text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
Αριθμός 154/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου D. M. του I., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Γιαννοπούλου περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 176/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά.
Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1014/2012.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό και ημερομηνία 253/6.12.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγουμε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1, 485 παρ. 1, 513 παρ. 1α' και 528 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠΔ, την με αριθμό 4/17.9.2012 αίτηση (δήλωση) του καταδικασθέντος D. M. του I., για αναίρεση του 176/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο απορρίφθηκε η από 18.7.2012 αίτηση του για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με τις ΒΤ 4990/2008 και ΒΤ 3253/2011 αμετάκλητες αποφάσεις του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς, και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Από τη διάταξη του άρθρου 528 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠΔ προκύπτει, ότι κατά του βουλεύματος του συμβουλίου εφετών, που αποφαίνεται επί αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας κατά αμετάκλητης καταδικαστικής αποφάσεως, επιτρέπεται αναίρεση στον εισαγγελέα και στον αιτούντα κατά τα άρθρα 484 και 485 του ΚΠΔ. Κατά το άρθρο 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων, μεταξύ των οποίων κατ' άρθρο 462 του ίδιου Κώδικα και η αναίρεση, είναι δέκα (10) ημέρες, εκτός αν ο δικαιούμενος διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι αγνώστου διαμονής, οπότε η προθεσμία είναι 30 ημέρες, και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση του βουλεύματος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα το Δικαστήριο (ως Συμβούλιο) ή το Δικαστικό Συμβούλιο, που είναι, αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα, ο οποίος οφείλει να ειδοποιήσει τον διάδικο, που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητο του, για να προσέλθει στο Συμβούλιο 24 τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υποθέσεως σ' αυτό, και αφού ακούσει τους διαδίκους που θα εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσιβαλλόμενο 176/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο απορρίφθηκε αίτηση του νυν αναιρεσείοντος D. M. του I. για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με τις ΒΤ 4990/2008 και ΒΤ 3253/2011 αμετάκλητες αποφάσεις του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς, με τις οποίες είχε καταδικασθεί για κλοπές, επιδόθηκε, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού αποδεικτικού, που συντάχθηκε από τη δικαστική επιμελήτρια της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ..., νομίμως (αρθρ. 155 παρ.1 του ΚΠΔ), στις 27 Αυγούστου 2012, στη σύνοικο ενήλικη σύζυγο του I. S., λόγω μη ανευρέσεως αυτού στην κειμένη στο ... και στην οδό ... οικία του. Ακολούθως, ο D. M., με δήλωση του έχοντος βάσει εξουσιοδοτήσεως σχετική πληρεξουσιότητα αντιπροσώπου του δικηγόρου Ασημάκη Καρδάση, ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέως των ενδίκων μέσων του Εφετείου Αθηνών, άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά του ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, στις 17 Σεπτεμβρίου 2012, ήτοι μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας των δέκα (10) ημερών από της επιδόσεως σ' αυτόν του προσβαλλόμενου βουλεύματος, χωρίς μάλιστα να επικαλείται και να αναφέρει, σύμφωνα με το άρθρο 474 παρ. 2 του ΚΠΔ, στη σχετική έκθεση αναιρέσεως, που συντάχθηκε, λόγο ανυπερβλήτου κωλύματος ή ανωτέρας βίας και χωρίς να προσκομίζει συγχρόνως και τα μέσα αποδείξεως του λόγου αυτού, προκειμένου να κριθεί το δικαιολογημένο ή μη της εκπρόθεσμης ασκήσεως της. Η δε γενομένη προς τον αντίκλητο δικηγόρο του αναιρεσείοντος επίδοση του προσβαλλόμενου βουλεύματος (κατά τους ισχυρισμούς του στις 7.9.2012) δεν ασκεί έννομη επιρροή στην εκπροθέσμως ασκηθείσα αναίρεση, γιατί δεν αποτελεί η ημερομηνία αυτή χρονική αφετηρία για την εμπρόθεσμη άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, αφού η επίδοση αυτή έγινε εκ περισσού και δεν ήταν αναγκαία, λόγω επιδόσεως του πληττόμενου βουλεύματος στην σύνοικο σύζυγο του αναιρεσείοντος, αποκλείουσας την εφαρμογή των προϋποθέσεων, των καθοριζομένων υπό των διατάξεων των εδαφίων γ' και δ' της παρ. 2 του άρθρου 155 του ΚΠΔ (ΑΠ 1035/2000).
Συνεπώς, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί η με αριθμό 4/17.9.2012 αίτηση (δήλωση) του καταδικασθέντος D. M. του I., κατοίκου Ηρακλείου Αττικής (οδός ...), για αναίρεση του 176/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο απορρίφθηκε η από 18.7.2012 αίτηση του για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με τις ΒΤ 4990/2008 και ΒΤ 3253/2011 αμετάκλητες αποφάσεις του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.- Αθήνα, 30 Νοεμβρίου 2012 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και την πληρεξούσια του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1α του ΚΠΔ, ορίζεται "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 473 παρ.1 του ΚΠΔ, ορίζεται ότι "όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων, είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται και για την προθεσμία άσκησης ένδικων μέσων κατά βουλευμάτων".
Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 155 παρ. 2 του ΚΠΔ, ορίζεται ότι, "αν δεν βρεθεί στην κατοικία του εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση ή ο σύνοικος ή ο οικιακός βοηθός ή θυρωρός, όποιος κάνει την επίδοση επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας. Αν η θυροκόλληση έγινε επειδή τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1 εδ. β' και γ' αρνήθηκαν να πάρουν το έγγραφο ή απουσίαζαν ή δεν υπήρχαν, επιδίδεται το αντίγραφο του εγγράφου στον τυχόν διορισμένο αντίκλητο του ενδιαφερομένου κατηγορουμένου ή αστικώς υπευθύνου. Σ' αυτήν την περίπτωση, τα αποτελέσματα αρχίζουν από την επίδοση στον αντίκλητο".
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 154 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η προθεσμία άσκησης αναιρέσεως κατά βουλεύματος είναι δέκα ημέρες από την νόμιμη επίδοση του βουλεύματος, το δε κύρος της επιδόσεως στον ενδιαφερόμενο, δεν επηρεάζεται από το ποία επίδοση, επίδοση με θυροκόλληση ή επίδοση στον αντίκλητο, προηγήθηκε της άλλης, η προθεσμία αρχίζει από τη μεταγενέστερη από τις δύο επιδόσεις. Η διάταξη αναφέρεται στο συνήθως συμβαίνον, που είναι προδήλως λογικό να προηγείται η θυροκόλληση της επιδόσεως προς τον αντίκλητο, αφού ο δικαστικός επιμελητής δεν γνωρίζει, κατά κανόνα, αν την επίδοση θα την ενεργήσει στα χέρια του ενδιαφερόμενου ή συνοίκου ή με θυροκόλληση και κινδυνεύει, αν ακολουθήσει αντίστροφη σειρά, αν βρεθούν τα πρόσωπα της παραγράφου 1 εδ. β' του άρθρου 155 ΚΠΔ και παραλάβουν το έγγραφο, να ενεργήσει περιττή επίδοση, αυτή προς τον αντίκλητο.
Σε περίπτωση δε που η επίδοση γίνει, κατά την παρ.1 του άνω άρθρου 155, με παράδοση του βουλεύματος στα χέρια του ενδιαφερόμενου ή αν αυτός που κάνει την επίδοση δεν βρίσκει τον ενδιαφερόμενο, εγχειρίζει το έγγραφο σε κάποιον από εκείνους που, έστω και προσωρινά, διαμένουν μαζί του ή στους οικιακούς βοηθούς ή στο θυρωρό της κατοικίας που μένει ή σε κάποιον από όσους είναι στο κατάστημα ή στο εργαστήριο ή το γραφείο, τα δε πρόσωπα αυτά είναι υποχρεωμένα να παραδώσουν στον ενδιαφερόμενο το έγγραφο που τους επιδόθηκε χωρίς καμία χρονοτριβή. Όμως, από τις παραπάνω διατάξεις δεν προκύπτει, υποχρέωση επίδοσης του βουλεύματος και στον διορισθέντα αντίκλητο, αν γίνει η επίδοση όπως παραπάνω στη σύνοικο σύζυγο του ενδιαφερόμενου, τυχόν δε γενόμενη εκ περισσού και μεταγενέστερα, δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα, ούτε λαμβάνεται αυτή η δεύτερη περιττή και μη προβλεπόμενη από τον ΚΠΔ επίδοση στον αντίκλητο, για την έναρξη και τη μετάθεση του χρόνου ενάρξεως της προαναφερθείσας δεκαήμερης προθεσμίας αναιρέσεως του βουλεύματος και το εμπρόθεσμο ή μη της ασκηθείσας αναιρέσεως, θα κριθεί αποκλειστικά από το χρόνο επιδόσεως του βουλεύματος στην ανωτέρω σύνοικο σύζυγο του ενδιαφερόμενου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της διαδικασίας, για να εκτιμηθεί το εμπρόθεσμο ή μη του κρινόμενου ενδίκου μέσου αναιρέσεως, το προσβαλλόμενο με αριθμό 176/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο απορρίφθηκε η από 18-7-2012 αίτηση του νυν αναιρείοντος αλλοδαπού, περί επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε με τις 4990/2008 και 3253/2011 καταδικαστικές εναντίον του αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με το με χρονολογία 27-8-2012 αποδεικτικό επιδόσεως της ..., επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς, επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 27 Αυγούστου 2012, όχι με θυροκόλληση, αλλά, λόγω απουσίας του από την κατοικία του, με νόμιμη και έγκυρη επίδοση στη δηλωθείσα κατοικία του επί της οδού ..., στη σύνοικο ενήλικο σύζυγο του I. S., ενώ κατά τα προαναφερθέντα, για την εγκυρότητα της άνω επίδοσης, δεν ήταν απαραίτητο στην περίπτωση αυτή να γίνει επίδοση και στον διορισθέντα αντίκλητο δικηγόρο του.
Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, η δεκαήμερη προθεσμία αναιρέσεως κατά του εν λόγω 176/2012 βουλεύματος αρχίζει από την επομένη της, κατά την 27-08-2012, επιδόσεως αυτού στη σύνοικο σύζυγο του ενδιαφερόμενου αναιρεσείοντος και εφόσον η κρινόμενη αναίρεση ασκήθηκε στις 17-9-2012, όπως προκύπτει από την 4/17-9-2012 έκθεση καταθέσεως της αρμόδιας γραμματέως του Εφετείου Πειραιώς, ήτοι εκπρόθεσμα μετά το δεκαήμερο, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ενόψει και του ότι ο αναιρεσείων, δεν επικαλείται με το ασκηθέν αυτό ένδικο μέσο κάποιο λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο της ασκήσεως του. Η επίκληση το πρώτον, από την παραστάσα στο συμβούλιο πληρεξούσια δικηγόρο του, του ισχυρισμού, που επαναλαμβάνει και στο κατατεθέν την 16-1-2013 υπόμνημα του, ότι έγινε επίδοση του ιδίου βουλεύματος στις 7-9-2012 και στον αντίκλητο δικηγόρο του και επομένως εμπρόθεσμα άσκησε την κρινόμενη αναίρεση, ανεξάρτητα του ότι δεν επικαλείται ο αναιρεσείων, ούτε προσκομίζει σχετικό από 7-9-2012 αποδεικτικό επιδόσεως ή σχετική επισημείωση οργάνου επιδόσεως επί επιδοθέντος στον αντίκλητο του βουλεύματος, ούτε προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας τέτοια επίδοση, παρά ταύτα, τυχόν γενόμενη, δεν επέφερε έννομα αποτελέσματα, γενόμενη χωρίς να προβλέπεται από το νόμο εκ περισσού και δεν αρχίζει η προθεσμία από την χρονολογία αυτή. Επίσης η επίκληση από τον αναιρεσείοντα το πρώτον την 15-1-2013 στο Συμβούλιο τούτο του Αρείου Πάγου ισχυρισμού μη γνώσης της αρχικής προς τη σύζυγο του επίδοσης, λόγω του ότι βρίσκεται, αόριστα, σε διάσταση με τη σύζυγο του, ανεξάρτητα του ότι ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκομίζεται, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Συνεπώς, ενόψει των προεκτεθέντων η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 4/17-9-2012 αίτηση του D. M. του I., για αναίρεση του με αριθμό 176/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αναίρεση απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη μετά το 10ήμερο. Η προθεσμία άσκησης αναιρέσεως κατά βουλεύματος είναι δέκα ημέρες από την νόμιμη επίδοση του βουλεύματος, το δε το κύρος της επιδόσεως στον ενδιαφερόμενο, δεν επηρεάζεται από το ποία επίδοση, με θυροκόλληση ή επίδοση στον αντίκλητο προηγήθηκε της άλλης, η προθεσμία αρχίζει από τη μεταγενέστερη από τις δύο επιδόσεις. Υποχρέωση επίδοσης του βουλεύματος και στον διορισθέντα αντίκλητο, αν γίνει η επίδοση στη σύνοικο σύζυγο του ενδιαφερόμενου, τυχόν δε γενόμενη εκ περισσού και μεταγενέστερα στον αντίκλητο, δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα, ούτε λαμβάνεται αυτή η δεύτερη περιττή και μη προβλεπόμενη από τον ΚΠΔ επίδοση στον αντίκλητο, για την έναρξη της δεκαήμερης προθεσμίας αναιρέσεως του βουλεύματος και το εμπρόθεσμο ή μη της ασκηθείσας αναιρέσεως, θα κριθεί από το χρόνο επιδόσεως του βουλεύματος στην ανωτέρω σύνοικο σύζυγο του ενδιαφερόμενου.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
Αριθμός 153/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ε. Μ. του Β., κατοίκου ..., Δωδεκανήσου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παντελίδη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 140/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδ/νήσου. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ά. Α. Χ. του Α., κάτοικο ... και 2) Μ. Χ. του Σ., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκαν.
Το Τριμελές Εφετείο Δωδ/νήσου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1081/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 § 1 Π.Κ., όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτή τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του πλημμελήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτού. Έτσι, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, απαιτείται και άμεσος δόλος δηλαδή δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαίως την γνώση ότι η γενόμενη καταμήνυση είναι ψευδής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΔΠ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει, στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, η ύπαρξη του δεν είναι κατ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του. Όταν όμως, για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτούνται, όπως και στο έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την αντικειμενική υπόσταση αυτής, και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος από μέρους του υπαιτίου ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου προσθέτου αποτελέσματος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την διαληφθείσα γνώση ως και τον σκοπό.
Συνεπώς, επί του ανωτέρω εγκλήματος, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του, απαιτείται, για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, να εκτίθενται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η γνώση του κατηγορουμένου περί του ψευδούς περιεχομένου της μηνύσεως του και ο σκοπός του να επιτύχει την δίωξη του μηνυθέντος για την καταμηνυθείσα αξιόποινη πράξη.
II. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Δωδεκανήσου, που δίκασε ανεκκλήτως, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 140/2012 απόφαση του ,όπως προκύπτει από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου του σκεπτικού της και του διατακτικού της, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή, με την παρακάτω αιτιολογία, αφού δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ειδικότερα, τα εξής: "Από τις προφορικές καταθέσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν νόμιμα, απ' όλα γενικά και χωρίς εξαίρεση τα νομίμως αναγνωσθέντα έγγραφα, και από όλη την αποδεικτική διαδικασία, όπως αναλυτικά αναφέρεται στα πρακτικά της παρούσας, αποδείχθηκαν τα εξής: Στη Ρόδο και στις 23.3.2005 εν γνώσει του καταμήνυσε άλλους ψευδώς ενώπιον της αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη τους γι' αυτήν και συγκεκριμένα: Στη Ρόδο και στις 23.3.2005, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου μήνυση κατά των εγκαλουσών Μ. Χ. και Ά. Χ., στην οποία μεταξύ άλλων ανέφερε ότι στις 20.12.2004 ο εγκαλών εμφάνισε προς πληρωμή στο υποκατάστημα Ρόδου της Τράπεζας ΝΟVΑ ΒΑΝΚ την υπ' αρ. .../10.12.2004 επιταγή αξίας 93.911 Ε. και εκδόσεως της Γ. Δ. σε βάρος του επ' ονόματι της λογαριασμού που τηρείτο στο ως άνω τραπεζικό υποκατάστημα. Ανέφερε ακόμα, ότι η ως άνω επιταγή δεν πληρώθηκε λόγω ανάκλησης της με σχετική και από 17.12.2004 δήλωση της ως άνω εκδότριας και ότι για το λόγο αυτό στην οπίσθια πλευρά της ως άνω επιταγής τέθηκε η ρήτρα η παρούσα επιταγή με αρ. ... η οποία παρουσιάσθηκε σήμερα δεν πληρώθηκε λόγω εντολής μη πληρωμής της με επαρκές υπόλοιπο. Ρόδος 20 Δεκεμβρίου 2004 Τράπεζα NOVA BANK Α Ε. κατ/μα Ρόδου (703) Μ. Χ. - Α. Χ.. Ανέφερε ακόμη ότι στις 22.12.2004, οι εγκαλούσες του ζήτησαν να τους προσκομίσει εκ νέου το σώμα της ως άνω επιταγής ο δε κατηγορούμενος τους την παρέδωσε. Εν συνεχεία ιστορεί, ότι όταν στις 22.12.2004 του παραδόθηκε το σώμα της επιταγής είχε διαγραφεί η πιο πάνω προεκτεθείσα ρήτρα από την οπίσθια όψη της και είχε τεθεί η νέα ρήτρα με ημερομηνία 20.12.2004 αντί για 22.12.2004, η οποία ανέγραφε ότι η παρούσα επιταγή με αριθμό ... η οποία παρουσιάσθηκε σήμερα δεν πληρώθηκε διότι δεν είναι από τα χορηγούμενα από την Τράπεζα έντυπα επιταγών σε πελάτες Τράπεζα NOVA BANK Α. Ε. κατ/μα Ρόδου (703) Μ. Χ.- Α. Χ. και για το λόγο αυτό αιτήθηκε την ποινική δίωξη των εγκαλουσών για τα αδικήματα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως σε βαθμό κακουργήματος και της ψευδούς βεβαιώσεως σε βαθμό κακουργήματος, ενώ, τα ως άνω, τα οποία αντικειμενικώς μπορούσαν να οδηγήσουν στην ποινική δίωξη των εγκαλουσών ήταν ψευδή ο δε κατηγορούμενος ήταν σε γνώσει του ψεύδους της. Με την πράξη αυτή τέλεσε τόσο την αντικειμενική όσο και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή". Στη συνέχεια το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο της αξιόποινης πράξης της ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή και του επέβαλλε την συνολική ποινή των δέκα οκτώ (18) μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα κήρυξε αυτόν ένοχο του ότι: "Στη Ρόδο και στις 23.3.2005, υπέβαλλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου μήνυση κατά των εγκαλουσών Μ. Χ. και Ά. Χ., στην οποία μεταξύ άλλων ανέφερε ότι, στις 20.12.2004 ο εγκαλών εμφάνισε προς πληρωμή στο υποκατάστημα Ρόδου της Τράπεζας NOVA BANK την υπ' αρ. .../10.12.2004 επιταγή αξίας 93.911 Ε. και εκδόσεως της Γ. Δ. σε βάρος του επ' ονόματι της λογαριασμού που τηρείτο στο ως άνω τραπεζικό υποκατάστημα. Ανέφερε ακόμη, ότι η ως άνω επιταγή δεν πληρώθηκε λόγω ανάκλησης της με σχετική και από 17.12.2004 δήλωση της ως άνω εκδότριας και ότι για το λόγο αυτό στην οπίσθια πλευρά της ως άνω επιταγής τέθηκε η ρήτρα η παρούσα επιταγή με αρ. ... η οποία παρουσιάσθηκε σήμερα δεν πληρώθηκε λόγω εντολής μη πληρωμής της με επαρκές υπόλοιπο. Ρόδος 20 Δεκεμβρίου 2004 Τράπεζα NOVA BANK A.E. κατ/μα Ρόδου (703) Μ. Χ. - Α. Χ.. Ανέφερε ακόμη ότι στις 22.1.2004 οι εγκαλούσες του ζήτησαν να τους προσκομίσει εκ νέου το σώμα της ως άνω επιταγής ο δε κατηγορούμενος τους την παρέδωσε. Εν συνεχεία ιστορεί ότι όταν στις 22.12. 2004 του παραδόθηκε το σώμα της επιταγής είχε διαγραφεί η πιο πάνω προεκτεθείσα ρήτρα από την οπίσθια όψη της και είχε τεθεί η νέα ρήτρα με ημερομηνία 20.12.2004 αντί για 22.12.2004 η οποία ανέγραφε ότι η παρούσα επιταγή με αρ.... η οποία παρουσιάσθηκε σήμερα δεν πληρώθηκε διότι δεν είναι από τα χορηγούμενα από την Τράπεζα έντυπα επιταγών σε πελάτες. Τράπεζα NOVA BANK A.E. κατ/μα Ρόδου (703) Μ. Χ.- Α. Χ. και για το λόγο αυτό αιτήθηκε την ποινική δίωξη των εγκαλουσών για τα αδικήματα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως σε βαθμό κακουργήματος και της ψευδούς βεβαιώσεως σε βαθμό κακουργήματος, ενώ τα ως άνω, τα οποία αντικειμενικώς μπορούσαν να οδηγήσουν στην ποινική δίωξη των εγκαλουσών ήταν ψευδή, ο δε κατηγορούμενος ήταν σε γνώση του ψεύδους της. Με την πράξη αυτή τέλεσε τόσο την αντικειμενική όσο και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή". Η αιτιολογία όμως, αυτή σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή , δε μπορεί να θεωρηθεί ειδική και εμπεριστατωμένη ,αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού το σκεπτικό δε διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, παρά το ότι εκτέθηκαν τοιαύτα, ούτε τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έγινε υπαγωγή εκείνων στη διάταξη που εφαρμόσθηκε και οι ελλείψεις αυτές δε μπορεί να αναπληρωθούν από όσα αναφέρονται στο διατακτικό. Σημειώνεται, ότι το αιτιολογικό της αποφάσεως, αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, το οποίο περιέχει τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητήριου, χωρίς να παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά με πληρότητα, ώστε να αλληλοσυμπληρώνονται. Ειδικότερα, ενώ σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, τα γεγονότα που δέχεται ως ψευδή μπορούσαν να οδηγήσουν στην άσκηση της ποινικής δίωξης των εγκαλουσών για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας, που ήταν και ο σκοπός του μηνυτή κατά τη παραδοχή της (προσβαλλόμενης), δεν αιτιολογείται βάσει ποίων πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία δέχθηκε αυτά ως ψευδή και ποια ήταν τα αντίστοιχα αληθή. Ούτε εξ άλλου παρατίθενται πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων να αιτιολογείται ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, και ειδικότερα, ότι αυτός είχε γνώση της αναλήθειας των καταμηνυθέντων και όσων για τις εγκαλούσες ισχυρίσθηκε ,διότι από όσα εκτίθενται στο σκεπτικό και το πανομοιότυπο του διατακτικό, δεν είναι καθόλου αυτονόητη η γνώση αυτή. Σε σχέση δε με το στοιχείο αυτό του άμεσου δόλου (γνώσης) η προσβαλλόμενη απόφαση περιορίζεται να παραθέσει μόνον ότι: "ο κατηγορούμενος ήταν σε γνώσει του ψεύδους" και "εν γνώσει του καταμήνυσε άλλους ψευδώς" φράση που περιέχεται στο νόμο για το αδίκημα για το οποίο καταδικάσθηκε, χωρίς να αρκεί από μόνη της για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του, αφού δεν αιτιολογείται από ποιά συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, συνάγεται η γνώση του αυτή σε σχέση με την αναλήθεια των περιστατικών, τα οποία αυτός περιέλαβε στην κατά των εγκαλουσών έγκληση του. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή αυτού να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα για τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως. Μετά από αυτά πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.
Αναιρεί την υπ' αρ. 140/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δωδεκανήσου.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης για ψευδή καταμήνυση. Επίκληση λόγων α) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, β) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει τυπική αιτιολογία, αφού το αιτιολογικό αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού χωρίς αναφορά στα περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με τα ψευδή περιστατικά και τον δόλο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου που είναι υπερχειλής στο συγκεκριμένο αδίκημα.
|
Ψευδής καταμήνυση
|
Ψευδής καταμήνυση.
| 0
|
Αριθμός 152/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ε. Π. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χριστίνα Δημοπούλου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3678/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ι. Π., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουνίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 852/2012.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη) το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού Κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρόν ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Ειδικότερα για την πληρότητα της αιτιολογίας επί καταδίκης για ψευδή καταμήνυση πρέπει να εκτίθενται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την υποβολή της μήνυσης ή της αναφοράς ενώπιον της αρχής, την καταγγελλόμενη αξιόποινη πράξη, την γνώση της αναλήθειας των καταγγελλόμενων περιστατικών από το δράστη και τον σκοπό αυτού να προκληθεί καταδίωξη του ψευδώς καταγγελλόμενου προσώπου. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Επίσης, για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως, κατά τα ανωτέρω, επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, και επί ψευδούς καταμηνύσεως ... η γνώση της αναλήθειά της ποινικώς κολάσιμης πράξεως, άμεσος δηλαδή δόλος, πρέπει, η ύπαρξη τέτοιου δόλου να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για την αναιρεσείουσα κρίση του δέχθηκε ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, κατά λέξη, τα εξής:" η κατηγορουμένη ετέλεσε τα ειδικότερα κατά τόπο και χρόνο πραγματικά περιστατικά και αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσης.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχη των πράξεων που της αποδίδονται με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ 2 ε , καθόσον αποδείχθηκε ότι είχε καλή συμπεριφορά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της πράξης." Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι περιορίζεται σε τυπική παραπομπή στο διατακτικό της ιδίας χωρίς να διαλαμβάνονται στο αιτιολογικό αυτής με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα κατηγορούμενη. Ειδικότερα, με τις ως άνω παραδοχές της, η προσβαλλομένη δεν αναφέρει ποια ήσαν τα γνωστά στην αναιρεσείουσα αναληθή περιστατικά, ούτε διευκρινίζει πως γνώριζε την αναλήθεια του περιεχομένου της από 14-4-2005 αναφοράς της προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και της μηνύσεως της κατά της πολιτικώς ενάγουσας ενώπιον του εισαγγελέως πλημμελειοδικών Αθηνών και, κατόπιν αξιολογήσεως τους, να διαλάβει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί του υποκειμενικού στοιχείου του αμέσου δόλου των ως άνω πράξεων, ο οποίος, όπως λέχθηκε ανωτέρω, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς.
Συνεπώς, εφόσον δεν διέλαβε τέτοια αιτιολογία, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., λόγος της αιτήσεως αναίρεσης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο του οποίου η σύνθεση είναι εφικτή από άλλους Δικαστές, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (519 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3678/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Παραπέμπει στο αυτό δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, την υπόθεση, για νέα συζήτηση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδή καταμήνυση, και συκοφαντική δυσφήμηση. Γίνεται δεκτός ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από το ότι δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
|
Ψευδής καταμήνυση
|
Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 151/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καλονόμο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 25403/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαΐου 2012 αίτησή του καθώς και στους από 16 Οκτωβρίου 2012 πρόσθετους λόγους, που περιλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 795/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 1 του α.ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενος σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις. Περαιτέρω κατά το άρθρο 14 παρ.2 του Ν. 2810/2000 "περί Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων", "το ΔΣ εκπροσωπεί το συνεταιρισμό δικαστικώς και εξωδίκως. Την εκπροσώπησή του αυτή μπορεί να την αναθέτει στον πρόεδρο ή σε άλλο μέλος του ή στον κατά την παρ.9 του άρθρου αυτού γενικό διευθυντή (μάνατζερ). Το ΔΣ μπορεί επίσης να αναθέτει την άσκηση αρμοδιοτήτων του σε μέλος αυτού ή στέλεχος ή υπάλληλο του συνεταιρισμού". Ορίζεται δε, με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, ότι "το ΔΣ είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε θέμα που αφορά στη διοίκηση του συνεταιρισμού, στη διαχείριση της περιουσίας και των υποθέσεών του και στην επιδίωξη του σκοπού του. Οι αρμοδιότητες του ΔΣ καθορίζονται στο καταστατικό". Έτσι, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ο νόμος για την ύπαρξη ποινικής ευθύνης, ως προς τις αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις, απαιτεί την ευθύνη του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ), ως συλλογικού (ενδοσυνεταιριστικού) οργάνου, είτε την ευθύνη του Προέδρου ή μέλους αυτού ή και τρίτου, εφόσον έχει ληφθεί σχετική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ) του συνεταιρισμού ή έχει υπογραφεί σχετική σύμβαση. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 98 και 94 του ΠΚ, προκύπτει ότι η εξειδίκευση του χρόνου τελέσεως των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος και του περιεχομένου τους, που διατηρούν την αυτοτέλειά τους, δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαία, εκτός αν για μια ή περισσότερες πράξεις συντρέχει λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου, όπως παραγραφή, η οποία αρχίζει από την ημέρα της τελέσεως καθεμιάς από τις μερικότερες πράξεις, ή όταν συντρέχει λόγος απαράδεκτου ή αναστολής της διώξεως ή ανέγκλητου κ.λπ. Η παράλειψη δε αυτού του στοιχείου από την καταδικαστική απόφαση, όταν απαιτείται, συνιστά έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ιδρύεται εκ τούτου λόγος αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της ως άνω διατάξεως του Α.Ν 690/1945, στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προαναφερόμενων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κλπ) και προκειμένου περί Αγροτικού Συνεταιρισμού, η ιδιότητα υπό την οποία ενήργησε και εκπροσώπησε το Συνεταιρισμό ο κατηγορούμενος, ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές και οι έκτακτες, εφόσον το ύψος αυτών δεν είναι δυνατόν να προκύψει με απλή διαίρεση του συνόλου των αποδοχών που δεν καταβλήθηκαν με τους μήνες που αναλογούν σ' αυτές κατά το κατηγορητήριο, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε, με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιούμενων, να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο και αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ανεκκλήτως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με αρ. 25403/2012 κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, της παραβάσεως του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945 σε βάρος των εργαζομένων Α. Κ. και Π. Κ. και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων(4) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία και συνολική χρηματική ποινή είκοσι επτά χιλιάδων (27.000) Ευρώ. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, που θα αναφερθούν δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ειδικότερα κατά λέξη, τα εξής :
"από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και την εν γένει συζήτηση της υπόθεσης, προέκυψε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι στη Μ. Α., κατά το χρονικό διάστημα από 27-4-2004 έως 2006 υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου του Αγροτικού Συνεταιρισμού, υπό την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΜΠΑΝΑΝΟΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΚΡΗΤΗΣ ΣΥΝ.ΠΕ" απασχόλησε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (συνεπώς και υπό την ιδιότητα του εργοδότη) τους α) Ά. Κ. και β) Π. Κ., χωρίς να τους καταβάλλει 1) Ως προς τον Ά. Κ. διαφορές ωρομισθίου νυκτερινής απασχόλησης (1-9-2004 έως 31-12-2004) ποσό 962,34 Ε., για το έτος 2005 ποσό 2.299,50 Ε. και 2006 ποσό 4.490,04 Ε. β) διαφορές από νόμιμη υπερωριακή απασχόληση για 2004 (1-9-2004 έως 31-12-2004) ποσό 724,88 Ε., 2005 ποσό 2.267,20 Ε., 2006 ποσό 2.461,60 Ε. γ) διαφορές από παράνομη υπερωριακή απασχόληση 2004 (από 1-5-2004 έως 31-8-2004) 4.621,60 Ε, (από 1-9-2004 έως 31-12-2004) 4.597,2 Ε., το 2005 το ποσό των 14.508,56 Ε., 2006 ποσό 9.478,56 Ε. β) Ως προς τον Π. Κ. α) διαφορές ωρομισθίου λόγω νυκτερινής απασχόλησης έτος 2004 (από 1-9 έως 31-12) ποσό 750,78Ε, το 2005 ποσό 2.150,82 Ε., το 2006 ποσό 3.404,76 Ε., β) διαφορές από νόμιμη υπερωριακή απασχόληση 2004 (1-9 έως 31-12) ποσό 640,64 Ε., 2005 ποσό 2006,16 Ε., 2006 ποσό 1836,97Ε., γ) διαφορές από παράνομη υπερωριακή απασχόληση 2004 (από 1-5 έως 31-8-2004) 4.078,88 Ε., (από 1-9 έως 31-12-2004) ποσό 4.062,32 Ε., 2005 ποσό 12.844,72 Ε., 2006 ποσό 8.288,16 Ε. Ο ως άνω κατηγορούμενος δεν κατέβαλε τα ποσά αυτά με πρόθεση αν και γνώριζε ότι η σχέση εργασίας των μηνυτών ήταν με τον ως άνω συνεταιρισμό εξαρτημένης μορφής. Τούτο δε προέκυψε κατά την ακροαματική διαδικασία, α) καθ' όσον οι ως άνω λάμβαναν μισθό ανεξάρτητα του ότι συμπληρωματικά από την πώληση των ειδών του Συνεταιρισμού είχαν περιθώριο κερδών β) έπαιρναν και πωλούσαν τα εμπορεύματα του Συνεταιρισμού όποτε αυτός τα διέθετε γ) φόρτωναν και εκφόρτωναν εμπορεύματα στις εγκαταστάσεις του Συνεταιρισμού βάσει εντολών του, ήτοι βάσει πλαισίου εντολών που είχαν διαμορφωθεί από τον κατηγορούμενο, υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου του Συνεταιρισμού. Συνεπώς ο κατηγορούμενος όφειλε να καταβάλει τα ανωτέρω μη πράξας δε τούτο παραβίασε το μόνο άρθρο Ν. 690/45 ως αυτό ισχύει σήμερα. Τέλος για το χρονικό διάστημα από 2002 έως 26-4-2004, πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση παραγραφής". Στο δε διατακτικό που συμπληρώνει το σκεπτικό διέλαβε τα εξής: "Παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για το χρονικό διάστημα 2002 έως 26-4-2004 και κηρύσσει αυτόν ένοχο για το χρονικό διάστημα από 27-4-2004 μέχρι 2006 του ότι στη Μ. Α. 1) Με πρόθεση παρέβηκε τις διατάξεις του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/45 κατά τις οποίες "Κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιοδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης εκμετάλλευσης ή εργασίας ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Νόμου 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας αστυνομικής αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση σε χρήμα ... Συγκεκριμένα με την ιδιότητα του εργοδότη - νομίμου εκπροσώπου του Αγροτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΜΠΑΝΑΝΟΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΚΡΗΤΗΣ ΣΥΝ. ΠΕ" αν και απασχόλησε τους εγκαλούντες 1) Ά. Κ. και 2) Π. Κ. ως οδηγούς για το χρονικό διάστημα 2002 έως 2006 δεν τους κατέβαλε α) στον Ά. Κ. μισθολογικές διαφορές 18.710,45 Ε., επίδομα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων των άνω ετών ύψους 19.193,21 Ε., δεδουλευμένα (μη καταβληθέντες μισθούς) ύψους 8.638,88., διαφορές ωρομισθίου νυκτερινής απασχόλησης ύψους 13.294,34Ε., διαφορά από νόμιμη υπερωριακή απασχόληση ύψους 12.443,65 Ε., και διαφορά από παράνομη υπερωριακή απασχόληση ύψους 69.949,44 Ε. β) στον Π. Κ. μισθολογικές διαφορές ύψους 16.605,38 Ε., για μη καταβληθέντες μισθούς ύψους 7.555,26 Ε., για διαφορές ωρομισθίου λόγω νυκτερινής απασχόλησης ύψους 11.127,5Ε., διαφορές από νόμιμη υπερωριακή απασχόληση ύψους 9.092,01 Ε., διαφορές από παράνομη υπερωριακή απασχόληση ύψους 61.045,76Ε." Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζονται στην απόφαση: α) Αν είτε από το νόμο, είτε από απόφαση του ΔΣ του αγροτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΜΠΑΝΑΝΟΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΚΡΗΤΗΣ ΣΥΝ.ΠΕ. ...", είτε από υπογραφή σχετικής συμβάσεως, ο κατηγορούμενος, και με ποια ιδιότητα (διότι δέχεται αντιφατικά και την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου του Συνεταιρισμού και του εργοδότη), είχε τη δυνατότητα να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που ανάγεται στη διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεων του συνεταιρισμού, καθώς και να εκπροσωπεί το συνεταιρισμό δικαστικώς και εξωδίκως, να συνάπτει συμβάσεις εργασίας και να καταβάλλει στους απασχολουμένους τις αποδοχές τους. β) Ο δικαιούμενος μηνιαίος μισθός των εγκαλούντων και η πηγή καθορισμού του (ατομική σύμβαση, συλλογική σύμβαση εργασίας κ.λπ.). γ) Οι καταβληθείσες αποδοχές κάθε επί μέρους διαστήματος, ώστε, με τον κατάλληλο μαθηματικό υπολογισμό, να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, δ) ο χρόνος κατά τον οποίο τα μερικότερα κονδύλια έπρεπε να καταβληθούν και η πηγή καθορισμού του χρόνου καταβολής τους. Στη συνέχεια υπάρχουν αντιφάσεις και κενά μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού αυτής. Ειδικότερα στο σκεπτικό ενώ δέχεται ότι οφείλονται στους εγκαλούντες: α) διαφορές ωρομισθίου νυκτερινής εργασίας, από 1-9-2004 έως 31-12-2004, και για τα έτη 2005, 2006 β) διαφορές από νόμιμη υπερωριακή απασχόληση από 1-9-2004 έως 31-12-2004 και για τα έτη 2005, 2006 και γ) διαφορές από παράνομη υπερωριακή απασχόληση από 1-9-2004 έως 31-12-2004 και για τα έτη 2005, 2006 τα προαναφερθέντα ως έχουν σ' αυτό (σκεπτικό) ποσά και ότι πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, για το χρονικό διάστημα από το έτος 2002 έως την 26-4-2004, δεν αναφέρει για ποιες επί μέρους μερικότερες πράξεις πρέπει να παύσει η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Επίσης στο διατακτικό αυτής ενώ, αποφαίνεται και πάλι ότι πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για το χρονικό διάστημα από 2002 έως 26-4-2004 δεν αναφέρει ειδικότερα τις επί μέρους πράξεις και τα ποσά που αντιστοιχούσαν σε κάθε μία παραγραφείσα (επί μέρους πράξη). Τέλος στο διατακτικό τον κηρύσσει ένοχο της παραβάσεως του άρθρου μόνου ΑΝ 690 του 1945 σε συνδ. με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1955, διότι απασχόλησε τους εγκαλούντες, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου του ανωτέρω συνεταιρισμού - εργοδότη, για το χρονικό διάστημα από 2002 έως 2006 δηλ. και για το χρονικό διάστημα για το οποίο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής λόγω μη καταβολής των αναφερόμενων σ' αυτό ποσών που αντιστοιχούν σε μισθολογικές διαφορές, επιδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων των άνω ετών, δεδουλευμένες αποδοχές, διαφορές ωρομισθίου νυκτερινής απασχόλησης, διαφορές από νόμιμη και παράνομη υπερωριακή απασχόληση. Δηλαδή στην καταδίκη διαλαμβάνει και τις μερικότερες πράξεις του χρονικού διαστήματος από το έτος 2002 μέχρι 26-4-2004, για τις οποίες έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη με συνέπεια παρά την οριστική παύση της ποινικής δίωξης να μην έχει υπάρξει καμιά διαφοροποίηση στα αρχικώς οφειλόμενα ποσά από όλες τις παραπάνω αιτίες. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρώτος υπό ειδικότερα στοιχ. Ι, II, λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, κατά το σημείο με το οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή αυτού να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της. Παρέλκει δε μετά από αυτά η έρευνα των λοιπών λόγων του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης καθώς και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής που παραδεκτά και εμπρόθεσμα έχουν ασκηθεί. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 25403/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή αποδοχών κατ' εξακολούθηση. Ποινική ευθύνη εργοδότη. Έγκλημα παραλείψεως. Αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις. Ποινική ευθύνη Δ.Σ. ή ευθύνη Προέδρου ή μέλους του ΔΣ. Πραγματικά περιστατικά. Μη καταβολή αποδοχών από νόμιμο εκπρόσωπο Αγροτικού Συνεταιρισμού. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Κατ' εξακολούθηση έγκλημα. Χρόνος τελέσεως των μερικοτέρων πράξεων. Εξειδίκευση του χρόνου αυτού εφ' όσον, για μία ή περισσότερες πράξεις, συντρέχει λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου, όπως παραγραφή. Δεν προσδιορίζεται: α) ο δικαιούμενος μηνιαίος μισθός των εγκαλούντων και η πηγή καθορισμού του, β) οι καταβληθείσες αποδοχές, γ) ο τρόπος υπολογισμού των οφειλομένων αποδοχών, δ) διαλαμβάνει αντιφατική αιτιολογία σε σχέση με την ιδιότητα του κατηγορουμένου, ε) δέχεται αντιφατικά ως οφειλόμενα ποσά στο σκεπτικό σε σχέση με το διατακτικό. Αναιρεί την απόφαση του Τριμ. Πλημμ. Αθηνών για τους ως άνω λόγους.
|
Καθυστέρηση καταβολής αποδοχών εργαζομένου
|
Καθυστέρηση καταβολής αποδοχών εργαζομένου.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 147/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Θ. Σ. του Σ., κατοίκου ... Αττικής, που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ραμποτά και 2) Κ. Ο. του Ν., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κουλούρη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 4592/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγον το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τζίμα.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22 Ιουνίου 2012 δύο χωριστές αιτήσεις τους οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 821/12.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 22.6.2012 και 22.6.2012 (με αριθ. πρωτ. 4637/25.6.2012 και 4628/22.6.2012 αντιστοίχως) δηλώσεις - αιτήσεις των Θ. Σ. του Σ. και Κ. Ο. του Νικολάου, αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ' αριθ. 4592/2012 καταδικαστικής αποφάσεως του Α' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
Α. Επί της αιτήσεως του Θ. Σ.:
Κατά τη διάταξη της περ. α του άρθρου 258 του ΠΚ, υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του, και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από αυτήν εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, το οποίο περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ υπεξαιρέσεως, με επαύξηση της ποινής, απαιτείται: α) Παράνομη ιδιοποίηση ξένων (ολικά ή εν μέρει) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια δε θεωρούνται εκείνα τα οποία βρίσκονται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται στο αστικό δίκαιο. Κατοχή δε, κατά την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων, δεν είναι μόνο η σχέση φυσικής εξουσιάσεως του πράγματος από τον κατέχοντα αυτό κατά τη βούλησή του, αλλά και η πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών την εξουσίαση του πράγματος από το δράστη κατά τη βούλησή του. β) Ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' του ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263α του ιδίου Κώδικα. Και γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή τα χρήματα υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, αδιάφορα αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι' αυτό. Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος. Υποκειμενικώς απαιτείται η ύπαρξη δόλου του δράστη, ο οποίος ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα ή τα χρήματα είναι ξένα (ολικά ή εν μέρει) ως προς αυτόν και ότι τα έλαβε ή τα κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και τη βούληση να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, δηλαδή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Ξένο θεωρείται το πράγμα όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο και δεν περιήλθε στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη. Με την υπαλληλική ιδιότητα λαμβάνει ο υπάλληλος χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα, όταν μεταξύ της λήψεως και της υπαλληλικής ιδιότητάς του υπάρχει άμεση σχέση αιτιότητας. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που υπάλληλος λαμβάνει το πράγμα ή τα χρήματα στο πλαίσιο της υπαλληλικής του αρμοδιότητας, αλλά υπάρχει και εκεί, που μπορεί να μην έχει "in concreto" αρμοδιότητα, το πράγμα όμως δίνεται σ' αυτόν ως υπάλληλο. Περαιτέρω από το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 του ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση αυτού και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216 του ΠΚ. Από το συνδυασμό των αυτών διατάξεων προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσεως πλαστού εγγράφου, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η χρησιμοποίηση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, όταν δηλαδή ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτο και δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος, υποκειμενικώς δε, δόλος, που συνίσταται στη ηθελημένη ενέργεια του δράστη και τη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο, περαιτέρω δε σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει κατά τον αυτόν τρόπο, όπως και ο πλαστογράφος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή ο σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα Θωμά Στόικο, για χρήση πλαστού εγγράφου (κατά μεταβολή της κατηγορίας, από πλαστογραφία μετά χρήσεως) και για υπεξαίρεση στην υπηρεσία και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών για κάθε πράξη και συνολικά σε ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, εν σχέσει προς τον ανωτέρω αναιρεσείοντα, κατά λέξη, τα εξής: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Θ. Σ. είναι υπάλληλος του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. ... και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα υπηρετούσε ως ταμίας στο οικονομικό Τμήμα του Υποκαταστήματος αυτού. Στις 3.8.2004 φέρεται ότι εκδόθηκε από το Τμήμα Εσόδων του ιδίου Υποκαταστήματος η υπ' αριθμ. 3785/2004 απόφαση επιστροφής εισφορών λόγω πολλαπλής απασχολήσεως του ασφαλισμένου Ν. Κ. σε διάφορους εργοδότες. Η εν λόγω απόφαση ήταν πλαστή, όπως διαπιστώθηκε από τις διενεργηθείσες μεταγενέστερα ένορκες διοικητικές εξετάσεις, καθόσον ο αριθμός πρωτοκόλλου 3785 που είχε λάβει αφορούσε στην έκδοση στις 3.6.2004 άλλης νόμιμης αποφάσεως περί αναγνωρίσεως χρόνου ασφαλίσεως στην αλλοδαπή της ασφαλισμένης Φ. Χ., ο αναγραφόμενος αριθμός μητρώου ασφαλισμένου 899125 δεν ανήκε στον Ν. Κ., αλλά στην ασφαλισμένη Λ. Ν., ο ασφαλισμένος Ν. Κ. ήταν οικοδόμος και δεν είχε εργασθεί σε πολλές επιχειρήσεις, με συνέπεια να μη δικαιούται επιστροφή χρημάτων για την αιτία αυτή, η υπάλληλος Ε. Σ. που το όνομά της αναγράφεται δίπλα από την ένδειξη πληροφορίες ουδέποτε εξέδωσε τη σχετική απόφαση και τέλος η Διευθύντρια του Υποκαταστήματος αυτού Γ. Α., ουδέποτε υπέγραψε και σφράγισε την ως άνω απόφαση με την οποία φέρεται να επιστρέφεται στον άνω ασφαλισμένο Ν. Κ. το ποσό των 1.425,50 ευρώ. Επίσης στο σώμα της απόφασης αυτής δεν αναγράφονται οι εργοδότες στους οποίους απασχολήθηκε ο ασφαλισμένος, ούτε η διεύθυνση κατοικίας στην οποία του κοινοποιείται. Στη συνέχεια και προς εκτέλεσή της εκδόθηκε από τον υπάλληλο του οικονομικού Τμήματος Γ. Β., στον οποίο είχε διαβιβασθεί από τον κατηγορούμενο, η υπ' αριθμ. 1Β/286/461/11.8.2004 εντολή πληρωμής επ' ονόματι του φερομένου ως δικαιούχου Ν. Κ.. Η εντολή αυτή υπογράφηκε στην ένδειξη "Ο Προϊστάμενος" από τον κατηγορούμενο Θ. Σ. και στην ένδειξη "Ο Διευθυντής" από την Σ. Κ., καθόσον κατά την ημερομηνία εκδόσεώς της (11.8.2004) απουσίαζε με άδεια η Διευθύντρια του Υποκαταστήματος Γ. Α.. Κατά την ίδια ημερομηνία απουσίαζε με άδεια και η Προϊσταμένη τότε του Τμήματος Οικονομικού Ε. Σ., ο δε κατηγορούμενος μπορούσε να υπογράφει αντί της Προϊσταμένης του Τμήματός του, κατόπιν προφορικής εντολής της, όταν αυτή απουσίαζε, επειδή ήταν ο αρχαιότερος υπάλληλος του Τμήματος αυτού. Όπως όμως κατατέθηκε από τον ασφαλισμένο Ν. Κ., ουδέποτε είχε καταθέσει αίτηση στο Τμήμα Εσόδων για επιστροφή του άνω ποσού, ποτέ δεν έχει εισπράξει ούτε ο ίδιος, ούτε κάποιος άλλος κατ' εντολή του το παραπάνω χρηματικό ποσό της επιστροφής εισφορών. Τα στοιχεία του δελτίου της αστυνομικής του ταυτότητας που αναγράφτηκαν στην άνω εντολή πληρωμής κάτω από την ένδειξη "Ο ΛΑΒΩΝ" αντιστοιχούν στο δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, το οποίο είχε απωλέσει στις αρχές Αυγούστου 2004, όταν προσήλθε στο Υποκατάστημα ΙΚΑ ... για την καταβολή σ' αυτόν του αδειοδωρόσημου, το οποίο και εισέπραξε, χωρίς να παραλάβει και την ταυτότητά του, της οποίας είχε κάνει χρήση εκεί, έλλειψη την οποία αντιλήφθηκε μετά την επιστροφή του από τις διακοπές, τέλος Αυγούστου, καθόσον κατά το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ πληρωμής του από το ΙΚΑ και επανόδου από τις διακοπές δεν παρέστη ανάγκη να την χρησιμοποιήσει και έτσι δεν αντιλήφθηκε την έλλειψή της. Σύμφωνα δε με τις καταθέσεις των μαρτύρων και το πόρισμα της ένορκης διοικητικής εξέτασης της Διευθύντριας του Υποκ/τος ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Αμαρουσίου Μ. Μ., η διαδικασία που ετηρείτο στο Υποκ/μα ΙΚΑ ... σχετικά με την επιστροφή εισφορών ήταν η ακόλουθη: Μετά την υπογραφή της απόφασης επιστροφής εισφορών από το Διευθυντή η Γραμματεία του Τμήματος Εσόδων κοινοποιεί μία πρωτότυπη απόφαση στον ενδιαφερόμενο και δύο πρωτότυπες στο Οικονομικό Τμήμα του Υποκ/τος. Στη συνέχεια ο ταμίας καταχωρεί την απόφαση σε βιβλίο του Τμήματος κατά αλφαβητική σειρά και η απόφαση εκτελείται με την εμφάνιση του ενδιαφερομένου στο οικονομικό Τμήμα του Υποκαταστήματος, ο οποίος υποχρεούται να προσκομίσει και τη δική του πρωτότυπη απόφαση. Η διαδικασία δε που ακολουθείται για την εξόφληση είναι η εξής: Εκδίδεται ένταλμα πληρωμής με συνημμένη τη μία απόφαση του Οικονομικού Τμήματος, τα δύο δε αυτά έγγραφα τα κρατά ο ταμίας και μένουν στα ταμειακά παραστατικά, ενώ η δεύτερη πρωτότυπη απόφαση αρχειοθετείται στο κλασέρ του τμήματος. Ο αριθμός και η ημερομηνία εξόφλησης του γραμματίου καταχωρείται στις αποφάσεις του Υποκ/τος και στην απόφαση του ασφαλισμένου και ακόμη στο βιβλίο του Οικονομικού Τμήματος καταχωρείται η ημερομηνία εξόφλησης. Εξ αυτών συνάγεται ότι στην κατάρτιση της υπ' αριθμ. 3785/3.8.2004 πλαστής απόφασης του Διευθυντή του Υποκαταστήματος ΙΚΑ ... περί επιστροφής εισφορών, λόγω πολλαπλής απασχόλησης του ασφαλισμένου Ν. Κ. σε διάφορους εργοδότες προέβη πρόσωπο που εργαζόταν στο Υποκατάστημα και είχε πρόσβαση στο χώρο του Οικονομικού Τμήματος, όπου βρίσκονταν οι φάκελλοι των προς διεκπεραίωση υποθέσεων. Έτσι, από κάποιο άτομο που δεν προέκυψε μετά βεβαιότητας ότι ήταν ο κατηγορούμενος Θ. Σ. καταρτίσθηκε εξ υπαρχής και ως προς όλα τα στοιχεία της η ως άνω απόφαση, με τη χρήση της οποίας στη συνέχεια εισέπραξε και ιδιοποιήθηκε ο κατηγορούμενος αυτός το αναγραφόμενο σ' αυτή ποσό των 1.425,50 ευρώ, εν γνώσει της πλαστότητάς της. Η κρίση δε αυτή ενισχύεται από τα ακόλουθα στοιχεία: Ο Ν. Κ. δεν είχε προσέλθει ποτέ να εισπράξει το εν λόγω ποσό στις 11.8.2004 που φέρεται ότι εισέπραξε, ούτε είχε δώσει πληρεξουσιότητα σε άλλον να το εισπράξει για λογαριασμό του, την οποία έπρεπε να είχε κρατήσει ο ταμίας μαζί με το ένταλμα πληρωμής, αλλά, όπως και παραπάνω αναφέρθηκε, είχε προσέλθει στις 3.8.2004 προκειμένου να εισπράξει το αδειοδωρόσημο, οπότε χωρίς να το αντιληφθεί απώλεσε το δελτίο αστυνομικής του ταυτότητας, η δε τελευταία συναλλαγή που είχε ήταν αυτή της εισπράξεως του αδειοδωροσήμου μετά τον έλεγχο της ταυτοπροσωπίας που έγινε από τον κατηγορούμενο ταμία. Ο ίδιος κατηγορούμενος εκτελούσε χρέη ταμία και στις 11.8.2004 που εισπράχθηκε το ποσό των 1.425,50 ευρώ, έχοντας στη διάθεσή του την αστυνομική ταυτότητα του Ν. Κ.. Κατά την ίδια ημερομηνία (11.8.2004) εκτελούσε ο κατηγορούμενος και χρέη προϊσταμένου του τμήματος λόγω αδείας της Προϊσταμένης Ε. Σ.. Ο προϊστάμενος δε του οικονομικού Τμήματος ήταν το πρόσωπο που διενεργούσε τον έλεγχο για τη διαπίστωση της συνδρομής των απαιτουμένων στοιχείων για την εγκυρότητα της απόφασης περί επιστροφής εισφορών (τυπική και ουσιαστική με τον έλεγχο των στοιχείων του ασφαλισμένου), έλεγχος, ο οποίος ήταν διασφαλισμένο ότι κατά την άνω ημερομηνία (11.8.2004) δεν θα διενεργείτο από άλλο πρόσωπο, η δε κατάθεση του Γ. Β. που εκδίδει την εντολή και υπογράφει πρώτος αυτός δεν είναι σαφής ως προς το πρόσωπο που την παρέλαβε μαζί με την απόφαση προκειμένου στη συνέχεια να πάει στο ταμείο για να πληρωθεί, και συγκεκριμένα ότι ήλθε πράγματι σε επαφή με τον ενδιαφερόμενο. Εκτός αυτού για την είσπραξη του ποσού αυτού δεν απαιτείτο φορολογική ενημερότητα λόγω του ύψους του, στοιχείο που διευκόλυνε την παράνομη είσπραξη. Επί πλέον στο πλαίσιο της ένορκης διοικητικής εξέτασης που διενεργήθηκε από την Μ. Μ. που ανωτέρω αναφέρθηκε, διατάχθηκε η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης σχετικά με τις υπογραφές που υπάρχουν στην άνω 1Β/286/461/11.8.2004 εντολή πληρωμής, σύμφωνα με το πόρισμα της οποίας η υπογραφή στη θέση με την ένδειξη "Ο ΛΑΒΩΝ" δεν μπορεί να αποδοθεί στον Ν. Κ. και ότι παρουσιάζει πολλές, και σημαντικές διαφορές σε βασικά γραφολογικά γνωρίσματα και στοιχεία από τις αντίστοιχες υπογραφές του προσώπου αυτού, σε τέτοιο βαθμό ώστε να μη θεμελιώνεται μεταξύ τους οποιαδήποτε αξιόπιστη γραφολογική σχέση. Στην εν λόγω εντολή στην ένδειξη "Ο ΤΑΜΙΑΣ" έχει υπογράψει και έθεσε την σφραγίδα του και ο κατηγορούμενος Θ. Σ., όπως δεν αμφισβητείται. Το ότι δε, σύμφωνα με την ίδια πραγματογνωμοσύνη η υπογραφή στην θέση "Ο ΛΑΒΩΝ" δεν μπορεί να αποδοθεί στον κατηγορούμενο αυτόν ή στον Γ. Β. ή σε κάποιον άλλο από τους υπαλλήλους του Τμήματος, επειδή δεν εντοπίσθηκαν τα γραφολογικά εκείνα γνωρίσματα και στοιχεία, τα οποία θα ήταν ικανά να τις συνδέσουν γραφολογικά κατά τρόπο αξιόπιστο, καθώς και το ότι από την διενεργηθείσα εργαστηριακή πραγματογνωμοσύνη στις 3 κεντρικές μονάδες ηλεκτρονικών υπολογιστών του Υποκ/τος, κατά την οποία τα πλαστά έγγραφα δεν ήταν αποθηκευμένα σε κάποιον από τους σκληρούς δίσκους, δεν αναιρούν τα παραπάνω αποδειχθέντα σχετικά με την ενοχή του πρώτου κατηγορούμενου, ο οποίος ουδεμία πειστική εξήγηση ανέφερε κατά την απολογία του, αρνούμενος τις κατηγορίες που του αποδίδονται. Άλλωστε τα παραπάνω περί της ενοχής του ενισχύονται και από την πειθαρχική διαδικασία, η οποία διενεργήθηκε και κρίθηκε ότι υπέπεσε σε πειθαρχικά παραπτώματα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 106, 107 παρ. 1 εδ. β', στ' και 109 παρ. 2 εδ. β' και δ' του ν. 3528/2007 και του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή του προστίμου των 3 μηνών αποδοχών. Επομένως ο πρώτος κατηγορούμενος Θ. Σ. πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της χρήσεως πλαστού εγγράφου κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας και της υπεξαιρέσεως, όπως ειδικότερα καθορίζονται στο διατακτικό". Στη συνέχεια το Δικαστήριο με τις σκέψεις αυτές κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις και ειδικότερα του ότι: "Α. Στη ... στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα: Α) Ο πρώτος κατηγορούμενος Θ. Σ. στη ... στις 11.8.2004 με πρόθεση έκανε χρήση πλαστού εγγράφου, εν γνώσει της πλαστότητάς του και συγκεκριμένα, όντας Ταμίας του Υποκ/τος ΙΚΑ ..., διαβίβασε στο Οικονομικό Τμήμα του εν λόγω Υποκ/τος την υπ' αριθμ. 3785/3.8.2004 πλαστή ως προς όλα τα στοιχεία της απόφασης του Διευθυντή του Υποκ/τος αυτού που αφορούσε σε επιστροφή εισφορών λόγω πολλαπλής απασχόλησης του ασφαλισμένου Ν. Κ. σε διάφορους εργοδότες. Στην απόφαση αυτή που καταρτίστηκε από άγνωστο άτομο απ' αρχής, τέθηκε ως αριθμός πρωτοκόλλου ο αριθμός "3785/04", ως αριθμός μητρώου ασφαλισμένου ο αριθμός "8991258", δίπλα από την ένδειξη πληροφορίες το ονοματεπώνυμο της υπαλλήλου "Ε. Σ.", ως ποσό επιστροφής το ποσό των 1.425,50 ευρώ (αριθμητικώς και ολογράφως), καθώς επίσης στρογγυλή σφραγίδα του ως άνω υποκαταστήματος ΙΚΑ και τέλος κατ' απομίμηση η υπογραφή της Διευθύντριας του Υποκ/τος ΙΚΑ, Γ. Α.. Η απόφαση αυτή ήταν πλαστή καθ' ολοκληρία, διότι ο ασφαλισμένος Ν. Κ. ουδέποτε υπέβαλε σχετική αίτηση στο τμήμα Εσόδων του ΙΚΑ αυτού, ο αναγραφόμενος αριθμός πρωτοκόλλου αφορούσε στην έκδοση στις 3.6.2004 άλλης νόμιμης απόφασης του ΙΚΑ περί αναγνώρισης χρόνου ασφάλισης στην αλλοδαπή της ασφαλισμένης Φ. Χ., ο αναγραφόμενος αριθμός μητρώου ασφαλισμένου δεν ανήκε στον Ν. Κ., αλλά στην ασφαλισμένη Λ. Ν., ο ασφαλισμένος Ν. Κ. ήταν οικοδόμος και όχι εργαζόμενος σε πολλές επιχειρήσεις, η υπάλληλος Ε. Σ., ουδέποτε εξέδωσε τη σχετική απόφαση και τέλος η Διευθύντρια του Υποκ/τος ουδέποτε σφράγισε και υπέγραψε την άνω απόφαση. Στη διαβίβαση της απόφασης αυτής στο Οικονομικό Τμήμα του Υποκ/τος προέβη προκειμένου να πείσει τον υπάλληλο του Τμήματος αυτού Γ. Β. περί του αληθούς και έχοντος έννομες συνέπειες γεγονότος, ότι η ως άνω απόφαση ήταν γνήσια και είχε εκδοθεί για λογαριασμό του ασφαλισμένου και δικαιούχου Ν. Κ., ενώ ήταν πλαστή, στη συνέχεια δε βάσει αυτής εκδόθηκε από το οικονομικό Τμήμα η υπ' αριθμ. 1Β/286/461/11.8.2004 εντολή πληρωμής επ' ονόματι του φερομένου ως δήθεν δικαιούχου Ν. Κ.. Β) Ο ίδιος κατηγορούμενος Θ. Σ. στη ... στις 11.8.2004 όντας υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 εδάφιο α' Π.Κ. και συγκεκριμένα του Ι.Κ.Α., με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παράνομα χρήματα που περιήλθαν στην κατοχή του λόγω της υπαλληλικής του ιδιότητας και συγκριμένα, όντας υπάλληλος του Υποκ/τος Ι.Κ.Α. ... και ασκώντας καθήκοντα κεντρικού ταμία και υπόλογου διαχειριστή μικρού ταμείου, αφού διαβίβασε την παραπάνω υπό στοιχείο Α' αναφερόμενη πλαστή απόφαση στο οικονομικό Τμήμα του Υποκ/τος και εκδόθηκε από τον υπάλληλο Γ. Β. η υπ' αριθμ. 1Β/286/461/11.8.2004 εντολή πληρωμής επ' ονόματι του φερομένου ως δικαιούχου Ν. Κ., δυνάμει της οποίας επιστρεφόταν το ποσό των 1.425,50 ευρώ, έλαβε στην κατοχή του το ποσό αυτό των 1.225,50 ευρώ, το οποίο ιδιοποιήθηκε παράνομα". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως οι παραδοχές του σκεπτικού συμπληρώνονται από αυτές του διατακτικού, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που, κατά τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω αδικημάτων, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Δεν ήταν απαραίτητο για τη στοιχειοθέτηση, αντικειμενικώς και υποκειμενικώς, των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες το δικάσαν Εφετείο κήρυξε ένοχο τον ανωτέρω αναιρεσείοντα και προκειμένου να είναι σαφής και πλήρης η αιτιολογία της να διαλάβει στην απόφασή του παραδοχές για επί πλέον περιστατικά όπως παραπονείται ο αναιρεσείων ότι δεν ελέγχθηκαν ή ότι παραλείπεται ο προσδιορισμός των, ούτε περιέχει ασάφειες και λογικά κενά ή άλλες ελλείψεις που να καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, παρά τα όσα αβασίμως περί του αντιθέτου ισχυρίζεται ο αναιρεσείων στους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως. Από τη μνεία, ειδικότερα, στην αρχή του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων ανωμοτί και ενόρκως μαρτύρων κατηγορίας και ενόρκως μαρτύρων υπερασπίσεως, τα αναγνωσθέντα έγγραφα, τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και την απολογία των κατηγορουμένων προκύπτει αναμφιβόλως ότι το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε καθολική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και όχι σε επιλεκτική ορισμένων από αυτά. Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του αυτού πρώτου λόγου, με τις οποίες, κατ' εκτίμηση, προβάλλεται η αντίθεση των επισημαινομένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τον ισχυρισμό ότι, στην πραγματικότητα, παρά την περί του αντιθέτου αναφορά στην απόφαση, δεν ελήφθησαν υπόψη τα ανωτέρω (επισημαινόμενα) αποδεικτικά μέσα, διότι, διαφορετικά, δεν δικαιολογείται το πόρισμα της αποφάσεως, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και είναι απαράδεκτες. Η εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, την οποία πλήττουν ως εσφαλμένη οι αυτές αιτιάσεις, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας της αποφάσεως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Ως προς την αιτίαση, στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ότι υφίσταται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον δόλο του αναιρεσείοντος, ο λόγος πρέπει να απορριφθεί καθ' όσον η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε, στην προπαρατεθείσα αιτιολογία, ότι ναι μεν δεν απεδείχθη ότι ο αναιρεσείων Θ. Σ. ήταν ο πλαστογράφος, όμως δέχθηκε ότι απεδείχθη πως αυτός γνώριζε ότι η ως άνω απόφαση ήταν πλαστή και δη ότι καταρτίσθηκε εξ υπαρχής και ως προς όλα τα στοιχεία της από άλλον, η γνώση του δε αυτή αιτιολογείται επαρκώς από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως και ειδικότερα ότι αυτός προέβη στην διαβίβαση της πλαστής αποφάσεως στον υπάλληλο του οικονομικού τμήματος Γ. Β. και επέτυχε δια της παραπλανήσεως αυτού να εκδοθεί εντολή πληρωμής, την οποίαν ο ίδιος την υπέγραψε ως ελεγκτής - προϊστάμενος και την εκτέλεσε ως ταμίας με την χρήση του δελτίου αστυνομικής ταυτότητος του φερομένου ως δικαιούχου Ν. Κ., το οποίο αυτός γνώριζε ότι παρανόμως κατείχε, διότι, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, είχε παραμείνει στα χέρια του από τις αρχές Αυγούστου 2004 όταν ο Ν. Κ. συνηλλάγη μαζί του για την είσπραξη αδειοδωροσήμου οπότε και δεν του απέδωσε το δελτίο αστυνομικής του ταυτότητος αλλά το κατακράτησε, Γνώριζε λοιπόν, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ότι είναι πλαστή η 3785/2004 απόφαση διότι ο αναιρεσείων με την χρήση του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας, βεβαίωσε ψευδώς ως ταμίας ότι παρέδωσε το ποσόν των 1425,50 ευρώ ιδιοχείρως εις τον Ν. Κ. ως αυτοπροσώπως παραστάντα, ενώ γνώριζε, εξ ιδίας αντιλήψεως, ότι αυτός ουδέποτε εμφανίσθηκε ενώπιον του, ούτε εισέπραξε το ποσόν αυτό, αλλά ούτε και τρίτος μπορούσε να χρησιμοποιήσει το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας του ανωτέρω (διότι το δελτίο αυτό το κατείχε για τον άνω λόγο ο αναιρεσείων), αλλά ούτε και τρίτος δια εξουσιοδοτικού εγγράφου ενεφανίσθη, διότι ως λαβών φέρεται όχι τρίτος εξουσιοδοτηθείς αλλά ο ίδιος ο φερόμενος ως δικαιούχος. Κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ο κατηγορούμενος γνώριζε την πλαστότητα της άνω αποφάσεως και ότι ο φερόμενος ως δικαιούχος δεν εδικαιούτο να εισπράξει το άνω ποσόν δήθεν επιστροφής εισφορών και ότι ουδέποτε θα το αναζητούσε και με την ψευδή βεβαίωση ότι εμφανίσθηκε ενώπιόν του ο ίδιος ο δικαιούχος, εν γνώσει ότι δεν το δικαιούται, εισέπραξε και ιδιοποιήθηκε το αναγραφόμενο σ' αυτή ποσό των 1.425,50 ευρώ. Κατ' ακολουθίαν αυτών είναι αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' του ΚΠοινΔ.
Από το άρθρο 141 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ' αυτά, μεταξύ των οποίων και οι αιτήσεις των διαδίκων, υπόκεινται δε σε διόρθωση σύμφωνα με το άρθρο 145 παρ. 3 του ΚΠοινΔ. Επομένως, αιτήσεις του κατηγορουμένου που δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, τα οποία δεν διορθώθηκαν κατά τούτο, ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, θεωρούνται ότι δεν έγιναν.
Στην προκειμένη περίπτωση με αιτίαση περιλαμβανομένη στον πρώτο λόγο αναιρέσεως του ανωτέρω αναιρεσείοντος, πλήττεται ειδικότερα η αναιρεσιβαλλομένη και διότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη του και την, κατά τους ισχυρισμούς του, κατ' αίτησή του αναγνωσθείσα, υπ' αριθ. 3799/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών δια της οποίας αυτός εκηρύχθη αθώος επί υποθέσεως με το αυτό modus operandi, για παρομοία πράξη μεταγενεστέρου χρόνου. Ο λόγος αυτός, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθεί διότι, προκύπτει από τα, παραδεκτώς επισκοπούμενα, πρακτικά της αναιρεσιβαλλομένης, ότι σε αυτά δεν εκτίθεται ότι ανεγνώσθη η υπ' αριθ. 3799/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, ούτε ότι υπεβλήθη αίτημα αναγνώσεώς της.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως του Θ. Σ..
Β. Επί της αιτήσεως του Κ. Ο.:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ "Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13α και 263 Α του ιδίου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο ή με διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊστάμενης αρχής, ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, β) πρόθεση του δράστη, δηλαδή δόλος που περιέχει τη θέληση παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο το δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κρατικό οργανισμό ή σε κάποιον άλλον. Το έννομο αγαθό που προστατεύει η διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ και προσβάλλεται από την αξιόποινη πράξη που προβλέπεται από αυτή είναι η λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών και των κρατικών οργανισμών αποκλειστικά προς το συμφέρον της πολιτείας και της κοινωνίας, που έχουν ταχθεί να εξυπηρετούν οι υπάλληλοι, με χρηστότητα και καθαρότητα. Έτσι, αξιόποινη είναι η ελεγχομένη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου μόνον αν συνιστά (θετικά ή αποθετικά) έκφραση πολιτειακής βουλήσεως και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και όχι απλώς η παράβαση υποχρεώσεων, που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών ή οργανισμών, όπως η εύρυθμη λειτουργία αυτών, η τήρηση της υπαλληλικής δεοντολογίας κλπ. Ως υπάλληλος κατά το άρθρο 13α του ΠΚ νοείται κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημοσίου δικαίου. Υπάλληλος κατά το άρθρο 263 Α του ΠΚ, είναι και ο υπάλληλος του ΙΚΑ, που είναι δημόσιος ασφαλιστικός οργανισμός ανήκων στο κράτος. Ο δόλος του δράστη συνίσταται είτε στη θέληση είτε στη γνώση και αποδοχή της παραβάσεως των υπηρεσιακών του καθηκόντων (άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος). Σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης συντρέχει όταν ο δράστης επιδιώκει με την παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει την παράνομη ωφέλεια ή τη βλάβη και συγχρόνως όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή τη βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέστηκε από το δράστη, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα. Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού. Για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του άρθρου 259 του ΠΚ δεν απαιτείται να πραγματοποιηθεί η επιδιωκόμενη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη, ενώ αν η παράβαση καθήκοντος έγινε για άλλο σκοπό ή με κανένα σκοπό ή η ωφέλεια ή η βλάβη επέρχεται ως συμπτωματική συνέπεια της παραβάσεως, τότε το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος δεν στοιχειοθετείται. Τέτοιο παράνομο όφελος κατά την έννοια του άρθρου 259 του ΠΚ είναι κάθε όφελος, το οποίο επιδιώκεται με την παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση καθήκοντος αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, το Α' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε τον αναιρεσείοντα, Κ. Ο., ένοχο παραβάσεως καθήκοντος κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προς τον εν λόγω αναιρεσείοντα κατά λέξη, τα εξής: "Β) Ο δεύτερος κατηγορούμενος Κ. Ο. κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ήταν Προϊστάμενος Εσόδων του Υποκ/τος ΙΚΑ ..., η δε τρίτη κατηγορούμενη Α. Κ. ήταν υπάλληλος της Γραμματείας του ιδίου τμήματος. Στις 12.11.2004 το αθλητικό σωματείο με την επωνυμία "ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΔΕΞΑΜΕΝΗΣ" υπέβαλε μέσω του μέλους του Π. Κ., τέταρτου κατηγορούμενου την υπ' αριθ. 7484 αίτηση για ρύθμιση της οφειλής του σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3262/2004. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε εκπρόθεσμα, διότι η προθεσμία υποβολής είχε λήξει στις 29.10.2004. Παρά ταύτα όμως, σε φάκελο εξερχομένων που προοριζόταν για το Β' Ταμείο Είσπραξης Εσόδων, βρέθηκε στις 19.11.2004 και δεύτερη αίτηση για τη ρύθμιση της οφειλής του ως άνω σωματείου με διαφορετικό αριθμό πρωτοκ. ήτοι 6566/7.10.2004, ο οποίος όμως αντιστοιχούσε σε πρωτόκολλο άλλου εγγράφου, ήτοι αίτησης για καταλογισμό οφειλών λόγω λανθασμένων (μικρότερων) κρατήσεων σε υπάλληλο άλλης επιχειρήσεως, της εταιρείας "NOVARTIS A.E.B.E." Την ημέρα που είχε υποβληθεί η δεύτερη αίτηση του άνω σωματείου (12.11.2004) ο δεύτερος κατηγορούμενος Κ. Ο., προσήλθε στο γραφείο πρωτοκόλλου, ζήτησε από την υπάλληλο Ε. Ι. κάποιο αριθμό πρωτοκόλλου εντός του μηνός Οκτωβρίου, και του δόθηκε ο άνω αριθμός 6566/7.10.2004, ο οποίος όπως προαναφέρθηκε αντιστοιχούσε σε πρωτοκολληθέν έγγραφο της εταιρείας NOVARTIS, που αρχικά σβήσθηκε με διορθωτικό, αλλά μεταγενέστερα, όπως κατέθεσε η υπάλληλος Ε. Ι., όταν διαπίστωσε ότι "κάτι δεν πάει καλά" καταχώρησε πάλι την αρχική αίτηση της εταιρείας NOVARTIS. Τον αριθμό αυτόν 6566/7.10.2004 ο δεύτερος κατηγορούμενος έδωσε εντολή στην τρίτη κατηγορουμένη Α. Κ. να αναγράψει στη νέα αυτή αίτηση που προσκομίσθηκε από το αθλητικό σωματείο, για ρύθμιση, την οποία είχε χαρακτηρίσει ο ίδιος (Κ. Ο.) ως Προϊστάμενος του Τμήματος Εσόδων με ημερομηνία 7.10.2004, ενώ η αναγραφείσα από το αθλητικό σωματείο ημερομηνία στην αίτηση αυτή, ως ημερομηνία υποβολής ήταν και πάλι μεταγενέστερη, ήτοι η 12.11.2004. Πράγματι η κατηγορουμένη Α. Κ. ανέγραψε καθ' υπόδειξή του επί της νέας αυτής αιτήσεως τον αριθμό 6566/7.10.2004, που όπως προελέχθη αφορούσε σε άλλη επιχείρηση, και στη συνέχεια την τοποθέτησε σε φάκελο που προοριζόταν για το Β' Ταμείο Είσπραξης. Το περιεχόμενο του φακέλου αυτού, όπως και την επικείμενη διαβίβασή του προς το Β' Ταμείο Είσπραξης αντιλήφθηκε τυχαία η υπάλληλος Ε. Ι. του άνω γραφείου Διοικητικού του Υποκ/τος, η οποία διέλαβε τη διαπίστωση αυτή σε υπηρεσιακό σημείωμά της προς την Διευθύντρια του Υποκ/τος. Ο δεύτερος κατηγορούμενος κατά την απολογία του ισχυρίσθηκε ότι είχε λάβει γνώση των δύο ως άνω αιτήσεων που είχαν εισέλθει στο γραφείο του με ίδια ημερομηνία και διαφορετικούς αριθμούς πρωτοκόλλου και τηλεφώνησε αμέσως στην υπάλληλο του γραφείου που ήταν το πρωτόκολλο Ε. Ι., προκειμένου να του παράσχει διευκρινίσεις. Κατά το χρόνο δε που μιλούσε στο τηλέφωνο, είχε και κλήση στο κινητό του τηλέφωνο και ζήτησε από την τρίτη κατηγορούμενη να σημειώσει τον αριθμό που του υπαγόρευαν από το πρωτόκολλο και ότι διεκπεραίωσε τελικά την αίτηση με τον ορθό αριθμό πρωτοκόλλου, που αφορούσε ρύθμιση με βάση τις πάγιες διατάξεις και λόγω φόρτου εργασίας λησμόνησε να ακυρώσει την άλλη αίτηση. Οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορουμένου δεν είναι πειστικοί εν όψει των όσων παραπάνω αποδείχθηκαν σχετικά με την υποβολή δύο αιτήσεων την ίδια ημερομηνία, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από τους δεύτερο και τρίτη κατηγορούμενους, επιβεβαιώθηκε δε και από τον κατηγορούμενο Π. Κ., ο οποίος στην απολογία του ανέφερε ότι μετά την υποβολή της πρώτης εκπροθέσμου αιτήσεως, τηλεφώνησαν από το ΙΚΑ και του ζήτησαν να υποβάλει νέα αίτηση, επικαλούμενοι δήθεν την εμφιλοχώρηση γραφειοκρατικού λάθους, ο οποίος πράγματι προσήλθε και πάλι στο Υποκατάστημα για τη σύνταξη νέας αιτήσεως, της επίμαχης, η οποία δεν έλαβε κανονικό αριθμό πρωτοκόλλου, όπως ανωτέρω περιγράφηκε. Ο δε δεύτερος κατηγορούμενος επέδειξε ενδιαφέρον για τον χαρακτηρισμό της αιτήσεως ως εμπρόθεσμης, διότι ενώ, όπως ισχυρίζεται βρέθηκαν στο φάκελο δύο αιτήσεις, του αυτού σωματείου με το αυτό αίτημα οι οποίες είχαν την ίδια ημερομηνία υποβολής (12.11.2004) και διαφορετικό αριθμό πρωτοκόλλου, εν τούτοις υπέγραψε στην επίμαχη που είχε προγενέστερη ημερομηνία, χωρίς να επεξηγεί γιατί προέβη σ' αυτή την ενέργεια και πώς δέχθηκε να του δώσουν αριθμό πρωτοκόλλου με προγενέστερη ημερομηνία από την ημερομηνία υποβολής της δεύτερης αιτήσεως. Εξ άλλου και ο ισχυρισμός του ότι ζήτησε διευκρινίσεις για τους δύο διαφορετικούς αριθμούς πρωτοκόλλου σε 2 όμοιες αιτήσεις έρχεται σε αντίφαση με τους παραπάνω ισχυρισμούς, διότι αν πράγματι είχε πρόθεση διευκρινίσεως, θα ερευνάτο ποιος ήταν ο ορθός αριθμός που είχε δοθεί και δεν θα οδηγούσε, όπως υποστηρίζει, σε αναγραφή ενός αριθμού πρωτοκόλλου που εκείνη την ώρα του ανακοινωνόταν για πρώτη φορά από την υπάλληλο του πρωτοκόλλου, σε κάθε δε περίπτωση έπρεπε το περιστατικό αυτό να αναφερθεί στην Διευθύντρια του Υποκ/τος, ενέργεια στην οποία δεν προέβη. Και ο κατηγορούμενος αυτός κρίθηκε από το Α' Υπηρεσιακό Συμβούλιο των Υπαλλήλων του ΙΚΑ κατά την πειθαρχική έρευνα της υποθέσεως ότι υπέπεσε σε πειθαρχικό παράπτωμα και του επιβλήθηκε πειθαρχική ποινή. Στην ενέργεια αυτή προέβη ο κατηγορούμενος Κ. Ο. με σκοπό να ωφεληθεί το αθλητικό σωματείο του οποίου, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, η αρχική αίτηση με αριθμό πρωτοκόλλου 7484/12.11.2004 ήταν εκπρόθεσμη και συνεπώς δεν θα μπορούσε να υπαχθεί στις ευνοϊκές διατάξεις του ν. 3262/2004 σχετικά με τις οφειλές του, γι' αυτό και επινοήθηκε να τεθεί επί της δεύτερης επίσης εκπροθέσμου αιτήσεως του σωματείου αριθμός πρωτοκόλλου που είχε χορηγηθεί σε προγενέστερη αίτηση της επιχειρήσεως "NOVARTIS AEBE", είναι δε αδιάφορο αν επιτεύχθηκε η επιδιωκόμενη παράνομη ωφέλεια του σωματείου ή αν τελικά υπήχθη σε διατάξεις άλλου νόμου, η δε υπηρεσιακή παράβαση του δεύτερου κατηγορούμενου ήταν αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην εν λόγω ωφέλεια, αφού χωρίς την εκ προθέσεως παρέμβασή του, θα απορριπτόταν η αίτηση μετά βεβαιότητος ως εκπρόθεσμη, αποτέλεσμα το οποίο εγνώριζε ο κατηγορούμενος Κ. Ο. και με την ενέργειά του προσπάθησε να το αποτρέψει, γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτόν πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος". Δέχθηκε δε περαιτέρω, ανελέγκτως, ως προς τον ίδιο αναιρεσείοντα και τα εξής: "Ως προς την δεύτερη πράξη επίσης της παράβασης καθήκοντος για την οποία κατηγορείται ο δεύτερος κατηγορούμενος Κ. Ο. αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 29.6.2004 υποβλήθηκε στο Υποκατάστημα του ΙΚΑ ... Αττικής η υπ' αριθμ. 4243/29.6.2004 καταγγελία του ασφαλισμένου Β. Ψ. κατά της επιχείρησης με την επωνυμία "Κ. Κ. και Σια Ο.Ε." για την ασφαλιστική του τακτοποίηση λόγω απασχόλησής του στην επιχείρηση αυτή κατά το χρονικό διάστημα από 1.2.2002 έως 14.2.2004 με την ειδικότητα του στιλβωτή επίπλων. Η έρευνα της βασιμότητας της εν λόγω καταγγελίας ανατέθηκε στον αρμόδιο υπάλληλο του Τμήματος Εσόδων - Ελεγκτή Θ. Π., ο οποίος την έκανε δεκτή στηριζόμενος στην από 30.9.2004 κατάθεση ενώπιόν του, του μάρτυρα Α. Π. που εργαζόταν κι αυτός στην ίδια επιχείρηση και τον είχε συστήσει ο Β. Ψ.. Από τον έλεγχο που διενεργήθηκε στις 8.11.2004 βεβαιώθηκαν εισφορές για 360 ημέρες εργασίας της χρονικής περιόδου από 1.12.2002 έως 14.2.2004 και συντάχθηκαν η υπ' αριθμ. ... ΠΕΕ ποσού 9.135,57 ευρώ, η υπ' αριθμ. ... ΠΕΠΕΕ ποσού 2.740,67 ευρώ και η ... ΠΕΠΑΕ ποσού 1.000,00 ευρώ, οι οποίες βεβαιώθηκαν με τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση και διαβιβάσθηκαν στο Β' Ταμείο Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Οι καταλογιστικές πράξεις, επειδή διαβιβάζονται μέσα σ' ένα δεκαήμερο από τη λήξη του μήνα βεβαίωσης στο Β' Ταμείο Είσπραξης Εσόδων Ι.Κ.Α., θεωρούνται οριστικές, άσχετα από το γεγονός αν θα υποβληθεί ένσταση εκ μέρους του εργοδότη. Στη συνέχεια η εγκριτική έκθεση του υπαλλήλου Θ. Π. δόθηκε στον τότε Προϊστάμενο του τμήματος Εσόδων, δεύτερο κατηγορούμενο Κ. Ο. για επανέλεγχο, ο οποίος όμως δεν την υπέγραψε, αλλά καταχώρησε παρατήρηση "για πληρέστερο έλεγχο προκειμένου να αποδειχθεί βάσει πραγματικών στοιχείων η επικαλούμενη απασχόληση". Την αντίθετη αυτή κρίση ο ως άνω κατηγορούμενος είχε διατυπώσει αρχικά προφορικά και κατά τρόπο πιεστικό προς τον υπάλληλο Θ. Π., ο οποίος επέμενε ότι τα στοιχεία ήταν επαρκή για την παραδοχή της καταγγελίας και μετά την παρέλευση πέντε μηνών, λόγω της εμμονής του υπαλλήλου, διατύπωσε την άποψή του και εγγράφως με την ως άνω παρατήρηση επί της εκθέσεως ελέγχου και με την πρόσθετη επίσης παρατήρηση "αν δεν υπάρχουν στοιχεία να απορριφθεί". Ο ίδιος κατηγορούμενος αργότερα συνέχισε την έγγραφη παρατήρησή του επί της εκθέσεως ελέγχου προς τον Θ. Π. αναγράφοντας στην πίσω σελίδα αυτής ότι "Σε συνέχεια της επικοινωνίας στις 3.3.2005 για την καταγγελία του κ. Ψ., εάν δεν υπάρχουν δηλώσεις από Εφορία για δήλωση εισοδήματος, μαρτυρία του συναπασχολούμενου, τον οποίο είχε δηλώσει στην καταγγελία ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο στοιχείο το οποίο αποδεικνύει την απασχόληση να απορριφθεί". Πληρέστερος έλεγχος για την περίπτωση αυτή της καταγγελίας δεν έγινε ποτέ, όπως δεν αμφισβητείται ούτε προέκυψε από κάποιο έγγραφο, αλλά αντίθετα ο Θ. Π. μετά από υπόδειξη του δεύτερου κατηγορουμένου έσβησε με διορθωτικό υγρό (blanco) όλη την αρχική έκθεση ελέγχου ώστε να μη διακρίνεται τί είχε αναγράψει προηγουμένως και τροποποίησε την έκθεσή του γράφοντας επί λέξει: "Επειδή δεν διαπιστώθηκε από κανένα στοιχείο (π.χ. κάρτα πρόσληψης, κατάσταση επιθεώρησης εργασίας, απόδειξη πληρωμής) η απασχόληση του ανωτέρω καταγγέλλοντα ύστερα από τ' ανωτέρω εισηγούμαι την απόρριψή της υπ' αριθμ. 4243/29.6.2004 καταγγελίας για ουσιαστικούς και τυπικούς λόγους". Ακολούθως ο δεύτερος κατηγορούμενος, μολονότι ήταν παρούσα η Διευθύντρια του Υποκ/τος Γ. Α., στις 30.3.2005 εξέδωσε την υπ' αριθμ. 34/2005 κατάσταση διαγραφής οφειλής της επιχείρησης "Κ. Κ. & ΣΙΑ Ο.Ε." και την υπέγραψε χωρίς να την ενημερώσει για την ενέργειά του αυτή, άσχετα αν είχε προς τούτο αρμοδιότητα, δηλαδή για την έκδοση καταστάσεως διαγραφής. Η κατάσταση αυτή συντάχθηκε καθ' υπόδειξη του από την υπάλληλο Α. Κ. και αναφέρεται ως αιτιολογία της διαγραφής η υπ' αριθμ. 4243/2004 απόφαση Διευθυντού, η οποία όμως τότε (30.3.2005) δεν ήταν υπαρκτή με περιεχόμενο ακύρωσης καταλογιστικών πράξεων. Στη συνέχεια ο δεύτερος κατηγορούμενος διαβίβασε την κατάσταση αυτή στο Β' Ταμείο Είσπραξης Εσόδων με το υπ' αριθμ. 2322/30.5.2005 διαβιβαστικό χωρίς όμως να συνοδεύεται από την αντίστοιχη απόφαση της Διευθύντριας περί ακυρώσεως της οφειλής, όπως θα έπρεπε και ήταν υποχρεωμένος να κάμει. Πρέπει να σημειωθεί ότι η θητεία της Διευθύντριας Α. Γ. έληγε στις 3.4.2005. Εκ των υστέρων, στις 5.4.2005 δόθηκε από τη Γραμματεία στην αναπληρώτρια Διευθύντρια Σ. Κ. που ήταν Προϊσταμένη στο Τμήμα Συντάξεων του άνω Υποκ/τος για υπογραφή η απόφαση απορρίψεως της ανωτέρω καταγγελίας σε βάρος της εταιρείας "Κ. Κ. & ΣΙΑ Ο.Ε.", καθώς και η απόφαση ακύρωσης των καταλογιστικών πράξεων, οι οποίες φέρουν υπογραφή του δεύτερου κατηγορουμένου και ημερομηνία 1.4.2005. Η Σ. Κ. δεν υπέγραψε τις αποφάσεις, με το σκεπτικό ότι η απόφαση απόρριψης της καταγγελίας είναι αναιτιολόγητη, και επέστρεψε αυτές στο Τμήμα Εσόδων με ιδιόχειρο σημείωμα, της προκάλεσε δε εντύπωση το ότι δέχθηκαν μια καταγγελία και στη συνέχεια χωρίς την ύπαρξη νέων στοιχείων την απέρριψαν. Τελικά τις άνω αποφάσεις υπέγραψε η νέα Διευθύντρια του Υποκ/τος Π. Μ. στις 7.4.2005, η οποία είχε αναλάβει καθήκοντα στις 4.4.2005, χωρίς να ενημερωθεί με πληρότητα για την εξέλιξη του θέματος, και δη ότι μόνος του αποφάσισε σε θητεία άλλης Διευθύντριας να ακυρώσει τις καταλογιστικές πράξεις στις 30.3.2005 χωρίς τη συναίνεσή της και την έκδοση σχετικής απόφασης. Με όλες τις παραπάνω ενέργειές του, ήτοι τη μη υπογραφή της έκθεσης ελέγχου, την υπόδειξη διαγραφής του αρχικού κειμένου και μάλιστα με blanco παρά τη μη ύπαρξη νέων στοιχείων και την απόρριψη της καταγγελίας, την έκδοση της υπ' αριθ. 34/2005 κατάστασης διαγραφής χρεών με αιτιολογία την υπ' αριθμ. 4243/2004 απόφαση Διευθυντού, η οποία όμως δεν ήταν υπαρκτή στις 30.3.2005, οι οποίες αντέβαιναν στα καθήκοντα της υπηρεσίας του, ο δεύτερος κατηγορούμενος αποσκοπούσε στο να προσπορίσει παράνομο όφελος στην εταιρεία "Κ. Κ. & ΣΙΑ Ο.Ε." που συνίστατο στην ακύρωση και συνακόλουθα τη μη πληρωμή των άνω καταλογιστικών πράξεων, τις οποίες έσπευσε αμέσως να ακυρώσει, παρά την μη ύπαρξη σχετική απόφασης Διευθυντού, την οποία θεωρούσε, όπως ανέφερε καθόλου πειστικά στην απολογία του, δεδομένη. Η εμμονή του στην απόρριψη της καταγγελίας με την παρατήρηση της μη υπάρξεως δηλώσεων εισοδήματος προς την Εφορία, μαρτυρίες από συναπασχολούμενους ή άλλες έγγραφες αποδείξεις, δεν ήταν βάσιμη και τούτο διότι υπήρχε η μαρτυρία του συναπασχολούμενου Α. Π., ενώ οι δηλώσεις εισοδήματος θα προϋπέθεταν τη χορήγηση σχετικής βεβαιώσεως αποδοχών από τον εργοδότη για φορολογική χρήση, τις οποίες όμως δεν μπορούσε να του χορηγήσει αφού δεν τον είχε τακτοποιήσει ασφαλιστικά, ούτε εξάλλου αποδείξεις πληρωμής του χορηγούσε ενόψει της εκκρεμότητας αυτής. Το ότι δε ο υπάλληλος Θ. Π. δεχόταν πιέσεις για απόρριψη της καταγγελίας προκύπτει και από μαρτυρίες συναδέλφων τους, οι οποίοι είχαν λάβει γνώση των σχετικών συνομιλιών, όπως κατατέθηκε στο πλαίσιο της ένορκης διοικητικής εξέτασης και δη η Γ. Μ., της οποίας το γραφείο ήταν δίπλα σ' εκείνο του Θ. Π., και οι Α. Γ. και Σ. Γ. των οποίων τη συμβουλή ως εμπειροτέρων ζήτησε επί του θέματος αυτού ο Θ. Π.. Την αντίθεσή του δε προς την άποψη του τελευταίου για αποδοχή της καταγγελίας μετ' επιμονής εξέφραζε προφορικά για ικανό χρονικό διάστημα (5 μήνες) ο κατηγορούμενος, παρότι ο υπάλληλος αυτός του επισήμανε ότι η καταγγελλομένη εταιρεία μπορούσε να προσφύγει, σε περίπτωση που δεν ήταν βάσιμη η καταγγελία, με ένστασή της στην αρμόδια Τ.Δ.Ε. του Ι.Κ.Α., επειδή δε δεν υπάκουσε ο ως άνω υπάλληλος εξέφρασε την αντίθεσή του και εγγράφως με την πρόφαση ότι απαιτούνταν περισσότερα στοιχεία για τον έλεγχο της βασιμότητας της καταγγελίας. Πέραν αυτών, ενισχυτικό στοιχείο της κρίσεως σχετικά με το δόλο του δεύτερου κατηγορουμένου για παράβαση των υπηρεσιακών καθηκόντων του με σκοπό να ωφελήσει την ως άνω εταιρεία, στην περίπτωση αυτή είναι και το γεγονός ότι χορήγησε ασφαλιστική ενημερότητα στην επιχείρηση στις 7.12.2004, ενώ ακόμη οι καταλογιστικές πράξεις που είχαν εκδοθεί μετά την αρχική έκθεση ελέγχου του Θ. Π. ίσχυαν, και επί πλέον δεν είχε εκδοθεί απόφαση της Διευθύντριας του Υποκ/τος περί απόρριψης της καταγγελίας της διαγραφής των καταλογιστικών πράξεων. Στην πρώτη δε περίπτωση της χορήγησης ασφαλιστικής ενημερότητας ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν είχε υπογράψει τα αντίγραφα των βεβαιώσεων που παραμένουν στο αρχείο της υπηρεσίας, παρότι είχε υπογράψει τα αντίγραφα που χορηγήθηκαν στον εργοδότη. Το ότι δε απορρίφθηκε η ένσταση του Β. Ψ., την οποία υπέβαλε κατά της άνω αποφάσεως που απέρριψε την καταγγελία του, δεν αναιρεί τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν σχετικά με το δόλο του κατηγορουμένου αυτού. Άλλωστε μεταξύ των τριών εισηγητών που πρότειναν προς την Τ.Δ.Ε. του Υποκαταστήματος ... την απόρριψη της ενστάσεως, ήταν και ο κατηγορούμενος. Ο Β. Ψ. δεν είχε εμφανισθεί στην Επιτροπή αυτή λόγω ασθενείας του. Οι υπηρεσιακές δε παραβάσεις του δεύτερου κατηγορουμένου ήταν αντικειμενικά πρόσφορες να οδηγήσουν στην παραπάνω ωφέλεια της επιχειρήσεως, αφού χωρίς την εκ προθέσεως παρέμβαση του θα είχε διαφορετικό αποτέλεσμα η καταγγελία, και η άνω επιχείρηση θα κατέβαλε τις οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές. Πρέπει επομένως ο δεύτερος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως παραβάσεως καθήκοντος κατ' εξακολούθηση, ήτοι τόσο για την προεκτεθείσα πράξη, όσο και για εκείνη που παραπάνω αναφέρθηκε με στοιχείο Β', όπως ειδικότερα καθορίζεται στο διατακτικό". Στη συνέχεια το Δικαστήριο με τις σκέψεις αυτές κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα αυτόν για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις και ειδικότερα του ότι: "Ο δεύτερος των κατηγορουμένων, ήτοι Κ. Ο. στη ... και στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, όντας υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 εδάφιο α' του ΠΚ με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει σε άλλους παράνομο όφελος και ειδικότερα: Ι. Οι κατηγορούμενοι Κ. Ο. και Α. Κ., στη ... στις 12.11.2004, όντας υπάλληλοι του Υποκαταστήματος ΙΚΑ ..., ο μεν πρώτος ως προϊστάμενος του Τμήματος Εσόδων, παρέβησαν τα καθήκοντα της υπηρεσίας τους με σκοπό να προσπορίσουν σ' άλλον παράνομο όφελος και συγκεκριμένα, τελώντας εν γνώσει ότι το σωματείο με την επωνυμία "Αθλητικός Όμιλος Δεξαμενής Μεταμόρφωσης", νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Π. Κ., με ΑΜΕ: ..., στις 12.11.2004 υπέβαλε την υπ' αριθμ. 7484/12.11.2004 αίτηση για ρύθμιση οφειλής, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3262/2004, η οποία όμως ήταν εκπρόθεσμη, δεδομένου ότι η προθεσμία για ρύθμιση είχε λήξει στις 29.10.2004, κατά παράβαση των καθηκόντων της υπηρεσίας τους, δέχθηκαν ως εμπρόθεσμη την ως άνω αίτηση, του σωματείου "Αθλητικός Όμιλος Δεξαμενής Μεταμόρφωσης" στην οποία η δεύτερη κατηγορούμενη Α. Κ., κατ' εντολή του πρώτου κατηγορουμένου Κ. Ο., ανέγραψε επ' αυτής ως αριθμό πρωτοκόλλου τον αριθμό "6566/7.10.2004", ο οποίος όμως αριθμός αντιστοιχούσε σε πρωτόκολλο εγγράφου άλλης επιχείρησης και συγκεκριμένα αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Novartis (Hellas) A.E.B.E.", στη συνέχεια δε την τοποθέτησαν την εν λόγω αίτηση σε φάκελο που προοριζόταν για το Β' Ταμείο Είσπραξης του ως άνω Υποκαταστήματος του ΙΚΑ, στην ενέργεια δε αυτή προέβησαν με σκοπό να προσπορίσουν στο σωματείο "Αθλητικός Όμιλος Δεξαμενής Μεταμόρφωσης" παράνομο όφελος, που θα προέκυπτε από τη ρύθμιση των χρεών του, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3262/2004, ενώ η αίτηση του σωματείου, ως προαναφέρεται, ήταν και ως εκ τούτου είχε απολέσει το δικαίωμα ρύθμισης.
ΙΙ. Στη ..., στις 30.3.2005 ο δεύτερος των κατηγορουμένων, Κ. Ο., έχοντας την ιδιότητα του προϊσταμένου του Τμήματος Εσόδων, παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος. Συγκεκριμένα, ενώ στις 29.6.2004 υποβλήθηκε η υπ' αριθμ. 4243/29.6.2004 καταγγελία του ασφαλισμένου Β. Ψ. κατά της εταιρίας - επιχείρησης με την επωνυμία "Κ. Κ. & ΣΙΑ Ο.Ε.", με ΑΜΕ ..., για απασχόληση του κατά τη χρονική περίοδο από 1.2.2002 έως 14.2.2004, με την ειδικότητα του στιλβωτή επίπλων, και η καταγγελία αυτή αρχικώς έγινε δεκτή από τον αρμόδιο υπάλληλο Θ. Π., ο οποίος είχε πραγματοποιήσει την έρευνα, ενώ επίσης συντάχθηκαν και α) η υπ' αριθμ. ... ΠΕΕ, ποσού εννέα χιλιάδων εκατόν τριάντα πέντε ευρώ και πενήντα επτά λεπτών (9.135,57 ευρώ) β) η υπ' αριθμ. ... ΠΕΠΕΕ, ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων σαράντα ευρώ και εξήντα επτά λεπτών (2.740,67 ευρώ) και γ) η υπ' αριθμ. ... ΠΕΠΑΕ, ποσού χιλίων (1.000) ευρώ, οι οποίες βεβαιώθηκαν με τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση και διαβιβάστηκαν στο Β' Ταμείο Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ -ΕΤΑΜ, στη συνέχεια, όταν η εγκριτική έκθεση ελέγχου του άνω υπαλλήλου Θωμά στη ..., διαβιβάστηκε στον δεύτερο κατηγορούμενο, Κ. Ο., ως Προϊστάμενο του Τμήματος Εσόδων, για επανέλεγχο, αυτός δεν την υπέγραψε, αλλ' αρχικά ζήτησε από τον υπάλληλο - συντάκτη (Θ. Π.) να προβεί σε πληρέστερο έλεγχο, που όμως ουδέποτε πραγματοποιήθηκε, και στη συνέχεια, κατά παράβαση των καθηκόντων της υπηρεσίας του, υπέδειξε στον Θ. Π. να προβεί, και ο τελευταίος προέβη την 1.4.2005, σε διαγραφή με διορθωτικό υγρό (τύπου blanco) ολόκληρης της αρχικής έκθεσης ελέγχου και στην αναγραφή του κειμένου "επειδή δεν διαπιστώθηκε από κανένα στοιχείο (π.χ. κάρτα πρόσληψης, κατάσταση επιθεώρησης εργασίας, απόδειξη πληρωμής) η απασχόληση του ανωτέρω καταγγέλλονται ... ύστερα από τα ανωτέρω εισηγούμαι την απόρριψη της υπ' αριθμ. 4243/29.6.2004 καταγγελίας για ουσιαστικούς και τυπικούς λόγους", με αποτέλεσμα ο ίδιος (δηλαδή ο δεύτερος) κατηγορούμενος, Κ. Ο., να εκδώσει στις 30.5.2005, αν και ήταν παρούσα η Διευθύντρια του Υποκαταστήματος Γ. Α., αρμοδίως πάντως, την υπ' αριθμ. 34/2005 κατάσταση διαγραφής οφειλής της επιχείρησης "Κ. Κ. & ΣΙΑ Ο.Ε.", την οποία υπέγραψε αντ' αυτής και η οποία συντάχθηκε, κατόπιν υποδείξεως του, από την υπάλληλο Α. Κ. και στην οποία αναφερόταν ως αιτιολογία η υπ' αριθμ. 4243/2004 απόφαση Διευθυντού, που όμως στις 30.5.2005 δεν ήταν υπαρκτή, με περιεχόμενο ακύρωσης των ως άνω καταλογιστικών πράξεων".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως οι παραδοχές του σκεπτικού συμπληρώνονται από αυτές του διατακτικού, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που, κατά τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω κατ' εξακολούθηση αδικήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ανωτέρω ουσιαστική ποινική διάταξη, την οποία σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Δεν ήταν απαραίτητο για τη στοιχειοθέτηση, αντικειμενικώς και υποκειμενικώς, του άνω κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, για το οποίο το δικάσαν Εφετείο κήρυξε ένοχο τον δεύτερο αναιρεσείοντα και προκειμένου να είναι σαφής και πλήρης η αιτιολογία, να διαλάβει στην απόφασή του παραδοχές για επί πλέον περιστατικά όπως παραπονείται ο αναιρεσείων ότι δεν ελέγχθηκαν ή ότι παραλείπεται ο προσδιορισμός των, ούτε περιέχει ασάφειες και λογικά κενά ή άλλες ελλείψεις που να καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, παρά τα όσα αβασίμως περί του αντιθέτου ισχυρίζεται ο αναιρεσείων στους λόγους αναιρέσεως. Από τη μνεία, ειδικότερα, στην αρχή του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων ανωμοτί και ενόρκως μαρτύρων κατηγορίας και ενόρκως μαρτύρων υπερασπίσεως, τα αναγνωσθέντα έγγραφα, τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και την απολογία των κατηγορουμένων προκύπτει αναμφιβόλως ότι το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε καθολική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και όχι σε επιλεκτική ορισμένων από αυτά. Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του πρώτου αλλά και του δευτέρου λόγων, με τις οποίες, κατ' εκτίμηση, προβάλλεται η αντίθεση των επισημαινομένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τον ισχυρισμό ότι, στην πραγματικότητα, παρά την περί του αντιθέτου αναφορά στην απόφαση, δεν ελήφθησαν υπόψη τα ανωτέρω (επισημαινόμενα) αποδεικτικά μέσα, διότι, διαφορετικά, δεν δικαιολογείται το πόρισμα της αποφάσεως, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και είναι απαράδεκτες. Η εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, την οποία πλήττουν ως εσφαλμένη οι αυτές αιτιάσεις, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας της αποφάσεως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Ως προς την αιτίαση ότι υφίσταται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον δόλο του αναιρεσείοντος, ο λόγος πρέπει να απορριφθεί καθ' όσον η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων "με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, με σκοπό να προσπορίσει σε άλλους παράνομο όφελος" και δη στο σωματείο με την επωνυμία "Αθλητικός Όμιλος Δεξαμενής Μεταμόρφωσης" και στην εταιρεία με την επωνυμία "Κ. Κ. & ΣΙΑ Ο.Ε." προσδιορίζοντας το παράνομο όφελός τους στην πρώτη περίπτωση ως το όφελος, που θα προέκυπτε στο σωματείο με την επωνυμία "Αθλητικός Όμιλος Δεξαμενής Μεταμόρφωσης" από τη ρύθμιση των χρεών του, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3262/2004, ενώ η αίτηση του ήταν εκπρόθεσμη και ως εκ τούτου είχε απολέσει το δικαίωμα ρυθμίσεως και στην δεύτερη περίπτωση στην διαγραφή οφειλών της εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Κ. & ΣΙΑ Ο.Ε." α) ποσού εννέα χιλιάδων εκατόν τριάντα πέντε ευρώ και πενήντα επτά λεπτών (9.135,57 ευρώ) βάσει της υπ' αριθμ. ... ΠΕΕ, β) ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων σαράντα ευρώ και εξήντα επτά λεπτών (2.740,67 ευρώ), βάσει της υπ' αριθμ. ... ΠΕΠΕΕ, και γ) ποσού χιλίων (1.000) ευρώ, βάσει της υπ' αριθμ. ... ΠΕΠΑΕ. Κατ' ακολουθίαν αυτών είναι αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' του ΚΠοινΔ και πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση αναιρέσεως του Κ. Ο..
Κατά συνέπεια, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθούν σε αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ και 183, 176 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 22.6.2012 και 22.6.2012 (με αριθ. πρωτ. 4637/25.6.2012 και 4628/22.6.2012 αντιστοίχως) δηλώσεις - αιτήσεις αναιρέσεως των Θ. Σ. και Κ. Ο., αντιστοίχως, κατά της υπ' αριθ. 4592/2012 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος από διακόσια ενενήντα (290) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Ιανουαρίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία διαπράττει ο υπάλληλος που με την υπαλληλική ιδιότητα λαμβάνει χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα, όταν μεταξύ της λήψεως και της υπαλληλικής ιδιότητας του λήπτη υπάρχει μια άμεση σχέση αιτιότητας. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που υπάλληλος λαμβάνει ένα πράγμα στο πλαίσιο της υπαλληλικής του αρμοδιότητας, αλλά υπάρχει και εκεί, που μπορεί κανείς να μην έχει «in concreto» αρμοδιότητα, το πράγμα όμως δίνεται σ' αυτόν ως υπάλληλο.
|
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία
|
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία.
| 0
|
Αριθμός 136/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας -κατηγορουμένης Ι. Ο. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Χριστοφοράτο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 18031/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Απριλίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 621/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν, οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 548 του ΚΠΔ, το δικαστήριο μπορεί πάντοτε να ανακαλεί τις προπαρασκευαστικές αποφάσεις. Τέτοια απόφαση είναι και η απόφαση περί αναβολής της δίκης κατά το άρθρο 59 παρ.1 ΚΠΔ, η οποία δε δημιουργεί δεδικασμένο.
Συνεπώς, και αυτή η απόφαση μπορεί να ανακληθεί κατά τη νέα μετ' αναβολή συζήτηση της υπόθεσης. Η ανάκληση μπορεί να είναι και σιωπηρή, αν το δικαστήριο δεν εμμείνει στην προπαρασκευαστική του απόφαση και χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, αρκούμενο στις υπάρχουσες αποδείξεις, δεν έχει δε υποχρέωση να αιτιολογήσει γιατί δεν θεωρεί πλέον αναγκαία την περαιτέρω συνέχιση της αναβολής για τον λόγο που αρχικά είχε αναβάλλει.
Περαιτέρω η, κατά το άρθρ. 171 παρ. 1 στοιχ. γ του ΚΠΔ , ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο και ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την αναστολή της ποινικής δίωξης σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος. Από τις πιο πάνω διατάξεις, προκύπτει ότι η απόλυτη ακυρότητα που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠΔ, προϋποθέτει τη μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την υποχρεωτική αναστολή της ποινικής δίωξης και όχι την αναβολή της δίκης και επομένως η παραβίαση των τελευταίων δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και δεν ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, Ο. Ί. του Σ., εκπροσωπούμενη από τον πληρεξούσιο συνήγορο της Παναγιώτη Χριστοφοράτο, με τη προσβαλλόμενη απόφαση του, κήρυξε αυτήν ένοχη για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και της επέβαλλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία και χρηματική ποινή 1000 Ευρώ. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σε σχέση με την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, ότι προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, διότι αυτό παρά το γεγονός ότι είχε αναβάλλει την εκδίκαση της σε βάρος της κατηγορίας για έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 59 παρ. 1 ΚΠΔ, ήτοι μέχρις εκδόσεως αμετακλήτου βουλεύματος ή αποφάσεως επί της υπό στοιχ. Α 2005/2672, μήνυση της για πλαστογραφία μετά χρήσεως των επίμαχων επιταγών που υπέβαλε εναντίον του Δ. Γ., στον οποίο απέδιδε τις αξιόποινες πράξεις της κλοπής του μπλόκ των επιταγών της και της πλαστογράφησης μετά χρήσεως δύο εξ αυτών, αυτό με μεταγενέστερη απόφαση ανακάλεσε σιωπηρά την παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση του και την κήρυξε ένοχη, ερήμην, της αξιόποινης πράξης της παράβασης του Νόμου περί επιταγών κατ' εξακολούθηση. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: "Κατά τη διάταξη του άρθρου 548 ΚΠΔ η προπαρασκευαστική απόφαση εκτελείται μόλις απαγγελθεί και το Δικαστήριο μπορεί πάντοτε να ανακαλεί αυτές τις αποφάσεις του. Η αναθεωρητική Επιτροπή του Κ. Πολ. Δ. στη συνεδρίαση της 3-11-1939 όρισε ότι ανακλητές δεν είναι όλες οι προπαρασκευαστικές αποφάσεις, αλλά μόνο αυτές που δε λύνουν οριστικά ένα θέμα που ανέκυψε και σχετίζεται με την κατηγορία, αλλά απλά προπαρασκευάζουν την τελειωτική κρίση του Δικαστηρίου. Εξάλλου η διάταξη του άρθρου 548 εδ. β του ΚΠΔ για την ανάκληση των προπαρασκευαστικών αποφάσεων στηρίζεται στο ότι οι συγκεκριμένες αποφάσεις δεν υπόκεινται αυτοτελώς σε ένδικα μέσα και έτσι στα βασικά γνωρίσματα μιας γνήσιας προπαρασκευαστικής απόφασης, πρέπει να συμπεριληφθεί και η μη ύπαρξη δυνατότητας προσβολής της αυτοτελώς με ένδικο μέσο. Γνήσιες προπαρασκευαστικές ή άλλως ανακλητές κατά τη διάταξη του άρθρου 548 ΚΠΔ αποφάσεις είναι μεταξύ άλλων, η εκδιδόμενη κατ' άρθρ. 515 παρ. 1 ΚΠΔ απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναβάλλεται η συζήτηση της αναίρεσης σε ρητή δικάσιμο, η αναβλητική απόφαση του άρθρου 352 παρ. 3 για νέες αποδείξεις, η απόφαση του Δικαστηρίου που αναβάλλει την εκδίκαση κατά τα άρθρα 59, 61ΚΠΔ και η περί επαναλήψεως της διαδικασίας απόφαση του Συμβουλίου Εφετών ή του Αρείου Πάγου κατ' άρθρ. 528 παρ. 1 ΚΠΔ με την οποία διατάσσεται συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας . Η ανάκληση μπορεί να είναι και σιωπηρή, αν το Δικαστήριο δεν εμμείνει στη προπαρασκευαστική του απόφαση και χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης αρκούμενο στις υπάρχουσες αποδείξεις. Στη προκειμένη περίπτωση το πρωτοδίκως δικάσαν δικαστήριο, αφού έκρινε ότι με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αποδιδομένη στην κατηγορουμένη αξιόποινη πράξη της παράβασης του Νόμου περί επιταγής η απόφαση για την κατηγορία σε βάρος της εξαρτάται από το αποτέλεσμα της ποινικής δίκης, που εκκρεμεί σε βάρος του Δ. Γ. για πλαστογραφία των επιδίκων δύο επιταγών, ανέβαλε κατά τη συνεδρίαση της 26-2-2007 την παρούσα δίκη σύμφωνα με το άρθρο 59 ΚΠΔ., μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η για πλαστογραφία ποινική δίκη. Μετά από αλλεπάλληλες συνεδριάσεις, στις οποίες το Δικαστήριο επέμενε στην αναβλητική του απόφαση και ενώ η ως άνω ποινική δίκη ήταν εκκρεμής, το Δικαστήριο κατά τη συνεδρίαση της 3-5-2011 ανακάλεσε σιωπηρά την ως άνω αναβλητική του απόφαση και προχώρησε στην ουσία της υπόθεσης καταδικάζοντας τη κατηγορουμένη για την αποδιδόμενη σε αυτήν πράξη αρκούμενο στις υφιστάμενες αποδείξεις. Η ενέργεια αυτή δεν επάγεται ακυρότητα της διαδικασίας, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η κατηγορουμένη, καθ' όσον, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας, η κατά τη διάταξη του άρθρου 59 ΚΠΔ απόφαση συνιστά προπαρασκευαστική απόφαση η οποία δύναται ακόμα να ανακληθεί και σιγή, ως εν προκειμένω, όταν κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, λαμβανομένου υπ' όψη και του χρόνου τέλεσης της επίδικης πράξης (21-2-2004 και 20-3-2004) εξέλιπαν οι λόγοι, που οδήγησαν στην έκδοση της ως άνω απόφασης. Κατά συνέπεια ο προβαλλόμενος από την κατηγορουμένη οικείος ισχυρισμός περί ακυρότητας της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφαση του, την απαιτούμενη και εμπεριστατωμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τους νομικούς συλλογισμούς βάσει των οποίων ήταν ανακλητή σιωπηρώς η προπαρασκευαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δεχόμενο ότι εξέλειπαν οι λόγοι εκ του μακρού χρονικού διαστήματος που διέρρευσε, από το χρόνο εκδόσεως της παρεμπίπτουσας απόφασης μέχρις της σιωπηράς ανακλήσεως της και άρα δεν επήλθε από το λόγο αυτό ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Περαιτέρω, η αναβολή του άρθρου 59 παρ.1 ΚΠΔ ναι μεν είναι όρος ταυτόσημος με την αναστολή, αλλά η μη χορήγηση της ή η ανάκληση της από το δικαστήριο της ουσίας σε καμία περίπτωση δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο όπως προαναφέρθηκε, αφού δεν την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος ούτε η καταδίκη της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης αφορούσε αδίκημα υπαγόμενο στην περίπτωση του άρθρου 59 παρ. 2 ιδίου κώδικα. Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναίρεσης από το άρθρο 510παρ. 1 στοιχ. Δ' σε συνδ. με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. γ' του ΚΠΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και εξ αυτού του λόγου.
Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης της η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και ειδικότερα της διατάξεως του άρθρου 548 ΚΠΔ, ισχυριζόμενη ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε ερμηνεύοντας ότι όλες οι προπαρασκευαστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου, ακόμα και αυτή του άρθρου 59 ανακαλούνται νομίμως. Όμως η τελευταία αυτή διάταξη δεν είναι ουσιαστική ποινική, αλλά δικονομική διάταξη, όπως και αυτή του άρθρου 59 ΚΠΔ και οποιαδήποτε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους δε συνιστά τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Επομένως και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 352 ΚΠΔ, υποβάλλει αίτημα αναβολής της υπόθεσης για κρείσσονες αποδείξεις. Το Δικαστήριο της ουσίας οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακρόασης. Για να επέλθει, όμως, από την τελευταία, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, ακυρότητα της διαδικασίας, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και επιπλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού από το διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή του σε ολόκληρο το Δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο από αυτό της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον σχετικό από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακρόασης, γιατί το Δικαστήριο δεν ερεύνησε το υποβληθέν αίτημα της, περί αναβολής της δίκης, προκειμένου να ερευνηθεί ποιά ήταν η πορεία της με στοιχεία ΑΒΜ Α 2005/2672, μηνύσεως της κατά του Δ. Γ., για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας των επίμαχων δύο επιταγών. Από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης που ερευνώνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη υπέβαλε αίτημα αναβολής για να προσκομισθεί το ανωτέρω σχετικό πιστοποιητικό. Έτσι όμως που υποβλήθηκε το αίτημα αυτό προεχόντως, είναι απορριπτέο ως αόριστο. Τούτο γιατί, δεν προσδιορίζονταν σ' αυτό τα στοιχεία των επιταγών αυτών, ούτε οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες υποβλήθηκε η μήνυση αυτή κατά του Δ. Γ.. Το Δικαστήριο, παρά ταύτα εκτίμησε το αίτημα αυτό ως αίτημα αναβολής του άρθρου 59 παρ. 1 ΚΠΔ ,που είναι ευρύτερο και περιλαμβάνει και το υποβληθέν αίτημα στην προκειμένη περίπτωση και απάντησε απορρίπτοντας αυτό, με την αιτιολογία ότι "λόγω της βραδύτητας της δίκης περί πλαστογραφίας προκύπτει βασιμότατος κίνδυνος παραγραφής της παρούσας υπόθεσης λόγω επαπειλούμενης συμπλήρωσης του χρόνου αυτής (χρόνος τελέσεως α' μερικότερης πράξης 21-2-2004 και β' μερικότερης πράξης 20-3-2004),ώστε δε δύναται να γίνει δεκτό το υποβαλλόμενο από την κατηγορουμένη αίτημα αναβολής της προκειμένης υπόθεσης κατ' άρθρ. 59 ΚΠΔ". Επομένως ο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. β' και 170 παρ. 2 του ΚΠΔ προβαλλόμενος τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 43α του Νόμου 3190/55 "περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης", που προστέθηκε με το άρθρ. 2 του ΠΔ 279/93 και ορίζει τα περί μονοπρόσωπης εταιρείας, στην παράγραφο άρθρο 3 αυτού αναφέρεται ότι, οι εξουσίες της συνέλευσης των εταίρων ασκούνται από το μοναδικό εταίρο. Οι αποφάσεις του μοναδικού εταίρου, που λαμβάνονται κατά τον τρόπο αυτό, καταγράφονται σε πρακτικό προσυπογραφόμενο αυθημερόν, από παριστάμενο συμβολαιογράφο της έδρας της εταιρείας. Ο νόμος αναφέρει ότι οι διατυπώσεις καταχώρησης στα πρακτικά της έγγραφης κατάρτισης των συμβάσεων που συνάπτονται μεταξύ του μοναδικού εταίρου και της εταιρείας δεν είναι απαραίτητες, όταν πρόκειται για τρέχουσες πράξεις, οι οποίες συνάπτονται κάτω από κανονικές συνθήκες (43α παρ. 4 εδ. 2). Κυρώσεις για την παράβαση των περιορισμών που θέτει η εν λόγω διάταξη δεν προβλέπονται από το νόμο. Πάντως η κατά τα παραπάνω παράσταση συμβολαιογράφου της έδρας της εταιρείας διασφαλίζει την νομιμότητα κατά την διαδικασία λήψης των αποφάσεων του μοναδικού εταίρου την χρονολογία κατάρτισης του, από τον πρώτο πρακτικού καταχώρησης. Τυχόν μη παράσταση συμβολαιογράφου στην συνέλευση δεν επιφέρει ακυρότητα της απόφασης (Ν Ρόκας, Εμπορικές Εταιρείες 1996 σελ. 386, Περράκης ΕΠΕ σελ. 933 επ. Αλεξανδρίδου Δίκαιο Εμπορικών Εταιρειών 2000 σελ. 329 επ.) Ετέρωθεν, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1στοιχ. Η του ΚΠΔ, αποτελεί η υπέρβαση εξουσίας η οποία υπάρχει όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδίως όταν α) το Δικαστήριο αποφάσισε για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, β) έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που υπάγεται σύμφωνα με ρητή διάταξη του νόμου στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων γ)έκρινε για την πολιτική αγωγή παραβαίνοντας αυτά που ορίζουν τα άρθρα 65 παρ. 1 και 66παρ. 1 δ)...Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο και πέμπτο συναφή λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα -κατηγορουμένη, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για το λόγο ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε υπερέβη την εξουσία του διότι την κήρυξε ένοχη, αντί να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη, παρά το ότι η σε βάρος της υποβληθείσα έγκληση για την αξιόποινη πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, αν και υποβλήθηκε από μονοπρόσωπη ΕΠΕ, δεν προσυπογράφηκε αυθημερόν το πρακτικό της συνέλευσης της, με το οποίο αποφασίσθηκε η υποβολή της από τον μοναδικό της εταίρο, από παριστάμενο συμβολαιογράφο της έδρας της εταιρείας ως απαιτείται σύμφωνα με το άρθρ. 43 α παρ. 3 του Νόμου 3190/1955και επομένως η υποβολή της δεν ήταν νομότυπη. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Τούτο διότι σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη που προπαρατέθηκε η υποβολή της εγκλήσεως από τη μονοπρόσωπη ΕΠΕ, είναι μία τρέχουσα πράξη που εξυπηρετεί τα συμφέροντα της εταιρείας από παράνομες ενέργειες τρίτων, και η μη προσυπογραφή του πρακτικού της λήψης της απόφασης αυτής, από το μοναδικό της εταίρο από συμβολαιογράφο της έδρας της εταιρείας αυθημερόν, δεν επιφέρει ακυρότητα αυτής της απόφασης ούτε επηρεάζει το νομότυπο της εγκλήσεως. Επομένως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης με την αυτή αιτιολογία και κατόπιν τούτου, έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την μερικότερη πράξη της εκδόσεως της υπ' αρ.60394097-8 ακάλυπτης επιταγής με χρόνο τελέσεως την 21-2-2004 προχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης και κήρυξε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του ένοχη αυτή της άλλης μερικότερης αποδοθείσας κατηγορίας δεν υπερέβη την δικαιοδοσία του. Μετά ταύτα και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.
Απορρίπτει την από 17-4-2012 αίτηση της Ί. Ο. του Σ. και Τ., συζύγου Ν. Ρ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 18031/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως. Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Λόγοι αναίρεσης: α) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας παρεμπίπτουσας απόφασης, β) Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γ) Έλλειψη ακρόασης, δ) Υπέρβαση εξουσίας. Είναι δυνατή και η σιωπηρή ανάκληση της αναβλητικής απόφασης του άρθρου 59 ΚΠΔ μέσω της καταδικαστικής απόφασης. Το αίτημα για αναβολή λόγω προδικαστικού ζητήματος με το άρθρο 59 ΚΠΔ, πρέπει να είναι σαφές. Η διάταξη του άρθρου 548 ΚΠΔ είναι δικονομικού δικαίου και όχι ουσιαστική ποινική διάταξη. Νομότυπη η έγκληση της κομίστριας μονοπρόσωπης ΕΠΕ που υποβλήθηκε από τον μοναδικό της εταίρο χωρίς προσυπογραφή στα πρακτικά της αποφάσεως υποβολής της αυθημερόν από συμβολαιογράφο της έδρας της εταιρείας.
|
Τραπεζική επιταγή
|
Τραπεζική επιταγή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 132/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα- κατηγορουμένου Η. Χ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γιαννίδη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4520/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουλίου 2012 αίτησή του, καθώς και στο από 6 Δεκεμβρίου 2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 913/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1Δ, 5Α του ν.2801/2000 "ρυθμίσεις θεμάτων αρμοδιότητας του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης αξιόποινης πράξεως, η εγκατάσταση σταθμού εκπομπής ή / και λήψης ραδιοσήματος και κατασκευή κεραίας χωρίς άδεια ή έγκριση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή από 7.500 μέχρι 38.000 ευρώ, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2Α του ίδιου νόμου, για την κατασκευή κεραίας σταθμού στην ξηρά, που χρησιμοποιείται για την εκπομπή ή / και τη λήψη ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας, απαιτείται άδεια, η οποία χορηγείται από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 14 εδ. κ' του νεότερου ν. 2867/2000, που συγκροτεί, ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή, την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), "η Ελληνική Επιτροπή Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών (ΕΕΤΤ) χορηγεί τις άδειες κατασκευής κεραιών σταθμών στην ξηρά, ασκώντας όλες τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 του ν. 2801/2000 ...". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι από 19-12-2000, που άρχισε η ισχύς του ανωτέρω τελευταίου νόμου, για την εγκατάσταση σταθμού βάσεως εκπομπής κινητής τηλεφωνίας και την κατασκευή κεραίας σταθμού στην ξηρά για λήψη ραδιοσήματος, απαιτείται σχετική άδεια αρχής, η οποία εκδίδεται από την άνω ανεξάρτητη διοικητική αρχή ΕΕΤΤ και όχι από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, που τις εξέδιδε μέχρι 19-12-2000.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατασκευής κεραιών κινητής τηλεφωνίας στην ξηρά, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, ανασταλείσα, και χρηματική χιλίων (1.000) ευρώ. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Μονομελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ. Η. του Δ. διέπραξε την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο (...) ήτοι: Στη ... και δη επί της οδού ... πολυκατοικία, σε μη επακριβώς εξακριβωθέντα χρόνο, κείμενο όμως εντός των αρχών του μηνός Απριλίου του έτους 2008 και έως την 9η Απριλίου 2008, με πρόθεση τέλεσε αδίκημα, που προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και ειδικότερα: όντας νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "WIND (πρώην TIM) HELLAS ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α.Ε.Β.Ε." προέβη στην κατασκευή κεραιών στην ξηρά, ήτοι συστημάτων κεραιών εκπομπής και λήψης ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας, μετά των κατασκευών στήριξής τους, εξαρτημάτων και παρελκομένων και συγκεκριμένα τοποθέτησε στην ταράτσα της ανωτέρω πολυκατοικίας, συγκυριότητας των συγκατηγορουμένων δύο (2) κεραίες κινητής τηλεφωνίας, ήτοι συστήματα κεραιών εκπομπής και λήψης ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας, μετά κατασκευών στήριξής τους, εξαρτημάτων και παρελκομένων, χωρίς προηγουμένως να έχει εφοδιαστεί με την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιος αρχής (ΕΕΤΤ) για την κατασκευή αυτών ... Συνεπώς, πρέπει ο εν λόγω κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της παραπάνω πράξης ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της τοποθετήσεως κεραιών κινητής τηλεφωνίας στην ξηρά χωρίς άδεια της αρμοδίας Αρχής, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 2801/2000, που προπαρατέθηκαν, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αποτελεί μεν επανάληψη του διατακτικού της (το οποίο ταυτίζεται με το κατηγορητήριο), η επανάληψη, όμως, αυτή αρκεί στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού το διατακτικό περιέχει με πληρότητα τα περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ένδικης αξιόποινης πράξεως και πληρούν την απαίτηση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ήτοι ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ως εκπρόσωπος της ως άνω εταιρίας, προέβη, με πρόθεση, στην κατασκευή των κεραιών μετά κατασκευών στηρίξεώς τους, κ.λπ., πόσες κεραίες κατασκεύασε (2), πού τις τοποθέτησε (στην ταράτσα πολυκατοικίας), και ότι προέβη στην κατασκευή αυτών χωρίς άδεια της αρμόδιας Αρχής [Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ)], ώστε καθίστατο περιττή οποιαδήποτε διαφοροποίηση του σκεπτικού της ή προσθήκη και άλλων στοιχείων. β) Το Δικαστήριο της ουσίας, με τις ως άνω παραδοχές του, δέχθηκε, εμμέσως, αλλά σαφώς, ότι ο αναιρεσείων, με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, χρησιμοποίησε συνεργείο για την κατασκευή των κεραιών, στο οποίο έδωσε σχετικές οδηγίες, δεν ήταν δε απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρεται τούτο ρητώς ή αν αυτός ήταν, κατά την εκτέλεση του έργου, παρών ή όχι. γ) Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η ύπαρξη του δόλου δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογηθεί ιδιαιτέρως, δεδομένου ότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ο δε νόμος δεν αξιώνει, στην παρούσα περίπτωση, πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 6.12.2012) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ.2 του ΚΠοινΔ), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Σύμφωνα με τον κανόνα "non bis in idem", ο καθένας μόνο μία φορά, δηλαδή με μία μόνο διαδικασία, υποβάλλεται σε δικαστική κρίση, ως υπαίτιος της αυτής πράξεως, με αποτέλεσμα να εξαντλείται η κατά το άρθρο 27 του ΚΠοινΔ αξίωση της Πολιτείας προς άσκηση ποινικής διώξεως, όταν αυτή ασκηθεί μία φορά. H αρχή αυτή έχει προβλεφθεί από τον ημεδαπό νομοθέτη, με τη διάταξη του άρθρου 57 του ΚΠοινΔ, επαναλήφθηκε δε και με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του 7ου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), το οποίο κυρώθηκε με το ν. 1705/1987, σύμφωνα με την οποία "κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικαστεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μία παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάστηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού". Κατά την έννοια, λοιπόν, της ως άνω διατάξεως του 7ου Πρωτοκόλλου, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του ημεδαπού Ποινικού Δικαίου, ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται όταν ο υπαίτιος παράνομης πράξεως τιμωρείται ποινικώς από το αρμόδιο δικαστήριο, αλλά και πειθαρχικώς ή διοικητικώς από το αρμόδιο Όργανο, δηλαδή η επιβολή, για την αυτή πράξη, διοικητικού προστίμου, δεν εμποδίζει και την επιβολή ποινικής κυρώσεως από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο. Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και αυτός από την παραβίαση του δεδικασμένου, αφού η αποδοχή του άγει στην κήρυξη της κατά του κατηγορουμένου ποινικής διώξεως ως απαράδεκτης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, την δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι στον εντολέα του είχε ήδη επιβληθεί διοικητικό πρόστιμο για την εγκατάσταση των ενδίκων κεραιών κινητής τηλεφωνίας χωρίς άδεια, η επιβολή δε, για την ίδια πράξη, και ποινικής κυρώσεως παραβιάζει την αρχή "ne bis in idem", όπως αυτή έχει κατοχυρωθεί από την Ε.Σ.Δ.Α., λόγω του τιμωρητικού χαρακτήρα, τον οποίο έχει το διοικητικό πρόστιμο. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν νόμιμος, δεδομένου ότι ο ως άνω κανόνας, κατά τα προεκτεθέντα, δεν εφαρμόζεται όταν συντρέχει ποινή και διοικητική κύρωση για την ίδια πράξη, και το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Παρά ταύτα, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, ως εκ περισσού, απάντησε και τον απέρριψε με την (ορθή) αιτιολογία ότι η επιβολή διοικητικού προστίμου για την ίδια παράνομη πράξη δεν αποκλείει την παράλληλη ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, δεύτερος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. πρωτ. 5106/16.7.2012 αίτηση του Η. Χ. του Δ. μετά των από 4/6.12.2012 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 4520/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Τηλεπικοινωνίες. Εγκατάσταση κεραίας κινητής τηλεφωνίας άνευ άδειας της αρμόδιας αρχής. Ποινική ευθύνη (ν. 2801/2000). Αρμόδια πλέον αρχή η ανεξάρτητη διοικητική αρχή Ελληνική Επιτροπή Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών (ν. 2867/2000). Αιτιολογημένη καταδίκη εκπροσώπου εταιρίας για εγκατάσταση κεραιών κινητής τηλεφωνίας. Περιττή η διαφοροποίηση του σκεπτικού από το διατακτικό, το οποίο περιέχει με πληρότητα τα περιστατικά που συγκροτούν την πράξη. Αξίωμα ne bis in idem, που προβλέπεται και από το εγχώριο δίκαιο και από το 7° Πρωτόκολλο της ΕΣΔA. Η επιβολή διοικητικού προστίμου δεν εμποδίζει την επιβολή ποινικής κυρώσεως. Απόρριψη αιτήσεως και προσθέτων λόγων.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Τηλεπικοινωνίες, Αξίωμα ne bis in idem.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 131/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου B. - I. T. του G., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σπανορρήγα, περί αναιρέσεως της με αριθμό 2538/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον G. T. του K. και πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "EFG EUROBANK", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κλειδαρά.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 175/12.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών", κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία και β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Επίσης, η παρ. 2 του άρθρου 98 του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.11 του ν. 2721/1999, ορίζει, ότι "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1, 2 του ν. 4055/12.3.2012, του οποίου η ισχύς άρχισε κατ' άρθρο 110 αυτού από 2.4.2012, το προβλεπόμενο στις διατάξεις της περ. α' και β' της παρ. 3 του άρθρου 386 του ΠΚ ποσό των 15.000 και 73.000 ευρώ αντίστοιχα, αναπροσαρμόζεται στο ποσό των 30.000 και 120.000 ευρώ αντίστοιχα. Ήτοι η απάτη διώκεται πλέον σε βαθμό κακουργήματος, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ αντί 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 αντί των 73.000 ευρώ. Από τη διατύπωση όλων των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι για το χαρακτηρισμό, ως κακουργήματος, του εγκλήματος της απάτης, μετά την τροποποίηση δια του ανωτέρω ν. 2721/1999, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του υπό του δράση σκοπουμένου οφέλους ή της επελθούσας ζημίας τρίτου, στην οποία απέβλεπε αυτός, εφόσον βεβαίως υπερβαίνει το υπό του νόμου καθοριζόμενο χρηματικό ως άνω όριο, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικοτέρων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεώς τους. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 386 Α του ιδίου Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 5 του νόμου 1805/1988, όποιος με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, επηρεάζοντας τα στοιχεία υπολογιστή είτε με μη ορθή διαμόρφωση του προγράμματος είτε με επέμβαση κατά την εφαρμογή του είτε με χρησιμοποίηση μη ορθών ή ελλιπών στοιχείων είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με τις ποινές του προηγουμένου άρθρου (386). Για την εκτίμηση του ύψους της ζημίας είναι αδιάφορο αν παθόντες είναι ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Από την αντιπαραβολή των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, με την προσθήκη του άρθρου 386 Α θεσπίζεται και νέα μορφή του εγκλήματος της απάτης, διαφορετικού από εκείνο του άρθρ. 386, για την πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται η πρόκληση πλάνης σε φυσικό πρόσωπο, ένεκα της οποίας πείθεται τούτο και προβαίνει σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία προκαλείται η βλάβη σε ξένη περιουσία. Το έγκλημα της απάτης με υπολογιστή του άρθρου 386 Α τελείται όταν η περιουσιακή βλάβη επέρχεται όχι με την παραπλάνηση ενός φυσικού προσώπου που είναι αρμόδιο να λαμβάνει αποφάσεις ή να διενεργεί έλεγχο ή να εγκρίνει ή να χορηγεί κλπ., αλλά αποκλειστικά και μόνο με τον επηρεασμό των στοιχείων του υπολογιστή, δηλαδή με την επέμβαση του δράστη κατά τον προγραμματισμό του συστήματος και την επεξεργασία των δεδομένων, σε οποιαδήποτε φάση της λειτουργίας του υπολογιστή. Έτσι δεν στοιχειοθετείται κοινή απάτη του άρθρ. 386 ΠΚ στην περίπτωση που ο δράστης επεμβαίνει ευθέως στην εξέλιξη του προγράμματος ή και στα μηχανικά μέρη του υπολογιστή και, με μη ορθή διαμόρφωση του προγράμματος ή με την χρησιμοποίηση κατά τον προγραμματισμό του συστήματος μη ορθών ή ελλιπών στοιχείων, προκαλεί αποτέλεσμα διαφορετικό από εκείνο που θα προέκυπτε από την διαδικασία της επεξεργασίας των στοιχείων και έτσι βλάπτει ξένη περιουσία προς όφελος αυτού ή τρίτου. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 216 του ΠΚ (προ της συμπληρώσεως και αντικαταστάσεως της παρ. 3 με τα άρθρα 1 παρ. 7 α' του ν. 2408/1996 και 14 παρ. 2 α' και β' του ν. 2721/1999), "1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να μην έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. 2. ... 3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Η διάταξη της παρ. 3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7 α' του ν. 2408/1996, που ισχύει από της 4ης Ιουνίου 1996 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2 α' και β' του ν. 2721/1999, που ισχύει από της 3ης Ιουνίου 1999 και ορίσθηκε ότι, "3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.). Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.)". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ασφαλείας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του με μεταβολή του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και επιπλέον σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, δημοσίας ή ιδιωτικής φύσεως, όντος αδιαφόρου αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Το έγκλημα δηλαδή της πλαστογραφίας, προσλαμβάνει χαρακτήρα κακουργήματος, όταν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και επί πλέον το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 15.000 Ευρώ ή όταν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 73.000 Ευρώ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1, 2 του ν. 4055/12-3-2012, του οποίου η ισχύς άρχισε κατ' άρθρο 110 αυτού από 2-4-2012, το προβλεπόμενο στις διατάξεις της περ. α' και β' της παρ. 3 του άρθρου 216 του ΠΚ ποσό των 15.000 και 73.000 ευρώ αντίστοιχα, αναπροσαρμόζεται στο ποσό των 30.000 και 120.000 ευρώ αντίστοιχα. Ήτοι η πλαστογραφία διώκεται πλέον σε βαθμό κακουργήματος, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ αντί 15.000 ευρώ ή β) αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 αντί των 73.000 ευρώ. Για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως με μόνη την υλική πράξη της καταρτίσεως ή της νοθεύσεως εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της καταρτίσεως του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία, την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού, κατά την έννοια της ερμηνευομένης διατάξεως, για τη θεμελίωση του αξιοποίνου ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου, τον οποίο έχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επελεύσεως του οφέλους ή της βλάβης. Περί των ανωτέρω, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή, (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου), η διαβάθμιση του αξιοποίνου της διαπλάσσεται στο νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του ΠΚ, σκοπείται η ασφάλεια και η ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (ΟλΑΠ 3/2008).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, κατά συνήθεια δε όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της ίδιας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, όλων όσοι συμπράττουν, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας συναυτουργός πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συναυτουργών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση, για την πληρότητα της αιτιολογίας της και οι επιμέρους υλικές ενέργειες καθενός εξ αυτών. Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 2 ΠΚ και 511 εδ. τελ. του ΚΠοινΔ, αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως και εμφανισθεί εκείνος που την άσκησε, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως και εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει και μετά τη δημοσίευσή της. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης για πλαστογραφία και απάτη με υπολογιστή, που τελέστηκε κατά συναυτουργία, δεν απαιτείται να προσδιορίζονται σε αυτή και οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς, αλλά αρκεί να αναφέρεται η γνώση της πρόθεσης καθενός για την τέλεση της ίδιας πράξης. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων B.-Ι. T. καταδικάσθηκε από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, επί εφέσεώς του, με την αναιρεσιβαλλομένη 2538/2012 απόφασή του, σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από κοινού κατ' εξακολούθηση με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ και σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ και για την πράξη της απάτης με υπολογιστή από κοινού κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και κατά συγχώνευση σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών. Στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Περί το μήνα Μάιο 2006 διαπιστώθηκε από τη διεύθυνση Φυσικής Ασφάλειας της εγκαλούσας τράπεζας με την επωνυμία "Eurobank AE" ότι άγνωστοι δράστες, κατά διαστήματα, παγίδευαν τα μηχανήματα αυτόματης ανάληψης μετρητών (ATM) υποκαταστημάτων της εγκαλούσας με αυτοσχέδιους μηχανισμούς παγίδευσης καρτών ανάληψης πελατών της. Συνήθως τέτοιες παγιδεύσεις γίνονταν σε κοντινές ημερομηνίες και για ελάχιστες ημέρες (μία ή δύο) κάθε μήνα. Ενόψει δε του ότι είχε γίνει παγίδευση του μηχανήματος ATM στο υποκατάστημα της Παλλήνης στις 28-9-2006, πιστεύοντας η ως άνω υπηρεσία της τράπεζας ότι οι δράστες, κατά τη συνήθη πρακτική τους, θα επανέλθουν στο ίδιο κατάστημα τις επόμενες ημέρες, ενημέρωσε, για το εν λόγω θέμα, το Τμήμα Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής. Έτσι αποφασίστηκε να μεταβούν αστυνομικοί τις απογευματινές ώρες της 29-9-2006 στην περιοχή του ως άνω υποκαταστήματος και να παρακολουθούν και ελέγχουν, όσους μετέβαιναν για συναλλαγή μέσω του ATM, ενώ μέσα στο υποκατάστημα εγκαταστάθηκε ο προϊστάμενος επιχειρήσεων της ως άνω υπηρεσίας Ε. Σ., προκειμένου από το εσωτερικό αυτού να παρακολουθεί το ATM. Περί ώρα 21.45 εκείνης της ημέρας προσήλθαν στο ως άνω υποκατάστημα, στον προθάλαμο του οποίου βρισκόταν το μηχάνημα ATM, ο πρώτος κατηγορούμενος μαζί με το S. B. (δεύτερο κατηγορούμενο στην πρωτοβάθμια δίκη και καταδικασθέντα με την εκκαλούμενη απόφαση). Αμέσως και χωρίς να προβούν σε καμία συναλλαγή μέσω του ATM, τοποθέτησαν πάνω στο μηχάνημα αυτόματης ανάληψης (ATM) έναν αυτοσχέδιο μηχανισμό παγίδευσης και έσπευσαν να αποχωρήσουν. Όμως ο ευρισκόμενος εντός του καταστήματος Ε. Σ. αντιλήφθηκε την ενέργεια των κατηγορουμένων αυτών, ειδοποίησε τους αστυνομικούς που επιτηρούσαν το κατάστημα, οι οποίοι και τους συνέλαβαν. Ο αυτοσχέδιος μηχανισμός αποτελείτο α) από ορθογώνιο μεταλλικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο υπήρχε ηλεκτρονικός μηχανισμός, που δεν φαινόταν και είχε τη δυνατότητα αντιγραφής των στοιχείων της μαγνητικής πίστας κάθε κάρτας (πιστωτικής ή ανάληψης χρημάτων), τοποθετήθηκε δε κάτω από τον καρταναγνώστη, που υπάρχει στην είσοδο του θαλάμου που στεγάζει το ATM και β) από μία μεταλλική ράβδο, μέσα στην οποία είχαν επιμελώς εγκαταστήσει κινητό τηλέφωνο με ψηφιακή κάμερα. Η κάμερα μέσω μικρής οπής κατέγραφε τους κωδικούς αριθμούς των καρτών των πελατών της τράπεζας και τους αριθμούς πρόσβασης (PIN) στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους για ανάληψη χρημάτων κατά την πληκτρολόγηση τους. Την εν λόγω ράβδο την τοποθέτησαν κατακόρυφα προς το πληκτρολόγιο και πάνω από την οθόνη του μηχανήματος ATM, προκειμένου να καταγράφει το πληκτρολόγιο και να μην μπορεί να εντοπιστεί η μικροσκοπική οπή, από την οποία θα γινόταν η καταγραφή. Στην εσωτερική επιφάνεια της ως άνω μεταλλικής ράβδου, στο εσωτερικό της οποίας, όπως προαναφέρεται, βρισκόταν το κινητό τηλέφωνο, βρέθηκε τμήμα δακτυλικού αποτυπώματος του αριστερού μεσαίου δακτύλου του τρίτου κατηγορουμένου, ο οποίος δεν βρισκόταν στον χώρο όπου συνελήφθησαν ο πρώτος κατηγορούμενος και ο S. B.. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο δεύτερος εδώ κατηγορούμενος είναι γιος του πρώτου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι παρόντες κατηγορούμενοι μαζί με τον S. B. με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους που έλαβαν είτε πριν από τις πράξεις τους, ώστε ο καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεση τους και να γνωρίζει, ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων, για να αποκομίσουν από κοινού οφέλη από την παράνομη δραστηριότητα τους, προέβαιναν σε αναλήψεις χρημάτων από τα Α.Τ.Μ. της μηνύτριας με τον ακόλουθο τρόπο. Παγίδευαν τα Α.Τ.Μ. με τον ως άνω αυτοσχέδιο μηχανισμό αντιγραφής καρτών αυτόματης ανάληψης πελατών της τράπεζας, ο οποίος κατέγραφε τους κωδικούς των καρτών κατά την πληκτρολόγηση τους στο πληκτρολόγιο του Α.Τ.Μ. από τους νόμιμους κατόχους αυτών. Στη συνέχεια από κοινού ενεργώντας α) κατάρτιζαν πλαστές κάρτες ανάληψης χρημάτων, έθεταν σε αυτές μέσω σχετικού λογισμικού ηλεκτρονικού υπολογιστή τους κωδικούς που είχαν, κατά τα ανωτέρω, υποκλέψει, καθώς και τα άλλα στοιχεία της μαγνητικής πίστας των γνήσιων καρτών και β) τις τοποθετούσαν στα Α.Τ.Μ. και χρησιμοποιώντας τον κωδικό, που επίσης είχαν αντιγράψει, προέβαιναν σε αναλήψεις χρημάτων, σε χρέωση των λογαριασμών των νόμιμων κατόχων των τραπεζών. Έτσι, εμφανίζονταν στο ηλεκτρονικό πρόγραμμα αυτοματοποιημένης διαδικασίας εκταμίευσης μετρητών, που είχε σχεδιαστεί να υπακούει σε εντολές των νόμιμων κατόχων των καρτών, ότι οι κατηγορούμενοι ήταν οι νόμιμοι κάτοχοι των καρτών και δικαιούχοι αναλήψεων. Τη μέθοδο αυτή την χρησιμοποίησαν από κοινού, με την ως άνω εκτιθέμενη έννοια, οι κατηγορούμενοι σε όλες τις περιπτώσεις που αναφέρονται, ειδικότερα και αναλυτικά, στο διατακτικό, κατά το χρονικό διάστημα από 21-5-2006 έως 28-9-2006, αποκομίζοντας, συνολικά, παράνομο περιουσιακό όφελος 72.160 ευρώ σε βάρος της περιουσίας της μηνύτριας, η οποία υπέστη ισόποση ζημία, αφού αναγκάστηκε να αποζημιώσει τους πελάτες της, οι οποίοι έπεσαν θύματα της αξιόποινης δραστηριότητας των κατηγορουμένων. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται α) από την κατάθεση με λόγο γνώσης του μάρτυρα Ε. Σ. ότι, δηλαδή, αναγνωρίζει τον πρώτο κατηγορούμενο ως το πρόσωπο, το οποίο μαζί με τον συγκατηγορούμενό του S. B., τοποθέτησε τον αυτοσχέδιο μηχανισμό στο ATM του υποκαταστήματος Παλλήνης στις 29-9-2006, β) από την κατάθεση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου του αστυνομικού Μ. Β., ο οποίος συνέλαβε τους ανωτέρω μετά από ειδοποίηση του Ε. Σ. μετά την απομάκρυνση τους από την τράπεζα και αφού παρέμειναν κοντά στο μηχάνημα και οι δύο επί πέντε περίπου λεπτά (τα πρακτικά του οποίου αναγνώστηκαν), γ) από την από 22-6-2007 έκθεση δακτυλοσκοπικής πραγματογνωμοσύνης, με βάση την οποία βρέθηκε στην εσωτερική επιφάνεια της μεταλλικής ράβδου του αυτοσχέδιου μηχανικού δακτυλικό αποτύπωμα του δεύτερου κατηγορουμένου, η ύπαρξη του οποίου δεν δικαιολογήθηκε από τον τελευταίο. Το συμπέρασμα της πραγματογνωμοσύνης αυτής δεν αναιρείται από το αντίθετο (συμπέρασμα) της ως άνω έκθεσης δακτυλοσκοπικής πραγματογνωμοσύνης του Ρουμάνου πραγματογνώμονα G. P., η οποία διενεργήθηκε με παραγγελία του δεύτερου κατηγορουμένου, ενόψει του ότι διενεργήθηκε με βάση αντίγραφα τύπου xerox των γνησίων εγγράφων, τα οποία του απέστειλε ο κατηγορούμενος και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στα εικονογραφικά των εγγράφων που του στάλθηκαν ταχυδρομικά δεν περιέχονται αρκετά χαρακτηριστικά στοιχεία με βάση τα οποία να γίνει ταύτιση του δακτύλου του ατόμου, που το έχει δημιουργήσει και δ) την χρήση του ίδιου αυτοσχέδιου μηχανισμού σε όλες τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο διατακτικό. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι είχε έλθει στην Ελλάδα πριν από λίγες ώρες στην Ελλάδα και ότι τυχαία βρέθηκε στον χώρο της σύλληψης του δεν είναι πειστικός, ενόψει της σαφούς αναγνώρισης του, κατά τα προαναφερόμενα, από τους μάρτυρες. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό του για διακοπή από ετών προσωπικών σχέσεων με τη σύζυγο και γιο του και δεύτερο κατηγορούμενο, ενόψει της αδυναμίας αιτιολογίας της ύπαρξης του δακτυλικού αποτυπώματος του τελευταίου στον αυτοσχέδιο μηχανισμό, που αυτός (πρώτος κατηγορούμενος) τοποθέτησε λίγη ώρα πριν συλληφθεί. Από δε την επανειλημμένη τέλεση των ως άνω αξιόποινων πράξεων της πλαστογραφίας και της απάτης με υπολογιστή και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει οι κατηγορούμενοι, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους για τη διάπραξη των εγκλημάτων αυτών ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Με βάση τα παραπάνω πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, α) πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολική ζημία άνω των 15.000 ευρώ και β) απάτης με υπολογιστή κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες με υπολογιστή κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος που ξεπερνά το ποσό των 15.000 ευρώ. Τέλος πρέπει να γίνει δεκτό, όπως και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κρίθηκε, ότι οι κατηγορούμενοι μέχρι τον χρόνο που τέλεσαν τις ως άνω πράξεις, για τις οποίες πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (ΠΚ 84 παρ. 2 α). Αντίθετα ο αυτοτελής ισχυρισμός του δεύτερου κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του και της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε ΠΚ, είναι, απορριπτέος ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού η κατά τη διάρκεια κράτησης του, ήσυχη και χωρίς παραπτώματα διαβίωση του στη φυλακή, δεν συνιστά καθ' εαυτή την ελαφρυντική περίσταση της εν λόγω διάταξης, γιατί η καλή συμπεριφορά στη φυλακή επιβραβεύεται από την έννομη τάξη με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής, ενώ ως καλή συμπεριφορά, κατά τη διάταξη αυτή, δεν μπορεί να θεωρηθεί παρά μόνο εκείνη του εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας, γιατί τότε μόνο η επιλογή του κατηγορουμένου αντανακλά τη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιάθεσης του". Στη συνέχεια το Δικαστήριο με τις σκέψεις αυτές κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις και ειδικότερα του ότι: "Στο Ν. Κόσμο Αττικής, στην Παλλήνη Αττική και στα Μελίσσια Αττικής, το χρονικό διάστημα από 20-5-2006 μέχρι 29-9-2006, με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα, που τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, και ειδικότερα: 1) Στο N. Κόσμο Αττικής το χρονικό διάστημα από 21-5-2006 μέχρι 28-9-2006 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος από κοινού κατάρτισαν πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσουν με τη τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκαναν χρήση των ως άνω πλαστών εγγράφων, την πράξη τους δε αυτή τέλεσαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, στο Ν. Κόσμο Αττικής, τόπο κατοικίας των πρώτου και τρίτου των κατηγορουμένων, από κοινού με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος, κατήρτισαν από την αρχή πλαστές κάρτες (πιστωτικές και ανάληψης χρημάτων) και ειδικότερα τις υπ' αριθ. ... (κάρτα ανάληψης χρημάτων), ... (πιστωτική κάρτα και κάρτα ανάληψης χρημάτων), ... (κάρτα ανάληψης χρημάτων), ... (κάρτα ανάληψης χρημάτων), ... (κάρτα ανάληψης χρημάτων), ... (κάρτα ανάληψης χρημάτων), ... (πιστωτική κάρτα και κάρτα ανάληψης χρημάτων), ... (πιστωτική κάρτα), ... (πιστωτική κάρτα), ... (πιστωτική κάρτα και κάρτα ανάληψης μετρητών), ... (πιστωτική κάρτα και κάρτα ανάληψης), ... (πιστωτική κάρτα και κάρτα ανάληψης χρημάτων) και ... (κάρτα ανάληψης χρημάτων) κάρτες, οι οποίες αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ, γ' ΠΚ και εκδίδονται μόνο από πιστωτικά ιδρύματα (τράπεζες), θέτοντας σε ειδικό πλαστικοποιημένο χαρτί με ειδικό προς τούτο μηχάνημα τους παραπάνω κωδικούς, οι οποίοι είχαν χορηγηθεί από την τράπεζα Eurobank, έτσι ώστε να αναγνωρίζονται από το μηχάνημα αυτόματης ανάληψης χρημάτων (Α.Τ.Μ.), στη συνέχεια δε έκαναν χρήση αυτών τοποθετώντας αυτές στα μηχανήματα ATM των υποκαταστημάτων της ανωτέρω τράπεζας με σκοπό να επηρεάσουν το αυτοματοποιημένο ηλεκτρονικό σύστημα που επέτρεπε τις αναλήψεις μετρητών από ATM, επενεργώντας στο ηλεκτρονικό τους πρόγραμμα και επεμβαίνοντας στα στοιχεία του ελέγχοντος αυτό υπολογιστή ως προς το γεγονός ότι οι κάρτες αυτές είναι γνήσιες και ότι αυτοί ήταν οι νόμιμοι κάτοχοι τους και ακολούθως να προβούν στην ανάληψη από τα πιο πάνω μηχανήματα των αναφερόμενων στην κατωτέρω υπό στοιχ. 2 πράξη χρηματικών ποσών, συνολικού ποσού 72.160 ευρώ, βλάπτοντας αντιστοίχως ισόποσα την περιουσία της ανωτέρω τράπεζας. Την παραπάνω πράξη τους οι κατηγορούμενοι τέλεσαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, ενώ από την επανειλημμένη τέλεση της, προκύπτει σταθερή ροπή τους για διάπραξη της, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. 2) Στην Παλλήνη Αττικής και στα Μελίσσια Αττικής το χρονικό διάστημα από 20-5-2006 μέχρι 28-9-2006, με περισσότερες, πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ενεργώντας από κοινού α) με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία επηρεάζοντας τα στοιχεία υπολογιστή επεμβαίνοντας κατά την εφαρμογή του προγράμματος αυτού και β) έχοντας αποφασίσει να τελέσουν το κακούργημα της απάτης με υπολογιστή, δηλαδή με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος και να βλάψουν ξένη περιουσία επηρεάζοντας τα στοιχεία υπολογιστή με επέμβαση κατά την εφαρμογή του προγράμματος αυτού, επιχείρησαν πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του παραπάνω κακουργήματος, η πράξη τους, όμως, δεν ολοκληρώθηκε από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θέλησης του, την πράξη τους δε αυτή τέλεσαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000. ευρώ. Ειδικότερα, στην Παλλήνη Αττικής και στα Μελίσσια Αττικής το χρονικό διάστημα από 21-5-2006 μέχρι 28-9-2006, μετά από συναπόφασή τους με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος κατασκεύασαν και οι τρεις έναν αυτοσχέδιο, μηχανισμό αντιγραφής πιστωτικών καρτών και καρτών ανάληψης χρημάτων (skimming), στη συνέχεια δε και οι τρεις κατηγορούμενοι προέβαιναν σε παράνομες αναλήψεις χρηματικών ποσών αφού πρώτα οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι G. T. και S. B., με τις οδηγίες του τρίτου κατηγορουμένου B.-Ι. T., υιού του πρώτου κατηγορουμένου, παγίδευαν τα μηχανήματα αυτόματης ανάληψης χρημάτων των υποκαταστημάτων Παλλήνης και Μελισσιών της τράπεζας Eurobank, τοποθετώντας τον ως άνω αυτοσχέδιο μηχανισμό αντιγραφής πιστωτικών καρτών, και καρτών αυτόματης ανάληψης χρημάτων πελατών των υποκαταστημάτων αυτών, ο οποίος έφερε μη ορατό ηλεκτρονικό σύστημα μέσω του οποίου αντέγραφε τα στοιχεία της μαγνητικής πίστας κάθε κάρτας και ασύρματη ψηφιακή φωτογραφική κάμερα, η οποία κατέγραψε τους κωδικούς (ΡΙΝ) των καρτών κατά την πληκτρολόγηση τους στο πληκτρολόγιο. του μηχανήματος ΑΤΜ από τους νομίμους κατόχους των καρτών. Στην συνέχεια και οι τρεις κατηγορούμενοι από κοινού κατήρτιζαν πλαστές πιστωτικές κάρτες και κάρτες ανάληψης χρημάτων από μηχανήματα ATM θέτοντας, επ' αυτών μέσω σχετικού λογισμικού ηλεκτρονικού υπολογιστή τους υποκλαπέντες αριθμούς και τα λοιπά στοιχεία της μαγνητικής πίστας των αντίστοιχων γνησίων καρτών και αφού τοποθετούσαν τις πλαστές αυτές κάρτες στα μηχανήματα ATM των ως άνω υποκαταστημάτων και πληκτρολογούσαν τους αντίστοιχους υποκλαπέντες αριθμούς PIN των νομίμων κατόχων αυτών προέβαιναν σε αναλήψεις μετρητών μέσω της αυτοματοποιημένης διαδικασίας ανάληψης μετρητών από τα μηχανήματα ATM της παθούσας τράπεζας σε χρέωση των σχετικών λογαριασμών που τηρούσαν στην εν λόγω τράπεζα οι νόμιμοι κάτοχοι των γνησίων καρτών ανάληψης χρημάτων, εμφανίζοντας στο ηλεκτρονικό πρόγραμμα αυτοματοποιημένης διαδικασίας εκταμίευσης μετρητών, που είχε σχεδιαστεί να υπακούει σε εντολές των εμφανιζομένων (δια της εισαγωγής τους στο ATM) ως νομίμων κατόχων των κατ' ιδίαν καρτών, ότι αυτοί (κατηγορούμενοι) ήταν οι νόμιμοι κάτοχοι των εν λόγω καρτών και δικαιούνταν σε ανάληψη. Με τον τρόπο αυτό κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα προέβησαν στις εξής παράνομες πράξεις: i) παγίδευσαν κατά τον προπεριγραφόμενο τρόπο το με κωδικό S1A09801 μηχάνημα αυτόματης ανάληψης χρημάτων (ATM) του ευρισκομένου στην Παλλήνη Αττικής υποκαταστήματος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Eurobank AE" και, αφού αντέγραψαν τα στοιχεία και τους κωδικούς ΡΙΝ 1) της κάρτας ... με στοιχεία κατόχου Α. Ρ., 2) της κάρτας ... με στοιχεία κατόχου Κ. Δ., 3) της κάρτας ... με στοιχεία κατόχου Β. Ζ., 4) Της κάρτας ... με στοιχεία κατόχου Α. Μ., 5) της κάρτας ... με στοιχεία κατόχου Ζ. Λ., 6) της κάρτας ... με στοιχεία κατόχου Π. Μ., 7) της κάρτας ... με στοιχεία κατόχου Θ. Π., 8) της κάρτας ... με στοιχεία κατόχου Α. Τ. και 9) της κάρτας με στοιχεία κατόχου Π. Κ., κατήρτισαν κατά τον προπεριγραφόμενο τρόπο, αντίστοιχες πλαστές κάρτες, με τη χρήση των οποίων προέβησαν μέσω του ως άνω μηχανήματος ATM την 21-5- 2006 στην ανάληψη 16.000 ευρώ, την 12-8-2006 στην ανάληψη 1.140 ευρώ, την 15-8-2006 στην ανάληψη 2.110 ευρώ, την 15-8-2006 στην ανάληψη 6.000 ευρώ, την 15-8-2006 στην ανάληψη 800 ευρώ, την 1-9-2006 στην ανάληψη 9.840 ευρώ, την 1-9-2006 στην ανάληψη 3.790 ευρώ, την 2-9-2006 στην ανάληψη 6.000 ευρώ και την 28-9-2006 στην ανάληψη 2.000 ευρώ αντίστοιχα, και ii) παγίδευσαν κατά τον προαναφερόμενο τρόπο το με κωδικό S1A05301 μηχάνημα αυτόματης ανάληψης χρημάτων (ATM) του ευρισκόμενου στα Μελίσσια Αττικής υποκαταστήματος της ανωτέρω τράπεζας και αφού αντέγραψαν τα στοιχεία και τους κωδικούς Ρ1Ν 1) της κάρτας ... με στοιχεία κατόχου Γ. Σ., 2) της κάρτας ... με στοιχεία κατόχου Ι. Μ., 3) της κάρτας ... με στοιχεία κατόχου Π. Μ. και 4) της κάρτας ... με στοιχεία κατόχου Κ. Φ., κατήρτισαν, κατά τον προπεριγραφόμενο τρόπο, αντίστοιχες πλαστές κάρτες με τη χρήση των οποίων προέβησαν μέσω του ως άνω μηχανήματος ATM την 11-6-2006 στην ανάληψη 7.990 ευρώ, την 11-6-2006 στην ανάληψη 11.580 ευρώ, την 11-6-2006 στην ανάληψη 4.570 ευρώ και την 18-8-2006 στην ανάληψη 340 ευρώ αντίστοιχα. Με τις πράξεις τους αυτές αποκόμισαν, παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 72.160 ευρώ σε βάρος της περιουσίας της ως άνω παθούσα Τράπεζας, β) στην Παλλήνη Αττικής το χρονικό διάστημα από 20-5-2006 μέχρι 23-5-2006 από κοινού επιχείρησαν να επηρεάσουν το με κωδικό S1A09801 μηχάνημα αυτόματης ανάληψης χρημάτων του υποκαταστήματος Παλλήνης της τράπεζας Eurobank τοποθετώντας τον ανωτέρω αναφερόμενο μηχανισμό παγίδευσης (skimming), δεν ολοκλήρωσαν όμως την πράξη τους από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από τη θέληση τους, και ειδικότερα, διότι έγιναν αντιληπτοί από τους υπαλλήλους της Διεύθυνση Ασφαλείας της ανωτέρω τράπεζας και αποχώρησαν. Οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις παραπάνω πράξεις τους κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης τους προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, ενώ από την επανειλημμένη τέλεση τους σταθερή ροπή τους για διάπραξη τους, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Το Δικαστήριο δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι μέχρι το χρόνο που έγινε η πράξη έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. (άρθρο 84 παρ. 2α Π.Κ.)
Απορρίπτει αίτημα περί αναγνώρισης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2ε Π.Κ. στον 2° κατηγορούμενο". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς τις πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από κοινού κατ' εξακολούθηση με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ και της απάτης με υπολογιστή από κοινού κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τη συνδρομή των περιστατικών αυτών και τις σκέψεις υπαγωγής τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Από τη μνεία, ειδικότερα, στην αρχή του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων ενόρκως μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα αναγνωσθέντα έγγραφα, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προκύπτει αναμφιβόλως ότι το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε καθολική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και όχι σε επιλεκτική ορισμένων από αυτά. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, ενώ οι ειδικότερες σε αυτούς αιτιάσεις, με τις οποίες προβάλλεται η αντίθεση των αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τον, κατ' εκτίμηση, ισχυρισμό ότι, στην πραγματικότητα, παρά την περί του αντιθέτου αναφορά στην απόφαση, δεν ελήφθησαν υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, διότι, διαφορετικά, δεν δικαιολογείται το πόρισμα της αποφάσεως και ότι, παρά την έλλειψη πειστηρίων που να συνδέουν τον αναιρεσείοντα με την πράξη και με στήριξη της περί ενοχής κρίσεως μόνο στην έκθεση δακτυλοσκοπικής πραγματογνωμοσύνης, κηρύχθηκε ένοχος των άνω πράξεων, ενώ έπρεπε το δικαστήριο να μην αρκεσθεί μόνον στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη αλλά να διατάξει να εμφανισθούν οι πραγματογνώμονες, το πόρισμα των οποίων δεν συμφωνεί με την ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη του G. P. που προσκόμισε ο κατηγορούμενος, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και είναι απαράδεκτες.
Σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 ΚΠοινΔ, παρέχεται στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Περαιτέρω η απαιτουμένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη διότι, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος για κρείσσονες αποδείξεις, ειδικότερα δε το αίτημά του, το Δικαστήριο "να διατάξει να προσκομιστούν οι φωτογραφίες, στις οποίες αναφέρεται ο παρών μάρτυρας και στις οποίες ισχυρίζεται ότι είδε τους δύο παρόντες κατηγορουμένους σε δράση στα ΑΤΜ της Τράπεζας Eurobank. Αυτό είναι απαραίτητο προκειμένου να διαπιστωθεί, ακόμη και αν υπάρχουν οι φωτογραφίες, πράγμα απίθανο, ότι αφορούν τις συγκεκριμένες ημερομηνίες που έγιναν αναλήψεις από το ΑΤΜ της Τράπεζας". Το αίτημα αναβολής, όπως διατυπώθηκε, ήταν αόριστο και εκ τούτου απαράδεκτο, διότι δεν ανέφερε στοιχεία από τα οποία να προκύπτει αντικειμενικώς η ταυτότητα των φωτογραφιών αυτών, ώστε το Δικαστήριο πριν αποφασίσει για το αίτημα αυτό να μπορέσει να βεβαιωθεί για την ύπαρξή τους, ακόμη περισσότερο αφού ο κατηγορούμενος δεν ισχυρίσθηκε σαφώς ότι υπάρχουν και να τις αξιολογήσει από αποδεικτική άποψη. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο να απαντήσει στο αίτημα αυτό του κατηγορουμένου για αναβολή ή διακοπή της δίκης και κρείσσονες αποδείξεις, πολύ περισσότερο δε, να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως την περί αυτού παρεμπίπτουσα απόφασή του. Το Δικαστήριο, παρά ταύτα, μετά την ανάγνωση των εγγράφων και την εξέταση των μαρτύρων, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως, απέρριψε το αίτημα με την αιτιολογία ότι: "Το αίτημα του δευτέρου από τους κατηγορουμένους να διαταχθεί από το Δικαστήριο να προσκομιστούν οι φωτογραφίες στις οποίες αναφέρεται ο παρών μάρτυς (Ε. Σ.) και στις οποίες ισχυρίζεται ότι είδε τους δύο παρόντες κατηγορουμένους σε δράση στα ATM της τράπεζας Eurobank, είναι αβάσιμο και απορριπτέο. Και τούτο, γιατί στα έγγραφα, που έχουν κατασχεθεί δεν περιλαμβάνονται και φωτογραφίες που να απεικονίζουν τους παρόντες κατηγορουμένους, παρά μόνον του κατηγορουμένου και μη διαδίκου S. B. και επομένως, δεν υπάρχει δυνατότητα να προσκομιστούν". Η αιτιολογία δε αυτή, με την οποία το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής ως αβάσιμο, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθεται ο λόγος για τον οποίο δεν μπορούσε να δοθεί τέτοια αναβολή, με την παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι δεν είναι αναγκαία η αναβολή της υποθέσεως για κρείσσονες αποδείξεις, διότι εδέχθη ότι στα έγγραφα, που έχουν κατασχεθεί δεν περιλαμβάνονται και φωτογραφίες που να απεικονίζουν τους παρόντες κατηγορουμένους, παρά μόνον τον κατηγορούμενο και μη διάδικο S. B. και, επομένως, ότι δεν υπάρχει δυνατότητα να προσκομισθούν, δηλαδή ότι απεδείχθη ότι δεν υπάρχουν φωτογραφίες που να απεικονίζουν και τον αναιρεσείοντα. Επομένως, ο πέμπτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και τη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που παραστάθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 6/23.1.2012 αίτηση του αναιρεσείοντος B.-Ι. T., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 2538/2011 αποφάσεως του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Το αίτημα αναβολής: το Δικαστήριο «να διατάξει να προσκομιστούν οι φωτογραφίες, στις οποίες αναφέρεται ο παρών μάρτυρας και στις οποίες ισχυρίζεται ότι είδε τους δύο παρόντες κατηγορουμένους σε δράση στα ATM της Τράπεζας. Αυτό είναι απαραίτητο προκειμένου να διαπιστωθεί, ακόμη και αν υπάρχουν οι φωτογραφίες, πράγμα απίθανο, ότι αφορούν τις συγκεκριμένες ημερομηνίες που έγιναν αναλήψεις από το ATM της Τράπεζας», όπως διατυπώθηκε ήταν αόριστο και εκ τούτου απαράδεκτο, διότι δεν ανέφερε στοιχεία από τα οποία να προκύπτει αντικειμενικώς η ταυτότητα των φωτογραφιών αυτών, ώστε το Δικαστήριο πριν αποφασίσει για το αίτημα αυτό να μπορέσει αφενός μεν να βεβαιωθεί για την ύπαρξή τους και αφετέρου να τις αξιολογήσει από αποδεικτική άποψη. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο να απαντήσει στο αίτημα αυτό του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης και κρείσσονες αποδείξεις, πολύ περισσότερο δε, να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως την περί αυτού παρεμπίπτουσα απόφασή του.
|
Απόφαση παρεμπίπτουσα
|
Απόφαση παρεμπίπτουσα.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 124/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Λ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πέτρογλου, περί αναιρέσεως της με αριθμό 2126/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών. Με συγκατηγορούμενο τον Α. Κ. του Α..
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θηβών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουνίου 2012 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 836/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Α.Ν. 86/1967, τιμωρείται με τις ποινές που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, ασχέτως ποσού, οι οποίες τον βαρύνουν, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας πάσης φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει εντός μηνός από τότε που κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεώς τους στους κατά την παράγρ. 1 Οργανισμούς, και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 3 και 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχουν τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους και να τα καταβάλλει μέχρι το τέλος του επόμενου μηνός από το χρόνο που έχει ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών και την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 αποφάσεως, απαιτείται να προσδιορίζεται η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση από εργοδότη προσωπικού ασφαλισμένου στο ΙΚΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και η συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών οι οποίες βαρύνουν τους εργαζόμενους σ' αυτόν και η μη καταβολή των σχετικών ποσών, εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά, στον ασφαλιστικό οργανισμό, στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό (Ολ.Α.Π. 1/1996). Σε σχέση με το χρόνο τελέσεως της πράξεως, η αναφορά του είναι αναγκαία, μόνον όμως όταν αυτός ασκεί επιρροή στο ζήτημα της παραγραφής. Απαιτείται επί πλέον το υποκείμενο των εγκλημάτων αυτών να έχει την ιδιότητα του εργοδότη και σαν τέτοιος κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ιδίου Α.Ν. 1846/1951, νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο το υπαγόμενο στην ασφάλιση προσωπικό οφείλει να προσφέρει την υπηρεσία του. Επί νομικού προσώπου φερόμενου ως εργοδότη, απαιτείται αναφορά των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση αυτού στην επιχείρηση καθώς και αν πρόκειται για ατομική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορούμενου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών στο ΙΚΑ. Δεν αρκεί δηλαδή ο χαρακτηρισμός του κατηγορούμενου ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπρόσωπου της εταιρικής επιχειρήσεως. Ειδικότερα, όταν εργοδότης είναι ομόρρυθμη εταιρία, υπόχρεη για την καταβολή των άνω εισφορών είναι η εταιρεία και, ανεξάρτητα από το ότι αστικώς είναι υπόχρεα από το νόμο (άρθρο 20 και 22 του Εμπ. Ν.) και όλα τα ομόρρυθμα μέλη αυτής, ως αλληλεγγύως και σε ολόκληρο συνυπεύθυνοι, σε καταβολή των εισφορών μετά της εταιρείας τους, υπεύθυνος ποινικά είναι ο διαχειριστής ή οι συνδιαχειριστές της ομόρρυθμης εταιρείας που ορίζει το καταστατικό της και, επομένως, όταν στην απόφαση αναφέρονται οι κατηγορούμενοι ως εργοδότες ομόρρυθμης εταιρείας, πρέπει να διευκρινίζεται αν αυτοί είναι ή όχι και διαχειριστές της εταιρείας. Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν αναφέρονται, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος και επί των οποίων στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την ενοχή του, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Τέτοια έλλειψη αιτιολογίας υπάρχει και όταν κατά την έκθεση των περιστατικών που ανάγονται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, παρατηρείται, είτε στην αιτιολογία της αποφάσεως, είτε μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της, ασάφεια ή αντίφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2126/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, ο αναιρεσείων, Π. Λ., και ο συγκατηγορούμενός του, Α. Κ., κηρύχθηκαν ένοχοι, σε δεύτερο βαθμό, ως εργοδότες επιχειρήσεως Ο.Ε, για μη έγκαιρη καταβολή εργατικών και εργοδοτικών εισφορών στο ΙΚΑ και επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και συνολική Χ.Π. τεσσάρων χιλιάδων (4.000) Ευρώ σε καθένα κατηγορούμενο. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το δικαστήριο ότι από τα μνημονευόμενα σε αυτή, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, ήτοι, την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας και το έγγραφο που αναγνώσθηκε ( υπ' αριθ. 1300/2011 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), αποδείχθηκαν τα εξής: οι κατηγορούμενοι τυγχάνοντες εργοδότες της επιχείρησης με την επωνυμία "Κ. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" και ΑΜΕ ..., υποκατάστημα ΟΙΝΟΦΥΤΩΝ, είδος επιχείρησης "ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΥ" και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 12ο/2004 έως 6ο/2007 στην επιχείρησή τους αυτή προσωπικό με σχέση εργασίας εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ενώ όφειλαν για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλουν στο Ι.Κ.Α. τις κατωτέρω εισφορές ποσού διακοσίων είκοσι οκτώ χιλιάδων οκτακοσίων ενενήντα οκτώ ευρώ (228.898,48 Ε) και μετά από καταβολές το ποσό των διακοσίων δέκα οκτώ χιλιάδων οκτακοσίων σαράντα δύο ευρώ και σαράντα πέντε λεπτών (218.842,45 Ε) μέχρι το τέλος του επομένου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, υπέπεσαν στις κατωτέρω αξιόποινες πράξεις: 1. 'Εχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τους ίδιους ασφαλιστικών εισφορών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ποσού εκατόν πενήντα δύο χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα οκτώ ευρώ και ενενήντα επτά λεπτών (152.598,97 Ε) και μετά από καταβολές εκατόν σαράντα πέντε χιλιάδων οκτακοσίων ενενήντα τεσσάρων ευρώ και ενενήντα επτά ευρώ (145.894,97 Ε) δεν κατέβαλαν αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές και 2. 'Εχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή τους (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού εβδομήντα έξι χιλιάδων διακοσίων ενενήντα εννέα ευρώ και σαράντα εννέα λεπτών (76.299,49 Ε) και μετά από καταβολές ποσού εβδομήντα δύο χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα επτά ευρώ και σαράντα οκτώ (72.947,48 Ε) με σκοπό να τις αποδώσουν στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές και κατέστησαν γι' αυτές τιμωρητέοι για υπεξαίρεση. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό 12262/2007 Π.Ε.Ε., στην οποία αναγράφονται μισθωτοί με ύψος αποδοχών 460.931,29 ευρώ συνολικά. Πρέπει επομένως, να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι για τις πράξεις αυτές. Όσον αφορά το αίτημα περί παροχής του ελαφρυντικού περί μη ταπεινών αιτίων, πρέπει να απορριφθεί λόγω αοριστίας, διότι, δεν έγινε επίκληση ουδενός πραγματικού περιστατικού. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος και ο συγκατηγορούμενός του κηρύχθηκαν ένοχοι του ότι: τυγχάνοντες εργοδότες της επιχείρησης με την επωνυμία "Κ. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" και ΑΜΕ ..., υποκατάστημα ΟΙΝΟΦΥΤΩΝ, είδος επιχείρησης "ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΥ" και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 12ο/2004 έως 6ο/2007 στην επιχείρησή τους αυτή προσωπικό με σχέση εργασίας εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ενώ όφειλαν για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλουν στο Ι.Κ.Α. τις κατωτέρω εισφορές ποσού διακοσίων είκοσι οκτώ χιλιάδων οκτακοσίων ενενήντα οκτώ ευρώ (228.898,48 Ε) και μετά από καταβολές το ποσό των διακοσίων δέκα οκτώ χιλιάδων οκτακοσίων σαράντα δύο ευρώ και σαράντα πέντε λεπτών (218.842,45 Ε) μέχρι το τέλος του επομένου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, υπέπεσαν στις κατωτέρω αξιόποινες πράξεις: 1. Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τους ίδιους ασφαλιστικών εισφορών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ποσού εκατόν πενήντα δύο χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα οκτώ ευρώ και ενενήντα επτά λεπτών (152.598,97 Ε) και μετά από καταβολές εκατόν σαράντα πέντε χιλιάδων οκτακοσίων ενενήντα τεσσάρων ευρώ και ενενήντα επτά ευρώ (145.894,97 Ε) δεν κατέβαλαν αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές και 2. Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή τους (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού εβδομήντα έξι χιλιάδων διακοσίων ενενήντα εννέα ευρώ και σαράντα εννέα λεπτών (76.299,49 Ε) και μετά από καταβολές ποσού εβδομήντα δύο χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα επτά ευρώ και σαράντα οκτώ (72.947,48 Ε) με σκοπό να τις αποδώσουν στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές και κατέστησαν γι' αυτές τιμωρητέοι για υπεξαίρεση. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό 12262/2007 Π.Ε.Ε., στην οποία αναγράφονται μισθωτοί με ύψος αποδοχών 460.931,29 ευρώ συνολικά.
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις άνω διατάξεις απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τούτο δε διότι, ενώ στο διατακτικό κηρύσσει ενόχους τους δύο κατηγορουμένους, μεταξύ των οποίων και τον αναιρεσείοντα, ότι ως εργοδότες της επιχείρησης "Υπηρεσίες Καθαρισμού" με την επωνυμία " Κ. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", απασχόλησαν προσωπικό στην άνω επιχείρηση ομόρρυθμης εταιρείας, δεν εκτίθενται στο σκεπτικό αυτής, αλλά ούτε και στο διατακτικό, τα περιστατικά εκείνα από τα οποία προκύπτει η θέση των κατηγορουμένων και δη του αναιρεσείοντος στην άνω εταιρεία, εάν δηλαδή ήταν ή όχι και διαχειριστής και εκπροσωπούσε την εταιρία αυτή, ώστε να ανακύπτει νομική υποχρέωση αυτού να παρακρατεί τις εισφορές των εργαζομένων και να αποδίδει αυτές, μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές της επιχειρήσεως, στο ΙΚΑ, καθόσον, δεν αρκεί ο χαρακτηρισμός αυτών ως εργοδοτών.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στη πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμος, παρελκούσης της έρευνας του ετέρου, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγου αναίρεσης, περί εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου. Κατόπιν αυτών, πρέπει, κατά παραδοχή της ένδικης αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 469 εδ. α του ΚΠΔ, αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνον σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικώς στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους λοιπούς κατηγορουμένους. Κατά δε το εδ. γ' του ιδίου άρθρου, για τη συζήτηση του ενδίκου μέσου δεν είναι αναγκαία η κλήτευση των ωφελουμένων συγκατηγορουμένων, οι οποίοι, όμως, μπορούν να εμφανισθούν και να συμμετέχουν στη δίκη. Κατά τη σαφή έννοια της άνω διατάξεως γενικές προϋποθέσεις για όλες τις άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 469 ΚΠΔ είναι, α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που είχε δικαίωμα να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες λόγοι από αυτόν να μην αρμόζουν αποκλειστικώς στο πρόσωπό του, και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε να μην δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε να δικαιούνται μεν αλλά να μην το άσκησαν εντός της νομίμου προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφ' όσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 2126/2011, αποφάσεως, προκύπτει ότι, κατ' έφεση, καταδικάστηκαν, εκτός από τον άνω αναιρεσείοντα και ο συγκατηγορούμενός του, για τις ίδιες ακριβώς πράξεις που προαναφέρθηκαν, ως εργοδότες και οι δύο της ίδιας επιχειρήσεως. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και όσων προαναφέρθηκαν, αφού ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, που γίνεται δεκτός, δεν αφορά αποκλειστικά το πρόσωπο του αναιρεσείοντος, συντρέχει περίπτωση επεκτατικού αποτελέσματος και ως προς τον άνω μη ασκήσαντα αναίρεση συμμέτοχο συγκατηγορούμενο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2126/2011, απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών. Και Επεκτείνει το αναιρετικό αποτέλεσμα της ανωτέρω, υπ' αριθ.2126/2011, αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών και ως προς το συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος, Π. Λ., καταδικασθέντα, Α. Κ. του Α..
Παραπέμπει την όλη υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έλλειψη αιτιολογίας. Μη καταβολή εργοδοτικών εισφορών. Αναιρείται λόγω έλλειψης αιτιολογίας η καταδικαστική απόφαση για μη καταβολή εργοδοτικών και ασφαλιστικών εισφορών, αφού δεν εκτίθενται στην απόφαση τα περιστατικά εκείνα, από τα οποία να προκύπτει η θέση του αναιρεσείοντος στην εργοδότρια ομόρρυθμη εταιρεία, ώστε να ανακύπτει νομική υποχρέωσή του να παρακρατεί τις εισφορές των εργαζομένων και να αποδίδει αυτές, μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές της επιχείρησης, στο ΙΚΑ. Δεν αρκεί ο χαρακτηρισμός του ως εργοδότη. Επεκτατικό αποτέλεσμα και στο συγκατηγορούμενο.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 125/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπαλέρμπα, περί αναιρέσεως της με αριθμό 804, 820, 820α/2011, 47, 48, 97 και 98/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Ι. Χ. του Β., 2) Π. Σ. του Θ. και 3) Χ. Ε. του Γ. και πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Άννα Πρεβενά.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαρτίου 2012 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 687/12.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 242 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, όπως η παρ.3 συμπληρώθηκε με τα άρθρα 1 παρ.7β ν. 2408/1996 και 14 παρ.6 του ν. 2721/1999 και προ της τροποποιήσεως από το άρ. 25 του ν. 4055/2012, ορίζονται τα εξής: "Παρ.1. Υπάλληλος, που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει ψευδώς περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Παρ. 3. Αν όμως ο υπαίτιος κάποιας από τις πράξεις της παρ.1 και 2 είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ)". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), το οποίο είναι γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα, απαιτείται, αντικειμενικά: α) ο δράστης (αυτουργός) να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263 Α ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλη και κατά τόπον για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, ή και υπάλληλος μη αρμόδιος, στον οποίον όμως το έγγραφο είναι εμπιστευμένο ή προσιτό ως εκ της υπηρεσίας του, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' ΠΚ. Η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται σε διάταξη του ΠΚ, γι' αυτό έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο το άρθρο 13γ' ΠΚ και 438 ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου δημόσιο έγγραφο είναι, αυτό που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων, το οποίον έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη, για ότι βεβαιώνεται στο περιεχόμενό του και βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες. Έννομες συνέπειες υπάρχουν, όταν το έγγραφο έχει τη νομική δυνατότητα να αποδεικνύει τη γένεση, ύπαρξη, διατήρηση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ανεξαρτήτως αν οι ίδιες έννομες συνέπειες θα μπορούσαν να επέλθουν με τη βεβαίωση στο έγγραφο της πραγματικής καταστάσεως. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου εντός της καθ' ύλη και κατά τόπον αρμοδιότητάς του και ότι τα βεβαιούμενα γεγονότα είναι ψευδή και στη θέληση ή αποδοχή αυτού, να βεβαιώσει τα ψευδή περιστατικά, που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες. Το βεβαιούμενο περιστατικό πρέπει να είναι αντικειμενικά ψευδές, πράγμα που συμβαίνει, όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα είτε δηλαδή το αναφερόμενο στο έγγραφο δεν είναι αληθινό είτε δεν αναφέρεται σε αυτό αληθινό περιστατικό το οποίο έπρεπε να αναφερθεί. Ως περιστατικό νοείται το γεγονός και δεν αρκεί στο έγγραφο απλώς να εκφέρονται αξιολογικές κρίσεις ή γνώμες ή εκτιμήσεις ή νομικοί συλλογισμοί ή ισχυρισμοί, έστω και αν αυτοί έχουν έννομες συνέπειες. Για την κακουργηματική μορφή της ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται, κατά την παρ. 3, όχι μόνο σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει άλλον παράνομα, αλλά και το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη, να υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών και ήδη 73.000 ευρώ (έγινε ήδη 120.000 ευρώ με το αρ. 25 παρ.1 ζ του ν. 4055/2012). Επί τέλεσης κατ' εξακολούθηση του εγκλήματος τούτου, οι επί μέρους πράξεις του κατηγορουμένου πρέπει να αποβλέπουν στο συνολικό αυτό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτός και αποσκοπούσε. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ. α ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται "όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, φορτικότητα, απειλή κ.λπ., β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση, θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Τέλος, κατά το άρθρο 49 παρ. 2 του ΠΚ σε συνδ. με το άρθρο 242 παρ.3 του ΠΚ συνάγεται, ότι ο σκοπός πορισμού αθέμιτου οφέλους εαυτού ή άλλου ή παράνομης βλάβης άλλου, πρέπει να συντρέχει ιδιαιτέρως και αυτοτελώς και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού, για να έχει και γι' αυτόν η πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση κακουργηματικό χαρακτήρα, άλλως ο ηθικός αυτουργός τιμωρείται με την ποινή του βασικού εγκλήματος, έστω ακόμη και αν γνώριζε ότι ο δράστης (φυσικός αυτουργός) της ψευδούς βεβαίωσης δρα κακουργηματικά.
Από τη διάταξη του άρθρου 235 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 1 του ν.δ. 1234/1972 και πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του ν. 2802/2000 και από την εκ νέου αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν.3666/2008, που έχει, εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου τελέσεως της πράξεως (1992-1993), "τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ο υπάλληλος, ο οποίος κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σ' αυτά". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας) απαιτείται, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263 α του ΠΚ: α) τα δώρα ή τα ανταλλάγματα που δεν αρμόζουν σ' αυτόν να δίδονται ή να υπάρχει υπόσχεση τούτων για μελλοντική ενέργεια ή παράλειψή του, χωρίς να ενδιαφέρει αν πραγματοποιήθηκε η μέλλουσα ενέργεια ή αν αυτός σκοπούσε σπουδαία να εκτελέσει την εν λόγω ενέργεια και η ενέργεια ή παράλειψή του να περιλαμβάνεται στον κύκλο της αρμοδιότητάς του και να ανάγεται στην υπηρεσία του ή να αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή τις οδηγίες των προϊσταμένων του ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας (ΟλΑΠ 6/1998). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α' του ν. 1608/1950 (για τους καταχραστές του Δημοσίου κ.λπ.), όπως αντικ. με το άρθρο 4 παρ. 5 του ν. 1738/1987 και τροπ. με το άρθρο 2 του ν. 1877/1990, "στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα (μεταξύ άλλων και) 235, 236, 237 και 242 του ΠΚ, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ κ.λπ., και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα, υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (και ήδη από 1996, δυνάμει του άρθρου 4 παρ.3 εδ. α του ν. 2408/1996, αυξήθηκε σε 50.000.000 δρχ.), επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενό του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης". Με τη διάταξη του άρθρου 5 περ. 7 του ν. 2943/2001, με την οποία προβλέπεται (μετά την εισαγωγή του ευρώ) η μετατροπή των δραχμών σε ευρώ (και κατά την οποία το ποσό σε ευρώ, που προκύπτει από τη μετατροπή των δραχμών σε ευρώ, αναπροσαρμόζεται, αν το ποσό που προκύπτει σε ευρώ, είναι μεγαλύτερο των 100.000 και μικρότερο των 1.000.000 ευρώ, στην πλησιέστερη ανώτερη ή κατώτερη δεκάκις χιλιάδα ευρώ, αναλόγως του αν τα τέσσαρα τελευταία ακέραια ψηφία του προκύπτοντος ποσού σε ευρώ, είναι μεγαλύτερα ή μικρότερα του αριθμού 5.000), το ποσό των 50.000.000 δρχ. αναπροσαρμόσθηκε σε 150.000 ευρώ (και όχι σε 147.000 ευρώ), αφού το ακριβές ποσό από τη μετατροπή είναι 146.735 ευρώ και η αναπροσαρμογή γίνεται στην πλησιέστερη δεκάκις χιλιάδα. Η ρύθμιση αυτή είναι επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο από την προηγούμενη, αφού καθιερώνει, για την εφαρμογή της επιβαρυντικής περίστασης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, μεγαλύτερο ποσό ωφέλειας ή ζημίας (150.000 ευρώ αντί των 50.000.000 ισόποσου των 146.735 ευρώ) και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ και επί των εγκλημάτων που έχουν τελεσθεί και προ της ισχύος του ν. 2943/2001, την 12-9-2001. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σε αυτή. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η επιβαλλόμενη κατά τα παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρ. 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο, για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα.
Τέλος εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 804, 820, 820Α, /2011, 47, 48, 97, 98/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δημόσιος υπάλληλος, κηρύχθηκε ένοχος, ομού με άλλους συγκατηγορουμένους του, και ειδικότερα αυτός, σε δεύτερο βαθμό, για τις πράξεις: 1) της παθητικής δωροδοκίας κατ' εξακολούθηση, με ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε σε βάρος του Δημοσίου ύψους 566.182.138 δραχμών, ήτοι μεγαλύτερη του ποσού των 50.000.000 δρχ. (150.000 Ευρώ) και 2) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση συγκατηγορουμένων συναδέλφων του τελωνειακών υπαλλήλων, κατ' εξακολούθηση, με όφελος που πέτυχε από αποφυγή καταβολής δασμών και φόρων καυσίμων και ισόποση ζημία που προκάλεσε στο Δημόσιο, συνολικού ύψους 331.488.006 δραχμών, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, με την αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 ε' του ΠΚ, και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών για την πρώτη πράξη και σε ποινή καθείρξεως πέντε ετών για τη δεύτερη πράξη και συνολικά σε ποινή καθείρξεως έξι ετών.
Όπως δε προκύπτει από το αιτιολογικό της ως άνω προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ύστερα από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων τα οποία κατ' είδος μνημονεύει, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, όσον αφορά τις εναντίον του αναιρεσείοντος κατηγορίες:
"Κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1992 έως το Σεπτέμβριο 1995 στην αρμοδιότητα του ΙΑ τελωνείου Πειραιώς ανήκε μεταξύ άλλων και ο έλεγχος της νόμιμης χορήγησης πετρελαίων από τα ελεύθερα αποθέματα πετρελαίων με συμψηφισμό (ΤΡΑΝΖΙΤ) σε επαγγελματικά-τουριστικά και θαλαμηγά σκάφη με ξένη σημαία μεταξύ άλλων και σε ναυλοχούντα -πλοία θαλαμηγούς στις Μαρίνες Βουλιαγμένης, Γλυφάδας, Καλαμακίου, Φλοίσβου και Ζέας . Την αρμοδιότητα, εξάλλου, μέριμνας για τη δίωξη των σχετικών οικονομικών -τελωνειακών εγκλημάτων για τις ως άνω Μαρίνες σε σχέση με την παράνομη χορήγηση ελευθέρων αποθεμάτων πετρελαίων για τις ανωτέρω περιοχές είχε η ειδική υπηρεσία Ε. Υ. Τ. Ε Όσον αφορά την ακολουθητέα διαδικασία, σύμφωνα με την 5247/82 εγκύκλιο Ε.Δ.Υ.Ο. σχετικά με την είσοδο και ελεύθερη διακίνηση στις Ελληνικές θάλασσες των θαλαμηγών πλοίων ο εφοδιασμός του σκάφους θα έπρεπε να πραγματοποιείται ως ακολούθως: Μετά από αίτηση του πλοιάρχου της θαλαμηγού για εφοδιασμό με καύσιμα η εταιρεία διανομής πετρελαιοειδών (εφοδιασμών) θα έπρεπε να απευθυνθεί στον Τελώνη της περιοχής ελλιμενισμού της θαλαμηγού. Αυτός (τελώνης) αφού καταμετρούσε την ποσότητα του βυτιοφόρου, θα έλεγχε το Δελτίο Καυσίμων της θαλαμηγού, προκειμένου να διαπιστώσει αν το συγκεκριμένο σκάφος εδικαιούτο καύσιμα ελεύθερα δασμών κ. λ. π./φόρων Θα 'πρεπε ο τελωνειακός υπάλληλος να αναζητήσει προ της εγκρίσεως του εφοδιασμού τον αλλοδαπό ή τουλάχιστον να του επιδειχθεί το διαβατήριο του, πολύ περισσότερο αφού επί του Δελτίου Κινήσεως Καυσίμων της θαλαμηγού υπήρχε και σχετική πράξη της υπηρεσίας του, η οποία επέτρεπε την κίνηση της θαλαμηγού μόνον εφ' όσον επ' αυτής επέβαινε και ο αλλοδαπός πλοιοκτήτης τους, Στη συνέχεια θα έπρεπε να παρευρίσκεται κατά τον εφοδιασμό του σκάφους, μετά το πέρας του οποίου να καταγράψει την χορηγηθείσα ποσότητα επί του Δελτίου παραλαβής Καυσίμων της θαλαμηγού. Μετά τη σύνταξη του δελτίου παραλαβής Καυσίμων, τούτο διαβιβαζόταν στο IB Τελωνείο Πειραιώς, όπου με βάση αυτά (δελτία)και γίνονταν όλες οι απαραίτητες για το συμψηφισμό περαιτέρω πράξεις.
Στην προκείμενη υπόθεση, από το Φεβρουάριο 1993 έως τέλους του έτους 1995 υπεύθυνος του γραφείου Ατελειών του ΙΑ' Τελωνείου Πειραιώς ήταν ο Ν. Ξ.., κατά δε το χρονικό διάστημα από 1.1.1992 έως Σεπτέμβριο 1995. όλοι οι κατηγορούμενοι είχαν χρηματίσει κατά τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται, αντίστοιχα, κατωτέρω δημόσιοι υπάλληλοι και δη τελωνειακοί υπάλληλοι και υπηρέτησαν στο ΙΑ τελωνείο Πειραιώς. Στα υπηρεσιακά καθήκοντα όλων των ως άνω υπαλλήλων υπάγονταν και οι οφειλόμενες ενέργειες τους να καταβάλλονται από τους εκάστοτε οφειλέτες, εφοδιαστές καυσίμων-πετρελαίων και λιπαντικών σε διάφορα πλοία οι προβλεπόμενοι τελωνειακοί υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου δασμοί.
Ειδικότερα: ο εκ τούτων κατηγορούμενος Ι. Μ. του Δ. ήταν τελωνειακός υπάλληλος και υπηρετούσε στο ΙΑ Τελωνείο Πειραιώς ως Γραμματέας από Απρίλιο 1992.έως 31.1.1994 . Επίσης, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 έως 1995, ο κατηγορούμενος Χ. Ε. ασκούσε τα ίδια καθήκοντα του Γραμματέως κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1994. έως 1995. κατά το χρονικό δε διάστημα από 25.1. 1994 έως 31.7.1994 Διευθυντής του ως άνω (ΙΑ') Τελωνείου Πειραιώς ήταν ο μη κατηγορούμενος Ι. Π..
Ο εκ των ανωτέρω κατηγορουμένων Χ. Ε. του Γ. σύμφωνα με το δελτίο Υπηρεσίας του μηνός Φεβρουαρίου 1994 ήταν Προϊστάμενος του Α' Τμήματος γενικών Θεμάτων και Δικαστικού και έπρεπε να εκτελεί τα καθήκοντα που προβλέπονται στο άρθρο 11 του Π. Δ 127/1989 .Επίσης οι εκ τούτων Π. Σ. του Θ. και Ι. Χ. του Β. ήταν υπάλληλοι του ΙΑ Τελωνείου εφοδιασμών πλοίων Πειραιώς κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα.
Ομοίως, δημόσιοι υπάλληλοι, ήσαν και οι μη εν προκειμένω κατηγορούμενοι 1) Θ. Α., 2) Ι. Τ., 3) Κ. Κ., 4) Λ. Κ., 5) Δ. Τ., 6) Σ. Γ., 7) Π. Π., 8) Σ. Κ., 9) Ι. Β., 10) Ε. Μ., 11) Α. Π., 12) Σ. Γ., , 13) Π. Γ., 14) Α. Κ., 15) Π. Χ., 16) Ε. Μ. και 17) Μ. Μ., και δη τελωνειακοί υπάλληλοι του Τοπικού Τελωνειακού Γραφείου Γλυφάδας ο δέκατος πέμπτος και του ΙΑΤελωνείου Πειραιά οι λοιποί, που κατά τους κατωτέρω επιδίκους χρόνους υπηρετούσαν στις μαρίνες Ζέας, Βουλιαγμένης, Φλοίσβου στον Πειραιά και στη μαρίνα Γλυφάδας, οι οποίες ανήκουν στη χωρική αρμοδιότητα των ως άνω τελωνείων. Κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1992 έως 31.12.1995. η εταιρεία ΠΟΛΥΠΕΤΡΟΛΑ. Χ. και Σία Ο. Ε. είχε σκοπό την εμπορία καυσίμων πετρελαίων ενώ στην πραγματικότητα η εταιρία αυτή ήταν συμφερόντων του εξετασθέντος ως άνω στο ακροατήριο και ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου μάρτυρα Θ. Χ., ο οποίος ησχολείτο με τον εφοδιασμό μεταξύ άλλων επαγγελματικών και τουριστικών θαλαμηγών πλοίων με καύσιμα και λιπαντικά. Επίσης και, κατά το ίδιο, αμέσως ανωτέρω, χρονικό διάστημα η εταιρεία Β. Ρ., συμφερόντων Β. Ρ., ησχολείτο με το εμπόριο πετρελαιοειδών καυσίμων, εφοδιασμούς δε με αυτά των διαφόρων πλοίων τουριστικών και επαγγελματικών, στην πραγματικότητα, όμως, ιδιοκτήτης και εκμεταλλευόμενος την εταιρεία αυτή ήταν ο σύζυγος της Β. Ρ., ο Λ. Ρ. ο οποίος και προέβαινε στους εφοδιασμούς με πετρέλαιο των διαφόρων πλοίων.
Κατά μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημέρα του έτους 1992 ως άνω κατηγορούμενος Ι. Μ. επεδίωξε συνάντηση με τον ως άνω εξετασθέντα μάρτυρα Χ. Θ., η δε συνάντηση τους αυτή έγινε στη συνέχεια στην καφετέρια Παπασπύρου στον Πειραιά, και εκεί απαίτησε απ' αυτόν (Θ. Χ.) να λαμβάνουν αυτός ως παράνομο δώρο 30 δραχμές ανά λίτρο " αλλιώς, δηλαδή αν δεν συμμορφωνόταν θα έσβηνε γι' αυτόν (δηλαδή για τις ως άνω δουλειές του) το λιμάνι (του Πειραιά), ενώ ο ίδιος θα εκάλυπτε τους συνεννοημένους με αυτόν (Ι. Μ.) τελωνειακούς υπαλλήλους της περιοχής του ΙΑ Τελωνείου στο να υπογράφουν ψευδώς στα δελτία καυσίμων για καύσιμα ΤΡΑΝΖΙΤ ότι δήθεν αυτός Χ. είχε πράγματι εφοδιάσει διάφορα δικαιούμενα δήθεν ελευθέρων καυσίμων (τράνζιτ) πλοία, παράνομο αίτημα την ικανοποίηση του οποίος αποδέχθηκε την ικανοποίηση ο Θ. Χ., το δώρο δε αυτό θα το ελάμβανε είτε δι' επιταγών που θα του παρέδιδε ο Χ. είτε σε μετρητά από τον ίδιο. Ομοίως, ο εκ των κατηγορουμένων Χ. Ε. κατά μη διακριβωθείσα στην επ' ακροατηρίου αποδεικτική διαδικασία ακριβή ημέρα του μηνός Δεκεμβρίου 1993, ζήτησε κι αυτός ιδιαίτερη συνάντηση (με τον Λ. Ρ. η δε συνάντηση τους αυτή έγινε στην καφετέρια Παπασπύρου, στον Πειραιά, όπου και ο πρώτος τούτων ζήτησε από το δεύτερο το ίδιο αίτημα και με τους ίδιους όρους, ενώ ο Ι. Μ., παρά το ότι κατά το έτος 1993 αποχώρησε της υπηρεσίας, θα εξακολουθούσε να προτρέπει και να ενθαρρύνει τους ως άνω υπαλλήλους του ΙΑ Τελωνείου πείθοντας αυτούς ότι θα τους εκάλυπτε, μέσω των γνωριμιών του με υψηλά στελέχη της Διοικήσεως, παράνομο αίτημα, την ικανοποίηση του οποίου αποδέχθηκε και ο Λ. Ρ.. Ο ως άνω Θ. Χ., μετά από σχετική μήνυση του Ελληνικού Δημοσίου, στη συνέχεια, διώχθηκε ποινικώς, για λαθρεμπόριο καυσίμων δικάσθηκε και κρατήθηκε στη φυλακή, καθώς επίσης εκεί ήταν φυλακισμένος και ο ρηθείς Λ. Ρ. για άλλες υποθέσεις σχέση έχουσες με την παράβαση του νόμου περί λαθρεμπορίας Και, αφού γνωρίσθηκαν στη φυλακή αυτή, (ως συγκρατούμενοι), οι δύο αυτοί, ο πρώτος, σε συζήτηση του με τον δεύτερο πράγματι ανέφερε στον τελευταίο τα περί της ανωτέρω συνάντησης του με τον Ι. Μ. και τις κατ' αυτήν (συνάντηση) αξιώσεις του Ι. Μ.. Μετά την ως άνω συζήτηση ο ανωτέρω Λ. Ρ. υπέβαλε κατά μη διακριβωθείσα ημέρα του μηνός Απριλίου 2001 τηλεφωνικά αίτημα του στην Υπηρεσία Οικονομικής Επιθεώρησης, όπου ήταν Οικονομικός Επιθεωρητής ο ως άνω ενόρκως εξετασθείς (βλ. πρακτικά παρούσας ανωτέρω) Κ. Τ. να τον επισκεφθούν οι αρμόδιοι υπάλληλο για να τους καταθέσει πολλές περιπτώσεις δωροδοκίας τελωνειακών υπαλλήλων, που έγιναν εκ μέρους του (ενεργητική δωροδοκία) στην περίοδο των ετών 1992- 1995, κατόπιν εκβιασμού του από τους υπαλλήλους αυτούς, οι οποίοι ήσαν εμπλεκόμενοι σε υποθέσεις εικονικών εφοδιασμών πλοίων με πετρέλαια: Κατόπιν τούτου, στις 29.5.2001, ο αμέσως, ως άνω, μάρτυρας επισκέφθηκε στις 29.5.2001, στη ρηθείσα φυλακή τον Λ. Ρ., ο οποίος μεταξύ άλλων του ανέφερε ότι: Μετά από εκβιασμό του που του έκαναν οι Γραμματείς του ΙΑ' Τελωνείου Πειραιά, Μ. Ι. και ο μετ' αυτόν γραμματέας Ε. Χ., κατά τη διάρκεια των ετών 1992 έως 1995, τον ανάγκασαν σε διαφορετικούς χρόνους ο καθένας, να πραγματοποιεί εικονικούς εφοδιασμούς πλοίων και να τους χρηματίζει, (δίδει και να υπόσχεται να δίδει παρανόμως, ως δώρο) 30 δρχ. ανά κάθε λίτρο εφοδιασμού απ' αυτόν πλοίων και ότι πράγματι αυτός συμμορφώθηκε και τους χρημάτιζε έκτοτε σε νέα δε επίσκεψη του στις 1.6.2001 ο ως άνω Λ. Ρ. του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο Ι. Μ. τον Ιούνιο του έτους 1992 του τηλεφώνησε και του εζήτησε μία συνάντηση τους στην Καφετέρια "ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ " στη Λεωφόρο Συγγρού στην Αθήνα, ότι η συνάντηση αυτή έγινε σε λίγες ημέρες κάποιο απόγευμα (η ακριβής ημερομηνία και ώρα δεν διακριβώθηκε κατά την στο ακροατήριο και ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου αποδεικτική διαδικασία, ότι κατά τη συνάντηση αυτή ο ρηθείς Ι. Μ. του δήλωσε σ' αυτόν (Λ. Ρ.) ότι ο ίδιος ήταν Γραμματέας του ΙΑ Τελωνείου Πειραιώς και ότι ελέγχει τα "χαρτιά των εφοδιασμών (ενν. πλοίων) και ότι θα πρέπει να συνεργασθεί μαζί του (δηλ. τον Μ.) σε εικονικούς εφοδιασμούς θαλαμηγών πλοίων, διότι σε διαφορετική περίπτωση αν αρνηθεί όπως τον απείλησε, δεν θα τον αφήσει να δουλέψει καθόλου στο λιμάνι, επειδή όπως του είπε υπήρχε" ομπρέλα προστασίας από το Υπουργείο Οικονομικών και την Ε.Υ.Τ.Ε.", ότι αυτός (ο Λ. Ρ.) του (δηλ. στον ως άνω Οικονομικό Επιθεωρητή) παρέδωσε 8 καταστάσεις, στις οποίες είχαν αποτυπωθεί φωτοτυπίες 243 σελίδων δεσμίδων (μπλοκ)επιταγών Τράπεζας Εργασίας εκδόσεώς του καθότι αυτές τις οποίες είχε σημειώσει με κόκκινη ένδειξη έχουν εκδοθεί για λογαριασμό μεν του ιδίου έχουν, όμως, παραδοθεί, μεταβιβασθεί (ενν, . με λευκή οπισθογράφηση) στους τελωνειακούς υπαλλήλους οι οποίοι και τις εισέπραξαν παρανόμως, οι δε υπόλοιπες παραδόθηκαν σε τελωνειακούς υπαλλήλους ως εγγύηση για τους χρηματισμούς των τελευταίων, με διάφορα ποσά, οι οποίοι ελάμβαναν χώρα σε μετρητά μετά από την αποκατάσταση των ποσοτήτων καυσίμων των αναφερομένων στ' αντίστοιχα δελτία παραδόσεως Καυσίμων (Δ.Π.Κ.), δηλαδή μετά την έκδοση των σχετικών αποφάσεων συμψηφιστικής ατέλειας από το IB' Τελωνείο Πειραιά., ότι κατά το μεσοδιάστημα της μη εξοφλήσεως των επιταγών αυτών, τις κρατούσαν οι τελωνειακοί υπάλληλοι στα χέρια τους, και τις προσκόμιζαν σ' αυτόν μετά ένα έως δύο μήνες τους παρέδιδε τα χρήματα και κατόπιν επισκεπτόταν την πληρώτρια αντίστοιχη Τράπεζα και ακύρωνε τις αντίστοιχες επιταγές, ότι την επιταγές αυτές τις εξέδιδε αμέσως μετά η σύνταξη των συγκεντρωτικών καταστάσεων των Δελτίων Παραδόσεως Καυσίμων (Δ.Π.Κ.), ότι το ποσό της κάθε επιταγής αντιστοιχούσε 30 δρχ. ανά λίτρο πετρελαίου του συνόλου των αναφερομένων πετρελαίων εικονικών εφοδιασμών των Δ.Π.Κ. που αναφερόταν στις συγκεντρωτικές καταστάσεις τους, ότι οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες ένας δύο- μήνες υπολογιζόμενου του χρονικού διαστήματος μέχρι της έκδοσης των συμψηφιστικών Αποφάσεων του (IB ') Τελωνείου, και ότι οι καταστάσεις αυτές αφορούσαν μόνο τους εικονικούς και όχι τους πραγματικούς εφοδιασμούς πλοίων, που αυτός πραγματοποιούσε, επίσης δε ότι ο αυτός Λ. Ρ. του ανέφερε ότι και ο έτερος κατηγορούμενος Χ. Ε. του ζήτησε τηλεφωνικώς, να συναντηθούν, πράγματι δε και αυτοί συναντήθηκαν στην αυτή ως άνω καφετέρια στη Λ. Συγγρού, στο τέλος του έτους 1993, (σε μη διακριβωθείσα κατά την ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου αποδεικτική διαδικασία ακριβώς ημερομηνία), όπου του δήλωσε ότι αναλαμβάνει αυτός-πλέον Γραμματέας του ΙΑ Τελωνείου Πειραιώς και ότι θα συνεχίσουν τους εικονικούς εφοδιασμούς, όπως γινόταν με την "ομπρέλα -δηλ. παράνομη κάλυψη του Υπουργείου Οικονομικών και της Ε.Υ.Τ.Ε " και αυτός δε του ζήτησε όσα ανωτέρω του ζήτησε και ο Ι. Μ., τους επανέλαβε δε τις απειλές, ότι αν δεν συνεργασθεί μαζί του ώστε να του δίνει 30 δρχ. κατά λίτρο εικονικών εφοδιασμών πετρελαίων "θα τον βγάλουν έξω από το λιμάνι του Πειραιά", ότι υπέκυψε αυτός στο ανωτέρω έκνομο αίτημα του Χ. Ε. και συμφώνησαν περί τούτου και έτσι σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, ελάμβαναν οι ως άνω χρηματιζόμενοι υπάλληλοι τα χρήματα, που τους έδιδε είτε με επιταγές είτε με παράδοση μετρητών στα χέρια τους έξω από την Τράπεζα Εργασίας στην οδό ... και μετά από ραντεβού, που εκάστοτε κανόνιζαν, ότι, περαιτέρω, και σύμφωνα με την αυτό ως άνω απαίτηση του Χ. Ε. τις συγκεντρωτικές καταστάσεις των Δελτίων Παράδοσης Καυσίμων (σύμφωνα με τις οποίες- καταστάσεις- γινόταν ο συμψηφισμός ή η αποκατάσταση των καυσίμων στο IB' Τελωνείο τα συμπλήρωνε αυτός (Λ. Ρ.) και άλλες φορές οι τελωνειακοί υπάλληλοι (των μαρίνων) και τις πήγαινα αυτός ή εκείνοι στην Γραμματεία του ΙΑ' Τελωνείου στον Ι. Μ. ή στον Χ. Ε., ότι οι τελευταίοι κατά περίπτωση αφού έλεγχαν τα έγγραφα, σε ορισμένες περιπτώσεις του έδιδαν οι τελευταίοι (παρατύπως) στα χέρια του τις καταστάσεις αυτές με τα διαβιβαστικά τους και τα μετέφερε ο ίδιος ή ο εκτελωνιστής του στο IB' Τελωνείο, για να γίνει ο συμψηφισμός και ότι αυτός (Λ. Ρ.) για τέτοιες παράνομες συναλλαγές είχε παραδώσει χρήματα, στο επίδικο χρονικό διάστημα στους Τελωνειακούς υπαλλήλους Τ. Ι., Χ. Ι., Γ. Σ., Σ. Π., Κ. Σ., Π. Π., Τ. Ι., Κ. Κ. και πολλούς άλλους, μεταξύ των οποίων και όλοι οι κατωτέρω αναφερόμενοι τελωνειακοί υπάλληλοι που αναφέρονται για τα αντίστοιχα κατωτέρω δελτία παραλαβής καυσίμων, στις αντίστοιχες κατωτέρω για κάθε τέτοιο δελτίο ημερομηνίες. Έτσι ο μεν Ι. Μ. με συμβουλές και παραινέσεις του προκειμένου να κερδίσει ως αντάλλαγμα για μη νόμιμες πράξεις το ποσό των 19.225.000 δρχ. αλλά και άλλα μη ακριβώς προσδιορισθέντα ποσά έπεισε τους κατωτέρω υπαλλήλους ο δει Χ. Ε. με περισσότερες πράξεις τους με σκοπό να κερδίσουν οι ίδιοι από τα ως άνω .δώρα όπως συμφώνησαν με αντίστοιχη βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου συνολικού ύψους 331.488.006 δρχ. στο οποίο απέβλεπαν με τις μερικότερες πράξεις τους συνέδραμαν ψυχικώς τους α) Θ. Α., β) Ι. Τ., γ) Κ. Κ., δ)Λ. Κ., ε) Δ. Τ., στ) Σ. Γ., ζ) Π. Π., η) Σ. Κ., θ) Ι. Β., ι) Ε. Μ., ια) Α. Π., ιβ) Σ. Γ., ιγ) Π. Γ., ιδ) Α. Κ., ιε) Π. Χ., ιστ) τον Ε. Μ. και ιζ) τον Μ. Μ., τελωνειακούς υπαλλήλους του Τοπικού Τελωνειακού Γραφείου Γλυφάδας ο δέκατος πέμπτος και του ΙΑ Τελωνείου Πειραιά οι λοιποί, οι οποίοι κατά τους επίδικους χρόνους υπηρετούσαν στις μαρίνες Ζέας, Βουλιαγμένης Φλοίσβου στον Πειραιά και στη μαρίνα Γλυφάδας οι οποίες ανήκουν στη χωρική αρμοδιότητα των τελωνείων αυτών, να συντάξουν και να υπογράψουν με την ιδιότητα τους αυτή στα πλαίσια των καθηκόντων τους, τα παρακάτω αναφερόμενα δελτία παραλαβής υγρών καυσίμων, στα οποία βεβαίωναν ψευδώς ότι εφοδιάσθηκαν τα παρακάτω επαγγελματικά - τουριστικά και θαλαμηγό σκάφη, με καύσιμα από τα ελεύθερα αποθέματα με συμψηφισμό, ενώ τα καύσιμα αυτά δεν είχαν παραδοθεί στα σκάφη αλλά τα διέθεσαν παρανόμως στην εσωτερική αγορά σε μη δικαιούχους ατέλειας πελάτες του ενώ οι ανωτέρω προέβησαν σε ενέργειες που εκτέθηκαν ανωτέρω και ειδικότερα: Ο δεύτερος κατηγορούμενος Ι. Μ.: ως υπαίτιος του ότι στον Πειραιά στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους με περισσότερες πράξεις τέλεσε από πρόθεση και κατ εξακολούθηση περισσότερα εγκλήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή. Ειδικότερα:
Α. Στον Πειραιά κατά το χρονικό διάστημα από Απρίλιο 1992 μέχρι 31-12-1993 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος με την ιδιότητα του ως Γραμματέα του ΙΑ Τελωνείου Εφοδιασμών Πλοίων Πειραιώς, προσώπου δηλαδή στο οποίο έχει ανατεθεί η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας, ήτοι υπαλλήλου με την έννοια του άρθρου 13α, 263αΠΚ, απαίτησε και έλαβε ωφελήματα για τον εαυτό του και τους συγκατηγορουμένους του και υφισταμένους του τον χρόνο εκείνο υπαλλήλους Ι. Χ., Π. Σ., Γ. Φ., προκειμένου να προβούν σε μελλοντική υπηρεσιακή ενέργεια που είναι αντίθετη στα καθήκοντα τους και (μελλοντική) παράλειψη που ανάγεται στα. καθήκοντα της υπηρεσίας τους, ενώ το όφελος που επεδίωξε και η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε κατά του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Ειδικότερα εκτελώντας καθήκοντα τελωνειακού υπαλλήλου του ΙΑ Τελωνείου Πειραιώς απαίτησε, για τον εαυτό του και για τους προαναφερθέντες συγκατηγορουμένους του από τον Λ. Ρ. και έλαβε αυτός και οι συγκατηγορούμενοί του ωφελήματα και συγκεκριμένα χρηματικό ποσό ύψους 28.581.536 δρχ. ήτοι 83.878, 31 ευρώ προκειμένου Α) να υπογράψουν θέτοντας και την επίσημη σφραγίδα του Τελωνείου τα δελτία παραλαβής υγρών καυσίμων και λιπαντικών στα οποία ψευδώς θα βεβαιώνουν ότι ενώπιόν τους α) παραδόθηκαν από την εταιρεία πετρελαιοειδών Β. Λ. Ρ., της οποίας ουσιαστικός ιδιοκτήτης ήταν ο Λ. Ρ., ποσότητες καυσίμων από τα ελεύθερα αποθέματα με συμψηφισμό (ΤΡΑΝΖΙΤ) σε επαγγελματικά-τουριστικά και θαλαμηγό σκάφη με ξένη σημαία και 2) ότι από τα σκάφη αυτά παραλήφθηκαν οι εν λόγω ποσότητες καυσίμων ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι τα καύσιμα αυτά ουδέποτε θα παραδίδοντο στα εν λόγω σκάφη αλλά θα διετίθεντο στην εγχώρια αγορά σε μη δικαιούχους ατέλειας πελάτες του, ενώ το όφελος που επεδίωξε και η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε κατά του Ελληνικού Δημοσίου ανέρχεται στο ύψος των 566.182.138 δρχ.
Β) Στον Πειραιά κατά το χρονικό διάστημα από Απρίλιο 1992 μέχρι 25-5-1995 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος με πρόθεση με επανειλημμένες προτροπές και παραινέσεις και έναντι χρηματικών ανταλλαγμάτων που έδωσε; με πειθώ κα, φορτικότητα έπεισε, τους παρακάτω αναφερόμενους συγκατηγορουμένους του που ήταν τελωνειακοί υπάλληλοι και επομένως υπάλληλοι, κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α και 263α ΠΚ να τελέσουν το αδίκημα της ψευδούς βεβαίωσης σε βαθμό κακουργήματος με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του αθέμιτο όφελος βλάπτοντας συγχρόνως και το ελληνικό δημόσιο ενώ το όφελος που πέτυχε και η ζημία που προκάλεσε στο Ελληνικό Δημόσιο υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 150.000 ευρώ αποτέλεσμα στο οποίο και απέβλεπε, με τις μερικότερες πράξεις του. Συγκεκριμένα: Με τον ανωτέρω τρόπο έπεισε τους : α) Θ. Α., β) Ι. Τ., γ) Κ. Κ., δ) Λ. Κ., ε) Δ. Τ., στ) Σ. Γ., ζ) Π. Π., η) Σ. Κ., θ) Ι. Β., ι) Ε. Μ., ια) Α. Π., ιβ)Σ. Γ., ιγ) Π. Γ., ιδ) Α. Κ., ιε) Π. -Χ., ιστ) τον Ε. Μ. και ιζ) τον Μ. Μ., τελωνειακούς υπαλλήλους του Τοπικού Τελωνειακού Γραφείου Γλυφάδας ο δέκατος πέμπτος και του ΙΑ Τελωνείου Πειραιά οι λοιποί, που κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσαν στις μαρίνες Ζέας, Βουλιαγμένης, Φλοίσβου, στον Πειραιά και την μαρίνα Γλυφάδας, οι οποίες ανήκουν στη χωρική αρμοδιότητα των τελωνείων αυτών, να συντάξουν και να υπογράψουν με την ιδιότητά τους αυτή, στα πλαίσια των καθηκόντων τους, τα παρακάτω αναφερόμενα δελτία παραλαβής υγρών καυσίμων, στα οποία βεβαίωναν ψευδώς ότι εφοδίασε τα παρακάτω επαγγελματικά τουριστικά και θαλαμηγά σκάφη, με καύσιμα από τα ελευθέρα αποθέματα με συμψηφισμό, ενώ τα καύσιμα αυτά δεν είχαν παραδοθεί στα σκάφη αλλά τα διέθεσε παρανόμως στην εσωτερική αγορά σε μη δικαιούχους ατελείας πελάτες του, ενώ οι ανωτέρω προέβησαν στις ενέργειες που εκτέθηκαν αν και γνώριζαν ότι οι εφοδιασμοί αυτοί δεν είχαν πραγματοποιηθεί. Αναλυτικότερα: 1) Ο Θ. Α. συνέταξε και υπέγραψε τα ακόλουθα δελτία παραλαβής καυσίμων:
Α. 1) το υπ' αριθμ. 99/29-1-1994 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "B... L...", με 12.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
Β. 1) το υπ' αριθμ. 8057/6-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο όποιο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "Η... D...", με 15.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
2) το υπ' αριθμ. 8059/6-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "J... P...", με 7.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
3) το υπ' αριθμ. 8067/8-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "S... L... ", με 14.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
4) το υπ' αριθμ. 8068/8-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "I... V... ", με 9.800 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
5) το υπ' αριθμ. 8057/8-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "P... ", με 15.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
6) το υπ' αριθμ. 8177/10-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "L..." με 14.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης
7) το υπ' αριθμ. 8178/10-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "Z...", με 9.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
8) το υπ' αριθμ. 8179/10-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "R... of the S...", με 7.400 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
9) το υπ' αριθμ. 8181/10-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "L... C", με 11.900 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
10) το υπ' αριθμ. 8185/11-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "V...", με 10.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
11) το υπ' αριθμ. 8189/11-1-0-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "A... A...", με 16.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
12) το υπ' αριθμ. 8190/11-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "P... M...", με 17.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
13) το υπ' αριθμ. 8191/11-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "T... T...", με 7.400 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
14) το υπ' αριθμ. 6192/11-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "L... of I...", με 14.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
15) το υπ' αριθμ. 8382/14-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "A... S...", με 7.900 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
16) το υπ' αριθμ. 8383/14-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "N... D... ", με 14.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
17) το υπ' αριθμ. 8388/15-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "J... Η", με 10.850 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
18) το υπ' αριθμ. 8390/15-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "F... ", με 10.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
19) το υπ' αριθμ. 8391/15-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "J...", με 15.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
20) το υπ' αριθμ. 8395/15-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "P... M...", με 14.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
21) το υπ' αριθμ. 8396/15-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "W... C...", με 14.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
22) το υπ' αριθμ. 8397/15-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "E...", με 9.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
23) το υπ' αριθμ. 8398/15-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στα οποία βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "S... OF B...", με 15.000 λίτρα πετρέλαια κίνησης.
24) το υπ' αριθμ. 8593/19-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του, ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "B... L...", με 15.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
25) το υπ' αριθμ. 8595/19-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "R...", με 10.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
26) το υπ' αριθμ. 8596/19-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "R...", με 20.600 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
27) το υπ' αριθμ. 8600/20-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "D...", με 15.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
28) το υπ' αριθμ. 8611/20-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "A... C...", με 9.900 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
29) το υπ' αριθμ. 8612/20-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "T...", με 10.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
30) το υπ' αριθμ. 8614/21-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "A...", με 17.900 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
31) το υπ' αριθμ. 8726/24-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "L... E...", με 12.400 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
32) το υπ' αριθμ. 8727/24-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "I...", με 15.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
33) το υπ' αριθμ. 8729/24-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "D...", με 11.800 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
34) το υπ' αριθμ. 8730/25-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "S... II", με 10.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
35) το υπ' αριθμ. 8731/25-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "S... C...", με 16.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
36) το υπ' αριθμ. 8732/15-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "P...", με 9.600 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
37) το υπ' αριθμ. 8733/25-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "L...", με 8.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
38) το υπ' αριθμ. 8734/25-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "F...", με 12.400 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
39) το υπ' αριθμ. 8735/25-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "R...", με 16.800 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
40) υπ' αριθμ. 8738/26-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "T...", με 12.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
41) υπ' αριθμ. 8739/26-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "P..." με 21.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
42) Το υπ' αριθμ. 8740/26-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "B... M...", με 12.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
43) Το υπ' αριθμ. 8742/27-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "K...", με 8.800 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
44) το υπ' αριθμ. 8743/27-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "V... P..." με 16.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
45) το υπ' αριθμ. 8744/27-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "S... R...", με 15.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
46) το υπ' αριθμ. 8746/27-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "S... L...", με 12.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης
47) το υπ' αριθμ. 8747/29-10-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "S... OF M..." με 14.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης, ενώ όλοι οι ως άνω εφοδιασμοί στην πραγματικότητα δεν έλαβαν χώρα και γνώριζε τούτο, επί πλέον δε τα παραπάνω δελτία Παραλαβής καυσίμων δεν έχουν καταχωρηθεί αντίστοιχα στο δελτίο κινήσεως των πλοίων.
2) Ο Ι. Τ. συνέταξε και υπέγραψε τα ακόλουθα δελτία παραλαβής καυσίμων:
1) το υπ' αριθμ. 3072/8-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "N... D...", με 8.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
2) το υπ' αριθμ. 3703/8-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "A... A..." με 14.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
3) το υπ' αριθμ. 3709/11-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε. εν γνώσει του ψευδώς oτι εφοδίασε το σκάφος "R...", με 24.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
4) το υπ' αριθμ. 3711/12-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "L... E..." με 16.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
5) το υπ' αριθμ. 3716/1-3-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "A... C...", με 6.400 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
6) το υπ' αριθμ. 3717/13-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "T...", με 11.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
7) το υπ' αριθμ. 3720/14-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "R...A", με 9.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
8) το υπ' αριθμ. 3842/19-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "S... N...", με 6.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
9) το υπ' αριθμ. 3848/20-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "B... L...", με 19.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
10) το υπ' αριθμ. 3849/20-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "G...", με 14.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
11) το υπ' αριθμ. 3850/20-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "D...", με 11.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
12) το υπ' αριθμ. 4261/22-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "B...", με 13.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
13) το υπ' αριθμ. 4265/22-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "P... M...", με 16.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
14) το υπ' αριθμ. 4266/22-7-94 94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "S...", με 9.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
15) το υπ' αριθμ. 4267/23-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "W...", με 7.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
16) το υπ' αριθμ. 4356/25-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει τού ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "S...", με 10.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
17) το υπ' αριθμ. 4357/25-7-94 δελτίο, παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "A...-A...", 14.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
18) το υπ' αριθμ. 4401/25-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι 'εφοδίασε το σκάφος "B...", με 5.700 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
19) το υπ' αριθμ. 4402/25-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στα οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "R... P...", με 7.050 λίτρα πετρέλαια κίνησης.
20) το υπ' αριθμ. 4403/25-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "T... TO T...", με 13.400 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
21) το υπ' αριθμ. 4404/25-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "D...", με 8.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
22) το υπ' αριθμ. 4405/26-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "I...", με 3.800 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
23) το υπ' αριθμ. 4406/26-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "C...", με 7.800 λίτρα πετρέλαιο κίνησης .
24) το υπ' αριθμ. 4407/26-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "Z...", με. 14.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
25) το υπ' αριθμ. 4408/26-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "R... OF THE S...", με 4.700 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
26) το υπ' αριθμ. 4411/27-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "T..." με 11.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
27) το υπ' αριθμ. 4457/27-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "Z...-Μ", με 16.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
28) το υπ' αριθμ. 4470/28-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "P...", με 5.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
29) το υπ' αριθμ. 4471/28-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "T... ΙII", με 17.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
30) το υπ' αριθμ. 4474/28-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "V...", με 18.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
31) το υπ' αριθμ. 4475/28-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "M... R...", με 15.600 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
32) το υπ' αριθμ. 4665/30-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "M...", με 10.900 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
33) το υπ' αριθμ. 4668/31-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "C...", με 15.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
34) το υπ' αριθμ. 4669/31-7-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "U..." με 12.600 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
35) το υπ' αριθμ. 4723/3-8-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "S...", με 14.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
36) το υπ' αριθμ. 4905/5-8-94 δελτίο παραλαβής βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
37) το υπ' αριθμ. 4931/6-8-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "B... L...", με 10.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
38) το υπ' αριθμ. 5085/10-8-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "B...", με 14.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
39) το υπ' αριθμ. 5157/11-8-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "LA L..." με 10.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
40) το υπ' αριθμ. 5158/11-8-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "T...", με 14.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
41) το υπ' αριθμ. 5614/24-8-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "R...", με 22.800 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
42) το υπ' αριθμ. 5622/25-8-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "A... A...", με 18.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
43) το υπ' αριθμ. 5623/25-8-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "N... D...", με 15.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
44) το υπ' αριθμ. 5854/27-8-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "D...", με 16.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
45) το υπ' αριθμ. 5948/30-8-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "R... A", με 11.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
46) το υπ' αριθμ. 5989/31-8-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το "H... D...", με 15.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
47) το υπ' αριθμ. 5990/31-8-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "L... E...", με 18.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
48) το υπ' αριθμ. 554/3-3-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "S... OF M...", με 9.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
49) το υπ' αριθμ. 559/3-3-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "P...", με 6.900 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
50) το υπ' αριθμ. 631/9-3-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "V...", με 12.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
51) το υπ' αριθμ. 632/9-3-95 δόλια παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "B... M...", με 15.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
52) το υπ' αριθμ. 680/10-3-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "T...", με 22.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
53) το υπ' αριθμ. 645/11-3-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "D...", με 12.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
54) το υπ' αριθμ. 749/18-3-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "S...", με 18.700 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
55) το υπ' αριθμ. 963/30-3-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο, βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "P...", με 9.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης, ενώ όλοι οι ως άνω εφοδιασμοί στην πραγματικότητα δεν έλαβαν χώρα και γνώριζε τούτο, επί πλέον δε τα παραπάνω δελτία παραλαβής καυσίμων δεν έχουν καταχωρηθεί αντίστοιχα στο δελτίο κινήσεως των πλοίων.
3] Ο Κ. Κ. συνέταξε και υπέγραψε τα ακόλουθα δελτία παραλαβής καυσίμων:
Α. 1) το υπ' αριθμ. 1805/9-6-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "A...", με 25.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
2) το υπ' αριθμ. 1806/9-6-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων, στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "A...", με 11.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
3) το υπ' αριθμ. 1807/9-6-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "T...", με 15.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
4) το υπ' αριθμ. 1809/9-6-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "L...", με 18.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
5) το υπ' αριθμ. 1936/15-6-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "R..." με 12.400 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
6) το υπ' αριθμ. 1938/15-6-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "L..." με 20.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
7) το υπ' αριθμ. 1970/16-6-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "L... E...", με 21.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
8) το υπ' αριθμ. 1971/16-6-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στo oποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "T..." με 18.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
9) το υπ' αριθμ. 2009/17-6-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "L...", με 16.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
10) το υπ' αριθμ. 2010/17-6-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "S...I" με 21.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
11) το υπ' αριθμ. 2069/18-6-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "A... C...", με 14.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
12) το υπ' αριθμ. 2075/21-6-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "L... C", με 26.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
13) το υπ' αριθμ. 2144/23-6-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "L...", με 18.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
14) το υπ 'αριθμ. 2145/23-6-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "J... H", με 16.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
15) το υπ' αριθμ. 2147/23-6-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "S... L..." με 15.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
16) το υπ' αριθμ. 2211/25-6-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "H... D...", με 18.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
17) το υπ' αριθμ. 2284/27-6-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "S... OF M...", με 15.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
18) το υπ' αριθμ. 2285/27-6-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "J..." με 18.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
19) το υπ' αριθμ. 2287/28-6-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "A... A...", με πετρέλαιο κίνησης.
Β. 1) το υπ' αριθμ.2174/15-5-5 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "S... R...", με 10.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
2) το υπ' αριθμ. 2175/15-5-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "Z...", με 9.400 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
3) το υπ' αριθμ. 2274/19-5-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "A...", με 22.800 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
4) το υπ' αριθμ. 2275/19-5-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "A... S...", με 12.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
5) το υπ' αριθμ. 2312/19-5-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "T..." με 8.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
6) το υπ' αριθμ. 2319/20-5.-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "C...", με 8.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
7) το υπ' αριθμ. 2362/22-5-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "P...", με 14.900 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
8) το υπ' αριθμ. 2371/23-5-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "Q...", με 9.800 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
9) το υπ' αριθμ. 2372/23-5-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "P...", με 35.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
10) το υπ' αριθμ. 2409/24-5-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "V... P...", με 8.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
11) το υπ' αριθμ. 2456/22-5-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο " A...", με 7.900 λίτρα πετρέλαιο κίνησης, ενώ όλοι οι ως άνω εφοδιασμοί στην πραγματικότητα δεν έλαβαν χώρα και γνώριζε τούτο, επί πλέον δε τα παραπάνω δελτία παραλαβής καυσίμων δεν έχουν καταχωρηθεί αντίστοιχα στο βιβλίο ατελείας και δελτίο κινήσεως των πλοίων.
4] Ο Λ. Κ. συνέταξε και υπέγραψε τα ακόλουθα δελτία παραλαβής καυσίμων.
1) το υπ' αριθμ. 6273/10-9-94-δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "P... M...", με 20.600 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
2) το υπ' αριθμ. 6726/12-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "A...", με λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
3) το υπ' αριθμ. 6729/13-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "J...", με 20.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
4) το υπ' αριθμ. 6730/13-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "J... P...", με 14.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
5) το υπ' αριθμ. 6734/13-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "A... S..." με 12.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
6) το υπ' αριθμ. 6736/14-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "D... S", με 9.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
7) το υπ' αριθμ. 6737/14-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "N... D...", με 15.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
8) το υπ' αριθμ. 6746/16-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "S... OF M...", με 11.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
9) το υπ' αριθμ. 7051/19-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "L...", με 9.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
10) το υπ' αριθμ. 7052/19-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "F...", με 5.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
11) το υπ' αριθμ. 7053/19-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "E...", με 12.900 λίτρα πετρέλαια κίνησης.
12) το υπ' αριθμ. 7057/20-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "R...A", με 14.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
13) το υπ' αριθμ. 7061/21-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "T...", με 9400 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
14) το υπ' αριθμ. 7062/21-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "S...I", με 30.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
15) το υπ' αριθμ. 7066/22-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "L... C", με 19.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
16) το υπ' αριθμ. 7067/22-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "A...", με 8.400 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
17) το υπ' αριθμ. 7069/22-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "B... B...", με 8.700 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
18) το υπ' αριθμ. 7070/22-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "T...", με 15.000 λίτρα πετρέλαια κίνησης.
19) το υπ' αριθμ. 7075/24-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "T... T...", με 15.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
20) το υπ' αριθμ. 7626/27-9-94 δελτίο, παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "W... C...", με 7.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
21) το υπ' αριθμ. 7627/27-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "V... P..." με 14.800 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
22) το υπ' αριθμ. 7628/27-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε τo πλοίο "Z...", με 16.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
23) το υπ' αριθμ. 7629/27-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "R... ΟF THE S...", με 10.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
24) το υπ' αριθμ. 7630/27-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "L... OF I...", με 16.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
25) το υπ' αριθμ. 7631/27-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ότι εφοδίασε το πλοίο "P...", με 9.800 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
26) το υπ' αριθμ. 7633/28-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "I...", με 11.300 λίτρα πετρέλαιο, κίνησης.
27) το υπ' αριθμ. 7634/28-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "E...", με 15.300 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
28) το υπ' αριθμ. 7635/28-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "S... OF B...", με 15.750 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
29) το υπ' αριθμ. 7637/28-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "S...", με 10.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης
30) τo υπ' αριθμ. 7638/28-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "D...", με 9.800 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
31) το υπ' αριθμ. 7633/29-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο όποιο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "S... II", με 7.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
32) το υπ' αριθμ. 7640/29-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "J... L...", με 11.400 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
33) το υπ' αριθμ. 7641/29-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "IL V...", με 16.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
34) τo υπ' αριθ. 7642/29-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "S... C...", με 17.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
35) το υπ' αριθμ. 7643/30-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "P...", με 12.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
36) το υπ' αριθμ. 7644/30-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "V...", με 9.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
37) το υπ' αριθμ. 7645/30-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "R...", με 8.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
38) το υπ' αριθμ. 7646/30-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "F...", με 15.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
39) το υπ' αριθμ. 7647/30-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "R...", με 14.900 λίτρα πετρέλαιο κίνησης ενώ όλοι οι ως άνω εφοδιασμοί στην πραγματικότητα δεν έλαβαν χώρα και γνώριζε τούτο, επί πλέον δε τα παραπάνω, δελτία παραλαβής καυσίμων δεν έχουν καταχωρηθεί αντίστοιχα στο δελτίο κινήσεως των πλοίων.
5) 0 Δ. Τ. συνέταξε και υπέγραψε τα ακόλουθα δελτία παραλαβής καυσίμων:
Α. 1) το υπ' αριθμ. 1181/6-5-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "B...", με 11.400 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
2) το υπ' αριθμ. 1182/7-5-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "S...", 16.800 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
3) το υπ' αριθμ. 1184/9-5-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "A...", με 13.900 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
4) το υπ' αριθμ. 1188/10-5-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων, στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "A...", με 31.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
5) το υπ' αριθμ. 1193/12-5-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "P...", με 19.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
6) το υπ' αριθμ. 1195/13-5-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "A... C...", με 14.700 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
7) το υπ' αριθμ. 1196/13-5-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "S...Ι" με 15.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
8) το υπ' αριθμ. 1137/14-5-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "M... H...", με 6.900 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
9) το υπ' αριθ. 1198/14-5-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "K...", με 5.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
10) το υπ' αριθμ. 1306/19-5-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "N...", με 12.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
11) το υπ' αριθμ. 1313/23-5-94, δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει, του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "T... T...", με 16.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
12) το υπ' αριθμ. 1315/25-5-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "T...", με 9.800 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
13) το υπ' αριθμ. 1316/26-5-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "I...", με 15.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
14) το υπ' αριθμ. 1318/27-5-54 δελτίο παραλαβής καυσίμων, στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "L...", με 16.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
15) το υπ' αριθμ. 1320/28-5-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο, βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "LA L...", με 12.600 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
16) το υπ' αριθμ. 1321-/28-5-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "T...", με 17.900 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
17) το υπ' αριθμ. 1322/30-5-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "R...A", με 15.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
18) το υπ' αριθμ. 1324/31-5-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "L... E...", με 20.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
Β.1) το υπ' αριθμ. 11/7-1-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "Q..." με 9.750 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
2) το υπ' αριθμ. 118/13-1-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "R... OF THE S...", με 7.600 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
3) το υπ' αριθμ. 301/20-1-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "O...", με 15.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
4) το υπ' αριθμ. 303/20-1-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "A...", με 10.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
5) το υπ' αριθμ. 307/21-1-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "P...", με 17.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
6) το υπ' αριθμ. 312/24-1-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "P...", με 19.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
7) το υπ' αριθμ. 314/25-1-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "L...", με 20.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
8) το υπ' αριθμ. 316/25-1-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "B... L...", με 15.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης, ενώ όλοι οι ως άνω εφοδιασμοί στην πραγματικότητα δεν έλαβαν χώρα και γνώριζε τούτο, επί πλέον δε τα παραπάνω δελτία παραλαβής καυσίμων δεν έχουν καταχωρηθεί αντίστοιχα στο βιβλίο ατελείας και δελτίο κινήσεως των πλοίων.
6] Ο Σ. Γ. συνέταξε και υπέγραψε τα ακόλουθα δελτία παραλαβής καυσίμων.
Α. 1) το υπ' αριθμ. 648/11-4-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "A...", με 7.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
2) το υπ' αριθμ. 650/12-4-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "B...", με 6.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
3) το υπ' αριθμ. 745/15-4-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "D...", με 12.800 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
4) το υπ' αριθμ. 749/16-4-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "B... T...", με 14.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
5) το υπ' αριθμ. 799/18-4-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "B... L...", με 9.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
6) το υπ' αριθμ. 800/18-4-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "T...", με 12.800 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
7) το υπ' αριθμ. 843/19-4-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "T... Τ…", με 10.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
8) το υπ' αριθμ. 862/20-4-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "LA L...", με 14.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
9) το υπ' αριθμ. 867/21-4-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "J... H", με 9.400 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
10) το υπ' αριθμ. 891/22-4-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "S... N...", με 7.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
11) το υπ' αριθμ. 892/22-4-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "R... A... II", με 9.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
12) το υπ' αριθμ. 893/22-4-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "H...", με 15.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
13) το υπ' αριθμ. 965/26-4-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "T...", με 7.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
14) το υπ' αριθμ. 966/26-4-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "G...", με 11.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
15) το υπ' αριθμ. 973/26-4-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "D...", με 12.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
16) το υπ' αριθμ. 974/26-4-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "W... C...", με 10.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης. 17) το υπ' αριθμ. 978/26-4-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "S...", με 14.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
18) το υπ' αριθμ. 991/27-4-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "P... M...", με 17.300 λίτρα πετρέλαιο κίνησης. 19) το υπ' αριθμ. 1001/28-4-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "B...", με 14.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
Β. 1) το υπ' αριθμ. 9105/5-11-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "L... OF I...", με 6.750 λίτρα πετρέλαιο κίνησης. 2)το υπ' αριθμ. 9112/7-11-94. δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "P...", με 8.300 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
3) το υπ' αριθμ. 9175/11-11-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "V...", με 9.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
4) το υπ' αριθμ. 9240/15-11-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "IL V...", με 10.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
5) το υπ' αριθμ. 9309/19-11-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "H... D...", με 9.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
6) το υπ'αριθμ. 9335/21-11-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "Z...", με 4.700 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
7) το υπ' αριθμ. 9336/21-11-94 δελτία παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το. πλοίο "T...", με 6.300 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
8) το υπ' αριθμ. 9342/22-11-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "R...", με 7.800 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
9) το υπ' αριθμ. 9344/22-11-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε τo πλοίο "D...'S" με 8.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
10) το υπ' αριθμ. 9361/23-11-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "S... C...", με 8.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
11) το υπ' αριθμ. 9403/25-11-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "I...", με 11.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
12) το υπ' αριθμ. 9434/28-11-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "J... L...", με 11.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
13) το υπ' αριθμ. 9435/28-11-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "A...", με 15.800 λίτρα πετρέλαιο κίνησης, ενώ όλοι οι ως άνω εφοδιασμοί στην πραγματικότητα δεν έλαβαν χώρα και γνώριζε τούτο, επί πλέον δε τα παραπάνω δελτία παραλαβής καυσίμων δεν έχουν καταχωρηθεί αντίστοιχα στο βιβλίο ατελείας και δελτίο κινήσεως των πλοίων.
7] Ο Π. Π. συνέταξε και υπέγραψε τα ακόλουθα δελτία παραλαβής καυσίμων:
1) το υπ' αριθμ. 9561/6-12-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "A...", με 8.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
2) το υπ' αριθμ. 9562/6-12-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "A... S...", με 9.650 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
3) το υπ' αριθμ. 9563/7-12-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "P...", με 10.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
4) το υπ' αριθμ. 9565/7-12-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "P... M...", με 14.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
5) το υπ' αριθμ. 9566/8-12-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "N... D...", με 10.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
6) το υπ' αριθμ. 9567/8-12-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "J...", με 9.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
7) το υπ' αριθμ. 9597/15-12-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "A..." με 6.900 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
8) το υπ' αριθμ. 9727/17-12-94 δελτία παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "Z..." με 12.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
9) το υπ' αριθμ. 9721/18-12-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "J... L...", με 12.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
10) το υπ' αριθμ. 9722/18-12-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "I...", με 9.300 λίτρα πετρέλαιο κίνησης. οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "S... A...", με 11.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
12) το υπ' αριθμ. 9732/20-12-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε, το πλοίο "Q...", με 8.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
13) το υπ' αριθμ. 9749/22-12-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "F...", με 12.650 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
14) το υπ' αριθμ. 9906/27-12-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο T...", με 14.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
15) το υπ' αριθμ. 9909/28-12-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "B... T...", με 10.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
16) το υπ' αριθμ. 9968/30-12-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "R... OF THE S..." με 14.600 λίτρα πετρέλαιο κίνησης, ενώ όλοι οι ως άνω εφοδιασμοί στην πραγματικότητα δεν έλαβαν χώρα και γνώριζε τούτο, επιπλέον δε τα παραπάνω δελτία παραλαβής καυσίμων δεν έχουν καταχωρηθεί αντίστοιχα στο δελτίο κινήσεως των πλοίων.
8] Ο Σ. Κ. συνέταξε και υπέγραψε τα ακόλουθα δελτία παραλαβής καυσίμων:
Α. 1) το υπ' αριθμ. 1453/14-9-92 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "N...", με 19.950 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
2) το υπ' αριθμ. 1478/22-6-93 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "L...", με 28.700 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
Β. 1) το υπ' αριθμ. 681/21-3-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "P...", με 20.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
2) το υπ' αριθμ. 686/22-3-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "V... GE P...", με 7.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
3) το υπ' αριθμ. 692/23-3-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "H...", με 9.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
4) το υπ' αριθμ. 694/23-3-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "T...", με 6.800 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
5) το υπ' αριθμ. 722/27-3-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "A...", με 3.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
6) το υπ' αριθμ. 730/28-3-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "A...", με 18.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
7) το υπ' αριθμ. 731/28-3-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το "R...A", με 15.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
8) το υπ' αριθμ. 745/31-3-95 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "S... R...", με 14.600 λίτρα πετρέλαιο κίνησης, ενώ όλοι οι ως άνω εφοδιασμοί, στην πραγματικότητα δεν έλαβαν χώρα στην περίπτωση Α1 για ποσότητα 10.000 λίτρων και γνώριζε τούτο, επί πλέον δε τα παραπάνω δελτία παραλαβής καυσίμων δεν έχουν καταχωρηθεί αντίστοιχα στο βιβλίο ατελείας και δελτίο κινήσεως των πλοίων, εκτός από την περίπτωση Α1 για ποσότητα 9.950 λίτρων.
9] Ο Ι. Β. συνέταξε και υπέγραψε τα ακόλουθα δελτία παραλαβής καυσίμων:
Α. 1) το υπ' αριθμ. 445/17-3-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "S... Ι" με 10.509 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
2) το υπ' αριθμ. 502/19-3-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "B... L...", με 13.700 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
3) Το υπ' αριθμόν 507/22.3.94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "N...", με 10.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
4) το υπ' αριθμ. 524/24-3-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "R... A...", με 13.700 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
Β) 1) υπ' αριθμ. 3209/10-8-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "A..." με 12.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
2) το υπ' αριθμ. 3227/11-8-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "Α...", με 8.700 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
3)το υπ' αριθμ. 3228/11-8-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε στο σκάφος "I…", με 6.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
4) το υπ' αριθμ. 3229/11-8-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "B..." με 5.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
5) το υπ' αριθμ. 3384/24-8-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "I...", με 5.250 πετρέλαιο κίνησης.
6) το υπ' αριθμ. 3385/24-8-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "N...", με 9.750 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
7) το υπ' αριθμ. 3620/26-8-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "A... S...", με 3.800 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
8) το υπ' αριθμ. 3644/29-8-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς, ότι εφοδίασε το πλοίο "Α…", με 8.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης, ενώ όλοι οι ως άνω εφοδιασμοί στην πραγματκότητα δεν έλαβαν χώρα στην περίπτωση A3 για ποσότητα 4.000 λίτρων και γνώριζε τούτο, επί πλέον δε τα παραπάνω δελτία παραλαβής καυσίμων δεν έχουν καταχωρηθεί αντίστοιχα στο βιβλίο ατελείας και δελτίο κινήσεως των πλοίων, εκτός από την περίπτωση για ποσότητα 6.000 λίτρων.
10] Ο Ε. Μ. συνέταξε και υπέγραψε τα ακόλουθα δελτία παραλαβής καυσίμων:
1) το υπ' αριθμ. 6373/9-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "L... E...", με 17.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
2) το υπ' αριθμ. 7082/19-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "S... L...", με 5.900 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
3) το υπ' αριθμ. 7092/19-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "J...-Η", με 11.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
4) το υπ' αριθμ. 7405/23-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "K...", με 9.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
5) το υπ' αριθμ. 7410/23-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "L...", με 14.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
6) το υπ' αριθμ. 7423/26-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "P...M...", με 16.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
7) το υπ' αριθμ. 7424/26-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε τo πλοίο "B... T...", με 14.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
8) το υπ' αριθμ. 7425/26-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "S... R...", με 14.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης, ενώ όλοι οι ως άνω εφοδιασμοί στην πραγματικότητα δεν έλαβαν χώρα και γνώριζε τούτο, επί πλέον δε τα παραπάνω δελτία παραλαβής καυσίμων δεν έχουν καταχωρηθεί αντίστοιχα στο δελτίο κινήσεως των πλοίων.
11] Ο Σ. Γ. συνέταξε και υπέγραψε τα ακόλουθα δελτία παραλαβής καυσίμων:
1) το υπ' αριθμ. 4061/16-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "A... A..."", με 19.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
2) το υπ' αριθμ. 4062/16-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "H... D...", με 18.500 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
3) το υπ' αριθμ. 4063/16-9-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στα οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "L...", με. 18.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης, ενώ όλοι οι ως άνω εφοδιασμοί στην πραγματικότητα δεν έλαβαν χώρα και γνώριζε τούτο, επί πλέον δε τα παραπάνω δελτία παραλαβής καυσίμων δεν έχουν καταχωρηθεί αντίστοιχα στο δελτίο κινήσεως των πλοίων.
12] Ο Π. Γ. συνέταξε και υπέγραψε τα ακόλουθα δελτία παραλαβής καυσίμων:
1) το υπ' αριθμ. 4848/6-12-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "S...", με 7.200 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
2) το υπ' αριθμ. 4881/10-12-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "Q...", με 10.250 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
3) τo υπ' αριθμ. 4923/15-12-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "H... D...", με 9.800 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
4) το υπ' αριθμ. 4924/15-12-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "P...", με 11.850 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
5) το υπ' αριθμ. 4952/21-12-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "S...", με 10.100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
6) το υπ' αριθμ. 4979/27-12-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το σκάφος "L... OF Ι...", με 10.000 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
7) το υπ' αριθμ. 4990/28-12-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "B...", με 8.600 λίτρα πετρέλαιο κίνησης.
8) το υπ' αριθμ. 4991/29-12-94 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "I…", με 7.900 λίτρα πετρέλαιο κίνησης, ενώ όλοι οι ως άνω εφοδιασμοί στην πραγματικότητα δεν έλαβαν χώρα και γνώριζε τούτο επί πλέον δε τα παραπάνω δελτία παραλαβής καυσίμων δεν έχουν καταχωρηθεί αντίστοιχα στα δελτία κινήσεως των πλοίων.
13) Ο Ε. Μ. συνέταξε και υπέγραψε τα ακόλουθα δελτία παραλαβής καυσίμων: το υπ' αριθμ 3782/23-11-93 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο εν γνώσει του ψευδώς βεβαίωσε ότι εφοδίασε το πλοίο "J..." με 7100 λίτρα πετρέλαιο κίνησης, ενώ ο ως άνω εφοδιασμός στην πραγματικότητα δεν έλαβε χώρα, χωρίς παραλλήλως το παραπάνω δελτίο παραλαβής καυσίμων να έχει καταχωρηθεί στο δελτίο κινήσεως του σκάφους και το γνώριζε τούτο.
14) Ο Μ. Μ. συνέταξε και υπέγραψε τα ακόλουθα δελτία παραλαβής καυσίμων: το υπ' αριθμ. 278/5-3-93 δελτίο παραλαβής καυσίμων στο οποίο βεβαίωσε εν γνώσει ψευδώς ότι εφοδίασε το πλοίο "J..." με 6.700 λίτρα πετρέλαιο κίνησης, ενώ ο ως άνω εφοδιασμός στην πραγματικότητα δεν έλαβε χώρα, χωρίς παραλλήλως το παραπάνω δελτίο παραλαβής καυσίμων να έχει καταχωρηθεί στο δελτίο κινήσεως του σκάφους και γνώριζε τούτο. Εξάλλου στις παραπάνω πράξεις προέβη με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, ισόποσο με τους δασμούς, φόρους και λοιπά δικαιώματα που απέφυγε να καταβάλει στο Δημόσιο για τις παραπάνω ποσότητες καυσίμων (614.850 + 698.850 + 485.200 + 507.650 + 385.350 + 332.950 + 170.300 + 133200 + 101.700 + 101.700 + 74.400 + 55.700 + 75.700 + 22.350 + 10.000 + 6.700 + 7.100) = 3.786.700 λίτρα συνολικά κατά αποκατάσταση των καυσίμων, ποσό που συνολικά ανέρχεται [53.364.182 + 61170.896 + 42.894.182 + 44.023.367 + 34.083.538 + 28.978.822 + 15.031.297 + 11.958.114 + 8.828.492 + 8.814.395 + 6.810.547 + 4.838.274 + 6.561.927 + 2.048.862 + 872.217 + 585.153 + 623.741]=331.488.066 δρχ. με ισόποση ζημία του Ελληνικού Δημοσίου και είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αποτέλεσμα στο οποίο απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του.
Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τα όσα πλήρως και σαφώς κατέθεσε τόσον ο ως άνω οικονομικός Επιθεωρητής Κ. Τ. ως μάρτυς όσον και ο ρηθείς Χ. Ρ. για τους κατηγορουμένους και τις αντίστοιχες πράξεις τους οι δε καταθέσεις τους επιστηρίζονται και από όλα τα αναγνωσθέντα, ως άνω έγγραφα (βλ. στα ταυτάριθμα της παρούσας πρακτικά καταθέσεις των μαρτύρων και αναγνωσθέντα αναλυτικώς αναφερόμενα εκεί έγγραφα) και δεν αντικρούονται επαρκώς, από τα όσα ισχυρίζονται ανωτέρω οι κατηγορούμενοι, ενώ όσον αφορά την τέλεση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες κατηγορείται, εν προκειμένω, ειδικότερα ο κατηγορούμενος Ι. Χ. αυτός πλήρως στην απολογία του στο ακροατήριο και ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου ομολόγησε την απ' αυτόν τέλεση των πράξεων που αντίστοιχα κατηγορείται. Εξάλλου όσον αφορά τις ως άνω πράξεις τους, λόγω του ομοειδούς αυτών και του ενιαίου κρινόμενου με βάση τα παραπάνω, για κάθε μία απ' αυτές δόλου τους, αυτές συνιστούν μερικότερες πράξεις ενός και του αυτού, αντιστοίχως εγκλήματος κατά τις κατωτέρω διακρίσεις, γι' αυτό και πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των κατωτέρω πράξεων, και κατά τον τρόπο συμμετοχής εκάστου στα εγκλήματα για τα οποία κατηγορούνται, κατ' εξακολούθηση, όπως αναφέρεται, ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας και δη πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο Ι. Μ. για την πράξη της δωροδοκίας κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με το ποσό των l.9.225.000 δραχμών, η οποία διαπράχθηκε στον Πειραιά κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του 1992 μέχρι την 29.12.1995 και β) ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση από κοινού κατ' εξακολούθηση, που διαπράχθηκε στον Πειραιά κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του 1992 μέχρι 29.12.1995 σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος Χ. Ε. για την πράξη της δωροδοκίας κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου με μη επακριβώς προσδιορισθέντα ποσά, η οποία διαπράχθηκε στον Πειραιά κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1994 μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 1995 και β) απλής συνέργειας κατ' εξακολούθηση σε ψευδή βεβαίωση από κοινού κατ' εξακολούθηση (κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση από κοινού κατ' εξακολούθηση), που διαπράχθηκε στον Πειραιά κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1994 μέχρι τέλους του έτους 1995 σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος Ι. Χ. για την πράξη της δωροδοκίας κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου με το ποσό των 3.000.000 δραχμών και άλλα μη επακριβώς προσδιορισθέντα ποσά, η οποία διαπράχθηκε στον Πειραιά κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 μέχρι το Σεπτέμβριο του 1995, να κηρυχθεί ένοχος ο Π. Σ. για την πράξη της δωροδοκίας κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου με το ποσό των 5.000.000 δραχμών, η οποία διαπράχθηκε στον Πειραιά κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 μέχρι το Σεπτέμβριο του 1995.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την τέλεση των ως άνω πράξεών τους όλοι οι κατηγορούμενοι συμπεριφέρθηκαν καλώς για μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, όπως δέχθηκε και το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο, γι' αυτό και πρέπει να αναγνωρισθεί ότι συντρέχει στο πρόσωπό τους η ελαφρυντική περίσταση της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (άρθρο 84 παρ.1 και 2 περ.ε' ΠΚ). Αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός των 3ου και 4ου κατηγορουμένων, περί συνδρομής στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 2β' ΠΚ αφού κανένα σαφές στοιχείο αυτοί δεν επικαλούνται. Επίσης πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί συνδρομής στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 2 παρ.α ΠΚ (προτέρου εντίμου βίου) αφού πέραν του ποινικού τους μητρώου που είναι λευκό κανένα άλλο στοιχείο δεν αποδείχθηκε εκ του οποίου να αποδεικνύεται ότι αυτοί, διήγαγαν έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και εν γένει κοινωνικό βίο". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 2 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, 1) της παθητικής δωροδοκίας με όφελος του κατηγορουμένου και με ζημία του Δημοσίου που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε ύψους 566.182.138 δραχμών, ήτοι μεγαλύτερη του ποσού των 50.000.000 δρχ. (150.000 Ευρώ), ισόποσο με τους δασμούς, φόρους και λοιπά δικαιώματα που απέφυγαν να καταβάλουν στο Δημόσιο οι ωφεληθέντες από τη χρήση πετρελαίου κινήσεως ως θερμάνσεως στην εσωτερική αγορά, από τους παράνομους ψευδώς αναφερόμενους ως δήθεν γενόμενους εφοδιασμούς διαφόρων πλοίων και 2) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση τελωνειακών υπαλλήλων συναδέλφων του, γενόμενη με έκδοση και υπογραφή υπό των τελευταίων Δελτίων παραλαβής καυσίμων για δήθεν γενόμενους υπ' αυτών εφοδιασμούς συγκεκριμένων πλοίων με πετρέλαιο κινήσεως, που σε γνώση όλων ουδέποτε είχαν γίνει, κατ' εξακολούθηση, σε βάρος του Δημοσίου, με όφελος των κατηγορουμένων και ισόποση ζημία που προκάλεσαν στο Δημόσιο, συνολικού ύψους 331.488.006 δραχμών, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ήτοι υπερβαίνουσα το ποσό των 150.000 ευρώ, αποτέλεσμα στο οποίο απέβλεπε με τις μερικότερες αναφερόμενες αναλυτικά στο αιτιολογικό ομοειδείς πράξεις αυτού και των φυσικών αυτουργών, αναφέρει τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1, 46 παρ.1, 84 παρ.2, 94, 98, 235 και 242 παρ.1 του ΠΚ σε συνδ. με άρθρο 1 του ν. 1608/1950 που εφήρμοσε, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε και έτσι η απόφασή του δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος: α). Το αιτιολογικό, δεν αποτελεί επανάληψη του διατακτικού, είναι πλήρες και περιέχει όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των ανωτέρω δύο διωχθέντων εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων με συνδρομή των όρων του ν. 1608/1950 και δε χρειαζόταν η παράθεση άλλων περιστατικών, β), χωρίς αμφιβολία το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και την απολογία του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στον πρώτο βαθμό, αφού από τα πρακτικά προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία περιλαμβάνεται και η απολογία του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Ι. Μ., ενώ αυτός στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παρέστη και εκπροσωπήθηκε δια εξουσιοδοτημένου δικηγόρου, γ). Στο αιτιολογικό, στη σελίδα 128, αναφέρεται η διαδικασία και ο τελωνειακός έλεγχος του εφοδιασμού με πετρέλαιο κίνησης πλοίων με ξένη σημαία, βάσει της αναφερόμενης 5247/1982 εγκυκλίου ΕΔΥΟ, που προβλέπει έκδοση και υπογραφή Δελτίων Παραλαβής Υγρών Καυσίμων(ΔΠΥΚ), με βάση τα οποία καταβάλλοντο στα Τελωνεία οι αναλογούντες υπέρ του Δημοσίου φόροι και δασμοί, αυτά δε τα ΔΠΥΚ, που καταρτίστηκαν από τους συναδέλφους του αναιρεσείοντος Τελωνειακούς υπαλλήλους, στα οποία οι τελευταίοι συγκατηγορούμενοι, με ηθική αυτουργία του αναιρεσείοντος, ψευδώς βεβαίωναν ότι γινόταν ενώπιόν τους ο εφοδιασμός των πλοίων με πετρέλαιο κινήσεως, ενώ το πετρέλαιο αυτό προωθείτο στην αγορά ως πετρέλαιο θέρμανσης, είχαν έννομες συνέπειες, αφού σαφώς ήταν πρόσφορα για την απαλλαγή από φόρους και δασμούς, που πράγματι πετύχαιναν οι κατηγορούμενοι και είναι αδιάφορο αν δεν μνημονεύεται στο αιτιολογικό και η Τ3300/1984 Διάταξη του Υπουργείου Οικονομικών, που προβλέπει ότι ο εφοδιασμός των πλοίων διενεργείται με Αίτηση Εφοδιασμού Πλοίου(ΑΕΠ), ως μη ουσιαστική ποινική διάταξη και γιατί, σύμφωνα με τις παραδοχές του αιτιολογικού, η ψευδής βεβαίωση γινόταν επί των εκδιδομένων από τους τελωνειακούς υπαλλήλους ΔΠΥΚ, που ήσαν δημόσια έγγραφα, συνταγέντα από αρμόδιους καθ' ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου δημόσιους υπαλλήλους, με επίθεση της σφραγίδας του Τελωνείου και προορίζονταν για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη του γεγονότος που βεβαιωνόταν με αυτά έναντι πάντων, με πλήρη αποδεικτική δύναμη, οι δε Αιτήσεις Εφοδιασμού Πλοίων είναι πρόσθετα δικαιολογητικά, που δεν επηρεάζουν το αξιόποινο των ψευδών βεβαιώσεων επί των ανωτέρω ΔΠΥΚ, δ. Επί εγκλήματος που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση, προ της ισχύος του ν. 2721/1999, ήτοι πριν την 3η Ιουνίου 1999, για τον υπολογισμό του ποσού των 50.000.000 δρχ. (150.000 ευρώ), λαμβανόταν υπόψη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953 ''για τους σεισμόπληκτους των νήσων'' (που ίσχυε σε όλες τις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 1 του ν. 1608/1950 και όχι μόνον επί σεισμόπληκτων), το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία που επιδιώχθηκε ή επιτεύχθηκε ή επήλθε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο, ως απόρροια των άνω αξιοποίνων πράξεων και όχι το όφελος ή η ζημία από κάθε μερικότερη πράξη και δεν είχε στην περίπτωση αυτή εφαρμογή, η διάταξη του άρθρου 98 του ΠΚ, όπως ίσχυε προ της τροποποιήσεώς του (με την προσθήκη παρ. 2), με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/1999, κατά την έννοια της οποίας, επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση λαμβανόταν υπόψη, ενόψει της αυτοτέλειας των μερικότερων πράξεων, το όφελος ή η ζημία από κάθε μερικότερη πράξη, αφού κατίσχυε η ειδικότερη αυτή διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953. Η τελευταία αυτή διάταξη, δεν καταργήθηκε από της ισχύος του ν. 2721/1999 (την 3η Ιουνίου 1999), με τη διάταξη του άρθρου 52 παρ. 4 του νόμου και την προσθήκη, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, στο άρθρο 98 του ΠΚ παρ. 2 (κατά την οποία, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνεται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του, στο αποτέλεσμα αυτό), γιατί η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953 είναι ειδική, αφορά τους καταχραστές του δημόσιου τομέα και κατισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση επομένως εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, με εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, δεν ανακύπτει ζήτημα επιεικέστερου νόμου, αφού στην περίπτωση αυτή ισχύει και μετά την 3η Ιουνίου 1999, η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953 και όχι εκείνη του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ και ορθά δεν μετετράπη η κατηγορία σε πλημμεληματική, αφού ορθά υπολογίστηκε από το δικαστήριο η συνολική βλάβη του Δημοσίου και όχι κάθε μερικότερη βλάβη των επί μέρους πράξεων του κατ' εξακολούθηση τελεσθέντος εγκλήματος, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων (βλ. ΑΠ 1884/2005). Άλλωστε κατά τις παραδοχές, (βλ. σελ. 197, 257, 258 αιτιολογικού) ο αναιρεσείων, με τις μερικότερες ομοειδείς πράξεις του, απέβλεπε και επιδίωξε με τις μερικότερες πράξεις του το συνολικό αποτέλεσμα της άνω μεγάλης ζημίας του Δημοσίου, ε). Ο αναιρεσείων, δια του συνηγόρου του, όπως από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει (σελ. 121) ότι εκτός από την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 ε' του ΠΚ, που του αναγνωρίστηκε από το δικαστήριο, ζήτησε αόριστα να του αναγνωρισθεί "και η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 α'του ΠΚ", χωρίς για το ορισμένο του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού του, να εκθέσει συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικά έντιμης προ της πράξης ζωής και μάλιστα σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στο στοιχείο α' της παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ. Επομένως, αφού μόνη η επίκληση από τον αναιρεσείοντα της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση καθιστά τον παραπάνω σχετικό ισχυρισμό αόριστο και το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Παρά ταύτα το δικαστήριο, απέρριψε αυτόν τον ισχυρισμό με επαρκή αιτιολογία (βλ. σελ. 260), ότι "πέραν του λευκού ποινικού μητρώου κανένα άλλο στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι οι κατηγορούμενοι διήγαγον έντιμο, ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και εν γένει κοινωνικό βίο".
Επομένως, όλοι οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως του αναιρεσείοντος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρα 510 παρ.1 Δ' και Ε' ΚΠΔ) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι .
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Μαρτίου 2012 αίτηση - δήλωση του Ι. Μ. του Δ., περί αναιρέσεως της 804, 820, 820Α/2011, 47, 48, 97, 98/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, εκ ποσού τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ηθική Αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση σε βάρος Δημοσίου (ν. 1608/1950), κατ' εξακολούθηση και παθητική δωροδοκία κατ' εξακολούθηση. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
|
Ψευδής βεβαίωση
|
Δωροδοκία, Ψευδής βεβαίωση.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 126/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευαγγέλου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων 1. Ε. Η. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Πανταζή, 2. Ι. Γ. του Γ., 3. Κ. Χ. του Α., 4. Π. Κ. του Γ. και 5. Σ. Μ. του Γ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Πανταζή, περί αναιρέσεως της 3378/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2012 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 810/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρων 501 παρ. 1 και 4 ΚΠΔ, ορίζεται, "Αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. Αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως δεν εμφανιστεί όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών". Ορίζει δε η παρ. 2 του άρθρου 340 ΚΠΔ, ότι "Σε πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του ... Στην περίπτωση αυτή, ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν". Κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 ΚΠΔ, ορίζεται επίσης ότι, "Αν ο εκκαλών εμφανισθεί ο ίδιος ή ο συνήγορός του στην περίπτωση του άρθρου 340 παρ.2, η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329-338, 340, 344, 347, 348, 349, 352, 357-363, 366-373". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση εφέσεως, ο εκκαλών - κατηγορούμενος εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου, που τον εκπροσωπεί, κατ' άρθρο 340 παρ.2 του ΚΠΔ, κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης, για να υποστηρίξει την έφεσή του και στη συνέχεια, μετά την έναρξη της συζητήσεως, απεχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεσμευόμενο από την εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρο 501 ΚΠΔ, αλλά οφείλει να την ερευνήσει κατ' ουσίαν. Το αυτό ισχύει, για την ομοιότητα της περιπτώσεως και όταν ο εκκαλών - κατηγορούμενος ή ο συνήγορος που τον εκπροσωπεί, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεσή του και στη συνέχεια, κατόπιν σχετικού αιτήματος, η δίκη αναβλήθηκε και στη μετ' αναβολή δικάσιμο ο εκκαλών δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, η αναβολή θεωρείται ότι έγινε μετά την έναρξη της διαδικασίας και της συζήτησης της εφέσεως, οπότε ο κατηγορούμενος λογίζεται σαν να ήταν παρών στη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο και το δικαστήριο, δεσμευόμενο από την αρχική εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, αλλά οφείλει να τη δικάσει στην ουσία. Διαφορετικά, η απόφαση του Εφετείου είναι αναιρετέα, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, για υπέρβαση εξουσίας (βλ.ΟλΑΠ 3/2006). Η άποψη αυτή συνάδει και με τη σκέψη που διατυπώνεται στην Αιτιολογική Έκθεση του Σχεδ.ΚΠΔ για την αιτιολόγηση της ρύθμισης του άρθρου 501 παρ. 1 ΚΠΔ, σύμφωνα με την οποία, εκείνος ο οποίος αδικαιολόγητα δεν εμφανίζεται για να υποστηρίξει την έφεσή του παραιτείται σιωπηρά από αυτήν, αναγνωρίζοντας την ορθότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, υπό την έννοια, ότι δεν είναι νοητό η μετ' αναβολή μη εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, ο οποίος είχε εμφανισθεί και υποστηρίξει την έφεσή του σε προγενέστερη συζήτησή της, να θεωρείται ως σιωπηρή παραίτησή του από την έφεσή του και αναγνώριση της αποφάσεως που προσέβαλε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 349 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, κατά δε το εδάφιο γ' της αυτής παραγράφου η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο εκτός αν ειδικοί λόγοι, που αναφέρονται στην απόφαση, δεν το επιτρέπουν. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, εάν το σημαντικό αίτιο αναγγέλθηκε από το συνήγορο ή άλλο πρόσωπο για λογαριασμό απόντος διαδίκου και η συζήτηση αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο, η περί αναβολής απόφαση επέχει θέση κλητεύσεώς του.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα σχετικού λόγου της αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες, με την 10161/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάστηκαν για παράβαση του ν. 1650/1986, σε ποινή φυλακίσεως 7 μηνών και σε χρηματική ποινή 3.000 ευρώ ο καθένας. Κατά της αποφάσεως αυτής οι καταδικασθέντες - νυν αναιρεσείοντες άσκησαν τις με αριθ. 36,37,38,39/10-12-2009 και 480/30-11-2009 εφέσεις τους αντίστοιχα, κατά την εκδίκαση των οποίων ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, στην αρχική δικάσιμο της 9-3-2011 και μετά διακοπή της 15-4-2011, απουσιάζοντες, εκπροσωπήθηκαν όλοι, προς υποστήριξη των εφέσεών τους, δια των παραστάντων πληρεξουσίων δικηγόρων τους Γεωργίου Ζαφείρη και Ηλία Πανταζή αντίστοιχα, οι οποίοι όπως προκύπτει από τα πρακτικά εκείνα συνεδριάσεως με αρ. 1243/2011, δήλωσαν ότι "παρίστανται αντί των κατηγορουμένων σύμφωνα με εξουσιοδοτήσεις που αναγνώσθηκαν και επίσης δήλωσαν ότι λόγω της παρόδου του ωραρίου εργασίας του γραμματέα και του ωραρίου παραστάσεως των δικηγόρων στις συνεδριάσεις των ποινικών δικαστηρίων κατά τη δεύτερη ημέρα συνεδριάσεως αυτού, απέχουν, σύμφωνα με απόφαση του ΔΣΑ, από την άσκηση των καθηκόντων τους μετά τη δεύτερη ημέρα διάρκειας της συνεδριάσεως". Ήτοι, οι άνω δικηγόροι, δεν παρέστησαν ως άγγελοι των κατηγορουμένων μόνον, για να υποβάλουν το αίτημα αναβολής, αλλά παρέστησαν ως εξουσιοδοτημένοι εκπρόσωποι των εκκαλούντων κατηγορουμένων προς υποστήριξη των εφέσεων και ως τέτοιοι ζήτησαν την αναβολή της δίκης, λόγω αποχής από τα καθήκοντά τους. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την 1243/15-4-2011 απόφασή του ανέβαλε την εκδίκαση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο για την 2-12-2011, χωρίς κλήτευση των κατηγορουμένων, με αιτιολογικό ότι " σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 349 ΚΠΔ, η αποχή των δικηγόρων από την άσκηση των καθηκόντων τους αποτελεί λόγο ανώτερης βίας που δικαιολογεί κατά την παρ.7 του άρ. 349, την αιτούμενη από τους κατηγορουμένους αναβολή της δίκης σε μεταγενέστερη δικάσιμο". Το Πενταμελές Εφετείο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 3378/2011 αποφάσεώς του, κατά την ανωτέρω μετ' αναβολή δικάσιμο της 2-12-2011, επειδή κατά την εκφώνηση των ονομάτων των εκκαλούντων κατηγορουμένων αυτοί δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από συνήγορο, με την άνω προσβαλλόμενη 3378/2011 απόφασή του, αφού ανέγνωσε την παραπάνω αναβλητική απόφασή του σε ρητή δικάσιμο, ορθά κατά τα παραπάνω αναπτυχθέντα, δεν απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 501 παρ. 1 ΚΠΔ, αλλά δίκασε τους κατηγορούμενους - εκκαλούντες ωσάν να ήταν παρόντες, δεχθέν ότι οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι είχαν παρασταθεί κατά την αρχική δικάσιμο δια των εκπροσωπησάντων αυτούς συνηγόρων, κατ' άρθρο 340 παρ.2 ΚΠΔ, προς υποστήριξη της εφέσεώς τους, ο δε μετ' αναβολή ορισμός της νέας ως παραπάνω ρητής δικασίμου που ανακοινώθηκε στους αιτήσαντες την αναβολή δικηγόρους αυτών, επέχει, κατ' άρθρο 349 παρ.2 του ΚΠΔ θέση κλητεύσεώς τους. Άρα, το κατ' έφεση δικάσαν Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, δεσμευόμενο από την αρχική εμφάνιση των εκπροσωπησάντων τους εκκαλούντες κατηγορούμενους δικηγόρων, κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης, προς υποστήριξη της εφέσεώς τους, με το να θεωρήσει, ότι κατά την άνω αρχική δικάσιμο, είχε αρχίσει η συζήτηση της εφέσεως, η αναβολή δε έγινε μετά ταύτα για σημαντικά αίτια στο πρόσωπο των συνηγόρων τους, λόγω αποχής των δικηγόρων, κατόπιν αιτήματος που υποβλήθηκε από τους δηλώσαντες παράσταση εξουσιοδοτημένους δικηγόρους τους και όχι υπ' αυτών των δικηγόρων ενεργούντων ως αγγέλων τους, για την επόμενη ρητή δικάσιμο της 2-12-2011, και περαιτέρω, με το να κρίνει ωσεί παρόντες τους απολιπόμενους και ουδόλως παραστάντες ή εκπροσωπηθέντες εκκαλούντες κατά την ανωτέρω μετ' αναβολή δικάσιμο και με το να προχωρήσει στην εκδίκαση των εφέσεων στην ουσία και στην καταδίκη των εκκαλούντων κατηγορουμέων και να μην απορρίψει τις εφέσεις αυτές ως ανυποστήρικτες, νόμιμα συγκροτηθέν και με τη συμμετοχή της γραμματέως του Βασιλικής Ανδριοπούλου, όπως από τα πρακτικά προκύπτει, δεν υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του, ούτε παραβίασε τις διατάξεις που αφορούν την εμφάνιση και την παράσταση των κατηγορουμένων στο δικαστήριο.
Συνεπώς, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας για το λόγο ότι δεν απέρριψε την έφεσή τους ως ανυποστήρικτη και γιατί το Εφετείο δεν είχε νόμιμη σύνθεση λόγω ωραρίου γραμματέα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Αυτά δε ανεξάρτητα του ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, αφού οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3378/2011 απόφαση και από την εκκληθείσα 10161/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, θεωρηθέντες ωσεί παρόντες στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καταδικάστηκαν σε ίδια ποινή φυλάκισης επτά μηνών και Χ.Π. 3.000 ευρώ ο καθένας, όπως ακριβώς και στον ίδιο βαθμό και όχι σε ανώτερη, δεν έχουν πλέον το απαιτούμενο, κατ' άρθρο 463 παρ.2 του ΚΠΔ, έννομο συμφέρον να προβάλουν ότι η έφεσή τους έπρεπε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη και να μην ερευνηθεί κατ'ουσίαν(βλ. ΑΠ 1359/2009, 2080/2009). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1α, του ν. 1650/1986 "για την προστασία του περιβάλλοντος", όπως αντικ. με το άρ. 2 του ν. 3010/2002, με φυλάκιση τριών μηνών έως δύο έτη και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή των κατ' εξουσιοδότησή του εκδιδομένων υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του ίδιου νόμου, οι βασικοί στόχοι αυτού είναι, μεταξύ άλλων, και η αποτροπή της ρύπανσης και γενικότερα της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, η λήψη όλων των αναγκαίων, για το σκοπό αυτό, προληπτικών μέτρων και η διασφάλιση της ανθρώπινης υγείας και από τις διάφορες μορφές υποβάθμισης του περιβάλλοντος και ειδικότερα από τη ρύπανση και τις οχλήσεις. Κατά δε το άρθρο 2 του ίδιου νόμου, ως περιβάλλον νοείται το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα της ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες. Ρύπανση δε είναι η παρουσία στο περιβάλλον ρύπων, δηλαδή κάθε είδους ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας, σε ποσότητα, συγκέντρωση ή διάρκεια που μπορούν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στα οικοσυστήματα ή υλικές ζημιές και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του. Ως υποβάθμιση περιβάλλοντος νοείται η πρόκληση από ανθρώπινες δραστηριότητες ρύπανσης ή οποιασδήποτε άλλης μεταβολής στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες. Τοπίο δε είναι κάθε δυναμικό σύνολο βιοτικών και μη βιοτικών παραγόντων και στοιχείων του περιβάλλοντος, που μεμονωμένα ή αλληλοεπιδρώντας σε συγκεκριμένο χώρο, συνθέτουν μία οπτική εμπειρία. Κατά δε το άρθρο 18 του ιδίου ως άνω νόμου, η φύση και το τοπίο προστατεύονται και διατηρούνται ώστε να διασφαλίζονται οι φυσικές διεργασίες, η αποδοτικότητα των φυσικών πόρων, η ισορροπία και η εξέλιξη των οικοσυστημάτων καθώς και η ποικιλομορφία, η ιδιαιτερότητα ή η μοναδικότητά τους.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά καθώς και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα τελευταία. Η αιτιολογία της απόφασης παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 3378/2011 απόφασή του, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από όλα τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή αντιγραφή, πραγματικά περιστατικά: "Κατά το χρονικό διάστημα από 10.6.2004 μέχρι και του μηνός Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους Α) οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι -εκκαλούντες, ενεργούντες από κοινού και με πρόθεση α) άσκησαν δραστηριότητα χωρίς την προαπαιτούμενη έγκριση σύμφωνα με το Ν. 1650/1986, β) υποβάθμισαν το περιβάλλον με πράξεις που αντιβαίνουν στον ως άνω Νόμο. Ειδικότερα, ο πρώτος ως τότε Δήμαρχος Ωρωπού και οι άλλοι δύο μέλη της δημαρχιακής Επιτροπής προέβησαν σε μπάζωμα του υγρότοπου Ωρωπού (χρησιμοποιώντας αυτοκίνητα του Δήμου καθώς και Δ.Χ. φορτηγά που ανήκαν στους τρίτο και τέταρτο των κατηγορουμένων), περαιτέρω δε προέβησαν σε διάνοιξη και ασφαλτόστρωση τριών οδών εντός του άνω υγρότοπου, χωρίς σχετική άδεια της αρμόδιας περιβαλλοντικής αρχής, Β) οι τέταρτος και πέμπτος, όντες ιδιοκτήτες Δ.Χ. φορτηγών, παρέσχον άμεση συνδρομή στους ως άνω τρεις κατηγορουμένους, κατά τη τέλεση υπ' αυτών των προαναφερθεισών παρανόμων πράξεων. Συνεπώς πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι".
Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 την ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και τους συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 45, 46 ΠΚ 2, και 2, 11, 12, 18, 28 παρ. 1 περ. α', 2 του ν. 1650/1986, όπως αντικ. με το άρ. 2 του ν. 3010/2002, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού στο πόρισμα της αποφάσεώς του που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση και την ταυτότητα του ως άνω εγκλήματος δεν έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά που να καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τους αναιρεσείοντες αιτιάσεις: α) εκτίθενται με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση και αιτιολογείται επαρκώς εμπεριστατωμένα ότι οι πέντε κατηγορούμενοι, ενεργούντες με πρόθεση, οι τρεις πρώτοι, Δήμαρχος και μέλη αντίστοιχα Δημαρχιακής Επιτροπής Δήμου Ωρωπίων, με την άμεση συνέργεια των λοιπών δύο, ιδιοκτητών και οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων, χωρίς την προαπαιτούμενη από το νόμο 1650/1986 έγκριση της περιβαλλοντικής Αρχής, προέβησαν σε μπάζωμα μεγάλων εκτάσεων του υγρότοπου Ωρωπού και σε διάνοιξη και ασφαλτόστρωση τριών δρόμων εντός του ανωτέρω υγρότοπου, μήκους 150 μ., 180 μ. και 300 μ. αντίστοιχα, προκαλώντας έτσι υποβάθμιση του περιβάλλοντος, β) δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να διαλάβει η προσβαλλόμενη απόφαση ποίες ήσαν οι αρνητικές επιπτώσεις και στην οικολογική ισορροπία από την εκτέλεση των παραπάνω μεγάλων έργων εντός του υγρότοπου, αλλά αρκεί η παραδοχή στο αιτιολογικό ότι από την απόρριψη αυτή των μπάζων και τη διάνοιξη και ασφαλτόστρωση των δρόμων προκλήθηκε υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος. Με την ανωτέρω δε παραδοχή ότι με το μπάζωμα μεγάλων εκτάσεων του υγρότοπου Ωρωπού και με τη διάνοιξη και ασφαλτόστρωση τριών μεγάλων δρόμων εντός του ανωτέρω υγρότοπου, προκλήθηκε υποβάθμιση του περιβάλλοντος, σύμφωνα με τα αναπτυχθέντα στη μείζονα σκέψη, σαφώς νοείται ότι έγινε μεταβολή στο περιβάλλον του αναγνωρισμένου υγρότοπου Ωρωπού και δεν ήταν αναγκαίο να εξειδικεύεται περαιτέρω και αναλυτικά η ανωτέρω υποβάθμιση του περιβάλλοντος, ότι δηλαδή οι ανωτέρω ενέργειες των κατηγορουμένων στον υγρότοπο είχαν αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων της περιοχής Ωρωπού, αφού αυτές οι επιπτώσεις δεν είναι απλώς πιθανές, όπως απαιτεί ο παραπάνω ν. 1650/1986, αλλά αυτονόητες συνέπειες της ανωτέρω παραδοχής περί υποβάθμισης του περιβάλλοντος, με το εκτεταμένο μπάζωμα του υγρότοπου, γ) δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να διαλάβει το δικαστήριο με ποίο προεδρικό διάταγμα ή με ποία υπουργική απόφαση χαρακτηρίστηκε η περιοχή ως προστατευόμενος υγρότοπος, αφού κατά τις παραδοχές η περιοχή ήταν υγρότοπος και απαιτείτο προηγούμενη έγκριση της περιβαντολογικής Αρχής για εκτέλεση οιασδήποτε εργασίας εντός αυτού, όπως του μπαζώματος και της διάνοιξης δρόμων που προέβησαν οι αναιρεσείοντες. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει, να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-3-2012 κοινή αίτηση - δήλωση των Σ. Μ. του Γ., Ι. Γ. του Γ., Ε. Η. του Κ., Π. Κ. του Γ. και Κ. Χ. του Α., περί αναιρέσεως της 3378/2-12-2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. και
Καταδικάζει τους αιτούντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση Ν. 1650/1986. 1. Το κατ' έφεση δικάσαν Εφετείο, δεσμευόμενο από την αρχική εμφάνιση των εκπροσωπησάντων τους εκκαλούντες κατηγορούμενους δικηγόρων, κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης, προς υποστήριξη της εφέσεώς τους, με το να θεωρήσει, ότι κατά την άνω αρχική δικάσιμο, είχε αρχίσει η συζήτηση της εφέσεως, η αναβολή δε έγινε μετά ταύτα για σημαντικά αίτια στο πρόσωπο των συνηγόρων τους, λόγω αποχής των δικηγόρων, κατόπιν αιτήματος που υποβλήθηκε από τους δηλώσαντες παράσταση εξουσιοδοτημένους δικηγόρους τους και όχι υπ' αυτών των δικηγόρων ενεργούντων ως αγγέλων τους, για την επόμενη ρητή δικάσιμο, και περαιτέρω, με το να κρίνει ωσεί παρόντες τους απολιπόμενους αναιρεσείοντες κατά μετ' αναβολή δικάσιμο και με το να προχωρήσει στην εκδίκαση των εφέσεων στην ουσία και στην καταδίκη των εκκαλούντων κατηγορουμένων και να μην απορρίψει τις εφέσεις αυτές ως ανυποστήρικτες, δεν υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του. 2. Δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας παράβ. ν. 1650/1986, να διαλάβει η προσβαλλόμενη απόφαση ποίες ήσαν οι αρνητικές επιπτώσεις και στην οικολογική ισορροπία από την εκτέλεση των παραπάνω μεγάλων έργων εντός του υγρότοπου, αλλά αρκεί η παραδοχή στο αιτιολογικό ότι από την απόρριψη αυτή των μπάζων και τη διάνοιξη και ασφαλτόστρωση των δρόμων προκλήθηκε υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος και δεν ήταν αναγκαίο γ να διαλάβει με ποίο προεδρικό διάταγμα ή ποία υπουργική απόφαση χαρακτηρίστηκε η περιοχή ως προστατευόμενος υγρότοπος, αφού κατά τις παραδοχές η περιοχή ήταν υγρότοπος και απαιτείτο προηγούμενη έγκριση της περιβαλλοντολογικής Αρχής για εκτέλεση οιασδήποτε εργασίας εντός αυτού. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Περιβάλλοντος προστασία
|
Περιβάλλοντος προστασία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 109/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Τσακυράκη, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1360/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουνίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 764/2012.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελος Παντιώρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, με αριθμ. 218/15.10.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 484, 485 και 528 ΚΠΔ, την νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα υπ' αρ. 26/2012 αίτηση αναιρέσεως του Π. Χ. Κ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αρ. 1360/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απερρίφθη η από 27/12/2011 αίτησή του για επανάληψη διαδικασίας, κατά της υπ' αρ. 44847/07 αμετακλήτου αποφάσεως του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία κατεδικάσθη στην αναφερόμενη σ' αυτή ποινή για παράβαση του αρ. 34α' Ν. 3632/1928 και εκθέτω τα εξής: Ως λόγοι αναιρέσεως προβάλλονται η παράβαση των άρθρων 6 και 46 της ΕΣΔΑ και η εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής διατάξεως του αρ. 525§1 εδ. 5 ΚΠΔ και συγκεκριμένα: Η προσβαλλομένη αναφέρεται κατ' αρχάς στη θεωρία, η οποία επισημαίνει ότι η επανάληψη της διαδικασίας τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση "ότι η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε, και μάλιστα αρνητικά, την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης αυτού μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας". Στη συνέχεια αναφέρει ότι "το ΕΔΔΑ έκρινε ότι "η έλλειψη αναλυτικών στοιχείων σχετικά με την αιτία του κωλύματος, αρκεί για να δημιουργήσει αμφιβολία ως προς τη διαφάνεια της διαδικασίας αντικατάστασης και τα πραγματικά αίτια που την προκάλεσαν" κατά παράβαση του άρθρου 17 παρ. 7 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που επιτάσσει το σεβασμό στην αρχή "του δικαστηρίου που έχει θεσπισθεί σύμφωνα με "νόμο" (δηλαδή δικαστηρίου "νομίμως λειτουργούντος" κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ)". Και τέλος ενώ δέχεται ότι υπήρξε παραβίαση που αφορούσε την συγκρότηση του δικαστηρίου, καταλήγει στην κρίση ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η παράβαση "δεν είχε αρνητική επίδραση στη κρίση των ποινικών δικαστών" ούτε μάλιστα, σημειώνει, ότι ο αιτών επικαλείται κάτι τέτοιο. Προς ενίσχυση αυτής της παραδοχής αναφέρεται στην απόρριψη από το ΕΔΔΑ άλλων αιτιάσεων περί μη αμερόληπτης δίκης για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει νόημα η επανάληψη της διαδικασίας. Η κρίσιμη σκέψη της εκκαλουμένης έχει ως εξής: "η μη αναγραφή στα πρακτικά του δικάσαντος δικαστηρίου του είδους του κωλύματος του αντικατασταθέντος δικαστή είναι ήδη γεγονός τετελεσμένο και δεν μπορεί να αναιρεθεί αναδρομικά και ως εκ τούτου η επανόρθωση της βλάβης του αιτούντος από τη γενόμενη υπέρβαση δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας". Με τις ως άνω παραδοχές η εκκαλουμένη έσφαλε κατά τον αναιρεσείοντα στην ερμηνεία του άρθρου 525 παρ. 1 εδ. 5 ΚΠΔ, διότι έκρινε ότι η ως άνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, που αφορούσε παραβίαση της δίκαιης δίκης που σχετιζόταν με τη νόμιμη σύνθεση δικαστηρίου ενώ κατ' ορθήν ερμηνεία θα έπρεπε να δεχθεί ότι με αυτήν εισάγεται απόλυτος κανόνας που επιβάλλει πάντοτε την επανάληψη της διαδικασίας αν η παράβαση αφορά τη νόμιμη συγκρότηση δικαστηρίου. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει περίπτωση να διαπιστωθεί από το ΕΔΔΑ ότι υπήρξε παράβαση που αφορά τη νόμιμη συγκρότηση δικαστηρίου και αυτή να μην συνεπάγεται την επανάληψη της διαδικασίας. Στη προκειμένη περίπτωση η αποκατάσταση της βλάβης του εκκαλούντος δεν θα ήταν η αναδρομική αναγραφή του κωλύματος του δικαστή που αντικαταστάθηκε, όπως διαλαμβάνει η εκκαλουμένη, αλλά είναι η εκδίκαση της υπόθεσής του από θεσπισμένο κατά νόμο αυτή τη φορά δικαστήριο. Με την προσφυγή του στο ΕΔΔΑ ο κατηγορούμενος, αναφερόμενος σε άλλα γεγονότα, παραπονείτο επίσης για μεροληπτική κρίση των ελληνικών δικαστηρίων αλλά το Δικαστήριο απέρριψε αυτές τις αιτιάσεις του. Η εκκαλουμένη αναφέρεται στο σκεπτικό της απόρριψης των αιτιάσεων περί μη απόδειξης μεροληπτικής κρίσης (παρ. 62 της απόφασης του ΕΔΔΑ) εσφαλμένα εκλαμβάνει ότι το ίδιο σκεπτικό αφορά και τη μη νόμιμη σύνθεση του δικαστηρίου. Η παραδοχή της είναι εσφαλμένη αφού η απόρριψη των αιτιάσεων για μεροληψία είναι άσχετη με το παράπονο που έγινε δεκτό από το ΕΔΔΑ. Αυτό αφορούσε την σύνθεση του δικαστηρίου και, (όπως άλλωστε προβλέπει και το ελληνικό δίκαιο) σε περίπτωση που γίνει δεκτό, από μόνο του αρκεί για να επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Είναι αδιάφορο κατά πόσον η κρίση του παράνομα συγκροτημένου δικαστηρίου ήταν ή όχι μεροληπτική. Με βάση τα ανωτέρω, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι η εκκαλούμενη ερμήνευσε λανθασμένα το άρθρο 525 εδ. 5 του ΚΠΔ και λανθασμένα το εφήρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, απορρίπτοντας την αίτηση του εκκαλούντος για επανάληψη της διαδικασίας. Αντιθέτως, όπως αναλυτικά εκτέθηκε ανωτέρω, η επίμαχη διάταξη περιέχει ένα σαφή και κατηγορηματικό κανόνα, στον οποίο προδήλως υπάγεται η περίπτωση του κατηγορουμένου και βάσει αυτού έπρεπε να γίνει δεκτή η αίτησή του για επανάληψη της διαδικασίας. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η ερμηνεία του 525 εδ. 5 του ΚΠΔ που έδωσε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απορρίπτοντας την επανάληψη της δίκης παραβιάζει κατά τον αναιρεσείοντα την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ειδικότερα παραβιάζει το άρθρο 46 και συνεπώς εκ νέου το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Πράγματι το άρθρο 46 υποχρεώνει τα κράτη να προνοούν για την ορθή εκτέλεση των αποφάσεων, η οποία περιλαμβάνει και την αποκατάσταση της βλάβης που υπέστη ο αιτών. Το άρθρο 525 ΚΠΔ ορθά προβλέπει την επανάληψη της διαδικασίας σε περίπτωση παραβίασης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Οποιαδήποτε, όμως, ερμηνεία που το καθιστά ανενεργό έχει ως συνέπεια την μη αποτελεσματική εκτέλεση απόφασης του ΕΔΔΑ, και συνεπώς παραβιάζει εκ νέου την Σύμβαση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα κρίνοντας την από 27/12/2011 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την 1529/08 απόφαση του Αρείου Πάγου (βλ. συνημμ. ως άνω απόφαση) δέχθηκε τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό. Μεταξύ αυτών είναι και η περίπτωση σύμφωνα με την οποία "αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε". Η τελευταία αυτή περίπτωση, ως πέμπτη της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 525 του ΚΠΔ, θεσπίσθηκε με το άρθρο ενδέκατο του Ν. 2865/2000. Όμως η επανάληψη της διαδικασίας σε αυτή την περίπτωση, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε, και μάλιστα αρνητικά, την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης αυτού (του αιτούντος) μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας (βλ. Μιχ. Μαργαρίτη, Ερμηνεία Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, έκδ. 2008, υπό άρθρο 525, σελ. 1116, ΑΠ 415/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2214/2005 ΠοινΧρ ΝΣΤ.608, ΑΠ 642/2004 ΠοινΧρ ΝΕ.225, ΑΠ 717/2004 ΠοινΧρ ΝΕ.251, βλ. όμως και Θεοχ. Δαλακούρα, Επανάληψη της διαδικασίας, έκδ. 2007, σελ. 290 επ.). Έτσι δεν είναι διαγεγραμμένη σε κάθε περίπτωση η εξαφάνιση της ποινικής καταδίκης προσώπου, το οποίο προσέφυγε στο ΕΔΔΑ και, μετά την έκδοση της ευνοϊκής απόφασης του τελευταίου, ζητά την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας (βλ. Αθ. Κονταξή, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, Τ. Β', έκδ. 2006, σελ. 3367). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη την 4.11.1950 και κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το Ν 2329/1953 και ύστερα εκ νέου με το ΝΔ 53/1974 κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση έχει ως εξής: "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει ... επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως". Τέλος, με το άρθρο 46 παρ. 1 της ΕΣΔΑ θεσπίζεται υποχρέωση των συμβαλλομένων κρατών "να συμμορφώνονται προς τις οριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου επί των διαφορών στις οποίες είναι διάδικοι". Η Ελληνική Πολιτεία κατ' επιταγή του ως άνω άρθρου 46 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, κυρώθηκε τελικώς με το ΝΔ 53/1974 και αποτελεί κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού δικαίου και υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη εσωτερικού Νόμου (Ολ. ΑΠ 66/1991 Ποιν. Χρ ΜΑ.833, ΟλΑΠ 15/2001 ΠοινΧρ ΝΑ.798), θέσπισε την ως άνω περίπτωση 5 της παρ. 1 του άρθρου 525 ΚΠΔ. Στην, κατά την τελευταία αυτή περίπτωση, έννοια του δικαιώματος, η διαπίστωση της παραβιάσεως του οποίου συνιστά λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, υπάγονται ασφαλώς όλα τα δικαιώματα του μέρους Ι της Συμβάσεως (αρθρ. 2-18 της ΕΣΔΑ, βλ. ΑΠ 1940/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 988/2010 ΠοινΔνη 2011.584). Πάντως η παραβίαση κάποιου από τα απαριθμούμενα στο άρθρο 6 επιμέρους δικαιώματα δεν αίρει αυτομάτως και σε όλες τις περιπτώσεις το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας (βλ. Ηλ. Αναγνωστόπουλο, Η παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης ΠοινΧρ 2004.5). Εξάλλου, κατά το άρθρο 17 υπό στοιχ. Β του Ν 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων, Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών", όπως οι παρ. 1, 3, 4 αυτού, ίσχυαν στις 28-6-2007 (ημερομηνία έναρξης της εκδίκασης της ερευνώμενης υπόθεσης ενώπιον του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 2172/1993, και η παρ. 7 μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 3327/2005 (ΦΕΚ Α 70/11-3-2005) και την προσθήκη δύο εδαφίων στην παρ. 1 με το άρθρο 2 του ν. 3346/2005, (ΦΕΚ Α 140/17-6-2005), ορίζεται "1. Σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση ... Στα πρωτοδικεία και εφετεία Αθηνών Πειραιώς και Θεσσαλονίκης... ορίζονται για μία διετία από την Ολομέλεια των δικαστηρίων αυτών δικαστές, που θα προεδρεύσουν αποκλειστικά στα ποινικά δικαστήρια ... 3. Ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα. Στο πρωτοδικείο α) όλων των προέδρων πρωτοδικών ... β) των αρχαιοτέρων πρωτοδικών ... γ) όλων των υπολοίπων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των μικτών ορκωτών δικαστηρίων, των τριμελών πλημμελειοδικείων και οι δικαστές των μονομελών πλημμελειοδικείων ... 4. Με βάση τους πάνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια του μηνός ... 5. Με την ίδια διαδικασία ορίζονται οι αναπληρωματικοί δικαστές και εισαγγελείς και οι συμπάρεδροι δικαστές και δεύτεροι εισαγγελείς ... 7. α) Αντικατάσταση δικαστή που έχει κληρωθεί ως μέλος της σύνθεσης δικαστηρίου, καθώς και του εισαγγελέα δεν επιτρέπεται παρά μόνον από τον αναπληρωματικό δικαστή, που ορίζεται κατά τη διαδικασία των παραγράφων 4 και 5, για λόγους ασθενείας ή ανυπέρβλητης υπηρεσιακής ή προσωπικής ανάγκης του κληρωθέντος μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου. Ο λόγος της αναπλήρωσης αναγράφεται στα πρακτικά του δικαστηρίου, β) Όπου δεν διενεργείται κλήρωση, ο δικαστής ή ο εισαγγελέας που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία αν εμφανισθεί ανυπέρβλητη δυσχέρεια για την κατάρτιση της σύνθεσης του δικαστηρίου, με αιτιολογημένη πράξη του αντικαθιστά ή ορίζει τους δικαστές ή τον εισαγγελέα, αντιστοίχως ... 10. Η μη τήρηση των διατάξεων των παραγράφων 2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης ...". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, προκειμένου για το Πρωτοδικείο Αθηνών, όπου προβλέπεται οργανικός αριθμός δέκα πέντε τουλάχιστον δικαστών, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο συγκροτείται νομίμως με κλήρωση με την προεδρία Προέδρου Πρωτοδικών ή Πρωτοδίκη και μέλη δύο Πρωτοδίκες. Στην περίπτωση δε κατά την οποία κάποιος από τους δικαστές που κληρώθηκε ως μέλος της συνθέσεως του Δικαστηρίου, κωλύεται για τους αναφερόμενους στη πιο πάνω διάταξη της παρ. 7α λόγους, συγκροτείται με τη συμμετοχή αναπληρωματικών, κατά τα οριζόμενα στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 17 παρ. 7 περ. α. Η μη τήρηση όμως των διατάξεων αυτών, όπως ρητώς ορίζεται στην παρ. 10 του αυτού άρθρου, συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται, αν δεν προταθεί, πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης.
Στην υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ο αιτών κατηγορούμενος εκθέτει, ότι με την 44847/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, καταδικάσθηκε σε φυλάκιση δύο (2) ετών με τριετή αναστολή, για την κατ' εξακολούθηση παράβαση του άρθρου 34 εδ. α του Ν 3632/1928, και ότι η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη μετά την απόρριψη σχετικής αίτησης αναίρεσής της με την υπ' αριθμ. 1529/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Στη συνέχεια προσέφυγε στο ΕΔΔΑ, παραπονούμενος, μεταξύ άλλων, ότι με την υπ' αριθμ. 44847/2007 καταδικαστική απόφαση παραβιάσθηκε το δια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ προστατευόμενο δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη. Ότι το ΕΔΔΑ εξέδωσε την από 31 Μαΐου 2011 αμετάκλητη απόφασή του, με την οποία έγινε δεκτή η προσφυγή του, καθόσον διαπιστώθηκε απ' αυτό παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Κατόπιν τούτων ο αιτών ζητεί, με την υπό κρίση αίτησή του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 5 του ΚΠΔ την επανάληψη της διαδικασίας, αναφορικά με την ανωτέρω κατ' αυτού καταδικαστική απόφαση. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι ο αιτών με την 44847/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, καταδικάσθηκε σε φυλάκιση δύο (2) ετών με τριετή αναστολή, για την κατ' εξακολούθηση παράβαση του άρθρου 34 εδ. α του Ν 3632/1928. Η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, μετά την απόρριψη σχετικής αίτησης αναίρεσής της με την υπ' αριθμ. 1529/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Στη συνέχεια ο αιτών προσέφυγε, όπως εδικαιούτο, με την 59000/2008 προσφυγή του στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), παραπονούμενος, μεταξύ άλλων, ότι με την υπ' αριθμ. 44847/2007 καταδικαστική απόφαση παραβιάσθηκε το δια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ προστατευόμενο δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη. Επί της προσφυγής αυτής το ΕΔΔΑ εξέδωσε την από 31 Μαΐου 2011 απόφαση (υπόθεση Κ. κατά Ελλάδας), με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η προσφυγή του πιο πάνω αιτούντος, καθόσον διαπιστώθηκε απ' αυτό παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, επειδή στα πρακτικά της 44847/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δεν αναφερόταν επακριβώς ποιο ήταν το κώλυμα της Πλημμελειοδίκου Μαργαρίτας Στενιώτη, η οποία είχε κληρωθεί να μετάσχει στην ορισθείσα συνεδρίαση εκδίκασης της συγκεκριμένης υπόθεσης και αντικαταστάθηκε από την αναπληρωματική Δικαστή Μαρία-Ελένη Βαργιά. Ειδικότερα το ΕΔΔΑ έκρινε ότι "η έλλειψη αναλυτικών στοιχείων σχετικά με την αιτία του κωλύματος, αρκεί για να δημιουργήσει αμφιβολία ως προς τη διαφάνεια της διαδικασίας αντικατάστασης και τα πραγματικά αίτια που την προκάλεσαν" κατά παράβαση του άρθρου 17 παρ. 7 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που επιτάσσει το σεβασμό στην αρχή "του δικαστηρίου που έχει θεσπισθεί σύμφωνα με το νόμο" (δηλαδή δικαστηρίου "νομίμως λειτουργούντος" κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ). Η απόφαση του ΕΔΔΑ έγινε οριστική σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 περ. γ της ΕΣΔΑ (με την έννοια της αμετάκλητης απόφασης βλ. Κ. Χρυσογονου, Ενσωμάτωση Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων Ανθρώπου στην Εθνική Έννομη Τάξη, έκδ. 2001, σελ. 377). Εντούτοις δεν προκύπτει, ούτε ο αιτών επικαλείται, ότι η παράβαση αυτή και δη η μη αναγραφή στα πρακτικά του δικάσαντος δικαστηρίου του είδους του κωλύματος του αντικατασταθέντος δικαστή (ασθένεια, ανυπέρβλητη προσωπική ή υπηρεσιακή ανάγκη) είχε αρνητική επίδραση στην κρίση των ποινικών δικαστών, που τον καταδίκασαν με την υπ' αριθμ. 44847/2007 ομόφωνη καταδικαστική απόφαση του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, λαμβανομένου υπόψη ότι συνεπεία της αντικατάστασης ενός μέλους του δικαστηρίου από αναπληρωματικό δικαστή, όπως κρίθηκε με την από 31 Μαΐου 2011 απόφαση του ΕΔΔΑ, δεν τέθηκε σε κίνδυνο, υποκειμενικά ή αντικειμενικά, η αμεροληψία του πλημμελειοδικείου (παρ. 61 της από 31 Μαΐου 2011 απόφασης του ΕΔΔΑ), το οποίο εκδίκασε την υπόθεση σύμφωνα με την αρχή της αμεροληψίας που εγγυάται το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (παρ. 62 της ίδιας απόφασης). Γι' αυτό το λόγο το ΕΔΔΑ με την ίδια απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή του ήδη αιτούντος κατά το μέρος, που αυτός επικαλείτο τη μη τήρηση της αρχής της αμεροληψίας από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών. Εξάλλου, η μη αναγραφή στα πρακτικά του δικάσαντος δικαστηρίου του είδους του κωλύματος του αντικατασταθέντος δικαστή είναι ήδη γεγονός τετελεσμένο και δεν μπορεί να αναιρεθεί αναδρομικά και ως εκ τούτου η επανόρθωση της βλάβης του αιτούντος από τη γενόμενη υπέρβαση δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας. Με βάση τα προεκτεθέντα, η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δεν προσέβαλε το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 44847/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Ενόψει τούτων η κρινόμενη αίτηση, πρέπει, να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα κατ' άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε την επιβαλλομένη από τα αρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το αρ. 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθ' όσον περιέχονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα απαραίτητα πραγματικά περιστατικά και οι σκέψεις που δικαιολογούν την απόρριψη της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας ως αβάσιμης, ενώ ορθώς ερμήνευσε τις σχετικές διατάξεις των άρθρων 525§1 εδ. 5' ΚΠΔ και αρθρ. 6 και 46 της ΕΣΔΑ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της παρούσας στον αιτούντα (αρ. 583§1 ΚΠΔ ως ισχύει).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνουμε την απόρριψη της υπ' αρ. 26/2012 αιτήσεως αναιρέσεως του Π. Κ. του Χ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αρ. 1360/12 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και την επιβολή των δικαστικών εξόδων της παρούσης στον αιτούντα.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης".
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό. Μεταξύ αυτών είναι και η περίπτωση 5 της παρ.1, σύμφωνα με την οποία η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται και "αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε". Η τελευταία αυτή περίπτωση θεσπίσθηκε με το άρθρο ενδέκατο του ν. 2865/2000, σε εκπλήρωση της υποχρέωσης που ανέλαβε η Ελλάδα με το άρθρο 46 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), κατά την οποία, υφίσταται υποχρέωση όλων των συμβαλλομένων κρατών, "να συμμορφώνονται προς τις οριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου επί των διαφορών στις οποίες είναι διάδικοι". Όμως, η επανάληψη της διαδικασίας σε αυτή την περίπτωση, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε, και μάλιστα αρνητικά, την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης αυτού (του αιτούντος) μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη την 4.11.1950 και κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το ν. 2329/1953 και ύστερα εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και αποτελεί κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού δικαίου και υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη εσωτερικού νόμου, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση έχει ως εξής: "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως ...". Στην, κατά την τελευταία αυτή περίπτωση, έννοια του δικαιώματος, η διαπίστωση της παραβίασης του οποίου συνιστά λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, υπάγονται ασφαλώς όλα τα δικαιώματα του μέρους Ι της Συμβάσεως (άρθρα 2-18 της ΕΣΔΑ). Η καθιερούμενη δε με το παραπάνω άρθρο 6 της ΕΣΔΑ έννοια της δίκαιης δίκης υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, αναφέρεται στην έγκαιρη, ουσιαστική και αδιάβλητη, υπό διαδικαστικές (δικονομικές) εγγυήσεις, από αντικειμενικούς και αμερόληπτους δικαστές διεξαγωγή της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική ουσιαστική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου. Όμως, η παραβίαση κάποιου από τα απαριθμούμενα στο άνω άρθρο 6 επί μέρους δικαιώματα, διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ, δεν αίρει αυτόματα και σε όλες τις περιπτώσεις το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας και γενικά της ποινικής δίκης, και δεν οδηγεί πάντοτε σε εξαφάνιση της ποινικής καταδίκης του προσφεύγοντος. Επίσης, σε όλες τις περιπτώσεις που το ΕΔΔΑ διαπιστώνει, ότι η ποινική καταδίκη του αιτούντος (προσφεύγοντος) ή ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε στο ποινικό δικαστήριο για την τελική κρίση επ' αυτής, συνεπάγεται προσβολή του δικαιώματος αυτού να κριθεί από αμερόληπτο δικαστήριο, αντίκειται στην προαναφερθείσα Ευρωπαϊκή Σύμβαση και παρέχεται η δυνατότητα επαναλήψεως της διαδικασίας, η οποία όμως τελεί, όπως προαναφέρθηκε, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του συγκεκριμένου δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε, και μάλιστα αρνητικά, το δίκαιο χαρακτήρα της δίκης, πράγμα που συμβαίνει μόνον αν επηρέασε και την ουσιαστική κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης αυτού (αιτούντος) μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας (ΑΠ 988/2010, 2214/2005). Ειδικότερα, η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη λόγω παράνομης σύνθεσης του δικαστηρίου δεν αποτελεί από μόνη της λόγο επανάληψης της διαδικασίας, παρά μόνον όταν διαπιστώθηκε από το ΕΔΔΑ, παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, για το λόγο ότι δεν διεξήχθη η δίκη από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που συγκροτήθηκε νόμιμα από αντικειμενικούς και αμερόληπτους δικαστές, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η δίκαιη κρίση του κατηγορουμένου (ΑΠ 1940/2010, 415/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, στην από 27-12-2011 αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ο αιτών και ήδη αναιρεσείων εξέθετε ότι με την 44847/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, με τριετή αναστολή, για το πλημμέλημα της κατ' εξακολούθηση παράβασης του άρθρου 34 εδ. α' του ν. 3632/1928 και η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της ασκηθείσας υπ' αυτού αναιρέσεως, με την 1529/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ότι στη συνέχεια προσέφυγε στο ΕΔΔΑ (προσφυγή 59000/2008), παραπονούμενος ότι με την ανωτέρω 44847/2007 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, παραβιάστηκε το δικαίωμά του που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας και σε δίκαιη δίκη, κατ' άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και επ' αυτής της προσφυγής του, το ΕΔΔΑ εξέδωσε την από 31-5-2011 απόφαση (Υπόθεση Κ. κατά Ελλάδος), με την οποία έγινε δεκτή η προσφυγή του, αφού διαπιστώθηκε ότι υπήρξε παραβίαση του ανωτέρω άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, για το λόγο ότι στα πρακτικά της άνω 44847/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δεν αναφερόταν επακριβώς ποίο ήταν το κώλυμα της Πλημμελειοδίκου Μαργαρίτας Στενιώτη, η οποία είχεν κληρωθεί νομίμως να μετάσχει ως τακτικό μέλος της σύνθεσης του Δικαστηρίου στην ορισθείσα δικάσιμο και αντικαταστάθηκε από την αναπληρωματική Πρωτοδίκη Μαρία-Ελένη Βαργιά. Επομένως, ενώ κατά τον αιτούντα συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την επανάληψη υπέρ αυτού της ποινικής διαδικασίας με προφανή σκοπό την αθώωση αυτού, η εν λόγω αίτησή του απορρίφθηκε με το προσβαλλόμενο 1360/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι η ως παραπάνω διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, δεν προσέβαλε το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας της ποινικής δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η 44847/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε ο προσφεύγων, γι' αυτό και με την κρινόμενη 26/8-6-2012 αίτηση αναιρέσεως, ζητεί την αναίρεση του παραπάνω 1360/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, σύμφωνα με τα παραπάνω εκτεθέντα, νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία, κατά τη διαδικασία των άρθρων 513 και επ., 525 επ. του ΚΠΔ.
Από την από 31-5-2011 απόφαση του ΕΔΔΑ, υπόθεση 59000/2008 Κ. κατά Ελλάδος, προκύπτουν τα εξής: Ο προσφεύγων Π. Κ. και νυν αναιρεσείων, ισχυρίστηκε ενώπιον του ΕΔΔΑ, πλην άλλων, ότι παραβιάστηκε το δικαίωμά του να δικαστεί από αμερόληπτο και συντεταγμένο εκ του νόμου δικαστήριο, διότι κατά παράβαση του άρθρου 17 του ν. 1756/1998, περί ΚΟΔΚΔΛ, αντικαταστάθηκε ξαφνικά ένα μέλος της σύνθεσης του δικαστηρίου, του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που τον καταδίκασε σε δεύτερο βαθμό, από άλλο αναπληρωτή δικαστή, χωρίς να σημειωθεί στα πρακτικά η αιτία αναπλήρωσης, σχετική δε αναίρεσή του στον Άρειο Πάγο για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου που τον δίκασε, απορρίφθηκε. Το ΕΔΔΑ σημειώνει στην απόφασή του ότι ο προσφεύγων αμφισβητεί όχι μόνο την αρχή "της αμεροληψίας" με αιτιάσεις κατά του εισαγγελέα, που άσκησε αναίρεση κατά της αθωωτικής απόφασης του πρώτου βαθμού και παραστάθηκε και κατά τη συζήτηση της αναίρεσης στον Άρειο Πάγο που θέτουν υπό αμφισβήτηση την αμεροληψία αυτού και κατά της αμεροληψίας των δικαστών του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, αλλά επίσης και την αρχή " του δικαστηρίου που έχει θεσπισθεί σύμφωνα με το νόμο".
Επί της παραβίασης της αρχής της αμεροληψίας το ΕΔΔΑ, όπως προκύπτει από την ανωτέρω απόφασή του, δέχθηκε, πλην άλλων και τα παρακάτω, στις παραγρ. 59, 61,62,63, κατά πιστή αντιγραφή: "... Το Δικαστήριο εκτιμά ότι οι αιτιάσεις του προσφεύγοντα κατά του εισαγγελέα δεν είναι τέτοιες που να θέτουν υπό αμφισβήτηση την αμεροληψία των μελών του Αρείου Πάγου. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι ο προσφεύγων υποστηρίζει, ως προς το θέμα της αμεροληψίας, το επιχείρημά του, σχετικά με τον προσδιορισμό της δικασίμου και την αντικατάσταση ενός δικαστή. Εντούτοις, το Δικαστήριο εκτιμά ότι τίποτα στον φάκελο δεν επιτρέπει να επιβεβαιώσουμε ότι αυτά τα δύο γεγονότα θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο, υποκειμενικά ή αντικειμενικά, την αμεροληψία του πλημμελειοδικείου. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι, ακόμα και αν κρίνει τα διάφορα στοιχεία που θέτουν, κατά τον ενάγοντα υπό αμφισβήτηση, την αρχή της αμεροληψίας, κατά τρόπο αθροιστικό, δεν επιτρέπουν να εξάγουμε το συμπέρασμα ότι αυτός δικάστηκε, χωρίς της ύπαρξη αυτής της αρχής, την οποία εγγυάται το άρθρο 6 παρ.1. Κατά συνέπεια, αυτή η πτυχή της προσφυγής πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, ως εμφανώς αβάσιμη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 παρ. 3, 4 της Σύμβασης". Περαιτέρω, επί της παραβίασης αρχής "του δικαστηρίου που έχει θεσπισθεί σύμφωνα με το νόμο" το ΕΔΔΑ δέχθηκε, πλην άλλων και τα παρακάτω, στις παραγρ. 38,39,40,41,42,43,44 κατά πιστή αντιγραφή: "Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι βάσει του άρθρου 6 παρ.1, ένα δικαστήριο πρέπει πάντα να θεσπίζεται σύμφωνα με το νόμο. Η έκφραση αυτή αντανακλά την αρχή του κράτους δικαίου, σύμφυτη με όλο το σύστημα της Σύμβασης και με τα πρωτόκολλα αυτής. Πράγματι, ένα όργανο που δεν έχει σχηματισθεί σύμφωνα με τη θέληση του νομοθέτη στερείται απαραιτήτως της απαιτουμένης νομιμότητας σε μία δημοκρατική κοινωνία που είναι απαραίτητη για να εξετάζει τις θέσεις των ιδιωτών. Επομένως, ο "νόμος" στον οποίο στοχεύει αυτή η διάταξη δεν είναι μόνο η νομοθεσία περί της σύνθεσης και της αρμοδιότητας των δικαστικών οργάνων, αλλά επίσης και κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, η μη τήρηση της οποίας καθιστά αντικανονική τη συμμετοχή ενός ή περισσοτέρων δικαστών, κατά την εξέταση της υπόθεσης. Πρόκειται κυρίως για διατάξεις που αφορούν την εξουσιοδότηση, τα ασυμβίβαστα και τις εξαιρέσεις δικαστών.
39. Η μη τήρηση, από ένα δικαστήριο, των προαναφερομένων διατάξεων, επιφέρει, κατά κύριο λόγο, παραβίαση του άρθρου 6, παρ. 1. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να κρίνει την τήρηση των κανόνων του εσωτερικού δικαίου, ως προς αυτό το σημείο. Παρά ταύτα, λαμβάνοντας υπόψη τη γενική αρχή, σύμφωνα με την οποία, οι εθνικές αρχές, κατά κύριο λόγο, είναι αρμόδιες να ερμηνεύουν την εσωτερική νομοθεσία, το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν πρέπει να αμφισβητεί την εκτίμησή τους, παρά μόνο σε περίπτωση κατάφωρης παραβίασης αυτής της νομοθεσίας (Lavents κατά Λεττονίας, αρ. 58442/00, παρ. 114, 28 Νοεμβρίου 2002). 40. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι ο ορισμός της δικασίμου έγινε κατ' εφαρμογή του άρθρου 17 Β παρ. 8-1 του νόμου 1756/1988, με σκοπό την αποφυγή της παραγραφής ορισμένων αδικημάτων, βάσει αιτιολογημένου εγγράφου του εισαγγελέα. Τόσο το πλημμελειοδικείο, όσο και ο Άρειος Πάγος ενέκριναν αυτή την ενέργεια, έχοντας ως δεδομένες τις ημερομηνίες, κατά τις οποίες τα αδικήματα θα παρεγράφονται καθώς και τον άμεσο και πραγματικό κίνδυνο παραγραφής τους. 41. Ως προς αυτό το παράπονο, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι εσωτερικές δικαστικές αρχές δεν έκαναν τίποτα άλλο παρά εφάρμοσαν το σχετικό εσωτερικό δίκαιο και δεν αντιλαμβάνεται καμία κατάφωρη παραβίαση αυτού του δικαιώματος, Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6, παρ.1 της Σύμβασης. 42. Ως προς την αντικατάσταση του δικαστή από αναπληρωτή δικαστή την ημέρα της δικασίμου, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το τμήμα της φράσης "που έχει θεσπισθεί σύμφωνα με το νόμο" δεν αφορά μόνο τη νομική βάση της ίδιας της ύπαρξης του "δικαστηρίου", αλλά ακόμα και τη σύνθεση της έδρας σε κάθε υπόθεση (Buscarini κατά Σαν Μαρίνο (Δεκ.), αρ. 31657/96, 4 Μαΐου 2000). 43. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η Ελληνική νομοθεσία απαιτεί τα πρακτικά της συνεδρίασης να αναφέρουν την αιτία για την οποία ένας δικαστής δεν μπόρεσε να παραστεί και ότι αυτή η αιτία πρέπει να είναι μία από τις τρεις που απαριθμούνται στο νόμο: ασθένεια, επιτακτικός προσωπικός λόγος, επιτακτικός υπηρεσιακός λόγος. Όμως, τα πρακτικά της συγκεκριμένης συνεδρίασης δεν ανέφεραν παρά ότι ο εν λόγω δικαστής "δεν ήταν σε θέση να παρευρεθεί". Ο Άρειος Πάγος απέρριψε το παράπονο του ενάγοντος ως προς αυτό το σημείο, εκτιμώντας ότι ο όρος "δεν ήταν σε θέση" παρέπεμπε απαραιτήτως σε μία εκ των προαναφερομένων αιτιών. Κατά το Δικαστήριο η έλλειψη αναλυτικών στοιχείων σχετικά με την αιτία του κωλύματος, αρκεί για να δημιουργήσει αμφιβολία ως προς τη διαφάνεια της διαδικασίας αντικατάστασης και τα πραγματικά αίτια που την προκάλεσαν. 44. Μία τόσο ασαφής αιτιολόγηση περί του κωλύματος του δικαστή, ο οποίος όφειλε να βρίσκεται στην έδρα κατά τη δικάσιμο, προκειμένου να δικάσει εκ νέου τον ενάγοντα, αποτελεί ένα κατάφωρο έλλειμμα των διατάξεων του άρθρου 17, παρ. 7 α) του Κώδικα των Δικαστηρίων και της κατάστασης των δικαστικών υπαλλήλων, έτσι ώστε το Δικαστήριο δεν δύναται να κρίνει το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εμφανίσθηκε ο ενάγων την 28η Ιουνίου 2007, ως ένα "δικαστήριο που έχει θεσπισθεί σύμφωνα με το νόμο".
Ως εκ τούτου, υπήρξε παράβαση του άρθρου 6, παρ.1, ως προς αυτό το σημείο".
Από τις παραπάνω παραδοχές της αποφάσεως του ΕΔΔΑ, προκύπτει ότι το Δικαστήριο του ΕΔΔΑ δέχθηκε μεν ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, και δη παραβίαση της αρχής " του δικαστηρίου που έχει θεσπισθεί σύμφωνα με το νόμο", διότι η έλλειψη αναλυτικών στοιχείων στα πρακτικά της καταδικαστικής αποφάσεως, σχετικά με την αιτία του κωλύματος του αναπληρωθέντος δικαστή του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αρκεί για να δημιουργήσει αμφιβολία, ως προς τη διαφάνεια της διαδικασίας αντικατάστασης και τα πραγματικά αίτια που την προκάλεσαν, άρα δε μπορεί να κριθεί το δικάσαν Δικαστήριο "ως ένα Δικαστήριο που έχει θεσπισθεί σύμφωνα με το νόμο", ενώ δέχθηκε ταυτόχρονα, ότι δεν υπήρξε παραβίαση του ιδίου άρθρου 6 παρ.1, και δη της αρχής της αμεροληψίας, από την παραπάνω αντικανονική αντικατάσταση του κωλυομένου δικαστή, αφού καταλήγει η απόφαση στο συμπέρασμα (αρ.62) ότι "το Δικαστήριο εκτιμά ότι, ακόμα κι αν κρίνει τα διάφορα στοιχεία που θέτουν, κατά τον ενάγοντα, υπό αμφισβήτηση την αρχή της αμεροληψίας, κατά τρόπο αθροιστικό, δεν επιτρέπουν να εξάγουμε το συμπέρασμα ότι αυτός δικάστηκε, χωρίς την ύπαρξη αυτής της αρχής, την οποία εγγυάται το άρθρο 6 παρ.1". Ήτοι, η υπόθεση στο ΕΔΔΑ, ερευνήθηκε και από πλευράς αμεροληψίας των δικαστών του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που καταδίκασε τον προσφεύγοντα, από τη μη αναφορά της αιτίας αντικατάστασης του κωλυομένου τακτικού δικαστή από τον αναπληρωτή αυτού, σύμφωνα με τη γενόμενη κλήρωση των συνθέσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών και το Δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά ότι δεν παραβιάστηκε το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, η δε παραβίαση του ιδίου άρθρου που δέχθηκε ότι έγινε, γιατί δεν μπορεί να κρίνει το ΕΔΔΑ, λόγω ασαφούς αιτιολόγησης του κωλύματος του δικαστή, ότι πρόκειται για δικαστήριο που θεσπίστηκε σύμφωνα με το νόμο, αφορά τυπική παραβίαση και σαφώς δεν αφορά παραβίαση του προστατευόμενου από το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ δικαιώματος του κατηγορουμένου να δικασθεί υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, από αντικειμενικούς και αμερόληπτους δικαστές και ότι η παραπάνω τυπική παραβίαση του άρθρου 17 του ΚΟΔΚΔΛ, είχε αρνητική επίδραση στην κρίση των ποινικών δικαστών του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που τον καταδίκασαν για τις ανωτέρω παραβιάσεις του ν. 3632/1928.
Συνεπώς, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που έκρινεν ομοίως και με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αίτηση του αναιρεσείοντος για επανάληψη της διαδικασίας για τον προαναφερθέντα λόγο καταδίκης της Ελλάδος από το ΕΔΔΑ, με την αιτιολογία ότι δεν προκύπτει, ότι με την ανωτέρω παραβίαση του ιδίου άρθρου 6 που δέχθηκε το ΕΔΔΑ ότι έγινε, "γιατί δεν μπορεί να κρίνει, λόγω ασαφούς αιτιολόγησης του κωλύματος του δικαστή, ότι πρόκειται για δικαστήριο που θεσπίστηκε σύμφωνα με το νόμο", και, την οποία δεσμευτικά διαπίστωσε το ΕΔΔΑ, επηρέασε το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας και γενικά της ποινικής δίκης και ότι είχε αρνητική επίδραση στην ουσιαστική κρίση των ποινικών δικαστών που καταδίκασαν τον αναιρεσείοντα, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε( άρθρα 6 παρ.1, 46 ΕΣΔΑ και 525 ΚΠΔ). Επί πλέον η τυπική αυτή παραβίαση ως προς τον τρόπο αντικατάστασης του κωλυομένου δικαστή, από την αόριστη αναφορά του κωλύματος αντικαταστάσεως, είναι ήδη γεγονός τετελεσμένο, εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, που δεν αναιρέθηκε από τον Άρειο Πάγο, όταν έκρινε τον ίδιο λόγο αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αυτής αποφάσεως, για ακυρότητα της διαδικασίας λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου, και η απόφαση αυτή δεν μπορεί να αναιρεθεί αναδρομικά.
Κατ' ακολουθία τούτων η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 26/8-6-2012 αίτηση του Π. Κ. του Χ., για αναίρεση του με αριθμό 1360/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και επανάληψη της διαδικασίας. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά Βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών, που απέρριψε αίτηση επανάληψης διαδικασίας, του άρ. 525 περ.5 ΚΠΔ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που έκρινεν ομοίως και με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αίτηση του αναιρεσείοντος για επανάληψη της διαδικασίας για τον προαναφερθέντα λόγο καταδίκης της Ελλάδος από το ΕΔΔΑ, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε (άρθρα 6 παρ.1, 46 ΕΣΔΑ και 525 ΚΠΔ) διότι, δεν προκύπτει, ότι με την ανωτέρω παραβίαση του ιδίου άρθρου 6 που δέχθηκε το ΕΔΔΑ ότι έγινε, «γιατί δεν μπορεί να κρίνει, λόγω ασαφούς αιτιολόγησης του κωλύματος του δικαστή, ότι πρόκειται για δικαστήριο που θεσπίστηκε σύμφωνα με το νόμο», και, την οποία δεσμευτικά διαπίστωσε το ΕΔΔΑ, είχεν αρνητική επίδραση στην ουσιαστική κρίση των ποινικών δικαστών που καταδίκασαν τον αναιρεσείοντα, αλλά προκύπτει ότι πρόκειται για εξωτερική τυπική παραβίαση, που δε θίγει την αρχή της αμεροληψίας των δικαστών που τελικά συγκρότησαν το δικαστήριο που εξέδωσε την ανωτέρω καταδικαστική απόφαση, όπως δέχθηκε και το ίδιο το ΕΔΔΑ στην εν λόγω απόφασή του. Επί πλέον η τυπική αυτή παραβίαση ως προς τον τρόπο αντικατάστασης του κωλυομένου δικαστή, από την αόριστη αναφορά του κωλύματος αντικαταστάσεως, είναι ήδη γεγονός τετελεσμένο, εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, που δεν αναιρέθηκε από τον Άρειο Πάγο, όταν έκρινε τον ίδιο λόγο αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αυτής αποφάσεως, για ακυρότητα της διαδικασίας λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου, και η απόφαση αυτή δεν μπορεί να αναιρεθεί αναδρομικά.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 1
|
Αριθμός 109/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Β. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καλούδη.
Των αναιρεσιβλήτων - καθού η κλήση: 1) Δήμου Κέρκυρας, ως καθολικού διαδόχου του πρώην Δήμου Αχιλλείων Κέρκυρας, και 2)Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενων από τον Υπουργό Οικονομικών, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/4/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 297/2003 μη οριστική, 145/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 173/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 12/1/2008 αίτησή του και τους από 26/11/2008 προσθέτους λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η 1722/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 20/7/2011 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 13/5/2009 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την Υπηρεσία Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ελισσάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρµόζονται, σύµφωνα µε το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή µερική από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, µπορεί να γίνει ή µε προφορική δήλωση προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, ή µε δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχοµένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης (Ολ.ΑΠ 4/2012, Ολ.ΑΠ 20/1999). Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν ή από το δικαστήριο, και το οποίο (έγγραφο), κατ' άρθρο 118 ΚΠολΔ, είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο, είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλο. Με βάση τα ανωτέρω η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης µπορεί να γίνει και µε εξώδικη δήλωση, εφόσον φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ. Για το κύρος δε της εν λόγω παραίτησης δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός, και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί σ' αυτή, εφόσον γίνεται προτού το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναίρεσης (ΟλΑΠ 744/1982). Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 1-10-2012 εξώδικη δήλωσή του, ο αναιρεσείων παραιτήθηκε ως προς το δεύτερο των αναιρεσίβλήτων Ελληνικό Δημόσιο από το δικόγραφο της από 12-1-2008 αίτησης αναίρεσης και τους από 26-11-2008 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 173/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, που δίκασε ως Εφετείο. Η εξώδικη αυτή δήλωση επιδόθηκε στο δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στις 23-10-2012, όπως προκύπτει από την με αριθμό 6168γ'/23-10-2012 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .... Η εν λόγω παραίτηση από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων, που έγινε με την εξώδικη δήλωση και κοινοποιήθηκε στο δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, είναι έγκυρη και έχει ως αποτέλεσμα, κατά τα άρθρα 295 παρ. 1 και 299 ΚΠολΔ, ότι η αναίρεση θεωρείται ως μη ασκηθείσα ως προς το ως άνω δεύτερο αναιρεσίβλητο. (ΟλΑΠ 20/1999, ΑΠ 1438/2001). Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 1061/2010, ΑΠ 407/2004). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β' και γ' ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε, ή δεν παραστάθηκε νομίμως, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 12/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 5-12-2012 και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο πρώτος αναιρεσίβλητος Δήμος Κέρκυρας, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει, ότι αρχική δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης είχε οριστεί για την 1-4-2009, όμως με την 1722/2009 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης, διότι δεν υπήρχε αποδεικτικό επιδόσεως στον πρώτο αναιρεσίβλητο Δήμο. Με την από 12-10-2009 κλήση του αναιρεσείοντος ορίστηκε δικάσιμος για την 3-11-2010, αλλά η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω των Δημοτικών και Περιφερειακών εκλογών της 7ης Νοεμβρίου 2010. Ακολούθως, με την από 20-7-2011 κλήση του αναιρεσείοντος ορίστηκε νέα δικάσιμος για την 24-10-2012, οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε με αίτηση του αναιρεσείοντος για την ως άνω αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 5-12-2012. Όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά αυτού του Δικαστηρίου της προηγούμενης δικασίμου (24-10-2012), ο ήδη απολειπόμενος πρώτος των αναιρεσιβλήτων Δήμος επίσης δεν είχε παραστεί με νόμιμο τρόπο και, αφού δεν αποδεικνύεται με προσκόμιση σχετικής έκθεσης επίδοσης ότι αυτός είχε κλητευθεί νόμιμα για να παραστεί κατά τη δικάσιμο εκείνη, η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη δικάσιμο αυτή. Ούτε κλήτευση του απολειπομένου αναιρεσιβλήτου για τη νέα δικάσιμο της 5-12-2012 προκύπτει, όπως επίσης δεν προκύπτει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση υπόθεσης, αφού στην περίπτωση μεν που επισπεύδει ο παριστάμενος αναιρεσείων θα έπρεπε να προσκομίσει έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου, καθώς και έκθεση επίδοσης της κλήσης προς συζήτηση για την προηγούμενη δικάσιμο της 24-10-2012 για τον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο, ενώ στην περίπτωση, που επισπεύδει τη συζήτηση ο απολειπόμενος πρώτος αναιρεσίβλητος Δήμος θα έπρεπε να προσκομίζονται επικυρωμένα αντίγραφα της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτήν που επιδόθηκαν με επιμέλεια του απολειπομένου πρώτου αναιρεσίβλητου προς τον παριστάμενο αναιρεσείοντα. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς όλους τους λοιπούς (εκτός του δεύτερου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου) διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ότι η από 12-1-2008 αίτηση και οι από 26-11-2008 πρόσθετοι λόγοι του Β. Μ. για αναίρεση της 173/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, που δίκασε ως Εφετείο, δεν ασκήθηκαν όσον αφορά το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ίδιας αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων ως προς τους λοιπούς διαδίκους.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραίτηση από την αίτηση αναίρεσης και με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου. Μπορεί να γίνει και με εξώδικη δήλωση. Δεν είναι γίνει και με εξώδικη δήλωση. Δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου. Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την αίτηση αναίρεσης ως προς αυτόν. Απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους λοιπούς διαδίκους εφόσον δεν κλητεύθηκε ο άλλος αναιρεσίβλητος.
|
Χρησικτησία έκτακτη
|
Χρησικτησία έκτακτη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 108/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαραντόπουλο και 2) Π. Ξ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαραντόπουλο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 103/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Άννα Πρεβενά.
Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Νοεμβρίου 2011 αίτησή τους η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1433/11.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 65 παρ. 2 ΚΠΔ προκύπτει ότι το ποινικό δικαστήριο που εξετάζει την πολιτική αγωγή, είναι υποχρεωμένο να αποφασίζει για αυτή και ότι κατ' εξαίρεση μόνο μπορεί να την παραπέμψει στα πολιτικά δικαστήρια για τα κεφάλαια της απαίτησης που τυχόν δεν θα είναι εκκαθαρισμένα. Δεν είναι δε αναγκαίο, να βεβαιώνεται στη σχετική με την πολιτική αγωγή αιτιολογία της απόφασης ότι στο μέτρο που επιδικάστηκε στον πολιτικώς ενάγοντα αποζημίωση η σχετική απαίτησή του ήταν και εκκαθαρισμένη, γιατί αυτό προκύπτει από τη μη παραπομπή της στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 2365/2005). Περί του εκκαθαρισμένου ή μη των αξιώσεων το Δικαστήριο της ουσίας κρίνει κυριαρχικά (ΑΠ 17/1991) ήτοι αποφασίζει ελεύθερα χωρίς να δεσμεύεται από τυπικές αποδείξεις.
Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση 103/2011 του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση και από κοινού σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και υποχρεώθηκαν να καταβάλουν ως αποζημίωση τούτου, που παρέστη ως πολιτικώς ενάγον, το ποσό του 1.166.823,18 ευρώ. Επομένως, ο περί απόλυτης ακυρότητας πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο το Δικαστήριο έπρεπε να παραπέμψει την απαίτηση αποζημίωσης για τη ζημία εκ του άνω αδικήματος του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου στα διοικητικά Δικαστήρια ως ανεκκαθάριστη, είναι αβάσιμος αφού, κατά τα ανωτέρω, το Δικαστήριο έκρινε κυριαρχικά την απαίτηση αυτή ως εκκαθαρισμένη και δεν είχε υποχρέωση να την παραπέμψει στα διοικητικά ή άλλα Δικαστήρια, ούτε είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την περί τούτου κρίση του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 του ν.δ. 2711/1953 "περί τροποποιήσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και περί δικών του Δημοσίου διατάξεων", το Δημόσιο "δύναται δια τας εξ οιουδήποτε αδικήματος απορρέουσας αξιώσεις αποζημιώσεώς του, να παρίσταται ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου, πρόβαλλαν ταύτας το πρώτον επ' ακροατηρίω άμα τη εκφωνήσει της υποθέσεως άνευ εγγράφου τινός προδικασίας και δια μόνης της δηλώσεως του νομίμου πληρεξουσίου του, καταχωριζομένης εις το οικείον πρακτικόν ...". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι το Δημόσιο, κατ' εξαίρεση αυτών που ορίζει το άρθρο 68 Κ.Π.Δ, σχετικά με το χρόνο δηλώσεως παραστάσεως πολιτικής αγωγής, το περιεχόμενο και την προδικασία αυτής, διατηρεί πάντοτε το δικαίωμα να επιδιώξει τις περί αποζημιώσεως απαιτήσεις του, ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, δια δηλώσεως του νομίμου εκπροσώπου του, που καταχωρείται στα πρακτικά με την εκφώνηση της υποθέσεως, πριν δηλαδή την απαγγελία της κατηγορίας και χωρίς καμία προδικασία της σχετικής αγωγής κ.λ.π. Εξάλλου το δημόσιο έχει δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από άδικη πράξη που τελέστηκε σε βάρος του και έχει αντίκτυπο στην πίστη, το κύρος και τη φήμη του. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 171 αρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ, και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία, που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ. Τούτο ισχύει και για το Δημόσιο, χωρίς στο σημείο αυτό να έχει επιφέρει μεταβολή η διάταξη του άρθρου 5 του ν.δ 2711/1953, με την οποία απαλλάχτηκε το Δημόσιο μόνο από την υποχρέωση για τήρηση της επιβαλλόμενης από το άρθρο 68 του Κ.Π.Δ προδικασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασης προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον προς επιδίκαση του άνω ποσού ως αποζημίωσή του ως και του ποσού των 5.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση του για τη ζημία και τη ηθική βλάβη που υπέστη αντίστοιχα από την αξιόποινη πράξη της απάτης που τέλεσαν οι αναιρεσείοντες σε βάρος του. Στη δήλωση του αυτή το Δημόσιο είχε προβεί και στην πρωτόδικη διαδικασία. Επομένως, παραδεκτώς παρέστη το Δημόσιο ως πολιτικώς ενάγον πρωτοδίκως και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εξέδωσε την άνω προσβαλλόμενη απόφαση κατά των αναιρεσειόντων τούτων. Η αιτίαση αυτών ότι έπρεπε να παραστεί κατά των λοιπών κατηγορουμένων δημοσίων υπαλλήλων μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση αφού, από τα πρακτικά της δίκης, προκύπτει με σαφήνεια ότι η δήλωση του δημοσίου περιορίστηκε μόνο κατά των αναιρεσειόντων ιδιωτών. Όθεν, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας λόγω παράνομης παράστασης του ελληνικού Δημοσίου ως πολιτικώς ενάγοντος, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή η παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση. Ως γεγονότα κατά την έννοια του άνω άρθρου νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσης τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή παράσταση τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Περαιτέρω, η περιουσιακή βλάβη που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Θα πρέπει να υπάρχει δηλαδή αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή ως και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, στον ένοχο των αδικημάτων μεταξύ των οποίων και εκείνου του άρθρου 386 ΠΚ, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο αρθρ. 263 Α του Ποινικού Κώδικα και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των "5.000.000" δραχμών (ήδη 50.000.000 δρχ. παρ. 3 αρθρ. 4 ν. 2408/1996), επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την τέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενό του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. (Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή τέτοιας διάταξης, που ιδρύουν αμφότερες τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στις διατάξεις που εφάρμοσε, αλλά και όταν οι διατάξεις αυτές παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ήτοι όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, το οποίο ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 103/2011 απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι "Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, ενεργούντες από κοινού και ύστερα από συναπόφαση, έχοντας εξ υπαρχής το σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 397.575.000 δρχ ή 1.166.823,18 Ευρώ, προερχόμενο από τη διαδοχική εκταμίευση και καταβολή προς την ανωτέρω εταιρία εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου των επί μέρους χρηματικών ποσών που σύμφωνα με τους όρους της παραπάνω αποφάσεως, αντιστοιχούσαν στην καταβλητέα επιχορήγηση, χωρίς η ανωτέρω εταιρία να υλοποιήσει και να ολοκληρώσει την επιχορηγούμενη επένδυση, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς, κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας, ότι η υπό χρηματοδότηση εταιρία, κατά τη πρόοδο των εργασιών υλοποίησης της επένδυσης, είχε συνολικά καταβάλει και δαπανήσει το ποσό των 641.250.000 δραχμών για την κατασκευή των κτιριακών εγκαταστάσεων, για τη προμήθεια, μεταφορά και εγκατάσταση μηχανολογικού εξοπλισμού κλπ, ενώ το αληθές ήταν, όπως αυτοί γνώριζαν, ότι δαπάνες ύψους 320.450.000 δρχ δεν είχαν πραγματοποιηθεί, αλλά απλώς εμφανίζονταν ότι είχαν πραγματοποιηθεί. Τούτο δε πέτυχαν με την έκδοση σειράς τιμολογίων της εμφανιζόμενης ως προμηθεύτριας εταιρίας με την επωνυμία "ΟΜΗΡΟΣ ΕΠΕ" την ιδέα σύστασης της οποίας είχαν από κοινού οι ανωτέρω κατηγορούμενοι και ο μεσολαβητής Φ. Δ., χωρίς όμως να εμφανίζεται κανένας απ' αυτούς, παρά μόνον ο υπερήλικας πατέρας του τελευταίου ως μοναδικό μέλος αυτής. Όπως προέκυψε όμως από έρευνα του ΣΔΟΕ, τα εκδοθέντα από την εν λόγω επιχείρηση τιμολόγια ήταν εικονικά, δεδομένου ότι η εν λόγω εταιρία, ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη και ουδέποτε είχε τη δυνατότητα να πωλήσει ή να κατασκευάσει τα αναφερόμενα στα εν λόγω τιμολόγια μηχανήματα. Επίσης παρέστησαν ψευδώς ότι είχε ολοκληρωθεί η υλοποίηση της επένδυσης και ότι είχαν τεθεί σε παραγωγική λειτουργία οι εγκαταστάσεις της επιχείρησης, ότι αυτές εξυπηρετούσαν την παραγωγή ακρυλικών φύλλων καθώς και ότι είχαν δημιουργηθεί 30 μόνιμες θέσεις εργασίας, ενώ το αληθές που αυτοί γνώριζαν ήταν ακριβώς το αντίθετο. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να παραπλανηθούν τα αρμόδια για την εκταμίευση όργανα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και να καταβάλουν στους προαναφερθέντες, που ενεργούσαν για λογαριασμό της χρηματοδοτούμενης εταιρίας, τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό επί μέρους χρηματικά ποσά. Αποτέλεσμα δε των παραπάνω ενεργειών των κατηγορουμένων, ήταν να αποκομίσουν αυτοί, μέσω της χρηματοδοτούμενης εταιρίας, παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 397.575.844 δρχ ή 1.166.823,18 Ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου, αφού ουδέποτε δαπανήθηκε το ανωτέρω ποσό για το σκοπό που δόθηκε και η εν λόγω εταιρία και το εργοστάσιο αυτής στη ..., ουδέποτε τέθηκε σε παραγωγική λειτουργία. Επομένως οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της πράξεως της απάτης κατ' εξακολούθηση για την οποία κατηγορούνται." Ακολούθως το άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες κατά πλειοψηφία τον πρώτο για την αναφερομένη στην αρχή πράξη, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ ενόχους τους κατηγορουμένους Π. Ξ. του Κ. και Δ. Κ. του Κ., τον τελευταίο κατά πλειοψηφία του ότι: Ενεργώντας από κοινού και με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, στην Κομοτηνή και σε μη επακριβώς διακριβωθείσες ημερομηνίες, οπωσδήποτε όμως εντός του χρονικού διαστήματος από 25-5-1995 έως 23-8-1996, μετά την έκδοση της με αριθμό ΙΕ/1010/ΝΝ80478/Ν1892/90/25-5-1995 απόφασης του Γεν. Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης που υπήγαγε στις διατάξεις του Ν. 1892/1990 τη δαπάνη επένδυσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΧΗΜΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΑΕ" και με το διακριτικό τίτλο "ΠΛΕΞΙ ΑΕ" με έδρα τη ... και αφορούσε την ίδρυση και εγκατάσταση στην εν λόγω Βιομηχανική περιοχή, μονάδας παραγωγής ακρυλικών φύλλων, έχοντας σκοπό να αποκομίσει η ανωτέρω εταιρία αλλά και οι ίδιοι, παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου, παρέστησαν εν γνώσει τους σε τρίτους, ψευδή γεγονότα ως αληθινά, πείθοντας άλλους σε πράξη που είχε ως συνέπεια να προκληθεί βλάβη στη περιουσία του Δημοσίου που υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. ή 146.735,14 Ευρώ, με ισόποσο περιουσιακό όφελος αυτών και της ανωτέρω εταιρείας. Συγκεκριμένα έχοντας αυτοί εξ αρχής το σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 397.575.000 δρχ ή 1.166.823,18 Ευρώ, προερχόμενο από τη διαδοχική εκταμίευση και καταβολή προς την ανωτέρω εταιρία εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου των επί μέρους χρηματικών ποσών που σύμφωνα με τους όρους της παραπάνω αποφάσεως αντιστοιχούσαν στην καταβλητέα επιχορήγηση, χωρίς η ανωτέρω εταιρία να υλοποιήσει και να ολοκληρώσει την επιχορηγούμενη επένδυση, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς την 11-11-1995, την 28-11-1995, την 22-12-1995 και την 23-08-1996 ότι η εταιρεία κατά την πρόοδο των εργασιών υλοποιήσεως της επενδύσεως τηρώντας τους όρους της ανωτέρω μνημονευομένης αποφάσεως υπαγωγής είχε καταβάλει και δαπανήσει (βλ. αρθρ. 3 παρ. 2 της αποφάσεως υπαγωγής) ποσό συνολικού ύψους 641.250.000 δραχμών για την κατασκευή κτιριακών και ειδικών εγκαταστάσεων, για διαμόρφωση περιβάλλοντος χώρου, για προμήθεια μεταφορά και εγκατάσταση μηχανολογικού και λοιπού εξοπλισμού, για αγορά μεταφορικών μέσων και για αγορά τεχνολογίας ενώ όπως γνώριζαν το αληθές είναι ότι δαπάνες ύψους συνολικού τουλάχιστον 320.450.000 δραχμών δεν είχαν πραγματοποιηθεί δεδομένου ότι τα τιμολόγια που αφορούν στις δαπάνες αυτές συνολικού ποσού 320.450.000 δραχμών εκδόσεως της εμφανιζόμενης ως προμηθεύτριας εταιρείας με την επωνυμία "ΟΜΗΡΟΣ ΕΠΕ" με αριθμούς 1/2-12-1995, 5/8-11-1995, 6/10-12-1995, 7/10-12-1995, 8/10-12-1995, 9/10-12-1995, 10/10-12-1995, 11/19-02-1996, 12/19-02-1996,13/20-02-1996, 14/20-02-1996, 15/20-02-1996, 16/20-02-1996, 17/21-2-1996, 18/21-02-1996, 19/24-2-1996 και 20/5-6-1996 είναι εικονικά και επιπλέον την 23-08-1996 και ακολούθως την 04-04-1997 ότι είχε ολοκληρωθεί η υλοποίηση της επενδύσεως και είχαν τεθεί σε παραγωγική λειτουργία οι εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως, ότι αυτές εξυπηρετούσαν την παραγωγή ακρυλικών φύλλων, καθώς και ότι δημιουργήθηκαν 30 μόνιμες θέσεις εργασίας, ενώ όπως αυτοί γνώριζαν το αληθές είναι ότι η επένδυση δεν είχε πραγματοποιηθεί και ολοκληρωθεί, ούτε η συγκεκριμένη επιχείρηση τέθηκε σε παραγωγική λειτουργία και δεν είχε δημιουργηθεί οποιαδήποτε θέση εργασίας. Με τις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις γεγονότων που κατά τα ανωτέρω μνημονευόμενα χρονικά σημεία ενεργώντας από κοινού κατ' εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος τέλεσαν τα πρόσωπα αυτά μετά από απόφαση που αυτοί τους προκάλεσαν παραπλανήθηκαν οι υπάλληλοι της Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης που ήταν αρμόδιοι για την εκταμίευση των επί μέρους χρηματικών ποσών της επιχορηγήσεως και πείσθηκαν να καταβάλουν προς την προαναφερόμενη εταιρία τμηματικώς την 11-11-1995 ποσό ύψους 63.612.000 δραχμών, την 28-11-1995 ποσό ύψους 63.612.000 δραχμών, την 22-12-1995 ποσό ύψους 63.612.000 δραχμών, την 23-08-1996 ποσό ύψους 127.224.000 δραχμών, την 4-4-1997 ποσό ύψους 79.515.000 δραχμών. Αποτέλεσμα των διαδοχικών εκταμιεύσεων των παραπάνω χρηματικών ποσών ήταν η περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου να υποστεί βλάβη συνολικού ύψους 397.575.844 δραχμών ή 1.166.823,18 Ευρώ με ισόποσο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας περιουσιακό όφελος της παραπάνω εταιρείας. Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άνω αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις άνω διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα διαλαμβάνεται ο τρόπος τελέσεως διά παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών από τους αναιρεσείοντες της άνω πράξεως από κοινού και κατ' εξακολούθηση κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις, που συγκροτούν αντικειμενικά και υποκειμενικά την πράξη αυτή. Πλέον συγκεκριμένα αιτιολογείται πλήρως ο σκοπός των αναιρεσειόντων να πορισθούν αυτοί και η εταιρεία που εκπροσωπούσαν παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος του Δημοσίου, εκτίθενται οι ψευδείς παραστάσεις αυτών με τις οποίες παραπλανήθηκαν τα αρμόδια όργανα της αναφερομένης Δημόσιας Υπηρεσίας και κατέβαλαν το άνω ποσό των 397.575.000 δραχμών διαδοχικώς προς την αναφερόμενη εταιρεία ως επιχορήγηση επένδυσης που είχε υπαχθεί στις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου 1892/1990 και αφορούσε την ίδρυση μονάδας παραγωγής ακρυλικών, ότι αυτοί γνώριζαν ότι η επένδυση αυτή δεν είχε πραγματοποιηθεί και ολοκληρωθεί, ούτε τέθηκε σε παραγωγική διαδικασία, ούτε είχε δημιουργηθεί κάποια θέση εργασίας και έτσι, δια της εκταμίευσης του άνω ποσού, η εταιρεία που αυτοί εκπροσωπούσαν παρανόμως ωφελήθηκε κατά το ποσό τούτο, με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, αφού, κατά τις παραδοχές αντίστοιχο έργο που κάλυπτε και το ποσό αυτό δεν είχε συντελεστεί. Περαιτέρω, δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθενται οι συγκεκριμένες υλικές ενέργειες εκάστου τούτων ως συναυτουργών σχετικά με την τέλεση της αξιόποινης αυτής πράξεως (Ολ.ΑΠ 507/1990). Εξάλλου, το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την περί της ενοχής τους κρίση του έλαβε υπόψη του και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, όσον δε αφορά την από Ιουνίου 1999 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των ορκωτών εκτιμητών του Υπουργείου Οικονομικών Κ. Β. και Δ. Π., από τα πρακτικά προκύπτει ότι αυτή αναγνώστηκε με αριθμό 124 και περαιτέρω προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη, αξιολογήθηκε και συνεκτιμήθηκε αν και δεν μνημονεύεται ειδικότερα στο σκεπτικό μαζί με τα άλλα έγγραφα που αναγνώστηκαν και δεν ήταν απαραίτητο να διευκρινίζεται ειδικότερα ότι αυτή λήφθηκε ιδιαιτέρως υπόψη. Τέλος, με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο ότι αποδείχτηκαν, ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, την οποία και ορθώς ερμήνευσε αφού η βλάβη του Δημοσίου υπερβαίνει τα 50.000.000 δραχμές με ισόποσο όφελος της εταιρείας που αυτοί εκπροσωπούσαν. Όθεν και ο τελευταίος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε' λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις αναφέρονται στην ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου και να επιβληθούν σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-11-2011 αίτηση των Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ... και Π. Ξ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 103/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει του αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του Ελληνικού Δημοσίου εκ τριακοσίων (300) ευρώ. Και
Επιβάλλει σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πολιτική αγωγή. Δεν είναι αναγκαίο να βεβαιώνεται στη σχετική με την πολιτική αγωγή αιτιολογία ότι η σχετική απαίτηση αποζημίωσης ήταν και εκκαθαρισμένη γιατί αυτό προκύπτει από τη μη παραπομπή της στα πολιτικά δικαστήρια. Περί του εκκαθαρισμένου ή μη το δικαστήριο κρίνει κυριαρχικά και ελεύθερα χωρίς να δεσμεύεται από τυπικές αποδείξεις. Παράσταση του Δημοσίου ως πολιτικώς ενάγοντος κατ' εξαίρεση των οριζομένων στο άρθρο 68 ΚΠΔ. Απάτη σε βάρος του Δημοσίου. Στοιχεία εγκλήματος. Έλλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Έννοια συναυτουργίας. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Πολιτική αγωγή
|
Πολιτική αγωγή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 106/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη -Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Τ. Μ.-Γ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μαρκαναστασάκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ΑΓΡΟΤΙΚΟ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟ ΟΠΩΡΟΚΗΠΕΥΤΙΚΩΝ ΑΓ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ με την επωνυμία "ΔΗΜΗΤΡΑ" που εδρεύει στον Αγ. Γεώργιο Ν.Ημαθίας και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαρτίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 731/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντα που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ, η οποία ορίζει ότι με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση αρχής ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως, ενώπιον αρχής που είναι αρμόδια για την ένορκη εξέτασή του, τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και να υφίσταται άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτού, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ιδρύεται εντεύθεν ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα επομένως, της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδορκία μάρτυρα πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται σ' αυτήν τα αληθινά γεγονότα, τα οποία γνώριζε ο μάρτυρας που εξετάσθηκε και αντί αυτών εν γνώσει του κατέθεσε τα ψευδή, δηλαδή να αναφέρονται ποια ήταν τα αληθινά γεγονότα κατ' αντιπαράθεση προς εκείνα που το δικαστήριο δέχθηκε ότι ήταν ψευδή και κήρυξε αντιστοίχως ένοχο ψευδορκίας τον κατηγορούμενο. (Α.Π. 1778/2010, Α.Π. 1098/2008). Για την ύπαρξη δε τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3/2012 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (Πλημ/των), που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, για ψευδορκία μάρτυρα, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ, σε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, ανασταλείσα για τρία έτη.
Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, εκτίθεται ότι, από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, την απολογία του κατηγορουμένου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης όλων των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης, αποδείχθηκαν τα εξής: "Με την υπ' αριθ. κατάθεσης 3971/ΤΠ412/1999 αγωγή του ο αγροτικός συνεταιρισμός οπωροκηπευτικών Αγ. Γεωργίου Ν.Ημαθίας, με το διακριτικό τίτλο "Α.Σ.Π. ΔΗΜΗΤΡΑ", ζητούσε από τους Ι. Μ., που ήδη απεβίωσε, αποζημίωση λόγω σε βάρος του τελεσθείσας αδικοπραξίας. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βεροίας, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η αγωγή, με την υπ' αριθ. 155/ΤΠ/2001 προδικαστική απόφασή του έταξε τις δέουσες εμμάρτυρες αποδείξεις. Στα πλαίσια διεξαγωγής αυτών ο ως άνω εναγόμενος πρότεινε και εξετάσθηκε ως μάρτυρας για την απόδειξη των ισχυρισμών του τον κατηγορούμενο. Στις 29 Μαΐου 2006 εξεταζόμενος αυτός ενόρκως ενώπιον της αρμόδιας εισηγήτριας του Πρωτοδικείου Βεροίας βεβαίωσε μεταξύ άλλων και ότι τα καθήκοντά του στο συνεταιρισμό τούτο ήταν διευθυντικού καθώς και ότι ο Πρόεδρος του δ.σ. του συνεταιρισμού ήταν εξουσιοδοτημένος να συνάπτει συμφωνίες για όλες τις συναλλαγές τούτου. Πλην όμως αυτά ήταν ψευδή και τούτο, καθόσον ο κατηγορούμενος ήταν υπάλληλος του συνεταιρισμού, χωρίς να του έχουν ανατεθεί τέτοια καθήκοντα. Όσο αφορά δε τις συναλλαγές ο Ι. Μ., που ήταν Πρόεδρος του συνεταιρισμού δεν είχε εξουσιοδότηση να συμφωνεί για την πώληση ροδακίνων επί πιστώσει σε επιχειρήσεις, όπως λ.χ. η ΒΙΟΠΑΚ, με συνέπεια την πώληση προς εκείνη χωρίς γνώση των οικονομικών της. έπραξε δε έτσι με δόλο και τούτο ενισχύεται από το γεγονός ότι μετά την αποχώρηση από το συνεταιρισμό του Ι. Μ. και την ίδρυση εκ μέρους του άλλου συνεταιρισμού, ο τελευταίος τον προσέλαβε ως υπάλληλο. Κατά συνέπεια πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης πράξης".
Στο διατακτικό της, η απόφαση δέχθηκε επί λέξει, τα παρακάτω: "Κηρύσσει τον ως άνω κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στη Βέροια Ν. Ημαθίας, την 29 Μαΐου 2006, ενώ εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας, ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Ειδικότερα, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας του Ι. Μ. του Δ., ενώπιον της Εισηγήτριας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, στο κατάστημα του Πρωτοδικείου Βέροιας, στο πλαίσιο διεξαγωγής αποδείξεων που τάχθηκαν με την υπ' αριθμ. 155/ΤΠ/2001 προδικαστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, προς ανταπόδειξη της υπ' αριθμ. κατάθεσης 3971/ΤΠ/412/1999 αγωγής αποζημίωσης από αδικοπραξία του εγκαλούντος, αγροτικού συνεταιρισμού οπωροκηπευτικών Αγ. Γεωργίου Ν. Ημαθίας με το διακριτικό τίτλο "Α.Σ.Ο. ΔΗΜΗΤΡΑ", που εδρεύει στον Αγ. Γεώργιο Ν. Ημαθίας και εκπροσωπείται νόμιμα κατά του Ι. Μ., την 29 Μαΐου 2006, που ορίστηκε χρόνος εξέτασης των μαρτύρων, κατέθεσε μεταξύ άλλων, κατά λέξη τα εξής: "... Ήμουν υπάλληλος του Α.Σ.Ο. ΔΗΜΗΤΡΑ (ενν. του εγκαλούντος) από το έτος 1988 έως και το έτος 2002. Τα καθήκοντα μου ειδικότερα ήταν διευθυντικά και είχα άμεση σύνδεση με τον πρόεδρο του συνεταιρισμού. Ο συνεταιρισμός κατά το χρόνο που πήγα εγώ και έπιασα δουλειά, δηλαδή το 1988, είχε μια αλματώδη οικονομική εξέλιξη, ήταν από τους μεγαλύτερους συνεταιρισμούς στην Ελλάδα και είχε φτάσει στο σημείο να διεκδικεί την εξαγορά μεταποιητικών επιχειρήσεων, όπως το ΒΕΡΜΙΟ ΝΑΟΥΣΑ. Από τα εκλεγέντα μέλη στο Δ.Σ. του συνεταιρισμού, μόνο ο κ. Μ., από της ιδρύσεως του συνεταιρισμού και αργότερα ο κ. Μ. διέθεταν διοικητική εμπειρία. Όλοι οι υπόλοιποι δεν είχαν έως τότε διοικητική εμπειρία. Η εμπορική συνεργασία μεταξύ του Α.Σ.Ο. ΔΗΜΗΤΡΑ και της ΒΙΟΠΑΚ Α.Β.Ε.Ε. ήταν σε δύο επίπεδα, το πρώτο ήταν η προμήθεια των ροδάκινων τα οποία μεταποιούσε η ΒΙΟΠΑΚ Α.Β.Ε.Ε. στο εργοστάσιο της στα ..., ήταν δηλαδή - σε αυτό το πεδίο συναλλαγής - ο Α.Σ.Ο. ΔΗΜΗΤΡΑ πωλητής και η ΒΙΟΠΑΚ Α.Β.Ε.Ε. αγοραστής, ενώ το δεύτερο επίπεδο ήταν η πώληση υλικών συσκευασίας (χαρτοκιβωτίων από τη ΒΙΟΠΑΚ Α.Β.Ε.Ε. στον Α.Σ.Ο. ΔΗΜΗΤΡΑ), δηλαδή σ' αυτήν την εμπορική συναλλαγή πωλήτρια ήταν η ΒΙΟΠΑΚ Α.Β.Ε.Ε. και αγοραστής ήταν ο Α.Σ.Ο. ΔΗΜΗΤΡΑ. Η συνεργασία του Α.Σ.Ο. ΔΗΜΗΤΡΑ με τη ΒΙΟΠΑΚ Α.Β.Ε.Ε. ήταν άριστη και γι' αυτό όλα αυτά τα χρόνια ήμασταν συνεργάτες. Δεν τηρούνταν κάποια διαδικασία υποβολής προσφορών για την προμήθεια χαρτοκιβωτίων. Ο πρόεδρος του Δ.Σ. ήταν εξουσιοδοτημένος να συνάπτει συμφωνίες για την προμήθεια χαρτοκιβωτίων και για όλες τις συναλλαγές του συνεταιρισμού... Το περιεχόμενο και ο τρόπος συνεργασίας, καθ' όλη τη διάρκεια της εμπορικής συνεργασίας του Α.Σ.Ο. ΔΗΜΗΤΡΑ με τη ΒΙΟΠΑΚ Α.Β.Ε.Ε. ήταν ο ακόλουθος: Δίνονταν η παραγγελία από το συνεταιρισμό προς τη ΒΙΟΠΑΚ, στη συνέχεια δίνονταν στη ΒΙΟΠΑΚ μεταχρονολογημένες επιταγές που αντιστοιχούσαν στο συμφωνηθέν τίμημα και οι οποίες πληρώνονταν κατά το χρόνο της εκτέλεσης της παραγγελίας, δηλαδή της παράδοσης των υλικών συσκευασίας, 5-6 μήνες μετά την παραγγελία. Ο αμέσως προαναφερόμενος τρόπος (περιεχόμενο) συνεργασίας ήταν από το έτος 1995 και μετά, δηλαδή έως και το έτος 1998, καθ' όσον τα προηγούμενα έτη (έτη 1992, 1993 και 1994) η συνεργασία δεν ήταν αυτή, ήταν το πρώτο χρονικό διάστημα της μεταξύ μας συνεργασίας, η οποία στην εξέλιξη της ήταν άψογη, τέλεια. Με τον τρόπο συνεργασίας που ανέφερα προηγουμένως, δηλαδή με την παραγγελία που δίνονταν νωρίτερα, την έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών και την παράδοση των υλικών συσκευασίας μετά από 5-6 μήνες, συγχρόνως με την πληρωμή των επιταγών, ο συνεταιρισμός διασφάλιζε τη χαμηλή τιμή, την καλύτερη ποιότητα και το σύνολο της ποσότητας που ήθελε ...". Όλα όμως τα γεγονότα είναι ψευδή και ο παραπάνω κατηγορούμενος τα κατέθεσε ενόρκως εν γνώσει της αναληθείας τους".
Η ανωτέρω, όμως, αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, συνδυαζόμενη και με το διατακτικό της, δεν είναι η επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι το σκεπτικό της, σε σχέση με το διατακτικό, είναι ελλιπές, καθόσον, στο μεν σκεπτικό, φέρονται ως ψευδή, μόνο δύο γεγονότα, ήτοι: α) ότι τα καθήκοντά του (κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος), στο συνεταιρισμό ήταν διευθυντικά, ενώ το αληθές είναι ότι ήταν υπάλληλος του συνεταιρισμού και β) ότι ο Ι. Μ., (υπέρ του οποίου κατέθεσε ως μάρτυρας ο κατηγορούμενος), που ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. του Συνεταιρισμού, ήταν εξουσιοδοτημένος να συνάπτει συμφωνίες για όλες τις συναλλαγές τούτου, ενώ το αληθές είναι ότι δεν είχε εξουσιοδότηση προς τούτο. Στο διατακτικό όμως, ως ψευδή γεγονότα, φέρονται όλα, όσα αναφέρονται στην κατάθεσή του παραπάνω κατηγορουμένου ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, που είναι πολύ περισσότερα από τα αναφερόμενα κατά τα άνω, στο σκεπτικό. Πέραν των ανωτέρω, η ως άνω αιτιολογία, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και εκ του λόγου ότι, δεν αντιπαρατίθενται ως προς όλα τα γεγονότα που περιλαμβάνονται στην, εντός εισαγωγικών, παρατιθέμενη στο διατακτικό, κατάθεση του μάρτυρα, τα οποία το Εφετείο δέχθηκε ως ψευδή στο σύνολό τους και κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, ποια ήταν τα αντιστοίχως αληθινά, τα οποία γνώριζε ο ενόρκως εξετασθείς κατηγορούμενος αναιρεσείων και εν επιγνώσει αυτών κατέθεσε τα αναφερόμενα ως άνω, αλλ' αντιπαρατίθενται μόνο στο σκεπτικό, τα αληθινά, ως προς ορισμένα μόνον από τα φερόμενα ως ψευδώς κατατεθέντα, ήτοι τα δύο γεγονότα, που κατά τα άνω διαλαμβάνονται στο σκεπτικό. Πέραν των ανωτέρω, υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση, δέχεται αντιφατικά το ίδιο γεγονός, ως ψευδές και αληθές ταυτόχρονα, ειδικότερα, ενώ στο σκεπτικό αναφέρει ως αληθές γεγονός ότι "ο κατηγορούμενος ήταν υπάλληλος του συνεταιρισμού", εν τούτοις στο διατακτικό αναφέρει ως ψευδές γεγονός ότι "ήμουν υπάλληλος του Α.Σ.Ο. ΔΗΜΗΤΡΑ (ενν. του εγκαλούντος) από το έτος 1998 έως και το έτος 2002". Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, 2ος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλει ο αναιρεσείων έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας του ετέρου λόγου αναίρεσης. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 3/2012 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (Πλημ/των). Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδορκία μάρτυρος. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Σκεπτικό ελλιπές σε σχέση με το διατακτικό, αφού στο διατακτικό αναφέρεται ως ψευδές το σύνολο της κατάθεσης του κατηγορουμένου ενώπιον του Εισηγητή, ενώ στο σκεπτικό αναφέρονται ως ψευδή μόνο δύο γεγονότα, από τα παραπάνω κατατεθέντα. Επί πλέον δεν αναφέρονται τα αληθή γεγονότα. Αντίφαση σκεπτικού - διατακτικού. Αναιρεί.
|
Ψευδορκία μάρτυρα
|
Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 106/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ε. Ξ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Κ. Ξ. του Ν., 2) Ε. Ξ. συζ. Κ., το γένος Δ. Φ., 3) Μ. - Δ. Ξ. του Κ., και 4) Μ. Ξ. του Κ., κατοίκων ... . Ο 1ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, οι 2η και 4η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ξύγκη και η 3η εκπροσωπήθηκε από το ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3765/2007 μη οριστική, 7703/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2840/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 26/7/2010 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1874/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 9/3/2012 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 21/10/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από την 3288γ/18-5-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναιρεσίβλητοι μετά την κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης της με την 1874/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της 55/2012 πράξης της Προέδρου του Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία μετά από αίτηση των αναιρεσιβλήτων ορίστηκε συντομότερη δικάσιμος για συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας (της 5-12-2012) αντί της 2-10-2013 που είχε οριστεί μετά από κλήση του αναιρεσείοντος και κλήση για συζήτηση σ' αυτή τη δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον απολειπόμενο αναιρεσείοντα. Ο τελευταίος όμως δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία αυτή εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει παρά την απουσία του.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 795 επ., 1113 και 1142 επ. Α.Κ., 480 παρ. 1, 482 παρ. 1 κα. 484 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι το δικαίωμα λύσης της κοινωνίας, μορφή της οποίας αποτελεί και η συγκυριότητα, ανήκει στους κοινωνούς συγκυρίους μεταξύ των οποίων και ο ψιλός κύριος, όχι όμως και στον επικαρπωτή, αφού αυτός δεν είναι συγκύριος του κοινού. Ο επικαρπωτής προσεπικαλείται υποχρεωτικά στη δίκη της διανομής ο οποίος ανεξαρτήτως παρεμβάσεως του ή μη καθίσταται αναγκαίος ομόδικος. Τέτοια προσεπίκληση δεν απαιτείται αν ο επικαρπωτής ασκεί από κοινού με τον ψιλό κύριο την αγωγή διανομής. Βέβαια η επικαρπία σε ιδανικό μερίδιο του κοινού ακινήτου αν χωρήσει αυτούσια διανομή του περιορίζεται στα μερίδια τα οποία περιέρχονται με τη διανομή στον κοινωνό-ψιλό κύριο. Ο περιορισμός αυτός επέρχεται εκ του νόμου και δεν απαιτείται να απαγγελθεί από το δικαστήριο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο εχώρησε στην παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της εκκαλουμένης απόφασης, που είχε απορρίψει κατά την κυρία βάση την αγωγή και είχε δεχτεί αυτήν κατά την επικουρική βάση της και είχε διατάξει την πώληση με πλειστηριασμό των επικοίνων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και δέχτηκε την κυρία βάση της αγωγής, διάταξαν την αυτούσια διανομή των επικοίνων οριζοντίων ιδιοκτησιών, χωρίς να διατάξει την άσκηση της επικαρπίας από τους επικαρπωτές, δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους, στο μερίδιο το οποίο θα περιέλθει στους ψιλούς κυρίους, δύο τελευταίες αναιρεσίβλητες. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν ήταν αναγκαίο να περιλάβει στην απόφαση του διάταξη ότι η επικαρπία των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων περιορίζεται στο λαχόν στις ψιλές κυρίες λοιπές αναιρεσίβλητες. Οι περιεχόμενες στον ίδιο λόγο λοιπές αιτιάσεις από τους αριθ. 8β και 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού η άρνηση της νομιμοποιήσεως των επικαρπωτών δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων στην άσκηση της ένδικης αγωγής δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. και ούτε "αίτηση" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ.
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, "η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται, εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κανονισμός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος ". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή και των δικαιοπαρόχων του ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του κατά τις περί δικαίου τις ηθικές αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 17/1995 Ολ.ΑΠ 7/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο σιγή απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, άλλως δεν έλαβε τούτην υπόψη, άλλως άφησε αίτηση αδίκαστη. Οι επικαλούμενες αιτιάσεις από τους αριθ. 1, 8β και 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της έφεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων δεν πρόβαλε παραδεκτά ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, τα δε αναφερόμενα στην προσθήκη των προτάσεων του μετά τη συζήτηση της έφεσης ότι από εμπάθεια και εκδικητική μανία οι αντίδικοι του ζητούν την αυτούσια διανομή των επικοίνων ακινήτων, η οποία θα είναι καταστροφική αφού εκμηδενίζεται η αγοραία αξία αυτών, αλλά και η χρηστικότητα τους, ανεξάρτητα αν συνιστούν νόμιμη ένσταση εκ του άρθρου 281 Α.Κ., απαραδέκτως προτάθηκαν με την προσθήκη των προτάσεων.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 798, 799, 800, 801 ΑΚ και 480, 481 και 484 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 1113 ΑΚ, εφαρμόζονται επί διανομής κοινού πράγματος, συνάγονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: α) Αν δεν συμφωνούν όλοι οι κοινωνοί για τη λύση της κοινωνίας με διανομή, κάθε κοινωνός μπορεί να ζητήσει τη δικαστική διανομή κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ β) Αίτημα της αγωγής διανομής πράγματος αποτελεί η λύση της κοινωνίας που υπάρχει επ' αυτού, ο δε τρόπος λύσης της κοινωνίας, δηλαδή το αν η λύση αυτής θα γίνει με αυτούσια διανομή ή με πώληση δια πλειστηριασμού, δεν περιλαμβάνεται στο αίτημα της αγωγής διανομής, αλλά ανήκει στις εξουσίες του αρμόδιου δικαστηρίου, Η διανομή γίνεται αυτουσίως αν το αντικείμενο ή τα αντικείμενα που πρόκειται να διανεμηθούν είναι δυνατό χωρίς μείωση της αξίας να διανεμηθούν σε ομοειδή μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: "Τα επίκοινα ακίνητα είναι δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες και συγκεκριμένα ένα κατάστημα και μία αποθήκη, που βρίσκονται στον ισόγειο και υπόγειο, αντίστοιχα, όροφο μιας διώροφης οικοδομής, που έχει κατασκευασθεί επί οικοπέδου 280,90 τ.μ. η οποία βρίσκεται στη θέση "ΑΧΛΑΔΟΚΑΜΠΟΣ" του Δήμου Χαλανδρίου, στο 562 Ο. Τ. επί της οδού ... αρ. 39. Η οικοδομή αυτή που αποτελείται από Υπόγειο, Ισόγειο, Πρώτο και Δεύτερο όροφο έχει υπαχθεί στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας, δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας υπ' αριθμ. .../19-2-2001 πράξης συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας και ρύθμισης σχέσεως των συνιδιοκτητών της συμβολαιογράφου Ταμυνέων Σταυρούλας Αποστόλου - Κηρύκου (τόμος 340 αριθμός ...). Από τα επίκοινα ακίνητα η μεν αποθήκη έχει επιφάνεια 99,60 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 250%ο, συνορεύει βόρεια με ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και πέραν τούτου με την οδό ..., νότια με ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και πέραν τούτου με ιδιοκτησία Α. Μ., ανατολικά με ακάλυπτο χώρο και πέραν τούτου με ιδιοκτησία Α. Μ. και δυτικά με ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Κ., το δε ισόγειο κατάστημα, εντός του οποίου υπάρχει WC, έχει επιφάνεια 99,60 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 250%ο και συνορεύει βόρεια με ακάλυπτο χώρο και πέραν αυτού με την οδό ..., νότια και ανατολικά με ακάλυπτο το χώρο και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Α. Μ. και δυτικά με κλιμακοστάσιο, ακάλυπτο χώρο και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Κ.. Όπως συνομολογούν οι διάδικοι στις εν λόγω οριζόντιες ιδιοκτησίες είναι συγκύριος με ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο εναγόμενος, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό συγκυριότητας 50% εξ αδιαιρέτου κατανέμεται στους ενάγοντες ως ακολούθως: Α) η υπόγεια αποθήκη ανήκει κατά ψιλή κυριότητα και ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου σε κάθε μία από τις ενάγουσες Μ. -Δ. Ξ. και Μ. Ξ., ενώ η επικαρπία ανήκει επίσης κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου σε καθένα από τους ενάγοντες Κ. Ξ. και Ε. Ξ., β) το ισόγειο κατάστημα ανήκει κατά ψιλή κυριότητα και ποσοστό 21,25% εξ αδιαιρέτου σε κάθε μία από τις ενεργούσες Μ. -Δ. Ξ. και Μ. Ξ., ενώ η επικαρπία ανήκει επίσης κατά ποσοστό 21,25% εξ αδιαιρέτου σε καθένα από τους ενάγοντες Κ. Ξ. και Ε. Ξ. και το υπόλοιπο ποσοστό 7,5% της πλήρους κυριότητας ανήκει στην ενάγουσα Ε. Ξ.. περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι με βάση το εμβαδόν των επίκοινων ακινήτων (οριζόντιων ιδιοκτησιών) και τις μερίδες των διαδίκων (δύο μερίδες, ενόψει ότι οι ενάγοντες ζητούν να λάβουν κοινή μερίδα) τόσο το ισόγειο κατάστημα που είναι από παντού ελεύθερο και έχει πρόσοψη 8,05μ. επί της οδού ..., όσο και η υπόγεια αποθήκη είναι δυνατόν το καθένα να χωριστεί σε δύο μέρη, καθένα από τα οποία θα αποτελεί αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία. Δηλαδή είναι δυνατόν να διανεμηθούν αυτουσίως το μεν ισόγειο κατάστημα με τη φυσική διαίρεση του σε δύο αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες (καταστήματα) εμβαδού το ένα (ανατολικό) 49,37 τ.μ. και το άλλο (δυτικό) 50,16 τ.μ., καθένα από τα οποία θα είναι γωνιαίο και θα έχει πρόσοψη και ανεξάρτητη κύρια είσοδο από την οδό ..., η δε υπόγεια αποθήκη με τη φυσική διαίρεση της σε δύο επίσης αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες (αποθήκες) εμβαδού η μία (ανατολική) 49,37 τ.μ. και η άλλη (δυτική) 50,16 τ.μ. Τον ως άνω τρόπο διανομής υποδεικνύει και ο διορισθείς κατά τα ως άνω πραγματογνώμονας, πολιτικός μηχανικός Κ. Θ. με τη σχετική 347/2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, στην οποία κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα και στοιχεία που του παρέδωσαν οι διάδικοι και αφού διενήργησε αυτοψία παρουσία των διαδίκων και του τεχνικού συμβούλου του εναγομένου. Σύμφωνα με την έκθεση αυτή είναι εφικτή η αυτούσια διανομή των επί κοινών ακινήτων με τη δημιουργία δύο μερών για το ισόγειο κατάστημα και δύο μερών για την υπόγεια αποθήκη σε σχήμα ορθογωνίου ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών (κοινή μερίδα οι ενάγοντες και μία μερίδα ο εναγόμενος). Έτσι, μπορεί να δημιουργηθούν τόσο για το ισόγειο κατάστημα όσο και για την υπόγεια αποθήκη το ανατολικό μέρος, που αναφέρεται ως τμήμα Α και το Δυτικό, που αναφέρεται ως τμήμα Β στις επισυναπτόμενες στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης από Νοεμβρίου 2007 κατόψεις ισογείου και υπογείου. Και για τα δύο ακίνητα (ισόγειο κατάστημα και υπόγεια αποθήκη) το τμήμα Α έχει εμβαδόν 49,37 τ.μ. και το τμήμα Β 50,16 τ.μ. Στο σημείο Α η υπόγεια αποθήκη θα είναι επισκέψιμη από το εσωτερικό μέσω της ήδη υπάρχουσας εσωτερικής σκάλας, στο δε τμήμα Β η υπόγεια αποθήκη θα είναι επισκέψιμη μέσω θύρας από το κατάστημα προς το ήδη υπάρχον κλιμακοστάσιο. Όσον αφορά τα WC είναι δυνατόν αυτά να κατασκευαστούν στους υπόγειους χώρους, η δε αποχέτευση τους θα γίνει μέσω αντλητικής διάταξης, ενώ η ανεξαρτητοποίηση των εγκατεστημένων δικτύων (ηλεκτρικού ρεύματος / ύδρευσης / θέρμανσης, αποχέτευσης) είναι τεχνικά εφικτή. Εξάλλου για την υλοποίηση της πιο πάνω λύσης θα απαιτηθεί δαπάνη που δεν είναι σημαντική και πιο συγκεκριμένα α) για την κατασκευή του διαχωριστικού τοίχου, το κόστος που θα περιλαμβάνει την εργασία, τα υλικά για την τοιχοποιία, τα επιχρίσματα και το χρωματισμό θα ανέλθει στο ποσό των 6.000 ευρώ, β) για την κατασκευή των δύο WC διαστάσεων 1,85 Χ 1,30μ. θα απαιτηθεί δαπάνη 7.000 ευρώ, που περιλαμβάνει την εργασία και τα υλικά για την αποπεράτωση τους (πλακίδια, είδη υγιεινής, υδραυλικές εγκαταστάσεις, αξεσουάρ, αντλία) και γ) για την σφράγιση της υπάρχουσας καταπακτής θα απαιτηθεί δαπάνη 1000 ευρώ. Περαιτέρω η αληθινή αγοραία αξία (συναλλακτική αξία) των καταστημάτων που θα δημιουργηθούν με τη διανομή ανέρχεται σήμερα στο ποσό των 80.000 ευρώ, για κάθε κατάστημα και συνολικά στο ποσό των 160.000 ευρώ, ενώ για κάθε αποθήκη στο ποσό των 12.500 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 25.000 ευρώ, ενώ η αξία τους πριν από τη διανομή ανέρχεται επίσης στα ίδια πιο πάνω ποσά των 160.000 και 25.000 ευρώ, αντίστοιχα, η δε αντικειμενική αξία τους ανέρχεται των μεν καταστημάτων στο ποσό των 69.000 ευρώ για έκαστο, των δε αποθηκών στο ποσό των 10.300 ευρώ για κάθε μία, ενώ η αντικειμενική τους αξία πριν από τη διανομή, η οποία λόγω της συγκυριότητας απομειώνεται κατά 10% ανέρχεται του μεν καταστήματος στο ποσό των 143.100 ευρώ (159.000 - 15.900) της δε αποθήκης στο ποσό των 20.901 ευρώ. Έτσι, τα πιο πάνω δημιουργούμενα δύο καταστήματα και δύο αποθήκες είναι ισάξια ενόψει του εμβαδού τους και λοιπών χαρακτηριστικών τους, ενώ η διαίρεση του όλου καταστήματος και της όλης αποθήκης δεν θα μειώσει την αξία που αυτά είχαν πριν αυτή (διαίρεση) . Εξάλλου, η περιοχή που βρίσκονται τα επίκοινα ακίνητα δεν χαρακτηρίζεται από εμπορική κίνηση, αφού η πλειονότητα των κτιρίων είναι κατοικίες, έτσι η εκμίσθωση των καταστημάτων και των αποθηκών, που θα δημιουργηθούν, λόγω του μικρότερου εμβαδού τους και συνακόλουθα χαμηλότερου μισθώματος τους θα είναι ευχερέστερη και οικονομικά περισσότερο συμφέρουσα για τους ιδιοκτήτες τους, αφού θα μπορούν να τα εκμισθώσουν, ως παντοπωλεία, οπωρολαχανοπωλεία, πρατήρια ειδών ζαχαροπλαστικής, πρατήρια άρτου, έτοιμων φαγητών, κρεοπωλεία, φαρμακεία, ιατρεία, κτηνιατρεία, κομμωτήρια, τεχνικά γραφεία κλπ, ενώ σήμερα χρησιμοποιούνται ως χώρος εναπόθεσης άχρηστων υλικών. Με την ως άνω έκθεση του πραγματογνώμονα, η οποία είναι πλήρως αιτιολογημένη και σαφής και ως εκ τούτου κρίνεται ακριβής, συμπορεύεται και η πολιτικός μηχανικός Μ. Α. στη σχετική έκθεση της, η οποία με πρωτοβουλία των εναγόντων εξετάστηκε και ως μάρτυρας. Το αντίθετο συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο τεχνικός σύμβουλος των εναγομένων πολιτικός μηχανικός Ι. Κ., ο οποίος εντοπίζει το ανέφικτο και ασύμφορο της κατά τον ανωτέρω τρόπο διανομής στο ότι τα δύο καταστήματα που θα προκύψουν δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν λόγω της μείωσης του εμβαδού τους για πολλές επαγγελματικές χρήσεις καθώς επίσης ότι θα μειωθεί η συνολική αντικε.ιμενική αξία τους, ενώ θα απαιτηθεί δαπάνη για τη δημιουργία δύο καταστημάτων, και δύο αποθηκών, δεν κρίνεται πειστικό και δεν δύναται να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση το Δικαστήριο καθόσον οι αιτιάσεις του αναιρούνται από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού. Με δεδομένο τα όσα πιο πάνω αναφέρονται αποδεικνύεται ότι η αυτούσια διανομή, φυσική διαίρεση, κατά τον παραπάνω τρόπο των επί κοινών ακινήτων είναι προδήλως δυνατή και συμφέρουσα για τους διαδίκους κοινωνούς, αφού τα διανεμητέα εν όψει της φύσης και του είδους τους μπορούν να διανεμηθούν σε μέρη ανάλογα με τις μερίδες των διαδίκων - κοινωνών και μάλιστα με μικρή δαπάνη, ενόψει ότι οι υπάρχοντες ήδη χώροι είναι ενιαίοι, θα έχουν δε αγοραία αξία που δεν θα υπολείπεται της αντίστοιχης σημερινής του όλου καταστήματος και της όλης αποθήκης. Τέλος, η παραπέρα διαίρεση των επίκοινων οριζόντιων ιδιοκτησιών δεν απαγορεύεται από τον κανονισμό της πιο πάνω οικοδομής, ούτε μειώνει την ασφάλεια τους και την ασφάλεια του οικοδομήματος, ενώ δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία των οροφοκτητών". Ακολούθως το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, η οποία είχε δεχτεί την αγωγή κατά την επικουρική βάση της και είχε διατάξει την πώληση με πλειστηριασμό των επικοίνων ακινήτων και δέχτηκε την αγωγή κατά την κυρία βάση της, διάταξαν την αυτούσια διανομή των κοινών ακινήτων. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα ότι είναι εφικτή η αυτούσια διανομή των επιδίκων κοινών ακινήτων, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 800 Α.Κ. και 480 Κ.Πολ.Δ., αφού ορθά εφάρμοσε αυτές και περιέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή τους. Επομένως η περιεχόμενη στον τρίτο, μέρος πρώτο, λόγο αναίρεσης αιτίαση από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμη, ενώ η αιτίαση που περιέχεται στον ίδιο λόγο για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι απορριπτέα ως αόριστη, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται τα διδάγματα κοινής πείρας που παραβιάστηκαν κατά την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής κλπ, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο, μέρος δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι η αυτούσια διανομή των επιδίκων ακινήτων δεν ήταν εφικτή. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι ισχυρισμοί αυτοί που φέρονται ως αγνοηθέντες από το Εφετείο, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προεκτεθείσα έννοια. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού τους ισχυρισμούς αυτούς τους έλαβε υπόψη το Εφετείο ως εκ του πράγματος και τους απέρριψε.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, έγγραφα, που η παραμόρφωση του περιεχομένου τους ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα. Ως εκ τούτου, δεν είναι έγγραφα εκείνα που αποτυπώνουν στο περιεχόμενο τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, οι τεχνικές εκθέσεις, τα πρακτικά των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητού δικαστού, κατά το μέρος που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, καθώς και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκου ή συμβολαιογράφου.
Συνεπώς ο τρίτος, μέρος τρίτο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, των τεχνικών εκθέσεων, τα σχεδιαγράμματα κατόψεως και τις μαρτυρικές καταθέσεις είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Αφού απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-7-2010 αίτηση του Ε. Ξ. για αναίρεση της 2840/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικαστική διανομή. Το δικαίωμα για λύση της κοινωνίας ανήκει στους συγκυρίους μεταξύ των οποίων είναι και ο ψιλός κύριος. Ο επικαρπωτής προσεπικαλείται Προσεπίκληση του επικαρπωτή δεν απαιτείται αν ασκεί από κοινού την αγωγή διανομής. Ο περιορισμός της επικαρπίας στο λαχόν επέρχεται αυτοδίκαια από το νόμο και δεν χρειάζεται σχετική διάταξη του δικαστηρίου. Αίτημα της αγωγής διανομής είναι η λύση της κοινωνίας και αν θα γίνει αυτή αυτούσιας ή με πώληση δια πλειστηριασμού ανήκει στις εξουσίες του αρμόδιου δικαστηρίου. Λόγοι αναίρεσης από το αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεν ιδρύεται αν παραμορφώθηκε το περιεχόμενο της πραγματογνωμοσύνης.
|
Δικαστική διανομή
|
Δικαστική διανομή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 107/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευαγγέλου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων 1. Α. Π. του Κ. και 2. Γ. Λ. του Σ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μπούρα, περί αναιρέσεως της 1341/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα: Α. Κ. του Χ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κούρκουλο.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουλίου 2012 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 894/12.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρο 501 παρ. 1 του ΚΠΔ, ορίζεται ότι "αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης δεν εμφανισθεί ο εκκαλών αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340 του ΚΠΔ, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, υπό την προϋπόθεση ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος κλητεύθηκε εμπροθέσμως και νομίμως, σύμφωνα με τα άρθρα 500 εδ. γ' και 166 του ΚΠΔ. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση. Η διάταξη του άρθρου 349 εφαρμόζεται και υπέρ του εκκαλούντος που δεν μπόρεσε να εμφανιστεί για λόγους ανώτερης βίας κ.λπ.".
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 349 του ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 20 και 33 παρ.5 του ν. 4055/12-3-2012, ορίζεται ότι" 1. Το δικαστήριο, µετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπάγγελτα, µπορεί να διατάξει µόνο µία φορά την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, µε αίτηµα δε κάποιου από τους διαδίκους, µία µόνο φορά, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. 2. Η αναβολή που χορηγείται µε αίτηµα διαδίκου, για λόγο που αφορά αυτόν ή το συνήγορό του, δεν µπορεί να υπερβεί τους τρεις µήνες και διατάσσεται µόνο για σοβαρούς λόγους υγείας, οι οποίοι αποδεικνύονται µε έγγραφο νοσηλευτικού ιδρύµατος, ή λόγους ανώτερης βίας. Οι λόγοι αυτοί προσδιορίζονται στην απόφαση, η οποία πρέπει να είναι ειδικά και εµπεριστατωµένα αιτιολογηµένη.
3. Η κατά τις προηγούμενες παραγράφους αναβολή γίνεται σε δικάσιμο στην οποία προεδρεύει ο ίδιος δικαστής που προήδρευε του δικαστηρίου που χορήγησε την αναβολή, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο στοιχείο Δ' του άρθρου 17 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων (ν. 1756/1988). Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται στις μονομελείς συνθέσεις των δικαστηρίων του πρώτου βαθμού και στα μικτά ορκωτά. Το δικαστήριο πριν διατάξει την αναβολή υποχρεούται να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης για δεκαπέντε το πολύ ημέρες, αιτιολογώντας εμπεριστατωμένα ότι δεν μπορεί ο λόγος της αναβολής να αντιμετωπισθεί με διακοπή.
4. Δεύτερη αναβολή μπορεί να δοθεί για τους ίδιους πιο πάνω λόγους και σύμφωνα με τους ως άνω όρους. Κάθε άλλη αναβολή απαγορεύεται και το δικαστήριο μπορεί μόνο να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι τρεις φορές. Κατά τη διακοπή της συνεδρίασης ο πρόεδρος κατανέμει τις μη εκδικασθείσες υποθέσεις του πινακίου στις επόμενες μετά διακοπή συνεδριάσεις", ενώ κατά το άρθρο 17 Β παρ. 8 του Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων (ν. 1756/1988) απαγορεύεται να προσδιορισθεί ή να αναβληθεί η υπόθεση σε δικάσιμο για την οποία έχει γίνει η κλήρωση της συνθέσεως του δικαστηρίου, εκτός αν συντρέχει κίνδυνος παραγραφής της υποθέσεως, οπότε ο αρμόδιος εισαγγελέας εκδίδει αιτιολογημένη πράξη, που παραμένει στη δικογραφία κ.λπ.
Επίσης, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν αφορά μόνο την κυρία απόφαση αλλά και την παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το δικαστήριο απέρριψε αίτημα αναβολής ή διακοπής της δίκης, λόγω σημαντικών αιτίων , κατά το άρθρο 349 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής αποφάσεως στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του (ΟλΑΠ 7/2005). Η στη συνέχεια δε, μετά την αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος αναβολής, απόρριψη της εφέσεως ως ανυποστήρικτης του νομοτύπως και εμπροθέσμως κλητευθέντος εκκαλούντος-κατηγορουμένου, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' λόγο αναιρέσεως, με τη μορφή της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 1341/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτουν τα εξής: Μετά την εκφώνηση της υποθέσεως και του ονόματος των δύο κατηγορουμένων, που βρέθηκαν απόντες, εμφανίστηκε στο ακροατήριο ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης ..., ο οποίος προσκόμισε και την από 24-5-2012 δήλωση κωλύματος του συνηγόρου των κατηγορουμένων, την οποία ανέγνωσε ο πρόεδρος δημόσια στο ακροατήριο, και δήλωσε, βάσει της από 24-5-2012 επίσης αναγνωσθείσας εξουσιοδοτήσεως των κατηγορουμένων προς αυτόν, ότι "παρίσταται σήμερα στο ακροατήριο μόνον ως άγγελος, για να υποστηρίξει αίτημα αναβολής της δίκης, λόγω κωλύματος στο πρόσωπο του συνηγόρου των κατηγορουμένων δικηγόρου Λάρισας Κωνσταντίνου Τσιούρα, ο οποίος , λόγω ανάθεσης της υπόθεσης σε αυτόν και στο Δικηγόρο Λάρισας Δημήτριο Παπαδόπουλο, προ δύο ημερών, θέλουν αναβολή για να ετοιμάσουν πληρεξούσια και για να προετοιμαστούν για την υπόθεση". Αυτά δε επιβεβαίωσε και ενόρκως εξετασθείς στο ακροατήριο ως μάρτυρας, προσθέτοντας ότι μεταφέρει αίτημα των εκκαλούντων, αλλά και των άνω συνηγόρων τους για αναβολή, άλλως για να διακοπεί η δίκη "για ένα εύλογο χρονικό διάστημα, προκειμένου να προετοιμαστούν στοιχειωδώς τουλάχιστον, γιατί είναι μία ογκωδέστατη δικογραφία".
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά απορριπτική εισαγγελική πρόταση απέρριψε το παραπάνω αίτημα αναβολής ή διακοπής της δίκης, με το εξής αιτιολογικό: "Στην προκείμενη περίπτωση από την κατάθεση του ερχομένου ως αγγέλου, δικηγόρου Θεσσαλονίκης που εξετάστηκε στο ακροατήριο, και τα προσκομισθέντα και αναγνωσθέντα δημόσια στο ακροατήριο, που υπάρχουν στη δικογραφία 1. την από 24-5-2012 εξουσιοδότηση, και 2. την από 24-5-2012 δήλωση του δικηγόρου Λαρίσης Κωνσταντίνου Τσιούτρα, δεν αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν κάποιο σοβαρό πρόβλημα το οποίο να τους εμπόδισε να εμφανιστούν στο Δικαστήριο αυτό προς υποστήριξη των εφέσεως των. Άλλωστε και τα ως άνω προσκομισθέντα (εξουσιοδότηση και δήλωση) δεν πιστοποιούν κάτι τέτοιο, αλλά κυρίως επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, προκειμένου αυτοί να πετύχουν την αναβολή της συζήτησης της υποθέσεως των. Ως εκ τούτου ενισχύεται η ανωτέρω κρίση περί της ουσιαστικής αβασιμότητας του αιτήματος των κατηγορουμένων περί αναβολής της δίκης. Δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί βεβαίως, ότι οι κατηγορούμενοι θα μπορούσαν - εν όψει μάλιστα και του χρόνου που φέρεται ότι τελέσθηκαν οι ως άνω πράξεις που αποδίδονται σ' αυτούς - να εξουσιοδοτήσουν τους συνηγόρους τους, που κατά την αναγνωσθείσα δήλωση είναι ο Κωνσταντίνος Τσιούτρας και κατά την κατάθεση του μάρτυρα οι Ιωάννης Τσιούτρας και Δημήτριος Παπαδημόπουλος, (δικηγορικά γραφεία Λάρισας), να τους εκπροσωπήσουν στην δίκη αυτή. Περαιτέρω, ο επικαλούμενος λόγος από τον συνήγορο των κατηγορουμένων Κωνσταντίνου Τσιούτρα, όπως αυτός έχει υποβληθεί προς το Δικαστήριο, με την ως άνω από 24-5-2012 δήλωση του, (επειδή εντελώς προσφάτως έλαβε την εντολή υπεράσπισης, δεν έχει λάβει γνώση της ογκώδους δικογραφίας και αδυνατεί εξ αντικειμένου να παραστεί ως συνήγορος των, γι'αυτό παρακαλεί για μία σύντομη αναβολή), θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και παρελκυστικός, αποβλέπων δηλαδή σε παρέλκυση της δίκης, ώστε να παραγραφούν τα πλημμελήματα. Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αναβολής της δίκης και το υποβληθέν προφορικώς και επικουρικώς από τον, ως άγγελο εξεταζόμενο, δικηγόρο για διακοπή της δίκης μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών, όπως προβλέπει η παράγραφος 3 του ως άνω άρθρου 349 Κ.Π.Δ., δεδομένου ότι, λόγω της συμμετοχής των δικαστών που συγκροτούν το δικαστήριο τούτο σε άλλες συνθέσεις πολιτικών ή ποινικών δικαστηρίων, αλλά λόγω και της έλλειψης αίθουσας ακροατηρίου σε συγκεκριμένες ημέρες, δεν μπορεί το Δικαστήριο να συγκροτηθεί με την ίδια σύνθεση μέσα στην ως άνω προθεσμία." Με τις παραπάνω παραδοχές, η άνω παρεμπίπτουσα απορριπτική των αιτημάτων αναβολής ή διακοπής της δίκης απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα κατά πλειοψηφία (4-1), περιέχει την επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού μνημονεύει, τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το δικαστήριο, για να καταλήξει στην παραπάνω απορριπτική κρίση του, αναφέρονται τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το δικαστήριο θεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα του εν λόγω αιτήματος αναβολής, αναφέρονται και οι συλλογισμοί με τους οποίους κατέληξε στην κρίση αυτή. Στη συνέχεια δε το δικαστήριο, ορθά, κατ' άρθρο 501 παρ.1 ΚΠΔ, απέρριψε τις εφέσεις των κατηγορουμένων ως ανυποστήρικτες, αφού ερεύνησε ότι οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως και δεν υπερέβη την εξουσία του. Ειδικότερα, α) όσον αφορά την παραπάνω αιτιολογία απόρριψης του κυρίου αιτήματος αναβολής, το δικαστήριο αιτιολογεί ειδικά και επαρκώς εμπεριστατωμένα ότι πρόκειται για αναβολή που ζητείται, χωρίς να αποδεικνύεται ότι οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν κάποιο σοβαρό πρόβλημα το οποίο τους εμπόδισε να εμφανισθούν στο δικαστήριο,(ασθένεια ή ανωτέρα βία), ότι οι κατηγορούμενοι θα μπορούσαν ενόψει και του χρόνου τελέσεως των πράξεων που τους αποδίδονται (Σεπτ. 2003- 27/1/2004 και Νοέμβρ. 2004-12/2004) να εξουσιοδοτήσουν τους άνω δικηγόρους τους, ο δε επικαλούμενος από τον εξουσιοδοτημένο δικηγόρο τους Ιωάννη Τσιούτρα λόγος αναβολής, ότι δεν έχει λάβει γνώση της ογκώδους δικογραφίας, επειδή εντελώς προσφάτως έλαβε την εντολή υπεράσπισης, είναι παρελκυστικός, αποβλέπων σε παρέλκυση της δίκης, ώστε να παραγραφούν τα πλημμελήματα. β) όσον αφορά την παραπάνω αιτιολογία απορρίψεως του επικουρικά υποβληθέντος αιτήματος διακοπής της δίκης για εύλογο χρόνο, για να προετοιμαστούν οι εξουσιοδοτηθέντες δικηγόροι των κατηγορουμένων, το δικαστήριο αιτιολογεί ειδικά και επαρκώς ότι, λόγω συμμετοχής των δικαστών που συγκροτούν το δικαστήριο σε άλλες συνθέσεις πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, αλλά και λόγω έλλειψης αιθουσών ακροατηρίου αδυνατεί να διακόψει τη δίκη και να συγκροτηθεί "μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών" , που προβλέπει η παρ.3 του άρθρου 349 ΚΠΔ.
Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η πιο πάνω παρεμπίπτουσα απορριπτική απόφαση της 25-5-2012, στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Όσον αφορά την ειδικότερη αιτίαση, ότι το δικαστήριο "αφήνει εντελώς αναιτιολόγητο το αίτημα για διεξαγωγή της δίκης τη Δευτέρα 28-5-2012, αίτημα μάλιστα που υποστηρίχτηκε από ένα μέλος του δικαστηρίου, που μειοψήφησε στην απόρριψη ...", σημειώνεται ότι το δικαστήριο, αιτιολογημένα ως παραπάνω αποφάνθηκε, ότι υπάρχει αδυναμία συγκροτήσεώς του " μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών", που προβλέπει η παρ.3 του άρθρου 349 ΚΠΔ, ήτοι αιτιολογεί ότι δε μπορούσε να συγκροτηθεί νόμιμα ούτε και την 28-5-2012, χωρίς να προκύπτει από κάποιο στοιχείο η επίκληση των αναιρεσειόντων (στο υπόμνημά τους), ότι το δικαστήριο συνέχισε την εκδίκαση άλλων υποθέσεών του και την 28-5-2012, ενώ τον αναφερόμενο στο αιτιολογικό χρόνο τελέσεως των πράξεων και τον πράγματι υφιστάμενο άμεσο κίνδυνο παραγραφής, το δικαστήριο δεν επικαλείται ως κύρια αιτιολογία απόρριψης του αιτήματος αναβολής, αλλά μόνον επικουρικά ομού με την καθυστερημένη εντολή υπεράσπισης στους συνηγόρους των εκκαλούντων, για να αιτιολογήσει το σκοπό των εκκαλούντων που διέγνωσε, για παρέλκυση και μόνο της δίκης, ώστε να παραγραφούν τα πλημμελήματα αυτά. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 18/2-7-2012 κοινή αίτηση της Α. Π. του Κ. και του Γ. Λ. του Σ., περί αναιρέσεως της 1341/25-5-2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αιτούντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ τον καθένα και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας, που ανέρχονται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διακεκριμένη απάτη και πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση. Απόρριψη έφεσης ως ανυποστήρικτης. Απορρίπτεται ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η παρεμπίπτουσα απορριπτική του αιτήματος αναβολής, άλλως διακοπής της δίκης απόφαση, στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως αβάσιμος.
|
Πλαστογραφία
|
Απάτη, Πλαστογραφία, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 1
|
Αριθμός 104/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Α. Κ. του Σ. και 2) Π. Κ. του Ι., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γανωτή, για αναίρεση της υπ'αριθ.3655/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Κ. του Ι., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Οικονόμου.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 25 Ιουνίου 2012 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 828/2012.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Αρείου Πάγου οι από 25-6-2012 δύο αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων Α. Κ. και Π. Κ. οι οποίες είναι παραδεκτές στρεφόμενες δε κατά της αυτής υπ' αριθ. 3655/2012 αποφάσεως του Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 358,364 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί μόνο να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί, ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενο του και ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ πιο πάνω δικαιώματα του, δεδομένου μάλιστα, ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το περιεχόμενο τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου, που αναγνώσθηκε, δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης, ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σε αυτό την κρίση του, οπότε, όμως, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του, έτσι, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά δεν συμπίπτουν πάντοτε, με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου τους. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενο του.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την κατά το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα, που καθιδρύει, κατά τα ανωτέρω, τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, επικαλούμενοι ότι το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση του έλαβε υπόψη του και στήριξε την περί της ενοχής κρίση του και στο υπ' αριθμ. 15 έγγραφο του πίνακα των αναγνωστέων εγγράφων που προσδιορίζεται ως "η υπ' αριθμ. 161/6-1-07 Πραγματογνωμοσύνη", πλην όμως τα στοιχεία αυτά με τα οποία προσδιορίζεται η ταυτότητα του εγγράφου είναι ελλιπή με αποτέλεσμα να καταλείπεται αμφιβολία για το ποίο έγγραφο αναγνώσθηκε. Με την πιο πάνω αναφορά του εγγράφου αυτού ενόψει και της αριθμήσεως του επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα του και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του αφού, ειδικότερα με την ανάγνωση του κειμένου του, κατέστη γνωστό και κατά το περιεχόμενο του στους αναιρεσείοντες, οπότε αυτοί είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, όπως και των υπολοίπων, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού του στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι δεν υπήρχαν άλλα έγγραφα με τα στοιχεία αυτά. Ως εκ τούτου, το Τριμελές Εφετείο, που δίκασε, ορθώς έλαβε υπόψη του το ως άνω αριθμούμενο έγγραφο. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγοι αμφοτέρων των αναιρέσεων, με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια της, κατά το άρθρο 171 παρ.1δ ΚΠΔ, απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας, προς στήριξη της περί ενοχής των αναιρεσειόντων κρίσης του, έλαβε υπόψη του το πιο πάνω αριθμούμενο έγγραφο, που αναγνώσθηκε, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητα του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της από 25-6-2012 αναίρεσης του Α. Κ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τον λόγο ότι παρά την αναφορά στην αιτιολογία της προσβαλλομένης ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε και η αναγνωσθείσα από 11.04.2005 έκθεση ένορκης εξέτασής του, δεν λήφθηκε υπόψη, αφού το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου έρχεται σε καταφανή αντίθεση με τις παραδοχές της προσβαλλομένης είναι απαράδεκτος, αφού, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα από αμφότερες τις αιτήσεις αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως ως αβάσιμες και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντως ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 25-6-2012 δύο αιτήσεις των Α. Κ. του Σ. και Π. Κ. του Ι..
Απορρίπτει τις από 25-6-2012 αιτήσεις των Α. Κ. του Σ. και Π. Κ. του Ι. κατοίκων ..., για αναίρεση της 3655/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, από διακόσια πενήντα (250) ευρώ, τον καθένα και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έγγραφα. Προσδιορισμός ταυτότητας. Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Απορρίπτει αιτήσεις.
|
Έγγραφα
|
Έγγραφα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 103/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο,- Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 5855/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Δέσποινα Γάκη.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Φεβρουαρίου 2012 αίτηση αναίρεσης καθώς και στους από 16 Νοεμβρίου 2012 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 640/12.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 29-2-2012 αίτηση του Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ... και οι επ' αυτής από 16-11-2012 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της 5855/ 2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1β του ν. 2960/ 2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας" η ενέργεια που στοχεύει να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο των υπό τούτου εισπραττομένων δασμών και φόρων αποτελεί αξιόποινη λαθρεμπορία και όχι τελωνειακή παράβαση, που αφορά την μη τήρηση των διατυπώσεων, οι οποίες προβλέπονται από τα άρθρα 53-61 του άνω νόμου, ήτοι συνιστά λαθρεμπορία και η εξαγωγή από τη φορολογική αποθήκη της επιχείρησης κάποιου αφορολογήτου εμπορεύματος και η διάθεση του στην κατανάλωση χωρίς προηγουμένως να καταβληθεί ο ειδικός φόρος κατανάλωσης και ο ΦΠΑ (ΑΠ 503/2005, 310/ 2009). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 45, 46 παρ. 1 εδ.α' και 48 ΠΚ προκύπτει ότι ως αυτουργός της πράξεως τιμωρείται όχι μόνο εκείνος που πραγματώνει την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος (άμεσος αυτουργός), αλλά και εκείνος ο οποίος επιχειρεί την πράξη με άλλο πρόσωπο που δρα ως όργανο του (έμμεσος αυτουργός), υπό την προϋπόθεση όμως ότι η πράξη του παρεμβαλομένου προσώπου δε συγκεντρώνει πλήρως του όρους της αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος ή συγκεντρώνει μεν αυτούς αλλά συντρέχουν λόγοι οι οποίοι αποκλείουν ως προς τον πράττοντα τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως του (ΑΠ 579/1992). Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 5855/2011 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Δ. Κ., κατά τον παρακάτω τόπο και χρόνο ήταν διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΑΦΟΡΟΛΟΓΗΤΩΝ ΕΙΔΩΝ Α.Ε, που διατηρεί κατάστημα και στον αερολιμένα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ στη Θεσσαλονίκη και ο δεύτερος κατηγορούμενος, Γ. Μ., ήταν διευθυντής του εν λόγω καταστήματος της προαναφερθείσας εταιρίας. Το ως άνω δε κατάστημα, για τη λειτουργία του οποίου ήταν υπεύθυνοι οι κατηγορούμενοι, λειτουργούσε ως φορολογική αποθήκη, κατόπιν σχετικής έγκρισης από την αρμόδια τελωνειακή αρχή, δηλαδή το εμπόρευμα είναι σε καθεστώς αναστολής καταβολής φόρου, και ως εκ τούτου τα είδη, που έχει στη διάθεση του για να πωλήσει στο επιβατικό κοινό είναι αφορολόγητα εμπορεύματα στο σύνολο τους και όταν αυτά εξέλθουν τμηματικά από τις αποθήκες του προς πώληση στους επιβάτες, ανάλογα με τον προορισμό των επιβατών, καθορίζεται αν θα γίνει η καταβολή ή η απαλλαγή από τους οφειλόμενους φόρους. Η πώληση δε αφορολογήτων ειδών επιτρέπεται μόνο σε επιβάτες που είτε αναχωρούν απευθείας για αερολιμένα τρίτης χώρας είτε σε διερχόμενους επιβάτες που ταξιδεύουν προς τρίτη χώρα, χωρίς ενδιάμεσο κοινοτικό προορισμό. Ειδικότερα, στις εκδιδόμενες αποδείξεις πρέπει να αναγράφεται ο προορισμός του επιβάτη, έτσι ώστε αν ο προορισμός των επιβατών είναι τρίτη χώρα (μη μέλος της ευρωπαϊκής ένωσης) γίνεται απαλλαγή των φόρων κατόπιν πίστωσης της φορολογικής αποθήκης και δεν αποδίδονται φόροι στο Δημόσιο, ενώ αν οι επιβάτες έχουν προορισμό εντός του εδάφους της ευρωπαϊκής ένωσης, αναγράφεται ο αερολιμένας προορισμού στην απόδειξη και καταβάλλονται οι οφειλόμενοι φόροι. Ως εκ τούτου υφίσταται υποχρέωση της εταιρίας να συμπεριλάβει τις πωλήσεις προϊόντων διακινούμενων εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης στη δήλωση ειδικού φόρου κατανάλωσης που πρέπει να κατατίθεται στο αρμόδιο τελωνείο (Ε' Τελωνείο Θεσσαλονίκης). Σε γενόμενο δε έλεγχο από τους τελωνειακούς υπαλλήλους, κατά το Μάιο και Ιούνιο του έτους 2005, που έγινε επ' αφορμή του ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση εισήλθαν το Μάιο του έτους 2004,10 χώρες και για το λόγο αυτό ανέμεναν αύξηση των εσόδων, μετά από τη μείωση στις αφορολόγητες πωλήσεις, η οποία όμως δεν επήλθε, διαπιστώθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, με την ως άνω ιδιότητα του, με πρόθεση, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, προέβη στη διάθεση εμπορευμάτων εντός του εδάφους της ευρωπαϊκής ένωσης, εκδίδοντας όμως λιανικές αποδείξεις πώλησης προϊόντων για επιβάτες πτήσεων για τρίτες χώρες (μη μέλη της ευρωπαϊκής ένωσης) και έτσι με τον τρόπο αυτό, αφού εμφανιζόταν προς τα έξω, ότι ο προορισμός των εμπορευμάτων, που είχαν ήδη εισαχθεί στη χώρα, ήταν τρίτες χώρες (μη μέλη της ευρωπαϊκής ένωσης) δεν έγινε η καταβολή μέσω του αρμοδίου τελωνείου (Ε' Τελωνείου Θεσσαλονίκης) στο δημόσιο των απαιτούμενων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων κατόπιν υποβολής δήλωσης ειδικού φόρου κατανάλωσης για τα εμπορεύματα αυτά. Συγκεκριμένα, οι τελωνειακοί υπάλληλοι εντόπισαν μεγάλο αριθμό αποδείξεων, στις οποίες αναγράφονταν τόποι προορισμού με ώρα μεταγενέστερη, σε πτήσεις που είχαν πραγματοποιηθεί και σε πτήσεις που δεν υπήρχαν, ήτοι αποδείξεις που είχαν εκδοθεί μετά την αναχώρηση του αεροσκάφους και για προορισμό που εκείνη την ημέρα δεν είχε πτήσεις, ήτοι ότι οι πτήσεις για προορισμό τρίτες χώρες, που αφορούν τα εν λόγω εμπορεύματα, δεν είχαν γίνει το χρόνο, που εμφανίστηκαν και επομένως δεν έγινε και διάθεση εμπορευμάτων εκτός ευρωπαϊκής ένωσης, όπως εμφανίζονταν στις αποδείξεις αυτές, αλλά εντός του εδάφους της. Για την παραπάνω πράξη του ως άνω δευτέρου κατηγορουμένου, σαφής και κατηγορηματική είναι η κατάθεση των μαρτύρων κατηγορίας-τελωνειακών υπαλλήλων, οι οποίοι επιβεβαίωσαν την έκδοση από τα ταμεία του ως άνω καταστήματος αποδείξεων με προορισμό τρίτες χώρες, αν και οι πωλήσεις που αφορούσαν αυτές γίνονταν σε πελάτες με προορισμό χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ενδεικτικά ανέφεραν ότι από το γενόμενο έλεγχο προέκυψε ότι αναχώρησαν 160.000 επιβάτες, από τους οποίους με προορισμό προς τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης 148.500 επιβάτες και προορισμό σε τρίτες χώρες 11.500 επιβάτες και εκδόθηκαν συνολικά 31.597 αποδείξεις, πλην όμως από την επεξεργασία των αποδείξεων προέκυψε ότι οι επιβάτες προς την Ε.Ε. που αποτελούσαν το 93% των επιβατών έκαναν μόνο το 16% των αγορών, ενώ οι επιβάτες προς τρίτες χώρες αν και αποτελούσαν μόνο το 7% των επιβατών έκαναν το 84% των αγορών, ώστε να είναι προφανής η δυσαναλογία μεταξύ αναχωρούντων επιβατών προς χώρες της Ε.Ε. και αποδείξεων που εκδόθηκαν προς τους επιβάτες αυτούς και να μην δικαιολογείται η απόδοση των αποδείξεων αυτών σε μεμονωμένα λάθη των υπαλλήλων που εργάζονταν στα ταμεία του καταστήματος. Επίσης, σε όλες τις ημερομηνίες και σε ταμειακές μηχανές οι υπάλληλοι, επί ώρες, καταχωρούσαν ένα συγκεκριμένο αφορολόγητο προορισμό όπως για παράδειγμα στις 7/5 και για 4 ώρες περίπου, 216 αποδείξεις είχαν προορισμό 3η χώρα, για την οποία μάλιστα δεν υπήρχε πτήση. Επιπλέον, από την επεξεργασία των στοιχείων στις 10 και 11/5 αποδείχθηκε ότι οι επιβάτες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν 286 και οι αφορολόγητες αποδείξεις ήταν 833. Ειδικότερα, τα εμπορεύματα, τα οποία δήθεν εξήχθησαν προς τρίτες χώρες ως προς το είδος, αξία, χρόνο πώλησης, κωδικό πτήσης για δήθεν τρίτη χώρα, οι φερόμενες πωλήσεις προς τρίτες χώρες με πτήσεις και οι προορισμοί των κωδικών των πτήσεων για τρίτες χώρες προσδιορίζονται λεπτομερώς στον πίνακα που έχει ενσωματωθεί στο διατακτικό της παρούσας, που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος, οι δε αναγραφείσες ημερομηνίες στις αποδείξεις λιανικής πώλησης εμπορευμάτων, όπως αυτές αναφέρονται στον ως άνω πίνακα με το είδος των εμπορευμάτων, την ημερομηνία πώλησης τους σε επιβάτες δήθεν πτήσεων προς τρίτες χώρες και τους κωδικούς πτήσης, είναι οι χρόνοι επιμέρους πράξεων της λαθρεμπορίας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι αρμόδιος και υπεύθυνος για τη σύννομη λειτουργία του ως άνω Καταστήματος, για την ενημέρωση και για τον έλεγχο του προσωπικού που εργαζόταν στο ως άνω κατάστημα ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος. Μάλιστα, οι κατηγορούμενοι έμμεσα παραδέχθηκαν την ως άνω πράξη τους, καταβάλλοντος στο Ελληνικό Δημόσιο το ποσόν των 488.000 ευρώ, μετά την αναγνώριση από αυτούς της μη ορθής έκδοσης των ως άνω αποδείξεων, για τις οποίες ισχυρίστηκαν ότι οφείλονταν σε λάθος της επιχείρησης. Πλην, όμως, το ως άνω φαινόμενο που παρατηρήθηκε κατά την έκδοση των αποδείξεων, όπως προαναφέρθηκε, δεν μπορεί να αποδοθεί σε λάθος των υπαλλήλων που απασχολούνταν στο ως άνω κατάστημα, καθώς αυτό είναι ενιαίο και παρατηρήθηκε σε όλους τους υπαλλήλους, περίπου 20 τον αριθμό, επιπροσθέτως δε πριν την έκδοση αυτών, οι υπάλληλοι ζητούσαν την κάρτα επιβίβασης του επιβάτη-αγοραστή, από την οποία και διαπίστωναν τον πραγματικό προορισμό του. Ούτε, άλλωστε, αποδείχθηκε ότι υπήρχε κάποια ατέλεια του μηχανογραφικού συστήματος στους υπολογιστές, εξαιτίας του οποίου εκδίδονταν οι ως άνω "λανθασμένες" αποδείξεις με αφορολόγητο προορισμό, καθώς ήδη από το Μάιο του έτους 2004 οι χώρες που εισήλθαν στην Ε.Ε. είχαν καταχωρηθεί στο ηλεκτρονικό σύστημα του εν λόγω καταστήματος ως κοινοτικοί προορισμοί. Επομένως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η κατά τα ως άνω μη ορθή έκδοση των αποδείξεων του καταστήματος, λόγω αναγραφής επί των αποδείξεων κωδικού πτήσης τρίτης χώρας, ενώ αυτές αφορούσαν πτήσεις χώρας εντός Ε.Ε., οφείλεται σε σχετική εντολή που είχαν λάβει όλοι οι υπάλληλοι του καταστήματος αυτού, από τον δεύτερο κατηγορούμενο, με σκοπό να διαφύγει τη σχετική φορολογική επιβάρυνση, αφού το κατάστημα εισέπραττε από επιβάτες κοινοτικών πτήσεων το αντίτιμο του πωληθέντος εμπορεύματος και αντί να αποδίδει τους αντίστοιχους φόρους στο Δημόσιο, τους παρακρατούσε ως επιπλέον κέρδος, είχαν δε ίδιον όφελος από την παραπάνω πράξη τους, αφού με τη μη ορθή έκδοση των αποδείξεων, δεν υπολογιζόταν ο αναλογούν ΕΦΚ και ΦΠΑ. Με την πιο πάνω συμπεριφορά του δε, ο δεύτερος κατηγορούμενος επεδίωξε να στερήσει το ελληνικό δημόσιο από την είσπραξη δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων συνολικού ύψους 156.858,29 ευρώ (143.123,36 ευρώ τα διαφυγόντα ποσά για το μήνα Μάιο 2005 και 13.734,93 ευρώ τα διαφυγόντα ποσά για το μήνα Ιούνιο 2005), ζημία, που τελικά για το προαναφερθέν διάστημα επήλθε για το δημόσιο. Επομένως, ο κατηγορούμενος αυτός πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη που του αποδίδεται, με τις ελαφρυντικές όμως περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2δ' ΠΚ, αφού έδειξαν ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρουν τις συνέπειες της πράξης του, καθώς, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και από τις καταθέσεις των μαρτύρων, μετά τη διαπίστωση της ως άνω πράξης τους από το Τελωνείο, η παραπάνω εταιρία έχει προβεί σε καταβολές ΕΦΚ και ΦΠΑ για τα έτη 2005 και 2006 και σε πρόσφατους ελέγχους από τους τελωνειακούς υπαλλήλους δεν διαπιστώθηκε καμία παράβαση. Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της πράξεως της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση. Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 155 παρ. 1β του ν. 2960/2001 και 98 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το Δικαστήριο της ουσίας ως προς το υποκείμενο τελέσεως του άνω εγκλήματος κατά την αντικειμενική του υπόσταση δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων είναι εκείνος που πραγμάτωσε το έγκλημα τούτο κατά την υπόσταση του αυτή (εξαγωγή των εμπορευμάτων από τη φορολογική αποθήκη, διάθεση αυτών σε επιβάτες κοινοτικού προορισμού, μη απόδοση του ειδικού φόρου κατανάλωσης και ΦΠΑ στο Δημόσιο) και μόνο μέρος πραγματώσεως τούτου κατά την αυτή υπόσταση του έγινε από όργανα του, ήτοι τους υπαλλήλους του αναφερομένου καταστήματος αφορολογήτων ειδών του οποίου ήταν διευθυντής, οι οποίοι κατ' εντολήν του αναιρεσείοντος εξέδιδαν (συνέτασσαν) τις παράνομες αποδείξεις, αφού προηγουμένως ζητούσαν την κάρτα επιβίβασης των επιβατών και διαπίστωναν τον προορισμό τους. Υπό τις άνω σαφείς ειδικότερες παραδοχές, εφόσον τα άνω παρεμβαλόμενα πρόσωπα (όλοι οι υπάλληλοι του άνω καταστήματος) πραγμάτωσαν μέρος μόνο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, ο αναιρεσείων κατά τις παραδοχές ενήργησε ως έμμεσος αυτουργός και έτσι κατά τα εκτεθέντα ορθώς κρίθηκε και τιμωρήθηκε ως φυσικός αυτουργός.
Συνεπώς, εφόσον το έγκλημα τούτο κατά τις άνω παραδοχές δεν τελέστηκε αντικειμενικώς καθ' ολοκληρίαν από τους άνω υπαλλήλους στους οποίους περαιτέρω δεν αποδίδεται δόλος, αφού διαλαμβάνεται ότι ο αναιρεσείων μόνο σκόπευε να αποστερήσει το Δημόσιο από τους νόμιμους φόρους και δασμούς και αυτός μόνο ωφελήθηκε από τη μη απόδοση τους στο δημόσιο, δεν απαιτείτο να διαληφθεί άλλη αιτιολογία και δη περί λόγων οι οποίοι απέκλειαν ως προς αυτούς (υπαλλήλους) τον άδικο χαρακτήρα των συγκεκριμένων ως άνω πράξεων τους. Περαιτέρω, εφόσον κατά τις άνω παραδοχές και κατ' εκτίμηση αυτών ο αναιρεσείων ενήργησε ως έμμεσος αυτουργός που τιμωρείται και τιμωρήθηκε ως αυτουργός, το Δικαστήριο της ουσίας σαφώς απέκλεισε συμμετοχή του αναιρεσείοντος υφ' οιανδήποτε άλλη μορφή (ηθικής αυτουργίας, συναυτουργίας κλπ). Ακόμη το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε μεν ότι για τη λειτουργία του καταστήματος υπεύθυνοι ήταν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, ήτοι και ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας στην οποία ανήκε το κατάστημα και ο οποίος αθωώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, πλην στη συνέχεια και δη ως προς το χρόνο και τρόπο τέλεσης του εγκλήματος έκρινε τον αναιρεσείοντα μόνο υπεύθυνο του καταστήματος με την ειδικότερη αναφορά, ότι αυτός ήταν αρμόδιος και υπεύθυνος για τη σύννομη λειτουργία του, για την ενημέρωση και για τον έλεγχο του προσωπικού που εργαζόταν στο κατάστημα και στη συνέχεια κρίθηκε ως ο μόνος ποινικώς υπεύθυνος και καταδικάστηκε και έτσι ουδεμία αντίφαση σχετική περί τούτου προκύπτει. Όθεν οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου με τη μορφή της εκ πλαγίου παράβασης είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 158 παρ. 1 του ν. 2960/ 2001 "όταν οι στο αντικείμενο της λαθρεμπορίας αντιστοιχούντες δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις δεν υπερβαίνουν στο σύνολο τα εβδομήντα χιλιάδες (70.000) ευρώ, δεν ασκείται ποινική δίωξη ή η αρξαμένη, εφόσον δεν εξεδόθη οριστική απόφαση, καταργείται, εφόσον οι υπόχρεοι, παραιτούμενοι των, κατά το άρθρο 152 του παρόντα κώδικα, καθοριζομένων ενδίκων μέσων καταβάλλουν άμεσα το καταλογιζόμενο σε αυτούς κατά τις διατάξεις του άρθρου 150 του παρόντα κώδικα πολλαπλούν τέλος, το οποίο καθορίζεται στο διπλάσιο των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων ... . Κατά δε το άρθρο 510 παρ. 1 Η' ΚΠΔ υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε εξουσία που δεν του δίνει ο νόμος. Αυτή απαντάται ως θετική όταν το δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του και ως αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας, ενώ έπρεπε να παύσει οριστικά την κατ' αυτού (αναιρεσείοντος) ποινική δίωξη για την μερικότερη πράξη της λαθρεμπορίας που του αποδίδεται για τους διαφυγόντες δασμούς κατά το μήνα Ιούνιο του 2005, διότι αυτοί ανέρχονται σε 13. 734, 93 ευρώ, ήτοι σε ποσό μικρότερο των 70.000 ευρώ, ενώ πριν την έκδοση και της πρωτόδικης απόφασης είχε καταβάλει στο Δημόσιο ποσό 488.000 ευρώ, το Δικαστήριο τον κατεδίκασε και για την μερικότερη αυτή πράξη και έτσι υπερέβη την εξουσία του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον νομίμως κατά το άνω άρθρο 158 παρ. 1 ελήφθη υπόψη το συνολικό ποσό των διαφυγόντων δασμών που ανέρχεται σε 156.858, 29 ευρώ καθ' όλο το χρονικό διάστημα των μηνών Μαΐου και Ιουνίου 2005 αφού κατά την άνω διάταξη για την κατάργηση της δίκης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων που εγεννήθησαν υπέρ του δημοσίου καθ' όλο το χρονικό διάστημα τελέσεως της λαθρεμπορίας και έτσι η διάταξη αυτή δεν ετύγχανε εφαρμογής αφού οι διαφυγόντες φόροι (ΕΦΚ και ΦΠΑ) υπερβαίνουν τις 70.000 ευρώ και συνεπώς το Δικαστήριο με το να προβεί στην έρευνα της ουσίας, δεν υπερέβη την εξουσία του. Όθεν και ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Η' ΚΠΔ είναι αβάσιμος και συνακολούθως η αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Τέλος και οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ πρόσθετοι λόγοι είναι αβάσιμοι καθόσον από την επισκόπηση του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι τα είδη που διετέθησαν στους επιβάτες προήρχοντο από το κατάστημα αυτό που λειτουργούσε ως φορολογική αποθήκη, δηλαδή τα εμπορεύματα αυτά ήταν σε καθεστώς αναστολής καταβολής του φόρου, αυτά ήταν αφορολόγητα εμπορεύματα στο σύνολο τους και από τον πίνακα του σκεπτικού που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτό προκύπτει το είδος εκάστου διατεθέντος εμπορεύματος (ποτά, τσιγάρα κλπ), όλα δε τα διατεθέντα είναι εξ εκείνων που κατά το άρθρο 53 του ισχύοντος τελωνειακού κώδικα υπόκεινται στον ειδικό φόρο κατανάλωσης ως και στον ΦΠΑ. Έτσι, δια της σαφούς αναφοράς των εμπορευμάτων τούτων και κατά το είδος τους, που υπόκεινται στους άνω φόρους, δεν υφίσταται ασάφεια ή αντίφαση περί της νομιμότητας επιβολής των φόρων τούτων (ΕΦΚ και ΦΠΑ). Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθούν και οι πρόσθετοι λόγοι και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος ελληνικού Δημοσίου και επιβληθούν σε αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-2-2012 αίτηση και τους επ' αυτής από 16-11-2012 πρόσθετους λόγους του Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ... για αναίρεση της 5855/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου εκ τριακοσίων (300) ευρώ. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του 18 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λαθρεμπορία. Συνιστά λαθρεμπορία και η εξαγωγή από τη φορολογική αποθήκη κάποιου αφορολόγητου εμπορεύματος και η διάθεσή του στην κατανάλωση χωρίς προηγουμένως να καταβληθεί ο ειδικός φόρος κατανάλωσης. Έννοια έμμεσης αυτουργίας. Προϋποθέσεις αυτής. Έμμεση αυτουργία υπάρχει όταν η πράξη του παρεμβαλλομένου προσώπου δεν συγκεντρώνει πλήρως τους όρους της αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος ή συγκεντρώνει μεν αυτούς αλλά συντρέχουν λόγοι που αποκλείουν ως προς τον πράττοντα τον άδικο χαρακτήρα της πράξεώς του. Όταν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις δεν υπερβαίνουν τις 70.000 € δεν ασκείται ποινική δίωξη ή η αρξάμενη, εφόσον δεν εξεδόθη οριστική απόφαση, καταργείται εφόσον καταβληθεί άμεσα το καταλογιζόμενο πολλαπλό τέλος. Υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Λαθρεμπορία
|
Λαθρεμπορία.
| 1
|
Αριθμός 103/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Α. χήρας Ν., το γένος Π. Β., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Κούκιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Σ., κατοίκου …, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ξαπλαντέρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/9/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 4/4/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3908/2005 μη οριστική, 867/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 955/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/5/2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 4/5/2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 6/5/2008 αιτήσεως αναιρέσεως της 955/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο δε κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 4/2005 και 36/1988). Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1718 και 1721 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι είναι άκυρη η ιδιόγραφη διαθήκη εφόσον αυτή δεν έχει γραφεί ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη και δεν έχει χρονολογηθεί και υπογραφεί από αυτόν. Ο νόμος απαίτησε την καθ' ολοκληρίαν γραφή της ιδιόγραφης διαθήκης από το χέρι του ίδιου του διαθέτη προς διασφάλιση της γνησιότητας και του περιεχομένου της τελευταίας βούλησης του διαθέτη, μη επιτρέποντας την επέμβαση ξένης χειρός σ' αυτήν, και, εφόσον δεν διακρίνει, απαιτείται να είναι ιδιοχείρως γραμμένη ολόκληρη η διαθήκη απ' αρχής μέχρι τέλους, το οποίο επισημαίνεται με την επίσης ιδιοχείρως γραμμένη υπογραφή του διαθέτη (ΑΠ 1155/2005 ΕλΔνη 48, 1682).
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, τα εξής: "Στις 21-9-2002, απεβίωσε στην οικία του, στο …. επί της οδού…. αριθμ. …, σε ηλικία 79 ετών, ο Ν. Α. του Σ. και της Κ., αδελφός του ενάγοντος και σύζυγος της εναγομένης, από γάμο που τελέσθηκε το 1998, δεύτερος για τον αποβιώσαντα και τρίτο για την εναγομένη, χωρίς να αφήσει κατιόντες. Ο θάνατός του προήλθε από οξύ πνευμονικό οίδημα, το οποίο ήταν αποτέλεσμα της χρόνιας ισχαιμικής καρδιοπάθειας και της ανεπάρκειας της μιτροειδούς βαλβίδος από τις οποίες έπασχε. Τα χρόνια αυτά καρδιαγγειακά νοσήματα και η εξαιτίας αυτών κακή οξυγόνωση του οργανισμού του αποβιώσαντος σε συνδυασμό και με την αρτηριοσκλήρυνση, η οποία πριν οπό το έτος 1980 του είχε προκαλέσει δύο εγκεφαλικά επεισόδια, είχαν επιφέρει σε αυτόν βαρείες σωματικές αναπηρίες και βλάβες, που ήταν έκδηλες με σταδιακή επιδείνωση κατά το τελευταίο προ του θανάτου του έτος. Ειδικότερα, αυτός κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα πριν το θάνατό του, δεν μπορούσε να κινηθεί μόνος, αλλά υποβασταζόμενος, καθώς επίσης να χρησιμοποιεί με σταθερότητα τα χέρια του, σε βαθμό που ήταν αδύνατον να γράφει μόνος του ακόμη και υποβοηθούμενος. Έπασχε δε από καταρράκτη στον αριστερό οφθαλμό, εξαιτίας του οποίου είχε χειρουργηθεί στις 5-4-2000 καθώς και από άλλες οφθαλμικές παθήσεις (βλ. ιδία την από 27-4-2000 καταχώρηση στο βιβλιάριο υγείας του ΙΚΑ του αποβιώσαντος, στη σελ. 29), εξαιτίας των οποίων (παθήσεων) είχε μειωθεί η όραση του, δύσκολα αναγνώριζε πρόσωπα και δεν μπορούσε να διαβάζει, υπέγραφε δε μηχανικά και με ιδιαίτερη δυσκολία στα σημεία που θα τοποθετούσε κάποιος το χέρι του. Ο αποβιώσας, το έτος 2000 με το υπ' αριθμ. …/8-11-2000 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Ασημάκη Γκιούσα δώρισε στον ενάγοντα, προς τον οποίο έτρεφε μέχρι το θάνατο του ιδιαίτερα αισθήματα αγάπης, ένα ελαιοπερίβολο, που βρίσκεται στη θέση …της περιφέρειας της πρώην Κοινότητας και ήδη Δημοτικού Διαμερίσματος … του Δήμου … του Νομού …, έκτασης 1300 τ.μ. Κατόπιν τούτου, το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του (αποβιώσαντος), κατά το χρόνο του θανάτου του, ήταν μία οικοδομή, που βρίσκεται επί της οδού … αρ…, στο …, και αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο και δεύτερο όροφο. Στο δεύτερο από τους ανωτέρω ορόφους κατοικεί η εναγομένη, ενώ οι υπόλοιποι τρεις όροφοι της οικοδομής είναι μισθωμένοι σε τρίτους. Ο ως άνω αποβιώσας, με την από 15-9-1980 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 525/31-1-2003 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 156/2003 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο του σε όλη την κληρονομιαία περιουσία του τον ενάγοντα. Επίσης, ο ίδιος φέρεται ότι έχει συντάξει μία ημέρα προ του θανάτου του, ήτοι την 20-9-2002, την επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 3136/6-6-2003 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 1164/6-6-2003 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Το όλο περιεχόμενο της παραπάνω επίδικης διαθήκης αποτελούμενη από πέντε (5) στίχους συμπεριλαμβανομένης και της υπογραφής έχει ως ακολούθως: " 20-9-02 Εγώ ο Ν. Α. αφήνω τη σύζυγο μου Μ. 1° και 2° όροφο και ότι υπάρχη δικά της" ενώ κάτω από το χειρόγραφο κείμενο ακολουθεί η χειρόγραφη αναγραφή "ο σύζυγος" και δίπλα υπογραφή. Η διαθήκη, όμως αυτή, η δημοσίευση και η κήρυξη της οποίας ως κυρίας έγιναν με την επιμέλεια της εναγομένης, δεν έχει γραφεί, δεν έχει χρονολογηθεί και δεν έχει υπογραφεί με το ίδιο το χέρι του διαθέτη. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει ο περιλαμβανόμενος στον κατάλογο πραγματογνωμόνων που τηρείται στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου Δικαστικός Γραφολόγος Δ. Ι. Θ. στην από 18-1-2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Ειδικότερα, αυτός, αντιπαραβάλλοντας την υπό έλεγχο υπογραφή της ιδιόγραφης διαθήκης προς δέκα τουλάχιστον αναμφισβήτητης γνησιότητας υπογραφές του διαθέτη, τεθειμένες στα πλησιόχρονα έγγραφα ήτοι τα από 15-7-1997, 1-1-1998 και 22-9-2000 ιδιωτικά συμφωνητικά επαγγελματικής μίσθωσης, τις από 28-2-1995, 26-12-1999, 25-11-2000, 27-4-2001 και 27-11-2001 δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και το υπ' αριθμ…./8-11-2000 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Γκιούσα και τη γραφή του διαθέτη προς τη γραφή ιδιόχειρων σημειώσεων του και συγκεκριμένα την από 15-9-1980 ιδιόγραφη διαθήκη του (που του παραδόθηκε από τον ενάγοντα), τις χειρόγραφες εντός ερυθρού κύκλου ιδιόγραφες ενδείξεις επί τηλεφωνικού καταλόγου και τις χειρόγραφες ενδείξεις επί μικρού τετραδίου (που του παρεδόθησαν από την εναγομένη), αποφαίνεται τα ακόλουθα: Η υπό κρίση και έλεγχο διαθήκη σαν ολικό γραφικό σύνολο, σαν ολική γραφική εικόνα από απόψεως χαράξεως και σχηματοποιΐας της γραφής, διαφέρει πασίδηλα από το σύνολο των Δειγματικών γραφών του Ν. Α., παρά την καταβληθείσα ανεπιτυχή προσπάθεια δουλικής απομιμήσεως αυτής από τον αυτουργό της πράξης. Παρατηρείται επιδιόρθωση πολλών γραμμάτων με σκοπό να ομοιάσουν προς τη γραφή του Ν. Α., καθόσον ο πλαστογράφος δεν ικανοποιήθηκε από την αρχική απομίμηση και επανήλθε με επιδιορθώσεις ευκρινών γραμμάτων. Σημειωτέον, ότι ο αυθεντικός συγγραφεύς ενός ιδιόγραφου κειμένου δεν διορθώνει ευκρινή γράμματα, αλλά μόνον δυσανάγνωστα. Παρατηρείται επίσης χαρακτηριστική διαφορά στην κλίση της γραφής. Έτσι, ενώ η κλίση της γραφής του Ν. Α. είναι κατά κανόνα κάθετη στον γραφικό στίχο, η κλίση της γραφής στη διαθήκη παρουσιάζει κλίση προς τα δεξιά, Παρά την καταβληθείσα προσπάθεια απομιμήσεως του γραφικού χαρακτήρος του διαθέτη στην υπό κρίση διαθήκη με τη μέθοδο της "Δουλικής ή Ζωγραφικής απομιμήσεως" από τον αυτουργό της πράξεως, παρατηρούνται κραυγαλέες δομικές διαφορές μεταξύ των γραμμάτων κεφαλαίων και μικρών, των σημείων στίξεως και των αραβικών αριθμών του χειρόγραφου κειμένου, και της κάτωθι αυτού υπογραφής. Από τη γενόμενη συγκριτική αντιπαραβολή του δείγματος γραφής της εναγομένης και της υπό κρίση διαθήκης, αυτή δεν εχαράχθη δια των χειρών της. Από όλα αυτά δε συνάγεται, ότι η υπό κρίση διαθήκη δεν εγράφη, δεν χρονολογήθηκε και δεν υπεγράφη από το Ν. Α. αλλά από άλλο άγνωστο φυσικό πρόσωπο με τη μέθοδο της ανεπιτυχούς βραδείας δουλικής απομιμήσεως της γραφής του Ν. Α. και συνεπώς αυτή είναι πλαστή. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν και οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα από 26-3-2004 και 8-11-2006 ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις της Δικαστικής Γραφολόγου Χ. Τ., οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από δική του αίτηση και συνεκτιμώνται με τις άλλες αποδείξεις. Ειδικότερα, στις ως άνω γνωμοδοτήσεις η γραφολόγος αποφαίνεται ότι το συμπέρασμα του πραγματογνώμονα Δ. Ι. Θ. τη βρίσκει απόλυτα σύμφωνη, επιπρόσθετα δε και τα ακόλουθα: Η ποιότητα και το είδος της γραφής του κειμένου και της διαθήκης, δεν προδίδουν άτομο με γραφική αδυναμία, λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας, δεδομένου ότι την επόμενη ημέρα ο Ν. Α. απεβίωσε. Αντίθετα, η γραφή και η υπογραφή της υπό έλεγχο διαθήκης είναι σταθερής χάραξης. Το ενδεχόμενο η διαθήκη να γράφηκε και να υπογράφηκε με υποβασταζόμενο το χέρι του διαθέτη, αποκλείεται, γιατί στην περίπτωση αυτή θα υπήρχε κάποια γραφική αδυναμία, αλλά και αρκετά γραφολογικά χαρακτηριστικά της γραφής και της υπογραφής του Ν. Α., τα οποία στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχουν. Η υπό έλεγχο διαθήκη γράφηκε και υπογράφηκε από άτομο που είχε γραφική ικανότητα, όχι μόνο να χαράσσει τα γράμματα του κειμένου και της υπογραφής αλλά και να τα διπλοχαράσσει, επιδιορθώνοντας προφανώς τη μορφή και τη δομή τους. Το παραπάνω συμπέρασμα επιβεβαιώνει έμμεσα πλην με σαφήνεια και ο με επιμέλεια του ενάγοντος εξετασθείς μάρτυρας Σ. Α., ανεψιός του αποβιώσαντος και του ενάγοντος, ως άνω, ενισχύεται δε και από το γεγονός ότι ο τελευταίος εξαιτίας των προβλημάτων υγείας (όπως αυτά αναφέρθηκαν ανωτέρω) δεν μπορούσε να γράφει ούτε να διαβάζει. Εξάλλου, η υπό έλεγχο διαθήκη φέρεται συνταχθείσα μία ημέρα πριν το θάνατο του διαθέτη, όταν ο τελευταίος αδυνατούσε πλέον να μετακινηθεί μόνος του και είχε ανάγκη βοηθείας τρίτων προσώπων προς τούτο (βλ, ιδία το αναφερόμενο στην με αριθμό …/2004 ένορκη βεβαίωση του Α. Κ., περιστατικό, κατά το οποίο σε γενόμενη συνάντηση του μάρτυρα αυτού και του διαθέτη στις 10-6-2002 στην κηδεία της ανεψιάς του τελευταίου, αυτός υποβασταζόταν από την εναγομένη, ήταν εξαντλημένος και δεν τον γνώρισε, περιστατικό, το οποίο δεν αρνείται ειδικά η εναγομένη). Σε κάθε περίπτωση δε και ανεξάρτητα της σωματικής αναπηρίας του διαθέτη, η δικαστική γραφολόγος Χ. Τ. βεβαιώνει χωρίς ενδοιασμούς ότι η γραφή και υπογραφή της υπό έλεγχο διαθήκης είναι σταθερής χάραξης και δεν προήλθε από άτομο με γραφική αδυναμία λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας, όπως αναμφισβήτητα ήταν ο αποβιώσας μία ημέρα προ του θανάτου του. Βέβαια, η εναγομένη επικαλείται και προσκομίζει την από 20-3-2006 ιδιωτική γνωμοδότηση του δικαστικού γραφολόγου Μ. Κ. Μ., ο οποίος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω διαθήκη είναι γνήσια τόσον ως προς τη γραφή όσον και ως προς την υπογραφή του διαθέτη. Ειδικότερα, ο εν λόγω πραγματογνώμονας αντιπαραβάλλοντας τη γραφή της διαθήκης προς τη γραφή του διαθέτη στο αλφαβητικό ευρετήριο τηλεφώνων του και την υπογραφή του στις φορολογικές δηλώσεις των ετών 1995, 1996, 1999, 2000, 2001, στα μισθωτήρια του έτους 1997 και 2000 καθώς και στις αποδείξεις λήψης ενοικίων των ετών 2000 και 2002, συμπεραίνει ότι υπάρχουν ομοιότητες και ως εκ τούτου η διαθήκη είναι γνήσια, Ο εν λόγω δε πραγματογνώμονας αντικρούει τη διεξαχθείσα με εντολή του Δικαστηρίου πραγματογνωμοσύνη του Δ. Ι. Θ. με τις ακόλουθες εν γένει αιτιάσεις: 1) Ότι κατά κύριο λόγο ο ανωτέρω πραγματογνώμονας έλαβε ως δειγματικό έγγραφο με τη γνήσια γραφή του διαθέτη την από 15-9-1980 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία απέχει κατά 16 έτη από το φερόμενο χρόνο γραφής της υπό έλεγχο διαθήκης. 2) Ότι δεν αξιολόγησε α) πως η υπό κρίση διαθήκη εγράφη μία ημέρα προ του επελθόντος θανάτου του Ν. Α. (διαθέτη), β) την αναγραφόμενη στα προσκομισθέντα ιατρικά πιστοποιητικά υγιή του κατάσταση, γ) τις υπάρχουσες διορθώσεις στη γραφή κεφαλαίων και μικρών γραμμάτων στο ημερολόγιο του και στο αλφαβητικό ευρετήριο τηλεφώνων του και δ) την υπάρχουσα ποικιλία χάραξης και την πλήρη ομοιότητα προς τις γνήσιες υπογραφές του διαθέτη στις αποδείξεις είσπραξης ενοικίων του έτους 2000 - 2002. Οι ως άνω όμως αιτιάσεις ελέγχονται ως αβάσιμες, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, ο πραγματογνώμονας Δ. Ι. Θ., όσον αφορά τη σύγκριση γραφής του αποβιώσαντος δεν έλαβε μόνον υπόψη του την προγενέστερη από 15-9-1980 ιδιόγραφη διαθήκη αλλά και το ευρετήριο τηλεφωνικού καταλόγου καθώς και το ημερολόγιο γραφείου του, ενώ όσον αφορά τη σύγκριση υπογραφής του έλαβε υπόψη του πληθώρα εγγράφων πλησιόχρονα προς αυτήν της υπό έλεγχο διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των φορολογικών δηλώσεων, των μισθωτηρίων και των αποδείξεων λήψεως ενοικίων (βλ. ιδία σελ. 5,6,7,8,9 και 14 της πραγματογνωμοσύνης). Εξάλλου, από την ιδιωτική γνωμοδότηση της Χ. Τ. προκύπτει με σαφήνεια ότι η ανωτέρω πραγματογνώμονας αφού έλαβε υπόψη της τα σοβαρά προβλήματα υγείας του διαθέτη κατέληξε χωρίς ενδοιασμούς στο συμπερασμό ότι η υπό έλεγχο διαθήκη δεν μπορεί να συντάχθηκε από τέτοιο άτομο, αφού είναι σταθερής χάραξης. Κατόπιν τούτων, η προαναφερόμενη ιδιωτική γνωμοδότηση εκτιμώμενη σε συνδυασμό και με τα λοιπό αποδεικτικό μέσα δεν κρίνεται αξιόπιστη. Αξιόπιστες, επίσης, δεν κρίνονται και οι καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης, Τ. Μ. και Δ. Δ., μισθωτών του ισογείου ορόφου της οικοδομής του διαθέτη από το έτος 2000, εκ των οποίων μάλιστα ο πρώτος είχε βεβαιώσει τη γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής του διαθέτη, ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο κήρυξε κυρία την επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη. Ο ίδιος δε επιβεβαίωσε τα ανωτέρω και ενώπιον του Α/βάθμιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενος ότι η γνώση του αυτή προέρχεται από τις αποδείξεις πληρωμής ενοικίου καθώς και οπό κάποιο έγγραφο που του είχε δώσει ο αποβιώσας και περιελάμβανε ένα ποίημα του, το οποίο μάλιστα κατέχει και το έχει στην επιχείρηση του, πλην όμως τέτοιο έγγραφο ουδόλως προσκομίστηκε ούτε προσκομίζεται από την εναγομένη. Ήδη δε ο ενάγων έχει καταθέσει σε βάρος του παραπάνω μάρτυρα αλλά και της εναγομένης μήνυση για πλαστογραφία μετά χρήσεως (για τη δεύτερη), ψευδορκία (για τον πρώτο) και ηθική αυτουργία σε αυτήν (για τη δεύτερη) και για απάτη στο Δικαστήριο (για τη δεύτερη) και ηθική αυτουργία σε αυτήν (για τον πρώτο), η οποία βρίσκεται στο στάδιο της ανάκρισης, καθώς και την από 8-2-2005 μήνυση για ψευδορκία μάρτυρα, ενώ έχει υποβάλλει μήνυση σε βάρος του ενάγοντος για συκοφαντική δυσφήμηση και η εναγομένη. Η τελευταία, μάλιστα, στο από 22-4-2005 απολογητικό υπόμνημα που κατέθεσε στον Πταισματοδίκη Αθηνών στα πλαίσια της προαναφερόμενης ποινικής δίκης αναφέρει χαρακτηριστικά ότι έγγραφα του αποβιώσαντος με κάποια ποιήματα και δημοτικά τραγούδια είχαν δοθεί από τον ίδιο στον ως άνω μάρτυρα προς ανάγνωση όχι όμως και ότι ο τελευταίος κατείχε τέτοια έγγραφα. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, ο αποβιώσας το έτος 1980 (προ του γάμου του με την εναγομένη) είχε εγκαταστήσει μοναδικό του κληρονόμο τον ενάγοντα και ακολούθως το έτος 2000 του είχε δωρίσει επί πλέον και άλλο ακίνητο και επομένως κανένα λόγο δεν είχε αυτός να εγκαταστήσει μοναδική του κληρονόμο στο τελευταίο περιουσιακό του στοιχείο την εναγομένη, η οποία ούτως ή άλλως ως νόμιμη σύζυγος του ήταν νόμιμος μεριδιούχος στην ως άνω καταλειφθείσα περιουσία (κατά ποσοστόν 1/4 εξ αδιαιρέτου). Σε κάθε περίπτωση δε ο διαθέτης εάν ήθελε να ρυθμίσει τα της κληρονομιάς του με διαφορετικό τρόπο, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, ασφαλώς δεν θα ανέμενε την προηγούμενη ημέρα του θανάτου του να συντάξει την επίμαχη διαθήκη αλλά θα συνέτασσε αυτή σε πολύ προγενέστερο χρόνο, λαμβανομένου υπόψιν ότι και πριν το γάμο τους (το 1998) συζούσαν επί 10ετία τουλάχιστον. Με βάση έτσι τα παραπάνω, αποδεικνύεται πλήρως ότι η επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη δεν έχει γραφεί, δεν έχει χρονολογηθεί και δεν έχει υπογραφεί από τον Ν. Α. αλλά είναι πλαστή και για το λόγο αυτό άκυρη, ο ενάγων δε έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της, διότι στην περίπτωση αυτή, με τους περιορισμούς που ισχύουν για τη νόμιμη μοίρα της εναγομένης συζύγου του διαθέτη, είναι κληρονόμος ως άνω του διαθέτη δυνάμει της προαναφερομένης από 15-9-1980 ιδιόγραφης διαθήκης του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη από 8.9.2003 αγωγή του ενάγοντος - εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου είναι ουσιαστικά βάσιμη κατά την παραπάνω πρώτη κύρια αυτής βάση και κατά συνέπεια δεκτή και συνακόλουθα η από 4.4.2004 αγωγή της εναγομένης - ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας περί ερμηνείας της διαθήκης είναι ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα, καθόσον δεν νοείται ερμηνεία άκυρης εξ αρχής διαθήκης όπως η παραπάνω, αλλά μόνο έγκυρης". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία αφενός μεν δέχθηκε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη τη σχετική αγωγική αξίωση του αναιρεσιβλήτου να αναγνωριστεί η ακυρότητα της προαναφερόμενης από 20-9-2002, φερόμενης ως ιδιόγραφης, διαθήκης του Ν. Α., αφετέρου δε απέρριψε ως αβάσιμη την από 4-4-2004 αγωγή της αναιρεσείουσας περί ερμηνείας της εν λόγω διαθήκης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 1718 και 1721 παρ. 1 εδ. α' του ΑΚ και επομένως ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα. Η νομική αοριστία (όπως και η ποσοτική ή ποιοτική) πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικά δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 662/2009 ΝοΒ 58, 112). Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για αοριστία της αγωγής πρέπει στο αναιρετήριο ν' αναφέρεται, εκτός των άλλων, και ότι η αοριστία αυτή προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προβάλλεται ότι η αγωγή του αναιρεσίβλητου περί αναγνωρίσεως ως άκυρης της από 20-9-2002, φερόμενης ως ιδιόγραφης, διαθήκης του Ν. Α., του Σ., επί της οποίας εκδόθηκε ύστερα από έφεση της αναιρεσείουσας η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έπασχε από νομική αοριστία, κατά τα ειδικότερα στο δικόγραφο της αναίρεσης εκτιθέμενα, δεν αναφέρεται όμως, ότι την αοριστία αυτή η αναιρεσείουσα πρότεινε στο Εφετείο. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός ως αόριστος. Σε κάθε, όμως, περίπτωση ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της από 20-6-2007 εφέσεως της αναιρεσείουσας - εναγομένης κατά της πρωτόδικης απόφασης 867/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας (εφέσεως) εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν περιέχεται σ' αυτήν (έφεση) λόγος εφέσεως σχετικός με τον περί νομικής αοριστίας της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου ισχυρισμό, που στηρίζει τον ως άνω αναιρετικό λόγο.
Επειδή, λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα και χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες και να υπαγάγει σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς (ΑΠ 220/2008 ΝοΒ 2008, 1831). Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα (Α.Π. 1255/2004 ΕλΔνη 46, 88). Για την πληρότητα δε και το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση, διαφορετικά ο λόγος της αναίρεσης είναι αόριστος (ΑΠ 2050/2006, 66/2004, 392/2002).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την προεκτεθείσα διάταξη πλημμέλεια της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που συνίσταται στο ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η γραφή και υπογραφή της υπό έλεγχο διαθήκης είναι σταθερής χάραξης και επομένως πλαστογραφημένη. Εξ άλλου από την απλή θεώρηση της επίμαχης διαθήκης και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας από τα οποία συνάγεται ποία γραφή είναι σταθερή και ποία όχι, εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι η γραφή της επίμαχης διαθήκης δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί σταθερής χάραξης. Όμως η προσβαλλόμενη απόφαση παρά την ευδιάκριτη μορφή της γραμμής, παρά το ότι από την απλή παρατήρηση δεν προέκυπτε σταθερή χάραξή της, παρά ταύτα παραβιάσασα τα διδάγματα της κοινής πείρας δέχθηκε ότι η γραφή αυτή είναι σταθερής χάραξης, δηλ. ερμήνευσε τους περί την γνησιότητα της γραφής κανόνες εσφαλμένα, αφού υπήγαγε το είδος της συγκεκριμένης γραφής σε σταθερής γραφής, την οποία τελικώς χαρακτήρισε μη γνήσια. Θα μπορούσε η προσβαλλόμενη απόφαση να μη δεχθεί ...". Έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, το μεν ως αόριστος, διότι δεν αναφέρει ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, το δε διότι υπό το πρόσχημα της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) καθ' αυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 32/1996). Όμως, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου ή των διαδίκων, που αντλούνται από το νόμο ή από το πραγματικό υλικό, για την ενίσχυση, την παραδοχή ή απόκρουση των αιτήσεων ή ενστάσεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή γι' αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 22/2005, 281/1992, 1987/2007).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών επί του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματος της μη ιδιόχειρης γραφής και υπογραφής της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης του συζύγου της αναιρεσείουσας, που συνίσταται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε την κρίση της επί του ως άνω ουσιώδους ζητήματος σε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, διότι δέχθηκε "ότι ο διαθέτης προ του θανάτου του, δεν μπορούσε να κινηθεί μόνος αλλά υποβασταζόμενος, δεν μπορούσε να χρησιμοποιεί με σταθερότητα τα χέρια του σε βαθμό που ήταν αδύνατος να γράφει μόνος του, αλλά ακόμη ότι ο διαθέτης δεν είχε κανένα λόγο να την εγκαταστήσει μοναδική του κληρονόμο, αφού ούτως ή άλλως ήταν νόμιμη μεριδιούχος και ότι εάν ήθελε ο διαθέτης να ρυθμίσει τα της κληρονομίας με διαφορετικό τρόπο θα προέβαινε στη σύνταξη της διαθήκης σε πολύ προγενέστερο χρόνο και δεν θα ανέμενε να την συντάξει την προηγούμενη ημέρα του θανάτου του". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι ως άνω επικαλούμενες αντιφάσεις αναφέρονται σε επιχειρήματα της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία άντλησε από τις αποδείξεις για την παραδοχή της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου και δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονταν ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του (Ολ ΑΠ 111/1981 και 848/1981). Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ ΑΠ 42/2002).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "και όλα ανεξαιρέτως τα λοιπά έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι". Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο ότι, παρόλο που δεν τα μνημονεύει ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα εξειδικευόμενα στο αναιρετήριο τέσσερα επιμέρους έγγραφα, ήτοι α) αντίγραφο των σελίδων 2, 3, 28 και 29 του ατομικού ασφαλιστικού βιβλιαρίου, του αποβιώσαντος διαθέτη Ν. Α., β) αντίγραφο των από 26-1-2004 ενόρκων εξετάσεων των Τ. Μ. και Γ. Μ. και γ) αντίγραφο της από 5-8-2002 εξουσιοδοτήσεως του ως άνω διαθέτη, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα.
Συνεπώς, ο τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Τέλος, ο ίδιος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο "δεν προέβη σε ειδική απαρίθμηση των προσαχθέντων και επικληθέντων από την αναιρεσείουσα εγγράφων, ούτε σε ειδική εκτίμηση καθενός αποδεικτικού μέσου, ούτε έλαβε υπόψη τα συνοδεύοντα την από 20-3-2006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του γραφολόγου Μ. Μ. ιατρικά πιστοποιητικά της υγιούς κατάστασης του διαθέτη", πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, αφενός μεν διότι δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας προς απαρίθμηση των προσκομιζομένων υπό των διαδίκων εγγράφων και χωριστή αξιολόγηση καθενός αποδεικτικού μέσου, αφετέρου δε διότι δεν προσδιορίζονται τα συνοδεύοντα την ως άνω πραγματογνωμοσύνη ιατρικά πιστοποιητικά. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, η οποία ηττάται, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ( άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.5.2008 αίτηση της Μ. χας Ν. Α., το γένος Π. Β. και της Χ., για αναίρεση της 955/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. β΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας – Λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Για την πληρότητα και το ορισμένο του λόγου αναίρεσης της παράβασης των διδαγμάτων κοινής πείρας, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου ή των διαδίκων, που αντλούνται από το νόμο ή από το πραγματικό υλικό, για την ενίσχυση, την παραδοχή ή απόκρουση των αιτήσεων ή ενστάσεων, δεν συνιστούν παραδοχή επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή μομφή γι΄ αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια στο πλαίσιο του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.
|
Παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας
|
Παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
| 0
|
Αριθμός 104/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία: "Ανώνυμη Εταιρεία Εμπορικών - Αθλητικών - Τουριστικών - Ξενοδοχειακών Επιχειρήσεων Λίντο Α.Ε." και έδρα το ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βρέλλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Γεώργιο Βαμβακίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/3/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 313/2004 του ιδίου Δικαστηρίου, 100/2007 μη οριστική και 285/2010 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/11/2010 αίτηση, τους από 8/11/2011 και τους από 6/12/2011 προσθέτους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 12/1/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων της καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 967 ΑΚ, μεταξύ των κοινής χρήσεως πραγμάτων περιλαμβάνεται και ο αιγιαλός. Είναι δε αιγιαλός, κατά τον ορισμό που δίνει το άρθρο 1 του α.ν. 2344/1940, που εφαρμόζεται διαχρονικούς στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 53 του Εισαγωγικού Νόμου του Α.Κ. και 34 παρ. 2 του ν. 2971/2001, "η περιστοιχούσα την θάλασσαν χερσαία ζώνη η βρεχομένη από τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων". Από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι ο αιγιαλός είναι τμήμα της γης που περιβάλλει τη θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα. Ο αιγιαλός ανήκει, κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο, (άρθρα 968 ΑΚ και 1 του α.ν. 2344/1940). Μόνος δε ο καθορισμός του ορίου αυτού από τη διοικητική επιτροπή, που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, με απόφαση της, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο στερείται τα παραπάνω χαρακτηριστικά, δηλαδή σε έδαφος μη βρεχόμενο όπως πιο πάνω από τα θαλάσσια ύδατα. Και αυτό διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ο κύριος του εδάφους, που κατά πλάνη περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση των προστατευτικών αυτής συνταγματικών ορισμών, ενόψει ακριβώς των οποίων και θεσπίστηκαν τα όσα στο άρθρο 4 του ίδιου α.ν. 2344/1940 διαλαμβάνονται, κατά τα οποία τμήματα ιδιωτικών τμημάτων, που χαρακτηρίστηκαν από την προαναφερόμενη επιτροπή ως τμήματα που ανήκαν πλέον στον αιγιαλό, λογίζονται ότι κηρύχθηκαν απαλλοτριωτέα αναγκαστικώς υπέρ ου Δημοσίου συγχρόνως με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της έκθεσης και του διαγράμματος της ίδιας επιτροπής, εφαρμοζόμενης, κατά τα λοιπά, ως προς την αποζημίωση, της προβλεπόμενης στους ισχύοντες για τις απαλλοτριώσεις νόμους διαδικασίας. Έτσι η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέος αιγιαλός δια προσχώσεως, ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης. Ο αιγιαλός, ως κοινής χρήσεως πράγμα που ανήκει στο Δημόσιο (ΑΚ 968, και για το προγενέστερο δίκαιο ν.93 βας.Ββ' ν.96, 112 πανδ.50, 16 και άρθρο 15 του Β.Δ. "περί διακρίσεως των δημοσίων κτημάτων" της 10.7.1873) είναι εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτος χρησικτησίας, εκτός αν, λόγω προσχώσεων στην ακτή ή υποχώρησης του αιγιαλού στη θάλασσα, απέβαλε την ιδιότητά του αυτή, γιατί έπαυσε ο για την κοινή χρήση προορισμός του, οπότε εξακολουθεί και μετά την πρόσχωση να ανήκει στο δημόσιο, περιερχόμενος όμως εφεξής στην ιδιωτική περιουσία αυτού (Ολ.ΑΠ 75/1987). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192 αρ.1, 1194 και 1198 προκύπτει, ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, ύστερα από συμφωνία, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ'αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση, με τον τρόπο αυτό, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1046 και 1051 ΑΚ προκύπτει, ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο για μια δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Και από τις διατάξεις των άρθρων 293, 294, 295, 302 και 199 του ισχύσαντος στην Κρήτη από 23.7.1904 μέχρι 23.2.1946, Κρητ.Α.Κ. προκύπτει, ότι ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική χρησικτησία επί των κτημάτων του δημοσίου, όχι όμως και επί του έχοντος, κατά το άρθρο 199, την ιδιότητα του δημόσιου κτήματος αιγιαλού, εφόσον αυτή είχε συμπληρωθεί μέχρι τη 15.9.1915, σύμφωνα με τις διατάξεις αφενός μεν του νόμου ΔΣΗ/1912 και των αλλεπάλληλων διαταγμάτων περί δικαιοστασίου που εκδόθηκαν με βάση το νόμο αυτό, αφετέρου δε του άρθρου 21 του ν.δ.της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες απαγορεύτηκε εφεξής οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων του, άρα και η χρησικτησία τρίτων επ'αυτών. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικός τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον το τελευταίο διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Ενόψει τούτων, για να μη στερείται από τη νόμιμη βάση της η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία γίνεται δεκτό ότι κάποια εδαφική έκταση αποτελεί αιγιαλό, πρέπει να αναφέρονται, ως παραδοχή του δικάσαντος δικαστηρίου, τα περιστατικά, που κατά την ως άνω διάταξη (άρθρο 1 α.ν.2344/1940) είναι αναγκαία για το χαρακτηρισμό της έκτασης αυτής ως αιγιαλού. Απλή επανάληψη της νομικής έννοιας, η οποία προσδιορίζει την προϋπόθεση της εφαρμογής του νόμου δεν αρκεί (Ολ.ΑΠ 24/2000). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, διαπιστώνεται κενό ή αμφιβολία για την έννοια της βούλησης των μερών που δηλώθηκε. Παραβίαση δε των διατάξεων αυτών μπορεί να συντελείται και εκ πλαγίου, δηλαδή αν, μετά διαπίστωση της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας, εφαρμόσθηκαν κατά τρόπο που να μην καθιστά εφικτό τον έλεγχο του Αρείου Πάγου για την ορθή εφαρμογή τους, όπως όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας της δικαιοπραξίας, οπότε ιδρύεται ο εκ του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 822/1998).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο, επιφάνειας 3.699,22 τμ, αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου ιδιοκτησίας του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου (και ήδη αναιρεσιβλήτου) ευρισκομένου στη θέση ΤΟΠ-ΑΛΤΙ, Ξηροπόταμος - Αμμουδάρα, κτηματικής περιφέρειας Ηρακλείου, το οποίο έχει καταγραφεί στο Γενικό Βιβλίο Καταγραφής Δημοσίων Κτημάτων την 15-3-1970 με αριθμό 197. Το επίδικο τμήμα απεικονίζεται στο φωτοαντιγραφικό απόσπασμα του από Νοεμβρίου 1993 τοπογραφικού διαγράμματος (του καθορισμού με την υπ' αριθμ. 4217/3-6-2004 απόφαση Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης αιγιαλού - παραλίας - παλαιού αιγιαλού), όπως αυτό συντάχτηκε από τον Τοπογράφο Μηχανικό Κ. Α., μετατράπηκε σε σμίκρυνση σε κλίμακα 1:1000 και συμπληρώθηκε από την υπάλληλο της Κτηματικής Υπηρεσίας Κ. Ψ., Τοπογράφο Μηχανικό, με στοιχεία Κ1-Γ9-Γ10-Κ2-Κ3-Κ4-Κ5-Κ6-Κ7-Γ3-Γ4-Γ5-Γ6-Κ8-Κ1, καθώς και στο προσαρτώμενο στην αγωγή διάγραμμα από Ιουλίου 2003 του Τοπογράφου Μηχανικού Η. Η. υπό στοιχεία 1-Α226-218-Μ2-Μ3-Μ5-Μ4-2024-2025-2026-2027-2029-2030-1053-Α216-2031 -2034-2037-2038-2041-2042-2044-2046-817-Δ1-Μ1, το οποίο είναι ταυτόσημο με το υπό στοιχεία Λ26-Σ8-Σ6-Σ5-Σ4-Σ3-Σ2-Σ1-Λ21-Λ22-Λ23-Λ24-Λ25-Λ26, απεικονιζόμενο στο Διάγραμμα Συμπερασμάτων, το οποίο επισυνάπτεται στην από 1-11-2009 πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονος Γ. Α.. Ειδικότερα το ακίνητο ΒΚ 197 έχει ως όρια ανατολικά τον ποταμό Γιόφυρο, δυτικά τον ποταμό Γαζανό, βόρεια το Κρητικό Πέλαγος και νότια τη χαραχθείσα γραμμή διανομής ανταλλάξιμων κτημάτων, όπως, ειδικότερα, τα διάφορα ανταλλάξιμα ακίνητα αναφέρονται στο Γενικό Βιβλίο Καταγραφής Δημοσίων Κτημάτων. Αποτελείται από δύο τμήματα με αριθμούς 51 και 1459, εμβαδού 395,8 στρεμμάτων και 151,49 στρεμμάτων, αντίστοιχα, συνολικά δε έχει εμβαδόν 547,29 στρεμμάτων. Τα τμήματα αυτά αποτυπώθηκαν και καταγράφηκαν κατά τη διανομή των ανταλλάξιμων εκτάσεων, η οποία έγινε τα έτη 1939-1945 από το Υπουργείο Γεωργίας, λόγω δε της σύστασης του εδάφους αυτών, το οποίο είναι χέρσο και αμμώδες, δεν καταγράφηκαν ως ανταλλάξιμα ακίνητα και δεν παραχωρήθηκαν σε πρόσφυγες, καθώς σε αυτούς παρεχωρούντο ακίνητα, τα οποία ήταν καλλιεργήσιμα και αποδοτικά, αφού σκοπός της παραχώρησης ήταν η αποκατάσταση τους με αγροτική περιουσία ικανή να αποδίδει καρπούς και έσοδα. Πριν από την καταγραφή του προαναφερόμενου ακινήτου προηγήθηκε το υπ' αριθμ. πρωτ. 44582/31-8-1966 έγγραφο της Νομαρχίας Ηρακλείου προς το Υπουργείο Οικονομικών -Διεύθυνση Δημοσίων Κτημάτων στο οποίο υπήρξε αναφορά σε προσπάθειες κατάληψης του ακινήτου, το οποίο προσδιοριζόταν ανάμεσα στους ποταμούς Γιόφυρο και Γαζανό, το οποίο αργότερα καταγράφηκε με αριθμό 197 και ως προς τη φύση της έκτασης αυτής αναφερόταν ότι "... ουδόλως προσεφέρετο δ' εκμετάλλευσιν γεωργική ή κτηνοτροφικήν. Είναι έκτασις αμμώδης, γυμνή, κατά το παρελθόν δε μέγα μέρος της περιοχής ελίμναζεν εκ των υδάτων των παρακείμενων ποταμών ... η περιοχή ουδαμώς προσεφέρετο δι' αγροτικήν αποκατάστασιν ... πρόκειται περί αμμώδους παραλίας ...". Όλη η προαναφερόμενη αμμώδης έκταση, βόρεια της γραμμής διανομής, αποτελούσε παλαιό αιγιαλό που βρεχόταν από τις μέγιστες αλλά συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, τα οποία τον δημιούργησαν με την επί μακρά σειρά ετών, πολύ πριν του έτους 1935, εναπόθεση άμμου λόγω του έντονου κυματισμού, δεδομένου ότι στην περιοχή αυτή η θάλασσα είναι ανοικτή στους συνήθεις βορειοδυτικούς ανέμους, εξαιτίας των οποίων αναπτύσσεται μεγάλος κυματισμός που σταδιακά με την εναπόθεση άμμου επεξέτεινε τον αιγιαλό και μετατόπισε με την πάροδο των χρόνων βορειότερα την ακτογραμμή (διαχωριστική γραμμή ξηράς και θάλασσας σε ηρεμία). Βαθμιαία δημιουργήθηκε λόγω προσαμμώσεως της περιοχής είτε λόγω υποχώρησης της θάλασσας μεγαλύτερο πλάτος ξηράς, το οποίο έπαυσε πλέον να βρέχεται από τα κύματα και έτσι πλέον έγινε παλαιός αιγιαλός και ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του εναγομένου. Η ιδιότητα του εν λόγω κτήματος ΒΚ 197 ως παλαιού αιγιαλού αποδεικνύεται από το σύνολο των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα η σύσταση του εδάφους, το οποίο είναι άγονο, αμμώδες με παντελή έλλειψη στοιχείων καλλιέργειας συνηγορεί υπέρ της άποψης της ιδιότητας του ως παλαιού αιγιαλού (ΑΠ 1398/2003, ΣτΕ 1598/2003 Δημοσίευση Νόμος). Στη λωρίδα αυτή δεν έγιναν ποτέ πράξεις καλλιέργειας από οποιονδήποτε και δεν υπήρξε ποτέ αντικείμενο ιδιωτικών δικαιωμάτων. Η ιδιότητα δε του επίδικου τμήματος ως παλαιού αιγιαλού συνάγεται με σαφήνεια και από τη μελέτη φωτοερμηνείας της περιοχής αυτής της Υδρογραφικής Υπηρεσίας (ΥΥ) για την οποία ελήφθησαν υπόψη αεροφωτογραφίες ετών φωτοληψίας 1945 και 1960, τα διαγράμματα διανομής ανταλλάξιμων εκτάσεων 1939-1945, το διάγραμμα επανακαθορισμού των ορίων αιγιαλού, το οποίο συνοδεύει την υπ' αριθμ. 1109662/10795/Β0010/14 Δεκ. 2000/Αποφ. Υπ. Οικ. (ΦΕΚ 953Δ729-12-00) και το με αριθμό 9518/6 φωτογραμμετρικό διάγραμμα της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (ΓΥΣ). Σύμφωνα με τη μελέτη αυτή "το φυσικό όριο της οριογραμμής του παλαιού αιγιαλού ... ταυτίστηκε με τα προς την ξηρά όρια των αμιγώς αμμωδών, χαμηλών εκτάσεων, στις οποίες δεν διαπιστώθηκαν από τη φωτοερμηνεία σημαντικά ίχνη βλάστησης, νομής και κατοχής και οι οποίες τελούσαν υπό την άμεση επίδραση της ανάβασης του κυματισμού κατά το έτος 1945 ... η επίδικη έκταση χωροθετείται σχεδόν στο σύνολο της μέσα στη ζώνη του φυσικού παλαιού αιγιαλού ... η ίδια επίδικη έκταση όπως προκύπτει από τον συγκριτικό συσχετισμό των στοιχείων δεν περιλαμβάνεται μέσα στη διανομή των ετών 1939-1945 ..." (βλ. υπ' αριθμ. 544.5/346/06/2148/7-12-2006 έγγραφο της Υδρογραφικής Υπηρεσίας Πολεμικού Ναυτικού). Ενισχύεται επιπλέον η κρίση αυτή του Δικαστηρίου και από το γεγονός ότι και κατά το παρελθόν με αφορμή δίκες μεταξύ άλλων ιδιωτών και του Δημοσίου, οι οποίες αφορούσαν τμήματα του ΒΚ 197 ακινήτου, κρίθηκε από τα Δικαστήρια ότι αυτό αποτελούσε παλαιό αιγιαλό. Συγκεκριμένα α)με την υπ' αριθμ. 683/1986 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση των υπ' αριθμ. 147/1988, 794/1992 αποφάσεων του Εφετείου Κρήτης και του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, η οποία αφορούσε διαφορά μεταξύ των ιδιωτών Ε. Σ. και άλλων και του Ελληνικού Δημοσίου, για ακίνητα σε απόσταση 1200 μέτρων από το επίδικο, κρίθηκε ότι το υπ' αριθμ. 197 δημόσιο κτήμα είναι αμμώδους κατά το πλείστον εκτάσεως και πρόκειται περί αιγιαλού (παλαιού και νέου), β)με την υπ' αριθμ. 145/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, επί διαφοράς μεταξύ Β. κλπ και του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία εξαφανίστηκε με την υπ' αριθμ. 346/1999 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία ακολούθως αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 436/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου και παραπέμφθηκε προς εκδίκαση εκ νέου στο Εφετείο Κρήτης, το οποίο με την υπ' αριθμ. 37/2002 απόφαση του έκρινε ότι "η βορείως της γραμμής διανομής αμμώδης έκταση αποτελούσε παλαιό αιγιαλό", αφορούσε δε ακίνητα σε απόσταση 500 μ. περίπου από το επίδικο και γ) με την υπ' αριθμ. 14/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 343/2005 απόφασης του Εφετείου Κρήτης και αφορούσε διαφορά μεταξύ της εταιρείας Ι. Θ. ΑΕ Τουρισμός Ξενοδοχεία και του Ελληνικού Δημοσίου και ακίνητα σε απόσταση 2.400 μ. περίπου από το επίδικο, κρίθηκε ομοίως ο χαρακτήρας του ΒΚ 197 κτήματος ως παλαιού αιγιαλού. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας (και ήδη αναιρεσείουσας) ότι τμήμα της αρχικής της ιδιοκτησίας το οποίο απέκτησε δυνάμει του αναφερομένου κατωτέρω συμβολαίου, εκτάσεως 895,71 τμ, είχε χαρακτηριστεί ως παλαιός αιγιαλός με το ΦΕΚ 953/2000 και ότι με την υπ' αριθμ. 2500/2003 απόφαση του ΣτΕ ακυρώθηκαν μετά από άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως οι συναφείς βλαπτικές πράξεις, ήτοι α)η υπ' αριθμ. 1109662/10795/Β0010/14-12-2000 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, β)η από 5-2-1997 έκθεση της Επιτροπής Καθορισμού ορίων του αιγιαλού και της παραλίας Ν. Ηρακλείου και γ)η σύμφωνη γνώμη του ΓΕΝ διατυπωθείσα στο υπ' αριθμ. 544.5/605/00/Σ1192/18-9-2000 έγγραφο του, δεν ασκεί επιρροή στην υπό κρίση διαφορά, καθόσον η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της πολιτείας (ΑΠ 33/2008 Δημοσίευση Νόμος). Αντίθετο προς τα προεκτεθέντα είναι το συμπέρασμα της προσκομιζόμενης από 1-11-2009 πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονος με την υπ' αριθμ. 100/2007 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου Γ. Α. σύμφωνα με την οποία "... το επίδικο δεν υπήρξε παλαιός αιγιαλός. Η μεταβολή της ακτογραμμής έμπροσθεν του επιδίκου έγινε από παρατεταμένες αμμοληψίες, οπότε και αφαιρέθηκαν ανυπολόγιστες ποσότητες άμμου. Η παλαιότερη καταγεγραμμένη ακτογραμμή είναι του 1932 και απέχει από τη βορειότερη πλευρά του επιδίκου κατά 98 μέτρα περίπου και η δυσμενέστερη που καταγράφηκε το 1993 απέχει κατά 47 μέτρα περίπου. Από τα υψόμετρα του επιδίκου που αναγράφονται στην αποτύπωση του 1932 δεν προκύπτει κατάκλιση από κυματισμό. Επίσης ανάλογο συμπέρασμα προκύπτει και από τη μελέτη της Α/Φ 1945 ... Ο ρόλος της υφάλου είναι καθοριστικός για τη μεταβολή της γεωμορφολογίας της περιοχής. Ο κυματισμός στην ακτογραμμή είναι μικρός αφού θραύεται σε ύφαλο βάθους στέψης 0,5-1 μέτρων που απλώνεται παράλληλα με την ακτογραμμή σε απόσταση περίπου 98 μέτρων από αυτή και στη συνέχεια αποσβένεται μεταξύ υφάλου και ακτογραμμής. Στην ίδια ύφαλο οφείλεται η παγίδευση της άμμου κατά μεγάλες ποσότητες. Η παγίδευση αυτή ερμηνεύει και τα υψόμετρα που καταγράφει το 1932 η παλαιοτέρα υφισταμένη αποτύπωση του Υ.Γ. ... Ο κυματισμός δεν αποσαθρώνει την ακτή αλλά την ενισχύει με την έννοια της παγίδευσης άμμου λόγω της υφάλου. Από τη μελέτη της υφάλου σαν κυματοθραύστη προκύπτει ότι ο κυματισμός εξέρχεται από την ύφαλο με ύψος περί τα 1.8 μέτρα και δεν μπορεί να ανέλθει σε υψόμετρο πάνω από το μισό του περίπου, έστω αγνοώντας την απόσβεση της δυναμικής ενέργειας λόγω τριβών του βυθού". Για να καταλήξει στο συμπέρασμα του αυτό ο πραγματογνώμονας εξέτασε εκτός των άλλων το οριστικό Διάγραμμα Διανομής του έτους 1932 από το οποίο προέκυπτε, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη ως άνω πραγματογνωμοσύνη, ότι "στις 11-11-1932 που έγινε η αποτύπωση Α. Το βορειότερο τμήμα του επιδίκου απείχε το έτος 1932 περί τα 98 μέτρα από την τότε ακτογραμμή. Β. Τα υψόμετρα στην βορειότερη πλευρά του επίδικου τριγώνου κυμαινόταν στα 4 έως 4.5 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας και σήμερα κυμαίνονται στα 2.5 έως 3 μέτρα. Από τις παραπάνω δύο παρατηρήσεις προκύπτει ότι το 1932 η ακτογραμμή ήταν μακριά, το επίδικο ψηλά και δεν προεκτιμούν πιθανότητα ύπαρξης παλαιού αιγιαλού κατά την έννοια του νόμου". Το συμπέρασμα της πραγματογνωμοσύνης αναιρείται όμως από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, επιπλέον δε και από το γεγονός ότι η σύσταση του εδάφους του επιδίκου είναι όμοια με εκείνη δυτικά αυτού, η οποία αποτυπώνεται ως αμμώδης έκταση στο διάγραμμα διανομής του 1932, ενώ ανατολικά έχουν καταγραφεί ιδιοκτησίες καλλιεργήσιμες. Περαιτέρω η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) ισχυρίζεται ότι είναι κυρία του επίδικου τμήματος, το οποίο απέκτησε αφενός μεν με παράγωγο τρόπο το έτος 1986 κατά τη σύσταση της ως ανώνυμης εταιρείας ως εισφορά σε είδος και κάλυψη του μετοχικού κεφαλαίου της από το ιδρυτικό της μέλος Ε. Π., αφετέρου δε με πρωτότυπο τρόπο και ειδικότερα με τακτική και έκτακτη χρησικτησία με τη συνεχή άσκηση πράξεων νομής με καλή πίστη για χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας, συνυπολογιζομένου στο χρόνο χρησικτησίας αυτής του χρόνου χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου της από το έτος 1950. Ειδικότερα επικαλείται η ενάγουσα ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους ακόλουθους τίτλους αυτής και του δικαιοπαρόχου της, ήτοι στο υπ' αριθμ. .../6-3-1986 συμβόλαιο σύστασης της, κατά μετατροπή υφισταμένης ατομικής επιχειρήσεως, με συνεισφορά ακινήτου της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Χαρίκλειας Περτσινάκη -Αναστασάκη και στους τίτλους του δικαιοπαρόχου της Ε. Π., ήτοι στα υπ' αριθμ. .../13-11-1950 και .../10-11-1950 συμβόλαια των συμβολαιογράφων Ηρακλείου Αντωνίου Γιάνναρη και Γεωργίου Καλουτσάκη, αντίστοιχα. Τη θέση αυτή της ενάγουσας υποστηρίζει και ο διορισθείς πραγματογνώμονας Γ. Π. με την από 14-5-2004 πραγματογνωμοσύνη, σύμφωνα με την οποία ο Ε. Π. με τα προαναφερόμενα υπ' αριθμ. .../13-11-1950 και .../10-11-1950 συμβόλαια απέκτησε το όλο ακίνητο συμπεριλαμβανομένου και του επιδίκου. Τούτο όμως δεν είναι αληθές, καθόσον το ακίνητο, το οποίο περιλαμβάνεται στα δύο τελευταία συμβόλαια είναι το καταγεγραμμένο στο διάγραμμα διανομής 1932 με αριθμό 8895 (1735). Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ως προς το δυτικό όριο η τελευταία ιδιοκτησία δεν έχει καταγραφεί στο διάγραμμα με ακρίβεια, καθόσον το επίδικο είναι μέρος του 1735 ακινήτου, το οποίο είχε δυτικό όριο το δρόμο, όπου είχε κατασκευαστεί το έτος 1922 η σιδηροτροχιά της DECOVIL, αλλά κατά την αποτύπωση δεν συμπεριελήφθη, διότι το συνεργείο αποτύπωσης δεν έδωσε τη δέουσα προσοχή, καθώς η όψη αυτού (επιδίκου) το οποίο εχρησιμοποιείτο για την φορτωεκφορτωση των βαγονιών ήταν διαφορετική σε σχέση με το υπόλοιπο καλλιεργημένο τμήμα και το συνεργείο ενδιαφερόταν μόνο για την ακριβή αποτύπωση των Μουσουλμανικών ακινήτων, τα οποία θα παραχωρούσε το Ελληνικό Δημόσιο στους πρόσφυγες, δεν είναι πειστικός διότι δεν είναι λογικό άλλα ακίνητα να αποτυπώνονται με ακρίβεια και άλλα όχι, καθόσον η εσφαλμένη αποτύπωση μερικών ακινήτων θα επηρεάσει και την αποτύπωση των γειτονικών. Εξάλλου η φερόμενη ως απώτατη δικαιοπάροχος της ενάγουσας Μ. Α., η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ήταν ιδιοκτήτρια της μετέπειτα πωληθείσας ιδιοκτησίας στους δικαοπαρόχους του Ε. Π., δεν φέρεται ως δικαιούχος αποζημίωσης της απαλλοτριωθείσας έκτασης για την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Λιμένος Ηρακλείου- Λατομείο Εσταυρωμένου. Επομένως το επίδικο δεν ενέπιπτε στην απαλλοτριωθείσα έκταση και συνεπώς το δυτικό όριο αυτού δεν ήταν ο δρόμος, όπου είχε κατασκευαστεί το έτος 1922 η σιδηροτροχιά της DECOVIL. Σε κάθε όμως περίπτωση και αν ακόμη το επίδικο τμήμα περιλαμβανόταν στους επικαλούμενους ως άνω τίτλους από την ενάγουσα, η τελευταία δεν απέκτησε την κυριότητα αυτού λόγω του χαρακτήρα του ως δημοσίου κτήματος, αλλά ούτε και με έκτακτη χρησικτησία ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας αυτού. Ειδικότερα υπό το καθεστώς του ισχύοντος από 23-7-1904 Κρητικού Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με το άρθρο 199 του οποίου ο αιγιαλός ήταν δημόσιο κτήμα, μέχρι την 11-5-1915 δεν ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Από τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που κυρώθηκε με την 24/1926 Συντακτική Απόφαση και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝ.ΑΚ, (και του άρθρου 4 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938), με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού και, συνακόλουθα και επί του αιγιαλού, από της 16ης Μαΐου 1926 και εφεξής, καθώς και τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ71912 και των αλλεπάλληλων διαταγμάτων περί δικαιοστασίου που εκδόθηκαν με βάση το νόμο αυτό, με τα οποία ανεστάλη κάθε παραγραφή και κάθε δικαστική προθεσμία επί αστικών διαφορών από τις 12.2.1915 και εφεξής και πέραν της 16ης Μαΐου 1926, προκύπτει, ότι επί δημόσιων κτημάτων η χρησικτησία τρίτων έπρεπε να είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915, γιατί μετά την πιο πάνω χρονολογία δεν επιτρέπεται πλέον ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου (ΟλΑΠ 75/1987, ΑΠ 33/2008 Δημοσίευση Νόμος, ΑΠ 1512/2004 ΕλλΔνη 2005.820, ΑΠ 1398/2003 ΕλλΔνη 2005.738). Όμως η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία επί κτήματος του Δημοσίου στην Κρήτη και στην περίπτωση της περιουσίας του Κράτους (άρθρο 21 Κρητ. ΑΚ) δεν ήταν ποτέ δυνατή, γιατί από την ισχύ του Κρητικού ΑΚ (23-7-1904) μέχρι 11-9-1915 δεν είχε συμπληρωθεί 20ετία, με δεδομένο ότι κατά το οθωμανικό δίκαιο, ήταν άγνωστος ο θεσμός της χρησικτησίας (ΑΠ 129/2000 ΝοΒ 2001.233, ΑΠ 1792/1983 ΝοΒ 32.1728). Επομένως, ενόψει των προεκτεθέντων, το επίδικο τμήμα λόγω της ιδιότητάς του ως παλαιού αιγιαλού ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του (ήδη αναιρεσίβλητου) εναγομένου". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένσταση ιδίας κυριότητας του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη - από 17.3.2003 - αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσείουσας, που είχε ως κύρια βάση τον επικαλούμενο με αυτήν παράγωγο τρόπο, ήτοι ότι απέκτησε την κυριότητά του "ως εισφορά ... κατά τη σύστασή της από το ιδρυτικό της μέλος, Ε. Π., με το -πιο πάνω- .../6.3.1986 - συμβόλαιο, που έχει νόμιμα μεταγραφεί" και επικουρική τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής ή της έκτακτης χρησικτησίας και ακολούθως δέχτηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσείουσας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες τόσο καθόσον αφορά την παραδοχή της άνω ένστασης όσο καθ' όσον αφορά την απόρριψη της αγωγής, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων περί αιγιαλού και τη μη εφαρμογή των διατάξεων για κτήση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με τον προεκτεθέντα παράγωγο τρόπο ή τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας που αναφέρθηκαν. Αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, το Εφετείο δέχτηκε με σαφήνεια, ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του με τα στοιχεία ΒΚ 197 ακινήτου, ότι τόσο το επίδικο ακίνητο όσο και το με τα στοιχεία ΒΚ 197 ακίνητο προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατά θέση, έκταση και όρια και ότι το επίδικο, ως αποτελώντας τμήμα του με τα στοιχεία ΒΚ 197 ακινήτου, το οποίο "ως αμμώδης έκταση, βόρεια της γραμμής διανομής, αποτελούσε παλαιό αιγιαλό, που βρεχόταν από τις μέγιστες αλλά συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, τα οποία τον δημιούργησαν με την επί μακρά σειρά ετών πολύ πριν του έτους 1935 εναπόθεση άμμου λόγω του έντονου κυματισμού ..." αποτελούσε και αυτό - επίδικο ακίνητο - παλαιό αιγιαλό "και ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του (ήδη αναιρεσίβλητου) εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου". Ειδικότερος προσδιορισμός της παλαιάς και νέας ακτογραμμής δεν απαιτείται, αφού το Εφετείο δέχτηκε με σαφήνεια, ότι το με τα στοιχεία ΒΚ 197 ακίνητο - του οποίου το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα - αποτελούσε παλαιό αιγιαλό. Η παραδοχή δε του Εφετείου, ότι "σε κάθε όμως περίπτωση, και αν ακόμη το επίδικο τμήμα περιλαμβανόταν στους επικαλούμενους ως άνω τίτλους από την ενάγουσα, η τελευταία δεν απέκτησε την κυριότητα αυτού λόγω του χαρακτήρα του ως δημόσιου κτήματος, αλλά ούτε και με έκτακτη χρησικτησία ήταν δυνατή η κτήση της κυριότητας αυτού" αποτελεί επάλληλη αιτιολογία η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης και δεν καθιστά ενδοιαστικό και αμφίβολο το σύνολο των παραδοχών του. Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος, τρίτος, έκτος του κύριου δικογράφου, πρώτος και δεύτερος (μοναδικοί άλλωστε) του πρώτου δικογράφου πρόσθετων λόγων και πρώτος του δεύτερου δικογράφου πρόσθετων λόγων, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τέλος, η κρίση του Εφετείου "ότι ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι...το επίδικο είναι μέρος του 1735 ακινήτου...αλλά κατά την αποτύπωση δεν συμπεριελήφθη, διότι το συνεργείο αποτύπωσης δεν έδωσε τη δέουσα προσοχή, καθώς η όψη αυτού (επιδίκου)...ήταν διαφορετική σε σχέση με το υπόλοιπο καλλιεργημένο τμήμα και το συνεργείο ενδιαφερόταν μόνο για την ακριβή αποτύπωση των Μουσουλμανικών ακινήτων, τα οποία θα παραχωρούσε το Ελληνικό Δημόσιο στους πρόσφυγες, δεν είναι πειστικός διότι δεν είναι λογικό άλλα ακίνητα να αποτυπώνονται με ακρίβεια και άλλα όχι ..." συνιστά παραδοχή πραγματικού επιχειρήματος που αντλήθηκε από τις αποδείξεις και δεν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ζήτημα της εφαρμογής ή όχι εδώ των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ - οι προϋποθέσεις των οποίων, με βάση της προεκτιθέμενες παραδοχές του Εφετείου δεν συνέτρεχαν - και συνεπώς η περιλαμβανόμενη στους ίδιους αναιρετικούς λόγους συναφής αιτίαση, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την οποία η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙ. Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες και τα δικαστικά τεκμήρια, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 390 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν. Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στη δεύτερη απ' αυτές, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (Ολ ΑΠ 8/2005, 848/1981, 111/1981). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους λόγους αναίρεσης, δεύτερο του κύριου δικογράφου και δεύτερο του δευτέρου δικογράφου πρόσθετων λόγων προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί αβασιμότητας της ένδικης αγωγής, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα, ειδικότερα, μνημονευόμενα έγγραφα, που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε με τις προτάσεις της της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, α)προς απόδειξη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού της ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης που αυτή επικαλέστηκε του άμεσου δικαιοπαρόχου της Ε. Π. και β)προς ανταπόδειξη κατά του ουσιώδους ισχυρισμού του αντιδίκου της ότι το επίδικο είναι παλαιός αιγιαλός, δηλαδή: 1) τα .../1922 και .../1939 συμβόλαια - τίτλους κτήσης προηγούμενων ιδιοκτητών του ακινήτου με το οποίο συνόρευε προς δυσμάς το ακίνητο του πιο πάνω δικαιοπαρόχου της, στα οποία συμβόλαια αναφέρεται ότι το όριο των εν λόγω ακινήτων είναι η σιδηροδρομική γραμμή του λιμένος Ηρακλείου, 2) το .../1940 συμβόλαιο της απώτερης δικαιοπαρόχου της Μ. Α., με το οποίο πώλησε το επίδικο στην επίσης (απώτερο δικαιοπάροχό της) Α. Β., στο οποίο συμβόλαιο αναφέρεται ότι το επίδικο συνορεύει προς τα δυτικά με την πιο πάνω σιδηροδρομική γραμμή και 3) τη γνωμοδότηση του Αρ.ΕΜΠ Ι.Α., η οποία αναφέρεται στη διαδικασία, με την οποία ένα αμμώδες έδαφος γίνεται γόνιμο. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα προσκομιζόμενα υπό των διαδίκων έγγραφα, τα οποία εκτιμώνται είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη", σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 520 παρ.1 και 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έγγραφο της έφεσης πρέπει, μεταξύ των άλλων, να περιέχει αίτηση και τους λόγους αυτής. Και ως προς μεν την αίτηση, αυτή υπάρχει και είναι ορισμένη εάν ζητείται η εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση της εκκαλούμενης απόφασης ως προς όλες ή μερικές από τις διατάξεις της, σχετικώς με το αιτητικό της αγωγής, ανταγωγής κλπ, οι δε λόγοι έφεσης συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης απόφασης που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστή. Στα τελευταία ανάγεται και η πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται εκ της μνείας ότι εξ αυτής οδηγήθηκε το δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο εξαιτίας του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 922 ΚΠολΔ) επανεκτιμά εξ υπαρχής την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, κατ' άρθρο 534 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1183/1995 ΕλλΔνη 38.830-831). Στην προκείμενη περίπτωση, το ήδη αναιρεσίβλητο εναγόμενο, με τον πρώτο κατά το δεύτερο μέρος του λόγο της έφεσής του, όπως προκύπτει από το δικόγραφο αυτής, ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, γιατί "κατ' εσφαλμένη εκτίμηση του συνόλου των προσαχθεισών και επικληθεισών αποδείξεων ειδικότερα δε του κτηματολογικού διαγράμματος και του πίνακα διανομής ανταλλαξίμων του Υπουργείου Γεωργίας ετών 1939-1945 στη θέση του επιδίκου ... η εκκαλούμενη απόφαση δέχτηκε την αγωγή, ενώ όφειλε να την είχε απορρίψει. Η εκκαλούμενη ειδικότερα όφειλε να είχε δεχτεί ότι το επίδικο από τη φύση του ως χέρσο και αμμώδες ήταν και είναι παλιός αιγιαλός που ανήκε και ανήκει στην πλήρη και αδιαφιλονίκητη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, εμπίπτει στο ΒΚ 197 καταγεγραμμένο δημόσιο κτήμα, ουδέποτε δε αποτέλεσε αντικείμενο ιδιωτικής κτήσης και δη από πλευράς της αντίδικης ...". Ο λόγος αυτός έφεσης, έχοντας το περιεχόμενο αυτό, είναι, κατά την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, επαρκώς ορισμένος και επομένως το Εφετείο, εκφέροντας όμοια κρίση, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει το λόγο αυτό έφεσης απαράδεκτο λόγω δήθεν αοριστίας του, και, συνεπώς, ο πέμπτος του κύριου δικογράφου λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό (όχι 8 αλλά) 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
IV. Ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο (ΑΠ 2/2006). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1991 ΕλλΔνη 33.72), όπως, όταν λ.χ. τον αντιμετώπισε και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο του κύριου δικογράφου λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περ.β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τη βάση της αγωγής για κτήση της κυριότητας του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, όπως η βάση αυτή παραδεκτά (άρθρο 224 ΚΠολΔ) είχε συμπληρωθεί με τις προτάσεις της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης της ήδη αναιρεσείουσας ενάγουσας και η τελευταία προέβαλε και με τις προτάσεις της στο Εφετείο προς υπεράσπιση κατά της έφεσης και ειδικότερα κατά του δεύτερου λόγου αυτής που έγινε δεκτός, δηλαδή, ότι το επίδικο (με απώτατο γνωστό οθωμανό δικαιοπάροχό της -της ήδη αναιρεσείουσας ενάγουσας- τον Α. Κ.) ήταν γαία τελείας ιδιοκτησίας (μουλκ), δηλαδή ελεύθερα μεταβιβάσιμο, ανήκε πάντοτε σε ιδιώτες από την εποχή της κατάληψης της Κρήτης από τους Οθωμανούς το 1669 και ουδέποτε στο Δημόσιο και ότι επομένως η κυριότητα του επιδίκου μεταβιβάστηκε κατά παράγωγο τρόπο μεταξύ των δικαιοπαρόχων της κατά το Οθωμανικό Δίκαιο "και δή και κατά τον (μεταγενέστερο του 1669) Οθωμανικό Αστικό Κώδικα (άρθρο 1248) που ίσχυσε μέχρι 21.9.1904", ακολούθως μέχρι τις 23.2.1946 που ίσχυσε στην Κρήτη ο Κρητικός Αστικός Κώδικας κατά τις διατάξεις των άρθρων 278 επ. του Κρητικού Αστικού Κώδικα και από τις 23.2.1946 έως σήμερα - οπότε απέκτησε και αυτή (ήδη αναιρεσείουσα ενάγουσα) την κυριότητά του κατά παράγωγο τρόπο - κατά τις διατάξεις του άρθρου 1033 ΑΚ. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους που η ήδη αναιρεσείουσα ενάγουσα επικαλέστηκε για κτήση από αυτήν και το δικαιοπάροχό της, Ε. Π., της κυριότητας του επιδίκου παραγώγως, "ήτοι στο υπ' αριθμ. .../6.3.1986 συμβόλαιο σύστασής της κατά μετατροπή υφιστάμενης ατομικής επιχειρήσεως με συνεισφορά ακινήτου της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Χαρίκλειας Περτσικάκη - Αναστασάκη και ... στα υπ' αριθμ..../13.11.1950 και .../10.11.1950 συμβόλαια των συμβολαιογράφων Ηρακλείου Αντωνίου Γιάνναρη και Γεωργίου Καλουτσάκη, αντίστοιχα". Με βάση δηλαδή την αιτιολογία αυτή το Εφετείο απέρριψε τη βάση της αγωγής για κτήση της κυριότητας του επιδίκου από την ήδη αναιρεσείουσα ενάγουσα παραγώγως, εφόσον δέχτηκε ότι το επίδικο δεν μεταβιβάστηκε σ' αυτήν από τους ως άνω - άμεσο και απώτερους - δικαιοπαρόχους της και έτσι απέρριψε εκ των πραγμάτων και τον προεκτεθέντα ισχυρισμό της, ότι απέκτησε την κυριότητά του, αφού "ήταν γαία τελείας ιδιοκτησίας (μουλκ) με απώτατο δικαιοπάροχό της τον (προαναφερόμενο) Οθωμανό".
Συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού έλαβε υπόψη και απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό και ο περί του αντιθέτου λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, η οποία ηττάται, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 3693/1957 και τα άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.11.2010 αίτηση και τους από 8.11.2011 και από 6.12.2011 πρόσθετους λόγους της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρεία Εμπορικών - Αθλητικών - Τουριστικών - Ξενοδοχειακών Επιχειρήσεων ΛΙΝΤΟ Α.Ε." για αναίρεση της 285/2010 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέος αιγιαλός δια προσχώσεως, ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης. Ο παλαιός αιγιαλός εξακολουθεί και μετά την πρόσχωση να ανήκει στο δημόσιο, περιερχόμενος όμως εφεξής στην ιδιωτική περιουσία αυτού. Λόγος αναίρεσης από το αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Για να μη στερείται από τη νόμιμη βάση της η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία γίνεται δεκτό ότι κάποια εδαφική έκταση αποτελεί αιγιαλό, πρέπει να αναφέρονται, ως παραδοχή του δικαστηρίου, τα περιστατικά, που κατά τη διάταξη του άρθρου 1 α.ν. 2344/1940 είναι αναγκαία για το χαρακτηρισμό της έκτασης αυτής ως αιγιαλού.
|
Αιγιαλός
|
Αιγιαλός.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 105/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο- Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευαγγέλου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Λουκία Κατωπόδη, περί αναιρέσεως της 18625/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Απριλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 604/12.
Αφού άκουσε
Την πληρεξουσία δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 4 του ν. 2523/ 1997 "περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία", όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/ 2004, "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών (παρ.1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ. 2). Εικονικό είναι και το στοιχείο, που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ... (παρ. 4). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νοθεύσεως της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση ή αποδοχή των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος (ΑΠ 193/ 2012). Ως προς την παραγραφή ο ως άνω ν. 2523/1997 με την παράγραφο 10 του άρθρου 21 αυτού όριζε αρχικά ότι "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση της". Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής ίσχυσε και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου αυτού, έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά η ποινική δίωξη ασκείτο άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (ΔΟΥ) ή του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Διώξεως Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2523/1997, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην παράγραφο 2 εδ. 3 του ίδιου άρθρου 21 αυτού, όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ, 3 του ν. 2753/1999 και δεν είχε προϋπόθεση όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ιδίου νόμου την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής. Περαιτέρω, με την παράγραφο 8 του άρθρου 2 του ν. 2954/2001 "Περί φορολογικών ρυθμίσεων κλπ" προστέθηκε στην παράγραφο 10 του άνω άρθρου 21 του ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, με το οποίο ορίζεται ότι "Στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος Νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον Προϊστάμενο της Αρχής που διενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο από εκείνη του προηγούμενου δικαίου, αφού για το προβλεπόμενο από το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 2523/1997 αδίκημα της φοροδιαφυγής που διαπράττεται με την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή την αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων καθορίζει ως χρόνο ενάρξεως της παραγραφής την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον Προϊστάμενο της Αρχής που διενήργησε το σχετικό έλεγχο, δηλαδή χρόνο προγενέστερο από εκείνον που όριζε αρχικά για την έναρξη της παραγραφής του ίδιου αδικήματος η παράγραφος 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε και σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Επομένως, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001, εφαρμόζεται ως επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 του ΠΚ, και για τα εγκλήματα της έκδοσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων που τελέσθηκαν πριν από το χρόνο ενάρξεως της ισχύος αυτής (2-11-2001) (ΑΠ 776/2012, 775/2012, 1004/2011) λαμβανομένου υπόψη ότι οι διατάξεις που ρυθμίζουν την έναρξη και διάρκεια της παραγραφής είναι ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.3, 112 και 113 παρ. 1 και 3 του ΠΚ η παραγραφή της πράξεως, η χρονική διάρκεια της οποίας για τα πλημμελήματα είναι πέντε έτη, αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως, (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997), και αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση και πάντως η αναστολή δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από τρία χρόνια, λαμβάνεται δε υποχρεωτικά υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Ως προς το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων δεν είναι αναγκαία ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου και προκύπτει από τις γενόμενες δεκτές ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του (ΑΠ 1004/ 2011). Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 18625/2012 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι: Στην Αθήνα, την 16/2/2005, χρόνο κατά τον οποίο θεωρήθηκε η συνημμένη από 29/1/2005 έκθεση ελέγχου της διενεργήσασας τον έλεγχο ΣΔΟΕ ΑΤΤΙΚΗΣ και που αποτελεί την έναρξη της παραγραφής του διωκομένου εγκλήματος κατ' άρθρο 2 παρ. 8, 9 Ν. 2954/01, διαπιστώθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα 28/5/99 έως 5/12/2000 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής και. ειδικότερα απεδέχθη εικονικά φορολογικά στοιχεία, δηλονότι φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες ,στο σύνολο τους, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Ειδικότερα με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "ΛΕΒΗΤΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ" ζήτησε, έλαβε και καταχώρησε στα βιβλία της πιο πάνω επιχείρησης τα πιο κάτω αναλυτικά αναφερόμενα φορολογικά στοιχεία, τα οποία είναι εικονικά, διότι εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους, γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος και παρά ταύτα απεδέχθη αυτά με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Τα φορολογικά αυτά στοιχεία είναι τα παρακάτω:
ΧΡΗΣΗ 1999 Α/Α ΕΚΔΟΤΗΣ ΕΙΔΟΣ & ΑΡ. ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ ΚΑΘΑΡΗ ΑΞΙΑ Φ.Π.Α. ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΑΞΙΑ
1. ΤΕΧΝΟΜΠΛΟΚ Ε.Π.Ε. Δ.Α.-Τ.Π. (Σ Β') Νο 638/22-12-99 8.750.000 1.575.000 10.325.000
2. " Δ.Α.-Τ.Π. (Σ Β') Νο 639/22-12-99 9.250.000 1.665.000 10.915.000
3. ΣΕΤ ΚΟΜ Ε.Π.Ε. Τ.Π.Υ. Νο 683/28-05-99 4.800.002 864.000 5.664.002
4. " " " Τ.Π.Υ. Νο 685/28-06-99 5.200.002 936.000 6.136.002
5." " " Τ.Π.Υ. Νο 731/17-11-99 10.800.002 1.944.000 12.744.002
ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΑΞΙΑ 38.800.006 6.984.000 45.784.006
ΧΡΗΣΗ 2000 A/ A ΕΚΔΟΤΗΣ ΕΙΔΟΣ & ΑΡ. ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ ΚΑΘΑΡΗ ΑΞΙΑ Φ.Π.A. ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΑΞΙΑ
1. Π. Κ. Τ.Π.Υ. No 77/20-09-00 4.200.000 756.000 4.956.000
2. " Τ.Π.Υ. No 83/06-11-00 8.280.000 1.490.000 9.770.400
3. " Δ.Α-Τ. No 117/13-11-00 6.000.000 1.080.000 7.080.000
4. Μ.Ε.Σ.Ε. ΑΤΕΒΕ Δ.Α-Τ. No 11/18-07-00 5.300.000 954.000 6.254.000
5. " Δ.Α-Τ. No 12/19-07-00 4.390.000 790.200 5.180.200
6. " Δ.Α-Τ. No 22/08-11-00 7.260.000 1.306.800 8.566.800
7. " Δ.Α-Τ. No 23/10-11-00 8.500.000 1.530.000 10.030.000
8. " Δ.Α-Τ. No 24/13-11-00 6.582.000 1.184.760 7.766.760
9 " Δ.Α-Τ. No 25/17-11-00 10.520.000 1.893.600 12.413.600
10 " Δ.Α-Τ. No 32/04-12-00 6.050.000 1.089.000 7.139.000
11 " Δ.Α-Τ. No " 35/5-12-00 6.100.000 1.098.000 7.198.000
Τα ως άνω εικονικά στοιχεία της χρήσης του 1999 ανέρχονται σε συνολικό ποσό 134.36,2,45 € και της χρήσης του 2000 σε συνολικό ποσό 253.425,56 €. Περαιτέρω, αναφορικά με την ως άνω ένσταση παραγραφής της συνηγόρου της κατηγορουμένης, λεκτέο είναι το εξής: Η έναρξη της παραγραφής του αδικήματος του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997 ταυτίζεται με το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος φορολογικού ελέγχου (βλ. ΑΠ 81/2011, ΑΠ 105/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, η παραγραφή ξεκίνησε στις 16.2.2005 και ως εκ τούτου το αδίκημα για το ο οποίο κατηγορείται ο κατ/νος δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή. Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, πρέπει η ένσταση παραγραφής του κατ/νου να απορριφθεί και να κηρυχθεί αυτός ένοχος της πράξης που του αποδίδεται με τον κατηγορητήριο.
Ακολούθως, το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της πράξεως της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση με το ακόλουθο διατακτικό: ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν ένοχον του ότι: Στην Αθήνα, την 16/2/2005, χρόνο κατά τον οποίο θεωρήθηκε η συνημμένη από 29/1/2005 έκθεση ελέγχου του διενεργηθέντος τον έλεγχο ΣΔΟΕ ΑΤΤΙΚΗΣ και που αποτελεί την έναρξη της παραγραφής του διωκομένου εγκλήματος κατ' άρθρο 2 παρ 8,9 Ν.2954/01, διαπιστώθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 28/5/99 έως 5/12/2000 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής και ειδικότερα απεδέχθη εικονικά φορολογικά στοιχεία, δηλονότι φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης.
Ειδικότερα με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "ΛΕΒΗΤΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ" ζήτησε και έλαβε και καταχώρησε στα βιβλία της πιο πάνω επιχείρησης τα πιο κάτω αναλυτικά αναφερόμενα φορολογικά στοιχεία, τα οποία είναι εικονικά, διότι εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος και παρά ταύτα απεδέχθη αυτά με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης.
Τα φορολογικά αυτά στοιχεία είναι τα παρακάτω:
ΧΡΗΣΗ 1999 Α/Α ΕΚΔΟΤΗΣ ΕΙΔΟΣ & ΑΡ. ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ ΚΑΘΑΡΗ ΑΞΙΑ Φ.Π.Α. ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΑΞΙΑ
1. ΤΕΧΝΟΜΠΛΟΚ Ε.Π.Ε. Δ.Α.-Τ.Π. (Σ Β') Νο 638/22-12-99 8.750.000 1.575.000 10.325.000
2. " Δ.Α.-Τ.Π. (Σ Β') Νο 639/22-12-99 9.250.000 1.665.000 10.915.000
3. ΣΕΤ ΚΟΜ Ε.Π.Ε. Τ.Π.Υ. Νο 683/28-05-99 4.800.002 864.000 5.664.002
4. " " " Τ.Π.Υ. Νο 685/28-06-99 5.200.002 936.000 6.136.002
5. " " " Τ.Π.Υ. Νο 731/17-11-99 10.800.002 1.944.000 12.744.002
ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΑΞΙΑ 38.800.006 6.984.000 45.784.006
ΧΡΗΣΗ 2000 A/ A ΕΚΔΟΤΗΣ ΕΙΔΟΣ & ΑΡ. ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ ΚΑΘΑΡΗ ΑΞΙΑ Φ.Π.A. ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΑΞΙΑ
1. Π. Κ. Τ.Π.Υ. No 77/20-09-00 4.200.000 756.000 4.956.000
2. " Τ.Π.Υ. No 83/06-11-00 8.280.000 1.490.000 9.770.400
3. " Δ.Α-Τ. No 117/13-11-00 6.000.000 1.080.000 7.080.000
4. Μ.Ε.Σ.Ε. ΑΤΕΒΕ Δ.Α-Τ. No 11/18-07-00 5.300.000 954.000 6.254.000
5. " Δ.Α-Τ. No 12/19-07-00 4.390.000 790.200 5.180.200
6. " Δ.Α-Τ. No 22/08-11-00 7.260.000 1.306.800 8.566.800
7. " Δ.Α-Τ. No 23/10-11-00 8.500.000 1.530.000 10.030.000
8. " Δ.Α-Τ. No 24/13-11-00 6.582.000 1.184.760 7.766.760
9 " Δ.Α-Τ. No 25/17-11-00 10.520.000 1.893.600 12.413.600
10 " Δ.Α-Τ. No 32/04-12-00 6.050.000 1.089.000 7.139.000
11 " Δ.Α-Τ. No " 35/5-12-00 6.100.000 1.098.000 7.198.000
Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του ν. 2523/1997, την οποία δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει ειδική αιτιολογία ως προς το δόλο του αναιρεσείοντος αφού αυτός ενυπάρχει σύμφωνα με τα προεκτεθέντα για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος ούτε υποχρεούτο να διαλάβει σκέψεις για το σκοπό του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Περαιτέρω, το Δικαστήριο αιτιολογημένα απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί παραγραφής των μερικότερων πράξεων που τελέστηκαν πριν την εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/ 2001 ήτοι πριν την 2/11/2001, ορθώς δεχόμενο ως έναρξη της παραγραφής του αδικήματος τούτου το χρόνο διαπίστωσης αυτού, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος φορολογικού ελέγχου του ΣΔΟΕ Αττικής (16/2/2005) καθόσον, κατά τα ανωτέρω η διάταξη του άρθρου 2 παρ 8 του ν. 2954/ 2001 είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης αυτής πράξης του άρθρου 19 εκείνης του προηγουμένου δικαίου, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως τυγχάνει εφαρμογής σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέστηκαν προ της ισχύος του άνω άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/ 2001. Κατ' ακολουθίαν ορθώς περαιτέρω το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία και συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άνω ουσιαστικών διατάξεων είναι αβάσιμοι ως και ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας καθόσον κατά τα προεκτεθέντα υφίστατο δυνατότητα του ποινικού δικαστηρίου να ερευνήσει την υπόθεση αυτή έστω και αν δεν έχει προηγηθεί τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί προσφυγής του. Η διάταξη δε του άρθρου 21 παρ.3 του ν. 2523/1997 που επικαλείται ο αναιρεσείων δεν αφορά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του ν. 2523/1997. Κατ' ακολουθίαν πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμη και επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25/4/2012 αίτηση του Δ. Ν. του Ι., κατοίκου ... για αναίρεση της 18625/2012 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013 Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιανουαρίου 2013
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Φοροδιαφυγή. Εικονικά τιμολόγια. Δεν απαιτείται σκοπός του δράστη απόκρυψης φορολογητέας ύλης. Παραγραφή. Αρχίζει από το χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία ρύθμιση είναι ευμενέστερη του προηγουμένου δικαίου. Η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 Ν. 2954/2001 εφαρμόζεται ως επιεικέστερη. Έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Φοροδιαφυγή
|
Φοροδιαφυγή, Τιμολόγια εικονικά.
| 0
|
Αριθμός 105/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Ν. του Ν., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Βασιλόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Β. Χ. του Δ., κατοίκου …, 2)Ι. Π. του Α., κατοίκου …, 3)Δ. Μ. του Α., κατοίκου …, 4)Α. Π. του Ε., κατοίκου …, 5)Ν. Δ. του Λ., κατοίκου …, και 6)Χ. Κ. του Α., κατοίκου …. Οι 1ος, 2ος, και 3ος ως εκτελεστές του Κληροδοτήματος "Β.Έξαρχος" και οι 4ος, 5ος και 6ος ως μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής του Κληροδοτήματος "Β.Έξαρχου", οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Του παρεμβαίνοντος (δια των προτάσεων): Υπουργού Οικονομικών, που εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Γεώργιο Βαμβακίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Υπέρ των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/4/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 2492/2010 του ιδίου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/2/2011 αίτησή του. Ο παρεμβαίνων με την από 20/2/2012 παρέμβασή του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ζήτησε όσα αναφέρονται σ' αυτή.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 13/2/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ.4, 575, 226 παρ.4 εδ.α' και γ'και 576 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών, κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί σ'αυτή νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε συντρέχει η μία ή η άλλη από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά την νέα μετ' αναβολή, διαδίκου. Στην προκείμενη περίπτωση, από τις εκθέσεις επίδοσης α) …/22.3.2011, …/22.3.2011, …/5.3.2011, …/5.4.2011 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά …, στην πρώτη και τέταρτη των οποίων προσαρτώνται οι από 22.3.2011 και 5.4.2011 αποδείξεις παραλαβής από τον αρμόδιο αξιωματικό του δικογράφου που θυροκολλήθηκε και οι από 23.3.2011 και 6.4.2011 βεβαιώσεις περί αποστολής της ταχυδρομικής ειδοποίησης που ορίζει το άρθρο 128 παρ.4γ'ΚΠολΔ και β) …/19.5.2011 και …/19.5.2011 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων …, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει, οτι ακριβές αντίγραφο της από 2.2.2011 αίτησης αναίρεσης κατά της 2492/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, στο τέλος της οποίας είναι καταχωρημένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ορίστηκε η 22.2.2012, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσιβλήτους, με κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης κατά την ορισθείσα πιο πάνω αρχική δικάσιμο. Κατ' αυτήν, η συζήτηση της αναίρεσης, με σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Εφόσον όμως, κατά τα εκτιθέμενα, στη μείζονα σκέψη, δεν χρειαζόταν νέα κλήση, πρέπει, παρά την απουσία τους, να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 576 παρ.2 εδ.α'και γ'ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά τη σαφή έννοια των διατάξεων του άρθρου 126 (παρ. 1 - 3) του α.ν. 2039/1939 (ΦΕΚ Α' 435), που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 52 αριθ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών η δικονομική δυνατότητα για παρέμβαση σε κάθε στάση της δίκης, που αφορά στην υπέρ κοινωφελούς σκοπού καταληφθείσα περιουσία, ακόμη και με τις προτάσεις και δίχως την κοινοποίηση του δικογράφου αυτής. Η εν λόγω παρέμβαση χαρακτηρίζεται ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, πράγμα που συνάδει προς την ουσία της ασκούμενης επί των κοινωφελών ιδρυμάτων κατά τον ανωτέρω α.ν. εποπτείας από τον Υπουργό των Οικονομικών. Η εποπτεία αυτή έχει ως σκοπό προεχόντως την προστασία του δημοσίου συμφέροντος με την άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου στη διαχείριση των υπέρ κοινωφελών ιδρυμάτων καταλειπομένων περιουσιών και την αποτροπή του κινδύνου αλόγιστης διαθέσεως της περιουσίας του ιδρύματος αλλά και αποφυγής των κυρίων διαδίκων δικών, υπέρ της οποίας απόψεως συνηγορεί και το ότι με την παρ. 2 του άρθρου 126 του α.ν. 2039/1939 παρέχεται προς τον Υπουργό δικαίωμα να ασκεί αυτοτελώς ένδικο μέσο και όταν ακόμη δεν έχει παραστεί κατά τη συζήτηση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 1630/1998). Επομένως, η από 20.2.2012 πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία ασκήθηκε δια των από 20.2.2012 προτάσεών του προς αντίκρουση και απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης, είναι παραδεκτή και πρέπει να συνεκδικασθεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 31 παρ.1, 246 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 825 ΚΠολΔ, κάθε αμφιβολία ή αμφισβήτηση για την ερμηνεία διαθήκης ή άλλης πράξης με την οποία διατίθενται περιουσιακά στοιχεία με κληρονομιά, κληροδοσία, δωρεά υπέρ του κράτους ή κοινωφελών σκοπών, εφόσον αναφέρεται στον τρόπο της εκκαθάρισης και γενικά της διαχείρισης και της εκτέλεσης της περιουσίας, που έχει διατεθεί για το κράτος ή για κοινωφελή σκοπό, υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εφετείου Αθηνών. Εξάλλου, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό σε δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας δια την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους. Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βούλησης προκύπτει, όταν, παρά η ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της δικαιοπραξίας, από την οποία αποκαλύπτεται, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησις των δικαιοπρακτούντων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης. Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει εκ του γεγονότος ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της δικαιοπραξίας έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της δικαιοπραξίας ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα (ΑΠ 28/2007 ΕλλΔνη 48.1029). Ειδικότερα, επί διαθηκών, εφόσον υπάρχει κενό ή αμφίβολο σημείο στη δήλωση βούλησης του διαθέτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, για την πλήρωση ή άρση, αντίστοιχα, του σημείου αυτού, αναζητείται η αληθινή βούληση του διαθέτη χωρίς προσήλωση στις λέξεις, με μοναδικό κριτήριο την υποκειμενική άποψη, ως μη έχοντας εφαρμογή - επί διαθηκών - της διάταξης του άρθρου 200 ΑΚ, ενώ συγχωρείται στην περίπτωση αυτή η λήψη υπόψη και περιστατικών ή στοιχείων εκτός του ερμηνευόμενου κειμένου της διαθήκης, που προκύπτουν ιδίως από έγγραφα (ΑΠ 627/2005 ΕλλΔνη 47.1056). Τέλος, εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 173 ΑΚ υπάρχει - οπότε και ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ- όταν, μολονότι διαπιστώθηκε η ανάγκη ερμηνεία (κενό κ.λπ.), η εν λόγω διάταξη εφαρμόσθηκε κατά τρόπο που καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή της, όπως όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν για το σκοπό εξεύρεσης της αληθινής βούλησης του διαθέτη (ΑΠ 822/1998, ΑΠ 145/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, ως προκύψαντα "από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος του αιτούντος και τα έγγραφα τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι" τα εξής: "Με την από 17.3.1899 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε και κηρύχτηκε κυρία, με την υπ'αριθ.5226/1900 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, ο διαθέτης Β. Έ., κατέλειπε, ως κληροδότημα όλη την περιουσία του στην "κοινότητα της ιδιαίτερης πατρίδος του χωρίου … της επαρχίας … της Ηπείρου, ήτοι το σύνολο των αποτελουσών το χωρίον οικογενειών υπό τον όρον να παραλάβει αυτή ταύτην και διαχειρίζεται αυτήν συμφώνως προς τα κατωτέρω λεπτομερώς οριζόμενα. 2 Άμα τω θανάτω μου όπως παραλαβή η κοινότης του χωρίου μου … την διαχείρισην της ως άνω κληρονομιάς δια να προβή εις την εκλογή τριμελούς Επιτροπής ήτις θέλει εκλέγεσθαι κατά πάσαν τριετίαν εντός του Ιανουαρίου μηνός δια μυστικής ψηφοφορίας των παρόντων χωριανών εν τη αιθούση του Σχολείου το δε πρακτικόν της εκλογής αυτής θέλει επικυρούσθαι υπό των ιερέων και μουχταροδημογερόντων της Κοινότητος και του Αρχιερέως της περιφέρειας του χωρίου. Η επιτροπή δε αυτή εκ συμφώνου μετά των εν τη παρούση διοριζομένου εκτελεστών θέλει διαχειρίζεσθαι την κληρονομίαν ταύτην" "Κατά την εκλογή της διαχειριστικής επιτροπής αυθημερόν και κατ εξακολούθησαν θα γίνει ομοιότροπος η εκλογή εξελικτικής επιτροπής τριμελούς....". Σκοπός του κληροδοτήματος σύμφωνα με τη βούληση του διαθέτη είναι: α) κατασκευές αποπερατώσεις, επισκευές και συντηρήσεις δρόμων και γεφυρών εντός και εκτός του χωρίου ….., δημοσίου δρόμου, σύνδεσης του χωριού με γειτονικά χωριά κ.λπ., β) μισθοδοσία ενός δημοδιδασκάλου για το σχολείο του χωριού (σήμερα δεν λειτουργεί σχολείο), γ) βοηθήματα για ενίσχυση απόρων οικογενειών, σε χήρες και ορφανά του χωριού και προς οιονδήποτε κοινωφελή κοινοτικό σκοπό που κρίνει η Διαχειριστική Επιτροπή. Η περιουσία αυτή σήμερα, αποτελείται από ένα οικόπεδο, που βρίσκεται στην …και στις οδούς …αριθμός … και …, πάνω στο οποίο ανεγέρθηκε, με επιμέλεια των εκτελεστών της διαθήκης του και της Διαχειριστικής Επιτροπής του, πολυώροφο ξενοδοχείο το οποίο εκμεταλλεύεται το συσταθέν κληροδότημα επί σειρά ετών, με εκμίσθωση του σε επαγγελματίες ξενοδόχους και τα έσοδα του διαθέτει στους αναφερόμενους στη διαθήκη του διαθέτη κοινωφελείς σκοπούς. Με την υπ'αριθ. 8855/1990 απόφαση του, το παρόν Δικαστήριο, καθόρισε ως χρόνο εκλογής των μελών της διαχειριστικής Επιτροπής του παραπάνω κληροδοτήματος το δεύτερο δεκαήμερο του μηνός Αυγούστου, κάθε τριετίας, αντί του μηνός Ιανουαρίου που είχε οριστεί με την πιο πάνω διαθήκη, με την αιτιολογία ότι ο χρόνος που πέρασε (σχεδόν 90 χρόνια) από τη σύνταξη της διαθήκης, συνοδεύτηκε από ουσιώδεις μεταβολές στην κοινωνική και οικονομική ζωή των κατοίκων του χωριού αυτού, με αποτέλεσμα να συγκεντρώνονται οι περισσότεροι από αυτούς όχι τον Ιανουάριο, αλλά τον Αύγουστο και έτσι το μήνα αυτό εξασφαλίζεται και μόνο η μεγαλύτερη συμμετοχή δημοτών στην εκλογή της Διαχειριστικής Επιτροπής του κληροδοτήματος όπως ήθελε ο διαθέτης. Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία επίσης αποδείχθηκε ότι για την εκλογή της διαχειριστικής και εξελεγκτικής επιτροπής του παραπάνω κληροδοτήματος δικαίωμα ψήφου έχουν όσοι είναι γραμμένοι στα βιβλία της κοινότητας ήτοι ληξιαρχικά βιβλία, δημοτολόγια, μητρώα αρρένων και όσοι έχουν γεννηθεί στο χωριό. Τούτο αναφέρεται στο υπ1 αριθ. 8/31-7-1997 απόσπασμα πρακτικών συνεδρίασης του Κοινοτικού Συμβουλίου Πουρνιάς δυνάμει του οποίου ορίστηκε η ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών και Ο τρόπος διεξαγωγής αυτών για το έτος 1997. Περαιτέρω, εις απάντηση του υπ'αριθ.πρωτ. 1089887/4015/Β0011 εγγράφου της Διευθύνσεως Κληροδότηματων η Ιερά Μητρόπολις Δρυινουπόλεως Πωγωνιανής και Κονίτσης, υπό την εποπτεία της οποίας γίνεται η σύνοδος των απανταχού Πουρνιωτών, δηλώνει αναρμόδια να ερμηνεύσει "την έννοια των αποτελούντων το χωρίο οικογενειών", όπως προφανώς της ζητείται από την παραπάνω διεύθυνση, ενώ κρίνει αναγκαία τη σύσταση οργανισμού λειτουργίας του ως άνω κληροδοτήματος. Τέλος δε, εκφράζοντας τη γνώμη της, θεωρεί ότι τέτοιες οικογένειες είναι και αυτές που δεν μένουν μονίμως στο χωριό, όπως και εκείνες μέλη των οποίων έχουν γεννηθεί στο χωριό και έχουν μεταναστεύσει ή μεταδημοτεύσει. Εξάλλου, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη "χωριανός 1. αυτός που κατάγεται από χωριό ή και κατοικεί σε χωριό 2.αυτός που κατάγεται από το ίδιο χωριό ή και κατοικεί στο ίδιο χωριό". Να σημειωθεί εξάλλου, ότι πλείστοι κάτοικοι του ως άνω χωρίου έχουν μετοικήσει σε άλλες περιοχές της ημεδαπής ή της αλλοδαπής και οι μόνιμοι κάτοικοι του χωριού είναι ελάχιστοι και οι περισσότεροι υπερήλικες. Τέλος, με γνώμονα την πραγμάτωση της προθέσεως του διαθέτη, για την εύρυθμη λειτουργία των οργάνων του κληροδοτήματος και την επωφελέστερη αξιοποίηση της περιουσίας του και με βάση τις πραγματικές αντιλήψεις του και την αληθή βούληση του αλλά και σύμφωνα με το όλο πνεύμα της διαθήκης το πραγματικό νόημα αυτής, όσον αφορά την έννοια της λέξεως "χωριανοί", οι οποίοι έχουν δικαίωμα ψήφου για την ανάδειξη μελών της Διαχειριστικής και Εξελεγκτικής Επιτροπής του κληροδοτήματος είναι αυτοί που έχουν γεννηθεί στο χωριό Πουρνιά (πρώην Σταρίτσανη) του Δήμου Κονίτσης και είναι εγγεγραμμένοι στα αντίστοιχα ληξιαρχικά Βιβλία". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, αφού, με βάση αυτά που δέχτηκε, διαπίστωσε ότι υπάρχει αμφιβολία ως προς τη δήλωση βούλησης του διαθέτη αναφορικά με τους "χωριανούς" που θέλησε να έχουν δικαίωμα ψήφου για την ανάδειξη μελών της Διαχειριστικής και Εξελεκτικής Επιτροπής του κληροδοτήματος, και παρά ταύτα, προς αναζήτηση της αληθινής βούλησής του, δεν προσέφυγε στην ερμηνευτική της διαθήκης διάταξη αυτή - του άρθρου 173 ΑΚ - αλλά στα αποδεικτικά στοιχεία που κατά τα άνω επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και δέχτηκε, ότι το πραγματικό νόημα της διαθήκης είναι ότι έχουν δικαίωμα ψήφου "αυτοί που έχουν γεννηθεί στο χωριό Πουρνιά...και είναι εγγεγραμμένοι στα αντίστοιχα ληξιαρχικά βιβλία....με γνώμονα...και την αληθή βούλησή του" η οποία είναι εδώ το "ζητούμενο". Επιπλέον - το Εφετείο -, με βάση τα προεκτεθέντα, περιέλαβε στην απόφασή του ασαφή και αντιφατική αιτιολογία και, έτσι, την στέρησε από τη νόμιμη βάση της. Επομένως, οι μοναδικοί λόγοι αναίρεσης, πρώτος και δεύτερος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
IV. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). Περίπτωση επιβολής δικαστικής δαπάνης σε βάρος του προσθέτως παρεμβάντος Υπουργού Οικονομικών και υπέρ του καθ'ου η παρέμβαση αναιρεσείοντος δεν συντρέχει, εφόσον δεν προκλήθηκε στον τελευταίο καμιά πρόσθετη δαπάνη από την ασκηθείσα ως άνω παρέμβαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 2492/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8.1.2013 Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επί διαθηκών, εφόσον υπάρχει κενό ή αμφίβολο σημείο στη δήλωση βούλησης του διαθέτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, για την πλήρωση ή άρση, αντίστοιχα, του σημείου αυτού, αναζητείται η αληθινή βούληση του διαθέτη χωρίς προσήλωση στις λέξεις, με μοναδικό κριτήριο την υποκειμενική άποψη. Περιστατικά.
|
Ερμηνεία βούλησης διαθέτη
|
Ερμηνεία βούλησης διαθέτη.
| 0
|
Αριθμός 108/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Γ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο του Γεράσιμο Ανδρικογιαννόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Κ. χήρας Κ., 2) Α. Κ. του Κ. και 3) Σ. Κ. του Κ., κατοίκων ..., 4)της ομορρύθμου τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Κ. και Σια Ο.Τ.Ε.Ε." και έδρα την ..., που βρίσκεται σε εκκαθάριση και εκπροσωπείται από τον εκκαθαριστή της Παναγιώτη Παπουτσή, κάτοικο Καλαμάτας, 5)Σ. Π. χήρας Η., κατοίκου ..., 6) Γ. Π. του Η., κατοίκου ..., και 7) Π. Π. του Η., κατοίκου ... . Οι 1η και 2ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αντωνόπουλο, ο 3ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, η 4η δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και οι 5η, 6ος και 7η ως κληρονόμοι του Η. Π., δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Κατά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, διότι όπως δήλωσε, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δεν μπορεί να παρευρεθεί σήμερα στο Δικαστήριο. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και δια του Προεδεύοντος αυτού απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως, κατά την οποία ο αναιρεσείων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/3/2002 αγωγή του αρχικού διαδίκου Κ. Κ. και την από 10/6/2003 κύρια παρέμβαση του αρχικού διαδίκου Η. Π., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 180/2007 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/9/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι τρεις πρώτοι των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 28/3/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η διάταξη του άρθρου 280 παρ.3 ΚΠολΔ, κατά την οποία "αν διάδικος που εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης υποβάλλει αίτηση αναβολής της συζήτησης, η οποία απορρίφτηκε από το δικαστήριο, χωρίς να έχει απαντήσει στην ουσία, θεωρείται ότι δεν μετέχει κανονικά στην παραπέρα συζήτηση", εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, καίτοι δεν αναφέρεται στις διατάξεις στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι η με αυτό παραπομπή σε ορισμένες διατάξεις του ΚΠολΔ δεν είναι περιοριστική, ενόψει και του ότι ούτε χρήση του στερητικού μορίου "μόνο" γίνεται με το εν λόγω άρθρο 573 παρ.1, ούτε η εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 280 παρ.3 είναι ασυμβίβαστη προς την ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασία, αφού στο άρθρο 575 ΚΠολΔ προβλέπεται η δυνατότητα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, όπως και κατά τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας (241 ΚΠολΔ), ούτε η ρύθμιση εκείνης προσκρούει στις περί ερημοδικίας διατάξεις ενώπιον του Αρείου Πάγου (576 ΚΠολΔ - ΑΠ 1445/2010). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ.1 και 3, 568 παρ.1 και 4 και 498 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει άλλος, αν κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους. Προκύπτει, επίσης, ότι αν ο μη εμφανισθείς διάδικος είναι αναιρεσίβλητος, δεν αρκεί για το νόμιμο της κλήτευσής του η προς αυτόν επίδοση μόνο της κλήσης προς συζήτηση, αλλ' απαιτείται να του επιδοθεί και αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 746/1993 ΕλλΔνη 36.107).
Στην προκείμενη περίπτωση, κατόπιν της από 19.6.2012 αίτησης-κλήσης των εκ των αναιρεσιβλήτων, 1) Σ. χας Κ. Κ., 2) Α. Κ. του Κ. και 3) Σ. Κ. του Κ. - πρώτης, δεύτερου και τρίτου από αυτούς - εισάγεται για συζήτηση η από 30.9.2007 αίτηση για αναίρεση της 180/2007 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας, η συζήτηση της οποίας είχε αρχικά ορισθεί κατά τη δικάσιμο της 6.4.2011, οπότε δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων, αλλά εμφανίστηκαν οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Γεώργιο Αντωνόπουλο, και με αίτησή τους η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 9.5.2012, κατά την οποία -η συζήτησή της- ματαιώθηκε. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά τη νέα προσδιορισθείσα και στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο, 1) η καθ' ης η κλήση ομόρρυθμη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "Κ. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Τ.Ε.Ε." -τέταρτη από τους αναιρεσιβλήτους- και 2) οι καθ'ων η κλήση α) Σ. Π. του Γ., χα Η. Π. του Α., β) Γ. Π. του Η., και γ) Π. Π. του Η., ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικού πέμπτου από τους αναιρεσιβλήτους, Η. Π. του Η. (βλ. την 60/2008 Ληξιαρχική Πράξη του Ληξίαρχου του Δήμου Αριστομένους, το με αριθμό πρωτ. 7813/2.3.2012 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Μεσσήνης, το με αριθμό πρωτ. 7813/2.3.2012 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Μεσσήνης, και τα με αριθμούς 773 και 794/6.3.2012 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Καλαμάτας), δεν εμφανίσθηκαν. Ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Γεράσιμο Ανδρικογιαννόπουλο, ο οποίος, όμως, παραστάθηκε μόνο για να ζητήσει από το Δικαστήριο τούτο την αναβολή της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, η οποία έγινε δεκτή από αυτό και, επομένως, ο εν λόγω διάδικος θεωρείται ότι δεν εμφανίσθηκε. Οι εκ των αναιρεσιβλήτων που κατά τα άνω επισπεύδουν τη συζήτηση, επικαλούνται και προσκομίζουν τις εκθέσεις επίδοσης 2638 και 2639/ 21.9.2013 της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας ..., 10200β/21.9.2012 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και 11683 και 11684/21.9.2012 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας ..., από τις οποίες αποδεικνύεται ότι επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα και στους πιο πάνω μη εμφανισθέντες αναιρεσιβλήτους ακριβές αντίγραφο της προμνημονευθείσας - από 19.6.2012 αίτησης - κλήσης για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Όμως, ούτε επικαλούνται ούτε προσκομίζουν εκθέσεις επιδόσεως στους πιο πάνω μη εμφανισθέντες αναιρεσιβλήτους της αίτησης αναίρεσης, ούτε ισχυρίζονται με τις προτάσεις τους ότι επιδόθηκε σ' αυτούς η αίτηση αναίρεσης, αλλά ισχυρίζονται ότι επιδόθηκε σ' αυτούς η πιο πάνω αίτηση-κλήση για συζήτηση αυτής. Δεν προκύπτει συνεπώς ότι οι ως άνω μη εμφανισθέντες αναιρεσίβλητοι κλητεύτηκαν νομίμως και άρα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 30.9.2007 αίτησης του Λ. Γ. του Π. για αναίρεση της 180/2007 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το άρθρο 280 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση. Αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί αναιρεσίβλητος, δεν αρκεί για το νόμιμο της κλήτευσή του η προς αυτόν επίδοση μόνο της κλήσης προς συζήτηση, αλλ΄ απαιτείται να του επιδοθεί και αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης.
|
Κλήτευση
|
Κλήτευση .
| 0
|
Αριθμός 111/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ο. Γ. του Π., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Γ. του Σ., κατοίκου ..., και 2) Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Γεωργίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/5/2007 αναγνωριστική αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 77/2010 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/5/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 24/10/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 1061/2010, ΑΠ 407/2004). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β' και γ' ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπομένου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε, ή δεν παραστάθηκε νομίμως, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 12/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 5-12-2012 και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η αναιρεσείουσα, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει, ότι η υπόθεση είχε αναβληθεί εκ του πινακίου κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 2-11-2011 για την ως άνω αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 5-12-2012 με αίτηση της αναιρεσείουσας, διότι ο εμφανισθείς κατά την ως άνω αρχική δικάσιμο ως δικηγόρος της Αθανάσιος Κονταξής δήλωσε ότι η αναιρεσείουσα δεν του είχε χορηγήσει πληρεξούσιο. Έτσι, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά αυτού του Δικαστηρίου της αρχικής δικασίμου (2-11-2011), η ήδη απολειπόμενη αναιρεσείουσα επίσης δεν είχε παραστεί με νόμιμο τρόπο κατά την ως άνω αρχική δικάσιμο και, αφού δεν αποδεικνύεται ότι αυτή δεν είχε κλητευθεί νόμιμα για να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή, η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή της για τη δικάσιμο αυτή. Ούτε κλήτευση της απολειπομένης αναιρεσείουσας για τη νέα δικάσιμο προκύπτει, όπως επίσης δεν προκύπτει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση υπόθεσης. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 19-5-2010 αίτησης της Ο. Π. Γ. για αναίρεση της 77/2010 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων, ως προς όλους τους διαδίκους.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη εμφάνιση διαδίκου. Αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά της νέας δικασίμου. Δεν χρειάζεται νέα κλήση. Αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος, κατά την μετ΄ αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν εκλητευθεί ή δεν παραστάθηκε νόμιμα , η από το πινάκιο αναβολή και η εγγραφή της στο πινάκιο δεν ισχύει ως κλήτευση για την νέα δικάσιμο. Απαράδεκτη η συζήτηση.
|
Απαράδεκτη συζήτηση
|
Απαράδεκτη συζήτηση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 110/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεώργιο Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Ιωαννίδη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 8580/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Φεβρουαρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 357/12.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 8 §1 του Ν. 1599/1986 "Γεγονότα ή στοιχεία που δεν αποδεικνύονται με το δελτίο ταυτότητας, ή τα αντίστοιχα έγγραφα του άρθρου 6, μπορεί να αποδεικνύονται ενώπιον κάθε αρχής ή υπηρεσίας του δημόσιου τομέα, με υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερόμενου που συντάσσεται σε απλό χαρτί (άρθρο 2 §2 της Π.Ν.Π. της 21-12-2001). Κατά δε το άρθρο 22 §6 εδ. α' του ίδιου νόμου, "όποιος εν γνώσει του δηλώνει ψευδή γεγονότα, ή αρνείται ή αποκρύπτει τα αληθινά, με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών κ.λ.π.". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για μεν τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του από την τελευταία διάταξη προβλεπόμενου εγκλήματος απαιτείται: 1) δήλωση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή άρνηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων, τα οποία δεν αποδεικνύονται με το δελτίο ταυτότητας ή το διαβατήριο, (όχι δε μόνο γεγονότων που αφορούν προσωπικά στοιχεία του δηλούντος) και 2) η ψευδής αυτή δήλωση να απευθύνεται, δηλαδή να υποβάλλεται, σε αρχή ή υπηρεσία του δημόσιου τομέα, για δε την υποκειμενική θεμελίωσή του, γνώση με την έννοια της βεβαιότητας των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Ως αρχή νοείται το όργανο του Κράτους, το οποίο ασκεί, κατ' ιδίαν αυτού ελεύθερη κρίση, σε ορισμένο κύκλο κρατική εξουσία, προβλεπόμενη από τους οργανικούς αυτού νόμους. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, η ύπαρξή του δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του. Όταν όμως, για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτούνται, όπως και στο έγκλημα της ψευδούς υπευθύνου δηλώσεως εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την αντικειμενική υπόσταση αυτής, και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος από μέρους του υπαιτίου ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου προσθέτου αποτελέσματος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την διαληφθείσα γνώση ως και τον σκοπό.
Συνεπώς επί του ανωτέρω εγκλήματος, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεώς του, απαιτείται, για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, να εκτίθενται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η γνώση του κατηγορουμένου περί του ψευδούς περιεχομένου της δηλώσεως του άρθρου 8 παρ.1 του Ν 1599/1986.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 8580/2011 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος στην Αγία Παρασκευή στις 19 Ιουνίου 2006 εν γνώσει του δήλωσε ψευδή γεγονότα με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/86 και συγκεκριμένα με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/86, την οποία υπέβαλε στην Επιτροπή Αυθαιρέτων της Πολεοδομίας Αγ. Παρασκευής Αττικής, δήλωσε εν γνώσει του ψευδώς, ότι το εμπρόσθιο διαμέρισμα Υ-1 αποθήκη, που ανήκει κατά ψιλή κυριότητα στην Μ. - Ε. Μ. σύμφωνα με τις υπ' αριθμ. .../85 και .../98 συστάσεις οριζοντίου ιδιοκτησίας, μετετράπη σε διαμέρισμα - κατοικία αμέσως μετά τις 20-5-1998, ενώ η αλήθεια είναι ότι η φερόμενη Υ-1 Αποθήκη του υπογείου της επί της οδού ... στα ... πολυώροφης οικοδομής μετετράπη σε διαμέρισμα το έτος 1989 από τον Ι. Μ. και μέχρι το έτος 1992 εκμισθωνόταν στον Φ. Π., έκτοτε δε κατοικούσε σε αυτό η Γ. Λ.. Η κρίση αυτή στηρίζεται ιδίως στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Μ. - Έ. Μ. (αδελφής του κατηγορουμένου) και Γ. Λ. (μητέρας του κατηγορουμένου), οι οποίες καταθέτουν ότι "έγινε διαμέρισμα η αποθήκη από τον πατέρα του Ι. Μ., που ήταν ιδιοκτήτης το εκμίσθωνε στον Π. αρχές 1989, ζήτησε ρεύμα κλπ μετά έμενε η μητέρα μου Γ. Λ., εξακολουθεί να μένει από το 1992" (βλ. σελ. 2 πρακτικών) και "Έγινε διαμέρισμα η αποθήκη το 1989. Έκανε τη δήλωση γιατί το παρουσίαζε σαν αποθήκη. Για να δικαιολογήσει το υψόμετρο. Γιατί έβαλαν πρόστιμο στην Ε. γι' αυτό είναι κατηγορούμενος ... Το 1989 έκανε αίτηση για το ρεύμα ο Ι. Μ.. Πήρε τρία χρόνια ενοίκια από τον Φ. Π.. Από το 1992 έμενα (βλ. σελ. 4-5 πρακτικών), αντιστοίχως, μη αναιρούμενες από τις καταθέσεις των Φ. Π. και Ε. Κ., καθώς και από την απολογία του κατηγορουμένου, ο οποίος ισχυρίζεται ότι "Δεν ήξερα την γνώση από το παρελθόν" (σελ. 8 πρακτικών). Κατόπιν αυτών πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης εις βάρος του αξιοποίνου πράξεως της παραβάσεως των άρθρων 8, 22 παρ. 6α' του Ν. 1599/1986, περιγραφόμενης ειδικότερα στο διατακτικό. Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα της παραβάσεως της διατάξεως των άρθρων 8, 22 παρ. 6 του Ν. 1599/1986 και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως τριών (7) μηνών, ανασταλείσα. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο για το ότι : Στην Αγία Παρασκευή στις 19 Ιουνίου 2006, εν γνώσει του δήλωσε ψευδή γεγονότα με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του άρθρ. 8 του Ν 1599/1986 και συγκεκριμένα με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, την οποία υπέβαλε στην Επιτροπή Αυθαίρετων της Αγ. Παρασκευής Αττικής, δήλωσε εν γνώση του ψευδώς ότι το εμπρόσθιο διαμέρισμα Υ-1 Αποθήκη, που ανήκει κατά ψιλή κυριότητα στην Μ. - Έ. Μ. σύμφωνα με τις υπ' αριθμ. .../85 και .../98 συστάσεις οριζοντίου ιδιοκτησίας, μετετράπει σε διαμέρισμα - κατοικία αμέσως μετά τις 20-5-1998, ενώ η αλήθεια είναι ότι η φερόμενη ΥΙ-Αποθήκη του υπογείου της επί της οδού ... στα ... πολυόροφης οικοδομής μετετράπη σε διαμέρισμα το έτος 1989 από τον Ι. Μ. και μέχρι έτος 1992 εκμισθωνόταν στον Φ. Π., έκτοτε δε κατοικούσε σε αυτό η Γ. Λ.. Με αυτά, τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, όπως προκύπτει από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με αναφορά συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών που δικαιολογούν και ακολούθως θεμελιώνουν την, από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, γνώση της αναληθείας των δηλωθέντων, αν και η γνώση αυτή δεν είναι καθόλου αυτονόητη από όσα στο σκεπτικό και το διατακτικό εκτίθενται. Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο του αμέσου δόλου, δηλαδή της γνώσεως, η προσβαλλομένη απόφαση περιορίζεται να παραθέσει, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό την περιεχόμενη στο νόμο φράση "εν γνώσει του ψεύδους", χωρίς όμως να εκθέσει συστηματικά και να αιτιολογήσει από ποια συγκεκριμένα περιστατικά συνάγεται η γνώση του αυτή, σε σχέση με την αναλήθεια των περιστατικών, τα οποία ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων φερόταν ότι δήλωσε ψευδώς, γνώση, η οποία, άλλωστε, δεν προκύπτει από τις παραδοχές και την κυρία αιτιολογία της περί ενοχής κρίσεως του Εφετείου. Ειδικότερα, η σειρά των αιτιολογιών που παρατίθενται στο σκεπτικό προς επιστήριξη της καταδικαστικής κρίσεως του Δικαστηρίου, αναφέρεται στην στοιχειοθέτηση, αντικειμενικώς, της πράξεως του αναιρεσείοντος και δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά, που να αιτιολογούν την παραδοχή ότι αυτός τελούσε σε γνώση του ψευδούς περιεχομένου της δηλώσεώς του. Την αιτιολογία αυτή ήταν υποχρεωμένο να παραθέσει το Δικαστήριο, τόσο περισσότερο καθόσον, δεν προκύπτει ούτε από το διατακτικό της προσβαλλόμενης η παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την διαληφθείσα γνώση.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας όσον αφορά την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος τυγχάνει βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για εκ νέου συζήτηση στο αυτό Δικαστήριο, το οποίο είναι δυνατόν να συντεθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 8580/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για εκ νέου συζήτηση, στο αυτό δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν, προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του 18 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή υπεύθυνη δήλωση (παράβαση άρθρ. 8 & 22 ν. 1599/86). Απόρριψη λόγων αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας της υποκειμενικής υποστάσεως του άνω αδικήματος και των εγγράφων.
|
Ψευδής υπεύθυνη δήλωση
|
Ψευδής υπεύθυνη δήλωση.
| 0
|
Αριθμός 112/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Μιχαήλ Αλεξανδρίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Π. του Π., κατοίκου …, ως νομίμου κληρονόμου του Π. Π., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Καλτσά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/10/2007 αγωγή του αρχικού διαδίκου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4908/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 626/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15/12/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 26/11/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 του Α.Κ., αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβληθεί σε μεταγραφή, ενώ όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041 και 1045 του Α.Κ., με τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας αποκτά την κυριότητα ακινήτου εκείνος που έχει στη νομή του το ακίνητο με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο για μια δεκαετία, (τακτική χρησικτησία) ή ανεξάρτητα από καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, για μια εικοσαετία (έκτακτη χρησικτησία). Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως• και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το ένδικο ακίνητο, γεωτεμάχιο, που βρίσκεται στη θέση … της πρώην Κοινότητος … και ήδη Δήμου …της νήσου …, εκτάσεως 779 τ.μ. σύμφωνα με το απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος όπως αυτό εμφανίζεται στο από έτος 1961 σχεδιάγραμμα του Πολιτικού μηχανικού Γ. Σ., συνορεύει αρκτικώς με ιδιοκτησία Κ. Κ. επί πλευράς 32 μ., μεσημβρινώς με οδόν και πέραν αυτής με το υπ' αριθμό ..τεμάχιο του ιδίου ως άνω διαγράμματος ιδιοκτησίας Π. Γ., ανατολικώς με το υπ' αριθ. … τεμάχιο του ιδίου τοπογραφικού επί πλευράς 24 μ. και δυτικώς με κοινοτική οδό. Αυτό φέρει ΚΑΕΚ … και με βάση το κτηματολογικό διάγραμμα συνορεύει γύρωθεν με τα φέροντα τους εξής ΚΑΕΚ: ............. Το εν λόγω ένδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης εκτάσεως 18 στρεμμάτων, το οποίο ανήκε στον άμεσο δικαιοπάροχο του ενάγοντος Π. Γ., ο οποίος κατέστη κύριος αυτού δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον ενέμετο αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας και πλέον συγκεκριμένα από το έτος 1900, καλλιεργώντας σ' αυτό λαχανικά, ενώ πριν το ακίνητο αυτό περιέλθει στην νομή αυτού, ανήκε κατά κυριότητα στην οικογένεια του, από το έτος 1850 περίπου, κατά τα κατωτέρω, η οποία το καλλιεργούσε προς κάλυψη των βιοτικών της αναγκών. Ακολούθως, ο πιο πάνω κύριος του ακινήτου, Π. Γ. το έτος 1962 μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον ενάγοντα το επίδικο ακίνητο, δυνάμει του υπ' αριθ…/2-4-1962 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Γεωργίου Μυρσίνη, το οποίο μετέγραφε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών … στον τόμο 88 και με αριθμό ... Στη συνέχεια ο ενάγων κύριος του ακινήτου αυτού το έτος 1976 έκτισε ισόγεια οικοδομή εμβαδού 94 τ.μ. κατόπιν της υπ' αριθμ…./1976 αδείας του αρμόδιου πολεοδομικού γραφείου της Νομαρχίας Αττικής. Επομένως ο εφεσίβλητος ενάγων είχε καταστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου ήδη από το έτος 1962 παραγώγως, εφόσον απέκτησε αυτό από τον κύριο τούτου, δικαιοπάροχο του, Π. Γ., με νομίμως μεταγραφέν, στα οικεία βιβλία μεταγραφών, συμβολαιογραφικό έγγραφον. Από την αξιολόγηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, αποδείχτηκε ότι το ένδικο ακίνητο, ουδέποτε υπήρξε δημόσιο κτήμα, όπως αβασίμως ισχυρίστηκε το εναγόμενο-εκκαλόν Ελληνικό Δημόσιο, καθόσον το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα ευρύτερης έκτασης (αγροκτήματος) στην περιοχή …, ανήκε στην οικογένεια του άμεσου δικαιοπάροχου του εφεσιβλήτου-ενάγοντος, Π. Γ., και συγκεκριμένα στον γενάρχη της οικογένειας και παππού του τελευταίου, Δ. Γ., ο οποίος από το έτος 1850 περίπου ξεκίνησε να αποκτά ιδιοκτησιακά δικαιώματα στην εν λόγω περιοχή … (Βλ. υπ' αριθ. 45 αντίγραφο μερίδας Δ. Γ. στο Υποθηκοφυλακείο …), το οποίο ακολούθως περιήλθε στον Χρήστο Γ. και στη συνέχεια στον Κ. Γ. (πατέρα) του Π. Γ.. Όλοι δε οι ανωτέρω προκτήτορες καλλιεργούσαν το ευρύτερο αγρόκτημα, και το αποτελούν αυτού τμήμα επίδικο για τις βιοτικές ανάγκες τους, όπως προεκτέθηκε, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρος Γ. Λ.. Επομένως ήδη είχε συμπληρωθεί, πριν το 1915, και ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπο των προκτητόρων του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος Π. Γ., ανεξαρτήτως του ότι προϋπόθεση της τριακονταετούς νομής του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι την 11-9-1915 για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία εκτός των λοιπών προϋποθέσεων, αποτελεί και το γεγονός ότι το ακίνητο δεν είναι δημόσιο κτήμα, όπως εν προκειμένω (ΑΠ 1256/1997 ΕλΔνη 39.596). Σε κάθε περίπτωση το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στην ευρύτερη έκταση των 18.280 τ.μ. για την οποία το εναγόμενο και ήδη εκκαλόν Ελληνικό Δημόσιο υπέβαλε δήλωση ιδιοκτησίας στο Εθνικό Κτηματολόγιο, η οποία κατά τους ισχυρισμούς του είχε καταληφθεί από τον καταπατητή Σ. Μ. Β., σε βάρος του οποίου μάλιστα εξέδωκε τα έτη 1936, 1937, 1938 και 1939 πρωτόκολλα γνωμοδοτήσεως, τουτέστιν πρωτόκολλα καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιου κτήματος, αλλά τούτο απέχει περίπου οκτώ (8) χιλιόμετρα από την παραπάνω περιοχή που έχει καταχωρηθεί ως το …δημόσιο κτήμα. Ενισχυτικό της ανωτέρω κρίσης του Δικαστηρίου τούτου, ότι δηλαδή η επίδικη έκταση βρίσκεται σε διαφορετική θέση από εκείνη που κατέλαβε ο παραπάνω καταπατητής Β. ή Μ., αποτελούν, εκτός των άλλων και το γεγονός ότι σύμφωνα με την με επίκληση επαναπροσκομιζόμενη από τον εφεσίβλητο-ενάγοντα υπ' αριθ. Ε4159/2170/Ν.1 1549/20-4-1975 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ 114/24-5-1975 - τεύχος Δ') ανακλήθηκε προγενέστερη αναγκαστική απαλλοτρίωση της ευρύτερης περιοχής που αφορούσε μεταξύ άλλων και το επίδικο, η σχετική δε ανακλητική της απαλλοτρίωσης απόφαση, μεταγράφηκε στην μερίδα του εφεσίβλητου ενάγοντος που αφορούσε το επίδικο και φερόταν με την απόφαση, ως ιδιοκτήτης της επίδικης έκτασης (Βλ. …/28-4-1977 πιστοποιητικό του υποθηκοφύλακα ….). Λαμβανομένου δε υπόψη ότι μια περιοχή δύναται να κηρυχθεί απαλλοτριωτέα μόνον αν ανήκει σε τρίτο ιδιοκτήτη και όχι στην περιουσία του ελληνικού δημοσίου (εναγομένου), συνάγεται ότι το επίδικο ακίνητο που, κατά τα ανωτέρω, κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο, είναι αδύνατο να ανήκει κατά κυριότητα στο εκκαλόν, όπως τούτο αβασίμως ισχυρίστηκε, αλλά στον ενάγοντα. Με βάση τις παραπάνω ουσιαστικές και νομικές παραδοχές, η περί ιδίας κυριότητας του εκκαλούντος εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου επί του ενδίκου ακινήτου ένσταση, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, και η εγγραφή του εναγομένου επί του επιδίκου ακινήτου είναι ανακριβής και προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος εφεσίβλητου.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Επομένως, αφού και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση του, έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο έστω και με ελλιπέστερη αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται το εκκαλόν Ελληνικό δημόσιο με την έφεση του και όλους τους λόγους που περιέχονται σ'αυτήν κρίνονται απορριπτέα, όπως και η έφεση, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, στο σύνολο της." Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση και επομένως οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ. με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχτηκε χωρίς καμία απόδειξη ότι το επίδικο ακίνητο απέχει περίπου 8 χιλιόμετρα από την παραπάνω περιοχή που έχει καταχωρηθεί ως ΒΚ 59 δημόσιο κτήμα. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο στην ως άνω κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κλπ, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Έτσι στην εν λόγω κρίση του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει ο αμέσως πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος. Αφού απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης πρέπει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου να επιβληθούν σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-12-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 626/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναγνωριστική αγωγή κυριότητας και διόρθωση της σχετικής εγγραφής στο κτηματολόγιο. Λόγοι αναίρεσης: Από 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και από 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
|
Αγωγή αναγνωριστική
|
Αγωγή αναγνωριστική.
| 2
|
Αριθμός 114/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί αναιρέσεως της 6682/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενη την Ε. Ο. του Ν., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 212/10 Σεπτεμβρίου 2012 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών Βασιλικής Κονδύλη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1002/2012.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 α, 2 και 2 του ν. 4043/13-2-2012 (ΦΕΚ Α' 25/13-2-2012) και 114 του ΠΚ και 568 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι οι επιβληθείσες μέχρι της 13ης Φεβρουαρίου 2012, (χρονολογία ισχύος του νόμου) ποινές μέχρις έξι μηνών, εφόσον δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν έχουν, οπωσδήποτε μέχρι τη χρονολογία δημοσίευσης του νόμου, εκτιθεί, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο έτη από τη δημοσίευση του νόμου αυτού (13-2-2012), νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών, ενώ οι μη εκτελεσθείσες κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου του νόμου, τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου κατά περίπτωση. Κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών, οι ποινές που επιβλήθηκαν μετά την ισχύ του νόμου ήτοι μετά την 13η Φεβρουαρίου 2012, δεν παραγράφονται. Εξάλλου, σε περίπτωση που το δικαστήριο προχωρήσει στην παύση υφ' όρο της εκτέλεσης ποινών που επιβλήθηκαν μετά την ισχύ του νόμου την 13η Φεβρουαρίου 2012, ή ο αρμόδιος εισαγγελέας θέσει τέτοια απόφαση στο αρχείο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρθηκαν, παραβιάζει ευθέως τις διατάξεις αυτές, που είναι ουσιαστικού ποινικού δικαίου, αφού αφορούν την παραγραφή ποινών και ιδρύεται ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 464, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 εδ. δ του ΚΠΔ, προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκεινται, οι ανέκκλητες αποφάσεις των πρωτοβαθµίων δικαστηρίων, από δε τις αποφάσεις των δευτεροβαθµίων δικαστηρίων, όσες είναι οριστικές, µε την έννοια ότι το δικαστήριο αποφαίνεται τελειωτικά για την αθώωση, την καταδίκη, την οριστική παύση της ποινικής δίωξης ή την κήρυξη αυτής ως απαράδεκτης. Άλλες αποφάσεις των δευτεροβαθµίων δικαστηρίων, δεν είναι δυνατόν να εξοµοιωθούν µε τις παραπάνω και να είναι δυνατή και η κατ' αυτών άσκηση αναίρεσης, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 463 του ΚΠΔ, σύµφωνα µε την οποία "ένδικο µέσο µπορεί να ασκήσει µόνο εκείνος που ο νόµος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωµα". Έτσι, η απόφαση του δικαστηρίου µε την οποία κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση έφεσης και παραπέμπει, προκειμένου ο αρμόδιος εισαγγελέας να θέσει, την καταδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στο αρχείο, κατ' άρθρο 2 παρ.2 του ανωτέρω ν. 4043/2012, έστω κατ'εσφαλμένη εφαρμογή του παραπάνω ν. 4043/2012, δεν αποφαίνεται τελειωτικά επί της κατηγορίας τούτο, γιατί δεν απεκδύεται οριστικά της υπόθεσης και είναι δυνατή κατά το νόµο η επανεισαγωγή αυτής(της έφεσης) στο αυτό δευτεροβάθμιο δικαστήριο για ουσιαστική κρίση και εποµένως δεν υπόκειται στο ένδικο µέσο της αναίρεσης, ούτε υπάγεται σε κάποια άλλη ειδική διάταξη νόµου που επιτρέπει την άσκηση αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτά επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας, προκειμένου να ερυνηθεί το παραδεκτό του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της αναίρεσης, με την 23112/5-4-2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επομένως μετά την ισχύ του ν. 4043/13-2-2012, η κατηγορουμένη Ε. Ο. κηρύχθηκε ένοχη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς 5 ευρώ την ημέρα. Η με αρ. εκθ. 1284/5-4-2012 ασκηθείσα παραδεκτά έφεση της καταδικασθείσας κατηγορουμένης, εισήχθη προς εκδίκαση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, στις 13-7-2012 και το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο, μετά σχετική ίδια πρόταση της εισαγγελέως της έδρας, με την προσβαλλόμενη 6682/13-7-2012 απόφασή του, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης της κατηγορουμένης και διέταξε τη διαβίβαση της υπόθεσης στον αρμόδιο εισαγγελέα, προκειμένου αυτός να προβεί σε αρχειοθέτησή της, κατ' άρθρο 2 παρ.2 του ν. 4043/2012, με την αιτιολογία, όπως από αυτή προκύπτει, ότι η ανωτέρω επιβληθείσα στην εκκαλούσα κατηγορουμένη ποινή φυλάκισης έξι μηνών, δεν έχει εκτιθεί, ούτε έχει καταστεί αμετάκλητη μέχρι 13-2-2012 που δημοσιεύθηκε ο νόμος 4043/13-2-2012.
Σύμφωνα όμως με αυτά που αναπτύχθηκαν παραπάνω, παρά το ότι, με εσφαλμένη ερμηνεία των άρθρων 2 παρ. 1 α,2 και 2 του ν. 4043/13-2-2012 (ΦΕΚ Α' 25/13-2-2012), που ορίζει ότι με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα τίθενται στο αρχείο αποφάσεις με επιβληθείσες ποινές διάρκειας μέχρι έξι μηνών, που επιβλήθηκαν όμως μέχρι την έναρξη της ισχύος του ανωτέρω, προσωρινής ισχύος, νόμου την 13-2-2012, ενώ στην κατηγορουμένη η ανωτέρω ποινή της επιβλήθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μεταγενέστερα την 5-4-2012, ήτοι μετά τη δημοσίευση του νόμου αυτού και επομένως δεν υπέκειτο σε υφ' όρον παραγραφή. Το δευτεροβάθμιο λοιπόν δικαστήριο εσφαλμένα κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης προκειμένου, να τεθεί από τον εισαγγελέα η εκκληθείσα απόφαση στο αρχείο και η οποία έφεση μπορεί να επανεισαχθεί σε αυτό, για την κατ' ουσίαν έρευνα της από τον εισαγγελέα εφετών, αφού δεν προχώρησε σε έκδοση οριστικής (τελειωτικής) απόφασης.
Συνεπώς η κρινόμενη αναίρεση, που άσκησε ο εισαγγελέας εφετών Αθηνών κατά της εν λόγω μη τελειωτικής απόφασης, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αρ. εκθ. 212/10-9-2012 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για αναίρεση της με αριθμό 6682/13-7-2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2013 Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Απόφαση του δικαστηρίου με την οποία κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση έφεσης και παραπέμπει, προκειμένου ο αρμόδιος εισαγγελέας να θέσει την καταδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στο αρχείο, κατ' άρθρο 2 παρ.2 του ανωτέρω ν. 4043/2012, έστω κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του παραπάνω ν. 4043/2012, δεν αποφαίνεται τελειωτικά επί της κατηγορίας, διότι δεν απεκδύεται οριστικά της υπόθεσης και είναι δυνατή κατά το νόμο η επανεισαγωγή αυτής (της έφεσης) στο αυτό δευτεροβάθμιο δικαστήριο και επομένως δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, ούτε υπάγεται σε κάποια άλλη ειδική διάταξη νόμου που επιτρέπει την αναίρεση στον εισαγγελέα εφετών.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 101/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κοντό, περί αναιρέσεως της 393/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.
Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 545/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 258 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 5 β' του Ν. 2721/1999, υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητας του και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών ... Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπ' αυτής προβλεπομένου εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, που περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της, κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, υπεξαιρέσεως με επαύξηση της ποινής, απαιτείται όπως το παρανόμως ιδιοποιούμενο πράγμα (χρήματα ή άλλο κινητό) είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει), τέτοιο δε θεωρείται αυτό που βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα, με την έννοια που εκλαμβάνεται αυτή στο αστικό δίκαιο, το οποίο ο υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263α του ΠΚ, έλαβε ή κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, έστω και αν είναι αναρμόδιος γι' αυτό, ιδιοποίηση δε αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέληση αυτού να εξουσιάζει και να διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος. Υποκειμενικά απαιτείται η ύπαρξη δόλου, που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει) και ότι το έλαβε ή το κατέχει ο δράστης υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, ως και τη θέληση να ιδιοποιηθεί τούτο παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση του κυρίου η χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο. Κατά δε το άρθρο 257 του ιδίου Κώδικα, υπάλληλος που χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας τοκίζει ή μεταχειρίζεται κατ' άλλον τρόπο για δικό του όφελος ή παραχωρεί σε άλλον για να χρησιμοποιηθούν χρήματα ή πράγματα που του είναι εμπιστευμένα λόγω της υπηρεσίας του τιμωρείται με χρηματική ποινή ή φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Κατά τη διάταξη αυτή στοιχεία του εγκλήματος είναι: α) η ιδιότητα υπαλλήλου υπό την έννοια του άρθρου 13α και 263α στον οποίο είναι εμπιστευμένα λόγω της υπηρεσίας του χρήματα ή πράγματα ή έχει αυτός τη διαχείριση ή τη φύλαξη τους, β) τοκισμός ή κατ' άλλον τρόπο μεταχείριση των εμπιστευμένων σε αυτόν χρημάτων ή πραγμάτων για δικό του όφελος, όπως λ.χ. η χρησιμοποίηση αυτών για τις ανάγκες του κλπ και γ) δόλος συνιστάμενος στη γνώση ότι πρόκειται περί χρημάτων ή πραγμάτων διαπιστευμένων σε αυτόν λόγω της υπηρεσίας του χωρίς να υπάρχει πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ, εσφαλμένη εφαρμογή αυτής συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχτηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 393/2010 απόφασης, το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν, δέχθηκε ανελέγκτως ότι: Με τις υπ' αριθμ. 25/02, 22/04 και 14/05 Ημερήσιες Διαταγές του Λιμενάρχη Υ/Χ Ιτέας, τότε Υποπλοιάρχου ΛΣ Ρ. Ι. (δευτέρου κατηγορουμένου), ο πρώτος κατηγορούμενος, Σημαιοφόρος ΛΣ ε.α Κ. Χ. ορίστηκε Προϊστάμενος Γραφείου Ναυτολογίας, Πλοηγικής υπηρεσίας, υπόλογος NAT και υπεύθυνος είσπραξης και απόδοσης Λιμενικών Δικαιωμάτων με βοηθό την Επικελευστή ΛΣ Π. Ε.. Στα πλαίσια των καθηκόντων του αυτών όφειλε να εισπράττει πλοηγικά δικαιώματα και να τα αποδίδει στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ καταθέτοντάς τα στο λογαριασμό και στην Τράπεζα της Ελλάδος εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας ή αμέσως άμα τη συμπληρώσει του ποσού των 1.500 ευρώ, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. Πρωτ. Μ. 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γ. Γ. Λιμένων & Λιμενικής Πολιτικής. Επίσης, να βεβαιώνει, εισπράττει και αποδίδει λιμενικά τέλη (δικαιώματα πρόσδεσης, παραμονής, πρυμνοδέτησης, ελλιμενισμού και παροπλισμού από κάθε είδους πλοία) στο οικείο Λιμενικό Ταμείο Φωκίδας καθώς και τον αντιστοιχούντα Φ.Π.Α. (που, εν συνεχεία, το ΛΤ αποδίδει στο Ελληνικό Δημόσιο ως δικαιούχο) καταθέτοντας τα στο λογαριασμό του ΛΤ στην Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Διεύθυνσης Λιμένων και Λιμενικών έργων του YEN.
Εν τούτοις, ο πρώτος κατηγορούμενος εμπλακείς σε χρηματιστηριακές διαδικασίες, από τις οποίες απώλεσε σημαντικά χρηματικά ποσά, ανέπτυξε παράνομη δραστηριότητα, ιδιοποιούμενος παράνομα τα παρακάτω ποσά, που αφορούσαν σε πλοηγικά δικαιώματα του δικαιούχου ΝΑΤ/ΚΠΥ, τα οποία δεν κατέθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό του ΝΑΤ/ΚΠΥ στην Τράπεζα της Ελλάδας κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, ελαττώνοντας αντίστοιχα την περιουσία του ΝΑΤ/ΚΠΥ, γεγονός που διαπιστώθηκε κατά τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου περί τα τέλη μηνός Οκτωβρίου 2005 στο Γραφείο Διαχείρισης από τον τότε Λιμενάρχη Πλωτάρχη Ροδόπουλο (δεύτερο κατηγορούμενο και συγκεκριμένα διαπιστώθηκε ότι:
1.Την 4-7-05 δεν απέδωσε πλοηγικό δικαίωμα ποσού 774,40 ευρώ, που είχε εισπράξει την 1-7-05. 2. Την 11-7-05 δεν απέδωσε πλοηγικό δικαίωμα ποσού 453,31 ευρώ, που είχε εισπράξει την 5-7-05. 3. Την 18-7-05 δεν απέδωσε πλοηγικά δικαιώματα συνολικού ποσού 498, 58 ευρώ, που είχε εισπράξει την 11-7-05 και την 12-7-05. 4. Την 22-7-05 δεν απέδωσε πλοηγικά δικαιώματα συνολικού ποσού 2439,53 ευρώ, που είχε εισπράξει την 18-7-05, την 19-7-05 και την 21-7-05. 5. Την 25-7-05 δεν απέδωσε πλοηγικό δικαίωμα ποσού 746,10 ευρώ, που είχε εισπράξει την 23-7-05. 6. Την 1-8-05 δεν απέδωσε συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 1051,12 ευρώ, που είχε εισπράξει την 25-7-05, την 27-7-05, την 28-7-05 και την 29-7-05. 7. Την 8-8-05 δεν απέδωσε συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 798,85 ευρώ, που είχε εισπράξει την 2-8-05 και την 5-8-05. 8. Την 22-8-05 δεν απέδωσε συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 1737,93 ευρώ, που είχε εισπράξει την 18-8-05, την 19-8-05 και την 20-8-05. 9. Την 29-8-05 δεν απέδωσε συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 1425,64 ευρώ, που είχε εισπράξει την 22-8-05, την 26-8-05 και την 27-8-05. 10. Την 5-9-05 δεν απέδωσε συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 605,90 ευρώ, που είχε εισπράξει την 29-8-05 και την 2-9-05. 11. Την 12-9-05 δεν απέδωσε συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 1426,74 ευρώ, που είχε εισπράξει την 7-9-05 και .την 8-9-05. 12. Την 19-9-05 δεν απέδωσε συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 1220,78 ευρώ, που είχε εισπράξει την 13-9-05, την 14-9-05 και την 15-9-05. 13. Την 26-9-05 δεν απέδωσε συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 829,6 ευρώ, που είχε εισπράξει την 21-9-05, την 22-9-05 και την 23-9-05. 14. Την 3-10-05 δεν απέδωσε συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 1675,86 ευρώ, που είχε εισπράξει την 26-9-05 και την 27-9-05.
Ήτοι, δεν απέδωσε συνολικώς ποσό 15.684,38 ευρώ, το οποίο όφειλε να καταθέσει σε τραπεζικό λογαριασμό της Πλοηγικής Υπηρεσίας, όπως ορίζεται (κατά την πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας), αλλά ιδιοποιήθηκε παράνομα τα χρήματα αυτά (υπεξαίρεση). Το ως άνω ποσό κατεβλήθη, τελικώς, την 26-10-2005 από τους τότε Λιμενάρχη Πλωτάρχη ΛΣ Ρ. Ι. και τον τότε Υπολιμενάρχη Ανθυποπλοίαρχο Ζ. Κ., λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εν λόγω κατηγορουμένου να καταβάλει τα χρήματα (βλ. σχετικώς υπ' αριθ. 32.2Α/34/05/4-11 -05 έγγραφο YEN/ΔΟΛΕΛ). Την τέλεση των πιο πάνω πράξεων ομολόγησε και ο κατηγορούμενος αποδίδοντας τη στο γεγονός της απώλειας ποσού άνω των τριάντα εκατομμυρίων δραχμών στο χρηματιστήριο. Χαρακτηριστικά εν προκειμένω πρέπει να σημειωθεί ότι καίτοι το μήνα Μάρτιο του 2005 κατόπιν της αποστολής από το YEN/ΔΟΛΕΛ προς το Υ/Χ Ιτέας, του υπ' αριθμ. πρωτ. 8332.2Α/07/2005/29-3-2005, έγγραφο με το οποίο γινόταν επισήμανση της καθυστερημένης απόδοσης των πλοηγικών δικαιωμάτων μηνών Οκτ, Νοε, Δεκ, 2004 και Ιαν 2005 και την εν συνεχεία αυστηρή σύσταση του Λιμενάρχη του, δευτέρου κατηγορουμένου (Ρ. Κ.), δεν συμμορφώθηκε αλλά αντιθέτως συνέχισε την έκνομη δραστηριότητα του υπεξαιρώντας ποσά που αφορούσαν πλοηγικά δικαιώματα των μηνών Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου του 2005. Κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο άποψη αναφορικά με την πράξη της απιστίας κατ' εξακολούθηση (μερικότερες πράξεις 14) , για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, απαιτείται ο δράστης, να προβαίνει στην ελάττωση που σημαίνει στην πρόκληση ζημίας του Δημοσίου, δηλαδή την μη αύξηση των δημοσίων εσόδων. Έχουμε δηλαδή, χαρακτήρα παράλειψης εγκληματικής συμπεριφοράς. Η παράλειψη είναι παρούσα όταν ο δράστης είτε δεν εισπράττει τους οφειλόμενους δασμούς, είτε εισπράττει ένα μικρό μέρος αυτών με διακανονισμό, ή με παράλειψη του υπολοίπου της οφειλής. Θα πρέπει δηλαδή η προκληθείσα ελάττωση της περιουσίας, να αντιβαίνει στους κανόνες που διέπουν την είσπραξη.
Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος (Κ. Χ.), δεν προέκυψε ότι με τη συμπεριφορά του διέπραξε την πράξη της απιστίας, κατά τα αντικειμενικά στοιχεία αυτής, αφού δεν παρέλειψε την είσπραξη των εσόδων, ούτε προέβη σε διακανονισμό αυτών και ως εκ τούτου θα πρέπει κατά την κρατήσασα άποψη των μελών του Δικαστηρίου, να κηρυχθεί αθώος ελλείψει των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης.
Ο Πρόεδρος όμως του Δικαστηρίου και το μέλος αυτού Στρατιωτικός Δικαστής Α' Ζ. Δ., είχαν την άποψη ότι οι πράξεις της απιστίας κατ' εξακολούθηση στοιχειοθετούνται κατά τα αντικειμενικά τους στοιχεία εφόσον κατά τη διαχείριση των τελών από τον κατηγορούμενο επήλθε ελάττωση της δημόσιας περιουσίας πλην όμως απορροφώνται από το έγκλημα της υπεξαίρεσης στην Υπηρεσία κατ' εξακολούθηση στο πλαίσιο φαινόμενης μεταξύ τους συρροής και βάσει της αρχής της επικουρικότητας, κατά την οποία το έγκλημα της απιστίας απωθείται ως συντιμωρητή προηγούμενη πράξη. Την κρίση της αυτή η μειοψηφούσα πλευρά στηρίζει στο ότι, επειδή τα δύο εγκλήματα προστατεύουν το ίδιο έννομο αγαθό σε διαφορετικά στάδια προσβολής τους (η απιστία στην υπηρεσία είναι έγκλημα περιουσιακής βλάβης ενώ η υπεξαίρεση στην υπηρεσία έγκλημα περιουσιακής μετάθεσης), το περιουσιακό αντικείμενο είναι το ίδιο όταν το ποσό της ζημιάς (βλάβης) που προκαλεί ο υπάλληλος στο Δημόσιο το ιδιοποιείται στη συνέχεια (βλ. Μπιτζιλέκη, Τα Υπηρεσιακά εγκλήματα, σελ. 476 κ.ε). Στην προκειμένη περίπτωση τα ίδια χρηματικά ποσά που ο κατηγορούμενος δεν κατέθεσε στο λογαριασμό του ΝΑΤ/ΚΠΥ στην Τράπεζα της Ελλάδος, διαχειριζόμενος τα λιμενικά κλπ τέλη, ελαττώνοντας την περιουσία του ιδιοποιήθηκε στη συνέχεια.
Συνεπώς πρόκειται για το ίδιο περιουσιακό αντικείμενο και η συμπεριφορά του αυτή αξιολογήθηκε διπλά ποινικά, δηλαδή και ως απιστία σχετική με την υπηρεσία και ως υπεξαίρεση σχετική με την υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, της πράξεως της απιστίας σχετικά με την υπηρεσία φαινομενικώς μόνο συρρέουσας. Κατόπιν των ανωτέρω για την πράξη της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση το Δικαστήριο παμψηφεί κρίνει ότι πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, ενώ για την πράξη της απιστίας κατ' εξακολούθηση, να κηρυχθεί αθώος καθόσον κατά την κρατήσασα άποψη η πράξη δεν στοιχειοθετείται κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά της στοιχεία ενώ κατά τη μειοψηφούσα συρρέει φαινομενικά με την πράξη της υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση.
Επίσης κατά την κρατήσασα άποψη ο πρώτος κατηγορούμενος εντός του χρονικού διαστήματος από το μήνα 0κτώβριο του 2004 έως το μήνα Δεκέμβριο του 2005, ενώ λόγω της υπηρεσίας του ως υπευθύνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων (τελών) και προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, είχε εισπράξει εγκαίρως: α) λιμενικά δικαιώματα συνολικά 20,442,24 ευρώ, β) ΦΠΑ συνολικά Ϊ429,51 ευρώ και γ) πλοηγικά δικαιώματα συνολικά 17.702,75 ευρώ, εν τούτοις λόγω των οικονομικών προβλημάτων που, ως προαναφέρθηκε, αντιμετώπιζε συνεπεία απώλειας σημαντικών χρηματικών ποσών από την εμπλοκή του σε χρηματιστηριακές συναλλαγές, θέλοντας πρόσκαιρα να καλύψει οικονομικές του ανάγκες και υποχρεώσεις, μεταχειρίστηκε εξακολουθητικά προς ίδιο όφελος του, εντός του προαναφερθέντος χρονικού διαστήματος τα πιο πάνω ποσά καθυστερώντας την απόδοση αυτών στους φορείς που ανήκουν από ένα έως επτά μήνες χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας αφού στη συνέχεια τα απέδιδε.
Ειδικότερα, αναφορικά με την καθυστερημένη απόδοση λιμενικών τελών, η οποία διαπιστώθηκε κατά τη διενέργεια Γενικής Επιθεωρητής στο Υ/Χ ,στο χρονικό διάστημα από 8-5-2006 έως 12-5-2006 από τον Πλοίαρχο ΛΣ Αναγνώστου Ν., προέκυψε ότι κατά παράβαση των οριζομένων στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Διεύθυνσης Λιμένων και Λιμενικών Έργων (και υπ' αριθμ. πρωτ. 8122.1/07/25-2-04 έγγραφο Γενικής Γρ. Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής/Δνση Λιμενικής Πολιτικής):
1) Κατά το χρονικό διάστημα από 5-11-2004 μέχρι την 30-12-2004, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 1.445,43 ευρώ, βάσει τριπλοτύπων το μήνα Οκτώβριο του έτους 2004 και λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 659,88 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τιμολογίων το μήνα Οκτώβριο του έτους 2004 ήτοι λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 2.105,31 ευρώ που του ήταν εμπιστευμένο λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, το οποίο δεν απέδωσε στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν. Φωκίδας καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας μέχρι την 5-11-2004 όπως είχε υποχρέωση αλλά καθυστερημένα, καταθέτοντας το την 30-12-2004.
2) Κατά το χρονικό διάστημα από 6-12-2004 μέχρι την 30-12-2004, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 1.030,59 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τριπλοτύπων το μήνα Νοέμβριο του έτους 2004 και λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 186,71 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τιμολογίων το μήνα Νοέμβριο του έτους 2004 ήτοι λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 1.217,30 ευρώ που του ήταν εμπιστευμένο λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, το οποίο δεν απέδωσε στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν. Φωκίδας καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 6-12-2004 ως είχε υποχρέωση, αλλά καθυστερημένα, καταθέτοντας το την 30-12-2004.
3) Κατά το χρονικό διάστημα από 5-1-2005 μέχρι την 19-4-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 905,87 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τριπλοτύπων το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2004 και λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 1.060,49 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τιμολογίων το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2004 ήτοι λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 1.966,36 ευρώ που του ήταν εμπιστευμένο λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, το οποίο δεν απέδωσε στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν. Φωκίδας καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας μέχρι την 5-1-2005 ως είχε υποχρέωση, αλλά καθυστερημένα, καταθέτοντας το την 19-4-2005.
4) Κατά το χρονικό διάστημα από 7-2-2005 μέχρι την 8-7-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 641,11 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τριπλοτύπων το μήνα Ιανουάριο του έτους 2005 και λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 540,03 ευρώ,, που είχε εισπράξει βάσει τιμολογίων το μήνα Ιανουάριο του έτους 2005 ήτοι λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 1.181,14 ευρώ που του ήταν εμπιστευμένο λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, το οποίο δεν απέδωσε στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν. Φωκίδας, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 7-2-2005, ως είχε υποχρέωση, αλλά καθυστερημένα, καταθέτοντας το την 8-7-2005.
5) Κατά το χρονικό διάστημα από 7-3-2005 μέχρι την 8-7-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 988,43 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τριπλοτύπων το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2005 και λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 54,21 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τιμολογίων το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2005 και συνολικά λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 1.042,44 ευρώ που του ήταν εμπιστευμένο λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, το οποίο δεν απέδωσε στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν. Φωκίδας, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 7-3-2005, ως είχε υποχρέωση, αλλά καθυστερημένα, καταθέτοντας το την 8-7-2005.
6) Κατά το χρονικό διάστημα από 5-4-2005 μέχρι την 3-11-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 870,54 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τριπλοτύπων το μήνα Μάρτιο του έτους 2005 και λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 146,01 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τιμολογίων το μήνα Μάρτιο του έτους 2005 ήτοι λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 1.016,55 ευρώ που του ήταν εμπιστευμένο λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, το οποίο δεν απέδωσε στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν. Φωκίδας, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-4-2005, ως είχε υποχρέωση, αλλά καθυστερημένα καταθέτοντας το την 3-11-2005.
7) Κατά το χρονικό διάστημα από 5-5-2005 μέχρι την 3-11-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 943,59 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τριπλοτύπων το μήνα Απρίλιο του έτους 2005 και λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 312,33 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τιμολογίων το μήνα Απρίλιο του έτους 2005 ήτοι λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 1.255,92 ευρώ που του ήταν εμπιστευμένο λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν. Φωκίδας, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-5-2005, ως είχε υποχρέωση, αλλά καθυστερημένα, καταθέτοντας το την 3-11-2005.
8) Κατά το χρονικό διάστημα από 6-6-2005 μέχρι την 3-11-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 2.465,67 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τριπλοτύπων το μήνα Μάιο του έτους 2005 και λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 467,19 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τιμολογίων το μήνα Μάιο του έτους 2005 ήτοι λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 2.932,86 ευρώ που του ήταν εμπιστευμένο λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, το οποίο δεν απέδωσε στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν. Φωκίδας, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 6-6-2005, ως είχε υποχρέωση, αλλά καθυστερημένα, καταθέτοντας το την 3-11-2005.
9) Κατά το χρονικό διάστημα από 5-7-2005 μέχρι την 18-11-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 1.278,29 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τριπλοτύπων το μήνα Ιούνιο του έτους 2005 και λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 887,48 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τιμολογίων το μήνα Ιούνιο του έτους 2005 ήτοι λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 2.165,77 ευρώ που του ήταν εμπιστευμένο λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, το οποίο δεν απέδωσε στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν. Φωκίδας, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας μέχρι την 5-7-2005 ως είχε υποχρέωση, αλλά καθυστερημένα καταθέτοντας το την 18-11-2005.
10) Κατά το χρονικό διάστημα από 5-8-2005 μέχρι την 18-11-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 1,225,62 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τριπλοτύπων το μήνα Ιούλιο του έτους 2005 και λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 855,44 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τιμολογίων το μήνα Ιούλιο του έτους 2005 ήτοι λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 2.081,06 ευρώ που του ήταν εμπιστευμένο λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, το οποίο δεν απέδωσε στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν. Φωκίδας, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας μέχρι την 5-8-2005 ως είχε υποχρέωση, αλλά καθυστερημένα καταθέτοντας το την 18-11-2005.
11) Κατά το χρονικό διάστημα από 5-9-2005 μέχρι την 18-11-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 1.116,31 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τριπλοτύπων το μήνα Αύγουστο του έτους 2005 και λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 1.059,34 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τιμολογίων το μήνα Αύγουστο του έτους 2005 ήτοι λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 2.175,65 ευρώ που του ήταν εμπιστευμένο λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, το οποίο δεν απέδωσε στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν. Φωκίδας, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας μέχρι την 5-9-2005 ως είχε υποχρέωση, αλλά καθυστερημένα καταθέτοντας το την 18-11-2005.
12) Κατά το χρονικό διάστημα από 5-10-2005 μέχρι την 18-11-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 382,50, που είχε εισπράξει βάσει τιμολογίων το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005 και που του ήταν εμπιστευμένο λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, το οποίο δεν απέδωσε στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν. Φωκίδας, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-10-2005 ως είχε υποχρέωση, αλλά καθυστερημένα καταθέτοντας το την 18-11-2005.
13) Κατά το χρονικό διάστημα από 5-10-2005 μέχρι την 9-5-2006, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 854,73 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τριπλοτύπων το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005 και που του ήταν εμπιστευμένο λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, το οποίο δεν απέδωσε στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν. Φωκίδας, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας μέχρι την 5-10-2005 ως είχε υποχρέωση, αλλά, καθυστερημένα καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας την 9-5-2006.
14) Κατά το χρονικό διάστημα από 5-11-2005 μέχρι την 1-12-2005, χωρίς, πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 855,39 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τριπλοτύπων το μήνα Οκτώβριο του έτους 2005 και λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 64,65 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τιμολογίων το μήνα Οκτώβριο του έτους 2005 ήτοι λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 920,04 ευρώ που του ήταν εμπιστευμένο λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, το οποίο δεν απέδωσε στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν.Φωκίδας, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας μέχρι την 5-11-2005 ως είχε υποχρέωση, αλλά καθυστερημένα καταθέτοντας το την 1-12-2005, ήτοι στο χρονικό διάστημα από 5-11-2004 έως 1-12-2005 απέδωσε καθυστερημένα λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 20.442,24 ευρώ, η κατάθεση των οποίων έπρεπε να γίνει ανά μήνα.
Αναφορικά με την καθυστερημένη απόδοση ποσοστού Φ.Π.Α, που είχε εισπράξει από τα πλοία, που προσέγγιζαν στο λιμάνι και η οποία διαπιστώθηκε κατά τη διενέργεια Γενικής Επιθεώρησης στο Υ/Χ στο χρονικό διάστημα από 8-5-06 έως 12-5-06 από τον Πλοίαρχο ΑΣ Α. Ν., προέκυψε ότι κατά παράβαση των οριζομένων στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Διεύθυνσης Λιμένων και Λιμενικών Έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας:
1) Κατά το χρονικό διάστημα από 5-11-2004 μέχρι την 30-12-2004, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του Φ. Π .Α, επί λιμενικών δικαιωμάτων συνολικού ποσού 136,53 ευρώ, που είχε εισπράξει το μήνα Οκτώβριο του έτους 2004 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένο λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του , το οποίο δεν απέδωσε στο δικαιούχο Ελληνικό Δημόσιο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείο Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-11-2004, ως είχε υποχρέωση, αλλά καθυστερημένα καταθέτοντας το την 30-12-2004.
2) Κατά το χρονικό διάστημα από 6-12-2004 μέχρι την 30-12-2004 χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του Φ.Π.Α, επί λιμενικών δικαιωμάτων συνολικού ποσού 38,63 ευρώ, που είχε εισπράξει το μήνα Νοέμβριο του έτους 2004 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένο λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, το οποίο δεν απέδωσε στο δικαιούχο Ελληνικό Δημόσιο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείου Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 6-12-2004 ως είχε υποχρέωση, αλλά καθυστερημένα καταθέτοντας το την 30-12-2004.
3) Κατά το χρονικό διάστημα από 5-1-2005 μέχρι την 19-4-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του Φ.Π.Α, επί λιμενικών δικαιωμάτων συνολικού ποσού 219,41 ευρώ, που είχε εισπράξει το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2004 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένο λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, το οποίο δεν απέδωσε στο δικαιούχο Ελληνικό Δημόσιο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείου Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-1-2005 ως είχε υποχρέωση, αλλά καθυστερημένα καταθέτοντας το την 19-4-2005.
4) Κατά το χρονικό διάστημα από 7-2-2005 μέχρι την 8-7-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του Φ.Π.Α, επί λιμενικών δικαιωμάτων συνολικού ποσού 111,73 ευρώ, που είχε εισπράξει το μήνα Ιανουάριο του έτους 2005 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένο λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, το οποίο δεν απέδωσε στο δικαιούχο Ελληνικό Δημόσιο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείου. Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας μέχρι την 7-2-2005 ως είχε υποχρέωση, αλλά καθυστερημένα , καταθέτοντας το την 8-7-2005.
5) Κατά το χρονικό διάστημα από 7-3-2005 μέχρι την 8-7-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του Φ.Π.Α, επί λιμενικών δικαιωμάτων συνολικού ποσού 11,22 ευρώ, που είχε εισπράξει το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2005 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένο λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, το οποίο δεν απέδωσε στο δικαιούχο Ελληνικό Δημόσιο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείου Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας μέχρι την 7-3-2005 ως είχε υποχρέωση, αλλά καθυστερημένα, καταθέτοντας το την 8-7-2005.
6) Κατά το χρονικό διάστημα από 5-4-2005 μέχρι την 3-11-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του Φ.Π.Α, επί λιμενικών δικαιωμάτων συνολικού ποσού 30,21 ευρώ, που είχε εισπράξει το μήνα Μάρτιο του έτους 2005 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένο λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, το οποίο δεν απέδωσε στο δικαιούχο Ελληνικό Δημόσιο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείου Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-4-2005 ως είχε υποχρέωση αλλά καθυστερημένα, καταθέτοντας το την 3-11-2005.
7) Κατά το χρονικό διάστημα από 5-5-2005 μέχρι την 3-11-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του Φ.Π.Α, επί λιμενικών δικαιωμάτων συνολικού ποσού 68,21 ευρώ, που είχε εισπράξει το μήνα Απρίλιο του έτους 2005 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένο λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, το οποίο δεν απέδωσε στο δικαιούχο Ελληνικό Δημόσιο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείου Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-5-2005 ως είχε υποχρέωση, αλλά καθυστερημένα, καταθέτοντας το την 3-11-2005.
8) Κατά το χρονικό διάστημα από 6-6-2005 μέχρι την 3-11-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης-ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του Φ.Π.Α, λιμενικών δικαιωμάτων συνολικού ποσού 102,03 ευρώ, που είχε εισπράξει, το μήνα Μάιο του έτους 2005 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένο λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, το οποίο δεν απέδωσε, στο δικαιούχο Ελληνικό Δημόσιο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείου Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 6-6-2005 ως είχε υποχρέωση, αλλά καθυστερημένα, καταθέτοντας το την 3-11-2005.
9) Κατά το χρονικό διάστημα από 5-7-2005 μέχρι την 18-11-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του Φ.Π.Α, επί λιμενικών δικαιωμάτων συνολικού ποσού 193,82 ευρώ, που είχε εισπράξει το μήνα Ιούνιο του έτους 2005 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένο λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, το οποίο δεν απέδωσε στο δικαιούχο Ελληνικό Δημόσιο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείου Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-7-2005 ως είχε υποχρέωση, αλλά καθυστερημένα, καταθέτοντας το την 18-11-2005.
10) Κατά το χρονικό διάστημα από 5-8-2005 μέχρι την 18-11-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του Φ.Π.Α, επί λιμενικών δικαιωμάτων συνολικού ποσού 186,82 ευρώ, που είχε -εισπράξει το μήνα Ιούλιο του έτους 2005 και συνεπώς που του ήταν εμπιστευμένο λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, το οποίο δεν απέδωσε στο δικαιούχο Ελληνικό Δημόσιο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείου Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-8-2005 ως είχε υποχρέωση, αλλά καθυστερημένα, καταθέτοντας το την 18-11-2005.
11) Κατά το χρονικό διάστημα από 5-9-2005 μέχρι την 18-11-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του Φ.Π.Α, επί λιμενικών δικαιωμάτων συνολικού ποσού 231,35 ευρώ, που είχε εισπράξει το μήνα Αύγουστο του έτους 2005 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένο λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, το οποίο δεν απέδωσε στο δικαιούχο Ελληνικό Δημόσιο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείου Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-9-2005 ως είχε υποχρέωση, αλλά καθυστερημένα καταθέτοντας το την 18-11-2005.
12) Κατά το χρονικό διάστημα από 5-10-2005 μέχρι την 18-11-2005,χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του Φ.Π.Α, επί λιμενικών δικαιωμάτων συνολικού ποσού 85,43 ευρώ, που είχε εισπράξει το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένο λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, το οποίο δεν απέδωσε στο δικαιούχο Ελληνικό Δημόσιο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείου Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-10-2005 ως είχε υποχρέωση, αλλά καθυστερημένα, καταθέτοντας το την 18-11-2005.
13) Κατά το χρονικό διάστημα από 5-11-2005 μέχρι την 1-12-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του Φ.Π.Α, επί λιμενικών δικαιωμάτων συνολικού ποσού 14,12 ευρώ, που είχε εισπράξει το μήνα Οκτώβριο του έτους 2005 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένο λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, το οποίο δεν απέδωσε στο δικαιούχο Ελληνικό Δημόσιο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείου Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-11-2005 ως είχε υποχρέωση, αλλά καθυστερημένα, καταθέτοντας το την 1-12-2003, ήτοι στο χρονικό από 5-11-04 έως 1-12-05 απέδωσε καθυστερημένα ΦΠΑ συνολικού ποσού 1429.51 ευρώ.
Αναφορικά με την καθυστερημένη απόδοση πλοηγικών δικαιωμάτων, η οποία διαπιστώθηκε κατόπιν του υπ' αριθμ. 8332.2Α/07/05/29-3-05 εγγράφου του ΥΕΝ/ΔΟΛΕΛ προς το Υ/Χ Ιτέας, προέκυψε ότι κατά παράβαση των οριζομένων στην υπ' αριθμ. πρωτ. 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής :
1) Κατά το χρονικό διάστημα από 4-10-2004 μέχρι την 28-2-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσών 156,68 ευρώ, 367,93 ευρώ και 251,40 ευρώ και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 776,01 ευρώ που είχε εισπράξει την 1-10-2004 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 4-10-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, αλλά το απέδωσε καθυστερημένα, καταθέτοντας το την 28-2-2005.
2) Κατά το χρονικό διάστημα από 11-10-2004 μέχρι την 28-2-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 184,45 ευρώ, που είχε εισπράξει την 4-10-2004 και 581,07 ευρώ, που είχε εισπράξει την 9-10-2004 και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 765,52 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 11-10-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, αλλά το απέδωσε καθυστερημένα, καταθέτοντας το την 28-2-2005.
3) Χρονικό διάστημα από 18-10-2004 μέχρι την 28-2-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 215,83 ευρώ και 242,24 ευρώ, που είχε εισπράξει την 11-10-2004, ποσού 545,49 ευρώ, που είχε εισπράξει την 13-10-2004, ποσού 215,83 ευρώ και 87,61 ευρώ, που είχε εισπράξει την 14-10-2004, ποσού 274,99 ευρώ, που είχε εισπράξει την 15-10-2004, ποσού 310,56 ευρώ που είχε εισπράξει την 16-10-2004 και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 1.892,55 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό .στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 18-10-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, αλλά το απέδωσε καθυστερημένα , καταθέτοντας το την 28-2-2005.
4) Κατά το χρονικό διάστημα από 22-10-2004 μέχρι την 28-2-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 215,83 ευρώ, που είχε εισπράξει την 18-10-2004, 675,69 ευρώ, που είχε εισπράξει την 19-10-2004, ποσού 285,92 ευρώ, που είχε εισπράξει την 20-10-2004, ποσού 640,36 ευρώ, που είχε εισπράξει την 21-10-2004 και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 1.817,80 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 22-10-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, αλλά το απέδωσε καθυστερημένα την 28-2-2005.
5) Κατά το χρονικό διάστημα από 25-10-2004 μέχρι την 28-2-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 215,83 ευρώ, που είχε εισπράξει την 22-10-2004 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 25-10-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, αλλά το απέδωσε καθυστερημένα καταθέτοντας το την 28-2-2005.
6) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-2004 μέχρι την 28-2-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 215,83 ευρώ, που είχε εισπράξει την 26-10-2004, ποσού 392,49 ευρώ, που είχε εισπράξει την 26-10-2004, ποσού 242,24 ευρώ, που είχε εισπράξει την 29-10-2004, ποσού 545,49 ευρώ, που είχε εισπράξει την 30-10-2004, ποσού 505,56 ευρώ, που είχε εισπράξει την 31-10-2004 και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 1.901,61 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 1-11-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, αλλά το απέδωσε καθυστερημένα καταθέτοντας το την 28-2-2005.
7) Κατά το χρονικό διάστημα από 8-11-2004 μέχρι την 28-2-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 610,42 ευρώ και 215,83 ευρώ, που είχε εισπράξει την 5-11-2004, και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 1.136,81 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 8-11-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, αλλά το απέδωσε καθυστερημένα, καταθέτοντας το την 28-2-2005.
8) Κατά το χρονικό διάστημα από 15-11-2004 μέχρι την 28-2-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 356,91 ευρώ, που είχε εισπράξει την 8-11-2004, ποσού 215,83 ευρώ και 215,83 ευρώ, που είχε εισπράξει την 9-11-2004, ποσού 545,49 ευρώ, που είχε εισπράξει την 12-11-2004, ποσού 156,68 ευρώ και 242,24 ευρώ, που είχε εισπράξει την 13-11-2004, και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 1.732,98 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 15-11-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, αλλά το απέδωσε καθυστερημένα καταθέτοντας το την 28-2-2005.
9) Κατά το χρονικό διάστημα από 22-11-2004 μέχρι την 28-2-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 215,83 ευρώ, που είχε εισπράξει την 15-11-2004, ποσού 647,48 ευρώ, που είχε εισπράξει την 17-11-2004, και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 863,31 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 22-11-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, αλλά το απέδωσε καθυστερημένα την 28-2-2005.
10) Κατά το χρονικό διάστημα από 29-11-2004 μέχρι την 28-2-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 249,46 ευρώ, που είχε εισπράξει την 22-11-2004, ποσού 156,66 ευρώ, που είχε εισπράξει την 25-11-2004, και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 406,12 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας την 29-11-2004 πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, αλλά το απέδωσε καθυστερημένα την 28-2-2005.
11) Κατά το χρονικό διάστημα από 6-12-2004 μέχρι την 28-2-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 215,83 ευρώ, που είχε εισπράξει την 29-11-2004, ποσού 310,56, που είχε εισπράξει την 30-11-2004 και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 526,39 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 6-12-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, αλλά το απέδωσε καθυστερημένα καταθέτοντας το την 28-2-2005.
12) Κατά το χρονικό διάστημα από 6-12-2004 μέχρι την 17-3-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 628,39 ευρώ, που είχε εισπράξει την 2-12-2004 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 6-12-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, αλλά το απέδωσε καθυστερημένα καταθέτοντας το την 17-3-2005.
13) Κατά το χρονικό διάστημα από 13-12-2004 μέχρι την 17-3-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 342,75 ευρώ και 164,51 ευρώ, που είχε εισπράξει την 7-12-2004 και ποσού 226,63 ευρώ, που είχε εισπράξει την 8-12-2004 και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 733,89 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 13-12-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, αλλά το απέδωσε καθυστερημένα καταθέτοντας το την 17-3-2005.
14) Κατά το χρονικό διάστημα από 20-12-2004 μέχρι την 17-3-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 187,40 ευρώ, που είχε εισπράξει την 13-12-2004, ποσού 268,21 ευρώ, που είχε εισπράξει την 14-12-2004 και ποσού 226,63 ευρώ, που είχε εισπράξει την 15-12-2004 και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 682,24 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσά αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας την 20-12-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση αλλά το απέδωσε το απέδωσε καθυστερημένα καταθέτοντας το την 17-3-2005.
15) Κατά το χρονικό, διάστημα από 27-12-2004 μέχρι την 17-3-2005 χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 164,51 ευρώ, που είχε εισπράξει την 21-12-2004, ποσού 201,59 ευρώ και 175,70 ευρώ, που είχε εισπράξει την 22-12-2004 και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 541,80 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα του λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 27-12-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, αλλά το απέδωσε καθυστερημένα καταθέτοντας το την 17-3-2005.
16) Κατά το χρονικό διάστημα από 3-1-2005 μέχρι την 17-3-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 715,67 ευρώ και ποσού 164,51 ευρώ, που είχε εισπράξει την 29-12-2004, ποσού 326,09 ευρώ, που είχε εισπράξει την 30-12-2004 και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 1.206,20 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 3-1-2005, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, αλλά το απέδωσε στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το καθυστερημένα την 17-3-2005.
17) Κατά το χρονικό διάστημα από 10-1-2005 μέχρι την 17-3-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 226,63 ευρώ, που είχε εισπράξει την 3-1-2005 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 10-1-2005, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, αλλά το απέδωσε καθυστερημένα καταθέτοντας το την 17-3-2005.
18) Κατά το χρονικό διάστημα από 17-1-2005 μέχρι την 17-3-2005 χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 472,13 ευρώ, που είχε εισπράξει την 10-1-2005, ποσού 299,29 ευρώ, που είχε εισπράξει την 14-1-2004 και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 771,42 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 17-1-2005, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, αλλά το απέδωσε καθυστερημένα καταθέτοντας το την 17-3-2005.
19) Κατά το χρονικό διάστημα από 24-1-2005 μέχρι την 17-3-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 226,63 ευρώ, που είχε εισπράξει την 18-1-2005, ποσού 412,12 ευρώ, που είχε εισπράξει την 20-1-2004 και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 638,75 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 24-1-2005, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, αλλά το απέδωσε καθυστερημένα καταθέτοντας το την 17-3-2005.
20) Κατά το χρονικό διάστημα από 2-2-2005 μέχρι την 17-3-2005, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 238,50 ευρώ, που είχε εισπράξει την 31-1-2005 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 2-2-2005, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας είχε υποχρέωση, αλλά το απέδωσε καθυστερημένα καταθέτοντας το την 17-3-2005, ήτοι στο χρονικό διάστημα από 4-10-04 έως 17-3-05 απέδωσε καθυστερημένα στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ πλοηγικά δικαιώματα συνολικού ποσού. 17702.75ευρώ.
Κατά συνέπεια το Δικαστήριο κατά πλειοψηφία (ψήφοι τρεις έναντι δύο), κρίνει ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων της εκμετάλλευσης εμπιστευμένων κατά συρροή (πράξεις τρεις), εκ των οποίων η κάθε μία κατ' εξακολούθηση: η πρώτη μερικότερες πράξεις 14, η δεύτερη μερικότερες πράξεις 13 και η τρίτη μερικότερες πράξεις 20 καθόσον αυτές καταφάσκονται κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά τους στοιχεία.
Δύο όμως μέλη του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα οι Αναθεωρητές Γ' Α. Π. και Δ. Κ., μειοψήφησαν έχοντας την άποψη ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος εκμετάλλευσης εμπιστευμένων, ελλείψει των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης, καθόσον από κανένα στοιχείο της αποδεικτικής διαδικασίας δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος προέβη στον τοκισμό των χρημάτων τα οποία υπεξαίρεσε ή ότι τα μεταχειρίστηκε αυτά κατά άλλο τρόπο για δικό του όφελος ή παραχώρησε αυτά σε άλλο πρόσωπο. Το γεγονός ότι μέρος ή σύνολο των χρημάτων που υπεξαίρεσε ο κατηγορούμενος, απέδωσε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, για κάλυψη αναγκών του σε χρεολύσια, λόγω των δραστηριοτήτων του σε χρηματιστηριακές ή άλλες συναλλαγές δεν αποδείχθηκε ότι του προσπόρισαν όφελος, αφού εν συνεχεία αναγκάστηκε σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενά του να εκποιήσει το σύνολο της περιουσίας του. Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των αξιοποίνων πράξεων της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση και εκμετάλλευσης εμπιστευμένων κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή με το ακόλουθο διατακτικό Ι.
Κηρύσσει τον πρώτο κατηγορούμενο (Κ. Χ.) παμψηφεί ένοχο υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση (μερικότερες πράξεις 14), που τελέσθηκαν στην Ιτέα, τις κάτωθι ημερομηνίες: 4-7-2005, 11-7-2005, 18-7-2005, 22-7-2005, 25-7-2005, 1-8-2005, 8-8-2005, 22-8-2005, 29-8-2005, 5-9-2005, 12-9-2005, 19-9-2005, 26-9-2005 και 3-10-2005, και ειδικότερα ένοχο του ότι: ενώ ήταν Στρατιωτικός, δηλαδή Σημαιοφόρος ΛΣ και υπηρετούσε στο Υπολιμεναρχείο Ιτέας, στην Ιτέα Φωκίδος κατά το από 4-7-2005 έως 3-10-2005 χρονικό διάστημα με πολλές πράξεις που συνιστούσαν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενώ ήταν υπάλληλος, με την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' ΠΚ, ιδιοποιήθηκε παράνομα χρήματα που τα έλαβε και τα κατείχε λόγω της ιδιότητας του. Συγκεκριμένα:
1. Την 4-7-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, παρότι την 1-7-2005 εισέπραξε πλοηγικό δικαίωμα ποσού 774,40 ευρώ, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά ιδιοποιήθηκε το ως άνω χρηματικό ποσό παράνομα.
2. Την 11-7-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, παρότι την 5-7-2005 εισέπραξε πλοηγικό δικαίωμα ποσού 453,31 ευρώ, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά ιδιοποιήθηκε το ως άνω χρηματικό ποσό παράνομα.
3. Την 18-7-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, παρότι την 11-7-2005 εισέπραξε πλοηγικό δικαίωμα ποσού 249,29 ευρώ και την 12-7-2005 πλοηγικό δικαίωμα επίσης ποσού 249,29 ευρώ, και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 498,58 ευρώ, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας χο στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά ιδιοποιήθηκε το ως άνω χρηματικό ποσό παράνομα.
4. Την 22-7-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, παρότι την 18-7-2005 εισέπραξε πλοηγικό δικαίωμα ποσού 906,17 ευρώ, την 19-7-2005 πλοηγικά δικαιώματα ποσών 295,01 και 206,13 ευρώ, και την 21-7-2005 πλοηγικά δικαιώματα ποσών 426,32, 180,96 και 424,94 ευρώ, και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 2.439,53 ευρώ, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, συμπλήρωσης ποσού 1.500 ευρώ, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά ιδιοποιήθηκε το ως άνω χρηματικό ποσό παράνομα.
5. Την 25-7-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, παρότι την 23-7-2005 εισέπραξε πλοηγικό δικαίωμα ποσού 746,10 ευρώ, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά ιδιοποιήθηκε το ως άνω χρηματικό ποσό παράνομα.
6. Την 1-8-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, παρότι την 25-7-2005 εισέπραξε πλοηγικό δικαίωμα ποσού 180,96 ευρώ, την 27-7-2005 πλοηγικά δικαιώματα ποσών 219,95 και 219,95 ευρώ, την 28-7-2005 πλοηγικό δικαίωμα ποσού 249,30 ευρώ, και την 29-7-2005 πλοηγικό δικαίωμα ποσού 180,96 ευρώ, και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 1.051,12 ευρώ, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά ιδιοποιήθηκε το ως άνω χρηματικό ποσό παράνομα.
7. Την 8-8-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα του Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του, Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η είσπραξη των πλοηγικών δικαιωμάτων, παρότι την 2-8-2005 εισέπραξε πλοηγικά δικαιώματα ποσών 109,97 και 263,94 ευρώ και την 5-8-2005 πλοηγικό δικαίωμα ποσού 424,94 ευρώ, και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 798,85 ευρώ, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά ιδιοποιήθηκε το ως άνω χρηματικό ποσό παράνομα.
8. Την 22-8-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, παρότι την 18-8-2005 εισέπραξε πλοηγικά δικαιώματα ποσών 746,10 και 424,94 ευρώ, την 19-8-2005 πλοηγικό δικαίωμα ποσού 249,29 ευρώ, και την, 20-8-2005 πλοηγικό δικαίωμα ποσού 317,60 ευρώ και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 1.737,93 ευρώ, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά ιδιοποιήθηκε το ως άνω χρηματικό ποσό παράνομα.
9. Την 29-8-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, παρότι την 22-8-2005 εισέπραξε πλοηγικό δικαίωμα ποσού 180,96 ευρώ, την 26-8-2005 πλοηγικά δικαιώματα ποσών 746,10 και 249,29 ευρώ, και την 27-8-2005 πλοηγικό δικαίωμα ποσού 249,29 ευρώ και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 1.425,64 ευρώ, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά ιδιοποιήθηκε το ως άνω χρηματικό ποσό παράνομα.
10. Την 5-9-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, παρότι την 29-8-2005 εισέπραξε πλοηγικό δικαίωμα ποσού 180,96 ευρώ, την 2-9-2005 πλοηγικό δικαίωμα ποσού 424,94 ευρώ, και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 605,90 ευρώ, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά ιδιοποιήθηκε το ως άνω χρηματικό ποσό παράνομα.
11. Την 12-9-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, παρότι την 7-9-2005 εισέπραξε πλοηγικό δικαίωμα ποσού 837,81 ευρώ και την 8-9-2005 πλοηγικό δικαίωμα ποσού 588,93 ευρώ, και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 1.426,74 ευρώ, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά ιδιοποιήθηκε το ως άνω χρηματικό ποσό παράνομα.
12. Την 19-9-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε τα καθήκοντα του Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, παρότι την 13-9-2005 εισέπραξε πλοηγικό δικαίωμα ποσού 317,60 ευρώ, την 14-9-2005 πλοηγικό δικαίωμα ποσού 478,24 ευρώ, και την 15-9-2005 πλοηγικό δικαίωμα ποσού 424,94 ευρώ και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσό 1.220,78 ευρώ, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά ιδιοποιήθηκε το ως άνω χρηματικό ποσό παράνομα.
13. Την 26-9-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, παρότι την 21-9-2005 εισέπραξε πλοηγικό δικαίωμα ποσού 180,96 ευρώ, την 22-9-2005 πλοηγικό δικαίωμα ποσού 249,29 ευρώ, και την 23-9-2005 πλοηγικά δικαιώματα ποσών 104,35 και 295,04 ευρώ και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 829,64 ευρώ, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά ιδιοποιήθηκε το ως άνω χρηματικό ποσό παράνομα.
14. Την 3-10-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, παρότι την 26-10-2005 εισέπραξε πλοηγικά δικαιώματα ποσών 604,95 και 262,35 ευρώ και την 27-9-2005 εισέπραξε πλοηγικά δικαιώματα ποσών 249,29 και 559,27 ευρώ και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 1.675,86 ευρώ, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά ιδιοποιήθηκε το ως άνω χρηματικό ποσό παράνομα, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά ιδιοποιήθηκε το ως άνω χρηματικό ποσό παράνομα.
Κηρύσσει επίσης, τον κατηγορούμενο (Κ. Χ.), δια ψήφων τριών έναντι δύο (3-2) ένοχο εκμετάλλευσης εμπιστευμένων κατά συρροή (πράξεις 3) και κατ' εξακολούθηση, εκ των οποίων την 1η συρρέουσα πράξη συνιστούν μερικότερες πράξεις 14, την 2η συρρέουσα πράξη συνιστούν μερικότερες πράξεις 13, την 3η συρρέουσα πράξη συνιστούν μερικότερες πράξεις 20, πράξεις που τελέστηκαν στην Ιτέα σε μη επακριβώς προσδιορισθείσες ημερομηνίες κείμενες πάντως, η πρώτη εντός του από 5-11-2004 έως 9-5-2006 χρονικού διαστήματος, η δεύτερη εντός του από 5-11-2004 έως 1-12-200,5 χρονικού διαστήματος και η τρίτη εντός του από 4-10-2004 έως 17-3-2005 χρονικού διαστήματος και ειδικότερα: ένοχο του ότι, ενώ ήταν Στρατιωτικός, δηλαδή Σημαιοφόρος ΛΣ και υπηρετούσε στο Υπολιμεναρχείο Ιτέας, στην Ιτέα Φωκίδος εντός των προαναφερθέντων χρονικών διαστημάτων, με πολλές πράξεις τέλεσε πολλά εγκλήματα συρρέοντα μεταξύ τους:
Α) Εντός του από 5-11-2004 έως 9-5-2006 χρονικού διαστήματος με πολλές πράξεις που συνιστούσαν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενώ ήταν υπάλληλος με την έννοια του άρθρου 13 στ. α' ΠΚ, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος δικό του χρήματα που του ήταν εμπιστευμένα λόγω της υπηρεσίας του και ειδικότερα:
1. Κατά το χρονικό διάστημα από 5-11-2004 μέχρι την 30-12-2004, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Υπεύθυνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των λιμενικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικό δικαιώματα συνολικού ποσού 1.445,43 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τριπλοτύπων το μήνα Οκτώβριο του έτους 2004 και λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 659,88 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τιμολογίων το μήνα Οκτώβριο του έτους 2004 και συνολικά λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 2.105,31 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν. Φωκίδας, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-11-2004,ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Δ/νσης Λιμένων και Λιμενικών Έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά το απέδωσε στον ανωτέρω δικαιούχο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Τράπεζα της Ελλάδας,
2. Κατά το χρονικό διάστημα από 6-12-2004 μέχρι την 30-12-2004, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Υπεύθυνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των λιμενικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 1.030,59 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τριπλοτύπων το μήνα Νοέμβριο του έτους 2004 και λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 186,71 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τιμολογίων το μήνα Νοέμβριο του έτους 2004 και συνολικά λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 1.217,30 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν. Φωκίδας, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 6-12-2004, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Δ/νσης Λιμένων και Λιμενικών Έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά το απέδωσε στον ανωτέρω δικαιούχο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 30-12-2004.
3. Κατά το χρονικό διάστημα από 5-1-2005 μέχρι την 19-4-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Υπεύθυνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των λιμενικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 905,87 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τριπλοτύπων το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2004 και λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 1.060,49 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τιμολογίων το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2004 και συνολικά λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 1.966,36 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν. Φωκίδας, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-1-2005, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Δ/νσης Λιμένων και Λιμενικών Έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά το απέδωσε στον ανωτέρω δικαιούχο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 19-4-2005.
4. Κατά το χρονικό διάστημα από 7-2-2005 μέχρι την 8-7-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε τα καθήκοντα του Υπεύθυνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των λιμενικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 641,11 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τριπλοτύπων το μήνα Ιανουάριο του έτους 2005 και λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 540,03 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τιμολογίων το μήνα Ιανουάριο του έτους 2005 και συνολικά λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 1.181,14 ευρώ και συνεπώς του είχαν, εμπιστευτεί λόγω της παραπάνω υπηρεσίας σου, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν. Φωκίδας, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 7-2-2005, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Δ/νσης Λιμένων και Λιμενικών Έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά το απέδωσε στον ανωτέρω δικαιούχο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 8-7-2005.
5. Κατά το χρονικό διάστημα από 7-3-2005 μέχρι την 8-7-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Υπεύθυνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των λιμενικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 988,43 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τριπλοτύπων το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2005 και λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 54,21 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τιμολογίων το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2005 και συνολικά λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 1.042,44 ευρώ και συνεπώς του είχαν εμπιστευτεί λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν. Φωκίδας, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 7-3-2005, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Δ/νσης Λιμένων και Λιμενικών Έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά το απέδωσε στον ανωτέρω δικαιούχο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 8-7-2005.
6. Κατά το χρονικό διάστημα από 5-4-2005 μέχρι την 3-11-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Υπεύθυνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των λιμενικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 870,54 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τριπλοτύπων το μήνα Μάρτιο του έτους 2005 και λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 146,01 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τιμολογίων το μήνα Μάρτιο του έτους 2005 και συνολικά λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 1.016,55 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν. Φωκίδας, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-4-2005, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ.πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Δ/νσης Λιμένων και Λιμενικών Έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά το απέδωσε στον ανωτέρω δικαιούχο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 3-11-2005.
7. Κατά το χρονικό διάστημα από 5-5-2005 μέχρι την 3-11-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε τα καθήκοντα του Υπεύθυνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των λιμενικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 943,59 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τριπλοτύπων το μήνα Απρίλιο του έτους 2005 και λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 312,33 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τιμολογίων το μήνα Απρίλιο του έτους 2005 και συνολικά λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 1.255,92 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν. Φωκίδας, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-5-2005, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ.πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Δ/νσης Λιμένων και Λιμενικών Έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά το απέδωσε στον ανωτέρω δικαιούχο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 18-11-2005.
8. Κατά το χρονικό διάστημα από 6-6-005 μέχρι την 3-11-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε τα καθήκοντα του Υπεύθυνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των λιμενικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 2.465,67 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τριπλοτύπων το μήνα Μάιο του έτους 2005 και λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 467,19 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τιμολογίων το μήνα Μάιο του έτους 2005 και συνολικά λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 2.932,86 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν. Φωκίδας, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 6-6-2005, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ.πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Δ/νσης Λιμένων και Λιμενικών Έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά το απέδωσε στον ανωτέρω δικαιούχο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 3-11-2005.
9. Κατά το χρονικό διάστημα από 5-7-2005 μέχρι την 18-11-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε τα καθήκοντα του Υπεύθυνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των λιμενικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 1.278,29 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τριπλοτύπων το μήνα Ιούνιο του έτους 2005 και λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 887,48 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τιμολογίων το μήνα Μάιο του έτους 2005 και συνολικά λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 2.165,77 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν. Φωκίδας, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-7-2005, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Δ/νσης Λιμένων και Λιμενικών Έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά το απέδωσε στον ανωτέρω δικαιούχο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 18-11-2005.
10. Κατά το χρονικό διάστημα από 5-8-2005 μέχρι την 18-11-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε τα καθήκοντα του Υπεύθυνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των λιμενικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 1.225,62 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τριπλοτύπων το μήνα Ιούλιο του έτους 2005 και λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 2.081,06 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τιμολογίων το μήνα Ιούλιο του έτους 2005 και συνολικά λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 2.081,06 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν. Φωκίδας, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-8-2005, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Δ/νσης Λιμένων και Λιμενικών Έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά το απέδωσε στον ανωτέρω δικαιούχο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 18-11-2005.
11. Κατά το χρονικό διάστημα από 5-9-2005 μέχρι την 18-11-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Υπεύθυνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των λιμενικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 1.116,31 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τριπλοτύπων το μήνα Αύγουστο του έτους 2005 και λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 1.059,34 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τιμολογίων το μήνα Αύγουστο του έτους 2005 και συνολικά λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 2.175,65 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν. Φωκίδας, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-9-2005, ως είχες υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Δ/νσης Λιμένων και Λιμενικών Έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά το απέδωσε στον ανωτέρω δικαιούχο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 18-11-2005.
12. Κατά το χρονικό διάστημα από 5-10-2005 μέχρι την 18-11-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Υπεύθυνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των λιμενικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 382,50 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τιμολογίων το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν. Φωκίδας, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-10-2005, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Δ/νσης Λιμένων και Λιμενικών Έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά το απέδωσε στον ανωτέρω δικαιούχο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 18-11-2005.
13. Κατά το χρονικό διάστημα από 5-10-2005 μέχρι την 9-5-2006, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε τα καθήκοντα του Υπεύθυνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των λιμενικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 854,73 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τριπλοτύπων το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν. Φωκίδας, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-10-2005, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Δ/νσης Λιμένων και Λιμενικών Έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά το απέδωσε στον ανωτέρω δικαιούχο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας την 9-5-2006.
14. Κατά το χρονικό διάστημα από 5-11-2005 μέχρι την 1-12-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Υπεύθυνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των λιμενικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 855,39 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τριπλοτύπων το μήνα Οκτώβριο του έτους 2005 και λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 64,65 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει τιμολογίων το μήνα Οκτώβριο του έτους 2005 και συνολικά λιμενικά δικαιώματα συνολικού ποσού 920,04 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο Λιμενικό Ταμείο Ν. Φωκίδας, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-11-2005, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ.πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Δ/νσης Λιμένων και Λιμενικών Έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά το απέδωσε στον ανωτέρω δικαιούχο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 1-12-2005.
Β) Εντός του από 5-11-2004 έως 1-12-2005 χρονικού διαστήματος με πολλές πράξεις που συνιστούσαν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενώ ήταν υπάλληλος με την έννοια του άρθρου 13 στ.α' ΠΚ, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος δικό του χρήματα που του ήταν εμπιστευμένα λόγω της υπηρεσίας του και ειδικότερα:
1. Κατά το χρονικό διάστημα από 5-11-2004 μέχρι την 30-12-2004, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Υπεύθυνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των λιμενικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος συνολικού ποσού 136,53 ευρώ, που είχε εισπράξει το μήνα Οκτώβριο του έτους 2004 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, δεν απέδωσε το ποσό αυτό, του οποίου δικαιούχος είναι το Ελληνικό Δημόσιο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείο Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-11-2004, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Δ/νσης Λιμένων και Λιμενικών Έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά το απέδωσε, καταθέτοντάς το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείο Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 30-12-2004.
2. Κατά το χρονικό διάστημα από 6-12-2004 μέχρι την 30-12-2004, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Υπεύθυνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των λιμενικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του Φ.Π.Α, επί λιμενικών δικαιωμάτων συνολικού ποσού 38,63 ευρώ, που είχε εισπράξει βάσει το μήνα Νοέμβριο του έτους 2004 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσία του, δεν απέδωσε το ποσό αυτό, του οποίου δικαιούχος είναι το Ελληνικό Δημόσιο καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείο Ν. Φωκίδας, στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 6-12-2004, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Δ/νσης Λιμένων και Λιμενικών Έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά το απέδωσε καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείο Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 30-12-2004.
3. Κατά το χρονικό διάστημα από 5-1-2005 μέχρι την 19-4-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Υπευθύνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των λιμενικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του Φ.Π.Α επί λιμενικών δικαιωμάτων συνολικού ποσού 219,41 ευρώ, που είχε εισπράξει το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2004 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, δεν απέδωσε το ποσό αυτό, του οποίου δικαιούχος ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείο Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-1-2005, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ, πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Δ/νσης Λιμένων και Λιμενικών Έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά το απέδωσε καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείο Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 19-4-2005.
4. Κατά το χρονικό διάστημα από 7-2-2005 μέχρι την 8-7-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Υπεύθυνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των λιμενικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του Φ.Π.Α, επί λιμενικών δικαιωμάτων συνολικού ποσού 111,73 ευρώ, που είχε εισπράξει το μήνα Ιανουάριο του έτους 2005 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, δεν απέδωσε το ποσό αυτό, του οποίου δικαιούχος ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 7-2-2005, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Δ/νσης Λιμένων και Λιμενικών Έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά το απέδωσε, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείο Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 8-7-2005.
5. Κατά το χρονικό διάστημα από 7-3-2005 μέχρι την 8-7-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Υπεύθυνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των λιμενικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του Φ.Π.Α, επί λιμενικών δικαιωμάτων συνολικού ποσού 11,22 ευρώ, που είχε εισπράξει το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2005 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, δεν απέδωσε το ποσό αυτό, του οποίου δικαιούχος ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείο Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 7-3-2005, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Δ/νσης Λιμένων και Λιμενικών Έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά το απέδωσε, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείου Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 8-7-2005.
6. Κατά το χρονικό διάστημα από 5-4-2005 μέχρι την 3-11-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Υπευθύνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των λιμενικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του Φ.Π.Α. επί λιμενικών δικαιωμάτων συνολικού ποσού 30,21 ευρώ, που είχε εισπράξει το μήνα Μάρτιο του έτους 2005 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, δεν απέδωσε το ποσό αυτό, του οποίου ο δικαιούχος ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείου Ν. Φωκίδας, στην Τράπεζα της Ελλάδος, μέχρι την 5-4-2005, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. Πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Δ/νσης Λιμένων και Λιμενικών έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά απέδωσε στον ανωτέρω δικαιούχο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείου Ν. Φωκίδος στην Τράπεζα της Ελλάδος, την 3-11-2005.
7. Κατά το χρονικό διάστημα από 5-5-2005 μέχρι την 3-11-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Υπευθύνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των λιμενικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του Φ.Π.Α. επί λιμενικών δικαιωμάτων συνολικού ποσού 68,21 ευρώ, που είχε εισπράξει το μήνα Απρίλιο του έτους 2005 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, δεν απέδωσε το ποσό αυτό, του οποίου ο δικαιούχος ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείου Ν. Φωκίδας, στην Τράπεζα της Ελλάδος, μέχρι την 5-5-2005, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. Πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Δ/νσης Λιμένων και Λιμενικών έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά απέδωσε στον ανωτέρω δικαιούχο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείου Ν. Φωκίδος στην Τράπεζα της Ελλάδος, την 3-11-2005.
8. Κατά το χρονικό διάστημα από 6-6-2005 μέχρι την 3-11-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Υπευθύνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των λιμενικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του Φ.Π.Α. επί λιμενικών δικαιωμάτων συνολικού ποσού 102,03 ευρώ, που είχε εισπράξει το μήνα Απρίλιο του έτους 2005 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, δεν απέδωσε το ποσό αυτό, του οποίου ο δικαιούχος ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείου Ν. Φωκίδας, στην Τράπεζα της Ελλάδος, μέχρι την 6-6-2005, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. Πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Δ/νσης Λιμένων και Λιμενικών έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά απέδωσε στον ανωτέρω δικαιούχο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείου Ν. Φωκίδος στην Τράπεζα της Ελλάδος, την 3-11-2005.
9. Κατά το χρονικό διάστημα από 5-7-2005 μέχρι την 18-11-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Υπεύθυνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των λιμενικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του Φ.Π.Α, επί λιμενικών δικαιωμάτων συνολικού ποσού 193,82 ευρώ, που είχε εισπράξει το μήνα Ιούνιο του έτους 2005 και συνεπώς είχε την κατοχή του λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, δεν απέδωσε το ποσό αυτό, του οποίου δικαιούχος ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείο Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα Ελλάδας, μέχρι την 5-7-2005, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Δ/νσης Λιμένων και Λιμενικών Έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά το απέδωσε στον ανωτέρω δικαιούχο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείο Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 18-11-2005.
10. Κατά το χρονικό διάστημα από 5-8-2005 μέχρι την 18-11-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα του Υπεύθυνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των λιμενικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του Φ.Π.Α, επί λιμενικών δικαιωμάτων συνολικού ποσού 186,82 ευρώ, που είχε εισπράξει το μήνα Ιούλιο του έτους 2005 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, δεν απέδωσε το ποσό αυτό, του οποίου δικαιούχος, ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείο Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-8-2005, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Δ/νσης Λιμένων και Λιμενικών Έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά το απέδωσε στον ανωτέρω δικαιούχο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείο Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 18-11-2005.
11. Κατά το χρονικό διάστημα από 5-9-2005 μέχρι την 18-11-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Υπεύθυνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των λιμενικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του Φ.Π.Α, επί λιμενικών δικαιωμάτων συνολικού ποσού 231,35 ευρώ, που είχε εισπράξει το μήνα Αύγουστο του έτους 2005 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, δεν απέδωσε το ποσό αυτό, του οποίου δικαιούχος ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείο Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-9-2005, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Δ/νσης Λιμένων και Λιμενικών Έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά το απέδωσε στον ανωτέρω δικαιούχο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείο Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 18-11-2005.
12. Κατά το χρονικό διάστημα από 5-10-2005 μέχρι την 18-11-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Υπεύθυνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των λιμενικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του Φ.Π.Α. επί λιμενικών δικαιωμάτων συνολικού ποσού 85,43 ευρώ, που είχε εισπράξει το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, δεν απέδωσε δεν απέδωσε το ποσό αυτό, του οποίου δικαιούχος ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείο Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-10-2005, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Δ/νσης Λιμένων και Λιμενικών Έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά το απέδωσε στον ανωτέρω δικαιούχο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείο Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 18-11-2005.
13. Κατά το χρονικό διάστημα από 5-11-2005 μέχρι την 1-12-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Υπεύθυνου είσπραξης λιμενικών δικαιωμάτων του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των λιμενικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του Φ.Π.Α. επί λιμενικών δικαιωμάτων συνολικού ποσού 14,12 ευρώ, που είχε εισπράξει το μήνα Οκτώβριο του έτους 2005 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του, δεν απέδωσε δεν απέδωσε το ποσό αυτό, του οποίου δικαιούχος ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείο Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, μέχρι την 5-11-2005, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ.πρωτ. 3422.26/01/98 απόφαση της Δ/νσης Λιμένων και Λιμενικών Έργων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά το απέδωσε στον ανωτέρω δικαιούχο, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Λιμενικού Ταμείο Ν. Φωκίδας στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 1-12-2005.
Γ) Εντός του από 4-10-2004 έως 17-3-2005 χρονικού διαστήματος με πολλές πράξεις που συνιστούσαν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος ενώ ήταν υπάλληλος με την έννοια του άρθρου 13 στ α' ΠΚ, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος δικό του χρήματα που του ήταν εμπιστευμένα λόγω της υπηρεσίας του και ειδικότερα:
1. Κατά το χρονικό διάστημα από 4-10-2004 μέχρι την 28-2-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσών 156,68 ευρώ, 367,93 ευρώ και 251,40 ευρώ κατ: συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 776,01 ευρώ που είχε εισπράξει 1 την 1-10-2004 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 4-10-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. Πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά το απέδωσε στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 28-2-2005.
2. Κατά το χρονικό διάστημα από 11-10-2004 μέχρι την 28-2-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 184,45 ευρώ, που είχε εισπράξει την 4-10-2004 και 581,07 ευρώ, που είχε εισπράξει την 9-10-2004 και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 765,52 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 11-10-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά το απέδωσε στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 28-2-2005.
3. Κατά το χρονικό διάστημα από 18-10-2004 μέχρι την 28-2-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 215,83 ευρώ και 242,24 ευρώ, που είχε εισπράξει την 11-10-2004, ποσού 545,49 ευρώ, που είχε εισπράξει την 13-10-2004, ποσού 215,83 ευρώ και 87,61 ευρώ, που είχε εισπράξει την 14-10-2004, ποσού 274,99 ευρώ, που είχε εισπράξει την 15-10-2004, ποσού 310,56 ευρώ, που είχε εισπράξει την 16-10-2004 και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 1.892,55 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 18-10-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά το απέδωσε στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 28-2-2005.
4. Κατά το χρονικό διάστημα από 22-10-2004 μέχρι την 28-2-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε, καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 215,83 ευρώ, που είχε εισπράξει την 18-10-2004, 675,69 ευρώ, που είχε εισπράξει την 19-10-2004, ποσού 285,92 ευρώ, που είχε εισπράξει την 20-10-2004, ποσού 640,36 ευρώ, που είχε εισπράξει την 21-10-2004, και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 1.817,80 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 22-10-2004. πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά το απέδωσε στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 28-2-2005.
5. Κατά το χρονικό διάστημα από 25-10-2004 μέχρι την 28-2-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 215,83 ευρώ, που είχε εισπράξει την 22-10-2004 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο NAT/ ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 25-10-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά το απέδωσε στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 28-2-2005.
6. Κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-2004 μέχρι την 28-2-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 215,83 ευρώ, που είχε εισπράξει την 26-10-2004, ποσού 392,49 ευρώ, που είχε εισπράξει την 26-10-2004, ποσού 242,24 ευρώ, που είχε εισπράξει την 29-10-2004, ποσού 545,49 ευρώ, που είχε εισπράξει την 30-10-2004, ποσού 505,56 ευρώ, που είχε εισπράξει την 31-10-2004 και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 1.901,61 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 1-11-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά το απέδωσε στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 28-2-2005.
7. Κατά το χρονικό διάστημα από 8-11-2004 μέχρι την 28-2-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 610,42 ευρώ και 215,83 ευρώ, που είχε εισπράξει την 5-11-2004, και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 1.136,81 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 8-11-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά το απέδωσε στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 28-2-2005.
8. Κατά το χρονικό διάστημα από 15-11-2004 μέχρι την 28-2-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 356,91 ευρώ, που είχε εισπράξει την 8-11-2004, ποσού 215,83 ευρώ και 215,83 ευρώ, που είχε εισπράξει την 9-11-2004, ποσού 545,49 ευρώ, που είχε εισπράξει την 12-11-2004, ποσού 156,68 ευρώ και 242,24 ευρώ, που είχε εισπράξει την 13-11-2004, και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 1.732,98 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 15-11-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά το απέδωσε στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 28-2-2005.
9. Κατά το χρονικό διάστημα από 22-11-2004 μέχρι την 28-2-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 215,83 ευρώ, που είχε εισπράξει την 15-11-2004, ποσού 647,48 ευρώ, που είχε εισπράξει την 17-11-2004, και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 863,31 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 22-11-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά το απέδωσε στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 28-2-2005.
10. Κατά το χρονικό διάστημα από 29-11-2004 μέχρι την 28-2-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 249,46 ευρώ, που είχε εισπράξει την 22-11-2004, ποσού 156,66 ευρώ, που είχε εισπράξει την 25-11-2004, και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 406,12 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 29-11-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά το απέδωσε στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 28-2-2005.
11. Κατά το χρονικό διάστημα από 6-12-2004 μέχρι την 28-2-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 215,83 ευρώ, που είχε εισπράξει την 29-11-2004, ποσού 310,56 ευρώ, που είχε εισπράξει την 30-11-2004, και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 526,39 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 6-12-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά το απέδωσε στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 28-2-2005.
12. Κατά το χρονικό διάστημα από 6-12-2004 μέχρι την 17-3-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 628,39 ευρώ, που είχε εισπράξει την 2-12-2004, και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 6-12-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ.πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά το απέδωσε στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 17-3-2005.
13. Κατά το χρονικό διάστημα από 13-12-2004 μέχρι την 17-3-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 342,75 ευρώ και 164,51 ευρώ, που είχε εισπράξει την 7-12-2004, και ποσού 226,63 ευρώ, που είχε εισπράξει την 8-12-2004 και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 733,89 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 13-12-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά το απέδωσε στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 17-3-2005.
14. Κατά το χρονικό διάστημα από 20-12-2004 μέχρι την 17-3-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε τα καθήκοντα του Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 187,40 ευρώ, που είχε εισπράξει την 13-12-2004, ποσού 268,21 ευρώ, που είχε εισπράξει την 14-12-2004, και ποσού 226,63 ευρώ, που είχε εισπράξει την 15-12-2004 και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 682,24 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 20-12-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά το απέδωσε στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντάς το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 17-3-2005.
15. Κατά το χρονικό διάστημα από 27-12-2004 μέχρι την 17-3-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 164,51 ευρώ, που είχε εισπράξει την 21-12-2004, ποσού 201,59 ευρώ και 175,70 ευρώ, που είχε εισπράξει την 22-12-2004 και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 541,80 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 27-12-2004, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ.πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά το απέδωσε στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 17-3-2005.
16. Κατά το χρονικό διάστημα από 3-1-2005 μέχρι την 17-3-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 715,67 ευρώ και ποσού 164,51 ευρώ, που είχε εισπράξει την 29-12-2004, ποσού 326,09 ευρώ, που είχε εισπράξει την 30-12-2004 και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 1.206,20 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 3-1-2005, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά το απέδωσε στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 17-3-2005.
17. Κατά το χρονικό διάστημα από 10-1-2005 μέχρι την 17-3-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκες κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 226,63 ευρώ, που είχε εισπράξει την 3-1-2005 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 10-1-2005, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά το απέδωσε-στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 17-3-2005.
18. Κατά το χρονικό διάστημα από 17-1-2005 μέχρι την 17-3-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα του Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 472,13 ευρώ, που είχε εισπράξει την 10-1-2005, ποσού 299,29 ευρώ, που είχε εισπράξει την 14-1-2004 και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 771,42 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 17-1-2005, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά το απέδωσε στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του Τράπεζα της Ελλάδας, την 17-3-2005.
19. Κατά το χρονικό διάστημα από 24-1-2005 μέχρι την 17-3-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος σου πλοηγικά δικαιώματα ποσού 226,63 ευρώ, που είχε εισπράξει την 18-1-2005, ποσού 412,12 ευρώ, που είχε εισπράξει την 20-1-2004 και συνολικά πλοηγικά δικαιώματα ποσού 638,75 ευρώ και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 24-1-2005, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά το απέδωσε στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 17-3-2005.
20. Κατά το χρονικό διάστημα από 2-2-2005 μέχρι την 17-3-2005, ενώ του είχαν νομίμως ανατεθεί και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Πλοηγικής Υπηρεσίας του Υ/Χ Ιτέας, μεταξύ των οποίων ήταν και η απόδοση των πλοηγικών δικαιωμάτων, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατά άλλο τρόπο προς όφελος του πλοηγικά δικαιώματα ποσού 238,50 ευρώ, που είχε εισπράξει την 31-1-2005 και συνεπώς του ήταν εμπιστευμένα λόγω της παραπάνω υπηρεσίας του και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντας το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 2-2-2005, πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. πρωτ. Μ 8413.2/03/03 απόφαση της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, αλλά το απέδωσε στο δικαιούχο ΝΑΤ/ΚΠΥ, καταθέτοντάς το στο λογαριασμό του στην Τράπεζα της Ελλάδας, την 17-3-2005. Στη συνέχεια του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης ενός έτους και τριών (3) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών και ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις άνω διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όσον αφορά την πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, αναφέρεται στο αιτιολογικό ως και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο αναιρεσείων ενήργησε με την ιδιότητα του σημαιοφόρου του λιμενικού σώματος, ήτοι ως υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α ΠΚ και ως υπεύθυνος είσπραξης και απόδοσης των πλοηγικών δικαιωμάτων στο δικαιούχο NAT/ ΚΠΥ την πρώτη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας ή αμέσως άμα τη συμπληρώσει του ποσού των 1.500 ευρώ, παρανόμως ιδιοποιήθηκε κατ' εξακολούθηση τα αναφερόμενα ποσά που ήταν ξένα ως προς αυτόν. Και βεβαίως, κατά τις παραδοχές το υπεξαιρεθέν από αυτόν ποσό των 15.684, 38 ευρώ τελικώς κατεβλήθη την 26-10-2005 από τους τότε λιμενάρχη ΛΣ Ρ. Ι. και τότε υπολιμενάρχη Ζ. Κ. λόγω της οικονομικής αδυναμίας του κατηγορουμένου (ήδη αναιρεσείοντος) να καταβάλει τα χρήματα, πλην η εκ των υστέρων καταβολή δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στο αξιόποινο, αφού η διάταξη του άρθρου 379 ΠΚ και ήδη 384 του ιδίου Κώδικα δεν εφαρμόζεται επί του εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία. To ότι εξάλλου κατά τις παραδοχές ο κατηγορούμενος παρανόμως ιδιοποιήθηκε εξακολουθητικώς το άνω συνολικό ποσόν, το έγκλημα αυτό τελέστηκε με την εξωτερίκευση της παράνομης ιδιοποίησης κατά τους αναφερόμενους χρόνους, η δε εκ των υστέρων καταβολή δεν αναιρεί την ήδη συντελεσθείσα παράνομη ιδιοποίηση. Όθεν, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις είναι αβάσιμες όπως και η αιτίαση ότι λόγω της επιγενόμενης καταβολής δεν επήλθε ζημία στην περιουσία του NAT/ ΚΠΥ, αφού η ζημία επί υπεξαιρέσεως ανεξαρτήτως του ότι αυτή επέρχεται, δε συνιστά στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τούτου, η αναφορά δε στο σκεπτικό ότι ενήργησε έτσι "ελαττώνοντας αντίστοιχα την περιουσία του NAT/ ΚΠΥ" δεν ήταν αναγκαία ούτε συνιστά παραδοχή που υποστηρίζει το πόρισμα (διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης). Περαιτέρω και όσον αφορά το έγκλημα της εκμετάλλευσης διαπιστευμένων και για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, αναφέρεται ότι αυτός με την άνω ιδιότητα του, χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης ή απιστίας μεταχειρίστηκε κατ' άλλο τρόπο και δη θέλοντας πρόσκαιρα να καλύψει οικονομικές του ανάγκες τα εισπραχθέντα λιμενικά δικαιώματα εξ 20.442, 24 ευρώ, τον ΦΠΑ εκ 1.429, 51 ευρώ ως και τα πλοηγικά δικαιώματα εκ 17.792, 75 ευρώ και τα οποία απεδόθησαν καθυστερημένα στους δικαιούχους φορείς, ήτοι αντίστοιχα στο λιμενικό ταμείο Ν. Φωκίδας, στο Ελληνικό Δημόσιο και στο NAT/ ΚΠΥ. Υπό τις άνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε και για το έγκλημα τούτο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία χωρίς αντιφάσεις και ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις άνω ποινικές διατάξεις των άρθρων 257 και 98 ΠΚ, τις οποίες δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Όθεν, οι δια της αιτήσεως προβαλλόμενοι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι συνακολούθως και η αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 2/ 26-3-2012 αίτηση του Χ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 393/ 2010 απόφασης του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2013
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία. Στοιχεία εγκλήματος. Εκμετάλλευση εμπιστευμένων. Στοιχεία εγκλήματος. Έλλειψη αιτιολογίας, Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Η διάταξη του άρθρου 379 και ήδη 384 ΠΚ δεν εφαρμόζεται επί του εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
|
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία
|
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία.
| 0
|
Αριθμός 97/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ό. Σ. Τ. του Α., κατοίκου …, που παραστάθηκε με από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ανδρέου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Κ. Σ. Τ., χήρας Κ., το γένος Π., και 2)Α. Σ. συζ. Γ., το γένος Κ. Σ. Τ., κατοίκων …, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Σοφία Αγγέλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/11/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμβρύσσου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 103/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/2/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 20/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Eπειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτό αφορούν την εφαρμογή των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς ο λόγος αυτός αναίρεσης προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη διαδικασία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Οι, κατά την ανωτέρω διάταξη, τέσσερις λόγοι αναιρέσεως αντιστοιχούν προς τους λόγους των αριθμ. 1, 2, 4, 5 και 7 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, μερικοί δεν ταυτίζονται απολύτως. Η απαρίθμηση των προαναφερομένων λόγων αναιρέσεως είναι περιοριστική, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνον", και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναιρέσεως κατά των ως άνω αποφάσεων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο με το να δεχτεί ότι ο αναιρεσείων ασκούσε εμφανείς υλικές πράξεις στο επίδικο ακίνητο, έχοντας εγκαταστήσει σ'αυτό ορνιθώνα, πατητήρια και περιβόλι οπωροκηπευτικών από 30ετία και επί πλέον είχε περιτοιχίσει και περιφράξει αυτό, πλήν όμως οι πράξεις αυτές εντάσσονταν στο δικαίωμα της χρήσης που είχε ο αναιρεσείων δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου με το δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, αδελφό του Κ. Σ. Τ., αφού τέτοια σύμβαση χρησιδανείου μεταξύ του αναιρεσείοντος και του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων δεν επικαλέστηκαν οι αναιρεσίβλητοι σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, ούτε αποδείχθηκε, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045, 974 και 810 επ. ΑΚ. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του αν και γίνεται επίκληση του άρθρου 560 παρ.1 ΚΠολΔ, στηρίζεται στον αριθ.8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ και είναι απαράδεκτος, αφού δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους ως άνω λόγους για τους οποίους επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, ενώ και κατά το δεύτερο μέρος του είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ. 1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 32/1996). Για το ορισμένο, επίσης, του λόγου της αναίρεσης σε περίπτωση παραβίασης περισσότερων της μιας διατάξεων πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμιά απ' αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από του αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αιτίαση, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ την οποία εφάρμοσε, αφού στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απαιτούνται βάσει της διάταξης αυτής για την απόκτηση του δικαιώματος κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία στο τμήμα του επιδίκου ακινήτου, το οποίο δεν καλύπτεται με τίτλο, επίσης δε παραβίασε και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1193 και 1045 ΑΚ γιατί ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας από τις αναιρεσίβλητες από την κληρονομία του συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, αναφορικά με την κυριότητα του δικαιοπαρόχου τους μέχρι πρωτοτύπου τρόπου κτήσης κυριότητας, ενόψει της αμφισβητήσεως αυτής από τον αναιρεσείοντα, για το τμήμα του επιδίκου ακινήτου, που δεν καλύπτεται από τον υφιστάμενο τίτλο κυριότητας (αγοραπωλητήριο συμβόλαιο). Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται καθόλου οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και το αποδιδόμενο νομικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας το οποίο οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, κατά δε το δεύτερο μέρος του είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η προβαλλόμενη αιτίαση από τον αριθ.19 του άρθρου 559 δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους για τους οποίους επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων.
Αφού απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης πρέπει ο ηττηθείς αναιρεσείων να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.2.2009 αίτηση του Ο. Σ. ή Τ. για αναίρεση της 103/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λειβαδιάς, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διεκδικητική αγωγή ακινήτου. Απόφαση Ειρηνοδικείου. Λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως απαράδεκτοι
|
Αγωγή διεκδικητική
|
Αγωγή διεκδικητική.
| 2
|
Αριθμός 93/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δρακούλη Δρακουλόγκωνα, 2) Α. Κ. συζ. Ι., το γένος Γ. Κ., 3) Κ. Κ. του Γ., 4) Γ. Κ. του Γ., και 5) Μ. Κ. του Γ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. Τ. του Π., κατοίκου ..., και 2)Α. Τ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεράσιμο Θεοδωράτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/12/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 621/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 63/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/9/2010 αίτησή και τους από 14/9/2012 προσθέτους λόγους τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 23/11/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε τη συνεκδίκαση της αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την παραδοχή του πρώτου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης, καθώς και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους, κατά δε τη διάταξη του αριθμού 8 εδ.α του ίδιου άρθρου, αναίρεση επίσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 115 παρ.2 και 270 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ, ενώπιον των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων η συζήτηση είναι προφορική, κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 237 παρ.1 και 270 ΚΠολΔ, όπως αυτές τροποποιήθηκαν με το Ν. 2915/2001, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ.1 του ίδιου κώδικα, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 7 παρ.3 του προαναφερθέντος Ν. 2915/2001, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, η δε προσθήκη και αντίκρουση στις προτάσεις αυτές κατατίθενται έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση. Μαζί με τις προτάσεις οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν με ποινή απαραδέκτου και όλα τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις τους. Νέα αποδεικτικά μέσα μπορούν να προσκομισθούν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις του αντιδίκου μέσα στην προθεσμία των αντικρούσεων. Ενόψει όμως της προφορικότητας της συζήτησης δεν αρκεί μόνο η κατάθεση των προτάσεων, αλλά απαιτείται και επίκληση των περιεχομένων σ'αυτούς ισχυρισμών και αποδείξεων, με αναφορά στις προτάσεις, η οποία (αναφορά) καταχωρίζεται στα πρακτικά (Ολ.ΑΠ 2/2005, ΑΠ 1239/2007). Αν δεν γίνει η επίκληση αυτή, οι περιεχόμενοι στις προτάσεις ισχυρισμοί και τα επικαλούμενα με αυτές και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, αφού από τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ.1 και 346 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλ. της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση (Ολ.ΑΠ 23/2008, ΑΠ 353/2011, ΑΠ 39/2008). Ενόψει των προεκτεθέντων και με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 260 παρ.1 κατά την οποία η συζήτηση ματαιώνεται και δεν εμφανισθούν όλοι οι διάδικοι, ο κλητευθείς νομίμως και εμπροθέσμως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανίστηκε αλλά δεν έλαβε νόμιμα μέρος, δικάζεται μεν σαν να ήταν παρών, πλην όμως προτάσεις κ.λπ. που έχει προκαταθέσει, καθόσον ο οριζόμενος χρόνος κατάθεσης στο ακροατήριο δεν εμποδίζει την προκατάθεση αυτών, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, αφού αυτός δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ώστε να αναφερθεί, με επίκληση στους περιεχομένους σ' αυτές ισχυρισμούς του και τα προσκομιζόμενα (με αυτές) αποδεικτικά μέσα. Η άποψη κατά την οποία πρέπει, ενόψει του ότι ο νόμος αναγορεύει σε παρουσία, την απουσία του διαδίκου, να λαμβάνονται υπόψη οι περιεχόμενοι στις νόμιμα κατατεθείσες προτάσεις του μη εμφανιζομένου ή του μη νόμιμα παρισταμένου διαδίκου αυτοτελείς ισχυρισμοί και τα σ' αυτές επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα δεδομένου ότι οι προτάσεις εντάσσονται στο προδικαστικό στάδιο και συνιστούν στοιχείο αυτού, παραβλέπει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 115 παρ.2 και 270 παρ.1 ΚΠολΔ, καθώς και το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, υποχρέωση της προφορικότητας της διαδικασίας στον πρώτο βαθμό, η οποία επιβάλλει, ενόψει και των άρθρων 346 και 240 του ίδιου κώδικα, όχι μόνο την προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων, αλλά και την επίκλησή τους, η οποία, κατά τα προαναφερθέντα γίνεται στο ακροατήριο (ΑΠ 214/2007). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 528 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η άσκηση εφέσεως από το διάδικο, που δικάστηκε σαν να ήταν παρών, συνεπάγεται την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους προσθέτους λόγους και τη νέα, κατ' αντιμωλία έρευνα της υπόθεσης, επί της οποίας είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση, εφαρμοζομένων όλων των διατάξεων του άρθρου 270, και συνακόλουθα οι διάδικοι παρίστανται μετά ή δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου και δεν είναι επιτρεπτή η κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ παράστασή τους με μονομερή ή κοινή δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων τους (ΑΠ 866/2008, ΑΠ 829/2008). Σε τέτοια περίπτωση, αν ο διάδικος παραστεί με δήλωση θεωρείται ως μη νομίμως παριστάμενος και δικάζεται ερήμην και ως εκ τούτου, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω οι προτάσεις του και οι σ'αυτές περιεχόμενοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, καθώς και τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν λαμβάνονται υπόψη (ΑΠ 251/2009), ιδρυομένων σε αντίθετη περίπτωση των αναιρετικών λόγων των διατάξεων των αριθμών 11 περ.β και 8 περ.α του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου η απαγόρευση παράστασης με δήλωση αφορά και τους δύο διαδίκους, δηλαδή και αυτόν που παραστάθηκε κανονικά στον πρώτο βαθμό (ΑΠ 652/2011, ΑΠ 251/2009, ΑΠ 1326/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και κατ'εκτίμηση των όσων αναφέρονται σ' αυτόν, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη της τις προτάσεις των εφεσιβλήτων - εναγόντων και τους με αυτές προταθέντες ισχυρισμούς και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, μολονότι αυτοί είχαν παραστεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, πράγμα το οποίο δεν ήταν νόμιμο, αφού η συζήτηση ήταν προφορική, εφόσον επρόκειτο περί εφέσεως κατά αποφάσεως που είχε εκδοθεί ερήμην, οπότε επιβαλλόταν η παράσταση των διαδίκων στο ακροατήριο μετά ή δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου. Ο λόγος αυτός είναι παραδεκτός, καθόσον η επικαλούμενη πλημμέλεια προκύπτει από την ίδια την προσβαλλομένη απόφαση (αρθρ.562 παρ.2β ΚΠολΔ) και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας ιδρύονται οι εκ των διατάξεων των αριθμών 11 περ.β και 8 περ.α του άρθρου 559 λόγοι αναιρέσεως, αφού η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 63/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών, εκδόθηκε επί εφέσεως κατά της υπ' αριθμό 621/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η οποία είχε εκδοθεί ερήμην των εναγομένων - εκκαλούντων και συνακόλουθα, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη η παράσταση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο των εφεσιβλήτων - εναγόντων, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δεν ήταν νόμιμη και ενόψει τούτου αυτοί, ως μη νομίμως παριστάμενοι, θα έπρεπε να δικασθούν ερήμην και να μη ληφθούν υπόψη οι προτάσεις τους και οι σ' αυτές περιεχόμενοι ισχυρισμοί, καθώς και τα με αυτές επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, πράγμα το οποίο όμως δεν έγινε και αυτοί θεωρήθηκε ότι παρίστανται νόμιμα και δικασθέντες κατ' αντιμωλία λήφθηκαν υπόψη οι προτάσεις τους κ.λπ. Ενόψει τούτων ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών, καθώς και των προσθέτων λόγων. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, πλην των πρότερων δικασάντων. Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 63/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μετά την εξαφάνιση της ερήμην εκδοθείσας πρωτόδικης αποφάσεως κατ΄ άρθρο 528 Κ.Πολ.Δ. ή συζήτηση είναι προφορική και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 270 του ιδίου κώδικα. Δεν επιτρέπεται λόγω της προφορικότητας της συζήτησης, η παράσταση με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου, κατ΄ άρθρ. 242 παρ. 2. Τέτοια παράσταση έχει ως συνέπεια την ερημοδικία του μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου και τη μη λήψη υπόψη των ροτάσεων και των περιεχομένων σ΄ αυτές ισχυρισμών καθώς και των αποδεικτικών μέσων, των οποίων γίνεται, με αυτές, επίκληση και προσκομίζονται. Αν ληφθούν υπόψη ιδρύονται οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 11β και 8α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
|
Προφορική συζήτηση
|
Προφορική συζήτηση.
| 1
|
Αριθμός 90/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βλάσιο Λεονάρδο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 31431/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 952/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξης, δηλαδή της έκδοσης επιταγής που είναι ακάλυπτη. Ειδικότερα αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διατάξεως της παρ. 1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του ν. του 1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία, ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει" του δράστη, άφηνε έξω από την περιγραφή της αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος υπαιτιότητας του εκδότη τον ενδεχόμενο δόλο. Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών, ανασταλείσα, και χρηματική τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι ο Ν. Σ., κατά το χρονικό διάστημα από 6/8/2004 έως 21/6/2007 (...) καθώς και ... από 18/3/2005 έως 28/6/2007 (...) ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ, ΔΙΚΤΥΑ, ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΥΨΗΛΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ Α.Ε" και το δ.τ. "ΗΙΤΕCΗ Α.Ε" μαζί με τον μη κατηγορούμενο εν προκειμένω Γ. Δ., υπό τις ιδιότητές τους ως Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος - Διευθύνων Σύμβουλος του Δ.Σ. αντίστοιχα. Σύμφωνα δε με την παραπάνω δημοσιευμένη ανακοίνωση, στους ανωτέρω χορηγήθηκαν δικαιώματα εκπροσώπησης και δέσμευσης της εταιρείας, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο πρακτικό του ΔΣ της εταιρείας, οι οποίοι δέσμευαν την εταιρεία από κοινού με την υπογραφή τους και υπό την εταιρική επωνυμία. Υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, ο κατηγορούμενος Ν. Σ. εξέδωσε στην Αθήνα την 2/8/2005 την υπ' αριθμ. ... επιταγή ποσού 23.000 €, πληρωτέα στην Tράπεζα "Emporiki Bank", εις διαταγήν της εταιρείας "IPIROTIKI S.A.". Ακολούθως, η εις διαταγήν δικ/χος μεταβίβασε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου την παραπάνω επιταγή στην τράπεζα "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε", η οποία κατέστη νόμιμος κομίστρια του αξιoγράφου αυτού. Εμφανισθείσα δε η επιταγή νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα, προς πληρωμή την 2/8/2005, δεν πληρώθηκε λόγω ανακλήσεώς της από τον εκδότη με επαρκές υπόλοιπο (...). Κατά τον παραπάνω τρόπο, ο κατηγορούμενος υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, εν γνώσει του εξέδωσε επιταγή που δεν πληρώθηκε στον κομιστή της διότι δεν είχε τα αντίστοιχα κεφάλαια διαθέσιμα κατά τον χρόνο της πληρωμής της. Ο κατ/νος, απολογούμενος, δεν αρνήθηκε την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της εκδότριας εταιρείας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και η υπερασπιστική γραμμή του εξαντλήθηκε στους ακόλουθους ισχυρισμούς 1ον) ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε ως εγγύηση για την εκτέλεση έργου μηχανοργάνωσης που η εις διαταγήν εταιρεία ανέλαβε για λογαριασμό της εκδότριας, το οποίο ουδέποτε εκτελέστηκε, 2ον) ότι εκ των υστέρων ανακάλυψε ότι δεν είχε υπογράψει την επίδικη επιταγή και 3ον) ότι τα λογιστήρια εξέδωσαν την επίδικη επιταγή για να κλείσουν την υπόθεση. Προς επίρρωση δε των ισχυρισμών του αυτών επικαλείται και προσκομίζει τις από 10/1/2005 συμβάσεις έργου που κατάρτισε η εταιρεία του, εκπροσωπούμενη από τον ίδιο, με την εταιρεία "IPIROTIKI S.A.", καθώς και την από 14/3/2011 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε, κατόπιν αναθέσεώς του και εντολής του, η δικαστική γραφολόγος Χριστίνα Τούση, στο συμπέρασμα της οποίας καταγράφεται ότι η υπογραφή στη θέση του εκδότη στην επίδικη επιταγή δεν είναι η γνήσια υπογραφή του κατηγορουμένου. Ωστόσο, από τα παραπάνω έγγραφα (συμβάσεις έργου και γραφολογική πραγματογνωμοσύνη) δεν μπορεί να σχηματιστεί απαλλαχτική κρίση υπέρ του κατηγορουμένου και τούτο διότι: α) στις μεν συμβάσεις έργου ουδέν αναφέρεται για τον τρόπο εξόφλησης της συμφωνημένης αμοιβής (δι' επιταγών ή μετρητοίς), η οποία (αμοιβή) σημειωτέον έχει υπολογισθεί για τα επιμέρους τμήματα εκτελέσεως του έργου σε ποσό 12.000 ευρώ για καθένα και όχι σε 23.000 ευρώ, ποσό που αναγράφεται στην επίδικη επιταγή, ούτε και αναγράφεται ότι για την εκ μέρους της εκδότριας εταιρείας του κατηγορουμένου, τήρηση των συμβατικών όρων, δίνεται προς εγγύηση η επίδικη επιταγή. Τονίζεται ότι ο κατ/νος, σε σχετική ερώτηση από έδρας, κατά την απολογία του απάντησε ότι δεν είχε κρατήσει κάποιο έγγραφο σημείωμα για τις επιταγές που δόθηκαν ως εγγύηση κατά τα ανωτέρω, καθώς και ότι δεν μπορεί να πει με ακρίβεια αν η επίδικη δόθηκε για εγγύηση και β) η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη συντάχθηκε κατόπιν εντολής του κατ/νου κα με πρωτοβουλία του, μόλις το έτος 2011 και όχι προγενέστερα, γεγονός εκ του οποίου δημιουργούνται τουλάχιστον αμφιβολίες γη την αξιοπιστία της. Εξάλλου, κατά την ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δίκη, ο κατηγορούμενος, που ήταν παρών, απολογούμενος, υποστήριξε πως ενόψει του παραπάνω έργου είχαν δοθεί στην εταιρεία "IPIROTIKI S.A." επιταγές ως προκαταβολή, χωρίς ωστόσο, να είναι βέβαιος εάν η επίδικη συμπεριλαμβανόταν σ' αυτές τις επιταγές. Ο ισχυρισμός αυτός είναι όλως αντιφατικός με τους προβαλλόμενους στην παρούσα κατ' έφεση δίκη και καταδεικνύει την πρόθεση του κατηγορούμενου να αποποιηθεί την ευθύνη του από την έκδοση της επίδικης επιταγής, που έγινε εν γνώσει του. Σε κάθε περίπτωση ακόμη κι αν η υπογραφή επί της επιταγής δεν έχει τεθεί από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, σίγουρα αυτός έχει δώσει την ανεπιφύλακτη εξουσιοδότηση του προς τούτο, καθόσον ο ίδιος κατά την απολογία του στο παρόν Δικαστήριο, ανέφερε ότι τα λογιστήρια "κατά πάσα πιθανότητα, για να κλείσουν την υπόθεση, εξέδωσαν τις επιταγές", που σημαίνει ότι ήταν σύνηθες, όπως άλλωστε συμβαίνει κατά την πρακτική των επιχειρηματιών, να ολοκληρώνεται η έκδοση των επιταγών δια της υπογραφής τους στη θέση του εκδότη από τους υπευθύνους του λογιστηρίου με την εκ των προτέρων συναίνεση και έγκριση των νομίμων εκπροσώπων της εκδότριας εταιρείας. Τέλος, η ευθύνη του κατηγορουμένου δεν αναιρείται εκ του γεγονότος ότι αυτός, όπως ισχυρίζεται, κατά τον επίδικο χρόνο, κατ' ουσίαν απουσίαζε από την εταιρεία του και δεν μετείχε στα πεπραγμένα αυτής για το λόγο ότι αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, καθόσον εκ των επικαλούμενων και προσκομιζόμενων ιατρικών εγγράφων, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, προκύπτει ότι αυτός νοσηλεύθηκε από τον Σεπτέμβριο του 2005 και μετά λόγω στεφανιαίας νόσου, δηλ. σε χρόνο μεταγενέστερο από εκείνον της έκδοσης της επίδικης επιταγής και της εμφάνισής της προς πληρωμή. Εξάλλου, από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν κατά την διαδικασία ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (δήλωση ανακλήσεως επιταγής, η από 7/4/2005 εξώδικη δήλωση προς την "IPIROTIKI S.A.", αίτηση αναστολής και ανακοπή) δεν σχηματίζεται απαλλακτική κρίση για τον α' κατηγορούμενο καθόσον, στα έγγραφα αυτά δεν αναφέρεται ο,τιδήποτε σχετικά με πλαστογραφία της επίδικης επιταγής, ισχυρισμός που το πρώτον προβάλλεται στην παρούσα κατ' έφεση δίκη. ... Κατ' ακολουθία των παραπάνω, πρέπει ο κατ/νος Ν. Σ. ... να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που του αποδίδεται όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933, όπως ισχύει, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος εξέδωσε, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ, ΔΙΚΤΥΑ, ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΥΨΗΛΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ Α.Ε" και το διακριτικό τίτλο "HITECH SMT ΑΕ", τυπικά έγκυρη τραπεζική επιταγή, ότι η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε εμπροθέσμως στην πληρώτρια Τράπεζα και δεν πληρώθηκε λόγω ανακλήσεώς της, πράγμα που ισοδυναμεί με έλλειψη αντικρύσματος, και ότι αυτός ενήργησε με πρόθεση. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε και Δ του ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, άλλως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η, εμπεριεχόμενη στο λόγο αυτό, αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση της καταθέσεως της μάρτυρος του κατηγορητηρίου Μ. Μ. είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, πλην της ως άνω καταθέσεως, εξετίμησε και αξιολόγησε και όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν και κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων. Δηλαδή, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα αναφερόμενα στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ως αναγνωσθέντα έγγραφα θεωρείται ότι αναγνώσθηκαν και στην κατ' έφεση δίκη και παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στήριξε την καταδικαστική, για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, κρίση του και στην δήλωση ανακλήσεως επιταγής, την από 7/4/2005 εξώδικη δήλωση προς την "IPIROTIKI S.A.", την αίτηση αναστολής και την ανακοπή, που αναγνώστηκαν κατά την διαδικασία ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Όπως δε προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, τα έγγραφα αυτά, πλην της ανακοπής, αναφέρονται ως αναγνωσθέντα στα πρακτικά της υπ' αριθ. 125442/2008 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το περιεχόμενο δε της ανακοπής (από 5.2.2006) προκύπτει από την από 5.2.2006 αίτηση αναστολής που, κατά τα ανωτέρω, αναφέρεται στα πρακτικά της πρωτόδικης αποφάσεως ότι αναγνώσθηκε. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, τα έγγραφα αυτά παραδεκτώς λήφθηκαν υπόψη από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Δ του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από τη λήψη υπόψη των ως άνω εγγράφων χωρίς να αναγνωσθούν και αφετέρου για έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας ως προς την αναφορά των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 128 παρ.2 και 139 του ΚΠοινΔ, όπως η τελευταία ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 2 παρ.5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα, όταν συναφή εγκλήματα δικάστηκαν χωριστά στον πρώτο βαθμό και ασκήθηκαν εφέσεις, να ζητήσει από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τη συνεκδίκαση αυτών. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα συνεκδικάσεως και, σε περίπτωση απορρίψεώς του, να αιτιολογήσει την κρίση του. Διαφορετικά, αν δηλαδή απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ζήτησε τη συνεκδίκαση των υπ' αριθ. 7, 8 και 9 δικογραφιών που αφορούσαν εφέσεις του κατηγορουμένου κατά των υπ' αριθ. 104338/2007, 104340/2007 και 125443/2008 αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με τις οποίες καταδικάσθηκε για συναφή εγκλήματα εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών αρχικώς επιφυλάχθηκε να αποφασίσει, τελικώς δε απέρριψε το ως άνω αίτημα με την αιτιολογία ότι: "Περαιτέρω, όσον αφορά το υποβαλλόμενο από τον α' κατ/νο αίτημα για συνεκδίκαση των συναφών με την παρούσα υπόθεση υπ' αρ. πιν. 7 και 9 υποθέσεων, που αφορούν όλες το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής (άρ. 79 ν. 5960/1933) και επί των οποίων εκδόθηκαν οι υπ' αρ. 104340/15-11-2007 και 104338/15-11-2007 αποφάσεις του Μον. Πλημμ. Αθηνών, το οποίο υποβλήθηκε παραδεκτά πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας (...), τούτο κρίνεται απορριπτέο διότι κρίνεται ότι θα δυσχερανθεί η αποδεικτική διαδικασία, ενόψει και του ότι στις παραπάνω υποθέσεις μόνος κατ/νος είναι ο Ν. Σ., με συνέπεια να μην υπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης. Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρ. 128 και 129 ΚΠοινΔ, η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ενώ η τήρηση ή μη των διατάξεων αυτών δεν τάσσεται επί ποινή ακυρότητας (...)".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος του αναιρεσείοντος, αφού εξέθεσε το λόγο, για τον οποίο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν ενδεικνυόταν η συνεκδίκαση των ως άνω υποθέσεων, και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος, άλλως για εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (τον οποίο, πάντως, δεν προσδιορίζει), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28.7.2012 (με αριθ. πρωτ. 5473/2012) αίτηση του Ν. Σ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 31431/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Στοιχεία εγκλήματος. Πότε μπορούν να ληφθούν υπόψη έγγραφα που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν. Πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης (άρθρ. 502 παρ. 1 εδ. γ ΚΠΔ). Όχι απόλυτη ακυρότητα από τη λήψη υπόψη εγγράφων που αναφέρονταν ως αναγνωσθέντα στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και εγγράφου, το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει από έγγραφο που αναγνώσθηκε πρωτοδίκως. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος για συνεκδίκαση συναφών υποθέσεων. Απόρριψη αιτήσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Τραπεζική επιταγή, Πρακτικά συνεδρίασης, Αίτημα συνεκδίκασης συναφών υποθέσεων.
| 0
|
Αριθμός 89/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Θεόφιλου Σινιρίδη του Δημητρίου και 2) Κοσμά Σινιρίδη του Δημητρίου, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Διονά, για αναίρεση της υπ' αριθ. 13059/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Μαρτίου 2012 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 425/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παράγ. 1 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, τιμωρείται με τις στη διάταξη αυτή ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεως τους στους κατά την παραγ. 1 Οργανισμούς, και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ίδιου ΑΝ 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951 ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 130 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Κατ' ακολουθίαν αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 αποφάσεως, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ.ΑΠ 1/1996) και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερομένου ως εργοδότη εκ της ασκήσεως επιχειρήσεως, των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωση του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχειρήσεως. Ειδικότερα, για τη καταβολή των ως άνω εισφορών, όταν εργοδότης είναι ανώνυμη εταιρεία, υπόχρεος είναι ο Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 115 του ν. 2238/1994 και 4 παρ.4 του ν. 2556/1997 [όπως αντικ. από το άρθρο 61 παρ.2 του ν. 2676/1999 [Α.Π.525/2010].
Στη προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη με αριθμό 13059/2011 απόφαση του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα ακόλουθα: "...". Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι Θ. και Κ. Σ. στις 1-8-2006 έως 1-11-2008, τυγχάνοντας εργοδότες της επιχείρησης με την επωνυμία SYNPLAST ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΠΛΑΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΛΩΝ ΑΕ και ΑΜΕ: ..., Υποκατάστημα ΙΚΑ ..., είδος επιχείρησης ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΠΛΑΣΤΙΚΩΝ ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΩΝ και έχοντας απασχολήσει κατά την χρονική περίοδο 06/06 έως 09/08 στην επιχείρηση τους προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ, όφειλαν για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλουν στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 180.949,87 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για την μη καταβολή των εργασιών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό ... ΠΕΕ. Ήτοι 1. Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτούς τους ίδιους ασφαλιστικών εισφορών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ποσού 114.678,95 ΕΥΡΩ, δεν κατέβαλαν αυτές στον άνω Οργανισμό, μέσα στον μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2.'Εχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση τους (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 57.339,48 ΕΥΡΩ με σκοπό να αποδώσουν αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές. Το Δικαστήριο αναγνωρίζει στο πρόσωπο των κατηγορουμένων το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 β ΠΚ, καθόσον ωθήθηκαν στην πράξη αυτή από μη ταπεινά αίτια (άρθρου 84 παρ. 2 β ΠΚ) δεδομένου ότι δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα προς τούτο. Ακολούθως, κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους Θ. και Κ. Σ. του ότι: Στη Θεσσαλονίκη την 1-8-2006 έως 1-11-2008, τυγχάνοντας εργοδότες της επιχείρησης με την επωνυμία SYNPLAST ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΠΛΑΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΛΩΝ ΑΕ και ΑΜΕ: ... Υποκατάστημα ΙΚΑ ..., είδος επιχείρησης ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΠΛΑΣΤΙΚΩΝ ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΩΝ και έχοντας απασχολήσει κατά την χρονική περίοδο 06/06 έως 09/08 στην επιχείρηση τους προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ, όφειλαν για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλουν στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 180.949,87 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για την μη καταβολή των εργασιών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό ... ΠΕΕ. Ήτοι 1. Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτούς τους ίδιους ασφαλιστικών εισφορών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ποσού 114.678,95 ΕΥΡΩ, δεν κατέβαλαν αυτές στον άνω Οργανισμό, μέσα στον μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2. Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση τους (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 57.339,48 ΕΥΡΩ με σκοπό να αποδώσουν αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές.
Με τις παραδοχές όμως αυτές το ως δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάσεις των άρθρων 115 ν. 2238/1994, 4 παρ.4 ν. 2556/1997, 61 παρ.2 ν. 2676/1999 και δεν διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη αιτιολογία από το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, υπάρχει ασάφεια, αφού, ενόψει του ότι πρόκειται για εργοδότιδα ανώνυμη εταιρεία, δεν διευκρινίζεται στην απόφαση αν οι αναιρεσείοντες ήσαν, κατά το καταστατικό της εταιρείας ή με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, διευθύνοντες σύμβουλοι αυτής, κατά τον ενδιαφέροντα ως άνω κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει νομική υποχρέωση τους να παρακρατούν τις εισφορές των εργαζομένων και να αποδίδουν αυτές, μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές της επιχειρήσεως προς το ΙΚΑ, μόνη δε η αναφερόμενη στο σκεπτικό ιδιότητα αυτών ως εργοδοτών της εταιρείας δεν καθιστά, άνευ άλλου, αυτούς υπόχρεους καταβολής των ως άνω εισφορών. Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός με τις ανωτέρω πλημμέλειες λόγος αναιρέσεως των κρινόμενων αιτήσεων, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Ποιν.Δ. πρέπει δε να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως [άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ.].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 13059/2011 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ασαφής αιτιολογία αποφάσεως, διότι δεν αναφέρει αν ο κατηγορούμενος, υπόχρεος καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών Α.Ε., είναι ο Διευθύνων Σύμβουλος αυτής. Δεν αρκεί αναφορά ότι είναι εργοδότης. Αναιρεί. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 1
|
Αριθμός 88/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βλάσιο Λεονάρδο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 31429/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 951/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξης, δηλαδή της έκδοσης επιταγής που είναι ακάλυπτη. Ειδικότερα αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διατάξεως της παρ. 1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του ν. του 1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία, ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει" του δράστη, άφηνε έξω από την περιγραφή της αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος υπαιτιότητας του εκδότη τον ενδεχόμενο δόλο. Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, ανασταλείσα, και χρηματική τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι ο κατ/νος εκκαλών, κατά το χρονικό διάστημα από 6/8/2004 έως 21/6/2007 (...) καθώς και κατόπιν τροποποιήσεως του σχετικού καταστατικού, κατά το χρονικό διάστημα από 18/3/2005 έως 28/6/ 2007 (...) ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ, ΔΙΚΤΥΑ, ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΥΨΗΛΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ Α.Ε" μαζί με τον μη κατ/νο εν προκειμένω Γ. Δ., υπό τις ιδιότητές τους ως Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος - Διευθύνων Σύμβουλος του Δ.Σ. αντίστοιχα. Σύμφωνα δε με την παραπάνω δημοσιευμένη ανακοίνωση, στους ανωτέρω χορηγήθηκαν δικαιώματα εκπροσώπησης και δέσμευσης της εταιρείας, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο πρακτικό του ΔΣ της εταιρείας, οι οποίοι δέσμευαν την εταιρεία από κοινού με την υπογραφή τους και υπό την εταιρική επωνυμία. Υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, ο κατ/νος, Ν. Σ., εξέδωσε στην Αθήνα, (α) την 20/6/2005 την υπ' αρ. ... επιταγή, ποσού 17.000 € σε διαταγή της εταιρείας "IPIROTIKI S.A.", με χρέωση του υπ' αρ. ... λογαριασμού και (β) την 8/7/2005 την υπ' αριθμ. ... επιταγή ποσού 10.000 €, σε διαταγή της αυτής ως άνω εταιρείας και με χρέωση του παραπάνω λογ/σμού, πληρωτέες αμφότερες από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Ακολούθως, η εις διαταγήν δικ/χος μεταβίβασε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου τις παραπάνω επιταγές στην τράπεζα "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε", η οποία κατέστη νόμιμος κομίστρια των αξιόγραφων αυτών. Εμφανισθείσες δε οι επιταγές νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα, προς πληρωμή, την 21/6/2005 και 8/7/2005, αντίστοιχα, δεν πληρώθηκαν λόγω ανακλήσεώς τους από τον εκδότη με επαρκές υπόλοιπο (...). Κατά τον παραπάνω τρόπο, ο κατηγορούμενος υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, εν γνώσει του εξέδωσε επιταγές που δεν πληρώθηκαν στον κομιστή τους διότι δεν είχε τα αντίστοιχα κεφάλαια διαθέσιμα κατά τον χρόνο της πληρωμής τους. Ο κατηγορούμενος, απολογούμενος, δεν αρνήθηκε την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της εκδότριας εταιρείας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και η υπερασπιστική γραμμή του εξαντλήθηκε στους ακόλουθους ισχυρισμούς 1ον) ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν ως εγγύηση για την εκτέλεση έργου μηχανοργάνωσης που η εις διαταγήν εταιρεία ανέλαβε για λογαριασμό της εκδότριας, το οποίο ουδέποτε εκτελέστηκε, 2ον) ότι εκ των υστέρων ανακάλυψε ότι δεν είχε υπογράψει τις επίδικες επιταγές και 3ον) ότι τα λογιστήρια εξέδωσαν τις επίδικες επιταγές για να κλείσουν την υπόθεση. Προς επίρρωση δε των ισχυρισμών του αυτών επικαλείται και προσκομίζει τις από 10/1/2005 συμβάσεις έργου που κατάρτισε η εταιρεία του, εκπροσωπούμενη από τον ίδιο με την εταιρεία "IPIROTIKI S.A.", καθώς και την από 14/3/2011 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε, κατόπιν αναθέσεώς του και εντολής του, η δικαστική γραφολόγος Χριστίνα Τούση, στο συμπέρασμα της οποίας καταγράφεται ότι η υπογραφή στη θέση του εκδότη στις επίδικες επιταγές δεν είναι η γνήσια υπογραφή του κατηγορουμένου. Ωστόσο, από τα παραπάνω έγγραφα (συμβάσεις έργου και γραφολογική πραγματογνωμοσύνη) δεν μπορεί να σχηματιστεί απαλλακτική κρίση υπέρ του κατηγορουμένου και τούτο διότι: (α) στις μεν συμβάσεις έργου ουδέν αναφέρεται για τον τρόπο εξόφλησης της συμφωνημένης αμοιβής (δι' επιταγών ή μετρητοίς), η οποία (αμοιβή) σημειωτέον έχει υπολογισθεί για τα επιμέρους τμήματα εκτελέσεως του έργου σε ποσό 12.000 ευρώ για καθένα και όχι σε 10.000 ή 17.000 ευρώ, ποσά που αναγράφονται στις επίδικες επιταγές, ούτε και αναγράφεται ότι για την εκ μέρους της εκδότριας εταιρείας του κατηγορουμένου τήρηση των συμβατικών όρων, δίνονται προς εγγύηση οι επίδικες επιταγές. Τονίζεται ότι ο κατηγορούμενος, σε σχετική ερώτηση από έδρας, κατά την απολογία του απάντησε ότι δεν είχε κρατήσει κάποιο έγγραφο σημείωμα για τις επιταγές που δόθηκαν ως εγγύηση κατά τα ανωτέρω, καθώς και ότι δεν μπορεί να πει με ακρίβεια αν οι επίδικες δόθηκαν για εγγύηση και (β) η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη συντάχθηκε κατόπιν εντολής του κατηγορουμένου και με πρωτοβουλία του, μόλις το έτος 2011 και όχι προγενέστερα, γεγονός εκ του οποίου δημιουργούνται τουλάχιστον αμφιβολίες για την αξιοπιστία της. Εξάλλου, κατά την ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δίκη, ο κατηγορούμενος υποστήριξε, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ..., ότι οι επίδικες επιταγές είχαν δοθεί "χάριν ευκολίας" ενόψει της ανάληψης του παραπάνω έργου από την εταιρεία "IPIROTIKI S.A.". Ο ισχυρισμός αυτός είναι όλως αντιφατικός με τους προβαλλόμενους στην παρούσα κατ' έφεση δίκη και καταδεικνύει την πρόθεση του κατηγορούμενου να αποποιηθεί την ευθύνη του από την έκδοση των επίδικων επιταγών, που έγινε εν γνώση του. Σε κάθε περίπτωση ακόμη κι αν η υπογραφή επί των επιταγών δεν έχει τεθεί από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, σίγουρα αυτός έχει δώσει την ανεπιφύλακτη εξουσιοδότησή του προς τούτο, καθόσον ο ίδιος κατά την απολογία του στο παρόν Δικαστήριο, ανέφερε ότι τα λογιστήρια "κατά πάσα πιθανότητα, για να κλείσουν την υπόθεση, εξέδωσαν τις επιταγές", που σημαίνει ότι ήταν σύνηθες, όπως άλλωστε συμβαίνει κατά την πρακτική των επιχειρηματιών, να ολοκληρώνεται η έκδοση των επιταγών δια της υπογραφής τους στη θέση του εκδότη από τους υπευθύνους του λογιστηρίου με την εκ των προτέρων συναίνεση και έγκριση των νομίμων εκπροσώπων της εκδότριας εταιρείας. Τέλος, η ευθύνη του κατηγορουμένου δεν αναιρείται εκ του γεγονότος ότι αυτός, όπως ισχυρίζεται, κατά τον επίδικο χρόνο, κατ' ουσίαν απουσίαζε από την εταιρεία του και δεν μετείχε στα πεπραγμένα αυτής για το λόγο ότι αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, καθόσον εκ των επικαλούμενων και προσκομιζόμενων ιατρικών εγγράφων, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, προκύπτει ότι αυτός νοσηλεύθηκε από τον Σεπτέμβριο του 2005 και μετά λόγω στεφανιαίας νόσου, δηλ. σε χρόνο μεταγενέστερο από εκείνον της έκδοσης των επιδίκων επιταγών και της εμφάνισής τους προς πληρωμή. ... Κατ' ακολουθία των παραπάνω, πρέπει ο κατηγορούμενος ... να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που του αποδίδεται όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933, όπως ισχύει, και 98 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος εξέδωσε, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ, ΔΙΚΤΥΑ, ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΥΨΗΛΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ Α.Ε" ("HITECH SMT ΑΕ"), τυπικά έγκυρες τραπεζικές επιταγές, ότι οι επιταγές αυτές εμφανίσθηκαν εμπροθέσμως στην πληρώτρια Τράπεζα και δεν πληρώθηκαν λόγω ανακλήσεώς τους, πράγμα που ισοδυναμεί με έλλειψη αντικρύσματος, και ότι αυτός ενήργησε με πρόθεση. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το αξιόποινο του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από το υποστατό και το κύρος της αιτίας ή την ελαττωματικότητα εκδόσεώς της, όπως από το αν, ενδεχομένως, αυτή εκδόθηκε χάριν ευκολίας. Ο σχετικός, λοιπόν, ισχυρισμός που είχε προτείνει ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, πέραν του ότι ήταν αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής, δεν ήταν νόμιμος και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, ως εκ περισσού δε τον απέρριψε αιτιολογημένα, χωρίς να υποπέσει σε καμιά αντίφαση. Τυχόν δε εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων (απολογίας του, μαρτυρικής καταθέσεως Ν. Δ.) δεν ιδρύει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως. β) Αιτιολογημένα και ως εκ περισσού, αφού αποτελεί απλό έγγραφο και όχι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αντικρούεται η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη που συντάχθηκε κατόπιν εντολής του κατηγορουμένου. γ) Το Δικαστήριο με βεβαιότητα δέχθηκε ότι οι υπογραφές στις επιταγές είχαν τεθεί από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, καμιά δε αντίφαση δεν γεννάται με την επικουρική παραδοχή ότι αυτός, σε κάθε περίπτωση, είχε δώσει την ανεπιφύλακτη συναίνεσή του για να τεθούν αυτές. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε και Δ του ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, άλλως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, μεταξύ των εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, είναι και φωτοαντίγραφα των υπ' αριθ. ... και ... επιταγών. Και ναι μεν, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, τα έγγραφα αυτά δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, ενώ στα πρακτικά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 104338/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών αναφέρεται ότι αναγνώσθηκε "φωτοτυπία επιταγής", ενώ πρόκειται για δύο επιταγές, όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, παραδεκτώς το Τριμελές Πλημμελειοδικείο τα έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του, γιατί αποτελούν το αντικείμενο του εγκλήματος της εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, και, από τη λήψη τους υπόψη χωρίς να αναγνωσθούν, δεν προκλήθηκε καμιά ακυρότητα. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Δ του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση αφενός για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από τη λήψη υπόψη των ως άνω εγγράφων χωρίς να αναγνωσθούν και αφετέρου για έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας ως προς την αναφορά των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 128 παρ.2 και 139 του ΚΠοινΔ, όπως η τελευταία ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 2 παρ.5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα, όταν συναφή εγκλήματα δικάστηκαν χωριστά στον πρώτο βαθμό και ασκήθηκαν εφέσεις, να ζητήσει από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τη συνεκδίκαση αυτών. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα συνεκδικάσεως και, σε περίπτωση απορρίψεώς του, να αιτιολογήσει την κρίση του. Διαφορετικά, αν δηλαδή απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ζήτησε τη συνεκδίκαση των υπ' αριθ. 7, 8 και 9 δικογραφιών που αφορούσαν εφέσεις του κατηγορουμένου κατά των υπ' αριθ. 104338/2007, 104340/2007 και 125443/2008 αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με τις οποίες καταδικάσθηκε για συναφή εγκλήματα εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών αρχικώς επιφυλάχθηκε να αποφασίσει, τελικώς δε απέρριψε το ως άνω αίτημα με την αιτιολογία ότι: "Περαιτέρω, όσον αφορά το υποβαλλόμενο από τον κατ/νο αίτημα για συνεκδίκαση των συναφών με την παρούσα υπόθεση υπ' αρ. πιν. 8 και 9 υποθέσεων, που αφορούν όλες το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής (άρ. 79 ν. 5960/1933) και επί των οποίων εκδόθηκαν οι υπ' αρ. 104340/15-11-2007 και 125442/2008 αποφάσεις του Μον. Πλημμ. Αθηνών, το οποίο υποβλήθηκε παραδεκτά πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας (...), τούτο κρίνεται απορριπτέο διότι κρίνεται ότι θα δυσχερανθεί η αποδεικτική διαδικασία, ενόψει και του ότι στην υπ' αρ. 9 υπόθεση υφίσταται και άλλος κατ/νος, με συνέπεια να μην υπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης. Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρ. 128 και 129 ΚΠοινΔ, η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ενώ η τήρηση ή μη των διατάξεων αυτών δεν τάσσεται επί ποινή ακυρότητας (...)".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος του αναιρεσείοντος, αφού εξέθεσε το λόγο, για τον οποίο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν ενδεικνυόταν η συνεκδίκαση των ως άνω υποθέσεων, και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος, άλλως για εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (τον οποίο, πάντως, δεν προσδιορίζει), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28.7.2012 (με αριθ. πρωτ. 5474/2012) αίτηση του Ν. Σ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 31429/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακαλύπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση. Στοιχεία εγκλήματος. Πότε μπορούν να ληφθούν υπόψη έγγραφα που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν. Όχι απόλυτη ακυρότητα από τη λήψη υπόψη των επιταγών, χωρίς αυτές να αναγνωσθούν, γιατί αποτελούν το αντικείμενο του εγκλήματος. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος για συνεκδίκαση συναφών υποθέσεων. Απόρριψη αιτήσεως.
| null | null | 0
|
Αριθμός 87/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Σ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη.
Της αναιρεσίβλητης: Β. Σ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ζεμπετάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/7/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2840/2008 του ιδίου Δικαστηρίου, 1699/2009 μη οριστική και 122/2011 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/4/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. H Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 15/10/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 8, 11 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα", που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και ότι παραβίασε τους ορισμούς το νόμου, σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Η αποδιδομένη πλημμέλεια συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη, την οποία το ίδιο διέταξε και της οποίας τα πορίσματα θα έπρεπε να ακολουθήσει και αντί γι' αυτήν προέταξε την έκθεση του τεχνικού συμβούλου της αναιρεσίβλητης - εναγομένης, χωρίς να αιτιολογεί ειδικά και εμπεριστατωμένα την εξαχθείσα κρίση του και χωρίς μάλιστα να διατάξει την διεξαγωγή νέας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, που θα γνωμοδοτούσε για το ποιά από τις διατυπούμενες ιατρικές απόψεις, στις προαναφερθείσες εκθέσεις, του πραγματογνώμονα και του τεχνικού συμβούλου, είναι η ορθή. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί του αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 180/2011). Ακόμη "πράγμα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι κάθε περιστατικό, που αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκουμένου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 1795/2008). Ενόψει τούτων δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔικ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων είναι και η πραγματογνωμοσύνη, η μη λήψη υπόψη της οποίας δεν ιδρύει τον ερευνώμενο εκ της διατάξεως του αριθμό 8 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο (ΑΠ 10/2008, 625/2008, 2019/2007, 2031/2007, 2104/2007). Ενόψει τούτων ο κρινόμενος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος που αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη, ως λόγος από την παραπάνω διάταξη 559 αρ. 8 εδ.β είναι απαράδεκτος, αφού αυτή είναι αποδεικτικό μέσο και δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια που προεκτέθηκε. Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ του ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματήσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο (Ολ.ΑΠ 23/2008, ΑΠ 258/2010). Καμμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη, ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά, από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση ή το πρακτικό αυτοψίας (359), η γνωμοδότηση των πραγ/ων (383), τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων (410) και οι ένορκες βεβαιώσεις (270 παρ.2, 339). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008), ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 240/2011, ΑΠ 251/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση η αποδιδόμενη με το δεύτερο σκέλος του αναιρετικού λόγου, εκ της προεκτεθείσας διάταξης του αρ. 11γ του άρθρου 559 πλημμέλεια, δεν αφορά στο ότι δεν λήφθηκε υπόψη η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αλλά στο ότι δεν έγινε δεκτό το πόρισμά της και ως εκ τούτου είναι αλυσιτελής και δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο. Ο αναιρεσείων υπολαμβάνει ότι το δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο, εφόσον διέταξε την πραγματογνωμοσύνη να δεχθεί και το πόρισμά της, πράγμα το οποίο είναι αβάσιμο, αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 387 ΚΠολΔικ, που επαναλαμβάνει τον ορισμό του άρθρου 340 του ίδιου κώδικα η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη και όταν διατάχθηκε υποχρεωτικά κατ' άρθρο 386 και δεν έχει αυξημένη δύναμη, σε σχέση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτή και συνεπώς η συνεκτίμησή της με τα άλλα αποδεικτικά μέσα μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε σχηματισμό δικανικής πεποίθησης που να είναι και αντίθετη με το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, η δε σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 ΚΠολΔικ, ως αναγομένη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 879/2009, ΑΠ 1225/2009, ΑΠ 2017/2009). Ακόμη ο ισχυρισμός κατά τον οποίο το Εφετείο έπρεπε να στηριχθεί και σε νέα πραγματογνωμοσύνη, την οποία όφειλε να διατάξει είναι απαράδεκτος, καθόσον, από τις διατάξεις των άρθρων 368, 386 και 388 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος ή η διάταξη νέας ή η συμπλήρωση της γενομένης, από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες ανήκει στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1013/2010, ΑΠ 552/2009). Τέλος ο αναιρετικός λόγος της διατάξεως του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔικ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (340 ΚΠολΔικ) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθ. 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρ. 438 επ., 441, 445). Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά το νόμο και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 233/2011, ΑΠ 479/2010, ΑΠ 1311/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση ο κρινόμενος αναιρετικός λόγος κατά το τρίτο, από την παραπάνω διάταξη του αρ. 12 του άρθρου 559, σκέλος του, κατά το οποίο η προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχθηκε, όπως "θα έπρεπε" στο πόρισμα της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης είναι απαράδεκτος, μη δυνάμενος να θεμελιωθεί στην εν λόγω διάταξη, αφού το αποδεικτικό αυτό μέσο, δεν έχει αυξημένη αποδεικτική δύναμη έναντι των λοιπών και το πόρισμά του, όπως έχει ήδη αναφερθεί δεν είναι δεσμευτικό για το δικαστήριο, αλλά συνεκτιμάται, με τις λοιπές αποδείξεις, όπως έγινε και με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία ανέλεγκτα προσέδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα στην έκθεση του τεχνικού συμβούλου από ότι στην δικαστική πραγματογνωμοσύνη.
Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Τα πλαίσια της δικαιοδοσίας αυτής ήτοι της από το νόμο οριοθετημένης εξουσίας της Πολιτείας προς άσκηση της δικαστικής λειτουργίας, καθορίζονται από τα άρθρα 1 ΚΠολΔικ και 94 παρ.3 του Συντάγματος, υπάγονται δε σ' αυτήν όλες οι ιδιωτικού διαφορές και συνακόλουθα το αντικείμενο της δίκης στα πολιτικά δικαστήρια είναι μόνο έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή αμφισβητήσεως ή έριδες των διαδίκων περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσης προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα (ΑΠ 316/2011). Υπέρβαση της δικαιοδοσίας αυτής υπάρχει στις περιπτώσεις που τακτικό πολιτικό δικαστήριο, επιλήφθηκε υποθέσεως, που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαιοδοτικού οργάνου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών (Ολ.ΑΠ 5/1995, ΑΠ 31/2004), ή στη διεθνή δικαιοδοσία αλλοδαπού δικαστηρίου (ΑΠ 140/2008), ή για την οποία συνέτρεχε προνόμιο ετεροδικίας (ΑΕΔ 6/2002, Ολ.ΑΠ 11/2000), ή όταν η υπόθεση είχε υπαχθεί έγκυρα στη διαιτησία (Ολ.ΑΠ 16/2002, ΑΠ 1038/2009). Περαιτέρω ο λόγος αυτός αναίρεσης αφορά τη δημόσια τάξη και γι' αυτό, κατ' άρθρο 562 παρ.2γ ΚΠολΔικ, μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο (Ολ.ΑΠ 20/2008, ΑΠ 1983/2009), ενώ κατ' άρθρο 562 παρ.4 του ίδιου κώδικα, μπορεί να ληφθεί υπόψη και αυτεπαγγέλτως, ύστερα από πρόταση του Εισηγητή (Ολ.ΑΠ 5/1995, ΑΠ 1450/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, το πρώτον στον Άρειο Πάγο, η αιτίαση ότι το Εφετείο ενεργώντας ως "ιατρός" και όχι ως "νομικός" και υπερβαίνοντας τη δικαιοδοσία του προς ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων, έκρινε αξιόπιστη την έκθεση του τεχνικού συμβούλου και όχι του πραγματογνώμονα και ότι εφόσον, ενόψει της αντίθετης ιατρικής άποψης πραγ/να και τεχνικού συμβούλου, δεν διέταξε νέα πραγ/νη περί της ορθής ιατρικής απόψεως, μετεβλήθη αυτό "δικαιοδοτικό όργανο" σε "ιατρικό" και "υπερέβη τη δικαιοδοσία του προς ελεύθερη εκτίμηση της πραγ/νης". Ο λόγος αυτός, που όπως αναφέρεται στη νομική σκέψη, μπορεί το πρώτο να προταθεί στον Άρειο Πάγο, είναι αλυσιτελής, αφού οι αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις δεν έχουν σχέση με τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και την υπέρβασή τους, όπως αυτή αναλύεται στη νομική σκέψη. Οι επικαλούμενες αιτιάσεις, που αναφέρονται και στον πρώτο αναιρετικό λόγο, πλήττουν, όπως και στον πρώτο λόγο αναφέρεται, την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την στάθμιση και αξιολόγηση της δικαστικής πραγ/νης και την συνεκτίμησή της με την έκθεση του τεχνικού συμβούλου, στην οποία (έκθεση τεχνικού συμβούλου), κατά ανέλεγκτη κρίση, δόθηκε μεγαλύτερη βαρύτητα, όπως και την αναιρετικά ανέλεγκτη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για τη διεξαγωγή ή μη νέας πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 879/2009, ΑΠ 1013/2010). Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Ο λόγος αυτός στηρίζεται στην παράβαση του καθιερωμένου με το άρθρο 106 ΚΠολΔικ συστήματος συζητήσεως, κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδεχθεί. Ο όρος "πράγματα" στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, όπως αυτός αναλύθηκε παραπάνω στον πρώτο αναιρετικό λόγο. Η πρώτη περίπτωση του παρόντος άρθρου ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα, ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη αυτή (ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009). Δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξατομικεύει τα έγγραφα, ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 292/2011). Η δεύτερη περίπτωση του παρόντος λόγου ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο παρέλειψε να διατάξει τακτική απόδειξη ... . Η χρησιμότητα του λόγου αυτού κατά το παρόν σκέλος του εκμηδενίστηκε μετά την κατάργηση της προδικαστικής από το ν. 2915/2001, αφού ήδη η οριστική απόφαση, κατ' άρθρο 270, εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι, έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί (ΑΠ 636/2011, ΑΠ 925/2011, ΑΠ 1198/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχθηκε, σύμφωνα και με την έκθεση του τεχνικού συμβούλου της αναιρεσίβλητης ότι υπήρξε αποσπασματική λήψη από τη διαθέτιδα των χορηγουμένων για την άνοια φαρμάκων ARICEPT και SEROQUEL και ότι από το γεγονός αυτό συμπεραίνει ότι αυτή (διαθέτης μητέρα των διαδίκων) δεν είχε άνοια κατά το χρονικό διάστημα 2001-2004, που συνέταξε τα ένδικα συμβολαιογραφικά έγγραφα και τις διαθήκες. Ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν αιτιολογεί με ποιά απόδειξη δέχεται το περιστατικό αυτό, για το οποίο θα έπρεπε να διατάξει τακτική απόδειξη, εφόσον το θεωρούσε τέτοιας σπουδαιότητας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και αυτοαναιρείται αφού αναφέρεται σ' αυτόν ότι το δικαστήριο στηρίχθηκε στην έκθεση του τεχνικού συμβούλου, η οποία είναι αποδεικτικό μέσο και δη έγγραφο με ειδική ρύθμιση από το νόμο, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ως δικαστικό τεκμήριο) -άρθρ. 390 ΚΠολΔικ- χωρίς μάλιστα να απαιτείται στην απόφαση η αντιδιαστολή του από τα άλλα έγγραφα και η ειδική του μνεία (ΑΠ 107/2010, ΑΠ 769/2008). Πέραν τούτου από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔικ) προκύπτει ότι αφού αυτή αναφέρεται σε όλες τις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς όπως αναφέρεται στη νομική σκέψη να είναι απαραίτητο να εξειδικεύει και να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία διαμόρφωσε την παραπάνω κρίση του, περί της πνευματικής κατάστασης της μητέρας των διαδίκων και της αποσπασματικής λήψης του αντινοϊκού φαρμάκου aricept (το seroquel δεν αναφέρεται στην απόφαση). Η προσβαλλομένη λοιπόν απόφαση αναφέρεται ειδικά στο ατομικό βιβλιάριο ασθενείας της διαθέτιδος, από το οποίο, όπως λεπτομερώς αναφέρει, προκύπτει ότι αυτή έλαβε για πρώτη φορά φαρμακευτική αγωγή για γεροντική άνοια στις 19.3.2003 με συνταγή του νευρολόγου ιατρού του ΙΚΑ Ε. Τ. και της χορηγήθηκε το σκεύασμα Aricept, το οποίο συνήθως χορηγείται στα αρχικά στάδια της νόσου, όπου οι ασθενείς είναι διανοητικά ικανοί και λειτουργικοί, κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται, όπως αναλύει η απόφαση, από το προσκομιζόμενο αντίγραφο οδηγών του εν λόγω φαρμάκου. Επίσης στη συνέχεια η απόφαση αναφέρει ότι στο εν λόγω βιβλιάριο δεν υπάρχει διαφοροποίηση της φαρμακευτικής αγωγής με ισχυρότερο φάρμακο και ότι αντίθετα από τις σχετικές εγγραφές προκύπτει ότι αυτό της δόθηκε ξανά στις 23.11.2004 και 18.1.2005 με συνταγή της ιατρού του ΙΚΑ Β. Γ. και τέλος στις 28.4.2005 με συνταγή της ιατρού του ΙΚΑ Κ. Ο.. Ακόμη το Εφετείο συνεκτιμώντας τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία με την από 15.2.2007 κατάθεση του θεράποντα ιατρού της διαθέτιδος Ε. Τ. στον πταισματοδίκη του Β' τμήματος Θεσσαλονίκης και την κατάθεση στο ακροατήριο του θεράποντα ιατρού της από το 2001 μέχρι το χρόνο του θανάτου της, Β. Π., καθώς και το από 22.10.2004 φύλλο νοσηλείας του Νοσοκομείου "Άγιος Δημήτριος" στο οποίο αναφέρεται " ... άνοια χωρίς υπολειμματικά" καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η χορήγηση του εν λόγω αντινοϊκού φαρμάκου δεν ήταν συστηματική. Ενόψει των προεκτεθέντων η προσβαλλομένη απόφαση εκθέτει και μάλιστα, χωρίς να είναι απαραίτητο, εξειδικεύει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία κατέληξε στο παραπάνω πόρισμά της και ο κρινόμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ η αιτίαση περί παραλείψεως διεξαγωγής νέων αποδείξεων είναι απαράδεκτη, καθόσον ναι μεν κατά διάταξη του άρθρου 107 ΚΠολΔικ "το δικαστήριο διατάζει και αυτεπαγγέλτως τη διεξαγωγή απόδειξης, με οποιαδήποτε κατάλληλα αποδεικτικά μέσα, που επιτρέπει ο νόμος και αν δεν τα επικαλέσθηκαν οι διάδικοι'' πλην όμως μετά την κατάργηση με το Ν. 2915/2001 της προδικαστικής αποφάσεως, το δικαστήριο δεν υποχρεούται, αλλά κυριαρχικά και ανέλεγκτα μπορεί να διατάξει συμπληρωματικές αποδείξεις (ΑΠ 866/2005, ΑΠ 552/2009).
Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού. Ειδικότερα η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (Ολ.ΑΠ 13/1995, ΑΠ 570/2010, ΑΠ 117/2009, ΑΠ 1124/2008, ΑΠ 89/2008, ΑΠ 372/2008, ΑΠ 553/2008). Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ.2β ΚΠολΔικ), ενώ μπορεί μετά από πρόταση του Εισηγητή να ληφθεί υπόψη και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔικ).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, παραδεκτά το πρώτον στον Άρειο Πάγο, η αιτίαση ότι έχει αντιφατικές διατάξεις, καθόσον ενώ η αναιρεσίβλητη, καθώς και η συντάξασα τις ένδικες διαθήκες, συμβολαιογράφος, παραπέμπονται με το υπ' αριθμ. 1231/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, για να δικασθούν για ηθική αυτουργία σε κακουργηματική ψευδή βεβαίωση και για κακουργηματική ψευδή βεβαίωση, αντίστοιχα η προσβαλλομένη απόφαση αποφαίνεται ότι "οι διαθήκες και τα συμβολαιογραφικά έγγραφα είναι εντάξει" και ότι η διαθέτης "είχε σώας τας φρένας" όταν συνέτασσε τις πράξεις, με την αιτιολογία ότι το Αστικό Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από το Ποινικό, η δε αντίφαση ειδικότερα εντοπίζεται στο ότι το ίδιο δικαστήριο, ήτοι το Εφετείο Θεσσαλονίκης ως ποινικό μεν δικαστήριο παραπέμπει την αναιρεσίβλητη για κακούργημα, ενώ ως αστικό αποφαίνεται ότι "όλα ήταν νόμιμα και καλά". Ο λόγος αυτός πρέπει προεχόντως να απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί οι επικαλούμενες πλημμέλειες - αντιφάσεις, αναφέρονται στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης, και στο διατακτικό απόφασης άλλου δικαστηρίου, διαφορετικά από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, η δε αιτίαση αυτή δεν ιδρύει κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, που προϋποθέτει αντίφαση στο διατακτικό και μόνο της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της (άρθρο 562 παρ.2) στο διατακτικό της έχει μία και μόνο διάταξη και ως εκ τούτου δεν νοείται η ύπαρξη αντίφασης (ΑΠ 1022/04) και δη έχει διάταξη απορριπτική της ασκηθείσας εφέσεως, κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 2840/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έχει μία επίσης διάταξη απορριπτική της αγωγής, μη συντρεχούσης ως εκ τούτου περιπτώσεως του άρθρου 562 παρ.4 ΚΠολΔικ. Επειδή ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την ανεύρεση, με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες δηλ. για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΑΠ 1622/2010, ΑΠ 1239/2009 σχετ. Ολ.ΑΠ 8/2005) ή ακόμη για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΑΠ 208/2011). Όμως η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας τα οποία πρέπει να καθορίζονται ιδρύει λόγο αναίρεσης, ΜΟΝΟ αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς (ΑΠ 1652/2009). Ειδικότερα η παραβίαση ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, όχι όμως όταν τα διδάγματα αυτά χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή για την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 9-13/2005, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης και κατ' εκτίμηση των όσων αναφέρονται σ' αυτόν, με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 1εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα και αντίθετα με το πόρισμα της δικαστικής πραγ/νης, δέχθηκε ότι η διαθέτις και μητέρα των διαδίκων δεν είχε άνοια και ότι ήταν ικανή για τη σύνταξη διαθήκης, ενώ είναι διδάγματα της κοινής πείρας α) ότι αυτοί που πάσχουν από άνοια δεν έχουν τέτοια δυνατότητα και β) ότι η μητέρα αγαπάει τα παιδιά της και ιδιαίτερα το μοναχογυιό της, και εφόσον έχει αντίληψη των πραγμάτων, δεν θέλει στο τέλος της ζωής της, όταν ετοιμάζεται να συναντήσει τον Ουράνιο Κριτή να τα πικράνει, με διαθήκη που ευνοεί το ένα από αυτά και αδικεί τα υπόλοιπα. Ότι είναι γνωστό από τα πορίσματα της ιατρικής επιστήμης, που έχουν γίνει κοινό κτήμα, ότι οι αγγειακές βλάβες του εγκεφάλου, που προκαλούνται από την υπέρταση, τον διαβήτη και την κολπική μαρμαρυγή, επιφέρουν αγγειακή εγκεφαλική νόσο και τελικά εγκεφαλική άνοια, η οποία επιφέρει εκφυλισμό των εγκεφαλικών κυττάρων και απώλεια των διανοητικών ικανοτήτων και ότι η διαθέτης είχε υποστεί εγκεφαλικές βλάβες που της είχαν προκαλέσει τις προαναφερθείσες παθήσεις (υπέρταση, διαβήτη, κολπική μαρμαρυγή) και τελικά είχε υποστεί εγκεφαλική άνοια, πράγμα το οποίο "δεν μπορούν να αλλάξουν" η αναιρεσιβαλλομένη, η αναιρεσίβλητος και η έκθεση του τεχνικού συμβούλου, χωρίς τις εγγυήσεις του δικαστικού πραγματογνώμονα που διόρισε το Εφετείο". Ότι η ασθένεια αυτή είχε ως αποτέλεσμα η διαθέτις λόγω της συνεχούς επιδεινούμενης απώλειας των διανοητικών ικανοτήτων της να μην είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι με αυτά που υπέγραφε εναντιωνόταν στον ακατάλυτο νόμο της φύσης περί αγάπης της μητέρας προς τα παιδιά της. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και καθόλου δεν αναφέρεται σε ερμηνεία κανόνα δικαίου με βάση τα επικαλούμενα διδάγματα κοινής πείρας ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που έχουν γίνει δεκτά. Γίνεται επίκληση των κατά την γνώμη του αναιρεσείοντος διδαγμάτων κοινής πείρας για τη διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, που κατά ανέλεγκτη κρίση δεν έχουν γίνει δεκτά. Δηλαδή δεν έχει γίνει δεκτό ότι η διαθέτις είχε άνοια. Τούτο ανεξάρτητα από το ότι δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας οι συνέπειες της ασθένειας αυτής, αφού κάθε κλινική περίπτωση είναι ιδιαίτερη και εμφανίζει τις δικές της διαβαθμίσεις και στάδια πνευματικής έκπτωσης, ως ασθένεια προϊούσας εγκεφαλικής πάθησης (σχετ. ΑΠ 2345/2009). Ενόψει τούτων ο κρινόμενος λόγος, που ενάριθμα δεν επικαλείται κανόνα δικαίου και τελεί υπό την εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η διαθέτις, παρά τα αντιθέτως και ανελέγκτως κριθέντα είχε άνοια, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Επειδή ο αναιρετικός λόγος της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ιδρύεται επί παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού. Οι παραβιάσεις δικονομικού χαρακτήρα κανόνων, ήτοι κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, μπορεί να θεμελιώσουν κάποιο από τους λόγους των αριθμών 2-18 και 20 (ΑΠ 608/2008, ΑΠ 692/2009, ΑΠ 1483/2009). Εξάλλου θεωρούνται κανόνες ουσιαστικού δικαίου και οι δικονομικοί εφόσον ρυθμίζουν όχι τη διαδικασία, αλλά το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλ. την κριθείσα έννομη συνέπεια. Είναι δηλ. αδιάφορο, για τη φύση των κανόνων ως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αν περιέχονται στον ΑΚ ή τον ΚΠολΔικ (ΑΠ 862/2011, ΑΠ 856/2010). Έτσι, είναι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, μεταξύ άλλων, οι διατάξεις του ΚΠολΔικ των άρθρων 70 (ΑΠ 862/2011), των περί δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 187/2011), των περί ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης (ΑΠ 1601/2009), των περί εξώδικης επίλυσης της διαφοράς (214Α-ΑΠ 1768/2006) καθώς και διατάξεις της αναγκαστικής εκτελέσεως (ΑΠ 1525/2010). Ως διατάξεις δικονομικού δικαίου έχουν κριθεί, μεταξύ άλλων και οι διατάξεις των άρθρων 368 (ΑΠ 1089/2007), 391 παρ.1 (ΑΠ 451/2002), 387 και 391 (ΑΠ 682/2011). Περαιτέρω η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, κατά το άρθρο 387 ΚΠολΔικ, που επαναλαμβάνει τον ορισμό του άρθρου 340 του ίδιου κώδικα έχει την αναφερομένη παραπάνω στο τρίτο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου αποδεικτική δύναμη. Η κρίση του δικαστηρίου για την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γιατί είναι διάταξη δικονομικού δικαίου, αλλά ούτε και με τη διάταξη του αριθμού 12 του ίδιου άρθρου, αφού δεν έχει ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη έναντι των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 682/2011). Τα ίδια ισχύουν, και ως προς την εκτίμηση των κατά το άρθρο 390 γνωμοδοτήσε προσώπων με ειδικές γνώσεις, όπως είναι οι τεχνικοί σύμβουλοι και οι ενεργούντες, κατ' εντολή των διαδίκων ιδιώτες, με ιδιάζουσες γνώσεις και σχετικά πάντοτε με την ένδικη υπόθεση.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αναίρεσης, ο οποίος συμπληρώνεται με τα αναφερόμενα στον πρώτο και τρίτο λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αιτίαση, ότι δεν αιτιολογεί γιατί υιοθέτησε την έκθεση του τεχνικού συμβούλου αντί της εκθέσεως του πραγ/να, τον οποίο το ίδιο το δικαστήριο διόρισε και γιατί χωρίς αιτιολογία δέχθηκε το αναφερόμενο στην έκθεση του τεχνικού συμβούλου περιστατικό, ότι η χορήγηση στη διαθέτιδα αντινοϊκών και αντιψυχωτικών φαρμάκων ήταν αποσπασματική. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού οι αιτιάσεις του αφορούν στην έλλειψη αιτιολογίας ως προς την παραδοχή ή μη των εκθέσεων, της δικαστικής πραγ/νης και του τεχνικού συμβούλου, ήτοι αφορούν σε παραβίαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 387 και 390 ΚΠολΔικ και ως εκ τούτου δεν επιδέχονται μομφή από την ερευνώμενη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου κώδικα, που, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, αφορά σε παραβιάσεις κανόνων ουσιαστικού και μόνο δικαίου, ενώ, σε κάθε περίπτωση, το δικαστήριο κατά τις εν λόγω διατάξεις (387 και 390), που όπως αναφέρεται στη νομική σκέψη, αποτελούν επανάληψη της διατάξεως του άρθρου 340, εκτιμά ελεύθερα τις εκθέσεις αυτές (γνωματεύσεις) και είναι η κρίση του αναιρετικά ανέλεγκτη, ως αναγομένη στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων σύμφωνα με το άρθρο 561 ΚΠολΔικ (ΑΠ 879/2009, ΑΠ 1225/2009, ΑΠ 2017/2009). Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί και συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔικ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-4-2011 αίτηση του Ι. Σ. του Σ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 122/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
αρ. 8, 9 και 12 αριθ. 559 Κ.Πολ.Δ. «Πράγματα» έννοια πραγμ/νη. Αποδεικτική δύναμη. Δικαιοδοσίας υπερβασή της αρ. 10 . Αποδοχή πραγμάτων χωρίς απόδειξη αριθμ. 17 άρθρου 559. Αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό της ιδίας απόφασης. Διδάγματα κοινής πείρας. Δεν ιδρύουν το λόγο του αριθμού 1 εδ. β ότι χρησιμοποιούνται για έμμεση απόδειξη και για εκτίμηση αξίας αποδεικτικών μέσων, αλλά ΜΟΝΟ για ερμηνεία κανόνων δικαίου, ήταν υπαγωγή σ΄ αυτούς πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Οι συνέπειες της άνοιας δεν αποτελούν δίδαγμα κοινής πείρας, ούτε η μητρική αγάπη. Ο λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 δεν ιδρύεται επί παραβάσεως δικονομικών διατάξεων όπως είναι εκείνες των άρθρων είναι εκείνες των άρθρων 387 και 390 Κ.Πολ.Δ.
|
Πραγματογνωμοσύνη
|
Δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων, Έγγραφα, Πραγματογνωμοσύνη, Διαθήκης ακύρωση.
| 2
|
Αριθμός 84/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Λαμπρόπουλο, Πάρεδρο ΝΣΚ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Γ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 2) Π. Π. του Σ., κατοίκου ..., 3) Α. Σ. του Β., κατοίκου ..., 4) Μ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 5) Β. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 6) Μ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 7) Α. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 8) Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 9) Ε. Ν. του Ν., κατοίκου ..., 10) Γ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 11) Ό. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 12) Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 13) Κ. Τ. του Ι., κατοίκου ... και 14) Κ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σιντόρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Β. Δ. του Π., κατοίκου ... και 2) Θ. Π. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 16-11-2009 αίτησή του. Εκδόθηκε η 47/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 8-4-2011 κλήση των υπό στοιχ. 1ου έως και 10ου αναιρεσιβλήτων - καλούντων.
Εκδόθηκε η 1683/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία και πάλι κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 17-6-2012 κλήση των καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 23-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 226, 228, 495, 498 και 568 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης γίνεται με κατάθεση αυτού στο γραμματέα του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, μετά την οποία κάθε διάδικος μπορεί, φέροντας αντίγραφο αυτού και της προσβαλλόμενης απόφασης στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, να ζητήσει προσδιορισμό δικασίμου και να φέρει για συζήτηση την υπόθεση με κλήση κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου, που έχει κατατεθεί ή και αυτοτελώς, η οποία επιδίδεται στον αντίδικο. Ο προσδιορισμός γίνεται με απλή σημείωση του Προέδρου του οικείου τμήματος, στο αντίγραφο της αναίρεσης που έχει κατατεθεί. Τα παραπάνω εφαρμόζονται και για τον προσδιορισμό κάθε άλλης δικασίμου. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, επίσης, ότι, για να είναι νόμιμη η κλήτευση του αναιρεσίβλητου για την ορισθείσα από τον Πρόεδρο του αρμόδιου τμήματος του Αρείου Πάγου δικάσιμο προς συζήτηση της υπόθεσης, ανεξάρτητα από το αν η συζήτηση επισπεύδεται από τον αναιρεσείοντα ή από κάποιον από τους αναιρεσιβλήτους, είναι αναγκαία η, προς τον αναιρεσίβλητο που απουσιάζει, επίδοση, νόμιμα και εμπρόθεσμα, και αντιγράφου του δικογράφου της αιτήσεως αναίρεσης, που κατατέθηκε. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 568 § 4 και 576 § 1 και 3 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι σε περίπτωση ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη ερευνάται, αυτεπάγγελτα, αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και μόνο σε αρνητική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση για όλους τους διαδίκους. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η από 16-11-2009 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 103/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας προσδιορίσθηκε για εκδίκαση στη δικάσιμο της 7-12-2010, κατά την οποία η συζήτηση της κηρύχθηκε απαράδεκτη. Στη συνέχεια οι αναιρεσίβλητοι, πλην των 11ης και 15ου, με την από 17-6-2012 κλήση τους ζήτησαν και ορίσθηκε νέα δικάσιμος της συζήτησης της υπόθεσης, εκείνη που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, κατά την ανωτέρω δικάσιμο, το αναιρεσείον και οι επισπεύδοντες αναιρεσίβλητοι παρέστησαν με δήλωση του αρθρ. 242 § 2 ΚΠολΔ, ενώ δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι Β. Δ. (11η) και Θ. Π. (15ος), ούτε εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο (έχοντα σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα) με δήλωση κατά το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ. Από τις 2226Γ και 2227Γ/13-7-2012, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας ... προκύπτει ότι αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης και της κλήσης για εμφάνιση κατά τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους απολειπόμενους αναιρεσίβλητους. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει το δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία των.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτήν, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια, επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση. Αν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διάταξης που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία. Αυτό δε δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (ΑΠ (ολ) 28/1992). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2738/99, (ο οποίος εισήγαγε το θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς, βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους ... Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διάταξης και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλαδή της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών, του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" και ειδικότερα, εκδόθηκαν, εκτός άλλων, και οι αναφερόμενες λεπτομερώς στην προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αναίρεση απόφαση κοινές υπουργικές αποφάσεις. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η μισθολογική αυτή παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους ως άνω μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/97, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, Ο.Τ.Α. και λοιπά ΝΠΔΔ. Όλες οι προαναφερθείσες Κ.Υ.Α. έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των άρθρων 14 του Ν. 3016/2002 και 1 του Ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1-1-2002 και σε 176 ευρώ από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κινήσεως κ.λπ.), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και ότι συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ως δικαιούμενους της παροχής όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί τη χορήγησή της ειδικά στους εν λόγω υπαλλήλους. Ενώ δηλαδή η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές. Έτσι, με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου ευρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε το χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, το μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, Ο.Τ.Α. και Ν.Π.Δ.Δ., που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Εξάλλου, με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου, από της ενάρξεως δε ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004) οι ανωτέρω Κ.Υ.Α. καταργούνται (βλ. και άρθρ. 28 παρ. 4 του ίδιου νόμου). Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αδιακρίτως του φορέα, της φύσεως, του είδους και των συνθηκών εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτήν προσαύξηση του μισθού. Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την εν λόγω παροχή, την οποία μόνο από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του Ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης. Κατά συνέπεια, η εξαίρεση κατηγορίας εργαζομένων, που τελούν υπό τις αυτές μισθολογικές συνθήκες, από την απόληψη της παροχής αυτής, στερούμενη αιτιολογικού ερείσματος, συνιστά αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση αυτών έναντι των ρητώς κατονομαζομένων ως δικαιούχων υπαλλήλων και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 Συντάγματος) σε συνδυασµό µε την αρχή της ίσης αµοιβής και ίσης αξίας εργασίας (άρθρο 22 παρ. 1 περ. β' του Συντάγματος). Συνακόλουθα, µε βάση την αρχή της ισότητας, πρέπει να εφαρμοστεί και για εκείνους σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει και για τις κατηγορίες των εργαζομένων υπέρ των οποίων θεσπίστηκε η ειδική ρύθµιση. Επιπλέον, η εν λόγω παροχή αποτελεί, γενική μισθολογική προσαύξηση και είναι ανεπίδεκτη αλληλοκαλύψεως και συμψηφισμού κατά την ειδική έννοια του άρθρου 14 Ν. 3016/2002.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας, το οποίο δίκασε ως εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν προσληφθεί από το αναιρεσείον με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, υπηρετούντες ως εκπαιδευτικοί (αναπληρωτές) και υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, τους ΟΤΑ και τα νπδδ, όπως αυτό ίσχυε με το Ν. 2470/1997 και από 1.1.2004 με το Ν. 3205/2003. Αυτοί δεν λαμβάνουν την ειδική μισθολογική παροχή που με βάση τις Κ.Υ.Α., οι οποίες εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, χορηγείται σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου της Δημόσιας Διοίκησης και ΝΠΔΔ. Ειδικότερα, οι ρητώς κατονομαζόμενοι δικαιούχοι λαμβάνουν την παροχή αυτή χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς οποιαδήποτε συνάρτηση με το είδος ή το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγηση της να έχει προσλάβει, λόγω της εν γένει κανονιστικής αντιμετώπισης της, χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, ήτοι γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων, σωρευτικά µε την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική βάση του Ν. 2470/1997 και Ν. 3205/2003. Έτσι, οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται την παροχή αυτή ανεξάρτητα από το δικαίωμα τους στην απόληψη ειδικών επιδομάτων και λοιπών αµοιβών η παροχών, που λόγω των ειδικών και ιδιαζουσών συνθηκών εργασίας τους δικαιολογημένα καταβάλλονται µόνο στους εκπαιδευτικούς, όπως το προβλεπόμενο από την παράγραφο 4 του άρθρου 8 του Ν. 2470/1997 επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης εκπαιδευτικών λειτουργών, το οποίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο µε το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας των εκπαιδευτικών, που είναι η διδασκαλία καθώς και η προετοιμασία αυτής. Κατά συνέπεια η μη χορήγηση σ' αυτούς της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 αποτελεί ευθεία παραβίαση τόσο της αρχής της ισότητας των Ελλήνων ενώπιον του νόμου όσο και του δικαιώματός τους ως εργαζομένων, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, για ίση αμοιβή για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, που έχουν καθιερωθεί με τις διατάξεις των όρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' αντίστοιχα, του Συντάγματος. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της 5/2008 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, με τον οποίο αυτό παραπονούνταν για το ότι εσφαλμένως κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι οι αναιρεσίβλητοι, υπό την ως άνω ιδιότητά τους, δικαιούνταν την προαναφερόμενη ειδική παροχή, και ακολούθως επικύρωσε την εν λόγω απόφαση, κατά το μέρος αυτό, με το οποίο είχαν επιδικαστεί υπέρ των ήδη αναιρεσιβλήτων, για την αμέσως πιο πάνω αιτία, τα στην απόφαση αυτήν ειδικότερα αναφερόμενα, αντίστοιχα χρηματικά ποσά. Κρίνοντας έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 2470/1997, 1 παρ. 1 του ν. 3205/2003, 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002 και 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1, 80 του Συντάγματος. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης των αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, ως ηττώμενο, στα περιοριζόμενα, κατά το μέτρο του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 16-11-2009, αίτηση του αναιρεσείοντος για την αναίρεση της 103/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται την ειδική παροχή των 176 ευρώ, ανεξάρτητα από το δικαίωμα τους στην απόληψη ειδικών επιδομάτων και λοιπών αμοιβών, όπως το προβλεπόμενο επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης εκπαιδευτικών λειτουργών, το οποίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας των εκπαιδευτικών.
|
Ισότητα παροχών
|
Ισότητα παροχών.
| 0
|
Αριθμός 89/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Σ. Κ. συζ. Χ., το γένος Σ. Π., κατοίκου ..., 2)Θ. Α. του Π., κατοίκου ..., και 3)Σ. Α. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Μανώλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Λ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χάρη Ιεροδιακόνου, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/5/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7220/2007 μη οριστική, 4504/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1913/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/6/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 23/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, διαθήκη για την οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 του ίδιου Κώδικα, όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2447/1996, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους. Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, δηλαδή α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ. μέθη, ύπνωση κ.λ.π.) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη λειτουργίας του νου και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη. Σε αντίθεση, δηλαδή, με την αρχική διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 4 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2447/1996, που προπαρατέθηκε, η οποία, ως ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης, απαιτούσε, επίσης, τη στέρηση της χρήσης του λογικού από πνευματική ασθένεια, δηλαδή, διανοητική ή ψυχική διαταραχή οφειλόμενη σε ασθένεια, επιφέρουσα, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αδυναμία λογικής στάθμισης και ελεύθερου προσδιορισμού της βούλησης του διαθέτη, ο οποίος μπορούσε μεν να έχει επαρκή αντίληψη για το τι έπραττε, συντάσσοντας τη διαθήκη του, αλλά, εξαιτίας ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, δεν ήταν η βούλησή του ελεύθερη στο βαθμό που είναι του ομαλά ψυχικά ανθρώπου, δηλαδή δεν μπορούσε αυτός να προσδιορίσει με λογικούς υπολογισμούς ελεύθερα τη βούλησή του και να αντισταθεί, έτσι, σε υποβολή προερχόμενη από άλλους, η ήδη ισχύουσα διάταξη απαιτεί απλά ψυχική ή διανοητική διαταραχή περιορίζουσα αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη, εξαιτίας προφανώς του ότι η στέρηση της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας αποτελεί νομικό όρο που δεν χρησιμοποιείται στην ιατρική, δηλαδή, όρο, ο οποίος με δυσχέρεια μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια, αφού ως πνευματική ασθένεια δεν νοείται μόνο η πάθηση της νόησης του πνεύματος, αλλά γενικά κάθε ψυχική διαταραχή. Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη νοείται, ειδικότερα, κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή, εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων. Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι ίδιες, οι οποίες, σύμφωνα με τη ρύθμιση της προϊσχύσασας διάταξης του άρθρου 1719 αριθ. 4 ΑΚ, προκαλούσαν έλλειψη της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας, δηλαδή, οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως λ.χ. η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως λ.χ. η γεροντική άνοια, όταν απ' αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης η ολιγοφρένεια κ.ά. Παρέπεται, ότι δεν αποκλείεται κατά νόμο η συνύπαρξη στο πρόσωπο του διαθέτη και των δύο περιπτώσεων ανικανότητας, που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, δηλαδή, τόσο της έλλειψης συνείδησης των πράξεών του, όσο και της ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής του που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του. Τέλος, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, προς σύνταξη έγκυρης διαθήκης ο διαθέτης πρέπει να έχει ικανότητα προς τούτο, υπάρχουσα κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης και καθ' όλη τη διάρκειά της. Αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή για βαριά ψυχική ή διανοητική διαταραχή του διαθέτη, τότε δεν είναι αναγκαίο η απόδειξή της κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης, αφού τεκμαίρεται αυτή λόγω της διάρκειάς της (ΑΠ 1110/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 30 Μαρτίου του έτους 2004 απεβίωσε στην …η Μ. Π. του Σωκράτη, σε ηλικία 77 ετών, συνταξιούχος του Δημοσίου, η οποία πριν από τον επισυμβάντα ως άνω θάνατό της, διέμενε στην …και στην οδό … αριθ . . Ο θάνατός της, σύμφωνα με την ληξιαρχική πράξη θανάτου, προήλθε από οξεία καρδιακή ανακοπή - ψυχωσική συνδρομή. Η αποβιώσασα ήταν άγαμος και δεν είχε αποκτήσει κατιόντες, μοναδικοί δε πλησιέστεροι εξ αίματος συγγενείς της, σύμφωνα με το από 14-4-2002 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμου … σε συνδυασμό με το …/2004 πιστοποιητικό του Δήμου …, ήταν η αδελφή της, πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα και οι δεύτερος και τρίτος των εναγόντων και ήδη λοιποί αναιρεσείοντες, ανεψιοί της, τέκνα της προαποβιώσασας μητέρας τους και αδελφής της, Ε. Π.. Η παραπάνω θανούσα κατέλιπε την από 6-1-2001 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε με το 6332/10-12-2004 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καταχωρήθηκε στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό .. και κηρύχθηκε κυρία με τα με αριθμό 2463/10-12-2004 πρακτικά του ιδίου δικαστηρίου, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμο του σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο πρώτο της εξάδελφο. Συγκεκριμένα το περιεχόμενο της διαθήκης έχει επι λέξει ως εξής: "Ο Ι. Λ. είναι το πιο αγαπημένο μου πρόσωπο, το οποίο στάθηκε κοντά μου τις δύσκολες στιγμές της ζωής μου. Θα ήθελα να μείνω πάντα μαζί του. Επιθυμία μου είναι να αφήσω σε αυτόν όλη μου την κινητή και ακίνητη περιουσία. Αν έχω πρόβλημα υγείας και δεν είμαι σε θέση να διαχειριστώ την περιουσία μου τότε θα πρέπει να την διαχειρίζεται αυτός. Θα πρέπει αυτός να καθορίσει ποιοι θα με βοηθήσουν αν αυτός πεθάνει ή δεν είναι σε θέση να με βοηθήσει, αυτοί θα πάρουν και όλη μου την περιουσία αν πεθάνω. Επιθυμία μου είναι να μην έχω καμία επαφή με τις αδελφές μου και τα παιδιά των και τους συζύγους των, αυτές με πίεζαν πάντοτε και μου δημιουργούσαν προβλήματα για να καρπωθούν την περιουσία μου και ήθελαν να με κλίσουν στο ψυχιατρείο. Σάββατο 6/1/2001 Π. Μ.". Κατά της εγκυρότητας της διαθήκης αυτής βάλλουν οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες με την υπό κρίση αγωγή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ως έχοντες προς τούτο έννομο συμφέρον, δεδομένου ότι, εφόσον αυτή ακυρωθεί, θα καταστούν αυτοί μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι σε όλη την κληρονομιαία περιουσία της θανούσας αδελφής και θείας τους Μ. Π.. Ειδικότερα, επικαλούνται ότι η διαθήκη αυτή είναι άκυρη και λογίζεται ως μη γενόμενη κυρίως για το λόγο ότι είναι πλαστή, χωρίς να κατονομάζουν πλαστογράφο και δεν αποτελεί δήλωση τελευταίας βουλήσεως της διαθέτιδας διότι δεν έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από αυτή και επικουρικά για το λόγο ότι η διαθέτης, κατά τον κρίσιμο χρόνο που την συνέταξε, δεν είχε συνείδηση των πράξεών της και βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της. Περαιτέρω, αποδεικνύεται από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ότι η θανούσα Μ. Π., μέχρι το έτος 2000 ήταν μόνιμος κάτοικος … όπως και οι αδελφές της πρώτη αναιρεσείουσα Σ. συζ. Χ. Κ. και η προαποβιώσασα μητέρα των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσειόντων Ε. Π., διέμενε δε αυτή στην οδό Κ. … αριθμ …. Η ίδια έπασχε από παραληρητική διαταραχή και γι' αυτό το λόγο νοσηλεύθηκε στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο … από 5-8-1990 έως 24-8-1990 και από 23-10-1990 έως 14-11-1990, σύμφωνα με το με αριθμό πρωτ. …/22-11-2000 πιστοποιητικό του εν λόγω Νοσοκομείου, στο οποίο αναφέρεται η διάγνωση "παραληρητική διαταραχή" του θεράποντος ιατρού της Α. Κ.. Μετά την έξοδό της από το Νοσοκομείο η θανούσα διέμενε μόνη στην οικία της και αυτοεξυπηρετείτο, η δε πορεία της υγείας της ήταν σταθερή. Στις 22 Οκτωβρίου του έτους 1993, με πρωτοβουλία των οικείων της και συγκεκριμένα των αδελφών της, εξετάστηκε από τον ιδιώτη ιατρό Τ. Π. Νευρολόγο-Ψυχίατρο, ο οποίος στην με την ίδια ημερομηνία γνωμάτευσή του αναφέρει, ότι διέγνωσε στην ασθενή ψυχωσική νόσο με συμπτώματα, διαταραχή μνήμης, μείωση των ενδιαφερόντων της και αδυναμία σωστών απαντήσεων σε απλές ερωτήσεις και νευρολογικά συμπτώματα. Στο μεταξύ, οι σχέσεις της με τις αδελφές της είχαν διαταραχθεί για το λόγο, όπως η ίδια ισχυριζόταν, ότι αυτές την είχαν παραμελήσει έγκλειστη στην οικία της και παράλληλα ασκούσαν σ' αυτή ψυχολογική βία, προκειμένου να τους μεταβιβάσει περιουσιακά της στοιχεία. Ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος μόνιμος κάτοικος …, που ήταν εργένης και εργαζόταν ως τακτικός καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, συχνά, ιδία από τον χρόνο της συνταξιοδότησής του, επισκεπτόταν τους συγγενείς του στη … μεταξύ δε αυτών και την θανούσα, με την οποία είχε ιδιαίτερο ψυχικό δεσμό. Όταν περί τα τέλη του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2000, ο αναιρεσίβλητος την επισκέφθηκε στη …, η ίδια τον παρακάλεσε να την πάρει μαζί του στην … κάτι που ο ίδιος έπραξε, προσπαθώντας να την βοηθήσει, γνωρίζοντας τα προβλήματα που αυτή αντιμετώπιζε και από εκείνο τον χρόνο η θανούσα, διέμενε στην μονοκατοικία του στη …, επί της οδού … αριθμ . Από τις 3-11-2000 η θανούσα παρακολουθείτο, σε μηνιαία σχεδόν βάση στην …, από την Νευρολόγο-Ψυχίατρο Ν. Μ.-Δ., η οποία διέγνωσε ύφεση της συμπτωματολογίας για την οποία απευθύνθηκε σ' αυτή και συνέστησε έναν πλήρη οργανικό έλεγχο, ο οποίος δεν έδειξε ιδιαίτερα ευρήματα εκτός αυτών, που ήταν συμβατά με την ηλικία της. Στο από 22-12-2000 ιατρικό σημείωμά της επισημαίνει, ότι διαπίστωσε προβλήματα δυσεπικοινωνίας της θανούσας με πρόσωπα του οικογενειακού της περιβάλλοντος, τα οποία επέτειναν το άγχος της ασθενούς και συντελούσαν στην επιδείνωση της ψυχολογικής της κατάστασης, λόγω της οποίας η διαμονή της στην …, ήταν ψυχιατρικά ενδεδειγμένη, για όσο καιρό κρινόταν σκόπιμο, τόσο από την ίδια την ασθενή όσο και από αυτή την θεράποντα ιατρό της. Η θανούσα δήλωσε στην παραπάνω ιατρό, ότι ψυχολογικά αισθανόταν καλύτερα στην … και γι' αυτό πάντα υπό την παρακολούθηση και την φαρμακευτική αγωγή της παραπάνω ιατρού, συνέχισε τη διαμονή της στην οικία του αναιρεσιβλήτου, όπου γι' αυτή οι συνθήκες ήταν ιδανικές, ασχολείτο με κάποιες οικιακές εργασίες, μελετούσε, είχε επαφές με τους εδώ συγγενείς της και προσπαθούσε να επανασυνδεθεί με τον κοινωνικό της περίγυρο. Αυτή ήταν η κατάσταση υγείας της θανούσας, όταν στις 6-1-2001, προέβη στην σύνταξη της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης, με την οποία εγκατέστησε τον αναιρεσίβλητο μοναδικό κληρονόμο της, διότι αυτός, όπως διέλαβε στη διαθήκη, την στήριξε στις δύσκολες στιγμές της ζωής της. Η προσβαλλόμενη διαθήκη απετέλεσε αντικείμενο γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης από την διορισθείσα, δυνάμει της 7220/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ειδική Δικαστική Γραφολόγο Ι. Δ., η οποία μετά από εκτενή γραφολογική διερεύνηση της γραφής και υπογραφής της επίδικης διαθήκης της φερόμενης ως συντάκτριας Μ. Π. σε σύγκριση με γνήσια γραφή και υπογραφές της ιδίας στα έγγραφα του συγκριτικού υλικού3 κατέληξε στα συμπεράσματα, τα οποία συνοψίζονται ως ακολούθως: 1) Η γραφή του κειμένου της από 6-1-2001 υπό έλεγχο διαθήκης με αναγραφόμενη, ως διαθέτιδα την Μ. Π., είναι πλήρως όμοια με την γραφή και με τις υπογραφές αυτής στην ποιότητα της χάραξης, στα γενικά χαρακτηριστικά της και στην δομή και τα επί μέρους χαρακτηριστικά όλων των γραμμάτων που την αποτελούν, χωρίς διαφορές και χωρίς στοιχεία ύποπτα πλαστογραφίας και συνεπώς, η γραφή του κείμενου της διαθήκης αυτής, έχει χαραχθεί από την Μ. Π. και είναι γνήσια γραφή της. 2) Η υπογραφή της διαθέτιδας ως Μ. Π., στο τέλος του κειμένου της από 6-1-2001 υπό έλεγχο διαθήκης είναι όμοια με τις υπογραφές της Μ. Π., στα έγγραφα του συγκριτικού υλικού, στην εμφάνιση, στη σύνθεση, στο ρυθμό της χάραξης, στα γενικά χαρακτηριστικά και στη δομή και τα χαρακτηριστικά των επί μέρους τμημάτων τους, χωρίς ουσιώδεις διαφορές και χωρίς στοιχεία ύποπτα πλαστογραφίας και συνεπώς, η υπογραφή αυτή είναι γνήσια υπογραφή της Μ. Π.. Συνδυάζοντας τα παραπάνω συμπεράσματα προκύπτει, ότι η από 6-1-2001 ιδιόγραφη διαθήκη της θανούσας, γράφτηκε και υπογράφτηκε από την ίδια, γεγονός που επιβεβαιώνει και ο Δικαστικός Γραφολόγος Δ. Κ. στην από 2-3-2006 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης, την οποία συνέταξε με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου. Το ανωτέρω συμπέρασμα για την γνησιότητα της επίδικης διαθήκης, δεν αναιρείται από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες από 19-4-2005 και 28-2-2006 εξώδικες εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης των Δικαστικών Γραφολόγων Μ. Φ. -Ξ. και Κ. Κ., οι οποίοι αναφέρουν στο τελικό συμπέρασμά τους, ότι η διαθήκη είναι πλαστή, αναφερόμενοι εκτενώς πλην όμως ανεπιτρέπτως, στην ψυχική υγεία και στην χορηγούμενη φαρμακευτική αγωγή της θανούσας, πριν και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, χωρίς να διαθέτουν ειδικές γνώσεις ψυχιατρικής και φαρμακολογίας, ενώ οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες αποφεύγουν επιμελώς, τόσο στην αγωγή όσο και στις προτάσεις τους, να κάνουν λόγο για πλαστότητα της επίδικης διαθήκης και να κατονομάσουν πλαστογράφο, αλλά αναφέρουν για μη γνησιότητα. Σημειώνεται, ότι στην από 19-4-2005 έκθεσή της η δικαστική γραφολόγος Μ. Φ.-Ξ., πριν το τελικό συμπέρασμά της, δηλώνει ρητά, ότι η γνώμη που διατυπώνει, είναι προϊόν πιθανολόγησης. Με τα δεδομένα αυτά η από 6-1-2001 ιδιόγραφη διαθήκη της διαθέτιδας Μ. Π. είναι κατά το κείμενο, την χρονολογία και την υπογραφή της, γνήσια της διαθέτιδας, άνευ υπάρξεως σημείων δισταγμού ή τρόμου ή επηρεασμού της γραφής και υπογραφής της από οιονδήποτε εξωγενή παράγοντα, ήτοι σε πλήρη νηφαλιότητα και ηρεμία και ενώ είχε απολύτως σώας τας φρένας. Το πόρισμα της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης είναι σαφές και δεν καταλείπονται αμφιβολίες για την ορθότητά του και κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου τούτου, δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, η οποία θα αφορά τα ίδια της αρχικής ζητήματα και το υποβαλλόμενο από τους αναιρεσείοντες με την έφεση σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί. Μετά ταύτα απορριπτέοι είναι οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι της έφεσης. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι η ως άνω διαθέτιδα, δήλωσε στην επίδικη διαθήκη την τελευταία βούλησή της, έχοντας πλήρη συνείδηση των πράξεών της και δεν βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία τη βούλησής της. Η Νευρολόγος Ψυχίατρος Ν. Μ.-Δ., επίκουρη καθηγήτρια της Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, η οποία παρακολουθούσε την διαθέτιδα, από τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2000 μέχρι τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2001, ήτοι πριν, κατά και μετά το επίδικο χρονικό διάστημα, στο από 20-12-2001 προσκομιζόμενο ιατρικό σημείωμά της, διαλαμβάνει ότι η χρονίσασα παραληρητική διαταραχή από την οποία αυτή έπασχε, ήταν σε σημαντική ύφεση, οι δε υπολειμματικές διαταραχές, απότοκες της πάθησης της χρόνιας φαρμακευτικής αγωγής και της ηλικίας της, δεν της στερούσαν με κανένα τρόπο την δυνατότητα να έχει σύντονη με την πραγματικότητα συναισθηματική συμμετοχή και διακίνηση. Επίσης, τόσο η βούλησή της όσο και η νοητική λειτουργικότητά της ήταν επαρκείς, για να μπορεί να αποφασίζει για τον τόπο διαμονής της, τον τρόπο της ζωής της, καθώς και την διάθεση και διαχείριση των συμφερόντων της. Ρητά διατυπώνει στο σημείωμά της, ότι αυτή ήταν η ψυχική υγεία και η εν γένει κλινική εικόνα της διαθέτιδας και κατά την πρώτη επίσκεψη στο ιατρείο της, στις 3-11-2000 ήτοι δύο περίπου μήνες πριν από την σύνταξη της διαθήκης. Όταν στις 13-3-2002, η ανωτέρω κληρονομουμένη εξετάστηκε στα εξωτερικά ιατρεία του Θριάσιου Γενικού Νοσοκομείου Ελευσίνας, δεν επιβεβαιώθηκε ανοϊκή διαταραχή σ' αυτή, τύπου Alzheimer και η λειτουργικότητα της ασθενούς ελέγχετο ικανοποιητικά, σύμφωνα με την από 22-3-2002 ιατρική βεβαίωση του Επιμελήτριας Α' ΕΣΥ, της Νευρολογικής κλινικής του παραπάνω Νοσοκομείου Ο. Μ..
Συνεπώς, η διαθέτης Μ. Π. ήταν απολύτως ικανή να διαχειρίζεται και να διαθέτει την περιουσία της κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης (6-1-2001) ακόμα και αμέσως μετά τη νοσηλεία της στο ψυχιατρικό Νοσοκομείο …το έτος 1990, αφού όπως προκύπτει από τα με αριθμούς …/1992 και …/1992 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γρηγορίου Χατζησώμου, προέβη σε αποδοχή κληρονομιάς και στη συνέχεια συναλλασσόμενη με την πρώτη των αναιρεσειόντων Σ. Κ. και την προαποβιώσασα αδελφή της Ε. Α., μητέρα των λοιπών αναιρεσειόντων, προέβη σε ανταλλαγή ακινήτων. Επίσης με το …/1993 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γρηγορίου Χατζησώμου, η διαθέτιδα δώρησε εν ζωή την ψιλή κυριότητα διαμερίσματος στην πρώτη αναιρεσείουσα, παρακρατώντας εφόρου ζωής την επικαρπία, από την οποία παραιτήθηκε αιτία δωρεάς με το …/1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μελπομένης Γναρδέλλη υπέρ της πρώτης αναιρεσείουσας. Περαιτέρω, με το …/1993 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γρηγορίου Χατζησώμου η ίδια η διαθέτης μεταβίβασε λόγω δωρεάς την ψιλή κυριότητα ετέρου διαμερίσματός της στον δεύτερο των αναιρεσειόντων ανεψιό της Θ. Α. Επομένως, αναληθώς ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, ότι η θανούσα ήταν απολύτως ανίκανη να επιμεληθεί του εαυτού της και της περιουσίας της από το έτος 1990 έως τον θάνατο της και να επικαλούνται την ακυρότητα μόνο της επίδικης διαθήκης και όχι των επωφελών γι' αυτούς συμβάσεων, οι οποίες έλαβαν χώρα σε χρόνο που υποστηρίζουν ότι αυτή ήταν παντελώς ανίκανη για την διαχείριση της περιουσίας της. Η βούληση της διαθέτιδας και η νοητική της λειτουργικότητα, ήταν επαρκείς για να μπορεί αυτή να αποφασίζει για τον τόπο της διαμονής της, τον τρόπο ζωής της καθώς και για την διάθεση των περιουσιακών στοιχείων και την διαχείριση των συμφερόντων της, γι' αυτό και με την 21026/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε η υποβληθείσα στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, μετά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αίτηση των αδελφών της διαθέτιδας να τεθεί αυτή υπό καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαράστασης με δικαστική συμπαραστάτρια την πρώτη αναιρεσείουσα, οι οποίες επεδίωξαν με αυτό τον τρόπο να αναλάβουν την διαχείριση της περιουσίας της. Με την ίδια απόφαση, η πρώτη αναιρεσείουσα-αδελφή της μετά την υποβληθείσα από την διαθέτιδα αίτηση ανακλήσεως της παραπάνω απόφασης, αντικαταστάθηκε με την 3035/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης για το λόγο ότι οι σχέσεις της με την συμπαραστατούμενη, ήταν ιδιαίτερα εχθρικές και υφίστατο αντίθεση συμφερόντων μεταξύ τους και στη θέση της διορίστηκε ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος παρείχε τα εχέγγυα πλήρους και επιτυχούς ενάσκησης του συγκεκριμένου λειτουργήματος. Η θανούσα Μ. Π. όταν πληροφορήθηκε την αίτηση των αδελφών της, με την οποία ζητούσαν να την θέσουν υπό πλήρη δικαστική συμπαράσταση, διαισθανόμενη την προσπάθεια τους να την έχουν υπό τον πλήρη έλεγχο τους, συνέταξε, προκειμένου να την θέσει υπόψη του Προέδρου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 30-3-2002 επιστολή της με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής της στο A.T. …, στην οποία μεταξύ άλλων με έμφαση τονίζει την έντονη πίεση που δεχόταν από τις αδελφές της να τους μεταβιβάσει τα περιουσιακά της στοιχεία. Για την κατάσταση της υγείας της διαθέτιδας, κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης, ο μάρτυρας των αναιρεσειόντων ουδέν κατέθεσε, δεδομένου ότι δεν είχε εικόνα περί της νοητικής της κατάστασης, εφόσον δεν την γνώριζε, ενώ η μάρτυρας του αναιρεσιβλήτου μετά λόγου γνώσεως καταθέτει, ότι η διαθέτης ήταν λειτουργικό άτομο και κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της διαθήκης ήταν σε πολύ καλή κατάσταση, γνώριζε τι έκανε και εξέφρασε την πραγματική βούλησή της μέσα από την διαθήκη, με την οποία ήθελε να τιμήσει τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος, όπως η ίδια κατά καιρούς ισχυριζόταν, την υπεραγαπούσε και την φρόντιζε, και να εκδικηθεί τις αδελφές της οι οποίες δεν ενδιαφέρονταν γι' αυτήν αλλά για την περιουσία της. Καταλήγει δε το Εφετείο, ότι κατά τον χρόνο σύνταξης της ως άνω διαθήκης, η Μ. Π. είχε συνείδηση των πράξεών της και μπορούσε να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της επιχειρούμενης πράξης της, η οποία απεικόνιζε την πραγματική από καιρού βούλησή της, καθόσον η χρόνια ψυχωσική νόσο με νευρολογικά συμπτώματα από την οποία αυτή έπασχε, δεν επηρέασαν την ικανότητά της αυτή, κρίση που εν τέλει ενισχύεται και από το γεγονός ότι, μετά την παρέλευση τριών (3) και πλέον ετών από τη σύνταξη της διαθήκης, δεν προέβη στην ανάκλησή της". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή και ως προς τις δύο βάσεις της και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει όμοια. Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της γνησιότητας της ανωτέρω ιδιόγραφης διαθήκης και της απόδειξης, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύνταξης της ιδιόγραφης αυτής διαθήκης η Μ. Π. είχε συνείδηση των πράξεών της και μπορούσε να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της επιχειρούμενης πράξης της, η οποία απεικόνιζε την πραγματική από καιρού βούλησή της, καθόσον η χρόνια ψυχωσική νόσο με νευρολογικά συμπτώματα από την οποία αυτή έπασχε δεν επηρέασαν την ικανότητά της αυτή. Αντιφάσεις δε ή ανεπάρκειες δεν προσδίδουν στο αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, ως προς το ζητήματα αυτά, ούτε τα επιχειρήματα, που, κατά τα ανωτέρω, παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση προς στήριξη του πορίσματος αυτού, ούτε η αναφορά στην 21026/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η υποβληθείσα στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, μετά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αίτηση των αδελφών της διαθέτιδας, κατά το μέρος που ζητείτο να τεθεί αυτή υπό καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαράστασης, και τελικά διορίστηκε προσωρινή δικαστική συμπαραστάτριά της η αδελφή της Σ., καθώς και η αναφορά στην 3035/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επί αιτήσεως της διαθέτιδας για ανάκληση της ως άνω απόφασης, ότι εξακολουθεί να υπάρχει ανάγκη προσωρινού συμπαραστάτη, και με την οποία όμως αντικαταστάθηκε η ανωτέρω αδελφή της και διορίστηκε προσωρινός συμπαραστάτης της ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος. Μάλιστα, οι αποφάσεις αυτές συζητήθηκαν και εκδόθηκαν μήνες μετά την σύνταξη της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο, ότι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών (ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα), είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 368 ΚΠολΔ "Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 1). "Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 2). Εκ τούτων συνάγεται, ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση, κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, όπως αναφέρεται στο μεταγλωττισμένο στη δημοτική κείμενο του άνω άρθρου 368 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά "ιδιάζουσες" τέτοιες γνώσεις, όπως αναφέρεται στο υπερισχύον, κατά το άρθρο 36 παρ. 3 εδάφιο τελευταίο του ν. 1406/1983, κείμενο της καθαρεύουσας της εν λόγω διάταξης, οπότε οφείλει, στην περίπτωση αυτή, να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες. Επομένως, εάν δεν υπάρχει παραδοχή του Δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες αιτίαση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως για το λόγο, ότι απέρριψε την ασκηθείσα έφεσή τους και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν να ακυρωθεί η αναφερόμενη ιδιόγραφη διαθήκη, χωρίς να διατάξει ιατρική πραγματογνωμοσύνη, προκειμένου να διαπιστωθεί, αν η διαθέτιδα έπασχε από χρόνια και όχι παροδικής ή περιοδικής φύσεως ψυχωσική νόσο (σχιζοφρένεια), παραληρητική διαταραχή, διαταραχή μνήμης, μείωση των ενδιαφερόντων της και αδυναμία σωστών απαντήσεων ακόμα και σε απλές ερωτήσεις, και, αν η παραπάνω κατάσταση της υγείας της ήταν μη αναστρέψιμη (ανίατη) και διαρκούσε μέχρι τον θάνατό της ή όχι, απορρίπτοντας σιωπηρώς το σχετικό αίτημά τους. Σύμφωνα, όμως, με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενό της ανωτέρω εκτέθηκε, το Εφετείο δεν δέχτηκε, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Δεν αποτελεί δε τέτοια παραδοχή, ο σχολιασμός στον οποίο προβαίνει το Εφετείο ως προς τη μνεία που κάνουν οι διορισθέντες από τους αναιρεσείοντες γραφολόγοι - τεχνικοί σύμβουλοι σχετικά με την ψυχική υγεία της διαθέτιδας, αναφέροντας το Εφετείο ότι οι τεχνικοί αυτοί σύμβουλοι εκθέτουν στο τελικό συμπέρασμά τους, "ότι η διαθήκη είναι πλαστή, αναφερόμενοι εκτενώς πλην όμως ανεπιτρέπτως στην ψυχική υγεία και στην χορηγούμενη φαρμακευτική αγωγή της θανούσας, πριν και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, χωρίς να διαθέτουν ειδικές γνώσεις ψυχιατρικής και φαρμακολογίας, ενώ οι ίδιοι οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες αποφεύγουν επιμελώς, τόσο στην αγωγή όσο και στις προτάσεις τους, να κάνουν λόγο για πλαστότητα της επίδικης διαθήκης και να κατονομάσουν πλαστογράφο, αλλά αναφέρουν για μη γνησιότητα". Και τούτο διότι η αναφορά αυτή αφορά σχόλια και εκτίμηση των εκθέσεων των γραφολόγων-τεχνικών συμβούλων. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005). Εξάλλου ως αποδεικτικά μέσα των οποίων η μη λήψη υπόψη ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως δεν νοούνται τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΑΠ 1180/ 2010). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η ιδιόγραφη διαθήκη γράφτηκε και υπογράφτηκε από την ίδια την διαθέτιδα, η οποία κατά τον χρόνο σύνταξης της ως άνω διαθήκης είχε συνείδηση των πράξεών της και μπορούσε να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της επιχειρούμενης πράξης της, η οποία απεικόνιζε την πραγματική από καιρού βούλησή της, καθόσον η χρόνια ψυχωσική νόσο με νευρολογικά συμπτώματα από την οποία αυτή έπασχε, δεν επηρέασαν την ικανότητά της αυτή και ακολούθως να απορρίψει την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, ότι η επίμαχη διαθήκη δεν γράφτηκε και δεν υπογράφτηκε από την διαθέτιδα, και ότι η τελευταία και κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν είχε συνείδηση των πράξεών της, διότι έπασχε από χρόνια και όχι παροδικής ή περιοδικής φύσεως ψυχωσική νόσο (σχιζοφρένεια), παραληρητική διαταραχή, διαταραχή μνήμης, μείωση των ενδιαφερόντων της και αδυναμία σωστών απαντήσεων ακόμα και σε απλές ερωτήσεις και η παραπάνω κατάσταση της υγείας της ήταν μη αναστρέψιμη (ανίατη) και διαρκούσε μέχρι τον θάνατό της, και συγκεκριμένα: 1) την από 22-11-2000 ιατρική γνωμάτευση του θεράποντα ιατρού της διαθέτιδας νευρολόγου-ψυχιάτρου Τ. Π., 2) την 13027/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (τμήμα Εκουσίας Δικαιοδοσίας), 3) την 3035/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, 4) την με αριθμό …/1-3-2006 ένορκη βεβαίωση του θεράποντα ιατρού της διαθέτιδας νευρολόγου-ψυχιάτρου Τ. Π., 5) την με αριθμό …/2006 ένορκη βεβαίωση της νοσοκόμας Ε. Δ., 6) την κατάθεση του μάρτυρά τους Κ. Κ., δικαστικού γραφολόγου, η οποία εμπεριέχεται στα 7220/2007 πρακτικά του πρωτόδικου δικαστηρίου, 7) τις εντολές υγειονομικής περίθαλψης - φαρμάκων από 28-5-1993, 30-8-19993, 1-3-1994, 6-4-1995, 20-4-1995, 16-2-1996 2-2-1999 και 27-4 1999 της διαθέτιδας, 8) την κατάθεση της μάρτυρος Χ. Σ., η οποία εμπεριέχεται στα 7220/2007 πρακτικά του πρωτόδικου δικαστηρίου, 9) την 21026/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 10) την 13027/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 11) την από 19-4-2005 γραφολογική έκθεση της γραφολόγου Μ. Φ.-Ξ., 12) την από 28-2-2006 γραφολογική έκθεση του γραφολόγου Κ. Κ., 13) την από 19-1-2009 έκθεση-αντίκρουση του δικαστικού γραφολόγου-τεχνικού συμβούλου τους Κ. Κ., 14) την από 29-1-2009 έκθεση-αντίκρουση της δικαστικής γραφολόγου Μ. Φ.-Ξ., 15) την από 23-2-2007 γραφολογική έκθεση-αξιολόγηση του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Κ. Κ. επί της από 2-3-2006 έκθεσης γραφολογικής γνωμοδοτήσεως του Δ. Κ., 16) την από 12-2-2007 γραφολογική έκθεση-σχολιασμό της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Μ. Φ.-Ξ. επί της από 2-3-2006 έκθεσης γραφολογικής έκθεσης του Δ. Κ. και 17) την με αριθμό 7220/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος ως προς τα με στοιχεία 1-16 έγγραφα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν με επιμέλεια των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα με αριθμό 3506/2006 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, την 77/30-6-2008 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Ι. Δ., που διορίστηκε με την 7220/2007 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τις από 19-1-2009 και 29-1-2009 γραφολογικές παρατηρήσεις επί της παραπάνω έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης των ειδικών δικαστικών γραφολόγων Κ. Κ. και Μ. Φ.-Ξ. που διορίστηκαν τεχνικοί σύμβουλοι των εναγόντων-αναιρεσειόντων, τις από 19-4-2005, 28-2-2006 και 23-2007 γραφολογικές εκθέσεις των ιδίων δικαστικών γραφολόγων, την από 2-3-2006 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του δικαστικού γραφολόγου Δ. Κ., που συντάχθηκε με επιμέλεια του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, τις από 2-3-2006 και 22-1-2007 εκθέσεις κριτικής και αξιολόγησης του εν λόγω δικαστικού γραφολόγου, των από 19-4-2005 και 28-2-2006 γραφολογικών γνωμοδοτήσεων των δικαστικών γραφολόγων Κ. Κ. και Μ. Φ.-Ξ., τις …/1-3-2006 και …/7-3-2006 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, που δόθηκαν νομότυπα με επιμέλεια των εναγόντων-αναιρεσειόντων, οι οποίοι και τις προσκομίζουν, τις ….23-2-2007 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που δόθηκαν νομότυπα με επιμέλεια του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, ο οποίος και τις προσκομίζει, τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται και από όλα τα λοιπά έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν", δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα και μαρτυρικές καταθέσεις, τα περισσότερα των οποίων μάλιστα ρητά μνημόνευσε, σχολίασε και αντέκρουσε σε αντιπαραβολή με άλλα αποδεικτικά μέσα. Όσον αφορά δε το με στοιχείο 17 έγγραφο, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι πρόκειται για διαδικαστικό έγγραφο της δίκης και δη την μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. ΑΠ 9/1997, 625/2008, ΑΠ 328/2008). "Πράγματα" υπό την έννοια αυτή αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς (ΑΠ 1573/2006). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α') τον τρίτο λόγο έφεσής τους με τον οποίο παραπονούντο, "διότι το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα δέχτηκε και υιοθέτησε το συμπέρασμα της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της διορισθείσας γραφολόγου, χωρίς να λάβει υπόψη της την πρωτοφανή και αντίθετη προς το νόμο συμπεριφορά της, η οποία σε συνδυασμό με το εσφαλμένο, ατεκμηρίωτο και δογματικό της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της, θα έπρεπε να την οδηγήσει στην μη υιοθέτηση αυτής", και β') τους όγδοο, ένατο και Δ.το λόγους έφεσης, με τους οποίους παραπονούντο, ότι η πρωτόδικη απόφαση κατ' εσφαλμένη κρίση δέχτηκε ότι η διαθέτιδα κατά τον χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης είχε πλήρη συνείδηση των πραττομένων, ενώ κατά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, που πλήρως αποδείχθηκαν από τα προσκομιζόμενα από αυτούς αποδεικτικά μέσα, αυτή έπασχε από χρόνια και όχι παροδικής ή περιοδικής φύσεως ψυχωσική νόσο (σχιζοφρένεια), παραληρητική διαταραχή, διαταραχή μνήμης, μείωση των ενδιαφερόντων της και αδυναμία σωστών απαντήσεων ακόμα σε απλές ερωτήσεις και η κατάστασή της αυτή ήταν μη αναστρέψιμη μέχρι τον θάνατό της. Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το με στοιχείο α' μέρος του είναι απαράδεκτος, καθόσον ο επικαλούμενος ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα" υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια, αλλά συνιστά επιχείρημα, το οποίο έχει σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ κατά το με στοιχείο β' μέρος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον τον επικαλούμενο ισχυρισμό έλαβε υπόψη το Εφετείο και τον απέρριψε ως εκ του πράγματος, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό, δηλαδή ότι η διαθέτιδα κατά τον χρόνο σύνταξης της παραπάνω διαθήκης είχε πλήρη συνείδηση των πραττομένων. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 332 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και, συνακόλουθα, ο ισχυρισμός για ύπαρξη (ή μη) αυτού, προβαλλόμενος προς στήριξη λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 16 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του πιο πάνω Κώδικα να έχει προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και όχι απλά να γίνει μνεία της απόφασης και όσων προκύπτουν σ' αυτή, αλλιώς οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 19/2005). Ο ίδιος λόγος καθιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβλέψει το δεδικασμένο προηγούμενης απόφασης. Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1233/1999, ΑΠ 1903/2006). Για να θεμελιωθεί, όμως ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των συντεταγμένων του δεδικασμένου (ΑΠ 1002/2005, ΑΠ 1858/2005). Άρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου. Αν η απόφαση που προσβάλλεται δεν ποιείται μνεία για ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου καθιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου "πράγμα", η μη λήψη υπόψη του οποίου ιδρύει τον εκ του άρθρου τούτου λόγο αναίρεσης, αποτελεί και η ένσταση περί υπάρξεως δεδικασμένου, τότε μόνον, αν ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέστηκε το δεδικασμένο που απορρέει απ' αυτή προς απόδειξη της βάσης και αγωγής ή την απόκρουση αυτής και το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1329/1985). Τα πραγματικά περιστατικά πρέπει να προταθούν από το διάδικο στο δικαστήριο της ουσίας και, επίσης, πρέπει, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου, να εκτίθεται, ότι είχε υποβληθεί αίτημα σχετικό από το πιο πάνω δεδικασμένο (ΑΠ 514/2002). Πρέπει, ακόμη, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου, να γίνεται ρητή μνεία στο αναιρετήριο, ότι ο παραπάνω ισχυρισμός είχε νόμιμα προταθεί στο δικαστήριο τους ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τις από τους αριθμούς 16 και, όπως εκτιμάται, και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, ότι το Εφετείο: 1) Παραβίασε τις περί δεδικασμένου διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 ΚΠολΔ, διότι προς ενίσχυση του αγωγικού ισχυρισμού τους ότι η προαναφερθείσα ψυχοσωματική κατάσταση και πνευματική ασθένεια της διαθέτιδας απέκλειε την ορθή σύλληψη των παραστάσεων του εξωτερικού κόσμου και την κανονική νοητική επεξεργασία αυτών των παραστάσεων, ώστε να προβαίνει σε έλλογη κρίση και απόφαση, ήταν δε αυτή μη αναστρέψιμη (ανίατη) και διαρκούσε μέχρι το θάνατό της, είχαν προσκομίσει α') την 21026/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία, κρίνοντας ότι υπάρχει ανάγκη να διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης για τη διενέργεια συντηρητικών πράξεων, όσον αφορά το πρόσωπο και την περιουσία της διαθέτιδας, διόρισε προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη, β') την 13027/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την αίτηση της διαθέτιδας για την ανάκληση της ως άνω αποφάσεως και γ') την 3035/2002 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα έφεση κατά της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης. 2) Δεν έλαβε υπόψη τα γενόμενα δεκτά με την ως άνω εφετειακή απόφαση περιστατικά, τα οποία συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι είχε υποβληθεί αίτημα σχετικό από το πιο πάνω δεδικασμένο, ούτε για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου γίνεται ρητή μνεία στο αναιρετήριο, ότι ο παραπάνω ισχυρισμός είχε νόμιμα προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά αντίθετα αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν τις ως άνω αποφάσεις απλώς προς ενίσχυση του αγωγικού ισχυρισμού τους, η δε προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-6-2011 αίτηση των Σ.ς συζ. Χ. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση της 1913/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης – Έλλειψη συνείδηση των πράξεων – ψυχική και διανοητική διαταραχή. Πότε συντρέχει έλλειψη νόμιμης βάσης. Πραγματογνωμοσύνη. Αν δεν υπάρχει παραδοχή για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης δεν δημιουργείται λόγος αναιρέσεως. Λόγος αναίρεσης από 11γ΄. Απορρίπτεται αν βεβαιώνεται ότι λήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα. Λόγος αναίρεσης από άρθρο 8. ΄Εννοια πράγματος. Δεδικασμένο. Αν δεν τίθεται στο αναιρετήριο ότι είχε υποβληθεί αίτημα για το δεδικασμένο ο λόγος από αρ. 8 και 1β΄ είναι απαράδεκτος.
|
Διαθήκης ακύρωση
|
Διαθήκης ακύρωση.
| 0
|
Αριθμός 91/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βλάσιο Λεονάρδο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 31430/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν εκπροσωπήθηκε.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 953/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξης, δηλαδή της έκδοσης επιταγής που είναι ακάλυπτη. Ειδικότερα αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διατάξεως της παρ. 1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του ν. του 1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία, ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει" του δράστη, άφηνε έξω από την περιγραφή της αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος υπαιτιότητας του εκδότη τον ενδεχόμενο δόλο. Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, ανασταλείσα, και χρηματική τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι ο κατ/νος - εκκαλών, κατά το χρονικό διάστημα από 6/8/2004 έως 21/6/2007 (...) καθώς και ... από 18/3/2005 έως 28/6/2007 (...) ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ, ΔΙΚΤΥΑ, ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΥΨΗΛΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ Α.Ε." μαζί με τον μη κατ/νο εν προκειμένω Γ. Δ., υπό τις ιδιότητές τους ως Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος - Διευθύνων Σύμβουλος του Δ.Σ. αντίστοιχα. Σύμφωνα δε με την παραπάνω δημοσιευμένη ανακοίνωση, στους ανωτέρω χορηγήθηκαν δικαιώματα εκπροσώπησης και δέσμευσης της εταιρείας, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο πρακτικό του ΔΣ της εταιρείας, οι οποίοι δέσμευαν την εταιρεία από κοινού με την υπογραφή τους και υπό την εταιρική επωνυμία. Υπό την ανωτέρω ιδιότητα του, ο κατ/νος, Ν. Σ., εξέδωσε στην Αθήνα, την υπ' αρ. ... επιταγή, ποσού 19.000 € σε διαταγή της εταιρείας "IPIROTIKI S.A.", πληρωτέα από την Τράπεζα "NOVA BANK", με ημερομηνία έκδοσης την 25-6-2005. Ακολούθως, η εις διαταγήν δικ/χος μεταβίβασε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου την παραπάνω επιταγή στην τράπεζα "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία κατέστη νόμιμος κομίστρια του αξιογράφου αυτού. Εμφανισθείσα δε η επιταγή νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα, προς πληρωμή, την 27/6/2005, δεν πληρώθηκε λόγω ανακλήσεώς της από τον εκδότη με επαρκές υπόλοιπο (...). Κατά τον παραπάνω τρόπο, ο κατηγορούμενος υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, εν γνώσει του εξέδωσε επιταγή που δεν πληρώθηκε στον κομιστή της διότι δεν είχε τα αντίστοιχα κεφάλαια διαθέσιμα κατά τον χρόνο της πληρωμής της. Ο κατηγορούμενος, απολογούμενος, δεν αρνήθηκε την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της εκδότριας εταιρείας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και η υπερασπιστική γραμμή του εξαντλήθηκε στους ακόλουθους ισχυρισμούς 1ον) ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε ως εγγύηση για την εκτέλεση έργου μηχανοργάνωσης που η εις διαταγήν εταιρεία ανέλαβε για λογαριασμό της εκδότριας, το οποίο ουδέποτε εκτελέστηκε, 2ον) ότι εκ των υστέρων ανακάλυψε ότι δεν είχε υπογράψει την επίδικη επιταγή και 3ον) ότι τα λογιστήρια εξέδωσαν την επίδικη επιταγή για να κλείσουν την υπόθεση. Προς επίρρωση δε των ισχυρισμών του αυτών επικαλείται και προσκομίζει τις από 10/1/2005 συμβάσεις έργου που κατάρτισε η εταιρεία του, εκπροσωπούμενη από τον ίδιο με την εταιρεία "IPIROTIKI S.A.", καθώς και την από 14/3/2011 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε, κατόπιν αναθέσεώς του και εντολής του, η δικαστική γραφολόγος Χριστίνα Τούση, στο συμπέρασμα της οποίας καταγράφεται ότι η υπογραφή στη θέση του εκδότη στην επίδικη επιταγή δεν είναι η γνήσια υπογραφή του κατηγορουμένου. Ωστόσο, από τα παραπάνω έγγραφα (συμβάσεις έργου και γραφολογική πραγματογνωμοσύνη) δεν μπορεί να σχηματιστεί απαλλακτική κρίση υπέρ του κατηγορουμένου και τούτο διότι: (α) στις μεν συμβάσεις έργου ουδέν αναφέρεται για τον τρόπο εξόφλησης της συμφωνημένης αμοιβής (δι' επιταγών ή μετρητοίς), η οποία (αμοιβή) σημειωτέον έχει υπολογισθεί για τα επιμέρους τμήματα εκτελέσεως του έργου σε ποσό 12.000 € για καθένα και όχι σε 19.000 €, ποσό που αναγράφεται στην επίδικη επιταγή, ούτε και αναγράφεται ότι για την εκ μέρους της εκδότριας εταιρείας του κατηγορουμένου τήρηση των συμβατικών όρων, δίνεται προς εγγύηση η επίδικη επιταγή. Τονίζεται ότι ο κατηγορούμενος, σε σχετική ερώτηση από έδρας, κατά την απολογία του απάντησε ότι δεν είχε κρατήσει κάποιο έγγραφο σημείωμα για την επιταγή που δόθηκε ως εγγύηση κατά τα ανωτέρω, καθώς και ότι δεν μπορεί να πει με ακρίβεια αν η επίδικη δόθηκε για εγγύηση και (β) η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη συντάχθηκε κατόπιν εντολής του κατηγορουμένου και με πρωτοβουλία του, μόλις το έτος 2011 και όχι προγενέστερα, γεγονός εκ του οποίου δημιουργούνται τουλάχιστον αμφιβολίες για την αξιοπιστία της. Εξάλλου, κατά την ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δίκη, ο κατηγορούμενος υποστήριξε, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ..., ότι η επίδικη επιταγή είχε δοθεί "χάριν ευκολίας" ενόψει της ανάληψης του παραπάνω έργου από την εταιρεία "IPIROTIKI S.A.". Ο ισχυρισμός αυτός είναι όλως αντιφατικός με τους προβαλλόμενους στην παρούσα κατ' έφεση δίκη και καταδεικνύει την πρόθεση του κατηγορούμενου να αποποιηθεί την ευθύνη του από την έκδοση της επίδικης επιταγής, που έγινε εν γνώση του. Σε κάθε περίπτωση ακόμη κι αν η υπογραφή επί της επιταγής δεν έχει τεθεί από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, σίγουρα αυτός έχει δώσει την ανεπιφύλακτη εξουσιοδότησή του προς τούτο, καθόσον ο ίδιος κατά την απολογία του στο παρόν Δικαστήριο, ανέφερε ότι τα λογιστήρια "κατά πάσα πιθανότητα, για να κλείσουν την υπόθεση, εξέδωσαν την επιταγή", που σημαίνει ότι ήταν σύνηθες, όπως άλλωστε συμβαίνει κατά την πρακτική των επιχειρηματιών, να ολοκληρώνεται η έκδοση των επιταγών δια της υπογραφής τους στη θέση του εκδότη από τους υπευθύνους του λογιστηρίου με την εκ των προτέρων συναίνεση και έγκριση των νομίμων εκπροσώπων της εκδότριας εταιρείας. Τέλος, η ευθύνη του κατηγορουμένου δεν αναιρείται εκ του γεγονότος ότι αυτός, όπως ισχυρίζεται, κατά τον επίδικο χρόνο, κατ' ουσίαν απουσίαζε από την εταιρεία του και δεν μετείχε στα πεπραγμένα αυτής για το λόγο ότι αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, καθόσον εκ των επικαλούμενων και προσκομιζόμενων ιατρικών εγγράφων, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, προκύπτει ότι αυτός νοσηλεύθηκε από τον Σεπτέμβριο του 2005 και μετά λόγω στεφανιαίας νόσου, δηλ. σε χρόνο μεταγενέστερο από εκείνου της έκδοσης της επίδικης επιταγής και της εμφάνισης της προς πληρωμή. ... Κατ' ακολουθία των παραπάνω, πρέπει ο κατηγορούμενος ... να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που του αποδίδεται όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933, όπως ισχύει, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος εξέδωσε, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ, ΔΙΚΤΥΑ, ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΥΨΗΛΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ Α.Ε." ("HITECH SMT ΑΕ"), τυπικά έγκυρη τραπεζική επιταγή, ότι η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε εμπροθέσμως στην πληρώτρια Τράπεζα και δεν πληρώθηκε λόγω ανακλήσεώς της, πράγμα που ισοδυναμεί με έλλειψη αντικρύσματος και ότι αυτός ενήργησε με πρόθεση. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το αξιόποινο του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από το υποστατό και το κύρος της αιτίας ή την ελαττωματικότητα εκδόσεώς της, όπως από τα αν, ενδεχομένως, αυτή εκδόθηκε χάριν ευκολίας. Ο σχετικός, λοιπόν, ισχυρισμός που είχε προτείνει ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, πέραν του ότι ήταν αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής, δεν ήταν νόμιμος και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, ως εκ περισσού δε τον απέρριψε αιτιολογημένα, χωρίς να υποπέσει σε καμιά αντίφαση. Τυχόν δε εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων (απολογίας του, μαρτυρικής καταθέσεως Ν. Δ.) δεν ιδρύει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως. β) Αιτιολογημένα και ως εκ περισσού, αφού αποτελεί απλό έγγραφο και όχι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αντικρούεται η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη που συντάχθηκε κατόπιν εντολής του κατηγορουμένου. γ) Το Δικαστήριο με βεβαιότητα δέχθηκε ότι η υπογραφή στην επιταγή είχε τεθεί από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, καμιά δε αντίφαση δεν γεννάται με την επικουρική παραδοχή ότι αυτός, σε κάθε περίπτωση, είχε δώσει την ανεπιφύλακτη συναίνεσή του για να τεθεί αυτή. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε και Δ του ΚΠοινΔ, τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του (στοιχ. α, β, γ), λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, άλλως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, μεταξύ των εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, είναι και φωτοαντίγραφο της υπ' αριθ. ... επιταγής. Και ναι μεν, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, το έγγραφο αυτό δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, ενώ στα πρακτικά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 104340/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών αναφέρεται ότι αναγνώσθηκε "φωτοτυπία επιταγής". Όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, παραδεκτώς το Τριμελές Πλημμελειοδικείο το έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του, γιατί αποτελεί το αντικείμενο του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, και, από τη λήψη του υπόψη χωρίς να αναγνωσθεί, δεν προκλήθηκε καμιά ακυρότητα. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Δ του ΚΠοινΔ, δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του (στοιχ. δ) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, αφενός για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από τη λήψη υπόψη του ως άνω εγγράφου χωρίς να αναγνωσθεί και αφετέρου για έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας ως προς την αναφορά των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 128 παρ. 2 και 139 του ΚΠοινΔ, όπως η τελευταία ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 2 παρ.5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα, όταν συναφή εγκλήματα δικάστηκαν χωριστά στον πρώτο βαθμό και ασκήθηκαν εφέσεις, να ζητήσει από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τη συνεκδίκαση αυτών. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα συνεκδικάσεως και, σε περίπτωση απορρίψεώς του, να αιτιολογήσει την κρίση του. Διαφορετικά, αν δηλαδή απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ζήτησε τη συνεκδίκαση των υπ' αριθ. 7, 8 και 9 δικογραφιών που αφορούσαν εφέσεις του κατηγορουμένου κατά των υπ' αριθ. 104338/2007, 104340/2007 και 125443/2008 αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με τις οποίες καταδικάσθηκε για συναφή εγκλήματα εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών αρχικώς επιφυλάχθηκε να αποφασίσει, τελικώς δε απέρριψε το ως άνω αίτημα με την αιτιολογία ότι: "Περαιτέρω, όσον αφορά το υποβαλλόμενο από τον κατ/νο αίτημα για συνεκδίκαση των συναφών με την παρούσα υπόθεση υπ' αρ. πιν. 7 και 9 υποθέσεων, που αφορούν όλες το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής (άρ. 79 ν. 5960/1933) και επί των οποίων εκδόθηκαν οι υπ' αρ. 104338/15-11-2007 και 125442/2008 αποφάσεις του Μον. Πλημ. Αθηνών, το οποίο υποβλήθηκε παραδεκτά πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας (...), τούτο κρίνεται απορριπτέο διότι κρίνεται ότι θα δυσχερανθεί η αποδεικτική διαδικασία, ενόψει και του ότι στην υπ' αρ. 9 υπόθεση υφίσταται και άλλος κατ/νος, με συνέπεια να μην εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης. Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρ. 128 και 129 ΚΠοινΔ, η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ενώ η τήρηση ή μη των διατάξεων αυτών δεν τάσσεται επί ποινή ακυρότητας (...)".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος του αναιρεσείοντος, αφού εξέθεσε το λόγο, για τον οποίο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν ενδεικνυόταν η συνεκδίκαση των ως άνω υποθέσεων, και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος, άλλως για εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (τον οποίο, πάντως, δεν προσδιορίζει), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28.7.2012 (με αριθ. πρωτ. 5475/2012) αίτηση του Ν. Σ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 31430/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Στοιχεία εγκλήματος. Πότε μπορούν να ληφθούν υπόψη έγγραφα που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν. Όχι απόλυτη ακυρότητα από τη λήψη υπόψη της επιταγής, χωρίς αυτή να αναγνωσθεί, γιατί αποτελεί το αντικείμενο του εγκλήματος. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος για συνεκδίκαση συναφών υποθέσεων. Απόρριψη αιτήσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Τραπεζική επιταγή, Αίτημα συνεκδίκασης συναφών υποθέσεων.
| 1
|
Αριθμός 91/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ι. Π. συζ. Σ., το γένος Η. Π., και 2)Ι. Π. του Η., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/4/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 713/2001 του ιδίου Δικαστηρίου και 119/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30/5/2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 26/11/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις νόμιμα προσκομιζόμενες με αριθμό … και … /29-11-2011 εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου …, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 5-12-2012, νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στους αναιρεσιβλήτους, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση. Οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών. Επειδή, κατά το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το υπ' αριθ. 132 της 1-9-1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο, και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή της Ελληνικής Νομοθεσίας, με το άρθρο 2 παρ 1 του ν. 510/1947, κατά των εγγραφών του κτηματικού βιβλίου, που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας, (μούλκ), επιτρέπεται η παραγραφή κατά τις αρχές της Ιταλικής Νομοθεσίας, μετά δεκαπενταετία, από την εγγραφή που έγινε. Ο νομέας που χρησιδέσποσε μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος με πράξη με την οποία συνομολογείται η συνεχής δεκαπενταετής νομή του από μέρους του τιτλούχου που είναι γραμμένος ή με δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων του ή, αν αυτοί δεν υπάρχουν, του Διευθυντού του Κτηματολογικού Γραφείου, ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε. Εξάλλου, κατ' άρθρο 61 παρ. 1 του αυτού Κανονισμού, η κτηματική εγγραφή και κάθε επόμενη καταχώρηση που προκύπτει από το κτηματικό βιβλίο, αποτελούν αντιστοίχως την νόμιμη απόδειξη, του κτηματικού δικαιώματος και των διαδοχικών αυτού μεταβολών, κατά δε το άρθρο 41 αυτού, αγωγές δεν μπορούν να βλάψουν τους τρίτους, οι οποίοι απέκτησαν το ακίνητο ή δικαιώματα επ' αυτού από επαχθή αιτία και με καλή πίστη, επί τη βάσει των δεδομένων της κτηματολογικής εγγραφής, η οποία προϋπήρχε, της εγέρσεως και καταχωρήσεως της αγωγής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι καθιερώνεται, ως τρόπος κτήσεως της κυριότητας, η έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή), η οποία ως προς τα λοιπά, πέραν, της δεκαπενταετούς νομής, στοιχεία, ήτοι ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως, διαδρομής και συμπληρώσεως της χρησικτησίας, μετά την εισαγωγή στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 2 παρ. 1 ν. 510/1947 της Ελληνικής Νομοθεσίας, ήτοι από 30-12-1947, διέπεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, (αρθρ. 974, 976-979 και 1045), κατά τις οποίες αυτός που αποκτά τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή) με διάνοια κυρίου και ασκεί αυτή για ορισμένο χρόνο χρησιδεσπόζει σε αυτό (ΑΠ 1965/1988), δεδομένου ότι η γενομένη με το ως άνω άρθρο 63 παραπομπή στις αρχές της Ιταλικής Νομοθεσίας είναι γνήσια, δηλαδή η συμπλήρωσή του γίνεται όχι με τις διατάξεις που κατά τη θέσπιση του Κτηματολογικού Κανονισμού ίσχυαν, αλλά με αυτές που κάθε φορά ισχύουν και αποτελούν έτσι συμπληρωματικά κείμενο της παραπέμπουσας διατάξεως. Από το κείμενο της διατάξεως είναι φανερό ότι η δεκαπενταετής νομή πρέπει να είναι μεταγενέστερη της εγγραφής στο Κτηματολογικό βιβλίο στο όνομα του δικαιούχου (κατά του οποίου χωρεί η χρησικτησία), ενώ εξ άλλου το στοιχείο τούτο πρέπει να περιέχεται στην αγωγή (ΑΠ 125/1979). Εκ παραλλήλου όμως ισχύει η αρχή της δημοσίας πίστεως του κτηματολογικού βιβλίου, η εγγραφή στο οποίο, τόσο η αρχική (θεμελιώδης), όσο και οι μεταγενέστερες δημιουργούν τεκμήριο έναντι όλων ότι ο τρίτος που έχει συναλλαγεί καλοπίστως και με επαχθή αιτία, απέκτησε πράγματι το βάσει των δεδομένων της προϋπάρχουσας εγγραφής φερόμενο στο κτηματολογικό βιβλίο ως αποκτηθέν δικαίωμα. Κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) είναι νομέας του αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Η διάνοια κυρίου, το πνευματικό δηλαδή στοιχείο της νομής, που είναι η θέληση του προσώπου να εξουσιάζει το πράγμα ως κύριος, δηλούται ρητώς ή σιωπηρώς δια πράξεων του εξουσιάζοντας το πράγμα, από τις οποίες συνάγει το στοιχείο αυτό το δικαστήριο και δεν απαιτείται ειδική μνεία στην απόφαση του στοιχείου αυτού, αφού αυτό περιέχεται στην ως άνω από το νόμο ορισμένη έννοια της νομής. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 και 4 του ισχύοντος Συντάγματος κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια. Πριν καταβληθεί η οριστική ή προσωρινή αποζημίωση διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται η κατάληψη. Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που καθιερώνει την απόκτηση κυριότητας με κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία) δεν αντίκεινται στις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος, διότι ο θεσμός της έκτακτης χρησικτησίας, απαντάται στις νομοθεσίες σχεδόν όλων των Ευρωπαϊκών Κρατών και έχει ως δικαιολογητικό λόγο την ασφάλεια των συναλλαγών και την ανάγκη της αξιοποίησης των οικονομικών αγαθών και άρα την ικανοποίηση του γενικού, ή κατ' άλλη έκφραση, του δημοσίου συμφέροντος (ΑΠ 83/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή εκτίμηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της ένδικης από 13-4-1999 αγωγής προκύπτει, ότι το ενάγον και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίστηκε ότι τα τμήματα ακινήτων, όπως αυτά περιγράφονται με σαφήνεια και πληρότητα κατ' έκταση, θέση και κτηματολογικά στοιχεία, τα κατέχει και νέμεται από το έτος 1947 συνεχώς και αδιαλείπτως ειρηνικά και με καλή πίστη, χωρίς καμία αμφισβήτηση εκ μέρους των φερομένων ως τιτλούχων και χωρίς εναντίωσή τους, ασκώντας όλες τις πράξεις νομής και κατοχής. Ότι στα τμήματα αυτά και επί άλλων κτηματομερίδων ιδιοκτησίας του Ιταλικού Δημοσίου ανήγειραν οι Ιταλικές αρχές κατοχής συγκρότημα οικημάτων, που αποτελούσαν το Σανατόριο της Αγίας Ελεούσας. Ότι μετά την απελευθέρωση το έτος 1947 τα ανεγερθέντα οικήματα με την γύρω αυλή τους συνέχισαν να τελούν υπό την διαχείριση του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών μέχρι το έτος 1970 αποτελέσαντα χώρους αποθήκευσης υλικών δικαιοδοσίας Υγειονομικού Κέντρου και του Κέντρου Πρόνοιας Ρόδου ή στεγάζονταν σ' αυτά υπάλληλοι του παραπάνω ιδρύματος και στη συνέχεια περιήλθαν στη διοίκηση, διαχείριση και γενικά δικαιοδοσία του Υπουργείου Οικονομικών. Ζήτησε δε να αναγνωριστεί, ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό του ο νόμιμος χρόνος κτητικής παραγραφής για την απόκτηση κυριότητας επί των ιδανικών μεριδίων των εναγομένων στα αναφερόμενα τμήματα ακινήτων γαιών … και γαιών …. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, 8 Ν. 510/1947, 974, 1045 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ. Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, με την αιτιολογία "ότι ακόμη και στην περίπτωση της γενόμενης εκχώρησης στο Ελληνικό Δημόσιο της ακίνητης περιουσίας του Ιταλικού Δημοσίου, η διαδοχή αυτή πραγματώθηκε δυνάμει πράξεων που καταχωρίστηκαν στο κτηματολογικό βιβλίο, σε αντίθετη δε περίπτωση, κατά την οποία δεν προηγήθηκε πράξη διαδοχής αλλά το Ελληνικό Δημόσιο κατέλαβε και νεμόταν περιουσία ιδιωτών, τότε η κατάληψη αυτή για να είναι συνταγματικά αποδεκτή έπρεπε να πληρεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 17 του Συντάγματος, δηλαδή να γίνεται για λόγους δημόσιας ωφέλειας και κατόπιν προηγούμενης αποζημίωσης του ιδιοκτήτη και έτσι η άσκηση από το αναιρεσίβλητο της ένδικης αγωγής που ερείδεται στο άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού με επίκληση δεκαπενταετούς νομής, προκειμένου να αναγνωριστεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό του και σε βάρος των εκκαλούντων η κτητική παραγραφή του δικαιώματος, συνιστά απόπειρα μη σύμφωνης με το Σύνταγμα κρατικοποίησης ιδιωτικής ιδιοκτησίας", έσφαλε παραβιάζοντας έτσι την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, αφού ο θεσμός της έκτατης χρησικτησίας (και της κτητικής παραγραφής) είναι νόμιμος θεσμός στο πλαίσιο ικανοποιήσεως όχι μόνο του ατομικού αλλά και του γενικού συμφέροντος. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 του ν. 3693/1957, όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 119/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κτηματολογικός Κανονισμός Δωδεκανήσου. Ο θεσμός της έκτακτης χρησικτησίας καθώς και της κτητικής παραγραφής είναι νόμιμος θεσμός – δεν παραβιάζει το άρθρο 17 του Συντάγματος – Αναιρείται η 119/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που δίκασε ως Εφετείο.
|
Αγωγή αναγνωριστική
|
Αγωγή αναγνωριστική.
| 0
|
Αριθμός 94/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Ζ. του Ι., συζ. Χ. Γ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Δημητρίου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Μ. του Β., συζ. Α. Π., και 2)Σ. Μ. του Β., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χαραλάμπους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/1/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 212/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 49/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/6/2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 21/11/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043 και 1044 ΑΚ προκύπτει, ότι για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος, που πρέπει να υποβληθεί σε μεταγραφή (άρθρα 1192 περ.α'και 1198 ΑΚ), πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας. Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο της καλής πίστης, αυτό συντρέχει, όταν ο νομέας, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει, κατά τη κτήση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1043 παρ.1 ΑΚ, προς χρησικτησία αρκεί και νομιζόμενος τίτλος, εφόσον δικαιολογείται καλή πίστη του νομέα. Είναι δε νομιζόμενος ο τίτλος, ο οποίος, κατά την πεποίθηση του νομέα, που δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, υπολαμβάνεται απ' αυτόν ότι υπάρχει, ενώ πράγματι δεν υπήρξε καθόλου. Δεν αρκεί συνεπώς μόνη η πεποίθηση του νομέα ότι απέκτησε την κυριότητα, αλλά προσαπαιτείται και η καλή πίστη που αφορά τον τίτλο, δηλαδή η πεποίθηση στη συγκεκριμένη περίπτωση για την ύπαρξη του τίτλου. Νομιζόμενος τίτλος υπάρχει και όταν ο κληρονόμος ακινήτου, κατά την εφαρμογή του τίτλου του, από συγνωστή πλάνη, καταλαμβάνει έκταση μεγαλύτερη από αυτήν του κληρονομιαίου ακινήτου (πρβλ.ΑΠ 35/2008 Ελλ.Δνη 49.1089, Γεωργιάδη, Εμπ.Δικ., Τ.Ι εκδ.1991, σελ.427-428). Εξάλλου, για την ίδρυση του από το άρθρο 560 αριθ.1α ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει το δικαστήριο να απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή να αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα εξής: "Οι διάδικοι είναι κύριοι όμορων αγροτικών εκτάσεων(...), οι οποίες προέρχονται από τη διαίρεση ενός μείζονος αγρού..,Ειδικότερα, η γιαγιά τους Α. Μ...με την υπ αρ…/4-12-1992 δημόσια διαθήκη...κατέλιπε μεταξύ άλλων: (α), στον υιό της Β. Μ. ένα αγροτεμάχιο στη κτηματική περιοχή του αγροκτήματος … στη θέση "κοντά στο δρόμο" έκτασης 8.000 τετραγωνικών μέτρων περίπου...το οποίο αποτελεί το βόρειο τμήμα μεγαλύτερου αγροτεμαχίου έκτασης περίπου 16.000 τετραγωνικών μέτρων και (β) στην κόρη της Ι. Μ., σύζυγο Ι. Ζ. ένα αγροτεμάχιο στη κτηματική περιοχή του αγροκτήματος …στη θέση "κοντά στο δρόμο" έκτασης 8.000 τετραγωνικών μέτρων περίπου...το οποίο αποτελεί το (νότιο και όχι - όπως από παραδρομή αναφέρεται - το) βόρειο τμήμα μεγαλύτερου αγροτεμαχίου έκτασης περίπου 16.000 τετραγωνικών μέτρων. Η διαθήκη αυτή, η οποία αποτελεί τον κοινό τίτλο των δικαιοπάροχων των διαδίκων, δημοσιεύθηκε με τα πρακτικά δημοσίευσης διαθήκης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης υπ' αρ. 12/14-1-1993. Ο Β. Μ. και η Ι. Μ., σύζυγος Ι. Ζ., αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά με τις υπ' αρ…./14-4-1993 και …/13-4-1993 δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς...,νομίμως μεταγραφείσες...Από την ανάγνωση της περιγραφής των ανωτέρω ακινήτων συνάγεται αβίαστα ότι οι δύο αγροί έκτασης εκάστου περίπου 8.000 τετραγωνικών μέτρων που κατέλειπε η διαθέτιδα στα δύο τέκνα της προέρχονται από τον ίδιο μεγαλύτερο αγρό περίπου 16.000 τετραγωνικών μέτρων, τον οποίο η διαθέτιδα διαίρεσε σε δύο ίσα τμήματα έκτασης 8.000 τετραγωνικών μέτρων έκαστο με τη διαθήκη της και κατέλειπε το βόρειο τμήμα στον υιό της και το νότιο τμήμα στην κόρη της. Το γεγονός ότι επιθυμούσε να λάβει έκαστο τέκνο της ίση έκταση με το άλλο προκύπτει αφ' ενός μεν από τη διαίρεση του αγρού σε δύο μέρη ίσης και όχι άνισης έκτασης και αφ' ετέρου από τη χρήση της ίδιας ακριβώς λεκτικής διατύπωσης και στις δύο διατάξεις της διαθήκης, ήτοι της φράσης "έκτασης 8.000 τετραγωνικών μέτρων περίπου" χωρίς την προσθήκη άλλης διατύπωσης που συνηθίζεται, όταν ο δικαιοπρακτών επιθυμεί να δοθεί έμφαση περισσότερο στην ταυτότητα και όχι τόσο στην έκταση του ακινήτου, όπως "τόσης έκτασης ή όσης βρεθεί ότι είναι" ή "τόσης έκτασης ή όσης είναι εντός των ιδίων ορίων"...Η Ι. Ζ. δυνάμει του συμβολαίου γονικής παροχής υπ' αρ…/25-7-2003...,νομίμως μεταγραφέντος...,μεταβίβασε στην ενάγουσα την ψιλή κυριότητα του αγρού που κληρονόμησε και παρακράτησε γι' αυτήν την επικαρπία του. Στο συμβόλαιο ανεγράφη ότι κατά δήλωση της παρέχουσας μετά από νεότερη καταμέτρηση η έκταση του αγρού ανέρχεται στα 10.000 τετραγωνικά μέτρα. Η Ι. Ζ. απεβίωσε την 5/9/2003 ... και έτσι η ενάγουσα απέκτησε την πλήρη κυριότητα του αγρού.Με την υπ' αρ…/18-4-2003 πράξη διόρθωσης...διορθώθηκε η προαναφερθείσα υπ' αρ…/14-4-1993 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς που αφορούσε τον αγρό του Β. Μ. ως προς την έκταση του από τα περίπου 8.000 τετραγωνικά μέτρα στα 10.373,85 τετραγωνικά μέτρα, ενώ στην ίδια πράξη ανεγράφη ότι ο μείζων αγρός της παραπάνω διαθέτιδος είχε έκταση 20.000 τετραγωνικών μέτρων. Αυτή η διορθωτική πράξη μεταγράφηκε νομίμως....Έτσι, δέκα χρόνια μετά την απόκτηση του αγρού αμφότεροι οι συγκύριοι άρχισαν να θεωρούν ότι δεν κληρονόμησαν αγρό έκτασης 8.000 τετραγωνικών μέτρων αλλά 10.000 τετραγωνικών μέτρων έκαστος. Μάλιστα, ο Β. Μ. θεώρησε ότι ο μείζων αγρός της μητέρας του ήταν μεγαλύτερος κατά 4.000 τετραγωνικά μέτρα από ότι πίστευαν έως τότε. Η θέση τους αυτή κατεγράφη στα ανωτέρω συμβόλαια...Ο Β. Μ. μεταβίβασε την κυριότητα του δικού του αγρού στα δύο τέκνα του, δηλαδή στους εναγομένους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του συμβολαίου γονικής παροχής υπ' αρ…/25-10-2007....Οι εναγόμενοι αποφάσισαν να διανείμουν τον αγρό και δυνάμει του συμβολαίου διανομής ακινήτου υπ' αρ…/11-2-2008...η πρώτη εναγομένη έλαβε το δυτικό τμήμα του αγρού έκτασης 5.125,42 τετραγωνικών μέτρων με μία ισόγεια αποθήκη επιφάνειας 30 τετραγωνικών μέτρων επ' αυτού, το οποίο συνορεύει βόρεια με χείμαρρο, νότια με ιδιοκτησία Σ. Α. Ο. και με δημοτική οδό, ανατολικά με το υπόλοιπο ακίνητο, το οποίο έλαβε ο δεύτερος εναγόμενος και δυτικά με δημοτική οδό και με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων Σ. Κ., όπως αποτυπώνεται...στο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Χ. Μ., το οποίο συντάχθηκε το μήνα Ιανουάριο του 2008 και προσαρτήθηκε στο συμβόλαιο διανομής. Ο δεύτερος εναγόμενος έλαβε το ανατολικό τμήμα του αγρού έκτασης 5.125,43 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο συνορεύει βόρεια με χείμαρρο, νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων Ζ., ανατολικά με κοινόχρηστη έκταση και δυτικά με το υπόλοιπο ακίνητο, το οποίο έλαβε η πρώτη εναγόμενη, όπως αποτυπώνεται...στο προαναφερθέν τοπογραφικό διάγραμμα....Ο διανεμηθείς αγρός που έλαβαν από τον πατέρα τους Β. Μ. στο συμβόλαιο αυτό αναφέρεται ως έχων έκταση 10.250,85 τετραγωνικών μέτρων, η δε πρόσθεση των εκτάσεων τους αποδίδει άθροισμα 10.250,85 τετραγωνικών μέτρων...Ο αγρός του Β. Μ., ο οποίος περιήλθε στους εναγομένους, για πρώτη φορά χαρτογραφήθηκε το μήνα Μάρτιο του έτους 2003 από τον τοπογράφο μηχανικό Χ. Μ. και συντάχθηκε το σχετικό προσκομιζόμενο διάγραμμα. Για το λόγο αυτό άλλωστε από το έτος αυτό, όπως αναφέρθηκε, οι κύριοι των αγρών αναγράφουν στα συμβόλαια τους ότι η έκταση εκάστου αγρού ανέρχεται σε 10.000 τετραγωνικά μέτρα. Σημειωτέον ότι το έτος 2003 η ανωτέρω τοπογράφηση αφορούσε μόνο τον αγρό του Β. Μ. και όχι τον αγρό της ενάγουσας. Ο τοπογραφηθείς αγρός των 10.000 τετραγωνικών μέτρων του Μ. περιλάμβανε μια ισόγεια αποθήκη επιφανείας 30,40 τετραγωνικών μέτρων στη νοτιοδυτική γωνία του αγρού του, ήτοι στο τμήμα, το οποίο αργότερα με την προαναφερθείσα σύμβαση διανομής έλαχε στην κόρη του. Το κτίσμα αυτό χρησιμοποιήθηκε αργότερα από το γαμβρό του Μ. και σύζυγο της πρώτης εναγομένης Α. Π. για την παραγωγή οίνου, τον οποίο αυτός είχε άδεια να παρασκευάζει και να εμπορεύεται δυνάμει της υπ' αρ…/14-7-2003 άδειας της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης νομού Ξάνθης. Το έτος 2003 εκδόθηκε από το αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο Ξάνθης η άδεια οικοδομής υπ' αρ…/4-9-2003, με την οποία νομιμοποιήθηκε πολεοδομικά η κατασκευή του οικήματος, αν και ο Β. Μ. είχε αρχίσει να το κτίζει προ του έτους αυτού. Η θέση του οικήματος αυτού στη νοτιοδυτική γωνία του αγρού άγει στη συναγωγή του συμπεράσματος, ότι ο χώρος, στον οποίο ανεγέρθηκε, όσο και ολόκληρη η λωρίδα που ορίζεται από τις διαστάσεις του οικήματος και εκτείνεται προς δυσμάς ανήκε στον αγρό του Β. Μ.. Ομοίως και ο χώρος, στον οποίο το έτος 2003 η πρώτη εναγομένη μαζί με το σύζυγο της φύτεψε αμπέλι. Η προαναφερθείσα λωρίδα ταυτίζεται με την επίδικη έκταση σε μεγάλο βαθμό. Εάν η ενάγουσα και η μητέρα της, όσο ζούσε, θεωρούσαν ότι ο Β. Μ., η κόρη του και ο γαμβρός του έκτισαν αποθήκη και φύτευσαν αμπέλι σε χώρο που δεν ανήκε σε αυτούς αλλά στην ενάγουσα και προηγουμένως στη μητέρα της, θα είχαν εγείρει από τότε τις αντιρρήσεις τους, πράγμα που δεν έγινε. Η εκ μέρους τους αποδοχή της ανοικοδόμησης στη νοτιοδυτική γωνία του αγρού του Β. Μ…αποδεικνύει ότι θεωρούσαν και αυτοί ότι ο χώρος αυτός και η λωρίδα που δημιουργείται από τη νοητή ευθεία που ενώνει την αποθήκη με την ανατολική πλευρά του όλου αγρού ανήκει στο τμήμα των 8.000 τετραγωνικών μέτρων που έλαβε ο Β. Μ. και όχι σε αυτό που έλαβε η Ι. Μ., σύζυγος Ι. Ζ.. Άλλωστε, η μητέρα της ενάγουσας δεν τοπογράφησε ποτέ το δικό της αγρότη δε ενάγουσα προέβη μόλις το μήνα Ιούνιο του έτους 2008 στην τοπογράφηση του, την οποία εκτέλεσε ο τοπογράφος μηχανικός Κ. Γ.. Δηλαδή, έως το 2008 η πεποίθηση της ενάγουσας ότι και ο δικός της αγρός έχει έκταση 10.000 τετραγωνικών μέτρων βασιζόταν στη διαβεβαίωση του θείου της Β. Μ.. Η ορθότητα της διαβεβαίωσης δεν ελέγχθηκε από κανέναν, δηλαδή η θέση ότι η ιδιοκτησία που έλαβε η ενάγουσα από τη μητέρα της είχε έκταση 10.000 τετραγωνικών μέτρων τύγχανε προϊόν υποκειμενικής εκτίμησης αλλά ήταν αντικειμενικά αστήρικτη...Από το έτος 1993 έως το έτος 2004 οι δικαιοπάροχοι των διαδίκων, δηλαδή οι αδελφοί Β. Μ. και Ι. Ζ. εκμεταλλευόταν ολόκληρο τον αγρό από κοινού είτε εκμισθώνοντας τον σε τρίτα πρόσωπα είτε καλλιεργώντας τον ο ίδιος ο Β. Μ. δυνάμει ιδιωτικών συμφωνητικών που συντασσόταν στο όνομα της συζύγου του Μ. Μ. και καταβάλλοντος μίσθωμα στην αδελφή του για το δικό της τμήμα. Τα καλλιεργούμενα ήδη ήταν καλαμπόκι και τριφύλλι. Η αναφερθείσα συνεργασία των δύο οικογενειών στην οικονομική εκμετάλλευση του μείζονος αγρού δεν είχε ως συνέπεια ότι δεν υφίσταντο όρια μεταξύ των δύο αγρών που ανήκαν σε διαφορετικούς κυρίους. Για το λόγο αυτό άλλωστε μετά την παύση της από κοινού εκμετάλλευσης του μείζονος αγρού οι κύριοι των δύο επιμέρους αγρών δεν κάλεσαν τοπογράφο για τη χάραξη ορίων επί του εδάφους, ώστε να πληροφορηθούν με ασφάλεια, πού βρίσκεται η γραμμή που διαιρεί τα ακίνητα τους. Η παράλειψη αυτή οφείλεται στην υφιστάμενη πεποίθησή τους ότι το σύνορο των αγρών τους ήταν γνωστό και επομένως δεν υπήρχε ανάγκη χάραξής του...Το συμπέρασμα ότι οι διάδικοι θεωρούσαν γνωστά τα όρια των αγρών τους επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως...Η κλήση του τοπογράφου μηχανικού Χ. Μ. τέσσερα έτη αργότερα, δηλαδή το έτος 2008, για να εφαρμόσει επί του εδάφους τα όρια των αγρών δεν οφείλεται στην επιθυμία να οριοθετηθούν τότε για πρώτη φορά οι αγροί αλλά στο γεγονός ότι οι εναγόμενοι διένειμαν συμβολαιογραφικά μεταξύ τους τον αγρό που έλαβαν από τον πατέρα τους. Η τοπογραφική αποτύπωση των δικών τους επιμέρους αγρών που προέκυψαν από την προαναφερθείσα διανομή για τις ανάγκες της οριοθέτησής τους είχε ως συνέπεια να οριοθετηθούν οι αγροί αυτοί όχι μόνο μεταξύ τους αλλά και σε σχέση με τον αγρό της ενάγουσας και να αποτυπωθούν και τα όρια μεταξύ αφ' ενός των δύο μικρότερων αγρών που δημιούργησαν οι εναγόμενοι και αφ' ετέρου του αγρού της ενάγουσας. Δηλαδή, το έτος 2008 δεν οριοθετήθηκε το πρώτον η πρώην ιδιοκτησία του Β. Μ. από την ιδιοκτησία της ενάγουσας. Λίγους μήνες αργότερα, το μήνα Ιούνιο του έτους 2008, ο τοπογράφος Κ. Γ. τοπογράφησε τους τρεις αγρούς και σύμφωνα με το τοπογραφικό διάγραμμα που κατάρτισε ο αγρός της ενάγουσας έχει έκταση 10.001,31 τετραγωνικών μέτρων, ο αγρός της πρώτης εναγόμενης έχει έκταση 5.272,33 τετραγωνικών μέτρων και ο αγρός του δεύτερου εναγόμενου έχει έκταση 4.728,98 τετραγωνικών μέτρων...Η τοπογράφηση του τοπογράφου μηχανικού Κ. Γ., κατά την οποία και οι τρεις αγροί έχουν συνολική έκταση 20.002,31 τετραγωνικών μέτρων, αποδεικνύει ότι ο αγρός του Β. Μ., τον οποίο διένειμαν οι εναγόμενοι, ήταν μεγαλύτερος από τον αγρό της αδελφής του, τον οποίο έλαβε η ενάγουσα. Δηλαδή παρά το γεγονός ότι δυνάμει της υπ' αρ…/4-12-1992 δημόσιας διαθήκης...η γιαγιά των διαδίκων Α. Μ....κατένειμε ισομερώς στα δύο τέκνα της τον αγρό έκτασης 16.000 τετραγωνικών μέτρων κατά το περιεχόμενο της διαθήκης, τελικώς το έτος 2003 ο αγρός αποδείχθηκε μεγαλύτερος ενώ το έτος 1993 ο Β. Μ. εγκαταστάθηκε σε μεγαλύτερη έκταση από την αδελφή του. Η ανισομερής κατανομή του αγρού αυτού, οφείλεται, όπως αποδείχθηκε, στην εσφαλμένη εκτίμηση του μεγέθους του και στην παράλειψη των δύο κληρονόμων να προσλάβουν τοπογράφο μηχανικό, για να τοπογραφήσει και να οριοθετήσει τις ιδιοκτησίες τους. Η άνιση κατανομή του αγρού αντίκειται σαφώς στη βούληση της διαθέτιδος πλην όμως η διαπίστωση αυτή δεν είναι δυνατό να οδηγήσει στην αλλαγή των ορίων των αγρών, τα οποία τέθηκαν από τα αδέλφια Β. Μ. και Ι. Μ., σύζυγο Ι. Ζ. το έτος 1993, έστω και χωρίς τήρηση ορισμένου τύπου εξωτερικά ευδιάκριτου και κατά συνέπεια στην αποδοχή της αγωγής ως ουσιαστικά βάσιμης, διότι το έτος 1993 που ο Β. Μ. απέκτησε τη νομή του αγρού έως την 25.10. 2007, οπότε μεταβίβασε στους εναγόμενους τον αγρό δυνάμει του προαναφερθέντος συμβολαίου γονικής παροχής υπ' αρ…/25.10.2007 (...) παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος των δέκα ετών, κατά τη διάρκεια του οποίου αυτός νεμόταν με καλή πίστη ολόκληρο τον αγρό που έλαβε, δηλαδή και την επίδικη έκταση, η δε νομή του βασιζόταν σε νομιζόμενο τίτλο. Ειδικότερα, η νομή του Β. Μ. συνίστατο στην καλλιέργεια καλαμποκιού και τριφυλλιού στον αγρό του και στην εκμίσθωση του σε άλλους καλλιεργητές, για να τον καλλιεργούν αυτοί Η καλλιέργεια από τον ίδιο και από άλλα πρόσωπα γινόταν εναλλασσόμενα από το έτος 1993 έως το 2004, η δε συνεργασία του με την αδελφή του, ώστε να καλλιεργούνται ενιαίως αμφότεροι οι αγροί δεν μεταβάλλει τη φύση της νομής του. Άλλη πράξη νομής είναι η προαναφερθείσα ανέγερση αποθήκης και η φύτευση αμπελιού. Όλες αυτές οι πράξεις που εκτεινόταν και στην επίδικη έκταση γινόταν εις γνώση της ενάγουσας και της μητέρας της όσο ζούσε και χωρίς την προβολή αντιρρήσεων εκ μέρους τους. Η αδιατάρακτη εκ μέρους της ενάγουσας νομή του Β. Μ. επιβεβαιώθηκε το έτος 2004, όταν μετά την παύση της συνεκμετάλλευσης των δύο αγρών η ενάγουσα δεν αμφισβήτησε τα όρια που έδειξε ο θείος της στο σύζυγό της και μάρτυρα αποδείξεως. Από το έτος 2004 μέχρι το έτος 2007 τον αγρό και συνεπώς την επίδικη έκταση τη νεμόταν τα τέκνα του Β. Μ. και ο γαμβρός του Α. Π. στο δικό του όνομα (του Β. Μ.). Επομένως, από την απόκτηση της νομής εκ μέρους του Β. Μ…ο έτος 1993 έως και το χρόνο άσκησης της αγωγής, ήτοι τη 13.1.2009, παρήλθε χρόνος άνω των δέκα ετών. Η καλή πίστη του αναφορικά με το δικαίωμα του υπήρχε από το έτος 1993 τουλάχιστο έως το έτος 2003, οπότε αντιλήφθηκε ότι η έκταση των αγρών που αναφερόταν στη διαθήκη της μητέρας του ήταν εσφαλμένη, σε κάθε περίπτωση όμως αρκεί η καλή πίστη να υπάρχει κατά το χρόνο απόκτησης της νομής, η δε μεταγενέστερη κακή πίστη δεν βλάπτει την απόκτηση του δικαιώματος της κυριότητας με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας. Ο νομιζόμενος τίτλος επί του οποίου εδράζεται το δικαίωμα κυριότητας του Β. Μ. είναι η υπ' αρ…/14.4.1993 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ξάνθης Γιαννούλας Νίκου, νομίμως μεταγραφείσας...με την οποία αποδέχθηκε την κληρονομιά που του επήχθη με την υπ' αρ…/4.12.1992 δημόσια διαθήκη της γιαγιάς των διαδίκων Α. Μ....., η οποία είναι έγκυρη καθ' όλα τα στοιχεία της πλην όμως η εφαρμογή της από τους κληρονόμους της ήταν ελαττωματική αναφορικά με την έκταση που τελικά περιήλθε σε έκαστο εξ αυτών, η δε δικαιολογημένη εσφαλμένη πεποίθηση τους σχετικά με το χώρο στον οποίο αναφέρεται ο τίτλος κυριότητας τους είναι χαρακτηριστική περίπτωση νομιζόμενου τίτλου...Επομένως, ο Β. Μ. κατέστη κύριος της επίδικης έκτασης με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας και κατά συνέπεια νομίμως η έκταση αυτή μεταβιβάστηκε στα τέκνα του...Την άνοιξη του έτους 2008 η πρώτη εναγομένη κατασκεύασε περιμετρικά της ιδιοκτησίας της περίφραξη αποτελούμενη από τοίχο με συρματόπλεγμα. Η περίφραξη αυτή κατασκευάστηκε εντός του αγρού της πρώτης εναγόμενης, όπως αυτή αποτυπώθηκε στο διάγραμμα του Χ. Μ. του έτους 2008, δηλαδή εντός της ιδιοκτησίας που έλαβε από τον πατέρα της. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα η πρώτη εναγομένη δικαιούται να περιφράξει το μέρος της επίδικης έκτασης που περιήλθε σ' αυτή δυνάμει της προαναφερθείσας διανομής, διότι πρόκειται για τμήμα του αγρού που έλαβε νομίμως από τον πατέρα της. Το ίδιο ισχύει και για την ενέργεια του δεύτερου εναγομένου να απαγορεύσει στο μισθωτή του αγρού της ενάγουσας Χ. Β. Ο. να καλλιεργεί το μέρος της επίδικης έκτασης που περιήλθε σ' αυτόν δυνάμει της προαναφερθείσας διανομής, διότι πρόκειται για τμήμα του αγρού που έλαβε νομίμως από τον πατέρα του". Με βάση της παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε, ότι την κυριότητα των επίδικων πιο πάνω τμημάτων ακινήτου απέκτησε ο δικαιοπάροχος των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγομένων Β. Μ. με τακτική χρησικτησία, ως νεμηθείς αυτά από το έτος 1993 έως την 25.10.2007, οπότε και τα μεταβίβασε σ'αυτούς - ήδη αναιρεσιβλήτους εναγομένους -, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, με καλή πίστη και το νομιζόμενο πιο πάνω τίτλο. Έκρινε, δηλαδή, ως βάσιμη και κατ'ουσίαν την ένσταση των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγομένων περί απόκτησης της κυριότητας των επίδικων πιο πάνω τμημάτων ακινή του από μέρους του προαναφερόμενου δικαιοπαρόχου τους και ότι πρέπει, κατά παραδοχή, της ένστασης αυτής να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένδικη - από 13.1.2009 - διεκδικητική των εν λόγω επίδικων τμημάτων ακινήτου αγωγή της αναιρεσείουσας, που είχε ως βάση τον παράγωγο τρόπο της απόκτησης αυτών από μέρους της με γονική παροχή της μητέρας της προς αυτήν, δυνάμει του αναφερόμενου - …/25.7.2003 - συμβολαίου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Ακολούθως, δέχτηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, και, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την εν λόγω διεκδικητική αγωγή της αναιρεσείουσας. Έτσι που έκρινε το πιο πάνω Δικαστήριο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043 και 1044, αντίστοιχα, του ΑΚ. Ειδικότερα, υπό τα ως άνω δεδομένα, ορθά το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι υπάρχει νομιζόμενος τίτλος στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων ως προς τα επίδικα πιο πάνω τμήματα ακινήτου και ότι αυτός κατέστη κύριος των τμημάτων αυτών με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας (ΑΚ 1041). Ο μοναδικός, επομένως, λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ.α'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση από τον αριθμό 1 εδ.β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι αόριστη και πρέπει να απορριφθεί, γιατί δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα επί μέρους διδάγματα της κοινής πείρας που φέρονται ότι παραβιάστηκαν. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, η οποία ηττάται, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.6.2011 αίτηση της Α. Ζ. του Ι., συζύγου Χ. Γ., για αναίρεση της 49/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Νομιζόμενος τίτλος υπάρχει και όταν ο κληρονόμος ακινήτου, κατά την εφαρμογή του τίτλου του, από συγνωστή πλάνη, καταλαμβάνει έκταση μεγαλύτερη από αυτήν του κληρονομιαίου ακινήτου. Αόριστη αιτίαση από τον αριθμό 1 εδ. β΄του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, όταν δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα επί μέρους διδάγματα της κοινής πείρας που φέρονται ότι παραβιάστηκαν.
|
Χρησικτησία
|
Χρησικτησία, Νομιζόμενος τίτλος.
| 0
|
Αριθμός 95/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Ν., κατοίκου …, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Τ. χήρας Δ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ξενοφώντα Νικολάου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 1/11/2007 ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 300/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 660/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/6/2011 αίτησή του και τους από 20/9/2011 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 21/11/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αίτησης ως προς τους λόγους αναίρεσης, τρίτο, κατά το τρίτο μέρος του, του κυρίου δικογράφου και δεύτερο των προσθέτων, και την απόρριψη της ως προς τους λοιπούς.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ.1, 1712, 1721, 1724, 1738, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199, 999, 1000 και 1001 εδ.α ΑΚ, συνάγεται, ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική διαδοχή, από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του. Για τη μεταβίβαση, με τον τρόπο αυτό, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας να ήταν κύριος του ακινήτου. Εξάλλου, ως πράγμα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, η λήψη ή η μη λήψη του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον οικείο αναιρετικό λόγο, αποτελεί και η βάση της αγωγής (κύρια ή επικουρική), καθώς και τα προς θεμελίωση αυτής περιστατικά. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ανταγωγής, ως προς την οποία παραδεκτά βάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 553 παρ.1β ΚΠολΔ), ο ήδη αναιρεσείων αντενάγων ισχυρίσθηκε, ότι με τη …/27.2.1976 δημόσια διαθήκη ενώπιον του συμβολαιογράφου Μυρτουντίων Γεωργίου Τζιμοπούλου του αποβιώσαντος το έτος 1977 πατέρα του Ν. Κ., που δημοσιεύτηκε νόμιμα, έγινε αποδεκτή από τον ίδιο και μεταγράφηκε η δήλωση αποδοχής του, απόκτησε την κυριότητα του περιγραφόμενου κατά θέση, έκταση και όρια ακινήτου - οικοπέδου -, μέσα στο οποίο υπάρχουν ο αύλειος χώρος εμβαδού 104,16 τ.μ., ο φούρνος εμβαδού 4 τ.μ., η αποθήκη εμβαδού 8 τ.μ. και το μισό (1/2 διαιρετώς) της οικίας προς την πλευρά του οικοπέδου εμβαδού (του 1/2) 15 τ.μ. Ότι η ήδη αναιρεσίβλητη αντεναγομένη αμφισβητεί την κυριότητά του επί του ανωτέρω ακινήτου και το έτος 2003 τον απέβαλε παράνομα από τμήμα της οικίας του εμβαδού 7 τ.μ., που επίσης περιγράφεται λεπτομερώς στην ανταγωγή και αρνείται να του το αποδώσει. Γι' αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος του προεκτιθέμενου ακινήτου και να υποχρεωθεί η αντεναγομένη να του αποδώσει το εν λόγω τμήμα - εμβαδού 7 τ.μ. - της οικίας του που παράνομα το κατέχει. Η ανταγωγή, με βάση το προεκτιθέμενο ιστορικό, είναι, κατά τα ως άνω αιτήματα, νόμιμη, εφόσον στηρίζεται στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και σ' εκείνες των άρθρων 70 ΚΠολΔ και 1094 ΑΚ. Το Εφετείο, όμως, έκρινε την ανταγωγή ως μη νόμιμη και ως τέτοια την απέρριψε, γιατί από κακή εκτίμηση του δικογράφου της έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν. Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε, ότι επιχειρείτο η θεμελίωση της ανταγωγής στην επίκληση, ότι ο αντενάγων από κληρονομιά του πατέρα του, με τη δημόσια πιο πάνω διαθήκη του, απόκτησε την κυριότητα του αύλειου χώρου, του φούρνου, της αποθήκης και του μισού της οικίας, όπως πιο πάνω περιγράφονται, ως αποτελούντα συστατικά του ανωτέρω ακινήτου, για τα οποία το Εφετείο, δεχόμενο περαιτέρω, ότι κατ' άρθρα 953-955 ΑΚ δεν μπορεί να είναι χωριστά αντικείμενο κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος, ούτε ότι κατόπιν σύστασης οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας (την οποία εξάλλου στην προκείμενη περίπτωση - όπως δέχτηκε το Εφετείο - ουδείς των διαδίκων επικαλείται) κατά τα άρθρα 1002, 1117 ΑΚ, 1 έως και 14 του ν.3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφου" και 1 έως και 4 του ν.δ.1024/1971 περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου, είναι δυνατή η κτήση χωριστής αποκλειστικής κυριότητας επί μέρους οικοδομήματος και του υπ' αυτού εδάφους και άλλης χωριστής κυριότητας ή συγκυριότητας επί του λοιπού ακάλυπτου μέρους του οικοπέδου, έκρινε την ανταγωγή ως μη νόμιμη και ως τέτοια την απέρριψε. Για την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν με την ένδικη ανταγωγή στα οποία και στηρίχθηκε για να αχθεί στην απόρριψη της τελευταίας και, έτσι, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 περ.α' ΚΠολΔ, κατά τους βάσιμους περί τούτου - όπως ορθά εκτιμώνται - λόγους αναίρεσης, τρίτο, κατά το τρίτο μέρος του, του κύριου δικογράφου και δεύτερο των προσθέτων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητη, η οποία ηττάται, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 660/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πράγμα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ, η λήψη ή μη λήψη του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον οικείο αναιρετικό λόγο, αποτελεί και η βάση της αγωγής (κύρια ή επικουρικής), καθώς και τα προς θεμελίωση αυτής περιστατικά.
|
Έλλειψη νόμιμης βάσης
|
Έλλειψη νόμιμης βάσης.
| 1
|
Αριθμός 98/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ζ. Μ. συζ. Ι., το γένος Α. Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μανούσο Μανουσέλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Κ. του Ι., και 2) Μ. Χ. συζ. Ε., το γένος Σ. Κ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Βιτάλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/7/2000 διεκδικητική αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2002 μη οριστική, 100/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 105/2010 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/7/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 26/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφέρεται - όπως και ο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ - στην παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, τη κτήση των δικαιωμάτων και τη γέννηση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου. Άρα, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όσον αφορά στην παραβίαση δικονομικών διατάξεων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 1525/1992 Ελλ.Δνη 35.382-383). Ο πρώτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 268 παρ.1 ΚΠολΔ, περί της άσκησης από τον εναγόμενο ανταγωγής, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ανεξαρτήτως αυτού, ο υπό εξέταση λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και για το λόγο ότι με βάση τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο περιστατικά και συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο απέρριψε χωρίς καμία αιτιολογία την ένσταση της αναιρεσείουσας (ενάγουσας), ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη - εφόσον η βούλησή της ήταν να διεκδικήσει το επίδικο ακίνητο - έπρεπε να ασκήσει όχι κύρια παρέμβαση - την οποία και άσκησε ως τρίτη στη δίκη που εκκρεμούσε ανάμεσα σε άλλους - αλλά ανταγωγή, δεν ιδρύεται κάποιος από τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ.1 έως 20 του ΚΠολΔ.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 368 παρ.1 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα, που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της διεξαγωγής του αποδεικτικού τούτου μέσου (ΑΠ 1548/1995 Ελλ.Δνη 38.1541). Επομένως, η διάταξη πραγματογνωμοσύνης χωρίς να αναφέρονται οι λόγοι που ήταν αυτή αναγκαία δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, κατά τον οποίο το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα διέταξε πραγματογνωμοσύνη χωρίς μνεία των λόγων που καθιστούσαν αυτήν αναγκαία.
ΙΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε. Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν στην εκτίμηση των αποδείξεων (561 παρ.1 ΚΠολΔ) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι ο τοπογράφος μηχανικός Α.-Σ. Γ. είναι ο ίδιος που συνέταξε το έτος 1996 το τοπογραφικό διάγραμμα ιδιοκτησίας του εναγομένου και την 24.3.2000 το τοπογραφικό ιδιοκτησίας της ενάγουσας, χωρίς όμως να διαγνώσει ότι η ιδιοκτησία της ενάγουσας εμπίπτει σε άλλη ιδιοκτησία, αν και είναι μόνιμος κάτοικος ... και θεωρείται γνώστης κυρίως των ιδιοκτησιών των γηγενών ιδιοκτητών της νήσου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η αναιρεσείουσα (ενάγουσα), αλλά και με το να μη δεχθεί τις αντιφάσεις που η έκθεση πραγματογνωμοσύνης "διαπιστώνει και βεβαιώνει" και συγκεκριμένα, ότι "στην παράγραφο 1.4.1. περίπτωση α' της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης εντοπίζεται ότι υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ του τίτλου των αντιδίκων (αναιρεσιβλήτων - συμβόλαιο .../20.5.2000) και του τοπογραφικού διαγράμματος που το συνοδεύει, εφόσον στο μεν συμβόλαιό τους αναφέρεται ως εμβαδόν του ακινήτου 25.120 τ.μ. στο δε τοπογραφικό διάγραμμα που προσαρτάται ως εμβαδόν αναφέρεται 24.707,20 τ.μ. (δηλαδή) διαφορά η οποία είναι σημαντική και κατά ένα μέρος καλύπτει την αρπαγή της ιδιοκτησίας (της ενάγουσας - αναιρεσείουσας) από τους αντιδίκους της (αναιρεσιβλήτους), που όμως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αξιολόγησε", διέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ταυτότητας του επίδικου ακινήτου και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της. Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού όλες οι αιτιάσεις που περιλαμβάνονται σ' αυτόν ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, το από τις οποίες πόρισμα - ήτοι ότι το επίδικο ακίνητο εμπίπτει στα όρια του ακινήτου της κυρίας παρεμβάσας με το οποίο δηλαδή και ταυτίζεται - εκτίθεται με σαφήνεια (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), καθώς και σε αντλούμενα από τις ίδιες επιχειρήματα της αναιρεσείουσας. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, η οποία ηττάται, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.7.2010 αίτηση της Ζ. συζύγου Ι. Μ., το γένος Α. Β., για αναίρεση της 105/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναφέρεται – όπως και ο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου του Κ.Πολ.Δ. – στην παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. Η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι ελλείψεις στο αιτιολογικό αφορούν στην εκτίμηση των αποδείξεων (561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
|
Πραγματογνωμοσύνη
|
Πραγματογνωμοσύνη, Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
| 0
|
Αριθμός 99/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1 )Π. (Ρ.) Κ. χήρας Α., το γένος Χ. Κ., και 2) Σ. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μαρίνο Μπηλιώνη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Αθανασάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/12/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καρδαμύλης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 31/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/4/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 21/11/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήσσει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήσσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1548/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το μοναδικό, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδ.α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσης του ουσιαστικού κανόνα του άρθρου 1045 ΑΚ, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι ο Π. Ε. Κ. (πατέρας του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος) είχε καταστεί κύριος του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο από το έτος 1933 που μεταβιβάσθηκε η νομή του σ'αυτόν αυτοδικαίως λόγω κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος - το έτος 1933 - πατέρα του Ε. Κ. και έκτοτε συνεχώς με καλή πίστη μέχρι το έτος 1978 που πέθανε, στη συνέχεια δε ότι κύριος του επίδικου ακινήτου έγινε ο αναιρεσίβλητος ενάγων από κληρονομιά του προαναφερομένου πατέρα του και των μετέπειτα αποβιωσασών μητέρας του Π. χας Π. Κ. και αδελφής του Φ. Κ., την κληρονομία των οποίων αποδέχτηκε και μετέγραψε την περί αποδοχής της κληρονομίας αυτών δήλωσή του κάνοντας, έτσι, δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την εναντίον των αναιρεσειόντων διεκδικητική του επίδικου ακινήτου αγωγή του, παρότι αληθή πραγματικά περιστατικά δεν ήταν τα προεκτιθέμενα, αλλά αυτά που οι αναιρεσείοντες είχαν ισχυριστεί με τις προτάσεις τους στον πρώτο και στο δεύτερο βαθμό αλλά και με την έφεσή τους ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ήτοι ότι κυρία του επίδικου ακινήτου είχε καταστεί η πρώτη από αυτούς - αναιρεσείοντες - με έκτακτη χρησικτησία (ΑΚ 1045), εφόσον το νεμήθηκε από το έτος 1982 που είχε περιέλθει η νομή του σ' αυτήν με άτυπη πώλησή του από την αληθινή κυρία, νομέα και κάτοχό του Φ. Π. Κ. αντί τιμήματος 300.000 δρχ. και έκτοτε συνεχώς για χρονικό διάστημα - με συνυπολογισμό και της νομής της εν λόγω πωλήτριας - μεγαλύτερο μιας εικοσαετίας (ΑΚ 1045,1051). Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί, υπό την επίκληση της ευθείας παραβίασης της πιο πάνω διάταξης του ουσιαστικού δικαίου -ΑΚ 1045-, πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από το άρθρο 560 αριθ.1 εδ.β'του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάσθηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι αν το δικαστήριο εσφαλμένα τα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να τα χρησιμοποιήσει για τη με βάση αυτά αληθινής έννοιας κανόνα του δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Για το ορισμένο όμως του σχετικού λόγου αναίρεσης θα πρέπει να αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, που δίκασε ως Εφετείο, πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ.β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, γιατί δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα επί μέρους διδάγματα της κοινής πείρας που φέρονται ότι παραβιάστηκαν. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι ηττώνται, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.4.2010 αίτηση των 1) Π. (Ρ.) χήρας Α. Κ., το γένος Χ. Κ. κ.α. για αναίρεση της 31/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., όταν, υπό την επίκληση των ευθείας παραβίασης διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Περιστατικά..
|
Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου
|
Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
| 0
|
Αριθμός 100/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Τ. του Ι., συζ. Π. Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Σταματόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρακουλάκη, 2) Ά. Π. χήρας Β., το γένος Ι. Φ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, και 3) Κ. Π. του Β., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος Β. Π., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ι. Κ. δήλωσε ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη απεβίωσε την 6η Οκτωβρίου 2012 και δήλωσε ότι η κληρονόμος της τρίτη αναιρεσίβλητη συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6423/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 526/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/1/2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 5/10/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286, 287, 290 και 292 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και με το θάνατο κάποιου διαδίκου. Επέρχεται δε η διακοπή από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτού προς τον αντίδικο, η οποία μπορεί να γίνε, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου, στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο λόγος της διακοπής, από τον ίδιο δε, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση, μπορεί να γίνει εκουσίως και η επανάληψη αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου εμφανίσθηκε ο Ι. Κ. δικηγόρος και δήλωσε ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη Α. χα Β. Π. απεβίωσε στις 6-10-2012 και κληρονομήθηκε από τη θυγατέρα της Κ. Π. τρίτη αναιρεσίβλητη, η οποία και συνεχίζει τη βίαια διακοπείσα δίκη. Όπως προκύπτει από την επικαλουμένη και προσκομιζομένη 376 τόμος Ε έτους 2012 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Νικαίας Πειραιώς η δεύτερη αναιρεσίβλητη Ά. Π. απεβίωσε στις 5-10-2012. Μοναδική κληρονόμος αυτής είναι η θυγατέρα της Κ. Π., τρίτη αναιρεσίβλητη (βλ. το 237907/2012 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου Αθηναίων), η οποία νόμιμα συνεχίζει τη δίκη. Επειδή, από το άρθρο 237 παρ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην εφετειακή δίκη (524 παρ.1 ΚΠολΔ), προκύπτει, αφενός ότι μαζί με τις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις προσκομίζονται και όλα τα αποδεικτικά έγγραφα, αφετέρου ότι η προσκομιδή των τελευταίων το πρώτον κατά την τριήμερη προθεσμία της προσθήκης τους (προτάσεων) είναι απαράδεκτη, πλην αν αφορούν σε αντίκρουση προταθέντων από τον αντίδικο το πρώτον με τις προτάσεις του ισχυρισμών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα τα επικαλούμενα στις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έγγραφα προσκόμισε το πρώτον με την προσθήκη των προτάσεων, που έγινε εντός της τριήμερης προθεσμίας μετά τη συζήτηση της έφεσης τα δε έγγραφα αυτά δεν αφορούσαν την αντίκρουση ισχυρισμών που το πρώτον με τις προτάσεις τους πρόβαλαν οι αναιρεσίβλητοι. Η κρίση αυτή του Εφετείου δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επομένως το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του και εκτιμήσει τα έγγραφα αυτά δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια και γι' αυτό ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή κατά το άρθρο 6§1 της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974: "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως ...". Με το ανωτέρω άρθρο καθ'ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια: α) δίκαια, β)δημόσια και γ)εντός λογικής προθεσμίας θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας. Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται συνεπώς για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίαση της εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της άνω διατάξεως όταν το πολιτικό δικαστήριο που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητας του εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της αποφάσεως ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (Ολ.ΑΠ 2/2008). Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι με το να μη λάβει υπόψη του το Εφετείο τα ως άνω επικληθέντα και αναφερόμενα στον πρώτο λόγο αναίρεσης έγγραφα τα οποία όμως δεν προσκομίστηκαν παραδεκτά κατά τα ανωτέρω, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 6§1 της ΕΣΔΑ και υπέπεσε στην από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 559αριθ. 11 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 346 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα που έχει προσκομίσει ένας διάδικος λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και για την απόδειξη των ισχυρισμών του άλλου διαδίκου. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς την διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο ως άνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει ο αντίδικος του αναιρεσείοντος, εφόσον όμως αυτός είχεν επικαλεσθεί νομίμως τα από τον αντίδικο του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και αναφέρθηκε στο περιεχόμενο αυτών προς απόδειξη ιδικού του ισχυρισμού ή ανταπόδειξη ισχυρισμού του αντιδίκου του. Εάν ο διάδικος δεν είχε επικαλεσθεί νόμιμα τα από τον αντίδικο του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα δεν ιδρύεται υπέρ αυτού λόγος αναιρέσεως εκ της παραλείψεως του δικαστηρίου να τα λάβει υπόψη του.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας Ε. Π., από την οποία αποδεικνυόταν ότι η αναιρεσείουσα κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και περιείχετο στα 6423/2007 πρακτικά του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, στο Εφετείο με τις προτάσεις τους οι αναιρεσίβλητοι. Εφ' όσον όμως η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι έγινε νόμιμη επίκληση της ένορκης ως άνω κατάθεσης του μαρτυρά της με τις προτάσεις της στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αόριστος, σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας στο Εφετείο, που κατατέθηκαν στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της έφεσης, δεν προκύπτει ότι έγινε επίκληση της φερομένης ως μη ληφθείσης υπόψη ως άνω ένορκης κατάθεσης στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ως εκ τούτου το Εφετείο καλώς δεν τη έλαβε υπόψη του. Αφού απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως πρέπει η αναιρεσείουσα να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-1-2009 αίτηση της Α. Τ. για αναίρεση της 526/2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναγνωριστική αγωγή κυριότητας από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα και διόρθωση της πρώτης εγγραφής στο Κτηματολόγιο. Η αγωγή απορρίφθηκε. Η έφεση απορρίφθηκε. Λόγοι αναίρεσης 1ος από 1΄ γ, 2ος από 1, 3ος από 1΄ γ.
|
Αγωγή αναγνωριστική
|
Αγωγή αναγνωριστική.
| 0
|
Αριθμός 102/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Λ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Στρούγγαρη.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Δ. του Ε., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Διαμαντή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/1/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Παραμυθιάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 21/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/5/2010 αίτησή του και τους από 27/6/2011 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 18/10/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως και την απόρριψη των προσθέτων λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ "η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται, εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή και των δικαιοπαρόχων του ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του κατά τις περί δικαίου τις ηθικές αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ. ΑΠ 17/1995 Ολ. ΑΠ 7/2002). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Ειδικότερα, αποδεικνύεται τόσο η ύπαρξη, στο πρόσωπο του εφεσίβλητου και των δικαιοπαρόχων του, μακρόχρονης αδράνειας ως προς τη διεκδίκηση του επιδίκου, καθώς αυτό νέμονταν ο εκκαλών και οι δικαιοπάροχοί του για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πεντηκονταετίας, όσο και η ύπαρξη πρόσθετων ειδικών περιστάσεων, καθώς ο απώτερος δικαιοπάροχος του εκκαλούντος (Θ. Θ.) ουδέποτε απέβαλε τον απώτερο δικαιοπάροχο του εφεσίβλητου (Α. Τ.) από τη νομή του επιδίκου, αλλά νεμόταν αυτό εξ' αρχής (από τη διανομή των κλήρων) και υπό τα όμματα του πρώτου, ασκώντας επ' αυτού εμφανείς διακατοχικές πράξεις, ήτοι φυτεύοντας δένδρα και περιφράσσοντας αυτό, η δε νομή αυτή συνεχίστηκε αδιατάρακτη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πενήντα ετών, με συνέπεια να δημιουργηθεί στον εκκαλούντα η ακλόνητη πεποίθηση ότι, όχι απλώς δεν θα ασκηθεί το επίδικο δικαίωμα, αλλά ότι τέτοιο δικαίωμα δεν υφίσταται πραγματικά. Εξάλλου η ανατροπή της ανωτέρω παγιωμένης κατάστασης, που επιδιώκεται με την αγωγή, επάγεται δυσμενείς συνέπειες για τον εκκαλούντα, καθώς αυτός θα απωλέσει τη νομή του επιδίκου τμήματος γης μετά των επικειμένων αυτού (4 καρυδιές και 4 συκιές)." Ακολούθως το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεχόμενο την έφεση του αναιρεσιβλήτου και ως βάσιμη κατ'ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση (που είχε δεχθεί την ένδικη διεκδικητική αγωγή) και απέρριψε την αγωγή, κατά παραδοχή ως βάσιμης κατ'ουσίαν της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το ως άνω δικαστήριο της ουσίας παρεβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού μόνη η αδράνεια του ενάγοντος-αναιρεσείοντος και των δικαιοπαρόχων του να διεκδικήσουν το επίδικο ακίνητο δεν είναι αρκετή για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος ενώ οι ειδικές συνθήκες που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, καθώς και οι συνέπειες από την άσκηση του δεν είναι δυσβάσταχτες. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση ( άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 21/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός απ' αυτούς που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Ο σχετικός λόγος από το άριθ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. βάσιμος. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση.
|
Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος
|
Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 78/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Χ. του Χ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 81/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Το Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαΐου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 977/2012.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου-Βασιλοπούλου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό και ημερομηνία 248/27-11-2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω την με αριθμ. 1/30-5-2012 αίτηση αναίρεσης του Α. Χ. του Χ. και της Β., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο κατάστημα κράτησης του Ψυχιατρείου - Κορυδαλλού, κατά της με αριθμ. 81/2012 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ για καλλιέργεια ναρκωτικών ουσιών, κατ' εξακολούθηση και καθ' υποτροπή και για συγκομιδή και κατοχή ναρκωτικών καθ' υποτροπή και εκθέτω τα παρακάτω: Από τις διατάξεις των άρθρων 474 § 2 και 476 § 1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη "Στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο" κατά δε την δεύτερη "Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο και σε άλλη περίπτωση που ο νόμος προβλέπει ρητά ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί ... και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο ..." προκύπτει ότι στην έκθεση αναίρεσης στην οποία περιέχεται η δήλωση του αναιρεσείοντα περί του ότι ασκεί αναίρεση κατά συγκεκριμένου βουλεύματος ή απόφασης, πρέπει να περιλαμβάνεται κατά ρητή διάταξη του ΚΠΔ τουλάχιστον ένας βάσιμος και παραδεκτός λόγος άσκησης αναίρεσης άλλως η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη. Η έλλειψη δε αυτή δεν συμπληρώνεται από άλλα εκτός της έκθεσης έγγραφα (ΑΠ 728/2004 ΠΧ ΝΕ 256, ΑΠ 775/2004 ΠΧ ΝΕ 260, ΑΠ 406/06, ΑΠ 2397/04 κ.α). Για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης πρέπει στην έκθεση να περιλαμβάνονται λόγοι που να είναι ορισμένοι και σαφείς. Σαφείς δε και ορισμένοι λόγοι αναίρεσης κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχουν όταν στην έκθεση εκτίθενται περιστατικά από τα οποία προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο πλημμέλειες, στις οποίες κατά τον αναιρεσείοντα υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω ανύπαρκτοι, ασαφείς και αόριστοι λόγοι μη δεκτικοί δικαστικής εκτίμησης δεν είναι δυνατό ν' αποτελέσουν λόγους άσκησης ενδίκου μέσου (ΑΠ 295/2001 Π.Χ ΝΑ 975, ΑΠ 2397/2004 ΠΧ ΝΕ 822).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του περιεχομένου της έκθεσης αναίρεσης δεν προκύπτει έκθεση συγκεκριμένου λόγου τον οποίο να επικαλείται ο κατηγορούμενος και ο οποίος πλέον της αναφοράς του ότι ζητάει την αναίρεση της 81/22-5-2012 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας, διότι "θεωρεί ότι καταδικάσθηκε άδικα και επιθυμεί να γίνει αξιολόγηση των στοιχείων σε βάθος για δίκαιη απονομή δικαιοσύνης", (βλ. έκθεση αναίρεσης), δεν εκθέτει συγκεκριμένα περιστατικά τα οποία να συνιστούν ελλείψεις ή πλημμέλειες της προσβαλλομένης απόφασης βάσει των οποίων να είναι δυνατό να συναχθεί συγκεκριμένη έλλειψη ή πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης και για το λόγο αυτό η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα νόμιμα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (αρ. 476 παρ. 1-583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με αριθμ. 1/30-5-2012 αίτηση αναίρεσης του Α. Χ. του Χ., κατοίκου ..., και ήδη κρατουμένου στο κατάστημα κράτησης του Ψυχιατρείου Κορυδαλλού, κατά της με αριθμ. 81/2012 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ. Β)Να επιβληθούν τα νόμιμα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης"
Αφού άκουσε
Την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθ. 81/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας, με την οποία ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος καταδικάσθηκε, για καλλιέργεια ναρκωτικών ουσιών από κοινού και κατά μόνας κατ' εξακολούθηση και καθ' υποτροπή και για συγκομιδή και κατοχή ναρκωτικών καθ' υποτροπή, πράξεις που τέλεσε ευρισκόμενος σε ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό, σε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, καθώς και σε στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του για τρία (3) έτη. Η αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση του ίδιου του αναιρεσείοντος στη Διευθύντρια του Καταστήματος του Ψυχιατρείου Κρατουμένων Κορυδαλλού. Στην εν λόγω αίτηση διαλαμβάνονται ως λόγος αναιρέσεως κατά της πιο πάνω αποφάσεως, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "Θεωρώ ότι καταδικάστηκα άδικα και επιθυμώ να γίνει αξιολόγηση των στοιχείων σε βάθος για δίκαιη απονομή δικαιοσύνης". Έτσι, όμως, διατυπούμενος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι εντελώς αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζεται στην ειρημένη έκθεση αναιρέσεως συγκεκριμένη έλλειψη ή πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερομένους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ, πρέπει, μετά και την ειδοποίηση και μη εμφάνιση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος (κατά την επί του φακέλου σχετική σημείωση του αρμοδίου γραμματέα), να απορριφθεί η αίτηση αυτή ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 24/30 Μαΐου 2012 αίτηση του Α. Χ. του Χ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 81/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2013 Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτο αιτήσεως αναιρέσεως. Απόρριψη του μοναδικού λόγου ως αορίστου, γιατί δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένη έλλειψη ή πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 74/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Γ. Φ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο, 2) Π. Γ. του Β., 3) Δ. Τ. του Ν., 4) Γ. Π. του Ν., 5) Π. Γ. του Γ. και 6) Χ. Β. του Σ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 360/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 13 Ιουνίου 2012 δύο χωριστές αιτήσεις τους, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τους από 26 Νοεμβρίου 2012 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 863/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 514 εδ. γ ΚΠΔ, δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, κατά της ιδίας αποφάσεως, δεν επιτρέπεται. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση για την απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ιδίας αποφάσεως είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτά ασκείται μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει α) ότι ο αναιρεσείων Γ. Φ., άσκησε στις 13-6-2012 αίτηση αναιρέσεως, με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ), (με αριθμό πρωτ. 4366/13-6-2012), β) όλοι οι αναιρεσείοντες, Γ. Φ., Π. Γ., Δ. Τ., Γ. Π., Χ. Β. και Π. Γ., αίτηση αναιρέσεως, με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, (με αριθμό πρωτ. 4390/13-6-2012), και γ) όλοι οι αναιρεσείοντες τους από 26-11-2012 προσθέτους λόγους (που κατατέθηκαν στις 26-11-2012), κατά της 360/2012 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Συνεπώς, εφόσον δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, η δεύτερη αίτηση ως προς τον αναιρεσείοντα Γ. Φ., επιτρεπτώς ασκείται εντός της νόμιμης προθεσμίας, αφού η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο τηρούμενο από το Εφετείο Αθηνών ειδικό προς τούτο βιβλίο στις 24-5-2012, και πρέπει οι αιτήσεις αυτές, μετά των προσθέτων αυτών λόγων, οι οποίοι έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
Το άρθρο 259 ΠΚ ορίζει ότι "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος είναι α) η υπαλληλική ιδιότητα του δράστη, β) η παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων και γ) η προσφορότητα (δηλαδή η αντικειμενική δυνατότητα) της παραβάσεως καθήκοντος να προσπορίσει στον δράστη ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να προκαλέσει βλάβη στο Κράτος ή σε άλλον. Από την διάταξη προκύπτει ότι η παράβαση καθήκοντος είναι ιδιαίτερο έγκλημα με αυτουργό υπάλληλο υπό την έννοια του άρθρου 13α ΠΚ, κατά το οποίον "υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου". Η ιδιότητα του υπαλλήλου ενσωματώνει ειδικά καθήκοντα και υποχρεώσεις, δεδομένου ότι δι' αυτού εκφράζεται η βούληση της κρατικής εξουσίας ή του νομίμως συνεστημένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, από την ορθή δε άσκηση της εξουσίας εξαρτάται η απρόσκοπτη και εποικοδομητική λειτουργία των κρατικών οργάνων, των οποίων οι αποφάσεις επιλύουν ανακύπτοντα προβλήματα και διευθετούν ιδιωτικές διαφορές. Το υπαλληλικό καθήκον διαφοροποιείται εκάστοτε και η ειδικότερη μορφή του εξαρτάται από το είδος και τη φύση αυτού. Ως πηγή του καθήκοντος θεωρείται διάταξη νόμου, διατάγματος ή ιδιαίτερες οδηγίες εντός των πλαισίων των νόμων. Ενίοτε το καθήκον ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας και εμμέσως προσδιορίζεται κατά περιεχόμενο, το οποίο δεσμεύει τον υπάλληλο με συναφή υποχρέωση ενεργείας, εντός των προδιαγεγραμμένων ορίων, ή παραλείψεως, οσάκις απαγορεύεται πάσα περαιτέρω ενέργεια, η υλοποίηση της οποίας αντιστρατεύεται τα σαφώς προσδιορισμένα καθήκοντα. Η ιδιότητα του υπαλλήλου δεν απαιτείται να είναι φύσεως διαρκούς, αφού αρκεί και η προσωρινή ανάθεση, αρκεί μόνον ότι λαμβάνει χώραν άσκηση ανατεθειμένων καθηκόντων λειτουργικώς συνυφασμένων προς την φύση της υπηρεσίας, η δε ενέργεια του υπαλλήλου να είναι συνέπεια της κατά το νόμο ασκήσεως της δραστηριότητας, ως περιεχόμενο του καθήκοντος του ανατεθέντος και αποδεκτού γενομένου. Ως υπάλληλος θεωρείται και ο δημοτικός σύμβουλος, νομίμως εκλεγείς ως μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου και μετέχων στις συνεδριάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου. Ως καθήκον, η παράβαση του οποίου καθιστά αξιόποινη τη συμπεριφορά του υπαλλήλου, δεν νοείται οποιοδήποτε υπαλληλικό καθήκον, το οποίο προκύπτει από τον νόμο ή από διοικητική πράξη κανονιστικού χαρακτήρα ή από ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή από τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρεται στη γενική συμπεριφορά κάποιου ως υπαλλήλου, αλλά μόνο το καθήκον εκείνο που συνδέεται με την άσκηση συγκεκριμένης υπηρεσιακής δραστηριότητας στο πλαίσιο της καθ' ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητας του υπαλλήλου, εκείνο δηλαδή που ανάγεται στην εκτέλεση του ανατεθειμένου σ' αυτόν υπηρεσιακού έργου. Ως εκ τούτου, αξιόποινο χαρακτήρα, κατά το άρθρο 259 ΠΚ, ενέχουν μόνον οι παραβάσεις συγκεκριμένων υπηρεσιακών καθηκόντων κατά την άσκηση υπηρεσιακής δραστηριότητας. Αντίθετη εκδοχή θα προσέκρουε στη συνταγματική αρχή "nullum crimen sine lege certa" (άρθρ. 7 παρ. 1 του Συντάγματος). Έτσι, αξιόποινη είναι η ελεγχομένη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου μόνον αν συνιστά (θετικά ή αποθετικά) έκφραση πολιτειακής βουλήσεως και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και όχι απλώς η παράβαση υποχρεώσεων, που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών, όπως η εύρυθμη λειτουργία αυτών, η τήρηση της υπαλληλικής δεοντολογίας κλπ. Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της υπηρεσίας, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' και 263α του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται α) παράβαση όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται και επιβάλλεται στον υπάλληλο από το νόμο ή από διοικητική πράξη ή απορρέει από τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στην ίδια τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρεται στην έκφραση από αυτόν της θελήσεως της πολιτείας, μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και ενεργειών στις σχέσεις της απέναντι στους τρίτους, β) δόλος του δράστη, που περιέχει τη γνώση και τη θέληση της παραβάσεως του υπηρεσιακού του καθήκοντος και γ) σκοπός του δράστη, ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, συνιστάμενος στην επιδίωξη του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, χωρίς να είναι αναγκαίο να επιτευχθεί η επιδιωχθείσα ωφέλεια ή βλάβη, η οποία μπορεί να είναι είτε υλική είτε ηθική. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο σκοπός να προσπορίσει τον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον προϋποθέτει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο). Μεταξύ δε της αξιόποινης πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι ο πρόσφορος τρόπος περιποιήσεως του σκοπουμένου οφέλους ή βλάβης. Σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης συντρέχει όταν ο δράστης επιδιώκει με την παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει την παράνομη ωφέλεια ή τη βλάβη και συγχρόνως όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή τη βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέστηκε από το δράστη, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα. Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού. Για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του άρθρου 259 του ΠΚ δεν απαιτείται να πραγματοποιηθεί η επιδιωκομένη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη. Ενώ αν η παράβαση καθήκοντος έγινε για άλλο σκοπό ή με κανένα σκοπό ή η ωφέλεια ή η βλάβη επέρχεται ως συμπτωματική συνέπεια της παραβάσεως, τότε το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος δεν στοιχειοθετείται. Τέτοιο παράνομο όφελος κατά την έννοια του άρθρου 259 του ΠΚ είναι κάθε όφελος, το οποίο επιδιώκεται με την παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος. Εξάλλου, έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες Γ. Φ., Π. Γ., Δ. Τ., Γ. Π., Χ. Β. και Π. Γ. καταδικάσθηκαν από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, επί εφέσεώς τους, με την αναιρεσιβαλλομένη 360/2012 απόφασή του, για την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, κατά πιστή μεταφορά και της στίξεως, τα εξής: "Οι κατηγορούμενοι ήταν κατά την επίδικη χρονική περίοδο μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Γλυφάδας. Το έτος 1990 η επιχείρηση Κ.Θ. και Σια Ο.Ε με την 5097/1990 άδεια ίδρυσης ανοικτού κέντρου διασκέδασης με συγκρότηση μπαρ και στην συνέχεια εκδοθείσα 1020/767/3V39/25-4-1991 άδεια λειτουργίας της Αστυνομικής διεύθυνσης Ανατολικής Αττικής λειτούργησε στην παραλία Γλυφάδας υπαίθριο κέντρο διασκέδασης με τον διακριτικό τίτλο CUBANITA. Την 9-6-2001 εξαιτίας πυρκαγιάς που εκδηλώθηκε στην κουζίνα και εξαπλώθηκε σε όλο το χώρο καταστράφηκε ολοκληρωτικά το κατάστημα και διεκόπη ως εκ τούτου και η λειτουργία του. Η ιδιοκτήτρια εταιρεία αποκατέστησε εν μέρει, (χωρίς άδεια της πολεοδομίας), τις βλάβες που είχαν προκληθεί και συνέχισε να λειτουργεί το κατάστημα με το νέο τίτλο GALEA. Σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθ. 6 παρ.8 εδαφ. 4, 5 και 6 της Α1β/8577/93 υγειονομικής διάταξης για την εγκατάσταση καταστήματος ή εργαστηρίου υγειονομικού ενδιαφέροντος το οποίο καταστράφηκε από βίαιο συμβάν σε ανοικοδομημένο οίκημα είτε στο ίδιο που στεγάζονταν είτε σε άλλο απαιτείται νέα άδεια λειτουργίας του. Στην αντίθετη περίπτωση δηλαδή της λειτουργίας χωρίς άδεια τα καταστήματα κλείονται αυτεπάγγελτα από την αρμόδια αρχή ενώ η υποβολή αίτησης με τα απαραίτητα δικαιολογητικά για την απόκτηση της εν λόγω άδειας δεν αναστέλλει την σφράγιση του καταστήματος (αρθ. 6 παρ. 9 της Αιβ/8577/83 υγειονομικής διάταξης σε συνδυασμό με τις διατάξεις του αρθ. 25 παρ. 4 του Π.Δ της 410/95 (Δ.Κ.Κ.), Ενεργώντας σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις που προβλέπουν, αφενός μεν, την έκδοση νέας αδείας λειτουργίας μετά την καταστροφή, εξαιτίας ενός βίαιου συμβάντος, (στο οποίο ανήκει και η πυρκαϊά), αφετέρου την σφράγιση του καταστήματος που λειτουργεί χωρίς νέα άδεια, η αρμόδια αντιδήμαρχος του δήμου Γλυφάδας με την 20446/5-6-02 απόφαση της διέταξε την σφράγιση του και την εντεύθεν διακοπή της λειτουργίας του. Κατά της άνω πράξης η ιδιοκτήτρια εταιρεία προσέφυγε ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου ζητώντας με αίτηση αναστολής που κατέθεσε, κατ' αρχήν την προσωρινή και μέχρι εκδόσεως αποφάσεως επί ανακοπής της, αναστολή εκτέλεσης της άνω απόφασης της αντιδημάρχου Γλυφάδας. Με την 660/2002 απόφαση του το άνω δικαστήριο κάνοντας δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την αίτηση αναστολής ανέστειλε την εκτέλεση της απόφασης της αντιδημάρχου Γλυφάδας μέχρις εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί της ασκηθείσας ανακοπής της εταιρείας Κ. Θ. και Σια Ο.Ε. Στην συνέχεια με την 1404/2003 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά (τμήμα 6° Τριμελές) που δίκασε επί της ανακοπής ακυρώθηκε η 20446/02 απόφασης της αντιδημάρχου Γλυφάδας διότι κρίθηκε ότι είχε εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο ήτοι την αντιδήμαρχο και όχι το δημοτικό συμβούλιο του δήμου. Μετά από έφεση που άσκησαν και τα δύο διάδικα μέρη ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς εκδόθηκε η 16/2005 απόφαση με την οποία, μετά από παραδοχή της εφέσεως του Δήμου Γλυφάδας και απόρριψη της εφέσεως της εταιρείας Κ. Θ. και Σια Ο.Ε, έγινε δεκτό ότι αρμόδιο όργανο για την έκδοση απόφασης σφράγισης ήταν η αντιδήμαρχος και όχι το δημοτικό συμβούλιο του δήμου. Και στις δύο αποφάσεις γινόταν λόγος ότι τα καταστήματα λειτουργικού ενδιαφέροντος όπως εκείνο της εταιρείας Κ. Θ. και Σια Ο.Ε για την νόμιμη λειτουργία τους ήταν απαραίτητη η έκδοση αδείας λειτουργίας και σε περίπτωση ολοσχερούς καταστροφής των έπαυε να ισχύει η παλαιά άδεια και αναγκαία καθίσταται η έκδοση νέας. Με το 24038/19-5-2005 έγγραφο της η αντιδήμαρχος Οικονομικού Μ. Α. το οποίο κοινοποιήθηκε στην εταιρεία Κ.Θ. και Σια Ο.Ε την πληροφορούσε ότι επίκειτο σφράγιση του καταστήματος το οποίο πλέον λειτουργούσε με τον διακριτικό τίτλο "galea" διότι στερείτο νόμιμης άδειας λειτουργίας. Αμέσως η εταιρεία με την από 19-5-05 προσφυγή της ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε την αναστολή του άνω σημειώματος της Αντιδημάρχου και την έκδοση προσωρινής διαταγής περί αναστολής μέχρις συζητήσεως της αιτήσεως (αναστολής) την 27-5-05. Το αίτημα για αναστολή με προσωρινή διαταγή απορρίφθηκε την 20-5-05 από το δικαστήριο και ο δήμος Γλυφάδας κλήθηκε να παραστεί την 27-5-05 ενώπιον του άνω δικαστηρίου οπότε ορίστηκε η συζήτηση επί της αίτησης αναστολής της εταιρείας κατά του πληροφοριακού σημειώματος της αντιδημάρχου. Πλην όμως, και ενώ επίκειτο η συζήτηση της αιτήσεως αναστολής ο εκπρόσωπος της εταιρείας μετά από συζήτηση του θέματος με τον εκ των κατηγορουμένων Γ. Π. (έκτο κατά σειρά), Πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου του δήμου, και συνεργασία του πληρεξούσιου δικηγόρου του Π. Ζύγουρη, υπέβαλε αίτηση περί συγκλήσεως του Δημοτικού Συμβουλίου με την διαδικασία του κατεπείγοντος και αίτημα την διαπίστωση της παρανομίας του παραπάνω πληροφοριακού σημειώματος περί επικείμενης σφραγίσεως του καταστήματος. Μετά από προφορική επικοινωνία του προέδρου του δημοτικού συμβουλίου (6ου κατηγορουμένου) με δημοτικούς συμβούλους οι οποίοι πίστευε ότι θα υποστήριζαν ένα τέτοιο αίτημα υποβλήθηκε την 24-5-05 αίτημα εκ μέρους 11 δημοτικών συμβούλων για σύγκληση του δημοτικού συμβουλίου με την διαδικασία του κατεπείγοντος και θέμα την άρση της αποσφράγισης του καταστήματος της εταιρείας Κ. Θ. και Σια Ο.Ε. Κατά την συνεδρίαση της 25-5-05 αποφασίστηκε χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία, όπως απαιτείται κατά την διάταξη του αρθ. 94 σε συνδυασμό με αρ.119 Π.Δ 410/95, με πλειοψηφία 11 επί των 21 παρισταμένων δημοτικών συμβούλων ότι υπήρχε ανάγκη συγκλήσεως, με την διαδικασία του κατεπείγοντος, του δημοτικού συμβουλίου προκειμένου να αποφανθεί για την ανάγκη σφραγίσεως ή μη του καταστήματος galea. Κατά την έναρξη της συζητήσεως αναγνώστηκε η επιστολή του δικηγόρου του δήμου κ. Βεντούλη Δημητρίου ο οποίος είχε χειριστεί ως πληρεξούσιος δικηγόρος του δήμου την συγκεκριμένη υπόθεση ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων με την οποία ο συγκεκριμένος δικηγόρος ενημέρωνε το σώμα ότι από το αιτιολογικό (σκεπτικό), των αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων προέκυπτε, χωρίς αμφισβήτηση, ότι η διακοπή λειτουργίας του καταστήματος ήταν σύννομη δεδομένου ότι η άδεια λειτουργίας του είχε πάψει μετά την ολοκληρωτική καταστροφή του λόγω πυρκαγιάς και ότι ήταν απαραίτητη η έκδοση νέας άδειας λειτουργίας. Επίσης έκανε γνωστό στους συμβούλους ότι με βάση τις άνω αποφάσεις των Διοικητικών Δικαστηρίων του Πειραιά η σφράγιση του καταστήματος κρινόταν από τα όργανα - υπαλλήλους του δήμου που έχουν προς τούτο οριστεί από το Δημοτικό Συμβούλιο, και στην προκειμένη περίπτωση ήταν η αντιδήμαρχος οικονομικού, και μόνο σε περίπτωση ανακλήσεως της αδείας επιβάλλεται η λήψη απόφασης από το δημοτικό συμβούλιο. Αλλά και ότι η προσφυγή της εταιρείας θα απορριπτόταν με βεβαιότητα αφού είχε κριθεί ότι το σημείωμα που είχε αποσταλεί ενείχε τον χαρακτήρα πληροφοριακού σημειώματος και όχι εκτελεστής διοικητικής πράξης ώστε να υπόκειται σε ακύρωση. Επίσης, διευκρίνισε ότι η άδεια λειτουργίας που αφορούσε το παρακείμενο κατάστημα της ίδιας εταιρείας με την ονομασία "ΚΑΡΑΒΙ" ουδεμία σχέση είχε με το κατάστημα GALEA αφού αφορούσε άδεια λειτουργίας εστιατορίου -καφετέριας που ήδη λειτουργούσε σ' αυτό και όχι νυχτερινό κέντρο διασκέδασης όπως ήταν το τελευταίο. Τέλος, καθιστούσε γνωστό στους συμβούλους ότι ενδεχόμενη μη σφράγιση του καταστήματος ισοδυναμούσε με παράβαση καθήκοντος από τα όργανα εκείνα που θα αποφάσιζαν σχετικά. Μετά από μία έντονη συνεδρίαση στην οποία παραβρίσκονταν και υπάλληλοι του καταστήματος οι οποίοι θίγονταν από την σφράγιση του, και την παρέμβαση του δικηγόρου Ζύγουρα ο οποίος ήταν δικηγόρος της ΚΕΔΚΕ αλλά στην συνεδρίαση παρίστατο ως πληρεξούσιος δικηγόρος της εταιρείας αποφασίστηκε με πλειοψηφία 11 προς 9 εκ των παρισταμένων δημοτικών συμβούλων η αποσφράγιση του καταστήματος και η κανονική λειτουργία του. Συγκεκριμένα κατά την συνεδρίαση έλαβαν μέρος οι περισσότεροι από τους δημοτικούς συμβούλους με προεξέχοντα τον πρώτο κατηγορούμενο ο οποίος ήταν και δικηγόρος, έκτο κατηγορούμενο ο οποίος ήταν και τον πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου και είχε συγκαλέσει το συμβούλιο αλλά και τον δικηγόρο της εταιρείας κ. Ζύγουρα. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου (6ος κατηγορούμενος) κατά την έναρξη της συζητήσεως εξήρε τον ρόλο και την ιδιότητα του εκπροσώπου της αιτούσας, προετοιμάζοντας έτσι το έδαφος για την αποδοχή των προτάσεων του. Συγκεκριμένα, κάνοντας έναρξη της συνελεύσεως αναφέρθηκε ότι παρίστατο ένας από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους της αυτοδιοίκησης, που γνωρίζει όσοι λίγοι τα θέματα αυτής (αυτοδιοίκησης), ο διαπρεπής δικηγόρος και δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Αθηναίων Π. Ζ. παρά το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος δεν ήταν πλέον δημοτικός σύμβουλος. Ο τελευταίος αναφερόμενος στο συμβούλιο και ερμηνεύοντας τις άνω δικαστικές αποφάσεις πληροφόρησε το σώμα ότι η σφράγιση με βάση το πληροφοριακό σημείωμα της αντιδημάρχου ήταν παράνομη και θα έπρεπε άμεσα να αποφασιστεί η αποσφράγιση διότι η άδεια λειτουργίας του καταστήματος ακόμα και μετά την πυρκαγιά εξακολουθούσε να ισχύει και ότι τυχόν εξακολούθηση της σφράγισης του θα επέφερε σημαντική οικονομική βλάβη στην εταιρεία - ιδιοκτήτρια η οποία θα μπορούσε να στραφεί εναντίον του δήμου ζητώντας αποζημίωση. Στη συνέχεια μετά από συζήτηση που έγινε στο δημοτικό συμβούλιο με πολλούς από τους δημοτικούς συμβούλους να ζητούν εξηγήσεις κυρίως από τον κ. Ζ. για την ανάγκη ύπαρξης ή μη νέας αδείας λειτουργίας του καταστήματος έλαβε το λόγο ο πρόεδρος ο οποίος αφού αναφέρθηκε στην προσφορά της εταιρείας η οποία επί 20 έτη καταβάλει μισθώματα για χρήση δημοτικών χώρων που έχει μισθώσει καθώς και με την καταβολή των οφειλομένων δημοτικών τελών αναφέρθηκε ότι από την μελέτη του φακέλου που αυτός ο ίδιος έκανε διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει ανάκληση της αδείας λειτουργίας του καταστήματος και αφού έπλεξε το εγκώμιο του εκπροσώπου της εταιρείας ο οποίος όπως υποστήριξε είναι ένας από τους παλαιότερους φίλους του και ότι υπάρχει ανάγκη να τον βοηθήσουν να ανακάμψει μετά την περιπέτεια της επιχείρησης του με την πυρκαγιά επιδεικνύοντας ευαισθησία στην περίπτωση του πρότεινε να γίνει δεκτό το αίτημα της επιχείρησης για αποσφράγιση του καταστήματος και λειτουργία αυτού κανονικά. Ο δήμαρχος ο οποίος παρίστατο όπως και άλλοι δημοτικοί σύμβουλοι αφού τόνισαν ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα ευαισθησίας απέναντι σε μία επιχείρηση η οποία και στο παρελθόν είχε διάφορες παρατυπίες και της είχαν επιβληθεί κυρώσεις αλλά εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και όσων ορίζει ο νόμος και οι υπουργικές αποφάσεις. Στη αποδοχή της πρότασης του προέδρου του δημοτικού συμβουλίου συνηγόρησε και ο εκ των παρισταμένων δημοτικών συμβούλων (πρώτος των κατηγορουμένων) Φ. δικηγόρος ο οποίος ως νομικός και ειδικός αναφερόμενος στο σώμα είπε ότι η απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου αναφέρει ότι το αρθ. 8 αφορά μόνο τα σεισμόπληκτα μαγαζιά και όσα επλήγησαν από θεομηνίες χωρίς πουθενά να αναφέρονται ή να περιλαμβάνονται και εκείνα που έχουν καεί. Για να υποστηρίξει στην συνέχεια ότι και μετά την καταστροφή του καταστήματος από πυρκαϊά εξακολουθεί να ισχύει η πρώτη άδεια λειτουργίας εφόσον δεν ανακλήθηκε. Στη συζήτηση παρενέβησαν και άλλοι δημοτικοί σύμβουλοι όπως ο Κ. ο οποίος είπε χαρακτηριστικά "... όταν υπάρχει ολοσχερής καταστροφή σε ένα κατάστημα χρειάζεται νέα άδεια ... εγώ θα καταψηφίσω την πρόταση" ο κ. Π. ο οποίος αναφέρθηκε στην ανάγκη υπερψήφισης της πρότασης για να λειτουργήσει η επιχείρηση η κ. Α. η οποία είπε ότι ως καλλιτέχνης με ευαισθησία για τους ανθρώπους που εργάζονταν στο κατάστημα αλλά και γιατί με το πληροφοριακό έγγραφο (όπως κατάλαβε) δεν μπορεί να διακόπτεται η λειτουργία ενός καταστήματος θα υπερψηφίσει την πρόταση ο κ. Η. ότι θα καταψηφίσει την αποσφράγιση του καταστήματος ο κ. Β. ο οποίος αναφέρθηκε ότι παρά το γεγονός ότι εκκρεμεί η συζήτηση της αιτήσεως αναστολής μετά από δύο ημέρες θα ψηφίσει υπέρ της αποσφράγισης διότι "... το δικαστήριο δεν μπορεί να συζητήσει τίποτε. Δηλαδή το πρόβλημα που δημιουργήσαμε (εννοεί την σφράγιση) στο συγκεκριμένο κατάστημα είναι πολύ μεγαλύτερο από το ίδιο το σφράγισμα. Τον εγκλωβίσαμε τον εν λόγω επιχειρηματία ..." κ. Γ. ο οποίος απευθυνόμενος στον δήμαρχο είπε ότι γνωρίζει πολύ καλά τον Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων και ότι αρμόδιο όργανο για να δώσει η ανακαλέσει την άδεια είναι το δημοτικό συμβούλιο και ότι αισθάνεται υπερήφανος που θα συντελέσει με την ψήφο του στην αποσφράγιση του καταστήματος. Ο κ. Μ. ο οποίος αναφερόμενος στα έγγραφα που διαβάστηκαν στην συνεδρίαση ο οποίος αναρωτήθηκε πως είναι δυνατό όταν επίσημα έγγραφα όπως της πυροσβεστικής ή της πολεοδομίας αναφέρουν ότι δεν υπάρχει ή ότι δεν δίδεται άδεια να αποφασίσουν για την αποσφράγιση του καταστήματος αφού σε περίπτωση που συνέβαινε κάποιο ατύχημα θα έπρεπε να επωμιστούν και την ευθύνη που προέκυπτε από την παράνομη αυτή λειτουργία του. Τελευταία πήρε το λόγο η αντιδήμαρχος Α. η οποία αφού επισήμανε ότι μετά από δύο ημέρες θα υπήρχε κρίση της δικαιοσύνης σχετικά με την ισχύ ή μη της σφράγισης του καταστήματος και έθεσε υπόψη των συμβούλων ότι το συγκεκριμένο κατάστημα στερείτο αδείας τόσο της πολεοδομίας της πυροσβεστικής υπηρεσίας καθώς και αδείας εγκατάστασης υγραερίου και ότι δεν υπάρχει άδεια η οποία να πρέπει να ανακληθεί κάλεσε τον επιχειρηματία να καταθέσει τον σχετικό φάκελο με όλα τα αρμόδια έγγραφα προκειμένου να πάρει άδεια. Τέλος ο Δήμαρχος αφού έλαβε το λόγο επισήμανε στους συμβούλους ότι ενόψει του ότι υπήρχε εκκρεμής υπόθεση στα δικαστήρια οποιαδήποτε απόφαση ήθελε ληφθεί θα συνιστούσε παράβαση καθήκοντος για να διακοπεί βεβαίως από τον πρόεδρο ο οποίος του συνέστησε να μη νουθετεί το σώμα "κύριε δήμαρχε δεν ψηφίζετε εσείς. Το δημοτικό συμβούλιο ψηφίζει, όχι νουθεσίες στο σώμα" Ακολούθησε η ψηφοφορία στην οποία 11 σύμβουλοι μεταξύ των οποίων και οι κατηγορούμενοι υπερψήφισαν την πρόταση του προέδρου του συμβουλίου για αποσφράγιση του καταστήματος. Μετά ταύτα η εταιρεία παραιτήθηκε της αιτήσεως αναστολής που είχε υποβάλει και το κατάστημα λειτούργησε κανονικά. Με βάση όλα τα ανωτέρω είναι πρόδηλο ότι οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι με το να υπερψηφίσουν την πρόταση αποσφραγίσεως παρέβησαν το καθήκον τους. Ειδικότερα αν και είχε καταστεί σαφές από το ενημερωτικό σημείωμα του πληρεξουσίου δικηγόρου αλλά και από τις διατάξεις του νόμου που προβλέπουν σχετικά τα της αδείας λειτουργίας των καταστημάτων λειτουργικού ενδιαφέροντος ότι σε περίπτωση βίαιου συμβάντος (όπως και η πυρκαγιά) και ολοκληρωτική καταστροφή του καταστήματος απαιτείται έκδοση νέας άδειας λειτουργίας και ότι σε περίπτωση λειτουργίας ενός καταστήματος χωρίς τις άνω προϋποθέσεις αυτό κλείεται αυτεπάγγελτα από το αρμόδιο προς τούτο όργανο και ότι το σημείωμα που είχε στείλει η ειδικά για τούτο ορισθείσα αντιδήμαρχος αποτελούσε πληροφοριακό σημείωμα που δεν ήταν δυνατό να ακυρωθεί με την διαδικασία ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου, εν τούτοις παραβιάζοντας την άνω υποχρέωση των αποφάσισαν όλως παρανόμως και με σκοπό να ωφελήσουν την συγκεκριμένη εταιρεία ότι το κατάστημα έπρεπε να αποσφραγιστεί. Τα ανωτέρω εκτός από την ανάγνωση του πληροφοριακού σημειώματος και των σχετικών νομικών διατάξεων ανέλυσε με κάθε λεπτομέρεια και ο Δήμαρχος ο οποίος ήταν παρών υπομνήσκοντάς τους επίσης ότι περίπτωση αποδοχής του αιτήματος της εταιρείας θα ισοδυναμούσε με παράβαση καθήκοντος. Η γνώση εκ μέρους αυτών που περιέχει τη θέληση για παράβαση του καθήκοντος της υπηρεσίας των προκύπτει και από το γεγονός ότι στοιχειώδης γνώση των δημοτικών θεμάτων και εμπειρία περί τα πράγματα την οποία βεβαίως είχαν οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι αφού ασχολούνται πολλά έτη με την αυτοδιοίκηση, δραστηριοποιούνται επαγγελματικά σε διαφόρους καθένας τομείς ώστε να έχουν κοινή γνώση και εμπειρία ώστε να αντιληφθούν ότι και αν ακόμα δεν καταλάβαιναν τις διατάξεις που τους ανέγνωσε και ανέλυσε ο δήμαρχος όταν ένα κατάστημα καταστραφεί ολοκληρωτικά για την επαναλειτουργία του απαιτείται νέα άδεια λειτουργίας αφού απαιτείται ο έλεγχος από όλες τις υπηρεσίες που προηγούνται (πολεοδομία, πυροσβεστική κ.λπ) ώστε να ελεγχθεί ότι οι εργασίες που πρόκειται να εκτελεστούν είναι σύμφωνες με τους κανόνες τέχνες και επιστήμης και πληρούν τους κανόνες ασφαλείας που απαιτούνται όταν μάλιστα η πυρκαγιά στο προηγούμενο κατάστημα είχε προέλθει από ανάφλεξη λιπών και αιθάλης στην καμινάδα της κουζίνας. Πλην όμως αυτοί παρακάμπτοντας αυτό που μία στοιχειώδης αντίληψη των πραγμάτων επιβάλλει αποφάσισαν την παραδοχή του αιτήματος της εταιρείας με σκοπό να την ωφελήσουν παρέχοντας της το δικαίωμα να λειτουργήσει το συγκεκριμένο νυκτερινό κέντρο διασκέδασης. Πιο συγκεκριμένα ο δόλος του εκ των κατηγορουμένων Γ. Φ. και Γ. Π. αποδεικνύεται και εκ τους γεγονότος ότι ο μεν πρώτος είναι δικηγόρος και είχε ως εκ τούτου την δυνατότητα να αντιληφθεί και το περιεχόμενο των άνω δικαστικών αποφάσεων και να εφαρμόσει τις διατάξεις περί λειτουργίας ενός καταστήματος που απαιτούν την έκδοση νέας αδείας σε περίπτωση καταστροφής του και όχι στην προσπάθεια του να πείσει και τους υπόλοιπους (εκ των συμβούλων) "ότι η πυρκαγιά δεν περιλαμβάνεται στα βίαια συμβάντα" (δηλαδή είναι από εκείνα που εμφανίζονται κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων ...!!??). Αλλά και του Γ. Π. ο δόλος αποδεικνύεται, εκτός των άλλων, και από τον τρόπο και την διαδικασία αλλά και την αιτία που πρόβαλε για την σύγκληση του συμβουλίου με την έννοια του κατεπείγοντος η οποία ήταν ... οι δυσμενείς (μελλοντικές) οικονομικές συνέπειες που θα υφίστατο ο δήμος από μία ενδεχόμενη άσκηση αγωγής για διαφυγόντα κέρδη από την σφράγιση του καταστήματος σύγκλησης του δημοτικού συμβουλίου καθώς και η επιλογή των 11 οι οποίοι υπερψήφισαν την σύγκληση του λόγω κατεπείγοντος αλλά και την αποδοχή της προτάσεως του. Βέβαια η αιτία της σύγκλησης που υπήρξε στην πρόταση του δεν συζητήθηκε στο συμβούλιο που αυτός προήδρευε ούτε αναλύθηκε ή αιτιολογήθηκε όπως απαιτεί ο νόμος αποδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό ότι ήταν τελείως προσχηματική και έγινε μόνο και μόνο για να ωφεληθεί η επιχείρηση του φίλου του. Εξάλλου και το περιεχόμενο της είναι τόσο αντιφατικό και αόριστο ώστε να μη δικαιολογεί οποιαδήποτε έκτακτη σύγκληση σύμφωνα με την προπαρατεθείσα έννοια του νόμου. Είναι επίσης εμφανής η προσπάθεια του να εμφανίσει τον εκπρόσωπο της εταιρείας ως ένα νομικό του οποίου οι απόψεις δεν επιδέχονται αντίρρηση και ότι όλα όσα αναφέρει αποτελούν θέσφατο για την νομική επιστήμη καθώς και η επιθυμία του να αναγάγει τον επιχειρηματία στην θέση του θύματος που αδικήθηκε από την αντιδήμαρχο και την ανάγκη προσφοράς βοήθειας προς αυτόν αφού πληρώνει τα τέλη και τις υποχρεώσεις του προς τον δήμο. Επίσης δεν παρέλειψε να τονίσει στο συμβούλιο ότι αυτός (επιχειρηματίας) είναι ένας από τους πιο παλιούς και καλούς του φίλους (το επανέλαβε και στο ακροατήριο) και θα έπρεπε ως εκ τούτου να τύχει της ανάλογης συμπεριφοράς με την αποδοχή της αιτήσεως του. Πρέπει να αναφερθεί στο σημείο αυτό ότι ο εκπρόσωπος της εταιρείας με σημείωμα του προς τον Δήμαρχο, όταν πληροφορήθηκε, τις επόμενες ημέρες, ότι είχε κοινοποιήσει σχετικό έγγραφο στην περιφέρεια ανέφερε ότι όλα όσα ανέλυσε προφορικά κατά την συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου απηχούσαν απόψεις της πελάτιδός του (άραγε και επί νομικών θεμάτων ?) και ότι λόγω της προφορικότητας της διαδικασίας ενδεχομένως να επικαλέστηκε και στοιχεία επί πραγματικών ζητημάτων τα οποία δεν ήταν απολύτως ακριβή καταρρίπτοντας δηλαδή ο ίδιος όλα όσα είχε πει γι αυτόν ο άνω κατηγορούμενος και ο ίδιος ενώπιον του συμβουλίου. Αλλά και ο δόλος του εκ των κατηγορουμένων Γ. και η πρόθεση του να ωφελήσει την επιχείρηση προκύπτει εκτός των ανωτέρω και από το γεγονός ότι προσπαθώντας να υποτιμήσει τα αναγραφέντα στο υπηρεσιακό σημείωμα του δικηγόρου Βετούλη αναφέρει γι αυτόν ότι καλύτερα θα ήταν να ασχοληθεί με άλλα πράγματα (π.χ το γκολφ) και όχι προφανώς το συγκεκριμένο θέμα ενώ απευθυνόμενος προς τον δήμαρχο αναφέρει ότι γνωρίζει πολύ καλά το νόμο και την διαδικασία που σφραγίζονται τα καταστήματα όταν παρανομούν και ότι είναι παράνομη η διαδικασία που ακολουθήθηκε προκειμένου να κλείσει το συγκεκριμένο κατάστημα και ότι αισθάνεται υπερήφανος που θα ψηφίσει υπέρ της αποσφραγίσεώς και της περαιτέρω λειτουργίας του. Αντίθετα για τους εκ των κατηγορουμένων Ν. Β. Β. Α. και Σ. Π. προέκυψαν αμφιβολίες για την εκ μέρους αντίληψη και κατανόηση του νομικού θέματος αλλά και της πρόθεσης των να ωφελήσουν την επιχείρηση που εκμεταλλευόταν το συγκεκριμένο κατάστημα. Ειδικότερα για τον πρώτο (Ν. Β.) είναι εμφανές από τις ερωτήσεις που υπέβαλε στο δημοτικό συμβούλιο ότι δεν έχει αντιληφθεί πλήρως την έννοια του πληροφοριακού σημειώματος του δικηγόρου Βετέλη και απαιτεί νομική γνωμάτευση, την έννοια της εκτελεστής διοικητικής πράξεως και εκείνη του σημειώματος που απέστειλε η αντιδήμαρχος ώστε η απόφαση του να ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Επίσης προέκυψαν αμφιβολίες ότι με την πράξη του αυτή είχε ως σκοπό να ωφελήσει την επιχείρηση και τον επιχειρηματία αλλά ότι έπραξε πιστεύοντας πεπλανημένα ότι η αποσφράγιση του καταστήματος ήταν η νόμιμη οδός που έπρεπε να ακολουθηθεί. Αλλά και για τις δύο άλλες εκ των κατηγορουμένων προέκυψαν αμφιβολίες ότι αυτές αντιλήφθηκαν πλήρως και σαφώς το περιεχόμενο των δικαστικών αποφάσεων και την ανάγκη σφράγισης του καταστήματος αφού ο λόγος του παρισταμένου δικηγόρου Ζ. τον οποίον και γνώριζαν και το κράτος της πίεσης που ασκείτο σ' αυτές εκ μέρους των εργαζομένων της επιχείρησης τις έπεισε ότι έπρεπε να ψηφίσουν υπέρ της αποσφράγισης χωρίς να προκύπτει και πρόθεση των να ωφελήσουν την επιχείρηση. Με βάση όλα τα ανωτέρω πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι όλοι πλην των Ν. Β., Β. Α. και Σ. Π. για τις οποίες προέκυψαν αμφιβολίες για την εκ μέρους των τέλεση της πράξης και πρέπει να αθωωθούν κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα". Στη συνέχεια το Δικαστήριο με τις σκέψεις αυτές κήρυξε ενόχους τους ήδη αναιρεσείοντες για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις και ειδικότερα του ότι: "στον πιο κάτω τόπο και χρόνο από κοινού υπάλληλοι όντες κατά την έννοια του άρθρου 13α Π.Κ. παρέβησαν τα καθήκοντα της υπηρεσίας τους με σκοπό να προσπορίσουν σε άλλον παράνομο όφελος, βλάπτοντας το κράτος. Ειδικότερα στη Γλυφάδα Αττικής με την ιδιότητα τους ως μέλη του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Γλυφάδας, την 25-5-2005 κατά πλειοψηφία έλαβαν την υπ' αρ. 208/2005 απόφαση του δημοτικού συμβουλίου (ήτοι με 11 ψήφους υπέρ και 9 κατά) απεφάσισαν να αποσφραγιστεί το κατάστημα Galea (πρώην ΚΑΡΑΒΙ) κέντρο διασκέδασης της επιχείρησης Κ. Θ. και ΣΙΑ Ο.Ε που είχε σφραγιστεί στις 20-5-2005 από τον Δήμο δεχόμενοι παράνομα ότι δεν πρέπει να κλείσει το ως άνω κατάστημα - κέντρο διασκέδασης - μπαρ παρά το γεγονός ότι : 1) το θέμα της μη ύπαρξης άδειας ίδρυσης λειτουργίας καταστήματος και της σφράγισης αυτού έχει κριθεί αμετάκλητα από την υπ' αρ. 16/2005 απόφαση του Δ. Τριμ. Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, το οποίο είχε δεχτεί ότι το κλείσιμο (σφράγιση) του ανωτέρω καταστήματος θα γινόταν για το λόγο ότι αυτό λειτουργούσε χωρίς άδεια ίδρυσης και λειτουργίας και η σφράγιση αυτού θα γινόταν από το αρμόδιο να προβεί στο κλείσιμο όργανο που έχει ορισθεί με την υπ' αρ. 261/1995 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, χωρίς να προβλέπεται ότι πρέπει να προηγηθεί απόφαση του Συμβουλίου αυτού ή του ανωτέρω Αντιδημάρχου Οικονομικού και χωρίς να είναι το σχετικό αποσταλέν από 5-6-2002 έγγραφο της Αντιδημάρχου προς την εταιρεία περί επικείμενης σφράγισης εκτελεστή διοικητική πράξη. 2) Ο Δήμαρχος Γλυφάδας τόνισε στο δημοτικό συμβούλιο ότι δεν υπάρχει ζήτημα κατεπείγουσας ανάγκης για να συζητηθεί το ζήτημα αυτό με την διαδικασία του κατεπείγοντος και ότι ο Δήμος νόμιμα σφράγισε το κατάστημα σύμφωνα και με την ως άνω αναφερθείσα Δικαστική απόφαση. 3) Η εταιρεία κατέθεσε στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο στις 20-5-2005 εκ νέου αίτηση αναστολής της σφράγισης που έγινε στις 20-5-2005 από τα αρμόδια όργανα του Δήμου αλλά ήδη απορρίφθηκε η αίτηση έκδοσης προσωρινής διαταγής για αναστολή μέχρι την συζήτηση της υπόθεσης διότι δεν προέκυψε πιθανότητα ευδοκίμησης της αίτησης αναστολής της σφράγισης. 4) Όπως προκύπτει από τις μαρτυρικές καταθέσεις των δημοτικών συμβούλων που ψήφισαν υπέρ της διατήρησης της σφράγισης του καταστήματος, από τα έγγραφα της πολεοδομικής αρχής αλλά και της αστυνομικής και πυροσβεστικής αρχής το υπό κρίση κατάστημα, που παλαιότερα ονομαζόταν ΚΑΡΑΒΙ είχε κατ' επανάληψη μηνυθεί για υγειονομικές - πολεοδομικές παραβάσεις, έλλειψη αδείας λειτουργίας, έλλειψη πυρασφάλειας (με αποτέλεσμα σε κάποια στιγμή το έτος 2001 να καταστραφεί από πυρκαγιά) και καταπάτηση αιγιαλού με βάση το από 1-6-2004 έγγραφο της κτηματικής υπηρεσίας Πειραιά. Με βάση το από 3-6-2002 έγγραφο του Α/Τα Γλυφάδας υπήρχαν έντονα παράπονα από κατοίκους για διατάραξη της νυχτερινής ησυχίας από την λειτουργία μουσικής στο ως άνω κέντρο και μετά από σχετικές μετρήσεις που έγιναν από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα οι υπεύθυνοι μηνύθηκαν για ηχορύπανση. Οι ως άνω κατηγορούμενοι παρά την ύπαρξη της ως άνω απόφασης και παρά το γεγονός ότι το ως άνω κατάστημα λειτουργούσε χωρίς άδεια και για τον λόγο αυτό από το έτος 2002 επιχειρείτο να σφραγιστεί και να διακόψει την λειτουργία του για να επέλθει η νομιμότης παρέβησαν τα καθήκοντα τους και εμπόδισαν, χωρίς νόμιμο λόγο την αποκατάσταση της νομιμότητας μόλις αυτή έγινε εφικτή δικαστικά. Εφευρέθηκε ένας λόγος ασκήσεως ένδικου μέσου στο διοικητικό δικαστήριο για να αποφευχθεί η σφράγιση ενός παρανόμως λειτουργούντος καταστήματος μπαρ στην παραλιακή λεωφόρο και από μία εσφαλμένη πρωτοβάθμια δικαστική απόφαση, η νομιμότης επιχειρήθηκε να αποκατασταθεί μετά πάροδο 3 ετών με όφελος κατά την διάρκεια του δικαστικού αγώνα της εταιρείας που εκμεταλλευόταν το κατάστημα. Όταν τελικά η διοικητική δικαιοσύνη έλυσε τα χέρια του Δήμου Γλυφάδας παρενέβησαν οι ως άνω κατηγορούμενοι και με την απόφαση που έλαβαν μετά την από 24-5-2005 αίτηση περί αποσφράγισης της εταιρείας παρά τις εκκλήσεις του Δημάρχου και των μειοψηφισάντων δημοτικών συμβούλων βοήθησαν εντελώς παράνομα το κατάστημα να εξακολουθήσει να λειτουργεί παράνομα. Το Δικαστήριο δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι μέχρι το χρόνο που τελέστηκε η πράξη έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρο 84 παρ. 2α)".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες και στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού υπάρχουν σ' αυτήν ασάφειες και ελλείψεις που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 259 του ΠΚ. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι αρμοδίως "η αντιδήμαρχος του δήμου Γλυφάδας με την 20446/5-6-02 απόφαση της διέταξε την σφράγιση του και την εντεύθεν διακοπή της λειτουργίας του" και ότι "μετά από έφεση που άσκησαν και τα δύο διάδικα μέρη ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς εκδόθηκε η 16/2005 απόφαση με την οποία, μετά από παραδοχή της εφέσεως του Δήμου Γλυφάδας και απόρριψη της εφέσεως της εταιρείας Κ. Θ. και Σια ΟΕ, έγινε δεκτό ότι αρμόδιο όργανο για την έκδοση αποφάσεως σφραγίσεως ήταν η αντιδήμαρχος και όχι το δημοτικό συμβούλιο του δήμου" και ότι "το θέμα της μη ύπαρξης άδειας ίδρυσης λειτουργίας καταστήματος και της σφράγισης αυτού έχει κριθεί αμετάκλητα από την υπ' αρ. 16/2005 απόφαση του Δ' Τριμ. Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, το οποίο είχε δεχτεί ότι το κλείσιμο (σφράγιση) του ανωτέρω καταστήματος θα γινόταν για το λόγο ότι αυτό λειτουργούσε χωρίς άδεια ίδρυσης και λειτουργίας και η σφράγιση αυτού θα γινόταν από το αρμόδιο να προβεί στο κλείσιμο όργανο που έχει ορισθεί με την υπ' αρ. 261/1995 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, χωρίς να προβλέπεται ότι πρέπει να προηγηθεί απόφαση του Συμβουλίου αυτού ή του ανωτέρω Αντιδημάρχου Οικονομικού ...", δηλαδή ότι η περί τις σφραγίσεις καταστημάτων εξουσία του Δημοτικού Συμβουλίου είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο με απόφασή του εκχωρηθεί σε άλλο όργανο, στον Αντιδήμαρχο Οικονομικού, δεν δικαιολογεί περαιτέρω γιατί το δημοτικό συμβούλιο διατήρησε ή πως ανέκτησε την αρμοδιότητά του, ώστε η απόφασή του αυτή για την αποσφράγιση, ως εκδοθείσα από αρμόδιο όργανο να είναι πρόσφορη να προκαλέσει παράνομο όφελος και καταδίκασε τους αναιρεσείοντες για παράβαση καθήκοντος.
Συνεπώς, είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, που προβάλλονται με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως απάντων των αναιρεσειόντων και τους προσθέτους λόγους αναιρέσεως και πρέπει, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 360/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιανουαρίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση καθήκοντος από μέλη δημοτικού συμβουλίου. Αναιρείται για ελλιπείς αιτιολογίες και έλλειψη νομίμου βάσεως, διότι υπάρχουν στην αναιρεσιβαλλομένη, που καταδίκασε τους αναιρεσείοντες για παράβαση καθήκοντος, ασάφειες και ελλείψεις που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 259 του ΠΚ, διότι ενώ δέχεται ότι το Δημοτικό Συμβούλιο κατά τον κρίσιμο χρόνο την σχετική εξουσία του την είχε με απόφασή του εκχωρήσει σε άλλο όργανο, δεν δικαιολογεί γιατί το δημοτικό συμβούλιο, διατήρησε την αρμοδιότητά του ώστε η απόφασή του αυτή, ως εκδοθείσα από αρμόδιο όργανο να είναι πρόσφορη να προκαλέσει παράνομο όφελος. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 514 εδ. γ ΚΠΔ κατά την οποία δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, κατά της ιδίας αποφάσεως, δεν επιτρέπεται αυτής, προϋπόθεση για την απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ιδίας αποφάσεως είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτά ασκείται μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτή.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 71/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης Ε. Κ. - Π. σύζυγος Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 136/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Απριλίου 2012 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 589/2012.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό και ημερομηνία 223/17-10-2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγουμε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, την με αριθμό 8/19.4.2012 αίτηση (δήλωση) της Ε. συζ. Α. Κ.-Π., για αναίρεση της 136/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Από τις διατάξεις των άρθρων 462, 465 παρ. 1, 473 παρ. 1-3, 474 παρ. 1 και 2 και 507 παρ.1 εδ. α' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως με δήλωση ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα από τον κατηγορούμενο ή από τον ειδικά εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του γίνεται μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών, η οποία αρχίζει από τότε που η απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, εφόσον ο δικαιούμενος ήταν παρών κατά την απαγγελία της, ενώ αν ο δικαιούμενος ήταν απών, αλλά γνωστής στην ημεδαπή διαμονής, η δεκαήμερη προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως (ΑΠ 968/2011, ΑΠ 1479/2010). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, που πηγάζει από το άρθρο 255 ΑΚ, κατά την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναιρέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει για την περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανωτέρας βίας ή θα εξαλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Στην εξαιρετική, αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από τα άρθρα 473 παρ. 2 και 474 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεως του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του, δηλαδή, τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τη βασιμότητα τους. Ως ανωτέρα βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο το οποίο δεν οφείλεται οπωσδήποτε σε υπαιτιότητα του ασκούντος το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί απ' αυτόν με κανένα τρόπο (ΑΠ 985/2011, ΑΠ 1639/2010). Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτά επισκοπούνται, για την έρευνα του παραδεκτού της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την προσβαλλόμενη 136/2007 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η 109/15.9.2006 έφεση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης κατά της 618/29.5.2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Καρδίτσας, με την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση έξι (6) μηνών για συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 και 363-362 του ΠΚ). Η απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε απούσας της ανωτέρω κατηγορουμένης, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ στις 9.2.2007, όπως προκύπτει από την επισυναπτόμενη από 20.4.2012 υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμόδιας Γραμματέως του Εφετείου Λάρισας Ελένης Τσόγγα, επιδόθηκε δε σ' αυτήν και τον διορισθέντα με την έκθεση εφέσεως αντίκλητο δικηγόρο της Βασίλειο Κόκκαλη, στις 23.2.2007 και 5.3.2007, αντιστοίχως. Η αναιρεσειουσα άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, με δήλωση της έχουσας ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα δικηγόρου της Παναγιώτας Τσιώλη, ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Λάρισας στις 19.4.2012, δηλαδή μετά την παρέλευση της δεκαήμερης προθεσμίας από την καταχώρηση της αποφάσεως. Όμως, στη δήλωση αναιρέσεως, όπως αυτό προκύπτει από το περιεχόμενο της, δεν επικαλείται κάποιο λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της. Κατά συνέπεια, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 513 παρ. 1 εδ. α' και 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί η με αριθμό 8/19.4.2012 αίτηση (δήλωση) της Ε. συζ. Α. Κ.-Π., για αναίρεση της 136/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.- Αθήνα, 16 Οκτωβρίου 2012 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ.1 του άρθρου 476 ΚΠοινΔ όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναίρεσε ιόντος από τον γραμματέα της Εισαγγελίας 24 ώρες πριν από την εισαγωγή της υποθέσεως, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473 παρ. 1,2 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι δεκαήμερη, αρχομένη από τη δημοσίευση της αποφάσεως παρόντος του δικαιούχου, άλλως από τη νόμιμη επίδοσή της στον δικαιούχο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρηση της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ.3 του άρθρου 473 ΚΠοινΔ, και εικοσαήμερη αν ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠοινΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που επιβεβαιώνουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Δηλαδή από την άνω διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει να αναφέρει στην έκθεση ασκήσεως αυτού τον λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του, δηλαδή τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίσθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητα τους, άλλως το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα και ειδικότερα, κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτη. Τέλος, ως ανώτερη βία νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται το γεγονός εκείνο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί με κανένα τρόπο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς εξετάζει ο Άρειος Πάγος για να διακριβώσει το παραδεκτό της ασκηθείσας αναιρέσεως, η προσβαλλομένη ως άνω με αριθμό 136/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας η οποία δημοσιεύθηκε απούσης της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, καταχωρήθηκε στο βιβλίο καθαρογραφημένων αποφάσεων του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ την 9.2.2007, όπως αυτό προκύπτει από την με ημερομηνία 20-4-2012 επισυναπτόμενη υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμοδίας Γραμματέως του Εφετείου Λάρισας, Ελένης Τσόγγα και επιδόθηκε σ' αυτήν και στον διορισθέντα με την έκθεση εφέσεως αντίκλητο δικηγόρο της Βασίλειο Κόκκαλη στις 23.2.2007 και 5-3-2007 αντιστοίχως, όπως προκύπτει από τα με χρονολογία 23.2.2007 και 5.3.2007 αποδεικτικά επιδόσεως του Αρχ. ... και του ... δικαστικού επιμελητή της Εισ. Εφετών Λάρισας. Η αναιρεσείουσα άσκησε την κρινόμενη υπ' αριθμ. 8/2012 αίτηση-δήλωση αναιρέσεως, με δήλωση της έχουσας ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα δικηγόρου της Παναγιώτας Τσώλη ενώπιον του γραμματέως του Εφετείου Λάρισας, στις 19-4 -2012 ήτοι εκπροθέσμως μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άνω άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠοινΔ δεκαήμερης προθεσμίας, από την καταχώρηση της αποφάσεως, και πιο συγκεκριμένα μετά πάροδο χρόνου πλέον των πέντε (5) ετών, χωρίς μάλιστα να επικαλείται και να αποδεικνύει συγκεκριμένους νόμιμους λόγους ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση της. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 8/19-4-2012 αίτηση - δήλωση της Ε. συζύγου Α. Κ.-Π. περί αναιρέσεως της με αριθμό 136/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2012. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εκπρόθεσμη αίτηση αναίρεσης. Δεν επικαλείται ανωτέρα βία. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 70/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπρσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Βέργο, περί αναιρέσεως της 1538, 1539, 1661Α, 1819, 2002, 2002Α/2011 και 200/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με συγκατηγορούμενους: 1. Α. Γ. του Κ. και 2. Π. Σ. του Ι. .
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουνίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 761/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1538, 1539, 1561α, 1819, 2002, 2002α/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, κηρύχθηκε σε δεύτερο βαθμό, πλην άλλων, και ο αναιρεσείων ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, δύο εργατών σε εργατικό ατύχημα που συνέβη σε πλοίο ΑΕ, της οποίας αυτός ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 εδ. δ' του ΠΚ και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, η οποία ποινή και μετετράπη σε χρηματική προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Στο αιτιολογικό περί ενοχής του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, διαλαμβάνονται κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ανωμοτί και ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του πρώτου των κατηγορουμένων (Π. Σ.) και την όλη αποδεικτικά διαδικασία αποδείχθηκε ότι: Οι δύο πρώτοι των κατηγορουμένων Π. Σ. και Κ. Κ. συνέστησαν στις αρχές του 2004 την εταιρία "ΔΡΑΧΜΗ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" της οποίας και οι δύο είναι νόμιμοι εκπρόσωποι. Στη κυριότητα της εταιρίας αυτής περιήλθε το υπό ελληνική σημαία φορτηγό-αμμοληπτικό πλοίο "Ε...", το οποίο λόγω του μακροχρόνιου παροπλισμού του και της μεγάλης ηλικίας του, άνω των τριάντα ετών, περί τα τέλη Ιουνίου 2001 ανελκύσθηκε προς επισκευή στις εγκαταστάσεις των ναυπηγείων "ΑΦΟΙ Κ." που βρίσκονται στο ... . Μεταξύ των προγραμματισμένων εργασιών ήταν η επιθεώρηση και τυχόν επισκευή ή αντικατάσταση των σωστικών και πυροσβεστικών μέσων. Το έργο των σωστικών μέσων του πλοίου (βαρελάκια) και των φορητών πυροσβεστήρων ανέθεσαν στο τρίτο των κατηγορουμένων Α. Γ., ο οποίος διατηρεί σχετική επιχείρηση με την επωνυμία "EYROSAFE" στον ... . Ο τελευταίος λίγες ημέρες πριν από το ένδικο ατύχημα, είχε στείλει δύο μισθωτούς του, τον εκ των θανόντων Ε. Κ. και τον Γ. Φ. στο παραπάνω πλοίο, προκειμένου να παραλάβουν τα σωστικά μέσα και τους φορητούς πυροσβεστήρες και να τα μεταφέρουν στις εγκαταστάσεις της εταιρείας του. Η ανάληψη παραπάνω έργου από τον τρίτο κατηγορούμενο έγινε με τη μεσολάβηση του Β. Δ.. Με την μεσολάβηση του τελευταίου, ο τρίτος κατηγορούμενος ανέλαβε, με άτυπη σύμβαση με την πλοιοκτήτρια εταιρία που καταρτίστηκε κατά το τέλος Ιουνίου 2004, την επιθεώρηση και τυχόν επισκευή του συστήματος πυρόσβεσης του μηχανοστασίου με φιάλες διοξειδίου του άνθρακα. Ειδικότερα θα εκτιμούσε το κόστος του έργου αυτού και στη συνέχεια θα το ανέθετε σε υπεργολάβο με τον οποίο συνεργαζόταν, επειδή ο ίδιος δεν ασκούσε αντίστοιχη επαγγελματική δραστηριότητα. Το σύστημα πυρόσβεσης αυτό ήταν μονίμως εγκατεστημένο στο πλοίο και αποτελείτο από συστοιχία εννέα, συνδεδεμένων με σωληνώσεις, φιαλών διοξειδίου του άνθρακα υπό πίεση, βάρους της κάθε μίας 120 κιλών γεμάτης και 80 κιλών κενής, η οποία (συστοιχία) ήταν τοποθετημένη στο δωμάτιο του μηχανισμού πηδαλίου (τιμονάκι-steering gear room), σε ιδιαίτερο χώρο διαστάσεων περίπου 1,5 Χ 1,5 μ. το οποίο περιοριζόταν με δικτυωτό μεταλλικό πλέγμα. Οι φιάλες σταθεροποιούνται για τη περίπτωση μετακίνησης, με μεταλλικά ή ξύλινα κολάρα. Ο υπόλοιπος χώρος του διαμερίσματος, πέραν από το μηχανισμό του πηδαλίου εχρησιμοποιείτο ως υποθήκη εξαρτημάτων και αναλωσίμων υλικών. Το χωρίς δυνατότητα φυσικού εξαερισμού και στερούμενο τεχνητού εξαερισμού δωμάτιο αυτό, ήταν περίκλειστο, το μόνο δε άνοιγμα του ήταν η μεταλλική στεγανή πόρτα του, που άνοιγε προς τα μέσα. Για να εισέλθει δηλαδή κάποιος και να εργασθεί στο χώρο των φιαλών, έπρεπε να ανοίξει την πόρτα εισόδου, να εισέλθει στο χώρο αυτό, να κλείσει τη πόρτα, ώστε στη συνέχεια να αφαιρέσει το πλέγμα για να βρεθεί στον περιορισμένο χώρο του συστήματος πυρόσβεσης του μηχανοστασίου, αφού οι φιάλες διοξειδίου του άνθρακα βρίσκονταν ακριβώς πίσω από την σε ανοικτή θέση πόρτα. Το άνοιγμα της πόρτας ήταν ανεπίτρεπτο καθώς η σχετική νομοθεσία επιβάλλει ο χώρος όπου βρίσκεται εγκατεστημένο τέτοιο σύστημα να έχει πόρτα ανοιγόμενη από μέσα προς τα έξω ώστε σε περίπτωση ατυχήματος να αποτρέπεται ο εγκλωβισμός και να διευκολύνεται η φυγή προς τα έξω. Το γεγονός ότι το πλοίο έφερε τα σχετικά έγγραφα αξιοπλοΐας του νηογνώμονα και της επιθεώρησης εμπορικών πλοίων δεν αναιρεί την υποχρέωση των πλοιοκτητών να έχουν αυξημένη επιμέλεια ως προς την ασφάλεια των εισερχομένων στο συγκεκριμένο χώρο. Την 5-7-2004 ο τρίτος κατηγορούμενος, ανέθεσε στους μισθωτούς του Μ. Ζ. και Ε. Κ. να μεταβούν από κοινού στο παραπάνω πλοίο προς επιθεώρηση της συστοιχίας των φιαλών διοξειδίου και εξάρμωσή τους, ώστε σε μεταγενέστερο χρόνο να μεταφερθούν οι φιάλες, με τη βοήθεια γερανού, στην επιχείρηση τη δική του, είτε του εργολάβου του, προς οριστική και ενδελεχή επιθεώρηση της κατάστασής τους. Ο Μ. Ζ.ς ήταν έμπειρος τεχνίτης σε ό,τι αφορά τα σωστικά μέσα και είχε προϋπηρεσία σ' αυτά 15-20 ετών. Ο Ε. Κ. ήταν παντελώς άπειρος στις εργασίες σωστικών μέσων και εκτελούσε βοηθητικές εργασίες. Αμφότεροι είχαν προσληφθεί στην επιχείρηση του τρίτου κατηγορουμένου την 2-6-2004. Σε εκτέλεση της εντολής του εργοδότη τους, οι προαναφερθείσες έφθασαν στο πλοίο περί ώρα 14.30 της ίδιας ημέρας, φέροντας μαζί τους βαλιτσάκι με εργαλεία. Στη προβλήτα των εγκαταστάσεων, συναντήθηκαν με τον Β.Δ. στον οποίο ανέφεραν το σκοπό της επισκέψεώς τους. Παρών στη συνάντηση αυτή ήταν και ο Α. Α., ο οποίος εκτελούσε χρέη συμβούλου των πλοιοκτητών, τον οποίο επίσης ενημέρωσαν για το σκοπό της επίσκεψής τους. Για την παρουσία τους στο πλοίο ενημερώθηκε από τον Β.Δ. και ο παρευρισκόμενος στον ίδιο χώρο, πρώτος κατηγορούμενος. Οι δύο εργαζόμενοι κατευθύνθηκαν στο χώρο όπου βρίσκονταν οι φιάλες του συστήματος πυρόσβεσης, χωρίς να τους συνοδεύει τρίτο άτομο είτε της εργοδότριας επιχείρησης είτε της πλοιοκτήτριας εταιρείας. Αφού εισήλθαν στο χώρο του μηχανισμού πηδαλίου, αφαίρεσαν το μεταλλικό πλέγμα και ξεκίνησαν την αποσύνδεση των φιαλών από το δίκτυο πυρόσβεσης και από τα στηρίγματα που τις κρατούσαν-μεταλλικά και ξύλινα. Όταν ολοκλήρωσαν την αποσύνδεση όλων των φιαλών και προκειμένου να τις ασφαλίσουν από πιθανή διαρροή του περιεχομένου τους, οι δύο εργαζόμενοι έπρεπε να τις τραβήξουν έτσι ώστε να πάρουν τα μεταλλικά καπάκια που βρίσκονταν σε ιδιαίτερα δυσπρόσιτο σημείο, ενόψει και της στενότητας του χώρου, πίσω από την αρχική θέση των φιαλών. Κατά τη διάρκεια των εν λόγω ενεργειών έπεσαν οι πέντε από τις εννέα φιάλες, με αποτέλεσμα κατά την πτώση τους να κτυπήσουν τα κλείστρα δύο εξ αυτών, απελευθερώνοντας το περιεχόμενό τους σε τριάντα περίπου δευτερόλεπτα, το οποίο κατέκλυσε τον περίκλειστο χώρο του δωματίου. Συγχρόνως, οι πέντε φιάλες έπεσαν πάνω και μπροστά στη πόρτα και έφραξαν την έξοδό της. Η άμεση εισπνοή του απελευθερωθέντος διοξειδίου του άνθρακα από τους δύο εργαζόμενους, επέφερε μέσα σε λίγα λεπτά λιποθυμία τους πρώτα και στη συνέχεια και θάνατό τους λόγω ασφυξίας-οξείας δηλητηρίασης. Οι πλοιοκτήτες ισχυρίζονται (ο δεύτερος κατηγορούμενος με την απολογία του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στην αναγνωθείσα εκκαλουμένη) ότι αγνοούσαν την παρουσία των Μ.Ζ. και Ε.Κ. και το λόγο της επισκέψεώς τους στο πλοίο. Ο εργοδότης τους ισχυρίσθηκε με την απολογία του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στην αναγνωσθείσα εκκαλουμένη απόφαση ότι είχε αναθέσει στον Μ.Ζ. τον οπτικό έλεγχο των φιαλών ώστε να δώσει προσφορά στους πλοιοκτήτες για το κόστος της επιθεώρησης και επισκευής τους. Οι ισχυρισμοί αυτοί αντικρούονται α) από την κατάθεση του Β.Δ., ο οποίος κατέθεσε ότι ενημέρωσε τον πρώτο κατηγορούμενο για την παρουσία του συνεργείου και το σκοπό της επίσκεψής τους την 5-7-2004, β) από τη κατάθεση του Ι. Σ. που ως ναυπηγός συμμετείχε ενεργά στην επισκευή του πλοίου ο οποίος κατέθεσε ότι η συμφωνία με τον τρίτο κατηγορούμενο για το σύστημα πυρόσβεσης του μηχανοστασίου στην προφορική και δεν επακολούθησε γραπτή προσφορά λόγω προβλήματος του φαξ. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι της συμφωνίας αυτής είχε προηγηθεί εκτίμηση του κόστους, από το συνεργείο του τρίτου κατηγορουμένου την ημέρα παραλαβής των σωστικών και των πυροσβεστήρων. Ειδικότερα κατόπιν εντολής του τρίτου των κατηγορουμένων οι Γ. Φ. και Ε.Κ. όταν μετέβησαν στο πλοίο να παραλάβουν τα σωστικά μέσα και τους πυροσβεστήρες, προέβησαν σε θεώρηση του δωματίου όπου βρίσκεται ο μηχανισμός πηδαλίου και οι φιάλες διοξειδίου του άνθρακα. Μάλιστα ο Φ., κατά την επίσκεψη αυτή, επέστησε στον αλλοδαπό φύλακα του πλοίου, τη προσοχή του σχετικά με τις φιάλες διοξειδίου του άνθρακα, να μην τις πειράξει και ότι θα έρθουν οι ίδιοι να τις αποσυναρμολογήσουν για λόγους ασφαλείας. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το ότι κατά τη μετάβασή τους στο πλοίο την ημέρα του ατυχήματος οι Μ. Ζ. και Ε.Κ. έφεραν μαζί τους βαλιτσάκι με τα απαραίτητα για την εξάρμοση των φιαλών εργαλεία, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι την 5-7-2004, ο σκοπός τους δεν ήταν ο οπτικός έλεγχος των φιαλών για να δοθεί προσφορά από τον τρίτο κατηγορούμενο στους πλοιοκτήτες, αλλά να γίνουν οι απαραίτητες εργασίες ώστε να καταστεί δυνατή η μεταφορά των φιαλών σε μεταγενέστερο χρόνο, με τη χρήση ανυψωτικού μηχανήματος, από το πλοίο προς την επιχείρηση του τρίτου κατηγορουμένου ή του υπεργολάβου στον οποίο, ο τελευταίος θα ανέθετε την επιθεώρηση και συντήρησή τους. Την εργασία αυτή εκτέλεσαν οι προαναφερθέντες, κατόπιν εντολής του τρίτου κατηγορουμένου και στα πλαίσια των εργασιακών τους καθηκόντων. Πρωτοβουλία ή αυθαίρετη αποσύνδεση των φιαλών δεν μπορεί να αποδοθεί σ' αυτούς, γιατί κάτι τέτοιο αντίκειται στη λογική και στη συνήθη πρακτική στα πλαίσια των εργασιακών συμβάσεων. Η δε παρουσία τους ήταν γνωστή στους πλοιοκτήτες, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς τους, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση γνώριζαν ότι επρόκειτο να πραγματοποιηθεί μία επικίνδυνη εργασία στο πλοίο και δεν μερίμνησαν να λάβουν οποιοδήποτε προφυλακτικό μέτρο των ατόμων που θα την εκτελούσαν. Αυτοί (οι πλοιοκτήτες) ούτε με τον τρίτο κατηγορούμενο, ούτε με τους ίδιους τους εργαζόμενους όταν έφθασαν στο πλοίο, συζήτησαν τον τρόπο και τη διαδικασία που θα ακολουθούσαν οι τελευταίοι κατά την αποσύνδεση των φιαλών. Τους άφησαν να ανέβουν στο πλοίο και να προχωρήσουν μόνοι τους στο χώρο του μηχανισμού πηδαλίου, σαν να επρόκειτο να ασχοληθούν με κάποια απλή και ακίνδυνη εργασία. Μάλιστα έφυγαν τόσο ο πρώτος κατηγορούμενος που ήταν την ημέρα του ατυχήματος στο πλοίο, όσο και οι λοιποί υπό τις εντολές τους απασχολούμενοι σ' αυτό, χωρίς να αναρωτηθούν αν οι δύο άνθρωποι που εργάζοντο στο χώρο των φιαλών διοξειδίου του άνθρακα ολοκλήρωσαν την εργασία τους και απεχώρησαν. Η παραπάνω κρίση συνάδει με τα ευρήματα της πραγματογνωμοσύνης των Α. Κ. και Η. Δ., καθώς και με την έκθεση έρευνας των Π. Σ. και Π. Φ., οι οποίοι επισκέφθηκαν το χώρο των φιαλών την επομένη του ατυχήματος. Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν επιβεβαιώνεται ο άλλος ισχυρισμός του τρίτου των κατηγορουμένων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που περιλαμβάνεται στην αναγνωσθείσα εκκαλουμένη, ότι οι φιάλες ήταν ήδη εξαρμοσμένες όταν την 5-7-2004 οι Μ. Ζ. και Ε.Κ. επεσκέφθηκαν το χώρο που βρισκόντουσαν. Ο θάνατος των εργαζομένων οφείλεται, κατ'αιτιώδη συνάφεια, δε συγκλίνουσα αμελή συμπεριφορά των κατηγορουμένων, οι οποίοι λόγω ελλείψεως της απαιτούμενης προσοχής, την οποία όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν, ως ο μέσος συνετός άνθρωπος υπό τις ίδιες περιστάσεις και συνθήκες, βάσει των νομικών κανόνων και συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής, προκάλεσαν με τις παρακάτω παραλείψεις τους το αξιόποινο αποτέλεσμα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, χωρίς να το προβλέψουν. Είχαν δε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση οι κατηγορούμενοι, οι δύο πρώτοι ως πλοιοκτήτες και κύριοι του έργου της επιθεώρησης και επισκευής των φιαλών, ο δε τρίτος κατηγορούμενος, διατηρών επιχείρηση σχετικά με τα σωστικά και πυροσβεστικά μέσα, ο ίδιος απασχολούμενος επί πολλά έτη στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη και γνωρίζοντας τους κινδύνους και ως εργολάβος του παραπάνω έργου, πηγάζουσα από ρητές διατάξεις νόμων να αποτρέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα. Ειδικότερα οι κατηγορούμενοι είχαν την υποχρέωση και όφειλαν α) να συνεργασθούν και να λάβουν μέτρα για την ασφάλεια των εργαζομένων και την αποφυγή ατυχημάτων στο χώρο των φιαλών, β) να αερίσουν το χώρο με εμφύσηση νωπού αέρα και να αναθέσουν σε χημικό ναυτιλίας να ελέγξει την περιεκτικότητα του αέρα σε οξυγόνο (πράγμα που δεν έγινε για το συγκεκριμένο χώρο όπως προκύπτει από το υπάρχον πιστοποιητικό GAJ.FREE). Οι πλοιοκτήτες είχαν την υποχρέωση α) να ελέγξουν εκείνη την ημέρα αν είχαν ληφθεί μέτρα ασφαλείας, β) να ενημερώσουν τον τεχνικό ασφαλείας για τη συγκεκριμένη εργασία, γ) να μεριμνήσουν να υπάρχουν στο χώρο αναπνευστικές συσκευές κατάλληλες προς χρήση κι δ) η θύρα του δωματίου να ανοίγει προς τα έξω. Ο τρίτος των κατηγορουμένων είχε την υποχρέωση α) να επιστήσει την προσοχή των Μ.Ζ. και Ε.Κ. και ειδικότερα του δεύτερου που ήταν ανειδίκευτος εργάτης για την επικινδυνότητα της εργασίας, που απέρρεε και από το ότι η πόρτα του δωματίου της εργασίας άνοιγε από έξω προς τα μέσα, γεγονός που εγκυμονούσε κίνδυνο παγίδευσής τους, β) να μεριμνήσει να υπάρχει τρίτο άτομο έξωθεν του χώρου αυτού, το οποίο να επιβλέπει τους εργαζόμενους κατά τη διάρκεια της εργασίας τους, γ) να δώσει γραπτές οδηγίες αποφυγής του κινδύνου εγκλωβισμού ή δηλητηρίασης λόγω διαρροής του διοξειδίου του άνθρακα, υποδεικνύοντας τα μέτρα που έπρεπε να λάβουν, δ) να εφοδιάσει τους προαναφερθέντες με συσκευές τεχνητής αναπνοής με προσωπίδα και οξυγόνο, ε) να εφοδιασθεί με την απαιτούμενη άδεια για την εκτέλεση των εργασιών και κατά πάση προσωπικού και στ) να εφοδιάσει τους εργαζόμενους με ειδικές τάπες και καλύμματα των φιαλών. Οι ως άνω παραλείψεις των κατηγορουμένων θεμελιώνουν συγκλίνουσα αμέλεια που επέφερε το θάνατο των Μ. Ζ. και Ε. Κ.. Διέθεταν δε οι κατηγορούμενοι, με βάση το μορφωτικό και επαγγελματικό τους επίπεδο της δυνατότητα να προβλέψουν και να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την αποφυγή του θανάτου των δύο ανδρών. Ειδικότερα, ο πρώτος εξ αυτών με προϋπηρεσία στο λογιστήριο άλλης ναυτιλιακής εταιρείας, ο οποίος αποφάσισε με την υποστήριξη του έμπειρου περί τη ναυτιλία πατέρα του, να ασχοληθεί με την εκμετάλλευση του φ/γ "Ε..." γνώριζε τις ευθύνες που απορρέουν από την εν λόγω επαγγελματική δραστηριότητά του. Ο δεύτερος κατηγορούμενος θέλησε να επενδύσει τα έσοδα από την επιχειρηματική του δραστηριότητα το χώρο της σίτισης, στο παραπάνω πλοίο και αρκέστηκε στη χρηματοδότηση της ναυτικής εταιρίας χωρίς να μεριμνά και να ελέγχει για τη τήρηση των προβλεπόμενων μέτρων ασφαλείας κατά την επισκευή του πλοίου, καίτοι γνώριζε λόγω του επαγγέλματός του, τις υποχρεώσεις του. Ο τρίτος κατηγορούμενος απέστειλε τους νεοπροσληφθέντες εργαζομένους του σε εκτέλεση εργασίας, χωρίς να μεριμνήσει για την ασφάλειά τους. Περαιτέρω, ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι το υπ' αριθμ. 10442/2007 κλητήριο θέσπισμα είναι αβάσιμο διότι ενώ αυτός είναι ο κύριος του έργου, του αποδίδονται παραλείψεις που εντάσσονται στη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και επιπλέον ότι το ΠΔ 16/1996 δεν εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση διότι το πλοίο της εταιρείας του είναι φορτηγό-αμμοληπτικό. Ο ισχυρισμός αυτός, απαράδεκτα το πρώτον προβάλλεται στην κατ' έφεση δίκη και πρέπει να απορριφθεί. Ο τρίτος κατηγορημένες ισχυρίζεται ότι η όποια τυχόν παράλειψή του δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, διότι οι παραλείψεις των πλοιοκτητών και των θανόντων διέκοψαν την αιτιώδη πορεία μεταξύ της δικής του συμπεριφοράς και του αξιοποίνου αποτελέσματος. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι όση επιμέλεια και να κατέβαλε, εφόσον τα μέτρα φύλαξης και προστασίας του χώρου ήσαν ανύπαρκτα, ο τεχνικός ασφαλείας έλειπε, ο χώρος ήταν περίκλειστος, πόρτα άνοιγε από έξω προς τα μέσα, και οι θανόντες δεν τοποθέτησαν πώματα στα κλείστρα των φιαλών, δεν θα μπορούσε να αποφευχθεί το αποτέλεσμα. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι οι παραλείψεις του παραπάνω κατηγορουμένου μαζί με εκείνες των πλοιοκτητών τελούν σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα και αμελής συμπεριφορά των θανόντων δεν αποδείχθηκε. Με βάση τα περιστατικά που προεκτέθηκαν, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων που τους αποδίδονται, ήτοι της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και της παράβασης των διατάξεων για την υγιεινή και την ασφάλεια των εργαζομένων. Πρέπει, όμως, να τους αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις: α) στον πρώτο κατηγορούμενο του προτέρου εντίμου βίου και της ειλικρινούς μετανοίας καθόσον αποδείχθηκε ότι έως το χρόνο που τελέστηκαν οι παραπάνω αξιόποινες πράξεις έζησε έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του, καταβάλλοντας εξωδικαστικά στις οικογένειες των θυμάτων τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, β) στο δεύτερο των κατηγορουμένων της ειλικρινούς μετανοίας, για τους ίδιους ως προηγουμένως λόγους, και γ) στο τρίτο κατηγορούμενο του προτέρου εντίμου βίου, διότι αποδείχθηκε ότι έως το χρόνο που τελέστηκαν οι παραπάνω πράξεις έζησε έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και αφού απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί α) για αναγνώριση στο πρώτο και δεύτερο των κατηγορουμένων της ελαφρυντικής περίστασης του ότι στη πράξη τους ωθήθηκαν από όχι ταπεινά αίτια ως αόριστοι αφού δεν επικαλούνται συγκεκριμένα περιστατικά που να τον θεμελιώνουν, ούτε αποδείχθηκαν τέτοια περιστατικά και του τρίτου κατηγορουμένου του άρθρου 84 παρ.2ε αφού δεν αποδείχθηκε τέτοια συμπεριφορά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τη πράξη του.
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, διέλαβε στην προσβαλλόμενη με αριθμό 1538, 1539, 1561α, 1819, 2002, 2002α/2011 απόφασή του την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων που καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος κατά συρροή, τις αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, 28, 94 και 302 του ΠΚ, 23 και 32 του ν. 1568/1985, διατάξεις του ΠΔ 70/1990 και ΠΔ 16, 17/1996 σε συνδ. με άρ. 25 ν. 2224/1994, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται νόμιμης βάσης. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) στο αιτιολογικό, αναφέρονται εμπεριστατωμένα και επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και στα οποία στηρίχθηκε το δικαστήριο για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, που υπέπεσε ο κατηγορούμενος, εκπρόσωπος της πλοιοκτήτριας εταιρείας, με συγκλίνουσα αμέλεια και άλλων, καταλογίζοντάς του αμέλεια για την ασφάλεια των εισερχομένων για επιθεώρηση και επισκευή εργατών στο συγκεκριμένο περίκλειστο χώρο - δωμάτιο παλαιού πλοίου της εταιρείας αυτής, στερούμενου του δωματίου αυτού φυσικού ή τεχνητού εξαερισμού, στο οποίο είχαν εναποθέσει συστοιχία πυροσβεστικών φιαλών διοξειδίου του άνθρακα και το οποίο διέθετε μεταλλική στεγανή πόρτα, που όμως άνοιγε προς τα μέσα, αντί προς τα έξω, όπως επέβαλαν οι κανόνες ασφαλείας ατυχήματος από ενδεχόμενη βλάβη ή διαρροή αερίων, παραλείψασα η πλοιοκτήτρια εταιρεία, δια των δύο καταδικασθέντων εκπροσώπων της, να λάβει προληπτικά συγκεκριμένα μέτρα ασφαλείας των εργατών που αναλυτικά εξειδικεύονται στο αιτιολογικό και παραλείψαντες οι νόμιμοι εκπρόσωποι της πλοιοκτήτριας εταιρείας να ενημερώσουν, σχετικά με τις εργασίες των δύο εργατών που απεβίωσαν από τα αέρια που διέρρευσαν τον υπάρχοντα τεχνικό ασφαλείας του πλοίου και να ενημερώσουν τους δύο εργάτες, για την επικινδυνότητα της συγκεκριμένης εργασίας που ανέθεσε η πλοιοκτήτρια εταιρεία αυτών, β) αναφέρονται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις οι περιστάσεις που συνέβη το εν λόγω εργατικό ατύχημα, το δε γεγονός ότι το πλοίο έφερε τα σχετικά έγγραφα αξιοπλοΐας του νηογνώμονα και της Επιθεώρησης Εμπορικών πλοίων, δεν αναιρεί την υποχρέωση της πλοιοκτήτριας εταιρείας να λάβει τα συγκεκριμένα προληπτικά μέτρα ασφαλείας, που ανακύπτει από την προηγούμενη συμπεριφορά των εκπροσώπων της και δη από την εναπόθεση σε γνώση τους, παρά την επικινδυνότητα που εγκυμονούσε, των φιαλών επικίνδυνων αερίων, στο εν λόγω κλειστό χωρίς αερισμό δωμάτιο, και από τα μέτρα ασφαλείας που επιβάλλονται για την υγιεινή και την ασφάλεια των εργαζομένων από τους κανόνες του ΠΔ 70/1990 και ΠΔ 16, 17/1996 σε συνδ. με διατάξεις του ν. 1568/1985 και ν. 2224/1994, που αναφέρονται στην απόφαση (βλ. σελ. 149) και δη όφειλαν να επιδείξουν οι εκπρόσωποί της αυξημένη επιμέλεια για την ασφάλεια των σε αυτό το χώρο εισερχομένων και εργαζομένων, να εφοδιάσουν τον χώρο με αναπνευστικές συσκευές - μάσκες οξυγόνου και να διασκευάσουν την πόρτα του δωματίου αυτού να ανοίγει προς τα έξω, πράγμα το οποίο αν είχαν πράξει, όπως και άλλα αναφερόμενα στο αιτιολογικό μέτρα αν είχαν λάβει, στη συγκεκριμένη περίπτωση πτώσης των φιαλών και απελευθέρωσης των αερίων, δεν θα είχαν εγκλωβιστεί μέσα οι δύο θανόντες από τα αέρια εργάτες και θα μπορούσαν να είχαν διαφύγει σώοι από την πόρτα αυτή, και γ) αιτιολογείται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συγκλίνουσας αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και των λοιπών συγκαταδικασθέντων και του θανάτου των δύο εργατών που προκλήθηκε από ασφυξία- οξεία δηλητηρίαση από εισπνοή διαρρεύσαντος διοξειδίου του άνθρακα. Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για εκ πλαγίου παράβαση και στέρηση νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών του Εφετείου, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-6-2012 αίτηση - δήλωση του Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της 1538, 1539, 1661Α, 1819, 2002, 2002α/2011 και 200/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιά. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή. Εργατικό ατύχημα. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 69/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ανδρουλάκη, περί αναιρέσεως της 47,48,49,50,51/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κέρκυρας. Με πολιτικώς ενάγοντα: Δ. Τ. του Ε., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Απριλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 13 Νοεμβρίου 2012 προσθέτους λόγους, που περιλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 649/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 310 του ΠΚ, αν η πράξη του άρθρου 308 του ίδιου Κώδικα είχε ως επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών (παρ.1). Βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση υπάρχει ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του (παρ. 2). Αν ο υπαίτιος επιδίωκε το αποτέλεσμα, που προξένησε, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών (παρ.3).
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 308 του ΠΚ, το οποίο προβλέπει και τιμωρεί την απλή σωματική βλάβη, προκύπτει ότι το έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης είναι έγκλημα ευθύνης από το αποτέλεσμα και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, α) ο υπαίτιος να προξένησε με πρόθεση σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, β) να είχε αυτή ως επακόλουθο βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του άλλου, όπως ενδεικτικώς προσδιορίζεται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, γ) να υπάρχει αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απλής σωματικής βλάβης από πρόθεση και της βαριάς που επακολούθησε. Επί πλέον για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής μορφής της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης(άρ.310 παρ.3 ΠΚ), απαιτείται ο δράστης να επιδίωκε το επακόλουθο αυτό, δηλαδή να είχε άμεσο δόλο, να σκόπευε στην επέλευση του βαρύτερου αυτού αποτελέσματος.
Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Επίσης, η παρεµπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου που απορρίπτει αίτηση του εκκαλούντος - κατηγορουµένου περί αναβολής της δίκης, για κρείσσονες αποδείξεις, προκειμένου να κληθούν και εξετασθούν νέοι μάρτυρες ή για να διαταχθεί νέα πραγματογνωμοσύνη, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογηµένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή πρέπει η απόφαση να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά µέσα που εκτιµήθηκαν, τα πραγµατικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως αυτής κρίση του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 47,48,49,50,51/2011 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κέρκυρας, κηρύχθηκε ο αναιρεσείων ένοχος της αξιόποινης πράξεως της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης και καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως έξι ετών. Στο αιτιολογικό του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, διαλαμβάνονται κατά πιστή αντιγραφή τα εξής: " Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, από την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, από τη φωτογραφία που επισκοπήθηκε και γενικά από την όλη διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, Χ. Μ., ηλικίας σήμερα 40 ετών, είναι έγγαμος με τη Μ. Π., έχει δύο άρρενα τέκνα και ασχολείται με το επάγγελμα του σιδηρουργού. Από το καλοκαίρι του έτους 2002 άγνωστος άνδρας καλούσε στο τηλέφωνο της οικίας του με αριθμό ... και παρενοχλούσε τη γυναίκα του, κάνοντας σ' αυτή προτάσεις με άσεμνο περιεχόμενο. Κατόπιν υπόδειξης των αστυνομικών αρχών προς τις οποίες απευθύνθηκε, εγκατέστησε στο τηλέφωνο της οικίας σύστημα αυτόματης αναγνώρισης των εισερχομένων κλήσεων, προκειμένου να εντοπισθεί ο άνω άγνωστος άνδρας. Μετά από αυτά διαπιστώθηκε μεν ότι οι κλήσεις αυτές εγένοντο από καρτοτηλέφωνο που ήταν εγκατεστημένο δημόσιους χώρους της πόλης της Κέρκυρας, όπως και από αυτά που ήταν εγκατεστημένα στον προαύλιο χώρο του ΚΤΕΛ Κέρκυρας με αριθμό ... και ..., δεν κατέστη όμως δυνατό να εντοπισθεί ο άγνωστος άνδρας, διότι συνομιλούσε με τη γυναίκα του κατηγορουμένου για λίγο χρονικό διάστημα και στη συνέχεια απομακρυνόταν από το χώρο του καρτοτηλεφώνου, που κάθε φορά χρησιμοποιούσε, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται δυνατόν να φθάσει κάποιος εγκαίρως στο σημείο εκείνο. Περί την 21.15' ώρα της 11-4-2003 η γυναίκα του κατηγορουμένου δέχθηκε στο τηλέφωνο της οικίας της τηλεφώνημα από τον άγνωστο άνδρα και στη μνήμη του καταγράφηκε ότι το τηλεφώνημα έγινε από το τηλέφωνο με αριθμό .... Το τηλέφωνο αυτό είχε γίνει από καρτοτηλέφωνο, που ήταν εγκατεστημένο στον προαύλιο χώρο των ΚΤΕΛ της Κέρκυρας, το οποίο, σημειωτέον, αυτή γνώριζε από γνωστοποίηση των αστυνομικών αρχών, που είχε γίνει σε προηγούμενο χρόνο, διότι είχε δεχθεί και άλλα τηλεφωνήματα από το ίδιο τηλέφωνο. Προκειμένου να εντοπισθεί ο άγνωστος άνδρας, αυτή κάλεσε τον κατηγορούμενο στο κινητό του τηλέφωνο, που βρισκόταν την ώρα εκείνη σε ψητοπωλείο πλησίον του χώρου των ΚΤΕΛ και του γνωστοποίησε ότι αυτός της τηλεφώνησε από το παραπάνω καρτοτηλέφωνο, επιπλέον δε κάλεσε το Τμήμα Άμεσης Δράσης (100), αλλά και το Αστυνομικό Τμήμα Κέρκυρας, προκειμένου να σπεύσουν στο σημείο εκείνο. Ο κατηγορούμενος, που ειδοποιήθηκε, κατά τα παραπάνω, από τη γυναίκα του, οδηγώντας τη μοτοσυκλέττα του, προσήλθε στο χώρο των ΚΤΕΛ Κέρκυρας περί ώρα 21.40, όπως προκύπτει από την από 12-4-2003 έκθεση συλλήψεως του, όπου είδε τον πολιτικώς ενάγοντα, Δ. Τ., ο οποίος, σημειωτέον, είναι δάσκαλος, ήταν τότε 47 ετών και υπηρετούσε επί εικοσαετία στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης του Νομού Κέρκυρας, να βρίσκεται στον ένα από τους δύο ανοικτούς θαλάμους καρτοτηλεφώνων, που ήταν εγκατεστημένοι στο χώρο εκείνο. Αυτός είχε μεταβεί εκεί, προκειμένου να πραγματοποιήσει υπεραστικό τηλεφώνημα από το καρτοτηλέφωνο. πράγμα που το συνήθιζε για τον έλεγχο της δαπάνης των υπεραστικών τηλεφώνων, στους συγγενείς του στα Ιωάννινα, απ' όπου κατάγεται, για να πληροφορηθεί για την πορεία της υγείας του βαριά ασθενούς θείου του, διότι την επομένη θα συνόδευε τους μαθητές του σε εκπαιδευτική εκδρομή εκτός του Νομού Κέρκυρας. Ο κατηγορούμενος αμέσως στάθμευσε τη μοτοσυκλέττα του έμπροσθεν του θαλάμου και κατευθύνθηκε προς τον πολιτικώς ενάγοντα, καταφέροντάς του κτυπήματα στο κεφάλι και στο πρόσωπο με γρόνθους και με το ακουστικό του καρτοτηλεφώνου. Ο πολιτικώς ενάγων, αιφνιδιασμένος, δεν πρόλαβε να αντιδράσει και έπεσε στο έδαφος κοντά σε ένα σιδερένιο παγκάκι, που βρισκόταν δίπλα στο θάλαμο του καρτοτηλεφώνου. Καθώς ο τελευταίος ήταν πεσμένος στο σημείο εκείνο και είχε εγκλωβισθεί στο χώρο, που ήταν ανάμεσα στο σιδερένιο παγκάκι και στο καρτοτηλέφωνο, ο κατηγορούμενος, λέγοντας του "θα πεθάνεις γιατί παίρνεις τηλέφωνο σπίτι μου και ενοχλείς τη γυναίκα μου; ώστε εσύ είσαι; πούστη θα σε φτιάξω", συνέχισε, παρόλον ότι ο πολιτικώς ενάγων επιχειρούσε να του εξηγήσει ότι δεν ήταν το πρόσωπο, στο οποίο αυτός απέδιδε τις παραπάνω αιτιάσεις, να του καταφέρει, με βιαιότητα και σφοδρότητα, σε ευαίσθητα σημεία του σώματος του και συγκεκριμένα στο κεφάλι και στο πρόσωπο, κτυπήματα με τα πόδια και τα χέρια του και επιπλέον, κρατώντας τον σταθερά, του κτυπούσε το κεφάλι στο σιδερένιο παγκάκι, μέχρι που ο πολιτικώς ενάγων κατέρρευσε, παρουσιάζοντας απώλεια των αισθήσεων του. Τη στιγμή εκείνη προσήλθαν στο σημείο και οι αστυνομικοί, που είχαν ειδοποιηθεί, όπως προαναφέρθηκε, από τη γυναίκα του κατηγορουμένου και αμέσως ο πολιτικώς ενάγων μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Κέρκυρας και την επομένη ημέρα στο Περιφερειακό Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, όπου νοσηλεύθηκε στη νευροχειρουργική κλινική αυτού από 12-4-2003 μέχρι 6-5-2003 και από 7-5-2003 μέχρι 9-5-2003. Η ιατροδικαστής Κέρκυρας, Ε. Κ., που εξέτασε τον πολιτικώς ενάγοντα, κατόπιν της υπ' αριθ. 1016/914/12-4-2003 έγγραφης παραγγελίας του Αστυνομικού Τμήματος Κέρκυρας, ενώ νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο Κέρκυρας, αναφέρει στην υπ' αριθ. 139/12-4-2003 ιατροδικαστική έκθεση της ότι αυτός παρουσιάζει ημιπάρεση δεξιά και αλαλία, λόγω ενδοεγκεφαλικού αιματώματος παρά τα βασικά γάγγλια αριστερά με οίδημα περιαστιακό, χωρίς εμφανή πίεση της μέσης γραμμής και επιπλέον ότι φέρει θλαστική εξοίδηση μετά εκχυμώσεων χροιάς κυανέρυθρης της αριστερής μετωποβρεγματοκροταφικής χώρας του άνω και κάτω βλεφάρου του δεξιού οφθαλμού και της αντίστοιχης περικογχικής χώρας και αιμορραγία του επιπεφυκότα (υπόσφαγμα) και εκδορές του ριζορινίου και θλαστικές εκχυμώσεις χροιάς ερυθράς του πώγωνος και του δεξιού αγκώνος, μετά εκδορών της αριστερής μασχαλιαίας χώρας και της αριστερής πλάγιας κοιλιακής χώρας και με βάση όλα τα παραπάνω κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο πολιτικώς ενάγων φέρει βαριά σωματική βλάβη δια θλώντος οργάνου. Στο Περιφερειακό Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, όπου νοσηλεύθηκε, διαπιστώθηκε, όπως προκύπτει από τα υπ' αριθ. πρωτ. 8431/17-4-2003, 9790/9-5-2003, 12300/9-6-2003 και 26874/10-12-2003 πιστοποιητικά, αφού υποβλήθηκε σε αξονική και μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου και παναγγειογραφία εγκεφάλου, ότι υπέστη δεξιά ημιπάρεση και αφασικές διαταραχές, ενδοεγκεφαλική αιμορραγία αριστερά βρεγματοκροταφικά και στα βασικά γάγγλια αριστερά, οίδημα εγκεφάλου και εκχύμωση αριστερού οφθαλμού. Στις 9-5-2003 εξήλθε από το άνω νοσοκομείο με τη γνωμάτευση ότι παρουσίαζε δεξιά ημιπληγία και διαταραχές ομιλίας και ότι είχε ανάγκη ατόμου για την καθημερινή του φροντίδα, του χορηγήθηκε αντιεπιληπτική αγωγή και του συστήθηκε παρακολούθηση στα Ιατρεία της Νευροχειρουργικής Κλινικής ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Στη συνέχεια εξετάσθηκε στις 7-6-2007 από τον Α. Μ., ιατρό νευρολόγο-νευροφυσιολόγο και στις 9-6-2007 στα εξωτερικά ιατρεία της νευροχειρουργικής κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Κέρκυρας και περαιτέρω στις 3-6-2010 από τον παραπάνω ιατρό και στις 2-6-2010 και 7-12-2011 στα εξωτερικά ιατρεία της ίδιας παραπάνω κλινικής. Κατά τις εξετάσεις αυτές, όπως προκύπτει από τα υπό την ίδια ημερομηνία ιατρικά πιστοποιητικά του ιατρού Α. Μ. και τις υπ' αριθ. πρωτ. 7079/9-6-2007, 5973/2-6-2010 και 20959/7-12-2011 ιατρικές βεβαιώσεις-γνωματεύσεις του Γενικού Νοσοκομείου Κέρκυρας, διαπιστώθηκε ότι ο πολιτικώς ενάγων παρουσιάζει δεξιά ημιπληγία με διαταραχή στο λόγο (αφασία τύπου εκπομπής) στα πλαίσια ενδοεγκεφαλικής αιμορραγίας, με μικρή σχετικά βελτίωση του λόγου, χωρίς βελτίωση κινητικότητας, με το δεξί κάτω άκρο σε έκταση υπερτονική και με το δεξί χέρι σε κάμψη υπερτονική, με δυσχέρεια βάδισης (μόνο με υποστήριξη βακτηρίας) και με αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης, έτσι ώστε να έχει ανάγκη συμπαράστασης άλλου προσώπου και ότι η κλινική του κατάσταση χαρακτηρίζεται σαν μόνιμη βλάβη του κεντρικού νευρικού συστήματος. Η παραπάνω σωματική βλάβη, που υπέστη ο πολιτικώς ενάγων, είχε ως επακόλουθο, με βάση τα προαναφερόμενα, τη βαριά σωματική πάθηση του, καθόσον του προξένησε βαριά και μακροχρόνια ασθένεια, που τον εμποδίζει σημαντικά και μόνιμα να χρησιμοποιεί τα μέλη του σώματος του, δεξί χέρι και δεξί πόδι, αλλά και το λόγο του και συνεπώς έχει το χαρακτήρα της βαριάς σωματικής βλάβης. Αυτός, όντας δάσκαλος, εξαιτίας της άνω σωματικής του βλάβης, αδυνατούσε να διδάξει στο σχολείο και αφού έλαβε σταδιακά τις άδειες που εδικαιούτο, εμφανιζόμενος στο σχολείο στα ενδιάμεσα διαστήματα και ασχολούμενος με βοηθητικές εργασίες, στις 10-8-2011 υπέβαλε την παραίτηση του. προσκομίζοντας συγχρόνως και την υπ' αριθ. 47/23-12-2010 βεβαίωση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Νομού Κέρκυρας, στην οποία αναφέρεται ότι πάσχει από ΔΕ ημιπληγία και ότι είναι ανίκανος προς εργασία σε ποσοστό κινητικής αναπηρίας 67%, και συνταξιοδοτήθηκε έκτοτε. Αυτή η σωματική βλάβη του πολιτικώς ενάγοντος προκλήθηκε αποκλειστικά από τα κτυπήματα, που δέχθηκε στο κεφάλι από τον κατηγορούμενο, εξαιτίας των οποίων υπέστη εγκεφαλική αιμορραγία και συνεπεία αυτής δεξιά ημιπάρεση και αφασικές διαταραχές και δεν οφείλεται σε παθολογικά αίτια, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος και συγκεκριμένα στη ρήξη παθολογικού αγγείου. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου συνάγεται από τη συνεκτίμηση όλων των προαναφερομένων ιατρικών πιστοποιητικών, βεβαιώσεων και γνωματεύσεων του Περιφερειακού Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων, του Γενικού Νοσοκομείου Κέρκυρας, του νευρολόγου-νευροφυσιολόγου ιατρού Α. Μ. και της ιατροδικαστικής έκθεσης της ιατροδικαστή Ε. Κ., αλλά και από την ιατρική έκθεση της Νευρολογικής Κλινικής του Περιφερειακού Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε στις 9-5-2003, κατά την έξοδο του πολιτικώς ενάγοντος από το νοσοκομείο, στην οποία αναφέρεται ότι αυτός στις 6-5-2003 υποβλήθηκε σε εκλεκτική ψηφιακή παναγγειογραφία εγκεφάλου και δεν αναδεικνύεται εικόνα ανευρύσματος ή αγγειακού παθολογικού σχηματισμού. Διάφορη κρίση περί του ζητήματος αυτού δεν μπορεί να συναχθεί από την από 5-10-2010 έκθεση του αναπληρωτή καθηγητή νευροχειρουργικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Γ. Τ., ο οποίος, κληθείς από τον κατηγορούμενο να εξετάσει τον ιατρικό φάκελο του πολιτικώς ενάγοντος και για να γνωματεύσει, εάν η άνω σωματική βλάβη, δηλαδή, το εγκεφαλικό αιμάτωμα, που υπέστη αυτός προκλήθηκε από γρονθοκοπήματα ή από άλλη αιτία, αποφάνθηκε ότι η ενδοεγκεφαλική αιμορραγία, που υπέστη ο πολιτικώς ενάγων δεν είναι κυρίως τραυματικής προέλευσης, καθόσον φαίνεται ότι προϋπήρχε ένα μικρό παθολογικό αγγείο, που με την ευκαιρία του κτυπήματος ερράγη και ότι το αγγείο αυτό θα μπορούσε να ραγεί και μετά από καταβολή προσπάθειας (άρση βάρους, σφίξιμο) ή μετά από συγκινησιακό stress. Και τούτο, διότι τη γνώμη αυτή τη στηρίζει στο γεγονός ότι στην από 29-4-2003 μαγνητική εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος, που έγινε στο Περιφερειακό Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, αναφέρεται ότι η όλη εικόνα θα μπορούσε να είναι συμβατή με αγγειοδυσπλασία στην περιοχή και στην αναφορά ότι στη νευροχειρουργική μία τραυματική ενδοεγκεφαλική αιμορραγία δεν εκδηλώνεται τόσο άμεσα, είναι επιφανειακή και δεν εντοπίζεται σε εν τω βάθει περιοχές, ενώ η παθολογική ενδοεγκεφαλική αιμορραγία εμφανίζεται αιφνίδια, συνήθως ύστερα από καταβολή προσπάθειας, συνοδεύεται από έντονο περιεστιακό οίδημα και εκδηλώνεται άμεσα κλινικά με βαριά συνήθως σημειολογία. Πλην όμως στην από 6-5-2003 εξέταση αυτού με εκλεκτική ψηφιακή παναγγειογραφία, η οποία έγινε, κατά σύσταση των ιατρών μετά την άνω μαγνητική εξέταση, όπως έχει προαναφερθεί, διαπιστώνεται ρητά και κατηγορηματικά ότι δεν αναδεικνύεται εικόνα ανευρύσματος ή αγγειακού παθολογικού σχηματισμού. Ούτε, εξάλλου, το γεγονός ότι δεν επαναλήφθηκε η εκλεκτική ψηφιακή παναγγειογραφία μετά δίμηνο, παρά τή σύσταση των ιατρών, μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση ως προς την αιτία του εγκεφαλικού αιματώματος, καθόσον η επανάληψη συστήθηκε για τη διαπίστωση της πορείας του εγκεφαλικού αιματώματος και την επανεκτίμηση της ιατρικής κατάστασης του πολιτικώς ενάγοντος, δεδομένου ότι και ο ίδιος ο γνωμοδοτών στην έκθεση του δέχεται ότι δεν επαναλήφθηκε, επειδή ενδεχομένως στη συνέχεια κρίθηκαν επαρκή τα υπάρχοντα κλινικά και απεικονιστικά στοιχεία για τη σωστή διάγνωση. Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων σαφώς προκύπτει η άνω βαριά σωματική βλάβη του πολιτικώς ενάγοντος και ότι αυτή προκλήθηκε αποκλειστικά από τα κτυπήματα που δέχθηκε στο κεφάλι από τον κατηγορούμενο. Μετά ταύτα, δεν συντρέχει λόγος αναβολής της υπόθεσης, προκειμένου να εξετασθούν ως μάρτυρες ο θεράπων ιατρός του πολιτικώς ενάγοντος Α. Μ. και ο γνωμοδοτών ιατρός Γ. Τ., αλλά και να διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη, προκειμένου να διαπιστωθεί η σωματική κατάσταση του πολιτικώς ενάγοντος και εάν η σωματική βλάβη, που υπέστη οφείλεται στα κτυπήματα, που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο ή σε παθολογικά αίτια και τα σχετικά αιτήματα του κατηγορουμένου, που υποβλήθηκαν από το συνήγορο, που τον εκπροσώπησε ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος επιδίωκε να προκαλέσει την παραπάνω βαριά σωματική βλάβη στον πολιτικώς ενάγοντα. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου συνάγεται από το ότι έπληξε αυτόν με ιδιαίτερη σφοδρότητα με συνεχή γρονθοκοπήματα και με τα πόδια του σε ιδιαίτερα ευπαθές και ζωτικό σημείο του σώματος του, όπως είναι το κεφάλι αλλά και από το ότι. εκτός από τα χέρια και τα πόδια του, χρησιμοποίησε για να πλήξει τον πολιτικώς ενάγοντα στο κεφάλι το ακουστικό του καρτοτηλεφώνου και το σιδερένιο παγκάκι, στο οποίο κτυπούσε το κεφάλι του. Κατ' ακολουθίαν ο κατηγορούμενος τέλεσε στην Κέρκυρα στις 11-4-2003 σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος την πράξη της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής. Οι ισχυρισμοί του εντεύθεν, που υποβλήθηκαν από το συνήγορο που τον εκπροσώπησε, ότι τέλεσε την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, άλλως της βαριάς σωματικής βλάβης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κέρκυρας διέλαβε στην προσβαλλόμενη με αριθμ. 47,48,49,50,51/2011 απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όσον αφορά την τέλεση από τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο της αξιόποινης πράξης της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 308, 310 παρ. 1,2,3 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος: α) είναι σαφείς και πλήρεις οι παραδοχές της αποφάσεως, ότι αποκλειστικά από τα αλλεπάλληλα και με ιδιαίτερη σφοδρότητα πλήγματα, που επέφερε ο αναιρεσείων στο κεφάλι του παθόντα με πρόθεση, με συνεχή γρονθοκτυπήματα και με τα πόδια του και με το ακουστικό του καρτοτηλεφώνου τηλεφωνικού θαλάμου, αλλά και με κτυπήματα του κεφαλιού στο παρακείμενο σιδερένιο παγκάκι, επήλθε αιτιωδώς ως επακόλουθο ενδοεγκεφαλική αιμορραγία και δεξιά ημιπάρεση και αφασικές διαταραχές, ήτοι βαριά σωματική πάθηση του παθόντος δασκάλου, που τον κατέστησε ανίκανο προς εργασία με ποσοστό κινητικής αναπηρίας 67%,ως και ότι η άνω πάθηση δεν οφείλεται σε παθολογικά αίτια, β) αιτιολογείται επαρκώς και εμπεριστατωμένα, ότι ο αναιρεσείων επιδίωξε, δηλαδή είχε άμεσο δόλο ως προς την επέλευση και του βαρύτερου αυτού αποτελέσματος, αναφέρονται δε στην απόφαση με πληρότητα όλα τα στοιχεία που θεμελιώνουν τον άμεσο αυτό δόλο και ειδικότερα αναφέρεται ότι η κρίση αυτή σκοπούμενης βαριάς βλάβης συνάγεται από το ότι ο κατηγορούμενος έπληξε τον παθόντα αιφνιδιαστικά και με ιδιαίτερη σφοδρότητα, με συνεχή γρονθοκτυπήματα και με τα πόδια του σε ιδιαίτερα ευπαθές και ζωτικό σημείο του σώματός του, όπως είναι το κεφάλι, αλλά και από το ότι, εκτός από τα χέρια και τα πόδια του, χρησιμοποίησε για να πλήξει τον παθόντα στο κεφάλι και το ακουστικό του καρτοτηλεφώνου και το σιδερένιο παγκάκι, στο οποίο κτυπούσε το κεφάλι του, γ) επαρκώς και ειδικώς αιτιολογημένα το δικαστήριο απάντησε και απέρριψε, 1) τον παραδεκτά προβληθέντα εκ μέρους του κατηγορουμένου αυτοτελή ισχυρισμό αναβολής της δίκης, για να κληθούν και εξετασθούν ως μάρτυρες ο θεράπων ιατρός του παθόντος και ο γνωμοδοτήσας καθηγητής ιατρός Ι. Τ. και 2) το αίτημα διενέργειας νέας πραγματογνωμοσύνης, για να διαγνωσθούν τα αίτια της βλάβης του παθόντος. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Β', Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κύριοι και πρόσθετοι, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, έλλειψη ακροάσεως και παραβίαση του άρθρου 6 παρ.3 δ' της ΕΣΔΑ και των αρχών της δημοσιότητας, προφορικότητας και αμεσότητας που διαπνέουν την ποινική δίκη, από την ως άνω απόρριψη του αιτήματός του για αναβολή και εξέταση νέων μαρτύρων και διεξαγωγή νέας πραγματογνωμοσύνης, και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, όσον αφορά την ενοχή, είναι απορριπτέοι. Περαιτέρω, κατά την παρ. 4 του άρθρου 79 ΠΚ, ορίζεται ότι "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη: α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά και άλλη ειδικότερη αιτιολογία.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά αυτής, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας αναφέρει τις διατάξεις του ΠΚ που προβλέπουν και τιμωρούν την πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος και ότι κατά την επιμέτρηση της πιο πάνω ποινής καθείρξεως έξι ετών που επέβαλε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, έλαβε υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξε και την προσωπικότητά του κατηγορουμένου, για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, που ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση. Επιπλέον αιτιολογία, εξειδίκευση της βλάβης του παθόντος, των περιστάσεων τέλεσης, των αιτίων, της αφορμής και της έντασης του δόλου και αναφορά και συσχετισμός των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από τη διαδικασία δεν χρειαζόταν, αφού το δικαστήριο στο εν λόγω ειδικό αιτιολογικό επιμέτρησης της ποινής αναφέρει και ρητά παραπέμπει για αυτά στο προπαρατεθέν αιτιολογικό του περί ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. σελ. 48 αποφάσεως). Άρα περιέχει η απόφαση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση της ποινής που επέβαλε το δικαστήριο.
Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι συντρέχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση γιά την επιμέτρηση της ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, λόγω απλής επανάληψης της διατυπώσεως της διατάξεως του νόμου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρ.170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο, για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, (υπό εδ. γ') " το ότι ο δράστης στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη", και (υπό εδ. ε') "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Για να στοιχειοθετηθεί δε το ελαφρυντικό 84 παρ. 2 εδ. γ' ΠΚ, απαιτείται η επίκληση περιστατικών από τα οποία να προκύπτει, ότι προηγήθηκε της αξιόποινης πράξης ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή ότι ο δράστης παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη και προσβλητική εναντίον του πράξη από τον ίδιο τον παθόντα και όχι από τρίτο πρόσωπο. Για να συντρέξει δε η δεύτερη από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις του εδ. ε', κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στην γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία, ως προς την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται, εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Η καλή συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή, ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού και οπωσδήποτε να υπάρχει βελτίωση της συμπεριφοράς του.
Συνεπώς, για το ορισμένο του άνω ισχυρισμού του δράστη διαβιούντος υπό καθεστώς ελευθερίας, μη κρατούμενου σε φυλακή, δεν αρκεί η επίκληση καλής και συνήθους συμπεριφοράς, και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής και μόνον, αλλά πρέπει να επικαλεσθεί ο κατηγορούμενος πραγματικά περιστατικά, θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμ. 47, 48, 49, 50, 51/2011 απόφαση του ΜΟΕ Κέρκυρας, που καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, πρόβαλε εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου, του ότι ωθήθηκε στην πράξη από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος και από οργή που του προκάλεσε η άδικη, προσβλητική και απρεπής εναντίον της συζύγου του πράξη του παθόντος και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη του (άρθρο 84 παρ. 1 εδ. α', γ' και ε' ΠΚ, αντίστοιχα), επικαλούμενος για τη θεμελίωση τους, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Εν προκειμένω εγώ ωθήθηκα στην εν λόγω πράξη, αποκλειστικά και μόνο από την ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος και από την οργή που μου προκάλεσε η άδικη, προσβλητική και απρεπής εναντίον της συζύγου μου πράξη αυτού. Και συγκεκριμένα ο παθών από το έτος 2002, ότε και άρχισαν τα πρώτα ενοχλητικά τηλεφωνήματα στο τηλέφωνο της οικίας μου υπ' αριθμ. (...), κατά τις ώρες που ευρισκόμουν στην εργασία μου, απευθυνόμενος στην σύζυγο μου, λέγοντας της διάφορα αισχρόλογα, ενώ ταυτόχρονα ζητούσε από αυτήν να συνάψει μαζί του ερωτική σχέση. Τα ανωτέρω τηλεφωνήματα γίνονταν μέχρι και την ημέρα του συμβάντος, δηλαδή επί πεντάμηνο και πλέον. Η σύζυγος μου αλλά και εγώ για όλα τα ανωτέρω προσβλητικά και ενοχλητικά τηλεφωνήματα ενημερώσαμε και ζητήσαμε τη συνδρομή της αστυνομίας και συγκεκριμένα της Ασφάλειας Κέρκυρας, οι οποίοι και μας συνέστησαν να τοποθετήσουμε ηλεκτρονικό μηχάνημα αναγνώρισης εισερχομένων κλήσεων, για να διαπιστώσουμε από ποιον τηλεφωνικό αριθμό μας καλούσε ο τότε άγνωστος και νυν παθών, ώστε να εντοπισθεί μέσω του Ο.Τ.Ε πού βρίσκεται η τοποθεσία του εισερχομένου τηλεφωνικού αριθμού, αλλά και να του πιάνει την κουβέντα ώστε να ενημερώσουμε την ασφάλεια προκειμένου να μεταβεί στο σημείο που τηλεφωνεί να τον συλλάβουν, ακολουθώντας δε τη διαδικασία της υποβολής μηνύσεως από την πλευρά μας. Ο παθών γνώριζε όλες τις κινήσεις μου, καθόσον όταν καλούσε τη σύζυγο μου στην οικία, πάντα ξεκινούσε με τη φράση: "μη μου πεις ότι ο άντρας σου είναι στο σπίτι, γιατί τώρα βρίσκεται στο τάδε μέρος για δουλειά", γεγονός το οποίο ήταν αληθές. Η σύζυγος μου, κάθε φορά που την καλούσε ο παθών, ένιωθε φόβο και τρόμο, καθόσον είχε να αντιμετωπίσει εκτός από τις ύβρεις του και τα προσβλητικά του λόγια, και έναν "ψυχασθενή", ο οποίος γνώριζε όλες τις κινήσεις μου, γεγονός που της προκαλούσε πρόσθετο φόβο μήπως εισέλθει στο σπίτι, κάνοντας την ανίκανη να αντιδράσει, και τούτο διότι στο σπίτι υπήρχε μόνο η ίδια με τα δύο ανήλικα τέκνα μας (δυόμισι ετών περίπου). Τα τηλεφωνήματα εξακολουθούσαν να γίνονταν όταν μάλιστα κάποια στιγμή βρισκόμουν στην οικία μου, ότε και άκουσα τον παθόντα, μεταξύ άλλων, να λέει: "έλα μωρό μου, τι θα γίνει πότε θα βρεθούμε; ...", τότε άρπαξα το ακουστικό του τηλεφώνου από τη σύζυγο μου, μίλησα με τον παθόντα, τον παρακάλεσα να σταματήσει να ενοχλεί τη σύζυγο μου, η οποία ξαφνικά είχε αρχίσει να έχει άγχη, ξεσπάσματα και μεγάλες φοβίες. Είχαμε χάσει πλέον τον ύπνο μας, ότε εν τέλει, στις 11 Απριλίου 2003, ημέρα Παρασκευή και γύρω στις 21.15 μ.μ, ενώ εγώ έλειπα στην εργασία μου, ο άγνωστος τότε άνδρας και ήδη παθών, τηλεφώνησε στην οικία μου, η σύζυγος μου προσπάθησε να του πιάσει κουβέντα ώστε να κερδίσει χρόνο, ειδοποιώντας ταυτόχρονα εμένα και εν συνεχεία την αστυνομία, λέγοντας του: "Περίμενε να διώξω την αδερφή μου βάζοντας δε το ασύρματο τηλέφωνο μέσα στο συρτάρι της κουζίνας". Αμέσως εκείνη τη στιγμή ειδοποιήθηκα στο κινητό μου τηλέφωνο από τη σύζυγο, ότε με ενημέρωσε, ότι ο παθών βρίσκεται στο θάλαμο των υπεραστικών λεωφορείων του ΚΊΈΛ (από τις πολλές κλήσεις που είχαμε δεχθεί, είχαμε πληροφορηθεί μέσω Ο.Τ.Ε σε ποιο σημείο-τοποθεσία βρίσκεται ο εκάστοτε αριθμός καρτοτηλεφώνου που μας καλούσε). Αμέσως επιβιβάστηκα στη δίκυκλη μηχανή μου, μετέβην στο ανωτέρω σημείο (στο ΚΤΕΛ όπου βρισκόταν το καρτοτηλέφωνο) όταν είδα έναν άνδρα να μιλάει εκεί, κάλεσα από το κινητό μου την οικία μου εάν όντως ήταν το τηλέφωνο κατειλημμένο, και αφού διαπίστωσα ότι όντως ήταν κατειλημμένο, τότε αντιλήφθηκα ότι παθών ήταν το άγνωστο πρόσωπο που καλούσε στην οικία μου, παρενοχλώντας τη σύζυγο μου.
Όλα τα ανωτέρω έγιναν από αποκλειστική υπαιτιότητα και ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος, ο οποίος με προκάλεσε να προβώ στην εν λόγω πράξη. Κε. Εισαγγελεύ ..., Κύριοι Δικασταί ... θα πρέπει να Σας επισημάνω ότι από την 11-04-2003, ημέρα που έλαβε χώρα το εν λόγω συμβάν, ουδέποτε έγινε τηλεφωνική ενόχληση ξανά στην οικία μας, δηλαδή σταμάτησαν όλα τα ανωτέρω (ενοχλητικά και προσβλητικά τηλεφωνήματα), επανήλθε ξανά η οικογενειακή μας ηρεμία, πλην όμως άρχισε η δικαστική μας ταλαιπωρία ! θα πρέπει να σημειωθεί δε ότι την 10 Οκτωβρίου 2010, κατά την ακροαματική διαδικασία Ενώπιον του Μ.Ο.Δ. Θεσπρωτίας ο Κος Εισαγγελέας της έδρας επείσθη ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην εν λόγω πράξη, αποκλειστικά και μόνο από την ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος και από την οργή που μου προκάλεσε η άδικη, προσβλητική και απρεπής εναντίον της συζύγου του, για το λόγο αυτό πρότεινε το ελαφρυντικό του αρθρ. 84 παρ.2 περ. γ. Π.Κ. (j& Ως προς τα ελαφρυντικά του αρθρ. 84 παρ. 2 περ. ε' Π.K.
Εν προκειμένω εγώ από της τελέσεως της πράξης που μου αποδίδεται, ήτοι από τις 11-4-2003 μέχρι και σήμερα 8-12-2011, συνεχώς επί 8 χρόνια, 7 μήνες, 3 εβδομάδες και 6 ημέρες, που είναι μεγάλο χρονικό διάστημα (Α.Π. 730/87 Ποιν.Χρον. 37.748, Α.Π. 256/89 Ποιν.Χρον. 39.835), καμία αξιόποινη πράξη δεν διέπραξα, όπως και πριν διαπράξω την πράξη που κατηγορούμαι, αλλά εξακολουθώ να εργάζομαι στο κατάστημα που διατηρώ με αντικείμενο σιδηροκατασκευές, ζω με την σύζυγο μου και τα ανήλικα τέκνα μου και διάγω έντιμο σε όλες τις εκφάνσεις του, αξιοπρεπή και κοινωνικά λειτουργικό βίο." Από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι έγινε δεκτός μόνον ο ισχυρισμός αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου, ενώ οι λοιποί δύο αυτοτελείς ισχυρισμοί περί συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου των άνω ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδ. γ' και ε' του ΠΚ, απορρίφθηκαν, με την παρακάτω αιτιολογία: "Από τα αποδεικτικά στοιχεία, που αναφέρονται στην αμέσως παραπάνω περί ενοχής απόφαση, λαμβανομένου υπόψη και του ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου, αποδείχθηκε ότι αυτός ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Ειδικότερα αποδείχθηκε, όπως έχει προαναφερθεί, ότι αυτός ήταν τότε ηλικίας 32 περίπου ετών. έγγαμος με τη Μ. Π., πατέρας δύο ανηλίκων αρρένων τέκνων και ασχολείτο με το επάγγελμα του σιδηρουργού. Έχαιρε (και χαίρει) της εκτιμήσεως του συγγενικού, φιλικού, επαγγελματικού και γενικά του κοινωνικού περίγυρου και παρείχε (και παρέχει) στην οικογένεια του όλα τα υλικά και ηθικά στηρίγματα, που ώφειλε να παρέχει και μέχρι την 11.4.2003 ζούσε μία φυσιολογική ζωή και είχε (και συνεχίζει να έχει) λευκό ποινικό μητρώο.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο αυτοτελής ισχυρισμός αυτού και να αναγνωρισθεί σ' αυτόν η άνω ελαφρυντική περίσταση, που προβλέπεται από το άρθρο 84 § 2α ΠΚ. Αντίθετα, οι λοιποί αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84§ 2γ και ε του ΠΚ και συγκεκριμένα (α)ότι ωθήθηκε στην πράξη από ανάρμοστη συμπεριφορά του πολιτικώς ενάγοντος κα: από την οργή, που του προκάλεσε η άδικη, προσβλητική και απρεπής συμπεριφορά αυτού εναντίον της γυναίκας του, καθόσον αυτός παρενοχλούσε επί μακρό χρονικό διάστημα την τελευταία τηλεφωνικά κάνοντας της προτάσεις με άσεμνο περιεχόμενο και (β) ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, καθόσον από της τελέσεως της πράξεως στις 11.4.2003 μέχρι και τη συζήτηση της έφεσης του στις 8-12-2011, ήτοι επί 8 έτη και 8 μήνες περίπου, δεν διέπραξε αξιόποινες πράξεις, συνέχισε να εργάζεται στο κατάστημα του με αντικείμενο σιδηροκατασκευές, ζει με τη γυναίκα του και τα ανήλικα τέκνα του και διάγει έντιμο σε όλες τις εκφάνσεις, αξιοπρεπή και κοινωνικά λειτουργικό βίο, πρέπει να απορριφθούν. Ειδικότερα, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι ο πολιτικώς ενάγων συνδέεται με οποιαδήποτε ανάρμοστη συμπεριφορά προς τη γυναίκα του κατηγορουμένου, αφού δεν ήταν το πρόσωπο, που παρενοχλούσε αυτή, λαμβανομένου επιπλέον υπόψη και ότι η εκδήλωση τέτοιας συμπεριφοράς εκ μέρους του δεν επιβεβαιώνεται από την προηγούμενη ζωή του, όπως αξιολογείται από το οικογενειακό, επαγγελματικό και γενικά κοινωνικό περιβάλλον του. Αυτός απλώς βρέθηκε στον ίδιο χώρο, που είχε επιλέξει και ο δράστης των τηλεφωνημάτων προς τη γυναίκα του κατηγορουμένου, προκειμένου, όπως έχει προαναφερθεί, να πραγματοποιήσει υπεραστικό τηλεφώνημα στα Ιωάννινα απ' όπου κατάγεται, πράγμα που συνήθιζε να κάνει, αν και ήταν κάτοχος τηλεφωνικής συνδέσεως, για τον έλεγχο της σχετικής δαπάνης των υπεραστικών τηλεφωνημάτων, για να πληροφορηθεί περί της πορείας της υγείας του βαριά ασθενούς θείου του, ενόψει του ότι την επομένη θα συνόδευε τα παιδιά του σχολείου σε εκπαιδευτική εκδρομή εκτός του Νομού Κέρκυρας. Η κατάθεση της γυναίκας του κατηγορουμένου ότι, όταν μιλούσε με τον άνδρα που της είχε τηλεφωνήσει, άκουσε τον κατηγορούμενο να του λέει "εσύ είσαι ρε που θα μου γαμήσεις τη γυναίκα" και μετά έκλεισε το τηλέφωνο, θέλοντας έτσι να επιβεβαιώσει ότι αυτός που της είχε τηλεφωνήσει ήταν ο πολιτικώς ενάγων, δεν καθίσταται πειστική και τούτο διότι από την κατάσταση του ΟΤΕ, στην οποία εμφαίνονται τα αποτελέσματα αναζήτησης για τον αριθμό σύνδεσης ..., που ανήκει στην οικία του κατηγορουμένου, κατά την 11.4.2003, προκύπτει ότι από την ώρα 21:28:25 μέχρι και την ώρα 21:39:53 από το τηλέφωνο αυτό έγιναν πέντε κλήσεις και συγκεκριμένα στις 21:28:25 προς τον αριθμό ..., που ανήκει στον κατηγορούμενο, στις 21.29.36 προς τον αριθμό 100 και στις 21.30.42 προς τον αριθμό ..., στις 21:38:14 προς τον αριθμό πάλι ... και στις 21:39:53 προς τον αριθμό .... Αν δε ληφθεί υπόψη ότι το τηλεφώνημα προς τη γυναίκα του κατηγορουμένου από τον άγνωστο άνδρα έγινε στις 21:15', όπως κατέθεσε η ίδια και δέχεται και ο κατηγορούμενος στο σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό του και ότι ο τελευταίος, κατόπιν ειδοποιήσεως της μετά το τηλεφώνημα του αγνώστου, έφθασε στο χώρο εκείνο περί την 21.40', οπότε και επιτέθηκε κατά του πολιτικώς ενάγοντος, δεν είναι δυνατόν την ώρα αυτή (21.40') η γυναίκα του να συνέχιζε να συνομιλεί με τον άνδρα που την παρενοχλούσε, αφού μετά την 21.15' και συγκεκριμένα από 21:28:25 μέχρι και 21:39:53 αυτή είχε καλέσει από το σταθερό τηλέφωνο της οικίας του κατηγορουμένου τα παραπάνω αναφερόμενα τηλέφωνα. Κατ' ακολουθίαν, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο πολιτικώς ενάγων επέδειξε έναντι του κατηγορουμένου ανάρμοστη συμπεριφορά, πρέπει το αίτημα αυτού περί αναγνωρίσεως της άνω ελαφρυντικής περίστασης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 γ ΠΚ να απορριφθεί ως αβάσιμο. Τέλος, ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 §2 ε ΠΚ θεωρείται και το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, υπό την έννοια, ότι πρέπει η καλή συμπεριφορά να εκτείνεται σε μεγάλη διάσταση και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνο η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και την κοινωνική προδιάθεση του, ενώ δεν αρκεί η απλή συμπεριφορά, δηλαδή η μη κακή συμπεριφορά του υπαιτίου (ΑΠ 195/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν οι άνω προϋποθέσεις για την αναγνώριση στον κατηγορούμενο αυτής της ελαφρυντικής περιστάσεως, καθόσον στο σχετικό αίτημά του, όπως παραπάνω έχουν αναφερθεί, αορίστως προβάλλονται και σε κάθε περίπτωση αυτό είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, καθόσον και εάν ακόμη αυτός συμπεριφέρθηκε καλά μετά την τέλεση της πράξης τούτο δεν είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης του, αλλά της αναμενόμενης δικαστικής κρίσεως σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, ώστε να μπορεί ευπροσώπως να υποστηρίξει αίτημα περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του αυτής της ελαφρυντικής περιστάσεως." Η αιτιολογία αυτή, όσον αφορά την απόρριψη των υποβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. γ' του ΠΚ, είναι η κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το δικαστήριο δέχθηκε επαρκώς εμπεριστατωμένα, ότι δεν προηγήθηκε καμία ανάρμοστη ή άδικη συμπεριφορά του παθόντος έναντι του δράστη ή της συζύγου αυτού και ο παθών δάσκαλος δεν είχε σχέση με τα ενοχλητικά τηλεφωνήματα που κάποιος άλλος άγνωστος έκανε στην οικία τους από το άνω καρτοτηλέφωνο. Όσον αφορά δε την κύρια αιτιολογία απόρριψης του αυτοτελούς ισχυρισμού αναγνώρισης της άλλης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' του ΠΚ, "διότι υποβλήθηκε κατά τρόπο αόριστο και όχι ορισμένο", όπως δέχθηκε το δικαστήριο, η αιτιολογία αυτή, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, είναι ορθή και σύμφωνη με το νόμο, αφού ο κατηγορούμενος, όπως προπαρατέθηκε, επικαλέστηκε μόνο μη διάπραξη καμίας άλλης αξιόποινης πράξης, εργασία στο κατάστημά του, και ότι διάγει έντιμο σε όλες τις εκφάνσεις, αξιοπρεπή και κοινωνικά λειτουργικό βίο, ήτοι πρόβαλε τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό κατά τρόπο αόριστο χωρίς να παραθέσει θετικά περιστατικά καλής συμπεριφοράς του, δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβιώσεως κατά το διάστημα από την τέλεση της πράξης μέχρι την ημέρα της δίκης στο Εφετείο και το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικότερα τον αόριστο και μη νόμιμο αυτό αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' ΚΠΔ, λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 84 παρ. 2 γ', ε του ΠΚ, όσον αφορά την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού αναγνώρισης των άνω ελαφρυντικών περιστάσεων των εδαφ. γ' και ε', είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ομού με τους πρόσθετους λόγους αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Απριλίου 2012 αίτηση- δήλωση του Χ. Μ. του Δ., μετά των από 13 Νοεμβρίου 2012 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της με αριθμό 47, 48, 49, 50, 51/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κέρκυρας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη - άρθρο 310 παρ.3 ΠΚ. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ και Ε ΚΠΔ και 6 της ΕΣΔΑ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όσον αφορά την ενοχή, την απόρριψη αιτήματος αναβολής και την απόρριψη ελαφρυντικού άρθρου 84 παρ. 2 γ' ΠΚ και κατά την επιμέτρηση της ποινής. Αβάσιμος ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, για χωρίς ειδική αιτιολογία, παραδεκτά προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμό της ελαφρυντικής περιστάσεως άρ. 84 παρ. 2 εδ. ε του ΠΚ. Για να στοιχειοθετηθεί δε το ελαφρυντικό 84 παρ. 2 εδ. γ' Π Κ, απαιτείται η επίκληση περιστατικών από τα οποία να προκύπτει ότι προηγήθηκε της αξιόποινης πράξης ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή ότι ο δράστης παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη και προσβλητική εναντίον του πράξη από τον ίδιο τον παθόντα και όχι από τρίτο πρόσωπο. Για να συντρέξει η ελαφρυντική περίσταση του εδ. ε', πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και απαιτείται, εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων θετικών περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Η καλή συμπεριφορά δε νοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή, ή μόνο ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού και οπωσδήποτε να υπάρχει βελτίωση της συμπεριφοράς του (ΑΠ 1016/2011, 842, 1500, 1934/2010, 39/2009).
| null | null | 0
|
Αριθμός 68/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Π. του Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1594/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία "Γ. - ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1η Αυγούστου 2012 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1000/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελος Παντιώρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη, με αριθμό 229/31.10.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντας ενώπιόν Σας, κατά τα άρθρα 476 και 513§1α ΚΠΔ, την -ενώπιον του Διευθυντού του Καταστήματος Κράτησης Χαλκίδας, υπ' αριθ. 70/1-8-2012 -εμπροθέσμως ασκηθείσα-, αίτηση αναίρεσης, του κρατουμένου Σ. Π. του Α. κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 1594/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο επικύρωσε το υπ' αριθμ. 2617/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για το έγκλημα της απάτης, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημιά υπερβαίνει το ποσό των 73000 €, εκθέτουμε τα ακόλουθα: - Από τη διάταξη του άρθρου 463 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ένδικο μέσο, όπως είναι κατ' άρθρο 462β του ΚΠΔ, και η αίτηση αναιρέσεως, μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος, που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. -Ήδη όμως, η διάταξη του άρθρου 482§1 ΚΠΔ -σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση των αναφερόμενων σ' αυτή βουλευμάτων, καταργήθηκε με το άρθρο 34 στοιχ γ' του Ν. 3404/23-12-2011, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν δικαιούται πλέον να ασκήσει αναίρεση, κατά οποιουδήποτε βουλεύματος. -Ως εκ τούτου, θα πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, να επιβληθούν δε τα - εκ διακοσίων πενήντα (250) €- δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθ. 583 §1 ΚΠΔ, σε συνδ. με το αρθρ. 3 §3 του Ν. 773/1977 και την 123827/23-12-2010 Απόφαση Υπουργών Οικονομικών & Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: 1) Να απορριφθεί -ως απαράδεκτη- η υπ' αριθ. 71/1-8-2012 αίτηση αναίρεσης, του κατηγορουμένου Σ. Π. του Α., κατά του υπ' αριθ. 1594/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα εκ διακοσίων πενήντα (250) € δικαστικά έξοδα, σε βάρος του ως άνω αναιρεσείοντος.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 482 ΚΠΔ, το οποίο καθόριζε τις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα ασκήσεως αναίρεσης κατά βουλεύματος, καταργήθηκε με το άρθρο 34 εδ. γ' του ν. 3904/2010, που ισχύει από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως κατά το άρθρο 38 αυτού (ΦΕΚ 218 Α/23-12-2010). Επομένως, από την έναρξη ισχύος του άνω νόμου (23-12-2010) και για τα βουλεύματα που εκδόθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του, ο κατηγορούμενος δεν έχει πλέον δικαίωμα αναίρεσης κατά βουλεύματος το οποίο τον παραπέμπει στο ακροατήριο, αφού το επιτρεπτό του ενδίκου μέσου, κατά παραπεμπτικού βουλεύματος, κρίνεται με βάση τον νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως αυτού, και όχι τον νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως του εγκλήματος για το οποίο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος (Ολ.ΑΠ 1787/1990). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 463 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται ... το δικαστικό συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει για αυτό, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει του διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει τούτο απαράδεκτο. Η κρινόμενη αίτηση, του αναιρεσείοντος, Σ. Π. του Α., στρέφεται κατά του 1594/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο επικύρωσε βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο αυτός παραπέμφθηκε για να δικαστεί για το έγκλημα της απάτης, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 Ευρώ, που φέρεται τελεσθείσα περί τα τέλη Νοεμβρίου του έτους 2006. Το βούλευμα τούτο εκδόθηκε, ως εξ αυτού προκύπτει, στις 2-7-2012. Εν όψει τούτων η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, για τη συζήτηση της οποία ειδοποιήθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος κατά τη σχετική σημείωση επί του φακέλου της δικογραφίας του γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, είναι απαράδεκτη, διότι στρέφεται κατά βουλεύματος κατά του οποίου ο κατηγορούμενος δεν δικαιούται σε άσκηση αναιρέσεως, κατά τα εκτεθέντα, στην εν αρχή, νομική σκέψη. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την υπ' αριθ. 71/1-8-2012 αίτηση του Σ. Π. του Α., κρατουμένου στο Κ.Κ. Χαλκίδας, για αναίρεση του υπ' αριθ. 1594/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ποινική Δικονομία. Αναίρεση κατά παραπεμπτικού βουλεύματος. Νόμος 3904/2010. Κατάργηση με το νόμο αυτό του ως άνω δικαιώματος (ασκήσεως αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος). Το επιτρεπτό του ενδίκου μέσου κρίνεται με βάση το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως του βουλεύματος και όχι με βάση το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης του εγκλήματος. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 65/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελο Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ.-Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δήμο Γκουντούνα περί αναιρέσεως της 10581/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Απριλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 25 Οκτωβρίου 2012 προσθέτους λόγους, που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 578/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 10-4-2012 (υπ' αριθμό πρωτ. 2842/11-4-2012) αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στρεφομένη κατά της υπ' αριθμό 10581/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ. 2 και 3, Κ.Π.Δ. ) και γι' αυτό η αίτηση αυτή, καθώς και οι επ' αυτής, με χρονολογία 25-10-2012, πρόσθετοι λόγοι, που επίσης ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 509 παρ.2 Κ.Π.Δ.), πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.
Με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, και καταλαμβάνει και την παρούσα περίπτωση, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι: "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό".
Με το ανωτέρω άρθρο 34 του ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. 1) Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, μεταξύ άλλων, το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους του χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη, από το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές στα δέκα χιλιάδες ( 10.000) Ευρώ. Επομένως, με το άρθρο 34 § 1 του Ν. 3220/2004 μεταβλήθηκε ο χρόνος τελέσεως, ο τρόπος υπολογισμού της παραγραφής και εισήχθη η ενιαία αντιμετώπιση των χρεών όσον αφορά το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα τελωνεία ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ και στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με τη βάσιμη οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις (τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ενώ οι ποινές υπολογίζονται με βάση το κατώτερο ποσό συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους του χρέους παρακρατούμενοι ή εισπραττόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.), ενώ αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Το έγκλημα της παραβάσεως του άρθρου 25 Ν. 1882/1990 που είναι πλημμέλημα, αφού τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως (άρθρο 18 Π.Κ.), προϋποθέτει δόλο (πρόθεση), αφού δεν καθορίζεται υπό του άνω άρθρου το είδος της υπαιτιότητας. Εντεύθεν και δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία του δόλου ούτε και στην περίπτωση που κάποιος καταδικάσθηκε για την παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990 και είχε κηρυχθεί προ της διαπράξεως του αδικήματος σε κατάσταση πτωχεύσεως, τα δε χρέη προς το Δημόσιο βεβαιώθηκαν μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως, αφού και στην περίπτωση αυτή, ο δόλος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει, στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης αυτής πράξεως, ενώ δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει σε συναφή προς τα άνω ισχυρισμό του κατηγορουμένου, εφ' όσον αυτός δεν είναι αυτοτελής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ., αλλά αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός. (βλ. σχετ. Α.Π. 492/2011, Α.Π. 722/2010, Α.Π. 422/2010). Επίσης, η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 10581/2012 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, της πράξης, μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση, πράξη που τέλεσε κατά το διάστημα από 27-6-2004 έως 30-11-2005, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, ήτοι, τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και κατηγορίας και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 27-6-2004 έως 30-11-2005 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με πρόθεση καθυστέρησε για χρονικό διάστημα πλέον των 4 μηνών την καταβολή βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων χρεών της εταιρείας "Μ.-Μ.-Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." της οποίας τύγχανε ομόρρυθμο μέλος προς το Δημόσιο (Δ', Η', Δ.Ο.Υ. Αθηνών), όπως αυτά αποτυπώνονται στον παρακάτω πίνακα χρεών που παρατίθεται στο διατακτικό της παραπάνω Δ.Ο.Υ. με αριθμούς 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 26, 27, 28, 29, 31, 32, 33, 34, 35, 36 και υπερβαίνουν με τις κάθε είδους προσαυξήσεις το ποσό των 120.000 ευρώ. Για τα χρέη αυτά δεν αποδείχθηκε ότι έχουν ασκηθεί προσφυγές, οι οποίες μάλιστα να έγιναν δεκτές από τα διοικητικά δικαστήρια, αφού κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζει ο κατηγορούμενος ενώ στον πίνακα χρεών δεν αναφέρεται ότι έχουν ασκηθεί προσφυγές κατά αυτών των χρεών και ο μάρτυρας Γ.Κ. που εξετάσθηκε κατέθεσε ότι για τα χρέη αυτά δεν εκκρεμεί κάτι. Η επίκληση εκ μέρους του κατηγορουμένου του γεγονότος ότι η ως άνω Ο.Ε. κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης το 1997, δεν ασκεί επιρροή, διότι δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο που βεβαιώθηκαν τα ως άνω χρέη, όπως αναφέρεται ειδικότερα στον πίνακα χρεών που παρατίθεται στο διατακτικό, εξακολουθούσε η ως άνω Ο.Ε. να βρίσκεται σε κατάσταση πτώχευσης και συνεπώς πρέπει για τα ανωτέρω χρέη να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος. Όσον αφορά τα με αριθ.1 έως και 9 χρέη του πίνακα χρεών θα πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, διότι από το χρόνο τέλεσης του αδικήματος ως προς αυτά (4 μήνες μετά χρόνο βεβαίωσής τους όπως αναφέρεται στον πίνακα χρεών, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 8 ετών (βλ. Ολ.ΑΠ 2/2011 Τ.Ν.Π. "Νόμος"). Όσον αφορά τα υπόλοιπα χρέη με αριθ. 10, 11, 12, 13, 24, 25, 30 του πίνακα χρεών, για τα οποία έχουν ασκηθεί προσφυγές, θα πρέπει να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος λόγω αμφιβολιών γιατί δεν αποδείχθηκε ότι τα χρέη αυτά δεν έχουν πλέον διαγραφεί.
Ακολούθως, η προσβαλλομένη απόφαση, αφού έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για τα χρέη του έτους 2003 (που αναφέρονται στον κατωτέρω πίνακα χρεών με τα στοιχεία 1 έως 9) και κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο για τα χρέη που αναφέρονται στο ως άνω σκεπτικό (που αναφέρονται με τα στοιχεία 10, 11, 12, 13, 24, 25, 30 στον κατωτέρω πίνακα χρεών) κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι: Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 27-6-2004 έως 30-11-2005, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "Μ.-Μ.-Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." με έδρα την Αθήνα στην οποία τυγχάνει ομόρρυθμος μέλος στη Δ.Ο.Υ. Αθηνών (Δ', Η'), διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αρ.ειδ. βιβλίου ΤΤ/2007) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 10/05/2007 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., ηθελημένα δεν κατέβαλε τα ποσά που αναφέρονται στον κατωτέρω πίνακα χρεών με αριθμούς 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 26, 27, 28, 29, 31, 32, 33, 34, 35, 36 που αφορούν βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο.
Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω δικαστήριο στο σκεπτικό, όπως αυτό αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 25 § 1, 2 Ν. 1882/1990, όπως η παράγραφος 1 ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 34 § 1 Ν. 3220/2004, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση ο χρόνος τέλεσης της πράξης, ήτοι από 27-6-2004 έως 30-11-2005, η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών ( Δ' Η' ΔΟΥ Αθηνών), το είδος αυτών, το ύψος τους, ο τρόπος πληρωμής τους, ο χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, μπορούσαν και έπρεπε να καταβληθούν και η καθυστέρηση καταβολής τους, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, από το χρόνο καταβολής τους, ενώ, εξειδικεύεται περαιτέρω, το ύψος των εν λόγω επί μέρους χρεών για τα οποία καταδικάστηκε, ο αναιρεσείων, κατά το μέρος που, μετά τη μείωσή τους, (λόγω παραγραφής και αθωώσεώς του για ορισμένα χρέη), υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, καθώς και η ιδιότητά του αναιρεσείοντος, ως ομορρύθμου εταίρου της εταιρείας "Μ. -Μ.- Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." σε βάρος της οποίας βεβαιώθηκαν τα ως άνω χρέη. Περαιτέρω, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 34 του ν. 3220/2004, διότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης στην προκειμένη περίπτωση, ανάγεται στο χρονικό διάστημα από 27-6 2004 έως 30-11-2005, κατά τα ήδη εκτεθέντα, δηλαδή μετά την εφαρμογή του άρθρου 34 του ν. 3220/2004, που ισχύει από 1-1-2004 και επομένως, δεν υπάρχει ασάφεια στην προσβαλλομένη απόφαση, εκ του λόγου ότι δεν γίνεται εξειδίκευση, περί του εάν επρόκειτο για χρέη που καταβάλλονταν εφάπαξ ή με δόσεις, αφού και οι δύο περιπτώσεις αντιμετωπίζονται πλέον ενιαία, από τον ως άνω νεότερο νόμο, σύμφωνα και με όσα, στην εν αρχή νομική σκέψη αναφέρθηκαν. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα, ότι υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, γιατί σε σχέση με τα έγγραφα, δεν αρκεί μόνη η αναφορά ότι λήφθηκαν υπόψη, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο χωρίς άλλο προσδιοριστικό στοιχείο για την ταυτότητά τους, δεν είναι βάσιμη, καθόσον σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη αναφέρθηκαν σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα συνεπώς για τα έγγραφα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί, όλα στο σύνολο τους και για τη βεβαιότητα αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας, του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, εν προκειμένω δε, όπως προαναφέρθηκε, το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, κατά την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, κάνει αναφορά και στα έγγραφα που αναγνώστηκαν, δεν απαιτείτο δε, ειδικότερη αναφορά καθενός από αυτά ούτε ήταν αναγκαίο να αναφέρεται σε ποίο θέμα αφορά κάθε έγγραφο. Περαιτέρω, είναι αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντα ότι το δικαστήριο της ουσίας δε διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τον ισχυρισμό του, ότι οι πράξεις που του αποδίδονται, "δεν οφείλονται σε δόλια προαίρεσή του, αλλά στην κήρυξη σε κατάσταση πτωχεύσεως της ομόρρυθμης εταιρείας, της οποίας τύγχανε ομόρρυθμο μέλος, με την υπ' αριθ. 1649/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με χρόνο παύσεως των πληρωμών την 20-6-1995, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο εκείνου που έπρεπε να καταβληθούν τα χρέη και στην ένεκα αυτής αδυναμία πληρωμής τους, εν όψει και της διάταξης του άρθρου 679 του Εμπ. Νόμου με την οποία καθιερώνεται ποινική ευθύνη του πτωχού για την πληρωμή των πιστωτών μετά την παύση των πληρωμών". Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος, περί μη δυνατότητας πληρωμής των οφειλομένων προς το Δημόσιο χρεών, έτσι όπως προτάθηκε, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη, αλλά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, αφού ενεργεί ως στοιχείο αναιρετικό του δόλου και συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψή του. Δεν απαιτείτο δε, ειδική αιτιολογία του δόλου την ανυπαρξία του οποίου αυτός, κατά τα άνω, επικαλείται, ούτε στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 και είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως, η εταιρεία της οποίας ετύγχανε ομόρρυθμο μέλος, με ημέρα παύσεως των πληρωμών προγενέστερη της ως άνω αξιόποινης πράξεως, αφού και στην περίπτωση αυτή ο απαιτούμενος για την υποκειμενική θεμελίωση της αξιόποινης αυτής πράξης δόλος, εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης αυτής πράξεως. Ανεξαρτήτως αυτών, το δικαστήριο ως εκ περισσού, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την πιο πάνω αναφερόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ότι " η επίκληση εκ μέρους του κατηγορουμένου του γεγονότος ότι η ως άνω Ο.Ε. κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης το 1997, δεν ασκεί επιρροή, διότι δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο που βεβαιώθηκαν τα ως άνω χρέη, όπως ειδικότερα αναφέρεται στον πίνακα χρεών, που παρατίθεται στο διατακτικό, εξακολουθούσε η ως άνω Ο.Ε. να βρίσκεται σε κατάσταση πτώχευσης", αφού ο σχετικός ισχυρισμός ενεργεί ως στοιχείο αναιρετικό του δόλου και τίποτε περισσότερο. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, Β1, Β2, Β3 και Β4 λόγοι αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου, που υποστηρίζουν αντίθετα από τα παραπάνω, καθώς και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ΚΠΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την, κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα, δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις καθώς και η παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία απορρίπτεται αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια κατ' άρθρο 349 του ΚΠΔ. πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος, ο οποίος τον εκπροσώπησε στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, υπέβαλε αίτημα, α) αναβολής της δίκης, λόγω σημαντικού αιτίου στο πρόσωπό του, και ειδικότερα λόγω της απόφασης της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, περί αποχής τους από τα καθήκοντά τους και β) αναβολής για κρείσσονας (κατ' εκτίμηση όσων αναφέρονται στο σχετικό αίτημα) επειδή εκκρεμούν αγωγές στα διοικητικά δικαστήρια από ορισμένα χρέη.
Το δικαστήριο, απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης με την ακόλουθη αιτιολογία: Επειδή το Δικαστήριο κρίνει ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου θα μπορούσε να λάβει άδεια από τον δικηγορικό σύλλογο για να τον εκπροσωπήσει στη σημερινή δίκη, αφού ήδη μέρος των ένδικων χρεών άρχισε να παραγράφεται θα πρέπει ν' απορριφθεί το σχετικό αίτημα, ενώ εξάλλου κρίνεται ότι οι προσφυγές που τυχόν έχει ασκήσει ο κατηγορούμενος στα διοικητικά δικαστήρια για ορισμένα εκ των ένδικων χρεών δεν αποτελούν λόγο για την αναβολή της δίκης.
Η αιτιολογία όμως αυτή είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, αφού το δικαστήριο, καθόσον αφορά το υπό στοιχείο (α) αίτημα, (αναβολή λόγω σημαντικού αιτίου), κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι η επικαλούμενη απόφαση της Ολομέλειας των Δικηγορικών συλλόγων της χώρας δεν αποτελεί, συνδρομή ανυπέρβλητου κωλύματος διεξαγωγής της δίκης, αφού θα μπορούσε ο ως άνω συνήγορος να ζητήσει άδεια από το δικηγορικό σύλλογο προκειμένου να παρασταθεί και σε κάθε περίπτωση, μέρος των ενδίκων χρεών άρχισε να παραγράφεται και με το σκεπτικό αυτό, απέρριψε, ως αβάσιμο στην ουσία, το σχετικό αίτημα. Καθόσον αφορά το υπό στοιχείο (β) αίτημα (αναβολή για κρείσσονες αποδείξεις), όπως αυτό υποβλήθηκε, ήταν αόριστο, καθόσον δεν εξειδικεύθηκε τι προσφυγές και σε ποια δικαστήρια εκκρεμούσαν, ποια χρέη αφορούσαν και σε ποιο στάδιο εκκρεμοδικίας βρίσκονταν και συνεπώς το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση ν' απαντήσει σε αόριστο αίτημα και μάλιστα αιτιολογημένα. Εν τούτοις το δικαστήριο το απέρριψε με την ως άνω αιτιολογία, ότι η άσκηση προσφυγών για ορισμένα χρέη δεν αποτελούσε λόγο αναβολής της δίκης. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα που στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου, για απόρριψη των ως άνω αιτημάτων, ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέα, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, το αίτημα αυτό υποβλήθηκε, αμέσως μετά την έκδοση από το δικαστήριο της απόφασης, με την οποία επέτρεψε στον εκκαλούντα την εκπροσώπησή του δια συνηγόρου, ήτοι σε στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο δεν είχαν εξεταστεί μάρτυρες και δεν είχε γίνει ανάγνωση εγγράφων, ο συνήγορος δε, που υπέβαλε το σχετικό αίτημα αναβολής, όπως προκύπτει επίσης από την επισκόπηση των πρακτικών, δεν προσκόμισε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο για την απόδειξη του αιτήματος αυτού, μάρτυρα, έγγραφα, ώστε να δύναται να υποστηριχθεί ότι τα αποδεικτικά αυτά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο. Κατ' ακολουθία, δεν πάσχει η απορριπτική του αιτήματος αυτού, ως άνω, παρεμπίπτουσα απόφαση, από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεν ιδρύθηκε ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως και συνεπώς, ο Β' λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Από τις διατάξεις των άρθρων 138 παρ. 2, 333 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, ο διευθύνων τη συζήτηση πρέπει να δίνει αυτεπαγγέλτως το λόγο στον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, και αν ακόμη δεν ζητήθηκε από αυτούς και μάλιστα έτσι, ώστε αυτός να έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος, διαφορετικά επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, η οποία λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, κατά τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ και 171 περ. δ' του ΚΠΔ. Στην περίπτωση όμως κατά την οποία ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει το λόγο στους διαδίκους όταν αυτοί το ζητήσουν για να κάνουν δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις για οποιοδήποτε θέμα που αφορά την υπόθεση που συζητείται, δεν είναι υποχρεωμένος αυτός (διευθύνων τη συζήτηση) εξ επαγγέλματος να δώσει και πάλι το λόγο στον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του μετά την πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας επί της αιτήσεως η ενστάσεως, εφόσον οι τελευταίοι αυτοί δεν ζήτησαν από τον διευθύνοντα να λάβουν εκ νέου το λόγο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ζήτησε την αναβολή της δίκης, εκθέτοντας τις απόψεις του επί του αιτήματος αυτού. Η διευθύνουσα τη συζήτηση, έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη του αιτήματος και στη συνέχεια το δικαστήριο με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπως αναφέρθηκε κατά την ανάλυση του αμέσως ανωτέρω, λόγου αναιρέσεως απέρριψε το αίτημα αυτό, χωρίς να δοθεί και πάλι ο λόγος στο συνήγορο του αναιρεσείοντος, για να αντικρούσει την απορριπτική εισαγγελική πρόταση. Όμως, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται δεν προκύπτει ότι ο παραπάνω συνήγορος, ζήτησε από τη Διευθύνουσα, να λάβει εκ νέου το λόγο, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα και πριν από την απαγγελία της απορριπτικής του αιτήματος παρεμπίπτουσας απόφασης του Δικαστηρίου. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, Α1 λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, εκ του ότι επί του υποβληθέντος από το συνήγορό του αιτήματος για αναβολή της δίκης το δικαστήριο εξέδωσε απορριπτική απόφαση, παραλείποντας να δώσει το λόγο, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα στο συνήγορό του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 358 του ΚΠΔ, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του οτιδήποτε δύναται να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας, μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 333 παρ.3, 366 και 368 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι από τον διευθύνοντα τη συζήτηση δίδεται, μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα προς τον οποίο υποβλήθηκαν ερωτήσεις, ο λόγος και στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, προκειμένου να υποβάλουν και αυτοί ερωτήσεις, μόνον όμως, εφόσον το ζητήσουν. Και αν μεν ζητήσουν τον λόγο και δεν τους δοθεί (μετά από προσφυγή τους στο δικαστήριο), δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα εκ του άρθρου 171 παρ.1 περ. δ' του ΚΠΔ, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα. Αν όμως, δεν ζητήσουν αυτοί τον λόγο ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, Α' λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί μετά την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, η Πρόεδρος του Δικαστηρίου δεν έδωσε τον λόγο στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που τον εκπροσωπούσε, προκειμένου να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματα του, χωρίς αναφορά, ότι είχε ζητηθεί σχετικά ο λόγος, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, πέραν του γεγονότος, ότι όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. 11η σελ. αυτών), η Πρόεδρος ρώτησε την Εισαγγελέα και τους διαδίκους αν έχουν ανάγκη να διενεργηθεί συμπληρωματική εξέταση ή να διασαφηνιστεί κάποιο στοιχείο και αφού έλαβε αρνητική απάντηση κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 10-4-2012, υπ' αριθμό πρωτ. 2842/ 11-4-2012, αίτηση, του Μ. Μ.-Γ. του Ι., κατοίκου ... και τον από 25-10-2012, Πρόσθετο λόγο, για αναίρεση της με αριθμό 10581/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Ποινική ευθύνη οφειλέτη. Πραγματικά περιστατικά Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο από ομόρρυθμο μέλος Ο.Ε. Ποινική Δικονομία. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης Ισχυρισμοί αυτοτελείς. Κήρυξη πτώχευσης της εταιρείας με απόφαση, που δημοσιεύτηκε πριν από τη βεβαίωση των οφειλών. Δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά απλό αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό. Επιπλέον η κήρυξη της εταιρείας σε πτώχευση δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης ούτε εξαλείφει το αξιόποινο, αλλά ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί αναιρετικό στοιχείο του δόλου. Δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία του δόλου ούτε στην προκειμένη περίπτωση, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των αξιόποινων περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Δεν συνιστά λόγο απόλυτης ακυρότητας, το γεγονός ότι επί του υποβληθέντος από το συνήγορο του κατηγορουμένου αιτήματος για αναβολή της δίκης το δικαστήριο εξέδωσε απορριπτική απόφαση, παραλείποντας να δώσει το λόγο, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα στο συνήγορο του, εφόσον ο τελευταίος δεν ζήτησε από τον διευθύνοντα, να λάβει εκ νέου το λόγο. Δεν συνιστά λόγο απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, το γεγονός ότι μετά την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, η Πρόεδρος δεν έδωσε τον λόγο στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που τον εκπροσωπούσε, προκειμένου να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματα του, αφού δεν γίνεται επίκληση ότι είχε ζητηθεί σχετικά ο λόγος.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 73/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου S. R. του D. και ήδη κρατουμένου στις Φυλακές Πατρών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αδάμο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 49/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουνίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 769/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 εδάφια β' και ζ' του ν. 3459/2006 "Κώδικας Νόμων για τα Ναρκωτικά", με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές καθείρξεως και χρηματική τιμωρείται όποιος, εκτός άλλων, αγοράζει, πωλεί, μεταφέρει, ή κατέχει ναρκωτικά. Μεταξύ των ναρκωτικών κατά την έννοια του νόμου αυτού περιλαμβάνεται και η ηρωίνη (άρθρ. 1 παρ. 2 πίνακας Α' αριθμ. 5 του ως άνω Κώδικα). Ως αγορά και πώληση των ουσιών αυτών θεωρείται η, κατά τους όρους του άρθρου 513 ΑΚ, μεταβίβαση της κυριότητάς τους στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοσή τους, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος, η κατοχή πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από το δράστη, κατά τρόπο που να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τα διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του, μεταφορά δε είναι η μετακίνηση των ναρκωτικών από τόπο σε τόπο, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, ενώ για την υποκειμενική θεμελίωσή τους απαιτείται δόλος ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει την πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική τους υπόσταση. Κατά το άρθρο 23 του ιδίου ως άνω νόμου με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή είκοσι εννέα χιλιάδων τετρακοσίων δώδεκα (29.412) μέχρι πεντακοσίων ογδόντα οκτώ χιλιάδων διακοσίων τριάντα πέντε (588.235) ευρώ τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 20, 21 και 22 αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ' επάγγελμα. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ΠΚ όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε με ποινή ελαττωμένη, κατά δε την διάταξη του άρθρου 13 περ. στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.
Εξ άλλου έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου δηλαδή, εκείνων που προτείνονται, είτε από τον ίδιο είτε από τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής εφ' όσον όμως είναι σαφείς και ορισμένοι και αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωση τους, διότι αλλιώς είναι απαράδεκτοι οπότε το δικαστήριο, όπως και στην περίπτωση κατά την οποία οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς αλλά αρνητικοί της κατηγορίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους.
Περαιτέρω ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται σε περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και σε περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής τέτοιας διατάξεως, που συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου υπάρχει και όταν η εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, με την συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου, της κατ' επάγγελμα, αγοράς, κατοχής, μεταφοράς και πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, χωρίς να είναι τοξικομανής και καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως δέκα ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ ως και της παραβιάσεως περιορισμών διαμονής και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως τριών μηνών και σε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα ετών και ενός μηνός, το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την ανάγνωση της εκκαλουμένης απόφασης και των πρακτικών αυτής, καθώς και των λοιπών εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στους τόπους και χρόνους που αναγράφονται στο διατακτικό με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα: Α. 1. Στη Λάρισα, σε χρόνο που δεν διαπιστώθηκε επακριβώς πάντως μέχρι τον χρόνο της σύλληψης του (21.6.2009), αγόρασε από άλλον ή άλλους ναρκωτικές ουσίες, ήτοι τεχνητές και φυσικές ουσίες που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα του ανθρώπου και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές, που απαγορεύονται από τον νόμο. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, αγόρασε από άτομο ή άτομα, των οποίων τα στοιχεία δεν έχουν γίνει γνωστά, μεταξύ των οποίων και κάποιος ονόματι Τ., αλβανικής υπηκοότητας, αγνώστων λοιπών στοιχείων, κατόπιν συναντήσεως τους, ηρωίνη συνολικού βάρους εκατόν ενός γραμμαρίων και τετρακοσίων χιλιοστών του γραμμαρίου (101,4 gr), αντί αγνώστου τιμήματος, την οποία κατείχε και μετέφερε κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο 2, 3 κατηγορία και πώλησε, μεταβίβασε και παρέδωσε διαδοχικά σε τρίτον κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο 4 κατηγορία. 2. Στον επαρχιακό δρόμο Μαυροβουνίου Αργυροπουλίου Λάρισας, την 21.6.2009 και περί ώρα 18.00', χωρίς να είναι τοξικομανής κατά την έννοια του άρθρου 30 του ν. 3459/2006, κατείχε ναρκωτικές ουσίες, ήτοι τεχνητές και φυσικές ουσίες που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα του ανθρώπου και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές, που απαγορεύονται από τον νόμο. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, κατείχε ηρωίνη συνολικού μικτού βάρους εκατόν ένα γραμμαρίων και τετρακοσίων χιλιοστών του γραμμαρίου (101,4 gr) σε επιμέρους ποσότητες και δη α) μία νάιλον συσκευασία με ηρωίνη, βάρους δέκα γραμμαρίων και τριακοσίων χιλιοστών του γραμμαρίου (10,3 gr), β) μία νάιλον συσκευασία με ηρωίνη, βάρους δέκα γραμμαρίων και τριακοσίων χιλιοστών του γραμμαρίου (10,3 gr), γ) μία νάιλον συσκευασία με ηρωίνη, βάρους δέκα γραμμαρίων και εκατό χιλιοστών του γραμμαρίου (10,1 gr), δ) μία νάιλον συσκευασία με ηρωίνη, βάρους δέκα γραμμαρίων (10 gr), ε) μία νάιλον συσκευασία με ηρωίνη, βάρους δέκα γραμμαρίων και εκατό χιλιοστών του γραμμαρίου (10,1 gr), στ) μία νάιλον συσκευασία με ηρωίνη, βάρους δέκα γραμμαρίων και εκατό χιλιοστών του γραμμαρίου (10,1 gr), ζ) μία νάιλον συσκευασία με ηρωίνη, βάρους δέκα γραμμαρίων και εκατό χιλιοστών του γραμμαρίου (10,1 gr), η) μία νάιλον συσκευασία με ηρωίνη, βάρους δέκα γραμμαρίων και εκατό χιλιοστών του γραμμαρίου (10,1 gr), θ) μία νάιλον συσκευασία με ηρωίνη, βάρους δέκα γραμμαρίων και τετρακοσίων χιλιοστών του γραμμαρίου (10,4 gr) και ι) μία νάιλον συσκευασία με ηρωίνη, βάρους εννέα γραμμαρίων και εννιακοσίων χιλιοστών του γραμμαρίου (9,9 gr), την οποία πώλησε, μεταβίβασε και παρέδωσε στον Δ. Κ., αστυνομικό στο Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών Βόλου, κατόπιν συναντήσεως τους στον ανωτέρω τόπο, κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο 4 κατηγορία. Τις παραπάνω ποσότητες κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, δηλαδή μπορούσε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξη τους και με δική του βούληση να διαθέσει αυτές. 3. Στον επαρχιακό δρόμο Μαυροβουνίου Αργυροπουλίου Λάρισας, την 21.6.2009 και περί ώρα 18.00', χωρίς να είναι τοξικομανής κατά την έννοια του άρθρου 30 του ν. 3459/2006, μετέφερε ναρκωτικές ουσίες, ήτοι τεχνητές και φυσικές ουσίες που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα του ανθρώπου και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές, που απαγορεύονται από τον νόμο. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, κατά γενόμενο νομοτύπως έλεγχο από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα, διαπιστώθηκε ότι μετέφερε με το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του E. M., που οδηγούσε σε χρόνο πριν τη σύλληψη του, τις αναφερόμενες στην υπό στοιχείο 2 κατηγορία ποσότητες ναρκωτικών ουσιών (ηρωίνης). 4. Στον επαρχιακό δρόμο Μαυροβουνίου Αργυροπουλίου Λάρισας, την 21.6.2009 και περί ώρα 18.00' πώλησε, μεταβίβασε και παρέδωσε σε τρίτον ναρκωτικές ουσίες, ήτοι τεχνητές και φυσικές ουσίες που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα του ανθρώπου και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές, που απαγορεύονται από τον νόμο. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, πώλησε, μεταβίβασε και παρέδωσε στον Δ. Κ., αστυνομικό στο Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών Βόλου, κατόπιν συναντήσεως τους, ηρωίνη συνολικού βάρους εκατόν ενός γραμμαρίων και τετρακοσίων χιλιοστών του γραμμαρίου (101,4 gr) αντί τιμήματος 1400 €. Στις ανωτέρω δε πράξεις της αγοράς, κατοχής, μεταφοράς και πώλησης ναρκωτικών ουσιών προέβη κατ' επάγγελμα, καθόσον προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος από τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ενόψει της ιδιάζουσας ευχέρειας με την οποία, προμηθεύτηκε τις ανωτέρω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών ηρωίνης, καίτοι άνεργος και αφού κατένειμε μεθοδικά σε επιμέρους συσκευασίες, ήτοι δέκα συσκευασίες, προς περαιτέρω διάθεση, θα πωλούσε συστηματικά σε τρίτους, όπως και έπραξε, με παντελή απουσία ηθικών αναστολών και μόνο κίνητρο το παράνομο κέρδος προς βιοπορισμό από την εμπορία ναρκωτικών, με τη χρήση δύο συσκευών κινητής τηλεφωνίας για την αποτελεσματικότερη επικοινωνία με τους αγοραστές. Β. Στη Λάρισα, από την 22.11.2007 μέχρι και την 21.6.2009, παραβίασε τους περιορισμούς που του είχαν επιβληθεί νόμιμα στην ελευθερία της διαμονής και τις σχετικές υποχρεώσεις του. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, παραβίασε την με αριθμό 6634/1/802864/Γ/21.6.2007 απόφαση του Διευθυντή της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λάρισας, με την οποία αποφασίσθηκε η απέλαση του από την Ελλάδα και η εγγραφή του στον Εθνικό Κατάλογο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών (Ε.Κ.Α.Ν.Α.) και στο σύστημα πληροφοριών Schengen μέχρι την 21.6.2012, παρότι απορρίφθηκε η ενδικοφανής προσφυγή του επί της ανωτέρω απόφασης με την με αριθμό 6634/1/1118-α/6.7.2007 απόφαση του Γενικού Αστυνομικού Διευθυντή της Περιφέρειας Θεσσαλίας και παρότι απορρίφθηκε η αίτηση αναστολής επί αιτήσεως ακυρώσεως με χρονολογία κατάθεσης 23.7.2007 με την με αριθμό 298/22.11.2007 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Λάρισας - Τμήμα Β' Τριμελές, και παρέμεινε μέχρι και τον χρόνο σύλληψης του (21.6.2009) στην Ελλάδα. Τα περιστατικά αυτά από τη σαφή και πειστική κατάθεση του μάρτυρος κατηγορίας που περιέχεται στα πρωτόδικα πρακτικά, τα οποία και αναγνώστηκαν κατ' άρθρο 502 παρ.1 ΚΠοινΔικ. Δεν αποκρούονται δε με πειστικότητα από κανένα άλλο στοιχείο. Αντίθετα ενισχύονται και από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και ιδίως τις εκθέσεις κατάσχεσης, ζύγισης, χημικής εξέτασης. Ενισχύονται δε και από την απολογία του κατηγορουμένου, ο οποίος εμμέσως πλην σαφώς ομολογεί τις πράξεις του αυτές. Πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί ένοχος αυτών και του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α του ΠΚ, καθόσον, όπως προέκυψε, έως τον ως άνω χρόνο έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Απορριφθεί δε ο ισχυρισμός του περί τοξικομανίας, καθόσον δεν προηγήθηκε ο επιβαλλόμενος εργαστηριακός και κλινικός έλεγχος του κατηγορουμένου αλλά αντίθετα ο πραγματογνώμονας στηρίχτηκε στις πληροφορίες που του έδωσε ο κατηγορούμενος, χωρίς να αναφέρει στην έκθεσή του αυτή για αντικειμενικά ευρήματα. Τέλος απορριφθεί και το αίτημα για χορήγηση του ελαφρυντικού της μεταμέλειας καθόσον δεν προέκυψε ότι αυτή είναι ειλικρινή".
Με αυτά που δέχθηκε, αναφορικά με τις πράξεις της αγοράς, της πωλήσεως, της μεταφοράς και της κατοχής της ναρκωτικής ουσίας ηρωίνη, (δεν πλήττεται με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως προς το μέρος που αφορά την καταδίκη του αναιρεσείοντος για την πράξη της παραβιάσεως περιορισμών διαμονής), διέλαβε το Εφετείο στην ως άνω απόφασή του την από το Σύνταγμα και το νόμο απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων για τα οποία τον κατεδίκασε, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελιώνουν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1, 94 παρ. 1 του Π.Κ. και εκείνες των άρθρων 1 παρ. 1, 2 πίνακας Α αριθμ. 5, 20 παρ. 1 περ. β', ζ', 2 και 23 Ν. 3459/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με την παραδοχή δηλαδή αντιφατικών, ασαφών ή ελλιπών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση του δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση κατά τις παραδοχές της, εκτίθενται τα περιστατικά για τη στοιχειοθέτηση της πράξεως της τετελεσμένης πωλήσεως της ναρκωτικής ουσίας, με τη μνεία των στοιχείων του εμφανισθέντος ως αγοραστή αστυνομικού και του ήδη αναιρεσείοντος ως πωλητού και τη συμφωνία για την πώληση στον πρώτο, ως ενδιαφερόμενο να την αποκτήσει, από τον δεύτερο ηρωίνης συνολικού βάρους εκατόν ενός γραμμαρίων και τετρακοσίων χιλιοστών του γραμμαρίου (101,4 gr) αντί τιμήματος 1400 ευρώ. Η πώληση, που δεν προϋποθέτει την κατοχή των ναρκωτικών και, κατά το άρθρο 20 του ν. 3459/2006, προβλέπεται και τιμωρείται ως αυτοτελής και διακρινομένη από την κατοχή τέτοιων ουσιών πράξη, είναι δυνατό να συντελεσθεί με τη διάθεση του ναρκωτικού και τη συμφωνία για το αντάλλαγμα χωρίς να απαιτείται και η πραγματική καταβολή του τιμήματος. Κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πραγματώθηκε εξ ολοκλήρου στην περίπτωση του αναιρεσείοντος η εκ μέρους του πώληση ναρκωτικής ουσίας και ειδικότερα ηρωίνης βάρους εκατόν ενός γραμμαρίων και τετρακοσίων χιλιοστών του γραμμαρίου (101,4 gr) με την περιέλευση της ποσότητας που αφορούσε η συμφωνία περί πωλήσεως τους στον αγοραστή και μετά την δια της παραδόσεως αντί τιμήματος 1400 ευρώ, ολοκλήρωση της εμπράγματης δικαιοπραξίας για την πώληση της άνω ποσότητας ηρωίνης. Κατά συνέπεια δεν στήριξε το Δικαστήριο της ουσίας την κρίση του περί ενοχής του αναιρεσείοντος όσον αφορά την πράξη της πωλήσεως της ναρκωτικής ουσίας, σε συμπεριφορά του δράστη που να υποδηλώνει μόνον αρχή εκτελέσεως, όπως η ενοχική απλώς συμφωνία για την πώληση ηρωίνης σε συναλλαγή με μυστικό αστυνομικό, άνευ οποιασδήποτε πράξεως παραδόσεως του ναρκωτικού για να θεωρηθεί μόνον ως απόπειρα πωλήσεως της ηρωίνης η πράξη του αναιρεσείοντος. Κατ' ακολουθίαν είναι απορριπτέες οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι στερείται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση της επιβαλλομένης από το Σύνταγμα και το νόμο αιτιολογίας και ότι ως προς την πράξη της πωλήσεως ναρκωτικών οι παραδοχές της αποφάσεως δεν δικαιολογούσαν καταδίκη του για τετελεσμένη πράξη, καθώς και ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 20 παρ. 1 περ. β' του Κώδικα Νόμων Ναρκωτικών, υπό τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά και την ιδιότητα του εμφανισθέντος ως αγοραστού αστυνομικού ολοκληρώθηκε πλήρως η εκποιητική δικαιοπραξία για την πώληση των ναρκωτικών, αντί να δεχθεί ότι μόνον αρχή εκτελέσεως της πωλήσεως ναρκωτικών συνιστούσε η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και μπορούσε μόνον ως απόπειρα αυτής να τιμωρηθεί.
Συνεπώς το Πενταμελές Εφετείο που δέχθηκε ότι ολοκληρώθηκε πλήρως η εκποιητική δικαιοπραξία για την πώληση των ναρκωτικών, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τον νόμο και διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Δ' του ΚΠοινΔ.
Περαιτέρω αιτιολογείται και η συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως από τον ήδη αναιρεσείοντα των αξιοποίνων πράξεων της αγοράς, κατοχής, μεταφοράς και πωλήσεως ναρκωτικών κατά το άρθρο 23 ν. 3459/2006, με την παραδοχή ότι προκύπτει σκοπός για πορισμό εισοδήματος από την υποδομή που είχε διαμορφώσει ο αναιρεσείων με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, διότι εκτίθεται η παραδοχή ιδιάζουσας ευχέρειας, παρ' ότι άνεργος, με την οποία προμηθεύτηκε τις ανωτέρω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών ηρωίνης, η οποία προϋποθέτει οργάνωση, η παραδοχή μεθοδικής κατανομής σε επιμέρους δέκα συσκευασίες που διευκολύνουν την περαιτέρω διάθεση σε τρίτους, όπως και η παραδοχή της χρήσεως δύο συσκευών κινητής τηλεφωνίας για την αποτελεσματικότερη επικοινωνία με τους αγοραστές.
Συνεπώς το Πενταμελές Εφετείο που δέχθηκε τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως από τον ήδη αναιρεσείοντα των αξιοποίνων πράξεων της αγοράς, κατοχής, μεταφοράς και πωλήσεως ναρκωτικών ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ' του ΠΚ και 23 ν. 3459/2006 και διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Δ' του ΚΠοινΔ.
Μεταξύ των αυτοτελών ισχυρισμών, που μπορούν να προβληθούν από τον κατηγορούμενο για παράβαση του Κώδικα Νόμων Ναρκωτικών, είναι και ο ισχυρισμός τοξικομανίας του, κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, ήτοι της αποκτήσεως της έξης των ναρκωτικών ουσιών, την οποία δε μπορεί να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, κατά το άρθρο 30 του ν. 3459/2006. Για να είναι σαφής και ορισμένος ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός, αρκεί να αναφερθεί ότι "τυγχάνει τοξικομανής, μη δυνάμενος να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών". Το δικαστήριο, αν απορρίψει τον ισχυρισμό αυτό οφείλει να αιτιολογήσει ιδιαίτερα την απόρριψή του και να αντικρούσει το τυχόν αντίθετο πόρισμα σχετικής εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου προέβαλε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τον αυτοτελή ισχυρισμό, ότι ο αναιρεσείων είναι τοξικομανής από εικοσαετίας και δεν δύναται να αποβάλει την έξη αυτή με τις δικές του δυνάμεις. Το εκδόν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δικαστήριο απέρριψε τον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι ετύγχανε τοξικομανής με την προπαρατεθείσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στην οποία διέλαβε και ειδική σκέψη, στην οποία στηρίζει το αποδεικτικό πόρισμα περί της ιδιότητας του κατηγορουμένου ως μη τοξικομανούς, διότι δέχεται ότι ως προς αυτόν δεν υπάρχουν αντικειμενικά ευρήματα περί της ιδιότητάς του ως τοξικομανούς και το αντίθετο πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης στηρίζεται αποκλειστικώς και μόνον στους ισχυρισμούς του ιδίου του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς η αναιρεσιβαλλομένη ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις της ΥΑ Α2β/οικ. 3982 της 7.10/4.11.1987 "ενιαία επιστημονικά κριτήρια για τη διάγνωση της εξάρτησης" και διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Δ' του ΚΠοινΔ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 504 παρ. 3, 492, 373, 310 παρ. 2, 463 και 476 ΚΠΔ, σαφώς προκύπτει ότι, κατά του μέρους της ποινικής αποφάσεως σχετικά με την απόδοση ή τη δήμευση των κατασχεθέντων κατά την προδικασία πραγμάτων, επιτρέπεται η άσκηση αναιρέσεως στον κατηγορούμενο, τον πολιτικώς ενάγοντα και τον τρίτο, του οποίου τις αξιώσεις επί των κατασχεθέντων έκρινε η απόφαση. Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 37 παρ. 1 ν. 3459/2006 ορίζεται ότι: "Σε περίπτωση καταδίκης για παράβαση των άρθρων 20 έως και 24 το δικαστήριο, με την επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου, διατάσσει τη δήμευση όλων των πραγμάτων, τα οποία προήλθαν από την πράξη, του τιμήματός τους, των κινητών και ακινήτων που αποκτήθηκαν με το τίμημα αυτό, καθώς και των μεταφορικών μέσων και όλων των αντικειμένων, τα οποία χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την τέλεση της πράξης, είτε αυτά ανήκουν στον αυτουργό είτε σε οποιονδήποτε από τους συμμέτοχους ή ακόμα και σε τρίτους που δεν συμμετείχαν στο έγκλημα, εφόσον γνώριζαν ότι τα αντικείμενα αυτά προορίζονταν για την τέλεση του εγκλήματος. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ρυθμίσεις της Σύμβασης Ηνωμένων Εθνών κατά της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών φαρμάκων και ψυχοτρόπων ουσιών που κυρώθηκε με το ν. 1990/1991 (ΦΕΚ 193 Α) και ιδίως εκείνες του άρθρου 5 αυτής αναφορικά με τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων". Περαιτέρω, η επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, απαιτείται να περιλαμβάνει, στην περίπτωση που διατάσσεται με την απόφαση η δήμευση των κατασχεθέντων, και τις σκέψεις με βάση τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας έκρινε, με αναφορά στη συγκεκριμένη διάταξη νόμου που την προβλέπει, ότι συντρέχει νόμιμη κατ' ουσίαν περίπτωση για να δημευθούν τα κατασχεθέντα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην αρχή του σκεπτικού της αποφάσεως αποδεικτικών μέσων, αφού κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και για την πράξη της αγοράς, πωλήσεως, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, την οποία δέχθηκε ότι τέλεσε αυτός χωρίς να είναι τοξικομανής, ήτοι για πράξεις περιλαμβανόμενες στο άρθρο 20 παρ.1β' και ζ ν. 3459/2006, και αφού τον καταδίκασε γι' αυτή σε ποινή καθείρξεως 10 ετών, διέταξε περαιτέρω τη δήμευση του κατασχεθέντος κατά την προδικασία ποσού των 1900 ευρώ, με την αιτιολογία "σύμφωνα με τα άρθρα 37 και 38 του ν. 3459/2006 και 76 του ΠΚ πρέπει... να διαταχθεί η δήμευση χρηματικού ποσού 1900 ευρώ". Η αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι το ποσό αυτό προήλθε από την τέλεση των παραπάνω πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων. Ειδικότερα, το Εφετείο, δεν διέλαβε στην αιτιολογία του σκέψεις, με βάση τις οποίες διέταξε την ανωτέρω δήμευση και συγκεκριμένα τη σχέση του δημευθέντος χρηματικού ποσού με τις αξιόποινες πράξεις του κατηγορουμένου, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη, ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για την έρευνα της βασιμότητας του εξεταζομένου λόγου αναιρέσεως, το ποσό των 1.900 ευρώ είχε κατασχεθεί στην οικία του αναιρεσείοντος με την από 21 Ιουνίου 2009 έκθεση κατ' οίκον έρευνας και κατασχέσεως του Α/Β Κ. Π., "ως προερχόμενο από ναρκωτικά" αλλά αυτός καταδικάσθηκε για άλλη πώληση, προς τον Δ. Κ., αστυνομικό στο Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών Βόλου, αντί τιμήματος 1.400 ευρώ, ποσό το οποίο και κατασχέθηκε με την από 21 Ιουνίου 2009 έκθεση κατασχέσεως του ανθυπαστυνόμου Χ. Α.. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τη διάταξη αυτής περί δημεύσεως του ως άνω ποσού. Κατά το άρθρο 35 παρ. 2 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά, για αλλοδαπούς που καταδικάζονται για παράβαση του νόμου αυτού σε ποινή καθείρξεως το δικαστήριο διατάσσει την ισόβια απέλασή τους από τη Χώρα, εκτός αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, που δικαιολογούν την παραμονή τους, οπότε ισχύουν και γι' αυτούς οι ρυθμίσεις της παρ. 1 (για την απαγόρευση διαμονής σε ορισμένους τόπους). Για την εκτέλεση της απελάσεως εφαρμόζεται το άρθρο 74 του ΠΚ, με επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις οι οποίες έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα. Από τη διάταξη αυτή και το συνδυασμό της μ' εκείνη του άρθρου 74 του ΠΚ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση καταδίκης αλλοδαπού, υπηκόου Κράτους μη μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, σε ποινή καθείρξεως για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, το δικαστήριο που τον καταδίκασε οφείλει να διατάξει την ισόβια απέλασή του από τη Χώρα, εκτός αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, που δικαιολογούν την παραμονή του σ' αυτήν. Ενόψει αυτών, η απόφαση που διατάσσει την απέλαση κατ' εφαρμογή του ανωτέρω άρθρου, έχει κατά τούτο την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρει ότι πρόκειται για αλλοδαπό μη υπήκοο Κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και ότι αυτός καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, αν δε προβληθεί απ' αυτόν, με αυτοτελή ισχυρισμό, η συνδρομή σπουδαίου λόγου που δικαιολογεί την παραμονή του στη Χώρα, η αιτιολογία της αποφάσεως που απορρίπτει τον ισχυρισμό αυτό πρέπει να εκτείνεται και στην εν λόγω απόρριψη.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι μετά την απαγγελία της ποινής, ο κατηγορούμενος, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, προέβαλε και εγγράφως, τον ισχυρισμό ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του σοβαροί λόγοι, οι οποίοι δικαιολογούν τη μη απέλασή του από την Χώρα, επικαλούμενος ότι "Είμαι νόμιμος κάτοχος αδείας εργασίας στην Ελλάδα και ως εκ τούτου και σύμφωνα με το άρθρο 35 παρ 2 του ν. 3459/2006, ισχύουν δια την περίπτωση μου σπουδαίοι οικογενειακοί λόγοι μη απελάσεως μου, αφού η οικογένεια μου κατοικεί από το έτος 1993 στην Ελλάδα και η απέλασις μου από αυτήν θα επιφέρει τον διαμελισμό της οικογενείας μου. Από την όλη προσωπική και οικογενειακή μου κατάσταση, η παραμονή μου στην Ελλάδα επιβάλλεται για λόγους επιβίωσης των ίδιων του παιδιού μου, το οποίο συντηρώ και στην ουσία εγώ μεγαλώνω με τα εισοδήματα της εργασίας μου. Τούτο επιβάλλει την παρουσία μου στην Ελλάδα γιατί από την Αλβανία δεν είναι δυνατόν όχι μόνο εισοδήματα για την ανατροφή να εξασφαλίσω, ούτε καν συνθήκες μόρφωσης και ανεκτό επίπεδο διαβίωσης για τα ίδια μπορώ να παράσχω. Η δική μου δηλαδή απέλαση θα τα αναγκάσει είτε στην φτώχεια στην Ελλάδα είτε να έλθει μαζί μου στην Αλβανία και φυσικά να καταδικασθεί το μέλλον τους. Επίσης η διάσωση της ενότητας της ίδιας οικογένειας μου γίνεται μόνο με την παραμονή μου στην Ελλάδα, αφού αν αναγκαστώ σε απέλαση και φύγω στην Αλβανία δεν πρόκειται αυτή να διατηρηθεί, η γυναίκα μου θα αναγκαστεί να μείνει στην Ελλάδα μόνη της και εγώ θα αδυνατώ ακόμη και να επικοινωνώ με το παιδί μου, αφού θα απαγορεύεται να έλθω στην Ελλάδα και αυτά δεν θα μπορούν να έλθουν στην Αλβανία. Επιπροσθέτως η κόρη μου πάσχει από σοβαρή οφθαλμολογική πάθηση όπως άνω έχω αναφέρει και χρήζει ειδικής ιατρικής φροντίδας, παρεχομένης μόνον στην Ελλάδα. Συντρέχει συνεπώς σπουδαίος λόγος μη απελάσεως μου από την Ελλάδα".
Στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως περί της απελάσεως, δέχθηκε το Εφετείο ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είναι αλλοδαπός και δη υπήκοος Αλβανίας, η οποία δεν είναι κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Περαιτέρω, εν σχέσει με τον απορριφθέντα ως άνω ισχυρισμό, διέλαβε τα εξής: "Από τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 1 και 2 ΠΚ προκύπτει ότι το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την απέλαση αλλοδαπού, που καταδικάσθηκε σε κάθειρξη ή φυλάκιση με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων, που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις, που έχουν κυρωθεί από τη χώρα. Όταν ο αλλοδαπός βρίσκεται νόμιμα στη χώρα, η απέλαση δεν μπορεί να διαταχθεί, αν δεν του έχει επιβληθεί ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. Η απέλαση εκτελείται αμέσως μετά την έκτιση της ποινής ή την απόλυση από τις φυλακές. Το ίδιο ισχύει και όταν η απέλαση επιβλήθηκε από το δικαστήριο ως παρεπόμενη ποινή. Τέλος το Δικαστήριο μπορεί επίσης να διατάξει την απέλαση από τη χώρα κάθε αλλοδαπού, στον οποίο επιβλήθηκε μέτρο ασφαλείας των άρθρων 69, 71 και 72, στην περίπτωση δε αυτή η απέλαση μπορεί να διαταχθεί σε αντικατάσταση αυτών των μέτρων. Στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος που καταδικάσθηκε με την παραπάνω απόφαση σε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και ενός (1) μήνα και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, είναι αλλοδαπός υπήκοος και συγκεκριμένα υπήκοος Αλβανίας.
Συνεπώς συντρέχει περίπτωση απελάσεώς του από τη Χώρα και το Δικαστήριο κρίνει, λαμβάνοντας υπόψη όλα αυτά, που αναφέρθηκε ότι αποδείχθηκαν ότι πρέπει να διαταχθεί η απέλαση αυτού από τη Χώρα μετά την έκτιση της ποινής που του επιβλήθηκε". Κατ' ακολουθία τούτων διέταξε την ισόβια απέλασή του, μετά την έκτιση της επιβληθείσης ποινής. Με το παραπάνω περιεχόμενο η προσβαλλομένη δεν έχει την απαιτουμένη από τις προαναφερθείσες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι το δικαστήριο που την εξέδωσε δεν αιτιολογεί γιατί τα προβληθέντα από τον ήδη αναιρεσείοντα ως διακωλυτικά της απελάσεώς του ως άνω περιστατικά δεν δικαιολογούν τη μη απέλασή του από την Χώρα, με συνέπεια να πάσχει το συνταχθέν απορριπτικό του αυτοτελούς του ισχυρισμού συμπέρασμα. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη και κατά την διάταξή της περί απελάσεως του αναιρεσείοντος από τη Χώρα και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ). Κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση, πρέπει, να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 49/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης μόνο κατά την περί δημεύσεως ποσού χιλίων εννιακοσίων (1.900) ευρώ διάταξή της και τη διάταξή της περί απελάσεως του αναιρεσείοντα από την Χώρα.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 8.6.2012 αίτηση του S. R. του D. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 49/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιανουαρίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Από τη διάταξη του άρθρου 35 παρ. 2 του ν. 3459/2006 προκύπτει ότι η προβλεπομένη ως άνω ισόβια απέλαση αλλοδαπού που έχει καταδικασθεί σε ποινή καθείρξεως για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, αποτελεί παρεπομένη ποινή και είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο που καταδικάζει τον αλλοδαπό, εκτός αν κρίνει αιτιολογημένα ότι για την παραμονή του στη χώρα συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί.
| null | null | 0
|
Αριθμός 78/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟΥ ΠΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΚΤΕΛ Ν. ΠΕΛΛΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Έδεσσα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόφιλο Κώτσιου, καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίδημο Βεργούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Αχτσιόγλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1698/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απόφαση των αρμοδίων πειθαρχικών συμβουλίων, τα οποία ενεργούν ως εργοδοτικά όργανα και αποφασίζουν σε εκπλήρωση υποχρέωσης του εργοδότη απέναντι στους εργαζομένους, που πηγάζει από την ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εργασίας και τον κανονισμό που τη συμπληρώνει, υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων, αναφορικά με τη νομιμότητά της, αν εκδόθηκε από αρμόδιο όργανο με νόμιμη σύνθεση, αν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία, αν η πράξη ή η παράλειψη συνιστά πειθαρχικό παράπτωµα σύµφωνα µε το νόµο, αν είναι δικαιολογημένη, αν η ποινή που επιβλήθηκε προβλέπεται από τον κανονισµό και αν είναι ανάλογη µε τη βαρύτητα του παραπτώματος ή αν η άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών ή και το σκοπό στον οποίο αποβλέπει η πειθαρχική εξουσία στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Εξάλλου, η αγωγή του εργαζόμενου για την ακύρωση της πειθαρχικής απόφασης στρέφεται πάντοτε κατά του εργοδότη, ανεξάρτητα από το όργανο που του επέβαλε την πειθαρχική ποινή.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι το Συμβούλιο Εφέσεων, το οποίο, ως δευτεροβάθμιο πειθαρχικό όργανο του π.δ. 246/2006 "Γενικός Κανονισµός Κ.Τ.Ε.Λ. Α.Ε. και ΚΤΕΛ ν. 2963/2001", επέβαλε στον ενάγοντα την ποινή της οριστικής απόλυσης, είναι εργοδοτικό όργανο και συνεπώς τα πολιτικά δικαστήρια έχουν την εξουσία να ελέγξουν σε κάθε περίπτωση τη νοµιµότητα της απόφασής του, ενώ η ένδικη αγωγή για την ακύρωση της πειθαρχικής απόφασης νόμιμα ασκήθηκε εναντίον της εναγομένης- εργοδότριας ήδη αναιρεσείουσας και όχι κατά του Νομάρχη Πέλλας, ως εκδούσα διοικητική αρχή της διοικητικής πράξης για τη συγκρότηση του ως άνω Συμβουλίου Εφέσεων.
Συνεπώς, με την κρίση του αυτή, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 2, 25 του ΠΔ/τος 246/2006, 200, 281 και 288 του ΑΚ και εκείνη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και ο αντίθετος, από τον αρ. 1 του ΚΠολΔ, πρώτος, λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Απαραίτητη προϋπόθεση της νομιμότητας μιας πειθαρχικής απόφασης είναι να εκδοθεί από αρμόδιο όργανο με νόμιμη σύνθεση, σύμφωνα με τον ισχύοντα Κανονισμό εργασίας. Στο π.δ. 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των Κ.Τ.Ε.Λ. Α.Ε. και των Κ.Τ.Ε.Λ. του ν. 2963/2001" διαλαμβάνονται διατάξεις (αρθρ. 16 - 25) αναφορικά με τον πειθαρχικό έλεγχο των εργαζομένων στα παραπάνω ΚΤΕΛ. Ειδικότερα στο άρθρο 17 ορίζονται οι πειθαρχικές ποινές, που διαβαθμίζονται από τη γραπτή επίπληξη έως την οριστική απόλυση και στο άρθρο 18 αναφέρονται οι ποινές κατά κατηγορία παραπτωμάτων. Στο άρθρο 19 ορίζονται τα όργανα επιβολής των πειθαρχικών ποινών, που, για την ποινή της οριστικής απόλυσης, είναι σε πρώτο βαθμό το Διοικητικό Συμβούλιο του Κ.Τ.Ε.Λ. και κατ' έφεση το Συμβούλιο Εφέσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 2 του ως άνω π.δ. "Το Συμβούλιο αποτελείται από τα εξής µέλη: α)... β)... γ)... δ) τον εκπρόσωπο των εργαζομένων του άρθρου 25 του παρόντος κανονισµού ή το νόµιµο αναπληρωτή του". Εξάλλου, σύµφωνα µε το άρθρο 25 ίδιου π.δ. "ο εκπρόσωπος των εργαζομένων, µετά του αναπληρωτή του, ορίζεται από την πλέον αντιπροσωπευτική πρωτοβάθμια κλαδική οργάνωση προσωπικού αυτοκινήτων του νοµού της έδρας του Κ.Τ.Ε.Λ. και σε περίπτωση έλλειψης πρωτοβάθμιας κλαδικής οργάνωσης από την αντιπροσωπευτικότερη κλαδική ομοσπονδία προσωπικού αυτοκινήτων. Σε κάθε περίπτωση ο εκπρόσωπος των εργαζομένων απασχολείται ως τακτικό προσωπικό στο οικείο Κ.Τ.Ε.Λ.. Ο ορισμός του εκπροσώπου των εργαζομένων γίνεται μέχρι την 1η Δεκεμβρίου κάθε έτους και η θητεία του είναι διετής, αρχίζει δε την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του δεύτερου έτους από το έτος του ορισμού του". Πρέπει να σημειωθεί ότι, ήδη, η διάταξη του άρθρου 119 παρ. 3 του ν. 4070/2012, ορίζει ότι: "Το άρθρο 25 του Π.Δ. 246/2006 "Γενικός Κανονισµός Προσωπικού των ΚΤΕΛ Α.Ε. του ν. 2963/2001 αντικαθίσταται ως εξής: Ο εκπρόσωπος των εργαζοµένων, µετά του αναπληρωτή του, ορίζεται από την αντιπροσωπευτικότερη ομοσπονδία των εργαζοµένων στα ΚΤΕΛ. Ο ορισµός του εκπροσώπου των εργαζοµένων γίνεται µέχρι την 1η Δεκεµβρίου κάθε έτους και η θητεία του είναι διετής αρχίζει δε την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους και λήγει την 31η Δεκεµβρίου του δευτέρου έτους από το έτος ορισµού του", η ανωτέρω δε αντικατάσταση, επήλθε, προφανώς, διότι η διάταξη του άρθρου 25 του ΠΔ 246/2006, είχε δημιουργήσει ερµηνευτικά προβλήµατα. Η έννοια του άνω όρου "πλέον αντιπροσωπευτική" πρωτοβάθμια κλαδική οργάνωση δεν είναι διαφορετική από εκείνη του αντίστοιχου όρου, του οποίου γίνεται χρήση από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του ν.δ. 186/1969 που τροποποίησαν το άρθρο 2 του ν. 3239/55, με τις οποίες (πριν από την ισχύ του ν. 1876/90) ρυθμίζεται το γενικότερο και μείζονος σημασίας θέμα της αρμοδιότητας (ικανότητας) των οργανώσεων (εργοδοτικών και εργατικών) προς σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Έτσι, ως πλέον αντιπροσωπευτικό σωματείο εργαζομένων για ορισμένο επάγγελμα είναι εκείνο που υπερέχει σε αριθμητική δύναμη μελών, τα οποία ασκούν το επάγγελμα αυτό σε ορισμένη περιοχή ή ολόκληρη τη χώρα. Η αριθμητική όμως αυτή δύναμη δεν εξετάζεται αφηρημένα, αλλά σε συσχετισμό με το συνολικό αριθμό των εργαζομένων του συγκεκριμένου επαγγέλματος (όταν πρόκειται για ομοιοεπαγγελματική σ.σ.ε.) ή τον αριθμό των εργαζομένων σε ορισμένη τοπική περιφέρεια (όταν πρόκειται για τοπική ομοιοεπαγγελματική σ.σ.ε.) ή τον αριθμό των εργαζομένων συγκεκριμένης επιχείρησης ή ομοειδούς επιχείρησης ή ομοειδών επιχειρήσεων (όταν πρόκειται για ειδική σ.σ.ε.).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε κατά το έτος 1983 από το νοµικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου µε την επωνυμία "Κοινό Ταµείο Εισπράξεων Λεωφορείων Ν. ΠΕΛΛΑΣ", το οποίο στις 18.6.2003 μετατράπηκε στην ήδη αναιρεσείουσα, ανώνυµη εταιρία, κατ' εφαρμογή του ν. 2963/2001, µε σύµβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειµένου να εργαστεί ως λογιστής και έκτοτε προσέφερε τις υπηρεσίες του σ' αυτό, αντί των εκάστοτε νοµίµων µηνιαίων αποδοχών. Στις 12.9.1991 διορίστηκε διευθυντής των υπηρεσιών του και από τότε ασκούσε και τα καθήκοντα του διευθυντή, λαµβάνοντας πρόσθετη µηνιαία αµοιβή, ενώ, λόγω και της ιδιότητάς του ως ιδιοκτήτη µεριδίου λεωφορείου, ενταγμένου στο ΚΤΕΛ Ν. Πέλλας και μέτοχου του τελευταίου τα έτη 1996, 1998, 2000, 2002 και 2003 εκλέχθηκε και Πρόεδρος του Διοικητικού του Συµβουλίου. Μετά τη θέση σε ισχύ του Ν. 2963/2001 κατέστη αναγκαία η πρόσληψη ενός ακόµη λογιστή µε εµπειρία στην τήρηση λογιστικών βιβλίων και στοιχείων ανωνύµων εταιριών. Κατόπιν αυτού προσλήφθηκε στις 26.5.2004, ως λογίστρια, η Ε. Τ.. Στις 23-6-2004 το διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, με τη 15/2004 απόφασή του, ανέθεσε στον ενάγοντα αποκλειστικά τα καθήκοντα του υπεύθυνου των ημερησίων εισπράξεων και ελέγχου των εκδοτών, εισπρακτόρων και οδηγών. Την απόφαση αυτή γνωστοποίησε ο Πρόεδρος Β. Κ., εγγράφως, στις 6-7-2004, στον ενάγοντα, ο οποίος την επόμενη ημέρα κοινοποίησε σ' αυτή την, από 7-7-2004, εξώδικη δήλωσή του, με την οποία δήλωσε ότι θεωρεί την αλλαγή αυτή των καθηκόντων του ως βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, την οποία δεν αποδέχεται και ζήτησε την ανάκλησή της. Στη συνέχεια, με την από 22-7-2004 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της 15/2004 απόφασης, να υποχρεωθεί η πρώτη εναγοµένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ως διευθυντή - λογιστή και να του καταβάλει το ποσό των 30.000€, ως χρηµατική του ικανοποίηση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 264/2004, ήδη τελεσίδικη, απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, µε την οποία έγινε, κατά ένα µέρος, δεκτή, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της 15/2004 απόφασης, υποχρεώθηκε η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος ως λογιστή και να του καταβάλει το ποσό των 2.000 ευρώ, ως χρηµατική του ικανοποίηση. Με την από 16.4.2007 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση η πρώτη εναγοµένη γνωστοποίησε στον ενάγοντα την απόφασή της να αναθέσει το έργο της λογιστικής και φοροτεχνικής εξυπηρέτησής της σε εξωτερικό λογιστικό γραφείο και να αναθέσει στον ίδιο: α) την παράδοση των εισιτηρίων στους εισπράκτορες, τους εκδότες εισιτηρίων και τους οδηγούς β) τον έλεγχο των δελτίων ημερησίας είσπραξης των εκδοτών, των εισπρακτόρων και των οδηγών, γ) την τήρηση του βιβλίου αποθήκης εισιτηρίων, φορτωτικών και εντύπων και δ) την τήρηση του βιβλίου αποθήκης. Ο ενάγων, θεωρώντας ότι τα καθήκοντα αυτά αναλογούν στο βαθµό του βοηθού ταµία, βοηθού λογιστή και αποθηκάριου αρνήθηκε να τα εκτελέσει. Ακολούθησαν δυο πειθαρχικές διώξεις, για αδικαιολόγητη απουσία του από την εργασία πάνω από πέντε (5) συνεχόμενες ηµέρες, στις οποίες το πρωτοβάθµιο πειθαρχικό συμβούλιο του επέβαλε και τις δύο φορές την ποινή της οριστικής απόλυσης, µε τις 1/20.5.2007 και 3/17.8.2007, αντίστοιχα, αποφάσεις του, ενώ το Συμβούλιο Εφέσεων, την πρώτη φορά µε την 1/27.7.2007 απόφασή του ακύρωσε την προσβαλλόμενη 1/2007 απόφαση για τυπικό λόγο και τη δεύτερη φορά, µε τη 2/16.11.2007 απόφασή του, μείωσε την επιβληθείσα µε την 3/17.8.2007 απόφασή του ποινή, από οριστική απόλυση σε αργία εξήντα (60) ημερών. Στη συνέχεια η εναγομένη, µε την από 12.3.2008 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, κάλεσε τον ενάγοντα, ενώπιον του πρωτοβαθμίου πειθαρχικού συμβουλίου, για το ίδιο αδίκηµα της παράβασης της παρ. 8 εδ. δ' του άρθρου 18 του π.δ. 246/2006. Το εν λόγω συμβούλιο, κατά τη συνεδρίαση της 11.4.2008, µε την 1/2008 οµόφωνη απόφασή του, επέβαλε στον ενάγοντα την ποινή της οριστικής απόλυσης, για το λόγο ότι απουσιάζει από µακρού χρονικού διαστήµατος συνεχώς από την εργασία του, αρνούμενος να αναλάβει το έργο, που του ανατέθηκε. Κατά της απόφασης αυτής προσέφυγε ο ενάγων, ενώπιον του Συµβουλίου Εφέσεων µε τη 2826/15.5.2008 έφεσή του. Το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο, µε τη 1/2008 απόφασή του, κατά τη συνεδρίαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2008, απέρριψε, κατά πλειοψηφία, την έφεση και επέβαλε στον ενάγοντα την ποινή της οριστικής απόλυσης. Στη συνέχεια, η πρώτη εναγοµένη, µε την από 9.10.2008 εξώδικη γνωστοποίηση - καταγγελία - πρόσκλησή της, που κοινοποιήθηκε νόµιµα την 13.10.2008 στον ενάγοντα, κατάγγειλε τη σύµβαση εργασίας του και τον κάλεσε να λάβει τη νόµιµη αποζηµίωση απόλυσης. Στο ως άνω πειθαρχικό συμβούλιο, συμμετείχαν, εκτός από τους Τ. Θ., προϊστάμενο της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ν. Πέλλας, ως Πρόεδρο και την Κ. Μ., προϊσταμένη του Σώµατος Επιθεώρησης Εργασίας, ως µέλος και οι 1) Β. Κ., Πρόεδρος και Διευθύνων Σύµβουλος της ΚΤΕΛ Ν. ΠΕΛΛΑΣ Α.Ε., 2) Χ. Κ., μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ΚΤΕΛ Ν. ΠΕΛΛΑΣ Α.Ε. και 3) Σ. Π., Πρόεδρος του Επιχειρησιακού Σωματείου, µε την επωνυµία "Σωματείο Εργαζομένων στην Επιχείρηση ΚΤΕΛ Ν. ΠΕΛΛΑΣ", ως µέλη. Όμως, συνεχίζει το Εφετείο, στο Συμβούλιο Εφέσεων μετέχει ως µέλος ο εκπρόσωπος των εργαζομένων, ο οποίος ορίζεται, µετά του αναπληρωτή του, από την πλέον αντιπροσωπευτική πρωτοβάθμια κλαδική οργάνωση προσωπικού αυτοκινήτων του νομού της έδρας του ΚΤΕΛ και σε περίπτωση έλλειψης πρωτοβάθμιας κλαδικής οργάνωσης από την αντιπροσωπευτικότερη κλαδική ομοσπονδία προσωπικού αυτοκινήτων. Στο νομό Πέλλας, υφίσταται και λειτουργεί το σωματείο µε την επωνυµία "ΕΝΩΣΙΣ ΕΡΓΑΤΟΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΝΟΜΟΥ ΠΕΛΛΑΣ", µε έδρα τα Γιαννιτσά, που αναγνωρίστηκε µε τη 1083/1963 απόφαση του Πολυµελούς Πρωτοδικείου Βέροιας και καταχωρίστηκε νόµιµα στο βιβλίο σωµατείων του ίδιου Πρωτοδικείου, το οποίο αποτελεί πρωτοβάθµια συνδικαλιστική κλαδική οργάνωση προσωπικού αυτοκινήτων του νοµού Πέλλας, όπου και η έδρα της πρώτης εναγομένης, αφού, σύµφωνα µε το άρθρο 5 του καταστατικού του, µέλη του "δύνανται να εγγραφούν άπαντες οι εργαζόμενοι επί µηνιαίω µισθώ ή ηµεροµισθίω ως οδηγοί, εισπράκτορες και υπό οιανδήποτε ειδικότητα σε αυτοκίνητα και τις µεταφορές γενικά του Ν. Πέλλης". Το σωματείο αυτό όρισε, στις 13.11.2007, ως εκπρόσωπο εργαζομένων για το Συμβούλιο Εφέσεων, ως τακτικό µέλος τον Α. Κ. και ως αναπληρωματικό µέλος τον Κ. Ε..
Συνεπώς, ως εκπρόσωπος των εργαζοµένων στο Συμβούλιο Εφέσεων έπρεπε να οριστεί και να µετάσχει στη σύνθεσή του εκπρόσωπος της παραπάνω πρωτοβάθµιας κλαδικής συνδικαλιστικής οργάνωσης, δηλαδή του σωματείου με την επωνυμία "ΕΝΩΣΙΣ ΕΡΓΑΤΟΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΝΟΜΟΥ ΠΕΛΛΑΣ" ή αλλιώς, ο εκπρόσωπος των εργαζομένων έπρεπε να οριστεί από την αντιπροσωπευτικότερη κλαδική Ομοσπονδία και δη την "Ομοσπονδία Συνδικάτων Μεταφοράς Ελλάδος" (Ο.Σ.Μ.Ε.), "Πανελλαδική Ομοσπονδία Συνδικάτων Εργατοϋπαλλήλων Μεταφοράς" (Π.Ο.Σ.Ε.Μ.) και "Ομοσπονδία Υπαλληλικού Προσωπικού Αυτοκινήτων" (Π.Ο.Υ.Π.Α.). Αντ' αυτών όμως, µε την ιδιότητα του εκπροσώπου των εργαζοµένων, ορίστηκε και συμμετείχε στη σύνθεση και τη συνεδρίαση του παραπάνω πειθαρχικού οργάνου, ο Σ. Π., Πρόεδρος του Δ.Σ. του σωµατείου µε την επωνυµία "Σωματείο Εργαζομένων στην Επιχείρηση Κ.Τ.Ε.Λ. Νομού Πέλλας", που αποτελεί πρωτοβάθµια επιχειρησιακή (και όχι κλαδική) συνδικαλιστική οργάνωση προσωπικού αυτοκινήτων του νοµού Πέλλας, δεδομένου ότι, σύµφωνα µε το άρθρο 5 του ισχύοντος καταστατικού του "Μέλη του σωµατείου γίνονται οι εργαζόμενοι (υπάλληλοι και εργάτες) µε σχέση εξαρτημένης εργασίας, που έχουν συμπληρώσει µέσα στον τελευταίο χρόνο δύο µήνες απασχόλησης στην επιχείρηση του Κ.Τ.Ε.Λ. νοµού Πέλλας και αποδέχονται το καταστατικό του σωματείου, μετά από γραπτή αίτηση τους, την οποία εγκρίνει το Διοικητικό Συμβούλιο στην πρώτη συνεδρίασή του μετά την υποβολή της". Επομένως, μη νομίμως συγκροτήθηκε το άνω πειθαρχικό συμβούλιο, με τη συμμετοχή σ' αυτό στη θέση του εκπροσώπου των εργαζομένων του Σ. Π., με αποτέλεσμα και η πειθαρχική απόφαση του Συμβουλίου αυτού και η πειθαρχική ποινή που επιβλήθηκε με αυτή στον ενάγοντα να είναι άκυρη και περαιτέρω άκυρη και η ως άνω από 13.10.2008 καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας του. Έτσι, καταλήγει το Εφετείο, στον ενάγοντα, την εργασία του οποίου η εναγομένη έπαυσε να αποδέχεται από την 13.10.2008, οφείλονται μισθοί υπερημερίας, επίδομα εορτών Χριστουγέννων έτους 2008, και επίδοµα Πάσχα, έτους 2009 και με βάση τα παραπάνω, δέχθηκε τις εφέσεις των διαδίκων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δέχθηκε, κατά ένα μέρος, την αγωγή. Με την κρίση του αυτή παραβίασε, εκ πλαγίου, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 2, 25 του ΠΔ/τος 246/2006, αφού, προκειμένου να καθορίσει την έννοια του άνω όρου "πλέον αντιπροσωπευτική πρωτοβάθμια κλαδική οργάνωση προσωπικού αυτοκινήτων του νομού της έδρας του Κ.Τ.Ε.Λ.", αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος και ειδικότερα στην ιδιότητα του σωματείου με την επωνυμία "ΕΝΩΣΙΣ ΕΡΓΑΤΟΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΝΟΜΟΥ ΠΕΛΛΑΣ", ως πρωτοβάθµιας κλαδικής συνδικαλιστικής οργάνωσης προσωπικού αυτοκινήτων του νοµού Πέλλας, µέλη της οποίας "δύνανται να εγγραφούν άπαντες οι εργαζόμενοι επί µηνιαίω µισθώ ή ηµεροµισθίω ως οδηγοί, εισπράκτορες και υπό οιανδήποτε ειδικότητα σε αυτοκίνητα και τις µεταφορές γενικά του Ν. Πέλλης", δίχως να διαλάβει, όπως έπρεπε, την παραδοχή, ότι το Σωματείο αυτό ήταν πράγματι αντιπροσωπευτικότερο, με βάση τη δύναμη και τη σύνθεση των μελών του και ότι ο εκπρόσωπος του απασχολείτο κατά το χρόνο εκείνο ως τακτικό προσωπικό στην αναιρεσείουσα. Ακόμη διέλαβε στην απόφασή του, ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της εφαρμογής του άρθρου 25 Π.Δ. 246/2006, αφού δέχτηκε, ως πλέον αντιπροσωπευτικό σωματείο το παραπάνω, δίχως να αιτιολογήσει, όπως έπρεπε, για την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που θεώρησε αποδεδειγμένα, στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, για ποιό λόγο το Σωματείο αυτό ήταν αντιπροσωπευτικότερο, παραθέτοντας στην απόφασή του, τη δύναμη και τη σύνθεση των μελών του και αν ο εκπρόσωπός του απασχολείτο κατά το χρόνο εκείνο ως τακτικό προσωπικό στην αναιρεσείουσα. Επομένως, πρέπει, να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, μόνο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μετά την παραδοχή του οποίου παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της. Μετά από αυτά, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση (κατά την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 4 Ν. 4055/2012) προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που εξέδωσαν την ως άνω απόφαση, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1698/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ως πλέον αντιπροσωπευτικό σωματείο εργαζομένων για ορισμένο επάγγελμα είναι εκείνο που υπερέχει σε αριθμητική δύναμη μελών, τα οποία ασκούν το επάγγελμα αυτό σε ορισμένη περιοχή ή ολόκληρη τη χώρα. Η δύναμη εξετάζεται σε συσχετισμό με το συνολικό αριθμό των εργαζομένων του συγκεκριμένου επαγγέλματος ή τον αριθμό των εργαζομένων σε ορισμένη τοπική περιφέρεια ή τον αριθμό των εργαζομένων συγκεκριμένης επιχείρησης ή ομοειδούς επιχείρησης ή ομοειδών επιχειρήσεων.
|
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας
|
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 63/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νικάκη, περί αναιρέσεως της 60/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Με πολιτικώς ενάγουσα: Θ. Χ. του Κ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Καλφούντζο.
Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαρτίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 570/12.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476§2 και 498 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Προκειμένου, ειδικότερα, για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, η διάταξη του άρθρου 486§3 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2§19 του Ν. 2408/1996, ορίζει ότι "η άσκηση εφέσεως από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη ως προς τους λόγους της, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση (Ολ.ΑΠ 9/2005). Αν η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και, ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταλήγει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την επισκόπηση των πρακτικών της προκύπτει, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, δέχθηκε τυπικά την έφεση που άσκησε ο Αντεισαγγελέας Εφετών Πατρών, κατά της υπ' αριθ. 332/2010, αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μεσολογγίου και, στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της αποπλάνησης παιδιού, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ.2α Π.Κ.) και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στην έκθεση που συντάχθηκε για την ανωτέρω έφεση από την αρμόδια Γραμματέα του Εφετείου Πατρών, με αριθμό 12/12-3-.2010, η οποία παραδεκτά επισκοπείται για την έρευνα του κατωτέρω λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, αναφέρεται ότι ο εν λόγω Αντεισαγγελέας ασκεί έφεση κατά της πρωτόδικης απαλλακτικής αποφάσεως διότι: "Στην υπό κρίση περίπτωση, από την ακροαματική διαδικασία, προέκυψε ότι ο άνω κατηγορούμενος τέλεσε την ως άνω αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη. Ειδικότερα, προέκυψε ότι στις ..., τον Ιούνιο του έτους 2004, ενήργησε ασελγή πράξη σε πρόσωπο νεότερο των 15 ετών και ειδικότερα, έχοντας συνάψει ερωτικό δεσμό με την ανήλικη, ηλικίας 14 ετών θυγ. Κ. και Λ. Χ., προέβη σε σεξουαλικές πράξεις μαζί της. Τούτο προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο της ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Μεσολογγίου καταθέσεως της ως άνω παθούσης, πέραν των διαλαμβανομένων στις προανακριτικές καταθέσεις της ιδίας, όπου με πληρότητα και σαφήνεια καταθέτει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν αντικειμενικά και υποκειμενικά την ως άνω αξιόποινη πράξη και συγκεκριμένα τις ολοκληρωμένες σεξουαλικές επαφές που είχε με τον κατηγορούμενο κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, ενώ επιπρόσθετα από την προσαγόμενη και επικαλούμενη αναλυτικά κατάσταση του σταθερού τηλεφώνου της οικίας των γονέων της παθούσης, προκύπτουν οι επανειλημμένες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις της ανωτέρω ανήλικης παθούσης, οι οποίες τις περισσότερες φορές ήταν μεγάλης διάρκειας, καθ όλο το χρονικό διάστημα, από το Μάιο του 2004 έως και τοπ Δεκέμβριο του έτους 2004, με το κατηγορούμενο Σ. Μ., στο κινητό τηλέφωνο του τελευταίου ..., γεγονός το οποίο, κατά την κρίση μας, πιστοποιεί την ύπαρξη ερωτικής σχέσης μεταξύ αυτών, η οποία δεν μπορεί να είναι φιλικού χαρακτήρα, λαμβανομένης υπόψη της υφισταμένης μεγάλης διαφοράς ηλικίας μεταξύ τους, δεδομένου ότι κατά το έτος 2004 ο κατηγορούμενος ήταν 30 ετών και η παθούσα 14 ετών, σε συνδυασμό βεβαίως και με το προαναφερόμενο περιεχόμενο των καταθέσεων της ως άνω ανήλικης παθούσης. Κατόπιν των προεκτεθέντων, καθίσταται, κατά την κρίση μας αναγκαίος ο ακροαματικός επανέλεγχος, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, της παρούσης υποθέσεως και ως προς τον αθωωθέντα κατηγορούμενο Σ. Μ., καθόσον το Τριμελές Πλημ/κείο Μεσολογγίου, με την εκκαλούμενη απόφαση του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1Γ ΠΚ και πλημμελώς εκτίμησε τα προσαχθέντα ενώπιον του αποδεικτικά στοιχεία, με αποτέλεσμα να κηρύξει αθώο τον ως άνω κατηγορούμενο".
Η έφεση αυτή, όπως διατυπώθηκε, περιέχει την απαιτούμενη για το παραδεκτό της, κατά τη προαναφερθείσα διάταξη, του άρθρου 486§3 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των προβαλλόμενων λόγων της, αφού εκτίθεται σ' αυτήν η συγκεκριμένη περί την εκτίμηση των αποδείξεων πλημμέλεια της εκκαλουμένης αθωωτικής αποφάσεως ως προς την πράξη της αποπλάνησης παιδιού, η οποία αποδίδεται στον κατηγορούμενο, και προσδιορίζονται οι λόγοι για τους οποίους το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο, κατά τον εκκαλούντα Αντεισαγγελέα, αποδεικτικό πόρισμα. Άλλη, επιπλέον, αιτιολογία δεν ήταν αναγκαία, ούτε ήταν απαραίτητο, ειδικότερα, να παρατίθενται στην έκθεση αυτή εφέσεως αναλυτικά το περιεχόμενο των καταθέσεων της ανηλίκου παθούσας, παρά μόνο κατά τα ουσιώδη σημεία τους. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, με το να κρίνει τυπικά δεκτή την ανωτέρω έφεση και να επιληφθεί, στη συνέχεια, της κατ' ουσία έρευνάς της, δεν υπερέβη την εξουσία του, ο δε περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Από τη διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου απ' αυτήν εγκλήματος της αποπλάνησης παιδιού απαιτείται οποιαδήποτε υπό γενετήσια άποψη ασελγής πράξη με πρόσωπο νεότερο των δεκαπέντε ετών, κατά τις σ' αυτήν ως προς την ηλικία διακρίσεις και προβλεπόμενες αντίστοιχα ποινές, η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και την περί των ηθών κοινή αντίληψη, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη. Με την έννοια αυτή αποτελεί ασελγή πράξη όχι μόνον η συνουσία και η παρά φύση ασέλγεια, αλλά η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, η επαφή των γεννητικών οργάνων του δράστη με τα γεννητικά όργανα του ανηλίκου, ο εναγκαλισμός και η καταφίληση στο πρόσωπο και το σώμα του παιδιού, εφόσον κατατείνουν στην διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, διότι και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας. Ο δράστης πρέπει να γνωρίζει, ότι το πρόσωπο κατά του οποίου κατευθύνεται η πράξη του έχει ηλικία κατώτερη των 15 ετών, αρκεί, όμως, ως προς το σημείο αυτό και ο ενδεχόμενος δόλος, που υπάρχει όταν ο δράστης αμφιβάλλει ως προς την ηλικία του παθόντος. Η συναίνεση του ανηλίκου ή η παρ' αυτόν πρωτοβουλία ή και πρόκληση δεν έχει σημασία.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, εκ του ότι δε εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 60/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων, κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της αποπλάνησης παιδιού και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε ( 15) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, όπως ήδη αναφέρθηκε. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, ότι από τα μνημονευόμενα, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα, ήτοι, από την ένορκη κατάθεση των μαρτύρων στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της εκκαλουμένης αποφάσεως και όλων των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά και την απολογία του κατηγορουμένου αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η Θ. Χ. γεννήθηκε το έτος 1990. Το Μάρτιο του έτους 2004 δηλ. σε ηλικία 14 ετών, ενώ φοιτούσε στη δεύτερη τάξη του Γυμνασίου. Γνώρισε τον κατηγορούμενο, ο οποίος, αν και ήταν ηλικίας 29 ετών, σύχναζε στην ευρύτερη περιοχή του σχολείου και γνώριζε ότι η ανωτέρω φοιτούσε σ' αυτό και την ηλικίας της. Τον Ιούνιο του έτους 2004 σε ημερομηνία, η οποία δεν εξακριβώθηκε, η παθούσα επιβιβάστηκε στο αυτ/το αυτού μάρκας OPEL τύπου ASTRA προκειμένου να συναντήσουν κοινή φίλη αμφοτέρων. Ωστόσο ο κατηγορούμενος δεν κατευθύνθηκε στο σπίτι της τελευταίας, αλλά στην περιφερειακή οδό και αφού στάθμευσε το αυτοκίνητο, το οποίο είχε φιμέ τζάμια, με αποτέλεσμα να μην γίνονται αντιληπτοί οι επιβαίνοντες από τους περαστικούς, άρχισε να θωπεύει την παθούσα και εντέλει προέβη σε συνουσία προς ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του. Το ίδιο επαναλήφθηκε μετά από τρεις εβδομάδες, όταν την κάλεσε με το πρόσχημα να της ζητήσει συγνώμη για την προγενέστερη συμπεριφορά του. Ο ίδιος απολογούμενος αρνήθηκε την κατηγορία και ισχυρίστηκε ότι η παθούσα τον ενοχλούσε τηλεφωνικά, ότι της ζητούσε από το τηλέφωνο να μην τον ενοχλεί και ότι τη γνώρισε για πρώτη φορά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ'ουσία, αφού αποδείχθηκε ότι σύχναζε στο σχολείο και ότι όλη η σχολική κοινότητα της συγκεκριμένης μονάδας (καθηγητές και μαθητές) γνώριζε ότι συναντούσε την ανήλικη. Με την τελευταία είχε συχνή τηλεφωνική επικοινωνία. Ενδεικτικά κατά το ένδικο χρονικό διάστημα επικοινώνησαν κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες με την αντίστοιχη διάρκεια κάθε φορά με κλήση προς αυτόν στο με αριθ ... κινητό τηλέφωνο του από το με αριθμό 2635023234 τηλέφωνο της οικίας της παθούσας: Ημερομηνία Διάρκεια 22-5-2004 22-5-2004 26-5-2004 26-5-2004 27-5-2004 27-5-2004 28-5-2004 28-5-2004 28-5-2004 28-5-2004 31-5-2004 1-6-2004 1-6-2004 1-6-2004 2-6-2004 3-6-2004 3-6-2004 4-6-2004 4-6-2004 5-6-2004 5-6-2004 5-6-2004 5-6-2004 5-6-2004 5-6-2004 6-6-2004 6-6-2004 8-6-2004 8-6-2004 8-6-2004 8-6-2004 8-6-2004 9-6-2004 9-6-2004 10-6-2004 10-6-2004 10-6-2004 10-6-2004 11-6-2004 11-6-2004 11-6-2004 12-6-2004 13-6-2004 13-6-2004 14-6-2004 14-6-2004 14-6-2004 15-6-2004 15-6-2004 15-6-2004 16-6-2004 21-6-2004 27-6-2004 000:02:45 000:03:07 000:00:46 000:01:10 000:00:16 000:00:13 000:00:11 000:00:21 000:04:01 000:06:43 000:05:31 000:00:10 000:00:47 000:00:41 000:00:41 000:03:28 000:04:12 000:00:02 000:04:27 000:00:18 000:00:10 000:00:06 000:01:45 000:00:38 000:01:14 000:00:07 000:01:06 000:00:12 000:02:03 000:04:38 000:02:42 000:01:08 000:01:01 000:00:11 000.00.47 000.02.00. 000.00.05. 000.00.06. 000:02:40 000.00.28. 000.01.55. 000.03.01. 000.00.17. 000.00.09. 000.02.39. 000.01.14 000.00.19 000.00.55. 000.01.56. 000.01.01. 000.00.08. 000.06.13. 000.03.42.
Από τα ανωτέρω προκύπτει συνεχής επικοινωνία του κατηγορουμένου με την παθούσα με διάρκεια κάθε φορά που φανερώνει συζήτηση και όχι προσπάθεια αποκρούσεως, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος.
Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη που του αποδίδεται. Επομένως πρέπει η έφεση του Εισαγγελέως να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία. Να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την πράξη της αποπλανήσεως ανηλίκου (αρθρ. 339 παρ. 1ΠΚ) με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου αφού έχει λευκό ποινικό μητρώο με την έννοια του νόμου (αρθρ. 84 §2α ΠK).
Ακολούθως, κατά το διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του ότι: " Στις ... τον Ιούνιο του έτους 2004,ενήργησε ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο των δέκα πέντε (15) ετών και ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο έχοντας συνάψει ερωτικό δεσμό με την ανήλικη, ηλικίας δεκατεσσάρων (14) ετών, Θ. Χ., προέβη σε σεξουαλικές πράξεις μαζί της και συγκεκριμένα σε θωπείες και συνουσία, αν και γνώριζε την ηλικία της. ΔΕΧΕΤΑΙ το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική οικογενειακή επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.
Με αυτά που, κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην εν λόγω απόφαση, την από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων (αποπλάνηση παιδιού, νεότερου των δεκαπέντε ετών που είχε συμπληρώσει τα δεκατέσσερα έτη), τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. α', 27, 339 παρ. 1γ' και 84 παρ.2α ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει, α) η ενέργεια ασελγών πράξεων (θωπείες, συνουσία) σε βάρος της παθούσας προς ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής του κατηγορουμένου και β) η ηλικία της, των δεκατεσσάρων ετών, κατά το χρόνο τέλεσης της ως άνω πράξης. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα, περί του ότι δεν αναγνώστηκε από το εκδόν της προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο α) η υπ' αριθμό 331/ 10-25 Φεβρουαρίου 2-16 Μαρτίου, απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Μεσολογγίου, με την οποία ο μηνυτής στην προκειμένη υπόθεση, πατέρας της ως άνω ανήλικης, Κων/νος Χαραλάμπους, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 5 μηνών, για το αδίκημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος του αναιρεσείοντα, και β) το σχετικό κλητήριο θέσπισμα υπ' αριθμό 365/2005, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και είναι απορριπτέα, καθόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, για ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων δεν υποβλήθηκε στο παραπάνω δικαστήριο. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα περί του ότι το δικαστήριο δεν αξιολόγησε ορθά τις καταθέσεις της ανήλικης παθούσας, τις αντιφάσεις μεταξύ των καταθέσεών της και της υποβληθείσας από τους γονείς της έγκλησης, καθώς και τις μεταξύ τους τηλεφωνικές επικοινωνίες, είναι απαράδεκτες, καθόσον υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα, ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας ( άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-3-2012 υπ' αριθμό 1/2012 αίτηση του Σ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 60/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποπλάνηση παιδιού νεότερου των 15 ετών (14 ετών). Στοιχεία αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Πραγματικά περιστατικά. Έφεση Εισαγγελέως κατά της αθωωτικής αποφάσεως. Λόγοι αναίρεσης: Υπέρβαση εξουσίας. Αιτίαση περί υπέρβασης εξουσίας, λόγω αποδοχής της αναιτιολόγητης εφέσεως του Εισαγγελέως. Απορριπτέα η αιτίαση, διότι η έφεση ήταν αιτιολογημένη, αφού παρατίθενται στην έκθεση εφέσεως αναλυτικά τα γεγονότα και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν την ενοχή του κατηγορούμενου. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 62/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Β. Κ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καρατζογιάννη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 547/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ν. Γ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Καλπούζο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Απριλίου 2012 αίτησή της η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 548/12.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει ως προς τη διάταξη περί μετατροπής της ποινής, η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης της υπεξαίρεσης αυτής απαιτείται: (α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι, ολικά ή μερικά ξένο, υπό την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στο δράστη, (β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, (γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη του ή χωρίς να υφίσταται άλλο νόμιμο δικαίωμα του δράστη. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 719 του Α.Κ. προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων που αποκτά για την εκτέλεση της εντολής, γι' αυτό σε περίπτωση μη αποδόσεως αυτών στον εντολέα και παράνομης ιδιοποιήσεως όσων απέκτησε για την εκτέλεση της εντολής, διαπράττει υπεξαίρεση. Υποκειμενικά, προς θεμελίωση της ποινικά αξιόλογης αυτής αδικοπραξίας, απαιτείται δόλος του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση, όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε, κατ' άρθρ. 719 ΑΚ (ΑΠ 183/02 Π.Χρ. ΝΒ/895, ΑΠ 122/06,ΑΠ 974/01 Π.Χρ. Β/334). Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, υπαίτιος υπεξαίρεσης καθίσταται και ο εντολοδόχος, ο οποίος, κατά το άρθρο 713 ΑΚ, έχει την υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση, νομικής ή υλικής φύσεως που του ανατέθηκε από τον εντολέα και αρνείται να αποδώσει στον τελευταίο το κινητό πράγμα ή τα χρήματα που αυτός του εμπιστεύθηκε.
Επειδή, η έλλειψή της, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 περ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η έκθεση των περιστατικών αυτών είναι ελλιπής ή ασαφής ή αντιφατική, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα περιστατικά: Στα Μέγαρα Αττικής στις 7.4.2004 η κατηγορουμένη εκ προθέσεως ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή της με οιονδήποτε τρόπο. Συγκεκριμένα ιδιοποιήθηκε ποσό ύψους 10.250 ευρώ καθότι εισέπραξε την .../6.4.2004 επιταγή της EUROBANK την οποία ο εγκαλών Ν. Γ. ενεχείρησε στην κατηγορουμένη προκειμένου η τελευταία να προωθήσει τα επαγγελματικά του σχέδια και ειδικότερα αξιοποιώντας τις γνωριμίες της στο Υπουργείο Γεωργίας να πετύχει τον εκσυγχρονισμό του εργοστασίου του δια της εντάξεώς του σε πρόγραμμα χρηματοδότησης. Περαιτέρω, σύμφωνα με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως η ήδη αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχος του ότι: Στα Μέγαρα Αττικής η κατηγορουμένη ενεργώντας με δόλο, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή της με οποιονδήποτε τρόπο. Συγκεκριμένα ιδιοποιήθηκε ποσό ύψους 10250 ευρώ καθότι εισέπραξε την .../6.4.2004 επιταγή της EUROBANK, την οποία ενεχείρησε ο εγκαλών Ν. Γ. στην κατηγορούμενη Β. Κ., προκειμένου η τελευταία να προωθήσει τα επαγγελματικά του σχέδια (εκσυγχρονισμό εργοστασίου του). Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 375 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην απόφαση, η, στην κατοχή της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης περιέλευση του χρηματικού ποσού των 10.250 ευρώ, ότι το χρηματικό αυτό ποσό ήταν ξένο ανήκε δηλαδή σε άλλον εκτός από την αναιρεσείουσα και ότι δόθηκε στην αναιρεσείουσα προκειμένου να προωθήσει τα επαγγελματικά σχέδια του εγκαλούντος και η αναιρεσείουσα ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, καίτοι δεν της ανήκε και ενώ όφειλε κατ' άρθρο 919 ΑΚ να το επιστρέψει δεν το έπραξε και έτσι εξωτερίκευσε την βούλησή της. Συνακόλουθα ο από το άρθρο 510 & 1 στοιχ. Δ συναφής αντίθετος πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή η κατ' άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως, από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 περ.α' ΠΚ, αφού η παραδοχή της ελαφρυντικής περιστάσεως αυτής οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Ε' ΚΠΔ, διότι η προσβαλλόμενη δεν αναγνώρισε στο πρόσωπό της την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ). Ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί εφόσον εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας αλλά και της δευτεροβάθμιας δίκης, η κατηγορουμένη- αναιρεσείουσα δεν παρέστη η ίδια, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, τόσο στον πρώτο όσο και στον δεύτερο βαθμό και ως εκ τούτου δεν είχε υποβληθεί τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, οπότε και μόνο το δικαστήριο θα είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την συνδρομή τέτοιας περιστάσεως. Η αρχή της αναλογικότητας αναγνωρίζεται ήδη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδάφιο τελευτ. του Συντάγματος, (όπως το άρθρο αυτό ισχύει από 18/4/2001, μετά την αναθεώρηση από την Ζ' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων), κατά το οποίο "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απ' ευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφ' όσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Σύμφωνα με την αρχή αυτή οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι α) αναγκαίοι υπό την έννοιαν ότι δεν υπάρχει άλλος πρόσφορος τρόπος για την επίτευξη του επιδιωκομένου από τη σχετική ρύθμιση σκοπού και β) να τελούν σε αρμόζουσα αναλογία με αυτόν, έτσι ώστε οι επιπτώσεις που προκαλούνται στον θιγόμενο στο δικαιώματά του να μην είναι δυσανάλογα επαχθείς, η σχέση δε μεταξύ μέσου και σκοπού πρέπει να είναι εύλογη, ώστε να αποτρέπονται υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες στον θιγόμενο.
Συνεπώς η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ενόψει και του ύψους της ποινής που έχει επιβληθεί ή τη μικρή ή μεγάλη απαξία της αξιοποίνου πράξεως, εφ' όσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια των οποίων η συνεκτίμηση διαμορφώνει τη κρίση του δικαστηρίου για την υπέρβαση ή μη της ως άνω αναλογικότητας (Ολ.Α.Π. 14/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορουμένη καταδικάσθηκε κατά τα άνω σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών για το αδίκημα της υπεξαίρεσης ποσού 10.250 ευρώ. Εν όψει της απαξίας του άνω εγκλήματος που ετέλεσεν η κατηγορούμενη και του ύψους της επιβληθείσης ποινής, για την οποία το δικαστήριο διέλαβε ειδική αιτιολογία, εν αναφορά με τα κριτήρια της διατάξεως του άρθρου 79 Π.Κ., όπως εκ του σχετικού σκεπτικού προκύπτει, λαμβανομένου υπ' όψη και του γεγονότος ότι η αρχικώς απειλούμενη εις βάρος της αναιρεσείουσας ποινή, δια την παράβαση του άρθρου 375 παρ.1 εδ. α' είναι φυλάκιση δύο ετών, δεν παρεβιάσθη η αρχή της αναλογικότητας, επιβαλλομένη από τις άνω συνταγματικές διατάξεις. Επομένως ο σχετικός τέταρτος λόγος της κρινομένης αναιρέσεως, με τον οποίον, κατ' εκτίμηση, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του ν.3904/2010 "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αποφασίσει σχετικά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το ως Εφετείο δίκασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, αφού επέβαλε στην αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών την μετέτρεψε προς δέκα (10) ευρώ ημερησίως, χωρίς όμως να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής της ποινής, όπως όφειλε, ανεξάρτητα αν δεν υποβλήθηκε αίτημα και συνακόλουθα να αιτιολογήσει την μη αναστολή της ποινής. Έτσι, όμως, το Δικαστήριο, με το να μην ελέγξει την συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της άνω ποινής και να μην αποφανθεί περί αυτής, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510§1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει μόνο κατά τη διάταξή της περί μετατροπής της επιβληθείσας στην κατηγορούμενη ποινής φυλακίσεως των δώδεκα (12) μηνών. Ακολούθως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 519 ΚΠοινΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα κατά τούτο συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 547/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και μόνον κατά τη διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας στην κατηγορουμένη Β. Κ. ποινής φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών και
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα κατά το μέρος αυτό συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Υπεξαίρεση χρηματικού ποσού καταβληθέντος για εκτέλεση εντολής. Αναίρεση: Λόγοι I. έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας II. Προϋποθέσεις αιτιολογίας αυτοτελούς ισχυρισμού του άρθρου 84 παρ 2 περ.α ΠΚ. ΙΙΙ. Υπέρβαση εξουσίας (μετατροπή ποινής χωρίς προηγουμένως να ελεγχθούν οι προϋποθέσεις αναστολής) δεκτός ο σχετικός λόγος, Αναιρεί κατά τούτο. ΙV. Αρχή αναλογικότητας.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 61/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο,- Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Μπανιώτη, περί αναιρέσεως της 262/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Γιαννιτσών. Με πολιτικώς ενάγον: ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Χρήστο Κοραντζάνη.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Γιαννιτσών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 515/12.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 498 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Προκειμένου, ειδικότερα, για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, η διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ, ορίζει ότι "η άσκηση εφέσεως από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση (Ολ.ΑΠ 9/2005). Αν η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταλήγει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την 105/18-1-2010 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών, κηρύχθηκε αθώος ο ήδη αναιρεσείων - κατηγορούμενος για την πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, με την σε αυτή αιτιολογία. Κατά της αθωωτικής αυτής αποφάσεως η Αντεισαγγελέας Πλημμελειοδικών Γιαννιτσών άσκησε εμπρόθεσμα τη με αριθ. εκθ. 8/27-1-2010 έφεση, την οποίαν, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την αθωωτική απόφαση και στη συνέχεια, αφού εξέτασε εκ νέου την ουσία της υποθέσεως, με την προσβαλλόμενη 262/2011 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλακίσεως 8 μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στην οικεία έκθεση που συντάχθηκε για την ανωτέρω έφεση από την αρμόδια γραμματέα του Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, με αριθμό 8/2010, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την εξέταση του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, αναφέρεται ότι η εν λόγω Αντεισαγγελέας Πλημμελειοδικών Γιαννιτσών ασκεί έφεση διότι από κακή εκτίμηση των αποδείξεων αθώωσε τον κατηγορούμενο, αναφέροντας κατά πιστή αντιγραφή τα ακόλουθα: "Συγκεκριμένα, από την κατάθεση των μαρτύρων Π. Δ. και Κ. Μ., υπαλλήλων της ΔΟΥ Γιαννιτσών κατά το χρόνο διενέργειας του φορολογικού ελέγχου αποδείχθηκε ότι το υπ' αριθμ. 69/2-7-2004 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών συνολικής χρηματικής αξίας 11.564,00 ευρώ (καθαρή αξία 9.800 ευρώ + ΦΠΑ 1.764,00 ευρώ), το υπ' αριθμ. 70/13-7-04 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών συνολικής χρηματικής αξίας 12.033,64 ευρώ (καθαρή αξία 10.198 ευρώ + ΦΠΑ 1.835,64 ευρώ), το υπ' αριθμ. 72/19-7-04 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών συνολικής χρηματικής αξίας 6.372 ευρώ (καθαρή αξία 5.400 ευρώ + ΦΠΑ 972,00 ευρώ) και το υπ' αριθμ. 73/20-7-04 τιμολόγιο παροχές υπηρεσιών συνολικής χρηματικής αξίας 1.062,00 ευρώ (καθαρή αξία 9.000 ευρώ + ΦΠΑ 162,00 ευρώ), με φερόμενο εκδότη το Χ. Κ. "Βιομηχανικοί Εξοπλισμοί-Διαμορφώσεις χώρων-Υλικά Οικοδομών & Εμπορία Σιδήρου και Μεταλλικών Κατασκευών", με έδρα την οδό ..., ..., που αφορούσε τη διενέργεια διάφορων κατασκευών στην έδρα της επιχείρησης του ήταν εικονικά ως προς το πρόσωπο του εκδότη. Ειδικότερα, οι παραπάνω μάρτυρες κατέθεσαν ότι από έλεγχο που διενεργήθηκε από τη ΔΟΥ Αμαρουσίου προέκυψε ότι η επιχείρηση του Χ. Κ. θεώρησε στοιχεία έως τις 16-10-01, ότι έχει καταθέσει μηδενικές περιοδικές δηλώσεις μόνο για το 1ο, 2°, 3°, 4° και 5° δίμηνο του 2001, ότι δεν κατέθεσε καμιά εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ, δεν κατέθεσε καμία δήλωση εισοδήματος για τα οικονομικά έτη 2002 έως 2005 και ότι η επιχείρηση δεν υφίσταται πλέον στην έδρα της ούτε έχει κάνει διακοπή εργασιών. Από έλεγχο δε του ΣΔΟΕ Δυτικής Μακεδονίας διαπιστώθηκε ότι ο Β. Β. είχε κάνει έναρξη εργασιών και χρησιμοποιούσε τα φορολογικά στοιχεία τριών επιχειρήσεων μεταξύ των οποίων και η επιχείρηση Κ. Χ.. Συγκεκριμένα, όπως εκτίθεται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 883/07 έκθεση ελέγχου ΚΒΣ της ΔΟΥ Γιαννιτσών, η παραπάνω επιχείρηση είχε μισθώσει την 1-2-2001 οροφοδιαμέρισμα στο ... για να χρησιμοποιήσει το μισθωτήριο συμβόλαιο για έναρξη στην αρμόδια ΔΟΥ και να θεωρήσει φορολογικά στοιχεία. Σύμφωνα με την από 9-10-02 δήλωση του Ν. 1599/86 του κ. Δ. Μ., ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό του ιδιοκτήτη του διαμερίσματος, ο Β. Β., μετά από ανακοίνωση στην εφημερίδα τον συνάντησε και διαπραγματεύθηκε μαζί του τη μίσθωση του διαμερίσματος στην οδό ... στο .... Μετά τη συμφωνία ο Β. έφερε τρίτο πρόσωπο τον Κ. που υπόγραφε το μισθωτήριο και κατέβαλε δύο εγγυήσεις και ένα μίσθωμα. Του κατέβαλε ακόμη ένα μίσθωμα αλλά δεν έγινε ποτέ εγκατάσταση στο μίσθιο, η ΔΕΗ είχε διακόψει το ρεύμα, τα τηλέφωνα του ΟΤΕ δεν λειτούργησαν ποτέ και παρά τις προσπάθειες του να του καταβληθούν τα καθυστερημένα μισθώματα δεν του απαντούσαν. Αν και αναζητήθηκε ο Κ. δεν κατορθώθηκε να ανευρεθεί. Απ' όλα τα προαναφερόμενα αβίαστα προκύπτει ότι πραγματικός εκδότης των παραπάνω τιμολογίων είναι ο Β. Β. και ως εκ τούτου αυτά είναι εικονικά ως προς το πρόσωπο του εκδότη. Επίσης, από τις καταθέσεις των μαρτύρων και την προαναφερόμενη έκθεση ελέγχου ΚΒΣ αποδείχθηκε ότι το υπ' αριθμ. 176/20-6-2004 δελτίο αποστολής τιμολόγιο (για πώληση αγαθών), συνολικής χρηματικής αξίας 3.016,43 ευρώ (καθαρή αξία 2.556,30+ ΦΠΑ 460,13 ευρώ), το υπ' αριθμ. 177/21-6-2004 δελτίο αποστολής τιμολόγιο (για πώληση αγαθών), συνολικής χρηματικής αξίας 6.421,56 ευρώ (καθαρή αξία 5.442+ ΦΠΑ 979,56 ευρώ), το υπ' αριθμ. 178/25-6-2004 δελτίο αποστολής τιμολόγιο (για πώληση αγαθών), συνολικής χρηματικής αξίας 3.032,60 ευρώ (καθαρή αξία 2.570+ ΦΠΑ 462,60 ευρώ), το υπ' αριθμ. 180/27-6-2004 δελτίο αποστολής τιμολόγιο (για πώληση αγαθών), συνολικής χρηματικής αξίας 1.635,01 ευρώ (καθαρή αξία 1.385,61+ ΦΠΑ 249,40 ευρώ) και το υπ' αριθμ. 181/28-6-2004 δελτίο αποστολής τιμολόγιο (για πώληση αγαθών), συνολικής χρηματικής αξίας 534,95 ευρώ (καθαρή αξία 453,35+ ΦΠΑ 81,60 ευρώ), με φερόμενο εκδότη το Λ. Π.) "Εμπόριο Οικοδομικών Υλικών-Ξυλείας-Εμπόριο Σιδήρων", με έδρα την οδό ..., ..., τα οποία αφορούσαν την πώληση προς τον κατηγορούμενο διαφόρων υλικών (σωλήνες ύδρευσης, λίθινε πλάκες, κεραμικά πλακίδια, πλάκες Καρύστου, εσωτερική μεταλλική πόρτα, ψευδοροφή ραμποτέ, κόντρα πλακέ, καλώδια κλπ.) εκδόθηκαν μετά την ημερομηνία κοπής εργασιών από τον Π. Λ. και θεωρήθηκαν κατά τρόπο παράνομο, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι κωδικοί διάτρησης του τμήματος ΚΒΣ της ΔΟΥ Ζ Θεσσαλονίκης (όπου φέρονται να είναι θεωρημένα) τον Οκτώβριο του 2002 ήταν 4217 ΕΒ 10 2002 και όχι 4217 ΗΒ 10 2002. Τα ανωτέρω δελτία αποστολής - τιμολόγια (πώλησης αγαθών), όπως επίσης και τα προαναφερόμενα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, αποδείχθηκε ότι είναι μερικώς εικονικά ως προς τη συναλλαγή, καθ' όσον το εργαστήριο του κατηγορούμενου είναι μόλις 66 τ.μ., οι δε εργασίες που πραγματοποιήθηκαν και τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν είναι πολύ μικρότερης έκτασης από τα αναφερόμενα στα παραπάνω τιμολόγια, τα οποία σε σχέση με το εμβαδό του εργαστηρίου είναι δυσανάλογα μεγάλα (βλ. το υπ' αριθμ. 70/04 ΤΠΥ που αναφέρει εργασίες για τοποθέτηση 200 τ.μ. ξύλινων παραθύρων και 200 τ.μ. τοποθέτησης πορτών από σουηδική ξυλεία και το υπ' αριθμ. Α178/04 ΤΠΔ που αναφέρει αγορά για πόρτες Σουηδίας 200 τ.μ.). Περαιτέρω, ο ίδιος ο κατηγορούμενος κατά την απολογία του ισχυρίστηκε ότι πρόθεση του ήταν να αναθέσει τη κατασκευή του εργαστηρίου του στον εργολάβο που θα του έκανε την οικονομικά πιο συμφέρουσα προσφορά, δεδομένου ότι το κεφάλαιο του προέρχονταν από τραπεζιτικό δανεισμό και γι' αυτό το λόγο προτίμησε το Χ. Κ.. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός καταρρίπτεται από την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως του, Κ. Κ., εργολάβου και κατοίκου ..., ο οποίος κατέθεσε ότι η δική του προσφορά (που συμπεριελάμβανε και την προμήθεια των απαιτούμενων υλικών) ήταν γύρω στις 35.000 - 40.000 ευρώ. Ο κατηγορούμενος όμως, σε αντίθεση με αυτά που κατέθεσε κατά την απολογία του, προτίμησε τον άγνωστο σ' αυτόν Χ. Κ., τον οποίο δήθεν του σύστησε κάποιος κουμπάρος του στη ..., καίτοι το κόστος εργασιών και η προμήθεια των υλικών ανήλθε στο ποσό των 46.672,19 ευρώ. Ο ισχυρισμός του δε ότι πλήρωσε τις επιταγές στον Κ. προς εξόφληση των τιμολογίων είναι αβάσιμος, καθ' όσον, αφενός μεν από την από 5-2-2008 κίνηση του λογαριασμού του στην Εμπορική Τράπεζα που προσκομίζει δεν προκύπτει ποιες συναλλαγές αφορούν οι καταβολές, αφετέρου δε, όπως κατέθεσε η μάρτυρας Π. Δ., κατόπιν μεταξύ τους συνεννοήσεων, θα μπορούσαν να προβούν σε εικονικές τραπεζιτικές καταθέσεις, υπό την έννοια ότι το ίδιο πρόσωπο τα καταθέτει και στη συνέχεια τα αναλαμβάνει. Η αλήθεια που προέκυψε από όλα όσα προαναφέρθηκαν είναι ότι ο κατηγορούμενους εν γνώσει του προμηθεύθηκε τα παραπάνω εικονικά φορολογικά στοιχεία προκειμένου αφενός μεν να τύχει μεγαλύτερης επιδότησης από τον ΕΟΜΜΕΧ, αφετέρου δε να αυξήσει την αξία των εισροών του ώστε να επιτευχθεί μείωση τόσο των άμεσων (φορολογία εισοδήματος) όσο και των έμμεσων φόρων (ΦΠΑ). Συνακόλουθα, αποδείχθηκε πλήρως η κατηγορία και ο κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος".
Έτσι όπως διατυπώθηκε η παραπάνω Εισαγγελική έφεση, περιέχει την από τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ, απαιτούμενη για την άσκησή της ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση, αφού εκτίθεται σε αυτή ορισμένος λόγος εφέσεως και δη συγκεκριμένη πλημμέλεια της αθωωτικής αποφάσεως, η εσφαλμένη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκτίμηση των αποδείξεων, με ειδική και εμπεριστατωμένη αναφορά πραγματικών περιστατικών και αποδεικτικών μέσων, από τα οποία προέκυπτε η ενοχή του εσφαλμένα, κατά την Αντεισαγγελέα, αθωωθέντος κατηγορουμένου, για την αξιόποινη πράξη της, εν γνώσει του κατ' εξακολούθηση αποδοχής εννέα συγκεκριμένων εικονικών φορολογικών στοιχείων (τιμολογίων και δελτίων αποστολής αγαθών) συνολικής αξίας 45.672,19 ευρώ, διότι αυτά ήταν εικονικά ως προς το πρόσωπο του εκδότη, με πραγματικό εκδότη τον Β. Β. και όχι τον αναφερόμενο Χ. Κ., και διότι σε αυτά τα στοιχεία αναγράφεται αξία συναλλαγής και δη αγοράς διαφόρων υλικών, ανώτερη της πραγματικής, προκειμένου ο κατηγορούμενος αφενός να επιτύχει για εργαστήριό του ξυλογλυπτικής, εμβαδού μόλις 66 τ.μ., μεγαλύτερη επιδότηση από τον ΕΟΜΜΕΧ και αφετέρου να αυξήσει την αξία των εισροών του, ώστε να επιτύχει μείωση των άμεσων και έμμεσων φόρων του έναντι του Δημοσίου. Κατόπιν αυτών το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών, το οποίο έκρινε ως τυπικά δεκτή την εν λόγω έφεση της Αντεισαγγελέως Πλημμελειοδικών Γιαννιτσών και επιλήφθηκε της κατ' ουσίαν έρευνας της εφέσεως αυτής, δεν υπερέβη την εξουσία του, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, ο ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις" τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18) και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19).
Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α του ν. 2523/1997 όπως τροπ. με το άρθρο 40 παρ.1 του ν. 3220/2004, ορίζεται ότι, "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ", κατά δε τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, "εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια του ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμοδία, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Τα φορολογικά στοιχεία .. .. στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής ανώτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος της φοροδιαφυγής, απαιτείται: α) αντικειμενικά, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Εικονικό δε είναι και το φορολογικό στοιχείο, εκτός άλλων, όταν εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη, στο σύνολό της ή και για μέρος αυτής. Επίσης ρητά αναφέρεται ότι τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής ανώτερη της πραγματικής, θεωρούνται ομοίως ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας. β) υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και την αποδοχή αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά ολικά ή εν μέρει φορολογικά στοιχεία. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η' του προϊσχύοντος ν . 1591/1986, που όριζε, "όποιος γνωρίζει το σκοπό της επιχειρούμενης πράξης και συνεργεί με οποιοδήποτε τρόπο στην κατασκευή πλαστών φορολογικών στοιχείων ή γνωρίζει ότι τα στοιχεία είναι πλαστά ή εικονικά και συνεργεί με οποιοδήποτε τρόπο στην έκδοση τους ή αποδέχεται τα πλαστά ή τα εικονικά ή νοθευμένα φορολογικά στοιχεία με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης", απαιτούσε δηλαδή για την υποκειμενική θεμελίωσή του, πλην του βασικού δόλου, ρητά και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη και να αποφύγει την πληρωμή φόρου (ΑΠ 1028, 1730/2011).
Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 262/2011 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, που τη στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή αντιγραφή, πραγματικά περιστατικά: "Από όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, την απολογία του κατηγορουμένου και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στα Γιαννιτσά Νομού Πέλλας, στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία και συγκεκριμένα ενώ διατηρούσε ατομική επιχείρηση-εργαστήριο ξυλογλυπτικής με έδρα τα ... (οδός ...), αποδέχθηκε, έλαβε και καταχώρησε στα βιβλία της επιχείρησης του τα ακόλουθα (9) φορολογικά στοιχεία, συνολικής χρηματικής αξίας 45.672,19 ευρώ: Α. α) στις 2-7-2004 το υπ' αριθμ. 69/2-7-2004 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών με φερόμενο εκδότη τον Χ. Κ. "Βιομηχανικοί Εξοπλισμοί-Διαμορφώσεις χώρων-Υλικά Οικοδομών & Εμπορία Σιδήρου και Μεταλλικών Κατασκευών", με έδρα την οδό ..., ..., που αφορούσε τη διενέργεια διάφορων κατασκευών στην έδρα της επιχείρησης του συνολικής χρηματικής αξίας 11.564 ευρώ (καθαρή αξία 9.800 ευρώ + ΦΠΑ 1.764 ευρώ). β) στις 13-7-2004 το υπ' αριθμ. 70/13-7-2004 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών με φερόμενο εκδότη τον Χ. Κ. "Βιομηχανικοί Εξοπλισμοί-Διαμορφώσεις χώρων-Υλικά Οικοδομών & Εμπορία Σιδήρου και Μεταλλικών Κατασκευών", με έδρα την οδό ..., ..., που αφορούσε τη διενέργεια διάφορων κατασκευών στην έδρα της επιχείρηση του συνολικής χρηματικής αξίας 12.033,64 ευρώ (καθαρή αξία 10.198 ευρώ + ΦΠΑ 1.835,64 ευρώ), γ) στις 19-7-2004 το υπ' αριθμ. 72/19-7-2004 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών με φερόμενο εκδότη τον Χ. Κ. "Βιομηχανικοί Εξοπλισμοί-Διαμορφώσεις χώρων-Υλικά Οικοδομών & Εμπορία Σιδήρου και Μεταλλικών Κατασκευών", με έδρα την οδό ..., ..., που αφορούσε τη διενέργεια διάφορων κατασκευών στην έδρα της επιχείρηση του συνολικής χρηματικής αξίας 6.372 ευρώ (καθαρή αξία 5.400 ευρώ + ΦΠΑ 972 ευρώ), δ) στις 20-7-2004 το υπ' αριθμ. 73/20-7-2004 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών με φερόμενο εκδότη τον Χ. Κ. "Βιομηχανικοί Εξοπλισμοί-Διαμορφώσεις χώρων-Υλικά Οικοδομών & Εμπορία Σιδήρου και Μεταλλικών Κατασκευών", με έδρα την οδό ..., ..., που αφορούσε τη διενέργεια διάφορων κατασκευών στην έδρα της επιχείρηση του συνολικής χρηματικής αξίας 1.062 ευρώ (καθαρή αξία 900 ευρώ + ΦΠΑ 162 ευρώ), τα οποία ήταν εικονικά ως προς το πρόσωπο του εκδότη, αφού πραγματικός εκδότης είναι ο Β. Β. και μερικώς εικονικά ως προς της συναλλαγή, αφού από τον διενεργηθέντα έλεγχο δεν κατέστη δυνατό να προσδιορισθεί το ύψος της πραγματικής συναλλαγής, καθόσον έχουν πραγματοποιηθεί εργασίες και έχουν τοποθετηθεί υλικά στο εργαστήριο ξυλογλυπτικής που είναι όμως πολύ μικρότερης έκτασης από τις αναφερόμενες στα ληφθέντα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, οι οποίες είναι και δυσανάλογες προς το μόλις 66 τετραγωνικών μέτρων εργαστήριο.
Β. α) στις 20-6-2004 το υπ' αριθμ. 176/20-6-2004 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο (για πώληση αγαθών) το οποίο εκδόθηκε από τον Λ. Π. "Εμπόριο Οικοδομικών Υλικών-Ξυλείας-Εμπόριο Σιδήρων", με έδρα την οδό ..., ... και αφορούσε την πώληση προς τον κατηγορούμενο διαφόρων υλικών (σωλήνες ύδρευσης-άρδευσης, μπεκ κτλ), συνολικής χρηματικής αξίας 3.016,43 ευρώ (καθαρή αξία 2.556,30 ευρώ + ΦΠΑ 460,13 ευρώ), β) στις 21-6-2004 το υπ' αριθμ. 177/21-6-2004 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο (για πώληση αγαθών), το οποίο εκδόθηκε από τον Λ. Π. "Εμπόριο Οικοδομικών Υλικών-Ξυλείας-Εμπόριο Σιδήρων", με έδρα την οδό ..., ... και αφορούσε την πώληση προς τον κατηγορούμενο διαφόρων υλικών (λίθινες πλάκες, κεραμικά δάπεδα, πλακίδια πορσελάνης), συνολικής χρηματικής αξίας 6.421,56 ευρώ (καθαρή αξία 5.442 ευρώ + ΦΠΑ 979,56 ευρώ), γ) στις 25-6-2004 το υπ' αριθμ. 178/25-6-2004 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο (για πώληση αγαθών), το οποίο εκδόθηκε από τον Λ. Π. "Εμπόριο Οικοδομικών Υλικών-Ξυλείας-Εμπόριο Σιδήρων", με έδρα την οδό ..., ... και αφορούσε την πώληση προς τον κατηγορούμενο διαφόρων υλικών (πλάκες Καρύστου τοίχου, εσωτερική μεταλλική πόρτα κτλ), συνολικής χρηματικής αξίας 3.032,60 ευρώ (καθαρή αξία 2.570 ευρώ + ΦΠΑ 462,60 ευρώ), δ) στις 27-6-2004 το υπ' αριθμ. 180/27-6-2004 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο (για πώληση αγαθών), το οποίο εκδόθηκε από τον Λ. Π. "Εμπόριο Οικοδομικών Υλικών-Ξυλείας-Εμπόριο Σιδήρων", με έδρα την οδό ..., ... και αφορούσε την πώληση προς τον κατηγορούμενο διαφόρων υλικών (ψευδοροφή ραμποτέ, σωλήνες, κόντρα πλακέ, καλώδια κτλ), συνολικής χρηματικής αξίας 1.635,01 ευρώ (καθαρή αξία 1.385,61 ευρώ + ΦΠΑ 249,40 ευρώ), ε) στις 28-6-2004 το υπ' αριθμ. 181/28-6-2004 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο (για πώληση αγαθών), το οποίο εκδόθηκε από τον Λ. Π. "Εμπόριο Οικοδομικών Υλικών-Ξυλείας-Εμπόριο. Σιδήρων", με έδρα την οδό ..., ... και αφορούσε την πώληση προς τον κατηγορούμενο διαφόρων υλικών (άμμο Αξιού, τσιμέντα), συνολικής χρηματικής αξίας 543,95 ευρώ (καθαρή αξία 453,35 ευρώ + ΦΠΑ 81,60 ευρώ), τα οποία ήταν εικονικά ως προς το πρόσωπο του εκδότη, καθόσον η ημερομηνία έκδοσης των τιμολογίων είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας διακοπής εργασιών και μερικώς εικονικά ως προς τη συναλλαγή, αφού από τον διενεργηθέντα έλεγχο δεν κατέστη δυνατό να προσδιορισθεί το ύψος της πραγματικής συναλλαγής, καθόσον έχουν πραγματοποιηθεί εργασίες και έχουν τοποθετηθεί υλικά στο εργαστήριο ξυλογλυπτικής, που είναι όμως πολύ μικρότερης έκτασης από τις αναφερόμενες στα ληφθέντα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, οι οποίες είναι και δυσανάλογες προς το μόλις 66 τ.μ. εργαστήριο. Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου περί της εκ μέρους του κατηγορουμένου τέλεσης του ως άνω εγκλήματος ερείδεται στο σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία αναφορικά, μεν, με τα φερόμενα ως εκδοθέντα από το Χ. Κ. 4 επίδικα τιμολόγια προέκυψε ότι η επιχείρηση που διατηρούσε το εν λόγω πρόσωπο θεώρησε στοιχεία έως τις 16-10-01, είχε καταθέσει μηδενικές περιοδικές δηλώσεις μόνο για το 1ο, 2°, 3°, 4°, 5° δίμηνα του 2001, δεν κατέθεσε καμιά εκκαθαριστική δήλωση Φ.Π.Α., δεν κατέθεσε καμία δήλωση εισοδήματος για τα οικονομικά έτη 2002 έως 2005 και επίσης ότι η επιχείρηση αυτή δεν υφίστατο στην έδρα της κατά το επίδικο χρονικό διάστημα αλλά ούτε και είχε κάνει διακοπή εργασιών, από έλεγχο, δε, του ΣΔΟΕ Δυτικής Μακεδονίας διαπιστώθηκε ότι τρίτο πρόσωπο, με το όνομα Β. Β., είχε προέβη σε έναρξη εργασιών και χρησιμοποιούσε τα φορολογικά στοιχεία τριών επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων και της επιχείρησης του Κ. Χ.. Αναφορικά, δε, με τα λοιπά 5, φερόμενα ως εκδοθέντα από το Λ. Π., επίδικα τιμολόγια, προέκυψε ότι αυτά εκδόθηκαν μετά την ημερομηνία διακοπής εργασιών από το προαναφερθέν πρόσωπο και θεωρήθηκαν κατά τρόπο παράνομο, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι κωδικοί διάτρησης του τμήματος ΚΒΣ της ΔΟΥ Ζ Θεσσαλονίκης (όπου φέρονται να είναι θεωρημένα) τον Οκτώβριο του έτους 2002 ήταν 4217 ΕΒ 10 2002 και όχι 4217 ΗΒ 10 2002 (ειδικότερα περί των ανωτέρω αποδειχθέντων βλ. ιδίως κατάθεση ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του παρόντος Δικαστηρίου μαρτύρων Π. Δ. και Κ. Μ., υπαλλήλων της Δ.Ο.Υ. Γιαννιτσών, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. πρωτ. 883/07 έκθεση ελέγχου ΚΒΣ της Δ.Ο.Υ. Γιαννιτσών). Εξάλλου, η κρίση περί της αναφερόμενης στο κατηγορητήριο μερικής εικονικότητας ως προς τη συναλλαγή, όλων των επίδικων τιμολογίων, ενισχύεται από το γεγονός ότι το εργαστήριο του κατηγορούμενου ήταν μόλις 66 τ.μ., επομένως οι εργασίες που πραγματοποιήθηκαν και τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν είναι πολύ μικρότερης έκτασης από τα αντίστοιχα αναφερόμενα στα παραπάνω τιμολόγια, τα οποία, σε σχέση με το εμβαδό του εργαστηρίου, είναι δυσανάλογα μεγάλα (βλ. το υπ' αριθμ.70/04 ΤΟΥ, που αναφέρει εργασίες για τοποθέτηση 200 τ.μ. ξύλινων παραθύρων και 200 τ.μ. τοποθέτησης πόρτων από σουηδική ξυλεία και το υπ' αριθμ. Α178/04 ΤΠΔ, που αναφέρει αγορά για πόρτες Σουηδίας 200 τ.μ.). Τέλος, ενισχυτικό της ανωτέρου κρίσης περί της ενοχής του κατηγορουμένου, και ιδίως του δόλου του, είναι και το γεγονός ότι παρά το ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος- κατά την απολογία του τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου-ισχυρίστηκε ότι πρόθεση του ήταν να αναθέσει την κατασκευή του εργαστηρίου του στον εργολάβο που θα του παρείχε την οικονομικά πιο συμφέρουσα προσφορά και γι' αυτό το λόγο προτίμησε το Χ. Κ., πρόσωπο άγνωστο στον ίδιο, που του το σύστησε κάποιος κουμπάρος του στη ... και του οποίου η προσφορά ανερχόταν συνολικά στο ποσό των 45.672,19 ευρώ, ο ίδιος ο μάρτυρας υπεράσπισης του Κ. Κ., εργολάβος και κάτοικος ..., κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι η δική του προσφορά (που συμπεριελάμβανε και την προμήθεια των απαιτούμενων υλικών) ανερχόταν περί τις 35.000 με 40.000 ευρώ. Επομένως, πρέπει, αφού απορριφθεί και το υποβληθέν από το συνήγορο του κατηγορουμένου αίτημα περί διενέργειας αυτοψίας στην επιχείρηση του κατηγορουμένου, καθόσον, με βάση τα ως άνω αναφερόμενα, από τα ήδη προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα το Δικαστήριο σχημάτισε κρίση περί της ένδικης υποθέσεως, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, να του αναγνωρισθεί, όμως, το ελαφρυντικό του άρθρου 84§2α Π.Κ, διότι, όπως προέκυψε από το σύνολο των προαναφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων, αυτός έζησε, έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή." Στη συνέχεια το άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, της πράξεως της κατ' εξακολούθηση αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, όπως αυτά εξειδικεύονται στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως και, αφού αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το δικάσαν σε δεύτερο βαθμό Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 262/2011 απόφασή του, την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ'εξακολούθηση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ 1, 98 ΠΚ και 19 παρ. 1, 4 και 21 ν. 2523/1997, όπως τροπ. με 40 παρ.1 ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος: α) αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση και δε συνιστούν απλά συμπεράσματα του δικαστηρίου, β) από το παραπάνω αιτιολογικό προκύπτει ότι το δικαστήριο συνεκτίμησε όλα τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα συμπεριλαμβανομένων και αυτών που προσκόμισε ο κατηγορούμενος, αρκεί δε όπως προεκτέθηκε για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, γ) ως προς το δόλο του κατηγορουμένου αιτιολογείται επαρκώς και εμπεριστατωμένα η κρίση του δικαστηρίου ότι πρόκειται για μερική εικονικότητα ως προς τη συναλλαγή όλων των εννέα τιμολογίων - δελτίων αποστολής που αποδέχθηκε ο κατηγορούμενος και καταχώρησε στα βιβλία της ατομικής επιχείρησής του, δεχθέν, όπως προκύπτει σαφώς από το σύνολο των άνω παραδοχών, ότι αυτός τελούσε σε γνώση της άνω εικονικότητας ως προς το πρόσωπο του εκδότη και ως προς το ύψος της συναλλαγής, δυσανάλογης προς το επιδοτηθέν από τον ΕΟΜΜΕΧ έργο του εργαστηρίου του ξυλογλυπτικής, εμβαδού μόλις 66 τ.μ., που ήταν πολύ μικρότερο της πραγματικής αξίας, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, δεν απαιτείται για την υποκειμενική θεμελίωση του άνω εγκλήματος, πλην του βασικού δόλου, της γνώσης της εκονικότητας, και σκοπός του δράστη, με την αποδοχή των εικονικών φορολογικών στοιχείων, να αποκρύψει φορολογητέα ύλη και να αποφύγει την πληρωμή φόρου ή να επιτύχει οποιοδήποτε άλλο φορολογικό όφελος, δ) η απόφαση αφού δέχεται ότι τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία που αποδέχθηκε ο κατηγορούμενος ήταν μερικώς εικονικά, αναλύοντας επαρκώς γιατί αυτά ήταν εικονικά, δεν ήταν απαραίτητο να διευκρινίσει και να αιτιολογήσει γιατί ο ΕΟΜΜΕΧ ενέκρινε και επιδότησε το όλο έργο του κατηγορουμένου με εικονικά τιμολόγια και δεν ανεκάλεσε την απόφαση έγκρισης της επιδότησης, ε) αιτιολογείται επαρκώς η απόρριψη του υποβληθέντος από τον κατηγορούμενο αιτήματος διενέργειας αυτοψίας στην επιχείρηση αυτού.
Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' του ΚΠΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όσον αφορά την ενοχή και την απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος για διενέργεια αυτοψίας στην επιχείρησή του, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Δημοσίου (άρθρα 176,183 Κ.Πολ.Δ.), η οποία όμως πρέπει να μειωθεί στο μισό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1257.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 2/26-3-2012 αίτηση του Ν. Μ. του Ι., περί αναιρέσεως της 262/9-3-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, που ανέρχονται σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποδοχή εικονικών φορολoγικών στοιχείων, κατ' εξακ/ση. Άρθρα 19 παρ. 1 εδ.α, β περ.α, 2, 4, 21 ν. 2523/19971882/1990, όπως τροπ. με 40 παρ.1 ν. 3220/2004. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όσον αφορά την ενοχή, την απόρριψη αιτήματος αναβολής και την απόρριψη ελαφρυντικού άρθρου 84 παρ. 2 β ΠΚ. Αβάσιμος λόγος αναίρεσης, για θετική υπέρβαση εξουσίας, γιατί είναι ορισμένος ο λόγος εφέσεως του Εισαγγ. Πλημ, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά της Α/θμιας αθωωτικής απόφασης. Επί του αδικήματος του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α του ν. 2523/1997 όπως τροπ. με 40 παρ.1 ν. 3220/2004, αρκεί γνώση της εικονικότητας, ενώ σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, δεν απαιτείται πλέον ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το προϊσχύσαν άρθρο 31 παρ. 1 περ. η του ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωσή του, πλην του βασικού δόλου για την έκδοση η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη (ΑΠ 81, 523, 1112, 1746/2011, ΑΠ 1669/2007).
| null | null | 0
|
Αριθμός 32/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
A. Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. χας Π. Σ., κατοίκου ..., 2) Β. Σ. του Π., κατοίκου ..., 3) Σ. Σ. του Π., κατοίκου ..., 4) Κ. Σ. του Π. και Χ., θετό τέκνο από το 1980 του Β. και Λ. Σ., βάσει της υπ' αριθμ. 8/1980 απόφασης του Πλημ. Πρεβέζης, κατοίκου ... και 5) Β. Γ. του Κ., κατοίκου ..., σαν νόμιμος εκπρόσωπος της ανήλικης κόρης του Κ. Γ. του Β. και Ν., κόρης Π. και Χ. Σ., που απεβίωσε στις 9-9-2009, που από το νόμο ασκεί την γονική μέριμνα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Παπανικολάου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "J & P ΑΒΑΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ & ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "J & P ΑΒΑΞ ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κομματά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
B. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "J & P ΑΒΑΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ & ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "J & P ΑΒΑΞ ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κομματά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. χας Π. Σ., κατοίκου ..., 2) Β. Σ. του Π., κατοίκου ..., 3) Σ. Σ. του Π., κατοίκου ..., 4) Κ. Σ. του Π., κατοίκου ... και 5) Β. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ως νομίμου εκπροσώπου της ανήλικης κόρης του Κ. Γ. του Β. και Ν., κόρης Π. και Χ. Σ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Παπανικολάου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2007 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Π. Σ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 298/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3005/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντες με την από 21-7-2011 αίτησή τους και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 4-1-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε τις από 13-1-2012 και 8-11-2012 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, ως προς και τις δύο αιτήσεις.
Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχείο Α αναιρεσειόντων - Β αναιρεσιβλήτων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεώς τους, την απόρριψη της αιτήσεως του αντιδίκου μέρους και την καταδίκη του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού εκκρεμούν α) η από 21-7-2011 αίτηση των αναιρεσειόντων - κληρονόμων του ενάγοντος Π. Σ. και β) η από 4-1-2012 αντίθετη αίτηση της αναιρεσείουσας - εναγόμενης εταιρίας, με τις οποίες ζητείται η αναίρεση της 3005/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατά παραδοχή της έφεσης του ενάγοντος, εξαφανίσθηκε η 298/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στους κληρονόμους του το ποσό των 682,96 ευρώ. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, της διευκόλυνσης της διεξαγωγής της δίκης και της μείωσης των δικαστικών εξόδων (άρθρο 246 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε. Με την παραίτηση, όμως, δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, που εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποιά κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων (Ολ.ΑΠ 30/2007). Εξάλλου, ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής μπορεί να γίνει, όχι μόνο με τις προτάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 223 του εν λόγω Κώδικα, αλλά, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 297 ΚΠολΔ, και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ιδίως όταν πρόκειται για υπόθεση που δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία, όπως είναι και εκείνη των εργατικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων εκτιμά ο Άρειος Πάγος (αρθρ. 561 παρ. 2 KΠολΔ), ο ενάγων Π. Σ. εκθέτει στην αγωγή του, ότι προσλήφθηκε από την κοινοπραξία με την επωνυμία "J & Ρ ΑΒΑΞ ΑΕ - ΕΜΠΕΔΟΣ - ΕΤΕΘ ΑΕ - ΑLSΤΟΜ", της οποίας μέλος ήταν η εναγομένη, την 1/11/2003, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του, ως χειριστής τσάπας. Ότι η ως άνω Κοινοπραξία στις 30/4/2004 τον απέλυσε, καταβάλλοντάς του τη νόμιμη αποζημίωση και την 1/5/2004 τον προσέλαβε η εναγομένη, υπό τους ίδιους όρους, προκειμένου να προσφέρει την ίδια εργασία. Ότι ο μισθός του συμφωνήθηκε στο ποσό των 1726,45 ευρώ, για σαραντάωρη εβδομαδιαία απασχόληση, επί πενθήμερο/εβδομαδιαίως από Δευτέρα έως Παρασκευή, ο οποίος διαμορφώθηκε από 1/1/2005 στο ποσό των 1951 ευρώ μηνιαίως. Ότι προσέφερε τις υπηρεσίες του μέχρι τις 2/6/2006, οπότε η εναγομένη τον απέλυσε, κατόπιν δικής του επιθυμίας. Ότι εργάστηκε καθ' υπέρβαση του νομίμου ωραρίου ημερήσιας απασχόλησης ήτοι από 07.00 έως 16.00 ή 17.00 ή 18.00 και ορισμένες ημέρες της εβδομάδας και πλέον των ανωτέρω 9, 10 και 11 ωρών ημερησίως και καθ' υπέρβαση του εβδομαδιαίου σαρανταώρου, πραγματοποιώντας ιδιόρρυθμη υπερωρία τριών (3) ωρών εβδομαδιαίως και συνολικά 13 ωρών το μήνα και από 1/11/2003 έως 31/12/2004 164 ωρών και από 1/1/2005 έως 30/9/2005 101 ωρών καθώς και παράνομη υπερωρία, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, 969 ωρών, για το χρονικό διάστημα από 1/11/2003 έως 31/12/2004 και 269 ωρών κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2005 έως 31/12/2005. Ότι εργάστηκε επί 124 Σάββατα, χωρίς να του καταβληθεί αμοιβή καθώς και 2 με 3 ή και 4 Κυριακές το μήνα και συνολικά 33 Κυριακές, χωρίς να του χορηγηθεί εβδομαδιαία αναπληρωματική ανάπαυση καθώς και 15 αργίες και εξαιρετέες ημέρες. Ότι τόσο η Κοινοπραξία, όσο και η εναγομένη, δεν του κατέβαλε το επίδομα ενοικίου και το αντίτιμο μιας φιάλης γάλακτος, που προβλέπεται από την ΣΣΕ των απασχολουμένων, ως χειριστών στις Τεχνικές Εταιρίες. Ότι προσέφερε πρόσθετη εργασία βοηθού χειριστή, η οποία διαρκούσε 2 ώρες και 20 λεπτά την ημέρα, καθώς και ότι η εναγομένη δεν χορηγούσε σ' αυτόν, την ετήσια άδεια ανάπαυσης, παρότι τη ζητούσε, ούτε κατέβαλε σ' αυτόν τις δικαιούμενες αποδοχές αδείας και επιδόματος αδείας. Με το ιστορικό αυτό ζήτησε, κατόπιν μετατροπής, εν μέρει, του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, που έγινε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και με τις προτάσεις του, που κατατέθηκαν πρωτοδίκως, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, το συνολικό ποσό των 12.000 ευρώ και ειδικότερα: 1) 1.000 ευρώ για επίδομα ενοικίου (με αρ. 1 αγωγικό κονδύλιο) χρονικού διαστήματος από 1/11/2003 έως και 31/12/2003 και από 1/1/04 ως 31/12/2005, αναλογικά επιμεριζόμενο στο αιτούμενο και οφειλόμενο για κάθε διάστημα εργασίας ποσό, 2) 300 ευρώ για αντίτιμο γάλακτος, (με αρ. 2 αγωγικό κονδύλιο) για το χρονικό διάστημα από 1/11/03 έως 31/12/2003 και από 1/1/2004 έως 2/6/2006, αναλογικά επιμεριζόμενο στο αιτούμενο για κάθε διάστημα εργασίας του ποσό, 3) 700 ευρώ για διαφορές αμοιβής και προσαύξησης για εργασία κατά τις Κυριακές (με αρ. 3 αγωγικό κονδύλιο) για το χρονικό διάστημα από 1/11/03 έως 31/12/2005, 4) 1.000 ευρώ για αμοιβή για εργασία κατά τα Σάββατα, (με αρ. 4 αγωγικό κονδύλιο), για το χρονικό διάστημα από 1/11/2003 έως 2/6/2006, αναλογικά επιμεριζόμενα στο οφειλόμενο, για κάθε διάστημα εργασίας, ποσό, 5) 1.000 ευρώ για διαφορές αμοιβής και προσαύξησης για ιδιόρρυθμη εργασία, (με αρ. 6 αγωγικό κονδύλιο) για το χρονικό διάστημα από 1/11/03 έως 30/9/2005, αναλογικά επιμεριζόμενα στο οφειλόμενο για κάθε διάστημα εργασίας ποσό, 6) 2.000 ευρώ για διαφορές αμοιβής και προσαύξησης για υπερωριακή απασχόληση, (με αρ. 7 αγωγικό κονδύλιο) για το χρονικό διάστημα από 1/11/03 έως 31/12/2005, αναλογικά επιμεριζόμενο στο οφειλόμενο για κάθε διάστημα εργασίας ποσό, 7) 5.000 ευρώ για αποδοχές και επίδομα αδείας, (με αρ. 8 αγωγικό κονδύλιο) για το χρονικό διάστημα από 1/11/03 έως και το έτος 2006, αναλογικά επιμεριζόμενο στο οφειλόμενο των ετών 2004, 2005, 2006, για κάθε έτος ποσό, 8) 500 ευρώ για εργασία αργιών και εξαιρετέων ημερών, (με αρ. 9 αγωγικό κονδύλιο) των ετών 2004, 2005, 2006, αναλογικά επιμεριζόμενο στο οφειλόμενο για κάθε διάστημα εργασίας ποσό και 9) 500 ευρώ για ενοίκιο του χρονικού διαστήματος από 1/4/2005 έως 28/2/2006 και να αναγνωριστεί, ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει: 1) 3.680 ευρώ για επίδομα ενοικίου, 2) 345 ευρώ για επίδομα γάλακτος, 3) 1.370 ευρώ για διαφορές αμοιβής και προσαύξησης για εργασία κατά τις Κυριακές, 4) 10.962 ευρώ για εργασία κατά τα Σάββατα, 5) 1.494 ευρώ για διαφορές αμοιβής και προσαύξησης για ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, 6) 19.542 ευρώ για διαφορές αμοιβής και προσαύξησης για παράνομη υπερωριακή απασχόληση, 7) 35.063 ευρώ για αποδοχές και επίδομα αδείας, 8) 1.886 ευρώ για αμοιβή και προσαύξηση αργιών και εξαιρετέων ημερών, 9) 9.344 ευρώ, για αμοιβή πρόσθετης εργασίας βοηθού χειριστή σκαπτικού μηχανήματος, νομιμοτόκως από το τέλος κάθε μήνα που έκαστο κονδύλιο κατέστη απαιτητό. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας του αγωγικού δικογράφου. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ο ενάγων, στην θέση του οποίου, λόγω του επισυμβάντος μετά την άσκηση αυτής, θανάτου του, υπεισήλθαν οι νόμιμοι κληρονόμοι του. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτήν, δέχθηκε ότι ο ενάγων, κατά τη συζήτηση στο Πρωτοβάθµιο Δικαστήριο, περιόρισε το καταψηφιστικό αίτηµα εν µέρει σε αναγνωριστικό. Ειδικότερα, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγοµένη να του καταβάλει το ποσό των 12.000 ευρώ, κατά τα προεκτεθέντα, επιμεριζόμενο κατά ποσό, σε κάθε επιµέρους κονδύλιο, όπως αναλυτικά αναφέρεται ως άνω και στις προτάσεις του και αναλογικά στο αιτούμενο για κάθε διάστηµα εργασίας ποσό, χωρίς τον προσδιορισµό του ποσοστού και για το υπόλοιπο ποσό των 89.150 ευρώ, το οποίο ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η εναγοµένη υποχρεούται να του καταβάλει, νοµιµοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημεροχρονολογίες. Ο, ως άνω, περιορισµός, όσον αφορά τα αγωγικά κονδύλια µε στοιχ. 1, 2, 4, 6, 7, 8 και 9, δεν είναι παραδεκτός και νόµιµος, αφού δεν αναφέρεται, ούτε συνάγεται από τη σχετική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος, αλλά ούτε από τις πρωτόδικες έγγραφες προτάσεις, η ποσοστιαία αναλογία κατά την οποία περιορίζεται το κάθε αιτούμενο ως άνω επί μέρους κονδύλιο, για κάθε χρονικό διάστημα εργασίας του ενάγοντος, ώστε να προκύπτει με σαφήνεια το ποσό για το οποίο αιτείται τον περιορισμό, για κάθε ξεχωριστή αγωγική αξίωση και για κάθε χρονικό διάστημα εργασίας. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση του εκκαλούντος, κατά το μέρος που αφορούσε τα παραπάνω κεφάλαια της αγωγής. Όμως, από την ανωτέρω διατύπωση του περιορισμού του αιτήματος της αγωγής, προκύπτει, σαφώς, ότι ο περιορισμός είναι αναλογικός και δεν επιφέρει αοριστία αυτής, αφού κάθε κονδύλιο κάθε χρονικού διαστήματος, περιορίζεται κατά το καταψηφιστικό του μέρος, κατά τον αυτό λόγο, δηλαδή κατά σύμμετρη ποσοστιαία αναλογία για κάθε ένα κονδύλιο (που προκύπτει από τη διαίρεση του καταψηφιστικά αιτούμενου ποσού με τον αριθμό των χρονικών διαστημάτων). Γι' αυτό και με τον παραπάνω καθορισμό του αιτήματος δεν καθίσταται αόριστη η αγωγή.
Συνεπώς, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή δεν ήταν ορισμένη και την απέρριψε, ως απαράδεκτη, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ και είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης της, από 21-7-2011, αίτησης. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το μέρος της που αφορά τα παραπάνω κεφάλαια και αντίστοιχα κονδύλια της αγωγής. Από τις διατάξεις των άρθρων 2 του ν. 435/1976, 1 και 10 παρ. 1 του ΒΔ 748/1966, τις διατάξεις της 8900/1956 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και του άρθρου 904 ΑΚ, προκύπτει ότι εκείνος που εργάζεται την Κυριακή, επιτρεπτώς ή μη, δικαιούται να λάβει για κάθε Κυριακή προσαύξηση 75% στο 1/25 επί του νόμιμου μηνιαίου μισθού του, ήτοι επί των θεσπισμένων ελαχίστων ορίων των αποδοχών του, που περιλαμβάνουν το βασικό μισθό και τα κατά νόμο επιδόματα, ενώ παράλληλα, πρέπει να του χορηγηθεί και αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διαρκείας 24 συνεχών ωρών, σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που άρχισε την Κυριακή. Η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως, η οποία απαγορεύεται από τους ως άνω κανόνες δημόσιας τάξης, είναι άκυρη και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας, κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούνταν με έγκυρη σύμβαση εργασίας, κατά τις παραπάνω ημέρες, υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως κατ' αυτές εργασθέντα μισθωτό, χωρίς την προσαύξηση της υπερεργασίας άλλων ημερών και της αναλογίας επιδομάτων αδείας και εορτών. Στην αξίωση αυτή, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, περιλαμβάνονται και τα καταβαλλόμενα στο μισθωτό επιδόματα, μόνο εφόσον αυτά θα καταβάλλονταν και στο μισθωτό, τον οποίο θα προσλάμβανε άλλως ο εργοδότης, αφού διαφορετικά, ως προς αυτά, δεν υπάρχει πλουτισμός του εργοδότη.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μεταξύ των άλλων και τα παρακάτω, κρίσιμα για την υπόθεση αυτή, πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων, όντας αδειούχος χειριστής μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων, με την από 19/11/2003 έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσλήφθηκε από την Κοινοπραξία με την επωνυμiα "J & Ρ ΑΒΑΞ ΑΕ - ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ - ΕΤΕΘ ΑΕ - ALSTOM", μέλος της οποίας ήταν η εναγομένη, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του, ως χειριστής τσάπας, στο εργοτάξιό της, στο Μενίδι, στο έργο του Προαστιακού Σιδηροδρόμου, με πενθήμερο και επί σαραντάωρο εβδομαδιαίως, αντi μηνιαίων μικτών αποδοχών 1.726,45 ευρώ. Με τον 9ο όρο της ένδικης εργασιακής σύμβασης, ορiστηκε ότι στο ως άνω ποσό, περιλαμβάνεται ο βασικός μισθός καθώς και όλα τα επιδόματα, που προβλέπονται από την αντίστοιχη ΣΣΕ, Διαιτητική Απόφαση, το νόμο κ.λπ. Στο δε όρο 12 ότι κάθε μορφής παροχή σε είδος, υφισταμένη η μελλοντική, ακόμη και αν προβλέπεται από το νόμο συμφωνείται ότι δεν δiδεται ως αντάλλαγμα της εργασίας αυτής, αλλά για την κάλυψη λειτουργικών αναγκών της Κοινοπραξίας. Τέλος, στον όρο 13 ορίζεται ότι εφόσον οι αποδοχές (είτε οι παρούσες εiτε στο μέλλον), που πράγματι καταβάλλονται από την Κοινοπραξία, είναι ανώτερες από τις νόμιμες αποδοχές του, στη διαφορά μεταξύ των νομiμων και των πράγματι καταβαλλομένων αποδοχών θα συμψηφίζονται (εν όλω ή εν μέρει ανάλογα), κάθε υφιστάμενο ή μελλοντικό επίδομα, πρόσθετη αμοιβή. Στην ως άνω εργοδότρια Κοινοπραξία, ο ενάγων, κατά την κατάρτιση της εργασιακής του σύμβασης, ανέφερε ότι είναι έγγαμος και ότι έχει προϋπηρεσία με την ίδια ειδικότητα, τριάντα (30) ετών. Περαιτέρω, επειδή ήταν μόνιμος κάτοικος ..., αναγκάστηκε, για τις ανάγκες της εργασίας του, να μισθώσει κατοικία στους ..., αντί μηνιαίου μισθώματος 380 ευρώ. Ο ενάγων απασχολήθηκε στο ως άνω εργοτάξιο της άνω Κοινοπραξίας μέχρι 20/5/2004, οπότε απολύθηκε από την τελευταία. Κατά τη διάρκεια της ως άνω εργασιακής του σύμβασης εργάστηκε ως οδηγός μηχανήματος (τσάπας) ιπποδύναμης 130 ίππων, στο εργοτάξιό της στο έργο του Προαστιακού Σιδηροδρόμου στο εργοτάξιο Μενιδίου. Αμέσως, μετά την καταγγελία της άνω σύμβασης εργασίας, ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη, δυνάμει της από 20/5/2004 έγγραφης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υπό τους αυτούς όρους όπως και η πρώτη σύμβαση. Απασχολήθηκε κατά τη διάρκεια της δεύτερης ως άνω εργασιακής σύμβασης, ως οδηγός μηχανήματος (τσάπας) ιπποδύναμης 130 ίππων, αρχικά στο εργοτάξιο της εναγομένης στην Μαραθώνια Διαδρομή και από τον μήνα Μάιο 2005 στο εργοτάξιό της στο Ανθοχώρι Ιωαννίνων, στο έργο της Εγνατίας Οδού, οδηγώντας μηχάνημα (φορτωτή) ιπποδύναμης 220 ίππων πετρελαιοκίνητο παλαιού τύπου, εκτελώντας φορτώσεις µπάζων, χαλικιών στα φορτηγά αυτοκίνητα, εντός σήραγγας. Συνεχίζοντας το Εφετείο, δέχεται ότι, οι συμφωνημένες µηνιαίες µικτές αποδοχές του διαµορφώθηκαν, συμβατικά, από 1/1/2005, στο ποσό των 1.951 ευρώ και ότι, σύµφωνα µε την από 31/3/2003 ΣΣΕ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Χειριστών και Βοηθών Χειριστών Εκσκαπτικών, Ανυψωτικών κ.λπ. Μηχανημάτων Εκτελέσεως τεχνικών έργων", ο κατώτατος µισθός των Χειριστών εκσκαπτικών κ.λπ. μηχανημάτων ορίστηκε από 1/1/2003 στο ποσό των 797 ευρώ. Ορίστηκε, επίσης, ότι στους ως άνω χειριστές χορηγείται, µεταξύ των άλλων, επίδομα πολυετίας σε ποσοστό 10% για κάθε µία τριετία απασχόλησης και μέχρι πέντε (5) τριετίες, που υπολογίζεται στο βασικό µισθό, επίδομα γάµου 10%, επίδομα ειδικών συνθηκών σε ποσοστό 15%, επίδομα γαλαρίας σε ποσοστό 10%, εφόσον εργάζονται εντός στοών (γαλαριών), επίδομα υπευθυνότητας σε ποσοστό 5%, το οποίο καταβάλλεται στους χειριστές, που χειρίζονται μηχανήματα µε ιπποδύναμη μέχρι 100 ίππους, στους χειριστές που χειρίζονται μηχανήματα από 101 έως 200 ίππους επίδομα εκ ποσοστού 7% και στους χειριστές, που χειρίζονται μηχανήματα από 201 και άνω ίππους 10% και αποζημίωση για εκτός έδρας εργασία υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει η με αρ. 21091/1946 κοινή υπουργική απόφαση. Ορίστηκε, επίσης, ότι στους χειριστές των εν λόγω μηχανημάτων, χορηγείται, εφόσον η εργασία τους παρέχεται μακριά από τον τόπο της µόνιµης κατοικίας τους, κατάλληλο κατάλυµα διαµονής στον τόπο εργασίας τους. Αν για οποιοδήποτε λόγο δεν παρέχεται το παραπάνω κατάλυµα, χορηγείται επίδομα ενοικίου 232 ευρώ µηνιαίως, ανεξαρτήτως του ποσού, που ο µισθωτός καταβάλλει ως ενοίκιο. Για την καταβολή του επιδόματος αυτού, ο µισθωτός υποχρεούται να επιδεικνύει στον εργοδότη του το σχετικό μισθωτήριο συμβόλαιο ή ελλείψει αυτού σχετικές αποδείξεις του ιδιοκτήτη περί καταβολής ενοικίου. Επίσης, µε το Κεφ. Δ παρ. Ι εδ. δ' της ίδιας ΣΣΕ, ορίζεται ότι η εργασία των µισθωτών, που υπάγονται σ' αυτήν, καθορίζεται σε σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα και σε πενθήμερη απασχόληση από Δευτέρα έως και Παρασκευή, και µε την παράγραφο 2 ότι για τις Κυριακές και τις υπό του Νόµου καθοριζόμενες εξαιρετέες ηµέρες αργίας, εφόσον εργαστούν οι µισθωτοί, που υπάγονται στην εν λόγω ΣΣΕ, δικαιούνται να λάβουν πέραν από τις βασικές µηνιαίες αποδοχές, που καθορίζονται µε αυτήν και το 1/22 αυτών προσαυξημένο κατά 75%, µε την δε παράγραφο 5 ότι οι εργοδότες υποχρεούνται στην χορήγηση σε όλους τους μισθωτούς δωρεάν, κάθε εργάσιμη ηµέρα, µιας φιάλης γάλακτος 640 γραμμαρίων ή του αντιτίµου αυτής σε δραχµές, ανεξάρτητα από τον αριθµό των απασχολουμένων στο εργοτάξιο χειριστών και βοηθών. Με την µεταγενέστερη από 16/6/2004 ΣΣΕ, ο βασικός µισθός των χειριστών αυξήθηκε από 1/1/2004 κατά ποσοστό 4,5% και διαμορφώθηκε στο ποσό των 832,87 ευρώ, από 1/7/2004 κατά ποσοστό 2,5% και διαμορφώθηκε στα 853,69 ευρώ και από 1/1/2005 έως 31/12/2005 κατά ποσοστό 6,5% και διαμορφώθηκε στα 909,18 ευρώ το µήνα, διατηρήθηκαν δε οι πιο πάνω υποχρεώσεις του εργοδότη και αυξήθηκε το καταβλητέο στους χειριστές ποσό ενοικίου, σε περίπτωση µη παροχής καταλύµατος προς διαµονή, στα 250 ευρώ, µηνιαίως. Τέλος, µε την από 12/4/2006 ΣΣΕ, ο βασικός µισθός αυξήθηκε από 1/1/2006 κατά ποσοστό 4% και διαμορφώθηκε στο ποσό των 945,54 ευρώ, διατηρήθηκαν οι πιο πάνω υποχρεώσεις του εργοδότη και αναπροσαρμόστηκε το καταβλητέο στους χειριστές επίδομα ενοικίου σε 260 ευρώ, µηνιαίως. Τα ως άνω επιδόματα και η αξία των παροχών καταλύματος και γάλακτος ή του αντιτίμου αυτών (επιδόματος ενοικίου και αξία φιάλης γάλακτος), προβλεπομένων από τις προδιαληφθείσες ΣΣΕ και παρεχομένων τακτικώς αποτελούν επαύξηση του βασικού µισθού των χειριστών και υπολογίζονται στις τακτικές αποδοχές του εργαζομένου, µε βάση τις οποίες προσδιορίζεται το ωρομίσθιο επί υπερεργασίας, ιδιόρρυθμης υπερωρίας, παράνομης υπερωρίας, καθώς και για τον καθορισµό της αμοιβής για την εργασία κατά τις Κυριακές και εξαιρετέες ηµέρες, τις αποδοχές και το επίδομα αδείας.
Συνεπώς, ο νόµιµος µισθός του ενάγοντος ήτοι ο οριζόμενος από τις ανωτέρω ΣΣΕ και τα απ' αυτές προβλεπόμενα επιδόµατα, ανέρχεται στα εξής ποσά: α) από 19/1/2003 σε 1.702,54 (797 βασικός µισθός + 10% επίδομα γάµου + 50% επίδομα πολυετίας (5 τριετίες) + 15% επίδομα ειδικών συνθηκών + 7% επίδομα υπευθυνότητας υπερβαρέος µηχανήµατος άνω των 100 ίππων + 232 επίδομα ενοικίου + 20 ευρώ αντίτιµο µιας φιάλης γάλακτος 640 γραμμαρίων το µήνα), β) από 1/1/2004 έως 30/6/2004 σε 1.785,82 (832,87 ευρώ βασικός µισθός + 10% επίδομα γάµου + 50% επίδομα πολυετίας (5 τριετίες) + 15% επίδομα ειδικών συνθηκών + 7% επίδομα υπευθυνότητας υπερβαρέος µηχανήµατος άνω των 100 ίππων + 250 ευρώ επίδομα ενοικίου + 20 ευρώ αντίτιµο µιας φιάλης γάλακτος 640 γραμμαρίων το µήνα), γ) από 1/7/2004 έως 31/12/2004 σε 1.823,71 (853,69 ευρώ βασικός µισθός + 10% επίδομα γάµου + 50% επίδομα πολυετίας (5 τριετίες) + 15% επίδομα ειδικών συνθηκών + 7% επίδομα υπευθυνότητας υπερβαρέος µηχανήµατος άνω των 100 ίππων + 250 επίδομα ενοικίου + 20 ευρώ αντίτιµο µιας φιάλης γάλακτος 640 γραμμαρίων το µήνα), δ) από 1/1/2005 έως 30/4/2005 σε 1.924,69 (909,18 ευρώ βασικός µισθός + 10% επίδομα γάµου + 50% επίδομα πολυετίας (5 τριετίες) + 15% επίδομα ειδικών συνθηκών + 7% επίδομα υπευθυνότητας υπερβαρέος µηχανήµατος άνω των 100 ίππων + 250 επίδομα ενοικίου + 20 ευρώ αντίτιμο µιας φιάλης γάλακτος 640 γραμμαρίων το µήνα), ε) από 1/5/2005 έως 31/12/2005 σε 2.392,90 (909,18 ευρώ βασικός µισθός + 10% επίδομα γάµου + 50% επίδομα πολυετίας (5 τριετίες) + 15% επίδομα ειδικών συνθηκών + 10% επίδομα υπευθυνότητας υπερβαρέος µηχανήµατος άνω των 200 ίππων + 250 επίδομα ενοικίου + 20 ευρώ αντίτιµο µιας φιάλης γάλακτος 640 γραμμαρίων το µήνα + 350 ευρώ αποζηµίωση εκτός έδρας) και στ) από1/1/2006 σε 2.474,82 ευρώ (945,55 ευρώ βασικός µισθός + 10% επίδομα γάµου + 50% επίδομα πολυετίας (5 τριετίες) + 15% επίδομα ειδικών συνθηκών + 10% επίδομα υπευθυνότητας υπερβαρέος µηχανήµατος άνω των 200 ίππων + 10% επίδομα γαλαρίας + 260 επίδομα ενοικίου + 20 ευρώ αντίτιµο µιας φιάλης γάλακτος 640 γραμμαρίων το µήνα + 350 ευρώ αποζηµίωση για εκτός έδρας εργασία). Περαιτέρω, δέχεται το Εφετείο, ότι ο ενάγων, κατά το χρονικό διάστηµα από 1/1/2004 έως 31/12/2004, εκτός από την πενθήμερη εργασία του από Δευτέρα έως και Παρασκευή και ορισμένα Σάββατα, απασχολήθηκε παράνοµα και επί είκοσι δύο (22) Κυριακές, επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως ήτοι από 07.30 έως 15.30, χωρίς να του χορηγηθεί αναπληρωματική ηµέρα εβδομαδιαίας ανάπαυσης, δικαιούμενος το 1/22 των νοµίµων µηνιαίων αποδοχών του, βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισµού, καθώς και προσαύξηση 75% επί των αποδοχών αυτών.
Συνεπώς, δικαιούται τα εξής ποσά: α) για το χρονικό διάστηµα από 1/1/2004 έως 30/6/2004 για εργασία 12 Κυριακών 1.708,20 ευρώ (1785,82 ευρώ µηνιαίες νόµιµες αποδοχές : 22 = 81,47 + προσαύξηση 75% (81,47 Χ 75%) 60,88 = 142,35 Χ 12 Κυριακές), β) για το χρονικό διάστηµα από 1/7/2004 έως 31/12/2004 για 4 Κυριακές τον µήνα Ιούλιο 580,25 (1.823,71 ευρώ νόµιµες µηνιαίες αποδοχές : 22 = 82,89 + προσαύξηση 75% (82,89 Χ 75%) 62,17 = 145,06 Χ 4 Κυριακές), γ) για το χρονικό διάστηµα από 1/1/2005 έως 31/12/2005 για έξι (6) Κυριακές, 1.141,00 ευρώ (2.392,90 οι νόµιµες µηνιαίες αποδοχές : 22 = 108,76 + προσαύξηση 75% (108,76 Χ 75%) 81,57 = 190,33 Χ 6 Κυριακές) ευρώ και συνολικά το ποσό των 3.430,43 (1708,20 + 580,25 + 1141,98) ευρώ, έναντι του οποίου η Κοινοπραξία και η εναγοµένη κατέβαλαν στον ενάγοντα, για την αιτία αυτή, το συνολικό ποσό των 2.747,47 ευρώ και αποµένει υπόλοιπο προς καταβολή το ποσό των 682,96 ευρώ, το οποίο και επιδίκασε. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι: α. Για τον υπολογισμό της προσαύξησης εξ 75% για εργασία του ενάγοντος κατά τις Κυριακές, έλαβε υπόψιν όχι τις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές, αλλά τις καταβαλλόμενες, καθόσον όπως προκύπτει από την παραπάνω ανάλυση των αποδοχών στην απόφασή του έχει συμπεριλάβει, κατά τα έτη 2005 και 2006, και το ποσό των 350,00 ευρώ, μηνιαίως, για αποζημίωση για εκτός έδρας εργασία, το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν μπορούσε να συνυπολογίσει, χωρίς παράλληλα να δέχεται ότι συμφωνήθηκε και οφείλεται, ως τακτική παροχή, ανεξάρτητα από την πραγματοποίηση εκτός έδρας διανυκτερεύσεων του ενάγοντος. β. Ενώ δέχθηκε ότι για τις Κυριακές που εργάσθηκε ο ενάγων του οφείλεται αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, λόγω μη χορήγησης σε αυτόν αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, υπολόγισε την αποζημίωση αυτή επί των καταβαλλόμενων και όχι των νόμιμων αποδοχών και κατά τον υπολογισμό της, προκειμένου να προσδιορίσει το ύψος της, συνυπολόγισε τα επιδόματα γάμου, πολυετίας καθώς και ενοικίου 250,00 ή 260,00 ευρώ, τα οποία δεν έπρεπε να συνυπολογιστούν. Επομένως, ο μοναδικός, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης και της, από 4-1-2012, αντίθετης αίτησης, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το παραπάνω μέρος της, με το οποίο έγινε δεκτή η αγωγή και επιδικάστηκε στον ενάγοντα αμοιβή για εργασία που παρασχέθηκε κατά τις Κυριακές.
Μετά από αυτά, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση (κατά την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 4 Ν. 4055/2012) προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα παραπάνω αναιρούμενα μέρη της, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την ως άνω απόφαση, να καταδικαστούν δε οι αναιρεσίβλητοι σε κάθε αίτηση αναίρεσης, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την ένωση και συνεκδίκαση των, από: 1) 21-7-2011 και 2) 4-1-2012, αιτήσεων, για την αναίρεση της 3005/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί, την παραπάνω απόφαση, κατά τα μέρη της, που αναφέρονται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα αναιρούμενα μέρη της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει, Α) την αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "J & P - ΑΒΑΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ & ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ" στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ και Β) τους αναιρεσίβλητους, 1) Χ. χήρα Π. Σ., 2) Β. Π. Σ., 3) Σ. Π. Σ., 4) Κ. Π. Σ. και 5) Β. Γ. του Κ., ως νόμιμο εκπρόσωπο της ανήλικης Κ. Γ., στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, παραπάνω εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά όταν περιορίζεται αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος. Για τον υπολογισμό της αμοιβής της εργασίας του ενάγοντος κατά τις Κυριακές, με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, λαμβάνονται υπόψη οι νόμιμες μηνιαίες αποδοχές και όχι οι καταβαλλόμενες.
|
Αοριστία αγωγής
|
Αδικαιολόγητος πλουτισμός, Αοριστία αγωγής.
| 2
|
Αριθμός 24/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καυκά. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΥΛΑΙΑ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" (πρώην ALPHA ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο 1ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Μπουρνέλη, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2004 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε μεταξύ των άλλων και με την με αριθμ. καταθ. 20260/2005 προσεπίκληση με την σωρευθείσα σ' αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκε η 39961/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε αυτές κατά ένα μέρος εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και τις παρέπεμψε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, όπου συνεκδικάστηκαν με την από 17-12-2006 (ενώπιον αυτού) αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων και νέες παρεμπίπτουσες αγωγές των άλλων διαδίκων. Ακολούθως εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31788/2008 και 37838/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 740/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-6-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ανδρέας Δουλγεράκης, διάβασε την από 23-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της 3ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του KΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο. Μόνο δε αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, διαδίκου. Αν δεν αποδεικνύεται η συνδρομή μιας από τις προϋποθέσεις αυτές και ο απών διάδικος δεν έχει κλητευθεί νόμιμα στη μετ' αναβολή δικάσιμο, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση όχι μόνο γι' αυτόν αλλά και για όλους τους διαδίκους. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 97 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι α) στα πολιτικά δικαστήρια, και μάλιστα στον Άρειο Πάγο, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) η πληρεξουσιότητα δίνεται με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει, γ) η πληρεξουσιότητα για όλες τις δίκες παύει να ισχύει μετά πέντε χρόνια από τη χορήγησή της και δ) εκείνος που παρίσταται με δικηγόρο, του οποίου η πληρεξουσιότητα έπαυσε να ισχύει, θεωρείται σαν να μην είχε εμφανιστεί στη συζήτηση της υπόθεσης. Από το συνδυασμό, εξάλλου, των προαναφερόμενων διατάξεων και των διατάξεων 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου, που επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία ύπαρξη αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο επισπεύδων διάδικος θεωρείται ως μη παριστάμενος και κηρύσσεται άκυρη και η κλήση με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της διάταξης 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (Ολ.ΑΠ 9/2003) και να κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση.
Στην προκείμενη περίπτωση, μετά από αναβολή κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 6-3-2012, συζητήθηκε, κατά τη σημερινή (4-12-2012), η από 17-6-2011 αίτηση της αναιρεσείουσας, για αναίρεση της 740/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου προκύπτει, ότι, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκε η δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΠΥΛΑΙΑ Α.Ε.", ούτε εκπροσωπήθηκε δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ενώ παραστάθηκαν νομότυπα η αναιρεσείουσα, διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Κων/νου Καυκά, ο πρώτος αναιρεσίβλητος, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Γρηγόριου Παπαδογιάννη και η τρίτη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Απόστολου Μπουρνέλη. Οι παραστάντες διάδικοι, (αναιρεσείουσα και αναιρεσίβλητοι, ομόδικοι της) δεν επικαλούνται ούτε αποδεικνύουν, με την προσκόμιση των προς τούτο εγγράφων, ότι τη συζήτηση της υπόθεσης επισπεύδει η απολιπομένη αναιρεσίβλητη ή ότι αυτή παραστάθηκε νομότυπα μετά πληρεξουσίου δικηγόρου κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο ή ότι κλητεύθηκε κατά τη δικάσιμο εκείνη ή την σημερινή.
Συνεπώς, εφόσον δεν αποδεικνύονται τα παραπάνω, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της, από 17-6-2011, αίτησης της αναιρεσείουσας, για αναίρεση της 740/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
|
Απαράδεκτη συζήτηση
|
Απαράδεκτη συζήτηση.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 12/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σκλαβουνάκο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 26271/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Π. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαντζουράνη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιουλίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 968/2012.
Αφού άκουσε
Τους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 362 του ΠΚ "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απλής δυσφημήσεως, απαιτούνται, αντικειμενικώς, ισχυρισμός ενώπιον τρίτου ή διάδοση για κάποιον άλλον γεγονότος, το οποίο είναι πρόσφορο (κατάλληλο) κατ' αντικειμενική κρίση (την κοινή αντίληψη) να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφ' ενός μεν τη γνώση, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, αφετέρου δε τη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να προβεί σε αυτόν το βλαπτικό της τιμής ή της υπολήψεως ισχυρισμό ή διάδοση. Δεν απαιτείται γνώση της αναληθείας, όπως επί συκοφαντικής δυσφημήσεως και η πεποίθηση του δράστη για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος, δεν αποκλείει το δόλο αυτού. Η διαφορά δε μεταξύ ισχυρισμού και διαδόσεως του δυσφημιστικού γεγονότος, συνίσταται στο ότι, στην μεν πρώτη περίπτωση, ο δράστης ανακοινώνει το γεγονός αυτό ως δική του πεποίθηση, ανεξαρτήτως του τρόπου που δημιουργήθηκε αυτή, στη δε δεύτερη περίπτωση, ο δράστης μεταδίδει περαιτέρω ισχυρισμό άλλου περί γεγονότος, χωρίς να υιοθετεί τον εν λόγω ισχυρισμό. Γεγονός πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου, είναι, υπό την έννοια του άρθρου 362 ΠΚ, κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, αλλά και κάθε συγκεκριμένη κατάσταση ή συμπεριφορά αναγομένη στο παρελθόν ή το παρόν, η οποία υποπίπτει στις αισθήσεις και μπορεί να αποδειχθεί, αντίκειται δε στο νόμο, την ηθική και την ευπρέπεια, ακόμη δε και κάθε συγκεκριμένη συμπεριφορά ή σχέση προσώπου, εφόσον συνάπτεται άμεσα με κάτι που έχει συμβεί. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης, αξιολογικής κρίσεως και χαρακτηρισμοί, όταν συνδέονται και σχετίζονται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία συνιστούν γεγονός, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα και στη συγκεκριμένη περίπτωση να συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας του θιγομένου. Απλές όμως κρίσεις, γνώμες και χαρακτηρισμοί που ενέχουν αμφισβήτηση, κατά την κοινή αντίληψη της κοινωνικής ή ηθικής αξίας του παθόντος ή εκδήλωση καταφρόνησης ή ονειδισμού αυτού (χωρίς να συνδέονται με συγκεκριμένο γεγονός) είναι δυνατό να θεμελιώσουν το έγκλημα της εξυβρίσεως. "Τιμή" είναι το αγαθό, όνομα ή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει, συνεπεία εκπληρώσεως από αυτό ηθικών και νομικών κανόνων, ενώ "υπόληψη" είναι το αγαθό όνομα ή εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική αξία του, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαιτέρων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου προσθέτου αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ως αληθή, στη διάταξη που εφήρμοσε, καθώς και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάσθηκε, κατά πλειοψηφία, σε ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών για απλή δυσφήμηση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως στο αιτιολογικό της, τα εξής: "Από την εκτίμηση της ανωμοτί κατάθεσης του πολιτικώς ενάγοντος και των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος διατηρεί επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας φωτιστικών ειδών και προϊόντων φωτεινού διακόσμου με τον διακριτικό τίτλο "Seasons Decorations" ενώ ο πολιτικώς ενάγων τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "Ι. Π. Φωτιστικά Α.Β.Ε.Ε." που ασκεί παρόμοια εμπορική δραστηριότητα με την παραπάνω επιχείρηση του κατηγορουμένου. Οι ανωτέρω επιχειρήσεις είναι ανταγωνίστριες και από ετών έχει αναπτυχθεί μακρόχρονη δικαστική αντιδικία μεταξύ των εκπροσώπων τους αναφορικά με δικαιώματα ευρεσιτεχνίας σε σχέση με ορισμένα προϊόντα που αμφότερες κατασκευάζουν. Στις 21-9-2005 τόσο ο κατηγορούμενος, όσο και ο πολιτικώς ενάγων, ως εκπρόσωποι των ανωτέρω επιχειρήσεων τους βρισκόταν στο κατάστημα του Δήμου Αθηναίων και, πιο συγκεκριμένα, έξω από την αίθουσα όπου διενεργούνταν από τον Δήμο Αθηναίων διαγωνισμός για την προμήθεια υλικών εορταστικού στολισμού και στον οποίο ελάμβαναν μέρος οι ως άνω επιχειρήσεις των διαδίκων καθώς επίσης και άλλες επιχειρήσεις με ομοειδές αντικείμενο δραστηριότητας. Στον πιο πάνω χώρο βρισκόταν εκτός από τον κατηγορούμενο και τον πολιτικώς ενάγοντα και άλλοι επιχειρηματίες που λάμβαναν μέρος στον διαγωνισμό και υπάλληλοι του Δήμου Αθηναίων και συζητούσαν κατά ομάδες μεταξύ τους αναμένοντας το αποτέλεσμα του διαγωνισμού. Κατά τη συζήτηση που γινόταν ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ενώπιον των παρευρισκόμενων προσώπων ότι τα προϊόντα που παρουσίαζε η επιχείρηση του πολιτικώς ενάγοντος είναι "κινέζικα", είναι "άχρηστα" και ότι ο κατάλογος των προϊόντων της αποτελούσε "εικονική πραγματικότητα". Οι πιο πάνω χαρακτηρισμοί αναφέρθηκαν από τον κατηγορούμενο με υποτιμητικό και απαξιωτικό για τον πολιτικώς ενάγοντα και την επιχείρηση του ύφος και συνδεόταν άμεσα με τα προϊόντα που παράγει η επιχείρηση του τελευταίου τα οποία ο κατηγορούμενος θεωρούσε ως κάκιστης ποιότητας και με ιδιότητες που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Τα ανωτέρω περιήλθαν σε γνώση των παρευρισκόμενων προσώπων, πολλά εκ των οποίων ετύγχαναν και ανταγωνιστές της επιχείρησης του πολιτικώς ενάγοντος, με συνέπεια να μπορούν να σχηματίσουν αρνητική εικόνα για τον πολιτικώς ενάγοντα και την επιχειρηματική δραστηριότητα του και ως εκ τούτου εθίγη η τιμή και η υπόληψη του τελευταίου ως ανθρώπου και κυρίως ως επαγγελματία. Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι με τους πιο πάνω ισχυρισμούς του ενώπιον τρίτων προσώπων μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος πλην όμως, σκόπιμα προέβη στη διάδοση αυτών αφού επιθυμούσε να μειώσει τον πολιτικώς ενάγοντα και να τον εμφανίσει στους τρίτους ως απατεώνα και κακό επαγγελματία και γενικότερα ως ανέντιμο πρόσωπο, ορμώμενος προς τούτο προφανώς από τη μεταξύ τους υπάρχουσα αντιδικία. Σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε κατά την απολογία του ότι ο χαρακτηρισμός "κινέζικα" που απέδωσε στα προϊόντα που παράγει η ανωτέρω επιχείρηση του πολιτικώς ενάγοντος αποτελούσε διαπίστωση αναφορικά με την προέλευση της πρώτης ύλης από την οποία κατασκευάζονται τα εν λόγω προϊόντα πλην όμως, ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος εφόσον ο πιο πάνω χαρακτηρισμός (για τον οποίο ο κατηγορούμενος δεν αρνείται ότι έχει μειωτικό περιεχόμενο ως προς τα προϊόντα στα οποία αναφέρεται) συνδυαστεί και με το μη αμφισβητούμενο από τον ίδιο γεγονός ότι χαρακτήρισε τα παραπάνω προϊόντα ως "άχρηστα". Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων και κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας των μελών αυτού του δικαστηρίου, πληρούται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της δυσφήμισης για το οποίο κατηγορείται εν προκειμένω ο κατηγορούμενος και ως προς το οποίο ασκήθηκε η κρινόμενη έφεση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και επομένως, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο απλής δυσφημίσεως, συνισταμένης στο ότι την 21-9-2005 στην Αθήνα, στο κατάστημα του Δήμου Αθηναίων, όπου διενεργείτο διαγωνισμός για τη προμήθεια υλικών εορταστικού στολισμού, διέδιδε στους παρευρισκομένους, ορισμένο γεγονός, που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος και ειδικότερα ότι τα προϊόντα της "ΦΩΤΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΑΕ" είναι κινέζικα, ότι τα προϊόντα που εμφανίζει ο εγκαλών είναι άχρηστα και, επίσης, εικονική πραγματικότητα που καμιά σχέση δεν έχουν με τα πραγματικά προϊόντα του, με αποτέλεσμα να θιγεί η τιμή και η υπόληψη αυτού σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο, έναντι των εκεί παρευρεθέντων και του επέβαλε την ανωτέρω ποινή. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την απαιτουμένη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απλής δυσφημίσεως, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στην ανωτέρω ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, την οποία σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Κατ' ακολουθίαν δεν ήταν απαραίτητο για τη στοιχειοθέτηση, αντικειμενικώς και υποκειμενικώς, της αξιοποίνου πράξεως για την οποία το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα και προκειμένου να είναι σαφής και πλήρης η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης να διαλάβει στην απόφασή του παραδοχές για επί πλέον περιστατικά όπως παραπονείται ο αναιρεσείων ότι δεν ελέγχθηκαν ή ότι παραλείπεται ο προσδιορισμός τους, ούτε περιέχει ασάφειες και λογικά κενά ή άλλες ελλείψεις που να καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, παρά τα όσα αβασίμως περί του αντιθέτου ισχυρίζεται ο αναιρεσείων στον πρώτο λόγο αναιρέσεως. Από τη μνεία, ειδικότερα, στην αρχή του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων ανωμοτί και ενόρκως μαρτύρων κατηγορίας και ενόρκως μαρτύρων υπερασπίσεως, τα αναγνωσθέντα έγγραφα, τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και την απολογία του κατηγορουμένου προκύπτει αναμφιβόλως ότι το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε καθολική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και όχι σε επιλεκτική ορισμένων από αυτά. Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του αυτού πρώτου λόγου, με τις οποίες προβάλλεται η αντίθεση των επισημαινομένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τον ισχυρισμό ότι, στην πραγματικότητα, παρά την περί του αντιθέτου αναφορά στην απόφαση, δεν ελήφθησαν υπόψη αποδεικτικά μέσα, διότι, διαφορετικά, δεν δικαιολογείται το πόρισμα της αποφάσεως ως προς την ιδιότητα του εγκαλούντος ως εκπροσώπου της άνω εταιρείας, ως προς το ενώπιον ποίων ο αναιρεσείων διέδωσε τους άνω ισχυρισμούς, ως προς το αν όντως διέδωσε αυτούς και αν ο ισχυρισμός ότι ο κατάλογος των προϊόντων που προωθεί ως επιχειρηματίας αποτελεί "εικονική πραγματικότητα" απετέλεσε δυσφημιστική έκφραση για τον εγκαλούντα, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και είναι απαράδεκτοι. Η εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, την οποία πλήττουν ως εσφαλμένη οι αυτές αιτιάσεις του πρώτου λόγου αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας της αποφάσεως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς και οι συναφείς αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, δεν συνιστούν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως. Ειδικότερα ως προς την αιτίαση, στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ότι υφίσταται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον δόλο του αναιρεσείοντος, ο λόγος πρέπει να απορριφθεί καθ' όσον η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε, στην προπαρατεθείσα αιτιολογία ότι ο "κατηγορούμενος γνώριζε ότι με τους πιο πάνω ισχυρισμούς του ενώπιον τρίτων προσώπων μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος" και ότι "σκόπιμα προέβη στη διάδοση αυτών αφού επιθυμούσε να μειώσει τον πολιτικώς ενάγοντα και να τον εμφανίσει στους τρίτους ως απατεώνα και κακό επαγγελματία και γενικότερα ως ανέντιμο πρόσωπο, ορμώμενος προς τούτο προφανώς από τη μεταξύ τους υπάρχουσα αντιδικία". Με αιτίαση στον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση στερείται της επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι στο σκεπτικό της αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ενώ κανένας μάρτυρας κατηγορίας δεν εξετάσθηκε. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι εφόσον το Δικαστήριο αναφέρει στην απόφασή του ότι για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και κατηγορίας που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο και εν συνεχεία αναφέρει ότι έλαβε υπόψη την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, παρέπεται ότι έλαβε υπόψη και την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος που δόθηκε ανωμοτί, ως του κατ' εξοχήν μάρτυρα κατηγορίας, από την παραδεκτή επισκόπηση δε των πρακτικών της αναιρεσιβαλλομένης, για την έρευνα του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι πλην του πολιτικώς ενάγοντος που εξετάσθηκε ανωμοτί και της συζύγου του αναιρεσείοντος Μ. Π. που εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας υπερασπίσεως κανένας άλλος μάρτυρας δεν εξετάσθηκε, η δε αντίθετη μνεία στο σκεπτικό περί ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων και κατηγορίας πρέπει να αποδοθεί σε προφανή από αβλεψία παραδρομή. Κατ' ακολουθίαν αυτών είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' του ΚΠοινΔ.
Κατά το άρθρο 502 παρ. 2 του ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει για εκείνα μόνο τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως στα οποία αναφέρονται οι λόγοι της εφέσεως. Από τη διάταξη συνάγεται ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως και συνακολούθως η εξουσία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προσδιορίζεται από την έκταση αυτής και των λόγων εφέσεως και μπορεί να είναι είτε καθολικό, όταν προσβάλλεται ολόκληρη η απόφαση, δηλαδή όλα τα κεφάλαια αυτής, είτε μερικό, όταν προσβάλλονται ορισμένα μόνο από τα κεφάλαιά της και ότι, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έχει εξουσία να κρίνει, σύμφωνα και με την αρχή, "τόσο μεταβιβάζεται όσο εκκαλείται", μόνον επί εκείνων των μερών της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι εφέσεως και αν δεν πράξει τούτο ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Η' λόγος ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Αν, αντιθέτως, το εφετείο αποφασίσει και για μη μεταβιβασθέν σ' αυτό με την έφεση κεφάλαιο τότε ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Η ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για θετική υπέρβαση εξουσίας. Τα ανωτέρω ισχύουν και επί εφέσεως, η οποία ασκείται από τον Εισαγγελέα κατ' άρθρο 486 παρ. 1 γ ΚΠΔ, που πρέπει, κατά την παραγ. 3 της ίδιας διάταξης, να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη.
Στην κρινομένη περίπτωση ο αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος της πράξεως της απλής δυσφημήσεως με την πρωτόδικη 100766/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε την με αριθμό 14274/2009 έφεση η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, Παναγιώτα Φάκου, στην οποία αναγράφονται τα ακόλουθα: "... η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, Παναγιώτα Α. Φάκου, ... ασκεί έφεση....... κατά της υπ' αριθμ. 100766 απόφασης της 3/11/2009 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και μόνον κατά το μέρος αυτής, με το οποίο κηρύχθηκε αθώος ο Γ. Τ. του Α., .... κατηγορούμενος, μεταξύ άλλων, για δυσφήμηση (παράβαση διατάξεων των άρθρων 1, 14, 26§1α, 27§1, 362 του ΠΚ), αιτούμενος ... την εξαφάνιση της απόφασης, κατά της οποίας ασκήθηκε η έφεση, την κήρυξη του κατηγορουμένου ενόχου της ανωτέρω πράξεως και την καταδίκη αυτού σε ανάλογη ποινή, για το λόγο ότι έγινε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ... και έτσι κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος, ενώ ... αποδείχθηκε, ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την ανωτέρω πράξη, για την οποία κατηγορούνταν ... Επομένως, το ως άνω Δικαστήριο δεν εκτίμησε ορθώς τα αποδεικτικά μέσα και κήρυξε, ως μη έδει, αθώο τον κατηγορούμενο της εν λόγω πράξεως ...". Από το άνω περιεχόμενο της εφέσεως της Εισαγγελέως συνάγεται ότι ασκήθηκε έφεση ως προς τον αναιρεσείοντα και μεταβιβάσθηκε προς κρίση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου η υπό στοιχείο 2 πράξη του κλητηρίου θεσπίσματος, ήτοι ότι: "... 2) Στην Αθήνα την 21-9-2005 διέδωσαν ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον ορισμένο γεγονός, που μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του. Συγκεκριμένα, στο κατάστημα του Δήμου Αθηναίων, όπου διενεργείτο διαγωνισμός για τη προμήθεια υλικών εορταστικού στολισμού, διέδιδαν στους παρευρισκόμενους, ότι τα προϊόντα της "ΦΩΤΟΔΙΑΣΤΑΣΗ Α.Ε." είναι κινέζικα, τα προϊόντα που εμφανίζει ο Π. (εγκαλών) είναι άχρηστα και, επίσης, εικονική πραγματικότητα, που καμιά σχέση δεν έχουν με τα πραγματικά προϊόντα του, με αποτέλεσμα να θιγεί η τιμή και η υπόληψη αυτού σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο έναντι των εκεί παρευρεθέντων", δηλαδή μεταβιβάσθηκε προς κρίση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου το σύνολο της κατηγορίας για την απλή δυσφήμηση και δεν ασκεί ουδεμία έννομη επιρροή το ότι στην αιτιολογία της ασκηθείσης εφέσεως δεν έγινε αναφορά και στον χαρακτηρισμό "άχρηστα", όπως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, καθ' όσον το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως δεν κρίνεται από τις επιμέρους αναφορές σε λέξεις και φράσεις, που υπάρχουν ή δεν υπάρχουν σ' αυτήν, αλλά από το αίτημα καταδίκης του αναιρεσείοντος για την πράξη για την οποία ασκείται η έφεση.
Συνεπώς το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που επελήφθη της εκδικάσεως της εν λόγω πράξεως δεν υπέπεσε σε θετική υπέρβαση εξουσίας, επειδή ο χαρακτηρισμός "άχρηστα" δεν αναφέρεται στην ως άνω έφεση.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί, ως προς την αιτίαση αυτή, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 Η' ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 146/1914: "Ο εν γνώσει της αναληθείας ισχυριζόμενος ή διαδίδων ως προς την επιχείρησιν ή εργασίαν ετέρου, το πρόσωπον του ιδιοκτήτου ή του διευθυντού αυτής, τα εμπορεύματα ή τας βιομηχανικάς εργασίας τρίτου, ειδήσεις, δυναμένας να βλάψωσι της επιχείρησιν, τιμωρείται με φυλάκισιν μέχρις εξ μηνών και με χρηματικήν ποινήν (μέχρι τριών χιλιάδων δραχμών) ή με μίαν των ποινών τούτων. Δια της αυτής ποινής τιμωρείται και ο κύριος ή ο διευθυντής της επιχειρήσεως, εάν οι περί ων πρόκειται ισχυρισμοί ή διαδόσεις εγένοντο εν γνώσει αυτού παρά τίνος των υπαλλήλων ή των αντιπροσώπων του.". Η διάταξη αποβλέπει στην προστασία των συναλλαγών εν γένει. Προστατευόμενο έννομο αγαθό δια της άνω ποινικής διατάξεως είναι η οικονομική δημόσια τάξη, ήτοι η εύρυθμη λειτουργία του οικονομικού βίου στο πεδίο των συναλλαγών, ενώ δια της απλής δυσφημήσεως προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η τιμή και η υπόληψη του προσώπου. Άλλωστε, ούτε η μία από τις ανωτέρω δύο πράξεις αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης, ούτε η μία χρησιμεύει κατά νόμον ως αναγκαίο μέσον για τη διάπραξη της άλλης, αλλά ούτε και η μία εμφανίζεται ως συνέπεια της άλλης, που προηγήθηκε, έτσι, ώστε να διώκεται μόνον η μία και να απορροφάται η άλλη, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της φαινομένης συρροής. Με αιτίαση στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, έπρεπε να δικασθεί για το πλημμέλημα του άρθρου 12 του Ν. 146/1914 και όχι για το πλημμέλημα της απλής δυσφημήσεως του πολιτικώς ενάγοντος. Ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 510 παρ. 1 ε' πρέπει και κατά τούτο να απορριφθεί διότι στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 362 ΠΚ, καθόσον, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα στην αναιρεσιβαλομένη απόφαση, με τις άνω φράσεις, ετρώθη η τιμή και η υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος ως προσώπου, πράγμα το οποίο απετέλεσε και το αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης, είναι δε αδιάφορον το αν τιμωρήθηκε ή μη και για το κατ' ιδέαν αληθώς συρρέον με αυτό έγκλημα της διατάξεως του άρθρου 12 του Ν. 146/1914.
Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 583 παρ.1 του ΚΠοινΔ και 183, 176 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.7.2012 (με αριθ. πρωτ. 5596/ 10.8.2012) δήλωση - αίτηση αναιρέσεως του Γ. Τ., κατά της υπ' αριθ. 26271/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προστατευόμενο έννομο αγαθό δια της άνω ποινικής διατάξεως του άρθρου 12 του Ν. 146/1914 είναι η οικονομική δημόσια τάξη, ήτοι η εύρυθμη λειτουργία του οικονομικού βίου στο πεδίο των συναλλαγών, ενώ για το έγκλημα της απλής δυσφημήσεως προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η τιμή και η υπόληψη του προσώπου. Περαιτέρω ούτε η μία εγκληματική πράξη αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης εγκληματικής πράξεως, ούτε η μία εγκληματική πράξη χρησιμεύει κατά νόμον ως αναγκαίο μέσον για τη διάπραξη της άλλης εγκληματικής πράξεως, αλλά ούτε και η μία εγκληματική πράξη εμφανίζεται ως συνέπεια της εγκληματικής πράξεως, που προηγήθηκε, έτσι, ώστε να διώκεται μόνον η εγκληματική πράξη που προηγήθηκε, εξ ης να απορροφάται η άλλη εγκληματική πράξη, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της φαινόμενης συρροής. Συνεπώς εάν με την αυτή εγκληματική πράξη πραγματωθεί η υπόσταση και των δύο αυτών εγκλημάτων, αυτά συρρέουν αληθώς.
| null | null | 2
|
Αριθμός 15/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Π. Σ., έως και 34) Α. Ε. Α., κατοίκων ... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην του 32ου αναιρεσείοντος που δεν παραστάθηκε, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τοκατλίδη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο 32ος των αναιρεσειόντων Ε. Τ. του Γ. απεβίωσε στις 23-8-2011 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμες κληρονόμοι του α) Α. χα Ε. Τ., το γένος Κ. Ρ., β) Α. Ε. Τ. και γ) Κ. Ε. Τ., κάτοικοι ..., που εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης - Αποχέτευσης Λαμίας" (ΔΕΥΑΛ), που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δούμα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-4-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, του ήδη αποβιώσαντος Ευαγγέλου Τσικλητήρα και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 159/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-12-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 13-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, τη συνδρομή των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.
Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής. Εξάλλου, γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των αποδοχών κατηγοριών εργαζομένων, που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες, συντρέχουν όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία κάτω από διαφορετικό νομικό καθεστώς ήτοι, όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή προκειμένου περί κατηγοριών απασχολουμένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όταν η μία απασχολείται στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή Ν.Π.Δ.Δ. και η άλλη σε Ν.Π.Ι.Δ. ή γενικώς στον ιδιωτικό τομέα. Εξάλλου, το άρθρο 1 της από 21-12-2000 Κλαδικής ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου προσωπικού των ΟΤΑ", που υπεγράφη μεταξύ των εκπροσώπων, αφ' ενός του Δημοσίου και του τότε "Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης" και αφ' ετέρου της "Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Προσωπικού Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΠΟΠ - ΟΤΑ)", ορίζει ότι "στις διατάξεις της, υπάγεται το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου όλων των κατηγοριών και ειδικοτήτων που απασχολείται στους Δήμους, στις Κοινότητες, στους Συνδέσμους, στα Ιδρύματα και στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, των Δήμων και Κοινοτήτων και σε Οργανισμούς, που εξαρτώνται ή επιχορηγούνται από τους Δήμους ή τις Κοινότητες, με συμβάσεις εργασίας αορίστου και ορισμένου χρόνου και εφαρμόζεται αποκλειστικά στα μέλη των σωματείων που ανήκουν μόνο στη δύναμη της ΠΟΠ - ΟΤΑ ...". Με το άρθρο 5 της ανωτέρω Κλαδικής ΣΣΕ, για τους υπαγομένους στο πεδίο εφαρμογής της βάσει του ανωτέρω άρθρου 1 αυτής, ισχύει πλέον και η υπ' αρ. 2/83422/0022/5-12-2000 Κοινή Υπουργική απόφαση Υπουργών Εσωτερικών Δημοσίας Διοίκησης και Αποκέντρωσης & Οικονομικών, εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 5§3 Ν. 2685/1999, σύμφωνα με την οποία χορηγείται από 1/3/2000 εφάπαξ αποζημίωση του προσωπικού των ΟΤΑ πρώτης βαθμίδας ποσού δραχμών 396.000 το χρόνο. Ακολούθως εκδόθηκαν και άλλες "ΚΥΑ Υπ ΕΔΔΑ & Υπ Οικ.", δυνάμει της ίδιας εξουσιοδοτικής διάταξης (αρ. 5§3 Ν. 2685/1999), που επαύξησαν το ποσό της εφάπαξ αποζημίωσης αυτής, ήτοι εκδόθηκαν η ΚΥΑ 2/71516/0022/12-12-2001 (αύξηση σε δραχμές 480.000 από 1/1/2001), η ΚΥΑ 2/31607/0022/17-6-2002 (αύξηση σε € 2.112 από 1/1/ 2002), η ΚΥΑ 2/6771/0022/5-2-2004 (αύξηση σε € 206 μηνιαίως από 1/1/ 2004) και η ΚΥΑ 2/35576/0022/13-7-2005 (αύξηση σε € 238 μηνιαίως από 1/1/2005, σε € 270 από 1/7/2005 και σε 325 ευρώ από 1-7-2006, αντίστοιχα. Επίσης, με το Ν. 1069/1980 προβλέφθηκε η σύσταση δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης (ΔΕΥΑ) και παράλληλα ορίσθηκε ότι το προσωπικό των επιχειρήσεων αυτών θα συνδέεται με αυτές με συµβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ οι εργασιακές σχέσεις, συμπεριλαμβανομένων των αποδοχών, θα διέπονται από Οργανισµό Εσωτερικής Υπηρεσίας, ανά επιχείρηση. Συγκεκριμένα, σύµφωνα µε το άρθρο 1§1 εδ. α' και β' του ανωτέρω νόµου, "Δια την άσκησιν των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος υδρεύσεως και αποχετεύσεως οικιστικών κέντρων της Χώρας, εξαιρέσει των πόλεων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των µειζόνων αυτών περιοχών, δύναται να συνιστώνται κατά την παράγραφον 3 του παρόντος άρθρου εις έκαστον Δήµον ή Κοινότητα της Χώρας ή υπό πλειόνων Δήµων ή Κοινοτήτων ή Δήµων και Κοινοτήτων ενιαίαι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως. Αι ανωτέρω Επιχειρήσεις αποτελούν ίδια Νοµικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου, κοινωφελούς χαρακτήρος, διεπόµενα υπό των κανόνων της Ιδιωτικής οικονομίας, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως υπό νόµου". Με το άρθρο 7§1 του ιδίου Νόµου ορίσθηκε ότι "Δι' Οργανισµού Εσωτερικής Υπηρεσίας, συντασσομένου δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συµβουλίου της επιχειρήσεως, εγκρινομένης υπό το Υπουργού Εσωτερικών µετά γνώµην των οικείων Δηµοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, καθορίζεται η οργάνωσις, η σύνθεσις και η αρµοδιότης των υπηρεσιών, ο αριθµός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού, αναλόγως προς τας ανάγκας της επιχειρήσεως, η κατά µισθολογικά κλιµάκια κατανοµή των θέσεων του προσωπικού καθ' οµάδας ειδικοτήτων και αναλόγως της βαθμίδος εκπαιδεύσεως, αι αποδοχαί, ως και ο τρόπος προσλήψεως και απολύσεως και το αρµόδιον προς τούτο όργανον", ενώ µε την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι "το κατά την προηγουμένην παράγραφον προσωπικόν της επιχειρήσεως συνδέεται µετ' αυτής δια συµβάσεως εργασίας Ιδιωτικού δικαίου ...". Εξάλλου, µε την από 7/7/1998 Κλαδική Συλλογική Σύµβαση Εργασίας, "για τη ρύθµιση των όρων αµοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ΔΕΥΑ όλης της χώρας", η οποία υπεγράφη µεταξύ εκπροσώπων της Ένωσης Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων στις ΔΕΥΑ και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αρ. 12074/14-10-1998 Απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 1042/Β/6-10-1998, καθορίσθηκαν τα μισθολογικά κλιμάκια και τα επιδόματα, που καταβάλλονται στους εργαζομένους των ΔΕΥΑ. Ακολούθως υπεγράφησαν οι Κλαδικές ΣΣΕ της 1/6/2001, της 7/8/2003, 26/3/2004 και της 19/5/2005, με ανάλογες διατάξεις. Με βάση το άρθρο 7 αυτών, ως ημέρες αργίας των εργαζομένων στις ΔΕΥΑ, ορίζονται οι ισχύουσες στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Επίσης το άρθρο 13§1 επαναλαμβάνει την αρχή της ευνοίας υπέρ των εργαζομένων, ορίζοντας ότι τυχόν ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους όροι εργασίας, αποδοχές ή επιδόματα, που προβλέπονται από Νόμους, ΣΣΕ, Διαιτητικές Αποφάσεις, έθιμα ή ΟΕΥ των ΔΕΥΑ, δεν θίγονται από τις Κλαδικές ΣΣΕ των ΔΕΥΑ. Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, ότι με το ΠΔ 544/1981 συστήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 1 Ν. 1069/1980, το εναγόμενο Νομικό Πρόσωπο της "Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης - Αποχέτευσης Λαμίας - ΔΕΥΑΛ". Οι αποδοχές των εργαζομένων σε αυτό και εν γένει τα θέματα, που αναφέρει η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 7§1 Ν. 1069/1980, διέπονται από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας, όπως αυτός ισχύει, με βάση τη 17044/31-7-1989 εγκριτική απόφαση του Νομάρχη Φθιώτιδας, που εκδόθηκε και δημοσιεύθηκε σύμφωνα με το άρθρο 7 Ν. 1069/1980. Το άρθρο 7 του ΟΕΥ της ΔΕΥΑΛ, ως προς τις αποδοχές των εργαζομένων, παρέπεμπε στις Επιχειρησιακές ΣΣΕ, που θα υπέγραφε το αναγνωρισμένο Σωματείο των εργαζομένων με το Διοικητικό Συμβούλιο της εργοδότριας εναγομένης, σύμφωνα και με τους ισχυρισμούς των εναγόντων. Οι ενάγοντες, με την αγωγή τους, εξέθεσαν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο Νομικό Πρόσωπο, κατά τις αναφερόμενες για καθένα, ημεροχρονολογίες και απασχολούνται σε αυτό ως υπάλληλοι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ότι οι αποδοχές τους καθορίζονται από α) τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του εναγομένου, όπως αυτός ισχύει με βάση τη 17044/31-7-1989 εγκριτική απόφαση του Νομάρχη Φθιώτιδας, το άρθρο 7 του οποίου (ΟΕΥ της ΔΕΥΑΛ), ως προς τις αποδοχές των εργαζομένων, παραπέμπει στις Επιχειρησιακές ΣΣΕ, που υπογράφει το αναγνωρισμένο Σωματείο των εργαζομένων με το Διοικητικό Συμβούλιο της εργοδότριας εναγομένης, β) την Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας "για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ΔΕΥΑ όλης της χώρας", που υπεγράφη την 7/7/1998 μεταξύ εκπροσώπων της Ένωσης Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης "ΕΔΕΥΑ" και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων στις ΔΕΥΑ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 12074/17-9-1998 Απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 1042/Β/6-10-1998 και από τις όμοιες Κλαδικές ΣΣΕ της 1/6/2001, της 7/8/2003, 26/3/2004, που περιέχουν αντίστοιχες διατάξεις και γ) την από 22/11/2000 Επιχειρησιακή ΣΣΕ, που υπεγράφη μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης, εργοδότριας και του Σωματείου εργαζομένων σε αυτήν, ενώ ακολούθησαν οι Επιχειρησιακές ΣΣΕ της 21/7/ 2004 και της 28/2/2005. Με τις ως άνω Επιχειρησιακές ΣΣΕ καθορίζονται, μεταξύ άλλων, τα μισθολογικό κλιμάκια, τα καταβαλλόμενα επιδόματα και οι αποζημιώσεις των εργαζομένων. Σύμφωνα και με τους ισχυρισμούς των εναγόντων, με το άρθρο 7§2 των Επιχειρησιακών ΣΣΕ γίνεται παραπομπή "στις αντίστοιχες διατάξεις που εφαρμόζονται στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ)" ως προς το ωράριο εργασίας και τις ημέρες αργίας και το άρθρο 9§3 προβλέπει ότι "ευνοϊκότεροι όροι αμοιβής, που προβλέπονται από Νόμους - Διατάγματα -Συλλογικές Συμβάσεις Κλαδικές ή Ομοιοεπαγγελματικές, που είναι υποχρεωτικά εκτελεστές δεν θίγονται με την παρούσα ΣΣΕ". Εκθέτουν επίσης, ότι σύμφωνα με τις Κλαδικές ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου προσωπικού των ΟΤΑ", στις οποίες υπάγεται το "προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου όλων των κατηγοριών και ειδικοτήτων που απασχολείται στους Δήμους, στις Κοινότητες (ΠΟΠ - ΟΤΑ), στους Συνδέσμους, στα Ιδρύματα και στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου δικαίου των Δήμων και Κοινοτήτων και σε Οργανισμούς που εξαρτώνται ή επιχορηγούνται, από τους Δήμους ή τις Kοινότητες, με συμβάσεις εργασίας αορίστου και ορισμένου χρόνου" και ειδικότερα με το άρθρο 5 της από 21-12-2000 Κλαδικής ΣΣΕ, για τους υπαγομένους στο πεδίο εφαρμογής της βάσει του ανωτέρω άρθρου 1 αυτής, ισχύει και η 2/83422/0022/5-12-2000 Κοινή Υπουργική Απόφαση Υπουργών Εσωτερικών Δημοσίας Διοίκησης και Αποκέντρωσης & Οικονομικών, εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 5§3 Ν. 2685/1999 (κάλυψη δαπανών των μετακινουμένων υπαλλήλων εντός και εκτός επικράτειας και άλλες διατάξεις), σύμφωνα με την οποία χορηγείται από 1/3/2000 εφάπαξ αποζημίωση του προσωπικού των ΟΤΑ πρώτης βαθμίδας ποσού δραχμών 396.000 το χρόνο. Ότι, ακολούθως, εκδόθηκαν και άλλες "ΚΥΑ Υπ ΕΔΔΑ & Υπ Οικ.", δυνάμει της ίδιας εξουσιοδοτικής διάταξης, που επαύξησαν το ποσό της εφάπαξ αποζημίωσης αυτής. Με βάση τα παραπάνω ισχυρίστηκαν ότι το εναγόμενο Νομικό Πρόσωπο οφείλει να τους καταβάλει την ως άνω αποζημίωση (άλλως επίδομα) για κάλυψη δαπανών των μετακινουμένων υπαλλήλων εντός και εκτός επικράτειας, για τους παρακάτω λόγους: α) ως εργαζόμενοι σε ΔΕΥΑ εμπίπτουν ευθέως στο πεδίο εφαρμογής των ΚΥΑ ΥπΕΔΔΑ & Υπ Οικ., άλλως θα πρέπει να λάβουν το ίδιο "επίδομα κίνησης", όπως και όλοι όσοι ευθέως το λαμβάνουν μέσω των ΚΥΑ Υπ ΕΔΔΑ & Υπ Οικ. που το θεσπίζουν, δεδομένου ότι οι ρητά προσδιοριζόμενοι δικαιούχοι του επιδόματος κίνησης, καθορίζονται με γνώμονα την υπηρεσία τους (εργαζόμενοι του Δημοσίου, εργαζόμενοι στους ΟΤΑ) και όχι τις κατ' ιδίαν αρμοδιότητές τους και αφού οι ίδιοι παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε ΝΠΙΔ, θα πρέπει και αυτοί να τύχουν της ίδιας μεταχείρισης, σύμφωνα με την αρχή της ισότητας (άρθρο 4 & 1 του Συντάγματος) και την αρχή της ίσης μεταχείρισης σε εργασιακές σχέσεις (άρθρο 22§1β του Συντάγματος). β) Oι ΚΥΑ, που το προβλέπουν ενσωματώθηκαν στις Κλαδικές ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου προσωπικού των ΟΤΑ (ΠΟΠ - ΟΤΑ)" και το προσωπικό των ΔΕΥΑ υπάγεται στις ανωτέρω Κλαδικές ΣΣΕ των εργαζομένων στους ΟΤΑ, κατά παραπομπή των δικών τους Κλαδικών ΣΣΕ των ΔΕΥΑ, των Επιχειρησιακών ΣΣΕ του εναγομένου και του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας αυτού. Ειδικά δε, ως προς τις Επιχειρησιακές ΣΣΕ του εναγομένου, επικαλούνται το άρθρο 9§3, που προβλέπει ότι "ευνοϊκότεροι όροι αμοιβής, που προβλέπονται από Νόμους - Διατάγματα - Συλλογικές Συμβάσεις Κλαδικές ή Ομοιοεπαγγελματικές, που είναι υποχρεωτικά εκτελεστές δεν θίγονται με την παρούσα ΣΣΕ" και το άρθρο 7§2, με το οποίο γίνεται παραπομπή "στις αντίστοιχες διατάξεις που εφαρμόζονται στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ)" ως προς το ωράριο εργασίας και τις ημέρες αργίας, επικαλούμενοι και αντίστοιχες διατάξεις του ΟΕΥ του εναγομένου. γ) Oι εργαζόμενοι στη ΔΕΥΑ Τρικάλων (της οποίας ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας, στο άρθρο 29, ως προς τις αποδοχές των εργαζομένων στη ΔΕΥΑ Τρικάλων, ρητά παραπέμπει στις εκάστοτε Κλαδικές ΣΣΕ για εργαζομένους στους ΟΤΑ), δικαιούνται της ως άνω αποζημίωσης, σύμφωνα και με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Τρικάλων. Ενόψει των ανωτέρω ζήτησαν να καταδικασθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς το ποσό των 9.838 ευρώ, άλλως, βάσει των διατάξεων περί αδικοπραξιών, άλλως, βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Στη συνέχεια το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ερευνώντας την αγωγή, δέχθηκε ότι Α) το αίτημα των εναγόντων να λάβουν το επίδομα, που θεσπίζουν οι ανωτέρω ΚΥΑ Υπ ΕΔΔΑ & Υπ Οικ., ως ανήκοντες στο πεδίο εφαρμογής αυτών δεν είναι νόμιμο, διότι οι τελευταίοι δεν ανήκουν στο ρυθμιστικό πεδίο των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες χορηγούν το εν λόγω επίδομα μόνον σε εργαζομένους στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Β) Mη νόμιμο είναι το ίδιο αίτημα με βάση τη διάταξη του άρθρου 4§1 του Συντάγματος, καθόσον η μη υπαγωγή των εργαζομένων στις ΔΕΥΑ στο πεδίο εφαρμογής των ΚΥΑ, που θεσπίζουν το επίδομα, δεν συνιστά αυθαίρετη δυσμενή διάκριση εις βάρος τους, αλλά δικαιολογείται από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, αφού οι εργαζόμενοι στους ΟΤΑ παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε δημόσια νομικά πρόσωπα, υπό διαφορετικές συνθήκες (πρόσληψης, υπηρεσιακής εξέλιξης, μονιμότητας ή μη, λύσεως της υπηρεσιακής σχέσεως), υπάγονται σε διαφορετικό μισθολογικό καθεστώς, συγκριτικά προς τους εργαζομένους στις ΔΕΥΑ, ισχύουν δηλαδή για αυτούς διαφορετικές Κλαδικές ΣΣΕ, ενώ αντίθετα οι εργαζόμενοι στις ΔΕΥΑ παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε Νομικά Πρόσωπα, "διεπόμενα υπό των κανόνων της Ιδιωτικής οικονομίας", σύμφωνα με το άρθρο 1§1 εδ. β' Ν. 1069/1980, συνδέονται άπαντες με αυτό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, έχουν διαφορετικές διαδικασίες πρόσληψης, υπηρεσιακής εξέλιξης, μονιμότητας ή μη, λύσεως της υπηρεσιακής σχέσης, αλλά και διαφορετικό μισθολογικό καθεστώς, το οποίο διέπεται από Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας, Επιχειρησιακές ΣΣΕ και διαφορετικές Κλαδικές ΣΣΕ, που συνάπτονται σύμφωνα με τους όρους που διέπουν την Ιδιωτική Οικονομία. Γ) Οι ενάγοντες δεν μπορούν να υπαχθούν στις ανωτέρω ΚΥΑ, που χορηγούν το επίδικο επίδομα, ούτε δυνάμει του άρθρου 22§1 εδαφ. β' του Συντάγματος, διότι οι εργαζόμενοι στους ΟΤΑ, για τους οποίους θεσπίσθηκαν οι ΚΥΑ αυτές, έχουν διαφορετικό εργοδότη από τους ενάγοντες, ενώ η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης του άρθρου 22§1 εδαφ. β' του Συντάγματος προϋποθέτει ταυτότητα του προσώπου του εργοδότη για τις δύο κατηγορίες εργαζομένων για τους οποίους ζητείται η ίδια μεταχείριση. Δ) Δεν δικαιούνται το επίδικο επίδομα, ούτε δυνάμει των συλλογικών ρυθμίσεων, που διέπουν τις εργασιακές τους σχέσεις, διότι: Οι Κλαδικές ΣΣΕ των ΔΕΥΑ, δεν προέβλεψαν επίδομα, όπως το επίδομα, που ζητείται με την αγωγή, ούτε ενσωμάτωσαν ευθέως τις ΚΥΑ, που το θέσπισαν, δεν παραπέμπουν στις Κλαδικές ΣΣΕ "ΠOE - ΟΤΑ", ως προς τις αμοιβές των εργαζομένων, αλλά μόνον ως προς τις ημέρες αργίας (άρθρο 7), ενώ η διάταξη του άρθρου 13, που επαναλαμβάνει την αρχή της ευνοίας του Ν. 1876/1990, δεν παραπέμπει σε άλλες διατάξεις, αλλά απλώς επαναλαμβάνει ότι ισχύει η πλέον ευνοϊκή για τον εργαζόμενο διάταξη, μεταξύ των διαφόρων κανονιστικών διατάξεων, που ισχύουν επί των εργασιακών σχέσεων των ΔΕΥΑ, είτε α) αυτές ισχύουν, ευθέως, διότι περιλαμβάνουν στο ρυθμιστικό τους πεδίο τους εργαζομένους των ΔΕΥΑ, ενώ, οι διατάξεις των ΚΥΑ δεν περιλαμβάνουν εργαζομένους των ΔΕΥΑ στο πεδίο εφαρμογής τους είτε β) ισχύουν κατά παραπομπή από άλλες διατάξεις, διάφορες του άρθρου 13 (όπως επί παραδείγματι οι διατάξεις των Κλαδικών ΣΣΕ "ΠOE - OTA" περί αδειών ισχύουν για τους εργαζομένους στις ΔΕΥΑ λόγω παραπομπής σε αυτές του άρθρου 7 των Κλαδικών ΣΣΕ των ΔΕΥΑ), γ) έστω ισχύουν κατ' εφαρμογήν των αρχών της ισότητας και ίσης μεταχείρισης, που εν προκειμένω δεν ισχύουν. Δεδομένου, ότι οι ΚΥΑ που θεσπίζουν το επίδομα, δεν εφαρμόζονται ευθέως στους εργαζομένους των ΔΕΥΑ, ούτε κατά παραπομπή από διάταξη των Κλαδικών ΣΣΕ των ΔΕΥΑ, ούτε με εφαρμογή των άρθρων 4§1 και 22§1 εδ. β' του Συντάγματος, για το λόγο αυτό η διάταξη του άρθρου 13 των Κλαδικών ΣΣΕ, που επαναλαμβάνει την αρχή της ευνοίας του Ν. 1876/1990, δεν συνιστά νόμιμο έρεισμα για τη χορήγηση του επιδόματος. Εξάλλου, το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι στη ΔΕΥΑ Τρικάλων λαµβάνουν το επίδικο επίδοµα, δεν µπορεί να θεμελιώσει το αίτημα των για την εφαρµογή της αρχής της ισότητας και ίσης µεταχείρισης, αφού, σύµφωνα και µε τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο ίδιος ο Οργανισµός Εσωτερικής Υπηρεσίας της ΔΕΥΑ Τρικάλων στο άρθρο 29, ως προς τις αποδοχές των εργαζομένων στη ΔΕΥΑ Τρικάλων, ρητά παραπέµπει στις εκάστοτε Κλαδικές ΣΣΕ για εργαζομένους στους ΟΤΑ, ήτοι και στις ενσωµατωθείσες σε αυτούς ΚΥΑ Υπ ΕΔΔΑ & Υπ Οικ. που προβλέπουν το επίδομα, πλην όµως α) οι εργασιακές σχέσεις των εναγόντων, εργαζομένων στη ΔΕΥΑ Λαµίας δεν ανήκουν στο ρυθμιστικό πεδίο του ΟΕΥ της ΔΕΥΑ Τρικάλων, β) οι διατάξεις του ΟΕΥ της ΔΕΥΑ Τρικάλων δεν ισχύουν ούτε κατά παραπομπή, αφού καµία κανονιστική ή άλλη διάταξη, που διέπει τις σχέσεις εργασίας των εναγόντων, δεν παραπέμπει σε αυτόν γ) οι ενάγοντες δεν δύνανται να ζητούν νoμίμως την αυτή μεταχείριση με τους εργαζομένους στη ΔΕΥΑ Τρικάλων, αφού οι τελευταίοι έχουν διαφορετικό εργοδότη, ενώ η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης του άρθρου 22§1 εδαφ. β' του Συντάγματος προϋποθέτει ταυτότητα του προσώπου του εργοδότη για τις δύο κατηγορίες εργαζομένων για τους οποίους ζητείται η ίδια μεταχείριση, όπως προαναφέρεται στη νομική σκέψη της παρούσας, δ) οι ενάγοντες δεν δικαιούνται το επίδομα με βάση την αρχή της ισότητας του άρθρου 4§1 του Συντάγματος, επικαλούμενοι τη λήψη του επιδόματος από τους εργαζομένους στη ΔΕΥΑ Τρικάλων, διότι έχουν διαφορετικό εργοδότη, υπάγονται σε διαφορετικό μισθολογικό καθεστώς συγκριτικά προς αυτούς (ισχύουν διαφορετικές Επιχειρησιακές ΣΣΕ και Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας, ο οποίος ακριβώς θεσπίζει για τους εργαζομένους της ΔΕΥΑ Τρικάλων έστω κατά παραπομπή στις Κλαδικές ΣΣΕ "ΠΟΕ - ΟΤΑ"), ενώ, εξ άλλου, η διάταξη που με παραπομπή χορηγεί το επίδομα στους εργαζομένους της ΔΕΥΑ Τρικάλων ανήκει στον ΟΕΥ της τελευταίας, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 7§1 του Νόμου 1069/1980, είναι απόφαση του ΔΣ αυτού, οπότε, αφού μεταξύ των εργαζομένων στη ΔΕΥΑ Τρικάλων και στη ΔΕΥΑ Λαμίας υπάρχει διαφορά ως προς το ρυθμιστικό παράγοντα των μισθολογικών καταστάσεων των δύο κατηγοριών, η όποια διαφορά μισθών δεν είναι αυθαίρετη. Δέχθηκε, επίσης, το Πρωτοδικείο, ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται το εν λόγω επίδομα, ούτε με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, διότι η αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης μπορεί, πέραν της αξιώσεως από τη σύμβαση, να επιστηρίξει και αξίωση αποζημιώσεως εξ αδικοπραξίας, μόνον εάν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ενώ, εν προκειμένω, δεν υφίσταται τέτοια ενοχική υποχρέωση. Τέλος, αφού το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δεν είχε την υποχρέωση να καταβάλει το επίδικο επίδομα, δεν κατέστη πλουσιότερο. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, κατά της απόφασης του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή. Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν, και εκείνες των άρθρων 904, 914 ΑΚ, 4 παρ. 1, 22 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, καθόσον, υπό τις εκτιθέμενες παραδοχές, δεν δικαιούνται πράγματι οι αναιρεσείοντες την επίμαχη παροχή, με βάση τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται, στην προκειμένη περίπτωση, από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, ενόψει του ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, ως εργαζόμενοι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων των ΟΤΑ, και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., στους οποίους χορηγείται η επίμαχη παροχή.
Συνεπώς, οι, ενιαίως, κρινόμενοι, πρώτος, δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στο ως άνω δικαστήριο οι σχετικές, από τον αριθμό 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 22-12-2010, αίτηση των αναιρεσειόντων για την αναίρεση της 3/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οι αναιρεσείοντες, εργαζόμενοι στην ΔΕΥΑΛ, δεν δικαιούνται τα έξοδα κίνησης, με βάση τις διατάξεις που ισχύουν για τους ΟΤΑ, την αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης. Η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, ενόψει του ότι, ως εργαζόμενοι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων των ΟΤΑ, και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., στους οποίους χορηγείται η επίμαχη παροχή.
|
Αποδοχές μισθωτού
|
Αποδοχές μισθωτού.
| 0
|
Αριθμός 16/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Α. Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Διονύσου, που εδρεύει στον Άγιο Στέφανο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ζηκίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5700/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-5-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 27-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), σε περίπτωση έλλειψης ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστο ποσό της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων άρθρων. Το ελάχιστο αυτό όριο αυξάνεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ανάλογα με την επιστημονική εργασία, την αξία και το είδος της υπόθεσης, που διεκπεραιώθηκε, τον αναλωθέντα χρόνο και τη σπουδαιότητα της υπόθεσης, τις ιδιάζουσες σ' αυτή περιστάσεις και γενικώς τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, που καταβλήθηκαν από μέρους του δικηγόρου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 100 παρ. 1, 2 του αυτού Κώδικα, το ελάχιστο όριο της αμοιβής για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής. Εάν το αίτημα αυτής δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, το ελάχιστο όριο αμοιβής καθορίζεται κατά τα άνω με βάση την πραγματική αξία του αντικειμένου της. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 100 παρ. 1, 102 και 107 του αυτού ως άνω ν.δ. 3026/1934 "περί του κώδικος των δικηγόρων" σαφώς προκύπτει, ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καθορίσει και επιδικάσει στο δικηγόρο αμοιβή για σύνταξη αγωγής και προτάσεων οφείλει να λάβει υπόψη του το αίτημα της αγωγής, που συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, εκτός αν προταθεί και αποδειχθεί από τον εναγόμενο ένσταση από το άρθρο 102 του κώδικα δικηγόρων, ότι το αγωγικό αίτημα είναι προφανώς εξογκωμένο, κάτι που μπορούσε να αντιληφθεί ο δικηγόρος, αν εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα, οπότε ο κανονισμός της αμοιβής δεν θα γίνει με βάση το αίτημα της αγωγής, αλλά με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί ύστερα από επιμελημένη εξακρίβωση των πραγμάτων, εκτός και αν για τον καθορισμό του αιτήματος της αγωγής συμμορφώθηκε σε έγγραφη εντολή του εντολέα του ή του αντιπροσώπου του. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική αξία, την οποία έχει το αντικείμενο της αγωγής κατά το χρόνο της άσκησής της ή, εάν επακολουθήσει συζήτηση αυτής, κατά το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησής της και όχι κατά το χρόνο της παροχής της σχετικής υπηρεσίας από το δικηγόρο. Και τούτο, διότι κατά το χρόνο αυτό διαμορφώνεται τελικά, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, το αντικείμενο της αγωγής και συνεπώς, οι προϋποθέσεις του προσδιορισμού της αξίας αυτού. Περαιτέρω, προκειμένου περί συντάξεως προτάσεων κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοδικείου συζήτηση της υποθέσεως, ρητώς ορίζεται από το άρθρο 107 παρ. 1 του ως άνω Κώδικα, ότι το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου του μεν εναγομένου είναι ίσο με εκείνο που ορίζεται στα άρθρα 100 και επόμ. για τη σύνταξη της αγωγής, του δε δικηγόρου του ενάγοντος το ήμισυ αυτής, το οποίο είναι καταβλητέο, επίσης, κατά το άρθρο 107 παρ. 2 του αυτού Κώδικα, ως αμοιβή των δικηγόρων αμφοτέρων των διαδίκων για τη σύνταξη προτάσεων των επομένων συζητήσεων ενώπιον του αυτού δικαστηρίου. Προκειμένου δε περί σύνταξης προτάσεων ενώπιον του εφετείου, το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου αμφοτέρων των διαδίκων ορίζεται από το άρθρο 110 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα επί μεν της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης στο διπλάσιο εκείνου που ορίζεται στο άρθρο 107 παρ. 1 αυτού για το δικηγόρο του ενάγοντος, επί μεν των επομένων συζητήσεων στο διπλάσιο του οριζόμενου στο άρθρο 107 παρ. 2 αυτού ορίου. Από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 107 και 110, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 100 του ως άνω Κώδικα, προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη προτάσεων επί αγωγής, το αίτημα της οποίας δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, καθορίζεται επίσης με βάση την πραγματική αξία, που είχε το αντικείμενο αυτής κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Συνεπώς, η τυχόν μετά το χρόνο αυτό επερχόμενη αύξηση ή μείωση της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της διαφοράς δεν λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της ποσοστιαίας αμοιβής του δικηγόρου για μεταγενέστερες πράξεις του κατά τη διάρκεια της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Από το έτος 1980 ο ενάγων υπήρξε δικηγόρος της τότε Κοινότητας Διονύσου, η οποία του ανέθεσε τη διεκπεραίωση διαφόρων υποθέσεων. Μεταξύ αυτών ήταν και η διεκδίκηση εδαφικής έκτασης που κατείχετο από το Ταμείο Υγείας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης (Τ.Υ.Π.Ε.Τ.). Με την 47/10.5.1988 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου της τότε Κοινότητας, δόθηκε εντολή στον ενάγοντα να ασκήσει σχετική αγωγή. Ο ενάγων άσκησε την, από 18.7.1988, αγωγή του, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδώσει στην ενάγουσα Κοινότητα έκταση 43.022,65 τ.μ. που ανήκε στην ιδιωτική της περιουσία και 2.383,80 τ.μ. κοινοχρήστων χώρων και συνολικά 45.406,45 τ.μ. και να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 154.800.000 δραχμών, ως αποζημίωση για τη στέρηση προσόδων που θα της απέφερε η επίδικη έκταση, κατά τα έτη 1979 έως και 1988. Στην από 18.7.1988 διεκδικητική αγωγή, που συνέταξε ο ενάγων Δικηγόρος, υπολογίζει την αξία των επιδίκων ακινήτων σε 15.000.000 δρχ. ανά στρέμμα, ήτοι 15.000 δρχ. ανά τ.μ., όπως υπολογίζεται και από το Κοινοτικό Συμβούλιο στην προαναφερθείσα απόφασή του. Στην ένδικη αγωγή του, ο ενάγων υπολογίζει την, κατά τ.μ., αξία των οικοπέδων της περιοχής σε 25.000 δρχ., κατά το χρόνο σύνταξης της αγωγής.
Στην προκειμένη περίπτωση, η εξετασθείσα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυς του ενάγοντος Δικηγόρου, Κ. Β. αναφέρει ότι η αξία της έκτασης ανά τ.μ., κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ανερχόταν σε 35.000 έως 36.000 δρχ., ενώ ο μάρτυς του εναγομένου Δήμου καταθέτει ότι δεν μπορεί να προσδιορισθεί η αξία της επίδικης έκτασης, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, γιατί δεν υπήρχαν αντικειμενικές αξίες. Από το έγγραφο 9450/18.5.2007 της Δ.Ο.Υ. Αγίου Στέφανου, προκύπτει ότι η αξία της επίδικης έκτασης ανέρχεται σε 25 ευρώ το τ.μ. (8.519 δρχ.), κατά το χρόνο αυτό (18.5.2007). Ενόψει αυτών και του γεγονότος ότι πρόκειται για ενιαία οικοδομική έκταση μη οικοδομήσιμη, κατάλληλη μόνο για κατασκηνώσεις, camping και παρεμφερείς χρήσεις, η αξία του τ.μ., κατά το χρόνο άσκησης της διεκδικητικής αγωγής, ανερχόταν σε 4 ευρώ (1.363 δρχ.), κατά την κρίση του Δικαστηρίου και συνολικά για ολόκληρη την επίδικη έκταση σε 181.625,80 ευρώ ή 61.888.991 δρχ. Περαιτέρω, ο ενάγων στη διεκδικητική αγωγή σωρεύει και αίτηµα αποζημίωσης για την στέρηση προσόδων που θα απέφερε η επίδικη έκταση, κατά τα έτη 1979 έως και 1988, την οποία υπολογίζει συνολικά σε 154.800.000 δρχ. και ειδικότερα για τα έτη 1979, 1980 και 1981 συνολικά σε 30.960.000 δρχ., για τα έτη 1982, 1983, 1984, 1985 συνολικά 61.920.000 δρχ. και για τα έτη 1986, 1987 και 1888 συνολικά 61.920.00 δρχ. Ενόψει του χαρακτήρα της εδαφικής έκτασης, που είναι κατάλληλη µόνο για κατασκηνώσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ετήσιες πρόσοδοι που θα απέφερε η εκμετάλλευση της έκτασης στην Κοινότητα, ανέρχονταν σε 100.000 δρχ. για το 1979, 130.000 δρχ. για το 1980, 150.000 δρχ. για το 1981, 170.000 δρχ. για το 1982, 200.000 δρχ. για το έτος 1983, 220.000 δρχ. για το έτος 1984, 230.000 δρχ. για το έτος 1985, 240.000 δρχ. για το έτος 1986, 250.000 δρχ. για το έτος 1987, και 260.000 δρχ. για το έτος 1988 και συνολικά 1.950.000 δρχ. ή 5.722,67 ευρώ. Ήτοι, συνολικά κατ' άρθρο 101 Κωδ. Δ., το αντικείμενο της δίκης ανερχόταν σε 61.888.991 + 1.950.000 δρχ.= 63.838.991 δρχ. ή 187.348,47 ευρώ. Σημειωτέον, ότι για τον υπολογισµό της ποσοστιαίας αµοιβής του Δικηγόρου επί του αντικειμένου της αγωγής, λαµβάνεται υπ' όψιν ο χρόνος της πρώτης συζήτησης αυτής. Η αµοιβή του ενάγοντος για τη σύνταξη της αγωγής ανέρχεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής (άρθρο 100 παρ. 1 Κωδ. Δ.) ήτοι: 63.838.991 δρχ. Χ 2% = 1.276.779,80 δρχ. ή 3.746,96 ευρώ. Στις 12.5.1989 συζητήθηκε η αγωγή στο Πολυµελές Πρωτοδικείο Αθηνών και η αµοιβή του ενάγοντος για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων ανέρχεται στο ήµισυ της αµοιβής για τη σύνταξη της αγωγής (άρθρο 107 παρ. 1 Κωδ. Δ.), ήτοι 63.838.991 δρχ. ή 1.873,48 ευρώ (63.838,991 δρχ. Χ 1%), ενώ η αµοιβή του για την παράσταση στο ακροατήριο, σύµφωνα µε το άρθρο 109 του Κωδ. Δ. : 40 δρχ. Χ 140 µονάδες (συντελεστής υπολογισµού των δικηγορικών αµοιβών, βάσει της ΥΑ 12398/9.2.1989, Φ.Ε.Κ. 131/Β/ 21.2.1989) = 5.600 δρχ. ή 16,43 ευρώ. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, µε την υπ' αριθ. 5569/1989 οριστική του απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη. Κατά της απόφασης αυτής, ο ενάγων άσκησε την από 16.11.1990 έφεση. Η αµοιβή του για τη σύνταξη της έφεσης ανέρχεται, κατ' άρθρο 125 παρ. 2 Κωδ. Δ. σε 40 δρχ. Χ 140 = 5.600 δρχ. ή 16,43 ευρώ. Η έφεση συζητήθηκε στις 5.3.1991 και εκδόθηκε η απόφαση 8136/1991 του Εφετείου Αθηνών, η οποία ανέβαλε τη συζήτηση, προκειμένου να προσκομισθεί έγκριση του Κοινοτικού Συμβουλίου για την άσκηση της έφεσης. Με κλήση του ενάγοντος προσδιορίσθηκε η συζήτηση για τις 10.3.1992 και εκδόθηκε η απόφαση 3254/1992 του Εφετείου, η οποία έκρινε ορισμένη την αγωγή και την παρέπεμψε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για κατ' ουσίαν κρίση. Η αμοιβή του ενάγοντος για δύο παραστάσεις στο Εφετείο (άρθρο 111 Κωδ. Δ.), ανέρχεται σε 50 δρχ. Χ 2 Χ 140 = 14.000 δρχ. ή 41,08 ευρώ. Για τη σύνταξη των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου (άρθρο 110 Κωδ. Δ.) η αμοιβή του ανέρχεται σε ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της δίκης, ήτοι 63.838.991 δρχ. Χ 2% = 1.276.779 δρχ. ή 3.746,96 ευρώ. Με κλήση του ενάγοντος συζητήθηκε η υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στις 4.6.1993, το οποίο εξέδωσε την 5287/1993 προδικαστική του απόφαση. Η αμοιβή του για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ανέρχεται σε 1% επί του αντικειμένου της αγωγής (άρθρο 107 παρ. 1 Κωδ. Δ.) ήτοι 63.838.991 δρχ. Χ 1% = 638.389 δρχ. ή 1.873,48 ευρώ. Μετά το πέρας της διεξαγωγής των αποδείξεων, η υπόθεση συζητήθηκε, μετ' απόδειξιν, στις 3.3.1995. Για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων, κατά τη συζήτηση αυτή, η αµοιβή του ενάγοντος ανέρχεται σε 1% επί του αντικειμένου της αγωγής (άρθρο 107 παρ. 2 Κωδ. Δ.), ήτοι 1.873,48 ευρώ, ως ανωτέρω. Εν τέλει, εκδόθηκε η υπ' αριθµόν 7454/1995 οριστική απόφαση του Πολυµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, µε την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, ως προς τα αιτήµατα περί αναγνώρισης κυριότητας και περί απόδοσης στην ενάγουσα των επίδικων εδαφικών τµηµάτων, ενώ απορρίφθηκε ως αβάσιµο κατ' ουσίαν το αίτηµα περί αποζηµιώσεως. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν εφέσεις το εναγόµενο Τ.Υ.Π.Ε.Τ. και η Α.Ε. ΔΙΟΝΥΣΟΣ που είχε ασκήσει πρόσθετη παρέµβαση υπέρ του εναγοµένου. Οι εφέσεις συζητήθηκαν στο Εφετείο Αθηνών στις 13.1.1998. Για τη σύνταξη προτάσεων επί της έφεσης του Τ.Υ.Π.Ε.Τ., ο ενάγων δικαιούται αµοιβής, κατ' άρθρο 110 παρ. 1 Κωδ. Δ., ίσης µε ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της δίκης, ήτοι 61.888.991 δρχ. Χ 2% = 1.237.779 δρχ. ή 3.632,51 ευρώ. Σημειωτέον ότι αντικείμενο της δίκης στο Εφετείο ήταν µόνο η διεκδικητική αγωγή και όχι και η αποζημίωση. Για τη σύνταξη προτάσεων επί της έφεσης της Α.Ε. ΔΙΟΝΥΣΟΣ, η αµοιβή του ενάγοντος ανέρχεται σε 80 δρχ. Χ 140 = 11.200 δρχ. ή 32,86 ευρώ (άρθρο 110 παρ. 1 Κωδ. Δ.). Επίσης, για την παράστασή του στις δύο εφέσεις δικαιούται το ποσό των 14.000 δρχ. ή 41,08 ευρώ (50 δρχ. Χ 2 Χ 140, άρθρο 111 Κωδ. Δ.). Επί των άνω εφέσεων εκδόθηκε η 1370/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε αυτές. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αναιρέσεις τόσο το Τ.Υ.Π.Ε.Τ. όσο και η Α.Ε. ΔΙΟΝΥΣΟΣ, οι οποίες συζητήθηκαν στις 19.3.2003 ενώπιον του Αρείου Πάγου. Για τη σύνταξη προτάσεων επί των άνω αναιρέσεων, ο ενάγων δικαιούται αμοιβής, σύμφωνα με το άρθρο 112 του Κωδ. Δ.: 2 Χ 250 δρχ. Χ 140= 70.000 δρχ. ή 205,42 ευρώ, ενώ για δύο παραστάσεις ενώπιον του Αρείου Πάγου δικαιούται, κατ' άρθρο 113 Κωδ. Δ., το ποσό των 28.000 δρχ. ή 82,17 ευρώ (2 Χ 100 δρχ. Χ 140, άρθρο 113 Κωδ. Δ). Επί της αναίρεσης του Τ.Υ.Π.Ε.Τ. εκδόθηκε η απόφαση 790/2003 του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση 1370/1998 του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, ενώ επί της αναίρεσης της Α.Ε. ΔΙΟΝΥΣΟΣ, εκδόθηκε η απόφαση 937/2003 που απέρριψε την αναίρεση. Ο ενάγων με την από 14.7.2003 κλήση του, επανέφερε προς συζήτηση στο Εφετείο Αθηνών την από 15.4.1997 έφεση του Τ.Υ.Π.Ε.Τ. κατά της οριστικής απόφασης 7454/1995 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η έφεση συζητήθηκε στις 16.9.2003 και εκδόθηκε η 8421/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Για τη σύνταξη προτάσεων ενώπιον του Εφετείου, ο ενάγων δικαιούται κατ' άρθρο 110 παρ. 1 Κωδ. Δ. αμοιβής ίσης προς το 2% επί του αντικειμένου της δίκης, ήτοι 61.888.991 δρχ. Χ 2% = 1.237.779 δρχ. ή 3.632,51 ευρώ, ενώ για την παράστασή του ενώπιον του Εφετείου (άρθρο 111 Κωδ. Δ.) δικαιούται 50 δρχ. Χ 140 = 7.000 δρχ. ή 20,54 ευρώ. Κατά της απόφασης 8421/2003 του Εφετείου Αθηνών, το Τ.Υ.Π.Ε.Τ. άσκησε αναίρεση, η οποία συζητήθηκε ενώπιον του Αρείου Πάγου στις 5.10.2005. Για τη σύνταξη προτάσεων επί της αναίρεσης, ο ενάγων δικαιούται αμοιβής, σύμφωνα με το άρθρο 112 Κωδ. Δ.: 250 δρχ. Χ 140 = 35.000 δρχ. ή 102,71 ευρώ, ενώ για την παράστασή του, σύμφωνα με το άρθρο 113 Κωδ. Δ., 14.000 δρχ. ή 41,08 ευρώ (δρχ. 100 Χ 140). Επί της αναίρεσης εκδόθηκε η 69/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα αναίρεση και περατώθηκε πλέον αμετάκλητα η υπόθεση. Για όλες τις προαναφερθείσες ενέργειες του ενάγοντος εκδόθηκαν σχετικές αποφάσεις του κοινοτικού συμβουλίου της τότε Κοινότητας Διονύσου, που έδιδαν σ' αυτόν την αντίστοιχη εντολή, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις του 47/10.5.1988, 98/11.9.1991, 140/25.5.1997, 133/14.9.2005. Σύνολο αμοιβής του ενάγοντος: 20.979,18 ευρώ (3.746, 96 + 1.873,48 + 16,43 + 16,43 + 41,08 + 3.746,96 + 1.873,48 + 1.873,48 + 3.632,51 + 32,86 + 41,08 + 205,42 + 82,17 + 3.632,51 + 20,54 + 102,71 + 41,08). Για τη σύνταξη προτάσεων και τις παραστάσεις του ενάγοντος ενώπιον του Εφετείου και του Αρείου Πάγου, κατά τις δικασίμους της 19.3.2003, 16.9.2003 και 5.10.2005, για τις οποίες ζητεί εύλογη αμοιβή, κατ' άρθρο 98 Κωδ.Δ., το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού, που να δικαιολογεί την αύξηση των ελαχίστων ορίων αμοιβής του ενάγοντος, δεδομένου ότι ο τελευταίος ήταν άριστος γνώστης της υπόθεσης, την οποία χειριζόταν επί πολλά έτη και δεν συνέτρεξαν ιδιάζουσες περιστάσεις που να δυσχεράνουν την επιστημονική του εργασία. Με βάση τα παραπάνω, δεχθέν τον προβληθέντα παραδεκτά ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου, ότι το αίτημα της αγωγής ήταν εξογκωμένο, έκρινε, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 300.000 ευρώ, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο, όπως βάσιμα υποστηρίζει με τους σχετικούς λόγους της έφεσής του ο Δήμος Διονύσου. Κατόπιν αυτών το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την 6/2008 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα το παραπάνω ποσό. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι όφειλε το Εφετείο να εφαρμόσει τη διάταξη της δεύτερης περιόδου του άρθρου 102, που εισάγει εξαίρεση από τη διάταξη που αναφέρεται στο προφανώς εξογκωμένο αίτημα, είναι απαράδεκτη, ελλείψει νομίμου προϋποθέσεως, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι, ενώπιον του Εφετείου, πρότεινε, παραδεκτά, τον αυτοτελή και καταλυτικό της αγωγής ισχυρισμό, ότι δια τον καθορισμό του αιτήματος της αγωγής, συνεμορφώθη προς έγγραφον εντολήν του εντολέως του ή του αντιπροσώπου του. Κατά συνέπεια, οι πρώτος, έβδομος και όγδοος (κατά το πρώτο μέρος του) λόγοι της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ακόμη, το Εφετείο, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο, διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προεκτιθεμένων διατάξεων, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα του υπολογισμού της δικηγορικής αμοιβής του αναιρεσείοντος, για τη σύνταξη της αγωγής, έφεσης, προτάσεων κ.λπ. επί της άνω αγωγής, με βάση την πραγματική αξία, που είχε το αντικείμενο αυτής κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησής της, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και όχι το προφανώς εξογκωμένο αίτημα, που αναφέρεται στην αγωγή. Επομένως και ο ένατος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Για να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν προέβη στην ερμηνεία του περιεχομένου του ή το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, έγγραφο νοείται το αποδεικτικό έγγραφο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 442 ΚΠολΔ. Τέτοιο είναι και το διαδικαστικό έγγραφο της αγωγής, επί άλλης δίκης, κατά το μέτρο που προσκομίζεται, προς απόδειξη γεγονότων, περί των οποίων έχει κατά το νόμο, δεσμευτική αποδεικτική δύναμη.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τους δεύτερο, πέμπτο και όγδοο (κατά το δεύτερο μέρος του) λόγους της αναίρεσής του, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην παραδοχή ότι το αίτημα της ένδικης αγωγής ήταν προφανώς εξογκωμένο και στην πραγματική αξία του ακινήτου, παραμόρφωσε, αντίστοιχα, 1) το περιεχόμενο της, από 18-7-1988, αγωγής του αναιρεσίβλητου, την οποία ο ίδιος είχε συντάξει, με το να δεχθεί, μεταξύ των άλλων, ότι ο ίδιος, με αυτήν, υπολογίζει την αξία των επιδίκων ακινήτων σε 15.000.000. δρχ. και 2) της 9450/18-5-2007 βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ. Αγίου Στεφάνου, με το να δεχθεί ότι το έγγραφο αυτό καθορίζει την αντικειμενική αξία του επιδίκου ακινήτου στο ποσό των 25 ευρώ ανά τ.μ. Όμως οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στην παραπάνω κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα παραπάνω έγγραφα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, δίχως απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Με τον τρίτο, από τους αρ. 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, ότι το επίδικο ακίνητο είχε μειωμένη αξία, έλαβε υπόψη του "απλή προβολή αντίστοιχου επιχειρήματος, που δεν στηριζόταν σε κανένα πραγματικό στοιχείο, ούτε σε διατάξεις νόμων, ότι δήθεν το επίδικο ακίνητο έχει μειωμένη αξία διότι δήθεν σε αυτό δεν κτίζονται κατοικίες", δίχως, δηλαδή, τη νομότυπη προβολή σχετικού ισχυρισμού και την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων. Όμως τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλείται, δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό αλλά, όπως και ο ίδιος συνομολογεί, επιχείρημα. Περαιτέρω, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ως προς την πραγματική αξία του επιδίκου, κατά το χρόνο άσκησης της διεκδικητικής αγωγής, από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και τα έγγραφα που αναφέρονται σ' αυτήν. Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 8 είναι απαράδεκτος και από τον αρ. 10 είναι αβάσιμος. Εξάλλου, για τον ίδιο λόγο, είναι απαράδεκτος και ο, από τον αρ. 8, όγδοος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος αναίρεσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλως η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον από την απόφαση αποδεικνύεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν οι διάδικοι με επίκληση. Αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αν από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ιδίως έγγραφο.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισε σε αυτό με επίκληση για απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του, για την αξία του επιδίκου ακινήτου και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του τις 1) από 25-9-2006 (αρ. κατ. 1477/2006) και 24-9-2008 (αρ. κατ. 1163/2008) αιτήσεις του Δήμου Διονύσου κατά του Τ.Υ.Π.Ε.Τ. στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος του προσκυρωτέου ακινήτου, το οποίο απετέλεσε το αντικείμενο της δίκης για το οποίο ζητείται η αμοιβή του και 2) αντίγραφα περιοδικών και εφημερίδων. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη θεμελίωση του αποδεικτικού πορίσματός του, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και συνεπώς, από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι τούτο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμα του, και τα παραπάνω έγγραφα, μη προκύπτοντος του αντιθέτου από την αποδεικτική αξία, την οποία, κατά την, ανέλεγκτη, επί της ουσίας κρίση του, προσέδωσε σ' αυτά. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 9 α, β ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, κατά παράβαση της καθιερούμενης με το άρθρο 106 KΠολΔ αρχής της διάθεσης, επιδίκασε αξίωση που δεν ζητήθηκε ή περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, με την έννοια, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση καθορίστηκε η αξία του επιδίκου στα 25 ευρώ το τ.μ. την 18-5-2007 και κατά το χρόνο άσκησης της διεκδικητικής αγωγής στο ποσό των 4 ευρώ, αν και 1) το αίτημα του αναιρεσίβλητου ήταν να μην οριστεί τιμή μεγαλύτερη της αντικειμενικής των 466 ευρώ και 2) δεν ισχυρίστηκε ότι το ποσό της χρηματικής απαιτήσεως είναι υπερβολικό. Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος διότι, από τις, με χρονολογία 29-5-2007, προτάσεις της εναγομένης, (στη θέση της οποίας υπεισήλθε ο αναιρεσίβλητος), που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτει ότι αυτή προέβαλε, παραδεκτά, τον ισχυρισμό, ότι το αίτημα της αγωγής είναι υπερβολικά εξογκωμένο και ζήτησε να προσδιοριστεί η αξία του στην πραγματική, με τη διεξαγωγή μάλιστα έγγραφης πραγματογνωμοσύνης, τον ισχυρισμό δε αυτό και το αντίστοιχο αίτημα, επανέφερε και ενώπιον του εφετείου, με την έφεσή της, με την οποία και πάλι ζήτησε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, την οποία, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο δεν διέταξε, διότι καθόρισε την πραγματική αξία του επιδίκου αντικειμένου στα πλαίσια της ελεύθερης εκτίμησης του αντικειμένου της διαφοράς (άρθ. 8 του ΚΠολΔ).
Όπως προκύπτει από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 98 του Κώδικος δικηγόρων η επιδίκαση από το δικαστήριο στο δικηγόρο αυξημένης αμοιβής σε σχέση προς την οριζόμενη στα άρθρα 100 και επ. του ίδιου κώδικα αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της υπόθεσης που διεκπεραιώθηκε, του χρόνου που καταναλώθηκε, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών περιστάσεων και εν γένει των δικαστικών και εξωδίκων ενεργειών που έλαβαν χώρα, απόκειται στη ρητώς στη διάταξη αυτή αναφερόμενη κρίση τούτου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα προς το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι απορρέει από τη συνδρομή και εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που προσδιορίζουν το βαθμό σπουδαιότητας της επιστημονικής εργασίας που παρασχέθηκε, την αξία και το είδος της υπόθεσης και τις λοιπές με αυτήν σχετιζόμενες εν γένει περιστάσεις και ενέργειες. Κατά την ανέλεγκτη δε εκτίμηση των ανωτέρω όρων και προϋποθέσεων μπορεί το δικαστήριο να επιδικάσει και τα για κάθε περίπτωση καθοριζόμενα κατώτατα όρια δικηγορικής αμοιβής, εφόσον ήθελε κρίνει ότι δεν δικαιολογείται ο προσδιορισμός τέτοιας αυξημένης αμοιβής.
Εν προκειμένω, όπως ρητώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία επιδικάστηκαν στον αναιρεσείοντα για τις αναφερόμενες σ' αυτήν δικηγορικές ενέργειες τούτου τα κατώτατα όρια της νόμιμης αμοιβής του, για τη σύνταξη προτάσεων και τις παραστάσεις του, ενώπιον του Εφετείου και του Αρείου Πάγου, κατά τις δικάσιμους της 19.3.2003, 16.9.2003 και 5.10.2005, για τις οποίες ζητεί εύλογη αμοιβή, κατ' άρθρο 98 Κωδ. Δ., το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού που να δικαιολογεί την αύξηση των ελαχίστων ορίων αμοιβής του ενάγοντος, δεδομένου ότι ο τελευταίος ήταν άριστος γνώστης της υπόθεσης, την οποία χειριζόταν επί πολλά έτη και δεν συνέτρεξαν ιδιάζουσες περιστάσεις που να δυσχεράνουν την επιστημονική του εργασία. Επομένως προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη για το γενόμενο κατά τον ως άνω τρόπο προσδιορισμό της αμοιβής οι διαλαμβανόμενοι στο άρθρο 98 του δικηγορικό κώδικα προσδιοριστικοί όροι. Ενόψει τούτων ο δέκατος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, κατά μεν το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 98 του Κωδ. Δικηγόρων και του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 2753/99, είναι αβάσιμος και κατά το δεύτερο, δηλαδή, της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών (άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), σε σχέση με τη μη επιδίκαση περαιτέρω αυξημένης αμοιβής για τις γενόμενες ενέργειές του, είναι απαράδεκτος, αφού η κρίση αυτή είναι ανέλεγκτη. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, μειωμένα, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ και 281 του ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 4-5-2011 αίτηση του αναιρεσείοντος για την αναίρεση της 5700/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το δικαστήριο, προκειμένου να επιδικάσει στο δικηγόρο αμοιβή οφείλει να λάβει υπόψη του το αίτημα της αγωγής, εκτός αν προταθεί και αποδειχθεί ένσταση ότι το αγωγικό αίτημα είναι προφανώς εξογκωμένο, οπότε ο κανονισμός της αμοιβής θα γίνει με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί, εκτός και αν για τον καθορισμό του αιτήματος συμμορφώθηκε σε έγγραφη εντολή του εντολέα του ή του αντιπροσώπου του. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική αξία, την οποία έχει το αντικείμενο της αγωγής κατά το χρόνο της άσκησης της ή, εάν επακολουθήσει συζήτηση αυτής, κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της και όχι κατά το χρόνο της παροχής της σχετικής υπηρεσίας από το δικηγόρο.
|
Αποδοχές μισθωτού
|
Αποδοχές μισθωτού.
| 2
|
Αριθμός 19/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Ανδριόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-5-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2333/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1875/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-6-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη, ως απαράδεκτης, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και επικουρικά την απόρριψή της, ως αβάσιμης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 553§1 του ΚΠολΔ ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του δευτεροβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε ερήμην διαδίκου, πρέπει αυτή να είναι τελεσίδικη και ότι η δευτεροβάθμια απόφαση γίνεται τελεσίδικη, για κάποια αιτία που έχει επέλθει, π.χ. διότι έχει περάσει η προθεσμία για ανακοπή. Η τελεσιδικία πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 673 παρ. 1 και 674 παρ. 2 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, που αναφέρονται στις εργατικές διαφορές, "ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήµην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόµιµα ή εµπρόθεσµα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας" και "τα άρθρα 668 έως 671 και 673 εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη. Σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται". Η απόρριψη της έφεσης, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσία και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρ' όλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους. Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους.
Στην προκείμενη περίπτωση, ενώπιον του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκε η από 6-5-2008 αγωγή του αναιρεσίβλητου, κατά της αναιρεσείουσας. Επί της εν λόγω αγωγής, η οποία εκδικάστηκε κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, εκδόθηκε η 2333/2009 απόφαση του ως άνω Μονοµελούς Πρωτοδικείου, µε την οποία έγινε αυτή εν όλω δεκτή. Κατά της απόφασης αυτής η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε µε την 1875/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερηµοδικίας της και κατά της τελευταίας απόφασης η αναιρεσείουσα άσκησε την κρινομένη, από 22-6-2011, αίτηση αναίρεσης. Από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ότι η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη. Όμως ο αναιρεσίβλητος, με τις προτάσεις του, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ρητώς, συνομολογεί ότι δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας κατά της παραπάνω απόφασης και ακόμη δεν αμφισβητεί ότι η αίτηση ασκήθηκε παραδεκτά, συνομολογώντας, έτσι, εμμέσως πλην σαφώς, ότι είχε παρέλθει η προθεσμία ανακοπής κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Συνεπώς, η τελευταία είναι παραδεκτή. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρ. 6§1 του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ. της 18/18-7-1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65° έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω Β.Δ. αποζημίωσης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρ. 5 παρ. 1 και 2 του νόμου αυτού. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρ. 8 εδ. β' και γ' του ίδιου νόμου, που προστέθηκαν με το άρθρ. 8§4 του ΝΔ 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρ. 5§1 του Ν. 435/1976, ορίζονται τα εξής: Μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση σύνταξης, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημίωσης, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για τη χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρ. 1, 2, 3, 4, 5, 8, 7, 8, και 9 του Ν. 3198/1955, καθώς και εκείνες του Ν. 2112/1920 ή του ΒΔ της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Από την αντιπαραβολή των δύο ως άνω εδαφίων του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, η θέσπιση των οποίων αποσκοπούσε στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερηλίκων και την είσοδο νέων εργατοτεχνιτών ή υπαλλήλων, την ευρύτερη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου και τη θέσπιση με το εδάφιο αυτό δυνατότητας λύσεως της εργασιακής σύμβασης με μονομερείς ενέργειες των συμβληθέντων (αποχώρηση εργαζομένου ή καταγγελία εργοδότη), στις οποίες ο νόμος προσδίδει τις ανωτέρω συνέπειες, συνάγονται τα ακόλουθα: α) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της άνω διάταξης προϋποθέτει ρητώς μισθωτούς που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σε εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως είναι και η σύμβαση των εργαζομένων που έχουν προσχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, με τον οποίο προβλέπεται η αποχώρηση από την εργασία με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας. Στην περίπτωση όμως που με τον κανονισμό έχει παράλληλα, προβλεφθεί δυνατότητα πρόωρης λύσεως της σύμβασης, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, η οποία, εφόσον πληρωθεί, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε αόριστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 1110/86). β) Σε αντίθεση προς το δεύτερο εδάφιο, για την εφαρμογή του οποίου προσαπαιτείται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, το πρώτο εδάφιο δεν αξιώνει τη συνδρομή του στοιχείου αυτού. γ) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου προϋποθέτει, εκτός άλλων και τη συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού. Η συγκατάθεση αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί, στην τελευταία περίπτωση, να είναι σαφής και αναμφίβολη. Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να προβλεφθεί και να παρασχεθεί εκ των προτέρων με τον Κανονισμό, όταν διαλαμβάνεται σε αυτόν ότι είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, μετά πάροδο ορισμένου χρόνου, η αποδοχή της πρόωρης παραίτησης του μισθωτού. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, κατά την κατάρτιση του κανονισμού, αυτοδεσμεύεται συμβατικά έκτοτε, παρέχοντας εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή του στην παραίτηση του υπαλλήλου, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί. Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ (Ολ) 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας, ύστερα από έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", επί αγωγής του τώρα αναιρεσιβλήτου κατ' αυτής, με την αναιρεσιβαλλομένη 1875/2011 απόφασή του στην οποία, λόγω της απόρριψης, ως ανυποστήρικτης, της έφεσης της αναιρεσείουσας, ενσωματώθηκε η 2333/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγοµένη στις 28.11.1974 µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας ορισµένου χρόνου. Αποχώρησε µε το βαθµό του Τμηματάρχη στις 3.3.2008 κατόπιν υποβολής έγγραφης παραίτησης που έγινε δεκτή από τη διοίκησή της, µε την υπ' αριθµ. 156/7.2.2008 πράξη αυτής ήτοι πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας των 60 ετών, που προέβλεπε το άρθρο 19 του Γενικού Κανονισµού των υπαλλήλων της, στον οποίο ο ενάγων είχε προσχωρήσει κατά την πρόσληψή του. Εποµένως, πληρώθηκε η αίρεση της πρόωρης λύσης της σύµβασης εργασίας του, που µετατράπηκε έτσι, εξ υπαρχής, σε αορίστου χρόνου. Κατά συνέπεια, εφόσον ο ενάγων είχε συµπληρώσει υπερδεκαπενταετή υπηρεσία κατά το χρόνο υποβολής της παραίτησής του, η οποία έγινε µε τη συγκατάθεση της εναγοµένης, δικαιούται τη µειωµένη αποζηµίωση του άρθρου 8 εδ. α του Ν. 3198/ 1955, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 56.114,71 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρ. 8 παρ. 1α του Ν. 3198/1955 και 202 και 669 του ΑΚ. Ειδικότερα, η έλλειψη ανάλογης πρόβλεψης, υπό τη μορφή διαλυτικής αίρεσης, στον Κανονισμό της αναιρεσείουσας, ως προς τη δυνατότητα πρόωρης λύσης της σύμβασης του μισθωτού και εκ μέρους της με καταγγελία, δεν επηρεάζει τη μετατροπή της σύμβασης του τελευταίου σε σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου στην περίπτωση που πληρωθεί η υπέρ αυτού προβλεπόμενη διαλυτική αίρεση, δηλαδή η προβλεπόμενη δυνατότητα πρόωρης λύσης της σύμβασης με παραίτησή του από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, η συγκατάθεση δε αυτή εγκύρως παρέχεται δια της, εκ των προτέρων, κατά την κατάρτιση του Κανονισμού, συμβατικής προς τούτο αυτοδέσμευσης της Τράπεζας, με συνακόλουθη συνέπεια την υποχρέωσή της να καταβάλει την αποζημίωση του άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, αφού συντρέχουν οι απαιτούμενες κατά τα άνω προϋποθέσεις, δηλαδή η ύπαρξη σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου και η συμπλήρωση 15ετούς τουλάχιστον υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη. Επομένως, ο από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις, με το να δεχθεί ότι η πρόβλεψη στον Κανονισμό της αναιρεσείουσας της δυνατότητας πρόωρης λύσης της σύμβασης εργασίας με δήλωση παραίτησης του μισθωτού με τη συγκατάθεση του εργοδότη, παρεχομένη δια της εκ των προτέρων αυτοδέσμευσής του, με σχετικό όρο του Κανονισμού, χωρίς να υφίσταται ανάλογου περιεχομένου πρόβλεψη και υπέρ της αναιρεσείουσας για την εκ μέρους της ελεύθερη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, συνιστά διαλυτική αίρεση με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μεταπίπτει εξαρχής σε αόριστου χρόνου, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, με την επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο 50% της αποζημίωσης αντί 40%, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμος, διότι με την ανέλεγκτη επί της ουσίας παραδοχή της απόφασης, ότι ο ενάγων αποχώρησε µε το βαθµό του Τμηματάρχη στις 3.3.2008 κατόπιν υποβολής έγγραφης παραίτησης, που έγινε δεκτή από τη διοίκηση της εναγοµένης µε την υπ' αριθµ. 156/7.2.2008 πράξη αυτής ήτοι "πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας των 60 ετών", δηλαδή, κατά το χρόνο της παραίτησής του δεν είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, εδικαιούτο, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, να λάβει την παραπάνω αποζημίωση.
Με το άρθρ. 2§2 του ΑΝ 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζες κ.λπ., η από τον Ν. 2112/1920, όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, οφειλόμενη αποζημίωση δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει το ποσό των 240.000 δρχ. Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε σε 600.000 δρχ. με το άρθρ. 1 του ΝΔ 207/1974, σε 1.000.000 δρχ. με το άρθρ. 24 του Ν. 1082/1980, σε 1.150.000 δρχ. με το άρθρ. 24 του Ν. 1545/1985, σε 1.500.000 δρχ. με το άρθρ. 33 του Ν. 1876/1990 και σε 15.000 ευρώ με το άρθρ. 21§13 του Ν. 3144/2003. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρ. 103 §§ 7 και 8 του Συντ., όπως ισχύουν μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από τον νόμο. Από τις διατάξεις των άρθρ. 9§1 του Ν. 1232/1982, 1§6 του Ν. 1256/1982 και 51 του Ν. 1892/1990 συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα της Ελλάδος δεν περιλαμβάνεται στον δημόσιο τομέα, αφού δεν ανήκει στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, στο σύνολό της ή κατά πλειοψηφία, έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρεία και συνιστά από τη φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το Δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις, δεν μπορούσαν να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσό που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου της, σύμφωνα με τα άρθρ. 1§1 και 8§4 του καταστατικού της, που κυρώθηκε με τον Ν. 3427/1927 και έχει ισχύ νόμου (το παραπάνω ποσοστό αυξήθηκε μεταγενεστέρως με το άρθρ. 34 του Ν. 2778/1999 στο 35% του ονομαστικού κεφαλαίου της). Ενόψει όμως και των αναφερομένων στα άρθρ. 2§1 εδ. α' έως ζ' και 4§1 του καταστατικού της αρμοδιοτήτων, που της έχουν ανατεθεί και των προνομίων που της έχουν παραχωρηθεί από τη σύστασή της και μεταγενεστέρως και ιδιαίτερα του εκδοτικού προνομίου της και της διαχείρισης του εξωτερικού συναλλάγματος, η αναιρεσείουσα δεν είναι ούτε νομικό πρόσωπο καθαρά ιδιωτικού δικαίου, αλλά έχει ιδιότυπο διφυή χαρακτήρα, νομικού μεν προσώπου ιδιωτικού δικαίου, ως προς την άσκηση από μέρους της των τραπεζικών εργασιών και τις σχέσεις της με το προσωπικό της και τους πελάτες της, δημοσίου δε δικαίου ως προς τη διαχείριση του εξωτερικού συναλλάγματος ή την άσκηση του εκδοτικού προνομίου της, ως προς τις οποίες ασκεί δημόσια εξουσία. Επομένως, ο υπάλληλος της Τράπεζας αυτής, ο οποίος αποχωρεί από την υπηρεσία του, δικαιούται την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 και 5§1 του Ν. 435/1978 αποζημίωση χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρ. 2§2 και 3 του ΑΝ 173/1967 και 1 §§ 1 και 2 του ΝΔ 618/1970, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, αφού η Τράπεζα της Ελλάδος, δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΑΠ (Ολ) 1/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε, επί πλέον, ότι ο αναιρεσίβλητος εδικαιούτο, κατ' άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, να λάβει ποσοστό 50% της αποζημιώσεως του Ν. 2112/1920, εκείνης δηλαδή που θα ελάμβανε σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεώς του από την αναιρεσείουσα, χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων του άρθρ. 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/1967, έτσι δε η αναιρεσείουσα, που του κατέβαλε αποζημίωση περιορισμένη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 21 παρ. 13 του Ν. 3144/2003, δηλαδή το ποσό των 15.000 ευρώ, υποχρεούται να καταβάλει τη διαφορά ανερχόμενη σε 41.114,71 ευρώ και απέρριψε την έφεση της τελευταίας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε αποφανθεί ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προέβαλε παραδεκτά ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, τον ισχυρισμό ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ασκεί καταχρηστικά την αξίωσή του για αποζημίωση, για τη θεμελίωση δε αυτού επικαλέστηκε, ότι, προκειμένου να εισπράξει αυτήν, παραιτήθηκε από την υπηρεσία του λίγους μήνες πριν τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας υποχρεωτικής αποχώρησης και εισέπραξε ανεπιφύλακτα την αποζημίωση των 15.000 ευρώ. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν τον παραπάνω ισχυρισμό και να καταστήσουν την άσκηση της αξίωσης του αναιρεσίβλητου αντίθετη προς την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, δεδομένου ότι η παραίτησή του πριν τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας αποτελούσε δικαίωμα, το οποίο κατά τον Κανονισμό της εναγομένης μπορούσε να ασκήσει οποτεδήποτε, μετά τη συμπλήρωση δεκαπενταετούς υπηρεσίας, χωρίς χρονικό περιορισμό, η συμπεριφορά του δε αυτή δεν μπορούσε να δημιουργήσει και μάλιστα εύλογα στην αναιρεσείουσα την πεποίθηση, ότι αυτός δεν πρόκειται να ασκήσει το σχετικό δικαίωμά του. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε τον παραπάνω ισχυρισμό του και δεν διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογία περί αυτού. Εφόσον όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν νόμιμος το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να τον ερευνήσει και να διαλάβει αιτιολογία για την απόρριψή του.
Συνεπώς, και ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 22-6-2011, αίτηση της αναιρεσείουσας για την αναίρεση της 1875/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι η πρόβλεψη στον Κανονισμό της αναιρεσείουσας της δυνατότητας πρόωρης λύσης της σύμβασης εργασίας με δήλωση παραίτησης του μισθωτού με τη συγκατάθεση του εργοδότη, παρεχομένη δια της εκ των προτέρων αυτοδέσμευσής του με σχετικό όρο του Κανονισμού, συνιστά διαλυτική αίρεση με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μεταπίπτει εξαρχής σε αόριστου χρόνου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν περιλαμβάνεται στο δημόσιο τομέα.
|
Αποζημίωση μισθωτού
|
Αποζημίωση μισθωτού.
| 0
|
Αριθμός 20/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Ζ. του Α., κατοίκου ..., 2) Ν. Γ. του Α., κατοίκου ... και 3) Ε. Γ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1369/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3290/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-10-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρ. 6§1 του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ. της 18/18-7-1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65° έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από τον Ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω Β.Δ. αποζημίωσης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρ. 5 παρ. 1 και 2 του νόμου αυτού. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρ. 8 εδ. β' και γ' του ίδιου νόμου, που προστέθηκαν με το άρθρ. 8§4 του ΝΔ 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρ. 5§1 του Ν. 435/1976, ορίζονται τα εξής: Μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση σύνταξης, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημίωσης, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για τη χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του Ν. 3198/1955, καθώς και εκείνες του Ν. 2112/1920 ή του ΒΔ της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Από την αντιπαραβολή των δύο ως άνω εδαφίων του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, η θέσπιση των οποίων αποσκοπούσε στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερηλίκων και την είσοδο νέων εργατοτεχνιτών ή υπαλλήλων, την ευρύτερη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου και τη θέσπιση με το εδάφιο αυτό δυνατότητας λύσεως της εργασιακής σύμβασης με μονομερείς ενέργειες των συμβληθέντων (αποχώρηση εργαζομένου ή καταγγελία εργοδότη), στις οποίες ο νόμος προσδίδει τις ανωτέρω συνέπειες, συνάγονται τα ακόλουθα: α) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της άνω διατάξεως προϋποθέτει ρητώς μισθωτούς που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σε εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως είναι και η σύμβαση των εργαζομένων, που έχουν προσχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, με τον οποίο προβλέπεται η αποχώρηση από την εργασία με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας. Στην περίπτωση όμως που με τον κανονισμό έχει παράλληλα, προβλεφθεί δυνατότητα πρόωρης λύσεως της σύμβασης, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, η οποία, εφόσον πληρωθεί, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε αόριστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 1110/86). β) Σε αντίθεση προς το δεύτερο εδάφιο, για την εφαρμογή του οποίου προσαπαιτείται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, το πρώτο εδάφιο δεν αξιώνει τη συνδρομή του στοιχείου αυτού. γ) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου προϋποθέτει, εκτός άλλων και τη συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού. Η συγκατάθεση (συναίνεση) αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί, στην τελευταία περίπτωση, να είναι σαφής και αναμφίβολη. Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να προβλεφθεί και να παρασχεθεί εκ των προτέρων με τον Κανονισμό, όταν διαλαμβάνεται σε αυτόν ότι είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, μετά πάροδο ορισμένου χρόνου, η αποδοχή της πρόωρης παραίτησης του μισθωτού. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, κατά την κατάρτιση του κανονισμού, αυτοδεσμεύεται συμβατικά έκτοτε, παρέχοντας εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή του στην παραίτηση του υπαλλήλου, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί. Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ (Ολ) 7/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την εναγομένη-εκκαλούσα ο πρώτος στις 15/7/1974, ο δεύτερος στις 20/6/1974 και η τρίτη στις 19/7/1976, εξελίχθηκαν μέχρι το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου οι δύο πρώτοι και το βαθμό του Τμηματάρχη η τρίτη και αποχώρησαν από την υπηρεσία τους, στις 7/5/2008 ο πρώτος, στις 19/4/2008 ο δεύτερος και στις 21/4/2008 η τρίτη, πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας τους (60ου), που προβλεπόταν από το άρθρο 19 του συμβατικής ισχύος Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων της εναγομένης, στον οποίο είχαν προσχωρήσει οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι, κατά την πρόσληψή τους. Η αποχώρησή τους έγινε μετά τη συμπλήρωση υπερδεκαπενταετούς πραγματικής υπηρεσίας ήτοι 33 έτη, 9 μήνες και 22 ημέρες ο πρώτος, 33 έτη και 10 μήνες ο δεύτερος και 31 έτη, 9 μήνες και 2 ημέρες η τρίτη και κατόπιν υποβολής εκ μέρους τους των, από 15/4/2008, 7/4/2008 και από 14/4/2008, έγγραφων παραιτήσεων, αντίστοιχα, οι οποίες έγιναν αποδεκτές με τις υπ' αριθ. Π.Δ. 390/18.4.2008, Π.Δ. 291/7.4.2008 και Π.Δ. 366/17.4.2008, αντίστοιχα, πράξεις Διοικητή από το αρμόδιο όργανο της εναγομένης, σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 18 του άνω Γενικού Κανονισμού Κατάστασης των υπαλλήλων της, δηλαδή εντός μηνός από την υποβολή των δηλώσεων παραίτησης και διαγράφηκαν από την δύναμη του προσωπικού της εναγομένης, ο πρώτος από 8/5/2008, ο δεύτερος από 20/4/2008 και η τρίτη από 21/4/2008. Οι συµβάσεις εργασίας των εναγόντων διέπονταν από τον ως άνω συµβατικής ισχύος Κανονισµό, που προέβλεπε τη λύση των συµβάσεων εργασίας των με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας (άρθρο 19 αυτού) και επομένως ήταν ορισµένου χρόνου. Με τον ίδιο Κανονισµό, οι όροι του οποίου αποτελούσαν και περιεχόµενο της ατοµικής σύµβασης εργασίας αυτών, προβλεπόταν και περίπτωση πρόωρης λύσης της σύµβασης µε µονοµερή δήλωση παραίτησης του µισθωτού, η αποδοχή της οποίας ορίζεται ότι είναι υποχρεωτική εντός ενός µηνός από την ηµεροµηνία, που υποβλήθηκε (άρθρο 18).
Συνεπώς, υπήρχε διαλυτική αίρεση στις ως άνω συµβάσεις εργασίας των εναγόντων, κατά τα άρθρα 669 και 202 ΑΚ, η οποία πληρώθηκε µε τις δηλώσεις παραίτησης, που υποβλήθηκαν από αυτούς και έτσι οι εργασιακές τους συµβάσεις, κατέστησαν εξ υπαρχής αορίστου χρόνου και λύθηκαν µε τη συγκατάθεση της εναγοµένης - εργοδότριας, που αποδέχθηκε τις παραιτήσεις τους, µε συνέπεια να δικαιούνται οι ενάγοντες την προβλεπόμενη από το άρθρο 8 εδάφιο α' αυτού Ν. 3198/1955 αποζηµίωση και ειδικότερα το 50% των 24 µηνιαίων µισθών, πλέον προσαύξησης 1/6 για αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας και αναλογία επιδόματος ισολογισμού, το οποίο χορηγείται κατ' έτος, κατά μήνα Μάρτιο, σταθερώς και ανελλιπώς, στους εργαζόμενους της εναγομένης, βάσει της Σ.Σ.Ε ΟΤΟΕ - Τραπεζών έτους 1984 (ΦΕΚ 356 Β'/5.6.1984). Οι μηνιαίες αποδοχές των εναγόντων κατά τον τελευταίο πριν από την παραίτησή τους μήνα ανέρχονταν, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες με επίκληση από 9/2/2007, 21/9/2007 και από 13/9/2007 βεβαιώσεις της Διεύθυνσης Γενικού Λογιστηρίου της εναγομένης σε 4.862,15 ευρώ για τον πρώτο, σε 5.256,13 ευρώ για το δεύτερο και 4.354,57 ευρώ για την τρίτη. Επομένως, οι ενάγοντες, ως υπάλληλοι της εναγομένης Τράπεζας, που παραιτήθηκαν από την υπηρεσία τους, έχοντας συμπληρώσει υπερδεκαπενταετή υπηρεσία σ' αυτήν και χωρίς να έχουν συμπληρώσει το προβλεπόμενο από τις ως άνω οικείες διατάξεις του Γενικού Κανονισμού όριο ηλικίας (60ου έτους, δεδομένου ότι γεννήθηκαν, αντίστοιχα, τα έτη 1949, 1948 και 1951), γενομένων δεκτών από την εναγομένη των αιτήσεων παραίτησής τους, υπάγονταν στους μισθωτούς του εδαφίου α' του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, που δικαιούνταν, λόγω της αποχώρησής τους, με τη συγκατάθεση της εργοδότριάς τους, ως αποζημίωση το 50% της αποζημίωσης, που θα ελάμβαναν σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους από την Τράπεζα και όχι το 40% του εδαφίου β' του ίδιου άρθρου (8 Ν. 3198/1955), λόγω του ότι συμπλήρωναν τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους συντάξεως γήρατος και ήταν ασφαλισμένοι στο Ταµείο Συντάξεων Προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδος και το Μετοχικό Ταµείο Υπάλληλων της Τράπεζας αυτής και τούτο διότι, κατά την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 435/1976, η οποία έχει ανάλογη εφαρµογή στην προκειμένη περίπτωση, δικαίωµα λήψεως του 50% της αποζημίωσης έχουν όσοι πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, όπως στην ένδικη περίπτωση οι ενάγοντες, ανεξαρτήτως του αν δικαιούνται πλήρους συντάξεως και είναι επικουρικώς ασφαλισμένοι, αφού η ρύθµιση του εδαφίου α' του άρθρου 8 του άνω Νόµου, του οποίου πληρούν τις προϋποθέσεις, είναι ευνοϊκότερη γι' αυτούς, εκείνης του εδαφίου β' του ιδίου άρθρου.
Συνεπώς, το συνολικό ποσό της αποζημιώσεως, που έπρεπε να λάβουν οι ενάγοντες ανερχόταν, σύµφωνα µε τα παραπάνω, για τον πρώτο ενάγοντα στο ποσό των 70.906,22 ευρώ, για το δεύτερο στο ποσό των 76.651,82 ευρώ και για την τρίτη ενάγουσα στο ποσό των 63.504,14 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρ. 8 παρ. 1α του Ν. 3198/1955 και 202 και 669 του ΑΚ. Ειδικότερα, η έλλειψη ανάλογης πρόβλεψης, υπό τη μορφή διαλυτικής αίρεσης, στον Κανονισμό της αναιρεσείουσας, ως προς τη δυνατότητα πρόωρης λύσης της συμβάσεως του μισθωτού και εκ μέρους της με καταγγελία, δεν επηρεάζει τη μετατροπή της σύμβασης του τελευταίου σε σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου στην περίπτωση που πληρωθεί η υπέρ αυτού προβλεπόμενη διαλυτική αίρεση, δηλαδή η προβλεπόμενη δυνατότητα πρόωρης λύσης της σύμβασης με παραίτησή του από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, η συγκατάθεση δε αυτή εγκύρως παρέχεται δια της εκ των προτέρων, κατά την κατάρτιση του Κανονισμού, συμβατικής προς τούτο αυτοδέσμευσης της Τράπεζας, με συνακόλουθη συνέπεια την υποχρέωσή της να καταβάλει την αποζημίωση του άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, αφού συντρέχουν οι απαιτούμενες κατά τα άνω προϋποθέσεις, δηλαδή η ύπαρξη σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου και η συμπλήρωση 15ετούς τουλάχιστον υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη. Επομένως, ο από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις, με το να δεχθεί ότι η πρόβλεψη στον Κανονισμό της αναιρεσείουσας της δυνατότητας πρόωρης λύσης της σύμβασης εργασίας με δήλωση παραίτησης του μισθωτού με τη συγκατάθεση του εργοδότη, παρεχομένη δια της εκ των προτέρων αυτοδέσμευσής του με σχετικό όρο του Κανονισμού, χωρίς να υφίσταται ανάλογου περιεχομένου πρόβλεψη και υπέρ της αναιρεσείουσας για την εκ μέρους της ελεύθερη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, συνιστά διαλυτική αίρεση με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μεταπίπτει εξαρχής σε αόριστου χρόνου, είναι αβάσιμος.
Με το άρθρ. 2§2 του ΑΝ 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζες κ.λπ., η από τον Ν. 2112/1920, όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, οφειλόμενη αποζημίωση δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει το ποσό των 240.000 δρχ. Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε σε 600.000 δρχ. με το άρθρ. 1 του ΝΔ 207/1974, σε 1.000.000 δρχ. με το άρθρ. 24 του Ν. 1082/1980, σε 1.150.000 δρχ. με το άρθρ. 24 του Ν. 1545/1985, σε 1.500.000 δρχ. με το άρθρ. 33 του Ν. 1876/1990 και σε 15.000 ευρώ με το άρθρ. 21§13 του Ν. 3144/2003. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρ. 103§§7 και 8 του Συντ., όπως ισχύουν μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο. Από τις διατάξεις των άρθρ. 9§1 του Ν. 1232/1982, 1§6 του Ν. 1256/1982 και 51 του Ν. 1892/1990 συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα της Ελλάδος δεν περιλαμβάνεται στο δημόσιο τομέα, αφού δεν ανήκει στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, στο σύνολό της ή κατά πλειοψηφία, έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρεία και συνιστά από τη φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το Δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις, δεν μπορούσαν να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσό που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου της, σύμφωνα με τα άρθρ. 1§1 και 8§4 του καταστατικού της, που κυρώθηκε με τον Ν. 3427/1927 και έχει ισχύ νόμου (το παραπάνω ποσοστό αυξήθηκε μεταγενεστέρως με το άρθρ. 34 του Ν. 2778/1999 στο 35% του ονομαστικού κεφαλαίου της). Ενόψει όμως και των αναφερομένων στα άρθρ. 2§1 εδ. α' έως ζ' και 4§1 του καταστατικού της αρμοδιοτήτων, που της έχουν ανατεθεί και των προνομίων που της έχουν παραχωρηθεί από τη σύστασή της και μεταγενεστέρως και ιδιαίτερα του εκδοτικού προνομίου της και της διαχείρισης του εξωτερικού συναλλάγματος, η αναιρεσείουσα δεν είναι ούτε νομικό πρόσωπο καθαρά ιδιωτικού δικαίου, αλλά έχει ιδιότυπο διφυή χαρακτήρα, νομικού μεν προσώπου ιδιωτικού δικαίου ως προς την άσκηση από μέρους της των τραπεζικών εργασιών και τις σχέσεις της με το προσωπικό της και τους πελάτες της, δημοσίου δε δικαίου ως προς τη διαχείριση του εξωτερικού συναλλάγματος ή την άσκηση του εκδοτικού προνομίου της, ως προς τις οποίες ασκεί δημόσια εξουσία. Επομένως, ο υπάλληλος της Τράπεζας αυτής, ο οποίος αποχωρεί από την υπηρεσία του, δικαιούται την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 και 5§1 του Ν. 435/1978 αποζημίωση χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρ. 2§2 και 3 του ΑΝ 173/1967 και 1 §§ 1 και 2 του ΝΔ 618/1970, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, αφού η Τράπεζα της Ελλάδος, δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΑΠ (Ολ) 1/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε επί πλέον, ότι οι αναιρεσίβλητοι εδικαιούντο, κατ' άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, να λάβουν ποσοστό 50% της αποζημιώσεως του Ν. 2112/1920, εκείνης δηλαδή που θα ελάμβαναν σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεώς τους από την αναιρεσείουσα, χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων του άρθρ. 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/1967, όπως ισχύει με τις προαναφερθείσες τροποποιήσεις του, έτσι δε η αναιρεσείουσα, που τους κατέβαλε αποζημίωση περιορισμένη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 21 παρ. 13 του Ν. 3144/2003, δηλαδή το ποσό των 15.000 ευρώ, υποχρεούται να καταβάλει τη διαφορά ανερχόμενη σε 55.906,22 ευρώ για τον πρώτο, 61.651,82 ευρώ για το δεύτερο και 48.504,14 ευρώ για την τρίτη.
Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 5-10-2010, αίτηση της αναιρεσείουσας για την αναίρεση της 3290/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι η πρόβλεψη στον Κανονισμό της αναιρεσείουσας της δυνατότητας πρόωρης λύσης της σύμβασης εργασίας με δήλωση παραίτησης του μισθωτού με τη συγκατάθεση του εργοδότη, παρεχομένη δια της εκ των προτέρων αυτοδέσμευσής του με σχετικό όρο του Κανονισμού, συνιστά διαλυτική αίρεση με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μεταπίπτει εξαρχής σε αόριστου χρόνου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν περιλαμβάνεται στο δημόσιο τομέα.
|
Αποζημίωση μισθωτού
|
Αποζημίωση μισθωτού.
| 1
|
Αριθμός 28/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Θ. συζ. Κ. Δ., το γένος Γ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπανδρουλάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Π. Σ., το γένος Α. Ξ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1618/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6615/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-1-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 ΚΠολΔ αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση της υπόθεσης. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν δεν αποδεικνύεται η κλήτευσή του, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Στην προκειμένη περίπτωση, για τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε η σημερινή δικάσιμος της 4-12-2012. Κατ' αυτήν και όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε, ούτε υπέβαλε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 ΚΠολΔ. Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, καθόσον η νομίμως παριστάμενη αναιρεσείουσα δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει, έκθεση επίδοσης της σχετικής κλήσης προς την απολειπόμενη αναιρεσίβλητη, στην περίπτωση που αυτή επισπεύδει την συζήτηση, ούτε την κλήση που της επιδόθηκε, αν επισπεύδουσα είναι η αναιρεσίβλητη. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση αυτή της ένδικης αίτησης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της, από 20-1-2012, αίτησης για αναίρεση της 6615/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
|
Απαράδεκτη συζήτηση
|
Απαράδεκτη συζήτηση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 9/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Φ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 449/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Α. Α. του Β..
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαρτίου 2012 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 658/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν τα έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο αναφέρονται ιστορικώς μόνον στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχουν ληφθεί υπόψη αμέσως από το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, καθώς και όταν τα περιστατικά αυτά προέκυψαν από άλλα αποδεικτικά μέσα ή αποτελούν στοιχείο της κατηγορίας ή το σώμα του εγκλήματος. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται και στην περίπτωση που ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο, χωρίς να αναγνωσθούν στο ακροατήριο, έγγραφα για την απόρριψη (με παρεμπίπτουσα απόφαση) αιτήματος μη εξετάσεως μάρτυρα, η κατάθεση του οποίου στηρίζει τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως, ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, διότι και στην περίπτωση αυτή, στηρίζουν και αυτά την κρίση περί ενοχής.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ως αναιρετική πλημμέλεια η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που επήλθε διότι το Εφετείο, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και τις υπ' αριθ. 5796/2005 και 19932/2005 αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης που αφορούσαν καταδίκη του Α. Κ. για φοροδιαφυγή και αφ' ετέρου διότι σε παρεμπίπτουσα απόφασή του, απορριπτική αιτήσεως και του αναιρεσείοντος για την μη εξέταση του Α. Κ. ως μάρτυρα κατηγορίας, έλαβε υπόψη τις από 11.5.2005, 19.5.2005 16.6.2005, 5.7.2005 και 6.7.2005 ένορκες εξετάσεις του Α. Κ. ενώπιον των ανακριτικών υπαλλήλων της Υποδιεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων Βορείου Ελλάδος, χωρίς οι ανωτέρω αποφάσεις και ένορκες καταθέσεις να έχουν αναγνωσθεί στο ακροατήριο. Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη 449/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά και τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτώς επισκοπούνται κατά την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως, το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί ενοχής του αναιρεσείοντος Ν. Φ. και του συγκατηγορουμένου του Α. Α. για παράβαση του νόμου περί μεσαζόντων, έλαβε υπόψη και την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Α. Κ. και, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κήρυξε αυτόν και τον συγκατηγορούμενό του Αλέξανδρο Αλεξόπουλο ενόχους και τους επέβαλε ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών στον καθένα, που ανεστάλη επί τρία (3) έτη. Πριν από την εξέταση του μάρτυρα αυτού αντέλεξε ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος Α. Α. δια του συνηγόρου του και ζήτησε να μην εξετασθεί ο μάρτυρας αυτός, λόγω ισχυριζομένης παραβιάσεως της αρχής της δίκαιης δίκης, βάσει του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με τον ισχυρισμό ότι ο Α. Κ. ενήργησε παρανόμως με το να τον παροτρύνει να διαπράξει την αξιόποινη πράξη που χωρίς την παρότρυνση αυτή δεν θα την διέπραττε. Το αίτημα αυτό, μη εξετάσεως, υπέβαλε και ο αναιρεσείων. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης εξήτασε τον άνω μάρτυρα, αφού, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε το αίτημα με την εξής αιτιολογία: "Επειδή, αναφορικά με το δεύτερο σκέλος του αιτήματος του κατηγορουμένου Α. Α. (με το οποίο συμπαρατάχθηκε και ο έτερος κατηγορούμενος Ν. Φ.), δηλαδή να μη ληφθεί υπόψη η ενώπιον του ακροατηρίου μαρτυρική κατάθεση του Α. Κ. και να διαγνωσθεί απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας και της κύριας διαδικασίας, κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν τίθεται εν προκειμένω ζήτημα "ανακριτικής διείσδυσης" (ώστε η μη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 2713/95 να συνεπάγεται ύπαρξη απαγορευτέου αποδεικτικού μέσου κατ' άρθρο 177 παρ. 2 ΚΠΔ και, περαιτέρω απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρον 171 παρ. 1 στ. δ ΚΠΔ). Ειδικότερα, από τα στοιχεία της ποινικής δικογραφίας, όπως αυτή σχηματίσθηκε κατά τα προηγηθέντα στάδια (προδικασία, εκδίκαση σε πρώτο βαθμό) συνάγεται ότι ο μάρτυς Α. Κ. δεν υπήρξε "πρόσωπο", το οποίο "με εντολή του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων εμφανίστηκε ως συμμέτοχος της πράξης". Ουδεμία τέτοια εντολή υπήρξε από τον Διευθυντή της Υποδιεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων Βορείου Ελλάδος, αντίθετα μάλιστα, με την πρώτη του κιόλας μαρτυρική κατάθεση στις 11-5-2005, ενώπιον των ανακριτικών υπαλλήλων της προαναφερόμενης Υπηρεσίας, καταγγέλλει τις σε βάρος του αξιόποινες πράξεις και επιθυμεί την ποινική δίωξη των δραστών, αλλά και στις επακολουθήσασες συμπληρωματικές καταθέσεις συνεχίζει να εκθέτει τα περιστατικά που συνθέτουν την σε βάρος του αξιόποινη συμπεριφορά των καταγγελθέντων υπαλλήλων κατά τρόπο που δείχνει ότι ο ίδιος εμφανίζεται ως "θύμα" (παθών) και όχι ως "κατ' εντολήν συμμέτοχος" των δικών τους αξιόποινων πράξεων (βλ. την από 11-5-2005 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα Α. Κ. και τις από 19-5-2005, 16-6-2005, 5-7-2005 και 6-7-2005 συμπληρωματικές του ιδίου).
Συνεπώς, δεν υπήρξε "ανακριτική διείσδυση" του Α. Κ. για να ελεγχθούν τα όρια της επιτρεπόμενης καλυμμένης δράσης του, ούτε, επομένως, απαιτούνταν ενημέρωση και έγκριση (για την ανακριτική διείσδυση) του εποπτεύοντος Εισαγγελέα Εφετών (αρμοδίου κατ' άρθρο 3 παρ. 1 ν. 2713/95). Ύστερα από τα προεκτεθέντα, κρίνεται ότι είναι επιτρεπτή η εξέταση ως μάρτυρα του Α. Κ. και δεν έχει λάβει χώρα οποιαδήποτε δικονομική ακυρότητα ούτε παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης κατ' άρθρον 6 της ΕΣΔΑ. Γι' αυτό το προβληθέν αίτημα - ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί".
Στην απορριπτική της άνω αιτήσεως του αναιρεσείοντος παρεμπίπτουσα απόφαση γίνεται μνεία ότι το δικαστήριο εμόρφωσε την κρίση του ότι δεν πρέπει να απαγορευθεί η εξέταση του μάρτυρα και από τις από 11.5.2005, 19.5.2005 16.6.2005, 5.7.2005 και 6.7.2005 ένορκες εξετάσεις τούτου ενώπιον των ανακριτικών υπαλλήλων της Υποδιεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων Βορείου Ελλάδος. Εφόσον το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση για το σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη και την κατάθεση του άνω μάρτυρα και προκειμένου να απορρίψει την άνω αίτηση έλαβε υπ' όψη τις άνω προανακριτικές εκθέσεις ένορκης εξετάσεως αυτού, που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, ούτε είχαν αναγνωσθεί πρωτοδίκως, ούτε προκύπτει το περιεχόμενο των εκθέσεων εξετάσεως αυτών από άλλα παραδεκτώς ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ούτε αναφέρονται αυτές ιστορικώς μόνο στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ούτε αποτελούν, επίσης, στοιχείο των εναντίον των κατηγορουμένων κατηγοριών, ούτε το σώμα του εγκλήματος για το οποίο αυτοί καταδικάσθηκαν, έπεται ότι δεν μπόρεσε ο αναιρεσείων να κάνει τις παρατηρήσεις του (εξηγήσεις και δηλώσεις) για τα αποδεικτικά αυτά μέσα που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο.
Συνεπώς, επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω της οποίας πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), παρέλκει δε η έρευνα των ετέρων λόγων αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 449/2012 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τον αναιρεσείοντα. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικού μέσου, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν τα έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο αναφέρονται ιστορικώς μόνον στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχουν ληφθεί υπόψη αμέσως από το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, καθώς και όταν τα περιστατικά αυτά προέκυψαν από άλλα αποδεικτικά μέσα ή αποτελούν στοιχείο της κατηγορίας ή το σώμα του εγκλήματος. Η ακυρότητα επέρχεται και στην περίπτωση που ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο, χωρίς να αναγνωσθούν στο ακροατήριο, έγγραφα για την απόρριψη αιτήματος μη εξετάσεως μάρτυρα, η κατάθεση του οποίου στηρίζει τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως, ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, διότι και στην περίπτωση αυτή, στηρίζουν και αυτά την κρίση περί ενοχής.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 10/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Θ. Λ. του Α., 2. Ι. Π. του Χ., κατοίκων ..., που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Μακρυγιάννη και 3. Θ. Π. του Χ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Χούρσογλου περί αναιρέσεως της 3801/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες: 1. W. H. του M., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαμπρόπουλο και 2. Α. Α., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 5 Ιουνίου 2012, 6 Ιουνίου 2012 και 6 Ιουνίου 2012 τρεις χωριστές αιτήσεις αναιρέσεως, μετά των από 19 Νοεμβρίου 2012 προσθέτων λόγων της πρώτης αναίρεσης οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 759/12.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι της πρώτης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι, 1) η από 5.6.2012 (με αριθ. πρωτ. 4180/2012) του Θ. Λ. του Α. μετά των από 19.11.2012 προσθέτων αυτής λόγων, που κατατέθηκαν εμπρόθεσμα (την 19.11.2012) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ), 2) η από 6.6.2012 (με αριθ. πρωτ. 4237/2012) του Θ. Π. του Χ. και 3) η από 6.6.2012 (με αριθ. πρωτ. 4238/2012) του Ι. Π. του Χ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 3801/2012 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας ή της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 28 του ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε άνευ συνειδήσεως αμέλεια, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προβλέπει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη αμέλεια, κατά την οποία προβλέπει ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, πιστεύει όμως ότι θα το αποφύγει. Περαιτέρω, η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μια παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου κατά το νόμο, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως, απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από εκούσια ανάληψη της υποχρέωσης παροχής προστασίας (από σύμβαση ή και σιωπηρώς) ή από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου, που δημιούργησε άμεσα τον κίνδυνο επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Περαιτέρω, το π. δ. 1073/1981 "εργασίες αρμοδιότητας πολιτικού μηχανικού, μέτρα ασφαλείας" ορίζει: Στο άρθρο 40 ότι "1. Καταπακταί δαπέδων, ... φωταγωγοί, ... πρέπει να εξασφαλίζωνται κατά πτώσεων περιμετρικώς δια στηθαίου μετά χειρολισθήρος ελαχίστου ύψους ενός (1,00) μέτρου από του δαπέδου, σανίδος μεσοδιαστήματος και θωρακίου (σοβατεπί), ή δι' επικαλύψεως ικανής αντοχής. ... 3. Στέγαι και φωταγωγοί με επικάλυψιν εκ κοινών υαλοπινάκων πρέπει να έχουν κάτωθεν αυτών επαρκώς ισχυράν προστασίαν εκ δικτυωτού συρματίνου πλέγματος, μόνιμον ή κινητήν. ...". Στο άρθρο 41 ότι: "1. Τα ανοίγματα κατακορύφων επιφανειών, πρέπει να έχουν προστατευτικόν στηθαίον ή προσωρινόν κιγκλίδωμα επαρκούς αντοχής. ...". Στο άρθρο 102 ότι: "Εις περιπτώσεις κατά τας οποίας η προστασία των εργαζομένων δεν δύναται να εξασφαλισθή απόλυτα είτε διά της εξαλείψεως του κινδύνου είτε διά των ομαδικών μέτρων προστασίας διατίθενται υπό του εκτελούντος το έργον εις τους εργαζομένους ατομικά μέσα προστασίας. ...". Και στο άρθρο 107 ότι: " Ο εκτελών το έργον πρέπει, να εξασφαλίζη την δυνατότητα χρήσεως των ζωνών ασφαλείας εις τας περιπτώσεις κατά τας οποίας η χρήσις αύτη είναι, αναγκαία". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 7 του π. δ. 778/1980 "μέτρα ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών", "απαγορεύεται η εκτέλεσις οιασδήποτε εργασίας εις τούς χώρους λειτουργίας των μηχανημάτων και εις χώρους άνωθεν των οποίων εκτελείται οιαδήποτε εργασία, ως εις φωταγωγούς, ικριώματα, κλιμακοστάσια κ.λπ. εφ' όσον δεν έχουν ληφθή προστατευτικά μέτρα ασφαλείας, ως η κατασκευή προστατευτικού προστεγάσματος". Τέλος, ο ν. 1396/1983 "μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα" ορίζει: Στο άρθρο 2 τις έννοιες, μεταξύ άλλων, του εργολάβου (πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου τεχνικού έργου ή τμήματος του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό" και του επιβλέποντος το έργο (πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματός του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης). Στο άρθρο 3 ότι: "Ο εργολάβος και υπεργολάβος ολόκληρου του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται: 1. Να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο. 2. Να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του νόμου αυτού. 3. Να εφαρμόζουν σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τη μελέτη μέτρων ασφαλείας, που ορίζεται στο άρθρο 6 του παρόντος". Στο άρθρο 6 ότι: "Ο μελετητής έχει υποχρέωση να συντάσσει μελέτη μέτρων ασφαλείας σύμφωνη με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, όταν προβλέπεται τέτοια υποχρέωση από τις διατάξεις που ισχύουν". Και στο άρθρο 7 ότι: "Ο επιβλέπων, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις έχει και τις ακόλουθες : ... 3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει τις σχετικές οδηγίες". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' του ΚΠοινΔ, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της αποφάσεως ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως αυτό συμβαίνει όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αντίθετα με αυτές. Διαφορετικά, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα, και ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Η δε αυτοψία, η οποία διενεργείται κατά το άρθρο 180 του ΚΠοινΔ, με την συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο, μάλιστα, μνημονεύεται και στη διάταξη του άρθρου 178 του ΚΠοινΔ, πρέπει δε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που αξιολογήθηκαν. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν μνημονεύεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, χωρίς να αρκεί η αναφορά στα έγγραφα, και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Σε περίπτωση, όμως, που η αυτοψία διενεργήθηκε κατά τη διαδικασία της αστυνομικής προανακρίσεως και κατά τον χρόνο της αστυνομικής διερευνήσεως του εγκλήματος, χωρίς να έχει διαταχθεί από το δικαστήριο, τότε δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ώστε να απαιτείται η ξεχωριστή αναφορά του στο αιτιολογικό της αποφάσεως, για να προκύπτει η διερεύνηση και η αξιολόγησή του. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες ανθρωποκτονίας από αμέλεια από υπόχρεο σε βάρος του Ι. Μ. και σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος του W. H., πράξεις που τέλεσαν με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τους καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι επτά (27) μηνών, ανασταλείσα, τον καθένα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι: Κατά το έτος 2007 οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι ως ομόρ. εταίροι, νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές της εταιρείας με την επωνυμία "Θ και Ι Π. ΟΕ - Οικοδομικές Επιχειρήσεις" προέβαιναν ως εργολάβοι στην εκτέλεση εργασιών ανέγερσης πολυωρόφου οικοδομής, που βρίσκεται στην Ν. Ιωνίας Αττικής και επί της οδού ... αρ. 3. Ο τρίτος κατηγορούμενος προστηθείς από την ως άνω εταιρεία ήταν ο επιβλέπων μηχανικός του όλου έργου. Η ως άνω εργολάβος εταιρεία με βάση προφορική συμφωνία ανέθεσε στον θανόντα Ι. Μ. και αυτός ανέλαβε ως υπεργολάβος την εκτέλεση των εργασιών τοιχοποιίας του προαναφερθέντος έργου. Ο υπεργολάβος προστηθείς από την εργολάβο προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον σύριο υπήκοο H. W. να εργαστεί στο συνεργείο του ως ανειδίκευτος εργάτης. Κατά την εκτέλεση των ως άνω εργασιών και συγκεκριμένα στις 30.10.2007 ο H. W. και ο θανών Ι. Μ. ανέβηκαν στον 5ο όροφο της ως άνω οικοδομής προκειμένου να κτίσουν την περίμετρο του φωταγωγού διαστάσεων 1.20 μ. Χ 4.30 μ. Η εργασία αυτή θα γινόταν πάνω σε ξύλινη εξέδρα που θα ήταν το δάπεδο εργασίας τους και για την κατασκευή αυτής χρησιμοποιήθηκαν τρία ξύλα (λατάκια) διαστάσεων 1,80 μ Χ 0,08 μ. Χ 0,08 μ. το καθένα (ως εγκάρσιες δοκίδες) που είχαν τοποθετηθεί κάθετα στο άνοιγμα των 4.30 μ. του φωταγωγού και εδράζονταν στην πλάκα και στο δοκάρι που περιέκλειαν τον φωταγωγό. Επάνω στα λατάκια είχαν τοποθετηθεί ξύλινα μαδέρια, διαστάσεων 0.30 μ. Χ 4.00 Χ 0.05 μ. για να καλύπτεται το άνοιγμα του φωταγωγού και να μπορούν να πατάνε πάνω σ' αυτό οι εργαζόμενοι για να έχουν πρόσβαση και να χτίσουν τον τοίχο, χωρίς τα μαδέρια αυτά (να) είναι καρφωμένα μεταξύ τους. Αφού ολοκληρώθηκε η ως άνω κατασκευή πάνω στην εξέδρα πατούσαν 3 εργαζόμενοι. Στη μια μεριά βρισκόταν ο Ι. Μ. ανεβασμένος σε μια σκάλα για να καρφώσει μια πρόκα στο υπερκείμενο δοκάρι έτσι ώστε να τραβήξει ράμπα και ο W. H. που κρατούσε τη σκάλα πάνω στην οποία ήταν ανεβασμένος ο Ι. Μ.. Από την άλλη μεριά της εξέδρας βρισκόταν ο R. C.. Επίσης πάνω στην εξέδρα υπήρχαν τούβλα και δύο σκάφες γεμάτες τσιμέντο. Κατά την εκτέλεση των ως άνω εργασιών έσπασε το ένα από τα τρία λατάκια που στήριζαν την εξέδρα με αποτέλεσμα να υποχωρήσει αυτή και να βρεθούν στο κενό ο Ι. Μ. και ο W. H., ο δε τρίτος R. C. που πατούσε από την άλλη μεριά της εξέδρας να πεταχθεί, δεδομένου ότι η εξέδρα ανασηκώθηκε σαν "τραμπάλα" και να βρεθεί σε σταθερό μέρος. Ο Ι. Μ. από την πτώση υπέστη βαριές κακώσεις θώρακα, κεφαλής, κοιλίας και αριστερού άνω άκρου συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατός του, ο δε H. W. υπέστη κάταγμα ΔΕ ωμοπλάτης, κάταγμα αστραγάλου ΑΡ (αποσπαστικό), συντριπτικό κάταγμα εξάρθρωμα ΟΙ με πλήρη αναισθησία και έλλειψη κινητικότητας στη μεσότητα ΑΡ μηρού, κάταγμα Θ12, κάταγμα εγκάρσιας απόφυσης Ο2, Ο3, Ο4, κάταγμα πλευρών ΔΕ και πνευμονικές θλάσεις ΔΕ. Υποβλήθηκε σε οπίσθια σπονδυλοδεσία και την 10.12.2007 διακομίστηκε στο Τμήμα Φυσικής Ιατρικής για περαιτέρω αποκατάσταση. Την ίδια ημέρα του ατυχήματος έγινε από τον τεχνικό Επιθεωρητή του Υπουργείου Απασχόλησης Θ. Π. έρευνα για τον εντοπισμό των αιτίων που προκάλεσαν τα ως άνω. Στην ως άνω έκθεση έρευνας αναφέρεται η ακαταλληλότητα του λατακιού που έσπασε σε συνδυασμό με την υπερφόρτωση της εξέδρας, η έλλειψη σταθερότητας της εξέδρας (στερέωση της εξέδρας) και ότι οι υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές αναφέρονται στο Ν. 1396/1983. Από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού αποδεικνύεται ότι ο κατά τον παραπάνω τρόπο επελθών θάνατος του Ι. Μ. και η σωματική βλάβη του W. H. οφείλεται σε αμέλεια και των τριών κατηγορουμένων, ήτοι στη μη καταβολή απ' αυτούς της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές, της κοινής πείρας και λογικής και της συνήθους πορείας των πραγμάτων, και την οποία προσοχή οι κατηγορούμενοι μπορούσαν να καταβάλουν, βάσει των προσωπικών τους περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων και κυρίως εξαιτίας του επαγγέλματός τους, ώστε να προβλέψουν και να αποφύγουν το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο όμως από έλλειψη προσοχής δεν προέβλεψαν (άνευ συνειδήσεως αμέλεια). Συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι, ενώ όφειλαν και μπορούσαν να προβούν στη λήψη και τήρηση των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται από τις ως άνω διατάξεις των π. δ/των 1073/1981 (άρθρα 40, 41, 102, 103, 107) σε συνδυασμό με αυτές του π. δ/τος 778/80 και του ν. 1396/83 όπως επίσης αναφέρονται παραπάνω για την προστασία των εργαζομένων κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, παρέλειψαν να εξασφαλίσουν τον ένδικο φωταγωγό της συγκεκριμένης οικοδομής κατά του κινδύνου πτώσης απ' αυτόν κάποιου εργαζόμενου. Ειδικότερα οι τρεις κατηγορούμενοι (οι δύο πρώτοι ως εργολάβοι και ο τρίτος ως επιβλέπων μηχανικός) υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους δεν τοποθέτησαν ανθεκτικό δικτυωτό κάλυμμα στο φωταγωγό, ούτε ασφάλισαν αυτόν με κάλυψη ικανής αντοχής ούτε και φρόντισαν να γίνεται χρήση ζωνών που αποτρέπουν από την πτώση τους εργαζόμενους, επιπλέον δε ο τρίτος παρέλειψε να επιβλέψει αν είχαν εφαρμοστεί πράγματι τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας. Υπεύθυνοι για τη διαρκή επίβλεψη και επιμέλεια της λήψης και τήρησης των ως άνω μέτρων ασφαλείας ήταν οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι όφειλαν να καθοδηγούν διαρκώς τον θανόντα και τον παθόντα σχετικά με τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας, όφειλαν δε όλοι, με βάση τις ανωτέρω ιδιότητες, να τηρούν όλα τα αναγκαία μέτρα για την ασφάλεια, την υγεία και τη σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων. Παρ' όλα αυτά οι κατηγορούμενοι δεν φρόντισαν, όπως κάθε μετρίως συνετός άνθρωπος θα έπραττε και όπως οι ίδιοι μπορούσαν να πράξουν, λόγω των ιδιοτήτων τους, να προβούν προς εξασφάλιση κατά των πτώσεων των εργαζομένων στην τοποθέτηση ανθεκτικού δικτυωτού καλύμματος στον φωταγωγό ή στην ασφάλιση αυτού με κάλυψη ικανής αντοχής ούτε και φρόντισαν να γίνεται χρήση ζωνών ασφαλείας δοθέντος ότι ο ως άνω φωταγωγός λόγω της θέσης του, των διαστάσεών του (5ος όροφος οικοδομής) ήταν επικίνδυνος για τους εργαζόμενους στην ως άνω οικοδομή. Έτσι, εξαιτίας των πιο πάνω παραλείψεων των κατηγορουμένων επήλθε το συγκεκριμένο αποτέλεσμα δηλ. η πτώση του Ι. Μ. και του W. H., ο θανάσιμος τραυματισμός του πρώτου και ο τραυματισμός του δεύτερου, τους οποίους οι κατηγορούμενοι εξ αιτίας της αμέλειάς τους δεν προέβλεψαν. Οι ισχυρισμοί των δύο πρώτων κατηγορουμένων ότι ο Ι. Μ. ανέλαβε το έργο χωρίς καμία απολύτως οδηγία ή έλεγχο εκ μέρους τους, ότι υπήρχαν μέτρα ασφαλείας και ότι οι ίδιοι δεν γνώριζαν ότι θα κατασκευάσει στο φωταγωγό δάπεδο εργασίας πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Και τούτο γιατί, ανεξαρτήτως του ότι η μεταξύ του εργολάβου και υπεργολάβου συμφωνία περί μέτρων ασφαλείας όσον αφορά τα δικαιώματα των εργαζομένων πρέπει να γίνεται γραπτώς ιδίως όταν αφορά την απαλλαγή των αντικειμενικώς εκ του νόμου ευθυνομένων στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος υπό την ως άνω ιδιότητα παρευρίσκετο κάθε ημέρα στην οικοδομή, γνώριζε τις εργασίες που θα γίνουν, έδιδε τις οδηγίες του τις οποίες ακολουθούσαν όλοι και ότι στην οικοδομή δεν υπήρχαν μέτρα ασφαλείας. Τα ως άνω μέτρα ασφαλείας πάρθηκαν μετά το ατύχημα. Τα ανωτέρω προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης. Τα ίδια ακριβώς κατατέθηκαν και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και δεν αναιρούνται ούτε από την απολογία του τρίτου κατηγορουμένου, ο οποίος στο Δικαστήριο τούτο κατέθεσε ότι "τα μέτρα ασφαλείας μπήκαν μετά το ατύχημα καθ' υπόδειξη του Επιθεωρητή". Επίσης οι ισχυρισμοί του τρίτου κατηγορουμένου ότι υπήρχαν μέτρα ασφαλείας, ότι πήγαινε μια φορά την εβδομάδα όταν τελείωνε ο κάθε όροφος και ότι δεν ειδοποιήθηκε για την έναρξη των εργασιών του πέμπτου ορόφου πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Και τούτο γιατί από την απολογία του αποδείχθηκε ότι τα μέτρα ασφαλείας πάρθηκαν μετά το ατύχημα καθ' υπόδειξη του Επιθεωρητή και ότι δεν παρευρίσκετο κατά την εκτέλεση των εργασιών της ως άνω οικοδομής και μάλιστα στην έναρξη εργασιών κάθε συγκεκριμένου ορόφου. Με δεδομένο ότι δεν παρευρίσκετο στην οικοδομή κατά την έναρξη εργασιών κάθε ορόφου όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας, ο ισχυρισμός του περί μη ειδοποίησης αυτού κατά την έναρξη των εργασιών του 5ου ορόφου αλυσιτελώς προβάλλεται αφού και οι προηγούμενοι όροφοι χωρίς την παρουσία του άρχισαν να κατασκευάζονται. Συγκεκριμένα κατέθεσαν "τον μηχανικό τον ξέρω προσωπικά δεν ξέρω αν είχε πάει μία φορά" η Α. Α.. Ο Δ. Δ. "τον μηχανικό τον είδα μία ή δύο φορές και δεν ανέβηκε επάνω" και (ο) W. H. "ο μηχανικός δεν ήρθε καθόλου". Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται πλήρως η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που αποδίδεται στους κατηγορουμένους και της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια που αποδίδεται στους κατηγορουμένους, οι οποίοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, απορριπτομένων ως αβασίμων των αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας και της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο, για τα οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 302 παρ. 1, 314 παρ. 1 εδ. α', 28 και 15 του ΠΚ, 40, 41, 102 και 107 του π. δ. 1073/1981, 21 παρ. 7 του ν. 778/1980 και 2, 3, 6 και 7 παρ. 3 του ν. 1396/1983, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα εκτίθενται στην απόφαση α) σε τι συνίστατο η αμέλεια των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων (στο ότι δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών στην ανωτέρω οικοδομή - μη τοποθέτηση ανθεκτικού δικτυωτού καλύμματος στο φωταγωγό, μη μέριμνα για χρήση από τους εργαζόμενους ζωνών ασφαλείας), β) το είδος της αμελείας αυτών (ασυνείδητη), γ) οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες επήλθε ο θανάσιμος τραυματισμός του Ι. Μ. και ο τραυματισμός του W. H. και δ) ο αιτιώδης σύνδεσμος που υπάρχει μεταξύ της αμέλειας των αναιρεσειόντων και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου και του τραυματισμού, αντιστοίχως, των παθόντων. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες, αφού: Α) Όσον αφορά τους αναιρεσείοντες Θ. και Ι. Π.: α) Στους αναιρεσείοντες καταλογίσθηκε ευθύνη για μη λήψη των μέτρων ασφαλείας και όχι γιατί υποχώρησε το δάπεδο εργασίας, το οποίο κατασκεύασε ο θανών και το συνεργείο του, η οποιαδήποτε αμέλεια του οποίου ως προς τον τρόπο και τα υλικά κατασκευής δεν αναιρεί ούτε μειώνει την αμέλεια των υπευθύνων για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας. Γίνεται, δηλαδή, εμμέσως, αλλά σαφώς, δεκτό ότι το ατύχημα, παρά την υποχώρηση του δαπέδου, θα αποφευγόταν αν υπήρχαν μέτρα ασφαλείας (ανθεκτικό δικτυωτό κάλυμμα, ζώνες ασφαλείας). β) Η λήψη των ως άνω μέτρων ασφαλείας προβλέπονται από τις νομικές διατάξεις που προπαρατέθηκαν, οι οποίες δεν είχαν τηρηθεί, αλλά, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, τα μέτρα λήφθηκαν μετά το συμβάν και κατόπιν υποδείξεως του Επιθεωρητή. γ) Το κάλυμμα έπρεπε να τοποθετηθεί ανεξαρτήτως αν είχε κατασκευαστεί δάπεδο εργασίας, εφόσον εκτελούντο εργασίες στο φωταγωγό στον πέμπτο όροφο της οικοδομής, κατά την ανέλεγκτη δε επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, η χρήση ζωνών, που προβλέπεται, άλλωστε, από το νόμο, ήταν αναγκαία για να αποτρέψει την πτώση από το φωταγωγό κάποιου εργαζόμενου. δ) Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ο αναιρεσείων Ι. Π. καταδικάσθηκε και αυτός ως νόμιμος, μετά του Θ. Π., εκπρόσωπος της εργολάβου ομόρρυθμης εταιρίας και, επομένως, συνυπεύθυνος για τη λήψη των μέτρων ασφαλείας, ο δε ισχυρισμός του ότι ναι μεν ήταν συνδιαχειριστής της εταιρίας, αλλά δεν είχε ποινική ευθύνη γιατί δεν παρευρισκόταν στον τόπο του ατυχήματος και δεν γνώριζε ότι εκτελούντο εργασίες που επέβαλαν τη λήψη μέτρων ασφαλείας είναι αρνητικός της κατηγορίας και δεν απαιτείτο ειδική αιτιολογία για την απόρριψή του.
Β) Όσον αφορά τον αναιρεσείοντα Θ. Λ.: α) Η αμέλεια του αναιρεσείοντος μηχανικού συνίσταται, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, στο ότι αυτός, καθώς και οι συγκατηγορούμενοί του, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας, ήτοι δεν φρόντισε να καλυφθεί ο φωταγωγός με ανθεκτικό κάλυμμα και να χρησιμοποιήσουν οι εργαζόμενοι ζώνες ασφαλείας. Από το ότι δε, στο σκεπτικό, προσδιορίζονται ακριβέστερα τα στοιχεία της αμέλειάς του, ότι, δηλαδή, αυτός παρέλειψε να λάβει και άλλα μέτρα (μη ασφάλιση του φωταγωγού με δάπεδο ικανής αντοχής είτε σωρευτικώς είτε διαζευκτικώς με το κάλυμμα, μη επίβλεψη για την εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας) δεν γεννάται καμιά αντίφαση ή ασάφεια. β) Από τις διατάξεις που προπαρατέθηκαν σαφώς συνάγεται ότι η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του επιβλέποντος μηχανικού δεν εξαντλείται στην υπόδειξη προς τον εργολάβο των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας που πρέπει να ληφθούν, αλλά πρέπει ο ίδιος να μεριμνήσει για τη λήψη των μέτρων αυτών ή, έστω, να επιβλέψει αν τηρήθηκαν οι σχετικές οδηγίες του. Με βάση αυτά, ορθώς αποδόθηκε και σ' αυτόν (και όχι μόνο στους συγκατηγορουμένους του) ότι από αμέλειά του δεν έλαβε τα μέτρα, η έλλειψη των οποίων οδήγησε στο επελθόν αποτέλεσμα, δεν ήταν δε αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να εκτίθεται αν ο επιβλέπων μηχανικός υπέδειξε στην εργολάβο τα μέτρα προστασίας που έπρεπε να ληφθούν. γ) Από τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 3 του π. δ. 778/1980 συνάγεται ότι ο επιβλέπων μηχανικός έχει υποχρέωση να επιθεωρεί όλα τα ικριώματα πριν από την εγκατάσταση κάθε συνεργείου και μια φορά την εβδομάδα. Ούτε από αυτή ούτε από καμιά άλλη διάταξη προκύπτει υποχρέωση του εργολάβου να ειδοποιεί τον επιβλέποντα για την εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας. Αντιθέτως, όπως και ανωτέρω έχει εκτεθεί, αυτός υποχρεούται όχι μόνο να υποδεικνύει τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας που πρέπει να ληφθούν, αλλά και να μεριμνά για τη λήψη αυτών και την τήρηση των οδηγιών του, επισκεπτόμενος το έργο. Ο ισχυρισμός, λοιπόν, του αναιρεσείοντος ότι δεν ειδοποιήθηκε για την εκτέλεση εργασιών στον πέμπτο όροφο της πολυώροφης οικοδομής και ότι, επομένως, δεν υπέχει ευθύνη για τη μη λήψη των μέτρων ασφαλείας και την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, πέραν του ότι είναι αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής, δεν είναι νόμιμος και το Δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να τον απορρίψει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Παρά ταύτα, ως εκ περισσού, τον απέρριψε αιτιολογημένα με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων δεν παρευρισκόταν στην κατασκευή κανενός ορόφου, ενώ τα μέτρα ασφαλείας πάρθηκαν, με υπόδειξη του Επιθεωρητή, μετά το ατύχημα. δ) Ναι μεν στο προοίμιο του σκεπτικού δεν αναφέρεται κατ' είδος, ως πραγματογνωμοσύνη, δηλαδή, και όχι ως απλό έγγραφο, η υπ' αριθ. 3385/13.11.2008 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής, που αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη για την καταδικαστική κρίση, πλην, από τις παραδοχές της αποφάσεως, συνάγεται ότι και αυτή συνεκτιμήθηκε, δεδομένου ότι μόνο από αυτήν μπορούσαν να αντληθούν τα πορίσματα της αποφάσεως όσον αφορά τις κακώσεις που υπέστη ο Ι. Μ., από τις οποίες επήλθε ο θάνατός του. ε) Η από 31.10.2007 έκθεση αυτοψίας, η οποία διενεργήθηκε κατά τη διάρκεια της αστυνομικής διερευνήσεως των εγκλημάτων και, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, αναγνώσθηκε, δεν αποτελεί, όπως αναφέρθηκε, ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και θεωρείται ως απλό έγγραφο, ως τοιαύτη δε λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε από το Δικαστήριο. στ) Ρητώς αναφέρεται στο σκεπτικό της αποφάσεως ότι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι (δηλ. και ο επιβλέπων μηχανικός) δεν κατέβαλαν την προσοχή, την οποία μπορούσαν να καταβάλουν, βάσει των προσωπικών τους περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων και κυρίως εξαιτίας του επαγγέλματός τους, το οποίο προσδιορίζεται, ώστε να προβλέψουν και να αποφύγουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε. ζ) Όπως αναφέρθηκε, το Τριμελές Εφετείο, εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν τεθεί ενώπιόν του, και όχι μόνο τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων και του μάρτυρα κατηγορίας Δ. Δ., το γεγονός δε ότι εξαίρονται οι καταθέσεις αυτές, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος των αιτήσεων των Θ. και Ι. Π., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, κατά το πρώτο σκέλος τους, λόγοι του κυρίου δικογράφου και πρώτος και δεύτερος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αιτήσεως του Θ. Λ., με τους οποίους πλήττεται η απόφαση ομοίως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και για έλλειψη νόμιμης βάσεως και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ιδίως του άρθρου 21 του π. δ. 778/1980, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η αιτίαση, που προβάλλεται με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, ότι εκτιμήθηκαν εσφαλμένα ορισμένα αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας Γ. Σ. και υπερασπίσεως Γ. Κ., απολογία του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του Θ. Π., κ.λπ.) και ότι δεν αξιολογήθηκαν και δεν συσχετίσθηκαν αυτά με τις ως άνω καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων και του Δ. Δ. είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3904/2010, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και το Τριμελές Εφετείο δεν υπέπεσε σε καμιά νομική πλημμέλεια, δεν παραβίασε την ΕΣΔΑ και, μάλιστα, τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 αυτής περί δίκαιης δίκης και η, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, αιτίαση του αναιρεσείοντος Θ. Λ., που περιέχεται στο δεύτερο σκέλος των ως άνω λόγων του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, με την οποία πλήττεται η απόφαση για απόλυτη ακυρότητα λόγω μη τηρήσεως της παραπάνω διατάξεως της ΕΣΔΑ, στην οποία περιλαμβάνεται και η υποχρέωση για επαρκή αιτιολόγηση των δικαστικών αποφάσεων, είναι αβάσιμη και απορριπτέα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς: "5. Τεχνική Έκθεση - Γνωμάτευση Πραγματογνωμοσύνη και 7. Τεχνική Έκθεση Γνωμάτευση". Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, ενόψει και της αριθμήσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού των εγγράφων αυτών (όνομα συντάκτη, χρονολογία και τόπος συντάξεως, αντικείμενο, κ.λπ.), αφού με την ανάγνωσή τους κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα Θ. Λ., οπότε αυτός, ο οποίος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν πρόβαλε καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση των εγγράφων αυτών, είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο αυτών, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου, το Τριμελές Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του και τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, πέμπτος (τελευταίος) λόγος της αιτήσεως του Θ. Λ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των ως άνω εγγράφων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής του Θ. Λ. και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος W. H. (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις από 5.6.2012 (με αριθ. πρωτ. 4180/2012), 6.6.2012 (με αριθ. πρωτ. 4237/2012) και 6.6.2012 (με αριθ. πρωτ. 4238/2012) αιτήσεις των Θ. Λ. του Α., Θ. Π. του Χ. και Ι. Π. του Χ., αντιστοίχως, μετά των από 19.11.2012 προσθέτων λόγων της πρώτης, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3801/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος W. H. από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη εργολάβων και επιβλέποντος μηχανικού για ανθρωποκτονία και σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο (μη λήψη μέτρων ασφαλείας σε οικοδομή - π.δ. 1073/1981, π.δ. 778/1980, ν. 1396/1983). Στοιχεία εγκλημάτων. Ειδικότερες υποχρεώσεις επιβλέποντος μηχανικού. Πότε η πραγματογνωμοσύνη (ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας) είναι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. Βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη όταν τα δεκτά γενόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως αντλήθηκαν από τα πορίσματα αυτής. Πότε η αυτοψία αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. Όχι αν διενεργήθηκε κατά τη διαδικασία της αστυνομικής προανακρίσεως και κατά τον χρόνο της αστυνομικής διερευνήσεως του εγκλήματος. Όχι παραβίαση διατάξεως ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης. Επαρκής προσδιορισμός εγγράφων, κατά την ανάγνωση των οποίων ο αναιρεσείων δεν προέβαλε αντιρρήσεις. Απόρριψη αιτήσεων και προσθέτων λόγων.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 25/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου O.T. του M., κρατούμενο στο Κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 247-248/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαΐου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 815/2010.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 7 Ιουλίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης του υπηρετούντος στο Κατάστημα Κράτησης ... ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 18.5.2010, αίτηση του O.T. του M. για αναίρεση των 247/2010 και 248/2010 αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220.00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1833/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παπαναγιώτου.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Μπακράτση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2005 αίτηση που κατατέθηκε στο Εφετείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 300/2006 παρεπίμπτουσα και 199/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 7-9-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 1-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της 199/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 319 του ΚΠολΔ και 18 παρ.1 εδ. β' και 22 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) προκύπτει ότι η απόφαση του Εφετείου που εκδίδεται επί αιτήσεως διορθώσεως, κατά τα άρθρα 315 επ. του ΚΠολΔ, αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου, η οποία είχε εκδοθεί κατά το άρθρο 20 του ΚΑΑΑ επί αιτήσεως για οριστικό προσδιορισμό αποζημιώσεως από αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου, υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Επομένως η υπό κρίση αίτηση, με την οποία και για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 199/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του αναιρεσείοντος για διόρθωση της υπ' αριθμ. 117/2004 απόφασης του ιδίου δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία του ανωτέρω άρθρου 20 του ΚΑΣΑ επί αιτήσεως για οριστικό προσδιορισμό αποζημιώσεως της αναφερόμενης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου, είναι παραδεκτή ως στρεφόμενη κατά αποφάσεως που υπόκειται σε αναίρεση, αφού δε έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 του ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, το αναγκαίο περιεχόμενο της οποίας προσδιορίζεται από το πραγματικό του εκάστοτε εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ελλείψεις που ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν τούτο διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε να ελέγχεται αναιρετικώς κατά την εξεταζόμενη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ο αναιρετικός λόγος της οποίας (διάταξης) δεν δημιουργείται επίσης όταν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 1363/2008).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε τα ακόλουθα: "Τον Ιανουάριο 2000 απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ και με δαπάνες της καθ' ης η αίτηση "Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων Α.Ε." (ΟΣΚ ΑΕ) για την ανέγερση δημοτικού σχολείου έκταση 847 τ.μ. (...). Στην έκταση που απαλλοτριώθηκε περιλαμβάνεται ένα ακίνητο, το οποίο απεικονίζεται στον οικείο κτηματολογικό πίνακα - διάγραμμα με τον αριθμό 1 και του οποίου ως εικαζόμενος δικαιούχος φερόταν ο Γ. Χ. του Δ.. Όπως ωστόσο προκύπτει από τους προσκομιζόμενους τίτλους ιδιοκτησίας (....) και συνομολογείται, κατά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης το εν λόγω ακίνητο ανήκε στον εδώ αιτούντα Γ. Χ. του Κ., ο οποίος (....) μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης το μεταβίβασε στο σωματείο "Ο ΛΥΤΡΩΤΗΣ". Η ΟΣΚ ΑΕ δεν έλαβε έγκαιρα γνώση της παραπάνω μεταβολής και έτσι την από 8.1.2001 αίτησή της για καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας την άσκησε κατά του Γ. Χ. του Δ., ο οποίος - όπως προαναφέρθηκε - φερόταν ως ιδιοκτήτης του υπόψη ακινήτου στον κτηματολογικό πίνακα. Κατά τη συζήτηση πάντως της υπόθεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς η ΟΣΚ ΑΕ δήλωσε ότι η αίτηση δεν εισάγεται ως προς τον παραπάνω διάδικο και έτσι ως προς αυτόν θεωρήθηκε ότι η αίτηση δεν ασκήθηκε (....). Παρ' όλα αυτά η ΟΣΚ ΑΕ και την αίτησή της (από 29.7.2002) για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας, την οποία άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, την έστρεψε - προφανώς από παραδρομή - τόσο κατά του εικαζομένου δικαιούχου του εν λόγω ακινήτου Γ. Χ. του Δημητρίου όσο και κατά του νέου ιδιοκτήτη του ακινήτου σωματείου "Ο ΛΥΤΡΩΤΗΣ". Κατά τη συζήτηση της παραπάνω αίτησης παρέστησαν - εκτός των άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ - η αιτούσα ΟΣΚ ΑΕ και το προαναφερόμενο σωματείο. Επίσης, όπως αναφέρεται στο εισαγωγικό της εκδοθείσας και μνημονευομένης πιο κάτω απόφασης (τα οικεία πρακτικά δεν προσκομίζονται) παρέστη και ο Γ. Χ. του Δ. με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παπαναγιώτου. Επί της αιτήσεως λοιπόν αυτής εκδόθηκε η υπό διόρθωση 117/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία απέρριψε την αίτηση ως προς τον Γ. Χ. (στο σκεπτικό και το διατακτικό της δεν αναφέρεται πατρώνυμο) ως παθητικώς ανομιμοποίητη λόγω της μεταβιβάσεως του προαναφερόμενου ακινήτου στο σωματείο "Ο ΛΥΤΡΩΤΗΣ" και καταδίκασε τον ΟΣΚ ΑΕ στη δικαστική δαπάνη του σωματείου τούτου και του Γ. Χ.. Με την κρινόμενη εδώ αίτηση ο αιτών Γ. Χ. του Κ. ισχυρίζεται, όπως ήδη σημειώθηκε, ότι αυτός παρέστη στη δίκη για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας και ότι συνεπώς είναι δικαιούχος της δικαστικής δαπάνης που όρισε η παραπάνω απόφαση και έχει έννομο συμφέρον να ζητά τη διόρθωση της τελευταίας. Από τα προαναφερόμενα ωστόσο αποδεικτικά στοιχεία και ιδιαίτερα από τα διαδικαστικά έγγραφα της συγκεκριμένης δίκης δεν αποδείχθηκε πλήρως ότι ο αιτών ταυτίζεται πράγματι με το πρόσωπο που παρέστη κατ' αυτήν ως "Γ. Χ. του Δ." (....). Και τούτο για τους εξής κυρίως λόγους: α) Όπως ήδη σημειώθηκε και δεν αμφισβητείται, κατά το χρόνο κήρυξης της επίμαχης απαλλοτρίωσης ο αιτών είχε μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο στο σωματείο "Ο ΛΥΤΡΩΤΗΣ" και δεν είχε συνεπώς αυτός έννομο συμφέρον να λάβει μέρος στις δίκες προσδιορισμού της αποζημίωσης και της αναγνώρισης δικαιούχων. Β) Μολονότι με την παραπάνω παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου τούτου επισημάνθηκε η ανάγκη προσκομιδής στοιχείων προς διευκρίνιση της επικαλούμενης ασάφειας αναφορικά με τα στοιχεία ταυτότητας του παραπάνω διαδίκου, κατά την προκείμενη συζήτηση της υπόθεσης δεν προσκομίστηκαν ούτε τα πρακτικά συνεδρίασης της παραπάνω δίκης ούτε οι προτάσεις που φέρεται ότι υπέβαλε ο αιτών κατ' αυτήν. γ) Ούτε κατά την αρχική συζήτηση της ένδικης αίτησης ούτε κατά την παρούσα συζήτηση κλήτευσε ο αιτών τους λοιπούς διαδίκους που αναφέρονται στην υπό διόρθωση απόφαση, όπως όφειλε (άρθρο 318 παρ.1 ΚΠολΔ). Πέρα και ανεξάρτητα από τα παραπάνω πρέπει να τονιστεί ότι η απαλλοτρίωση του επιδίκου ανακλήθηκε τον Οκτώβριο του 2005 (...). Σημειώνεται επίσης ότι και ο αιτών επιχείρησε να εισπράξει τη δικαστική δαπάνη που επιδίκασε η υπό διόρθωση απόφαση στον "Γ. Χ. του Δ.". Για το σκοπό αυτόν, ύστερα από αίτησή του (στην οποία δεν αναφέρεται πατρώνυμο) και βάσει της εν λόγω απόφασης εκδόθηκε η 155/2005 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Πειραιώς (στην οποία δεν αναφέρεται επίσης το πατρώνυμο του δικαιούχου) και κατά της οποίας η ΟΣΚ ΑΕ άσκησε ανακοπή και αίτηση αναστολής. Τα δικόγραφα αυτά στρέφονται κατά του Γ. Χ. του Δ.. Κατά τη συζήτησή τους ο τελευταίος φέρεται ότι εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασίλειο Παπαναγιώτου και Ευστάθιο Παπαναγιώτου αντίστοιχα, χωρίς να προβληθεί ότι έχει παρεισφρήσει λάθος ως προς το πατρώνυμο και χωρίς να ζητηθεί η διόρθωση των αντίστοιχων αποφάσεων και πρακτικών (....)". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και το απορριπτικό της ένδικης αίτησης διορθώσεως διατακτικό της, αφού τα αναφερόμενα στην απόφαση, χωρίς αντιφάσεις, ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό του άλλως εφαρμοστέου κανόνα δικαίου των άρθρων 315 επ. του ΚΠολΔ και κατά συνέπειαν δεν έχουν ως έννομη συνέπεια την ζητούμενη διόρθωση της απόφασης, την οποία και δεν δέχθηκε το Εφετείο. Επομένως ο προβαλλόμενος με την αίτηση αναιρέσεως λόγος από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με την κρινόμενη αίτηση καιυπό την επίκληση των αριθμών 1, 16 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσβάλλονται, όπως προκύπτει από το νοηματικό της περιεχόμενο, επιχειρήματα του Εφετείου, σχετιζόμενα με την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως και εκείνο για την ύπαρξη ή μη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος για τη συμμετοχή του στις δίκες των απαλλοτριώσεων, καθώς και η περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου. 'Ετσι, και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, αφού δηλαδή τα επιχειρήματα αυτά δεν αποτελούν "αιτιολογία" ώστε να ελέγχονται αναιρετικώς, η αίτηση είναι κατά τούτο απαράδεκτη, όπως απαράδεκτη κατά το άρθρο 591 παρ.1 του ΚΠολΔ είναι η ίδια αίτηση καθόσον μέρος της προσβάλλεται με αυτήν η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, κατά τα προεκτεθέντα.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ενώ δεν τίθεται ζήτημα δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, ελλείψει σχετικού αιτήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-9-2009 αίτηση του Γ. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 199/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναγκαστική. Η απόφαση του Εφετείου που εκδίδεται επί αιτήσεως διορθώσεως αποφάσεως του η οποία είχε εκδοθεί επί αιτήσεως καθορισμού οριστικής αποζημίωσης από αναγκαστική απαλλοτρίωση υπόκειται σε αναίρεση. Λόγοι αναιρέσεως. Ποτέ ιδρύεται ο λόγος αναιρεσεως από το άρθρθο 559 αρ. 19 του ΚπολΔ Η περί πραγματικών γεγονότων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν ελέγχεται (αναιρετικά (Επικυρώνει Εφ. Πειρ. 199/2007)
|
Απαλλοτρίωση
|
Απαλλοτρίωση.
| 0
|
Αριθμός 1832/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Β. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ.-Τ. θυγ. Ν. Π., κατοίκου ... και 2. Ι. Π. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γραμματικόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 825/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 602/2009 οριστική (που διορθώθηκε με την 54/2010) του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας οριστικής απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 6-10-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 22-4-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης εξαιτίας ανεπαρκών ή (και) αντιφατικών αιτιολογιών ιδρύεται όταν τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της απόφασης δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία τα οποία απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν, μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του κανόνα δικαίου.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε τα ακόλουθα: Κατά το έτος 2000 ο αναιρεσείων - ενάγων, που δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στη Γαλλία, ήλθε μέσω του γνωστού του δεύτερου αναιρεσιβλήτου - εναγομένου σε επαφή με την πρώτη αναιρεσίβλητη - εναγομένη, υπό την ιδιότητά της ως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και διευθυνούσης συμβούλου της εδρεύουσας στον Πειραιά ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Protasis Financial Group-Σύμβουλοι Επενδύσεων Α.Ε." και με τον διακριτικό τίτλο "Protasis A.E.-Financial Group", και κατόπιν διαπραγματεύσεων προέβησαν σε προφορική κατ' αρχήν συμφωνία με την οποία ο αναιρεσείων ανέθεσε στην ανωτέρω εταιρεία τη σύνταξη οικονομικοτεχνικής μελέτης ώστε η υπό σύσταση δική του εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "PROGREC SARL" και με έδρα τη Γαλλία να ενταχθεί στο επενδυτικό πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης "Growth 2000" για επιδοτούμενη επένδυση (ύψους 8.000.000.000 δρχ) που αφορούσε την επεξεργασία πατάτας στην πόλη Lille της Γαλλίας και την παραγωγή βιομάζας με τελικό προϊόν την ενέργεια από τα απόβλητα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη προέβη μετά ταύτα σε προκαταρκτικές ενέργειες για την προπαρασκευή του ανατεθέντος έργου, που περιελάμβαναν εξυπηρετικά του σκοπού αυτού ταξίδια του δεύτερου αναιρεσιβλήτου στο Παρίσι, το Άμστερνταμ και τις Βρυξέλλες, ακολούθως δε, την 30-1-2001, καταρτίστηκε και υπογράφτηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και της πρώτης αναιρεσίβλητης το υπό την ίδια ημερομηνία ιδιωτικό έγγραφο συμφωνητικό, το οποίο, ως συμφωνία-πλαίσιο, περιείχε τους βασικούς όρους της μεταξύ τους συμβάσεως, έχει δε ως εξής: "ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΝΑΘΕΣΗΣ ΕΡΓΟΥ. Σήμερα, 30/1/2001, μεταξύ των εταιριών α') υπό σύσταση εταιρίας με την επωνυμία "PROGREC SARL" η οποία νομίμως εκπροσωπείται από τον Δ. Β. και στο εξής θα καλείται επενδυτής και β') εταιρίας με την επωνυμία "Protasis S.Α." νομίμως εκπροσωπούμενης από την Σ. Π. και στο εξής θα καλείται μελετητής, συμφωνούν και συναποδέχονται τα παρακάτω: Ο πρώτος των συμβαλλομένων αναθέτει στη δεύτερη των συμβαλλομένων να συντάξει οικονομικοτεχνική μελέτη της επένδυσης της υπό σύσταση εταιρίας του, προκειμένου να ενταχθεί στον επενδυτικό νόμο της Ε.Ε. Growth 2000, περί βιομηχανίας τροφίμων. Έως σήμερα 30/1/2001 ο μελετητής βεβαιώνει τον επενδυτή ότι έχει καταθέσει πρόταση στο εν λόγω πρόγραμμα και έχει καταβάλει το κόστος κατάθεσης ανερχόμενο σε 18.200.000 δρχ. και ο επενδυτής υποχρεούται άμεσα να καταβάλει το ανωτέρω ποσό στον μελετητή. Ο μελετητής αναλαμβάνει την υποχρέωση, εάν για οποιονδήποτε λόγο η οριστική μελέτη δεν κατατεθεί έως 30/3/2001, όπου καταπίπτει η τελική ημερομηνία υποβολής της μελέτης στον αρμόδιο φορέα, να παραδώσει τα πλήρη στοιχεία της κατάθεσης στον επενδυτή, προκειμένου ως μοναδικός δικαιούχος να παραλάβει τα χρήματα όπου θα έχει καταβάλει. Οι όροι, οι οποίοι θα καθορίζουν τις επί μέρους υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών, θα αναλυθούν στην οριστική σύμβαση των μερών με παραγράφους όπως α') εάν για οποιονδήποτε λόγο η πρόταση αξιολογηθεί και απορριφθεί, ο επενδυτής θα λαμβάνει τα έξοδά του από τον μελετητή, β') το ποσοστό, που θα δικαιούται ο μελετητής θα ανέρχεται στο 4% επί της επιδοτήσεως της επένδυσης, γ') ο επενδυτής θα καταβάλει στον μελετητή το κόστος για τη σύνταξη της οικονομικοτεχνικής μελέτης, όταν αυτή του παραδοθεί. Οι συμβαλλόμενοι".- Η οικονομικοτεχνική μελέτη, περί της οποίας γίνεται εδώ λόγος, περιλάμβανε, κυρίως και μεταξύ άλλων, τον τεχνικό σχεδιασμό της κτιριακής υποδομής, τα αρχιτεκτονικά σχέδια και το κόστος των κτιρίων, τη μελέτη για την εξεύρεση της πρώτης ύλης, τη μελέτη καλύψεως των αναγκών εργατικού δυναμικού, τη μελέτη για τα μεταφορικά μέσα και την εξασφάλιση της αναγκαίας τεχνογνωσίας, για την οποία η μελετήτρια εταιρία απευθύνθηκε στην Ολλανδική εταιρία "Hortagro International b.ν." με τη σύμφωνη γνώμη του ενάγοντος, ο οποίος ανέλαβε να καταβάλει σ' αυτή το σχετικό κόστος. Σε εκτέλεση της παραπάνω συμφωνίας η μεν πρώτη εναγόμενη, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά της και με την επικουρία του δεύτερου εναγομένου, προέβη σε προπαρασκευαστικές ενέργειες προς υλοποίηση του έργου (μεταβάσεις στο εξωτερικό και επαφές με διάφορους αρμόδιους φορείς κλπ),ο δε ενάγων κατέβαλε διαδοχικά, ως συμμετοχή του στο σχετικό κόστος συνολικό ποσό 74.795,00€. Ο ενάγων, συνεχίζει το Εφετείο, υποστηρίζει προς θεμελίωση της ένδικης αξιώσεώς του εξ αδικοπραξίας κυρίως ότι οι εναγόμενοι τον διαβεβαίωσαν, ψευδώς και εν γνώσει της αναλήθειας, ότι το ποσό των 18.200.000 δρχ. (53.411,00 €) αποτελούσε το κόστος του δικαιώματος συμμετοχής στο πρόγραμμα της Ε.Ε. "Growth 2000", το οποίο ήδη είχε εξασφαλίσει η εταιρία "Ρrotasis Financial Group - Σύμβουλοι επενδύσεων Α.Ε." και θα του μεταβίβαζε ευθύς ως διεκπεραιώνονταν οι απαραίτητες τυπικές διατυπώσεις. Κάτι τέτοιο, εν τούτοις, δεν αποδείχθηκε, με τον επιβαλλόμενο εν προκειμένω δικονομικό βαθμό πλήρους βεβαιότητας. Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι οι σχέσεις του ενάγοντος και της πρώτης εναγόμενης αναφορικά με την εξέλιξη της υλοποιήσεως της προαναφερθείσας συμβάσεως, εισήλθαν σύντομα σε φάση έντονης αμφισβητήσεως εκ μέρους του ενάγοντος της αξιοπιστίας της πρώτης εναγόμενης και της εκπροσωπούμενης παρ' αυτής εταιρίας, γεγονός που του ενίσχυσε τον σκεπτικισμό και τη διστακτικότητα εν όψει των αξιώσεων, που πρόβαλε η τελευταία, για κάλυψη του κόστους με περαιτέρω καταβολές χρηματικών ποσών. Από την άλλη πλευρά, η εκδηλωθείσα δυσπιστία του ενάγοντος προκάλεσε την ενόχληση της πρώτης εναγόμενης, η οποία, ενώ μέχρι τότε, βάσει των θετικών συστάσεων, στις οποίες είχε προβεί ο δεύτερος εναγόμενος, στηριζόταν κυρίως στις άτυπες συμφωνίες της μετ' αυτού, αφού και το προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό μόνο τις γενικές αρχές της συμφωνίας τους περιλάμβανε, απαίτησε την υπογραφή έγγραφης οριστικής και λεπτομερειακής συμβάσεως, χωρίς εν τέλει να εξομαλυνθεί η κατάσταση, ώστε η υλοποίηση της συμβάσεως ματαιώθηκε. Από την ματαίωση αυτή γεννώνται ενδεχομένως αστικές αξιώσεις του ενάγοντος (αναιρεσείοντος), δεν αποδείχθηκε όμως η περιγραφόμενη στην ένδικη αγωγή αδικοπραξία των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) εις βάρος του, θεωρούμενη αυτοτελώς και ανεξάρτητα από τον μεταξύ τους συμβατικό δεσμό, που αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για τη θεμελίωση της αξιώσεως προς αποζημίωση κατά το άρθρο 914 του ΑΚ και περαιτέρω προς χρηματική ικανοποίηση κατά το άρθρο 932 του ίδιου ΑΚ λόγω ηθικής βλάβης. Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος με την οποία ο τελευταίος ζητούσε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να καταβάλουν σ' αυτόν το ποσό των 74.796 ευρώ ως αποζημίωση για ισόποση ζημία την οποία του είχαν προκαλέσει με την ένδικη αδικοπραξία (απάτη), καθώς και το ποσό των 60.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και η οποία (αγωγή) είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως για το ανωτέρω ποσό της αποζημίωσης και εν μέρει, για το ποσό των 6.000 ευρώ, για τη χρηματική ικανοποίηση. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στο ουσιώδες εν προκειμένω ζήτημα της συνδρομής των όρων της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα - ενάγοντα αδικοπραξίας (απάτης) εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, την οποία (αδικοπραξία) δεν δέχθηκε το Εφετείο, κατά τα προεκτεθέντα, που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του προσήκοντος κανόνα δικαίου (άρθρ. 914, 932 ΑΚ), και στέρησε έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση. Και τούτο κυρίως διότι ενώ δέχεται το Εφετείο ότι στο ειρημένο από 30-1-2001 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό αναφέρεται ρητώς ότι "έως σήμερα 30-1-2001 ο μελετητής (δηλ. η πρώτη αναιρεσίβλητη) βεβαιώνει τον επενδυτή (δηλ. τον αναιρεσείοντα) ότι έχει καταθέσει πρόταση στο εν λόγω (δηλ. στο υπό ένταξη του αναιρεσείοντος) πρόγραμμα και έχει καταβάλει το κόστος κατάθεσης, ανερχόμενο σε 18.200.000 δρχ. και ο επενδυτής υποχρεούται άμεσα να καταβάλει το ανωτέρω ποσό στον μελετητή" εν συνεχεία δέχεται το Εφετείο ότι δεν αποδείχθηκε "με τον επιβαλλόμενο εν προκειμένω δικονομικό βαθμό πλήρους βεβαιότητος" ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος-ενάγοντος ότι οι αναιρεσίβλητοι-εναγόμενοι τον διαβεβαίωσαν ψευδώς και εν γνώσει της αναληθείας ότι το ποσό των 18.200.000 δρχ. (53.411€) αποτελούσε το κόστος του δικαιώματος συμμετοχής στο πρόγραμμα της Ε.Ε. "Growth 2000" το οποίο είχε ήδη εξασφαλίσει η εταιρεία "Protasis Financial Group-Σύμβουλοι Επενδύσεων Α.Ε." και θα του μεταβίβαζε ευθύς ως διεκπεραιώνονταν οι απαραίτητες τυπικές διατυπώσεις, αιτιολογία που είναι ανεπαρκής και αντιφατική, κατά τα προεκτεθέντα, ως προς την απορριπτική κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των όρων της αδικοπραξίας (εξαπάτησης με το προρρηθέν περιεχόμενο της έγγραφης συμφωνίας) εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, στην οποία και στήριξε τις ένδικες αξιώσεις του ο αναιρεσείων. Έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτον και δεύτερο, όπως εκτιμώνται από την διάταξη αυτή λόγους του αναιρετηρίου. Και πρέπει, κατά παραδοχήν αυτών των λόγων, μετά την οποία και παρέλκει η έρευνα των λοιπών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 58053 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως αντικ. με άρθρ. 12§4 του ν. 4055/2012), και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρο 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 602/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικονομία Πολιτική ΑΝαίρεση. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρθο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ για έλλειψη νόμιμης της απόφασης εξαιτίας ανεπαρκών ή και αντιφατικών αιτιολογιών δημιουργείται όταν τα πραγματικά περισταιτκά που εκτίθενται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της απόφασης δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ατιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ( αντιφατική αιτιολογία), με αποτέλεσμα να καθίσταται, ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαμρογής του κανόνα δικαίου (Αναιρεί την Εφ. Πειρ. 602/2009)
| null | null | 0
|
Αριθμός 1830/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Aπριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείoυσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Θ. Π. ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ-ΑΕ ΜΕΛΕΤΩΝ", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον διευθύνοντα Σύμβουλό της Ε. Π., κάτοικο ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Απέργη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Ζ., κατοίκου ... και 2. P. R., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-11-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 375/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 4203/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 24-5-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 31-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Στο άρθρο 553 του ΚΠολΔ ορίζεται μεταξύ των άλλων ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, στο άρθρο 502 ότι δικαίωμα ανακοπής ερημοδικίας έχει και ο εφεσίβλητος, εφόσον δικάστηκε ερήμην, στο δε άρθρο 503 του ίδιου ΚΠολΔ ότι η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας είναι δεκαπέντε ημέρες αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και εξήντα ημέρες αν είναι άγνωστης διαμονής ή διαμένει στο εξωτερικό, και αρχίζει σε όλες τις περιπτώσεις, από την επίδοση της απόφασης (με ειδικότερη αναφορά της δημοσίευσης, κατά το άρθρο 135 παρ.1, της περίληψης της εκθέσεως επιδόσεως για τα πρόσωπα άγνωστης διαμονής). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν ο εφεσίβλητος, ενάγων ή εναγόμενος, δικάστηκε ερήμην, δικαιούμενος έτσι να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης του Εφετείου, η απόφαση αυτή δεν μπορεί να προσβληθεί με αίτηση αναιρέσεως ενόσω διαρκεί η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας, η οποία και δεν αρχίζει πριν από την επίδοση της απόφασης, ερημοδικία δε του εφεσιβλήτου υπάρχει και όταν ο διάδικος αυτός, που απουσιάζει, δικάζεται σαν να ήταν παρών, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ.4 του ΚΠολΔ (ΑΠ 162/1997, Ολομ.ΑΠ 15/2001).
ΙΙ. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσείουσας εταιρείας κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 375/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή της ιδίας (αναιρεσείουσας) κατά των αναιρεσιβλήτων για αποζημίωση από αδικοπραξία, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη αυτή απόφαση και απορρίφθηκε η ίδια αγωγή ως απαράδεκτη, για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης των αναιρεσιβλήτων στην άσκηση της αγωγής. Όπως προκύπτει από την ίδια (προσβαλλόμενη) απόφαση, κατά τη συζήτηση της εφέσεως οι αναιρεσίβλητοι, τότε εφεσίβλητοι - εναγόμενοι, απουσίαζαν και δικάστηκαν ερήμην, η συζήτηση όμως προχώρησε σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρ. 524 παρ.4 του Κ.Πολ.Δ.), ορίστηκε δε και το νόμιμο παράβολο για την περίπτωση που θα ασκούσαν ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε (δημοσιεύθηκε) την 9-7-2009. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την οικεία επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα στο δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, η αίτηση αυτή ασκήθηκε την 15-10-2010, με κατάθεση, κατά την ημέρα αυτή, του δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως δε και η ίδια η αναιρεσείουσα αναφέρει στις ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου προτάσεις της και προκύπτει από τις εκθέσεις επιδόσεως που προσκομίζει και επικαλείται, η αναιρεσείουσα επέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στον μεν πρώτο αναιρεσίβλητο την 25-11-2011, στον δε δεύτερο, κάτοικο εξωτερικού, την 14-11-2011, ήτοι σε χρόνο κατά πολύ μεταγενέστερο εκείνου της ασκήσεως της αναιρέσεως (15-10-2010). Ενόψει τούτων και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε κατά αποφάσεως η οποία μπορούσε, κατά το χρόνο της ασκήσεως της αιτήσεως, να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας, της οποίας η προθεσμία δεν είχε αρχίσει λόγω μη επιδόσεως της αποφάσεως και, παρεπομένως, δεν είχε συμπληρωθεί, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, και κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρ. 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ), ακόμη και αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως είχε παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας (πράγμα πάντως το οποίο στην εξεταζόμενη περίπτωση δεν προκύπτει, αφού δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν άσκησαν ανακοπή ερημοδικίας κατά της αναιρεσιβαλλομένης μετά την ως ανωτέρω επίδοση προς αυτούς της απόφασης). Οι αναιρεσίβλητοι, που απουσιάζουν, έχουν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα εκθέσεις επιδόσεως, λόγω δε της απουσίας τους αυτής δεν τίθεται ζήτημα δικαστικής τους δαπάνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-5-2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Θ. Π. ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ - ΑΕ ΜΕΛΕΤΩΝ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4203/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόφαση ερήμην. Αναπομπή. Ανίαρεση Απόφαση Εφετείου που εκδόθηκε ερήμην του εφεσιβλήτου δεν μπορεί να προσβληθεί με αίτηση αναιρέσεως ενόσω διαρκεί η προθεσμία για την άσκηση ανακόλουθης ερημοδικίας. Η προθεσμία αυτή αρχιζει από την επίδοση της απόφασης. Αν επομένως, ασκηθεί αναίρεση κατά ερήμην απόφασης πριν από την επίδοση της απόφασης, η αναίρεση απορρίπ[τεται ως απαράδεκτη, και αυτεπαγγελτως. Απορρίπτει ως απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως κατά της Εφ. Αθ. 4203/2009.
|
Ερημοδικία
|
Ερημοδικία .
| 1
|
Αριθμός 1828/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΒΕΤΑWAY ΕΠΕ" που εδρεύει στο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Πελέκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ.-Λ. Μ., συζ. Γ. Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αϋφαντή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2004 και 2-12-2005 αγωγή και ανταγωγή των ήδη διαδίκων, αντίστοιχα που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4157/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 3991/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αργύριος Σταυράκης, ανέγνωσε την από 2-4-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι με έγγραφη σύμβαση την οποία συνήψαν οι διάδικοι την 31-1-2004 η αναιρεσείουσα εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι της αναφερόμενης αμοιβής και τιμήματος, αφ' ενός μεν να προβεί στις εργασίες εκσκαφής και θεμελίωσης προκατασκευασμένης οικίας στο επίσης αναφερόμενο οικόπεδο της αναιρεσίβλητης, και αφ' ετέρου να μεταβιβάσει (πώληση) και να τοποθετήσει στο ανωτέρω οικόπεδο την προκατασκευασμένη οικία, ότι κατά τη συμφωνία των μερών το έργο της εκσκαφής και θεμελίωσης της οικίας έπρεπε να ολοκληρωθεί σε εξήντα ημέρες από την έκδοση της οικοδομικής άδειας και την παράδοσή της στην αναιρεσείουσα με πλήρη τον φάκελο και τις μελέτες εφαρμογής για τις ηλεκτρομηχανολογικές και υδραυλικές εγκαταστάσεις, η δε παράδοση της προκατασκευασμένης οικίας (αντικείμενο της πώλησης) να γίνει μέχρι την 31-5-2004, υπό τον όρο, και για τις δύο ως άνω υποχρεώσεις, εκτός των άλλων και ότι η αναιρεσίβλητη θα είχε εξασφαλίσει στην αναιρεσείουσα την χωρίς δυσχέρεια πρόσβασή της στο οικόπεδο, ότι για την περίπτωση της υπαίτιας καθυστέρησης εκπληρώσεως της καθεμιάς από τις υποχρεώσεις αυτές της αναιρεσείουσας συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η αναφερόμενη αντίστοιχη ποινική ρήτρα εις βάρος της τελευταίας, ότι η αναιρεσείουσα, από υπαιτιότητά της, που λεπτομερώς αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη, καθυστέρησε πράγματι την ολοκλήρωση των εργασιών της εκσκαφής και θεμελίωση της οικίας, της οποίες περάτωσε την 10-6-2004 (παράδοση έργου), αντί της 3-4-2004, ήτοι εξήντα ημέρες μετά την παράδοση, κατά την 2-2-2004, στην αναιρεσείουσα της εκδοθείσης αδείας, με πλήρη τον φάκελο των σχετικών μελετών, αλλά (καθυστέρησε) και την παράδοση της οικίας, η οποία έλαβε χώρα την 4-8-2004, αντί της συμφωνηθείσης ως άνω 31-5-2004, και ότι συνεπεία της υπαίτιας αυτής καθυστέρησης της εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων της αναιρεσείουσας η τελευταία οφείλει στην αναιρεσίβλητη ως καταπεσούσα ποινική ρήτρα τα ποσά των 3.100 ευρώ και 6.848 ευρώ για τη σύμβαση έργου και την πώληση, αντίστοιχα. Και βάσει των παραδοχών αυτών και αφού, ως εκ περισσού, απέρριψε ρητώς τους αρνητικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ότι η προθεσμία εκτελέσεως των εργασιών άρχισε την 14-4-2004 και όχι την 2-2-2004, ως ανωτέρω, και ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε εξασφαλίσει εγκαίρως την πρόσβαση της αναιρεσείουσας στο οικόπεδο για την εκτέλεση των εργασιών, το Εφετείο δέχθηκε τη σχετική ένσταση της αναιρεσίβλητης-εναγομένης και συμψήφισε τα ανωτέρω ποσά της καταπεσούσης ποινικής ρήτρας προς το ζητούμενο με την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας ποσό ως οφειλόμενο υπόλοιπο τιμήματος της πωληθείσης προκατασκευασμένης οικίας.
ΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεν δημιουργείται όταν τα φερόμενα ως πράγματα που προτάθηκαν αλλά δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τέτοια δε (μη ουσιώδη) "πράγματα" είναι εκτός των άλλων και οι μη νόμιμοι ισχυρισμοί καθώς και οι αρνητικού αγωγής ή ενστάσεως ισχυρισμοί. Ο δε λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου 559 ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν είναι αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι. Τέλος, και ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει τον αναιρετικό έλεγχο κατά το άρθρο 561§1 του ΚΠολΔ.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση των άρθρων 8 και 11 του ΚΠολΔ προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη α) τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ότι η αναιρεσίβλητη παρέλαβε ανεπιφύλακτα, κατά την παράδοση του (5-8-2004), το όλον έργο και κατά συνέπειαν δεν δικαιούται να ζητήσει τη συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα για την καθυστέρησή του, ότι η ίδια (αναιρεσείουσα) δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση παραδόσεως του έργου, αφού η αναιρεσίβλητη δεν την είχε εξασφαλίσει την απρόσκοπτη πρόσβαση στο οικόπεδό της και ότι η προθεσμία για την παράδοση του έργου άρχιζε την 14-4-2004, και β) τα σχετικά έγγραφα από τα οποία αποδεικνύονται οι ανωτέρω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, τα οποία αναφέρονται στο αναιρετήριο με τον αριθμό του καθενός, ως προσκομισθέντος σχετικού στο Εφετείο. Ο πρώτος από τους ισχυρισμούς αυτούς δεν είναι νόμιμος, αφού η επικαλούμενη παραλαβή του έργου δεν αίρει κατά νόμον την υπάρχουσα ευθύνη του υπερήμερου οφειλέτη από την καταπεσούσα ποινική ρήτρα (άρθρα 404 επ. του ΑΚ), οι λοιποί δε ισχυρισμοί είναι αρνητικοί της ενστάσεως συμψηφισμού της αναιρεσίβλητης. Επομένως και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη δεν πρόκειται για ουσιώδεις ισχυρισμούς και ο εξεταζόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του (από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος (παρεκτός δηλ. του ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη, και τους ανωτέρω ισχυρισμούς). Κατά το δεύτερο σκέλος του (από τον αριθμό 11 του ως άνω άρθρου) ο ειρημένος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα που είχε προσκομίσει και επικαλεστεί η αναιρεσείουσα. Απαράδεκτος σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, είναι και ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ προσβάλλεται αληθώς, κατά το νοηματικό περιεχόμενο αυτού του λόγου, όπου δεν αναφέρεται συγκεκριμένη λανθασμένη ανάγνωση των εγγράφων, η από το δικαστήριο της ουσίας ανέλεγκτη εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών.
ΙΙΙ. Με τους τρίτον και τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση των αριθμών 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν συντρέχει περίπτωση αναστολής της προθεσμίας παραδόσεως του έργου και της οικίας (που θα οδηγούσε στην άρση της υπερημερίας της αναιρεσείουσας και εντεύθεν στην μη ευθύνη της για ποινική ρήτρα) παρότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε προβάλει τέτοιον ισχυρισμό με την έφεσή της, ενώ για το ίδιο ζήτημα διέλαβε (το Εφετείο) στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Και οι προβαλλόμενοι αυτοί λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, αφού η πρόταση του ανωτέρω ισχυρισμού (περί μη αναστολής των ειρημένων, προθεσμιών) εκ μέρους της εναγομένης-εκκαλούσας (αναιρεσίβλητης) με λόγον εφέσεως προϋπέθετε αντίθετη παραδοχή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επί σχετικού ισχυρισμού (περί αναστολής των προθεσμιών) της αναιρεσείουσας-ενάγουσας, τέτοια δε παραδοχή και πρόταση τέτοιου ισχυρισμού από την αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι υπήρξε η τελευταία. Τέλος, από την αναιρεσιβαλλόμενη προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στην κατά τα ανωτέρω κρίση του για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας υπέρ της αναιρεσίβλητης και τη βασιμότητα της ενστάσεως συμψηφισμού που είχε προτείνει η ίδια αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι, τα οποία με την προσαγωγή τους καθίστανται κοινά αποδεικτικά μέσα, και δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με το βάρος της απόδειξης. Επομένως οι πέμπτος και έκτος λόγοι του αναιρετηρίου, τους οποίους η αναιρεσείουσα επιχειρεί να θεμελιώσει στους αριθμούς 10 και 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
ΙV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-1-2009 αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΒΕΤΑWAY ΕΠΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3991/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πολιτική Δικονομία. Αναίρεση. Πότε δεν ιδρύονται οι αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμύς 8 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Λόγος από τον αριθμό 11, αβάσιμος. Επικυρώνει ΕΑ 3991/2008).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1825/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Ι. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγλαΐα Σπυροπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΠΑΚ ΑΒΕΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σιούφα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-11-2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2007/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 7012/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 4-1-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 20-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.- Kατά το άρθρο 630 του ΚΠολΔ η διαταγή πληρωμής πρέπει να περιέχει, μεταξύ των άλλων, την αιτία της πληρωμής (στοιχ. γ') και το ποσό των χρημάτων που πρέπει να καταβληθεί (στοιχ. δ'). Ως αιτία της πληρωμής νοείται κατά τη διάταξη αυτή ο γενεσιουργός λόγος της απαίτησης που την εξατομικεύει, αρκεί δε για την εγκυρότητα της διαταγής πληρωμής ο λόγος αυτός (της απαίτησης) να προσδιορίζεται συνοπτικά, αλλά και κατά τρόπον που να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του, χωρίς να απαιτείται και περιγραφή όλων των περιστατικών που τον συνιστούν (ΑΠ 1094/2006).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ανακοπτόμενης υπ' αριθμ. 8798/2006 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αναφέρεται σ'αυτήν, μεταξύ των άλλων, ότι "η αιτούσα επιδιώκει να εκδοθεί διαταγή πληρωμής με βάση τα αναφερόμενα έγγραφα" και δη δεκατέσσερα τιμολόγια-δελτία αποστολής, προσδιοριζόμενα ατομικώς κατ' αριθμόν, ημερομηνία εκδόσεως και ποσό, ότι "ο καθ' ού οφείλει στην αιτούσα (βάσει των προεκτιθεμένων στην ίδια διαταγή πληρωμής) το ποσό των 16.144,59 ευρώ, ευθυνόμενος στην καταβολή του ως οφειλέτης των προαναφερομένων τιμολογίων", και ότι (διατακτικό:) "διατάσσει τον καθ'ού να καταβάλει στην αιτούσα το ανωτέρω ποσό των 16.144,598 ευρώ από τιμολόγια, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της ημερομηνίας πληρωμής εκάστου τιμολογίου". Από τα ανωτέρω και το όλον περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής προκύπτει σαφώς ότι ως αιτία της διατασσόμενης πληρωμής, που, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για την εγκυρότητα της διαταγής πληρωμής, αναφέρεται (στην ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής) η απαίτηση της αναιρεσίβλητης από τα προμνησθέντα τιμολόγια (υποκειμένη σύμβαση πωλήσεως), από τα οποία και αποδεικνύεται η απαίτηση. Η αναφορά δε στην ίδια (ανακοπτόμενη) διαταγή πληρωμής των από 15-6-2005 και 30-6-2005 τραπεζικών επιταγών, τις οποίες "οπισθογράφησε στην αιτούσα" (καθ' ής η ανακοπή-αναιρεσίβλητη) ο αναιρεσείων και στις οποίες αναφέρεται το συνολικό ως άνω ποσό των τιμολογίων και οι οποίες, ως άκυρες, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, δεν παράγουν τα έννομα αποτελέσματά τους ως αξιογράφων, γίνεται ιστορικά και δεν συνιστούν αυτές την αιτία της διατασσόμενης πληρωμής. Επομένως το Εφετείο που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος και, με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, και τον σχετικό λόγο της ένδικης ανακοπής, με τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυριζόταν ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, αναφέροντας ως αιτία της πληρωμής τις ανωτέρω τραπεζικές επιταγές, που, ως άκυρες, δεν απεδείκνυαν την απαίτηση, εν πάση δε περιπτώσει δημιουργώντας αμφιβολία ως προς την αιτία της διατασσόμενης πληρωμής, ήταν άκυρη κατά το προρρηθέν άρθρο 630 του ΚΠολΔ, δεν υπέπεσε (το Εφετείο) στην αποδιδόμενη με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ.14 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου αναιρετική πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη κηρύξεως ακυρότητας, και ο πρώτος αυτός λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Υπό τις ίδιες ως άνω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα της αναφοράς στην ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής της αιτίας της πληρωμής και επομένως της εγκυρότητας της εκδοθείσης αυτής διαταγής πληρωμής, και τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου είναι επίσης αβάσιμα. Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο την ομολογία της αναιρεσίβλητης που περιέχεται στην αίτησή της για την έκδοση της συνακοπτόμενης διαταγής πληρωμής καθώς και στην ίδια τη διαταγή πληρωμής ότι οφειλόμενο ποσό είναι μόνο το αναφερόμενο στις προρρηθείσες δύο τραπεζικές επιταγές, την οποία (ομολογία) ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί ενώπιον του Εφετείου. Ο λόγος αυτός, από το άρθρο 559 αρ.11 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, αφού η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε, όπως αναφέρεται σ'αυτήν, κατά τα προεκτεθέντα, βάσει των προμνησθέντων ιδιωτικών εγγράφων (τιμολογίων) από τα οποία αποδεικνύεται η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 623του ΚΠολΔ, ώστε να μην ασκεί έννομη επιρροή εν προκειμένω η επικαλούμενη ως άνω ομολογία της αναιρεσίβλητης. Εν πάση δε περιπτώσει από την ανωτέρω αίτηση της αναιρεσίβλητης και την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, που αναφέρει το περιεχόμενό της, προκύπτει ότι δεν περιέχεται σ'αυτές ομολογία της αναιρεσίβλητης ότι αιτία της πληρωμής είναι οι ειρημένες δύο επιταγές, ιστορικά αναφερόμενες, όπως προαναφέρθηκε, στην ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής (και στην αίτηση της αναιρεσίβλητης), με αποτέλεσμα ο ανωτέρω τρίτος λόγος του αναιρετηρίου να είναι, πάντως, απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ. Από τα άρθρα 416 και 421 του ΑΚ προκύπτει ότι αν ο οφειλέτης με σκοπό να εκπληρώσει την υποχρέωσή του από κάποια σύμβαση αποδεχθεί συναλλαγματική ή εκδώσει τραπεζική επιταγή και παραδώσει τα αξιόγραφα αυτά στον δανειστή, εφόσον δεν προκύπτει σαφώς το αντίθετο δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρέωσής του παρά μόνο όταν ο δανειστής με την εκπλήρωση από τον οφειλέτη της νέας υποχρέωσης ικανοποιηθεί για την αρχική (ΑΠ 392/2000). Επομένως το Εφετείο, που, με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό-τρίτο λόγο ανακοπής του αναιρεσείοντος ότι εξόφλησε την ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης με την παράδοση σ' αυτήν των αναφερόμενων πέντε (5) τραπεζικών επιταγών, χωρίς να αναφέρει και ότι εξοφλήθηκαν οι επιταγές αυτές, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 416 και 421 του ΑΚ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, λόγου της αιτήσεώς του. Αφού δε η παραδοχή αυτή του Εφετείου στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής ο ίδιος αυτός λόγος του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη και δεν εξέτασε τον σχετικό τέταρτο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά το μέρος του με το οποίο ο τελευταίος παρεπονείτο για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με επάλληλη σκέψη, ως αόριστης της ίδιας ενστάσεώς του για εξόφληση του ένδικου χρέους και τον οποίο (λόγο εφέσεως), απέρριψε ομοίως ως αλυσιτελή το Εφετείο. Με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι ο Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη την ομολογία της αναιρεσίβλητης που περιέχεται στη σελίδα 14 των πρωτόδικων προτάσεών της και στη σελίδα 7 των προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου, την οποία είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσείων και σύμφωνα με την οποία η αναιρεσίβλητη εισέπραξε το ένδικο ποσό από αυτόν, είσπραξη "την οποία η αναιρεσίβλητη δεν αμφισβήτησε (261 ΚΠολΔ), αλλά ισχυρίστηκε ότι η καταβολή των ποσών αυτών έγινε έναντι προηγούμενων χρεώσεων, χωρίς όμως να προσδιορίζει τις χρεώσεις αυτές". Και ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου, τον οποίο ο αναιρεσείων επιχειρεί να θεμελιώσει στο άρθρο 559 αρ.11 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού και όπως προεκτέθηκε ο ισχυρισμός-λόγος της ανακοπής του αναιρεσείοντος περί εξοφλήσεως του ένδικου χρέους απορρίφθηκε ως μη νόμιμος και δεν εξετάστηκε κατ' ουσίαν από το δικαστήριο της ουσίας, με την (ορθή) ως ανωτέρω αιτιολογία ότι η παράδοση στον δανειστή αξιογράφων που δεν (αναφέρεται ότι) πληρώθηκαν (προαναφερθείσες, εν προκειμένω, πέντε επιταγές) δεν επιφέρει απόσβεση του χρέους. Εν πάση δε περιπτώσει ο υπόψη πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η κρίση του δικαστηρίου περί του αν στη συγκεκριμένη περίπτωση από τους ισχυρισμούς του διαδίκου συνάγεται ομολογία ή άρνηση (άρθρ. 261 εδ. β' του ΚΠολΔ), ως κρίση περί πραγμάτων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Η νόμιμη, κατά το άρθρο 529 του ΚΠολΔ, επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων στην κατ'έφεση δίκη παρέχει στον αντίδικο εκείνου που τα επικαλείται και τα προσκομίζει τη δυνατότητα να τα αντικρούσει, δεν νοείται δε δικονομική βλάβη του τελευταίου όταν το Εφετείο λαμβάνει υπόψη νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα ενώπιόν του αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν είχαν προσκομισθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ούτε έχει υποχρέωση το Εφετείο να απαντήσει σε ισχυρισμό του διαδίκου ότι από την μη προσαγωγή των αποδεικτικών αυτών μέσων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προκλήθηκε σ' αυτόν δικονομική βλάβη, εφ'όσον, όπως προεκτέθηκε, τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα προσκομίζονται νομίμως ενώπιον του Εφετείου. Επομένως ο έκτος και τελευταίος, από το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου ότι το Εφετείο παρά τον νόμο απέρριψε ως αλυσιτελή τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για δικονομική του βλάβη από το γεγονός ότι τα αναφερόμενα έγγραφα (τιμολόγια κ.λ.π.) που νομίμως, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, προσκόμισε η αναιρεσίβλητη ενώπιόν του δεν τα είχε προσκομίσει και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αβάσιμος και απορριπτέος, αφού το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον ως άνω ισχυρισμό, ώστε η παράλειψή του να απαντήσει σ' αυτόν να ελέγχεται αναιρετικά κατά την προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 του ΚΠολΔ.
IV.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-1-2010 αίτηση του Ι. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7012/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εταιρείας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διαταγή πληρωμής. "Αιτία πληρωμής " ως στοιχείο για την εγκυρότητα της διατ. πληρωμής. Έννοια Εξόφληση απαιτήσεως. Ηπαράδοση στον δανειστή αξιογράφων που δεν εξοφλήθηκαν και δεν επιφέρει απόσβεση της απαίτησης από δικαιοπραξία. Δικονομία Πολιτική. Εφεση Μετά αποδεικτικά μέσα. Δεν νοείται δικονομική βλάβη του διαδίκου όταν το Εφετείο λαμβαίνει υπόψη αποδεικτικά μέσα που νομίμως προσκομιστηκαν το πρώτον ενώπιόν του. ΑΝαίρεση λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1, 8, 11, 14 και 19 του άρθρθου 559 του ΚπολΔ (Επικυρώνει ΕΑ 7012/2009).
| null | null | 1
|
Αριθμός 1826/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην ΑΛΦΑ Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία" και με διακριτικό τίτλο "ALPHA Ασφαλιστική", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΟΒΡΕΤΤΑΝΙΚΗ ΑΕΑΖ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Μπουρνέλη.
Του αναιρεσιβλήτου: Φ. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Νικολόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-12-1995 και 9-9-1996 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1010/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1361/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-7-2010 αίτησή της και τους από 21-2-2012 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 6-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως ως προς τους λόγους του αναιρετηρίου και τους από 21-2-2012 πρόσθετους λόγους.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.- Kατά το άρθρο 20 του ν. 1569/1985, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως και στον επόπτη συντονιστών, "Συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο για λογαριασμό μιας ασφαλιστικής επιχείρησης ζωής ή και μιας μόνο ασφαλιστικής επιχείρησης ασφαλίσεων κατά ζημιών, έναντι προμήθειας διαμεσολαβεί στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων διαμέσου ομάδας ασφαλιστικών συμβούλων, τους οποίους επιλέγει, εκπαιδεύει και εποπτεύει. Η σχέση που συνδέει τον συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων με την ασφαλιστική επιχείρηση είναι σύμβαση έργου, η οποία καταρτίζεται εγγράφως ...". Εξάλλου, κατά το άρθρο 700 του ΑΚ "Ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση. Αν γίνει καταγγελία, οφείλεται στον εργολάβο η συμφωνημένη αμοιβή, αφαιρείται όμως απ' αυτήν η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και ό,τι άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί". Η τελευταία αυτή διάταξη παρέχει στον εργοδότη το δικαίωμα να καταγγείλει οποτεδήποτε, μέχρι την αποπεράτωση του έργου, τη σύμβαση χωρίς την επίκληση οποιουδήποτε λόγου και χωρίς την τήρηση προθεσμίας, αλλά και με την υποχρέωση να καταβάλει στον εργολάβο τη συμφωνημένη για το όλον έργο αμοιβή . Από την ίδια όμως αυτή διάταξη του άρθρου 700 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 200,281 και 288 του ΑΚ, προκύπτει ότι παρέχεται στον εργοδότη το δικαίωμα απρόθεσμης, ως ανωτέρω, καταγγελίας της σύμβασης για σπουδαίο λόγο, με συνέπεια να μην οφείλεται στην περίπτωση αυτή η συμφωνηθείσα αμοιβή στον εργολάβο. Η διάταξη πάντως του άρθρου 700 του ΑΚ περιέχει κανόνα ενδοτικού δικαίου, με αποτέλεσμα εν πάση περιπτώσει να είναι ισχυρή συμφωνία των μερών ( άρθρ. 361 ΑΚ) για διαφορετική ρύθμιση από εκείνην της διάταξης αυτής (ΑΠ 147/2003), όπως π.χ. συμφωνία για δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο χωρίς καταβολή στον εργολάβο της συμφωνημένης αμοιβής. Σπουδαίον, τέλος, λόγο για την καταγγελία της συμβάσεως μπορούν να συνιστούν η σημαντική διατάραξη της μεταξύ των μερών εμπιστοσύνης, η διάπραξη ποινικού αδικήματος εις βάρος του εργοδότη ή τρίτων συνεργατών ή πελατών του εργοδότη εκ μέρους του εργολάβου, η δυσφήμηση του εργοδότη, η αδιαφορία του εργολάβου για την εκτέλεση των συμβατικών του υποχρεώσεων κ.λ.π.
ΙΙ.- Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Δυνάμει της από 9-9-1994 συμβάσεως που καταρτίστηκε εγγράφως μεταξύ της "Ελληνοβρετανικής Ανώνυμης Εταιρείας Ασφαλίσεων Ζωής", της οποίας καθολική, διάδοχος έγινε η εταιρεία "ALPHA ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", πού έχει ήδη μετονομαστεί, όπως αναφέρεται παραπάνω, σε "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (εφεξής εφεσίβλητης) και του Φ. Π. (εφεξής εκκαλούντος) συμφωνήθηκε η συνεργασία του τελευταίου, υπό την ιδιότητα του επόπτη συντονιστών και παραγωγών ασφαλειών, με την αντίδικό του ασφαλιστική εταιρεία. Ειδικότερα συμφωνήθηκε η ανάθεση στον εκκαλούντα της δημιουργίας, δηλαδή εξεύρεσης, επιλογής, εκπαίδευσης και εποπτείας ομάδων βασικών παραγωγών, βοηθών συντονιστών και συντονιστών προς αναζήτηση, εξασφάλιση και διαβίβαση στην εφεσίβλητη εταιρεία αιτήσεων για σύναψη ασφαλειών ζωής και σωματοφύλακα (ασθενείας, νοσοκομειακής περίθαλψης, ατυχημάτων κλπ). Στην ίδια ως άνω σύμβαση προσαρτήθηκαν ως μέρος αυτής και α) το από 9-9-1994 έγγραφο "Προσάρτημα 1"και β) η με ίδια ημερομηνία εμπιστευτική επιστολή του Διευθυντή της εφεσίβλητης προς τον εκκαλούντα. Η ως άνω σύμβαση ορίστηκε, με τον όρο 1 του ως άνω προσαρτήματος, ως ορισμένου χρόνου και συγκεκριμένα ως πενταετούς διάρκειας (από 9-9-1994 έως 9-9-1999). Με την επίδικη σύμβαση τέθηκαν δύο στόχοι παραγωγής ασφαλίστρων στον εκκαλούντα και στις ομάδες του και ειδικότερα α) για το χρονικό διάστημα από 9-9-1994 μέχρι 31-12-1995 (ήτοι για το πρώτο διάστημα των 16 μηνών) προβλέφθηκε παραγωγή ασφαλίστρων ύψους 70.000.000 δραχμών και β) για ολόκληρη την πενταετή διάρκεια της σύμβασης τέθηκε ως στόχος το ποσό των 205.000.000 δραχμών. Για την περίπτωση επιτεύξεως είτε του ενός είτε του άλλου στόχου συμφωνήθηκε η καταβολή προς τον εκκαλούντα του ποσού των 1.100.000 δραχμών ως μπόνους (bonus) παραγωγής. Το ποσό αυτό προκαταβλήθηκε κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως (9-9-1994), συμφωνήθηκε δε να επιστραφεί σε περίπτωση μη επιτεύξεως των οικονομικών στόχων που τέθηκαν, καθώς και στην περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους μεν της ασφαλιστικής εταιρείας με σπουδαίο λόγο, εκ μέρους δε του εκκαλούντος, χωρίς σπουδαίο λόγο. Επίσης με την εμπιστευτική επιστολή συμφωνήθηκε να καταβάλλεται στον εκκαλούντα το ποσό των 400.000 δραχμών μηνιαίως επί 16 μήνες, ως προκαταβολή της μελλοντικής προμήθειας και λοιπών αμοιβών που θα δικαιούτο αυτός από τη σύμβαση. Για το ποσό μάλιστα αυτό συμφωνήθηκε να γίνει δύο φορές αξιολόγηση επίτευξης του οικονομικού στόχου και δη α) την 28η-2-1995, μετά την οποία θα συνεχιζόταν η καταβολή του ποσού, εφόσον δεν υπήρχε απόκλιση μεγαλύτερη του 20% του οικονομικού στόχου και β) την 31η-12-1995 κατά την οποία θα γινόταν η εκκαθάριση του λογαριασμού. Σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως πριν τις ημερομηνίες αυτές το τυχόν καταβληθέν ποσό θα επιστρεφόταν σύμφωνα με τις πιο πάνω διακρίσεις. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον όρο 4 της επίδικης σύμβασης, συμφωνήθηκε η καταβολή προς τον εκκαλούντα των πιο κάτω αμοιβών (...).Τέλος με τον όρο 19 της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι η επίδικη σύμβαση, η οποία, κατά τα άνω, είναι ορισμένης διάρκειας, θα καταγγέλλεται άμεσα εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας, σε περίπτωση υπάρξεως σπουδαίου λόγου. Όπως δε ενδεικτικά αναφέρεται ως σπουδαίος λόγος μεταξύ άλλων, θεωρείται η διάπραξη ποινικού αδικήματος σε βάρος της εταιρείας ή τρίτων, συνεργαζόμενων με την εταιρεία ή πελατών, η δυσφήμηση της εταιρείας, η κατάρτιση ψευδών ή ανύπαρκτων συμβολαίων, η πώληση ασφαλειών σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία, οι ανταγωνιστικές προς την εταιρεία ενέργειες, η υπεξαίρεση, η κατάρτιση ακυρώσιμων συμβολαίων και η αδικαιολόγητη αποχή από την εργασία. Στα πλαίσια της υλοποίησης της ως άνω συμβάσεως ο εκκαλών έφερε, κατόπιν δικών του ενεργειών, στην ασφαλιστική εταιρεία, μεταξύ άλλων, και το Γ. Α., για να εργαστεί στη δική του ομάδα ως συντονιστής. Όπως δε προκύπτει από την από 10-10-1994 έγγραφη εμπιστευτική επιστολή της εφεσίβλητης, αλλά και ομολογείται ρητώς από την τελευταία, ο εν λόγω συνεργάτης συμφωνήθηκε να υπάγεται στην ομάδα του εκκαλούντος, ώστε η παραγωγή του σε ασφάλειες να προσμετράται στους οικονομικούς στόχους του εκκαλούντος και η αμοιβή του τελευταίου να στηρίζεται και στα εισπραγμένα ασφάλιστρα. που αφορούν την παραγωγή του άνω συνεργάτη του. Έπρεπε δε οι αιτήσεις προς σύναψη σύμβασης ασφάλισης που προέρχονται απ'αυτόν να καταχωρούνται στον κωδικό του εκκαλούντος που ήταν ο αριθμός 49. Μερικές ημέρες όμως αργότερα και δη αρχές Νοεμβρίου του 1994 επήλθε μυστική συμφωνία μεταξύ του Γ. Α. και της εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία στην προκειμένη περίπτωση αντιπροσωπευόταν από το Διευθυντή πωλήσεων αυτής Γ. Σ.. Κατά τη συμφωνία αυτή ο πρώτος αποσπάστηκε από την ομάδα του εκκαλούντος, εν αγνοία του τελευταίου και αναγορεύτηκε και αυτός σε επόπτη συντονιστών. Του δόθηκε μάλιστα νέος κωδικός και δη ο αριθμός 50, με τον οποίο καταχωρούντο πια οι συναλλαγές του, μη προσμετρούμενες πια στην παραγωγή της ομάδας του εκκαλούντος. Η εν λόγω συμφωνία εγένετο κατά παράβαση της σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, η οποία προέβλεπε στο μεν όρο 11 ότι η προαγωγή του συντονιστή σε επόπτη γίνεται κατόπιν εισήγησης του εκκαλούντρς, στο δε όρο 12 ότι η ασφαλιστική εταιρεία δεν μπορεί να υπάγει σε άλλη διεύθυνση συνεργάτες αυτού, χωρίς την έγκρισή του. Τη μετακίνηση αυτή o εκκαλών πληροφορήθηκε περί το τέλος Νοεμβρίου 1994, λίγες μέρες δε αργότερα απέστειλε προς την ασφαλιστική εταιρεία την από 6- 12-1994 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση, στην οποία διαμαρτυρόταν αφενός μεν για την εν λόγω μετακίνηση χωρίς την έγκρισή του και αφετέρου για τη μη παροχή σ' αυτόν γραφείου και γραμματειακής υποστήριξης παρά τη σχετική υποχρέωση της εφεσίβλητης που προβλεπόταν από τον όρο 7 της σύμβασης. Εξώδικη διαμαρτυρία απέστειλε τον ίδιο χρόνο και προς το Γ. Α., διαμαρτυρόμενος για τη μετακίνησή του από την ομάδα του, χωρίς την έγκρισή του. Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης εταιρείας ότι ο εκκαλών με την υπαίτια συμπεριφορά του προκάλεσε τη ρήξη με το συνεργάτη του Γ. Α., με τον οποίο διαπληκτιζόταν και δεν μπορούσε να συνεργαστεί επαγγελματικά και ότι αυτός ήταν ο λόγος που ανάγκασε το Διευθυντή πωλήσεως Γ. Σ. να απομακρύνει το Γ. Α. από την ομάδα του αντιδίκου της, κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος (...). Μετά τα ως άνω γεγονότα και ιδίως την κοινοποίηση της ανωτέρω αναφερόμενης εξώδικης δηλώσεως του εκκαλούντος, η εφεσίβλητη εταιρεία, αντί να συμμορφωθεί με τα εύλογα αιτήματα του αντιδίκου της, τα οποία μάλιστα απέρρεαν από τη μεταξύ τους σύμβαση και δη την παροχή γραφείου και γραμματειακής υποστήριξης (μέχρι τότε φιλοξενείτο σε διάφορα γραφεία περιφερόμενος), καθώς και την παροχή πληροφοριών για την παραγωγή του Γ. Α., ο οποίος, αντισυμβατικά μετακινήθηκε από την ομάδα του, όχι μόνο αδιαφόρησε πλήρως, αλλά προέβη και σε περικοπή της από 400.000 δρχ. μηνιαίας χρηματοδότησης του εκκαλούντος που συμφωνήθηκε με την από 9-9-1994 εμπιστευτική επιστολή (την εν λόγω χρηματοδότηση εισέπραξε μόνο για δύο μήνες). Είναι χαρακτηριστικό ότι η εφεσίβλητη αδιαφόρησε ακόμα και σε πρόσκληση του εκκαλούντος προς το Γ. Σ. να προσδιοριστεί συνάντηση, προκειμένου να συζητηθούν οι όροι συνεργασίας, με νέο συνεργάτη που ανεύρε και ο οποίος ήταν πρόθυμος να αναλάβει την περιοχή των βορείων προαστίων Αττικής (...). Κατόπιν αυτού ο εκκαλών με την από 17-1-1995 εξώδικη δήλωσή του που κοινοποιήθηκε προς την εφεσίβλητη στις 19-1-1995 της γνωστοποίησε ότι δεν θα προσέρχεται στα γραφεία της μέχρι να συμμορφωθεί η τελευταία με τις συμβατικές της υποχρεώσεις της. Αυτή όμως και πάλι δεν συμμορφώθηκε. Επιπλέον δε προέβη σε καταγγελία της επίδικης σύμβασης. Για την καταγγελία δε αυτή, η οποία έγινε με την υπό κρίση από 11-12-1995 αγωγή (προηγούμενη κοινοποίηση καταγγελίας και δη με επιστολή δεν αποδείχτηκε) η εφεσίβλητη επικαλείται ως σπουδαίο λόγο "αντιεπαγγελματική συμπεριφορά απέναντι στην εταιρεία και τους συνεργάτες του, καθώς και αδιαφορία". Τέτοια όμως αντιεπαγγελματική συμπεριφορά, κατά τα άνω, δεν αποδείχτηκε. Επίσης δεν αποδείχτηκε αδιαφορία αυτού. Η επικαλούμενη στις προτάσεις της εφεσίβλητης μη επίτευξη των οικονομικών στόχων αυτού δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθόσον αφενός μεν αυτός εξαναγκάστηκε να απομακρυνθεί από την εταιρεία τον Ιανουάριο του 1995, ήτοι μόλις τρεις μήνες μετά την έναρξη της συνεργασίας τους και πριν την 28-2-1995, που ήταν η πρώτη ημερομηνία αξιολόγησης της επίτευξης του στόχου του και αφετέρου, κατά παράβαση της επίδικης σύμβασης, η παραγωγή του Γ. Α. δεν συνυπολογιζόταν στη συνολική παράγωγή της ομάδας του εκκαλούντος. Σύμφωνα λοιπόν με τα πιο πάνω, δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος, με την έννοια που αναφέρεται πιο πάνω στη νομική σκέψη, προς καταγγελία της επίδικης συμβάσεως που ήταν ορισμένου χρόνου.
Συνεπώς η εν λόγω καταγγελία τυγχάνει άκυρη, με αποτέλεσμα ο εκκαλών να διατηρεί το δικαίωμα να εισπράξει, κατ' άρθρο 700 του ΑΚ, τη συμφωνημένη αμοιβή του (...) κατά την πενταετή συμβατική διάρκεια της επίδικης σύμβασης. Επειδή δε η εν λόγω αμοιβή δεν καθορίστηκε κατ' αποκοπή, αλλά είναι συνάρτηση της εκ μέρους του ιδίου και της ομάδας του παραγωγής ασφαλίστρων, την οποία ο ως άνω διάδικος δεν είχε, από υπαιτιότητα της αντιδίκου του, τη δυνατότητα να επιδιώξει και να πετύχει, αφού εξαναγκάστηκε από την εταιρεία να απομακρυνθεί αντισυμβατικά, θα εφαρμοστεί, ως προς το θέμα αυτό, αναλογικά, η διάταξη του άρθρου 298 εδ. β του ΑΚ. Σύμφωνα λοιπόν με τη διάταξη αυτή και αφού ληφθεί υπόψη ως μέσος ετήσιος οικονομικός στόχος τον οποίο, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ο εκκαλών θα επιτύγχανε αυτός των 40.000.000 δρχ. (ήτοι 205.000.000 : 5 έτη = 41.000.000 δρχ. και κατά στρογγυλοποίηση 40.000.000 δρχ. τα οποία επιμερίζονται σε 20.000.000 δρχ. ασφάλιστρα ζωής και 20.000.000 δρχ. ασφάλιστρα σωματοφύλακα), ο ως άνω διάδικος δικαιούται να εισπράξει από την εφεσίβλητη εταιρεία τα πιο κάτω ποσά που κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα εισέπραττε ως αμοιβή κατά τους κατωτέρω χρόνους: [ ακολουθεί ανάλυση των ποσών τα οποία κατά τις παραδοχές του Εφετείου δικαιούται κατ' έτος ο ενάγων]. Κατά τα άνω ο ως άνω διάδικος δικαιούται να εισπράξει ως αμοιβή από την εφεσίβλητη εταιρεία το συνολικό ποσό των 31.600.000 δραχμών (3.600.000 + 5.500.000 + 6.500.000 + 7.500.000 + 8.500.000 δρχ.), το οποίο ισούται με 92.736,61 ευρώ. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθούν και τα πιο κάτω: Σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 3 του Ν. Ν. 1569/1985, όπως αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της δημοσίευσης της απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, αφού, κατά τα κατωτέρω, εξαφανίζεται η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, "αν για οποιονδήποτε λόγο λυθεί ή λήξει η σύμβαση του συντονιστή με την ασφαλιστική επιχείρηση, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει στο συντονιστή για χρονικό διάστημα τριών ετών από την καταγγελία την προμήθεια που του αναλογεί στην παραγωγή ασφαλιστικών συμβούλων που συντονίζει, στο μέτρο που η παραγωγή αυτή εξακολουθεί να παραμένει για το διάστημα αυτό στην επιχείρηση". Η ανωτέρω διάταξη εφαρμόζεται σε περίπτωση λύσεως ή λήξεως του χρόνου της συμβάσεως και όχι στην επίδικη περίπτωση, κατά την οποία, σύμφωνα με τα αναφερόμενα, πιο πάνω, η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, κατά το επίδικο διάστημα (Οκτώβριο 1994- Οκτώβριο 1999), δεν είχε λυθεί εγκύρως, ούτε είχε λήξει ο χρόνος αυτής". Βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 1010/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, και α) απέρριψε κατ' ουσίαν την από 11-12-1995 αγωγή της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία και υπό την επίκληση της εκ μέρους της καταγγελίας για σπουδαίο λόγο της σύμβασης συνεργασίας πενταετούς διάρκειας που τη συνέδεε με τον αναιρεσίβλητο, ως επόπτη συντονιστών και παραγωγών ασφαλειών της αναιρεσείουσας, ζητούσε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της αποδώσει το ποσό των 1.900.000 δραχμών το οποίο ο τελευταίος είχε λάβει από την αναιρεσείουσα κατά την έναρξη της συνεργασίας τους ως bonus παραγωγής και υπό τον όρο της επιστροφής του στην περίπτωση της καταγγελίας της συμβάσεως από την αναιρεσείουσα για σπουδαίο λόγο, ενώ β) δέχθηκε την από 9-9-1996 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και επιδίκασε σ' αυτόν το ποσό των 92.736,61 ευρώ ως οφειλόμενη από την αναιρεσείουσα αμοιβή του για τον κατά τα ανωτέρω συμβατικό χρόνο διάρκειας της σύμβασης, την οποία, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η αναιρεσείουσα κατήγγειλε χωρίς σπουδαίο λόγο. Ειδικότερα, ως προς το τελευταίο, αυτός ζήτημα το Εφετείο δέχθηκε, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του, ότι δεν αποδείχθηκε η αντιεπαγγελματική συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου έναντι της αναιρεσείουσας εταιρείας και των συνεργατών του, ούτε και αδιαφορία του σχετικά με την εκτέλεση των συμβατικών του υποχρεώσεων, τα οποία η αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί ως σπουδαίο λόγο καταγγελίας στην αγωγή της και στην κατά της αγωγής του αναιρεσιβλήτου ένστασή της, ενώ ως προς το ζήτημα της οφειλόμενης αμοιβής το Εφετείο προσέφυγε στη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ περί διαφυγόντος κέρδους, ενόψει του ότι, κατά τις ίδιες παραδοχές του, η αμοιβή τού αναιρεσιβλήτου δεν είχε καθορισθεί κατ' αποκοπήν, αλλά ήταν συνάρτηση της εκ μέρους τού αναιρεσιβλήτου και της ομάδας συντονιστών και παραγωγών ασφαλειών, την οποία ο ίδιος επόπτευε, παραγωγής ασφαλίστρων, και αφού έλαβε υπόψη (το Εφετείο), ως μέσον ετήσιο οικονομικό στόχο που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα επετύγχανε ο αναιρεσίβλητος, το ποσό των 40.000.000 δραχμών (20.000.000 δρχ. για τα ασφάλιστρα ζωής και 20.000.000 δρχ. για τα ασφάλιστρα σωματοφύλακα), βάσει του οποίου (στόχου) και σύμφωνα με τις αντίστοιχες συμφωνίες των διαδίκων που αναφέρει το Εφετείο προσδιόρισε την επιδικασθείσα αμοιβή του αναιρεσιβλήτου, την οποία ο τελευταίος θα εισέπραττε, κατά τις παραδοχές του Εφετείου και ενόψει των προεκτεθέντων, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
ΙΙΙ.Με τους πρώτον, τέταρτο και όγδοο λόγους του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση των αριθμών 14,9 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν απέρριψε την αγωγή τού αναιρεσιβλήτου ως αόριστη, αφήνοντας αδίκαστη και μη λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική ένσταση που η ίδια είχε προβάλει ενώπιον του Εφετείου. Οι λόγοι αυτοί του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτοι κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ και εντεύθεν απορριπτέοι, αφού, όπως προκύπτει από τις ενώπιον του Εφετείου υποβληθείσες προτάσεις της αναιρεσείουσας - εφεσίβλητης, προσκομιζόμενες, η τελευταία δεν υπέβαλε στο Εφετείο ένσταση αοριστίας της αγωγής του αναιρεσιβλήτου. Περαιτέρω, υπό τις προαναφερθείσες παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και δη τόσον ως προς την μη ύπαρξη σπουδαίου λόγου για τη γενόμενη εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελία όσον και ως προς την υποχρέωση καταβολής της αμοιβής προς τον αναιρεσίβλητο που δέχθηκε το Εφετείο, οι οποίες (αιτιολογίες) στηρίζουν το αντίστοιχο αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το Εφετείο στον προσήκοντα κανόνα δικαίου και δη στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του ν.1569/85, όπως ισχύει, 298 ε.β', 681 και 700 του ΑΚ (ως εκ περισσού αναφέρονται και εκείνες των άρθρων 669, 670 και 672 του ΑΚ, ενώ δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω η προειρημένη - στην απόφαση του Εφετείου- διάταξη του άρθρου 20 παρ.3 του ν. 1569/85, την οποία και δεν εφήρμοσε το Εφετείο), τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι δε αβάσιμα τα αντίθετα που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τους τρίτον, του αναιρετηρίου, και πρώτον, στοιχ. Α' και δεύτερο, στοιχ. Α, του δικογράφου πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, προτεινόμενους λόγους αναιρέσεως, καθώς και με τους δεύτερο και έβδομο, του αναιρετηρίου, και πρώτο, στοιχ. Β, και δεύτερο, στοιχ. Β, του δικογράφου πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ προτεινόμενους λόγους. Με τους πέμπτο και έκτο λόγους του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση των αριθμών 20 και 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προσβάλλεται αληθώς η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και δη η εκτίμηση από το Εφετείο του περιεχομένου των από 22-11-1994, 25-11-1994 και 6-12-1994 επιστολών του Γ. Α. προς τον διευθυντή πωλήσεων της αναιρεσείουσας, ως εγγράφων που είχε προσκομίσει και επικαλεστεί η τελευταία, κατά συνέπειαν δε και σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ οι λόγοι αυτοί του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτοι.
IV. Από την προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 700 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνην του άρθρου 201 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι αν κατά τη συμφωνία των μερών η αμοιβή του εργολάβου εξαρτήθηκε από αναβλητική αίρεση η οποία δεν είχε πληρωθεί μέχρι τον χρόνο της καταγγελίας, για να δικαιούται την κατά το άρθρο 700 αμοιβή του ο εργολάβος θα πρέπει, ως ωφελούμενος από την πλήρωση της αίρεσης, να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι εάν δεν είχε μεσολαβήσει η καταγγελία και ολοκληρωνόταν κανονικά η εκτέλεση του έργου, θα είχε πληρωθεί η αίρεση υπό την οποία τελούσε η υποχρέωση του εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής, τούτο δε και διότι αλλιώς θα γίνονταν ευνοϊκότεροι γι' αυτόν (εργολάβο) οι όροι της σύμβασης (Ολομ.ΑΠ 717/1978 ΝοΒ 27.540). Στην περίπτωση δηλαδή αυτή η καταγγελία δεν συνεπάγεται πλασματική πλήρωση της αίρεσης, κατ' ανάλογη έστω εφαρμογή του άρθρου 207 παρ.1 του ΑΚ, που ορίζει ότι " η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της", αφού εδώ η ματαίωση της αίρεσης δεν προκλήθηκε από τον εργοδότη αντίθετα προς την καλή πίστη αλλά με την άσκηση δικαιώματος που του παρέχει ο νόμος ή η σύμβαση. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ.10 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από τον ν.2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη " ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά". Η τελευταία αυτή περίπτωση αναιρετικού λόγου, όταν δηλαδή το δικαστήριο δεν διέταξε απόδειξη για ουσιώδη πράγματα που έλαβε υπόψη, καταργήθηκε, ως άνευ αντικειμένου πλέον, με τον ν. 2915/2001 (άρθρ. 17 παρ.2), με τον οποίο (άρθρ.14 παρ.1) καταργήθηκε μεταξύ των άλλων και το άρθρο 341 του ΚΠολΔ το οποίο καθιέρωνε υποχρέωση του δικαστηρίου να διατάξει αποδείξεις με προδικαστική (παρεμπίπτουσα) απόφασή του. Η υποχρέωση όμως αυτή του δικαστηρίου να διατάξει απόδειξη ισχύει, σύμφωνα με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 22 του ίδιου ν. 2915/2001, και για τις εκκρεμείς κατά την 1-1-2002 (όπως ορίστηκε με το άρθρο 15 του ν. 2943/2001) υποθέσεις των οποίων η (πρώτη) συζήτηση είχε προσδιοριστεί να γίνει πριν από την ημερομηνία αυτή (1-1-2002) και για τις οποίες επομένως εξακολουθεί να ισχύει ο ανωτέρω καταργηθείς αναιρετικός λόγος.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, εκτιμώμενο κατά το νοηματικό του περιεχόμενο, ο αναιρεσίβλητος εξέθετε σ' αυτήν μεταξύ των άλλων ότι το ζητούμενο με την αγωγή ποσό των 31.600.000 δραχμών αποτελούσε την συμφωνημένη με την αναιρεσείουσα αμοιβή του την οποία θα ελάμβανε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στην πενταετή διάρκεια της σύμβασής τους από προμήθειες και bonus παραγωγής, επιτυγχάνοντας τον ελάχιστο στόχο που έθετε η σύμβαση και τον οποίο λεπτομερώς αναφέρει στην αγωγή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 7090/2000 προδικαστική απόφασή του υποχρέωσε την αναιρεσείουσα, ως ενάγουσα και εναγομένη-ενισταμένη, να αποδείξει και με μάρτυρες "ότι κατήγγειλε την από 9-9-1994 σύμβασή της με τον εναγόμενο-ενάγοντα για σπουδαίο λόγο, δηλαδή για ..." (αναφέρονται τα περιστατικά που κατά την ενάγουσα-εναγομένη συνιστούσαν τον επικαλούμενο σπουδαίο λόγο για την εκ μέρους της καταγγελία της ένδικης σύμβασης). Το Εφετείο, όπως ήδη έχει αναφερθεί (ανωτ. υπό ΙΙ), αφού δέχθηκε ότι δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της ένδικης σύμβασης και εξαφάνισε την πρωτόδικη οριστική απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, και ότι η αμοιβή του αναιρεσιβλήτου δεν είχε καθορισθεί κατ'αποκοπήν, αλλά ήταν συνάρτηση της εκ μέρους τού ιδίου και της ομάδας του παραγωγής ασφαλίστρων, δέχθηκε περαιτέρω ότι εάν δεν είχε μεσολαβήσει η ένδικη καταγγελία ο αναιρεσίβλητος θα επετύγχανε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ανάλογη εφαρμογή άρθρου 298 εδ.β' ΑΚ), μέσον ετήσιο οικονομικό στόχο ύψους 40.000.000 δραχμών από ασφάλιστρα ζωής και σωματοφύλακα, βάσει δε της παραδοχής αυτής και των ποσοστών επί των στόχων αυτών που εδικαιούτο ο αναιρεσίβλητος ως συμφωνημένη αμοιβή (προμήθεια και bonus παραγωγής) το Εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο το ειρημένο και ζητούμενο με την αγωγή ποσό των 31.600.000 δραχμών, ισούμενο προς 92.736,61 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο α) δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη πράγματα που δεν είχαν προταθεί από τον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα και δεν υπέπεσε έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα η αναιρεσείουσα εταιρεία υποστηρίζει με τον τρίτο, από τη διάταξη αυτή, πρόσθετο λόγο της αναιρέσεώς της, β) υπέπεσε όμως στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 10 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από τον ν. 2915/2001 και ισχύει και εν προκειμένω, αφού έλαβε υπόψη τα ως άνω πράγματα (οφειλόμενη αμοιβή στον αναιρεσίβλητο), που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να διατάξει απόδειξη γι' αυτά. Ειδικότερα, ενόψει του ότι η (πρώτη) συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης είχε προσδιοριστεί να γίνει (και έγινε άλλωστε) την 22-3-2000, ήτοι προ της ειρημένης 1-1-2002 (έναρξη ισχύος ν.2915 ως προς το κεφάλαιο περί αποδείξεων του ΚΠολΔ), το Εφετείο όφειλε σύμφωνα με την προαναφερθείσα μεταβατική διάταξη του άρθρου 22 του ν. 2915/2001 και εκείνην του άρθρου 341 του ΚΠολΔ, λόγω δε του κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης να διατάξει αποδείξεις με παρεμπίπτουσα απόφασή του για το ουσιώδες ως άνω ζήτημα της οφειλόμενης αμοιβής στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο, το οποίο είχε εξαρτηθεί από την επίτευξη των ως άνω στόχων εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου (αναβλητική αίρεση) και για το οποίο δεν είχε ταχθεί απόδειξη με την συνεκκληθείσα κατά νόμον (άρθρ. 513 παρ. του ΚΠολΔ) προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που προαναφέρθηκε. Επομένως ο σχετικός, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 του ΚΠολΔ, τέταρτος πρόσθετος λόγος που προβάλλει η αναιρεσείουσα είναι βάσιμος.
IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και κατά παραδοχήν του ως άνω βάσιμου λόγου πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, όπως διαμορφώθηκε με τους πρόσθετους λόγους, να αναιρεθεί εν μέρει, και δη ως προς το κεφάλαιό της για την οφειλόμενη στην αναιρεσίβλητο αμοιβή, η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στο αναφερόμενο στο διατακτικό μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, κατά τα άρθρα 176, 178, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει και δη κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της την υπ' αριθμ. 1361/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της απόφασης προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ασφαλιση. Συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων. Σϋμβαση έργου με ασφαλιστική επιχείρηση. καταγγελία συμβάσεων έργου (700 ΑΚ). Υποχρέωση καταβολής συμφωνημένης αμοιβής στον εργολάβο. Οχι επι σπουδαίου λόγου καταγγελίας. Εννοια σπουδαίου λόγου. Εξάρτηση αμοιβής εργολάβου από αναβλητική αίρεση που δεν είχε πληρωθεί κατά τον χρόνο της καταγγελίας. Υποχρέωση εργολάβου να επικαλεστεί και να αποδείξει για να δικαιούται τη συμφωνηθείσα αμοιβή, ότι η αίρεση θα επληρούτο εάν δεν είχε μεσολαβήσει η καταγγελία. Απόδειξη: Υποχρέωση δικαστηρίου να διατάξει αποδείξεις κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρθου 22 του ν. 2915/2001. Αναίρεση Σχετικός αναιρετικός λόγος από το άρθρθο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχυε πριν από τον ν. 2915/01 βάσιμος. Αβάσιμοι αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1, 8, 19 του Κ.Πολ.Δ Αναιρεί εν μέρει ΕΑ 1361/2010.
|
Ασφαλιστική σύμβαση
|
Ασφαλιστική σύμβαση.
| 0
|
Αριθμός 1784/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Κ. του Α., κατοίκου ..., έως και 27) Γ. Λ. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Επαμεινώνδα Τσάντη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Πρωτοβάθμιου ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ" (ΝΠΔΔ), που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Μπάτσου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 367/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5951/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-6-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 ν.δ. 496/1974, 3 ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το π.δ. 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ως εκ του κρισίμου εδώ χρόνου), η απαίτηση οποιουδήποτε των, με σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεση της, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του νόμου αυτού, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των, με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως. Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης της παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του δημοσίου κ.λπ. από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη, ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που διατυπώνονται στο άρθρο 91 εδ. α' και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2005, Ολ.ΑΠ 29/2006). Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής, που ισχύει κατ' άρθρο 250 αρ. 6 και 17 Α.Κ. για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 Α.Κ. χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (Ολ.ΑΠ 3/2006) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Δημοσίου και των ΟΤΑ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτών στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτού (ΟΤΑ) επιβαρύνσεων (πρβλ. Ολ.ΑΠ 38/ 2005) και συνεπώς η διάταξη αυτή δεν αντίκειται, 1) στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009 για την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διατάξεως του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ κατ' αυτών), 2) στη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.), γιατί η με την ανωτέρω διάταξη ρύθμιση δεν συνιστά υπέρβαση των ακραίων ορίων που επιβάλλονται από την αρχή της αναλογικότητας, 3) στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και ορίζει ότι, "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει, είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως ..." και 4) στις διατάξεις του άρθρου 1 του (επίσης κυρωθέντος με το ν.δ. 53/1974 και την αυτή υπερνομοθετική ισχύ έχοντος) Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 40/1988), αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί ακόμη και ενοχικά δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος του. Εξάλλου, και από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει, ότι μ' αυτό αναγνωρίζεται ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ευλόγου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου και των ΟΤΑ (Ολ.ΑΠ 31/2007, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διατάξεως του άρθρου 48 παρ. 3 ν.δ. 496/1974). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 του ν. 2683/1999 (ήδη άρθρο 42 ν. 3528/2007), ο μισθός των δημοσίων υπαλλήλων και των ν.π.δ.δ. προκαταβάλλεται στην αρχή του κάθε δεκαπενθημέρου.
Στην προκείμενη περίπτωση το δικάσαν, ως Εφετείο, Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κρίνοντας επί αγωγής των αναιρεσειόντων, δέχθηκε ότι η αξίωσή τους, για την ειδική παροχή του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002 και της, κατ' εξουσιοδότηση αυτής, εκδοθείσας ΚΥΑ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2003 υπέπεσε στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 και τούτο διότι οι ενάγοντες, για πρώτη φορά, με τις από 22-12-2005 αιτήσεις τους προς τον εναγόμενο ζήτησαν να τους καταβληθεί η παραπάνω παροχή αναδρομικά από 1-1-2002, και η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο την 1η Δεκεμβρίου 2006. Κρίνοντας έτσι το, ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995. Η ειδικότερη αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι, σε κάθε περίπτωση, η αξίωσή των, για το χρονικό διάστημα από 22-12-2003 έως 31-12-2003, δεν παρεγράφη, είναι αβάσιμη, και τούτο διότι αυτή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, κατά το νόμο (και δοθέντος ότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται διαφορετική ρύθμιση), γεννήθηκε στην αρχή του δεύτερου δεκαπενθημέρου του έτους 2003 και συνεπώς η παραγραφή άρχισε από αυτήν, συμπληρώθηκε δε η διετία πριν την υποβολή των παραπάνω αιτήσεων.
Συνεπώς, οι, ενιαίως κρινόμενοι, πρώτος δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτήν, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου, που περιέχει την ευμενή ρύθμιση. Αν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διάταξης, που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία. Αυτό δε δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (ΑΠ (Ολ.) 28/1992, 13/91, ΑΠ 60/ 2002). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2738/99, (ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς, βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών, που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους ... Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλαδή της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών, του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" και ειδικότερα, εκδόθηκαν, εκτός άλλων, και οι αναφερόμενες λεπτομερώς στην προσβαλλόμενη, με την κρινόμενη αναίρεση, απόφαση κοινές υπουργικές αποφάσεις. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η μισθολογική αυτή παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους ως άνω μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/97, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, Ο.Τ.Α. και λοιπά Ν.Π.Δ.Δ. Όλες οι προαναφερθείσες Κ.Υ.Α. έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των άρθρων 14 του Ν. 3016/2002 και 1 του Ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1-1-2002 και σε 176 ευρώ από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κινήσεως κ.λπ.), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και ότι συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ως δικαιούμενους της παροχής όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας, που δικαιολογεί τη χορήγησή της ειδικά στους εν λόγω υπαλλήλους. Ενώ δηλαδή η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή, χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά, ότι δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές. Έτσι με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου ευρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, το μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, Ο.Τ.Α. και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Εξάλλου, με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου, από της ενάρξεως δε ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004) οι ανωτέρω Κ.Υ.Α. καταργούνται (βλ. και άρθρ. 28 παρ. 4 του ίδιου νόμου). Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αδιακρίτως του φορέα, της φύσεως, του είδους και των συνθηκών εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτήν προσαύξηση του μισθού. Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την εν λόγω παροχή, την οποία μόνο από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του Ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης. Ειδικά, όμως, το επίδομα ειδικής απασχόλησης, που καταβάλλεται στους εργαζόμενους στην τοπική αυτοδιοίκηση, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 10 του ν. 2470/1997, 30 παρ. 2 του ν. 2768/1999 και 6 παρ. 1 του ν. 3146/2003, δεν παρεμποδίζει την γέννηση της ένδικης αξίωσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002, καθώς οι εν λόγω παροχές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας.
Συνεπώς τυγχάνουν απολύτως και καταφανώς ετεροειδείς ως προς την επίδικη, η οποία αποτελεί γενική μισθολογική παροχή και συνεπώς είναι ανεπίδεκτες αλληλοκαλύψεως και συμψηφισμού, κατά την ειδική έννοια του άρθρου 14 του ν. 3016/2002. Εξίσου μη συμψηφιστέα είναι και η χορηγούμενη στους ίδιους υπαλλήλους χρηματική παροχή των εξόδων κίνησης, η οποία καταβάλλεται σε μηνιαία βάση, δεν υπόκειται δε σε φόρο εισοδήματος, αφού αντιμετωπίζεται από τον νομοθέτη ως δαπάνη για την απόκτηση εισοδήματος και αποτελεί αποζημίωση για την κάλυψη δαπανών, στις οποίες υποβάλλονται οι υπάλληλοι των ΟΤΑ, λόγω της φύσεως των καθηκόντων τους και όχι τακτική εισοδηματική παροχή, όπως η επίδικη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002 (ΑΠ 946/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) µε την αγωγή τους εκθέτουν ότι συνδέονται µε τον εναγόµενο (ήδη αναιρεσίβλητο), µε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και ότι αμείβονται βάσει του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου για τους απασχολούμενους στο Δημόσιο. Ότι με πλείστες υπουργικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, χορηγήθηκε το προβλεπόµενο από το ίδιο άρθρο ποσό των 176 ευρώ σε πολλές και διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων, µόνιµων αλλά και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, του Δημοσίου και άλλων ΝΠΔΔ, αλλά δεν χορηγήθηκε σ' αυτούς, γιατί ποτέ δεν εκδόθηκε για αυτούς αντίστοιχη υπουργική απόφαση. Ζητούν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 15-11-2006 να καταβάλει στον καθένα τα ειδικότερα προσδιοριζόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας κατόπιν ασκηθείσας έφεσης από τον εναγόμενο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού απέρριψε, λόγω παραγραφής, την αξίωση των εναγόντων, για το χρονικό διάστημα που προαναφέρθηκε, δέχθηκε και ότι, με το παραπάνω περιεχόμενο, η αγωγή δεν είναι νόμιμη, κατά τα λοιπά, διότι η ένδικη παροχή για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 και εντεύθεν αποτελεί προσωπική διαφορά και δεν καταβάλλεται σωρευτικά μαζί με τις πρόσθετες παροχές, που λαμβάνουν οι ενάγοντες, ήτοι α) το επίδομα ειδικής απασχόλησης, που προσδιοριζόταν σε τρεις κατηγορίες και συγκεκριμένα σε 33.000, 27.500 και 16.500 δρχ. από 1-3-2000 μέχρι 28-2-2003 (άρθρο 30 παρ. 2 του Ν. 2768/1999), σε 131,85, 115,70 και 83,42 ευρώ μέχρι τις 31-12-2003 (άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3146/2003) και σε 132, 116 και 84 ευρώ από 1-1-2004 (άρθρο 8 παρ. 6 του Ν. 3205/2005), αντίστοιχα, για κάθε κατηγορία και β) το ποσό που, από 1-4-1998 καταβάλλεται στους υπαλλήλους όλων των Ο.Τ.Α., πρώτης βαθμίδας, με την υπ' αριθμό 2040222/4110/0022/19.6.1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών, κατ' εξουσιοδότηση αρχικά του Ν. 2346/1995 και στη συνέχεια της παρ. 3 του άρθρου 5 του Ν. 2685/1999 (και το οποίο από 1-1-2002 ανήλθε σε 176 ευρώ και χαρακτηρίζεται ως "εφάπαξ ετήσια αποζημίωση για την κάλυψη των δαπανών κίνησης". Με τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη, για το από 1-1-2004 κι' εντεύθεν χρονικό διάστημα. Σύμφωνα, όμως με όσα προαναφέρθηκαν, με το να απορρίψει το Πολυμελές Πρωτοδικείο την αγωγή των αναιρεσειόντων για το από 1-1-2004 και εντεύθεν χρονικό διάστημα, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 2470/1997, 1 παρ. 1 του ν. 3205/2003, 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002 και 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1, 80 του Συντάγματος. Επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης των αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί, ως προς τους αναιρεσείοντες, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή των για το από 1-1-2004 και εντεύθεν χρονικό διάστημα, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση (κατά την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 4 Ν. 4055/2012) προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την ως άνω απόφαση και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος, ως ηττώμενος, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, μειωμένα, σύμφωνα με τα άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ και 281 του ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, ως προς τους αναιρεσείοντες, την 5951/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η παραγραφή των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δήμου, κατ’ αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, είναι διετής και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της, η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης. Το επίδομα ειδικής απασχόλησης, που καταβάλλεται στους εργαζομένους στην τοπική αυτοδιοίκηση, δεν παρεμποδίζει την γέννηση της αξίωσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002. Μη συμψηφιστέα είναι και η χορηγούμενη χρηματική παροχή των εξόδων κίνησης.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1782/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Σ. του Ι., έως και 30) Σ. Π. του Π., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Κατάκη - Καλημέρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Πρωτοβάθμιου ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ" (ΝΠΔΔ), που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Μπάτσου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 367/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5951/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-7-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 9-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι πρώτος και δεύτερος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 ν.δ. 496/1974, 3 ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το π.δ. 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ως εκ του κρισίμου εδώ χρόνου), η απαίτηση οποιουδήποτε των, με σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεση της, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των, με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης. Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης της παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου κ.λπ. από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη, ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που διατυπώνονται στο άρθρο 91 εδ. α' και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2005, Ολ.ΑΠ 29/2006). Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής, που ισχύει κατ' άρθρο 250 αρ. 6 και 17 Α.Κ. για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 Α.Κ. χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (Ολ.ΑΠ 3/2006) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Δημοσίου και των ΟΤΑ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτού (ΟΤΑ) επιβαρύνσεων (πρβλ. Ολ.ΑΠ 38/ 2005) και συνεπώς η διάταξη αυτή δεν αντίκειται, 1) στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009 για την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διατάξεως του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ κατ' αυτών), 2) στη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.), γιατί η με την ανωτέρω διάταξη ρύθμιση δεν συνιστά υπέρβαση των ακραίων ορίων που επιβάλλονται από την αρχή της αναλογικότητας, 3) στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και ορίζει ότι, "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει, είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως ..." και 4) στις διατάξεις του άρθρου 1 του (επίσης κυρωθέντος με το ν.δ. 53/1974 και την αυτή υπερνομοθετική ισχύ έχοντος) Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου (στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 40/1988), αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί ακόμη και ενοχικά δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος του. Εξάλλου, και από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει, ότι μ' αυτό αναγνωρίζεται ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ευλόγου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου και των ΟΤΑ (Ολ.ΑΠ 31/2007, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διατάξεως του άρθρου 48 παρ. 3 ν.δ. 496/1974). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 του ν. 2683/1999 (ήδη άρθρο 42 ν. 3528/2007), ο μισθός των δημοσίων υπαλλήλων και των ν.π.δ.δ. προκαταβάλλεται στην αρχή του κάθε δεκαπενθημέρου.
Στην προκείμενη περίπτωση το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κρίνοντας επί αγωγής των αναιρεσειόντων, δέχθηκε ότι η αξίωσή τους, για την ειδική παροχή του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002 και της, κατ' εξουσιοδότηση αυτής, εκδοθείσας ΚΥΑ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2003 υπέπεσε στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 και τούτο διότι οι ενάγοντες, για πρώτη φορά, με τις από 22-12-2005 αιτήσεις τους προς τον εναγόμενο ζήτησαν να τους καταβληθεί η παραπάνω παροχή, αναδρομικά από 1-1-2002, και η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο την 1η Δεκεμβρίου 2006. Κρίνοντας έτσι το, ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995. Η ειδικότερη αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι, σε κάθε περίπτωση, η αξίωσή των, για το χρονικό διάστημα από 22-12-2003 έως 31-12-2003, δεν παρεγράφη, είναι αβάσιμη, και τούτο διότι αυτή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, κατά το νόμο (και δοθέντος ότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται διαφορετική ρύθμιση), γεννήθηκε στην αρχή του δεύτερου δεκαπενθημέρου του έτους 2003 και συνεπώς η παραγραφή άρχισε από αυτήν, συμπληρώθηκε δε η διετία πριν την υποβολή των παραπάνω αιτήσεων.
Συνεπώς, οι, ενιαίως κρινόμενοι, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτήν, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των εξουσιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου, που περιέχει την ευμενή ρύθμιση. Αν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διάταξης, που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία. Αυτό δε δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (ΑΠ (Ολ) 28/1992, 13/91, ΑΠ 60/2002). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2738/99, (ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς, βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών, που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ, περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους ... Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διάταξης και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλαδή της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών, του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" και ειδικότερα, εκδόθηκαν, εκτός άλλων, και οι αναφερόμενες λεπτομερώς στην προσβαλλόμενη, με την κρινόμενη αναίρεση, απόφαση κοινές υπουργικές αποφάσεις. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η μισθολογική αυτή παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους ως άνω μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/97, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, Ο.Τ.Α. και λοιπά Ν.Π.Δ.Δ. Όλες οι προαναφερθείσες Κ.Υ.Α. έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των άρθρων 14 του Ν. 3016/2002 και 1 του Ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1-1-2002 και σε 176 ευρώ από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κινήσεως κ.λπ.), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και ότι συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ως δικαιούμενους της παροχής όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας, που δικαιολογεί τη χορήγησή της ειδικά στους εν λόγω υπαλλήλους. Ενώ δηλαδή η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή, χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά, ότι δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές. Έτσι με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου ευρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, το μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, Ο.Τ.Α. και Ν.Π.Δ.Δ., που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Εξάλλου, με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου, από της ενάρξεως δε ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004) οι ανωτέρω Κ.Υ.Α. καταργούνται (βλ. και άρθρ. 28 παρ. 4 του ίδιου νόμου). Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αδιακρίτως του φορέα, της φύσεως, του είδους και των συνθηκών εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτήν προσαύξηση του μισθού. Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την εν λόγω παροχή, την οποία μόνο από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του Ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης. Ειδικά, όμως, το επίδομα ειδικής απασχόλησης, που καταβάλλεται στους εργαζόμενους στην τοπική αυτοδιοίκηση, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 10 του ν. 2470/1997, 30 παρ. 2 του ν. 2768/1999 και 6 παρ. 1 του ν. 3146/2003, δεν παρεμποδίζει την γέννηση της ένδικης αξίωσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002, καθώς οι εν λόγω παροχές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας.
Συνεπώς τυγχάνουν απολύτως και καταφανώς ετεροειδείς ως προς την επίδικη, η οποία αποτελεί γενική μισθολογική παροχή και συνεπώς είναι ανεπίδεκτες αλληλοκαλύψεως και συμψηφισμού, κατά την ειδική έννοια του άρθρου 14 του ν. 3016/2002. Εξίσου μη συμψηφιστέα είναι και η χορηγούμενη στους ίδιους υπαλλήλους χρηματική παροχή των εξόδων κίνησης, η οποία καταβάλλεται σε μηνιαία βάση, δεν υπόκειται δε σε φόρο εισοδήματος, αφού αντιμετωπίζεται από το νομοθέτη ως δαπάνη για την απόκτηση εισοδήματος και αποτελεί αποζημίωση για την κάλυψη δαπανών, στις οποίες υποβάλλονται οι υπάλληλοι των ΟΤΑ, λόγω της φύσεως των καθηκόντων τους και όχι τακτική εισοδηματική παροχή, όπως η επίδικη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) µε την αγωγή τους εκθέτουν ότι συνδέονται µε τον εναγόµενο (ήδη αναιρεσίβλητο), µε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και ότι αμείβονται βάσει του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου για τους απασχολούμενους στο Δημόσιο. Ότι με πλείστες υπουργικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, χορηγήθηκε το προβλεπόµενο από το ίδιο άρθρο ποσό των 176 ευρώ σε πολλές και διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων, µόνιµων αλλά και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, του Δημοσίου και άλλων Ν.Π.Δ.Δ., αλλά δεν χορηγήθηκε σ' αυτούς, γιατί ποτέ δεν εκδόθηκε για αυτούς αντίστοιχη υπουργική απόφαση. Ζητούν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 15-11-2006 να καταβάλει στον καθένα τα ειδικότερα προσδιοριζόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας κατόπιν ασκηθείσας έφεσης από τον εναγόμενο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού απέρριψε, λόγω παραγραφής, την αξίωση των εναγόντων για το χρονικό διάστημα που προαναφέρθηκε, δέχθηκε και ότι, με το παραπάνω περιεχόμενο, η αγωγή δεν είναι νόμιμη, κατά τα λοιπά, διότι η ένδικη παροχή για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 και εντεύθεν αποτελεί προσωπική διαφορά και δεν καταβάλλεται σωρευτικά μαζί με τις πρόσθετες παροχές, που λαμβάνουν οι ενάγοντες, ήτοι α) το επίδομα ειδικής απασχόλησης, που προσδιοριζόταν σε τρεις κατηγορίες και συγκεκριμένα σε 33.000, 27.500 και 16.500 δρχ. από 1-3-2000 μέχρι 28-2-2003 (άρθρο 30 παρ. 2 του Ν. 2768/1999), σε 131,85, 115,70 και 83,42 ευρώ μέχρι τις 31-12-2003 (άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3146/2003) και σε 132, 116 και 84 ευρώ από 1-1-2004 (άρθρο 8 παρ. 6 του Ν. 3205/2005), αντίστοιχα, για κάθε κατηγορία και β) το ποσό που, από 1-4-1998, καταβάλλεται στους υπαλλήλους όλων των Ο.Τ.Α., πρώτης βαθμίδας, με την υπ' αριθμό 2040222/4110/0022/19.6.1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών, κατ' εξουσιοδότηση αρχικά του Ν. 2346/1995 και στη συνέχεια της παρ. 3 του άρθρου 5 του Ν. 2685/1999 (και το οποίο από 1-1-2002 ανήλθε σε 176 ευρώ και χαρακτηρίζεται ως "εφάπαξ ετήσια αποζημίωση για την κάλυψη των δαπανών κίνησης". Με τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη, για το από 1-1-2004 κι' εντεύθεν χρονικό διάστημα. Σύμφωνα, όμως με όσα προαναφέρθηκαν, με το να απορρίψει το Πολυμελές Πρωτοδικείο την αγωγή των αναιρεσειόντων, ως μη νόμιμη, για το από 1-1-2004 και εντεύθεν χρονικό διάστημα, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 2470/1997, 1 παρ. 1 του ν. 3205/2003, 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002 και 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1, 80 του Συντάγματος. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης των αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους αναιρεσείοντες, κατά το μέρος της με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή για το από 1-1-2004 και εντεύθεν χρονικό διάστημα, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση (κατά την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 4 Ν. 4055/2012) προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την ως άνω απόφαση και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος, ως ηττώμενος, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, μειωμένα, σύμφωνα με τα άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ και 281 του ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, ως προς τους αναιρεσείοντες, την 5951/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η παραγραφή των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δήμου, κατ’ αυτού, που αφορούν που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, είναι διετής και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της, η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης. Το επίδομα ειδικής απασχόλησης, που καταβάλλεται στους εργαζομένους στην τοπική αυτοδιοίκηση, δεν παρεμποδίζει την γέννηση της αξίωσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002. Μη συμψηφιστέα είναι και η χορηγούμενη χρηματική παροχή των εξόδων κίνησης.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1781/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Κ. Κ. του Κ., 2) 1 και 3) Μ. Κ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Κατάκη - Καλημέρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Πρωτοβάθμιου ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ" (ΝΠΔΔ), που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικός διάδοχος του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΙΑΤΡΕΙΑ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ", που έδρευε στην Αγ. Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείτο νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Μπάτσου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 410/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5950/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 29-7-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 9-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, κατά ένα μέρος, και ο τρίτος στο σύνολό του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 44 παρ. 1 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ", (που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει της ιδιότητας του εναγομένου, εργοδότου, όντος ΝΠΔΔ, κατά τον κρίσιμο χρόνο, της γένεσης και της συμπλήρωσης της παραγραφής των απαιτήσεων των εναγουσών), ορίζεται ότι "κάθε χρέος προς το νομικό πρόσωπο παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος, μετά πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους, εντός του οποίου βεβαιώθηκε", ενώ με το άρθρο 48 του ιδίου Ν.Δ/τος ορίζεται, στην παράγραφο 1 ότι "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ΝΠΔΔ είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά υπό του παρόντος ..." και στην παράγραφο 3 αυτού ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών". Κατά δε το άρθρο 49 του ιδίου Ν.Δ/τος "η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 48 του Ν.Δ/τος 496/1974, με την παράγραφο 3 αυτού θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή ειδικά για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ, κατ' αυτών, που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες οφείλονται απευθείας από το νόμο, ενώ, όταν για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος για τις αποδοχές αυτές απαιτείται η έκδοση διοικητικής πράξης, την έκδοση της οποίας υπαιτίως παρέλειψαν τα αρμόδια όργανα των ΝΠΔΔ, στις περιπτώσεις δηλαδή που πρόκειται για την αποκαλούμενη αποζημιωτική αγωγή, τότε για τις αξιώσεις αυτές των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ ισχύει η οριζόμενη από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 48 του Ν.Δ/τος 496/1974 πενταετής παραγραφή. Η προβλεπόμενη από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 496/1974, για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθ. 16 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ιδίου Ν.Δ/τος χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (πενταετίας), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ΝΠΔΔ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Εξάλλου, με τη θέσπιση της εν λόγω διετούς παραγραφής, δεν δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με τα ΝΠΔΔ, ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι των πρώτων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ΝΠΔΔ, αλλά και λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ΝΠΔΔ σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και του διαφορετικού νομικού καθεστώτος, που διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους.
Συνεπώς, η διάταξη αυτή του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 496/1974, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ δεν αντίκειται στην, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συν/τος, αρχή της ισότητας. Η αυτή ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων. Επίσης, η ως άνω διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 496/1974 δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης (ΕΣΔΑ), που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη ισχύος τους. Άλλωστε από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι "Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει και η προστασία της περιουσίας των ΝΠΔΔ (ΑΕΔ 9/2009, ΑΠ (Ολ.) 2/2011, 38/2005, 31/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το δικάσαν, ως Εφετείο, Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, έκρινε, με αυτήν, ότι οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσειουσών, που είχαν προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και εργαζόταν ως υπάλληλοι στο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΙΑΤΡΕΙΑ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ", στη θέση του οποίου, μετά την άσκηση της αγωγής και την κατάργηση του, υπεισήλθε ο αναιρεσίβλητος Δήμος Αγίας Παρασκευής, για την ειδική παροχή του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002 και της, κατ' εξουσιοδότηση αυτής, εκδοθείσας ΚΥΑ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2003 υπέπεσαν στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 και τούτο, διότι οι ενάγουσες, για πρώτη φορά, με τις, από 22-12-2005 αιτήσεις τους, προς το εναγόμενο ζήτησαν να τους καταβληθεί η παραπάνω παροχή αναδρομικά από 1-1-2002, και η ένδικη αγωγή ασκήθηκε την 1-12-2006, λόγω συμπληρώσεως διετίας από τη γένεσή τους και όχι από το τέλος του έτους, κατά το οποίο γεννήθηκαν και έγιναν απαιτητές. Με την κρίση του αυτή, και παρά την εσφαλμένη αναφορά του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, που δεν έχει εφαρμογή επί των ΝΠΔΔ, A) Oρθώς εφάρμοσε τη διετή παραγραφή, που θεσπίζουν οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του αρθ. 48 ν.δ. 496/1974, τις οποίες ουδόλως παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, μη δεχθέν ότι αυτές είναι ανίσχυρες, ως αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 4 § 1 και 20 του Συντάγματος, 6 § 1, 14 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, 2 § 3 α' και β', 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, τις οποίες επίσης δεν παραβίασε. Επομένως, οι από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος, λόγοι αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος τους, είναι αβάσιμοι, όπως αβάσιμοι είναι οι ίδιοι λόγοι και κατά το μέρος που προβάλλεται με αυτούς η αιτίαση, ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε διάταξη που δεν έπρεπε να εφαρμοστεί, καθόσον το επικαλούμενο σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (εφαρμογή μη εφαρμοστέας διάταξης), δεν οδήγησε εδώ σε εσφαλμένο διατακτικό, ώστε να επιφέρει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Β) Όμως, 1) μη εφαρμόζοντας τις εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 3 και 49 του ν.δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.", που έχουν εφαρμογή επί των ΝΠΔΔ, μεταξύ των οποίων και το εναγόμενο, λόγω της ιδιότητας του κατά τον κρίσιμο χρόνο που προαναφέρθηκε, μη ασκούσης επιρροής, στην προκειμένη περίπτωση, ως προς την εφαρμογή τους και την έναρξη της παραγραφής, της κατάργησης του εναγομένου μετά την άσκηση της αγωγής και της υπεισέλευσης του αναιρεσίβλητου Δήμου, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, αφού, και, κατά τις παραδοχές της απόφασης, τις απαιτήσεις των αναιρεσειόντων ήταν υποχρεωμένο να καταβάλει τούτο, 2) εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, που προσδιορίζει διαφορετικά, ειδικά το χρόνο έναρξης της διετούς παραγραφής των αξιώσεων των αναιρεσειουσών, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, και 3) δεχόμενο εσφαλμένα, ως χρόνο έναρξης της παραγραφής εκείνο της γένεσή τους και όχι, όπως ήταν υποχρεωμένο να δεχθεί, το τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν και έγιναν απαιτητές, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο εσφαλμένο πόρισμα, ότι κατά την άσκηση της αγωγής και την υποβολή της αίτησης που προαναφέρθηκε οι αξιώσεις των αναιρεσειόντων, του έτους 2003 είχαν παραγραφεί, παραβίασε με τη μη εφαρμογή της πρώτης και την εσφαλμένη εφαρμογή της δεύτερης, τις παραπάνω διατάξεις, αφού από τις 31-12-2003 (τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν και έγιναν απαιτητές) μέχρι τις 1-12-2005, που επιδόθηκε στο εναγόμενο η ένδικη αγωγή και την 22-12-2005, κατά την οποία υποβλήθηκαν οι αιτήσεις τους, δεν είχε παρέλθει διετία. Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτήν, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου, που περιέχει την ευμενή ρύθμιση. Αν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως, που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία. Αυτό δε δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (ΑΠ (Ολ) 28/1992, 13/91, ΑΠ 60/2002). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2738/99, (ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ. ή ΟΤΑ: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς, βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών, που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ, περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους ... Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλαδή της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών, του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" και ειδικότερα, εκδόθηκαν, εκτός άλλων, και οι αναφερόμενες λεπτομερώς στην προσβαλλόμενη, με την κρινόμενη αναίρεση, απόφαση κοινές υπουργικές αποφάσεις. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η μισθολογική αυτή παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους ως άνω μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/97, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ. Όλες οι προαναφερθείσες Κ.Υ.Α. έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των άρθρων 14 του Ν. 3016/2002 και 1 του Ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1-1-2002 και σε 176 ευρώ από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κινήσεως κ.λπ.), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και ότι συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ως δικαιούμενους της παροχής όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας, που δικαιολογεί τη χορήγησή της ειδικά στους εν λόγω υπαλλήλους. Ενώ δηλαδή η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή, χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά, ότι δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές. Έτσι με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου ευρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, το μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Εξάλλου, με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου, από της ενάρξεως δε ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004) οι ανωτέρω Κ.Υ.Α. καταργούνται (βλ. και άρθρ. 28 παρ. 4 του ίδιου νόμου). Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αδιακρίτως του φορέα, της φύσεως, του είδους και των συνθηκών εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτήν προσαύξηση του μισθού. Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την εν λόγω παροχή, την οποία μόνο από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του Ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης. Ειδικά, όμως, το επίδομα ειδικής απασχόλησης, που καταβάλλεται στους εργαζόμενους στην τοπική αυτοδιοίκηση, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 10 του ν. 2470/1997, 30 παρ. 2 του ν. 2768/1999 και 6 παρ. 1 του ν. 3146/2003, δεν παρεμποδίζει την γέννηση της ένδικης αξίωσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002, καθώς οι εν λόγω παροχές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας.
Συνεπώς τυγχάνουν απολύτως και καταφανώς ετεροειδείς ως προς την επίδικη, η οποία αποτελεί γενική μισθολογική παροχή και συνεπώς είναι ανεπίδεκτες αλληλοκαλύψεως και συμψηφισμού, κατά την ειδική έννοια του άρθρου 14 του ν. 3016/2002. Εξίσου μη συμψηφιστέα είναι και η χορηγούμενη στους ίδιους υπαλλήλους χρηματική παροχή των εξόδων κίνησης, η οποία καταβάλλεται σε μηνιαία βάση, δεν υπόκειται δε σε φόρο εισοδήματος, αφού αντιμετωπίζεται από τον νομοθέτη ως δαπάνη για την απόκτηση εισοδήματος και αποτελεί αποζημίωση για την κάλυψη δαπανών, στις οποίες υποβάλλονται οι υπάλληλοι των ΟΤΑ, λόγω της φύσεως των καθηκόντων τους και όχι τακτική εισοδηματική παροχή, όπως η επίδικη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002 (ΑΠ 946/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγουσες (ήδη αναιρεσείουσες) µε την αγωγή τους εκθέτουν, ότι προσλήφθηκαν από το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΙΑΤΡΕΙΑ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ", το οποίο εποπτεύεται από ΟΤΑ, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οποίου ήδη, λόγω καταργήσεώς του, υπεισήλθε ο αναιρεσίβλητος, συνδέονται δε με αυτό, µε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και ότι αμείβονται βάσει του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου για τους απασχολούμενους στο Δημόσιο. Ότι με πλείστες υπουργικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, χορηγήθηκε το προβλεπόµενο από το ίδιο άρθρο ποσό των 176 ευρώ σε πολλές και διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων, µόνιµων αλλά και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, του Δημοσίου και άλλων ΝΠΔΔ, αλλά δεν χορηγήθηκε σ' αυτούς, γιατί ποτέ δεν εκδόθηκε αντίστοιχη υπουργική απόφαση. Ζητούν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 15-11-2006 να καταβάλει στον καθένα τα ειδικότερα προσδιοριζόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας κατόπιν ασκηθείσας έφεσης από το εναγόμενο, αφού απέρριψε, λόγω παραγραφής, την αξίωση των εναγόντων, για το χρονικό διάστημα που προαναφέρθηκε, δέχθηκε και ότι, με το παραπάνω περιεχόμενο, η αγωγή δεν είναι νόμιμη, κατά τα λοιπά, διότι η ένδικη παροχή για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 και εντεύθεν αποτελεί προσωπική διαφορά και δεν καταβάλλεται σωρευτικά μαζί με τις πρόσθετες παροχές που λαμβάνουν οι ενάγουσες, ήτοι α) το επίδομα ειδικής απασχόλησης, που προσδιοριζόταν σε τρεις κατηγορίες και συγκεκριμένα σε 33.000, 27.500 και 16.500 δρχ. από 1-3-2000 μέχρι 28-2-2003 (άρθρο 30 παρ. 2 του Ν. 2768/1999), σε 131,85, 115,70 και 83,42 ευρώ μέχρι τις 31-12-2003 (άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3146/2003) και σε 132, 116 και 84 ευρώ από 1-1-2004 (άρθρο 8 παρ. 6 του Ν. 3205/2005), αντίστοιχα, για κάθε κατηγορία και β) το ποσό που, από 1-4-1998, καταβάλλεται στους υπαλλήλους όλων των ΟΤΑ, πρώτης βαθμίδας, με την υπ' αριθμό 2040222/4110/0022/19.6.1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών, κατ' εξουσιοδότηση αρχικά του Ν. 2346/1995 και στη συνέχεια της παρ. 3 του άρθρου 5 του Ν. 2685/1999 και το οποίο, από 1-1-2002 ανήλθε σε 176 ευρώ και χαρακτηρίζεται ως "εφάπαξ ετήσια αποζημίωση για την κάλυψη των δαπανών κίνησης". Με τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη, για το από 1-1-2004 κι' εντεύθεν χρονικό διάστημα. Με το να απορρίψει το Πολυμελές Πρωτοδικείο την αγωγή των αναιρεσειουσών για το από 1-1-2004 και εντεύθεν χρονικό διάστημα, παραβίασε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 2470/1997, 1 παρ. 1 του ν. 3205/2003, 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002 και 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1, 80 του Συντάγματος. Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης των αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2003, ως παραγεγραμμένη και για το από 1-1-2004 και μετά, ως μη νόμιμη, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση (κατά την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 4 Ν. 4055/2012) προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την ως άνω απόφαση και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος, ως ηττώμενος, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, μειωμένα, σύμφωνα με τα άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ και 281 του ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5950/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η παραγραφή των αξιώσεων των υπαλλήλων του ΝΠΔΔ, κατ’ αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, είναι διετής και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της, το τέλος του έτους γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης. Το επίδομα ειδικής απασχόλησης, δεν παρεμποδίζει την γέννηση της αξίωσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002. Μη συμψηφιστέα είναι και η χορηγούμενη χρηματική παροχή των εξόδων κίνησης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1779/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φ. Ε. του Γ., υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών, υπηρετούντος στο Προξενείο της Ελλάδας στη ... της ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γεωργία Παπαδάκη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2107/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9190/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-11-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 1-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 135§§1, 4 και 5 του Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ΥΠΕΞ), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 2594/1998 και ίσχυσε από την 24-3-1998 μέχρι την 5-6-2007 (οπότε καταργήθηκε με το άρθρο 171§2 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 3566/2007), ήτοι ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (2006), ως αποδοχές των υπαλλήλων του ΥΠΕΞ, τόσο της Κεντρικής Υπηρεσίας όσο και των Αρχών του Εξωτερικού, νοούνται ο βασικός μισθός αυτών και όλα τα, κατά τις κείμενες διατάξεις, χορηγούμενα επιδόματα και προσαυξήσεις. Προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, παρέχεται σε συνάλλαγμα Επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής (ΕΥΑ) αναλόγως του κλάδου και του βαθμού εκάστου υπαλλήλου, το οποίο προσαυξάνεται με τα ποσοστά που ορίζονται αντιστοίχως για τα οικογενειακά βάρη και την στέγαση. Το επίδομα αυτό προσδιορίζεται εκάστοτε με κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) για τους υπαλλήλους του ΥΠΕΞ με πρεσβευτικό βαθμό και καθορίζεται με την ίδια ΚΥΑ για τους λοιπούς υπαλλήλους σε ποσοστό επ' αυτού που έχει προσδιορισθεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Με το άρθρο 129§§2 και 5 του παραπάνω νόμου, στις Αρχές του Εξωτερικού ορίζονται με προεδρικό διάταγμα θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της Χώρας, όπου εδρεύει η συγκεκριμένη Αρχή και με ΚΥΑ καθορίζεται το ύψος της αντιμισθίας αυτών. Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση, καταρτιζόμενη από τον προϊστάμενο της Αρχής για την εξυπηρέτηση της οποίας διενεργείται. Οι κατά την έναρξη της ισχύος του Οργανισμού αυτού (24-3-1998) υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία του ΥΠΕΞ διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του Οργανισμού. Ειδικά, για όσους από τους υπαλλήλους ιδιωτικού δικαίου λάμβαναν το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της Αρχής, στην οποία υπηρετούν. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, από 24-3-1998, για το προσωπικό που προσλαμβάνεται επιτοπίως από τις Αρχές του Εξωτερικού με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου δεν προβλέπεται η καταβολή προσαύξησης του ΕΥΑ για την αντιμετώπιση δαπανών στέγασης, διότι το προσωπικό αυτό, λόγω της μόνιμης διαμονής του στον τόπο της έδρας των Αρχών αυτών, δεν υπόκειται σε ιδιαίτερες δαπάνες της κατηγορίας αυτής. Οπότε, για να καταβληθεί τέτοια προσαύξηση σε υπάλληλο ιδιωτικού δικαίου μετά την ισχύ του Οργανισμού/1998, πρέπει αυτή να καταβαλλόταν στο συγκεκριμένο υπάλληλο και προηγουμένως. Εξάλλου, πριν από τον ως άνω Οργανισμό του ΥΠΕΞ (ν. 2594/1998) είχε ισχύσει ο ν. 419/1976 "Οργανισμός του Υπουργείου Εξωτερικών" που καταργήθηκε με το άρθρο 150§1 του Οργανισμού/1998. Με το άρθρο 131§§10 και 11 του Οργανισμού εκείνου, είχε παρασχεθεί και τότε στους υπαλλήλους του ΥΠΕΞ που υπηρετούν στο εξωτερικό, προς αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, ΕΥΑ σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, το βαθμό, τα οικογενειακά βάρη, το κόστος ζωής και τις συνθήκες στέγασης του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος, το οποίο προσδιοριζόταν με τρόπο παρόμοιο με αυτόν, που αναφέρθηκε. Σύμφωνα με το άρθρο 69§1 του Οργανισμού/1976, το επίδομα αυτό καταβαλλόταν και στο βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του ΥΠΕΞ, που προσλαμβανόταν με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Στο άρθρο 132 του ν. 419/1976 είχε ορισθεί ότι οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των εμμίσθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οίκηση σε βάρος του Δημοσίου και ότι σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ένεκα ειδικών οικιστικών συνθηκών, είναι δυνατό να μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα για την στέγαση και των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, στην περίπτωση αυτή, όμως, θα εκπίπτεται το 1/3 του ΕΥΑ που καταβάλλεται σ' αυτούς. Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής, με την Φ.083-58/11-3-1988 (ΦΕΚ 177 Β') ΚΥΑ, που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12§1 του ν. 1256/1982 και 3§8 του ν. 1288/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 25§1 του ν. 1884/1990, καθορίσθηκε το ΕΥΑ για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και προξενικών αρχών και για τους λοιπούς υπαλλήλους όλων των κλάδων του ΥΠΕΞ και ορίσθηκε, επιπλέον (παρ. Γ'), ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφ' όσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος που καθορίσθηκε γι' αυτούς αυξάνεται σε ποσοστό 10% κατά τις εκεί αναφερόμενες διακρίσεις. Κατόπιν, με την§2 της 2014615/ 1224/0022/27-3-1991 (ΦΕΚ Β' 184) ΚΥΑ διευκρινίσθηκε ότι η αληθής έννοια της παρ. Γ' της Φ.083-58/11-3-1988 ΚΥΑ είναι ότι την κατά την παράγραφο αυτή προσαύξηση του Επιδόματος Υπηρεσίας Αλλοδαπής (ΕΥΑ) δικαιούνται μόνο οι υπάλληλοι του διπλωματικού κλάδου του ΥΠΕΞ, εφόσον δεν τους παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, υπό το καθεστώς του ν. 419/1976, προβλέφθηκε, αρχικά, δικαίωμα δωρεάν οίκησης στους προϊσταμένους των διπλωματικών Αρχών, το οποίο θα μπορούσε να επεκταθεί και στους λοιπούς υπαλλήλους, με αντίστοιχη μείωση του ΕΥΑ, στην συνέχεια δε, αντί της δωρεάν οίκησης, προβλέφθηκε προσαύξηση του καταβαλλόμενου ΕΥΑ, την οποία δικαιούνταν μόνο οι υπάλληλοι του διπλωματικού και όχι των λοιπών κλάδων του ΥΠΕΞ. Ακολούθως, με την ΚΥΑ ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ 2900/5-4-1993 (ΦΕΚ Β' 730) το δικαίωμα της προσαύξησης αυτής, ως επίδομα στέγασης επεκτάθηκε στους μόνιμους υπαλλήλους του διοικητικού κλάδου γενικών καθηκόντων, του κλάδου τεχνικών επικοινωνιών, του κλάδου διοικητικών γραμματέων και του κλάδου βοηθητικού προσωπικού, εφόσον, βέβαια, δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα υπέρ αυτών και μόνο εφ' όσον αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού. Τέλος, με την ΚΥΑ 083/ΕΥΑ/ΑΣ11254/ 22-1-2001 (ΦΕΚ 390 Β'), δηλ. μετά την έναρξη ισχύος του Οργανισμού/1998 του ΥΠΕΞ, καθορίσθηκε ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 20% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/Πρέσβη (...), ενώ στους μονίμους υπαλλήλους των λοιπών κλάδων, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 10% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/Πρέσβη. Από το σύνολο των διατάξεων που αναφέρθηκαν συνάγεται ότι η ως άνω προσαύξηση για την αντιμετώπιση των δαπανών στέγασης δεν αποτελεί ξεχωριστό επίδομα, αλλά αύξηση του ΕΥΑ, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του ΥΠΕΞ, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που προβλέπουν οι κείμενες διατάξεις. Οι εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131§11 του ν. 419/1976 και, κατόπιν, του άρθρου 135§5 του Οργανισμού/1998 κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς νόμους κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα πλαίσια, δεν επιτρέπεται να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η κατηγορία αυτών που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου (μονίμων) και αυτών που υπηρετούν με σχέση ιδιωτικού δικαίου (συμβασιούχων) και να αυξάνουν το επίδομα μόνο στους πρώτους, αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους. Κατά συνέπεια, όσες ΚΥΑ στηρίζονται αποκλειστικά στην ανωτέρω διάκριση για να αυξήσουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων, βρίσκονται έξω από τα όρια της προαναφερομένης νομοθετικής εξουσιοδότησης (άρθρο 43§2 του Συντάγματος) κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση τους συμβασιούχους και ως προς αυτό είναι ανίσχυρες. Η προαναφερθείσα ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ 2900/5-4-1993 ΚΥΑ, όμως, που αφορά στις δαπάνες στέγασης, δεν αυξάνει το ποσοστό του ΕΥΑ όλων των μονίμων υπαλλήλων, οι οποίοι υπηρετούν στο Εξωτερικό και για τους οποίους δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο όσων αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού. Η απόσπαση υπαλλήλου στο εξωτερικό γίνεται για την εξυπηρέτηση ειδικής υπηρεσιακής ανάγκης και για βραχύ χρονικό διάστημα τριών (3) έως έξι (6) μηνών (άρθρο 107 του Οργανισμού/1976), με αποτέλεσμα ο υπάλληλος αυτός να αντιμετωπίζει αναγκαίως άμεσες και αυξημένες δαπάνες στέγασης σε σχέση με τον υπηρετούντα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην αλλοδαπή, με πρόσληψη ή μετάθεση ή με οποιονδήποτε άλλο - εκτός από απόσπαση -νόμιμο τρόπο, ο οποίος έχει εξ αρχής ρυθμίσει τις δαπάνες του για στέγαση στα πλαίσια του χορηγούμενου ΕΥΑ. Αποτελεί, δηλαδή, επαρκές κριτήριο, που δικαιολογεί την προσαύξηση του ΕΥΑ του υπαλλήλου που αποσπάται και τη διαφοροποίηση του από τους κατ' άλλο τρόπο υπηρετούντες στο εξωτερικό συναδέλφους του, μονίμους ή συμβασιούχους, οι οποίοι δεν την δικαιούνται. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να τεθεί θέμα ούτε υπέρβασης της νομοθετικής εξουσιοδότησης, με βάση την οποία εκδόθηκε η ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ2900/5-4-1993 ΚΥΑ, ούτε αντίθεσης αυτής προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζόμενων και επέκτασης της ευνοϊκής ρύθμισης, που γίνεται μ' αυτήν, στους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όταν αυτοί δεν αποσπάσθηκαν σε Αρχή του Εξωτερικού, αλλά προσλήφθηκαν από τον προϊστάμενο της Αρχής αυτής σύμφωνα με το άρθρο 69 του Οργανισμού/1976 (ΑΕΔ 14/2005). Ακόμη, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι η γενίκευση της καταβολής της προσαύξησης του ΕΥΑ για την αντιμετώπιση των δαπανών στέγασης προς όλους τους μονίμους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας του ΥΠΕΞ, εφόσον δεν τους παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, χωρίς καμία περαιτέρω προϋπόθεση και ανεξαρτήτως του αν υπηρετούν στην αλλοδαπή με απόσπαση ή με άλλο νόμιμο τρόπο, η οποία επήλθε με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ/11254/22-1-2001 ΚΥΑ, δεν ωφελεί τους κατά την έναρξη της ισχύος του ν. 2594/1998 υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αφού αυτοί διατηρούν το προϋφιστάμενο συμβατικό καθεστώς και τις ήδη καταβαλλόμενες αποδοχές, μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη των συμβάσεών τους. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της από 6-10-2004 ένδικης αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι αυτός ισχυρίσθηκε, ότι την 6-2-1992 προσλήφθηκε από το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ως κλητήρας Α', σύμφωνα με το άρθρο 69§4 του ν. 419/1976, στην Πρεσβεία της Ελλάδος στην Σεούλ με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, που υπογράφηκε μεταξύ αυτού και του διευθύνοντος την Πρεσβεία, ότι ο αναιρεσείων είναι έγγαμος και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων, ότι προσέφερε τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών στην αλλοδαπή με την προαναφερομένη νομική μορφή από 6-9-1992 μέχρι 20-1-2003 και έκτοτε σε μόνιμη θέση του κλάδου των διοικητικών γραμματέων ΣΤ', ότι το αναιρεσίβλητο δεν του κατέβαλε τις προσαυξήσεις του ΕΥΑ για δαπάνη στέγασης και για οικογενειακά βάρη για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 21-1-2003, με βάση δε τα πραγματικά αυτά περιστατικά ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει, για τις παραπάνω αιτίες, το συνολικό ποσό των 123.420 δολ. ΗΠΑ ή το ισάξιό τους σε ευρώ κατά τον χρόνο εξόφλησης, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, που ισχύει για τους ιδιώτες, από την ημέρα που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Η αγωγή αυτή, ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης του ΕΥΑ για την αντιμετώπιση δαπανών στέγασης, δεν είναι νόμιμη, διότι ο αναιρεσείων (α) δεν ανήκε στην κατηγορία των αποσπασθέντων στο εξωτερικό υπαλλήλων, στους οποίους χορηγήθηκε η προσαύξηση του επιδόματος για την αιτία αυτή, με την προαναφερθείσα ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ2900/5-4-1993 ΚΥΑ, αλλά προσελήφθη επιτοπίως από τον Προϊστάμενο της Αρχής και εξακολουθεί να αμείβεται, κατά τα προαναφερθέντα, όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 2594/1998 (β) δεν ελάμβανε την προσαύξηση αυτή κατά την έναρξη της ισχύος του Οργανισμού/1998 του ΥΠΕΞ και (γ) ως υπάλληλος ιδιωτικού δικαίου που προσλήφθηκε στην Σεούλ και υπηρετούσε εκεί, ήτοι επιτοπίως, δεν είχε ιδιαίτερες δαπάνες στέγασης και δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της 083/ΕΥΑ/ΑΣ/11254/22-1-2001 ΚΥΑ, η οποία αφορούσε στους μόνιμους υπαλλήλους που μετακινούνται στην αλλοδαπή. Ως εκ τούτου, το Εφετείο που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης του επιδόματος για δαπάνη στέγασης, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των ν. 419/1976 και 2594/1998, ούτε αυτές των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, 141 (πρώην 119) της Συνθήκης της ΕΟΚ και 100 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας, που θεσπίζουν τις αρχές της ισότητας της αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας υπό τις αυτές συνθήκες, καθόσον η παροχή διαφορετικής αμοιβής και ενγένει η διαφορετική μισθολογική μεταχείριση των υπαλλήλων του αναιρεσίβλητου, που έλαβαν προσαύξηση για αντιμετώπιση δαπανών στέγασης, έναντι του αναιρεσείοντος δικαιολογείται, λόγω της παροχής διαφορετικής κατά περιεχόμενο και προϋποθέσεις εργασίας και γενικά λόγω των διαφορετικών συνθηκών (από άποψη τόπου μόνιμης διαμονής, πρόσληψης και άσκησης καθηκόντων) υπό τις οποίες τελούν κάθε μία από τις κατηγορίες των προαναφερομένων υπαλλήλων. Ακόμη, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, από την οποία πηγάζει η υποχρέωση σεβασμού της περιουσίας του νομικού ή φυσικού προσώπου και των άρθρων 2 παρ. 3 και 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το ν. 2462/1997, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας, αφού ενόψει των εκτεθέντων η επίδικη αξίωση ουδέποτε κατέστη απαιτητή και δεν δημιούργησε νόμιμη προσδοκία του αναιρεσείοντος με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι θα ικανοποιηθεί δικαστικά, ούτε συνακόλουθα τις διατάξεις των άρθ. 43§2 του Συντάγματος, της Οδηγίας 99/70/ΕΚ, του άρθ. 23§2 της Οικουμενικής Διακήρυξης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 10-12-1948, του άρθ. 4§3 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη του Συμβουλίου της Ευρώπης της 18-10-1961 (ν. 1426/1984) και της 111 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας της 4-6-1958. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ως προς όλα τα σκέλη του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αυτός ο λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας. Αντίθετα, δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρονται σε σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, στηριζόμενη σε ορισμένες διατάξεις ή μη νόμιμη. Επομένως, ο με αριθ. 5 (και τελευταίος) λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, γιατί απορρίφθηκε η αγωγή, ως μη νόμιμη, κατά το ως άνω κεφάλαιο, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.
II. Κατά την διάταξη του άρθρου 90§3 του ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεση της, κατά δε την διάταξη του άρθρου 91 εδάφ. α' του ίδιου νόμου, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι, με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης. Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθρου 91 εδάφ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδάφ. α', και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006). Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90§3 του Ν. 2362/1995, για τις ανωτέρω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει, κατ' άρθρο 250 αριθμ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος - η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (Ολ.ΑΠ 3/2006 ) - και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της εν γένει οικονομικής κατάστασης αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων και συνεπώς η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28§1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, οι οποίες επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 40/1998) αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με την, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους. Άλλωστε και από την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για την διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου (Ολ.ΑΠ 31/2007 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 48§3 του ν.δ. 496/1974, ΑΠ 707/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο κρίνοντας επί αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία αυτός προέβαλε αξιώσεις από την υπηρεσία του ως κλητήρα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και στην συνέχεια ως διοικητικός γραμματέας στην πρεσβεία της Ελλάδος στην Σεούλ, δέχθηκε ότι οι αξιώσεις του για προσαύξηση επί του επιδόματος αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31-12-2001 είχαν υποπέσει στην ειδική βραχυπρόθεσμη διετή παραγραφή του άρθ. 90§3 ν. 2362/1995, την οποία εφάρμοσε, απορρίπτοντας τις σχετικές αξιώσεις του αναιρεσείοντος ενάγοντος. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω διάταξη του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου με στοιχ. 2 λόγος αναίρεσης. III. Από την διάταξη του άρθρου 4§1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, προκύπτει ότι το Σύνταγμα θεσπίζει την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.ΑΠ 23/2004). Εξάλλου, το άρθ. 20 του Συντάγματος, το οποίο εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας, με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερεί τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία, να θεσπίζει ειδικές ρυθμίσεις για το Δημόσιο και ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση του Δημοσίου, το οποίο από τη φύση του έχει αποστολή και έργο την εξυπηρέτηση των πολιτών και στου οποίου την περιουσία και οικονομική κατάσταση συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Το συμφέρον αυτό πρωτίστως εξυπηρετεί η διάταξη του άρθρου 21 του δεύτερου κεφαλαίου του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (β.δ. της 26.6/10.7.1944), με την οποία ορίζεται ότι ο νόμιμος και της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του Δημοσίου ανέρχεται σε 6% ετησίως και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής. Η ρύθμιση αυτή, με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα στο Δημόσιο να καταβάλλει με την ιδιότητα του οφειλέτη επί υπερημερίας ποσοστό τόκου (6%) μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση, η οποία υπαγορεύεται από τον ανωτέρω σκοπό και δεν βρίσκεται σε αντίθεση προς τις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις, ούτε προς τις διατάξεις του Συντάγματος των άρθ. 17 περί προστασίας της ιδιοκτησίας και 25 για τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και μέλους του κοινωνικού συνόλου, αυτές του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που προστατεύει την περιουσία του δανειστή, αλλά ούτε και προς τα άρθρα 2§3, 14§1 και 26 του διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997), αφού η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου είναι αναγκαία για να είναι τούτο σε θέση να εκπληρώνει απρόσκοπτα τους ως άνω σκοπούς του προς εξυπηρέτηση των πολιτών (Ολ.ΑΠ 3/2006). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του επεδίκασε στον αναιρεσείοντα αξιώσεις για προσαύξηση επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη με τον προβλεπόμενο ως άνω για τις αξιώσεις κατά του Δημοσίου νόμιμο τόκο υπερημερίας 6%. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου με αριθ. 3 λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αροθ.1 ΚΠολΔ.
IV. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (διάταγμα της 26-6/10-7-1944), το οποίο εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη διά συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, για την έναρξη της τοκογονίας των οφειλών του Δημοσίου απαιτείται (και αρκεί) η δημιουργία της επιδικίας, από την οποία λαμβάνει επίσημο χαρακτήρα η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη ή μη της απαίτησης για χρηματική παροχή έναντι του Ελληνικού Δημοσίου. Η επιδικία αρχίζει με την επίδοση της αγωγής και, εφ' όσον ο νόμος δεν διακρίνει, ως αγωγή νοείται όχι μόνο η καταψηφιστική, αλλά και η αναγνωριστική (ΑΕΔ 7/2011). Δεν είναι, όμως, δυνατή η έναρξη της τοκογονίας από προγενέστερο χρονικό σημείο, διότι χάριν του δημοσίου συμφέροντος αυτό ρητώς έχει αποκλεισθεί, χωρίς ο αποκλεισμός να εισάγει δυσμενή διάκριση, αφού προστατεύει την διαχείριση της δημόσιας περιουσίας προς όφελος όλων των πολιτών, ως τοιούτων νοουμένων όχι μόνο αυτών που επιδιώκουν ικανοποίηση από συγκεκριμένη επιδικία, αλλά και όσων προσδοκούν την απόλαυση κοινωνικών αγαθών από την κρατική οικονομική ευρωστία. Για την ίδια αιτία, η εν λόγω υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση και δεν βρίσκεται σε αντίθεση ούτε με τις διατάξεις του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που αποβλέπουν στην προστασία της περιουσίας παντός φυσικού ή νομικού προσώπου, όταν αυτή δεν είναι αντίθετη προς το γενικότερο κοινωνικό ή δημόσιο συμφέρον (πρβλ. Ολ.ΑΠ 3/2006), ούτε στις διατάξεις της 95 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας, που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, κατά μείζονα δε λόγο στις διατάξεις των άρθ. 341, 345, 648, 649 και 655 ΑΚ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο Αθηνών τις γενόμενες δεκτές αξιώσεις του αναιρεσείοντος ενάγοντος κατά του αναιρεσιβλήτου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου επεδίκασε με το νόμιμο, ως άνω, τόκο από την επίδοση της ένδικης αγωγής και όχι από την γένεση αυτών. Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις και επομένως είναι απορριπτέος ο τ' αντίθετα υποστηρίζων με αριθ. 4 λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το άρθ. 22 ν. 3693/1957 και την ΥΑ 134423/1993, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-11-2009 αίτηση του Φ. Ε. για αναίρεση της 9190/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθ. 131, 69,132 ν. 419/1976, οι ΚΥΑ Φ083-58/1988, ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ 2900/1993, 2001800/185/0022/1993, 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/2001, άρθ. 135, 129 Ν. 2594/1998. Την προσαύξηση επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής (ΕΥΑ) για οικογενειακά βάρη δικαιούνται όλοι οι υπηρετούντες σε πρεσβείες της Ελλάδος και οι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, την προσαύξηση, όμως, για δαπάνες στέγασης μόνον οι αποσπασμένοι σ’ αυτές και όχι και οι εκεί προσλαμβανόμενοι από τον διευθύνοντα την πρεσβεία, ρύθμιση που δεν προσκρούει στα άρθ. 4, 22 και 43 του Συντάγματος, 141 ΣυνΕΟΚ, 100 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας, άρθ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα κλπ. Οι συναφείς αξιώσεις υπόκεινται στην κατ’ άρθ. 90§ 3 ν.2362/1995 διετή παραγραφή αρχομένη από την γένεση κάθε επιμέρους αξίωσης, η οποία δεν είναι αντίθετη στις διατάξεις του Πρώτου Προσθέτου πρωτοκόλλου Ο τόκος υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου είναι 6% και αρχίζει από την επίδοση της σχετικής αγωγής, ακόμη και αναγνωριστικής και όχι από την πάροδο δήλης ημέρας για κάθε επιμέρους αξίωση, ρυθμίσεις που δεν είναι αντίθετες προς της διατάξεις των άρθ. 4, 17, 20 και 25 του Συντάγματος, του Πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά κλπ. δικαιώματα, της 95 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας κλπ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1780/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γεωργία Παπαδάκη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Φ. Ε. του Γ., υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών, υπηρετούντος στο Προξενείο της Ελλάδας στη ... της ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2107/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9190/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-12-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 1-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του δευτέρου λόγου αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθ. 90§3 ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους" η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεσή της, ενώ κατά την διάταξη του άρθ. 91 εδ. α' του ίδιου νόμου με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης. Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθ. 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου κ.λπ. από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που διατυπώνεται στο άρθ. 91 εδ. α', και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006, ΑΠ 135/2011). Η προβλεπομένη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθ. 90§3 ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου κ.λπ. βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ' άρθ. 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθ. 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (Ολ.ΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003), και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου (των ΟΤΑ κ.λπ.), η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτού επιβαρύνσεων (ΑΕΔ 1/2012, πρβλ. Ολ.ΑΠ 38/2005). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας ύστερ' από έφεση του αναιρεσιβλήτου επί αγωγής αυτού κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου με αντικείμενο και την προσαύξηση του επιδόματος αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 21-1-2003, με την προσβαλλομένη 9190/2006 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι, κατά την προκριθείσα ερμηνεία του άρθ. 90§3 ν. 2362/1995, και λαμβανομένου υπόψη ότι η ένδικη αγωγή κατατέθηκε την 6-10-2004 μόνον οι συναφείς αξιώσεις του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31-12-2001 είχαν υποπέσει στην θεσπιζόμενη με την ως άνω διάταξη διετή παραγραφή, αρξαμένη, κατά την γενομένη δεκτή ερμηνευτική άποψη, από το τέλος του έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους, και όχι, όπως είναι το ορθό, από την γένεσή τους. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και μη δεχθέν ότι είχαν παραγραφεί και οι αξιώσεις για το χρονικό διάστημα από 1/10-31/10/2002, δεδομένου ότι σύμφωνα με την 2010481/1172/0022/1996 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 387) οι αποδοχές του προσωπικού του Υπουργείου Εξωτερικών, μονίμου και με σύμβαση, που υπηρετεί στην αλλοδαπή, καταβάλλονται κάθε δίμηνο και στην αρχή του διμήνου, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 90§3 ν. 2362/1995 και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο συναφής πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
II. Με το άρθ. 131§1 του ν. 419/1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" που ίσχυε μέχρι την 23-3-1998 (άρθρ. 150§1 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ που κυρώθηκε με το ν. 2594/1998), ορίζεται ότι "ως αποδοχαί απάντων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός του βαθμού μεθ' όλων των κατά τας κειμένας διατάξεις χορηγουμένων επιδομάτων και προσαυξήσεων". Περαιτέρω, με την §10 του ίδιου άρθρου, παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό, προς αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, Επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, τον βαθμό, τα οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος, ειδικότερα δε για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του ΥΠΕΞ και ανάλογα με τις συνθήκες στέγασης που επικρατούν στη χώρα που υπηρετούν. Σύμφωνα με την §11 του αυτού άρθρου το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, ύστερ' από πρόταση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας με την ίδια πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίστηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Το επίδομα αυτό δικαιούται, κατά το άρθρο 69§1 του άνω ν. 419/1976, και το βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Εξάλλου, στο άρθρο 132 του ν. 419/76 ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των εμμίσθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οίκηση σε βάρος του Δημοσίου και ότι σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ένεκα ειδικών οικιστικών συνθηκών, είναι δυνατό να μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα για τη στέγαση των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, στην περίπτωση αυτή, όμως, θα εκπίπτεται το ένα τρίτο του καταβαλλόμενου στους υπαλλήλους αυτούς επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής. Περαιτέρω, με την Φ 083-58/1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177 Β'), που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12§1 του ν. 1256/1982 και 3§8 του 1288/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 25§1 του ν. 1884/1990, καθορίσθηκε το παραπάνω επίδομα για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και προξενικών αρχών και για τους λοιπούς υπαλλήλους όλων των κλάδων και ορίσθηκε επιπλέον στο κεφάλαιο Γ' αυτής ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος που καθορίσθηκε γι' αυτούς αυξάνεται κατά 10% κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις. Με τις παρ. Ελ και ΣΤ της παραπάνω Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ) ορίζεται ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν. 1504/1984. Το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του με σύμβαση ενγένει προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, εφόσον συντρέχουν ειδικοί γι' αυτό λόγοι. Ακολούθως, με την ΣΤ1/Μ/Φ.083 - 13/ΑΣ2900/1993 κοινή απόφαση του Υπουργού Προεδρίας και του Υφυπουργού Εξωτερικών, χορηγήθηκε επίδομα στέγασης που ανέρχεται σε προσαύξηση 10% του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής στους μόνιμους υπαλλήλους του Διοικητικού Κλάδου Γεν. Καθηκόντων, του Κλάδου Τεχνικών Επικοινωνιών, του Κλάδου Διοικητικών Γραμματέων και του Κλάδου βοηθητικού προσωπικού που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 132§2 του ν. 419/1976. Με την 2001800/185/0022/17-3-1993 ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, τροποποιήθηκε η παραπάνω παράγραφος Γ' της Φ 083-58/1988 και ορίσθηκε ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1-1-1993 κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας μέχρις 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών. Τα παραπάνω ποσοστά αυξήθηκαν σε 8, 12 και 16% αντιστοίχως από 1.1.2001 με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22.1.2001 ΚΥΑ. Με την τελευταία αυτή ΚΥΑ ορίσθηκε στην παρ. Γ' ότι: "Στους υπαλλήλους του Διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 20% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/Πρέσβεως, εκτός του αρχαιοτέρου εκ των Συμβούλων Πρεσβείας ή του μοναδικού που υπηρετεί σε Πρεσβεία ή Μόνιμη Αντιπροσωπεία, του οποίου το ποσοστό αυξάνεται κατά 30%, αποκλειομένων από τη ρύθμιση αυτή των τυχόν λαμβανόντων επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής ανωτέρας βαθμίδας. Στους μονίμους υπαλλήλους των λοιπών κλάδων, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 10% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/Πρέσβεως". Εξάλλου, κατά τις ταυτόσημες (του ν. 419/1976) διατάξεις του άρθρου 135 §§ 4 και 5 του ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24-3-1998 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπ. Εξωτερικών, προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αναλόγως του κλάδου και του βαθμού. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και την στέγαση και καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπ. Εξωτερικών με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, για δε τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια ΚΥΑ σε ποσοστό επ' αυτού το οποίο έχει καθορισθεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Με το άρθρο 129 §§ 2 και 5 του παραπάνω νόμου στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με ΠΔ θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της χώρας, όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή. Με την ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών για την πρόσληψή τους καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων. Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση καταρτιζόμενη από τον προϊστάμενο της αρχής. Οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Ειδικά, για όσους από αυτούς ελάμβαναν το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, στην οποία υπηρετούν. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει καταρχήν ότι τα προβλεπόμενα στις ανωτέρω Κ.Υ.Α. ποσοστά αύξησης για δαπάνες στέγασης δεν αποτελούν ξεχωριστό επίδομα, αλλά αύξηση του καταβαλλομένου επιδόματος Υπηρεσίας Αλλοδαπής, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν για την καταβολή του. Οι εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131§11 του ν. 419/1976 ή του άρθρου 135§5 του ν. 2594/1998 ΚΥΑ που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα πλαίσια δεν είναι δυνατόν να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση αυτών σε μόνιμους, που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου, και σε υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου και να αυξήσουν το επίδομα μόνο στους πρώτους αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους. Οι αποφάσεις, άρα, που στηρίζονται αποκλειστικά στην ανωτέρω διάκριση για ν' αυξήσουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων, βρίσκονται έξω από τα όρια της προαναφερόμενης νομοθετικής εξουσιοδότησης (άρθρ. 43§2 του Συντάγματος) και κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση αυτή τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου είναι ανίσχυρες. Όμως, η προαναφερόμενη ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ.2900/1993 κοινή υπουργική απόφαση που αφορά τις δαπάνες στέγασης, δεν αυξάνει το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής όλων των μονίμων υπαλλήλων που υπηρετούν στο εξωτερικό και για τους οποίους δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο των μονίμων υπαλλήλων, που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και συνεπώς, ανεξάρτητα από το αν η εν λόγω ρύθμιση καλύπτεται από τις διατάξεις για την απόσπαση ή είναι στο σύνολο της εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 131§1 του ν. 419/ 1976, που δεν παρέχει τη δυνατότητα τροποποίησης της αντίθετης διάταξης του άρθρου 132§2 του νόμου, θέμα ανίσχυρου της ρύθμισης δεν μπορεί να τεθεί για τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου που δεν αποσπάσθηκαν σε Αρχή του εξωτερικού, αλλά προσλήφθηκαν από τον προϊστάμενο της Αρχής αυτής σύμφωνα με το άρθρο 68 του άνω νόμου. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι με τις προδιαληφθείσες εξουσιοδοτικές διατάξεις των παραγράφων 10 και 11 του αρθρ. 131 του ν. 419/1976, δόθηκε η εξουσία αρχικά στο Υπουργικό Συμβούλιο και μετέπειτα στους Υπουργούς Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εξωτερικών και Οικονομικών (αρθρ. 25§1 ν. 1884/1990 και αρθρ. 12§1 ν. 1256/1982), όπως με κοινή υπουργική απόφασή τους καθορίζουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής και προβαίνουν σε αύξηση του επιδόματος αυτού κατά ποσοστό για δαπάνες στέγασης (η οποία αύξηση για την αιτία αυτή συνιστά στην ουσία αύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής), σύμφωνα με τα οριζόμενα στην §10 του ιδίου άρθρου 131 ν. 419/1976 κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα από τον ως άνω νόμο πλαίσια. Με βάση την παρεχομένη από τις ως άνω διατάξεις εξουσιοδότηση, μπορεί η εκδιδόμενη κοινή υπουργική απόφαση να καθορίζει σε διαφορετικό ύψος ή να αυξάνει σε διαφορετικό ποσοστό το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής για ορισμένους υπαλλήλους που έχουν ανάγκη στέγασης στο εξωτερικό. Επομένως, σύμφωνα με την έννοια της εξουσιοδότησης, ευρίσκεται εντός των ορίων αυτής η κατά ποσοστό 10% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβεως αύξηση λόγω στέγασης του επιδόματος αυτού μόνο για τους μονίμους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα, ρύθμιση, στην οποία προέβη η μνημονευθείσα ΚΥΑ ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ.2900/5.4.1993 και τούτο, διότι η απόσπαση του υπαλλήλου στο εξωτερικό γίνεται για την εξυπηρέτηση ειδικής υπηρεσιακής ανάγκης και για βραχύ χρονικό διάστημα τριών έως έξι (3-6) το πολύ μηνών (αρθρ. 107 ν. 419/1976), με αποτέλεσμα ο υπάλληλος αυτός να αντιμετωπίζει αναγκαίως άμεσες και αυξημένες δαπάνες στέγασης σε σχέση με τον υπηρετούντα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην αλλοδαπή κατόπιν πρόσληψης ή μετάθεσης ή με οποιοδήποτε άλλο - πλην απόσπασης - νόμιμο τρόπο, ο οποίος έχει εξαρχής ρυθμίσει τις δαπάνες του για στέγαση στα πλαίσια του χορηγουμένου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής. Οι αυξημένες αυτές δαπάνες για στέγαση του αποσπώμενου υπαλλήλου δικαιολογούν την κατά 10% επαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του υπαλλήλου αυτού και την διαφοροποίησή του από τους κατ' άλλο τρόπο υπηρετούντες στο εξωτερικό συναδέλφους του, οι οποίοι δεν δικαιούνται της επαύξησης αυτής, την οποία η ως άνω ΚΥΑ ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ/2900/1993 χορήγησε μόνο στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, που αποσπώνται σε Αρχές του εξωτερικού και όχι στους εκεί υπηρετούντες ύστερ' από πρόσληψη ή μετάθεση ή άλλο παρόμοιο νόμιμο τρόπο. Διότι, κατά τα προδιαληφθέντα, η ρύθμιση αυτή ευρίσκεται εντός των ορίων της εξουσιοδότησης του άρθρ. 131 §§ 10 και 11 του ν. 419/1976 και δεν αντιβαίνει προς την αρχή της ισότητας, εφόσον δικαιολογείται λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι σε σχέση με άλλους υπαλλήλους, οι οποίοι μετατέθηκαν ή προσλήφθηκαν και υπηρετούν στο εξωτερικό σε άλλου είδους (πλην αποσπάσεως) υπηρεσιακή σχέση (Α.Ε.Δ. 14/2005, ΑΠ 319/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του τώρα αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητούσε τις προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για δαπάνες στέγασης και για οικογενειακά βάρη για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 21-12-003 και αφού έκρινε μη νόμιμη την αγωγή ως προς την αξίωση για την προσαύξηση του για αντιμετώπιση δαπανών στέγασης και απέρριψε την αγωγή, κατά το αναφερόμενο στην απόφαση μέρος, κατά την αξίωση προσαύξησης του επιδόματος για οικογενειακά βάρη λόγω παραγραφής, με την προσβαλλομένη 9190/2006 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι με την από 6-2-1992 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που συνήφθη μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον πρέσβη της Ελλάδος στην Σεούλ Κορέας Δ. Μ., κατ' άρθ. 69§4 ν. 419/1976, ο ενάγων προσλήφθηκε ως κλητήρας στην ελληνική πρεσβεία της Σεούλ, ότι σύμφωνα με το άρθ. 1 της πιο πάνω εργασιακής σύμβασης οι μηνιαίες αποδοχές του καθορίσθηκαν με βάση τον μισθό του εσωτερικού κλητήρα Α' τάξης της Κεντρικής Υπηρεσίας, καθώς και το παρεχόμενο στους υπαλλήλους του κλάδου αυτού επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, ότι με την από 7-12-1999 τροποποιητική σύμβαση, που υπογράφηκε μεταξύ του ενάγοντος και του πρέσβη της Ελλάδος στην Σεούλ, που ενεργούσε ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου, αναπροσαρμόσθηκε η μηνιαία αποζημίωσή του σύμφωνα με την Φ 083/0311/ΑΣ14592/1999 απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών και το ύψος του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής από 3.520 σε 4.750 δολ. ΗΠΑ μηνιαίως, ισχυόντων κατά τα λοιπά των όρων της αρχικής σύμβασης εργασίας, ότι ο ενάγων, ο οποίος είναι έγγαμος και πατέρας δύο ανήλικων τέκνων, του Γ. και Α., που γεννήθηκαν την 10-5-1995 και 20-5-1998 αντίστοιχα, προσέφερε τις υπηρεσίες του στην πρεσβεία της Σεούλ ως κλητήρας, με βάση την προαναφερομένη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, μέχρι 21-1-2003, όταν έγινε μόνιμος υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών σε θέση του κλάδου Διοικητικών Γραμματέων ΣΤ' τάξης και επομένως δικαιούται, κατά τα προαναφερθέντα, προσαύξηση επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 20-1-2003 (οι συναφείς αξιώσεις του για το προηγούμενο διάστημα της αγωγής κρίθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, παραγεγραμμένες), ότι κατά συνέπεια το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα για την αιτία αυτή (δηλ. για προσαύξηση οικογενειακών βαρών επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής) για το ως άνω χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 25146 δολ. ΗΠΑ (12% + 8% = 20% Χ 9900 δολ. ΗΠΑ=1980 δολ. Χ 12,7 μήνες), με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την σχετική αξίωση. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο για τον υπολογισμό των οφειλομένων στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα προσαυξήσεων οικογενειακών βαρών επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής έλαβε ως βάση τα αυξημένα ποσοστά που καθόρισε η ΚΥΑ 083/ΕΥΑ/ΑΣ/11254/2001 ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 129§5 του ν. 2594/1998, οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, όπως ο αναιρεσίβλητος, διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του.
Συνεπώς, ο αναιρεσίβλητος δικαιούται την επίμαχη προσαύξηση που χορηγήθηκε για τα οικογενειακά βάρη και μετά την έναρξη της ισχύος του νεότερου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ν. 2594/1998), εφόσον την δικαιούτο κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το προαναφερόμενο μέρος (παραγραφή των ως άνω επιμέρους αξιώσεων), να παραπεμφθεί κατά το μέρος τούτο η υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρινίσεις (εύρεση των τελικά οφειλομένων στον ενάγοντα ποσών), για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (κατ' ορθή ερμηνεία του άρθ. 580§3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθ. 12§4 ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτά προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθ. 22 ν. 3693/1957 και την ΥΑ 134423/1993, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 9190/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε διακόσια (200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθ. 131, 69,132 ν. 419/1976, οι ΚΥΑ Φ083-58/1988, ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ 2900/1993, 2001800/185/0022/1993, 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/2001, άρθ. 135, 129 Ν. 2594/1998. Την προσαύξηση επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής (ΕΥΑ) για οικογενειακά βάρη δικαιούνται όλοι οι υπηρετούντες σε πρεσβείες της Ελλάδος και οι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, την προσαύξηση, όμως, για δαπάνες στέγασης μόνον οι αποσπασμένοι σ’ αυτές και όχι και οι εκεί προσλαμβανόμενοι από τον διευθύνοντα την πρεσβεία. Οι συναφείς αξιώσεις υπόκεινται στην κατ’ άρθ. 90παρ. 3 ν.2362/1995 διετή παραγραφή αρχομένη από την γένεση κάθε επιμέρους αξίωσης.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1777/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ρήγα.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΘΕΜΕΛΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Ματθαίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-12-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο ενδέκατος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 435/1976, "Εις πάσαν περίπτωσιν μη νομίμου υπερωριακής απασχολήσεως ο μισθωτός δικαιούται από της πρώτης ώρας, πέραν των εκ των αρχών του αδικαιολογήτου πλουτισμού απαιτήσεών του και ίσης, προς 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου του, προσθέτου αποζημιώσεως". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του π.δ. της 27-6/4-7-1932 "περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί 8ώρου εργασίας διατάξεων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 515/1970 "Υπερωριακή απασχόλησις του προσωπικού συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος επιτρέπεται: α) μετά προηγούμενην επίδοσιν εις την αρμοδίαν Επιθεώρησιν Εργασίας (...) εγγράφου αναγγελίας περί της υπερωριακής απασχολήσεως, (...) και β) υπό τον όρον ότι τηρείται υπό του οικείου εργοδότου ειδικόν βιβλίον υπερωριών υπό τύπον ημερολογίου, θεωρούμενον υπό της αρμοδίας Επιθεωρήσεως Εργασίας, προ πάσης χρησιμοποιήσεώς του". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 4 του ν.δ. 515/1970 "περί χρονικών ορίων εργασίας μισθωτών", όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 264/1973 και ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 74 παρ. 11 του ν. 3863/2010, "Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, που εκδίδονται κάθε φορά μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, δύναται να χορηγείται κατά περίπτωση άδεια υπερωριακής απασχόλησης των μισθωτών όλων των επιχειρήσεων και εργασιών εν γένει, καθώς και του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ επί πλέον των για κάθε κατηγορία επιτρεπομένων ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχόλησης, στις περιπτώσεις: α) επείγουσας φύσης εργασίας, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλόμενη, ως μη επιδεχόμενη αναβολή και β) εξαιρετικά επείγουσας εξυπηρέτησης των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ. Για την κατά τα ανωτέρω υπερωριακή απασχόληση το ωρομίσθιο των μισθωτών καταβάλλεται αυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%)". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, αν ο αρμόδιος Υπουργός χορηγήσει άδεια υπερωριακής εργασίας, πέραν από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο, η απασχόληση των μισθωτών καθίσταται νόμιμη σε όλη τη χρονική έκτασή της, χωρίς να απαιτείται η εκ μέρους του εργοδότη επίδοση εγγράφου αναγγελίας στην αρμοδία επιθεώρηση εργασίας (Ολ.ΑΠ 1772/1981). Οι εν λόγω αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης είναι ατομικές, αφορούν σε συγκεκριμένη επιχείρηση ή υπηρεσία του Δημοσίου ή των ΝΠΔΔ και στην εξυπηρέτηση περιοριστικώς αναφερομένων αναγκών, εκδίδονται σε κάθε περίπτωση ύστερα από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δεν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Οι αποφάσεις αυτές πρέπει να αναφέρουν τη συγκεκριμένη επιχείρηση ή τη συγκεκριμένη υπηρεσία, τον αριθμό των εργαζομένων, για τους οποίους επιτρέπεται η εργασία πέραν του νομίμου, μεγίστου ωραρίου ημερήσιας απασχόλησης, τον αριθμό των ωρών της κατά μήνα υπερωριακής απασχόλησης και το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο θα ισχύσει η απόφαση του Υπουργού. Και δεν απαιτείται να προσδιορίζονται στην απόφαση, ονομαστικώς, οι εργαζόμενοι που θα εργασθούν υπερωριακώς, καθ' όσον ανάγεται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη να ορίσει, τηρώντας τους όρους της απόφασης, ως προς τον αριθμό των μισθωτών και τις ώρες υπερωριακής απασχόλησης, ποιοι από τους μισθωτούς του θα εργασθούν, νομίμως, υπερωριακά. Εξάλλου, η διαπίστωση του γεγονότος ότι πρόκειται για εργασία επειγούσης φύσεως, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως επιβεβλημένη και δεν επιδέχεται αναβολή ή εξαιρετικώς επείγουσα ανάγκη εξυπηρέτησης των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, ανήκει αποκλειστικώς στην αρμόδια διοικητική αρχή, ήτοι στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, του οποίου η κρίση περί της συνδρομής της εν λόγω ουσιαστικής προϋπόθεσης δεν ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια.
Στην προκειμένη περίπτωση, το, ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δέχθηκε, με την προβαλλόμενη απόφαση του, μεταξύ των άλλων, και τα εξής ουσιώδη: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και εντάχθηκε στο μόνιμο τεχνικό προσωπικό της, ως οδηγός τόσο φορτηγών ωφέλιμου φορτίου 40 τόνων όσο και βαρέλας στο εργοτάξιο της στο Αίγιο, μετακινούμενος βάσει εντολών των εξουσιοδοτημένων οργάνων αυτής (εναγόμενης) προς εκτέλεση εργασίας για διέλευση της νέας σιδηροδρομικής γραμμής του ΟΣΕ. Kατά το επίδικο χρονικό διάστημα, το πραγματικό ωράριο του ενάγοντος, όπως αυτό προκύπτει και από τις εβδομαδιαίες καταστάσεις βαρδιών, ήταν για την πρωινή βάρδια από 7:30 έως 15:30 από Δευτέρα έως Παρασκευή και για τη νυχτερινή βάρδια από 17:00 έως 1:00 από Δευτέρα έως Πέμπτη και 17:00 έως 23:00 την Παρασκευή. Δέχθηκε ακόμη ότι, ο ενάγων συνομολόγησε ότι πληρώνεται την υπερωρία 7,00 ευρώ, ότι έχει λάβει το εν λόγω ποσό και ότι η εκκαλούμενη απόφαση δεν προβαίνει στην αφαίρεση αυτού του ποσού για κάθε ώρα απασχόλησης πέραν της υπερεργασίας. Στη συνέχεια το Πολυμελές Πρωτοδικείο, κατέληξε στην κρίση ότι, η εκκαλούμενη απόφαση, επιδικάζοντας προσαύξηση 100% ως υπερωριακή παράνομη απασχόληση, διότι δεν είχε η εναγόμενη - εκκαλούσα, άδεια από την αρμόδια αρχή Επιθεώρησης Εργασίας, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων διότι, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. πρωτ. 3062/19-9-2008 έγγραφο της Επιθεώρησης Εργασίας για την εκτέλεση υπερωριών για Κυριακές και αργίες και για εργασία υπαίθρου δεν απαιτείται άδεια. Με τις παραδοχές αυτές, απέρριψε την αγωγή ως προς το κονδύλιο τούτο. Με την κρίση αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, αφού, αν και, κατά τις παραπάνω παραδοχές της, εμμέσως πλην σαφώς, δέχθηκε ότι ο ενάγων παρέσχε υπερωριακή εργασία και ότι δεν υπήρξε έκδοση των, κατά το άρθρο 8 παρ. 4 του ν.δ. 515/1970, υπουργικών αποφάσεων, ώστε αυτές να αναπληρώσουν τις ως άνω διατυπώσεις και να καταστήσουν νόμιμη την γενομένη υπερωριακή απασχόληση, ανεξάρτητα προς τις διατυπώσεις αυτές, όμως απέρριψε το αντίστοιχο αίτημα της αγωγής. Επομένως, ο ενδέκατος λόγος της αίτησης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών κ.λπ., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης, του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ' αυτές (Ολ.ΑΠ 45/1987), οι οποίες είναι ειδικές ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναιρέσεως κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους δέκα πρώτους λόγους και το δωδέκατο του δικογράφου της αίτησης, (ως προς τους οποίους, να σημειωθεί, δεν επήλθε κατάργηση της δίκης, αφού η δήλωση παραίτησης από αυτούς έγινε από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, δίχως την προφορική ανάπτυξη και την καταχώρησή της στα πρακτικά) πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, που εκδόθηκε επί έφεσης κατά της υπ' αριθ. 74/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας, για τους, από τους αριθμούς 8, 9, 11, 14, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενους λόγους αναίρεσης. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, αφού δεν συγχωρείται η προβολή τους κατά της πληττόμενης απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή, ως προς το αίτημά της που αναφέρεται στην επιδίκαση αμοιβής για εργασία που παρασχέθηκε πέραν του νομίμου ωραρίου, ως μη νόμιμη, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση (κατά την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 12 παρ. 4 Ν. 4055/2012) προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την ως άνω απόφαση και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, μειωμένα, σύμφωνα με τα άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 57/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπερωριακή απασχόληση. Αν ο αρμόδιος Υπουργός χορηγήσει άδεια υπερωριακής εργασίας, πέραν από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο, η απασχόληση των μισθωτών καθίσταται νόμιμη σε όλη τη χρονική έκτασή της, χωρίς να απαιτείται η εκ μέρους του εργοδότη επίδοση εγγράφου αναγγελίας στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1774/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ - ΟΑΕΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Μούτσου.
Της αναιρεσίβλητης: Β. Α. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Ασημακόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-7-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 141/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1448/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-12-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 29-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με το άρθ. 55 ΠΔ 410/1988 "Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" ορίζεται ότι: "§1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου αυτού, η αποζημίωση λόγω απόλυσης ή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από την υπηρεσία καθορίζεται ως εξής: α) Για το προσωπικό που έχει συνεχή υπηρεσία από ένα έτος μέχρι τρία έτη οι αποδοχές ενός μήνα, πάνω από τρία και μέχρι έξι έτη οι αποδοχές δύο μηνών, πάνω από έξι και μέχρι οκτώ έτη οι αποδοχές τριών μηνών και πάνω από οκτώ και μέχρι δέκα έτη οι αποδοχές τεσσάρων μηνών β) Για κάθε συμπληρωμένο έτος υπηρεσίας μετά τα δέκα και μέχρι τριάντα έτη, η πιο πάνω αποζημίωση προσαυξάνεται με το ποσό των αποδοχών ενός μήνα ... §3. Στο προσωπικό του Κεφαλαίου αυτού που υπάγεται για τη χορήγηση σύνταξης στην ασφάλιση του Δημοσίου και απολύεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49, 50 και 51, εφόσον κατά τον χρόνο της απόλυσης δικαιούται σύνταξης από δική του υπηρεσία από το Δημόσιο, δεν καταβάλλεται η αποζημίωση που ορίζεται από την παράγραφο 1 ... §4. Το προσωπικό του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ που δεν υπάγεται για τη χορήγηση σύνταξης στην ασφάλιση του Δημοσίου, όταν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορεί να αποχωρεί από την υπηρεσία λαμβάνοντας το επικουρικά ασφαλισμένο το 40% και το μη επικουρικά ασφαλισμένο το 50% της αποζημίωσης που ορίζεται από την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού: Στο προσωπικό αυτό που απολύεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49, 50, 51, 52 και 53, εφόσον κατά το χρόνο απόλυσης δικαιούται σύνταξης από δική του υπηρεσία, καταβάλλεται αποζημίωση ίση με το μισό από αυτήν που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, με εξαίρεση τις περιπτώσεις α, β και γ της παραγράφου 1 του άρθρου 53, για τις οποίες δεν οφείλεται καμιά αποζημίωση. Της ίδιας αποζημίωσης και με τις ίδιες προϋποθέσεις δικαιούται και το προσωπικό που απολύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το προσωπικό του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ που δεν υπάγεται για την χορήγηση σύνταξης στην ασφάλιση του Δημοσίου, όταν απολυθεί σύμφωνα με το άρθ. 51 του ΠΔ 410/1988 για σωματική ή πνευματική ανικανότητα, δικαιούται καταρχήν ολόκληρη την αποζημίωση του άρθ. 55§1, και μόνο κατ' εξαίρεση δικαιούται την μισή αποζημίωση, όταν κατά τον χρόνο της απόλυσης δικαιούται σύνταξη από δική του υπηρεσία, ενώ όταν κατά τον χρόνο της απόλυσης ο εργαζόμενος δεν δικαιούται σύνταξη από δική του υπηρεσία, εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις της παρ. 1 του άρθ. 55 και του καταβάλλεται ολόκληρο το ποσό της αποζημίωσης. Τέλος, οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες δεν καταβάλλεται καθόλου αποζημίωση αναφέρονται ρητά και περιοριστικά στο άρθ. 55§4 ΠΔ 410/1988, είναι δηλ. οι προβλεπόμενες στις περιπτώσεις α, β και γ του άρθ. 53§1.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κρίνοντας σε δεύτερο βαθμό επί αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης κατά του τώρα αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών" με αντικείμενο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης λόγω απόλυσής της για σωματική ανικανότητα, με την προσβαλλομένη 1448/2011 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα προσλήφθηκε την 2-5-1991 από τον αναιρεσείοντα εναγόμενο Οργανισμό για να εργασθεί ως επιμελήτρια εισπράξεων, αρχικά με σύμβαση έργου, που ανανεωνόταν διαδοχικά, ενώ από 2-7-2001 κατατάχθηκε σε προσωποπαγή θέση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και οι συμβάσεις της μετατράπηκαν σε μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 17 ν. 2839/2000, ότι καθόλο το χρονικό διάστημα εργασίας της το ωράριο της ενάγουσας ήταν 07.30 - 15.00' σε πενθήμερη βάση υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, ότι το εναγόμενο, ύστερ' από γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου του κατήγγειλε την 30-4-2007 την σύμβαση εργασίας της ενάγουσας σύμφωνα με το άρθ. 51 ΠΔ 410/1988, χωρίς να καταβάλει σ' αυτήν τη νόμιμη αποζημίωση, ότι η ενάγουσα υπαγόταν για την χορήγηση σύνταξης στην ασφάλιση του ΙΚΑ και όχι του Δημοσίου, ενώ κατά τον χρόνο της απόλυσής της και με βάση τα έτη της προϋπηρεσίας της δεν δικαιούνταν σύνταξη από δική της υπηρεσία και ότι κατά συνέπεια εφαρμογή για τον υπολογισμό της σύνταξης που δικαιούται έχει η γενική διάταξη του άρθ. 55§1 ΠΔ 410/1988, απορριπτόμενου του ισχυρισμού του εναγομένου ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται καθόλου αποζημίωση, διότι δεν ήταν ασφαλισμένη στο Δημόσιο και δεν δικαιούνταν σύνταξη από δική της υπηρεσία, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος εναγομένου, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά τον μοναδικό λόγο αυτής από το άρθ. 560 αριθ.1 ΚΠολΔ (και όχι 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα φέρεται στο αναιρετήριο) ως προς όλα τα σκέλη του και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-12-2011 αίτηση για αναίρεση της 1448/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθ. 55 ΠΔ 410/1988. Οι υπάλληλοι του ν.π.δ.δ. «Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών» απολυόμενοι λόγω καταγγελίας για σωματική ή πνευματική ανικανότητα, εφόσον δεν είναι ασφαλισμένοι στο Δημόσιο και δεν δικαιούνται σύνταξης από δική τους υπηρεσία, λαμβάνουν πλήρη αποζημίωση απόλυσης κατά την παρ. 1 του άρθ. 55 ΠΔ 410/1988.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1756/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Π. χήρας Γ., το γένος Π. Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Κώνστα, και 2) Π. Π. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Π. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο του Ελένη Τσουκλείδου, 2) Σ. Π. του Ε. και 3) Α. Π. του Ε., συζ. Α. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/9/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1936/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 951/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/5/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 12/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, από δε τις διατάξεις των άρθρων 270 παρ. 1 και 2 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στη δευτεροβάθμια δίκη, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμού λαμβάνονται υπόψη και συνεκτιμώνται, ως δικαστικά τεκμήρια, και αποδεικτικά μέσα μη πληρούντα τους όρους του νόμου, ακόμα και άκυρα ή ανυπόγραφα για οποιοδήποτε λόγο έγγραφα, όχι όμως πλαστά ή μη γνήσια, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών μέσων (Ολ.ΑΠ 15/2003). Εξάλλου, κατά το άρθρο 460 του ΚΠολΔ, κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό, τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια. Κατά το επόμενο άρθρο 461, αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά, όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας. Τέλος, κατά το άρθρο 463, όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι. Το άρθρο αυτό είναι ενταγμένο στο κεφάλαιο της αποδείξεως και συνιστά, ενόψει και της θέσης του στον ΚΠολΔ, παρά τη γενική του διατύπωση, κανόνα της αποδεικτικής μόνο διαδικασίας. Επομένως, ο περιορισμός που τάσσει δεν ανάγεται στο ουσιαστικό δικαίωμα της κήρυξης εγγράφου ως πλαστού. Για το λόγο αυτό η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή υποχρέωση έχει εφαρμογή μόνο, όταν ο ισχυρισμός της πλαστότητας προβάλλεται κατ' ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή. Πράγματι ο περιορισμός αυτός τείνει στην αποτροπή της στρεψοδικίας και παρελκύσεως της εκκρεμούς δίκης (Ολ.ΑΠ 23/1999). Έτσι, η διάταξη του άνω άρθρου 463 ΚΠολΔ απαιτεί την ταυτόχρονη με την προβολή του ισχυρισμού για πλαστότητα του εγγράφου προσκομιδή των αποδεικτικών εγγράφων και την αναφορά ονομαστικώς των μαρτύρων και των άλλων αποδεικτικών μέσων, τόσο στην περίπτωση που κατονομάζεται ο πλαστογράφος όσο και στην περίπτωση που αυτός δεν κατονομάζεται, καθόσον η διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 463 του ΚΠολΔ είναι γενική και στο άρθρο 464 του ΚΠολΔ, κατά το οποίο αν έγγραφο προσβάλλεται ως πλαστό χωρίς να αποδίδεται η πλαστογραφία σε ορισμένο πρόσωπο, το δικαστήριο διατάζει αποδείξεις μόνο αν εκείνος που προσκόμισε το έγγραφο επιμένει να το χρησιμοποιήσει και το έγγραφο είναι κατά την κρίση του δικαστηρίου ουσιώδες για τη διάγνωση της υπόθεσης, δεν προβλέπεται διάφορη ρύθμιση. Σε αντίθεση, δηλαδή, προς την ένσταση πλαστότητας, όπου κατονομάζεται ο πλαστογράφος, η οποία προτείνεται προνομιακώς σε κάθε στάση της δίκης δι' αγωγής, ανακοπής ή ενστάσεως, εάν η πλαστότητα δεν αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, τότε πρέπει να προταθεί μόνον κατά τη συζήτηση, κατά την οποίαν προσκομίζεται το έγγραφο (464 ΚΠολΔ) και όχι σε μεταγενέστερη συζήτηση, εκτός εάν κατονομασθεί πλαστογράφος, οπότε η ένσταση αναλαμβάνει τον προνομιακό της χαρακτήρα.
Συνεπώς, από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει, ότι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο, του οποίου προβάλλεται πλαστότητα του περιεχομένου του, διατάσσει αποδείξεις επί της πλαστότητας, μόνο αν η εν λόγω ένσταση προτάθηκε παραδεκτώς, ήτοι κατά τη συζήτηση κατά την οποία το έγγραφο για πρώτη φορά προσκομίσθηκε, άλλως το έγγραφο θεωρείται γνήσιο και δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 11 α' ΚΠολΔ, για λήψη υπόψη μη επιτρεπόμενου από τον νόμο αποδεικτικού εγγράφου.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και δη α) το με αριθμό 64959/21-11-2006 πιστοποιητικό μη δημοσιεύσεως διαθήκης του δικαιοπαρόχου τους Γ. Π., το οποίο προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι αναιρεσίβλητοι τρία έτη μετά την έκδοσή του, και β) το μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου με αριθμό 13320/1948 Παραχωρητήριο της Διεύθυνσης Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο αυτοί (αναιρεσείοντες) είχαν προσβάλει ως πλαστό, τόσο με τις προσκομισθείσες και ενώπιον του Εφετείου πρωτόδικες προτάσεις, όσο και με τις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του Εφετείου. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό περί πλαστότητας του αντιγράφου του πιο πάνω παραχωρητηρίου, για την προβολή του οποίου είχε χορηγηθεί ήδη πληρεξουσιότητα στον δικηγόρο τους, διότι ναι μεν ο ισχυρισμός περί πλαστότητας μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, η οποία δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση, επιπροσθέτως δε διότι δεν αναφέρονται ονομαστικά οι μάρτυρες για την απόδειξη της πλαστότητας, ενώ επίσης για να έχει εφαρμογή το άρθρο 464 ΚΠολΔ το προσκομιζόμενο έγγραφο πρέπει να έχει προσβληθεί παραδεκτώς ως πλαστό. Επομένως, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, εφόσον ο περί πλαστότητας ισχυρισμός του ανωτέρω παραχωρητηρίου δεν προβλήθηκε παραδεκτώς, το Εφετείο ορθά έλαβε υπόψη το έγγραφο αυτό, το οποίο είχαν νόμιμα επικαλεστεί και προσκομίσει οι αναιρεσίβλητοι, προκειμένου να θεμελιώσουν την κυριότητα του δικαιοπαρόχου πατέρα τους. Επίσης, το Εφετείο ορθά έλαβε υπόψη το ως άνω με στοιχείο α' έγγραφο, ήτοι το 64959/21-11-2006 πιστοποιητικό μη δημοσιεύσεως διαθήκης, το οποίο δεν ήταν μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, αφού για να ληφθεί υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο ένα έγγραφο, δεν απαιτείται να έχει χρονική εγγύτητα με τη δικάσιμο κατά την οποία γίνεται η επίκλησή του.
Συνεπώς, ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής αποφάσεως και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια του προσδιορισμού από το Δικαστήριο του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού. Αντίθετα το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, στο οποίο εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο με το να δεχτεί, ότι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων-αναιρεσειόντων Γ. Π. "πέθανε στις 1-5-2006 και άφησε μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς του και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την πρώτη των εναγομένων, σύζυγό του, και τον δεύτερο των εναγομένων, τέκνο του, οι οποίοι δεν αμφισβήτησαν την εν λόγω ιδιότητά τους ούτε με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ούτε με την έφεσή τους, αλλά το πρώτον ισχυρίζονται με τις προτάσεις τους της παρούσας συζήτησης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ότι το επίδικο περιήλθε στην πρώτη των εναγομένων με την από 3-3-2004 ιδιόγραφη διαθήκη του Γ. Π., η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα και κηρύχθηκε κυρία, ο εν λόγω ισχυρισμός τους, όμως, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο", αφού κατά προηγούμενη παραδοχή του Εφετείου οι αναιρεσείοντες δεν προσκόμισαν το επικαλούμενο από αυτούς πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί δημοσίευσης διαθήκης, επέρριψε στους εναγόμενους-αναιρεσείοντες το βάρος αποδείξεως της ιδιότητας ως δήθεν κληρονόμου του επίδικου ακινήτου του δεύτερου αναιρεσείοντος, αγνοώντας και τη σχετική ένστασή τους ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως του δεύτερου αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος όμως αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατ' αμφοτέρων των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και αναγνώρισε αυτούς συγκυρίους του επιδίκου κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου τον καθένα από αυτούς, μετά την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, που είχαν προσκομισθεί νόμιμα από τους διαδίκους, λαμβάνοντας υπόψη και το νομίμως προσκομισθέν από τους αναιρεσιβλήτους με αριθμό 64959/21-11-2006 πιστοποιητικό μη δημοσιεύσεως διαθήκης του Γ. Π., και δεχόμενο περαιτέρω ότι οι αναιρεσείοντες δεν προσκόμισαν το 1175/16-2-2007 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης, αφού αυτό δεν βρίσκεται στο φάκελο της δικογραφίας, και έτσι δεν τίθεται θέμα αναστροφής και παραβιάσεως του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα κατωτέρω αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, ότι μετά από άτυπη διανομή του επιδίκου τόσο ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Ε. Π. όσο και ο αδελφός του Κ. Π. είχαν παραιτηθεί από κάθε δικαίωμα επί του επιδίκου υπέρ του δικαιοπαρόχου τους Γ. Π., και ότι σε κάθε περίπτωση τα ποσοστά που κληρονόμησαν συνολικά οι αναιρεσίβλητοι επί του επιδίκου δεν ανέρχονται σε 4/16 (1/4), αλλά σε 5/16, ήτοι 1) το έγχρωμο αντίγραφο του αναφερόμενου 13320/1948 Παραχωρητηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, 2) την από 22-5-2006 εξώδικη απάντηση του δικηγόρου Κωνσταντίνου Κώνστα πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιοπαρόχου τους, με την οποία συγκοινωποιήθηκε γνήσιο αντίγραφο του ως άνω Παραχωρητηρίου στους αναιρεσιβλήτους και 3) το με αριθμό 1175/16-2-2007 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί δημοσίευσης της από 3-3-2004 ιδιόγραφης διαθήκης του συζύγου της πρώτης και πατέρα του δεύτερου των αναιρεσειόντων. Από την επισκόπηση, όμως, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτήν μνεία, ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις τους και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, πλην του επικαλούμενου από τους εκκαλούντες-αναιρεσείοντες ως σχετικού ΙΓ 1175/16-2-2007 πρακτικού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί δημοσίευσης της από 3-3-2004 ιδιόγραφης διαθήκης του συζύγου της πρώτης και πατέρα του δεύτερου, Γ. Π., προς απόδειξη του προβαλλόμενου το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ισχυρισμού τους περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του δεύτερου από αυτούς, το οποίο δεν το προσκομίζουν, καθόσον δεν βρίσκεται στο φάκελο της δικογραφίας", σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα με στοιχεία 1 και 2 ως άνω έγγραφα, χωρίς να είναι απαραίτητο να κάνει χωριστή μνεία αυτών. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος ως προς τα δύο αυτά έγγραφα είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο λόγος αυτός ως προς το με στοιχείο 3 έγγραφο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, καθόσον με αυτόν πλήττεται η περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και δη η παραδοχή του Εφετείου, ότι οι αναιρεσείοντες δεν προσκόμισαν το έγγραφο αυτό, καθόσον δεν βρίσκεται στο φάκελο της δικογραφίας. Επειδή, κατά τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει στο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, διότι πράγματι στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Σε κάθε περίπτωση για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει απλά συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του επικαλούμενου και προσκομισθέντος από αυτούς από 21-11-2007 επικυρωμένου αντιγράφου του 13320/1948 Παραχωρητηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, δεχόμενο ότι από το έγγραφο αυτό δεν προκύπτει αντίθετο ασφαλές συμπέρασμα σε σχέση με τις εν γένει ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, γιατί σ' αυτό δεν αναφέρεται και το όνομα του συναποκατασταθέντος τέκνου της Σ. Π., Κ. Π., το οποίο αναφέρεται στο μεταγραφέν στο Υποθηκοφυλακείο ακριβές αντίγραφο του ιδίου Παραχωρητηρίου, και, έτσι, κατέληξε στο εσφαλμένο πόρισμα, ότι το μείζον ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, περιήλθε ως αγροτικός κλήρος στην κυριότητα της Σ. χήρας Γ. Π., και των συναποκατασταθέντων κατ' ισομοιρίαν τέκνων της Π., Ε. (πατέρα των αναιρεσιβλήτων), Κ. και Γ. (δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων), κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ήτοι και του τέκνου της Κ., ο οποίος δεν ήταν και αυτός συναποκατασταθείς. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην πραγματικότητα διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, ορθά ανέγνωσε, αλλά σφάλμα ως προς την αποδεικτική αξιολόγηση και δη την εκτίμηση του περιεχομένου του σε συσχετισμό με άλλα αποδεικτικά μέσα, και την συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού εκείνου που οι αναιρεσείουσες θεωρούν ορθό, η αιτίαση δηλαδή αυτή αναφέρεται στην μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση πραγμάτων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-5-2011 αίτηση των 1) Μ. χήρας Γ. Π. και 2) Π. Π. για αναίρεση της 951/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ένσταση πλαστότητος – Το δικαστήριο, διατάσσει αποδείξεις επί της πλαστότητας, μόνο αν η ένσταση προτάθηκε παραδεκτώς, άλλως το έγγραφο θεωρείται γνήσιο και δεν ωρύεται ο λόγος από 11α΄ - Λόγος από τον αριθμό 13 – δεν τίθεται θέμα αναστροφής και παραβιάσεως του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως. Δεν θεμελιώνεται ο λόγος από 11γ’ αν το δικαστήριο βεβαιώνει ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα. Παραμόρφωση εγγράφου. Απαράδεκτος ο λόγος από 20, αν αναφέρεται σε εκτίμηση πραγμάτων.
|
Αγωγή αναγνωριστική
|
Αγωγή αναγνωριστική.
| 1
|
Αριθμός 1754/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. - Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κοπακάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Γ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μαντζουράνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/9/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 405/2005 μη οριστική και 465/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4337/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/4/2011 αίτησή της και τους από 13/9/2012 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 12/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1192 και 1198 ΑΚ, η εμπράγματη σύμβαση για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου πρέπει να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να γίνει μεταγραφή αυτής στα οικεία βιβλία μεταγραφών, οπότε και επέρχεται το μεταβιβαστικό της κυριότητας αποτέλεσμα. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 140-142 και 144 αριθ. 1 ΑΚ, όταν υπάρχει διάσταση μεταξύ βουλήσεως και δηλώσεως από ουσιώδη πλάνη, η σχετική δικαιοπραξία είναι ακυρώσιμη, εκτός αν ο δέκτης της δηλώσεως την αντιλαμβάνεται όπως τη θέλησε ο δηλών. Η εν λόγω περίπτωση διαφέρει εκείνης κατά την οποία εμφιλοχωρεί εσφαλμένος προσδιορισμός του αντικειμένου της δικαιοπραξίας. Τότε η δικαιοπραξία αυτή δεν έχει ελάττωμα και θα ισχύσει για εκείνο που θέλησαν τα μέρη, έστω και αν δεν ανταποκρίνεται στις δηλώσεις τους, βάσει του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ, που επιτάσσει την αναζήτηση της αληθούς βουλήσεως των μερών χωρίς προσήλωση στις λέξεις. Η αρχή, κατά την οποία "falsa demonstratio non nocet", καταλαμβάνει και τις τυπικές δικαιοπραξίες, έστω και αν ο τύπος αυτός απαιτείται κυρίως για την προστασία των τρίτων, όπως συμβαίνει με την μεταγραφή. Γι' αυτό στη σχετική δικαιοπραξία είναι αναγκαίο να περιβληθεί το συγκεκριμένο περιεχόμενό της τον τύπο περιβεβλημένης δηλώσεως, με την οποία θα ισχύσει η πραγματική βούληση των μερών, αρκεί αυτή να έχει εκφρασθεί κατά κάποιο ασαφή ή ατελή τρόπο, ώστε να είναι δυνατόν εντεύθεν να διαπιστωθεί από τους τρίτους. Τυχόν διόρθωση η συμπλήρωση της ελλείψεως μεταγενεστέρως δεν αποτελεί νέα δικαιοπραξία κατά τρόπο που να επηρεάζει το χρόνο καταρτίσεως αυτής που διορθώνεται ή συμπληρώνεται.
Συνεπώς, για την ύπαρξη εσφαλμένης περιγραφής του αντικειμένου της πωλήσεως, όπως όταν στην οικεία σύμβαση αναφέρεται ως πωλούμενο ακίνητο το α αντί του β, που οι διάδικοι συμφώνησαν προφορικά κατά τις διαπραγματεύσεις να αποτελέσει το αντικείμενο της πωλήσεως, πρέπει να εκφράσθηκαν εσφαλμένως όλοι οι συμβληθέντες. (ΑΠ 921/1999, ΑΠ 1566/1992). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα περιστατικά: " Το επίδικο ακίνητο είναι ένα αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στη θέση "ΛΥΣΕΖΑ" της πρώην κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μαραθώνα και ήδη Κοινότητας Σταμάτας Αττικής, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός οικισμού, εκτάσεως 810,84 τ.μ. και συνορεύει βόρεια με αγροτική οδό και πέραν αυτής με ιδιοκτησία αγνώστων, πρώην Η., νότια με ιδιοκτησία αγνώστου, πρώην Η., ανατολικά με αγροτική οδό και πέραν αυτής με ιδιοκτησία αγνώστου, πρώην Η., δυτικά με πρώην ιδιοκτησία Δ. Π. και νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία αγνώστου, πρώην Η.. Το εν λόγω ακίνητο η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το απέκτησε με αγορά από την Μ. χήρα Α. Π., το γένος Θ. Τ., δυνάμει του με αριθμό .../1989 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Μιχαηλίδου-Πριμικύρη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνος στις 18-5-1989, στον τόμο ... και με αριθμό 188. Στο συμβόλαιο αυτό από παραδρομή, που οφείλεται σε εσφαλμένη απεικόνιση του ακινήτου, το οποίο οι συμβαλλόμενες είχαν συμφωνήσει να πωληθεί, στο από Φεβρουαρίου 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ. Κ. που προσαρτήθηκε στο εν λόγω συμβόλαιο, περιγράφηκε ως ακίνητο έκτασης 1053 τ.μ. και συνορεύει βόρεια σε πλευρά 16 μέτρων με ιδιοκτησία πρώην Κ. και ήδη αγνώστου και σε πρόσωπο 4,60 μέτρων και 6,60 μέτρων με αγροτικό δρόμο, ανατολικά σε πλευρά 22,60 μέτρων με ιδιοκτησία πρώην Η. και ήδη αγνώστου, νοτιοανατολικά σε πλευρά 23,10 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου, νοτιοδυτικά σε πλευρά 19,25 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου και δυτικά σε πλευρά 39,80 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου. Τούτο αποτελεί υπόλοιπο τμήμα του με αριθμό 43 αγροτεμαχίου του διαγράμματος διανομής του κτήματος Σταμάτας και αποκτήθηκε από την πωλήτρια εν μέρει κατά 430 τ.μ. πλέον ή έλαττον από αγορά από τον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Σταμάτας, με το .../1958 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μαραθώνα Αθανασίου Νεκταρίου, νομίμως μεταγεγραμμένου, και εν μέρει κατά 623 τ.μ. με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον το νεμήθηκε συνεχώς από το έτος 1958 μέχρι τη σύνταξη του συμβολαίου, χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν. Το ως άνω ακίνητο που περιγράφεται στο συμβόλαιο αυτό βρίσκεται δυτικά του ακινήτου της πωλήτριας, είναι συνεχόμενο του τελευταίου, αποτελούσε δε και αυτό τμήμα του με αριθμό 43 αγροτεμαχίου, εκτάσεως 1000 τ.μ., το οποίο ο Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου Σταμάτας είχε πωλήσει στον Δ. Π. με το .../1952 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μαραθώνος Αθανασίου Νεκταρίου, ενώ το τμήμα των 430 τ.μ. που αναφέρεται στον τίτλο της πωλήτριας, ήτοι στο .../1958 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθανασίου Νεκταρίου, που στην πραγματικότητα έχει έκταση 332,51 τ.μ. και το υπόλοιπο τμήμα που είχε καταλάβει η πωλήτρια, που απαρτίζουν το επίδικο, το οποίο οι συμβαλλόμενες είχαν συμφωνήσει να πωληθεί δεν προσδιορίζεται στη θέση αυτή, αλλά ως τμήμα του ακινήτου που βρίσκεται ανατολικά της ιδιοκτησίας Π. (μετέπειτα Μ. Π.). Η εν λόγω εσφαλμένη περιγραφή διέλαθε της προσοχής των συμβαλλομένων, η αληθινή όμως βούλησή τους, χωρίς προσήλωση στις λέξεις που χρησιμοποίησαν στο εν λόγω συμβόλαιο, ήταν να μεταβιβαστεί το ακίνητο που η πωλήτρια είχε αποκτήσει κατά τα προαναφερθέντα εν μέρει από αγορά με το .../1058 συμβόλαιο και εν μέρει με έκτακτη χρησικτησία, συνολικής έκτασης 810,84 τ.μ. Στο ίδιο συμβόλαιο η πωλήτρια εκφράστηκε σαφώς και η αγοράστρια δέχτηκε, ότι η πρώτη της μεταβιβάζει το ακίνητο που απέκτησε εν μέρει με το ως άνω συμβόλαιο και εν μέρει με έκτακτη χρησικτησία, το οποίο εξάλλου ήταν και το μοναδικό που είχε στην περιοχή αυτή. Έτσι, από τα παραπάνω δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι η βούληση των συμβληθέντων να μεταβιβαστεί το επίδικο ακίνητο και όχι το όμορο αυτού εκφράστηκε, έστω και ατελώς, στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο, η δε ως άνω ατέλεια, ήτοι η εσφαλμένη αναγραφή της έκτασης, της θέσης και εν μέρει των ορίων δεν είναι αποφασιστικής σημασίας, αφού, ενόψει της αναφοράς και του τίτλου της πωλήτριας, οι τρίτοι μπορούν να διαπιστώσουν ότι η προφανής θέληση των δικαιοπρακτούντων ήταν να μεταβιβαστεί στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το επίδικο ακίνητο και όχι το όμορο αυτού. Τα ανωτέρω έγιναν αντιληπτά από την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη περί τις αρχές του έτους 2004 και οι συμβαλλόμενες προέβησαν σε διόρθωση του ως άνω συμβολαίου με την .../2004 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Μπάρλα-Πελέκη, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα, στον τόμο ... και με αριθμό 788. Όμως, η ως άνω διορθωτική συμβολαιογραφική πράξη δεν συνιστά νέα δικαιοπραξία κατά τρόπο που να επηρεάζει το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως που διορθώνεται, συνακόλουθα και το χρόνο κτήσεως της κυριότητας, που είναι ο χρόνος μεταγραφής του .../1989 συμβολαίου, ήτοι η 18-5-1989". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο το έτος 1989, δυνάμει του αναφερόμενου πωλητηρίου συμβολαίου, ότι από παραδρομή στο συμβόλαιο αγοράς περιγράφηκε ως πωληθέν όμορο ακίνητο, η βούληση όμως των συμβληθεισών ήταν να μεταβιβαστεί το επίδικο και όχι το όμορο αυτού ακίνητο και ότι η διορθωτική πράξη που έλαβε χώρα το 2004 δεν συνιστά νέα δικαιοπραξία. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1192 και 1198 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί πλάνης και απάτης των άρθρων 140, 141, 142, 147 ΑΚ, καθώς και της διάταξης του άρθρου 195 ΑΚ, κατά την οποία "σε περίπτωση αμφιβολίας η σύμβαση δεν είναι καταρτισμένη, εφόσον τα μέρη δεν συμφώνησαν σε όλα τα σημεία της", οι οποίες δεν έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση. Επίσης, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, ότι δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι η βούληση των συμβαλλομένων να μεταβιβαστεί ο επίδικο ακίνητο και όχι το όμορο αυτού εκφράστηκε, έστω και ατελώς, στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε, ότι στο επίμαχο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο για την συμφωνηθείσα μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου από παραδρομή, οφειλόμενη σε εσφαλμένη απεικόνιση στο σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα, περιγράφηκε ως πωληθέν όμορο ακίνητο, ότι η εσφαλμένη αυτή περιγραφή διέλαθε της προσοχής τους, η αληθινή όμως βούλησή τους ήταν να μεταβιβαστεί το επίδικο ακίνητο, που η πωλήτρια είχε αποκτήσει, συνολικής έκτασης 810,84 τ.μ., το οποίο ήταν και το μοναδικό που είχε στην περιοχή, ότι ενόψει της αναφοράς στο συμβόλαιο και του τίτλου της πωλήτριας η ατελής έκφραση της βούλησης των συμβαλλομένων δεν είναι αποφασιστικής σημασίας, ότι ουδεμία διάσταση υπήρξε των βουλήσεών τους, ούτε πλάνη, ούτε απάτη, ότι οι βουλήσεις τόσο της ενάγουσας-αναιρεσείουσας όσο και της πωλήτριας δικαιοπαρόχου της συνέπιπτε στο ότι και οι δύο ήθελαν να μεταβιβαστεί το επίδικο ακίνητο, που η πωλήτρια απέκτησε εν μέρει με συμβόλαιο το 1958 και εν μέρει με έκτακτη χρησικτησία και ότι όταν έγινε αντιληπτή η εσφαλμένη περιγραφή το 2004 οι συμβαλλόμενες προέβησαν σε διόρθωση του συμβολαίου με συμβολαιογραφική πράξη, χωρίς αυτή η διορθωτική αυτή πράξη να συνιστά νέα δικαιοπραξία. Επομένως, οι συναφείς πρώτος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Επειδή, κατά το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων βουλήσεως ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΟλΑΠ 26/2004). Εκ πλαγίου δε κατ' άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ παραβίαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων συντελείται, αν εφαρμόσθηκαν κατά τρόπο που να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής τους, όπως συμβαίνει όταν δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν, προκειμένου να γίνει η προσήκουσα ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προβάλλοντας ότι το Εφετείο δεν διευκρινίζει ότι υπάρχει κενό ή ασάφεια στην πώληση του επίδικου ακινήτου και παρόλα αυτά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, καταλήγοντας σε εσφαλμένο συμπέρασμα με ελλιπή και ασαφή αιτιολογία. Από την επισκόπηση, της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε, ότι παρά την εσφαλμένη περιγραφή που διέλαθε της προσοχής των συμβαλλομένων, του πωληθέντος ακινήτου στο επίμαχο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, η αληθινή βούλησή τους, χωρίς προσήλωση στις λέξεις που χρησιμοποίησαν, ήταν να μεταβιβαστεί το επίδικο ακίνητο, που η πωλήτρια είχε αποκτήσει, συνολικής έκτασης 810,84 τ.μ. και το οποίο ήταν και το μοναδικό που είχε στην περιοχή, και όχι το όμορο, ενόψει και της αναφοράς στο συμβόλαιο και του τίτλου της πωλήτριας, και ότι η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων εκφράστηκε έστω και ατελώς. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ που εφήρμοσε, καθόσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς και μη αντιφατικές, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, αναφέροντας: α) τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, αλλά σαφώς αμφίβολων σημείων στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων και δη την από παραδρομή εσφαλμένη περιγραφή του πωληθέντος ακινήτου στο συμβόλαιο και την ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, προς ανεύρεση της αληθινής βούλησής τους, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, β) τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν, προκειμένου να γίνει η προσήκουσα ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως και γ) το ότι το Δικαστήριο άντλησε αυτεπαγγέλτως επιχειρήματα και συνήγαγε συμπεράσματα και από τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, για να εξακριβώσει την αληθινή βούληση που δηλώθηκε έστω και ατελώς με την επίμαχη εσφαλμένη περιγραφή της έκτασης, της θέσης και εν μέρει των ορίων του πωληθέντος ακινήτου. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ, συνάγεται, ότι, για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένσταση ιδίας κυριότητας, που πρόβαλε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, δέχτηκε τα ακόλουθα: Το ίδιο ακίνητο οι γονείς της εναγομένης-αναιρεσείουσας Ν. Κ. και Ε.-Α. σύζ. Ν. Κ., το γένος Ε. Α., το μεταβίβασαν σ' αυτή με το .../2-7-2004 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Μαραθώνα Σταύρου Παπαδογεωργή, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα στις 9-7-2004, στον τόμο ... και με αριθμό 338. Στο εν λόγω συμβόλαιο αναφέρεται ότι το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητά τους με έκτακτη χρησικτησία και συγκεκριμένα ότι το νεμήθηκαν επί είκοσι και πλέον έτη συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου, ασκώντας σ' αυτό τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση, τη θέση και τον προορισμό του. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκε ότι πράξεις νομής επί του επιδίκου από το έτος 1958 μέχρι τις αρχές του έτους 1988 ασκούσε η δικαιοπάροχος της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, ενώ οι δικαιοπάροχοι της εναγομένης-αναιρεσείουσας άσκησαν επ' αυτού πράξεις νομής μετά το έτος 1988 και μέχρι την άσκηση της αγωγής (12-10-2004) και όχι από το έτος 1966 και εφεξής, όπως αυτή ισχυρίζεται. Ειδικότερα, η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης Μ. Π., θεία της, με το .../6-3-1958 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μαραθώνα Αθανασίου Νεκταρίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από τον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Σταμάτας τμήμα του επιδίκου, έκτασης κατά το ως άνω συμβόλαιο 430 τ.μ., στην πραγματικότητα όμως, σύμφωνα και με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, 332,51 τ.μ. Αμέσως μετά την εν λόγω αγορά, αυτή κατέλαβε την έκταση των 332,51 τ.μ. που αγόρασε, καθώς και συνεχόμενη έκταση 478,33 τ.μ., η οποία κείται νοτιοανατολικά της πρώτης, αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, που ανήκε στην ιδιοκτησία Η. και είχε απομείνει αδιάθετη, συνολικού εμβαδού (αγορασθείσας και καταληφθείσας) 810,84 τ.μ. και όχι 813,62 τ.μ. και έκτοτε, ήτοι από το Μάρτιο του έτους 1958 μέχρι και τις αρχές του 1988 την ενιαία αυτή έκταση, που διαχωρίζονταν από το προς δυσμάς ακίνητο του Δ. Π. με ξερολιθιά και δεν ήταν περιφραγμένη βρίσκονταν εκτός σχεδίου, σε εξοχική τοποθεσία, νέμονταν με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως ασκώντας επ' αυτής πράξεις δηλωτικές εξουσιάσεως, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό της. Συγκεκριμένα από το έτος 1958 μέχρι και το έτος 1986 την επισκέπτονταν κάθε έτος εμφανώς με το σύζυγό της και φίλους τους και από το έτος 1968 και με τον εγγονό της Α. Π., με τον οποίον έκτοτε πήγαιναν κάθε χρόνο για να πετάξουν χαρταετό, και, επίσης, κάθε έτος την καθάριζαν από τα αγριόχορτα. Το φθινόπωρο του έτους 1986 ο σύζυγός της αρρώστησε και τον Απρίλιο του έτους 1987 πέθανε. Το έτος αυτό δεν την επισκέφθηκε κανείς, ενώ στις αρχές του έτους 1988, κατόπιν εντολής της, ο γιός της Θ. Π., με τη βοήθεια και του Λ. Κ., οικογενειακού φίλου των γονέων του, προέβη σε περίφραξη της βόρειας και ανατολικής πλευράς της με χαμηλή λιθοδομή. Έκτοτε δεν επισκέφθηκε κανείς το επίδικο, ενώ μετά την αγορά του, το έτος 1989, η ενάγουσα επισκέπτονταν το όμορο αυτού, το οποίο υπολάμβανε ότι αγόρασε. Οι γονείς της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, οι οποίοι είναι συγκύριοι ακινήτου που βρίσκεται προς νότον της επίδικης έκτασης και μεταξύ αυτών παρεμβάλλεται άλλο ακίνητο, ιδιοκτησίας Δ. Α., κατέλαβαν το επίδικο ακίνητο μετά το έτος 1988 και το περιέφραξαν, περί το έτος 1995 τοποθέτησαν παροχή νερού, κατασκεύασαν και μικρό βοηθητικό κτίσμα για τοποθέτηση εργαλείων και για κονικλοτροφείο, φύτεψαν δένδρα και το καλλιεργούσαν με λαχανικά μέχρι τις αρχές Ιουλίου του έτους 2004, που το μεταβίβασαν στην αναιρεσείουσα, έκτοτε δε αυτή συνέχισε την καλλιέργειά του μέχρι την άσκηση της αγωγής. Πράξεις νομής σε προγενέστερο χρόνο των γονέων και δικαιοπαρόχων της αναιρεσείουσας επί του επιδίκου και συγκεκριμένα από το Μάιο του έτους 1984 μέχρι και το έτος 1988 δεν αποδείχθηκαν, ενώ η σύνταξη του από 1985 τοπογραφικού διαγράμματος από τον τοπογράφο - αγρονόμο μηχανικό Ι. Μ., κατόπιν εντολής του πατέρα της αναιρεσείουσας, που του κατέβαλε και ποσό 10.000 δραχμών ως αμοιβή, στις 16-5-1986, στο οποίο αποτυπώνει τις εκτάσεις που δεν πωλήθηκαν από τους κληρονόμους Η. και το επίδικο φέρεται με τον αριθμό 1 ως κατεχόμενο από τρίτους δεν αποτελεί εμφανή πράξη νομής του. Επίσης δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής και του παππού της αναιρεσείουσας (πατέρα της μητέρας της) Ε. Α. από το έτος 1966 μέχρι το έτος 1984, όπως αυτή ισχυρίζεται. Περί του γεγονότος ότι πράξεις νομής επί του επιδίκου κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα ασκούσε η δικαιοπάροχος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης είναι σαφείς η κατάθεση του μάρτυρος της Η. Τ., αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού, ο οποίος συνέταξε και την από 10-7-2004 έκθεση φωτοερμηνείας και όσα καταθέτει για τη χρήση του επιδίκου είναι προϊόν επιστημονικής του μελέτης, καθώς και οι ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της Μ. Π., η οποία το έτος 1973 αγόρασε το όμορο του επιδίκου οικόπεδο από το Δ. Π., του Θ. Π., τέκνου της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, ο οποίος επισκέπτονταν το επίδικο με αυτή και το έτος 1988 κατασκεύασε τη χαμηλή λιθοδομή, και του Λ. Κ., οικογενειακού φίλου της οικογένειας της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, ο οποίος επισκέπτονταν με αυτήν το επίδικο και βοήθησε το γιό της, το έτος 1988, στην κατασκευή της λιθοδομής, οι οποίες κρίνονται πειστικές, διότι για όσα βεβαιώνουν έχουν άμεση αντίληψη, ενισχύονται δε: α)από την από 10- 7-2004 ως άνω έκθεση φωτοερμηνείας, στην οποία αναφέρεται ότι στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945, 1962, 1979, 1983 και 1987 δεν εμφανίζονται πράξεις νομής επί του επιδίκου (καλλιέργεια, περίφραξη), ότι στην αεροφωτογραφία του έτους 1988 εμφανίζεται περίφραξη αυτού στη βόρεια και ανατολική πλευρά του με χαμηλό τοιχίο ή ξερολιθιά και ότι το πρώτον, στις αεροφωτογραφίες του έτους 2001 εμφανίζεται παράπηγμα και βλάστηση, που υποδηλώνει καλλιέργεια, β)από τις από 10-1-2005 γνωματεύσεις του γεωπόνου Α. Π. και του γεωπόνου - αρχιτέκτονα τοπίου Α. Τ., οι οποίοι γνωματεύουν ότι η ηλικία των δένδρων που υπάρχουν στο επίδικο δεν ξεπερνάει τα οκτώ έτη, οι οποίες (γνωματεύσεις) συμπορεύονται και με την ως άνω έκθεση φωτοερμηνείας και γ) το από 1985 ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - αγρονόμου μηχανικού Ι. Μ., στο οποίο το επίδικο φέρεται ως ιδιοκτησία Η. κατεχόμενη από τρίτους, αναφορά που δεν ήταν αναγκαία, αν πράγματι το κατείχαν οι γονείς της εναγομένης-αναιρεσείουσας, αφού με εντολή του πατέρα της συντάχθηκε το εν λόγω τοπογραφικό, δεν αναιρούνται δε: α) από την από 12-1-2005 γνωμάτευση του γεωπόνου ανθοκομίας Α. Π., στην οποία αναφέρεται ότι δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ασφαλώς και με ακρίβεια η ηλικία των δένδρων, χωρίς να λάβουμε υπόψη τις επικρατούσες εδαφοκλιματικές συνθήκες της περιοχής καλλιέργειας και τις τυχόν καλλιεργητικές φροντίδες (άρδευση, λίπανση, κλάδεμα), τις οποίες έχουν δεχθεί τα δένδρα κατά τη διάρκεια της ζωής τους, διότι αποφεύγει να γνωματεύσει ο ίδιος για την ηλικία τους, λαμβάνοντας υπόψη τους ως άνω παράγοντες, β) από την αποτύπωση στο από Φεβρουαρίου 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ. Κ. (στο οποίο, κατά τα προαναφερθέντα, το επίδικο τοποθετείται εσφαλμένα στη θέση του ακινήτου ιδιοκτησίας Π.), ξερολιθιάς ως όριο ιδιοκτησίας μεταξύ του ακινήτου της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης και του ομόρου προς δυσμάς κτήματος Π., δηλαδή ξερολιθιάς που βρίσκεται ανάμεσα στην ανατολική πλευρά του κτήματος Π. και στη δυτική πλευρά του επιδίκου, η οποία δικαιολογείται, διότι και στην πλευρά αυτή υπήρχε ξερολιθιά, έστω και κατεστραμμένη κατά το μεγαλύτερο μέρος της, όπως αναφέρεται στην ανωτέρω έκθεση φωτοερμηνείας, ο εν λόγω δε μηχανικός, λόγω του σφάλματος που προαναφέρθηκε, δεν αποτύπωσε λεπτομερώς και το επίδικο και ειδικότερα τα όριά του στη βόρεια και ανατολική πλευρά του, ώστε να αποκλείεται η κατασκευή ξερολιθιάς σ' αυτές το έτος 1988 από τη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης. Αντίθετα, η κατάθεση της μάρτυρος της αναιρεσείουσας Ε. - Α. Κ. και οι ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της Α. Α. - Τ. και Μ. Σ. - Κ., καθώς και οι υπ' αριθμ. .../2-7-2004 και .../2004 ένορκες βεβαιώσεις των δύο τελευταίων ενώπιον του συμβολαιογράφου Μαραθώνος Σταύρου Παπαδογεωργή, που προσαρτήθηκαν στο συμβόλαιο γονικής παροχής της αναιρεσείουσας και λαμβάνονται υπόψη για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, οι οποίες καταθέτουν (η πρώτη) και βεβαιώνουν οι υπόλοιπες για κατάληψη του επιδίκου από τους γονείς της εναγομένης-αναιρεσείουσας περί το Μάιο του έτους 1984, κατόπιν μεσολαβήσεως του δικηγόρου των αδελφών Η. Χ. Α. και για πράξεις νομής επ' αυτού έκτοτε (περίφραξη, δενδροφύτευση) δεν κρίνονται πειστικές, διότι έρχονται σε αντίθεση με τα προαναφερθέντα έγγραφα (έκθεση φωτοερμηνείας, στην οποία αναφέρεται κατασκευή λιθοδομής στο επίδικο το έτος 1988 και τις γνωματεύσεις των δύο γεωπόνων). Εξάλλου, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι το επίδικο από το έτος 1966 το νέμονταν ο παππούς της Ε. Α., ο οποίος το έτος 1964 ήλθε σε συνεννόηση με τον Η. Η. να το αγοράσει και του κατέβαλε 1.000 δραχμές, με την πρόθεση να υπογράψουν συμβόλαιο μόλις ολοκληρωθούν οι τυπικές διαδικασίες, αλλά αυτός πέθανε το Μάρτιο του ιδίου έτους και δεν πρόλαβε να υπογράψει το συμβόλαιο, δεν αποδεικνύεται βάσιμος. Η μητέρα της επιβεβαιώνει μεν την επικαλούμενη άτυπη συμφωνία και την καταβολή του χρηματικού ποσού των 1000 δραχμών, αλλά από κανένα από τα προσαγόμενα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται ότι αυτός το έλαβε στην νομή του και άσκησε από το έτος 1966 και εφεξής πράξεις νομής επ' αυτού. Η αναγραφή δε στο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Μ., που εκπονήθηκε το έτος 1966 και προσαρτήθηκε στο υπ' αριθμ. .../1974 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασ. Σαρρή, του επιδίκου, που ήταν όμορο με το ακίνητο που δωρίζονταν με το ως άνω συμβόλαιο, ως ιδιοκτησία του παππού της αναιρεσείουσας Ε. Α. (ο οποίος μάλιστα δεν είχε σχέση με τη σύνταξη του τοπογραφικού και την κατάρτιση του συμβολαίου), δεν αποτελεί εμφανή πράξη νομής του επ' αυτού. Επίσης δεν αποτελεί εμφανή διακατοχική πράξη, που δεικνύει φυσική εξουσία των δικαιοπαρόχων της αναιρεσείουσας επί του επιδίκου και η υποβολή δηλώσεως και αντιρρήσεων, το έτος στην υπηρεσία κτηματογράφησης, προς ένταξη στο υπό κατάρτιση σχέδιο κτηματογράφησης της περιοχής Σταμάτας οικοπέδου τους εμβαδού 650 τ.μ., καθώς και του επιδίκου, το οποίο αναφέρουν ως οικόπεδο εκτάσεως 2.200 τ.μ. και ότι κείται νότια της ως άνω ιδιοκτησίας τους, πέραν της αόριστης αναφοράς του στην εν λόγω δήλωση, διότι δεν αναφέρουν σ' αυτή ούτε τα όρια ούτε τον τρόπο κτήσης της κυριότητάς του, όπως αναφέρουν για το ακίνητο τους των 650 τ.μ., της αναφοράς σχεδόν διπλάσιας έκτασης από αυτή που πράγματι έχει το επίδικο και της εσφαλμένης αναφοράς της θέσης του, καθόσον το επίδικο κείται βορείως της ιδιοκτησίας τους των 650 τ.μ., ενώ αυτοί δηλώνουν ακίνητο που κείται νοτίως της ιδιοκτησίας τους αυτής, στοιχεία που δείχνουν ότι δεν υπάρχει άμεση σχέση τους με το επίδικο και φυσική εξουσίασή του. Τέλος, αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί και από: α) τον από Ιανουαρίου 1992 κτηματολογικό πίνακα της Κοινότητας Σταμάτας Αττικής, στον οποίο οι δικαιοπάροχοι της αναιρεσείουσας αναφέρονται ως συνιδιοκτήτες του επιδίκου, β) την από 6-9-1992 δήλωση ιδιοκτησίας στην υπηρεσία κτηματογράφησης, με την οποία οι δικαιοπάροχοί της δηλώνουν ότι είναι συνιδιοκτήτες του οικοπέδου τους, που κατά τα ανωτέρω βρίσκεται πλησίον του επιδίκου και, στην ερώτηση του εντύπου εάν έχουν άλλη ιδιοκτησία στην περιοχή, απαντούν ναι, το οικόπεδο με κτηματολογικό αριθμό 020217, δηλαδή το επίδικο, γ)την από 6-12-1996 ένσταση των ιδίων στην ίδια υπηρεσία, με την οποία ζητούν αυτό να μείνει εκτός σχεδίου, ώστε να διατηρήσει η περιοχή τον έντονα εξοχικό - αγροτικό χαρακτήρα της, διότι όλες οι ανωτέρω ενέργειές τους έλαβαν χώρα όταν το επίδικο πράγματι βρίσκονταν στην κατοχή τους. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου με τον επικαλούμενο με την αγωγή της παράγωγο τρόπο, αφού το αγόρασε από την αληθή κυρία αυτού Μ. Π., η οποία το νεμήθηκε με διάνοια κυρίου από το έτος 1958 μέχρι το έτος 1988, δηλαδή για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία και κατέστη κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία, η δε κυριότητά της δεν καταλύθηκε, αφού από το έτος 1989 μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής (2004), που το νεμήθηκαν οι δικαιοπάροχοι της εναγομένης-αναιρεσείουσας και στη συνέχεια η ίδια, δεν συμπληρώνεται εικοσαετία, ώστε αυτή, προσμετρώντας και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων της, να καταστεί κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο το έτος 1989, δυνάμει του αναφερόμενου πωλητηρίου συμβολαίου, αγοράζοντας αυτό από την αληθή κυρία αυτού Μ. χήρα Α. Π., η οποία πωλήτρια είχε καταστεί κυρία εν μέρει με αγορά και εν μέρει κατά 478,33 τ.μ. με έκτακτη χρησικτησία, ότι πράξεις νομής επί του ενιαίου επίδικου ακινήτου ασκούσε από το έτος 1958 μέχρι τις αρχές του έτους 1988 η ως άνω δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης, ενώ οι δικαιοπάροχοι της εναγομένης-αναιρεσείουσας άσκησαν πράξεις νομής επ' αυτού μόνο μετά το έτος 1989 και μέχρι την άσκηση της αγωγής το 2004. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο, αφού απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας της αναιρεσείουσας, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και επικύρωσε και κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από την δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης Μ. Π. και στη συνέχεια το έτος 1989 από την ίδια την αναιρεσίβλητη, δυνάμει του προαναφερόμενου συμβολαίου. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε, ότι η ως άνω δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης κατέστη κυρία του επιδίκου εν μέρει κατά 332,51 τ.μ. το 1958 από αγορά από τον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Σταμάτας, και εν μέρει κατά 478,33 τ.μ. με έκτακτη χρησικτησία, καθώς επίσης έγινε κυρία του όλου ενιαίου επιδίκου, έκτασης 810,84 τ.μ., με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον από το έτος 1958 μέχρι το έτος 1988 ασκούσε σ' αυτό με διάνοια κυρίου τις αναφερόμενες πράξεις νομής, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο παππούς της εναγομένης-αναιρεσείουσας ασκούσε πράξεις νομής επί του επιδίκου από το έτος 1966 και ότι, αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοι της αναιρεσείουσας και γονείς της ασκούσαν πράξεις νομής μόνο από το έτος 1989 μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής το 2004 και έτσι δεν συμπληρώθηκε η απαιτούμενη εικοσαετία για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και παραβίασε εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-4-2011 αίτηση και τους από 13-9-2012 πρόσθετους λόγους της Χ.-Ε. για αναίρεση της 4337/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κτήση κυριότητας με παράγωγο τρόπο - Ουσιώδη πλάνη - Δεν είναι ακυρώσιμη αν εμφυλοχωρεί εσφαλμένος προσδιορισμός του αντικειμένου της δικαιοπραξίας. Η δικαιοπραξία θα ισχύσει για εκείνο που θέλησαν τα μέρη βάσει του άρθρου 173 Α.Κ. Παραβίαση ερμηνευτικών κανόνων – παραβιάζονται όταν παρά τη διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας παραλείπει να προσφύγει σ΄ αυτούς. Προϋποθέσεις απόκτησης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Απορρίπτει αναίρεση κατά της 4337/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
|
Αγωγή διεκδικητική
|
Αγωγή διεκδικητική.
| 0
|
Αριθμός 1755/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Δημήτριο Κατωπόδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Τουριστικές και Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις ΚΥΛΛΗΝΗ ΑΕ" και έδρα την ..., που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Δαμή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/2/1975 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 158/1977 μη οριστική, 58/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1135/2006 του Εφετείου Πατρών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1482/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 1135/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση. Το Εφετείο Πατρών εξέδωσε την 794/2010 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 16/3/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 12/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, των νόμων 8 παρ. 1 Κώδ. (7.39), 9 παρ. 1 ,8 (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ (23.3.), κατά τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, κρίνεται η απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία από ιδιώτη σε ακίνητα, έστω και αν αυτά ανήκαν στο δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δάση. Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής, ως τέτοιας νοούμενης της άσκησης σε αυτό εμφανών και συνεχών πράξεων, που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου και εκδηλώνουν βούληση εξουσίασης του νομέα πάνω στο ακίνητο, όπως είναι η καλλιέργεια τούτου, με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, γεγονός που συνάγεται από το δικαστήριο της ουσίας, ενόψει της φύσης, της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.20 παρ.12 πανδ. (5.8), 27 πανδ. (18.1), και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μίας συνεχούς τριακονταετίας, εκείνος δε που χρησιδέσποζε, μπορούσε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι: "ως προς τον τρόπον κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Η τριακονταετία έπρεπε να είχε συμπληρωθεί έως τις 11-9-1915, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ν.δ της 22.4/26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", αφού έκτοτε ανεστάλη η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων, καθώς και του χρόνου της χρησικτησίας, από δε τις 26-5-1926, που ακόμη ίσχυε η αναστολή αυτή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπράγματων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία (ΟλΑΠ 75/1987). Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δημόσιο δάσος ή δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία πριν από 11-9-1915, δεν έχουν έδαφος εφαρμογής και δεν ασκούν έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε, οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 37 του ν. 1539/1938 και του άρθρου 165 του α.ν 192/1941, που επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί δασικού κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι επί των αδεσπότων και επί των δημοσίων εν γένει δασών, θεωρείται νομέας το δημόσιο, έστω και αν ουδεμία ενήργησε σ' αυτά πράξη νομής, ότι, μεταξύ άλλων, και η βοσκή δεν θεωρείται πράξη νομής στα δημόσια δάση, στις μερικώς δασοσκεπείς εκτάσεις ή στα λιβάδια και τα χορτολιβαδικά εδάφη και ότι νομή από τρίτους στα ακίνητα αυτά θεωρείται ότι ασκείται μόνο με την υλοτομία ή την εκμετάλλευση αυτών ως ιδιωτικών εκτάσεων, με βάση άδειες της δασικής αρχής. Τέλος, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, η δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της ιδίας του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, προϋποθέτει ότι είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού (ΟλΑΠ 75/1987). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Ο επιχειρηματίας Ν. Ο., ο οποίος το έτος 1964 ήταν κάτοικος Δυτικής Γερμανίας, θέλοντας να ιδρύσει μεγάλη ξενοδοχειακή μονάδα στην περιοχή της Κοινότητας Κάστρου Κυλλήνης Ηλείας, με διαφόρους αντιπροσώπους αγόρασε με 18 συμβόλαια τις παρακάτω συνεχόμενες παραθαλλάσιες εκτάσεις: 1) Από τους Γ. Π. Λ., Π. Σ. Λ., Γ. Α. Λ., Α. Α. Λ., Λ. Η. Λ., Α. χήρα Η. Λ., Χ. Η. Λ., Β. Η. Λ., Ν. Η. Λ., Λ. Χ. Λ., Π. Χ. Λ., Χ. Γ. Λ. και Α. I. Λ. με το .../29-4-1964 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Γαστούνης Χαρ. Μακρή, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε ένα ενιαίο ακίνητο προερχόμενο από την ένωση συνεχομένων ακινήτων των ανωτέρω πωλητών, ήτοι ένα αγρό ξηρικό, εκτάσεως 180.000 τ.μ., κείμενο στη θέση "Λαγού - Πήδημα" ή "Φουρνιά" της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας Κάστρου Ηλείας. Στους Γ. Π. Λ. και Π. Σ. Λ. το συνεχόμενο ακίνητο, εκτάσεως 98.000 τ.μ. που συνόρευε ανατολικά με αγρούς κληρονόμων Χ. Π. Λ., δυτικά με παραλία θαλάσσης, βόρεια με αγρούς Α. και Λ. Λ. και νότια με αγρούς Α. Α. Λ., περιήλθε, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εις έκαστο, εκ κληρονομιάς των αποβιωσάντων άνευ διαθήκης τα έτη 1953 και 1954 πατρός των Π. Π. Λ. και Σ. Π. Λ. αντιστοίχως. Στο Γ. Α. Λ. το συνεχόμενο ακίνητο, εκτάσεως 20.524,57 τ.μ., που συνόρευε ανατολικά με αγρό Γ. Λ., δυτικά με παραλία θαλάσσης, βόρεια με αγρό Α. Λ. και νότια με αγρό χήρας Α. Λ., περιήλθε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος άνευ διαθήκης, το έτος 1902 πατρός του Α. Λ.. Στον Α. Α. Λ. το συνεχόμενο ακίνητο, εκτάσεως 29.144,25 τ.μ., που συνόρευε ανατολικά με ακαλλιέργητο αγρό του ιδίου Α. Λ., δυτικά με παραλία θαλάσσης, βόρεια με αγρό Γ. και Π. Λ. και νότια με αγρό Γ. Α. Λ., περιήλθε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος άνευ διαθήκης, το έτος 1902, πατρός του Α. Λ.. Στους Λ. Η. Λ., Α. χήρα Η. Λ., Χ. Η. Λ., Β. Η. Λ., Ν. Η. Λ., το συνεχόμενο ακίνητο, εκτάσεως 18.000,52 τ.μ., που συνόρευε ανατολικά με αγρό Τ. και Β. Λ., δυτικά με αγρό Π. και Γ. Λ., βόρεια με αγρό Γ. Λ. και νότια με αγρό Α. Λ., περιήλθε, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου, εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος άνευ διαθήκης το έτος 1958, Η. Χ. Λ., συζύγου της δεύτερης και πατρός των λοιπών και ειδικότερα κατά τα 4/16 εξ αδιαιρέτου στη δεύτερη εξ αυτών και κατά τα 3/16 εξ αδιαιρέτου εις έκαστο των λοιπών. Στο Χ. Γ. Λ. το ως άνω συνεχόμενο ακίνητο περιήλθε κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1943, άνευ διαθήκης, πατρός του Γ. Χ. Λ.. Στους Π. Χ. Λ. και Λ. Χ. Λ. το ως άνω συνεχόμενο ακίνητο περιήλθε, κατά ποσοστό 2/4 εξ αδιαιρέτου, εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1920, άνευ διαθήκης, πατρός των Χ. Λ.. Στον Α. Ι. Λ., το συνεχόμενο ακίνητο, εκτάσεως 13.964,60 τ.μ., που συνόρευε ανατολικά με λόγγο και βραχώδη έκταση Τ. Δ. Λ., Α. Α. Λ. και Γ. Α. Λ., δυτικά με παραλία θαλάσσης, βόρεια με αγρούς Π. Χ. Λ. και Γ. Π. Λ. και νότια με αγρό χήρας Α. Λ., περιήλθε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1927, άνευ διαθήκης, πατρός του Ι. Λ.. 2) Από το Λ. Χ. Λ. με το .../5-6- 1964 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε έναν αγρό ξηρικό, εκτάσεως 108.000 τ.μ., κείμενο στη θέση "Λαγού Πήδημα" ή "Φουρνιά" της ιδίας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με λογγώδη έκταση και βοσκότοπο ανήκοντα στον ίδιο Λ. Χ. Λ., επί πλευράς 215 μ., δυτικά με θάλασσα επί ομοίας πλευράς μέτρων 215, βόρεια με θαμνώδη έκταση προικώα Ζ. Δ. (πρώην χήρας Α. Λ.), επί πλευράς μέτρων 500 και νότια με αγρούς Π. Σ. Λ. και Σ. Κ. Α., επί πλευράς μέτρων 500. Το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στον πωλητή Λ. Χ. Λ. εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1920, άνευ διαθήκης, πατρός του Χ. Π. Λ.. 3) Το ως άνω συνεχόμενο ακίνητο περιήλθε, κατά ποσοστό 2/4 εξ αδιαιρέτου, εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1920, άνευ διαθήκης, πατρός των Χ. Λ.. Στον Α. Ι. Λ., το συνεχόμενο ακίνητο, εκτάσεως 13.964,60 τ.μ., που συνόρευε ανατολικά με λόγγο και βραχώδη έκταση Τ. Δ. Λ., Α. Α. Λ. και Γ. Α. Λ., δυτικά με παραλία θαλάσσης, βόρεια με αγρούς Π. Χ. Λ. και Γ. Π. Λ. και νότια με αγρό χήρας Α. Λ., περιήλθε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1927, άνευ διαθήκης, πατρός του Ι. Λ.. 2) Από το Λ. Χ. Λ. με το .../5-6-1964 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε έναν αγρό ξηρικό, εκτάσεως 108.000 τ.μ., κείμενο στη θέση "Λαγού Πήδημα" ή "Φουρνιά" της ιδίας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με λογγώδη έκταση και βοσκότοπο ανήκοντα στον ίδιο Λ. Χ. Λ., επί πλευράς 215 μ., δυτικά με θάλασσα επί ομοίας πλευράς μέτρων 215, βόρεια με θαμνώδη έκταση προικώα Ζ. Δ. (πρώην χήρας Α. Λ., επί πλευράς μέτρων 500 και νότια με αγρούς Π. Σ. Λ. και Σ. Κ. Α., επί πλευράς μέτρων 500. Το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στον πωλητή Λ. Χ. Λ. εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1920, άνευ διαθήκης, πατρός του Χ. Π. Λ.. 3) Από τους Π., Χ., Λ., Δ., Γ. και Θ. Π. του Ν. με το .../17-6-1964 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μυρτουντίων Ευθυμίου Πανουτσοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε αγροτική έκταση, εκτάσεως 51.350 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Πρωτόγυρος" ή "Λαγού Πήδημα" ή "Φουρνιά" της ιδίας ως άνω κτηματικής περιφέρειας και συνόρευε ανατολικά με λογγώδη έκταση και βοσκότοπο ιδιοκτησίας κληρονόμων Δ. Κ. Κ., επί πλευράς μέτρων 130, δυτικά με θάλασσα, επί πλευράς μέτρων 195, βόρεια με αγρούς Κ. Α. και Γ. Κ., επί πλευράς μέτρων 305 και νότια με αγρό κληρονόμων Δ. Κ. Κ., επί πλευράς μέτρων 305. Στους ως άνω πωλητές το εν λόγω ακίνητο περιήλθε εξ αγοράς παρά των Α. Χ. Κ., Θ. χήρας Χ. Κ. και Μ. Χ. Κ., δυνάμει του .../15-3-1957 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μυρτουντίων Δημητρίου Κατσιάπη, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στους εν λόγω δικαιοπαρόχους των ως άνω πωλητών το προαναφερόμενο ακίνητο περιήλθε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1927, άνευ διαθήκης, Χ. Κ., συζύγου της δεύτερης και πατρός των λοιπών. 4) Από το Γ. Κ. Κ. με το .../17-6-1964 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μυρτουντίων Ευθυμίου Πανουτσοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε ένα αγροτικό ακίνητο, εκτάσεως 128.000 τ.μ., κείμενο στη θέση "Καλαμιά" ή "Λαγού Πήδημα" ή "Φουρνιά" της ιδίας ως άνω κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με ελαιώνα και αγρό δέον πωλητού, επί πλευράς μέτρων 355, δυτικά με θάλασσα, επί πλευράς μέτρων 450, νότια με ρέμα και πέραν τούτου με αγρό υιών Ν. Π., πρότερον και ήδη αγοραστού και με αγρό Σ. Α., επί πλευράς μέτρων 285 και βόρεια με αγρό Α. Κ., επί πλευράς μέτρων 370. Το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στον ως άνω πωλητή εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1936, άνευ διαθήκης, πατρός του Κ. Δ. Κ.. 5) Από τους Α., Β., Κ., Δ., Ν. Κ. του Δ. και Β. χήρα Δ. Κ. με το .../17-6-1964 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε ένα αγροτικό ακίνητο, εκτάσεως 105.000 τ.μ., κείμενο στη θέση "Ριζοσπήλια" ή "Πρωτογύρου" ή "Λαγού Πήδημα" ή "Φουρνιά" της ιδίας ως άνω κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με λογκώδη έκταση και βοσκότοπο ιδίων πωλητών, επί πλευράς- μέτρων 345, δυτικά με θάλασσα, επί πλευράς μέτρων 230, νότια με περιοχή του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού και ιδιοκτησία συνεχομένη των ιδίων πωλητών, επί πλευράς μέτρων 360 και βόρεια με αγρούς αδελφών Π. πρότερον και ήδη ιδίου αγοραστού, επί πλευράς μέτρων 440. Στους ως άνω πωλητές εν λόγω ακίνητο περιήλθε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1940, άνευ διαθήκης, Δ. Κ. Κ., πατρός των πέντε πρώτων και συζύγου της τελευταίας και δη κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου εις έκαστο των πέντε πρώτων και κατά ποσοστό 5/20 εξ αδιαιρέτου στην τελευταία. Στο Δ. Κ. Κ. το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει το έτος 1900 εξ ατύπου παραχωρήσεως παρά του πατρός του Κ. Δ. Κ.. 6) Από τον Α. Κ. του Χ. με το υπ' αριθμ. .../27-6-1964 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα αγόρασε: α) έναν αγρό, εκτάσεως 12.870 τ.μ. κείμενο στη θέση "Βαριές" της ιδίας ως άνω κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με αγρό Χ. συζ. Π. Λ., επί πλευράς μέτρων 39, δυτικά με θάλασσα, επί πλευράς μέτρων 39, βόρεια με αγρό του ιδίου, επί πλευράς μέτρων 330 και νότια με αγρό Γ. Κ. Κ., β) έναν αγρό, εκτάσεως 56.600 τ.μ., κείμενο στην ίδια θέση, που συνόρευε ανατολικά με αγρό του ιδίου επί πλευράς μέτρων 240, δυτικά με θάλασσα επί πλευράς μέτρων 180, βόρεια με αγρό Β. Π. Π. και αγρό ιδίου, επί πλευράς μέτρων 240 και νότια με αγρούς Χ. Π. Λ. και του ιδίου, επί πλευράς μέτρων 360, γ) έναν αγρό, εκτάσεως 100.120 τ.μ., κείμενο στην ιδία θέση, που συνόρευε ανατολικά με αγρό Β. Π. Π., με αγρό και ελαιώνα ιδίου ιδιοκτήτη Α. Κ. και με αγρό Β. Κ., επί πλευράς μέτρων 235, δυτικά με θάλασσα, επί πλευράς μέτρων 300, βόρεια με αγρούς κληρονόμων Δ. Κ. Κ., επί πλευράς μέτρων 375 και νότια με αγρό Β. Π. Π. και με αγρό του ιδίου, επί πλευράς μέτρων 360, δ) έναν αγρό, εκτάσεως 12.390 τ.μ., κείμενο στη θέση "Παληοσταφίδα" της ιδίας ως άνω κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με αγρό του ιδίου, επί πλευράς μέτρων 42, δυτικό με θάλασσα, επί πλευράς μέτρων 42, βόρεια με αγρό Β. Κ. Κ., επί πλευράς μέτρων 295 και νότια με αγρό Χ. συζ. Π. Λ., επί πλευράς μέτρων 295. Στον ως άνω πωλητή τα εν λόγω ακίνητα περιήλθαν εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1927, άνευ διαθήκης, πατρός του Χ. Δ. Κ.. 7) Από τη Χ. Κ. συζ. Π. Λ. με το .../27-6-1964 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε: α) έναν αγρό, εκτάσεως 1092 τ.μ., κείμενο στη θέση "Βαριές" της ίδιας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με αγρό της ιδίας επί πλευράς μέτρων 39, δυτικά με αγρό Α. Κ., επί πλευράς μέτρων 39, βόρεια με αγρό Α. Κ., επί πλευράς μέτρων 28 και νότια με αγρό Γ. Κ. Κ., β) έναν αγρό, εκτάσεως 19.000 τ.μ., κείμενο στην ίδια θέση, που συνόρευε ανατολικά με αγρό Α. Κ., επί πλευράς μέτρων 57, δυτικά με θάλασσα, επί πλευράς μέτρων 57, βόρεια με αγρό Α. Κ., επί πλευράς μέτρων 332 και νότια με αγρό Α. Κ. και γ) έναν αγρό, εκτάσεως 29.000 τ.μ. κείμενο στη θέση "Παληοσταφίδα", της ίδιας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με αγρό της ιδίας, με αγρό Β. Π. Π., επί συνολικής πλευράς μέτρων 98, δυτικά με θάλασσα επί πλευράς μέτρων 98, βόρεια με αγρό Α. Κ. επί πλευράς μέτρων 295 και νότια με αγρό αδελφών Κ. επί ίσης πλευράς. Στην ως άνω πωλήτρια περιήλθαν τα εν λόγω ακίνητα εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1927, άνευ διαθήκης, πατρός της Χ. Δ. Κ., 8) Από τους Α., Β., Κ., Δ., Ν. Κ. του Δ. και Β. χήρα Δ. Κ. με το .../8-8-1964 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε έναν αγρό ξηρικό, εκτάσεως 23.000 τ.μ., κείμενο στη θέση "Παληοσταφίδα" της ιδίας ως άνω κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με αγρό Β. Κ. Κ., δυτικά με θάλασσα, βόρεια με αγρό Β. Κ. Κ. και νότια με αγρό πρώην Α. Χ. Κ. και ήδη Ν. Ο. (αγοραστού) και με αγρό Β. Κ.. Στους ως άνω πωλητές το εν λόγω ακίνητο περιήλθε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1940, άνευ διαθήκης, Δ. Κ. Κ., πατρός των πέντε πρώτων και συζύγου της τελευταίας και δη κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου εις έκαστο των πέντε πρώτων και κατά ποσοστό 5/20 εξ αδιαιρέτου στην τελευταία. Στο Δ. Κ. Κ. είχε περιέλθει το έτος 1925 εξ ατύπου παραχωρήσεως παρά του πατρός του Κ. Δ. Κ.. 9) Από το Β. Κ. Κ. με το .../10-8-1964 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε ένα αγρό ξηρικό, εκτάσεως 25.000 τ.μ., κείμενο στη θέση "Παληοσταφίδα" της ίδιας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε δυτικά με θάλασσα, επί πλευράς μέτρων 90, βόρεια με αγρό Κ. Π. Π., επί πλευράς μέτρων 275, νότια με αγρό πρότερον Α. Κ. και ήδη αγοραστού Ν. Ο., επί πλευράς μέτρων 275 και ανατολικό με συνεχόμενο αγρό ιδίου πωλητού, επί πλευράς μέτρων 90. Στον ως άνω πωλητή το εν λόγω ακίνητο περιήλθε το έτος 1925 εξ ατύπου παραχωρήσεως παρά του πατρός του Κ. Δ. Κ., στον οποίο είχε περιέλθει εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1900, άνευ διαθήκης, πατρός του Δ. Κ.. 10) Από τους Α., Β., Κ., Δ., Ν. Κ. Δ. και Β. χήρα Δ. Κ. με το .../17-9-1964 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε έναν αγρό ξηρικό, εκτάσεως 45.000 τ.μ., κείμενο στη θέση "Βλαχοκαλύβες" της ιδίας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με αγρό Δ. Π., δυτικά με περιοχή Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού, βόρεια με αγρό ιδιοκτησίας Ν. Π. Ο. και νότια με αγρό Δ. Π.. Στους ως άνω πωλητές το εν λόγω ακίνητο περιήλθε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1940, άνευ διαθήκης, Δ. Κ. Κ., πατρός των πέντε πρώτων και συζύγου της τελευταίας και δη κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου εις έκαστο των πέντε πρώτων και κατά ποσοστό 5/20 εξ αδιαιρέτου στην τελευταία. 11) Από το Σ. Κ. Α., με το .../13-7-1964 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε έναν αγρό ξηρικό, εκτάσεως 38.000 τ.μ., κείμενο στη θέση "ΒΑΤΟΥΧΙΑ" της ιδίας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με θαμνώδη έκταση Γ. Λ. και Π. Λ., βόρεια με θαμνώδη έκταση Ν. Ο. (αγοραστού), δυτικά με αγρό Κ. Π. και με θάλασσα και νότια με αγρούς Ά. Π. Π. και αδελφών Α. Μ.. Στον ως άνω πωλητή το εν λόγω ακίνητο περιήλθε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1921, άνευ διαθήκης, πατρός του Κ. Σ. Α., στον οποίο είχε περιέλθει εκ κληρονομιάς του προ αμνημονεύτων ετών αποβιώσαντος, άνευ διαθήκης πατρός του Σ. Α.. 12) Από τον Κ. Π. του Π. με το .../1-8-1964 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε έναν αγρό ξηρικό, εκτάσεως 16.000 τ.μ., κείμενο στη θέση "ΒΑΤΟΥΧΙΑ" της ίδιας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε βόρεια με αγροτική έκταση πρώην Σ. Α. και ήδη αγοραστού Ν. Ο., νότια με αγρούς Γ. Β. Π. και Γ. Π. Π., ανατολικά με αγρό πρώην Σ. Α. και ήδη αγοραστού Ν. Ο. και δυτικά με θάλασσα. Στον ως άνω πωλητή το εν λόγω ακίνητο περιήλθε το έτος 1925 εξ ατύπου παραχωρήσεως παρά του πατρός του Π. Π. Π., στον οποίο είχε περιέλθει εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος πατρός του το έτος 1900, άνευ διαθήκης, Π. Π. Π.. 13) Από το Δ. Π. του Σ., με το υπ' αριθμ. .../9- 6-1964 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε έναν αγρό ξηρικό, εκτάσεως 70.750 τ.μ. κείμενο στη θέση "Κουμαριά" της ίδιας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε νότια με περιοχή Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού, δυτικά με περιοχή Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού, βόρεια με συνεχόμενο αγρό ιδίου πωλητού και ανατολικά με συνεχόμενο αγρό ιδίου πωλητού και πέραν αυτού με αγρόκτημα (ελαιώνα) Β. Π. και Α. Π.. Στον ως άνω πωλητή το εν λόγω ακίνητο περιήλθε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1900, άνευ διαθήκης, πατρός του Σ. Π. Π. και κατόπιν έκτοτε ατύπου διανομής της πατρικής κληρονομιαίας περιουσίας μεταξύ των λοιπών συγκληρονόμων. 14) Από τον Π. Χ. Λ., δυνάμει του .../27-1-1965 συμβολαίου του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε έναν αγρό ξηρικό, εκτάσεως 13.000 τ.μ., κείμενο στη θέση "Κουτσουπιά" της ίδιας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με αγρούς Γ. Π. Λ. και Π. Σ. Λ., επί συνολικής πλευράς μέτρων 50, ως έγγιστα, βόρεια με συνεχόμενο αγρό του ιδίου πωλητού, επί πλευράς μέτρων 260, ως έγγιστα, δυτικά με περιοχή θαλάσσης, επί πλευράς μέτρων 50, ως έγγιστα και νότια με συνεχόμενο αγρό του ιδίου πωλητού, επί πλευράς μέτρων 260. Στον ως άνω πωλητή το εν λόγω ακίνητο περιήλθε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1920 πατρός του Χ. Π. Λ., 15) Από τον Ν. Π. Π., με το .../28-1-1965 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε έναν αγρό ξηρικό, εκτάσεως 12.000 τ.μ. κείμενο στη θέση "ΒΑΤΟΥΧΙΑ" της ίδιας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με αγρούς Γ. Λ. και Π. Λ., βόρεια με αγρό Γ. Β. Π., δυτικά με θάλασσα και νότια με αγρό Κ. Π.. Στον ως άνω πωλητή το εν λόγω ακίνητο περιήλθε το έτος 1915 εξ ατύπου παραχωρήσεως παρά του πατρός του Π. Π.. 16) Από το Λ. Χ. Λ., με το .../2-2-1965 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε έναν αγρό ξηρικό, εκτάσεως 13.000 τ.μ., κείμενο στη θέση "Κουτσουπιά" της ίδιας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με αγρό Π. Σ. Λ., επί πλευράς μέτρων 50, ως έγγιστα, βόρεια με αγρό κληρονόμων Η. Χ. Λ., επί πλευράς μέτρων 260, ως έγγιστα, δυτικά, με περιοχή θαλάσσης, επί πλευράς μέτρων 50, ως έγγιστα και νότια με αγρό αγοραστού Ν. Ο., επί πλευράς μέτρων 260. Στον ως άνω πωλητή το εν λόγω ακίνητο περιήλθε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1920 πατρός του Χ. Π. Λ. 17) Από το Δ. Σ. Π., με το .../11-2-1965 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε α) έναν αγρό ξηρικό, εκτάσεως 28.800 τ.μ., κείμενο στη θέση "Βρυτσούλια" της ίδιας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με αγρό του ιδίου του πωλητού, επί πλευράς μέτρων 80, βόρεια με αγρό ωσαύτως του ιδίου του πωλητού επί πλευράς μέτρων 360, δυτικά με αγρό του αγοραστού Ν. Ο., επί πλευράς μέτρων 80 και νότια με αγρό ιδίου πωλητού, επί πλευράς μέτρων 360, β) έναν αγρό ξηρικό εκτάσεως 16.800 τ.μ., κείμενο στην ίδια θέση, που συνόρευε ανατολικά με αγρό ιδίου πωλητού, επί πλευράς μέτρων 80, βόρεια με αγρό ιδίου ωσαύτως πωλητού, επί πλευράς μέτρων 200, δυτικά με αγρό αγοραστού Ν. Ο., επί πλευράς μέτρων 80 και νότια με αγρό ιδίου πωλητού, επί πλευράς μέτρων 200 και γ) έναν αγρό ξηρικό, εκτάσεως 9.000 τ.μ., κείμενο στην ίδια θέση, που συνόρευε ανατολικά με αγρό ιδίου πωλητού, επί πλευράς μέτρων 90, βόρεια με αγρό ιδίου ωσαύτως πωλητού, επί πλευράς μέτρων 100, δυτικά με αγρό αγοραστού Ν. Ο., επί πλευράς μέτρων 90 και νότια με αγρό ιδίου πωλητού, επί πλευράς μέτρων 100. Στον εν λόγω πωλητή τα ως άνω ακίνητα περιήλθαν εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1900, άνευ διαθήκης, πατρός του Σ. Π. Π.. 18) Από το Γ. Π. Π., με το .../24-2- 1965 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε έναναγρό ξηρικό, εκτάσεως 16.000 τ.μ., κείμενο στη θέση "ΒΑΤΟΥΧΙΑ" της ιδίας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με αγρό Γ. Π., επί πλευράς μέτρων 130, δυτικά με θάλασσα, επί πλευράς μέτρων 63, βόρεια με αγρό αγοραστού Ν. Ο., πρώην Κ. Π., επί πλευράς μέτρων 210 και νότια με αγρό Β. Λ. και με λαγκάδι και εντεύθεν του λαγκαδίου με αγρό Ε. Π., επί πλευράς μέτρων 210. Στον εν λόγω πωλητή το ως άνω ακίνητο περιήλθε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1900, άνευ διαθήκης, πατρός του Π. Π. Π.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση, η οποία περιλαμβάνεται στις ως άνω συνεχόμενες εδαφικές παραθαλάσσιες εκτάσεις, είναι συνολικής εκτάσεως 429.000 τ.μ., κείται στις αγροτικές θέσεις "Φουρνιά", "Λαγοπήδημα", "Παληοσταφίδα", "Καλαμιά" και "Πρωτόγερος" της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας Κάστρου Ηλείας και αποτελείται από τα κατωτέρω τεμάχια, τα οποία εμφαίνονται στο από 18-3- 1965 τοπογραφικό διάγραμμα του Δασάρχη Πύργου, ήτοι: 1) εκτάσεως 121.500 τ.μ. κειμένης τη θέση "Φουρνιά" και οριοθετουμένης ανατολικά με δημόσια δασική έκταση, αναγνωρισθείσα με τις 415/1965 και 173/1968 αποφάσεις του Προέδρου Πρωτοδικών Αμαλιάδας, υπό στοιχεία Α, Α3, Β και Γ και αγρούς εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, δυτικά με αιγιαλό, βόρεια με δημόσια δασική έκταση και νότια με αγρό αναιρεσίβλητης, με αναγνωρισθείσα με τις ως άνω αποφάσεις δημόσια δασική έκταση με στοιχεία ΔΙ, Δ2, Δ3, Δ4, με ρέμα και εκείθεν όρια του υπ' αριθμ. 2 κατωτέρω περιγραφομένου τεμαχίου, 2) εκτάσεως 82.400 τ.μ., κειμένης στη θέση "Λαγοπήδημα" και οριοθετουμένης ανατολικά με δημόσια δασική έκταση αναγνωρισθείσα με τις ως άνω αποφάσεις και αγρό εναγομένης, δυτικά με αιγιαλό, βόρεια με ρέμα και πέραν τούτου με τεμάχιο υπ' αριθμ. 1 και νότια με αναγνωρισθείσα δημόσια δασική έκταση, 3) εκτάσεως 9.000 τ.μ., κειμένης στην αυτή ως άνω θέση και οριοθετουμένης ανατολικά με αναγνωρισθείσα έκταση με τις προαναφερόμενες αποφάσεις υπό στοιχείο Α, δυτικά με ομοίως αναγνωρισθείσες εκτάσεις υπό στοιχεία Ζ1 και Ε7, βόρεια ομοίως με έκταση υπό στοιχείο Κ και νότια με δημόσια δασική έκταση και αγρούς αναιρεσίβλητης, 4) εκτάσεως 8.900 τ.μ., κειμένης στην αυτή ως άνω θέση και οριοθετουμένης ανατολικά με αγρούς αναιρεσίβλητης, δυτικά με αιγιαλό, βόρεια με αναγνωρισθείσα έκταση με τις προαναφερόμενες αποφάσεις υπό στοιχεία Θ1 και 02 και νότια με δημόσια δασική έκταση και αγρό Τ. Λ., 5) εκτάσεως 8.200 τ.μ., κειμένης στη θέση "Παλιοσταφίδα" και οριοθετουμένης ανατολικά με αγρούς εναγομένης, δυτικά με αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση, βόρεια με δημόσια δασική έκταση και νότια με αναγνωρισθείσα ως άνω δημόσια δασική έκταση υπό στοιχεία Μ, Ξ, Ο, 6) εκτάσεως 600 τ.μ., κειμένης στην αυτή ως άνω θέση και οριοθετουμένης ανατολικά με αγρούς αναιρεσίβλητης, δυτικά με αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση υπό στοιχείο Ο, βόρεια με αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση και νότια με αγρούς αναιρεσίβλητης, 7) εκτάσεως 2.300 τ.μ., κειμένης στην αυτή ως άνω θέση και οριοθετουμένης ανατολικά με αγρούς αναιρεσίβλητης, δυτικά με αγρούς αναιρεσίβλητης, με αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση υπό στοιχείο Α5 και αγρούς αναιρεσίβλητης, βόρεια με αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση υπό στοιχείο Α4 και νότια με αγρούς αναιρεσίβλητης. 8) εκτάσεως 105.200 τ.μ., κειμένης στη θέση "Καλαμιά" και οριοθετουμένης ανατολικά με αγρούς αναιρεσίβλητης και αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση υπό στοιχείο Υ2, δυτικά με αιγιαλό, βόρεια με αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση υπό στοιχεία Σ3, Σ2 και όρια τμήματος 2 και νότια με αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση υπό στοιχεία Υ5, Υ4 και Υ3, 9) εκτάσεως 17.400 τ.μ., κειμένης στην αυτή ως άνω θέση και οριοθετουμένης ανατολικά με αγρούς αναιρεσίβλητης, δυτικά με αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση υπό στοιχεία ΤΙ, Τ2 και Υ2, βόρεια με αγρούς αναιρεσίβλητης και νότια με ρέμα, 10) εκτάσεως 2000 τ.μ., κειμένης στη θέση "Πρωτόγερος" και οριοθετουμένης ανατολικό με αγρούς αναιρεσίβλητης, δυτικά με αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση υπό στοιχείο Υ5, βόρεια με ρέμα και νότια με αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση υπό στοιχείο Φ2, 11) εκτάσεως 11.300 τ.μ., κειμένης στην αυτή ως άνω θέση και οριοθετουμένης ανατολικά με δημόσια δασική έκταση, δυτικά με αγρούς αναιρεσίβλητης, βόρεια με δημόσια δασική έκταση και νότια με αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση υπό στοιχείο Π2, αγρούς αναιρεσίβλητης και αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση υπό στοιχείο Φ2, 12) εκτάσεως 59.600 τ.μ., κειμένης στην αυτή ως άνω θέση και οριοθετουμένης ανατολικά με αγρούς αναιρεσίβλητης, δυτικά με αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση υπό στοιχεία XI και Χ2 και αιγιαλό, βόρεια με αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση υπό στοιχεία Υ3, Υ4, Υ5 και ΦΙ και αγρούς αναιρεσίβλητης και νότια με δημόσια δασική έκταση διαχειριζόμενη υπό του Ε.Ο.Τ. Η αρχική έκταση καθώς και η επίδικη των 429.000 τ.μ. ανήκε αρχικό στο ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο και δη από το έτος 1830, δηλαδή από την απελευθέρωση των Ελλήνων από τους Τούρκους. Από το έτος 1850 μετοίκησαν στην ευρύτερη περιοχή της Κοινότητας Κάστρου Ηλείας διάφορες οικογένειες, προερχόμενες από την Κεφαλλονιά, τη Λευκάδα και τα Καλάβρυτα, μεταξύ των οποίων και εκείνες των Λ., Π., Κ. και Α. και αφού εγκαταστάθηκαν στην επίδικη περιοχή, λόγω αδρανείας του τότε νέου Ελληνικού Κράτους, κατέλαβαν αυτή και εν συνεχεία, αφού τη διαχώρισαν, την εκχέρσωσαν και άρχισαν να την καλλιεργούν με δημητριακά, εκείνη δε την περιοχή που ήταν μερικώς δασοσκεπής την χρησιμοποιούσαν για την βοσκή των ποιμνίων τους. Χρόνο με το χρόνο η περιοχή διαμορφώθηκε ως ιδιοκτησία των Λ., των Π., των Α. και των Κ. και έτσι δημιουργήθηκε κοινή πεποίθηση ότι οι επί μέρους αυτές ιδιοκτησίες ανήκουν πλέον στους κατόχους τους, οι οποίοι και εμφανίζονταν να τις εξουσιάζουν και να ασκούν όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στην κατά προορισμό χρήση τους. Ήδη από το έτος 1890 οι γόνιμες εκτάσεις έγιναν αντικείμενο συναλλαγής, άλλοτε ατύπως, άλλοτε με συμβόλαια (βλ. .../1999, .../1903, .../1903, .../1905 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Μυρτουντίων Γεωργίου Παπαδόπουλου), εκ των οποίων προκύπτει η μακροχρόνια κατοχή ορισμένων επιδίκων τοποθεσιών από τους απώτερους δικαιοπαρόχους του Ν. Ο.. Ολόκληρη την ως άνω έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται και η επίδικη των 429.000 τ.μ., νεμήθηκαν συνεχώς και αδιαλείπτως: 1) Οι Π. Π. Λ. και Σ. Π. Λ., κατά τα 98.000 τ.μ. και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι τα έτη 1953 και 1954 αντιστοίχως, που απεβίωσαν άνευ διαθήκης. Τα τέκνα τους - πωλητές Γ. Π. Λ. και Π. Σ. Λ. αντιστοίχως, κατά ποσοστό 1Λ εξ αδιαιρέτου έκαστος, με διάνοια κυρίου από τα έτη 1953 και 1954 αντιστοίχως και μέχρι το έτος 1964, αποδεχθέντες την κληρονομιά τους δια της αναμίξεώς τους σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. 2) Ο Αλέξανδρος Λ., κατά τα 20.524,57 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ του έτους 1902, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως ο υιός του - πωλητής Γ. Α. Λ. με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1902 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964, αποδεχθείς την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. 3) Ο Αλέξανδρος Λ., κατά τα 29.144,25 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ του έτους 1902, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως ο υιός του - πωλητής Αλέξανδρος Α. Λ. με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1902 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964, αποδεχθείς την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. 4) Ο Η. Χ. Λ., κατά τα 18.000,52 τ.μ. και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1958, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως η σύζυγος του Α. χήρα Η. Λ. και τα τέκνα του Λ. Η. Λ., Χ. Η. Λ., Β. Η. Λ. και Ν. Η. Λ. (πωλητές), κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 3/16 εξ αδιαιρέτου έκαστος των λοιπών, με διάνοια κυρίου από το έτος 1958 και μέχρι το έτος 1964, αποδεχθέντες την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς τους σ' αυτή με πρόθεση συγκληρονόμων. 5) Ο Γ. Χ. Λ.ς, κατά τα ως άνω 18.000,52 τ.μ. και κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1943, που απεβίωσε. Ακολούθως ο υιός του - πωλητής Χ. Γ. Λ., κατά το ως άνω ποσοστό, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1943 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964, αποδεχθείς την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου, 6) Ο Χ. Λ., κατά τα ως άνω 18.000,52 τ.μ. και κατά ποσοστό 2/4 εξ αδιαιρέτου, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1920 που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως οι υιοί του - πωλητές Π. Χ. Λ. και Λ. Χ. Λ., κατά το ως άνω ποσοστό, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1920 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια δε κυρίου εφεξής και μέχρι το έτος 1964, αποδεχθέντες την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς τους σ' αυτή με πρόθεση συγκληρονόμων. 7) Ο Ι. Λ., κατά τα 13.964,60 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1927, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως ο υιός του - πωλητής Α. Ι. Λ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1927 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964, αποδεχθείς την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου, 8) Ο Χ. Π. Λ., κατά τα 108.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1920, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως ο υιός του - πωλητής Λ. Χ. Λ.ς, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1920 και μέχρι την 23- 2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964, αποδεχθείς την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. 9) Ο Χ. Δ. Κ., κατά τα 51.350 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1927, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Η σύζυγος του Θ. χήρα Χ. Κ. και τα τέκνα του Α. Χ. Κ. και Μ. Χ. Κ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1927 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1957, αποδεχθέντες την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς τους σ' αυτή με πρόθεση συγκληρονόμων. Ακολούθως οι Π., Χ., Λ., Δ., Γ. και Θ. Π. του Ν., (πωλητές), με διάνοια κυρίου από το έτος 1957, που περιήλθε σ' αυτούς εξ αγοράς παρά των ως άνω κληρονόμων του Χ. Κ. και μέχρι το έτος 1964. 10) Ο Κ. Δ. Κ., κατά τα 128.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1936, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως ο υιός του Γ. Κ. Κ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1936 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964, αποδεχθείς την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. 11) Ο Κ. Δ. Κ., κατά τα 105.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ του έτους 1925, που το εν λόγω τεμάχιο παραχώρησε ατύπως στον υιό του Δ. Κ. Κ., ο τελευταίος δε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1925 και μέχρι το έτος 1940, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως η σύζυγος του Β. χήρα Δ. Κ. και τα τέκνα του Α., Β., Κ., Ν. Κ. του Δ. και Δ. Κ. του Δ. - πωλητές, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1940 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964, κατά ποσοστό 5/20 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 3/20 εξ αδιαιρέτου έκαστος των λοιπών, αποδεχθέντες την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς τους σ' αυτή με πρόθεση συγκληρονόμων. 12) Ο Χ. Δ. Κ., κατά τα 12.870 τ.μ., 56.600 τ.μ., 100.120 τ.μ. και 12.390 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1927, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως ο υιός του Α. Κ. του Χ. - πωλητής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1927 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964, αποδεχθείς την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. 13) Ο Χ. Δ. Κ., κατά τα 1092 τ.μ., 19.000 τ.μ. και 29.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1927, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως η θυγατέρα του Χ. Κ. συζ. Π. Λ. - πωλήτρια, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1927 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964, αποδεχθείσα την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς της σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. 14) Ο Κ. Δ. Κ., κατά τα 23.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1925, που το εν λόγω τεμάχιο παραχώρησε ατύπως στον υιό του Δ. Κ. Κ., ο τελευταίος δε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1925 και μέχρι το έτος 1940, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως η σύζυγος του Β. χήρα Δ. Κ. και τα τέκνα του Α., Β., Κ., Ν. Κ. του Δ. και Δ. Κ. του Δ. - πωλητές, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1940 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964, κατά ποσοστό 5/20 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 3/20 εξ αδιαιρέτου έκαστος των λοιπών, αποδεχθέντες την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς τους σ' αυτή με πρόθεση συγκληρονόμων. 15) Ο Δ. Κ., κατά τα 25.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πόστη πλέον των τριάντα ετών προ του έτους 1900, που απεβίωσε άνευ διαθήκης, ο υιός του Κ. Δ. Κ. με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1900 μέχρι το έτος 1925, αποδεχθείς την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. Ο υιός του Β. Κ. Κ. - πωλητής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1925, που περιήλθε σ' αυτόν εξ ατύπου παραχωρήσεως παρά του ως άνω πατρός του και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964. 16) Ο Κ. Δ. Κ., κατά τα 45.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1925, που το εν λόγω τεμάχιο παραχώρησε ατύπως στον υιό του Δ. Κ. Κ., ο τελευταίος δε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1925 και μέχρι το έτος 1940, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως η σύζυγος του Β. χήρα Δ. Κ. και τα τέκνα του Α., Β., Κ., Ν. Κ. του Δ. και Δ. Κ. του Δ. - πωλητές, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1940 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964, κατά ποσοστό 5/20 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 3/20 εξ αδιαιρέτου έκαστος των λοιπών, αποδεχθέντες την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς τους σ' αυτή με πρόθεση συγκληρονόμων. 17) Ο Κ. Σ. Α., κατά τα 38.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1921, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως ο υιός του Σ. Κ. Α. - πωλητής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1921 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964, αποδεχθείς την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. 18) Ο Π. Π. Π., κατά τα 16.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών μέχρι το έτος 1900, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ο υιός του Π. Π. Π. με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1900 και μέχρι το έτος 1925, αποδεχθείς την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. Ο υιός του Κ. Π. του Π. - πωλητής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1925, που περιήλθε σ' αυτόν εξ ατύπου παραχωρήσεως παρά του ως άνω πατρός του και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964. 19) Ο Σ. Π. Π., κατά τα 70.750 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών μέχρι το έτος 1900, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως ο υιός του Δ. Π. του Σ. με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1900, που περιήλθε σ' αυτόν κατόπιν ατύπου διανομής της πατρικής κληρονομιαίας περιουσίας μεταξύ των λοιπών συγκληρονόμων, μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964. 20) Ο Χ. Π. Λ., κατά τα 13.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1920, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως ο υιός του - πωλητής Π. Χ. Λ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1920 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1965, αποδεχθείς την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. 21) Ο Π. Π. Π., κατά τα 12.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών μέχρι το έτος 1900, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ο υιός του Π. Π. Π. με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1900 και μέχρι το έτος 1915, αποδεχθείς την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. Ο υιός του Ν. Π. του Π. - πωλητής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1915, που περιήλθε σ' αυτόν εξ ατύπου παραχωρήσεως παρά του ως άνω πατρός του και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1965. 22) Ο Χ. Π. Λ. κατά τα 13.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1920, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως ο υιός του Λ. Χ. Λ.ς - πωλητής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1920 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1965, αποδεχθείς την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. 23) Ο Σ. Π. Π., κατά τα 28.800 τ.μ., 16.800 τ.μ. και 9.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών μέχρι το έτος 1900, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως ο υιός του - πωλητής Δ. Σ. Π. με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1900, που περιήλθε σ' αυτόν κατόπιν ατύπου διανομής της πατρικής κληρονομιαίας περιουσίας μεταξύ των λοιπών συγκληρονόμων, μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1965. 24) Ο Π. Π. Π., κατά τα 16.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών μέχρι το έτος 1900, που απεβίωσε. Ο υιός του Π. Π. Π. με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1900 και μέχρι το έτος 1925, αποδεχθείς την κληρονομιά δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. Ο υιός του Γ. Π. Π. - πωλητής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1925, που περιήλθε σ' αυτόν εξ ατύπου παραχωρήσεως παρά του ως άνω πατρός του και μέχρι την 23.2.1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1965. Όλοι οι ανωτέρω, ήτοι οι πωλητές, καθώς και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί τους ασκούσαν στη μείζονα ως άνω έκταση, καθώς και στην επίδικη των 429.000 τ.μ., όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό τους διακατοχικές πράξεις, ειδικότερα δε καλλιεργούσαν αυτές με δημητριακά, χρησιμοποιούσαν αυτές ως βοσκότοπους για τη βοσκή των ποιμνίων τους ή την εκμίσθωναν σε τρίτους για βοσκή και είχαν εγκαταστήσει μέσα σε αυτές ποιμνιοστάσια, αφού προηγουμένως είχαν εκχερσώσει την πέριξ περιοχή. Με τον τρόπο αυτό οι απώτεροι αλλά και οι άμεσοι δικαιοπάροχοι του αγοραστή Ν. Ο., έγιναν κύριοι των ως άνω επιδίκων εκτάσεων με έκτακτη χρησικτησία από το έτος 1915. Καθ' όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, δηλαδή από το έτος 1850 μέχρι το έτος 1965, ενώ οι δικαιοπάροχοι του Ν. Ο. κατείχαν και ενέμοντο την επίδικη έκταση αδιαταράκτως, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον αδράνησε πλήρως και δια των οργάνων του δεν προέβη σε καμία πράξη νομής ή κατοχής, μάλιστα δε στις παραχωρηθείσες από το έτος 1920 από την αρμόδια δασική υπηρεσία, δασικές εκτάσεις ουδόλως περιελήφθη ως παραχωρηθείσα κάποια τοποθεσία από τις επίδικες, δεδομένου ότι είχε δημιουργηθεί κοινή πεποίθηση ότι η έκταση αυτή είναι ιδιωτική και όχι δημόσια, αφού από μακρού χρόνου και δη από το έτος 1850 είχαν εγκατασταθεί μέσα σε αυτή ποιμένες, οι οποίοι είχαν προβεί στη δημιουργία ποιμνιοστασίων και στην εκχέρσωση των πέριξ αυτών (ποιμνιοστασίων), την οποία καλλιεργούσαν κυρίως με δημητριακό. Όμως, την 18-3-1965 η Δ/νση Δασών Πύργου εξέδωσε κατά του Ν. Ο. πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής για μια περιοχή, εκτάσεως 708.750 τ.μ., στην οποία περιλαμβανόταν και η επίδικη των 429.000 τ.μ., θεωρώντας αυτή ως δασική. Ο Ν. Ο. άσκησε ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής και επ' αυτής εκδόθηκε η 25/1965 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μυρτουντίων, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή. Ακολούθως και μετά από έφεση του Ν. Ο. εκδόθηκε η 415/1965 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αμαλιάδας και η 173/1968 διορθωτική, οι οποίες δέχθηκαν ότι στην κυριότητα του ενάγοντος-αναιρεσείοντος ανήκουν όχι η επίδικη έκταση, αλλά διάφορα τμήματα, συνολικής εκτάσεως 160.217 τ.μ., τα οποία προσδιόρισε με ακρίβεια στο συνημμένο στην 173/1968 απόφαση από 18-3-1965 τοπογραφικό διάγραμμα του Δασάρχη Πύργου και ήδη αποτελούν αντικείμενο άλλης δίκης, η οποία δεν έχει περατωθεί ακόμη. Παράλληλα ασκήθηκε και ποινική δίωξη κατά των συμβαλλομένων στα ως άνω συμβόλαια για παράβαση του άρθρου 218 του τότε ισχύοντος Δασικού Κώδικος (αντιστοίχου 280 παρ. 1 του νυν ισχύοντος), ότι δηλαδή δημιούργησαν ανύπαρκτα δικαιώματα με ψευδείς τίτλους, πλην όμως όλοι οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν με την 337/1967 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το έτος 1969 ο Ν. Ο., με μικρή συμμετοχή του δικηγόρου Αθηνών Δημ. Δάμη, ίδρυσε την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑΙ ΑΚΤΑΙ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ, ΕΜΠΟΡΙΚΑΙ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.", με σκοπό την ίδρυση και εκμετάλλευση ξενοδοχείων και τουριστικών εγκαταστάσεων. Στην εταιρεία αυτή εισέφερε έκταση 910.612 τ.μ., στην οποία περιλαμβανόταν και η επίδικη έκταση και συντάχθηκε η .../30-11-1968 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Νικολακοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Δύο έτη αργότερα ο Ν. Ο. με ανάλογη συμμετοχή του Δ. Δ., ίδρυσε την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΥΛΛΗΝΗ Α.Ε.", δηλαδή την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, με σκοπό ουσιαστικά τον ίδιο με εκείνο της προηγούμενης εταιρείας. Ακολούθως η ανώνυμη εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑΙ ΑΚΤΑΙ" με τα .../15-1-1972 και .../18-11-1976 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης-Φρειδερίκης Έξαρχου που μεταγράφηκαν νόμιμα, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στην αναιρεσίβλητη μέρος της ως άνω συνολικής εκτάσεως των 760.612 τ.μ., ενώ η ίδια κράτησε έκταση 150.000 τ.μ., στην οποία και λειτουργεί μεγάλης δυναμικότητας ξενοδοχειακό συγκρότημα. Η ανώνυμη εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑΙ ΑΚΤΑΙ" από το έτος 1968, όσο και η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία από το έτος 1972 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής ασκούσε επί της επίδικης έκτασης όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στην κατά προορισμό χρήσης της, ήτοι περιέφραξαν αυτή και σε συνδυασμό με το ξενοδοχειακό συγκρότημα που έχει ανεγερθεί 700 περίπου κλινών, είχαν προβεί σε διάφορες ενέργειες για τη δημιουργία έργων υποδομής". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία κατέστη κυρία της επίδικης έκτασης τόσο με παράγωγο τρόπο, δυνάμει των αναφερομένων αγοραπωλητηρίων συμβολαίων, που μεταγράφηκαν νόμιμα, όσο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), και, αφού δέχτηκε την σχετική ένσταση της αναιρεσίβλητης περί ιδίας κυριότητας αυτής επί του επιδίκου και απέρριψε την ένδικη αγωγή, ακολούθως απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την εκκληθείσα από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν στέρησε από την απόφαση του την νόμιμη βάση της, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους απώτερους και άμεσους δικαιοπαρόχους της εναγομένης-αναιρεσίβλητης, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της συνδρομής στη συγκεκριμένη περίπτωση των όρων των προαναφερθεισών διατάξεων του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου και του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το Εφετείο με σαφήνεια δέχτηκε, ότι από το έτος 1850 μετοίκησαν στην ευρύτερη περιοχή της κοινότητας Κάστρου Ηλείας, διάφορες οικογένειες προερχόμενες από την Κεφαλλονιά, την Λευκάδα και τα Καλάβρυτα, μεταξύ των οποίων και εκείνες των απώτατων δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης και αφού εγκαταστάθηκαν στην επίδικη περιοχή, την διαχώρισαν, την εκχέρσωσαν και άρχισαν να την καλλιεργούν με δημητριακά, εκείνη δε την περιοχή που ήταν μερικώς δασοσκεπής την χρησιμοποιούσαν για την βοσκή των ποιμνίων τους. Έτσι, δημιουργήθηκε κοινή πεποίθηση ότι οι επί μέρους αυτές ιδιοκτησίες, ανήκουν πλέον στους κατόχους τους, οι οποίοι και εμφανίζονταν να τις εξουσιάζουν και να ασκούν όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στην κατά προορισμό χρήση τους. Ήδη από το έτος 1890, οι γόνιμες εκτάσεις έγιναν αντικείμενο συναλλαγής, άλλοτε ατύπως, άλλοτε με συμβόλαια, από τα οποία προκύπτει η μακροχρόνια κατοχή στις επίδικες τοποθεσίες από τους αναφερόμενους απώτερους δικαιοπαρόχους της αναιρεσίβλητης. Ολόκληρη την επίδικη έκταση των 429.000 τ.μ. νέμονταν οι παραπάνω πωλητές, που αναφέρονται στα ανωτέρω 18 συμβόλαια πωλήσεως, καθώς και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1850 μέχρι την 23-2-1946 διανοία κυρίων και με καλή πίστη, ήτοι με ειλικρινή πεποίθηση ότι δια της κτήσεως της νομής δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν δικαίωμα κυριότητας τρίτου, μετά δε την 23-2-1946 και μέχρι το έτος 1965 διανοία κυρίων, ασκώντας επί της εκτάσεως αυτής όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στην κατά προορισμό χρήσης της, ήτοι καλλιεργούσαν αυτές με δημητριακά, χρησιμοποιούσαν αυτές ως βοσκοτόπους για τη βοσκή των ποιμνίων τους ή τις εκμίσθωναν σε τρίτους για βοσκή και είχαν εγκαταστήσει μέσα σε αυτές ποιμνιοστάσια, αφού προηγουμένως είχαν εκχερσώσει την πέριξ περιοχή. Με τον τρόπο αυτό οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης, έγιναν κύριοι των παραπάνω επιδίκων εκτάσεων με έκτακτη χρησικτησία και δη με τη συμπλήρωση στο πρόσωπό τους της τριακονταετούς καλόπιστης νομής αυτών πριν την 11-9-1915. Μάλιστα καθ' όλο το παραπάνω διάστημα από το έτος 1850 μέχρι 1965, ενώ οι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης κατείχαν και νέμονταν την επίδικη έκταση αδιαταράκτως, το αναιρεσείον αδράνησε πλήρως και δια των οργάνων του δεν προέβη σε καμιά πράξη νομής ή κατοχής, μάλιστα δε στις παραχωρηθείσες από το έτος 1920 από την αρμόδια δασική υπηρεσία, δασικές εκτάσεις ουδόλως περιελήφθη ως παραχωρηθείσα κάποια τοποθεσία από τις επίδικες, δεδομένου ότι είχε δημιουργηθεί κοινή πεποίθηση ότι η έκταση αυτή είναι ιδιωτική και όχι δημόσια. Με τις προαναφερόμενες δε παραδοχές του Εφετείου κατονομάζονται σαφώς οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των αναφερομένων πωλητών-άμεσων δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης και ο χρόνος της από αυτούς ασκήσεως πράξεων νομής επί των επιδίκων, ώστε να καθίσταται εφικτή η διαπίστωση της συμπλήρωσης ή μη στο πρόσωπό τους της τριακονταετούς καλόπιστης νομής αυτών πριν την 11-9-1915, και προσδιορίζεται ο νόμιμος τρόπος, με τον οποίο οι ως άνω πωλητές κατέστησαν διάδοχοι, καθολικοί ή ειδικοί, των αμέσων δικαιοπαρόχων τους, ώστε να καθίσταται δυνατόν να συνυπολογίσουν στο χρόνο της ιδίας αυτών νομής και εκείνον των δικαιοπαρόχων τους μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), ενώ επίσης σαφώς αναφέρονται τα περιστατικά που στη συγκεκριμένη περίπτωση, δικαιολογούν την ειλικρινή πεποίθηση των ανωτέρω, ότι απέκτησαν την κυριότητα της επίδικης έκτασης χωρίς να προσβάλλουν την κυριότητα τρίτου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης, γιατί δεν έχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες και ειδικότερα ότι αυτή δεν εξειδικεύει τα περιστατικά που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν την έννοια της καλής πίστης κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο της αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να θεμελιώσει το αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με την παραδοχή του αυτοτελούς ισχυρισμού της εναγομένης-αναιρεσίβλητης περί ιδίας κυριότητας της επίδικης έκτασης δέχτηκε, ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1850 μέχρι την 23/2/1946 νέμονταν την επίδικη έκταση διανοία κυρίων και με καλή πίστη, ήτοι με ειλικρινή πεποίθηση ότι δια της κτήσεως της νομής δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν δικαίωμα κυριότητας τρίτου, μετά δε την 23-2-1946 και μέχρι το έτος 1965 διανοία κυρίων, ασκώντας επί της εκτάσεως αυτής όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στην κατά προορισμό χρήσης της, και ότι με τον τρόπο αυτό οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης, έγιναν κύριοι της επίδικης έκτασης με έκτακτη χρησικτησία πριν από το έτος 1915, καίτοι τέτοιο αυτοτελή ισχυρισμό η αναιρεσίβλητη ουδέποτε είχε προβάλλει. Όμως, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσίβλητης προκύπτει, ότι η τελευταία είχε προβάλλει με τις προτάσεις της τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό και ειδικότερα είχε επικαλεστεί, ότι αποκλειστική κυρία του επιδίκου είχε καταστεί η ίδια με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμομένη τούτο μετά των δικαιοπαρόχων της διανοία κυρίου και καλή πίστη συνεχώς και αδιαλείπτως επί χρόνο μεγαλύτερο της εκατονταετίας, αρχομένου από του έτους 1850, όταν απέκτησαν τη νομή αυτού οι απώτεροι δικαιοπάροχοί της, μέχρι και του χρόνου εγέρσεως της ένδικης αγωγής, με αναφορά στα περιστατικά που στη συγκεκριμένη περίπτωση, δικαιολογούν βάσει της καλόπιστης χρήσης την ειλικρινή πεποίθηση των ανωτέρω, ότι απέκτησαν την κυριότητα της επίδικης έκτασης χωρίς να προσβάλλουν την κυριότητα τρίτου. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, και συνακόλουθα ο περί του αντιθέτου λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα (μειωμένα) δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθ. 22 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-3-2011 αίτηση για αναίρεση της 794/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία – Διατάξεις – β.ρ.δ - Έκτακτη χρησικτησία σε δασική έκταση πριν την 11-9-1915 – Νομή διανοία κυρίου και με καλή πίστη. Δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν το πόρισμα είναι σαφές – Απορρίπτει αναίρεση κατά της 794/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
|
Αγωγή διεκδικητική
|
Αγωγή διεκδικητική.
| 0
|
Αριθμός 1753/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Λ. του Α., 2) Α. Λ. του Α. και 3) Α. Λ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ντιζέ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Μ. συζ. Κ., το γένος Γ. Σ., κατοίκου ... και 2)Θ. Σ. συζ. Γ. το γένος Γ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστου Τσιαμπαλή, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/2/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 323/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 86/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/5/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 12/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ' άρθρο 1051 ΑΚ. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το εδάφιο 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, ενώ, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του ανωτέρω άρθρου 559. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, εκτός των άλλων, η κυριότητα του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο προσδιορισμός της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και των ορίων του. Η ακριβής περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα, γιατί έτσι μπορεί και ο εναγόμενος να αμυνθεί και να ταχθούν οι δέουσες αποδείξεις. Στην περίπτωση που η αγωγή αυτή θεμελιώνεται σε παράγωγη μεν κτήση, πρέπει να προβάλλονται στο δικόγραφό της όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος της κυριότητας επί του επιδίκου στον ενάγοντα, και, μόνο αν αμφισβητείται, ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχός του είχε το δικαίωμα, οφείλει, επίσης, να επικαλεστεί και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση του δικαιώματος στο πρόσωπό του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση, αν δε στηρίζεται σε χρησικτησία, πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφό της τα αναγκαία για την κτήση της κυριότητας με τον τρόπο αυτό περιστατικά.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες με την ένδικη από 2-2-2006 αγωγή τους, την οποία εκτιμά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο ο Άρειος Πάγος, ισχυρίστηκαν, ότι η πρώτη από αυτές δυνάμει του .../17-12-2004 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Λάρισας Παναγιώτας Ταρκάση, που μεταγράφηκε νόμιμα, έχει αποκτήσει την ψιλή κυριότητα που της παραχώρησε η δεύτερη από αυτές, παρακρατώντας υπέρ αυτής την επικαρπία, ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 2.475,80 τ.μ., στη θέση "Σταυροδόμι" της κτηματικής περιφέρειας Μακρυχωρίου Λάρισας, που απεικονίζεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο από μηνός Φεβρουαρίου 2004 διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ. Τ., που είναι συνημμένο στην ένδικη αγωγή, και το οποίο συνορεύει δυτικά στην πλευρά του διαγράμματος Γ-Δ μήκους 36,85 μέτρων με αγροτική οδό, βόρεια στην πλευρά του διαγράμματος Β-Γ μήκους 67,13 μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, ανατολικά στην πλευρά του διαγράμματος Β-Α μήκους 35,05 μέτρων με παράπλευρη οδό της Ε.Ο. Αθηνών-Θεσσαλονίκης και νότια στην πλευρά του διαγράμματος Α-Δ μήκους 72 μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας Ν. Σ.. Ότι τον αγρό αυτό η δεύτερη από αυτές απέκτησε ως αποκλειστική κυρία με το με αριθμό .../1961 προικοσύμφωνο συμβόλαιο του τέως συμβολαιογράφου Κισσάβου Θεοδώρου Λανάρα, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 12 και αριθμό ... του βιβλίου μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κισσάβου από τον πατέρα της Γ. Μ., ασκούσε δε σ' αυτόν έκτοτε (1961) τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του, καλλιεργώντας τον αγρό αυτό και εκμισθώνοντάς τον σε τρίτους. Ότι τον Μάϊο του 2002 παραχώρησαν στους εναγόμενους-αναιρεσείοντες για τις ανάγκες της επιχείρησής τους τμήμα του άνω αγρού και ειδικότερα το εικονιζόμενο με στοιχεία Α-Β-Ε-Ζ στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα, εμβαδού 1245 τ.μ., που ορίζεται προς βορρά με ιδιοκτησία εναγομένων-αναιρεσειόντων σε πλευρά 45 μέτρων, προς νότο με ιδιοκτησία Ν. Σ. σε πλευρά μήκους 27 μέτρων, προς ανατολάς με παράπλευρη οδό Αθηνών-Θεσσαλονίκης σε πλευρά μήκους 35,05 μέτρων και προς δυσμάς με αγροτική οδό 40 μέτρων και στη συνέχεια με υπόλοιπο ιδιοκτησίας τους. Ότι οι αναιρεσείοντες παρέμειναν όμως στο παραχωρηθέν ακίνητό τους χωρίς αντάλλαγμα και μάλιστα, όταν τους ζήτησαν για τελευταία φορά το Νοέμβριο του 2004 να το εγκαταλείψουν άμεσα αλλιώς να συμφωνήσουν όρους μίσθωσης, αρνήθηκαν την κυριότητα και νομή τους στο επίδικο τμήμα ακινήτου, ισχυριζόμενοι ότι ουδέποτε τους το παρέδωσαν και ότι δήθεν τους ανήκει. Ζήτησαν δε να αναγνωρισθεί το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας της πρώτης και της επικαρπίας της δεύτερης στο επίδικο ακίνητο, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους το αποδώσουν και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν σε ολόκληρο ο κάθε ένας το ποσό των 27.000 ευρώ, που τους οφείλουν από ισόποσα μισθώματα που απώλεσαν από την παράνομη και αυθαίρετη χρήση του επιδίκου από τους εναγομένους. Με το πιο πάνω περιεχόμενο η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, επειδή περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτούνται για την πληρότητά της, εκτίθεται δε σ' αυτή, μεταξύ άλλων, σαφώς και ορισμένως ο τρόπος με τον οποίο η δεύτερη ενάγουσα έγινε κυρία του επιδίκου με παράγωγο τρόπο αλλά και με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας και μάλιστα νεμόμενη η ίδια το επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι (20) ετών, ήτοι από το 1961 έως το 2004, χωρίς να χρειάζεται προσμέτρηση του χρόνου νομής του προκατόχου της, ενώ προσδιορίζεται επακριβώς και το επίδικο κατά θέση, όρια, επιφάνεια και πλευρικές διαστάσεις. Ειδικότερα, οι ενάγουσες προσδιορίζουν στην αγωγή κατά τρόπο ορισμένο και σαφή τόσον την μεγαλύτερης έκτασης ιδιοκτησία τους με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α, όσο και το καταληφθέν από τους εναγομένους τμήμα αυτής (επίδικο) με τα στοιχεία Α-Β-Ε-Ζ με αποτύπωσή τους στο παρατιθέμενο τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή και απέρριψε τη σχετική ένσταση αοριστίας των εναγομένων-αναιρεσειόντων δεν αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητας, ούτε έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα περιστατικά ως προς την περιγραφή του επίδικου τμήματος και του μείζονος ακινήτου των εναγουσών, δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1, 8 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες και συνακόλουθα ο πρώτος λόγος της αναίρεσης καθ' όλα τα μέρη του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, επιπροσθέτως των όσων ορίζουν οι ουσιαστικές διατάξεις που εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, κατά το άρθρο 15 εδάφ. β' του Ν. 1329/1983, "καταργούνται όλες οι διατάξεις του Έκτου Κεφαλαίου του Τέταρτου Βιβλίου του Αστικού Κώδικα (άρθρα 1406 έως 1437) που αφορούν την προίκα", ενώ κατά τα άρθρα 56 παρ. 1 και 57 εδάφ. α' του ίδιου Νόμου, "οι προίκες που έχουν ήδη συσταθεί κατά την έναρξη της ισχύος αυτού του νόμου αποδίδονται στη γυναίκα. Από το χρονικό αυτό σημείο η γυναίκα αποκτά αυτοδικαίως το πλήρες δικαίωμα στα προικώα. Η απόδοση δεν υπόκειται σε καμία φορολογία ή τέλος" (άρθρο 56) και "από την έναρξη της ισχύος αυτού του νόμου η γυναίκα αποκτά αυτοδικαίως χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε φόρου ή τέλους την κυριότητα των πραγμάτων που δόθηκαν στον άνδρα για προίκα κατά κυριότητα και σώζονται στην περιουσία του" (άρθρο 57). Έτσι, από την διάταξη του ως άνω άρθρο 56 παρ. 1, που αφορά τις προίκες που συστήθηκαν κατά τις διατάξεις που καταργήθηκαν των άρθρων 1412 παρ. 2 και 1414 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 15 αυτού, με την οποία καταργούνται όλες οι διατάξεις που αναφέρονται στην προίκα και κηρύσσεται από την έναρξη της ισχύος του άκυρη κάθε περιουσιακή επίδοση η οποία αποτελεί προίκα, σαφώς συνάγεται ότι από τις 18-2-1983 (ημέρα ενάρξεως της ισχύος του νόμου αυτού) οι προίκες θεωρούνται αυτοδικαίως αποδοθείσες στη γυναίκα, την άμεσο και οριστική προστασία των δικαιωμάτων της οποίας αποσκοπούσε ο νομοθέτης, ο οποίος επέλεξε τελικά ως λύση, όχι μόνο την κατάργηση του θεσμού της προίκας αλλά και την άνευ ετέρου απόδοση των πριν από την έναρξή του συσταθεισών αδιατίμητων προικών σ' εκείνη. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς, και, όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά, και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και, όταν υφίστανται ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992). Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η δεύτερη των εναγουσών και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων με το με αριθμό .../1961 προικοσύμφωνο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Κισσάβου Θεοδώρου Λανάρα, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 12 και αριθμό ... του βιβλίου μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κισσάβου, απέκτησε από τον πατέρα της Γ. Μ., ως προίκα εν όψει του γάμου της με τον Γ. Σ., μεταξύ άλλων ακινήτων, και έναν αγρό που βρίσκεται στη θέση "Σταυροδόμι" της κτηματικής περιφέρειας Μακρυχωρίου Λάρισας, εκτάσεως κατά τον αρχικό αυτό τίτλο κτήσεως τριών (3) στρεμμάτων και σήμερα, κατόπιν απαλλοτριώσεώς του για την διαπλάτυνση της Ε.Ο. Αθηνών - Θεσσαλονίκης, εκτάσεως ήδη 2.475,80 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται στο συνημμένο στην αγωγή από Φεβρουαρίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ. Τ. με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α και συνορεύει βόρεια με πλευρά Β-Γ μήκους 63,17 μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας των δύο πρώτων των εναγομένων και ήδη ιδιοκτησίας Μ. Λ., νότια με πλευρά Α-Δ μήκους 72 μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας Ν. Σ., δυτικά με πλευρά Δ-Γ μήκους 36,85 μέτρων με αγροτική οδό και ανατολικά με πλευρά Β-Α μήκους 35,05 μέτρων με παράπλευρη οδό της Ε.Ο. Αθηνών-Θεσσαλονίκης. Το εν λόγω ακίνητο η δεύτερη ενάγουσα-δεύτερη αναιρεσίβλητη από το έτος 1961, που περιήλθε στην κυριότητά της, μέχρι και το έτος 2004 ασκούσε διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και συγκεκριμένα το καλλιεργούσε με σιτάρι χωρίς να ενοχληθεί από κανένα και κατέστη έτσι κυρία αυτού και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον νεμήθηκε το επίδικο για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι (20) ετών. Κατόπιν, δυνάμει του .../17-12-2004 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Λάρισας Παναγιώτας Ταρκάση, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κισσάβου στον τόμο 37 και αριθμούς ...-..., η δεύτερη αναιρεσίβλητη μεταβίβασε με γονική παροχή την ψιλή κυριότητα του ως άνω ακινήτου της στην πρώτη αναιρεσίβλητη, θυγατέρα της, παρακρατώντας εφ' όρου ζωής την επικαρπία για τον εαυτό της. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι το έτος 2000 οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες, που οι δύο πρώτες εξ αυτών ήταν συγκύριες του ακινήτου που συνορεύει νοτίως με το ως άνω ακίνητο των αναιρεσιβλήτων και διατηρούν σ' αυτό οικογενειακή επιχείρηση πώλησης αυτοκινήτων, ζήτησαν από αυτές να αγοράσουν τμήμα του ακινήτου τους, που τότε ανήκε κατά πλήρη κυριότητα στην δεύτερη αναιρεσίβλητη. Οι τελευταίες αρνήθηκαν, πλην όμως συμφώνησαν να τους παραχωρήσουν τη χρήση του με την προοπτική να το εκμισθώσουν σ' αυτούς. Έτσι, παραχώρησαν στους αναιρεσείοντες τη χρήση τμήματος εμβαδού 1.245 τμ., που αποτελεί το επίδικο και εμφαίνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ. Τ. με τα στοιχεία Α-Β-Ε-Ζ και συνορεύει βορείως σε πλευρά Β-Ε μήκους 45 μέτρων με την ιδιοκτησία των δύο πρώτων των αναιρεσειόντων και ήδη Μ. Λ., νοτίως σε πλευρά Α-Ζ μήκους 27 μέτρων με ιδιοκτησία Ν. Σ., δυτικώς σε πλευρά Ζ-Ε μήκους 40 μέτρων με αγροτικό δρόμο και πέραν αυτού με υπόλοιπο τμήμα ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων και ανατολικώς σε πλευρά Α-Β μήκους 35.05 μέτρων με την παράπλευρη οδό Αθηνών-Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια ο τρίτος των αναιρεσειόντων περιέφραξε το επίδικο το έτος 2002 και το ενσωμάτωσε στο όμορο ακίνητο ιδιοκτησίας τότε των δύο πρώτων των αναιρεσειόντων. Όταν οι αναιρεσίβλητες ζήτησαν το Νοέμβριο του 2004 να τους αποδώσουν οι αναιρεσείοντες το επίδικο, ενόψει του ότι δεν είχε συναφθεί ακόμη η μεταξύ τους σύμβασαη μισθώσεως, αυτοί αρνήθηκαν αδικαιολογήτως. Κατά τον τρόπο αυτό το κατέλαβαν παράνομα χωρίς την θέληση των αναιρεσιβλήτων, προσβάλλοντας έτσι την κυριότητά τους στο επίδικο, το οποίο αρνούνται να το αποδώσουν. Ο ισχυρισμός των εναγομένων-αναιρεσειόντων που αποτελεί και λόγο έφεσής τους ότι απέκτησαν το επίδικο ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης από αγορά δυνάμει του .../1995 συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Κισσάβου Μωυσή-Μωρίς Λεβή, το οποίο εξάλλου δεν προσκομίζουν, κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος, η δε μεταβίβαση μετά την άσκηση της αγωγής του επιδίκου από τις δύο πρώτες εναγόμενες στη μητέρα τους Μ. Λ. με το .../15-1-2007 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Λάρισας Μ. Δαμιανού δεν προσπορίζει στην τελευταία κυριότητα επ' αυτού, αφού πρόκειται για μεταβίβαση παρά μη κυρίου, συνακόλουθα δε ο σχετικός λόγος έφεσής τους απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος. Αβάσιμος κρίνεται και ο λόγος έφεσης αναφορικά με την έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως του τρίτου των εκκαλούντων-τρίτου των αναιρεσειόντων για το λόγο ότι μεταβιβάστηκε στη Μ. Λ., αφού πέρα του γεγονότος ότι η ως άνω μεταβίβαση έγινε παρά μη κυρίου μετά την άσκηση της αγωγής, όλοι οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες προέβησαν στην κατάληψη του επιδίκου, αφού ασκούσαν από κοινού επιχείρηση εμπορίας αυτοκινήτων σε όμορο ακίνητο. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, τα ανωτέρω αποδεικνύονται και α') από το προαναφερθέν .../1961 προικοσύμφωνο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Κισσάβου, με ο οποίο μεταβιβάστηκε στην δεύτερη αναιρεσίβλητη η κυριότητα, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο και από το οποίο προκύπτει, ότι είχε περιέλθει στον προικοδότη δικαιοπάροχο πατέρα της δεύτερης αναιρεσίβλητης με έκτακτη χρησικτησία, με άσκηση νομής επ' αυτού πλέον της πεντηκονταετίας ως μοναδικού κληρονόμου του αποβιώσαντος προ του έτους 1901 πατέρα του Α. Μ. και στον πατέρα αυτού είχε περιέλθει με αγορά (ταπί), και β') από την από 17-7-2003 βεβαίωση της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων και τα προσκομιζόμενα κτηματολογικά διαγράμματα, ότι κατά την απαλλοτρίωση που έγινε για την βελτίωση του αυτοκινητόδρομου Λάρισας Θεσσαλονίκης τμήμα του ακινήτου των εναγουσών-αναιρεσιβλήτων, που βρίσκεται στο ανατολικό όριο αυτού και αποτελεί συνέχεια του επιδίκου, εμβαδού 332 τ.μ., απαλλοτριώθηκε και η δεύτερη αναιρεσίβλητη αποζημιώθηκε ως δικαιούχος της αποζημίωσης". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι η δεύτερη ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη έγινε κυρία του επίδικου ακινήτου τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και κατόπιν τούτου, αφού απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσειόντων, δέχτηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή, καθώς και εν μέρει την σωρευόμενη αγωγή αποδόσεως ωφελημάτων καθ' ο μέρος ασκείται από την πρώτη αναιρεσίβλητη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1045, ΑΚ και των άρθρων 15, 56, 57 του Ν. 1329/1983, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από την δεύτερη αναιρεσίβλητη τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σαφείς παραδοχές του το Εφετείο δέχτηκε, ότι το επίδικο ακίνητο είναι τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, όπως αυτά σαφώς προσδιορίζονται και περιγράφονται κατά έκταση, θέση και όρια στην προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο δυνάμει του αναφερόμενου προικοσυμφώνου συμβολαίου του έτους 1961 απέκτησε η δεύτερη αναιρεσίβλητη από τον πατέρα της ως προίκα εν όψει του γάμου της, ότι από το έτος 1961 μέχρι και το έτος 2004, οπότε δυνάμει συμβολαίου γονικής παροχής μεταβίβασε με γονική παροχή την ψιλή κυριότητα του ακινήτου αυτού στην πρώτη αναιρεσίβλητη θυγατέρα της, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ασκούσε επ' αυτού διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου και συγκεκριμένα το καλλιεργούσε με σιτάρι χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν και περί το έτος 2000 παραχώρησαν στους αναιρεσείοντες το επίδικο τμήμα του όλου ακινήτου, το οποίο ενσωμάτωσαν στο όμορο ακίνητο ιδιοκτησίας των δυό πρώτων των αναιρεσιβλήτων και, έτσι, το κατέλαβαν παράνομα, χωρίς τη θέληση των αναιρεσιβλήτων, αρνούμενοι να το αποδώσουν. Το ότι δεν αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ότι η συσταθείσα ως άνω το 1961 αδιατίμητη προίκα, μετά την ισχύ του νόμου 1329/1983 (18-2-1983), αποδόθηκε αυτοδικαίως στην δεύτερη αναιρεσίβλητη, δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης είναι πλήρεις. Επομένως, ο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το μέρος του, με το οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο και κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1995 μέχρι το έτος 2004, ενώ από το έτος 1995 ασκούσαν πράξεις νομής σ' αυτό οι δύο πρώτες των αναιρεσειόντων, που το είχαν αγοράσει με το .../1995 συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Κισσάβου Μωυσή - Μωρίς Λεβή, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1033 και 1045 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν προσβάλλεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 249, 251, 982, 1045, 1095 και 810, 816, 817 ΑΚ προκύπτει, ότι επί συμβάσεως χρησιδανείου, που φέρει ενοχικό χαρακτήρα και δύναται να καταρτισθεί και ατύπως έστω και αν αφορά ακίνητο, εάν ο χρήστης είναι κύριος του χρησιδανεισθέντος πράγματος, δύναται να αναζητήσει τούτο είτε με την αγωγή από το χρησιδάνειο, είτε με τη διεκδικητική, που βασίζεται στο δικαίωμα κυριότητάς του. Και η μεν από το χρησιδάνειο αγωγή κατά του λήπτου προς απόδοση του πράγματος γεννιέται και είναι δικαστικά επιδιώξιμη με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου, ή εάν δεν ορίσθηκε διάρκεια της συμβάσεως, αμέσως μόλις ο χρησάμενος κάνει χρήση του πράγματος ή περάσει ο χρόνος κατά τον οποίο μπορούσε να κάνει χρήση, οπότε αρχίζει η παραγραφή αυτής, η δε από το δικαίωμα κυριότητας πηγάζουσα διεκδικητική αγωγή κατά του κατέχοντος το πράγμα από την ως άνω αιτία, γεννιέται και είναι δικαστικά επιδιώξιμη όχι από την παραλαβή του με βάση τη σύμβαση χρησιδανείου, οπότε ο χρησάμενος νέμεται αυτό ως άμεσος αντιπρόσωπος και για λογαριασμό του χρήστη, αλλά από την ως άνω λήξη του δικαιώματος προς χρήση ή και πριν από αυτήν, αφότου ο χρησάμενος, αντιποιούμενος τη νομή του τελευταίου, έπαυσε να κατέχει το πράγμα για λογαριασμό εκείνου και το νέμεται για δικό του λογαριασμό, του γεγονότος δε τούτου έλαβε γνώση ο χρήστης (Ολ.ΑΠ 170/2003). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1096 και 1098 ΑΚ σαφώς συνάγεται, ότι η ευθύνη του κακόπιστου νομέα, δηλαδή εκείνου, ο οποίος, κατά την κατάληψη του πράγματος, γνώριζε ή από βαρεία αμέλεια αγνοούσε ή έμαθε αργότερα ότι δεν δικαιούται στη νομή του, είναι όμοια με εκείνη του καλόπιστου νομέα μετά την επίδοση της αγωγής και αρχίζει αφότου έγινε κακόπιστος. Ειδικότερα ο κακόπιστος νομέας υποχρεούται έκτοτε να αποδώσει τα ωφελήματα, τα οποία έχουν εξαχθεί, και να αποκαταστήσει την αξία όσων εξ αυτών δεν εξήγαγε, ενώ μπορούσε κατά τους κανόνες της τακτικής διαχειρίσεως να εξαγάγει. Εφόσον δε ο νόμος δεν διακρίνει, η ευθύνη του νομέα για την απόδοση των καρπών του πράγματος ισχύει όχι μόνο όταν ενάγεται με τη διεκδικητική αγωγή, αλλά και με ιδιαίτερη αγωγή. Ωφελήματα είναι όχι μόνο οι καρποί του πράγματος ή του δικαιώματος αλλά και κάθε όφελος που παρέχει η χρήση του πράγματος ή του δικαιώματος ( άρθρο 962 ΑΚ). Επομένως, ωφέλημα είναι και κάθε όφελος που έχει ο νομέας από την ενοίκηση ή την κατ' άλλο τρόπο χρήση του πράγματος από τον ίδιο, συνεπεία των οποίων εξοικονομεί τη δαπάνη, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά τις κρίσιμες σχετικές παροδοχές του, δέχτηκε, ότι τον Νοέμβριο του 2004 οι αναιρεσίβλητες ζήτησαν από τους αναιρεσείοντες να τους αποδώσουν το επίδικο και έτσι από τον Νοέμβριο του 2004 οι τελευταίοι γνώριζαν την υποχρέωσή τους προς απόδοση του επιδίκου και παρά ταύτα αρνήθηκαν αδικαιολόγητα την απόδοσή του, έκτοτε δε χρησιμοποιούν αυτό αποκλειστικά για τις ανάγκες της οικογενειακής τους επιχείρησης, η οποία λειτουργεί στο όνομα των δύο πρώτων των αναιρεσειόντων και έτσι υποχρεούνται ως κακόπιστοι νομείς στην απόδοση της εκ της αποκλειστικής χρήσεως ωφέλειας, η οποία συνίσταται στα μισθώματα που αυτοί ωφελήθηκαν από την χρήση του επιδίκου κατά το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του 2004 έως τον χρόνο άσκησης της αγωγής (Φεβρουάριος 2006). Συνεχίζει δε το Εφετείο, ότι λαμβάνοντας υπόψη την έκταση του επιδίκου και ότι αυτό βρίσκεται στην εθνική οδό, το μηναίο μίσθωμα ανέρχεται σε 200 ευρώ και συνεπώς για τους ανωτέρω μήνες οι αναιρεσείοντες ωφελήθηκαν μισθώματα συνολικού ποσού (200 ευρώ Χ 16 μήνες=) 3.200 ευρώ. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι οι αναιρεσείοντες ήδη από τον Νοέμβριο του 2004 γνώριζαν ότι έπρεπε να αποδώσουν το επίδικο, αρνούμενοι δε να πράξουν τούτο, έκτοτε υποχρεούνταν ως κακόπιστοι νομείς στην απόδοση της ωφέλειας από την αποκλειστική χρήση του επιδίκου, που συνίσταται στα μισθώματα 16 μηνών, τα οποία ωφελήθηκαν από την χρήση του επιδίκου και κατόπιν τούτου δέχτηκε εν μέρει τη σωρευόμενη αγωγή αποδόσεως ωφελημάτων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 810, 816, 1096 και 1098 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της παραβίασης των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να θεμελιώσει το αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με την κτήση από την δεύτερη αναιρεσίβλητη της κυριότητάς της επί του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, δέχθηκε ότι αυτή από το έτος 1961, που ο πατέρας της με το αναφερόμενο προικοσύμφωνο συμβόλαιο της μεταβίβασε κατά κυριότητα το μεγαλύτερο ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, μέχρι το έτος 2004, "ασκούσε διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και συγκεκριμένα το καλλιεργούσε με σιτάρι χωρίς να ενοχληθεί από κανένα και κατέστη έτσι κυρία αυτού και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον νεμήθηκε το επίδικο για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι (20) ετών", και, έτσι, έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό, ο οποίος δεν είχε προταθεί από την δεύτερη αναιρεσίβλητη. Όμως, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής προκύπτει, ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη είχε με αυτήν επικαλεστεί, ότι νέμονταν το επίδικο ακίνητο "... ασκούσε δε σ' αυτό έκτοτε (1961) τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του, καλλιεργώντας τον αγρό αυτό και εκμισθώνοντάς τον σε τρίτους". Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, και συνακόλουθα ο περί του αντιθέτου λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη της περί ιδίας κυριότητας ένστασης των δύο πρώτων των αναιρεσειόντων επί του επιδίκου: 1) το .../1995 συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Κισσάβου Μωυσή - Μωρίς Λεβή, με το οποίο οι δύο πρώτες των αναιρεσειόντων απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ως τμήμα μείζονος εκτάσεως ακινήτου, και 2) το .../15-1-2007 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Λάρισας Μαρίας Δαμιανού, με το οποίο οι δύο πρώτες των αναιρεσειόντων μετά την άσκηση της αγωγής μεταβίβασαν το επίδικο στη μητέρα τους, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχαν, κατά το αναιρετήριο, νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις τους στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ρητά η ένσταση των αναιρεσειόντων περί ιδίας κυριότητας, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και το πιο πάνω με στοιχείο 2 υπ' αριθ. .../15-1-2007 συμβόλαιο το οποίο μάλιστα ειδικώς μνημόνευσε και ρητά απέκρουσε με την αιτιολογία, ότι η περιεχομένη σ' αυτό μεταβίβαση δεν προσπορίζει στη μητέρα των αναιρεσειουσών κυριότητα επί του επιδίκου, αφού πρόκειται για μεταβίβαση παρά μη κυρίου και επομένως ως προς το έγγραφο αυτό ο σχετικός λόγος κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο λόγος αυτός ως προς το με στοιχείο 1 έγγραφο (το υπ' αριθ. .../1995 συμβόλαιο πώλησης) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν πλήττεται η περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και δη η παραδοχή του Εφετείου, ότι οι αναιρεσείοντες δεν προσκόμισαν στο Εφετείο το έγγραφο αυτό. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-5-2010 αίτηση των Σ. Λ. κ.λ.π. για αναίρεση της 86/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόκτηση κυριότητας ακινήτου με παράγωγο τρόπο και με έκτακτη χρησικτησία – Αοριστία αγωγής – Η ακριβής περιγραφή μπορεί να γίνει και με αποτύπωση του σε ενσωματωμένο τοπογραφικό δικόγραμμα- Αδιατίμητη προίκα - Από τις 18-2-1983 οι αδιατίμητες προίκες αποδίδονται ανει ετέρου στη γυναίκα. Σύμβαση χρηστ. Δανείου . Ευθύνη κακόπιστου νομέα. Υποχρέωσή του να αποδώσει τα ωφελήματα. Λόγος από 8α – Έννοια πραγμάτων - Λόγος από 11γ’ – Αρκεί η βεβαίωση ότι λήφθησαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα. Απορρίπτει αναίρεση κατά τις 86/2010 απόφασης Εφετείου Λάρισας.
|
Αγωγή διεκδικητική
|
Αγωγή διεκδικητική.
| 0
|
Αριθμός 1750/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. συζ. Α. Ν., το γένος Χ. Π., κατοίκου ..., 2) Ν. Π. του Α., κατοίκου ..., 3) Β. Π. του Α., κατοίκου ..., 4) Α. χήρας Σ. Π., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ..., 5) Α. Π. του Σ., κατοίκου ..., 6) Α. Π. του Σ., κατοίκου ..., 7) Μ. συζ. Ι. Γ., το γένος Α. Π., κατοίκου ..., 8) Δ. χήρας Ε. Χ., κατοίκου ..., 9) Ν. Χ. του Ε., κατοίκου ..., και 10) Α. Χ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. συζ. Β. Π., το γένος Γ. Π., κατοίκου ..., και 2) Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βύρωνα Βοσκίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/10/2006 αγωγή των αρχικών διαδίκων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23392/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 413/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/4/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητες, όπως σημειώνεται παραπάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 7/9/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 13015/26.5.2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., ακριβές αντίγραφο της από 24-4-2010 αιτήσεως αναιρέσεως, μαζί με κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον υπογράφοντα την αναίρεση πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, (άρθρ. 143 παρ.3 ΚΠολΔ) μετά από παραγγελία του έχοντος ειδική πληρεξουσιότητα και παραστάντος κατ' άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ πληρεξουσίου δικηγόρου των επισπευδόντων τη συζήτηση αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς, αφού οι αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία αυτών (άρθρ.576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 269 παρ.1 ΚΠολΔ - όπως τούτο τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 2915/2001 και που εφαρμόζεται ως εκ του χρόνου ασκήσεως της εφέσεως στις 1-10-2008- βλ. άρθρα 24 και 12 ΕισΝ ΚΠολΔ και τα ταυτόσημα με αυτά αρθρ.72 παρ.4 και 2 Ν. 3994/2011- μέσα επίθεσης και άμυνας, εφόσον δεν είναι από εκείνα που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή που μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, προβάλλονται στην τακτική διαδικασία με τις προτάσεις, οι οποίες στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, κατά το άρθρο 237 παρ.1 εδ.α του ίδιου κώδικα, κατατίθενται το αργότερο είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Με τη δεύτερη παράγραφο της ίδιας διατάξεως προσδιορίζεται πότε τα μέσα αυτά (επίθεσης και άμυνας) μπορεί να προβληθούν, παραδεκτά, με τις προτάσεις ή και προφορικά μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης, ενώ κατά το άρθρο 527 είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη, ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν, μεταξύ άλλων, συντρέχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269, το δε απαράδεκτο τούτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (Ολ.ΑΠ 22/2005 ΝοΒ 55, 1087).
Εξάλλου κατά το άρθρο 1049 ΑΚ η χρησικτησία διακόπτεται με την έγερση, κατά του χρησιδεσπόζοντος ή κατέχοντος το πράγμα, διεκδικητικής αγωγής. Η διακοπή αυτή επέρχεται μόνο υπέρ του ενάγοντος, οι δε διατάξεις για τη διακοπή της παραγραφής με την έγερση αγωγής εφαρμόζονται αναλόγως. Έτσι κατ'εφαρμογή της διατάξεως του 263 του ίδιου κώδικα, εφόσον ο ενάγων παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής ή αν η τελευταία απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς, όπως π.χ. λόγω αοριστίας, η διακοπή της χρησικτησίας θεωρείται μη επελθούσα, αλλά αν εντός εξαμήνου εγερθεί και πάλι η αγωγή, τότε η διακοπή της χρησικτησίας θα λειτουργήσει αναδρομικώς, ήτοι από του χρόνου εγέρσεως της προηγούμενης αγωγής. Ως εκ νέου άσκηση της αγωγής νοείται η έγερση καινούριας με την ίδια ιστορική και νομική αιτία. (ΑΠ 190/2008, ΑΠ 932/2007 Ελ.Δικ.50, σελ.1073 και 1736). Περαιτέρω πρέπει να λεχθεί ότι αν και η διάταξη του άρθρου 1049 ΑΚ ομιλεί μόνο για την έγερση διεκδικητικής αγωγής, το νόημά της είναι ότι η χρησικτησία διακόπτεται όταν στο μέλλον να κτηθεί, βάσει αυτής, δικαίωμα, δηλαδή η κυριότητα γίνεται επίδικο. Επομένως διακοπή της χρησικτησίας επάγεται κάθε πράξη που απευθύνεται κατά του χρησιδεσπόζοντος και φέρει το δικαίωμα σε δικαστική διάγνωση, ανεξάρτητα με το δικονομικό τύπο, με τον οποίο εμφανίζεται η πράξη αυτή.
Συνεπώς η χρησικτησία θα διακοπεί μόνον υπέρ του ενάγοντος και των διαδόχων του, είτε με την επίδοση αγωγής αναγνωριστικής κυριότητας του τελευταίου ή πουβλικιανής αγωγής η αγωγής διανομής κοινού πράγματος, είτε με την άσκηση ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως ή ανακοπής τρίτου στην αναγκαστική εκτέλεση (βλ. Κ.Παπαδόπουλου Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου σελ. 88, Βασίλη Τσούμα Νομική Βιβλιοθήκη σελ. 46 επ.).
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ 4/2005,Ολ ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1103/2011).
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, από τους αναιρεσείοντες-ενάγοντες, η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για ευθεία παράβαση των περί διακοπής του χρόνου χρησικτησίας διατάξεων, λόγω αποδοχής, του, για πρώτη φορά, προβληθέντος στην έκκλητη δίκη από τις αναιρεσίβλητες- εκκαλούσες εναγόμενες ισχυρισμού τους, ότι λόγω μη επανασκήσεως εντός έξι μηνών, από της τελεσίδικης απόρριψής της, προηγούμενης αγωγής τους με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, η επελθούσα με την άσκηση της προγενέστερης αυτής αγωγής διακοπή του χρόνου της χρησικτησίας, θεωρήθηκε ότι δεν είχε επέλθει.
Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την από 13-10-2007 και με αριθμό πραξ. καταθ. 18486/19.4.07 αγωγή τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, αφού εξέθεταν τον τρόπο, με τον οποίο αυτοί και οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες, έχουν καταστεί συγκύριοι κατά τα αναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά δύο ακινήτων, που βρίσκονται στην κτηματική περιοχή Δρυμού του Δήμου Μυγδονίας, ζητούσαν, επειδή οι εναγόμενες δεν συμφωνούσαν στην εξώδικη διανομή, τη λύση της μεταξύ τους κοινωνίας και λόγω του αδυνάτου και ασυμφόρου της αυτούσιας διανομής, την δια πλειστηριασμού πώληση των διανεμητέων ακινήτων και την μεταξύ τους και κατά το λόγο της μερίδας τους, διανομή του εκπλειστηριάσματος.
Στο ιστορικό της αγωγής αυτής αναφερόταν ότι οι ίδιοι ενάγοντες (και μάλιστα οι πέντε πρώτοι και ο αποβιώσας δικαιοπάροχος των τριών τελευταίων Ευστάθιος Π.) άσκησαν προγενέστερα την υπ' αριθμ. καταθέσεως 14171/ΤΟ 2360/9-5-1991 αγωγή τους με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, επί της οποίας, αφού εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1134/91 πράξη περί αποδείξεων, οι οποίες και διεξήχθησαν, στη συνέχεια, μετά την επαναφορά της προς συζήτηση, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1835/1997 απόφαση που την απέρριψε ως αόριστη. Ο ισχυρισμός αυτός, που ορθά εκτιμώμενος ήταν ισχυρισμός περί μη διακοπής της παραγραφής του χρόνου χρησικτησίας, αφού υπαγόταν στο πραγματικό της ΑΚ 263, εκτιμήθηκε με την πρωτόδικη, υπ' αριθμ. 23292/2008 απόφαση, ως καθ' υποφοράν ένσταση διακοπής του χρόνου της χρησικτησίας και αφού έγινε δεκτή απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η υποβληθείσα από τις εναγόμενες ένσταση ιδίας κυριότητος με την αιτιολογία "ότι από το 1983, οπότε ο δικαιοπάροχος των εναγομένων εκδήλωσε βούληση αντιποιήσεως της συννομής των εναγόντων έως την έγερση της προγενέστερης αυτής αγωγής, αλλά και παλαιότερης με αριθμό καταθ.1112/2801/15.6.90 (από την οποία σημειωτέον είχε χωρήσει παραίτηση) που διέκοψαν, κατά το άρθρο 1049 ΑΚ, την παραγραφή, δεν είχε συμπληρωθεί η κατά το άρθρο 1041 ΑΚ (εννοεί 1045 ΑΚ) απαιτουμένη εικοσαετία προς απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία".
Το κεφάλαιο αυτό της πρωτόδικης απόφασης, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή, εξεκλήθη για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, μεταξύ άλλων, και γιατί η προγενέστερα ασκηθείσα, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία αγωγή, που απορρίφθηκε ως αόριστη δεν διέκοψε την χρησικτησία, αφού δεν επανασκήθηκε εντός έξι μηνών από της τελεσιδικίας της. Ήτοι οι εκκαλούσες δεν προέβαλαν το πρώτον με την έφεση ισχυρισμό που δεν είχαν υποβάλλει πρωτόδικα, αλλά αιτιολογούν την βασιμότητα του λόγου της εφέσεώς τους.
Με την προσβαλλομένη απόφαση κρίθηκε επίσης εσφαλμένα, αλλά ως προς το θέμα αυτό με δύναμη πλέον δεδικασμένου, αφού δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένες αποφάσεις - Ολ.ΑΠ 1/2005, ΑΠ 369/2004 Ελ.Δικ.46, 1419 - ότι ο προαναφερθείς ισχυρισμός της αγωγής συνιστά καθ'υποφοράν ένσταση διακοπής της χρησικτησίας και στη συνέχεια κατ' αποδοχή του παραπάνω λόγου της εφέσεως απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμο. Ειδικότερα ως προς το θέμα αυτό η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, αμέσως αφού οι ανωτέρω αναφερόμενοι κληρονόμοι αποδέχθηκαν τις επαχθείσες σ' αυτούς κληρονομιές των γονέων τους Σ. και Α. Π. στη συνέχεια και στην προσπάθεια τους να αμυνθούν κατά των εναγομένων, οι Ν. Π. (2ος ενάγων), Μ. συζ. Ι. Γ., το γένος Α. Π. (5η ενάγουσα), Ε. Χ. ή Π. (δικαιοπάροχος των 6ης, 7ου και 8ης των εναγόντων), Σ. Π. (αρχικός 4ος ενάγων), Β. Π. (3ος ενάγων) και Μ. συζ. Α. Ν., το γένος Χ. Π. (1η ενάγουσα) άσκησαν κατ' αυτών ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την με αριθμό καταθέσεως 14171/ΤΠ 2360/9-5-1991 αγωγή ζητώντας την διανομή των ανωτέρω επιδίκων ακινήτων. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικώς η υπ' αριθμόν 1134/1991 πράξη του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκαν αποδείξεις και μετά την περάτωση αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 1835/24-1-1997 οριστική απόφαση του αυτού ως άνω Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η προαναφερόμενη αγωγή διανομής κοινών ακινήτων για τυπικούς λόγους, και δη ως αόριστη. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά σχετικά με την άσκηση της εν λόγω αγωγής διανομής, της έκδοσης της παραπάνω πράξεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και της υπ' αριθμόν 1835/24-1-1997 οριστικής αποφάσεως του αυτού ως άνω δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η προγενέστερη αγωγή διανομής των ιδίων ακινήτων για τυπικούς λόγους (ως αόριστης) συνομολογούνται και από τους ενάγοντες με την υπό κρίση αγωγή τους. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως οι ενάγοντες δεν άσκησαν ένδικο μέσο ή νέα αγωγή για την ίδια νομική και ιστορική αιτία κατά των αυτών εναγομένων εντός έξι (6) μηνών από της τελεσιδικίας αυτής και ήδη μέχρι την 24-1-2000 είχε παρέλθει τριετία από την έκδοση της, τούτο δεν αρνούνται αυτοί (ενάγοντες) ειδικότερα. Και ναι μεν, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η άσκηση της αγωγής διανομής, ως εμπεριέχουσα αμφισβήτηση της κυριότητας, επιφέρει διακοπή της χρησικτησίας, αν όμως η αγωγή αυτή, όπως εν προκειμένω, απορριφθεί για τυπικούς λόγους για να επέλθει διακοπή της χρησικτησίας με την προγενέστερη αγωγή (με αριθμό καταθέσεως 14171/Τ0 2360/9-5-1991) θα έπρεπε να ασκηθεί νέα αγωγή από την τελεσιδικία αυτής με την ίδια νομική και ιστορική αιτία και κατά των αυτών εναγομένων, κάτι τέτοιο όμως δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα, ούτε εξάλλου ισχυρίζονται τούτο οι ενάγοντες, και συνεπώς η χρησικτησία δεν διακόπηκε αλλά συνέχισε να τρέχει σε βάρος των δικαιοπαρόχων τους." Με τις παραδοχές της όμως αυτές η προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχθηκε ισχυρισμό που για πρώτη φορά υποβλήθηκε στο Εφετείο και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1049 και 263 ΑΚ περί διακοπής της χρησικτησίας και ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και κατ'εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί με τις αναφερόμενες παραπάνω, στον πρώτο λόγο, παραδοχές της αποφάσεως, έγινε δεκτό ότι δεν διακόπηκε η χρησικτησία των εναγομένων στα επίδικα, ενώ αυτή είχε διακοπεί κατά το χρόνο των επτά ετών που διάρκεσε η διεξαγωγή των αποδείξεων που είχαν διαταχθεί με την υπ' αριθμ. 1134/91 πράξη που είχε εκδοθεί επί της αναφερομένης παραπάνω στον πρώτο λόγο της αναιρέσεως υπ' αριθμ. καταθ. 14171/ΤΟ 2360/9-5-1991 αγωγής, επί της οποίας στην συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1835/1997 απόφαση που την απέρριψε ως αόριστη. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού με τις παραπάνω παραδοχές της η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε τις διατάξεις περί διακοπής του χρόνου της χρησικτησίας των άρθρων 1041, 261 και 263 ΑΚ, καθόσον οι συνέπειες ασκήσεως της αγωγής του άρθρου 261 ΑΚ, αναιρούνται κατά το άρθρο 263 ΑΚ αν η αγωγή, όπως στην προκειμένη περίπτωση απορριφθεί ως αόριστη και δεν επανασκηθεί εντός έξι μηνών (ΑΠ 190/2008, ΑΠ 932/2007). Ειδικότερα το άρθρο 261 ΑΚ ορίζει ότι "την παραγραφή διακόπτει η έγερση αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου". Ενόψει τούτων η απόρριψη στην προκειμένη περίπτωση της προγενέστερα ασκηθείσας αγωγής ως αόριστης και η μη επανάσκησή της μέσα στην προαναφερθείσα προθεσμία των έξι μηνών, έχει ως αποτέλεσμα την άρση των συνεπειών της προκληθείσας, με την έγερσή της, επιδικίας και συνακόλουθα τον μη υπολογισμό του χρόνου διάρκειας της διαδικαστικής πράξεως της διεξαγωγής αποδείξεων, ως χρόνου διακοπής της παραγραφής.
Κατά το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ελλείψει νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτή υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά η νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992). Τα επιχειρήματα δηλαδή αυτά δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1103/2011).
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί διαλαμβάνει ανεπαρκή, αλλά και αντιφατική αιτιολογία για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα κατά το λόγο αυτό οι επίμαχες παραδοχές της αποφάσεως είναι οι ακόλουθες: "ούτε τέλος και αναιρούνται από την υπ' αριθμ. .../2-4-01 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Ισμήνης Μιχελάκη, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκ. Νεαπόλεως στον τόμο 48, με αρ. ..., που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες και από την οποία φέρεται ότι οι εναγόμενες αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτές κληρονομιά του πατέρα τους και της ήδη αποβιώσασας μητέρας τους Δ. χήρας Γ. Π., το γένος Χ.Χ., στην οποία περιλαμβάνεται και το ακίνητο "αγρός", κείμενο στη θέση "Φουρνούδια" και δη κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμιά, παρότι κατά την ως άνω ένστασή τους "ιδίας κυριότητας", εκάστη τούτων νεμόταν με διάνοια κυρίου ξεχωριστό ακίνητο και δη η πρώτη το δεύτερο εκτάσεως 1.500 τμ, η δε δεύτερη το πρώτο 4.500 τ.μ.
Οι παραδοχές όμως αυτές της αποφάσεως δεν περιέχουν ισχυρισμούς με αυτοτελή ύπαρξη, που να τείνουν στην κατάλυση του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος, αλλά περιέχουν πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων και δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης επιδεχόμενη μομφή της επικαλούμενης διάταξης του αρ.19 του άρθρου 559. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη, να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ενόψει τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβληθεισών (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. καταθ. 149/30.4.2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 413/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβληθεισών, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ερημοδικία αναιρεσειόντων. 269 Κ.Πολ.Δικ. μέχρι πότε υποβάλλονται τα μέσα επιθέσεως και άμυνας 527 Κ.Πολ.Δικ. Πότε είναι απαράδεκτη η προβολή ισχυρισμών το πρώτο στην κατ΄έφεση δίκη 1049 ΑΚ χρησικτησία. Διακοπή με έγερση αγωγής. Τι αγωγή νοείται 263 ΑΚ προϋποθέσεις διακοπής. Αν επανεγερθεί απορριφθείσα για τυπικού λόγους αγωγή εντός 6μήνου, η διακοπή ενεργεί αναδρομικά από ασκήσεως προγενέστερης αγωγής. 559 αρ. 1. Οι συνέπειες ασκήσεως της αγωγής του άρθρου 261 ΑΚ αναιρούνται κατά το άρθρο 263 ΑΚ αν η απορριφθείσα για τυπικούς λόγους αγωγή, δεν επανασκηθεί εντός 6μήνου από της τελεσίδικης της απορριπτικής απόφασης αρ. 19 αρθ. 559. Τα επιχειρήματα της αποφάσεως δεν ιδρύουν τον αναιρετικό αυτό λόγο.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1746/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. Τ. συζ. Χ., το γένος Β. Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Μηλιαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/4/1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 239/1998 μη οριστική, 201/2000 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 33/2004 μη οριστική, 236/2006 μη οριστική και 181/2008 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12/1/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 20/12/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Παραδεκτά φέρεται για συζήτηση η από 12.1.2009 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 181/2008 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων μετά την έκδοση και κατάθεση στη γραμματεία του τελευταίου αντιγράφου της 517/2009 θετικής γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ., σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2298/1998, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 παρ.3 του ν. 2579/1998 και ίσχυε μέχρι την κατάργησή της με το άρθρο 13 παρ.9 του ν. 3790/2009 από τις 8.8.2009 και εφεξής, έχει δε εφαρμογή στην εξεταζόμενη υπόθεση.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274, του οποίου οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα επί των γαιών ιδιωτικής φύσης δικαιώματα, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες με το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 147/1914, η κυριότητα των αγρών, οι οποίοι είναι δημόσιες γαίες, ανήκει στο Δημόσιο, η δε παραχώρηση αυτών σε ιδιώτες γίνεται με τη χορήγηση τίτλου (τοπίου) με τον οποίο παρέχεται σ' αυτούς δικαίωμα όχι κυριότητας αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 78 του ίδιου Νόμου, σε συνδυασμό προς το άρθρο 8 των οδηγιών περί εγγράφων τοπίων της 7 Σαμπάν 1276, προκύπτει ότι για την κτήση του δικαιώματος αυτού της εξουσιάσεως (μονίμου εγκαταστάσεως), αρκεί μόνη η πραγματική κατάσταση της επί δεκαετία, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, κατοχής και καλλιέργειας της δημόσιας γαίας, στην οποία αναφέρεται το δικαίωμα αυτό από τον εξουσιάζοντα, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι αυτή είναι κατά τη φύση και τον προορισμό της καλλιεργήσιμη και δεν πρόκειται για άλλης φύσης δημόσια γαία και δεν απαιτείται να εκδοθεί στο όνομα αυτού και τίτλος (ταπί) ο οποίος έχει απλώς χαρακτήρα αποδεικτικό. Η κτήση του δικαιώματος της εξουσιάσεως με δεκαετή κατοχή και καλλιέργεια, αναγνωρίσθηκε και από το άρθρο 2 του με αριθμ. 2468 Δ/τος της Προσωρινής Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 1072/1917, καθώς και από το άρθρο 50 του Ν. 2052/1920, εφόσον η δεκαετία της κατοχής συμπληρώθηκε μέχρι τις 20 Μαΐου 1917. Με το άρθρο 49 του Ν. 2052/1920 ορίσθηκε περαιτέρω ότι όποιος έχει το δικαίωμα εξουσιάσεως αποκτά δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου του κτήματος, το δε Δημόσιο δικαίωμα συγκυριότητας και συνδιακατοχής κατά το υπόλοιπο 1/5, το δικαίωμα όμως αυτό του Ελληνικού Δημοσίου, δυνάμει των άρθρων 101-104 του Δ/τος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4229/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του Ν. 1540/1938 περιήλθε αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών στους κατά την έναρξη ισχύος του διατάγματος αυτού συνιδιοκτήτες κατά τα 4/5 του ακινήτου. Επίσης, κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος β.ρ. Δικαίου, των ν. 12 πανδ. (18.7), ν. 14 παρ.8 πανδ.(11.7), ν.69 πανδ. (29.2), οποίες έχουν εφαρμογή όταν ο κληρονομούμενος απεβίωσε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρ.92 ΕισΝΑΚ), οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται όλοι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι που ορίζει ο ν.2310/1920 "περί της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής), εκτός από τους οικείους, δηλαδή τα τέκνα που τελούσαν υπό την πατρική εξουσία κατά το χρόνο του θανάτου του, αποκτούν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά με μονομερή δήλωση της βουλήσεως τους για αποδοχή αυτής (υπεισέλευση στην κληρονομία). Η δήλωση αυτή, που αποτελεί μη απευθυντέα δικαιοπραξία, εκφράζεται είτε ρητώς (εγγράφως ή προφορικώς), είτε σιωπηρώς, συναγόμενη από τις πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση ανάμιξης στην κληρονομία και απόκτηση αυτής, χωρίς να απαιτείται πανηγυρικός τύπος γι' αυτήν. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή κάποιας καταλυτικής ή παρακωλυτικής ενστάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε ότι, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τ' ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο, δηλαδή έκταση εμβαδού 3.472,27 τ.μ., βρίσκεται στη θέση "Μπρέσα" της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Μονοδενδρίου Ιωαννίνων και συνορεύει γύρω-γύρω με ιδιοκτησία Φ. Π., με δημόσια δασική έκταση, με επαρχιακή οδό Ιωαννίνων-Μονοδενδρίου και με ιδιοκτησία αφών Ν. . Ανήκε κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας στην κατηγορία των "δημόσιων γαιών" και ένα τμήμα αυτής εμβαδού 1427,17 τ.μ. ήταν αγρός που εξουσιαζόταν από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, ενώ το υπόλοιπο τμήμα αυτής εμβαδού 2045,10 τ. μ. ήταν δημόσιο δάσος, που ανήκε κατά κυριότητα στο Οθωμανικό Δημόσιο. Συγκεκριμένα το τμήμα της επίδικης εκτάσεως, που εικονίζεται στο συνημμένο στην πραγματογνωμοσύνη από Φεβρουαρίου 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Π. με περιμετρικά στοιχεία 72-Α-Β-Γ-99-92...117...42-41-40-72 εμβαδού 1427,17 τ.μ. και συνορεύει με επαρχιακή οδό Ιωαννίνων-Μονοδενδρίου, με δημόσια έκταση με ιδιοκτησία Φ. Π. και τμήμα του επιδίκου (δάσος) ήταν κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας αγρός, τον οποίο κατείχε και καλλιεργούσε από το 1900 και επί δέκα τουλάχιστον συνεχή έτη μέχρι τις 20-5-1917 η απώτατη δικαιοπάροχος της ενάγουσας Π. συζ. Μ. Θ.. Μετά το θάνατο αυτής κατά το έτος 1943 ο αγρός αυτός περιήλθε λόγω κληρονομικής διαδοχής στο γιο της Μ. Θ., ο οποίος υπεισήλθε στην κληρονομιά της μητέρας του και εξακολούθησε να νέμεται και να κατέχει αυτόν με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη συνεχώς μέχρι το έτος 1995 που το μεταβίβασε και συγκεκριμένα το χρησιμοποιούσε για βόσκηση του ποιμνίου του, το έσπερνε με τριφύλλι και ξύλευε τα δένδρα που υπήρχαν στον αγρό. Αυτός μεταβίβασε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή τον αγρό αυτό με το υπ1 αριθ. .../21-7-1995 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ζαγορίου Σταματίας-Γούλα-Ντούγια- που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ζαγορίου (στον τόμο 43 με α.α. ...) σε συνδυασμό με την .../31-3-1997 πράξη διορθώσεως του άνω συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σαρρή, που μεταγράφηκε επίσης νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ζαγορίου (στον τόμο 47 και α.α. ...) στη θυγατέρα του και άμεσο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Π. σύζ. Β. Γ.. Αυτή συνέχισε να νέμεται και να κατέχει τον αγρό αυτόν με τα ίδια προσόντα μέχρι τις 3-11-1995, όταν μεταβίβασε κατά κυριότητα αυτόν δυνάμει του υπ' αριθ. .../3-11-1995 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ζαγορίου Σταματίας Γούλα-Ντούγια, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Ζαγορίου (στον τόμο 44 με α.α. ...) σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. .../31-3-1997 πράξη διορθώσεως του ανωτέρω συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σαρή που μεταγράφηκε επίσης νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ζαγορίου (στον τόμο 47 και αυξ. αριθμό ...) στην ενάγουσα θυγατέρα της, η οποία συνέχισε έκτοτε να νέμεται αυτόν με διάνοια κυρίου κατά τα ανωτέρω. Κατ' ακολουθίαν των όσων εκτέθηκαν η απώτερη δικαιοπάροχος της ενάγουσας Π. συζ. Μ. Θ. είχε αποκτήσει κατά τα άρθρα 3 και 78 του Οθωμανικού νόμου "Περί γαιών", δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως μόνο στο προπεριγραφόμενο τμήμα της επίδικης έκτασης, εμβαδού 1427,17 τ.μ. αφού τούτο ήταν καλλιεργήσιμος αγρός και αυτή τον κατείχε και τον καλλιεργούσε χωρίς δικαστική αμφισβήτηση επί δέκα τουλάχιστον συνεχή έτη μέχρι την 20-5-1917 και εν συνεχεία με την εισαγωγή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις Νέες χώρες απέκτησε, σύμφωνα με το άρθρο 49 του ν. 2052/1920 και δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου του αγροτικού αυτού ακινήτου, ακολούθως δε περιήλθε σ' αυτήν και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου ποσοστού του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τα άρθρα 101 έως 104 του διατάγματος της 11/12-11-1929 και έτσι αυτή έγινε αποκλειστική κυρία του τμήματος τούτου. Το δικαίωμα κυριότητας αυτής μεταβιβάσθηκε στον απώτερο δικαιοπάροχο και στη συνέχεια στην άμεση δικαιοπάροχο της ενάγουσας καθώς και στην ίδια κατά τον εκτεθέντα τρόπο και έτσι η ενάγουσα έγινε κυρία του ιδίου τμήματος του επιδίκου τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), δεδομένου ότι το εν λόγω τμήμα ακινήτου ήταν μετά την 20-5-1917 επιδεκτικό χρησικτησίας και αυτή μαζί με τους δικαιοπαρόχους παππού και μητέρα της, το νεμόταν με διάνοια κυρίου επί είκοσι τουλάχιστον έτη από της κατά την 23-2-1946 εισαγωγής του Αστικού Κώδικα μέχρι την άσκηση της αγωγής. Εξάλλου από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι το υπόλοιπο του επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 2045,10 τ. μ, ήταν κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας δάσος και συγκεκριμένα δασική έκταση καλυπτόμενη από βλάστηση δένδρων δρυός και λοιπών φυλλοβόλοι πλατύφυλλων κυρίως γαύρου με άτομα σφενδάμου, κρανιάς και λεπτοκαρυάς, δενδρώδους μορφής, από την οποία καλύπτεται και μέχρι σήμερα.
Συνεπώς, το εν λόγω τμήμα, ως δημόσιο δάσος ανήκε κατά κυριότητα στο Τουρκικό δημόσιο και έτσι μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου κατά το έτος 1913 περιήλθε στην κυριότητα του διαδόχου αυτού αιτία πολέμου Ελληνικού Δημοσίου (αρθρ. 2 του Ν. 147/1914 και Ν. 262/1914). Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και ιδίως το ότι τα προαναφερόμενα τμήματα της επίδικης έκτασης ήταν επί Τουρκοκρατίας το μεν πρώτο, εμβαδού 1427,17 τ.μ., καλλιεργούμενος αγρός, το δε δεύτερο, εμβαδού 2045,10 τ.μ., δάσος αποδεικνύεται τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ε. Ρ. και Π. Μ., οι οποίοι από τη γέννηση τους (1923 και 1930 αντίστοιχα) κατοικούν μόνιμα στην περιοχή και έχουν προσωπική αντίληψη για την καλλιέργεια της πρώτης επίδικης έκτασης από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, όσο (και κυρίως) από την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης πραγματογνώμονας Φ. Μ.. Η εν λόγω πραγματογνώμονας προέβη στην ερμηνεία των φωτογραφικών που τέθηκαν υπόψη της οι οποίες είναι έγκυρες, έχουν ληφθεί από δημόσιους φορείς και απεικονίζουν την κατάσταση της περιοχής όπου βρίσκεται το επίδικο κατά τα έτη 1945 και 1983. Όπως δε αναφέρει στην έκθεση της από την ερμηνεία των αεροφωτογραφιών προκύπτει ότι η μεν έκταση με στοιχεία 72-Α-Β-Γ-99...104-107-37-35-72 είχε το 1945 τη μορφή δάσους, η δε έκταση με στοιχεία 72-Α- V Β-Γ-99-92...117...42-41-40...72 παρουσιαζόταν το έτος 1945 ως γυμνή από δασική βλάστηση και πιθανόν να καλλιεργείτο. Από την ίδια έκθεση προκύπτει ότι στο δυτικό όριο και στη βόρεια πλευρά της τελευταίας έκτασης υπάρχει τοιχοποιία από ξηρολιθιά. Άλλωστε το ότι μόνο το τμήμα του επιδίκου που εικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Π., όπως συμπληρώθηκε από τη δασολόγο Μ. Γ. με στοιχεία 72-Α-Β-Γ-99-92...117...42-41-40...72 έκτασης 1427,17 τ.μ. ήταν ανέκαθεν αγροτική έκταση επιβεβαιώνεται και από το από 1964 έγγραφο του Νομαρχιακού Ταμείου Ιωαννίνων από το οποίο προκύπτει ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας έλαβε αποζημίωση για τμήμα του αγροτικού του ακινήτου εκτάσεως 460 τ.μ. το οποίο απαλλοτριώθηκε κατά το έτος 1964 κατά τη διάνοιξη της Επαρχιακής οδού Άνω Πεδινής-Βίτσας-Μονοδενδρίου-Χαράδρας Βίκου. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η 7-4-1997 ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της εφεσίβλητης είναι βάσιμη κατά το μέρος που αφορά την παραπάνω έκταση των 1.427,17 τ.μ και, αφού έκανε εν μέρει δεκτή την έφεση της τελευταίας, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και αναγνώρισε την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη κυρία της εκτάσεως αυτής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις που αφορούν την κτήση κυριότητας του επίδικου ακινήτου εκ μέρους των ως άνω (απώτατης και απώτερου) δικαιοπαρόχων της ενάγουσας, ενώ δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ' αυτήν, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και με βάση τα οποία οι ανωτέρω απώτατη και απώτερος δικαιοπάροχοι της ενάγουσας απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου των 1.427,17 τ. μ με τους επικαλούμενους στην αγωγή τρόπους και, συνακόλουθα, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προδιαληφθείσες ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες και εφάρμοσε.
Συνεπώς είναι αβάσιμοι ο πρώτος, από τον αριθ.1, και ο δεύτερος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα.
ΙΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008). Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος αληθώς αποδίδει πλημμέλεια μόνο από τον αριθ. 11 περ. γ' (και όχι και από τον αριθ. 12) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, που προσκόμισε με επίκληση για την απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι και η ως άνω έκταση των 1.427,17 τ.μ ήταν ανέκαθεν δασική και συγκεκριμένα την από 25-9-1997 έκθεση αυτοψίας της δασολόγου Μ. Γ.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το παραπάνω έγγραφο. Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από το εν λόγω έγγραφο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς τη φύση της επίδικης εκτάσεως ως δασικής είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας του εγγράφου αυτού. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένη, όμως, όπως στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν.3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.1.2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 181/2008 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κυριότητα αγρών κατά τον Οθωμανικό Νόμο «περί γαιών» της 7 Ραμαζάν 1274. Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1744/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Α. Φ. του Μ., κατοίκου ..., 3) Γ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 4) Π. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 5) Ε. Β. του Κ., κατοίκου ..., 6) Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 7) Γ. Μ. συζ. Γ., το γένος Ι. Μ., ... και 8) Π. Φ. του Φ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Μυλωνά, ο οποίος ανακάλεσε την από 14/9/2012 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Γ. - Β., κατοίκου ..., 2) Μ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 3) Α. Γ. του Α., κατοίκου ..., 4) Α. Τ. του Η., κατοίκου ..., 5) Σ. Τ. του Π., 6) Σ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 7) Β. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 8) Β. Τ. του Α., κατοίκου ..., και 9) Χ. Τ. του Α., κατοίκου ... . Η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ηλιόπουλο, οι 2η, 3ος, 6η, 7η, 8η, και 9η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και οι 4η και 5η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/5/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13461/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 1867/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/2/2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 10/9/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τρίτου και τετάρτου μέρος δεύτερο και τρίτο λόγων αναίρεσης και τη απόρριψη των υπολοίπων λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις 3556/26-3-2012 ως 3557/26-3-2012 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., τις οποίες προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες προκύπτει ότι οι απολειπόμενες τετάρτη και πέμπτη αναιρεσίβλητες κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αφού ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας και κλήση για συζήτηση επιδόθηκε σε κάθε μια απ' αυτές. Επομένως παρά την απουσία τους πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει σαν να ήσαν και αυτές παρούσες. Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτή, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 1045 Α.Κ., για τη κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 Α.Κ.). Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλου ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος. Τις υλικές αυτές πράξεις πρέπει να αναφέρει στην αγωγή του ο ενάγων, που επικαλείται τη χρησικτησία και εφ' όσον αμφισβητούνται αποδεικνύονται απ' αυτόν και δεν αρκεί η αναφορά ότι ο ενάγων νεμόταν το ακίνητο χωρίς την επίκληση των υλικών πράξεων που ενήργησε στο ακίνητο. Η μη αναφορά των πράξεων αυτών καθιστά την αγωγή αόριστη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 983 Α.Κ., η νομή του ακινήτου, εφόσον ανήκε στον κληρονομούμενο, περιέρχεται στους κληρονόμους του με και από το θάνατο του κληρονομουμένου. Τέλος, κατά το άρθρο 216§1 β Κ.Πολ.Δ., το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της. Στην περίπτωση που η διεκδικητική (ή αναγνωριστική) κυριότητας ακινήτου αγωγή θεμελιώνεται σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία πρέπει ο ενάγων να επικαλεστεί τα περιστατικά που απαιτούνται για την κτήση αυτή δηλ. συνεχή νομή επί εικοσαετία με δυνατότητα συνυπολογισμού της νομής του καθολικού ή ειδικού διαδόχου του με αναφορά των κατ' ιδία πράξεων νομής.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί το Εφετείο έκρινε την αγωγή ορισμένη ως προς τον επικαλούμενο από τους ενάγοντες μοναδικό τρόπο κτήσης της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία κατά το χρόνο που αυτοί βρίσκονταν στη νομή του επιδίκου και οι δικαιοπάροχοι της πρώτης έως εβδόμης εξ αυτών, χωρίς να γίνεται αναφορά στην αγωγή υλικών πράξεων νομής που αυτοί και οι άμεσοι δικαιοπάροχοι τους άσκησαν στο επίδικο κατά τον επικαλούμενο χρόνο της δικής τους χρησικτησίας, στην οποία προσμετρούν και το χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων τους. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 11/5/2007 αγωγής τους, όπως αυτή παραδεκτά διευκρινίστηκε με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεταν ότι είναι συγκύριοι, συνομείς και συγκάτοχοι ενός ακινήτου-αγροτεμαχίου, εμβαδού 8.102,87 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Κουρουτζίκ" ή "Τσιλάκ Βουνό" της κτηματικής περιοχής Λητής Θεσσαλονίκης και συνορεύει βορειοδυτικά με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας εναγομένων (πρώην Α. Χ.), και με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας Κ. Κ., σε τοξοειδή πλευρά συνολικού μήκους 123,93 γ.μ., βορειοανατολικά με αγροτικό δρόμο σε τεθλασμένη πλευρά συνολικού μήκους 110,59 γ.μ. και νότια με αγροτεμάχιο κληρονόμων Α. Γ. σε πλευρά 59,94 γ.μ. και με αγροτεμάχιο κληρονόμων Μ. σε πλευρά 73,86 γ.μ. Ότι το ακίνητο αυτό ανήκε στην κυριότητα της απώτερης δικαιοπαρόχου τους Σ. χας Α. Τ. το γένος Χ. Γ., με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον νεμόταν και κατείχε αυτό με διάνοια κυρίας συνεχώς από το έτος 1920 μέχρι και το θάνατο της το έτος 1970, και συγκεκριμένα το καλλιεργούσε με δημητριακά χωρίς αμφισβήτηση από κανέναν και έτσι απέκτησε την κυριότητα τόσο κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βρδ όσο και κατά τις διατάξεις του Α.Κ. Ότι μετά το θάνατο της ανωτέρω δικαιοπαρόχου τους το έτος 1970, το παραπάνω αγροτεμάχιο περιήλθε στα πέντε παιδιά της, μοναδικούς εξ' αδιαθέτου κληρονόμους της, ήτοι στους Α. Τ., Π. Τ., Α. Τ., Β. Τ. (δη ενάγουσα) και Χ. Τ. (9η ενάγουσα), κατά ποσοστό 1/5 ή 12/60 εξ' αδιαιρέτου στον καθένα, οι οποίοι υπεισήλθαν ως κληρονόμοι της νομέως-μητέρας τους, στη νομή του επιδίκου ακίνητου κατά τα ως άνω ιδανικά τους μερίδια και συνέχισαν να νέμονται αυτό μέχρι και το θάνατο τους οι τρεις πρώτοι και μέχρι σήμερα οι λοιπές (8η και 9η των εναγόντων). Ότι από τους παραπάνω κληρονόμους της αρχικής νομέως Σ. Τ. το γένος Γ.: Α) Η Α. Τ. χα Α. Γ. πέθανε στις 20-1-2000 και κληρονομήθηκε κατά την ως άνω ιδανική της μερίδα του 1/5 ή 12/60 εξ' αδιαιρέτου, από τους μοναδικούς εξ' αδιαθέτου, κληρονόμους της, ήτοι τα τέκνα της Σ. Γ., Μ. Γ. και Α. Γ. (1η, 2η και 3ο των εναγόντων), που υπεισήλθαν στη νομή του εν λόγω ακινήτου ως κληρονόμοι και συνέχισαν να νέμονται αυτό κατά ποσοστό 4/60 εξ' αδιαιρέτου ο καθένας. Β) Ο Π. Τ. πέθανε στις 28-1-2007 και κληρονομήθηκε κατά την ως άνω ιδανική του μερίδα του 1/5 ή 12/60 εξ' αδιαιρέτου, από τους μοναδικούς εξ' αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι τη σύζυγο του Α. το γένος Η. Τ. και το τέκνο του Σ. Τ. (4η και 5η των εναγόντων), που υπεισήλθαν στη νομή του εν λόγω ακινήτου ως κληρονόμοι και συνέχισαν να νέμονται αυτό κατά ποσοστό 3/60 και 9/60 εξ' αδιαιρέτου αντίστοιχα και Γ) Η Α. Τ. συζ. Μ., πέθανε στις 5-1-1896, και κληρονομήθηκε κατά την ως άνω ιδανική της μερίδα του 1/5 ή 12/60 εξ' αδιαιρέτου, από τους μοναδικούς εξ' αδιαθέτου κληρονόμους της, ήτοι τα τέκνα της Σ. Μ. και Β. Μ. (6η και 7η των εναγόντων), που υπεισήλθαν στη νομή του εν λόγω ακινήτου ως κληρονόμοι και συνέχισαν να νέμονται αυτό κατά ποσοστό 6/60 εξ' αδιαιρέτου η κάθε μία. Ότι σύμφωνα με τις ανωτέρω εξ' αδιαθέτου κληρονομικές διαδοχές η εξ' αδιαιρέτου μερίδα του κάθε ενάγοντα επί του ως άνω ακινήτου διαμορφώθηκε σε 4/60 για καθένα από τους 1η, 2η και 3ο των εναγόντων, σε 3/60 για την 4η, σε 9/60 για την 5η, σε 6/60 για κάθε μία των 6ης και 7ης και σε 12/60 για κάθε μία από τις 8η και 9η των εναγόντων. Ότι έτσι αυτοί έγιναν συγκύριοι του ανωτέρω ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρώντας στο χρόνο νομής χρησικτησίας τους και αυτόν των δικαιοπαρόχων τους (άμεσων και απώτερων) και ότι οι εναγόμενοι, αγοραστές της ιδιοκτησίας που εφάπτεται στο βορειοδυτικό όριο της δικής τους, αμφισβητούν την κυριότητα τους. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσαν οι ενάγοντες να αναγνωρισθεί το δικαίωμα της συγκυριότητας τους επί του επιδίκου ακινήτου. Επομένως, αφού στην αγωγή δεν γίνεται αναφορά υλικών πράξεων νομής των εναγόντων και των ως άνω αμέσων δικαιοπαρόχων τους, η αγωγή ήταν αόριστη και το Εφετείο κρίνοντας την αγωγή ορισμένη υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθ. 8α και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης του οποίου η σχετική πλημμέλεια προτάθηκε στο Εφετείο, είναι βάσιμος και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 580§3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12§4 του ν. 4055/2012, προκύπτει ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκαση της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην προκειμένη περίπτωση, εφ' όσον κατά τα προεκτεθέντα η ένδικη αναγνωριστική αγωγή κυριότητας του επιδίκου ακινήτου κρίθηκε ως αόριστη και εντεύθεν απορριπτέα, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης γι' αυτό επιβάλλεται η παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και η απόρριψη της από τον Άρειο Πάγο ως αόριστης και για το λόγο αυτό απαράδεκτη. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων όλων των βαθμών δικαιοδοσία (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1867/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Εξαφανίζει την 13461/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει την από 11-5-2007 και με αριθμό κατάθεσης 22202/2007 ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων όλων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου – Τρόπος κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Απόρριψη αγωγής ως αόριστης κατά παραδοχή σχετικού λόγου αναίρεσης από 8α και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1743/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Δ. του Π., 2) Ι. Δ. του Ε. και 3) Η. Δ. του Ε., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Δοκόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Κ., του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρου, με δήλωση άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., 2) Δήμου Μονεμβασίας, νομίμως εκπροσωπούμενου από το Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αλεξάνδρα Καρέτσου, με δήλωση άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και 3) Β. Κ. του Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα της ως δικηγόρου, με δήλωση άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/1991 αγωγή της αρχικής ενάγουσας Α. συζύγου Ε. Δ., με την από 30/12/1992 κυρία παρέμβαση της Κοινότητας Μονεμβασίας, με την από 19/5/1992 κυρία παρέμβαση των Π. Χ. και Μ. Χ. και με την από 8/5/1992 προσεπίκληση της Κ. Γ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/1993 μη οριστική, 123/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 462/2003 του Εφετείου Ναυπλίου. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκαν αναιρέσεις και εκδόθηκαν οι 649/2006 και 650/2006 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, οι οποίες αναίρεσαν την 462/2003 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και παρέπεμψαν την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο προς περαιτέρω εκδίκαση. Το Εφετείο Ναυπλίου εξέδωσε την 464/2009 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/3/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανάγνωσε την από 10/10/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό, καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά. Εξάλλου ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δε συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποίο: η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και τρίτο, μέρος πρώτο λόγους αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τους αριθ. 1, 11, 12 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο με μη νόμιμη εντελώς ανεπαρκή και αόριστη αιτιολογία στήριξε την κρίση του ότι δια μέσου του οικοπέδου των αναιρεσειόντων υπήρξε καμπυλόδρομος κοινοτικός δρόμος σε φωτογραφία του έτους 1936 δημοσιευμένη το έτος 2001 στον τουριστικό ταξιδιωτικό οδηγό με τίτλο "Η Μονεμβασιά και η ενδοχώρα της", την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο πρώτος αναιρεσίβλητος Π. Κ. στο Εφετείο για πρώτη φορά, ενώ τις αναφερόμενες στην παραπεμπτική 649/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου αεροφωτογραφίες των ετών 1960, 1964, 1965, 1970 και 1986 παρέλειψε να λάβει υπόψη του και οι οποίες ως δημόσια έγγραφα παρείχαν πλήρη απόδειξη ότι δεν υπήρξε ποτέ ο ως άνω κοινοτικός δρόμος προσδίδοντας έτσι το Εφετείο στην ως άνω φωτογραφία πλήρη αποδεικτική δύναμη, που αυτή δεν είχε, αφού δημοσιεύτηκε σε ύποπτο χρόνο, σ' ένα αντιεπιστημονικό, αυθαίρετο και αναληθή τουριστικό οδηγό για να προσαχθεί από τον ως άνω αναιρεσίβλητο για πρώτη φορά στο Εφετείο χωρίς να διαταχθεί η διαπίστωση της γνησιότητας αυτής, παραβιάζοντας έτσι το Εφετείο τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που περιέχει αιτιάσεις από τους αριθ. 1, 12 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το δικαστήριο της ουσίας εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις όπως έχει δικαίωμα, απέδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα στην ως άνω φωτογραφία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα και δη τις ως άνω αεροφωτογραφίες που έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη και η εκτίμηση αυτή των αποδείξεων ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας και επομένως δεν ιδρύονται οι αναιρετικοί λόγοι από τους αριθ. 1, 12 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο ίδιος λόγος από τον αριθ. 11 είναι συναφής με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και θα εξεταστεί κατωτέρω, ενώ ή περιεχόμενη στον ίδιο λόγο και στον συναφή τρίτο λόγο αιτίαση από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού αναφερομένη σε αποδεικτικά μέσα, που δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.
Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, πλήττονται μεν όλες ή μία απ' αυτές, η προσβολή όμως μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Ολ.ΑΠ 25/2003). Επομένως οι περιεχόμενες στο δεύτερο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις από τους αριθ. 1, 8, 11, 12, 16, 18 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφερόμενες σε πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορούν την κτήση της κυριότητας του επιδίκου τμήματος των 13,5 τμ με τακτική χρησικτησία από τον πρώτο αναιρεσίβλητο είναι απορριπτέες ως αλυσιτελώς προσβαλλόμενες, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση αυτή περιέχει και κτήση της κυριότητας με παράγωγο τρόπο, η δε παραδοχή αυτή του Εφετείου στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ζ διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Όμως δεν γεννάται ο λόγος αυτός αν και από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα: α) την από 6-9-2006 πραγματογνωμοσύνη του Πολιτικού Μηχανικού Ε. Λ., β) το χάρτη του Κάστρου της Μονεμβασιάς και γ) αεροφωτογραφίες των ετών 1960, 1964, 1965, 1970 και 1986, έγγραφα που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν με τις προτάσεις τους στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προς ανταπόδειξη του ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων περί υπάρξεως στο επίδικο κοινοτικού δρόμου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από τη γενική βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το Εφετείο σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας εκ των οποίων ρητά μνημονεύει τις αεροφωτογραφίες των ετών 1960, 1964, 1965 και 1970 και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του και τα προαναφερόμενα έγγραφα. Οι λοιπές περιεχόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις από τους αριθ. 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες σύμφωνα με τα όσα έχουν προαναφερθεί ανωτέρω στον πρώτο λόγο αναίρεσης. Αφού απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης πρέπει οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-3-2010 αίτηση των Ε. Δ. κλπ για αναίρεση της 464/2009 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, ενιαίως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διεκδικητική αγωγή κυριότητας ακινήτου Λόγοι αναίρεσης από 11,12 άρθρου 559 ΚΠολΔ Απορρίπτονται ως αβάσιμοι
| null | null | 0
|
Αριθμός 1741/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Α) Των αναιρεσειόντων - προσεπικαλούντων: 1) Ε. Λ. του Ν. και 2) Π. Λ. του Ν., χήρας Ε. Ν., αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Νανόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου - καθού η πρόσθετη παρέμβαση - προς το οποίο κοινοποιείται η ανακοίνωση με προσεπίκληση: Φιλανθρωπικού Σωματείου με επωνυμία "Άσυλο Ανιάτων" και έδρα την ..., νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αθανασία Κωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Κοινοποιούμενης της αίτησης αναίρεσης, της προσεπίκλησης και της πρόσθετης παρέμβασης: προς τον Υπουργό Οικονομικών, ως ασκούντα την επιμέλεια επί των κοινωφελών ιδρυμάτων.
Β) Των προσθέτων παρεμβαινόντων - καθών η προσεπίκληση: 1)Μ. Μ. χήρας Δ., το γένος Σ. Ε., 2) Ε. Μ. του Δ., 3) Σ. Μ. του Δ. και 4) Κ. Μ. του Δ., απάντων κατοίκων ..., με την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμων του αποβιώσαντος Δ. Μ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Σιούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Υπέρ των ήδη αναιρεσειόντων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε: 1)με την από 20/7/1993 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, 2)την 23/11/1993 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση των ήδη αναιρεσειόντων και 3)την από 23/11/1993 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη αποβιώσαντα Δ. Μ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1573/1995 μη οριστική, 729/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5323/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/5/2010 αίτησή τους. Οι αιτούντες - αναιρεσείοντες με την από 15/6/2010 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση ζητούν όσα αναφέρονται σε αυτή. Οι προσθέτως παρεμβαίνοντες με την από 18/1/2011 πρόσθετη παρέμβαση ζητούν όσα αναφέρονται σε αυτή.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 21/9/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 14/5/2010 αίτησης για αναίρεση της 5323/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, όπως και των από 15/6/2010 ανακοίνωσης δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και από 18/1/2011 πρόσθετης παρέμβασης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά μεν το άρθρο 89 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, η προσεπίκληση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, το αργότερο έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο και κοινοποιείται στον προσεπικαλούμενο, κατά δε το άρθρο 91 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όποιος έχει έννομο συμφέρον δικαιούται να ανακοινώσει τη δίκη σε τρίτους, ώσπου να εκδοθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οριστική απόφαση για την ουσία της υπόθεσης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι ο διάδικος που θέλει να προσεπικαλέσει στη δίκη κάποιον τρίτο, οσάκις επιτρέπεται τούτο από το νόμο (άρθρο. 86, 87 και 88 ΚΠολΔ), ή να ανακοινώσει τη δίκη σε τρίτους, μπορεί να ασκήσει την προσεπίκληση ή να ανακοινώσει τη δίκη μόνο στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και το χρόνο που ορίζεται από τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 89 και 91 Κ.Πολ.Δ. Ενώπιον του Αρείου Πάγου στην αναιρετική δίκη δεν επιτρέπεται άσκηση προσεπικλήσεως (ΑΠ 1302/2005, ΑΠ 863/1999). Επομένως, η από 15-6-2010 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση που άσκησαν οι αναιρεσείοντες ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, είναι απαράδεκτη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 81 παρ.1 ίδιου Κώδικα η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους. Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του Αρείου Πάγου. Το ότι στη διάταξη του άρθρου 573 παρ.1 ΚΠολΔ, στην οποία απαριθμούνται οι εφαρμοζόμενες και στη αναιρετική διαδικασία άλλες (πλην αυτών του κεφαλαίου περί αναιρέσεως) διατάξεις του ΚΠολΔ δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της αντιθέτου απόψεως, διότι οι διατάξεις του πρώτου βιβλίου του ΚΠολΔ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το άρθρο 80, εφαρμόζεται σε όλες τις διαδικασίες συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ολ.ΑΠ 1/1996). Ο προσθέτως παρεμβαίνων περιορίζεται στην αναιρετική διαδικασία σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναιρέσεως, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κυρίων διαδίκων.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι εξ αδιαθέτου συγκληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικού προσθέτως παρεμβάντος Δ. Μ., δικονομικού εγγυητή των αναιρεσειόντων και υπόχρεου σε αποζημίωση σε περίπτωση ήττας τους, άσκησαν ενώπιον του Αρείου Πάγου με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 21-1-2011, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσειόντων, στην οποία γίνεται σαφής επίκληση του ως άνω έννομου συμφέροντος προς άσκηση αυτής, προκειμένου να γίνει δεκτή η αναίρεση. Επομένως, η πρόσθετη αυτή παρέμβαση, η οποία ασκήθηκε παραδεκτά και επιδόθηκε νόμιμα σε όλους τους διαδίκους και κοινοποιήθηκε στον Υπουργό Οικονομικών ως ασκούντα την εποπτεία επί των Κοινωφελών Ιδρυμάτων, πρέπει να ερευνηθεί μαζί με την αίτηση αναιρέσεως. Επειδή, ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναφέρεται στην παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή, κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλουν κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου. Άρα, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όσον αφορά στην παραβίαση δικονομικών διατάξεων, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας. Ο τρίτος επόμενος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υπό την επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 88 και 91 του ΚΠολΔ, οι οποίες ρυθμίζουν την άσκηση της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή και της ανακοίνωσης δίκης, αντίστοιχα, επειδή το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την ασκηθείσα ενώπιόν του από 23-11-1993 "ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση", είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΑΠ 1143/2003). Εξάλλου, δεν θεωρείται ως αυτοτελής η πρόσθετη παρέμβαση που ασκεί υπέρ του διαδίκου, ο δικονομικός του εγγυητής είτε εκουσίως είτε μετά προσεπίκλησή του από αυτόν, αφού η ισχύς της απόφασης της κυρίας δίκης δεν εκτείνεται και στις σχέσεις μεταξύ του δικονομικού εγγυητή (παρεμβαίνοντος) και του αντιδίκου του. Περαιτέρω, κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτή λόγου αναίρεσης απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό (ΑΠ 788/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγεται το Εφετείο, γιατί με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρέλειψε να αποφανθεί ρητά με διάταξή του στο διατακτικό της σε σχέση με την από 24-3-2008 πρόσθετη παρέμβαση που άσκησαν οι Μ. Μ., Ε. Μ., Σ. Μ. και Κ. Μ., που προσεπικλήθηκαν από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες, υπέρ των τελευταίων και κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή εκτίμηση (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής, οι ως άνω προσθέτως παρεμβάντες στο Εφετείο είναι εξ αδιαιρέτου συγκληρονόμοι του αποβιώσαντος στις 19-9-2005 Δ. Μ., δικονομικού εγγυητή των εναγομένων-αναιρεσειόντων. Κατά συνέπεια, ενόψει του ότι, υπό τα ως άνω εκτιθέμενα, η πιο πάνω πρόσθετη παρέμβαση δεν είναι αυτοτελής και, επομένως, δεν αποτελεί "αίτηση" υπό την προδιαληφθείσα έννοια, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, καθώς και οι λόγοι έφεσης, των οποίων η λήψη υπόψη και παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την κατά το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό ή λόγο εφέσεως και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, ποια "πράγματα" δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα καθώς και τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία θα κρινόταν, αν τα "πράγματα" ήταν ουσιώδη και να μνημονεύεται το σφάλμα από τη μη λήψη υπόψη των "πραγμάτων".
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους τέταρτο και δεύτερο, αντίστοιχα, λόγους της αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο αφενός δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, ότι αυτοί έγιναν συγκύριοι του επιδίκου με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, "τους οποίους απέρριψε χωρίς επαρκή αιτιολογία, καίτοι αποδεικνυόταν από τις ταχθείσες εμμάρτυρες αποδείξεις", και αφετέρου γιατί "δεν εξέτασε κανένα από τους προταθέντες δεκαπέντε λόγους εφέσεως, τους αντιπαρήλθε σιγή χωρίς αιτιολογία, ουδένα νομικό συλλογισμό προέβαλε επ' αυτών ώστε να συνάγει ασφαλή συμπεράσματα και προφανώς τους απέρριψε συλλήβδην". Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, ότι έγιναν συγκύριοι του επιδίκου με τακτική και έκτακτη χρησικτησία και τους απέρριψε ως ουσία αβάσιμους. Επομένως, ο ως άνω τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη νομική σκέψη, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά των προβαλλομένων ισχυρισμών που θεμελιώνουν τους επικαλούμενους δεκαπέντε λόγους έφεσης.
Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες και τα δικαστικά τεκμήρια, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 390 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν. Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στη δεύτερη απ' αυτές, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 8/2005). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το ενάγον-αναιρεσίβλητο έγινε κύριο του επίδικου ακινήτου τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις την τεχνική έκθεση του μηχανικού Α. Σ., που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του Εφετείου, με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους, ότι αυτοί έγιναν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με τακτική και έκτακτη χρησικτησία. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, "από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το έγγραφο αυτό, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτού. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). Δεν επιβάλλεται δικαστική δαπάνη σε βάρος των προσεπικαλούντων και των προσθέτως παρεμβάντων, αφού οι καθών η προσεπίκληση-αναιρεσείοντες και το αναιρεσίβλητο δεν υπεβλήθησαν σε ιδιαίτερα έξοδα και δεν υπέβαλαν ιδιαίτερο δικόγραφο προτάσεων επί της παρεμβάσεως, ενώ μάλιστα το αναιρεσίβλητο δεν κατέθεσε καθόλου προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-5-2010 αίτηση των 1) Ε. Λ. και 2) Π. χήρας Ε. Ν. για αναίρεση της 5323/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, καθώς και α) την από 15-6-2010 ανακοίνωση δίκης των ιδίων με προσεπίκληση και β) την πρόσθετη παρέμβαση των προσεπικαλούμενων υπέρ των αναιρεσειόντων.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση. Πρόσθετη παρέμβαση. Παραδεκτή η άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης ενώπιον του Αρείου Πάγου. Ο λόγος αναίρεσης από αρθμ. 9 περ. γ΄. Τι αποτελεί «αίτηση» Λόγος από 8 περ. β΄, Αβάσιμος, αν έχουν ληφθεί υπόψη οι ισχυρισμοί, ή λόγοι έφεσης. Λόγος από 11 περ. γ΄. Αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου.
|
Αγωγή διεκδικητική
|
Αγωγή διεκδικητική.
| 0
|
Αριθμός 1742/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. Π. του Β., 2) Ε. Π. του Β. και 3) Μ. Π. χήρας Β., όλων κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Ρουπακιώτη.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/9/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και του Ι. Π. του Γ., ο οποίος δεν είναι διάδικος στην προκειμένη δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σικυώνος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2007 μη οριστική και 164/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 170/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 20/9/2010 αίτησή τους και τους από 12/9/2011 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείουσες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 11/10/2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπρόεδρου του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 575, 226 παρ.4 εδ.α' και γ', 568 παρ.4 και 576 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών, κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί σ' αυτή νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε συντρέχει η μία ή η άλλη από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ' αναβολή, διαδίκου.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις 5411Β/11.7.2011 και 5605Β/16.9.2011 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... - στις οποίες προσαρτώνται, αντίστοιχα, οι από 11.7.2011 και από 16.9.2011 αποδείξεις παραλαβής από τον αρμόδιο αξιωματικό των δικογράφων που θυροκολλήθηκαν και οι από 12.7.2011 και από 16.9.2011 βεβαιώσεις, αντίστοιχα, περί αποστολής της ταχυδρομικής ειδοποίησης που ορίζει το άρθρο 128 παρ.4γ' του ΚΠολΔ - προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειουσών, Αντωνίου Ρουπακιώτη του Ευαγγέλου που επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των από12.9.2011 πρόσθετων λόγων με πράξεις ορισμού δικασίμου για την αρχική δικάσιμο της 19.10.2011 και κλήση προς συζήτηση της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων κατά την αρχική αυτή δικάσιμο, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο. Κατ' αυτήν, η συζήτηση της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, με σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο, αναβλήθηκε - μετά από αίτημα των διαδίκων λόγω αποχής των πληρεξουσίων δικηγόρων τους - για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή. Κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Εφόσον, όμως, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν χρειαζόταν νέα κλήση, πρέπει, παρά την απουσία του, να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 576 παρ.2, 2 εδ.α' και γ' ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 5 του ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητος εσφαλμένα έκρινε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, συνάγεται, ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, αναφερόμενο σε παραδοχές της καθ' ύλην αρμοδιότητος ή αναρμοδιότητος αυτού του ιδίου. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ.ΑΠ 3/1991, 30/1995, ΑΠ 1591/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 170/2010 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που δίκασε επί εφέσεως κατά της υπ' αριθμ. 164/2007 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Σικυώνος, την αιτίαση από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι εσφαλμένως το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν εδέχθη την καθ' ύλην αναρμοδιότητα του εις πρώτον βαθμό δικάσαντος Ειρηνοδικείου, αφού, κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο, καθ' ύλην αρμόδιο ήταν το μονομελές Πρωτοδικείο. Η προβαλλόμενη, όμως, αυτή αιτίαση, μη αναφερόμενη σε σφάλμα του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου αναφορικώς με την ειδική του αρμοδιότητα, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα.
III. Από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 975 ΑΚ συνάγεται ότι επί οιονεί νομής υπάρχει μερική εξουσίαση του πράγματος, εκτεινόμενη σε μερικές μόνο αναφορές ή χρησιμότητες του πράγματος και ειδικότερα σ' εκείνες που αποτελούν το περιεχόμενο ενός περιορισμένου εμπραγμάτου δικαιώματος, όπως είναι η πραγματική δουλεία διόδου, αντίθετα προς την καθολική νομή του άρθρου 974 ΑΚ, επί της οποίας η φυσική εξουσίαση του πράγματος που ασκείται με διάνοια κυρίου, έχει ως περιεχόμενο όλες τις αναφορές ή χρησιμότητες του πράγματος, αντιστοιχούσα στην κυριότητα. Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι όπως επί της νομής του άρθρου 974, έτσι και επί οιονεί νομής για την απόκτησή της απαιτείται τόσο το σωματικό στοιχείο (corpus), όσο και το πνευματικό (animus). Το περιεχόμενο όμως του σωματικού στοιχείου στην οιονεί νομή είναι η μερική εξουσίαση του πράγματος, περιλαμβάνουσα ορισμένη ή ορισμένες χρησιμότητες αυτού, που αντιστοιχούν στο εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας, ενώ το πνευματικό στοιχείο συνίσταται στη διάνοια δικαιούχου περιορισμένου εμπραγμάτου δικαιώματος και ειδικότερα εκείνου του περιορισμένου εμπραγμάτου δικαιώματος που θα υπήρχε, αν η φυσική εξουσία αποτελούσε άσκηση εμπραγμάτου δικαιώματος. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 996 ΑΚ επί προσβολής της οιονεί νομής, είτε με διατάραξη είτε με αποβολή, ή οιονεί νομή προστατεύεται όπως και η καθολική νομή. Εξάλλου κατά το άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στη συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Στην προκείμενη περίπτωση το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, εδέχθη, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Οι εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες είναι συγκύριες και συννομείς, κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου οι δύο πρώτες και 2/8 εξ αδιαιρέτου η τρίτη αυτών, ενός οικοπέδου, εκτάσεως 800 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στο άνω Διμηνιό Κορινθίας, το οποίο συνορεύει εν μέρει με Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Διμηνιού και εν μέρει με το οικόπεδο του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, ανατολικά εν μέρει με επαρχιακή οδό Κιάτου-Λαλιωτίου και εν μέρει με Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου, νότια εν μέρει με δρόμο του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου και εν μέρει με ακίνητο του Ι. Π. και δυτικά με δρόμο του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, περιήλθε δε στη συγκυριότητα τους κατά τα ανωτέρω ποσοστά εξ αδιαιρέτου, εκ κληρονομιάς του πατρός των δύο πρώτων και συζύγου της τρίτης εξ αυτών, Β. Π., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1975 άνευ διαθήκης και την οποία (κληρονομιά) νομίμως αποδέχθηκαν. Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος είναι κύριος και νομέας ενός οικοπέδου, εκτάσεως 450 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στο Άνω Διμηνιό Κορινθίας, όμορου του ακινήτου των εναγομένων και ήδη εκκαλουσών, το οποίο συνορεύει βόρεια και ανατολικά με τον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου, δυτικά με ιδιοκτησία Λ. και νότια εν μέρει με ιδιοκτησία των εναγομένων και ήδη εκκαλουσών, το ακίνητο δε αυτό περιήλθε στην κυριότητα του εκ κληρονομιάς του πατρός του Γ. Π., ο οποίος απεβίωσε την 1-10-1996 καταλείποντας την από 3-3-1996 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθ. 3401/1996 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, την οποία (κληρονομιά) αποδέχθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. .../13-10-1997 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Κορίνθου Ευγενίας Σώκου-Τέσση, νομίμως μεταγεγραμμένης, στην κυριότητα δε του δικαιοπαρόχου του είχε περιέλθει, σε μεγαλύτερη έκταση, ήτοι συμπεριλαμβανομένου και του ακινήτου του αδελφού του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, Ι. Π., πριν την κατωτέρω αναφερθησόμενη κατάτμηση του, το έτος 1957, εκ παραχωρήσεως του πατρός του, Σ. Γ., απώτερου δικαιοπαρόχου απάντων των διαδίκων, οι οποίοι είναι στενοί συγγενείς, ως τέκνα δύο αδελφών. Στο ακίνητο αυτό, ήδη από το έτος 1957, ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, ασκούσε τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, ήτοι προέβαινε σε αγροτικές εργασίες και πιο συγκεκριμένα στην καλλιέργεια των ευρισκόμενων σε αυτό σταφιδαλωνίων χωρίς ποτέ να ενοχληθεί στην άσκηση των επί του ακινήτου του δικαιωμάτων αυτών, έκτοτε δε και μέχρι την περιέλευση του ανωτέρω ακινήτου στην κυριότητα του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, για την ως άνω άσκηση των πράξεων νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου του και πιο συγκεκριμένα για την πλήρη οδική εξυπηρέτηση και την επικοινωνία του ακινήτου του με την επαρχιακή οδό, διήρχετο με διάνοια δικαιούχου, πεζή και με γεωργικά μηχανήματα, δια διαμορφωμένης, περιλαμβανόμενης στο ακίνητο των τριών εναγομένων και ήδη εκκαλουσών διόδου, πλάτους 2,60 μ., η οποία αρχίζει από την προς ανατολάς διερχόμενη επαρχιακή οδό Κιάτου-Λαλιωτίου και με κατεύθυνση προς δυσμάς συνεχίζει αρχικά με κλίση προς βορρά σε μήκος 5μ. περίπου και στη συνέχεια σε ευθεία προς δυσμάς σε μήκος 16μ. περίπου, διερχόμενη μεταξύ του ακινήτου του Ιερού Ναού του Αγίου Γεωργίου και της υπόλοιπης περιφραγμένης ιδιοκτησίας των εναγομένων και συνεχίζει με κλίση προς νότο σε μήκος 8μ περίπου φθάνοντας μέχρι την ιδιοκτησία του Ι. Π. και με κλίση προς τα δυτικά συνεχίζει σε ευθεία σε μήκος 9μ. περίπου, διερχόμενη μεταξύ του οικοπέδου και των κτισμάτων του Ι. Π. και της ιδιοκτησίας των εναγομένων και ήδη εκκαλουσών και τέλος με κλίση προς νότο συνεχίζει σε μήκος 2μ. περίπου και καταλήγει στον ιδιωτικό δρόμο του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, έμπροσθεν δε αυτής, εντός του ακινήτου των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητου και σε χώρο, όπου παλαιότερα τοποθετούσαν τα ζώα του, κατασκεύασε μαζί με τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο, κατά τα πρώτα έτη της δεκαετίας του 1980, χώρο στάθμευσης (γκαράζ) όπου έκτοτε τοποθετούσαν τα αγροτικά μηχανήματα και τα αυτοκίνητα τους. Ο τελευταίος, από της κατατμήσεως του ως άνω ευρύτερου κληρονομιαίου ακινήτου, της δημιουργίας δύο χωριστών ακινήτων και της περιελεύσεως της κυριότητας του επιδίκου και φερόμενου ως οιονεί δεσπόζοντος, το οποίο είναι περίκλειστο, σε αυτόν, κατά το έτος 1996-απορριπτομένου του ισχυρισμού των εναγομένων και ήδη εκκαλουσών περί παρανόμου κατατμήσεως του κληρονομιαίου ακινήτου λόγω πολεοδομικών παραβάσεων ως αλυσιτελώς προβαλλομένων και απορριπτόμενου, συνεπώς, του σχετικού λόγου εφέσεως-εξακολούθησε την ως άνω, υπό τις ίδιες συνθήκες, άσκηση της φυσικής εξουσίασης στο ως άνω μέρος του ακινήτου των εναγομένων και ήδη εκκαλουσών, για την πλήρη οδική εξυπηρέτηση και την επικοινωνία του ακινήτου του με την επαρχιακή οδό, όχι μόνο χωρίς ποτέ να ενοχληθεί στην άσκηση του, επί του οιονεί δουλεύοντος ακινήτου, δικαιώματος του αυτού από τις συγκυρίες του οιονεί δουλεύοντος-εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες, αλλά εν γνώσει αυτών, οι οποίες δεν αμφισβήτησαν ούτε το δικαίωμα του δικαιοπαρόχου του αλλά και ούτε του ιδίου, παρά την δυνάμει της ως άνω κατατμήσεως, δημιουργία του ετέρου ακινήτου του Ι. Π., το οποίο δεν είναι περίκλειστο αλλά έχει πρόσοψη στην επαρχιακή οδό, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας: "Στο ακίνητο του Ι. Π., το οποίο είναι περιφραγμένο με πέτρινη μάνδρα προς την πλευρά του δρόμου υπάρχει σιδερένια δίφυλλη πόρτα από την οποία εισέρχεται στο ακίνητο του, πλάτους 1,90μ. Υπάρχει προ αυτής σκαλοπάτι ύψους 30 πόντων, που δεν επιτρέπει τη διέλευση τροχοφόρου. Μέσω του ακινήτου του Ι. Π. δεν υπάρχει δίοδος που να επικοινωνεί με το ακίνητο του Σ. Π. με τροχοφόρο λόγω κτισμάτων στο ακίνητο του α1 ενάγοντα (Ι. Π.). Η επίδικη δίοδος είναι η μόνη δίοδος που επιτρέπει στον Σ. Π. να επικοινωνεί με το ακίνητο του με τροχοφόρο λόγω της υφιστάμενης παλαιάς μάνδρας. Το πλάτος της διόδου είναι 2,30 έως 2,60μ.". Βάσει των ανωτέρω, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, διαδεχόμενος το δικαιοπάροχο του στη χρησιμοποίηση της ως άνω διόδου με διάνοια δικαιούχου πραγματικής δουλείας διόδου για την οδική εξυπηρέτηση και την επικοινωνία του ακινήτου του με την επαρχιακή οδό και τη διενέργεια των εντός του ακινήτου του αγροτικών εργασιών, είναι οιονεί νομέας της εν λόγω δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου του και κατά του γειτνιάζοντος ακινήτου συγκυριότητας των εναγομένων και ήδη εκκαλουσών. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται τόσο από την κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου και από την προσκομιζόμενη υπό του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου ένορκη βεβαίωση του Τ. Λ., όσο -και κυρίως- από την προσκομιζόμενη υπό του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου ένορκη βεβαίωση του Σ. Ν. και την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 67/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σικυώνος, η οποία εξεδόθη επί της αγωγής ασφαλιστικών μέτρων οιονεί νομής του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου και του αδελφού του Ι. Π. κατά των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων, αμφότερες οι οποίες-η ως άνω απόφαση μετά από θεώρηση του επιδίκου-βεβαιώνουν περί της υπάρξεως συγκεκριμένης και διαμορφωμένης εδαφικής λωρίδας, δια της οποίας πραγματοποιείτο η διέλευση του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου και όχι περί διελεύσεως διά διαφόρων σημείων εντός του ακινήτου των εναγομένων και ήδη εκκαλουσών, απορριπτόμενου του σχετικού, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και κακής εκτίμησης των αποδείξεων, λόγου εφέσεως. Δεν αναιρούνται, εξάλλου, τα ως άνω αποδειχθέντα από τις επικαλούμενες από τις εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες, ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν σε άλλες δίκες μεταξύ των διαδίκων, το περιεχόμενο των οποίων, σχετικό με τις άριστες σχέσεις μεταξύ των διαδίκων και των δικαιοπαρόχων τους και την καλλιέργεια του ακινήτου των εναγομένων και ήδη εκκαλουσών από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου καθώς και από τον τελευταίο, ερμηνευθέν υπό το πρίσμα του συνόλου των υπ' αυτών κατατεθέντων, της ως άνω διαπιστώσεως περί συγκεκριμένης και διαμορφωμένης εδαφικής λωρίδας δια της οποίας πραγματοποιείτο η διέλευση του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου και του ιδιαιτέρως μακρού χρόνου κατά τον οποίο ελάμβανε χώρα αυτή όχι μόνο δεν αναιρούν αλλά επιβεβαιώνουν τα περί χρησιμοποίησης της διόδου με διάνοια δικαιούχου πραγματικής δουλείας διόδου και όχι από οικειότητα ή κατά παράκληση, απορριπτόμενου του σχετικού, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και κακής εκτίμησης των αποδείξεων, λόγου εφέσεως". Έτσι, όπως έκρινε το εν λόγω Δικαστήριο ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις και δεν τις παραβίασε ευθέως, ούτε και εκείνες των άρθρων 984 και 987 ΑΚ, αφού με βάση τα άνω πραγματικά περιστατικά ο αναιρεσείων κατέστη οιονεί νομέας δουλείας διόδου της επιδίκου εδαφικής λωρίδος και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, οι με τον ίδιο (πρώτο) λόγο αναιρέσεως και το δεύτερο προβαλλόμενες αιτιάσεις, επίσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ για παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 980, 982, 1041, 1045, 1118 και 1121 ΑΚ, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, ερειδόμενες επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γιατί το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων, ούτε και αυτές, εν όψει των ίδιων ως άνω παραδοχών, ήσαν εφαρμοστέες, δεδομένου και του νομικού αντικειμένου της δίκης, προσδιοριζόμενου εκ του περιεχομένου της αγωγής της αναιρεσιβλήτου, συνισταμένου στην ένδικη προστασία της οιονεί νομής δουλείας διόδου και όχι στην προστασία του εμπράγματου δικαιώματος δουλείας διόδου, κτηθέντος κατά τις διατάξεις των άρθρων 1118 και 1121 ΑΚ. Εξάλλου, η στον δεύτερο λόγο προβαλλόμενη αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας έπρεπε να δεχθεί ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, και μετά το θάνατο αυτού ο ίδιος , δεν ήσαν οιονεί νομείς δουλείας διόδου, αλλά οιονεί κάτοχοι του επιδίκου, διερχόμενοι δι' αυτού "κατά παράκληση" ενόψει και της στενής εξ αίματος συγγενείας των διαδίκων, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, γιατί, υπό την επίκληση της παραβιάσεως ουσιαστικών διατάξεων πλήσσεται η περί των πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, με τους τρίτο, και τέταρτο λόγους αναιρέσεως, καθώς και με τον δεύτερο και τρίτο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων πλήσσεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ήτοι για παραβίαση και των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1136 ΑΚ, 100 του ν.δ. 8 της 9/9 Ιουνίου 1973 "Περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού, 25 παρ.1 του Ν. 157/1985 του άρθρο 3 του π.δ. 690/1948 που απαγορεύει, επί ποινή ακυρότητος τις δικαιοπραξίες, δια των οποίων δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα, της αποφάσεως 6269/1985 του Νομάρχου Κορινθίας, εκδοθείσα κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, διά της οποίας καθορίζονται τα όρια, οι όροι και οι περιορισμοί δομήσεως στην περιοχή που ευρίσκονται τα ακίνητα των διαδίκων, καθώς και του άρθρου 1012 του ΑΚ. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, ως ερειδόμενοι επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή τους, ούτε και εν όψει των παραδοχών του, αλλά και του άνω αντικειμένου της δίκης, αυτές ήσαν εφαρμοστέες. Για τον ίδιο λόγο και ο έκτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος αναιρέσεως, και πρώτος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, διά των οποίων προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, της παραβιάσεως των ουσιαστικών διατάξεων, που περιέχονται στην κανονιστικού περιεχομένου απόφαση ΔΜΕΟ/α/ο/987/11.5.2001, αναφερομένων στις διαστάσεις των οδών, ανάλογα με τον προορισμό τους, είναι απορριπτέοι, ως ερειδόμενοι επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών του, δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή τους, ούτε και ήσαν εφαρμοστέες στην ένδικη διαφορά.
IV. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπορικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια των άρθρων 559 παρ.1 εδάφ. β' και 560 παρ.1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (Ολ.ΑΠ 2/2008, 8, 10, 11/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδάφ. β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, με το να δεχθεί ότι "... Ήδη από το έτος 1957, ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου ... για την πλήρη οδική εξυπηρέτηση και επικοινωνία του ακινήτου του με την επαρχιακή οδό, διήρχετο με διάνοια δικαιούχου, πεζή και με γεωργικά μηχανήματα, διαμορφωμένης, περιλαμβανόμενης στο ακίνητο των τριών εναγομένων και ήδη εκκαλουσών διόδου, πλάτους 3,60 μ. ... (και ότι ο ίδιος) από τις κατατμήσεως του ως άνω ευρύτερου κληρονομιαίου ακινήτου ... εξακολούθησε την ως άνω, από τις ίδιες συνθήκες άσκηση της φυσικής εξουσίας στο ως άνω μέρος του ακινήτου των εναγομένων και ήδη εκκαλουσών, για την πλήρη οδική εξυπηρέτηση και την επικοινωνία του ακινήτου του με την επαρχιακή οδό ..." και εν τέλει να δεχθεί εν μέρει την ένδικη αγωγή αναγνωρίζοντας τον ήδη αναιρεσίβλητο ενάγονται οιονεί νομέα δικαιώματος διελεύσεως, πεζή και με τροχοφόρα οχήματα δια εδαφικής λωρίδας πλάτους 2,60 μ. μέσα από το ακίνητο των αναιρεσειουσών παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ότι η χάραξη διόδου πλάτους 2,60 μ. όχι σε ευθυγραμμία αλλά σε πολυγωνική γραμμή καθιστά αδύνατη την κυκλοφορία οχημάτων και ειδικότερα ότι, αφού -όπως αποδείχθηκε- "η χάραξη της υπόψη δουλείας διόδου δεν είναι σε ευθυγραμμία αλλά πολυγωνική γραμμή με επί μέρους τέσσερις (4) ορθές γωνίες", έπρεπε σύμφωνα με τα αμέσως πιο πάνω διδάγματα να συνάγει ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν πρόκειται για δρόμο και να απορρίψει την αγωγή. Ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού τα αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά αναφέρονται στην ουσία της απόφασης.
V. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι. Δικαστικά έξοδα εις βάρος των αναιρεσειουσών οι οποίες ηττώνται δεν επιβάλλονται, προεχόντως, ελλείψει σχετικού αιτήματος εκ μέρους του ερημοδικαζόμενου αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.9.2010 αίτηση και τους από 12.9.2011 πρόσθετους λόγους των 1) Ε. Β. Π. κ.ά., για αναίρεση της 170/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται όταν το Εφετείο, εκλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 ΚΠολΔικ, όταν η καθ΄υλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ΄ ύλην. Διδάγματα κοινής πείρας. Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδαφ. β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας δεν ιδρύεται, όταν τα αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας πραγματικά αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης. Στοιχεία νομής δικαιώματος ή οιονεί νομής. Διάνοια δικαιούχου περιορισμένου εμπράγματου δικαιώματος και μερική εξουσίαση του πράγματος, περιλαμβάνουσα ορισμένη ή ορισμένες χρησιμότητες αυτού.
|
Νομή
|
Νομή.
| 2
|
Αριθμός 1740/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Ε. του Ν., 2) Ε. Ε. του Χ., και 3) Β. Ε. του Χ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Νάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ.
Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Ε. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Πολυζόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/8/2006 διεκδικητική αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 77/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 743/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11/2/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 7/9/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα (βλ. Ολ.ΑΠ 8/2005, ΕλΔικ. 46,695) και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν. Όμως η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να καθορίζονται (ΑΠ 60/2004), ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς. Επομένως ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να βρει την έννοια κανόνα δικαίου (ενδεχομένως και εξειδικεύοντας τις περιεχόμενες στον κανόνα δικαίου αόριστες νομικές έννοιες (ΑΠ 320/2003, ΑΠ 750/2002), ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς (ΑΠ 1373/2002), όπως όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας, επιτρέπαν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας (ΑΠ 750/2003). Ο λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται πάντως, όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησίμευαν προς έμμισθη απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ή κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/2004) ή για την εκτίμηση της αξίας των αποδεικτικών μέσων (Ολ.ΑΠ 9-13/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση με την επίκληση του εδάφ. β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, με τον πρώτο λόγο - στοιχ. Α πρώτο τμήμα της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, γιατί δέχθηκε τα περιγραφόμενα πραγματικά περιστατικά, επειδή δεν εκτίμησε ορθά το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. .../1986 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Αστερίου Παπαγεωργίου, με το οποίο η δικαιοπάροχος των εναγομένων - αναιρεσειόντων μεταβίβασε στον πρώτο από αυτούς, ολόκληρο το επίδικο οικόπεδο και όχι μόνο το τμήμα που καταλάμβανε η από το 1986 ανεγερθείσα οικία, πράγμα το οποίο δηλώνει ότι η δικαιοπάροχος αυτή νεμόταν με διάνοια κυρίου ολόκληρο το επίδικο οικόπεδο και όχι μόνο τμήμα του και ότι προσέτι δεν εξετίμησε ορθά το βάσει του συμβολαίου αυτού, (που περιείχε και ως προς τα όρια του ακινήτου τη δικαιοπρακτική βούληση της δωρήτριας) εκδοθέν από Ιανουαρίου 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Χ.. Ότι η προσβαλλομένη απόφαση κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά τα οποία "το τοπογραφικό σκαρίφημα που υποβάλλεται στην Πολεοδομία, είναι συνήθως πρόχειρο, αφού δεν έχει έννομες συνέπειες ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ακινήτων και εξυπηρετεί τις περισσότερες φορές οικοδομικές σκοπιμότητες και ανάγκες, καθόσον αυτό που ενδιαφέρει την Πολεοδομία είναι μόνο η τήρηση των πολεοδομικών διατάξεων και όχι η ακριβής αναφορά των όμορων ιδιοκτησιών", δεν ερμήνευσε ορθά την υπ' αριθμ. …/26-4-1988 οικοδομική άδεια και το από Σεπτεμβρίου 1985 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Μ.. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του είναι απαράδεκτος, γιατί πλήττει την περί την εκτίμηση αποδείξεων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, και ιδιαίτερα την εκτίμησή τους ως προς το περιεχόμενο εγγράφων, η οποία κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ενώ εξάλλου πρέπει να λεχθεί ότι η αιτίαση αυτή ούτε ως λόγος από τον αριθμό 20 του ίδιου άρθρου ευσταθεί, γιατί αναφέρεται στην αποδεικτική αξιολόγηση των εγγράφων αυτών και όχι σε παραμόρφωση του περιεχομένου τους. Κατά το δεύτερο μέρος του ο λόγος αυτός είναι επίσης απαράδεκτος γιατί αιτιάται τη μη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς έμμεση απόδειξη και προς εκτίμηση της αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων και όχι για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή στους κανόνες αυτούς των πραγματικών γεγονότων.
Στη συνέχεια με τον ίδιο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη και απέρριψε σιωπηρά δύο ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, των οποίων η βασιμότητα προέκυπτε από την παρατιθέμενη κατάθεση της μάρτυρός τους Π. Ν., την οποία ουδόλως έλαβε υπόψη, ενώ στήριξε την κρίση του στην κατάθεση και μόνο του μάρτυρος του αναιρεσιβλήτου, η οποία επίσης παρατίθεται.
Ο λόγος αυτός κατά το προεκτεθέν μέρος του είναι όσο μεν αφορά την σιωπηρή απόρριψη από την προσβαλλόμενη απόφαση των αναφερομένων ισχυρισμών, μη νόμιμος, καθόσον αντικείμενο της επικαλουμένης διατάξεως του αριθμ. 1 του άρθρου 559 είναι η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Δηλαδή αντικείμενο ελέγχου της διατάξεως αυτής είναι τα όσα εκτίθενται στην απόφαση και όχι εκείνα για τα οποία δεν εκφέρεται κρίση. Ενδεχόμενα τέτοια παράλειψη να συγκροτεί το λόγο αναίρεσης του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Όσον αφορά την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων και την αξιοπιστία τους, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού τούτο ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος, όπως τούτο συνάγεται από την καθιερώνουσα την αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔικ (Ολ.ΑΠ 907/2006, ΑΠ 615/2003). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 4/2005, Ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1103/2011). Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση του διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον υπόχρεο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει να ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υποχρέου επιπτώσεις, να καθιστά την άσκηση του δικαιώματος μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ήτοι κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.ΑΠ 7/2002, 8/2001, ΑΠ 613/2008, ΑΠ 265/2009, ΑΠ 269/2009, ΑΠ 91/2011, ΑΠ 92/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, σε σχέση με την καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, που οι αναιρεσείοντες είχαν προβάλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφεραν νομίμως στο δευτεροβάθμιο (Ολ.ΑΠ 9/2000, 14-15-16/2005) δέχθηκε, επί λέξει τα εξής: "Τέλος, από τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά ούτε καταχρηστική είναι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, αφού αυτός δεν επέδειξε μακροχρόνια αδράνεια στην άσκηση του δικαιώματος του προστασίας της συγκυριότητας του στο επίδικο. Κι' αυτό διότι, όπως προεκτέθηκε, μόλις το 1997 οι εναγόμενοι εξεδήλωσαν για πρώτη φορά τις επεκτατικές τους προθέσεις για το επίδικο, στη συνέχεια δε και μέχρι την άσκηση της αγωγής γίνονται μεταξύ των διαδίκων διαπραγματεύσεις προς επίλυση του θέματος, όπως τούτο προέκυψε κατά τα προαναφερθέντα από τις προτάσεις του πρώτου εναγομένου προς τον ενάγοντα, για εξαγορά του μεριδίου του. Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την προδιαληφθείσα ουσιαστική δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στη νομική σκέψη και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού. Ενόψει τούτων, ο περί του αντιθέτου και εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ πρώτος λόγος - στοιχ. Β' της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ΚΠολΔικ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο. Είναι δε σαφή και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενου εγγράφου (Ολ.ΑΠ 9/2000, Ολ.ΑΠ 14-15-16/2005 ΕλΔικ. 46, 702). Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αιτιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Ολ.ΑΠ 2/2008 ΕλΔικ. 49,374, ΑΠ 251/2011 ΝοΒ 59,1618).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμ. 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, της μη λήψεως υπόψη αποδεικτικού μέσου που αυτοί νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη το υπ' αριθμ. .../1996 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Αστ. Παπαγεωργίου από το οποίο προέκυπτε το ουσία βάσιμο των ισχυρισμών τους περί παραγραφής της αγωγής, περί ιδίας κυριότητας και περί καταχρηστικής ασκήσεως του επιδίκου δικαιώματος. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα την ιδιαίτερη αναφορά στο έγγραφο αυτό και στο περιεχόμενό του, δεν γεννάται καμμία απολύτως αμφιβολία ότι τούτο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος της απόφασης. Εξάλλου η εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου αυτού ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Η άποψη ότι η διαφορετική εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου θα οδηγούσε το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔικ (βλ. Κ.Καλαβρού Η αναίρεση κατά του ΚΠολΔικ αρ. 453 σελ. 331. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ.β' του ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης). Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (Ολ.ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως πραγματικών γεγονότων (Ολ.ΑΠ 3/1997), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων. Ακόμη "πράγμα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι κάθε περιστατικό που αφηρημένως λαμβανόμενο οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκουμένου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά τους, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού. Άλλωστε αν το αντίθετο ήταν ορθό, τότε κανείς ισχυρισμός δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως "πράγμα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής και επομένως δεν θα υποχρέωνε το δικαστήριο να τον λάβει υπόψη, αν η βασιμότητά του, δεν ήταν εκ των προτέρων αποδεδειγμένη (ΑΠ 1795/2008, ΑΠ 1015/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη των προταθέντων νομίμως ισχυρισμών τους, των οποίων η βασιμότητα αποδείχθηκε από την κατάθεση της μάρτυρός τους Π. Ν. και οι οποίοι "κατά λήξη" είναι οι εξής "οι κληρονόμοι του Ε. Ε. μεταξύ των οποίων είναι και ο αντίδικος (ήτοι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος) το 1985 ζήτησαν από τη δικαιοπάροχό τους Β. Ε. (μετά την εκ μέρους της κατεδάφιση της παλαιάς οικίας και την εκπεφρασμένη βούλησή της να ανεγείρει καινούρια) να τους μεταβιβάσει το επίδικο, αναγνωρίζοντες λόγω και έργω την κυριότητά της στο επίδικο, πλην όμως αυτή τους γνωστοποίησε ότι θα το μεταβιβάσει στον ανεψιό της (πρώτο αναιρεσείοντα-εναγόμενο) όπερ και εγένετο. Επομένως η δικαιοπάροχός τους Β. Ε. γνωστοποίησε στον αντίδικο (ενάγοντα-αναιρεσίβλητο) κατά το έτος 1985 ότι το ακίνητο της ανήκει και το νέμεται δι' ίδιον και αποκλειστικό λογαριασμό, οπότε από της ανωτέρω γνωστοποιήσεως μέχρι και της εγέρσεως της ενδίκου αγωγής παρήλθε διάστημα άνω των είκοσι ετών με αποτέλεσμα οι αναιρεσείοντες να έχουν καταστεί κύριοι με έκτακτη χρησικτησία και η σχετική αξίωση του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου να έχει παραγραφεί σε κάθε περίπτωση από το 2005" "η ως άνω δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Β. Ε. κατά το έτος 1988 προέβη στην κατασκευή περιφράξεως του επιδίκου με οπλισμένο σκυρόδεμα και κάγκελα, δια της οποίας διαχώριζε σαφώς το επίδικο οικόπεδο από το όμορο οικόπεδο του αντιδίκου (αναιρεσίβλητου-ενάγοντα), που αντιστοιχούσε στο τμήμα της παλαιάς οικίας του 1910, το οποίο είχε μεταβιβασθεί στον Ε. Ε. και το οποίο ουδέποτε οικοδομήθηκε πλην όμως ο αντίδικος ουδόλως αντέδρασε στην ενέργεια αυτή. Σημειωτέον δε ότι το ως άνω όμορο οικόπεδο εμφανίζεται να συνορεύει με το επίδικο στο ως άνω υπ' αριθμ. .../1996 συμβόλαιο δωρεάς της ανωτέρω δικαιοπαρόχου τους προς τον πρώτο από αυτούς (αναιρεσείοντες-εναγόμενους)". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα", με την αναφερόμενη στη νομική σκέψη έννοια, αλλά αιτιολογημένη άρνηση των θεμελιωτικών της αγωγής περιστατικών και η επ' αυτών απάντηση και η μη στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδοχή τους, εμπεριέχεται στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης αποφάσεως, ενώ σε κάθε περίπτωση η επικληθείσα βασιμότητά τους δεν ήταν προϋπόθεση της υποβολής τους στο δικαστήριο. Συνιστούν δε οι παραπάνω ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων-εναγομένων (καθώς και οι λοιποί ως προς την άσκηση νομής επί του επιδίκου) αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση χρησικτησίας ή κτητικής παραγραφής, καθόσον τα επικληθέντα αυτά περιστατικά, που νόμιμα επανυποβλήθηκαν στο Εφετείο (Ολ.ΑΠ 9/2000) είναι σύγχρονα με τα επικαλούμενα στην αγωγή, ενώ ο χρόνος που μεσολαβεί μετά την αναφερομένη στην αγωγή κατά το έτος 2007 αντιποίηση της νομής από τους εναγομένους-αναιρεσιβλήτους, μέχρι την άσκηση της αγωγής δεν αρκεί για τη συμπλήρωση χρησικτησίας ή κτητικής παραγραφής (Ολ.ΑΠ 218/2008, ΑΠ 1569/2008, ΑΠ 429/2009). Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια για το ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες που προκύπτουν από το ότι ενώ δέχτηκε τα αναφερόμενα όρια του επιδίκου στο από Σεπτεμβρίου 1985 διάγραμμα που συνέταξε ο μηχανικός Γ. Μ. καθ' υπόδειξη της δικαιοπαρόχου των εναγομένων Β. Ε. δεν δέχτηκε τα όρια που αναφέρονται στο από Ιανουαρίου 1997 διάγραμμα του μηχανικού Ι. Χ., που συντάχτηκε κατ' εντολή του πρώτου εναγομένου και σύμφωνα με τα όρια που αναφέρονται στο υπ' αριθμ. .../1996 δωρητήριο συμβόλαιο της ίδιας δικαιοπαρόχου προς τον εν λόγω εναγόμενο και ότι προσέτι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται αιτιολογιών αφού δεν αναφέρει γιατί δεν δέχεται τα όρια που αναφέρονται στο παραπάνω δωρητήριο συμβόλαιο το οποίο περιέχει και τη δικαιοπρακτική δήλωση της δωρήτριας περί αποκλειστικής κυρίας ολοκλήρου του επιδίκου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί αναφέρεται σε ελλείψεις που ανάγονται στη στάθμιση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και δεν συνιστούν αιτιολογίες της απόφασης ώστε να επιδέχονται την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ μομφή για ανεπάρκεια. Στην απόφαση εξάλλου μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και ως εκ τούτου η επικαλούμενη έλλειψη αιτιολόγησης ως προς το γιατί η προσβαλλομένη απόφαση δεν αναφέρει γιατί δέχθηκε ή δεν δέχθηκε τα συγκεκριμένα ή άλλα όρια του επιδίκου, δεν επιδέχεται μομφή από την παραπάνω διάταξη. Ενόψει τούτων, η κρινόμενη αίτηση, αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔικ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11.2.2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 743/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διδάγματα κοινής πείρας. Πότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης. Απαράδεκτος ο λόγος που πλήττει την περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Δικαστηρίου. Η σιωπηρή απόρριψη δεν στοιχειοθετεί τον αναιρετικό λόγο του αρ. 1 του άρθρου 559, ενδεχόμενα του αρ. 8. Η εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων ανέλεγκτη. Το δικαστήριο μπορεί να δώσει μεγαλύτερη αξιοπιστία σε μία κατάθεση. Προϋπόθεση αναιρετικού λόγου αρ.1. Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος για παράβαση του 281. αρ. 11 περ. γ. Δεν στοιχειοθετείται γιατί λήφθηκε υπόψη το επικαλούμενο έγγραφο, 8 περ. β. Τι είναι «πράγμα» κατά τη διάταξη αυτή. Οι επικαλούμενες παραδοχές δεν συνιστούν «πράγμα» αλλά αντιλογημένη άρνηση και όχι ένσταση χρησικτησίας αρ. 19. Μόνο τι αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε. Απαράδεκτος ο λόγος γιατί αφορά τη στάθμιση των αποδείξεων και όχι τις αιτιολογίες.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1739/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία του Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Κ. του Κ. και 2) Λ. Σ. του Ι., αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 217/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 95/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4/2/ 2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 7/9/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 3122/12.7.2011 και 3121/12.7.2011 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικού επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Τριπόλεως ..., ακριβές αντίγραφο της από 4.2.2011 αιτήσεως αναιρέσεως, μαζί με κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις αναιρεσίβλητες, μετά από παραγγελία της πληρεξούσιας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και παραστάσας, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔικ, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Συνεπώς, αφού οι αναιρεσίβλητες δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ' αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔικ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία αυτών (άρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔικ). Κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 216 ΚΠολΔικ η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί, ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, γιατί αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔικ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Αν δε το δικαστήριο, σε περίπτωση που το δικόγραφο σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική βάση είναι αόριστο, δεν απορρίπτει την αγωγή, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δικ. να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, στην οποία όμως δεν υπόκεινται οι αποφάσεις του Ειρηνοδικείου. Ο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔικ και του ταυτόσημου αριθμού 1 του άρθρου 560 του ίδιου κώδικα λόγος αναιρέσεως δημιουργείται στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του ΚΠολΔικ (ΑΠ 1495/2009, ΑΠ 571/2004). Η νομική αοριστία της αγωγής συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί και συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή, ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία (ΑΠ 1330/2002). Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, είτε νομική, είτε ποιοτική (ποσοτική) πρέπει, κατ' άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔικ, για το παραδεκτό της προβολής του, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο. (ΑΠ 1459/2009, ΑΠ 1676/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη και εκδοθείσα επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, απόφαση, η αιτίαση ότι κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 216 και 111 ΚΠολΔικ δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, μολονότι στην ιστορική της βάση δεν περιείχοντο τα απαιτούμενα από τα άρθρα 4 παρ.1 του Συντάγματος και 14 παρ.2 και 3 του Ν. 3016/2002 επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά που στήριζαν το αίτημα για αναγνώριση οφειλής της μισθολογικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002. Η αοριστία αυτή, που είχε προταθεί και στο δικαστήριο της ουσίας, όπως τούτο αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλά και προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ως λόγος αναιρέσεως πληροί το πραγματικό του αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ήτοι της παραλείψεως κηρύξεως ακυρότητας, με τον οποίο όμως δεν προσβάλλονται οι αποφάσεις των Ειρηνοδικείων και οι επί εφέσεων κατ' αυτών εκδιδόμενες αποφάσεις των Πρωτοδικείων. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτήν κατ' αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ.1 και 2, 93 παρ.4 και 120 παρ.2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση. Αν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου, σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία. Αυτό δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ.1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους, ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", γιατί ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (ΟλΑΠ 32/2009, ΟλΑΠ 28/1992, ΟλΑΠ 13/91, ΑΠ 93/2009, ΑΠ 574-575-576/2009). Περαιτέρω κατά το άρθρο 13 παρ.1 του ν. 2738/1999 (ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. Κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ενόλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των 176 Ευρώ 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές που υπολείπονται του ποσού των 176 Ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών κα λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης. γ) κάθε άλλη λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους. ... Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων - όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ.2 του ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ.1, δηλαδή της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών, του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 - εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), γύρω στις εβδομήντα με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 Ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 και 176 Ευρώ από 1.7.2002, σε όλους σχεδόν τους επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις". Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η μισθολογική αυτή παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους ως άνω μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετουμένους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ. 'Ολες οι προαναφερθείσες ΚΥΑ είχαν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο. Επικαλούνται τις διατάξεις των άρθρων 14 του ν. 3016/2002 και 1 του ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 Ευρώ από 1.1.2002 και σε 176 από 1.7.2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κυήσεως κλπ), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και ότι συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ως δικαιουμένους της παροχής όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί τη χορήγησή της ειδικά στους εν λόγω υπαλλήλους, ενώ και κατ' άρθρο 1 παρ.13 του ν. 3029/2002 η παροχή αυτή λαμβάνεται υπόψη στη βάση του υπολογισμού της σύνταξης των εφεξής εξερχόμενων από την υπηρεσία. Ενώ δηλαδή η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές. Έτσι με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Εξάλλου με το άρθρο 24 παρ.2 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου, από της ενάρξεως δε ισχύος του νόμου αυτού (1.1.2004) οι ανωτέρω ΚΥΑ καταργούνται (βλ. και αρθρ. 28 παρ.4 του ίδιου νόμου). Επομένως η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης αδιακρίτως του φορέα, της φύσεως, του είδους και των συνθηκών εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού. 'Ετσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την εν λόγω παροχή, την οποία μόνο από 1.1.2004 (έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης (ΑΠ 304/2011, 306/2011, 588/2011, 754/2010, 1723/2010, 93/2009, 574 - 575 - 576/2009). Λόγω της προαναφερθείσας πλήρους αποδέσμευσης και αυτονόμησης της παροχής αυτής, που αποτελεί πλέον γενική μισθολογική παροχή, από το είδος τη φύση και τις συνθήκες παρεχόμενης εργασίας, είναι αυτή ανεπίδεκτη αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού κατά την ειδική έννοια του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, με τυχόν άλλες καταβαλλόμενες παροχές που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το είδος και τις συνθήκες της παρεχομένης εργασίας και αποτελούν αποζημίωση ή αμοιβή για πρόσθετη απασχόληση, οι οποίες, επομένως δεν παρεμποδίζουν την γέννηση της αξίωσης για την καταβολή της παροχής αυτής. Έτσι, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι στις απολαβές που συμψηφίζονται με την ως άνω ειδική παροχή περιλαμβάνονται οι πρόσθετες μισθολογικές παροχές (εκτός αυτών που χορηγούνται για υπερωριακή εργασία κλπ) που λαμβάνουν όλοι οι υπάλληλοι συγκεκριμένης κατηγορίας, έναντι της συνήθους απασχόλησής τους, εντός του νομίμου ωραρίου της εργασίας τους, με οποιανδήποτε ονομασία και αν τους χορηγούνται, όχι, όμως, και τα τακτικά επιδόματα που προβλέπονται από το εκάστοτε μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (αρθρ. 8 του ν. 2470/1997 και στη συνέχεια του ν. 3205/2003). Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.4 του ν. 2470/1997 χορηγήθηκε τακτικό επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης στους εκπαιδευτικούς λειτουργούς της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, οριζόμενο στα εκεί αναφερόμενα ποσά και αναπροσαρμοζόμενο κατ' έτος σύμφωνα με τον προβλεπόμενο στην ίδια διάταξη τρόπο. Το επίδομα αυτό (εξωδιδακτικής απασχόλησης) είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το είδος και τις συνθήκες της παρεχομένης από τους εκπαιδευτικούς εργασίας, που είναι η διδασκαλία και η προετοιμασία της, διατηρηθέν, προδήλως, για το λόγο αυτό, με το άρθρο 8 παρ.3 του ν. 3205/2003 (που όρισε το ύψος σε 302 Ευρώ), αλλά στη συνέχεια και με το άρθρο 8 παρ.1 του ν. 3833/2010 (με το οποίο απλά καταργήθηκε η προβλεπομένη αναπροσαρμογή του), ενώ η επίδικη παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, που δεν συναρτάται κατά τα προεκτεθέντα με ειδικές συνθήκες εργασίας, συνιστά ευθεία και γενική αύξηση του μισθού, η οποία χορηγείται σε όλους τους υπαλλήλους, με τις παραπάνω προϋποθέσεις, χωρίς διάκριση σε χαμηλόμισθους και μη, ως εκ τούτου δε οι δύο αυτές παροχές είναι ανεπίδεκτες συμψηφισμού και αλληλοκάλυψης και επομένως δεν είναι νόμιμη η μη καταβολή της παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 ή η καταβολή αυτής μειωμένης κατά το μέρος που καλύπτεται από το επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης, αφού έτσι εισάγεται αδικαιολόγητη εξαίρεση και άνιση μεταχείριση των εκπαιδευτικών που, αν και αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, δεν λαμβάνουν την ειδική ως άνω παροχή, έναντι των υπαλλήλων που την λαμβάνουν, καθόσον με την αντίθετη εκδοχή θα παραβιαζόταν η αρχή της ισότητας με την αυθαίρετη εξομοίωση κατηγοριών υπαλλήλων που παρέχουν την εργασία τους κάτω από διαφορετικές συνθήκες (ΑΠ 304/2011, ΑΠ 306/2011). Εξάλλου, με την υπ' αρ. ΙΒ/348ια/28-5-1997 απόφαση του Υπουργού Παιδείας και την υπ' αριθμ. 2034033/5025/0022/27.5.1977 απόφαση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους "για την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 2470/1977 στους προσωρινούς αναπληρωτές εκπαιδευτικούς" οι διατάξεις του ειδικού μισθολογίου εφαρμόζονται και στους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς των οποίων η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου. Ανάλογη ΥΑ είχε εκδοθεί και μετά το Ν. 3205/2003, ενώ μετά τον Ν. 4024/27.10.2011 περί "... ενιαίου μισθολογίου - βαθμολογίου ..." έχει εκδοθεί η ΚΥΑ 2/13917/0022/17.2.2012, που ομοίως επεκτείνει το ενιαίο μισθολόγιο και επί των αναπληρωτών εκπαιδευτικών.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρίπολης, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, ότι οι αναιρεσίβλητες είναι υπάλληλοι του αναιρεσείοντος Δημοσίου και συγκεκριμένα εκπαιδευτικοί, που έχουν εργασθεί αρχικά ως αναπληρώτριες εκπαιδευτικοί της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης και από 1.9.2005 η πρώτη και από 1.9.2006 η δεύτερη, ως μόνιμες υπάλληλοι του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, αμειβόμενες σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου, που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, όπως τούτο καθιερώθηκε και ίσχυσε από 1.1.1984 και εντεύθεν με το Ν. 1505/1984, από 1.1.1997 και εντεύθεν με το Ν. 1470/1997, από δε 1.1.2004 και μέχρι σήμερα με το Ν. 3205/2003. Ότι οι προαναφερθείσες εργαζόμενες δεν έλαβαν την ένδικη μισθολογική παροχή του άρθρου 14 παρ.2 και 3 του ν. 3016/2002, που μετά την κατάργηση του νόμου αυτού διατηρήθηκε από 1.1.2004 ως προσωπική διαφορά, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ.2 του ν. 3205/03, της οποίας η χορήγηση έχει προσλάβει τον χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, ήτοι γενικής προσαύξησης των αποδοχών των υπαλλήλων, που υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο των υπαλλήλων του Δημοσίου και δεν συναρτάται με καμμιά άλλη προϋπόθεση ως προς το είδος και το εύρος της παρεχομένης εργασίας με αποτέλεσμα η μη χορήγησή της να συνιστά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ενώ περαιτέρω η γέννηση της αξιώσεως αυτής δεν παρεμποδίζεται από το ότι οι εν λόγω εργαζόμενες λαμβάνουν ειδικό επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης, γιατί η παροχή αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας και τυγχάνει απολύτως ετεροειδής με την επίδικη, η οποία αποτελεί γενική μισθολογική προσαύξηση και συνεπώς οι παροχές αυτές είναι ανεπίδεκτες αλληλοεπικαλύψεως και συμψηφισμού. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού δέχθηκε ως βάσιμο τον περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου λόγο της εφέσεως, σχετικά με την εκ των άρθρων 90 παρ.3 και 91 εδ. α' του ν. 2362/1995 μερική παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων, εξαφάνισε στο σύνολό της και για το ενιαίο της κρίσεως την εκκαλουμένη και αφού δίκασε και δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, αναγνώρισε για την αμέσως πιο πάνω αιτία, την οφειλή των αναφερομένων ειδικότερα στην απόφαση αυτή χρηματικών ποσών και δη ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη για το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 μέχρι 21.6.2005 που αυτή ήταν ήδη μόνιμη υπάλληλος, για δε την δεύτερη για τα διαστήματα από 1.1.2005 μέχρι 21.6.2005 και από 26.9.2005 μέχρι 21.6.2006, κατά τα οποία αυτή ήταν ακόμη αναπληρώτρια εκπαιδευτικός, ήτοι συνδεόταν με το αναιρεσείον Δημόσιο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 παρ.2 και 3 του ν. 3016/2002, 4 παρ.1 και 80 παρ.1 του Συντάγματος, που κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη εφαρμόζονται και ισχύουν και επί των αναπληρωτών εκπαιδευτικών και οι αντίθετοι από το άρθρο 560 παρ.1 ΚΠολΔικ δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, αφού οι αναιρεσίβλητες, που είναι οι νικήσαντες διάδικοι δεν παραστάθηκαν και δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.2.2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 95/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ερημοδικία αναιρεσιβλήτων Οι αποφάσεις του Ειρηνοδικείου δεν υπόκειται σε αναιρετικό λόγο του αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ως εκ τούτου στην κατά το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ. ποσοτική πλημμέλεια της αοριστίας της αγωγής. -Άρθρ. 4 παρ. 1 Συντάγματος, άρθρο 3 παρ. 1 ν. 2738/1999 περί συλλογικών διαπραγματεύσεων - Οι αναπληρωτές καθηγητές δικαιούνται το επίδομα του άρθρου 14 παρ. 2 και 3 του ν. 3016/2002. Δεν συμψηφίζεται σ΄ αυτό το επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης του άρθρου 8 παρ. 4 του ν. 2470/1997
| null | null | 2
|
Αριθμός 1738/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία του Κωνσταντίνα Χριστοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γιαννακό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/8/1995 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/1997 μη οριστική, 151/1999 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 720/2002 μη οριστική, 191/2007 μη οριστική και 622/2009 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7/10/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. H Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 7/9/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 8 του ΑΝ 1539/1938, (που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δικ. με το άρθρο 52 παρ.18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δικ.) και όπως τούτο ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999 "1. Πας αξιών δικαίωμα κυριότητας ή άλλο, πλην της νομής εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου κατεχομένου υπό του Δημοσίου, οφείλει, πριν υποβάλλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο Δικαστήριο, να κοινοποιήσει διά δικαστικού κλητήρος, προς το Δημόσιο αίτηση περιλαμβάνουσα τις αξιώσεις του, ήτοι το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση ένθα κείται και τα όρια του αξιουμένου ακινήτου, τους τίτλους, επί των οποίων στηρίζει το δικαίωμά του και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας των μαρτύρων, που μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού. ... 4. Μόνο έξι μήνες μετά την επίδοση της ως άνω αιτήσεως ... δύνανται οι εν παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου μνημονευόμενοι, αν δεν λάβουν ειδοποίησιν περί της αποδοχής των αξιώσεών των, εν όλω ή εν μέρει να εγείρουν αγωγή". Από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής που αναφέρεται σε αξιούμενο με την αγωγή δικαίωμα κυριότητας προκύπτει ότι η διαγραφόμενη με αυτήν προδικασία απαιτείται και για το παραδεκτό αγωγής που επιδιώκει την αναγνώριση κυριότητας έναντι του Δημοσίου, μόνο όμως εφόσον το επίδικον ακίνητον κατέχεται από το Δημόσιο. Η μη κατοχή του επιδίκου από το Δημόσιο, η οποία συνεπάγεται και την ανυπαρξία υποχρεώσεως του ενάγοντος προς τήρηση της προδικασίας αυτής, ως προϋποθέσεως παραδεκτού της αγωγής, η οποία (προϋπόθεση) ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, αρκεί να προκύπτει από όσα αναφέρονται στην αγωγή, εφόσον αυτά δεν αμφισβητούνται από το Δημόσιο. Αν όμως αυτό αμφισβητεί την κατοχή του ενάγοντος επί του επιδίκου, πρέπει το περιστατικό αυτό να καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως, γιατί από αυτό εξαρτάται το παραδεκτό της αγωγής στην περίπτωση που δεν έχει τηρηθεί η ανωτέρω προδικασία (ΑΠ 271/1980, ΑΠ 1547/1991, ΑΠ 301/1998). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως "αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη". Ο λόγος αυτός στηρίζεται στην παράβαση του καθιερούμενου με το άρθρο 106 ΚΠολΔικ συστήματος συζητήσεως, κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει, με βάση εκείνα που έχουν προταθεί να αποδειχθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείων Ελληνικό Δημόσιο, το πρώτο με την έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 151/99 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, υπέβαλε την ένσταση του απαραδέκτου της κατ' αυτού αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας του αναιρεσιβλήτου, λόγω μη τηρήσεως της αναφερομένης στη νομική σκέψη προδικασίας του άρθρου 8 του ΑΝ 1539/1938. Πλην όμως κατά το ιστορικό της αγωγής, ο ενάγων βρίσκεται στην κατοχή του επιδίκου ακινήτου, επικαλούμενος παράγωγο και επικουρικά πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας, το δε εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν αμφισβητεί την κατοχή αυτή. Εφόσον όμως το επίδικο δεν κατέχεται από το Δημόσιο, ο ενάγων, δεν βαρυνόταν με την υποχρέωση, ενόψει του χρόνου ασκήσεως της αγωγής (28.8.1995) - που είναι προγενέστερος της τροποποιήσεως της παραπάνω διατάξεως, με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999 - βλ. ΑΠ 692/2010, 1650/2010, 1722/2010, να τηρήσει την παραπάνω προδικασία, η έλλειψη της οποίας, εφόσον εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, νομίμως είχε το πρώτον προταθεί ενώπιον του Εφετείου (αρθρ. 269 παρ.1 και 527 ΚΠολΔικ) μη συντρέχοντος εκ τούτου, του εκ του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔικ απαραδέκτου του λόγου της αναιρέσεως. Ενόψει τούτων, το δικαστήριο θα μπορούσε, χωρίς να διαταχθούν αποδείξεις, να δεχθεί νόμιμα περιστατικό που είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι την κατοχή του επιδίκου από τον αναιρεσίβλητο, η οποία (κατοχή) καθιστούσε παραδεκτή την αγωγή, χωρίς την τήρηση της προδικασίας του άρθρου 8 του ΑΝ 1539/1938. Πλην όμως και για το θέμα αυτό, ως συνεχόμενο με τα αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά της αγωγής είχαν ταχθεί αποδείξεις με την παρεμπίπτουσα υπ' αριθμ. 29/1997 απόφαση του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔικ πρώτος λόγος της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2005, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1103/2011). Επειδή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεώς του ισχυρίζεται ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτό ότι το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου δεν ισχύει στα δάση και στις δασικές εκτάσεις που βρίσκονται στα Ιόνια Νησιά, αλλά ότι το Δημόσιο για τη θεμελίωση οικείου δικαιώματος κυριότητας θα πρέπει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους προβλεπομένους τρόπους κτήσεως κυριότητας, κατά τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή μετά τις 23.2.1946 κατά τον Αστικό Κώδικα. Ότι τούτο, δηλαδή η μη αναγνώριση του προαναφερθέντος τεκμηρίου κυριότητας, έγινε κατά παράβαση των διατάξεων του ειδικού νομικού καθεστώτος που ίσχυε στα Ιόνια Νησιά πριν από την κατά το έτος 1864 ένωσή τους με την υπόλοιπη Ελλάδα, ήτοι των άρθρων 423, 424, 425 και 426 του Ιονίου Αστικού Κώδικα (που ίσχυε στην περιοχή από 1/12-5-1841), της υπ' αριθμ. 10 πράξης της Η' Ιονίου Γερουσίας αρ.1 και 10 "περί επιχωρίων προσόδων" και της ΞΗ' από Μαΐου 1845 πράξης της Ζ' Ιονίου Γερουσίας "περί της χρήσεως των επιχωρίων προσόδων", άλλως κατά παραβίαση του νόμου ΡΝ/1866 "περί Εισαγωγής εν Επτανήσω της εν τω λοιπώ Βασιλείω ισχυούσης Νομοθεσίας και του από 21.6.1837 νόμου περί διακρίσεως κτημάτων", ο οποίος ίσχυε στα Ιόνια Νησιά από της προσαρτήσεώς τους στην Ελλάδα, σύμφωνα με το άρθρο 2 του β.δ. της 18/19-2-1866 "περί της εις Επτάνησου εφαρμογής δασονομικών ποινικών διατάξεων". Ο λόγος όμως αυτός στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το επίδικο ακίνητο κρίθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως δασικό και ότι παρά το ισχύον υπέρ του Δημοσίου τεκμήριο, αναγνωρίστηκε σ' αυτό δικαίωμα κυριότητας του αναιρεσιβλήτου, μετά από επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης. Πλην όμως δεν συνέβη τούτο ως προς τη μορφή του επιφανείας 4350 τ.μ. επιδίκου, το οποίο η προσβαλλομένη απόφαση θεώρησε ως μη δασικό και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσίβλητος έγινε κύριός του με παράγωγο τρόπο, άλλως με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία, αφού νεμόταν αυτό με διάνοια συγκυρίου και κυρίου αργότερα και νόμιμο τίτλο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα, αλλά και των είκοσι ετών. Ειδικότερα αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση "... δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο έχει δασική μορφή, αντίθετα μάλιστα με την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον ενάγοντα υπ' αριθμ. 50/18.7.2006 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων του Εφετείου αυτού, η οποία νομίμως λαμβάνεται υπόψη, το επίδικο ακίνητο, αλλά και το μείζον ακίνητο των 6.125 τ.μ. χαρακτηρίστηκε ως μη δασική έκταση". Τα διηγηματικά αναφερόμενα στη συνέχεια περί μη ισχύος στα Επτάνησα του υπέρ του Δημοσίου τεκμηρίου κυριότητας για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις και περί των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την κτήση επ' αυτών δικαιώματος κυριότητας του τελευταίου αφορούν σε αιτιολογίες που ως εκ περισσού αναφέρονται και δεν κρίνουν παρεπιμπτόντως περί ζητήματος αποτελούντος αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, όπως θα συνέβαινε αν το επίδικο εθεωρείτο δασικό και συνακόλουθα ούτε δεδικασμένο δημιουργούν, ούτε αποτελούν κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως αυτοτελώς υποκείμενο σε αναίρεση (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 835/2009, ΑΠ 1287-1288/2006). Ειδικότερα αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση "προκειμένου περί δασών και δασικών εκτάσεων που βρίσκονται στα Επτάνησα, δεν ισχύει, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου και έτσι μόνη η από το Δημόσιο επίκληση και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικουμένης έκτασης, δεν αρκεί προς θεμελίωση δικαιώματος κυριότητας τούτου επ' αυτής, αλλά απαιτείται απόδειξη της κτήσης κυριότητας με έναν από τους προβλεπόμενους από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή από τον Αστικό Κώδικα (μετά την 23-2-1946) τρόπους κτήσης κυριότητας". Ενόψει τούτων δεν στοιχειοθετείται η εκ του άρθρου 559 αρ.1 επικαλούμενη πλημμέλεια, αφού δεν ετέθη ως εκ της μη ιδιότητας του επιδίκου ως δασικού, θέμα εφαρμογής και συνακόλουθα παραβιάσεως των επικαλουμένων και αναφερομένων παραπάνω, ως ισχυόντων, στα Ιόνια Νησιά διατάξεων και ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Το αναιρεσείον Δημόσιο, λόγω της ήττας (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.10.2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 622/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αρ. 8 ΑΝ 1539/38, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με άρθρο 24 ν 2732/99 άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ. αβάσιμος αφού το αφού το Δημόσιο ήταν στην κατοχή του επίδικου και δεν χρειαζόταν η προδικασία του αρ. 8 αρ. 1539/38 και σε κάθε περίπτωση το θέμα της κατοχής καλύπτεται από τα τεθέντα θέματα αποδείξεως για τα αμφισβητούμενα περιστατικά της αγωγής. Άρθρ. 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Απαράδεκτος ο οικείος αναιρετικός λόγος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο έκρινε την κυριότητα Δασικής εκτάσεως του Δημοσίου με τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα και μετά τις 23.2.1946 με τον Αστικό Κώδικα
| null | null | 0
|
Αριθμός 1737/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Π. του Σ. και 2) Ε. συζ. Ε. Π., το γένος Κ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μπότσαρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Β. ή Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Ασημακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αρ. 4415/8-2-1993 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7417/1993 του ίδιου Δικαστηρίου και 1305/1994 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της τελευταίας εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1423/1996 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε τις 264/1998, 3342/2000 μη οριστικές και 2237/2001 οριστική απόφαση. Κατά της τελευταίας εφετειακής απόφασης ασκήθηκε εκ νέου αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1676/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 2468/2003 μη οριστική και την 1048/2004 οριστική απόφαση. Κατά της τελευταίας εφετειακής απόφασης ασκήθηκε και πάλι αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 661/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 2241/2008 απόφαση την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/2/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 30/1/2012 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Αθανασίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 201, 206, 209, 211, 216, 217, 222, 224, 229, 235 και 361 ΑΚ συνάγεται α) ότι η πληρεξουσιότητα παύει είτε για λόγους γενικούς, όπως είναι η ματαίωση της αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία τελεί, είτε για λόγους ειδικούς, όπως είναι η λήξη της εσωτερικής έννομης σχέσης που την στηρίζει και η οποία (λήξη) μπορεί να επέλθει και με την υπαναχώρηση ή την καταγγελία από έναν από τους συμβαλλομένους και β) ότι, αν το αντικείμενο της πληρεξουσιότητας είναι η εκ μέρους του πληρεξουσίου (αντιπροσώπου) κατάρτιση στο όνομα του αντιπροσωπευομένου συμβάσεως, με τρίτον ή με τον εαυτό του ατομικώς (αυτοσύμβαση), για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου, τότε η καταρτισθείσα μετά την παύση της πληρεξουσιότητας ως άνω σύμβαση, στη μεν πρώτη περίπτωση (ματαίωση της αναβλητικής αιρέσεως), είναι αυτοδικαίως άκυρη (άρθρο 206 ΑΚ), στη δε δεύτερη περίπτωση (λήξη της εσωτερικής έννομης σχέσης), δεν ισχύει (δηλ. δεν είναι δεσμευτική) έναντι του αντιπροσωπευομένου, εκτός αν την παύση της πληρεξουσιότητας αγνοούσαν τόσο ο πληρεξούσιος, ανεξαρτήτως υπαιτιότητάς του, όσο και ο τρίτος, ανυπαιτίως, ή αν εγκρίνει τη σύμβαση ο αντιπροσωπευόμενος (άρθρα 224 και 229 ΑΚ). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση του το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος των παραδοχών του, τα εξής: Με το .../17-3-1989 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αγγελικής Μποζαγλυκίδου-Ανδριτσοπούλου, η αναιρεσίβλητη ανέθεσε στον Κωνσταντίνο Μποζαγλυκίδη και αυτός ανέλαβε την κατά το σύστημα της αντιπαροχής ανέγερση, επί οικοπέδου της πρώτης, τριών διακεκριμένων πολυώροφων οικοδομών, υπαγομένων στο καθεστώς της οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας. Με το ίδιο συμβόλαιο ορίσθηκε ότι ο τελευταίος (εργολάβος) θα ελάμβανε ως αμοιβή συγκεκριμένες χωριστές ιδιοκτησίες με το αντίστοιχο επί του οικοπέδου ποσοστό αναγκαστικής συγκυριότητας 642,72%, το οποίο η αναιρεσίβλητη ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον ίδιο ή σε υποδεικνυόμενους από αυτόν τρίτους, σταδιακώς και ειδικότερα α) 100%ο με την έκδοση της οικοδομικής άδειας, β) 150%ο με την αποπεράτωση του σκελετού των οικοδομών, γ) 75%ο με την αποπεράτωση της τοιχοποιίας, δ) 75%ο με την αποπεράτωση των επιχρισμάτων, ε) 100%ο με την τοποθέτηση των κουφωμάτων, δαπέδων και ειδών υγιεινής και στ) 142,72%ο με την αποπεράτωση και παράδοση των χώρων της αντιπαροχής, των κοινοχρήστων μερών κλπ., του παρέσχε δε συναφώς και την εξουσία να ενεργήσει στο όνομα της τις εν λόγω μεταβιβάσεις είτε προς τον εαυτό του (με αυτοσύμβαση), είτε προς τρίτους, δικής του επιλογής, συμφωνηθέντος προσέτι ότι η εκ μέρους του, καθ' υπέρβαση των άνω σταδίων, μεταβίβαση διαιρεμένης (χωριστής) ιδιοκτησίας θα είναι άκυρη, λόγω ελλείψεως σχετικής πληρεξουσιότητάς του. Μέχρι τον Μάιο του έτους 1992 και ενώ προηγουμένως είχε κηρυχθεί έκπτωτος με την από 2 Φεβρουαρίου 1992 έγγραφη δήλωση της αναιρεσίβλητης, ο εργολάβος είχε περατώσει τις εργασίες των πρώτου, δεύτερου, τρίτου και τετάρτου σταδίων και είχε προβεί στην εκτέλεση ορισμένων εργασιών του πέμπτου σταδίου σε μερικούς "αυτοτελείς χώρους", εγκαταλείποντας έκτοτε ημιτελές όλο το οικοδομικό συγκρότημα, και ως εκ τούτου εδικαιούτο ως αμοιβή το ποσοστό των 400%ο (100+150+75+75) που αντιστοιχούσε στα τέσσερα πρώτα στάδια των εργασιών, από το οποίο, κατά το διάστημα από το έτος 1990 έως 20-11-1992, είχαν μεταβιβασθεί, μαζί με τις επί μέρους χωριστές ιδιοκτησίες, σε δικής του επιλογής τρίτα πρόσωπα τα 354,90%ο και απέμεινε υπόλοιπο 45,10%ο. Εν τω μεταξύ, με το .../27-7-1989 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Συγλαίου-Χριστοδούλου, ο ίδιος (εργολάβος) προσυμφώνησε να μεταβιβάσει λόγω πωλήσεως ένα διαμέρισμα μιας εκ των άνω πολυώροφων οικοδομών, περιλαμβανόμενο στην εργολαβική του αμοιβή, εμβαδού 190 μ2 και με ποσοστό αναγκαστικής συγκυριότητας επί του οικοπέδου 97,23%ο, προς τους αναιρεσείοντες, στους οποίους παρέσχε επιπλέον την εξουσία (μεταπληρεξουσιότητα) να καταρτίσουν στο όνομα της αναιρεσίβλητης τη σχετική πωλητήρια σύμβαση με τον εαυτό τους, υπό τον όρο της προηγούμενης εξοφλήσεώς του εκ δραχμών 13.900.000 τιμήματος. Στις 28-8-1992 οι αναιρεσείοντες εξόφλησαν το τίμημα και εν συνεχεία, μετά την ακολουθήσασα άρνηση της αναιρεσίβλητης να συμπράξει στην κατάρτιση της πωλητήριας σύμβασης, οι ίδιοι, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου .../21-12-1992 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Συγλαίου-Χριστοδούλου, μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως το ως άνω διαμέρισμα στον εαυτό τους και δη κατά το 1/2 αδιαιρέτως στον καθένα τους. Ακολούθως το Εφετείο, αφού έκρινε ότι η ανωτέρω σύμβαση κατά το εκ 52,13%ο μέρος του αναλογούντος στο πωληθέν διαμέρισμα ποσοστού επί του οικοπέδου (ήτοι: 97,23-45,10) είναι άκυρη, λόγω ελλείψεως σχετικής προς μεταβίβαση τούτου πληρεξουσιότητας των αναιρεσειόντων, καθώς και ότι ως προς το εν λόγω ποσοστό παραμένει (συγ-)κυρία η αναιρεσίβλητη, δέχθηκε την έφεση της τελευταίας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως, και, κατά μερικήν παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης, αναγνώρισε την τελευταία ως (συγ-)κυρία του αντιστοιχούντος στο πωληθέν διαμέρισμα ποσοστού 52,13%ο του οικοπέδου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προμνησθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, αφού τα εκ μέρους του γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά γεγονότα ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής αυτών των διατάξεων. Ειδικότερα, οι (μη υποκείμενες σε αναιρετικό έλεγχο) πραγματικές του διαπιστώσεις ότι ο εργολάβος, έχοντας ολοκληρώσει μέχρι τον Μάιο 1992 τις οικοδομικές εργασίες μόνο των τεσσάρων πρώτων σταδίων, εγκατέλειψε έκτοτε ημιτελές το οικοδομικό συγκρότημα και ότι η αναιρεσίβλητη, με προηγούμενη (από 2 Φεβρουαρίου 1992) δήλωση της, τον είχε κηρύξει "έκπτωτο", καταφάσκουν, σύμφωνα με τα εκτιθεμένα στη μείζονα πρόταση, την παύση της ως άνω πληρεξουσιότητας (άρα και της μεταπληρεξουσιότητας) αφενός λόγω ματαιώσεως της τεθείσης σ' αυτήν αναβλητικής αιρέσεως της περατώσεως των εργασιών και του πέμπτου σταδίου και αφετέρου (ανεξαρτήτως του χαρακτήρα της ανωτέρω δηλώσεως ως υπαναχωρήσεως ή καταγγελίας) λόγω λήξεως της σχετικής εσωτερικής έννομης σχέσεως (δηλ. της συμβάσεως έργου), με συνέπεια η ειρημένη πωλητήρια σύμβαση, ως καταρτισθείσα στις 21-12-1992, ήτοι μετά την παύση της σχετικής πληρεξουσιότητας(και της μεταπληρεξουσιότητας), να μην ισχύει έναντι της αναιρεσίβλητης (αντιπροσωπευομένης) ως προς τη μεταβίβαση των 52,13%ο του οικοπέδου. Το γεγονός ότι κατά την εξόφληση του τιμήματος από τους αναιρεσείοντες στις 28-8-1992 το υπόλοιπο της οφειλόμενης, για τα ανωτέρω τέσσερα πρώτα στάδια, αμοιβής του εργολάβου αντιστοιχούσε σε ποσοστά επί του οικοπέδου υπερβαίνοντα τα 97,23%ο, δεν μπορεί να στηρίξει εκδοχή περί εγκυρότητας της επίμαχης συμβάσεως. Και τούτο διότι κρίσιμος ως προς την ύπαρξη και το μέγεθος υπολοίπου αμοιβής και εντεύθεν ως προς το κύρος της συμβάσεως είναι, σύμφωνα με την ανέλεγκτη και, πάντως, μη πληττόμενη κατά τούτο παραδοχή του Εφετείου, όχι ο χρόνος εξοφλήσεως του τιμήματος αλλά ο χρόνος καταρτίσεως της συμβάσεως (21-12-1992), κατά τον οποίο, όπως επίσης ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο, το οφειλόμενο στον εργολάβο υπόλοιπο της αμοιβής του αντιστοιχούσε στα 45,10%ο του οικοπέδου. Επομένως ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Ως προς την περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο, αιτίαση ότι το Εφετείο, αν και δέχθηκε ότι κατά τον χρόνο καταρτίσεως της ειρημένης συμβάσεως (21-12-1992) είχαν εκτελεσθεί ορισμένες εργασίες του πέμπτου σταδίου (στρώσεις δαπέδων ή πλακιδίων και εργασίες κατωφλίων με μάρμαρα), εντούτοις, κατά παραβίαση του άρθρου 222 ΑΚ, παρέλειψε να "συνυπολογίσει το ποσοστό κατά το οποίο είχαν εκτελεστεί οι ως άνω εργασίες και το ύψος της εργολαβικής αμοιβής που αντιστοιχούσε σε αυτές", ο ίδιος αυτός αναιρετικός λόγος, ο θεμελιωτικός ισχυρισμός του οποίου έχει προφανώς την έννοια ότι σύμφωνα με το 533/17- 3-1989 συμβόλαιο ο εργολάβος εδικαιούτο να λάβει και μέρος αμοιβής ανάλογο προς τις ανωτέρω εκτελεσθείσες εργασίες του πέμπτου σταδίου, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την προαναφερθείσα ανέλεγκτη (ουσιαστική) κρίση του δικαστηρίου, προσκρούοντας άλλωστε και στη δεσμευτική συναφώς ενέργεια (άρθρο 580 § 4 ΚΠολΔ) της 1676/2002 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία, εκδοθείσα για τη ίδια υπόθεση επί προηγουμένης αναιρετικής αιτήσεως της ήδη αναιρεσίβλητης κατά των ήδη αναιρεσειόντων, κρίθηκε, κατόπιν ερμηνευτικής αποσαφηνίσεως του σχετικού όρου του εν λόγω συμβολαίου, ότι για τη γέννηση του δικαιώματος του εργολάβου προς απόληψη της αμοιβής που αντιστοιχεί στις εργασίες του πέμπτου σταδίου δεν αρκεί η έναρξη και εκτέλεση ορισμένων ή μέρους εκ των εργασιών αυτών, αλλά απαιτείται η αποπεράτωσή τους. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 191§2 του ΚΠολΔ) και όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-2-2009 αίτηση του Ε. Π. κλπ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2241/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παύση πληρεξουσιότητας, ιδίως για τη σύμβαση μεταβιβάσεως ακινήτου. Πότε επέρχεται. Συνέπειες της παύσης ως προς την μεταβιβαστική δικαιπραξία. - Λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Αβάσιμος
|
Πληρεξουσιότητα
|
Πληρεξουσιότητα .
| 0
|
Αριθμός 1736/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Δ. του Π. και 2) Α. Μ. του Α., συζ. Χ. Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Τζούλη.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Έ. του Θ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Λεωνίδας Μαραβέλης και δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 16/11/2010 και κληρονομήθηκε από τις θυγατέρες του: 1. Ά.-Μ.-Δ. Ε. του Χ., κατοίκου ... και 2. Α.-Κ. Ε. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίες συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη. Η μεν πρώτη παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Μαραβέλη, η δε δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/2/2005 αγωγή του Χρήστου Έξαρχου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4676/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7440/2007 μη οριστική, 620/2009 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/5/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 29/3/2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Αθανασίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξουσία των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και, ειδικότερα, στις 16.11.2010 πέθανε στις Η.Π.Α. ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Χ. Έ. του Θ.. Οι εγγύτεροι συγγενείς αυτού και μοναδικοί εξ αδιαθέτου συγκληρονόμου του 1) Ά.-Μ.-Δ. Έ. του Χ. και 2) Α.-Κ. Έ. του Χ., θυγατέρες του, όπως προκύπτει από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους ίδιους έγγραφα, αλλά και δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσείοντες, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρο του Λεωνίδα Μαραβέλη, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησαν νόμιμα το θάνατο του πιο πάνω άμεσου δικαιοπαρόχου τους και την εκούσια στο όνομά του επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.
ΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το ουσιαστικό δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα. Τον ίδιο λόγο θεμελιώνει και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας , μόνο όμως εφόσον τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Για τη διαδικαστική πληρότητα αυτού του λόγου πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται, πλην άλλων, στη μεν πρώτη περίπτωση η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ως παραβιασθείσα και ο τρόπος με τον οποίο αυτή παραβιάσθηκε ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή της, στη δε δεύτερη περίπτωση το συγκεκριμένα διδάγματα που φέρονται ως παραβιασθέντα κατά την ερμηνεία (επίσης συγκεκριμένου) κανόνα δικαίου ή κατά την υπαγωγή σ αυτόν των πραγματικών γεγονότων.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο α) ότι την κρίση του, για τον καταπλεονεκτικό χαρακτήρα της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων στις 4-7-2000 συμβάσεως πωλήσεως ακινήτων, στήριξε εξ ολοκλήρου στην από 10-10-2005 εκτίμηση ακινήτου του κτηματομεσίτη Π. Μ., η οποία όμως αναφέρεται στο έτος 2002 και όχι στο έτος 2000 (χρόνος καταρτίσεως της εν λόγω συμβάσεως), κατά το οποίο οι τιμές των ακινήτων στην Αττική ήταν πολύ μικρότερες έναντι εκείνων του έτους 2002, και έτσι προέβη (το Εφετείο) " σε σφοδρή παράβαση κανόνα δικαίου" και β) ότι, με την κρίση του περί υπάρξεως φανερής δυσαναλογίας μεταξύ της αξίας των πωληθέντων ακινήτων και του τιμήματος που ορίσθηκε ίσο με την με την αντικειμενική αξία αυτών " παρέβλεψε με τρόπο ασυνήθιστο και πρωτόγνωρο το γνωστό και αποδεκτό από την ελληνική κοινωνία και τους σχετικούς φορείς γεγονός ότι από το έτος 1995 περίπου εντεύθεν το 90 % των αγοραπωλησιών που λαμβάνουν χώρα στην ελληνική επικράτεια έχουν τίμημα στην αντικειμενική αξία των μεταβιβαζομένων ακινήτων", και ως εκ τούτου "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εξεδόθη κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας σχετικά με την έννοια της καταπλεονεκτικής δικαιοπραξίας και συγκεκριμένα με την εξειδίκευση και την στοιχειοθέτηση της υπάρξεως φανερής δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής". Ο λόγος αυτός ενέχει αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες ως προς μεν την πρώτη (υπό α') αιτίαση, δεν καθορίζουν σε τι συνίσταται η "σφοδρή παράβαση κανόνα δικαίου" (προφανώς υπονοείται το άρθρο 179 ΑΚ), στην οποία προέβη το Εφετείο, με το να στηρίξει την ανωτέρω κρίση του στην εκτίμηση του ειρημένου κτηματομεσίτη, ως προς δε τη δεύτερη (υπό β') αιτίαση, δεν αναφέρουν ποια είναι τα συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας και κυρίως με ποιον τρόπο αυτά έχουν παραβιασθεί κατά την ερμηνεία "κανόνα ουσιαστικού δικαίου" (πάλι προφανώς υπονοείται το άρθρο 179 ΑΚ) ή κατά την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών γεγονότων, τα οποία επίσης δεν προσδιορίζουν οι αναιρεσείοντες.
ΙΙΙ. Με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 11α' ΚΠολΔ απορρέοντα δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου ψέγεται το Εφετείο ότι έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτο κατά νόμον αποδεικτικό μέσο και δη την "εκτίμηση" του ως άνω κτηματομεσίτη, η οποία όμως δεν φέρει την υπογραφή αυτού αλλά κάποιου άλλου προσώπου, με συνέπεια να στερείται αποδεικτικής δυνάμεως. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν γίνεται μνεία περί προβολής του άνω (θεμελιωτικού του λόγου) ισχυρισμού στο Εφετείο (άρθρο 562§2 ΚΠολΔ).
IV. Τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ θεμελιώνει και η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιωδών πραγματικών γεγονότων.
Εν προκειμένω, το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση του ότι την αποδεικτική του κρίση διαμόρφωσε "από την προσήκουσα εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων ... Δ. Κ. Α. που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά (απομαγνητοφωνημένα) δημόσιας συνεδρίασης του και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν οι διάδικοι ...". Κατόπιν τούτου, με βάση και το υπόλοιπο περιεχόμενο της αποφάσεώς του, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκε από το Εφετείο, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, η ως άνω μαρτυρική κατάθεση του Δ. Α., η οποία άλλωστε ειδικώς μνημονεύεται με την αναφορά και του ονόματος του εν λόγω μάρτυρα, τρεις φορές στην εφετειακή απόφαση. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ απορρέων, τρίτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
V. Με τον τέταρτο λόγο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο ότι, με το να απορρίψει το αίτημα τους για εξέταση νέου μάρτυρα λόγω θανάτου του μάρτυρα Δ. Α., προσέδωσε παρά τον νόμο αυξημένη αποδεικτική δύναμη στη μαρτυρική κατάθεση της Φ. Κ., που εξετάσθηκε με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δεν προσέδωσε στην άνω μαρτυρική κατάθεση "αυξημένη αποδεικτική δύναμη", αλλά τη συνεκτίμησε ελευθέρως μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, στο πλαίσιο της ρυθμίσεως του άρθρου 340 ΚΠολΔ.
VI. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι ηττώνται, στα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων του, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.5.2009 αίτηση των 1) Χ. Δ. του Π. και 2) Α. Μ. του Α., συζύγου Χ. Δ. για αναίρεση της 620/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων τους, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας είναι αόριστος, όταν δεν αναφέρονται ποια είναι τα συγκεκριμένα διδάγματα κοινής πείρας που παραβιάστηκαν. Αοριστία λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., εφόσον δεν γίνεται μνεία στο αναιρετήριο περί προβολής στο Εφετείο του ισχυρισμού που τον θεμελιώνει (άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Ο λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος, όταν καθίστανται απολύτως βέβαιο ότι το σχετικό αποδεικτικό μέσο έχει ληφθεί υπόψη από το Εφετείο. Συνεκτίμηση μαρτυρικής κατάθεσης ελευθέρως κατ΄ άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1735/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ι. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Χατζηχρήστου.
Των αναιρεσίβλητων - καθών η κλήση: 1) Χ. Μ. του Μ., 2) Σ. Μ. του Μ., 3) Γ. Μ. του Χ., συζ. Ο. Χ. και 4) Μ. Μ. του Χ., συζ. Μ. Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/6/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και με την από 26/7/2005 κύρια παρέμβαση των 3ης και 4ης ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/2006 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Ειρηνοδικείο Ξάνθης λόγω αρμοδιότητας, 3/2008 του Ειρηνοδικείου Ξάνθης και 128/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 1/2/2010 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1189/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε ματαιωθείσα τη συζήτηση της από 1/2/2010 αίτησης του Ι. Μ., για αναίρεση της 128/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που δίκασε ως Εφετείο. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 18/1/2012 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 4/5/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου. Από τις 7508γ, 7510γ, 7511γ, 70509γ/29-3-2010, 1667δ, 1666δ, 1665δ και 1668δ/23-2-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ξάνθης ..., τις οποίες προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση αναιρεσείων με την από 18-1-2012 κλήση του μετά τη ματαίωση της συζήτησης της αίτησης αναιρέσεως με την 1188/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι, κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Επομένως παρά την απουσία τους πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει σαν να ήσαν και αυτοί παρόντες. Σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβαση της. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, για τη κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει το χρόνο τη δικής του νομής και την όμοια νομή του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ), εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος: καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα εξής: Το επίδικο ακίνητο εμβαδού περίπου 2282,6 τ.μ., βρίσκεται στην θέση "Τοκατσίκ Ταρλά" στην περιοχή Ισαίας Ν. Ξάνθης και συνορεύει ανατολικά με ακίνητα Κ. Χ., βορειοανατολικά με δρόμο, νοτιανατολικά με ακίνητο Κ. Μ. και δυτικά με δασική έκταση. Το ακίνητο αυτό ανήκε κατά κυριότητα στον Α. Κ. πατέρα της Φ. Μ., γιαγιά των κυρίως παρεμβαινουσών, ο οποίος το μεταβίβασε στην κόρη του άτυπα το έτος 1938 και αυτή μέχρι το έτος 1977 νεμόταν με τις κατάλληλες προς τη φύση του διακατοχικές πράξεις, ειδικότερα το καλλιεργούσε με διάφορα αγροτικά προϊόντα, ενώ στις αρχές του 1970 προέβη στην περίφραξη με αγκαθωτό σύρμα του επιδίκου βοηθούμενος από τον γείτονα του Κ. Μ.. Το έτος 1977 η Μ. Φ. εγκαταστάθηκε στην Τουρκία και το επίδικο συνέχισε να το καλλιεργεί, για λογαριασμό της, ο σύζυγός της Μ. Μ. μέχρι τον χρόνο του θανάτου του δηλ. το έτος 1988 εντός δε αυτού κατασκεύασε στο μέσο του αγρού μία δεξαμενή νερού, η οποία υπάρχει έως σήμερα. Από το έτος 1988 και εντεύθεν το ακίνητο δεν καλλιεργήθηκε, αλλά η δεύτερη εναγομένη κόρη της, Μ. Σ. μαζί με τον σύζυγο της επισκέπτονταν τακτικά το ακίνητο, προκειμένου να το καθαρίσουν και να διορθώσουν την παλιά περίφραξη. Περί το έτος 2000, κατόπιν εντολής της μητέρας της το παραχώρησε στον Ό. Α. για να το καλλιεργεί, δίνοντας της άλλοτε καρπούς από την παραγωγή του και άλλοτε χρήματα. Ο τελευταίος καλλιεργούσε το επίδικο αγρό μέχρι τον Οκτώβριο του 2003, οπότε και απέδωσε τη χρήση του, χωρίς αντίρρηση, στην Φ. Μ. όταν η τελευταία του ζήτησε να σταματήσει να το καλλιεργεί και να της το παραδώσει για να το εκμεταλλευτούν τα παιδιά της -εναγόμενοι. Στη συνέχεια δεδομένου ότι είχε καταστεί κυρία αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενη αυτό πέραν της εικοσαετίας, χωρίς να ενοχληθεί ποτέ από κανέναν ή να αποβληθεί από το ακίνητο, δυνάμει του υπ' αριθ. .../2003 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβ/φου Ξάνθης Στέλλας Αγαθοκλέους, νόμιμα μεταγεγραμμένου (τ. 1096 α/α 38) μεταβίβασε την κυριότητα του ακινήτου στη δεύτερη εναγομένη η οποία στη συνέχεια δυνάμει του υπ' αριθ. .../2004 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβ/φου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στο τόμο 1098 με α.α. ... μεταβίβασε κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στις κόρες της κυρίως παρεμβαίνουσες. Σύμφωνα με τα παραπάνω, εφόσον δεν αποδείχτηκε κυριότητα επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία από τον ενάγοντα, ενώ αντίθετα αποδείχτηκε κτήση κυριότητα από την απώτερη δικαιοπάροχο των κυρίων παρεμβαινουσών -η οποία νεμήθηκε το επίδικο πέραν της εικοσαετίας-οι οποίες έτσι απέκτησαν παράγωγα την κυριότητα από την μητέρα τους επίσης κυρία με παράγωγο τρόπο του επιδίκου αγρού. Ακολούθως το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, απόρριψε την έφεση και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση η οποία απέρριψε την ένδικη αγωγή και έκανε δεκτή την κυρία παρέμβαση της τρίτης και τετάρτης των αναιρεσιβλήτων. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο δεν παρεβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες και ορθά εφάρμοσε ο δε μοναδικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ανώτερη δικαιοπάροχος της τρίτης και τετάρτης των αναιρεσιβλήτων Φ. Μ. απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου αγρού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, παρά το γεγονός ότι από το έτος 1977 και εντεύθεν σε καμία διακατοχική πράξη προέβη, αφού το έτος 1977 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Τουρκία, από δε το έτος 1988 ο αγρός εγκαταλείφθηκε πλήρως χωρίς να τον καλλιεργεί, παρεβίασε τις ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού με αυτόν πλήττεται η από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Η στον ίδιο λόγο περιεχομένη αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενσωμάτωσε στο σκεπτικό της και την κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος Τ. Χ. του Μ., ο οποίος κατέθεσε ότι "η Μ. Φ. είχε μερίδιο στο χωράφι και το καλλιεργούσε" και ότι από την παραδοχή αυτή προκύπτει ότι η τελευταία είχε εξ αδιαιρέτου μερίδιο και όχι πλήρη κυριότητα επί του επιδίκου αγρού, στην δε προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται σε τι ποσοστό και με ποιόν ήταν συγκύρια και αν είχε εκδηλώσει και πότε την απόφαση της να νέμεται το πράγμα αποκλειστικά για τον εαυτό της, αναφερομένη σε πλημμέλεια από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού η πλημμέλεια αυτή δεν αναφέρεται στους περιοριστικά αναφερομένους λόγους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, για τους οποίους επιτρέπεται αναίρεση κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.2.2010 αίτηση του Ι. Μ. για αναίρεση της 128/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που δίκασε ως Εφετείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διεκδικητική αγωγή ακινήτου Απόφαση Ειρηνοδικείου Λόγος από 560 § 1 Κ.Πολ.Δ. Απορρίπτει ως αβάσιμος
| null | null | 0
|
Αριθμός 1734/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Μ. του Ε., και 2) Γ. Μ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. Σ. του Α., συζ. Γ. Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μάλλιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/11/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η απόφαση 3498/2010 του ιδίου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/5/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 9/5/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1, 2 και 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται, αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθησαν με δήλωση κατά το άρθρο 242§2 ΚΠολΔ από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου. Ωστόσο, από τις προσκομιζόμενες από την παρισταμένη αναιρεσίβλητη 2925Δ και 2926Δ/18-7-2012 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 20-6-2012 κλήσης της αναιρεσίβλητης, με την οποία φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης μετά την ματαίωση της συζήτησης της, με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους απολειπόμενους αναιρεσείοντες. Επομένως, παρά την απουσία τους πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες. Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 518§1, 553§1 εδ.β και 564§1, του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται κατά των οριστικών αποφάσεων, που κατέστησαν τελεσίδικες και ασκείται από το διαμένοντα στην Ελλάδα διάδικο μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών, η οποία αρχίζει, αν η απόφαση μπορούσε να προσβληθεί με έφεση, από την πάροδο άπρακτης της προς έφεση προθεσμίας, που είναι επίσης, για τους διαμένοντας στην Ελλάδα, τριάντα ημερών από την επίδοση της απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο η προσβαλλόμενη απόφαση που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες, που διαμένουν στην Ελλάδα, στις 16-7-2010, η δε υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 2-5-2011 όπως προκύπτει από την οικεία πράξη κατάθεσης της. Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ήτοι μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα ημερών αφ' ότου κατέστη τελεσίδικη και πρέπει κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα να κηρυχθεί απαράδεκτη (β. άρθρο 577§2 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-5-2011 αίτηση των Σ. Μ. κλπ. για αναίρεση της 3498/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η αναίρεση. Ασκήθηκε εκπρόθεσμα.
|
Απαράδεκτη αίτηση αναίρεσης
|
Απαράδεκτη αίτηση αναίρεσης.
| 0
|
Αριθμός 1733/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Φιλαδέλφειας - Χαλκηδόνας, ως καθολικού διαδόχου του πρώην Δήμου Νέας Φιλαδέλφειας Αττικής, που εδρεύει στη Νέα Φιλαδέλφεια και εκπροσωπείται νόμιμα από τη δήμαρχό του Ε. Γ. - Α., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μενέλαο Παπαδημητρίου, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Ν. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κατηφόρη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/9/1995 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5660/1996 μη οριστική, 8308/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1918/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/9/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 15/10/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τις ισχύουσες από 1.1.2011 διατάξεις του άρθρου 72 παρ.1 εδ.ιγ καθ 2 εδ.α του Ν. 3852/4/7.6.2010 περί "Νέας Αρχιτεκτονικής και Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης", οι οποίες είναι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμοστέες, κατά την διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔ, ως ισχύουσες κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (29.4.2011) "η οικονομική επιτροπή αποφασίζει για την άσκηση όλων των ενδίκων βοηθημάτων και των ενδίκων μέσων", "ύστερα από γνωμοδότηση δικηγόρου, η ανυπαρξία της οποίας (γνωμοδότησης), συνεπάγεται ακυρότητα της σχετικής απόφασης". Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 58 παρ.1 εδ.α του ως άνω Ν. 3852/2010, "ο Δήμαρχος εκπροσωπεί το Δήμο στα δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, κατ' εξαίρεση, όταν δημιουργείται άμεσος και προφανής κίνδυνος ή απειλείται άμεση ζημία των δημοτικών συμφερόντων, από την αναβολή λήψης απόφασης, ο δήμαρχος μπορεί να αποφασίσει για θέματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα της οικονομικής ή της επιτροπής ποιότητας ζωής. Στην περίπτωση αυτή οφείλει να υποβάλει προς έγκριση τη σχετική απόφασή του κατά την επομένη συνεδρίαση της αντίστοιχης επιτροπής". Από τις προεκτεθείσες διατάξεις σαφώς προκύπτει, ότι, για το τυπικά παραδεκτό της άσκησης, εκτός άλλων, και του ένδικου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως από το δήμαρχο ως νόμιμο εκπρόσωπο του Δήμου, απαιτείται απαραιτήτως η άδεια της Οικονομικής Επιτροπής, η οποία λαμβάνεται με απόφαση αυτής, επί της άδειας δε αυτής θεμελιώνεται και η αντιπροσωπευτική εξουσία του Δημάρχου για διεξαγωγή της δίκης ως αντιπροσώπου του Δήμου (ΑΠ 1395/2009, ΑΠ 1993/2007). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 73 του ΚΠολΔ, η έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋποθέσεως ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, γιατί η τήρηση της διατάξεως του άρθρου 72 παρ.1 εδ.ιγ του Ν. 3852/2010, που αποσκοπεί στην όσο το δυνατόν αποτροπή διεξαγωγής ανώφελων δικών, ανάγεται στη δημόσια τάξη. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 573 παρ.1 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι, στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 233 έως 236, 242 παρ.2, 245, 246, 252 έως 261, 286 έως 308, 310 και 312 έως 334, συνάγεται εξ αντιδιαστολής ότι στην αναιρετική δίκη δεν εφαρμόζονται, αφενός μεν η διάταξη του άρθρου 227 του ΚΠολΔ που προβλέπει την αναπλήρωση τυπικών ελλείψεων μετά τη συζήτηση, με κλήση του πληρεξουσίου ή του διαδίκου, εφόσον παρίσταται αυτοπροσώπως, τασσόμενης προς τούτο εύλογης προθεσμίας, αφετέρου δε η διάταξη του άρθρου 67 του ίδιου κώδικα, κατά την οποία το δικαστήριο αναβάλλει την πρόοδο της δίκης και ορίζει προθεσμία για τη συμπλήρωση ελλείψεων σχετικά με την ικανότητα των διαδίκων για δικαστική παράσταση με το δικό τους όνομα ή σχετικά με τη νόμιμη εκπροσώπησή τους και την άδεια ή εξουσιοδότηση που απαιτείται για τη διεξαγωγή της δίκης, στις περιπτώσεις δε αυτές ανήκει και η άδεια της Οικονομικής Επιτροπής, για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως από το Δήμαρχο ως νόμιμο εκπρόσωπο του Δήμου (ΑΠ 1993/2007, ΑΠ 2051/2009). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης, αν δε η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως.
Στην προκειμένη περίπτωση ο Δήμος Φιλαδέλφειας - Χαλκηδόνας Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενος από τη Δήμαρχο αυτού, άσκησε την από 20.9.2011 αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμ. 1918/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, πλην όμως για την παραδεκτή άσκηση αυτής, επικαλείται, χωρίς όμως και να προσκομίζει, απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Φιλαδέλφειας-Χαλκηδόνας Αττικής, η οποία να του παρέχει την άδεια ασκήσεως του ενδίκου αυτού μέσου. Επομένως, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι δυνατή η συμπλήρωση της ελλείψεως αυτής, η εν λόγω αναίρεση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει, αυτεπαγγέλτως, να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης βαρύνουν τον ηττηθέντα Δήμο (αρθρ.183 και 176 ΚΠολΔ) και θα επιβληθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 276 του Ν. 3463/2006, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ.1 και 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/8.12.92 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.9.2011 αίτηση του Δήμου Φιλαδέλφειας-Χαλκηδόνας Αττικής, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1918/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Για το παραδεκτό της αναιρέσεως από Δήμο απαιτείται άδεια της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου σύμφωνα με το άρθρο 72 παρ. 1 εδ. ιγ και 2 εδ. α του Ν. 3852/2010. Στο Άρειο Πάγο δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227 και 67 Κ.Πολ.Δ. για συμπλήρωση ελλείψεων.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1732/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Μ. του Λ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μάντεση-Θανάσουλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Δ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σακκαλή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/3/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιτέας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2000 του ιδίου Δικαστηρίου, 63/2003 μη οριστική και 47/2006 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/4/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 5/10/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 12/4/2009 αίτησης για αναίρεση της 47/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 560 αρ.1α'του ΚΠολΔ που αφορά τις αποφάσεις των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται όταν το δικαστήριο παραλείπει να εφαρμόσει τέτοιον κανόνα, ο οποίος, βάσει των παραδοχών του δικαστηρίου, ήταν εφαρμοστέος στη συγκεκριμένη περίπτωση ή εφαρμόζει τέτοιον κανόνα που δεν έπρεπε να εφαρμοστεί. Ειδικότερα, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων, το δε δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή την ερμηνεία αυτή, στις διατάξεις των ως άνω άρθρων, ή όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας (ΑΠ 254/2003, 142/2003, 110/2001). Δεν ιδρύεται επομένως ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο διαπιστώνει έστω και εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και προσφεύγει στις ειρημένες ερμηνευτικές διατάξεις για την ανεύρεση της αληθούς βουλήσεως των τελευταίων. Εξάλλου έμμεση διαπίστωση κενού στη δικαιοπραξία ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση βουλήσεως των μερών προκύπτει όταν το δικαστήριο, και χωρίς να μνημονεύει ειδικώς τις ειρημένες ερμηνευτικές διατάξεις, προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως από την οποία αποκαλύπτεται ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως των συμβαλλομένων, εξαιτίας των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως, μπορεί δε η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας να προκύπτει και από το γεγονός ότι το δικαστήριο για τη διακρίβωση της αληθούς, έννοιας της συμβάσεως έλαβε υπόψη και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της συμβάσεως ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα (ΑΠ 28/2007).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που την εξέδωσε, δικάζοντας ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο πατέρας του ενάγοντος Λ. Μ. του Κ. ήταν κύριος ενός αγρού, ο οποίος βρίσκεται στη θέση "Κατσίκας" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Δεσφίνας και ο οποίος σύμφωνα με το συνημμένο από Αυγούστου έτους 1995 στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Ν. έχει έκταση 27.536,59 τ.μ.. Στις 29-11-1973 ο ως άνω πατέρας του ενάγοντος μεταβίβασε άτυπα στο Δήμο Άμφισσας διακόσια τετραγωνικά (200) μέτρα από τον αγρό αυτό, για να εγκατασταθεί σε αυτήν την έκταση μία κεραία αναμεταδότη τηλεόρασης (βλ. προσκομιζόμενη από 29-11-1973 απόδειξη 3000 δραχμών, όπου μεταξύ των άλλων αναφέρεται ότι: "ο Δήμος Άμφισσας ως αγοραστής του ως άνω χώρου δικαιούται από σήμερον να προβεί ... και εις την βελτίωσιν βατότητας της υπάρχουσας οδού υπό την προϋπόθεσιν ότι μετά την αποπεράτωσιν των εργασιών δεν θα χρησιμοποιεί τον υπόλοιπον χώρον του πωλητού δια την μέχρι του αναμεταδότου τηλεοράσεως διέλευσιν οχημάτων πλην πεζών, εν περιπτώσει ανοικοδομήσεως υπό του πωλητού επί του υπολοίπου ακινήτου θα δικαιούται παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, το οποίον θα πληρώνη ούτος. Σχετική συμβολαιογραφική πράξις θα συνταχθεί εν καιρώ"). Από το έγγραφο-απόδειξη αυτή δεν προσδιορίζεται με κάποιο τρόπο η ακριβής θέση του τμήματος αυτού του εδάφους, βρίσκεται όμως στην κορυφή του όλου ακινήτου και εντός αυτού έχει κτισθεί ένας οικίσκος επιφάνειας 10τ.μ., όπου έχει εγκατασταθεί η κεραία και τα μηχανήματα αναμετάδοσης του τηλεοπτικού σήματος της τότε ΕΡΤ και νυν ΕΤ, αποτυπώνεται δε με τα στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Α στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα. Ακολούθως, ο ίδιος, Λ. Μ. του Κ., πώλησε στον εναγόμενο ένα εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.200τ.μ. με το με αριθμό .../18-4-1975 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Ιτέας Ιωάννη Λακαφώση (...). Το εδαφικό αυτό τμήμα σύμφωνα με τον ως άνω τίτλο ήταν βραχώδες και ακαλλιέργητο, εφαπτόταν με αγροτικό δρόμο και συνόρευε "...γύρωθεν με ιδιοκτησίαν ιδίου πωλητού Λ. Κ. Μ. εκτός του εφαπτομένου αγροτικού δρόμου ...". Στο συμβόλαιο αυτό δε γίνεται καμία άλλη μνεία για τα ακριβή όρια, τη θέση αυτού και του αγροτικού δρόμου ή κάποιου άλλου χαρακτηριστικού σημείου από το οποίο να μπορεί να γίνει κατανοητή η ακριβής θέση του. Είναι δε ομοίως αξιοσημείωτο ότι δε συνοδευόταν από κάποιο τοπογραφικό διάγραμμα. Στη συνέχεια το έτος 1978 κατόπιν ενεργειών της Πανεπαγγελματικής Ένωσης Ιτέας-Κίρρας, της οποίας τότε πρόεδρος ήταν ο εναγόμενος, έγινε εγκατάσταση κεραίας αναμετάδοσης του τότε τηλεοπτικού καναλιού Υ.Ε.Ν.Ε.Δ. και των μηχανημάτων σε μικρό οικίσκο εμβαδού 16 τ.μ., τον οποίο ανήγειρε ο εναγόμενος. Επίσης περιέφραξε το γύρωθεν χώρο συνολικού εμβαδού 68,50 τ.μ. Ο χώρος αυτός βρίσκεται σε απόσταση περίπου 50 μέτρων, νοτιοδυτικά από το χώρο εγκαταστάσεων της κεραίας της ΕΡΤ, προσδιορίζεται δε με τα στοιχεία Μ,Ν,Ξ,Ο,Π,Ρ,Σ,Τ,Υ,Μ στο ίδιο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα. Το έτος 1989 ο Γ. Α. του Λ., ιδιοκτήτης ραδιοφωνικού σταθμού, αναζήτησε τον κύριο του ακινήτου, όπου ήταν ήδη εγκαταστημένες οι ως άνω κεραίες, προκειμένου να εγκαταστήσει κι αυτός την κεραία αναμετάδοσης του ραδιοφωνικού του σταθμού. Ύστερα από πληροφορίες που έλαβε από βοσκούς της περιοχής επισκέφθηκε με τον πατέρα του Λ. τον πατέρα του ενάγοντος, διότι αυτόν είχαν υποδείξει ως κύριο του ακινήτου. Αυτός με τη σειρά του υπέδειξε ως κύριο του χώρου εμβαδού των 1.200 τ.μ., όπου εκεί κοντά βρισκόταν οι κεραίες, τον εναγόμενο και έτσι αυτός απευθύνθηκε στον τελευταίο, ο οποίος του εκμίσθωσε με το από 25-10-1989 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης μία έκταση επιφάνειας 400τ.μ. Στο τμήμα αυτό υπήρχε οικίσκος που είχε κτισθεί από τον εναγόμενο για τις ανάγκες εγκατάστασης της κεραίας της Υ.Ε.Ν.Ε.Δ. και στον οικίσκο αυτό, στον οποίο είχε αναγραφεί η χρονολογία 1978, ο Γ. Α. εγκατέστησε τα μηχανήματα του σταθμού του. Κατά το έτος 1993 ο Λ.ς Μ. του Κ. με το νόμιμα μεταγραμμένο συμβόλαιο γονικής παροχής με αριθμό .../1-4-1993 της συμβολαιογράφου Λιβαδειάς Αναστασίας Σταύρου, παραχώρησε στον ενάγοντα τον αγρό αυτό των 27.536,59 τ.μ., ο οποίος βέβαια στο ως άνω συμβόλαιο αναγράφει την έκταση του σε 15.000 "... ή όσο και αν είναι πλέον ή έλαττον ..." χωρίς να αναφέρει τις διαστάσεις των πλευρών ή τα όρια του με κάποιο επισυναπτόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, ούτε τον αγροτικό δρόμο που απεικονίζεται στο ως άνω συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία Κ21, Κ22, Κ23, Κ24, Κ25, Κ26, Κ27, Κ28 και Κ29, παρά μονάχα αναφέρει τα ονόματα των ιδιοκτητών των όμορων ακινήτων. Επίσης δε γίνεται καμία αναφορά για τα τμήματα που ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος είχε πωλήσει προηγουμένως στο Δήμο Άμφισσας και στον εναγόμενο ούτε βέβαια σε ποια σημεία του όλου ακινήτου βρίσκονται τα πωληθέντα τμήματα. Προτού συνταχθεί το συμβόλαιο γονικής παροχής ο ενάγων μαζί με τη μητέρα του και τον τοπογράφο-μηχανικό Γ. Σ. είχαν επισκεφθεί τον αγρό αυτό και είδαν στην κορυφή του ότι ήταν εγκατεστημένες 3 κεραίες. Με το από 15-5-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ο εναγόμενος εκμίσθωσε στο Δήμο Άμφισσας έναν οικίσκο με σκοπό την εγκατάσταση τηλεοπτικού αναμεταδότη, ενώ στη συνέχεια με το από 19-5-1995 συμφωνητικό μίσθωσης εκμίσθωσε στο Δήμο Ιτέας ένα τμήμα στον ίδιο ευρύτερο χώρο, προκειμένου και ο Δήμος αυτός να ανεγείρει έναν άλλο οικίσκο με τον ίδιο σκοπό, ενώ με το ίδιο συμφωνητικό διατήρησε το δικαίωμά του εκμίσθωσης του ίδιου εδαφικού τμήματος και σε άλλους ενδιαφερόμενους για την τοποθέτηση αναμεταδοτών σήματος τηλεοπτικών ή ραδιοφωνικών σταθμών, περιορίζοντας έτσι τα δικαιώματα του μισθωτή Δήμου Ιτέας στον οικίσκο. Ακολούθως, με το από 5-7-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ο εναγόμενος εκμίσθωσε στην Α.Ε.Β.Ε. με την επωνυμία ΣΤΕΤ ΕΛΛΑΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ένα άλλο εδαφικό τμήμα εμβαδού 160 τ.μ. περίπου, για τις ανάγκες της οποίας συντάχθηκε τον Ιούνιο του έτους 1995 από τον αγρονόμο-τοπογράφο μηχανικό Ν. Π. τοπογραφικό διάγραμμα της φερόμενης ιδιοκτησίας, που αγόρασε από τον πατέρα του ενάγοντος, στο οποίο τοπογραφικό αποτυπώνονται και οι οικίσκοι, που ήδη είχαν ανεγερθεί προς εκτέλεση την ανωτέρω μισθώσεων. Επίσης με το από 1-8-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ο εναγόμενος εκμίσθωσε στην Κ. Γ. Ρ. ένα τμήμα, χωρίς να το προσδιορίζει ειδικότερα, ώστε να χρησιμοποιηθεί για την εγκατάσταση ραδιοφωνικού αναμεταδότη. Προς εκτέλεση όλων των προαναφερόμενων συμβάσεων μισθώσεων για εγκαταστάσεις κεραιών αναμετάδοσης σημάτων ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών κατασκευάσθηκαν οικίσκοι, όπως προαναφέρθηκε, για να τοποθετηθούν αλλά και να προφυλαχθούν οι κεραίες μαζί με τα μηχανήματα. Όλα τα ανωτέρω έχουν ανεγερθεί, κατασκευαστεί και τοποθετηθεί σε επιφάνεια εμβαδού 1.200τ.μ. περίπου και η οποία εκτείνεται νοτιοδυτικά του οικίσκου της πρώτης κεραίας αναμετάδοσης της ΕΡΤ και απεικονίζεται με τα στοιχεία Κ51, Κ52, Κ53, Κ54, Κ67, Κ61, Κ62, Κ63, Κ66, Κ51, στο συνημμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα. Το γεγονός ότι το αγορασθέν από τον εναγόμενο εδαφικό τμήμα από τον πατέρα του ενάγοντος το έτος 1975 είναι η ως άνω έκταση προκύπτει από το ότι ο εναγόμενος ενδιαφερόταν να αγοράσει αυτό το μικρό τμήμα των 1.200 τ.μ. από το συνολικό αγρό του Λ. Μ. του Κ., ο οποίος όπως προαναφέρθηκε είχε έκταση 27.536,59τ.μ., προκειμένου να τοποθετηθεί ο πρώτος αναμεταδότης της τότε Υ.Ε.Ν.Ε.Δ., καθώς ο εναγόμενος, όπως πάλι αναφέρθηκε προηγουμένως, ήταν πρόεδρος της Πανεπαγγελματικής Ένωσης Ιτέας-Κίρρας, ενδιαφερόταν γι αυτήν την εγκατάσταση και επειδή εκεί θα μπορούσε να υπάρξει το καλύτερο δυνατό σήμα, επιλέχθηκε ο χώρος αυτός. Άλλωστε αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι προηγήθηκε η αγορά της έκτασης των μόλις 200τ.μ. από το Δήμο Άμφισσας για τον ίδιο ακριβώς λόγο, δηλαδή της εγκατάστασης της κεραίας αναμεταδότη της ΕΡΤ. Επιπλέον, υπήρξε η ηλεκτροδότηση της περιοχής εκείνης από τη ΔΕΗ ήδη από τις 10-4-1974, η οποία διευκόλυνε έτσι την ηλεκτροδότηση και του νέου αναμεταδότη της Υ.Ε.Ν.Ε.Δ.. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο ακολούθησε και η τοποθέτηση στον ίδιο χώρο και των υπόλοιπων κεραιών και αναμεταδοτών από διάφορους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς, με αποτέλεσμα να αυξηθεί η αξία του συγκεκριμένου χώρου ως προς την ενοικίαση, Προφανώς γι' αυτόν ακριβώς το λόγο άρχισε ο ενάγων να διεκδικεί το χώρο αυτό από τον εναγόμενο από το έτος 1995 (...). Όπως προκύπτει δε και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες ο χώρος αυτός των 1.200 τ.μ. δεν ενδείκνυται για καλλιέργεια ή άλλη χρήση, διότι είναι ιδιαίτερα βραχώδης και άγονος και δε θα είχε κανείς κάποιον άλλο λόγο, για να τον αγοράσει. Επιπλέον για όλες τις ενέργειες αυτές του εναγόμενου ουδέποτε ενοχλήθηκε αυτός από το δικαιοπάροχο-πατέρα του ενάγοντος, ο οποίος θα γνώριζε σίγουρα τις ενέργειες του εναγόμενου είτε από προσωπική αντίληψη είτε από πληροφορίες συντοπιτών του. Όσον αφορά στις εγκαταστάσεις του ραδιοσταθμού "ΓΑΛΑΞΙΔΙ FM", καθώς και τα σημεία στήριξης με αντηρίδες των διάφορων κεραιών, που βρίσκονται πέραν και εκτός της έκτασης των 1.200τ.μ. που αγόρασε ο εναγόμενος, αυτός ουδέποτε αμφισβήτησε την κυριότητα του ενάγοντος για το υπόλοιπο ακίνητο και δεν αποδείχθηκε ότι κατόπιν δικών του εντολών και δικής του άδειας τοποθετήθηκαν αυτές. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο εναγόμενος εκμίσθωσε στην Κ. Γ. Ρ., ως εκπρόσωπο του ραδιοσταθμού "ΓΑΛΑΞΙΔΙ FM", εδαφικό τμήμα για εγκατάσταση ραδιοφωνικού αναμεταδότη και αυτή με υπόδειξη του εναγόμενου εγκατέστησε κοντέινερ και κεραία στο συγκεκριμένο χώρο δεν προκύπτει από το προσαγόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό με ημερομηνία 1-8-1995 ούτε ότι αυτή είναι εκπρόσωπος του ραδιοσταθμού "ΓΑΛΑΞΙΔΙ FM", ενώ από την άλλη από το ίδιο συμφωνητικό προκύπτει ότι ο εναγόμενος της εκμίσθωσε ένα τμήμα από το δικό του εδαφικό τμήμα των 1.200 τ.μ. Τέλος, η ασάφεια που δημιουργείται ως προς την ακριβή θέση αυτών των επίδικων 1.200τ.μ. μέσα σε αυτήν τη μεγάλη ευρύτερη έκταση των 27.536,59 τ.μ., η οποία δεν μπόρεσε να λυθεί και να απαντηθεί ούτε από τη διενεργηθείσα αναφερόμενη στην αρχή του σκεπτικού πραγματογνωμοσύνη, την οποία διενήργησε η Ε. Π., αρχιτέκτονας-μηχανικός, και η οποία οφείλεται στην αναφορά του αγροτικού δρόμου με την οποία συνορεύει μία πλευρά από το αγορασθέν από τον εναγόμενο εδαφικό τμήμα και η οποία αποτελεί το προβληθέν από τον ενάγοντα βασικό επιχείρημά του, δεν μπορεί να αποτελέσει το μοναδικό και καθοριστικό σημείο, για την εξακρίβωση της ακριβούς θέσης του. Η βούληση των συμβαλλόμενων μερών ήταν να αγορασθεί αυτή η μικρή έκταση, που βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο του όλου ακινήτου και βρίσκεται κοντά στην τοποθετηθείσα κεραία το έτος 1973 της ΕΡΤ από το Δήμο της Άμφισσας, όπου και εκεί (βλ. προσκομιζόμενη από 29-11-1973 απόδειξη 3.000 δραχμών) γίνεται λόγος για υπάρχουσα οδό, η οποία όμως πουθενά δεν εμφαίνεται, γεγονός όμως το οποίο δε δημιούργησε καμία αμφιβολία για την ακριβή θέση αυτού του τμήματος μόλις των 200τ.μ. μέσα στην ευρύτερη έκταση. Άλλωστε αν δεν υπήρχε κάποιος δρόμος θα ήταν αδύνατη η πρόσβαση των τεχνικών με τροχοφόρα οχήματα για την τοποθέτηση, εγκατάσταση και συντήρηση όλων αυτών των μηχανημάτων και υλικών.
Συνεπώς, ο εναγόμενος κατέστη κύριος αυτής της έκτασης με τα στοιχεία Κ51, Κ52, Κ53, Κ54, Κ67, Κ61, Κ62, Κ63, Κ66, Κ51, όπως αποτυπώνεται στο συνημμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Ν., δυνάμει του προαναφερόμενου συμβολαίου με αριθμό .../18-4-1975 του τότε συμβολαιογράφου Ιτέας Ιωάννη Λακαφώση (...) και άρα ουδέποτε ο ενάγων κατέστη κύριος της επίδικης έκτασης. Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος εκμίσθωσε σε τρίτους ή κατέλαβε άλλα εδαφικά τμήματα, το οποία βρίσκονται εκτός του επίδικου εδαφικού τμήματος των 1.200 τ.μ., όπου βρίσκονται οι εγκαταστάσεις του ραδιοσταθμού "ΓΑΛΑΞΙΔΙ FM", καθώς και άλλες αντηρίδες κεραιών". Και βάσει των παραδοχών αυτών το Πολυμελές Πρωτοδικείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιτέας, που είχε δεχθεί τα ίδια, απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου. Με τον πρώτο, από το άρθρο 560 αρ.1 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με το να δεχθεί ότι το εδαφικό τμήμα των 1200 τμ., που αγόρασε ο εναγόμενος από το Λ. Μ., πατέρα και δικαιοπάροχο του ενάγοντος, με το .../18-4-1975 συμβόλαιο του συμ/φου Ιτέας Ιωάννη Λακαφώση, είναι η επίδικη έκταση και άρα ο ενάγων δεν έγινε κύριος της έκτασης αυτής, παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στους οποίους προσέφυγε παρόλο που η δήλωση βουλήσεως των συμβληθέντων στο αμέσως ανωτέρω συμβόλαιο υπήρξε σαφής και δεν υπήρχε κενό στη σχετική σύμβαση ή αμφιβολία αναφορικά με τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων, ενώ όφειλε εν πάση περιπτώσει να αναζητήσει την αληθή βούληση των συμβληθέντων ως προς τη θέση και τα όρια του ειρημένου τμήματος που αγόρασε ο αναιρεσίβλητος "με γνώμονα την μοναδική σαφή δήλωση στο συμβόλαιο ότι το ακίνητο εφάπτεται του αγροτικού δρόμου". Όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το δικαστήριο, διαπίστωσε έμμεσα κενό και αμφίβολα σημεία ως προς το περιεχόμενο των δηλώσεων της βούλησης του Λ. Μ., πατέρα και δικαιοπαρόχου του ενάγοντος και του εναγομένου, που συμβλήθηκαν με το παραπάνω συμβόλαιο ως προς την ακριβή θέση και τα όρια του μεταβιβασθέντος στον τελευταίο ακινήτου. Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού και αμφίβολων σημείων στη σύμβαση προκύπτει από το ότι το δικαστήριο της ουσίας για την διαπίστωση της αληθούς έννοιας της σύμβασης αυτής έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία, εκτός του κειμένου της ίδιας σύμβασης, αλλά και από το ότι για τον ανωτέρω σκοπό χρησιμοποίησε και διάφορα επιχειρήματα. Κατά συνέπειαν ήταν αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο να εφαρμόσει τους ειρημένους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους και εφάρμοσε πράγματι, ορθώς δε, ενόψει των προεκτεθέντων, έστω και χωρίς να τους μνημονεύει ειδικώς. Επομένως και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, που ισχύει για τις αποφάσεις όλων των δικαστηρίων, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ.19 και 20. Το τελευταίο τούτο δεν ισχύει επί των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, αφού λόγοι αναιρέσεως αντίστοιχοι των άρθρών 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεν προβλέπονται στο άρθρο 560 του ίδιου ΚΠολΔ για τις αποφάσεις των δικαστηρίων αυτών (ειρηνοδικείων κ.λπ.).
Εν προκειμένω προβάλλεται με τον δεύτερο υπό την επίκληση του άρθρου 560 αρ.1 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1033 και 1094 του ΑΚ με το να δεχθεί ότι ο εναγόμενος δεν εκμίσθωσε ή δεν κατέλαβε με οποιονδήποτε τρόπο τα εδαφικά τμήματα του επίδικου ακινήτου που βρίσκονται εκτός του τμήματος των 1200 τ.μ. (που είχε αγοράσει ο εναγόμενος) και στα οποία υπάρχουν οι εγκαταστάσεις του ραδιοσταθμού "ΓΑΛΑΞΙΔΙ", και απέρριψε έτσι ως αβάσιμο τον σχετικό λόγο της έφεσής του. Με το περιεχόμενο αυτό ο δεύτερος και τελευταίος αυτός λόγος του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτος, αφού πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά την προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (αρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-4-2009 αίτηση του Μ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 47/ΤΠ/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμφίσσης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ερμηνεία δικαιοπραξιών. Πότε εφαρμόζονται οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. Αναιρετικός έλεγχος της παραβιάσεως τους. Δεν ιδρύεται σχετικά ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 1 και 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. όταν το δικαστήριο διαπιστώνει έστω και εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως και προσφεύγει στις ανωτέρω διατάξεις για την αναίρεση της αληθούς βουλήσεως των συμβαλλομένων. Η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν ελέγχεται αναιρετικώς (Κ.Πολ.Δ. 561 §)
|
Δικαιοπραξία
|
Δικαιοπραξία .
| 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.