτάτης σχολής (Φιλοσοφικής και Αγγλικών) και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου αγγλικού πανεπιστημίου (Master of Arts ίn industriGίl relations - human resource, Keele University). Γνωρίζει άριστα γαλλικά ("Superieures" επάρκεια διδασκαλίας) και αγγλικά (πτυχίο ΑΕΙ). Απασχολήθηκε στις Διευθύνσεις, Πιστώσεων, Διοικητικού και Οικονομικών Μελετών. Εργάστηκε ως Προϊσταμένη του ιδιαιτέρου γραφείου του πρώην Διοικητή Χαλκιά από το 1982 έως το 1987 και ως Προϊσταμένη του Ιδιαιτέρου Γραφείου του Υποδιοικητή Π. Θωμόπουλου από το 1994 μέχρι το 2000. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Αναπληρώτριας Προϊσταμένης Τμήματος Υπηρεσιακής Εξέλιξης Προσωπικού από 9-9-1991, Αναπληρώτριας Προϊσταμένης Τμήματος Διοίκησης από 6-8-1993 και Προϊσταμένης Τμήματος στο Γραφείο Μελέτης Διοικητικών Θεμάτων από 16-3-2000. Ήδη είναι Υποδιευθύντρια στην Διεύθυνση Στρατηγικού Σχεδιασμού και Οργάνωσης. Έχει παρακολουθήσει μεγάλο αριθμό σεμιναρίων, με θέματα "La Communaute Εconomique Εuropeenne" 1992 "ελληνική στενογραφία" 1993, "Project Planning and Control" 2001, "σεμινάρια ενημερώσεως" 1980, "Balanced Scorecard" 2001, "η σύγχρονη ιδιαιτέρα γραμματεύς" 1980, "μαθήματα γαλλικών- προχωρημένοι" 1993, "Συνέντευξη Επιλογής" 2002, "το ανθρώπινο δυναμικό σε εξέλιξη" 2002, "francais bancaire" 1993, "καθήκοντα γραμματέως" 1979, "σεμινάριο banque de France", "γαλλική τραπεζική τεχνική - σύγχρονα εργαλεία" εξάμηνο - 1993 κ.α. καθώς και σημαντικό αριθμό ημερίδων και συμποσίων (3ο Συμπόσιο ανθρώπινου δυναμικού, managing tliouglitfully, δημιουργώντας το ανθρώπινο δυναμικό του μέλλοντος, International negotiations, διοίκηση ανθρωπίνου δυναμικού, συνέδριο της εταιρίας ανωτάτων στελεχών Επιχειρήσεων). Διετέλεσε μέλος σε Επιτροπές Προμηθειών Διευθύνσεως, ως Γραμματέας Συμβουλίων Διευθύνσεως και Διοικητικής Υπηρεσίας (ΣΔΥ και ΣΔ 1992-1994). Συμμετείχε (1993) στην καταγραφή του Οργανισμού της Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Καταστάσεως των Υπαλλήλων. Στις εκθέσεις αξιολόγησης των ετών 2000,2001 και 2002 βαθμολογήθηκε με απόλυτα άριστα (εξαίρετη σε όλα τα κριτήρια). Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ως άνω συγκρινόμενης με εκείνα του ενάγοντος, προκύπτει ότι ο τελευταίος υπερτερεί ως προς τον αριθμό σεμιναρίων, ενώ είναι ισοδύναμοι ως προς τη βαθμολογία. Αντίθετα η Ε. Κ. υπερτερεί του ενάγοντος ως προς τους τίτλους σπουδών ( 2 πτυχία και μεταπτυχιακός τίτλος), τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά δέκα έτη, την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 5 έτη, καθώς και ως προς το κριτήριο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων. Ειδικότερα, ως προς το ουσιώδες και αποφασιστικής σημασίας κριτήριο της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων υπάρχει σαφής υπεροχή της παραπάνω συγκρινόμενης, αφού αυτή άσκησε νωρίτερα τέτοια καθήκοντα, αλλά και για πολύ μεγαλύτερο συνολικά χρονικό διάστημα (ανέλαβε Αναπληρώτρια Προϊσταμένη από το έτος 1991, ενώ ο ενάγων δεν άσκησε τέτοια καθήκοντα). Επομένως, δεν προκύπτει καταφανής (πρόδηλη) υπεροχή του ενάγοντος έναντι της ως άνω συγκρινόμενης. 4. Α. Μ.: Προσελήφθη στις 10-2-1972 ως απόφοιτος Γυμνασίου και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο, ενώ κατέθεσε το πτυχίο Οικονομικών Επιστημών της Α.Σ.Ο.Ε.Ε. στις 20-5-1997. Προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου την 1-1-1997. Γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική, έχοντας παρακολουθήσει και σχετικό σεμινάριο για προχωρημένους. Πριν από την πρόσληψή της εργάστηκε στον Οικοδομικό Συνεταιρισμό Υπαλλήλων Υπουργείου Εξωτερικών. Απασχολήθηκε στο Τμήμα Προμηθειών, στην Διεύθυνση Διοικητικού και στο Τμήμα Γραμματείας και Δημοσίων Σχέσεων Διοικητικού. Άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 10-8-1982, Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 19-12-1983, Αναπληρωτή Προϊστάμενου Τμήματος από 4-9-1990 και Προϊσταμένου Τμήματος από 23-12-1993 και από 17-2-2003. Έχει παρακολουθήσει τα εξής σεμινάρια με θέματα: "βασικές αρχές πληροφορικής", "αγγλικά για προχωρημένους", "βασικό πρόγραμμα management", "συνάλλαγμα", "εφαρμοσμένη διοίκηση GRID", "πρακτική εφαρμογή των δημοσίων σχέσεων στην σύγχρονη επιχείρηση, στο Δημόσιο και τους οργανισμούς", "Transformational leadership ίn a European context" (Αθήνα, Φρανκφούρτη, 2001). Έχει εκπροσωπήσει την Τράπεζα στην Ομάδα Δράσης Ευρώ στο Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας στην επιτροπή επικοινωνίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Extemal communications committee) και στην Επιτροπή για την Ευρωπαϊκή Ένωση για την Τραπεζική Ιστορία (European association for bankinghistory), ενώ έχει αξιοποιηθεί σε σημαντικό αριθμό επιτροπών της Τραπέζης (προαγωγών, προμηθειών κ.λπ.). Ορίστηκε ως αναπληρωματικό μέλος του ΔΣ του Ταμείου Ασφαλείας για το έτος 2002. Στις Εκθέσεις Αξιολόγησης των ετών 1999, 2000, 2001 και 2002 έχει βαθμολογηθεί σε όλα τα κριτήρια με "εξαίρετη", τονίζεται δε εκτός των άλλων (Έκθεση έτους 2001) η "συνεχής πρόοδος σε όλους τους τομείς" και η εξαιρετική ικανότητα προσαρμογής. Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ως άνω συγκρινόμενης με εκείνα του ενάγοντος, προκύπτει ότι ο τελευταίος υπερτερεί ως προς τους τίτλους σπουδών, την ξένη γλώσσα και τον αριθμό σεμιναρίων, ενώ είναι ισοδύναμοι ως προς τη βαθμολογία. Αντίθετα η Α. Μ. υπερτερεί του ενάγοντος, ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά έντεκα έτη, την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά πέντε και πλέον έτη, καθώς και ως προς το κριτήριο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων. Ειδικότερα, ως προς το ουσιώδες και αποφασιστικής σημασίας κριτήριο της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων υπάρχει σαφής υπεροχή της παραπάνω συγκρινόμενης, αφού αυτή άσκησε νωρίτερα τέτοια καθήκοντα, αλλά και για πολύ μεγαλύτερο συνολικά χρονικό διάστημα (ανέλαβε καθήκοντα Αναπληρώτριας Προϊσταμένης, Προϊσταμένης Υπηρεσίας, Αναπληρώτριας Προϊσταμένης Τμήματος, ενώ ο ενάγων δεν ανέλαβε τέτοια καθήκοντα, πρώτη θέση ευθύνης 18 έτη πριν από τον ενάγοντα, δηλαδή το έτος 1982 που ο εναγόμενος δεν είχε καν προσληφθεί, Προϊσταμένη Τμήματος από το 1993, ενώ ο ενάγων 7 έτη αργότερα). Επομένως, δεν προκύπτει καταφανής (πρόδηλη ) υπεροχή του ενάγοντος έναντι της ως άνω συγκρινόμενης. 5. Γ. Κ.: Προσελήφθη την 29-6-1974 και προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από 14-2-1997. Είναι πτυχιούχος Α.Σ.Ο.Ε.Ε. (1973, Τμήμα Διοικήσεως Επιχειρήσεων) και ομιλεί την αγγλική σε επίπεδο "πολύ καλά" (πτυχίο Lower του Regency Council).Απασχολήθηκε στις Διευθύνσεις Εργασιών Δημοσίου, Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών και Ταμείου Υγείας και στα Τμήματα Σχέσεων με το Δημόσιο, Συντάξεων Προσωπικού, Ταμείων Περιθάλψεως, Εποπτείας Λοιπών Τραπεζικών Ιδρυμάτων. Άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας Λογιστηρίου από 1-10-1980, από 12-10-1982, Αναπληρωτή Προϊστάμενου Τμήματος από 27-3-1987, Διευθυντού στο Ταμείο Υγείας από 17-2-1992 όπου ήταν αποσπασμένος, Αναπληρωτή Προϊστάμενου Τμήματος (Ταμείου Συντάξεων) από 31- 12-1993, καθώς και Προϊσταμένου Τμήματος (Ταμείου Συντάξεων) από 30-12-1994. Έχει παρακολουθήσει τα εξής επιμορφωτικά σεμινάρια: "ενημερώσεως", "bank rίsk evaluation" (1993), "μάνατζμεντ τμήμα Γ" (ΕΛΚΕΠΑ, 1992), "έλεγχος συστημάτων πληροφορικής" (1994), "διοικητικής επιμόρφωσης -Management", "management και παραγωγικότητα", "prοfit anaΙysίs and return" (1994), "infonnation systems audit and security" (1993), "εφαρμοσμένη διοίκηση GRID", "σεμινάριο ΕΛΚΕΠΑ management" (1992). Συμμετείχε σε πολλές Επιτροπές και Ομάδες Εργασίας (μελέτης ασφαλιστικού συστήματος, μελέτης Θεσμικού πλαισίου ασφάλισης, μελέτης διανομής περιουσίας Ταμείου Ασφάλισης, καθορισμός προδιαγραφών ασφάλισης, μελέτης οικονομικής κατάστασης). Έχει αποκτήσει σημαντική εξειδίκευση σε θέματα ασφάλισης και συνταξιοδότησης και έχει συμβάλει τα μέγιστα στην διευθέτηση σχετικών ζητημάτων, όπως στην προώθηση της αξιοποίησης της περιουσίας των Ασφαλιστικών Ταμείων της Τράπεζας, ενώ συνέβαλε ακόμα στην αναβάθμιση του θεσμού των παιδικών κατασκηνώσεων της Τράπεζας. Στις Εκθέσεις αξιολόγησης των ετών 1999, 2000, 2001 και 2002 έχει βαθμολογηθεί σε όλα τα κριτήρια ως "εξαίρετος", τονίζεται δε εκτός των άλλων (Έκθεση έτους 2002) ότι "αντιμετωπίζει άμεσα με βεβαιότητα με σοβαρότητα, υπευθυνότητα και πρωτοβουλία όλα τα θέματα και έχει εξαιρετικές διοικητικές ικανότητες". Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ως άνω συγκρινόμενου με εκείνα του ενάγοντος, προκύπτει ότι ο τελευταίος υπερτερεί ως προς τους τίτλους σπουδών και τον αριθμό σεμιναρίων, ενώ είναι ισοδύναμοι ως προς τη βαθμολογία και τη γνώση ξένης γλώσσας. Αντίθετα ο Γ. Κ. υπερτερεί του ενάγοντος ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά εννέα έτη, την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά πέντε και πλέον έτη, καθώς και ως προς το κριτήριο της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων. Ειδικότερα, ως προς το κριτήριο της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων υπάρχει σαφής υπεροχή του ως πιο πάνω συγκρινόμενου, αφού αυτός άσκησε νωρίτερα τέτοια καθήκοντα, αλλά και για πολύ μεγαλύτερο συνολικά χρονικό διάστημα ( πρώτη θέση ευθύνης το 1982, ενώ ο ενάγων το 2000, έξι θέσεις ευθύνης έναντι μιας, Προϊστάμενος Τμήματος το 1995 ενώ ο ενάγων 5 έτη αργότερα). Επομένως, δεν προκύπτει καταφανής (πρόδηλη) υπεροχή του ενάγοντος έναντι του ως άνω συγκρινόμενου. 6. Κ. Α.: Προσελήφθη την 6-9-1972 και προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από 1-1-1997. Είναι Πτυχιούχος Οικονομικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου (1977) και ομιλεί την αγγλική σε επίπεδο "πολύ καλά". Απασχολήθηκε στα Υποκαταστήματα Κομοτηνής και Σερρών και στη Διεύθυνση Εσωτερικής Επιθεώρησης του Τομέα Επιθεώρησης Κεντρικών Μονάδων (ενταγμένος στην διαβάθμιση του Επιθεωρητή, παρόμοια με αυτή του Ελεγκτή), όπου ήταν Προϊστάμενος Κλιμακίου Επιθεώρησης Υπηρεσιακών Μονάδων, Κεντρικού Καταστήματος και Υποκαταστημάτων, επιθεωρούσε δε πράκτορες της Τράπεζας σε ΔΟΥ και προέβαινε σε έλεγχο του ταμειακού αποθέματος Υποκαταστημάτων. Από 25-7-2001 ασκεί τα ιδιαιτέρως υπεύθυνα καθήκοντα του Προϊσταμένου Τομέα. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια με θέματα : "intemal audit ίn banks" 25-2-1998 και 1-7-1998 (Λονδίνο), "μηχανογραφική οργάνωση", "γνησιότητα τραπεζογραμματίων", "εσωτερικός έλεγχος" 1997, έλεγχος μηχαν. συστημάτων" 2002, "ανάλυση-διερεύνηση οικονομικών καταστάσεων", "ελέγχου μέσω τεχνικής επικοινωνίας", "εξειδικευμένης και γενικής τραπεζικής ελεγκτικής", "introduction to intemal auditing" (1998),"ISO 9000 auditing" (2000), "computer forensincs andcrime investigations") "εφαρμοσμένη διοίκηση", "γρήγορο διάβασμα-μνήμη", "εκπαίδευση ελεγκτών". Είναι μέλος του Ινστιτούτου Εσωτερικής Επιθεώρησης από το 2000 (Νέα Υόρκη), καθώς και τακτικό μέλος του "Ελληνικού Ινστιτούτου Εσωτερικών Ελέγχων" από το 1998. Συμμετείχε σε πολλές Επιτροπές και Ομάδες Εργασίας (έρευνα στοιχείων για την καταστροφή τίτλων κυριότητας της Τράπεζας, μελέτη για την σκοπιμότητα λειτουργίας της περιφερειακής διοίκησης της Τράπεζας Βορείου Ελλάδος, έρευνα για την δημιουργία κέντρου διαλογής και καταμέτρησης στο Υποκατάστημα Θεσσαλονίκης). Συμμετείχε στην πανευρωπαϊκή διάσκεψη Ινστιτούτων Εσωτερικών Ελέγχων το 1998. Στις Εκθέσεις αξιολόγησης των ετών 1999,2000,2001 και 2002 έχει βαθμολογηθεί σε όλα τα κριτήρια με ως "εξαίρετος". Τονίζεται μάλιστα (Εκθέσεις ετών 2001 και 2002) το εξαίρετο των διοικητικών του ικανοτήτων με βάση τα καθήκοντα του ως επικεφαλής κλιμακίου για τη διενέργεια επιθεωρήσεων και ειδικών ερευνών και το "εξαιρετικά υψηλό επίπεδο γνώσεων, ποιότητα εργασίας, αντίληψη, συμπεριφορά ικανότητες διοίκησης, οργάνωσης - ελεγκτικής" και η ικανότητα "προσαρμογής και σε διαφορετικά καθήκοντα". Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ως άνω συγκρινόμενου με εκείνα του ενάγοντος, προκύπτει ότι ο τελευταίος υπερτερεί ως προς τους τίτλους σπουδών και τη γνώση ξένης γλώσσας, ενώ είναι ισοδύναμοι ως προς τη βαθμολογία, τον αριθμό σεμιναρίων. Αντίθετα ο Α. Κ. υπερτερεί του ενάγοντος ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά έντεκα έτη, την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά πέντε και πλέον έτη, καθώς και ως προς το κριτήριο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, αφού άσκησε νωρίτερα τέτοια καθήκοντα, αλλά και για πολύ μεγαλύτερο συνολικά χρονικό διάστημα (Προϊστάμενος Τομέα από Ιούλιο του έτους 2001, ανώτατη θέση ευθύνης που ο ενάγων δεν ανέλαβε ποτέ). Επομένως, δεν προκύπτει καταφανής (πρόδηλη) υπεροχή του ενάγοντος, έναντι του ως άνω συγκρινόμενου. 7. Π. Κ.: Προσελήφθη στις 24-8-1974 και προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου από 1-1-1997. Είναι κάτοχος δύο πτυχίων της Παντείου (των Τμημάτων Πολιτικών Επιστημών, 1979 και Δημοσίας Διοικήσεως, 1981) ενώ ομιλεί την αγγλική σε επίπεδο "πολύ καλά". Απασχολήθηκε στο Υποκατάστημα Βόλου και στη Διεύθυνση Συναλλάγματος, στα Τμήματα Διαχείρισης Συναλλάγματος, Εξωτερικού Συναλλάγματος, Ελέγχου Συναλλαγών σε Συνάλλαγμα, Συναλλαγματικών Διαθεσίμων. Άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας Παρακολούθησης Συναλλάγματος από 18-12-1984 και καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας Καταθέσεων από 24-5-1989, Αναπληρωτή Προϊστάμενου Τμήματος Διαχείρισης Συναλλάγματος από 30-10-1991 και Προϊσταμένου του Τμήματος Ελέγχου Συναλλαγών σε Συνάλλαγμα από 5-4-1993, του Τμήματος Συναλλαγματικών Διαθεσίμων και Υποχρεώσεων από 11-4-1995 και του Τμήματος Υποστήριξης Εργασιών Συναλλάγματος από 22-9-1998, ενώ από 2-2-1998 του ανατέθηκαν προσωρινά επιπρόσθετα και τα καθήκοντα του Προϊσταμένου Τμήματος Υποστήριξης Εργασιών Συναλλάγματα. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια με τα ακόλουθα θέματα : "International foreign exchange" (Ένωσης Ελβετικών Τραπεζών: Ζυρίχη 1992, "ΕΟΚ - Διεθνείς Οργανισμοί", "internet" (2001), "Management και παραγωγικότητα", "εφαρμοσμένη διοίκηση GRID", "διοικητική επιμόρφωση εισηγητών", "seminar skills course" (1995). Ακόμη διετέλεσε Εισηγητής σε σεμινάρια με θέματα, "συνάλλαγμα", "εγχώριες - διεθνείς αγορές", "αγορές συναλλάγματος", "αγορές χρήματος- χρηματοοικονομικά προϊόντα". Συμμετείχε σε πολλές Επιτροπές και Ομάδες Εργασίας (διαρκής επιτροπή για τις εξελίξεις οικονομικών μεγεθών της Τράπεζας, επιτροπή συναλλαγματικών παραβάσεων). Εκπροσώπησε την Τράπεζα Ελλάδος σε αποστολή στην Κεντρική Τράπεζα της Γεωργίας. Στις εκθέσεις αξιολόγησης των ετών 1999, 2000, 2001 και 2002 έχει βαθμολογηθεί σε όλα τα κριτήρια με "εξαίρετος", τονίζεται δε εκτός των άλλων (Έκθεση έτους 2002) η ικανότητα του προς επίλυση προβλημάτων και δημιουργία στελεχών, αλλά και το συνεχές και γνήσιο ενδιαφέρον του για την απόκτηση γνώσεων. Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ως άνω συγκρινόμενου με εκείνα του ενάγοντος, προκύπτει. ότι ο τελευταίος υπερτερεί ως προς τον αριθμό των σεμιναρίων και τη γνώση ξένης γλώσσας, ενώ είναι ισοδύναμοι ως προς τους τίτλους σπουδών και τη βαθμολογία. Αντίθετα ο Π. Κ. υπερτερεί του ενάγοντος ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά εννέα έτη, την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά πέντε και πλέον έτη, καθώς και ως προς το κριτήριο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, αφού άσκησε νωρίτερα τέτοια καθήκοντα, αλλά και για πολύ μεγαλύτερο συνολικά χρονικό διάστημα (οκτώ θέσεις ευθύνης συνολικά έναντι μιας, πρώτη θέση ευθύνης το 1984 ενώ ο ενάγων 16 έτη αργότερα, Προϊστάμενος Τμήματος 7 έτη πριν τον ενάγοντα). Επομένως δεν προκύπτει καταφανής (πρόδηλη) υπεροχή του ενάγοντος έναντι του ως άνω συγκρινόμενου . Με βάση τα παραπάνω, κατέληξε το Εφετείο ότι προκύπτει υπεροχή των ως άνω συγκρινόμενων, έναντι του ενάγοντος σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και συνεπώς η κρίση του αρμοδίου Συμβουλίου της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, που παρέλειψε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 13/15-12-2003, δεν αδικεί αυτόν κατάφωρα και έτσι η πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως από την οποία τελούσε η προαγωγή του στο βαθμό του Υποδιευθυντή, δεν εμποδίστηκε κατά παράβαση της αρχής της καλής πίστης. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατ' ουσίαν την παραπάνω κυρία βάση της αγωγής, αναγνωρίζοντας ότι ο ενάγων έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-12-2003, και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση απέρριψε την αγωγή ως προς τη βάση της αυτή. Ακολούθως, δικάζοντας την επικουρική βάση της αγωγής, δέχθηκε και τα ακόλουθα : Κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 27-11-2007 για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων στο βαθμό του Υποδιευθυντή, το Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης παρέλειψε να προαγάγει τον ενάγοντα και προήγαγε μεταξύ άλλων τους συναδέλφους του, Α. Α., Γ.-Π. Κ., Δ. Κ., Μ. Μ., Α. Σ. και Γ. Ι., τους οποίους ο ενάγων προτείνει προς σύγκριση. Οι πιο πάνω προαχθέντες είχαν τα ακόλουθα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα: 1. Α. Α.: Προσελήφθη στις 19-7-1976 και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο. Προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη -Προϊσταμένου από 1-5-2002. Είναι κάτοχος δυο πτυχίων, Νομικής Σχολής -Τμήμα Νομικό και Οικονομικών Επιστημών. Ομιλεί την αγγλική γλώσσα την οποία και χρησιμοποιεί στην εργασία του και μάλιστα έχει παρακολουθήσει σχετικά σεμινάρια. Απασχολήθηκε στην Υπηρεσία Στατιστικής Ισοζυγίου Πληρωμών στο Κεντρικό Κατάστημα, στο Υποκατάστημα Πατρών και στο Υποκατάστημα Πύργου. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 14-3-1995, Διευθυντή Υποκαταστήματος Πύργου από 3-4-2006 και Διευθυντή Υποκαταστήματος Πατρών από 7-12-2006. Έχει παρακολουθήσει τα εξής επιμορφωτικά σεμινάρια: "εκστρατεία ενημέρωσης ευρώ", "αγγλικά upper/ intermediate", "εφαρμογή παρακολούθησης", "εκπαίδευση υπαλλήλων υποκαταστημάτων σε θέματα σχετικά με δημόσια οικονομικά", "βασικό πρόγραμμα Management", "κατάρτιση στο ισοζύγιο πληρωμών", "επιμόρφωσης στελεχών σε τραπεζικά και χρηματιστηριακά θέματα", "αγορές συναλλάγματος, αγορές fixing, μεταφορά κεφαλαίων", "πιστωτικοί και συναλλαγματικοί έλεγχοι". Σύμφωνα με το από 30-6-1983 έγγραφο της Διεύθυνσης Διοικητικού ορίστηκε προσωρινά ως όργανο άσκησης των συναλλαγματικών ελέγχων στα Καταστήματα των Τραπεζών και στις Επιχειρήσεις, ενώ σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 196/18-3-1985 Πράξη Διοικητή αποσπάστηκε προσωρινά στο Κεντρικό Κατάστημα προκειμένου να ενημερωθεί και να εκπαιδευτεί στους κατασταλτικούς συναλλαγματικούς ελέγχους. Στις εκθέσεις αξιολόγησης για τα έτη 2002-2005 βαθμολογήθηκε με απόλυτα άριστα (17 εξαίρετος σε όλα τα κριτήρια). Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ως άνω συγκρινόμενου με εκείνα του ενάγοντος, προκύπτει ότι ο τελευταίος υπερτερεί ως προς τον αριθμό των σεμιναρίων, τη γνώση ξένης γλώσσας, ενώ είναι ισοδύναμοι ως προς τους τίτλους σπουδών, την ειδική αρχαιότητα και την βαθμολογία. Αντίθετα ο Α. Α. υπερτερεί του ενάγοντος ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά επτά έτη, καθώς και ως προς το κριτήριο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων. Ειδικότερα, ως προς το ουσιώδες και αποφασιστικής σημασίας κριτήριο της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων υπάρχει σαφής υπεροχή του πιο πάνω συγκρινόμενου, αφού αυτός άσκησε νωρίτερα τέτοια καθήκοντα, αλλά και για πολύ μεγαλύτερο συνολικά χρονικό διάστημα (ανέλαβε τη θέση του Προϊσταμένου Υπηρεσίας από το 1995, ενώ ο ενάγων άσκησε το πρώτο υπεύθυνα καθήκοντα το 2000). Επομένως, δεν προκύπτει καταφανής (πρόδηλη) υπεροχή του ενάγοντος έναντι του ως άνω συγκρινόμενου. 2. Κιούσης Δημήτριος: Προσελήφθη στις 20-6-1974 και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο. Προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη -Προϊσταμένου από 1-7-1994. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Δημοσίας Διοικήσεως της Παντείου και του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών της ιδίας Σχολής. Ομιλεί την αγγλική (έχει παρακολουθήσει σχετικά σεμινάρια) καθώς και την ιταλική. Απασχολήθηκε στο Κεντρικό Κατάστημα, στη Διεύθυνση Διεθνών Συναλλαγών, στη Διεύθυνση Ενέγγυων Πιστώσεων και Αξιών, στη Διεύθυνση Διοικητικού, στη Διεύθυνση Χρηματοοικονομικών Δραστηριοτήτων και στη Διεύθυνση Στρατηγικού Σχεδιασμού και Οργάνωσης. Άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας (δύο Υπηρεσιών) από 25-7-1983, άλλης Υπηρεσίας από 30-3-1994, Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 30-4-1996, 6-9-1999 και από 19-12-2001 και Προϊσταμένου Τμήματος από 13-11-2002, από 30-1-2004 και από 5-9-2005, ενώ από 27-1-2006 είναι Προϊστάμενος Τομέα Διοικητικών θεμάτων και Σχέσεων με το Ευρωσύστημα (Διεύθυνση Στρατηγικού Σχεδιασμού και Οργάνωσης). Έχει παρακολουθήσει τα παρακάτω επιμορφωτικά σεμινάρια: "γρήγορο διάβασμα-μνήμη", "ανάλυση περιπτώσεων στις προμήθειες", "ο εσωτερικός έλεγχος των επιχειρήσεων το σύγχρονο management, "διαχείριση αποθεμάτων", "σύγχρονη διαχείριση προμηθειών", "σύγχρονα εργαλεία για αποτελεσματικές προμήθειες", "grid προϊσταμένων", "ολική ποιότητα στην ΤΕ", "έργο των προϊσταμένων", "management προϊσταμένων", "συνάλλαγμα", "συστήματα πληρωμών και μεταφορά κεφαλαίων", "το ελληνικό σύστημα τραπεζικής εποπτείας", "διεθνείς συναλλαγές", "bankers acceptances", "ανταγωνισμός και παραγωγικότητα", "προμήθειες" και πολλά άλλα. Συμμετείχε σε Επιτροπές και Ομάδες εργασίας, ενώ έχει συντάξει ειδικές μελέτες και προτάσεις. Βαθμολογήθηκε για τα έτη 2002-2006 με απόλυτα άριστα (17 εξαίρετος σε όλα τα κριτήρια). Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ως άνω συγκρινόμενου με εκείνα του ενάγοντος, προκύπτει ότι ο τελευταίος υπερτερεί ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας, ενώ είναι ισοδύναμοι ως προς τους τίτλους σπουδών, τη βαθμολογία και τα σεμινάρια. Αντίθετα ο Δ. Κ. υπερτερεί του ενάγοντος, ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά εννέα έτη, ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά οκτώ έτη, καθώς και ως προς το κριτήριο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, αφού αυτός άσκησε νωρίτερα τέτοια καθήκοντα, αλλά και για πολύ µεγαλύτερο συνολικά χρονικό διάστηµα (ανέλαβε εννέα θέσεις ευθύνης, έναντι δύο του ενάγοντος, πρώτη θέση ευθύνης το 1983, ενώ ο ενάγων το 2001, Προϊστάμενος Τοµέα, ενώ ο ενάγων δεν ανέλαβε ποτέ τέτοια θέση ευθύνης). Εποµένως, δεν προκύπτει καταφανής (πρόδηλη) υπεροχή του ενάγοντος έναντι του ως άνω συγκρινόμενου. 3. Δ. Κ. : Προσελήφθη στις 29-8-1984 και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο των υπαλλήλων. Προήχθη στον βαθµό του Εντεταλμένου - Τμηματάρχη Προϊσταµένου από 1-12-2003. Είναι κάτοχος πτυχίου Μαθηματικών και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου του πανεπιστημίου της Γλασκώβης (master of applied science ίn computing science). Γνωρίζει άριστα αγγλικά λόγω των σπουδών του. Απασχολήθηκε στις Διευθύνσεις Πληροφορικής, Εσωτερικής Επιθεώρησης. Από 11-7-2000 ανέλαβε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταµένου Τµήµατος, από 30-1-2004 Προϊστάμενος Τµήµατος και από 23-11-2005 Προϊστάμενος Τοµέα. Συμμετείχε σε Επιτροπές-Προδιαγραφών, Αξιολόγησης και Παραλαβής, Εξοπλισµού και Υπηρεσιών για την ανάκαµψη του συστήματος των κεντρικών Η/Υ, Επιτροπή Προδιαγραφών για την ανάκαµψη των συστημάτων παραγωγής swiftnet και sap. Επιτροπή ανάλυσης κινδύνων κ.λπ. Έχει παρακολουθήσει είκοσι ένα (21) σεµινάρια µε θέµατα: "2ο πανελλήνιο συνέδριο πληροφορικής", "MS forum" Microsoft Κοπεγχάγη, "Διαχείριση ανθρώπινων πόρων", "διαχείριση ανθρώπινων πόρων", "lnformation security matrix", "επίλυση συγκρούσεων", "ηγεσία και παρακίνηση", "εταιρική κουλτούρα", "εταιρική κουλτούρα follow uρ", "the gold standard ίn windows data protection" "secure Web access using Microsoft Ρroxy Server 2.0", "Protecting your networks with firewalls", "cultural differences". Για τα έτη 2003-2006 βαθμολογήθηκε µε απόλυτα άριστα (17 εξαίρετος σε όλα τα κριτήρια). Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ως άνω συγκρινόμενου µε εκείνα του ενάγοντος, προκύπτει ότι ο τελευταίος υπερτερεί ως προς τη γενική και ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά ένα έτος, ενώ είναι ισοδύναμοι στις βαθµολογίες, τα σεµινάρια και τη γνώση ξένης γλώσσας. Αντίθετα ο Δ. Κ. υπερτερεί του ενάγοντος ως προς τους τίτλους σπουδών, λόγω κατοχής μεταπτυχιακού τίτλου, καθώς και ως προς το κριτήριο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, αφού αυτός άσκησε τέτοια καθήκοντα νωρίτερα και για µεγαλύτερο χρονικό διάστηµα (από 11-7-2000 ανέλαβε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταµένου Τµήµατος, από 30-1-2004 Προϊστάμενος Τµήµατος και από 23-11- 2005 Προϊστάμενος Τοµέα), ενώ ο ενάγων δεν άσκησε τόσο υψηλά καθήκοντα. Εποµένως, δεν προκύπτει καταφανής (πρόδηλη) υπεροχή του ενάγοντος έναντι του ως άνω συγκρινόμενου. 4. Μ. Μ.: Προσελήφθη στις 19-7-1976 και προήχθη στο βαθµό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταµένου από 1-5-2002. Είναι κάτοχος πτυχίου Νοµικής και οµιλεί πολύ καλά την αγγλική, έχοντας παρακολουθήσει σειρά από σχετικά σεµινάρια. Απασχολήθηκε στις Διευθύνσεις Συναλλαγών Αλλοδαπών, Πληροφορικής και Οργάνωσης, και Διοικητικού, ενώ αποσπάστηκε και στο Υπουργείο Οικονομικών. Άσκησε καθήκοντα Προϊσταµένου Υπηρεσίας από 4-12-1990 και Προϊσταµένου Τµήµατος από 11-11-2002. Έχει παρακολουθήσει τα εξής σεµινάρια : "Συνάλλαγμα, Σεμινάριο Γενικής Λογιστικής", "Ρόλος και Βασικές Αρχές της ΤΕ", "ΕΟΚ και Διεθνείς Οικονομικοί Οργανισμοί", "Culture - Communication: Bringing Old - New", "Σεμινάρια Διοικητικής Επιμόρφωσης", "Βασικό Πρόγραμμα Management"," Management οf Dίνersity", "Διαχείριση Ανθρώπινων Πόρων", "Εκπαίδευση Στελεχών Επιμόρφωσης, "Ξένες Γλώσσες" Ι) Αγγλικά (σύνολο ωρών 300), ΙΙ) Ιταλικά ( σύνολο ωρών 200), "Πληροφορική-Βασικές Αρχές Λειτουργίας Word, Excel", "Βασικές Γνώσεις Windows", "Εκπαίδευση στο Σύστημα Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού", "Διάγνωση Εκπαιδευτικών Αναγκών", " Thomas 2000 Starter Κίt", Banking and Financial Τraίnίng - Τrends and Technologies", "Advanced Management Program for Bankers", "2o Συμπόσιο Ανθρώπινου Δυναμικού - Στο δρόμο προς τη Νέα Χιλιετία", "Knowledge Management: Unlocking the true potential οι your organization", "Συναισθηματική Νοημοσύνη - Ανθρώπινες Σχέσεις στο χώρο εργασίαs", "4o Συμπόσιο Ανθρώπινου Δυναμικού - Δημιουργώντας το Ανθρώπινο Δυναμικό του Μέλλοντος", "Εuropean Union Central, Banking lssues", "Σύγκλιση Εταιρικών Στόχων και Προσωπικής Εξέλιξης", "3rd Annual HR Μεasurεment Summit", "Συμπόσιο Ανθρωπίνου Δυναμικού", "6th European ΕΒΤΝ Conference", "Developing Training Skills". Περαιτέρω έχει παρακολουθήσει τις παρακάτω ημερίδες: Νέοι Χρηματοδοτικοί θεσμοί, Το Μέλλον της Εκπαίδευσης Στελεχών- Η Επιχείρηση που μαθαίνει, Τράπεζες και Ποιότητα. Πρωτοβουλίες Βελτίωσης Ποιότητας Υπηρεσιών και Αξιοποίηση Ανθρώπινων Πόρων, Διαχείριση Γνώσης(Κnοwledge Management), το Management των Αλλαγών που οδηγεί στην Προσωπική Ανάπτυξη-Αποτελεσματική Διοίκηση, Βασιλεία II: Πρόκληση ή Αναγκαιότητα για τις Ελληνικές Τράπεζες. Επιπλέον, ήταν εισηγήτρια στις πιο κάτω Επιτροπές της Τράπεζας : στην Επιτροπή Ρυθμίσεως θεμάτων Εισαγωγών του Υπουργείου Εμπορίου (από τα Τμήματα Εγκρίσεων Εισαγωγών και Ελέγχου Εισαγωγών), στις Επιτροπές Επιμόρφωσης Προσωπικού, σε Επιτροπές Προμηθειών. Επίσης, συμμετείχε στα ετήσια συνέδρια των επικεφαλής εκπαίδευσης (training managers) των χωρών του Ευρωσυστήματος στην Ομάδα Εργασίας για θέματα εκπαίδευσης (TFTD) για τη διαμόρφωση κοινών εκπαιδευτικών προγραμμάτων και δραστηριοτήτων στις εθνικές κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος. Τέλος για τα έτη 2002- 2005 βαθμολογήθηκε με απόλυτα άριστα (17 εξαίρετη σε όλα τα κριτήρια). Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ως άνω συγκρινόμενης με εκείνα του ενάγοντος, προκύπτει ότι ο τελευταίος υπερτερεί ως προς τους τίτλους σπουδών και τη γνώση ξένης γλώσσας, ενώ είναι ισοδύναμοι στην ειδική αρχαιότητα και στις βαθμολογίες. Αντίθετα η Μ. Μ. υπερτερεί του ενάγοντος ως προς τη γενική αρχαιότητα κατά επτά έτη, ως προς τον αριθμό σεμιναρίων, καθώς και ως προς το κριτήριο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, αφού αυτή άσκησε τέτοια καθήκοντα νωρίτερα (πρώτη θέση ευθύνης το 1990 δηλαδή δέκα έτη πριν τον ενάγοντα και Προϊσταμένη Υπηρεσίας επί δωδεκαετία, ενώ ο ενάγων δεν άσκησε ποτέ παρόμοια καθήκοντα). Επομένως, δεν προκύπτει καταφανής (πρόδηλη) υπεροχή του ενάγοντος έναντι της ως άνω συγκρινόμενης. 5. Α. Σ. : Προσελήφθη στις 23-9-1971 και προήχθη στο βαθµό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταµένου από 1-1-1997. Είναι πτυχιούχος Ανωτάτης Βιομηχανικής (Διοίκηση Επιχειρήσεων) και οµιλεί την αγγλική και την γαλλική. Άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταµένου Υπηρεσίας από 29-3-1988, Αναπληρωτή Προϊσταµένου Τµήµατος από 10-8-1995 και από 20-3-1997, Προϊσταµένου Τµήµατος από 6-5-2004 και Διευθυντή του Υποκαταστήματος Λάρισας από 4-1-2005. Έχει παρακολουθήσει είκοσι επιμορφωτικά σεµινάρια µε θέµατα: "excel 5.0", "windows 3.1", "ελεγκτική", "ανάλυση- σύνταξη ισολογισμών", "η ελληνική κεφαλαιαγορά", "εποπτεία τραπεζών και τραπεζικοί κίνδυνοι", "η ελληνική κεφαλαιαγορά-σύγχρονες τραπεζικές εργασίες", "συναισθηματική ποιότητα", "ξέπλυµα χρήµατος", "πληροφορικής", "στελεχών : τραπεζικά-χρηματοοικονομικά", "εποπτεία συνετ. τραπεζών", "αγγλική γλώσσα", "βασικής εκπαίδευσης", "διενέργεια πιστωτικών ελέγχων", "νέοι χρηματοδοτικοί θεσµοί", "διαχείριση τραπεζικών κινδύνων", "ελληνική κεφαλαιαγορά", "αρχές διοικητικής επιμόρφωσης". Από τον Ιούλιο του 1987 διετέλεσε Γραµµατέας της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Ελέγχου Παραβάσεων Πιστωτικών Κανόνων Θεσ/κης. Τέλος για τα έτη 2000-2005 βαθμολογήθηκε µε απόλυτα άριστα (17 εξαίρετος σε όλα τα κριτήρια). Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ως άνω συγκρινόμενου µε εκείνα του ενάγοντος, προκύπτει ότι ο τελευταίος υπερτερεί ως προς τους τίτλους σπουδών και τη γνώση ξένης γλώσσας, ενώ είναι ισοδύναμοι στις βαθµολογίες και τα σεµινάρια. Αντίθετα ο Α. Σ. υπερτερεί του ενάγοντος ως προς τη γενική αρχαιότητα κατά δώδεκα έτη, ως προς την ειδική αρχαιότητα κατά πέντε και πλέον έτη, καθώς και ως προς το κριτήριο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, αφού αυτός άσκησε τέτοια καθήκοντα πολύ νωρίτερα (πρώτη θέση ευθύνης το 1988 δηλαδή δώδεκα έτη πριν τον ενάγοντα και τρεις θέσεις ευθύνης έναντι δύο). Εποµένως, δεν προκύπτει καταφανής (πρόδηλη) υπεροχή του ενάγοντος έναντι του ως άνω συγκρινόμενου. 6. Γ. Ι.: Προσελήφθη στις 25-7-1977 και προήχθη στο βαθµό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταµένου από 1-12- 2003. Είναι Πτυχιούχος Νοµικής και οµιλεί την αγγλική (κάτοχος lower Cambridge) και την γαλλική (cour superieur της γαλλικής ακαδημίας και βεβαίωση παρακολούθησης τραπεζικής γαλλικής ορολογίας). Απασχολήθηκε στο Κεντρικό Κατάστηµα στη Διεύθυνση Ταµείων, στο Ταµείο Συντάξεως, στη Διεύθυνση Διεθνών Συναλλαγών, στη Διεύθυνση Εσωτερικής Επιθεώρησης. Από 27-12-2005 ασκεί τα ιδιαιτέρως υπεύθυνα καθήκοντα του Προϊσταµένου Τοµέα Επιθεώρησης Κεντρικών Μονάδων. Επίσης είναι Επιθεωρήτρια από το Μάιο του 1995, έχει δε διεξαγάγει σειρά από επιθεωρήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ειδικές έρευνες καθώς και επιθεωρήσεις ως υπεύθυνη κλιμακίου. Εσωτερικός ελεγκτής του Ταµείου Εγγύησης Καταθέσεων. Έχει παρακολουθήσει σεµινάρια ειδικά για ελεγκτές (auditing) στη Νέα Υόρκη και στο Λονδίνο. Έχει διατελέσει Αναπληρωματικό µέλος του Συµβουλίου Διοικητικής Υπηρεσίας το 2005, Αρµόδιο στέλεχος της Τράπεζας στο οποίο αναφέρονται οι συναλλαγές που θεωρούνται ύποπτες και νομιμοποίησης εσόδων από εγκληµατική δραστηριότητα. Συμμετείχε σε Επιτροπές και Ομάδες Εργασίας, ενώ διετέλεσε εισηγήτρια και συνέταξε μελέτες και προτάσεις επί τραπεζικών και οικονομικών θεμάτων. Επιπλέον έχει παρακολουθήσει μεγάλο αριθμό σεμιναρίων, με τα εξής θέματα: Advanced Auditing for lead Auditors (London, Μάιος 2006), Transformational leadership ίn a Εurορεan Context,1η ενότητα: Denmark s National Bank (Denmark), 26 - 29 Απριλίου 2005, 2η ενότητα: Narodowu Bank Polski (Poland), 14 - 17 Ιουνίου 2005, "Risk MANAGEMENT AND INTERNAL AUDIT" (Νέα Υόρκη, Federal Reserve Bank of New York, 8-12 Μαρτίου 2004), "Custodial Serνices-Differenciate or Die" (Λονδίνο, 18-19.2.1993) "Foundation of Internal Auditing" (Λονδίνο, City Uniνerslty, 19- 23.10.1998),"Integrity and Intemal Control in Infonnation System" (Άμστερνταμ, IFIP, 18-19.11.1999), Επίσκεψη στα Κεντρικά Αποθετήρια Τίτλων DKV, στη Γερμανία και SEGA, στην Ελβετία. (Φεβρουάριος 1996) "Bank Internal Audit" (EUROMONEY, Λονδίνο, 23-26.10.2000) Finance Κίt (Διεύθυνση Συναλλάγματος, Απρίλιος 2001) Βασικό Πρόγραμμα Management, Ενότητα 1 "Κατανόηση της ατομικής συμπεριφοράς" (30 και 31.5.2001) Continuous link settlement (27.6.2001), Λογιστικό Σύστημα SAP: 10-13 Μαΐου 2005. Ημερίδα με θέμα "ΑΠΑΤΗ" (16.1.2004), Ηγεσία- Προγραμματισμός-Οργάνωση και Λήψη Αποφάσεων (Μάιος 2003), Ημερίδα CIS (Φεβρουάριος 2002), Leamlng Culture and Building Managerlal Skills (Μάρτιος 2002) Ημερίδα της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών και της Ένωσης Εισηγμένων Εταιρειών, με θέμα τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (10.9.2002), Συστήματα Πληρωμών και Μεταφοράς Κεφαλαίων (1.6-7.6.1988) ΕΟΚ και Διεθνείς Οικονομικοί Οργανισμοί Επικοινωνία- Τεχνικές Καλής Παρουσίασης (27.2- 21.3 .1989) Αντιστάθμιση κινδύνων-Ι-Ιedging- Denvatives(21. 7 .1993) Παράγωγα Χρηματοπιστωτικά Προϊόντα (18.12-20.12.1995, Οι Χρηματιστηριακές Αγορές (Ι Ημερίδα, 1996) Δημόσιο Χρέος (1996) Εισαγωγή στα Παράγωγα Προϊόντα (Ι Ημερίδα, 1996) Εσωτερικός Έλεγχος (25-28.8.1997), Παράγωγα Χρηματοοικονομικά Προϊόντα (Ημερίδα, 18.1.1999) Έλεγχος Μηχανογραφικών Συστημάτων (2 και 8.2.1999) Αξιολόγηση Προσωπικού (Α μέρος, Ιούνιος 1999) Αξιολόγησης Προσωπικού (Β μέρος, Νοέμβριος 1999) Εσωτερικός Έλεγχος και Διαχείριση Κινδύνου (10.12.1999) Τραπεζικά- Χρηματοοικονομικά (27.1-2.2.2000), Το Σύστημα Διαχείρισης Τίτλων με Λογιστική Μορφή, Το Σύστημα Ηλεκτρονικής Διαχείρισης Αγορά Τίτλων (ΗΔΑ Τ), Τα Παράγωγα Προϊόντα που χρησιμοποιούνται στο Dealing Room Personal Profile Systems ISO 9000 AUDITINGK (29-30.3.2000) INTERNAL AUDITING OF BRODERAGE HOUSES (5-6.4.2000) (Από την Hellenic American υnίοn), Εσωτερικός Έλεγχος στη Σύγχρονη Επιχείρηση (Φεβρουάριος 2000) Από το Ινστιτούτο Εσωτερικών Ελεγκτών), COMPUTER FORENSICS ΑΝD CRIME INVESTIGATI0N, (28.11.2000, από την εταιρεία INTERFACE), INTERNATIONAL ACCOUNTING STANDARDS (Δεκέμβριος 2000,από την Arthur Andersen), Ετήσιο σεμινάριο Αγγλικής γλώσσας για Advanced level (1989-1990). Ταχύρρυθμο διετές τμήμα Γαλλικής γλώσσας για οικονομική και τραπεζική ορολογία (1992-1994), (ACCURACY ΙΝ GRAMMAR" και Εντατικό σεμινάριο Αγγλικής γλώσσας (1998). Βαθμολογήθηκε για τα έτη 2003-2006 με απόλυτα άριστα, δηλαδή 17 εξαίρετη σε όλα τα κριτήρια. Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ως άνω συγκρινόμενης με εκείνα του ενάγοντος, προκύπτει ότι ο τελευταίος υπερτερεί ως προς τους τίτλους σπουδών (αφού διαθέτει δύο πτυχία έναντι ενός της ανωτέρω ) και κατά ένα έτος στην ειδική αρχαιότητα, ενώ είναι ισοδύναμοι στις βαθμολογίες. Αντίθετα η Γ. Ι. υπερτερεί του ενάγοντος ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών ( δύο ξένες γλώσσες έναντι μιας), ως προς τη γενική αρχαιότητα κατά έξι έτη, ως προς τον αριθμό σεμιναρίων, καθώς και ως προς το κριτήριο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων αφού αυτή άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένης Τομέα Επιθεώρησης Κεντρικών Μονάδων από το 2005, ενώ ο ενάγων δεν άσκησε τέτοια καθήκοντα. Επομένως δεν προκύπτει καταφανής (πρόδηλη) υπεροχή του ενάγοντος έναντι του ως άνω συγκρινόμενου. Με βάση τα παραπάνω, καταλήγει το Εφετείο, δεν προκύπτει καταφανής υπεροχή του ενάγοντος σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι των ως άνω προαχθέντων και προτεινομένων προς σύγκριση. Κατά συνέπεια η κρίση του αρμοδίου Συμβουλίου της εναγομένης που παρέλειψε τον ενάγοντα κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 27-11-2007, δεν αδικεί αυτόν κατάφωρα και έτσι η πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως από την οποία τελούσε η προαγωγή του στο βαθμό του Υποδιευθυντή, δεν εμποδίστηκε κατά παράβαση της αρχής της καλής πίστης. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και στη συνέχεια, απέρριψε την αγωγή, στο σύνολο της, δηλαδή ως προς την κυρία και επικουρική βάση της, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ. 1 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, αφού, υπό τα προεκτιθέμενα περιστατικά, η υπεροχή του αναιρεσείοντος έναντι των προαχθέντων και προταθέντων προς σύγκριση συναδέλφων του, όπως συνάγεται από τη συνολική εκτίμηση των εκατέρωθεν τυπικών και ουσιαστικών προσόντων και κατά τις δύο κρίσεις δεν ήταν, πράγματι, καταφανής. Επομένως όλοι οι, περί του αντιθέτου, λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 15-7-2011, αίτηση του αναιρεσείοντος για την αναίρεση της 5774/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ. 1 ΑΚ, αφού, υπό τα προεκτιθέμενα περιστατικά, η υπεροχή του αναιρεσείοντος έναντι των προαχθέντων και προταθέντων προς σύγκριση συναδέλφων του, όπως συνάγεται από τη συνολική εκτίμηση των εκατέρωθεν τυπικών και ουσιαστικών προσόντων και κατά τις δύο κρίσεις δεν ήταν, πράγματι, καταφανής.
null
null
0
Αριθμός 1640/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δ. Ν. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Πέππα. Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Α. ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ - ΔΟΜΙΚΑ ΚΑΙ ΑΝΥΨΩΤΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ - ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΕΠΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Σαρρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23-12-2004 και 8-2-2005 αντίθετες αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2035/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2013/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-4-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ανδρέας Δουλγεράκης, διάβασε την από 4-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά της σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, κατά την διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξης ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο. Δικαιοπραξία που έχει καταρτιστεί επ' ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσώπησής του δεν το δεσμεύει. Ειδικότερα, η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία είναι νομικό πρόσωπο, εκπροσωπείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16 και 17 του Ν. 3190/1955, από τους εταίρους δρώντας συλλογικώς, μπορεί όμως, εφόσον τούτο ορίζεται στο καταστατικό, να ανατεθεί με το καταστατικό ή με απόφαση της συνέλευσης των εταίρων, η διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και η εκπροσώπηση της εταιρείας σε ένα ή περισσότερους εταίρους ή μη, για ορισμένο χρόνο ή μη. Σε αγωγή κατά νομικού προσώπου, η οποία έχει ως αντικείμενο την εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης αναληφθείσας από αυτό, δεν απαιτείται να αναγράφεται στο δικόγραφο της αγωγής και το φυσικό πρόσωπο που εκπροσώπησε το νομικό πρόσωπο κατά τη σύναψη της σύμβασης, διότι αυτό το στοιχείο δεν ανάγεται στη νομιμοποίηση, αλλά έχει σχέση με την ύπαρξη συμβατικής ή εξωσυμβατικής υποχρέωσης. Αν όμως αμφισβητείται η σύναψη της σύμβασης ή το κύρος της λόγω έλλειψης νόμιμης εκπροσώπησης του νομικού προσώπου, ο επικαλούμενος τη σύμβαση ενάγων, προς θεμελίωση δικαιώματος από αυτήν, πρέπει να καθορίσει με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου το φυσικό πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό, εκπροσώπησε το νομικό πρόσωπο κατά την κατάρτισή της και δήλωσε κατά το νόμιμο τούτο τρόπο τη σχετική βούλησή του και να αποδείξει ότι αυτός είχε την εξουσία να δεσμεύει τούτο βάσει του καταστατικού ή της συστατικής πράξης (άρθρο 68 του Α.Κ.). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα παρακάτω, κρίσιμα, πραγματικά περιστατικά : Ο εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων, από το έτος 1980, εργάζεται σε διάφορες εταιρείες ως πωλητής υδραυλικών γερανών. Την περίοδο των ετών 1990 - 1992 εργάστηκε στην εταιρεία ΑΤΕΡΜΩΝ ΑΕ, ως πωλητής υδραυλικών γερανών του οίκου EFFER και του ιταλικού κατασκευαστικού οίκου με την επωνυμία "ΑUΤΟGRU ΡΜ spa". Στις 7-1-1993 προσελήφθη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑTCO Μηχανικός Εξοπλισμός - Ανταλλακτικά ΕΠΕ", για να εργαστεί σ' αυτήν ως πωλητής υδραυλικών γερανών της παραπάνω ιταλικής εταιρείας "ΑUΤΟGRU ΡΜ spa", της οποίας η ATCO ΕΠΕ είχε αποκτήσει την αποκλειστική εμπορική αντιπροσωπεία και αποκλειστική διανομή, από 1-1-1993, ενώ από 25-9-1998 απέκτησε την αποκλειστική εμπορική αντιπροσωπεία και διανομή και της γαλλικής κατασκευαστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΡΟΤΑΙΝ S.A.S.". Η εταιρεία ATCO ΕΠΕ έχει ως σκοπό της εμπορικής της δραστηριότητας την αντιπροσώπευση βιομηχανικών οίκων του εξωτερικού και εσωτερικού κατασκευής μηχανημάτων, εξαρτημάτων, συσκευών, ανταλλακτικών και αυτοκινήτων πάσης φύσεως, την κατασκευή, εμπορία και ενοικίαση μηχανολογικού εξοπλισμού και μάλιστα ανυψωτικών μηχανημάτων, εξαρτημάτων, συσκευών και ανταλλακτικών, καθώς και την παροχή τεχνικών υπηρεσιών για τη συντήρηση και επισκευή των μηχανημάτων αυτών. Μοναδικοί εταίροι της εταιρείας από την ίδρυσή της ήταν οι τρίτοι σχετικά με τη δίκη αυτή Ι. Θ. και Β. Α., με ποσοστό συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο 50% ο καθένας. Ταυτόχρονα ήταν συνδιαχειριστές και εκπρόσωποι αυτής, για όλη τη διάρκεια της εταιρείας (20 έτη). Επίσης, είχε συσταθεί από αυτούς και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑTCO Α.Ε.", η οποία συστεγαζόταν με την ATCO ΕΠΕ και ήταν υποδιανομέας αυτής στις πωλήσεις των προϊόντων των πιο πάνω αλλοδαπών οίκων στην ελληνική επικράτεια. Ο εφεσίβλητος για τις υπηρεσίες του πωλητή που πρόσφερε στην ATCO ΕΠΕ αλλά και στην "ΑΤCΟ Α.Ε.", αμειβόταν με βασικό μηνιαίο μισθό, ο οποίος τον Απρίλιο 2003 ανερχόταν στο ποσό των 988,78 ευρώ, καθώς και από τακτική προμήθεια επί όλων των διενεργουμένων από αυτόν για λογαριασμό των ως άνω εταιρειών πωλήσεων προϊόντων (υδραυλικών γερανών ΡΜ) του παραπάνω ιταλικού οίκου "ΑUΤΟGRU ΡΜ spa", η οποία ανερχόταν σε ποσοστό 1,5% για πωλήσεις καινούργιων γερανών και σε ποσοστό 4-5% για τα εξαρτήματα των μηχανημάτων, την οποία εισέπραττε από την εταιρία "ATCO AE", εκδίδοντας προς τούτο Τιμολόγια Παροχής Υπηρεσιών στο όνομα της "ATCO Α.Ε.". Το μήνα Φεβρουάριο 2003, ο εταίρος και συνδιαχειριστής της ATCO ΕΠΕ Β. Α. πρότεινε στο συνεταίρο του Ι. Θ., να εισέλθει στην εταιρεία τους, ως νέος εταίρος ο υιός του Α. - Σ. Α.. Η πρόταση αυτή δεν έγινε αποδεκτή από τον Ι. Θ. με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν μεταξύ τους σοβαρές προστριβές και διαμάχες και σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία της εταιρείας, τα οποία επιδεινώθηκαν με το πέρασμα του χρόνου και κατέληξαν σε ένα μακροχρόνιο και πολυσχιδή δικαστικό αγώνα, με πολιτικές και ποινικές δίκες, στις οποίες ενεπλάκη και ένα μέρος του υπαλληλικού προσωπικού της εταιρείας, μεταξύ των οποίων ήταν και ο εφεσίβλητος Δ. Ν.. Στις 6-3-2003 συνεστήθη η εκκαλούσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Α. αντιπροσωπείες - δομικά και ανυψωτικά μηχανήματα - μηχανικός εξοπλισμός ΕΠΕ" και το διακριτικό τίτλο "Α. Ανυψωτική Ε.Π.Ε.". O σκοπός της εταιρείας αυτής τυγχάνει ο ίδιος με τον σκοπό της εταιρείας ΑTCO ΕΠΕ, οι δε ιδρυτές και εταίροι αυτής είναι: α) τα τέκνα του Β. Α., εταίρου και συνδιαχειριστή της εταιρείας ATCO ΕΠΕ, Α. - Σ. Α. του Β., ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1978 και η Δ. Α. του Β., η οποία γεννήθηκε στις 17-4-1983, τα οποία στερούνταν εμπειρίας ως προς το αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας που αφορά την προώθηση των συγκεκριμένων προϊόντων στην ελληνική αγορά, β) ο Γ. Χ. του Σ., ο οποίος ήταν υπάλληλος της ΑTCO ΕΠΕ από 7-1-1993, αποκλειστικός υπεύθυνος των προγραμμάτων μάρκετινγκ - προώθησης πωλήσεων, συντονιστής της συνεργασίας του προσωπικού της εταιρείας και συνδετικός κρίκος μεταξύ της εταιρείας και της γαλλικής εταιρείας "ΡΟΤΑΙΝ S.A.S." στις καταρτίσεις των συμβάσεων και γ) η Π. Χ. του Β.. Το εταιρικό κεφάλαιο ορίστηκε σε 288.000 ευρώ, διαιρέθηκε σε 9.600 εταιρικά μερίδια, ονομαστικής αξίας 30 ευρώ το καθένα και κατανεμήθηκαν σε 4 μερίδες συμμετοχής ως εξής : α) Ο Α. - Σ. Α. έλαβε μία μερίδα συμμετοχής, αποτελούμενη από 4.896 εταιρικά μερίδια, β) η Δ. Α. έλαβε μία μερίδα συμμετοχής, αποτελούμενη από 3.820 εταιρικά μερίδια, ο γ) ο Γ. Χ. έλαβε μία μερίδα συμμετοχής, αποτελούμενη από 864 εταιρικά μερίδια και δ) η Π. Χ., έλαβε μία μερίδα συμμετοχής, αποτελούμενη από 20 εταιρικά μερίδια. Διαχειριστής της νέας εταιρείας "Α. Ανυψωτική Ε.Π.Ε." μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ορίστηκε με το άρθρο 26 του καταστατικού (3160/2003) ο εταίρος Α. - Σ. Α. του Β., ο οποίος διαχειριζόταν τις εταιρικές υποθέσεις, εκπροσωπούσε την εταιρεία και ήταν αρμόδιος να αποφασίσει για κάθε υπόθεση, η οποία αφορούσε τη διοίκηση της εταιρείας, την επίτευξη του εταιρικού σκοπού και τη διαχείριση της εταιρικής περιουσίας. Μεταξύ δε των εξουσιών που είχε ως διαχειριστής ήταν να συνάπτει οποιεσδήποτε δικαιοπραξίες (μονομερείς ή συμβάσεις) στο όνοµα και για λογαριασµό της εταιρείας, δημιουργώντας έτσι δικαιώµατα και υποχρεώσεις για την εταιρεία. Πρωταγωνιστικό ρόλο στην ίδρυση της εταιρείας αυτής, στην οποία συμμετέχει ως αφανής εταίρος διαδραμάτισε ο Β. Α. και τούτο διότι, βασική λέξη του διακριτικού της τίτλου, τον οποίο χρησιµοποιεί στις συναλλαγές "Α. Ανυψωτική Ε.Π.Ε.", τυγχάνει το όνοµα "Α.", γεγονός που καταδεικνύει τον σκοπό της εκµετάλλευσης του ονόµατος και της ιδιότητας του εταίρου και συνδιαχειριστή της ATCO ΕΠΕ Β. Αδαµάκου, στις σχέσεις του µε τους πελάτες της τελευταίας. Για τη στελέχωση του δυναµικού της νέας αυτής εταιρείας ο Β. Α. προέβη στην προσέγγιση και τον επηρεασµό διαφόρων υπαλλήλων της εταιρείας ATCO ΕΠΕ, όπως α) του παραπάνω Γ. Χ., ο οποίος, εκτός από εταίρος της εταιρείας "Α. Ανυψωτική Ε.Π.Ε.", εργάστηκε σ' αυτήν ως πωλητής, β) του Ι. Μ., ο οποίος εργαζόταν ως βοηθός λογιστή στην ATCO ΕΠΕ και προσελήφθη ως λογιστής στη εταιρεία "Α. Ανυψωτική Ε.Π.Ε.", γ) του H. S., ο οποίος προσελήφθη στη νέα εταιρεία ως βοηθός τεχνίτης γερανών και δ) του Α. Α., φοροτεχνικού συμβούλου της ATCO ΕΠΕ. Εξάλλου, οι παραπάνω αλλοδαπές εταιρείες "ΡΟΤΑΙΝ S.A.S." και "ΑUΤΟGRU ΡΜ spa", µε τις οποίες, η εταιρεία ATCO ΕΠΕ κατόπιν εγγράφων συµβάσεων είχε την αποκλειστική αντιπροσώπευση και διανοµή των προϊόντων τους, δηλαδή της πώλησης οικοδομικών και υδραυλικών γερανών και συναφούς μηχανολογικού εξοπλισµού και ανταλλακτικών στην Ελλάδα, η πρώτη στις 14-5-2003 και η δεύτερη στις 23-4-2003 κατήγγειλαν τις άνω συµβάσεις αντιπροσωπείας - αποκλειστικής διανοµής και υπέγραψαν νέες µε την εταιρεία "Α. Ανυψωτική Ε.Π.Ε.". Στις αρχές Μαΐου 2003 ο εφεσίβλητος - ενάγων αποχώρησε οικειοθελώς από την εταιρεία ATCO ΕΠΕ και στις 16-5-2003 κατάρτισε με την εταιρεία "Α. Ανυψωτική Ε.Π.Ε.", εκπροσωπούμενη νόμιμα από τον διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπό της Α. - Σ. Α., προφορική, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με την οποία προσελήφθη από την ως άνω εταιρεία για να εργαστεί σ' αυτήν ως πωλητής των προϊόντων υδραυλικών γερανών, εξαρτημάτων και ανταλλακτικών, παραγωγής του παραπάνω ιταλικού οίκου "ΑUΤΟGRU ΡΜ spa". Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας εταιρείας ότι η εν λόγω σύμβαση καταρτίστηκε μεταξύ τους εγγράφως και όχι προφορικώς, δεν αποδείχθηκε, αφού η επικαλούμενη και προσκομιζόμενη απ' αυτήν από 16-5-2003 έγγραφη σύμβαση εργασίας, φέρει μόνο τη σφραγίδα και υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρείας και όχι την υπογραφή του εφεσίβλητου - ενάγοντος μισθωτού. Ο εφεσίβλητος - ενάγων ισχυρίζεται στην ένδικη αγωγή του, στην οποία δεν αναγράφεται το φυσικό πρόσωπο που εκπροσώπησε την εκκαλούσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης κατά την κατάρτιση της ανωτέρω σύμβασης, ότι "η παροχή της εργασίας του συνομολογήθηκε να γίνεται αντί μηνιαίας μικτής αμοιβής, συναποτελούμενης αφενός μεν από το βασικό μηνιαίο μισθό του, καταβλητέου τούτου στο τέλος ενός εκάστου ημερολογιακού μηνός και αφετέρου από τακτική προμήθεια επί όλων των διενεργουμένων για λογαριασμό της εταιρείας πωλήσεων προϊόντων του παραπάνω ιταλικού κατασκευαστικού οίκου "ΡΜ", καταβλητέας και αυτής ανά τακτά χρονικά διαστήματα και συγκεκριμένα επί μηνιαίας βάσεως, όχι όμως απαραιτήτως κατά την ημέρα καταβολής του βασικού μηνιαίου μισθού του". Η εκκαλούσα εταιρεία αμφισβητεί ρητά ότι η συμφωνία τους προέβλεπε την καταβολή μικτής αμοιβής, ισχυρίζεται δε ότι η ως άνω συμφωνία τους προέβλεπε την καταβολή στον εφεσίβλητο - ενάγοντα, μόνο μηνιαίου μισθού, ύψους 1.884,75 ευρώ, μικτά, όχι δε και προμηθειών επί των πωλήσεων που αυτός πραγματοποιούσε για λογαριασμό της. Ο εφεσίβλητος -ενάγων, παρά τη ρητή αυτή αμφισβήτηση, δεν καθόρισε με τις πρωτόδικες προτάσεις του, το φυσικό πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό της εκκαλούσας εταιρείας ή ύστερα από εξουσιοδότηση του παραπάνω διαχειριστή και εκπροσώπου της Α. - Σ. Α., την εκπροσώπησε κατά την κατάρτιση της από 16-5-2003 προφορικής σύμβασης εργασίας, αλλά, τόσο με τις πρωτόδικες προτάσεις του, όσο και με τις προτάσεις που κατέθεσε στο Δικαστήριο τούτο, ισχυρίζεται ότι στην κατάρτιση της σύμβασης εργασίας του "βασικός συντελεστής υπήρξε ο Β. Α., ιθύνων νους και αφανής εταίρος της εκκαλούσας εταιρείας, με τον οποίο τον συνέδεαν προσωπικές και επαγγελματικές σχέσεις εμπιστοσύνης", με τον οποίο και συμφώνησε να λαμβάνει από την εκκαλούσα εταιρεία μικτή αμοιβή, αποτελούμενη από βασικό μισθό και προμήθειες επί των πωλήσεων που θα πραγματοποιούσε για λογαριασμό της. Όμως ο εφεσίβλητος ενάγων δεν ισχυρίζεται, ούτε αποδείχθηκε ότι ο Β. Α., κατά την κατάρτιση της ως άνω συμφωνίας, είχε εξουσία εκπροσώπησης της εκκαλούσας εταιρείας, ώστε να ενεργεί για λογαριασμό της. Επομένως, η επικαλούμενη από τον ενάγοντα - εφεσίβλητο ως άνω τυχόν συμφωνία μεταξύ αυτού και του Β. Α., δεν δεσμεύει την εκκαλούσα εταιρεία. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος - ενάγων εργάστηκε στην εκκαλούσα - εταιρεία με την παραπάνω ιδιότητα του πωλητή, από την πρόσληψή του (16-5-2003) μέχρι την 31-8-2004, αμειβόμενος με μηνιαίο μισθό, ο οποίος ανερχόταν αρχικά στο ποσό των 1.386,80 ευρώ καθαρά και από 1-4-2004 σε 1.476,64, καθαρά. Από τις αρχές του έτους 2004 είχαν αρχίσει προστριβές µεταξύ του εφεσίβλητου - ενάγοντος µε τους εκπροσώπους της εκκαλούσας και το Β. Α., εξαιτίας της άρνησής τους να του καταβάλλουν προμήθειες επί των πραγματοποιηθεισών από αυτόν πωλήσεων για λογαριασµό της εκκαλούσας, όπως αυτός αξίωνε, επικαλούμενος συµφωνία του µε το Β. Α.. Περί τα µέσα Αυγούστου 2004, πριν από τη λήψη της κανονικής ετήσιας αδείας του και πάλι διαμαρτυρήθηκε προς την εκκαλούσα για τη µη καταβολή τέτοιων προμηθειών και την ενημέρωσε ότι εάν µέχρι το τέλος της αδείας του (τέλος Αυγούστου) δεν ικανοποιούσε την εν λόγω αξίωσή του, µετά τη λήξη της αδείας του θα αποχωρούσε οριστικά από την εκκαλούσα εταιρεία. Η τελευταία ουδέν ποσό του κατέβαλε για την αιτία αυτή και κατόπιν αυτού ο ενάγων στις 31-8-2004 που έληξε η άδειά του, δεν προσήλθε στην εργασία του και δήλωσε στην εκκαλούσα εταιρεία ότι αποχωρεί οικειοθελώς από αυτήν. Στη συνέχεια δε προσελήφθη µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας, ως πωλητής, από την προηγούμενη εργοδότριά του, την εταιρεία ATCO ΕΠΕ. Ο ισχυρισµός του εφεσίβλητου - ενάγοντος ότι η εκκαλούσα εταιρεία του κατέβαλε έναντι των οφειλομένων προμηθειών, τµηµατικά, το συνολικό ποσό των 11.000 ευρώ, είναι απορριπτέος ως αβάσιµος, αφού από µεν την επικαλούµενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 162/9-6-2004 απόδειξη πληρωµής αποδεικνύεται ότι το ποσό των 4.000 ευρώ, που η εκκαλούσα εταιρεία κατέβαλε στον εφεσίβλητο στις 9-6-2004, αφορά έκτακτη αµοιβή (bonus) και όχι προμήθεια επί των πωλήσεων, από δε τις υπ' αριθ. 26670-1, 26671-0 και 9018412-6 επιταγές της Τράπεζας Eurobank, λήξεως 18-2-2004, 1-3-2004 και 16-3-2004, αντίστοιχα, ποσού 2.000 ευρώ εκάστης, σε διαταγή του εφεσίβλητου, προκύπτει ότι αυτές εκδόθηκαν από τον Β. Α., µε χρέωση των αναφερομένων σ' αυτές ατοµικών λογαριασµών του και για άγνωστη αιτία και όχι από την εκκαλούσα εταιρεία έναντι προμηθειών. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την 2035/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία εκείνο δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και την υποχρέωσε να καταβάλει στον αναιρεσείοντα, για προμήθειες επί των πωλήσεων και για διαφορές επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων των ετών 2003 και 2004 καθώς και του επιδόματος αδείας 2004, βάσει των ως άνω προμηθειών, το συνολικό ποσό των 31.905,44 ευρώ και ακολούθως απέρριψε την αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς: α) Δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68, 70 και 648 ΑΚ και τις διατάξεις των άρθρων 16 και 17 του Ν. 3190/1955, αφού, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, πράγματι η αναιρεσίβλητη, ως εργοδότιδα του αναιρεσείοντος, δεν είχε αναλάβει υποχρέωση να καταβάλει στον αναιρεσείοντα ιδιαίτερη αμοιβή για προμήθειες πωλήσεων και δεν δεσμευόταν από την προαναφερόμενη προφορική συμφωνία που επικαλείται ο αναιρεσείων, ότι κατάρτισε με τον Β. Α., διότι αυτή έγινε από πρόσωπο που δεν είχε εξουσία εκπροσωπήσεως της αναιρεσίβλητης. Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του σχετικά με τα πιο πάνω ζητήματα και ειδικότερα 1) της εξουσίας νομίμου εκπροσωπήσεως της αναιρεσίβλητης κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης εργασίας από το συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο Α. - Σ. Α., 2) την έλλειψη ειδικής συμφωνίας, στη σύμβαση αυτή, περί καταβολής bonus στον αναιρεσείοντα και 3) την έλλειψη εξουσίας εκπροσώπησης στο πρόσωπο του Β. Α., με τον οποίο, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, κατάρτισε την παραπάνω ειδική συμφωνία περί καταβολής bonus και την εξ αιτίας της έλλειψης εκπροσωπήσεως μη δέσμευση της αναιρεσίβλητης εταιρείας, είναι πλήρεις και σαφείς και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα. Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε το Εφετείο, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αμέσως πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις, που αναφέρονται υπό το στοιχείο α'. Ενόψει αυτών: 1) ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των πιο πάνω άρθρων 61, 65, 67, 68,70 και 648 ΑΚ, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 16 και 17 του Ν. 3190/1955, και 2) ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι. O λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δίδεται όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αρνητικοί ισχυρισμοί. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του "ιστορικό γεγονός που δεν προτάθηκε και είναι εξαιρετικά ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, αναφέρεται δε στο αντισυμβαλλόμενο φυσικό πρόσωπο που συμβλήθηκε στη σύναψη-κατάρτιση της ένδικης σύμβασης εργασίας". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός στον οποίο ερείδεται, δεν θεμελιώνει αυτοτελή ισχυρισμό αλλά αρνητικό εκείνου που προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα και αναφέρεται στο συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο, με το οποίο, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, ως νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης, συμφώνησε αμοιβή για τις προμήθειες. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 5-4-2011, αίτηση του αναιρεσείοντος για την αναίρεση της 2013/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68, 70 και 648 ΑΚ και 16 και 17 του Ν. 3190/1955 και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός στον οποίο ερείδεται, δεν θεμελιώνει αυτοτελή ισχυρισμό.
null
null
0
Αριθμός 1637/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Φραγκούλη. Δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Π., 2) Κ. Ξ., 3) Ε. Α., 4) Κ. - Μ. Π., 5) Β. Β., 6) Ζ. Ζ., 7) Μ. Χ., 8) Ο. Κ., 9) Μ. Κ., 10) Μ. - Ε. Κ., 11) Γ. Κ., 12) Γ. Κ., 13) Ά. Π., 14) Π. Ξ., 15) Γ. Κ., 16) Ι. Π., 17) Μ. Τ., 18) Ε. Ζ., 19) Ι. Δ., 20) Α. Τ., 21) Χ. Ρ., 22) Κ. Τ., 23) Ζ. Β., 24) Β. Κ. και 25) Α. Κ., όλων κατοίκων …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και της Μ. Μ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 423/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5744/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 24-12-2003 αίτησή του. Εκδόθηκε η 551/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 5744/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 5112/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-11-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 18-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο, από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Στην προκείμενη περίπτωση, μετά από αναβολή κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 1-11-2011, συζητήθηκε κατά τη σημερινή (16-10-2012), η από 11-1-2010 αίτηση του αναιρεσείοντος, για αναίρεση της 5112/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, στην παραπάνω δικάσιμο, δεν εμφανίστηκαν οι αναιρεσίβλητοι, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο. Από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως, με αριθμ. 11009β, 11010β, 11007β/9-7-2012, 10988β/5-7-2012, 11002β, 11011β, 11012β, 11008β, 11003β/9-7-2012, 10991β/5-7-2012, 11006β, 11013β, 11004β/9-7-2012, 10985β, 10986β/5-7-2012, 11005β/9-7-2012, 10991β, 10993β, 10989β, 10990β, 10987β/5-7-2012, 11014β, 11015β/9-7-2012, 10994/5-7-2012 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και 83Β'/7-8-2012 της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χίου ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της, από 26-6-2012, βεβαίωσης του γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, περί αναβολής της εκδίκασης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης για την παρούσα δικάσιμο και κλήσεως προς εμφάνιση κατ' αυτήν, επιδόθηκε, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομίμως και εμπροθέσμως, σε όλους τους αναιρεσίβλητους. Εξάλλου, από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως, 10219β, 10220β, 10223β/25-5-2011, 10169β/9-5-2011, 10225β, 10221β, 10212β, 10122β, 10217β/25-5-2011, 10190β/18-5-2011, 10215β, 10224β, 10218β/25-5-2011, 10171β, 10172β/9-5-2011, 10216β/25-5-2011, 10174β, 10173β, 10168β, 10175β, 10170β/9-5-2011, 10183β/17-5-2011, 10300β/20-6-2011, 10176β/9-5-2011 του δικαστικού επιμελητή ... και 11472/26-7-2011 της δικαστικής επιμελήτριας ... προκύπτει ότι και αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης επιδόθηκε, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στους ίδιους αναιρεσίβλητους. Επομένως, πρέπει, να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία των, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ο γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, κατά τον οποίο όποιος έγινε πλουσιότερος, χωρίς νόμιμη αιτία, από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου όπως και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Αυτό ισχύει και επί αξιώσεων κατ' αυτών από σχέση εργασίας και ειδικότερα στις περιπτώσεις άκυρης πρόσληψης υπαλλήλου ή ανάθεσης σε αυτόν καθηκόντων αλλότριων του κλάδου, στον οποίο έχει προσληφθεί. Και αυτό διότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, απαγορεύεται η πρόσληψη υπαλλήλου από αυτά σε μη νομοθετημένη θέση. Η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, δηλαδή η πρόσληψη σε μη νομοθετημένη θέση, συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης ή αντίστοιχα την ακυρότητα της ανάθεσης αλλότριων καθηκόντων (ως οιονεί σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου) και συνακόλουθα συνιστά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία, η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο. Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στο μισθό που θα κατέβαλε ο εργοδότης σε πρόσωπο το οποίο θα προσλάμβανε με έγκυρη εργασιακή σύμβαση και θα είχε τις ίδιες ικανότητες και τα ίδια προσόντα με εκείνο που παρέσχε την εργασία (ΟλΑΠ 218/1977). Στην προκειμένη περίπτωση, με την 551/2007 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία εκδόθηκε επί αναιρέσεως κατά της 5744/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η κρινομένη αγωγή, κατά την κυρία βάση της, κρίθηκε ότι από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 προκύπτει, ότι από την έναρξη της ισχύος αυτού (1-1-1997) καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι υπ' αριθ. 88555/3293/4-10-1988, 2048842/6017/0022/6-5-1989 και 2006402/481/0022/30-1-1995 κοινές Υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και ότι το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται έκτοτε υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο Π.Δ. 194/1988 ενώ προβλέπεται ρητά ότι δεν καταβάλλεται τούτο σε απλές ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, δέχθηκε ότι 1) από την προσβληθείσα απόφαση προέκυπτε, ότι με βάση τα περιστατικά που δέχτηκε το Πρωτοδικείο, οι αναιρεσίβλητοι μισθωτοί, ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία μισθωτών από εκείνη των μισθωτών στους οποίους χορηγήθηκε το επίδομα του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997, διότι, πέραν του ότι ασχολούνται αποκλειστικά με τη χρήση Η/Υ, δεν είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι, που να ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, και να υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής, ούτε κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε τέτοιες διευθύνσεις τμήματα ή κέντρα τίτλους σπουδών και 2) η ως άνω ουσιώδης διαφορά της κατηγορίας στην οποία ανήκουν οι αναιρεσίβλητοι και οι ειδικευμένοι, με τίτλους σπουδών, υπάλληλοι του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997, δικαιολογεί την χορήγηση του εν λόγω επιδόματος μόνο στους τελευταίους, και δεν καθιστά την ειδική αυτή ρύθμιση αντίθετη προς την συνταγματική αρχή και ισότητας. Στη συνέχεια, με βάση τα παραπάνω, κατέληξε στην κρίση, ότι το Πρωτοδικείο, που κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 8 αρ. 11 του Ν. 2470/1997 και 4 παρ. 1, σε συνδυασμό με 22 παρ. 1β' του Συντάγματος και με την ίδια απόφασή του αναίρεσε την παραπάνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς, εκ νέου, έρευνα, στο ίδιο δικαστήριο. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δεσμευόμενο από την αναιρετική απόφαση, ως προς το νομικό ζήτημα που με αυτήν λύθηκε, (άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ), δέχθηκε ότι, εσφαλμένα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η αγωγή, κατά την κύρια βάση της, είναι νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, δεχόμενο ότι οι εν λόγω ενάγοντες που απασχολήθηκαν ως χειριστές Η/Υ σε τμήματα, όπου δεν προβλέπονται οργανικές θέσεις χειριστών Η/Υ δικαιούνται το ένδικο επίδομα βάσει του άρθρου 8 του Ν. 2470/1997 και της συνταγματικής αρχής της ισότητας και αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του (πλην του κεφαλαίου αυτής που αφορά στην 23η ενάγουσα Μ. Μ.), κράτησε την αγωγή, τη δίκασε και την απέρριψε, ως προς την κυρία βάση της ως μη νόμιμη. Στη συνέχεια, ερευνώντας την επικουρική βάση της, που δεν εξετάσθηκε πρωτοδίκως, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής : Οι ενάγοντες (πλην της 23ης Μ. Μ.) προσελήφθησαν και εργάζονται από ετών στο εναγόμενο, ως διοικητικοί υπάλληλοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (μέχρι την 31-10-2000, οπότε μονιμοποιήθηκαν), προσφέροντας συνεχώς τις υπηρεσίες τους ως διοικητικό προσωπικό και ανήκοντες οι 1η, 2η, 3η, 5ος, 7η, 8η, 22η, 25η, και 26η στον κλάδο ΤΕ, οι 1η και 24η στον κλάδο ΠΕ και οι υπόλοιποι στον κλάδο ΔΕ. Κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-1-1999 μέχρι 31-10-2000, κατ' εντολήν της υπηρεσίας τους, χειρίζονταν, σε όλη τη διάρκεια του ωραρίου τους, αποκλειστικά ηλεκτρονικό υπολογιστή για να καλύπτουν τις σχετικές ανάγκες σε χειριστές αυτών (ελλείψει πρόβλεψης σχετικών οργανικών θέσεων). Από την εργασία αυτή των εναγόντων, στους οποίους το εναγόμενο ανέθεσε αλλότρια καθήκοντα, ήτοι του χειριστή Η/Υ, το τελευταίο ωφελήθηκε το επίδομα πληροφορικής που θα όφειλε με βάση το άρθρο 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 να καταβάλει, αν είχε συστήσει επιπλέον των υπαρχόντων βάσει του Οργανισμού του ισάριθμες με τους ενάγοντες οργανικές θέσεις του κλάδου Πληροφορικής, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του. Επομένως, το εναγόμενο κατέστη πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία με ζημία των εναγόντων και υποχρεούται, κατ' άρθρο 904 ΑΚ, να καταβάλει στους ενάγοντες τα αιτούμενα ποσά. Με τις παραδοχές αυτές δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε το αναιρεσείον να τους καταβάλει αυτά. Κρίνοντας, όμως, έτσι το Πρωτοδικείο, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 8 αριθμ. 11 του Ν. 2470/1997 και 904 ΑΚ . Ειδικότερα : Σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης 1) οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε αυτό ως διοικητικό προσωπικό κλάδων ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ, 2) προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι λειτουργικές ανάγκες του αναιρεσείοντος, σε όσα τμήματα και διευθύνσεις αυτού δεν προβλέπονταν οργανικές θέσεις προγραμματιστών και χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών, ανατέθηκαν, κατόπιν εντολής του, στους αναιρεσίβλητους τα καθήκοντα αυτά, τα οποία άσκησαν οι τελευταίοι απασχολούμενοι κατά πλήρες ωράριο, κυρίως και αποκλειστικώς με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγράφων του αντικειμένου της εργασίας τους στον ηλεκτρονικό υπολογιστή κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1999 μέχρι 31.10.2000, 3) από την παραπάνω εργασία των αναιρεσίβλητων το αναιρεσείον ωφελήθηκε το επίδομα πληροφορικής, που θα όφειλε να καταβάλλει κάτω από άλλες περιστάσεις, αν δηλαδή είχε συστήσει οργανικές θέσεις της ειδικότητας του χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του και 4) οι αναιρεσίβλητοι μισθωτοί ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία μισθωτών από εκείνη των μισθωτών στους οποίους χορηγήθηκε το επίδομα των άρθρων 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997 και 8 αριθ. 8 του Ν. 3205/2003 (από 1.1.2004), καθόσον πέραν του ότι ασχολούνται αποκλειστικά με τη χρήση Η/Υ και έχουν παρακολουθήσει ειδικά προγράμματα και σεμινάρια για Η/Υ, δεν είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι που να ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής και να υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής, ούτε κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε τέτοιες διευθύνσεις τμήματα ή κέντρα τίτλων σπουδών. Συνεπώς, αν το αναιρεσείον προσελάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, άλλους υπαλλήλους, με τα προσόντα των αναιρεσίβλητων και τις ικανότητες των, ανέθετε δε σ' αυτούς την άσκηση των ίδιων καθηκόντων και πάλι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν θα κατέβαλε και σ' αυτούς το επίδομα πληροφορικής, διότι και αυτοί δεν θα κατείχαν τους απαιτούμενους σε τέτοιες διευθύνσεις και τμήματα τίτλους σπουδών, ούτε θα ήταν ειδικευμένοι υπάλληλοι. Ως εκ τούτου, από τις παραδοχές της απόφασης, που προαναφέρθηκαν, δεν θεμελιώνεται ο πλουτισμός του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας των αναιρεσίβλητων, συνιστάμενος, στην προκειμένη περίπτωση, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, στο μισθό (επίδομα πληροφορικής), που θα κατέβαλε το αναιρεσείον (εργοδότης) σε πρόσωπα τα οποία θα προσλάβανε με έγκυρη εργασιακή σύμβαση, θα ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα και θα είχαν τις ίδιες ικανότητες και τα ίδια προσόντα με εκείνα, που παρέσχον την εργασία δηλαδή τους αναιρεσίβλητους. Επομένως είναι βάσιμος ο, από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον επικαλείται την παραπάνω πλημμέλεια και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος αυτό. Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως είχε ήδη αντικατασταθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α' 51/12.3.2012,), "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αρ. 1,2,3,6 έως 17,19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για παραπέρα εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης". Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 19-12-2001 αγωγή τους, ισχυρίσθηκαν ότι προσελήφθησαν και εργάζονται από ετών στο εναγόμενο ΝΠΔΔ, ως διοικητικοί υπάλληλοι, με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσφέροντας συνεχώς τις υπηρεσίες τους ως διοικητικό προσωπικό και ανήκοντες οι 1η, 2η, 3η, 5ος, 7η, 8η, 22η, 25η, και 26η στον κλάδο ΤΕ, οι 1η και 24η στον κλάδο ΠΕ και οι υπόλοιποι στον κλάδο ΔΕ. Ότι, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-1-1999 μέχρι 31-10-2000, κατ' εντολήν της υπηρεσίας τους, χειρίζονταν, σε όλη τη διάρκεια του ωραρίου τους, αποκλειστικά ηλεκτρονικό υπολογιστή για να καλύπτουν τις σχετικές ανάγκες σε χειριστές αυτών (ελλείψει πρόβλεψης σχετικών οργανικών θέσεων), από την εργασία τους δε αυτή ήτοι του χειριστή Η/Υ, το τελευταίο ωφελήθηκε το επίδομα πληροφορικής που θα όφειλε, με βάση το άρθρο 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997, να καταβάλει, αν είχε συστήσει επιπλέον των υπαρχόντων βάσει του Οργανισμού του ισάριθμες με τους ενάγοντες οργανικές θέσεις του κλάδου Πληροφορικής, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, επικαλούμενοι δε ότι το εναγόμενο κατέστη πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία, με ζημία των, ζήτησαν, κυρίως με βάση την αρχή της ισότητας και επικουρικά, με βάση τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα αιτούμενα ποσά, τα οποία, όπως ισχυρίζονται, θα κατέβαλε σε άλλους μισθωτούς που θα προσελάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας και οι οποίοι θα είχαν τα ίδια προσόντα και ικανότητες με αυτούς και θα κατείχαν την προς τούτο απαιτούμενη οργανική θέση χειριστή Η/Υ. Όπως προαναφέρθηκε, με την 551/2007 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία εκδόθηκε επί αναιρέσεως κατά της 5744/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η κρινομένη αγωγή, κατά την κυρία βάση της, αναιρέθηκε η παραπάνω απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς, εκ νέου, έρευνα, στο ίδιο δικαστήριο. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, δίκασε την αγωγή και την απέρριψε, ως προς την κυρία βάση της ως μη νόμιμη, τη δέχθηκε όμως κατά την επικουρική του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Με το παραπάνω όμως περιεχόμενο, η αγωγή δεν είναι νόμιμη και κατά τη βάση της αυτή, διότι, αν το αναιρεσείον προσελάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, άλλους υπαλλήλους, με τα προσόντα των αναιρεσίβλητων και τις ικανότητες των, ανέθετε δε σ' αυτούς την άσκηση των ίδιων καθηκόντων και πάλι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν θα κατέβαλε και σ' αυτούς το επίδομα πληροφορικής, διότι και αυτοί δεν θα κατείχαν τους απαιτούμενους σε τέτοιες διευθύνσεις και τμήματα τίτλους σπουδών, ούτε θα ήταν ειδικευμένοι υπάλληλοι. Επομένως, και δοθέντος ότι, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν επιτρέπεται δεύτερη παραπομπή, πρέπει ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της. Στη συνέχεια να απορρίψει, ως μη νόμιμη, την αγωγή, κατά τη βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως προς την οποία έγινε δεκτή η αγωγή από το εφετείο. Οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες πρέπει να καταδικαστούν σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος-εναγομένου, διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (αρθ. 176, 179 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 5112/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. Κρατεί την υπόθεση. Απορρίπτει την από 19-12-2001 αγωγή, ως προς την επικουρική βάση της του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος - εναγομένου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Το Πρωτοδικείο, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 αριθμ. 11 του Ν. 2470/1997 και 904 ΑΚ. Αν το αναιρεσείον προσελάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, άλλους υπαλλήλους, με τα προσόντα των αναιρεσιβλήτων και τις ικανότητες των, ανέθετε δε σ’ αυτούς την άσκηση των ίδιων καθηκόντων και πάλι, δεν θα κατέβαλε και σ’ αυτούς το επίδομα πληροφορικής, διότι και αυτοί δεν θα κατείχαν τους απαιτούμενους σε τέτοιες διευθύνσεις και τμήματα τίτλους σπουδών, ούτε θα ήταν ειδικευμένοι υπάλληλοι. Μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν επιτρέπεται δεύτερη παραπομπή. Ο Άρειος Πάγος κρατεί την υπόθεση και απορρίπτει την αγωγή.
null
null
0
Αριθμός 1636/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΕΜΚΟ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕ" (ΒΟΣΑ ΑΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Περράκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-9-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 778/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7035/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-8-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 6-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 ν.δ/τος 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στο δικηγόρο: α) η επί παγία, ετήσια ή μηνιαία, αντιμισθία παροχή καθαρώς νομικών εργασιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου. β) απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή υπό προθεσμία. Τοιαύτη υπό προθεσμία σύμβαση και προ του κώδικος γενομένη θεωρείται ως αορίστου χρόνου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι: 1) η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου και 2) η σύμβαση έμμισθης εντολής των δικηγόρων περί παροχής υπηρεσιών έναντι πάγιας αντιμισθίας, είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, ακόμη και αν συμφωνήθηκε ως ορισμένου χρόνου. Ο εντολέας έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση αυτή απροειδοποίητα και αναιτιολόγητα καταβάλλοντας στο δικηγόρο την, από την παρ. 1 του άρθρου 94 του ως άνω Κώδικα, προβλεπόμενη αποζημίωση. Η καταγγελία αυτή, παρά τον εμπιστευτικό χαρακτήρα της συμβάσεως, απαγορεύεται αν αντίκειται στο άρθρο 281 του ΑΚ, δηλαδή αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Καταχρηστική είναι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά). Δεν συντρέχει όμως περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν οι τυχόν επικαλούμενοι από τον εργοδότη λόγοι, που φέρονται ότι αποτέλεσαν την αιτία της καταγγελίας, είναι αναληθείς ή, πολύ περισσότερο, όταν δεν υπάρχει κάποια αιτία, αφού, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, για να θεωρηθεί αυτή άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλ' απαιτείται η καταγγελία να έγινε για συγκεκριμένους λόγους, που οφείλει να επικαλεστεί με πληρότητα και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Εξάλλου και στην περίπτωση κατά την οποία για το προσωπικό του εντολέα ισχύει κανονισμός, που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία αυτού, η καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως από τον εντολέα μπορεί να γίνει μόνο για σπουδαίο λόγο (Ολ.ΑΠ. 21/2004). Εξ αυτών παρέπεται ότι ο όρος στη σύμβαση έμμισθης εντολής, κατά τον οποίο λύεται αυτή για σπουδαίο και μόνο λόγο, είναι, κατά τη σαφή έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ανεπίτρεπτος και αν τεθεί δεν λαμβάνεται υπόψη, ενώ η σύμβαση παραμένει ισχυρή, διότι ένας τέτοιος όρος θα καθιστούσε τη θέση του συνδεομένου με σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρου ισχυρότερη και από εκείνη που ο ίδιος θα είχε αν συνδεόταν με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, δηλαδή με σύμβαση υπό προθεσμία, την οποία ρητά αποκλείει το άρθρο 63 παρ. 5α' του Κώδικα Δικηγόρων, αφού και η τελευταία αυτή σύμβαση μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 672 Α.Κ., να καταγγελθεί για σπουδαίο λόγο, γεγονός που δεν μπορεί να αποκλεισθεί με αντίθετη συμφωνία, παρέχει δε το πλεονέκτημα ότι λύεται οπωσδήποτε με την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου, ενώ η σύμβαση, έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου δεν θα μπορούσε να λυθεί ποτέ από τον εντολέα χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου. Το αντίθετο δεν συνάγεται από το άρθρο 63 παρ. 5 δ' του ανωτέρω Κώδικα, που περιορίζει τον εντολέα να καταγγείλει τη σύμβαση έμμισθης εντολής μόνο αν υπάρχει σπουδαίος λόγος στη μοναδική περίπτωση, κατά την οποία για το προσωπικό αυτού ισχύει κανονισμός, που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία του προσωπικού, διότι η εν λόγω διάταξη, εισάγουσα εξαίρεση από το γενικό κανόνα της αναιτιολόγητης κατά πάντα χρόνο καταγγελίας της έμμισθης εντολής, εφαρμόζεται μόνο στην ειδική περίπτωση, που προβλέπει και δεν επιτρέπεται να συναχθεί ερμηνευτικά ότι και σε κάθε άλλη περίπτωση έμμισθης εντολής είναι επιτρεπτός ο όρος, ο οποίος εξαρτά το δικαίωμα του εντολέα να καταγγείλει την έμμισθη εντολή από την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, αφού τέτοια ερμηνεία θα καθιστούσε κενό περιεχόμενο τον ως άνω κανόνα και θα αφαιρούσε από την έμμισθη εντολή τον προσωπικό και εμπιστευτικό χαρακτήρα της, στον οποίο στηρίζεται ο κανόνας αυτός. Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 3.9.2006 αγωγή, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) ισχυρίστηκε, ότι η εναγομένη, (ήδη αναιρεσίβλητη), με την οποία συνδεόταν με σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών, κατήγγειλε αυτήν (σύμβαση) πρόωρα με αποτέλεσμα η τελευταία να υποχρεούται σε καταβολή των μισθών υπερημερίας του, μέχρι τη συμφωνηθείσα λήξη της σύμβασης στις 13.1.2011. Ζήτησε δε, μετά το νόμιμο περιορισμό της, να αναγνωριστεί η υποχρέωσή της να του καταβάλει το άνω ποσό με το νόμιμο τόκο. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 778/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία την απέρριψε ως μη νόμιμη και κατ' αυτής άσκησε έφεση. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του το Εφετείο δέχθηκε ότι η υπό κρίση αγωγή, κατά την κύρια βάση της, με την οποία ο ενάγων ζητεί αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης ορισμένου χρόνου, χωρίς να υφίσταται σπουδαίος λόγος, είναι μη νόμιμη, διότι, η σύμβαση έμμισθης εντολής των δικηγόρων περί παροχής υπηρεσιών έναντι πάγιας αντιμισθίας, είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, ακόμη και αν συμφωνήθηκε ως ορισμένου χρόνου, και η καταγγελία αυτής της σύμβασης είναι πάντοτε αναιτιώδης. Κρίνοντας, έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, που προαναφέρθηκαν, ούτε εκείνη του άρθρου 361 του ΑΚ, και ο, περί του αντιθέτου, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε δικαίωμα (ατομικό) η συμμετοχή στην οικονομική ζωή της χώρας και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία. Ειδική πλευρά της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία της εργασίας (ως ατομικό δικαίωμα), δηλαδή το δικαίωμα καθενός να εργάζεται και να επιλέγει ελεύθερα το είδος, τον τόπο και το χρόνο της εργασίας του. Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων (ελευθερία σύναψης και καταγγελίας της σύμβασης, ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου, ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κλπ), όπως προβλέπεται ειδικότερα στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ (Ολ.ΑΠ. 33/2002). Η με τη διάταξη αυτή καθιερούμενη προστασία της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας δεν είναι απόλυτη και είναι δυνατόν να επιβάλλονται νομοθετικοί περιορισμοί, εφόσον αυτοί είναι αντικειμενικοί και δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος. Όρο παραδοχής των περιορισμών αυτών αποτελεί και ο υπό τούτων σεβασμός της αρχής της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, αναγνωριζόμενη παγίως, ως ισχύουσα, από τη νομολογία των δικαστηρίων και πριν από την αναγωγή της σε ρητή συνταγματική έννοια με την αναθεώρηση του Συντάγματος από τη Ζ' Αναθεωρητική Βουλή την 18.4.2001 (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β ) και κατά το χρόνο δημοσιεύσεως του νόμου 1969/1991, ο οποίος κατά τις παρακάτω σκέψεις εισάγει περιορισμό ατομικού δικαιώματος συνταγματικά προστατευομένου, απαιτεί όπως οι από το νομοθέτη ή τη διοίκηση επιβαλλόμενοι περιορισμοί στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων οριοθετούνται με βάση τα εννοιολογικά στοιχεία της προσφορότητας και της αναγκαιότητας του λαμβανόμενου μέτρου και της αναλογίας του προς τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό (Ολ.ΑΠ. 10/2003). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι η παροχή νομικών υπηρεσιών δικηγόρου προς τον πελάτη του (εντολέα) με πάγια περιοδική αμοιβή, είναι σχέση που θεωρείται ως απόλυτης εμπιστοσύνης, που πρέπει να τον συνδέει διαρκώς με τον εκάστοτε εντολέα του. Συνεπώς δικαιολογείται ο ως άνω περιορισμός της συμβατικής ελευθερίας, αφού προστατεύεται το γενικότερο συμφέρον, αφενός, με τη διαφύλαξη του κύρους του δικηγόρου, της αξιοπρέπειάς του και της ανεξαρτησίας του και αφετέρου με τη δυνατότητα του εντολέα να προσφεύγει στη δικαιοσύνη με όποιο συνήγορο επιθυμεί, χωρίς να δεσμεύεται αδικαιολόγητα από τη σύμβαση. Σε περίπτωση δηλαδή που η σύμβαση παρέμενε ορισμένης διάρκειας, σύμφωνα δηλαδή με όσα εκθέτει ο ενάγων στην αγωγή του περί ελευθερίας των συμβάσεων, τότε το δικαίωμα του εντολέα να καταγγείλει την έμμισθη εντολή θα εξαρτιόταν από την ύπαρξη σπουδαίου λόγου και θα αφαιρούσε από την έμμισθη εντολή τον προσωπικό και εμπιστευτικό χαρακτήρα της. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε την προαναφερθείσα διάταξη του Συντάγματος. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αρ. 1 του ΚΠολΔ, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η διάταξη του άρθρου 63 παρ. 5 α' του Ν.Δ. 3026/1954 "περί κώδικος των δικηγόρων", είναι αντίθετη με το Σύνταγμα και άρα ανεφάρμοστη, διότι παραβιάζει την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων που κατοχυρώνεται συνταγματικά ως μερικότερη έκφραση της οικονομικής ελευθερίας, που με τη σειρά της περιλαμβάνεται στο δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας είναι αβάσιμος. Κατά το τρίτο και τελευταίο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τους αρ. 10 και 19 του ΚΠολΔ, ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού για την κρίση αυτή του Εφετείου, δεν εκδόθηκε αποδεικτικό πόρισμα. Περαιτέρω, και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται, ότι η ως άνω διάταξη είναι ανεφάρμοστη, διότι, με τον περιορισμό που εισάγει, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, αφού ο μεν εντολέας-εργοδότης του είναι ένας από του σημαντικότερους και ισχυρότερους επιχειρηματικούς ομίλους της χώρας, με τεράστιες οικονομικές δυνατότητες, αυτός δε, προκειμένου να εργαστεί στον ανωτέρω όμιλο εγκατέλειψε τη δικηγορική του έδρα και το σύνολο των προσωπικών του πελατών, με την προϋπόθεση ότι η σύμβαση θα είχε ορισμένο χρόνο, αλλιώς δεν θα είχε συνάψει την επίδικη σύμβαση, είναι επίσης αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η ως άνω διάταξη, γνωστή στον ενάγοντα όταν κατάρτιζε την επίδικη σύμβαση, υπαγορεύεται από το γενικότερο συμφέρον και δεν είναι αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας, αφού, ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού που προαναφέρθηκε, ήταν αναγκαία και πρόσφορη και δεν είναι δυσανάλογη, αποτελεί δε επιτρεπτό περιορισμό της κατοχυρωμένης με το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Με βάση την αρχή αυτή, ο κοινός νομοθέτης δεσμεύεται κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων, καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μην εισάγει εξαιρέσεις και να μην κάνει διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των Δικαστηρίων (Ολ.ΑΠ 13/1996, Ολ.ΑΠ 14/1996). Από τη συνταγματική, όμως, αρχή αυτή της ισότητας δεν αποκλείεται η διαφορετική ρύθμιση περιπτώσεων, που τελούν υπό διαφορετικές ειδικές συνθήκες, ούτε κωλύεται η θέσπιση με νόμο διακρίσεων που δικαιολογούνται από τη συνδρομή ειδικών συνθηκών και που εξυπηρετούν ευλόγως ειδικό συμφέρον ή ειδική σκοπιμότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 5 δ' του κώδικα δικηγόρων, εισάγεται εξαίρεση του γενικού κανόνα, που περιορίζει τον εντολέα να καταγγείλει τη σύμβαση έμμισθης εντολής, μόνο αν υπάρχει σπουδαίος λόγος στη μοναδική περίπτωση, κατά την οποία για το προσωπικό αυτού ισχύει κανονισμός, που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία του προσωπικού, ανεξάρτητα αν στον κανονισμό αυτό υπάγεται και ο δικηγόρος. Η ως άνω εξαίρεση δικαιολογείται από το γεγονός ότι όπου υπάρχει κανονισμός για το προσωπικό που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία προσωπικού, η απόλυση του προσωπικού γίνεται μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στον εκάστοτε ισχύοντα κανονισμό, που έχει άλλοτε ισχύ νόμου και άλλοτε συμβατική ισχύ, οπότε στην περίπτωση αυτή, θα ήταν δυσμενής η θέση των έμμισθων δικηγόρων έναντι των λοιπών εργαζομένων στον ίδιο εργοδότη, αφού ο τελευταίος θα μπορούσε να καταγγείλει τη σύμβαση όποτε ήθελε. Συνεπώς, η ως άνω εξαίρεση δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, στο μέτρο που εισάγει την ως άνω εξαίρεση του άρθρου 63 παρ.5 εδ. δ και ο, περί του αντίθετου, από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επίσης αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και αναφέρονται στο ότι η επίμαχη διάταξη εισάγει δυσμενή διάκριση των δικηγόρων σε σχέση με άλλους ελεύθερους επαγγελματίες, όπως είναι οι γιατροί, οι οικονομολόγοι, οι λογιστές και οι πολιτικοί μηχανικοί, οι οποίοι μπορούν να συνάπτουν συμβάσεις παρoχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου. Και τούτο, διότι οι συμβάσεις αυτές δεν είναι συγκρίσιμες και ενόψει της διαφορετικής φύσεως των παρεχομένων υπηρεσιών δικαιολογείται επαρκώς η διαφορετική μεταχείριση. Κατά το τρίτο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, από τον αρ.19, είναι απαράδεκτος, διότι δεν εκδόθηκε αποδεικτικό πόρισμα. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που κυρώθηκε μαζί με τη σύμβαση με το ΝΔ 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέτει εν ισχύει νόμους, τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της xρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και δη οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον, πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο, νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά. Στην προκειμένη περίπτωση η επίδικη διάταξη (άρθρο 63 παρ. 5 του κώδικα περί δικηγόρων) δεν είναι αντίθετη με την ως άνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη) διότι, με βάση το ισχύον κατά την άσκηση της αγωγής δίκαιο και όσα προαναφέρθηκαν, δεν υπήρχε νόμιμη προσδοκία να ικανοποιηθεί δικαστικά το επίδικο δικαίωμα του αναιρεσείοντα για αποζημίωση. Συνεπώς, ο, περί του αντιθέτου, πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, κατά μεν το πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέρος του, είναι αβάσιμος, κατά δε το δεύτερο, από τον αρ. 19, είναι απαράδεκτος. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 63 παρ. 5 του κώδικα περί δικηγόρων δεν είναι αντίθετη με: α) τη διάταξη του άρθρου 43 Συνθ. ΕΚ, σύμφωνα με την οποία οι περιορισμοί της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων ενός κράτους μέλους στην επικράτεια ενός άλλου κράτους μέλους απαγορεύεται, β) τη διάταξη του άρθρου 49 Συνθ. ΕΚ, που επιτάσσει την εξάλειψη κάθε δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγενείας σε βάρος του εγκατεστημένου σε άλλο κράτος μέλους παρέχοντος υπηρεσίες αλλά και την κατάργηση κάθε περιορισμού, όταν μπορεί να παρεμποδίσει, παρενοχλήσει ή καταστήσει λιγότερο ελκυστικές τις δραστηριότητες του παρέχοντος υπηρεσίες ο οποίος είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος όπου νομίμως παρέχει ανάλογες υπηρεσίες και γ) τη διάταξη του άρθρου 39ΣυνθΕΚ που κατοχυρώνει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, διότι η διάταξη αυτή δεν περιορίζει την κοινοτική ελευθερία και δεν είναι αντίθετη προς τους ως άνω κοινοτικούς κανόνες, οι οποίοι δεν έχουν άμεση εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση, και συνεπώς ο, περί του αντιθέτου, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Όπως προαναφέρθηκε, κάθε έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα, η, κατ' εξαίρεση, δε επιτρεπόμενη στο δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και επί της σχέσεως αυτής δεν εφαρμόζονται οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά, αν προσαρμόζονται προς τις άνω διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού επαγγέλματος (βλ. άρθρο 1 του Δικ. Κώδικα και Ολ. ΑΠ 25/2002). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, που προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε με λόγο της έφεσής του, ενώπιον του, ότι η συναφθείσα με την αναιρεσίβλητη εταιρία σύμβαση έχει διττό χαρακτήρα, περιέχουσα όρο περί ανάθεσης σ' αυτόν και διοικητικών καθηκόντων και ως εκ τούτου δεν υπάγεται στις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων, αλλά στις γενικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κρίνοντας έτσι, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 5 του ν.δ/τος 3026/1954, την οποία εφάρμοσε και ο, περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, έκτος, λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε που με αυτόν προβάλλονται αιτιάσεις και από τον αρ. 19 είναι απαράδεκτος, αφού η απόρριψη του ισχυρισμού έγινε για νομικό λόγο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (αρθρ. 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικώς (άρθρο 281 ΑΚ) και, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον υπόχρεο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς, για τον υπόχρεο, συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Εξάλλου, καταχρηστική είναι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη, που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά). Δεν συντρέχει όμως περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας, όταν οι τυχόν επικαλούμενοι από τον εργοδότη λόγοι, που φέρονται ότι αποτέλεσαν την αιτία της καταγγελίας, είναι αναληθείς ή, πολύ περισσότερο, όταν δεν υπάρχει κάποια αιτία, αφού, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, για να θεωρηθεί αυτή άκυρη, ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλ' απαιτείται η καταγγελία να έγινε για συγκεκριμένους λόγους, που οφείλει να επικαλεστεί με πληρότητα και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η καταγγελία της σύμβασης είναι καταχρηστική για το λόγο ότι 1) συντελέστηκε χωρίς να συντρέχει οποιαδήποτε υπηρεσιακή ανάγκη, 2) αντ' αυτού η εναγομένη προσέλαβε μετά την καταγγελία δύο τουλάχιστον δικηγόρους παρά Εφέταις και παρά Πρωτοδίκαις με σαφώς μειωμένα προσόντα και 3) σε ανάλογες περιπτώσεις η εναγομένη αποζημίωσε τους νομικούς συμβούλους Λ. Α. και Π. Κ., δικηγόρους Αθηνών και μάλιστα το δεύτερο, που είχε συνάψει σύμβαση ορισμένου χρόνου και στον οποίο κατέβαλε, ως αποζημίωση, το σύνολο του ποσού της αμοιβής του, έως την κανονική λήξη της συμβάσεώς του, και συνεπώς η άρνησή της να του καταβάλει το ποσό της αμοιβής του έως τη λήξη της σύµβασης δεν συμβιβάζεται με την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Ο ισχυρισμός αυτός, σύμφωνα µε όσα προαναφέρθηκαν, δεν θεμελιώνει την καταχρηστική άσκηση της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης και τούτο, διότι η καταγγελία, χωρίς αιτία, της έμμισθης εντολής προς δικηγόρο, δεν αρκεί για να θεμελιώσει την καταχρηστικότητα της, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας. Εξάλλου, ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει τις συγκεκριμένες ανάγκες της αναιρεσίβλητης, για παροχή νομικών υπηρεσιών, τους όρους προσλήψεως των παραπάνω δύο δικηγόρων και τα προσόντα αυτών, ώστε να κριθεί από το δικαστήριο η καταχρηστικότητα ή μη της επιλογής της να καταγγείλει τη σύμβαση με τον ενάγοντα και να προσλάβει δύο άλλους δικηγόρους στη θέση του, ούτε ακόμη προσδιορίζει τις υπηρεσίες που προσέφεραν οι αποζημιωθέντες από την αναιρεσίβλητη, νομικοί σύμβουλοι της, Λ. Α. και Π. Κ., δικηγόροι Αθηνών, τις συνθήκες και το χρόνο κατά τον οποίο εργάστηκαν σ' αυτήν, το ύψος της αποζημίωσης που έλαβαν, ώστε να κριθεί αν, η εναγομένη, κατ' εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης, υποχρεούται να καταβάλει και σ' αυτόν (αναιρεσείοντα) την ίδια, ως άνω, αποζημίωση. Συνεπώς το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη του και στη συνέχεια να απορρίψει, ως μη νόμιμο, τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, από δε την απόφαση προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό. Επομένως είναι αβάσιμοι ο περί του αντιθέτου έβδομος και όγδοος, λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι αντίστοιχες πλημμέλειες. Τέλος, κατά το μέρος τους, με το οποίο προβάλλεται και η πλημμέλεια της απόφασης από τους αρ. 11 και 19 είναι απαράδεκτοι, αφού ο ισχυρισμός απορρίφθηκε, ως μη νόμιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 167, 232, 68, 70, 349, 351 ΑΚ, και 94 του Κώδικα Δικηγόρων και των άρθρων 18 παρ.1,3 και 22 του Ν. 2190/1920 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής δικηγόρου, που έγινε στο όνομα του νομικού προσώπου ανώνυμης εταιρίας από πρόσωπο ή όργανο αυτής, το οποίο δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση, είναι ανυπόστατη. Στην περίπτωση αυτή το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη έναντι του δικηγόρου, ο οποίος έπαυσε να εκτελεί τα καθήκοντά του, εξαιτίας της ανυπόστατης καταγγελίας, για την πληρωμή της πάγιας αντιμισθίας του, λόγω υπερημερίας του νομικού προσώπου. Αν όμως, μετά την ανυπόστατη αυτή καταγγελία, ο δικηγόρος προσέφερε τις υπηρεσίες του και το νομικό πρόσωπο τις απέκρουσε, τότε τούτο περιέρχεται πλέον σε υπερημερία και υποχρεούται να καταβάλει σ αυτόν τις αντίστοιχες πάγιες αντιμισθίες. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η κοινοποιηθείσα στις 30-6-2006 καταγγελία της σύμβασης της έμμισθης εντολής, που συνέδεε αυτόν και την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, δεν έγινε από τον πρόεδρο ή το διευθύνοντα σύμβουλο της, που είναι τα μοναδικά πρόσωπα που διαθέτουν εκ τoυ καταστατικού της εταιρίας την εξουσία να καταγγείλουν τη σύμβαση, αλλά υπογράφηκε από τρίτο πρόσωπο, τα στοιχεία του οποίου δεν προκύπτουν στην έγγραφη καταγγελία, είναι ανυπόστατη και ότι εντεύθεν αυτός δικαιούται τις αποδοχές υπερημερίας για το μετά την καταγγελία και μέχρι τη λήξη της επίδικης σύμβασης χρονικό διάστημα. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως αόριστη, γιατί το Εφετείο δέχθηκε, ότι η υπό αναρμοδίου προσώπου ή οργάνου της αναιρεσίβλητης γενόμενη ως άνω καταγγελία είναι ανυπόστατη και δεν επέφερε τη λύση της σύμβασης έμμισθης εντολής που συνέδεε τους διαδίκους, εφόσον όμως ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι προσέφερε τις υπηρεσίες του δεν δικαιούται αμοιβής, την οποία μόνο αν προσφερόταν στην παροχή αυτών και η αναιρεσίβλητη τις απέκρουε θα μπορούσε να αξιώσει, λόγω υπερημερίας, τις αντίστοιχες πάγιες αντιμισθίες του αιτουμένου χρονικού διαστήματος. Η αγωγή αυτή, ως προς την εν λόγω βάση της, είναι πράγματι αόριστη, αφού δεν περιέχει το αναγκαίο για τη θεμελίωσή της πραγματικό περιστατικό, αν δηλαδή και μετά την καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής του αναιρεσείοντα, από μη νομιμοποιούμενο προς τούτο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, προσέφερε πράγματι, ενόψει του ανυπόστατου της καταγγελίας, τις υπηρεσίες του σ' αυτή, η οποία και τις απέκρουσε, περιελθούσα έτσι σε υπερημερία. Δεν συνιστούν δε επίκληση του γεγονότος τούτου, τα διαλαμβανόμενα, εντελώς αόριστα, στο αναιρετήριο ως προταθέντα με την αγωγή, ότι αν και προσφέρεται ο αναιρεσείων στην παροχή των υπηρεσιών του η αναιρεσίβλητη τις αποκρούει, ενόψει του ότι, για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης του, δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά (προσφοράς των υπηρεσιών του και απόκρουσης των από την αναιρεσίβλητη). Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν και εφόσον από την απόφαση προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του την βάση αυτή της αγωγής και την απέρριψε, πρέπει ν' απορριφθεί ο, περί του αντιθέτου, από τον αριθ. 1 και 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ένατος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλονται οι αντίστοιχες πλημμέλειες. Τέλος, κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται και η πλημμέλεια της απόφασης, από τους αρ. 11 και 19, είναι απαράδεκτος, αφού η αγωγή, κατά τη βάση της αυτή, απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, απορριπτομένου δε ως μη αναγκαίου, του αιτήματος του αναιρεσείοντος, για την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΚ, σχετικά με το αν οι διατάξεις των άρθρων 45, 49 και 56 ΣΛΕΕ, που κατοχυρώνουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζοµένων, την ελεύθερη εγκατάσταση και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών επιτρέπουν εθνική ρύθµιση, βάσει της οποίας απαγορεύεται στους δικηγόρους η σύναψη συµβάσεων ορισµένου χρόνου για την παροχή νοµικών υπηρεσιών µε πάγια περιοδική αµοιβή, τυχόν δε σύναψη τέτοιας συµβάσεως θεωρείται ως αορίστου χρόνου, που µπορεί να καταγγελθεί οποτεδήποτε και αναιτιωδώς από οποιοδήποτε εκ των συμβαλλομένων µερών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 30-8-2010, αίτηση του αναιρεσείοντος για την αναίρεση της 7035/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3 και 4 ν.δ/τος 3026/1954, 361 του ΑΚ., 4, 5 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη), 43 Συνθ.ΕΚ, 63 παρ. 5 του ν.δ/τος 3026/1954, 281 ΑΚ, 167, 232, 68, 70, 349, 351 ΑΚ, 94 του Κώδικα Δικηγόρων 18 παρ. 1, 3 και 22 του Ν. 2190/1920. Οι από τους αρ. 8, 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, διότι δεν εκδόθηκε αποδεικτικό πόρισμα.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1612/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Ι. Κ. του Α., κατοίκου ... και εγκαλουμένους τους: 1) Α. Κ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, 2) Δ. Ζ. και 3) Ε. Ρ., Εισαγγελείς Πρωτοδικών Αθηνών, 4) Γ. Β., Ειρηνοδίκη Αθηνών, 5) Α. Δ., Πρόεδρο Πρωτοδικών Αθηνών και 6) Ι. Σ., Πρωτοδίκη Αθηνών. Η αίτηση αυτή με αριθμ. πρωτ. 172574/18-7-2012, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 904/12. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελος Παντιώρας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη με αριθμό 230/31.10.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντας, ενώπιόν Σας, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 εδ. γ ΚΠΔ, την υπ' αριθ. πρ.17254/18-7-2012 αίτηση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή της κατωτέρω ποινικής υποθέσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 136 περ. ε' και 137 ΚΠΔ, και εκθέτουμε τα εξής: 1. Ο ανωτέρω Εισαγγελέας με το προαναφερθέν έγγραφό του, μετά της συνημμένης σ' αυτό ΑΒΜ: Η2010/19707 μηνύσεως του Ι. Κ., δικηγόρου και κατοίκου ..., - που στρέφεται κατά των αναφερόμενων σ' αυτή, δικαστικών λειτουργών, που υπηρετούν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, στο Πρωτοδικείο Αθηνών, στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, στην Εισαγγελία Εφετών Καλαμάτας και στο Πταισματοδικείο Αθηνών -, ζήτησε να γίνει κανονισμός αρμοδιότητας κατά παραπομπή, καθόσον, στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών -μετά την ίδρυση του Εφετείου Χαλκίδας- δεν υπάγεται πλέον άλλο Πρωτοδικείο. 2. Το άρθρο 136 περ. ε' ΚΠΔ ορίζει ότι, "εάν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο (κατά τόπο) σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές". Σύμφωνα δε με την παράγραφο 1 του αρ.137 ΚΠΔ, "την παραπομπή μπορεί να την ζητήσει και ο Εισαγγελέας (όπως στην κρινομένη περίπτωση) αποφασίζει δε περί αυτής ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο, εφ' όσον πρόκειται για περιπτώσεις, που δεν διαλαμβάνονται στα εδάφια α' και β' της §1 του αρθ. 137 ΚΠΔ", συνεπώς και στην περίπτωση της παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα ή από ένα Πρωτοδικείο σε άλλο, εφ' όσον δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του συγκεκριμένου Εφετείου. Επισημαίνεται ότι η Νομολογία δέχεται ότι η περίπτωση του αρθ.136 στοιχ. ε' ΚΠΔ αποβλέπει στο αδιάβλητο της δικαστικής κρίσεως στην κοινή συνείδηση, γι' αυτό δε τον λόγο η παραπομπή μπορεί να ανακύψει και στην προδικασία (ΑΠ 1481/2009, ΑΠ 634/2008, ΑΠ 2080/2007, ΑΠ 440/2006, ΑΠ 2449/2005, ΑΠ 840/2005, ΑΠ 2050/2004, ΑΠ 733/2003). 3. Επειδή ο Ι. Κ. με τη μήνυσή του, στρέφεται κατά των: 1) Α. Κ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών 2) Δ. Ζ., Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών 3) Γ. Β., Ειρηνοδίκη Α' τάξεως Αθηνών 4) Α. Δ., Εφέτη Καλαμάτας 5) Ι. Σ., Πρωτοδίκη Αθηνών 6) Ε. Ρ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, στους οποίους αποδίδει, τις αξιόποινες πράξεις της αποσιώπησης λόγου εξαιρέσεως, της ψευδούς βεβαιώσεως και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση (άρθ. 46§1, 242§§1 ή 4, 254 του ΠΚ). 4. Επειδή όμως -μετά την ίδρυση του Εφετείου Χαλκίδας- στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών υπάγεται μόνο το (εδρεύον στην Αθήνα) Πρωτοδικείο Αθηνών και ως εκ τούτου, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν μπορεί να αποφασίσει την παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ' αριθ. πρωτ. 17254/18-7-2012 έγγραφό του, υπέβαλε την αναφορά-αίτησή του, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ώστε να αποφασίσει σχετικώς το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), που είναι, κατά τα εκτεθέντα, "σε κάθε άλλη περίπτωση" αρμόδιο. 5. Επομένως, συντρέχει νόμιμη περίπτωση, να χωρήσει από το Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) κανονισμός αρμοδιότητας κατά παραπομπή, και να ορισθεί ως αρμόδιος να επιληφθεί της ανωτέρω υποθέσεως και να κρίνει, στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Πειραιά, καθώς και οι δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: Να διατάξει το Δικαστήριό Σας την παραπομπή, της εν λόγω υποθέσεως, - την οποία ζητεί, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ' αριθ. πρωτ. 17254/18-7-2012 έγγραφό του, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών, στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, καθώς και στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά, για να επιληφθούν ανάλογα με τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Γεώργιος Μπόμπολης". Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 136 περ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το κατά τα άρθρα αυτά αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Σκοπός της διατάξεως είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο. Η παραπομπή αυτή σε άλλο δικαστήριο γίνεται όχι μόνο στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και σε αυτό της προδικασίας που περιλαμβάνει τόσο την προκαταρκτική εξέταση όσο και την άσκηση της ποινικής διώξεως. Σύμφωνα δε με το άρθρο 137 του ιδίου Κώδικα, την παραπομπή στην πιο πάνω περίπτωση, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε γι αυτή το Συμβούλιο Εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή Δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και σε κάθε περίπτωση ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο Ι. Κ. του Α., δικηγόρος Αθηνών, με την υπό στοιχεία ΑΒΜ :Η 2010/19707 μηνυτήρια αναφορά του, καταγγέλλει τους παρακάτω Δικαστικούς και Εισαγγελικούς Λειτουργούς α] Α. Κ. , β] τον Δ. Ζ., γ] τον Γ. Β. ,δ] την Α. Δ. ε] τον Ι. Σ., στ] την Ε. Ρ. για αξιόποινες πράξεις. Επειδή οι εγκαλούμενοι υπηρετούν, ως προκύπτει, από το υπ' αρ. πρωτ. 13479/2011 έγγραφο, της Προϊσταμένης του Τμήματος Λειτουργίας Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών του Υπουργείου Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων δικαιωμάτων Β. Αρβανιτοπούλου, ο πρώτος με το βαθμό του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ο δεύτερος με το βαθμό του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ο τρίτος με το βαθμό του Ειρηνοδίκη Α' τάξεως, ως Πταισματοδίκης, στο Πταισματοδικείο Αθηνών, η τέταρτη με το βαθμό του Εφέτη στο Εφετείο Καλαμάτας, ο πέμπτος με το βαθμό του Πρωτοδίκη στο Πρωτοδικείο Αθηνών και η έκτη με το βαθμό της Αντεισαγγελέως Εφετών στο Εφετείο Αθηνών, η δε σχετική υπόθεση υπάγεται κατά το στάδιο αυτό κατά τόπο στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών [αρθρ. 111 παρ.7, 119 παρ. 1 και 122 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ.], η Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών Μαρία Παπαγιαννίδου, απευθυνόμενη προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με το υπ' αρ. πρωτ. 172574/18-7-2012 έγγραφό της, ζήτησε τον καθορισμό της αρμοδιότητος άλλου δικαστηρίου ισόβαθμου και ομοειδούς. Με τα δεδομένα αυτά, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή, (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. β' περ. γ' του ΚΠΔ), λόγω συναφείας και για τον τρίτο μηνυόμενο Γ. Β. Πταισματοδίκη Αθηνών, την τέταρτη μηνυόμενη Α. Δ. Εφέτη Καλαμάτας, και την έκτη μηνυόμενη Ε. Ρ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ώστε οι περιεχόμενες στην προαναφερθείσα μηνυτήρια αναφορά του Ι. Κ. του Α. καταγγελίες σε βάρος των ανωτέρω Δικαστικών και Εισαγγελικών λειτουργών να παραπεμφθούν στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, προκειμένου να επιληφθεί αυτών, και να κρίνει στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του, καθώς και στις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ορίζει ως κατά παραπομπή αρμόδιες να αποφανθούν επί της ΑΒΜ:Η2010/19707 μηνυτήριας αναφοράς του Ι. Κ. του Α., δικηγόρου Αθηνών, κατοίκου ομοίως, ..., κατά των α] Α. Κ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, β] Δ. Ζ., Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, γ] Γ. Β., Πταισματοδίκη Αθηνών, δ] Α. Δ., Εφέτη Καλαμάτας, ε] Ι. Σ., Πρωτοδίκη Αθηνών, στ] Ε. Ρ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών τις Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς και εφ' όσον συντρέξει νόμιμη περίπτωση τις δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς όσο και τις αντίστοιχες της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Πειραιώς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2012. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας (άρθρο 136 ΚΠΔ). Συντρέχει βάσιμος λόγος καθορισμού αρμοδιότητας άλλων Εισαγγελικών και λοιπών Δικαστικών Αρχών, κατόπιν υποβολής εγκλήσεως σε βάρος Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών, ακόμη και στο στάδιο της προδικασίας [προκαταρκτικής εξετάσεως]. Καθορίζει ως αρμόδιο τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς και λοιπές Δικαστικές Αρχές Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1611/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευαγγέλου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Μ. Κ. του Θ. και εγκαλούμενο τον Η. Κ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Η αίτηση αυτή με αριθμ. πρωτ. 22642/23.6.12, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 832/12. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελος Παντιώρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 216/9.10.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, την προκείμενη δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με το με αριθμό 22642/12/23-6-12 έγγραφό του διαβίβασε την από 914/12 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών μετά της συνημμένης σ' αυτή μηνυτήριας αναφοράς του Μ. Κ. που στρέφεται και κατά του υπηρετούντος στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών - Η. Κ., προκειμένου να γίνει κανονισμός αρμοδιότητας κατά παραπομπή, διότι στην περιφέρεια του ως άνω Εφετείου δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο. II. Το άρθρο 136 περ. ε' Κ.Π.Δ. ορίζει ότι, εάν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο (κατά τόπο) σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 137 Κ.Π.Δ., την παραπομπή μπορεί να ζητήσει και ο Εισαγγελέας, αποφασίζει δε στην περίπτωση αυτή ο Άρειος Πάγος που συνέρχεται σε συμβούλιο εφ' όσον πρόκειται για περιπτώσεις που δεν περιλαμβάνονται στα εδάφια α' και β' της παραγράφου 1 του άρθρου 137 Κ.Π.Δ., συνεπώς και στην περίπτωση της παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών σε άλλο ισόβαθμο Εισαγγελέα ή από ένα Πρωτοδικείο σε άλλο, εφ' όσον δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του συγκεκριμένου Εφετείου. III. Επειδή ο μηνυτής Μ. Κ. με την από 4/9/2008 μηνυτήρια αναφορά του στρέφεται κατά του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Η. Κ., στον οποίο αποδίδει την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ.), ο δε μηνυόμενος υπηρετεί ως Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών (βλ. την με αριθμό 178164/30-9-11 υπηρεσιακή βεβαίωση) έχουμε τη γνώμη ότι πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και τις Ανακριτικές και το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά που θα κρίνει για την άσκηση ή όχι της ποινικής δίωξης και τις Ανακριτικές Αρχές και το Συμβούλιο Πλημ/κών Πειραιά που θα κρίνουν ενδεχόμενα κατά τις περιστάσεις στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων των. Πρέπει να σημειωθεί ότι με το με αριθμό 1417/2009 βούλευμα του Αρείου Πάγου είχε και πάλι διαταχθεί η παραπομπή αρμοδιότητας της υπόθεσης στις Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, γιατί τότε ο μηνυόμενος υπηρετούσε στον Πειραιά. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να διατάξει το δικαστήριο Σας την παραπομπή της υπόθεσης που αφορά το με αριθμό 22642/12/23-6-2012 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και αναφέρεται στην από 4/9/2008 μηνυτήρια αναφορά του Μ. Κ., κατά του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Η. Κ. από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών στις Ανακριτικές Αρχές και το Συμβούλιο Πλημ/κών Πειραιά για να επιληφθούν της σχετικής υπόθεσης. Αθήνα 16/9/2012 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής". Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 137 παρ. 2 ΚΠΔ, αν μετά την έκδοση της απόφασης, που διέταξε την παραπομπή και πριν από την εκδίκαση της υπόθεσης, παύσουν οι λόγοι, που αναφέρονται στα στοιχεία α' έως δ' του άρθρου 136 του ίδιου κώδικα, η απόφαση μπορεί να ανακληθεί ύστερα από αίτηση του Εισαγγελέα του αρμοδίου Δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου. Και ναι μεν, η παραπάνω διάταξη δεν κάνει μνεία για την περίπτωση του άρθρου 136 στοιχ. ε' ΚΠΔ, κατά την οποία διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές από το κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ αρμόδιο κατά τόπο δικαστήριο, όταν στο τελευταίο υπηρετεί ο εγκαλών ή ο ζημιωθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω, πλην όμως, για την ταυτότητα του λόγου, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 137 παρ. 2 ΚΠΔ, πρέπει να εφαρμοσθεί αναλογικά και όταν ο εγκαλούμενος δικαστικός λειτουργός δεν υπηρετεί πλέον στο Δικαστήριο, για οποιονδήποτε λόγο και πριν από την εκδίκαση της αφορώσας αυτόν υπόθεσης, οπότε παύει να υπάρχει η αναφερόμενη στο παραπάνω άρθρο 136 στοιχ. ε' του ΚΠΔ δικαιολογητική αιτία, συνεπεία της οποίας διατάχθηκε η παραπομπή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ο Μ. Κ. του Θ., κρατούμενος τότε στο Ψυχιατρικό Κατάστημα των Φυλακών Κορυδαλλού, υπέβαλε προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, την από 4-9-2008 μήνυση κατά του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Η. Κ., με την οποία τον κατήγγειλε για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος. Επειδή ο μηνυόμενος Εισαγγελικός Λειτουργός υπηρετούσε κατά το χρόνο εκείνο στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, κατόπιν προτάσεως του Εισαγγελέα του αρμόδιου Εισαγγελέα, το Δικαστήριο αυτό εξέδωσε το υπ' αρ. 1417/2009 βούλευμά του, με το οποίο όρισε ως κατά παραπομπή αρμόδιες για το χειρισμό της μηνύσεως του Μ. Κ. κατά του Η. Κ., τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών και της αντίστοιχης Εισαγγελίας Αθηνών. Ήδη όμως, και ενώ η υπόθεση εκκρεμεί στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης στη 19η Πταισματοδίκη του Πταισματοδικείου Αθηνών, χωρίς να έχει ολοκληρωθεί, ο μηνυόμενος, ως προκύπτει, από την υπ' αρ. 178164/30-9-2011 υπηρεσιακή βεβαίωση της πρώην Διευθύνουσας την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών Ελένης Ράικου, κατόπιν μεταθέσεώς του από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών με το βαθμό του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών. Επειδή αυτός (μηνυόμενος), υπηρετεί στην ως άνω Εισαγγελία, η δε σχετική υπόθεση υπάγεται κατά το στάδιο αυτό κατά παραπομπή στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (αρθρ.111 παρ.7, 119 παρ. 1 και 136 παρ. 1 εδ. ε' του ΚΠΔ), η Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών Όλγα Σμυρλή, απευθυνόμενη προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με το αρ. πρ. 22642/2008 έγγραφο της, διαβίβασε την από 9-4-2012 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία ζήτησε τον καθορισμό της αρμοδιότητος άλλου δικαστηρίου ισόβαθμου και ομοειδούς. Με τα δεδομένα αυτά, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. β' περ. γ' του ΚΠΔ) και πάλι αφού ανακληθεί η προεκτεθείσα απόφαση, σε Συμβούλιο, αυτού του Δικαστηρίου, διότι έπαυσε να υπάρχει ο λόγος, για τον οποίο διέταξε την παραπομπή της άνω υποθέσεως στις Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, ώστε η από 4-9-2008 μήνυση του Μ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., σε βάρος του Η. Κ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, να παραπεμφθεί στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κορίνθου, προκειμένου να επιληφθεί αυτής και να κρίνει στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του, καθώς και στις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Κορίνθου και του Εφετείου Ναυπλίου, αν ήθελε συντρέξει νόμιμη περίπτωση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ανακαλεί την υπ' αρ. 1417/2009 απόφαση, σε Συμβούλιο, του Δικαστηρίου αυτού. Και Ορίζει ως κατά παραπομπή αρμόδιες, να αποφανθούν επί της από 4-9-2008 μηνύσεως του Μ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., κατά του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Η. Κ., τις Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Κορίνθου και εφ' όσον συντρέξει νόμιμη περίπτωση τις δικαστικές αρχές του Εφετείου Ναυπλίου όσο και τις αντίστοιχες της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Κορίνθου και Εφετών Ναυπλίου. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2012. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός Αρμοδιότητας (άρθρο 136 ΚΠΔ). Συντρέχει βάσιμος λόγος καθορισμού αρμοδιότητας άλλων Εισαγγελικών και λοιπών Δικαστικών Αρχών, κατόπιν υποβολής εγκλήσεως σε βάρος Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών, ακόμη και στο στάδιο της προδικασίας [προκαταρκτικής εξετάσεως]. Καθορίζει ως αρμόδιο τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κορίνθου και λοιπές Δικαστικές Αρχές Πρωτοδικείου και Εφετείου Ναυπλίου.
null
null
1
Αριθμός 1611/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λιάρο. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΛΟΪΑ ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Βαβουγυίου-Κεφαλάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. με την οποία και δήλωσε επίσης ότι η ανωτέρω εταιρεία έχει τεθεί υπό ειδική εκκαθάριση από την ειδική εκκαθαρίστρια ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΕ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών, το οποίος εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Δημόπουλο, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6792/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 3225/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 3-12-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 30-4-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 2414/1996 για τον εκσυγχρονισμό δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών υπήχθη στις διατάξεις του νόμου αυτού μεταξύ των άλλων, ως δημόσια επιχείρηση κοινής ωφελείας που λειτουργεί υπό την μορφή ανώνυμης εταιρείας, και η "Ολυμπιακή Αεροπλοϊα Α.Ε.". Κατά το άρθρο 6 παρ.1 και 2 του ίδιου ν. 2414/96 το Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.) είναι το ανώτατο διοικητικό όργανο της δημόσιας επιχείρησης και κατά κύριο λόγο διαμορφώνει τη στρατηγική και την πολιτική ανάπτυξη της εταιρείας, αποτελείται από τα αναφερόμενα μέλη, μεταξύ των οποίων και ο Πρόεδρος και ο Διευθύνων Σύμβουλος, οι οποίοι ορίζονται με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και του εποπτεύοντος Υπουργού, και η θητεία των μελών του είναι πενταετής. Περαιτέρω, με το άρθρο 4 παρ.1 και 4 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι μεταξύ του Προέδρου του Δ.Σ. και του διευθύνοντος συμβούλου κάθε δημόσιας επιχείρησης αφ' ενός, και του Δημοσίου, εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και τον εποπτεύοντα Υπουργό, αφ' ετέρου συνάπτεται "Συμβόλαιο Διαχείρισης" στο οποίο καθορίζονται με λεπτομέρεια και στο πλαίσιο του κατά το προηγούμενο άρθρο 3 καταρτιζόμενου Στρατηγικού Σχεδίου (Σ.Σ.) και Επιχειρησιακού Σχεδίου (Ε.Σ.) οι στόχοι που ο πρόεδρος του Δ.Σ. και ο διευθύνων σύμβουλος αναλαμβάνουν να εκπληρώσουν κατά τη διάρκεια της θητείας τους και το οποίο (Συμβόλαιο Διαχείρισης - Σ.Δ.) κατατίθεται στην αρμόδια κατά τον Κανονισμό της Βουλής Επιτροπή, και ότι αν διαπιστωθεί σοβαρή απόκλιση των μεγεθών ή του χρόνου πραγματοποίησης των στόχων, που δεν δικαιολογείται επαρκώς, ή άλλος σπουδαίος λόγος, με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και του εποπτεύοντος Υπουργού μπορεί να καταγγελθούν το Συμβούλιο Διαχείρισης και οι συμβάσεις του Προέδρου του Δ.Σ. και του διευθύνοντος συμβούλου και να ανακληθεί ο διορισμός τους. Με τις ανωτέρω και τις λοιπές ρυθμίσεις του ν.2414/96 επιδιώκεται, όπως και από την εισηγητική έκθεση του σχετικού σχεδίου νόμου προκύπτει, η ικανοποίηση σκοπών δημοσίου συμφέροντος και ειδικότερα η ενίσχυση της ανεξαρτησίας των διοικήσεων των δημόσιων επιχειρήσεων, που επιλέγονται αξιοκρατικά και τυγχάνουν διακομματικής, με πενταετή δε θητεία ώστε να εξασφαλίζεται η συνέχεια της διοίκησης της επιχείρησης, ο λειτουργικός και οργανωτικός εκσυγχρονισμός τους για την επίτευξη υψηλότερων βαθμών οικονομικής αποτελεσματικότητας και ο σαφής καθορισμός των σχέσεων κράτους και δημοσίων επιχειρήσεων, και καθιερώνεται εποπτεία της Διοικήσεως (κράτους) για την διασφάλιση της καλής λειτουργίας και της τηρήσεως των υποχρεώσεων της εταιρείας εν σχέσει με τους στόχους της και τις μεθόδους πραγματοποιήσεώς τους, που περιλαμβάνει και έλεγχο των οργάνων της, δυνάμενον να οδηγήσει στη λύση της εργασιακής σχέσεώς τους (βλ. και ΣΕ 867/2002, 2166/2002). Εξάλλου στο άρθρο 34 παρ.1 του ν.2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών ορίζεται μεταξύ των άλλων ότι η γενική συνέλευση των μετόχων είναι η μόνη αρμόδια να αποφασίσει εκτός των άλλων και για την εκλογή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.), στο άρθρο 19 ότι η θητεία του Δ.Σ. δεν μπορεί να υπερβαίνει τα έξι έτη, οι δε σύμβουλοι, μέτοχοι ή μη, είναι πάντοτε επανεκλέξιμοι και ελευθέρως ανακλητοί, και στο άρθρο 18 παρ.παρ.3 και 4 ότι το καταστατικό μπορεί να ορίσει ότι ορισμένος μέτοχος ή μέτοχοι μπορούν να διορίσουν μέλη του Δ.Σ., όχι όμως πέραν του ενός τρίτου του προβλεπομένου συνολικού αριθμού τους, οπότε η γενική συνέλευση περιορίζεται στην εκλογή των υπόλοιπων συμβούλων, και ότι οι διοριζόμενοι κατ' αυτόν τον τρόπο σύμβουλοι μπορούν να ανακληθούν οποτεδήποτε από εκείνους που έχουν το δικαίωμα του διορισμού τους και να αντικατασταθούν με άλλους. Ενόψει των ανωτέρω διατάξεων και του προαναφερθέντος σκοπού του ν. 2414/1996 είναι προφανές ότι ο Πρόεδρος και ο διευθύνων σύμβουλος των δημόσιων επιχειρήσεων που υπάγονται στον ν. 2414/96, όπως και η "Ολυμπιακή Αεροπλοΐα Α.Ε.", που λειτουργεί με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και του ελεύθερου ανταγωνισμού (άρθρ. πρώτο ν. 2602/1998), δεν είναι ελευθέρως ανακλητοί, οποτεδήποτε και χωρίς σπουδαίο λόγο, όπως οι σύμβουλοι των ανωνύμων, εν γένει, εταιρειών που διορίζονται κατά τον ειρημένο τρόπο από μετόχους της Α.Ε. κατά το άρθρο 18 του ν. 2190/1920, ρύθμιση που δεν συνάδει προς τον σκοπό του ν. 2414/96 και δεν οδηγεί στην πραγμάτωσή του. Ο διορισμός των ως άνω Προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου των δημόσιων επιχειρήσεων του ν. 2414/96 ανακαλείται και οι συμβάσεις τους με την επιχείρηση καταγγέλλονται με κοινή απόφαση των αρμόδιων ως άνω Υπουργών μόνον για τους προρρηθέντες λόγους του άρθρου 4 παρ.4 του ν. 2414, ήτοι μόνο αν διαπιστωθεί σοβαρή και μη επαρκώς δικαιολογημένη απόκλιση των μεγεθών ή του χρόνου πραγματοποιήσεως των στόχων που έχουν αναλάβει να εκπληρώσουν κατά τη διάρκεια της θητείας τους με το συναπτόμενο και κατατιθέμενο ως ανωτέρω "Συμβόλαιο Διαχείρισης" ή αν συντρέχει άλλος σπουδαίος λόγος, ενισχυομένης έτσι της ανεξαρτησίας και της αξιοκρατικής επιλογής τους και εξασφαλιζομένης της συνέχειας της διοίκησης της επιχειρήσεως, που επιδιώκονται, όπως προαναφέρθηκε, μεταξύ των άλλων, με τις ειρημένες ρυθμίσεις του ν. 2414/96. Ως προς την "Ολυμπιακή Αεροπλοΐα Α.Ε.", ειδικότερα, προβλέπεται στο άρθρο 19 του καταστατικού της ότι ανώτατο όργανο της διοίκησης είναι το διοικητικό συμβούλιο, το οποίο έχει πενταετή θητεία και αποτελείται από επτά έως ένδεκα μέλη, μεταξύ των οποίων ο Πρόεδρος και ο Διευθύνων Σύμβουλος, που ορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του εποπτεύοντος Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, στο άρθρο 25 παρ.7 εδ.2 (ορίζεται) ότι αν διαπιστωθεί σοβαρή απόκλιση των στόχων που δεν δικαιολογείται επαρκώς ή άλλος σπουδαίος λόγος, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και του εποπτεύοντος Υπουργού μπορεί να καταγγελθούν το Συμβόλαιο Διαχείρισης και οι συμβάσεις του Προέδρου του ΔΣ και του Διευθύνοντος Συμβούλου και να ανακληθεί ο διορισμός τους (...), στο δε άρθρο 19 παρ.Α.5.α' ότι σε περίπτωση παραίτησης, θανάτου ή οποιουδήποτε άλλου λόγου έκπτωσης κάποιου εκ των μελών του διοικητικού συμβουλίου η αντικατάστασή τους γίνεται με τον ίδιο τρόπο του διορισμού τους, δηλαδή στην περίπτωση του προέδρου του Δ.Σ. απαιτείται η έκδοση κοινής Υπουργικής Απόφασης των ως άνω Υπουργών. Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας εφήρμοσε κανόνα δικαίου που δεν ήταν εφαρμοστέος στη συγκεκριμένη περίπτωση ή (και) όταν δεν εφήρμοσε τέτοιον κανόνα ο οποίος έπρεπε να εφαρμοσθεί. ΙΙ. - Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι με την υπ' αριθμ. 172/31-1-1000 κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας- Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών ορίστηκε ο αναιρεσείων, ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΛΟΪΑ Α.Ε.", εις αντικατάσταση του παραιτηθέντος Προέδρου Θ.Τ. και για το υπόλοιπο της θητείας του, που έληγε την 27-2-2003, έναντι δε αμοιβής 980.000 δραχμών μηνιαίως, που καθορίστηκε από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων της αναιρεσίβλητης, ότι ο αναιρεσείων την 17-5-1999 συνήψε με τους συναρμόδιους ως άνω Υπουργούς συμβόλαιο διαχείρισης σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ν. 2414/96 και του καταστατικού της αναιρεσίβλητης στο οποίο και καθορίστηκαν με λεπτομέρεια οι στόχοι του επιχειρησιακού σχεδίου που ανέλαβε να εκπληρώσει κατά τη διάρκεια της θητείας του και οι οποίοι αναφέρονται ειδικότερα στην αναιρεσιβαλλομένη, ότι ο αναιρεσείων παρά τη σύντομη θητεία του, μέχρι την, ως κατωτέρω, αντικατάστασή του, συνέβαλε αποφασιστικά, λόγω της ιδιαίτερης ικανότητας και πρωτοβουλίας του, στην καθ'υπέρβαση υλοποίηση των στόχων του επιχειρησιακού σχεδίου της αναιρεσίβλητης, όπως επίσης ειδικότερα εκτίθεται στην απόφαση, δικαιούμενος μάλιστα τη συμφωνημένη για την περίπτωση αυτή υλική επιβράβευση εξ 980.000 δραχμών, ότι με την υπ' αριθμ. 38717/4174/2000 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών ο αναιρεσείων αντικαταστάθηκε προ της λήξεως της θητείας του διότι υπήρχε επιτακτική ανάγκη για τη συντονισμένη λειτουργία, ως ομίλου, της μητρικής Ολυμπιακής Αεροπορίας και των θυγατρικών της εταιρειών και στην επίτευξη του στόχου αυτού μπορούσε να συμβάλει ουσιαστικά η ανάθεση καθηκόντων του Προέδρου του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης σε ένα μέλος του Δ.Σ. της Ολυμπιακής Αεροπορίας, και ότι (δέχεται το Εφετείο) η αντικατάσταση αυτή του αναιρεσείοντος είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες εν προκειμένω διατάξεις του ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών και ειδικότερα εκείνην του άρθρου 18 παρ.4 που ορίζει, όπως προαναφέρθηκε (ανωτ. υπό Ι), ότι οι διοριζόμενοι από μέτοχο ή από μετόχους σύμβουλοι (του Δ.Σ. της Α.Ε.) μπορούν να ανακληθούν οποτεδήποτε από εκείνους που έχουν το δικαίωμα του διορισμού τους και να αντικατασταθούν από άλλους. Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο, με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος με την οποία ο τελευταίος ζητούσε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να καταβάλουν σ' αυτόν εκτός των άλλων και το ποσό των 31.360.000 δραχμών κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, που εφαρμόζεται αναλόγως και στη σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, όπως η προκειμένη των διαδίκων, ως οφειλόμενους μισθούς του υπόλοιπου μετά την καταγγελία, συμφωνημένου χρόνου της σύμβασης. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, της παραβιάσεως δηλ. κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αφού δεν εφήρμοσε τις ειρημένες διατάξεις του ν. 2414/1996 και ιδίως του άρθρου 4 παρ.παρ.1 και 4 του νόμου αυτού και, παρεπομένως, και του άρθρου 656 του ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω σύμφωνα με την προηγηθείσα (ανωτ. υπό Ι) μείζονα σκέψη, ενώ εφήρμοσε εκείνες του ν. 2190/1920 (άρθρ. 18 παρ.4), που δεν έπρεπε να εφαρμοσθούν, όπως βάσιμα ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τους τρεις πρώτους, όπως και ο δεύτερος εκτιμάται, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, λόγους της αιτήσεώς του. ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και κατά παραδοχήν των βάσιμων, ως άνω, λόγων, μετά την οποία παρέλκει η έρευνα των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ), όπως αντικ. με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4055/2012), και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ, 22 του ν. 3693/1957). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3225/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκσυχρονισμός δημόσωιν επιχειρήσεων κατά τον ν. 2414/1996. "Ολυμπιακή ΑεροπλοΪα ΑΕ" Ανάκληση διορισμου Προέδρου και Διευθύνοντος Σύμβουλου κατά το άρθρθο 4 παρ. 4 του ν. 2414. Μη εφαρμογή αρθρου 18 παρ. 3 και 4 ν. 2190/1920 περί ΑΕ Αναίρεση. Πότε ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρθου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ (Αναιρεί ΕΑ 3225/2008).
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1610/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Θ. Λ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ναθαναήλ, περί αναιρέσεως της με αριθμό 18427/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαΐου 2012 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 642/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης, αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, η οποία πρέπει να γίνεται όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επόμ. του ίδιου Κώδικα. Αν η έφεση ασκηθεί εκπρόθεσμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή (ΟλΑΠ 3/1995). Η απορριπτική αυτή απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, για να έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, αρκεί να διαλαμβάνει το χρόνο της νόμιμης επίδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης, εκείνον της άσκησης της έφεσης και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς να απαιτείται ο ειδικότερος προσδιορισμός τούτου ή η μνεία των, κατά το άρθρο 161 παρ. 1 ΚΠΔ, στοιχείων της εγκυρότητας της επίδοσης (ΟλΑΠ 8/1995, 4/1995, 6,7/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και ότι η επίδοση ως αγνώστου διαμονής, έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή σε συγκεκριμένο τόπο και διεύθυνση. Ως άγνωστης διαμονής, θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ιδίου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 18427/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 75066/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικαστεί ερήμην για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Από τη σχετική 11178/2010 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της αναίρεσης προκύπτει ότι ο εκκαλών, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, προέβαλε ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, διότι του επιδόθηκε ως άγνωστης διαμονής και συγκεκριμένα κατά πιστή αναφορά "ότι την παρούσα έφεση ασκεί εκπροθέσμως διότι κλητεύθηκε ως κατηγορούμενος αγνώστου διαμονής στην οδό ..., ενώ είναι γνωστής διαμονής από 20ετίας και διαμένει στον ... στην οδό ... και επιπλέον η υπ' αριθμ. 75066/07 απόφαση μου επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής, ενώ η διαμονή μου είναι γνωστή ως ανωτέρω ανέφερα. Συνεπώς δεν έλαβα γνώση ούτε του κλητηρίου θεσπίσματος που αφορά τα αδικήματα χρεών προς το Δημόσιο ούτε την υπ' αριθμ. 75066/07 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών". Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, για την απόρριψη της έφεσης ως εκπρόθεσμης, διέλαβε στην απόφασή του, κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα: "Εν προκειμένω, ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος ... (οδός ...) προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της προβάλλει τα ακόλουθα, ουσιώδη για την υπόθεση πραγματικά περιστατικά: "την παρούσα έφεση ασκεί εκπροθέσμως διότι κλητεύθηκε ως κατηγορούμενος αγνώστου διαμονής στην οδό ... ενώ είναι γνωστής διαμονής από 20ετίας και διαμένει στο ... στην οδό ... και επί πλέον η υπ' αριθμόν 75066/2007 απόφαση του επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής ενώ η διαμονή μου είναι γνωστή ως ανωτέρω ανέφερα. Συνεπώς δεν έλαβε γνώση ούτε του κλητηρίου θεσπίσματος που αφορά στα αδικήματα των χρεών προς το Δημόσιο ούτε της υπ' αριθμόν 75066/2007 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών". Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το υπάρχον αποδεικτικό υλικό (βλ. το από 4.6.2008 αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχ. ...) ο κατηγορούμενος αναζητήθηκε στη οδό ..., περιοχή ..., λόγω δε του ότι δεν ανευρέθη ακολούθησε η επίδοση ως αγνώστου διαμονής. Λαμβανομένου υπόψη, ότι η εκκαλουμένη υπ' αριθμόν 41287/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά την απαγγελία της οποίας ο εκκαλών - κατηγορούμενος δεν ήταν παρών, επιδόθηκε στον τελευταίο, όπως προαναφέρθηκε, στις 4.6.2008 και ο εκκαλών - κατηγορούμενος άσκησε την υπό κρίση έφεση στις 7.10.2010 (βλ. την υπ' αριθμόν 11178/2010 έκθεση εφέσεως), δηλαδή πολύ μετά την πάροδο της οριζόμενης από το νόμο προθεσμίας των δέκα (10) ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, η υπό κρίση έφεση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της εκπροθέσμου ασκήσεώς της. Σημειωτέον εν προκειμένω ότι ναι μεν ο εκκαλών υποστηρίζει με την έφεσή του ότι κλητεύθηκε "ως κατηγορούμενος αγνώστου διαμονής στην οδό ... ενώ είναι γνωστής διαμονής από 20ετίας και διαμένει στο ... στην οδό ... και επί πλέον η υπ' αριθμόν 75066/2007 απόφαση του επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής ενώ η διαμονή μου είναι γνωστή ως ανωτέρω ανέφερα" και συνεπώς δεν έλαβε γνώση ούτε του κλητηρίου θεσπίσματος που αφορά στα αδικήματα των χρεών προς το Δημόσιο ούτε της υπ' αριθμόν 75066/2007 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών" πλην όμως πέραν του ότι δεν ισχυρίζεται ότι το γεγονός ότι είχε "γνωστή" διαμονή ήταν γνωστό στην αρμόδια για την επίδοση εισαγγελική αρχή, σε κάθε περίπτωση ορθώς αναζητήθηκε, προς επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως στην αναγραφόμενη στην αίτηση ποινικής διώξεως διεύθυνση (Α.Π. 138/2011) αφού από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψε ότι η διεύθυνση στην οποία αναζητήθηκε ο εκκαλών - κατηγορούμενος (οδός ... - ...) ήταν και η μονή γνωστή στην ασκήσασα την κατ' αυτού ποινική δίωξη Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών) ο δε τελευταίος δεν επικαλείται (πολλώ δε μάλλον δεν αποδεικνύει) ότι γνωστοποίησε τη διαμονή του στην επικαλουμένη διεύθυνση (οδός ... - ...ς) είτε ότι η διεύθυνσή του αυτή περιήλθε εν τέλει καθ' οιονδήποτε τρόπο εις γνώση τόσο της Δ.Ο.Υ. Α' Καλλιθέας (που αιτήθηκε την ποινική δίωξη) όσο και της Δικαστικής Αρχής και εν προκειμένω της ενταύθα Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών, που εξέδωσε τα ανωτέρω, προοριζόμενα για επίδοση σε αυτόν έγγραφα, μολονότι μάλιστα ως διαχειριστής της οφειλέτριας εταιρίας γνώριζε τη σχετική οφειλή της και ήταν εκ των πραγμάτων αναμενόμενη η εις βάρος του κίνηση ποινικής διώξεως". Η άνω αιτιολογία του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου είναι ειδική και εμπεριστατωμένη καθόσον διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης (4-06-2008), εκείνον της άσκησης της έφεσης (7-10-2010) και το από 4-6-2008 αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα του ΑΤ Καλλιθέας ..., το οποίο αναγνώσθηκε και από το οποίο προκύπτει ότι επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα η εκκαλούμενη ερήμην απόφαση. Η επίδοση αυτή έγινε νομίμως, ως αγνώστου διαμονής, αφού αναζητήθηκε στην άνω γνωστή στην Εισαγγελική αρχή διεύθυνση (... - ...) μετά την άκαρπη αναζήτηση των κατά το άρθρο 156 ΚΠΔ προσώπων. Περαιτέρω δε, η άνω διεύθυνση, στην οποία αναζητήθηκε και απέβη άκαρπη η επίδοση της εκκαλούμενης ήταν, κατά σαφή παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, η τελευταία γνωστή διαμονή του αναιρεσείοντος στην Εισαγγελική Αρχή Αθηνών, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, η διεύθυνσή του δε αυτή (... - ...) αναφέρεται και στη σχετική 6738/15-4-2005 αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ...ς προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατά την οποία ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων ειδοποιήθηκε από την Υπηρεσία αυτή και δεν προσήλθε προς τακτοποίηση των οφειλών του. Εξάλλου, στη άνω έφεση δεν διαλαμβάνεται ότι η αναφερομένη σε αυτήν κατοικία του στον ... (...) ήταν γνωστή στην αρμόδια εισαγγελική αρχή Αθηνών. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν υποχρεούτο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το αν ο αναιρεσείων διέμενε ή όχι στη διεύθυνση που αναφέρει ο ίδιος στην έφεσή του. Η αιτίαση με την οποία αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν συνεκτίμησε το από 2-2-2011 υπ1 αριθμ. Β 99/1961 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπου αναφέρεται η διεύθυνση του αναιρεσείοντος στον ... (...), ούτε η κατάθεση του μάρτυρος Γ. Κ., είναι αβάσιμη καθόσον το έτερο τούτο κλητήριο θέσπισμα αναφέρεται σε άλλη πολύ προγενέστερη υπόθεσή του, ουδέ από την κατάθεση του άνω μάρτυρος προκύπτει ότι η άνω διεύθυνση τούτου ήταν γνωστή στην άνω Εισαγγελική Αρχή. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠΔ λόγοι της αναίρεσης, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβασης εξουσίας, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει η κρινόμενη αναίρεση να απορριφθεί ως αβάσιμη και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4-5-2012 αίτηση του Θ. Λ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 18427/2012 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη εφέσεως ως εκπρόθεσμης. Επίδοση ως αγνώστου διαμονής. Λόγοι αίτησης αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Δεν προσδιόρισε με την έφεσή του ποια ήταν η γνωστή κατοικία. Διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης, της άσκησης της έφεσης και το αποδεικτικό επίδοσης. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση.
null
null
2
Αριθμός 1610/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ι. Λ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βρέλλο. Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Σ. & Σια ΟΕ" που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-1991 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 340/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 899/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1794/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο. Το Εφετείο Πειραιώς εξέδωσε την 862/2008 απόφαση του, την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 12-2-2009 αίτησή του και τους από 15-10-2010 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 27-4-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, καθώς και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τις υπ' αριθμ. 7671/12-5-2009, 8044/18-10-2010 και 8087/2-12-2010 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ..., τις οποίες ο αναιρεσείων προσκομίζει και επικαλείται, προκύπτει ότι με επιμέλεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, επιδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, νόμιμα και εμπρόθεσμα, α) αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως και του από 15-10-2010 δικογράφου πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, με την κάτω από τα αντίγραφα αυτά αντίστοιχη πράξη περί ορισμού της αρχικής δικασίμου της 22-11-2010 και με κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, ως εκ περισσού δε και β) αντίγραφο της από 24-11-2010 βεβαιώσεως της αρμόδιας γραμματέως περί αναβολής (εκ του πινακίου) της συζητήσεως κατά την ανωτέρω δικάσιμο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης και με κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως και σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της κλητευθείσης αναιρεσίβλητης, η οποία, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την τελευταία ως άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση. ΙΙ. Κατά το άρθρο 579 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, κατά δε το άρθρο 581 παρ.2 του ίδιου κώδικα στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν η υπόθεση αναιρεθεί εν μέρει, ως προς κάποιο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να εξετάσει λόγους εφέσεως που αναφέρονται στα λοιπά κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση (είτε διότι δεν έχουν προσβληθεί είτε διότι απορρίφθηκε η αίτηση αναιρέσεως ως προς αυτά) και ως προς τα οποία η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη. Μερική αναίρεση της απόφασης υπάρχει και όταν επί αγωγής αποζημιώσεως από αδικοπραξία που έγινε δεκτή από το Εφετείο αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την ένσταση εξοφλήσεως που είχε προτείνει ο εναγόμενος και η οποία (ένσταση) είχε απορριφθεί από το Εφετείο. Στην περίπτωση επομένως αυτή το Εφετείο εξουσίαν έχει να εξετάσει μόνο το κεφάλαιο αυτό της υπόθεσης, την προβληθείσα δηλαδή ένσταση εξοφλήσεως, όχι δε και το κεφάλαιο της υποχρέωσης του εναγομένου για αποζημίωση ή οποιοδήποτε άλλο κεφάλαιο που δέχθηκε το Εφετείο και ως προς το οποίο δεν αναιρέθηκε η απόφαση. 'Ετσι, εάν το Εφετείο απορρίψει ως απαράδεκτον λόγο εφέσεως που προτείνεται με δικόγραφο πρόσθετων λόγων στην μετά την παραπομπή συζήτηση και αφορά κεφάλαιο της δίκης που δεν αναιρέθηκε, ως ανωτέρω, και το οποίο επομένως δεν παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση με την αναιρετική απόφαση, δεν υποπίπτει (το Εφετείο) στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 του ΚΠολΔ της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου, αφού στην περίπτωση αυτή η κήρυξη του απαραδέκτου γίνεται σύμφωνα με το νόμο και δη σύμφωνα με τις προρρηθείσες διατάξεις, που, κατά την αναλυθείσα έννοιά τους, το επιβάλλουν. ΙΙΙ. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 899/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη - ενάγουσα το ποσό των 429.684,65 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την αναφερόμενη αδικοπραξία, ενώ απορρίφθηκε και δη ως αόριστη η ένσταση μερικής, για το ποσό των 181.951 ευρώ, απόσβεσης της απαίτησης της αναιρεσίβλητης με καταβολή του τελευταίου αυτού ποσού από άλλον συνοφειλέτη (άρθρ. 483 παρ.1 εδ. α' του ΑΚ), την οποία (ένσταση) είχε προτείνει ο αναιρεσείων - εναγόμενος. Με την υπ' αριθμ. 1794/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε μερικώς και δη ως προς το κεφάλαιό της που αφορούσε την απορριφθείσα ως άνω ένσταση μερικής εξοφλήσεως (που ήδη κρίθηκε ορισμένη), η ανωτέρω υπ' αριθμ. 899/2005 εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το αναιρεθέν αυτό μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κατά τη νέα αυτή εκδίκαση της υπόθεσης στο Εφετείο, που έλαβε χώραν την 22-5-2008, κατόπιν σχετικής κλήσεως της αναιρεσίβλητης (εφεσίβλητης - ενάγουσας), ο αναιρεσείων, ως εκκαλών, άσκησε τους από 13-12-2007 πρόσθετους λόγους εφέσεως, με τους πρώτον και τρίτο από τους οποίους πρόβαλε για πρώτη φορά ένσταση αοριστίας της αγωγής ως προς τη θεμελίωση ευθύνης του ιδίου από την ένδικη αδικοπραξία, καθώς και παράπονο για την παραδοχή του αιτήματος προσωπικής κράτησης, που απαγγέλθηκε εις βάρος του με την πρωτόδικη απόφαση, διαρκείας οκτώ (8) μηνών, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 862/2008 απόφασή του, δέχθηκε και κατ' ουσίαν την παραπεμφθείσα ως άνω ένσταση μερικής εξοφλήσεως, την οποία και μόνο εξέτασε, απέρριψε δε ως απαραδέκτους τους ανωτέρω πρώτον και τρίτο πρόσθετους λόγους εφέσεως, με την αιτιολογία ότι ως προς τα προσβαλλόμενα με αυτούς κεφάλαια της υποχρέωσης του αναιρεσείοντος προς αποζημίωση της αναιρεσίβλητης και της απαγγελθείσης προσωπικής κράτησης εις βάρος του πρώτου δεν αναιρέθηκε η απόφαση και δεν παραπέμφθηκε η υπόθεση προς νέα εκδίκαση ως προς τα κεφάλαια αυτά. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη (ανωτ. υπό ΙΙ) δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ., της παρά τον νόμο δηλαδή κηρύξεως απαραδέκτου και τα αντίθετα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τους πρώτον, όπως εκτιμάται, και τρίτο, του αναιρετηρίου, και δεύτερο, του δικογράφου πρόσθετων λόγων, από τη διάταξη αυτή, λόγους αναιρέσεως είναι αβάσιμα. Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο και υπό την επίκληση των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται περαιτέρω ότι το Εφετείο με το να μην μειώσει τη διάρκεια της προσωπικής κρατήσεως των οκτώ (8) μηνών, που είχε απαγγελθεί εις βάρος του αναιρεσείοντος πρωτοδίκως, μετά την παραδοχή της ρηθείσης ενστάσεως μερικής εξόφλησης και τον αντίστοιχο περιορισμό του επιδικασθέντος ποσού, ανερχομένου ήδη στο ποσό των 248.469,38 ευρώ, αφ' ενός μεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1047 παρ.1 του ΚΠολΔ, αφ' ετέρου δε παρά τον νόμο δεν εξέτασε κατά τούτο τον προαναφερθέντα τρίτο πρόσθετο λόγο εφέσεως. Ο προτεινόμενος αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, αφού, όπως προκύπτει από το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων εφέσεως του αναιρεσείοντος που προαναφέρθηκε, ο τελευταίος δεν πρόβαλε στο Εφετείο, ως οψιγενές περιστατικό, αναγκαίως συνεχόμενο με τη διάρκεια της προσωπικής κράτησης, την απομείωση του οφειλόμενου ποσού κατά το εξοφληθέν ως άνω μέρος της απαίτησης, και δεν υπέβαλε, σχετικά με αυτό, παράπονο στο Εφετείο (άρθρ. 520 παρ.2 του ΚΠολΔ). Τέλος, ορθώς το Εφετείο απέρριψε τον δεύτερο πρόσθετο λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο ο τελευταίος ζητούσε την αφαίρεση από την επιδικασθείσα αποζημίωση και του ποσού των 101.632,36 ευρώ της προσωρινώς εκτελεστής διάταξης της πρωτόδικης απόφασης που είχε ήδη εισπράξει η αναιρεσίβλητη από τον αναφερόμενο αναγκαστικό πλειστηριασμό ακινήτου του αναιρεσείοντος, αφού δεν πρόκειται για σφάλμα της εκκαλουμένης και το καταβληθέν αυτό ποσό θα καταλογισθεί στη συνολική απαίτηση της αναιρεσίβλητης, κατά την περαιτέρω εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως. Επομένως τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο και υπό την επίκληση του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου είναι αβάσιμα, λόγον άλλωστε για τον οποίο ο αναιρεσείων δεν έχει, ενόψει των προεκτεθέντων, και έννομο συμφέρον. IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ενώ δεν τίθεται ζήτημα δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενόψει της προαναφερθείσης ερημοδικίας της. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12-2-2009 αίτηση του Ι. Λ., όπως διαμορφώθηκε με το από 15-10-2010 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 862/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δικονομία Πολιτική Αναίρεση. Εξουσία του κατά παραπομπήν δικαστηρίου. Εαν η απόφαση αναιρεθεί εν μέρει το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να εξετασει λόγους εφέσεως που αναφέρονται στα μη αναιρεθέντα κεφάλαια της απόφασης. μερική αναίρεση υπάρχει και όταν επί αγωγής αποζημιώσεως από αδικοπραξία που έγινε δεκτή από το Εφετείο, αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την ένσταση εξοφλήσεως που είχε προτείνει ο εναγόμενος και η οποία είχε απορριφθεί. Το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να εξετάσει άλλο κεφάλαιο της υπόθεσης, εκτός από την ένσταση εξοφλήσεως, και δη την κατ' αρχήν υποχρεώση προς αποζημίωση και την προσωπική κρα΄τηση που απαγγέλθηκε. Απόρριψη σχετικών λόγων αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ (ΕΠικυρώνει Εφετείο 862/2008).
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1609/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Γαβαλά, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 58234/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του, καθώς και στους από 14 Νοεμβρίου 2012 προσθέτους λόγους τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 247/12. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 83/27-3-2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 507 § 1 και 473 παράγραφοι 1 και 3 του Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως εκδοθείσης παρόντος του κατηγορουμένου είναι δεκαήμερος και αρχίζει από της επομένης της καταχωρήσεως αυτής στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του Ποινικού Δικαστηρίου. Εξ' άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 344 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η αποχώρηση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης, δεν επιδρά στην πρόοδο αυτής, που συνεχίζεται σαν αυτός να ήταν παρών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 58234/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και τα ενσωματωμένα εις αυτήν πρακτικά, ο αναιρεσείων Κ. Μ. του Α., κατά τη συζήτηση της έφεσης του κατά της υπ' αριθμ. 150683/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικαστεί για έκδοση ακαλύπτων επιταγών σε φυλάκιση πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή 15.000 Ε, ενεφανίσθη αυτοπροσώπως και ζήτησε να αναβληθεί η δίκη λόγω κωλύματος του δικηγόρου του. Το Δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφαση απέρριψε το αίτημα του. Εν συνεχεία αυτός εζήτησε να κρατηθεί η υπόθεση για να προσέλθει ο δικηγόρος του. Το Δικαστήριο έστερξε στην ικανοποίηση του αιτήματος αυτού, αλλά την ορισθείσα ώρα, ήτοι την 11.30 ώρα ο κατηγορούμενος είχε αποχωρήσει. Εν συνεχεία το Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την έφεση αυτού ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι αυτή ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της εν λόγω αποφάσεως, η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 10-1-12 ο κατηγορούμενος άσκησε στις 23-1-2012, ήτοι μετά παρέλευση της νομίμου προθεσμίας των δέκα ημερών, την υπό κρίση ενώπιον του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών, υπ' αριθμ. 13/2012 αίτηση αναιρέσεως, χωρίς να επικαλεσθεί λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητων εμποδίων, που να δικαιολογούν το εκπρόθεσμο αυτής. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, νόμιμο κατά το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ. είναι, να απορριφθεί η αίτηση αυτή ως απαράδεκτος. Κατόπιν αυτών, Προτείνομεν, α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτος (εκπρόθεσμος) η υπ' αριθμ. 13/23-1-2012 αίτηση αναιρέσεως του Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 58234/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, και β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 474 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρ. 465 παρ. 1) και από εκείνον που τη δέχεται. Στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Δεν απαιτείται, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες διατάξεις, προηγούμενη επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο εάν αυτός ήταν παρών κατά την απαγγελία της ως άνω αποφάσεως. Ως παρών θεωρείται και ο κατηγορούμενος, ο οποίος εμφανίστηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης, αλλά στη συνέχεια, μετά τη λήψη των στοιχείων της ταυτότητάς του, και την διακοπή, κατόπιν αιτήματός του, της δίκης, αποχώρησε, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 501 παρ.4 και 502 παρ.1 του Κ.Π.Δ. (Ολ.Α.Π. 8/2006) Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ιδίου κώδικα, εκτός άλλων περιπτώσεων, όταν το ένδικο μέσο ασκείται εκπρόθεσμα είναι απαράδεκτο και το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο. Κατά γενική όμως αρχή του δικαίου, κατά την οποία "κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα", μπορεί ο αναιρεσείων να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν το λόγο αυτόν. Ως ανώτερη βία, η οποία δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δε μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμελείας και συνέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δε μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο. Αν ο επικαλούμενος λόγος δεν είναι βάσιμος, δηλαδή, δεν συνιστά ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, ή δεν αποδεικνύεται, η εκπροθέσμως ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται, στα πλαίσια έρευνας του παραδεκτού της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτουν τα παρακάτω: Με την προσβαλλομένη, υπ' αριθμό 58234/2011, απόφαση του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό, Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμό 150683/2005, απόφασης, του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε, ερήμην, σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή 15.000 Ευρώ, για παράβαση του Ν. περί επιταγών. Ο αναιρεσείων, δικάσθηκε στην κατά τα άνω, κατ' έφεση δίκη ωσεί παρών, εφόσον εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας, και εν συνεχεία αποχώρησε, σύμφωνα με τα άρθρα 501 παρ.1, 4 και 502 παρ. 1 Κ.Π.Δ. (Ολ.Α.Π. 8/2006). Η εν λόγω απόφαση δημοσιεύθηκε στις 17-10-2011 και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 10-1-2012, όπως προκύπτει από τη σχετική υπό την αυτή ημεροχρονολογία βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως. Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε μετά την πάροδο δέκα ημερών από την καταχώρηση στις 10-1-2012 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 Κ.Π.Δ. ειδικό βιβλίο και ειδικότερα στις 23-1-2012 από τον αναιρεσείοντα, με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμό 13/2012 έκθεση αναιρέσεως που υπογράφεται από τον αναιρεσείοντα και τον δικαστικό γραμματέα. Οι επικαλούμενοι, με τον πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, που ασκήθηκε νομότυπα, (άρθρο 509 παρ.2 Κ.Π.Δ.), λόγοι ανώτερης βίας και ανυπέρβλητου κωλύματος, προς δικαιολόγηση της εκπροθέσμου ασκήσεως αυτού του ενδίκου μέσου, συνίστανται στο ότι, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, Ανδρέας Γαβαλάς, είχε συντάξει το αναιρετήριο, ήδη από τις 18-1-2012, το παρέδωσε στον αναιρεσείοντα, στις 19-1-2012 με σκοπό να το καταθέσει την επομένη, στις 20-1-2012, ημέρα Παρασκευή, τελευταία ημέρα της προθεσμίας προς άσκησή του, δεδομένου ότι εκείνος θα βρισκόταν εκτός Αθηνών, για επαγγελματικούς λόγους. Την εν λόγω ημερομηνία όμως δεν κατέστη δυνατή η κατάθεση του σχετικού δικογράφου αναίρεσης, από τον αναιρεσείοντα, λόγω της επικαλούμενης ανωτέρας βίας, αφού το βράδυ της 19-1-2012, προσεβλήθη από εμπύρετο ιογενή γαστρεντερίτιδα με υψηλό πυρετό, γεγονός που καθιστούσε αδύνατη τη μετάβασή του στο Πρωτοδικείο Αθηνών, για την κατάθεση της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία έλαβε χώρα εν τέλει, στις 23-1-2012, δεδομένου ότι η 21-1-2012 ήταν ημέρα Σάββατο, ήτοι εκπρόθεσμα. Ο προβαλλόμενος όμως, λόγος ανώτερης βίας, κρίνεται απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Τούτο γιατί, δε γίνεται επίκληση, στον πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, των αποδεικτικών μέσων από τα οποία προκύπτουν τα επικαλούμενα περιστατικά, συνεπεία των οποίων να δύναται να ελεγχθεί και να κριθεί ασφαλώς ότι δικαιολογημένα ασκήθηκε καθυστερημένα το ένδικο μέσο της αναίρεσης (ΑΠ 501/2001, 2088/2010). Ούτε βέβαια, προσκομίζει, μαζί με τον πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, οποιοδήποτε έγγραφο ή άλλο στοιχείο αποδεικτικό του ως άνω ισχυρισμού του. Το πρώτο μόνο, με το από 7-12-2012 υπόμνημά του, που κατατέθηκε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, συνυποβάλει την από 19-1-2012, Ιατρική Γνωμάτευση, που υπογράφεται από Ειδικό Γενικό "Οικογενειακό Ιατρό", από το οποίο προκύπτει η επικαλούμενη κατά τα άνω ασθένεια του αναιρεσείοντα από 19-1-2012 έως 22-1-2012. Επίκληση της παραπάνω Ιατρικής Γνωμάτευσης και προσκομιδή της, θα έπρεπε να γίνει, σύμφωνα και με όσα στη νομική σκέψη διαλαμβάνονται, με τον Πρόσθετο λόγο αναίρεσης, αφού η κατάθεση αυτού, στον αρμόδιο Γραμματέα του Αρείου Πάγου, έλαβε χώρα στις 15-11-2012, ενώ η Ιατρική Γνωμάτευση είχε εκδοθεί ενωρίτερα στις 19-1-2012, κατά τα ήδη εκτεθέντα και συνεπώς ήταν εφικτή η επίκληση και προσκομιδή της μαζί με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης. Επιπρόσθετα, τα περιστατικά που παραπάνω αναφέρει ο αναιρεσείων, δε συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα κατά την προπαρατεθείσα έννοια, δοθέντος ότι η φύση της επικαλούμενης απ' αυτόν ασθένειάς του, ουδόλως απέκλεισαν τη δυνατότητα να επικοινωνήσει με πληρεξούσιο δικηγόρο τον οποίο θα καλούσε στην οικία του και στον οποίο ήταν δυνατό να χορηγήσει εξουσιοδότηση για κατάθεση της ένδικης αναίρεσης εμπρόθεσμα. Υπό τα δεδομένα αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εκπροθέσμως και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, επίσης πρέπει να απορριφθεί και ο πρόσθετος λόγος, καταδικαζομένης της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-1-2012, με αριθμό 13/2012, αίτηση και τον από 14-11-2012 πρόσθετο λόγο, του Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 58234/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2012.Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Παραδεκτό - απαράδεκτο. Εκπρόθεσμη άσκησή της. Ανώτερη βία. Ασθένεια αναιρεσείοντα, στον οποίο ο δικηγόρος είχε παραδώσει την αναίρεση για κατάθεσή της και αδυναμία αυτού να την καταθέσει. Επίκληση του λόγου ανώτερης βίας με πρόσθετο λόγο αναίρεσης αφού η ανώτερη βία ανέκυψε μετά τη σύνταξη της αναίρεσης. Θα πρέπει με την άσκηση του ενδίκου μέσου ή εν προκειμένω, με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης να παρατίθενται και να προσκομίζονται τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τον ισχυρισμό της ανώτερης βίας. Συνυποβολή της ιατρικής γνωμάτευσης περί ασθένειας του αναιρεσείοντα το πρώτο με το υπόμνημα, καίτοι η βεβαίωση φέρεται εκδοθείσα σε προγενέστερο της άσκησης του πρόσθετου λόγου χρόνο. Απορρίπτει αναίρεση απαράδεκτη.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1608/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίκο, περί αναιρέσεως της 2709/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 915/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ. "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω, σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες φέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ., όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Εκείνος που εξαπατήθηκε δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με αυτόν που ζημιώθηκε. Τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της απάτης συρρέουν αληθώς και η μία πράξη δεν απορροφά την άλλη, διότι καθεμία είναι αυτοτελής, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλάνησης και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανώμενου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της υπόστασης ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο διάπραξης της πλαστογραφίας. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν προκειμένου περί καταδικαστικής απόφασης, δεν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες έγγραφα κ.λ.π.),χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής η μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, και συγκεκριμένα "από την κατάθεση του μάρτυρα της υπεράσπισης, που εξετάσθηκε ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν και την όλη γενικά διαδικασία" αποδείχθηκε, -κατά πιστή μεταφορά, ότι: "Ο μηνυτής Ε. Γ. από τον Ιούνιο του έτους 2001 είχε εγγραφεί και συμμετείχε σε πρόγραμμα γυμναστικής του γυμναστηρίου της εταιρείας "Μ.-Π. ΑΘΛΗΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΑΕ" που βρίσκεται επί της ... στην ... και της οποίας Πρόεδρος και Διευθύνων σύμβουλος, ήταν ο κατηγορούμενος Μ. Μ.. Η εταιρεία του κατηγορουμένου προσέφερε τις υπηρεσίες της στο κοινό, δυνάμει συμβάσεως franchising με την εταιρεία " ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΖΩΗ ΑΕ " που έφερε τον διακριτικό τίτλο "UNIVERSAL STUDIOS & NATASHAS CLUB ". Ο μηνυτής για τη συμμετοχή του στο ως άνω πρόγραμμα πλήρωνε συνδρομή μέσω πιστωτικής κάρτας VISA της EUROBANK και η μηνιαία χρέωση του γινόταν στο όνομα της ως άνω εταιρείας του κατηγορουμένου. Όμως, ενώ ο μηνυτής πλήρωνε κανονικά τις δόσεις του και δεν είχε οφειλές από τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα του ως άνω γυμναστηρίου, κατά μήνα Σεπτέμβριο του 2004, ο κατηγορούμενος με την ως άνω ιδιότητα του κατάρτισε πλαστά έγγραφα και συγκεκριμένα συμπλήρωσε: α) στις 9-9-2004 τις με την ίδια ημερομηνία αιτήσεις προς την ως άνω τράπεζα για έκδοση πιστωτικής κάρτας Visa και β) στις 16-9-2004 την με την ίδια ημερομηνία αίτηση για χορήγηση προσωπικού ορίου χρήσης προς την ίδια ως άνω Τράπεζα, θέτοντας επί των αιτήσεων αυτών τα στοιχεία και την υπογραφή του μηνυτή, εν αγνοία του τελευταίου, με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους της ως άνω Τράπεζας ότι τα έγγραφα αυτά προέρχονταν από το μηνυτή και ότι ζητούσε αυτός τη έκδοση νέας πιστωτικής κάρτας. Εν συνεχεία, έκανε χρήση των ως άνω εγγράφων, ήτοι προσκόμισε τις παραπάνω αιτήσεις στους αρμοδίους υπαλλήλους της ανωτέρω Τράπεζας (υποκατάστημα Αθηνών οδ. ... αρ. 29 ) προς έκδοση πιστωτικής κάρτας και πέτυχε να τους παραπλανήσει και έτσι αυτοί εξέδωσαν τη με αρ. 4792730280275062 πιστωτική κάρτα. Ακολούθως ο κατηγορούμενος, έχοντας στα χέρια του την ανωτέρω πιστωτική κάρτα καταχώρησε σ' αυτή εικονικές συναλλαγές με το ως άνω γυμναστήριο συμφερόντων της εταιρείας του, ύψους περίπου 3000 Ευρώ, ως δήθεν πραγματοποιηθείσες από το μηνυτή, υπογράφοντας στο σχετικό απόκομμα συναλλαγής και θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του δήθεν κατόχου - μηνυτή, ώστε να εμφανίζεται ο κατηγορούμενος ως ο πραγματικός κάτοχος της κάρτας που πραγματοποίησε τις συναλλαγές και να πιστωθεί στη συνέχεια, η ανωτέρω εταιρεία την οποία εκπροσωπούσε ο κατηγορούμενος με το παραπάνω ποσό. Εξ άλλου, κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2004 έως τον μήνα Ιούνιο του έτους 2007, ο κατηγορούμενος προκειμένου να αποκομίσει η εταιρεία που εκπροσωπούσε παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε ψευδώς στους υπαλλήλους του παραπάνω υποκαταστήματος της Τράπεζας EUROBANK ότι ο μηνυτής όντας κάτοχος της προαναφερόμενης πιστωτικής κάρτας, δέχθηκε πράγματι τις υπηρεσίες του ανωτέρω γυμναστηρίου κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, αξίας ποσού 3.000 Ευρώ, το οποίο ουδέποτε συνέβη, βλάπτοντας έτσι την περιουσία του τελευταίου κατά το αντίστοιχο ποσό. Πρέπει επομένως ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για τις πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και απάτη κατ' εξακολούθηση για τις οποίες κατηγορείται". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο των αξιοποίνων πράξεων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και της απάτης κατ' εξακολούθηση και του επέβαλλε συνολική ποινή δώδεκα (12) μηνών την οποία μετέτρεψε προς 10 Ευρώ ημερησίως. Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, ήτοι της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και της απάτης κατ' εξακολούθηση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε γι αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ποινικές ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26, 27, 216 παρ. 1, 386 παρ. 1, 94, 98 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκεκριμένα, ότι απαραίτητος όρος για τη συμμετοχή του μηνυτή, στο πρόγραμμα γυμναστικής του γυμναστηρίου της εταιρείας με την επωνυμία, "Μ.-Π. ΑΘΛΗΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΟΕ", ήταν η πληρωμή της συνδρομής του μέσω πιστωτικής κάρτας VISA της Τράπεζας EUROBANK, με μηνιαία χρέωση του, στο όνομα της άνω εταιρείας της οποίας Πρόεδρος και Διευθύνων σύμβουλος ήταν ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος. Ότι ο τελευταίος, το μήνα Σεπτέμβριο του 2004, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, συμπλήρωσε προς την ανωτέρω Τράπεζα 1] την 9-9-2004 τις απαιτούμενες αιτήσεις για την έκδοση πιστωτικής κάρτας VISA και 2] την 16-9-2004 αίτηση για χορήγηση προσωπικού ορίου χρήσης, θέτοντας τα στοιχεία και την υπογραφή του μηνυτή [τα οποία προφανώς ήταν γνωστά σ' αυτόν λόγω της προηγούμενης συνεργασίας τους], αφού παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ήταν ότι ο μηνυτής είχε εγγραφεί και συμμετείχε στο πρόγραμμα του γυμναστηρίου το 2001. Ότι τα στοιχεία του επί των αιτήσεων και την υπογραφή του στη θέση του αιτούντος, τα έθεσε, χωρίς τη γνώση και τη προηγούμενη συναίνεση του μηνυτή. Επίσης, αιτιολογείται η κρίση, με την παραδοχή, ότι σκοπός του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου, για την κατάρτιση των ως άνω πλαστών εγγράφων, ήταν να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους της Τράπεζας αυτής, ότι τα έγγραφα αυτά προέρχονταν από τον μηνυτή και ότι ζητούσε αυτός την έκδοση νέας πιστωτικής κάρτας και χορήγηση προσωπικού ορίου χρήσης, δηλαδή ότι ήταν γνήσια, γεγονός που πέτυχε, διότι έκανε χρήση αυτών, προσκομίζοντας τις άνω αιτήσεις στους αρμόδιους υπαλλήλους της Τράπεζας του υποκαταστήματος Αθηνών επί της οδού ... αρ. 29, οι οποίοι πράγματι παραπλανήθηκαν και εξέδωσαν την υπ' αρ. ... πιστωτική κάρτα τη συνδρομή της οποίας έπρεπε να καταβάλλει μέσω αυτής ο μηνυτής μηνιαίως, η χρέωση όμως γινόταν μέσω της εταιρείας του αναιρεσείοντος. Αιτιολογείται ακόμη, η παραδοχή εκείνη, σύμφωνα με την οποία πιστώθηκε η εταιρεία συμφερόντων του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου με το ποσό των 3.000 Ευρώ, αφού ο τελευταίος έχοντας ο ίδιος την πιστωτική κάρτα καταχώρισε σ' αυτή, υπογράφοντας στο σχετικό απόκομμα συναλλαγής και θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του δήθεν κατόχου αυτής, [μηνυτή] εικονικές συναλλαγές ύψους 3000 Ευρώ, τις οποίες φερόταν ότι πραγματοποίησε ο μηνυτής χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες του γυμναστηρίου συμφερόντων του. Επιπρόσθετα, αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες ο αναιρεσείων από πρόθεση και με σκοπό να αποκομίσει η εταιρεία συμφερόντων του, παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε την περιουσία του μηνυτή με το συνολικό ποσό των 3.000 Ευρώ. Τούτο, διότι παρέστησε ψευδώς στους υπαλλήλους του προαναφερθέντος υποκαταστήματος της Τράπεζας EUROBANK, ότι ο μηνυτής που τάχα ήταν κάτοχος της πιστωτικής κάρτας - που εκδόθηκε με την τέλεση της παραπάνω αξιοποίνου πράξεως -δέχθηκε δήθεν από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2004 έως τον μήνα Ιούνιο του έτους 2007, τις υπηρεσίες του γυμναστηρίου αυτού, που σύμφωνα με τις εικονικές συναλλαγές που είχε καταχωρίσει με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 3.000 Ευρώ, κατά το οποίο ζημιώθηκε η περιουσία του μηνυτή, αφού πείσθηκαν από τις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Τράπεζας και πίστωσαν την παραπάνω εταιρεία με το ποσό αυτό, ενώ η αλήθεια ήταν ότι ο μηνυτής δεν δέχθηκε τις υπηρεσίες του γυμναστηρίου κατά το χρονικό αυτό διάστημα, ότι δεν εκδόθηκε με δική του αίτηση η πιστωτική αυτή κάρτα, το προσωπικό όριο χρήσης της και οι συναλλαγές με τις οποίες πιστώθηκε αυτή δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια. Επίσης, το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού της, αλλά περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, καθώς και τις αποδείξεις από τις οποίες το Δικαστήριο συνήγαγε τα γενόμενα από αυτό δεκτά πραγματικά περιστατικά. Επομένως οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως α] περί ελλείψεως της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β] περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό "ότι αυτός έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του μηνυτή στα φερόμενα ως πλαστά έγγραφα χωρίς να αιτιολογείται ειδικότερα από ποια αποδεικτικά στοιχεία οδηγήθηκε στη κρίση αυτή, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθ όσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας [Όλ. ΑΠ 1/2005]. Τέλος, σύμφωνα με τα άρθρα 43,313, 371 παρ. 3 του ΚΠΔ. ο νομικός χαρακτηρισμός της αξιόποινης πράξης, όπως γενικότερα περιλαμβάνεται στην έγκληση ή μήνυση του παθόντος, δεν είναι καθοριστικός ούτε δεσμευτικός, για τον Εισαγγελέα το Δικαστικό Συμβούλιο και το Δικαστήριο που θα κρίνουν κυριαρχικά ποιος νομικός χαρακτηρισμός αρμόζει στα καταγγελλόμενα πραγματικά περιστατικά. Στη προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι: α) "το δίκασαν κατ' έφεση Δικαστήριο όφειλε αυτεπαγγέλτως να ερευνήσει, ότι δεν υπήρχε ταυτότητα του κατηγορητηρίου, με το οποίο παραπέμφθηκε σε δίκη και της καταγγελίας του μηνυτή και να κηρύξει απαράδεκτη την εναντίον του ποινική δίωξη " και β) το ίδιο δικαστήριο απέρριψε σιγή τον ίδιο ισχυρισμό που προέβαλε ενώπιον του και τελικά τον καταδίκασε χωρίς ουσιαστικά σχετική έγκληση σε βάρος του, δηλαδή το δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, το οποίο έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη την σχετική ποινική δίωξη. Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντα, που στο δίκασαν δικαστήριο προβλήθηκε αορίστως με την φράση "δεν υπάρχει ταυτότητα μηνύσεως και κατηγορητηρίου" χωρίς περαιτέρω ανάπτυξη, είναι αβάσιμος στην ουσία του και πρέπει να απορριφθεί επειδή: α) τόσο ο Εισαγγελέας όσο και το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της εγκλήσεως στα αυτεπαγγέλτως διωκόμενα εγκλήματα, όπως είναι και τα παραπάνω της πλαστογραφίας και της απάτης και β) στην ουσία είναι αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός στον οποίο το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει ειδικά και αιτιολογημένα, αφού αυτό ουσιαστικά αντιμετωπίστηκε με βάση την προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε κυριαρχικά και για το νομικό χαρακτηρισμό που αρμόζει στα καταγγελλόμενα πραγματικά περιστατικά. Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός αναίρεσης, της υπέρβασης εξουσίας εκ του αρθρ.510 παρ. 1 εδ Η του ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, και εφ' όσον δεν υπάρχει προς έρευνα, άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα [αρθρ. 176, 183 ΚΠΔ]. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την από 13-7-2012 αίτηση του Μ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 2709/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα [250] Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και απάτη κατ' εξακολούθηση, με επίκληση των λόγων α] έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας β] εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γ] υπέρβαση εξουσίας. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς την ενοχή. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Ειδικότερη αιτίαση περί παραδοχής πλαστότητος εγγράφων Ανάγεται στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1607/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της με αριθμό 2767/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1) I. M. του B. A., κατοίκου ..., 2) M. M. N. του M. M. και 3) T. M. M. του M. S. A., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκαν και συγκατηγορούμενο τον H. A. του A.. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 53/19.12.11 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1460/11. Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις των άρθρων 505 παρ. 2 και 473 παρ. 3 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τις των άρθρων 504, 506 ιδίου Κώδικος, σαφώς προκύπτει ότι ο εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση πάσης αποφάσεως οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, δι' οιονδήποτε, εκ των εις το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ λόγων, ήτοι και αυτής με την οποία ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για πράξη για την οποία δεν είχε παραπεμφθεί στο ακροατήριο, για υπέρβαση εξουσίας, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως του εισαγγελέως του Αρείου Πάγου από 19 Δεκεμβρίου 2011 κατά της υπ' αριθμ. 2767/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών με την οποίαν οι κατηγορούμενοι: M. M. N. του M. M., T. M. M. του M. A. και I. M. του B. A. κηρύχθηκαν ένοχοι και τους επεβλήθη ποινή φυλάκισης 5 στον καθένα, η οποία ανεστάλλει επί τριετία, για την άδικη πράξη της παράνομης εισόδου στη χώρα, για την οποία, πράξη, δεν υπήρχε παραπομπή τους στο ακροατήριο, έχει ασκηθεί υπό του άνω εισαγγελέως νομοτύπως και εμπροθέσμως από της κατά την 30-11-2011 καταχωρίσεώς της στο άνω βιβλίο, με λόγο την υπέρβαση εξουσίας και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του υπ' αριθμ. 570/2010 αμετακλήτου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, οι κατηγορούμενοι α) H. A. U. β) M. M. M. του M. M. γ) T. M. M. του M. A. και δ) I. M. του B. A., παραπέμφθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για να δικασθούν Α) και οι τέσσερις για το αδίκημα της παράβασης του άρθρου 66 παρ 1 Ν. 2121/1993, Β) ο πρώτος α) για την οδήγηση οχήματος χωρίς άδεια, β) για την οδήγηση οχήματος χωρίς αυτό να είναι εφοδιασμένο με άδεια κυκλοφορίας, και γ) για το ότι εισήλθε στην Ελληνική Επικράτεια χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις. Γ) ο δεύτερος και τρίτος α) για παραχώρηση της οδήγησης του οχήματος στον πρώτο, ο οποίος δεν είχε τη νόμιμη άδεια οδήγησης και β) για το ότι έθεσαν στην κυκλοφορία όχημα χωρίς να είναι εφοδιασμένο με άδεια κυκλοφορίας και Δ) ο πρώτος, δεύτερος και τρίτος για κατάρτιση πλαστών πιστοποιητικών. Επομένως, σύμφωνα με το άνω βούλευμα, για τους τρεις τελευταίους κατηγορούμενους, ήτοι για τους Μ. M. M. του M. M., T. M. M. του M. A. και I. M. του B. A., δεν υπήρχε παραπομπή στο ακροατήριο για το αδίκημα της παράνομης εισόδου στη χώρα. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών οι τρεις τελευταίοι κατηγορούμενοι, οι οποίοι μας ενδιαφέρουν εν προκειμένω, κηρύχθηκαν αθώοι για τα αδικήματα για τα οποία ως άνω παραπέμφθηκαν να δικασθούν, αλλά κηρύχθηκαν ένοχοι για το αδίκημα της παράνομης εισόδου στη χώρα, και συγκεκριμένα για το ότι " σε μη προσδιορισμένο επακριβώς χρόνο και από άγνωστο σημείο της συνοριακής γραμμής εισήλθαν στην Ελληνική Επικράτεια χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις δηλαδή χωρίς να έχουν θεωρημένο διαβατήριο από την αρμόδια αρχή,", πράξη όμως, για την οποία δεν είχαν παραπεμφθεί για να δικασθούν με το άνω αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου πλημμελειοδικών Αθηνών. Έτσι, όμως, το δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, υπέπεσε δηλαδή στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠΔ πλημμέλεια που του αποδίδεται με το μοναδικό λόγο της αναιρέσεως, ο οποίος είναι βάσιμος. Συνακόλουθα πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί μόνο ως προς τους προαναφερόμενους τρεις τελευταίους κατηγορούμενους Μ. M. M. του M. M., T. M. M. του M. A. και I. M. του B. A. και το αδίκημα για το οποίο κηρύχθηκαν ένοχοι και κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 517 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς τους εν λόγω κατηγορουμένους και για το συγκεκριμένο αδίκημα για το οποίο κηρύχθηκαν ένοχοι. Δεν υπάρχει εν προκειμένω λόγος το παρόν Δικαστήριο να αναπέμψει την υπόθεση στο εκδόν την απόφαση Δικαστήριο, καθόσον για τους εν λόγω κατηγορουμένους δεν υπάρχει παραπομπή στο ακροατήριο για το αδίκημα για το οποίο ως άνω κηρύχθηκαν ένοχοι. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθμ. 2767/2011 απόφαση Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών μόνο ως προς τους M. M. M. του M. M., T. M. M. του M. A. και I. M. του B. A. και μόνο κατά το μέρος κατά το οποίο με την άνω απόφαση κηρύχθηκαν ένοχοι και καταδικάσθηκαν σε φυλάκιση πέντε ( 5) μηνών, η οποία ανεστάλλει επί τριετία, για το ότι "σε μη προσδιορισμένο επακριβώς χρόνο και από άγνωστο σημείο της συνοριακής γραμμής εισήλθαν στην Ελληνική Επικράτεια χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις δηλαδή χωρίς να έχουν θεωρημένο διαβατήριο από την αρμόδια αρχή". Ακυρώνει την άνω απόφαση μόνο ως προς τους άνω κατηγορουμένους και για το προαναφερόμενο αδίκημα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου κατά απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, η οποία καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή ανέκκλητη για αδίκημα για το οποίο δεν είχε παραπεμφθεί. Αναιρείται η απόφαση κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ. Ακυρώνεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 517 παρ. 2 ΚΠΔ.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1606/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη -Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ν. Ο. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κακαντώνη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. ΒΤ 7232/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 18/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, και καταλαμβάνει και την παρούσα περίπτωση, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι: "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό". Με το ανωτέρω άρθρο 34 του ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, μεταξύ άλλων, το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους του χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη, από το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές στα δέκα χιλιάδες (10.000) Ευρώ. Επομένως, με το άρθρο 34§1 του Ν. 3220/2004 μεταβλήθηκε ο χρόνος τελέσεως, ο τρόπος υπολογισμού της παραγραφής και εισήχθη η ενιαία αντιμετώπιση των χρεών όσον αφορά το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα τελωνεία ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ και στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με τη βάσιμη οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις (τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ενώ οι ποινές υπολογίζονται με βάση το κατώτερο ποσό συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους του χρέους παρακρατούμενοι ή εισπραττόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.), ενώ αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η αιτίαση για αντίθεση ορισμένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της απόφασης, είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 841/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 7232/2011 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, της πράξης, μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση, πράξη που τέλεσε κατά το διάστημα από 28-2-2005 έως 31-5-2006, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, ήτοι, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος κατά το χρονικό διάστημα από 28-2-2005 μέχρι και 31-1-2006 δεν κατέβαλε στο δημόσιο οφειλές που είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του και οι οποίες ανέρχονται μαζί με τις πρόσθετες επιβαρύνσεις σε 177.994,61 ευρώ. Οι οφειλές αυτές αναλύονται ειδικότερα ως εξής: ΠΙΝΑΚΑΣ ΧΡΕΩΝ Α/Α ΑΦΜ Ιδιότητα Στοιχεία βεβαιώσεως Αριθ. Ημερ. Οικονομικό έτος Είδος φόρου Αρχική βεβαίωση Διαγραφέν Εισπραχθέν Υπόλ. οφειλής Ληξιπρ.κεφάλαιο Συνεισπραττόμενα ΣΥΝΟΛΟ ΑΠΑΙΤΗΤΟ Τρόπος πληρωμής Αριθ. ληξιπρ. δόσεων Ημ/νία λήξης Α'δόσης Ημ/νία λήξης τελ. δόσης 1 004524505 596/28.01.2005 2004 ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΚΥΡΩΣΕΩΝ 146,74 0,00 0,00 146,74 146,74 34,34 181,08 Εφάπαξ 1 28/02/2005 28/02/2005 2 004524505 80199/08.03.2005 2003 ΕΙΣΟΔΗΜΑ Φ.Π. ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΒΕΒ. ΑΠΟ ΔΗΛΩΣΗ 12.068,02 0,00 0,00 12.068,02 12.068,02 2.292,92 14.360,94 Εφάπαξ 1 28/04/2005 28/04/2005 3 004524505 9197/05.12.2005 2005 Ε.Δ.Ε. ΕΞΟΔΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ 147,36 0,00 0,00 147,36 147,36 16,21 163,57 Εφάπαξ 1 30/12/2005 30/12/2005 4 004524505 9585/19.12.2005 2005 Ε.Δ.Ε. ΕΞΟΔΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ 10,60 0,00 0,00 10,60 10,60 1,06 11,66 Εφάπαξ 1 31/01/2006 31/01/2006 158.189,28 0,00 15.529,47 142.659,81 142.659,81 35.334,80 177.994,61 ΣΥΝΟΛΑ ΣΥΝΟΛΟ: ΕΚΑΤΟΝ ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΕΠΤΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΕΠΤΑΚΟΣΙΑ ΕΝΕΝΗΝΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΕΞΗΝΤΑ ΕΝΑ ΛΕΠΤΑ. Από τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα το δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Επίσης, το δικαστήριο δεν πείθεται περί του ότι πρόκειται να εκποιηθεί ακίνητο της επιχείρησης προκειμένου να εξοφληθεί το χρέος, δοθέντος ότι δεν προσδιορίστηκε για ποιο ακίνητο πρόκειται, ποια η αξία του και ποιος ο ενδιαφερόμενος αγοραστής αυτού έναντι ποιού τιμήματος. Ως εκ τούτου το αίτημα αναβολής για να προσκομισθεί εξοφλητική απόδειξη πρέπει ν' απορριφθεί. Συνεπώς, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση (άρθρα 473§1, 489§1 εδ.β ΚΠΔ) και να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος". Ακολούθως, η προσβαλλομένη απόφαση κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι: "Στον Πειραιά, κατά το χρονικό διάστημα από 29-2-2005 μέχρι 31-5-2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου, καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα Τελωνεία, χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 4 μηνών. Το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία συντάξεως του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί διάφορα χρέη προς το Δημόσιο σε βάρος του κατηγορουμένου, όπως αναλυτικά αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος την από 1-12-2006 μήνυση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ε' Πειραιά, συνολικού ποσού 177.994,61 ευρώ, ηθελημένα δεν το κατέβαλε μέσα στη νόμιμη προθεσμία". (Ακολουθεί στο διατακτικό ο πίνακας χρεών που αναφέρθηκε παραπάνω). Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω δικαστήριο στο σκεπτικό, όπως αυτό αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 25§1, 2 Ν. 1882/1990, όπως η παράγραφος 1 ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 34§1 Ν. 3220/2004, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών (ΔΟΥ Ε' Πειραιά), το είδος αυτών, το ύψος τους, ο τρόπος πληρωμής τους, ο χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, μπορούσαν και έπρεπε να καταβληθούν και η καθυστέρηση καταβολής τους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από το χρόνο καταβολής τους. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα, που περιέχεται στον αυτό, ως άνω, 2ο λόγο αναίρεσης, ότι υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης και για το λόγο ότι, το εκδόν αυτήν δικαστήριο, δεν έλαβε υπόψη του, το από 20-5-2005, εκκαθαριστικό σημείωμα, του οικονομικού έτους 2005, από το οποίο προκύπτει επιστροφή φόρου στον αναιρεσείοντα ύψους 47.570,02 Ευρώ, και συνεπώς η συνολική οφειλή του προς το Δημόσιο δεν ανερχόταν, κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης, στο προαναφερθέν ποσό των 177.994,61 Ευρώ, που την αναβιβάζει ο πίνακας χρεών της Ε' ΔΟΥ Πειραιά και δέχθηκε και η προσβαλλομένη απόφαση, αλλά υπολείπεται αυτού, κατά το ως άνω ποσό των 47.570,02 Ευρώ, είναι αβάσιμη, το μεν, γιατί ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού τέτοιο έγγραφο (εκκαθαριστικό σημείωμα), δεν προσκομίστηκε στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, και δεν αναγνώστηκε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των οικείων πρακτικών, το δε γιατί, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Σε κάθε περίπτωση, η εν λόγω αιτίαση παρίσταται, άνευ εννόμου επιρροής, αφού μόνο η οριστική εξόφληση του χρέους προς το Δημόσιο, μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, σε οποιονδήποτε βαθμό, παρέχει δυνατότητα (όχι υποχρέωση) στο δικαστήριο της ουσίας, να αθωώσει τον κατηγορούμενο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ.1 του ν. 3220/2004, που στην εν αρχή νομική σκέψη αναφέρθηκε, γεγονός που δε συμβαίνει εν προκειμένω, αφού οριστική εξόφληση του χρέους δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση, όπως συνομολογεί ο αναιρεσείων. Επιπρόσθετα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, ο αναιρεσείων δεν προέβαλε στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστήριο, κάποιο ισχυρισμό και αίτημα που να συνδέεται με το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, ήτοι ισχυρισμό περί απομείωσης του συνολικού χρέους, κατά το ποσό των 47.570,02 Ευρώ, και συμψηφισμού του ποσού αυτού προς το συνολικό χρέος και αίτημα, παραδοχής κάποιου ελαφρυντικού, ερειδόμενου στον ως άνω ισχυρισμό και συνεπώς και εξ αυτού του λόγου παρίσταται, άνευ εννόμου επιρροής, η εν λόγω αιτίαση. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με το υπόμνημά του, που νόμιμα κατατέθηκε, προβάλει την ειδικότερη αιτίαση, για αντίθεση συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της απόφασης, και ειδικότερα του υπ' αριθμό πρωτ. 28550/16-11-2011 β εγγράφου της Ε' ΔΟΥ Πειραιά, που αναγνώστηκε στο ακροατήριο του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, από το οποίο προκύπτει, ότι κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλομένης απόφασης, το χρέος του προς το Δημόσιο ανερχόταν σε 153.498,48 Ευρώ, λόγω διαγραφής μέρους του χρέους και όχι σε 177.994,61 Ευρώ που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Η αιτίαση αυτή, για εσφαλμένη εκτίμηση από το δικαστήριο, του αναγνωσθέντος εγγράφου, και η αντίθεση του περιεχομένου του προς τις παραδοχές της απόφασης δεν αποτελεί αναιρετική πλημμέλεια, σύμφωνα με όσα στην εν αρχή νομική σκέψη αναφέρθηκαν και είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 841/2010). Επιπρόσθετα, η αιτίαση αυτή, δεν ασκεί έννομη επιρροή, για όσους λόγους προαναφέρθηκαν, κατά την ανάλυση της προηγούμενης αιτίασης, αφού ο αναιρεσείων και κατά το σημείο αυτό, δεν προέβαλε στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστήριο, κάποιο αίτημα που να συνδέεται με το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, ήτοι την διαγραφή του χρέους από το ποσό των 177.994,61 Ευρώ στο ποσό των 153.498,48 Ευρώ, όπως λ.χ. παραδοχή κάποιου ελαφρυντικού, ερειδόμενου στον ως άνω ισχυρισμό. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, 2ος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ΚΠΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένο, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένο. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος δια του εκπροσωπούντος αυτόν συνηγόρου του, υπέβαλε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, με το παρακάτω περιεχόμενο. "Θέλουμε την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης για κρείσσονας γιατί έχει εκποιηθεί το ακίνητο της επιχείρησης που ο εκκαλών είναι κύριος του 1/4 και μέχρι σήμερα δεν συναινούσε ο γιός του που ήταν κύριος του υπόλοιπου ποσοστού. Το τίμημα του ακινήτου ανέρχεται στα 400.000 Ευρώ. Υπήρχε το ποσό των 54.000 ευρώ από επιστροφή ΦΠΑ για να συμψηφιστεί η οφειλή αλλά δεν έγινε". Το αίτημα αυτό, για το οποίο το δικαστήριο επιφυλάχθηκε ν' αποφασίσει, το απέρριψε τελικά, παρά το ότι δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, λόγω της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζονται επακριβώς οι κρείσσονες αποδείξεις (έγγραφα, μάρτυρες) και επί ποίου σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου θέματος θα αφορούσαν, με την απόφαση επί της ενοχής, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Από τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα το δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Επίσης, το δικαστήριο δεν πείθεται περί του ότι πρόκειται να εκποιηθεί ακίνητο της επιχείρησης προκειμένου να εξοφληθεί το χρέος, δοθέντος ότι δεν προσδιορίστηκε για ποιο ακίνητο πρόκειται, ποια η αξία του και ποιος ο ενδιαφερόμενος αγοραστής αυτού έναντι ποιού τιμήματος. Ως εκ τούτου το αίτημα αναβολής για να προσκομισθεί εξοφλητική απόδειξη πρέπει ν' απορριφθεί". Όπως προκύπτει από την ανωτέρω αιτιολογία το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εξηγεί τον λόγο για τον οποίο έκρινε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε κατέστη δυνατή η κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως και ο σχηματισμός πλήρους δικανικής πεποιθήσεως περί της ερευνώμενης κατηγορίας και συνεπώς δεν ήταν αναγκαία, για την ανεύρεση της αληθείας, η αναβολή της υπόθεσης. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα ότι δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα στα οποία στηρίχθηκε το δικαστήριο και απέρριψε το ως άνω αίτημά του, είναι αβάσιμη καθόσον όπως προαναφέρθηκε, η απόφαση με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα αυτό, ήταν σε συνέχεια της περί ενοχής κρίσης του δικαστηρίου, κατά την οποία είχαν ληφθεί και συνεκτιμηθεί όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα τα οποία αφορούσαν και την περί απόρριψης του ως άνω αιτήματος αναβολής κρίση του δικαστηρίου. Κατ' ακολουθία δεν πάσχει η απορριπτική του αιτήματος αυτού, ως άνω, παρεμπίπτουσα απόφαση, από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεν ιδρύθηκε ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως και συνεπώς, ο 1ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Από τη διάταξη 364 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η μη ανάγνωση στο ακροατήριο των αναφερομένων στο άρθρο αυτό εγγράφων, μεταξύ των οποίων και αυτά που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, δε συνεπάγεται ακυρότητα, εκτός εάν ζητήθηκε η ανάγνωση κάποιου εγγράφου από τον Εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε ν' αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος, οπότε υπάρχει έλλειψη ακροάσεως, η οποία αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και 170 παρ. 2 ΚΠΔ. Η έλλειψη όμως ακρόασης προϋποθέτει υποβολή έγγραφης ή προφορικής αίτησης ή πρότασης, που συνοδεύεται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού, το οποίο παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται η αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο η προσβολή τους για πλαστότητα και διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υποβλήθηκε στο ακροατήριο από τον εκπροσωπήσαντα τον αναιρεσείοντα συνήγορό του, αίτημα για ανάγνωση του αναφερομένου στον 3ο λόγο αναίρεσης, εγγράφου και ειδικότερα του αντιγράφου της υπ' αριθμό Α 4308/2009 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε επί ανακοπής του αναιρεσείοντα, με την οποία αυτός ζητούσε την ακύρωση του προγράμματος αναγκαστικού πλειστηριασμού που επέσπευδε η Ε' ΔΟΥ Πειραιά, σε βάρος ακινήτου, στο οποίο ήταν συγκύριος κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, για την αναγκαστική είσπραξη του επίδικου χρέους, και με την οποία τροποποιήθηκε το ως άνω πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού, όσον αφορά την αξία και την τιμή πρώτης προσφοράς, του ακινήτου που εκτίθετο σε πλειστηριασμό. Συνεπώς ο λόγος αυτός, με τον οποίο προβάλλει ο αναιρεσείων, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, έλλειψη ακροάσεως από τη μη ανάγνωση και τη μη λήψη υπόψη του εγγράφου αυτού (υπ' αριθμό Α4308/2009 απόφασης), από το Δικαστήριο, για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του, είναι απορριπτέος, ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-12-2011 υπ' αριθμό πρωτ. 18/2011 αίτηση του Ν. Ο. του Χ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. ΒΤ 7232/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Ποινική ευθύνη οφειλέτη. Πραγματικά περιστατικά. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Έλλειψη αιτιολογίας. Προσδιορίζονται α) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών, το ύψος των χρεών, ο τρόπος πληρωμής τους και ο ακριβής χρόνος που το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη αιτήματος αναβολής. Αιτιολογημένη η απόρριψη. Έλλειψη ακροάσεως για μη λήψη υπόψη εγγράφου. Ο λόγος αυτός ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση γιατί τέτοιο έγγραφο δεν προσκομίστηκε στο δικαστήριο για ανάγνωση. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση.
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1597/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Π. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 2124/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Απριλίου 2011 αίτησή του, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 5 Νοεμβρίου 2012 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 665/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1 περ. β του ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης αξιόποινης πράξεως, λαθρεμπορία είναι και "πάσα οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή τα εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο από εκείνο που ορίζει ο νόμος". Κατά δε το άρθρο 157 παρ. 1 περ. β του ίδιου νόμου, η λαθρεμπορία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και "εάν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και άνω", καθώς και "εάν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα". Ως ιδιαίτερο τέχνασμα νοείται κάθε ενέργεια που επινοεί η ανθρώπινη εφευρετικότητα με σκοπό να στερηθεί το Δημόσιο της δυνατότητας να εισπράξει τον ανάλογο, κατά νόμο, εισαγωγικό δασμό, φόρο ή άλλο δικαίωμα για οποιοδήποτε εισαγόμενο από την αλλοδαπή ή εξαγόμενο εμπόρευμα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα για λαθρεμπορία με αντικείμενο φόρους που υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ, η οποία τελέσθηκε με ιδιαίτερα τεχνάσματα, (καθώς και για παραβίαση σφραγίδων που έθεσε η αρχή, κατά συναυτουργία, η οποία, κατά την επί του φακέλου επισημείωση, με πράξη του αρμόδιου Εισαγγελέα, έχει τεθεί στο αρχείο κατ' άρθρο 2 του ν. 4043/2012) και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε υποκειμενικά και αντικειμενικά τις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται, όπως αυτές περιγράφονται ειδικότερα στο κατηγορητήριο. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι την 21/10/2005 και περί ώρα 21.55 στο Τελωνείο Ευζώνων του Ν. Κιλκίς και δη στο σημείο εξόδου φορτηγών αυτοκινήτων με προορισμό τη Σερβία παρουσίασε τελωνειακά παραστατικά για τα εμπορεύματα που μεταφέρονταν με το υπ' αριθμ. κυκλ. ... φορτηγό αυτοκίνητο μάρκας FIAT DUCATO, το οποίο ήταν φορτωμένο με 22 χαρτοκιβώτια που περιείχαν μελάνια εκτυπωτή και το οποίο οδηγούσε ο S. V., κάτοικος ..., ενώ ο ίδιος (κατηγορούμενος) ήταν συνοδηγός και διερμηνέας του τελευταίου - τα οποία παρουσίασαν μεγάλη διαφορά ως προς τον αναλογούντα Φ.Π.Α. Ειδικότερα, παρουσίασε στις τελωνειακές αρχές τα υπ' αρ. 1 και 2/18-10-2005 τιμολόγια της εταιρείας με την επωνυμία DERVENI TRADING LIMITED και έδρα την ..., επί των οποίων αναγράφονταν ως εμπορεύματα 2.062 τεμάχια μελάνες εκτυπωτή με κωδικό HWR Magenta, 3.374 τεμ. μελάνια εκτυπωτή με κωδικό ΗP C4934A CYAN, 900 τεμ. μελάνια με κωδικό HPC 4934A CYAN, για τα οποία ο αναλογών ΦΠΑ ανερχόταν στο ποσό των 3.564,04 ευρώ, ενώ εντός των χαρτοκιβωτίων ανευρέθησαν 2150 τεμ. μελάνια εκτυπωτή με κωδικό Κ10721 Canon BJC MAGENDA n 46 της ARMOR και 4274 τεμ. μελάνια εκτυπωτή με κωδικό 10721 CANON BJC Magenta n 45 της ARMOR, στα οποία αναλογούσε ΦΠΑ ύψους 185.861,50 ευρώ, ήτοι επιπλέον διαφορά ύψους 182.297,46 ευρώ, τα οποία σκόπευε να στερήσει ο κατηγορούμενος από το ελληνικό δημόσιο ως φόρους των ανωτέρω εξαγομένων προϊόντων, μεταχειριζόμενος μάλιστα προς τούτο ιδιαίτερα τεχνάσματα. Και τούτο καθόσον, ειδικότερα προηγουμένως, εντός της ελληνικής επικράτειας μεταξύ της 21/10/2005 το μεσημέρι έως την 21.00 ώρα της ίδιας ημέρας έθραυσε από κοινού με τον άνω οδηγό του φορτηγού (S. V.) τεχνηέντως την μολυβδοσφραγίδα που είχε θέσει η Τελωνειακή Αρχή του αερολιμένος Ελ. Βενιζέλος στα Σπάτα επί της οπίσθιας θύρας του φορτηγού και ακολούθως την επανακόλλησαν κατά τρόπο ώστε να μην είναι ευκόλως διακριτή η παραβίαση, αφού προηγουμένως αντικατέστησε τα εμφανιζόμενα στα παραστατικά εμπορεύματα με εκείνα που ανευρέθησαν τελικώς. Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων σ' αυτόν πράξεων, όπως αυτές περιγράφονται ειδικότερα στο διατακτικό". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, από την οποία οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ, που τελέσθηκε με ιδιαίτερα τεχνάσματα, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων των άρθρων 155 παρ. 1 περ. β, 157 παρ. 1β περ. γ - δ του ν. 2960/2001, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το Δικαστήριο της ουσίας σαφώς δέχθηκε ότι τα λαθρεμπορεύματα βρίσκονταν "εντός" και όχι εκτός και πέραν των 22 χαρτοκιβωτίων και ο αναιρεσείων, με αυτά, είχε αντικαταστήσει εκείνα που αναφέρονταν στα παραστατικά. Το αναγραφόμενο στο διατακτικό (όχι και στο σκεπτικό) ότι αυτά βρέθηκαν "εκτός" των χαρτοκιβωτίων οφείλεται σε φανερή παραδρομή, ανεξαρτήτως του ότι δεν θα ασκούσε επιρροή το εάν στο φορτηγό αυτοκίνητο ήταν αποθηκευμένα, πέραν από τα μη δηλωθέντα εμπορεύματα (στα οποία αφορά η ένδικη αξιόποινη πράξη), και εκείνα για τα οποία είχαν εκδοθεί τα παραστατικά. β) Ορθώς κρίθηκε ότι η θραύση και επανακόλληση της μολυβδοσφραγίδας αποτελεί ιδιαίτερο τέχνασμα, το οποίο ο αναιρεσείων μεταχειρίσθηκε για την τέλεση της λαθρεμπορίας, καθόσον, έτσι, δεν θα ήταν εύκολο να διακριβωθεί ότι, πριν από την αντικατάσταση των εμπορευμάτων, είχε παραβιαστεί αυτή, δεν ασκεί δε επιρροή, για το χαρακτηρισμό της ως άνω ενέργειας ως ιδιαίτερου τεχνάσματος, το ότι ο έλεγχος των εμπορευμάτων θα γινόταν στο σημείο εξόδου σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και αν δεν είχε παραβιασθεί η σφραγίδα. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 5.11.2012) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για έλλειψη νόμιμης βάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τις διατάξεις των άρθρων 333§2 και 358 του ΚΠοινΔ δεν προκύπτει υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση να δίδει το λόγο στους διαδίκους, χωρίς αίτησή τους, για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί δεν δόθηκε ο λόγος στον συνήγορο του αναιρεσείοντος, μετά την εξέταση του μάρτυρα κατηγορίας και την ανάγνωση των στα πρακτικά της αποφάσεως αναφερομένων εγγράφων, για να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από τα πρακτικά της αποφάσεως δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε η άσκηση του εκ του άρθρου 358 ΚΠοινΔ δικαιώματος. Κατά το άρθρο 368 του ΚΠοινΔ, μετά την απολογία του κατηγορουμένου και την εξέταση του αστικώς υπευθύνου, ο διευθύνων την συζήτηση ερωτά τον εισαγγελέα και τους διαδίκους, αν έχουν ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι από τη μη τήρησή της δεν απαγγέλλεται ακυρότητα, ούτε από την παράλειψη αυτής παρακωλύεται η άσκηση των δικαιωμάτων, που προσήκουν στον κατηγορούμενο, γιατί αυτός αν έχει ανάγκη συμπληρωματικής εξετάσεως ή διευκρινίσεως μπορεί να την ζητήσει, οπότε, αν ο διευθύνων την συζήτηση την αρνηθεί, είτε το δικαστήριο, στο οποίο ακολούθως προσέφυγε ο κατηγορούμενος, τότε, σύμφωνα με το άρθρο 170§2 του ΚΠοινΔ, επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι μετά την εξέταση του μάρτυρα και την ανάγνωση των εγγράφων, η Προεδρεύουσα του Δικαστηρίου ρώτησε "τον Εισαγγελέα και τους Δικαστές", όχι, όμως, και το συνήγορο του κατηγορουμένου, αν έχουν ανάγκη από συμπληρωματική εξέταση ή από συμπληρωματική διασάφηση και, αφού αυτοί απάντησαν αρνητικά, κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η μη αναφορά ότι δόθηκε ο λόγος ή η μη δόση του λόγου στο συνήγορο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για την ανάγκη συμπληρωματικής εξετάσεως ή διασαφήσεως, χωρίς ο τελευταίος να διατείνεται ότι ζήτησε τα εκ του άρθρου αυτού παρεχόμενα δικαιώματά του, δεν προκαλεί ακυρότητα και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και ο πρόσθετος αυτής λόγος και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10 Απριλίου 2012 (υπ' αριθ. πρωτ. 2875/2012) αίτηση των Σ. Π. του Θ. μετά του από 5 Νοεμβρίου 2012 προσθέτου λόγου αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2124/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για λαθρεμπορία, από την οποία οι φόροι που στερήθηκε το Δημόσιο υπερβαίνουν τα 30.000 ευρώ και η οποία τελέσθηκε με ιδιαίτερα τεχνάσματα (θραύση μολυβδοσφραγίδας και επανακόλληση) (άρθρο 155 παρ. 1 β, 157 παρ. 1β ν. 2960/2001). Από τις διατάξεις των άρθρων 333§2 και 358 του ΚΠΔ δεν προκύπτει υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση να δίδει το λόγο στους διαδίκους, χωρίς αίτησή τους, για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν. Η μη τήρηση της διατάξεως του άρθρ. 368 ΚΠΔ δεν επάγεται απόλυτη ακυρότητα. Απόρριψη αιτήσεως και προσθέτων λόγων.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1596/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Σ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παρασκευόπουλο - Κόλλια, περί αναιρέσεως της με αριθμό 6223,5961α/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1084/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, με την προβλεπόμενη σ' αυτή ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ' αυτής προβλεπόμενου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση, με οποιονδήποτε τρόπο, σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα, με την έννοια της βεβαιότητας - επίγνωσης, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου γεγονότος για κάποιον άλλον, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναληθείας του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη τού άλλου. Ως γεγονός, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. "Τιμή" δε είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει συνεπεία εκπληρώσεως απ' αυτό των ηθικών και νομικών κανόνων, ενώ "υπόληψη" είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική αξία του συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαιτέρων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Το τελευταίο συμβαίνει και στα εγκλήματα της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που προβλέπονται από τα άρθρα 229§1, 224§2 και 362 σε συνδυασμό με 362 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως των οποίων απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι τα καταμηνυθέντα, ενόρκως κατατεθέντα ή ισχυριζόμενα ή διαδιδόμενα είναι ψευδή. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή σε βάρος των Ε. Β., Β. Β., Μ. Β. και Α. Β., πράξεις που τέλεσε με το ελαφρυντικό ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά από αυτές, και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι δύο (22) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι: Ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι από τον γάμο που είχε τελέσει ο κατηγορούμενος με την πρώτη εγκαλούσα το έτος 1991, γεννήθηκε στις 7-3-1995 ένα θήλυ τέκνο, το οποίο, όπως διαγνώσθηκε κατά την γέννησή του, έπασχε από σύνδρομο DOWN. Στην εγκαλούσα ο κατηγορούμενος ανακοίνωσε, μετά από συνεννόηση με τη μητέρα της και τις αδελφές της, ότι το παιδί αυτό γεννήθηκε νεκρό, για να την προφυλάξει από νευρική κρίση και μετέφερε το παιδί στην ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ ΠΑΙΔΩΝ για την φροντίδα του, όπου και το φρόντιζαν επί επτά μήνες περίπου μέχρι τις 3-10-1995, διάστημα κατά το οποίο η εγκαλούσα πίστευε ότι το παιδί της αυτό ήταν νεκρό. Στις 2-10-1995 ο κατηγορούμενος απεκάλυψε στην εγκαλούσα ότι το παιδί αυτό ήταν ζωντανό καθώς και την νόσο από την οποία έπασχε και έτσι μετά από αίτημα της τελευταίας το παιδί μεταφέρθηκε από την παραπάνω κλινική στην οικία των τότε συζύγων (διαδίκων). Στις 20-11-1995 το ως άνω τέκνο των διαδίκων (πρώτης μηνύτριας και κατηγορουμένου) απεβίωσε αιφνιδίως από αδιευκρίνιστα αίτια και ενταφιάστηκε την επομένη ημέρα με αποκλειστική φροντίδα του κατηγορουμένου για την διενέργεια των σχετικών διατυπώσεων, ενώ ο γιατρός που είχε υπογράψει το σχετικό πιστοποιητικό θανάτου δεν το εξέτασε, αρκεσθείς στη διαβεβαίωση του ιδιοκτήτη του γραφείου κηδειών ότι το παιδί αυτό έπασχε από την νόσο DOWN. Το έτος 2004 και ενώ ο μηνυτής με την πρώτη εγκαλούσα είχαν αποκτήσει και άλλο παιδί, που γεννήθηκε την 14-11-1996 ενώ είχαν ήδη άλλο ένα που είχε γεννηθεί στις 5-1-1992, οι σχέσεις του με αυτή είχαν κλονισθεί και η ως άνω εγκαλούσα ζήτησε από τον κατηγορούμενο να χωρίσουν. Στις 20-1-2005 ήτοι 10 έτη μετά το θάνατο του προαναφερθέντος τέκνου του ο κατηγορούμενος άσκησε μήνυση κατά της τότε συζύγου του εγκαλούσας, της μητέρας της Β. Β. και των δύο αδελφών της Μ. και Α. Β., κατηγορώντας αυτές ότι η πρώτη σκότωσε το τέκνο τους αποφράσσοντας την αναπνοή του με ένα μαξιλάρι, με αποτέλεσμα να του προκαλέσει ασφυξία, ότι η δεύτερη αδελφή της Α. του κρατούσε τα πόδια και ότι οι λοιπές εγκαλούσες παρείχαν ψυχική συνδρομή σ' αυτές με την ψυχική τους παρότρυνση και την επόπτευση και επιτήρηση του χώρου. Ασκηθείσης ποινικής διώξεως κατά των εγκαλουσών για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, της άμεσης συνέργειας στην πράξη αυτή, όπως και της απλής συνέργειας στην ίδια πράξη εκδόθηκε η με αριθμούς 228, 230 έως 233/2009 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θηβών, με την οποία οι τότε κατηγορούμενες νυν εγκαλούσες κρίθηκαν αθώες για τις παραπάνω πράξεις, η απόφαση δε αυτή κατέστη αμετάκλητη. Τόσον από την απόφαση αυτή, όσο και από το όλο αποδεικτικό της επ' ακροατηρίου διαδικασίας που προαναφέρθηκε, αποδείχθηκε πλήρως ότι ο κατηγορούμενος καταμήνυσε ψευδώς τις εγκαλούσες, ότι είχαν τελέσει τις παραπάνω πράξεις σε βάρος του ως άνω ανηλίκου τέκνου που έπασχε από σύνδρομο DOWN και ότι κατέθεσε ψευδή γεγονότα σε βάρος τους, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της αρμόδιας για την εξέταση της ως άνω μηνύσεώς του Αρχής, όπου επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της εν λόγω μηνύσεως ως αληθές αν και γνώριζε ότι τα ως άνω διαλαμβανόμενα στη μήνυση αυτή σε βάρος των εγκαλουσών ήταν ψευδή. Αποδείχθηκε τέλος ότι τα παραπάνω που διέλαβε ο κατηγορούμενος στην προαναφερθείσα μήνυση σε βάρος των εγκαλουσών ήταν ικανά να βλάψουν και έβλαψαν πράγματι την τιμή και την υπόληψη των εγκαλουσών, εφόσον τις παρουσίαζε ως πρόσωπα που ενεργούσαν ατιμωτικές πράξεις και μάλιστα ότι προκάλεσαν από πρόθεση το θάνατο ανηλίκου παιδιού χωρίς ηθικές αναστολές ως αυτουργός η πρώτη, ως άμεσος συνεργός η αδελφή της Α. και απλοί συνεργοί η μητέρα της και η αδελφή της Μ.. ... Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις πράξεις που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο ... ". Στο δε διατακτικό, όσον αφορά την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, αναγράφεται και ότι "με την μήνυση αυτή επεδίωκε ο κατηγορούμενος να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος των εγκαλούντων για ανθρωποκτονία από πρόθεση, άμεση και απλή συνέργεια σε αυτήν, πράγμα το οποίο και πέτυχε". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1, 224 παρ.2 και 363 σε συνδυασμό με 362του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα: α) Ως προς την ψευδή καταμήνυση, εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο αυτή τελέσθηκε, ότι, δηλαδή, ο αναιρεσείων υπέβαλε κατά των εγκαλουσών την από 20.1.2005 μήνυση, καθώς και τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτήν και ήταν ψευδή, ήτοι ότι οι εγκαλούσες τέλεσαν τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση ανηλίκου, της άμεσης και της απλής συνέργειας σ' αυτήν, κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται ανωτέρω, αιτιολογείται δε ότι ο αναιρεσείων είχε σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη των εγκαλουσών για τα ως άνω εγκλήματα, πράξεις για τις οποίες αυτές αθωώθηκαν με την υπ' αριθ. 228, 230 έως 233/2009 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θηβών. β) Ως προς την ψευδορκία μάρτυρα, προσδιορίζεται ότι τα γεγονότα που αναφέρονταν στη μήνυση του αναιρεσείοντος, τα οποία αυτός βεβαίωσε ενόρκως κατά την ένορκη εξέτασή του, ήταν ψευδή. Και γ) ως προς τη συκοφαντική δυσφήμηση παρατίθενται στην απόφαση τα δυσφημιστικά για τις εγκαλούσες γεγονότα που περιλαμβάνονται στην ως άνω μήνυση, που υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, τα οποία προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλουσών, ότι, δηλαδή, αυτές τέλεσαν τα ανωτέρω εγκλήματα, παρουσίαζε, δηλαδή, αυτές ως άτομα που ενεργούν ατιμωτικές πράξεις χωρίς ηθικές αναστολές. Περαιτέρω, η γνώση του αναιρεσείοντος ως προς το ψευδές των από αυτόν κατατεθέντων αιτιολογείται πλήρως από την έμμεση, αλλά σαφή παραδοχή ότι αυτός είχε προσωπική αντίληψη των καταμηνυθέντων ως ψευδών και του αντιστοίχου περιεχομένου της μηνύσεώς του, οπότε γνώριζε την πραγματική κατάσταση, ως εκ της οποίας δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων, σχετικά με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το Τριμελές Εφετείο αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν τεθεί υπόψη του, δεν ήταν δε αναγκαίο να παρατίθεται τι προέκυπτε από το καθένα χωριστά ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως και δη γιατί η προαναφερόμενη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου βάρυνε περισσότερο από το παραπεμπτικό των εγκαλουσών για τα ως άνω εγκλήματα βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και τα αντίστοιχα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και του Αρείου Πάγου, δεδομένου, μάλιστα, ότι για την παραπομπή κάποιου απαιτούνται σοβαρές ενδείξεις, ενώ για την καταδίκη του απαιτείται πλήρης απόδειξη της ενοχής του. Ούτε βεβαίως ήταν αναγκαίο να αναφέρεται ο λόγος, για τον οποίο το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο αθώωσε τις εγκαλούσες (λόγω αμφιβολιών). β) Όπως αναφέρθηκε, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο με το σκεπτικό αυτής αποτελεί ενιαίο σύνολο, εκτίθεται ότι ο αναιρεσείων, με τη μήνυση που υπέβαλε, επεδίωκε να ασκηθεί ποινική δίωξη κατά των εγκαλουσών, πράγμα που πέτυχε. Ο σκοπός αυτός προκύπτει και από την παραδοχή στο σκεπτικό ότι ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των εγκαλουσών και ότι αυτές αθωώθηκαν αμετακλήτως. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 368 παρ. 1 εδ. α του ΠΚ, η ποινική δίωξη, μεταξύ άλλων, και για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Κατά δε το άρθρο 117§1 του ΠΚ, "όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υπέβαλε την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της". Εξάλλου, από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση επί εγκλήματος διωκομένου κατ' έγκληση, εφόσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεσή της, πρέπει να διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς το χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούμενος σε έγκληση έλαβε γνώση της τελέσεως της πράξεως και του προσώπου που την τέλεσε. Αν ελλείπει τέτοια αιτιολογία, αν δηλαδή στην απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 117§1 ΠΚ, ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπου ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αναφέρθηκε, και για συκοφαντική δυσφήμηση, η οποία τελέστηκε στις 20.1.2005 σε βάρος των ως άνω εγκαλουσών, η ποινική δίωξη ασκήθηκε κατόπιν εγκλήσεως των παθουσών. Η έγκληση αυτή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, φέρει χρονολογία 19.7.2005 και υποβλήθηκε κατά τη χρονολογία αυτή, ήτοι μετά την πάροδο τριμήνου από τον ανωτέρω χρόνο τελέσεως της πράξεως. Το δικάσαν Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ότι: "Τέλος δεν αποδείχθηκε ότι οι μηνύτριες είχαν λάβει γνώση των πραγματικών περιστατικών - που ανέφερε σε βάρος τους ο κατηγορούμενος με την προαναφερθείσα μήνυσή του - ενωρίτερα από τις 20-4-1995 (η πρώτη και η τρίτη) και τις 25.4.2005 (η δεύτερη και η τέταρτη) οπότε και αυτές κλήθηκαν αντίστοιχα για να καταθέσουν ενώπιον του Τμήματος Ανθρωποκτονιών, όπως αβάσιμα ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ...". Ακολούθως δε έκρινε εμπρόθεσμη την έγκληση και απέρριψε κατ' ουσίαν τον αντίθετο, περί εκπρόθεσμης υποβολής της εγκλήσεως, ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τα εκτεθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφορικά με το χρόνο γνώσεως από τις εγκαλούσες της τελέσεως της ως άνω σε βάρος τους πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως και του προσώπου του αυτουργού της, δεν ήταν δε αναγκαίο να προβεί σε αξιολόγηση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων (αποκομμάτων εφημερίδων, μαρτυρικών καταθέσεων, κ.λπ.) ή να προσδιορίζει ποιο και γιατί βάρυνε περισσότερο στην κρίση του. Κατά συνέπειαν, είναι αβάσιμος ο αντίθετος εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως και πρέπει να απορριφθεί. Η αιτίαση που περιέχεται στον ίδιο αυτό λόγο, ότι από τις αποδείξεις προκύπτει χρόνος γνώσεως των εγκαλουσών προγενέστερος πέραν των τριών μηνών από την υποβολή της εγκλήσεως, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και, επομένως, είναι απαράδεκτη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1 Οκτωβρίου 2012 (με αριθ. πρωτ. 6501/2012) αίτηση του Κ. Σ. του Π., για αναίρεση της υπ' αριθ. 6223, 5961α/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για ψευδή καταμήνυση κατά συρροή, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή. Στοιχεία εγκλημάτων. Έγκληση ως προς συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρ. 368 § 1, 117 §1 ΠΚ) εντός τριμήνου από της γνώσεως, που πρέπει να αιτιολογείται. Επαρκής αιτιολογία. Η κρίση περί του χρόνου γνώσεως ανέλεγκτη. Απόρριψη αιτήσεως.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1592/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη -Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Άννα-Μαρία Νταϊλάκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1926-1927/ 2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1395/2011. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 5 παρ.1 περ.α', β' και ζ' του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 20 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά, Ν. 3459/2006), με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές καθείρξεως και χρηματική τιμωρείται όποιος, εκτός άλλων, αγοράζει, εισάγει στην επικράτεια και κατέχει ναρκωτικά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ηρωίνη (άρθρο 1 παρ. 2 πιν. Α' αριθ. 5 του ως άνω Κώδικα). Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 1926-1927/2011, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, αγοράς, εισαγωγής και κατοχής ναρκωτικών ουσιών και ειδικότερα 34,6 γραμμαρίων ηρωίνης, ως τοξικομανής, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ. και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση δύο (2) ετών ανασταλείσα επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα την κατάθεση του μάρτυρα της κατηγορίας, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, των νομίμως προσκομιζομένων εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης και την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος κατά τους αναφερόμενους στο διατακτικό τόπους και χρόνο, αγόρασε από Βούλγαρο υπήκοο με το όνομα "Λ." συνολική ποσότητα 34,6 γραμμαρίων ηρωίνης, επιμερισμένη σε δύο (2) συσκευασίες βάρους 16,8 και 17,8 γραμμαρίων αντίστοιχα, καταβάλλοντος ως τίμημα το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, τις οποίες στη συνέχεια εισήγαγε πεζός από την Βουλγαρία στην Ελληνική Επικράτεια και ειδικότερα στον Προμαχώνα Σερρών και τις είχε στη φυσική του εξουσία. Τις ποσότητες αυτές τις προόριζε για περαιτέρω διάθεση και εμπορία και όχι για δική του αποκλειστικά χρήση αφού κάτι τέτοιο δεν δικαιολογείται από την ποσότητά τους. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων αγοράς, κατοχής και εισαγωγής ναρκωτικών με την ιδιότητα του τοξικομανή όπως ειδικότερα εκτίθεται στο διατακτικό της παρούσας με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη, απορριπτόμενου του αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του, του ελαφρυντικού του 84§2δ ως αορίστου". Μετά ταύτα, το παραπάνω δικαστήριο, κήρυξε ένοχο, ως τοξικομανή, τον κατηγορούμενο, του ότι: "Στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους την 30-9-2003, ενώ ήταν τοξικομανής κατά την έννοια του άρθρου 30 του Ν. 3459/2006, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα. Ειδικότερα. Α) Στη Βουλγαρία ως τοξικομανής αγόρασε από τρίτον ναρκωτικά. Ειδικότερα στον ανωτέρω χρόνο και τόπο αγόρασε από Βούλγαρο υπήκοο με το όνομα "Λ." συνολική ποσότητα 34,6 γραμμαρίων ηρωίνης, επιμερισμένη σε δύο (2) συσκευασίες βάρους 16,8 και 17,8 γραμμαρίων αντίστοιχα, καταβάλλοντος ως τίμημα το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Β) Στον Προμαχώνα Σερρών στις 30-9-2003 και ώρα 16.30 εισήγαγε ως τοξικομανής στην Ελληνική Επικράτεια ναρκωτική ουσία. Συγκεκριμένα εισήγαγε πεζός από την Βουλγαρία στην Ελληνική Επικράτεια και ειδικότερα στον Προμαχώνα Σερρών συνολική ποσότητα 34,6 γραμμαρίων ηρωίνης, επιμερισμένη σε δύο (2) συσκευασίες βάρους 16,8 και 17,8 γραμμαρίων αντίστοιχα. Γ) Στον Προμαχώνα Σερρών στις 30-9-2003 και ώρα 16.30, σε σωματική έρευνα που έγινε μετά την είσοδο του στην Ελλάδα από τη Βουλγαρία, κατείχε ως τοξικομανής παράνομα απαγορευμένη ναρκωτική ουσία και συγκεκριμένα κατείχε συνολική ποσότητα 34,6 γραμμαρίων ηρωίνης, επιμερισμένης σε δύο (2) συσκευασίες βάρους 16,8 και 17,8 γραμμαρίων αντίστοιχα. Σημειώνεται ότι οι παραπάνω υπό στοιχεία Α, Β και Γ πράξεις αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς να αποτελεί το σκεπτικό αντιγραφή του διατακτικού, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, της αγοράς, εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων, 1,14, 26 παρ.1α, 27παρ.1, 84 παρ.2α Π.Κ., 5 παρ.1 περ. α', β', ζ' παρ.2,13 παρ.1 ν. 1729/1987, ήδη άρθρο 20 παρ.1 περ. α', β', ζ' και 2, 30 παρ. 1 και 4 β' του Ν. 3459/2006, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 3811/2009, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ο 1ος περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης ( άρθρο 510 παρ.1 Δ' Κ.Π.Δ.) λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά την παρ.1 της διάταξης του άρθρου 29 του ως άνω Κ.Ν.Ν., "Όποιος για δική του αποκλειστικά χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα, που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες ή κάνει χρήση τους ή καλλιεργεί φυτά κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δικαιολογούνται μόνο για δική του αποκλειστική χρήση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός (1) έτους ...". Η κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορο του παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής ή και την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ. Μεταξύ των αυτοτελών ισχυρισμών, που μπορούν να προβληθούν από τον κατηγορούμενο για παράβαση του ν. περί ναρκωτικών, είναι και ο ισχυρισμός προμήθειας ή κατοχής ναρκωτικών για ιδία αποκλειστική χρήση, που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά δικές του ανάγκες, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 29 παρ. 1 του ΚΝΝ (Ν. 3459/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος δεν υπέβαλε, τον κατά τα άνω αυτοτελή ισχυρισμό, ότι την παραπάνω ποσότητα ναρκωτικών την είχε προμηθευτεί για τις προσωπικές του ανάγκες, ήτοι για δική του αποκλειστική χρήση. Συνεπώς, το δικαστήριο της ουσίας, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, και μάλιστα αιτιολογημένα, σε αυτοτελή ισχυρισμό που δεν είχε προβληθεί. Καίτοι δε το δικαστήριο, δεν είχε υποχρέωση, κατά τα άνω, να απαντήσει, εν τούτοις στο σκεπτικό της απόφασής του, αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος " τις ποσότητες ναρκωτικών τις προόριζε για περαιτέρω διάθεση και εμπορία και όχι για δική του αποκλειστικά χρήση, αφού κάτι τέτοιο δε δικαιολογείται από την ποσότητά τους". Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέα, η αιτίαση του αναιρεσείοντα, που περιέχεται στον αυτό ως άνω 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ.1 Δ' Κ.Π.Δ.), καθόσον αφορά τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό. Οι λοιπές αιτιάσεις, που αναφέρονται στον ίδιο λόγο αναίρεσης, περί του ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκαν οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ότι το πρόσωπο από το οποίο φέρεται ο κατηγορούμενος να αγόρασε την ως άνω ποσότητα ναρκωτικών ήταν "Βούλγαρος υπήκοος με το όνομα Λ.", είναι απαράδεκτες, καθόσον υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την από 17-11-2011, υπ' αριθμό πρωτ. 1/2011 αίτηση, του Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 1926-1927/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αγορά εισαγωγή και κατοχή ναρκωτικών, ηρωίνης, από τοξικομανή . Αναίρεση. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αυτοτελής ισχυρισμός άρθρου 29 παρ. 1 Κ.Ν.Ν, προμήθεια και κατοχή για δική του αποκλειστική χρήση. Τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών. Αιτιολογημένη η απόφαση ως προς την ενοχή. Απορριπτέα, ως ερειδόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση, η αιτίαση του αναιρεσείοντα, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθόσον αφορά τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό, αφού τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε. Απορρίπτει αναίρεση.
null
null
2
Αριθμός 1591/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της ΑΜ11588/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Πειραιά. Με κατηγορούμενη την Μ. Μ. του Κ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο και με πολιτικώς ενάγουσα την Μ. Μ. του Φ., κάτοικο ... που δεν παρέστη. Το Μονομελές Πλημ/κείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 8/8.2.2012 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 223/2012. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 505 παρ. 2,479 παρ. 2 και 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής ή εκείνης που παύει οριστικά την ποινική δίωξη ή την κηρύσσει απαράδεκτη, για όλους τους προβλεπόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 ίδιου κώδικα λόγους, μεταξύ των οποίων και η υπέρβαση εξουσίας, εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άνω άρθρου 473 παρ. 3 (ΟλΑΠ 6/2002) και όχι από τη δημοσίευση της. Επομένως, η υπό κρίση από8-2-2012 και με αριθμ. 8/2012 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία ζητείται η αναίρεση, για υπέρβαση εξουσίας, της 11588/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, που έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά της κατηγορουμένης Μ. Μ. για το αδίκημα της εξύβρισης και η οποία (αναίρεση) ασκήθηκε με δήλωση στο Γραμματέα του Αρείου Πάγου Γεώργιο Σωφρονιάδη, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση είχε καταχωρηθεί στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ στις 16-1-2012, είναι παραδεκτή. Όπως προκύπτει από τα υπό χρονολογίες 23-10-2012 και 24-10-2012 αποδεικτικά επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά, ... η κατηγορούμενη Μ. Μ. και η πολιτικώς ενάγουσα Σ. Μ. κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρα 513 παρ. 1 και 155 παρ. 1 ΚΠοινΔ) για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, πλην δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 46 ΚΠΔ αν ο παθών θέλει να ζητήσει τη δίωξη αξιόποινης πράξης υποβάλλει την έγκληση σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 42 παρ.1, 2, 3 και 4 . Σύμφωνα δε με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 42 ΚΠΔ η έγκληση υποβάλλεται απευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή σε άλλο ανακριτικό υπάλληλο, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα, είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Ο εγκαλών δε κατά την υποβολή της εγκλήσεως ενώπιον κάθε αρμόδιας αρχής, καταθέτει, με ποινή το απαράδεκτο αυτής, παράβολο υπέρ του δημοσίου ποσού εκατό(100) ευρώ. Το ύψος του ποσού του παραβόλου αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, το άνω δε ποσό του παραβόλου αναπροσαρμόσθηκε με την ΑΥ ΟικΔικΔΑΔ 123827/23.12.2010 από το μέχρι τότε ισχύον ποσό των δέκα (10) ευρώ. Περαιτέρω υπέρβαση εξουσίας που συνιστά τον κατά τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Η' και 484 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης υπάρχει, με βάση το γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 11588/2011 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, όπως από αυτήν προκύπτει, το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά της κατηγορουμένης Μ. Μ. για την πράξη της εξύβρισης, λόγω μη νομότυπης υποβολής εγκλήσεως και συγκεκριμένα λόγω μη καταθέσεως του προβλεπόμενου παραβόλου υπέρ του Δημοσίου. Από τα έγγραφα όμως της δικογραφίας, παραδεκτώς επισκοπούμενα κατά την έρευνα του προβαλλόμενου αναιρετικού λόγου της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας, προκύπτουν τα εξής: Η ανωτέρω ποινική δίωξη ασκήθηκε κατόπιν της από 30-8-2008 εγκλήσεως της Σ. Μ., η οποία εγχειρίσθηκε από την ίδια στο Α.Τ Αίγινας και στη συνέχεια υποβλήθηκε στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πειραιά και συγχρόνως κατέθεσε και το τότε προβλεπόμενο παράβολο υπέρ του Δημοσίου εκ ποσού δέκα (10) ευρώ, όπως τούτο προκύπτει από την υποβλητική αναφορά του Α.Τ Αίγινας και τα υπ' αριθμ. 763902 2361890/30/8/2008 παράβολα Δημοσίου. Η δε εν λόγω έγκληση που υποβλήθηκε με τον τρόπο που προεκτέθηκε ήταν νομότυπη και παραδεκτώς ασκήθηκε, με βάση την έγκληση αυτή, η ποινική δίωξη σε βάρος της κατηγορουμένης για την ως άνω αξιόποινη πράξη. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας υπερέβη την εξουσία του με το να δεχθεί ότι η ανωτέρω έγκληση δεν είχε υποβληθεί νομοτύπως είναι βάσιμος. Πρέπει, κατ' ακολουθίαν, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την απόφαση 11588/2011 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Παραπέμπει την υπόθεση νια νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση του Εισαγγελέως Αρείου Πάγου κατά αποφάσεως που κήρυξε απαράδεκτη ποινική δίωξη λόγω μη καταθέσεως του παραβόλου υπέρ του Δημοσίου. Δεκτή η αίτηση αναίρεσης διότι είχε κατατεθεί το σχετικό παράβολο.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1589/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη -Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Π. Π. του Β., κρατούμενου στο κατάστημα Κράτησης Τρικάλων, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Διαμαντή, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 102α-106/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λαρίσης. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1347/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιο αυτοτελή ισχυρισμό, αποτελεί και το αίτημα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, για επιβολή μειωμένης ποινής, στην περίπτωση του άρθρου 84 παρ. 2γ' και 2ε' του Π.Κ, της συνδρομής δηλαδή των ελαφρυντικών περιστάσεων, του ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη, και της καλής συμπεριφοράς, για σχετικά μεγάλο διάστημα, μετά την τέλεση της πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμό 119-121/ 2008 απόφαση του ΜΟΕ Λάρισας, ο αναιρεσείων, κηρύχθηκε ένοχος για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, από κοινού και πρόκληση σε εκτέλεση κακουργήματος και του επιβλήθηκε ποινή ισόβιας κάθειρξης για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση και ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών για την πράξη της πρόκλησης σε εκτέλεση κακουργήματος. Κατόπιν άσκησης αίτησης αναίρεσης, από μέρους του, κατά της ως άνω αποφάσεως, εκδόθηκε η με αριθμό 842/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε εν μέρει, την ως άνω καταδικαστική απόφαση και δη, α) για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, για την αναγνώριση σ 'αυτόν των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 περ. γ' και ε' του Π.Κ., β) για την επιβολή ποινών για τις πράξεις που καταδικάστηκε αυτός και γ) για την επιβολή συνολικής ποινής και παρέπεμψε την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμό 102Α-106/2011 απόφαση του ΜΟΕ Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκαν και πάλι οι παραπάνω αυτοτελείς ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, για την αναγνώριση σ' αυτόν των ελαφρυντικών περιστάσεων που αναφέρθηκαν, μετά δε την απόρριψη των ελαφρυντικών, επιβλήθηκαν στον αναιρεσείοντα οι αυτές, ως άνω, ποινές ήτοι, η ποινή της ισόβιας κάθειρξης για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση και η ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών για την πράξη της πρόκλησης σε εκτέλεση κακουργήματος. Όπως προκύπτει, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, κατέθεσαν τους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς, εγγράφως και τους ανέπτυξαν και προφορικά στο ακροατήριο, ήτοι, ζήτησαν, να αναγνωρισθούν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, οι από το άνω άρθρο 84 παρ. 2γ και 2ε του Π.Κ. ελαφρυντικές περιστάσεις και, σχετικά με τη θεμελίωσή τους επικαλέστηκαν κατά λέξη τα παρακάτω: "1) Πράγματι πρέπει να αναγνωρισθή στον κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 περ.γ' του Π.Κ για τους εξής λόγους: Ο νομοθέτης εθέσπισε την ελαφρυντική περίσταση σύμφωνα με την οποία μειώνεται η ποινή κατά το άρθρο 83 και όταν "(ο υπαίτιος) παρασύρθηκε (στη πράξη του) από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη". Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος είχε πεισθεί ότι ο τρόπος που έγινε το ατύχημα με υπαίτιο τον Ι. Δ., που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο του υιού του Στέφανου, οφείλονταν σε ενδεχόμενο δόλο και όχι σε αμέλεια παρά την παραδοχή της υπ' αριθμ. 1062/2000 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας που δέχθηκε κατά το σκεπτικό βαρύτατη αμέλεια του οδηγού του ταξί που παρέσυρε αδικαιολογήτως τον κανονικώς ομορρώπως βαδίζοντα πεζό, επέβαλε όμως ποινή δύο ετών της οποίας την εκτέλεση, ανέστειλε επί τριετία. Ο άδικος πράγματι χαμός του μοναδικού αγοριού που απέκτησε μετά από 10 περίπου έτη γάμου με την σύζυγό του Μ. Π. του προκάλεσε αβάσταχτο ψυχικό πόνο, αλλά και εντονότατη οργή για την άδικη πράξη του Δ.. Η βίαιη θλίψη του εκδηλώθηκε με την απομόνωσή του, τη δημιουργία προσκυνηταρίου στο μαγαζί του με καθημερινό θρήνο. Η κατάσταση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την διατάραξη του ψυχικού του κόσμου όχι στον βαθμό της διατυπωθείσης στον απορριφθέντα αμετακλήτως αυτοτελή ισχυρισμό του, μορφής περί διατάραξης της συνείδησης και εφαρμογής του άρθρου 36 Π.Κ., αλλά σε σημείο που δικαιολογεί την εφαρμογή των προμνησθεισών διατάξεων του άρθρου 84 παρ.2, γ' Π.Κ. Άλλωστε και στην απόφαση του Αρείου Πάγου ρητή μνεία γίνεται περί του ότι "... οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση του ελαφρυντικού αυτού είναι άσχετες με την συνδρομή ή όχι στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των προϋποθέσεων του άρθρου 36 Π.Κ.". 2) Ο Άρειος Πάγος δέχθηκε με την απόφασή του ότι για το χρονικό διάστημα της παραμονής του κατηγορουμένου στην Φυλακή έστω και αν επέδειξε αποδεδειγμένως όχι μόνον καλή διαγωγή αλλά ιδιάζουσα δραστηριότητα και δημιουργική εργασία, δεν δικαιολογείται η χορήγηση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 ε' Π.Κ. Έκρινε όμως ως αναιτιολόγητη την απόρριψη του ισχυρισμού του κατηγορουμένου για την άψογη ατομική, οικογενειακή και κοινωνική συμπεριφορά και κατά το χρονικό διάστημα από 3-1-2002 μέχρι 22-3-2004 κατά το οποίο παρέμεινε εκτός φυλακής πριν διαταχθή η προσωρινή κράτηση. Πράγματι αποδεδειγμένως ο κατηγορούμενος οσάκις του εζητήθη να προσέλθη στην Αστυνομία και στον Ανακριτή εμφανίσθηκε αμέσως, ουδέποτε κατέβαλε προσπάθεια να αποφυγή την προσαγωγή του αλλά έθεσε εαυτόν στην διάθεση των Αρχών. Καθ' όλο το διετές αυτό χρονικό διάστημα ήταν ελεύθερος μη υποκείμενος σε κανένα περιορισμό και ουδέποτε διανοήθηκε την διαφυγή του. Επιδόθηκε στην προσπάθειά του να αποκαταστήση την επαγγελματική του ενασχόληση αλλά και την κοινωνική του θέση για την επιβίωση της οικογενείας του στην οποία ήταν απολύτως αφοσιωμένος. Όλοι ανεξαιρέτως οι μάρτυρες αναφέρουν για το κρίσιμο αυτό χρονικό διάστημα ότι η συμπεριφορά του μαρτυρεί την μη αλλοίωσή του ως ατόμου και ως προσωπικότητας και ότι η ένταξή του στο κοινωνικό σύνολο θα είναι ομαλή μετά την λήξη της τραγικής του περιπέτειας. Το γεγονός τούτο το διαπίστωσαν και οι Δ/ντες των Φυλακών μετά τον εγκλεισμό του και καταχωρήθηκε και στην έκθεση της Κοινωνικής Υπηρεσίας της Φυλακής Άμφισσας. Όλο αυτό το διετές διάστημα της ελευθερίας του υπήρξε κατά την γνώμη μας και περίοδος καθαρτηρίου γι'αυτόν με επιστέγασμα την μετέπειτα μοναδική προσφορά του στο σωφρονιστικό έργο των Φυλακών". Το δικάσαν δικαστήριο, μετά, α) την αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ήτοι, των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, της ανάγνωσης των πρακτικών της αναιρεθείσας εν μέρει, απόφασης του δικαστηρίου αυτού, καθώς και των λοιπών εγγράφων και της απολογίας του κατηγορουμένου, και β) την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, όπως τα περιστατικά αυτά τα δέχτηκε η εκδοθείσα αρχικά, και μη αναιρεθείσα κατά το σημείο αυτό, υπ' αριθμό 119-121/2008 απόφαση του ΜΟΕ Λάρισας, απέρριψε τους παραπάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς (τον πρώτο, με μειοψηφία μιας ενόρκου), με την παρακάτω αιτιολογία: "Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκαν τα επικαλούμενα προς θεμελίωση των προβαλλομένων ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, [περί αναγνωρίσεως των από τις διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2γ και ε ΠΚ προβλεπομένων ελαφρυντικών περιστάσεων] πραγματικά περιστατικά, καθόσον α) ως προς μεν τον πρώτο ισχυρισμό (84 παρ. 2γ ΠΚ) ναι μεν ο εξ αμελείας εκ μέρους του φονευθέντος Ι. Δ., θάνατος, κατά την 3-10-1996, του γιου του κατηγορουμένου, Σ. Π., ο οποίος συνιστά, αναμφισβήτητα, άδικη πράξη στρεφόμενη εναντίον του, προκάλεσε σ' αυτόν αβάστακτη θλίψη και οργή, πλην, όμως δεν προέκυψε ότι στη διάπραξη των ως άνω αξιοποίνων πράξεων παρασύρθηκε από τα απορρεύσαντα, εκ της προηγηθείσης εναντίον του άδικης πράξης του φονευθέντος Δ., ως άνω συναισθήματα, αφού το χρονικό διάστημα των έξι περίπου ετών που μεσολάβησε από το χρόνο θανάτου του γιου του (3.10.1996) μέχρι το χρόνο τέλεσης των αποδιδόμενων σ' αυτόν εγκληματικών πράξεων (Μάιο 2001 μέχρι 3.1.2002) αναμφισβήτητα λειτούργησε κατευναστικά ως προς την ένταση των συναισθημάτων αυτών, στα οποία, ως εκ τούτου, δεν μπορεί, κατά την άποψη που πλειοψήφησε, να αποδοθεί η επικαλούμενη από τον κατηγορούμενο παράσυρση στη διάπραξη των ως άνω πράξεων, στις οποίες αυτός, αποδείχθηκε ότι, ωθήθηκε αποκλειστικά από αίσθημα εκδίκησης, που όμως δεν μπορεί να θεμελιώσει τον επικαλούμενο σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, β) ως προς δε το δεύτερο ισχυρισμό (84 παρ.2ε ΠΚ) καθόσον αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν συμπεριφέρθηκε καλά μετά την τέλεση της πράξης του και μέχρι τη σύλληψή του, αφού αν και εγνώριζε ότι ο ίδιος ήταν ο ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του Δ., απέφυγε με πρόθεση συσκότισης των σχετικών ερευνών, να αναφέρει αυτό στις αρμόδιες αστυνομικές ή δικαστικές αρχές, αλλά αρνείτο την οποιαδήποτε εμπλοκή του στην υπόθεση της δολοφονίας του ως άνω Δ. ακόμη και υπό την υποστηριζόμενη από τον ίδιο εκδοχή, ότι, δηλαδή, η προς τους φυσικούς αυτουργούς δοθείσα από τον ίδιο εντολή συνίστατο όχι στη δολοφονία αυτού, αλλά στη φυλάκισή του δια της εμπλοκής του σε υπόθεση ναρκωτικών, δυσχεραίνοντας, κατά τον τρόπο, και όχι διευκολύνοντας, όπως θα απαιτούσε η καλή συμπεριφορά, την εξιχνίαση της ένδικης υπόθεσης (βλ. σχ. ΑΠ 879/93 ΠΧΡ ΜΓ.677)". Με αυτά που δέχτηκε το δικαστήριο, για την απόρριψη των εν λόγω αυτοτελών ισχυρισμών, διέλαβε στην απόφασή του, την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτούν οι διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ, αφού, α) εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα όσα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, αναφορικά με τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου, ότι συνέτρεξαν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις υπέρ αυτού της προκειμένης διατάξεως του άρθρ. 84 παρ. 2γ και ε' του Π.Κ. και β) τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι δε συντρέχουν οι όροι που δικαιολογούν την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων οι οποίες προβλέπονται από την εν λόγω διάταξη. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 εδάφ. Δ' μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά ταύτα πρέπει η αίτηση να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.2 Κ.Π.Δ.).- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3 Νοεμβρίου 2011 (υπ' αριθμ. πρωτ. 8374/7-11-.2011 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ασκηθείσα) αίτηση του Π. Π. του Β., κρατουμένου στο Κ.Κ. Τρικάλων για αναίρεση της με αριθμό 102Α - 106 /2011 αποφάσεως του ΜΟΕ Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η πλήρης αιτιολογία που απαιτείται για τη δικαστική απόφαση, απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και το αίτημα για αναγνώριση της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων στο πρόσωπο του κατηγορουμένου. Αίτημα για την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. γ και ε' Π.Κ. Απόρριψη αυτών, με πλήρως αιτιολογημένη απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1588/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Ν. Κ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Αβραντίνη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 11430/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1206/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990 η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στην καταβολή τριών συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, με καθυστέρηση καταβολής πέραν των δυο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές και γ) ενός (1) έτους τουλάχιστον, προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια παραπάνω αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές. Η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/11-9-1997, σύμφωνα με το οποίο: Η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα δυο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές και γ) ενός (1) τουλάχιστον έτους προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια παραπάνω αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει α) ότι με το άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2523/1997 αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, από παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες, πράγμα που συμβαίνει όταν το ύψος της από την άνω αιτία ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές και β) ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139), είναι 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως βεβαίωση των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί, 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δυο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής. Τέλος, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/ 2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία, ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Περαιτέρω, κατά τη σαφή νέα αυτή διατύπωση του άρθρου 25, για κάθε πίνακα χρεών τα οποία γεννήθηκαν μετά την 1-1-2004 και ο οποίος πίνακας υποβάλλεται στον Εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, την μη καταβολή του συνολικού χρέους που αναφέρεται στον πίνακα, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επί μέρους χρέους του πίνακα. Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής ενός εκάστου χρέους του πίνακα για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος, κυριαρχικώς, θεωρεί, πλέον, ότι τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη, μη καταβληθέντα, συνιστούν ένα και μόνον έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και δη με χρόνο τελέσεως τη συμπλήρωση τετραμήνου από του χρόνου καταβολής αυτών (ΑΠ 1059/2009, 1727/2008). Κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 εδ. α του ίδιου άρθρου, "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται, προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω". Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, "για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου (ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, ομόρρυθμες, ετερόρρυθμες κλπ), η ποινική δίωξη ασκείται για χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για χρέη που βεβαιώθηκαν, ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή ...". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικών κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Ειδικά ως προς τον δόλο, που απαιτείται κατά κανόνα, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, προς στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης των κακουργημάτων και πλημμελημάτων και συνίσταται, κατά το άρθρο 27 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών αυτών και προκύπτει από αυτή και έτσι δεν παρίσταται ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, ως προς αυτόν. Κατ' εξαίρεση υπάρχει ανάγκη τέτοιας ειδικής αιτιολογίας ως προς το δόλο, όταν απαιτούνται και πρόσθετα περιστατικά, όπως όταν ο νόμος απαιτεί να έχει τελεσθεί η πράξη με σκοπό την πρόκληση ορισμένου αποτελέσματος. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 11430/ 2011 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος (μνημονεύονται, δέχτηκε ανελέγκτως ότι "Από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς, και από την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας που εξετάστηκε νομότυπα στο ακροατήριο και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας "ΕΜΠΕΔΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ", έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι βεβαιώθηκε σε βάρος, του από τη ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών το συνολικό ποσό των 8.063.881,40 ευρώ το οποίο κατέστη ληξιπρόθεσμο κατά το χρονικό διάστημα από 30-11-2004 έως 29-11-2005, προερχόμενο από διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου. Ειδικότερα: 1) η υπ' αριθμ. 1 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 19-4-2001 για ΦΠΑ) ποσό 6.282,15 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-1-2004, 2) η υπ' αριθμ. 2 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 23-4-2001 για λοιποί έμμεσοι φόροι) ποσό 6.274,65 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-1-2004, 3) η υπ' αριθμ. 3 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 12-8-2002 για λοιποί έμμεσοι φόροι) ποσού 6.180,15 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-1-2004, 4) η υπ' αριθμ. 4 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 12-8-2002 για λοιποί έμμεσοι φόροι) ποσού 6.117,57 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-1-2004, 5) η υπ' αριθμ. 5 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 12-8-2002 για λοιποί έμμεσοι φόροι) ποσού 2.617,38 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-1-2004, 6) η υπ' αριθμ. 6 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 12-8-2002 για λοιποί έμμεση φόροι) ποσού 5.709,17 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-1-2004, 7) η υπ' αριθμ. 7 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 28-8-2002 για εισόδημα οριστική βεβαίωση με παρακρ.) ποσού 13.973,30 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-4-2004, 8) η υπ' αριθμ. 8 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 28-8-2002 για δάνεια ΚΝΤΧ) ποσού 15.897,28 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 31-12-2003, 9) η υπ' αριθμ. 9 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 28-8-2002 για ΦΠΑ) ποσού 524.031,31 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 31-10-2003, 10) η υπ' αριθμ. 10 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 2-6-2003 για τέλη χρήσεως μηχανημάτων έργων) ποσού 545,25 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 31-7-2003, 11) η υπ' αριθμ. 11 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 11-5-2004 για εισόδημα Ν.Π. προσωρ. βεβ. από δήλωση) ποσού 3.585.983,70 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-6-2004, 12) η υπ' αριθμ. 12 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 1-6-2004 για τέλη χρήσεως μηχανημάτων έργων) ποσού 349,55 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-7-2004, 13) η υπ' αριθμ. 13 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 1-6-2004 για τέλη χρήσεως μηχανημάτων έργων) ποσού 124,84 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-7-2004, 14) η υπ' αριθμ. 14 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 1-6-2004 για τέλη χρήσεως μηχανημάτων έργων) ποσού 480,63 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-7-2004, 15) η υπ' αριθμ. 15 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 1-6-2004 για τέλη χρήσεως μηχανημάτων έργων) ποσού 374,51 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-7-2004, 16) η υπ' αριθμ. 16 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 1-6-2004 για τέλη χρήσεως μηχανημάτων έργων) ποσού 212,22 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-7-2004, 17) η υπ' αριθμ. 17 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 1-6-2004 για τέλη χρήσεως μηχανημάτων έργων) ποσού 162,29 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-7-2004, 18) η υπ' αριθμ. 18 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 1-6-2004 για τέλη χρήσεως μηχανημάτων έργων) ποσού 187,26 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-7-2004, 19) η υπ' αριθμ. 19 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 18-6-2004 για εισόδημα οριστική βεβαίωση, παρακρατ.) ποσού 774.559,61 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-7-2004, 20) η υπ' αριθμ. 20 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 18-6-2004 για εισόδημα οριστική βεβαίωση, παρακρατ.) ποσού 14.808,04 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-7-2004, 21) η υπ' αριθμ. 21 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 18-6-2004 για εισόδημα οριστική βεβαίωση, παρακρατ.) ποσού 296,14 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-7-2004, 22) η υπ' αριθμ. 22 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 18-6-2004 για εισόδημα οριστική βεβαίωση, παρακρατ.) ποσού 394,84 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-7-2004, 23) η υπ' αριθμ. 23 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 18-6-2004 για εισόδημα οριστική βεβαίωση, παρακρατ.) ποσού 218.281,20 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-7-2004, 24) η υπ' αριθμ. 24 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 18-6-2004 για εισόδημα οριστική βεβαίωση, παρακρατ.) ποσού 1.099,94 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-7-2004, 25) η υπ' αριθμ. 25 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 18-6-2004 για εισόδημα οριστική βεβαίωση, παρακρατ.) ποσού 2.820,77 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-7-2004, 26) η υπ' αριθμ. 26 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 18-6-2004 για εισόδημα οριστική βεβαίωση, παρακρατ.) ποσού 82.649.65 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-7-2004, 27) η υπ' αριθμ. 27 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 18-6-2004 για εισόδημα οριστική βεβαίωση, παρακρατ.) ποσού 36.587.89 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-7-2004, 28) η υπ' αριθμ. 28 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 18-6-2004 για εισόδημα οριστική βεβαίωση, παρακρατ.) ποσού 83.919.07 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-7-2004, 29) η υπ' αριθμ. 29 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 18-6-2004 για εισόδημα οριστική βεβαίωση, παρακρατ.) ποσού 420.847.84 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-7-2004, 30) η υπ' αριθμ. 30 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 18-6-2004 για εισόδημα οριστική βεβαίωση, παρακρατ.) ποσού 851.620.63 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-7-2004, 31) η υπ' αριθμ. 31 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 21-6-2004 για πρόστιμο Υπ. Εργασίας) ποσού 361,50 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-7-2004, 32) η υπ' αριθμ. 32 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 20-8-2004 για πρόστιμο Υπ. Εργασίας) ποσού 2.350 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-9-2004, 33) η υπ' αριθμ. 33 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 7-10-2004 για πρόστιμο Υπ. Εργασίας) ποσού 2.290 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-11-2004, 34) η υπ' αριθμ. 34 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 25-11-2004 για πρόστιμο Υπ. Εργασίας) ποσού 3.390 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 31-12-2004, 35) η υπ' αριθμ. 35 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 26-11-2004 για πρόστιμο Υπ. Εργασίας) ποσού 5.650 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 31-12-2004, 36) η υπ' αριθμ. 36 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 26-11-2004 για πρόστιμο Υπ. Εργασίας) ποσού 1.808 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 31-12-2004, 37) η υπ' αριθμ. 37 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 30-11-2004 για πρόστιμο Κ.Β.Σ.) ποσού 1.002.31 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 31-12-2004, 38) η αριθμ. 38 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 2-12-2004 υπέρ διαφόρων τρίτων) ποσού 50.768.40 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 31-1-2005, 39) η υπ' αριθμ. 39 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 14-12-2004 για εισόδημα προσφυγή) ποσού 963.129.20 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 31-1-2005, 40) η υπ' αριθμ. 40 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 14-12-2004 για εισόδημα οριστική βεβαίωση) ποσού 101.879,40 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 31-1-2005, 41) η υπ' αριθμ. 41 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 14-12-2004 για εισόδημα οριστική βεβαίωση) ποσού 8.577,01 ευρώ αργής γενομένης της καταβολής από 31-1-2005, 42) η υπ' αριθμ. 42 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 14-12-2004 για εισόδημα οριστική βεβαίωση) ποσού 59.512,36 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 31-1-2005, 43) η υπ' αριθμ. 43 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 14-12-2004 για εισόδημα οριστική βεβαίωση) ποσού 115.282,93 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 31-1-2005, 44) η υπ' αριθμ. 44 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 14-12-2004 για εισόδημα οριστική βεβαίωση) ποσού 43.409,45 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 31-1-2005, 45) η υπ' αριθρ. 45 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 3-2-2005 για πρόστιμο Υπ. Εργασίας) ποσού 1.744 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 31-3-2005, 46) η υπ' αριθμ. 46 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 11-2-2005 για πρόστιμο Υπ. Εργασίας) ποσού 327 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 31-1-2005, 47) η υπ' αριθμ. 47 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 11-2-2005 για πρόστιμο Υπ. Εργασίας) ποσού 218 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 31-3-2005, 48) η υπ' αριθμ. 48 οφειλή (στοιχεία πρόστιμο Υπ. Εργασίας) ποσού 8.480 ευρώ αρχής από 30-6-2005, 49) η υπ' αριθμ. 49 οφειλή (στοιχεία πρόστιμο Υπ. Εργασίας) ποσού 10.600 ευρώ αρχής από 30-6-2005, 50) η υπ' αριθμ. 50 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης από 19-5-2005 για πρόστιμο Υπ. Εργασίας) ποσού 7.420 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-6-2005, 51) η υπ' 'αριθμ. 51 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 19-5-2005 για πρόστιμο Υπ. Εργασίας) ποσού 6.360 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-6-2005, 52) η υπ' αριθμ. 52 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 19-5-2005 για πρόστιμο Υπ. Εργασίας) ποσού 5.300 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-6-2005, 53) η υπ' αριθμ. 53 οφειλή (στοιχεία βεβαίωσης 31-5-2005 για πρόστιμο ΚΒΣ) ποσού 633.01 ευρώ αρχής γενομένης της καταβολής από 30-6-2005. Επομένως, πρέπει ο εκκαλών να κηρυχθεί ένοχος όπως κατηγορείται". Ακολούθως το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της πράξεως αυτής με το ακόλουθο διατακτικό: "Κηρύσσει αυτόν ένοχο του ότι: Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 30-11-04 έως 29-11-05 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει 1)..., 2)..., 3)τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας "ΕΜΠΕΔΟΣ" ΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ με έδρα στην Κηφισιά της οποίας τυγχάνει δ/νων-εντ/νος σύμβουλος, στη ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών διάφορα χρέη υπέρ του δημοσίου, όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω ΔΟΥ (αρ. ειδ. βιβλίου 214/2005) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 6-2-2006 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω ΔΟΥ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 8.063.881,40 που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο". Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως για την οποία κηρύχτηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, 27 ΠΚ και 25 παρ. 1, 2, 3 του ν. 1882/1990 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν. 2593/1997 και 34 παρ. 2 του ν. 3220/2004 τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα προσδιορίζονται στην απόφαση 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών (ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών), 2) το ύψος των χρεών το οποίο ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 8.063.881,40 ευρώ, 3) ο τρόπος πληρωμής που με σαφήνεια προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό, 4) το είδος κάθε επί μέρους χρέους (ΦΠΑ, φόροι εισοδήματος, λοιποί έμμεσοι φόροι, πρόστιμα κλπ), 5) ο ακριβής χρόνος που κάθε επί μέρους χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, 6) ο χρόνος τελέσεως εγκλήματος που, κατά τις παραδοχές, είναι το χρονικό διάστημα από 30-11-2004 έως 29-11-2005, 7) η σαφής αναφορά ότι τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του ν. 3220/2004. Περαιτέρω, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις είναι αβάσιμες διότι δεν απαιτείτο η διευκρίνιση της ακριβούς προσελεύσεως κάθε ποσού, ούτε ο χρόνος βεβαιώσεώς τους που είναι εκείνος κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση και ως περιεχόμενο έχει τον προσδιορισμό του προσώπου του υπόχρεου και δεν συμπίπτει με το χρόνο τελέσεως της πράξεως. Εξάλλου δεν απαιτείτο ειδική αιτιολογία ως προς το δόλο του καταδικασθέντος αναιρεσείοντος αφού αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την αξιόποινη αυτή πράξη. Σαφείς επίσης είναι οι παραδοχές ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της οφειλέτριας αναφερόμενης ανώνυμης ελληνικής εταιρείας, κατά τούτο δε η προσβαλλόμενη δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Η ιδιότητα αυτή τον καθιστά κατά το νόμο ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος τούτου. Περαιτέρω, η αναφορά στο διατακτικό ότι το έγκλημα τούτο τελέστηκε κατ' εξακολούθηση έχει την έννοια ότι η συνολική αυτή οφειλή σύγκειται από περισσότερα χρέη που εμπίπτουν στο συγκεκριμένο αυτό χρονικό διάστημα και όχι στην έννοια της κατ' εξακολούθηση τέλεσης περισσοτέρων πράξεων αφού, ως ελέχθη, η τέλεση του εγκλήματος τούτου υπό την ισχύ του ν. 3220/2004 συνιστά μια πράξη και όχι έγκλημα κατ' εξακολούθηση. Περαιτέρω, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων προέβαλε δια του συνηγόρου που τον εκπροσωπούσε τον ισχυρισμό ότι η οφειλέτρια εταιρεία βρισκόταν σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 46 παρ.1 του ν. 1982/1990 από το έτος 2006, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως που είναι προγενέστερος, η εταιρεία αυτή δεν τελούσε υπό το καθεστώς αυτό. Συνεπώς οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, για αναβολή της δίκης, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του Δικαστηρίου κρίση. Η υποχρέωση όμως του δικαστηρίου ν' απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη του προβληθέντος σχετικού αιτήματος προϋποθέτει ότι πρέπει να υποβάλλεται αυτό κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (ΑΠ 1951/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης ο αναιρεσείων δια της συνηγόρου του που τον εκπροσωπούσε, ζήτησε την αναβολή της δίκης με τον ισχυρισμό ότι "το Δημόσιο ακόμα και αν δεν ικανοποιηθεί για όλη την οφειλή του σίγουρα θα πάρει κάποιο μέρος τη οφειλής". Όμως, έτσι, όπως διατυπώθηκε το αίτημα της αναβολής, υποβλήθηκε εντελώς αορίστως διότι δεν εκτίθεται σε αυτό το τι θα συνέβαινε μέχρι την εξ αναβολής δίκη, με ποιο ποσό θα ικανοποιείτο το Δημόσιο και κυρίως σε ποιο βάθος χρόνου θα επήρχετο η ικανοποίηση αυτή. Συνεπώς, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα στο πιο πάνω αίτημα αναβολής που ήταν αόριστο και εντεύθεν απαράδεκτο. Όμως, παρά ταύτα το δικαστήριο ως εκ περισσού, απέρριψε το αίτημα αυτό, με την αιτιολογία ότι "το δικαστήριο έκρινε απορριπτέο το σχετικό αίτημα αναβολής της υποθέσεως, που προβλήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρου του εκκαλούντος". Επομένως, και ο τελευταίος αυτός λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7-10-2011 αίτηση του Ν. Κ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 11430/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Επιβάλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο υπό την ισχύ του ν. 3220/2004. Είναι έγκλημα ενιαίο και όχι κατ’ εξακολούθηση χρόνος τέλεσης. Ευθύνη διευθύνοντος συμβούλου εγγυητικής ανώνυμης εταιρίας. Δεν απαιτείτο αναφορά του χρόνου βεβαίωσης και η ακριβής προέλευση κάθε ποσού.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1579/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ζ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Μπεκάρη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 81/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 31 Ιανουαρίου 2012 (δύο) αιτήσεις του, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 258/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες, από 31-1-2012 δύο αιτήσεις, ταυτόσημες, του ιδίου αναιρεσείοντα, Ζ. Κ. του Μ. με αριθμό πρωτ. 1/ 2012, η πρώτη και με αριθμό πρωτ. 903/1-2-2012, η δεύτερη, που ασκήθηκαν με δήλωση ενώπιον του Γραμματέως του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου η πρώτη και με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η δεύτερη, με τις οποίες ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 81/2012, απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Ιωαννίνων, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 473 παρ. 2, 474 παρ.1 ΚΠΔ). Επομένως είναι τυπικά δεκτές και πρέπει συνεκδικαζόμενες, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, να εξετασθούν περαιτέρω. Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 εδ. α του ν. 2523/1997 "διοικητικές - ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία άλλες διατάξεις", "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών". Με την παρ.1 του άρθρ.40 του Ν. 3220/2004, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω φοροδιαφυγή, μετά το πρώτο εδάφιο της παρ.1 του παραπάνω άρθρου 19 του ως άνω ν. 2523/1997, προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής : "Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) με κάθειρξη, μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ." Κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου 19, του ν. 2523/1997, "εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων (και μάλιστα ανεξαρτήτως αν τα τελευταία είναι και πλαστά, αφού ο νόμος δεν θεωρεί ως εικονικά μόνο τα γνήσια), υποκειμενικώς δε, δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και, επί αποδοχής της εικονικότητας αυτών, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η' του ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωσή του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως, και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 81/2012 απόφαση, το Τριμελούς Πλημ/κείο Ιωαννίνων που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, σχετικά με την κατηγορία, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ήτοι τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ένορκα στο ακροατήριο καθώς και από την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη του κατηγορητηρίου, καθόσον στον αναφερόμενο στο διατακτικό της παρούσας τόπο και χρόνο, όντας Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης αναπτυξιακής τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "NEODOM Α.Ε." εξέδωσε και καταχώρησε στα λογιστικά βιβλία της επιχείρησής του το υπ' αριθμόν 1/31-12-2005 τιμολόγιο τεχνικού έργου συνολικής αξίας 100.000 πλέον Φ.Π.Α. 19.000 €, το οποίο αφορούσε στην κατασκευή και αποπεράτωση από τη εταιρία "NEODOM Α.Ε." του μηχανολογικού εξοπλισμού και υδραυλικών εγκαταστάσεων του σφαγείου στο Κεφαλόβρυσο του Δήμου Άνω Πωγωνίου, που είχε αναλάβει να κατασκευάσει η κοινοπραξία τεχνικών έργων με την επωνυμία "Ν. Κ.-Χ. Γ." και ειδικότερα την τοποθέτηση ειδών υγιεινής, την κατασκευή δικτύου αποχέτευσης, τη σύνδεση με το βιολογικό καθαρισμό του Δήμου, την εγκατάσταση κλιματισμού στα γραφεία, δικτύου πυρασφάλειας και πεπιεσμένου αέρα. Το ως άνω τιμολόγιο το οποίο παραδόθηκε στην ανωτέρω κοινοπραξία, προσκομίστηκε απ' αυτή στην Α' Δ Ο Υ Ιωαννίνων, προκειμένου να της επιστραφεί το ποσό Φ.Π.Α 19.000 ευρώ με αποτέλεσμα να λάβει χώρα φορολογικός έλεγχος των υπαλλήλων της Α' Δ.Ο.Υ Ιωαννίνων, τόσο στην προαναφερόμενη κοινοπραξία όσο και στην εταιρία "NEODOM Α.Ε." για τη χρήση 2005, κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ότι η τελευταία εταιρία δεν εμφανίζει αγορές υλικών για την υλοποίηση του έργου παρά μόνο τα δελτία αποστολής-τιμολόγια με αριθμούς 7-14, που έχουν εκδοθεί από την επιχείρηση Κ. ΑΕ, τα οποία είναι συνολικής αξίας 8.002,04 € ποσό που δεν δικαιολογεί εκτέλεση έργου αξίας 100.000 €, που αναγράφεται στο ως άνω τιμολόγιο τα οποία αφορούν μόνο για είδη υγιεινής και έχουν ημερομηνία έκδοσης 31-12-2005, ημερομηνία μεταγενέστερη της περάτωσης του έργου, που είναι 5-12-2005, ενώ η ως άνω εταιρία δεν εμφανίζει προσωπικό που να έχει απασχοληθεί στις συγκεκριμένες εργασίες, παρά μόνο έναν εργαζόμενο. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι χρησιμοποιήθηκαν για την εκτέλεση του έργου εργάτες της κοινοπραξίας δεν ευσταθεί, καθόσον δεν υπάρχουν ανάλογα παραστατικά για την αμοιβή της εργασίας τους, ενώ εξάλλου ο μάρτυρας του κατηγορητηρίου Θ. Φ., επιβλέπων του έργου, κατέθεσε ότι κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό. Διαπιστώθηκε δε από τον προαναφερόμενο φορολογικό έλεγχο ότι το ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο η ως άνω κοινοπραξία ανέθεσε την εκτέλεση στην εταιρία "NEODOM Α.Ε." καταχωρήθηκε στη Δ.Ο.Υ. στις 28-12-2005, ήτοι μετά την παράδοση του έργου στο Δήμο Άνω Πωγωνίου, στο οποίο μάλιστα δεν περιγράφονται με ορισμένο τρόπο οι συμφωνηθείσες εργολαβικές εργασίες. Από τα παραπάνω το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι το υπ' αριθμ. 1/31-12-05 τιμολόγιο, που εξέδωσε ο κατηγορούμενος ήταν εικονικό, για όλο το ποσό των 100.000 €, καθόσον εκδόθηκε για ανύπαρκτη συναλλαγή με σκοπό να ωφεληθεί η ως άνω κοινοπραξία από την εμφάνιση δαπανών και την επιστροφή Φ.Π.Α 19.000 € και να ζημιωθεί το ελληνικό δημόσιο. Πληρούνται συνεπώς η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος, για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Θα πρέπει όμως να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, καθόσον παρότι δραστηριοποιείται πολλά χρόνια στο χώρο επιχειρήσεων με παρόμοιο αντικείμενο, δεν έχει υποπέσει σε άλλα αδικήματα. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Στα Ιωάννινα στις 31.12.2005 με την κάτωθι αναγραφόμενη ιδιότητά του εξέδωσε εικονικό φορολογικό στοιχείο και δη φορολογικό στοιχείο που αφορούσε συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της με σκοπό να ζημιωθεί το Δημόσιο και ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και χρόνο, ενεργώντας με την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου της ανώνυμης αναπτυξιακής-τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "NEODOM Α.Ε.", με αντικείμενο εργασιών την εκτέλεση τεχνικών έργων και έδρα τα ... (οδός ...) εξέδωσε και καταχώρησε στα τηρούμενα λογιστικά βιβλία της επιχείρησής του, εικονικό φορολογικό στοιχείο που αφορούσε ανύπαρκτη συναλλαγή της εταιρίας τους με τρίτον και συγκεκριμένα με την Κοινοπραξία τεχνικών έργων, με την επωνυμία "Ν. Κ. - Χ. Γ." και έδρα τα ... (οδός ...) που είχε αναλάβει την κατασκευή σφαγείου στο Κεφαλόβρυσο του Δήμου Άνω Πωγωνίου και με σκοπό να ζημιωθεί το Δημόσιο και ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και στις 31.12.2005 ο κατηγορούμενος εξέδωσε και καταχώρησε με την προαναφερομένη ιδιότητά του στα λογιστικά βιβλία της επιχείρησης του για την χρήση του 2005, το υπ' αριθ. 1/31.12.2005 τιμολόγιο τεχνικού έργου συνολικής αξίας 100.000 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 19.000 ευρώ, που όμως ήταν εικονικό στο σύνολό του, δεδομένου ότι το συγκεκριμένο τιμολόγιο αφορούσε στην κατασκευή και αποπεράτωση, από την εταιρία "NEODOM Α.Ε." (της οποίας ο ίδιος είναι Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος) και για λογαριασμό της Κοινοπραξίας τεχνικών έργων "Ν. Κ. - Χ. Γ.", των μηχανολογικών και των υδραυλικών εγκαταστάσεων του σφαγείου που είχε αναλάβει να κατασκευάσει η ανωτέρω Κοινοπραξία, στο Κεφαλόβρυσο του Δήμου Άνω Πωγωνίου, για την τοποθέτηση των ειδών υγιεινής σε αυτό, την κατασκευή του δικτύου αποχέτευσης και την σύνδεσή του με τον βιολογικό καθαρισμό του Δήμου, την εγκατάσταση κλιματισμού και εξαερισμού των γραφείων του ανωτέρω σφαγείου, την εγκατάσταση δικτύου πεπιεσμένου αέρα και δικτύου πυρασφάλειας και την τοποθέτηση των μηχανημάτων σφαγείου και την σύνδεσή τους με τα δίκτυα, ωστόσο η προαναφερομένη εκδότρια του επίδικου εικονικού τιμολογίου, τεχνική εταιρία του κατηγορουμένου με την επωνυμία "NEODOM Α.Ε." ουδέποτε εκτέλεσε τις εργασίες αυτές, γεγονός που εξακριβώθηκε τόσο κατά τον από 16.10.2007 φορολογικό έλεγχο των υπαλλήλων της Α' Δ.Ο.Υ. Ιωαννίνων στις επιχειρήσεις "Ν. Κ. - Χ. Γ." και "NEODOM Α.Ε." για την χρήση 2005 όσο και κατά τον από 08.09.2008 επανέλεγχο που διενεργήθηκε από τους υπαλλήλους της Οικονομικής Επιθεώρησης Ιονίων Νήσων κατόπιν αιτήματος των ελεγχομένων εταιριών και δυνάμει εντολής του Προϊσταμένου της Α' Δ.Ο.Υ. Ιωαννίνων. Στην διαπίστωση αυτή κατέληξαν οι αρμόδιοι ελεγκτές που προέβησαν στους προαναφερόμενους ελέγχους δεδομένου ότι η εκδότρια του επίδικου τιμολογίου εταιρία του κατηγορουμένου, ήτοι η "NEODOM Α.Ε.", δεν εμφανίζει αγορές υλικών που να έχουν χρησιμοποιηθεί στο συγκεκριμένο έργο ούτε έχει εκδώσει δελτία αποστολής υλικών προς την έδρα του συγκεκριμένου έργου τα μόνα δε εκδοθέντα δελτία αποστολής και τιμολόγια που έχουν εκδοθεί δεν δικαιολογούν την εκτέλεση των εργασιών που περιγράφονται στο επίδικο τιμολόγιο καθώς έχουν δυσανάλογα μικρή αξία σε σχέση με την συνολική αξία του έργου που ανήλθε στα 100.000 ευρώ και έχουν εκδοθεί στις 31.12.2005 ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της περάτωσης του έργου που παραδόθηκε από την Κοινοπραξία "Ν. Κ. - Χ. Γ." στο Δήμο Άνω Πωγωνίου, στις 05.12.2005 ενώ αφορούν μόνο σε είδη υγιεινής και σε μη λογικές ποσότητες. Περαιτέρω η ανωτέρω ανώνυμη εταιρία που εκπροσωπεί ο κατηγορούμενος, ήτοι η "NEODOM Α.Ε.", δεν εμφανίζει προσωπικό που να έχει απασχοληθεί στις συγκεκριμένες εργασίες που περιγράφονται στο επίμαχο τιμολόγιο ενώ στο περιεχόμενο του τιμολογίου δεν περιγράφονται αναλυτικά οι εκτελεσθείσες εργασίες, ώστε να μπορούν να ελεγχθούν και να επιβεβαιωθούν. Ακολούθως οι ελεγχόμενες εταιρίες παρουσίασαν ένα ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο η Κοινοπραξία "Ν. Κ. - Χ. Γ." αναθέτει την εκτέλεση των επίμαχων εργασιών στην εταιρία που εκπροσωπεί ο κατηγορούμενος, ήτοι στην "NEODOM Α.Ε.", το οποίο όμως αφενός καταχωρείται στην Δ.Ο.Υ. Ιωαννίνων μόλις στις 28.12.2005 ήτοι μετά την περαίωση και παράδοση του έργου στον Δήμο Άνω Πωγωνίου (που έλαβε χώρα στις 05.12.2005) αφετέρου δε παραλείπει να περιγράψει με ακρίβεια, όπως απαιτείται από το νόμο, τις συμφωνηθείσες εργολαβικές εργασίες καθιστώντας ανέφικτο τον έλεγχο της πραγματοποίησής τους ενώ ακόμη και οι εργασίες που πραγματοποιήθηκαν στο υπό κρίση έργο και πιστοποιήθηκαν από τους επιβλέποντες μηχανικούς του Δήμου Άνω Πωγωνίου ώστε να εγκριθεί η πληρωμή του έργου στην εταιρία με την επωνυμία "Ν. Κ. - Χ. Γ.", έχουν λάβει χώρα πριν την υπογραφή του προσκομισθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού. Από όλα τα ανωτέρω κατέστη σαφές ότι το υπ' αριθ. 1/31.12.2005 τιμολόγιο που εξέδωσε και καταχώρησε στα βιβλία της επιχείρησής του για την χρήση του 2005 ο κατηγορούμενος, υπό την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου της ανώνυμης τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "NEODOM Α.Ε." και το οποίο τα μέλη της Κοινοπραξίας με την επωνυμία "Ν. Κ. - Χ. Γ.", αποδέχθηκαν, έλαβαν και καταχώρησαν στα λογιστικά βιβλία της εταιρίας τους, ήταν εξολοκλήρου εικονικό και δη για όλο το ποσό των 100.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ 19.000 ευρώ για το οποίο εκδόθηκε δεδομένου ότι αυτό εκδόθηκε για ολικώς ανύπαρκτη συναλλαγή και με σκοπό την βλάβη του Δημοσίου. Δέχεται ότι ο κατηγορούμενος, μέχρι την τέλεση της ως άνω πράξεως έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημ/κείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, της έκδοσης εικονικού φορολογικού στοιχείου και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά. Ειδικότερα, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αυτά, κατά το είδος τους (μάρτυρες και έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκθέτει και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Περαιτέρω εκθέτει τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ 1, ΠΚ και 19 παρ. 1, 4 του Ν. 2523/1997, όπως η παρ.1 του άρθρου 19 τροποποιήθηκε με την παρ.1 του άρθρου 40 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα και αναφέρεται το εικονικό φορολογικό στοιχείο που εξέδωσε αναλυτικά, η αξία του και η συνολική αξία αυτού, καθαρή και ο αναλογούν Φ.Π.Α. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε', λόγοι αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις στο σύνολό τους και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 31-1-2012, δύο αιτήσεις, με αριθμό πρωτ. 1/2012, η πρώτη και με αριθμό πρωτ. 903/1-2-2012,η δεύτερη, του αναιρεσείοντα, Ζ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 81/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φοροδιαφυγή. Έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων (τιμολόγιο). Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Ποινική ευθύνη εκδότη. Πραγματικά περιστατικά. Ποινική Δικονομία. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1578/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της με αριθμό 896/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής. Με κατηγορούμενο τον Γ. Κ. του Α., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκιδικής, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 46/21.11.2011 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1354/11. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 505 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως, μέσα στη προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του αρθρ. 510 παρ.1 του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με την από 21-11-2011 ενώπιον του γραμματέα του Αρείου Πάγου δήλωσή του, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 46/2011 έκθεση, δήλωσε ότι ασκεί εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά αναίρεση κατά της υπ' αρ. 896/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία αθωώθηκε ο Γ. Κ. του Α., της κατηγορίας για παραβίαση της προς διατροφή υποχρέωσης κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ( άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος, 139 και 510 παρ. 1 στοιχ. Δ! του ΚΠΔ ). Η αίτηση αυτή αναιρέσεως έχει ασκηθεί πράγματι νομότυπα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφής στις 21-10-2011 και πρέπει να ερευνηθεί στην ουσία, χωρίς την παρουσία του κατηγορουμένου, ο οποίος αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από το από 22-5-2012 αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα του Α/Τ Ιερισσού ..., δεν εμφανίσθηκε, ούτε παραστάθηκε όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε. Κατά τη διάταξη του άρθρου 358ΠΚ, όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής, που του την έχει επιβάλλει ο νόμος και έχει αναγνωρισθεί, έστω και προσωρινά από το δικαστήριο, με τέτοιο τρόπο ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκασθεί να δεχθεί βοήθεια άλλων, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβίασης της υποχρέωσης για διατροφή, απαιτείται δεδηλωμένη παράλειψη του φερόμενου ως υπόχρεου προς διατροφή, προβλεπόμενη από το νόμο και αναγνωρισμένη με δικαστική απόφαση, έστω και προσωρινά που διατηρεί την ισχύ της μέχρι να εκδοθεί οριστικά απόφαση διατροφής, έστω και αν μεταβληθούν οι όροι της διατροφής, καθ' όλο το χρονικό διάστημα της παραβίασης της υποχρέωσης, παρ' ότι είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλλει το χρηματικό ποσό που επιδικάστηκε για την κάλυψη των αναγκών επιβίωσης του δικαιούχου για το προσδιορισμένο χρονικό διάστημα και ακόμη να υποστεί ο δικαιούχος στερήσεις ή να αναγκασθεί να δεχθεί τη βοήθεια άλλων για τη διατροφή του. Η οικονομική δυνατότητα του υπόχρεου κρίνεται ανάλογα με την οικονομική του κατάσταση και την επαγγελματική του δραστηριότητα. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του ανωτέρω εγκλήματος απαιτείται δόλος του δράστη, έστω και ενδεχόμενος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και αποδοχή όλων των στοιχείων της υποκειμενικής υπόστασης και περιλαμβάνει και τη γνώση της περί διατροφής υποχρέωσης, με βάση δικαστική απόφαση που την έχει αναγνωρίσει και πρέπει να είναι εκτελεστή, χωρίς να απαιτείται και τυπικά επίδοση της απόφασης στον υπόχρεο με δικαστικό επιμελητή και ως πρόσθετο στοιχείο, να είναι η παραβίαση της προς διατροφή υποχρέωσης κακόβουλη, που καταφάσκεται, όταν αυτή οφείλεται σε ενδιάθετη βούληση μη συμμόρφωσης του δράστη προς την υποχρέωση από κακεντρέχεια ή κακή θέληση ή διάθεση αντιπαλότητας και όχι απλώς σε λησμοσύνη ή αδυναμία προς χορήγηση των οφειλομένων. Η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου δεσμεύει το ποινικό δικαστήριο περί της ύπαρξης υποχρέωσης διατροφής, πλην όμως τούτο ερευνά το κύρος και την ισχύ της απόφασης κατά το άρθρο 60 παρ. 1 του ΚΠΔ σε συνάρτηση με το χρόνο της παραβίασης της υποχρέωσης διατροφής που είναι, όπως συνάγεται από το άρθρο 17 του ΠΚ, το χρονικό διάστημα από της παράλειψης της οφειλόμενης ενέργειας της καταβολής της επιδικασθείσας ανά μήνα διατροφής, συνεπεία της οποίας δημιουργείται και διατηρείται με τη θέληση του δράστη παράνομη κατάσταση, μέχρι λήξης της κατάστασης αυτής, ήτοι μέχρι την εξ ολοκλήρου καταβολή του ποσού της διατροφής προς τον δικαιούχο, οπότε παύει η πραγμάτωση του εγκλήματος. Επειδή, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ., ΚΠΔ η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η ύπαρξη της οποίας επιβάλλεται από τα προαναφερθέντα άρθρα, συνιστά λόγο αναίρεσης της απόφασης. Θεωρείται ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας επί αθωωτικής απόφασης, οσάκις το δικαστήριο της ουσίας δεν εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και αποκλείουν τη συνδρομή όλων ή μερικών από τους αντικειμενικούς ή υποκειμενικούς όρους του αδικήματος, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε, καθώς και τους νομικούς λόγους και σκέψεις με βάση τους οποίους υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί η γενική αναφορά των αποδεικτικών μέσων κατά το είδος τους. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική χωρίς να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, για την αξιόποινη πράξη της παραβίασης της προς διατροφή υποχρέωσης είχε την οικονομική δυνατότητα, να καταβάλλει την δυνάμει δικαστικής απόφασης επιδικασθείσα διατροφή στους δικαιούχους, η οποία (οικονομική δυνατότητα) εμπεριέχεται στην έννοια της κακοβουλίας, που αποτελεί πρόσθετο στοιχείο προς θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκιδικής, που δίκασε κατ' έφεση, με την 896/2011 απόφασή του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, [μεταξύ των οποίων ήταν και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης], και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία, -κατά πιστή μεταφορά- τα ακόλουθα: "Το δικαστήριο δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατ/νου σχετικά με την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί αθώος. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 358 ΠΚ, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβίασης της υποχρέωσης διατροφής, απαιτείται όπως ο δράστης δεν καταβάλλει τη διατροφή που έχει αναγνωρισθεί στο δικαιούχο - παθόντα με δικαστική απόφαση. Επειδή εν προκειμένω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος πράγματι δεν καταβάλλει την οφειλόμενη στην παθούσα διατροφή, όχι όμως κακόβουλα, αλλά επειδή πράγματι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να την καταβάλλει. Επομένως πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας". Στο διατακτικό της παρούσας, στο οποίο παραπέμπει διαλαμβάνονται τα εξής : "ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν αθώο, του ότι στο Δ.Δ. ..., για το διάστημα από Οκτώβριο 2004 έως Οκτώβριο 2009 και για το διάστημα μετά την επίδοση, με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα, που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος και ειδικότερα παραβίασε κακόβουλα την υποχρέωση διατροφής από το Νόμο επιβεβλημένη και από το Δικαστήριο με απόφαση αναγνωρισμένη, με τρόπο τέτοιο ώστε η δικαιούχος B. T. D., για λογαριασμό των ανηλίκων θυγατέρων της, Ν. και Σ., να υποστεί στερήσεις και να αναγκασθεί να δεχθεί την βοήθεια άλλων και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενώ σύμφωνα με την υπ αρ. Π.Α.Ρ 10451/2006 απόφαση του Πρώτου Δημοτικού Δικαστηρίου Βελιγραδίου, όπως ισχύει, η οποία επιδίκασε διατροφή στις ανήλικες θυγατέρες του με την πρώην σύζυγο του B. T. D., 200 Ευρώ για κάθε μία και συνολικά 400 Ευρώ μηνιαίως, την οποία όφειλε να καταβάλλει από 1-5 εκάστου μηνός, εν τούτοις δεν κατέβαλε το χρηματικό ποσό για το διάστημα από Οκτώβριο 2004 έως Οκτώβριο 2009=60 μήνες Χ 400 Ευρώ τον μήνα =24.000 Ευρώ, με το νόμιμο τόκο, από την καθυστέρηση της πληρωμής κάθε δόσης μέχρι την εξόφληση, με αποτέλεσμα η εγκαλούσα να υποστεί στερήσεις στην ανατροφή των ως άνω ανηλίκων τέκνων της και να αναγκασθεί να δεχθεί την βοήθεια άλλων" Έτσι, όμως, όπως αποφάνθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, για την πράξη της παραβίασης της προς διατροφή υποχρέωσης του κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, όσο αφορά την κρίση του για την αθωότητα του κατηγορούμενου, δε διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, από τα οποία δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορούμενου, καθώς και επί τη βάσει ποίων σκέψεων ήχθη στην απαλλακτική του κρίση. Ειδικότερα, δεν αναφέρεται αν η παραβίαση αυτής της υποχρέωσης από τον κατηγορούμενο, δεν ενείχε το υποκειμενικό στοιχείο της κακοβουλίας υπό την προεκτεθείσα έννοια, από που πήγαζε η οικονομική αδυναμία του, που δέχθηκε για την απαλλαγή του, ήτοι εάν αυτός εργαζόταν ή όχι, αν δε μπορούσε να εργασθεί λαμβανομένων υπόψη της ηλικίας του, της μόρφωσής του ή μη, της υγείας του, σε περίπτωση που εργαζόταν, τι επάγγελμα ασκούσε και αν μπορούσε ή όχι από τα έσοδά του από αυτό ή από άλλους πόρους οικονομικούς, (προσοδοφόρα περιουσιακά στοιχεία), να ανταποκριθεί στην υποχρέωσή του αυτή. Οι ελλείψεις αυτές του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αναπληρώθηκαν και στο διατακτικό της (όπως παρατέθηκε) στο οποίο παραπέμπει το σκεπτικό. Εν όψει των εκτεθέντων είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 896/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής. Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής αποφάσεως για παραβίαση της προς διατροφή υποχρεώσεως κατά συρροή και κατ εξακολούθηση. Λόγος αναίρεσης: έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αναιρεί και παραπέμπει διότι δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει την δυνάμει δικαστικής αποφάσεως, επιδικασθείσα στα ανήλικα τέκνα του διατροφή, η οποία[ οικονομική δυνατότητα] εμπεριέχεται στην έννοια της κακοβουλίας, που αποτελεί πρόσθετο στοιχείο προς θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος.
null
null
0
Αριθμός 1553/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων:1. Ρ. Χ. του Μ., 2 Γ. Γ. του Χ., συζ. Ρ. Χ., 3. Ε. Χ. του Ρ., που εκπροσωπείται νόμιμα από τους γονείς της: α) Ρ. Χ. του Μ. και β) Γ. Γ. του Χ., συζ. Ρ. Χ., οι οποίοι από κοινού ασκούν την γονική της μέριμνα. 4. Μ. Χ. του Ρ., που εκπροσωπείται νόμιμα από τους γονείς του: α) Ρ. Χ. του Μ. και β) Γ. Γ. του Χ., συζ. Ρ. Χ., οι οποίοι από κοινού ασκούν την γονική του μέριμνα. 5. Μ. Χ. του Ρ., που εκπροσωπείται νόμιμα από τους γονείς της: α) Ρ. Χ. του Μ. και β)Γ. Γ. του Χ., συζ. Ρ. Χ., οι οποίοι από κοινού ασκούν την γονική της μέριμνα. 6. Μ. Χ. του Σ., 7. Κ. συζ. Μ. Χ., το γένος Γ. Φ., όλοι οι ανωτέρω κάτοικοι ..., 8.Τ. χήρας Χ. Γ., το γένος Τ. Τ., κατοίκου ..., όλοι οι ανωτέρω δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ. Σ. του Μ., συζύγου Χ. Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Κουρτίδη και κατέθεσε προτάσεις, 2. Του εδρεύοντος στην Αθήνα Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΞ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" συντετμημένως "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο υπεισήλθε εκ του Νόμου στη δικονομική θέση στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "GENERAL UNION "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ" ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" που έδρευε στον ... και εκπροσωπείτο νόμιμα, της οποίας η άδεια λειτουργίας της ανακλήθηκε, το οποίο παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασίλη Κούρτη και κατέθεσε προτάσεις και 3. Χ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Κουρτίδη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, τις από 16-9-2008 παρεμπίπτουσες αγωγές του 2ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 256/2011 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 31-8-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 12-9-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ.1 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ ορίζονται αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου, που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων. γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβαση της. δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου, που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλεια του στους αντιδίκους, ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί. Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας αυτεπαγγέλτως εξετάζει ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο. Διαφορετικά, η κλήση με βάση την οποία εμφανίζεται και αυτός ως επικαλούμενος τη συζήτηση είναι άκυρη και η συζήτηση της αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου στη νομίμως ορισθείσα δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, οι δε αναιρεσείοντες, δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, έστω και με έγγραφη δήλωση κατά τη διάταξη του άρθρου 242 ΚΠολΔ. Από τις υπ' αρ. 6652 Δ/20.7.2012, 6651Δ/20.7.2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ξάνθης ... και την υπ' αρ. 499/20.7.2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... που προσκομίζουν οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα αντίστοιχα στους πρώτη, τρίτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, με παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Σπυρίδωνα Γκανιά προς τους αρμόδιους δικαστικούς ως άνω επιμελητές. Δεν αποδεικνύεται, όμως, ότι οι αναιρεσείοντες οι οποίοι επέσπευσαν τη συζήτηση της αναιρέσεως είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον ανωτέρω δικηγόρο για την επίσπευση της συζητήσεως, ούτε οι παριστάμενοι ως άνω αναιρεσίβλητοι επικαλούνται ότι κλήτευσαν τους αναιρεσείοντες για να παραστούν στην παρούσα συζήτηση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης ως προς όλους τους διαδίκους. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 31.8.2011 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αρ. 256/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Αριθμός 1578/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΒΟΛΟΥ", που εδρεύει στον Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Παπαγιαννίτση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Χ. Π. του Δ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 116/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-3-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 30-3-2010 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Σπυρίδωνος Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του KΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη μετ' αναβολή δικάσιμο και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος, κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση, μετά από αναβολή κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 18-10-2011, συζητήθηκε κατά τη σημερινή, 18-9-2012, η από 26-3-2007 αίτηση του αναιρεσείοντος για αναίρεση της 116/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, στην νόμιμη, μετά από αναβολή, από την αρχική, δικάσιμο, δεν εμφανίστηκε η αναιρεσίβλητη, ούτε υπέβαλε την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο. Από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. 2126β'β/3-2-2010 και 3770β'β/22-3-2011, του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο α) της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και β) της, από 18-2-2011, κλήσης προς συζήτηση της αναίρεσης, για την αρχική δικάσιμο της 18-10-2011, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, πρέπει, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύµβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής µέχρις ορισμένου χρονικού σηµείου ή µέχρι της επελεύσεως ορισµένου µέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισµένου έργου, µετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σηµείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της συµβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι σαφώς καθορισµένη, είτε γιατί συµφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύµβασης εργασίας. Η σύµβαση αυτή, παύει αυτοδικαίως, σύµφωνα µε το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνοµολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζηµιώσεως. Ο ορθός δε νοµικός χαρακτηρισµός της σύµβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο µη δεσµευόµενο από το χαρακτηρισµό που προσέδωσαν τα συµβαλλόµενα µέρη, κρίνει, ερµηνεύοντας το περιεχόµενο της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες έχει συναφθεί η σύµβαση (Ολ.ΑΠ 18/2006). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερµηνευτεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "είναι άκυρος οιαδήποτε σύµβασις αντικειµένη εις τον παρόντα νόµον, πλην αν είναι µάλλον ευνοϊκή δια τον υπάλληλον ... . Αι διατάξεις του νόµου τούτου εφαρµόζονται ωσαύτως και επί συµβάσεων εργασίας µε ορισµένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισµός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συµβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίµως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συµβάσεως διατάξεων του παρόντος νόµου". Από τις διατάξεις αυτές, µε τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζοµένων µε τη σύναψη συµβάσεων εργασίας ορισµένου χρόνου, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συµβάσεις ορισµένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισµός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν απαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί µε σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συµβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1929 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18-7 -1920) ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισµό ορισµένης χρονικής διάρκειας της συµβάσεως και θεωρείται, ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύµβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζοµένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόµιµης αποζηµίωσης. Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, το άρθρο 21 του οποίου ορίζει τα ακόλουθα: "Οι δηµόσιες υπηρεσίες και τα νοµικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόµου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου για την αντιµετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, µε τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόµενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν µπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) µήνες µέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) µηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για την αντιµετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν µπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) µήνες για το ίδιο άτοµο. Παράταση ή σύναψη νέας σύµβασης κατά το αυτό ηµερολογιακό έτος ή µετατροπή σε σύµβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2). Στη συνέχεια, στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συµπλήρωσε την άνω οριζόµενη διάρκεια απασχόλησης άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος ότι οι προϊστάµενοι ή άλλα αρµόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουµένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ. Σύµφωνα δε µε την παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε µε το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δηµόσιου τοµέα, όπως αυτός οριοθετείται µε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις µεταγενέστερες συµπληρώσεις του, ανάµεσα στους οποίους (φορείς) περιλαµβάνονται και νοµικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγµατος, οι οποίες επιβάλλουν τη νοµοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δηµοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ. ορίζουν τα εξής "κανένας δεν µπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νοµοθετηµένη. Εξαιρέσεις µπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόµο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες µε προσωπικό που προσλαµβάνεται για ορισµένη χρονική περίοδο µε σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστηµονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού µπορούν να πληρούνται µε προσωπικό που προσλαµβάνεται µε σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόµος ορίζει για την πρόσληψη, καθώς και για τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαµβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α 85/18-4- 2001) και µε σκοπό τη µέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγµατικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόµου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δηµόσιο και τον ευρύτερο Δηµόσιο τοµέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγµατος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δηµόσιο και στον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε µε διαγωνισµό είτε µε επιλογή µε προκαθορισµένα και αντικειµενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής. Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόµος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δηµόσιο και τον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεποµένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2. Νόµος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που µπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούµενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόµο µονιµοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η µετατροπή των συµβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολούµενους µε σύµβαση έργου". Έτσι µε την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγµατος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νοµοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά µε την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του δηµόσιου τοµέα. Στους προαναφερόµενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νοµοθέτης µε τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγµατικού επιπέδου, υπάγεται ενόψει της πιο πάνω διατύπωσης των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγµατος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται µε το Δηµόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νοµικά πρόσωπα του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα µε υπαλληλική σχέση δηµοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαµβάνεται µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύµφωνα µε τις παρ. 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγµατος. Εποµένως σε κάθε περίπτωση, στις συµβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγµατος δεν είναι δυνατή η εφαρµογή της προαναφεροµένης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920. Τέλος, µε την Οδηγία 1999/70 ΕΚ του συµβουλίου της 28.6.1999, µε τις διατάξεις της οποίας τα κράτη - µέλη όφειλαν µέχρι τις 10.7.2001 να προσαρµόσουν τις εθνικές νοµοθεσίες τους, και ειδικότερα µε τη ρήτρα 5 της Οδηγίας αυτής, που αφορά σε ληπτέα νοµοθετικά µέτρα για την αποτροπή της καταχρήσεως που µπορεί να προκύψει από τη χρησιµοποίηση διαδοχικών συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισµένου χρόνου, προβλέπεται 1) να προσδιοριστούν α) οι αντικειµενικοί λόγοι που δικαιολογούν την ανανέωση συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) η µέγιστη συνολική διάρκεια των διαδοχικών συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας 2) να καθοριστεί, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συµβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισµένου χρόνου α) θεωρούνται "διαδοχικές" β) χαρακτηρίζονται συµβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Η παραπάνω Οδηγία ως εκ της µορφής των πιο πάνω διατάξεών της, οι οποίες δεν είναι σαφείς και ορισµένες, δεν παρέχει δυνατότητα αµέσου επικλήσεως των διατάξεων αυτών επί µη έγκαιρης µετεγγραφής αυτής στην Εθνική έννοµη τάξη, όπως συνέβη εν προκειµένω, όπου η οφειλόµενη προσαρµογή στην εν λόγω Οδηγία έγινε καθυστερηµένα µε το ΠΔ 81/2-4-2003 για τους εργαζόµενους µε συµβάσεις εργασίας ορισµένου χρόνου στον ιδιωτικό τοµέα και µε το ΠΔ 164/19-7-2004 για τους εργαζόµενους στο δηµόσιο τοµέα, ανεξάρτητα από το ότι η εν λόγω οδηγία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισµό των συµβάσεων εργασίας ορισµένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συµβάσεων εργασίας αορίστου χρόνο. Στην προκείµενη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόµενη απόφαση, τα εξής: Με σύµβαση που καταρτίστηκε στο Βόλο µεταξύ των διαδίκων στις 25- 4-2002 η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, που είναι αρχιτέκτονας µηχανικός, προσλήφθηκε από τον εναγόµενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήµο, προκειµένου να παρέχει τις υπηρεσίες της στη σύνταξη αρχιτεκτονικών λεπτοµερειών στα πλαίσια έργου "Συντήρηση πλατειών, ελεύθερων χώρων και παιδικών χαρών, έτους 2001". Η σύµβαση αυτή ανανεωνόταν συνεχώς µε αλλεπάλληλες συµβάσεις (στις 13-8-2002, στις 31-3-2003, στις 10-7-2003, στις 27-1-2004 και στις 24-6-2004) και η αναιρεσίβλητη απασχολήθηκε µε την ως άνω ειδικότητά της συνεχώς, χωρίς διακοπή, µέχρι την άσκηση της αγωγής (22-12-2004). Ειδικότερα καθ' όλο το χρονικό αυτό διάστηµα, όπως οι µόνιµοι αρχιτέκτονες του Δήµου, προσέφερε καθηµερινά κατά πλήρες ωράριο εργασίας τις υπηρεσίες της 1) για τη σύνταξη αρχιτεκτονικών λεπτοµερειών στα πλαίσια έργου του προαναφερόµενου έργου, έτους 2002, 2) για την επισκευή µονώσεων δηµοτικών κτιρίων 3) για τη σύνταξη µελετών διαµορφώσεως σχολικών κτιρίων, στα πλαίσια του έργου "Συντήρηση σχολικών κτιρίων έτους 2003",4) για τη σύνταξη µελετών διαµορφώσεως της πλατείας Ρήγα Φεραίου, στα πλαίσια του έργου "Συντήρηση πλατειών, ελευθέρων χώρων και παιδικών χαρών έτους 2003", και 5) για τη σύνταξη µελετών για το Μουσείο, στα πλαίσια του έργου "Συντήρηση δηµοτικών κτιρίων έτους 2004", καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος. Με βάση τα περιστατικά αυτά, κατέληξε το Εφετείο, η σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας ορισµένου χρόνου, που καταρτίστηκε µεταξύ των διαδίκων στις 25-4-2002 και έκτοτε ανανεωνόταν συνεχώς, κατά ορθό νοµικό χαρακτηρισµό της από το δικαστήριο, είναι σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο ακολούθως, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε δεχθεί την αγωγή, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, άρθρου 103 του Συντάγµατος και τη ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ. Εποµένως, ο µοναδικός, από τον αριθµό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, µε τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο τη σχετική πλημμέλεια, είναι βάσιµος. Σύµφωνα µε τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόµενη απόφαση. Περαιτέρω, σύµφωνα µε το άρθρο 580 παρ.3 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως είχε ήδη αντικατασταθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως µε το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α' 51/12.3.2012), "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, µπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί µε την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Εν προκειµένω, η ενάγουσα, και ήδη αναιρεσίβλητη, με την με αριθμ. καταθ. 4/7-1-2005 αγωγή της, ισχυρίσθηκε ότι με τις διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που περιέγραφε λεπτομερώς, εργάσθηκε στις διοικητικές υπηρεσίες του εναγομένου Δήμου, από 25-4-2002 ως αρχιτέκτονας μηχανικός, προσφέροντας τις υπηρεσίες της μέχρι την άσκηση της αγωγής και ότι οι ανωτέρω διαδοχικές συμβάσεις, επειδή κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, έχουν αυτοδικαίως μετατραπεί σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, να αναγνωριστεί ότι συνδέεται με τον εναγόμενο, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί ο τελευταίος να αποδέχεται τις υπηρεσίες της. Με το περιεχόμενο αυτό, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η αγωγή δεν είναι νόμιμη. Εποµένως, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, µετά την αναίρεση της προσβαλλοµένης αποφάσεως, πρέπει ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκαση της. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 44/2005 απόφασή του, αν και η αγωγή δεν ήταν νόμιμη, όμως, εσφαλμένα εφαρμόζοντας τις παραπάνω διατάξεις, την έκρινε νόμιμη και στη συνέχεια, την δέχθηκε ως βάσιμη στην ουσία της. Κατ' αυτής άσκησε έφεση ο αναιρεσείων, προβάλλοντας τις σχετικές πλημμέλειες, οι οποίες είναι βάσιμες. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή. Η αναιρεσίβλητη- ενάγουσα πρέπει να καταδικαστεί σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος-εναγομένου, διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθ. 176, 179 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 116/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Κρατεί την υπόθεση. Δέχεται, κατ' ουσίαν, την 251/5-9-2005 έφεση του αναιρεσείοντος. Εξαφανίζει την 44/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Απορρίπτει την αγωγή. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη-ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος-εναγομένου, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις εργασίας με το Δημόσιο, ΟΤΑ κ.λ.π, υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920. Εφόσον η αγωγή δεν είναι νόμιμη, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο Άρειος Πάγος πρέπει να κρατήσει την υπόθεση, να ασχοληθεί με την εκδίκαση της και να την απορρίψει.
null
null
0
Αριθμός 1577/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Λ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Διαμαντή, για αναίρεση της υπ'αριθ.300/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Με πολιτικώς ενάγουσα την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νεκταρία Μυγιάκη. Το Τριμελές Εφετείο Λαμίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1134/2012 Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 397 παρ. 1 του ΠΚ, "ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καταδολιεύσεως δανειστών, απαιτείται, αντικειμενικά, η ολική ή μερική ματαίωση της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του δανειστή με έναν από τους προαναφερόμενους τρόπους, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και εκείνος της απαλλοτριώσεως οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, υποκειμενικά δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), της υπάρξεως απαιτήσεως εναντίον του από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση ή την αποδοχή της ματαιώσεως της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του δανειστή με τη γενόμενη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα απαλλοτρίωση, πράγμα το οποίο συμβαίνει, οσάκις το κατά τα άνω απαλλοτριούμενο αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο ή οσάκις τα εναπομένοντα μετά τη γενομένη απαλλοτρίωση περιουσιακά στοιχεία, ενόψει της αξίας τους, δεν επαρκούν για την ολοσχερή ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή. Κατά τη διάταξη αυτή, το έγκλημα της καταδολιεύσεως δανειστών μπορεί να τελεσθεί με τέσσερις τρόπους, ήτοι: α) με βλάβη, καταστροφή ή εκμηδένιση της αξίας οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, β) με απόκρυψη τέτοιου στοιχείου, γ) με απαλλοτρίωση χωρίς ισάξιο και αξιόχρεο αντάλλαγμα και δ) με δημιουργία ψευδών χρεών ή ψευδών δικαιοπραξιών από τον οφειλέτη. Ψευδής δικαιοπραξία είναι και η εικονική, δηλαδή αυτή που δεν γίνεται στα σοβαρά αλλά μόνο φαινομενικά (άρθρο 138 παρ. 1 ΑΚ). Οι πιο πάνω τρόποι τελέσεως δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Αντιφάσκουν δε μεταξύ τους, η απαλλοτρίωση χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, η οποία είναι αληθής δικαιοπραξία και η δημιουργία ψευδών δικαιοπραξιών, όπως είναι η εικονική (ΑΠ 434/2010). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή αποτελεί αντιγραφή του αιτιολογικού της πρωτόδικης αποφάσεως ή όταν εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η απαιτούμενη ως παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 300/2012 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λαμίας που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για καταδολίευση δανειστού κατ'εξακολούθηση, σε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Από το αιτιολογικό της άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το άνω Εφετείο δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κατά πιστή αντιγραφή πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος όφειλε στην εγκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" το ποσό των 2.814.369,82 ευρώ ως οριστικό χρεωστικό κατάλοιπο ανοιχτού λογαριασμού διότι συμβλήθηκε ως εγγυητής του πρωτοφειλέτη στην υπ' αριθμ. .../20-5-2003 πρόσθετη σύμβαση αυξήσεως πιστώσεως δι' ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού ποσού 597.945,71 ευρώ της αρχικής υπ' αριθμ. .../3-7-2001 σύμβασης πιστώσεως δι' ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού ποσού 4.402.054,29 ευρώ μεταξύ της εγκαλούσας τραπεζικής εταιρίας και της πιστούχου εταιρίας "ΑΝΚΕΚ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", ανερχομένου του ορίου της πίστωσης στο ποσό των 5.000.000 ευρώ. Ο λογαριασμός αυτός καταγγέλθηκε την 3-8-2004 και ακολούθως εκδόθηκε σε βάρος του η υπ' αριθμ. 83/2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Αυτός, αν και είχε το ανωτέρω χρέος, προέβη στις κάτωθι μεταβιβάσεις των μοναδικών περιουσιακών του στοιχείων, ήτοι: α) την 29-12-2004 δυνάμει του υπ' αριθμ. .../29-12-2004 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αταλάντης Μαρίας Βαρλάμη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αταλάντης στον τόμο ... και αριθμό 43 την 30-12-2004, προέβη στη μεταβίβαση λόγω πώλησης στον Ά. Β. του Π., κάτοικο ..., κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως τεσσάρων χιλιάδων τεσσάρων τετραγωνικών μέτρων και 0,83 εκατοστών (4.004,83) μετά της ισόγειας οικίας εμβαδού εκατόν πέντε (105,00) τετραγωνικών μέτρων, υπογείου γκαράζ εμβαδού εξήντα ενός (61,00) τετραγωνικών μέτρων και των εντός αυτού ευρισκομένων ελαιοδένδρων, στη θέση "ΦΟΥΦΛΑ" Αταλάντης, αντί του τιμήματος των 32.535 ευρώ και β) την 29-12-2004 δυνάμει του υπ' αριθμ. .../29-12-2004 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αταλάντης Μαρίας Βαρλάμη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αταλάντης στον τόμο ... και αριθμό 44 την 30-12-2004, προέβη στη μεταβίβαση λόγω πώλησης στον Ά. Β. του Π., κάτοικο ..., κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ενός ελαιοπεριβόλου εκτάσεως τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων πενήντα τετραγωνικών μέτρων (4.250) μετά των εντός αυτού ευρισκομένων τριάντα (30) ελαιοδένδρων, στη θέση "ΦΟΥΦΛΑ" Αταλάντης, αντί του τιμήματος των 3.106 ευρώ. Οι ως άνω όμως δικαιοπραξίες της πώλησης, ήτοι η απαλλοτρίωση των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων, έγιναν χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, δοθέντος ότι η αγοραία αξία των ανωτέρω πωληθέντων ακινήτων ανερχόταν στο ποσό των 116.410 ευρώ και 8.500 ευρώ αντίστοιχα, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος. Στην ως άνω δε κατ' εξακολούθηση πράξη του προέβη, γνωρίζοντας και θέλοντας να αποτρέψει την ικανοποίηση της αξίωσης της εγκαλούσας τραπεζικής εταιρίας, η οποία είχε γεννηθεί πριν από τις ως άνω μεταβιβάσεις των περιουσιακών του στοιχείων, και με τον τρόπο αυτό ματαίωσε την ικανοποίηση της εγκαλούσας, καθόσον η πώληση και μεταβίβαση των ως άνω ακινήτων του έγινε έναντι της καταβολής τιμήματος, που δεν αποτελούσε ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, αλλά υπολειπόταν κατά πολύ της πραγματικής αγοραίας αξίας των πωληθέντων ακινήτων, το οποίο τίμημα ο κατηγορούμενος έλαβε στην κατοχή του και το απέκρυψε από την εγκαλούσα χρησιμοποιώντας το για τις δικές του αποκλειστικά ανάγκες, ενώ δεν υπήρχε πλέον κάποιο άλλο περιουσιακό στοιχείο στο όνομα του και έτσι να μην μπορεί πλέον να ικανοποιηθεί η ανωτέρω αξίωση της εγκαλούσας εταιρίας, ακόμα και με την επίσπευση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος όπως στο διατακτικό". Στη συνέχεια από την ίδια την προσβαλλόμενη 300/2012 απόφαση προκύπτει ότι το άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, του ότι: "την 29-12-2004 στην Αταλάντη, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, ως οφειλέτης με πρόθεση ματαίωσε ολικά την ικανοποίηση του δανειστή του, απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα περιουσιακά του στοιχεία. Συγκεκριμένα, ενώ όφειλε στην εγκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" το ποσό των 2.814.369,82 ευρώ ως οριστικό χρεωστικό κατάλοιπο κατά την ημέρα της καταγγελίας με τις τυχόν νόμιμες προσαυξήσεις, καθώς συνεβλήθη ως εγγυητής στην υπ' αριθμ. .../20-5-2003 πρόσθετη σύμβαση αυξήσεως πιστώσεως δι' ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού ποσού 597.945,71 ευρώ της αρχικής υπ' αριθμ. .../3-7-2001 σύμβασης πιστώσεως δι' ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού ποσού 4.402.054,29 ευρώ μεταξύ της εγκαλούσας τραπεζικής εταιρίας και της πιστούχου εταιρίας "ΑΝΚΕΡ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", ανερχομένου του ορίου της πίστωσης στο ποσό των 5.000.000 ευρώ, που καταγγέλθηκε την 3-8-2004, και ακολούθως εξεδόθη σε βάρος του η υπ' αριθμ. 83/2005 διαταγή, πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, προέβη στις κάτωθι μεταβιβάσεις των μοναδικών περιουσιακών του στοιχείων, ήτοι: α) την 29-12-2004 δυνάμει του υπ' αριθμ. .../29-12-2004 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αταλάντης Μαρίας Βαρλάμη, το οποίο μετεγράφη νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αταλάντης στον τόμο ... και αριθμό 43 την 30-12-2004, προέβη στη μεταβίβαση λόγω πώλησης στον Ά. Β. του Π., κάτοικο ..., κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως τεσσάρων χιλιάδων τεσσάρων τετραγωνικών μέτρων και 0,83 εκατοστών (4.004,83) μετά της ισόγειας οικίας εμβαδού εκατόν πέντε (105,00) τετραγωνικών μέτρων, υπογείου γκαράζ εμβαδού εξήντα ενός (61,00) τετραγωνικών μέτρων και των εντός αυτού ευρισκομένων ελαιοδένδρων, στη θέση "ΦΟΥΦΛΑ" Αταλάντης, αντί του τιμήματος των 32.535 ευρώ και β) την 29-12-2004 δυνάμει του υπ' αριθμ. .../29-12-2004 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αταλάντης Μαρίας Βαρλάμη, το οποίο μετεγράφη νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αταλάντης στον τόμο ... και αριθμό 44 την 30-12-2004, προέβη στη μεταβίβαση λόγω πώλησης στον Ά. Β. του Π., κάτοικο ..., κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ενός ελαιοπεριβόλου εκτάσεως τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων πενήντα τετραγωνικών μέτρων (4.250) μετά των εντός αυτού ευρισκομένων τριάντα (30) ελαιοδένδρων, στη θέση "ΦΟΥΦΛΑ" Αταλάντης, αντί του τιμήματος των 3.106 ευρώ. Οι ως άνω όμως δικαιοπραξίες της πώλησης, ήτοι η απαλλοτρίωση των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων, έγιναν χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, δοθέντος ότι η αγοραία αξία των ανωτέρω πωληθέντων ακινήτων ανερχόταν στο ποσό των 116.410 ευρώ και 8.500 ευρώ αντίστοιχα, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος. Στην ως άνω δε κατ' εξακολούθηση πράξη του προέβη, γνωρίζοντας και θέλοντας να αποτρέψει την ικανοποίηση της αξίωσης της εγκαλούσας τραπεζικής εταιρίας, η οποία είχε γεννηθεί πριν από τις ως άνω μεταβιβάσεις των περιουσιακών του στοιχείων, και με τον τρόπο αυτό ματαίωσε την ικανοποίηση της εγκαλούσας, καθόσον η πώληση και μεταβίβαση των ως άνω ακινήτων του έγινε έναντι της καταβολής τιμήματος, που δεν αποτελούσε ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, αλλά υπολειπόταν κατά πολύ της πραγματικής αγοραίας αξίας των πωληθέντων ακινήτων, το οποίο τίμημα ο κατηγορούμενος έλαβε στην κατοχή του και το απέκρυψε από την εγκαλούσα χρησιμοποιώντας το για τις δικές του αποκλειστικά ανάγκες, ενώ δεν υπήρχε πλέον περιουσιακό στοιχείο στο όνομα του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί πλέον να ικανοποιηθεί η ανωτέρω αξίωση της εγκαλούσας εταιρίας, ακόμα και με την επίσπευση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης" Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 300/2012 απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος της καταδολιεύσεως δανειστή κατ' εξακολούθηση, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 98, 397 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: α) Τα αποδεικτικά μέσα αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, β) αναφέρεται στο αιτιολογικό ότι μεταξύ του κατηγορουμένου και της πολιτικώς ενάγουσας τράπεζας υπήρχεν σύμβαση εγγυήσεως υπέρ της πιστούχου πρωτοφειλέτιδος ΑΕ, στην πρόσθετη .../20-5-2003 σύμβαση πιστώσεως δι' ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού και δη αυξήσεως κατά 597.945,71 ευρώ της πιστώσεως, ανερχομένης της αρχικής πιστώσεως στο ποσό των 4.402.054,29 ευρώ και του ορίου πιστώσεως στο ποσό των 5.000.000 ευρώ, ότι καταγγέλθηκε νόμιμα η σύμβαση στις 3-8-2004, με οριστικό κατάλοιπο χρέους το ποσό των 2.814.369,82 ευρώ, οφειλόμενο στην Τράπεζα από τον κατηγορούμενο, αναφέρονται οι γενόμενες μεταγενέστερα με τα αναφερόμενα συμβολαιογραφικά συμβόλαια της 29-12-2004, δύο καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις των ανωτέρω ακινήτων του κατηγορουμένου, και ότι οι ανωτέρω δύο πωλήσεις ακινήτων προς τρίτους κατά πλήρη κυριότητα με τα αναφερόμενα τιμήματα 32.535 και 3.106 αντίστοιχα, έγιναν χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, δοθέντος ότι η αγοραία αξία των πωληθέντων ακινήτων του κατηγορουμένου ανερχόταν στα πολύ μεγαλύτερα ποσά των 116.410 και 8.500 ευρώ αντίστοιχα, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος, γ) ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, καίτοι δεν απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση του δόλου, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, η προσβαλλομένη απόφαση, δέχεται ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με πρόθεση και ματαίωσε ολικά την ικανοποίηση της δανείστριας τράπεζας και αναφέρει με πληρότητα τα περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται σε αυτόν κατ' εξακολούθηση. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό που προαναφέρθηκε, αναφέρονται σε σχέση με το δόλο του κατηγορουμένου, ότι γνώριζε την παραπάνω πραγματική αξία των δύο πωληθέντων ακινήτων του και στην πώληση προέβη, γνωρίζοντας και θέλοντας να αποτρέψει την ικανοποίηση της αξίωσης της εγκαλούσας τράπεζας εναντίον του ως εγγυητή, η οποία είχε γεννηθεί πριν από τις ως άνω μεταβιβάσεις των περιουσιακών του στοιχείων, και με τον τρόπο αυτό ματαίωσε την ικανοποίηση της αξίωσης της εγκαλούσας τράπεζας, γιατί το τίμημα αυτό, που δεν αποτελούσε ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, έλαβε στην κατοχή του και το απέκρυψε από την εγκαλούσα χρησιμοποιώντας το για τις δικές του αποκλειστικά ανάγκες, ενώ δεν υπήρχε πλέον κάποιο άλλο περιουσιακό στοιχείο στο όνομά του και έτσι να μην μπορεί πλέον η τράπεζα να ικανοποιήσει την ανωτέρω αξίωσή της, ούτε με την επίσπευση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης. Επομένως πλήρως αιτιολογείται ο δόλος του κατηγορουμένου και δεν ήταν απαραίτητο να αναφερθεί το δικαστήριο στην προσπάθεια της πρωτοφειλέτιδας ΑΕ, να τεθεί η επιχείρηση ως προβληματική σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, κατά το ν. 1892/1990, που τελικά έγινε με την 655/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, αφού το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει κατά νόμο το από τη μεταξύ τους σύμβαση δικαίωμα της δανείστριας τράπεζας να στραφεί οποτεδήποτε και κατά του κατηγορουμένου εγγυητή οφειλέτη της. δ) η παραπάνω αιτιολογία, η οποία όπως προαναφέρθηκε μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν αποτελεί αντιγραφή του αιτιολογικού της πρωτόδικης αποφάσεως, ούτε εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, περιέχει δε, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και ίδιες σκέψεις και πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ και 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ, συναφείς, πρώτος και δεύτερος, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για ελλιπή και μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, η από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 33 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση αυτής, εφόσον, όμως αυτοί είναι νόμιμοι και προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και αυτός περί συγγνωστής νομικής πλάνης, αφού η παραδοχή του οδηγεί στον μη καταλογισμό της πράξεως στο δράστη και κατά συνέπεια στην απαλλαγή του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.1, 2 του ΠΚ ορίζεται ότι, "μόνη η άγνοια του αξιοποίνου δεν αρκεί για να αποκλείσει τον καταλογισμό. Η πράξη όμως δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή". Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι πλάνη υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει μεν τι πράττει, αλλά είτε αγνοεί ότι η πράξη του είναι κατ' αρχήν άδικη, είτε πιστεύει πεπλανημένως ότι δικαιούται να προβεί σ' αυτήν και η πλάνη συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνα δικαίου και υπό τα ειδικώς αναφερόμενα περιστατικά συντρέχει περίπτωση που αποκλείει το αξιόποινο. Επιβάλλεται, όμως, να είναι συγγνωστή η πλάνη για το καταλογισμό του αξιοποίνου, με την έννοια ότι οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε ο αυτουργός δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξεως. Η πλάνη του δράστη είναι συγγνωστή, όχι μόνον όταν αγνοεί, αλλά και όταν με τις πνευματικές και επαγγελματικές ικανότητές του και την προσπάθεια που έπρεπε να καταβάλλει για να πληροφορηθεί το επιτρεπτό της πράξεως, δεν μπορούσε να γνωρίζει τον άδικο χαρακτήρα της. Το τελευταίο συμβαίνει όταν ο δράστης ευλόγως πίστεψε ότι μπορούσε να προβεί στην πράξη του από σφαλερή ερμηνεία ή αντίληψη διατάξεων άλλων εκτός του ποινικού δικαίου από τις οποίες παρασύρθηκε. Το αρμόδιο δικαστήριο συνεκτιμά τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως που αναφέρονται στην ατομικότητα του δράστη. Δηλαδή για να είναι ορισμένος ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός, πρέπει να προσδιορίζεται και η προσωπική κατάσταση του κατηγορουμένου, που προσδιορίζεται από την ηλικία, τη μόρφωση, το επάγγελμα και την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί περί του ισχύοντος δικαίου, ώστε με την στάθμιση αυτών των στοιχείων και των δυνατοτήτων του, να μπορέσει το δικαστήριο να σχηματίσει πεποίθηση αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός ή προσχηματικός. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 300/2012 αποφάσεως (σελ. 11), προκύπτει ότι ο παριστάμενος συνήγορος του κατηγορουμένου πρόβαλε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επικουρικά, τον ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης, επικαλούμενος για τη βασιμότητά του, κατά λέξη, τα εξής: "Με βάση τα άνω ίδια πραγματικά περιστατικά ήτοι: α)επίδικη αξίωση ήταν εξασφαλισμένη με την εγγραφή των άνω εμπράγματων ασφαλειών και με τη βεβαιότητα ότι θα ικανοποιούνταν είτε απευθείας με αναγκαστική εκτέλεση, είτε από το προϊόν της εκκαθαρίσεως της διαδικασίας του άρθρου 46 του Ν. 1892/1990 και β] με την υποβολή της άνω αιτήσεως στο Εφετείο Πειραιά [στις 28/09/2004] για τη θέση της επιχείρησης υπό εκκαθάριση [στις 28/09/2004], πίστευα ότι απαλλάσσομαι για το χρέος που δεν θα καλυφθεί από την διαδικασία της εκκαθαρίσεως και ότι η εγκαλούσα, ως δανείστρια δεν είχε το δικαίωμα να στραφεί εναντίον μου, και έτσι αγνοούσα, αλλά και δεν μπορούσα με βάση τις πνευματικές και επαγγελματικές μου δυνατότητες [είμαι έμπορος απόφοιτος Γυμνασίου] να γνωρίζω τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, οποιαδήποτε επιμέλεια και προσπάθεια και να κατέβαλα και κατά συνέπεια πίστευα ότι είχα δικαίωμα να προβώ στην πράξη που τέλεσα [πίστευα ότι είχα το δικαίωμα να διαχειριστώ την περιουσία μου και να προβώ στις επίδικες μεταβιβάσεις] από σφαλερή αντίληψη ή ερμηνεία των διατάξεων των σχετικών με τον άδικο χαρακτήρα της πράξης". Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός του κατηγορουμένου απορρίφθηκε ρητά με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά από τη σχετική παραπάνω εκτιθέμενη γενική αιτιολογία για την ενοχή, χωρίς ειδική αιτιολόγηση. Όμως, ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, όπως προβλήθηκε από το συνήγορό του, με το παραπάνω περιεχόμενο, δεν είχε προβληθεί κατά τρόπο ορισμένο, αφού, πλην της αναφοράς του ότι είναι έμπορος και απόφοιτος Γυμνασίου, δε γίνεται καμιά αναφορά στην προσωπική του κατάσταση, που προσδιορίζεται εκτός από την μόρφωση και το επάγγελμα, και από την ηλικία και την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί περί του ισχύοντος δικαίου, ώστε με την στάθμιση των αναφερομένων αυτών προσωπικών του στοιχείων και των δυνατοτήτων του, να μπορέσει το δικαστήριο να σχηματίσει πεποίθηση, αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός ή προσχηματικός και επομένως το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σε ένα τέτοιο αόριστο ισχυρισμό και να αιτιολογήσει εμπεριστατωμένα την απόρριψή του. Άλλωστε, με τις παραδοχές του αιτιολογικού ότι "ο κατηγορούμενος προέβη με πρόθεση σε εκποίηση των μοναδικών του περιουσιακών στοιχείων και δη δύο ακινήτων του, χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο τίμημα, γνωρίζοντας και θέλοντας να αποτρέψει την ικανοποίηση της αξίωσης της δανείστριας εγκαλούσας τράπεζας, η οποία αξίωση είχε γεννηθεί πριν από τις ως άνω μεταβιβάσεις των περιουσιακών του στοιχείων και ότι το τίμημα ο κατηγορούμενος έλαβε στην κατοχή του και το απέκρυψε από την εγκαλούσα χρησιμοποιώντας το για τις δικές του αποκλειστικά ανάγκες, ενώ δεν υπήρχε πλέον άλλο περιουσιακό στοιχείο στο όνομά του, με αποτέλεσμα να μη μπορεί πλέον να ικανοποιηθεί η ανωτέρω αξίωση της εγκαλούσας, ακόμα και με την επίσπευση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης", εμμέσως πλην σαφώς συνάγεται απάντηση του δικαστηρίου και επαρκής αιτιολόγηση της απόρριψης του εν λόγω αυτοτελούς ισχυρισμού συγγνωστής νομικής πλάνης, αφού οι παραδοχές αυτές περί του ανωτέρω δόλου του κατηγορουμένου, αποκλείουν την πλάνη και δη το συγγνωστό αυτής. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας απορρίψεως του ως παραπάνω προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του περί νομικής πλάνης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, χωρίς ημερομηνία, με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την 16-10-2012 πρωτοκολληθείσα, αίτηση του Π. Λ. του Χ., για αναίρεση της 300/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαμίας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδολίευση δανειστών, κατ' εξακολούθηση (άρθρο 397 παρ.1 ΠΚ). Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως. Για να είναι ορισμένος ο αυτοτελής ισχυρισμός συγγνωστής νομικής πλάνης, πρέπει να προσδιορίζεται και η προσωπική κατάσταση του κατηγορουμένου, που προσδιορίζεται από την ηλικία, τη μόρφωση, το επάγγελμα και την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί περί του ισχύοντος δικαίου, ώστε με την στάθμιση αυτών των στοιχείων και των δυνατοτήτων του, να μπορέσει το δικαστήριο να σχηματίσει πεποίθηση αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός ή προσχηματικός.
Καταδολίευση δανειστών
Καταδολίευση δανειστών.
1
Αριθμός 1574/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, Α. Ν. του Χ., κατοίκου Καρδίτσας, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 87/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαρίσης, με συγκατηγορούμενους τους 1. Τ. Τ. του Φ. και 2.Α. Φ.-Κ. του Δ.. Το Συμβούλιο Εφετών Λαρίσης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαΐου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 686/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα με αριθμό 214/8.10.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485§1 του Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 3/18-5-2012 αίτηση αναιρέσεως του Α. Ν. του Χ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 87/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση του κατά του υπ' αριθμ. 179/11 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Καρδίτσας και διατάχθηκε η εκτέλεση του προσβαλλομένου με την έφεση βουλεύματος, με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας για να δικαστεί για τις πράξεις: α) της απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση από δράστες που ενεργούν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και ζημία που υπερβαίνει το ποσό τον 15.000 και 73.000 ευρώ και β) της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού και κατ' εξακολούθηση από δράστες που ενεργούν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ αλλά και των 73.000 ευρώ (αρ. 13γ, 26§1α, 27, 45, 94§1, 98§1,2, 216 παρ. 3-1 και 386§§3-1 ΠΚ). Σύμφωνα τη διάταξη του άρθρου 463§1 εδ. α' ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 476§1 ΚΠΔ όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται ... το δικαστικό συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει για αυτό, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει τούτο απαράδεκτο. Το άρθρο 482 ΚΠΔ, το οποίο καθόριζε τις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα ασκήσεως αναίρεσης κατά βουλεύματος, καταργήθηκε με το άρθρο 34 εδ. γ' του Ν. 3904/10, που ισχύει από τις δημοσιεύσεως του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως κατά το άρ. 38 αυτού (ΦΕΚ 218 Α'/23-12-2010). Επομένως, από την έναρξη ισχύος του άνω νόμου (23-12-2010) και για βουλεύματα που εκδόθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του, ο κατηγορούμενος δεν έχει πλέον δικαίωμα αναίρεσης κατά βουλεύματος το οποίο τον παραπέμπει στο ακροατήριο (ΑΠ 1014/11 Π.Χ ΞΒ 192). Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά του υπ' αριθμ. 87/12 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας που απέρριψε έφεσή του κατά του υπ' αριθμ. 179/11 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Καρδίτσας με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας για να δικαστεί για τις πράξεις: α) της απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση, από δράστες που ενεργούν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και ζημία που υπερβαίνει των 15.000 και 73.000 ευρώ και β) της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού και κατ' εξακολούθηση από δράστες που ενεργούν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ αλλά και των 73.000 ευρώ. (αρ. 13γ, 26§1α, 27, 45, 94§1, 98§1,2, 216 §§ 3-1 και 386 §§ 3-1 ΠΚ). Το βούλευμα τούτο εκδόθηκε στις 30-4-2012 και επιδόθηκε στον κατηγορούμενο αυτό στις 8-5-2012 βλεπ. το από 8-5-2012 αποδεικτικό του αρχιφύλακα κ. ...). Ενόψει τούτων η υπό κρίση αναίρεση, είναι απαράδεκτη, διότι στρέφεται κατά βουλεύματος κατά του οποίου ο κατηγορούμενος δεν δικαιούται σε άσκηση αναίρεσης και πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρ. 476§1και 583§1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 3/18-5-2012 αίτηση αναίρεσης του Α. Ν. του Χ., κατά του υπ' αριθμ. 87/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. 2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελος Παντιώρας". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το άρθρο 482 ΚΠΔ, το οποίο καθόριζε τις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα ασκήσεως αναίρεσης κατά βουλεύματος, καταργήθηκε με το άρθρο 34 εδ. γ' του ν. 3904/2010, που ισχύει από της δημοσιεύσεως του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως κατά το άρθρο 38 αυτού (ΦΕΚ 218 Α/23-12-2010). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 463 παρ, 1 εδ. α' ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Επομένως, από την έναρξη ισχύος του άνω νόμου (23-12-2010) και για τα βουλεύματα που εκδόθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του, ο κατηγορούμενος δεν έχει πλέον δικαίωμα αναίρεσης κατά βουλεύματος το οποίο απέρριψε έφεση του κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει για αυτό, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει του διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει τούτο απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στρέφεται κατά του με αριθμό 87/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, με το οποίο απορρίφθηκε έφεση αυτού κατά του με αριθμό 179/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καρδίτσας, το οποίο τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας για να δικαστεί για τις σε αυτό αξιόποινες κακουργηματικές πράξεις. Το παραπάνω προσβαλλόμενο βούλευμα εκδόθηκε, όπως από αυτό προκύπτει, στις 30-4-2012 και επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 8-5-2012 (βλ. από 8-5-2012 αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφύλακα Α.Τ. Καρδίτσας ...). Συνεπώς, ενόψει των προεκτεθέντων η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, για τη συζήτηση της οποία ειδοποιήθηκε ο διορισθείς αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση επί του φακέλου της δικογραφίας του γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι στρέφεται κατά βουλεύματος κατά του οποίου ο κατηγορούμενος δεν δικαιούται σε άσκηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. 3/18-5-2012 αίτηση του Α. Ν. του Χ., για αναίρεση του με αριθμό 87/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2012. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη αναίρεση κατά βουλεύματος από κατηγορούμενο. Από την έναρξη ισχύος του νόμου 3904/23-12-2010 και για τα βουλεύματα που εκδόθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του, ο κατηγορούμενος δεν έχει πλέον δικαίωμα αναίρεσης κατά βουλεύματος το οποίο απέρριψε έφεσή του κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος και αν ασκήσει αναίρεση, απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
null
null
0
Αριθμός 1569/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, Σ. Π. του Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΑΤ 7071/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 618/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 219/16.10.2012, και την από 9 Μαΐου 2012 αίτηση παραίτησης του αναιρεσείοντα, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, την από 20/12/2011 αίτηση αναίρεσης του Σ. Π. του Α. κατά της με αριθμό ΑΤ 7071/11 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς με την οποία απορρίφθηκε η από 31/5/2011 αίτησή του για διακοπή της ποινής την οποία εκτίει λόγω ανήκεστης βλάβης και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 475§1 Κ.Π.Δ. "ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει. Η παραίτηση δηλώνεται σύμφωνα με το άρθρο 474§1 Κ.Π.Δ. και μπορεί να γίνει ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συνεδρίαση με δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά. Η παραίτηση που έγινε δεν μπορεί να ανακληθεί". Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 476§1 Κ.Π.Δ. "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή ενώπιον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε τα ένδικα μέσα. ΙΙ. Στη προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων παραιτήθηκε νομοτύπως της ασκηθείσης αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμό ΑΤ 7071/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Ως εκ τούτου και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσής του να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα (476§1 - 583§1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 20/12/2011 αίτηση αναίρεσης του Σ. Π. του Α. κατά της με αριθμό ΑΤ 7071/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς και 2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην καταβολή των δικαστικών εξόδων Αθήνα 16/9/2012 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ.1, 475 παρ.1, 476 παρ.1 και 513 παρ.1 Κ.Π.Δ., ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει είτε αυτοπροσώπως, είτε με αντιπρόσωπο που έχει σχετική εντολή, άρα και από την αναίρεση του. Η παραίτηση γίνεται κατά το άρθρο 474 παρ.1 Κ.Π.Δ. με δήλωση στα πρόσωπα που αναφέρονται σ' αυτό. Στην περίπτωση αυτή το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέως και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, χωρίς να είναι ανάγκη να ερευνηθεί προηγουμένως αν για την άσκηση της αναιρέσεως έχουν τηρηθεί οι νόμιμες διατυπώσεις (Ολ. ΑΠ 6/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι κατά της υπ' αριθμ. ΑΤ 7071/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, Σ. Π., κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, για διακοπή της ποινής με την οποία κρατείται λόγω ανηκέστου βλάβης της υγείας του, ο τελευταίος άσκησε την από 2-12-2011 αίτηση αναιρέσεως με δήλωσή του, η οποία επιδόθηκε στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (αρθρ. 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ.). Ήδη όμως ο άνω αναιρεσείων, με την από 9-5-2012 δήλωσή του, η οποία επιδόθηκε στον αυτόν ως άνω εισαγγελέα, παραιτείται από την ανωτέρω αίτηση αναιρέσεώς του. Επομένως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο (άρθρο 513 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), επιβληθούν δε στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 20-12-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΑΤ 7071/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2012. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραίτηση από δικόγραφο. Απαράδεκτο αιτήσεως αναιρέσεως.
Παραίτηση
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1573/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου M. A. του L., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10642/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 149/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα με αριθμό και ημερομηνία 217/11.10.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατ' άρθρ. 513§1 εδ. α', σε συνδ. προς άρθρ. 476§1 εδ. α' ΚΠΔ, την από 11-1-2012 δήλωση αίτησης αναίρεσης του M. A. του L. και της M., κατοίκου ...), κατά της υπ' αριθμ. 10642/11 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών μηνών για πλαστογραφία μετά χρήσεως και υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως σε απόπειρα (άρ. 42§1, 94, 216§1 και 220§1 ΠΚ) και εκθέτω τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 του ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Σε κάθε όμως περίπτωση είναι απαραίτητο ο δικαιούμενος να έχει συμφέρον για την άσκηση του ένδικου μέσου. Το έννομο συμφέρον πρέπει να είναι ενεργό και κατά τον χρόνο της κρίσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως (Α.Π. 802/03 Π.Χ. ΝΔ.157). Για την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος ασκήσεως ένδικου μέσου απαιτείται α) ο δικαιούμενος να υφίσταται βλάβη από την προσβαλλόμενη απόφαση, β) ο ίδιος να επιδιώκει ορισμένο όφελος από το ένδικο μέσο και γ) το συμφέρον να είναι ατομικό. Η ανυπαρξία εννόμου συμφέροντος για το ένδικο μέσο το καθιστά απαράδεκτο (Α.Π. 1721/10 Π.Χ. ΞΑ 682). Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος προς άσκηση ενδίκου μέσου αποκλείεται όταν το δικαστήριο που θα κρίνει επ' αυτού δεν δύναται εκ του νόμου να εκδώσει διάφορη από την προσβαλλόμενη απόφαση (Α.Π. 97/01 Π.Χ. ΝΑ 895). Συνεπώς αν η υπό κρίση αναίρεση στρέφεται πλέον κατά αποφάσεως που εξαφανίστηκε, είτε διότι αθωώθηκε ο κατηγορούμενος, είτε διότι έπαυσε οριστικώς η ποινική δίωξη λόγω μη εμπρόθεσμης εγκλήσεως ή παραγραφής του εγκλήματος κατά τις διατάξεις του ποινικού κώδικα ή σε ανάλογες περιπτώσεις παραγραφής με ειδικό νόμο, μετά την κατ' αυτής (αποφάσεως) άσκηση αναιρέσεως η αίτηση αυτή (αναιρέσεως) τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη κατ' αρ. 476§1 ΚΠΔ, ελλείψει αντικειμένου, δεδομένου ότι και σε περίπτωση βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως δεν υπάρχει δυνατότητα παραπομπής της υπόθεσης προς νέα έρευνα, λόγω της επελθούσας παραγραφής ή αθώωσης του κατηγορουμένου (Α.Π. 802/03 Ποιν. Χρ. ΝΔ 157, Α.Π. 98/01 Π.Χ. ΝΑ 895, Α.Π. 1530/85 Π.Χ. ΛΣΤ 324, Α.Π. 467/82 Π.Χ. ΛΓ 16, Α.Π. 519/82 Π.Χ. ΛΓ 17). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 513§1α και 476§1α ΚΠΔ, προκύπτει ότι, όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Είναι δε απαράδεκτη, μεταξύ των άλλων, η αίτηση αναίρεσης, όταν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκησή της ή όταν ελλείπει το έννομο συμφέρον για την άσκησή της, οπότε το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη, καταδικάζοντας στα έξοδα εκείνον που την άσκησε (Α.Π. 2124/02 Π.Χ. ΝΓ.751, Α.Π. 803/03 Π.Χ. ΝΔ.157). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που επιτρεπτώς επισκοπούνται, προκύπτουν τα εξής: Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 10642/2011 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για πλαστογραφία με χρήση και υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης σε απόπειρα (αρ. 42, 94, 216§1 και 220§1 Π.Κ.) και επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης τριών μηνών. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την υπ' αρ. 392/29-11-2011 αίτηση ακυρώσεως της διαδικασίας (341 ΚΠΔ) η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 3807/12 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ακυρώθηκε η υπ' αριθμ. 10642/11 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ορίστηκε δικάσιμος η 4-4-2012, δηλαδή η ημέρα της δικασίμου και το ίδιο δικαστήριο στη συνέχεια κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης κατά της υπ' αρ. 73527/5-10-10 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών με την οποία είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως σε συνολική ποινή φυλάκισης 7 μηνών και διεβίβασε στον αρμόδιο εισαγγελέα για τις δικές του περαιτέρω ενέργειες, κατ' άρθρο 2§2 Ν. 4043/12. Στη συνέχεια, ο εισαγγελέας Εφετών Αθηνών με την υπ' αριθμ. 03843/12 Διάταξή του έθεσε στο αρχείο την υπ' αριθμ. 73527/10 απόφαση του Τριμ. Πλημ. Αθηνών, λόγω παραγραφής, κατ' άρθρο 2§§1,2 Ν. 4043/12. Επομένως η αίτηση ασκείται χωρίς έννομο συμφέρον του αιτούντα και είναι απαράδεκτη, γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 11-1-2012 δήλωση αίτησης αναίρεσης του M. A. του L. και της M., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 10642/11 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον ανωτέρω αναιρεσείοντα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελος Ε. Παντιώρας" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 463 του ΚΠΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, σε κάθε όμως περίπτωση είναι απαραίτητο ο δικαιούμενος να έχει συμφέρον για την άσκηση του ένδικου μέσου. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής, με εκείνες των άρθρων 476§1 του ίδιου ως άνω Κώδικα και 20 του Συντάγματος, συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον για την άσκηση του ένδικου μέσου, ήτοι και αυτό της αναίρεσης, πρέπει να εξακολουθεί να υπάρχει και κατά το χρόνο της συζήτησης της. Για την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος ασκήσεως ενδίκου μέσου απαιτείται α]ο δικαιούμενος να υφίσταται βλάβη από την προσβαλλόμενη απόφαση, β] ο ίδιος να επιδιώκει ορισμένο όφελος από το ένδικο μέσο και γ] το συμφέρον να είναι ατομικό. Αν, η αναίρεση στρέφεται πλέον κατά απόφασης που εξαφανίσθηκε, είτε διότι αθωώθηκε ο κατηγορούμενος , είτε διότι έπαυσε οριστικώς η ποινική δίωξη σε βάρος του λόγω μη εμπρόθεσμης άσκησης έγκλησης ή παραγραφής του εγκλήματος κατά τις διατάξεις του ΠΚ ή σε ανάλογες περιπτώσεις παραγραφής με ειδικό νόμο, μετά την κατ' αυτής άσκηση αναίρεσης η αίτηση αυτή [αναίρεση], τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη κατ' άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, δεδομένου ότι και σε περίπτωση βασιμότητας του λόγου αναίρεσης, δεν υπάρχει δυνατότητα παραπομπής της υπόθεσης προς νέα έρευνα λόγω της επελθούσας παραγραφής ή αθώωσης του κατηγορούμενου. Συνεπώς αν εκλείψει, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης, το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος για την αναίρεση της απόφασης, τότε η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται ελλείψει αντικειμένου. Στην προκείμενη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτώς επισκοπούνται, για την έρευνα του παραδεκτού της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 10642/2011 απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, την από 5-10-2010, έφεση του ήδη αναιρεσείοντος A. M. του L., κατά της υπ' αρ. 73527/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάσθηκε αυτός, ωσεί παρών, για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης σε απόπειρα, σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών [3] μηνών που ανεστάλλει επί τριετία. Κατά της απόφασης αυτής ,που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφής την 20-12-2011, όπως προκύπτει από την επισημειούμενη βεβαίωση του οικείου γραμματέα, ο αναιρεσείων άσκησε δήλωση για αναίρεση της απόφασης, που επιδόθηκε εμπρόθεσμα την 11-1-2012, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Παράλληλα κατά της ίδιας απόφασης άσκησε την υπ' αρ. πρωτ. 392/29-11-2011, αίτηση ακυρώσεως της διαδικασίας που έγινε δεκτή κατ' ουσία, με την υπ' αρ. 3807/4-4-2012 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών, με την οποία ακυρώθηκε η αναιρεσειβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως ορίσθηκε δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης η ίδια ημέρα [4-4-2012], κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης κατά της 73527/5-10-2010 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε καταδικασθεί σε συνολική ποινή φυλάκισης επτά μηνών και στη συνέχεια, κατ' εφαρμογή του επιεικέστερου νόμου 4043/2012, που ίσχυσε από 13-2-2012, διαβιβάσθηκε κατ' άρθρ. 2 παρ. 2 αυτού, η δικογραφία στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο οποίος με την υπ' αρ. 03843/2012 διάταξη του, έθεσε στο αρχείο την υπ' αρ. 73527/ 2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, λόγω παραγραφής υφ' όρον [άρθρ. 2 παρ.2 Ν. 4043/2012]. Κατόπιν τούτου, αφού ακυρώθηκε η αναιρεσειβαλλόμενη απόφαση δεν δικαιολογείται πλέον έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος προς έρευνα κατ' ουσίαν της ένδικης αίτησης αναίρεσης, το οποίο υπήρχε μεν όταν άσκησε την αίτηση αυτή[11-1-2012] εξέλειπε δε μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης που δημοσιεύθηκε την4-4-2012. Επομένως πρέπει να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη, ελλείψει πλέον αντικειμένου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583§1 του ΚΠΔ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της αίτησης αυτής ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο, ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, [άρθρο 476 παρ. 1 εδ. τελευταίο ΚΠΔ], όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση του αρμόδιου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11-1-2012 αίτηση του A. M. του L., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 10642/ 2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα σε διακόσια πενήντα [250] Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2012. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης για πλαστογραφία μετά χρήσεως και υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως σε απόπειρα. Παράλληλη άσκηση αίτησης ακυρώσεως της διαδικασίας της απόφασης αυτής. Δεκτή η αίτηση ακύρωσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αναίρεση ελλείψει αντικειμένου του αναιρεσείοντος για συζήτηση της, μετά την ακύρωση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1576/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Τσαρουχάκη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 7556/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Απριλίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 525/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δε συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμο όροι. Ετέρωθεν, κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 ΠΚ, όπως ίσχυε προ της τροποποιήσεώς του, με το άρθρο 2 του ν. 3904/23-12-2010, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικαστεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του, διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δε μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 του ΠΚ είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια ότι το δικαστήριο, αν επιβάλει ποινή φυλακίσεως μέχρι δύο ετών, υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αποφασίσει σχετικά, και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος εκ μέρους του καταδικασθέντος, για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι, αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής σε χρηματική χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 7556/2012 απόφαση του Ε' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από το διατακτικό της που επισκοπείται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, έκρινε ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του νόμου περί επιταγών κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δώδεκα [12] μηνών, την οποία ακολούθως μετέτρεψε σε χρηματική τοιαύτη προς πέντε [5] Ευρώ ημερησίως, χωρίς να ερευνήσει προηγουμένως, τις προϋποθέσεις αναστολής της ποινής και χωρίς να αιτιολογήσει την αρνητική κρίση του για το ζήτημα αυτό, ότι δηλαδή η εκτέλεση της ποινής, κατά το άρθρο 82 ΠΚ , ήταν απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων, ανεξάρτητα από τη μη υποβολή αιτήματος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του. Έτσι όμως το δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, που προβάλλεται με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Συνεπώς, κατά παραδοχή της αίτησης αυτής που άσκησε ο αναιρεσείων Μ. Σ. του Ι., πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς τη διάταξη αυτής περί μετατροπής της στερητικής της ελευθερίας ποινής των δώδεκα [12] μηνών σε χρηματική και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο όμως, θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως [άρθρο 519 ΚΠΔ]. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αρ.7556/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, μόνο κατά τη διάταξη αυτής, περί μετατροπής της επιβληθείσας στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, Σ. Μ. του Ι., κάτοικο ..., ποινής φυλακίσεως των δώδεκα [12] μηνών. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα κατά το μέρος αυτό συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση του Νόμου περί επιταγών κατ' εξακολούθηση. Ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών μετατραπείσα προς 5 ευρώ ημερησίως. Αναιρεί εν μέρει κατ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 99 ΠΚ γιατί μετέτρεψε την άνω ποινή φυλακίσεως χωρίς προηγουμένως να ερευνήσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναστολής.
null
null
0
Αριθμός 1579/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΒΟΛΟΥ", που εδρεύει στον Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Παπαγιαννίτση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 117/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-3-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 30-3-2010 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Σπυρίδωνος Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του KΠολΔ. προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη μετ' αναβολή δικάσιμο και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος, κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση, μετά από αναβολή κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 18-10-2011, συζητήθηκε κατά τη σημερινή, 18-9-2012, η από 26-3-2007 αίτηση του αναιρεσείοντος για αναίρεση της 117/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, στην παραπάνω, νόμιμη, μετά από αναβολή από την αρχική, δικάσιμο, δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσίβλητος, ούτε υπέβαλε την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο. Από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. 2127β'β/3-2-2010 και 3769β'β/22-3-20011 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο α) της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και β) της, από 18-2-2011, κλήσης προς συζήτηση της αναίρεσης, για την αρχική δικάσιμο της 18-10-2011, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, πρέπει, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει, ότι σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύµβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής µέχρις ορισμένου χρονικού σηµείου ή µέχρι της επελεύσεως ορισμένου µέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, µετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σηµείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της συµβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύµβασης εργασίας. Η σύµβαση αυτή, παύει αυτοδικαίως, σύµφωνα µε το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο ορθός δε νοµικός χαρακτηρισµός της σύµβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο µη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισµό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα µέρη, κρίνει, ερµηνεύοντας το περιεχόμενο της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες έχει συναφθεί η σύµβαση (Ολ.ΑΠ 18/2006). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευτεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "είναι άκυρος οιαδήποτε σύµβασις αντικειµένη εις τον παρόντα νόµον, πλην αν είναι µάλλον ευνοϊκή δια τον υπάλληλον ... . Αι διατάξεις του νόµου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συµβάσεων εργασίας µε ορισµένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισµός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συµβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίµως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συµβάσεως διατάξεων του παρόντος νόµου". Από τις διατάξεις αυτές, µε τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζοµένων µε τη σύναψη συµβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συµβάσεις ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισµός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν απαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί µε σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συµβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1929 ή 1, 3, 5 του β. δ. 16/18-7 -1920) ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισµό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συµβάσεως και θεωρείται, ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύµβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόµιµης αποζημίωσης. Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, το άρθρο 21 του οποίου ορίζει τα ακόλουθα: "Οι δηµόσιες υπηρεσίες και τα νοµικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόµου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, µε τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόµενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν µπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) µήνες µέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) µηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για την αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν µπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) µήνες για το ίδιο άτοµο. Παράταση ή σύναψη νέας σύµβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή µετατροπή σε σύµβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2). Στη συνέχεια, στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρµόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ. Σύµφωνα δε µε την παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε µε το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δηµόσιου τοµέα, όπως αυτός οριοθετείται µε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάµεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και νοµικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νοµοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δηµοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ. ορίζουν τα εξής "κανένας δεν µπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις µπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόµο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες µε προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο µε σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού µπορούν να πληρούνται µε προσωπικό που προσλαμβάνεται µε σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόµος ορίζει για την πρόσληψη, καθώς και για τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α 85/18-4- 2001) και µε σκοπό τη µέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόµου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δηµόσιο και τον ευρύτερο Δηµόσιο τοµέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δηµόσιο και στον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε µε διαγωνισµό είτε µε επιλογή µε προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής. Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόµος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δηµόσιο και τον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2. Νόµος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που µπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόµο µονιµοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η µετατροπή των συµβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολούμενους µε σύµβαση έργου". Έτσι µε την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά µε την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του δηµόσιου τοµέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης µε τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται ενόψει της πιο πάνω διατύπωσης των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται µε το Δηµόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νοµικά πρόσωπα του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα µε υπαλληλική σχέση δηµοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύµφωνα µε τις παρ. 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος. Επομένως σε κάθε περίπτωση, στις συµβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920. Τέλος, µε την Οδηγία 1999/70 ΕΚ του συμβουλίου της 28.6.1999, µε τις διατάξεις της οποίας τα κράτη - µέλη όφειλαν µέχρι τις 10.7.2001 να προσαρµόσουν τις εθνικές νοµοθεσίες τους, και ειδικότερα µε τη ρήτρα 5 της Οδηγίας αυτής, που αφορά σε ληπτέα νοµοθετικά µέτρα για την αποτροπή της καταχρήσεως που µπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προβλέπεται 1) να προσδιοριστούν α) οι αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούν την ανανέωση συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) η µέγιστη συνολική διάρκεια των διαδοχικών συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας 2) να καθοριστεί, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συµβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου α) θεωρούνται "διαδοχικές" β) χαρακτηρίζονται συµβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Η παραπάνω Οδηγία ως εκ της µορφής των πιο πάνω διατάξεών της, οι οποίες δεν είναι σαφείς και ορισμένες, δεν παρέχει δυνατότητα αµέσου επικλήσεως των διατάξεων αυτών επί µη έγκαιρης μετεγγραφής αυτής στην Εθνική έννοµη τάξη, όπως συνέβη εν προκειμένω, όπου η οφειλόμενη προσαρμογή στην εν λόγω Οδηγία έγινε καθυστερημένα µε το ΠΔ 81/2-4-2003 για τους εργαζόμενους µε συµβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τοµέα και µε το ΠΔ 164/19-7-2004 για τους εργαζόμενους στο δηµόσιο τοµέα, ανεξάρτητα από το ότι η εν λόγω οδηγία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισµό των συµβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συµβάσεων εργασίας αορίστου χρόνο. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, τα εξής: Με σύµβαση που καταρτίστηκε στο Βόλο µεταξύ των διαδίκων στις 18-4-2003 ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, που είναι πτυχιούχος ηλεκτροτεχνίτης Α', προσλήφθηκε από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήµο, προκειµένου να παρέχει τις υπηρεσίες του στον Τοµέα του Δηµοτικού Φωτισµού (Τµήµα ηλεκτρολογικών έργων) για ένα οκτάµηνο. Η σύµβαση αυτή ανανεωνόταν συνεχώς µε αλλεπάλληλες συµβάσεις και ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε µε την ως άνω ειδικότητά του συνεχώς, χωρίς διακοπή, µέχρι την άσκηση της αγωγής (22-12-2004). Ειδικότερα εργαζόταν καθημερινά µε πλήρες ωράριο, όπως και οι µόνιµοι υπάλληλοι του Δήµου, και προσέφερε τις υπηρεσίες του στη συντήρηση 56 σχολικών συγκροτηµάτων του Δήµου, των Ωδείων και ΚΑΠΠΗ καθώς και στο δηµοτικό φωτισµό και στη σηματοδότηση, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος. Με βάση τα περιστατικά αυτά, κατέληξε το Εφετείο, η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκε µεταξύ των διαδίκων στις 18-4-2003 και έκτοτε ανανεωνόταν συνεχώς, κατά ορθό νοµικό χαρακτηρισµό της από το δικαστήριο, είναι σύµβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο ακολούθως, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε δεχθεί την αγωγή, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, άρθρου 103 του Συντάγματος και τη ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ. Επομένως, ο µοναδικός από τον αριθµό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. λόγος αναιρέσεως, µε τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο τη σχετική πλημμέλεια, είναι βάσιµος. Σύµφωνα µε τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, σύµφωνα µε το άρθρο 580 παρ.3 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως είχε ήδη αντικατασταθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως µε το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α' 51/12.3.2012), "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, µπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί µε την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση", Εν προκειμένω, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την με αριθμ. κατάθ. 197/22-12-2004 αγωγή του, ισχυρίσθηκε ότι με τις διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που περιέγραφε λεπτομερώς, εργάσθηκε στις διοικητικές υπηρεσίες του εναγομένου Δήμου, από 18-4-2003 ως πτυχιούχος ηλεκτροτεχνίτης, προσφέροντας τις υπηρεσίες του μέχρι την άσκηση της αγωγής και ότι οι ανωτέρω διαδοχικές συμβάσεις, επειδή κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, έχουν αυτοδικαίως μετατραπεί σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, να αναγνωριστεί ότι συνδέεται με τον εναγόμενο, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί ο τελευταίος να αποδέχεται τις υπηρεσίες του. Με το περιεχόμενο αυτό, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η αγωγή δεν είναι νόμιμη. Επομένως, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, µετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκαση της. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 45/2005 απόφασή του, αν και η αγωγή δεν ήταν νόμιμη, όμως, εσφαλμένα εφαρμόζοντας τις παραπάνω διατάξεις, την έκρινε νόμιμη και στη συνέχεια την δέχθηκε ως βάσιμη στην ουσία της. Κατ' αυτής άσκησε έφεση ο αναιρεσείων, προβάλλοντας τις σχετικές πλημμέλειες, οι οποίες είναι βάσιμες. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή. Ο αναιρεσίβλητος- ενάγων πρέπει να καταδικαστεί σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος-εναγομένου, διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθ. 176, 179 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 117/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Κρατεί την υπόθεση. Δέχεται, κατ' ουσίαν, την 244/26-8-2005 έφεση του αναιρεσείοντος. Εξαφανίζει την 45/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Απορρίπτει την αγωγή. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος- εναγομένου, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις εργασίας με το Δημόσιο, ΟΤΑ κ.λ.π, υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920. Εφόσον η αγωγή δεν είναι νόμιμη, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο Άρειος Πάγος πρέπει να κρατήσει την υπόθεση, να ασχοληθεί με την εκδίκαση της και να την απορρίψει.
null
null
1
Αριθμός 1562/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με την ιδιότητά του ως δικηγόρου. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "PROMOT-EI Λ. AE" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιο δικηγόρος της Νικόλαος Νικολάου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-9-2007 και 25-10-2007 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, την από 15-2-2008 προσεπίκληση- αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 14-7-2008 πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 320/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1782/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 8-7-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 20-4-12 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι δε "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολομ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 786/07) και έχουν προταθεί νομίμως και παραδεκτώς. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 269 παρ.2β', 525, 526 και 527 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι είναι παραδεκτή η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εφόσον με αυτούς δεν υποβάλλεται νέα αίτηση ούτε μεταβάλλεται η βάση, το αντικείμενο και το αίτημα της αγωγής. Επομένως αν το Εφετείο δεν λάβει υπόψη λόγον εφέσεως με τον οποίο παραδεκτώς, ως ανωτέρω, προβάλλονται νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δημιουργείται ο προρρηθείς λόγος αναιρέσεως. ΙΙ. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής Mercedeς-Benz, τύπου Ε200, 1800 cc, το οποίο αγόρασε ο αναιρεσείων την 27-11-2006 από την αναιρεσίβλητη εταιρεία αντί καταβληθέντος τιμήματος 55.410 ευρώ, είχε κατά τον ως άνω χρόνο της παράδοσής του σ' αυτόν τα αναφερόμενα πραγματικά ελαττώματα τα οποία εμφανίστηκαν αργότερα, στους επίσης αναφερόμενους χρόνους, μετά την παραλαβή του αυτοκινήτου και τη θέση του σε κυκλοφορία από τον αναιρεσείοντα και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, ότι τα ελαττώματα αυτά δεν αναιρούν (εκμηδενίζουν) την αξία και τη χρησιμότητα του αυτοκινήτου και δεν δημιουργούν πρόβλημα ασφαλούς οδήγησης ούτε εγκυμονούν κινδύνους για πρόκληση ατυχήματος, και ότι ενόψει τούτων, αλλά και του γεγονότος ότι η ζημία που θα επέλθει στην αναιρεσίβλητη-πωλήτρια από την δηλωθείσα υπαναχώρηση του αναιρεσείοντος θα είναι πολύ μεγαλύτερη από την ωφέλεια του τελευταίου, δεν δικαιολογείται η υπαναχώρηση από τη σύμβαση πωλήσεως, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, αλλά προσήκει η μείωση του καταβληθέντος τιμήματος, ανερχόμενη στο ποσό των 7.757,40 ευρώ, όπως ειδικότερα προσδιορίζεται στην αναιρεσιβαλλομένη. Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσείοντος και επιδίκασε σ' αυτόν το ανωτέρω ποσό των 7.757,40 ευρώ της προσήκουσας, κατά την προρρηθείσα κρίση του, μείωσης του τιμήματος του αγορασθέντος αυτοκινήτου, αντί του ποσού των 13.852,50 ευρώ που του είχε επιδικασθεί πρωτοδίκως για την ίδια αιτία και έναντι του ποσού του καταβληθέντος τιμήματος των 55.410 ευρώ που ζητούσε ο αναιρεσείων με την αγωγή του λόγω της ασκηθείσης υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση της πωλήσεως, η οποία όμως (υπαναχώρηση) και όπως προαναφέρθηκε δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης του αναιρεσείοντος, ο τελευταίος είχε προβάλει με αυτήν και δη με τον πέμπτο (V) λόγο της ότι μετά την άσκηση της αγωγής και εν συνεχεία των προηγουμένων ελαττωμάτων το επίδικο αυτοκίνητο εμφάνισε και άλλα ουσιώδη ελαττώματα που υπήρχαν κατά τον ειρημένο χρόνο της παράδοσής του σ' αυτόν και τα οποία δικαιολογούν την υπαναχώρηση του αναιρεσείοντος από τη σύμβαση πωλήσεως λόγω της σοβαρότητάς τους (απώλεια λαδιών από το σασμάν την 19-8-2008 και εισροή υγρών του ψυκτικού μηχανήματος στον κινητήρα του αυτοκινήτου την 23-1-2008, που οδηγούσαν στην καταστροφή του κινητήρα). Οι νέοι αυτοί πραγματικοί ισχυρισμοί α) παραδεκτώς προβλήθηκαν το πρώτον ενώπιον του Εφετείου κατά τις προρρηθείσες (ανωτ. υπό Ι) διατάξεις, αφού γεννήθηκαν μετά την άσκηση της αγωγής και τη συζήτησή της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν μεταβάλλουν την αγωγή αυτή κατά την αρχική της βάση, το αντικείμενο και το αίτημα, και β) ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού τα προβαλλόμενα ως άνω (νέα) ελαττώματα του αυτοκινήτου, αν αποδειχθούν αληθή, μπορούν, μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα προηγούμενα, που δέχθηκε το Εφετείο, να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής εν προκειμένω λόγου υπαναχωρήσεως, την οποία άσκησε ο αναιρεσείων, εν πάση δε περιπτώσει περί του ποσού της μειώσεως του τιμήματος που προσήκει στη συγκεκριμένη περίπτωση αν ήθελε κριθεί και πάλι ότι δεν δικαιολογείται η υπαναχώρηση (εφαρμοσθείσες από το Εφετείο διατάξεις των άρθρων 513 επ. 540, 541, 542 του ΑΚ, όπως ισχύουν μετά τον ν. 3043/2002). Επομένως και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη (ανωτ. υπό Ι) όφειλε το Εφετείο να εξετάσει τον προαναφερθέντα πέμπτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, και τούτο αφού δεν έπραξε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στην επίσης προαναφερθείσα αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτον και τρίτο, κατά το νοηματικό τους περιεχόμενο, από την ανωτέρω διάταξη, λόγους της αιτήσεώς του. ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και κατά παραδοχήν των ως άνω βάσιμων λόγων, μετά την οποία και παρέλκει η έρευνα των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. β' του ΚΠολΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4055/12 και ισχύει από 2-4-2012), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1782/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δικονονομία Πολιτική Αναίρεση. "Πράγμα" κατά την έννοια του άρθρθου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ αποτελεί και ο λόγτος εφέσεως που έχει προβληθεί νομίμως και παραδεκτώς. Έφεση. Νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη. Πότε είναι παραδεκτοί πώληση. Ευθύνη πωλητη για πραγματικά ελαττώματα του πωληθέντος πράγματος. Προβλή με την έφεση νέων πραγματικών ελαττωμάτωνπου εμφανίστηκαν αργότερα και υπήρχαν κατά την παράδοση του πράγματος. έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το Εφετείο (Αναιρεί την ΕΑ 1782/2010)
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1560/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευαγγέλου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Χ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστομένη Τζαννετή, περί αναιρέσεως της με αριθμό 10843/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ν. Κ. του Γ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Μαρτίου 2012 αίτησή του, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 29 Οκτωβρίου 2012 πρόσθετους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 516/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 225 παρ. 1 περ. α του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.2 άρθρ.1 του ν. 3327/2005 και ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης πράξεως, "με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος, όταν εξετάζεται χωρίς όρκο ως διάδικος ή μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση, εν γνώσει του καταθέτει ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως απαιτείται α) ο διάδικος ή ο μάρτυρας να καταθέσει χωρίς όρκο ενώπιον αρχής που είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως, που προβλέπεται από το άρθρο 225§1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι τα χωρίς όρκο κατατεθέντα είναι ψευδή. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως σε βάρος του Ν. Κ. και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, μετατραπείσα σε χρηματική. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι: Ο κατ/νος στην Αθήνα στις 26-4-2005 ενώ εξεταζόταν χωρίς όρκο, με την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος ενώπιον του 12ου Τακτικού Ανακριτή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά τη διενέργεια κυρίας ανάκρισης μετά από άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του εγκαλούντος Ν. Κ. (μετά από μήνυση του κατ/νου) για το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση, σε κακουργηματική μορφή, κατέθεσε ψευδώς εν γνώσει της αναληθείας ότι: "Στο πλαίσιο της φιλίας μας και κυρίως της κοινής επιχειρηματικής μας δράσης και προς εξόφληση της οφειλής μου έναντι αυτού παρέδωσα στον κατ/νο μεταξύ άλλων και την με αριθμό ... επιταγή ποσού 10.000.000 δρχ. λήξεως 30-9-1995 εκδόσεώς μου, εις διαταγήν του κατ/νου. Παρά την πλήρη εξόφληση από μέρους μου της επιταγής, ο κατ/νος προέβη σε νοθεύσεις όπως πιστοποιούνται και από την από 14-2-2003 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της Β. Σ.. Συγκεκριμένα άλλαξε την ημερομηνία λήξεως από 30-9-1995 σε 30-12-1996 και το ποσό από 10.000.000 δρχ. σε 110.000.000 δρχ. ... την οποία επιταγή χρησιμοποιεί με σκοπό να αποδείξει ότι δήθεν του την είχα παραδώσει ως εγγύηση για την κάλυψη της εξαγοράς του μεριδίου του, από τρίτο πρόσωπο, ενώπιον των δικαστικών αρχών" σε άλλο δε σημείο της κατάθεσής του αναφέρει ότι "ο κατ/νος χρησιμοποιεί την πλαστογραφημένη επιταγή, σε μήνυσή του εναντίον μου για απάτη ως "απατηλό τέχνασμα" εκ μέρους μου και ως απόδειξη ότι είχα τάχα συμφωνήσει μαζί του την κάλυψη ή την επιστροφή της εισφοράς του την εταιρία. ... Τέλος ενδεικτικός και αποκαλυπτικός των δολίων προθέσεων του κατ/νου είναι ο διαλαμβανόμενος στην από 5-7-1998 μήνυσή του εναντίον μου ισχυρισμός ότι τάχα του παρέδωσα την επιταγή ποσού 110.000.000 δρχ. στις 18.1.1995". Περαιτέρω ισχυρίζεται ψευδώς ότι "Ο Ν. Κ. πλαστογράφησε την με αριθμό ... επιταγή λήξεως 30-9-1995 ποσού 10.000.000 δρχ. αλλάζοντας ο ίδιος το ποσό και την ημερομηνία λήξεως όπως παραπάνω, και στη συνέχεια έκαμε χρήση αυτής. Αφενός την μεταβίβασε στην τέως σύζυγό του σε βλάβη της περιουσίας μου αφού εκείνη μπορούσε να επιδιώξει την είσπραξή της σε βάρος μου και αφετέρου χρησιμοποίησε την επιταγή, σε δικαστικό αγώνα εναντίον μου, με σκοπό να παραπλανήσει τις δικαστικές αρχές. Τέλος κατέθεσε ψευδώς εν γνώσει της αναλήθειας, ότι πέραν της ως άνω επιταγής πλαστογράφησε και άλλες δύο επιταγές ποσού 21.500.000 δρχ. και 20.000.000 δρχ. ... Ενώ η αλήθεια ήταν και το γνώριζε ότι: Κατά τις ημερομηνίες 15-11-1996, 17-11-1996 και 30-12-1996 κατά τις οποίες φέρεται ότι ο εγκαλών έχει νοθεύσει τις ως άνω επιταγές, αυτός δεν κατείχε τα σώματά τους, διότι τις είχε επιστρέψει στον κατηγορούμενο. Ουδέποτε εμφάνισε την επιταγή με αριθμό ... έκδοσης του κατ/νου σε δικαστήριο αλλά ο ίδιος ο κατ/νος - εκδότης της, την εμφάνισε κατά τη συζήτηση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων της εταιρίας "Α. Χ. και ΣΙΑ ΕΕ" και του Α. Χ. ατομικά, εναντίον του νυν εγκαλούντος στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Ούτε τη χρησιμοποίησε ο εδώ εγκαλών μεταβιβάζοντας αυτήν περαιτέρω, για την κάλυψη περιουσιακής του οφειλής αφού δεν διέθετε το σώμα αυτής. Ειδικότερα η επιταγή με αριθμό ... ποσού 20.000.000 δρχ. είχε εκδοθεί από την παραπάνω εταιρία δια του Α. Χ., ως νομίμου εκπροσώπου της, περί τα τέλη Μαρτίου 1995, με πραγματική ημερομηνία πληρωμής 7-4-1995 και είχε παραδοθεί στον εγκαλούντα για την κάλυψη χρέους της εταιρίας από δάνειο προς αυτήν και ουδέποτε εξοφλήθηκε. Η επιταγή με αριθμό ... ποσού 21.500.000 δρχ. είχε εκδοθεί περί τον Μάιο 1995 από τον εδώ κατ/νο ατομικά, και ο εγκαλών είχε γράψει κατ' εντολή του όλα τα υπόλοιπα στοιχεία πλην της ημερομηνίας πληρωμής αυτής. Έτσι η συγκεκριμένη επιταγή, εκδόθηκε από τον κατ/νο οπ. π. εις διαταγή του εγκαλούντος και του παραδόθηκε με ανοικτή ημερομηνία ως εγγύηση έναντι χρηματικών ποσών που είχε αναλάβει την υποχρέωση να του αποδώσει. Την επιταγή ... ποσού αρχικά 10.000.000 δρχ. με ημερομηνία πληρωμής 30.9.1995 εξέδωσε ο κατ/νος ως εκδότης αυτής, ως εγγύηση έναντι χρηματικών οφειλών του προς τον εγκαλούντα. Οι επιταγές αυτές ουδέποτε πληρώθηκαν ούτε εμφανίστηκαν προς τούτο από τον εγκαλούντα προς είσπραξη ούτε μεταβιβάστηκαν περαιτέρω με οπισθογράφηση. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 1995 και πριν από την παρέλευση της ημερομηνίας πληρωμής και της τρίτης επιταγής, σε σύσκεψη στο γραφείο του εγκαλούντος στην οποία συμμετείχαν ο εγκαλών, ο κατ/νος, ο Π. Γ. και ο Α. Κ., ο κατ/νος του έδωσε την εντολή να τροποποιήσει όλες τις παραπάνω επιταγές και να συμπληρώσει τη δεύτερη από αυτές, ως προς την ημερομηνία πληρωμής της που έλειπε μέχρι τότε, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα των 18 μηνών από τον Ιούνιο 1995 που είχε ορίσει ο κατ/νος, για την οικονομική απεμπλοκή του εγκαλούντος ως εξής: Η πρώτη επιταγή τροποποιήθηκε κατ' εντολή του Α. Χ. (κατ/νου - εκδότη αυτής) ως προς την ημερομηνία πληρωμής της από 7-4-1995 σε 7-11-1996. Η δεύτερη επιταγή συμπληρώθηκε κατ' εντολή του ίδιου ως προς την ημερομηνία πληρωμής της, σε 15-11-1996 και η τρίτη επιταγή τροποποιήθηκε κατ' εντολή του ίδιου ως προς την ημερομηνία πληρωμής της από 30-9-1995 σε 30-12-1996 και ως προς το ποσό από 10.000.000 δρχ. σε 110.000.000 δρχ. Με τον τρόπο αυτό ανεγνώριζε το ύψος της οφειλής του έναντι του εγκαλούντος που ανερχόταν σε 150.000.000 δρχ. ήτοι ισόποσο των τροποποιημένων επιταγών και προσδιόριζε ως καταληκτική ημερομηνία της ολοσχερούς εξόφλησης του εγκαλούντος τα τέλη 1996. Η τροποποίηση των παραπάνω επιταγών ότι έγινε με εντολή του κατ/νου εκδότη αυτών από τον εγκαλούντα αποδεικνύεται από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις στο ακροατήριο των μαρτύρων Α. Κ., αδελφού του κατ/νου και Π. Γ. οι οποίοι ήταν παρόντες κατά τη σύσκεψη που έλαβε χώρα στο γραφείο του μηνυτή στο ... (... αρ. 5) και απερίφραστα κατέθεσαν ότι η τροποποίηση έγινε με την εντολή του κατ/νου για την κάλυψη του χρέους του προς τον εγκαλούντα. Για τις πράξεις δε για τις οποίες καταμήνυσε ο κατ/νος τον εγκαλούντα ο τελευταίος απαλλάχτηκε (βλ. με αριθμό 1490/2006 βούλευμα Συμβουλίου Πλημ/κών, που κατέστη αμετάκλητο). Κατόπιν αυτού ο κατ/νος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος όπως στο διατακτικό". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 225 παρ. 1 του ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, προσδιορίζεται ότι τα γεγονότα που κατέθεσε ο αναιρεσείων κατά την χωρίς όρκο εξέτασή του ενώπιον του 12ου Τακτικού Ανακριτή Αθηνών, ότι, δηλαδή, ο εγκαλών είχε τελέσει την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας των ως άνω επιταγών με χρήση, ήταν ψευδή, αιτιολογείται δε και ότι αυτός γνώριζε την αναλήθεια αυτών που κατέθεσε, καθόσον, από τις παραδοχές της αποφάσεως, συνάγεται ότι το Δικαστήριο δέχθηκε πως είχε αυτός, ως εκ των επιχειρηματικών συναλλαγών του με τον εγκαλούντα, προσωπική πεποίθηση ότι τα κατατεθέντα ήταν ψευδή, οπότε δεν απαιτείτο περαιτέρω αιτιολογία για τον άμεσο δόλο. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος, κατέθεσε στις 27.4.2005 στον 12ο τακτικό Ανακριτή Αθηνών το από 26.4.2006 υπόμνημά του, στο οποίο αναφέρθηκε με την από 27.4.2005 χωρίς όρκο κατάθεσή του και το συμπλήρωσε με αυτή. Με την αναφορά δε στο υπόμνημα και τη βεβαίωση, δηλαδή, ότι όσα αναγράφονται σ' αυτό είναι αληθινά, πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως και δεν πρόκειται για την πράξη της παρ. 2 του άρθρου 225 του ΠΚ (αναφορά προς την Αρχή), ενώ το γεγονός ότι, κατά το διατακτικό της αποφάσεως, η εν λόγω πράξη τελέστηκε στις 26.4.2005 (χρονολογία συντάξεως του υπομνήματος) και όχι στις 27.4.2005 (χρονολογία που δόθηκε η κατάθεση και εγχειρίστηκε το υπόμνημα) οφείλεται σε φανερή παραδρομή. β) Το Δικαστήριο, για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, μεταξύ των οποίων και την υπ' αριθ. 69866/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και την από 18.11.1998 μήνυση του Ν. Κ. κατά του αναιρεσείοντος για κακουργηματική απάτη, δεν απαιτείτο δε αναλυτική παράθεση των αποδεικτικών μέσων και μνεία του τι προέκυπτε από το καθένα χωριστά ούτε ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση αυτών μεταξύ τους. Τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των ως άνω εγγράφων δεν ιδρύει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως. γ) Στο σκεπτικό, αλλά και στο διατακτικό της αποφάσεως αναφέρονται και τα αληθινά γεγονότα, με τις παραδοχές, κατά τα ανωτέρω, ότι: "... η αλήθεια ήταν ... ότι ... αυτός (εγκαλών) δεν κατείχε τα σώματά τους, διότι τις είχε επιστρέψει στον κατηγορούμενο. Ουδέποτε εμφάνισε ... αλλά ο ίδιος ο κατ/νος - εκδότης της, την εμφάνισε κατά τη συζήτηση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων ... η επιταγή με αριθμό ... ποσού 20.000.000 δρχ. είχε εκδοθεί από την παραπάνω εταιρία δια του Α. Χ., ως νομίμου εκπροσώπου της, ... και είχε παραδοθεί στον εγκαλούντα για την κάλυψη χρέους της εταιρίας από δάνειο προς αυτήν ... Η επιταγή με αριθμό ... ποσού 21.500.000 δρχ. είχε εκδοθεί περί τον Μάιο 1995 από τον εδώ κατ/νο ατομικά, και ο εγκαλών είχε γράψει κατ' εντολή του όλα τα υπόλοιπα στοιχεία πλην της ημερομηνίας πληρωμής αυτής. Έτσι η συγκεκριμένη επιταγή, εκδόθηκε από τον κατ/νο ... εις διαταγή του εγκαλούντος και του παραδόθηκε με ανοικτή ημερομηνία ως εγγύηση έναντι χρηματικών ποσών ... Την επιταγή ... ποσού αρχικά 10.000.000 δρχ. με ημερομηνία πληρωμής 30.9.1995 εξέδωσε ο κατ/νος ως εκδότης αυτής, ως εγγύηση έναντι χρηματικών οφειλών του προς τον εγκαλούντα ... ο κατ/νος του έδωσε την εντολή να τροποποιήσει όλες τις παραπάνω επιταγές και να συμπληρώσει τη δεύτερη από αυτές, ως προς την ημερομηνία πληρωμής της που έλειπε μέχρι τότε, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα των 18 μηνών από τον Ιούνιο 1995 που είχε ορίσει ο κατ/νος, για την οικονομική απεμπλοκή του εγκαλούντος ... Η πρώτη επιταγή τροποποιήθηκε κατ' εντολή του Α. Χ. (κατ/νου - εκδότη αυτής) ως προς την ημερομηνία πληρωμής της από 7-4-1995 σε 7-11-1996. Η δεύτερη επιταγή συμπληρώθηκε κατ' εντολή του ίδιου ως προς την ημερομηνία πληρωμής της, σε 15-11-1996 και η τρίτη επιταγή τροποποιήθηκε κατ' εντολή του ίδιου ως προς την ημερομηνία πληρωμής της από 30-9-1995 σε 30-12-1996 και ως προς το ποσό από 10.000.000 δρχ. σε 110.000.000 δρχ.". Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε και Δ του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου και μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 29.10.2012) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509§2 του ΚΠοινΔ), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 225 παρ. 1 του ΠΚ, άλλως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, μεταξύ των εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, είναι και οι επιταγές με αριθμούς ..., ... και .... Οι επιταγές αυτές, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, δεν φέρονται ως αναγνωσθείσες ούτε στην κατ' έφεση ούτε στην πρωτοβάθμια δίκη. Όμως, ορθώς, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, λήφθηκαν υπόψη για την καταδικαστική κρίση, γιατί το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλο έγγραφο, το οποίο αναγνώσθηκε, ήτοι από την από 14.2.2003 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου - γραφοψυχολόγου Β. Σ., η οποία συντάχθηκε, όπως από την επισκόπηση αυτής προκύπτει, κατόπιν εντολής του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνιστάμενη στο ότι, για την καταδικαστική κρίση, λήφθηκαν υπόψη και οι ως άνω επιταγές χωρίς να αναγνωσθούν, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7 Μαρτίου 2012 (με αριθ. πρωτ. 1946/2012) αίτηση (δήλωση) του Α. Χ. του Ν. μετά των από 29.10.2012 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 10843/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε, ως πολιτικώς ενάγων, ενώπιον του ανακριτή υπόμνημα και αναφέρθηκε σ' αυτό με την χωρίς όρκο κατάθεσή του για ψευδή ανώμοτη κατάθεση. Στοιχεία εγκλήματος. Όχι απαραίτητη η παράθεση των αποδεικτικών μέσων και μνεία του τι προέκυπτε από το καθένα χωριστά. Ορθώς λήφθηκαν υπόψη έγγραφα χωρίς να προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν, αφού το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλο έγγραφο, το οποίο αναγνώσθηκε. Όχι απόλυτη ακυρότητα. Απόρριψη αιτήσεως και προσθέτων λόγων.
null
null
0
Αριθμός 1560/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Ι. Μ.-Κ. Π. ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ-ΕΜΠΟΡΙΑ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "MED HOMES ΕΠΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Σπήλιου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-8-2008 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1149/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 764/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-1-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 5-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Από τις διατάξεις των άρθρων 143 παρ.3, 104 και 96 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η επίδοση της κλήσης για συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως μπορεί να γίνει εγκύρως και στον δικηγόρο που υπογράφει την αίτηση ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, και ο οποίος τεκμαίρεται ότι είναι αντίκλητός του για την υπόθεση για την οποία υπέγραψε το σχετικό δικόγραφο και έχει ως εκ τούτου την κατά το άρθρο 142 του ίδιου Κώδικα εξουσία να παραλαμβάνει τα δικόγραφα που απευθύνονται προς τον διάδικο που τον διόρισε και αφορούν την υπόθεση αυτή (ΑΠ 897/2011, 1379/2009). Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 5729/21-9-2011 έκθεση του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών ..., την οποία ο αναιρεσίβλητος προσκομίζει και επικαλείται, αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται δικάσιμος προς συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης, και με κλήση για συζήτηση στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του πληρεξουσίου του αναιρεσιβλήτου, που επισπεύδει τη συζήτηση, στον δικηγόρο Πατρών Άγγελο Στεργιόπουλο, ο οποίος υπογράφει την αίτηση ως πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας εταιρείας. Η τελευταία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση. Ενόψει όμως της νόμιμης κλήτευσής της που προαναφέρθηκε και σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 του ΚΠολΔ το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της αναιρεσείουσας. ΙΙ. Κατά το άρθρο 33 παρ.2 εδ. α' του ν. 3190/1955 "περί εταιρειών περιωρισμένης ευθύνης" "πας εταίρος δύναται να εξέλθη της εταιρείας ένεκα σπουδαίου λόγου κατόπιν αποφάσεως του Προέδρου των Πρωτοδικών" (ήδη του Μονομελούς Πρωτοδικείου και κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, κατ' άρθρον 3 παρ.2 του Εισαγ. ΚΠολΔ). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής σπουδαίον λόγο για την έξοδο εταίρου από την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (ΕΠΕ) συνιστά και η σοβαρή διαταραχή των προσωπικών και εταιρικών σχέσεων των εταίρων, καθώς και οι διαφωνίες και διενέξεις τους, που συνεπάγονται αδυναμία τους να συνεργαστούν για την επίτευξη του εταιρικού σκοπού, τούτο δε και ανεξαρτήτως υπαιτιότητας των υπολοίπων εταίρων ή των εκπροσώπων της εταιρείας, αλλά και του αναιτίου του αιτούντος την έξοδο εταίρου. Εξάλλου ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης εξαιτίας ανεπαρκών κ.λ.π. αιτιολογιών δεν δημιουργείται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της αναφέρονται χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που καλύπτουν όλα τα στοιχεία τα οποία απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως αποδειχθέντα (πιθανολογηθέντα) από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί οι διάδικοι, ήτοι: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../3-5-2005 συμβολαίου (....) συστάθηκε, μεταξύ του αιτούντος - εκκαλούντος (εφεξής αιτούντος) και της Κ. Π. (β' εφεσίβλητης - καθής - εφεξής β' καθής) (μη διαδίκου ήδη ενώπιον του Αρείου Πάγου), εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (...) και με διακριτικό τίτλο "MED HOMES Ε.Π.Ε." με κεφάλαιο 20.000 ευρώ, το οποίο κατέβαλαν οι δύο εταίροι κατ' ισομοιρία. Έδρα της ως άνω εταιρείας ορίστηκε το ... (...). Διαχειρίστρια αυτής ορίστηκε η δεύτερη καθής, η οποία είναι Ιταλίδα, οικονομολόγος και διατηρεί στην Ιταλία, μαζί με τον πατέρα της, παρόμοια εταιρεία. Σημειώνεται ότι κατά το χρόνο σύστασης της εταιρείας, αυτή ήταν μνηστή του αιτούντος και διέμενε αρκετό διάστημα στην Κεφαλληνία. Η ως άνω εταιρεία αρχικά λειτουργούσε ομαλά και η συνεργασία, καθώς και οι σχέσεις των δύο εταίρων ήταν αρμονικές. Από το Μάρτιο όμως του 2007 οι προσωπικές και εταιρικές σχέσεις των διαδίκων διαταράχθηκαν σοβαρά. Υπάρχουν δε διαφωνίες και διενέξεις μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να αδυνατούν να συνεργαστούν. Η μνηστεία τους διαλύθηκε και η δεύτερη καθής μετοίκησε ήδη στην Ιταλία, επισκεπτόμενη πλέον σπανίως την Κεφαλληνία. Και είναι μεν αλήθεια ότι αυτή με το υπ' αριθ. .../13-3-2007 συμβόλαιο (....) εξουσιοδότησε τον αιτούντα, αλλά και τον αδελφό της Τ. Π., ο οποίος διέμενε τότε στη Κεφαλληνία, να ενεργούν μαζί ή χωριστά, ορισμένες πράξεις διαχειρίσεως και συγκεκριμένα τους εξουσιοδότησε α) να εκπροσωπούν τη διαχειρίστρια στις συναλλαγές της με οποιαδήποτε Τράπεζα και να προβαίνουν προς το σκοπό αυτό σε είσπραξη χρημάτων, έκδοση ή αποδοχή συναλλαγματικών, επιταγών και άλλων αξιόγραφων κλπ και β) να υπογράφουν και να εκτελούν κάθε σύμβαση Τραπεζική ή μη. Και πράγματι ο αιτών προέβαινε σε αρκετές πράξεις διαχείρισης ως αντιπρόσωπος της αντιδίκου του, όπως π.χ. έκδοση επιταγών κλπ. Δεν πιθανολογήθηκε όμως ότι αυτός ήταν ο πραγματικός και μοναδικός de facto διαχειριστής της εταιρείας, όπως αβάσιμα δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Η δεύτερη καθής διατήρησε για τον εαυτό της το δικαίωμα να ενεργεί κι αυτή η ίδια αυτοπροσώπως ή μέσω του αδελφού της πράξεις διαχείρισης, όπως και πράγματι έκανε (όπως π.χ. αγορά οικοδομικών υλικών από την Ιταλία). Λόγω όμως της προαναφερόμενης κακής σχέσης των ανωτέρω διαδίκων και της έλλειψης συνεργασίας μεταξύ τους, η οποία οφείλεται σε υπαιτιότητα αμφοτέρων, η λειτουργία της εταιρείας έγινε προβληματική, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν χρέη (μεταξύ άλλων, όπως και ο ίδιος ο αιτών αναφέρει στις προτάσεις του, οφείλονται από την εταιρεία στη Δ.Ο.Υ. Αργοστολίου ποσό που σήμερα ανέρχεται στα 15.000 ευρώ περίπου) και να σταματήσει η εκτέλεση έργων και η πραγματοποίηση κερδών. Η εταιρεία μάλιστα έχει εμπλακεί σε δικαστική διαμάχη με αρκετούς πελάτες της. Η φήμη της έχει καταστραφεί και η πελατεία της μειώθηκε δραστικά. Πιθανολογήθηκε λοιπόν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ότι συντρέχει σπουδαίος λόγος για την έξοδο του αιτούντος από την εταιρεία". Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο δέχθηκε την έφεση και την ένδικη αίτηση του αναιρεσιβλήτου, που είχε απορριφθεί πρωτοδίκως, και επέτρεψε την έξοδο του τελευταίου από την καθ'ης η αίτηση, ήδη αναιρεσείουσα, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και το διατακτικό της απόφασής του, αφού τα εκτιθέμενα ως άνω, χωρίς αντιφάσεις, στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού, περιστατικά και δη ότι από τα αναφερόμενα επίσης γεγονότα διαταράχθηκαν οι προσωπικές και εταιρικές σχέσεις μεταξύ των εταίρων (αιτούντος και ειρημένης-Κ. Π.) και ότι προέκυψαν διαφωνίες και διενέξεις μεταξύ τους με αποτέλεσμα την αδυναμία συνεργασίας τους για την επίτευξη του εταιρικού σκοπού, συνιστούν, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, σπουδαίο λόγο που δικαιολογεί την έξοδο του εταίρου από την Ε.Π.Ε., ως έννομη συνέπεια του εφαρμοσθέντος ως άνω κανόνα δικαίου, την οποία και διέταξε το δικαστήριο. Επομένως ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί πάντως ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλομΑΠ 2/2008). Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα για την απόδειξη του ισχυρισμού της ότι η ένδικη αίτηση ασκείται καταχρηστικά, κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, προσκόμισε και στο Εφετείο την από 10-1-2008 ηλεκτρονική επιστολή της προειρημένης εταίρου Κ. Π. προς την δικηγόρο της Γκρατσιέλλα Μικελέττι με το εξής, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος της, περιεχόμενο: "Σε ό,τι αφορά την επιθυμία του Γ. (αιτούντος-αναιρεσιβλήτου) να αποχωρήσει από την εταιρεία, εάν αυτό είναι που θέλει, εγώ δεν τον υποχρεώνω να μείνει. Αυτό που θέλω να ξεκαθαρίσω είναι να ξέρει, αυτός και οι γονείς του, ότι σε κάθε περίπτωση, για το διάστημα που ήταν συνεταίρος, παραμένει πάντοτε εμπλεκόμενος. Σε κάθε περίπτωση θα μπορεί να υπογράψει συμφωνητικό με το οποίο να δηλώνει ότι θέλει να αποχωρήσει από την εταιρική ένωση (..) και ότι για τα θέματα που προκύπτουν από όσο διάστημα ήταν συνεταίρος και εφόσον υπάρξει ανάγκη θα με υποστηρίξει καταθέτοντας υπέρ της εταιρείας στις δικαστικές αγωγές". Το Εφετείο, που απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος που είχε προβάλει η αναιρεσείουσα, δέχθηκε σχετικώς με το ανωτέρω έγγραφο, τα εξής: "Εξάλλου πιθανολογήθηκε ότι ακόμα και η δεύτερη καθ'ής (Κ. Π.) σε ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε προς τη δικηγόρο της στην Κεφαλληνία Γ. Μ. εμφανίζεται σύμφωνη με την επιθυμία του αιτούντος να εξέλθει αυτός από την εταιρεία". Παρεκτός του ότι από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει ότι το Εφετείο την απορριπτική ως άνω κρίση του για την εκ του άρθρου 281 ΑΚ προβληθείσα ένσταση δεν την στήριξε ούτε αποκλειστικά ούτε κατά κύριον λόγο στο ανωτέρω έγγραφο-επιστολή, το οποίο απλώς συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, από το ανωτέρω κείμενο του εγγράφου και την ρηθείσα παραδοχή του Εφετείου προκύπτει σαφώς ότι το δικαστήριο προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, όχι δε και στην παραμόρφωσή του, υπό την προεκτεθείσα έννοια της παραμόρφωσης. Επομένως ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο και υπό την επίκληση του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ υποστηρίζονται τα αντίθετα, και δη ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου με το να αναγνώσει μόνον το πρώτο ως άνω μέρος του (εδάφιο), όχι δε και το υπόλοιπο, είναι απαράδεκτος, πλήττοντας την ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου περί πραγματικών γεγονότων. IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (που δεν έχει υποβάλει προτάσεις), κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ.176 και 183 του ΚΠολΔ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18-1-2010 αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Ι. Μ.-Κ. Π. ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ-ΕΜΠΟΡΙΑ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ Ε.Π.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 764/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έξοδος εταιρεου για σπουδαίο λόγο. Σπουδαίο λόγο για την έξοδο εταίρου από ΕΠΕ συνιστά και η σοβαρή διαταραχή των προσωπικών και εταρικών σχέσεων των εταίρων, καθώς και οι διαφωνίες και διενέξεις τους, που συνεπάγονται αδυναμία τους να συνεργαστούν για την επίτευξη του εταιρικού σκοπού. Αναίρεση. Λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του Κ.Πολ.Δ.Πότε ιδρύονται Συζήτηση. κλήση επίδοση κλήσεως για συζήτηση της αναίρεσης στον υπογράφοντα την αναίρεση δικηγόρο, (νόμιμη Επικυρώνει Εφ. Πατρ. 764/2009).
Εταιρία περιορισμένης ευθύνης
Εταιρία περιορισμένης ευθύνης.
1
Αριθμός 1556/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Α. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γίτσα. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΑΛ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΑΒΕΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Καζιάνη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3842/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 80/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-9-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 3-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 24-9-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 80/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη αυτή απόφαση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τα άρθρα 522, 535 παρ.1 και 536 παρ.1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την παραδοχή λόγου εφέσεως, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την διακράτηση της υπόθεσης για την εκδίκασή της από αυτό κατ' ουσίαν, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως όλα τα ζητήματα που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως για την οριστική διάγνωση της διαφοράς. Έτσι, αν κρίνεται αγωγή με περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της αποφάσεως που πλήττονται με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή. Τα αυτά ισχύουν, μεταβαλλομένων των μεταβλητέων, και όταν κρίνεται ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής με περισσότερους λόγους. Επομένως και στην περίπτωση αυτή το Εφετείο, εάν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση απορρίπτοντας λόγο της ανακοπής που είχε γίνει δεκτός πρωτοδίκως, οφείλει να εξετάσει και τους λοιπούς λόγους της ανακοπής που δεν είχαν εξετασθεί, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι οι λόγοι αυτοί είχαν προβληθεί κατά τρόπον ορισμένο και παραδεκτό και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οπότε και υποχρεούται το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει. Εάν δε το Εφετείο δεν εξετάσει τέτοιον λόγο της ανακοπής, που είχε δηλαδή προταθεί νομίμως, ως ανωτέρω, και δεν είχε εξετασθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δημιουργείται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.8 του ΚΠολΔ της παρά τον νόμο μη λήψεως υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου από τα άρθρα 623, 626, 630, 443 και 447 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής και για χρηματική απαίτηση που αποδεικνύεται από τιμολόγια, για να έχουν όμως τέτοια αποδεικτική δύναμη τα τιμολόγια, ως ιδιωτικά έγγραφα, πρέπει να έχουν την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, του προσώπου δηλαδή που αναλαμβάνει υποχρεώσεις από αυτά. Αν η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε βάσει τιμολογίων που δεν έχουν την υπογραφή του φερομένου ως εκδότη τους, υπό την προεκτεθείσα έννοια, η διαταγή πληρωμής είναι άκυρη και μπορεί να προσβληθεί για τον λόγο αυτό με την ανακοπή των άρθρων 632 και 633 του ΚΠολΔ. ΙΙ. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη ανακοπή του και για τους περιεχόμενους σ' αυτήν τέσσερις λόγους ο αναιρεσείων ζήτησε να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 10630/2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ποσού 18.709,96 ευρώ, που είχε εκδοθεί εις βάρος του με αίτηση της αναιρεσίβλητης εταιρείας και βάσει των αναφερόμενων σ' αυτήν εννέα τιμολογίων πωλήσεως, που εφέρετο ότι αποδείκνυαν την απαίτηση της αναιρεσίβλητης (τίμημα πωληθέντων πραγμάτων). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 3842/2007 απόφασή του απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής περί παραγραφής της αξίωσης της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε τον τέταρτο λόγο της ανακοπής περί ανυπαρξίας του ένδικου χρέους (έλλειψη υποκειμένης αιτίας) λόγω εικονικότητας των φερομένων ως συμβάσεων πωλήσεως για τις οποίες είχαν εκδοθεί τα ένδικα τιμολόγια και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, δεν εξέτασε δε μετά ταύτα και τους λοιπούς, δεύτερον και τρίτο, λόγους της ανακοπής. Με τον εξ αυτών δεύτερον λόγο της ανακοπής ο αναιρεσείων είχε προτείνει παραδεκτώς και ορισμένως, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ανακοπής, ότι τα προειρημένα τιμολόγια βάσει των οποίων εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής δεν έφεραν την υπογραφή του, με αποτέλεσμα να μην αποδεικνύουν (άμεσα) την έναντι της αναιρεσίβλητης επικαλούμενη υποχρέωσή του και η εκδοθείσα ως άνω διαταγή πληρωμής να είναι άκυρη εξ αυτού του λόγου. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τον σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσίβλητης-καθ'ης η ανακοπή και απέρριψε ως αόριστο τον τέταρτο λόγο της ανακοπής που είχε γίνει δεκτός πρωτοδίκως, κατά τα προεκτεθέντα, απορρίπτοντας μετά ταύτα και την ανακοπή στο σύνολό της, χωρίς να εξετάσει και τους λοιπούς, δεύτερον και τρίτο, λόγους της ανακοπής. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Εφετείο όφειλε να εξετάσει τον δεύτερο, ως ανωτέρω, λόγο της ανακοπής, που είχε προβληθεί νομίμως και δεν είχε εξετασθεί πρωτοδίκως (όχι όμως και τον τρίτο, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 281 του ΑΚ), ο οποίος, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ανακοπής, είναι παντελώς αόριστος), κατά συνέπειαν δε, αφού δεν έπραξε τούτο, δεν εξέτασε δηλαδή τον ειρημένο λόγο της ανακοπής, υπέπεσε στην προαναφερόμενη (ανωτ. από Ι) αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τον μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης. ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 του ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρο 176 και 183 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 80/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δικονομία πολιτική. Έφεση. Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα. Το Εφετείο μετά την παραδοχή λόγου εφέσεως την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την διακράτηση της υπόθεσης για την εκδίκασή της από αυτό κατ' ουσίαν, καθίσταται αρμοδιο και οφείλει να εξετάσει και αυτεπαγγέλτως τις βάσεις τηςαγωγής ή τους λόγους της ανακοπής που είχαν προβληθεί νομιμως και δεν είχαν εξετασθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Αναίρεση. Αν το Εφετείο παραλείψει την ανωτέρω υποχρέωσή του ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ Διαταγή πληρωμής τιμολόγια. Μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής βάσει τιμολογίων, όταν τα τιμολόγια αυτά φέρουν την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη. Έννοια εκδότη (Αναιρεί την ΕΑ 80/2009).
null
null
0
Αριθμός 1554/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. συζ. Γ. Δ., το γένος Α. Π., 2. Γ. Δ. του Μ., 3. Γ. Γ. του Ν., 4. Μ. Κ. του Μ., 5. Μ. Μ. του Ε., 6. Ε. συζ. Μ. Μ., το γένος Π. Λ., 7. Ε. Τ. του Γ., 8. Β. Κ. του Π., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κουσαή, και 9. Ε. Ν. του Χ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπομπόρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων δήλωσε ότι οι 1η, 2ος, 3ος, 4η, 5ος, 6η, 7ος και 8η αναιρεσείοντες παραιτούνται από το δικόγραφο της από 5-10-2009 αίτησης αναίρεσης τους κατά του παραπάνω αναιρεσιβλήτου και κατά της 1692/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και κατέθεσε το υπ'αριθ. 716/20-4-2012 πληρεξούσιο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6117/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1692/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-10-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 29-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 και 297 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με τα άρθρα 299 και 573 του ίδιου ΚΠολΔ, και στην αναίρεση προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά (ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο), να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αναίρεσης χωρίς συναίνεση του αντιδίκου του πριν αυτός προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, η παραίτηση δε αυτή έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε. Εξάλλου, από το άρθρο 576 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης έχει κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα στη συζήτησή της και δεν εμφανιστεί κατ' αυτήν, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, οι αναιρεσείοντες υπό τους αριθμούς 1 έως και 8 του αναιρετηρίου, όπως ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό, με δήλωση του παραστάντος πληρεξουσίου τους, η οποία καταχωρίστηκε στα ίδια πρακτικά, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεώς τους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1692/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών πριν από την έναρξη της συζήτησης, η δε ένατη από τους αναιρεσείοντες Ε. Ν. δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση. Όπως δε προκύπτει από την υπ' αριθμ .9953/8-1-2010 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσίβλητος, που επισπεύδει τη δίκη, η απούσα ως άνω αναιρεσείουσα κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για τη συζήτηση της υποθέσεως κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, με επίδοση της σχετικής κλήσης κάτω από αντίγραφο της αιτήσεως στον πληρεξούσιο δικηγόρο της (αναιρεσείουσας) που υπογράφει το δικόγραφο της αιτήσεως (αναιρέσεως) και ο οποίος τεκμαίρεται ότι είναι αντίκλητος της αναιρεσείουσας για την ανωτέρω επίδοση κατά το άρθρο 143 του ΚΠολΔ (ΑΠ 897/2011, 1379/2009). Μετά από αυτά και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη πρέπει α)να θεωρεί ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν ασκήθηκε ως προς ρηθέντες οκτώ πρώτους αναιρεσείοντες και β)να προχωρήσει κατά τα λοιπά η συζήτηση παρά την απουσία της ως άνω κλητευθείσης ένατης αναιρεσείουσας. ΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 του ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση (Ολομ.ΑΠ 24/2003). Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων μεταξύ των οποίων και η προαναφερθείσα ενάτη, ως προς την οποία συζητείται η υπόθεση, οι τελευταίοι εξέθεταν σ'αυτήν μεταξύ των άλλων ότι έλαβαν γνώση της υπ' αριθμ. 30/12/12-11-1996 τεχνικής έκθεσης επικίνδυνης οικοδομής του Τμήματος Ελέγχου Κατασκευών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Τομέα Ανατολικής Αθήνας, όπου αναφέρονται οι διαπιστωθείσες από τους αρμόδιους υπαλλήλους κακοτεχνίες και ελλείψεις της αναφερόμενης στην αγωγή οικοδομής τους, το αργότερο την 8-3-1996, οπότε, κατά την αγωγή, γνωστοποίησαν στους εναγομένους, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσίβλητος, με εξώδικη δήλωσή τους την ως άνω τεχνική έκθεση επικίνδυνης οικοδομής και τους κάλεσαν να αποκαταστήσουν τις κακοτεχνίες. Τη μελέτη του φέροντος οργανισμού της οικοδομής είχε συντάξει κατόπιν συμφωνίας του με τον μη διάδικο ήδη εργολάβο της οικοδομής, ο αναιρεσίβλητος, πολιτικός μηχανικός, στις ελλείψεις δε αυτές και τις κακοτεχνίες, που καθιστούσαν επικίνδυνη την οικοδομή, είχαν στηρίξει οι αναιρεσείοντες τις αξιώσεις τους από αδικοπραξία κατά του αναιρεσίβλητου, με τον οποίο δεν τους συνέδεε συμβατική σχέση, για τη ζημία που υπέστησαν λόγω των ελλείψεων και κακοτεχνιών της οικοδομής κατά τους σεισμούς της 7-9-1999. Ενόψει του ιστορικού αυτού της αγωγής και του γεγονότος ότι, όπως αναφέρεται και στην αναιρεσιβαλλομένη, από την ανωτέρω ημερομηνία (8-3-1996), οπότε οι ενάγοντες έλαβαν γνώση της ζημίας και των υποχρέων προς αποζημίωσή τους εναγομένων, μέχρι την άσκηση κατά των τελευταίων της ένδικης αγωγής (11-6-2001), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, χωρίς να μεσολαβήσει οποιοδήποτε διακοπτικό της παραγραφής γεγονός, ορθώς, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ένδικες από αδικοπραξία αξιώσεις των αναιρεσειόντων μεταξύ των οποίων και εκείνη της ένατης αναιρεσείουσας (δρχ. 11.409,365) που ενδιαφέρει εδώ, κατά του αναιρεσιβλήτου έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 εδ.α' του ΑΚ και απέρριψε, κατά παραδοχήν της σχετικής ένστασης του αναιρεσιβλήτου-εναγομένου, την εναντίον του τελευταίου αγωγή, μη υποπίπτοντας (το Εφετείο) στην εκ του άρθρου 559 αρ.1 αναιρετική πλημμέλεια της παραβιάσεως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, των ειρημένων ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 914 και 937 του ΑΚ. Έτσι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, όπως απορριπτέα είναι μετά ταύτα και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, που δεν περιέχει άλλον λόγο, ως προς την δικαζόμενη ως άνω ένατη αναιρεσείουσα. Τέλος, και αφού υπάρχει σχετικό αίτημα του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και υπέβαλε και προτάσεις, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του πρώτου, οι μεν παραιτηθέντες κατά τα άρθρα 188 παρ.1 και 192 του ΚΠολΔ, η δε ένατη (δικαζόμενη) αναιρεσείουσα κατά τα άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 του ίδιου ΚΠολΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε η από 5-10-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ.1692/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς τους υπ' αριθμ. 1 έως και 8 του αναιρετηρίου αναιρεσείοντες Χ. Δ., Γ.Δ., Γ.Γ., Μ.Κ., Μ.Μ., Ε.Μ., Ε.Τ. και Β. Κ.. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως προς την ένατη αναιρεσείουσα Ε. Ν.. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Χρόνος γεννήσεως της αξιώσεως του ζημιωθένος από αδικοπραξία, για ζημία παρούσα ή μέλλουσα χρόνος ενάρξεως παραγραφής. Ανίαρεση. Συζήτησ. παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης. Θεωρείται ότι η αναίρεση δεν ασκήθηκε ως προς τους παραιτηθέντες. Κλήση αναιρεσείοντος με επίδοση του σχετικού δικογράφου στον πληρεξούσιο δικηγόρο του που υπογράφει το αναιρετήριο νόμιμη. Συζήτηση αναιρέσεως παρά την απουσία του κλήτευθέντος ως ανωτέρω αναιρεσείοντος. Αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αβάσιμοι. Επικυρώνει ως προς μη παραιτηθέντα αναιρεσείοντα την ΕΑ 1692/2009 Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε η αναίρεση ωβς προς παραιτηθέντες αναιρεσείοντες- δικαστική δαπάνη υπέρ αναιρεσιβλήτου.
Παραγραφή αξιώσεων
Αδικοπραξία (αστική ευθύνη) Δημοσίου, Αποζημίωση, Παραγραφή αξιώσεων.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1550/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο -Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελάγιας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Ν. Ο. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Μαλεβίτη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3303/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Μ. Ι. και 2. Φ. Τ., κατοίκων ..., που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αρκουμάνη. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Φεβρουαρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 355/2012. Αφού άκουσε Τους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από την διάταξη του άρθρου 339 παρ.1 περ. α ΠΚ, που ορίζει ότι "όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο από 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη τιμωρείται ... α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, β) ... γ) ... κ.λπ.", προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από αυτήν εγκλήματος της αποπλάνησης παιδιoύ απαιτείται οποιαδήποτε υπό γενετήσια άποψη ασελγής πράξη με πρόσωπο νεότερο των δεκαπέντε ετών, κατά τις σε αυτήν ως προς την ηλικία διακρίσεις, η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και την περί των ηθών κοινή αντίληψη, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη. Με την έννοια αυτή αποτελεί ασελγή πράξη όχι μόνον η συνουσία και η παρά φύση ασέλγεια, αλλά η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, η επαφή των γεννητικών οργάνων του δράστη με τα γεννητικά όργανα του ανήλικου, ο εναγκαλισμός και η καταφίληση στο πρόσωπο και το σώμα του παιδιού, εφ' όσον κατατείνουν στην διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, διότι και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας. Ο δράστης πρέπει να γνωρίζει ότι το πρόσωπο κατά του οποίου κατευθύνεται η πράξη του έχει ηλικία κατώτερη των 15 ετών, αρκεί, όμως, ως προς το σημείο αυτό και ο ενδεχόμενος δόλος, που υπάρχει όταν ο δράστης αμφιβάλλει, ως προς την ηλικία του παθόντος. Η συναίνεση του ανηλίκου ή η παρ' αυτού πρωτοβουλία ή και πρόκληση δεν έχει σημασία. Αν περισσότερες διακεκριμένες πράξεις του δράστη στρέφονται κατά του ιδίου ανηλίκου, πρόκειται για έγκλημα κατ' εξακολούθηση. Επίσης από τη διάταξη του άρθρο 342 παρ. 1 περ.α' του ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 24 του ν. 3500/2006, που ορίζει ότι " 1) Ο ενήλικος ο οποίος ενεργεί ασελγείς πράξεις με ανήλικο, τον οποίον του έχουν εμπιστευθεί για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά, τιμωρείται ως εξής: α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, β) ...", προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από αυτήν εγκλήματος της κατάχρησης ανηλίκων σε ασέλγεια απαιτείται ομοίως οποιαδήποτε υπό γενετήσια άποψη ασελγής πράξη με πρόσωπο νεότερο των δεκατεσσάρων ετών, η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και την περί των ηθών κοινή αντίληψη, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη, μόνο στην περίπτωση που τον ανήλικο αυτό οι έχοντες την επιμέλειά του τον έχουν εμπιστευθεί στον ενήλικο δράστη για κάποιο λόγο για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά, παραβιαζόμενης έτσι με κατάχρηση της εμπιστοσύνης που του επέδειξαν. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ'αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή αποτελεί αντιγραφή του αιτιολογικού της πρωτόδικης αποφάσεως ή όταν εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η απαιτούμενη ως παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η, κατά το άρθρο 178 του ΚΠΔ, απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, με την συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 του ΚΠΔ, πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη του, είτε στο προοίμιο είτε στο περιεχόμενο των παραδοχών. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα και ιδρύεται ο παραπάνω αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3303/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, με ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α του ΠΚ, σε συνολική ποινή κάθειρξης δώδεκα ετών, α) για αποπλάνηση ανηλίκου νεοτέρου των δέκα ετών κατ' εξακολούθηση και β) για κατάχρηση σε ασέλγεια της ιδίας εννεαετούς ανηλίκου, νεοτέρας των δεκατεσσάρων ετών, που του είχαν εμπιστευθεί για να την επιβλέπει και να την φυλάσσει, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατά κατηγορίες αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επειδή, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, την ανωμοτί κατάθεση των πολιτικώς εναγόντων, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι: Ο κατηγορούμενος είναι πατέρας δύο αγοριών από τον πρώτο του γάμο και είναι ήδη νυμφευμένος σε δεύτερο γάμο με γυναίκα ουκρανικής καταγωγής, είναι δε συγγενής του πατέρα και συγκεκριμένα θείος της ανήλικης Μ. Τ., η οποία έχει γεννηθεί στις 18-9-2000. Από το καλοκαίρι του έτους 2009 οι σχέσεις των δύο οικογενειών, που μέχρι τότε ήταν απλά συγγενικές, έγιναν πιο στενές - φιλικές και άρχισαν να πραγματοποιούν κοινές εξόδους και να ανταλλάσσουν επισκέψεις. Έτσι, δημιουργήθηκε μεταξύ τους σχέση αμοιβαίας εκτίμησης και εμπιστοσύνης. Κατά τον μήνα Ιούλιο του άνω έτους 2009, ο κατηγορούμενος με την οικογένεια της ανήλικης, η οποία είχε άλλη μία μικρότερη αδελφή, την Κ., είχαν πάει μερικές φορές για μπάνιο στην παραλία του Σχοινιά. Κατά τον μήνα Αύγουστο δεν είχαν συναντηθεί, λόγω των θερινών διακοπών που μεσολάβησαν, κατά τις οποίες απουσίαζαν από την Αθήνα. Οι συναναστροφές τους επανελήφθησαν από τον Σεπτέμβριο περίπου του 2009, με ανταλλαγές επισκέψεων στα σπίτια τους, είτε με αφορμή κάποια γιορτή, είτε και χωρίς κάποια ιδιαίτερη αιτία. Κατά το διάστημα αυτό, ο κατηγορούμενος, μετά από επιθυμία της ανήλικης και με την συναίνεση των γονέων της, οι οποίοι του είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη, συνόδευσε δύο ή τρεις φορές την ανήλικη σε παιδότοπο. Επίσης, ένα βράδυ του Οκτωβρίου, που η οικογένεια της ανήλικης είχε επισκεφθεί την οικία του κατηγορουμένου, επειδή παρέμειναν μέχρι αργά και η ανήλικη νύσταζε, διανυκτέρευσε στο σπίτι του κατηγορουμένου, όπου έμενε τότε και η σύζυγός του. Στις 10-11-2009, κατά τις απογευματινές ώρες, η μητέρα της ανήλικης, η οποία εργάζεται στην εκκλησία της περιοχής, παρεκάλεσε τον κατηγορούμενο να προσέχει την ανήλικη και την αδελφή της κατά την διάρκεια της απουσίας της. Όταν η τελευταία επέστρεψε, ο κατηγορούμενος της ζήτησε να πάρει μαζί του την ανήλικη Μ. στο σπίτι του, για να τον βοηθήσει, δήθεν, σε κάποιες εργασίες. Εκείνη, μη έχοντας, μέχρι εκείνη την στιγμή, λόγο να κλονισθεί η εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του, επέτρεψε να την πάρει μαζί του. Έτσι, η ανήλικη παρέμεινε στο σπίτι του κατηγορουμένου περίπου από τις 20.00 μέχρι τις 21.15, επέστρεψε δε στο σπίτι της μετά από τηλεφώνημα της μητέρας της περίπου στις 21.30. Την στιγμή που ο κατηγορούμενος αναχωρούσε από το σπίτι της παθούσας, η μητέρα της αντιλήφθηκε ότι αυτοί αντάλλαξαν διάφορα νοήματα και λεκτικά υπονοούμενα, τα οποία την έβαλαν σε υποψίες. Μετά από επίμονες ερωτήσεις της, η ανήλικη της αποκάλυψε, ότι ο κατηγορούμενος, από τον Ιούλιο που είχαν πάει για μπάνιο στη θάλασσα και, κατόπιν, όσες φορές την συνόδευσε στον παιδότοπο ή έμεινε στο σπίτι του, αλλά και εκείνο το ίδιο βράδυ, αυτός ασελγούσε εις βάρος της παρά τις αντιρρήσεις της, και ότι δεν της το είπε επειδή εκείνος τη φόβισε ότι, αν το αποκαλύψει στους γονείς της, θα την μάλωναν και θα τσακωνόταν αυτός με τον μπαμπά της. Συγκεκριμένα, είπε στην μητέρα της ότι, κατά τον μήνα Ιούλιο που είχαν πάει για μπάνιο, δύο φορές, και ενώ οι υπόλοιποι κολυμπούσαν ή αναζητούσαν κογχύλια στην παραλία, ο κατηγορούμενος την απομόνωσε, την οδήγησε στο αυτοκίνητό του, σε σημείο που δεν ήταν ορατός από τον υπόλοιπο κόσμο, την έβαλε να καθίσει στην θέση του οδηγού, με ανοιχτή την πόρτα, της κατέβασε το μαγιό, την φίλησε στο αιδοίο, ακολούθως, κατέβασε και το δικό του μαγιό και της ζήτησε να πιάσει το μόριο του, εκείνη, όμως, αρνήθηκε. Τότε αυτός αυνανίστηκε μπροστά της, κατά τις περιγραφές της "... το έπιασε μόνος του και έβγαλε ένα άσπρο υγρό από το πουλί του" και στη συνέχεια πήγαν στην θάλασσα και πλύθηκαν. Επίσης, κατά τις διηγήσεις της ανήλικης, όσες φορές ο κατηγορούμενος την πήρε για να πάνε στον παιδότοπο, κατά την επιστροφή, την πήγαινε στο σπίτι του, όπου την ξάπλωνε στο κρεβάτι, την έγδυνε, έβγαζε και αυτός τα δικά του ρούχα, την φιλούσε και την έγλειφε σε όλο το σώμα και στα γεννητικά της όργανα, έβαζε το γεννητικό του όργανο στον "πωπό" της και το χέρι του στο "πουλάκι" της, την υποχρέωνε δε να πιάσει το μόριο του και να το χαϊδέψει αλλά εκείνη αρνιόταν. Τότε εκείνος αυνανιζόταν μπροστά της και "... με το άσπρο υγρό της πασάλειφε στο πουλάκι της και σε όλο της το σώμα". Στη συνέχεια, πριν την επιστρέψει στο σπίτι της, της έκανε μπάνιο για να μην καταλάβει κάτι η μητέρα της. Μάλιστα ο κατηγορούμενος είχε αγοράσει πιστολάκι και της στέγνωνε τα μαλλιά, όπως διηγήθηκε η ανήλικη στους γονείς της, περνώντας έξω από το κατάστημα που το είχαν αγοράσει. Το ίδιο συνέβη και εκείνη τη νύχτα που έμεινε σπίτι του, δηλαδή ενώ κοιμόταν η σύζυγος του κατηγορουμένου, η οποία είχε καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ, εκείνος ασέλγησε με τον ίδιο ως άνω τρόπο στην ανήλικη. Επίσης, τελευταία φορά στις 10-11-2009, οπότε την πήρε στο σπίτι το για να τον βοηθήσει σε κάποιες δουλειές, όπως προαναφέρθηκε, και ενώ απουσίαζε η σύζυγος του, επανέλαβε τις ίδιες ασελγείς πράξεις εις βάρος της, δηλαδή την έγδυσε, γδύθηκε και ίδιος και την υποχρέωσε να του "πιάσει το πουλί του", εκείνος δε της είπε ότι "αισθάνεται ωραία" ενώ εκείνη του είπε "ότι αισθάνεται χάλια" και τότε εκείνος της είπε "δεν πειράζει καλό σου κάνει". Επίσης, της είχε ζητήσει να του φιλήσει και να του γλείψει το "πουλί" του, αλλά εκείνη είχε αρνηθεί, χωρίς να την αναγκάσει να το κάνει, όμως για όλα τα άλλα "την ζόριζε", όπως διηγείται η ίδια. Μετά τις άνω αποκαλύψεις, η ανήλικη με την μητέρα της Μ. Ι. απευθύνθηκαν στο Τμήμα Προστασίας Ανηλίκων της ΓΑΔΑ, όπου κατέθεσαν τα ως άνω, και παραγγέλθηκε ιατροδικαστική εξέταση, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 12-11-2009 (δηλαδή δύο ημέρες μετά το τελευταίο επεισόδιο που περιγράφεται παραπάνω) και διαπιστώθηκε "ερυθρότης της γεννητικής περιοχής, άνευ λοιπών κακώσεων, παρθενικός υμήν ακέραιος", με την παρατήρηση ότι "θωπείες και άλλες τυχόν ασελγείς πράξεις δεν είναι δυνατόν να επιβεβαιωθούν ιατροδικαστικώς" (βλ. υπ' αριθμ. 2133/12-11-2009 ιατροδικαστική έκθεση). Όλα τα παραπάνω κατέθεσε η ανήλικη με κάθε λεπτομέρεια και με μικρές αποκλίσεις, κάθε φορά και στην προανακριτική της κατάθεση που δόθηκε στις 11-11-2009 και ενώπιον της Ανακρίτριας την 5-2-2010, παρουσία του διορισθέντος πραγματογνώμονα Ψυχιάτρου Χ. Κ. και των γονέων της. Τα ίδια δε διηγήθηκε και στους γονείς της, οι οποίοι κατέθεσαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου. Ο εν λόγω πραγματογνώμονας στην από 4-3-2-1- έκθεσή του επισημαίνει ότι η ανήλικη απάντησε με προθυμία σε όλες τις ερωτήσεις της ανακρίτριας ότι η αντιληπτική της ικανότητα είναι απόλυτα φυσιολογική, ότι τα όποια αναπτυξιακά και ψυχολογικά της προβλήματα για τα οποία παρακολουθείται από παιδοψυχολόγο, εκφράζονται με μαθησιακού τύπου δυσκολίες, ενώ στις υπόλοιπες δραστηριότητές της δύναται να θεωρηθεί οξυδερκής. Και ναι μεν ο ίδιος πραγματογνώμονας διατυπώνει επιφυλάξεις κατά πόσον αυτά που καταθέτει η ανήλικη ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα με βάση τις επιστημονικές αντιλήψεις σχετικά με την ωριμότητα ενός παιδιού εννέα - δέκα ετών, όμως στο Δικαστήριο δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται εις βάρος της ανήλικης, βασιζόμενο και στα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, αλλά και στις καταθέσεις της ανήλικης, τις οποίες θεωρεί ειλικρινείς και αληθείς, με δεδομένο και το γεγονός ότι οι καταγγελλόμενες πράξεις που περιγράφονται λεπτομερώς από την ανήλικα όπως και τα γεννητικά όργανα του κατηγορουμένου συνέβησαν πολλές φορές και όχι μία, οπότε θα μπορούσε, ενδεχομένως, να δημιουργηθεί αμφιβολία περί του εάν πρόκειται για αλήθεια ή για κατασκευάσματα της φαντασίας του παιδιού. Ενόψει όλων των ανωτέρω, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων σ' αυτόν εγκλημάτων, όπως αυτά περιγράφονται και στο διατακτικό της παρούσης, τα οποία συρρέουν αληθώς κατ' ιδέαν, διότι σε καθένα από αυτά προσβάλλονται δύο αυτοτελή έννομα αγαθά, ήτοι με την διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 περ. α' ΠΚ, η αγνότητα της νεαρής ηλικίας, και με την διάταξη του άρθρου 342 παρ. 1 περ.α' ΠΚ, η σχέση εμπιστοσύνης που υπάρχει μεταξύ δράστου και θύματος (βλ. ΑΠ 439/2009, ΑΠ 1111/2005)". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την, από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω δύο εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 94, 98, 339 παρ. 1 περ.α', 342 παρ.1 περ. α' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος: α) τα αποδεικτικά μέσα αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, β) η αιτιολογία αυτή δεν είναι τυπική, μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή αποτελεί αντιγραφή του αιτιολογικού της πρωτόδικης αποφάσεως, στη δε συγκεκριμένη περίπτωση δεν εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και ίδιες σκέψεις και πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα, γ) από το παραπάνω παρατεθέν αιτιολογικό προκύπτει σαφώς και γίνεται ρητή και εκτενής αναφορά στην 2133/12-9-2009 ιατροδικαστική έκθεση (σελ.29) και στην από 4-3-2010 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου Χ. Κ. (σελ.30) και επομένως υπάρχει βεβαιότητα ότι συνεκτιμήθηκαν και τα παραπάνω ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, δ) μεταξύ των παραπάνω εγκλημάτων των άρθρων 339 και 342 του ΠΚ, υπάρχει αληθινή συρροή και όχι κατ' ιδέαν φαινομένη συρροή, όπως αιτιάται αβάσιμα ο αναιρεσείων και ορθά καταδικάστηκε για δύο αυτοτελή εγκλήματα, καθόσον με τις διατάξεις αυτές προστατεύονται διαφορετικά έννομα αγαθά, με την μεν πρώτη η αγνότητα της νεαρής ηλικίας των ανηλίκων και με τη δεύτερη η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ δράστη και θύματος, υπάρχει δε σαφής και αιτιολογημένη απόρριψη προβληθέντος από τον κατηγορούμενο σχετικού ισχυρισμού, ε) οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, για εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, για παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και για παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, οι συναφής με τα παραπάνω πρώτος και δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' (κατ' εκτίμηση) του ΚΠΔ, για ελλιπή και μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και εκείνων περί συρροής, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικού μέσου, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποίο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ). Διαφορετικά, αν, δηλαδή, η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της (σελ. 9), αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο έγγραφα, χωρίς να προβληθεί καμία αντίρρηση από κανένα παράγοντα της δίκης, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, η εκκαλουμένη 1000/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και τα πρακτικά αυτής και άλλα 22 έγγραφα που προσδιορίζονται επαρκώς κατά την ταυτότητά τους, χωρίς να υπάρχει παράπονο για ελλιπή ταυτότητα. Ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεώς του, ενώ δέχεται και αναφέρει (σελ. 10-12 αναιρέσεως), ότι αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης με αριθμό 1000/2011 και τα παρακάτω έγγραφα, που σημειώνει την ταυτότητά τους και που είναι ίδια με τα παραπάνω προκύπτοντα από τα πρακτικά ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, προβάλλει ακυρότητα της διαδικασίας, για το λόγο ότι "ουδαμού αναφέρεται κάποιο έγγραφο που ανεγνώσθη στο δικαστήριο και ελήφθη υπόψη, η γενική έκφραση ότι έγινε ανάγνωση, δεν ισοδυναμεί με ανάγνωση περιεχομένου εγγράφου, εφόσον δεν εξωτερικεύεται με σαφήνεια το καθέκαστον έγγραφο κατά το χρόνο συντάξεως και περιεχόμενο και δεν παρέχεται στον κατηγορούμενο να προβάλλει παρατηρήσεις, απολείπεται η ατομικότητα του εγγράφου, μετά ταύτα θεωρούνται ως μη αναγνωσθέντα .. και επομένως προκύπτει ότι δεν έχουν αναγνωσθεί τα ως άνω έγγραφα, όμως λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον κατά τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 3 του ΚΠΔ, "τα πρακτικά ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά", αφού δε στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αναιρεσείων δεν προσβάλλει τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως πλαστά, από δε τα πρακτικά αυτά προκύπτει σαφώς, όπως προαναφέρθηκε, ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο χωρίς μάλιστα καμία αντίρρηση του κατηγορουμένου, όλα τα παραπάνω 22 έγγραφα, και κατά το περιεχόμενό τους και ο αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ, να προβεί σε δηλώσεις και παρατηρήσεις σχετικά με αυτά, από δε το προπαρατεθέν αιτιολογικό προκύπτει ότι το δικαστήριο συνεκτίμησε για να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την ενοχή του κατηγορουμένου και όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ, 6 παρ.3 δ και 14 παρ.3 ε του ΔΣ/ΑΠΔ, ακυρότητα που λαµβάνεται και αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, επιφέρει και η µη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εµφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουµένου και την άσκηση των δικαιωµάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και µε τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόµος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούµενο δικαιωµάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόµο υποχρέωση του δικαστή να δηµιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωµάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούµενη σχετική αίτηση του κατηγορουµένου (ΑΠ 52/2011). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 366 παρ.1 του ΚΠΔ που ορίζει ότι "Εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση καλεί τον κατηγορούµενο να απολογηθεί για την κατηγορία που του αποδίδεται. Κατά την απολογία του ο κατηγορούµενος πρέπει να µην διακόπτεται, εκτός αν επιµένει να αποµακρύνεται από το θέµα, και να µην εµποδίζεται στην αφήγηση περιστατικών που αποκρούουν την κατηγορία. Αφού τελειώσει η απολογία, µπορούν να γίνουν ερωτήσεις στον κατηγορούµενο από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση, τον εισαγγελέα ή το δηµόσιο κατήγορο και τους δικαστές. Οι υπόλοιποι διάδικοι, καθώς και οι συνήγοροί τους, επιτρέπεται να υποβάλλουν ερωτήσεις στον κατηγορούµενο µόνο µε τη µεσολάβηση εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση", συνάγεται ότι ερωτήσεις προς τον κατηγορούµενο μετά την απολογία του, υποβάλλουν απευθείας µόνο οι δικαστές της έδρας και ο εισαγγελέας, κατά τη σειρά που καθορίζονται ρητά στο παραπάνω άρθρο. Οι υπόλοιποι διάδικοι, (πολιτικώς ενάγων, αστικώς υπεύθυνος, συνήγοροι συγκατηγορουμένων) καθώς και οι συνήγοροί τους, επιτρέπεται να υποβάλλουν ερωτήσεις στον κατηγορούµενο µόνο µε τη µεσολάβηση εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση. Ερωτήσεις δεν δικαιούται, ούτε εµµέσως δια του διευθύνοντος, να υποβάλει ο συνήγορος του ιδίου του εξεταζόµενου κατηγορουµένου (ΑΠ 141/2008, 1701/2006). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεώς του, επικαλείται ακυρότητα της διαδικασίας για παραβίαση υπερασπιστικού του δικαιώματος, γιατί εκθέτει, ότι ενώ, όπως προκύπτει από τα πρακτικά μετά το τέλος της απολογίας του, δόθηκε ο λόγος από τον πρόεδρο στον εισαγγελέα της έδρας και αυτός υπέβαλεν ερωτήσεις σε αυτόν, ο διευθύνων τη συζήτηση δεν έδωσε το λόγο μετά και στο συνήγορο υπεράσπισης αυτού, για να του υποβάλει ερωτήσεις και έτσι παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα. Ο λόγος αναιρέσεως αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, ερωτήσεις δεν δικαιούται, ούτε εµµέσως, δια του διευθύνοντος, να υποβάλει ο συνήγορος του ιδίου του εξεταζόµενου κατηγορουµένου στον κατηγορούμενο μετά το τέλος της απολογίας του, ενώ τέτοια υποχρέωση για το δικαστήριο δεν δηµιουργείται ούτε από τις προαναφερόµενες διατάξεις των άρθρων 6 και 14 των προαναφερθεισών διεθνών συµβάσεων, ούτε από άλλες παρεµφερείς διατάξεις, σε σχέση µε το δικαίωµα του συνηγόρου κατηγορουµένου να υποβάλλει ερωτήσεις στον ίδιο τον κατηγορούμενο που υπερασπίζεται, αφού η θέση τους στη δίκη ταυτίζεται. Για να γεννηθεί δε η από την διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 εδ. δ' του ΚΠΔ προβλεπόµενη απόλυτη ακυρότητα θα πρέπει να υπάρχει από το νόµο υποχρέωση του δικαστηρίου να προκαλέσει αυτό την άσκηση εκ µέρους του κατηγορουµένου ορισµένου δικαιώµατος που του παρέχεται από το νόµο, πράγμα που δε συμβαίνει στην παραπάνω περίπτωση. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) καθώς, και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-2-2012 αίτηση του Ν. Ο. του Γ., για αναίρεση της 3303/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων, εκ ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποπλάνηση ανηλίκου κάτω 10 ετών (9ετούς κοριτσιού, ανεψιάς του) κατ’ εξακολούθηση (άρθρ. 339 παρ. 1 ΠΚ). Κατάχρηση ανηλίκου κάτω των 14 ετών, με κατάχρηση εμπιστοσύνης από πρόσωπο που του είχαν αναθέσει τη φύλαξη και προσοχή σε ασέλγεια (άρθρ. 342 παρ. 1 ΠΚ). Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ, Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως. Μεταξύ των παραπάνω εγκλημάτων των άρθρων 339 και 342 ΠΚ, υπάρχει αληθινή συρροή και όχι κατ' ιδέαν φαινομένη συρροή. Ερωτήσεις δεν δικαιούται, ούτε εμμέσως δια του διευθύνοντος, να υποβάλει ο συνήγορος του ιδίου του εξεταζόμενου κατηγορουμένου και από την παράλειψη αυτή δε δημιουργείται καμία ακυρότητα της διαδικασίας για παραβίαση υπερασπιστικού δικαιώματος του κατηγορουμένου.
Ασέλγεια με κατάχρηση εξουσίας
Αποπλάνηση ανηλίκου, Ασέλγεια με κατάχρηση εξουσίας.
1
Αριθμός 1549/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη -Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Σ. Ο. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 47-51/2012 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαρτίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 474/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρ. 299 του ΠΚ "όποιος, με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη", κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, "αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του αυτού άρθρου 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι, για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση, κατά την έννοια της διάταξης, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη, είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δε συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρ. 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης. Για την ύπαρξη του στοιχείου της ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φθάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα στάθμισης των αιτιών που κινούν την πράξη ή απωθούν από αυτήν. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων στην ποινική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά στα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο η από το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη, διακρινόμενο των εγγράφων, πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία της αποφάσεως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, εκτός αν αυτό προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 47-51/2012 απόφαση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, καταδίκασε, την αναιρεσείουσα- κατηγορούμενη, σε δεύτερο βαθμό, για ανθρωποκτονία με πρόθεση, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά πλειοψηφία, (δύο μέλη του δικαστηρίου είχαν την άποψη ότι τελούσε σε βρασμό ψυχικής ορμής),με τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α', γ' και ε' Π.Κ, σε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών. Για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση το Εφετείο, διέλαβε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, μετά την ανάλυση του νομικού μέρους της υπόθεσης, τα παρακάτω: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, από την ανάγνωση όλων ανεξαιρέτως των προαναφερομένων εγγράφων που αναφέρονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης την απολογία της κατηγορουμένης στο ακροατήριο καθώς και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατ/νη Σ. Ο. είχε τελέσει γάμο με το θύμα Μ. Τ. του Ι. και από το γάμο τους αυτό απέκτησαν οκτώ τέκνα. Η έγγαμη συμβίωση τους που διήρκεσε επί 21 έτη δεν εξελίχθηκε ομαλά αφού το θύμα συμπεριφερόταν προς την κατ/νη και τα τέκνα τους με αυταρχικό και βίαιο τρόπο. Το θύμα ήταν άνθρωπος μέθυσος, εριστικός, δύστροπος, σκληρός και βάναυσος. Από την αρχή του γάμου τους το θύμα κακοποιούσε την κατ/νη κτυπώντας την με τα χέρια ή με διάφορα αντικείμενα σ' όλο το σώμα χωρίς αφορμή αλλά και τα τέκνα τους απειλώντας τους παράλληλα ότι θα τους σκοτώσει. Την κατάσταση αυτή επέτεινε η συνεχής κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών. Το θύμα υπήρξε δυνάστης της συζύγου και των τέκνων του, ο πατέρας "αφέντης" που όριζε την τύχη και τη ζωή όλης της οικογενείας, αποφάσιζε για όλους και για όλα, ήλεγχε τις κινήσεις της συζύγου και των τέκνων του ακόμη και των ενηλίκων, ήταν το φόβητρο όλων και κανείς τους δεν αντιδρούσε στην κατάσταση αυτή ούτε είχαν σκεφθεί σοβαρά κάτι τέτοιο τόσο λόγω του φόβου και τις μόνιμες απειλές που ζούσαν καθημερινά όσο και εξαιτίας των συνθηκών διαβίωσης και του επιπέδου τους πνευματικού και μορφωτικού και των διδαχών της θρησκείας τους όντας μουσουλμάνοι. Η οικογένεια τους θερινούς μήνες μετακινούταν για αναζήτηση εργασίας δεν είχε μόνιμο τόπο διαμονής ως αρχές Ιουνίου 2003 εγκαταστάθηκε σε ακατοίκητη οικία (καλύβα) στο ... που τους παραχώρησε ο Ι. Γ. προκειμένου να εργαστούν στα κτήματα του, οι συνθήκες διαβίωσης της οικογενείας ήταν άθλιες, διέμεναν σ'ένα δώμα και κοιμόντουσαν στο πάτωμα. Εξαιτίας της ως άνω συνεχιζόμενης επί πολλά έτη βάναυσης συμπεριφοράς του θύματος (συμπεριφορά που έφθασε στο παρελθόν μέχρι το θάνατο του νεογέννητου τέκνου που προκλήθηκε από γρονθοκοπήματα τούτου στο σώμα της κατ/νης όπου καθόν χρόνο κρατούσε τούτο στην αγκαλιά της) και της ... κακοποίησης τόσο της κατ/νης (την κτυπούσε με τα χέρια, με σκεπάρνι και άλλα αντικείμενα) όσο και των τέκνων της, η κατ/νη αποφάσισε, πριν μια εβδομάδα περίπου από το συμβάν που επίσης είχε κακοποιηθεί και τον σκοτώσει εάν την ξανακτυπούσε και να δώσει έτσι ένα τέλος στην κατάσταση αυτή η ίδια ... και τον κατάγγειλε στις αρμόδιες αρχές (Αστυνομικές δικαστικές κ.λπ.)- Τις πρώτες πρωινές ώρες της 19/9/2003 το θύμα επέστρεφε από το καφενείο του χωριού όπου είχε καταναλώσει ποσότητες οινοπνευματωδών ποτών στην ως άνω οικία όπου διέμεναν. Εκεί αφού κακοποίησε αναίτια και πάλι τη σύζυγο του προκαλώντας της σοβαρές κακώσεις στο κεφάλι, στο πρόσωπο και σε άλλα μέρη του σώματος της, έστειλε τον υιό του Ο. να του φέρει άλλες δύο φιάλες ρετσίνας, τις οποίες κατανάλωσε αμέσως και στη συνέχεια, αφού περιήλθε σε κατάσταση πλήρους μέθης ξάπλωσε στο πάτωμα να κοιμηθεί. Στο προσκέφαλο του είχε τοποθετήσει τις σφαίρες του υπ' αρ. ... μονόκαννου κυνηγετικού όπλου, που είχε στην κατοχή του χωρίς την απαιτούμενη νόμιμη άδεια, το οποίο πολλές φορές κατά την εκτόξευση απειλών κατά της συζύγου και των τέκνων του είχε αναφερθεί και τούτο για να τα διαφυλάξει συναισθανόμενος προφανώς τον ελάχιστο βαθμό αποδοχής του από την οικογένεια του εξαιτίας της συμπεριφοράς του προς αυτή και μη αποκλείοντας ίσως το ενδεχόμενο αφαίρεσης τους από τη σύζυγο ή τα τέκνα του για ανταπόδοση των όσων ο ίδιος έκανε σ' αυτούς καθημερινά. Η κατ/νη σύζυγος του, λοιπόν, όταν όλοι (σύζυγος και τέκνα) τη νύκτα εκείνη της 19/9/2003 κοιμήθηκαν, σηκώθηκε και αφού τοποθέτησε ένα φυσίγγι που αφαίρεσε από αυτά που υπήρχαν στο προσκέφαλο του θύματος στο μονόκανο κυνηγετικό όπλο του συζύγου της πλησίασε τον τελευταίο που κοιμόταν και τον πυροβόλησε σχεδόν εξ επαφής μια φορά στο κεφάλι προκαλώντας του βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση συνέπεια της οποίας, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος του. Από τον πυροβολισμό τα τέκνα ξύπνησαν τρομαγμένα και ρώτησαν τη μητέρα τους τι συνέβη και αυτή τους είπε ότι σκότωσε τον πατέρα τους όπως τη χτυπούσε ... επιδιώκοντας να εξαφανίσει τα ίχνη της πράξης της η κατ/νη τύλιξε ψύχραιμα το πτώμα του συζύγου της με δύο κουβέρτες, καθάρισε το χώρο από τα αίματα έδεσε τα πόδια του θύματος με ένα ιμάντα και τον έσυρε έξω από το σπίτι με τη βοήθεια δε του υιού της Ο. τοποθέτησε το πτώμα στα πίσω καθίσματα του υπ' αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και αφού έριξε και μια κουβέρτα πάνω σ' αυτό μετέβησαν στο χώρο εναπόθεσης απορριμμάτων του Δ. ..., όπου και πέταξαν το πτώμα μέσα στα σκουπίδια. Στην επιστροφή πέταξαν τις κουβέρτες σε ρέμα της αγροτικής περιοχής ... όπου και τελικώς βρέθηκαν καθ' υπόδειξη του Ο. Τ. (βλ. από 19/9/2003 έκθεση ανευρέσεως, περισυλλογής, κατάσχεσης του ανθ/μου Ν.Δ.). Το πρωί και ενώ οι υιοί του θύματος Μ. και Ο. και οι δύο μεγαλύτερες θυγατέρες του πήγαν στον εργοδότη τους Ι.Γ. για να πληρωθούν πληροφόρησαν τον τελευταίο, χωρίς να δείχνουν κάποια στενοχώρια ότι ο πατέρας τους είχε εξαφανισθεί και εκείνος τους σύστησε να πάνε στην αστυνομία να δηλώσουν την εξαφάνιση του. Στη συνέχεια η κατ/νη συνοδευόμενη από τα τέκνα της μετέβησαν στο Τμήμα Ασφάλειας Κατερίνης για να δηλώσουν την εξαφάνιση του συζύγου και πατέρα τους, όμως το πτώμα είχε ήδη ανευρεθεί περί ώρα 11.30 της ίδιας ημέρας από τον κτηνοτρόφο Ν.Σ. ο οποίος είχε ενημερώσει σχετικά την Αστυνομία, αστυνομικοί της οποίας μετέβησαν στον τόπο που βρέθηκε το πτώμα συνοδευόμενοι από τον Μ. -υιό του θύματος, ο οποίος και αναγνώρισε το πτώμα του πατέρα του. Μετά την αναγνώριση του πτώματος οι αστυνομικοί υποπτεύθηκαν την κατ/νη η οποία εξεταζόμενη κατά την προανάκριση ομολόγησε την πράξη της, λέγοντας ότι ο σύζυγος της την κακομεταχειριζόταν, την έδερνε και τον σκότωσε γι' αυτό. Από την προσήκουσα εκτίμηση των ως άνω πραγματικών περιστατικών αποδείχθηκε και το Δικαστήριο κατά την πλειοψηφούσα αυτού άποψη πείσθηκε ότι η κατηγορούμενη αποφάσισε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση ν' αφαιρέσει τη ζωή του συζύγου της για να δώσει ένα τέλος στη δύσκολη ζωή που ζούσε με αυτόν αγανακτισμένη από τη για μακρό χρόνο ανυπόφορη και βασανιστική συμπεριφορά του σκέψη που δεν ήταν πρωτογενής αλλά ήταν απόρροια των όσων χρόνια αντιμετώπιζε, περιμένοντας ίσως την κατάλληλη ευκαιρία, με αποκορύφωμα τον ξυλοδαρμό της μια εβδομάδα περίπου πριν την 19/9/2003 αλλά και εκείνον που έλαβε χώρα τη νύκτα του φόνου σε επεισόδιο που είχε προηγηθεί μεταξύ αυτής και του θύματος κατά το οποίο την κτύπησε και πάλι σκληρά σε διάφορα μέρη του σώματος της. Η ήρεμη ψυχική κατάσταση της κατ/νης υφίστατο τόσο κατά τη λήψη της σχετικής απόφασης όσο και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας του ως άνω συζύγου της αλλά και στον ενδιάμεσο χρόνο, καθόσον: α) η κατ/νη όπως η ίδια δήλωσε στην αστυνομία ήταν αποφασισμένη από πριν (μία εβδομάδα περίπου πριν το φόνο) να τον σκοτώσει λόγω κακής συμπεριφοράς του θύματος προς αυτήν (βλ. ίδια κατάθεση μάρτυρα αστυνομικού Κ.Α. στο ακροατήριο αναφερόμενος σχετικά αλλά και κατάθεση του ιδίου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στην οποία σχετικά με όσα τους είπε η κατ/νη αναφέρεται), χωρίς όμως να έχει σχεδιάσει τις επί μέρους λεπτομέρειες και ειδικότερα τις συνθήκες της ανθρωποκτονίας που επρόκειτο να τελέσει, β) η κατηγορουμένη επέλεξε να σκοτώσει το σύζυγο της την ώρα που κοιμόταν ο ίδιος και τα παιδιά της εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι το θύμα βρισκόταν σε κατάσταση μέθης και ύπνου που δυσκόλευε αρκετά ν' αντιληφθεί οποιαδήποτε κίνηση της όπως το ότι πήρε το όπλο και το φυσίγγι από το προσκέφαλο του θύματος τοποθέτησε αυτό στη θαλάμι του όπλου και τον έπληξε σχεδόν εξ επαφής στο κεφάλι, έτσι ώστε να επέλθει με βεβαιότητα ο θάνατος του και όχι σε κάποιο μέρος του σώματος του, γ) οι μετέπειτα ενέργειες της μέχρι την τυχαία ανακάλυψη του πτώματος και της πράξης της από την Αστυνομία, όπως η προσέλευση της στην τελευταία προκειμένου να δηλώσει τη δήθεν εξαφάνιση του συζύγου της, μαρτυρούν μεθοδευμένη διάπραξη ανθρωποκτονίας και παντός δε συνηγόρου στην τέλεση αυτής κάτω από έντονη αιφνίδια ψυχική υπέρμετρη, υπερδιέγερση, τέτοια που ν' αποκλείει τη σκέψη και την ικανότητα της ν' αντιληφθεί το άδικο της ως άνω πράξης της. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η κατ/νη ενεργούσε ήρεμα και ψύχραιμα, αφού μετά την πράξη της και προκειμένου να εξαφανίσει τα ίχνη της φρόντισε να καθαρίσει το χώρο από τα αίματα, να δέσει το πτώμα, να το τυλίξει με κουβέρτες, να το μεταφέρει και να το ρίψει στο χώρο εναπόθεσης απορριμμάτων με σκοπό να μην το ανακαλύψει κανένας και να εξαφανίσει έτσι τα ίχνη της, ενώ αν την πράξη είχε τελέσει σε βρασμό ψυχικής ορμής θα έπρεπε να καλέσει αμέσως την Αστυνομίας αναφέροντας τι έγινε και γιατί και όχι να προσπαθήσει να την αποπροσανατολίσει κάνοντας δήλωση εξαφάνισης του συζύγου της. Εξάλλου στην περίπτωση βρασμού ψυχικής ορμής απαιτείται ο δράστης να έχει ενεργήσει πραγματώνοντας την πράξη της ανθρωποκτονίας ευρισκόμενος σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής τόσο κατά τη λήψη της απόφασης όσο και κατά την εκτέλεση της αλλά και το ενδιάμεσο σε αυτό μεταξύ της λήψεως της απόφασης και της εκτέλεσης του εγκλήματος (βλ. ΑΠ 1061/97 Π.Χρ. ΜΗ-372, ΑΠ 1539/00 Ποιν.Δικ. 2001-806 επ.) γεγονός που δεν υφίσταται εν προκειμένω, καθόσον η απόφαση "να τον σκοτώσει" είχε ληφθεί πριν από το χρόνο τέλεσης της πράξης όπως προεκτέθηκε. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου η κατηγορουμένη τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως, για την οποία κήρυξε ένοχη κατά πλειοψηφία ως προς την ήρεμη ψυχική κατάσταση την αναιρεσείουσα, ήτοι, της ανθρωποκτονίας με άμεσο δόλο, τελώντας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 299 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογημένα απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό που προέβαλε ο συνήγορος της αναιρεσείουσας περί συνδρομής στο πρόσωπό της, καταστάσεως βρασμού ψυχικής ορμής, που προκλήθηκε από τους ξυλοδαρμούς που αυτή δεχόταν από το σύζυγό της επί χρόνια, αφού δέχθηκε κατά την επικρατήσασα άποψη, ότι η αναιρεσείουσα αποφάσισε και τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, δηλαδή έχοντας τη δυνατότητα να σταθμίσει τα αίτια που την ώθησαν στην πράξη της και αυτά που την απώθησαν από αυτήν, μάλιστα η ήρεμη ψυχική κατάσταση της, υφίστατο, τόσο κατά τη λήψη της σχετικής απόφασης, [μία εβδομάδα πριν από το φόνο με ενίσχυση της απόφασης αυτής το βράδυ του φόνου (19-9-2003)], όσο και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας, αλλά και στον ενδιάμεσο χρόνο. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας: 1) δεν περιέχονται αντιφάσεις στο αιτιολογικό της αποφάσεως με την παραδοχή από το δικαστήριο ότι, "η κατ/νη αποφάσισε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση ν' αφαιρέσει τη ζωή του συζύγου της για να δώσει ένα τέλος στη δύσκολη ζωή που ζούσε με αυτόν" και με την παραδοχή στη συνέχεια ότι ήταν " αγανακτισμένη από τη για μακρό χρονικό διάστημα ανυπόφορη και βασανιστική συμπεριφορά του, σκέψη που δεν ήταν πρωτογενής αλλά ήταν απόρροια των όσων χρόνια αυτή αντιμετώπιζε, περιμένοντας ίσως την κατάλληλη ευκαιρία, με αποκορύφωμα τον ξυλοδαρμό της μια εβδομάδα περίπου πριν την 19-9-2003", αφού η παραδοχή ότι το θύμα την κακοποιούσε βάναυσα, για μακρό χρονικό διάστημα, δε σημαίνει αναγκαίως, αποκλεισμό της ήρεμης ψυχικής κατάστασης, που επιτρέπει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα στάθμισης των αιτίων που ωθούν στην πράξη ή συγκρατούν από την τέλεση αυτής και παραδοχή του στοιχείου του βρασμού ψυχικής ορμής, ώστε να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 299 παρ. 2 ΠΚ, αντί της παρ. 1 του ίδιου άρθρου. 2) δεν περιέχονται αντιφάσεις στο αιτιολογικό της αποφάσεως με την παραδοχή ότι, "η κατηγορουμένη αποφάσισε πριν μια εβδομάδα περίπου από το συμβάν που επίσης είχε κακοποιηθεί να τον σκοτώσει εάν την ξανακτυπούσε" με την παραδοχή στη συνέχεια ότι αφορμή για τη λήψη της απόφασης αυτής ήταν ο ξυλοδαρμός της "μια εβδομάδα περίπου πριν την 19-9-2003, αλλά και εκείνος που έλαβε χώρα τη νύκτα του φόνου σε επεισόδιο που είχε προηγηθεί μεταξύ αυτής και του θύματος, κατά το οποίο την κτύπησε και πάλι σκληρά σε διάφορα μέρη του σώματός της", αφού στην πρώτη περικοπή του σκεπτικού το Δικαστήριο αναφέρεται σε χρόνο που λήφθηκε αρχικά η απόφαση της ανθρωποκτονίας, ενώ, στην δεύτερη, αναφέρεται σε χρόνο μεταγενέστερο, κατά τον οποίο ενισχύθηκε η παραπάνω απόφαση, και έτσι δεν δημιουργείται ασάφεια ως προς τον χρόνο λήψης της απόφασης της ανθρωποκτονίας, 3) Από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει με σαφήνεια ότι, μεσολάβησε αρκετό χρονικό διάστημα, από τον τελευταίο ξυλοδαρμό, που επισυνέβη στις 19-9-2003, μέχρι τη στιγμή της πραγματοποίησης του φόνου, γεγονός που δικαιολογεί την ήρεμη ψυχική κατάσταση που, κατά τις παραδοχές της πλειοψηφούσας γνώμης, τελούσε η αναιρεσείουσα, κατά την εκτέλεση της πράξης, καθόσον σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, το θύμα επέστρεψε στην οικία τους, κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 19-9-2003, από το καφενείο, όπου είχε καταναλώσει ποσότητες οινοπνευματωδών ποτών, κακοποίησε τη σύζυγό του, προκαλώντας της σοβαρές κακώσεις, στο κεφάλι στο πρόσωπο και σε άλλα μέρη του σώματός της, στη συνέχεια έστειλε τον υιό του, να του φέρει δύο φιάλες ρετσίνας, τις οποίες κατανάλωσε και στη συνέχεια αφού περιήλθε σε κατάσταση μέθης, ξάπλωσε στο πάτωμα να κοιμηθεί, όταν δε κοιμήθηκε τόσο ο ίδιος όσο και τα τέκνα τους, η κατηγορουμένη σηκώθηκε και τον πυροβόλησε εκεί που κοιμόταν. Επομένως, το δικαστήριο, μνημονεύει το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την κακοποίηση του θύματος μέχρι τη στιγμή αφαίρεσης της ζωής του τελευταίου, με βάση δε, τις παραπάνω παραδοχές, ορθά δέχθηκε την στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως υπό την νομική μορφή της παραγράφου 1 του άρθρου 299 Π.Κ. και όχι της παρ.2 του ίδιου άρθρου, 4) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, κατά τις οποίες, η αναιρεσείουσα ενήργησε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, και όχι σε βρασμό ψυχικής ορμής, "αφού μετά την πράξη της και προκειμένου να εξαφανίσει τα ίχνη της, φρόντισε να καθαρίσει το χώρο από τα αίματα, να δέσει το πτώμα, να το τυλίξει με κουβέρτες, να το μεταφέρει και να το ρίψει στο χώρο εναπόθεσης απορριμμάτων, με σκοπό να μην το ανακαλύψει κανένας και να εξαφανίσει τα ίχνη της", που αναφέρονται σε χρόνο μεταγενέστερο της τέλεσης της πράξης, και όχι στο χρόνο απόφασης τέλεσης της πράξης ή στο χρόνο τέλεσης αυτής, δε συνιστούν εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης της παρ.1 του άρθρου 299 Π.Κ, αντί εκείνης της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα, καθόσον, από τις συνολικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του ότι η αναιρεσείουσα τελούσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και όχι σε βρασμό ψυχικής ορμής, τόσο κατά τη λήψη της απόφασης να φονεύσει το θύμα, όσο και κατά την εκτέλεση αυτής, τη στηρίζει και σε άλλες, πλην των ανωτέρω, παραδοχές, ήτοι: α) στο γεγονός ότι αν τη πράξη είχε τελέσει σε βρασμό ψυχικής ορμής θα έπρεπε να καλέσει αμέσως την Αστυνομία, αναφέροντας τι έγινε και γιατί, και όχι να προσπαθήσει να την αποπροσανατολίσει κάνοντας δήλωση εξαφάνισης του συζύγου της, β) στο γεγονός ότι, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα Αστυνομικού Κ. Α., η κατ/νη είχε δηλώσει στην Αστυνομία, ότι ήταν αποφασισμένη, από μία εβδομάδα περίπου, πριν το φόνο, να φονεύσει το σύζυγό της, λόγω της κακής συμπεριφοράς αυτού, και γ) στην επιλογή της να τον φονεύσει την ώρα που κοιμόταν ο ίδιος και τα παιδιά της, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι το θύμα βρισκόταν σε κατάσταση μέθης και ύπνου, που το δυσκόλευε αρκετά ν' αντιληφθεί οποιαδήποτε κίνησή της. 5) Δεν αναφέρεται μεν, στο παραπάνω αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με ειδική μνημόνευσή της, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε 1) την από20-9-2003 ιατροδικαστική έκθεση, του Ιατροδικαστή Ν. Β., η οποία διατάχθηκε με την υπ' αριθμό 1045/45056/34β από 19-9-2003, έγγραφη παραγγελία του Τμήματος Ασφαλείας Κατερίνης, με τα επισυναπτόμενα σ' αυτήν α) με αριθμό πρωτ. 2255/20-10-2003 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης του εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και β) με αριθμό πρωτ. 3022/10/1593-α/ 6-10-2003 έκθεση εξέτασης αίματος του τμήματος Χημείου της Υποδ/νσης Εγκληματολογικών ερευνών Βόρειας Ελλάδας και 2) την από 19-9-2003 έκθεση αυτοψίας του ανακριτικού Υπαλλήλου, Τ. Γ., Αστυνόμου Β', και, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, είναι τα έγγραφα που αναφέρεται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, υπό τον α/α 5 και 6 και τα οποία αποτελούν ως πραγματογνωμοσύνη και αυτοψία, ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, κατά τα άρθρα 178, 180, 183 και 184 παρ. 1 ΚΠΔ, πλην όμως από την επισκόπηση των εκθέσεων αυτών και από το σύνολο των παραπάνω παραδοχών του αιτιολογικού προκύπτει σαφώς, ότι, χωρίς να γίνεται ειδική αναφορά των εκθέσεων αυτών στο αιτιολογικό, αξιολογείται το πόρισμά τους, που καταλήγει ότι ο θάνατος του θύματος οφείλεται σε βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κατόπιν πυροβολισμού με πυροβόλο κυνηγετικό όπλο (ιατροδικαστική έκθεση) ότι στο αίμα του βρέθηκε οινόπνευμα (έκθεση τοξικολογικής εξέτασης και έκθεση εξέτασης αίματος) και ότι το πτώμα βρέθηκε σε σκουπιδότοπο στην περιοχή ... (έκθεση αυτοψίας) και άρα, συνάγεται με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και συνεκτίμησε και τις αναγνωσθείσες αλλά μη μνημονευόμενες ρητά στο αιτιολογικό του ως άνω ιατροδικαστική έκθεση, και τις συνοδεύουσες αυτήν εκθέσεις, καθώς και την έκθεση αυτοψίας, αφού από τις παραδοχές της απόφασης προκύπτει χωρίς αμφιβολία, ότι τα άνω αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, αφού τα πορίσματά τους αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης και έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, ούτε άλλωστε, είναι αντίθετα με αυτά. (ΑΠ 590/2009, 1411/2008). Ενόψει των παραπάνω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, πρώτος και τρίτος, περί έλλειψης αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων και περί έλλειψης αιτιολογίας της απόφασης και εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι, παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου, να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά, τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, με τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ, πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Εξάλλου, δε δημιουργείται καμία αμφιβολία, ως προς την ταυτότητα των εγγράφων, όταν από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής της αναιρεσείουσας κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, προσδιοριζόμενα κατ' αύξοντα αριθμό, ως εξής :1) η από 19-9-2003 έκθεση κατ' οίκον έρευνας -ανεύρεσης και κατάσχεσης 2) ... 3) η από 19-9-2003 έκθεση ανεύρεσης και κατάσχεσης 4) η από 19-9-2003 έκθεση ανεύρεσης - περισυλλογής- κατάσχεσης. Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, άλλωστε όπως βεβαιώνεται στα πρακτικά, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα αναγνώσθηκαν. Με την γενόμενη δε ανάγνωση του κειμένου τους, χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά ότι προβλήθηκε αντίρρηση από τον παραστάντα πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, έγινε γνωστό και σε όλους τους παράγοντες της δίκης το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, επομένως και στην αναιρεσείουσα, οπότε αυτή είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Άλλωστε από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι δεν αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό, ούτε ότι υποβλήθηκε αίτημα προς ανάγνωση κάποιου άλλου εγγράφου, το οποίο δεν έγινε δεκτό. Το μικτό Ορκωτό, συνεπώς, Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του τα ως άνω έγγραφα και οι αιτιάσεις της κατηγορούμενης-αναιρεσείουσας, ότι παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά της δικαιώματα, διότι το Δικαστήριο της ουσίας, προς στήριξη της περί ενοχής της, κρίσης του, έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω έγγραφα που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, είναι αβάσιμες. Κατ' ακολουθία, ο 2ος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως της αίτησης της παραπάνω αναιρεσείουσας, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της, κατά το άρθρο 171 παρ.1 δ' ΚΠΔ, απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13-3-2012 (υπ' αριθ. πρωτ.2103/14-3-2012) δήλωση της Σ. Ο. του Χ. και Σ., κρατούμενης στο Κ.Κ. γυναικών Ελαιώνα Θήβας, για αναίρεση της υπ' αριθ. 47-51/2012 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία εκ προθέσεως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Τέλεση ανθρωποκτονίας, με κυνηγετικό όπλο, από τη σύζυγο σε βάρος του συζύγου, που την κακοποιούσε, την ώρα που αυτός κοιμόταν και αφού είχε καταναλώσει αρκετή ποσότητα οινοπνευματωδών ποτών. Ποινική Δικονομία. Λόγοι αίτησης αναίρεσης: Έλλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Αποδεικτικά μέσα. Η ιατροδικαστική έκθεση και η έκθεση αυτοψίας αποτελούν ίδια αποδεικτικά μέσα. Η μη μνημόνευση τους, στο αιτιολογικό, δε συνιστά έλλειψη αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, αφού από τις παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι τα άνω αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, αφού το περιεχόμενο τους και τα πορίσματά τους αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης και έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, ούτε είναι αντίθετα με αυτά.
null
null
0
Αριθμός 1561/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ODEON AE ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΘΕΑΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ", με διακριτικό τίτλο "ΟDEON AE", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ODEON CINEPLEX Ανώνυμη Εταιρία Εκμετάλλευσης Κινηματογραφικών Αιθουσών και Παραγωγής Ψηφιακών Δίσκων" και με διακριτικό τίτλο "ODEON CINEPLEX AE" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 3. Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "Μ. Σ. και Σια ΟΕ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ναούμ Τζίφρα. Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Village Roadshow Greece AE", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Χ. Α., ατομικά και ως νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "VILLAGE ROAD SHOW GREECE AE", που εδρεύει στο ..., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Αλεξανδρή. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2-2-2007 και 11-5-2007 αγωγές των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 670/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1414/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 28-12-2009 αίτησή τους και τους από 24-7-2010 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 24-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς του λόγους του αναιρετηρίου και του από 24-7-2010 δικογράφου των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του μέρους στη δικαστική του δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 3 της υπ' αριθμ. ...571/7467/17-12-1991 απόφασης του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, με την οποία καταργήθηκε το μέχρι τότε ισχύον καθεστώς των ελεύθερων χρήσεων γης για τις περιοχές που καταλαμβάνει το ρυθμιστικό σχέδιο του Δήμου Αμαρουσίου, θεσπίστηκε για πρώτη φορά η χρήση αμιγούς κατοικίας σε όλο το εύρος του ρυμοτομικού σχεδίου του ανωτέρω Δήμου, επομένως και στο Ο.Τ. 517 του ενδιαφέρει εδώ, όπου και απαγορεύεται έκτοτε η λειτουργία κινηματογράφων (άρθρ.2 π.δ. 23-2/6-3-1987, 231 π.δ. (κωδ.) 14/1999), με την μεταβατική δε διάταξη του άρθρου 7 παρ.4γ'της υπ' αριθμ. 31174/Π-873/1993 απόφασης του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, με την οποία τροποποιήθηκε το ως άνω Πολεοδομικό σχέδιο του ίδιου Δήμου Αμαρουσίου, ορίστηκε: "Άδειες οικοδομών ή αναθεωρήσεις ισχυουσών αδειών ειδικών κτηρίων μπορούν να εκδίδονται και για χρήση ίδια με την αρχική άδεια εφόσον αφορούν προσθήκη ή τροποποιήσεις υφισταμένων ή ανεγειρομένων κτηρίων και στις οποίες να έχει υλοποιηθεί σε κτίσμα (ο φέρων οργανισμός) τουλάχιστον το 50% του ισχύοντος συντελεστού δόμησης της περιοχής. Η παραπάνω διάταξη ισχύει μόνο για την περιοχή αμιγούς κατοικίας". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.3 του π.δ. 14-9/20-9-1995: "Επιτρέπεται κατά παρέκκλιση η χορήγηση άδειας λειτουργίας επιχείρησης για χρήσεις που απαγορεύονται με το παρόν Δ/γμα εφόσον πληρούνται οι ειδικές για την εγκατάσταση της χρήσης διατάξεις και κατά την ημερομηνία γνωμοδότησης του κεντρικού Συμβουλίου χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος -ΚΣΧΟΠ (30-6-1994) είχε διαμορφωθεί ο χώρος για τη συγκεκριμένη χρήση με άδεια της πολεοδομικής υπηρεσίας". Εξάλλου, η άδεια λειτουργίας ενός χώρου (καταστήματος) συνδέεται αμέσως με την οικοδομική άδεια ανέγερσης του οικείου κτηρίου, η οποία (οικοδομική άδεια) διασφαλίζει και τη νομιμότητα της χρήσης του κτηρίου για το οποίο χορηγήθηκε. Εφόσον δηλαδή υπάρχει νόμιμη άδεια ανέγερσης καταστήματος, ο χώρος (ως χώρος καταστήματος) κατοχυρώνεται με την άδεια οικοδομής και επομένως νόμιμα εκδίδεται μετά ταύτα η άδεια λειτουργίας του καταστήματος, μόνο δε αν κάποια από τις προϋποθέσεις αυτές παύσει να υφίσταται σε χρόνο μεταγενέστερο της χορηγήσεως της άδειας αυτής ή αν διαπιστωθεί ότι η διοίκηση παραπλανήθηκε κατά τη χορήγησή της, η τελευταία (διοίκηση) μπορεί νομίμως να ανακαλέσει την άδεια (βλ. ΣΕ 2205/1999). Τέλος, από τα άρθρα 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα πολιτικά δικαστήρια όταν κρίνουν σχετικά με τις υπαγόμενες σ'αυτά ιδιωτικού δικαίου διαφορές μπορούν, εφόσον δεν το αποκλείει ο νόμος, να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων της διοίκησης, ο έλεγχος όμως αυτός περιορίζεται στην έρευνα αν τα όργανα της διοίκησης ενήργησαν κατά τους καθορισμένους από τον νόμο όρους και τύπους και μέσα στα όρια της εξουσίας που τους ανήκει, χωρίς να μπορούν να ελέγχουν και την ουσιαστική κρίση τους ως προς τη συνδρομή ή όχι των απαιτούμενων πραγματικών προϋποθέσεων (ΑΠ 1257/2000). ΙΙ.- Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε τα ακόλουθα. "Η πρώτη εφεσίβλητη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "VILLAGE ROADSHOW CREECE A.E.", που εδρεύει στο ..., δραστηριοποιείται στην κινηματογραφική αγορά μέσω ενός ιδιόκτητου συγκροτήματος δέκα κινηματογραφικών αιθουσών (πολυκινηματογράφου), ευρισκομένου στην συμβολή των οδών ... και ... του Δήμου Αμαρουσίου, με τον διακριτικό τίτλο-σήμα Φήμης "VILLAGE CINEMAS". Για την ανέγερση του οικοδομήματος αυτού εκδόθηκε από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία Αμαρουσίου της Νομαρχίας Αττικής η υπ' αριθμ. .../31-5-1989 άδεια οικοδομής, τριετούς διάρκειας, επ' ονόματι της αρχικής ιδιοκτήτριας του ευρισκομένου στο Ο.Τ. 517 οικοπέδου ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Επιχειρήσεις Ήχου και Εικόνας", με την οποία επετράπη η ανέγερση ενός "ειδικού κτιρίου" έξι ορόφων και συνολικής επιφάνειας 4117 τ.μ., με χρήση "Γραφεία και πρότυπο κέντρο αναψυχής". Ενόψει του ότι κατά το χρόνο έκδοσης της εν λόγω αδείας ίσχυε στην επίδικη περιοχή 517 Ο.Τ. του Δήμου Αμαρουσίου το Β.Δ. της 31-1/13-2-1970 "περί τροποποιήσεως και επεκτάσεως των ρυμοτομικών σχεδίων Αμαρουσίου και Χαλανδρίου, τροποποιήσεως και καθορισμού των όρων και περιορισμών δομήσεως των οικοπέδων αυτών", το οποίο δεν έθετε περιορισμούς στις από το Π.Δ. 23-2/6.3.87 προβλεπόμενες 27 ειδικότερες χρήσεις γης, οι οποίες εντάσσονται σε 9 κατηγορίες γενικοτέρων χρήσεων (αμιγής κατοικία, γενική κατοικία, οχλούσα βιομηχανία-βιοτεχνία, τουρισμός-αναψυχή, ελεύθερος χώρος-αστικό πράσινο, κοινωφελούς εξυπηρέτησης κλπ), η εκδοθείσα ως άνω άδεια ανέγερσης κτιρίου με την χρήση "γραφεία και πρότυπο κέντρο αναψυχής" είναι σύννομη. Στη συνέχεια η παραπάνω άδεια αναθεωρήθηκε με την .../28-2-1994 σχετική πράξη της πολεοδομικής υπηρεσίας του Δήμου Αμαρουσίου και παρατάθηκε μέχρι την 31-5-1996, διατηρουμένων των όρων της αρχικής χορήγησής της, δηλαδή του προορισμού (χρήσης) του υπό ανέγερση κτιρίου. Η αναθεώρηση είχε ως αντικείμενο τη μερική τροποποίηση των εσωτερικών χώρων του κτιρίου, την παράταση ισχύος της μέχρι την 31.5.96 και την αλλαγή του επιβλέποντος μηχανικού. Αν και η ως άνω αναθεώρηση έλαβε χώρα μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 103571/7467/17.12.91 απόφασης του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, με την οποία καταργήθηκε το μέχρι τότε ισχύον καθεστώς των ελεύθερων χρήσεων γης για τις περιοχές που καταλαμβάνει το ρυθμιστικό σχέδιο του Δήμου Αμαρουσίου και θεσπίζεται για πρώτη φορά, δυνάμει του άρθρου 3 της παραπάνω απόφασης, η χρήση αμιγούς κατοικίας σε όλο το εύρος του ρυμοτομικού σχεδίου του Δ. Αμαρουσίου και επομένως και στο Ο.Τ. 517, η εν λόγω αναθεώρηση δεν πάσχει ακυρότητα, όντας νόμιμη, ως σύμφωνη με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 7 παρ.4γ της 31174/Π-873/93 απόφασης του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής με την οποία τροποποιήθηκε το ως άνω πολεοδομικό σχέδιο του Δήμου Αμαρουσίου και ορίστηκε ότι "άδειες οικοδομών ή αναθεωρήσεις ισχυουσών αδειών ειδικών κτιρίων μπορούν να εκδίδονται και για χρήση ίδια με την αρχική άδεια εφόσον αφορούν προσθήκη ή τροποποιήσεις υφισταμένων ή ανεγειρομένων κτιρίων και στις οποίες να έχει υλοποιηθεί (ο φέρων οργανισμός) τουλάχιστον το 50% του ισχύοντος συντελεστού δόμησης της περιοχής. Η παραπάνω διάταξη ισχύει μόνο για την περιοχή αμιγούς κατοικίας", οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οποίας (διάταξης) συντρέχουν στην κατά τα άνω αναθεώρηση, αφού αυτή αφορά: α) σε αναθεώρηση της ισχύουσας υπ' αριθ. .../31.5.89 οικοδομικής αδείας, ο χρόνος ισχύος της οποίας είχε παραταθεί δυνάμει της 8158/1992 πράξης, για μία τριετία, ήτοι μέχρι το έτος 1995, β) σε ειδικό κτίριο που έχει αναγερθεί σε ακίνητο του Ο.Τ. 517 του Δήμου Αμαρουσίου για το οποίο έχει καθοριστεί ως χρήση γης η αμιγής κατοικία και γ) σε μερική τροποποίηση των εσωτερικών χώρων του ανεγειρομένου κτιρίου του οποίου ο φέρων οργανισμός είχε υλοποιηθεί τουλάχιστον στο 50% του συντελεστή δόμησης της περιοχής, όπως αυτό διαπιστώθηκε από την εγκρίνασα την αναθεώρηση αρμόδια πολεοδομική αρχή. Ο πρωτοδίκως από τις εκκαλούσες (αναιρεσείουσες) προβληθείς και με την εκκαλουμένη απόφαση απορριφθείς ισχυρισμός αυτών, που επαναφέρεται ως κύριος και πρόσθετος λόγος της ένδικης έφεσης, κατά τον οποίο η κατά τα άνω αναθεώρηση πάσχει ακυρότητα ως εκ του ότι κατά τον χρόνο της αναθεώρησης δεν συνέτρεχαν οι προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 4 εδαφ. γ της ως άνω απόφασης του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής προϋποθέσεις και ειδικότερα αυτή που αναφέρεται στην υλοποίηση του φέροντος οργανισμού του ανεγειρόμενου κτιρίου σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του ισχύοντος συντελεστή δόμησης, ενόψει του ότι οι εργασίες ανέγερσης αυτού δεν είχαν καν αρχίσει κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στη σχετική μείζονα σκέψη, ο από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια παρεμπίπτων έλεγχος του κύρους και της νομιμότητας των πράξεων της διοίκησης περιορίζεται στην έρευνα του αν τα όργανα της διοίκησης ενήργησαν κατά τους καθορισμένους από το νόμο όρους και τύπους και εντός της ανήκουσας σ' αυτά εξουσίας χωρίς να δύνανται να ελέγχουν και την ουσιαστική αυτών κρίση ως προς την ύπαρξη ή μη των απαιτουμένων πραγματικών προϋποθέσεων και ειδικότερα, στην ένδικη περίπτωση, αυτής που αναφέρεται στην υλοποίηση και κατά ποιο ποσοστό σε κτίσμα του φέροντος οργανισμού του ανεγειρομένου κτιρίου. Ο περαιτέρω ισχυρισμός των εκκαλουσών, κατά τον οποίο η γενομένη αναθεώρηση πάσχει ακυρότητα και ως εκ του ότι δεν συνέτρεχε για την αιτούμενη έγκριση αυτής η από την ως άνω μεταβατική διάταξη προβλεπομένη προϋπόθεση της μη μεταβολής με την πράξη της αναθεώρησης της χρήσης που προβλέπεται στην αρχική άδεια ενόψει του ότι η προβλεπομένη στην τελευταία χρήση "Γραφεία και πρότυπο κέντρο αναψυχής" μεταβάλλεται σε χρήση κινηματογράφου, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η διαμόρφωση των εσωτερικών χώρων του παραπάνω κτιρίου σε αίθουσες κινηματογράφου δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της προβλεπομένης στην αρχική (.../89) οικοδομική άδεια χρήσης ως "προτύπου κέντρου αναψυχής", αφού είναι προφανές ότι στην τελευταία περιλαμβάνονται και οι αίθουσες κινηματογράφου. Το γεγονός ότι μετά την έκδοση της ως άνω αρχικής (.../89) οικοδομικής άδειας και πριν από την αιτηθείσα αναθεώρηση είχε εκδοθεί η 10371/7867/17.12.91 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ με την οποία καταργήθηκε το καθεστώς των ελευθέρων χρήσεων και θεσπίστηκε η χρήση της αμιγούς κατοικίας σ' όλο το εύρος του ρυμοτομικού σχεδίου του Δ. Αμαρουσίου, το οποίο απαγορεύει την εγκατάσταση επιχειρήσεων κινηματογράφου, δεν αίρει τη νομιμότητα της αναθεώρησης ενόψει του γενομένου νομολογιακά δεκτού ότι στην περίπτωση κατά την οποία εγκρινόμενο Γ.Π.Σ. ή πολεοδομική μελέτη θεσπίζει νέες χρήσεις γης για τα ακίνητα της περιοχής, διαφορετικές από τις μέχρι τότε ισχύουσες, χωρίς, όμως να περιέχει ειδική πρόβλεψη, με τη θέσπιση μεταβατικής διατάξεως , για την τύχη ακινήτων, στα οποία υπάρχουν νομίμως διαφορετικές χρήσεις, με βάση το προηγούμενο κανονιστικό καθεστώς οι προϋφιστάμενες αυτές χρήσεις δεν επηρεάζονται από το νεότερο καθεστώς αλλά συνεχίζονται είτε απεριορίστως είτε για όσο χρόνο προέβλεπε, τυχόν, το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς ή η ατομική διοικητική πράξη που τις είχε επιτρέψει, δεδομένου και ότι με τη συγκεκριμένη χρήση του κτιρίου, για την οποία χορηγείται η σχετική οικοδομική άδεια, συνδέονται οι εφαρμοστέες κατά νόμο κατασκευαστικές προδιαγραφές και η διαμόρφωση των χώρων του ..." (ΣτΕ 2172/2006, ΣτΕ 2390/2005) και επομένως, εφόσον η συνέχιση της εφαρμογής παλαιότερων χρήσεων γης που προβλέπονταν σε οικοδομική άδεια είναι νόμιμη, ακόμα και όταν το νεώτερο καθεστώς χρήσεων γης δεν θεσπίζει μεταβατική-διάταξη που να επιτρέπει ρητά τη συνέχιση της εφαρμογής τους, a fortiori είναι νόμιμη η συνέχιση παλαιότερων χρήσεων γης όταν μεταβατική διάταξη του νεώτερου νομοθετικού καθεστώτος ρητώς το επιτρέπει, όπως ακριβώς συμβαίνει στην ένδικη περίπτωση κατά την οποία η ως άνω μεταβατική διάταξη επιτρέπει την παλαιά χρήση γης που προβλεπόταν στην αρχική οικοδομική άδεια (δηλαδή του προτύπου κέντρου αναψυχής στο οποίο κατά τα προαναφερθέντα περιλαμβάνεται και η επιχείρηση κινηματογράφου) υπό τον όρο ο φέρων οργανισμός του ανεγειρομένου κτιρίου να έχει υλοποιηθεί σε κτίσμα σε ποσοστό 50% του συντελεστή δόμησης, ο οποίος (όρος), κατά την ανέλεγκτη στα πλαίσια της παρούσας δίκης κρίση της διοίκησης, συνέτρεχε κατά τον κρίσιμο της αναθεώρησης χρόνο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την 31.7.1996 το παραπάνω ακίνητο μεταβιβάστηκε, λόγω πωλήσεως, από την αρχική ιδιοκτήτρια (Α.Ε. ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΗΧΟΥ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΟΣ) στην πρώτη εφεσίβλητη (ΑΕ VILLAGE ROADSHOW GREECE), αφού στο μεταξύ είχε αναθεωρηθεί για δεύτερη φορά η αρχική .../89 οικοδομική άδεια με την .../26.1.96 πράξη της αρμόδιας Πολεοδομίας Αμαρουσίου. Μετά την κατά τα ως άνω μεταβίβαση ο δεύτερος εφεσίβλητος ,υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης, υπέβαλε στις 8.11.96 στο Δήμο Αμαρουσίου αίτηση συνοδευομένη από όλα τα απαιτούμενα από το νόμο (ΑΝ 445/1937) δικαιολογητικά για την έκδοση άδειας εγκατάστασης χειμερινού κινηματογράφου, η οποία, κατόπιν της από 25.11.1996 θετικής γνώμης (πρακτικού) του Πρωτοβάθμιου Συμβουλίου Επιθεωρήσεως Θεάτρων και Κινηματογράφων, διαβιβάστηκε στο δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Αμαρουσίου, το οποίο, αφού προέβη σε θετικό προέλεγχο της αίτησης, εξετάζοντας το πολεοδομικό καθεστώς του οικοδομικού Ο.Τ. 517 και επομένως τις χρήσεις γης, εξέδωσε τη 46/1997 απόφασή του, εγκρίνοντας το αίτημα. Σε συνέχεια της 46/1997 απόφασης του δημοτικού συμβουλίου του δήμου Αμαρουσίου εκδόθηκε η 130/1996 άδεια εγκατάστασης και με βάση αυτή η .../9.2.97 άδεια λειτουργίας δέκα κινηματογραφικών αιθουσών στο εν λόγω ακίνητο. Η έκδοση των εν λόγω αδειών (εγκατάστασης και λειτουργίας) εχώρησε συννόμως, η μεν πρώτη σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 7 παρ.4γ της 31174/π-873/1993 απόφασης του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, η δε δεύτερη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 4 παρ. 3 του ΠΔ 14-9/20.9.95 με την οποία ορίζεται ότι "επιτρέπεται, κατά παρέκκλιση, η χορήγηση άδειας λειτουργίας επιχείρησης για χρήσεις που απαγορεύονται με το παρόν Δ/γμα εφόσον πληρούνται οι ειδικές για την εγκατάσταση της χρήσης διατάξεις και κατά την ημερομηνία γνωμοδότησης του Κεντρικού Συμβουλίου Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος (ΚΣΧΟΠ) (30.6.1994) είχε διαμορφωθεί ο χώρος για τη συγκεκριμένη χρήση, με άδεια της πολεοδομικής υπηρεσίας", οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων κρίθηκαν ότι συντρέχουν από τα αρμόδια όργανα της διοίκησης, η νομιμότητα της κρίσης των οποίων αναφορικά τόσο με την υλοποίηση του κτίσματος τουλάχιστον στο 50% του συντελεστή δόμησης της περιοχής όσο και της διαμόρφωσης του χώρου του κτίσματος πριν από την 30.6.1994, που αποτελούν τις προϋποθέσεις για τη σύννομη αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας και για τη χορήγηση των αδειών εγκατάστασης και λειτουργίας, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο του εκ μέρους των πολιτικών δικαστηρίων παρεμπίπτοντος ελέγχου της νομιμότητας των σχετικών πράξεων, όταν το εξ αυτών παράνομο δεν προκύπτει από το κείμενο των εν λόγω πράξεων (ΑΠ 547/69, ΑΠ 477/74, 9475/57 ΝοΒ 1975.216), πράγμα το οποίο δεν επικαλούνται ούτε οι εκκαλούσες. Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερθέντων, εφόσον στα πλαίσια του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 ΚΠολΔ γενομένου, ελέγχου της νομιμότητας των παραπάνω πράξεων της διοίκησης (έκδοση .../89 οικοδομικής άδειας, .../94 και .../96 πράξεις αναθεώρησης αυτής, 130/96 και .../97 άδειες εγκατάστασης και λειτουργίας) αφενός δεν αποδείχθηκε η από τις ενάγουσες- εκκαλούσες επικαλούμενη παράνομη έκδοση αυτών εκ μέρους των αρμοδίων διοικητικών οργάνων, τα οποία, όπως αποδείχθηκε, ενήργησαν κατά τους καθορισμένους από τον νόμο όρους και τύπους και εντός της ανήκουσας σε αυτά εξουσίας, και αφετέρου δεν είναι δυνατός ο έλεγχος της ουσιαστικής κρίσης αυτών ως προς την ύπαρξη ή μη των απαιτουμένων για τη σύννομη έκδοση των ως άνω πράξεων πραγματικών προϋποθέσεων, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί ούτε η επικαλούμενη από τους εκκαλούντες έλλειψη των προβλεπόμενων από τις μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 7 εδ. γ της 31174/π-873/93 απόφασης του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής και 4 παρ. 3 του ΠΔ /14-9-95 ουσιαστικών προϋποθέσεων και συνακόλουθα η συνδρομή ή όχι της αποδιδόμενης στους εφεσίβλητους παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των τελευταίων στην έκδοση των εν λόγω πράξεων, δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικοπρακτική, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 914 και 919 ΑΚ αλλά και αυτής του άρθρου 1 Ν 146/1914, συμπεριφορά στην οποία επιχειρείται η θεμελίωση των ένδικων αγωγών, οι οποίες, για τον λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως ουσιαστικά αβάσιμες". Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο απέρριψε πράγματι τις συνεκδικασθείσες δύο αγωγές για παράλειψη (του αθέμιτου ανταγωνισμού) και αποζημίωση των αναιρεσειουσών, τις οποίες οι αναιρεσείουσες επιχειρούσαν να θεμελιώσουν στις διατάξεις των άρθρων 914 και 919 του ΑΚ και 1 του ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού, ισχυριζόμενες ότι η υφιστάμενη άδεια λειτουργίας πολυκινηματογράφου της πρώτης αναιρεσίβλητης, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, δεν είναι νόμιμη, επειδή το ΟΤ 517 του Δήμου Αμαρουσίου, όπου λειτουργεί ο κινηματογράφος, προορίζεται κατά νόμον (π.δ. 14-9-1995, υπ' αριθμ. 31174/Π-873/4-10-1993 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής) για αμιγή κατοικία (χρήση γης "αμιγούς κατοικίας"), απαγορευομένης της λειτουργίας κινηματογράφου, και ότι οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι), αν και γνώριζαν τα ανωτέρω, ενήργησαν και έλαβαν από τη διοίκηση άδεια λειτουργίας κινηματογράφου στην ειρημένη περιοχή με σκοπό να ανταγωνιστούν αθεμίτως τις αναιρεσείουσες, ομοίου αντικειμένου, εταιρείες, και εξακολουθούν έκτοτε τον αθέμιτο αυτόν ανταγωνισμό, με τη λειτουργία του πολυκινηματογράφου εν γνώσει τους ότι κατέχουν προς τούτο παράνομη άδεια. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προπαρατεθείσες νομικές διατάξεις, τις οποίες και δεν παραβίασε ευθέως, αλλ'ούτε και εκ πλαγίου, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής τους. Επομένως τα αντίθετα που οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν με τους πρώτον, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους του αναιρετηρίου και τους αντίστοιχους και συμπληρωματικούς πρώτον, δεύτερο και τρίτο πρόσθετους λόγους, κατά το νοηματικό περιεχόμενο των λόγων αυτών, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα, τούτο δε και καθόσον μέρος με τους δεύτερο κύριο και τον αντίστοιχο δεύτερο πρόσθετο λόγο πλήττεται η παραδοχή του Εφετείου περί του ανελέγκτου (από τα πολιτικά δικαστήρια) της συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την έκδοση της ένδικης άδειας που δέχθηκε η διοίκηση. Το Εφετείο, περαιτέρω, έκρινε βάσει των προταθέντων ουσιωδών πραγματικών γεγονότων και των αποδεικτικών μέσων που είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί τα διάδικα μέρη, και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια των αριθμών 8 και (ή) 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, τους οποίους οι αναιρεσείουσες μνημονεύουν στους εκ των ανωτέρω, αντίστοιχα, τρίτο και τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου, ενώ, τέλος, η παραδοχή του Εφετείου ότι στην ειρημένη (αρχική) υπ' αριθμ. .../1989 άδεια για την ανέγερση κτηρίου γραφείων και "πρότυπου κέντρου αναψυχής" περιλαμβάνονται, στην τελευταία αυτή χρήση (πρότυπο κέντρο αναψυχής), προφανώς και οι αίθουσες κινηματογράφου, συνιστά (η παραδοχή) αυτή εκτίμηση του περιεχομένου της άδειας αυτής, ως εγγράφου, η οποία και δεν ελέγχεται αναιρετικώς ( άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ), όχι δε παραμόρφωση του περιεχομένου του υπ' όψη εγγράφου, όπως αβάσιμα, υπό την επίκληση του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της αιτήσεώς τους. ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, όπως διαμορφώθηκε με τους πρόσθετους λόγους της, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-12-2009 αίτηση των ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ODEON AE-ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΘΕΑΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ" κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1414/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παρεμπίπτων έλεγχος του κύρους και της νομιμότητας των πράξεων της διοικήσεως. Πότε. ¨Οχι έλεγχος της ουσαστικής κρίσης των οργάντων της ως προς τη συνδρομή ή όχι των απαιτούμενων πραγματικών προϋποθέσεων (Επικυρώνει Εφ. Αθ. 1414/2009).
Δικαιοδοσία
Δικαιοδοσία.
0
Αριθμός 1537/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Θ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αργυρή Χαραλαμποπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.:2 Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις: 1) από 22/4/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και του Λ. Μ. του Ιωάννη, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, και 2)από 3/11/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, οι οποίες κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5099/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 13/2011 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/5/2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 1/9/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 31/5/2011 αίτηση του Θ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 13/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τα άρθρα 568 και 576 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ο αναιρεσείων που δεν επισπεύδει τη συζήτηση έχει κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτήν από τον επισπεύδοντα αντίδικό του και δεν εμφανισθεί στη συζήτηση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσείοντος. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 5649/12-6-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., την οποία ο αναιρεσίβλητος προσκομίζει και επικαλείται, ο αναιρεσείων κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον αναιρεσίβλητο να παραστεί στη συζήτηση της αιτήσεως του κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, με επίδοση, κατόπιν παραγγελίας της πληρεξούσιας δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου, που επισπεύδει τη συζήτηση, αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη περί ορισμού της προαναφερθείσης δικασίμου και με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως η συζήτηση της υποθέσεως θα προχωρήσει παρά την απουσία του αναιρεσείοντος, ο οποίος, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. ΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσβάλλεται αιτιολογία της απόφασης που δεν στηρίζει το διατακτικό της είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού και τυχόν βασιμότητά του δεν οδηγεί στην αναίρεση της απόφασης. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος είχε στην διανοία κυρίου κατοχή του (νομή) την επίδικη νομίμως συνεστημένη, οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα εμβαδού 63,40 τ.μ. που βρίσκεται στον τρίτο όροφο της επί της οδού ..., στη ..., πολυώροφης οικοδομής) επί χρόνο περισσότερο της εικοσαετίας, ήτοι από 8-11-1977 μέχρι την άσκηση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου (Νοέμβριος 2008), ασκώντας σ'αυτήν τις λεπτομερώς αναφερόμενες πράξεις νομής είτε ο ίδιος προσωπικά είτε δια του αδελφού του Λεωνίδα, στον οποίο είχε παραχωρήσει το επίδικο προς κατοικία, μετά την παράδοση στον αναιρεσίβλητο, κατά την ανωτέρω ημερομηνία και αφού συντάχθηκε το υπ' αριθμ. .../8-11-77 προσύμφωνο πωλήσεως προς αυτόν, του επιδίκου εκ μέρους των εργοληπτών - κατασκευαστών Θ. Μ., αναιρεσείοντος, και Λ. Μ., και του οικοπεδούχου Γ.Τ., και για το οποίο δεν συντάχθηκε οριστικό συμβόλαιο μεταβίβασης παρά την εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου πλήρη εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος των 610.000 δραχμών δια προκαταβολής 10.000 δραχμών, καταβολής κατά την ορισθείσα ημερομηνία (15-12-1977), 300.000 δραχμών, και εξοφλήσεως των συμφωνηθέντων είκοσι τμηματικών ποσών (δόσεων) του υπόλοιπου τιμήματος (300.000δρχ.) και αναλήψεως (παραλαβής) των αντίστοιχων είκοσι συναλλαγματικών τις οποίες είχε αποδεχθεί ο ίδιος (αναιρεσείων) ως υπόσχεση αντί καταβολής του ειρημένου ποσού (υπολοίπου) και τις οποίες είχαν εκδώσει οι ανωτέρω εργολήπτες. Βάσει των παραδοχών αυτών και της περαιτέρω νομικής παραδοχής ότι ο αναιρεσείων έγινε κύριος του επίδικου διαμερίσματος με έκτακτη χρησικτησία (άρθρα 974, 976, 980, 1002, 1045 του ΑΚ), το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια, δέχθηκε την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, απορρίπτοντας την αντίθετη αγωγή του αναιρεσείοντος, και αναγνώρισε τον πρώτο (αναιρεσίβλητο) κύριο του επιδίκου διαμερίσματος. Με τον μοναδικό και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.14 του ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση που είχε προβάλει ενώπιόν του ο αναιρεσείων για πλαστότητα των προαναφερθεισών συναλλαγματικών των οποίων η κατοχή από τον αναιρεσίβλητο απεδείκνυε, κατά τις ίδιες παραδοχές του Εφετείου, την εξόφληση του αντίστοιχου μέρους του τμήματος του επιδίκου εκ μέρους του τελευταίου. Ενόψει του ότι το κατά τα ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα και το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης στηρίζεται (και μόνον) στις παραδοχές του Εφετείου για εικοσαετή και πλέον νομή του αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου (έκτακτη χρησικτησία) είναι προφανές ότι ο προαναφερθείς (μοναδικός) λόγος του αναιρετηρίου είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, μη οδηγώντας στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενης απόφασης και αν ακόμη ήθελε κριθεί βάσιμος. ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (αρθρ.176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 31-5-2011 αίτηση του Α. Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 13/2011 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η αναίρεση συζητείται παρά την απουσία του αναιρεσείοντος, αν αυτός έχει κληθεί από τον αναιρεσίβλητο που επισπεύδει τη συζήτηση. Ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσβάλλεται αιτιολογία που δεν στηρίζει το διατακτικό της απόφασης απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Επικυρώνει Εφ. Πειρ. 13/2011.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1520/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενο τον: N. Π. και εγκαλούντα τον Ι. Τ. του Ζ., κρατούμενο στο Κεντρικό Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 22 Ιουνίου 2012 και αριθμό 618, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 777/12. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Πλιώτας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 227 και ημερομηνία 31 Οκτωβρίου 2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας κατά τα άρθρα 136 περ. ε και 137 παρ. 1 περ. γ Κ.Π.Δ, την υπ' αριθμ. πρωτ. 618/22-6-2012 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, με την οποία υποβάλλει αίτημα ορισμού αρμοδίου δικαστηρίου, προκειμένου αυτό να επιληφθεί της δικογραφίας που εκκρεμεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς με αφορμή την υποβολή στην ως άνω Εισαγγελία της επέχουσας θέση μηνύσεως από 6-4-2012 αναφοράς του κρατουμένου στο Κεντρικό Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού Ι. Τ. του Ζ., η οποία στρέφεται κατά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ν. Π., προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς, της παραπομπής δηλαδή της υποθέσεως αυτής από τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο, και εκθέτω τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 136 στοιχ. β Κ.Π.Δ όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 έως 125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή από το αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα αυτά δικαστήριο σε άλλο ομοιόβαθμο και ομοειδές. Η παραπομπή αυτή της υποθέσεως νοείται όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της εγέρσεως της ποινικής αγωγής και του της διενεργείας της προκαταρκτικής εξετάσεως, αφού και στα στάδια αυτά συντρέχει ο αυτός δικαιολογητικός λόγος, δηλαδή της εξασφαλίσεως απολύτου ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και του αποκλεισμού κάθε υπόνοιας μεροληψίας εξ' αιτίας της συνυπηρετήσεως. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 137§1 Κ.Π.Δ στην ανωτέρω περίπτωση την παραπομπή μπορεί να την ζητήσει ο Εισαγγελέας ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, την αποφασίζει δε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, αν πρόκειται για παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο στις περιπτώσεις των στοιχείων α και β του άρθρου 136, το Συμβούλιο Εφετών αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο (άρθρο 137 παρ. 1 εδάφιο β), ο Άρειος δε Πάγος, σε κάθε άλλη περίπτωση (άρθρο 137 παρ. 1 εδάφιο γ), που δεν διαλαμβάνεται στα εδάφια α και β της παραγ.1 του ως άνω άρθρου, συνεπώς και στην περίπτωση της παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα ή από ένα Πρωτοδικείο σε άλλο, εφ' όσον δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του συγκεκριμένου Εφετείου. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: την 6-4-2012 ο κρατούμενος στο Κεντρικό Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού Ι. Τ. του Ζ., υπέβαλε σε εμάς - δια της διευθύντριας του ως άνω καταστήματος κράτησης- την υπό την αυτή ημερομηνία αναφορά του με την οποία παραπονιόταν ότι ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς, παρανόμως δεν διέτασσε την αποφυλάκιση του, παρά το ότι (κατά τα εκτιθέμενα στην αναφορά του) η περίπτωση του υπαγόταν στις ευεργετικές ρυθμίσεις του άρθρου 1 του Ν 4043/2012. Η πιο πάνω αναφορά διαβιβάστηκε με το υπ' αριθμ. πρωτ. 1809/30-4-2012 έγγραφο μας στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, επειδή κρίθηκε ότι επείχε θέση μηνυτήριας αναφοράς, στρεφόμενης κατά του προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς, για την δίωξη, κατά τον εγγύτερο νομικό προσδιορισμό της πράξης, του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 του Π.Κ). Προκειμένου να ενεργηθούν επί της ως άνω αναφοράς τα κατά το άρθρο 43 του Κ.Π.Δ οριζόμενα, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιώς με το υπ' αριθμ. πρωτ. Μ12/428/9-5-2012 έγγραφο του προς τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, ζήτησε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 εδάφιο ε και 137 Κ.Π.Δ, τον κατά παραπομπή κανονισμό του αρμοδίου να επιληφθεί της υποθέσεως δικαστηρίου, επειδή ο μηνυόμενος υπηρετεί στο κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο, επισυνάπτοντας άμα και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση περί του ότι αυτός υπηρετεί ως προϊστάμενος στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς από 17-1-2011 μέχρι και σήμερα. Ακολούθως, ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς με την υπ' αριθμ. πρωτ.618/22-6-2012 αναφορά του που απευθύνεται σε μας, ζητεί, σύμφωνα με τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις, την παραπομπή της υποθέσεως σε άλλον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και στα ποινικά δικαστήρια άλλης περιφέρειας. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς δεν μπορεί να αποφασίσει για την ζητούμενη παραπομπή, γιατί στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά, δεν υπάρχει άλλο Πρωτοδικείο. Αρμοδίως κατά ταύτα εισάγεται η προκειμένη αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά για να ορισθεί κατά το άρθρο 137 παρ.1γ Κ.Π.Δ αρμόδιο κατά παραπομπή δικαστήριο, προκειμένου να επιληφθεί της εκκρεμούσης στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς δικογραφίας που σχηματίσθηκε με αφορμή την από 6-4-2012 μηνυτήρια αναφορά του Ι. Τ. (Α.Π 2080/2002, Α.Π. 1417/2009). Η ιδία αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να παραπεμφθεί η υπόθεση από τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να παραπεμφθεί η δικογραφία που εκκρεμεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, με αφορμή την επέχουσα θέση μηνύσεως από 6-4-2012 αναφοράς του κρατουμένου στο Κεντρικό Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού Ι. Τ. του Ζ., κατά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ν. Π., από τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιά, στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 στοιχ. γ' ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, όταν εγκαλών ή αδικηθείς ή κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω, ο οποίος υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ίδιου Κώδικα δικαστήριο, διατάσσεται, κατόπιν αιτήσεως του εισαγγελέα ή του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντα, από τον Άρειο Πάγο σε Συμβούλιο (αν δεν πρόκειται για τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στα στοιχεία α' και β' του ίδιου άρθρου) η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο δικαστήριο, ομοειδές και ισόβαθμο, εφαρμοζομένων αναλόγως και των άρθρων 132, 134 και 135 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Η παραπομπή αυτή νοείται όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου ασκήσεως της ποινικής διώξεως, διότι και κατ' αυτά συντρέχει ο αυτός δικαιολογητικός λόγος, ήτοι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας μεροληψίας αυτού, εξαιτίας της συνυπηρετήσεώς του στο ίδιο δικαστήριο με τον εγκαλούντα, παθόντα ή κατηγορούμενο δικαστικό λειτουργό. II. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 137 παρ. 1 γ 1 ΚΠοινΔ, αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο, είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υφίσταται αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, όπως εν προκειμένω που το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς δεν έχει την ευχέρεια για την παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο δικαστήριο, αφού σε αυτό υπάγεται μόνο το Πρωτοδικεία Πειραιώς. III. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Στις 5-4-2012 ο κρατούμενος στο Κεντρικό Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού Ι. Τ. του Ζ., υπέβαλε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου - δια της διευθύντριας του ως άνω καταστήματος κρατήσεως την υπό ημερομηνία 6-4-2012 με αριθμό πρωτ. 19514/2012 αναφορά του, με την οποία παραπονιόταν ότι παρανόμως ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς δεν διέτασσε την αποφυλάκιση του, παρά το ότι (κατά τα εκτιθέμενα στην αναφορά του) η περίπτωση του υπαγόταν στις ευεργετικές ρυθμίσεις του άρθρου 1 του Ν 4043/2012. Η πιο πάνω αναφορά διαβιβάστηκε με το υπ' αριθμ. πρωτ. 1809/30-4-2012 έγγραφο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, επειδή κρίθηκε ότι επείχε θέση μηνυτήριας αναφοράς, στρεφόμενης κατά του προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς, για την δίωξη, κατά τον εγγύτερο νομικό προσδιορισμό της πράξεως, του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 του ΠΚ). Προκειμένου να ενεργηθούν επί της ως άνω αναφοράς τα κατά το άρθρο 43 του ΚΠοινΔ οριζόμενα, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιώς με το υπ' αριθμ. πρωτ. Μ12/428/9-5-2012 έγγραφο του προς τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, ζήτησε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 εδάφιο ε' και 137 Κ.Π.Δ, τον κατά παραπομπή κανονισμό του αρμοδίου να επιληφθεί της υποθέσεως δικαστηρίου, επειδή ο μηνυόμενος υπηρετεί στο κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο, επισυνάπτοντας άμα και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση περί του ότι αυτός υπηρετεί ως προϊστάμενος στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς από 17-1-2011. Ακολούθως, ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς με την υπ' αριθμ. πρωτ. 618/22-6-2012 αναφορά του που απευθύνεται του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζητεί, σύμφωνα με τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις, την παραπομπή της υποθέσεως σε άλλον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και στα ποινικά δικαστήρια άλλης περιφερείας. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς δεν μπορεί να αποφασίσει για τη ζητούμενη παραπομπή, γιατί στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά δεν υπάρχει άλλο Πρωτοδικείο. Αρμοδίως κατά ταύτα εισάγεται η προκειμένη αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά για να ορισθεί κατά το άρθρο 137 παρ.1 γ ΚΠοινΔ αρμόδιο κατά παραπομπή δικαστήριο, προκειμένου να επιληφθεί της εκκρεμούσης στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς δικογραφίας που σχηματίσθηκε με αφορμή την από 6-4-2012 αναφορά του Ι. Τ.. Η ιδία αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να παραπεμφθεί η υπόθεση από τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και τις ίδιες αρχές του Εφετείου Αθηνών, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παραπέμπει τη δικογραφία που εκκρεμεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, με αφορμή την από 6-4-2012, επέχουσα θέση μηνύσεως, αναφορά του Ι. Τ. του Ζ., κρατουμένου στο Κεντρικό Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού κατά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ν. Π., από τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιά, στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και τις ίδιες αρχές του Εφετείου Αθηνών, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2012. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Το Εφετείο που στην περιφέρεια του έχει ένα μόνο Πρωτοδικείο υποχρεωτικά παραπέμπει την αίτηση κανονισμού αρμοδιότητος στον Άρειο Πάγο.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1519/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενο τον N. Π. και εγκαλούσα την Μ. Κ. του Κ., κάτοικο ... . Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 22 Ιουνίου 2012 και αριθμό 794, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 776/12. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Πλιώτας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 226 και ημερομηνία 31 Οκτωβρίου 2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας κατά τα άρθρα 136 περ. ε και 137 παρ. 1 περ. γ Κ.Π.Δ, την υπ' αριθμ. πρωτ. 794/22-6-2012 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, με την οποία υποβάλλει αίτημα ορισμού αρμοδίου δικαστηρίου, προκειμένου αυτό να επιληφθεί της δικογραφίας που εκκρεμεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς με αφορμή την υποβολή στην ως άνω Εισαγγελία της από 11-6-2012 μηνύσεως της Μ. Κ. του Κ., με την οποία και για τους εκτιθέμενους σ' αυτήν λόγους, μεταξύ των άλλων, καταμηνύει και τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ν. Π., προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς, της παραπομπής δηλαδή της υποθέσεως αυτής από τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο, και εκθέτω τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 136 στοιχ. β Κ.Π.Δ όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 έως 125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή από το αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα αυτά δικαστήριο σε άλλο ομοιόβαθμο και ομοειδές. Η παραπομπή αυτή της υποθέσεως νοείται όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της εγέρσεως της ποινικής αγωγής και του της διενεργείας της προκαταρκτικής εξετάσεως, αφού και στα στάδια αυτά συντρέχει ο αυτός δικαιολογητικός λόγος, δηλαδή της εξασφαλίσεως απολύτου ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και του αποκλεισμού κάθε υπόνοιας μεροληψίας εξ' αιτίας της συνυπηρετήσεως. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 137§1 Κ.Π.Δ στην ανωτέρω περίπτωση την παραπομπή μπορεί να την ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, την αποφασίζει δε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, αν πρόκειται για παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο στις περιπτώσεις των στοιχείων α και β του άρθρου 136, το Συμβούλιο Εφετών αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο (άρθρο 137 παρ. 1 εδάφιο β), ο Άρειος δε Πάγος, σε κάθε άλλη περίπτωση (άρθρο 137 παρ. 1 εδάφιο γ), που δεν διαλαμβάνεται στα εδάφια α και β της παραγ.1 του ως άνω άρθρου, συνεπώς και στην περίπτωση της παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα ή από ένα Πρωτοδικείο σε άλλο,εφ' όσον δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του συγκεκριμένου Εφετείου. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: την 11-6-2012 η Μ. Κ., κάτοικος ..., εγχείρισε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς την υπό την αυτή ημερομηνία μήνυση της, με την οποία και για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτήν, μεταξύ των άλλων, καταμήνυσε και τον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς Ν. Π.. Προκειμένου να ενεργηθούν επί της ως άνω αναφοράς τα κατά το άρθρο 43 του Κ.Π.Δ οριζόμενα, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιώς με την από 12-6-2012 αναφορά του προς τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, ζήτησε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 εδάφιο ε και 137 Κ.Π.Δ, τον κατά παραπομπή κανονισμό του αρμοδίου να επιληφθεί της υποθέσεως δικαστηρίου, επειδή ο μηνυόμενος Ν. Π. υπηρετεί στο κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο, επισυνάπτοντας άμα και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση περί του ότι αυτός υπηρετεί ως προϊστάμενος στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς από 17-1-2011 μέχρι και σήμερα. Ακολούθως, ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς με την υπ' αριθμ. πρωτ. 794/22-6-2012 αναφορά του που απευθύνεται σε μας, ζητεί, σύμφωνα με τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις, την παραπομπή της υποθέσεως σε άλλον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και στα ποινικά δικαστήρια άλλης περιφέρειας. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς δεν μπορεί να αποφασίσει για την ζητούμενη παραπομπή, γιατί στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά, δεν υπάρχει άλλο Πρωτοδικείο. Αρμοδίως κατά ταύτα εισάγεται η προκειμένη αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά για να ορισθεί κατά το άρθρο 137 παρ.1 γ Κ.Π.Δ αρμόδιο κατά παραπομπή δικαστήριο, προκειμένου να επιληφθεί της εκκρεμούσης στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς δικογραφίας που σχηματίσθηκε με αφορμή την από 11-6-2012 μήνυση της Μ. Κ. (Α.Π 2080/2002, Α.Π 1417/2009). Η ιδία αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να παραπεμφθεί η υπόθεση από τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να παραπεμφθεί η δικογραφία που εκκρεμεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, με αφορμή την από 11-6-2012 μήνυση της Μ. Κ. με την οποία, μεταξύ των άλλων, καταμηνύεται και ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Ν. Π., από τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιά, στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 στοιχ. γ' ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, όταν εγκαλών ή αδικηθείς ή κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω, ο οποίος υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ίδιου Κώδικα, δικαστήριο, διατάσσεται, κατόπιν αιτήσεως του εισαγγελέα ή του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντα, από τον Άρειο Πάγο σε Συμβούλιο (αν δεν πρόκειται για τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στα στοιχεία α' και β' του ίδιου άρθρου) η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο δικαστήριο, ομοειδές και ισόβαθμο, εφαρμοζομένων αναλόγως και των άρθρων 132, 134 και 135 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Η παραπομπή αυτή νοείται όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου ασκήσεως της ποινικής διώξεως, διότι και κατ' αυτά συντρέχει ο αυτός δικαιολογητικός λόγος, ήτοι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας μεροληψίας αυτού, εξαιτίας της συνυπηρετήσεώς του στο ίδιο δικαστήριο με τον εγκαλούντα, παθόντα ή κατηγορούμενο δικαστικό λειτουργό. ΙΙ. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 137 παρ. 1 γ'Κ.Ποιν.Δ., αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο, είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υφίσταται αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, όπως εν προκειμένω που το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς δεν έχει την ευχέρεια για την παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο δικαστήριο, αφού σε αυτό υπάγεται μόνο το Πρωτοδικείο Πειραιώς. III. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Στις 11-6-2012 η Μ. Κ., κάτοικος ..., εγχείρισε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς την υπό την αυτή ημερομηνία μήνυση της, με την οποία και για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτήν, μεταξύ των άλλων, καταμήνυσε και τον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς Ν. Π.. Προκειμένου να ενεργηθούν επί της ως άνω αναφοράς τα κατά το άρθρο 43 του ΚΠοινΔ οριζόμενα, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιώς με την από 12-6-2012 αναφορά του προς τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, ζήτησε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 εδάφιο ε και 137 ΚΠοινΔ, τον κατά παραπομπή κανονισμό του αρμοδίου να επιληφθεί της υποθέσεως δικαστηρίου, επειδή ο μηνυόμενος Ν. Π. υπηρετεί στο κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο, επισυνάπτοντας άμα και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση περί του ότι αυτός υπηρετεί ως προϊστάμενος στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς από 17-1-2011. Ακολούθως, ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς με την υπ' αριθμ. πρωτ. 794/22-6-2012 αναφορά του που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζητεί, σύμφωνα με τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις, την παραπομπή της υποθέσεως σε άλλον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και στα ποινικά δικαστήρια άλλης περιφερείας. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς δεν μπορεί να αποφασίσει για την άνω παραπομπή, γιατί στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά δεν υπάρχει άλλο Πρωτοδικείο. Αρμοδίως κατά ταύτα εισάγεται η προκειμένη αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά για να ορισθεί κατά το άρθρο 137 παρ.1 γ ΚΠοινΔ αρμόδιο κατά παραπομπή δικαστήριο, προκειμένου να επιληφθεί της εκκρεμούσης στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς δικογραφίας που σχηματίσθηκε με αφορμή την από 11-6-2012 μήνυση της Μ. Κ.. Η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να παραπεμφθεί η υπόθεση από τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και τις ίδιες αρχές του Εφετείου Αθηνών, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παραπέμπει τη δικογραφία που εκκρεμεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, με αφορμή την από 11-6-2012 μήνυση της Μ. Κ. με την οποία, μεταξύ των άλλων, καταμηνύεται και ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Ν. Π., από τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιά, στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και τις ίδιες αρχές του Εφετείου Αθηνών, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2012. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Το Εφετείο που στην περιφέρεια του έχει ένα μόνο Πρωτοδικείο υποχρεωτικά παραπέμπει την αίτηση κανονισμού αρμοδιότητος στον Άρειο Πάγο.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1517/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Π. Κ. και εγκαλουμένους τους: 1) Ε. Ρ., 2) Ι. Λ., Εισαγγελείς Εφετών Αθηνών, 3) Ε. Κ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών και 4) Α. Τ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Η αίτηση αυτή με αριθ. πρωτ. 23431/5 Ιουλίου 2012, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 851/12. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα με αριθμό 176/25.9.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριο Σας-σε Συμβούλιο την υπ' αρ. 23431/5-7-2012 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα ακόλουθα. Κατά μεν την διάταξη του άρθρου 136 στοιχ.ε' Κ.Π.Δ. το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, μεταξύ άλλων, και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, κατά δε την διάταξη του επομένου άρθρου 137 παρ.1 στοιχ. γ' Κ.Π.Δ., την παραπομπή μπορεί να ζητήσει, πλην άλλων, και ο εισαγγελεύς του αρμοδίου δικαστηρίου. Για την παραπομπή αποφασίζει α)το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν πρόκειται για παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, σε περίπτωση αδυναμίας συγκροτήσεως β) το συμβούλιο εφετών, αν πρόκειται για παραπομπή από πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ)ο Άρειος Πάγος σε κάθε άλλη περίπτωση. Από τον δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο προκύπτει ότι η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για τη κύρια διαδικασία, αλλά και για την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της ασκήσεως της ποινικής διώξεως για την ταυτότητα του λόγου. Στην προκειμένη περίπτωση με την ανωτέρω αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 137 παρ. 1 στοιχ. γ' και 136 στοιχ. ε Κ.Π.Δ. η συνημμένη ποινική δικογραφία με την ΑΒΜ Ζ 2011/3741 καταγγελία του Π. Κ. του Σ., κατοίκου ..., κατά των α) Ε. Ρ., β) Ι. Λ., Εισαγγελέων Εφετών Αθηνών) γ) Ε. Κ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών και δ) Α. Τ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, καθόσον αφενός μεν οι μηνυόμενοι τυγχάνουν εν ενεργεία εισαγγελικοί λειτουργοί και υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, οι τρεις πρώτοι, και στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών η τέταρτη, όπως προκύπτει από το συνημμένο υπ' αρ. 93217/13-10-2011 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης Διαφάνειας & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αφετέρου δε δεν υφίσταται πλέον, μετά την ίδρυση του Εφετείου Ευβοίας, ευχέρεια του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για την παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο δικαστήριο, που να ανήκει στην περιφέρειά του. Με τα δεδομένα αυτά συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ.1 στοιχ. γ' του ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ως άνω υποθέσεως από τις αρμόδιες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών στις αντίστοιχες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω το Δικαστήριο Σας-σε Συμβούλιο να διατάξει την παραπομπή της υποθέσεως που αναφέρεται στην υπ' αρ. 23431/5-7-2012 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και αφορά την ΑΒΜ Ζ 2011/3741 καταγγελία του Π. Κ. του Σ., κατοίκου ...) κατά των α) Ε. Ρ., β) Ι. Λ., Εισαγγελέων Εφετών Αθηνών, γ) Ε. Κ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών και δ) Α. Τ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, από τις αρμόδιες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών στις αντίστοιχες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Δημήτριος Κων. Δασούλας". Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 136 περ. ε' του ΚΠΔ όταν ο εγκαλών ή αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το κατά τα άρθρα αυτά αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Σκοπός της διατάξεως είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο. Η παραπομπή αυτή σε άλλο δικαστήριο γίνεται όχι μόνο στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και σε αυτό της προδικασίας που περιλαμβάνει τόσο την προκαταρκτική εξέταση όσο και την άσκηση της ποινικής δίωξης. Σύμφωνα δε με το άρθρο 137 του ιδίου Κώδικα, την παραπομπή στην πιο πάνω περίπτωση, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε γι' αυτή το Συμβούλιο Εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή Δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και σε κάθε περίπτωση ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο Π. Κ. του Σ., κάτοικος ..., υπέβαλε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών την από 9-3-2011 καταγγελία του κατά των α] Ε. Ρ., Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, β] Ε. Κ. Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών γ] Ι. Λ. Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών δ] Α. Τ. Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία τους καταγγέλλει για τις σ' αυτήν φερόμενες αξιόποινες πράξεις. Από την υπ' αρ. πρωτ.93217/13-10-2011 βεβαίωση, της διεύθυνσης λειτουργίας δικαστηρίων και δικαστικών λειτουργών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προκύπτει ότι οι ανωτέρω είναι πράγματι εν ενεργεία Εισαγγελικοί λειτουργοί και υπηρετούν οι α, β και γ στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών με τους προαναφερθέντες για τον καθένα βαθμούς και η τελευταία στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών με το βαθμό της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών. Επειδή οι εγκαλούμενοι υπηρετούν στις ως άνω Εισαγγελίες η δε σχετική υπόθεση υπάγεται κατά το στάδιο αυτό κατά τόπο στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών [ αρθρ. 111 παρ.7, 119 παρ. 1 και 122 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ.] ο Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών Γεώργιος Χαλιάτσος, απευθυνόμενος προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με το υπ' αρ. πρωτ. πρ.23431/5-7-2012 έγγραφο του ζήτησε τον καθορισμό της αρμοδιότητος άλλου δικαστηρίου ισόβαθμου και ομοειδούς. Με τα δεδομένα αυτά, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή, (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. β' περ. γ' του Κ.Π.Δ.), ώστε η από 9-3-2011 καταγγελία σε βάρος των παραπάνω Εισαγγελικών λειτουργών, να παραπεμφθεί στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς , προκειμένου να επιληφθεί αυτής και να κρίνει στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του, καθώς και στις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ορίζει ως κατά παραπομπή αρμόδιες να αποφανθούν επί της από 9-3-2011 καταγγελίας του Π. Κ. του Σ. κατοίκου ..., κατά των Ε. Ρ. Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, Ε. Κ. Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, Ι. Λ. Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, Α. Τ. Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, τις Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς και εφ όσον συντρέξει νόμιμη περίπτωση τις Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Πειραιώς όσο και τις αντίστοιχες της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Πειραιώς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός Αρμοδιότητας (άρθρ. 136 ΚΠΔ). Συντρέχει βάσιμος λόγος καθορισμού αρμοδιότητας άλλων Εισαγγελικών και λοιπών δικαστικών αρχών, κατόπιν υποβολής εγκλήσεως σε βάρος Προέδρου Πρωτοδικών Πρωτοδικείου Αθηνών και λόγω συναφείας για τον έτερο εγκαλούμενο δικηγόρο Αθηνών, ακόμη και στο στάδιο της προδικασίας [προκαταρκτικής εξετάσεως]. Καθορίζει ως αρμόδιο τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς και λοιπές δικαστικές αρχές Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1516/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με μηνυτή τον Ε. - Σ. Π. και μηνυόμενους τους: 1) Α. Ν., Πρόεδρο Πρωτοδικών Αθηνών και 2) Ι. Β., Δικηγόρο Αθηνών. Η αίτηση αυτή με αριθμ. πρωτ. 167125/30 Μαΐου 2012, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 705/12. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη, με αριθμό 169/20.9.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, στο Συμβούλιό Σας, με την συνημμένη δικογραφία, την υπ' αριθ.167125/30.5.2012 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθήνας για τον κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, σύμφωνα με τ' άρθρα 136 περίπτωση ε' και 137 του Κ.Π.Δ. και εκθέτω τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περίπτωση ε του Κ.Π.Δ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τ' άρθρα 122-125 του Κ.Π.Δ, δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Περίπτωση τέτοιας παραπομπής συντρέχει, όχι μόνο στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και της προδικασίας, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης (ΑΠ 364/2006 Π. ΧΡ. Ν ΣΤ 894). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας και ειδικότερα από τις από 12.7.2011 και 14.7.2011 αναφορές και τα από 20.12.2011 σχετικά υπομνήματα του Ε. - Σ. Π., κρατουμένου Κλειστής Φυλακής Τρικάλων, κατά του Προέδρου Πρωτοδικών Αθήνας Α. Ν. και του Δικηγόρου Αθήνας Ι. Β., ο πιο πάνω αναφέρων μηνύει τον πρώτο για κατ' εκτίμηση παράβαση καθήκοντος και τον δεύτερο για κατ' εκτίμηση ηθική αυτουργία ή άμεση συνέργεια σε αυτήν, με αφορμή την υπ' αριθ. 7390/2003 διαταγή πληρωμής, που εξέδωσε ο μηνυόμενος δικαστικός λειτουργός κατ' αυτού (Ε. - Σ. Π.). Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθήνας με το υπ' αριθ. 167125/30.5.2012 έγγραφό του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητεί από το Δικαστήριό Σας κανονισμό αρμοδιότητας, δεδομένου, ότι πλέον στην περιφέρεια του Εφετείου Αθήνας υπάγεται μόνο το (εδρεύον στην Αθήνα) Πρωτοδικείο Αθήνας και, ως εκ τούτου, το Συμβούλιο Εφετών Αθήνας δεν μπορεί να αποφασίσει την παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο της περιφερείας του. Συντρέχει συνεπώς περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 132, 135 και 136 περίπτωση ε Κ.Π.Δ. για να ορισθούν ως αρμόδιες οι δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά, προκειμένου να αποφανθούν περί της πιο πάνω μήνυσης του Ε. - Σ. Π. κατά του προαναφερόμενου δικαστικού λειτουργού και του προαναφερόμενου δικηγόρου λόγω συνάφειας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, Προτείνω: Να ορισθούν κατά παραπομπή οι δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά ως αρμόδιες να αποφανθούν επί των από 12.7.2011 και 14.7.2011 αναφορών, καθώς και των από 20.12.2011 υπομνημάτων του Ε. - Σ. Π. κατά του Προέδρου Πρωτοδικών Αθήνας Α. Ν. και του Δικηγόρου Αθήνας Ι. Β. λόγω συνάφειας. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Σταύρος Μαντακιοζίδης". Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 136 περ. ε' του ΚΠΔ όταν ο εγκαλών ή αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το κατά τα άρθρα αυτά αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Σκοπός της διατάξεως είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο. Η παραπομπή αυτή σε άλλο δικαστήριο γίνεται όχι μόνο στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και σε αυτό της προδικασίας που περιλαμβάνει τόσο την προκαταρκτική εξέταση όσο και την άσκηση της ποινικής δίωξης. Σύμφωνα δε με το άρθρο 137 του ιδίου Κώδικα, την παραπομπή στην πιο πάνω περίπτωση, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε γι' αυτή το Συμβούλιο Εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή Δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και σε κάθε άλλη περίπτωση ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο Ε. - Σ. Π. του Π., κρατούμενος της Κλειστής Φυλακής Τρικάλων, με τις από 12-7-2011 και 14-7-2011 αναφορές του απευθυνόμενες προς την διευθύνουσα την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, καθώς και τα από 20-12-2011 δύο σχετικά υπομνήματά του, καταγγέλλει τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Αθηνών Α. Ν. και τον δικηγόρο Αθηνών Ι. Κ. Β. για αξιόποινες πράξεις. Από την από 4436/18-4-12 υπηρεσιακή βεβαίωση του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι ο Α. Ν. είναι πράγματι εν ενεργεία δικαστικός λειτουργός και υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών με το βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών. Επειδή ο εγκαλούμενος υπηρετεί στο ως άνω Πρωτοδικείο η δε σχετική υπόθεση υπάγεται κατά το στάδιο αυτό κατά τόπο στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών [αρθρ. 111 παρ.7, 119 παρ. 1 και 122 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ.] η παραπάνω Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών Βασιλική Κολιοκώστα απευθυνόμενη προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με το υπ' αρ. πρ. 4065/30-5-2012 έγγραφό της, ζήτησε τον καθορισμό της αρμοδιότητος άλλου δικαστηρίου ισόβαθμου και ομοειδούς. Με τα δεδομένα αυτά, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή, (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. β' περ. γ' του Κ.Π.Δ.), ώστε οι περιεχόμενες στις από 12-7-2011 και 14-7-2011 αναφορές και τα από 20-12-2011 δύο υπομνήματα του Ε. - Σ. Π. του Π., καταγγελίες σε βάρος του Α. Ν., Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών και του Ι. Κ. Β. δικηγόρου Αθηνών, λόγω συναφείας, να παραπεμφθούν στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, προκειμένου να επιληφθεί αυτών και να κρίνει στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του, καθώς και στις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ορίζει ως κατά παραπομπή αρμόδιες να αποφανθούν επί των από 12-7-2011 και 14-7-2011 αναφορών, προς την διευθύνουσα την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και των από 20-12-2011 δύο υπομνημάτων του Ε.-Σ. Π. του Π., κρατούμενου της Κλειστής Φυλακής Τρικάλων, με τα οποία καταγγέλει τον Α. Ν. Πρόεδρο Πρωτοδικών Αθηνών και τον Ι. Κ. Β. δικηγόρο Αθηνών, για αξιόποινες πράξεις, τις Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς και εφ' όσον συντρέξει νόμιμη περίπτωση τις Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Πειραιώς όσο και τις αντίστοιχες της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Πειραιώς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός Αρμοδιότητας (άρθρ. 136 ΚΠΔ). Συντρέχει βάσιμος λόγος καθορισμού αρμοδιότητας άλλων Εισαγγελικών και λοιπών δικαστικών αρχών, κατόπιν υποβολής εγκλήσεως σε βάρος Προέδρου Πρωτοδικών Πρωτοδικείου Αθηνών και λόγω συναφείας για τον έτερο εγκαλούμενο δικηγόρο Αθηνών, ακόμη και στο στάδιο της προδικασίας [προκαταρκτικής εξετάσεως]. Καθορίζει ως αρμόδιο τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς και λοιπές δικαστικές αρχές Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
Αριθμός 1512/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο,-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 3927/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Βόλου. Με κατηγορούμενους: 1. Α. Π. του Γ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Μαρία Βραχά, 2. Α. Κ. του Δ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αναστασίου, 3. Π. Κ. του Ν., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Με πολιτικώς ενάγοντα: Χ. Π. του Γ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Γρηγορίου. Το Τριμελές Πλημ/κείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 2 και ημερομηνία 4 Ιανουαρίου 2012 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Σταμάτη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 39/12. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ.2 εδ. α' του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής απόφασης οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός της ελλείψεως της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά όμως προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ν.δ. 73/1974), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 510 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του. Δεν απαιτείται όμως για την αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης να εκθέτει το δικαστήριο σ' αυτή περιστατικά από τα οποία να πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο της απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, ως προς την έκθεση των αποδείξεων για να θεωρηθεί η δικαστική απόφαση αιτιολογημένη πρέπει να προκύπτει από αυτήν, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 3927/2011 απόφασή του, το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, που την εξέδωσε, κήρυξε αθώους τους τρεις κατηγορούμενους των αποδιδόμενων σε αυτούς αξιοποίνων πράξεων, α) παράβασης καθήκοντος και ψευδούς βεβαίωσης τον πρώτο Α. Κ., β) ηθικής αυτουργίας στις παραπάνω δύο πράξεις και απάτη τη δεύτερη Α. Κ. και γ) άμεσης συνέργειας στις πράξεις του πρώτου τον τρίτο κατηγορούμενο Π. Κ.. Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι το παραπάνω δικαστήριο, αφού εκτίμησε τα προσδιοριζόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχτηκε στο αιτιολογικό του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά κατά πιστή αντιγραφή: " Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, την μαρτυρία του πολιτικώς ενάγοντος που εξετάστηκε ανωμοτί, τις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με τις απολογίες των παρόντων κατηγορουμένων, το Δικαστήριο δεν πείσθηκε για την ενοχή των κατηγορουμένων για τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδονται με το κατηγορητήριο και για το λόγο αυτό, πρέπει , να κηρυχθούν αθώοι καθότι τα 115 τ.μ. δεν συμπεριλήφθηκαν στην πράξη χαρακτηρισμού ενώ τα υπόλοιπα τ.μ. ανήκουν στην Κ. και είναι γεωργική έκταση, κατά συνέπεια δεν συντρέχει περίπτωση παράβασης καθήκοντος ούτε και συνέργεια σ' αυτή, ούτε περίπτωση ηθικής αυτουργίας. Περαιτέρω ο τοπογράφος κατηγορούμενος είχε αρμοδιότητα να συντάξει το τοπογραφικό μέχρι και για 50 στρέμματα και συνεπώς δεν υπάρχει περίπτωση ψευδούς βεβαίωσης. Τέλος η Κ. δεν τέλεσε απάτη, γιατί μεταβίβασε έκταση ανήκουσα στην κυριότητα της βάσει της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης". Με τις παραδοχές της όμως αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε αθώους τους τρεις κατηγορουμένους και για τις τρεις αξιόποινες πράξεις που κατηγορούντο, περιέλαβε παντελώς τυπική και ελλιπή αιτιολογία. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από αυτήν: α) δεν εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν και σημειώνονται στα πρακτικά δεν επαρκούν για την κατάφαση της ενοχής των κατηγορουμένων. β) δεν αναφέρονται καθόλου πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη μη συνδρομή της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως των άνω αξιοποίνων πράξεων, 1) της παράβασης καθήκοντος και ψευδούς βεβαίωσης του πρώτου κατηγορουμένου Δασάρχη Σκοπέλου Α. Π., κατ' εξακολούθηση, που κατηγορείτο ότι εξέδωσε ως Δασάρχης μη νόμιμη πράξη χαρακτηρισμού ως μη δασικής έκτασης, έκτασης 115 τ.μ., που ήταν δασική και είχεν κηρυχθεί αναδασωτέα και επίσης έκτασης 661,25 τ.μ. που ήταν παλιά εκχερσωμένη και αναδασωτέα και είχεν αναγνωρισθεί ως ιδιωτική δασική έκταση ιδιοκτησίας του εγκαλούντος Χ. Π., 2) της ηθικής αυτουργίας στις παραπάνω δύο πράξεις του Δασάρχη, και απάτης σε βάρος τρίτων αγοραστών των άνω δασικών εκτάσεων, της δεύτερης κατηγορουμένης Α. Κ., που ζήτησε τις ανωτέρω πράξεις χαρακτηρισμού και εμφάνισε τις άνω εκτάσεις ως ιδιωτικές μη δασικές ανήκουσες στην ιδιοκτησία της και 3) της άμεσης συνέργειας στις πράξεις του πρώτου, του τρίτου κατηγορουμένου Π. Κ., μηχανικού δομικών έργων, που συνέταξε σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα των παραπάνω δασικών εκτάσεων, ενώ γνώριζε τη δασική ιδιότητα των εκτάσεων αυτών, γ) ο τρίτος κατηγορούμενος μηχανικός κατηγορείτο για άμεση συνέργεια στην παράβαση καθήκοντος και την ψευδή βεβαίωση του πρώτου κατηγορουμένου και όχι για ψευδή βεβαίωση ο ίδιος, για την οποία και μόνον αναφέρεται το αιτιολογικό με την παράθεση ως μόνης απαλλακτικής σκέψης ότι ο κατηγορούμενος τοπογράφος είχεν αρμοδιότητα για τη σύνταξη του τοπογραφικού διαγράμματος, δ) ουδεμία αιτιολογία διαλαμβάνεται για την έλλειψη στοιχείων ηθικής αυτουργίας της δεύτερης κατηγορουμένης που αυτή είχε ζητήσει από τον κατηγορούμενο Δασάρχη την έκδοση των πράξεων χαρακτηρισμού και προέβη στη συνέχεια στην πώληση των δασικών εκτάσεων σε τρίτους που παραπλάνησε, εμφανίζοντάς τες ως μη δασικές, ανήκουσες στην ιδιοκτησία της, ε) όσον αφορά την αθώωση της δεύτερης κατηγορουμένης για την πράξη της απάτης, με την πώληση των ανωτέρων εκτάσεων, που εμφάνισεν αυτές ως μη δασικές, ανήκουσες στην ιδιοκτησία της και όχι στον εγκαλούντα (κατά το κατηγορητήριο), μονολεκτικά επικαλείται ότι δε στοιχειοθετείται απάτη, γιατί μεταβίβασε έκταση ανήκουσα στην ιδιοκτησία της, "βάσει δικαστικής πραγματογνωμοσύνης", χωρίς να αναφέρει με βάση ποία πραγματογνωμοσύνη και με βάση ποία αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήχθη στο συμπέρασμα αυτό ότι η επίδικη έκταση που φέρεται ως δασική και αναδασωτέα, ανήκει στην ιδιοκτησία της και μπορούσε να μεταβιβασθεί σε τρίτους. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3927/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως αυτήν. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την αθώωση. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αίτηση αναίρεσης Εισαγγελέα Α.Π.
Αίτηση αναίρεσης Εισαγγελέα Α.Π..
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1510/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παϊπέτη, περί αναιρέσεως της 3423/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Μαρτίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 393/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ο ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή τη υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18), και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα το άρθρο 19 παρ.1 του πιο πάνω νόμου, όπως τροποπ. με το άρθρο 40 παρ.1 του ν.3220/2004, ορίζει ότι. "1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. ... 2. Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου. 3. ... 4. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία....". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. γ του ίδιου νόμου, όπως το τρίτο εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ.3 άρθρ.12 ν. 2753/1999 ορίζεται:...Κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του Ν. 2343/1995. Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου (Α.Ε.Π.) του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.), ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται αντικειμενικώς έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νοθεύσεως της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση η αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος , μετά τις τροποποιήσεις του άνω άρθρου 19 παρ.1 του ν. 2523/1997, σε αντίθεση προς την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 31 παρ.1 περ. η' του ν.1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της υποκειμενικής του υποστάσεως και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. (ΑΠ 1669/2007). Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 3423/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κηρύχθηκε ο αναιρεσείων, σε δεύτερο βαθμό, ένοχος της αξιόποινης πράξεως της εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως είκοσι μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή έναντι δέκα (10) ευρώ ημερησίως. Στο αιτιολογικό του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, διαλαμβάνονται κατά πιστή αντιγραφή τα εξής: " Από την αποδεικτική διαδικασία, και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και κατηγορίας, που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε, ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι στην Αθήνα στις 28-12-2004, χρόνο κατά το οποίο θεωρήθηκε η από 26-10-2004 έκθεση ελέγχου από τη ΣΔΟΕ Αττικής, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος, υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας με την επωνυμία "ΝΤΡΑΙΒΕΡΣ ΚΑΡ ΑΕ", η οποία είναι διαφημιστική, εμπορική, κτηματική, μεσιτική εταιρεία, εξέδωσε προς την επιχείρηση "Γ Π. IRMA LION ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ- ΕΜΠΟΡΙΚΗ-ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ τα ακόλουθα εικονικά φορολογικά στοιχεία 1) ΤΠΥ 866/30-7-2002 καθαρής αξίας 105.660 Ευρώ, 2) ΤΠΥ 867/30-8-2002 καθαρής αξίας 113.050 Ευρώ, 3) ΤΠΥ 869/30-9-2002 καθαρής αξίας 115,572 Ευρώ. Τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία είναι εικονικά διότι εκδόθηκαν νια ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους , προκειμένου να διευκολυνθεί η αποδεχθείσα αυτά επιχείρηση, γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος και παρά ταύτα εξέδωσε αυτά με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν ιδίως από την σαφή και πειστική κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, σε συνδυασμό με την ειδική έκθεση ελέγχου της ΣΔΟΕ , στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση. Ο ισχυρισμός δε, του κατηγορουμένου που , προβλήθηκε δια του συνηγόρου του, ότι πλαστογραφήθηκε η υπογραφή του στα ένδικα τιμολόγια, ελέγχεται ως αβάσιμος, καθώς δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο. Κατόπιν τούτων, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σε αυτόν πράξης". Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 98 ΠΚ, 19 παρ.1, 20 παρ.1 β, 21 παρ.2, 6, 7, 10β' του ν. 2523/97, όπως συμπληρ. με το άρθρο 2 παρ.8, 9 του ν. 2954/2001 και 40 παρ.1 του ν. 3220/2004, τις οποίες ορθά εφήρμοσε και δεν τις παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: Για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη αιτιολόγηση της υπάρξεως δόλου στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, αφού ενυπάρχει αυτός (δόλος) στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων και ειδικότερα εκείνων που αναφέρονται στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του. Παρά ταύτα, το δικαστήριο διέλαβε στο παραπάνω αιτιολογικό του και ειδική σχετική σκέψη για ύπαρξη γνώσης του κατηγορουμένου, ότι τα τρία εικονικά τιμολόγια που εξέδωσε για λογαριασμό της Α.Ε. που ήταν ο ίδιος πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές με την άλλη εταιρεία ΕΠΕ, στην κατοχή της οποίας και βρέθηκαν, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Όσον αφορά την αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι τα τρία αυτά εικονικά τιμολόγια ήταν πλαστογραφημένα ως προς την υπογραφή του, ως εκδότη, ισχυρισμός του που απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμος από το δικαστήριο, με αυτήν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και γιαυτό είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί, ως αβάσιμος ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ μοναδικός λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.3 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2 Μαρτίου 2012 αίτηση - δήλωση του Χ. Λ. του Κ., για αναίρεση της 3423/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση. Παράβαση άρθρ. 19 παρ. 1 ν. 12523/1997. Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, όσον αφορά την ενοχή και το δόλο του αναιρεσείοντος ιερέα.
Τιμολόγια εικονικά
Τιμολόγια εικονικά.
0
Αριθμός 1521/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δαμασκόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 12377/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Μαρτίου 2012 και 9 Απριλίου 2012 αιτήσεις του αναιρέσεως καθώς και στους από 25 Οκτωβρίου 2012 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 461/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 14-3-2012 αίτηση του Π. Μ., κατοίκου ..., η από 9-4-2012 συμπληρωματική αίτηση του και οι από 25-10-2012 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της 12377/ 2012 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κατά το άρθρο 161 παρ. 2 ΚΠΔ, αυτός που επιδίδει οφείλει σε κάθε περίπτωση να σημειώσει στο έγγραφο τη χρονολογία και τον τόπο της επίδοσης, καθώς και το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκε και να υπογράψει τη σχετική έκθεση. Η έλλειψη κάποιου από τα στοιχεία αυτά δεν επιφέρει ακυρότητα της επίδοσης, αφού η σημείωση δεν τάσσεται επί ποινή ακυρότητας (ΑΠ 692/2003, 1303/2001). Όθεν, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, προβαλλόμενος δια της συμπληρωματικής αίτησης με τον οποίο προβάλλεται ακυρότητα της επίδοσης του σχετικού 06/ 6703 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων παραπέμφθηκε με την κατηγορία της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο, για το λόγο ότι ο επιδούς δεν σημείωσε στο επιδοθέν κλητήριο θέσπισμα τη χρονολογία και τον τόπο της επίδοσης, ως και το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκε, ουδέ υπέγραψε τη σχετική σημείωση, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου που περιέχει, επί ποινή ακυρότητας, ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται, ώστε να μπορεί να ετοιμάσει την υπεράσπιση του. Τα ίδια ορίζονται και από το άρθρο 6§3 εδ. α' και β' της από 4 Νοεμβρίου 1950 Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης που κυρώθηκε με το Ν.Δ 53/1974 και αποτελεί εγχώριο δίκαιο. Η ακυρότητα από τη μη τήρηση των διατάξεων αυτών είναι σχετική, κατά τη διάταξη του άρθρου 170§1 Κ.Ποιν.Δ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 του ίδιου κώδικα, ως αναγόμενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κυρίας διαδικασίας και καλύπτεται αν δεν προβληθεί εγκαίρως (άρθρα 173§1, 174 ίδιου κώδικα). Αν προβληθεί εγκαίρως από τον κατηγορούμενο και η σχετική ένσταση απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μπορεί να προβληθεί ως λόγος εφέσεως, αν δε απορριφθεί και από το Εφετείο μπορεί να προβληθεί ως λόγος αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Β' Κ.Ποιν.Δ. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και σε κάθε αυτοτελή αίτηση, όπως είναι και η ανωτέρου ένσταση για την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος. Εξάλλου, με το άρθρο 25§1 του Ν. 1882/1990 θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου αυτού με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997 και νέα αντικατάσταση του με το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004. Κατά τη διάταξη του εν λόγω άρθρου 25§1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004 και ισχύει από 1-1-2004 (σύμφωνα με το άρθρο 56 του ίδιου νόμου) "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ ή του τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α)τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, β)έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ, γ)ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ". Κατά τη σαφή νέα αυτή διατύπωση του άρθρου 25, για κάθε πίνακα χρεών που υποβάλλεται στον Εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, την μη καταβολή του συνολικού χρέους που αναφέρεται στον πίνακα, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επί μέρους χρέους του πίνακα. Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής ενός εκάστου χρέους του πίνακα για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος, κυριαρχικώς, θεωρεί ότι τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη, μη καταβληθέντα, συνιστούν ένα και μόνον έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και δη με χρόνο τελέσεως τη συμπλήρωση τετραμήνου από την καθυστέρηση της καταβολής. Ως εκ τούτου, στο κλητήριο θέσπισμα με το οποίο καλείται ο κατηγορούμενος να δικασθεί για την καθυστέρηση καταβολής τέτοιου χρέους δεν είναι αναγκαίο να παρατίθενται τα επί μέρους χρέη του πίνακα, κατ' είδος, ποσόν και λοιπά στοιχεία, αλλ' αρκεί η παράθεση του συνολικού ποσού αυτών, στην παράλειψη καταβολής του οποίου θεμελιώνεται το αξιόποινο της μιας πράξεως (ΑΠ 1727/2008). Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό προς τα παραδεκτώς επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας και δη 1)την 4359/8-3-2006 αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ Ζωγράφου προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών 2) την 129867/2010 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, 3) την κατά της απόφασης αυτής από 16-12-2011, έφεση του αναιρεσείοντος και 4) το υπ' αριθ.06/6703/25-8-2006 κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύτηκε ο αναιρεσείων στο ακροατήριο του ανωτέρω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προκύπτουν τα εξής: Κατά του αναιρεσείοντος ασκήθηκε ποινική δίωξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κατόπιν της άνω αιτήσεως του προϊσταμένου της ΔΟΥ Ζωγράφου Αττικής, την οποία συνόδευε πίνακας χρεών με αριθ. 1/2006, συνολικού ποσού 1.661.574,13 ευρώ. Ακολούθως κλητεύτηκε ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με βάση το επιδοθέν σε αυτόν ως άνω κλητήριο θέσπισμα για να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 30-4-2003 έως 1-3-2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό για την καταβολή της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στη ΔΟΥ Ζωγράφου διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω ΔΟΥ (αρ. Ειδ.Βιβλίου 1/2006) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 8-3-2006 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω ΔΟΥ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 1.661.574,13, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο, ήτοι για παράβαση των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ.1, 98 παρ. 2 ΠΚ, άρθρο 25 παρ.1, 2, 3, ν. 1882/90, όπως αντικ. με άρθρο 23 ν. 2523/97, 19 παρ. 2 ν. 2948/01 και άρθρο 34 παρ. γ, ν. 3220/04. Ο αναιρεσείων, δια του συνηγόρου του, που τον εκπροσώπησε στη δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, προέβαλε εγκαίρως ακυρότητα του άνω κλητηρίου θεσπίσματος, εγκείμενη στο ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε "διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου" χωρίς όμως να τα εξειδικεύει, ήτοι να καθορίζεται το είδος των χρεών, ο δε σχετικός ως άνω Πίνακας Χρεών, που φέρεται συνημμένος στο θέσπισμα, δεν του επιδόθηκε, ότι στον Πίνακα αυτόν καταχωρήθηκαν περισσότερες φορές τα ίδια χρέη- φόροι κατά τα ειδικότερα στην ένσταση διαλαμβανόμενα, ότι κατέστησαν ορισμένα χρέη απαιτητά κατά το ν. 3220/2004, ενώ μερικά φέρονται απαιτητά από 30-4-2003 ότε ίσχυε άλλο νομικό καθεστώς (ο ν. 2523/ 1997), ότι, ενώ διαλαμβάνεται ότι η πράξη τελέστηκε κατ' εξακολούθηση, δεν προσδιορίζονται οι επί μέρους πράξεις και έτσι διευρύνεται ανεπίτρεπτα το αξιόποινο και περιορίζεται η υπερασπιστική του δυνατότητα, ενώ, τέλος, δεν αναφέρεται αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και αν έπρεπε να καταβληθούν σε δόσεις ή εφάπαξ. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με την άνω πρωτόδικη απόφαση. Την απόρριψη της ο αναιρεσείων προσέβαλε με την άνω έφεση του και με παρεμπίπτουσα απόφαση, που προηγήθηκε της προσβαλλόμενης, που και αυτή συμπροσβάλλεται με αυτήν (αρθ. 504 παρ. 4 ΚΠΔ), απορρίφθηκε και πάλι η ένσταση αυτή, ακολούθως δε με την προσβαλλόμενη έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για τα υπό στοιχεία 1 έως 34 χρέη του άνω Πίνακα Χρεών και κηρύχθηκε αυτός ένοχος για την πράξη αυτή που τελέστηκε από 31-7-2004 έως 1-3-2006 και για χρέος 1.145.132, 8 ευρώ και του επιβλήθηκε φυλάκιση 3 ετών και 6 μηνών. Ήδη, με το δεύτερο λόγο της άνω αίτησης (συμπληρωματικής) προβάλλεται η πλημμέλεια της σχετικής ακυρότητος που δεν καλύφθηκε, ως και της απόλυτης ακυρότητας στο ακροατήριο, αφού δεν του επιδόθηκε ο πίνακας χρεών και έλλειψης αιτιολογίας για την απόρριψη της ένστασης. Σύμφωνα όμως με τα ανωτέρω, ως προς την έννοια του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 μετά το ν. 3220/2004, που ισχύει από 1-1-2004, υπό την ισχύ του οποίου ασκήθηκε η άνω ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για το άνω έγκλημα από 31-7-2004 έως 1-3-2006, για το οποίο τελικώς καταδικάστηκε, ήτοι για έγκλημα που τελέστηκε με μία πράξη και όχι με περισσότερες κατ' εξακολούθηση (το ότι κατά το θέσπισμα η πράξη τελέστηκε με περισσότερες από μία που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και δη όσον αφορά τα χρέη του χρονικού διαστήματος από 31-7-2004 έως 1-3-2006 για τα οποία τελικώς καταδικάστηκε έχει την έννοια ότι η συνολική αυτή οφειλή σύγκειται από περισσότερα χρέη που εμπίπτουν στο συγκεκριμένο διάστημα και όχι στην έννοια της κατ' εξακολούθηση τέλεσης περισσοτέρων πράξεων -ΑΠ 1727/2008) με το να δεχθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ότι το κλητήριο θέσπισμα δεν πάσχει ακυρότητα και απορρίψει την άνω ένσταση του αναιρεσείοντος, ορθώς και αιτιολογημένα έκρινε αφού δεν ήταν αναγκαίο να παρατίθενται στο θέσπισμα τα επί μέρους χρέη του πίνακα κατ' είδος (αν είναι επιρριπτόμενοι ή παρακρατούμενοι φόροι κλπ), ποσό και λοιπά στοιχεία αλλά αρκεί η παράθεση του συνολικού ποσού αυτών, στην παράλειψη καταβολής του οποίου θεμελιώνεται το αξιόποινο της μίας πράξεως (εν προκειμένω για χρέη από 31-7-2004 μέχρι 1-3-2006). Περαιτέρω από την επισκόπηση του από 29-1-2007 αποδεικτικού επίδοσης του επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ... προκύπτει ότι το άνω κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε νομίμως στον αναιρεσείοντα δια θυροκολλήσεως, ο δε άνω Πίνακας Χρεών αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του σώματος του θεσπίσματος αυτού, και έτσι του είχε επιδοθεί, ανεξαρτήτως του ότι δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται στο θέσπισμα ούτε τα επί μέρους χρέη αλλά αρκούσε η παράθεση του συνολικού ύψους αυτών ως ανωτέρω. Εξάλλου, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι για τα χρέη υπό το καθεστώς του ν. 2523/1997 η πράξη κρίθηκε παραγεγραμμένη και έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη για αυτά ενώ για όσες πράξεις τελέστηκαν μετά την ισχύ του ν. 3220/ 2004 ορθώς και με ειδική αιτιολογία τα ποσά αυτά ορίστηκαν συνολικά. Όθεν οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις είναι αβάσιμες ενώ από τον πίνακα χρεών που αποτελούσε μέρος του θεσπίσματος προκύπτει ότι για τα επί μέρους χρέη υφίσταται αντίστοιχη πράξη βεβαίωσης και δεν πρόκειται περί πολλαπλής καταχώρησης του ιδίου χρέους και εντεύθεν δεν υφίσταται αντιφατικότητα ή ασάφεια όσον αφορά τις καταχωρήσεις των χρεών. Όθεν, οι δια της συμπληρωματικής αίτησης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Β και Δ ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ', 329, 331, 364 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, συνάγεται ότι τότε μόνον επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη έγγραφα που δεν ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Όμως, δεν είναι αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπάγγελτα, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο κατηγορούμενος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπιση του κατ' αυτής. Έτσι, η μη ανάγνωση του Πίνακος Χρεών και της αίτησης του προϊσταμένου της ΔΟΥ για άσκηση ποινικής δίωξης που ελήφθησαν υπόψη δεν ιδρύει ακυρότητα της διαδικασίας (ΑΠ 292/2012, 265/2011). Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει πράγματι ότι δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο η άνω αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ Ζωγράφου προς άσκηση ποινικής δίωξης κατά του αναιρεσείοντος ως και ο αναφερθείς Πίνακας Χρεών πλην, κατά τα ανωτέρω, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της συμπληρωματικής αιτήσεως είναι αβάσιμος. Η απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, από την αποδεικτική στο ακροατήριο διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά έχουν υπαχθεί στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικά, ως προς τον δόλο, που απαιτείται κατά κανόνα, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, προς στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης των κακουργημάτων και πλημμελημάτων και συνίσταται, κατά το άρθρο 27 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών αυτών και προκύπτει από αυτή και έτσι δεν παρίσταται ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, ως προς αυτόν. Κατ' εξαίρεση υπάρχει ανάγκη τέτοιας ειδικής αιτιολογίας ως προς το δόλο, όταν απαιτούνται και πρόσθετα περιστατικά, όπως όταν ο νόμος απαιτεί να έχει τελεσθεί η πράξη με σκοπό την πρόκληση ορισμένου αποτελέσματος. Εν προκειμένω, δεν απαιτείτο ειδική αιτιολογία ως προς το δόλο του καταδικασθέντος αναιρεσείοντος αφού αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την αξιόποινη αυτή πράξη για την ποία καταδικάστηκε. Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγος της συμπληρωματικής αίτησης είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 100 παρ. 3 του ΠΚ, το δικαστήριο με την απόφαση για την αναστολή υπό επιτήρηση, γνωστοποιεί σε εκείνον που καταδικάστηκε τους όρους υπό τους οποίους του παρέχεται και οι οποίοι διαζευκτικά ή σωρευτικά μπορεί να είναι α) ... θ) η προσφορά ποσού ύψους μέχρι δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ σε κοινωφελές ίδρυμα. Από την προσβαλλόμενη προκύπτει ότι η ποινή που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα ανεστάλη υπό επιτήρηση και υπό τον όρο προσφοράς ποσού 10.000 στο "Χαμόγελου του Παιδιού". Με το να επιβάλει τον όρο αυτό της προσφοράς του άνω ποσού ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε καθόσον το άνω σωματείο, όπως προκύπτει από το καταστατικό του, είναι σωματείο κοινωφελούς σκοπού και έτσι σαφώς πληρούται η θέληση του νομοθέτη και δεν εννοείται κοινωφελές ίδρυμα με την έννοια του άρθρου 108 ΑΚ και του ΑΝ. 2039/1939. Όθεν ο μόνος λόγος της κυρίας αίτησης αναίρεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της άνω ποινικής διάταξης είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται και επί απορρίψεως των αυτοτελών ισχυρισμών ως είναι τα αιτήματα περί χορηγήσεως ελαφρυντικών. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε το αίτημα που υπέβαλε ο αναιρεσείων για αναβολή της δίκης και δη για να κλητευτεί ο μάρτυρας Π. Κ., υπάλληλος της ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών, με την αιτιολογία ότι: "το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι απαραίτητη η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα και δεν θα εισφέρει στην ουσία της υπόθεσης, κατόπιν και της αναγνώσεως των εγγράφων εξηγήσεων που αυτός απέστειλε στον αρμόδιο Εισαγγελέα, καθώς από την εν γένει λοιπή αποδεικτική διαδικασία, ήτοι την σαφή και πειστική κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Ν. Π. και από όλα τα αναγνωστέα έγγραφα το Δικαστήριο δύναται να οδηγηθεί σε πλήρη δικανική πεποίθηση περί της τελέσεως ή μη της αξιόποινης πράξης που αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Εξάλλου, επισημαίνεται ότι η αμφισβήτηση των ένδικων χρεών από τον κατηγορούμενο, δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι ο υπόχρεος οφειλέτης του Δημοσίου οφείλει στην περίπτωση αυτή ν' ασκήσει τα νόμιμα μέσα (δηλαδή την υπό του άρθρου 73 του ΚΕΔΕ ανακοπή) για να εξαλειφθεί το χρέος, το οποίο, αν αυτό δεν συμβεί, θεωρείται υποστατό και ενεργό και η μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου (πρβλ.ΑΠ 1727/2008 ο.π.)". Περαιτέρω, απέρριψε τα αιτηθέντα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 β και ε' με τις ακόλουθες αιτιολογίες: "Περαιτέρω, όσον αφορά τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως του ελαφρυντικού των μη ταπεινών αιτίων και της καλής διαγωγής μετά την τέλεση της πράξης κρίνεται απορριπτέος, καθώς δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά, τα οποία να δικαιολογούν την αναγνώριση των εν λόγω ελαφρυντικών. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά σχετικά με τα αίτια (κίνητρα) που ώθησαν τον κατηγορούμενο υποκειμενικώς στην τέλεση της πιο πάνω αξιοποίνου πράξεως. Τα διαλαμβανόμενα δε, στο από 23-2-2012 σημείωμα του, το οποίο καταχωρήθηκε στα πρακτικά και προφορικά ανέπτυξε ο συνήγορος υπεράσπισης, ήτοι ότι το ποσό που αναγράφεται στο κλητήριο θέσπισμα είναι αστρονομικό και είναι αδύνατο να το εξοφλήσει όσα χρόνια και αν εργάζεται ότι το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο βρίσκεται υπό κατάσχεση και σε περίπτωση απόρριψης της ανακοπής του, θα ικανοποιήσει εν μέρει τις απαιτήσεις του Δημοσίου και ότι η φερόμενη ως προκληθείσα ζημία του Δημοσίου δεν ξεπερνά τα 88.035 Ευρώ, δεν επαρκούν για τη θεμελίωση του ελαφρυντικού των μη ταπεινών αιτίων. Όσον αφορά δε, την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 περ. ε' ΠΚ, λεκτέο ότι πρέπει να προκύπτει η επί ικανό χρόνο μετά την πράξη όχι μόνον αποχή από παραβατικότητα αλλά και θετική δραστηριότητα του υπαιτίου που να εκδηλώνεται αυτοβούλως υπό καθεστώς ελεύθερης κοινωνικής διαβιώσεως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού. Συντρέχει δε στο πρόσωπο εκείνου του δράστη, ο οποίος, πραγματικά, μεταστράφηκε ηθικά και ψυχικά, έχοντας αντιληφθεί τις επιπτώσεις της αξιόποινης πράξης του και απέχοντας, μετά ταύτα, για σχετικά μεγάλο διάστημα, από οποιασδήποτε φύσης επιλήψιμη, ενέργεια και συμπεριφορά (ΑΠ 749/2011 Δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2253/04 ΠοινΔνη 2005.506, ΑΠ 1080/2002 ΠοινΛογ 2002.1148). Στην προκειμένη όμως περίπτωση δεν αποδείχθηκαν τέτοια πραγματικά περιστατικά εκ των οποίων να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή του κατηγορουμένου προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα και η στάση του να παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του. Τα διαλαμβανόμενα δε, στο από 23-2-2012 σημείωμά του, το οποίο καταχωρήθηκε στα πρακτικά και προφορικά ανέπτυξε ο συνήγορος υπεράσπισης, ήτοι ότι δεν προσπάθησε να ματαιώσει την εξασφάλιση της απαιτήσεως του Δημοσίου, μεταβιβάζοντας το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο, ότι εργάζεται και συντηρεί την ανήλικη κόρη του και αληθή υποτιθέμενα δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού. Όσον αφορά δε, τον ισχυρισμό του ότι εξόφλησε τους εργαζομένους που απασχολούσε δεν προέκυψε από κανένα ικανό αποδεικτικό στοιχείο. Μετά ταύτα, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σε αυτόν πράξης, χωρίς να του αναγνωρισθεί ελαφρυντικό." Υπό τις άνω παραδοχές το δικαστήριο απέρριψε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το αίτημα αναβολής κρίνοντας ως μη απαραίτητη την εξέταση του άνω μάρτυρα, ο οποίος είχε μεν κλητευτεί από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, αλλά εκτιμώντας αίτηση του ιδίου περί μη εξετάσεως του έκρινε ότι εν όψει των λοιπών αποδείξεων η παρουσία του δεν ήταν αναγκαία. Περαιτέρω, τέλος, με τις άνω παραδοχές περί απορρίψεως των αιτηθέντων ελαφρυντικών, το δικαστήριο διέλαβε σε αυτές ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού στηρίχθηκε μεταξύ άλλων και στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ως προς το πρώτο αιτούμενο ελαφρυντικό δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά που υφίσταντο στο πρόσωπό του και το θεμελίωναν ενώ ως προς το δεύτερο δεν επεκαλείτο συγκεκριμένα περιστατικά που να αναφέρονται σε θετική δραστηριότητα και συμπεριφορά του ιδίου από την τέλεση της πράξεως μέχρι και την εκδίκαση της από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. ΙΔ' ΚΠΔ πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, οι άνω αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν και επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει α) την από 14-3-2012 αίτηση του Π. Μ., κατοίκου ..., β) την από 9-4-2012 συμπληρωματική αίτηση του και γ) τους από 25-10-2012 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 12377/2012 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Χρέη προς το Δημόσιο. Δεν επέρχεται ακυρότητα από έλλειψη στοιχείου στο επιδιδόμενο έγγραφο. Ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος. Σχετική. Λαμβάνεται υπόψη το συνολικό χρέος μετά την ισχύ του Ν. 3220/2004. Δεν απαιτείται αναφορά του είδους των χρεών. Η μη ανάγνωση της αίτησης ποινικής δίωξης του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του πίνακος χρεών καίτοι ελήφθησαν υπόψει, δεν επιφέρει ακυρότητα. Απαιτείται ειδική αιτιολογία επί απορρίψεως αιτήματος αναβολής δια κρείσσονες και επί απορρίψεως αιτήματος ελαφρυντικών.
null
null
0
Αριθμός 1509/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Β. Μ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ξανθίππη Μωϋσίδου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 9045/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 22 Οκτωβρίου 2012 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 368/2012. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις Δημόσιες Υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά ήταν καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμιστεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις Δημόσιες Υπηρεσίες, ή τα Τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από 1-1-2004 και ορίστηκε ότι η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ κλπ προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημέρα συντάξεως του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές και σύμφωνα με την εκτεθείσα νέα ρύθμιση του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαία με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του σε δόσεις χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του, οπότε συνάγεται και προσδιορίζεται και ο χρόνος τελέσεως του αδικήματος. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού 34 του ν. 3220/2004: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διαπράξεώς του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνεται υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, ενώ χρόνος διαπράξεώς του, είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, σε δόσεις ή εφάπαξ. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 9045/2011 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα εξής πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή: "Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο και την υπόλοιπη συζήτηση, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος, την 31-5-2004, την 1-7-2004, την 1-8-2004, την 1-1-2005, την 31-1-2005, την 1-3-2005, την 1-4-2005, την 1-5-2005, την 1-6-2005, την 1-3-2006 και την31-3-2006, με πρόθεση, καθυστέρησε την καταβολή βεβαιωμένων στη Ζ' Δ.Ο.Υ Θεσσαλονίκης χρεών της εταιρίας, περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Μ. Γ.- Δ. Α. Ε.Π.Ε", της οποίας κατά τους προαναφερόμενους χρόνους ετύγχανε διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε κατωτέρω αναφερόμενη αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που συνοδεύει τη με αριθμό πρωτοκόλλου 32638/15-12-2008 αίτηση του Προϊσταμένου της Ζ' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 5.871.148,99 ευρώ. Ειδικότερα, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, δεν κατέβαλε χρέος 3.887,25 ευρώ, προερχόμενο από πρόστιμο Κ.Β.Σ- οριστική βεβαίωση, βεβαιωθέν στις 30-10-2003, καταβλητέο σε τέσσερις μηνιαίες δόσεις, του οποίου η προθεσμία καταβολής της πρώτης δόσης άρχισε την 30-1-2004, χρέος 1.922,44 ευρώ, προερχόμενο από πρόστιμο Κ.Β.Σ.- οριστική βεβαίωση, βεβαιωθέν στις 30-10-2003, καταβλητέο σε τέσσερις μηνιαίες δόσεις, του οποίου η προθεσμία καταβολής της πρώτης δόσης άρχισε την 30-1-2004, χρέος 115,82 ευρώ, προερχόμενο από έξοδα διοικητικής εκτέλεσης, βεβαιωθέν στις 21-7-2004, καταβλητέο εφάπαξ, του οποίου η προθεσμία καταβολής άρχισε στις 31-8-2004, χρέος 80.272,95 ευρώ, προερχόμενο από εισόδημα - οριστική βεβαίωση, βεβαιωθέν στις 27-7-2004, καταβλητέο εφάπαξ, του οποίου η προθεσμία καταβολής άρχισε στις 31-8-2004, χρέος 201.275,25 ευρώ, προερχόμενο από εισόδημα - οριστική βεβαίωση, βεβαιωθέν στις 27-7-2004, καταβλητέο εφάπαξ, του οποίου η προθεσμία καταβολής άρχισε στις 31-8-2004, χρέος 175.850,60 ευρώ, προερχόμενο από εισόδημα - οριστική βεβαίωση, βεβαιωθέν στις 27-7-2004, καταβλητέο εφάπαξ, του οποίου η προθεσμία καταβολής άρχισε στις 31-8-2004, χρέος 297.369,05 ευρώ, προερχόμενο από εισόδημα -οριστική βεβαίωση, βεβαιωθέν στις 27-7-2004, καταβλητέο εφάπαξ, του οποίου η προθεσμία καταβολής άρχισε στις 31-8-2004, χρέος 530.653,35 ευρώ, προερχόμενο από Φ.Π.Α - οριστική βεβαίωση, βεβαιωθέν στις 27-7-2004, καταβλητέο εφάπαξ, του οποίου η προθεσμία καταβολής άρχισε στις 31-8-2004, χρέος 427.304,00 ευρώ, προερχόμενο από Φ.Π.Α - οριστική βεβαίωση, βεβαιωθέν στις 27-7-2004, καταβλητέο εφάπαξ, του οποίου η προθεσμία καταβολής άρχισε στις 31-8-2004, χρέος 9.431,75 ευρώ, προερχόμενο από εισόδημα - οριστική βεβαίωση, βεβαιωθέν στις 27-7-2004, καταβλητέο εφάπαξ, του οποίου η προθεσμία καταβολής άρχισε στις 31-8-2004, χρέος 1.351,10 ευρώ, προερχόμενο από εισόδημα - οριστική βεβαίωση, βεβαιωθέν στις 27-7-2004, καταβλητέο εφάπαξ, του οποίου η προθεσμία καταβολής άρχισε στις 31-8-2004, χρέος 272,80 ευρώ, προερχόμενο από εισόδημα - οριστική βεβαίωση, βεβαιωθέν στις 27-7-2004, καταβλητέο εφάπαξ, του οποίου η προθεσμία καταβολής άρχισε στις 31-8-2004, χρέος 272,80 ευρώ, προερχόμενο από εισόδημα - οριστική βεβαίωση, βεβαιωθέν στις 27-7-2004, καταβλητέο εφάπαξ, του οποίου η προθεσμία καταβολής άρχισε στις 31-8-2004, χρέος 226,30 ευρώ, προερχόμενο από εισόδημα - οριστική βεβαίωση, βεβαιωθέν στις 27-7-2004, καταβλητέο εφάπαξ, του οποίου η προθεσμία καταβολής άρχισε στις 31-8-2004, χρέος 544,82 ευρώ, προερχόμενο από εισόδημα - οριστική βεβαίωση, βεβαιωθέν στις 27-7-2004, καταβλητέο σε δύο μηνιαίες δόσεις, του οποίου η προθεσμία καταβολής της πρώτης δόσης άρχισε στις 31-8-2004, χρέος 1.372,22 ευρώ, προερχόμενο από πρόστιμο Κ.Β.Σ - απόφαση περαίωσης, βεβαιωθέν στις 27-7-2004, καταβλητέο σε τρεις μηνιαίες δόσεις, του οποίου η προθεσμία καταβολής της πρώτης δόσης άρχισε στις 31-8-2004, χρέος 2.705,74 ευρώ, προερχόμενο από πρόστιμο Κ.Β.Σ -απόφαση περαίωσης, βεβαιωθέν στις 27-7-2004, καταβλητέο σε έξι μηνιαίες δόσεις, του οποίου η προθεσμία καταβολής της πρώτης δόσης άρχισε την 31-8-2004, χρέος 2.705,74 ευρώ, προερχόμενο από πρόστιμο Κ.Β.Σ -απόφαση περαίωσης, βεβαιωθέν στις 27-7-2004, καταβλητέο σε έξι μηνιαίες δόσεις, του οποίου η προθεσμία καταβολής της πρώτης δόσης άρχισε την 31-8-2004, χρέος 2.705,74 ευρώ, προερχόμενο από πρόστιμο Κ.Β.Σ -απόφαση περαίωσης, βεβαιωθέν στις 27-7-2004, καταβλητέο σε έξι μηνιαίες δόσεις, του οποίου η προθεσμία καταβολής της πρώτης δόσης άρχισε την 31-8-2004, χρέος 454,14, προερχόμενο από Φ.Π.Α - οριστική βεβαίωση, βεβαιωθέν στις 27-7-2004, καταβλητέο εφάπαξ, του οποίου η προθεσμία καταβολής άρχισε την 31-8-2004, χρέος 454,15 ευρώ, προερχόμενο από Φ.Π.Α - οριστική βεβαίωση, βεβαιωθέν στις 27-7-2004, καταβλητέο εφάπαξ, του οποίου η προθεσμία καταβολής άρχισε την 31-8-2004, χρέος 122,45 ευρώ, προερχόμενο από Φ.Π.Α - οριστική βεβαίωση, βεβαιωθέν στις 27-7-2004, καταβλητέο εφάπαξ, του οποίου η προθεσμία καταβολής άρχισε την 31-8-2004, χρέος 426,25 ευρώ, προερχόμενο από εισόδημα - οριστική βεβαίωση, βεβαιωθέν στις 27-7-2004, καταβλητέο σε έξι μηνιαίες δόσεις, του οποίου η προθεσμία καταβολής της πρώτης δόσης άρχισε την 31-8-2004, χρέος 3.055,26 ευρώ, προερχόμενο από εισόδημα - οριστική βεβαίωση, βεβαιωθέν στις 27-7-2004, καταβλητέο σε έξι μηνιαίες δόσεις, του οποίου η προθεσμία καταβολής της πρώτης δόσης άρχισε στις 31-8-2004, χρέος 615.521,50 ευρώ, προερχόμενο από Φ.Π.Α - οριστική βεβαίωση, βεβαιωθέν στις 29-9-2005, καταβλητέο σε δύο μηνιαίες δόσεις, του οποίου η προθεσμία καταβολής της πρώτης δόσης άρχισε στις 31-10-2005, χρέος 1.098.395,38 ευρώ, προερχόμενο από Φ.Π.Α - οριστική βεβαίωση, βεβαιωθέν στις 29-9-2005, καταβλητέο σε δύο μηνιαίες δόσεις, του οποίου η προθεσμία καταβολής της πρώτης δόσης άρχισε στις 31-10-2005, χρέος 992.398,00 ευρώ, προερχόμενο από Φ.Π.Α - οριστική βεβαίωση, βεβαιωθέν στις 29-9-2005, καταβλητέο σε δύο μηνιαίες δόσεις, του οποίου η προθεσμία καταβολής της πρώτη δόσης άρχισε την 31-10-2005, χρέος 213.635,13 ευρώ, προερχόμενο από εισόδημα - οριστική βεβαίωση, βεβαιωθέν στις 29-9-2005, καταβλητέο σε δύο μηνιαίες δόσεις, του οποίου η προθεσμία καταβολής της πρώτης δόσης άρχισε στις 31-10-2005, χρέος 622.699,00 ευρώ, προερχόμενο από εισόδημα - οριστική βεβαίωση, βεβαιωθέν στις 29-9-2005, καταβλητέο σε δύο μηνιαίες δόσεις, του οποίου η προθεσμία καταβολής της πρώτης δόσης άρχισε στις 31-10-2005 και χρέος 558.643,25 ευρώ, προερχόμενο από εισόδημα - οριστική βεβαίωση, βεβαιωθέν στις 29-9-2005, καταβλητέο σε δύο μηνιαίες δόσεις, του οποίου η προθεσμία καταβολής της πρώτης δόσης άρχισε στις 31-10-2005. Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, χωρίς να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β' ΠΚ, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην ανωτέρω πράξη από αίτια μη ταπεινά". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο του ότι: "Στη Θεσσαλονίκη, την 31-5-2004, την 1-7-2004, την 1-8-2004, την 1-1-2005, την 31-1-2005, την 1-3-2005, την 1-4-2005, την 1-5-2005, την 1-6-2005, την 1-3-2006 και την 31-3-2006, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) προς το Δημόσιο χρεών της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, της οποίας ήταν διαχειριστής, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του Α/Α και έτος 3/8/2008 πίνακα χρεών, που συνοδεύει τη με αριθμό πρωτ. 32638/15-12-2008 αίτηση του Προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. Ζ' Θεσσαλονίκης υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο, κατά τους ανωτέρω χρόνους και υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του, δεν κατέβαλε στο Δημόσιο το συνολικό ποσό των πέντε εκατομμυρίων οκτακοσίων εβδομήντα μιας χιλιάδων εκατόν σαράντα οκτώ ευρώ και ενενήντα εννέα λεπτών του ευρώ (5.871.148,99), που αφορά χρέη προς το Δημόσιο της εδρεύουσας στη ... εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Μ. Γ-Δ. Α. ΕΠΕ", της οποίας αυτός ήταν διαχειριστής. Τα χρέη αυτά βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στη Δ.Ο.Υ. Ζ' Θεσσαλονίκης, βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια, επιπλέον δε γεννήθηκαν και ανάγονται στο χρόνο που ο κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα αυτή. Η ιδιότητα του κατηγορουμένου με την οποία οφείλονται, ο αριθμός και η ημερομηνία βεβαίωσης, το οικονομικό έτος και είδος φόρου, ανάλυση του ποσού, απαιτητό μέρος για κάθε ένα και σε σύνολο, ο τρόπος πληρωμής και ο αριθμός των ληξιπροθέσμων δόσεων, οι ημερομηνίες λήξης της πρώτης και της τελευταίας δόσης, αναφέρονται στον ακόλουθο, συνημμένο στην παρούσα πίνακα χρεών που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της: Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, η προκύπτουσα από το συνδυασμό του ανωτέρω αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης 9045/2011 αποφάσεως αιτιολογία, είναι η επιβαλλόμενη, από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, συνολικού ποσού 5.871.148,99 ευρώ, υπερβαίνοντος το ποσό των 120.000 ευρώ, και για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, (25 ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 ν. 2523/1997, 19 παρ.2 του ν. 2948/2001 και 31, 34 παρ.1,2 ν. 3220/2004), οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος: α). το αιτιολογικό, είναι πλήρες και περιέχει όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του διωχθέντος εγκλήματος μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και δε χρειαζόταν η παράθεση άλλων περιστατικών, β). προσδιορίζεται στην απόφαση, ενσωματώμενου στο διατακτικό αυτής του Πίνακα Χρεών της αρμόδιας Ζ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, που είχε προσαρτηθεί στη μηνυτήρια αναφορά της άνω αρμόδιας ΔΟΥ, η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ( η Ζ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης), το είδος και το ύψος των χρεών κατά περίπτωση (πρόστιμο ΚΒΣ, έξοδα διοικητικής εκτέλεσης, φόρος εισοδήματος, ΦΠΑ) και ο τρόπος πληρωμής τους αναλυτικά και συγκεκριμένα και καταβλητέα άλλα εφάπαξ και άλλα σε δόσεις που σημειώνονται αναλυτικά, με χρόνο τελέσεως επομένως μετά τετράμηνο, την 31-5-2004, την 1-7-2004, την 1-8-2004, την 1-1-2005, την 31-1-2005, την 1-3-2005, την 1-4-2005, την 1-5-2005, την 1-6-2005, την 1-3-2006 και την 31-3-2006, αναφέρεται δηλαδή και ο ακριβής χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, έπρεπε να καταβληθούν από τον υπόχρεο κατηγορούμενο, ως διαχειριστή, νόμιμο εκπρόσωπο της αναφερόμενης οφειλέτριας ΕΠΕ, με την επωνυμία "Μ. Γ.- Δ. Α. ΕΠΕ", παρελθόντος τετραμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το κάθε χρέος, χωρίς εξόφληση. Δεν δημιουργείται δε ασάφεια και αντίφαση από τις παραπάνω παραδοχές, ως προς το χρόνο τελέσεως της πράξεως του εν λόγω εγκλήματος μη καταβολής χρεών, στο παραπάνω αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό της αποφάσεως, με την αναφορά των ανωτέρω ημεροχρονολογιών οριστικής βεβαιώσεως κάθε επί μέρους χρέους και δεν συντρέχει εκ πλαγίου παράβαση των περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, αφού επρόκειτο για πολλά οφειλόμενα βεβαιωμένα χρέη, με διαφορετικό τρόπο και διαφορετική ημεροχρονολογία πληρωμής, όλα καταβλητέα (εφάπαξ και σε δόσεις, με τελευταία δόση αντίστοιχα) μετά την 1-1-2004 και ορθά και σύμφωνα με το ν. 1882/1990 άρ. 25, όπως τροπ. με το άρ. 34 παρ.2 του ν. 3220/2004, αναφέρεται ως χρόνος τελέσεως του ενός εγκλήματος που καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι ανωτέρω ημεροχρονολογίες με τη λήξη του τετραμήνου της καταβολής μετά την πάροδο της ημέρας καταβολής καθενός επί μέρους χρέους, χρόνοι που είναι και οι πραγματικοί τελέσεως των επί μέρους πράξεων του ενός και μόνου εγκλήματος, για το οποίο ασκήθηκε και η ποινική δίωξη, ορθά για μία πράξη, λαμβανομένου υπόψη του συνολικού ποσού των χρεών και δεν καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων για κατ'εξακολούθηση τέλεση. Δηλαδή από τις παραδοχές αυτές και σύμφωνα με το νόμο, που προβλέπει μία ποινή φυλακίσεως, ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος προς το Δημόσιο υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, σαφώς συνάγεται ότι ο εν λόγω νόμος, άρθρο 25 ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 ν. 2523/1997, 19 παρ.2 του ν. 2948/2001 και 31, 34 παρ.1,2 ν. 3220/2004, θεωρεί ότι τα μη καταβληθέντα περισσότερα του ενός χρέη του υπόχρεου κατηγορουμένου, που περιλαμβάνονται στον προσαρτώμενο στην αίτηση δίωξης πίνακα χρεών της αρμόδιας οικονομικής υπηρεσίας, συνυπολογίζονται αθροιστικά όλα στο σύνολό τους και συνιστούν ένα και μόνον έγκλημα, της μη καταβολής στο Δημόσιο του αθροίσματος των περιλαμβανομένων στον πίνακα περισσοτέρων χρεών, με πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως καθυστερήσεως χρεών, βάσει δε των χρόνων αυτών, τη συμπλήρωση τετραμήνου από την καθυστέρηση καταβολής. Επομένως δεν τίθεται θέμα παραγραφής ή ανεγκλήτου των αρχικών επί μέρους χρεών του αναιρεσείοντος, ως ποσών μικρότερων των 10.000 ευρώ, και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προεκτεθεισών διατάξεων, όπως αβάσιμα αυτός αιτιάται (βλ. ΑΠ 1727/2008). Άρα, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, κατ' εκτίμηση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον ως προς τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Στους αυτοτελείς ισχυρισμούς περιλαμβάνονται και οι αναφερόμενοι στη συνδρομή ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Όμως, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των πραγματικών περιστατικών, που τους θεμελιώνουν. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η περίπτωση του εδαφ. β,"το ότι ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής πρέπει ο υπαίτιος δράστης να ωθήθηκε στην πράξη του, εκτός άλλων, από μεγάλη ένδεια, ήτοι να βρισκόταν όταν τέλεσε την αξιόποινη πράξη σε τόσο πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση μόλις πριν την κατάσταση ανάγκης και υπό την επίδραση αυτής να ενήργησε, όχι δε αν βρισκόταν σε ένδεια κατά το χρόνο εκδίκασης της υποθέσεως στο δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι η συνήγορος του κατηγορουμένου προέβαλε, πλην άλλων ισχυρισμών, και αυτοτελή ισχυρισμό αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 εδαφ.β του ΠΚ, αναφέροντας κατά λέξη τα εξής " ο εντολέας μου ομολογεί τις πράξεις του και ζητεί , λόγω της ένδειας στην οποία βρίσκεται σήμερα, σε περίπτωση ενοχής του να του αναγνωρισθούν ελαφρυντικά". Το δικαστήριο, με το προπαρατεθέν κύριο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, καταλήγοντας αναφέρει ότι "πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, χωρίς να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 περ.β του ΠΚ, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην ανωτέρω πράξη από αίτια μη ταπεινά". Όμως, ο παραπάνω αυτοτελής ισχυρισμός του άρθρου 84 παρ.2 εδαφ.β του ΠΚ, όπως προβλήθηκε, ήταν μη νόμιμος αλλά και παντελώς αόριστος, διότι ο κατηγορούμενος το μόνον που επικαλέστηκε είναι η απλή ένδειά του (όχι μάλιστα μεγάλη) κατά το χρόνο εκδίκασης της υποθέσεως (7-7-2011) και όχι κατά το χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξης της μη καταβολής βεβαιωμένων χρεών, συνολικού ύψους 5.871.148,99 ευρώ (2004-2006), ενώ δεν επικαλέσθηκε κανένα άλλο περιστατικό μη ταπεινών αιτίων. Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε ως παραπάνω εκτέθηκε τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό, δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικότερα και εμπεριστατωμένα τον εν λόγω προβληθέντα μη νόμιμο και αόριστο αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως του κατηγορουμένου, που προβάλλει ότι χωρίς ειδική αιτιολογία απορρίφθηκε ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως μετά των προσθέτων λόγων αυτής να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20 Φεβρουαρίου 2012 αίτηση - δήλωση, μετά των από 22 Οκτωβρίου 2012 προσθέτων λόγων αυτής, του Β. Μ. του Θ., περί αναιρέσεως της 9045/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο. Άρθρο 25 παρ. 1, 2,3 ν. 1882/1990, όπως τροπ. με 34 παρ.1 ν. 3220/2004. Λόγοι αναίρεσης: 1. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. 2. Τα μη καταβληθέντα περισσότερα του ενός χρέη του υπόχρεου κατηγορουμένου, συνυπολογίζονται αθροιστικά όλα στο σύνολο τους και συνιστούν ένα και μόνον έγκλημα, της μη καταβολής στο Δημόσιο του αθροίσματος των περιλαμβανομένων στον πίνακα περισσοτέρων χρεών, με πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως καθυστερήσεως χρεών, βάσει δε των χρόνων αυτών, τη συμπλήρωση τετραμήνου από την καθυστέρηση καταβολής. Επομένως ασκήθηκε ποινική δίωξη για μία πράξη, λαμβανομένου υπόψη του συνολικού ποσού των χρεών και δεν καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων για κατ' εξακολούθηση τέλεση και δεν τίθεται θέμα ανεγκλήτου ή παραγραφής των αρχικών επί μέρους χρεών του αναιρεσείοντος, ως ποσών μικρότερων των 10.000 ευρώ. 3. Κατά την έννοια της διάταξης του αρ. 84 παρ.2 εδ.β ΠΚ, πρέπει ο υπαίτιος δράστης να ωθήθηκε στην πράξη του, εκτός άλλων, από μεγάλη ένδεια, ήτοι να βρισκόταν όταν τέλεσε την αξιόποινη πράξη σε τόσο πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση μόλις πριν την κατάσταση ανάγκης και υπό την επίδραση αυτής να ενήργησε, όχι δε αν βρισκόταν σε ένδεια κατά το χρόνο εκδίκασης της υποθέσεως στο δικαστήριο.
null
null
1
Αριθμός 1503/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειουσών - πολιτικώς εναγουσών 1. Ε. Χ. του Α., 2. Σ. Χ. του Αλεξάνδρου και 3. Δ. χήρας Α. Χ., κατοίκων ..., που δεν παρέστησαν στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 709/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με κατηγορούμενο: E. Τ. του Ν., κάτοικο ... . Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείουσες-πολιτικώς ενάγουσες ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαρτίου 2012 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 611/12. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Μαντακιοζίδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευαγγέλου Παντιώρα με αριθμό 212 και ημερομηνία 4 Οκτωβρίου 2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατ' αρθρ. 513 § 1 εδ. α' σε συνδ. προς αρθρ. 476§1 εδ. α' του Κ.Π.Δ, την από 12-3-2012 δήλωση αίτησης αναίρεσης των: 1) Ε. Χ. του Α., κατοίκου ..., 2) Σ. Χ., θυγατέρας Α. Χ., κατοίκου ... και 3) Δ. χήρας Α. Χ., κατοίκου ... 5), κατά της υπ' αριθμ. 709/11 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Πειραιώς και εκθέτω τα εξής: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 513§1α και 476§1 α' Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι, όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Είναι δε απαράδεκτη (μεταξύ των άλλων) η αίτηση αναίρεσης, όταν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στον νόμο ή ασκείται κατά αποφάσεων που δεν επιτρέπεται από το νόμο. Όποτε το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη, καταδικάζοντας στα έξοδα εκείνον που την άσκησε (ΑΠ 2124/02 Π.Χ ΝΓ 751, Α.Π 1194/06 Π.Χ ΝΖ 432). Κατά τη διάταξη του άρθρο 468§1 περ. α' του Κ.Π.Δ., ο πολιτικώς ενάγων μπορεί να προσβάλλει την απόφαση με το ένδικο μέσο που του χορηγεί ο νόμος, αν ο κατηγορούμενος καταδικασθεί (σε οποιαδήποτε ποινή), μόνο σε ο, τι αφορά τις απαιτήσεις του για αποζημίωση, όταν είτε του επιδικάστηκε αυτή, είτε απορρίφθηκε η αγωγή του, επειδή δεν στηριζόταν στο νόμο. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του αρθρ. 488 του ιδίου κώδικα, προκύπτει ότι ο πολιτικός ενάγων που παρέστη κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η καταδικαστική για τον κατηγορούμενο απόφαση, δικαιούται να προσβάλλει με έφεση, ανεξάρτητα από το ύψος της ποινής που τελικά καταγνώσθηκε, α)αν με την απόφαση απορρίφθηκε η πολιτική αγωγή ως μη στηριζόμενη στο νόμο και β)αν έγινε μερικά δεκτή η πολιτική αγωγή και του επιδικάστηκε αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση την οποία δεν θεωρεί ικανοποιητική. Εξάλλου, κατά το άρθρο 504§1 εδ. α' Κ.Π.Δ., όταν ο νόμος ειδικά δεν ορίζει κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε, απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι δεν μπορεί να προσβληθεί με αίτηση αναίρεσης, εκκλητή απόφαση, έστω και αν έχει καταστεί τελεσίδικη λόγω παρόδου απράκτου της προς έφεση προθεσμίας ή με παραίτηση από την έφεση που έκανε ο αναιρεσείων κατ' αυτής. Το εκκλητό της απόφασης σκοπείται ως προς τον δικαιούμενο να ασκήσει έφεση, ο οποίος δεν επιτρέπεται, παραλείποντας την άσκηση της να προσβάλλει με αίτηση αναίρεσης την απόφαση (Α.Π. 2379/09 Π.Χ. Ξ 804, Α.Π. 2161/08 Π.Χ. Ν Θ 824, Α.Π. 1707/07 Π.Χ. ΝΖ 894, ΑΠ 1194/06 Π.Χ ΝΖ 432, ΑΠ 1072/81 Π.Χ ΛΒ 393, ΑΠ 326/64 Π.Χ ΙΔ 630, ΑΠ 1055/10). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που επιτρεπτώς επισκοπούνται, προκύπτουν τα εξής: Το Τριμελές Εφετείο (κακουργημάτων) Πειραιώς με την υπ' αριθμ. 709/11 απόφαση του κήρυξε ένοχο των κατηγορούμενο Ε. Τ. για απόπειρα εκβίασης κατ' εξακολούθηση (αρ. 98, 385§1 Π.Κ) του επέβαλε την ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και ανέστειλε την εκτέλεση της ποινής για 3 έτη. Με την ίδια απόφαση το Δικαστήριο κήρυξε αθώους τον ως άνω κατηγορούμενο και τους λοιπούς συγκατηγορούμενους του για την πράξη της ληστείας κατά συναυτουργία, ενώ απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειουσών για παράσταση πολιτικής αγωγής ως μη νόμιμο και διέταξε την αποβολή της πολιτικής αγωγής. Να σημειωθεί δε ότι ο κατηγορούμενος (Ε. Τ.), κατά της ως άνω απόφασης άσκησε την υπ' αριθμ.215/6-7-2011 έφεση του, η οποία προσδιορίστηκε προς εκδίκαση στις 13-3-2013 στο Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς. Κατά της άνω απόφασης (709/11) του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Πειραιώς, που δεν απαγγέλθηκε ανέκκλητα, οι πολιτικώς ενάγουσες άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, για υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένης στο ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα να παρασταθούν ως πολιτική αγωγή κατά των κατηγορουμένων στην κρινόμενη υπόθεση. Όμως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η παραπάνω απόφαση ήταν εκκλητή και δεν μπορεί να προσβληθεί με αίτηση αναίρεσης ακόμη και αν έχει καταστεί τελεσίδικη λόγω παρόδου απράκτου της προς έφεση προθεσμίας. Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΑΠ 2161/08 Π.Χ ΝΘ 824, ΑΠ 1707/07 Π.Χ ΝΖ 894,ΑΠ 326/64 Π.Χ ΙΔ 630). Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα, πρέπει κατ' αρθρ. 476§1 Κ.Π.Δ., η υπό κρίση δια δηλώσεως προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αίτηση αναίρεσης των1) Ε. Χ. του Α., 2) Σ. Χ., θυγατέρας του Α. Χ. και 3) Δ. χήρας Α. Χ., κατά της υπ' αριθμ. 709/11 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Πειραιώς, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στις ανωτέρω αναιρεσείουσες. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 12-3-2012 αίτηση αναίρεσης των: 1) Ε. Χ. του Α., 2) Σ. Χ., θυγατέρας του Α. Χ. και 3) Δ. χήρας Α. Χ., κατοίκων ..., κατά της υπ' αριθμ. 709/11 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Πειραιώς. β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στις ανωτέρω αναιρεσείουσες. Αθήνα 18-9-2012 Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελος Παντιώρας". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την διάταξη του άρθρου 468 παρ. 1 ΚΠοινΔ ο πολιτικώς ενάγων μπορεί να προσβάλει την απόφαση με το ένδικο μέσο που του χορηγεί ο νόμος α) αν ο κατηγορούμενος καταδικασθεί (σε οποιαδήποτε ποινή) μόνο σε ό,τι αφορά τις απαιτήσεις του για αποζημίωση, όταν είτε του επιδικάστηκε αυτή είτε απορρίφθηκε η αγωγή του επειδή δεν στηριζόταν στο νόμο, β) αν ο κατηγορούμενος αθωωθεί, μόνο στην περίπτωση που έχει καταδικαστεί σε αποζημίωση και στα έξοδα (άρθρο 71) ή που η πολιτική αγωγή έχει απορριφθεί επειδή δεν στηριζόταν στο νόμο και μόνο ως προς αυτά τα κεφάλαια Εξ άλλου κατά την διάταξη του άρθρου 488 ΚΠοινΔ, στον πολιτικώς ενάγοντα επιτρέπεται έφεση εναντίον της καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου για κακουργήματα αλλά μόνο κατά του μέρους που απέρριψε την αγωγή του επειδή δεν στηρίζεται στο νόμο^ή του επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση ή αποζημίωση, προκειμένου δε περί αποφάσεων κατωτέρων δικαστηρίων μόνον αν το ποσό που ζητήθηκε συνολικά, σε κάθε περίπτωση υπερβαίνει το ποσό των εκατό ευρώ, αν η έφεση προσβάλλει απόφαση του πταισματοδικείου, το ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ, αν προσβάλλει απόφαση του μονομελούς πλημμελειοδικείου ή του μονομελούς δικαστηρίου των ανηλίκων και το ποσό των πεντακοσίων ευρώ, αν προσβάλλει απόφαση του τριμελούς πλημμελειοδικείου ή του τριμελούς δικαστηρίου των ανηλίκων, ενώ όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 486 παρ. 2 ΚΠοινΔ ο πολιτικώς ενάγων δεν δικαιούται να ασκήσει έφεση κατά της αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου για κακουργήματα. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 504 παρ. 1 εδ. α. και 505 ΚΠοινΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως επιτρέπεται στον πολιτικώς ενάγοντα μόνο κατά της αποφάσεως που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως και μόνο όμως για το τμήμα της που επιδικάζει σ' αυτόν αποζημίωση ή ικανοποίηση ή απορρίπτει την αγωγή του, επειδή δεν στηρίζεται στο νόμο. Τέλος κατά την διάταξη του άρθρου 506 ΚΠοινΔ την αναίρεση αθωωτικής αποφάσεως μπορεί να ζητήσει ο μηνυτής ή εκείνος που άσκησε την έγκληση αν καταδικάστηκαν σε αποζημίωση και στα έξοδα, όχι δε και ο πολιτικώς ενάγων λόγω της ιδιότητας του αυτής. Από τις άνω διατάξεις συνάγεται ότι ο πολιτικώς ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση και αναίρεση, υπό τις άνω προϋποθέσεις, κατά της καταδικαστικής αποφάσεως και, όπου τούτο κατά τα ανωτέρω επιτρέπεται κατά της αθωωτικής, μόνον εάν απερρίφθη η πολιτική αγωγή την οποία ήγειρε μεν κατά τους τύπους του ΚΠοινΔ ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου, πλην με αυτήν άσκησε αξίωση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως, κατά τις διατάξεις του Αστικού Δικαίου, δηλαδή όταν εισήγαγε καταψηφιστικό αίτημα, διότι η αγωγή αυτή ταυτίζεται, ως προς το περιεχόμενο της, με αγωγή ενώπιον του πολιτικού Δικαστηρίου, καθ' όσον και στις δύο περιπτώσεις συνιστά την ενάσκηση της αξιώσεως, στο πεδίο του δικονομικού δικαίου, προδήλως δε δεν αποτελεί άσκηση αγωγής η δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο περί παραστάσεώς του μόνον για την υποστήριξη της κατηγορίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλομένης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται, εμφανίσθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιώς η Ε. Χ. , κάτοικος ..., η οποία δήλωσε ότι "ως κληρονόμος του Α. Χ., παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα για την υποστήριξη της κατηγορίας κατά του πρώτου των κατηγορουμένων λόγω της ηθικής βλάβης που προκάλεσε στον υπ' αυτής ως άνω κληρονομηθέντα η κρινόμενη πράξη, της απόπειρας εκβιάσεως του. Δήλωσε επίσης ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα δι' εαυτήν και μόνον προς υποστήριξη της κατηγορίας λόγω της ηθικής βλάβης που της προκάλεσαν οι αποδιδόμενες στους κατηγορουμένους αξιόποινες πράξεις της ληστείας και της απόπειρας εκβιάσεως της" και ο δικηγόρος Αθηνών Δημήτριος Μπράμης, ο οποίος αφού δήλωσε στο Δικαστήριο ότι εκπροσωπεί τις Δ. Χα Α. Χ. και Σ. Χ. του Α., δυνάμει εξουσιοδοτήσεως αυτών, δήλωσε περαιτέρω ότι "οι ανωτέρω υπ' αυτού εκπροσωπούμενες, ως κληρονόμοι και αυτές του ήδη θανόντος Α. Χ. του Μ., παρίστανται ως πολιτικώς ενάγουσες για την υποστήριξη της κατηγορίας κατά πρώτου των κατηγορουμένων λόγω της ηθικής βλάβης, που προκάλεσε στον υπ' αυτών κληρονομηθέντα η κρινόμενη πράξη της απόπειρας εκβιάσεως". Το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Πειραιώς με την υπ' αριθμ. 709/11 απόφαση του, αφού απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα των αναιρεσειουσών για παράσταση των ως πολιτικώς εναγουσών μόνον προς υποστήριξη της κατηγορίας και διέταξε την αποβολή της πολιτικής αγωγής, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο Ε. Τ. για απόπειρα εκβιάσεως κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών της οποίας ανέστειλε την εκτέλεση για 3 έτη. Με την ίδια απόφαση το Δικαστήριο κήρυξε αθώους τον ως άνω κατηγορούμενο και τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του και ήδη αναιρεσιβλήτους (κατά των οποίων δεν δηλώθηκε παράσταση πολιτικής αγωγής) για την πράξη της ληστείας κατά συναυτουργία. Κατά της άνω υπ' αριθ. 709/11 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιώς, οι πολιτικώς ενάγουσες άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, για υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένης στο ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα να παρασταθούν ως πολιτικώς ενάγουσες κατά των κατηγορουμένων στην κρινόμενη υπόθεση. Όμως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η παραπάνω απόφαση, η οποία δεν απέρριψε την, μη ασκηθείσα άλλωστε, πολιτική αγωγή ως μη νόμιμη, αλλά την δήλωση παραστάσεως των αναιρεσειουσών ως απαράδεκτη, δεν υπόκειται ούτε σε έφεση αλλά ούτε και σε αναίρεση, από τις πολιτικώς ενάγουσες, παρεκτός του ότι η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε απαραδέκτως με δήλωση που κοινοποιήθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, παρ' ότι ο τρόπος αυτός ασκήσεως του ενδίκου τούτου μέσου συγχωρείται μόνον στον καταδικασθέντα κατηγορούμενο (αρθρ. 473 παρ. 2 ΚΠοινΔ). Συνεπώς δεν συντρέχει η προβαλλόμενη με την πρόταση του Εισαγγελέα περίπτωση απαραδέκτου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ότι δηλαδή η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν υπόκειται σε αναίρεση διότι υπέκειτο σε έφεση από τις πολιτικώς ενάγουσες. Επειδή το Δικαστήριο τούτο δεν επιτρέπεται να κηρύξει για τους άνω λόγους απαράδεκτη την υπό κρίση, ασκηθείσα δια δηλώσεως προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αίτηση αναιρέσεως των 1) Ε. Χ. του Α., 2) Σ. Χ., θυγατέρας του Α. Χ. και 3) Δ. χήρας Α. Χ., κατά της υπ' αριθμ. 709/11 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιώς, διότι ο αντίκλητος τούτων ειδοποιήθηκε μεν νομίμως να εμφανισθούν αυτές στο Συμβούλιο κατά την επί του φακέλλου της δικογραφίας επισημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, κατ' αρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, πλην, η ειδοποίηση αυτή, η οποία υλοποιεί το εκ του άρθρου 20 του Συντάγματος δικαίωμα ακροάσεως, έγινε εν όψει της άνω συγκεκριμένης εισαγγελικής προτάσεως, η οποία όμως δεν έγινε δεκτή από το παρόν Δικαστήριο. ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αποφαίνεται ότι δεν συντρέχει ο λόγος για τον οποίο εισάγεται, με την από 18.9.2012 πρόταση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να κηρυχθεί απαράδεκτη η από 12-3-2012 αίτηση αναιρέσεως των: 1) Ε. Χ. του Α., 2) Σ. Χ., θυγατέρας του Α. Χ. και 3) Δ. χήρας Α. Χ., κατοίκων ..., κατά της υπ' αριθμ. 709/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιώς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2012. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η πρωτοβάθμια απόφαση, η οποία διέταξε την αποβολή της πολιτικής αγωγής που παρίσταται μόνον για υποστήριξη της κατηγορίας δεν απέρριψε την, μη ασκηθείσα άλλωστε, πολιτική αγωγή ως μη νόμιμη, αλλά την δήλωση παραστάσεως ως απαράδεκτη και δεν υπόκειται ούτε σε έφεση αλλά ούτε και σε αναίρεση, από τον πολιτικώς ενάγοντα
null
null
2
Αριθμός 1502/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου-Εισηγήτρια, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί αναιρέσεως της 6723/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορουμένη την Ε. Σ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κατσαμπέρη και πολιτικώς ενάγων τον Δ. Κ. του Ε., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Εφετείου Αθηνών ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 218/17-9-2012 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών (Τμήμα Ενδίκων Μέσων) Βασιλικής Κονδύλη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1032/2012. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της κατηγορουμένης, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 463 ΚΠΔ, "το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος στο οποίο ο νόμος παρέχει ρητώς το δικαίωμα αυτό", ενώ από τη διάταξη του άρθρου 486 ΚΠΔ προκύπτει, ότι έφεση κατά της αθωωτικής απόφασης του τριμελούς πλημμελειοδικείου μπορεί να ασκήσει και ο κατηγορούμενος, μόνον όμως αν αθωώθηκε για έμπρακτη μετάνοια ή με αιτιολογία που χωρίς να είναι αναγκαίο θίγει την υπόληψή του. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης δημιουργεί και η υπέρβαση εξουσίας εκ μέρους του εκδόσαντος αυτήν δικαστηρίου, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο άσκησε εξουσία που δεν του παρέχεται από το νόμο, αυτό δε συμβαίνει και όταν το επί της έφεσης του εκκαλέσαντος κατηγορουμένου δικάσαν δικαστήριο χειροτέρευσε, παρά την απαγόρευση του άρθρου 470 του ΚΠΔ, τη θέση αυτού. Τέτοια δε χειροτέρευση της θέσης του τελευταίου επέρχεται, και όταν το Εφετείο τον καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο είχε κηρυχθεί αθώος με την πρωτόδικη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο των εγγράφων της δικογραφίας, η οποία είναι θεμιτή προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα του μοναδικού λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για υπέρβαση της εξουσίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 11573/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η τότε κατηγορουμένη Ε. Σ. κηρύχθηκε αθώα της αποδοθείσης σ' αυτήν αξιόποινης πράξης της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος. Κατά της αθωωτικής αυτής απόφασης, η προαναφερθείσα άσκησε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου την υπ' αριθμ. 1044/23-3-2012 έφεση, η οποία όμως ήταν απαράδεκτη, αφού ασκήθηκε κατ' αποφάσεως μη υποκείμενης σε έφεση (άρθρο 486 παρ. 1α ΚΠΔ), δεδομένου ότι η εκκαλούσα δεν αθωώθηκε λόγω έμπρακτης μετάνοιας ή με αιτιολογία που έθιγε την υπόληψή της, γεγονότα που δεν επικαλείτο άλλωστε ούτε η ίδια με την έφεσή της. Όμως, παρά το ως άνω απαράδεκτο της εφέσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, καθ' υπέρβαση δικαιοδοσίας, δέχθηκε τυπικά την έφεση και εξέτασε την υπόθεση κατ' ουσία, αν και δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες γι αυτό προϋποθέσεις, ακολούθως δε κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για την προαναφερθείσα πράξη, επιβάλλοντας σ' αυτήν φυλάκιση 12 μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Έτσι όμως που έκρινε το δικάσαν Εφετείο, υπερέβη την εξουσία του, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη της παρούσας. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή του μοναδικού, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠΔ, λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, περαιτέρω δε, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υπόθεσης, κατά το άρθρο 519 ΚΠΔ, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, να απορριφθεί ως απαράδεκτη η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Σημειώνεται ότι ο παραστάς ενώπιον του Εφετείου ως πολιτικώς ενάγων Δ. Κ., κλητεύθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (με θυροκόλληση) από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να παραστεί κατά τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία συζητήθηκε η ως άνω αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, όπως προκύπτει τούτο από το από 8-10-2012 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή Δικαστηρίων ... . ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη υπ' αριθ. 6723/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Απορρίπτει ως απαράδεκτη την έφεση της Ε. Σ. κατά της υπ' αριθμ. 11573/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την αθώωση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1500/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Σ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Σπήλιου, περί αναιρέσεως της με αριθμό 5151/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Κωνσταντίνα Νασοπούλου. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1412/11. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476§2 και 498 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Προκειμένου, ειδικότερα, για έφεση του εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, η διάταξη του άρθρου 486§3 του ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2§19 του ν. 2408/1996, ορίζει ότι "η άσκηση εφέσεως από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη των λόγων της, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση (Ολ.ΑΠ 9/2005). Αν η έφεση του εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και, ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταλήξει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή και τα πρακτικά της προκύπτει, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τυπικώς την έφεση που άσκησε η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά της υπ' αριθ. 46235/2010 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και, στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα για διακεκριμένη περίπτωση λαθρεμπορίας, από την οποία οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση, και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών και χρηματική 3.625.471,47 ευρώ. Στην έκθεση που συντάχθηκε για την ανωτέρω έφεση από την αρμόδια Γραμματέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με αριθμό 3138/31.5.2010, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα του κατωτέρω λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, αναφέρεται ότι η εν λόγω Εισαγγελέας ασκεί έφεση κατά της πρωτόδικης απαλλακτικής αποφάσεως διότι: "Έγινε κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, γιατί δεν έγινε ορθά η εκτίμηση απ' αυτό, των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, όπως αυτά προέκυψαν, από την ακροαματική διαδικασία και έτσι κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος, ενώ, από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και την απολογία του κατηγορουμένου, κατά τρόπο σαφή, αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος τέλεσε την ανωτέρω πράξη, για την οποία κατηγορήθηκε. Ειδικότερα, ενώ από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, προέκυψε, ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος, στην Αγ. Παρασκευή Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2004-2005, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, προέβη αφενός μεν σε ενέργειες που αποσκοπούσαν να στερήσουν στο Ελληνικό Δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα και εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος, αφετέρου δε σε ενέργειες που οδήγησαν στην έλλειψη εμπορευμάτων από αποθήκη αποταμίευσης, με σκοπό να στερήσει το Δημόσιο από τους εισπρακτέους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις επί των ελλειπόντων, το συνολικό ύψος των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "ΡΙΛΑ Α.Ε.", που έχει ως αντικείμενο την διακίνηση καπνικών προϊόντων και η οποία διατηρεί στις ... αφενός μεν φορολογική αποθήκη αφορολόγητων τσιγάρων και αφετέρου αποθήκη αποταμίευσης αφορολόγητων τσιγάρων, προέβη στην έκδοση τιμολογίων εξαγωγής της ως άνω εταιρείας, που αφορούσαν σε 30.813 χαρτοκιβώτια τσιγάρων από τα ευρισκόμενα στις παραπάνω αποθήκες (φορολογική και αποταμίευσης) συνολικής αξίας 3.625.471, 47 ευρώ, τα οποία φέρονται ότι εξήχθησαν σε εταιρείες των Σκοπίων, του Μαυροβουνίου, της Γερμανίας, του Χονγκ-Κονγκ και της Σλοβενίας και πιο συγκεκριμένα: Α. Στην εταιρεία των Σκοπίων "MAKRO STIL": 1. ... Β. Στην εταιρεία των Σκοπίων "LIL GUN": 1. ... Γ. Στην εταιρεία των Σκοπίων "JOSTE TRADE": 1. ... Δ. Στην εταιρεία των Σκοπίων "MAK TABAK": 1. ... Ε. Στην εταιρεία των Σκοπίων "ROREI - M": 1. ... ΣΤ. Στην εταιρεία των Σκοπίων "TOSCANA LTD": 1. ... Ζ. Στην εταιρεία των Σκοπίων "PENEVUM LTD": 1. ... Η. Στην εταιρεία του Μαυροβουνίου "STAR TOBACO DOO": 1. ... Θ. Στην εταιρεία της Γερμανίας "JURDEN NIKLAS": 1. ... Ι. Στην εταιρεία του Χονγκ - Κονγκ "MILAND INTERNATIONAL": 1. ... ΙΑ. Στην εταιρεία της Σλοβενίας "INTEREUROPA": 1. ... Όμως οι εξαγωγές αυτές ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν αφού εκ των εταιρειών των Σκοπίων, προς τις οποίες φαίνεται να έχουν εξαχθεί τσιγάρα, οι μεν JOSTE TRADE, MAKRO STIL, MAK TABAK, LIL GUN και PENEVUM είναι ανύπαρκτες, προς δε τις εταιρείες TOSCANA και ROREI - M ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν εισαγωγές και μεταφορές τσιγάρων από την εταιρεία με την επωνυμία "ΡΙΛΑ ΑΕ". Επίσης, η εταιρεία STAR TOBACO DOO του Μαυροβουνίου είναι ανύπαρκτη ενώ η εταιρεία JURDEN NIKLAS της Γερμανίας δεν έλαβε ποτέ τσιγάρα της ως άνω εταιρείας όπως και η εταιρεία INTEREUROPA της Σλοβενίας. Τέλος, η εταιρεία του Χονγκ - Κονγκ MILAND INTERNATIONAL είχε λυθεί και διαγραφεί από τα μητρώα της χώρας της ήδη από 15-2-2002, ήτοι, πριν την αναφερόμενη από την εταιρεία του κατηγορούμενου εξαγωγή τσιγάρων προς αυτήν την 16-11-2005. Τα παραπάνω χαρτοκιβώτια τσιγάρων, τα οποία εξήχθησαν από τις αποθήκες (φορολογική και αποταμιευτική) της εκπροσωπούμενης από τον κατηγορούμενο εταιρείας, αποτελούν ελλείποντα εμπορεύματα, επί των οποίων οι αναλογούντες εισπρακτέοι δασμοί και λοιποί φόροι, που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 29.318.146,65 ευρώ, ωστόσο, ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε, ως μη έδει, αθώος της εν λόγω πράξεως. Όμως, από την ορθή εκτίμηση των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων και κυρίως, της από 18-9-2007 Έκθεσης Ελέγχου - Πορισματικής Αναφοράς της Ελεγκτικής Υπηρεσίας Τελωνείων Αττικής (ΕΛ.Υ.Τ. - Τμήμα Γ'), προκύπτει ότι, από τα αιτήματα που υπέβαλε η ως άνω Υπηρεσία για την επαλήθευση των εξαγωγών της εταιρείας "ΡΙΛΑ Α.Ε." που εκπροσωπούσε ο κατηγορούμενος, με Βουλγαρία, Σκόπια, Μαυροβούνιο, Μαλαισία, Τουρκία, Ρουμανία, Αλβανία, Γουινέα, Γερμανία, Χονγκ-Κονγκ, Σλοβενία, προέκυψε ότι, οι εξαχθείσες ποσότητες τσιγάρων, προς Σκόπια, Μαυροβούνιο, Γερμανία, Χονγκ- Κονγκ και Σλοβενία αποτέλεσαν αντικείμενο λαθρεμπορίας, αφού: Εκ των εταιρειών των Σκοπίων, προς τις οποίες εξήχθησαν τσιγάρα, οι μεν JOSTE TRADE, MAKRO STIL, ΜΑΚ ΤΑΒΑΚ, LIL GUN και PENEVUM είναι ανύπαρκτες και άγνωστες, τόσο στο Γραφείο Δημοσίων Εσόδων, όσο και στα Τελωνεία των Σκοπίων, οι δε TOSCANA και ROREI - Μ, είναι μεν υπαρκτές στα Σκόπια, με αντικείμενο εργασιών την οδική μεταφορά αγαθών (μεταφορικές εταιρείες), αλλά ουδέποτε πραγματοποίησαν εισαγωγές και παραλαβές τσιγάρων. Σύμφωνα δε με το υπ' αριθμ. 19-350/16/17 απαντητικό έγγραφο των Σκοπίων στο υπ' αριθμ. 25/23-1-2007 αίτημα του Τμήματος Γ' της ΕΛΥΤ Αττικής (...), μέσω αμοιβαίας συνδρομής, τα αναφερόμενα σε αυτό οχήματα δηλώθηκαν κενά φορτίου και το γεγονός αυτό επιβεβαιώθηκε και από το φυσικό έλεγχο που πραγματοποιήθηκε από εξουσιοδοτημένους τελωνειακούς υπαλλήλους των Σκοπίων στο συγκεκριμένο συνοριακό σημείο ελέγχου. Επίσης, η Τελωνειακή Διοίκηση των Σκοπίων με το υπ' αριθμ. 19-19/06/2007 έγγραφο της απέστειλε στην ως άνω Υπηρεσία, οκτώ πίνακες με 537 διασαφήσεις εισαγωγής ειδών που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης και εισήλθαν στη χώρα τους από το Τελωνείο της Bogorodica κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2004 έως 30-9-2005. Η εταιρεία STAR TOBACO DOO του Μαυροβουνίου είναι ανύπαρκτη στη χώρα αυτή. Η Γερμανική εταιρεία JURGEN NICLAS, δεν έλαβε ποτέ τσιγάρα της εταιρείας ΡΙΛΑ Α.Ε., το δε τιμολόγιο εξαγωγής είναι άγνωστο σ' αυτή. Η εταιρεία του Χονγκ-Κονγκ MILAND INTERNATIONAL στην οποία φέρεται ότι απεστάλησαν τα τσιγάρα με το με αριθμ. 132/16-11-2005 τιμολόγιο, ιδρύθηκε στις 23-12-1991 και λύθηκε και διαγράφηκε από τα μητρώα της χώρας αυτής στις 15-2-2002, το δε πλοίο, που αναγράφεται στη φορτωτική της συγκεκριμένης εξαγωγής, που επισυνάπτεται στο τιμολόγιο εξαγωγής, δεν επισκέφθηκε το Χονγκ-Κονγκ, το χρονικό διάστημα μεταξύ 27-11-2004 και 31-1-2006. Η Εταιρεία INTEREUROPA, της Σλοβενίας, είναι μεν υπαρκτή, αλλά δεν έλαβε ποτέ το φορτίο με τσιγάρα, ενώ το συγκεκριμένο φορτίο δεν έφθασε ποτέ στον προορισμό του. Η εν λόγω εταιρεία είναι μία γνωστή εταιρεία που ασχολείται με διαβιβαστικές ενέργειες και δεν βρέθηκε καμία πληροφορία, σχετική με φορτίο τσιγάρων στο Πληροφοριακό Σύστημα Τελωνείων και στο Λιμενικό Πληροφοριακό Σύστημα της χώρας αυτής. Περαιτέρω, σχετικά με την δραστηριότητα του κατηγορουμένου, πέραν της συγκεκριμένης υποθέσεως, σύμφωνα με το με αριθμ. ΕΜΠ 1855/677/Α0034/2-9-2004 έγγραφο της 33ης Δ/νσης Ελέγχου Τελωνείων (...), προκύπτει ότι σε λαθραία διακίνηση τσιγάρων που διενεργούσε στη Βουλγαρία κύκλωμα λαθρεμπορίας τσιγάρων, διοργανωτής φέρετο ο κατηγορούμενος Ι. Σ., ενώ η Ε.Υ.Π., σύμφωνα με το ανωτέρω έγγραφο, ενημέρωσε ότι στις 31-7-2004 οι Βουλγαρικές Αστυνομικές Αρχές σε συνεργασία με την OLAF (Μονάδα Καταπολέμησης της Απάτης) και το FBI, εξάρθρωσαν κύκλωμα λαθρεμπορίας τσιγάρων, τα οποία παράγονταν στη Μέση Ανατολή ή και στην Κίνα και μέσω του Port Said της Αιγύπτου μεταφέρονταν στη Βάρνα της Βουλγαρίας και εν συνεχεία στη χώρα μας, με παραποιημένα συνοδευτικά έγγραφα προέλευσης και προορισμού. Τα τσιγάρα που κατασχέθηκαν έφεραν πλαστά σήματα "ASSOS", "COOPER 100", "BF ULTRA", "KARELIA SLIMS", "KARELIA LIGHTS" και Βουλγαρικό κωδικό. Περαιτέρω, από την απάντηση της OLAF, από την οποία το Τμήμα Γ' της ΕΛΥΤ Αττικής ζήτησε την διενέργεια έρευνας, σχετικά με τη δραστηριότητα του Σ. Ι. και, την εξαγωγική δραστηριότητα της υπ' αυτού εκπροσωπούμενης εταιρείας προς τα Σκόπια μέσω του Τελωνείου Δοϊράνης, προέκυψε ότι, στις 2-8-2004, 540 κιβώτια με παραποιημένα τσιγάρα που έφεραν το σήμα ΑΣΣΟΣ, με Βουλγαρικό κωδικό, κατακρατήθηκαν στο λιμάνι Βάρνα της Βουλγαρίας. Υποθέτουν ότι τα τσιγάρα αυτά παρασκευάσθηκαν στην Αίγυπτο. Σύμφωνα με πληροφορίες, η εν λόγω ποσότητα επρόκειτο να λαθρεμπορευτεί στην Ελλάδα. Ενώ και στην συγκεκριμένη υπόθεση, φερόταν ως εμπλεκόμενος ο ανωτέρω κατηγορούμενος, αφού ο αποστολέας του ανωτέρω φορτίου από την Ελλάδα ήταν η εταιρία ΡΙΛΑ Α.Ε. Ήδη έχουν ανακληθεί οι άδειες λειτουργίας των αποθηκών (φορολογική και αποταμίευσης) της εταιρείας ΡΙΛΑ Α.Ε., με αποφάσεις των αρμοδίων Υπηρεσιών, ήτοι του Τελωνείου Αταλάντης, και της Ε' Τελωνειακής Περιφέρειας Θεσσαλίας (Τελωνείο Βόλου), ενώ με την υπ' αριθμ. 137/21-11-2006 Απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου απερρίφθη σχετική προσφυγή της ανωτέρω εταιρείας κατά της απόφασης με την οποία ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της Αποθήκης Αποταμίευσης της ως άνω εταιρείας (...). Τα ανωτέρω ενισχύονται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Σ. Τ., Μ. Ι. και Ε. Μ., που εξετάσθηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του παραπάνω Δικαστηρίου (Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών). Ειδικότερα, οι ως άνω μάρτυρες, μεταξύ άλλων, καταθέτουν, ότι η δραστηριότητα του κατηγορουμένου άρχισε ένα μήνα μετά την άρση απαγόρευσης της εξόδου από την Ελλάδα προϊόντων με Ε.Φ.Κ. από το Τελωνείο Δοϊράνης προς τα Σκόπια. Ότι ουδέποτε παραλήφθηκαν τα εμπορεύματα από τις αναφερόμενες ως αγοράστριες εταιρείες, ότι ο βασικός άξονας που συνδέει τα Σκόπια με την Αταλάντη είναι το Τελωνείο Ευζώνων και όχι αυτό της Δοϊράνης προς το οποίο έκαναν παράκαμψη τα φορτηγά, ότι ο κατηγορούμενος όφειλε από την στιγμή που εξήρχοντο τα εμπορεύματα από τις αποθήκες του να γνωρίζει και να ελέγχει τον προορισμό των εμπορευμάτων, βάσει των συνοδευτικών τους εγγράφων προορισμού, καθώς και την ύπαρξη των παραληπτριών εταιρειών. Ότι οι παραγγελίες προπληρώνονταν τις μετρητοίς (χέρι-χέρι), ακόμη και για χρηματικά ποσά ύψους 500.000 ευρώ, πρακτική ασυνήθιστη στο εμπόριο. Η αναστολή δε καταβολής των φόρων και δασμών στο Ελληνικό Δημόσιο της εταιρείας "ΡΙΛΑ Α.Ε.", τελούσε υπό την προϋπόθεση αποστολής των εμπορευμάτων προς τις εταιρείες του εξωτερικού, πράγμα που στην προκειμένη περίπτωση απεδείχθη ότι ουδέποτε συνέβη, καθόσον όλες οι εξαγωγές προς τα Σκόπια, το Μαυροβούνιο, τη Γερμανία, το Χονγκ- Κονγκ και τη Σλοβενία ήταν εικονικές. Κατά συνέπεια, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έσφαλε, κηρύσσοντας αθώο τον ως άνω κατηγορούμενο, αφού δεν έλαβε υπόψη ότι αυτός, δια του τεχνάσματος της εικονικής εξαγωγής ποσοτήτων τσιγάρων προς διάφορες χώρες, οι οποίες ποσότητες εξήχθησαν από τις αποθήκες (φορολογική και αποταμιεύσεως) της εκπροσωπούμενης από αυτόν εταιρείας, και επομένως αποτελούν ελλείποντα εμπορεύματα, επέτυχε την διαφυγή των αναλογούντων δασμών και φόρων συνολικού ύψους 29.318.146,65 ευρώ, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου". Η έφεση αυτή, όπως διατυπώθηκε, περιέχει την απαιτούμενη για το παραδεκτό της, κατά τη διάταξη του άρθρου 486§3 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του προβαλλομένου λόγου της, αφού εκτίθενται σ' αυτήν οι συγκεκριμένες περί την εκτίμηση των αποδείξεων πλημμέλειες της εκκαλουμένης αθωωτικής αποφάσεως ως προς την πράξη της διακεκριμένης λαθρεμπορίας, η οποία αποδίδεται στον κατηγορούμενο, και προσδιορίζονται οι λόγοι για τους οποίους το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο, κατά την εκκαλούσα Εισαγγελέα, αποδεικτικό πόρισμα. Άλλη, επιπλέον, αιτιολογία δεν ήταν αναγκαία, ούτε ήταν απαραίτητο να αναφερθεί η Εισαγγελέας λεπτομερώς στις παραδοχές της εκκαλουμένης αποφάσεως, τις οποίες προσβάλλει με την έφεσή της. Αρκεί το ότι αναφέρει εκείνα, τα οποία, κατά τη γνώμη της, προέκυπταν από τα αποδεικτικά στοιχεία, με βάση τα οποία το Δικαστήριο θα έπρεπε να καταλήξει σε διαφορετική (καταδικαστική) κρίση. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με το να απορρίψει τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της εφέσεως της εισαγγελέως, τον οποίο πρόβαλε ο κατηγορούμενος, δια των συνηγόρων του, και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, να κρίνει τυπικά δεκτή την ανωτέρω έφεση και να επιληφθεί, στη συνέχεια, της κατ' ουσίαν έρευνάς της, δεν υπερέβη την εξουσία του, ο δε περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1 περ. β του ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης αξιόποινης πράξεως, λαθρεμπορία είναι και "πάσα οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή τα εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο από εκείνο που ορίζει ο νόμος". Επίσης ως λαθρεμπορία, κατά την παρ. 2 περ. γ του ίδιου άρθρου, θεωρείται και "κάθε έλλειψη εμπορευμάτων από αποθήκες αποταμίευσης, με σκοπό να στερήσει το Δημόσιο από τους εισπρακτέους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις επί των ελλειπόντων, εκτός αν το σύνολο των ως άνω δασμοφορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων που αναλογούν στα ελλείποντα εμπορεύματα δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ και καταβληθούν τα οφειλόμενα μέσα σε 48 ώρες, από την ανακάλυψη και βεβαίωση του ελλείμματος, οπότε χαρακτηρίζεται η πράξη ως απλή τελωνειακή παράβαση και εφαρμόζεται η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 148 του παρόντα Κώδικα". Κατά δε το άρθρο 157 παρ. 1 περ. β του ίδιου νόμου, η λαθρεμπορία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και "εάν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και άνω". Τέλος, κατά το άρθρο 160 παρ. 2 εδ. β του ίδιου νόμου, "εάν, για οποιονδήποτε λόγο, ήθελε καταστεί αδύνατη η δήμευση των κατά το παρόν άρθρο αντικειμένων λαθρεμπορίας, επιβάλλεται στον ένοχο ποινή χρηματική ίση με την αξία CIF αυτών, επιπροσθέτως πάσης άλλης ποινής επιβαλλομένης κατά τον παρόντα Κώδικα". Περαιτέρω, με βάση την ευχέρεια που παρείχε το άρθρο 3 παρ. 3 της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ της 25ης Φεβρουαρίου 1992 στα κράτη-μέλη, να διατηρήσουν τον ειδικό φόρο καταναλώσεως στα ρητώς αναφερόμενα στο άρθρο αυτό προϊόντα, εκδόθηκε ο νόμος 2127/1993 "εναρμόνιση προς το Κοινοτικό Δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις", με το άρθρο 1 του οποίου ορίσθηκε ότι "επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του νόμου αυτού, "στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπάγονται τα προϊόντα του άρθρου 1, τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας". Κατά τη διάταξη δε της παρ. 5 του άρθρου 67 του ίδιου νόμου, "η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 και επόμενα του ν. 1165/1918 περί Τελωνειακού Κώδικα και επισύρουν το υπό αυτών προβλεπόμενο πολλαπλούν τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας". Από τις διατάξεις αυτές (οι οποίες έχουν περιληφθεί αυτούσιες στον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα (άρθρα 53 επ., 118 παρ. 5 ν. 2960/2001), και επομένως, είτε πρόκειται για πράξεις που τελέσθηκαν πριν την ισχύ του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, από 1-1-2002, είτε μετά, οι ρυθμίσεις είναι ίδιες, συνάγεται ότι, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του διατηρουμένου και για τα πιο πάνω προϊόντα, μεταξύ και των οποίων και για τσιγάρα, ειδικού φόρου καταναλώσεως, είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη, η οποία χαρακτηρίζεται ως λαθρεμπορία και τιμωρείται με τις προβλεπόμενες γι' αυτήν από το άρθρο 155 του ν. 2960/2001 ποινές. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι: Ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2004-2005, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία ΡΙΛΑ ΑΕ, που έχει ως αντικείμενο την διακίνηση καπνικών προϊόντων και διατηρεί στις ... α) φορολογική αποθήκη αφορολόγητων τσιγάρων και β) αποθήκη αποταμίευσης αφορολόγητων τσιγάρων, εξέδωσε τα κατωτέρω τιμολόγια εξαγωγής, που αφορούσαν 30.813 χαρτοκιβώτια τσιγάρων από τις ως άνω αποθήκες του, συνολικής αξίας 3.625.471,47 ευρώ, ίση με την αξία CIF αυτών, τα οποία φέρονται ότι εξήχθησαν σε εταιρείες των Σκοπίων, του Μαυροβουνίου, της Γερμανίας, του Χονγκ-Κονγκ και της Σλοβενίας, σύμφωνα με όσα αναλυτικά περιγράφει το κατηγορητήριο και θα εκτεθούν αναλυτικά παρακάτω. Όμως όπως αποδείχθηκε οι εξαγωγές αυτές ήταν εικονικές, διότι οι ανωτέρω εταιρείες, είτε είναι ανύπαρκτες, είτε δεν παρέλαβαν ποτέ τα τσιγάρα, ενώ ειδικά η εταιρεία του Χονγκ-Κονγκ έχει λυθεί και έχει διαγραφεί από 15-2-2002, ενώ το τιμολόγιο της σχετικής εξαγωγής εκδόθηκε στις 16-11-2005. Εξάλλου όλα τα παραπάνω χαρτοκιβώτια τσιγάρων αποτελούν ελλείποντα εμπορεύματα και το Ελληνικό Δημόσιο απώλεσε συνολικά δασμούς, ύψους 29.318.146,65 ευρώ. Πιο συγκεκριμένα ... αποδείχθηκαν τα εξής: Α. Στην εταιρεία των Σκοπίων με την επωνυμία MAKRO STIL 1) δυνάμει ... 2)... 3)... 4)... Β. Στην εταιρεία των Σκοπίων με την επωνυμία LIL GUN 1)... 2)... Γ. Στην εταιρεία των Σκοπίων JOSTE TRADE 1)... 8)... Δ. Στην εταιρεία των Σκοπίων με την επωνυμία MAK TABAK ... Ε. Στην εταιρεία των Σκοπίων με την επωνυμία ROREI - M ... ΣΤ. Στην εταιρεία των Σκοπίων με την επωνυμία TOSKANA LTD ... Ζ. Στην εταιρεία των Σκοπίων με την επωνυμία PENEVUM LTD ... Η. Στην εταιρεία του Μαυροβουνίου με την επωνυμία STAR TOBACO DOO ... Θ. Στην εταιρεία της Γερμανίας με την επωνυμία JURDEN NIKLAS ... Ι. Στην εταιρεία του Χονγκ-Κονγκ με την επωνυμία MILAND INTERNATIONAL ... Τέλος, ΙΑ. Στην εταιρεία της Σλοβενίας με την επωνυμία INTEREUROPA ... Περαιτέρω από την έρευνα των τελωνειακών Αρχών αποδείχθηκε ότι οι πέντε εταιρείες των Σκοπίων ήταν ανύπαρκτες και ειδικότερα οι MAKRO STIL, LIL GUN, JOSTE TRADE, MAK TABAK και PENEVUM LTD, ενώ οι δύο εταιρείες των Σκοπίων με την επωνυμία ROREI - M και TOSKANA LTD είναι μεταφορικές και ουδεμία σχέση έχουν με τη διακίνηση τσιγάρων. Εξάλλου η εταιρεία της Σλοβενίας INTEREUROPA είναι εταιρεία διεκπεραιωτική, ενώ η εταιρεία του Μαυροβουνίου STAR TOBACO DOO ήταν ανύπαρκτη στις Αρχές της χώρας αυτής. Επίσης, η Γερμανική εταιρεία JURDEN NIKLAS δήλωσε στην Τελωνειακή Αρχή ότι ουδέποτε έλαβε τσιγάρα από τον κατηγορούμενο με βάση το 41/11-8-2004 τιμολόγιο εξαγωγής, ενώ η εταιρεία MILAND INTERNATIONAL που εδρεύει στο Χονγκ-Κονγκ είχε (όπως έχει προεκτεθεί) λυθεί στις 15-2-2002 και διαγραφεί από τα μητρώα εταιρειών του Χονγκ-Κονγκ, δηλ. πριν την εξαγωγή με το με αρ. 132/16-11-2005 τιμολόγιο εξαγωγής και το πλοίο που εκτέλεσε την μεταφορά αποδείχθηκε από τον τελωνειακό έλεγχο, ότι ουδέποτε είχε καταπλεύσει στη χώρα εκείνη κατά το κρίσιμο διάστημα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι όλα τα παραπάνω διαπιστώθηκαν από την Ελεγκτική Υπηρεσία Τελωνείων Αττικής (ΕΛΥΤ), που πραγματοποίησε τον έλεγχο στις αποθήκες της εταιρείας RILA ΑΕ του κατηγορουμένου, διότι υπήρχαν πληροφορίες για κύκλωμα λαθρεμπορίας τσιγάρων διεθνούς επιπέδου στη Βουλγαρία, με εγκέφαλο τον κατηγορούμενο αλλά και σύμφωνα με πληροφορίες της OLAF (Μονάδα Καταπολέμησης Απάτης) και του FBI εξαρθρώθηκε κύκλωμα λαθρεμπορίας τσιγάρων τα οποία παράγονταν στη Μ. Ανατολή ή στην Κίνα και μέσω του Port-Said μεταφέρονταν στην Βάρνα και εν συνεχεία στην Ελλάδα. Τα τσιγάρα αυτά σημειωτέον έφεραν πλαστό σήμα, όπως ενδεικτικά το σήμα ASSOS, COOPER κλπ., με βουλγαρικό κωδικό. Επίσης σύμφωνα με τις ανωτέρω πληροφορίες των διεθνών διωκτικών Αρχών 540 χαρτοκιβώτια με το σήμα ASSOS είχαν κατακρατηθεί στη Βάρνα και ότι αποστολέας του φορτίου ήταν η εταιρεία του κατηγορουμένου ΡΙΛΑ ΑΕ. Εξάλλου ο έλεγχος της ΕΛΥΤ στην ένδικη υπόθεση κατέδειξε ότι ο κατηγορούμενος προκειμένου να επανεισάγει τα λαθραία τσιγάρα στην Ελλάδα ακολουθούσε την παρακάτω τακτική: Τα εμπορεύματα φορτώνονταν σε φορτηγά αυτοκίνητα, που οδηγούσαν αλλοδαποί οδηγοί στις αποθήκες της RILA ΑΕ παρουσία εκτελωνιστή και ακολουθείτο η νόμιμη διαδικασία εξαγωγής από το Τελωνείο της Αταλάντης που ήταν το αρμόδιο για τον έλεγχο των παραστατικών, ενώ σφραγιζόταν ο μουσαμάς των φορτηγών με τις μολυβδοσφραγίδες. Ακολούθως, τα εμπορεύματα διέρχονταν από το Τελωνείο της Δοϊράνης για να εισέλθουν στα Σκόπια, αν και το πλησιέστερο τελωνείο του φυσικού προορισμού για τα Σκόπια, όπου φέρεται να πωλείται η μεγαλύτερη ποσότητα τσιγάρων, ήταν το Τελωνείο των Ευζώνων. Οι τελωνειακοί υπάλληλοι του Τελωνείου της Δοϊράνης, σύμφωνα με όσα αναγράφονται στην πορισματική αναφορά, κατέθεσαν ότι οι σφραγίδες των φορτηγών αυτοκινήτων, που μετέφεραν τα τσιγάρα, ήταν αλύμαντες, ενώ τόσο ο πειθαρχικός, όπως και ο ποινικός έλεγχος εναντίον των ανωτέρω τελωνειακών υπαλλήλων Δοϊράνης δεν απέδειξε κάποια ύποπτη εμπλοκή αυτών στην ένδικη υπόθεση. Επομένως, είναι δεδομένο ότι τα εμπορεύματα εξήχθησαν κανονικά από την Ελλάδα. Το στοιχείο άλλωστε αυτό δεν αμφισβητήθηκε ούτε από τους μάρτυρες κατηγορίας - τελωνειακούς υπαλλήλους. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι τα φορτία με τα τσιγάρα εισέρχονταν στα Σκόπια (σημειωτέον ότι το Τελωνείο των Σκοπίων απέχει λίγα μόλις μέτρα από το ελληνικό έδαφος) και εκεί τα φορτηγά αυτοκίνητα δηλώνονταν κενά φορτίου, με συνέπεια πλέον, σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθείται, τα φορτία με το εμπόρευμα να μην παρακολουθούνται τελωνειακά και έκτοτε τα ίχνη τους χάνονται. Εξάλλου, η επιλογή του Τελωνείου των Σκοπίων μέσω της Δοϊράνης αποτελούσε μέρος του τεχνάσματος της λαθρεμπορίας, διότι κατά την νομοθεσία των Σκοπίων δεν επιτρεπόταν να εισάγονται από αυτό το τελωνείο (των Σκοπίων) εμπορεύματα που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης (ΕΦΚ), όπως είναι τα τσιγάρα. Συνακόλουθα δεν μπορούσε να εκδοθεί το παραστατικό Τ1, με το οποίο το τελωνείο Σκοπίων θα όφειλε να παρακολουθεί το εμπόρευμα διακριτικά μέχρι τον προορισμό του. Επίσης, ο έλεγχος της ΕΛΥΤ κατέδειξε ότι ο κατηγορούμενος πληρωνόταν σε μετρητά, τρόπος που δεν είναι συνήθης στο εμπόριο για συναλλαγές με το εξωτερικό, για τις οποίες η πληρωμή γίνεται με τραπεζικά εμβάσματα. Μάλιστα, η πληρωμή γινόταν ταυτόχρονα με την έκδοση του αντίστοιχου τιμολογίου εξαγωγής, δηλαδή σε χρόνο που δεν είχαν ακόμη παραληφθεί τα εμπορεύματα στην αλλοδαπή. Και ο τρόπος πληρωμής αποτελεί τέχνασμα, διότι αν οι συναλλαγές δεν ήταν εικονικές, οι πληρωμές θα γίνονταν μέσω Τραπέζης και έτσι ο κατηγορούμενος θα κατέρριπτε τυχόν υποψίες σε βάρος του. Βέβαια, ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι οι παραλήπτριες αλλοδαπές εταιρείες ήταν υπαρκτές, ότι επικοινωνούσε μαζί τους με FAX, ότι υπήρξε θύμα των τελωνειακών υπαλλήλων των Σκοπίων, που ήταν διεφθαρμένοι και ότι τα φορτηγά εισέρχονταν στα Σκόπια έμφορτα με τσιγάρα, αλλά δηλώνονταν ψευδώς ως κενά φορτίου, για να διοχετευθούν στη συνέχεια σε άλλες αγορές, πλην της Ελλάδος. Όμως δεν εξήγησε πειστικά γιατί οι υπαρκτές, όπως υποστηρίζει, ως άνω παραλήπτριες εταιρείες δεν παραπονέθηκαν ποτέ για την μη παραλαβή των φορτίων. Επίσης υποστηρίζει ότι η Γερμανική παραλήπτρια εταιρεία Jurgen Niclas, όπως και οι εταιρείες Star Tobaco και Intereuropa παρέλαβαν τα εξαχθέντα εμπορεύματα μέσω της Βουλγαρικής εταιρείας με την επωνυμία Begein Ltd, με βάση νόμιμη τριγωνική σχέση, ενώ στο ακροατήριο οι συνήγοροί του επέδειξαν σχετικά παραστατικά στους μάρτυρες κατηγορίας - τελωνειακούς υπαλλήλους, οι οποίοι κατέθεσαν αξιολογώντας τα ως άνω έγγραφα (...) ότι είναι αδύνατον να ταυτοποιηθούν με τις επίδικες εικονικές συναλλαγές. Επίσης, ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι η εταιρεία του Χονγκ-Κονγκ είναι υπαρκτή και ότι το έγγραφο που απεστάλη από τις Αρχές του Χονγκ-Κονγκ προς την ΕΛΥΤ ... αφορούσε άλλη εταιρεία και ειδικότερα την MIDAND International. Όμως, αποδείχθηκε ότι η ΕΛΥΤ κατά την διαδικασία της αμοιβαίας συνδρομής απέστειλε τα παραστατικά της ένδικης συναλλαγής (διασαφήσεις εξαγωγής - τιμολόγια κλπ.) που αφορούσαν την ένδικη εταιρεία MILAND International. Συνεπώς, δεν αντέχει στην λογική το Χονγκ-Κονγκ να έλεγξε διαφορετική εταιρεία. Συνεπώς, η διαφορά στην επωνυμία της εταιρείας του Χονγκ-Κονγκ, που παρατηρείται σε ορισμένα έγγραφα, αφορά τυπογραφικό λάθος. Άλλωστε, οι Αρχές του Χονγκ-Κονγκ, όπως προεκτέθηκε, βεβαιώνουν ότι το πλοίο που μετέφερε τα τσιγάρα στο Χονγκ-Κονγκ ουδέποτε είχε καταπλεύσει σε λιμένα της χώρας τους. Από όλα τα παραπάνω στοιχεία, αν και τυπικά δεν αποδείχθηκε ότι τα ένδικα λαθραία τσιγάρα επανεισήχθησαν στην Ελλάδα, εφόσον από ελέγχους δεν βρέθηκαν κυτία στην ελληνική αγορά, είναι βέβαιο ότι στην πραγματικότητα έγινε η επανεισαγωγή τους στην Ελλάδα, διότι κατά την εισαγωγή φορτίων στο ελληνικό έδαφος, ο έλεγχος των τελωνειακών υπαλλήλων διεκπεραιώνεται με βάση τα συνοδευτικά έγγραφα, χωρίς δηλαδή φυσικό έλεγχο, όπως κατέθεσε ο 1ος μάρτυρας κατηγορίας. Εφόσον, λοιπόν τα φορτία δηλώνονταν κενά, το εμπόρευμα δεν το παρακολουθούσαν και ήταν έτσι εύκολο να επανεισαχθεί στην Ελλάδα, όπως και συνέβη με αποτέλεσμα να αποτελεί ελλείπον εμπόρευμα. Εξάλλου, η εμπλοκή του κατηγορουμένου ενισχύεται και από το γεγονός ότι αν και ήταν έμπορος που ασχολείται με την δραστηριότητα της εξαγωγής τσιγάρων επί 20ετία (...) και γενικά με τη διακίνηση καπνικών προϊόντων, που αποτελούν ευαίσθητο τελωνειακά εμπόρευμα και συνεπώς γνώριζε τους κινδύνους που ελλοχεύουν, εν τούτοις δεν φρόντισε σκόπιμα να παρακολουθεί την πορεία και τον τελικό προορισμό των φορτίων του, δεν φρόντισε να ενημερωθεί από τις Πρεσβείες των χωρών για την ύπαρξη των εταιρειών - παραληπτριών των φορτίων του, ώστε να κατέχει στοιχεία γι' αυτές και δεχόταν να εξοφλείται σε μετρητά και όχι με εμβάσματα, προκειμένου να καλύψει τα ίχνη του. Όλα τα παραπάνω αποδεικνύονται ... Συνεπώς αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με το τέχνασμα της εικονικής εξαγωγής των προαναφερομένων ποσοτήτων τσιγάρων που εξήχθησαν από τις αποθήκες της εταιρείας του ΡΙΛΑ ΑΕ (φορολογική και αποταμιευτική) και αφού επανεισήχθησαν αποτελούν κατά τα ανωτέρω ελλείποντα εμπορεύματα για το Ελληνικό Δημόσιο, στέρησε τούτο (Δημόσιο) με δασμούς και φόρους συνολικού ποσού 29.318.146,65 ευρώ ...". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση, από την οποία οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 155 παρ. 1 περ. β, 2 περ. γ του ν. 2960/2001, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, εκτίθεται σαφώς ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, με τις εικονικές εξαγωγές και επανεισαγωγές τσιγάρων, με τον τρόπο που περιγράφεται ανωτέρω, οι οποίες οδήγησαν σε έλλειψη των εμπορευμάτων αυτών από αποθήκες της εταιρίας του και, επομένως, τα εν λόγω εμπορεύματα (τσιγάρα) αποτελούσαν "ελλείποντα", στέρησε το Ελληνικό Δημόσιο από τους αναλογούντες δασμούς και φόρους που έπρεπε να εισπραχθούν, οι οποίοι υπερέβαιναν το ποσό των 30.000 ευρώ, ανερχόμενοι σε 29.318.146,65 ευρώ. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το Τριμελές Εφετείο δέχθηκε σαφώς ότι έγινε εικονική (δηλ. όχι πραγματική) εξαγωγή τσιγάρων και μάλιστα από το Τελωνείο της Δοϊράνης, από όπου δεν επιτρεπόταν να εισάγονται στο Κράτος των Σκοπίων εμπορεύματα που υπόκεινται σε Ειδικό Φόρο Καταναλώσεως, όπως είναι τα τσιγάρα, και όπου τα φορτηγά δηλώνονταν κενά φορτίου, ακολούθως δε γινόταν επανεισαγωγή αυτών στο Ελληνικό έδαφος. Παραθέτει δε και περιστατικά, από τα οποία αποδεικνύεται η εικονικότητα (εικονικές συναλλαγές σε μετρητά, προορισμός των τσιγάρων για εταιρίες ανύπαρκτες, κ.λπ., κατά τις ως άνω διακρίσεις). β) Εφόσον επρόκειτο για εικονική και όχι πραγματική εξαγωγή τσιγάρων (αφού αυτά επανεισήχθησαν στην Ελλάδα), δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 116 παρ. 2 και 54 παρ. 2 και 3 του ν. 2960/2001 (περί καθεστώτος αναστολής της επιβολής των Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης και περί άρσεως του καθεστώτος αυτού), όπως ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως της επίδικης αξιόποινης πράξεως. γ) Ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για διακεκριμένη λαθρεμπορία, από την οποία οι δασμοί, κλπ. που στερήθηκε το Δημόσιο υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ και όχι για λαθρεμπορία που τελέστηκε με ιδιαίτερα τεχνάσματα (άρθρο 157 παρ. 1 περ. β. υποπερ. Δ του ν. 2960/2001), ο τρόπος δε πληρωμής αυτού σε μετρητά και όχι με τραπεζικά εμβάσματα ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου για την εικονικότητα της εξαγωγής των τσιγάρων και το σκοπό αυτού να αποστερήσει το Δημόσιο από τα ανωτέρω ποσό και δεν ασκεί επιρροή το ότι αναφέρεται ως τέχνασμα ή το αν πράγματι μπορούσε να παραπλανήσει τους τελωνειακούς υπαλλήλους κατά την είσπραξη των δασμών και των φόρων. δ) Το Δικαστήριο δέχθηκε σαφώς και με βεβαιότητα ότι έγινε επανεισαγωγή των τσιγάρων στην Ελλάδα, παραθέτει δε και περιστατικά, από τα οποία συνήγαγε την κρίση του αυτή, όπως ότι τα φορτία δηλώνονταν κενά, το εμπόρευμα δεν παρακολουθείτο και μπορούσε, έτσι, να επανεισαχθεί ευχερώς, δεν γεννάται δε καμιά αντίφαση από την παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε τυπικά η επανεισαγωγή τους ούτε πρόκειται για ενδοιαστική αιτιολογία. ε) Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να αποκλεισθεί ότι τα τσιγάρα δεν προωθήθηκαν, μετά την εξαγωγή τους, σε άλλες Βαλκανικές Χώρες, στην εσωτερική αγορά των οποίων και να διετέθησαν, ούτε ότι διετέθησαν στην ελληνική αγορά χωρίς να καταβληθεί ο Ειδικός Φόρος Καταναλώσεως, αρκεί η αναφορά ότι οι εξαγωγές ήταν εικονικές και ότι τα τσιγάρα προορίζονταν για εταιρίες που δεν τα παρέλαβαν ποτέ ή ήταν ανύπαρκτες, κ.λπ. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, δεύτερος και τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, έλλειψη νόμιμης βάσεως και εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 155, 54 και 116 του ν. 2960/2001, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, κατά την οποία "σε κάθε περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει την εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι", συνάγεται με σαφήνεια, ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως προσδιορίζεται από την έκταση αυτής και των λόγων εφέσεως και μπορεί να είναι είτε καθολικό, όταν προσβάλλεται ολόκληρη η απόφαση, δηλαδή όλα τα κεφάλαια αυτής, είτε μερικό, όταν προσβάλλονται ορισμένα μόνο από τα κεφάλαιά της και ότι, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έχει εξουσία να κρίνει, σύμφωνα και με την αρχή, "τόσο μεταβιβάζεται όσο εκκαλείται", μόνον επί εκείνων των μερών της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι εφέσεως. Αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποφανθεί επί μη εκκληθέντων μερών της πρωτόδικης αποφάσεως, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας και ιδρύεται ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, για παράβαση του άρθρου 155 παρ. 1 στοιχ. β και 2 στοιχ. γ του ν. 2960/2001. Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση της εφέσεως, με αυτήν προσβλήθηκε η πρωτόδικη απόφαση στο σύνολό της, ήτοι και κατά το σημείο που αφορά την πρώτη διάταξη (της παρ. 1 στοιχ. β), η οποία ρητά αναφέρεται στην έκθεση της εφέσεως. Και δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αφού όλες οι περιπτώσεις της παρ. 2 αποτελούν είδη λαθρεμπορίας που υπάγονται στις γενικές διατάξεις της παρ. 1, αφού αποσκοπούν να στερήσουν το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα. Επομένως, ορθώς αποφάνθηκε σχετικώς το Τριμελές Εφετείο και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για θετική υπέρβαση εξουσίας, συνιστάμενη στο ότι το Δικαστήριο αποφάνθηκε και για κεφάλαιο της κατηγορίας που δεν είχε μεταβιβαστεί σ' αυτό, ήτοι και για το κεφάλαιο της πρωτόδικης αποφάσεως που δέχθηκε μη τέλεση της λαθρεμπορίας και του άρθρου 155 παρ. 1 β του ν. 2910/2001, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς: "8. έγγραφο σε μετάφραση Γ. Σ. Μ., 9. έγγραφο σε μετάφραση Βουλγαρικής Δημοκρατίας, 10. έγγραφο σε μετάφραση Τελωνειακό Δηλωτικό Έγγραφο, 11. έγγραφο σε μετάφραση Διάταξης πράξεων, 13. Το από 29-3-2006 περί επανεισαγωγής". Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, ενόψει και της αριθμήσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού των εγγράφων αυτών (όνομα συντάκτη, χρονολογία συντάξεως, κ.λπ.), αφού με την ανάγνωσή τους κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός, ο οποίος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν πρόβαλε καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση των εγγράφων αυτών, είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο αυτών, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου, το Τριμελές Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του και τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, τέταρτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των ως άνω εγγράφων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), περιοριζόμενη, όπως στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ισχύει. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19 Σεπτεμβρίου 2011 (με αριθ. πρωτ. 7044/2011) αίτηση του Ι. Σ. του Δ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5151/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, την οποία προσδιορίζει σε διακόσια ενενήντα (290) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για λαθρεμπορία [έλλειψη εμπορευμάτων (τσιγάρων που εξήχθησαν εικονικά και επανεισήχθησαν) από αποθήκη αποταμιεύσεως] κατ' εξακολούθηση, από την οποία οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο υπερβαίνουν τα 30.000 ευρώ (άρθρο 155 παρ. 1 β, 2 γ ν. 2960/2001). Τι πρέπει να περιλαμβάνει η έφεση του εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως για να είναι παραδεκτή κατ' άρθρο 486§3 ΚΠΔ. Αιτιολογημένη έφεση εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως για λαθρεμπορία. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφων που αναγνώσθηκαν. Όχι απόλυτη ακυρότητα. Απόρριψη αιτήσεως.
null
null
0
Αριθμός 1496/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Η., κατοίκου ..., έως και 26) Α. Α. - Ρ. του Ι., κατοίκου .... Οι 2ος, 3η, 4η, 5η, 6η, 7η, 9η, 10η, 11η, 12η, 13η, 15ος, 16ος, 17ος, 18η, 21η, 22η και 24η των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Τερεζάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) η 4η αναιρεσείουσα έχει αναγραφεί εκ παραδρομής στο αναιρετήριο "Η. - Π.", αντί του ορθού "Η. - Π." και β) το όνομα πατρός της 7ης αναιρεσείουσας είναι "Κ." αντί του εσφαλμένου "Β." που αναγράφτηκε εκ παραδρομής στο αναιρετήριο. Ο 1ος αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Ρουπακιώτη. Οι 8η, 14η, 19η, 20η, 23η, 25ος και 26η των αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Κοινωφελούς σωματείου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Λεβέντη και Γεώργιο Καθάρειο. Δεν κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 616/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1881/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-5-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 26-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του KΠολΔ. προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, μετά από αναβολή κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 7-2-2012, συζητήθηκε κατά τη σημερινή (18-9-2012), η από 17-5-2011 αίτηση των αναιρεσειόντων για αναίρεση της 1881/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, στη νόμιμη, μετά από αναβολή από την αρχική, δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, δεν εμφανίστηκαν οι, 8η, 14η, 19η, 20η, 23η, 25ος, και 26η, από τους αναιρεσείοντες, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο. Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους λοιπούς αναιρεσείοντες εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. 11086Γ/29-6-2012, 11092Γ/29-6-2012, 11091Γ/29-6-2012, 11018Γ/22-6- 2012, 11015Γ/22-6-2012, 11095Γ/29-6-2012 και 11019Γ/22-6-2012 του δικ. Επιμελητή Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο (της 18-9-2012), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια των λοιπών αναιρεσειόντων, στους απολειπόμενους αναιρεσείοντες, Α. Π., Α. Π., Ε. Φ., Ζ. Π., Μ.-Λ. Ψ., Ι. Θ. και Α. Α.- Ρ.. Επομένως, πρέπει, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτήν, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση. Αν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία. Αυτό δε δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (ΑΠ (ολ) 28/1992, 13/91, ΑΠ 60/2002). Εξάλλου, γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των αποδοχών κατηγοριών εργαζομένων, που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες, συντρέχουν όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία κάτω από διαφορετικό νομικό καθεστώς ήτοι, όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή προκειμένου περί κατηγοριών απασχολουμένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όταν η μία απασχολείται στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή Ν.Π.Δ.Δ. και η άλλη σε Ν.Π.Ι.Δ. ή γενικώς στον ιδιωτικό τομέα. Περαιτέρω, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, ιδρύθηκε με το Β.Δ. 28.8/9.9.1836 (ΦΕΚ 84/7/10/1836) έχει τη μορφή κοινωφελούς μη κερδοσκοπικού σωματείου, στο οποίο με το ΒΔ 8/11.9.1914 χορηγήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο η άδεια να ιδρύει ιδιωτικά σχολεία. Σύμφωνα δε με το Ν.682/1977 "περί ιδιωτικών σχολείων γενικής εκπαίδευσης και σχολικών Οικοτροφείων", ορίζεται στο άρθρο 1 αυτού ότι ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαίδευσης, κατά την έννοια αυτού του νόμου, είναι τα αντίστοιχα προς τα δημόσια σχολεία δημοτικής ή μέσης εκπαίδευσης, τα μη ανήκοντα στο Κράτος, αλλά ιδρυόμενα και συντηρούμενα από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, μεταξύ δε αυτών είναι και τα αναγνωριζόμενα ως ισότιμα προς τα δημόσια (αρθρ. 2 παρ. 2), υπό την έννοια ότι οι παρεχόμενοι από αυτά τίτλοι σπουδών είναι ισότιμοι προς τους τίτλους των αντίστοιχων δημοσίων σχολείων. Στα ισότιμα σχολεία ανήκουν και τα ιδρυθέντα από το εναγόμενο ΝΠΙΔ. Όσον αφορά το εκπαιδευτικό προσωπικό των ιδιωτικών σχολείων που, έχουν αναγνωριστεί ως ισότιμα με τα δημόσια, το κράτος έχει αναλάβει από μακρού την συνταξιοδότησή του από το Δημόσιο Ταμείο. Προς το σκοπό αυτό, ο Υπουργός Παιδείας καθορίζει με απόφασή του, σύμφωνα με το άρθρο 37 παρ. 3 του Ν. 682/1977, την οργανική σύνθεση του ιδιωτικού εκπαιδευτικού προσωπικού, την συνταξιοδότηση του οποίου αναλαμβάνει το Δημόσιο, προβαίνει δε, κατ' αρχήν, κατόπιν προτάσεως του διοικούντος το σχολείο οργάνου ή και οίκοθεν, αν η πρόταση δεν υποβληθεί, στην ένταξη του εν λόγω προσωπικού στην οργανική σύνθεση του σχολείου. Η ένταξη αυτή, η οποία έχει ως συνέπεια την υπαγωγή του εκπαιδευτικού στο συνταξιοδοτικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων, δεν προσδίδει στον εντασσόμενο και την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, αφού η ιδιότητα αυτή επιφυλάσσεται, σύμφωνα με το άρθρο 103 του Συντάγματος, μόνο στους υπαλλήλους του Κράτους και των ΝΠΔΔ, ενώ οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί συνδέονται με το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο ανήκει το ιδιωτικό σχολείο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 30 Ν. 682/1977. Όσον αφορά τις αποδοχές των απασχολούμενων στο εναγόμενο εκπαιδευτικών ρυθμίζονται από το άρθρο 36 του Ν. 682/1977, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 817/1978, που καθορίζει ότι οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί λαμβάνουν τις αποδοχές των ομοιοβάθμων τους δημοσίων εκπαιδευτικών μετά των πάσης φύσεως επιδομάτων και δεν αμείβονται ευθέως με τις διατάξεις των Ν. 2470/1997 και Ν. 3205/2003. Τέλος, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2738/99, (ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς, βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους ... Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλαδή της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών, του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 Ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" και ειδικότερα, εκδόθηκαν, εκτός άλλων, και οι αναφερόμενες λεπτομερώς στην προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αναίρεση απόφαση κοινές υπουργικές αποφάσεις. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η μισθολογική αυτή παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους ως άνω μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/97, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, Ο.Τ.Α. και λοιπά Ν.Π.Δ.Δ.. Όλες οι προαναφερθείσες Κ.Υ.Α. έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των άρθρων 14 του Ν. 3016/2002 και 1 του Ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1-1-2002 και σε 176 Ευρώ από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κινήσεως κλπ), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και ότι συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ως δικαιούμενους της παροχής όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί τη χορήγησή της ειδικά στους εν λόγω υπαλλήλους. Ενώ δηλαδή η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές. Έτσι με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου ευρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, Ο.Τ.Α. και Ν.Π.Δ.Δ., που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Εξάλλου, με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου, από της ενάρξεως δε ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004) οι ανωτέρω Κ.Υ.Α. καταργούνται (βλ. και άρθρ. 28 παρ. 4 του ίδιου νόμου). Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αδιακρίτως του φορέα, της φύσεως, του είδους και των συνθηκών εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτήν προσαύξηση του μισθού. Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την εν λόγω παροχή, την οποία μόνο από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του Ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης. Στην προκειμένη περίπτωση οι εκκαλούντες- ενάγοντες εξέθεταν στην αγωγή τους ότι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου προσλήφθηκαν από το εναγόμενο σωματείο με την επωνυμία "Φιλεκπαιδευτική Εταιρία" ως εκπαιδευτικοί και ότι με τις αντίστοιχες ειδικότητες τους προσέφεραν τις υπηρεσίες τους κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα και ότι κατά το διάστημα της απασχόλησης τους αυτής δεν έλαβαν την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002. Με βάση τα παραπάνω, αναφέροντας ότι δε λαμβάνουν οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, συμψηφιζόμενες με την επίδικη, ζήτησαν, βάσει της αρχής της ίσης μεταχείρισης, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα από αυτούς, νομιμοτόκως τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως οφειλόμενα εκ της μη καταβολής της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες δεν υπάγονται ευθέως στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς του ν. 2470/1997 και του ν. 3205/2003, απλώς από µισθολογικής απόψεως εξοµοιώνονται µε τους ως άνω υπαλλήλους. Δηλαδή, δεν υπάγονται ευθέως στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τοµέα του Δηµοσίου, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, όπως αυτό καθιερώθηκε και ισχύει από 1.1.1984 και εντεύθεν µε το ν. 1505/1984, από 1.1.1997 και εντεύθεν µε το ν. 2470/1997 και από 1.1.2004 και µέχρι σήµερα µε το ν. 3205/2003. Εποµένως, δεν δικαιούνται να λαµβάνουν από 1.1.2002 έως και 30.6.2002 πρόσθετη µηνιαία αµοιβή 88 ευρώ και από 1-1-2003 µέχρι και 31-12-2006 πρόσθετη µηνιαία αµοιβή 176 ευρώ, η οποία χορηγήθηκε µε τις ως άνω ΚΥΑ σε πλείστες κατηγορίες υπαλλήλων της Δηµόσιας Διοίκησης και κυρίως των κεντρικών υπηρεσιών των Υπουργείων, των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, καθόσον δεν αρκεί η εξοµοίωση τους από µισθολογικής απόψεως µε τους συναδέλφους τους του δηµοσίου. Η µη χορήγηση της ένδικης παροχής στους ενάγοντες δεν συνιστά παραβίαση της µισθολογικής ισότητας που καθιερώθηκε µε το ν. 2470/97 και δεν έρχεται σε ευθεία αντίθεση µε τις διατάξεις του Συντάγµατος (άρθρα 4 παρ.1, 22 παρ. 1), σύµφωνα µε τις οποίες εισάγεται η αρχή της ίσης αµοιβής για παροχή ίσης εργασίας. Εποµένως, καταλήγει το Πρωτοδικείο, είναι αβάσιµες και πρέπει να απορριφθούν οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις που προσάπτουν οι εκκαλούντες στην προσβαλλόμενη απόφαση, καθότι οι ενάγοντες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για την χορήγηση σ' αυτούς της ένδικης παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/02. Με τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων κατά της 616/2007 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 36 του Ν. 682/1977, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 817/1978, 1 παρ. 1 του ν. 2470/1997, 1 παρ. 1 του ν. 3205/2003, 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002 και 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1, 2 του Συντάγματος και τις διατάξεις του άρθρου 119 της συνθήκης της Ρώμης (ήδη άρθ. 141 της ενοποιημένης απόδοσης της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας), καθόσον, υπό τις εκτιθέμενες παραδοχές, η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται στην προκειμένη περίπτωση από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες, ως εργαζόμενοι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (κοινωφελές σωματείο) ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων του Δημοσίου των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, στους οποίους χορηγείται η επίδικη παροχή. Επομένως οι, ενιαίως κρινόμενοι, πρώτος, δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Τέλος, απαράδεκτος είναι ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τις πλημμέλειες που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, στις οποίες όμως, δεν περιλαμβάνεται και εκείνη της μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο επικληθέντος αποδεικτικού μέσου (ενόρκου βεβαιώσεως). Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 17-5-2011, αίτηση των αναιρεσειόντων για την αναίρεση της 1881/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπό τις εκτιθέμενες παραδοχές της απόφασης, η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται στην προκειμένη περίπτωση από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες, ως εργαζόμενοι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου(κοινωφελές σωματείο) ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων του Δημοσίου των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, στους οποίους χορηγείται η επίδικη παροχή των 176 ευρώ.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1495/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Ψ. του Χ., κατοίκου ..., που παρέστη με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Χρήστο Μυλωνόπουλο και Αντώνιο Φούσα, περί αναιρέσεως της με αριθμό 1045-1046 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουλίου 2012 αίτησή του, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 20 Σεπτεμβρίου 2012 πρόσθετους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 970/12. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 259 ΠΚ, "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της υπηρεσίας, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' και 263α του ίδιου Κώδικα, και τέτοιος είναι και ο Νομάρχης, απαιτούνται α) παράβαση όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται και επιβάλλεται στον υπάλληλο από το νόμο ή από διοικητική πράξη ή απορρέει από τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στην ίδια τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρεται στην έκφραση από αυτόν της θελήσεως της πολιτείας, μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και ενεργειών στις σχέσεις της απέναντι στους τρίτους, β) δόλος του δράστη, που περιέχει τη γνώση και τη θέληση της παραβάσεως του υπηρεσιακού του καθήκοντος και γ) σκοπός του δράστη, ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, συνιστάμενος στην επιδίωξη του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, χωρίς να είναι αναγκαίο να επιτευχθεί η επιδιωχθείσα ωφέλεια ή βλάβη, η οποία μπορεί να είναι είτε υλική είτε ηθική. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο σκοπός να προσπορίσει τον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον προϋποθέτει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο). Μεταξύ δε της αξιόποινης πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι ο πρόσφορος τρόπος περιποιήσεως του σκοπουμένου οφέλους ή βλάβης. Εάν δε κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπαλλήλου υπάρχει πεδίο διακριτικής ευχέρειας αυτού, η παράβαση μπορεί να συντελεσθεί και με την κακή χρήση της διακριτικής εξουσίας, την υπέρβαση δηλαδή των ακραίων ορίων της διακριτικής εξουσίας, τα οποία επιβάλλουν οι αρχές της υπεροχής του δημοσίου συμφέροντος, της χρηστής διοικήσεως, της καλής πίστης, της αμεροληψίας της διοικήσεως, της ισότητας και της εξυπηρετήσεως του σκοπού του νόμου ή με την κατάχρηση εξουσίας, η οποία υπάρχει στην περίπτωση που, αν και δεν παραβιάζεται κάποια διάταξη νόμου, η πράξη ασκείται για την εξυπηρέτηση σκοπού καταδήλως ξένου προς τον σκοπό, στον οποίο απέβλεψε ο νόμος, όταν, δηλαδή, είναι απόρροια ελατηρίων και κινήτρων που καταδήλως αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση σκοπού άλλου από εκείνον του νόμου. Τα ακραία όρια της διακριτικής εξουσίας του υπαλλήλου δεν προκαθορίζονται γενικώς, αλλά κρίνονται σε κάθε περίπτωση από το δικαστήριο αναλόγως των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης πράξεως του υπαλλήλου. Περαιτέρω, το άρθρο 57 α του Αγορανομικού Κώδικα (Ν.Δ. 136/1946), όπως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως των επίμαχων αγορανομικών παραβάσεων (6-3-2000 μέχρι 5-4-2001), ορίζει ότι: "1 Σε περίπτωση παράβασης διατάξεων του νόμου αυτού και των διατάξεων που εκδίδονται σε εκτέλεση του και που αναφέρονται: α) ... β) σε νόθευση τροφίμων και ειδών που καλύπτουν γενικά βιοτικές ανάγκες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 παρ. 4 και 5 του νόμου αυτού και του άρθρου 281 του Ποινικού Κώδικα και γ) ... ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί με απόφασή του, ανεξάρτητα από την άσκηση ποινικής δίωξης, να επιβάλλει στο φορέα της επιχείρησης πρόστιμο από 50.000 - έως 10.000.000 δραχμές. 2. Η απόφαση εκδίδεται μετά σύμφωνη γνώμη, για την ύπαρξη παράβασης των διατάξεων της παρ. 1, της αρμόδιας Αγορανομικής Επιτροπής, η οποία συνέρχεται και γνωμοδοτεί υποχρεωτικά μέσα στην προθεσμία που ορίζει ο Υπουργός σε κάθε περίπτωση και αφού προηγούμενα η Επιτροπή καλέσει εγγράφως προ σαράντα οκτώ ωρών τον ενδιαφερόμενο να εκθέσει τις απόψεις του. 3. Για τα κέντρα ή επιχειρήσεις που λειτουργούν εκτός της περιφέρειας το Νομού Αττικής την αρμοδιότητα αυτή, των παραγράφων 1 και 2 έχουν οι κατά τόπους αρμόδιοι κατά περίπτωση Νομάρχες και οι οικείες Αγορανομικές Επιτροπές. 4. Σε περίπτωση νέας παράβασης των διατάξεων, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αυτού του άρθρου, μέσα σε δώδεκα (12) μήνες από την προηγούμενη παράβαση, τα όρια των κυρώσεων της παραγράφου 1 διπλασιάζονται". Από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 57 α του Ν.Δ. 136/1946, πλην άλλων, προκύπτουν και τα εξής: α) Τα όρια του προστίμου, που προβλέπεται για την περίπτωση παραβάσεως, η οποία αναφέρεται σε νόθευση τροφίμων και ειδών που καλύπτουν γενικά βιοτικές ανάγκες, όπως αυτά (όρια) αναπροσαρμόστηκαν με την Α2 3422/9/25-4-1991 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, ήταν, κατά το χρονικό διάστημα τελέσεως των επίμαχων παραβάσεων του Χ. Κ., το μεν ελάχιστο 50.000 δραχμές (δηλαδή 146,74 ευρώ), το δε ανώτατο 10.000.000 δραχμές (δηλαδή 29.347,03 ευρώ). Σε περίπτωση δε νέας όμοιας παραβάσεως μέσα σε δώδεκα (12) μήνες από την προηγουμένη παράβαση, τα όρια του πιο πάνω προστίμου διπλασιάζονται, δηλαδή το ελάχιστο όριο των 146,74 ευρώ γίνεται 293,48 ευρώ και το ανώτατο όριο των 29.347,03 ευρώ γίνεται 58.694,06 ευρώ και β) στην περίπτωση επιχειρήσεων που λειτουργούν εκτός της περιφέρειας του Νομού Αττικής, όπως στην προκειμένη περίπτωση, την αρμοδιότητα επιβολής και καθορισμού του ύψους του προστίμου έχει ο οικείος Νομάρχης και οι οικείες Αγορανομικές Επιτροπές. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παραβάσεως καθήκοντος, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, ανασταλείσα. Η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, συνίσταται στο ότι αυτός: "Στη Θεσσαλονίκη την 11-1-2005, ενώ ήταν υπάλληλος με πρόθεση παραβίασε τα καθήκοντα της υπηρεσίας έχοντας σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος. Συγκεκριμένα, ενώ με τις αποφάσεις υπ' αριθ. 16/737/31-1-2002, 16/1544/28-2-2002, 16/1545/28-2-2002, 16/750/28-2-2002, 16/7321/10-9-2002 του προηγούμενου Νομάρχη Θεσσαλονίκης μετά από τη σύμφωνη γνώμη της Νομαρχιακής Επιτροπής Εμπορίου Θεσσαλονίκης κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57α παρ 1 β, 2, 3, 4 ΝΔ 136/1946 επιβλήθηκαν πρόστιμα ύψους 20.000, 29.000, 20.000, 10.000, 10.000 ευρώ αντιστοίχως, συνολικά ανερχόμενα σε 89.000 ευρώ, στον Χ. Κ. του Γ., ο οποίος στη ... διατηρεί πρατήριο υγρών καυσίμων επί της οδού ..., δεδομένου ότι σε ελέγχους που από τους αρμοδίους υπαλλήλους της Διευθύνσεως Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Θεσσαλονίκης διενεργήθηκαν στην ανωτέρω επιχείρηση την 6-3-2000, την 13-10-2000, την 9-12-2000 και την 5-4-2001 διαπιστώθηκαν παραβάσεις που συνιστούν νοθεία των διατιθέμενων στην κατανάλωση υγρών καυσίμων και ιδίως του πετρελαίου κίνησης, ενώ επιπλέον αυτές οι παραβάσεις είχαν τελεστεί εντός διαστήματος 12 μηνών με συνέπεια τα προβλεπόμενα όρια του επιβαλλόμενου στον παραβάτη προστίμου να καθορίζονται πλέον αυξημένα στο διπλάσιο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρου 57α παρ.1 και 4 ΝΔ 136/1946, ενώ από το Χ. Κ. του Γ. εναντίον των υπ' αριθμ. 16/750/28-2-2002, 16/1544/28-2-2002, 16/1545/28-2-2002 αποφάσεων είχε ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, επιπλέον δε ο προαναφερόμενος εναντίον όλων των ανωτέρω αποφάσεων είχε ασκήσει προσφυγές ενώπιον του αρμοδίου Διοικητικού Δικαστηρίου και οι σχετικές υποθέσεις τελούσαν υπό δικαστική διερεύνηση, παρά την πληροφόρηση που προερχόταν από το υπ' αριθμ. 31124/9-12-2003 έγγραφο του αρμοδίου νομικού συμβούλου της νομικής υπηρεσίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Θεσσαλονίκης που διαλαμβάνει το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 24 παρ. 1 Ν 2690/1999 (Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας), σύμφωνα με το οποίο η προβλεπόμενη στη συγκεκριμένη περίπτωση ειδική διοικητική ή ενδικοφανής προσφυγή αποκλείει την υποβολή αιτήσεως θεραπείας - ιεραρχικής προσφυγής, ενώ επιπροσθέτως στο ίδιο έγγραφο της νομικής υπηρεσίας αναφέρεται επί λέξει "... Επομένως, η από 3-10-2003 "αίτηση θεραπείας-ιεραρχική προσφυγή" του κ. Χ. Κ. είναι κατ' αρχήν απαράδεκτη, υπό την έννοια ότι η Διοίκηση δεν έχει νομική υποχρέωση να την εξετάσει και μάλιστα εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας ...", ενώ εκ μέρους της Διευθύνσεως Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Θεσσαλονίκης συντάχθηκε αρχικώς το υπ' αριθμ. 16710542/26-11-2003 και ακολούθως το υπ' αριθμ. 16/270/26-1-2004 έγγραφο του διευθυντή της υπηρεσίας αυτής που απευθυνόταν στον Χ. Κ. του Γ. και μέσω αυτών διατυπωνόταν η άποψη ότι αποκλείεται η άσκηση αιτήσεως θεραπείας - ιεραρχικής προσφυγής λόγω προβλέψεως ειδικής διοικητικής ή ενδικοφανούς προσφυγής και ενώ με την υπ' αριθμ. 2841/30-11-2004 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε η προσφυγή του Χ. Κ. του Γ. κατά της υπ' αριθμ. 16/1544/28-2-2002 αποφάσεως του προηγούμενου Νομάρχη Θεσσαλονίκης ο ως άνω κατηγορούμενος υπό την ιδιότητά του ως Νομάρχη Θεσσαλονίκης, παρότι γνώριζε όλα τα ανωτέρω, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 18/168/11-1-2005 απόφασή του μέσω της οποίας μεταρρύθμισε τις αναφερόμενες παραπάνω πέντε αποφάσεις επιβολής προστίμων στον Χ. Κ. του Γ. μειώνοντας τα σχετικά ποσά και καθορίζοντας αυτά στο ύψος των 1.000 ευρώ για κάθε μία από τις αποφάσεις αυτές κατά τρόπο ώστε το ποσό των 89.000 ευρώ που αντιστοιχούσε στο συνολικό ύψος των προστίμων που είχαν επιβληθεί με τις συγκεκριμένες πέντε αποφάσεις του προηγούμενου Νομάρχη Θεσσαλονίκης μέσω της ανωτέρω μεταγενέστερης αποφάσεως του Νομάρχη Θεσσαλονίκης να διαμορφωθεί στο ύψος των 5.000 ευρώ με συνέπεια με τον προσδιορισμό των προστίμων πλέον εγγύτερα προς το ελάχιστο νόμιμο όριο να μην προάγεται, αλλά να αναιρείται ο σκοπός των κυρωτικών διατάξεων του άρθρου του άρθρου 57α παρ. 1 και 4 ΝΔ 136/1946, και επομένως η παράβαση καθήκοντος εκ μέρους του ανωτέρου κατηγορουμένου να έχει τη μορφή της υπερβάσεως των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας με σκοπό να ωφεληθεί ο Χ. Κ. του Γ. χωρίς το σχετικό όφελος να αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαιτήσεως αυτού, δεδομένου ότι ο τελευταίος ενώ ήταν υποχρεωμένος αρχικά να καταβάλει συνολικό ποσό ύψους 89.000 ευρώ μετά την έκδοση της αποφάσεως υπ' αριθμ. 18/168/11-1-2005 του Νομάρχη Θεσσαλονίκης όφειλε πλέον ποσό συνολικού ύψους 5.000 ευρώ, ωφελούμενος ως προς τη διαφορά των ανωτέρω προστίμων (αρχικών και περιορισθέντων)". Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 30§1 εδ. α του ΠΚ ορίζει ότι "η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν αυτός κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης αγνοεί τα περιστατικά που την συνιστούν". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πραγματική πλάνη, που είναι άγνοια (πλάνη σε ευρεία έννοια), με την οποία ταυτίζεται και η εσφαλμένη αντίληψη (πλάνη σε στενή έννοια) του πράττοντος για κάποιο ουσιαστικό όρο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, αποκλείει τον καταλογισμό. Επί πραγματικής πλάνης ο δράστης αγνοεί ή εσφαλμένα αντιλαμβάνεται τι πράττει, αναφέρεται δε αυτή σε περιστατικά της εγκληματικής πράξεως και δη όχι μόνο σε γεγονότα ή πραγματικές καταστάσεις, αλλά και σε νομικές ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλα αξιολογικά στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της πλάνης. Η δε παρ. 2 του άρθρου 31 του ΠΚ με τον τίτλο "νομική πλάνη" ορίζει ότι "η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή είναι συγγνωστή". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι πλάνη υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει μεν τι πράττει, αλλά είτε αγνοεί ότι η πράξη του είναι κατ' αρχήν άδικη, είτε πιστεύει πεπλανημένως ότι δικαιούται να προβεί σε αυτήν και η πλάνη συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνα δικαίου και υπό τα ειδικώς αναφερόμενα περιστατικά συντρέχει περίπτωση που αποκλείει το αξιόποινο. Επιβάλλεται, όμως, να είναι συγγνωστή η πλάνη για μη καταλογισμό του αξιόποινου, με την έννοια ότι οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε ο αυτουργός κάτω από τις in concreto συνθήκες και περιστάσεις που βρισκόταν, ενόψει και της ηλικίας του, των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων και των προσπαθειών ακόμη που έκαμε για να ενημερωθεί περί του πράγματος από άλλους ειδήμονες, δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξεως (ΟλΑΠ 1179/1986). Τέλος, σύγκρουση καθηκόντων υπάρχει όταν, εξαιτίας των πραγματικών συνθηκών, είναι ανέφικτη η ταυτόχρονη εκπλήρωση του καθήκοντος και η προστασία του έννομου αγαθού ή τα περισσότερα καθήκοντα του ίδιου προσώπου δεν μπορούν να συνεκπληρωθούν. Εννοιολογική προϋπόθεση της συγκρούσεως είναι η κατά χρόνο σύμπτωσή τους, δηλ. τα δύο καθήκοντα πρέπει να εκπληρωθούν ταυτοχρόνως, αλλά υπό τις συγκεκριμένες εξαιρετικές πραγματικές συνθήκες η εκπλήρωση του ενός έχει ως αναγκαία συνέπεια την προσβολή του άλλου. Τα συγκρουόμενα καθήκοντα, κατ' αρχήν, πρέπει να είναι νομικά, αφού ο νομοθέτης στο γενικό μέρος του ΠΚ δεν προέβλεψε ρητή διάταξη (ανάλογη προς αυτές των άρθρων 20 περ. β' και 32 παρ. 1), με την οποία να αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως ή ο καταλογισμός αυτής στο δράστη, σε περίπτωση συγγνωστής αδυναμίας συμμορφώσεως προς το νόμο. Δεν αποκλείει, ωστόσο, το ενδεχόμενο αυτό (βλ. άρθρα 231 παρ. 2 και 232 παρ. 2 ΠΚ) και, τουλάχιστον, δεν το αποδοκιμάζει. Επομένως, αν ο δράστης, κατά την παράβαση νόμιμου καθήκοντός του, λειτουργεί συνεπεία αβάσταχτης ψυχικής πιέσεως (μη φευκτό υπαιτιότητας), είναι δυνατόν, κατά τις περιστάσεις, η πράξη να μην καταλογισθεί σ' αυτόν. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι και αυτοί περί πραγματικής πλάνης, συγγνωστής νομικής πλάνης και συγκρούσεως καθηκόντων, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στον μη καταλογισμό της πράξεως στο δράστη και, κατά συνέπειαν, στην απαλλαγή του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, μετά την εξέταση των μαρτύρων και πριν από την απολογία του κατηγορουμένου, πρόβαλαν εγγράφως, ανέπτυξαν δε και προφορικώς, τέσσερις αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι, κατά λέξη, έχουν ως εξής: "1) Έλλειψη δόλου (πρόθεσης) με αποτέλεσμα να αποκλείεται ο καταλογισμός, κατ' άρθρ. 30 παρ. 1 ΠΚ (πραγματική πλάνη). Στην προκειμένη περίπτωση, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί, ..., ότι πραγματώθηκε η αντικειμενική υπόσταση της παράβασης καθήκοντος, δεν είχα πρόθεση (δόλο) να παραβώ τα καθήκοντα της υπηρεσίας μου, αποκλειόμενης, έτσι, της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και εφαρμοζόμενης της διατάξεως του αρθρ. 30 παρ. ΠΚ: Διότι, στο αρχικό στάδιο υποβολής της αιτήσεως δεν ασχολήθηκα ο ίδιος με το αίτημα του φορολογουμένου, ... Διότι ασχολήθηκα με το αίτημα του φορολογουμένου, χωρίς να το επιδιώξω, αλλά μόνον εν συνεχεία της γνωμοδότησης αυτής της νομικής υπηρεσίας της Νομαρχίας, ... Στο στάδιο εκείνο μου γνωστοποιήθηκε, ότι πρόκειται για μία μικρή ατομική επιχείρηση, που λειτουργεί ο φορολογούμενος Χ. Κ., ο οποίος αντιμετωπίζει σοβαρότατο πρόβλημα υγείας, με αλλεπάλληλες νοσηλείες σε νοσηλευτικά ιδρύματα της Θεσσαλονίκης (νοσηλεία στη Γενική Κλινική, λόγω ανευρύσματος κοιλιακής αορτής, νοσηλεία στην Κλινική Άγιος Λουκάς κ.λπ.), με συνεχείς χειρουργικές επεμβάσεις (τοποθέτηση μοσχεύματος, σιγμοειδεκτομή, παρά φύσιν έδρα) και ότι ευρίσκεται σε τελικό στάδιο διάσπαρτου καρκίνου. ... Διότι, προέβην στη μείωση των ενδίκων προστίμων εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας, που μου παρείχε ο νόμος, αφού, κατά την επιταγή του νόμου, το ελάχιστο όριο των σχετικών προστίμων είναι αυτό των 50.000 δραχμών (και με αναπροσαρμογή σε ευρώ 148,74 ευρώ). Δηλαδή το επιβληθέν, μετά τη μείωση, πρόστιμο των 1000 ευρώ ήτο περίπου επταπλάσιο του κατωτέρου. Δεν μπορούσα, λοιπόν, να έχω και δεν είχα δόλο παράβασης των καθηκόντων μου, όταν παρέμενα εντός των επιτρεπτών πλαισίων, μεταξύ του ανωτάτου και κατωτάτου ορίου που όριζε ο νόμος. Διότι η επιλογή μου αυτή υπαγορεύτηκε μόνο από ανάγκη να αποτρέψω μία εξοντωτική και ανεπιεική κατάσταση για τον φορολογούμενο, ... Διότι ... Διότι .. ... Διότι η πρόθεσή μου κατευθυνόταν και στην αποτροπή της ολοσχερούς ματαίωσης της πληρωμής του προστίμου. Πράγματι, ενώ τα ένδικα πρόστιμα βεβαιώθηκαν από το έτος 2002, εν τούτοις, μέχρι το 2005 δεν είχε καταστεί δυνατή η είσπραξη οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, και αυτό λόγω της άθλιας οικονομικής κατάστασης του κατηγορουμένου και της κάκιστης κατάστασης της υγείας του. Καθίστατο δε αυτό προφανές βάσει της κοινής πείρας και λογικής, και ακόμη ότι τυχόν εμμονή της διοίκησης στα αρχήθεν επιβληθέντα πρόστιμα, όχι μόνον παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας και της επιείκειας, αλλά καθιστούσε την είσπραξή τους αδύνατη, ενώ αντιθέτως με τη μείωση θα καθίστατο ίσως εφικτή η είσπραξη ενός έστω μικρότερου ποσού. Δηλ. προέκρινα μεταξύ του να μην εισπράξει η Διοίκηση απολύτως τίποτε και του να εισπράξει ολίγα, το δεύτερο. Είναι, λοιπόν, προφανές ότι η βούλησή μου κατευθυνόταν στο να ικανοποιηθεί η αξίωση της διοίκησης, ενώ η μη μείωση των προστίμων θα σήμαινε ολοσχερή ματαίωση της αξίωσης. Πώς λοιπόν μπορούσα να έχω δόλο, και που ασφαλώς δεν είχα, και για τον λόγο αυτό δεν συγκροτείται το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, όπως αδίκως και αβασίμως κατηγορούμαι. 2) Συγγνωστή νομική πλάνη (άρθρ. 32 παρ. 2 ΠΚ). ...Στην προκειμένη περίπτωση, έπραξα κατά συνείδηση, βάσει των εισηγήσεων και των οδηγιών του Αντινομάρχη μου και μετά από γνωμοδότηση του Νομικού μου συμβούλου, μέσα στο νόμιμα πλαίσια (...). Είχα απόλυτη εμπιστοσύνη στους υπηρεσιακούς παράγοντες, στη νομική υπηρεσία της Νομαρχίας και στον Αντινομάρχη μου. Εγώ τελείωσα μόνο το γυμνάσιο, διότι οι γονείς μου ήταν φτωχοί και δεν μπόρεσαν να με στείλουν στο Πανεπιστήμιο. Σημειωτέον ότι δεν έχω νομικές γνώσεις. Εφόσον, λοιπόν, είχα και τη γνωμοδότηση του νομικού συμβούλου, θεώρησα ότι, εν όψει και των πολλών προβλημάτων υγεία, από τα οποία τελικώς απεβίωσε, είχα δικαίωμα να επιβάλω πρόστιμο από 150 ευρώ έως τα ανώτατα όρια που προέβλεπε ο νόμος. Το πρόστιμο που τελικά επέβαλα ήταν 7 φορές μεγαλύτερο από το ελάχιστο. Αν γνώριζα από πριν τα πλήρη στοιχεία, όπως η απόρριψη της προσφυγής, ίσως να ενεργούσα διαφορετικά. Ειδικότερα: Εν πρώτοις μου τέθηκε υπόψη η υπ' αριθμ. 31124/9-12-2003 γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, η οποία έκρινε ότι η αίτηση του φορολογουμένου είναι μεν απαράδεκτη ως αίτηση θεραπείας, πλην όμως η διοίκηση μπορεί να ανακαλεί τις προηγούμενες πράξεις της, ακόμη και αυτεπαγγέλτως (δηλ χωρίς να υποβληθεί σχετικό αίτημα του ενδιαφερόμενου) και καθόσον αφορά στην συγκεκριμένη περίπτωση δέχεται αυτολεξεί "...". Εν συνεχεία της γνωμοδότησης αυτής, που απευθύνεται στο βοηθό Νομάρχη και όχι σε μένα και αφού διευκρινίστηκε, ότι πρέπει το αίτημα του φορολογουμένου να αντιμετωπισθεί από τον ίδιο τον Νομάρχη, ζήτησα για πρώτη φορά να ενημερωθώ από την αρμόδια υπηρεσία για τις πραγματικές συνθήκες της υποθέσεως. Ζήτησα δηλ. να πληροφορηθώ για το "πραγματικό της υπόθεσης", όπως έλεγε η Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβούλου, ώστε να κρίνω, "αν οι επίμαχες πράξεις είναι παράνομες ή υπερβολικές", όπως επίσης έθετε, ως προϋπόθεση της μεταρρύθμισης, ο Νομικός Σύμβουλος. Ενήργησα δηλ. σύμφωνα με τις υποδείξεις του Νομικού Συμβούλου και αυτό είχα υποχρέωση να πράξω!!! Στο στάδιο εκείνο μου γνωστοποιήθηκαν, για πρώτη φορά, οι εξής ειδικότερες περιστάσεις, στις οποίες στήριξα την κρίση μου, περί του υπερβολικού των προστίμων και συγκεκριμένα: Ότι πρόκειται για μία μικρή ατομική επιχείρηση, που λειτουργεί ο φορολογούμενος Χ. Κ.. Ότι ο αιτών - φορολογούμενος αντιμετωπίζει σοβαρότατο πρόβλημα υγείας (ήδη έχει αποβιώσει) με αλλεπάλληλες νοσηλείες σε νοσηλευτικά ιδρύματα της Θεσσαλονίκης (νοσηλεία στη Γενική Κλινική, λόγω ανευρύσματος κοιλιακής αορτής, νοσηλεία στην Κλινική Άγιος Λουκάς), με συνεχείς χειρουργικές επεμβάσεις (τοποθέτηση μοσχεύματος, σιγμοειδεκτομή, παρά φύσιν έδρα) και ότι ευρίσκεται σε τελικό στάδιο διάσπαρτου καρκίνου. Ότι η παραπάνω κατάσταση της υγείας του συνεκτιμήθηκε ιδιαιτέρως και από το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, στο οποίο προσέφυγε ο φορολογούμενος, το οποίο με την υπ' αριθμ. 201/2003 απόφασή του (...) ανέστειλε την εκτέλεση μιας από τις ένδικες πράξεις επιβολής προστίμου, με το σκεπτικό ότι η άμεση εκτέλεση αυτής απειλεί υλική βλάβη του αιτούντος (ουσιώδη περιορισμό των μέσων βιοπορισμού του) της οποίας η επανόρθωση θα είναι ιδιαίτερα δυσχερής σε περίπτωση ευδοκίμησης της προσφυγής του. Πώς, λοιπόν, να κρίνω διαφορετικά από ό,τι το παραπάνω Διοικητικό Δικαστήριο; Έπαιξε και η απόφαση αυτή καθοριστικό ρόλο στην τελική απόφασή μου. Ότι ο φορολογούμενος αντιμετώπιζε πλέον, ενόψει της κατάστασης της υγείας του και της διακοπής λειτουργίας της επιχειρήσεως του, πρόβλημα επιβιώσεως. Άλλωστε από 12.3.2003 επήλθε και διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης, ο δε υιός του αιτούντος μετά το θάνατο αυτού απεποιήθη την κληρονομιά (...). Ο νόμος δεν διευκρινίζει ποία είναι τα επιτρεπτά ακραία όρια της διακριτικής μου ευχέρειας. Πέραν των ανωτέρω η νομοθεσία μας θέτει ως ακραία όρια της διακριτικής μου ευχέρειας τα ανώτατα και κατώτατα όρια του προστίμου και δεν διευκρινίζει από ποίου σημείου η μείωση του προστίμου είναι αδικαιολόγητη, ώστε να δύναται να κριθεί με βάση άλλα κριτήρια, αν η μεταρρύθμιση των προστίμων στα οποία προέβην ήταν όντως πέραν του επιτρεπτού ή όχι. Πότε δηλ. η μείωση του προστίμου, που πάντως ευρίσκεται εντός των επιτρεπτών ορίων, είναι υπερβολική, δηλ. αποτελεί υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής μου ευχέρειας και επομένως είναι ανεπίτρεπτη και πότε όχι. Με άλλα λόγια, όταν η νομοθεσία μας δεν διευκρινίζει ούτε αριθμητικώς ούτε κατ' άλλο τρόπο, ποία είναι τα επιτρεπτά ακραία όρια της διακριτικής μου ευχέρειας, ώστε να δύνομαι να κρίνω, αν με την μεταρρύθμιση των προστίμων τα υπερέβην ή όχι, δηλ. δεν προσδιορίζει ποίο είναι εκείνο το ποσό, εκείθεν του οποίου παραβιάζονται τα ακραία όρια της διακριτικής μου ευχέρειας και εντεύθεν του οποίου η μείωση του προστίμου, είναι επιτρεπτή και κινείται σε "λογικά όρια", πώς είναι δυνατόν να έχω συνείδηση του αδίκου; Είναι προφανές, ότι δεν μπορούσα να το έχω και βεβαίως δεν το είχα. Υπήρξαν αντικρουόμενες αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων και εγώ συμμορφώθηκα προς τις επιεικέστερες. Καίτοι σε ορισμένες περιπτώσεις τα διοικητικά δικαστήρια απέρριψαν την προσφυγή του φορολογουμένου, όπως η 2841/2004 απόφαση, που όμως μας επιδόθηκε με δικαστικό επιμελητή στις 15.4.2005, δηλ. με τις επίδικες αποφάσεις μου για μείωση, και επομένως δεν μπορούσε να είναι σε γνώση μας, σε πολλές άλλες έγινε δεκτή αίτηση αναστολής, όπως στις αποφάσεις προστίμων 16/1545/28.2.2002 και 16/750/28.2.2002. Δηλ., ...στην ουσία η δικαστική κρίση και στάθμιση για τα ίδια περιστατικά και γεγονότα που πρόβαλε ο ιδιώτης ήταν κατά περίπτωση διαφορετική. Όταν, όμως, τα ίδια τα διοικητικά δικαστήρια αδυνατούν να έχουν ενιαία και κοινή άποψη για τη νομιμότητα της μείωσης των προστίμων, πώς είναι δυνατόν, να αξιωθεί από το όργανο της διοίκησης, που ελέγχεται από τα δικαστήρια αυτά, ακριβώς ως προς την νομιμότητα των πράξεων του, να υπερβεί τα εμπόδια που τα διοικητικά δικαστήρια δεν υπερέβησαν, και, αιρόμενος υπεράνω αυτών να επιλύσει το πρόβλημα και να αποκαταστήσει την ανακύψασα ασάφεια και αβεβαιότητα; Πώς μπορεί να αξιωθεί από το Νομάρχη (ελεγχόμενο) να πετύχει αυτός εκεί όπου τα διοικητικά δικαστήρια δεν είχαν καταλήξει σε τελική και ομοιόμορφη κρίση; ... Κατά συνέπεια, ενήργησα, τελών εν τη ακραδάντω πεποιθήσει, ότι εδικαιούμην και ότι είχα υποχρέωση να προβώ στην πράξη. Η πεποίθησή μου αυτή υπήρξε απολύτως δικαιολογημένη, ενόψει και των προσωπικών μου ιδιοτήτων (τυγχάνω απόφοιτος εξαταξίου γυμνασίου) οπότε στερούμενος νομικών γνώσεων, δεν είχα την δυνατότητα να αντιληφθώ κάτι διαφορετικό, σχετικά με τον τυχόν άδικο χαρακτήρα της πράξης, αλλά τελούσα με την καλόπιστη πεποίθηση, ότι ενεργώ στα πλαίσια της χρηστής διοίκησης, που επιτάσσει την αποφυγή ανεπιεικών και εξουθενωτικών κυρώσεων σε βάρος των φορολογουμένων και μάλιστα κατά ενός καρκινοπαθούς και στα πρόθυρα του θανάτου του. Οι προσωπικές μου ιδιότητες, η μόρφωση και το επάγγελμά μου δεν μου παρείχαν την δυνατότητα να αντιληφθώ κάτι διαφορετικό, αλλά ενήργησα πιστεύοντας απολύτως δικαιολογημένα ότι δικαιούμαι να προβώ στην πράξη, για την οποία αδίκως κατηγορούμαι. Η πλάνη μου δε αυτή ήταν συγγνωστή, εφόσον προέβην στην πράξη μείωσης των προστίμων, με τη μεταρρύθμιση των σχετικών διοικητικών πράξεων, λαμβάνοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας της Νομαρχίας, από την οποία μου δημιουργήθηκε η πεποίθηση, ότι μπορούσα να προβώ σ' αυτήν, αφού λάβω υπόψη μου τα λοιπά στοιχεία της συγκεκριμένης υπόθεσης, τα οποία (στοιχεία που αφορούσαν την οικογενειακή, και επαγγελματική κατάσταση του πολίτη στον οποίο είχαν επιβληθεί τα πρόστιμα, καθώς και την κατάσταση της υγείας του) και τα οποία πράγματι έλαβα, αφού είχα εξαντλήσει καλοπίστως κάθε προσπάθεια, προκειμένου να ενημερωθώ για τη νομική δυνατότητά μου να μεταρρυθμίσω τις πράξεις επιβολής προστίμων, έλαβα δε ενημέρωση από την πλέον έγκυρη και θεσμικώς έγκυρη πηγή, ήτοι τον Νομικό Σύμβουλο της Νομαρχίας, τον οποίο όχι μόνον εμπιστευόμουν, αφού είναι έγκριτος νομικός με άρτια εξειδίκευση στο Διοικητικό Δίκαιο, χειριζόμενος με επιτυχία τα ζητήματα της Νομαρχίας, αλλά και δεν είχα κανένα λόγο να υποψιάζομαι, ότι υπήρχε το ενδεχόμενο η συμβουλή του να μην ήταν σύννομη και ορθή. Άλλωστε, ούτε δυνατότητα είχα να ελέγξω την ορθότητα της συμβουλής του, ούτε κανένα λόγο να την αμφισβητήσω. 3) Αδυναμία συμμορφώσεως λόγω σφοδρής ψυχικής πίεσης. Τα περιστατικά, που διαπίστωσα, ότι παρεμπόδιζαν τον φορολογούμενο, να καταβάλει τα αρχικώς επιβληθέντα πρόστιμα, τα οποία μου είχαν προκαλέσει, τόσο σφοδρή ψυχική πίεση, ώστε να αποκλείεται το "δύνασθαι άλλως πράττειν", ήτοι η δυνατότητα μου συμμόρφωσης προς τον κανόνα δικαίου. Ειδικότερα, όπως προανέφερα, μου γνωστοποιήθηκε, ότι ο φορολογούμενος Χ. Κ., αντιμετώπιζε σοβαρότατο πρόβλημα υγείας με αλλεπάλληλες νοσηλείες σε νοσηλευτικά ιδρύματα της Θεσσαλονίκης (...) με συνεχείς χειρουργικές επεμβάσεις (...) και ότι ευρίσκεται σε τελικό στάδιο διάσπαρτου καρκίνου. Περαιτέρω, διαπίστωσα, ότι υπήρχε αδήριτη ανάγκη να αποτρέψω μια εξοντωτική και ανεπιεική κατάσταση για το φορολογούμενο ο οποίος αντιμετώπιζε, πλέον, ενόψει της κατάστασης της υγείας του και της διακοπής λειτουργίας της επιχείρησης του, και πρόβλημα επιβίωσης. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι τα περιστατικά αυτά, ... μου είχαν προκαλέσει τόσο σφοδρή ψυχική πίεση και με είχαν περιάγει σε τόσον ακραίο και οριακό ηθικό δίλημμα, ώστε, ακόμη, και αν ήθελε υποτεθεί ότι έπραξα αδίκως, πράγμα που αρνούμαι διαρρήδην και μετ' επιτάσεως, δεν είχα τη δυνατότητα, ανθρωπίνως, να συμμορφωθώ προς την περί δικαίου αντίληψή μου, κατ' άλλη διατύπωση. Η τυχόν απόρριψη του αιτήματος προϋπέθετε την εκ μέρους μου επίδειξη πρωτοφανούς σκληρότητας και ηθικής αναλγησίας, την οποία ούτε εγώ προσωπικώς ηδυνάμην να επιδείξω, αλλά ούτε και το δίκαιο αξιώνει από τον πολίτη αποδέκτη των ποινικών κανόνων του. Γι' αυτό άλλωστε, σε περίπτωση σφοδρής ψυχικής πίεσης πέραν των αναφερομένων στα άρθρα 32, 23 κλπ ΠΚ, ο καταλογισμός εις ενοχήν αποκλείεται βάσει της συνταγματικώς καθιερωμένης αρχής της ενοχής και της αρχής του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος). Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί, ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις του ΠΚ (άρθρ. 32, 23 κ.λπ.), που προσδιορίζουν πότε αποκλείεται το "άλλως δύνασθαι πράττειν" (δυνατότητα συμμόρφωσης), δεν επιδιώκουν, να αποκλείσουν την παροχή συγγνώμης σε άλλες περιπτώσεις ανυπέρβλητου ψυχικού αδιεξόδου, αλλά έχουν το νόημα ότι ο νομοθέτης από όλες τις περιπτώσεις αδυναμίας συμμόρφωσης, έχει επιλέξει εκείνες, ως προς τις οποίες καθιερώνει αμάχητο τεκμήριο ανυπέρβλητης ψυχικής πίεσης, που οδηγεί κατά αυθεντική απόφανση του νόμου σε αδυναμία του δράστη να συμμορφωθεί προς τις επιταγές της έννομης τάξης. Όταν, επομένως, η ψυχική πίεση υπάρχει σε άλλες, πέραν των τυποποιημένων, περιπτώσεις, η βουλητική αδυναμία συμμόρφωσης δεν αποκλείεται εκ των προτέρων. Απλώς εναπόκειται στο δικαστήριο να αποφανθεί αν in concreto μπορούσε να αξιωθεί από τον υπό κρίση δράστη να υπερνικήσει την εσωτερική του σύγκρουση και να συμμορφωθεί προς την περί αδίκου αντίληψη του. Πράγματι, ο λόγος για τον οποίο οι ανωτέρω διατάξεις αποκλείουν τον καταλογισμό δια του αποκλεισμού της δυνατότητας συμμόρφωσης είναι η σφοδρή ψυχική πίεση υπό την οποία τελεί ο δράστης. Στις περιπτώσεις αυτές, λοιπόν, η ακαταμάχητη ψυχική πίεση, αλλά και το γεγονός, ότι αυτή προκάλεσε αιτιωδώς την αδυναμία του δράστη, να αποφασίσει διαφορετικά, τεκμαίρονται και μάλιστα αμάχητα. Στις λοιπές περιπτώσεις ψυχικής πίεσης, ωστόσο, ούτε ο ανωτέρω λόγος εκλείπει, εκ του γεγονότος, ότι δεν προβλέπονται στο νόμο, ούτε η αιτιότητα μπορεί να αποκλειστεί. Εκείνο που αποκλείεται είναι το τεκμήριο. Σ' αυτές, λοιπόν, τις πέραν του θετικού δικαίου περιπτώσεις σφοδρής ψυχικής πίεσης, ανάλογης προς τις ανωτέρω ρυθμισμένες, δεν απαγορεύεται ο αποκλεισμός του καταλογισμού, αλλά απλώς δεν τεκμαίρεται. Κατά συνέπεια στις περιπτώσεις αυτές η βουλητική αδυναμία συμμόρφωσης θα πρέπει ν' αποδειχθεί. Τούτο δε διότι, το να δεχτούμε, ότι η πράξη μπορεί να καταλογιστεί στο δράστη μόνον και μόνον επειδή η συγκεκριμένη αδυναμία συμμόρφωσης δεν περιλαμβάνεται, στον κατάλογο των περιοριστικώς απαριθμούμενων περιπτώσεων του ΠΚ, καίτοι το δικαστήριο διαπίστωσε, ότι αυτός, σύμφωνα με τα ανθρώπινα μέτρα, δεν μπορούσε να πράξει διαφορετικά, λόγω της σφοδρής ψυχικής πίεσης, θα σήμαινε ευθεία παραβίαση της αρχής της ενοχής και, συνεπώς, της αρχής του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου (άρθρ. 2 παρ. 1 Συντ.). 4) Σύγκρουση καθηκόντων, διότι δεν συνέτρεχε εν προκειμένω ο σκοπός του νόμου. ... Στην υπό κρίση περίπτωση, σκοπός της μεταρρύθμισης, εκ μέρους μου, των προηγουμένως επιβληθέντων προστίμων στον προσφυγόντα, ήταν να αποτραπεί "μία εξοντωτική και ανεπιεικής κατάσταση για τον φορολογούμενο", δηλαδή μία ανατροπή της υπερβολικής κύρωσης η οποία εν όψει της άθλιας κατάστασης της υγείας του διοικούμενου, εμφανιζόταν όχι μόνον άκρως ανεπιεικής, δυσανάλογη και εξοντωτική αλλά επί πλέον και άχρηστη, μη σκόπιμη, αφού, λόγω του καρκίνου που τον κατέτρωγε, δεν υπήρχε περιθώριο ειδικής πρόληψης γι' αυτόν. Έτσι, η τυχόν εμμονή της Διοίκησης (εμού ως Νομάρχη) στην αρχικώς επιβληθείσα διοικητική κύρωση είχε χαρακτήρα ανταπόδοσης, αντεκδίκησης αλλά, επί πλέον, και χρησιμοποίησης ενός διοικούμενου, που δεν ηδύνατο λογικώς και εκ των πραγμάτων να συμμορφωθεί, αφού βρισκόταν στα πρόθυρα του θανάτου, ως μέσου προς παραδειγματισμό του κοινωνικού συνόλου, ήτοι ως "πράγματος" κατά την διατύπωση του Kant προς επίτευξη αποκλειστικώς και μόνον των σκοπών της γενικής πρόληψης, με αποτέλεσμα να παραβιάζονται καίρια οι συνταγματικές επιταγές προς σεβασμό της αξίας του ανθρώπου (αρθρ. 2 παρ.1 Συντ.) και η αρχή της αναλογικότητας (αρθρ.25 παρ.1 Συντ.), οι οποίες άλλωστε προβλέπονται. και από την αυξημένης τυπικής ισχύος Συνθήκη της Λισαβόνας (...), ... . Κατά συνέπεια, εφόσον η πραγμάτωση του σκοπού του νόμου ήταν στη συγκεκριμένη περίπτωση, αδύνατη, λόγω της άθλιας οικονομικής κατάστασης και της κάκιστης υγείας του φορολογούμενου, ο οποίος μετ' ολίγον απεβίωσε, η άρνηση μεταρρύθμισης ουδένα σκοπό του νόμου εξυπηρετούσε και παραβίαζε, αντιθέτως, τις ανωτέρω καίριες και σημαντικές θεμελιώδεις διατάξεις της νομοθεσίας μας. Τελούσα, επομένως, σε κατάσταση σύγκρουσης καθηκόντων, αφού από τη μία πλευρά εκαλούμην να διατηρήσω ένα βαρύ και προδήλως αδύνατο να πληρωθεί πρόστιμο, με "όφελος" μια εξ ίσου αβέβαιη συμμόρφωση του διοικούμενου (αφού εντός ολίγου απεβίωσε) και από την άλλη να συμμορφωθώ προς τις θεμελιώδεις αρχές της αναλογικότητας και του σεβασμού στην αξία του ανθρώπου, προτίμησα δε σαφώς το δεύτερο, κάτι που θεωρούσα υποχρέωσή μου και ότι αυτό συνιστούσε χρηστή και δίκαιη διοίκηση, βάσει όλων των ανωτέρω". Το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά (...): Ο Χ. Κ., κάτοικος ..., λειτουργούσε και εκμεταλλευόταν δύο πρατήρια πώλησης υγρών καυσίμων, που βρισκόταν το ένα στην οδό ... της Θεσσαλονίκης και το άλλο στο 17,5 χιλιόμετρο της οδού ... - Θεσσαλονίκης. Στις 8-3-2000 έγινε δειγματοληπτικός έλεγχος από τα αρμόδια όργανα στο πρατήριο υγρών καυσίμων της οδού .... Από αυτόν (έλεγχο) διαπιστώθηκε ότι δείγμα πετρελαίου κίνησης, που λήφθηκε από την αντλία του πρατηρίου, ήταν νοθευμένο με πετρέλαιο θέρμανσης. Ακολούθως, ύστερα και από τη σύμφωνη γνώμη της Νομαρχιακής επιτροπής Εμπορίου Θεσσαλονίκης, που γνωμοδότησε για την ύπαρξη παράβασης ..., ο Νομάρχης Θεσσαλονίκης, ..., με την υπ' αριθμ. 16/1545/28-2-2002 απόφασή του επέβαλε στον ιδιοκτήτη του πρατηρίου Χ. Κ. πρόστιμο είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Επτά μήνες αργότερα και συγκεκριμένα στις 13-10-2000 έγινε και πάλι δειγματοληπτικός έλεγχος στο παραπάνω πρατήριο του Χ. Κ. και το δείγμα πετρελαίου που λήφθηκε ... βρέθηκε νοθευμένο ... . Για την παράβαση αυτή ο Νομάρχης Θεσσαλονίκης, ... επέβαλε στον άνω πρατηριούχο πρόστιμο είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Πενήντα έξι (56) ημέρες μετά τον πιο πάνω δεύτερο έλεγχο (13-10-2000) και συγκεκριμένα στις 9-12-2000 έγινε και πάλι δειγματοληπτικός έλεγχος στο ίδιο πρατήριο καυσίμων του Χ. Κ. και το δείγμα πετρελαίου κίνησης που λήφθηκε ... ήταν νοθευμένο, ... . Για την παράβαση αυτή ο Νομάρχης Θεσσαλονίκης ..., λόγω και της καθ' υποτροπήν τέλεσης της αυτής παράβασης, όπως αναφέρεται στην απόφαση, επέβαλε στον άνω πρατηριούχο Χ. Κ. πρόστιμο είκοσι εννέα χιλιάδων (29.000) ευρώ. Την ίδια πιο πάνω ημέρα του τρίτου ελέγχου (9-12-2000), έγινε δειγματοληπτικός έλεγχος, εκτός από το περιεχόμενο της αντλίας κατά τα ανωτέρω, και στο πετρέλαιο που περιείχε το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... βυτιοφόρο αυτοκίνητο του Χ. Κ., που ήταν σταθμευμένο στο χώρο του πρατηρίου της οδού ... και το ληφθέν δείγμα πετρελαίου κίνησης βρέθηκε νοθευμένο ... Για την εν λόγω παράβαση ο Νομάρχης Θεσσαλονίκης ... επέβαλε πρόστιμο στον μεν πρατηριούχο Χ. Κ. δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, στο δε οδηγό του βυτιοφόρου Δ. Γ. τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Τέσσερις μήνες μετά τον ως άνω τέταρτο έλεγχο και συγκεκριμένα στις 5-4-2001 έγινε πέμπτος κατά σειρά έλεγχος, αυτή τη φορά, στο πρατήριο υγρών καυσίμων του Χ. Κ. που βρίσκεται στο 17,5 χιλιομ. ... - Θεσσαλονίκης και το δείγμα βενζίνης σούπερ που λήφθηκε από αντλία του πρατηρίου βρέθηκε νοθευμένο με ανώτερα κλάσματα πετρελαίου. Για την παράβαση αυτή ο Νομάρχης Θεσσαλονίκης ... επέβαλε ανωτέρω πρατηριούχο, Χ. Κ., πρόστιμο ποσού δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Κατά της πρώτης από τις πιο πάνω αποφάσεις του Νομάρχη Θεσσαλονίκης (...), με την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο ύψους 20.000 ευρώ στον Χ. Κ., ο τελευταίος άσκησε, όπως εδικαιούτο, την από 14-5-2002 προσφυγή ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Με την 25789/26-8-2002 απόφασή του ο ως άνω Γενικός Γραμματέας απέρριψε την πιο πάνω προσφυγή του Χ. Κ.. Στο σκεπτικό της ανωτέρω αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής κατά λέξη : "...". Συγχρόνως και κατά της τρίτης από τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Νομάρχη Θεσσαλονίκης (...), με την οποία επιβλήθηκε στον Χ. Κ. πρόστιμο ύψους είκοσι εννέα χιλιάδων (29.000) ευρώ, ο τελευταίος άσκησε την από 14-5-2002 προσφυγή ενώπιον του ιδίου Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Αυτός, με την υπ' αριθμ. 25791/5-9-2002 απόφασή του, απέρριψε την εν λόγω προσφυγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη,... Κατά της τελευταίας πιο πάνω απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης (...), με την οποία επεβλήθη το πρόστιμο των 29.000 ευρώ, ο ως άνω πρατηριούχος Χ. Κ., πλην της ανωτέρω προσφυγής ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, υπέβαλε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 2-9-2002 αίτηση αναστολής εκτελέσεως της εν λόγω απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της από 28-5-2002 προσφυγής εναντίον της ίδιας απόφασης του Νομάρχη που άσκησε αυτός ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο, με την μεν 124/2003 απόφαση του, που δημοσιεύθηκε στις 20-3-2002, απέρριψε την αίτηση αναστολής, δεχόμενο ότι ο επικαλούμενος από τον αιτούντα - προσφεύγοντα λόγος ανεπανόρθωτης βλάβης δεν αποδείχθηκε, με την δε 2841/2004 απόφαση του, που δημοσιεύθηκε στις 30-11-2004 , απέρριψε την προσφυγή αυτού ως κατ' ουσία αβάσιμη, δεχόμενο, μεταξύ άλλων, και τα εξής, κατά λέξη: "...". Στη συνέχεια ο ως άνω πρατηριούχος Χ. Κ. υπέβαλε ενώπιον του διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης τις από 23-1-2003 δύο αιτήσεις αναστολής εκτελέσεως των ως άνω υπ' αριθμ. 16/1545/28-2-2002 και 16/750/28-2-2002 αποφάσεων του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, με τις οποίες, όπως προαναφέρθηκε, επιβλήθηκε σ' αυτόν πρόστιμο 20.000 και 10.000 ευρώ αντίστοιχα, οι οποίες (αιτήσεις αναστολής) έγιναν δεκτές με τις, ερήμην του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, εκδοθείσες υπ αριθμ. 200 και 201/2003 αποφάσεις του πιο πάνω δικαστηρίου, αντίστοιχα, και ανεστάλη η εκτέλεση των ανωτέρω αποφάσεων του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, για το λόγο ότι από την άμεση εκτέλεση των εν λόγω αποφάσεων απειλείται υλική βλάβη του αιτούντος. Ακολούθως ο ίδιος (Χ. Κ.) υπέβαλε προς το Νομάρχη Θεσσαλονίκης την από 3-10-2003 αίτηση θεραπείας - ιεραρχική προσφυγή (...), με την οποία ζητούσε την ανάκληση, άλλως την μεταρρύθμιση στο προσήκον μέτρο, των προστίμων, που του επεβλήθησαν με τις επίμαχες αποφάσεις εκείνου (Νομάρχη). Στην αίτηση αυτή θεραπείας - ιεραρχική προσφυγή απήντησε η αρμόδια Διεύθυνση Εμπορίου της Ν.Α. Θεσσαλονίκης, με το υπ' αριθμ. 16/10542/26-1.1-2003 έγγραφό της, .... Στο έγγραφο αυτό, που απευθύνεται προς τον αιτούντα Χ. Κ., αναφέρονται, κατά λέξη, τα εξής: "..., δεν προβλέπεται η άσκηση αίτησης θεραπείας - ιεραρχικής προσφυγής ...". Μετά την ως άνω αρνητική (κατ' ουσίαν απορριπτική) απάντηση της Διεύθυνσης Εμπορίου Ν.Α. Θεσσαλονίκης στην ανωτέρω αίτηση θεραπείας του Χ. Κ. ο βοηθός Νομάρχη Δ. Ψ., αδελφός του κατηγορουμένου, με το 565/3-12-2003 έγγραφό του ζήτησε την επί του θέματος αυτού γνώμη της νομικής υπηρεσίας της Ν.Α. Θεσσαλονίκης. Επί του σχετικού ερωτήματος απήντησε ο νομικός σύμβουλος της Ν. Αυτοδιοίκησης Μ. Ρ. με το υπ' αριθμ. 31124/9-12-2003 έγγραφό του, ... στο οποίο αναφέρονται κατά λέξη τα εξής: "....Στο άρ. 24 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (...) ορίζεται ότι "...". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αίτηση θεραπείας είναι απαράδεκτη, όταν κατά της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης προβλέπεται η άσκηση ειδικής διοικητικής ή ενδικοφανούς προσφυγής. ... Επομένως, η από 3-10-2003 "αίτηση θεραπείας - ιεραρχική, προσφυγή του κ. Χ. Κ. είναι κατ' αρχήν απαράδεκτη, υπό την έννοια ότι η Διοίκηση δεν έχει νομική υποχρέωση να την εξετάσει (...), ... . Σύμφωνα όμως με πάγια αρχή του Διοικητικού Δικαίου, η διοίκηση μπορεί να ανακαλεί τις παράνομες πράξεις της ακόμη και αυτεπαγγέλτως (...). Στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορείτε να ικανοποιήσετε το αίτημα του αιτούντος (δηλ. να ανακαλέσετε ή να μεταρρυθμίσετε τις πράξεις επιβολής προστίμου) εάν κρίνετε ότι οι επίμαχες πράξεις είναι παράνομες ή υπερβολικές ή αναιτιολόγητες κ.λπ. ... Αλλά, ως προς το ερώτημά σας, η απάντησή μας είναι ότι έχετε τη διακριτική ευχέρεια να ανακαλέσετε ή να μεταρρυθμίσετε τις πράξεις επιβολής προστίμου για τις οποίες παραπονείται ο αιτών ...". Το έγγραφο αυτό (γνωμοδότηση) της Νομικής Υπηρεσίας, παρότι ζητήθηκε από το Δ. Ψ. (...), υπηρεσιακά, δεν διαβιβάστηκε στην αρμόδια να αποφανθεί υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (Διεύθυνση Εμπορίου), όπως έπρεπε (...), αλλά παρατύπως βρέθηκε στα χέρια του πρατηριούχου Χ. Κ.. Ο τελευταίος (Κ.) έχοντας στα χέρια του αυτό το έγγραφο (γνωμοδότηση) απευθύνθηκε και πάλι προς τη Διεύθυνση Εμπορίου της Ν. Α. Θεσσαλονίκης. Έτσι, με χειρόγραφο έγγραφό του που δεν έχει ημερομηνία σύνταξης, επικαλούμενος και επισυνάπτοντας σ' αυτό το προαναφερόμενο έγγραφο της νομικής υπηρεσίας της Ν. Α. Θεσσαλονίκης, ισχυρίζεται ότι η απορριπτική απάντηση της Διεύθυνσης Εμπορίου Ν. Α. Θεσσαλονίκης στην προηγηθείσα αίτηση θεραπείας - ιεραρχική προσφυγή του, είναι εσφαλμένη και ζητεί την αναθεώρηση της απαντήσεως αυτής. ... Το ακριβές δε περιεχόμενο αυτού έχει, κατά λέξη, ως εξής: "....". Στο έγγραφο αυτό του Χ. Κ., η Διεύθυνση Εμπορίου Ν. Α. Θεσσαλονίκης, λαμβάνοντας υπόψη και την επισυναφθείσα σ' αυτό από τον αιτούντα Χ. Κ. γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας, απήντησε, με το υπ' αριθμ. 18/270/26-1-2004 έγγραφό της, ... Το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου αυτού έχει ως εξής: "... η αίτηση θεραπείας που υποβάλατε είναι απαράδεκτη ... Οι διοικητικές πράξεις με τις οποίες επεβλήθησαν τα ανωτέρω πρόστιμα είναι νόμιμες και αιτιολογημένες, το δε ύφος των προστίμων είναι το προσήκον σε σχέση με την σοβαρότητα και τη συχνότητα των παραβάσεων. Επομένως δεν υφίσταται περίπτωση οποιασδήποτε νόμιμης και αιτιολογημένης διαφοροποίησης όλων των παραπάνω αποφάσεων από την υπηρεσία μας". Με το έγγραφο αυτό η Ν.Α. Θεσσαλονίκης, της οποίας προΐστατο τότε ο κατηγορούμενος, έδωσε, δια της αρμόδιας υπηρεσίας της (Διεύθυνσης Εμπορίου), οριστική αρνητική απάντηση στον αιτούντα Χ. Κ., αιτιολογώντας πλήρως την άποψή της, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη και μνημονεύοντας την προαναφερθείσα, γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας αυτής (Ν. Αυτοδιοίκησης). Μετά την οριστική αυτή απόρριψη της από 3-10-2003 (...) αίτησης θεραπείας - ιεραρχικής προσφυγής του Χ. Κ.... ο προσφεύγων Χ. Κ. αδράνησε για μεγάλο χρονικό διάστημα (δεν αποδείχθηκε κάποια σχετική ενέργεια αυτού επί ένα έτος τουλάχιστον). Και μόνο λίγες ημέρες μετά την έκδοση της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 2841/2004 οριστικής απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύθηκε στις 30-11-2004 και απέρριψε την προσφυγή αυτού (Χ. Κ.) κατά της επίμαχης υπ' αριθμ. 16/1544/28-2-2002 απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, αυτός, άγνωστο ποια ακριβώς ημερομηνία, αλλά πάντως πριν την 11-1-2005, που ο κατηγορούμενος εξέδωσε την επίμαχη υπ' αριθμ. 16-168/11-1-2005 απόφασή του, υπέβαλε εκ νέου απευθείας στον κατηγορούμενο Νομάρχη, φωτοτυπημένο αντίγραφο του προαναφερθέντος, χειρογράφου εγγράφου του, με το οποίο ζητούσε αναθεώρηση της προηγηθείσας (16/10542/26-11-2003) απορριπτικής αποφάσεως της διεύθυνσης Εμπορίου της Ν.Α. Θεσσαλονίκης. ... Στο φωτοτυπημένο αυτό αντίγραφο του χειρογράφου εγγράφου του Χ. Κ., που ... έφθασε στα χέρια του κατηγορουμένου Νομάρχη Θεσσαλονίκης, αυτός, με την παραπάνω ιδιότητά του, σημείωσε χειρόγραφα και συνοπτικά και υπέγραψε απόφασή του, χωρίς ημερομηνία σύνταξης αυτής, αναφέροντας κατά λέξη τα εξής: "Δεκτό το αίτημα. Να συνταχθεί από τη Διεύθυνση Εμπορίου απόφαση μείωσης των προστίμων Ν. 1401/33. Ο Νομάρχης Π. Ψ.". Με βάση δε αυτή τη συνοπτική ... απόφαση συντάχθηκε ακολούθως και υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο η υπ' αριθμ. 16-168/11-1-2005 απόφασή του ... . Με τα ανωτέρω δεδομένα, ο κατηγορούμενος Π. Ψ., ... με σκοπό να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος στον ανωτέρω πρατηριούχο Χ. Κ., ... εξέδωσε, ... Έτσι, ενώ, με βάση 1) τις προαναφερθείσες διατάξεις που καθορίζουν τα όρια των προστίμων στην περίπτωση νόθευσης καυσίμων και 2) τις συνθήκες τέλεσης αυτής της παράβασης από τον πρατηριούχο Χ. Κ. (κραταιά εμμονή αυτού στην επανειλημμένη τέλεση της ίδιας σοβαρής παράβασης της νόθευσης καυσίμων, που έφθασε μέχρι και 40% σε μία περίπτωση, με περιφρόνηση εκ μέρους του των κανόνων της έννομης τάξης και των αποφάσεων των αρμοδίων οργάνων αυτής) ήταν επιτακτικό όπως το ύψος του σχετικού προστίμου, που έπρεπε να επιβληθεί σ' αυτόν από τον αρμόδιο Νομάρχη να κινηθεί στο προβλεπόμενο ανώτατο ή έστω κοντά στο ανώτατο όριο αυτού των 29.347,03 ευρώ, για την πρώτη παράβαση και μετά το διπλασιασμό του, σ' αυτό των 58.694,08 ευρώ, λόγω υποτροπής, για τις λοιπές παραβάσεις, εν τούτοις, ο κατηγορούμενος, χωρίς κανένα αντικειμενικό κριτήριο και χωρίς κανένα μέτρο, (όπως το είδος και το μέγεθος της νόθευσης, το ύψος του αρχικού προστίμου, την τέλεση παράβασης σε δεύτερη, τρίτη και τέταρτη υποτροπή κ.λπ.), με μόνο προφανή σκοπό το όφελος του παραβάτη Χ. Κ., όχι μόνο δεν έκρινε ότι τα πρόστιμα αυτά δεν ήταν υπερβολικά, όπως πράγματι δεν ήταν, ενόψει της βαρύτητας της παράβασης και της καθ' υποτροπήν τέλεσης αυτής, ώστε η επιβολή αυτών (προστίμων) να λειτουργήσει αποτρεπτικά και να αποφευχθεί η επανάληψη της ίδιας σοβαρής παράβασης, αλλά αντιθέτως, χωρίς καμία αιτιολογία ότι τα πρόστιμα είναι υπερβολικά, για ποιο λόγο και ως προς ποίο ποσό, σχεδόν εκμηδένισε αυτά (πρόστιμα) περιορίζοντας όλα ανεξαιρέτως, στο ασήμαντο ποσό των 1000 ευρώ, αν ληφθούν υπόψη τα ανωτέρω αναφερθέντα όρια των προβλεπόμενων προστίμων. Με βάση τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά ..., το δικαστήριο κρίνει, ότι ο κατηγορούμενος Π. Ψ., ... έκανε αναμφίβολα κακή χρήση της διακριτικής του εξουσίας και συγκεκριμένα υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, τα οποία, στην συγκεκριμένη περίπτωση επέβαλαν οι αρχές του δημοσίου συμφέροντος (προστασία των καταναλωτών και του Ελληνικού Δημοσίου), της χρηστής διοίκησης, της καλής πίστης, της αμεροληψίας της διοίκησης, της ισότητας και της εξυπηρέτησης του σκοπού του νόμου, που εν προκειμένω είναι η αποτροπή τέλεσης ομοίων παραβάσεων (νόθευσης καυσίμων) και ο οποίος (σκοπός του νόμου) όχι μόνο δεν εξυπηρετήθηκε με την επίμαχη απόφαση του κατηγορουμένου Νομάρχη, αλλά σαφώς εξουδετερώθηκε, αφού το ελάχιστο ύψος του επιβληθέντος απ' αυτόν προστίμου των 1.000 ευρώ δεν μπορούσε, προφανώς, να λειτουργήσει αποτρεπτικά σε έναν πρατηριούχο καυσίμων, ο οποίος, διαθέτοντας στην αγορά νοθευμένα καύσιμα, κέρδιζε πολύ περισσότερα (από καταβολή μειωμένων δασμών κ.λπ.) από όσα υποχρεούνταν να καταβάλει με την επιβολή προστίμων αυτού του ύψους (1000 ευρώ). Τα ακραία δε όρια της διακριτικής ευχέρειας του Νομάρχη στην προκειμένη περίπτωση ήταν αυτά που είχε εξαντλήσει ο προκάτοχός του με την επιβολή των επίμαχων προστίμων. ... H κρίση του δικαστηρίου ότι ... Οι υπόλοιποι μάρτυρες ... υποστηρίζουν ότι ο κατηγορούμενος Νομάρχης δεν παρέβη το καθήκον του, αλλά, ενεργώντας σε ανθρωπιστικά πλαίσια, λόγω της ασθένειας και της κακής οικονομικής κατάστασης του πρατηριούχου, καλώς έκρινε υπερβολικά τα αρχικά πρόστιμα και τα μείωσε στο προσήκον για τις περιστάσεις μέτρο, καθορίζοντας αυτό στο ποσό των χιλίων (1000) ευρώ, για κάθε μία παράβαση. Η άποψη αυτή των μαρτύρων δεν είναι καθόλου πειστική γιατί έρχεται σε πλήρη αντίθεση με όλα τα προαναφερθέντα αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία, όπως είναι οι σαφείς και τεκμηριωμένες ένορκες καταθέσεις των ανωτέρω δύο μαρτύρων (Τ. και Μ.) που έχουν ιδία αντίληψη των όσων καταθέτουν, καθώς (και κυρίως) η σωρεία των αναγνωσθέντων δημοσίων εγγράφων από το περιεχόμενο των οποίων, όπως αναλυτικά εκτέθηκε παραπάνω, προκύπτουν τα εντελώς αντίθετα απ' αυτά που καταθέτουν οι εν λόγω οκτώ μάρτυρες (...), ότι δηλαδή, ενόψει των ειδικών επιβαρυντικών για τον έμπορο καυσίμων περιστάσεων, ούτε τα αρχικά πρόστιμα ήταν υπερβολικά, ούτε η μείωση αυτών από τον κατηγορούμενο Νομάρχη στο ποσό των 1000 ευρώ ήταν δικαιολογημένη, αλλά ότι, αντίθετα, αυτή έγινε καθ' υπέρβαση της διακριτικής του ευχέρειας και με σκοπό να ωφεληθεί ο καθ' υποτροπή παραβάτης πρατηριούχος Χ. Κ., του οποίου όλες οι μέχρι τότε προσφυγές στη Διοίκηση (Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας) και στα Διοικητικά Δικαστήρια είχαν απορριφθεί, ... 1) Πρώτος αυτοτελής ισχυρισμός: ... Ο ισχυρισμός αυτός ... είναι απορριπτέος ως κατ' ουσία αβάσιμος για τους εξής λόγους: α) Το ότι αυτός (κατηγορούμενος) στο αρχικό στάδιο της υποβολής της αιτήσεως του παραβάτη φορολογούμενου πρατηριούχου δεν ασχολήθηκε ο ίδιος με το αίτημά του, αλλά το επεξεργάσθηκαν άλλοι υπηρεσιακοί παράγοντες και ο ίδιος ασχολήθηκε αργότερα, οπότε και ενημερώθηκε για την υπόθεση, δεν αποδεικνύει έλλειψη δόλου αυτού να ωφελήσει τον παραβάτη πρατηριούχο. Αντιθέτως μαρτυρεί το ακριβώς αντίθετο. Το ότι δηλαδή όταν οι άλλοι υπηρεσιακοί παράγοντες, που ήταν αρμόδιοι για εξέταση της αιτήσεως θεραπείας του παραβάτη, δηλαδή η αρμόδια Διεύθυνση Εμπορίου της Ν. Α. Θεσσαλονίκης και ο Γενικός γραμματέας της περιφέρειας Μακεδονίας απέρριψαν με πλήρεις αιτιολογίες και μάλιστα κατ' επανάληψη το αίτημα του πρατηριούχου παραβάτη, αυτός (κατηγορούμενος), με σκοπό ακριβώς να τον ωφελήσει, επελήφθη εκ νέου, ως μη όφειλε, της υποθέσεως, με πρόθεση να αποτρέψει τις πιο πάνω απορριπτικές του αιτήματος του πρατηριούχου νόμιμες και αιτιολογημένες αποφάσεις των αρμοδίων υπηρεσιών και να μειώσει με τον τρόπο που αναφέρθηκε παραπάνω και θα εκτεθεί και παρακάτω τα πρόστιμα που επεβλήθησαν σ' αυτόν και να τον ωφελήσει έτσι παράνομα με τον τρόπο αυτό. β) Ότι αυτός ενήργησε χωρίς δόλο, αλλά ανθρώπινα, και μόνο από ανάγκη να αποτρέψει μία εξοντωτική και ανεπιεική κατάσταση για τον φορολογούμενο, αφού έλαβε υπόψη του την κακή οικονομική κατάσταση και τον κίνδυνο διακοπής της επιχείρησης του Χ. Κ., που του ήταν άγνωστος και την επισφαλή υγεία του τελευταίου, με αλλεπάλληλες νοσηλείες σε νοσηλευτικά ιδρύματα της Θεσσαλονίκης. Κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι ακόμη και αληθινός να είναι ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου, ως προς την οικονομική κατάσταση και την υγεία του πρατηριούχου Χ. Κ., αυτό δεν δικαιολογεί την εκ μέρους του εκμηδένιση των προστίμων, αφού από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται ότι ένας έμπορος καυσίμων μπορεί να αισχροκερδεί εις βάρος του Δημοσίου και του καταναλωτικού κοινού ατιμωρητί, επειδή έχει κλονισμένη υγεία ή κακή οικονομική κατάσταση, τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος έμπορος, παρά την κλονισμένη υγεία του, εξακολουθεί να εμπορεύεται και να πωλεί τα νοθευμένα καύσιμα παρά την πρώτη διαπίστωση της νόθευσης αυτών και την επιβολή προστίμου και να συνεχίζει απτόητος την επανειλημμένη νόθευση των καυσίμων. Ούτε η κακή οικονομική κατάσταση μίας επιχείρησης σημαίνει ότι αυτή απαλλάσσεται από τα πρόστιμα που επεβλήθησαν σ' αυτήν κατά το χρόνο της λειτουργίας της. Για την κλονισμένη υγεία του Χ. Κ. ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε και προσκόμισε βεβαιώσεις και εξιτήρια της Κλινικής "Άγιος Λουκάς" και "Γενικής Κλινικής" από τα οποία προκύπτει ότι αυτός έπασχε από ρήξη ανευρύσματος κοιλιακής αορτής και περιτονίτιδα από ρήξη εκκολπώματος του σιγμοειδούς και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση (τοποθέτηση μοσχεύματος), σε σιγμοειδή παρά φύσιν έδρα και σε χειρουργική επέμβαση (κολεκτομή - χαμηλή πρόσθια τελικοτελική αναστόμωση - σύγκλιση κολοστομίας) και νοσηλεύθηκε στην Γενική Κλινική Θεσσαλονίκης από 25-2-2000 έως 3-3-2000, στην κλινική "Άγιος Λουκάς" από 3-5-2001 έως 9-5-2001, από 9-7-2002 έως 22-7-2002, από 31-7-2002 μέχρι 9-8-2002 και από 13-1-2003 μέχρι 23-1-2003, δηλαδή σε χρονικά διαστήματα 2-5 χρόνια πριν από το χρόνο έκδοσης της επίμαχης απόφασης του κατηγορουμένου (11-1-2005). Η κατάσταση αυτή της υγείας του Χ. Κ., όπως προαναφέρθηκε, όπως και να ήταν δεν μπορούσε να οδηγήσει τον κατηγορούμενο στην χαριστική απόφαση ελαχιστοποίησης των προστίμων, αν δεν υπήρχε άλλο κίνητρο, όπως ήταν, η, κατά τα ανωτέρω αναλυτικώς εκτεθέντα, πρόθεση του κατηγορουμένου να ωφελήσει τον Χ. Κ.. Το ότι η κακή οικονομική κατάσταση της επιχείρησης του Χ. Κ. και η κλονισμένη υγεία αυτού δεν ήταν τα κίνητρα για την ελαχιστοποίηση των προστίμων εκ μέρους του κατηγορουμένου, όπως με την απολογία του ισχυρίζεται ο τελευταίος, προκύπτει αναμφίβολα και από το γεγονός ότι στην επίμαχη απόφαση μείωσης των προστίμων ο κατηγορούμενος δεν αναφέρει ούτε μία λέξη για ύπαρξη τέτοιων λόγων και μόνο μετά την άσκηση της εναντίον του ποινικής δίωξης και κατά τις απολογίες του προβάλλει για πρώτη φορά τη συνδρομή αυτών των λόγων. Είναι φανερό πως αν αυτοί ήταν πράγματι οι λόγοι που τον οδήγησαν να ανατρέψει πέντε (5) αποφάσεις του προκατόχου του Νομάρχη, τρία περίπου χρόνια μετά την έκδοσή τους και παρά τις αντίθετες εισηγήσεις και αποφάσεις της αρμόδιας υπηρεσίας (Διεύθυνσης Εμπορίου), της Νομικής υπηρεσίας, του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αυτός (κατηγορούμενος) θα είχε τη στοιχειώδη πρόνοια να περιλάβει, έστω και με απλή μνεία, στην απόφασή του τους παραπάνω ανθρωπιστικούς λόγους, τους οποίους επικαλείται μόνο εκ των υστέρων με τις απολογίες του. γ) Ο επί μέρους ισχυρισμός του ότι αυτός (κατηγορούμενος) προέβη στη μείωση των ενδίκων προστίμων εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας που του παρείχε ο νόμος, αφού το πρόστιμο που επέβαλε ήταν περίπου επταπλάσιο του κατωτέρω και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να είχε δόλο παραβίασης των καθηκόντων του, δεν αποδεικνύεται βάσιμος στην ουσία του ως προς μεν το πρώτο σκέλος του (ότι ενήργησε εντός των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας) για τους λόγους που αναφέρθηκαν σε προηγούμενη σχετική με την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος σκέψη, ως προς δε το δεύτερο σκέλος του (επιβολή επταπλάσιου του κατώτερου) για τον εξής λόγο: Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου, ακόμη και αληθής να ήταν, το ποσό των χιλίων (1000) ευρώ, στο οποίο περιόρισε ο κατηγορούμενος τα αρχικά πρόστιμα, εξακολουθεί να συνιστά εκμηδένιση σχεδόν του αρχικού προστίμου, αν ληφθούν υπόψη το ανώτατο προβλεπόμενο όριο και οι προεκτεθείσες ειδικές συνθήκες καθ' υποτροπή τέλεσης των παραβάσεων από τον πρατηριούχο Χ. Κ.. Όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι καν βάσιμος, αφού ενώ ο κατηγορούμενος γνωρίζει το κατά νόμο ελάχιστο όριο του προστίμου κατά τον κρίσιμο χρόνο, που σε περίπτωση υποτροπής διπλασιάζεται, αναφέρει στην απολογία του ότι τα πρόστιμα που επέβαλε αυτός, μετά τη μείωση των αρχικών, ήταν επτά (7) φορές μεγαλύτερα από το ελάχιστο όριο, ενώ το αληθές είναι ότι, εκτός από την πρώτη παράβαση (8-3-2000), σε όλες τις άλλες παραβάσεις το πρόστιμο που επέβαλε αυτός (1000 ευρώ), μειώνοντας τα αρχικά επιβληθέντα (20.000, 29.000, 10.000 και. 10.000 ευρώ) ήταν μόλις τρεισήμισι φορές μεγαλύτερο από το ελάχιστο που, διπλασιαζόμενο λόγω της υποτροπής, ανερχόταν σε 293,48ευρώ (148,74 Χ 2 = 293,48), ενώ αυτός (κατηγορούμενος) αποφεύγει να αναφέρει ότι τα επιβληθέντα από τον ίδιο πρόστιμα των χιλίων (1000) ευρώ ήταν πενήντα οκτώ (58) φορές μικρότερα από το προβλεπόμενο ανώτατο όριο (58.694 ευρώ), που μπορούσε και έπρεπε ο Νομάρχης να επιβάλει, λόγω της καθ' υποτροπή τέλεσης της παράβασης επί τέσσερις μάλιστα συνεχόμενες φορές. δ) Ο τελευταίος λόγος του κατηγορουμένου περί ελλείψεως δόλου (πρόθεσή του ήταν η αποτροπή της ολοσχερούς ματαίωσης της πληρωμής του προστίμου) είναι αβάσιμος, για τους εξής λόγους: αα) γιατί το ότι τα πρόστιμα που βεβαιώθηκαν το 2002 δεν εισπράχθηκαν μέχρι το 2005 δεν σήμαινε ότι αυτά δεν επρόκειτο να εισπραχθούν, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, αφού στο διάστημα αυτό συνεχιζόταν οι δίκες ενώπιον των διοικητικών οργάνων και δικαστηρίων, στα οποία είχε προσφύγει ο πρατηριούχος Χ. Κ., ζητώντας ακόμη και αναστολή εκτέλεσης των αποφάσεων του Νομάρχη περί επιβολής των προστίμων. Τίποτε δεν απέκλειε την είσπραξη των προστίμων μετά την έκδοση των οριστικών αποφάσεων του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, τις οποίες όμως αποφάσεις, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, δεν ανέμενε, όπως όφειλε να κάνει, αλλά αντίθετα τις αχρήστευσε με την απαράδεκτη μείωση των προστίμων και ββ) Με την επίμαχη μείωση των προστίμων, που ισοδυναμούσε με εκμηδενισμό τους, αφού ο παραβάτης Χ. Κ. αντί 89.000 ευρώ καλείτο να πληρώσει μόνο 5.000 ευρώ, ο κατηγορούμενος δεν φρόντισε για την είσπραξη των προστίμων, όπως ισχυρίζεται, αλλά κατ' ουσία για τη διαγραφή τους γιατί η μείωση ενός προστίμου από 89.000 ευρώ σε 5.000 ευρώ δεν διαφέρει και πολύ από την κατά 100% διαγραφή του. Τέλος το ότι ο κατηγορούμενος σε άλλη περίπτωση επέβαλε, ως νομάρχης, στον ίδιο πρατηριούχο πρόστιμο ύψους 9.000 ευρώ, το οποίο μάλιστα όπως ο ίδιος ο κατηγορούμενος αναφέρει, μεταρρύθμισε αυτός, δεν αποτελεί ένδειξη ότι δεν είχε δόλο στην δικαζόμενη υπόθεση, αφού ως εκ της ανωτέρω ιδιότητάς του (ως Νομάρχη), είχε υποχρέωση να επιβάλει πρόστιμα σε παραβάτες. Είναι μάλιστα άγνωστο αν το παραπάνω πρόστιμο που επέβαλε ο κατηγορούμενος στον παραβάτη για την άλλη υπόθεση ήταν το ελάχιστο του προβλεπόμενου, αφού δεν εκθέτει ο ίδιος ποιο ήταν το ελάχιστο και ποιο το μέγιστο που προβλεπόταν στην περίπτωση εκείνη και ποια ήταν η παράβαση για την οποία επέβαλε αυτό το πρόστιμο των 9.000 ευρώ και ποιο το οριστικό ποσό του προστίμου μετά την μεταρρύθμιση που επικαλείται ο ίδιος. Περαιτέρω ο δόλος του κατηγορουμένου, τον οποίο αρνείται με τον κρινόμενο ισχυρισμό του, που περιέχει (ο δόλος) τη θέληση της παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας, καθώς και ο σκοπός του να προσπορίσει στον Χ. Κ. το πιο πάνω περιουσιακό όφελος, προκύπτουν από τα προαναφερόμενα στις ανωτέρω σκέψεις I και ΙΙ περιστατικά. Συγκεκριμένα: 1) Από το ότι ο κατηγορούμενος, Νομάρχης προΐστατο όλων των υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, μεταξύ των οποίων και η Διεύθυνση Εμπορίου, πριν οπό το χρόνο λήψης της επίδικης αποφάσεώς του (16/168/11-1-2005) γνώριζε καλά ότι ο πρατηριούχος καυσίμων Χ. Κ. τέλεσε κατ' επανάληψη σοβαρές αγορανομικές και ποινικές παραβάσεις νόθευσης καυσίμων και ότι όλοι ανεξαιρέτως οι δειγματοληπτικοί έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν νομότυπα στα πρατήρια του, διαπίστωσαν σοβαρές νοθεύσεις καυσίμων, για τις οποίες του επιβάλλονταν πρόστιμα, που όμως δεν τον απέτρεπαν από την τέλεση νέων παραβάσεων. 2) Γνώριζε τις σχετικές διατάξεις (άρθρ. 57 α του Ν.Δ. 136/1948 κ.λπ.) και το ύψος του προστίμου που προέβλεπαν αυτές, καθώς και ότι το ύφος των ως άνω προστίμων που επεβλήθησαν από τον προκάτοχό του Νομάρχη Θεσσαλονίκης απείχε πολύ από τα ανώτατα όρια, παρά την κατ' εξακολούθηση παραβατική συμπεριφορά του πρατηριούχου Χ. Κ.. 3) Γνώριζε ότι ο εν λόγω πρατηριούχος είχε ήδη ασκήσει προσφυγές κατά των αποφάσεων του Νομάρχη που του επέβαλαν τα σχετικά πρόστιμα τόσο ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, όσο και ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και παρά ταύτα δεν ανέμενε, όπως όφειλε να κάνει από υπηρεσιακό καθήκον, να αποφανθούν τα κατά νόμον αρμόδια όργανα του Κράτους, στα οποία προσέφυγε ο παραβάτης έμπορος καυσίμων, αλλά έσπευσε, με τον προαναφερόμενο τρόπο, να ελαχιστοποιήσει τα πρόστιμα και να καταστήσει έτσι άνευ αντικειμένου τις εκκρεμείς αυτές προσφυγές και τις επ' αυτών δίκες. 4) Γνώριζε, πολύ πριν λάβει την χαριστική για τον παραβάτη πρατηριούχο απόφασή του (11-1-005), ότι είχαν εκδοθεί οι προαναφερθείσες δύο αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας (25789/28-8-2002 και 25792/5-9-2002) με τις οποίες είχαν απορριφθεί ως αβάσιμες ισάριθμες προσφυγές του Χ. Κ. κατά των αναφερομένων σ' αυτές αποφάσεων του Νομάρχη Θεσσαλονίκης. Παρότι δε οι αποφάσεις αυτές έκριναν επί της ουσίας και με πλήρεις αιτιολογίες απέρριψαν τις προσφυγές, ο κατηγορούμενος τις αγνόησε και ουσιαστικά τις αχρήστευσε με την ως άνω επίμαχη απόφαση του. Ο σκοπός του κατηγορουμένου να ωφελήσει τον παραβάτη πρατηριούχο Χ. Κ. γίνεται φανερός και από αυτό το γεγονός, το ότι δηλαδή αυτός αγνόησε τις ανωτέρω δυο αποφάσεις που προέρχονταν μάλιστα από την προϊσταμένη του Αρχή (Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας), στην οποία, κατά νόμο (άρθρο 69 του Κώδικα Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης) υπόκεινται, ύστερα από προσφυγή, όλες οι εκτελεστές αποφάσεις του ιδίου (Νομάρχη Θεσσαλονίκης), πράγμα που οπωσδήποτε, ως εκ της ιδιότητάς του, γνώριζε αυτός. 5) Γνώριζε ότι η από 3-10-2003 αίτηση θεραπείας - ιεραρχική προσφυγή του ιδίου πρατηριούχου Χ. Κ. εναντίον και των πέντε (5) ως άνω αποφάσεων του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, είχε ήδη απορριφθεί στις 26-11-2003 με την 16/10542/26-11-2003 απόφαση της Διεύθυνσης Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης. Έτσι δύο χρόνια μετά την απόρριψη της εν λόγω αίτησης θεραπείας - ιεραρχικής προσφυγής του Χ. Κ. από την αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, που ο κατηγορούμενος προΐστατο, ο τελευταίος, χωρίς ποτέ αυτός αλλά και όλοι οι προκάτοχοί του Νομάρχες, να αμφισβητήσουν την επί των θεμάτων αυτών (νόθευσης καυσίμων) αρμοδιότητα της οικείας Διεύθυνσης Εμπορίου, χωρίς καν να κάνει μνεία της απορριπτικής αυτής αποφάσεως, έκρινε με τον ως άνω παράτυπο τρόπο, εκ νέου την ίδια αίτηση θεραπείας και κατά παραδοχή της, περιόρισε τα πρόστιμα στο σχεδόν μηδαμινό ποσό των 1000 ευρώ, σύμφωνα, με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω. 6) Γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι η ίδια πιο πάνω αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (Διεύθυνση Εμπορίου) απέρριψε το νέο αίτημα του Χ. Κ. γα αναθεώρηση της ως άνω προηγηθείσης απορριπτικής αποφάσεως, αίτημα το οποίο αυτός (κατηγορούμενος), σε αντίθεση με όλες τις παραπάνω αποφάσεις, έκανε δεκτό με την επίμαχη απόφαση του και μάλιστα ένα χρόνο μετά την τελευταία ως άνω απόρριψη του εν λόγω αιτήματος και 7) Γνώριζε επίσης ο κατηγορούμενος ότι ύστερα από ερώτημα του βοηθού Νομάρχη Δ. Ψ., που είναι αδελφός του, η Νομική Υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, της οποίας αυτός προΐστατο, γνωμοδότησε με την 31124/9-12-2003 γνωμοδότηση της ότι η αίτηση θεραπείας - ιεραρχική προσφυγή του Χ. Κ. ήταν κατ' αρχήν απαράδεκτη, λόγω ασκήσεως των προσφυγών και ότι ο κατηγορούμενος Νομάρχης μπορούσε να ανακαλέσει ή μεταρρυθμίσει τις σχετικές αποφάσεις του προκατόχου του μόνο αν αυτές ήταν παράνομες ή αναιτιολόγητες ή υπερβολικές, προϋποθέσεις που εμφανώς δεν συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση και ούτε ο ίδιος (κατηγορούμενος) με την επίδικη απόφασή του δέχθηκε ότι συντρέχουν αυτές. Το ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε τα παραπάνω περιστατικά κατά το χρόνο που εξέδωσε την επίμαχη απόφασή του (11-1-2005) είναι αυτονόητο και προκύπτει από το γεγονός ότι αυτός για να εκδώσει την επίμαχη απόφαση του είχε οπωσδήποτε υπόψη του κάποια στοιχεία (που μνημονεύει και στην απόφαση) όπως: α) τις πέντε αποφάσεις του προκατόχου του Νομάρχη Θεσσαλονίκης με τις αναλυτικά αναφερόμενες σ' αυτές παραβάσεις και τα επιβληθέντα πρόστιμα, β) τα όρια του ύψους του προβλεπόμενου για κάθε παράβαση προστίμου με βάση τις σχετικές διατάξεις του Ν .Δ. 138/1948, τις οποίες ρητά αναφέρει στην απόφαση του, γ) την υπ' αριθμ. 31124/2003 γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας της Ν. Α. Θεσσαλονίκης, την οποία, ρητά επίσης αναφέρει στην απόφασή του, δ) την άσκηση των προσφυγών και της αίτησης θεραπείας και τις απορρίψεις αυτών, από τα αρμόδια όργανα, τις οποίες πληροφορήθηκε τόσο από το σχετικό φάκελο της υπόθεσης και την αλληλογραφία των αρμοδίων υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, όσο και από το συνεργάτη του Αντινομάρχη τότε Γ. Τ. ο οποίος, όπως και ο ίδιος (κατηγορούμενος) δέχεται τον ενημέρωνε και για όλα τα ζητήματα της υπόθεσης αυτής, αφού όπως ο ίδιος αυτός μάρτυρας (Τ.), αλλά και ο μάρτυρας Η. Τ., αναφέρουν στις ένορκες ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού καταθέσεις τους ο πρατηριούχος Χ. Κ. απευθύνονταν για την συγκεκριμένη υπόθεση κυρίως στον εν λόγω Αντινομάρχη Γ. Τ. και εκείνος ενημέρωνε το Διευθυντή της Διεύθυνσης Εμπορίου Η. Τ. και τον Νομάρχη, τον οποίο είναι βέβαιο ότι επισκέφθηκε και ενημέρωσε και ο ίδιος ο πρατηριούχος, άλλοτε μόνος και άλλοτε μαζί με τον ανωτέρω Αντινομάρχη. 2) Δεύτερος αυτοτελής ισχυρισμός: ... Ο ισχυρισμός αυτός ... δεν είναι κατ' ουσία βάσιμος για τους εξής λόγους: α) από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο Αντινομάρχης Γ. Τ. έκανε γραπτή εισήγηση προς τον κατηγορούμενο με την οποία εισηγούνταν τον τρόπο αντιμετώπισης της υπόθεσης, τον οποίο και ακολούθησε ο τελευταίος. Ούτε ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν επικαλείται ότι υπήρξε τέτοια γραπτή εισήγηση, η οποία αν πράγματι γινόταν, έπρεπε να ήταν πλήρως αιτιολογημένη, ενόψει του ότι η Διοίκηση (εν προκειμένω ο κατηγορούμενος Νομάρχης) μεταρρύθμισε δραστικά προγενέστερες δικές της διοικητικές πράξεις (αποφάσεις του προηγούμενου Νομάρχη) τρία περίπου χρόνια μετά την έκδοσή τους και αφού οι εναντίον τους προσφυγές είχαν απορριφθεί, είτε από προϊσταμένη Αρχή (Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας) είτε από Διοικητικά Δικαστήρια. Ανεξάρτητα, όμως, απ' αυτά, ακόμη και αν υπήρχε τέτοια εισήγηση (ο ίδιος ο κατηγορούμενος δέχεται ότι τον ενημέρωσε προφορικά ο Αντινομάρχης) ο κατηγορούμενος Νομάρχης, εν γνώσει όλων των ανωτέρω αναφερθέντων περιστατικών που ετέθησαν υπόψη του, όφειλε να μη την ακολουθήσει (την εισήγηση), αν ήθελε η απόφασή του να είναι δίκαιη, αντικειμενική, αμερόληπτη και στα πλαίσια της χρηστής διοίκησης. Είναι φανερό ότι την άγραφη αυτή εισήγηση την επικαλείται για να δικαιολογήσει την μεροληπτική υπέρ του Χ. Κ. απόφαση του, τον οποίο ήθελε, οπωσδήποτε να ωφελήσει. Άλλωστε, αρμόδια κατά νόμο υπηρεσία για να κάνει εισήγηση για το ζήτημα αυτό (νόθευση καυσίμων) προς το Νομάρχη αλλά και προς τον Αντινομάρχη ήταν η Διεύθυνση Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, η οποία, όμως, όπως προαναφέρθηκε, ήδη πριν από αρκετό καιρό είχε ρητά και αιτιολογημένα διατυπώσει την αρνητική για την αίτηση θεραπείας του πρατηριούχου Χ. Κ. γνώμη της με δύο αποφάσεις της, τις οποίες αυτός αχρήστευσε αναιτιολόγητα, β) ο κατηγορούμενος, παρότι επικαλείται την ως άνω 31124/9-12-2003 γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, η οποία, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, νομιμοποιεί την απόφαση του, στην πραγματικότητα αυτός δεν συμμορφώθηκε μ' αυτήν. Συγκεκριμένα: αα) ενώ η γνωμοδότηση αυτή με το πρώτο (κύριο) μέρος της ρητά και κατηγορηματικά αναφέρει ότι η σχετική αίτηση θεραπείας - ιεραρχική προσφυγή του Χ. Κ. "είναι κατ' αρχήν απαράδεκτη και η Διοίκηση δεν υποχρεούται να την εξετάσει", ο κατηγορούμενος δεν ακολούθησε την ανενδοίαστη και ασφαλή αυτή εκδοχή, όπως όφειλε να κάνει στα πλαίσια της χρηστής Διοίκησης, της καλής πίστης και της αμερόληπτης εξουσίας και να απορρίψει την αίτηση θεραπείας ως απαράδεκτη. Αλλά ούτε και την δεύτερη εκδοχή της γνωμοδότησης, τη δυνατότητα, δηλαδή, της αυτεπάγγελτης ανάκλησης ή μεταρρύθμισης οποιασδήποτε Διοικητικής πράξης (εν προκειμένω των αποφάσεων του Νομάρχη), σε περίπτωση μόνο παράνομης, αναιτιολόγητης ή υπερβολικής πράξης, εφάρμοσε ο κατηγορούμενος, αφού ενώ δεν συνέτρεχε καμία από τις παραπάνω περιπτώσεις, ούτε και ο ίδιος δέχεται με την απόφαση του συνδρομή τέτοιας περιπτώσεως με αναφορά συγκεκριμένων περιστατικών, περιόρισε τα πρόστιμα στα ποσά που προαναφέρθηκαν. Στην πραγματικότητα, όπως αναλυτικά αναφέρθηκε παραπάνω, τα πρόστιμα δεν ήταν καθόλου υπερβολικά (μάλλον ήταν υπερβολικά χαμηλά ενόψει των προεκτεθεισών συνθηκών τελέσεως των παραβάσεων) και ίσως γι' αυτό ο κατηγορούμενος, για να μη γίνει αντιληπτή η πρόθεσή του να ωφελήσει παράνομα τον παραβάτη πρατηριούχο, στην επίμαχη απόφασή του δεν περιέχει καμία αιτιολογία ως προς το ποσό και το υπερβολικό του ύψους των προστίμων πλην της φράσεως "είναι υπερβολικά" και ως προς το μέγεθος της μειώσεως με βάση κάποια κριτήρια που έπρεπε να λάβει, αλλά δεν έλαβε υπόψη του. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην απόφασή του ο κατηγορούμενος δεν αναφέρει καν το ύψος του αρχικού προστίμου, αλλά μόνο τον αριθμό της σχετικής απόφασης του Νομάρχη και το ποσό του προστίμου που επιβάλει αυτός (κατηγορούμενος), με αποτέλεσμα να μη μπορεί να γίνει σύγκριση των δύο προστίμων (αρχικού και περιορισμένου), ώστε να υπολογιστεί το ποσοστό της μείωσης σε κάθε περίπτωση και να διαπιστωθεί ότι, παρόλο που τα αρχικά πρόστιμα ήταν διαφορετικού ύψους (από 10.000 έως 29.000 ευρώ) και οι παραβάσεις διαφορετικές, η μείωση όλων των προστίμων έγινε στο ίδιο (ελάχιστο) ποσό των χιλίων (1000) ευρώ, πράγμα που φανερώνει ότι ο κατηγορούμενος ήταν αποφασισμένος να μειώσει στο ελάχιστο δυνατό τα πρόστιμα για τον προφανή σκοπό να ωφελήσει τον παραβάτη έμπορο καυσίμων Χ. Κ. και όχι γιατί αυτά ήταν υπερβολικά, γιατί δεν είναι λογικό και δεν μπορεί να το υποστηρίξει κανείς πειστικά και άδολα ότι δύο πρόστιμα με το ίδιο ελάχιστο και ανώτατο προβλεπόμενο εκ του νόμου όριο, ύψους το ένα 10.000 ευρώ (τέταρτη και πέμπτη παραβάσεις) και το άλλο 29.000 ευρώ (τρίτη παράβαση) και με την αύτη αγορανομική παράβαση (νόθευση καυσίμων) να είναι υπερβολικά το μεν πρώτο κατά 9.000 ευρώ (10.000 - 1000 = 9.000) το δε δεύτερο κατά 28.000 ευρώ (29.000 - 1000 =28.000) και ββ) ενώ η γνωμοδότηση αυτή, ως προς την ουσιαστική κρίση για το υπερβολικό ή μη ύψος των προστίμων, προτρέπει τον κατηγορούμενο να απευθυνθεί στην αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, που είναι η Διεύθυνση Εμπορίου, ("... Εξυπακούεται ότι η υπηρεσία μας δεν γνωρίζει το πραγματικό της υπόθεσης και γι' αυτό δεν μπορεί να λάβει θέση επί της ουσίας. Για το θέμα αυτό πρέπει να απευθυνθείτε στην αρμόδια υπηρεσία ..."), ο κατηγορούμενος, ενώ γνωρίζει ότι η αρμόδια αυτή υπηρεσία, στην οποία τον παραπέμπει η Νομική του Υπηρεσία, απέρριψε οριστικά την αίτηση θεραπείας - ιεραρχική προσφυγή του Χ. Κ., όχι μόνο δεν απευθύνεται σ' αυτήν, αλλά, αδιαφορώντας τελείως για τις αποφάσεις της, τις οποίες ενώ γνώριζε, δεν αναφέρει καν στην, ανύπαρκτη άλλωστε, αιτιολογία της απόφασής του, τις ανατρέπει και κάνει δεκτή την, μετά ένα έτος επαναφερθείσα με τον προαναφερόμενο παράτυπο τρόπο, αίτηση θεραπείας και ελαχιστοποιεί τα αρχικώς επιβληθέντα πρόστιμα, με προφανή σκοπό να ωφελήσει τον πρατηριούχο Χ. Κ.. γ) Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για την κατάσταση της υγείας του πρατηριούχου παραβάτη, που επικαλείται αυτός (κατηγορούμενος) και για τη θεμελίωση του προηγουμένου ισχυρισμού του για έλλειψη δόλου απορρίφθηκε με προηγηθείσα σκέψη της παρούσας στην οποία και παραπέμπει το δικαστήριο, δ) αν ο νόμος διευκρίνιζε τα επιτρεπτά ακραία όρια της ευχέρειας του Νομάρχη να μειώσει τα επιβληθέντα πρόστιμα (παράλειψη που επικαλείται ο κατηγορούμενος για τη θεμελίωση νομικής πλάνης) τότε δεν θα ετίθετο θέμα παράβασης των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του υπαλλήλου (εν προκειμένω του Νομάρχη) γιατί τότε δεν θα στήριζαν σαφή εκ του νόμου όρια και δεν θα υπήρχε θέμα διακριτικής ευχέρειας του υπαλλήλου και υπέρβαση αυτής. Ακριβώς επειδή ο νόμος δεν θέτει όρια στην διακριτική ευχέρεια του υπαλλήλου, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όπως αναφέρθηκε και στην αρχική νομική σκέψη και με πολύ πρόσφατες αποφάσεις του δέχεται ότι εάν κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπαλλήλου υπάρχει πεδίο διακριτικής ευχέρειας αυτού, η παράβαση καθήκοντος μπορεί να συντελεσθεί και με την κακή χρήση της διακριτικής εξουσίας, την υπέρβαση δηλαδή των ακραίων ορίων της διακριτικής εξουσίας, τα οποία επιβάλλουν οι αρχές του δημοσίου συμφέροντος, της χρηστής διοίκησης, της καλής πίστης, της αμεροληψίας της διοίκησης, της ισότητας και εξυπηρέτησης που σκοπού του νόμου (...). Στην προκειμένη περίπτωση, ..., είναι φανερό ότι αυτός γνώριζε καλά ότι με την επίδικη απόφασή του, μειώνοντας ένα συνολικό πρόστιμο 89.000 ευρώ σε 5.000 ευρώ, παρά την βαρύτητα και τη συχνότητα των ουσιωδών παραβάσεων νοθεύσεως καυσίμων, υπερέβαινε τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας και το έκανε αυτό εν γνώσει του για να ωφελήσει τον παραβάτη Χ. Κ. ... ε) Ο ισχυρισμός ότι υπήρχαν αντικρουόμενες αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων και ο κατηγορούμενος συμμορφώθηκε προς τις επιεικέστερες δεν είναι βάσιμος στην ουσία του, δεδομένου ότι, ..., δεν υπήρξαν αντικρουόμενες αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων επί του βασικού ζητήματος εάν τα επιβληθέντα πρόστιμα ήταν υπερβολικά. Η μόνη απόφαση που, όπως και ο ίδιος ο κατηγορούμενος δέχεται, που είχε εκδοθεί επί των προσφυγών του Χ. Κ. για το ζήτημα αυτό (τη νομιμότητα και το υπερβολικό ή όχι των προστίμων) πριν από την έκδοση της δικής του απόφασης (επίδικης) για την μείωση των προστίμων, ήταν η υπ' αριθμ. 2841/30-11-2004 οριστική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσία η από 28-6-2002 προσφυγή του Χ. Κ. κατά της 16/1544/28-2-2002 αποφάσεως του Νομάρχη Θεσσαλονίκης. Συγκεκριμένα με την απόφαση αυτή, που είχε εκδοθεί στις 30-11-2004, δηλαδή σαράντα μία (41) ημέρες πριν από την ημερομηνία εκδόσεως της επίδικης απόφασης του κατηγορουμένου (11-1-2005) το καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο έκρινε ότι το πρόστιμο των 29.000 ευρώ, που ήταν και το μεγαλύτερο από όλα τα επιβληθέντα πρόστιμα, ήταν το προσήκον και δεν ήταν υπερβολικό (...). Καμία οριστική απόφαση Διοικητικού δικαστηρίου δεν είχε εκδοθεί μέχρι τότε για το ζήτημα του υπερβολικού ή όχι ύψους του προστίμου. Όλες οι επί της ουσία αποφάσεις των Διοικητικών δικαστηρίων και των άλλων αρχών και υπηρεσιών (Διεύθυνσης Εμπορίου, Γενικού Γραμματέα Κεντρικής Μακεδονίας) ήταν απορριπτικές για τα αιτήματα και τις προσφυγές του πρατηριούχου Χ. Κ.. Και μόνο σε αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκαν επί αιτήσεων αναστολής καταβολής του προστίμου λόγω συνδρομής ανεπανόρθωτης βλάβης, εκδόθηκαν αντίθετες αποφάσεις (απέρριψαν ή έκαναν δεκτή την αίτηση αναστολής), οι οποίες όμως δεν ασχολήθηκαν καθόλου με το ύψος του προστίμου και κυρίως με το υπερβολικό ή όχι αυτού, αλλά εξέτασαν άλλες περιστάσεις για την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης για την αναστολή και μόνο της εκτέλεσης. Συνεπώς δεν υπήρχαν αντικρουόμενες αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων επί του επιμάχου ζητήματος, που οδήγησαν τον κατηγορούμενο να ακολουθήσει την επιεικέστερη εκδοχή, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός. Ενόψει όλων των ανωτέρω και του ότι ο κατηγορούμενος, που, όπως ο ίδιος δέχεται, έχει γραμματικές γνώσεις Γυμνασίου, και ο οποίος διετέλεσε επί πολλά χρόνια δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Θεσσαλονίκης, βουλευτής του Ελληνικού Κοινοβουλίου και τελευταία και Νομάρχης του δεύτερου νομού της χώρας του Νομού Θεσσαλονίκης αντιμετωπίζοντας με την ιδιότητα αυτή, κατά τη μακρά θητεία του πολύ σοβαρότερα και ακανθώδη θέματα, ο ισχυρισμός του για ύπαρξη νομικής πλάνης στο πρόσωπό του πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμος, γιατί με βάση όσα εκτέθηκαν παραπάνω η πλάνη που επικαλείται δεν ήταν συγγνωστή, καθόσον, αν είχε καταβάλει την κατ' αντικειμενική κρίση επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή, την οποία κάθε άνθρωπος οφείλει, λαμβανομένων υπόψη και των ως άνω πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων, μπορούσε να διαγνώσει την υποχρέωσή του να μην μειώσει μέχρι εκμηδενισμού μάλιστα τα ήδη χαμηλά πρόστιμα που είχαν επιβληθεί από τον προκάτοχό του Νομάρχη Θεσσαλονίκης εις βάρος του πρατηριούχου Χ. Κ. για τις συνεχόμενες σοβαρές παραβάσεις της νόθευσης καυσίμων. Πολύ περισσότερο μάλιστα που ο νομικός του παραστάτης και οι άλλες αρμόδιες υπηρεσίες (Διεύθυνση Εμπορίου, Γενικός Γραμματέας Κεντρικής Μακεδονίας) του υπέδειξαν με τις αποφάσεις τους το άδικο και παράνομο των ενεργειών του. 3) Τρίτος αυτοτελής ισχυρισμός ... Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου, περί άρσεως του καταλογισμού του, λόγω σφοδρής ψυχικής πίεσης, πέραν του ότι δεν προβλέπεται από το νόμο, που προβλέπει μόνο την κατάσταση ανάγκης (άρθρο 32 ΠΚ) και την υπέρβαση της άμυνας (άρθρο 23 ΠΚ), για τις οποίες δεν πρόκειται εν προκειμένω, ούτε και τις επικαλείται αυτός (κατηγορούμενος), είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος αφού με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ... καμία σφοδρή ψυχική πίεση δεν επέστη αυτός, ώστε να μην μπορεί να συμμορφωθεί με τις περί δικαίου αντιλήψεις του. Αντίθετα η προεκτεθείσα αμετανόητη, συνεχής και αδίστακτη παραβατική συμπεριφορά του πρατηριούχου Χ. Κ., που με την σοβαρή νόθευση καυσίμων κερδοφορούσε εις βάρος του καταναλωτικού κοινού και του Ελληνικού Δημοσίου, εξωθούσε κάθε αρμόδιο φορέα να είναι μάλλον αυστηρός και να επιβάλει τις προβλεπόμενες διοικητικές ποινές (πρόστιμα κλπ) προς προστασία του δημοσίου συμφέροντος και όχι να χαρίζεται στον παραβάτη χωρίς ιδιαίτερο και προβλεπόμενο από το νόμο λόγο, όπως έκανε στην συγκεκριμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος, σε αντίθεση με όλους τους άλλους φορείς που επελήφθησαν του ζητήματος (Διεύθυνση Εμπορίου, Γενικός Γραμματέας Κεντρικής Μακεδονίας, Διοικητικά Δικαστήρια). Και 4) τέταρτος αυτοτελής ισχυρισμός. ... Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου είναι απορριπτέος ως κατ' ουσία αβάσιμος, αφού σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται ότι ένας έμπορος καυσίμων μπορεί να αισχροκερδεί εις βάρος του Δημοσίου και του καταναλωτικού κοινού ατιμωρητί, επειδή έχει κλονισμένη υγεία ή κακή οικονομική κατάσταση, τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος έμπορος, παρά την κλονισμένη υγεία του, εξακολουθεί να εμπορεύεται και να πωλεί τα νοθευμένα καύσιμα παρά την πρώτη διαπίστωση της νόθευσης αυτών και την επιβολή προστίμου και να συνεχίζει απτόητος την επανειλημμένη νόθευση των καυσίμων. Ούτε άλλωστε, όπως λέχθηκε, το κλείσιμο μιας επιχείρησης σημαίνει ότι αυτή απαλλάσσεται από τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν σ' αυτήν κατά το χρόνο της λειτουργίας της, γιατί τότε θα είχε αχρηστευθεί ο σκοπός του νόμου για γενική πρόληψη, αφού όλοι οι παραβάτες θα ήξεραν ότι μετά το κλείσιμο της επιχείρησής τους θα απαλλάσσονταν από κάθε διοικητική ποινή που είχε επιβληθεί σ' αυτούς κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της επιχείρησής τους για οποιαδήποτε παράβαση, όπως συνέβη με τον παραβάτη πρατηριούχο Χ. Κ., ο οποίος δεν πέθανε λίγο μετά την επίμαχη απόφαση του κατηγορουμένου, όπως ισχυρίζεται ο τελευταίος ("... ο οποίος μετ' ολίγον απεβίωσε ...,"), αλλά τέσσερα χρόνια μετά την απόφαση αυτή του Νομάρχη". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την απορριπτική επί των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κρίση του, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινε αβάσιμους τους εν λόγω ισχυρισμούς, ορθά δε ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 1 και 31 παρ. 2 του ΠΚ, καθώς και αυτή του άρθρου 14 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία η πράξη, για να είναι έγκλημα, πρέπει να είναι όχι μόνο άδικη, αλλά και καταλογιστή στο δράστη, και δεν παραβίασε αυτές ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: Α) Ως προς τον ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης: α) Επαρκώς αιτιολογείται ότι ο αναιρεσείων, κατά την τέλεση της ένδικης αξιόποινης πράξεως, είχε δόλο, ότι, δηλαδή, γνώριζε αυτός τα περιστατικά που τη συνιστούσαν, με τις παραδοχές ότι 1) παρά το ότι κατ' επανάληψη είχε απορριφθεί το αίτημα του πρατηριούχου για εξέταση της αιτήσεως θεραπείας του, ο αναιρεσείων επιλήφθηκε εκ νέου με σκοπό να τον ωφελήσει, μειώνοντας κατά πολύ τα πρόστιμα που του είχαν επιβληθεί με προηγούμενες νομαρχιακές αποφάσεις, 2) ως εκ της ιδιότητας του Νομάρχη, που προΐστατο όλων των Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, γνώριζε ότι ο πρατηριούχος είχε τελέσει κατ' επανάληψη σοβαρές παραβάσεις νοθεύσεως καυσίμων, ότι δε η επιβολή προστίμων δεν τον απέτρεπε από την τέλεση και νέων παραβάσεων, 3) γνώριζε τις νομικές διατάξεις που προέβλεπαν το ύψος του προστίμου που έπρεπε να επιβληθεί, καθώς και εκείνο που επιβλήθηκε στον παραβάτη, το οποίο ήταν πολύ κατώτερο των ανωτάτων ορίων, παρά την κατ' εξακολούθηση παραβατική συμπεριφορά αυτού, 4) γνώριζε ότι ο πρατηριούχος είχε ασκήσει προσφυγές τόσο ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας της Κεντρικής Μακεδονίας όσο και ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και ότι είχαν ήδη εκδοθεί δύο αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα, με τις οποίες είχαν απορριφθεί ως αβάσιμες ισάριθμες προσφυγές, 5) γνώριζε ότι η από 3.10.2003 αίτηση θεραπείας του πρατηριούχου είχε ήδη απορριφθεί με απόφαση της Διευθύνσεως Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, καθώς και ότι η ίδια Διεύθυνση απέρριψε αίτημα του πρατηριούχου για αναθεώρηση της απορριπτικής αποφάσεως και 6) όλα τα ως άνω στοιχεία είχαν τεθεί υπόψη του αναιρεσείοντος και είχαν ληφθεί από αυτόν υπόψη κατά την έκδοση της αποφάσεώς του. β) Αιτιολογείται ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι, με τη μείωση του προστίμου, είχε πρόθεση να αποτρέψει την ολοσχερή ματαίωση της εισπράξεως αυτού λόγω του ύψους του με την παραδοχή, μεταξύ άλλων, ότι δεν φρόντισε αυτός για την είσπραξη των προστίμων, η οποία δεν αποκλειόταν μετά την έκδοση οριστικών αποφάσεων από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, τις οποίες, πάντως, δεν ανέμεινε, αλλά προχώρησε στη δραστική μείωση των προστίμων. γ) Αιτιολογείται επαρκώς ότι ο αναιρεσείων είχε εναργή εικόνα του ποσού της μειώσεως με τις παραδοχές, πέραν των ανωτέρω (γνώση νομικών διατάξεων, αποφάσεων, κ.λπ.), ότι ο τότε Αντινομάρχης Γ. Τ. τον ενημέρωνε για όλα τα ζητήματα της υποθέσεως και ότι ο πρατηριούχος Χ. Κ. απευθυνόταν, για τη συγκεκριμένη υπόθεση, κυρίως στον Αντινομάρχη, ο οποίος ενημέρωνε τον Διευθυντή της Διευθύνσεως Εμπορίου Η. Τ. και το Νομάρχη, τον οποίο είχε επισκεφθεί και ενημέρωσε και ο ίδιος ο πρατηριούχος άλλοτε μόνος και άλλοτε μαζί με τον Αντινομάρχη. Β) Ως προς τον ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης: α) Σαφώς και με βεβαιότητα το Δικαστήριο δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο Αντινομάρχης Γ. Τ. έκανε γραπτή εισήγηση προς τον αναιρεσείοντα ως προς τον τρόπο αντιμετωπίσεως της υποθέσεως, η οποία, αν γινόταν, έπρεπε να είναι πλήρως αιτιολογημένη, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων θα μεταρρύθμιζε δραστικά προηγούμενες νομαρχιακές αποφάσεις. Προς ενίσχυση της παραδοχής του αυτής, δέχεται ότι, και αν υπήρχε προφορική εισήγηση, την οποία ο αναιρεσείων επικαλείται (όχι γιατί υπήρχε πράγματι, αλλά) για να δικαιολογήσει τη μεροληπτική υπέρ του πρατηριούχου απόφασή του, ενόψει των παραπάνω εκτεθέντων (απόρριψη προσφυγών, κ.λπ.), δεν έπρεπε να την ακολουθήσει. Ουσιαστικά, λοιπόν, δεν δέχεται την ύπαρξη ούτε προφορικής εισηγήσεως και δεν πρόκειται για ενδοιαστική αιτιολογία. β) Ορθώς δέχθηκε το Δικαστήριο ότι μόνη αρμόδια να κάνει εισήγηση για το ζήτημα της νοθεύσεως καυσίμων προς το Νομάρχη, αλλά και προς τον Αντινομάρχη, ήταν η Διεύθυνση Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως, η οποία, άλλωστε, με δύο αποφάσεις της, είχε ήδη διατυπώσει, αιτιολογημένα, την αρνητική για την αίτηση θεραπείας του πρατηριούχου γνώμη της. γ) Ορθώς και αιτιολογημένα δέχθηκε το Δικαστήριο ότι ο αναιρεσείων έπρεπε να συμμορφωθεί με το πρώτο μέρος της γνωμοδοτήσεως της Νομικής Υπηρεσίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, κατά το οποίο η αίτηση θεραπείας - προσφυγή του πρατηριούχου ήταν απαράδεκτη, και όχι προς το δεύτερο (επικουρικό) περί δυνατότητας της Διοικήσεως να ανακαλέσει ή να μεταρρυθμίσει αυτεπαγγέλτως οποιαδήποτε πράξη της σε περίπτωση παράνομης, αναιτιολόγητης ή υπερβολικής πράξεως, με τις παραδοχές ότι αφενός, κατά το αυτό δεύτερο μέρος της γνωμοδοτήσεως, η εν λόγω Υπηρεσία δεν γνώριζε το πραγματικό της υποθέσεως και δεν μπορούσε να λάβει θέση επί της ουσίας, ο δε Νομάρχης έπρεπε να απευθυνθεί στην αρμόδια Υπηρεσία, στην οποία, όμως, δεν απευθύνθηκε, και αφετέρου τα πρόστιμα που είχαν επιβληθεί με τις προηγούμενες νομαρχιακές αποφάσεις δεν ήταν υπερβολικά, η δε επίμαχη απόφαση, την οποία εξέδωσε ο αναιρεσείων, δεν περιέχει καμιά αιτιολογία ως προς λόγο, για τον οποίο έκρινε ότι τα προηγούμενα πρόστιμα, το ύψος των οποίων επίσης δεν αναφέρεται, ήταν υπερβολικά και έπρεπε να μειωθούν στο ίδιο ποσό των 1.000 ευρώ για κάθε παράβαση. δ) Αιτιολογημένα κρίθηκε ότι δεν υπήρχαν αντικρουόμενες αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων επί του βασικού ζητήματος του αν τα πρόστιμα που είχαν επιβληθεί ήταν υπερβολικά με την παραδοχή ότι εκδόθηκε μόνο η υπ' αριθ. 2841/2004 οριστική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη μία προσφυγή του πρατηριούχου με την αιτιολογία ότι το πρόστιμο των 29.000 ευρώ (που ήταν και το μεγαλύτερο από τα πρόστιμα που είχαν επιβληθεί) ήταν προσήκον και εύλογο, ενώ αντίθετες αποφάσεις εκδόθηκαν μόνο επί αιτήσεων αναστολής καταβολής του προστίμου λόγω ανεπανόρθωτης βλάβης από το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δεν ασχολήθηκε καθόλου με το ύψος του προστίμου και το ζήτημα αν αυτό ήταν υπερβολικό ή όχι. ε) Ορθώς αιτιολογείται ότι η επικαλούμενη πλάνη του αναιρεσείοντος δεν ήταν συγγνωστή, γιατί αυτός, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων και των σχετικών υποδείξεων του νομικού του παραστάτη και των άλλων αρμοδίων Υπηρεσιών, μπορούσε να διαγνώσει την υποχρέωσή του να μη μειώσει τα πρόστιμα που είχαν επιβληθεί από τον προκάτοχό του σε βάρος του πρατηριούχου. Η παραδοχή "αν είχε καταβάλει την κατ' αντικειμενική κρίση επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή, την οποία κάθε άνθρωπος οφείλει" δεν έχει την έννοια ότι ο αναιρεσείων παρέβη το καθήκον του από αμέλεια, αλλά, αντιθέτως, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ότι, ενόψει και της ηλικίας του, των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων και των ως άνω υποδείξεων από τους αρμοδίους, των ατομικών του, δηλαδή, συνθηκών, όφειλε να διαγνώσει το άδικο της πράξεώς του και ότι, επομένως, στη συγκεκριμένη περίπτωση η επικαλουμένη από αυτόν πλάνη δεν ήταν συγγνωστή. Στ) Ορθώς δέχθηκε το Δικαστήριο ότι αν ο νόμος διευκρίνιζε ποια ήταν τα ακραία όρια της διακριτικής εξουσίας, τα οποία δεν μπορούσε να υπερβεί ο αναιρεσείων, δεν θα ετίθετο ζήτημα παραβάσεως καθήκοντος, εφόσον αυτός δεν θα τα είχε υπερβεί. Όμως, ακριβώς γιατί δεν προσδιορίζονται αυτά, τίθεται ζήτημα κακής χρήσεως της διακριτικής του εξουσίας, εφόσον, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, μείωσε αυτός το κάθε πρόστιμο στο ποσό των 1.000 ευρώ, εγγύτερα, δηλαδή, στο ελάχιστο προβλεπόμενο όριο, με σκοπό να ωφελήσει τον παραβάτη πρατηριούχο. Γ) Επί των ισχυρισμών περί αδυναμίας συμμορφώσεως λόγω σφοδρής ψυχικής πιέσεως και συγκρούσεως καθηκόντων: α)Σαφώς ο ισχυρισμός περί άρσεως του καταλογισμού λόγω σφοδρής ψυχικής πιέσεως απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, ενώ η (μη ορθή) παραδοχή ότι αυτός δεν προβλέπεται από το νόμο έχει τεθεί μόνο ως επάλληλη αιτιολογία και δεν στηρίχθηκε σ' αυτήν η απορριπτική κρίση. β) Σαφώς το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν προέβη στην πράξη του εξαιτίας σφοδρής ψυχικής πιέσεως λόγω της αθλίας καταστάσεως της υγείας του πρατηριούχου και της κακής οικονομικής καταστάσεως αυτού, με την παραδοχή ότι αφενός στην απόφασή του δεν περιέλαβε καμιά σχετική αιτιολογία και αφετέρου ότι δεν μπορούσε να αισθανθεί τέτοια πίεση, καθόσον, η συνεχής παραβατική συμπεριφορά του πρατηριούχου, που με τη σοβαρή νόθευση καυσίμων κερδοφορούσε σε βάρος του καταναλωτικού κοινού και του Ελληνικού Δημοσίου, εξωθούσε κάθε αρμόδιο φορέα να είναι μάλλον αυστηρός και να επιβάλλει τις προβλεπόμενες διοικητικές ποινές. Δέχεται, δηλαδή, το Δικαστήριο ότι η όποια κατάσταση του πρατηριούχου δεν μπορούσε να προκαλέσει στον αναιρεσείοντα (και σε κάθε αρμόδιο) ψυχική πίεση, ώστε να τον αντιμετωπίσει με επιείκεια, λόγω της σοβαρότητας των παραβάσεων, για τις οποίες είχαν επιβληθεί τα πρόστιμα, στη μείωση των οποίων προέβη ο αναιρεσείων. γ)Με την παραδοχή ότι ο πρατηριούχος, παρά την κλονισμένη υγεία του και παρά την πρώτη διαπίστωση της νοθείας των καυσίμων και την επιβολή του πρώτου προστίμου, συνέχιζε να εμπορεύεται και να πωλεί τα νοθευμένα καύσιμα αντικρούει, εμμέσως αλλά σαφώς, τον ισχυρισμό περί συγκρούσεως του νομικού καθήκοντος του αναιρεσείοντος να μη μειώσει τα πρόστιμα που είχαν επιβληθεί με αυτό της συμμορφώσεώς του με την αρχή της αξίας του ανθρώπου. Με τις παραδοχές δε ότι τα πρόστιμα που είχαν επιβληθεί με προηγούμενες νομαρχιακές αποφάσεις ήταν ανάλογα με τις πράξεις του πρατηριούχου και με την επίκληση της ως άνω υπ' αριθ. 2841/2004 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αντικρούει τον ισχυρισμό περί συγκρούσεως του νομικού του καθήκοντος με αυτό της συμμορφώσεώς του με την αρχή της αναλογικότητας. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως, καθώς και οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 21.9.2012) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509§2 του ΚΠοινΔ), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 31 παρ. 2 και 14 του ΠΚ και για έλλειψη νόμιμης βάσεως όσον αφορά την απορριπτική επί των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών κρίση, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Σύμφωνα με τον κανόνα "non bis in idem", ο καθένας μόνο μία φορά, δηλαδή με μία μόνο διαδικασία, υποβάλλεται σε δικαστική κρίση, ως υπαίτιος της αυτής πράξεως, με αποτέλεσμα να εξαντλείται η κατά το άρθρο 27 ΚΠοινΔ αξίωση της Πολιτείας προς άσκηση ποινικής διώξεως, όταν αυτή ασκηθεί μία φορά. Δηλαδή, ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται όταν ο υπαίτιος παράνομης πράξεως τιμωρείται ποινικώς από το αρμόδιο δικαστήριο, αλλά και πειθαρχικώς ή διοικητικώς από το αρμόδιο Όργανο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, κατά το στάδιο των αγορεύσεων, ο πρώτος συνήγορος του κατηγορουμένου (Χρ. Μυλωνόπουλος) προσέθεσε και ότι "παραβιάζεται η αρχή της ενότητας της εννόμου τάξεως, η αρχή του "ne bis in idem", καθώς η ποινική και διοικητική δίκη τελούν σε σχέση αμοιβαίας δέσμευσης και παραβιάζονται και τα άρθρα 5 και 6 της ΕΣΔΑ καθώς η επιβολή από την διοίκηση προστίμου ποσού 89.000 ευρώ είναι κρυπτοποινή". Ο ισχυρισμός αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν προτάθηκε ότι ο υπαίτιος πρατηριούχος καταδικάσθηκε για τις ίδιες πράξεις από ποινικό δικαστήριο και σε ποιες ποινές, δεν ήταν νόμιμος, δεδομένου ότι ο ως άνω κανόνας, κατά τα προεκτεθέντα, δεν εφαρμόζεται όταν συντρέχει ποινή και διοικητική κύρωση για την ίδια πράξη, το δε ποινικό δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ελέγξει αν το πρόστιμο που επιβλήθηκε διοικητικώς είναι ανάλογο με την πράξη. Επομένως, ορθώς το Πενταμελές Εφετείο δεν απάντησε τίποτε στον ισχυρισμό αυτό και οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, τρίτος και τέταρτος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για μη απάντηση στον ως άνω ισχυρισμό, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3904/2010, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, και στον Άρειο Πάγο ακόμη, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν "την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα". Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, έβδομο λόγο αναιρέσεως, προβάλει ότι κατά τη διάρκεια της δίκης ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου υφίστατο εξακολουθητικώς βαρύτατες και δριμείες επιθέσεις από μερίδα του Τύπου, από τις οποίες προσβλήθηκε καίρια το τεκμήριο αθωότητάς του και το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη και προκλήθηκε, έτσι, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, επικαλείται δε και 13 δημοσιεύματα, τα οποία τον εμφάνιζαν, εμμέσως πλην σαφώς, με βεβαιότητα ένοχο της πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί δεν συνάπτεται με κάποια παράλειψη του Δικαστηρίου, η οποία να επιφέρει την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, καμιά δε έννομη επιρροή δεν ασκούν ενδεχόμενες δημοσιεύσεις στον Τύπο πριν από την έκδοση της αποφάσεως, οι οποίες και με κανένα τρόπο δεν μπορούν να επηρεάσουν την έκβαση της δίκης, η οποία διεξάγεται από δικαστές που υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους. Αντίθετη εκδοχή θα είχε ως συνέπεια να μη μπορεί να διεξαχθεί, λόγω απόλυτης ακυρότητας, καμιά σοβαρή δίκη, για την έκβαση της οποίας σε βάρος του εκάστοτε κατηγορουμένου θα είχαν λάβει, εκ των προτέρων, θέση ο Τύπος ή τα Μέσα μαζικής Ενημερώσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, μεταξύ των εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, είναι και α) το υπ' αριθ. 16/10542/26.11.2003 έγγραφο της Διευθύνσεως Εμπορίου της Ν. Α. Θεσσαλονίκης, β) η υπ' αριθμ. 200/2003 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, γ) το υπ' αριθμ. 565/3-12-2003 έγγραφο του βοηθού Νομάρχη Θεσσαλονίκης, δ) η από 14/5/2002 προσφυγή του Χ. Κ. ενώπιον του Γ. Γ. Περιφέρειας Κ. Μακεδονίας κατά της υπ' αριθμ. 16/1545/28-2-2002 απόφασης του τότε Νομάρχη Θεσ/κης, ε) η από 2/9/2002 αίτηση αναστολής εκτελέσεως του Χ. Κ. κατά της υπ' αριθμ. 16/1544/28-2-2002 αποφάσεως του τότε Νομάρχη Θεσσαλονίκης, με την οποία του επεβλήθη πρόστιμο 29.000 ευρώ, στ) οι από 23/1/2003 δύο αιτήσεις αναστολής εκτελέσεως του Χ. Κ. κατά των υπ' αριθμ. 16/1545/28-2-2002 και 16/750/28-2-2002 αποφάσεων του Νομάρχη Θεσ/κης, με τις οποίες του επεβλήθησαν πρόστιμα 20.000 € και 10.000 € αντιστοίχως και ζ) η από 3-10-2003 αίτηση θεραπείας - ιεραρχική προσφυγή του Χ. Κ. προς το Νομάρχη Θεσσαλονίκης, με την οποία ζητούσε την ανάκληση, άλλως τη μεταρρύθμιση στο προσήκον μέτρο των προστίμων που του είχαν επιβληθεί. Τα έγγραφα αυτά δεν περιλαμβάνονται μεταξύ εκείνων που αναγνώσθηκαν στην πρωτόδικη ή στην κατ' έφεση δίκη. Όμως, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, που, κατά τα πρακτικά, αναγνώσθηκαν, το περιεχόμενο των ανωτέρω μη αναγνωσθέντων εγγράφων προκύπτει, πέραν των μαρτυρικών καταθέσεων, από άλλα έγγραφα και, συγκεκριμένα, του πρώτου (γνωστοποιήσεως προς τον Χ. Κ. ότι δεν προβλέπεται άσκηση αιτήσεως θεραπείας - ιεραρχικής προσφυγής) από το υπ' αριθ. πρωτ. 16/270/26.1.2004 έγγραφο της Διευθύνσεως Εμπορίου Θεσσαλονίκης προς τον Χ. Κ. (με αύξ. αριθ. 13), του δευτέρου από το υπ' αριθ. οικ. 18969/28.7.2003 έγγραφο Νομικής Υπηρεσίας ΝΑΘ προς Διεύθυνση Εμπορίου (με αύξ. αριθ. 23), του τρίτου από το υπ' αριθ. πρωτ. 31124/9.12.2003 έγγραφο της Νομικής Υπηρεσίας της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης προς το βοηθό του Νομάρχη (με αύξ. αριθ. 12), του τετάρτου από την υπ' αριθ. πρωτ. 25789/26.8.2002 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας (με αύξ. αριθ. 42), του πέμπτου από την υπ' αριθ. 124/2003 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (με αύξ. αριθ. 3), των έκτων, της μιας αιτήσεως αναστολής από την υπ' αριθ. 201/2003 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (με αύξ. αριθ. 6) και της άλλης από την υπ' αριθ. 200/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου (το περιεχόμενο της οποίας προέκυπτε ως άνω) και του εβδόμου από την υπ' αριθ. πρωτ. 16/168/11.1.2005 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης (με αύξ. αριθ. 11). Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, παραδεκτώς τα έγγραφα αυτά λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο, και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, όγδοος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, συνιστάμενη στο ότι, για την καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου, λήφθηκαν υπόψη τα ως άνω έγγραφα χωρίς να αναγνωσθούν, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12 Ιουλίου 2012 (με αριθ. πρωτ. 5075/2012) αίτηση του Π. Ψ. του Χ., μετά των από 20/21 Σεπτεμβρίου 2012 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1045-1046/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση νομάρχη για παράβαση καθήκοντος (υπέρβαση ακραίων ορίων διακριτικής εξουσίας). Στοιχεία εγκλήματος. Ορθή και αιτιολογημένη απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών για πραγματική πλάνη, νομική πλάνη και σύγκρουση καθηκόντων που αποκλείει τον καταλογισμό. Δυνατός ο μη καταλογισμός της πράξεως στο δράστη, όταν αυτός παραβαίνει νομικό καθήκον υπό το κράτος αβάσταχτης ψυχικής πιέσεως. Ισχυρισμός περί παραβιάσεως της αρχής ne bis in idem δεν ήταν νόμιμος και ορθώς δεν απαντήθηκε. Ορθώς, για την ενοχή του κατηγορουμένου, λήφθηκαν υπόψη έγγραφα που δεν προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν, εφόσον το περιεχόμενο τους προέκυπτε από άλλα αποδεικτικά μέσα. Δεν προσβάλλεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου και το δικαίωμα του σε δίκαιη δίκη από δημοσιεύματα δια του Τύπου κατά τη διάρκεια της δίκης, εφόσον αυτά δεν συνάπτονται με κάποια παράλειψη του δικαστηρίου. Απόρριψη λόγων για απόλυτη ακυρότητα. Απόρριψη αιτήσεως και προσθέτων λόγων.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αναιρέσεως απόρριψη, Ισχυρισμός αυτοτελής, Πλάνη νομική και πραγματική, Παράβαση καθήκοντος, Αξίωμα ne bis in idem, Σύγκρουση καθηκόντων.
2
Αριθμός 1492/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Εταιρία Ύδρευσης Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης ΑΕ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Δοξάκη. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Α. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Ταρπινίδη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-2007 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη υπέρ αυτού παρέμβαση του ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκε η 22570/2011 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-10-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 6-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 2ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το άρθρο 553 § 1 του ΚΠολΔ ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση". Εξάλλου, το άρθρο 321 του ίδιου κώδικα ορίζει ότι "όσες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως απόφαση του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει αυτή να είναι τελεσίδικη και ότι η πρωτοβάθμια απόφαση γίνεται τελεσίδικη, για κάποια αιτία που έχει επέλθει, π.χ. διότι έχει περάσει η προθεσμία για έφεση. Η τελεσιδικία πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση η από 21-10-2011, αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 22570/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Από α) την, επί της προσβαλλόμενης απόφασης, επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή, προκύπτει, ότι αντίγραφο αυτής επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα την 23-8-2011 και 2) το με αρ. 6291/2-12-2011 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προκύπτει, ότι μέχρι την 1-12-2011, δεν είχε ασκηθεί έφεση κατά της παραπάνω απόφασης. Επομένως, εφόσον κατά την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, (24-10-2011), η απόφαση αυτή είχε καταστεί τελεσίδικη, η αναίρεση είναι παραδεκτή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (αρθρ. 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 ν.δ/τος 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στο δικηγόρο: α) η επί παγία, ετήσια ή μηνιαία, αντιμισθία παροχή καθαρώς νομικών εργασιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου β) απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή υπό προθεσμία. Τοιαύτη υπό προθεσμία σύμβαση και προ του κώδικος γενομένη θεωρείται ως αορίστου χρόνου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 3075/2002 (ΦΕΚ 297A'/5-12-2002) παρασχέθηκε δικαίωμα στους δικηγόρους, που παρείχαν τις νομικές υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε δημόσιες επιχειρήσεις, που στο παρελθόν ήταν δημόσιες υπηρεσίες ή Ν.Π.Δ.Δ. κλπ. και που είχαν προσληφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του v. 2084/1992, να ζητήσουν με υπεύθυνη δήλωσή τους στην υπηρεσία τους και μέσα σε προθεσμία 6 μηνών από τη δημοσίευση του παραπάνω νόμου να υπαχθούν στο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς στο οποίο υπάγεται το τακτικό διοικητικό προσωπικό της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούν. Με τις διατάξεις του ιδίου παραπάνω νόμου και ειδικά των παραγράφων 3 και 4 ορίστηκε το δικαίωμα αναγνώρισης ως συνταξίμου στο ασφαλιστικό -συνταξιοδοτικό καθεστώς των διοικητικών υπαλλήλων της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούσαν οι δικηγόροι, από της προσλήψεώς τους και μέχρι της έναρξης ισχύος του παραπάνω νόμου. Η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών, που αναλογούσαν στην αναγνώριση του παραπάνω χρόνου, θα καταβάλλονταν και από τον εργοδότη και από τον ασφαλιζόμενο δικηγόρο, σύμφωνα με τα εκάστοτε ποσοστά εισφορών του κλάδου σύνταξης, είτε εφάπαξ, μέσα σε τρεις μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης αναγνώρισης, είτε με δόσεις. Εξάλλου, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (άρθρα 288 Α.Κ., 22 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος, 119 της ιδρυτικής Συνθ. ΕΟΚ), σε ενεργό σχέση εξαρτημένης εργασίας, επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή μισθολογική ή άλλη εργασιακή παροχή, μονομερή ή συμβατική, προς ορισμένους εργαζομένους του, να μην εξαιρεί από αυτή άλλους εργαζομένους του, ανεξαρτήτως του χρόνου προσλήψεώς τους και του ύψους του μισθού τους, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες κάτω από τις ίδιες συνθήκες, υπό την έννοια της οµοιότητος των συνθηκών απασχολήσεως και των προσόντων, εκτός αν εξαίρεση ή απόκλιση δικαιολογείται από επαρκή αντικειμενικό λόγο. Η αρχή αυτή ανάγεται σε κανόνα δηµοσίας τάξεως, που παρέχει απ' ευθείας στον εργαζόμενο το δικαίωµα να αξιώσει, µε αγωγή, από τον εργοδότη την οικειοθελή παροχή. Πρόκειται για αξίωση του ενάγοντος - εργαζομένου εκπληρώσεως της παροχής και όχι για αξίωση αποζημιώσεως. Έτσι, δεν απαιτείται πταίσµα του εναγομένου - εργοδότη και δεν τίθεται ζήτηµα αιτιώδους συνάφειας. Την ύπαρξη ειδικού και σοβαρού λόγου, που να δικαιολογεί, αντικειμενικά, τη διαφορετική μεταχείριση, ο (εναγόμενος) εργοδότης πρέπει να επικαλεσθεί, κατ' ένσταση και να αποδείξει. Μισθολογική παροχή είναι και η αύξηση του βασικού μισθού του εργαζομένου. Προϋπόθεση για την εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως είναι παροχή του εργοδότη οικειοθελής, ήτοι από πρωτοβουλία του, χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωσή του από διάταξη νόμου ή από όρο Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας ή Διαιτητικής Αποφάσεως ή από δικαστική απόφαση και να χορηγείται νομίμως, δεδομένου ότι η παρά το νόμο χορήγηση οικειοθελούς παροχής σε ορισμένους εργαζομένους, δεν δικαιολογεί ανάλογη αξίωση των εργαζομένων, στους οποίους δεν χορηγήθηκε, αφού η αξίωση από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην εργοδοτική παρανομία. Με βάση την παραπάνω αρχή ο δικηγόρος, που παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια αντιμισθία, δικαιούται να απαιτήσει από τον εντολέα του τη μεγαλύτερη αντιμισθία, την οποία ο τελευταίος καταβάλλει οικειοθελώς σε άλλους δικηγόρους, οι οποίοι δεν διαθέτουν περισσότερα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα, παρέχουν τις υπηρεσίες τους υπό τις ίδιες συνθήκες και δεν υπερέχουν ως προς την ποιοτική και ποσοτική απόδοση. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δεχόμενο ως εν μέρει βάσιμη στην ουσία της, τη θεμελιούμενη επί της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, αγωγή του αναιρεσίβλητου, που αξιώνει μισθολογικές διαφορές, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων είναι δικηγόρος, διορισμένος στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης από το έτος 1970. Την 1η Νοεμβρίου του έτους 1983 προσλήφθηκε ως νομικός σύμβουλος με έμμισθη εντολή (πάγια αντιμισθία) στο τότε ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης (Ο.Υ.Θ.)" με την υπ' αριθμό 845/1-11-1983 πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, που δημοσιεύθηκε σε περίληψη στο 208/24-11-1983 ΦΕΚ τευχ. Ν.Π.Δ.Δ. σε πλήρωση κενής οργανικής θέσεως προβλεπόμενης από τις διατάξεις του άρθρου 13 του Π.δ. 97/1977. Στη συνέχεια ανέλαβε από την 12η Δεκεμβρίου 1983 και έκτοτε καθήκοντα μοναδικού νομικού συμβούλου στον παραπάνω Οργανισμό τα οποία εκτελούσε παράλληλα και με τα καθήκοντα του ελεύθερου επαγγελματία δικηγόρου. Στη συνέχεια και με τις διατάξεις του π.δ. 156/1997 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 132A/25-6-1997 ο "Οργανισµός Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης" μετατράπηκε σε ανώνυµη εταιρία µε την επωνυµία "Οργανισµός Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης", η οποία µε τις διατάξεις του άρθρου 9 του εγκριθέντος καταστατικού της υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώµατα και υποχρεώσεις του ορχικού εντολέα του ενάγοντος, ως καθολική αυτού διάδοχος. Η ως άνω εταιρία στη συνέχεια και µε τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 3998/1998, συγχωνεύτηκε µε την τότε ανώνυµη εταιρία µε την επωνυµία "Οργανισµός Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης" σε νέα ανώνυµη εταιρία µε την επωνυµία "Εταιρία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης (Ε.Υ.Α.Θ.)", η οποία υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος των παραπάνω συγχωνευθεισών ανωνύµων εταιριών σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών. Μετά την παραπάνω συγχώνευση ο ενάγων συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του, όπως και πριν, διεκπεραιώνοντας όλες τις υποθέσεις που είχαν σχέση µε τον τοµέα ύδρευσης της εναγοµένης, και ειδικότερα με άσκηση αγωγών, παραστάσεις ενώπιον δικαστηρίων για απόκρουση αγωγών τρίτων εναντίον της εναγοµένης, µε γνωμοδοτήσεις κ.λπ. Μέχρι τη µετατροπή του Οργανισµού Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης οι εκάστοτε µηνιαίες αποδοχές του για την παροχή των υπηρεσιών του σ' αυτόν ρυθµίζονταν µε βάση τις διατάξεις του άρθρου 92Α του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 326/1954), όπως αυτές συμπληρώθηκαν µε τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 1093/1980. Συγκεκριμένα ανέρχονταν στις αποδοχές ύψους πρώτου μισθολογικού κλιμακίου του ενιαίου µισθολογίου δηµοσίων υπαλλήλων, προσαυξανόμενες µε όλα τα επιδόµατα που καταβάλλονταν στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους, σύµφωνα µε τις ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις του σχετικού προβλεπομένου επιδόματος χρόνου υπηρεσίας υπολογιζοµένου µε βάση το συνολικό χρόνο ασκήσεως του δικηγορικού του λειτουργήματος. Μετά όµως τη µετατροπή του Οργανισµού σε ανώvυµη εταιρία, συνέπεια της οποίας ήταν και ο καθορισµός πλέον των αποδοχών των τακτικών υπαλλήλων µε συλλογικές συµβάσεις εργασίας, οι αποδοχές για την παροχή των υπηρεσιών του προσδιορίζονταν µε αποφάσεις του Διοικητικού Συµβουλίου της εταιρίας. Οι µικτές κατά µήνα αποδοχές του ενάγοντος γι' αυτή την παροχή υπηρεσιών είναι σήµερα 2.263,61 ευρώ και οι καθαρές 2.000,00 ευρώ κατά µήνα, καθορίστηκαν δε το έτος 2003, µε τη µε αριθµό 135/18-3-2003 απόφαση του Δ.Σ. της εναγόμενης εταιρίας. Στις αρχές του έτους 2002, µε την υπ' αριθ. 469/2002 απόφαση του Δ.Σ. της εναγοµένης, στη θέση του εκλιπόντος προϊσταμένου του δικαστικού γραφείου της Β. - Π. Β., τοποθετήθηκε ο συνάδελφος του ενάγοντος Ν. Σ., στον οποίο ανατέθηκαν και καθήκοντα προϊσταμένου του δικαστικού τµήµατος της εναγόμενης, µε την µε αριθµό 67/2006 απόφαση του Δ.Σ. (μισθολογική προαγωγή). Με την ανωτέρω απόφαση οι αποδοχές του ενάγοντος καθορίστηκαν, µετά την αφαίρεση των παντός είδους κρατήσεων, στο ποσό των 2.000,00 ευρώ καθαρών κατά μήνα και µικτών στο ποσό των 2.263,61 ευρώ κατά μήνα, των δε άλλων δύο συναδέλφων του και συγκεκριµένα του Δ. Β. και Ν. Σ., και µετά την αφαίρεση των παντός είδους κρατήσεων, στο ποσό των 1.800,00 ευρώ καθαρών κατά μήνα, και µικτών των 2.037,24 ευρώ. Με την ίδια απόφαση, οι αποδοχές του Ν. Σ. αυξήθηκαν από την 1-1-2006 και έκτοτε, από το ποσό των 28.521,36 ευρώ που ανέρχονταν ετησίως, µε συνυπολογισµό και των δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας (2.037,24 χ 14 = 28.521,36), στο ποσό των 49.104,00 ευρώ ήτοι σε ποσό µικτών κατά µήνα αποδοχών, µε συνυπολογισµό και των δώρων εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας, 3.507,42 (49.104,00 : 14 = 3.507,42). Αυξήθηκαν έτσι οι αποδοχές του προϊσταμένου κατά ποσοστό 72,16%, ενώ αυτές του ενάγοντος παρέµειναν αμετάβλητες. Κατά το χρόνο της αναπροσαρμογής των αποδοχών του ενάγοντος, µε την µε αριθµό 135/18-3-2003 απόφαση του Δ.Σ. της εναγόμενης, ο Ν. Σ. εκτελούσε τυπικά χρέη προϊσταμένου της νοµικής υπηρεσίας (βλ. και την από 21-2-2006 εισήγηση οργάνου της εναγόμενης, ενόψει της αναπροσαρμογής των αποδοχών αυτού που επακολούθησε µε την µε αριθµό 67/2006 απόφαση του Δ.Σ. της εναγόμενης, στην οποία εισήγηση αναφέρεται ότι θα πρέπει να αναπροσαρμοστούν οι αποδοχές του εκτελούντος ήδη χρέη προϊσταμένου της νοµικής υπηρεσίας Ν. Σ. οι οποίες αποδοχές αυτού κατά τον χρόνο αυτό παρότι τυπικά φέρονταν προϊστάμενος νοµικής υπηρεσίας ήταν χαμηλότερες αυτών του ενάγοντος). Η τοποθέτηση του ανωτέρω συναδέλφου του ενάγοντος στη θέση του προϊσταμένου δεν διαφοροποίησε ουσιαστικά την προσφορά των υπηρεσιών του ενάγοντος έναντι της εναγόμενης, αφού εξακολούθησε να χειρίζεται τις υποθέσεις της εναγόμενης που είχαν σχέση µε τον τοµέα της ύδρευσης, αλλά και µε τους εργαζόμενους στον τοµέα ύδρευσης που προέρχονταν από τον προς της συγχωνεύσεως Οργανισµό Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης ενώ οι συνάδελφοί του Ν. Σ. και Δ. Β. χειρίζονταν όλες τις υποθέσεις που είχαν σχέση µε τον τοµέα αποχέτευσης και τους εργαζόμενους στον τοµέα αυτό, που προέρχονταν οπό τον Οργανισµό Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης και των οποίων υποθέσεων ο αριθµός ήταν πολύ µικρότερος του αριθµού των χειριζόμενων από τον ενάγοντα υποθέσεων. Ο προϊστάμενος δεν είχε εποπτεία των χειριζόμενων από τον ενάγοντα υποθέσεων, ο τελευταίος δεν έδινε καµία αναφορά αναφορικά µε τον τρόπο χειρισµού τους, ο προϊστάμενος δεν συντόνιζε, δεν έδινε οδηγίες, ούτε ασκούσε οποιοδήποτε έλεγχο. Αποδείχθηκε συνεπώς ότι ο προαναφερόμενος συνάδελφος του ενάγοντος έλαβε μισθολογική προαγωγή, η οποία ουδόλως συνδέεται µε υπέρτερη ουσιαστική αυτού αξία, λαμβανομένου υπόψιν του όγκου των εργασιών που εκτελούσε ο ενάγων εις βάρος του προσώπου του οποίου παραβιάσθηκε η αρχή της ίσης µεταχείρισης, καθώς εργάζονταν κάτω από τις ίδιες και ακόµη δυσκολότερες συνθήκες, ενώ επιπλέον έχει πολύ μεγαλύτερη προϋπηρεσία, καθώς παρέχει τις υπηρεσίες του στην εναγοµένη από την 12-12-1983, ενώ ο συγκρινόμενος από αρχές του έτους 2003. Το γεγονός δε ότι αυτός είναι τοποθετημένος στη θέση του προϊσταμένου, δεν διαφοροποιεί ουσιαστικά τη θέση και την κατηγορία εργασίας τους διότι, η θέση του έχει µόνο τυπικό και όχι ουσιαστικό αντίκρισµα, ενώ το είδος της εργασίας παραµένει το ίδιο. Εποµένως η εναγοµένη, υποχρεούται να αναπροσαρμόσει τις καταβαλλόμενες στον ενάγοντα αποδοχές από την 1η Ιανουαρίου 2006, προσαυξάνοντας αυτές κατά το ίδιο ποσοστό 72,16%, που προσαύξησε τις μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2005 στο συγκεκριμένο συνάδελφο του, κατά ποσοστό 72,16%. Με βάση την προσαύξηση αυτή οι ετήσιες µικτές αποδοχές που ο ενάγων δικαιούται, ανέρχονται στο ποσό των 54.558,43 ευρώ και κατά µήνα στο ποσό των 3.897,03 ευρώ. Έναντι των παραπάνω ο ενάγων έλαβε για το έτος 2006 και για το έτος 2007 µικτές ετήσιες αποδοχές, συµπεριλαµβανοµένων και των δώρων εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας, ποσού 31.690,54 για κάθε έτος, και κατά µήνα αποδοχές ποσού 2.263,61 ευρώ, ποσό 2.263,61 ευρώ για δώρο εορτών Χριστουγέννων έτους 2006 και ίδιο ποσό για δώρο εορτών Χριστουγέννων έτους 2007, ποσό1.131,80 ευρώ για δώρο Πάσχα έτους 2006, και ίδιο ποσό για δώρο Πάσχα έτους 2007, και ποσό 1.131,80 ευρώ για επίδομα αδείας έτους 2006 και ίδιο ποσό 1.131,80 ευρώ για επίδομα αδείας έτους 2007, ήτοι έλαβε για τα παραπάνω δύο έτη αποδοχές μικρότερες κατά ποσό 22.867,89 ευρώ κατ' έτος, και για τα δύο έτη κατά ποσό 45.735,78 ευρώ και κατά μήνα μικρότερες μικτές αποδοχές κατά ποσό 1.633,42 ευρώ κατά τα δύο παραπάνω έτη, για δώρο εορτών Χριστουγέννων μικρότερες μικτές αποδοχές κατά ποσό 1.633,42 ευρώ για κάθε ένα από τα δύο παραπάνω έτη, για δώρο εορτών Πάσχα για κάθε ένα από τα δύο παραπάνω έτη μικρότερες μικτές αποδοχές κατά ποσό 816,71 ευρώ και μικρότερες μικτές αποδοχές για επίδομα αδείας για κάθε ένα από τα ίδια παραπάνω έτη κατά ποσό 816,71 ευρώ. Δικαιούται συνεπώς τη διαφορά ποσού 45.735,78 ευρώ, νομιμότοκα επί του εκάστου επιμέρους ποσού οφειλομένων μηνιαίων διαφορών αποδοχών και διαφορών οφειλομένων δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας, από του χρόνου που το κάθε επί μέρους από αυτά ποσό κατέστη απαιτητό. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η αναπροσαρμογή των αποδοχών κατά το έτος 2006, μόνο για το συνάδελφό του Ν. Σ. έλαβε χώρα προκειμένου να εξισωθούν οι αποδοχές εκείνου με του ενάγοντος, λόγω των καταβαλλομένων από αυτήν ασφαλιστικών εισφορών στο Ι.Κ.Α., κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος, όπως και η εκ μέρους της προβληθείσα ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, για τους ακόλουθους λόγους: Με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν.3075/2002 (ΦΕΚ 297A'/5-12-2002) παρασχέθηκε δικαίωμα στους δικηγόρους, που παρείχαν τις νομικές υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε δημόσιες επιχειρήσεις, που στο παρελθόν ήταν δημόσιες υπηρεσίες ή Ν.Π.Δ.Δ. κ.λπ. και που είχαν προσληφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του v. 2084/1992, να ζητήσουν με υπεύθυνη δήλωσή τους στην υπηρεσία τους και μέσα σε προθεσμία 6 μηνών από τη δημοσίευση του παραπάνω νόμου να υπαχθούν στο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς στο οποίο υπάγεται το τακτικό διοικητικό προσωπικό της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούν. Με τις διατάξεις του ιδίου παραπάνω νόμου και ειδικά των παραγράφων 3 και 4 ορίστηκε το δικαίωμα αναγνώρισης ως συνταξίμου στο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς των διοικητικών υπαλλήλων της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούσαν οι δικηγόροι, από της προσλήψεώς τους και μέχρι της έναρξης ισχύος του παραπάνω νόμου. Η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών, που αναλογούσαν στην αναγνώριση του παραπάνω χρόνου, θα καταβάλλονταν και από τον εργοδότη και από τον ασφαλιζόμενο δικηγόρο, σύμφωνα με τα εκάστοτε ποσοστά εισφορών του κλάδου σύνταξης, είτε εφάπαξ μέσα σε τρεις μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης αναγνώρισης, είτε με δόσεις. Σε εφαρμογή των διατάξεων του παραπάνω νόμου ο ενάγων δήλωσε με την από 4/2/2003 υπεύθυνη δήλωσή του προς την εναγόμενη ότι επιθυμεί να υπαχθεί στο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς των διοικητικών υπαλλήλων αυτής. Σε αποδοχή της παραπάνω υπεύθυνης δηλώσεως αλλά και σε εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3075/2002, η Διευθύντρια Διοικητικού της εναγόμενης με την με αριθμό 1010/28-1- 2005 απόφασή της αποφασίζει την καταβολή στο ΙΚΑ των ασφαλιστικών εισφορών για την αναγνώριση της απασχολήσεως του ενάγοντος σε αυτήν από την 12-12-1983, που ανέρχονταν για την εναγόμενη στο ποσό των 81.690,79 ευρώ και για τον ενάγοντα στο ποσό των 21.510,24 ευρώ, όπως επίσης και την απόδοση των ασφαλιστικών εισφορών που βάρυναν αμφοτέρους με την παρακράτηση από τις αποδοχές του ενάγοντος, του ποσού των 448,13 ευρώ ανά μήνα, με έναρξη καταβολής την 1-3-2005. Τα χρήματα που κατέβαλε η εναγομένη για λογαριασμό του ενάγοντος και για ασφαλιστικές εισφορές του, ανερχόμενα για τους 10 μήνες του έτους 2005 σε ποσό 24.733,63, για το έτος 2006 σε ποσό 28.727,96, για το έτος 2007 σε ποσό 29.173,68, για το έτος 2008 ποσό 29.664,37 αφορούν στην υποχρέωσή της σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις του ν. 3075/2002 να καταβάλει τις βαρύνουσες αυτήν ασφαλιστικές εισφορές για αναγνώριση της απασχολήσεώς του σε αυτήν από την 12-12-1983 και μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, όπως επίσης και την υποχρέωση αυτής καταβολής των κατά μήνα βαρυνουσών αυτήν ασφαλιστικών εισφορών για την ασφάλισή του µετά την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόµου, όπως επίσης και το ποσό που παρακρατούσε από τις αποδοχές του για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών που βάρυναν τον ενάγοντα. Η επιβάρυνση αυτή της εναγόμενης, εκτός της καταβολής των τακτικών ασφαλιστικών κατά µήνα εισφορών από την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόµου, ήταν προσωρινή και µόνο για 48 µήνες από την 1-3-2005 και έκτοτε. Η καταβολή επίσης από την εναγόμενη όχι µόνο για τον ενάγοντα αλλά για όλους τους νοµικούς της συμβούλους των 2/3 των ασφαλιστικών εισφορών που βάρυναν τον ενάγοντα για το Ταµείο Νοµικών, για το ΚΕΑΔ και για το τότε Ταµείο Προνοίας Δικηγόρων Θεσσαλονίκης ήταν νοµική υποχρέωση της. Το ύψος των καταβαλλομένων εισφορών ήταν για µεν το Ταµείο Προνοίας Δικηγόρων Θεσσαλονίκης ποσό κατ' έτος 1.100,00 ευρώ περίπου, για δε το Ταµείο Νοµικών και το ΚΕΑΔ ποσό 2.500,00 ευρώ περίπου το έτος. Τα ποσά άλλωστε που κατέβαλε η εναγόμενη για τακτικές αποδοχές του αλλά και για μεταβάσεις του στην Αθήνα κατά τον εκάστοτε χειρισµό υποθέσεων αυτής ενώπιον του ΑΠ και του ΣτΕ ανήλθαν για το έτος 2005 σε ποσό 28.360,19 ευρώ, για το έτος 2006 σε ποσό 26.360,80 ευρώ και για το έτος 2008 σε ποσό 25.063,20. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο, έκρινε ότι τίθεται θέμα μη νομίμου εξαιρέσεως του αναιρεσείοντος από τις αιτούμενες διαφορές, αφού υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και παραβιάζονται οι επικαλούμενες διατάξεις, διότι υπάρχει άνιση μεταχείριση και στη συνέχεια επιδίκασε το ποσό, που προαναφέρθηκε. Με την κρίση του αυτή 1) δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ.1β του Συντάγματος, 288 Α.Κ., 119 εδ. α' και 141 της ιδρυτικής συνθήκης της Ε.Ο.Κ. και 9 του ν. 3075/2002 και 2) διέλαβε στην απόφαση του, επαρκείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων. Επομένως, όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, ενιαίως κρινόμενοι, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ειδικά, ως προς την επικαλούμενη, με τους ίδιους λόγους πλημμέλεια, της παραβίασης διδαγμάτων κοινής πείρας, σχετικά με την υπαγωγή στους παραπάνω κανόνες των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών, οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι με την κρίση του Δικαστηρίου, ότι "το γεγονός δε ότι αυτός είναι τοποθετημένος στη θέση του προϊσταμένου, δεν διαφοροποιεί ουσιαστικά τη θέση και την κατηγορία εργασίας τους, διότι η θέση του έχει µόνο τυπικό και όχι ουσιαστικό αντίκρισµα, ενώ το είδος της εργασίας παραµένει το ίδιο", δεν παραβιάστηκε δίδαγμα της κοινής πείρας. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 21-10-2011 αίτηση της αναιρεσείουσας για την αναίρεση της 22570/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ο δικηγόρος, που παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια αντιμισθία, δικαιούται να απαιτήσει από τον εντολέα του τη μεγαλύτερη αντιμισθία, την οποία ο τελευταίος καταβάλει οικειοθελώς σε άλλους δικηγόρους, οι οποίοι δεν διαθέτουν περισσότερα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα, παρέχουν τις υπηρεσίες τους υπό τις ίδιες συνθήκες και δεν υπερέχουν ως προς την ποιοτική και ποσοτική απόδοση.
null
null
1
Αριθμός 1495/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., έως και 20) Α. Χ. του Δ., κατοίκου ... . Οι 1ος, 2ος, 4η, 6η, 7η, 8η, 14η, 15ος, 17η, 18ος και 19ος των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Τερεζάκη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι η 3η αναιρεσείουσα έχει αναγραφεί εκ παραδρομής στο αναιρετήριο "Μ. - Π.", αντί του ορθού "Μ. - Π.". Ο 10ος αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο δικηγόρο, καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Ρουπακιώτη. Οι 3η, 5η, 9η, 11ος, 12η, 13η, 16η και 20ος των αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Κοινωφελούς σωματείου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Λεβέντη και Γεώργιο Καθάρειο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 615/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1860/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-5-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 26-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του KΠολΔ. προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, μετά από αναβολή κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 7-2-2012, συζητήθηκε κατά τη σημερινή (18-9-2012), η από 17-5-2011 αίτηση των αναιρεσειόντων για αναίρεση της 1860/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, στη νόμιμη, μετά από αναβολή από την αρχική, δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, δεν εμφανίστηκαν οι, 3η, 5η, 9η, 11ος, 12η, 13η, 16η, και 20ος, από τους αναιρεσείοντες, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο. Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους λοιπούς αναιρεσείοντες εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. 11182Γ/11-7-2012, του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...,7898/5-7-2012 της δικαστικής επιμελήτριας Πατρών ..., 11087Γ/29-6-2012, 11014Γ/22-6-2012, 11105Γ/29-6-2012, 11094Γ/29-6-2012, 11093/29-6-2012, 11090Γ/29-6-2012 του δικ. Επιμελητή ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο (της 18-9-2012), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια των λοιπών αναιρεσειόντων, στους απολειπόμενους αναιρεσείοντες, Ε. Μ. - Π., Ε. Σ., Σ. Β., Ν. Κ., Π. Σ., Μ.-Ε. Γ., Ι. Κ. και Α. Χ.. Επομένως, πρέπει, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτήν, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση. Αν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως, που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία. Αυτό δε δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (ΑΠ (ολ) 28/1992, 13/91, ΑΠ 60/2002). Εξάλλου, γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των αποδοχών κατηγοριών εργαζομένων, που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες, συντρέχουν όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία κάτω από διαφορετικό νομικό καθεστώς ήτοι, όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή προκειμένου περί κατηγοριών απασχολουμένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όταν η μία απασχολείται στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή Ν.Π.Δ.Δ. και η άλλη σε Ν.Π.Ι.Δ. ή γενικώς στον ιδιωτικό τομέα. Περαιτέρω, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, ιδρύθηκε με το Β.Δ. 28.8/9.9.1836 (ΦΕΚ 84/7/10/1836) έχει τη μορφή κοινωφελούς μη κερδοσκοπικού σωματείου, στο οποίο με το ΒΔ 8/11.9.1914 χορηγήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο η άδεια να ιδρύει ιδιωτικά σχολεία. Σύμφωνα δε με το Ν.682/1977 "περί ιδιωτικών σχολείων γενικής εκπαίδευσης και σχολικών Οικοτροφείων", ορίζεται στο άρθρο 1 αυτού ότι ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαίδευσης, κατά την έννοια αυτού του νόμου, είναι τα αντίστοιχα προς τα δημόσια σχολεία δημοτικής ή μέσης εκπαίδευσης, τα μη ανήκοντα στο Κράτος, αλλά ιδρυόμενα και συντηρούμενα από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, μεταξύ δε αυτών είναι και τα αναγνωριζόμενα ως ισότιμα προς τα δημόσια (αρθρ. 2 παρ. 2), υπό την έννοια ότι οι παρεχόμενοι από αυτά τίτλοι σπουδών είναι ισότιμοι προς τους τίτλους των αντίστοιχων δημοσίων σχολείων. Στα ισότιμα σχολεία ανήκουν και τα ιδρυθέντα από το εναγόμενο ΝΠΙΔ. Όσον αφορά το εκπαιδευτικό προσωπικό των ιδιωτικών σχολείων που, έχουν αναγνωριστεί ως ισότιμα με τα δημόσια, το κράτος έχει αναλάβει από μακρού την συνταξιοδότησή του από το Δημόσιο Ταμείο. Προς το σκοπό αυτό, ο Υπουργός Παιδείας καθορίζει με απόφασή του, σύμφωνα με το άρθρο 37 παρ. 3 του Ν. 682/1977, την οργανική σύνθεση του ιδιωτικού εκπαιδευτικού προσωπικού, την συνταξιοδότηση του οποίου αναλαμβάνει το Δημόσιο, προβαίνει δε, κατ' αρχήν, κατόπιν προτάσεως του διοικούντος το σχολείο οργάνου ή και οίκοθεν, αν η πρόταση δεν υποβληθεί, στην ένταξη του εν λόγω προσωπικού στην οργανική σύνθεση του σχολείου. Η ένταξη αυτή, η οποία έχει ως συνέπεια την υπαγωγή του εκπαιδευτικού στο συνταξιοδοτικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων, δεν προσδίδει στον εντασσόμενο και την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, αφού η ιδιότητα αυτή επιφυλάσσεται, σύμφωνα με το άρθρο 103 του Συντάγματος, μόνο στους υπαλλήλους του Κράτους και των ΝΠΔΔ, ενώ οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί συνδέονται με το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο ανήκει το ιδιωτικό σχολείο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 30 Ν. 682/1977. Όσον αφορά τις αποδοχές των απασχολούμενων στο εναγόμενο εκπαιδευτικών ρυθμίζονται από το άρθρο 36 του Ν. 682/1977, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 817/1978, που καθορίζει ότι οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί λαμβάνουν τις αποδοχές των ομοιοβάθμων τους δημοσίων εκπαιδευτικών μετά των πάσης φύσεως επιδομάτων και δεν αμείβονται ευθέως με τις διατάξεις των Ν. 2470/1997 και Ν. 3205/2003. Τέλος, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2738/99, (ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς, βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους ... Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλαδή της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών, του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 Ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" και ειδικότερα, εκδόθηκαν, εκτός άλλων, και οι αναφερόμενες λεπτομερώς στην προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αναίρεση απόφαση κοινές υπουργικές αποφάσεις. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η μισθολογική αυτή παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους ως άνω μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/97, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, Ο.Τ.Α. και λοιπά Ν.Π.Δ.Δ.. Όλες οι προαναφερθείσες Κ.Υ.Α. έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των άρθρων 14 του Ν. 3016/2002 και 1 του Ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1-1-2002 και σε 176 Ευρώ από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κινήσεως κλπ), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και ότι συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ως δικαιούμενους της παροχής όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί τη χορήγησή της ειδικά στους εν λόγω υπαλλήλους. Ενώ δηλαδή η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές. Έτσι με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου ευρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, Ο.Τ.Α. και Ν.Π.Δ.Δ., που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Εξάλλου, με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου, από της ενάρξεως δε ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004) οι ανωτέρω Κ.Υ.Α. καταργούνται (βλ. και άρθρ. 28 παρ. 4 του ίδιου νόμου). Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αδιακρίτως του φορέα, της φύσεως, του είδους και των συνθηκών εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτήν προσαύξηση του μισθού. Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την εν λόγω παροχή, την οποία μόνο από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του Ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης. Στην προκειμένη περίπτωση οι εκκαλούντες εξέθεταν στην αγωγή τους ότι προσλήφθηκαν από το αναιρεσίβλητο-εναγόμενο οι πρώτοι επτά από αυτούς µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αρχικώς ορισµένου και στη συνέχεια αορίστου χρόνου και ότι συνταξιοδοτούνται πλέον από το Δηµόσιο Ταµείο, οι επόµενοι τέσσερις µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αρχικώς ορισµένου και στη συνέχεια αορίστου χρόνου, οι δε εννέα υπόλοιποι µε τετραετείς ανανεούµενες συµβάσεις εργασίας και ότι απασχολήθηκαν - και απασχολούνται οι εν ενεργεία - ως καθηγητές Β/θµιας Εκπαίδευσης στα εκπαιδευτήρια του εναγοµένου, υπαγόµενοι από την πρόσληψή τους µισθολογικά στις διατάξεις των Ν. 2470/1997 και Ν. 3205/2003, που αφορούν τους δηµόσιους υπαλλήλους. Ζήτησαν δε µε αυτή να υποχρεωθεί το εναγόµενο, µε βάση την αρχή της ισότητας, άλλως και της ίσης µεταχείρισης, επικουρικά µε τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισµού, να τους καταβάλει την πρόσθετη μηνιαία μισθολογική παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ύψους 88 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 30-6-2002 και αντίστοιχη μισθολογική αμοιβή ύψους 176 ευρώ από 1-7-2002 μέχρι 31-12-2006, που αρνείται να τους καταβάλει η οποία ανέρχεται στο ποσό των 11.801,16 ευρώ για τον καθένα. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι η παραπάνω αγωγή δεν είναι νόμιμη, διότι δικαιούχοι της εν λόγω ειδικής παροχής είναι οι επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπάλληλοι του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται ευθέως από τις διατάξεις αρχικώς του Ν. 2470/1997 και μεταγενέστερα του Ν. 3205/2003 και όχι οι επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου υπάλληλοι των ΝΠΙΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις. Δέχθηκε ακόμη, ότι, εφόσον εξέλιπε τελικά ο αρχικός λόγος χορήγησης της παραπάνω ειδικής παροχής (ενίσχυση χαμηλόμισθων υπαλλήλων) και η καταβολή της μετατράπηκε σε γενικό κανόνα, που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον καταβαλλόμενο μισθό, η κατ' εξαίρεση μη χoρήγηση της μισθολογικής αυτής παροχής σε ορισμένες μόνο κατηγoρίες υπαλλήλων, και ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορηγήσεώς της, οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, προς αποκατάσταση της οποίας, πρέπει, η παροχή αυτή να καταβληθεί σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Ωστόσο, στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν ανήκουν σε αυτές. Επομένως, με την χορήγηση της ένδικης ειδικής παροχής στους τακτικούς υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, δεν παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 β αυτού, ούτε παραβιάστηκαν οι κατοχυρωμένες από το ευρωπαϊκό δίκαιο αρχές της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης, επειδή οι παραπάνω ρυθμίσεις αφορούν κατηγορία υπαλλήλων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με σχέση δημοσίου δικαίου, η οποία έχει διάφορο νομικό - θεσμικό καθεστώς που διέπει την πρόσληψη, την αμοιβή, την υπηρεσιακή εξέλιξη, τη μονιμότητα ή μη και τη λύση της υπηρεσιακής σχέσης καθενός από τους μισθωτούς αυτούς, γεγονός που δικαιολογεί διαφορετική μεταχείριση από την κατηγορία των υπαλλήλων που παρέχουν την εργασία τους με σχέση ιδιωτικού δικαίου στην οποία ανήκουν οι ενάγοντες. Αλλά και αναφορικά με τους επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους των προαναφερόμενων προσώπων, επίσης δεν παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 αλλά και αυτή του άρθρου 22 του Συντάγματος με τη μη επέκταση της χορήγηση της ίδιας ειδικής παροχής και στο προσωπικό του εναγομένου, επειδή ανεξάρτητα από άλλους λόγους (νομική φύση του εργοδότη, διαφορετικές συνθήκες παροχής εργασίας), δεν αμείβονται οι ενάγοντες ευθέως με τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 και μεταγενέστερα του Ν. 3205/2003, όπως οι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου και ΝΠΔΔ μόνιμοι και με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, γεγονός που δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των δύο κατηγοριών υπαλλήλων. Το γεγονός δε ότι το μισθολόγιο των εναγόντων καθορίζεται βάσει του μισθολογίου, που ισχύει κάθε φορά για τους ομοιόβαθμούς τους εκπαιδευτικούς του Δημοσίου, δεν μεταβάλλει τη νομική φύση του εναγομένου ΝΠΙΔ ή των υπαλλήλων του ως συνδεομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου με αυτό. Με τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων κατά της 615/2007 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 36 του Ν. 682/1977, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 817/1978, 1 παρ. 1 του ν. 2470/1997, 1 παρ. 1 του ν. 3205/2003, 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002 και 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1,2 του Συντάγματος και τις διατάξεις του άρθρου 119 της συνθήκης της Ρώμης (ήδη άρθ. 141 της ενοποιημένης απόδοσης της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας), καθόσον, υπό τις εκτιθέμενες παραδοχές, η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται στην προκειμένη περίπτωση από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες, ως εργαζόμενοι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων του Δημοσίου των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, στους οποίους χορηγείται η επίδικη παροχή. Επομένως οι, ενιαίως κρινόμενοι, πρώτος, δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Τέλος, απαράδεκτος είναι ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τις πλημμέλειες που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, στις οποίες όμως, δεν περιλαμβάνεται και εκείνη της μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο επικληθέντος αποδεικτικού μέσου(ενόρκου βεβαιώσεως). Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 17-5-2011 αίτηση των αναιρεσειόντων για την αναίρεση της 1860/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπό τις εκτιθέμενες παραδοχές της απόφασης, η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται, από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες, ως εργαζόμενοι στο νομικό πρόσωπο «Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία» ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων του Δημοσίου των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, στους οποίους χορηγείται η επίδικη παροχή.
null
null
2
Αριθμός 1497/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Α. του Σ., έως και 22) Α. Ι. του Ν., κατοίκου ... . Οι 1η, 2η, 3η, 4η, 5ος, 6η, 9η, 10η, 13η, 14η, 15η, 16η, 17η, 19η, 20η, 21η και 22ος των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Τερεζάκη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) η 9η αναιρεσείουσα έχει αναγραφεί εκ παραδρομής στο αναιρετήριο "Α. Λ. του Α.", αντί του ορθού "Α. συζ. Γ. Π., το γένος Α. Λ." και β) η 15η αναιρεσείουσα έχει αναγραφεί εκ παραδρομής στο αναιρετήριο "Α. Κ. του Σ.", αντί του ορθού "Α. συζ. Γ. Β., το γένος Σ. Κ.". Οι 7η, 8η, 11η, 12η και 18η των αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Κοινωφελούς σωματείου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Λεβέντη και Γεώργιο Καθάρειο. Δεν κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 685/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1861/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-5-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 26-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του KΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, μετά από αναβολή κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 7-2-2012, συζητήθηκε κατά τη σημερινή (18-9-2012), η από 17-5-2011 αίτηση των αναιρεσειόντων για αναίρεση της 1861/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, στη νόμιμη, μετά από αναβολή από την αρχική, δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, δεν εμφανίστηκαν οι, 7η, 8η, 11η, 12η, και 18η, από τους αναιρεσείοντες, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο. Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους λοιπούς αναιρεσείοντες εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. 11128Γ/2-7-2012, 11165Γ/9-7-2012, 11185Γ/11-7-2012, 11085Γ/29-6-2012, και 11169Γ/9-7-2012, του δικ. Επιμελητή ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο (της 18-9-2012), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια των λοιπών αναιρεσειόντων, στους απολειπόμενους αναιρεσείοντες, Σ. Μ. - Τ., Α. Τ. - Γ., Μ. Θ., Β. Μ. - Α. και Μ. Π. - Δ.. Επομένως, πρέπει, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτήν, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση. Αν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία. Αυτό δε δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (ΑΠ Ολ. 28/1992, 13/91, ΑΠ 60/2002). Εξάλλου, γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των αποδοχών κατηγοριών εργαζομένων, που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες, συντρέχουν όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία κάτω από διαφορετικό νομικό καθεστώς ήτοι, όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή προκειμένου περί κατηγοριών απασχολουμένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όταν η μία απασχολείται στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή Ν.Π.Δ.Δ. και η άλλη σε Ν.Π.Ι.Δ. ή γενικώς στον ιδιωτικό τομέα. Περαιτέρω, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, ιδρύθηκε με το Β.Δ. 28.8/9.9.1836 (ΦΕΚ 84/7/10/1836) έχει τη μορφή κοινωφελούς μη κερδοσκοπικού σωματείου, στο οποίο με το ΒΔ 8/11.9.1914 χορηγήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο η άδεια να ιδρύει ιδιωτικά σχολεία. Σύμφωνα δε με το Ν. 682/1977 "περί ιδιωτικών σχολείων γενικής εκπαίδευσης και σχολικών Οικοτροφείων", ορίζεται στο άρθρο 1 αυτού ότι ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαίδευσης, κατά την έννοια αυτού του νόμου, είναι τα αντίστοιχα προς τα δημόσια σχολεία δημοτικής ή μέσης εκπαίδευσης, τα μη ανήκοντα στο Κράτος, αλλά ιδρυόμενα και συντηρούμενα από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, μεταξύ δε αυτών είναι και τα αναγνωριζόμενα ως ισότιμα προς τα δημόσια (αρθρ. 2 παρ. 2), υπό την έννοια ότι οι παρεχόμενοι από αυτά τίτλοι σπουδών είναι ισότιμοι προς τους τίτλους των αντίστοιχων δημοσίων σχολείων. Στα ισότιμα σχολεία ανήκουν και τα ιδρυθέντα από το εναγόμενο ΝΠΙΔ. Όσον αφορά το εκπαιδευτικό προσωπικό των ιδιωτικών σχολείων, που έχουν αναγνωριστεί ως ισότιμα με τα δημόσια, το κράτος έχει αναλάβει από μακρού την συνταξιοδότησή του από το Δημόσιο Ταμείο. Προς το σκοπό αυτό, ο Υπουργός Παιδείας καθορίζει με απόφασή του, σύμφωνα με το άρθρο 37 παρ. 3 του Ν. 682/1977, την οργανική σύνθεση του ιδιωτικού εκπαιδευτικού προσωπικού, την συνταξιοδότηση του οποίου αναλαμβάνει το Δημόσιο, προβαίνει δε, κατ' αρχήν, κατόπιν προτάσεως του διοικούντος το σχολείο οργάνου ή και οίκοθεν, αν η πρόταση δεν υποβληθεί, στην ένταξη του εν λόγω προσωπικού στην οργανική σύνθεση του σχολείου. Η ένταξη αυτή, η οποία έχει ως συνέπεια την υπαγωγή του εκπαιδευτικού στο συνταξιοδοτικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων, δεν προσδίδει στον εντασσόμενο και την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, αφού η ιδιότητα αυτή επιφυλάσσεται, σύμφωνα με το άρθρο 103 του Συντάγματος, μόνο στους υπαλλήλους του Κράτους και των ΝΠΔΔ, ενώ οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί συνδέονται με το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο ανήκει το ιδιωτικό σχολείο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 30 Ν. 682/1977. Όσον αφορά τις αποδοχές των απασχολούμενων στο εναγόμενο εκπαιδευτικών ρυθμίζονται από το άρθρο 36 του Ν. 682/1977, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 817/1978, που καθορίζει ότι οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί λαμβάνουν τις αποδοχές των ομοιοβάθμων τους δημοσίων εκπαιδευτικών μετά των πάσης φύσεως επιδομάτων και δεν αμείβονται ευθέως με τις διατάξεις των Ν. 2470/1997 και Ν. 3205/2003. Τέλος, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2738/99, (ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς, βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους ... Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλαδή της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών, του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" και ειδικότερα, εκδόθηκαν, εκτός άλλων, και οι αναφερόμενες λεπτομερώς στην προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αναίρεση απόφαση κοινές υπουργικές αποφάσεις. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η μισθολογική αυτή παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους ως άνω μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/97, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, Ο.Τ.Α. και λοιπά Ν.Π.Δ.Δ.. Όλες οι προαναφερθείσες Κ.Υ.Α. έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των άρθρων 14 του Ν. 3016/2002 και 1 του Ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1-1-2002 και σε 176 ευρώ από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κινήσεως κ.λπ.), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και ότι συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ως δικαιούμενους της παροχής όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί τη χορήγησή της ειδικά στους εν λόγω υπαλλήλους. Ενώ δηλαδή η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές. Έτσι με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου ευρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, Ο.Τ.Α. και Ν.Π.Δ.Δ., που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Εξάλλου, με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου, από της ενάρξεως δε ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004) οι ανωτέρω Κ.Υ.Α. καταργούνται (βλ. και άρθρ. 28 παρ. 4 του ίδιου νόμου). Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αδιακρίτως του φορέα, της φύσεως, του είδους και των συνθηκών εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτήν προσαύξηση του μισθού. Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την εν λόγω παροχή, την οποία μόνο από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του Ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης. Στην προκειμένη περίπτωση οι εκκαλούντες εξέθεταν στην αγωγή τους ότι προσλήφθηκαν από το αναιρεσίβλητο-εναγόμενο οι μεν πρώτοι είκοσι από αυτούς µε σύµβαση εξαρτημένης εργασίας αρχικώς ορισμένου και στη συνέχεια αορίστου χρόνου, οι δε εικοστή πρώτη και εικοστός δεύτερος µε σύµβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου και ότι απασχολήθηκαν όλοι τους ως καθηγητές Β/θµιας Εκπαίδευσης στα εκπαιδευτήρια του εναγοµένου, μέχρι την συνταξιοδότηση τους οι πρώτοι από το Δημόσιο Ταμείο και την αποχώρηση τους οι δεύτεροι υπαγόμενοι από την πρόσληψή τους µισθολογικά στις διατάξεις των Ν. 2470/1997 και Ν. 3205/2003, που αφορούν τους δηµόσιους υπαλλήλους. Ζήτησαν δε µε αυτή να υποχρεωθεί το εναγόμενο, µε βάση την αρχή της ισότητας, άλλως και της ίσης µεταχείρισης, επικουρικά µε τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισµού, να τους καταβάλει την πρόσθετη μηνιαία μισθολογική παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ύψους 88 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 30-6-2002 και αντίστοιχη μισθολογική αμοιβή ύψους 176 ευρώ από 1-7-2002 μέχρι 31-12-2006, που αρνείται να τους καταβάλει η οποία ανέρχεται στα αναφερόμενα στην αγωγή για τον καθένα ποσά. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι η παραπάνω αγωγή δεν είναι νόμιμη, διότι δικαιούχοι της εν λόγω ειδικής παροχής είναι οι επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπάλληλοι του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται ευθέως από τις διατάξεις αρχικώς του Ν. 2470/1997 και μεταγενέστερα του Ν. 3205/2003 και όχι οι επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου υπάλληλοι των ΝΠΙΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις. Δέχθηκε ακόμη, ότι, εφόσον εξέλιπε τελικά ο αρχικός λόγος χορήγησης της παραπάνω ειδικής παροχής (ενίσχυση χαμηλόμισθων υπαλλήλων) και η καταβολή της μετατράπηκε σε γενικό κανόνα, που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον καταβαλλόμενο μισθό, η κατ' εξαίρεση μη χορήγηση της μισθολογικής αυτής παροχής σε ορισμένες μόνο κατηγορίες υπαλλήλων, και ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορηγήσεώς της, οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, προς αποκατάσταση της οποίας, πρέπει, η παροχή αυτή να καταβληθεί σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Ωστόσο, στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν ανήκουν σε αυτές. Επομένως, με την χορήγηση της ένδικης ειδικής παροχής στους τακτικούς υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, δεν παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1β' αυτού, ούτε παραβιάστηκαν οι κατοχυρωμένες από το ευρωπαϊκό δίκαιο αρχές της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης, επειδή οι παραπάνω ρυθμίσεις αφορούν κατηγορία υπαλλήλων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με σχέση δημοσίου δικαίου, η οποία έχει διάφορο νομικό - θεσμικό καθεστώς που διέπει την πρόσληψη, την αμοιβή, την υπηρεσιακή εξέλιξη, τη μονιμότητα ή μη και τη λύση της υπηρεσιακής σχέσης καθενός από τους μισθωτούς αυτούς, γεγονός που δικαιολογεί διαφορετική μεταχείριση από την κατηγορία των υπαλλήλων που παρέχουν την εργασία τους με σχέση ιδιωτικού δικαίου στην οποία ανήκουν οι ενάγοντες. Αλλά και αναφορικά με τους επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους των προαναφερόμενων προσώπων, επίσης δεν παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 αλλά και αυτή του άρθρου 22 του Συντάγματος, με τη μη επέκταση της χορήγηση της ίδιας ειδικής παροχής και στο προσωπικό του εναγομένου, επειδή ανεξάρτητα από άλλους λόγους (νομική φύση του εργοδότη, διαφορετικές συνθήκες παροχής εργασίας), δεν αμείβονται οι ενάγοντες ευθέως με τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 και μεταγενέστερα του Ν. 3205/2003, όπως οι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου και ΝΠΔΔ μόνιμοι και με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, γεγονός που δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των δύο κατηγοριών υπαλλήλων. Το γεγονός δε ότι το μισθολόγιο των εναγόντων καθορίζεται βάσει του μισθολογίου, που ισχύει κάθε φορά για τους ομοιόβαθμούς τους εκπαιδευτικούς του Δημοσίου, δεν μεταβάλλει τη νομική φύση του εναγομένου ΝΠΙΔ ή των υπαλλήλων του ως συνδεομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου με αυτό. Με τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων κατά της 685/2007 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 36 του Ν. 682/1977, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 817/1978, 1 παρ. 1 του ν. 2470/1997, 1 παρ. 1 του ν. 3205/2003, 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002 και 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1, 2 του Συντάγματος και τις διατάξεις του άρθρου 119 της συνθήκης της Ρώμης (ήδη άρθ. 141 της ενοποιημένης απόδοσης της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας), καθόσον, υπό τις εκτιθέμενες παραδοχές, η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται στην προκειμένη περίπτωση από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες, ως εργαζόμενοι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (κοινωφελές σωματείο) ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων του Δημοσίου των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, στους οποίους χορηγείται η επίδικη παροχή. Επομένως οι, ενιαίως κρινόμενοι, πρώτος, δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Τέλος, απαράδεκτος είναι ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τις πλημμέλειες που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, στις οποίες όμως, δεν περιλαμβάνεται και εκείνη της μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο επικληθέντος αποδεικτικού μέσου (ενόρκου βεβαιώσεως). Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 17-5-2011, αίτηση των αναιρεσειόντων για την αναίρεση της 1861/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπό τις εκτιθέμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές της απόφασης, η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται στην προκειμένη περίπτωση από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες, ως εργαζόμενοι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου(κοινωφελές σωματείο) ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων του Δημοσίου των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, στους οποίους χορηγείται η επίδικη παροχή των 176 ευρώ.
null
null
0
Αριθμός 1498/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ά. - Μ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Ι. Β. του Α., κατοίκου ..., 4) Μ. Π. του Α., κατοίκου ..., 5) Μ. Π. του Ν., κατοίκου ..., 6) Α. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 7) Μ. Β. του Α., κατοίκου ..., 8) Κ. συζ. Α. Θ., το γένος Η. Π., κατοίκου ..., 9) Γ. Φ. του Φ., κατοίκου ..., 10) Μ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 11) Β. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 12) Α. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 13) Ι. Β. του Χ., κατοίκου ..., 14) Θ. Σ. του Β., κατοίκου ..., 15) Χ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., 16) Θ. συζ. Σ. Β., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., 17) Π. Δ. - Γ. του Δ., κατοίκου ..., 18) Ε. Δ. του Σ., κατοίκου ..., 19) Δ. Π. του Ε., κατοίκου ..., 20) Κ. συζ. Π. Β., το γένος Ε. Α., κατοίκου ..., 21) Α. συζ. Α. Κ., το γένος Η. Τ., κατοίκου ..., 22) Ε. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 23) Ά. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 24) Μ. Δ. του Π., κατοίκου ..., 25) Ζ. Φ. του Α., κατοίκου ..., 26) Μ. Φ. του Ι., κατοίκου ..., 27) Θ. συζ. Θ. Χ., το γένος Α. Φ., κατοίκου ..., 28) Σ. Ε. του Α., κατοίκου ..., 29) Ε. Ι. - Α. του Α., κατοίκου ... και 30) Γ. Σ. του Σ., κατοίκου ... . Οι 1η, 2ος, 3ος, 5η, 6η, 8η, 9ος, 10η, 11η, 12η, 14η, 15η, 16η, 17η, 20η, 21η, 24η, 25η, 26η, 27η, 28η, 29η και 30ος των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Τερεζάκη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) η 8η αναιρεσείουσα έχει αναγραφεί εκ παραδρομής στο αναιρετήριο "Κ. Θ. - Π. του Α.", αντί του ορθού "Κ. συζ. Α. Θ., το γένος Η. Π.", β) η 16η αναιρεσείουσα έχει αναγραφεί εκ παραδρομής στο αναιρετήριο "Θ. Μ. - Β. του Σ.", αντί του ορθού "Θ. συζ. Σ. Β., το γένος Ι. Μ.", γ) η 20η αναιρεσείουσα έχει αναγραφεί εκ παραδρομής στο αναιρετήριο "Κ. Β. - Α. του Ε.", αντί του ορθού "Κ. συζ. Π. Β., το γένος Ε. Α.", δ) η 21η αναιρεσείουσα έχει αναγραφεί εκ παραδρομής στο αναιρετήριο "Α. Κ. - Τ. του Η.", αντί του ορθού "Α. συζ. Α. Κ., το γένος Η. Τ." και ε) η 27η αναιρεσείουσα έχει αναγραφεί εκ παραδρομής στο αναιρετήριο "Θ. Φ. - Χ. του Α.", αντί του ορθού "Θ. συζ. Θ. Χ., το γένος Α. Φ.". Οι 4η, 7η, 13ος, 18η, 19η, 22η και 23η των αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Κοινωφελούς σωματείου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Λεβέντη και Γεώργιο Καθάρειο. Δεν κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 614/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1878/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-5-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 26-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του KΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, μετά από αναβολή κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 7-2-2012, συζητήθηκε κατά τη σημερινή (18-9-2012), η από 17-5-2011 αίτηση των αναιρεσειόντων για αναίρεση της 1878/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, στη νόμιμη, μετά από αναβολή από την αρχική, δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, δεν εμφανίστηκαν, οι 4η, 7η, 13ος, 18η, 19η, 22η και 23η, από τους αναιρεσείοντες, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο. Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους λοιπούς αναιρεσείοντες εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. 11186Γ/11-7-2012, 11187Γ/11-7-2012, 11089Γ/29-6-2012, 11088Γ/29-6-2012, 11013Γ/22-6-2012, 11016Γ/22-6-2012 και 11017Γ/22-6-2012 του δικ. Επιμελητή Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο (της 18-9-2012), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια των λοιπών αναιρεσειόντων, στους απολειπόμενους αναιρεσείοντες, Μ. Π., Μ. Β., Ι. Β., Ε. Δ., Δ. Π., Ε. Τ. και Ά. Μ.. Επομένως, πρέπει, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτήν, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση. Αν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία. Αυτό δε δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (ΑΠΟλ. 28/1992, 13/91, ΑΠ 60/2002). Εξάλλου, γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των αποδοχών κατηγοριών εργαζομένων, που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες, συντρέχουν όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία κάτω από διαφορετικό νομικό καθεστώς ήτοι, όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή προκειμένου περί κατηγοριών απασχολουμένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όταν η μία απασχολείται στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή Ν.Π.Δ.Δ. και η άλλη σε Ν.Π.Ι.Δ. ή γενικώς στον ιδιωτικό τομέα. Περαιτέρω, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, ιδρύθηκε με το Β.Δ. 28.8/9.9.1836 (ΦΕΚ 84/7/10/1836) έχει τη μορφή κοινωφελούς μη κερδοσκοπικού σωματείου, στο οποίο με το ΒΔ 8/11.9.1914 χορηγήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο η άδεια να ιδρύει ιδιωτικά σχολεία. Σύμφωνα δε με το Ν. 682/1977 "περί ιδιωτικών σχολείων γενικής εκπαίδευσης και σχολικών Οικοτροφείων", ορίζεται στο άρθρο 1 αυτού ότι ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαίδευσης, κατά την έννοια αυτού του νόμου, είναι τα αντίστοιχα προς τα δημόσια σχολεία δημοτικής ή μέσης εκπαίδευσης, τα μη ανήκοντα στο Κράτος, αλλά ιδρυόμενα και συντηρούμενα από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, μεταξύ δε αυτών είναι και τα αναγνωριζόμενα ως ισότιμα προς τα δημόσια (αρθρ. 2 παρ. 2), υπό την έννοια ότι οι παρεχόμενοι από αυτά τίτλοι σπουδών είναι ισότιμοι προς τους τίτλους των αντίστοιχων δημοσίων σχολείων. Στα ισότιμα σχολεία ανήκουν και τα ιδρυθέντα από το εναγόμενο ΝΠΙΔ. Όσον αφορά το εκπαιδευτικό προσωπικό των ιδιωτικών σχολείων που, έχουν αναγνωριστεί ως ισότιμα με τα δημόσια, το κράτος έχει αναλάβει από μακρού την συνταξιοδότησή του από το Δημόσιο Ταμείο. Προς το σκοπό αυτό, ο Υπουργός Παιδείας καθορίζει με απόφασή του, σύμφωνα με το άρθρο 37 παρ. 3 του Ν. 682/1977, την οργανική σύνθεση του ιδιωτικού εκπαιδευτικού προσωπικού, την συνταξιοδότηση του οποίου αναλαμβάνει το Δημόσιο, προβαίνει δε, κατ' αρχήν, κατόπιν προτάσεως του διοικούντος το σχολείο οργάνου ή και οίκοθεν, αν η πρόταση δεν υποβληθεί, στην ένταξη του εν λόγω προσωπικού στην οργανική σύνθεση του σχολείου. Η ένταξη αυτή, η οποία έχει ως συνέπεια την υπαγωγή του εκπαιδευτικού στο συνταξιοδοτικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων, δεν προσδίδει στον εντασσόμενο και την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, αφού η ιδιότητα αυτή επιφυλάσσεται, σύμφωνα με το άρθρο 103 του Συντάγματος, μόνο στους υπαλλήλους του Κράτους και των ΝΠΔΔ, ενώ οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί συνδέονται με το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο ανήκει το ιδιωτικό σχολείο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 30 Ν. 682/1977. Όσον αφορά τις αποδοχές των απασχολούμενων στο εναγόμενο εκπαιδευτικών ρυθμίζονται από το άρθρο 36 του Ν. 682/1977, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 817/1978, που καθορίζει ότι οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί λαμβάνουν τις αποδοχές των ομοιοβάθμων τους δημοσίων εκπαιδευτικών μετά των πάσης φύσεως επιδομάτων και δεν αμείβονται ευθέως με τις διατάξεις των Ν. 2470/1997 και Ν. 3205/2003. Τέλος, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2738/99, (ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς, βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους ... Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλαδή της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών, του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" και ειδικότερα, εκδόθηκαν, εκτός άλλων, και οι αναφερόμενες λεπτομερώς στην προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αναίρεση απόφαση κοινές υπουργικές αποφάσεις. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η μισθολογική αυτή παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους ως άνω μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/97, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, Ο.Τ.Α. και λοιπά Ν.Π.Δ.Δ.. Όλες οι προαναφερθείσες Κ.Υ.Α. έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των άρθρων 14 του Ν. 3016/2002 και 1 του Ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1-1-2002 και σε 176 ευρώ από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κινήσεως κλπ), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και ότι συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ως δικαιούμενους της παροχής όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί τη χορήγησή της ειδικά στους εν λόγω υπαλλήλους. Ενώ δηλαδή η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές. Έτσι με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου ευρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, Ο.Τ.Α. και Ν.Π.Δ.Δ., που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Εξάλλου, με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου, από της ενάρξεως δε ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004) οι ανωτέρω Κ.Υ.Α. καταργούνται (βλ. και άρθρ. 28 παρ. 4 του ίδιου νόμου). Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αδιακρίτως του φορέα, της φύσεως, του είδους και των συνθηκών εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτήν προσαύξηση του μισθού. Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την εν λόγω παροχή, την οποία μόνο από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του Ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης. Στην προκειμένη περίπτωση οι εκκαλούντες- ενάγοντες εξέθεταν στην αγωγή τους ότι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου προσλήφθηκαν από το εναγόμενο σωματείο με την επωνυμία "Φιλεκπαιδευτική Εταιρία" ως εκπαιδευτικοί και ότι με τις αντίστοιχες ειδικότητες τους προσέφεραν τις υπηρεσίες τους κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα και ότι κατά το διάστημα της απασχόλησης τους αυτής δεν έλαβαν την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002. Με βάση τα παραπάνω, αναφέροντας ότι δε λαμβάνουν οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, συμψηφιζόμενες με την επίδικη, ζήτησαν, βάσει της αρχής της ίσης μεταχείρισης, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα από αυτούς, νομιμοτόκως τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως οφειλόμενα εκ της μη καταβολής της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι, οι ενάγοντες δεν υπάγονται ευθέως στο ενιαίο µισθολογικό καθεστώς του ν. 2470/1997 και του ν. 3205/2003, απλώς από µισθολογικής απόψεως εξοµοιώνονται µε τους ως άνω υπαλλήλους. Δηλαδή, δεν υπάγονται ευθέως στο ενιαίο µισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τοµέα του Δηµοσίου, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, όπως αυτό καθιερώθηκε και ισχύει από 1.1.1984 και εντεύθεν µε το ν. 1505/1984, από 1.1.1997 και εντεύθεν µε το ν. 2470/1997 και από 1.1.2004 και µέχρι σήµερα µε το ν. 3205/2003. Εποµένως, δεν δικαιούνται να λαµβάνουν από 1.1.2002 έως και 30.6.2002 πρόσθετη µηνιαία αµοιβή 88 ευρώ και από 1-1-2003 µέχρι και 31-12-2006 πρόσθετη µηνιαία αµοιβή 176 ευρώ, η οποία χορηγήθηκε µε τις ως άνω ΚΥΑ σε πλείστες κατηγορίες υπαλλήλων της Δηµόσιας Διοίκησης και κυρίως των κεντρικών υπηρεσιών των Υπουργείων, των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, καθόσον δεν αρκεί η εξοµοίωση τους από µισθολογικής απόψεως µε τους συναδέλφους τους του δηµοσίου. Η µη χορήγηση της ένδικης παροχής στους ενάγοντες δεν συνιστά παραβίαση της µισθολογικής ισότητας που καθιερώθηκε µε το ν. 2470/97 και δεν έρχεται σε ευθεία αντίθεση µε τις διατάξεις του Συντάγµατος (άρθρα 4 παρ. 1, 22 παρ. 1), σύµφωνα µε τις οποίες εισάγεται η αρχή της ίσης αµοιβής για παροχή ίσης εργασίας. Εποµένως, καταλήγει το Πρωτοδικείο, είναι αβάσιµες και πρέπει απορριφθούν οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις που προσάπτουν οι εκκαλούντες στην προσβαλλόμενη απόφαση, καθότι οι ενάγοντες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για την χορήγηση σ' αυτούς της ένδικης παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/02. Με τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων κατά της 614/2007 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 36 του Ν. 682/1977, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 817/1978, 1 παρ. 1 του ν. 2470/1997, 1 παρ. 1 του ν. 3205/2003, 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002 και 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1, 2 του Συντάγματος και τις διατάξεις του άρθρου 119 της συνθήκης της Ρώμης (ήδη άρθ. 141 της ενοποιημένης απόδοσης της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας), καθόσον, υπό τις εκτιθέμενες παραδοχές, η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται στην προκειμένη περίπτωση από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες, ως εργαζόμενοι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, στους οποίους χορηγείται η επίδικη παροχή. Επομένως οι, ενιαίως κρινόμενοι, πρώτος, δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Τέλος, απαράδεκτος είναι ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τις πλημμέλειες που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, στις οποίες όμως, δεν περιλαμβάνεται και εκείνη της μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο επικληθέντος αποδεικτικού μέσου (ενόρκου βεβαιώσεως). Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 17-5-2011, αίτηση των αναιρεσειόντων για την αναίρεση της 1878/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπό τις εκτιθέμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές της απόφασης, η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται στην προκειμένη περίπτωση από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες, ως εργαζόμενοι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου(κοινωφελές σωματείο) ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων του Δημοσίου των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, στους οποίους χορηγείται η επίδικη παροχή των 176 ευρώ.
null
null
0
Αριθμός 1500/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Γ., 2) Ι. Φ., 3) Ά. Κ., 4) Ι. Δ., 5) Μ. Α., 6) Ι. Λ., 7) Μ. Μ., 8) Α. Κ., 9) Β. Α., 10) Ε. Μ., 11) Ν. Χ., 12) Α. Τ., 13) Χ. Τ. - Μ., 14) Ι. Γ. και 15) Α. Ή., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Χαραλάμπους. Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ (ΤΕΙ) ΑΘΗΝΑΣ", που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βαή Καραφυλλίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 417/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4897/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-6-2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 17 παρ. 1 Ν. 2839/2000 "Προσωπικό το οποίο υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόµου, ή υπηρέτησε, µέσα στο χρονικό διάστηµα από 1.8.1999 µέχρι 31.3.2000, στο Δηµόσιο, τους Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμίδας και στα Νοµικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου πλήρους απασχόλησης ή µε σύµβαση μίσθωσης έργου, κατατάσσεται σε οργανικές θέσεις µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του φορέα τελευταίας απασχόλησης, εφόσον κατά την 31.3.2000: α) Είχε συνολική παροχή υπηρεσίας στο φορέα, µε συµβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου ή µε συµβάσεις μίσθωσης έργου, τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) µήνες, β) Δεν είχε μεσολαβήσει, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε µε περισσότερες της µιας συµβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου, χρονικό διάστηµα διακοπής µεταξύ των συµβάσεων, μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών, γ) Η απαιτούμενη κατά το εδάφιο α' συνολική παροχή υπηρεσίας, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε µε συµβάσεις μίσθωσης έργου, έχει παρασχεθεί από 1.1.1995 και εφεξής, δ) Κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συµβάσεων δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις τις κείμενης νοµοθεσίας που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συµβάσεως, των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115 Α') και 55/98 (ΦΕΚ 292 Α'), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α') και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 (ΦΕΚ 206 Α'), ε) Πρόκειται εφεξής να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, σε θέσεις του οποίου κατατάσσεται". Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1346/1983, και στη συνέχεια από την παρ.1 άρθρ.1 Ν. 3302/2004, του άρθρου 4 παρ.1 του ίδιου α.ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 του ν. 4504/1966, του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. δεύτερο, του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/57 και του άρθρου 8 της από 26.1.1977 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως, που μετά την κύρωσή της με το άρθ. 7 του ν. 549/1977, έχει ισχύ νόμου, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι ο εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχολήσεως στην υπόχρεη επιχείρηση (δεκάμηνης υπό την ισχύ της ΕΓΣΣΕ 2002-2003 - Πράξη Κατάθεσης Υπ. Εργ. 19/29.4.2002), αποκτά το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές 24 εργασίμων ημερών και, αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, 20 εργασίμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σ' αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολείται, λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας. Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μια εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του βασικού χρόνου μέχρι τις 26 εργάσιμες ημέρες και για τους προαναφερόμενους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι τις 22 εργάσιμες ημέρες. Η ετήσια αυτή κανονική άδεια του μισθωτού πρέπει να χορηγείται οπωσδήποτε ενιαίως μέσα στο έτος στο οποίο αφορά και επιτρέπεται η κατάτμηση της σε δύο χρονικές περιόδους, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται από το νόμο και εάν δε χορηγηθεί στον εργαζόμενο η άδεια μέχρι την λήξη του έτους που αφορά, ο εργοδότης υποχρεούται στην καταβολή των αποδοχών αδείας αυξημένες κατά 100%. Τα ίδια ισχύουν και για το προσωπικό των εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στα ΝΠΔΔ, αφού η συναφής διάταξη του άρθρου 20 του ΠΔ 410/1988 ορίζει ότι: Ο προσλαμβανόμενος μετά τη συμπλήρωση δώδεκα μηνών (βασικός χρόνος) συνεχούς απασχόλησης στην υπηρεσία που προσλαμβάνεται, δικαιούται, για κάθε ημερολογιακό έτος, κανονική άδεια απουσίας με πλήρεις αποδοχές είκοσι τέσσερις (24) εργάσιμες ημέρες και αν εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες, χωρίς να υπολογίζεται σ' αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολείται λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας. Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του βασικού χρόνου των δώδεκα μηνών και μέχρι είκοσι έξι (26) εργάσιμες ημέρες και για τους μισθωτούς με σύστημα πενθήμερης εργασίας μέχρι είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.3 της ΚΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 1082/1980, δώρα εορτών καταβάλλονται ολόκληρα εφόσον η σχέση εργασίας των μισθωτών με τον υπόχρεο εργοδότη διήρκεσε χωρίς διακοπή καθ' όλη τη χρονική περίοδο που ορίζεται για κάθε περίπτωση που είναι για το δώρο Πάσχα, από 1 Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου και για το δώρο Χριστουγέννων από 1η Μαΐου μέχρι 30 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Εάν όμως διήρκεσε η εργασιακή σχέση μικρότερο χρονικό διάστημα, μέσα στα χρονικά όρια που αναφέρθηκαν, τότε καταβάλλεται σαν δώρο Χριστουγέννων ποσό ίσο με τα 2/5 του μηνιαίου μισθού ή 2 ημερομίσθια ανάλογα με τον συμφωνημένο τρόπο αμοιβής για κάθε 19ημερο χρονικό διάστημα διαρκείας της εργασιακής σχέσεως και σαν δώρο Πάσχα ποσό ίσο με το 1/5 του μισού μηνιαίου μισθού ή 1 ημερομίσθιο, ανάλογα με το συμφωνημένο τρόπο αμοιβής για κάθε 8ημερο χρονικό διάστημα της εργασιακής σχέσεως. Εξάλλου, όσοι δεν συνδέονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας, αλλά με σύμβαση μισθώσεως έργου, δεν δικαιούνται δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς επίσης αποδοχές και επίδομα αδείας. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο καθορίζεται και καταβάλλεται αυτός, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Η ανωτέρω σύμβαση διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως γιατί με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1, 2, 3 του ν. 2527/1997, για τη σύναψη συμβάσεως μισθώσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 681 ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται η προηγούμενη έκδοση κοινής αποφάσεως του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, με την οποία καθορίζονται ο αριθμός των προσώπων, που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο, που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα, που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτελέσεως του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεσθεί από υπαλλήλους του. Σύμβαση μισθώσεως έργου, που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη. Για την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως προς σύναψη συμβάσεως μισθώσεως έργου απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας ή του νομικού συμβούλου της οικείας υπηρεσίας ή νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα, ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου, που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία. Ανανέωση ή παράταση της συμβάσεως μισθώσεως έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη. Παράταση του χρόνου παραδόσεως του έργου επιτρέπεται χωρίς οποιαδήποτε αύξηση της αμοιβής του αναδόχου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η νομιμότητα της εν λόγω συμβάσεως εξαρτάται από την τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται κυρίως η ορισμένη διάρκεια της συμβάσεως να δικαιολογείται από τη φύση, το είδος, τον σκοπό της εργασίας, τις συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως και τις ανάγκες της εκμεταλλεύσεως και να μη καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες των υπηρεσιών και των νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα, υπό την έννοια των αναγκών αόριστης διάρκειας, που από τη φύση τους επιβάλλουν την κάλυψή τους με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, από τον συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύµβαση εργασίας είναι ορισµένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής µέχρις ορισµένου χρονικού σηµείου ή µέχρις την επέλευση ορισµένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισµένου έργου, µετά την περάτωση του οποίου ή τη επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σηµείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Εποµένως, η διάρκεια της σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύµβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου είναι ότι τα µέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σηµείο της λήξης της. Η σύµβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύµφωνα µε το άρθ. 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26§3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (Ολ ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα. Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν µε το άρθ. 8§3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασµό µε τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25§§1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρµόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συµβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δηµόσιο τοµέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόµου αυτού εφαρμόζονται και επί συµβάσεων εργασίας µε ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισµός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύµβασης, αλλά τέθηκε σκόπιµα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόµου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύµβασης. Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την µη τήρηση εκ µέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νοµικό χαρακτηρισµό των συµβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, µε πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συµβάσεις έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νοµικός χαρακτηρισµός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύµβασης έργου ή εργασίας ως ορισµένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόµου χαρακτηρισµό της συµβατικής σχέσης ως ορισµένου χρόνου (ΑΕΔ 3/3001, Ολ.ΑΠ 6/2001, 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νοµικός χαρακτηρισµός εκ µέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νοµικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισµένου χρόνου σε αόριστου (Ολ.ΑΠ 18/2006). Συνάγεται, περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συµβάσεων έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κλπ. πριν από την έναρξη ισχύος (1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, (2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και (3) των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7- 2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου. Ενόψει όλων των ανωτέρω, αν η πρόσληψη του προσωπικού του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ΤΕΙ Αθηνών, με διαδοχικές συμβάσεις έργου, διαρκώς ανανεούµενες, που καταρτίστηκαν πριν την ισχύ των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, έγινε προσχηματικά για την κάλυψη συγκεκριμένων ή έκτακτων και απρόβλεπτων αναγκών, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος ως εργοδότη εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων, που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης (με την έννοιά τους που προαναφέρθηκαν), κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), ακόμη και αν, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συµβάσεων, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις τις κείμενης νοµοθεσίας, που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συµβάσεως, των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115 Α') και 55/98 (ΦΕΚ 292 Α'), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α') και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997. Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αγωγής τους, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι περί το έτος 1997 προσλήφθηκαν από το αναιρεσίβλητο, ΝΠΔΔ, με διαρκώς ανανεούµενες συμβάσεις μισθώσεως έργου, προκειμένου να προσφέρουν από το χρόνο πρόσληψης ενός εκάστου μέχρι και την άσκηση της αγωγής τις υπηρεσίες των ως διοικητικό προσωπικό, κλάδου Δ.Ε. (Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης) οι 16η έως και 18ος και οι λοιποί κλάδου Π.Ε. (Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης). Ότι τις υπηρεσίες αυτές, από το χρόνο πρόσληψής των και εντεύθεν, προσέφεραν στα γραφεία του εναγομένου, εργαζόμενοι, καθημερινά, ευσυνειδήτως και ανελλιπώς, κάτω από τις ίδιες συνθήκες εργασίας, όπως και το υπόλοιπο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, δηλ. µε πενθήμερη εβδομαδιαίως εργασία και εντός του νομίμου ωραρίου εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων, ελεγχόμενοι για την παρουσία, την ποιότητα της εργασίας και την απόδοσή των από τους Προϊσταμένους των γραφείων που είχαν τοποθετηθεί και εργαζόταν. 'Ότι, περί τον Αύγουστο του έτους 2001, οι συμβάσεις έργου ετράπησαν σε εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου τοιαύτες, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 2839/2000, ως υποκρύπτουσες δηλ. συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διότι είχαν τις προϋποθέσεις του άρθρου 17 του Ν. 2839/2000, που ορίζει ότι απαραίτητη προϋπόθεση της μετατροπής των συμβάσεων αυτών (έργου ή ορισμένου χρόνου) είναι να έχει συμπληρωθεί 24μηνη προϋπηρεσία μέχρι και τον Μάρτιο του έτους 2000, προϋπόθεση που πληρούσαν όλοι, με συνέπεια να καταταχθούν με πράξεις του εναγομένου σε προσωποπαγείς οργανικές θέσεις, ανάλογα με τα τυπικά προσόντα που διέθετε ένας έκαστος από αυτούς και να ενταχθούν στο τακτικό διοικητικό του προσωπικό. Ότι οι αποδοχές των καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής των στο εναγόμενο με συμβάσεις έργου και μέχρι τον Αύγουστο του 2001, οπότε αυτές ετράπησαν σε εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ανέρχονταν στο ποσό των 850 Ευρώ μηνιαίως. Ότι το εναγόμενο, καθόλο το χρονικό αυτό διάστημα (1997-2002) και ιδίως κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2000 μέχρι και τον Αύγουστο του έτους 2001 δεν κατέβαλε σ' αυτούς, τα δώρα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, από δε το δώρο Χριστουγέννων 2002 εξακολουθεί να τους οφείλει αναλογία 1/2 αυτού. Ακόμη εκθέτουν ότι, αν και εργάζονταν καθόλη τη διάρκεια του έτους, αναλώνοντας τις πνευματικές και σωματικές των δυνάμεις, το εναγόμενο δεν τους χορήγησε την άδεια αναψυχής και δεν τους κατέβαλε τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας των ετών 2000 και 2001, ισχυριζόμενο ότι δεν τις οφείλει επειδή οι συμβάσεις των, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, τυπικώς εφέροντο ως "έργου" και όχι ως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως πραγματικά ήταν. Με βάση τα παραπάνω ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα, για τις αιτίες που προαναφέρθηκαν, το ποσό των 7.225 ευρώ. Επικουρικά, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους στα πλαίσια άκυρης ή παράνομης σύμβασης εργασίας στο εναγόμενο, ζήτησαν την επιδίκαση του ποσού αυτού, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η ένδικη αγωγή συζητήθηκε σε πρώτο βαθμό στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και εκδόθηκε την 20.4.2005 η υπ' αριθ. 417/2005 απόφαση που την έκρινε ως νόμιμη και, κατά ένα μέρος, βάσιμη κατ' ουσία. Κατά της απόφασης εκείνης ασκήθηκε έφεση εκ μέρους του αναιρεσίβλητου και εκδόθηκε την 27-6-2008 η προσβαλλόμενη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτό δέχθηκε αντίστοιχο λόγο της έφεσης, ως προς την νομιμότητα της ένδικης αγωγής, κρίνοντας ότι η αγωγή δεν ήταν νομικά βάσιμη, διότι, 1) οι συμβάσεις μισθώσεως έργου των απασχολούμενων στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμίδας και στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, πριν από την κατάταξη των τελευταίων σε οργανικές θέσεις σύμφωνα με το άρθρο 17 του Ν. 2839/2000, "δεν μπορούν να θεωρηθούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου που υποκρύπτονταν", μη υπαρχόντων θεσμοθετημένων οργανικών θέσεων, διότι έτσι θα παραβιαζόταν το άρθρο 103 παρ.2 του Συντάγματος και 2) εφόσον πρόκειται για συμβάσεις μισθώσεως έργου και όχι για άκυρη ή παράνομη σύμβαση εργασίας, η αγωγή είναι μη νόμιμη και ως προς τη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Στη συνέχεια δε, αφού δέχθηκε τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης του αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως νομικά αβάσιμη. Η αγωγή αυτή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, σε συνδυασμό με τα χρονικά όρια που εκτείνονται οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις, είναι νόμιμη, κατά τους ισχύοντες κατά το χρόνο καταρτίσεως των επιδίκων συμβάσεων, κανόνες του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Διότι οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας των εναγόντων, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή και προαναφέρθηκαν, μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ο δε καθορισμός του είδους των ως συμβάσεων μισθώσεως έργου, εξακολουθητικά δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εναγόντων μισθωτών από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας τους, και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας των αναιρεσειόντων, όπως δεν αμφισβητείται από το αναιρεσίβλητο, συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την προαναφερθείσα έναρξη ισχύος τους. Συνεπώς το ουσιαστικό δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, παραβίασε: 1) με την εσφαλμένη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ.2 του Συντάγματος, 681 ΑΚ και 17 παρ.1 Ν. 2839/2000, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες και 2) με τη μη εφαρμογή τους, τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και 281, 671 του Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, του άρθρου 2 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1346/1983, και στη συνέχεια από την παρ.1 άρθρ.1 Ν. 3302/2004, του άρθρου 4 παρ.1 του ίδιου α.ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 του ν. 4504/1966, του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. δεύτερο, του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/57 και του άρθρου 8 της από 26.1.1977 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως, που μετά την κύρωσή της με το άρθ. 7 του ν. 549/1977, του άρθρου 20 του ΠΔ 410/1988,και του άρθρου 1 παρ.3 της ΚΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 1082/1980 και έχει ισχύ νόμου, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες. Επομένως, οι ενιαίως, κρινόμενοι, από το άρθρο 560 αριθ. 1 του KΠολΔ, πρώτος, δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι σχετικές πλημμέλειες, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές, άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 12 παρ. 4 Ν. 4055/2012).). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας του (άρθρ. 183, και 176 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 4897/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, οι οποίες καταρτίστηκαν πριν την 18-4-2001, με το ΤΕΙ, μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον, από τη φύση τους, κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ο δε καθορισμός του είδους των ως συμβάσεων μισθώσεως έργου, εξακολουθητικά δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εναγόντων μισθωτών από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας τους, και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή.
null
null
2
Αριθμός 1501/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Κουτσούκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3088/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3306/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-11-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. ν. 3234/1927) προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό Bαθμολογικής και Mισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει, ως εκ τούτου, συμβατική ισχύ. Οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συντελείται με την απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό (άρθρο 201 ΑΚ). Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δε συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγική ή μισθολογική του εξέλιξη και η κρίση του αυτή είναι κατάφωρα άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (άρθρο 207 ΑΚ). Κατάφωρα άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία όρια μέσα στα οποία μπορεί αυτός να κινηθεί κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επιδόσεως και αποδόσεως του υπαλλήλου. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αιρέσεως είναι αντίθετη προς την καλή πίστη με την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980, μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεστεί. Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, η προαγωγή των υπαλλήλων της στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη αποφασίζεται κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού Συμβουλίου, μετά από πρόταση του διοικητή και εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσεως, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας τριών ετών, γ) ύπαρξη των προσόντων της ανώτερης θέσεως, δ) επίδειξη εξαιρετικής επιδόσεως, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας κατά την άσκηση των καθηκόντων και ε) επίδειξη ικανότητας συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των μέσων που έχουν τεθεί στη διάθεσή του και του υπάρχοντος προσωπικού, κατά τρόπο αυξητικό του υπηρεσιακού έργου και της παραγωγικότητας των εργαζομένων. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα στις 17-9-1977, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (καθόσον ο οργανισμός αυτής προβλέπει όριον ηλικίας μετά την συμπλήρωση του οποίου ο υπάλληλος εξέρχεται υποχρεωτικώς από την υπηρεσία της) και εντάχθηκε στον λογιστικό κλάδο, τοποθετήθηκε δε στο Υποκατάστημα της Τράπεζας στην Κομοτηνή, σ' όλες αυτής τις υπηρεσίες. Εξελίχθηκε υπηρεσιακώς στη συνέχεια προαχθείς στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1η-10-1992. Είναι κάτοχος πτυχίου του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών από το έτος 1972, γνωρίζει δε την Αγγλική γλώσσα σε επίπεδο "πολύ καλά", καθώς και την Ιταλική σε επίπεδο "καλά", όπως η εναγομένη έχει καταγράψει στα δελτία Εκθέσεις Αξιολόγησής του. Έχει παρακολουθήσει 7 επιμορφωτικά σεμινάρια απαραίτητα για την επαγγελματική του κατάρτιση με θέματα: 1) Γραπτή και προφορική επικοινωνία (1987), 2) Βελτίωση ανθρωπίνων σχέσεων (1989), 3) Αξιολόγηση του προσωπικού (Α' και Β' μέρος 1999), 4) Διαχείριση ανθρωπίνων πόρων και "Follow Up", 5) Επίλυση Συγκρούσεων, 6) Management ΙΙ Προστιθέμενη Αξία και 7) Αξιόγραφα (1998). Ο ενάγων έχει βαθμολογηθεί από την εναγομένη με 17 εξαίρετος τα έτη 1999, 2001, 2002 και 2003 και με την εκτίμηση των κριτών του στην αξιολόγηση του έτους 2002 ότι πρόκειται για "ικανό, πρόθυμο, συνεργάσιμο υπάλληλο, είναι σεμνός με ήθος και αφοσιωμένος στην υπηρεσία. Αποδίδει αξιόλογο έργο, ανταποκρίνεται με επιτυχία σε διαφορετικά καθήκοντα, διακρίνεται για το ενδιαφέρον και την ικανότητα απόκτησης νέων Τραπεζικών γνώσεων και έχει την ικανότητα και τις γνώσεις για να ασκήσει υψηλότερα καθήκοντα". Υπηρέτησε στον προαναφερθέν Υποκατάστημα (Κομοτηνής) μέχρις τις 16-10-1982. Ακολούθως μετατέθηκε στο κεντρικό Κατάστημα της εναγομένης στην Αθήνα, στην Διεύθυνση Εργασιών Δημοσίου, Τμήμα Ενέγγυων Πιστώσεων Δημοσίου, Υπηρεσία Β' Εκτελέσεων και τροποποιήσεων. Κατά την διάρκεια της απασχολήσεώς του στην τράπεζα εκτέλεσε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας Β' Εκτελέσεων και Τροποποιήσεων του Τμήματος Ενέγγυων Πιστώσεων από τον Δεκέμβριο του 1988 μέχρι τον Ιούλιο του 1991, στη συνέχεια με την με αριθμ. 350 /12-7-1991 πράξη του Διοικητή της εναγομένης του ανατέθηκαν καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Β' Εκτελέσεων και Τροποποιήσεων του Τμήματος Ενέγγυων Πιστώσεων Δημοσίου. Περαιτέρω βάσει της με αριθμ. 491/29-12-2000 Πράξης του Διοικητού της εναγομένης άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτού Προϊσταμένου του Τμήματος Ενεγγύων Πιστώσεων Δημοσίου, καθήκοντα που ασκεί μέχρι σήμερα. Κατά τις κρίσεις του έτους 2002 για προαγωγή Τμηματαρχών στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου για την πλήρωση κενών Οργανικών θέσεων, το Γενικό συμβούλιο της εναγομένης µετά από πρόταση του Διοικητή της µε απόφασή του που περιελήφθη στα πρακτικά συνεδρίασής του µε αριθµό 7/27-5-2002, η οποία ανακοινώθηκε µε την αριθ. 5/29-5-2002 εγκύκλιο της Διοίκησης, προήγαγε στο βαθµό του εντεταλμένου Τμηματάρχη -Προϊσταμένου από 1ης-5-2002, 75 Τμηματάρχες- συναδέλφους του, αντί αυτού, μεταξύ των οποίων τους συναδέλφους του: 1) Α. Α., 2) Α. Χ., 3) Β. Κ., 4) Β. Β. 5) Μ. Κ., 6) Μ. - Γ. Θ.,7) Χ. Σ., 8) Γ. Δ., 9) Δ. Β., 10) Κ. Ν., 11) Κ. Σ. και 12) Ζ. Α.. Από τους προαχθέντες: 1) Ο A. A. ο οποίος προσελήφθη την 14-2-1972, ενταχθείς στον ταµιακό κλάδο και προήχθη την 1-4-1992 στον βαθµό του Τμηματάρχη, είναι απόφοιτος Γυμνασίου και γνωρίζει πολύ καλά την Αγγλική γλώσσα, χωρίς να είναι κάτοχος σχετικού τίτλου σπουδών. Κατά την διάρκεια της απασχολήσεώς του υπηρέτησε στο τµήµα αξιών προς είσπραξη, Τµήµα ενέγγυων πιστώσεων δημοσίου, Τµήµα Ελέγχου εφαρμογής συναλλαγματικών νόµων, Τµήµα ελέγχου εφαρμογής συναλλαγματικών κανόνων στις ναυτιλιακές επιχειρήσεις, Τομέα συναλλαγματικών ελέγχων ναυτιλιακών επιχειρήσεων, Γραμματεία υποεπιτροπής βιοτεχνικών πιστώσεων, Τμήμα ελεγκτικών εργασιών. Άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας από 17-8-1992 στην Γραμματεία Υποεπιτροπής βιοτεχνικών πιστώσεων. Κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του στην εναγομένη έχει παρακολουθήσει τα εξής σεμινάρια με θέματα: Εσωτερικού ελέγχου, διερεύνησης και ανάλυσης ισολογισμών τραπεζών, μαθημάτων αγγλικών και GCE. Συμμετείχε στα εξής επιμορφωτικά σεμινάρια: 1) Εσωτερικού ελέγχου, 2) Γενικής Τραπεζικής Λογιστικής 3) Ελέγχου Μηχανογραφικών Συστημάτων, 4) Αξιολόγησης προσωπικού (στην αγγλική-σε δύο κύκλους), 5) Εξειδικευμένης Τραπεζικής Λογιστικής. Για τα έτη 1999 και 2000 βαθμολογήθηκε με 12 εξαίρετος και 1 πολύ καλός και με 13 εξαίρετος, αντιστοίχως. 2) Α. X., ο οποίος προσελήφθη την 14-8-1972 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη την 1-4-1991. Απασχολήθηκε στο τμήμα Ταμείου Τίτλων της διευθύνσεως Ταμείων, Τμήμα Διαχειρίσεως Ξένων Τραπεζογραμματίων και άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 14-8-1984 και Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 8-12-1991, Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος από 22-6-1995. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου και κάτοχος διπλώματος Proficiency στην Αγγλική και GCE. Κατά την διάρκεια της απασχολήσεώς του στην εναγομένη έχει παρακολουθήσει τα εξής σεμινάρια: για τη λύση Προβλημάτων-Συγκρούσεις και ξενόγλωσσο σεμινάριο για την διαχείριση του ανθρωπίνου δυναμικού (human Resources Management). Συμμετείχε ως εισηγητής σε επιμορφωτικά σεμινάρια υπαλλήλων της εναγομένης Τράπεζας της Ελλάδος, Εμπορικών Τραπεζών και οργανισμών, για την γνησιότητα πλαστότητα και παραποίηση ξένων τραπεζογραμματίων, σε σεμινάρια εκπαιδεύσεως εκπαιδευτών για το ευρώ, μέλος της ομάδος εργασίας "Ρ.Τ.Ε." για το ευρώ της Επιτροπής Τραπεζών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, μέλος της ομάδος εργασίας της Interpol για την καταπολέμηση της πλαστότητας Τραπεζογραμματίων. Για τα έτη 1999 και 2000 βαθμολογήθηκε με 15 εξαίρετος και 2 πολύ καλός και με 15 εξαίρετος, αντιστοίχως. 3. Β. Κ., ο οποίος προσελήφθη την 12.8. 1972 και ενετάχθη στον ταμιακό κλάδο, προαχθείς στον βαθμό του τμηματάρχη την 3.4.1991. Απασχολήθηκε στο Υποκατάστημα Πειραιώς, στην υπηρεσία ελέγχου διαχειρίσεως στο τμήμα Ταμειακών εργασιών και άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας από 9.2.1985 στο Υποκ/μα Πειραιώς, από 3.4.1995 στην υπηρεσία ελέγχου διαχειρίσεως και αναπληρωτή Προϊσταμένου τμήματος στο τμήμα ταμιακών εργασιών από 7.10.1996. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου και κάτοχος του τίτλου Lower στα αγγλικά. Κατά την διάρκεια της απασχολήσεως του στην εναγομένη έχει παρακολουθήσει τα εξής σεμινάρια: γνησιότητας ξένων τραπεζογραμματίων, το σεμινάριο "τεχνικές συλλογής και ανάλυσης στατιστικών στοιχείων" και σεμινάριο επεξεργασίας κειμένου και αυτοματισμού γραφείου. Μελέτη-πρότασή του για την μηχανογράφηση των κλειδαρίθμων (εντολών και τηλεγραφημάτων) έτυχε υλοποιήσεως από την εναγομένη, ενώ έχει εκπονήσει μελέτη για την μικροφωτογράφηση των αρχείων. Για τα έτη 1999 και 2000 βαθμολογήθηκε με 12 εξαίρετος και 5 πολύ καλός και με 14 εξαίρετος και 3 πολύ καλός, αντιστοίχως. 4. Β. Β., ο οποίος προσελήφθη την 8.7.1974 και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1.10.1995. Απασχολήθηκε στο τμήμα οργανώσεως και προγραμματισμού και στο Τμήμα καταθέσεων του Τομέα οργανώσεως και άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου από 2.10.2000 στο τμήμα επιχειρησιακού σχεδιασμού και υποστήριξης διαδικασιών. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου και γνωρίζει καλώς την Αγγλική γλώσσα, χωρίς να είναι κάτοχος σχετικού τίτλου σπουδών. Κατά την διάρκεια της απασχολήσεώς του στην εναγομένη έχει παρακολουθήσει τα εξής σεμινάρια με θέματα: 1 αρχές πληροφορικής, 2 windows 3.1, 3 word 6.0, 4 Excel 5.0, 5 General and banking English, 6 Αγγλικών σε επίπεδο intermediate Β, 7 Ελέγχου Συστημάτων Πληροφορικής (EDP, Audit).- Έχει συντάξει σχέδιο κανονισμού προμηθειών για το τμήμα καταθέσεων, σχέδιο αλλαγής της διαδικασίας απόδοσης επιστροφής διαφοράς τόκων και σχετικών εντύπων, πρόταση τροποποίησης της διαδικασίας πληρωμής επιταγών τραπεζών, σχέδιο αλλαγής των διαδικασιών για παρακολούθηση και απόδοση δεσμευμένων καταθέσεων, ενώ συμμετείχε στην σύνταξη μελετών για λογιστικό σχέδιο, σχέδιο διοικητικής λογιστικής και κοστολόγησης εργασιών. Υπήρξε εισηγητής σεμιναρίου επιμορφώσεως προσωπικού υποκαταστημάτων και πρακτορείων σεμιναρίων εκπαιδεύσεως προσωπικού διαφόρων υπηρεσιακών μονάδων στην εφαρμογή νέων μηχανογραφικών συστημάτων και μεθόδων. Για τα έτη 1999 και 2000 βαθμολογήθηκε με 13 εξαίρετος και 18 εξαίρετος, αντιστοίχως. 5. Μ. Κ. ο οποίος προσελήφθη την 19.6.1973 και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη την 1.10.1992. Απασχολήθηκε στο τμήμα διαχείρισης ξένων τραπεζογραμματίων και άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος από 12-2-1995 και είναι Προϊστάμενος Τμήματος από 10-1-2002. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου και γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα σε επίπεδο "πολύ καλά", Γαλλικά και Ιταλικά, χωρίς να είναι κάτοχος σχετικών τίτλων σπουδών. Κατά την διάρκεια της απασχολήσεως του στην εναγομένη έχει παρακολουθήσει τα εξής σεμινάρια με θέματα: 1 βασικές χρηματοδοτικές έννοιες, 2 Windows 3. 1, word 6.0, 4 εφαρμοσμένης διοίκησης GRID, καθώς και σεμινάρια επικοινωνιακής τακτικής και ημερίδες επί χρηματοοικονομικών και πιστωτικών θεμάτων υπήρξε εισηγητής επί ταμειακών θεμάτων σε προαγωγικά σεμινάρια υπαλλήλων της εναγομένης, εισηγητής σε προγράμματα εκπαιδεύσεως πάνω στον έλεγχο γνησιότητας των τραπεζογραμματίων, για υπαλλήλους της εναγομένης, Εμπορικών Τραπεζών, οργανισμών και της Αστυνομίας. Επίσης, συνέταξε εγχειρίδιο σχετικώς με το ζήτημα μελέτης για την ανάπτυξη των εργασιών συναλλάγματος, συνέταξε προτάσεις για θέματα μεταβάσεως στο ευρώ προς την Τράπεζα της Ελλάδος και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, συνέταξε σχέδιο εκπαιδεύσεως ταμιών για τις ανάγκες της ΕΚΥ και συμμετείχε στην ολοκλήρωση του οδηγού εκπαίδευσης για το ευρώ και στην σύνταξη Εθνικού Σχεδίου Μετάβασης στο Ευρώ και υπήρξε μέλος ομάδων εργασίας της Επιτροπής Τραπεζογραμματίων (Banknote Committee) της ΕΚΤ (ΡΤ2, ΝΑΤ). Για τα έτη 1999 και 2000 βαθμολογήθηκε με 17 εξαίρετος και 1 πολύ καλός και 18 εξαίρετος, αντιστοίχως. 6. Μ. Γ. Θ. ο οποίος προσελήφθη την 3.3.1972 και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη την 1.4.1996. Απασχολήθηκε στο τµήµα οικονομικών Υπηρεσιών και άσκησε καθήκοντα αναπληρωτή Προϊσταμένου υπηρεσίας από 16.5.1991, Προϊσταμένου υπηρεσίας από 16.11.1999. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου και γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα σε επίπεδο "καλά", χωρίς να είναι κάτοχος σχετικού τίτλου σπουδών. Κατά την διάρκεια της απασχολήσεώς του στην εναγομένη έχει παρακολουθήσει τα εξής σεµινάρια µε θέµατα λογιστικής στην Τράπεζα της Ελλάδος και στην Ένωση Ελληνικών Τραπεζών. Έχει εκπονήσει µελέτη-πρόταση για την ενοποίηση των λογαριασµών της μισθοδοσίας του προσωπικού της εναγομένης την 26.6.1990, καθώς και πρόταση σχετικώς µε τις εισφορές των ασφαλιστικών ταµείων της την 22.2.1991. Για τα έτη 1999 και 2000 βαθμολογήθηκε µε 17 εξαίρετος, αντιστοίχως. 7. Χ. Σ., ο οποίος προσελήφθη την 12.8.1972 και προήχθη στον βαθµό του Τμηματάρχη την 1.7.1992. Απασχολήθηκε στο τµήµα σχέσεων µε τις εξαγωγικές επιχειρήσεις, στο τµήµα παρακολούθησης εφαρμογών πιστωτικής πολιτικής και καθήκοντα αναπληρωτή Προϊσταμένου υπηρεσίας από 18.11.1988 στο τµήµα σχέσεων µε τις εξαγωγικές επιχειρήσεις και Προϊσταμένου υπηρεσίας στο ίδιο τµήµα από 23.6.1993. Από 7.9.1995 απεσπάσθη στο ΣΥΤΕ και για τούτο δεν αξιολογήθηκε κατά τα έτη 1999 και 2000.Σύμφωνα με το άρθρο 20 εδ. δ' της από 4-8-1982 ΣΣΕ μεταξύ ΟΤΟΕ και Τραπεζών (η οποία έχει ισχύ νόμου - άρθρο 29 Ν. 1346/1983) "ο χρόνος της απόσπασης των συνδικαλιστών λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία". Έχει πτυχίο λογιστού του Υπουργείου Παιδείας (1968) και γνωρίζει αγγλικά και ιταλικά, χωρίς να είναι κάτοχος σχετικών τίτλων σπουδών. Κατά την διάρκεια της απασχολήσεώς του στην εναγομένη έχει παρακολουθήσει τα εξής σεµινάρια µε θέµατα: 1. βασικής εκπαίδευσης 2. τραπεζικής πίστης 3. αγοράς συναλλάγματος 4. ξένης γλώσσας (γαλλικών για το certificate fonctionnare) 5. εφηρµοσµένης διοίκησης GRID. 8. Γ. Δ. ο οποίος προσελήφθη την 19.7.1976 και προήχθη στον βαθµό του Τμηματάρχη την 14.4.1990. Απασχολήθηκε στο Υποκατάστηµα Ιωαννίνων της εναγομένης, στην Υπηρεσία Γενικών - εργασιών, στην Υπηρεσία εποπτείας και στην Υπηρεσία Στατιστικής Ισοζυγίου Πληρωµών και άσκησε καθήκοντα αναπληρωτή Προϊσταμένου υπηρεσίας από 21.7.1998 και Προϊσταμένου υπηρεσίας από 26.6.2000, του ανετέθησαν δε καθήκοντα ελέγχου των τραπεζών της περιφερείας Ηπείρου. Είναι πτυχιούχος Παιδαγωγικής Ακαδημίας (1968), πτυχιούχος ΑΣΟΕΕ - Τµήµα Διοίκησης Επιχειρήσεων (1973), πτυχιούχος Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης - Τµήµα Οικονοµικό (1985) και γνωρίζει Αγγλικά σε επίπεδο "πολύ καλά", χωρίς να είναι κάτοχος σχετικού τίτλου σπουδών. Κατά τη διάρκεια της απασχολήσεως του στην εναγομένη έχει παρακολουθήσει τα εξής ενδοτραπεζικά σεμινάρια με θέματα: 1. βασικής εκπαίδευσης 2. έλεγχος Πίστεως 3. Ελεγκτικής Τραπεζών και Επιχειρήσεων 4. Τεχνικών Συλλογής και Ανάλυσης Στατιστικών στοιχείων 5. Αγγλική 6. Εποπτείας Συνεταιριστικών Τραπεζών 7. Τραπεζικά -Χρηματοοικονομικά 8. Εκστρατεία Ενημέρωσης Ευρώ 2002. Υπήρξε βασικός εισηγητής σε σεμινάρια καταρτίσεως και σε επιμορφωτικά σεμινάρια του ΕΛΚΕΠΑ για θέματα Τραπεζών, Χρηματοπιστωτικά και σε σεμινάρια στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Για τα έτη 1999 και 2000 βαθμολογήθηκε με 6 εξαίρετος και 11 πολύ καλά και 9 εξαίρετος 8 πολύ καλά, αντιστοίχως. 9. Δ. Β. ο οποίος προσελήφθη την 14.9.1980 και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη την 1.7.1996. Απασχολήθηκε στο τμήμα ενεγγύων πιστώσεων και αξιών και στον τομέα μελέτης και σχεδιασμού, της διεύθυνσης γενικής επιθεώρησης Τραπεζών. Είναι πτυχιούχος ΑΣΟΕΕ (Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων) από το 1976 και γνωρίζει Αγγλικά σε επίπεδο, "πολύ καλά" και γαλλικά σε επίπεδο καλά, χωρίς να είναι κάτοχος σχετικών τίτλων σπουδών. Κατά την διάρκεια της απασχολήσεως του στην εναγομένη έχει παρακολουθήσει τα εξής σεμινάρια με θέματα: έλεγχος συστημάτων πληροφορικής, βασικό σεμινάριο για πτυχιούχους ΑΕΙ - 1980, νέοι χρηματοδοτικοί θεσμοί- 1988 κλπ., ενώ έχει συμβάλλει στην σύνταξη του σχεδίου απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς σχετικώς με την "Κεφαλαιακή Επάρκεια των Πιστωτικών Ιδρυμάτων", στην σύνταξη του σχεδίου για τα τεχνικά χαρακτηριστικά και τον τρόπο αποτίμησης σε τρέχουσες τιμές των παραγώγων χρηματοπιστωτικών μέσων (derivatives). Για τα έτη 1999 και 2000 αξιολογήθηκε με 13 εξαίρετος, αντιστοίχως. 10.Κ. Ν. ο οποίος πρoσελήφθη την 11.8.1980, προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη την 1.7.1996. Απασχολήθηκε στο Τμήμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, στον τομέα στατιστικής ισοζυγίου πληρωμών του τμήματος ελέγχου του ισοζυγίου πληρωμών και άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου υπηρεσίας στον τομέα εξωτερικών οικονομικών συναλλαγών, αναπληρωτή Προϊσταμένου και Προϊσταμένου υπηρεσίας στον τομέα στατιστικής ισοζυγίου πληρωμών και αναπληρωτή Προϊσταμένου τμήματος από 1.8.2001. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Διοίκησης και Επιχειρήσεων της ΑΣΟΕΕ από το 1977 και γνωρίζει Αγγλικά σε επίπεδο "καλά", χωρίς να είναι κάτοχος σχετικού τίτλου σπουδών. Κατά την διάρκεια της απασχολήσεώς του στην εναγομένη έχει παρακολουθήσει τα εξής σεµινάρια µε θέµατα: 1 αγορών χρήµατος κεφαλαίου 2 general banking English (1993) 3 windows 4 Αγγλικής σε επίπεδο intennediate, ενώ είναι τακτικό µέλος της οµάδος εργασίας της στατιστικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το ισοζύγιο πληρωµών. Για τα έτη 1999 και 2000 αξιολογήθηκε µε 17 εξαίρετος, αντιστοίχως. 11. Κ. Κ., ο οποίος προσελήφθη την 12.8.1980, προήχθη στον βαθµό του Τμηματάρχη την 1.7.1996. Απασχολήθηκε στο τµήµα ελέγχου βιομηχανικών και λοιπών επιχειρήσεων, στον τοµέα εποπτείας πιστωτικών ιδρυµάτων, στον τοµέα εποπτεία υποκαταστημάτων Ξένων Τραπεζών και ανεξαρτήτων Χρηματοπιστωτικών ιδρυµάτων, στην Διεύθυνση ΓΕΤ στον τοµέα εποπτείας λοιπών εµπορικών τραπεζών. Είναι πτυχιούχος του Τµήµατος Διοίκησης και Επιχειρήσεων της ΑΣΟΕΕ από το 1977 και γνωρίζει Αγγλικά σε επίπεδο "πολύ καλά" χωρίς να είναι κάτοχος σχετικού τίτλου σποδών. Κατά την διάρκεια της απασχόλησής του στην εναγομένη έχει παρακολουθήσει τα εξής σεµινάρια µε θέµατα: βασικής εκπαίδευσης ΚΕ ΠΤΕ ελεγκτικής οικονοµικού Επιμελητηρίου μηνιαίας 1985, Τραπεζικών Κινδύνων ΓΕΤ, νέων προϊόντων (factoring Under-Writing), κεφαλαιακή επάρκεια Π.Ι 6/1997 κλπ. Για τα έτη 1999, και 2000 αξιολογήθηκε με 13 εξαίρετος, αντιστοίχως. Και 12. Τ. Α., ο οποίος προσελήφθη την 21-8-1980, προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1η -10-1996. Απασχολήθηκε στο Υποκατάστημα Βόλου στο Τμήμα Πιστώσεων και αναπροεξοφλήσεως Χαρτοφυλακίου Τραπεζών, στην Υπηρεσία Αξιών - Ενεγγύων Πιστώσεων, στην Υπηρεσία Γενικών Εργασιών και Συναλλάγματος, ήταν γραμματέας της υποεπιτροπής βιοτεχνικών πιστώσεων από 1η-1-1986 μέχρι 31-12-1988, άσκησε καθήκοντα πράκτορα σε διάφορα πρακτορεία της τράπεζας και άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας από 15-3-1995. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς - τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων από το 1978 και γνωρίζει Αγγλικά σε επίπεδο "μέτρια", χωρίς να είναι κάτοχος σχετικού τίτλου σπουδών και γαλλικά πολύ καλά, είναι κάτοχος του πτυχίου Superier ΙΙΙ. Κατά την διάρκεια της απασχολήσεώς του στην εναγομένη έχει παρακολουθήσει τα εξής σεμινάρια με θέματα : 1)πρόγραμμα για τη διενέργεια ποιοτικών ελέγχων (1985), 2) ανθρώπινες σχέσεις και ομαδική εργασία (1987), 3) Εποπτεία Τραπεζών και Τραπεζικοί κίνδυνοι (1990), 4) Ισοζύγιο πληρωμών (1994), 5) Επικοινωνία - Διαπροσωπική Επικοινωνία (Μάρτιος 1999), 6) Managment + 2000-2001 (Μάρτιος 1999), 7) διοίκηση προσωπικού - αξιολόγηση, 8) "Τραπεζικά - χρηματοοικονομικά" (σεμινάριο επιμόρφωσης στελεχών Μάιος 2000) 9) Σεμινάριο ενημέρωσης Ευρώ -σύγχρονες τεχνικές επικοινωνίας (Νοέμβριος 2000). Για το έτος 1999 αξιολογήθηκε με 16 εξαίρετος και 1 πολύ καλά, το έτος 2000 με 9 εξαίρετος και 7 πολύ καλά. Από τις βάσει των προδιαλαμβανομένων εκατέρωθεν αυξομειώσεις και διαφοροποιήσεις των επί μέρους δεικτών, οι οποίοι αποτυπώνουν την εικόνα και την εν γένει υπαλληλική παράσταση όλων των παραπάνω υπαλλήλων, καθώς και την εν γένει σύγκριση των προσόντων του ενάγοντος με τα αντίστοιχα προσόντα των παραπάνω συναδέλφων του και την συνολική εκτίμηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων τους, το παρόν Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι υπάρχει καταφανής υπεροχή του ενάγοντος έναντι του 1ου (Α. Α.), 3ου (Β. Κ.) και 4ου (Β. Β.) παραπάνω προαχθέντων συναδέλφων του. Συγκεκριμένα ο ενάγων υπερτερεί των εν λόγω προαχθέντων αντί αυτού, ως προς τους τίτλους σπουδών (είναι κάτοχος πτυχίου ΑΣΟΕΕ, ενώ οι προαναφερθέντες 1ος, 3ος και 4ος απόφοιτοι Γυμνασίου) που είναι σημαντικό ουσιαστικό προσόν για την επίδικη προαγωγή, καθόσον το πτυχίο εκφράζει όχι μόνο ανώτερο μορφωτικό επίπεδο του κατόχου του απ' εκείνο των προαχθέντων, αλλά και την ύπαρξη ουσιαστικών προσόντων του παραλειφθέντος ενάγοντος που δικαιολογεί την μέχρι τώρα απρόσκοπτη προαγωγική εξέλιξή του και την κατοχή υπεύθυνων υψηλών θέσεων και την απορρέουσα ως εκ τούτου ικανότητα του σε επιτελικό βαθμό. Περαιτέρω ο ενάγων υπερτερεί όλων των παραπάνω προαχθέντων ως προς τον αριθμό ξένων γλωσσών που γνωρίζει (εκτός της Αγγλικής, κατέχει και την Ιταλική, ενώ οι συγκρινόμενοι μόνον την Αγγλική γλώσσα), που αποτελεί ουσιαστικό προσόν και στοιχείο υπεροχής του διαθέτοντος τη γνώση ξένης γλώσσας κατά τις προαγωγικές κρίσεις. Επί πλέον υπερτερεί στην βαθμολογία ως προς όλους (αξιολογείται πάντοτε με 17 εξαίρετος, έναντι του 1ου με 15 εξαίρετος και 2 πολύ καλά το 1999, με 15 εξαίρετος και 2 πολύ καλά το 1999 και 14 εξαίρετος και 3 πολύ καλά το 2000, του 3ου με 12 εξαίρετος και 5 πολύ καλά το έτος 1999 και 14 εξαίρετος και 3 πολύ καλά το 2000, του 4ου με 13 εξαίρετος το 1999 και χωρίς βαθμολόγηση για τις διοικητικές ικανότητες του και 17 εξαίρετος το 2000). Υπερτερεί επίσης όλων των συγκρινόμενων ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων (7 αυτός ενώ οι προαχθέντες κατέχουν 5,1 και 0, αντίστοιχα), που αποτελεί ουσιαστικό προσόν, απαραίτητο για την επαγγελματική κατάρτιση επιμόρφωση του υπαλλήλου σε θέματα σχετικά με το αντικείμενο δραστηριότητας του εργοδότη. Επίσης υπερτερεί των προαχθέντων, ως προς το χρόνο της κατεχόμενης ειδικής αρχαιότητας, ως προς τον 4ο συγκρινόμενο (1-10-1992 αυτός, ενώ ο προαχθείς 1-10-1995 και 1-4-1996) κατά τρία έτη, ενώ υπολείπεται ως προς τους 1ο και 3ο (1-4-1992 και 1-4-1991) κατά 5 μήνες και ένα χρόνο περίπου, αντίστοιχα. Υστερεί (προδήλως, εκ παραδρομής, στην απόφαση αναφέρεται ότι υπερτερεί) ο ενάγων όλων ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (17-1-1977 αυτός ενώ οι προαχθέντες 14-2-1972, 12-8-1972 και 8- 7-1974) δηλαδή κατά πέντε, πέντε και τρία έτη, αντίστοιχα, που είναι οπωσδήποτε ουσιαστικό κριτήριο για την προαγωγή, καθόσον η αρχαιότητα συνεπάγεται μεν ανάλογη εμπειρία, πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση έχει περιορισμένη σημασία, όταν πρόκειται για προαγωγή κατ' απόλυτον εκλογή και μάλιστα σε καταληκτικό βαθμό (30ς) της ιεραρχίας της εναγομένης, η οποία απαιτεί εξ ορισμού επιλογή με ποιοτικές αξιολογήσεις των ουσιαστικών παραπάνω προσόντων των υποψηφίων και χωρίς δέσμευση από την σειρά αρχαιότητας. Το πλέον νευραλγικής σημασίας στοιχείο με ιδιάζουσα βαρύτητα είναι η άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, όπως αυτά παραπάνω αναλύονται και αλληλοσυγκρίνονται. Σε αυτόν δε τον τομέα, ο ενάγων υπερέχει και μάλιστα καταδήλως έναντι των προαναφερθέντων και προαχθέντων συναδέλφων του κατά τις επίδικες προαγωγικές κρίσεις του έτους 2002, αφού αυτός υπηρέτησε σε σημαντικές και νευραλγικές θέσεις ευθύνης και μάλιστα στο Κεντρικό Κατάστημα της εναγομένης (στην Αθήνα) ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος Υπηρεσίας, ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας και Αναπληρωτής Προϊσταμένου Τμήματος ενωρίτερον (χρονικά) των συγκρινόμενων, γεγονός που καταδεικνύει, με τη συνδρομή των λοιπών παραπάνω αναφερομένων ουσιαστικών προσόντων του και κυρίως της κατοχής ανωτάτου τίτλου σπουδών, την, παρά την έλλειψη της γενικής υπηρεσιακής αρχαιότητας, εργατικότητα και αποτελεσματικότητα του. Ειδικότερα στον ενάγοντα ανατέθηκαν θέσεις ευθύνης ήδη από το Δεκέμβριο του έτους 1988, ενώ ο 1ος προαχθείς ανέλαβε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 17-8-1992, του 4ου συγκρινόμενου που άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου από 2-10-2000. Ο ενάγων υστερεί (προδήλως, εκ παραδρομής, στην απόφαση αναφέρεται ότι υπερτερεί ) ως προς την άσκηση τέτοιων καθηκόντων, χρονικά έναντι του 3ου προαχθέντος, που το πρώτον αυτός άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 9-2-1985 στο Υποκατάστημα της εναγομένης στον Πειραιά. Βάσει των προαναφερθέντων το Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης-εκκαλούσης, παραλείποντας τον ενάγοντα-εφεσίβλητο και προάγοντας τους παραπάνω τρεις συναδέλφους του στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από 1ης-5-2002, εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη, την πλήρωση της συμβατικής αίρεσης, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του, αφού τον αδίκησε κατάφωρα παραλείποντας τον και παραβιάζοντας τις αρχές της καλής πίστης, με αποτέλεσμα να θεωρείται η αίρεση αυτή ως εκπληρωθείσα έκτοτε. Κατά συνέπεια, συνεχίζει το Εφετείο, ορθά η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε, αναγνωρίζοντας ότι ο ενάγων ήταν προακτέος στον βαθμό του εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από 1-5-2002, λόγω κατάδηλης υπεροχής του, ως προς τα απαιτούμενα για την προαγωγή προσόντα έναντι των τριών προαχθέντων παραπάνω συναδέλφων του, κάνοντας έτσι δεκτή την αγωγή κατά την κυρία βάση της ως και ουσιαστικά βάσιμη. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο απέρριψε, κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας και αναγνώρισε ότι ο ενάγων έπρεπε να είχε προαχθεί στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου από 1-5-2002, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ 1 ΑΚ, αφού, υπό τα προεκτιθέμενα περιστατικά, η υπεροχή του αναιρεσίβλητου έναντι των προαχθέντων και προταθέντων προς σύγκριση συναδέλφων του, όπως συνάγεται από τη συνολική εκτίμηση των εκατέρωθεν τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, ήταν καταφανής. Ακόμη διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Επομένως, ο, περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 KΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που θεμελιώνει και τον τέταρτο λόγο της έφεσης της, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν υπερτερεί καταφανώς του συγκρινόμενου και προαχθέντος υπαλλήλου της Θ. Μ.-Γ.. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι απαράδεκτος διότι δεν συνιστά αυτοτελή αλλά αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό. Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ. "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη". Από την ανωτέρω διάταξη, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει το ουσιαστικό δικαστήριο, προκύπτει ότι, αν δεν συντρέχει μία από τις σ' αυτή αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός μόνον εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (Ολ.Α.Π. 43/1990), ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 1/1987). Στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Ειδικότερα, αν ο εναγόμενος που ηττάται στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας ασκεί έφεση, νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, μόνον με κύριο ή πρόσθετο λόγο εφέσεως μπορεί να γίνει και όχι με τις προτάσεις. Κατά συνέπεια ο προβαλλόμενος από την ηττηθείσα πρωτοδίκως εναγομένη-εκκαλούσα-αναιρεσείουσα δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ.1,8 και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες, ότι το Εφετείο δεν εξέτασε τη διακωλυτική ένσταση την οποία υπέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την οποία επανέφερε ενώπιον του, συνισταμένη στο ότι κατά τις ένδικες κρίσεις, και αν ακόμη δεν είχαν προαχθεί οι ανωτέρω προτεινόμενοι προς σύγκριση από τον αναιρεσίβλητο, δεν θα είχε προαχθεί αυτός, διότι θα προαγόταν τρεις άλλοι μη προαχθέντες υπάλληλοι της, είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αυτό δεν προκύπτει ότι επαναφέρθηκε, παραδεκτά, στο εφετείο με συγκεκριμένο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθ.176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 15-11-2009, αίτηση της αναιρεσείουσας για την αναίρεση της 3306/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, η υπεροχή του αναιρεσίβλητου έναντι των προαχθέντων και προταθέντων προς σύγκριση συναδέλφων του, ήταν καταφανής. Το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ο λόγος αναίρεσης ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν υπερτερεί καταφανώς του συγκρινόμενου και προαχθέντος υπαλλήλου της, είναι απαράδεκτος διότι δεν συνιστά αυτοτελή αλλά αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό. Ο λόγος αναίρεσης, ότι το Εφετείο δεν εξέτασε τη διακωλυτική ένσταση που υποβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός που τον στηρίζει δεν προκύπτει ότι επαναφέρθηκε, παραδεκτά, με συγκεκριμένο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας.
null
null
0
Αριθμός 1491/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Εταιρία Ύδρευσης Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης ΑΕ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Δοξάκη. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Α. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Ταρπινίδη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2010 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη υπέρ αυτού παρέμβαση του ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκε η 22569/2011 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-10-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 6-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 2ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το άρθρο 553 § 1 του ΚΠολΔ ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση". Εξάλλου, το άρθρο 321 του ίδιου κώδικα ορίζει ότι "όσες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως απόφαση του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει αυτή να είναι τελεσίδικη και ότι η πρωτοβάθμια απόφαση γίνεται τελεσίδικη, για κάποια αιτία που έχει επέλθει, π.χ. διότι έχει περάσει η προθεσμία για έφεση. Η τελεσιδικία πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση η, από 21-10-2011, αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 22569/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Από α) την, επί της προσβαλλόμενης απόφασης, επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή, προκύπτει, ότι αντίγραφο αυτής επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα την 23-8-2011 και 2) το με αρ. 6292/2-12-2011 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προκύπτει, ότι μέχρι την 1-12-2011, δεν είχε ασκηθεί έφεση κατά της παραπάνω απόφασης. Επομένως, εφόσον κατά την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, (24-10-2011), η απόφαση αυτή είχε καταστεί τελεσίδικη, η αναίρεση είναι παραδεκτή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (αρθρ. 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 ν.δ/τος 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στο δικηγόρο: α) η επί παγία, ετήσια ή μηνιαία, αντιμισθία παροχή καθαρώς νομικών εργασιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου β) απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή υπό προθεσμία. Τοιαύτη υπό προθεσμία σύμβαση και προ του κώδικος γενομένη θεωρείται ως αορίστου χρόνου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 3075/2002 (ΦΕΚ 297Α'/5-12-2002), παρασχέθηκε δικαίωµα στους δικηγόρους που παρείχαν τις νομικές υπηρεσίες τους στο Δημόσιο σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε δηµόσιες επιχειρήσεις, που στο παρελθόν ήταν δηµόσιες υπηρεσίες ή Ν.Π.Δ.Δ. κλπ. και που είχαν προσληφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 2084/1992, να ζητήσουν µε υπεύθυνη δήλωσή τους στην υπηρεσία τους και µέσα σε προθεσμία 6 µηνών από τη δημοσίευση του παραπάνω νόµου να υπαχθούν στο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς στο οποίο υπάγεται το τακτικό διοικητικό προσωπικό της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούν. Με τις διατάξεις του ιδίου παραπάνω νόµου και ειδικά των παραγράφων 3 και 4 ορίστηκε το δικαίωµα αναγνώρισης ως συνταξίµου στον ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς των διοικητικών υπαλλήλων της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούσαν οι δικηγόροι, από της προσλήψεώς τους και μέχρι της έναρξης ισχύος του παραπάνω νόμου. Η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών, που αναλογούσαν στην αναγνώριση του παραπάνω χρόνου, θα καταβάλλονταν και από τον εργοδότη και από τον ασφαλιζόμενο δικηγόρο, σύμφωνα με τα εκάστοτε ποσοστά εισφορών του κλάδου σύνταξης, είτε εφάπαξ μέσα σε τρείς μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης αναγνώρισης, είτε με δόσεις. Εξάλλου, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (άρθρα 288 Α.Κ., 22 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος, 119 της ιδρυτικής Συνθ. ΕΟΚ), σε ενεργό σχέση εξαρτημένης εργασίας, επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή μισθολογική ή άλλη εργασιακή παροχή, μονομερή ή συμβατική, προς ορισμένους εργαζομένους του, να μην εξαιρεί από αυτή άλλους εργαζομένους του, ανεξαρτήτως του χρόνου προσλήψεώς τους και του ύψους του μισθού τους, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες κάτω από τις ίδιες συνθήκες, υπό την έννοια της οµοιότητος των συνθηκών απασχολήσεως και των προσόντων, εκτός αν εξαίρεση ή απόκλιση δικαιολογείται από επαρκή αντικειμενικό λόγο. Η αρχή αυτή ανάγεται σε κανόνα δηµοσίας τάξεως, που παρέχει απ' ευθείας στον εργαζόμενο το δικαίωµα να αξιώσει, µε αγωγή, από τον εργοδότη την οικειοθελή παροχή. Πρόκειται για αξίωση του ενάγοντος - εργαζομένου εκπληρώσεως της παροχής και όχι για αξίωση αποζημιώσεως. Έτσι, δεν απαιτείται πταίσµα του εναγομένου - εργοδότη και δεν τίθεται ζήτηµα αιτιώδους συνάφειας. Την ύπαρξη ειδικού και σοβαρού λόγου, που να δικαιολογεί, αντικειμενικά, τη διαφορετική μεταχείριση, ο (εναγόμενος) εργοδότης πρέπει να επικαλεσθεί, κατ' ένσταση και να αποδείξει. Μισθολογική παροχή είναι και η αύξηση του βασικού μισθού του εργαζομένου. Προϋπόθεση για την εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως είναι παροχή του εργοδότη οικειοθελής, ήτοι από πρωτοβουλία του, χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωσή του από διάταξη νόμου ή από όρο Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας ή Διαιτητικής Αποφάσεως ή από δικαστική απόφαση και να χορηγείται νομίμως, δεδομένου ότι η παρά το νόμο χορήγηση οικειοθελούς παροχής σε ορισμένους εργαζομένους, δεν δικαιολογεί ανάλογη αξίωση των εργαζομένων, στους οποίους δεν χορηγήθηκε, αφού η αξίωση από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν μπορεί να θεμελιωθεί - στην εργοδοτική παρανομία. Με βάση την παραπάνω αρχή ο δικηγόρος, που παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια αντιμισθία, δικαιούται να απαιτήσει από τον εντολέα του τη μεγαλύτερη αντιμισθία, την οποία ο τελευταίος καταβάλλει οικειοθελώς σε άλλους δικηγόρους, οι οποίοι δεν διαθέτουν περισσότερα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα, παρέχουν τις υπηρεσίες τους υπό τις ίδιες συνθήκες και δεν υπερέχουν ως προς την ποιοτική και ποσοτική απόδοση. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δεχόμενο ως βάσιμη στην ουσία της, τη θεμελιούμενη επί της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, αγωγή του αναιρεσίβλητου, που αξιώνει μισθολογικές διαφορές, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο ενάγων είναι δικηγόρος, διορισμένος στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης από το έτος 1970. Την 1η Νοεμβρίου του έτους 1983 προσλήφθηκε ως νομικός σύμβουλος με έμμισθη εντολή (πάγια αντιμισθία) στο τότε ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης (Ο.Υ.Θ.)" με την υπ' αριθμό 845/1-11-1983 πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, που δημοσιεύθηκε σε περίληψη στο 208/24-11-1983 ΦΕΚ τευχ. Ν.Π.Δ.Δ. σε πλήρωση κενής οργανικής θέσεως προβλεπόμενης από τις διατάξεις του άρθρου 13 του Π.δ. 97/1977. Στη συνέχεια ανέλαβε από την 12η Δεκεμβρίου 1983 και έκτοτε καθήκοντα μοναδικού νομικού συμβούλου στον παραπάνω Οργανισμό τα οποία εκτελούσε παράλληλα και με τα καθήκοντα του ελεύθερου επαγγελματία δικηγόρου. Στη συνέχεια και με τις διατάξεις του π.δ. 156/1997 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 132A/25-6-1997 ο "Οργανισµός Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης" μετατράπηκε σε ανώνυµη εταιρία µε την επωνυµία "Οργανισμός Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης", η οποία µε τις διατάξεις του άρθρου 9 του εγκριθέντος καταστατικού της υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώµατα και υποχρεώσεις του ορχικού εντολέα του ενάγοντος, ως καθολική αυτού διάδοχος. Η ως άνω εταιρία στη συνέχεια και µε τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 3998/1998, συγχωνεύτηκε µε την τότε ανώνυµη εταιρία µε την επωνυµία "Οργανισµός Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης" σε νέα ανώνυµη εταιρία µε την επωνυµία "Εταιρία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης (Ε.Υ.Α.Θ.)", η οποία υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος των παραπάνω συγχωνευθεισών ανωνύµων εταιριών σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών. Μετά την παραπάνω συγχώνευση ο ενάγων συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του, όπως και πριν, διεκπεραιώνοντας όλες τις υποθέσεις που είχαν σχέση µε τον τοµέα ύδρευσης της εναγοµένης, και ειδικότερα με άσκηση αγωγών, παραστάσεις ενώπιον δικαστηρίων για απόκρουση αγωγών τρίτων εναντίον της εναγοµένης, µε γνωμοδοτήσεις κλπ. Μέχρι τη µετατροπή του Οργανισµού Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης οι εκάστοτε µηνιαίες αποδοχές του για την παροχή των υπηρεσιών του σ' αυτόν ρυθµίζονταν µε βάση τις διατάξεις του άρθρου 92Α του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 326/1954), όπως αυτές συμπληρώθηκαν µε τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν.1093/1980. Συγκεκριμένα ανέρχονταν στις αποδοχές ύψους πρώτου μισθολογικού κλιμακίου του ενιαίου µισθολογίου δηµοσίων υπαλλήλων, προσαυξανόμενες µε όλα τα επιδόµατα που καταβάλλονταν στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους, σύµφωνα µε τις ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις του σχετικού προβλεπομένου επιδόματος χρόνου υπηρεσίας υπολογιζοµένου µε βάση το συνολικό χρόνο ασκήσεως του δικηγορικού του λειτουργήματος. Μετά όµως τη µετατροπή του Οργανισµού σε ανώvυµη εταιρία, συνέπεια της οποίας ήταν και ο καθορισµός πλέον των αποδοχών των τακτικών υπαλλήλων µε συλλογικές συµβάσεις εργασίας, οι αποδοχές για την παροχή των υπηρεσιών του προσδιορίζονταν µε αποφάσεις του Διοικητικού Συµβουλίου της εταιρίας. Οι µικτές κατά µήνα αποδοχές του ενάγοντος γι' αυτή την παροχή υπηρεσιών είναι σήµερα 2.263,61 ευρώ και οι καθαρές 2.000,00 ευρώ κατά µήνα, καθορίστηκαν δε το έτος 2003, µε τη µε αριθµό 135/18-3-2003 απόφαση του Δ.Σ. της εναγόμενης εταιρίας. Στις αρχές του έτους 2002, µε την υπ' αριθ. 469/2002 απόφαση του Δ.Σ. της εναγοµένης, στη θέση του εκλιπόντος προϊσταμένου του δικαστικού γραφείου της Β. - Π. Β., τοποθετήθηκε ο συνάδελφος του ενάγοντος Ν. Σ., στον οποίο ανατέθηκαν και καθήκοντα προϊσταμένου του δικαστικού τµήµατος της εναγόμενης, µε την µε αριθµό 67/2006 απόφαση του Δ.Σ. (μισθολογική προαγωγή). Με την ανωτέρω απόφαση οι αποδοχές του ενάγοντος καθορίστηκαν µετά την αφαίρεση των παντός είδους κρατήσεων στο ποσό των 2.000,00 ευρώ καθαρών κατά μήνα και µικτών στο ποσό των 2.263,61 ευρώ κατά μήνα, των δε άλλων δύο συναδέλφων του και συγκεκριµένα του Δημητρίου Βικελίδη και Νικολάου Στεργιοπούλου, και µετά την αφαίρεση των παντός είδους κρατήσεων, στο ποσό των 1.800,00 ευρώ καθαρών κατά μήνα, και µικτών των 2.037,24 ευρώ. Με την ίδια απόφαση, οι αποδοχές του Νικόλαου Στεργιοπούλου αυξήθηκαν από την 1-1-2006 και έκτοτε, από το ποσό των 28.521,36 ευρώ που ανέρχονταν ετησίως, µε συνυπολογισµό και των δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας (2.037,24 χ 14 = 28.521,36), στο ποσό των 49.104,00 ευρώ ήτοι σε ποσό µικτών κατά µήνα αποδοχών, µε συνυπολογισµό και των δώρων εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας, 3.507,42 (49.104,00 : 14=3.507,42 ). Αυξήθηκαν έτσι οι αποδοχές του προϊσταμένου κατά ποσοστό 72,16%, ενώ αυτές του ενάγοντος παρέµειναν αμετάβλητες. Περαιτέρω, µε τη µε αριθµό 523/19-8-2009 απόφαση του Δ.Σ. η εναγοµένη προσέλαβε για στελέχωση της νοµικής υπηρεσίας της τέσσερις δικηγόρους, µεταξύ των οποίων και τον Δ. Τ., µε πάγια αντιμισθία 4.000,00 ευρώ µηνιαίως, προσαυξανόμενη κατ' έτος κατά ποσοστό ίσο προς το ποσοστό του πληθωρισμού του προηγουμένου κάθε φορά έτους, µε αποκλειστική αρμοδιότητα την εξώδικη και δικαστική υπεράσπιση των συμφερόντων της εταιρίας, που σχετίζονταν με συμβάσεις έργων, υπηρεσιών και προμηθειών αυτής από τρίτους, καθήκοντα που εκτελούσε ο ενάγων από της προσλήψεώς του και μέχρι την 19-8-2009. Με την παραπάνω απόφαση του Δ.Σ. η εναγόμενη παρέλειψε και πάλι να αναπροσαρμόσει και τις αποδοχές του ενάγοντος, που είναι παγωμένες από το έτος 2003. Με τον τρόπο αυτό όμως παραβιάσθηκε η αρχή της ίσης μεταχείρισης σε βάρος του ενάγοντος, καθώς εργάζονταν κάτω από τις ίδιες και ακόμη δυσκολότερες συνθήκες, ενώ επιπλέον έχει πολύ μεγαλύτερη προϋπηρεσία, καθώς παρέχει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη από την 12-12-1983, ενώ ο συγκρινόμενος από 19-8-2009 και έκτοτε. Συγκεκριμένα ο ενάγων δικαιούται βάσει της προσαυξήσεως, για το χρονικό διάστημα από 20 Αυγούστου 2009 και έκτοτε μέχρι 31 Μαΐου 2010 το ποσό των 37.333 ευρώ και κατά μήνα το ποσό των 4.000,00 ευρώ. Έναντι των παραπάνω έλαβε για το από 20 Αυγούστου 2009 μέχρι 31 Μαΐου 2010 χρονικό διάστημα ποσό 21.127,72 ευρώ. Δικαιούται τη διαφορά ποσού € 16.206,00. Κατά το ίδιο παραπάνω χρονικό διάστημα έπρεπε να του καταβληθούν για δώρο Χριστουγέννων έτους 2009 ποσό 4.000,00 ευρώ για δώρο Πάσχα έτους 2010 ποσό 2.000,00 ευρώ και για επίδομα αδείας έτους 2010 ποσό 2.000,00 ευρώ και συνολικά ποσό 8.000,00 ευρώ. Έναντι του παραπάνω ποσού των 8.000,00 ευρώ έλαβε ποσό 2.263,61ευρώ για δώρο Χριστουγέννων 2009, ποσό 1.131,80 ευρώ για δώρο Πάσχα 2010 και ποσό 1.131,80 για επίδοµα αδείας 2010, ήτοι συνολικά ποσό 4.527,22 ευρώ. Δικαιούται τη διαφορά ποσού 3.472,78 ευρώ. Συνολικά ποσό 19.678,78 ευρώ, νοµιµότοκα επί του εκάστου επιµέρους ποσού οφειλομένων µηνιαίων διαφορών αποδοχών και διαφορών οφειλομένων δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας, από του χρόνου που τα κάθε επί μέρους από αυτά ποσό κατέστη απαιτητό και µέχρι την εξόφλησή του. Πρέπει άλλωστε να σημειωθεί ότι: Με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 3075/2002 (ΦΕΚ 297Α' /5-12-2002) παρασχέθηκε δικαίωμα στους δικηγόρους που παρείχαν τις νομικές υπηρεσίες τους στο Δημόσιο σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε δηµόσιες επιχειρήσεις, που στο παρελθόν ήταν δηµόσιες υπηρεσίες ή Ν.Π.Δ.Δ. κλπ. και που είχαν προσληφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 2084/1992, να ζητήσουν µε υπεύθυνη δήλωσή τους στην υπηρεσία τους και µέσα σε προθεσμία 6 µηνών από τη δημοσίευση του παραπάνω νόµου να υπαχθούν στο ασφαλιστικό-συνταξιοδοτικό καθεστώς στο οποίο υπάγεται το τακτικό διοικητικό προσωπικό της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούν. Με τις διατάξεις του ιδίου παραπάνω νόµου και ειδικά των παραγράφων 3 και 4 ορίστηκε το δικαίωµα αναγνώρισης ως συνταξίµου στον ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς των διοικητικών υπαλλήλων της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούσαν οι δικηγόροι, από της προσλήψεώς τους και μέχρι της έναρξης ισχύος του παραπάνω νόμου. Η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών που αναλογούσαν στην αναγνώριση του παραπάνω χρόνου θα καταβάλλονταν και από τον εργοδότη και από τον ασφαλιζόμενο δικηγόρο σύμφωνα με τα εκάστοτε ποσοστά εισφορών του κλάδου σύνταξης είτε εφάπαξ μέσα σε τρείς μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης αναγνώρισης είτε με δόσεις. Σε εφαρμογή των διατάξεων του παραπάνω νόμου ο ενάγων αιτήθηκε με την από 4/2/2003 υπεύθυνη δήλωσή του προς την εναγόμενη, ότι επιθυμεί να υπαχθεί στο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς των διοικητικών υπαλλήλων αυτής. Σε αποδοχή της παραπάνω υπεύθυνης δηλώσεως αλλά και σε εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3075/2002, η Διευθύντρια Διοικητικού της εναγόμενης με την με αριθμό 1010/28-1-2005 απόφασή της αποφασίζει την καταβολή στο ΙΚΑ των ασφαλιστικών εισφορών για την αναγνώριση της απασχολήσεως του ενάγοντος σε αυτήν από την 12-12-1983, που ανέρχονταν για την εναγόμενη στο ποσό των 81.690,79 ευρώ και για τον ενάγοντα στο ποσό των 21.510,24 ευρώ, όπως επίσης και την απόδοση των ασφαλιστικών εισφορών, που βάρυναν αμφοτέρους, με την παρακράτηση από τις αποδοχές του ενάγοντος, του ποσού των 448,13 ευρώ ανά μήνα, με έναρξη καταβολής την 1-3-2005. Τα χρήματα που κατέβαλε η εναγομένη για λογαριασμό του ενάγοντος και για ασφαλιστικές εισφορές του, ανερχόμενα για τους 10 μήνες του έτους 2005 σε ποσό 24.733,63, για το έτος 2006 σε ποσό 28.727,96, για το έτος 2007 σε ποσό 29.173,68, για το έτος 2008 ποσό 29.664,37, αφορούν στην υποχρέωσή της σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις του ν. 3075/2002 να καταβάλει τις βαρύνουσες αυτήν ασφαλιστικές εισφορές, για αναγνώριση της απασχολήσεώς του σε αυτήν από την 12-12-1983 και μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, όπως επίσης και την υποχρέωση αυτής καταβολής των κατά μήνα βαρυνουσών αυτήν ασφαλιστικών εισφορών, για την ασφάλισή του µετά την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόµου, όπως επίσης και το ποσό που παρακρατούσε από τις αποδοχές του για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών που βάρυναν τον ενάγοντα. Η επιβάρυνση αυτή της εναγόμενης, εκτός της καταβολής των τακτικών ασφαλιστικών κατά µήνα εισφορών από την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόµου, ήταν προσωρινή και µόνο για 48 µήνες από την 1-3-2005 και έκτοτε. Η καταβολή επίσης από την εναγόμενη όχι µόνο για τον ενάγοντα, αλλά για όλους τους νοµικούς της συμβούλους, των 2/3 των ασφαλιστικών εισφορών, που βάρυναν τον ενάγοντα για το Ταµείο Νοµικών, για το ΚΕΑΔ και για το τότε Ταµείο Προνοίας Δικηγόρων Θεσσαλονίκης, ήταν νοµική υποχρέωση της. Το ύψος των καταβαλλομένων εισφορών ήταν για µεν το Ταµείο Προνοίας Δικηγόρων Θεσσαλονίκης ποσό κατ' έτος 1.100,00 ευρώ περίπου, για δε το Ταµείο Νοµικών και το ΚΕΑΔ ποσό 2.500,00 ευρώ περίπου το έτος. Τα ποσά άλλωστε που κατέβαλε η εναγόμενη για τακτικές αποδοχές του, αλλά και για μεταβάσεις του στην Αθήνα κατά τον εκάστοτε χειρισµό υποθέσεων αυτής ενώπιον του ΑΠ και του ΣΤΕ ανήλθαν για το έτος 2005 σε ποσό 28.360,19 ευρώ, για το έτος 2006 σε ποσό 26.360,80 ευρώ και για το έτος 2008 σε ποσό 25.063,20.Επομένως τυγχάνει απορριπτέα η προβληθείσα εκ μέρους της εναγομένης ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, ως αβάσιμης και από ουσιαστική άποψη. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο, έκρινε ότι τίθεται θέμα μη νομίμου εξαιρέσεως του αναιρεσείοντος από τις αιτούμενες διαφορές, αφού υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και παραβιάζονται οι επικαλούμενες διατάξεις, διότι υπάρχει άνιση μεταχείριση και στη συνέχεια επιδίκασε το ποσό, που προαναφέρθηκε. Με την κρίση του αυτή 1) δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1β του Συντάγματος, 288 Α.Κ., 119 εδ. α και 141 της ιδρυτικής συνθήκης της Ε.Ο.Κ. και 9 του ν. 3075/2002 και 2) διέλαβε στην απόφαση του, επαρκείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων. Επομένως, όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, ενιαίως κρινόμενοι, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 21-10-2011, αίτηση της αναιρεσείουσας για την αναίρεση της 22569/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ο δικηγόρος, που παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια αντιμισθία, δικαιούται να απαιτήσει από τον εντολέα του τη μεγαλύτερη αντιμισθία, την οποία ο τελευταίος καταβάλει οικειοθελώς σε άλλους δικηγόρους, οι οποίοι δεν διαθέτουν περισσότερα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα, παρέχουν τις υπηρεσίες τους υπό τις ίδιες συνθήκες και δεν υπερέχουν ως προς την ποιοτική και ποσοτική απόδοση.
null
null
0
Αριθμός 1490/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Ξ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κυπριώτη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 171/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Με συγκατηγορούμενη την Β. Ε. του Γ. και πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και που στο ακροατήριο δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουνίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 862/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 465 παρ. 1 και 42 παρ.2 β του ΚΠΔ, στις οποίες ορίζεται ότι το ένδικο μέσο μπορεί να ασκηθεί αυτοπροσώπως ή και μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 και το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του, προσαρτάται στη σχετική έκθεση, σαφώς προκύπτει ότι η εντολή του κατηγορουμένου προς τον αντιπρόσωπο, πρέπει να είναι ειδική και να υπάρχει κατά τη στιγμή που ο τελευταίος υπογράφει τη σχετική έκθεση αναιρέσεως, η έλλειψή της δε κατά τον χρόνο αυτό δεν αναπληρώνεται με τη μεταγενέστερη χορήγησή της. Αρκεί δε και γενική πληρεξουσιότητα για την άσκηση ενδίκου μέσου, υπό την προϋπόθεση όμως ότι προσδιορίζεται σε αυτή η ποινική υπόθεση για την οποία παρέχεται η πληρεξουσιότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, με την κρινόμενη από 20-6-2012 δήλωση αναιρέσεως, που επιδόθηκε εμπρόθεσμα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 22-6-2012, προσβάλλεται η με αριθ. 171/2012 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Η εν λόγω απόφαση δημοσιεύθηκε στις 9-4-2012 και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 5-6-2012. Την κρινόμενη ως άνω αίτηση αναιρέσεως, άσκησε στις 22-6-2012, για λογαριασμό του αναιρεσείοντος και καταδικασθέντος Χ. Ξ., ο δικηγόρος Αθηνών Πέτρος Μαντούβαλος, που υπογράφει το δικόγραφο ως πληρεξούσιος δικηγόρος, χωρίς αυτός να είναι ο παραστάς στη δίκη δικηγόρος, δυνάμει του επικαλούμενου και προσαγόμενου, προσαρτημένου στη δήλωση αναιρέσεως, με αρ. .../21-6-2012 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αγρινίου Αθανασίου Πετρόπουλου. Όπως, όμως, από το παραπάνω πληρεξούσιο προκύπτει, ο αναιρεσείων Χ. Ξ. εξουσιοδοτεί τον άνω δικηγόρο Πέτρο Μαντούβαλο και το δικηγόρο Νικόλαο Κυπριωτάκη, εκτός άλλων "να παρίστανται και εκπροσωπούν αυτόν ενώπιον παντός αρμοδίου δικαστηρίου ..., ενεργούντες όλες τις ενέργειες και πράξεις του ΚΠολ.Δ και του ΚΠοινΔ, ... ασκούντες παν τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο, ειδικότερον να παραστούν και τον εκπροσωπήσουν ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αυτού ... κατά της υπ' αριθμό 171/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος". Από το όλο περιεχόμενο του παραπάνω συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, παρά τη στενή του διατύπωση, συνάγεται ότι δεν πρόκειται για γενικό πληρεξούσιο, αλλά για ειδικό πληρεξούσιο, δυνάμει του οποίου ο καταδικασθείς Χ. Ξ., κάτοικος ..., παρέχει ειδική εντολή και εξουσιοδότηση στους δύο δικηγόρους Αθηνών, μεταξύ των οποίων, και στο Δικηγόρο Πέτρο Μαντούβαλο, όχι μόνο να παραστούν και τον εκπροσωπήσουν ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης συγκεκριμένης ρητά αναφερόμενης στο πληρεξούσιο αιτήσεως αναιρέσεως αυτού κατά της προσβαλλόμενης 171/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, αλλά και εξουσιοδότηση για άσκηση της αναιρέσεως αυτής, που ασκήθηκε μάλιστα την επομένη ημέρα που υπογράφηκε το εν λόγω πληρεξούσιο. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως δεν είναι απαράδεκτη, όπως πρότεινεν επί της έδρας ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, για έλλειψη ειδικού πληρεξουσίου ασκήσεως της αναιρέσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 465, 476 παρ. 1, 509 και 513 παρ. 1α ΚΠΔ, αλλά παραδεκτή και πρέπει, να ερευνηθούν περαιτέρω οι αναιρετικοί λόγοι αυτής. Η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Το ποινικό δικαστήριο, οφείλει να απαντήσει και περαιτέρω να αιτιολογήσει ειδικώς και την παραδοχή ή την απόρριψη ενός αυτοτελούς ισχυρισµού, µόνο όμως όταν έχει υποβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισµένο, δηλαδή, αν αναφέρονται από τον κατηγορούµενο ή το συνήγορό του τα πραγµατικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόµο θεµελίωσή του, αλλιώς είναι απαράδεκτος ως αόριστος, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Ομοίως, η παρεµπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουµένου περί αναβολής της δίκης, λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 του ΚΠΔ ή για κρείσσονες αποδείξεις, κατά το άρθρο 352 ΚΠΔ, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογηµένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στη διακριτική και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή πρέπει η απόφαση να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά µέσα που εκτιµήθηκαν, τα πραγµατικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως αυτής κρίση του. Αν έγινε προβολή ή όχι και δη παραδεκτά, προκύπτει αποκλειστικά από τα πρακτικά του δικαστηρίου, που κατ' άρθρο 142 παρ. 3 του ΚΠΔ, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά µέχρι να διορθωθούν µε τη νόµιµη διαδικασία ή ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα. Επίσης, αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση κάποιου νομίμου δικαιώµατος στον κατηγορούµενο ή δεν απαντήσει σε υποβληθέν παραδεκτά αίτημα αυτού, τότε ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακρόασης, σύµφωνα µε το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και 170 παρ. 2 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Χ. Ξ. με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της κρινόμενης αναιρέσεώς του, προβάλλει ως λόγους αναιρέσεως, ακυρότητα της διαδικασίας ελλείψει ακροάσεως και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης 171/2012 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας και δη διότι το δικαστήριο, σιγή απέρριψε, χωρίς απάντηση και χωρίς καμία αιτιολογία το σαφές και ορισμένο αίτημα αναβολής που υπέβαλε παραδεκτά στο ακροατήριο. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 171/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, (σελ. 5-6) προκύπτουν τα εξής: Μετά την κατάθεση του μάρτυρος τελωνειακού υπαλλήλου Δ. Β., που κατέθεσε σχετικά με την εκδικαζόμενη πλαστογραφία και λαθρεμπορία εισαχθέντος από τον κατηγορούμενο αυτοκινήτου και περιστατικά σε βάρος αυτού, ο συνήγορος υπεράσπισης του πρώτου κατηγορουμένου Χ. Ξ., έλαβε το λόγο και "προέβαλε τρία αιτήματα στηριζόμενος στα όσα ανέφερε εξεταζόμενος ο μάρτυρας Δ. Β., και ειδικότερα ζήτησε πρώτον να κληθεί η Τ. να καταθέσει όσον αφορά στην επανέκδοση της άδειας κυκλοφορίας, δεύτερον να κληθεί αρμόδιος υπάλληλος από το τελωνείο ο οποίος να βεβαιώσει αν η μεταφρασμένη άδεια από την Ιταλία, την οποία αμφισβήτησε ο κ. Β., είναι αυτό που κατατίθεται στο τελωνείο για να βγουν πιστοποιητικά και τρίτον, αφού ανέφερεν (ο δικηγόρος) ότι στη Λάρισα εκτελωνίστηκε όμοιο αυτοκίνητο με 5.000 ευρώ, ζήτησε να ληφθεί αυτό υπόψη ως αντιδιαστολή στην αμφισβήτηση του κ. Β. για τη διαδικασία του εκτελωνισμού του αυτοκινήτου του πελάτη του". Από τα ίδια πρακτικά προκύπτει ότι αμέσως μετά την υποβολή του παραπάνω αιτήματος αναβολής, η πληρεξουσία δικηγόρος της πολιτικής αγωγής ζήτησε την απόρριψη, ο εισαγγελέας της έδρας, επιφυλάχθηκε να απαντήσει κατά τη διάρκεια της δίκης, στη συνέχεια εξελίχθηκε και περατώθηκε η όλη διαδικασία και μετά καταδικαστική πρόταση του εισαγγελέα, χωρίς αναφορά στο παραπάνω αίτημα αναβολής, το δικαστήριο με το αιτιολογικό της άνω αποφάσεώς του, χωρίς καμία αναφορά ή απάντηση στο παραπάνω υποβληθέν αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, κατέληξε σε καταδικαστική κρίση και καταδίκασε τους δύο κατηγορουμένους, τη δεύτερη κατηγορουμένη Β. Ε., υπάλληλο της Διεύθυνσης Μεταφορών Αγρινίου για παράβαση καθήκοντος και τον αναιρεσείοντα δεύτερο κατηγορούμενο, α) για ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος της δεύτερης κατηγορουμένης Β. Ε., που κατά την ταξινόμηση εισαχθέντος από Γερμανία αυτοκινήτου εξέδωσε μη έγκυρη άδεια κυκλοφορίας αυτού, με πλαστογραφημένα από τον πρώτο δικαιολογητικά και χωρίς καταβολή των νόμιμων δασμολογικών επιβαρύνσεων και β) επίσης τον αναιρεσείοντα, για λαθρεμπορία του εν λόγω αυτοκινήτου που αυτός εισήγαγε από τη Γερμανία και για πλαστογραφία μετά χρήσεως των δικαιολογητικών ταξινόμησης- εκτελωνισμού του αυτοκινήτου αυτού. Επομένως προκύπτει από τα παραπάνω, ότι ενώ υποβλήθηκε στο ακροατήριο από το συνήγορο υπεράσπισης του πρώτου κατηγορουμένου, νυν μόνου αναιρεσείοντος, παραδεκτά σαφές και ορισμένο αίτημα αναβολής της δίκης, για κρείσσονες αποδείξεις για να κληθούν συγκεκριμένοι μάρτυρες τελωνειακοί υπάλληλοι για να καταθέσουν και δώσουν διευκρινίσεις επί συγκεκριμένων ζητημάτων του εκτελωνισμού του εισαχθέντος και εκτελωνισθέντος αυτοκινήτου, το δικαστήριο, ουδόλως απάντησε, σιγή δε και χωρίς καμία αιτιολογία απέρριψε αυτό, με αποτέλεσμα να επέλθει ακυρότητα της διαδικασίας για έλλειψη ακρόασης του κατηγορουμένου από τη μη απάντηση στο αίτημα αυτό. Ήτοι είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και Δ' του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται η αναφερόμενη πλημμέλεια του Εφετείου, η έλλειψη ακρόασης και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, όσον αφορά το εν λόγω υποβληθέν και σιγή απορριφθέν αίτημα αναβολής. Μετά από αυτά, και ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά μόνον τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, στο πρόσωπο του οποίου αφορούν και αρμόζουν αποκλειστικά οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως, κατ' άρθρο 469 ΚΠΔ, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμόν 171/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, όσον αφορά μόνο τον αναιρεσείοντα Χ. Ξ. του Α.. Και Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος. - Λαθρεμπορία ΙΧΕ εισαχθέντος κοινοτικού αυτοκινήτου. - Πλαστογραφία με χρήση. 1. Βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β και Δ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ακρόασης και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας , από την μη απάντηση και από τη σιγή απόρριψη υποβληθέντος σαφώς ορισμένου αιτήματος αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις.
Πλαστογραφία και χρήση (πλαστού εγγράφου)
Λαθρεμπορία, Ηθική αυτουργία, Πλαστογραφία και χρήση (πλαστού εγγράφου), Παράβαση καθήκοντος.
0
Αριθμός 1489/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Η. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑ Γ. ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ - Μηνά Σταύρου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-10-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 378/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 81/2010 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-4-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 6-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 576 ΚΠολΔ αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση της υπόθεσης. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν δεν αποδεικνύεται η κλήτευση του, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, για τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε η σημερινή δικάσιμος της 18-9-2012. Κατ' αυτήν και όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε, ούτε υπέβαλε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 ΚΠολΔ. Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει την συζήτηση, καθόσον η νομίμως παριστάμενη αναιρεσίβλητη δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει, έκθεση επίδοσης της σχετικής κλήσης προς τον απολειπόμενο αναιρεσείοντα, στην περίπτωση που αυτή επισπεύδει την συζήτηση, ούτε την κλήση που της επιδόθηκε, αν επισπεύδων είναι ο αναιρεσείων. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση αυτή της ένδικης αίτησης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της, από 15-4-2010, αίτησης του Η. Π., για αναίρεση της 81/2010 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1485/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη -Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Β. Μ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ξανθίππη Μωϋσίδου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 13883/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Φεβρουαρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 379/2012. Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ. ως λόγος αναιρέσεως μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ. 1). Περαιτέρω κατά την παρ.1 του άρθρου 170 Κ.Π.Δ. η ακυρότητα μιας πράξεως ή ενός εγγράφου της ποινικής διαδικασίας επέρχεται μόνο όταν αυτό ορίζεται ρητά στο νόμο. Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 174 Κ.Π.Δ. η ακυρότητα της κλήσεως στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησης τους στον κατηγορούμενο καλύπτονται αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 155 του ΚΠΔ, η επίδοση γίνεται με παράδοση του εγγράφου στα χέρια του ενδιαφερομένου. Αν αυτός που κάνει την επίδοση δεν βρίσκει τον ενδιαφερόμενο στον τόπο της διαμονής ή της κατοικίας του, εγχειρίζει το έγγραφο σε κάποιο από τα πρόσωπα που, έστω και προσωρινά, διαμένουν μαζί του ή στους οικιακούς βοηθούς του ή στο θυρωρό της κατοικίας που μένει ή σε κάποιον από όσους είναι στο εργαστήριο ή στο γραφείο και τα πρόσωπα αυτά είναι υποχρεωμένα να παραδώσουν στον ενδιαφερόμενο το έγγραφο που τους επιδόθηκε χωρίς καμία χρονοτριβή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 154 παρ. 2 του ΚΠΔ, η επίδοση ή η κοινοποίηση είναι άκυρες, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις των άρθρων 155-157 159 και 165. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 161§1 ΚΠΔ, στο συντασσόμενο, από τον επιδίδοντα το έγγραφο, αποδεικτικό, πρέπει, με ποινή ακυρότητας, να σημειώνεται, μεταξύ των άλλων αναφερομένων στο άρθρο αυτό στοιχείων, το ονοματεπώνυμο του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο, υπογράφεται δε το αποδεικτικό από το πρόσωπο αυτό και από εκείνον που ενεργεί την επίδοση. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, αν η επίδοση γίνει σε πρόσωπο άλλο από τον ενδιαφερόμενο, πρέπει, με ποινή ακυρότητας της επιδόσεως, να αναφέρεται στην έκθεση ότι το πρόσωπο που το παρέλαβε ήταν σύνοικος του ενδιαφερομένου και δεν αρκεί μόνη η αναφορά της ιδιότητάς του ή του βαθμού συγγενείας του με αυτόν. Η προβλεπόμενη στην παρ.2 του άνω άρθρου 154 ακυρότητα είναι σχετική, κατά το προαναφερθέν άρθρο 174 παρ. 2, και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, ως τέτοια δε, αν δεν καλυφθεί, δηλαδή αν ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο ακροατήριο κατά την έναρξη της διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδο της δίκης, μπορεί, εφ' όσον η σχετική ένστασή του για ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος απορρίφθηκε, να την προτείνει, διατυπώνοντάς την ως ειδικό λόγο, στην έφεση που δύναται να ασκήσει κατά της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως, συνεπώς στην περίπτωση επαναφοράς από τον κατηγορούμενο με λόγο εφέσεως της ενστάσεως ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως που ασκήθηκε παραδεκτά, έχει υποχρέωση να αποφανθεί και επί του απορριπτικού της ενστάσεως της ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος μέρους της πρωτοδίκου αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την αίτηση αναιρέσεως, διατείνεται, ότι συνέβη σχετική ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, καθόσον η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο παραπέμφθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, για να δικασθεί για τις σε αυτό πράξεις, της μη καταβολής χρεών στο δημόσιο, δεν ήταν σύννομη, για το λόγο ότι του επιδόθηκε ως γνωστής διαμονής, ενώ αυτός ήταν άγνωστης διαμονής, και για το ότι ο πατέρας του που παρέλαβε την κλήση, δεν είναι σύνοικός του, αφού διαμένει στο ... ενώ ο ίδιος διαμένει στη Θεσσαλονίκη και ότι η σχετική υποβληθείσα ένσταση ακυρότητας αυτού, ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που παραστάθηκε, απορρίφθηκε. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, κλητεύθηκε απευθείας στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, για να δικασθεί ως υπαίτιος της παράβασης του άρθρου 25παρ1 περ. α, β, γ, 2β του ν.1882/1990, όπως τροποποιηθέν ισχύει, ήτοι της παράβασης της μη καταβολής χρεών στο δημόσιο. Προς το σκοπό αυτό του επιδόθηκε, στο ..., στις 18 Ιουνίου 2010, (με εγχείρηση στο σύνοικο ενήλικο πατέρα του, Μ. Θ.), το υπ' αριθμό ΕΓ 27-10/145/ 1237 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με το οποίο, αυτός (κατηγορούμενος), καλείτο να εμφανισθεί, στο Β' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, για τη δικάσιμο της 7-10-2010, όπως προκύπτει από το σχετικό από 18-6-2010 αποδεικτικό επίδοσης του υπαρχιφύλακα του Α.Σ. ... .... Κατά τη δικάσιμο εκείνη (7-10-2010), η υπόθεση αναβλήθηκε, κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, λόγω απεργίας γραμματέως, ερήμην του κατηγορουμένου, για τη δικάσιμο 19 Ιανουαρίου 2011. Από το, από 7-11-2010, αποδεικτικό επίδοσης κλήσης στον κατηγορούμενο, του αυτού ως άνω, Αρχιφύλακα Α.Σ. ..., ..., προκύπτει ότι επιδόθηκε και πάλι με εγχείρηση στο σύνοικο ενήλικο πατέρα του κατηγορουμένου, Μ. Θ., η υπ' αριθμό Β κλ. 12564/2010 κλήση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με την οποία ο κατηγορούμενος καλείτο να παρουσιαστεί αυτοπροσώπως στο Β' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, στις 19 Ιανουαρίου του 2011, για να δικασθεί, σύμφωνα με μνημονευόμενο στην κλήση κλητήριο θέσπισμα. Κατά τη δικάσιμο εκείνη (19-1-2011), η υπόθεση αναβλήθηκε κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, λόγω κωλύματος, ήτοι, λόγω αποχής του παριστάμενου συνηγόρου, δυνάμει της από 18-1-2011 έγγραφης εξουσιοδότησής του, σε ρητή δικάσιμο για την 21-6-2011. Κατά τη δικάσιμο αυτή ο κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε με σχετική εξουσιοδότηση από τη συνήγορό του, Ξανθίππη Μωϋσίδου, οπότε και εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία, αφού απορρίφθηκε η ένσταση ακυρότητας επίδοσης του κλητήριου θεσπίσματος που είχε προτείνει η παραπάνω συνήγορος, ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος. Η ένσταση ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος που προβλήθηκε στο ως άνω δικαστήριο, είχε ως ακολούθως. "Προτείνεται ακυρότητα ως προς την επίδοση, του κλητηρίου θεσπίσματος καθώς δεν προκύπτει αν επιδόθηκε ως γνωστής ή αγνώστου διαμονής, σε ποια διεύθυνση έγινε η επίδοση και ακολούθως αν η επίδοση είναι σύννομη". Η παραπάνω ένσταση απορρίφθηκε με παρεμπίπτουσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ταυτάριθμη με την υπ' αριθ. 33751/2011 οριστική απόφαση του, επειδή κρίθηκε ότι η επίδοση έγινε σύννομα, στο ..., με επίδοση στο σύνοικο πατέρα του κατηγορουμένου, αφού όπως προέκυπτε από την από 4-3-2010, βεβαίωση του Αρχιφύλακα του Α.Τ. Θέρμης Θεσσαλονίκης, ..., ο αδελφός του κατηγορουμένου, τον διαβεβαίωσε, ότι ο κατηγορούμενος, είναι κάτοικος ... . Η παραπάνω ένσταση προβλήθηκε και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από τον κατηγορούμενο, και μάλιστα αναλυτικότερα, ο οποίος για την απόρριψη της διατύπωσε και σχετικό παράπονο στην με αριθμό 2074/30-6-201, έφεση του κατά της πρωτόδικης απόφασης, όμως απορρίφθηκε και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφαση του, ταυτάριθμη και συμπροσβαλλόμενη (αρθρ. 506§4 ΚΠΔ) με την αναιρεσιβαλλόμενη οριστική απόφαση του. Σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται, στην εν αρχή, νομική σκέψη, η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος προς τον κατηγορούμενο, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, είναι σύννομη, αφού αυτός κλητεύθηκε, ως γνωστής διαμονής, στο ..., όπου κατά το χρόνο επίδοσης, ήταν η γνωστή στην επιδίδουσα αρχή διαμονή του, με εγχείρηση του σχετικού εγγράφου, στο σύνοικο ενήλικο πατέρα του κατηγορουμένου, κατά τα εκτεθέντα, ο οποίος σύνοικος, καθ' α είχε υποχρέωση, από τις προαναφερθείσες στη νομική σκέψη, διατάξεις, παρέδωσε στον κατηγορούμενο το επιδοθέν έγγραφο, τούτο δε, συνάγεται από το γεγονός ότι, αυτός (κατηγορούμενος), δια συνηγόρου, εκπροσωπήθηκε στις δίκες που επακολούθησαν, κατά τα προεκτεθέντα, επομένως, δεν στερήθηκε του δικαιώματός του, να παρασταθεί στη δίκη και να προβάλλει τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του, και συνεπώς ο σκοπός της επίδοσης που είναι πραγματικά να λάβει γνώση το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται το έγγραφο του περιεχομένου του κατά τρόπο έγκυρο, επιτεύχθηκε. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης και απέρριψε την ένσταση του ήδη αναιρεσείοντος, για ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, για τους παραπάνω λόγους, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' Κ.Π.Δ. σχετικής ακυρότητας της διαδικασίας, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε κατά τα άρθρα 173, 174 Κ.Π.Δ, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται με τον σχετικό λόγο της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος μετά από τα ανωτέρω είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, ότι δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη από τον εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, η προαναφερθείσα από 4-3-2010 βεβαίωση του Αρχιφύλακα ..., γιατί το περιεχόμενό της δεν μπορεί να είναι αληθές, ενώ έπρεπε να ληφθεί υπόψη η από 5-3-2010, βεβαίωση της Αστυφύλακα ..., του Α.Τ. Πλατείας Δημοκρατίας Θεσσαλονίκης, από την οποία προκύπτει ότι ο πατέρας του κατηγορουμένου της δήλωσε, ότι "είναι άγνωστη η ακριβής διεύθυνση του κατηγορουμένου, πρέπει να είναι η περιοχή του Α.Τ. Λευκού Πύργου", είναι απαράδεκτες, γιατί υπό την επίφαση της σχετικής ακυρότητας που συνέβη στο ακροατήριο, πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, στο σύνολό της, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14-2-2012 (υπ' αριθμό πρωτ. 1298/ 14-2-2012), αίτηση αναιρέσεως του Β. Μ. του Θ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 13883/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε. Ένσταση ακυρότητας επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος. Προβολή της ως άνω ένστασης στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απόρριψη της. Προβολή της και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφόσον για την απόρριψη της προβλήθηκε και σχετικό παράπονο στην έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης. Απόρριψη της και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος προς τον κατηγορούμενο, είναι σύννομη, αφού αυτός κλητεύθηκε, ως γνωστής διαμονής, στον τόπο όπου κατά το χρόνο επίδοσης, ήταν η γνωστή στην επιδίδουσα αρχή διαμονή του, με εγχείρηση του σχετικού εγγράφου, στο σύνοικο ενήλικο πατέρα του, ο οποίος παρέδωσε στον κατ/νο το επιδοθέν έγγραφο, αφού αυτός, δια συνηγόρου, εκπροσωπήθηκε στις δίκες που επακολούθησαν, και συνεπώς ο σκοπός της επίδοσης που είναι να λάβει γνώση το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται το έγγραφο, του περιεχομένου του κατά τρόπο έγκυρο, επιτεύχθηκε. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1482/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Σ. Λ. του Ν., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο του Διονύσιο Παντή, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 124/2011 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίστηκε να εκπροσωπήσει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, περί αναιρέσεως της 18/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 382/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ ως λόγος για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθεί η έλλειψη από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα .Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. Η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους ή ακόμη και η εσφαλμένη εκτίμηση αυτών δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο η το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης ο αναιρεσείων προέβαλε παραδεκτώς ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό λόγω της τοξικομανίας του και προς επίρρωση αυτού του ισχυρισμού του κατέθεσε στο δικαστήριο τα αναφερόμενα στα πρακτικά δεκαπέντε (15) έγγραφα μεταξύ των οποίων και την από 25-11-2010 βεβαίωση του ΚΕΘΕΑ. Από τα ίδια πρακτικά προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν η υπάριθμ.4668/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθήνας και τα πρακτικά αυτής καθώς και τα έγγραφα που αναφέρονταν στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων και η από 26-12-2007 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης. Το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και τον καταδίκασε σε κάθειρξη πέντε ετών απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του για ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό με την ακόλουθη αιτιολογία: Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών και ότι δεν θυμάται ούτε αν τέλεσε τις κλοπές ούτε πως βρέθηκε στο αυτοκίνητο αλλά ούτε και γιατί είχε μαζί του τα διαρρηκτικά μέσα ήτοι επικαλείται ηλαττωμένο καταλογισμό κατά το άρθρο 36 ΠΚ, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε καθόσον και αν ακόμη ο κατηγορούμενος είχε κάνει χρήση ναρκωτικών κατά το χρόνο τελέσεως της κλοπής του αυτοκινήτου, (πράγμα το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν προέκυψε), η χρήση αυτή δεν είχε επίπτωση στην ικανότητά του για καταλογισμό, αφού είχε τη σωματική αντοχή και το αυτοκίνητο να διαρρήξει και να το οδηγήσει από τον Πειραιά στο Μοσχάτο, ενώ είχε μαζί του και την τσάντα που στο προηγηθέν της 26-12-07 διάστημα είχε κλέψει από την οποία είχε φροντίσει να αφαιρέσει τα χρήματα. Δηλαδή ο κατηγορούμενος επέδειξε σωματικές αντοχές που δεν προσιδιάζουν στον ευρισκόμενο υπό την επήρεια της ηρωίνης και των χαπιών που αυτός έπαιρνε, κύριο χαρακτηριστικό της οποίας είναι η σωματική αδυναμία. Αναμφισβήτητα αυτός μετά από λίγες ημέρες εμφάνισε στερητικό σύνδρομο και εισήχθη στις 3-1-08 στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων του Κορυδαλλού (βλ. αναγν. από 7-1-08 εξιτήριο του εν λόγω Ψυχιατρείου) πλην όμως τούτο ήταν αναμενόμενο αφού αυτός όπως έχει ήδη αναφερθεί ήταν τοξικομανής χρήστης, όπως τούτο προκύπτει τόσο από την από 8-2-08 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντα κατά την ανάκριση πραγματογνώμονα (διάταξη 211/07) ψυχιάτρου Χ. Κ. όσο και από την παλαιότερη από 28-2-2000 πραγματογνωμοσύνη του Ιατροδικαστή Δ. Μ. που διεξήχθη στα πλαίσια άλλης σε βάρος του κατηγορουμένου ποινικής υποθέσεως για ναρκωτικά στην οποία αναφέρεται ότι και με άλλη έκθεση του ίδιου πραγματογνώμονα (από 20.12.99) είχε και πάλι κριθεί τοξικομανής. Τούτο όμως δεν του προσδίδει χωρίς άλλο έλλειψη ή μειωμένη ικανότητα καταλογισμού, εφόσον ιδιαίτερα στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι η τυχόν χρήση τον είχε περιαγάγει σε τέτοια κατάσταση. Εν όψει τούτων ο εκ του άρθρου 36 πκ αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω ο κατά το χρόνο της πράξεως ηλικίας 45 ετών κατηγορούμενος απασχολιόταν περιστασιακά ως συνοδηγός σε φορτηγά στα οποία ο αδελφός του εργαζόταν ως οδηγός και δεν είχε σταθερούς πόρους από εργασία ή άλλη νόμιμη αιτία και τα μέσα βιοπορισμού του τα εξασφάλιζε από την επανειλημμένη τέλεση κλοπών και τη διοχέτευση των κλοπιμαίων σε κλεπταποδόχους, έχοντας διαμορφώσει σχετική υποδομή με χρήση μεγάλου αριθμού διαρρηκτικών μέσων αυτοκινήτων (36 κλειδιά, κατσαβίδι) ενώ η επανειλημμένη τέλεση κλοπών μαρτυρεί ροπή του προς τέλεση του συγκεκριμένου αδικήματος ως στοιχείου της προσωπικότητας του. Ενόψει των προεκτεθέντων ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και να απορριφθεί ο περί μειωμένης ικανότητος προς καταλογισμό αυτοτελής ισχυρισμός του. Σύμφωνα με τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως σε σχέση με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος είναι πλήρως αιτιολογημένη. Εντεύθεν και ο σχετικός μόνος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επί της απορρίψεως του αυτοτελούς ισχυρισμού είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11-1-2011 αίτηση του Σ. Λ. του Ν., κρατουμένου στο Κ.Κ. Κορυδαλλού, για αναίρεση της υπ' αριθ. 18/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Λόγος αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του αυτοτελούς ισχυρισμού ελαττωμένου καταλογισμού λόγω τοξικομανίας. Απορρίπτεται η αίτηση.
null
null
2
Αριθμός 1475/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - (Σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενο τον Ι. Π., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Και εγκαλούντα τον Ι. Π. του Γ.. Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 167504/30.5.2012, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 697/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου-Βασιλοπούλου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη με αριθμό 170/20-9-2012 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, με την συνημμένη δικογραφία, την υπ' αριθ. 167504/30.5.2012 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθήνας για τον κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, σύμφωνα με τ' άρθρα 136 περίπτωση ε' και 137 του Κ.Π.Δ. και εκθέτω τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περίπτωση ε1 του Κ.Π.Δ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τ' άρθρα 122-125 του Κ.Π.Δ, δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Περίπτωση τέτοιας παραπομπής συντρέχει, όχι μόνο στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και της προδικασίας, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης (ΑΠ 364/2006 Π.ΧΡ. ΝΣΤ'894). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας και ειδικότερα από την από 11.12.2009 μήνυση του Ι. Γ. Π., κατοίκου ... και από το από 16.2.2010 υπόμνημα του ιδίου, ο εν λόγω μηνύει, μεταξύ άλλων και τον Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθήνας Ι. Π. για παράβαση καθήκοντος με αφορμή την υπ' αριθ. 128-09/394/60Δ/09 διάταξη, που εξέδωσε ο τελευταίος και με την οποία απερρίφθησαν, ως νομικά αβάσιμες, οι από 12.3.2009 και 13.4.2009 εγκλήσεις του προαναφερομένου Ι. Π. κατά των προηγουμένων διοικητών του Νοσοκομείου "'Αγιος Σάββας" και κατά των μελών του Δ.Σ. του Νοσοκομείου αυτού. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθήνας με το υπ' αριθ. 167504/30.5.2012 έγγραφό του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητεί από το Δικαστήριό Σας κανονισμό αρμοδιότητας, δεδομένου, ότι πλέον στην περιφέρεια του Εφετείου Αθήνας υπάγεται μόνο το (εδρεύον στην Αθήνα) Πρωτοδικείο Αθήνας και, ως εκ τούτου, το Συμβούλιο Εφετών Αθήνας δεν μπορεί να αποφασίσει την παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο της περιφερείας του. Συντρέχει συνεπώς περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 132, 135 και 136 περίπτωση ε 1 Κ.Π.Δ., για να ορισθούν ως αρμόδιες οι δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά, προκειμένου να αποφανθούν περί της πιο πάνω μήνυσης του Ι. Π. κατά του προαναφερόμενου εισαγγελικού λειτουργού και των λοιπών μηνυομένων λόγω συναφείας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να ορισθούν κατά παραπομπή οι δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά ως αρμόδιες να αποφανθούν επί της από 11.12.2009 μήνυσης και του από 16.2.2010 υπομνήματος του Ι. Π. κατά του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθήνας Ι. Π. και, λόγω συναφείας κατά των λοιπών. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Μαντακιοζίδης" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 136 περ. ε' του ΚΠΔ όταν ο εγκαλών ή αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το κατά τα άρθρα αυτά αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Σκοπός της διατάξεως είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο. Η παραπομπή αυτή σε άλλο δικαστήριο γίνεται όχι μόνο στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και σε αυτό της προδικασίας που περιλαμβάνει τόσο την προκαταρκτική εξέταση όσο και την άσκηση της ποινικής διώξεως. Σύμφωνα δε με το άρθρο 137 του ιδίου Κώδικα ,την παραπομπή στην πιο πάνω περίπτωση, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε γι αυτή το Συμβούλιο Εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή Δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και σε κάθε περίπτωση ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ο Ι. Π. του Γ., κάτοικος ..., υπέβαλε προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 11-12-2009 έγκληση, και το από 16-2-2010 υπόμνημα του με τα οποία εγκαλεί, μεταξύ άλλων προσώπων, και τον Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Ι. Π., για παράβαση καθήκοντος, με αφορμή την υπ' αρ. 128-09/394/60Δ/09 διάταξη που εξέδωσε ο τελευταίος με την οποία απορρίφθηκαν ως αβάσιμες οι από 12-3-2009 και 13-4-2009 εγκλήσεις του κατά των προηγουμένων διοικητών του νοσοκομείου "Άγιος Σάββας" και κατά των μελών του ΔΣ του νοσοκομείου αυτού. Από την από 29-5-2012 υπηρεσιακή βεβαίωση της πρώην διευθύνουσας την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών Ελένης Ραΐκου προκύπτει ότι ο Ι. Π. είναι εν ενεργεία δικαστικός λειτουργός και υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών με το βαθμό του Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών. Επειδή ο εγκαλούμενος υπηρετεί στην ως άνω Εισαγγελία η δε σχετική υπόθεση υπάγεται κατά το στάδιο αυτό κατά τόπο στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών [αρθρ. 111 παρ.7,119 παρ. 1 και 122 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ.] η Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών Βασιλική Ζαρκαλή απευθυνόμενη προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με το αρ. πρ. 167504/30-5-2012 έγγραφο της ζήτησε τον καθορισμό της αρμοδιότητος άλλου δικαστηρίου ισόβαθμου και ομοειδούς. Με τα δεδομένα αυτά, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. β' περ. γ' του ΚΠΔ) ώστε η περιεχόμενη στην από 11-12-2009 έγκληση και το από 16-2-2010 υπόμνημα του Ι. Π. καταγγελία σε βάρος του Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών Ι. Π. να παραπεμφθεί στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, προκειμένου να επιληφθεί αυτής και να κρίνει στα πλαίσια της αρμοδιότητας του, καθώς και στις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ορίζει ως κατά παραπομπή αρμόδιες να αποφανθούν επί των καταγγελιών της από 11-2-2009 εγκλήσεως και του από 16-2-2010 υπομνήματος του Ι. Π., του Γ., κατοίκου ..., κατά του Ι. Π., Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών τις Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς και εφ όσον συντρέξει νόμιμη περίπτωση τις δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς όσο και τις αντίστοιχες της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Πειραιώς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός Αρμοδιότητας, άρθρο 136 ΚΠΔ. Συντρέχει βάσιμος λόγος καθορισμού αρμοδιότητας άλλων Εισαγγελικών και λοιπών δικαστικών αρχών, κατόπιν υποβολής εγκλήσεως σε βάρος Εισαγγελικού λειτουργού της Εισαγγελίας Πρωτοδικείου Αθηνών, ακόμη και στο στάδιο της προδικασίας [προκαταρκτικής εξετάσεως]. Καθορίζει ως αρμόδιο τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς και λοιπές δικαστικές αρχές Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
Αριθμός 1482/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Τoυ αναιρεσείοντος: Σ. Β., κατοίκου ..., εκπροσωπούμενου νόμιμα από το Ελληνικό Δημόσιο και ειδικότερα από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο εκπροσώπησε ο Βασίλειος Καραγεώργος, Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καζά. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-2007 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8564/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 7016/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 9-6-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 2-4-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο παριστάμενος πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 13 περ.β' της από 25-10-1980 Σύμβασης της Χάγης για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών (κυρωτικός ν.2102/1992) η δικαστική ή διοικητική αρχή του Κράτους προς την οποία απευθύνεται η αίτηση για την επιστροφή του παιδιού δεν δεσμεύεται να διατάξει την επιστροφή του παιδιού και αν ακόμη συντρέχουν οι οριζόμενες στο προηγούμενο άρθρο 12 της Σύμβασης προϋποθέσεις της παράνομης, κατά το άρθρο 3 της ίδιας Σύμβασης, μετακίνησης ή παρακράτησης του παιδιού, εφόσον το πρόσωπο που αντιτίθεται στην επιστροφή αποδεικνύει ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του παιδιού να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο να το περιαγάγει σε μία αφόρητη κατάσταση. Η δικαστική ή διοικητική αρχή μπορεί επίσης να αρνηθεί να διατάξει την επιστροφή του παιδιού εάν διαπιστώσει ότι το παιδί αντιτίθεται στην επιστροφή του και έχει ήδη την ηλικία και την ωριμότητα που υπαγορεύουν να ληφθεί υπόψη η γνώμη του. Εξάλλου ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δέχθηκε ουσιώδη πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη είναι αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα, ο λόγος δε αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου 559 δεν δημιουργείται όταν η απόφαση διαλαμβάνει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το σαφώς επίσης διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στον προσήκοντα κανόνα δικαίου. ΙΙ. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, πρώην σύζυγος του αναιρεσείοντος, από τον μήνα Ιούνιο του έτους 2005 διαμένει με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων Ε., Ι. και Δ., ηλικίας (κατά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου-Δεκέμβριος 2008) 11, 6 και 3 ετών, αντίστοιχα, στην ιδιόκτητη κατοικία της, στους ..., αρνούμενη να επιστρέψει τα ανήλικα αυτά τέκνα στον αναιρεσείοντα, στον οποίο έχει ανατεθεί η αποκλειστική επιμέλεια των τέκνων με την υπ' αριθμ. 2005-72735/4-12-2006 απόφαση του αναφερόμενου δικαστηρίου της Πολιτείας του Τέξας, προκειμένου να κατοικήσουν με τον αναιρεσείοντα στην πρώην συζυγική οικία των διαδίκων, στο Χιούστον, όπου διαμένει μονίμως και εργάζεται ο αναιρεσείων, και ότι όμως από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή των παιδιών στην Αμερική να τα εκθέσει σε φυσική και ψυχική δοκιμασία και να τα περιαγάγει σε αφόρητη κατάσταση, ενώ τα ίδια τα τέκνα αντιτίθενται ρητώς στην επιστροφή, ενόψει του στενού ψυχικού δεσμού που υπάρχει μεταξύ τους και με τη μητέρα τους, όπως τούτο (δέχεται το Εφετείο) προκύπτει από την κατ' ιδίαν ακρόαση των δύο μεγαλυτέρων τέκνων που έχουν τη σχετική ωριμότητα, ενώπιον του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αίτηση του αναιρεσείοντος, με την οποία και υπό την επίκληση παράνομης, ως ανωτέρω, παρακράτησης των τέκνων των διαδίκων εκ μέρους της αναιρεσίβλητης-καθ' ης η αίτηση ζητούσε (ο αναιρεσείων) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να επιστρέψει σ' αυτόν τα ανήλικα τέκνα, σύμφωνα με τις διατάξεις της ειρημένης Σύμβασης της Χάγης (αρθρ.3, 12 και 13). Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμ. 10 και 1 και 19 του άρθρ.559 ΚΠολΔ, αφού α)τα ανωτέρω κρίσιμα περιστατικά της υπάρξεως σοβαρού κινδύνου φυσικής και ψυχικής δοκιμασίας και περιαγωγής σε αφόρητη κατάσταση των ανήλικων τέκνων των διαδίκων, καθώς και της αντιθέσεως των ιδίων των τέκνων στη ζητούμενη επιστροφή, προκύπτουν, κατά την αναιρεσιβαλλομένη, από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αλλά και από την κατ' ιδίαν σύμφωνα με την προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 13 εδ. β' της κυρωθείσης Συμβάσεως, ακρόαση των ανηλίκων (των εξ αυτών δύο πρώτων, που είχαν τη σχετική ωριμότητα), ενώ β)το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το σαφώς επίσης διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής υπαγωγής των ως άνω πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στον προσήκοντα κανόνα δικαίου των ειρημένων διατάξεων της από 25-10-1980 Σύμβασης της Χάγης, τις οποίες και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Επομένως οι πρώτος, από τον αριθμό 10, και ο δεύτερος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. ΙΙΙ. Κατ 'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (αρθρ.176 και 183 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-1-2007 αίτηση του Σ. Β. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7016/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Διεθνής απαγωγή απιδιών. Δυνατότητα του δικαστηρίου να μην διατάξει την επιστροφή του απιδιού σύμφωνα με το άρθρθο 13 της από 25-10-1980 σύμβαση της χάγης (κυρωτικός νόμοας 2102/1992). Αναίρεση. Αβάσιμοι αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 10 και 19 του άρθρθου 559 του Κ.ΠολΔ. (Επικυρώνει ΕΑ 7016/2008).
null
null
0
Αριθμός 1484/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1.Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Κ.-Σ. Π. ΟΕ" και διακριτικό τίτλο "ΙΝΟX STEEL TECHNICAL" (ΙΝΟΞ ΣΤΙΛ ΤΕΧΝΙΚΑΛ) που εδρεύει ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.Α. Κ. του Μ., κατοίκου ..., και 3.Σ. Π. του Χ., κατοίκου ..., ως ομορρύθμων μελών της πρώτης αναιρεσείουσας. Η μεν πρώτη ομόρρυθμη εταιρία εκπροσωπήθηκε, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Γαβαλά, οι δε λοιποί παραστάθηκαν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο. Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Τ. & Σια ΟΕ" που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Μανωλάκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14797/2001 μη οριστική, 2417/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 817/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-5-2010 αίτησή τους και με τους από 20-8-2011 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε από 26-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Tο δεδικασμένο λαμβάνεται μεν υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 του ΚΠολΔ, για να δημιουργηθεί όμως ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 παρ.16 του ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο πρέπει να είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμός για το δεδικασμένο με λόγο εφέσεως να έχει δηλαδή προβληθεί ότι η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για την ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου έγινε κατά παράβαση του νόμου, το δε Εφετείο, εφόσον δεν εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση, δεν μπορεί να εξετάσει ένσταση δεδικασμένου που προβάλλεται με τις προτάσεις και όχι με λόγο εφέσεως, κύριο ή πρόσθετο. Εξ' άλλου ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.11γ'του ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είναι αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι. Εν προκειμένω, προβάλλεται με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου η αιτίαση ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο που προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1/2001 απόφασή του που είχε εκδοθεί σε προηγούμενη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων σχετικά με το κρίσιμο και εν προκειμένω ουσιαστικό ζήτημα της υπάρξεως ή μη των αναφερόμενων στην ένδικη αγωγή ελαττωμάτων των πωληθέντων από τους αναιρεσείοντες στην αναιρεσίβλητη εμπορευμάτων και δη εξοπλισμού τυροκόμησης για τη βιομηχανία γάλακτος της τελευταίας. 'Ετσι, συνεχίζουν οι αναιρεσείοντες δεν απέρριψε (το Εφετείο) την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης για αποζημίωση λόγω της υπάρξεως των ανωτέρω ελαττωμάτων, η ανυπαρξία των οποίων είχε κριθεί τελεσιδίκως με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 1/2001 απόφασή του (δεδικασμένο) αλλά, απορρίπτοντας την έφεσή τους (των αναιρεσειόντων) κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης. Το κατά τα ανωτέρω δεδικασμένο, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, το είχαν προβάλει διηγηματικά με τις προτάσεις τους τόσον στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσον και στο Εφετείο. Έτσι όμως που, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, προβλήθηκε το επικαλούμενο δεδικασμένο ενώπιον του Εφετείου, χωρίς δηλαδή λόγο εφέσεώς τους, δεν καθιστούσε κατά νόμον επιτρεπτή τη λήψη του υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά συνέπειαν δε το Εφετείο, που, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο στην κρινόμενη υπόθεση, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.16 του ΚΠολΔ, και ο σχετικώς, ως άνω (πρώτος) λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Αβάσιμος είναι και ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ.11 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, κατά τον οποίο το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη την προμνησθείσα υπ' αριθμ. 1/2001 προηγούμενη απόφασή του, την οποία οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει ως αποδεικτικό μέσο, και δη ως έγγραφο, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Και τούτο διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπου αναφέρεται ότι το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί οι διάδικοι και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την προμνησθείσα απόφαση, της οποίας η ειδικότερη αναφορά (μνεία) δεν ήταν αναγκαία. ΙΙ.- Όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, η τελευταία ισχυρίστηκε σ' αυτήν και εκτός των άλλων ότι χρησιμοποιώντας τον τυροκομικό εξοπλισμό που αγόρασε από τους αναιρεσείοντες παρασκεύασε συνολικά 5000 δοχεία τυριού των 17 κιλών έκαστο και ότι λόγω των προσδιοριζόμενων πραγματικών ελαττωμάτων του αγορασθέντος εξοπλισμού ή παρασκευασθείσα αυτή ποσότητα ήταν κατώτερης ποιότητας, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία συνολικού ύψους 53.720.000 δραχμών, αφού α) υποχρεώθηκε να διαθέσει ποσότητα 3.340 δοχείων των 17 κιλών, ήτοι 56.780 κιλά τυριού, προς 1.000 δραχμές ανά κιλό, αντί της τιμής των 1.300 δραχμών ανά κιλό στην οποία ανερχόταν η τιμή πωλήσεως του παραχθέντος τυριού (φέτα Α' κατηγορίας) και στην οποία (τιμή) θα διέθετε την συγκεκριμένη ποσότητα αν η ποιότητά της δεν ήταν κατώτερη της αναφερόμενης κατηγορίας της, ζημιούμενη έτσι κατά το ποσό της διαφοράς εκ δραχμών 17.034.000 το οποίο θα κέρδιζε επί πλέον, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, από την πώληση της ειρημένης ποσότητας τυριού στην ως άνω κανονική της τιμή, και β) η υπόλοιπη διατεθείσα ποσότητα τυριού των 1660 δοχείων των 17 κιλών, την οποία διέθεσε στην ίδια μειωμένη τιμή των 1000 δραχμών ανά κιλό, της επεστράφη από τους αγοραστές λόγω ακαταλληλότητας και εν τέλει κατεστράφη από την αρμόδια υγειονομική Υπηρεσία, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί η αναιρεσίβλητη κατά το ποσό της αξίας της εκ δραχμών 36.686.000 (1660 Χ 17 Χ 1300 δρχ.), με την οποία θα την διέθετε στην αγορά αν δεν ήταν ακατάλληλη, της ακαταλληλότητάς της αυτής οφειλομένης στην κατά τα ανωτέρω συμπεριφορά των αναιρεσειόντων πωλητών (πωληθείς ελαττωματικός εξοπλισμός). Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, με την οποία η αναιρεσίβλητη ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες να καταβάλουν σ' αυτήν, το ανωτέρω συνολικό ποσό των 53.720.000 δραχμών ως αποζημίωση για την εκ μέρους τους πώληση του ειρημένου ελαττωματικού προϊόντος (εξοπλισμού) και την εντεύθεν πρόκληση στην αναιρεσίβλητη της προαναφερθείσης ισόποσης ζημίας, ήταν ( η αγωγή) ορισμένη και νόμιμη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 512, 522, 534, 535, 540, 543, 559 και 561 του ΑΚ, όπως ίσχυαν πριν από τον ν.3043/2002 και είχαν εφαρμογή εν προκειμένω, και 216 παρ.1 του ΚΠολΔ, χωρίς, ειδικότερα, να είναι αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής αυτής να αναφέρει η ενάγουσα και τα ονόματα των πελατών της- αγοραστών της ελαττωματικής ποσότητας τυριού, τις ποσότητες του γάλακτος που χρησιμοποιήθηκαν για την παρασκευή της ποσότητας αυτής, καθώς και ότι η ενάγουσα διέθετε την κατά νόμον άδεια λειτουργίας του τυροκομείου της, όπως οι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι είχαν ισχυρισθεί με την έφεσή τους. Επομένως το Εφετείο που απέρριψε τον λόγο αυτό της εφέσεως και δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως νόμω βάσιμη και ορισμένη δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 και 14 του ΚΠολΔ, και είναι επίσης αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τους τρίτον και τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου. ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 543 του ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από τον ν.3043/2002, αν κατά τη σύναψη της πώλησης ο πωλητής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το ελάττωμα του πωληθέντος πράγματος, ο αγοραστής δικαιούται αντί για τη μείωση του τιμήματος ή την αναστροφή της πώλησης να ζητήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στην αναφερόμενη περίπτωση ο αγοραστής έχει εκλεκτικό δικαίωμα (δικαίωμα επιλογής) να ασκήσει οποιαδήποτε από τις οριζόμενες ως άνω αξιώσεις, και η άσκηση της μιας αποκλείει τις άλλες. Η αξίωση της αναστροφής, ειδικότερα, ασκείται με μονομερή και άτυπη δήλωση του αγοραστή προς τον πωλητή (από την περιέλευση της οποίας (δήλωσης) στον τελευταίο (πωλητή) επέρχονται τα κατά το άρθρο 547 του ΑΚ αποτελέσματά της), μόνον δε η κατά τον ανωτέρω τρόπο πράγματι ασκηθείσα αξίωση της αναστροφής αποκλείει την άσκηση των άλλων αξιώσεων, επομένως και της αξίωσης προς αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης. Εν προκειμένω προβάλλεται με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, λόγο του δικογράφου πρόσθετων λόγων των αναιρεσειόντων η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 543 του ΑΚ με το να δεχθεί ως νόμιμη την ένδικη αγωγή αποζημιώσεως της αναιρεσίβλητης, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως μη νόμιμη. Και τούτο, υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, επειδή η αναιρεσίβλητη, αντικρούοντας την εναντίον της από 22-9-1997 προηγούμενη αγωγή της πρώτης των αναιρεσειόντων για καταβολή οφειλόμενου υπολοίπου τιμήματος του αγορασθέντος εξοπλισμού του τυροκομείου, πρόβαλε την ένσταση (αξίωση) της αναστροφής της ένδικης πώλησης λόγω των επίδικων (και τώρα) ελαττωμάτων του εξοπλισμού, η ένσταση δε αυτή απορρίφθηκε μεν με την προμνησθείσα υπ' αριθμ. 1/2001 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, απέκλειε όμως την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης άσκηση της ένδικης ήδη αξίωσης προς αποζημίωση, και τον ισχυρισμό αυτόν, υποστηρίζουν επίσης οι αναιρεσείοντες, τον είχαν προτείνει στο δικαστήριο της ουσίας. Από την επισκόπηση της ανωτέρω υπ' αριθμ. 1/2001 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι η προταθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου από την αναιρεσίβλητη ένσταση αναστροφής της πωλήσεως απερρίφθη επειδή κατά τις παραδοχές του Εφετείου δεν είχε ασκηθεί από την αναιρεσίβλητη τέτοια αναστροφή με δήλωση της αναιρεσίβλητης προς την πρώτη αναιρεσείουσα-πωλήτρια. Κατά συνέπειαν η αναιρεσίβλητη-αγοράστρια δεν έχει επιλέξει την αξίωση της αναστροφής και δεν έχει επέλθει αποκλεισμός της ασκηθείσης αξιώσεως προς αποζημίωση, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, τον αποκλεισμό αυτόν τον επιφέρει μόνον η πράγματι κατά τον ανωτέρω νόμιμο τρόπο, ασκηθείσα ένσταση (αξίωση) αναστροφής, επομένως όχι και η τυχόν αβασίμως προταθείσα στο δικαστήριο ένσταση περί δηλώσεως τέτοιας αναστροφής, η οποία δήλωση (προς τον πωλητή) και δεν έχει γίνει. Έτσι το Εφετείο, που δέχθηκε ως νόμιμη την ένδικη αγωγή αποζημιώσεως, δεν υπέπεσε την αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, και ο σχετικός ως άνω πρώτος λόγος του δικογράφου πρόσθετων λόγων είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα για την ύπαρξη των επικαλούμενων στην αγωγή ελαττωμάτων του πωληθέντος πράγματος (εξοπλισμού) και την εντεύθεν ζημία της αναιρεσίβλητης-αγοράστριας, και βάσει των παραδοχών αυτών απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια. Για την πληρότητα της αιτιολογίας αυτής δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύονται στην απόφαση και τα δελτία αποστολής των φερόμενων ως αγοραστών των ελαττωματικών προϊόντων της αναιρεσίβλητης, τα οποία (δελτία) αντιστοιχούν στα μνημονευόμενα στην απόφαση πιστωτικά τιμολόγια, ούτε να αναφέρεται το σημείο της εισηγητικής έκθεσης (περί αποδείξεων) και τα στοιχεία του μάρτυρα αποδείξεως που καταθέτει για την επιστροφή των ελαττωματικών αυτών προϊόντων. Επομένως ο δεύτερος και τελευταίος λόγος, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ, του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι και τη διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 του π.δ.186/1992 (Κώδικας Βασικών Στοιχείων), υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, όπως διαμορφώθηκε με το δικόγραφο πρόσθετων λόγων, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας ( άρθρ.176 και 183 του ΚΠολΔ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13-5-2010 αίτηση των εταιρείας με την επωνυμία "Α. Κ. -Σ. Π. Ο.Ε.", Α. Κ. και Σ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 817/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εταιρείας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση Δεδικασμένο. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αναιρέσεως του αρθρ. 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δ πρέπει να έχει ομίμως προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμός για το δεςδικασμένο. Ο λόγος αναιρέσεως του αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 δεν δημιουργείται ότν από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο έλεβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι. Πώληση. Ένσταση αναστροφής τρόπος δηλώσεως και έννομες συνέπειες της (επικυρώνει Εφ. Θεσ. 817/2010).
null
null
0
Αριθμός 1490/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Εταιρία Ύδρευσης Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης ΑΕ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Δοξάκη. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Α. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Ταρπινίδη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2009 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη υπέρ αυτού παρέμβαση του ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκε η 23305/2011 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-10-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 6-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 2ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το άρθρο 553 § 1 του ΚΠολΔ ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση". Εξάλλου, το άρθρο 321 του ίδιου κώδικα ορίζει ότι "όσες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως απόφαση του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει αυτή να είναι τελεσίδικη και ότι η πρωτοβάθμια απόφαση γίνεται τελεσίδικη, για κάποια αιτία που έχει επέλθει, π.χ. διότι έχει περάσει η προθεσμία για έφεση. Η τελεσιδικία πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση η, από 21-10-2011, αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 23305/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Από α) την, επί της προσβαλλόμενης απόφασης, επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή, προκύπτει, ότι αντίγραφο αυτής επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα την 23-8-2011 και 2) το με αρ. 6290/2-12-2011 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προκύπτει, ότι μέχρι την 1-12-2011, δεν είχε ασκηθεί έφεση κατά της παραπάνω απόφασης. Επομένως, εφόσον κατά την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, (24-10-2011), η απόφαση αυτή είχε καταστεί τελεσίδικη, η αναίρεση είναι παραδεκτή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (αρθρ. 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 ν.δ/τος 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στο δικηγόρο: α) η επί παγία, ετήσια ή μηνιαία, αντιμισθία παροχή καθαρώς νομικών εργασιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου β) απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή υπό προθεσμία. Τοιαύτη υπό προθεσμία σύμβαση και προ του κώδικος γενομένη θεωρείται ως αορίστου χρόνου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 3075/2002 (ΦΕΚ 297A'/5-12-2002) παρασχέθηκε δικαίωμα στους δικηγόρους, που παρείχαν τις νομικές υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε δημόσιες επιχειρήσεις, που στο παρελθόν ήταν δημόσιες υπηρεσίες ή Ν.Π.Δ.Δ. κ.λπ. και που είχαν προσληφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του v. 2084/1992, να ζητήσουν με υπεύθυνη δήλωσή τους στην υπηρεσία τους και μέσα σε προθεσμία 6 μηνών από τη δημοσίευση του παραπάνω νόμου να υπαχθούν στο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς στο οποίο υπάγεται το τακτικό διοικητικό προσωπικό της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούν. Με τις διατάξεις του ιδίου παραπάνω νόμου και ειδικά των παραγράφων 3 και 4 ορίστηκε το δικαίωμα αναγνώρισης ως συνταξίμου στο ασφαλιστικό -συνταξιοδοτικό καθεστώς των διοικητικών υπαλλήλων της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούσαν οι δικηγόροι, από της προσλήψεώς τους και μέχρι της έναρξης ισχύος του παραπάνω νόμου. Η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών, που αναλογούσαν στην αναγνώριση του παραπάνω χρόνου, θα γινόταν και από τον εργοδότη και από τον ασφαλιζόμενο δικηγόρο, σύμφωνα με τα εκάστοτε ποσοστά εισφορών του κλάδου σύνταξης, είτε εφάπαξ μέσα σε τρεις μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης αναγνώρισης, είτε με δόσεις. Εξάλλου, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (άρθρα 288 Α.Κ., 22 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος, 119 της ιδρυτικής Συνθ. ΕΟΚ), σε ενεργό σχέση εξαρτημένης εργασίας, επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή μισθολογική ή άλλη εργασιακή παροχή, μονομερή ή συμβατική, προς ορισμένους εργαζομένους του, να μην εξαιρεί από αυτή άλλους εργαζομένους του, ανεξαρτήτως του χρόνου προσλήψεώς τους και του ύψους του μισθού τους, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες κάτω από τις ίδιες συνθήκες, υπό την έννοια της οµοιότητος των συνθηκών απασχολήσεως και των προσόντων, εκτός αν εξαίρεση ή απόκλιση δικαιολογείται από επαρκή αντικειμενικό λόγο. Η αρχή αυτή ανάγεται σε κανόνα δηµοσίας τάξεως, που παρέχει απ' ευθείας στον εργαζόμενο το δικαίωµα να αξιώσει, µε αγωγή, από τον εργοδότη την οικειοθελή παροχή. Πρόκειται για αξίωση του ενάγοντος - εργαζομένου εκπληρώσεως της παροχής και όχι για αξίωση αποζημιώσεως. Έτσι, δεν απαιτείται πταίσµα του εναγομένου - εργοδότη και δεν τίθεται ζήτηµα αιτιώδους συνάφειας. Την ύπαρξη ειδικού και σοβαρού λόγου, που να δικαιολογεί, αντικειμενικά, τη διαφορετική μεταχείριση, ο (εναγόμενος) εργοδότης πρέπει να επικαλεσθεί, κατ' ένσταση και να αποδείξει. Μισθολογική παροχή είναι και η αύξηση του βασικού μισθού του εργαζομένου. Προϋπόθεση για την εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως είναι παροχή του εργοδότη οικειοθελής, ήτοι από πρωτοβουλία του, χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωσή του από διάταξη νόμου ή από όρο Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας ή Διαιτητικής Αποφάσεως ή από δικαστική απόφαση και να χορηγείται νομίμως, δεδομένου ότι η παρά το νόμο χορήγηση οικειοθελούς παροχής σε ορισμένους εργαζομένους, δεν δικαιολογεί ανάλογη αξίωση των εργαζομένων, στους οποίους δεν χορηγήθηκε, αφού η αξίωση από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν μπορεί να θεμελιωθεί - στην εργοδοτική παρανομία. Με βάση την παραπάνω αρχή ο δικηγόρος, που παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια αντιμισθία, δικαιούται να απαιτήσει από τον εντολέα του τη μεγαλύτερη αντιμισθία, την οποία ο τελευταίος καταβάλλει οικειοθελώς σε άλλους δικηγόρους, οι οποίοι δεν διαθέτουν περισσότερα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα, παρέχουν τις υπηρεσίες τους υπό τις ίδιες συνθήκες και δεν υπερέχουν ως προς την ποιοτική και ποσοτική απόδοση. Στη προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δεχόμενο ως εν μέρει βάσιμη στην ουσία της, τη θεμελιούμενη επί της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, αγωγή του αναιρεσίβλητου, που αξιώνει μισθολογικές διαφορές, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων είναι δικηγόρος, διορισμένος στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης από το έτος 1970. Την 1η Νοεμβρίου του έτους 1983 προσλήφθηκε ως νομικός σύμβουλος με έμμισθη εντολή (πάγια αντιμισθία) στο τότε ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης (Ο.Υ.Θ.)" με την υπ' αριθμό 845/1-11-1983 πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, που δημοσιεύθηκε σε περίληψη στο 208/24-11-1983 ΦΕΚ τευχ. Ν.Π.Δ.Δ. σε πλήρωση κενής οργανικής θέσεως προβλεπόμενης από τις διατάξεις του άρθρου 13 του Π.δ. 97/1977. Στη συνέχεια ανέλαβε από την 12η Δεκεμβρίου 1983 και έκτοτε καθήκοντα μοναδικού νομικού συμβούλου στον παραπάνω Οργανισμό τα οποία εκτελούσε παράλληλα και με τα καθήκοντα του ελεύθερου επαγγελματία δικηγόρου. Στη συνέχεια και με τις διατάξεις του π.δ. 156/1997 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 132A/25-6-1997 ο "Οργανισµός Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης" μετατράπηκε σε ανώνυµη εταιρία µε την επωνυµία "Οργανισµός Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης", η οποία µε τις διατάξεις του άρθρου 9 του εγκριθέντος καταστατικού της υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώµατα και υποχρεώσεις του αρχικού εντολέα του ενάγοντος, ως καθολική αυτού διάδοχος. Η ως άνω εταιρία στη συνέχεια και µε τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 3998/1998, συγχωνεύτηκε µε την τότε ανώνυµη εταιρία µε την επωνυµία "Οργανισµός Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης" σε νέα ανώνυµη εταιρία µε την επωνυµία "Εταιρία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης (Ε.Υ.Α.Θ.)", η οποία υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος των παραπάνω συγχωνευθεισών ανωνύµων εταιριών σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών. Μετά την παραπάνω συγχώνευση ο ενάγων συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του, όπως και πριν, διεκπεραιώνοντας όλες τις υποθέσεις που είχαν σχέση µε τον τοµέα ύδρευσης της εναγοµένης, και ειδικότερα με άσκηση αγωγών, παραστάσεις ενώπιον δικαστηρίων για απόκρουση αγωγών τρίτων εναντίον της εναγοµένης, µε γνωμοδοτήσεις κ.λπ. Μέχρι τη µετατροπή του Οργανισµού Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης οι εκάστοτε µηνιαίες αποδοχές του για την παροχή των υπηρεσιών του σ' αυτόν ρυθµίζονταν µε βάση τις διατάξεις του άρθρου 92Α του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 326/1954), όπως αυτές συμπληρώθηκαν µε τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 1093/1980. Συγκεκριμένα ανέρχονταν στις αποδοχές ύψους πρώτου μισθολογικού κλιμακίου του ενιαίου µισθολογίου δηµοσίων υπαλλήλων, προσαυξανόμενες µε όλα τα επιδόµατα που καταβάλλονταν στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους, σύµφωνα µε τις ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις του σχετικού προβλεπομένου επιδόματος χρόνου υπηρεσίας υπολογιζοµένου µε βάση το συνολικό χρόνο ασκήσεως του δικηγορικού του λειτουργήματος. Μετά όµως τη µετατροπή του Οργανισµού σε ανώvυµη εταιρία, συνέπεια της οποίας ήταν και ο καθορισµός πλέον των αποδοχών των τακτικών υπαλλήλων µε συλλογικές συµβάσεις εργασίας, οι αποδοχές για την παροχή των υπηρεσιών του προσδιορίζονταν µε αποφάσεις του Διοικητικού Συµβουλίου της εταιρίας. Οι µικτές κατά µήνα αποδοχές του ενάγοντος γι' αυτή την παροχή υπηρεσιών είναι σήµερα 2.263,61 ευρώ και οι καθαρές 2.000,00 ευρώ κατά µήνα, καθορίστηκαν δε το έτος 2003, µε τη µε αριθµό 135/18-3-2003 απόφαση του Δ.Σ. της εναγόμενης εταιρίας. Στις αρχές του έτους 2002, µε την υπ' αριθ. 469/2002 απόφαση του Δ.Σ. της εναγοµένης, στη θέση του εκλιπόντος προϊσταμένου του δικαστικού γραφείου της Β. - Π. Β., τοποθετήθηκε ο συνάδελφος του ενάγοντος Ν. Σ., στον οποίο ανατέθηκαν και καθήκοντα προϊσταμένου του δικαστικού τµήµατος της εναγόμενης, µε την µε αριθµό 67/2006 απόφαση του Δ.Σ. (μισθολογική προαγωγή). Με την ανωτέρω απόφαση οι αποδοχές του ενάγοντος καθορίστηκαν µετά την αφαίρεση των παντός είδους κρατήσεων στο ποσό των 2.000,00 ευρώ καθαρών κατά μήνα και µικτών στο ποσό των 2.263,61 ευρώ κατά μήνα, των δε άλλων δύο συναδέλφων του και συγκεκριµένα του Δ. Β. και Ν. Σ., και µετά την αφαίρεση των παντός είδους κρατήσεων, στο ποσό των 1.800,00 ευρώ καθαρών κατά μήνα, και µικτών των 2.037,24 ευρώ. Με την ίδια απόφαση, οι αποδοχές του Ν. Σ. αυξήθηκαν από την 1-1-2006 και έκτοτε, από το ποσό των 28.521,36 ευρώ που ανέρχονταν ετησίως, µε συνυπολογισµό και των δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας (2.037,24 χ 14 = 28.521,36), στο ποσό των 49.104,00 ευρώ ήτοι σε ποσό µικτών κατά µήνα αποδοχών, µε συνυπολογισµό και των δώρων εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας, 3.507,42 (49.104,00 : 14 = 3.507,42). Αυξήθηκαν έτσι οι αποδοχές του προϊσταμένου κατά ποσοστό 72,16%, ενώ αυτές του ενάγοντος παρέµειναν αμετάβλητες. Κατά το χρόνο της αναπροσαρμογής των αποδοχών του ενάγοντος, µε την µε αριθµό 135/18-3-2003 απόφαση του Δ.Σ. της εναγόμενης, ο Ν. Σ. εκτελούσε τυπικά χρέη προϊσταμένου της νοµικής υπηρεσίας (βλ. και την από 21-2-2006 εισήγηση οργάνου της εναγόμενης, ενόψει της αναπροσαρμογής των αποδοχών αυτού που επακολούθησε µε την µε αριθµό 67/2006 απόφαση του Δ.Σ. της εναγόμενης, στην οποία εισήγηση αναφέρεται ότι θα πρέπει να αναπροσαρμοστούν οι αποδοχές του εκτελούντος ήδη χρέη προϊσταμένου της νοµικής υπηρεσίας Ν. Σ. οι οποίες αποδοχές αυτού κατά τον χρόνο αυτό παρότι τυπικά φέρονταν προϊστάμενος νοµικής υπηρεσίας ήταν χαμηλότερες αυτών του ενάγοντος). Η τοποθέτηση του ανωτέρω συναδέλφου του ενάγοντος στη θέση του προϊσταμένου δεν διαφοροποίησε ουσιαστικά την προσφορά των υπηρεσιών του ενάγοντος έναντι της εναγόμενης, αφού εξακολούθησε να χειρίζεται τις υποθέσεις της εναγόμενης, που είχαν σχέση µε τον τοµέα της ύδρευσης, αλλά και µε τους εργαζόμενους στον τοµέα ύδρευσης που προέρχονταν από τον προς της συγχωνεύσεως Οργανισµό Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης ενώ οι συνάδελφοί του Ν. Σ. και Δ. Β. χειρίζονταν όλες τις υποθέσεις που είχαν σχέση µε τον τοµέα αποχέτευσης και τους εργαζόμενους στον τοµέα αυτό, που προέρχονταν οπό τον Οργανισµό Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης και των οποίων υποθέσεων ο αριθµός ήταν πολύ µικρότερος του αριθµού των χειριζόμενων από τον ενάγοντα υποθέσεων. Ο προϊστάμενος δεν είχε εποπτεία των χειριζόμενων από τον ενάγοντα υποθέσεων, ο τελευταίος δεν έδινε καµία αναφορά σχετικά µε τον τρόπο χειρισµού τους, ο προϊστάμενος δεν συντόνιζε, δεν έδινε οδηγίες, ούτε ασκούσε οποιοδήποτε έλεγχο. Αποδείχθηκε συνεπώς ότι, ο προαναφερόμενος συνάδελφος του ενάγοντος, έλαβε μισθολογική προαγωγή, η οποία ουδόλως συνδέεται µε υπέρτερη ουσιαστική αυτού αξία, λαμβανομένου υπόψιν του όγκου των εργασιών που εκτελούσε ο ενάγων εις βάρος του προσώπου του οποίου παραβιάσθηκε η αρχή της ίσης µεταχείρισης, καθώς εργάζονταν κάτω από τις ίδιες και ακόµη δυσκολότερες συνθήκες, ενώ επιπλέον έχει πολύ μεγαλύτερη προϋπηρεσία καθώς παρέχει τις υπηρεσίες του στην εναγοµένη από την 12-12-1983, ενώ ο συγκρινόμενος από αρχές του έτους 2003. Το γεγονός δε ότι αυτός είναι τοποθετημένος στη θέση του προϊσταμένου, δεν διαφοροποιεί ουσιαστικά τη θέση και την κατηγορία εργασίας τους διότι, η θέση του έχει µόνο τυπικό και όχι ουσιαστικό αντίκρισµα, ενώ το είδος της εργασίας παραµένει το ίδιο. Εποµένως η εναγοµένη, υποχρεούται να αναπροσαρμόσει τις καταβαλλόμενες στον ενάγοντα αποδοχές από την 1η Ιανουαρίου 2006, προσαυξάνοντας αυτές κατά το ίδιο ποσοστό 72,16%, που προσαύξησε τις μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2005 στο συγκεκριμένο συνάδελφο του, κατά ποσοστό 72,16%. Με βάση την προσαύξηση αυτή οι ετήσιες µικτές αποδοχές που ο ενάγων δικαιούται, ανέρχονται στο ποσό των 54.558,43 ευρώ και κατά µήνα στο ποσό των 3.897,03 ευρώ. Έναντι των παραπάνω ο ενάγων έλαβε για το έτος 2006 και για το έτος 2007 µικτές ετήσιες αποδοχές, συµπεριλαµβανοµένων και των δώρων εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας, ποσού 31.690,54 για κάθε έτος, και κατά µήνα αποδοχές ποσού 2.263,61 ευρώ, ποσό 2.263,61 ευρώ για δώρο εορτών Χριστουγέννων έτους 2006 και ίδιο ποσό για δώρο εορτών Χριστουγέννων έτους 2007, ποσό1.131,80 ευρώ για δώρο Πάσχα έτους 2006, και ίδιο ποσό για δώρο Πάσχα έτους 2007, και ποσό 1.131,80 ευρώ για επίδομα αδείας έτους 2006 και ίδιο ποσό 1.131,80 ευρώ για επίδομα αδείας έτους 2007, ήτοι έλαβε για τα παραπάνω δύο έτη αποδοχές μικρότερες κατά ποσό 22.867,89 ευρώ κατ' έτος, και για τα δύο έτη κατά ποσό 45.735,78 ευρώ και κατά μήνα μικρότερες μικτές αποδοχές κατά ποσό 1.633,42 ευρώ κατά τα δύο παραπάνω έτη, για δώρο εορτών Χριστουγέννων μικρότερες μικτές αποδοχές κατά ποσό 1.633,42 ευρώ για κάθε ένα από τα δύο παραπάνω έτη, για δώρο εορτών Πάσχα για κάθε ένα από τα δύο παραπάνω έτη μικρότερες μικτές αποδοχές κατά ποσό 816,71 ευρώ και μικρότερες μικτές αποδοχές για επίδομα αδείας για κάθε ένα από τα ίδια παραπάνω έτη κατά ποσό 816,71 ευρώ. Δικαιούται συνεπώς τη διαφορά για το έτος 2008 ποσού 22.867,89, ευρώ, νομιμότοκα επί του εκάστου επιμέρους ποσού οφειλομένων μηνιαίων διαφορών αποδοχών και διαφορών οφειλομένων δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας, από του χρόνου που το κάθε επί μέρους από αυτό ποσό κατέστη απαιτητό. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η αναπροσαρμογή των αποδοχών κατά το έτος 2006, μόνο για το συνάδελφό του Ν. Σ. έλαβε χώρα προκειμένου να εξισωθούν οι αποδοχές εκείνου με του ενάγοντος λόγω των καταβαλλομένων από αυτήν ασφαλιστικών εισφορών στο Ι.Κ.Α., κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, όπως και η εκ μέρους της προβληθείσα ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, για τους ακόλουθους λόγους: Με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 3075/2002 (ΦΕΚ 297A'/5-12-2002) παρασχέθηκε δικαίωμα στους δικηγόρους, που παρείχαν τις νομικές υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε δημόσιες επιχειρήσεις, που στο παρελθόν ήταν δημόσιες υπηρεσίες ή Ν.Π.Δ.Δ. κ.λπ. και που είχαν προσληφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του v. 2084/1992, να ζητήσουν με υπεύθυνη δήλωσή τους στην υπηρεσία τους και μέσα σε προθεσμία 6 μηνών από τη δημοσίευση του παραπάνω νόμου να υπαχθούν στο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς στο οποίο υπάγεται το τακτικό διοικητικό προσωπικό της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούν. Με τις διατάξεις του ιδίου παραπάνω νόμου και ειδικά των παραγράφων 3 και 4 ορίστηκε το δικαίωμα αναγνώρισης ως συνταξίμου στο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς των διοικητικών υπαλλήλων της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούσαν οι δικηγόροι, από της προσλήψεώς τους και μέχρι της έναρξης ισχύος του παραπάνω νόμου. Η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών που αναλογούσαν στην αναγνώριση του παραπάνω χρόνου θα καταβάλλονταν και από τον εργοδότη και από τον ασφαλιζόμενο δικηγόρο σύμφωνα με τα εκάστοτε ποσοστά εισφορών του κλάδου σύνταξης, είτε εφάπαξ μέσα σε τρεις μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης αναγνώρισης, είτε με δόσεις. Σε εφαρμογή των διατάξεων του παραπάνω νόμου ο ενάγων δήλωσε με την από 4/2/2003 υπεύθυνη δήλωσή του προς την εναγόμενη ότι, επιθυμεί να υπαχθεί στο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς των διοικητικών υπαλλήλων αυτής. Σε αποδοχή της παραπάνω υπεύθυνης δηλώσεως αλλά και σε εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3075/2002, η Διευθύντρια Διοικητικού της εναγόμενης με την με αριθμό 1010/28-1-2005 απόφασή της αποφασίζει την καταβολή στο ΙΚΑ των ασφαλιστικών εισφορών για την αναγνώριση της απασχολήσεως του ενάγοντος σε αυτήν από την 12-12-1983, που ανέρχονταν για την εναγόμενη στο ποσό των 81.690,79 ευρώ και για τον ενάγοντα στο ποσό των 21.510,24 ευρώ, όπως επίσης και την απόδοση των ασφαλιστικών εισφορών που βάρυναν αμφοτέρους με την παρακράτηση από τις αποδοχές του ενάγοντος, του ποσού των 448,13 ευρώ ανά μήνα, με έναρξη καταβολής την 1-3-2005. Τα χρήματα που κατέβαλε η εναγομένη για λογαριασμό του ενάγοντος και για ασφαλιστικές εισφορές του, ανερχόμενα για τους 10 μήνες του έτους 2005 σε ποσό 24.733,63, για το έτος 2006 σε ποσό 28.727,96, για το έτος 2007 σε ποσό 29.173,68, για το έτος 2008 ποσό 29.664,37 αφορούν στην υποχρέωσή της σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις του ν. 3075/2002 να καταβάλει τις βαρύνουσες αυτήν ασφαλιστικές εισφορές για αναγνώριση της απασχολήσεώς του σε αυτήν από την 12-12-1983 και μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, όπως επίσης και την υποχρέωση αυτής καταβολής των κατά μήνα βαρυνουσών αυτήν ασφαλιστικών εισφορών για την ασφάλισή του µετά την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόµου, όπως επίσης και το ποσό που παρακρατούσε από τις αποδοχές του για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών που βάρυναν τον ενάγοντα. Η επιβάρυνση αυτή της εναγόμενης, εκτός της καταβολής των τακτικών ασφαλιστικών κατά µήνα εισφορών από την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόµου, ήταν προσωρινή και µόνο για 48 µήνες από την 1-3-2005 και έκτοτε. Η καταβολή επίσης από την εναγόμενη όχι µόνο για τον ενάγοντα αλλά για όλους τους νοµικούς της συμβούλους των 2/3 των ασφαλιστικών εισφορών που βάρυναν τον ενάγοντα για το Ταµείο Νοµικών, για το ΚΕΑΔ και για το τότε Ταµείο Προνοίας Δικηγόρων Θεσσαλονίκης ήταν νοµική υποχρέωση της. Το ύψος των καταβαλλομένων εισφορών ήταν για µεν το Ταµείο Προνοίας Δικηγόρων Θεσσαλονίκης ποσό κατ' έτος 1.100,00 ευρώ περίπου, για δε το Ταµείο Νοµικών και το ΚΕΑΔ ποσό 2.500,00 ευρώ περίπου το έτος. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο, έκρινε ότι τίθεται θέμα μη νομίμου εξαιρέσεως του αναιρεσείοντος από τις αιτούμενες διαφορές, αφού υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και παραβιάζονται οι επικαλούμενες διατάξεις, διότι υπάρχει άνιση μεταχείριση και στη συνέχεια επιδίκασε το ποσό, που προαναφέρθηκε. Με την κρίση του αυτή 1) δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1β του Συντάγματος, 288 Α.Κ., 119 εδ. α' και 141 της ιδρυτικής συνθήκης της Ε.Ο.Κ. και 9 του ν. 3075/2002 και 2) διέλαβε στην απόφαση του, επαρκείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων. Επομένως, όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, ενιαίως κρινόμενοι, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ειδικά ως προς την επικαλούμενη, με τους ίδιους λόγους πλημμέλεια, της παραβίασης διδαγμάτων κοινής πείρας, σχετικά με την υπαγωγή στους παραπάνω κανόνες των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών, οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι με την κρίση του Δικαστηρίου, ότι "το γεγονός δε ότι αυτός είναι τοποθετημένος στη θέση του προϊσταμένου, δεν διαφοροποιεί ουσιαστικά τη θέση και την κατηγορία εργασίας τους, διότι η θέση του έχει µόνο τυπικό και όχι ουσιαστικό αντίκρισµα, ενώ το είδος της εργασίας παραµένει το ίδιο", δεν παραβιάστηκε δίδαγμα κοινής πείρας. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 21-10-2011 αίτηση της αναιρεσείουσας για την αναίρεση της 23305/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ο δικηγόρος, που παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια αντιμισθία, δικαιούται να απαιτήσει από τον εντολέα του τη μεγαλύτερη αντιμισθία, την οποία ο τελευταίος καταβάλει οικειοθελώς σε άλλους δικηγόρους, οι οποίοι δεν διαθέτουν περισσότερα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα, παρέχουν τις υπηρεσίες τους υπό τις ίδιες συνθήκες και δεν υπερέχουν ως προς την ποιοτική και ποσοτική απόδοση.
null
null
0
Αριθμός 1467/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Τ. του Μ., κατοίκου εν ζωή Αθηνών, για αναίρεση της υπ'αριθ.5820/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 46/2012. Αφού άκουσε Τον συνταξιούχο δικηγόρο Χρήστο Χαρλαύτη που δήλωσε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η από 19 Δεκεμβρίου 2011 αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 370 περ. β' του ΚΠοινΔ, η ποινική δίωξη τελειώνει και με την οριστική παύση της ποινικής διώξεως, η οποία διατάσσεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και όταν ο κατηγορούμενος έχει πεθάνει. Από τη διάταξη αυτή, που εφαρμόζεται αναλόγως και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι αν ο κατηγορούμενος αποβιώσει μετά την άσκηση από αυτόν αιτήσεως αναιρέσεως, ο Άρειος Πάγος παύει οριστικώς την ποινική δίωξη, αφού προηγουμένως αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της. Στην προκειμένη περίπτωση, η από 19.12.2011 (με αριθ. πρωτ. 9420/20.12.2011) υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από τον Α. Τ. του Μ. και στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 5820/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων για απάτη από κοινού με προξενηθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλη κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, μετατραπείσα σε χρηματική. Όπως, όμως, προκύπτει από την υπ' αριθ. 15/τόμος 41/2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Αθηναίων, η οποία κατατέθηκε στο ακροατήριο σε φωτοαντίγραφο, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, σύμφωνα με την επισημείωση, επί του φακέλου της δικογραφίας, του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, ο αναιρεσείων απεβίωσε στις 20.12.2011 και ώρα 18.20, δηλαδή αμέσως μετά την άσκηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος για την ανωτέρω πράξη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 5820/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΠΑΥΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΩΣ λόγω θανάτου την κατά του Α. Τ. του Μ. ασκηθείσα ποινική δίωξη για το ότι: Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 13.9.2000 μέχρι τέλους Μαρτίου του 2001 από κοινού ενεργώντας με τον συγκατηγορσύμενό του D. T., με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, η δε ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Ειδικότερα: Ο κατηγορούμενος ως εκπρόσωπος στην Ελλάδα της εταιρείας με την επωνυμία VICTORIA FINTRADE L.T.D., ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο με τον συγκατηγορσύμενό του D. T., παρέστησε κατά ως άνω χρονικό διάστημα ψευδώς στο νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρείας Α. ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΗ Α.Ε., Α. Ν. Α., ο οποίος αναζητούσε τρόπους δανειοδότησης, ότι είχε τη δυνατότητα να επιτύχουν την δανειοδότηση της εταιρείας του με κεφάλαια εξωτερικού. Μάλιστα με προσωπικές επαφές που είχε με τον συγκεκριμένο εκπρόσωπο, αφού τον έπεισε ότι είχε την δυνατότητα να πραγματοποιήσει την επιθυμία του για δανειοδότηση ποσού 10.000.000 Δολλ. Η.Π.Α., τον έπεισε κατ' αρχήν την 18-4-00 να υπογράψει σύμβαση με την οποία του παρεχόταν η εξουσία εκπροσώπησης της εγκαλούσας στην υπογραφή σύμβασης με την εταιρεία VICTORIA FINTRADE L.Τ.D. για την εξεύρεση κεφαλαίων για την δανειοδότηση της εταιρείας σε ποσό που θα ανερχόταν σε εκείνο των 10.000.000 δολ. Η.Π.Α. Στη συνέχεια την 3-8-00 τον έπεισε να προβεί στην τροποποίηση του από 18-4-00 μεταξύ των υπογραφέντος συμφωνητικού με νέο που υπογράφηκε από αυτόν (κατηγορούμενο) ως εκπρόσωπο της εγκαλούσας και τον D. T. ως εκπρόσωπο της εταιρείας VICTORIA FINTRADE L.ΤD., που είχε την έδρα της στο Λονδίνο, με το οποίο η εγκαλούσα είχε την υποχρέωση να προσκομίσει, ως προσωπική ασφάλεια για την κατάρτιση ταυ δανείου, εγγυητική επιστολή ποσού 3000.000 δρχ. υπέρ της VICTORIA FINTRADE L. Τ.D. ενώ στην συνέχεια το ποσό αυτό αυξήθηκε κατά 50.000 δολ. Η.Π.Α. και καταβλήθηκε από την εγκαλούσα, όπως βεβαιώνεται από την από 31-10-00 έγγραφο της άνω εταιρείας νομίμως υπογεγραμμένο από τον κατηγορούμενο, στις διαβεβαιώσεις του οποίου πείστηκε η εγκαλούσα. Στην συνέχεια υπογράφηκε μεταξύ των δύο άνω εταιρειών σύμβαση δανείου 10.000.000 Δολλ. Η.Π.Α για τη χρηματοδότηση των επιχειρηματικών σχεδίων της εγκαλούσας και δηλώθηκε ότι η δανείστρια εταιρεία VICTORIA FINTRADE L.T.D. είχε ήδη λάβει από την οφειλέτρια εγγυητική επιστολή ποσού 10.000.000 δολ. Η.Π.Α. την οποία είχε καταθέσει στην VICTORIA FINTRADE L.T.D. και ότι το ποσό του δανείου θα ετίθετο στην διάθεση της εγκαλούσας σε προθεσμία 35 ημερών από την υπογραφή της σύμβασης, ενώ την 11-1-01 διαβεβαίωσε τον εκπρόσωπο της εγκαλούσας ότι μετά την 22-1-01 θα ήταν δυνατή η εκταμίευση της πρώτης δόσης του δανείου. Παράλληλα, την 17.1.01 ο κατηγορούμενος, ενεργώντας για λογαριασμό της VICTORIA FINTRADE L.T.D., παρέστησε στον εκπρόσωπο της εγκαλούσας ότι έπρεπε να καταθέσει στο λογαριασμό της εταιρείας ποσό 6.000.000 δρχ. για έξοδα καταρτίσεως του φακέλου δανειοδότησης που είχαν καταρτίσει, το οποίο και κατέβαλε αυτός. Όλα όμως τα ανωτέρω σχετικά με την δυνατότητα του κατηγορουμένου και της εταιρείας που εκπροσωπούσε στην Ελλάδα να πετύχουν την δανειοδότηση της εγκαλούσας με κεφάλαια του εξωτερικού της τάξεως των 10.000.000 δολ. Η.Π.Α., την ανάγκη καταβολής εγγυοδοσίας και την πληρωμή εξόδων καταρτίσεως του φακέλου δανειοδότησης ήταν ψευδή, αφού η αλήθεια ήταν ότι ουδεμία τέτοια δυνατότητα είχε αυτός ή η εταιρεία που εκπροσωπούσε στην Ελλάδα ούτε στην δημιουργία κανενός φακέλου είχε προβεί, αλλά ως μόνο σκοπό είχε με τις άνω ψευδείς παραστάσεις να πείσει την εγκαλούσα (διά του εκπροσώπου της) να του καταβάλει το ποσό των 50.000 δολ. Η.Π.Α. στην αρχή και στη συνέχεια εκείνο των 6.000.000 δρχ., ήτοι συνολικά 70.439,869 ευρώ με αποτέλεσμα κατά τούτο την ζημία της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "Α. ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΗ ΑΕ" που εδρεύει στην Εύβοια και εκπροσωπείται από τον Α. Ν. Α., η οποία (ζημία) είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Θάνατος κατηγορουμένου μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο Άρειος Πάγος παύει οριστικώς την ποινική δίωξη, αφού προηγουμένως αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της.
Παύση οριστική ποινικής διώξεως
Παύση οριστική ποινικής διώξεως.
2
Αριθμός 1446/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Ιορδανίδου. Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Ψ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Κρεμμυδά. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6987/2000 μη οριστική, 6701/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6549/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά o αναιρεσείων με την από 8-7-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 23-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Από τις διατάξεις των άρθρων 474 και 477 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απόφαση που διατάζει λογοδοσία και τάσσει προθεσμία από την επίδοσή της για την κατάθεση του λογαριασμού, αν μέσα στην τασσόμενη αυτή προθεσμία δεν κατατεθεί ο λογαριασμός, γίνεται οριστική ως προς την υποχρέωση της λογοδοσίας, υποκείμενη έκτοτε σε έφεση, κατά το άρθρο 513 παρ.1 περ.β' του ΚΠολΔ. Η επίδοση της αποφάσεως που γίνεται εις εκτέλεση της σχετικής, ως άνω, επιταγής του δικαστηρίου κινεί την τασσόμενη για την κατάθεση του λογαριασμού προθεσμία και μόνον, όχι δε και την κατά το άρθρο 518 παρ.1 του ΚΠολΔ προθεσμία των τριάντα ή εξήντα ημερών από την επίδοση της απόφασής για την άσκηση της εφέσεως. Η τελευταία αυτή (για την άσκηση της εφέσεως) προθεσμία αρχίζει από την νέα, μετά την άπρακτη παρέλευση της ταχθείσης προθεσμίας, επίδοση της αποφάσεως, αφού από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής η απόφαση γίνεται οριστική, κατά τα προεκτεθέντα, εάν δε η απόφαση αυτή δεν επιδοθεί εκ νέου, ως ανωτέρω, η προθεσμία της εφέσεως είναι τριετής και αρχίζει, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, επίσης από την άπρακτη παρέλευση της ταχθείσης για την κατάθεση του λογαριασμού προθεσμίας. Τα ανωτέρω ως προς την προθεσμία της έφεσης ισχύουν και όταν η απόφαση περιέχει και άλλες, οριστικές, διατάξεις, και όταν δηλαδή η απόφαση είναι εν μέρει οριστική, αφού κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ.τελ. του ΚΠολΔ: "Αν η απόφαση είναι εν μέρει οριστική, δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη". Εν προκειμένω από τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσης δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα. Με την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 6701/24-11-2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματος της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος υποχρεώθηκε ο αναιρεσίβλητος -εναγόμενος σε λογοδοσία σχετικά με τα έξοδα και τα έσοδα που προέκυψαν από την εκ μέρους του διαχείριση των 8.000 ανώνυμων μετοχών της αναφερόμενης ανώνυμης εταιρείας, των οποίων η κυριότητα αναγνωρίστηκε με την ίδια απόφαση ότι ανήκει στον αναιρεσείοντα, τάχθηκε δε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από την επίδοση της απόφασης αυτής για την κατάθεση από τον εναγόμενο στη Γραμματεία του δικαστηρίου σχετικού λογαριασμού εσόδων και εξόδων, με το προκύπτον κατάλοιπο, συνοδευομένου από τα σχετικά έγγραφα δικαιολογητικά. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο την 27-4-2004, από την επομένη της οποίας άρχισε η τετράμηνη προθεσμία για την κατάθεση του λογαριασμού, που έληξε την 27-8-2004. Ο αναιρεσίβλητος δεν κατέθεσε τον λογαριασμό εντός της ανωτέρω προθεσμίας και η απόφαση κατέστη οριστική ως προς την υποχρέωση για λογοδοσία, κατά την προμνησθείσα διάταξη του άρθρου 477 αρ.1 του ΑΚ, με την παρέλευση της προθεσμίας αυτής, η εν όλω δε οριστική πλέον αυτή απόφαση δεν επιδόθηκε από κανέναν διάδικο στον αντίδικό του, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, να μην αρχίσει η τριακονθήμερη προθεσμία του άρθρου 518 παρ.1 του ΚΠολΔ για την άσκηση της εφέσεως, και η έφεση του αναιρεσιβλήτου, που ασκήθηκε την 26-4-2007, ήτοι εντός της τριετούς προθεσμίας του άρθρου 518 παρ.2 του ΚΠολΔ, να είναι νόμιμη και εμπρόθεσμη, επομένως παραδεκτή. Το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η έφεση ήταν απαράδεκτη, ως εκπρόθεσμη, διότι έπρεπε να ασκηθεί εντός τριάντα ημερών από την κατά τα προεκτεθέντα επίδοση της απόφασης που διέτασσε τη λογοδοσία και έτασσε προθεσμία για την κατάθεση του λογαριασμού, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 του ΚΠολΔ, της παρά τον νόμο δηλαδή μη κηρύξεως απαραδέκτου, και τα αντίθετα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τον τρίτο, από τη διάταξη αυτή, λόγο του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. ΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη και τα όποια το δικαστήριο είχε την υποχρέωση να λάβει υπόψη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του ΚΠολΔ. Τέτοιο αποδεικτικό μέσο δεν είναι και οι υπεύθυνες δηλώσεις κατά τον τύπο του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 "σχέσεις κράτους-πολίτη κ.λ.π.", οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στα νόμιμα, κατά το άρθρο 339 του ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα και οι οποίες δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων όταν έχουν δοθεί για να χρησιμεύσουν ως τέτοια στη δίκη κατά την οποία κρίνεται η συγκεκριμένη διαφορά. Η μη λήψη υπόψη, επομένως, τέτοιων υπεύθυνων δηλώσεων δεν δημιουργεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως (αντιθέτως, η λήψη υπόψη των δηλώσεων αυτών θα δημιουργούσε τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 11 περ.α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ). Εξάλλου ο κατά το άρθρο 559 αρ.20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως παραμόρφωση του περιεχόμενου εγγράφου νοείται το διαγνωστικό σφάλμα (εσφαλμένη ανάγνωση) του δικαστηρίου εξαιτίας του οποίου αποδόθηκε στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό και το οποίο ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως εφόσον συνέβαλε αποκλειστικά ή κατά κύριον λόγο στη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου και έτσι αυτό κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση δίκης (ΑΠ 13/2007, 305/2009). Εν προκειμένω προβάλλεται η αιτίαση με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες υπεύθυνες δηλώσεις των Ι. Α., Π. Σ. και Π., τις οποίες ο αναιρεσείων είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί στο Εφετείο μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων για την απόδειξη των ισχυρισμών του. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, τον οποίο ο αναιρεσείων επιχειρεί να θεμελιώσει στην προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι, όπως δέχεται ανελέγκτως το Εφετείο, οι ανωτέρω υπεύθυνες δηλώσεις είχαν δοθεί για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στην διεξαγόμενη δίκη, κατά συνέπειαν δε, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, είναι μη νόμιμο (ανεπίτρεπτο) αποδεικτικό μέσο και ορθώς δεν ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο. Με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ.20 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι ο Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 12-2-2002 εγγράφου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας προς τον αναιρεσείοντα ως προς την ημερομηνία 16-3-1988 που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό ως ημερομηνία καταθέσεως στον λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου του ποσού των 2.945.821 δραχμών από τον αναιρεσείοντα (κατόπιν εξοφλήσεως αντίστοιχης προθεσμιακής κατάθεσης του τελευταίου), την οποία (ημερομηνία) το Εφετείο εξέλαβε ως 16.3.1998, όπως και την αναφέρει, με, αποτέλεσμα να καταλήξει (το Εφετείο) σε επιζήμιο πόρισμα για τον αναιρεσείοντα ως προς τον αναφερόμενο (και κατωτέρω) ουσιώδη ισχυρισμό του. Ειδικότερα το ανωτέρω έγγραφο το είχε προσκομίσει μεταξύ των άλλων ο αναιρεσείων για να αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι είχε καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το τίμημα των επίδικων 8.000 ανώνυμων μετοχών της εταιρείας "ΡΕΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ κ.λ.π.", συνολικού ύψους 8.000.000 δραχμών (1.000 δρχ. εκάστης), τις οποίες, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ τους, συνδεομένους με στενή φιλική σχέση, είχε αγοράσει ο αναιρεσίβλητος για λογαριασμό του αναιρεσείοντος καταβάλλοντας εξ ιδίων το τίμημα και κρατώντας ο ίδιος (αναιρεσίβλητος) τις μετοχές για λογαριασμό του πρώτου (αναιρεσείοντος), που διέμενε στην Κύπρο, με την περαιτέρω συμφωνία αν αργότερα μεταμεληθεί (ο αναιρεσείων) και δεν καταβάλει το πληρωθέν τίμημα στον αναιρεσίβλητο να μεταβιβάσει στον τελευταίο την κυριότητα των μετοχών, πράγμα το οποίο και είχε συμβεί κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου, ισχυριζομένου, ειδικότερα, ότι ο αναιρεσείων δεν κατέβαλε το τίμημα των μετοχών σ' αυτόν και ότι εις εκτέλεση της προμνησθείσης συμφωνίας τους μεταβίβασε στον τελευταίο ατύπως, κατά το ισχύον τότε νομικό καθεστώς, τις επίδικες μετοχές. Τον τελευταίο αυτόν ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου, ότι δηλαδή ο αναιρεσίβλητος είχε γίνει κύριος των μετοχών κατά τον ως άνω τρόπο, τον δέχθηκε το Εφετείο, το οποίο κατόπιν τούτου και κατά παραδοχήν της έφεσης του τελευταίου απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς του επί των μετοχών αυτών κ.λ.π., η οποία είχε γίνει πρωτοδίκως δεκτή (και ανωτ. υπό Ι). Η σχετική και με το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του ως άνω έγγραφο παραδοχή του Εφετείου έχει, ειδικότερα, ως εξής: "Ο ενάγων (αναιρεσείων) ισχυρίστηκε ότι κατέβαλε στον εναγόμενο στις 16-3-1998, με κατάθεση σε λογαριασμό του (εναγομένου), το ποσό των 2.945.821 δρχ. (βλ. το από 12-2-2002 έγγραφο της Εθνικής Τράπεζας) και στις 23-10-1989 (...) το ποσό των 7.000 λιρών Κύπρου, που αντιστοιχούσαν σε 2.256.170 δρχ. Εξάλλου η αγορά των 1600, 2400 και 4000 μετοχών (πρόκειται για τις 8.000 επίδικες μετοχές) έλαβε χώραν στις 20-11-1987, 4-7-1988 και 22-6-1089, αντίστοιχα, και η αξία τους ανερχόταν σε 1.600.000, 2.400.000 και 4.000.000 δρχ., αντίστοιχα. Κανένα από τα ποσά αυτά, όμως, ούτε μεμονωμένα ούτε συνολικά υπολογιζόμενα, αλλά ούτε και οι χρόνοι καταβολής τους, δεν αντιστοιχούν με τα επικαλούμενα από τον ενάγοντα ως καταβληθέντα για την αγορά των επίδικων μετοχών ποσά (...)". Ενόψει των προεκτεθέντων είναι προφανές ότι η λανθασμένη πράγματι ανάγνωση της ειρημένης ημερομηνίας 16-3-1988 του ανωτέρω εγγράφου εκ μέρους του Εφετείου ως 16-3-1998 ουδεμίαν επιρροή είχε στο εξαχθέν πόρισμα του Εφετείου, κατά συνέπειαν δε η ανάγνωση αυτή δεν οδήγησε το Εφετείο σε επιζήμιο πόρισμα για τον αναιρεσείοντα, αφού και η υπό την αληθή του εγγράφου ημερομηνία 16-3-1988 κατάθεση του ποσού των 2.256.170 δραχμών στον λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου δεν αντιστοιχεί σε κανέναν από τους προαναφερθέντες χρόνους και τα καταβληθέντα αντιστοίχως ποσά για την αγορά των επίδικων μετοχών, όπως δέχθηκε το Εφετείο για το υπόψη έγγραφο και υπό την λανθασμένη ως άνω ανάγνωσή του, δεχόμενο περαιτέρω ότι οι διάδικοι ως στενοί φίλοι είχαν πολλές συναλλαγές μεταξύ τους, εξοφλώντας ο ένας οφειλές του άλλου. Πέραν δε τούτων, όπως προκύπτει από την όλη αιτιολογία της αποφάσεως, το ανωτέρω έγγραφο δεν συνέβαλε αποκλειστικά ή κατά κύριον λόγο στη διαμόρφωση της κρίσεως του Εφετείου. Επομένως και ο εξεταζόμενος αυτός πρώτος, από το άρθρο 559 αρ.20 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμος. ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ "Η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθμ.19 και 20". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εκτός από τις αναφερόμενες περιπτώσεις, για τις οποίες εδώ δεν πρόκειται, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου που εξάγεται από τις αποδείξεις, όπως και η εκτίμηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων, συμπεριλαμβανομένων και των επιχειρημάτων και συμπερασμάτων που το δικαστήριο συνάγει από αυτές. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το νοηματικό περιεχόμενο των λοιπών, δευτέρου και πέμπτου έως και δωδεκάτου, λόγων του αναιρετηρίου, τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει υπό την επίκληση των αριθμών 1, 8 και 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένως καμμία αναιρετική πλημμέλεια της απόφασης από τις προαναφερθείσες ή από τις λοιπές του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσβάλλει (ο αναιρεσείων) με αυτούς (ανωτέρω λόγους) την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου ως προς την απόρριψη των ισχυρισμών του και την παραδοχή των ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου, ειδικότερα δε την εκτίμηση των αποδείξεων και των κατ'ιδίαν αποδεικτικών μέσων, καθώς και τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα του δικαστηρίου. Επομένως και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη οι λόγοι αυτοί του αναιρετηρίου, που προσβάλλουν την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, είναι απαράδεκτοι. IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8-7-2010 αίτηση του Κ. Ε. για αναίρεση της υπ'α ριθμ. 6549/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Λογοδοσία. Έφεση. Η απόφαση του δικαστηρίου που διατάζει λογοδοσία και τάσσει προθεσμία από την επίδοσή της για την κατάθεση του λογαριασμού, αν μέσα στην τασσόμενη προθεσμία δεν κατατεθεί ο λογαριασμός, γίνεται οριστική ως προς την υποχρέωση της λογοδοσίας, υποκείμενη έκτοτε σε έφεση. Ειδικώτερα ως προς την έναρξη της προθεσμίας της έφεσης κατ' άρθρ. 518 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ. Πότε δημιουργούνται οι λόγοι αναιρέσεως των αριθμών 11 περ.γ΄ και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ανέλεγκτη η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (εκτίμηση αποδείξεων και κατ' ιδίων αποδεικτικών μέσων, επιχειρήματα και συμπεράσματα του δικαστηρίου) κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Επικυρώνει Εφ.Αθ. 6549/2009.
null
null
0
Αριθμός 1444/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ζαχόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 7-7-2004 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 526/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 147/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 14-7-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 15-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 147/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από την υπ' αριθμ. 13222/11-1-2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας ..., την οποία ο αναιρεσείων προσκομίζει και επικαλείται, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη με την οποία ορίζεται δικάσιμος προς συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης, και με κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 568§§1, 2, 4α' του ΚΠολΔ) στον αναιρεσίβλητο. Επομένως η συζήτηση της υποθέσεως θα προχωρήσει παρά την απουσία του νομίμως, ως ανωτέρω, κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου, ο οποίος, όπως προκύπτει από ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την ειρημμένη δικάσιμο, όταν η υπόθεση, εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση (άρθρο 576§2 του ΚΠολΔ). ΙΙ. Κατά το άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 "περί ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος" που ισχύει και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 47 ΕισΝΑΚ), "Ο ιατρός οφείλει να παρέχη μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας, τηρών τας ισχυούσας διατάξεις περί διαφυλάξεως των ασθενών και προστασίας των υγιών". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 914, 330, 297-299, 200, 281 και 288 του ΑΚ, προκύπτει ότι ο ιατρός είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται σε κάθε περίπτωση παροχής ιατρικών υπηρεσιών προς τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της πείρας που έχει αποκτηθεί και να επιδεικνύει επιμέλεια, ευθυνόμενος αν ενήργησε κατά παράβαση των κανόνων αυτών και δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια την οποία θα επεδείκνυε υπό τις ίδιες περιστάσεις κάθε μετρίως επιμελής ιατρός, εφόσον η πράξη ή μη παράλειψη του υποχρέου με την οποία βλάπτεται παράνομα η ζωή και η υγεία ανθρώπου, είναι ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, να επιφέρει κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 496/2010). Εξάλλου ο κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. ΙΙΙ. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι κατά τη χειρουργική επέμβαση οστεοτομίας δεξιάς κνήμης και περόνης που πραγματοποίησε ο αναιρεσείων ορθοπεδικός-χειρουργός ιατρός την 25-11-1997 στον αναιρεσίβλητο προς διόρθωση προϋπάρχουσας σοβαρής βλάβης επέδειξε (ο αναιρεσείων) αμέλεια, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση στον αναιρεσίβλητο της αναφερόμενης σωματικής βλάβης (αναπηρίας) και την εντεύθεν υποχρέωση του πρώτου να αποζημιώσει τον αναιρεσίβλητο. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση (...) υφίσταται αμέλεια του εναγομένου ιατρού συνιστάμενη στο ότι κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επεμβάσεως, από κάποιο χειρισμό ή πίεση, προκάλεσε από αμέλεια βλάβη του περονιαίου νεύρου στο δεξιό κάτω άκρο του ενάγοντος, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα την πάρεση (παράλυση) του περονιαίου νεύρου και τη συνακόλουθη λειτουργική έκπτωση όλων των μυών που νευρούνται από το εν λόγω νεύρο. Περί της υπάρξεως αμελείας του εναγομένου (και μάλιστα με απόλυτη βεβαιότητα) ομιλεί και ο καθηγητής-νευρολόγος Δ. Α. στην από 20-3-2008 βεβαίωσή του, σημειώνοντας ότι "ο τραυματισμός του περονιαίου νεύρου και η επακολουθήσασα παράλυση τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με τη διενεργηθείσα επέμβαση, από την οποία και προκλήθηκαν" (...). Ο ισχυρισμός όμως του ενάγοντος ότι η αμέλεια του εναγομένου συνάγεται και εκ του ότι αυτός προχώρησε σε τομή ψηλά στο οστούν της περόνης αντί χαμηλά, δηλαδή 10 πόντους περίπου πάνω από τον αστράγαλο, όπως ενδείκνυται ιατρικώς, είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, διότι από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι η διορθωτική επέμβαση της ραιβότητας του γόνατος, η οποία γίνεται με υψηλή οστεοτομία της κνήμης, αποτελεί μία παλαιά δοκιμασμένη μέθοδο αντιμετωπίσεως αυτού του είδους των παραμορφώσεων με πολύ καλά αποτελέσματα διεθνώς". Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, που είχε πρωτοδίκως απορριφθεί, και επιδίκασε στον τελευταίο το ποσό των 57.147,34 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστη ο αναιρεσίβλητος από την κατά τα ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος ιατρού. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της αμέλειας του αναιρεσείοντος ιατρού, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού, και ειδικότερα, δεν αναφέρει στο αιτιολογικό της απόφασής του τα συγκεκριμένα εκείνα περιστατικά, τις πράξεις δηλαδή ή τις παραλείψεις του αναιρεσείοντος, από τα οποία να προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατά την ένδικη χειρουργική επέμβαση δεν συμμορφώθηκε προς τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της κοινής (ιατρικής) πείρας, αλλά ενήργησε κατά παράβαση των αρχών αυτών, και δεν επέδειξε την επιμέλεια που θα επεδείκνυε υπό τις ίδιες περιστάσεις κάθε μετρίως συνετός και επιμελής χειρουργός, και ότι, περαιτέρω, η επιδειχθείσα αυτή αμελής συμπεριφορά του αναιρεσείοντος ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και την κοινή πείρα να επιφέρει το επελθόν ως άνω επιζήμιο αποτέλεσμα. Πολλώ δε μάλλον παρίσταται ανεπαρκής η κατά τα ανωτέρω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ενόψει της ρητής, κατά τα προεκτεθέντα, απορρίψεως του αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου ότι η αμέλεια του αναιρεσείοντος "συνάγεται και εκ του ότι αυτός προχώρησε σε τομή ψηλά στο οστούν της περόνης αντί χαμηλά, δηλαδή 10 πόντους περίπου πάνω από τον αστράγαλο, όπως ενδείκνυται ιατρικώς", δεχόμενο (το Εφετείο) ότι η ενέργεια αυτή ("υψηλή οστεοτομία") του αναιρεσείοντος ήταν ιατρικώς ενδεδειγμένη. Έτσι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των προρρηθεισών (ανωτ. υπό ΙΙ) ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες και παραβίασε εκ πλαγίου, και υπέπεσε στην επίσης προρρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τον δεύτερο, αλλά και με τον πρώτο, κατά το νοηματικό του περιεχόμενο, από τη διάταξη αυτή, λόγο της αιτήσεώς του. ΙV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και κατά παραδοχήν των ως άνω βάσιμων λόγων αναιρέσεως, μετά την οποία παρέλκει η έρευνα των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580§3 του ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 147/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2012. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αδικοπραξία. Αμέλεια ιατρού. Ευθύνη κατά τις διατάξεις των άρθρων 24 α.ν. 1565/1939 και 914, 330, 297 – 299, 200, 281 και 288 του ΑΚ. Πότε ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Αναιρεί την ΕΦ.Αθ. 147/2010.
null
null
1
Αριθμός 1440/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Τ., κατοίκου ..., και 2. Ε. Μ., συζ. Γ. Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Μπρέγιαννο. Του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφαλίσεως Επενδυτικών Υπηρεσιών", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσουτσάνη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3910/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 4801/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν α)οι αναιρεσείοντες-ενάγοντες με την από 28-12-2008 αίτησή τους, και β)το αναιρεσείον-εναγόμενο με την από 24-12- 2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 1-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε 1) να απορριφθεί η αίτηση των εναγόντων Γ. Τ. και Ε. Μ. και 2) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχήν του πρώτου λόγου της αιτήσεως του εναγομένου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφαλίσεως Επενδυτικών Υπηρεσιών". Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν ο καθένας την παραδοχή της αιτήσεώς τους και την απόρριψη της αιτήσεως του αντιδίκου του μέρους, καθώς και την καταδίκη του (αντίδικου μέρους) στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I.- Οι υπό κρίση αντίθετες αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4801/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν, κατ' εφαρμογήν των άρθρων 246 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ. II.- Με τις διατάξεις των άρθρων 61 έως 78 του ν.2533/1997 "Χρηματιστηριακή αγορά παραγώγων και άλλες διατάξεις", που ισχύουν από την δημοσίευση (11-11-1997) του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρ. 122 του ίδιου νόμου), αναδιαρθώθηκε το υφιστάμενο "Κοινόν Συνεγγυητικόν Κεφάλαιον Ασφαλείας των Χρηματιστηριακών Συναλλαγών" το οποίο είχε συσταθεί με το ν.δ 3078/1954, και μετονομάστηκε σε "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών" με διακριτικό τίτλο "Συνεγγυητικό", με σκοπό την καλύτερη ανταπόκρισή του στις ανάγκες προστασίας του επενδυτικού κοινού και την προσαρμογή τής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της υπ' αριθμ. 97/9/ΕΚ Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3-3-1997 σχετικά με τα συστήματα αποζημιώσεως των επενδυτών. Σύμφωνα με το άρθρο 63 του ως άνω νόμου 2537/97, σκοπός, ειδικότερα, του "Συνεγγυητικού", που αποτελεί ν.π.ι.δ. με χαρακτήρα εξασφαλιστικό, είναι η καταβολή αποζημιώσεως σε εντολείς και σε αντισυμβαλλόμενα μέρη σε περίπτωση διαπιστωμένης οριστικής ή μη αναστρέψιμης αδυναμίας της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από την παροχή των καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών και η υποστήριξη με τον τρόπο αυτό της σταθερότητας και της αξιοπιστίας της αγοράς επενδυτικών υπηρεσιών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 65 του ίδιου νόμου 2533/97, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του ν.2691/98, περίπτωση αποζημιώσεως από το "Συνεγγυητικό" συντρέχει και όταν ανακληθεί η άδεια συστάσεως ΕΠΕΥ και τεθεί αυτή υπό ειδική εκκαθάριση, σύμφωνα με το άρθρο 49 του ν.1806/88, οπότε το "Συνεγγυητικό" καταβάλλει, κατά την προβλεπόμενη διαδικασία, αποζημιώσεις σε επενδυτές για χρηματικές απαιτήσεις τους κατά της ΕΠΕΥ, η αποζημίωση δε αυτή του εντολέα για το σύνολο των απαιτήσεών του κατά ΕΠΕΥ δεν μπορεί, κατά το άρθρο 66 του ίδιου νόμου, να είναι ανώτερη από το ποσό των 30.000 ευρώ ανά επενδυτή, όπως τούτο ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 14082/Β.809/4.4.2000 ΥΑ ΥΠΕΘΟ (ΦΕΚ Β'467). Περαιτέρω από το άρθρο 2 του ΑΚ, που ορίζει ότι " ο νόμος ορίζει για το μέλλον, δεν έχει αναδρομική δύναμη και διατηρεί την ισχύ του εφόσον άλλος κανόνας δικαίου δεν τον καταργήσει ρητά ή σιωπηρά", προκύπτει ότι η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται στην περίπτωση όπου ο νέος νόμος ρυθμίζει (τροποποιεί ή καταργεί) έννομες συνέπειες που γεννήθηκαν μετά την έναρξη της εφαρμογής του αλλά πηγάζουν από προϋφιστάμενες έννομες σχέσεις ή καταστάσεις, οπότε δεν πρόκειται πράγματι περί αναδρομής (μη γνήσια αναδρομή), το άρθρο δε 77 του Συντάγματος αποκλείει την αναδρομικότητα του ψευδοερμηνευτικού νόμου, όχι όμως και τον αναδρομικό νόμο εφόσον με αυτόν δεν θίγονται συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα. Έτσι δεν είναι αντισυνταγματικός και ο ν. 2648/98, άρθρο 41 παρ.1, με τον οποίο ορίστηκε ότι οι διατάξεις του ν. 2533/97 που αφορούν τις διαδικασίες αποζημιώσεως των επενδυτών εφαρμόζονται και επί υποθέσεων εκκρεμών κατά την έναρξη της ισχύος του νέου νόμου, εφόσον η διαδικασία που προβλεπόταν μέχρι την εισαγωγή του ν. 2533/97 (δηλ. των άρθρων 9-21 του προϊσχύσαντος ν.δ. 3078/54 και 27 του ν. 3632/1928) δεν είχε προαχθεί μέχρι του σταδίου των προσκλήσεων και δημοσιεύσεων. Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολομ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7-8/2006). Αν καμία από τις περιπτώσεις αυτές δεν συντρέχει, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, προτεινόμενος, είναι αβάσιμος. Ο δε λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν δεν ιδρύεται (είναι αβάσιμος) όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα (αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. III.- Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο που την εξέδωσε α) απέρριψε ως μη νόμιμο το (κύριο) αίτημα της αγωγής των αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτων Γ. Τ. και Ε. Μ. για καταβολή αποζημιώσεως ύψους 112.181,49 ευρώ από το αναιρεσίβλητο- αναιρεσείον ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφαλίσεως Επενδυτικών Υπηρεσιών" σύμφωνα με το άρθρο 17 του προϊσχύσαντος ν.δ 3078/1954, για τις αναφερόμενες επενδύσεις των χρημάτων τους σε έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού δημοσίου που είχαν παραδώσει προς διαχείριση αρχικά στον χρηματιστή Α. Γ. και εν συνεχεία στην "ΑΧΕ Α. Γ.", καθολική διάδοχο της προσωπικής επιχείρησης του πρώτου, της οποίας ΑΧΕ ανακλήθηκε η άδεια και η οποία τέθηκε υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 49 του ν. 1806/1988, β) δέχθηκε ως νόμιμο και βάσιμο κατ' ουσίαν το επικουρικό αίτημα της αγωγής και επιδίκασε στους ενάγοντες για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 30.000 €, ως ανώτατο, κατά τις προρρηθείσες διατάξεις (ιδίως άρθρ. 66 ν. 2533/1997, 41 παρ. 1 ν. 2648/1998) οφειλόμενο ποσό αποζημιώσεως από το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο, ενόψει του ότι, όπως δέχεται το Εφετείο, ναι μεν η "ΑΧΕ Α. Γ." τέθηκε υπό εκκαθάριση την 26-8-1997, προ δηλαδή της ισχύος του ν. 2533/97 (11-11-1997), οι ενάγοντες όμως αναγγέλθηκαν στην εκκαθάριση την 13-4-1999, ήτοι μετά την ισχύ του ν. 2533, και κατά συνέπειαν ουδεμίαν αξίωση είχαν γεννημένη και δικαστικώς επιδιώξιμη κατά του εναγομένου κατά τον ανωτέρω χρόνο ( έναρξη ισχύος ν. 2533/97) ώστε να προσβάλλεται το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα της ιδιοκτησίας τους (ένδικες ενοχικές απαιτήσεις) με την εφαρμογή του νέου ως άνω νόμου, και, τέλος, γ) το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο (αναπόδεικτο) το αίτημα του ενάγοντος για αποζημίωση ύψους 22.049 € για τις αναφερόμενες μετοχές που εφέρετο ότι αγόρασε και κατείχε για λογαριασμό του η προαναφερθείσα "ΑΧΕ Α. Γ.", αφού, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, δεν αποδείχθηκε τέτοια αγορά και κατοχή (φύλαξη), ούτε, εξάλλου, ο ενάγων αναγγέλθηκε σχετικώς στην εκκαθάριση της ως άνω ΑΧΕ. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ως προς την παραδοχή της αγωγής ως νόμιμης μόνο ως προς την επικουρική της βάση και το συναφές αίτημα για αποζημίωση ύψους 30.000 ευρώ κατά τις διατάξεις του ν. 2533/1997, οι οποίες και ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω κατά την μη αντισυνταγματική, ως ανωτέρω, και μη αντικείμενη επίσης στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ για την προστασία της ιδιοκτησίας διάταξη του άρθρου 41 παρ. 1 του ν. 2648/1998, όχι δε ως προς την κύρια βάση της και το κύριο αίτημά της για αποζημίωση ύψους 112.181,45 ευρώ κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος ν.δ. 3078/1954, τις οποίες ορθώς έκρινε μη εφαρμοστέες, και τα αντίθετα που οι ενάγοντες- αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ, λόγο της αιτήσεώς τους είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Από την ίδια, προσβαλλόμενη, απόφαση και δη από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (και τα έγγραφα), τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι και το όλο περιεχόμενό της προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί νομίμως οι διάδικοι, και ο δεύτερος (και τελευταίος), από το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως των εναγόντων, με τον οποίο και σχετικώς με το απορριφθέν κατ' ουσίαν ως άνω αίτημα του πρώτου ενάγοντος υποστηρίζεται ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί ο πρώτος ενάγων, είναι επίσης αβάσιμα και απορριπτέα. IV.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως " πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν επομένως το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολομ.ΑΠ 3/1997). Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος "Συνεγγυητικού", ως εφεσιβλήτου- εναγομένου, που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την προτεραία (13-2-2008) της συζητήσεως(14-2-2008) της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου- ενάγοντος, το αναιρεσείον είχε προβάλει νομίμως (άρθρ. 269 παρ. 1α' και 2 περ. β', 524 παρ. 1, 527 του ΚΠολΔ) κατά της αγωγής ένσταση ολοσχερούς εξοφλήσεως των ένδικων αξιώσεων των εναγόντων, οι οποίοι, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος- εφεσιβλήτου, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 3915/2006(μεταγενέστερης της 3910/2006, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη) αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία τους επιδικάστηκαν για την ίδια αιτία τα ποσά των 136.535 ευρώ, διαιρετώς και ισομερώς και στους δύο, και 9.109 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα, μετά των νομίμων τόκων, και την υπ' αριθμ. 21589/1997 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί συντηρητικής κατασχέσεως οι ενάγοντες ικανοποιήθηκαν πλήρως, κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, για τις ένδικες αξιώσεις τους από την αρχική οφειλέτρια "ΑΧΕ Α. Γ.", με αποτέλεσμα να μην υφίσταται πλέον υποχρέωση του αναιρεσείοντος "Συνεγγυητικού" προς αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων. Και βάσει της ενστάσεως αυτής, προβληθείσης υπό την μορφή (επίκληση) ελλείψεως εννόμου συμφέροντος των αναιρεσιβλήτων για την άσκηση της εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την αγωγή τους, ζήτησαν την απόρριψη της έφεσης των τελευταίων. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, δεν έλαβε υπόψη και δεν απήντησε στον κατά τα ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ο οποίος είχε νομίμως, κατά τα προεκτεθέντα, προταθεί, και υπέπεσε έτσι στην προαναφερθείσα αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα το αναιρεσείον υποστηρίζει με τον πρώτο, από τη διάταξη αυτή, λόγο του αναιρετηρίου του. V.-Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως των εναγόντων, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως του εναγομένου, κατά παραδοχήν του ως άνω βάσιμου πρώτου λόγου του αναιρετηρίου του, μετά την οποία παρέλκει η έρευνα του δευτέρου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ.580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες- αναιρεσίβλητοι ενάγοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου- αναιρεσείοντος εναγομένου, κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-12-2008 αίτηση των Γ. Τ. και Ε. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4801/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Δέχεται την από 24-12-2008 αίτηση του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" για αναίρεση της ίδιας ως άνω αποφάσεως . Αναιρεί την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4801/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες- αναιρεσιβλήτους Γ. Τ. και Ε. Μ. στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου- αναιρεσείοντος "ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ", την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων οκτακοσίων (3.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουλίου 2012. Και, Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Σεπτεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Χρηματιστήριο. «Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών». Σκοπός «Συνεγγυητικού». Καταβολή αποζημιώσεων σε επενδυτές για χρηματικές απαιτήσεις τους κατά ΕΠΕΥ, σύμφωνα με τον ν. 2533/97. ‘Όχι αντισυνταγματική η διάταξη (μεταβατική) του άρθρου 41 παρ. 1 του ν. 2648/98 για την εφαρμογή του ν. 2533/97 στις εκκρεμείς κατά την έναρξη της ισχύος του υποθέσεις. Συνεκδίκαση συναφών (αντιθέτων) αιτήσεων αναιρέσεως. Λόγοι αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 11 του ΚΠολΔ, αβάσιμοι. Πότε ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Αναιρεί την Εφ.Αθ. 4801/2008.
null
null
2
Αριθμός 1426/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημοσθένη Δημοσθένους, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1103/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Μ. Μ. του Α., κάτοικο ..., που παρέστη με την πληρεξουσία δικηγόρο της Ελένη Μαζαράκη. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 26 Σεπτεμβρίου 2012 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 971/2012. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1α ΠΚ, "όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 309 του ιδίου Κώδικα, "αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη (άρθρ. 310 παρ. 2) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απλής σωματικής βλάβης (άρθρ. 308) απαιτείται πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας άλλου και δόλος του δράστη κατευθυνόμενος στην παραγωγή αυτών των αποτελεσμάτων, ενώ η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης συνίσταται στην πρόκληση της κατά το άρθρο 308 παρ. 1 σωματικής βλάβης κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη, όπως ενδεικτικά αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 310 παρ. 2 ΠΚ. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη εξειδίκευση του δόλου, αρκεί να προκύπτει από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά. Ενόψει της παραπάνω διαζευκτικής διατυπώσεως της δεύτερης από τις διατάξεις αυτές, είναι απαραίτητο στην καταδικαστική για επικίνδυνη σωματική βλάβη απόφαση να καθορίζεται ποία από τις ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δε στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περιπτώσεως, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς οδηγεί σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχειρίσεως του δράστη, αφού στην πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή του θα καθορισθεί, βάσει των κατ' άρθρο 79 ΠΚ κριτηρίων. Αν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβιάσεως της ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 309 του ΠΚ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, διότι ο Άρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση, για το αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νομίμου βάσεως. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρ.170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως η οποία τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία. Το δικαστήριο, οφείλει να απαντήσει και περαιτέρω να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως και ειδικώς την παραδοχή ή την απόρριψη ενός ισχυρισμού, μόνον όταν αυτός συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, όχι δε και όταν ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά είναι αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός, διότι η αιτιολογία ως προς τους τελευταίους εμπεριέχεται από τα πράγματα στην κύρια αιτιολογία της αποφάσεως για την ενοχή. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1103/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κηρύχθηκε ο αναιρεσείων δικηγόρος, μετά μετατροπή της κατηγορίας από βαριά σωματική βλάβη που είχε γίνει ήδη στον πρώτο βαθμό, ένοχος της αξιόποινης πράξεως της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στο αιτιολογικό του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, διαλαμβάνονται κατά πιστή αντιγραφή τα εξής: "Επειδή από την χωρίς όρκο εξέταση της πολιτικώς εναγούσης, τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων: 1) οι φωτογραφίες που αναφέρονται πιο πάνω οι οποίες επισκοπήθηκαν και εμφανίζουν την πολιτικώς ενάγουσα με τις φερόμενες ως επενεχθείσες από τον κατηγορούμενο σωματικές, βλάβες, που σύμφωνα με τη μαρτυρία της, λήφθηκαν το χρονικό διάστημα που ήταν στο ΤΖΑΝΕΙΟ Νοσοκομείο, για νοσηλεία, αμέσως μετά το επεισόδιο, και δε συντρέχει νόμιμη περίπτωση να μη ληφθούν υπόψη, λόγω μη αναφοράς της ημερομηνίας λήψης τους, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, οι οποίες άλλωστε, χωρίς να προβληθεί αντίρρηση εκ μέρους του επισκοπήθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του, που αναγνώσθηκαν, 2) η χωρίς ημερομηνία γνωμάτευση του θεραπευτηρίου "METROPOLITAN HOSPITAL" της Ιατρού ..., καθόσον είναι πρόδηλον ότι αφορά την πολιτικώς ενάγουσα, παρά τις αντιρρήσεις του κατηγορουμένου, μετά την υποβολή της στις 14-10-2004 σε αξονική τομογραφία στο ως άνω νοσηλευτικό κέντρο. Τούτο άλλωστε (ότι αφορά την πολιτικώς ενάγουσα), αναφέρεται και στην από 16-3-2012 έκθεση (ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ), που συντάχθηκε από τον ιατροδικαστή Γ. Λ., μετά από αίτηση του κατηγορουμένου, η οποία προσκομίσθηκε από αυτόν και αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου στην οποία( έκθεση) ρητά αναφέρεται ότι και η γνωμάτευση αυτή που δόθηκε στον Ιατροδικαστή σε αντίγραφο από τον κατηγορούμενο(βλέπε 1η σελίδα της έκθεσης στο τέλος), ότι αφορά την πολιτικώς ενάγουσα (βλέπε στη δεύτερη σελίδα πριν το ιστορικό), και 3) το DVD, που είχε προσκομισθεί από τον κατηγορούμενο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που το ανέγνωσε και αφορούσε τα επεισόδια που έλαβαν χώρα στη συνεδρίαση της 23ης-9- 2004 των μελών του σωματείου στην οποία συμμετείχαν αυτός η σύζυγος του, η παθούσα και άλλα πρόσωπα μεταξύ των οποίων και οι εξετασθέντες, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου μάρτυρες κατηγορίας. Το αίτημα δε του κατηγορουμένου για ανάγνωση αυτού είναι άνευ αντικειμένου (και απορριπτέο) καθόσον στην ενέργεια αυτή προέβη το Δικαστήριο, αφού τούτο είχε αναγνωσθεί όπως προαναφέρθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και αναφερόταν στα πρακτικά του ως αναγνωστέο και δεν ήταν "αναγκαίο προς τούτο η υποβολή αυτοτελούς αιτήματος. Άλλωστε, την ανάγνωση αυτή ο κατηγορούμενος δεν την συνδέει με κάποιο υπέρ αυτού ισχυρισμό, ενώ τα ενδιαφέροντα σημεία του, έχουν αποτυπωθεί σε φωτογραφίες που προσκόμισε ο κατηγορούμενος και επισκοπήθηκαν, τέλος δε την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι: Η μηνύτρια και παθούσα είναι πράκτορας του Ο.Δ.Ι.Ε και μέλος του ΔΣ της Πανελλήνιας Ένωσης πρακτόρων Προϊπποδρομιακού Στοιχήματος. Στις 23-9-04 υπήρξε συνεδρίαση του άνω διοικητικού συμβουλίου στα γραφεία της ένωσης στην οδό ... στην περιοχή της ... . Η σύζυγος του κατηγορουμένου ήταν και αυτή στο παρελθόν πράκτορας του Ο.Δ.Ι.Ε διατηρώντας πρακτορείο Προ-Πο στην ... του οποίου όμως η άδεια λειτουργίας του ήταν σε αναστολή. Την άνω ημερομηνία όλοι τόσο η μηνύτρια, οι μάρτυρες κατηγορίας, η σύζυγος του κατηγορουμένου, όσο και ο τελευταίος, ως σύζυγος προφανώς μέλους του σωματείου, παρευρίσκονταν στη συνεδρίαση του Δ.Σ κατά την διάρκεια του οποίου υπήρξαν έντονες παρεμβάσεις και αντεγκλήσεις μεταξύ των μελών αλλά και του κατηγορουμένου ο οποίος με την ιδιότητα του δικηγόρου, προφανώς μέλους (της συζύγου του) υπέβαλε συχνά ενστάσεις κατά της διαδικασίας ή της λήψης απόφασης επί ορισμένων θεμάτων. Παρά τηv ύπαρξη αυτών των έντονων αντιδράσεων η συνεδρίαση έληξε τελικά ομαλά και άρχισαν τα μέλη να αποχωρούν. Τελευταίες είχαν απομείνει η μηνύτρια και η εκ των μαρτύρων Χ. Ν. προκειμένου να τακτοποιήσουν τα διάφορα έγγραφα και βιβλία του σωματείου και τα τοποθετήσουν στις θέσεις τους, ώστε να είναι πρόσφορα σε νέα αναζήτηση και χρήση των μελών του Δ.Σ. Μετά τη ολοκλήρωση των συγκεκριμένων εργασιών αποχώρησαν, με πρώτη την μηνύτρια η οποία προπορεύτηκε για μερικά μέτρα και δεύτερη την Χ. Ν. με σκοπό να συναντήσουν και τα υπόλοιπα μέλη τα οποία τους περίμεναν στο πεζοδρόμιο, προκειμένου όλοι μαζί να μεταβούν σε παρακείμενη ταβέρνα. Εκείνη ακριβώς την στιγμή και ενώ η μηνύτρια ήταν πολύ κοντά στους συγκεκριμένους συναδέλφους της βγήκε ο κατηγορούμενος πίσω από κάποιους κάδους απορριμμάτων που βρίσκονταν εκεί, πλησίασε γρήγορα την μηνύτρια και της επιτέθηκε καταφέροντας σε αυτήν με τη γροθιά του, στην οποία κρατούσε μεταλλικό αντικείμενο, χτύπημα στο πρόσωπο, πλησίον του αριστερού οφθαλμού. Το χτύπημα ήταν αιφνίδιο και έγινε με μεγάλη δύναμη εκ μέρους του κατηγορουμένου, με αποτέλεσμα η μηνύτρια να απωλέσει την ισορροπία της και να πέσει επί του πεζοδρομίου, ενώ ο κατηγορούμενος έσπευσε να απομακρυνθεί αιφνιδιάζοντας όλους όσους βρίσκονταν στον χώρο και γύρω από αυτόν. Παρά τον αιφνιδιασμό τους, όμως, έτρεξε πίσω του ο εκ των παραβρισκομένων Δ. ο οποίος πρόλαβε να τον πιάσει, πλην όμως με την συνδρομή των Π. και Ν. κατόρθωσε να ξεφύγει και απομακρυνθεί. Στην συνέχεια κλήθηκε το Ε.Κ.Α.Β το οποίο παρέλαβε την παθούσα και την μετέφερε στο νοσοκομείο όπου διαπιστώθηκε ότι εξαιτίας του χτυπήματος και της πτώσης της στο πεζοδρόμιο, είχε υποστεί θλάση αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, που αντιμετωπίστηκε συντηρητικά με αυχενικό κολάρο, γραμμοειδές κάταγμα Α5 σπονδύλου, κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, υπόσφαγμα (ΑΡ) οφθαλμικού κόγχου. Επίσης της συνεστήθη να υποβληθεί σε C/Τ skan σε 10 ημέρες, αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, ενώ διαπιστώθηκε ότι υπέστη και αποκόλληση του υαλοειδούς χιτώνα του ΑΟ εξαιτίας των οποίων εμποδίστηκε στην κίνηση και χρήση του σώματος της, όπως και της όρασης της. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι όλοι οι μάρτυρες ψεύδονται και ότι όλο το περιστατικό είναι αποτέλεσμα δολοπλοκίας σε βάρος του προκειμένου να τον εμποδίσουν να αναμειχθεί στα αθλητικά δρώμενα είναι αβάσιμος, καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε και θα πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθεί. Πρέπει λοιπόν, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, δεδομένου ότι με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση, η πράξη του δε αυτή φέρει το χαρακτήρα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης. Ειδικότερα επιτέθηκε και χτύπησε με το χέρι του (γροθιά στην οποία κρατούσε μεταλλικό αντικείμενο), την παθούσα στο πρόσωπο, πλησίον του αριστερού οφθαλμού, ενώ από την σφοδρότητα του χτυπήματος η παθούσα έπεσε στο πεζοδρόμιο, με επακόλουθο να υποστεί η παθούσα τις σωματικές κακώσεις που προαναφέρθηκαν. Η πράξη του δε αυτή, αν ληφθούν υπόψη το μέσο που χρησιμοποιήθηκε καθώς και τα ιδιαίτερα ευπαθή και ζωτικά σημεία που επλήγησαν, μπορούσαν να προκαλέσουν στην παθούσα βαριά σωματική της βλάβη, αφού ήταν δυνατόν να κτυπήσει το κεφάλι της στο κράσπεδο του πεζοδρομίου και να τρωθεί το κρανίο, αλλά και να υποστεί ακόμη κάταγμα της σπονδυλικής στήλης, με επακόλουθο τη μακροχρόνια νοσηλεία της, καθώς και να στερηθεί την όραση της. Να σημειωθεί ότι βασική αντικειμενική υπόσταση για την επικίνδυνη σωματική βλάβη παραμένει η απλή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 308 του ΠΚ, της οποίας η επικίνδυνη αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση. Δεν εξετάζεται το αποτέλεσμα της προξενηθείσας σωματικής βλάβης, αλλά ο επικίνδυνος τρόπος της τέλεσης αυτής. Για τη στοιχειοθέτηση δηλαδή, δεν απαιτείται η επέλευση σοβαρού αποτελέσματος, αλλά αρκεί η δυνατότητα επέλευσης αυτού, και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του κατηγορουμένου είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη 1103/2012 απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά την τέλεση από τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο της πράξεως για την οποία αυτός καταδικάστηκε, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 308 παρ. 1α και 309 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται νόμιμης βάσης. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, καθόσον εκτίθενται τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως πώς προκλήθηκαν στην παθούσα οι σωματικές κακώσεις με εξειδίκευση και των συνεπειών, το μέσο και ο τρόπος με το οποίο έγιναν αυτές οι σωματικές βλάβες, με αιφνίδιο και σφοδρότατο κτύπημα με τα χέρια και ειδικότερα με τη γροθιά του αναιρεσείοντος σε ευπαθές σημείο του προσώπου στο οποίο επλήγη η παθούσα και δη στον αριστερό οφθαλμό, καθώς και ο δόλος του αναιρεσείοντος που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση προκλήσεως σωματικής κακώσεως, με μέσο και υπό περιστάσεις από τις οποίες υπήρχε κίνδυνος για βαριά σωματική βλάβη της παθούσας, αφού ήταν δυνατόν να προκληθεί από την άνω σφοδρή γροθιά και την πτώση της στο πεζοδρόμιο με το κεφάλι, τρώση του κρανίου της, κάταγμα σπονδυλικής στήλης και απώλεια της όρασης του αριστερού οφθαλμού. Η μη αναφορά του ακριβούς μεταλλικού αντικειμένου που κρατούσε στην γροθιά του ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατά τις παραδοχές μετά το κτύπημα έσπευσε να απομακρυνθεί, δεν ήταν αναγκαία, αφού μάλιστα λόγω της απομάκρυνσής του, δε μπορούσε να διακριβωθεί το είδος αυτού. Επίσης από όσα γίνονται δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, προκύπτει ότι έκρινε πως η αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα, είχε τον χαρακτήρα της επικίνδυνης και όχι απλής σωματικής βλάβης και ακόμη ότι έλαβε υπόψη του τον τρόπο που τελέσθηκε η σωματική αυτή βλάβη σε βάρος της παθούσας, όπως προαναφέρθηκε. Δε δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση από την ειδικότερη παραδοχή στο αιτιολογικό ότι με σφοδρότητα ο δράστης κτύπησε με τη γροθιά του στο πρόσωπο, σε ευπαθές σημείο, την παθούσα που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο βαριάς μόνο σωματικής βλάβης και δεν υπάρχει παραδοχή για πρόκληση διαζευκτικά κινδύνου ζωής ή βαριά σωματικής βλάβης, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων. Ήτοι δεν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως, αφού τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως υπάρχει το ίδιο συμπέρασμα, η παραδοχή ότι η πράξη τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στην παθούσα βαριά σωματική βλάβη. Επίσης αιτιολογείται επαρκώς από το σύνολο των παραπάνω παραδοχών του αιτιολογικού περί ενοχής, η απόρριψη του προβληθέντος αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού του κατηγορουμένου, ότι ουδέποτε κτύπησε την πολιτικώς ενάγουσα με μεταλλικό αντικείμενο. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, προβαλλόμενοι συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, κύριοι και πρόσθετοι, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, για την ενοχή του κατηγορουμένου ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποίο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε το πρόσωπο που το προσκόμισε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, με τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί, ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του, ή, προκειμένου περί φωτογραφιών, ότι επεδείχθησαν από το διευθύνοντα τη συζήτηση στους παράγοντες της δίκης και επισκοπήθηκαν από αυτούς, οπότε ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά τους, έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών ή η επισκόπηση των φωτογραφιών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε δημιουργείται ασάφεια στο αιτιολογικό της αποφάσεως, ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε ή κάποιο άλλο, και αν στήριξε ή όχι και σε αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας. Σημειώνεται ότι δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά για την κρίση του περί ενοχής και μη αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, εφόσον αυτά τα έγγραφα προσκομίσθηκαν στο δικαστήριο από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι αυτός, ως επικαλούμενος και προσκομίζων αυτά, γνωρίζει το περιεχόμενό τους και μπορεί επομένως να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, αναφορικά με τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση,(σελ.16), ο κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου του, ζήτησε από το δικαστήριο να μη ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά έγγραφα οι προσκομιζόμενες από την εγκαλούσα φωτογραφίες, στις οποίες φαίνεται η ίδια η παθούσα εγκαλούσα, καθόσον αυτές δεν φέρουν χρόνο και τόπο λήψεώς τους, ούτε και σχολιασμό των απεικονίσεων σε αυτές, με συνέπεια να μη δύνανται να συσχετισθούν με την σωματική βλάβη που κατηγορείται ότι προκάλεσε, χωρίς να ισχυρισθεί όμως, ότι οι εν λόγω φωτογραφίες έχουν ληφθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω παρανόμων πράξεων και χωρίς να αμφισβητήσει τη γνησιότητά τους. Το δικαστήριο, μετά τη γενόμενη επισκόπηση των 10 φωτογραφιών, που είχε προσκομίσει η πολιτικώς ενάγουσα και είχαν επισκοπηθεί και κατά την πρωτοβάθμια δίκη, προχώρησε στην επισκόπηση των ανωτέρω φωτογραφιών, που καταχωρήθηκαν στα πρακτικά με τίτλο "φωτογραφίες που απεικονίζουν την παθούσα", χωρίς να προκληθεί κάποια αντίρρηση εκ μέρους του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του για την επισκόπηση (βλ. σελ.22 πρακτικών) και ακολούθως το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αυτές και προέβη σε αξιολόγησή τους, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, απορρίπτοντας το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου να μη συνεκτιμηθούν, με την προεκτεθείσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που περιέλαβε στην αιτιολογία για την περί ενοχής κρίση του. Με βάση τα παραπάνω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθά έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις ανωτέρω φωτογραφίες, ενώ με την αναφορά τους στα πρακτικά, ως "φωτογραφίες που απεικονίζουν την παθούσα", προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά τους και δε δημιουργείται αβεβαιότητα ότι επισκοπήθηκαν οι παραπάνω φωτογραφίες που προσκόμισε η παθούσα και στην επισκόπηση των οποίων όπως αναφέρθηκε δεν εναντιώθηκε (εναντιώθηκε απλώς στην συνεκτίμηση), και όχι κάποιες άλλες, που δεν επισκοπήθηκαν, για τις οποίες δεν του δόθηκε η δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις δέουσες παρατηρήσεις του. Περαιτέρω, από τα ίδια τα πρακτικά του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, ζήτησε από το δικαστήριο, "να εξετασθεί το DVD που έχει ήδη προσκομισθεί από αυτόν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και έχει λάβει τον α/α 18 αναγνωστέου εγγράφου, καθότι από αυτό αποδεικνύεται η μεγάλη έκταση των επεισοδίων στο εν λόγω Σωματείο", το δε δικαστήριο (σε. 23) ανέγνωσε με α/α 17 "ένα DVD που κατατέθηκε από τον κατηγορούμενο και αφορά τη συνεδρίαση του πιο πάνω σωματείου που έλαβε χώρα στις 23-9-2004 " και με α/ α 18, "φωτογραφίες που έχουν εξαχθεί από το DVD αυτό και απεικονίζουν τα επεισόδια που κατά τον κατηγορούμενο έλαβαν χώρα κατά τη συνεδρίαση αυτή". Ο αναιρεσείων αιτιάται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, καθόσον το δικαστήριο αρνήθηκε να προβεί σε επισκόπηση του άνω DVD με την ανεπαρκή αιτιολογία ότι αυτό έχει αναγνωσθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πως τα ενδιαφέροντα σημεία αυτού έχουν αποτυπωθεί σε φωτογραφίες που προσκόμισε ο ίδιος και επισκοπήθηκαν, και παρά ταύτα το θεώρησε αναγνωστέο και το έλαβε υπόψη του προκειμένου να σχηματίσει κρίση για την ενοχή του και έτσι συνεκτιμήθηκε αποδεικτικό μέσο, για το οποίο δεν του δόθηκε η δυνατότητα ως κατηγορουμένου να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς τις εικόνες και τις σκηνές που είχαν καταγραφεί στον οπτικό αυτό δίσκο - DVD. Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πρέπει να απορριφθούν, καθόσον, από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι το εν λόγω DVD και οι φωτογραφίες που είχαν εξαχθεί από αυτό και επισκοπήθηκαν στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, είχαν προσκομισθεί από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ο οποίος ασφαλώς γνώριζε το όλο περιεχόμενο και όλες τις εικόνες του ανωτέρω DVD και επομένως με την ανάγνωσή τους στο ακροατήριο, όπως έγινε και σημειώνεται παραπάνω, αυτός είχε τη δυνατότητα να προβεί σε οποιεσδήποτε δηλώσεις επιθυμούσε σχετικά με το περιεχόμενο του DVD και δε στερήθηκε των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, ενώ εξάλλου ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει ότι το DVD αυτό είχε άλλες επί πλέον εικόνες και ενδιαφέροντα στοιχεία, πέραν των φωτογραφιών που ο ίδιος είχεν επιλέξει και εκδώσει από το DVD αυτό και είχε προσκομίσει στο δικαστήριο και ζήτησε την ανάγνωσή τους, ως ενδιαφέρουσες τη δικαζόμενη υπόθεση και την υπεράσπισή του. Επίσης το αίτημά του να εξετασθεί από το δικαστήριο ο οπτικός δίσκος που ο ίδιος προσκόμισε, απορρίφθηκε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων και φωτογραφιών, για εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, για παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Δ' του ΚΠΔ συναφείς λόγοι του κυρίως δικογράφου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι τα ανωτέρω έγγραφα που αναγνώσθηκαν και οι φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν δεν προσδιορίζονται κατά τα στοιχεία της ταυτότητάς τους, ούτε διερευνήθηκε ο τόπος και ο χρόνος λήψεώς τους και ότι λήφθηκαν υπόψη για την ενοχή του κατηγορουμένου τα παραπάνω έγγραφα στοιχεία που δεν αναγνώσθηκαν και έτσι, στερήθηκε των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων που απορρέουν από το άρθρο 358 ΚΠΔ, προσβλήθηκε το τεκμήριο αθωότητάς του και παραβιάστηκε η αρχή της δίκαιης δίκης που κατοχυρώνεται από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 327 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 500 του ίδιου Κώδικα, "Ο κατηγορούμενος, εκτός από τους μάρτυρες που προσκαλούνται από τον ίδιο με δικές του δαπάνες, έχει δικαίωμα να ζητήσει από την αρμόδια αρχή να κλητεύσει υποχρεωτικά έναν τουλάχιστον μάρτυρα της εκλογής του αν κατηγορείται για πλημμέλημα και δύο αν κατηγορείται για κακούργημα". Η παραβίαση της διατάξεως αυτής και γενικότερα, η στέρηση του παρεχομένου στον κατηγορούμενο δικαιώματος της υποχρεωτικής κλητεύσεως από τον αρμόδιο εισαγγελέα των μαρτύρων, των οποίων, παραδεκτώς, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο αυτό, ζητεί την κλήτευση ο κατηγορούμενος, ως συνιστώσα παραβίαση των υπερασπιστικών αυτού δικαιωμάτων, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, εμπίπτουσα στο άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Όμως, αν ο μάρτυρας, του οποίου παραδεκτώς ο κατηγορούμενος ζήτησε την κλήτευση από τον αρμόδιο εισαγγελέα, δεν προσέλθει στη δίκη, το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο οίκοθεν να εξετάσει την αιτία της απουσίας του μάρτυρα, αλλά ο κατηγορούμενος πρέπει να προβάλει την παραβίαση του ανωτέρω δικαιώματός του, καθώς και τον τρόπο, με τον οποίο αυτό παραβιάστηκε (π.χ. μη κλήτευση ή εκπρόθεσμη κλήτευση του μάρτυρα) και να αντιλέξει στην πρόοδο της δίκης, ζητώντας την αναβολή αυτής κατά το άρθρο 352 παρ. 3 ή τη διακοπή της συνεδριάσεως του δικαστηρίου κατά το άρθρο 353 παρ. 1 του ΚΠΔ, προκειμένου να προσέλθει κατά τη διάρκεια αυτής και εξεταστεί ο εν λόγω μάρτυρας, αλλιώς, δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα και συνακολούθως δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτά επισκοπούνται προκειμένου να ελεγχθεί σχετικός λόγος αναιρέσεως, και συγκεκριμένα, από την υπ' αριθ. 4210/2012 αίτηση που υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στις 23-1-2012 από τον κατηγορούμενο - εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα, από τα από 29-2-2012 και 2-3-2012 αποδεικτικά επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών ... και ... αντίστοιχα, και από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 1103/2012 αποφάσεως, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος - εκκαλών κλητεύθηκε στις 23-1-2012 προς υποστήριξη της εφέσεώς του κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής 2693α, 2693/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, υπέβαλε την υπό ιδία ημερομηνία ως άνω αίτηση στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την οποία ζητούσε από αυτόν να κλητεύσει τους Π. Ο. του Ι. και Ι. Π. του Σ., προκειμένου αυτοί να εξετασθούν ως μάρτυρες κατά την εκδίκαση της ανωτέρω εφέσεώς του, καθόσον αυτοί ήσαν αυτόπτες μάρτυρες στα επεισόδια της 23-9-2004, κατά τη διάρκεια των οποίων φέρεται ότι τραυμάτισε την πολιτικώς ενάγουσα. Όμως, κατά την εκδίκαση της παραπάνω εφέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το γεγονός ότι οι εν λόγω μάρτυρες προκύπτει ότι κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, για να παραστούν, αυτοί δεν εμφανίστηκαν. Ο κατηγορούμενος δε, παρά τη μη προσέλευση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο των άνω δύο κλητευθέντων μαρτύρων που ζήτησε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν αντέλεξε στην πρόοδο της δίκης, ούτε ζήτησε την αναβολή αυτής κατά το άρθρο 352 παρ. 3 του ΚΠΔ ή τη διακοπή της συνεδριάσεως κατά το άρθρο 353 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκειμένου να βρεθούν και προσέλθουν με βιαία προσαγωγή κατά τη διάρκεια αυτής οι κλητευθέντες ως άνω ουσιώδεις κατ' αυτόν μάρτυρες, για να καταθέσουν επί του ανωτέρω κρισίμου επεισοδίου μεταξύ αυτού και της εγκαλούσας και του τραυματισμού της παθούσας. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της αποφάσεως, που απέρριψε το αίτημα του κατηγορουμένου για κλήτευση των άνω μαρτύρων, που σημειωτέον προέκυψε ότι κλητεύθηκαν από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ενώ δεν προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι υποβλήθηκε και στο δικαστήριο από τον κατηγορούμενο σχετικό αίτημα αναβολής της δίκης λόγω απουσίας των άνω κλητευθέντων και μη προσελθόντων μαρτύρων στο άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως αντίθετα στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων αιτιάται ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ομού με τους πρόσθετους λόγους αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 55/6-7-2012 αίτηση αναιρέσεως ομού με τους από 26-9-2012 πρόσθετους λόγους αυτής, του Σ. Μ. του Ι., περί αναιρέσεως της 1103/22-3-2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας, που ανέρχονται σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επικίνδυνη Σωματική Βλάβη. Άρθρα 308 παρ. 1,309 ΠΚ. 1. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. 2. Η παραβίαση της διατάξεως του αρ. 327 παρ.2 ΚΠΔ και γενικότερα, η στέρηση του παρεχομένου στον κατηγορούμενο δικαιώματος της υποχρεωτικής κλητεύσεως από τον αρμόδιο εισαγγελέα των μαρτύρων, των οποίων ζητεί την κλήτευση ο κατηγορούμενος, ως συνιστώσα παραβίαση των υπερασπιστικών αυτού δικαιωμάτων, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, εμπίπτουσα στο άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Όμως, αν ο μάρτυρας, του οποίου ο κατηγορούμενος ζήτησε την κλήτευση από τον αρμόδιο εισαγγελέα, δεν προσέλθει στη δίκη, το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο οίκοθεν να εξετάσει την αιτία της απουσίας του μάρτυρα, αλλά ο κατηγορούμενος πρέπει να προβάλει την παραβίαση του ανωτέρω δικαιώματος του, καθώς και τον τρόπο, με τον οποίο αυτό παραβιάστηκε (π.χ. μη κλήτευση ή εκπρόθεσμη κλήτευση του μάρτυρα) και να αντιλέξει στην πρόοδο της δίκης, ζητώντας την αναβολή αυτής κατά το άρθρο 352 παρ. 3 ή τη διακοπή της συνεδριάσεως του δικαστηρίου κατά το άρθρο 353 παρ. 1 του ΚΠΔ, προκειμένου να προσέλθει κατά τη διάρκεια αυτής και εξεταστεί ο εν λόγω μάρτυρας, αλλιώς, δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα.
Σωματική βλάβη επικίνδυνη
Σωματική βλάβη επικίνδυνη.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1420 /2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Π. του Φ., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιάπη, περί αναιρέσεως της 167,207,208/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. O. V., κάτοικο ..., που δεν παρέστη, 2. Α. Χ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη, 3. Ε. I., κάτοικο ..., που δεν παρέστη, 4. Θ. Β., πρώην κάτοικο ... και ήδη αγνώστου διαμονής, που δεν παρέστη και 5. Χ. I., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή του και στους από 13 Φεβρουαρίου 2012 και 28 Σεπτεμβρίου 2012 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1170/11. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 343 του ΚΠΔ, "Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρούνται: α) ο δημόσιος υπάλληλος που ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο που εξαρτάται υπηρεσιακά από αυτόν, εκμεταλλευόμενος αυτή τη σχέση, β) οι διορισμένοι ή οπωσδήποτε εργαζόμενοι σε φυλακές ή άλλα κρατητήρια, σε σχολές, παιδαγωγικά ιδρύματα, νοσοκομεία, κλινικές ή κάθε είδους θεραπευτήρια και αναρρωτήρια ή σε άλλα ιδρύματα, προορισμένα να περιθάλπουν πρόσωπα που έχουν ανάγκη από βοήθεια, αν ενεργήσουν ασελγή πράξη με πρόσωπο που έχει εισαχθεί σ' αυτά τα ιδρύματα". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι δράστης του παραπάνω εγκλήματος μπορεί να είναι, στην περ. β', μόνο πρόσωπο διορισμένο ή οπωσδήποτε εργαζόμενο σε προβλεπόμενα από το νόμο ιδρύματα. Διορισμένος είναι ο δράστης στο ίδρυμα, όταν ανήκει στο προσωπικό του, ανεξάρτητα από τη νομική φύση της εργασιακής του σχέσης ή το είδος της εργασίας που προσφέρει. Οπωσδήποτε εργαζόμενος στο ίδρυμα, είναι ο δράστης όταν προσφέρει σταθερά , αλλά όχι αναγκαίως και για αόριστο χρόνο την εργασία του, ακόμη και χωρίς αμοιβή. Ο όρος ίδρυμα, δε χρησιμοποιείται με την νομική του έννοια του ΑΚ, αλλά πολύ ευρύτερα κάθε οργανωμένη υπηρεσία, ασχέτως από τη νομική της μορφή, εφόσον λειτουργεί με τη σταθερή σύμπραξη περισσοτέρων προσώπων, που έχουν αναλάβει και την υποχρέωση περίθαλψης προσώπων. Στον όρο άλλα ιδρύματα προορισμένα να περιθάλπουν πρόσωπα που έχουν ανάγκη από βοήθεια, περιλαμβάνονται τα άσυλα, τα υπνωτήρια αστέγων, τα συσσίτια απόρων κ.λπ., όπως και οι οργανωμένες κατασκηνώσεις των Δήμων, όπου φιλοξενούνται ανήλικοι που έχουν ανάγκη θερινών διακοπών. Η απαγόρευση γενετήσιας επαφής μεταξύ των προσώπων που υπάγονται στην άνω διάταξη υπό στοιχ. β', είναι απόλυτη, με την έννοια ότι για την τέλεση του εγκλήματος αυτού, δεν απαιτείται να έχουν γίνει και συγκεκριμένες ενέργειες που συνιστούν έμπρακτη κατάχρηση της σχέσης εξάρτησης ανάμεσα στους εργαζόμενους και τους φιλοξενούμενους, αρκεί δε μόνο η ύπαρξη επαφής. Είναι αδιάφορο δε, αν το θύμα είχε την πρωτοβουλία ή αν συμφώνησε στην τέλεση της ασέλγειας. Ο αναγκαίος δόλος του δράστη περιλαμβάνει τη γνώση όλων των στοιχείων που θεμελιώνουν τη σχέση εξάρτησης του θύματος από αυτόν και τη βούληση να γίνει εκμετάλλευση αυτής της σχέσης για να τελεσθεί ασελγής πράξη. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 351 Α του ΠΚ, όπως προστέθηκε με το αρ.9 του ν. 3064/2002, ορίζεται "1. Η ασελγής πράξη με ανήλικο που τελείται από ενήλικο με αμοιβή ή με άλλα υλικά ανταλλάγματα ή η ασελγής πράξη μεταξύ ανηλίκων που προκαλείται από ενήλικο με τον ίδιο τρόπο και τελείται ενώπιον αυτού ή άλλου ενηλίκου τιμωρείται ως εξής: α) αν ο παθών δε συμπλήρωσε τα δέκα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή εκατό χιλιάδων έως πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ, β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δέκα, όχι όμως και τα δεκαπέντε έτη, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ και γ) αν συμπλήρωσε τα δεκαπέντε έτη, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ. Κατά την επιμέτρηση της ποινής δεν εφαρμόζεται το άρθρο 83 στοιχείο ε'. 2. Η κατά συνήθεια τέλεση της πράξης από τον ενήλικο σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο συνιστά επιβαρυντική περίσταση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στοιχεία του εγκλήματος αυτού είναι: α) Τέλεση ασελγούς πράξης από ενήλικο. Ασελγής πράξη νοείται, όπως ορίζεται στα άρθρα 336,339 και 342 ΠΚ. Ενήλικος είναι ο ποινικά ενήλικος, δηλαδή αυτός που έχει συμπληρώσει το 17ο έτος της ηλικίας του (άρ. 121), ενώ δεν μπορεί να είναι δράστης κάποιος ανήλικος, ούτε υπό οιασδήποτε μορφής συμμετοχή. β) Τέλεση της ασελγούς πράξης επί ανηλίκου ή πρόκληση από ενήλικο τέλεσης ενώπιόν του της ασελγούς πράξης μεταξύ ανηλίκων. Ανήλικος είναι ο ηλικίας κάτω των 18 ετών. Ο ανήλικος μπορεί να είναι άγαμος ή έγγαμος ή ακόμη και σύζυγος του δράστη. Η ηλικία κρίνεται με βάση το χρόνο τέλεσης της πράξης και η συμπλήρωση της ηλικίας κρίνεται κατά τα άρθρα 127, 241 β, και 243 γ του ΑΚ. Ενώπιόν του νοείται με την φυσική του παρουσία, η οποία όμως μπορεί να γίνεται και με παρακολούθηση της ασελγούς πράξης, άμεσα και ζωντανά με ηλεκτρονικό τρόπο. γ) Η πράξη να τελέσθηκε με παροχή από το δράστη ή και από τρίτο αμοιβής ή οιουδήποτε άλλου υλικού ανταλλάγματος, π.χ. με χρήματα, κοσμήματα ή άλλα δώρα, ακόμη και με υπόσχεση αμοιβής ή δώρου που θα δοθεί μετά την πράξη. δ) Δόλος του δράστη, αρκεί και ενδεχόμενος, που περιλαμβάνει γνώση όλων των παραπάνω στοιχείων της πράξης και ιδία την ανηλικότητα του θύματος. Η ασέλγεια με κατάχρηση εξουσίας συρρέει αληθινά με την ασέλγεια με ανήλικο έναντι αμοιβής, του άρθρου 351 Α' του ΠΚ. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 167,207,208/2011 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, κηρύχθηκε ο αναιρεσείων, ένοχος κατά συρροή και κατά εξακολούθηση και κατά συνήθεια, της αξιόποινης πράξεως της ασέλγειας με κατάχρηση εξουσίας από πρόσωπο διορισμένο σε παιδαγωγικό ίδρυμα, και για ασέλγεια με ανηλίκους με αμοιβή και ανταλλάγματα, σε βάρος οκτώ ανηλίκων και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως 33 ετών, εκτιτέα 25 ετών και σε συνολική χρηματική ποινή 230.000 ευρώ. Στο αιτιολογικό του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, διαλαμβάνονται κατά πιστή αντιγραφή τα εξής: Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, την ανάγνωση: 1) των καταθέσεων των ανηλίκων στην προδικασία αλλά και οι συμπληρωματικές αυτών (ανηλίκων), που λήφθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 226Α Κ.Π.Δ όπως προστέθηκε τούτο με το νόμο 3625/2007 και τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, μετά την έκδοση των 42, 43, 44, 45, και 46/2009 αποφάσεων του Δικαστηρίου τούτου, 2) των από 10-7-2009 τεσσάρων (4) παιδοψυχιατρικών εκθέσεων του παιδοψυχιάτρου Γ. Ζ., που διορίσθηκε πραγματογνώμονας με την ίδια πιο πάνω απόφαση, και αφορούν τους ανηλίκους Β. Ο., Ά. Χ., Ε. Ι. και Χ. Ι., 3) των από 16-7-2009 τριών (3) παιδοψυχιατρικών εκθέσεων του ίδιου ως άνω παιδοψυχιάτρου και αφορούν τους ανήλικους Θ. Π., Λ. Π. και Θ. Β., 4) των με αριθμ. πρωτ. 4671/2006 και 4665/2006 ιατροδικαστικών εκθέσεων του ιατροδικαστή Ι. Κ., 5) της από 4-6-2007 έκθεσης ψυχομετρικής διάγνωσης της Χ. Α., 6) της από 7-12-2007 έκθεσης ψυχιατροδικαστικής γνωμοδότησης του Γ. Α. και η συμπληρωματική αυτής από 1-9-2009, 7) της από 26-8-2009 έκθεσης ψυχολογικής αξιολόγησης του κατηγορουμένου, του Ψυχολόγου των Φυλακών Γρεβενών, Μ. Λ. και του χωρίς ημερομηνία σημειώματος του ίδιου, που αφορά τον κατηγορούμενο, 8) των πρακτικών του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, της εκκαλουμένης απόφασης, καθώς και των λοιπών εγγράφων που αναφέρονται πιο πάνω, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος παρακολούθησε στην Αγγλία σπουδές νέων και κοινότητας. Με βάση τα προσόντα του αυτά, όταν επανήλθε στην Ελλάδα, προσελήφθη ως παιδαγωγός στο Ίδρυμα-Ορφανοτροφείο "...", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, ενώ το θέρος των ετών 2005 και 2006 ήταν υπαρχηγός-ομαδάρχης στις κατασκηνώσεις του Δήμου Αθηναίων στην περιοχή Άγιος Ανδρέας Αττικής. Κατά τους αναφερόμενους στο διατακτικό χρόνους, εκμεταλλευόμενος τις ιδιότητές του αυτές, στο Ίδρυμα και κατασκηνώσεις, που ήταν προορισμένα να περιθάλπουν πρόσωπα ανήλικα που έχουν ανάγκη, τα οποία, κυρίως προέρχονταν από οικογένειες οικονομικών μεταναστών ή ήταν τέκνα διαζευγμένων γονέων και οι οποίοι (γονείς) στερούνταν οικονομικών πόρων για την παροχή σ' αυτούς στέγης, τροφής, εκπαίδευσης και θερινών διακοπών ή αδυνατούσαν λόγω της απασχόλησής τους στην εργασία τους να ασκήσουν την αναγκαία εποπτεία επ' αυτών, αγαθά που είχαν αναλάβει και τους παρείχαν το άνω Ίδρυμα και Δήμος Αθηναίων, προέβη κατ' επανάληψη στη διενέργεια ασελγών πράξεων, σε βάρος των ανηλίκων που αναφέρονται πιο κάτω, ενώ τις ασελγείς αυτές πράξεις τελούσε και με την παροχή ανταλλαγμάτων (δώρων, όπως ηλεκτρονικά παιχνίδια, αθλητικά παπούτσια, ποδήλατα, μπάλες, επισκέψεις σε παιδικές χαρές ή άλλες ψυχαγωγικές εγκαταστάσεις ή διενέργεια εκδρομών με δαπάνες του). Παράλληλα, ο κατηγορούμενος, προκειμένου να πετύχει του σκοπού του, είχε φροντίσει να δημιουργήσει σχέση εμπιστοσύνης με τους γονείς των ανηλίκων. Τούτο πέτυχε με συχνές επισκέψεις στις οικίες των περισσοτέρων γονέων των ανηλίκων, όπως των αδελφών Ι. που διέμεναν με τον πατέρα τους ο οποίος ήταν διαζευγμένος και τον έπεισε να του εμπιστευθεί τους ανήλικους στις κατασκηνώσεις, την μητέρα των ανηλίκων Π., με τους οποίους πραγματοποίησε ταξίδι αναψυχής στο Παρίσι, την μητέρα του ανήλικου Χ., την οποία επισκεπτόταν κατ' επανάληψη στην οικία της, προφασιζόμενος ότι ενδιαφέρεται για την εκπαίδευση και την πρόοδο του, ενώ με τους λοιπούς ερχόταν σε συχνές τηλεφωνικές επικοινωνίες επιδεικνύοντας το ίδιο, ως άνω, ενδιαφέρον με αποτέλεσμα να τον εμπιστεύονται και να πιστεύουν ότι ο κατηγορούμενος ενδιαφερόταν ειλικρινά και φρόντιζε για την σωστή ψυχοσωματική διάπλαση των τέκνων τους. Στο Ίδρυμα "..." εκμεταλλευόμενος τη θέση του ως παιδαγωγού καλούσε τους ανήλικους στο γραφείο του και προέβαινε επανειλημμένως σε ασελγείς πράξεις με αυτούς. Ειδικότερα: τον ανήλικο Ε. Ι. (γεννηθέντα το 1993), αφού τον προσκαλούσε στο γραφείο του, έθετε σε λειτουργία τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, όπου είχε τοποθετήσει ταινίες με πορνογραφικό περιεχόμενο και υποχρέωνε τον ανήλικο να τις παρακολουθεί, ενώ ξεγύμνωνε αυτόν, τον εναγκαλιζόταν, τον φιλούσε στο πρόσωπο, στο στόμα σε διάφορα σημεία του σώματος του και στα γεννητικά του όργανα. Προέβαινε, με τα χέρια του, σε ψαύσεις, θωπείες και μαλάξεις των γεννητικών οργάνων του ανηλίκου, προκαλώντας διέγερσή τους που κατέληγε σε οργασμό του, καθώς και πεολειξία-πεοθηλασμό. Κάποιες φορές υποχρέωνε τον ανήλικο να αυνανίζεται ενώπιον του, φθάνοντας μέχρι οργασμού. Τις ίδιες, ως άνω ασελγείς πράξεις, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, ενεργούσε ο κατηγορούμενος και σε βάρος των φιλοξενούμενων στο άνω Ίδρυμα ανηλίκων, Ε. Π. (γεννηθέντος το 1991), αδελφών Θ. και Λ. Π. (γεννηθέντων αντίστοιχα το έτος 1989 και 1991) καθώς και του Χ. Ι. (γεννηθέντος το 1998). Τις πράξεις αυτές ενεργούσε μετά των ανηλίκων ο ίδιος ο κατηγορούμενος, είτε υποχρέωνε τους ανηλίκους να τελούν ενώπιόν του, καταγράφοντας αυτές με φωτογραφική μηχανή ή σε video και διατηρούσε αρχείο τους σε ηλεκτρονική μορφή στον υπολογιστή του. Η Ιδιότητα του κατηγορουμένου ως παιδαγωγού των ανηλίκων ήταν η κύρια αιτία της προσέλευσης των ανηλίκων στο γραφείο του, αλλά και η παροχή ανταλλαγμάτων που προαναφέρθηκαν και περιγράφονται στο διατακτικό και ήταν δελεαστικά για τα ανήλικα, αφού οι γονείς τους δεν είχαν την δυνατότητα να τους τα προσφέρουν. Υπό το φόβο δε, που είχε δημιουργήσει ο κατηγορούμενος στους ανήλικους για πιθανή αποπομπή τους από το Ίδρυμα, ως ενδεχόμενο της άρνησης τους να προσέλθουν στο γραφείο του κατηγορουμένου ή της αποκάλυψης των όσων συνέβαιναν εκεί, καθώς και η απώλεια των παροχών τους προς αυτούς, είχε ως αποτέλεσμα να μην αποκαλύψουν τα όσα συνέβαιναν στους γονείς και τους οικείους τους. Ο κατηγορούμενος, προκειμένου να μη αποκαλύψουν αυτά στους γονείς τους, έλεγε ακόμη στους ανήλικους ότι πρόκειται για ομαδικό παιχνίδι καθώς και ότι αυτό ήταν το μυστικό τους. Το ίδιο χρονικό διάστημα, κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στο διατακτικό ο κατηγορούμενος τελούσε ασελγείς πράξεις και στην οικία του, όπου προσκαλούσε τους ανηλίκους Ε. Ι., Χ. Ι., Ε. Π., Ά. Χ., Θ. και Λ. Π.. Ο κατηγορούμενος, επίσης, κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό χρόνο, όπως προαναφέρθηκε, διετέλεσε υπαρχηγός στις παιδικές κατασκηνώσεις του Δήμου Αθηναίων στον Άγιο Ανδρέα Αττικής. Εκεί εκμεταλλευόμενος τη θέση που του είχε εμπιστευθεί η Διοίκηση της κατασκήνωσης, προέβαινε κατ' επανάληψη σε ασελγείς πράξεις με ανηλίκους που φιλοξενούνταν εκεί. Ειδικότερα σε βάρος των Β. Ο. (γεννηθέντος το 1995), Θ. Β. (γεννηθέντος το 1995), Α. Χ. (γεννηθέντος το 1993) και Ε. Ι. (γεννηθέντος το 1993), οι δυο τελευταίοι ήταν φιλοξενούμενοι και στο Ίδρυμα ... και με δικές του ενέργειες έγιναν δεκτοί στη κατασκήνωση. Ο ανήλικος Β. Ο., φιλοξενήθηκε για ένα δεκαπενθήμερο στις κατασκηνώσεις, οπότε και έληξε η παραμονή του εκεί. Ο κατηγορούμενος, όμως, φρόντισε να φιλοξενηθεί και για μετέπειτα χρονικό διάστημα, προκειμένου να προβαίνει και με αυτόν σε ασελγείς πράξεις. Τους ανηλίκους αυτούς, προσκαλούσε κάθε φορά, είτε μεμονωμένα είτε μαζί, στο κατάλυμά του. Τους υποχρέωνε να παρακολουθούν στον υπολογιστή του, ταινίες πορνογραφικού περιεχομένου, τους ξεγύμνωνε, προέβαινε σε εναγκαλισμούς με αυτούς, τους φιλούσε στο στόμα και σε διάφορα σημεία του σώματός τους και στα γεννητικά τους όργανα, σε ψαύσεις και θωπείες τόσο των γεννητικών τους οργάνων προκαλώντας τους διέγερση που κατέληγε σε οργασμό, κάποιες φορές δε τους υποχρέωνε να αυνανίζονται, ενώ ο ίδιος τους παρακολουθούσε. Τους ανηλίκους Β. Ο. και Ε. Ι., υποχρέωνε να χρησιμοποιούν πλαστικό ομοίωμα γυναίκας και να προσποιούνται ότι τελούν ερωτική πράξη. Τους ανήλικους τους προέτρεπε να κάνουν μπάνιο μαζί και να προστρίβουν το πέος τους στον πρωκτό του άλλου, υποστηρίζοντας, όπως και παραπάνω ότι πρόκειται για ομαδικό παιχνίδι. Κατά την τέλεση των πράξεων αυτών, ο κατηγορούμενος φωτογράφιζε τους ανήλικους. Τον Ιούλιο του 2006 ο ανήλικος Β. Ο. είχε γενέθλια. Την ημέρα εκείνη ο κατηγορούμενος τον παρότρυνε να αυνανισθεί για έντεκα (11) φορές, όσα και τα χρόνια της ζωής του. Ο ανήλικος δεν άντεξε και μετά την ένατη φορά άρχισε να ζαλίζεται. Οδηγήθηκε στο ιατρικό κέντρο της κατασκήνωσης και εξετάστηκε από τους ιατρούς οι οποίοι συνέστησαν την παραμονή του στο αναρρωτήριο, ενώ υπέδειξαν να ειδοποιηθούν οι γονείς του. Παρενέβη όμως ο κατηγορούμενος και ο ανήλικος παρέμεινε στο κατάλυμά του (κατηγορουμένου), ενώ δεν ειδοποιήθηκαν οι γονείς του. Εκεί τον βρήκε η μητέρα του, μετά δυο ημέρες, όταν πήγε να τον επισκεφθεί, οπότε ο ανήλικος της εξιστόρησε τις πράξεις του κατηγορουμένου. Η μητέρα του εν λόγω ανηλίκου, αμέσως τον πήρε και μετέβη στο αρμόδιο Α/Τ, όπου μετά τις καταθέσεις αυτών και των λοιπών ανηλίκων αποκαλύφθηκαν οι πιο πάνω περιγραφείσες πράξεις του κατηγορουμένου. Από τα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου στοιχειοθετεί πλήρως την νομοτυπική μορφή των αδικημάτων της ασέλγειας με κατάχρηση εξουσίας (άρθρο 343 εδ. β'Π.Κ) και της ασέλγειας με ανήλικο έναντι αμοιβής (άρθρο 351 Α Π. Κ). Ειδικότερα, ως ασελγής πράξη νοείται, κατά την νομολογία του Αρείου Πάγου, η αντικειμενικώς προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθυνόμενη στην ικανοποίηση ή την διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας. Ως ασελγής πράξη χαρακτηρίζεται η σωματική επαφή που έχει εξωτερικά φανερό και έντονο γενετήσιο χαρακτήρα (Α.Π 16/2004, Α.Π 96 2004). Οι ως άνω περιγραφείσες πράξεις, που τέλεσε ο κατηγορούμενος με τους ανηλίκους ή προκάλεσε ενώπιόν του, την τέλεσή τους, από τους ανηλίκους, όπως διεξοδικά αναφέρονται για καθένα απ' αυτούς στο διατακτικό, εμπίπτουν στην έννοια των ασελγών πράξεων, που προσβάλλουν το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υπό την προεκτεθείσα έννοια και κατευθύνονταν στην διέγερση και την ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του. Οι πράξεις αυτές τελέστηκαν αφενός από πρόσωπο, όπως ο κατηγορούμενος, που ήταν διορισμένος και εργαζόταν ως παιδαγωγός στο Ίδρυμα ... και ως υπαρχηγός- ομαδάρχης στις κατασκηνώσεις του Δήμου Αθηναίων, που ήταν προορισμένα (Ίδρυμα και Κατασκηνώσεις) να περιθάλπουν πρόσωπα που είχαν ανάγκη, όπως οι προαναφερόμενοι ανήλικοι, αφετέρου δε και με την παροχή υλικών ανταλλαγμάτων, που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Η επί μακρόν (διετία) και επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα για την σταθερή ροπή του κατηγορουμένου στη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του και συνακόλουθα στην παραδοχή της κατά συνήθεια τέλεσης. Τις πράξεις αυτές τέλεσε ο κατηγορούμενος όντας πλήρως ικανός προς καταλογισμό. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων 1) της κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση ασέλγειας με κατάχρηση εξουσίας (άρθρο 343 εδ. β'ΠΚ) και 2) της κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση ασέλγειας με ανήλικο, έναντι υλικών ανταλλαγμάτων κατά συνήθεια, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη 167,207,208/2011 απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όσον αφορά την τέλεση από τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο των δύο αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες αυτός καταδικάστηκε, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 94, 98, 343 περ.β' και 351 Α παρ. 1 α,β,γ, και 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται νόμιμης βάσης. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, καθόσον, α) κατά ορθή ερμηνεία του άρθρου 343 περ. β του ΠΚ, ο διορισμένος ή εργαζόμενος σε Δημοτικές κατασκηνώσεις και μάλιστα ως υπαρχηγός, όντας ο κατηγορούμενος παιδαγωγός στο Ίδρυμα Ορφανοτροφείο ..., μπορεί να είναι υποκείμενο του ανωτέρω εγκλήματος, οι δε παιδικές κατασκηνώσεις που φιλοξενούν ανήλικα παιδιά του άνω Ιδρύματος κατά τις θερινές διακοπές τους για λόγους αναψυχής, διαπαιδαγώγησής τους και επαφής τους με τη φύση, περιλαμβάνονται στον όρο "άλλα ιδρύματα, προορισμένα να περιθάλπουν πρόσωπα που έχουν ανάγκη από βοήθεια", όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, β) αναφέρονται στο αιτιολογικό τα επί μέρους ανταλλάγματα και δώρα που προσέφερε ο κατηγορούμενος στους ανήλικους παθόντες, όπως ηλεκτρονικά παιχνίδια, αθλητικά παπούτσια, ποδήλατα, μπάλες, εκδρομές κλπ, για να ενεργήσει επ' αυτών συγκεκριμένες σημειούμενες ασελγείς πράξεις, υλικά ανταλλάγματα που σαφώς προσέφερε κατά τις παραδοχές, όλα και σε όλους τους ανήλικους και δεν ήταν απαραίτητο να εξειδικεύσει χωριστά κάθε περίπτωση ανηλίκου, στοιχειοθετούμενου του εγκλήματος του άρθρου 351 Α του ΠΚ, που καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και όχι εκείνου του άρθρου 339 ΠΚ, περί αποπλάνησης ανηλίκων, που αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, γ) δεν υπάρχει αντίφαση από την παραδοχή του αιτιολογικού ότι η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως παιδαγωγού των ανηλίκων ήταν η κύρια αιτία της προσέλευσης των ανηλίκων στο γραφείο του, αλλά και η παροχή ανταλλαγμάτων που προσφέρθηκαν και ήταν δελεαστικά για τα ανήλικα, αφού οι γονείς τους δεν είχαν τη δυνατότητα να τους τα προσφέρουν, δ) επαρκώς αιτιολογείται η συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της επιβαρυντικής περίστασης της κατά συνήθεια τέλεσης της ασέλγειας με ανήλικους έναντι ανταλλαγμάτων, με την παραδοχή ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής σε πλείονες ανηλίκους προκύπτει σταθερή ροπή αυτού για διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων, ως στοιχείον της προσωπικότητάς του, ε) από την αναφορά στο αιτιολογικό ότι ο ανήλικος Ά. Χ. φιλοξενήθηκε με τους άλλους ανήλικους "και στο Ίδρυμα ...", ενώ οι ασελγείς πράξεις σε βάρος του φέρονται όλες τελεσθείσες αποκλειστικά στις παιδικές κατασκηνώσεις Δήμου Αθηναίων, δε δημιουργείται καμία ασάφεια, αφού καθίσταται πρόδηλον ότι πρόκειται για παραδρομή, στ) οι δύο ως παραπάνω αξιόποινες πράξεις των άρθρων 343 περ. β και 351 Α του ΠΚ, δε συρρέουν φαινομενικά, αλλά αληθώς κατ' ιδέαν, όπως ορθά δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον δεν απορροφά η μία την άλλη διάταξη και παρά το ότι προστατεύουν το ίδιο έννομο αγαθό της γενετήσιας ελευθερίας, η διάταξη του άρθρου 351 Α ΠΚ, κατά τα αναπτυχθέντα στην αρχή της παρούσας, περιέχει διαφορετικά στοιχεία αντικειμενικής υπόστασης από εκείνα της διάταξης του άρθρου 343 περ. β του ΠΚ, ήτοι συγκροτούν δύο διαφορετικές και αυτοτελώς κολάσιμες πράξεις και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έκρινεν ομοίως δεν υπερέβη θετικά την εξουσία του. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, γι' αυτό και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' του ΚΠΔ, προβαλλόμενοι συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, κύριοι και πρόσθετοι, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρ.170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο, 1) περί μειωμένου καταλογισμού, κατ' άρθρον 36 του ΠΚ, όταν δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 34 ΠΚ, και λόγω κάποιας ψυχικής πάθησης, η ικανότητα προς καταλογισµό δεν έχει εκλείψει εντελώς, αλλά µειώθηκε όµως, σηµαντικά, οπότε και επιβάλλεται µειωµένη ποινή κατά το άρθρο 83 ΠΚ, και 2) για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, (υπό α') "το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή", και (υπό ε') "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Για να στοιχειοθετηθεί το ελαφρυντικό 84 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ, δεν αρκεί η επίκληση µόνο του λευκού ποινικού µητρώου, ούτε η απουσία επίµεµπτης δραστηριότητας µέχρι την τέλεση της πράξης, ούτε η µέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συµπεριφορά, µε τη δηµιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλµατος ή εργασίας προς βιοπορισµό, αλλά απαιτείται η επίκληση περιστατικών θετικής και επωφελούς για την κοινωνία δράσης και συµπεριφοράς. Για να συντρέξει όμως, η δεύτερη από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις του εδ. ε', ναι μεν πρέπει, η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και μάλιστα υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, γιατί τότε μόνο η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή, στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή, και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης. Όμως, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως, στον ευρισκόμενο στη φυλακή κρατούμενο από μόνο το γεγονός ότι αυτός κρατείται και ότι εξ' αυτής της καταστάσεώς του, λόγω του πειθαναγκασμού του στους κανόνες λειτουργίας των σωφρονιστικών καταστημάτων, δε μπορεί να μη ληφθεί υπόψη η τυχόν βελτίωση της συμπεριφοράς του, η οποία (βελτίωση), κατά το διάστημα της κράτησής του προδήλως, εκδηλώνεται μόνο με θετική συμπεριφορά. Τούτο γιατί, σε διαφορετική περίπτωση και, πέραν των όποιων προνομίων που προβλέπει ο Σωφρονιστικός Κώδικας και είναι ενδεχόμενο να τύχει ο κρατούμενος κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του, θα οδηγούσε προδήλως, όχι μόνο στην εξάλειψη, αλλά ενδεχομένως και στον περιορισμό της πιθανότητας βελτίωσης του χαρακτήρα και της προσωπικότητας του καταδικασθέντος και ήδη κρατουμένου. Η παραδοχή δε της συνδρομής της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2ε του ΠΚ, αναμφιβόλως, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η συμπεριφορά του εντός του σωφρονιστικού καταστήματος, είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατούμενου και η οποία συνέχεται με την εξαιρετική και οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφοράς του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμ. 167, 207, 208/2011 απόφαση του ΜΟΕ Αθηνών, που καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, πρόβαλε εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, μειωμένου καταλογισμού, λόγω παθολογίας στο πρόσωπό του της παιδοφιλίας, πάθηση διαταραχής του ελέγχου των παρορμήσεων και της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη του (άρθρο 84 παρ. 1 εδ. α' και ε' ΠΚ, αντίστοιχα), επικαλούμενος για τη θεμελίωσή τους, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ειδικότερα, μέχρι την ημέρα της συλλήψεώς μου δεν είχα τελέσει ούτε είχα κατηγορηθεί κατά το παρελθόν για καμία αξιόποινη πράξη, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται περίτρανα από το λευκό Ποινικό Μητρώο μου. Διέμενα με την μητέρα μου και διαβιούσα με έντιμο τρόπο χωρίς ποτέ να δημιουργήσω πρόβλημα στον κοινωνικό μου περίγυρο. Είχα δηλαδή προ της συλλήψεώς μου επιδείξει μία καθ' όλα έντιμη ατομική, επαγγελματική και κοινωνική ζωή. Επιπλέον, από την ημέρα της συλλήψεώς μου μέχρι και σήμερα δεν έχω δημιουργήσει κανένα πρόβλημα στο σωφρονιστικό κατάστημα στο οποίο κρατούμαι και η συμπεριφορά μου είναι μέχρι και σήμερα αρίστη. 'Ετσι λοιπόν κατά τη διάρκεια της κράτησής μου έχω επιδείξει καλή διαγωγή τόσο απέναντι στους σωφρονιστικούς υπαλλήλους όσο και απέναντι στους συγκρατούμενούς μου. Ουδέποτε κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού μου στο δύσκολο και πιεστικό με τις πολλές ιδιαιτερότητες περιβάλλον των Καταστημάτων Κράτησης υπέπεσα σε οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα, ουδέποτε δημιούργησα το οιοδήποτε πρόβλημα. Η συμπεριφορά μου υπήρξε άψογη όλο αυτό το χρονικό διάστημα από εσωτερική ανάγκη και όχι εξαιτίας του φόβου που θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι προξενεί η μικροκοινωνία της φυλακής και οι ιδιαίτερες σχέσεις με συγκρατουμένους και σωφρονιστικό προσωπικό. Μάλιστα, η άμεμπτη συμπεριφορά μου απέναντι στους σωφρονιστικούς υπαλλήλους και τους συγκρατούμενούς μου με βοήθησε να εξασφαλίσω μία θέση εργασίας στο Κατάστημα Κράτησης που κρατούμαι. Η καλή διαγωγή και πειθαρχία στους κανόνες υπήρξε προσωπική και συνειδητή μου επιλογή, η οποία δεν υπαγορεύτηκε από σκοπιμότητα, αλλά προήρχετο από την πηγαία επιθυμία μου να είμαι απόλυτα συμμορφωμένος με τους ισχύοντες κανόνες και αυτό πρέπει να ασκήσει επιρροή στην απόφασή σας. Είναι βέβαια σαφές ότι οι προβληματικοί χαρακτήρες και οι εγκληματικές προσωπικότητες ξεδιπλώνονται και παρουσιάζονται πιο εύκολα σε όλη τους την έκταση, όταν βρεθούν σε δύσκολο και πιεστικό περιβάλλον, όπως κατεξοχήν αυτό της φυλακής. Μετά ταύτα καθίσταται φανερό ότι συντρέχουν στο πρόσωπό μου οι προϋποθέσεις που θέτει ο Ποινικός Κώδικας για την αναγνώριση σε εμένα των ελαφρυντικών του πρότερου εντίμου βίου και της μετέπειτα καλής διαγωγής". Από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, οι ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμοί του περί μειωμένου καταλογισμού και περί συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου των άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, ήτοι τόσον της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου, όσο και της καλής συμπεριφοράς του, επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξεως, απορρίφθηκαν, με την παρακάτω αιτιολογία: "Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι συνεπεία της παιδοφιλίας του, ήταν μειωμένου καταλογισμού, με την έννοια ότι ωθούνταν ακαταμαχήτως στις πράξεις του από ανάγκη ικανοποιήσεως του "πάθους" του, δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τούτο διότι, κάτι τέτοιο δυσχερώς δύναται να νοηθεί, αφού στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο τρόπος που ενήργησε αυτός και ειδικότερα η άγρα των θυμάτων του από παιδιά που προέρχονταν από προβληματικές οικογένειες (οικογένειες οικονομικών μεταναστών ή με διαζευγμένους γονείς, που στερούνταν οικονομικών μέσων για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των τέκνων τους για διατροφή, ένδυση, αναψυχή κ.λ.π.), ως και οι προφυλάξεις που ελάμβανε για να μη γίνει αντιληπτός, όπως και η απαγόρευση εισόδου στο γραφείο του στο Ίδρυμα, που είχε επιβάλλει αυτός με την ανοχή της διεύθυνσης του Ιδρύματος (άγνωστο ποια μέσα μεταχειρίστηκε για να πετύχει τούτο), προκειμένου να μη γίνει γνωστό το πορνογραφικό υλικό που ήταν τοποθετημένο εκεί καθώς και συσκευές για σεξουαλική διέγερση), στα υπόλοιπα μέλη του προσωπικού, ούτε και στον φύλακα, έστω και αν παρίστατο ανάγκη, παρά μόνο με την παρουσία του, καθίσταται εναργής η άμεση επαφή του με τα πράγματα και η ικανότητά του να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα των πράξεών του και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό, ενώ όπως ο ίδιος δέχεται απολογούμενος, περιεχόμενο της εκπαίδευσής του αποτέλεσε και η κατηγορηματική απαγόρευση τέτοιων επαφών μεταξύ παιδαγωγού και ανηλίκων. Περαιτέρω οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου για τη συνδρομή στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη πρέπει να απορριφθούν. Ειδικότερα ο υπό στοιχείο α', όπως είναι διατυπωμένος (βλ. 2η σελίδα 16ου φύλλου της απόφασης αυτής), προεχόντως, ως αόριστος. Η επίκληση μόνο ότι έχει λευκό ποινικό μητρώο και ότι ουδέποτε μέχρι σήμερα έχει απασχολήσει τις αστυνομικές ή δικαστικές αρχές και ότι προ της εμπλοκής του με την παρούσα υπόθεση διήγαγε ευυπόληπτο βίο, δε δικαιολογούν την στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού, χωρίς την επίκληση και άλλων συγκεκριμένων (θετικών) περιστατικών έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στο άρθρο 84 παρ. 2α. Ανεξαρτήτως, όμως, αυτών ο ισχυρισμός του, αυτός είναι απορριπτέος και ως ουσία αβάσιμος, αφού αποδείχτηκε ότι η κοινωνική του ζωή δεν ήταν έντιμη. Συγκεκριμένα και πριν τις πράξεις του αυτές συναναστρεφόταν ανθρώπους που παρήγαγαν και προωθούσαν πορνογραφικό υλικό με ανήλικους το οποίο και προμηθευόταν, ενώ προέβαινε και στη φωτογράφιση γυμνών ανηλίκων σε άσεμνες στάσεις. Όσον αφορά τη δεύτερη από τις περιστάσεις αυτές(υπό στοιχ. ε'), η καλή συμπεριφορά πρέπει να εκτείνεται σε μεγάλο χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, αφού τότε μόνο η επιλογή του αντανακλά τη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιάθεσής του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στις φυλακές, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι ελεύθερη στη κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης. Κατά συνέπεια, η ήσυχη και χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα διαβίωση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στη Φυλακή, δε στοιχειοθετεί την συγκεκριμένη ελαφρυντική περίσταση, διότι τέτοια συμπεριφορά, την οποία η έννομη τάξη επιβραβεύει με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής, καθόσον πρόκειται για συμπεριφορά που δεν εκδηλώθηκε υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων: 1) της, κατά συρροή και κατ7 εξακολούθηση, ασέλγειας με κατάχρηση εξουσίας (άρθρο 343 εδ, β' Π.Κ.) και 2) της, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, ασέλγειας με ανήλικο, έναντι υλικών ανταλλαγμάτων κατά συνήθεια, απορριπτόμενων των ισχυρισμών για μειωμένο καταλογισμό και τη συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων περί προτέρου έντιμου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την τέλεση των πράξεων". Η αιτιολογία αυτή, όσον αφορά την απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, περί μειωμένου καταλογισμού και περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 1 εδ. α και ε' του ΠΚ, είναι η κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη. Ειδικότερα, η παραπάνω αιτιολογία, 1) όσον αφορά τον αυτοτελή ισχυρισμό περί μειωμένου καταλογισμού, το δικαστήριο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τον απορρίπτει, από δε το σύνολο των παραδοχών καταλήγει στο συμπέρασμα ότι καθίσταται εναργής η ικανότητα του κατηγορουμένου να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα των πράξεών του και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό, όντας πλήρως ικανός προς καταλογισμό, πράγμα που σημαίνει ότι συνεκτίμησε περί τούτου και τα πορίσματα των αναγνωσθεισών ψυχιατρικών πραγματογνωμοσυνών δύο ψυχολόγων-ψυχιάτρων, της Χ. Α. και του Γ. Α. αντίστοιχα, που κατέθεσαν και στο ακροατήριο ως μάρτυρες υπεράσπισης, και που μνημονεύει ρητά στο αιτιολογικό του (φύλλο 33) και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι συνεκτιμήθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και αυτές οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης για την ψυχολογική - συναισθηματική αντίληψη του κατηγορουμένου για τον εαυτό του, 2) όσον αφορά την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 1 εδ. ε' του ΠΚ, είναι η απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι ο αναιρεσείων δεν είχε επικαλεστεί άλλα θετικά στοιχεία της συμπεριφοράς του, κατά το διάστημα του εγκλεισμού του στα καταστήματα Κράτησης Τριπόλεως και Γρεβενών, πέραν της συνήθους συμπεριφοράς ενός καταδίκου στις φυλακές, ενώ δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το δικαστήριο συναξιολόγησε για το σχηματισμό της απορριπτικής αυτής κρίσης του και την αναγνωσθείσα από 23-2-2011 βεβαίωση του Ψυχολόγου του καταστήματος κράτησης Γρεβενών Λ. Μ., την οποία σημειωτέον και δεν είχεν επικαλεσθεί ο κατηγορούμενος κατά την προβολή του εν λόγω αυτοτελούς ισχυρισμού του. Από τη διάταξη του άρθρου 365 παρ.1 του ΚΠΔ που ορίζει ότι "Στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εµφάνιση ενός µάρτυρα στο ακροατήριο εξαιτίας θανάτου, γήρατος, µακράς και σοβαρής ασθένειας, διαµονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύµατος (άρθρο 219 παρ. 2) ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόµος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση, η ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία", συνάγεται ότι ακυρότητα της διαδικασίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη για τους λόγους που ενδεικτικά αναφέρονται σ' αυτή τη διάταξη. Όμως, δε δημιουργείται καμία ακυρότητα όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση αναγνώσει κατάθεση μάρτυρα της προδικασίας στο ακροατήριο και αν ακόμη δε βεβαίωσε ότι η εμφάνισή του στο ακροατήριο ήταν αδύνατη, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν αντέλεξε. Εξάλλου, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο αναγνωσθείσας κατάθεσης μάρτυρα, που έχει ληφθεί στην προδικασία, παραβιάζει δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. ε' της ΕΣΔΑ να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες, μόνο εφόσον έγινε παρά την εναντίωση τούτου. Επίσης, η γραπτή κατάθεση του ανηλίκου, μάρτυρα θύµατος προσβολής της προσωπικής και της γενετήσιας ελευθερίας του, κατά το άρθρο 226 Α του ΠΚ, που εισήχθη µε το άρθρο 3 παρ. 4 ν. 3625/2007, αναγιγνώσκεται πάντοτε στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά επισκοπούνται, αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο οι καταθέσεις των παθόντων ανηλίκων μαρτύρων στην προδικασία, καθώς και ενώπιον του Ανακριτή, που λήφθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 226 Α του ΚΠΔ, (βλ. φύλλο 28 και 33 προσβαλλόμενης), χωρίς μάλιστα να προβληθεί καμία αντίρρηση από τον κατηγορούμενο. Επομένως, από την ανάγνωση των καταθέσεων των απόντων ως άνω ανηλίκων μαρτύρων, δε δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού η ανάγνωση έγινε σύννομα και δεν υπήρξε σχετική εναντίωση του κατηγορουμένου, και κατά συνέπεια ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ομού με τους πρόσθετους λόγους αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-9-2011 αίτηση - δήλωση αναιρέσεως ομού με τους από 13-2-2012 και από 28-9-2012 πρόσθετους λόγους αυτής, του Γ. Π. του Φ., περί αναιρέσεως της 167, 207, 208/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ασέλγεια με κατάχρηση εξουσίας από παιδαγωγό ιδρύματος. Ασέλγεια με αμοιβή με ανηλίκους, κατά συνήθεια. Άρθρα 343 παρ.2, 351 Α ΠΚ
Ασέλγεια με κατάχρηση εξουσίας
Ασέλγεια με κατάχρηση εξουσίας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1423/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο,- Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Λ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία παρέστη αυτοπροσώπως λόγω και της ιδιότητός της ως δικηγόρου, περί αναιρέσεως της 2444,2445/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα: Θ. Κ. του Ε., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Πλάτωνα Νιάδη. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Φεβρουαρίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 278/12. Αφού άκουσε Την αναιρεσείουσα με την ιδιότητά της ως δικηγόρου και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του πολιτικώς ενάγοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Το ποινικό δικαστήριο, οφείλει να απαντήσει και περαιτέρω να αιτιολογήσει ειδικώς και την παραδοχή ή την απόρριψη ενός αυτοτελούς ισχυρισµού, µόνο όμως όταν έχει υποβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισµένο, δηλαδή, αν αναφέρονται από τον κατηγορούµενο ή το συνήγορό του τα πραγµατικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόµο θεµελίωσή του, αλλιώς είναι απαράδεκτος ως αόριστος, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Αν έγινε προβολή ή όχι και δη παραδεκτά, προκύπτει αποκλειστικά από τα πρακτικά του δικαστηρίου, που κατ' άρθρο 142 παρ. 3 του ΚΠΔ, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά µέχρι να διορθωθούν µε τη νόµιµη διαδικασία ή ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα. Επίσης, η παρεµπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου που απορρίπτει αίτηση του εκκαλούντος-κατηγορουµένου περί αναβολής της δίκης, λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 του ΚΠΔ ή για κρείσσονες αποδείξεις, κατά το άρθρο 352 ΚΠΔ, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογηµένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στη διακριτική και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή πρέπει η απόφαση να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά µέσα που εκτιµήθηκαν, τα πραγµατικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως αυτής κρίση του . Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 349 παρ.1 και 4 του ΚΠΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο εκδικάσεως της προκειμένης υποθέσεως(23-11-2011), με την αντικατάστασή του με το άρθρο 20 του ν. 3904/2010 και προ της τροποποίησής του με το άρθρο 33 του ν. 4055/2012, προκύπτει ότι το δικαστήριο μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή και αυτεπάγγελτα, "μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, μία μόνο φορά, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. Δεύτερη αναβολή μπορεί να δοθεί για τους ίδιους ως άνω λόγους και σύμφωνα με τους άνω όρους. Κάθε άλλη αναβολή απαγορεύεται και το δικαστήριο μπορεί μόνο να διατάξει την διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές". Επίσης, κατ' άρθρο 352 παρ.3 του ΚΠΔ, ορίζεται ότι "αν το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται νέες αποδείξεις, μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση της υπόθεσης, εφαρμόζοντας ανάλογα τις διατάξεις της παρ.2 του άρθρου αυτού". Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 2444,2445/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα εξής: Μετά την εκφώνηση της υποθέσεως και του ονόματος της κατηγορουμένης, που βρέθηκε απούσα, εμφανίστηκε στο ακροατήριο ο δικηγόρος Χρήστος Τσιάρας, ο οποίος προσκόμισε την από 22-11-2011 δήλωση κωλύματος της κατηγορουμένης δικηγόρου, την οποία ανέγνωσε ο Πρόεδρος δημόσια στο ακροατήριο, και δήλωσε ότι βάσει της από 22-11-2011 εξουσιοδοτήσεως της κατηγορουμένης προς αυτόν, παρίσταται σήμερα στο ακροατήριο για να υποστηρίξει αίτημα αναβολής λόγω κωλύματος στο πρόσωπο της κατηγορουμένης, η οποία βρίσκεται για άλλη προγραμματισμένη υπόθεση πελάτη της στην Αθήνα και συγκεκριμένα ενώπιον της Ανακρίτριας 19 ου Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά απορριπτική εισαγγελική πρόταση απέρριψε το παραπάνω αίτημα αναβολής, με το εξής αιτιολογικό: "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 349 παρ.1 ΚΠοινΔικ, το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Μπορεί επίσης να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για το λόγο αυτόν έως δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές. Δεύτερη αναβολή μπορεί να διαταχθεί μόνον εφόσον βεβαιώνεται αιτιολογημένα στην απόφαση ότι δε μπορεί να αντιμετωπισθεί το σημαντικό αίτιο με τη διακοπή. Κάθε άλλη αναβολή απαγορεύεται. Επιτρέπεται σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις, μόνον αν το δικαστήριο κρίνει με ειδική αιτιολογία ότι είναι αδύνατη η διεξαγωγή της δίκης. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να εκτίθενται αναλυτικά και αιτιολογημένα στην απόφαση της αναβολής. Στη προκειμένη περίπτωση η αναγνωσθείσα πιο πάνω δήλωση της κατηγορουμένης δικηγόρου, δε συνοδεύεται από τα ανάλογα αποδεικτικά στοιχεία του κωλύματος που επικαλείται, ήτοι ότι σήμερα βρίσκεται στην Αθήνα ενώπιον της Ανακρίτριας του 17ου Τμήματος για να υπερασπισθεί πελάτη της και συνεπώς αδυνατεί να εμφανισθεί ενώπιον παρόντος δικαστηρίου. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η παρούσα υπόθεση με φερόμενη ημερομηνία τέλεσης 11-1-2000 έχει ήδη αναβληθεί μία φορά στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας κατά τη δικάσιμο της 15-4-2011 επειδή τότε η κατηγορουμένη είχε και πάλι επικαλεσθεί ότι αδυνάτου σε να εμφανισθεί στο δικαστήριο επειδή θα βρίσκεται σε ανακριτικό γραφείο. Ενόψει αυτών το δικαστήριο εκτιμώντας ότι το αίτημα υποβάλλεται για τη παρέλκυση της δίκης, χωρίς πράγματι να υπάρχει και να αποδεικνύεται σημαντικό αίτιο στην κατηγορουμένη, πρέπει το αίτημα της για αναβολή της δίκης να απορριφθεί." Στη συνέχεια, από τα ίδια πρακτικά του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει ότι ο ίδιος ως άνω δικηγόρος Θεσσαλονίκης Χρήστος Τσιάρας δήλωσε παράσταση και εκπροσωπώντας την απουσιάζουσα κατηγορουμένη δικηγόρο, δυνάμει κατατεθείσας στο ακροατήριο άλλης έγγραφης από 22-11-2011 εξουσιοδοτήσεως της κατηγορουμένης προς αυτόν να την εκπροσωπήσει στη δίκη αυτή, κατά το μέσον της αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλε έτερο αίτημα αναβολής της δίκης, "προκειμένου να κληθεί ως μάρτυρας ο Μ. Ν., η μαρτυρία του οποίου είναι σημαντική". Επί του δευτέρου αυτού αιτήματος αναβολής, αφού ο εισαγγελέας της έδρας πρότεινε την απόρριψή του και το δικαστήριο αρχικά επιφυλάχθηκε να αποφανθεί, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και πριν αποφανθεί για την ενοχή, εκδόθηκε τελικά απορριπτική παρεμπίπτουσα απόφαση, με το εξής αιτιολογικό: "ΕΠΕΙΔΗ από τη χωρίς όρκο κατάθεση του μάρτυρα της πολιτικής αγωγής, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, και την όλη αποδεικτική διαδικασία, το δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για την υπόθεση με αποτέλεσμα να κρίνεται, ότι δεν είναι απαραίτητη η κλήση του μάρτυρα που επικαλέσθηκε η υπεράσπιση αφού τίποτε επί πλέον δεν θα συνεισέφερε η κατάθεση του και συνεπώς το σχετικό αίτημα αναβολής της δίκης προκειμένου να κληθεί ο εν λόγω μάρτυρας πρέπει να απορριφθεί". Με τις παραπάνω παραδοχές, οι δύο παρεμπίπτουσες αυτές απορριπτικές αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης: α) περιέχουν την επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού μνημονεύουν, στα παραπάνω επί μέρους αιτιολογικά, τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το δικαστήριο, για να καταλήξει στις παραπάνω αντίστοιχες απορριπτικές κρίσεις του, αναφέρονται τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το δικαστήριο θεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα των εν λόγω αιτημάτων αναβολής, καθώς αναφέρονται και οι συλλογισμοί με τους οποίους κατέληξε στην κρίση αυτή. Ειδικότερα, α) όσον αφορά την παραπάνω αιτιολογία απόρριψης του πρώτου αιτήματος αναβολής, που είναι ορισμένο, το δικαστήριο αιτιολογεί ειδικά και επαρκώς ότι πρόκειται για δεύτερη αναβολή που ζητείται, και αποβλέπει στην παρέλκυση της δίκης, χωρίς να υπάρχει και να αποδεικνύεται σημαντικό αίτιο για αναβολή. Και ότι το μοναδικό εισφερθέν αποδεικτικό μέσο, η αναγνωσθείσα από 22-11-2011 δήλωση κωλύματος της κατηγορουμένης, ότι κωλύεται να παρασταθεί, γιατί βρίσκεται ως δικηγόρος σε προγραμματισμένη υπόθεση πελάτη της στην Αθήνα ενώπιον της Ανακρίτριας του 17ου Τμήματος Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δε συνοδεύεται από τα ανάλογα αποδεικτικά στοιχεία του κωλύματος αυτού της κατηγορουμένης, ενώ η πρώτη αναβολή είχε δοθεί και πάλι για κώλυμα της κατηγορουμένης, επειδή θα βρισκόταν σε Ανακριτικό γραφείο άλλου πελάτη της. Με το σχετικό λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο αρνήθηκε να λάβει υπόψη του και δε συνεκτίμησε έτερο αποδεικτικό στοιχείο που υπάρχει στη δικογραφία, την από 23-11-2011 βεβαίωση της 19ης Ανακρίτριας Αθηνών, ότι αυτή (η κατηγορουμένη) παρίστατο ενώπιον της Ανακρίτριας Αθηνών μετά του κατηγορουμένου για σωματεμπορία κλπ πράξεις του πελάτη της Β. Α., η οποία βεβαίωση και απεστάλη από το άνω Ανακριτικό γραφείο με τηλεομοιοτυπία. Όμως, από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που δεν προσβάλλονται ως πλαστά, προκύπτει ότι δεν προσκομίστηκε στο ακροατήριο από κανένα, ούτε αναγνώσθηκε τέτοια βεβαίωση, ούτε ότι προσκομίστηκε ή ζητήθηκε από τον εκπροσωπούντα την κατηγορουμένη δικηγόρο, η ανάγνωση αυτού του εγγράφου και επομένως ορθά δε μνημονεύεται και δε συνεκτιμήθηκε η βεβαίωση αυτή ως αποδεικτικό μέσο. Όσον αφορά την αναφορά στο άνω αιτιολογικό απορρίψεως του αιτήματος σχετικά με το κώλυμα της αναιρεσείουσας, ότι δηλαδή αυτή βρίσκεται στην Ανακρίτρια του 17ου Τμήματος, αντί του ορθού 19ου Τμήματος, σαφώς πρόκειται για παραδρομή διατύπωσης και ουδόλως επηρεάζει την απόφαση και την αιτιολογία απορρίψεως του άνω αιτήματος αναβολής. β) όσον αφορά την παραπάνω αιτιολογία απορρίψεως του δευτέρου αιτήματος αναβολής της δίκης, ανεξάρτητα του ότι το αίτημα αυτό ήταν αόριστο, αφού δεν αναφέροντο από τον υποβαλλόντα συνήγορο της κατηγορουμένης τα ζητήματα για τα οποία θα κατέθετε ο άνω μάρτυρας και αν τα ζητήματα αυτά ήταν κρίσιμα για να σχηματίσει το δικαστήριο ασφαλέστερη κρίση, το δικαστήριο παρά ταύτα αιτιολογεί ειδικά και επαρκώς ότι δεν είναι απαραίτητη η κλήση του παραπάνω νέου μάρτυρα που επικαλέσθηκε η υπεράσπιση, αναφέρει δε τα αποδεικτικά μέσα που εκτίμησε και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση ότι δεν ήταν απαραίτητη η κλήση του μάρτυρα αυτού. Επομένως, οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β και Δ του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται, ότι οι πιο πάνω παρεμπίπτουσες απορριπτικές αποφάσεις, στερούνται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και επίσης ο λόγος, περί ακυρότητας της διαδικασίας για έλλειψη ακροάσεως από τη μη λήψη υπόψη του προαναφερθέντος εγγράφου και παραβίαση του άρθρου 20 του Συντάγματος, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176,183 ΚΠολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 4/10-2-2012 αίτηση της Α. Λ. του Σ., περί αναιρέσεως της 2444, 2445/23-11-2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, που ανέρχονται σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο-Δικηγόρο. Άρθρο 375 παρ. 1 α, β, 2 α ΠΚ. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Β ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και έλλειψη ακρόασης, όσον αφορά την απόρριψη υποβληθέντων από την αναιρεσείουσα-κατηγ/νη δικηγόρο δύο αιτημάτων αναβολής της δίκης.
Υπεξαίρεση
Υπεξαίρεση.
0
Αριθμός 1659/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Δήμου, περί αναιρέσεως της 38/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 1 Σεπτεμβρίου 2010 πρόσθετους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 430/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 211Α του ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 §8 του ν. 2408/1996, "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 §1 εδαφ. δ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποιήσεως για την καταδίκη του κατηγορουμένου της μαρτυρικής καταθέσεως ή της απολογίας συγκατηγορουμένου, καθώς και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή της πληροφόρησής τους έχουν τον συγκατηγορούμενο. Δεν παραβιάζεται, όμως, η ανωτέρω διάταξη, όταν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν στηρίζεται αποκλειστικώς στη μαρτυρική κατάθεση ή στην ομολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά, τόσο στη μαρτυρική κατάθεσή ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου, όσο και σε καταθέσεις των μαρτύρων και τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο της πράξεως της απλής συνέργιας σε ληστεία και του επέβαλε ποινή καθείρξεως (7) ετών. Από την παραδεκτή δε επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι την κρίση του περί της ενοχής του, το δικαστήριο δεν την στήριξε αποκλειστικά και μόνο σε όσα κατέθεσε η μάρτυρα κατηγορίας Τ, αδελφή του συγκατηγορούμενού του αναιρεσείοντος, Ρ, και η οποία ως πηγή των πληροφοριών της κατονομάζει τον ως άνω αδελφό της, αλλά στο σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα στις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, στην ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και στα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ, μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 38/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα "από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο δικαστήριο τούτο, και οι οποίοι αναφέρονται στα πρακτικά, από την απόφαση και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, ότι αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Ρ, Αλβανός υπήκοος από το έτος 1991 διέμενε με την οικογένεια του στην ..., όπου και εργαζόταν ως βοηθός υδραυλικού στον Α. Παράλληλα εργάζονταν και σε μπαρ της περιοχής, όπου επίσης εργάζονταν ως "DISK JOCKEY" και ο αδελφός του κατηγορουμένου Ζ, με τον οποίο συνδέθηκε φιλικά και γνώρισε και τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο αδελφό του Χ. Ο τελευταίος υπηρετούσε ως αστυφύλακας στον Α.Σ. ... και λόγω της ιδιότητάς του αυτής γνώριζε, ότι στις αρχές κάθε μήνα από το κεντρικό ταχυδρομικό γραφείο ..., ενεργούνταν χρηματαποστολές προς τα περιφερειακά γραφεία των ΕΛΤΑ για πληρωμή συντάξεων, αφού το Τμήμα Ασφαλείας ... είχε ζητήσει από τα αρμόδια Αστυνομικά Τμήματα την επιτήρηση της διακίνησης των χρηματαποστολών. Την ταχυδρομική γραμμή ... με την από 27/8/1997 σύμβαση με τα ΕΛΤΑ είχε αναλάβει και εκτελούσε με το ... αυτοκίνητο του ο εξετασθείς ως μάρτυρας Λ και αυτό το γνώριζε ο κατ/νος Χ. Ο Ζ, τα έτη 1996-1997, στο ... εκμεταλλευόταν καφετέρια, την οποία αναγκάστηκε να κλείσει, και δημιούργησε χρέη προς τρίτους. Προς επίλυση των οικονομικών προβλημάτων του, συναποφάσισε με τον προαναφερθέντα φίλο του Ρ, να ληστέψουν την χρηματαποστολή των ΕΛΤΑ, που θα ενεργούσε ο Λ στις αρχές Μαρτίου 1998. Την πράξη αυτή υπέδειξε ο κατ/νος Χ, ο οποίος τους έδωσε πληροφορίες, ενίσχυσε την απόφαση τους και δέχθηκε να τους βοηθήσει για την πραγμάτωση του εγκλήματος αυτού. Προς το σκοπό αυτό την 16-17/ Φεβρουαρίου 1998 ο Ζ και ο Ρ μετέβησαν στο ..., όπου φιλοξενήθηκαν από τον κατ/νο Χ. Εκεί, όλοι μαζί, σχεδίασαν τη ληστεία και επέλεξαν ως ημέρα την 3/3/1998, επόμενη ημέρα της καθαρής Δευτέρας. Ο κατ/νος γνώριζε όλες τις λεπτομέρειες μεταφοράς των χρημάτων, καθόσον, αρκετές φορές στο πρόσφατο παρελθόν, εκμεταλλευόμενος την υπηρεσία τροχονόμου που ασκούσε στην περιοχή της ..., είχε επιβιβαστεί στο ΔΧΦ αυτ/το του Λ και είχε σχετικές μετ' αυτού συζητήσεις για τα δρομολόγια, την ακριβή ώρα εκκίνησης κλπ. Επίσης ο κατ/νος και ο αδελφό του Ζ είχαν μεταβεί στην ..., είχαν εντοπίσει το Κομβικό Κέντρο των ΕΛΤΑ, όπου γινόταν η φόρτωση, έκαναν κατόπτευση της περιοχής και παρατήρησαν το ακολουθούμενο από τον μεταφορέα δρομολόγιο. Ακολούθως, την 2/3/1998 Ζ και ο Ρ μετέβησαν και πάλι στο ... με το υπ' αριθ. κυκλ. ... αυτοκίνητο του πρώτου, μάρκας GOLF χρώματος λευκού, όπου μαζί με τον κατ/νο Χ μελέτησαν τις τελευταίες λεπτομέρειες, ώστε να μη αφήσουν ίχνη που θα οδηγούσαν στην σύλληψη τους. Έτσι οι αυτουργοί της ληστείας αποφάσισαν να εμφανισθούν ως αστυνομικοί, φέροντας μπλε μπουφάν του ιδίου χρώματος και τύπου με αυτά που χρησιμοποιεί το προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας, τα οποία τους προμήθευσε ο κατ/νος - που τα κατείχε λόγω της ιδιότητας του ως αστυνομικού-προκειμένου να παραπλανήσουν τον οδηγό της χρηματαποστολής για να διακόψει την πορεία του. Κατέληξαν δε ότι η ληστεία έπρεπε να λάβει χώρα λίγο μετά την φόρτωση των σάκκων στο κομβικό κέντρο των ΕΛΤΑ στην ...(στην έξοδο της πόλης προς την ..., σε πάροδο της οδού ...), Και τούτο γιατί, όπως ο κατ/νος είχε πληροφορηθεί κατά τις συζητήσεις αυτές, ένα περίπου χλμ αργότερα, στην πλατεία ..., επιβιβαζόταν στο εν λόγω όχημα η καθηγήτρια ... την οποία ο Λ-μετέφερε στον ..., και, ασφαλώς, με δύο άτομα παρόντα κατά την ληστεία υπήρχε κίνδυνος αποτυχίας ή αναγνωρίσεως τους. Ο Λ, την 0ό.00' ώρα της 3/3/1998 αφού αναχώρησε από την οικία του, οδηγώντας το εν λόγω φορτηγό του αυτοκίνητο, έφθασε στο κομβικό κέντρο των ΕΛΤΑ ... την 06.04 ώρα και άρχισε την φόρτωση των ταχυδρομικών σάκκων με τα χρήματα, αναχώρησε δε την 06.10 ώρα, αφού προηγουμένως με το κινητό του τηλέφωνο ειδοποίησε την καθηγήτρια ... να τον αναμένει σε γνωστό σημείο (πλατεία ...) για να πάρει και να την μεταφέρει στον ... όπου εκείνη υπηρετούσε, όπως είχε συνεννοηθεί μαζί της από την προηγούμενη ημέρα. Στη συνέχεια εισήλθε στην κεντρική οδό ... με κατεύθυνση προς το κέντρο της ... και, αφού διήνυσε λίγα μέτρα (40-50) διέκοψε την πορεία του, επειδή αντελήφθη άγνωστο πρόσωπο με περιβολή αστυνομικού να του δίδει σήμα στάσεως. Το πρόσωπο αυτό, μόλις ακινητοποίησε το όχημα του, προέτεινε το χέρι του και τον απείλησε με πιστόλι που κρατούσε. Ο μεταφορέας από το φόβο του άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού, με αποτέλεσμα ο άγνωστος οπλοφόρος να καθίσει δίπλα του, απειλώντας τον με το πιστόλι, ενώ εμφανίστηκε και άλλο άγνωστο πρόσωπο με περιβολή αστυνομικού, που έφερε και αυτό μεγαλύτερο όπλο. Τα άγνωστα αυτά πρόσωπα ήταν ο αδελφός του κατηγορουμένου Ζ και ο Ρ. Αυτούς ο Λ τους αναγνώρισε κατά την προανάκριση, και συγκεκριμένα τον δεύτερο από φωτογραφίες. Επίσης και ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου με βεβαιότητα τους αναγνώρισε ως δράστες της ληστείας σε βάρος των ΕΛΤΑ, περιγράφοντας με λεπτομέρειες τις ενέργειες τους. Ειδικότερα, αυτοί, με την απειλή των όπλων τους, τον εξανάγκασαν να οδηγήσει το αυτοκίνητο του σε πάροδο της κεντρικής οδού ... δεξιά προς τις εργατικές κατοικίες, στην οποία είχαν σταθμεύσει το αυτοκίνητο μάρκας GOLF, από το οποίο είχαν αφαιρέσει τις πινακίδες της κυκλοφορίας του. Εκεί, ο Ρ του έδεσε με σχοινί τα χέρια πίσω, ενώ ο Ζ του αφαίρεσε το κινητό του τηλέφωνο και μεταφόρτωσε από το φορτηγό στο αυτοκίνητο GOLF δέκα ταχυδρομικούς σάκκους, που περιείχαν το ποσό των 33.700.000 δρχ. Ακολούθως απομακρύνθηκαν με το αυτοκίνητο GOLF, με κατεύθυνση προς το κέντρο της .... Μετά τη ληστεία ο Λ κατευθύνθηκε πεζός προς το πρατήριο υγρών καυσίμων της SHELL στην οδό ... και ζήτησε τη βοήθεια του υπαλλήλου.., ο οποίος τον έλυσε και ειδοποίησε την Αστυνομία. Οι εν λόγω αυτουργοί της ληστείας οδήγησαν το αυτοκίνητο GOLF σε ερημική τοποθεσία, πλησίον του στρατοπέδου του 11ου ΣΠ (στη θέση ... όπου γίνεται η εκπαίδευση των ειδικών δυνάμεων της Αστυνομίας, στην οποία συμμετείχε και ο κατηγορούμενος, τότε αστυφύλακας, Χ. Εκεί, κατόπιν προσυνεννόησης ο τελευταίος είχε σταθμεύσει το ΙΧΕ αυτοκίνητο του, μάρκας AUDI, στο οποίο οι ληστές μεταφόρτωσαν τους ταχυδρομικούς σάκκους με τα χρήματα και αυτός, μετά τη λήξη της υπηρεσίας του, μετέφερε στην οικία του στο παράλιο ..., όπου ήδη είχαν μεταβεί ο αδελφός του και ο Ρ. Στην οικία αυτή έγινε η καταμέτρηση των χρημάτων, τα οποία απέκρυψαν στον απορροφητήρα της κουζίνας και συμφώνησαν να διανείμουν σε ίσα μέρη το ποσό των 30.000.000 δρχ., ενώ το υπόλοιπο ποσό των 3.700.000 δρχ θα διανεμόταν μεταξύ του Ζ και του Ρ, λόγω του κινδύνου που ανέλαβαν στην τέλεση της ληστείας. Ακολούθως, ο Ρ, από το προϊόν της ληστείας, έλαβε ως προκαταβολή 100.000-120.000 δρχ., μέρος του οποίου σπατάλησε το βράδυ της ίδιας ημέρας σε κέντρο διασκέδασης με αλλοδαπές γυναίκες στην περιοχή .... Την επόμενη ημέρα επέστρεψε στην ... και έδωσε στην αδελφή του Τ 30.000 δρχ για αγορά δώρου στην μητέρα του, η οποία τις επόμενες ημέρες (Αγίων Θεοδώρων) είχε την ονομαστική της εορτή. Μετά από μερικές ημέρες εκμυστηρεύτηκε στην ίδια (αδελφή του) με κάθε λεπτομέρεια τη ληστεία που τέλεσε με τον πρώτο κατ/νο Ζ την 3/3/1998 σε βάρος των ΕΛΤΑ και της είπε ότι την 7/3/1998, ημέρα Σάββατο, ο κατ/νος Χθα του παρέδιδε στην ... το μερίδιο του από το προϊόν της ληστείας. Την ημέρα αυτή ο Χ δεν μετέβη στην ... και, την 9/3/1998, ημέρα Δευτέρα και ώρα 10.00 ο Ρ, παρουσία του εργοδότη του Α, με το κινητό τηλέφωνο εκείνου, τον ενημέρωσε ότι θα τον επισκεπτόταν στο .... Μετά το τηλεφώνημα αυτό, ο κατ/νος Χ ήλθε στην ..., τις μεσημβρινές ώρες, συναντήθηκε με τον Ρ και φιλονίκησαν έντονα, γεγονός που υπέπεσε στην αντίληψη κατοίκων της περιοχής και δέχεται ο κατηγορούμενος, ισχυριζόμενος, ότι η φιλονικία τους είχε σχέση με την αθέτηση από τον Ρ προγενέστερης συμφωνίας για την πώληση και παράδοση κάποιου όπλου και την άρνησή του να του επιστρέψει το ποσό των 20.000 δρχ., που είχε λάβει προκαταβολή. Ο ισχυρισμός του αυτός όμως δεν αποδείχτηκε. Συνεπώς η ανωτέρω φιλονικία συνδέεται προφανώς άμεσα με την αθέτηση της υπόσχεσης του κατ/νου Χ να του παραδώσει το μερίδιο του από το προϊόν της ληστείας. Μετά το επεισόδιο αυτό, ο Ρ, την 14.00 ώρα, επέστρεψε στην οικία του, έδωσε εντολή στην αδελφή του Τ να του ετοιμάσει τα ενδύματά του και της είπε ότι θα μετέβαινε με τον Ζ στο ... για να λάβουν το μερίδιο τους από τα χρήματα της ληστείας. Έτσι, με το αυτοκίνητο του Ζαναχώρησαν για το ..., όπου έφθασαν την 19.30' ώρα, όπως ο Ρενημέρωσε τηλεφωνικώς την αδελφή του Τ και της είπε ότι θα της τηλεφωνούσε και πάλι. Όπως έχει δεχθεί η με αριθμό 75-76-77/2004 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ναυπλίου "οι κατηγορούμενοι αδελφοί Χ και Ζ, μετά τη ληστεία, επειδή δεν επιθυμούσαν τη συμμετοχή του Ρ στη διανομή των χρημάτων, αλλά και λόγω του φόβου να τους καταδώσει στις αστυνομικές αρχές αποφάσισαν να τον θανατώσουν. Την πράξη της ανθρωποκτονίας ανέλαβε να εκτελέσει ο Ζ και τον ενεθάρρυνε ο αδελφός του Χ, ο οποίος, γνωρίζοντας την απόφαση του πρώτου, θέλησε να συμβάλει με την συνδρομή του στην πραγμάτωση του εγκλήματος αυτού, υποδεικνύοντας σ' αυτόν τη θέση στην οικία του στο ..., όπου κατείχε το υπηρεσιακό του περίστροφο, μάρκας S και W, διαμετρήματος 38 ιντσών, με το οποίο ο πρώτος τέλεσε την ανθρωποκτονία. Έτσι ο Ζ με το πρόσχημα της διανομής των χρημάτων, μετέφερε τον παθόντα στο ... και όταν έφυγε από την οικία του ο αδελφός του για να εκτελέσει υπηρεσία γραφειοφύλακα στο ..., παρέλαβε κρυφά από τον παθόντα το περίστροφο του και ακολούθως μεταξύ της 19,30-21,30 ώρας τον παρέσυρε σε ερημική τοποθεσία, όπου, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τον πυροβόλησε μία φορά στο κεφάλι και συγκεκριμένα στη δεξιά υπερόφρυο χώρα, με πύλη εξόδου της βολίδας την αριστερά βρεγματική χώρα, με αποτέλεσμα τον ακαριαίο θάνατό του.". Με την εν λόγω απόφαση, που κατέστη αμετάκλητη, καθόσον η κατ' αυτής ασκηθείσα αναίρεση απερρίφθη, ο κατηγορούμενος και ο αδελφός του Ζ κρίθηκαν ένοχοι χωρίς ελαφρυντικά και επεβλήθη στον μεν Ζ η ποινή της ισόβιας κάθειρξης για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, στον δε και νυν κατ/νο Χ η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης των 10 ετών, για απλή συνεργεία στην εν λόγω πράξη. Όπως ήδη προεκτέθηκε, η απόφαση αυτή δέχτηκε ως κίνητρο της ανθρωποκτονίας του Ρ την άρνηση των αδελφών Χ-Ζ να του δώσουν το μερίδιο του από την ληστεία και τον φόβο τους να μην τους καταδώσει. Επομένως αποδείχτηκε ότι ο εκκαλών κατ/νος Χ τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας σε ληστεία και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αναγνωριζομένης σ' αυτόν της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδάφ. ε' του ΠΚ, ήτοι ότι, για μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε καλά". Στη συνέχεια το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ένοχο της πράξεως της απλής συνέργειας σε ληστεία και του επέβαλε ποινή καθείρξεως (7) ετών. Με αυτά που δέχθηκε, το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ. α και 2, 47 παρ. 1, και 380 παρ.1 του Π.Κ. Ειδικότερα, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου, για την πράξη για την οποία αυτός καταδικάσθηκε και συγκεκριμένα, ότι ο αναιρεσείων με πρόθεση παρέσχε στον αδελφό του Ζ συνδρομή πριν από την τέλεση και κατά την τέλεση της άδικης πράξης της ληστείας που ο τελευταίος διέπραξε. Συγκεκριμένα, αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες ο αναιρεσείων α) λόγω της υπηρεσιακής του ιδιότητας ως αστυφύλακα, γνώριζε ότι σε τακτά χρονικά διαστήματα, γίνονταν με τη χρήση συγκεκριμένου δημόσιου μεταφορικού μέσου, μεταφορές χρηματαποστολών των ΕΛΤΑ, τις οποίες και ο ίδιος στο άμεσο παρελθόν είχε συνοδεύσει, β) γνώριζε ότι τη συγκεκριμένη ημεροχρονολογία, επρόκειτο να πραγματοποιηθεί ανάλογη χρηματαποστολή και ότι ο ίδιος είχε ενημερώσει τόσο τον αδελφό του Ζ, όσο και το συγκατηγορούμενό του Ρ, για το συγκεκριμένο δρομολόγιο, καθώς και για το γεγονός ότι είχαν φορτωθεί επί του συγκεκριμένου οχήματος ταχυδρομικοί σάκοι των ΕΛΤΑ με άγνωστο χρηματικό περιεχόμενο, δ) ότι την 16-17 Φεβρουαρίου 1998, είχε φιλοξενήσει στο σπίτι του στο ..., τους φυσικούς δράστες της πράξεως της ληστείας, όπου και σχεδίασαν τον τρόπο δράσης τους, ε) ότι με τον αδελφό του Ζ, είχε επισκεφθεί και κατοπτεύσει το χώρο, όπου γινόταν η φόρτωση των χρηματαποστολών από το κέντρο των ΕΛΤΑ ..., στ) ότι την προηγούμενη ημέρα της ληστείας μετέβη με τους φυσικούς αυτουργούς στο ..., όπου μελέτησαν και τις τελευταίες λεπτομέρειες του σχεδίου, ώστε να αποφύγουν ενδεχόμενη σύλληψή τους, ζ) ότι εφοδίασε τον αδελφό του με την αστυνομική του στολή, και ότι μετά από προηγούμενη συνεννόηση με τους λοιπούς δράστες, είχε σταθμεύσει το ΙΧΕ αυτοκίνητό του μάρκας audi, πλησίον του 11ου ΣΠ, όπου ο ίδιος συμμετείχε σε εκπαίδευση ειδικών δυνάμεων της ΕΛ.ΑΣ και στο οποίο είχαν μεταφορτώσει τους σάκους με το χρηματικό περιεχόμενο και η) ότι στη συνέχεια ο ίδιος ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, μετά τη λήξη της υπηρεσίας του, οδήγησε το αυτοκίνητό του μέχρι την οικία του, μεταφέροντας το προϊόν της ληστείας, όπου έγινε και η σχετική διανομή αυτού. Επιπρόσθετα στο αιτιολογικό της απόφασης, γίνεται ρητή μνεία και αναφορά στο γεγονός ότι το δικαστήριο προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του και εκτίμησε δεόντως, τόσο την από 15-11-2005 έκθεση αυτοψίας, όσο και τα από 20-7-2005 υπομνήματα του Π, καθώς και το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων χωρίς να κάνει οποιαδήποτε επιλεκτική χρήση αυτών. Επίσης, αιτιολογείται ο τρόπος της συμμετοχικής δράσης του και ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση δημιουργείται από το γεγονός ότι στο μεν αιτιολογικό γίνεται δεκτό ότι συνέδραμε τους δυο φυσικούς αυτουργούς, ενώ στο διατακτικό ένα. Και τούτο, γιατί οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή του δικαστηρίου που την εξέδωσε, αφού από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος ως απλούς συνεργός στη συγκεκριμένη πράξη της ληστείας, που τελέστηκε την 3-3-1998, η οποία διαπράχθηκε από δυο δράστες και όχι για κάποια άλλη πράξη ή ακόμη για κάποια άλλη ληστεία. Επίσης, είναι απορριπτέα η αιτίαση με την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σύμφωνα με την οποία ενώ, στη μείζονα σκέψη της γίνεται μνεία και αναφορά περί δεδικασμένου, δεν αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα, που συνέχονται με την απόρριψη του. Τούτο προεχόντως, όχι μόνο γιατί δεν υποβλήθηκε αντίστοιχος ισχυρισμός, αλλά και γιατί η σχετική αναφορά περί δεδικασμένου, δεν συνδέεται με τυχόν έννομο συμφέρον του ήδη αναιρεσείοντος. Συνεπώς, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, λόγοι αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, η οποία επήλθε από το γεγονός ότι το Δικαστήριο παρέλειψε να περιλάβει διάταξη περί της τύχης του κατασχεθέντος ταχογράφου (δίσκου), καθώς και από το ότι δεν γίνεται ρητή μνεία και αναφορά στην απόφαση των κατ' είδος δημευθέντων και αναφερόμενων στην από 23-4-1998 έκθεση παραδόσεως του υπαστυνόμου Π. Παπαγεωργίου, αντικειμένων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 2 στοιχ. Η του Κ.Π.Δ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι στο διατακτικό αυτής περιλήφθηκε σχετική διάταξη με την οποία επικυρώνεται και στη συνέχεια διατάσσεται η δήμευση των αναφερομένων στην από 23-4-1998 έκθεση παραδόσεως αντικειμένων, των οποίων άλλωστε, δεν ήταν αναγκαία η λεπτομερής αναφορά τους, ενώ για τον ταχογράφο(δίσκο), προκύπτει ότι με σχετική διάταξη, έχει διαταχθεί η απόδοσή του. Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και ειδικότερα, γιατί δεν δόθηκε ο λόγος στον ίδιο τον κατηγορούμενο ή στο συνήγορό του για να υποβάλλει ερωτήσεις. Ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο, γιατί από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι "ο Πρόεδρος μετά την απολογία του υπέβαλε ερωτήσεις και κατόπιν έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα και τους Δικαστές για να υποβάλουν και αυτοί ερωτήσεις αν είχαν. Η Εισαγγελέας και οι Δικαστές υπέβαλαν ερωτήσεις προς τον κατηγορούμενο και εκείνος απάντησε όπως αναφέρεται στην απολογία του. Μετά από αυτά ο Πρόεδρος ρώτησε την Εισαγγελέα και το συνήγορο του κατηγορουμένου, εάν χρειάζονται καμία συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση και όταν απάντησαν αρνητικά, ο Πρόεδρος κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας", ώστε πλέον να μην καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία περί του ότι δόθηκε ο λόγος, τόσο στον κατηγορούμενο, όσο και στο συνήγορό του, να ασκήσουν το σχετικό δικαίωμά τους και το οποίο άσκησαν. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10 Μαρτίου 2010 αίτηση αναιρέσεως και τους από 1 Σεπτεμβρίου 2010 πρόσθετους λόγους, του Χ, ήδη κρατουμένου των δικαστικών Φυλακών ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 38/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως, για απλή συνεργεία σε ληστεία, με την επίκληση των λόγων α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας και γ) της απόλυτης ακυρότητας. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς τη συμμετοχική του δράση. Δεν υφίσταται αρνητική υπέρβαση εξουσίας, αφού περιέχεται στην απόφαση διάταξη περί δήμευσης των κατασχεθέντων, χωρίς να είναι αναγκαία η λεπτομερής αναφορά και περιγραφή των αντικειμένων. Δεν υπάρχει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, αφού μετά την απολογία του κατηγορουμένου, δόθηκε ο λόγος στον ίδιο, αλλά και στο συνήγορο του να υποβάλλουν ερωτήσεις. Απορρίπτει αίτηση και πρόσθετους λόγους.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Συνέργεια, Ληστεία, Πρόσθετοι λόγοι.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1396/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο,- Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Σ. του Α., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κανελλόπουλο, περί αναιρέσεως της 351/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Β. Κ.-Π. του Ν., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 519/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο μόνο παρ. 3 του Ν. 2243/1994, στα εγκλήματα που διαπράττονται δια του τύπου, οι προβλεπόμενες στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας με ποινή ακυρότητας ή απαραδέκτου προθεσμίες που υπερβαίνουν τις πέντε ημέρες συντέμνονται στο ήμισυ. Το κλάσμα που τυχόν προκύπτει συμπληρώνεται ως την επόμενη ακέραιη μονάδα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως για εγκλήματα που διαπράττονται δια του τύπου, η προς τούτο χορηγούμενη από το άρθρο 473 παρ. 1και 2 του ΚΠοινΔ προθεσμία των δέκα ημερών για αναίρεση από εκείνον που καταδικάστηκε ή των είκοσι ημερών, αν η αναίρεση ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, συντέμνεται στο ήμισυ, δηλαδή σε πέντε ή δέκα, αντιστοίχως, ημέρες και αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, η κατά τα άνω σύντμηση της προθεσμίας στο ήμισυ εφαρμόζεται επί πράξεων τελουμένων δια του τύπου όταν αυτές διώκονται αυτοτελώς. 'Όταν, όμως, η δια του τύπου τελούμενη παράβαση συρρέει με άλλη αξιόποινη πράξη ή συρρέει ως μερικότερη πράξη εξακολουθούντος εγκλήματος που δεν υπάγεται στις περί τύπου διατάξεις, και τα οποία εγκλήματα συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε κοινή για όλα καταδικαστική απόφαση, τότε ως προς την προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής κατισχύει η γενική ρύθμιση του άρθρου 473 παρ.1 και 2 του ΚΠοινΔ. Αντίθετη εκδοχή, ότι δηλαδή για καθένα από τα συρρέοντα εγκλήματα η προθεσμία αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως λαμβάνεται υπόψη αυτοτελώς, θα κατέληγε σε άτοπα και θα οδηγούσε σε φαλκίδευση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου ο οποίος είτε θα έπρεπε να ασκήσει αυτοτελείς αιτήσεις αναιρέσεως τηρώντας τη νόμιμη προθεσμία για καθένα από τα εγκλήματα που συνεκδικάσθηκαν, είτε για τα συρρέοντα και μη υπαγόμενα στις περί τύπου διατάξεις εγκλήματα θα έπρεπε να υποχρεωθεί να ασκήσει την αίτηση αναιρέσεως εντός της βραχύτερης προθεσμίας των πέντε ημερών. Στην προκείμενη περίπτωση με την από 29 Μαρτίου 2012 (με αριθ. πρωτ. 2524/2012) αίτηση του Μ. Σ. του Α. επιδιώκεται η αναίρεση της υπ' αριθ. 351/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων για συκοφαντική δια του τύπου, ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση. Η ως άνω απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο τελεσίδικων αποφάσεων στις 12 Μαρτίου 2012, όπως προκύπτει από την επ' αυτής υπηρεσιακή βεβαίωση του Γραμματέα του άνω Δικαστηρίου. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε με δήλωση που κοινοποιήθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου 30 Μαρτίου 2012, δηλαδή εντός της κατά το άρθρο 473 παρ.2 ΚΠοινΔ εικοσαήμερης προθεσμίας, και, επομένως, κατά τα προεκτεθέντα, είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή και κατά το μέρος που πλήττεται η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για την μερικότερη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου. Με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Περαιτέρω, ως αδικήματα που τελούνται δια του τύπου νοούνται τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από τον ποινικό κώδικα ή από τους ειδικούς ποινικούς νόμους, όταν τελούνται με κατάχρηση του τύπου ως μέσου για την εκδήλωσή τους. Επί συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου, μεταξύ άλλων, τιμωρείται και ο συντάκτης του σχετικού δημοσιεύματος. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, με την προβλεπόμενη σ' αυτή ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ' αυτής προβλεπόμενου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Το τελευταίο συμβαίνει και στα εγκλήματα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της ψευδούς καταμηνύσεως, που προβλέπονται από τα άρθρα 363 σε συνδυασμό με 362 και 229§1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως των οποίων απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι τα ισχυριζόμενα, διαδιδόμενα ή καταγγελλόμενα είναι ψευδή. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, όπως αναφέρθηκε, συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου, ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση σε βάρος της Β. Κ., πράξεις που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχτηκαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατά το έτος 2007 διήγε το 23° έτος της ηλικίας του, ήταν μαθητής του εσπερινού Γυμνασίου Αιγίου, του οποίου διευθυντής ήταν ο εξετασθείς μάρτυρας υπερασπίσεως Π. Σ.. Με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου της μέσης εκπαίδευσης απομακρύνθηκε ο ανωτέρω καθηγητής από τη θέση του διευθυντή κατά το θέρος του έτους 2007 και από το φθινόπωρο του ιδίου έτους τοποθετήθηκε ως διευθύντρια στην παραπάνω σχολική μονάδα η εγκαλούσα καθηγήτρια Β. Κ.. Οι μαθητές όμως του ως άνω σχολείου αντιδρώντας στην απομάκρυνση του διευθυντή Π. Σ. προέβησαν σε κατάληψη του σχολείου για συνεχόμενο διάστημα 51 ημερών. Μετά την λήξη της καταλήψεως του σχολείου τόσο ο απομακρυνθείς διευθυντής Π. Σ. όσο και η καθηγήτρια του εσπερινού γυμνασίου και μάρτυρας Θ. Κ. (πρώην διευθύντρια του Εσπερινού Λυκείου) απέστειλαν στον τοπικό τύπο και δημοσιεύθηκε κοινή επιστολή τους με την οποία ευχαριστούσαν τους μαθητές του Εσπερινού Γυμνασίου και Λυκείου για την κατάληψη του σχολικού συγκροτήματος και την δηλωθείσα με τον τρόπο αυτό συμπαράσταση τους προς το πρόσωπό τους (διευθυντών). Έτσι όταν η εγκαλούσα προσήλθε και ανέλαβε υπηρεσία στο Εσπερινό Γυμνάσιο Αιγίου βρέθηκε προ δυσμενούς κλίματος προκαλουμένου από την δυσπιστία των μαθητών προς το πρόσωπό της, καθόσον την θεωρούσαν ως υπαίτια για την απομάκρυνση του προηγούμενου διευθυντή, χωρίς όμως αυτό να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Εξάλλου και ελάχιστοι εκ των συναδέλφων της καθηγητών του γυμνασίου, συνέβαλαν στην παγίωση του δυσμενούς εις βάρος της κλίματος συντασσόμενοι, για δικούς τους προφανώς λόγους, με τους μαθητές. Στις 20 Νοεμβρίου 2008 οι μαθητές του δεκαπενταμελούς μαθητικού συμβουλίου του Εσπερινού Γυμνασίου Αιγίου, του οποίου πρόεδρος για το σχολικό έτος 2008-2009 είχε εκλεγεί ο κατηγορούμενος, συνέταξαν κείμενο το οποίο απέστειλαν προς δημοσίευση και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 2353 φύλλο της 25ης Νοεμβρίου 2009 της εκδιδόμενης και κυκλοφορούσας στην πόλη του Αιγίου και της ευρύτερης περιοχής της Αιγιαλείας ημερήσιας εφημερίδας με τον τίτλο "ΗΜΕΡΗΣΙΟΣ ΑΙΓΙΟΧΟΣ". Στην σύνταξη του κειμένου αυτού συμμετείχε, όπως και ο ίδιος ανέφερε στην απολογία του, και ο κατηγορούμενος, ο οποίος το συνυπέγραψε μαζί με τα υπόλοιπα μέλη του μαθητικού συμβουλίου. To περιεχόμενο του συνταχθέντος και δημοσιευθέντος κειμένου είναι το ακόλουθο: "Οι αρμόδιοι βαθμολόγησαν με 20;;; Οι μαθητές σας με 0!!! Ένα χρόνο μετά την κατάληψη που κάναμε για την άδικη απομάκρυνση του διευθυντή μας κ. Σ. Π. μπορούμε να πούμε ότι για τις 51 ημέρες αγώνα που δώσαμε δικαιωθήκαμε πλήρως. Φρόντισε για αυτό με τον καλύτερο τρόπο η κ. Κ. που ανέλαβε από τον περσινό Δεκέμβριο τη Διεύθυνση του Εσπερινού Γυμνασίου Αιγίου. Η περίπτωσή της αποδεικνύει περίτρανα πως όταν οι κρίσεις των διευθυντών, για τις οποίες διαμαρτυρηθήκαμε τόσο έντονα, γίνονται με τον τρόπο που γίνονται, αφήνουν εκτεθειμένους τους κρίνοντες και δημιουργούν προβλήματα στα σχολεία και τους μαθητές που έχουν την ατυχία να τους έχουν διευθυντές. Γιατί εμείς πιστεύουμε πως τη θέση αυτή πρέπει να την κατέχει όποιος μπορεί να διευθύνει πραγματικά για να καταφέρνει να κρατήσει το σχολείο στο επίπεδο που αρμόζει και να επιτελείται ο ρόλος του που είναι η μάθηση. Τα πρώτα δείγματα των "ικανοτήτων" της φάνηκαν αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων της αλλά κάναμε υπομονή για να μην θεωρηθεί ότι είμαστε προκατειλημμένοι, για να επέλθει η ηρεμία και για την ομαλή λειτουργία του σχολείου. Απεναντίας η Διευθύντρια κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της για να υπάρχει μονίμως αναβρασμός και να οξύνει τα πνεύματα με την απαράδεκτη συμπεριφορά της. Έχει καταφέρει να χωρίσει το σχολείο σε στρατόπεδα με το διαχωρισμό που κάνει μεταξύ των μαθητών που έχουν την εύνοια της και των μαθητών που θεωρεί τα μαύρα πρόβατα. Ανακατεύθηκε, πράγμα απαράδεκτο για Διευθύντρια σχολείου, στην ανάδειξη του δεκαπενταμελούς συμβουλίου με την προοπτική να εκλεγούν οι μαθητές που επιθυμούσε υποδεικνύοντας σε μαθητή ποιους συμμαθητές του θα έπρεπε με τον τρόπο του να αποκλείσει ακόμη και από την πεντάδα πόσο μάλλον από την προεδρία. Έθεσε βέτο να γίνουν δύο 15/μελή, ένα για κάθε σχολείο απαξιώνοντας τους μαθητές του Λυκείου αλλά αυτό δεν την εμποδίζει να τους επικαλείται όταν τους έχει ανάγκη απαξιώνοντας με τη σειρά μας εμάς. Εκφράζεται με αισχρές λέξεις μπροστά σε μαθητές, τέτοιες που δεν μπορούμε ούτε να τις γράψουμε και δεν διστάζει να προσβάλει τους πάντες ακόμη να βρίζει και να χειροδικεί σε παιδιά που είναι από άλλη χώρα δείχνοντας ρατσιστική συμπεριφορά. Ζήτησε από μαθητές του Γυμνασίου να μην μιλάνε με κάποιους άλλους από το Λύκειο. Ακόμη δεν σεβάστηκε ούτε την ώρα της προσευχής του Λυκείου όταν σε απόσταση των δύο μέτρων από τα παιδιά επιτίθεται φραστικώς στη φύλακα του σχολείου σε αυταρχικό τόνο απαγορεύοντας την να μιλάει με τα παιδιά και δεν σταματούσε ούτε στην φιλότιμη παρότρυνση του Διευθυντή του Λυκείου. Την ανικανότητά της να διευθύνει μας τη δείχνει επίσης με το να βάζει τους μαθητές να δώσουν λύση σε προβλήματα που πρέπει να λύσει εκείνη ενώ η ίδια αδιαφορεί. Αυτό που μας ενόχλησε περισσότερο ήταν ότι δεν μας επέτρεψε να συμμετάσχουμε στην παρέλαση για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου με το πρόσχημα πως η ενδυμασία της σημαιοφόρου δεν ήταν η κατάλληλη ενώ δεν φρόντισε η ίδια να συμβουλέψει τους μαθητές για το ντύσιμό τους. Αντιθέτως πρόσβαλε τη μαθήτρια δημοσίως και το συνέχισε την επόμενη μέρα στο χώρο του σχολείου πιάνοντας ξεχωριστά τους μαθητές εξιστορώντας τους το γεγονός προσβάλλοντας την προσωπικότητα της μαθήτριας και στην διαμαρτυρία των παιδιών για τη μη συμμετοχή μας απάντησε δεν πειράζει, άλλωστε η παρέλαση είναι μόνο για τη διαφήμιση του σχολείου. Τώρα βέβαια αναρωτιόμαστε δεν γνωρίζει τη σημασία των εθνικών επετείων ή θέλει να ισοπεδώσει τα πάντα; θεωρούμε τη συμπεριφορά της αυταρχική, προσβλητική, ανεπίτρεπτη απαξιωτική για όλους και για όλα και πέρα για πέρα αντιπαιδαγωγική. Μια συμπεριφορά που αποσυντονίζει τους μαθητές από το στόχο τους που είναι η μάθηση και προκαλεί μόνο το χάος. Για όλους αυτούς τους λόγους διαμαρτυρόμαστε εντόνως και απαιτούμε από τον προϊστάμενο κ. Ο. να πάρει θέση άμεσα και να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων με όποιο κόστος δίνοντας ένα τέλος σε όλα αυτά αποδεικνύοντάς μας πως εκτός από το να στέλνει μαθητές σε εισαγγελείς και αστυνομίες είναι σε θέση να επιλύει τα πραγματικά προβλήματα που έχουν τα σχολεία της περιοχής του. Κλείνοντας θα θέλαμε να δώσουμε μία συμβουλή στην κ. Κ.. Καλό θα ήταν να μην αναλώνεται σε μικροπρέπειες και εκφοβισμούς και να ασχοληθεί με τα πιο σοβαρά και φλέγοντα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στο σχολείο μετά την ανάληψη των καθηκόντων της γιατί πρέπει να τις θυμίσουμε πως το Εσπερινό Γυμνάσιο ήταν πρότυπο και λειτουργούσε άψογα σε κλίμα ομόνοιας και συνεργασίας μεταξύ μαθητών και καθηγητών, σε κλίμα οικογενειακό τολμούμε να πούμε το οποίο εξαφανίστηκε με την είσοδο της. Με την τακτική αυτή το μόνο που καταφέρνει είναι να μας δικαιώνει και να μας αναγκάζει να αναπολούμε την εποχή που στη διεύθυνση ήταν ένας ικανότατος εκπαιδευτικός και που σήμερα μας λείπει περισσότερο από ποτέ. Οι μαθητές του εσπερινού Γυμνασίου". Στο κείμενο αυτό του οποίου έλαβε γνώση απροσδιόριστος αριθμός αναγνωστών της εφημερίδας, διέλαβε (και) ο κατηγορούμενος συντάκτης του για την εγκαλούσα διευθύντρια ψευδείς ισχυρισμούς, τελών εν γνώσει της αναλήθειάς τους οι οποίοι ισχυρισμοί μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή της. Ειδικότερα ισχυρίσθηκε ότι η εγκαλούσα από την έναρξη της αναλήψεως των καθηκόντων ως διευθύντριας του Εσπερινού Γυμνασίου Αιγίου με την επιδειχθείσα συμπεριφορά της έναντι των μαθητών προκάλεσε μόνιμο αναβρασμό και όξυνση των πνευμάτων. Συγκεκριμένα της απέδιδε ότι χώρισε το σχολείο σε στρατόπεδα με το διαχωρισμό των μαθητών σε ευνοούμενους από αυτήν και σε "μαύρα πρόβατα". Ότι ανακατεύθηκε στην ανάδειξη του δεκαπενταμελούς μαθητικού συμβουλίου με την προοπτική να εκλεγούν μαθητές που επιθυμούσε υποδεικνύοντας ΣΕ μαθητή ποιους συμμαθητές του έπρεπε να αποκλείσει τόσο από την πεντάδα όσο και από την προεδρία. Ότι έθεσε βέτο για την εκλογή των 15μελών μαθητικών συμβουλίων, ένα για κάθε σχολείο (γυμνάσιο-λύκειο) απαξιώνοντας τους μαθητές του Λυκείου. Ότι εκφράζεται με αισχρές λέξεις μπροστά σε μαθητές, προσβάλλει τους πάντες, βρίζει και χειροδικεί εις βάρος αλλοδαπών μαθητών και επιδεικνύει ρατσιστική συμπεριφορά. Ότι κατά την διάρκεια της προσευχής του Λυκείου επιτέθηκε φραστικώς στην φύλακα του σχολείου ζητώντας της να μην μιλάει με τους μαθητές. Ότι αδιαφορεί για την επίλυση των προβλημάτων του σχολείου και βάζει τους μαθητές να τα επιλύσουν επιδεικνύοντας η ίδια ανικανότητα για την επίλυσή τους. Ότι δεν επέτρεψε στους μαθητές του γυμνασίου να λάβουν μέρος στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου 2008 με πρόσχημα το ότι η ενδυμασία της σημαιοφόρου δεν ήταν η κατάλληλη και ότι προσέβαλε την ανωτέρω μαθήτρια δημοσίως. Ζητούσε δε, για τους ανωτέρω λόγους, από τον προϊστάμενο της Δευτεροβάθμιας Εκπαιδεύσεως Ο. να απομακρύνει την εγκαλούσα από το Εσπερινό Γυμνάσιο. Οι ανωτέρω όμως ισχυρισμοί που διέλαβε (και) ο κατηγορούμενος στο επίμαχο κείμενο ήταν αναληθείς. Ειδικότερα η εγκαλούσα από την ανάληψη των καθηκόντων στην ως άνω σχολική μονάδα επέδειξε συμφιλιωτική και διαλλακτική συμπεριφορά και επεδίωξε να κατασιγάσει τον αναβρασμό που είχε προκληθεί από την απομάκρυνση του προηγούμενου διευθυντή και από την πολυήμερη κατάληψη του σχολείου. Δεν προέβη σε διαχωρισμό των μαθητών σε ευνοούμενους απ' αυτήν και σε κατατρεχόμενους, αλλά ούτε και αναμείχθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο στις εκλογές για την ανάδειξη των μελών του δεκαπενταμελούς μαθητικού συμβουλίου και πολύ περισσότερο δεν υπέδειξε σε οποιονδήποτε μαθητή ποιόν να ψηφίσει και μάλιστα για πρόεδρο. Ενδεικτικό του τελευταίου είναι και το γεγονός ότι, αν και τους περισσότερους σταυρούς κατά τις εκλογές συγκέντρωσε ο μαθητής Σ. Β., εντούτοις πρόεδρος του μαθητικού συμβουλίου εξελέγη ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε συγκεντρώσει λιγότερους σταυρούς προτιμήσεως σε σχέση με τον ανωτέρω. Εξάλλου η μη εκλογή δυο 15μελών συμβουλίων (ένα για το Γυμνάσιο και ένα για το Λύκειο) δεν οφειλόταν σε "Veto" της εγκαλούσας αλλά σε σχετική πρόβλεψη του νόμου για τον μαθητικό συνδικαλισμό. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η εγκαλούσα, κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας της στο εσπερινό γυμνάσιο Αιγίου επεδείκνυε ανάρμοστη συμπεριφορά προς τους μαθητές εξυβρίζοντάς τους, χειροδικώντας κατ' αυτών και επιδεικνύοντας ρατσιστική συμπεριφορά εις βάρος των αλλοδαπών μαθητών. Αντιθέτως από τις καταθέσεις των περισσοτέρων εκ των εξετασθέντων συναδέλφων της αποδείχθηκε ότι η εγκαλούσα, καθόλη την διάρκεια του υπηρεσιακού της βίου υπήρξε προσηνής και ευγενής τόσον προς τους μαθητές όσο και προς τους συναδέλφους της καθηγητές και ότι δεν προκάλεσε οποιοδήποτε πρόβλημα σε όποιο σχολείο υπηρέτησε. Αντιθέτως στους ενήλικες μαθητές του σχολείου (και στον κατηγορούμενο) μιλούσε στον πληθυντικό και επεδίωκε συνεργασία μαζί του (λόγω της προεκτεθείσας θεσμικής του ιδιότητας) για την επίλυση των προβλημάτων των μαθητών. Δεν επεδείκνυε οποιαδήποτε ρατσιστική συμπεριφορά προς τους αλλοδαπούς μαθητές και ουδέποτε χειροδίκησε εις βάρος τους. Ενδεικτικό τούτου είναι και το γεγονός ότι ...Τέλος δεν αποδείχθηκε ότι η εγκαλούσα απαγόρευσε την συμμετοχή των μαθητών του εσπερινού γυμνασίου Αιγίου στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου 2008 προκειμένου να τους τιμωρήσει λόγω της ακατάλληλης ενδυμασίας της σημαιοφόρου. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι οι μαθητές του γυμνασίου συμμετείχαν την προηγουμένη της παρέλασης στην κατάθεση στεφάνου στο ηρώο της πόλεως του Αιγίου και ότι η μη συμμετοχή τους στην παρέλαση οφειλόταν στο ότι δεν συμπληρωνόταν ο απαιτούμενος αριθμός για τον σχηματισμό διμοιρίας παρελάσεως και όχι σε οποιαδήποτε τιμωρητική διάθεση της εγκαλούσας. Τούτο προκύπτει ευθέως και από ... Αλλά ούτε και δημόσια προσβολή της εγκαλούσας προς την μαθήτρια Ε. Χ. για την ενδυμασία της αποδείχθηκε. Αντιθέτως η μητέρα της παραπάνω μαθήτριας Α. Σ. κατέθεσε ... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 24-11-2008 ο κατηγορούμενος (μαζί με άλλους μαθητές του εσπερινού γυμνασίου) συνέταξε και απέστειλε προς τον προϊστάμενο της διευθύνσεως Δευτεροβάθμιας Εκπαιδεύσεως Αχαΐας το παρακάτω έγγραφο "κ. Προϊστάμενε της Δευτεροβάθμιας Εκπαιδεύσεως. Λόγω ότι η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο με τη συμπεριφορά της κ. Κ. και αυτή τη στιγμή τελούμε υπό κατάληψη θέλουμε να σας αναφέρουμε ότι: Στο σχολείο επικρατεί αναβρασμός και αναταραχή καθαρά με υπαιτιότητα δική της. Βάζει διχόνοια μεταξύ των μαθητών με ίντριγκες και κουτσομπολιά. Κάνει διαχωρισμούς στους μαθητές δείχνοντας εύνοια σε όσους συμπαθεί και σε άλλους απαξίωση. Μας απαγόρευσε να πάμε στην παρέλαση με αστείες δικαιολογίες και απαξιωτικές για το θεσμό της παρέλασης. Δεν διστάζει να βρίζει και να χειροδικεί σε παιδιά ακόμη και να βλασφημά. Δείχνει ρατσιστική συμπεριφορά σε παιδιά από άλλη χώρα λέγοντάς τους ότι τα μαθαίνει τζάμπα γράμματα. Εξευτελίζει την προσωπικότητα μαθητών κάνοντας κριτική δημόσια για το ντύσιμό τους. Για όλους αυτούς τους λόγους απαιτούμε να πάρετε θέση άμεσα και να επιλύσετε τα προβλήματα που δημιουργεί η υφισταμένη σας όπως άλλωστε έχετε υποχρέωση. Με τιμή Οι μαθητές του Εσπερινού Γυμνασίου". Οι αναγραφόμενοι όμως στο ανωτέρω κείμενο ισχυρισμοί για την εγκαλούσα ήσαν αναληθείς, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν αναλυτικά ανωτέρω, και πρόσφοροι να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, έλαβε δε γνώση αυτών ο προϊστάμενος της Δευτεροβάθμιας Εκπαιδεύσεως Αχαΐας, ενώ περαιτέρω ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς τους. Επίσης σε μη επακριβώς προσδιορισθέντα χρόνο και πάντως μετά την 24η Νοεμβρίου 2008 συνέταξε και απηύθυνε προς τον Πρόεδρο της ΕΛΜΕ Κ. Δ., μαζί με άλλους μαθητές του Εσπερινού Γυμνασίου Αιγίου έγγραφο με το ακόλουθο περιεχόμενο "Όπως, ήδη γνωρίζετε το σχολείο μας βρίσκεται σε κατάληψη από τις 19 Νοεμβρίου, ενημερώσαμε όλους τους αρμόδιους φορείς αλλά μέχρι ώρας δεν έχει πάρει κανένας υπεύθυνα θέση. Το πρόβλημα για το οποίο κάνουμε κατάληψη, είναι μόνο η απαράδεχτη συμπεριφορά της κ Διευθύντριας η οποία έχει δημιουργήσει στο σχολείο κλίμα αναταραχής. Ανακατεύτηκε πράγμα απαράδεκτο στην ανάδειξη του 15μελούς εκβιάζοντας ψυχολογικά τους μαθητές ποίοι θα θέσουν υποψηφιότητα και ποιους να εκλέξουν σύμφωνα με την υπόδειξη της. Βρίζει και μιλά αισχρά μπροστά στους μαθητές. Βλασφήμησε και χειροδίκησε σε μαθητές και απευθυνόμενη σε αυτούς είπε ότι τους κάνει χάρη που τους μαθαίνει τζάμπα γράμματα. Μας είπε ψέματα ότι έχει εντολή από το δήμο να κλειδώσει της τουαλέτες του σχολείου τ:ις μέρες της κατάληψης ενώ από το δήμο την διέψευσαν. Μας καλεί σε σχολικό συμβούλιο και μας απαγόρευσε να μιλήσουμε. Τηλεφώνησε στην Πρόεδρο του Συλλόγου Γονέων και κηδεμόνων λέγοντάς της ότι της χρωστάει χάρη που έγραψε το παιδί της στο σχολείο. Μας απαγόρευσε την παρέλαση με αστείες δικαιολογίες. Μπορεί όλοι να κλείνουν τα αυτιά τους και να αδιαφορούν εμείς όμως επιμένουμε στην κατάληψη και έχουμε ζητήσει από τον Υπουργό την απομάκρυνσή της γιατί πιστεύουμε πως μετά από όλα αυτά δεν μπορούμε να συνυπάρξουμε στον ίδιο χώρο. Για ότι αναφέρουμε στην επιστολή μας υπάρχουν μαρτυρίες και επιχειρήματα. Σας παρακαλούμε να πάρετε θέση και θα μας ευχαριστούσε πάρα πολύ αν μας κάνετε μια επίσκεψη στο σχολείο μας να τα πούμε και προσωπικά. Με τιμή οι μαθητές του Εσπερινού Γυμνάσιου Αιγίου". Δηλαδή στο ανωτέρω έγγραφο διέλαβε όλους τους αναληθείς ισχυρισμούς που αναφέρθηκαν αναλυτικά ανωτέρω. Επιπλέον αυτών ισχυρίσθηκε ότι η εγκαλούσα "τους είπε ψέματα ότι είχε εντολή από τον Δήμο να κλειδώσει τις τουαλέτες του σχολείου τις μέρες της κατάληψης", ότι τους "κάλεσε σε σχολικό συμβούλιο και τους απαγόρευσε να μιλήσουν και ότι τηλεφώνησε στην Πρόεδρο του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων λέγοντάς της ότι της χρωστάει χάρη που έγραψε το παιδί της στο σχολείο". Και οι ανωτέρω όμως ισχυρισμοί του ήσαν αναληθείς καθόσον πράγματι η εγκαλούσα με την προεκτεθείσα ιδιότητα της είχε λάβει εντολή από τον δήμο Αιγίου να κλειδώσει τις τουαλέτες του σχολείου προκειμένου να αποφευχθούν φθορές αυτών, ενώ ουδέποτε απαγόρευσε στον κατηγορούμενο να μιλήσει για τα προβλήματα του σχολείου στο σχολικό συμβούλιο. Αντιθέτως, όπως προαναφέρθηκε, επεδίωκε την ενεργή συμμετοχή του κατηγορουμένου στην επίλυση των σχολικών προβλημάτων. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι η εγκαλούσα είχε τηλεφωνήσει στην Πρόεδρο του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων και ότι της είχε πει τα προεκτεθέντα. Τα όσα διέλαβε (και) ο κατηγορούμενος στο έγγραφο του προς τον πρόεδρο της ΕΛΜΕ ήσαν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας και αυτός τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους... Εξάλλου ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας των όσων ισχυρίσθηκε για την εγκαλούσα, καθόσον, υπό την ιδιότητα του προέδρου του δεκαπενταμελούς μαθητικού συμβουλίου του εσπερινού γυμνασίου Αιγίου, είχε πλήρη ενημέρωση για τα όσα ελάμβαναν χώρα καθημερινά στην ως άνω σχολική μονάδα, δεδομένου ότι επικοινωνούσε καθημερινά τόσο με τους μαθητές όσο και με τους καθηγητές του σχολείου. Επιπλέον δε και ο ίδιος είχε άμεση καθημερινή επαφή με την εγκαλούσα και γνώριζε τα στοιχεία της προσωπικότητάς της αλλά και την συμπεριφορά της προς τους μαθητές ...". Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου, της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 363 σε συνδυασμό με 362, 229 παρ. 1 και 98 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα: 1) Ως προς τη συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου: α) Παρατίθενται τα δυσφημιστικά για την εγκαλούσα γεγονότα, που περιλαμβάνονται στο ως άνω κείμενο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "ΗΜΕΡΗΣΙΟΣ ΑΙΓΙΟΧΟΣ" (προσβλητικές και εξυβριστικές εκφράσεις προς τους μαθητές, χειροδικίες σε βάρος τους, πρόκληση οξύνσεως, μη χορήγηση άδειας συμμετοχής στην παρέλαση, προσβολή της σημαιοφόρου, κ.λπ.), β) προσδιορίζεται ο τρόπος με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε και διέδωσε ενώπιον τρίτων προσώπων τα παραπάνω δυσφημιστικά γεγονότα, με την αναφορά ότι προέβη στην ενέργεια αυτή με όργανο τον τύπο και συγκεκριμένα με την καταχώριση αυτών στο με αριθ. 2353 φύλλο της 20.11.2008 της ως άνω εφημερίδας, το οποίο ήταν προσιτό σε απροσδιόριστο αριθμό αναγνωστών, γ) αιτιολογείται ειδικώς ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος με την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα ως άνω γεγονότα ήταν ψευδή και ότι αυτά μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, καθώς και την παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών από τα οποία συνήγαγε την αναλήθεια των εν λόγω γεγονότων και εκείνων από τα οποία πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή, εφόσον, ως πρόεδρος του δεκαπενταμελούς συμβουλίου και ερχόμενος καθημερινά σε επικοινωνία με μαθητές και καθηγητές, αλλά και με την εγκαλούσα, είχε άμεση αντίληψη της προσωπικότητας της εγκαλούσας, αλλά και της συμπεριφοράς της προς τους μαθητές. 2) Ως προς την ψευδή καταμήνυση: Εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο αυτή τελέσθηκε, ότι, δηλαδή, ο αναιρεσείων συνέταξε και απηύθυνε προς τον προϊστάμενο Διευθύνσεως Δευτεροβάθμιας Εκπαιδεύσεως Αχαΐας το από 24.11.2008 έγγραφο, καθώς και τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτό και ήταν ψευδή, ήτοι ότι από υπαιτιότητα της εγκαλούσας επικρατούσε αναβρασμός στο σχολείο, ότι αυτή απαγόρευσε στους μαθητές να συμμετάσχουν στην παρέλαση, εξύβριζε τους μαθητές, χειροδικούσε, βλασφημούσε, επεδείκνυε ρατσιστική συμπεριφορά, κ.λπ., με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη της εγκαλούσας για πειθαρχικές παραβάσεις. Και 3) ως προς τη συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση: Παρατίθενται στην απόφαση τα δυσφημιστικά για την εγκαλούσα γεγονότα, που περιλαμβάνονται στο ως άνω από 24.11.2008 έγγραφο, καθώς και στο έγγραφο που υποβλήθηκε στον Πρόεδρο της ΕΛΜΕ Κ. Δ., τα οποία προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, ότι δηλαδή η τελευταία επεδείκνυε την ανωτέρω συμπεριφορά, πράγμα το οποίο ήταν ψευδές, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση της αναληθείας των εν λόγω γεγονότων, όπως ανωτέρω έχει εκτεθεί. Η ειδικότερη αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη, αφού: Το γεγονός ότι στο διατακτικό της αποφάσεως ο κατηγορούμενος αναφέρεται ως αυτουργός του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου δεν είναι αντιφατικό προς το αναγραφόμενο στο σκεπτικό ότι αυτός συνέταξε το κείμενο, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "ΗΜΕΡΗΣΙΟΣ ΑΙΓΙΟΧΟΣ", μαζί (από κοινού) με τα υπόλοιπα μέλη του μαθητικού συμβουλίου, γιατί, ως προς αυτόν, στοιχειοθετείται η υποκειμενική και η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος είτε ενέργησε από κοινού με άλλους είτε μόνος, ούτε η εγκαλούσα ήταν υποχρεωμένη να εγκαλέσει και τα λοιπά μέλη του συμβουλίου. Άλλωστε, στο σκεπτικό της αποφάσεως ρητά αναφέρεται ότι στη σύνταξη του κειμένου συμμετείχε "και" ο κατηγορούμενος. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εφόσον δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Περαιτέρω, αυτοτελής είναι και ο ισχυρισμός που προβλέπεται από το άρθρο 367 παρ.1 περ. γ' του ΠΚ, κατά τον οποίο δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που γίνονται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, και, επομένως, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού. Όπως, όμως, συνάγεται από την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προταθεί μόνο όταν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της απλής δυσφημήσεως (άρθ.362 ΠΚ) και όχι όταν οι εκδηλώσεις αυτές περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξεως του άρθρου 363 του ΠΚ, δηλαδή όταν υπάρχει διάδοση ή ισχυρισμός ενώπιον τρίτων ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του ψευδούς. Στην τελευταία περίπτωση, εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος, η απόρριψή του δεν χρήζει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, μετά την εξέταση των μαρτύρων και πριν από την απολογία του, πρόβαλε, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι το επίμαχο κείμενο συντάχθηκε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την αποκατάσταση της τάξεως στο σχολείο, η οποία αφορούσε το σύνολο των μαθητών, αλλά και των γονέων και κηδεμόνων και ολόκληρο το σχολικό περιβάλλον και, επομένως, ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεώς του. Όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν νόμιμος, γιατί ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, και το Δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Παρά ταύτα, ως εκ περισσού, τον απέρριψε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, συνιστάμενη στο ότι: "Ο τελευταίος προέβαλε στο ακροατήριο τον αυτοτελή ισχυρισμό του άρθρου 367§1 περ. γ' Π.Κ. και συγκεκριμένα ότι διέλαβε τους ανωτέρω ισχυρισμούς για την εγκαλούσα στο κείμενο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "ΗΜΕΡΗΣΙΟΣ ΑΙΓΙΟΧΟΣ", στο από 24-11-2008 έγγραφό του προς τον Προϊστάμενο της Δευτεροβάθμιας Εκπαιδεύσεως και στο έγγραφό του προς τον Πρόεδρο της ΕΛΜΕ από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία του σχολείου. Ο παραπάνω όμως ισχυρισμός του κρίνεται απορριπτέος καθόσον οι ισχυρισμοί που διέλαβε στα ανωτέρω έγγραφά του για την εγκαλούσα ήσαν αναληθείς και ο ίδιος τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους και συνεπώς στοιχειοθετείται στην προκειμένη περίπτωση το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως επί του οποίου δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 367 §1 Π.Κ. (...)". Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, δεύτερος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29 Μαρτίου 2012 (με αριθ. πρωτ. 2524/2012) αίτηση του Μ. Σ. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθ. 351/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Νοεμβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συκοφαντική δυσφήμιση δια του τύπου και κανονική, ψευδής καταμήνυση. Σύντμηση της προθεσμίας αναιρέσεως στα εγκλήματα δια του τύπου στο ήμισυ, όταν η δια του τύπου παράβαση διώκεται αυτοτελώς, όχι όταν συρρέει αυτή με άλλη αξιόποινη πράξη ή συρρέει ως μερικότερη πράξη εξακολουθούντος εγκλήματος που δεν υπάγεται στις περί τύπου διατάξεις. Ισχυρισμοί αυτοτελείς. Άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως (αρ. 367 παρ. 1 περ. γ' ΠΚ). Δεν εφαρμόζεται επί συκοφαντικής δυσφημήσεως. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση.
Ψευδής καταμήνυση
Ισχυρισμός αυτοτελής, Αναιρέσεως προθεσμία άσκησης, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Τύπος.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1395/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορούμενων 1. Λ. Χ. του Χ. και 2. Α. Χ. του Γ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Τρίγκα, περί αναιρέσεως της 2482/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαρτίου 2012 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 513/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος (Λ. Χ.), γιατί για τον δεύτερο (Α. Χ.) ετέθη στο αρχείο η υπόθεση, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1α ΠΚ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 309 του ιδίου Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του η βαριά σωματική βλάβη (αρθρ. 310 παρ. 2) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Απαιτούμενα στοιχεία για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης είναι α) σωματική βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 308 του ΠΚ, β) η πράξη να τελέσθηκε κατά τρόπο που να μπορεί να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του ή βαριά σωματική βλάβη και γ) δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση προκλήσεως της σωματικής κακώσεως και των περιστάσεων από τις οποίες προκύπτει αντικειμενικά κίνδυνος της ζωής ή βαριά σωματική βλάβη. Ενόψει της διαζευκτικής διατυπώσεως της δευτέρας από τις διατάξεις αυτές, είναι απαραίτητο στην καταδικαστική για επικίνδυνη σωματική βλάβη απόφαση να καθορίζεται ποία από τις άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δε δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μίας ή της άλλης περιπτώσεως, αν και στις δυο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς άγει σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχειρίσεως του δράστη, αφού στην πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή του θα καθοριστεί με βάση τα κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ. Κατά την παραπάνω διάταξη νοείται, ως σωματική κάκωση, κάθε εξωτερική επενέργεια επί του σώματος, όπως τραύματα, εκδορές, οιδήματα, παραμορφώσεις κλπ, ενώ βλάβη της υγείας είναι κάθε διατάραξη των εσωτερικών λειτουργιών, η κάκωση δε μπορεί να είναι συγχρόνως και βλάβη της υγείας, αλλά η βλάβη της υγείας μπορεί να επέλθει και χωρίς κάκωση, καθώς, επίσης, μπορεί η καθεμία να επέλθει χωριστά ή να είναι η μία συνέπεια της άλλης και δεν δημιουργείται αντίφαση από τη σωρευτική παραδοχή σωματικής κάκωσης και βλάβης της υγείας του παθόντος ταυτόχρονα. Αν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως, αδυνατεί ο Άρειος Πάγος να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση, για το αν δηλαδή το Δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο. Η ασάφεια δημιουργείται εάν το Δικαστήριο δεχθεί ότι συνέτρεξαν διαζευκτικά οι δύο περιπτώσεις όχι όμως και όταν δεχθεί ότι συνέτρεξαν σωρευτικά και οι δύο περιπτώσεις, όταν δηλαδή δεχθεί ότι λόγω της βαριάς σωματικής βλάβης προκλήθηκε και κίνδυνος ζωής, οπότε το πληττόμενο έννομο αγαθό είναι το υπέρτερο τούτων, δηλαδή η ζωή του παθόντος. Εξ άλλου, λόγο αναιρέσεως συνιστά κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εκ των οποίων η μεν πρώτη υπάρχει όταν αποδίδεται στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, η δε δεύτερη όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και της απολογίας, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην συγκεκριμένη περίπτωση με την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθ. 2482/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων Λ. Χ. κρίθηκε ένοχος επικίνδυνης σωματικής βλάβης, και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, μετατραπείσα. Σχετικά το Εφετείο, μετ' εκτίμηση όλων των αποδεικτέων μέσων, τα οποία προσδιορίζει κατ' είδος, δέχθηκε ανελέγκτως, για τον αναιρεσείοντα Λ. Χ. και τον συγκατηγορούμενό του Α. Χ., τα ακόλουθα: "Στις 30 Μαΐου 2004 ο πολιτικώς ενάγων Γ. Τ. και περί ώραν 11.30' - 12.001, προσήλθε στην περιοχή "Τετράδι" ..., όπου μαζί με τον πατέρα του διατηρούν στάνη προβάτων, πλην όμως όταν έφτασε εκεί διαπίστωσε ότι οι πόρτες της στάνης ήσαν ανοικτές και τα πρόβατα απουσίαζαν και έτσι ξεκίνησε προς αναζήτησή τους. Φτάνοντας στην περιοχή "Δυσκολία", σε απόσταση περίπου 500 μ. μακριά από τη στάνη τους, συνάντησε τους κατηγορουμένους και δη αρχικά τον πρώτο, Λ. Χ., προς τον οποίο απευθυνόμενος τον ρώτησε που είναι το κοπάδι του. Ο τελευταίος του απάντησε ότι δεν γνωρίζει, οπότε ο εγκαλών θεωρώντας ότι αυτός ήταν ο υπεύθυνος για την απομάκρυνση του κοπαδιού του δεδομένου ότι οι διάδικοι έχουν μακροχρόνια διαμάχη και διαφορές για τα βοσκοτόπια τον ρώτησε "γιατί δεν τον αφήνει να ζήσει" και έτσι άρχισαν να διαπληκτίζονται, οπότε ο πρώτος κατηγορούμενος του επιτέθηκε και τον έριξε στο έδαφος γρονθοκοπώντας τον, ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος ανήλικος (τότε) Α. Χ., γιος του πρώτου κατηγορουμένου, του κατάφερε πλήγμα στο κεφάλι με πέτρα, με αποτέλεσμα ο εγκαλών να υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση και να νοσηλευτεί στο Γενικό Νοσοκομείο Κεφαλληνίας από 30 έως 31 Μαΐου 2004. Η σωματική αυτή βλάβη που υπέστη ο παθών έχει χαρακτήρα επικίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα και την ίδια τη ζωή του ως εκ του οργάνου (πέτρα) και του σημείου του σώματος (κεφάλι) που επλήγη. Επομένως, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού". Με βάση τις παραδοχές αυτές τους κήρυξε ενόχους για την ακόλουθη πράξη: "Κατά την 30ή Μαΐου 2004 στην περιοχή "Δυσκολία" ... από κοινού και εκ συμφώνου δρώντες προξένησαν σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του και συγκεκριμένα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο επιτέθηκαν εναντίον του εγκαλούντος Γ. Τ. και κτύπησαν αυτόν γρονθοκοπώντας τον και τραυματίζοντάς τον ενώ ο ανήλικος Α. Χ., καθόν χρόνον ο παθών, εξουθενωμένος, έπεσε στο έδαφος οπόταν τον άρπαξε από το λαιμό ο πρώτος συγκατηγορούμενός του, κατάφερε σε αυτόν πλήγματα με μία πέτρα, ως διατείνεται ο ίδιος (παθών), στο κεφάλι με συνέπεια να υποστεί σωματική βλάβη με χαρακτήρα επικίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα και την ίδια τη ζωή του παθόντος ως εκ του οργάνου (πέτρα) που χρησιμοποιήθηκε του ζωτικού οργάνου (κεφάλι) που επλήγη". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δέχεται, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεώς του, ότι ο αναιρεσείων Λ. Χ. με τις γροθιές του κτύπησε και έρριψε στο έδαφος τον εγκαλούντα Γ. Τ. και με τον τρόπο αυτό τον τραυμάτισε και αυτός στην κεφαλή, με αποτέλεσμα ο εγκαλών να υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση και ότι έτσι του προξένησε σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του με χαρακτήρα επικίνδυνο τόσον για τη σωματική ακεραιότητα όσο και την ίδια τη ζωή του, ως εκ του ζωτικού οργάνου (κεφάλι) που επλήγη και έτσι τον κήρυξε ένοχο επικίνδυνης σωματικής βλάβης. Με αυτά που, κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Λ. Χ., τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 309 σε συνδυασμό με 308 του ΠΚ. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Επίσης, αναφέρεται λεπτομερώς στην αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πώς προκλήθηκαν οι σωματικές κακώσεις στον παθόντα, το μέσο με το οποίο έγιναν αυτές (γροθιές) και το σημείο στο οποίο επλήγη ο παθών (κεφαλή) και εκτίθεται, περαιτέρω, ότι από τον τρόπο, με τον οποίο τελέσθηκε η ειρημένη πράξη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και ειδικότερα από το μέσο που χρησιμοποιήθηκε και από το σημείο του σώματος του παθόντος, το οποίο επλήγη και το οποίο κατονομάζει ειδικώς, προκλήθηκε σ' αυτόν κρανιοεγκεφαλική κάκωση και ότι έτσι του προξένησε σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του με χαρακτήρα επικίνδυνο τόσον για τη σωματική ακεραιότητα όσο και την ίδια τη ζωή του. Επομένως, οι σχετικοί, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι δεν αναφέρεται με ποίο μέσο και σε ποίο σημείο του σώματος του παθόντος επέφερε την σωματική βλάβη, (πρώτος λόγος), διότι δεν αναφέρεται τι υπέστη ο παθών και ποία η μορφή και ο χαρακτήρας της βλάβης της υγείας του παθόντος (τρίτος λόγος) επειδή η απόφαση προσδιόρισε την βλάβη της υγείας ως κρανιοεγκεφαλική κάκωση συνεπεία της οποίας νοσηλεύθηκε επί διήμερο, ως και οι λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, για έλλειψη αιτιολογίας αλλά και εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ για εκ πλαγίου παράβαση της άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 309 του ΠΚ, εκ της άνω παραδοχής ότι η σωματική βλάβη που υπέστη ο παθών έχει χαρακτήρα επικίνδυνο σωρευτικώς και για τη σωματική του ακεραιότητα και για την ίδια τη ζωή του (πρώτος και τέταρτος λόγοι) και του ότι στο σκεπτικό αναφέρεται ότι προκλήθηκε μόνον βλάβη της υγείας ενώ στο διατακτικό σωρευτικώς και σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο πρώτος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων προβάλλει ότι δεν αξιολογήθηκαν ορθά τα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα ότι, παρά το περιεχόμενο της απολογίας του συγκατηγορουμένου του, το Δικαστήριο εσφαλμένως εδέχθη ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι γιος του πρώτου, είναι απαράδεκτος, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός που αποτελεί άρνηση στοιχείου της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και κατ' ακολουθίαν της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής υπό την άνω έννοια, γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να τον αιτιολογήσει ειδικά σε περίπτωση απορρίψεως αυτού. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που με αυτόν πλήττεται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και για απόλυτη ακυρότητα, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α' ΚΠοινΔ, διότι δεν απάντησε στον αυτοτελή του ισχυρισμό ότι "εγώ είμαι ανάπηρος, δεν μπορώ να χτυπήσω με το χέρι" πρέπει να απορριφθεί, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής, αλλά υπερασπιστικό επιχείρημα. Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως προς έρευνα που να αφορά τον αναιρεσείοντα Λ. Χ. (καθ' όσον ως προς τον Α. Χ. ετέθη στο αρχείο η υπόθεση με πράξη του Εισαγγελέως) η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19.3.2012 Αίτηση-Δήλωση αναιρέσεως του Λ. Χ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 2482/12.12.2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Νοεμβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επικίνδυνη σωματική βλάβη. Στοιχεία. Αν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως, συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 309 του ΠΚ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ε' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Ο λόγος δεν ιδρύεται εάν γίνει δεκτό ότι επήλθε σωρευτικώς, όταν δηλαδή δεχθεί ότι υπήρξε λόγω της βαριάς σωματικής βλάβης και κίνδυνος ζωής, οπότε το πληττόμενο έννομο αγαθό είναι το υπέρτερο τούτων, δηλαδή η ζωή του παθόντος.
null
null
0
Αριθμός 1359/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Γεώργιο Νικολαΐδη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1983/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Α. Δ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Δημήτριο Μάντεση και 2. Μ.-Κ. Χ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1η Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 908/2012. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημοσίας ή ιδιωτικής φύσης. Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας νοείται κατά το άρθρο 13 εδ. γ' ΠΚ κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, υπό την έννοια δε αυτή έγγραφο είναι και η ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία κατά το άρθρο 1721 ΑΚ, γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν. Η πλαστογραφία προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο δράστης σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (αρθρ. 216 παρ. 3 εδ. α' ΠΚ) και ήδη το ποσό των 120.000 ευρώ όπως αναπροσαρμόσθηκε με την παρ.1 περ. β' του άρθρου 24 του Ν. 4055/2012, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1α ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και ο ηθικός αυτουργός, εκείνος δηλαδή ο οποίος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που αυτός διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας πρέπει να συντρέχουν α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η οποία πρόκληση μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με την πειθώ, φορτικότητα, απειλή, υπόσχεση αμοιβής κλπ, β) διάπραξη από τον άλλο της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή τέτοιας διάταξης που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στις διατάξεις που εφάρμοσε, αλλά και όταν οι διατάξεις αυτές παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ήτοι όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, το οποίο ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 1983/2011 απόφασης το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται κατ' είδος δέχτηκε ανελέγκτως ότι: "Ο κατηγορούμενος κατ' ορθότερο προσδιορισμό του τρόπου συμμετοχής στην πράξη που του αποδίδεται, είναι ένοχος ηθικής αυτουργίας στην τελεσθείσα από την ήδη αποβιώσασα Β. Μ., πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με σκοπό οφέλους δια βλάβης τρίτου που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 χιλ ευρώ Ειδικότερα, αποδείχθηκαν τα ακολούθα: Ο πατέρας της ήδη αποβιώσασας Β. Μ. και παππούς των πολιτικών εναγόντων (από τη μητέρα τους) Α. Γ. του Σ., ο οποίος απεβίωσε στο Χαλάνδρι Αττικής, στις 24-1-1962 σε ηλικία 92 ετών από γεροντική άνοια και καρδιακή ανεπάρκεια. Λόγω μη ανευρέσεως διαθήκης χώρισε η εξ' αδιαθέτου διαδοχή και στην κληρονομιά του κλήθηκαν τα 7 παιδιά του, καθένα από τα οποία μετά την παραίτηση από το μερίδιό του, του γιου του, Σ., κληρονόμησε το 1/6 εξ αδιαιρέτου της περιουσίας του. Οι εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι αποδέχθηκαν σιωπηρά την κληρονομιά, ασκώντας καθένας στο εξ' αδιαιρέτου μερίδιό του, τις προσήκουσες πράξεις νομής με διάνοια κυρίου Η αποβιώσασα Β. Μ., ουδέποτε μέχρι το 1999 ανέφερε κάτι σχετικό με τυχόν διαθήκη του πατέρα της Στην κληρονομιαία περιουσία περιλαμβανόταν και ένα ακίνητο εκτάσεως 140 στρεμμάτων που βρίσκεται στην θέση Αγία Παρασκευή, του Δήμου Φενεού Κορινθίας αποτελούμενο από καλλιεργούμενους αγρούς δενδροπερίβολο κήπο, αλώνι, κτιριακές εγκαταστάσεις δασώδες τμήμα εκτάσεως 15-20 στρεμμάτων και οικοπεδικό τμήμα, μέσα στο οποίο βρισκόταν η οικογενειακή οικία του κληρονομουμένου. Οι κληρονόμοι τόσο το 1966, όσο και το 1998, προσπάθησαν ανεπιτυχώς να προβούν σε εξώδικη διανομή του ακίνητου Η διανομή του 1966 δεν τελεσφόρησε γιατί, λόγω της υπάρξεως δασικής εκτάσεως στο ακίνητο, δεν χορηγήθηκε άδεια κατατμήσεως από το Δασαρχείο Ξυλοκάστρου, ενώ, εκείνη του 1998, που θα γινόταν μεταξύ της ως άνω αποβιωσάσης, της αδελφής της Ε. χήρας Ε. Μ. και των παιδιών των προαποβιωσάντων λοιπών αδελφών τους, δεν προχώρησε, γιατί η πρώτη κατηγορουμένη (ήδη αποβιώσασα) υποκινούμενη από την κατηγορούμενο, αξίωνε μεγαλύτερη μερίδα, από την εξ' αδιαθέτου κληρονομιά του πατερά της, χωρίς να κάνει οποιαδήποτε νύξη για διαθήκη ή για το ότι ο πατέρας της, της είχε δώσει κάποια υπόσχεση για εγκατάστασή της, ως μοναδικής κληρονόμου. Πλέον συγκεκριμένα η ως άνω Β. Μ. αξίωνε να της παραχωρηθεί το 1/2 του μεριδίου του παραιτηθέντος από την κληρονομιά αδελφού της Σ. αντί του 1/6 που της αναλογούσε. Λόγω της μη ικανοποιήσεως της αξιώσεώς της αυτής που τη θεωρούσε εύλογη, γιατί αυτή είχε φροντίσει τους γονείς της αρνήθηκε από το τέλος του 1998 να συμπράξει σε εξώδικη διανομή, ούτε οι λοιποί κληρονόμοι της ανακοίνωσαν ότι θα προβούν στις απαιτούμενες ενέργειες για τον αποχαρακτηρισμό του δασικού τμήματος και ότι θα προχωρήσουν σε δικαστική διανομή του ακίνητου. Τότε ο κατηγορούμενος που επηρέαζε την Β. Μ. συνέλαβε το σχέδιο της εμφανίσεως διαθήκης του κληρονομουμένου, την οποία διαθήκη την έπεισε να συντάξει Έτσι στις 12-2-1999 η ως άνω Β. Μ., προσκόμισε στο Πρωτοδικείο Αθηνών, χειρόγραφο, που εμφάνισε, ως ιδιόγραφη διαθήκη του πατέρα της, συνταχθείσα στις 20-10-1961, ημέρα Παρασκευή, η οποία (διαθήκη), είχε το αναφερόμενο στο διατακτικό περιεχόμενο και εγκαθίσταται με αυτήν ως μοναδική κληρονόμος του πατερά της. Η εν λόγω διαθήκη δημοσιεύθηκε και κηρύχτηκε κυρία με τα υπό αριθμό 697/12-2-1999 και 266/12-2-1999 πρακτικά και απόφαση αντίστοιχα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι τον Ιούνιο 1999 οι λοιποί συγκληρονόμοι πληροφορήθηκαν από την γενομένη για λογαριασμό τους το κληρονομιαίο ακίνητο Α. Μ., ότι η Β. Μ. συνοδευόμενη από τον κατηγορούμενο Α. Μ., μετέβη στο δασαρχείο Ξυλοκάστρου και ζήτησε πληροφορίες για το κληρονομιαίο κτήμα, ως μοναδική κληρονόμος του πατερά της, ενώ αυτή στις 15-12-1999 με την υπό αριθμό .../99 πράξη αποδοχής της συμβολαιογράφου Ευαγγελίας Ζήκα, αποδέχθηκε τον κληρονομιαίο αγρό και την ίδια ήμερα με το υπ' αριθμ. .../1999 συμβόλαιο της ιδίας συμβολαιογράφου, πώλησε στον κατηγορούμενο τμήμα του κτήματος, εκτάσεως 5371 τμ, με αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα, εκείνο των 797.550 δρχ, που ήταν ισόποσο της αντικειμενικής αξίας του ακίνητου. Οι λοιποί εξ' αδιαθέτου συγκληρονόμοι, με την κατατεθείσα στις 14-1-2000 από 20-10-1999 αγωγή τους, ζήτησαν την αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης, επί δε της αγωγής αυτής είχαν εκδοθεί οι υπ' αριθμ. 7584/2001 και 1777/2004 παρεμπίπτουσες αποφάσεις του εν λόγω δικαστηρίου με την πρώτη από τις οποίες διατάσσεται η συμπλήρωση της πληρεξουσιότητας του παραστάντος δικηγόρου και με την δεύτερη διατάσσεται γραφολογική πραγματογνωμοσύνη. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι η διαθήκη είναι γνήσια και ότι αυτός τη βρήκε μέσα σε ένα αγγλικό βιβλίο του κληρονομουμένου μαζί με άλλα χειρόγραφα αυτού, κατά τη διάρκεια μετακόμισης που έγινε στις αρχές 1998, ενώ η παραπάνω ήδη αποβιώσασα Β. Μ., είχε ισχυρισθεί ότι η ανεύρεση της διαθήκης δεν την αιφνιδίασε, γιατί ο πατέρας της είχε γνωστοποιήσει στο γείτονα και φίλο του Η. Λ. (που εξετάσθηκε στο ακροατήριο), τόσο την επιθυμία του να την καταστήσει κληρονόμο όσο και τη σύνταξη της διαθήκης και ότι αυτή είχε ψάξει, μετά τον θάνατό του αλλά δεν μπόρεσε να την βρει. Πλην, όμως, η κατηγορουμένη, μέχρι το τέλος του 1998 ουδέποτε είχε πει κάτι σχετικό στους λοιπούς συγκληρονόμους, αντίθετα ήλθε σε αντίδικα με αυτούς, γιατί ήθελε να λάβει μεγαλύτερο μερίδιο από ότι εκείνοι, όπως έχει ήδη, αναφερθεί. Ο κατηγορούμενος ήταν εκείνος που συνέλαβε το σχέδιο περί ανευρέσεως διαθήκης, πείθοντάς την να προβεί στην σύνταξή της, δημιουργώντας της, την πεποίθηση, ενόψει της επιρροής που ασκούσε πάνω της, ότι αυτή θα έπρεπε να είναι η μοναδική κληρονόμος του πατέρα της, τον οποίο, καθώς και την προαποβιώσασα μητέρα της, είχε μόνη από τα λοιπά έξι αδέλφια της, φροντίσει και ότι αδικείται από τους συγγενείς της, που αρνούνται να της παραχωρήσουν το 1/2 του κληρονομικού μεριδίου του αδελφού της Σ.. Συγκεκριμένα οι σχέσεις της εν λόγω Β. Μ. με τα αδέλφια της και τα ανίψια της ήταν καλές, μέχρι το 1997 που η τελευταία σε ηλικία 67 ετών (είχε γεννηθεί το 1930) συνδέθηκε ερωτικά με τον κατά οκτώ έτη νεώτερό της κατηγορούμενο. Ο τελευταίος από 4-11-1993 είχε εκμισθώσει την εις Χαλάνδρι και επί της οδού ... παλαιά μονοκατοικία της πρώτης (Μ.) και είχε εγκαταστήσει εκεί ατομική επιχείρηση εμπορίας τροφίμων και ζαχαρωδών προϊόντων. Μετά την πώληση του ακίνητου αυτού τον Νοέμβριο του 1997, η εν λόγω επιχείρηση μετεγκαταστάθηκε στην υπόγεια αποθήκη του εις Χαλάνδρι και επί της οδού ... διαμερίσματος της Β. Μ.. Έκτοτε αυτοί συμβίωναν ο δε κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι κατά την μετεγκατάσταση της επιχείρησης του στην προαναφερθείσα αποθήκη βρήκε την επίμαχη διαθήκη. Η σχέση αυτή ποτέ δεν έγινε αποδεκτή από τους συγγενείς της Β. Μ. οι οποίοι λόγω της διαφοράς ηλικίας και της εκποιήσεως από την πρώτη, τόσο της προαναφερθείσης μονοκατοικίας, όσο και στην συνεχεία του παραπάνω διαμερίσματος, το οποίο απέκτησε ο δεύτερος (κατηγορούμενος) σε πλειστηριασμό, του απέδιδαν οικονομικά κίνητρα και επιβουλή της περιουσίας της συγγενούς τους λαμβανομένων υπόψη και του ότι η εν λόγω κατηγορουμένη, που είχε παντρευτεί σε ηλικία 50 χρονών και δεν είχε αποκτήσει τέκνα, είχε μεγάλη σύνταξη από τον αποβιώσαντα σύζυγό της και νόμιμοι κληρονόμοι της ήταν οι προαναφερθέντες συγγενείς της. Αυτή ζούσε μαζί με τους γονείς της, που της είχαν δωρήσει την αναφερομένη παραπάνω εις Χαλάνδρι μονοκατοικία (βλ. υπ' αριθμ. .../58 πωλητήριο συμβόλαιο, το οποίο είναι κατ' ουσία είναι δωρητήριο) επειδή τους φρόντιζε, ο δε πατέρας της δεν είχε αναφέρει σε κανένα συγγενή του ότι θέλει να εγκαταστήσει την πρώτη (Β. Μ.) μοναδική του κληρονόμο. Ο μάρτυρας Η. Λ. (εξετασθείς στο ακροατήριο) ισχυρίζεται έγγραψε και υπέγραψε ενώπιόν του τη διαθήκη από σχεδία που εκείνος του είχε φέρει από δικηγόρο και το υπαγόρευσε. Πλην όμως το ανορθόγραφο του κείμενου της διαθήκης, δεν προδίδει γραφή ατόμου που είχε αποφοιτήσει από σχολαρχείο, όπως ο φερόμενος ως διαθέτης. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η ένδικη διαθήκη είναι πλαστή, δηλαδή δεν έχει γραφεί από τον φερόμενο ως διαθέτη της, αλλά από την ήδη θανούσα Β. Μ. με τις προτροπές και παραινέσεις του κατηγορουμένου ο οποίος της υπέδειξε να συντάξει και τα μαζί με την διαθήκη ευρεθέντα σημειώματα, ως δήθεν δείγματα γραφής του θανόντος, ο οποίος, αν συνέτασσε τη διαθήκη ενώπιον του Η. Λ., είναι προφανές ότι θα του υπεδείκνυε και το σημείο που την τοποθέτησε, ώστε να την βρει εύκολα η κόρη του μετά τον θάνατό του. Η Β. Μ. δεν ήταν καν απόφοιτος δημοτικού και από μόνη της δεν θα σκεπτόταν να διαπράξει πλαστογραφία. Σε τούτο παρακινήθηκε από τον κατηγορούμενο ο οποίος εκμεταλλευόμενος την επιρροή που εξασκούσε επάνω της, ως σύντροφος της και στήριγμά της, την έπεισε με συνεχείς προτροπές, στο διάστημα από τον Ιανουάριο του 1998 μέχρι τον Ιανουάριο του 1999 να συντάξει την διαθήκη και στη συνεχεία να κάνει χρήση προσκομίζοντάς την στο δικαστήριο για δημοσίευση και κήρυξή της ως κυρίας και στη συνέχεια με βάση αυτήν να κάνει αποδοχή κληρονομίας και να μεταβιβάσει σ' αυτόν ένα τμήμα του ακινήτου. Με την πλαστή αυτή διαθήκη που με προτροπή του κατηγορουμένου αυτή κατάρτισε και χρησιμοποίησε, σκόπευε (η Β. Μ.) να καρπωθεί την περιουσία του πατέρα της και να βλάψει τους λοιπούς συγκληρονόμους, στερώντας τους το παραπάνω κληρονομιαίο ακίνητο, του οποίου η αξία κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης ανερχόταν σε 100 εκατομμύρια δραχμές, καθόσον η περιοχή έχει ιδιαίτερα αξιοποιηθεί μετά την εκεί κατασκευή τεχνητής λίμνης, σε κάθε περίπτωση, ενόψει της αμφισβητήσεως που υπάρχει για το δασικό τμήμα του ακινήτου από το δασαρχείο Ξυλοκάστρου, η αξία του ακινήτου και το όφελος που επιδιώχθηκε από τη θανούσα και η ζημία που απειλήθηκε υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Ενόψει των προαναφερθέντων ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ως ηθικός αυτουργός της διαπραχθείσης από την Β. Μ. (ήδη θανούσα), κακουργηματικής πλαστογραφίας, απορριπτομένων ως αβασίμων των αυτοτελών ισχυρισμών του, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν των ελαφρυντικών: α) ειλικρινούς μεταμελείας και καλής συμπεριφοράς του για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, καθόσον δεν αποδείχθ8ηκε ότι αυτός (κατηγορούμενος) επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και ότι επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (άρθρ. 84 παρ.2δ ΠΚ) ή ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του (άρθρ. 84 παρ.2ε ΠΚ)". Ακολούθως, το άνω δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία με χρήση με σκοπό το όφελος που υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ (100.000.000 δρχ. η αξία του ακινήτου κατά το σκεπτικό). Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού. Επίσης, εκτίθενται σε αυτήν τα αποδεικτικά μέσα τα οποία μνημονεύονται κατ' είδος και ότι ελήφθησαν όλα υπόψη για την κρίση περί της ενοχής του, όπως επίσης και οι νομικοί συλλογισμοί βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή των πραγματικών τούτων περιστατικών στις άνω διατάξεις που εφάρμοσε, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε. Ειδικότερα, στο πόρισμα της απόφασης αυτής δεν υπάρχουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά που να καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των άνω διατάξεων αφού εκτίθενται τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά τα οποία συγκροτούν, κατά τις άνω παραδοχές, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου. Συγκεκριμένα και σε σχέση με τις προσβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις, εκτίθενται με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση τα μέσα και ο τρόπος που χρησιμοποίησε ο αναιρεσείον να πείσει τη φυσική αυτουργό να διαπράξει την άδικη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας της αναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης και ειδικότερα εκτίθεται σε αυτή ότι ο αναιρεσείων, που είχε συνδεθεί ερωτικά με την κατά 8 έτη μεγαλύτερή του Β. Μ., την οποία και εκ του λόγου αυτού επηρέαζε, συνέλαβε το σχέδιο κατάρτισης πλαστής διαθήκης και εκμεταλλευόμενος την επιρροή που ασκούσε πάνω της, ως σύντροφος και στήριγμά της, την έπεισε με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις να συντάξει αυτή πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη του πατέρα της Α. Γ., την οποία ακολούθως προσκόμισε στο δικαστήριο και πέτυχε να κηρυχθεί κυρία, ως και το σκοπό που αυτή και ο ίδιος επιδίωκαν, ήτοι αυτή να φαίνεται ως μοναδική κληρονόμος του πατέρα της και να καρπωθεί την κινητή και ακίνητη περιουσία του αξίας 100.000.000 δρχ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 46, 47, και 48 του ΠΚ καθιερώνεται το ανεξάρτητο του αξιοποίνου του ηθικού αυτουργού από το αξιόποινο του εκτελέσαντος την πράξη, ήτοι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική μόνο υπόσταση ορισμένου εγκλήματος δηλαδή πράξεως για την οποία δε συντρέχει κάποιος λόγος που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα αυτής, χωρίς να εξετάζεται αν ο φυσικός αυτουργός είναι ικανός προς καταλογισμό ή αν πράττει εκ δόλου. Περαιτέρω για την εκδίκαση της πράξεως της ηθικής αυτουργίας, δεν είναι απαραίτητη η παρουσία και εξέταση του φυσικού αυτουργού στο δικαστήριο. Κατ' ακολουθίαν, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος ή όταν δεν αποφανθεί για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του (αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το δικαστήριο, με το να τον κηρύξει ένοχο, υπερέβη την εξουσία του καθόσον από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν δικαιολογείται η κρίση του αυτή, οι δε πολιτικώς ενάγοντες ποινικοποίησαν αστική διαφορά, ενώ από τη μήνυση και τις καταθέσεις των μαρτύρων δε θεμελιώνεται η ηθική αυτουργία σε κακουργηματική πλαστογραφία. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Απορριπτέος επίσης είναι και ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει σχετική ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο με επίκληση όμως, μόνο της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αυτό, χωρίς αναφορά των πραγματικών περιστατικών που τον θεμελιώνουν και συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Α. Δ. και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1-9-2011 αίτηση του Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 1983/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Α. Δ. εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ηθική αυτουργία, κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση. Στην καταδικαστική απόφαση πρέπει να διαλαμβάνονται τα μέσα και ο τρόπος με τα οποία ο ηθικός αυτουργός έπεισε τον φυσικό αυτουργό να τελέσει ορισμένη αξιόποινη πράξη. Αυτοτελής η ευθύνη εκάστου τούτων. Ο ηθικός αυτουργός μπορεί να εισαχθεί στη δίκη και μόνος.
Πλαστογραφία και χρήση (πλαστού εγγράφου)
Ηθική αυτουργία, Πλαστογραφία και χρήση (πλαστού εγγράφου).
0
Αριθμός 1352/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - (Σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενες τις: 1) Γ. Τ., 2) Ά. Κ., 3) Μ. Γ., 4) Ε. Θ., 5) Σ.-Σ. Μ. και 6) Σ. Π.. Και εγκαλούντα τον Π. Κ. του Σ., κάτοικο ... . Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 20-6-2012, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 774/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα με αριθμό 210/4-10-2012 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ, το 383/20.6.2012 αίτημα του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής, όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και σε εκείνο της προδικασίας και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί δίωξη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 του ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλο ισόβαθμο Εισαγγελέα, ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 20-2-2009 καταγγελία, επέχουσα θέση εγκλήσεως, ο Π. Κ. του Σ., κρατούμενος στο Κατάστημα Κράτησης Δομοκού, κατήγγειλε, για παράβαση καθήκοντος και για άλλες μη προσδιοριζόμενες επαρκώς πράξεις, ικανό αριθμό δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών και άλλα πρόσωπα (δικηγόρους, γραμματείς, συμβολαιογράφους). Την έγκληση, μετά τη διενέργεια της σχετικής προκαταρκτικής εξέτασης, απέρριψε, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 47 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, ως ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, με την υπ' αριθμ. ΑΒΜ ΣΤ 2009/63782/2011 διάταξη του. Κατ' αυτής ο εγκαλών άσκησε την υπ' αριθμ. 159/20101 προσφυγή, κατά το άρθρο 48 του ΚΠΔ, ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, που μετά τη διενέργεια όσων διέταξε με την υπ' αριθμ. 290/2011 διάταξη του (επισύναψη στη δικογραφία υπηρεσιακής βεβαίωσης σχετικά με την ιδιότητα ενός εκάστου εκ των καταγγελομένων δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών), αιτείται τον κανονισμό αρμοδιότητας, προκειμένου αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών να κρίνει την προσφυγή του εγκαλούντος, αφού οι περισσότεροι, από τους εγκαλούμενους εν ενεργεία δικαστικούς λειτουργούς, υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών ή στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, αντίστοιχα, όπως βεβαιώνεται στα συνημμένα έγγραφα με αριθμ. 24392/12-3-2012 και 34812/6-4-2012 του Υπουργείου Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Επομένως συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 του ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ανωτέρω υποθέσεως από τον κατά τόπον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της προαναφερόμενης προσφυγής και αν συντρέξει περίπτωση στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιώς, για να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό αυτής. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω να ορισθούν, κατά παραπομπή, αρμόδιοι να αποφανθούν επί της 150/2011 προσφυγής του Π. Κ. του Σ., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Δομοκού, κατά της υπ' αριθμ. ΑΒΜ ΣΤ 09/63782/2011 διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 20-2-2009 έγκληση του, κατά των αναφερομένων σ' αυτήν δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών και λοιπών προσώπων, ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς και, αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση, οι ανακριτικές και δικαστικές αρχές των Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιώς. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Η. Πλιώτας" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 στοιχ. γ' ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, όταν εγκαλών ή αδικηθείς ή κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω, ο οποίος υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ίδιου Κώδικα, δικαστήριο, διατάσσεται, κατόπιν αιτήσεως του εισαγγελέα ή του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντα, από τον Άρειο Πάγο σε Συμβούλιο (αν δεν πρόκειται για τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στα στοιχεία α' και β' του ίδιου άρθρου) η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο δικαστήριο, ομοειδές και ισόβαθμο, εφαρμοζομένων αναλόγως και των άρθρων 132, 134 και 135 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Η παραπομπή αυτή νοείται όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου ασκήσεως της ποινικής διώξεως, διότι και κατ' αυτό συντρέχει ο αυτός δικαιολογητικός λόγος, ήτοι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας μεροληψίας αυτού, εξαιτίας της συνυπηρετήσεώς του στο ίδιο δικαστήριο με τον εγκαλούντα, παθόντα ή κατηγορούμενο δικαστικό λειτουργό. Εξ άλλου κατά το άρθρο 48 ΚΠοινΔ, ο εγκαλών μπορεί μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την επίδοση της απορριπτικής της εγκλήσεως του διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, να προσφύγει κατά της διατάξεως αυτής στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών. Αν ο Εισαγγελέας Εφετών δεχθεί την προσφυγή, εφαρμόζεται αναλόγως το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 43. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθ. ΑΒΜ ΣΤ 2009/6374/2/2011 Διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, απορρίφθηκε, ως ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως κατά το άρθρο 47 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η από 20.2.2009 υπόμνημα-καταγγελία-αναφορά (επέχουσα θέση εγκλήσεως) του Π. Κ. του Σ., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Δομοκού, με τον οποία ο εγκαλών ζήτησε την ποινική δίωξη για παράβαση καθήκοντος και άλλες μη επαρκώς προσδιοριζόμενες πράξεις, ικανού αριθμού δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, δικηγόρων, γραμματέων και συμβολαιογράφων. Κατά της Διατάξεως αυτής προσέφυγε ο ανωτέρω εγκαλών ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, με την υπ' αριθμό 159/2011 προσφυγή του, ο οποίος, μετά την διενέργεια των όσων διέταξε με την 290/2011 διάταξη του (επισύναψη υπηρεσιακών βεβαιώσεων σχετικά με την ιδιότητα εκάστου των καταγγελλομένων δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών), αιτείται τον κανονισμό αρμοδιότητος διότι στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών υπηρετούν οι εγκαλούμενες Γ. Τ. με τον βαθμό της Εισαγγελέως Εφετών, ως και οι Ά. Κ. και Μ. Γ. με τον βαθμό του Αντεισαγγελέως Εφετών και στο Εφετείο Αθηνών με τον βαθμό του Εφέτου οι Ε. Θ., Σ. - Σ. Μ. και Σ. Π., όπως βεβαιώνεται στα υπ' αριθ. 24392/12.3.2012 και 34812/6.4.2012 έγγραφα του Υπουργείου Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Εν όψει αυτών ανακύπτει ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή. Τον κανονισμό αρμοδιότητος ζητεί από τον Άρειο Πάγο ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών κατά τα άρθρα 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ ΚΠοινΔ, με την υπ' αριθ. 383/20.6.2012 αίτηση της, η οποία είναι νόμιμη και, κατόπιν των προεκτεθέντων, κατ' ουσίαν βάσιμη. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή και να χωρήσει κανονισμός αρμοδιότητος, ώστε να αποκλεισθεί κάθε υπόνοια μεροληψίας. Προς τούτο πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, ο οποίος θα επιληφθεί της ανωτέρω και θα ενεργήσει στα πλαίσια της αρμοδιότητος του καθώς και στις αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πειραιώς, αν ήθελε συντρέξει νόμιμη περίπτωση περαιτέρω δικαστικής διερευνήσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παραπέμπει την υπόθεση, επί της οποίας η υπ' αριθ. 159/2011 προσφυγή του εγκαλούντος Π. Κ. του Σ., κατά της υπ' αριθ. ΑΒΜ ΣΤ 2009/6374/2/2011 Διατάξεως της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, περί απορρίψεως της από 20.2.209 εγκλήσεως του άνω εγκαλούντος κατά των αναφερομένων σ' αυτήν δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών και λοιπών προσώπων, από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση περαιτέρω δικαστικής διερευνήσεως, στις αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Εφετείου και του Πρωτοδικείου Πειραιώς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2012. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητος. Αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο, είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υφίσταται αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1351/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ελένης Πετρούλια συζ. Ι., το γένος Ε. Β., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένης στο Κατάστημα Κράτησης Ελεώνα Θηβών, η οποία δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1216/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, (συνεδριάζοντος σε Συμβούλιο). Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (συνεδριάζοντος σε Συμβούλιο), με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22 Ιουλίου 2011 και 2 Σεπτεμβρίου 2011 δύο αιτήσεις της αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1010/11. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 154 και ημερομηνία 4-7-2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Κατόπιν της υπ' αριθμ. 590/2012 αποφάσεως του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου επάγομαι τα ακόλουθα: Εν προκειμένω δεν δημιουργείται καμμία αμφιβολία σχετικά με την ταυτότητα του επιδοθέντος εγγράφου, και συγκεκριμένα της υπ' αριθμ. 1010/11 και από 5-1-2012 κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προς την νυν αναιρεσείουσα Ε. Π. σύζυγο Ι. το γένος Ε. και Θ. Β., η οποία της επιδόθηκε την 9-1-2012 προκειμένου να παραστεί δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (Ζ' ποινικό Τμήμα) την 7-3-2012 ημέρα Τετάρτη και ώρα 9.30 π.μ. στη συζήτηση των από 22-7-2011 και 2-9-2011 αιτήσεων αναιρέσεως της που στρέφονται κατά της υπ' αριθμ. 1216/18-5-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δοθέντος ότι η υπ' αριθμ. 1216/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών είναι απόφαση και όχι βούλευμα. Και τούτο διότι ναι μεν εκδόθηκε εν Συμβουλίω η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση λόγω του απαραδέκτου του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της εφέσεως, και συγκεκριμένα της υπ' αριθμ. 20/15-2-2011 εφέσεως της νυν αναιρεσείουσας που εστρέφετο κατά της υπ' αριθμ. 245/2-2-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, επειδή δεν προβλέπεται από την παράγραφο 7 του άρθρου 33 του Ν. 3904/23-12-2010 στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο έν λόγω άρθρο άσκηση εφέσεως" πλην όμως η εν λόγω απόφαση εν Συμβουλίω (υπ' αριθμ. 1216/2011) δεν συνιστά βούλευμα εν στενή έννοια όπως τα προβλεπόμενα στο άρθρο 317 Κ.Π.Δ.. Όπως επίσης αντιστρόφως και το βούλευμα είναι μεν απόφαση, πλην όμως εν ευρεία και όχι εν στενή έννοια, βλέπετε Άγγελο Μπουρόπουλο ερμηνεία του άρθρου 138 Κ.Π.Δ., όπου μεταξύ άλλων γίνεται δεκτό ότι "Απόφασης είναι και το ειδικότερον καλούμενον βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου" (Α' τόμος Ερμηνείας του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σελίδα 202, εκδόσεως του έτους 1957). Και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στην απαγόρευση του άρθρου 476 παρ. 2 Κ.Π.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 38 του Ν. 3160/2003 που αφορά αποκλειστικά τα βουλεύματα, και όχι και τις αποφάσεις. Σύμφωνα συνεπώς με τα ανωτέρω εκτεθέντα η απόφαση του Δικαστηρίου που εκδίδεται εν Συμβουλίω καταχρηστικώς εκλαμβάνεται ως βούλευμα, ενώ πρόκειται σαφώς περί αποφάσεως. Είναι άκρως σαφής και εξαιρετικά διαφωτιστική η ερμηνεία του άρθρου 476 Κ.Π.Δ., του Αγγέλου Μπουρόπουλου η οποία αναπτύσσεται στο Β' Τόμο της Ερμηνείας του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας του έτους 1957 σελίδες 174, 175, 176, τα κυριώτερα σημεία της οποίας έχουν ως εξής: "Αν πρόκειται περί ενδίκου μέσου κατ' αποφάσεως, το δε απαράδεκτον, 'λόγω τυπικών απλώς ελλείψεων, είναι πρόδηλον, προκύπτον αμέσως και αναμφισβητήτως εκ των εγγράφων της δικογραφίας (εκθέσεως περί ασκήσεως του ενδίκου μέσου εν συνδυασμώ προς την προσβαλλομένην απόφασιν, ή περί παραιτήσεως δηλωθείσης προ της ημέρας της δια την συζήτησιν του ενδίκου μέσου ωρισμένης, κ.λ.ττ.), το παραδεκτόν κηρύσσεται υπό του κατά τα άρθρα 341 § 2, 499 και 513 αρμοδίου να κρίνη περί του ενδίκου μέσου δικαστηρίου, συντιθεμένου συμφώνως προς τα άρθρα 5, 6, 9, και 10 Κ.Π.Δ., αλλά συνεδριάζοντος εν συμβουλίω και ουχί δημοσίως. Και εις την περίπτωσιν ταύτην κλητεύονται υποχρεωτικώς οι διάδικοι" (βλέπετε σχετικώς). Εξαιρετικά ενδιαφέρον εν προκειμένω είναι και το παρατιθέμενο σχόλιο κάτωθι του κυρίως κειμένου της σελίδας 174 του Β' Τόμου της κατ' άρθρο Ερμηνείας του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας του Αγγέλου Μπουρόπουλου, όπου μεταξύ άλλων σκέψεων αναφέρονται τα εξής σχετικά με το ότι δεν υφίσταται ταύτιση μεταξύ του Δικαστηρίου εν Συμβουλίω και του Δικαστικού Συμβουλίου ως προς την εκδιδομένη απόφαση στη πρώτη περίπτωση: " και ως προς το εκδιδόμενο βούλευμα στη δεύτερη περίπτωση:"Αλλά τότε τι είναι το Μονομελές Πλημμελειοδικείον, κρίνον έφεσιν κατ' αποφάσεως Πταισματοδικείου, ή το Μονομελές και Τριμελές Δικαστήριον Ανηλίκων, ή το παρά τω Μικτώ Ορκωτώ Δικαστήριον των Συνέδρων, κρίνον την ανακοπήν κατ' ερήμην αποφάσεως. Σχετικά αντίστοιχα Δικαστικά Συμβούλια δεν γνωρίζει το Δικονομικόν ημών Δίκαιον (όρα σχετικώς αγόρευσιν Κ. Κόλλια εν Ποιν. Χρ. Γ' σελ. 441 σημείωσις 2). Εξ' άλλου, η υπό του αυτού συγγραφέως υποστηριζόμενη αντισυνταγματικότης εκ της μη δημοσία συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, δεν είναι ευσταθής, δοθέντος ότι το εν Συμβουλίω Δικαστήριον δεν κρίνει το νόμω και ουσία βάσιμον του ενδίκου μέσου, αλλά μόνον το τύποις απαράδεκτων αυτού. Πρόκειται, ως λέγει ο Vannini (σελ. 271) "περί τυπικού καθαρώς ελέγχου, και ουχί περί ασκήσεως δικαιοδοσίας επί της ποινικής αγωγής" (βλέπε σχετικώς). Κομβικό σημείο εν προκειμένω είναι ότι όταν το Δικαστήριο διαπιστώσει πριν από την ορισθείσα δικάσιμο ότι το ασκηθέν ένδικο μέσο πάσχει από κάποια ακυρότητα, συνεδριάζει εν Συμβουλίω προκειμένου να κρίνει το τυπικά και μόνο απαράδεκτο αυτού για το οποίο δεν απαιτείται δημοσιότητα της συνεδριάσεως διότι δεν ασκεί δικαιοδοσία. Ενώ αντιθέτως όταν πρόκειται να κρίνει το νόμο και ουσία βάσιμο αυτού, απαιτείται δημοσιότητα της συνεδριάσεως εφόσον πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκήθηκε κατά αποφάσεως. Τα αυτά ακριβώς με τα ανωτέρω δέχεται και ο καθηγητής Χρήστος Δέδες στην ερμηνεία των ενδίκων μέσων, Τόμος Γ' σελίδα 19, εκδόσεως έτους 1969 (βλέπε σχετικώς). Ως εκ τούτου κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 476 παρ.1 Κ.Π.Δ., πρέπει εν προκειμένω το Δικαστήριο σας (Ζ Ποινικό Τμήμα) που Συνεδριάζει εν Συμβουλίω, να κηρύξει απαράδεκτη την εις αυτό εισαγωγή περί απαραδέκτου του υπ' αριθμ. 20 και από 22-7-2011 καθώς και του από 2-9-2011 ετέρου ομοίου των ασκηθέντων ενδίκων μέσων αναιρέσεως της κρατούμενης στο Κατάστημα Κρατήσεως Γυναικών στον Ελεώνα Θηβών Ε. Π. συζύγου Ι. το γένος Ε. και Θ. Β., που στρέφονται κατά της υπ' αριθμ. 1216/18-5-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών συνεδριάζοντος εν Συμβουλίω, δοθέντος ότι σύμφωνα με τα προεκτθέντα παραδεκτώς ασκήθηκαν κατ' εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 476 Κ. Π. Δ. αφού η υπ' αριθμ. 1216/18-5-2011 απόφαση, είναι απόφαση και όχι βούλευμα. Και τα οποία εν λόγω ένδικα μέσα να εισαχθούν κατόπιν τούτου εκ νέου με την συνήθη διαδικασία στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου Ζ' Ποινικό Τμήμα, προκειμένου να εξεταστεί η βασιμότητα των προτεινομένων λόγων αναιρέσεως αλλά ενδεχομένως και οποιοσδήποτε έτερος λόγος περί του παραδεκτού ή μη των ανωτέρω ενδίκων μέσων (βλέπετε Άγγελος Μπουρόπουλος ερμηνεία του άρθρου 476 Κ.Π.Δ., Τόμος Β' Εκδόσεως 1957, σελίδα 175). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να κηρυχθεί απαράδεκτη η εισαγωγή περί απαραδέκτου του υπ' αριθμ. 20 και από 22-7-2011 και του από 2-9-2011 ετέρου ομοίου των ασκηθέντων ενδίκων μέσων αναιρέσεως της Ε. Π. συζ. Ι. το γένος Ε. και Θ. Β., κρατούμενης στο Κατάστημα Κρατουμένων Γυναικών στον Ελεώνα Θηβών, κατοίκου ..., που στρέφονται κατά της υπ' αριθμ. 1216/18-5-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών συνεδριάζοντος εν Συμβουλίω δοθέντος ότι παραδεκτώς ασκήθηκαν τα ανωτέρω ένδικα μέσα σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ., ως μη ασκηθέντα κατά βουλεύματος αλλά κατά αποφάσεως Δικαστηρίου Συνεδριάζοντος εν Συμβουλίω. Κατόπιν τούτου να εισαχθούν εκ νέου με την συνήθη διαδικασία στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου Ζ' Ποινικό Τμήμα, προκειμένου να εξεταστεί η βασιμότητα των προτεινομένων λόγων αναιρέσεως αλλά ενδεχομένως και οποιοσδήποτε έτερος λόγος περί του παραδεκτού των ανωτέρω ενδίκων μέσων. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Νικόλαος Τσάγγας". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 476 του ΚΠοινΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως από τους διαδίκους κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψε την έφεσή τους κατά του πρωτόδικου βουλεύματος ως απαράδεκτη. Δηλαδή αναίρεση επιτρέπεται πλέον μόνο κατά αποφάσεως, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, και όχι και κατά βουλεύματος που επίσης απορρίπτει αυτό ως απαράδεκτο. Το αντίθετο δεν συνάγεται από το ότι κατά το άρθρο 138 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΚΠοινΔ "η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου ονομάζεται βούλευμα", αφού η πιο πάνω παράγραφος 2 του άρθρου 476, πριν αντικατασταθεί κατά τα προεκτιθέμενα, όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και έτσι, με την αντικατάσταση αυτή, εκφράσθηκε ρητά η βούληση του νομοθέτη για αποκλεισμό της αναιρέσεως κατά βουλεύματος, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Ο εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της εισαγγελίας με οποιοδήποτε μέσο (και προφορικώς και τηλεφωνικώς) στην αναγραφόμενη στο ένδικο μέσο διεύθυνση και σημειώνει τούτο στο φάκελο της δικογραφίας". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 111 παρ. 7 του ίδιου Κώδικα, οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των τριμελών πλημμελειοδικείων υπάγονται στην αρμοδιότητα των τριμελών εφετείων. Αν, όμως, ασκηθεί έφεση κατά τέτοιας αποφάσεως, η οποία, για κάποιο λόγο, είναι απαράδεκτη, ο εισαγγελέας, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1, την εισάγει πάλι στο δικαστήριο, το οποίο, στην περίπτωση αυτή, συνεδριάζει όχι δημόσια, αλλά ως συμβούλιο, και όχι στο δικαστικό συμβούλιο, το οποίο είναι καθ' ύλην αναρμόδιο. Το δικαστήριο σε συμβούλιο δεν είναι διαφορετικό όργανο από το δικαστήριο που συνεδριάζει δημόσια, είναι, όμως, εντελώς διαφορετικό από το δικαστικό συμβούλιο. Αν, λοιπόν, εισαχθεί έφεση κατά αποφάσεως στο δικαστικό συμβούλιο, όπως συμβαίνει κατά τακτική που έχει παγιωθεί με σκοπό να μη επιβαρύνονται τα πινάκια των ποινικών δικαστηρίων και με αυτές τις υποθέσεις, το συμβούλιο, κατά την εκδίκαση της εφέσεως αυτής και την απόρριψή της ως απαράδεκτης, θεωρείται ως δικαστήριο που συνεδριάζει σε συμβούλιο (όχι δημόσια) και η απόφαση που εκδίδει αποκαλείται "απόφαση" και όχι "βούλευμα", κατά της οποίας επιτρέπεται η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως. Αντίθετη εκδοχή, ότι, δηλαδή, και στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως γιατί πρόκειται για βούλευμα, θα είχε ως συνέπεια την αποστέρηση του κατηγορουμένου από ένα ένδικο μέσο, το οποίο έχει κατά αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τις υπ' αριθ. 20/22.7.2011 και 23/2.9.2011 αιτήσεις της, ζητεί την αναίρεση του υπ' αριθ. 1216/2011 "βουλεύματος" του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η υπ' αριθ. 20/2011 έφεσή της κατά της υπ' αριθ. 245/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, με την οποία απορρίφθηκε η από 21 Ιανουαρίου 2001 αίτησή της για την σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ. 7 του ν. 3904/2010 αναστολή του άρθρου 99 παρ. 1 του ΠΚ της ποινής φυλακίσεως των 14 μηνών που της επιβλήθηκε με την υπ' αριθ. 11809/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, παραδεκτώς προσβάλλουν το ως άνω "βούλευμα", αφού αυτό, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, επέχει θέση "αποφάσεως" του Τριμελούς Εφετείου σε συμβούλιο, δεδομένου ότι με την έφεση είχε προσβληθεί απόφαση και αρμόδιο να την εκδικάσει ήταν το Δικαστήριο και όχι το Συμβούλιο, και εσφαλμένως έχουν εισαχθεί στο Δικαστήριο αυτό, που συνεδριάζει ως συμβούλιο, για να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου, του Αρεοπαγίτη Ανδρέα Ξένου, οι ως άνω αιτήσεις βάλλουν κατά βουλεύματος, κατά του οποίου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν προβλέπεται η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, και όχι κατά αποφάσεως, ενόψει του ότι η αναιρεσιβαλλόμενη δεν εκδίδεται μετά διαδικασία στο ακροατήριο, και, επομένως, πρέπει να απορριφθούν αυτές ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν, κατά την πλειονοψηφήσασα γνώμη, πρέπει, μετά και την ειδοποίηση και μη εμφάνιση του αντικλήτου της αναιρεσείουσας (κατά την επί του φακέλου σχετική σημείωση της αρμοδίας γραμματέως), να κηρυχθεί απαράδεκτη η εισαγωγή των ως άνω αιτήσεων στο παρόν Δικαστήριο, που συνεδριάζει ως συμβούλιο, για να απορριφθούν αυτές ως απαράδεκτες και να διαταχθεί η εισαγωγή εκ νέου αυτών στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου με τη συνήθη διαδικασία της δημόσιας συνεδριάσεως, προκειμένου να εξεταστεί η βασιμότητα των προτεινομένων λόγων αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη την εισαγωγή στο παρόν Δικαστήριο, που συνεδριάζει ως συμβούλιο, των υπ' αριθ. 20/22.7.2011 και 23/2.9.2011 αιτήσεων της Ε. Π., συζ. Ι., το γένος Ε. Β., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1216/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, συνεδριάζοντος σε Συμβούλιο, (Συμβουλίου Εφετών), για να απορριφθούν αυτές ως απαράδεκτες. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή εκ νέου των ως άνω αιτήσεων στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου με τη συνήθη διαδικασία της δημόσιας συνεδριάσεως, προκειμένου να εξεταστεί η βασιμότητα των προτεινομένων λόγων αναιρέσεως. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2012. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόφαση συμβουλίου εφετών με την οποία απορρίφθηκε έφεση της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη. Είναι απόφαση δικαστηρίου που συνεδριάζει ως συμβούλιο και όχι βούλευμα. Παραδεκτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αυτής (άρθρο 476 παρ. 2 ΚΠΔ). Κήρυξη απαράδεκτης της εισαγωγής στον Άρειο Πάγο, που συνεδριάζει ως συμβούλιο, για την απόρριψη της αιτήσεως ως απαράδεκτης και διάταξη περί εκ νέου εισαγωγής αυτής με τη συνήθη διαδικασία των συνεδριάσεων δημοσία. Αντίθετη μειοψηφία.
Βούλευμα
Βούλευμα.
0